Το συμβούλιο των ποντικών- Μύθοι του Αισώπου

Το συμβούλιο των ποντικών

(Ο Αίσωπος ένας από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες μας διδάσκει μέχρι σήμερα.Το ηθικό δίδαγμα του παραμυθιού που παραθέτω είναι ότι, πριν πάρουμε μια απόφαση, πρέπει να έχουμε πρώτα σκεφτεί καλά αν αυτό είναι εφικτό.Άλλο κάτι να το φανταζόμαστε και άλλο να το πράττουμε.Όπως λέει και το τραγούδι των Αφών Κατσιμίχα:

Όλες οι λύσεις είναι φίνες και ωραίες
τότε και μόνο όταν είναι εφικτές…
Μα σαν δεν έχεις κότσια να τις εφαρμόσεις,
άσ’ τες καλύτερα, καθόλου μην τις λες… ) 

 

Οι ποντικοί έκαναν μια μέρα συμβούλιο. Έπρεπε να βρουν κάποιο τρόπο για να προφυλαχτούν από μια γάτα που απειλούσε την κοινότητά τους. Ο καθένας έλεγε την ιδέα του, οι άλλοι διαφωνούσαν και έτσι άρχισαν τους καυγάδες αλλά δεν κατέληξαν πουθενά.
Στο τέλος ένας ποντικός είπε: «Γιατί να μην κρεμάσουμε ένα κουδούνι στο λαιμό της γάτας; Κάθε φορά που η γάτα θα πλησιάζει το κουδούνι θα χτυπάει από μακριά. Εμείς θα το ακούμε και θα τρέχουμε να κρυφτούμε. Έτσι πριν προλάβει να μας δει η γάτα , εμείς θα έχουμε κρυφτεί».
«Τι καλή ιδέα συμφώνησαν όλα τα άλλα ποντίκια με μια φωνή.  Πάμε αμέσως να βρούμε ένα κουδούνι και να το δέσουμε στο λαιμό της γάτας».

«Περιμένετε μια στιγμή», είπε ένας γέρος και σοφός ποντικός.  «Η ιδέα του κουδουνιού είναι πολύ καλή και κάθε φορά που θα πλησιάζει η γάτα θα την ακούμε από μακριά και θα κρυβόμαστε. Αλλά θέλω πρώτα να σας ρωτήσω κάτι:

Ποιος από μας θα διακινδυνέψει τη ζωή του και θα πάει να κρεμάσει το κουδούνι στο λαιμό της γάτας;».
Πράγματι , ο γέρο ποντικός ήταν πολύ σοφός, γιατί όταν προτείνουμε μια ιδέα πρέπει να ελέγχουμε πρώτα αν μπορούμε να την υλοποιήσουμε.

 

Εξάσκηση στην προπαίδεια… ρίχνοντας πέναλτι!

Το παιχνίδι ονομάζεται » Στα πέναλτι¨ και πρόκειται για εξάσκηση στην προπαίδεια με παιγνιώδη τρόπο. Καλή επιτυχία!!!  Τα παιχνίδια βρίσκονται εδώ

Προπάιδεια 2, 3, 4

Προπαίδεια 5, 6, 7

Προπαίδεια 8, 9, 10

Πηγή

Άσπρα καράβια

(Αφιερωμένο σε αυτούς που αγαπώ πιο πολύ στον κόσμο με την ευχή να κάνουν όνειρα… και να΄ναι άσπρα!)

Άσπρα καράβια τα όνειρά μας

για κάποιο ρόδινο γιαλό,

άσπρα καράβια τα όνειρά μας.

Θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο

μυριστικό κι ευωδιαστό,

θα κόβουν δρόμο κι ένα δρόμο.

 

Κι από ψηλά θα μας φωτίζει

το φεγγαράκι το χλωμό

κι από ψηλά θα μας φωτίζει.

Και θ’ αρμενίζουν, ω χαρά μας,

ίσα στο ρόδινο γιαλό,

άσπρα καράβια τα όνειρά μας.

Στίχοι:   Σωτήρης Σκίπης

Μουσική:   Γιάννης Σπανός

Μιχάλης Βιολάρης & Καίτη Χωματά

 

On line παιδικά βιβλία που μπορείτε να ακούσετε ή να διαβάσετε

Στους παρακάτω συνδέσμους μπορείτε να βρείτε βιβλία online για τους μικρούς μας φίλους.

Στα περισσότερα από αυτά υπάρχει αφήγηση.

Ιστορίες που τις είπε η πέτρα” Μαρία Αγγελίδου

“Ο σκαντζόχοιρος που ήθελε να τον χαϊδέψουν” Κατερίνα Αναγνώστου

“Παιχνίδια και ψιλικά” Νικόλας Ανδρικόπουλος

“Το Πάσχα του Πασχάλη” Μαρία Ανδρικοπούλου

“Δυό κοκόρια ζωηρά” Φιλομήλα Βακάλη – Συρογιαννοπούλου

“Σε δύο τρελλά ημίχρονα” Αγγελική Βαρελλά

“Πόσα λέει η ελιά, πόσα ακούει ο λαγός…” Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη

“H Αρήτη της ροδιάς” Κική Δημητριάδου

“Τα φαντασματάκια της γυάλινης αυλής” Ελένη Δικαίου

“Τα αδέσποτα” Σοφία Ζαραμπούκα

“Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου” Άλκη Ζέη

“Παραμύθια της Καλαβρίας” Παντελής Ζούρας

“Που πήγαν τα Χριστούγεννα;” Βαγγέλης Ηλιόπουλος

“Το βιβλίο που δεν ήθελε να διαβαστεί” Βασιλική Κάργα

“Που πας χαλωνάκι;” Καλλιώ Καστρησίου

“Η ώρα είναι εκατό” Λώρη Κέζα

“Έξι φίλοι κι ένα δώρο” Μάνος Κοντολέων

“Οι φορεσιές του φεγγαριού” Σοφία Μαντούβαλου

“Τα μαγικά μου αυτιά” Βούλα Μάστορη

“Ξένοι στο Αιγαίο” Σύρμω Μιχαήλ

“Ο Ισίδωρος και ο ναυαγός” Αμάντα Μιχαλοπούλου

“Όταν η πασχαλίτσα συνάντησε ελέφαντα” Χρήστος Μπουλώτης

“Αν τ΄αγαπάς ξανάρχονται” Βασιλική Νευροκοπλή

“Μια αστεία επιδημία” Βασίλης Παπαθεοδώρου

“Και οι κακοί έχουν ψυχή” Σοφία Παράσχου

“Ο κόσμος του πουθενά” Γιολάντα Πατεράκη

Η Γιόλα με το μπαλόνι” Ναννίνα Σακκά-Νικολακοπούλου

“Ο καλικάντζαρος που έχασε το δρόμο” Βαγγέλης Τασιόπουλος

“Η Πουπού και η Καρλότα” Ευγένιος Τριβιζάς

“Πως να καταβροχθίσετε ένα ουράνιο τόξο” Γιολάντα Τσιαμπόκαλου

“Το βιβλίο των δικών σου Χριστουγέννων” Κυριάκος Χαρίτος

Ομιλούντα βιβλία ξένης λογοτεχνίας. Άκουσε τα ή κατέβασε τα σε mp3

“Η Ναβίντ δεν ήρθε για διακοπές” Πάνος Χριστοδούλου

“Στον κήπο με τα παραμύθια” Βάσω Ψαράκη

“Ο κηπουρός του ουρανού” Δήμητρα Ψυχογυιου Πηγή: http://www.ipaideia.gr/

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέλισσα, χελώνα, αράχνη και σκαντζόχοιρος.

