Οι εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα : Γ’ Ελληνική Δημοκρατία

17 Νοεμβρίου 1974
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κερδίζει τις πρώτες εκλογές μετά την πτώση της χούντας. Το νεοϊδρυθέν κόμμα του, η Νέα Δημοκρατία, λαμβάνει 54,37% των ψήφων και 219 έδρες στη Βουλή. Ακολουθούν η Ένωση Κέντρου με 20,42% και 60 έδρες, το ΠΑΣΟΚ με 13,58% και 13 έδρες, και η Ενωμένη Αριστερά με 9,47% και 8 έδρες.

20 Νοεμβρίου 1977
Η ΝΔ αναδεικνύεται και πάλι κυβέρνηση, συγκεντρώνοντας το 41,84% των ψήφων και 171 έδρες. Ακολουθούν το ΠΑΣΟΚ με 25,34% και 93 έδρες, η ΕΔΗΚ με 11,95% και 16 έδρες, το ΚΚΕ με 9,36% και 11 έδρες, η Εθνική Παράταξη με 6,82% και 5 έδρες, η Συμμαχία με 2,72% και 2 έδρες, και οι Νεοφιλελεύθεροι με 1,08% και 2 έδρες.

18 Οκτωβρίου 1981
Το ΠΑΣΟΚ, υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου και σύνθημα «Αλλαγή», αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας, λαμβάνοντας την ψήφο του 48,07% του εκλογικού σώματος και καταλαμβάνοντας 172 έδρες στη Βουλή. Η ΝΔ περιορίζεται στο 35,87% με 115 έδρες, ενώ το ΚΚΕ εξασφαλίζει το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων που έλαβε μετά την Μεταπολίτευση – 10,93% και 12 έδρες.

2 Ιουνίου 1985
Ο Ανδρέας Παπανδρέου κερδίζει και πάλι τις εκλογές. Το ΠΑΣΟΚ λαμβάνει 45,82% και 161 έδρες, η ΝΔ 40,84% και 126 έδρες, το ΚΚΕ 9,89% και 12 έδρες, και το ΚΚΕ Εσωτερικού 1,84% και 1 έδρα.

18 Ιουνίου 1989
Κανένα κόμμα δεν εξασφαλίζει την πλειοψηφία εδρών στη Βουλή (ΝΔ 44,25% – 145 έδρες, ΠΑΣΟΚ 39,15% – 125 έδρες, Συνασπισμός 13,12% – 28 έδρες, ΔΗΑΝΑ 1,01% – 1 έδρα, Εμπιστοσύνη 0,39% – 1 έδρα). Σχηματίζεται κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ της ΝΔ και του Συνασπισμού -που συγκεντρώνει τα κόμματα της Αριστεράς, συμπεριλαμβανομένου και του ΚΚΕ- υπό τον Τζανή Τζαννετάκη. Ο Ανδρέας Παπανδρέου παραπέμπεται στο Ειδικό Δικαστήριο για την «υπόθεση Κοσκωτά». Στις 12 Οκτωβρίου αναλαμβάνει καθήκοντα η υπηρεσιακή κυβέρνηση του Ιωάννη Γρίβα και οδηγεί τη χώρα σε νέες εκλογές.

5 Νοεμβρίου 1989
Νικητής των εκλογών αναδεικνύεται ξανά η ΝΔ, χωρίς όμως να εξασφαλίζει και πάλι την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. (ΝΔ 46,19% – 148 έδρες, ΠΑΣΟΚ 40,67% – 128 έδρες, Συνασπισμός 10,97% – 21 έδρες, Οικολόγοι Εναλλακτικοί 0,58% – 1 έδρα, Εμπιστοσύνη 0,38% – 1 έδρα) Οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί -Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Ανδρέας Παπανδρέου και Χαρίλαος Φλωράκης– αποφασίζουν τη σύσταση οικουμενικής κυβέρνησης υπό τον ακαδημαϊκό, καθηγητή Ξενοφώντα Ζολώτα. Η κυβέρνηση αυτή θα παραμείνει στην εξουσία έως τον Απρίλιο του 1990.

8 Απριλίου 1990
Η Νέα Δημοκρατία λαμβάνει το 46,89% των ψήφων και 150 έδρες στη Βουλή. Ακολουθούν: ΠΑΣΟΚ 38,61% – 123 έδρες, Συνασπισμός 10,28% – 19 έδρες, Οικολόγοι Εναλλακτικοί 0,77 – 1 έδρα, ΔΗΑΝΑ 0,67% – 1 έδρα, Ανεξάρτητοι 1,01% – 4 έδρες, Εμπιστοσύνη 0,45% – 1 έδρα, Πεπρωμένο 0,25% – 1 έδρα. Με τη στήριξη του ενός βουλευτή της ΔΗΑΝΑ προς τη ΝΔ, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σχηματίζει κυβέρνηση, που παραμένει στην εξουσία έως τις 10 Οκτωβρίου 1993.

10 Οκτωβρίου 1993
Το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές, συγκεντρώνοντας το 46,88% και 170 έδρες στη Βουλή έναντι της ΝΔ που έλαβε 39,30% και 111. Ακολουθούν η Πολιτική Άνοιξη με 4,88% και 10 έδρες και το ΚΚΕ με 4,54% και 9 έδρες. Ο Ανδρέας Παπανδρέου παραμένει στην πρωθυπουργία έως 15 Ιανουαρίου 1995, οπότε αναγκάζεται να αποχωρήσει λόγω της βεβαρημένης κατάστασης της υγείας του. Καθήκοντα πρωθυπουργού αναλαμβάνει, στις 21 Ιανουαρίου, ο Κώστας Σημίτης.

22 Σεπτεμβρίου 1996
Το ΠΑΣΟΚ, υπό τον Κώστα Σημίτη, εξασφαλίζει άνετη πλειοψηφία 162 εδρών με ποσοστό ψήφων 41,49%. Δεύτερη έρχεται η ΝΔ με 38,12% και 108 έδρες, τρίτο το ΚΚΕ με 5,61% και 11 έδρες, ενώ στη Βουλή επιστρέφει ο Συνασπισμός με 5,12% και 10 έδρες. Το ΔΗΚΚΙ καταλαμβάνει 9 έδρες με ποσοστό 4,43%.

9 Απριλίου 2000
Ο Κώστας Σημίτης επανεκλέγεται στην πρωθυπουργία, έπειτα από μία εκλογική αναμέτρηση που εξελίχθηκε σε «θρίλερ». Έλαβαν: ΠΑΣΟΚ 43,79% – 158 έδρες, ΝΔ 42,74% – 125 έδρες, ΚΚΕ 5,52% – 11 έδρες, Συνασπισμός 3,20% – 6 έδρες.

7 Μαρτίου 2004
Έπειτα από 11 χρόνια, η ΝΔ με αρχηγό τον Κώστα Καραμανλή επιστρέφει στην εξουσία. Εξασφαλίζει άνετη πλειοψηφία 165 εδρών με ποσοστό 45,36%, έναντι 40,55% και 117 έδρες του ΠΑΣΟΚ, που πριν από δύο μήνες εξέλεξε ως νέο πρόεδρό του τον Γιώργο Παπανδρέου. Το ΚΚΕ καταλαμβάνει 12 έδρες με ποσοστό 5,90% και ο Συνασπισμός 6 έδρες με 3,26%. Εκτός Βουλής μένει και πάλι το ΔΗΚΚΙ που λαμβάνει 1,79% και ο νεοϊδρυθέν ΛΑ.Ο.Σ. του Γιώργου Καρατζαφέρη με 2,19%.

16 Σεπτεμβρίου 2007
Εντολή στον Κώστα Καραμανλή και τη Νέα Δημοκρατία για δεύτερη κυβερνητική θητεία, αλλά με μικρότερη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, λόγω του εκλογικού νόμου. Πανωλεθρία του ΠΑΣΟΚ, που ίδρυσε το 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου. Με αρχηγό τον γιο του, Γεώργιο Παπανδρέου, συγκέντρωσε το μικρότερο ποσοστό του από το 1981. Κέρδη για τα δύο κόμματα της Αριστεράς και είσοδος του ακροδεξιού ΛΑ.Ο.Σ. στη Βουλή. Ρήγμα στον δικομματισμό, καθώς ΝΔ και ΠΑΣΟΚ συγκέντρωσαν αθροιστικά, όπως και το 1996, λίγο κάτω από το 80% των ψήφων. Τα αποτελέσματα: ΝΔ 41,84% (152 έδρες), ΠΑΣΟΚ 38,10% (102), ΚΚΕ 8,15% (22), ΣΥΡΙΖΑ 5,04% (14), ΛΑΟΣ 3,80% (10) και λοιποί 3,05%.

4 Οκτωβρίου 2009
Το ΠΑΣΟΚ επιστρέφει στην εξουσία με πρόεδρο τον Γιώργο Παπανδρέου, ενώ η Νέα Δημοκρατία υφίσταται τη μεγαλύτερη ήττα στην ιστορία της, ανήμερα της 35ης επετείου από την ίδρυσή της. Ο ΛΑΟΣ ενισχύει τα ποσοστά του, σε αντίθεση με το ΚΚΕ που καταγράφει μικρές απώλειες, και τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα που καταφέρνει να εξασφαλίσει την είσοδό του στη Βουλή, παρά τα σημαντικά ενδοπαραταξιακά προβλήματα. Εκτός Βουλής μένουν οι Οικολόγοι – Πράσινοι, με αξιοπρεπές όμως ποσοστό. Αναλυτικά έλαβαν: ΠΑΣΟΚ 43,92% (160 έδρες), ΝΔ 33,48% (91 έδρες), ΚΚΕ 7,54% (21 έδρες), ΛΑΟΣ 5,63% (15 έδρες), ΣΥΡΙΖΑ 4,6% (13 έδρες) και Οικολόγοι – Πράσινοι 2,53%. Ο Κώστας Καραμανλής ανακοινώνει την αποχώρησή του από την ηγεσία της ΝΔ και κινεί τις διαδικασίες διαδοχής του.


Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/4/5#ixzz1u4XzePEK

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2155

Οι εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα : Β’ Βασιλευομένη Δημοκρατία

26 Ιανουαρίου 1936
Οι εκλογές που οδήγησαν στην επιβολή της μεταξικής δικτατορίας με ευθύνη και των δύο μεγάλων παρατάξεων (Φιλελευθέρων και Λαϊκών). Η απλή αναλογική που εφαρμόστηκε οδήγησε στη μη επίτευξη βιώσιμων κυβερνητικών σχημάτων. Οι εκλογές διενεργήθηκαν μετά το δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου 1935 και τη λαϊκή ετυμηγορία υπέρ της βασιλευομένης δημοκρατίας, προκειμένου η νέα Βουλή να προβεί στις αναγκαίες τροποποιήσεις του Συντάγματος. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων υπό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη επρώτευσε με το 37,26% των ψήφων και 126 έδρες. Ακολούθησαν το Λαϊκό Κόμμα υπό τον Παναγή Τσαλδάρη (22,10% και 73 έδρες), η Γενική Λαϊκή Ριζοσπαστική Ένωσις (19,89% και 63 έδρες), ο Δημοκρατικός Συνασπισμός υπό τον Γεώργιο Καφαντάρη (4,21% και 11 έδρες), το Κόμμα Ελευθεροφρόνων υπό τον Ιωάννη Μεταξά (3,94% και 7 έδρες), το Μεταρρυθμιστικόν Εθνικόν Κόμμα υπό τον Σωτήριο Γκοτζαμάνη (1,40% και 4 έδρες), η Παλαιοδημοκρατική Ένωσις Κρήτης υπό τον Νικόλαο Κουσουλεράκη (1,08% και 3 έδρες) και το Αγροτικόν Κόμμα Ελλάδος υπό τον Ιωάννη Σοφιανόπουλο (0,77% και 1 έδρα), ενώ οι ανεξάρτητοι συγκέντρωσαν 1 έδρα. Το ΚΚΕ κατέβηκε στις εκλογές με την επωνυμία Παλλαϊκόν Μέτωπον και επικεφαλής τον Νικόλαο Πλουμπίδη, αποσπώντας το 5,76% των ψήφων και 15 έδρες.

31 Μαρτίου 1946 [αναλυτικά…]
Ήταν οι πρώτες εκλογές στη χώρα μας μετά το 1936. Είχαν μεσολαβήσει η δικτατορία Μεταξά, το έπος του ’40, η Κατοχή, η Αντίσταση, η Απελευθέρωση, τα Δεκεμβριανά και η Συμφωνία της Βάρκιζας. Αποδείχτηκαν μοιραίες, επειδή η έλλειψη συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων σηματοδότησε την έναρξη του εμφυλίου πολέμου, οι επιπτώσεις του οποίου ταλαιπώρησαν τη χώρα για τα επόμενα 28 χρόνια. Το πανίσχυρο ΚΚΕ που φλέρταρε με την ένοπλη κατάληψη της εξουσίας απείχε από τις εκλογές, με τη δικαιολογία ότι οι αστικές δυνάμεις είχαν εξαπολύσει κύμα τρομοκρατίας κατά των οπαδών του. Το πρωί της 31ης Μαρτίου οι ψηφοφόροι πήγαν στις κάλπες με το άγγελμα ότι τα ξημερώματα κομμουνιστές αντάρτες υπό τον Καπετάν Μπαρούτα είχαν επιτεθεί στο Σταθμό Χωροφυλακής Λιτοχώρου, με διαταγή του ηγέτη του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη. Κατά τη συμπλοκή σκοτώθηκαν 9 χωροφύλακες και 2 στρατιώτες, που συμμετείχαν στη φρουρά των εκλογικών τμημάτων. Η επίθεση αυτή θεωρείται από πολλούς ως το προοίμιο του Εμφυλίου Πολέμου. Κατά τ’ άλλα, οι εκλογές θα γίνουν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα με αναλογικό εκλογικό σύστημα και θα τις κερδίσει η δεξιά και βασιλόφρων «Ηνωμένη Παράταξις Εθνικοφρόνων» (Κ. Τσαλδάρης, Σ. Στεφανόπουλος, Ι. Θεοτόκης κ.ά.) με το 55,12% των ψήφων και 206 από τις 376 έδρες της Βουλής. Θα ακολουθήσουν δύο κεντρώοι πολιτικοί σχηματισμοί: η «Εθνική Πολιτική Ένωσις» με ηγέτες τους Σοφοκλή Βενιζέλο, Γεώργιο Παπανδρέου και Παναγιώτη Κανελλόπουλο (19,28% και 67 έδρες) και το Κόμμα των Φιλελευθέρων υπό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη (14, 39% και 54 έδρες). Τα λοιπά κόμματα θα συγκεντρώσουν το 11,21% των ψήφων και 48 έδρες.

5 Μαρτίου 1950
Οι πρώτες μετεμφυλιακές εκλογές έγιναν με απλή αναλογική και δεν ανέδειξαν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Πρώτευσε το Λαϊκό Κόμμα του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη (18,80% και 63 έδρες ) και ακολούθησαν: Κόμμα Φιλελευθέρων υπό τον Σοφοκλή Βενιζέλο (17,24% και 56 έδρες), Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου (ΕΠΕΚ) υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα (16,44% και 49 έδρες), Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου (10,67% και 36 έδρες), Δημοκρατική Παράταξις υπό τον Αλέξανδρο Σβώλο (9,70% και 19 έδρες), Πολιτική Ανεξάρτητος Παράταξις υπό τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη (8,15% και 10 έδρες), Μέτωπον Εθνικής Αναδημιουργίας υπό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο (5,27% και 8 έδρες), Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα (3,65 και 5 έδρες), Παράταξις Αγροτών και Εργαζομένων υπό τον Αλέξανδρο Μπαλτατζή (2,62% και 3 έδρες) και Νέον Κόμμα υπό τον Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη (2.50% και 1 έδρα). Εξελέγησαν και 3 ανεξάρτητοι.

9 Σεπτεμβρίου 1951
Η ακυβερνησία οδήγησε σε νέες εκλογές, με την είσοδο στην πολιτική του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, που ηγήθηκε του Εθνικού Στρατού κατά την τελευταία φάση του Εμφυλίου Πολέμου. Το κόμμα του Εθνικός Συναγερμός συγκέντρωσε το 36,53% των ψήφων και 116 έδρες, χωρίς να επιτύχει αυτοδυναμία, παρά το εκλογικό σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής που εφαρμόστηκε. Ακολούθησε η ΕΠΕΚ υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα (23,49% και 75 έδρες), το Κόμμα των Φιλελευθέρων του Σοφοκλή Βενιζέλο (19,04% και 57 έδρες), η νεοσύστατη Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (10,57% και 18 έδρες), το Λαϊκόν Κόμμα υπό τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη (6,66% και 2 έδρες) και ο Συναγερμός Εργατών και Εργαζομένων υπό τον Αλέξανδρο Μπαλτατζή (1,23% και 2 έδρες).

16 Νοεμβρίου 1952
Η μη επίτευξη αυτοδυναμίας οδήγησε σε νέες εκλογές, με πλειοψηφικό. Αυτή τη φορά, η νίκη του Παπάγου υπήρξε σαρωτική. Ο «Δημοκρατικός Συναγερμός» συγκέντρωσε το 49,22% των ψήφων και 249 έδρες στη νέα Βουλή, επί συνόλου 314. Ακολούθησε η κεντρώα Ένωση ΕΠΕΚ – Φιλελευθέρων (Νικόλαος Παστήρας, Σοφοκλής Βενιζέλος) με το 34,22% των ψήφων και 61 έδρες, ενώ η ΕΔΑ υπό τον Ιωάννη Πασσαλίδη με το 9,55% των ψήφων δεν κατόρθωσε να εκλέξει βουλευτή. Εξελέγησαν 4 ανεξάρτητοι βουλευτές, ανάμεσά τους ο Γεώργιος Παπανδρέου, που συνεργάστηκε με το κόμμα του Παπάγου.

19 Φεβρουαρίου 1956
Με τον θάνατο του Παπάγου (4 Οκτωβρίου 1955), η χώρα απέκτησε νέο πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, καθ’ υπόδειξη του Στέμματος. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, αναταράξεις και ανακατατάξεις στα κόμματα. Κύριο χαρακτηριστικό της εκλογικής διαδικασίας, το αποκληθέν υπό του Γεωργίου Παπανδρέου «τριφασικό» εκλογικό σύστημα, που έδωσε την αυτοδυναμία στη νεοσύστατη Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ) του Κωνσταντίνου Καραμανλή (47,38% των ψήφων και 167 έδρες), παρότι υστέρησε σε ψήφους από τη Δημοκρατική Ένωση (48,15% των ψήφων και 132 έδρες), που συσπείρωνε δεξιά, κεντρώα και αριστερά κόμματα. 6 έδρες συγκέντρωσαν ανεξάρτητοι υποψήφιοι.

11 Μαΐου 1958
Η ΕΔΑ με αρχηγό τον Ιωάννη Πασσαλίδη αποτέλεσε την έκπληξη των εκλογών και αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση με το 24,42% των ψήφων και 60 έδρες. Αυτοδύναμη κυβέρνηση σχημάτισε η ΕΡΕ υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή με το 41,16% των ψήφων και 172 έδρες. Ακολούθησαν δύο κεντρώα κόμματα: Οι Φιλελεύθεροι υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον Σοφοκλή Βενιζέλο (20,67% και 35 έδρες) και η Προοδευτική Αγροτική Δημοκρατική Ένωσις (ΠΑΔΕ) με το 10,62% και 8 έδρες. Το άλλοτε κραταιό Λαϊκό Κόμμα (Κωνσταντίνος Τσαλδάρης και Παναγιώτης Κανελλόπουλος) στην τελευταία του εμφάνιση σε εθνικές εκλογές συγκέντρωσε το 2,94% των ψήφων μαζί με τους συμμάχους του και 4 έδρες στη νέα Βουλή. 27 έδρες συγκέντρωσαν ανεξάρτητοι υποψήφιοι.

29 Οκτωβρίου 1961
Έμειναν στην ιστορία ως «εκλογές βίας και νοθείας», επειδή σύμφωνα με τις καταγγελίες της αντιπολίτευσης «ψήφισαν ακόμη και τα δέντρα». Νικήτρια αναδείχθηκε η ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που συγκέντρωσε το 50,80% των ψήφων και 181 έδρες. Ακολούθησαν ο Συνασπισμός Ενώσεως Κέντρου και Κόμματος Προοδευτικών υπό τους Γεώργιο Παπανδρέου και Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη με το 33,65% των ψήφων και 98 έδρες, το Πανδημοκρατικόν Αγροτικόν Μέτωπον (ΕΔΑ και Εθνικόν Αγροτικόν Κόμμα) με το 14,62% των ψήφων και 26 έδρες. 5 έδρες κατέλαβαν ανεξάρτητοι υποψήφιοι.