Μια όμορφη ιστοσελίδα με πολλές πληροφορίες για το μέλι και όχι μόνο evritanikigi.gr μου θύμισε ένα γνωστό παραμύθι που μιλάει για την αξία της μέλισσας.Μπορείτε να διαβάσετε κι εδώ

Ήταν κάποτε μια μάνα που είχε τρεις κόρες κι ένα γιο. 
Χήρα έμεινε από νωρίς κι έτσι η καημένη ανάθρεψε τα παιδιά της μοναχή της. 
Σαν ήρθε ο καιρός να παντρευτεί η πρώτη της κόρη, τη ζήτησε ένα παλικάρι καλοφτιαγμένο και καλόκαρδο, μα ήταν το χωριό του μακριά, ίσαμε δυο μέρες δρόμο με το γαϊδαράκο, εκείνη την εποχή, που η μάνα η καψερή τρόμαξε! 
-Πώς θα έρχεσαι, κόρη μου, να με βλέπεις όταν σε χρειάζομαι; 
-Θα έρχομαι, μάνα, στέλνε εσύ να με φωνάζουν κι εγώ θα παρατώ ό,τι κι αν κάνω και θα σου έρχομαι.
-Την ευχή μου. λέει κι η μάνα και το κορίτσι φεύγει. 
Περνάει ο καιρός και ζητάνε και τη δεύτερη κόρη σε γάμο μ’ένα παλικάρι που ήτανε και το δικό του χωριό μακριά. 
-Μη στεναχωριέσαι, μανούλα μου, λέει κι αυτή. Όταν υπάρχει ανάγκη εγώ θα έρχομαι πάντα. Ησύχασε πάλι η μάνα κι έδωσε την ευχή της και στην άλλη της κόρη. 
Μα ύστερα από κάμποσο καιρό ήρθε κι η σειρά του παλικαριού. 
-Μάνα, λέει κι ο γιος, εδώ στο χωριό δουλειές δεν έχει. Να φύγω πρέπει για την πόλη, να προσπαθήσω εκεί να βρω καλύτερη τύχη. 
Η μόνα η καημένη ούτε που ήθελε να ακούσει τέτοιο πράγμα. 
-Αχ, παιδί μου! Πού θα μας αφήσεις εμένα και την αδερφή σου τη μικρή; Και πώς θα αφήσεις τον τόπο σου; Ένα κομμάτι ψωμί το βγάζουμε κι εδώ με άνεση και καλά να είμαστε, να έχουμε την υγειά μας. Άμα μου φύγεις κι εσύ, εγώ η έρημη ποιον θα έχω για στήριγμα; 
-Μη σκας, μάνα, και την πήρα την απόφαση μου! Κι έπειτα δεν είναι τόσο μακριά η πολιτεία! Άμα μου μηνύσεις πως συντρέχει λόγος σοβαρός, εγώ αμέσως θα τρέξω! Θα σε φροντίσω, μάνα, όπως με φρόντιζες κι εσύ τόσα χρόνια. Μη στεναχωριέσαι. 
Έτσι έφυγε κι ο γιος κι έμεινε η μάνα με τη μικρή κόρη. Ένα πονετικό κορίτσι που φρόντιζε στοργικά τη μητέρα της κι όταν ήρθε ο καιρός να παντρευτεί διάλεξε ένα παλικάρι που το σπίτι του ήταν στο χωριό για να μπορεί να φροντίζει και τη μάνα της όποτε τη χρειαζόταν.
Κύλησαν τα χρόνια κι η μάνα γέρασε και δύσκολα τα έφερνε βόλτα μοναχή της. Άνοιξη ήτανε και θέλησε να βάλει πλύση στα χαλιά και στα σκουτιά του σπιτιού, δουλειά δύσκολη γιατί έπρεπε να κατέβει να τα πλύνει στο ποτάμι. Έστειλε τότε να φωνάξουν τη μεγάλη κόρη, που ήταν γυναίκα δυνατή, να τη βοηθήσει. Μα αυτός που πήγε το μήνυμα γύρισε με τούτη την απάντηση: 
-Να πεις της μάνας δεν αδειάζω τώρα. Πλένω κι εγώ κι άμα τελειώσω και μπορέσω. 
Πικράθηκε η γριούλα σαν άκουσε τα λόγια της κόρης. 
-Ε,,και δε μένει με τη σκάφη της αφού την αγαπάει πιότερο. είπε. 
Τότε γύρισε η σκάφη και κόλλησε στην πλάτη της κοπέλας κι άλλαξε αυτή και γίνηκε… η χελώνα!
Στέλνει τότε και στη δεύτερη κόρη μήνυμα η γριά για βοήθεια. 
-Ουφ! κάνει κι αυτή. Τώρα έχω το υφαντό στη μέση. Να υφάνω το πανί μου, να τελειώσω τη δουλειά μου και βλέπουμε. 
-Καλά… είπε η μάνα πάλι, ας μείνει με το υφαντό της όσο θέλει τότε. 
Μα πιάστηκαν πάλι τα λόγια της κι η κοπέλα άλλαξε και γίνηκε… αράχνη, κι από τότε πραγματικά όλο υφαίνει τον ιστό της κι όλο της τον χαλάνε.
Πέρασε ο καιρός, ήρθε ο χειμώνας και άρχισε βαρύς, κι η γριούλα δεν τα έβγαζε πέρα. Φώναξε το γιο της. 
-Έλα, γιε μου», του μήνυσε. Ξύλα έχω για κόψιμο, το σπίτι θέλει επισκευές για να βγάλω το χειμώνα». Αλλά ήρθε το μήνυμα ακόμα πιο  σκληρό: 
-Πού να      τρέχω εγώ τώρα στο χωριό. Πνίγομαι στη δουλειά. Τώρα άρχισα το φράχτη γύρω από το σπίτι, μέχρι να τελειώσω… Ας πάρει κάποιον από το χωριό να τη βοηθήσει. 
Όταν τ’άκουσε η μάνα όλα αυτά δάκρυσε.
-Ε! είπε μοναχά, αφού αγαπά το φράχτη του πιότερο από τη μάνα του! Κι εκεί που μαστόρευε ο γιος, άλλαξε ξαφνικά και τα παλούκια του φράχτη γίνηκαν αγκάθια και κόλλησαν στην πλάτη του και γίνηκε… σκαντζόχοιρος!
Αποκούμπι της έμεινε η κόρη η μικρή. Γλυκιά και στοργική και πονετική πάντα, φρόντιζε τη μάνα της ως τα βαθιά της γεράματα. Και μια ημέρα που η μάνα έστειλε τη γειτόνισσα να τη φωνάξει βιαστικά, έτρεξε η κόρη με το αλεύρι ακόμα στα χέρια της καθώς έφτιαχνε πίτα… -Κορούλα μου! είπε η μάνα, πάντα έτσι με γλυκά πράγματα να καταπιάνεσαι και να σε αγαπούν οι άνθρωποι και να σε τιμούν για τα καλά που φέρνεις! Ακούστηκε τότε της μάνας η ευχή κι άλλαξε και η μικρή κόρη κι έγινε… μέλισσα.
Τη μέλισσα, από τότε, όλοι την αγαπούν και την τιμούν και τη φροντίζουν, γιατί δίνει το μέλι το χρυσό, τη θρεπτικότερη τροφή του κόσμου.

 

 

Δεν είναι ορχήστρα, είναι επανάσταση!!!

Δεν είναι ορχήστρα, είναι επανάσταση

Το βλέπεις και σού έρχεται να κλάψεις. Από συγκίνηση ; Από θαυμασμό; Από θλίψη για τα δικά μας;

Δεν ξέρω.

Πριν απο πολλά χρόνια ένας άνθρωπός στη Βενεζουέλα ξεκίνησε να πραγματοποιήσει ένα όνειρο. Ηταν ο Χοσέ Αμπρέου που μάζεψε παιδάκια απο κάθε φτωχή γωνιά της χώρας του κι άρχισε να τα μαθαίνει μουσική για να τα τραβήξει μακριά απο το έγκλημα, τα ναρκωτικά, τη μιζέρια και τους κινδυνους που κουβαλάει μαζί της!!!

Το σχέδιο του ονομάστηκε el Systema. Κάμποσα χρόνια μετα, 250.000 (!) παιδάκια έμαθαν μουσική, και άρχισαν να φτιάχνονται σχολικές ορχήστρες. Οι ορχήστρες σε όλη τη χώρα ξεπέρασαν τις 100 και από αυτές οι 90 είναι συμφωνικές ! Οι καλύτεροι από αυτούς τους νεαρούς μουσικούς μαζεύονται σε κεντρικές ορχήστρες, με κορυφή την Ορχήστρα Σιμόν Μπολιβάρ, που αυτή την εποχή διευθύνει άλλο ένα προϊόν του el Sistema, ο 28χρονος μαέστρος Γουστάβο Ντουνταμέλ, που είναι επίσης εδώ και λίγους μήνες ο νέος μαέστρος της Φιλαρμονικής του Λος Άντζελες.