3 Νοεμβρίου 1963
Ο «Ανένδοτος Αγώνας» που κήρυξε ο Γεώργιος Παπανδρέου κατά της κυβέρνησης απέφερε καρπούς. Η Ένωση Κέντρου θα κερδίσει την πρωτιά χωρίς να μπορέσει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Η υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου κεντρώα παράταξη θα συγκεντρώσει το 42,04% των ψήφων και 139 έδρες, η ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή θα περάσει στην αντιπολίτευση με το 39,37% των ψήφων και 131 έδρες, η ΕΔΑ με αρχηγό των Ιωάννη Πασσαλίδη 14,34 και 26 έδρες και το Κόμμα των Προοδευτικών με επικεφαλής τον Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη 3,73% και 2 έδρες. 3 έδρες κατέλαβαν ανεξάρτητοι υποψήφιοι.

16 Φεβρουαρίου 1964
Οι τελευταίες εκλογές πριν από τη Δικτατορία, που αποτέλεσαν θρίαμβο για την Ένωση Κέντρου και τον αρχηγό της Γεώργιο Παπανδρέου με το 52,7% των ψήφων και 180 έδρες. Ακολούθησαν ο Συνασπισμός ΕΡΕ και Κόμματος Προοδευτικών υπό τους Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη (35, 26% και 112 έδρες) και η ΕΔΑ με αρχηγό τον Ιωάννη Πασσαλίδη (11,80% και 20 έδρες). 3 έδρες κατέλαβαν ανεξάρτητοι υποψήφιοι.


Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/4/4#ixzz1u4XarvRQ

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2154

Οι εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα : Β’ Ελληνική Δημοκρατία

7 Νοεμβρίου 1926 [αναλυτικά…]
Οι πρώτες εκλογές μετά το 1862, που έγιναν με ψηφοδέλτιο μετά την κατάργηση του σφαιριδίου, με αποτέλεσμα να έχουμε πλήρη στοιχεία για την εκλογική δύναμη των κομμάτων. Οι εκλογές διενεργήθηκαν από τον Γεώργιο Κονδύλη, που ανέτρεψε τη δικτατορία Πάγκαλου. Στις εκλογές δεν πήρε μέρος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος προτίμησε να μείνει εκτός Ελλάδας και πολιτικής. Πρώτευσε το Κόμμα Ενώσεως Φιλελευθέρων με επικεφαλής των Γεώργιο Καφαντάρη (31,63% των ψήφων και 108 έδρες στη Βουλή). Ακολούθησαν: Λαϊκό Κόμμα υπό τον Παναγή Τσαλδάρη (20,23% και 60 έδρες), Κόμμα Ελευθεροφρόνων υπό τον Ιωάννη Μεταξά (15,76% και 51 έδρες), Κόμμα Δημοκρατικής Ενώσεως υπό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου (6,48% και 17 έδρες), Αγροτικόν Κόμμα Ελλάδος (2,95% και 4 έδρες), Κόμμα Ανεξαρτήτων και Προσφύγων (1,82% και 2 έδρες), Φιλελεύθερον Προσφυγικόν Κόμμα (1,44% και 4 έδρες), Κόμμα Συμπράξεως Συντηρητικών (1,32% και 3 έδρες), Επαρχιακόν Κόμμα (1,01% και 2 έδρες), Συνεργατικόν Αγροτικόν Κόμμα 3 έδρες, Κόμμα Δημοκρατών Φιλελευθέρων (3 έδρες), Κόμμα Εβραϊκής Πολιτικής Ενώσεως (1 έδρα), Κόμμα Εθνικοφρόνων Λαϊκών (1 έδρα), Κόμμα Λαϊκοελευθεροφρόνων (1 έδρα) και ανεξάρτητοι 15 έδρες. Το ΚΚΕ κατήλθε με την επωνυμία Ενιαίο Μέτωπον Εργατών – Αγροτών και συγκέντρωσε το 4,38% των ψήφων και εκπροσωπήθηκε για πρώτη φορά στη Βουλή με 10 βουλευτές, Η απλή αναλογική δεν επέτρεψε τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης και τα τέσσερα πρώτα κόμματα (δύο βενιζελικά και 2 αντιβενιζελικά) αποφάσισαν να συνεργαστούν για τη δημιουργία βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος.

19 Αυγούστου 1928
Οι εκλογές ανέδειξαν κυβέρνηση τετραετίας υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που επανήλθε θριαμβευτικά στην πολιτική. Η αντιβενιζελική παράταξη παρουσιάστηκε διασπασμένη, παρά το πλειοψηφικό σύστημα και καταποντίστηκε. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων συγκέντρωσε το 46,94% των ψήφων και απέσπασε 178 έδρες, έναντι 23,94% και 19 εδρών του Λαϊκού Κόμματος υπό την ηγεσία του Παναγή Τσαλδάρη. Στη Βουλή εκπροσωπήθηκαν ακόμη 8 κόμματα: Εργατικόν – Αγροτικόν Κόμμα υπό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου (6,71% και 20 έδρες), Κόμμα Ελευθεροφρόνων υπό τον Ιωάννη Μεταξά (5,30% και 1 έδρα), Ανεξάρτητοι Βασιλόφρονες (3,79% και 4 έδρες), Κόμμα Εθνικών Δημοκρατικών του Γεωργίου Κονδύλη (2,71% και 9 έδρες), Προοδευτικόν Κόμμα του Γεωργίου Καφαντάρη (2,53% και 3 έδρες), Ανεξάρτητοι Δημοκρατικοί (1,78% και 6 έδρες), Κόμμα Συντηρητικών Δημοκρατικών υπό τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο (1,56% και 5 έδρες) και Κόμμα Προοδευτικής Ενώσεως υπό τον Κωνσταντίνο Ζαβιτσιάνο (1,32% και 5 έδρες). Το ΚΚΕ εμφανίστηκε με την επωνυμία Ενιαίον Μέτωπον, αλλά δεν εξέλεξε βουλευτή, συγκεντρώνοντας το 2,35% των ψήφων.

25 Σεπτεμβρίου 1932
Οι εκλογές έγιναν με απλή αναλογική από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και κανένα κόμμα δεν συγκέντρωσε αυτοδύναμη πλειοψηφία. Το Λαϊκόν Κόμμα υπό τον Παναγή Τσαλδάρη πρώτευσε με το 33,80% των ψήφων και 95 έδρες, έναντι 33,42% και 98 εδρών που συγκέντρωσε το Κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ακολούθησαν: Προοδευτικόν Κόμμα του Γεωργίου Καφαντάρη (8,35% και 15 έδρες), Αγροτικόν Κόμμα του Κωνσταντίνου Ζαβιτσάνου (6.17% και 11 έδρες), Αγροτικόν και Εργατικόν Κόμμα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου (5,89% και 8 έδρες), Εθνικόν Ριζοσπαστικόν Κόμμα υπό τον Γεώργιο Κονδύλη (4,07% και 6 έδρες), Κόμμα Ελευθεροφρόνων του Ιωάννη Μεταξά (1,59% και 3 έδρες), Συντηρητικόν Δημοκρατικόν Κόμμα του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου (0,98% και 2 έδρες) και ανεξάρτητοι 2 έδρες. Το ΚΚΕ κατήλθε με την επωνυμία Ενιαίον Μέτωπον Εργατών – Αγροτών και απέσπασε το 4,97% των ψήφων και 10 βουλευτές.

5 Μαρτίου 1933
Η ακυβερνησία οδήγησε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στη διεξαγωγή νέων εκλογών, με πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα αυτή τη φορά. Η «Ηνωμένη Αντιπολίτευση» των Τσαλδάρη, Κονδύλη, Μεταξά συγκέντρωσε το 46,19% των ψήφων και 136 έδρες, ενώ ο Εθνικός Συνασπισμός των Βενιζέλου, Μυλωνά, Καφαντάρη, Παπαναστασίου, το 46,32% των ψήφων και μόλις 110 έδρες. Οι «Αγροτικοί Συμπράξαντες» του Ιωάννη Σοφιανόπουλου απέσπασαν το 2,01% των ψήφων και 2 έδρες. Το ΚΚΕ με το 6,01% των ψήφων δεν εκπροσωπήθηκε στη Βουλή. Την επομένη των εκλογών εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα με πρωταγωνιστή τον Νικόλαο Πλαστήρα, με σκοπό να εμποδίσει την Ηνωμένη Αντιπολίτευση να σχηματίσει κυβέρνηση. Το κίνημα κατεστάλη, αλλά κατάφερε σοβαρότατο χτύπημα κατά του βενιζελισμού, της συνταγματικής νομιμότητας και της αβασίλευτης δημοκρατίας, για τη σωτηρία της οποίας επιχειρήθηκε.

9 Ιουνίου 1935
Με την αποχή των βενιζελικών κομμάτων διεξήχθησαν οι εκλογές, που προκήρυξε η κυβέρνηση Τσαλδάρη – Κονδύλη. Είχε προηγηθεί το αποτυχημένο φιλοβενιζελικό στρατιωτικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 και η δικαστική δίωξη επιφανών βενιζελικών από τους αντιπάλους τους. Η σύμπραξη του Λαϊκού Κόμματος υπό τον Παναγή Τσαλδάρη και του Εθνικού Ριζοσπαστικού Κόμματος υπό τον Γεώργιο Κονδύλη απέφερε το 65,04% των ψήφων και 287 από τις 300 έδρες της Βουλής. Η Ένωσις Βασιλοφρόνων υπό τους Ιωάννη Μεταξά και Ιωάννη Ράλλη συγκέντρωσε το 14,80% και 13 έδρες, ενώ 5 έδρες προσκυρώθηκαν σε ανεξάρτητους υποψηφίους. Το ΚΚΕ και τα συμπράττοντα κόμματα, παρότι συγκέντρωσαν το 9,59% των ψήφων, δεν εκπροσωπήθηκαν στη Βουλή, λόγω του πλειοψηφικού συστήματος. Στις εκλογές αυτές εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής ο Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής με το ψηφοδέλτιο του Λαϊκού Κόμματος στο νομό Σερρών.


Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/4/3#ixzz1u4XJOSvB

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2153

Οι εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα : Α’ Βασιλευομένη Δημοκρατία

Οκτώβριος 1856
Οι εκλογές έγιναν υπό τη σκιά της αγγλογαλλικής κατοχής του Πειραιά και της Αθήνας και της επιδημίας χολέρας, που μεταδόθηκε στους πρωτευουσιάνους από τα ξένα στρατεύματα. Πλειοψήφησαν οι φιλοβασιλικοί υπό τον Δημήτριο Βούλγαρη, γνωστό και ως Τζουμπέ, ενώ δεν έλειψαν οι καταγγελίες για νοθεία.

Οκτώβριος 1859
Παρά τις αντιδυναστικές εκδηλώσεις, ο Όθωνας διατήρησε τον έλεγχο της Βουλής, με πρωθυπουργό των Αθανάσιο Μιαούλη, γιο του ναυμάχου του ’21. Όμως, είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για το τέλος της Βασιλείας του. Η χώρα οδηγήθηκε στις κάλπες μετά διετία, όταν Πρόεδρος της Βουλής εξελέγη ο εκλεκτός της αντιπολίτευσης Θρασύβουλος Ζαΐμης. Ο Όθωνας διέλυσε τη Βουλή και προκήρυξε εκλογές για τον Ιανουάριο του 1861.

Ιανουάριος 1861
Παρά την κορύφωση του αντιδυναστικού αγώνα, ο Όθωνας διατήρησε τον έλεγχο της Βουλής, με πρωθυπουργό των Αθανάσιο Μιαούλη. Οι εκλογές καταγγέλθηκαν για πρωτοφανείς παρανομίες. «Απωλέσαμεν την πλειοψηφία εν ταις Βουλαίς, αλλ’ ο Βασιλεύς σταθεράν έχει την θέλησιν του διατηρήσαι το υπουργείον και διά της λόγχης» έγραφε χαρακτηριστικά ένας πολιτικός της εποχής.

24 – 27 Νοεμβρίου 1862
Οι πρώτες εκλογές μετά την έξωση του Όθωνα, με τη συμμετοχή και των Ελλήνων της αλλοδαπής. Δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι άνδρες άνω των 21 ετών. Οι 343 πληρεξούσιοι που εξελέγησαν ασχολήθηκαν με την εκλογή του νέου βασιλιά και την ψήφιση νέου Συντάγματος. Η Εθνοσυνέλευση επέλεξε ως νέο βασιλιά της Ελλάδος τον δανό πρίγκηπα Γεώργιο, ενώ ψήφισε νέο Σύνταγμα το 1864.

14 – 17 Μαΐου 1865
Οι πρώτες εκλογές μετά την ψήφιση του Συντάγματος του 1864. Έγιναν με σφαιρίδιο αντί του ψηφοδελτίου, λόγω του μεγάλου αναλφαβητισμού. Για πρώτη φορά ψήφισαν οι κάτοικοι της Επτανήσου, η οποία είχε ενωθεί με την Ελλάδα τον προηγούμενο χρόνο. Τη σχετική πλειοψηφία στη νέα Βουλή, με περίπου 80 έδρες σε σύνολο 181, απέσπασε ο μεσσήνιος πολιτικός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, που ανέλαβε και την πρωθυπουργία για λίγους μήνες, αλλά παραιτήθηκε όταν καταψηφίστηκε το οικονομικό του πρόγραμμα. Επικράτησε πολιτική αστάθεια, καθώς την εξουσία άσκησαν πολλές κυβερνήσεις με βραχύβιο χαρακτήρα.

21 – 24 Μαρτίου 1868
Με το Κρητικό Ζήτημα να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας διεξήχθησαν οι εκλογές «απιθάνου φαυλότητος», όπως αναφέρουν σχολιαστές της εποχής, τις οποίες διενήργησε ο Δημήτριος Βούλγαρης. Από τα 197 μέλη της νέας Βουλής εξελέγησαν 80-90 φίλοι του Βούλγαρη, 34-36 κουμουνδουρικοί, 8-10 δεληγιωργικοί, 22 φίλοι του Θρασύβουλου Ζαΐμη, ενώ οι υπόλοιποι ήταν κυμαινόμενοι και ψήφιζαν ανάλογα με την περίσταση.

16 – 19 Μαΐου 1869
Με τον ελλληνοτουρκικό πόλεμο μόλις να έχει αποφευχθεί, λόγω του Κρητικού ζητήματος, διεξήχθησαν πρόωρες εκλογές από τον φιλοβασιλικό Θρασύβουλο Ζαΐμη, χωρίς επεμβάσεις και παρατράγουδα. Η παράταξή του αναδείχθηκε νικήτρια των εκλογών, λαβούσα 90 από τις 186 έδρες της νέας Βουλής. Η κυβέρνηση Ζαΐμη κατόρθωσε να παραμείνει στην εξουσία για περισσότερο από ένα χρόνο, γεγονός πρωτοφανές για τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου Α’.

26 – 29 Φεβρουαρίου 1872
Τις εκλογές διενήργησε η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Δημητρίου Βούλγαρη, η παράταξη του οποίου πλειοψήφησε, ελέγχοντας τα 90 από τα 190 μέλη της νέας Βουλής. Οι κουμουνδουρικοί αριθμούσαν 85, οι δεληγεωργικοί 7 και η παράταξη Λομβάρδου – Τρικούπη 8.

27 – 30 Ιανουαρίου 1873
Οι επεμβάσεις του στέμματος οδήγησαν τον λαό και πάλι στις κάλπες σε λιγότερο από ένα χρόνο. Οι φίλοι του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, που διενήργησε τις εκλογές, απέσπασαν 90 από τις 190 έδρες της νέας Βουλής, με συνέπεια να συνεχιστεί η ακυβερνησία. Ο Αρκάς πολιτικός προέβαλε την ανάγκη της ελληνοτουρκικής συνεργασίας ως αντίδοτο στον εμφανισθέντα τότε σλαβικό κίνδυνο.

23 – 26 Ιουνίου 1874
Η παραίτηση Δεληγεώργη προκάλεσαν πρόωρες εκλογές. Τη σχετική πλειοψηφία απέσπασαν οι φίλοι του φιλοβασιλικού Δημητρίου Βούλγαρη, που συγκέντρωσαν 90 από τις 190 έδρες της Βουλής. Η ακυβερνησία συνεχίστηκε και προκηρύχθηκαν νέες εκλογές τον επόμενο χρόνο.

18 – 21 Ιουλίου 1875
Τις εκλογές διενήργησε η κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη. Ο μεσολογγίτης πολιτικός κατόρθωσε να μεταβάλει την εικόνα της φαυλοκρατικής εποχής του Δημητρίου Βούλγαρη, αλλά απέτυχε να κερδίσει τις εκλογές. Τη σχετική πλειοψηφία στη νέα Βουλή απέσπασε η παράταξη του μέντορά του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Για πρώτη φορά ο Γεώργιος Α’ δεσμεύτηκε ενώπιον του Σώματος να ορίζει ως πρωθυπουργό, πρόσωπο που θα απολαμβάνει τη «δεδηλωμένην εμπιστοσύνην των αντιπροσώπων του Έθνους» («Αρχή της Δεδηλωμένης»).

23 Σεπτεμβρίου 1879
Τη σχετική πλειοψηφία στη νέα Βουλή κέρδισε και πάλι η παράταξη Κουμουνδούρου με 95 από τις 209 έδρες. Η Βουλή διαλύθηκε μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας και προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 20 Δεκεμβρίου 1881.

20 Δεκεμβρίου 1881
Νίκη του Τρικούπη και της παρατάξεώς του, που έφερε τον τίτλο «Πέμπτο Κόμμα» ή «Νεωτεριστικό Κόμμα». Στη νέα Βουλή, που αριθμούσε 244 μέλη, ψήφισαν και οι κάτοικοι της Θεσσαλίας και της Άρτας, που προσαρτήθηκαν στην ελληνική επικράτεια. Η παράταξη Τρικούπη συγκέντρωσε 129 έδρες, ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος 90, ενώ υπήρξαν 17 ανεξάρτητοι, 7 Δημοκρατικοί και δύο Τούρκοι.

7 Απριλίου 1885
Οι εκλογές έγιναν με αφορμή το «επεισόδιο Νίκολσον», που έριξε την κυβέρνηση Τρικούπη. Η βασική αιτία της πρωτοφανούς ήττας του ήταν η λαϊκή δυσαρέσκεια, λόγω της ακρίβειας και της υψηλής φορολογίας. Στις εκλογές κυριάρχησαν δύο κόμματα: το εκσυγχρονιστικό «Νεωτεριστικόν» του Τρικούπη (55 έδρες) και το παραδοσιακό «Εθνικόν» του Δηλιγιάννη (185 έδρες), που θα αποτελέσουν τις δύο συνιστώσες του δικομματισμού της εποχής. Πέντε έδρες συγκέντρωσαν οι Δημοκρατικοί.

4 Ιανουαρίου 1887
Το κλίμα άλλαξε άρδην ένα χρόνο μετά και ο Χαρίλαος Τρικούπης διενήργησε και κέρδισε πανηγυρικά τις εκλογές. Το «Νεωτεριστικόν Κόμμα» θα συγκεντρώσει τις 90 από τους 150 έδρες και θα κυβερνήσει απρόσκοπτα για τρία χρόνια. Το Εθνικόν Κόμμα του Θόδωρου Δηλιγιάννη θα συγκεντρώσει 25 έδρες, ενώ 35 βουλευτές θα δηλώσουν ανεξάρτητοι.

14 Οκτωβρίου 1890
Το «Νεωτεριστικόν Κόμμα» καταψηφίζεται για δεύτερη φορά, καθώς η δημοτικότητα του Τρικούπη είχε πέσει στο ναδίρ, εξαιτίας της οικονομικής του πολιτικής. Θριαμβευτής των εκλογών, που διεξήχθησαν με μεγάλο φανατισμό, αλλά υποδειγματική τάξη, ο μόνιμος αντίπαλός του Θεόδωρος Δηλιγιάννης και το Εθνικόν Κόμμα με 90 βουλευτές σε σύνολο 150. Οι τρικουπικοί ανήλθαν σε 43, οι ραλλικοί σε 11, οι κωνσταντινοπουλικοί σε 5, ενώ ένας βουλευτής δήλωσε «Δημοκρατικός».

3 Μαΐου 1892
Εκλογές σε λιγότερο από δύο χρόνια, λόγω παύσης της κυβέρνησης Δηλιγιάννη από τον βασιλιά Γεώργιο Α’. Ο προεκλογικός αγώνας υπήρξε σφοδρότατος και βαθύτατα αντιβασιλικός από την πλευρά των κυβερνητικών. Ο Δηλιγιάννης και τα Εθνικό Κόμμα αποδοκιμάστηκαν και από το εκλογικό σώμα, δείχνοντας την προτίμησή του και πάλι στον Χαρίλαο Τρικούπη, που εξασφάλισε την υποστήριξη 180 από τα 207 μέλη της Βουλής. 15 δήλωσαν δηλιγιαννικοί, 7 ραλλικοί και 5 καραπανικοί.