 

Ο Edgar μεγάλωσε σε μία από τις πιο σκληρές γειτονιές του Καράκας. Φοβόταν να βγει από το σπίτι του και φοβόταν να γυρίσει. Μόνο η μουσική θα μπορούσε να τον αποσπάσει από την άσχημη κατάσταση που βίωνε. Πήγε στο παράρτημα του El Sistema της γειτονιάς του και ζήτησε μια τρομπέτα. Δεν μπόρεσαν να του βρούν. Του έδωσαν όμως ένα φαγκότο. Τώρα, ο Edgar πιστεύει ότι αυτό το φαγκότο τού έσωσε τη ζωή.

 

El Sistema θα μπορούσε να είναι το όνομα μια επαναστατικής οργάνωσης από τη δεκαετία του ’30. Ίσως αυτό να μας έρχεται στο μυαλό επειδή το El Sistema γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στη Βενεζουέλα, μια χώρα που αγωνίστηκε για πολλά χρόνια για την ανεξαρτησία της αλλά και την κατάργηση των απολυταρχικών καθεστώτων. Το El Sistema είναι μια σκέψη που γεννήθηκε στο μυαλό του Jose Antonio Abreu, ενός οικονομολόγου που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αγαπούσε τους ανθρώπους και τη μουσική.

 

O Abreu πίστευε ότι, όσο φτωχός κι αν είναι ένας άνθρωπος, αν μπορέσει να αποκτήσει πρόσβαση στη μουσική, η ζωή του θα αλλάξει. Και αποδείχτηκε ότι είχε απόλυτο δίκιο. Το ξεκίνημα – η ανάπτυξη Στα 1975 ο Jose Antonio Abreu προσπάθησε να δημιουργήσει μια ορχήστρα όπου οι μουσικοί, αντί να μελετούν ο καθένας μόνος του, θα μελετούσαν όλοι μαζί. Ήδη υπήρχε μια παρόμοια εμπειρία στη Βενεζουέλα, όπου οι μαθητές των σχολείων πήγαιναν μετά το σχόλασμα σε μεγάλες αίθουσες και ετοίμαζαν όλοι μαζί τις εργασίες τους για την επόμενη μέρα.

 

Αυτό δεν ήταν κάποιου είδους καινοτομία στον τρόπο μελέτης. Απλώς, οι περισσότεροι γονείς εργάζονταν μέχρι αργά και, αν τα παιδιά επέστρεφαν στις γειτονιές τους, θα απέφευγαν να μελετήσουν με αποτέλεσμα η χώρα να διατηρεί το χαμηλό μορφωτικό της επίπεδο. Επιπλέον, η εγκληματικότητα και η χρήση ναρκωτικών ήταν πολύ διαδεδομένες. Έτσι, τα παιδιά κινδύνευαν σε κάθε τους βήμα.

 

Ο Abreu κατάφερε να βρει παιδιά που είχαν κάποιο ταλέντο στη μουσική αλλά και δασκάλους από ολόκληρη τη Βενεζουέλα. Η πρώτη του ορχήστρα, η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα Νέων της Βενεζουέλας, δημιουργήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου του 1975 και έδωσε την πρώτη συναυλία της στις 30 Απριλίου της ίδιας χρονιάς. Πολύ γρήγορα συνδέθηκε με άλλες ορχήστρες αλλά και ηχογράφησε με πολλούς και γνωστούς μαέστρους.

 

Η ορχήστρα σύντομα έγινε πόλος έλξης για πολλούς νέους. Πολύ σύντομα όλο και περισσότεροι ήθελαν να μελετήσουν Τσαϊκόφσκι, Μότσαρτ ή Μπερλιόζ και σχεδόν όλοι ήθελαν να παρακολουθήσουν τις συναυλίες της ορχήστρας. Κάθε εξωτερικός παρατηρητής θα θεωρούσε ότι όλη αυτή η προσπάθεια δεν θα είχε καμία πιθανότητα να επιτύχει. Ο Abreu και οι συνεργάτες του υποστήριζαν ότι θα τα καταφέρουν.

 

Το κεντρικό τους μήνυμα στους νέους όλης της χώρας ήταν «Να παίζεις και να αγωνίζεσαι». Οι πρώτοι όμως που έπρεπε να αγωνιστούν για την επιτυχία του προγράμματος ήταν οι ίδιοι. Έβαλαν όλη την ενέργεια και όλη την πίστη τους σ’ αυτό τον σκοπό. Τέσσερα χρόνια μετά από το δειλό ξεκίνημα της ορχήστρας, στις 20 Φεβρουαρίου του 1979, ο Abreu παίρνει το πράσινο φως να επεκτείνει το πρόγραμμα. Τώρα μπορεί κάθε πόλη ή και κάθε γειτονιά να δημιουργήσει τη δική της ορχήστρα που θα αποτελείται από παιδιά και νέους.

 

 

Κάθε παιδί θα διαλέγει ένα όργανο, θα το παίρνει δωρεάν και θα συναντιέται με τα υπόλοιπα παιδιά σε μεγάλες αίθουσες για να μελετήσει υπό τις οδηγίες των καλύτερων δασκάλων της χώρας. Φυσικά, το πρόγραμμα πέρασε μέσα από τεράστιες δυσκολίες. Η χρηματοδότησή του μειωνόταν σε περιόδους κρίσης –πέρασε αρκετές η Βενεζουέλα- με αποτέλεσμα ο Abreu και η ομάδα του να αγωνίζονται σκληρά να το κρατήσουν ζωντανό.

 

Σήμερα όμως, το El Sistema, που είναι πλέον αναπτυγμένο σε nucleos (πυρήνες), έχει υπό την επίβλεψή του 150 ορχήστρες νέων και 70 ορχήστρες παιδιών, που βρίσκονται σχεδόν σε όλες τις πόλεις της Βενεζουέλας. Οι καλύτεροι μουσικοί της χώρας διοχετεύονται στην ορχήστρα νέων Simon Bolivar, που είναι και η κεντρική ορχήστρα του προγράμματος.

 

Το πρόγραμμα Τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας αρχίζουν να δουλεύουν πάνω στην εκφραστικότητα του σώματος και τον ρυθμό. Η ενθάρρυνση των παιδιών να κρατήσουν το σώμα τους ενεργό την ώρα που παίζουν, είναι ένα από τα κλειδιά της ανάπτυξης του προγράμματος.

 

Στην ηλικία των πέντε ετών, τα παιδιά παίρνουν τα πρώτα τους όργανα, συνήθως ξύλινα φλάουτα και κρουστά. Ταυτόχρονα μπαίνουν και σε χορωδία, έτσι ώστε να αρχίσουν να συνηθίζουν στην ομαδική δουλειά. Στην ηλικά των επτά ετών, τα παιδιά μπορούν να πάρουν το πρώτο έγχορδο ή πνευστό τους όργανο. Μπορούν να αλλάζουν όργανα, αλλά δεν ενθαρρύνονται να το κάνουν συχνά.

 

Η αρχική τους εκπαίδευση περιλαμβάνει τραγούδι και μελέτη του οργάνου. Συχνά συγκεντρώνονται στο παίξιμο μίας και μόνο νότας έτσι ώστε να αποκτήσουν την αίσθηση της ποιότητας του ήχου για το όργανό τους. Υπάρχουν τρία επίπεδα καθημερινής μελέτης: Στο πρώτο, τα παιδιά δουλεύουν με ολόκληρη την ορχήστρα, στο δεύτερο παίζουν σε μικρότερα σύνολα και στο τρίτο μελετούν ατομικά.

 

Σε όλα αυτά τα επίπεδα, ο δάσκαλος κάθε παιδιού είναι ο ίδιος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η διαδικασία εκμάθησης να προχωράει πιο γρήγορα, καθώς ο δάσκαλος γνωρίζει από νωρίς τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία κάθε μαθητή. Οι μαθητές παίζουν μπροστά σε κοινό όσο το δυνατόν περισσότερο, πράγμα που μειώνει το άγχος της έκθεσης καθώς η συναυλία γίνεται φυσικό μέρος της καλλιτεχνικής διαδικασία. Επίσης, οι νέοι μουσικοί ενθαρρύνονται να παρακολουθούν άλλες ορχήστρες νέων έτσι ώστε να παίρνουν έμπνευση από αυτούς.