16 Απριλίου 1895
Το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» ακολούθησε συντριπτική ήττα του Τρικούπη, ο οποίος δεν εξελέγη ούτε βουλευτής («Ανθ’ ημών Γουλιμής») και αποχώρησε από την πολιτική. Το Νεωτεριστικόν Κόμμα συγκέντρωσε μόλις 15 από τις 207 έδρες της Βουλής. Θριαμβευτής των εκλογών ήταν φυσικά ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης και το Εθνικόν Κόμμα (148 βουλευτές). 21 δήλωσαν ραλλικοί, 8 καραπανικοί και 15 ανεξάρτητοι.

7 Φεβρουαρίου 1899
Πλειοψήφησε η παράταξη του Γεωργίου Θεοτόκη (131 βουλευτές) με εκσυγχρονιστική ατζέντα. Ο κερκυραίος πολιτικός θεώρησε τον εαυτό του ως συνεχιστή της πολιτικής του Χαρίλαου Τρικούπη και προσπάθησε να επουλώσει τις πληγές του ατυχούς ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Στη νέα Βουλή καταμετρήθηκαν 37 δηλιγιαννικοί, 28 ζαϊμικοί, 4 καραπανικοί και 34 ανεξάρτητοι.

17 Νοεμβρίου 1902 [αναλυτικά…]
Στον απόηχο των «Ευαγγελικών» και με ανοιχτά τα μέτωπα του Μακεδονικού και του Κρητικού Ζητήματος έγιναν οι πρώτες εκλογές του 20ου αιώνα. Βρήκαν τις δύο μεγάλες παρατάξεις της εποχής ισοδύναμες και τον βασιλιά Γεώργιο Α’ να παίζει ρυθμιστικό ρόλο. Οι Δεληγιανικοί και Θεοτοκικοί συγκέντρωσαν από 102 έδρες, οι Ζαϊμικοί 19 και οι Ραλλικοί 11. Ακολούθησαν αιματηρές ταραχές («Σανιδικά») και περίοδος πολιτικής αστάθειας.

20 Φεβρουαρίου 1905
Η πολιτική αστάθεια οδήγησε στην προκήρυξη εκλογών, τις οποίες κέρδισε ο Θόδωρος Δηλιγιάννης με 142 βουλευτές. Ο μεγάλος του αντίπαλος Γεώργιος Θεοτόκης συγκέντρωσε 78 βουλευτές και η παράταξη Ζαΐμη 13. Εξελέγησαν και δύο ανεξάρτητοι βουλευτές. Η δολοφονία του Δηλιγιάννη στις 31 Μαρτίου 1905 επέφερε πολιτική ανωμαλία και νέες εκλογές.

20 Μαρτίου 1906
Οι πρόωρες εκλογές ανέδειξαν νικήτρια την παράταξη Θεοτόκη με 111 έδρες. Οι Ραλλικοί συγκέντρωσαν 39, οι Μαυρομιχαλικοί 13 και οι Ζαϊμικοί 8. Εξελέγησαν και 6 ανεξάρτητοι βουλευτές. Ανάμεσα στους 177 εθνοπατέρες ήταν και δύο δίδυμοι, οι αδελφοί Κατσίνα (Δημήτριος και Γεώργιος), μοναδική περίπτωση στα κοινοβουλευτικά μας χρονικά. Εξελέγησαν αμφότεροι στην περιφέρεια Θηβών με τη σημαία της Θεοτοκικής Παράταξης.

8 Αυγούστου 1910
Οι πρώτες εκλογές μετά την επανάσταση του 1909, που θα αλλάξει οριστικά το πολιτικό σκηνικό. Οι Θεοτοκικοί με 94 έδρες επικρατούν για τελευταία φορά στις εκλογές, χωρίς να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Ακολουθούν: Ραλλικοί (64), Αγροτικοί Θεσσαλίας (46), Λαϊκοί (45), Φίλοι Μαυρομιχάλη (34), Φίλοι Δημητρακόπουλου (21) Ζαϊμικοί (13), και Ανεξάρτητοι (39). Για πρώτη φορά εξελέγησαν σοσιαλιστές βουλευτές (4), και δύο σοσιαλδημοκράτες υπό τη σημαία της Κοινωνιολογικής Εταιρείας του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Βουλευτής Αττικοβοιωτίας θα εκλεγεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος, χωρίς να υποστηρίξει ο ίδιος την υποψηφιότητά του, προτιμώντας ένα ταξίδι στην Ελβετία.

28 Νοεμβρίου 1910
Τις εκλογές διενήργησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος πέτυχε σαρωτική νίκη με το νεοσύστατο Κόμμα των Φιλελευθέρων, συγκεντρώνοντας τις 307 από τις 362 έδρες της Βουλής. Οι Αγροτικοί Θεσσαλίας έλαβαν 28, οι Κοινωνιολόγοι 7 και οι Ανεξάρτητοι 20. Τα παλιά κόμματα (Θεοτόκη, Ράλλη και Μαυρομιχάλη) αποφάσισαν αποχή από τις εκλογές, χαρακτηρίζοντας πραξικοπηματική τη διάλυση της Βουλής από τον βασιλιά Γεώργιο Α’.

11 Μαρτίου 1912
Νέα σαρωτική νίκη σημείωσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, καθώς το εκλογικό σώμα επικρότησε το μεταρρυθμιστικό του έργο. Στις εκλογές πήραν μέρος και τα παλαιά κόμματα, τα οποία καταποντίστηκαν. Οι Φιλελεύθεροι συγκέντρωσαν τις 146 έδρες από τις 181 έδρες της Βουλής, οι Φίλοι Θεοτόκη 10, οι Φίλοι Μαυρομιχάλη 8, οι Φίλοι Ράλλη 6, οι Φίλοι Ζαΐμη 3, οι Κοινωνιολόγοι 5 και οι ανεξάρτητοι 3. Εκλογές έγιναν και στην Κρήτη, η οποία βρισκόταν υπό την επικυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκλέχτηκαν 69 βουλευτές (46 συντηρητικοί και 23 φιλελεύθεροι), αλλά δεν έγιναν δεκτοί στη Βουλή από τον Βενιζέλο, προκειμένου να μην δυσαρεστηθεί ο σουλτάνος και οι Μεγάλες Δυνάμεις.

31 Μαΐου 1915
Οι εκλογές έγιναν σε τεταμένη ατμόσφαιρα και είχαν δημοψηφισματικό χαρακτήρα, καθώς οι ψηφοφόροι κλήθηκαν να αποφανθούν επί της διαμάχης Κωνσταντίνου – Βενιζέλου, σχετικά με τη συμμετοχή ή μη της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων έλαβε 185 έδρες στη Βουλή επί συνόλου 316, το Κόμμα των Εθνικοφρόνων του Δημητρίου Γούναρη 95, η παράταξη Θεοτόκη 12, η παράταξη Δημητρακόπουλου 7, η παράταξη Μαυρομιχάλη 7, η παράταξη Ράλλη 6, οι Σοσιαλιστές Θεσσαλονίκης 2 και οι ανεξάρτητοι 2. Στην εκλογική διαδικασία έλαβαν μέρος και οι ψηφοφόροι των νέων χωρών, που ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα μετά του Βαλκανικούς Πολέμους του 1912 – 1913.

6 Δεκεμβρίου 1915
Οι πρόωρες εκλογές έγιναν με αποχή του Κόμματος των Φιλελευθέρων, με απόφαση του Βενιζέλου, ως αντίδραση στις βασιλικές παρεμβάσεις. («Εθνικός Διχασμός»). Τις εκλογές διενήργησε ο φιλοβασιλικός Αλέξανδρος Ζαΐμης, καθώς ο Βενιζέλος είχε παραιτηθεί από τις 22 Σεπτεμβρίου. Επωφελούμενο της αποχής των Φιλελευθέρων, το Κόμμα των Εθνικοφρόνων (Γούναρης, Θεοτόκης, Ράλλης) έλαβε τις 295 από τις 316 έδρες της Βουλής. Το Εθνικόν Συντηρητικόν Κόμμα του Νικολάου Στράτου έλαβε 7 έδρες, οι Μαυρομιχαλικοί 6, η Μακεδονική Ομάδα του Στέφανου Δραγούμη 5 και το Προοδευτικόν Κόμμα του Δημητρακόπουλου 3.

1 Νοεμβρίου 1920
Οι εκλογές έγιναν σε μια κρίσιμη περίοδο, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας και με την κοινή γνώμη να ζητά «αποστράτευση». Λόγω του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος, η αντιβενιζελική «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» έλαβε 260 έδρες, παρότι υπελήφθη σε ψήφους του Κόμματος των Φιλελευθέρων που συγκέντρωσε 110. Χαρακτηριστικό των εκλογών ήταν το γεγονός ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο πολιτικός που δημιούργησε την Ελλάδα των «δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», δεν εξελέγη βουλευτής και αποχώρησε πικραμένος της πολιτικής. Στις εκλογές συμμετείχε για πρώτη φορά το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (μετέπειτα ΚΚΕ), που συγκέντρωσε γύρω στις 50.000 ψήφους χωρίς να εκλέξει βουλευτή.

16 Δεκεμβρίου 1923
Οι πρώτες εκλογές μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και οι τελευταίες με σφαιρίδιο. Στιγματίστηκαν από την αποχή των αντιβενιζελικών κομμάτων, με το πρόσχημα ότι η φιλοβενιζελική κυβέρνηση Γονατά αδυνατούσε να τελέσει αδιάβλητες εκλογές. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο απέσπασε 250 έδρες σε σύνολο 397, η σύμπραξη Δημοκρατικής Ένωσης του Αλέξανδρου Παπαναστασίου και Δημοκρατικών Φιλελευθέρων του Γεωργίου Ρούσου 120, οι Αντιβενιζελικοί που δεν ακολούθησαν την αποχή 6, οι Αγροτικοί 3, οι Μουσουλμάνοι 3, οι Εβραίοι 3, οι Ανεξάρτητοι Δημοκρατικοί 7, οι Σοσιαλιστές 1 (Ιωάννης Πασαλίδης) και Ανεξάρτητοι 4. Το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (μετέπειτα ΚΚΕ) συγκέντρωσε γύρω στις 50.000 ψήφους χωρίς να εκλέξει βουλευτή.


Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/4/2#ixzz1u4Wwe1gr

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2152

Οι εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα : Συνταγματική Μοναρχία

Οκτώβριος 1843
Ένα μήνα μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση του Ανδρέα Μεταξά, ο οποίος ήταν στέλεχος του Ρωσικού Κόμματος, προκήρυξε εκλογές για τη σύνταξη και τη ψήφιση Συντάγματος. Πρόεδρος της προκυψάσης Εθνοσυνέλευσης εξελέγη ο αγωνιστής Πανούτσος Νοταράς, ηλικίας 103 ετών. Οι εργασίες της Σώματος περαιώθηκαν στις 18 Μαρτίου 1844 με τη ψήφιση του πρώτου Συντάγματος της Ελλάδας και την έγκρισή του από τον βασιλιά Όθωνα. Η Εθνοσυνέλευση ψήφισε, ακόμα, Εκλογικό Νόμο, με τον οποίον έγιναν οι εκλογές Μαΐου – Αυγούστου 1844.

Μάιος – Αύγουστος 1844
Οι πρώτες καθαρόαιμες βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα διεξήχθησαν σε μια περίοδο τεσσάρων μηνών από την κυβέρνηση του εκσυγχρονιστή Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ηγέτη του Αγγλικού Κόμματος, κατά παράβαση του Εκλογικού Νόμου, που όριζε περίοδο οκτώ ημερών κατ’ ανώτατο όριο. Η προεκλογική περίοδος ήταν σφοδρή, με συχνές καταγγελίες από την αντιπολίτευση (Ρωσικό και Γαλλικό Κόμμα) για απόπειρες νοθείας της λαϊκής εντολής. Οι εκλογές έγιναν με ψηφοδέλτιο και πλειοψηφικό σύστημα στενής περιφέρειας, ενώ δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι άνδρες άνω των 25 ετών. Παρά τις καταγγελίες της, νικήτρια αναδείχθηκε η αντιπολίτευση (ο συνασπισμός του Ρωσικού και του Γαλλικού Κόμματος, δηλαδή των συντηρητικών δυνάμεων της τότε εποχής), προς ανακούφιση του Παλατιού. Πρωθυπουργός ανέλαβε ο ηγέτης του Γαλλικού Κόμματος Ιωάννης Κωλέττης, που κυριάρχησε την επόμενη τριετία στην πολιτική σκηνή και επικρίθηκε για τη δημαγωγία του και τις παραβιάσεις του Συντάγματος.

Ιούνιος 1847
Ο Ιωάννης Κωλέτης, ηγέτης του Γαλλικού Κόμματος, προκήρυξε και κέρδισε άνετα τις εκλογές, επωφελούμενος της σθεναράς στάσης του έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια των «Μουσουρικών», αλλά και της εκτεταμένης νοθείας, που επιχείρησαν οι κομματάρχες του. Ο ηπειρώτης πολιτικός και εμπνευστής της «Μεγάλης Ιδέας» δεν θα μπορέσει να απολαύσει επί πολύ τον εκλογικό του θρίαμβο, αφού θα πεθάνει δύο μήνες αργότερα, εξαιτίας νεφρικής ανεπάρκειας, δημιουργώντας πολιτικό κενό. Πάντως, ο Όθωνας, παρά τον χαμό του στενού του συνεργάτη, διατήρησε τον έλεγχο της Βουλής.

Σεπτέμβριος 1850
Μετά τα «Παρκερικά» και την υπόθεση Πατσίφικο, η φιλοβασιλική κυβέρνηση του Αντωνίου Κριεζή προκήρυξε εκλογές, τις οποίες κέρδισε, διατηρώντας παράλληλα για μια ακόμη τριετία τον έλεγχο της Βουλής. Προηγουμένως, ο Όθωνας είχε φροντίσει να απομακρύνει από τη χώρα τους ηγέτες της αντιπολίτευσης Ανδρέα Μεταξά, Σπυρίδωνα Τρικούπη και Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, διορίζοντάς τους πρεσβευτές σε Κωνσταντινούπολη, Λονδίνο και Παρίσι αντίστοιχα. Ο αγωνιστής του ’21 ναύαρχος Αντώνιος Κριεζής διατήρησε την πρωθυπουργία για πέντε συνεχόμενα χρόνια (1849 – 1854), γεγονός σπάνιο για τα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Οκτώβριος 1853
Οι εκλογές διεξήχθησαν εν μέσω του Κριμαϊκού Πολέμου και της έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Πλειοψήφησαν για μια ακόμα φορά οι φιλοβασιλικές δυνάμεις υπό τον Αντώνιο Κριεζή.


Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/4#ixzz1u4W22tRl

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2151

Οι 83 Έλληνες πρωθυπουργοί από τη σύσταση του Ελληνικού κράτους

image

Στα 165 χρόνια των ελληνικών εκλογικών αναμετρήσεων, από το 1844 έως το 2009, ογδόντα τρεις άνδρες έγιναν πρωθυπουργοί αυτού του τόπου…
Οι 30 είχαν την τιμή να εκλεγούν με την ψήφο του λαού. Οι 5 ήταν δικτάτορες ή εκπρόσωποι δικτατόρων. Οι υπόλοιποι διορίστηκαν από τους βασιλιάδες ή προέδρους δημοκρατίας ή ανέλαβαν προσωρινά, είτε ως υπηρεσιακοί είτε με την υπόδειξη κάποιας εθνοσυνέλευσης.

Τα 8 χρόνια, 1 μήνας και 17 ημέρες της συνεχούς πρωθυπουργίας του Κώστα Σημίτη (από 18 Ιανουαρίου 1996 ως 7 Μαρτίου 2004) αποτελούν αξεπέραστο ρεκόρ για τα ελληνικά δεδομένα. Ο Κώστας Σημίτης κατέρριψε το ρεκόρ του προκατόχου του, Ανδρέα Παπανδρέου, που είχε συμπληρώσει συνεχή παραμονή στην πρωθυπουργία 7 χρόνια και 8 μήνες ακριβώς.
Ενω ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συμπλήρωσε ως πρωθυπουργός 7 χρόνια, 4 μήνες (από τις 19 Φεβρουαρίου 1956 ως τις 17/6/1963, που παραιτήθηκε).

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατέχει το μεγαλύτερο και αξεπέραστο ρεκόρ: κέρδισε την ψήφο του λαού σε 6 εκλογικές αναμετρήσεις, από το 1910 ως το 1933. Ακολουθεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με 5 εκλογικές νίκες.

Δύο αρχηγοί κόμματος γνώρισαν τον εκπληκτικό θρίαμβο και κατέκτησαν πάνω από το 80% των εδρών της Βουλής. Ο Χαρίλαος Τρικούπης το 1892 έβγαλε 180 από τους συνολικά 207 βουλευτές: ποσοστό 86,95%!
Και ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1910 πήρε τις 307 από τις 362 έδρες του Κοινοβουλίου: ποσοστό 84,80%!

Στον αλφαβητικό κατάλογο που ακολουθεί, αναφέρονται όλοι, καθώς και οι χρονιές της πρωθυπουργίας τους (όπου μία χρονιά αναφέρεται περισσότερες από μία φορά, σημαίνει ότι ο πολιτικός αυτός έλαβε ισάριθμες εντολές μέσα στον ίδιο χρόνο).

Γ. Αθανασιάδης – Νόβας: 1965
Α. Ανδρουτσόπουλος: 1973-74 εκπρόσωπος δικτάτορα Δημήτριου Ιωαννίδη
Κ. Ζ. Βάλβης: 1863, 1864, 1886
Ε. Βενιζέλος: 1910, 1910, 1912-15, 1915, 1917-20, 1924, 1928-32, 1932, 1933
Σ. Βενιζέλος: 1944, 1950, 1950-51 επικεφαλής συνασπισμού
Δ. Βούλγαρης: 1855-57, 1862-63, 1863-64, 1865, 1866, 1868-69, 1872, 1874-75
Π. Βούλγαρης: 1945
Κ. Γεωργακόπουλος: 1958
Σ. Γονατάς: 1922-24 (με επανάσταση)
Δ. Γούναρης: 1915, 1922
Δαμασκηνός αρχιεπίσκοπος: 1944 (και αντιβασιλιάς 1945-1946)
Ε. Δεληγιώργης: 1865, 1865, 1870, 1872-74, 1873, 1876, 1877
Θ. Δηλιγιάννης: 1885-86, 1890-92, 1895-97, 1902-03, 1904-05
Ν. Δηλιγιάννης: 1895
Κ. Δεμερτζής: 1935-36
Α. Διομήδης: 1949-50
Κ. Δόβας: 1961
Σ. Δραγούμης: 1910
Α. Ζαϊμης: 1897-99, 1901-02, 1915, 1916, 1917, 1926-28
Θ. Ζαϊμης: 1869-70, 1871-72
Ξ. Ζολώτας: 1989-90
Γ. Θεοτόκης: 1899-01, 1902, 1903, 1903-04, 1905, 1906-1909
Ι. Θεοτόκης: 1950
Ν. Καλογερόπουλος: 1916, 1921
Κ. Κανάρης: 1848-49, 1854, 1864, 1864-65, 1877
Π. Κανελλόπουλος: 1945, 1967
Κ. Καραμανλής: 1955, 1956-58, 1958-61, 1961-63, 1974-77, 1977-80
Κ. Καραμανλής, νεότερος: 2004-2009
Γ. Καφαντάρης: 1924
Δ. Κιουσόπουλος: 1952
Κ. Κόλλιας: 1967 εκπρόσωπος δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου και ανακτόρων
Ι. Κολοκοτρώνης: 1862
Γ. Κονδύλης: 1926 με ανατροπή του δικτάτορα Θ. Πάγκαλου, 1935
Α. Κορυζής: 1941
Α. Κουμουνδούρος: 1865, 1865, 1866-68, 1870-71, 1875-76, 1876-77, 1877, 1878, 1878-80, 1879, 1880-82
Γ. Κουντουριώτης: 1848
Α. Κριεζής: 1849-54
Σ. Κροκιδάς: 1922
Δ. Κυριακός: 1863
Ι. Κωλέττης: 1844-47
Κ. Κωνσταντόπουλος: 1892
Σ. Λάμπρος: 1916-17
Δ. Μάξιμος: 1947
Α. Μαυροκορδάτος: 1854-55
Κ. Μαυρομιχάλης: 1909-10
Σ. Μαυρομιχάλης: 1963
Ι. Μεταξάς: 1936-41
Κ. Μητσοτάκης: 1990-93
Α. Μιαούλης: 1857-62, 1859, 1861
Α. Μιχαλακόπουλος: 1924 -25
Α. Μωραϊτίνης: 1863, 1867-68
Α. Οθωναίος: 1933
Θ. Πάγκαλος: 1925-26 (δικτάτορας)
Α. Παπάγος: 1952-55
Λ. Παπαδήμος 2011- (διορισμένος από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας)
Γ. Παπαδόπουλος: 1967-73 (δικτάτορας)
Α. Παπαναστασίου: 1924 1932
Α. Παπανδρέου: 1981-85, 1985-89, 1993-96
Γ. Παπανδρέου: 1944-45, 1963, 1964-65
Γ. Παπανδρέου ο νεότερος 2009-2011
Ι. Παρασκευόπουλος: 1963-64, 1966-67
Π. Πιπινέλης: 1963
Ν. Πλαστήρας: 1945, 1950, 1951-52 επικεφαλής συνασπισμού
Π. Πουλίτσας: 1946
Π. Πρωτοπαπαδάκης: 1922
Γ. Ράλλης: 1980-81 ως διάδοχος Κ. Καραμανλή
Δ. Ράλλης: 1897, 1903 (εναλλάξ με Κ. Μαυρομιχάλη) 1905, 1909, 1920-21
Β. Ρούφος: 1863 1865-66
Κ. Σημίτης: 1996 ως διάδοχος Α. Παπανδρέου, 1996-2000, 2000-2004
Σ. Σκουλούδης: 1915-1916
Θ. Σοφούλης: 1924, 1945-46, 1947-49
Στ. Στεφανόπουλος: 1965-66
Ν. Στράτος: 1922
Σ. Σωτηρόπουλος: 1893
Κ. Τζαβέλας: 1847-48
Τζ. Τζαννετάκης: ως πρωθυπουργός της συγκυβέρνησης του 1989
Ν. Τριανταφυλλάκος: 1922
Χ. Τρικούπης: 1875, 1878, 1880, 1881, 1882-85 1886 1887-90 1892-93 1893-95
Κ. Τσαλδάρης: 1946-47, 1947
Π. Τσαλδάρης: 1932-33, 1933-35
Η. Τσιριμώκος: 1965
Ε. Τσουδερός: 1941-1944 με την εξόριστη κυβέρνηση
Α. Χαραλάμπης: 1922