 

Από πολύ νωρίς τα παιδιά παίζουν και με άλλες ορχήστρες πέρα από τη δική τους. Μάλιστα συμμετέχουν ακόμη και στην ορχήστρα Simon Bolivar, στην οποία τακτικά μέλη γίνονται οι καλύτεροι μουσικοί της χώρας. Ο βασικός σκοπός του El Sistema είναι να δημιουργήσει την αίσθηση της ασφάλειας και της χαράς στους νέους μουσικούς, χτίζοντας ταυτόχρονα την αυτοπεποίθησή τους μέσα από την αίσθηση της αξίας του ατόμου μέσα στην ομάδα.

 

Η πειθαρχία δεν είναι το βασικότερο κομμάτι της διαδικασίας αλλά, όταν δεν είναι αποτέλεσμα πίεσης, θεωρείται χρήσιμο εργαλείο. Η παρακολούθηση των μαθημάτων δεν είναι υποχρεωτική. Τα παιδιά συμμετέχουν για τον εαυτό τους, τους φίλους και τους δασκάλους τους. Χωρίς σκληρή δουλειά από την πλευρά των μαθητών, το πρόγραμμα θα οδηγείτο σε σίγουρη αποτυχία. Όμως, η διασκέδαση και το παιχνίδι δεν ξεχνιέται ποτέ.

 

Η μεγάλη πλειονότητα των δασκάλων και των στελεχών κάθε πυρήνα, προέρχεται από παλαιότερους σπουδαστές του προγράμματος. Είναι εκείνοι που καταλαβαίνουν καλύτερα τους στόχους και τις ανάγκες της διαδικασίας, είναι εκείνοι που καταλαβαίνουν πώς αισθάνονται οι νέοι μουσικοί. Οι δάσκαλοι ασχολούνται με κάθε παιδί ξεχωριστά. Αν κάποιο παιδί λείψει δύο συνεχείς φορές από το μάθημα, πηγαίνουν στο σπίτι του για να δουν τι συμβαίνει. Ο στόχος τους δεν είναι να κάνουν παρατήρηση στο παιδί, αλλά να συζητήσουν μαζί του τους λόγους για τους οποίους δεν ήρθε στα μαθήματα,έτσι ώστε να το κάνουν να νιώσει καλύτερα.

 

Συχνά, οι πυρήνες προσαρμόζουν κατά ένα ποσοστό τη λειτουργία τους στις ανάγκες των παιδιών. Το El Sistema έχει πλέον μια σειρά από συγκεκριμένους κανόνες, που μέσα στα χρόνια λειτουργίας του, έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικοί. Για παράδειγμα, σε μουσικό επίπεδο, οι υπεύθυνοι του προγράμματος έχουν βρει ότι είναι καλύτερα να επιλέγουν την απλούστερη δυνατή ενορχήστρωση, έτσι ώστε να παίζουν μαζί όλα τα παιδιά και να βγάζουν πολύ δυνατό ήχο.

 

Βεβαίως, η ενορχήστωση αλλάζει όσο τα παιδιά ανεβαίνουν επίπεδο. Όμως ο δυνατός ήχος που παράγεται από πολλά όργανα που παίζουν μαζί παραμένει. Όπως λέει ο διευθυντής της ορχήστρας νέων Simon Bolivar, Gustavo Dudamel, «όταν παίζουμε για παράδειγμα την Πέμπτη του Beethoven, η Πέμπτη γίνεται το πιο μεγάλο και πιο σημαντικό ζήτημα του κόσμου». Οι ορχήστρες ασχολούνται με τα έργα των γνωστών και μεγάλων κλασικών συνθετών αλλά και με πολλά έργα από το ρεπερτόριο των συνθετών της Λατινικής Αμερικής, που είναι άλλωστε και πολύ πιο κοντά στους ήχους που έχουν τα παιδιά στο αυτί τους από τη στιγμή που γεννήθηκαν.

 

Το πρόγραμμα συνεργάζεται πολύ στενά με τους γονείς των παιδιών. Όταν ένα παιδί γίνει δύο ή τριών ετών, οι υπέυθυνοι του προγράμματος συναντούν τους γονείς του και τους εξηγούν όλες τις λεπτομέρειες και τις δυσκολίες που μπορεί να συναντήσουν. Όταν τα παιδιά παίρνουν τα πρώτα τους όργανα, οι δάσκαλοι μιλούν στους γονείς για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να συμπεριφέρονται στα παιδιά και να τα ενθαρρύνουν στη μελέτη τους.

 

Από τη στιγμή που ένα παιδί αποφασίζει να μπει σε μια ορχήστρα, παίρνει υποτροφία. Αυτό αποτελεί τιμή για την οικογένειά του αλλά έχει και πρακτική αξία: το παιδί δεν θα χρειαστεί πλέον να φύγει από το πρόγραμμα επειδή πρέπει να δουλέψει. Το El Sistema ξεκίνησε περισότερο από αγάπη στα παιδιά και λιγότερο από αγάπη στη μουσική. Η έμφαση βρίσκεται στην ανάπτυξη της κοινότητας και στην αλληλεγγύη. Οι δάσκαλοι, οι μαθητές και οι γονείς βρίσκονται σε μια ατμόσφαιρα αλληλοσεβασμού και αγάπης που τους κάνει να νιώθουν ασφαλείς και ευτυχισμένοι.

 

Μέσα σε μια χώρα που πέρασε πολύ δύσκολες στιγμές, το να νιώθει κανείς ότι κρατάει τη ζωή του στα χέρια του είναι πολύ θετικό πράγμα. Και τα παιδιά του El Sistema όχι μόνο νιώθουν ότι μπορούν να ζήσουν όσο όμορφα θέλουν, αλλά και ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Η αναγνώριση Οι περισσότερο παγκόσμιοι οργανισμοί έχουν αναγνωρίσει το El Sistema ως ένα σπουδαίο κοινωνικό πείραμα στο βαθμό που κατόρθωσε να μειώσει τη φτώχεια και να ανεβάσει το μορφωτικό επίπεδο του λαού της Βενεζουέλας. Ταυτόχρονα όμως, αποτελεί κι ένα σπουδαίο πρόγραμμα εκμάθησης μουσικής.

 

Χώρες όπως η Αργεντινή, η Αυστραλία, η Βολιβία, η Βραζιλία, ο Καναδάς, η Κόστα Ρίκα, η Κούβα, το Εκουαδόρ, το Περού, η Σκοτία και πολύ πρόσφατα οι περισσότερες πολιτείες της Βόρειας Αμερικής, θέλησαν να το δοκιμάσουν. Ίσως κανείς δεν περίμενε πριν από μερικά χρόνια ότι μια χώρα που έχει περάσει από δεκάδες μεγάλα προβλήματα, όπως η Βενεζουέλα, θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για τόσες χώρες.

 

Σε καθαρά μουσικό επίπεδο, νέοι που ξεκίνησαν μέσα από το El Sistema βρέθηκαν μέσα στα χρόνια σε μερικές από τις καλύτερες ορχήστρες σε ολόκληρο τον κόσμο. Όμως και η κεντρική ορχήστρα του προγράμματος, η ορχήστρα νέων Simon Bolivar, λογίζεται σήμερα ως μία από τις σημαντικότερες. Μεγάλη συμμετοχή σε αυτή την εξέλιξη έχει και ο Gustavo Dudamel, ο διευθυντής της ορχήστρας, που ξεκίνησε κι αυτός ως ένας σπουδαστής του προγράμματος.

 

Ο Dudamel γεννήθηκε το 1981 σε οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του ήταν τρομπονίστας και η μητέρα του δασκάλα ωδικής. Το κύριο όργανό του ήταν το βιολί αλλά πολύ γρήγορα, στα δεκατέσσερα μόλις χρόνια του, άρχισε να σπουδάζει διεύθυνση ορχήστρας με δάσκαλο μάλιστα τον ίδιο τον Jose Antonio Abreu. Ο Dudamel άρχισε να κερδίζει τον ένα διαγωνισμό μετά τον άλλο και πολύ γρήγορα η αξία του αναγνωρίστηκε από μαέστρους όπως ο Claudio Abbado και ο sir Simon Rattle. Έχει ηχογραφήσει τέσσερις δίσκους με την ορχήστρα νέων Simon Bolivar και αρκετούς ακόμη με άλλες ορχήστρες.