Ετσι για να μην ξεχνάμε ! ! ! ! !

Πηγή : http://www.greekmoney.gr/

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2150

Ιστορία των Εκλογών από τη Μεταπολίτευση ως σήμερα

Οι εκλογές από το 1974 μέχρι σήμερα...

1974

Στις 17ης Νοεμβρίου 1974, διεξάγονται οι πρώτες εκλογές μετά τη Δικτατορία. Νικήτρια αναδεικνύεται η ΝΔ με αρχηγό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή επιτυγχάνοντας ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και μοναδικό στην ελληνική πολιτική ιστορία αριθμό ψήφων. Οι εκλογές διεξήχθησαν με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής. Η Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις αναδείχθηκε δεύτερο κόμμα. Η Ενωμένη Αριστερά ήταν συνασπισμός αριστερών κομμάτων. Στις 20 Απριλίου 1975 διεξήχθησαν επαναληπτικές εκλογές

1977

Οι εκλογές της 20ης Νοεμβρίου 1977 που διεξήχθησαν από την κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή κερδήθηκαν από τον ίδιο με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία, παρότι παρουσίασε μείωση στις ψήφους, κυρίως λόγω του φιλοβασιλικού κόμματος Εθνική Παράταξη του πρώην πρωθυπουργού Στ. Στεφανόπουλου και Σπύρου Θεοτόκη. Η ΕΔΗΚ είναι το διάδοχο κόμμα της Ένωσης Κέντρου – ΝΔ. Το ΠΑΣΟΚ σε θέση Αξιωματικής Αντιπολίτευσης

1981

Οι εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981 που διεξήχθησαν από την κυβέρνηση του Γ. Ράλλη κερδήθηκαν από τον Α. Παπανδρέου, με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ευρεία νίκη του ΠΑΣΟΚ με σύνθημα την «Αλλαγή». Είναι οι πρώτες εκλογές μετά την ένταξη στην ΕΟΚ. Μόνο τρία κόμματα κατάφεραν να μπουν στην Βουλή

1985

Οι Βουλευτικές εκλογές του 1985 έγιναν στις 2 Ιουνίου. Το ΠΑΣΟΚ με πρόεδρο τον Ανδρέα Παπανδρέου κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό 45,82%, έλαβε 161 από τις 300 έδρες της Βουλής και συνέχισε να κυβερνά (από το 1981). Της Νέας Δημοκρατίας ηγήθηκε στις εκλογές ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, που είχε διαδεχθεί τον Ευάγγελο Αβέρωφ ως αρχηγός του κόμματος την 1 Σεπτεμβρίου του 1984. Οι πρώτες εκλογές του Κ. Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ. Το ΚΚΕ-Εσωτερικού με τον Λ. Κύρκο εισέρχεται στη Βουλή. Ο Ευ. Αβέρωφ διατέλεσε πρόεδρος της ΝΔ από το 1981 έως το 1984

1989 – Ιούνιος

Οι εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989 που διεξήχθησαν από την κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου κερδήθηκαν από τον Κ. Μητσοτάκη, αλλά χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Η ΝΔ με 44,3% των ψήφων κατέλαβε 145 έδρες, το ΠΑΣΟΚ με 39,1% 125 έδρες, ο Συνασπισμός με 13,1% 28 έδρες και από 1 έδρα κατέλαβαν η ΔΗΑΝΑ με 1% και ο ανεξάρτητος Μουσουλμάνος με 0,5%.

Νίκη της ΝΔ χωρίς όμως κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Κυβέρνηση συνεργασίας της Νέας Δημοκρατίας με τον Συνασπισμό. Εκλογές εν μέσω της δίνης του σκανδάλου Κοσκωτά

1989 – Νοέμβριος

Αποτυχία της ΝΔ να σχηματίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Σχηματισμός Οικουμενικής κυβέρνησης υπό τον Ξ. Ζολώτα. Στην οικουμενική κυβέρνηση συμμετέχουν ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ

1990

Η αρχική ιδέα που οδήγησε στον σχηματισμό της οικουμενικής κυβέρνησης ήταν να διαρκέσει μέχρι τον Απρίλιο του 1990, οπότε το κοινοβούλιο θα έπρεπε να εκλέξει νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η συγκεκριμένη ιδέα υλοποιήθηκε εν μέρει, δεδομένου ότι η Βουλή δεν μπορούσε να εκλέξει νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας αφού δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των κομμάτων για κοινό υποψήφιο. Οι πρόωρες εκλογές της 8ης Απριλίου 1990 που διεξήχθησαν όταν ολοκλήρωσε το έργο της η Οικουμενική κυβέρνηση υπό τον Ξ. Ζολώτα κερδήθηκαν από τον Κ. Μητσοτάκη που σχημάτισε κυβέρνηση στις 11 Απριλίου.

Οριστική κοινοβουλευτική πλειοψηφία της ΝΔ παρά την εκλογική νίκη. Επικράτηση ανεξάρτητων βουλευτών σε πέντε νομούς. Ο Κ. Καραμανλής εκλέγεται δεύτερη φορά Πρόεδρος της Δημοκρατίας

1993

Οι πρόωρες εκλογές της 10ης Οκτωβρίου 1993 που προκλήθηκαν από την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη τον Σεπτέμβριο κερδήθηκαν από τον Ανδρέα Παπανδρέου που σχημάτισε την τρίτη και τελευταία κυβέρνησή του στις 13 Οκτωβρίου.

Οι εκλογές έγιναν με τον Εκλογικό Νόμο που είχε ψηφίσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη, δηλαδή ενισχυμένη αναλογική με τις ρήτρες του +1 και του 3%.

Μεγάλη εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ και η τελευταία του Α. Παπανδρέου. Η Πολιτική Άνοιξη αναδεικνύεται τρίτο κόμμα στη Βουλή, ενώ ο ΣΥΝ μένει εκτός Βουλής

1996

Οι βουλευτικές εκλογές του 1996 έγιναν στις 22 Σεπτεμβρίου. Το ΠΑΣΟΚ, με πρόεδρο τον Κ. Σημίτη που είχε διαδεχτεί στις 22 Ιανουαρίου τον άρρωστο Α. Παπανδρέου, κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό 41,49%, έλαβε 162 από τις 300 έδρες της Βουλής και σχημάτισε την δεύτερη κατά σειρά κυβέρνηση. Της ΝΔ ηγήθηκε στις εκλογές ο Μ. Έβερτ, που είχε διαδεχθεί τον ηττημένο στις εκλογές του 1993 Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Νίκη ΠΑΣΟΚ για πρώτη φορά χωρίς τον Α. Παπανδρέου. Ξεκινάει η οκταετία διακυβέρνησης του Κ. Σημίτη. Είσοδος του ΔΗΚΚΙ στη Βουλή υπό την ηγεσία του Δ. Τσοβόλα

2000

Οι βουλευτικές εκλογές του 2000 έγιναν στις 9 Απριλίου. Το ΠΑΣΟΚ με πρόεδρο τον Κ. Σημίτη κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό 43,79%, έλαβε 158 από τις 300 έδρες της Βουλής και σχημάτισε την τρίτη του κατά σειρά κυβέρνηση. Της ΝΔ ηγήθηκε στις εκλογές ο Κώστας Καραμανλής, που είχε διαδεχθεί τον ηττημένο στις εκλογές του 1996 Μ. Έβερτ.

Οι εκλογές διεξήχθησαν με τον Εκλογικό Νόμο 1907/1990 που είχε ψηφίσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη το 1990. Εκλογική βραδιά θρίλερ με οριακή νίκη ΠΑΣΟΚ. Η πρώτη εκλογική αναμέτρηση του Κώστα Καραμανλή. Αποτυχία του ΔΗΚΚΙ να μπει στην Βουλή

2004

Οι βουλευτικές εκλογές του 2004 έγιναν στις 7 Μαρτίου. Η ΝΔ με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό 45,4%, έλαβε 165 από τις 300 έδρες της Βουλής και σχημάτισε κυβέρνηση τερματίζοντας την ενδεκάχρονη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Του ΠΑΣΟΚ ηγήθηκε στις εκλογές ο Γιώργος Παπανδρέου, που είχε διαδεχθεί τον απερχόμενο πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη, ως αρχηγός του κόμματος τον Φεβρουάριο. Οι εκλογές αυτές διεξήχθησαν με τον Εκλογικό Νόμο 1907/1990, ενισχυμένης αναλογικής, που ψηφίστηκε το 1990.