 

Από τον περασμένο Σεπτέμβριο είναι διευθυντής της Φιλαρμονικής του Los Angeles, με την οποία ερμήνευσε στην εναρκτήρια βραδιά την Πρώτη συμφωνία του Gustav Mahler, έργο που ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε σε dvd αλλά και μέσω του i-tunes. Φυσικά, ο Dudamel δεν εγκατέλειψε την ορχήστρα νέων Simon Bolivar, με την οποία θα συνεχίσει να εμφανίζεται σε ολόκληρο τον κόσμο.

 

Η ορχήστρα έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον των μεγαλύτερων φεστιβάλ κι έχει εμφανιστεί στις περισσότερες πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής, όχι μόνο επειδή αποτελεί το προϊόν ενός τόσο σημαντικού κοινωνικού πειράματος, αλλά και γιατί είναι ένα από τα πιο δυναμικά μουσικά σύνολα.

 

Σε μια κοινωνική πραγματικότητα που κάνει τους ανθρώπους να απομονώνονται όλο και περισσότερο, σε έναν κόσμο όπου η καχυποψία έχει αντικαταστήσει τη διάθεση για επικοινωνία, η ορχήστρα νέων Simon Bolivar αποδεικνύει ότι μπορεί να υπάρξει μια διαφορετική προοπτική. Για να νιώσει κανείς πόση χαρά μπορεί να κρύβει η αγάπη για τη μουσική και πάνω απ’ όλα πόση ελπίδα μπορεί να έχει το να μοιράζεσαι αυτή την αγάπη, δεν έχει παρά να τους ακούσει να ερμηνεύουν το Danzon No 2 του Arturo Marquez.

 

Ή ακόμη περισσότερο, να τους δει, ενώ είναι σκυμμένοι πίσω από τις παρτιτούρες τους, να σηκώνονται όρθιοι στο εκρηκτικό φινάλε.

 

Δισκογραφία ορχήστρας νέων Simon Bolivar / Gustavo Dudamel 1. Beethoven Symphonies 5 and 7 (Deutsche Grammophon 2006) 2. Mahler Symphony 5 (Deutsche Grammophon 2007) 3. Fiesta (διάφοροι συνθέτες) (Deutsche Grammophon 2008) 4. Tchaikovsky Symphony 5 / Francesca da Rimini (Deutsche Grammophon 2009)

 

Φιλμογραφία 1. The promise of music του Enrique Santchez Lansch (Deustche Grammophon 2008) 2. Beethoven/Mussorgsky Gustavo Dudamel: Live from Salzburg – with the Simon Bolivar youth orchestra (Deustche Grammophon 2008) 3. El Sistema: music to change life του Paul Smaczny και της Maria Stodlmeier (Euroarts 2009)

Πηγή: Thessaloniki Arts and Culture,   http://www.thessalonikiartsandculture.gr/

Πηγή: apenantioxthi.blogspot.gr

 

 

Τα τζιτζίκια, Οδυσσέας Ελύτης

Η Παναγιά τα πέλαγα

κρατούσε στην ποδιά της.

Την Σίκινο, την Αμοργο

και τ’ άλλα τα παιδιά της.

 

Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι

γεια σας κι η ώρα η καλή.

Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;

Κι όλ’ αποκρίνονται μαζί.

 

Ζει και ζει και ζει …..

ο βασιλιάς ο ήλιος ζει.

 

Απο την άκρη του καιρού

και πίσω απ’ τους χειμώνες

άκουγα σφύριζε η μπουρού

κι έβγαιναν οι Γοργόνες.

 

Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι

γεια σας κι η ώρα η καλή.

Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;

Κι όλ’ αποκρίνονται μαζί.

 

Ζει και ζει και ζει …..

ο βασιλιάς ο ήλιος ζει.

 

Κι εγώ μέσα στους αχινούς

στις γούβες στ’ αρμυρίκια

σαν τους παλιούς θαλασσινούς

ρωτούσα τα τζιτζίκια:

 

Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι

γεια σας κι η ώρα η καλή.

Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;

Κι όλ’ αποκρίνονται μαζί.

 

Ζει και ζει και ζει …..

ο βασιλιάς ο ήλιος ζει.

Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης

Μουσική:Λίνος Κόκοτος

Τραγούδι: Μιχάλης Βιολάρης

Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας , Όσκαρ Ουάιλντ

eytΨηλά στην πόλη, σε μια ψηλή στήλη, βρισκόταν το άγαλμα του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα.Ήταν στολισμένο με λεπτά φύλλα καθαρού χρυσού, για μάτια είχε δύο φωτεινά ζαφείρια, και ένα μεγάλο κόκκινο ρουμπίνι έλαμπε στη λαβή του ξίφους του. Ήταν αξιοθαύμαστος. «Είναι όμορφος σαν ανεμοδείκτης», παρατήρησε ένας από τους δημοτικούς συμβούλους, που ήθελε να αποκτήσει τη φήμη για το γούστο του στην Τέχνη, «μόνο δεν είναι και τόσο χρήσιμος», πρόσθεσε, φοβούμενος μήπως οι άνθρωποι σκέφτονταν ότι δεν ήταν πρακτικό πνεύμα, πράγμα που στ’ αλήθεια δεν ίσχυε.

«Μοιάζει σαν άγγελος», αναφώνησαν κάποια παιδιά βγαίνοντας από την εκκλησία. «Πώς το ξέρετε;» Ρώτησε η καθηγήτρια των μαθηματικών, «έχετε δει ποτέ έναν άγγελο;» «Αχ, έχουμε, στα όνειρά μας!» απάντησαν τα παιδιά. Και η καθηγήτρια των μαθηματικών κατσούφιασε γιατί δεν ενέκρινε να ονειρεύονται τα παιδιά.

Ένα βράδυ πέταξε πάνω από την πόλη ένα Χελιδόνι. Οι φίλοι του είχαν φύγει για την Αίγυπτο έξι εβδομάδες πριν, αλλά αυτό είχε μείνει πίσω, γιατί ήταν ερωτευμένο με την πιο όμορφη καλαμιά. Την είχε γνωρίσει στις αρχές της άνοιξης, καθώς πετούσε πάνω από το ποτάμι μετά από ένα μεγάλο κίτρινο σκώρο, και ένιωσε να τον ελκύει τόσο η λεπτή της μέση,που είχε σταματήσει να της μιλήσει. «Να σ ‘αγαπώ;» είπε το Χελιδόνι, που του άρεσε να μπαίνει αμέσως στο θέμα, και η καλαμιά έκανε ένα χαμηλό τόξο. Έτσι πέταξε γύρω της, αγγίζοντας το νερό με τα φτερά του, και κάνοντας ασημένιους κυματισμούς. Αυτό ήταν φλερτ του, και κράτησε όλο το καλοκαίρι.

«Είναι μια γελοία προσκόλληση» τιτίβιζαν τα άλλα Χελιδόνια «αυτή δεν έχει χρήματα, και είχεπάρα πολλές σχέσεις» και πράγματι το ποτάμι ήταν γεμάτο από καλαμιές. Στη συνέχεια, όταν ήρθε το φθινόπωρο, πέταξαν όλα τους μακριά. Αφού έφυγαν, το Χελιδόνι ένιωθε μοναξιά, και άρχισε να κουράζεται από την αγάπη του. «Δεν μπορεί να κουβεντιάσει», είπε, «και φοβάμαι ότι είναι μια κοκέτα, γιατί πάντα φλερτάρει με τον άνεμο». Και βεβαίως, όταν ο άνεμος φυσούσε, ο καλαμιά έκανε την πιο χαριτωμένη κίνηση.

«Παραδέχομαι ότι είναι ντόπια», συνέχισε, «αλλά αγαπώ τα ταξίδια, και η γυναίκα μου, κατά συνέπεια, θα πρέπει να αγαπά τα ταξίδια, επίσης».

«Θα έρθεις μαζί μου;» είπε, τέλος, αλλά ο καλαμιά κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, ήταν τόσο δεμένη με το σπίτι της.

«Έπαιζες μαζί μου», φώναξε. «Φεύγω για να τις Πυραμίδες. Αντίο!» και πέταξε μακριά.

Όλη τη μέρα πέταγε, και τη νύχτα έφτασε στην πόλη. «Πού θα κοιμηθώ;» αναρωτήθηκε και τότε είδε το άγαλμα στην ψηλή στήλη. «Θα κοιμηθώ εκεί πάνω», φώναξε «είναι μια ωραία θέση, με άφθονο καθαρό αέρα». Έτσι βολεύτηκε ακριβώς ανάμεσα στα πόδια του Πρίγκιπα. «Έχω μια χρυσή κρεβατοκάμαρα», είπε σιγανά στον εαυτό του όπως κοίταξε γύρω, και ήταν έτοιμος να πάει για ύπνο, αλλά καθώς έβαζε το κεφάλι του κάτω από το φτερό του, μια μεγάλη σταγόνα νερού έπεσε πάνω του. «Τι περίεργο!» φώναξε «δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό, τα αστέρια είναι λαμπερά και όμως βρέχει. Το κλίμα στην βόρεια Ευρώπη είναι πραγματικά φοβερό. Η καλαμιά αγαπούσε τη βροχή, αλλά αυτό ήταν απλώς λόγω τουεγωισμού της». Στη συνέχεια, άλλη μια σταγόνα έπεσε. «Ποια είναι η χρησιμότητα ενός αγάλματος αν δεν μπορεί να κρατήσει τη βροχή μακριά;» αναφώνησε. «Πρέπει να κοιτάξω για μια καλή καμινάδα», είπε, αποφασισμένο να πετάξει μακριά. Αλλά πριν ανοίξει τα φτερά του, μια τρίτη σταγόνα έπεσε, σήκωσε το κεφάλι του, και τότε τον είδε.

 

Τα μάτια του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα ήταν γεμάτα δάκρυα, και μερικά δάκρυα έτρεχαν ήδη στα χρυσαφένια μάγουλά του. Το πρόσωπό του ήταν τόσο όμορφο στο φεγγαρόφωτο που το μικρό Χελιδόνι ένιωσε οίκτο. «Ποιος είσαι;» είπε.

 

«Είμαι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας».

 

«Τότε γιατί κλαίς;» ρώτησε το Χελιδόνι.

«Όταν ήμουν ζωντανός και είχα ανθρώπινη καρδιά», απάντησε το άγαλμα, «δεν ήξερα τι ήταν δάκρυα, γιατί έζησα στο παλάτι του Sans-Souci, όπου η θλίψη δεν επιτρέπεται να εισέλθει. Στη διάρκεια της ημέρας έπαιζα με τους συντρόφους μου στον κήπο, και το βράδυ ήμουν επικεφαλής στον χορό στη Μεγάλη Αίθουσα. Γύρω από τον κήπο είχε πολύ ψηλούς τοίχους, αλλά ποτέ δεν φρόντισα να ρωτήσω τι υπάρχει πέρα από αυτούς, τα πάντα για μένα ήταν τόσο όμορφα. Οι αυλικοί μου με έλεγαν Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, και ήμουν, αν η καλοπέραση θεωρείται ευτυχία. Έτσι έζησα, και έτσι πέθανα. Αλλά τώρα που είμαι νεκρός και με έχουν εναποθέσει εδώ, τόσο ψηλά ώστε να μπορώ να βλέπω όλες τις ασχήμιες και όλη τη δυστυχία στην πόλη μου, αν και η καρδιά μου είναι κατασκευασμένη από μόλυβδο, δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο παρά να κλαίω».

«Τι! Δεν είναι ότι δεν όλος από ατόφιο χρυσάφι;» είπε το Χελιδόνι στον εαυτό του. Ήταν πολύ ευγενικός για να κάνει τέτοιες προσωπικές παρατηρήσεις φωναχτά.

«Πολύ μακριά», συνέχισε το άγαλμα σε μια χαμηλή μουσική φωνή, «πολύ μακριά σε ένα μικρό δρόμο υπάρχει ένα φτωχόσπιτο. Ένα από τα παράθυρα είναι ανοιχτά, και μέσα από αυτό μπορώ να δω μια γυναίκα να κάθεται σε ένα τραπέζι. Το πρόσωπό της είναι λεπτό και κουρασμένο, και έχει σκαμμένα, κόκκινα χέρια, όλα τρυπημένα από τη βελόνα, γιατί είναι ράφτρα. Κεντάει λουλούδια του πάθους σε ένα σατέν φόρεμα για τις πιο όμορφες της υπηρέτριες της βασίλισσας για να το φορέσει στον επόμενο χορό. Σε ένα κρεβάτι στη γωνία του δωματίου το αγοράκι της κοιμάται άρρωστο. Έχει πυρετό και ζητάει πορτοκάλια. Η μητέρα του δεν έχει τίποτα να του δώσει παρά μόνονερό του ποταμού, κι έτσι το αγοράκι κλαίει. Χελιδόνι, Χελιδονάκι , μικρό μου Χελιδόνι, δεν της πας το ρουμπίνι από το σπαθί μου; Τα πόδια μου είναι τοποθετημένα σε αυτό το βάθρο και δεν μπορώ να πάω εγώ».

«Με περιμένουν στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι. «Οι φίλοι μου πετούν πάνω και κάτω στο Νείλο, και μιλάνε στα μεγάλα άνθη λωτού. Σύντομα θα πάνε για ύπνο στον τάφο του μεγάλου Βασιλιά. Ο Βασιλιάς είναι εκεί, στο ζωγραφισμένο φέρετρό του. Είναι τυλιγμένος σε κίτρινο λινό ύφασμα, και βαλσαμωμένος με μπαχαρικά. Γύρω από το λαιμό του, έχει μια αλυσίδα από ανοιχτό πράσινο νεφρίτη, και τα χέρια του είναι σαν μαραμένα φύλλα».

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «δεν θα μείνεις μαζί μου για μια νύχτα ακόμα, για να είσαι ο αγγελιοφόρος μου; Το αγόρι είναι τόσο διψασμένο, και η μητέρα του θλιμμένη».

«Δεν νομίζω ότι συμπαθώ τα αγόρια», απάντησε το Χελιδόνι. «Το περασμένο καλοκαίρι,όταν έμενα στον ποταμό, υπήρχαν δύο αγενή αγόρια, οι γιοι του μυλωνά, οι οποίοι μου πετούσαν πάντα πέτρες Ποτέ δεν με χτύπησαν, φυσικά. Εμείς τα χελιδόνια πετάμε πολύ καλά, και εκτός αυτού, κατάγομαι από μια οικογένεια γνωστή για την ευκινησία της, αλλά και πάλι, ήταν ένα σημάδι έλλειψης σεβασμού». Αλλά ο Πρίγκιπας φαινόταν τόσο λυπημένος που το μικρό Χελιδόνι ζήτησε συγγνώμη. «Έχει πολύ κρύο εδώ», είπε, «αλλά θα μείνω μαζί σου για μια νύχτα ακόμα, και για να σου κάνω τον αγγελιοφόρο». «Σε ευχαριστώ, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο Πρίγκιπας.

Έτσι, το Χελιδόνι έβγαλε το μεγάλο ρουμπίνι από το σπαθί του Πρίγκιπα και πέταξε με αυτό στο ράμφος του, πέρα από τις στέγες της πόλης.

Πέρασε από τον καθεδρικό ναό, όπου υπήρχαν γλυπτά αγγέλων από λευκό μάρμαρο. Πέρασε από το παλάτι και άκουσε τον ήχο του χορού. Μια όμορφη κοπέλα βγήκε στο μπαλκόνι με τον αγαπημένο της. «Πόσο υπέροχα είναι τα αστέρια», της είπε, «και πόσο θαυμάσια είναι η δύναμη της αγάπης!»

«Ελπίζω το φόρεμά μου να είναι έτοιμο εγκαίρως για τον χορό», απάντησε «Έχω παραγγείλει να είναι κεντημένα πάνω του λουλούδια του πάθους, αλλά η ράφτρα είναι τόσο τεμπέλα». Πέρασε πάνω από τον ποταμό, και είδε τα φανάρια να κρέμονται στα κατάρτια των πλοίων. Πέρασε πάνω από το Γκέτο, και είδε γέρους Εβραίους να κάνουν παζάρια ο ένας στον άλλον και να ζυγίζουν τα χρήματα. Επιτέλους έφτασε στο φτωχό σπίτι και κοίταξε μέσα. Το αγόρι στριφογυρνούσε από τον πυρετό στο κρεβάτι του, και η μητέρα του είχε αποκοιμηθεί, καθώς ήταν πολύ κουρασμένη. Αυτό τουλάχιστον ήλπιζε, καθώς άφηνε το μεγάλο ρουμπίνι στο τραπέζι, δίπλα στη δαχτυλήθρα της γυναίκας. Στη συνέχεια πέταξε απαλά γύρω από το κρεβάτι, και άρχισε να αερίζει το μέτωπο του αγοριού με τα φτερά του. «Πόσο δροσερά αισθάνομαι», είπε το αγόρι, «πρέπει να πηγαίνω καλύτερα». Και βυθίστηκε σε έναν απολαυστικό ύπνο.

Στη συνέχεια το Χελιδόνι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, και του είπε τι είχε κάνει. «Είναι περίεργο», τόνισε, «αλλά αισθάνομαι πολύ ζεστά τώρα, αν και έχει τόσο κρύο».

«Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχεις κάνει μια καλή πράξη», είπε ο Πρίγκιπας. Και το μικρό Χελιδόνι άρχισε να σκέφτεται, και στη συνέχεια το πήρε ο ύπνος. Το να σκέφτεται πάντα του έφερνε υπνηλία. Όταν ξημέρωσε, πέταξε στον ποταμό και έκανε μπάνιο. «Τι αξιοσημείωτο φαινόμενο», είπε ο καθηγητής της ορνιθολογίας, καθώς περνούσε πάνω από τη γέφυρα. «Ένα χελιδόνι το χειμώνα!» Και έγραψε μια μακρά επιστολή γι’αυτό στην τοπική εφημερίδα. «Το βράδυ θα πάω στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι, και ήταν σε μεγάλα κέφια. Επισκέφθηκε όλα τα δημόσια μνημεία, και κάθισε πολύ ώρα στην κορυφή του καμπαναριού της εκκλησίας. Όπου και να πήγαινε τα Σπουργίτια τιτίβιζαν, και έλεγαν το ένα στο άλλο: «τι διακεκριμένος ξένος!» και το ίδιο το Χελιδόνι το απολάμβανε πολύ.

Όταν το φεγγάρι βγήκε πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα. «Έχεις τίποτα να στείλεις στην Αίγυπτο;» φώναξε, «ξεκινάω τώρα».

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «δεν θα μείνεις μαζί μου άλλη μια νύχτα;»

«Με περιμένουν στην Αίγυπτο», απάντησε το Χελιδόνι. «αύριο οι φίλοι μου θα πετάξουν μέχρι τον δεύτερο καταρράχτη. Σε έναν μεγάλο γρανιτένιο θρόνο κάθεται ο Θεός Μέμνων. Όλη τη νύχτα κοιτά τα αστέρια, και όταν έρχεται το πρωινό φως, βγάζει μία κραυγή χαράς, και μετά μένει σιωπηλός. Το μεσημέρι το κίτρινα λιοντάρια κατεβαίνουν άκρη του νερού για να πιουν νερό. Έχουν μάτια καταπράσινα και ο βρυχηθμός τους είναι πιο δυνατός από κάθε βρυχηθμό του καταρράκτη». «Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», αναστέναξε ο πρίγκιπας, «πολύ μακριά στην πόλη βλέπω ένα νεαρό άνδρα σε μια σοφίτα. Σκύβει πάνω από ένα γραφείο καλυμμένο με χαρτιά, και σε ένα ποτήρι δίπλα του, υπάρχει μια δέσμη από μαραμένες βιολέτες. Τα μαλλιά του είναι καφέ και ξερά, και τα χείλη του είναι κόκκινα σαν ρόδι, και έχει μεγάλα και ονειροπόλα μάτια. Προσπαθεί να τελειώσει ένα έργο για τον διευθυντή του Θεάτρου, αλλά κάνει πάρα πολύ κρύο για να γράψει πια. Δεν έχει φωτιά στο τζάκι και η πείνα τον έχει αποδυναμώσει. «Θα μείνω μαζί σου μια νύχτα ακόμα», είπε το Χελιδόνι, που είχε πραγματικά καλή καρδιά. «Να πάρω άλλο ρουμπίνι;»

«Δυστυχώς δεν έχω άλλο ρουμπίνι», δήλωσε ο πρίγκιπας «Τα μάτια μου είναι το μόνο που μου έχει μείνει. Είναι κατασκευασμένα από σπάνια ζαφείρια, που τα έφεραν από την Ινδία χίλια χρόνια πριν. Βγάλε το ένα από αυτά και πήγαινέ το σ ‘αυτόν. Θα το πουλήσει στον κοσμηματοπώλη, και θα αγοράσει τρόφιμα και καυσόξυλα, και να τελειώσει το έργο του».

«Καλέ μου Πρίγκιπα», είπε το Χελιδόνι, «δεν μπορώ να το κάνω αυτό». Και άρχισε να κλαίει.

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «κάνε όπως σου είπα».

Έτσι, το Χελιδόνι έβγαλε το μάτι του Πρίγκιπα και πέταξε μακριά για τη σοφίτα του φοιτητή. Ήταν αρκετά εύκολο να μπει, δεδομένου ότι υπήρχε μια τρύπα στην οροφή. Ο νεαρός άνδρας είχε κρύψει το κεφάλι του μέσα στα χέρια του, οπότε δεν άκουσε το φτερούγισμα του πουλιού. Όταν το σήκωσε, βρήκε το όμορφο ζαφείρι στις μαραμένες βιολέτες.

«Αρχίζουν να με εκτιμούν», φώναξε «αυτό είναι από κάποια μεγάλη θαυμάστρια. Τώρα μπορώ να τελειώσω το έργο μου». Και έδειχνε αρκετά ευτυχής.

Την επόμενη μέρα το Χελιδόνι πέταξε κάτω στο λιμάνι. Κάθισε στο κατάρτι ενός μεγάλου σκάφους και παρακολούθησε τους ναύτες να τραβούν μερικά σχοινιά. «Πάω στην Αίγυπτο» φώναξε το Χελιδόνι, και όταν το φεγγάρι βγήκε ξανά πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα.

«Έρχομαι για να πω αντίο», φώναξε.

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «δεν θα μείνεις μαζί μου μια νύχτα ακόμα;».

«Είναι χειμώνας», απάντησε το Χελιδόνι, «και το χιόνι θα είναι σύντομα εδώ. Στην Αίγυπτο ο ήλιος είναι ζεστός και έχει πράσινους φοίνικες, και κροκόδειλοι βρίσκονται στη λάσπη και τους κοιτάζουμε νωχελικά. Οι σύντροφοί μου χτίζουνε μια φωλιά στον Ναό του Μπάαλμπεκ. Καλέ μου Πρίγκιπα, πρέπει να σε αφήσω, αλλά ποτέ δεν θα σε ξεχάσω, και την επόμενη άνοιξη θα σου φέρω πίσω δύο πανέμορφα κοσμήματα στη θέση αυτών που έδωσες. Το ρουμπίνι θα είναι πιο κόκκινο από ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και το ζαφείρι θα είναι μπλε, όπως η μεγάλη θάλασσα».

«Στην πλατεία κάτω», είπε ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας, «βρίσκεται ένα μικρό κορίτσι που πουλά σπίρτα. Της έπεσαν όμως στην λάσπη. Ο πατέρας της θα την χτυπήσει αν δεν πάει στο σπίτι χρήματα, και έτσι κλαίει. Δεν έχει παπούτσια ή κάλτσες. Βγάλε το άλλο μάτι μου, και δώστο σ’αυτήν, κι ο πατέρας της δεν θα την χτυπήσει».

«Θα μείνω μαζί σου μια νύχτα ακόμα», είπε το Χελιδόνι, «αλλά δεν μπορώ να βγάλω το μάτι σου. Θα είσαι τυφλός μετά».

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «κάνε όπως σου λέω».

Έτσι έβγαλε και το άλλο μάτι του Πρίγκιπα και πέταξε δίπλα από το κορίτσι, και γλίστρησε το κόσμημα στην παλάμη του χεριού της. «Τι υπέροχο κομμάτι από γυαλί» φώναξε το κοριτσάκι και έτρεξε στο σπίτι, γελώντας.

Στη συνέχεια, το Χελιδόνι γύρισε στον Πρίγκιπα. «Είσαι τυφλός τώρα», είπε, «γι ‘αυτό θα μείνω μαζί σου πάντα».

«Όχι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο καημένος Πρίγκιπας, «πρέπει να πας μακριά, στην Αίγυπτο».

«Θα μείνω για πάντα μαζί σου», είπε το Χελιδόνι, και κοιμήθηκε στα πόδια του Πρίγκιπα.

Όλη την επόμενη μέρα κάθισε στον ώμο του Πρίγκιπα και του είπε ιστορίες για το τι είχε δει σε παράξενα εδάφη. Του είπε για τις κόκκινες θρεσκιόρνιθες, που στέκονται στη σειρά στις όχθες του Νείλου, και πιάνουν χρυσόψαρα με τα ράμφη τους, για την Σφίγγα, που είναι τόσο παλιά όσο ο ίδιος ο κόσμος, και ζει στην έρημο, και ξέρει πάντα, για τους εμπόρους, που περπατούν αργά πλάι στις καμήλες τους, και μεταφέρουν κεχριμπαρένιες χάντρες στα χέρια τους, για τον Βασιλιά των βουνών της Σελήνης, ο οποίος, μαύρος σαν τον έβενο και λατρεύει ένα μεγάλο κρύσταλλο, για το μεγάλο πράσινο φίδι που κοιμάται σε ένα φοίνικα, και έχει είκοσι ιερείς για να το ταΐζουν με κέικ μελιού, και για τους πυγμαίους που πλέουν σε μια μεγάλη λίμνη στα μεγάλα επίπεδα φύλλα, και είναι πάντα σε πόλεμο με τις πεταλούδες.

«Αγαπητό μου Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας, «μου λες εκπληκτικά πράγματα, αλλά περισσότερο από ο,τιδήποτε, πιο εκπληκτική είναι η δυστυχία των ανδρών και των γυναικών. Δεν υπάρχει τίποτα τόσο σημαντικό όσο η δυστυχία. Πέταξε πάνω από την πόλη μου, μικρό μου Χελιδόνι, και πες μου τι βλέπεις».

Έτσι το Χελιδόνι πέταξε πάνω από τη μεγάλη πόλη, και είδε τους πλούσιους να είναι χαρούμενοι στα όμορφα σπίτια τους, ενώ οι ζητιάνοι κάθονταν στις πόρτες. Πέταξε σε σκοτεινά δρομάκια, και είδα τα λευκά πρόσωπα πεινασμένων παιδιών να κοιτούν τους μαύρους δρόμους. Κάτω από μια γέφυρα δύο μικρά αγόρια ήταν αγκαλιά για να κρατηθούν ζεστά.«Πόσο πεινασμένοι είμαστε!» είπαν. «Δεν επιτρέπεται να βρίσκεστε εδώ», φώναξε ο φρουρός, και βγήκαν στη βροχή.

Στη συνέχεια πέταξε πίσω και είπε στον Πρίγκιπα όσα είχε δει.

«Είμαι καλυμμένος με χρυσάφι», είπε ο Πρίγκιπας, «πρέπει να το βγάλεις φύλλο φύλλο, και να το δώσεις στους ανθρώπους-πάντα πίστευαν ότι ο χρυσός μπορεί να τους κάνει ευτυχισμένους».

 

Φύλλο φύλλο, το Χελιδόνι πήρε το χρυσάφι μακριά, μέχρι που ο Πρίγκιπας φαινόταν θαμπός και γκρίζος. Φύλλο φύλλο, πήγαινε το χρυσό στους φτωχούς, και τα πρόσωπα των παιδιών κοκκίνισαν, και γέλασαν και έπαιξαν παιχνίδια στο δρόμο. «Έχουμε ψωμί τώρα!» φώναζαν.

Στη συνέχεια, το χιόνι ήρθε, και μετά το χιόνι ήρθε ο παγετός. Οι δρόμοι φαινόταν σαν να ήταν από ασήμι, τόσο λαμπεροί και γυαλιστεροί. Το καημένο το Χελιδόνι κρύωνε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν θα άφηνε τον Πρίγκιπα, που τον αγαπούσε πάρα πολύ. Μάζευε ψίχουλα έξω από την πόρτα του φούρναρη, όταν εκείνος δεν κοιτούσε και προσπαθούσε να κρατηθεί ζεστό με το χτύπημα των φτερών του.

Αλλά τελικά ήξερε ότι επρόκειτο να πεθάνει. Είχε μόνο δύναμη για να πετάξει μέχρι τον ώμο του Πρίγκιπα για μια ακόμη φορά. «Αντίο, αγαπητέ Πρίγκιπα!» μουρμούρισε, «θα μου επιτρέψεις να φιλήσω το χέρι σου;»

«Χαίρομαι που θα πας στην Αίγυπτο επιτέλους, μικρό μου Χελιδόνι», δήλωσε ο Πρίγκιπας, «έχεις μείνει πολύ καιρό εδώ. Μα πρέπει να με φιλήσεις στα χείλη, γιατί σ ‘αγαπώ».

«Δεν θα πάω στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι. «Πάω στον οίκο του Θανάτου. Ο θάνατος είναι ο αδελφός του Ύπνου, έτσι δεν είναι;»

Και φίλησε τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα στα χείλη, και έπεσε νεκρός στα πόδια του.

Εκείνη τη στιγμή μια περίεργη ρωγμή ακούστηκε μέσα στο άγαλμα, σαν κάτι να είχε σπάσει. Ήταν η μαύρη, μολυβένια καρδιά που είχε σπάσει στα δύο. Σίγουρα ήταν ένας φοβερά σκληρός παγετός.

Νωρίς το επόμενο πρωί ο Δήμαρχος περπατούσε στην πλατεία, και βλέποντας το άγαλμα, είπε στους δημοτικούς συμβούλους: «πόσο άθλιος φαίνεται ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας!».

«Πόσο άθλιος πραγματικά!» φώναξε ο σύμβουλος, ο οποίος πάντα συμφώνησε με τον Δήμαρχο.

«Το ρουμπίνι έχει βγει από το σπαθί του, τα μάτια του έχουν φύγει, και δεν έχει χρυσό πια», είπε ο Δήμαρχος, «στην πραγματικότητα, είναι λίγο καλύτερος από ένα ζητιάνο!».

«Λίγο καλύτερος από ένα ζητιάνο», είπαν οι δημοτικοί σύμβουλοι.

«Και υπάρχει ένα νεκρό πουλί στα πόδια του!» συνέχισε ο Δήμαρχος. «Πρέπει να εκδοθεί μια διακήρυξη ότι τα πουλιά δεν επιτρέπεται να πεθαίνουν εδώ». Και η γραμματέας σημείωσε την πρόταση.

Έτσι γκρέμισαν το άγαλμα του Πρίγκιπα. «Αφού δεν είναι πλέον όμορφος δεν είναι χρήσιμος», δήλωσε ο Καθηγητής Τέχνης στο Πανεπιστήμιο.

Στη συνέχεια έλιωσαν το άγαλμα σε μια κάμινο, και ο Δήμαρχος είχε μια συνάντηση με τους συμβούλους για να αποφασίσουν τι θα γίνει με το μέταλλο. «Πρέπει να έχουμε ένα άλλο άγαλμα, φυσικά», είπε, «και πρέπει να είναι ένα άγαλμα δικό μου».

«Δικό μου», δήλωσε ο κάθε Σύμβουλος, και άρχισαν να μαλώνουν. Την τελευταία φορά που άκουσα γι’αυτούς μάλωναν ακόμα.

«Τι παράξενο πράγμα!» είπαν οι εργάτες στα χυτήρια. «Αυτή η σπασμένη καρδιά δεν λιώνει στο φούρνο. Πρέπει να την πετάξουμε». Έτσι την πέταξαν εκεί που είχαν πετάξει και το νεκρό Χελιδόνι.

«Φέρε μου τα δύο πιο πολύτιμα πράγματα της πόλης», είπε ο Θεός σε έναν από τους αγγέλους του, και ο άγγελος του έφερε τη μαύρη καρδιά και το νεκρό πουλί.

«Έχεις επιλέξει σωστά», είπε ο Θεός, «στο κήπο του Παραδείσου αυτό το μικρό πουλί θα τραγουδά για πάντα, και στην πόλη του χρυσού ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας θα με δοξάζει»

Πηγή: http://antikleidi.com/