Ευρεία εκλογική νίκη της ΝΔ και η πρώτη του Κ. Καραμανλή. Η πρώτη εκλογική αναμέτρηση του Γ. Παπανδρέου. Διεξαγωγή εκλογών εν μέσω ολυμπιακής προετοιμασίας.

2007

Οι βουλευτικές εκλογές του 2007 διεξήχθησαν στις 16 Σεπτεμβρίου. Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν νίκη του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με ποσοστό 41,83% και 152 έδρες (από το σύνολο των 300) στη Βουλή.

Νέα νίκη της ΝΔ με οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Διεξαγωγή εκλογών με νωπές τις καταστροφικές πυρκαγιές. Είσοδος του ΛΑΟΣ και του Γ. Καρατζαφέρη στη Βουλή

2009

Οι βουλευτικές εκλογές του 2009 στην Ελλάδα διεξήχθηκαν πρόωρα, κατόπιν αιφνίδιας διάλυσης της Βουλής και έκδοσης του σχετικού Προεδρικού Διατάγματος 127/2009, στις 4 Οκτωβρίου, κατά τον τελευταίο εκλογικό νόμο 3231/2004, βάσει του οποίου το πρώτο κόμμα πριμοδοτείται με 40 έδρες. Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν νίκη του κόμματος του ΠΑΣΟΚ, με πρόεδρο τον Γιώργο Παπανδρέου, με 43,9% και 160 από τις 300 βουλευτικές έδρες, και σχηματισμός από τον ίδιο κυβέρνησης.

Παραιτήθηκε ο Κ. Καραμανλής. Αυξημένη η βουλευτική δύναμη του ΛΑ.Ο.Σ

2010

Συνολικά συμμετέχουν 32 κόμματα και για πρώτη φορά η αυτοδυναμία φαίνεται άπιαστο όνειρο. Τις εκλογἐς προκήρυξε η κυβἐρνηση Παπαδήμου, την οποία στήριξαν αρχικά ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ, που αποχώρησε εκφράζοντας διαφωνίες για το νέο Μνημόνιο.

Πηγή : http://www.newsbomb.gr/ekloges-2012/story/131873/oi-ekloges-apo-to-1974-mehri-simera

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2149

Ἀνδοκίδου, “Περὶ τῶν μυστηρίων”, 6 – 8

Αἰτοῦμαι οὖν ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες, εὔνοιαν πλείω παρασχέσθαι ἐμοὶ τῷ ἀπολογουμένῳ ἢ τοῖς κατηγόροις, εἰδότας ὅτι κἂν ἐξ ἴσου ἀκροᾶσθε, ἀνάγκη τὸν ἀπολογούμενον ἔλαττον ἔχειν. Οἱ μὲν γὰρ ἐκ πολλοῦ χρόνου ἐπιβουλεύσαντες καὶ συνθέντες, αὐτοὶ ἄνευ κινδύνων ὄντες, τὴν κατηγορίαν ἐποιήσαντο· ἐγὼ δὲ μετὰ δέους καὶ κινδύνου καὶ διαβολῆς τῆς μεγίστης τὴν ἀπολογίαν ποιοῦμαι. […] Ἔτι δὲ καὶ τόδε ἐνθυμητέον, ὅτι πολλοὶ ἤδη πολλὰ καὶ δεινὰ κατηγορήσαντες παραχρῆμα ἐξηλέγχθησαν ψευδόμενοι οὕτω φανερῶς , ὥστε ὑμᾶς πολὺ ἂν ἥδιον δίκην λαβεῖν παρὰ τῶν κατηγόρων ἢ παρὰ τῶν κατηγορουμένων· οἱ δὲ αὖ, μαρτυρήσαντες τὰ ψευδῆ ἀδίκως ἀνθρώπους ἀπολέσαντες, ἑάλωσαν παρ’ ὑμῖν ψευδομαρτυρίων, ἡνίκ’ οὐδὲν ἦν ἔτι πλέον τοῖς πεπονθόσιν.

Λεξιλόγιο

αἰτέομαι -οῦμαί τινά τι = ζητώ, παρακαλώ, απαιτώ από κάποιον κάτι
αἰτέομαι -οῦμαί τινα + απαρέμφατο = ζητώ από κάποιον να
παρέχω τινί τι = δίνω, προσφέρω, προξενώ σε κάποιον κάτι//παρέχω πράγματα = ενοχλώ//παρέχει (απρόσωπο) = επιτρέπεται, είναι δυνατό

ἀκροάομαι -ῶμαι = ακούω, υπακούω ἔλαττον ἔχω = μειονεκτώ
ἔχω + τελικό απαρέμφατο = μπορώ να
ἔχω ἐπί τινι = έχω εχθρικές διαθέσεις για κάποιον
ἔχω + τροπικό επίρρημα: έχει απρόσωπη σημασία (εννοείται ως υποκείμενο «τὸ πρᾶγμα»)
ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό, σχεδιάζω κάτι εναντίον κάποιου, μηχανεύομαι, συνωμοτώ, επιβουλεύομαι
συντίθημι = συνδυάζω, συνθέτω, κατασκευάζω, επινοώ, χαλκεύω.
ποιοῦμαι κατηγορίαν= απαγγέλλω κατηγορία, προσάπτω κατηγορία, κατηγορώ//ποιοῦμαι ὀργὴν= οργίζομαι//μνείαν ποιοῦμαι = μνημονεύω
πρόφασιν ποιοῦμαι = προφασίζομαπαραχρῆμα = αμέσως
ἐξελέγχω τινὰ + κατηγορηματική μετοχή = αποδεικνύω ότι κάποιος
δίκην λαμβάνω παρά τινος = τιμωρώ, παίρνω εκδίκηση από κάποιον
δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι//δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ//δίκην φεύγω = δικάζομαι//δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη //δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι ἀπόλλυμι (ή ἀπολλύω) τινὰ = εξολοθρεύω, σκοτώνω, καταστρέφω κάποιον
ἀπόλλυμι (ή ἀπολλύω) τι = χάνω κάτι//ἀπόλλυμαι (ὑπό τινος) = πεθαίνω, χάνομαι, εξολοθρεύομαι, καταστρέφομαι (από κάποιον)
ψευδομαρτύρια (τὰ) = η ψευδορκία
ἁλίσκομαι ψευδομαρτυρίων (γενική της ποινής ή του εγκλήματος) = καταδικάζομαι για ψευδορκία (ως δικανικό ρήμα)//ἁλίσκομαι ὑπό τινος / ἐπί τινι (παθητικό του αἱρῶ) = συλλαμβάνομαι(για έμψυχα), κυριεύομαι (για άψυχα), νικιέμαι//ἁλίσκομαι (απόλυτα) = καταστρέφομαι, νικιέμαι
ἁλίσκομαι + κατηγορηματική μετοχή = συλλαμβάνομαι να …οὐδέν ἐστι πλέον τινὶ = δεν υπάρχει κανένα όφελος για κάποιον
(στην περίπτωση αυτή το επίθετο «πλέον» λειτουργεί ως ουσιαστικό)
εἰμὶ ἔν τινι = ασχολούμαι με κάτι
ἔν τινί ἐστι = εξαρτάται από κάποιον
εἰμὶ ὑπό τινος / ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου
οἱ πεπονθότες = οι παθόντες, τα θύματα

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Σας παρακαλώ λοιπόν, κύριοι δικαστές, να δείξετε μεγαλύτερη εύνοια σε εμένα που απολογούμαι παρά στους κατηγόρους, γιατί γνωρίζετε ότι και αν ακόμη ακούτε με την ίδια προσοχή (ενν. και τους δύο), αναγκαστικά ο απολογούμενος βρίσκεται σε μειονεκτική θέση. Διότι αυτοί απήγγειλαν την κατηγορία, αφού για μεγάλο χρονικό διάστημα τη σχεδίασαν με δόλο και την επεξεργάστηκαν (χάλκευσαν), χωρίς οι ίδιοι να διακινδυνεύουν· εγώ όμως απολογούμαι με φόβο και κίνδυνο και με πάρα πολλές συκοφαντίες (ή: μια σοβαρότατη συκοφαντία) εναντίον μου. […] Ακόμη, πρέπει να αναλογιστείτε και το εξής, ότι δηλαδή πολλοί έως τώρα, αφού απήγγειλαν πολλές και φοβερές κατηγορίες αμέσως αποδείχθηκαν ότι ψεύδονται τόσο φανερά, ώστε εσείς με πολύ μεγαλύτερη ευχαρίστηση θα τιμωρούσατε τους κατηγόρους παρά τους κατηγορουμένους· άλλοι πάλι, αφού έδωσαν ψευδείς μαρτυρίες (ψευδομαρτύρησαν) (και) αφού εξόντωσαν άδικα ανθρώπους, καταδικάστηκαν κατά την κρίση σας για ψευδορκία, όταν πια δεν υπήρχε κανένα όφελος για τα θύματά τους.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2147

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

H νέα ελληνική γλώσσα μιλιέται -στην κοινή της μορφή (κοινή νέα ελληνική)- στην Eλληνική Δημοκρατία, στην Kυπριακή Δημοκρατία (από την ελληνοκυπριακή κοινότητα) και, σε διάφορους βαθμούς επάρκειας, στην ελληνική διασπορά. Oι κυριότερες εστίες της ελληνικής διασποράς βρίσκονται στις H.Π.A., στην Aυστραλία, στον Kαναδά και στη Γερμανία. H νέα ελληνική γλώσσα δεν εξαντλείται βέβαια στην κοινή μορφή της. Περιλαμβάνει επίσης και τις διαλέκτους της (βλ. 1.8, 1.9, 4.5). Ωστόσο, οι διάλεκτοι βρίσκονται σε πορεία εξαφάνισης κάτω από την επίδραση της κοινής. Eξαίρεση αποτελεί η ελληνοκυπριακή διάλεκτος (βλ. 4.7), η οποία διατηρεί ακόμα τους ομιλητές της τόσο στην Kυπριακή Δημοκρατία όσο και στη σημαντική ελληνοκυπριακή διασπορά της M. Bρετανίας. Διαλεκτικοί θύλακοι της νέας ελληνικής (βλ. 4.6) επιζούν στις παρευξείνιες περιοχές της Tουρκίας και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και στην Iταλία (Aπουλία, Kαλαβρία). Mέχρι πρόσφατα επιζούσε ένας ακόμα διαλεκτικός θύλακος στην Kορσική (Kαργκέζε).

H νέα ελληνική ανήκει, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (πλην της ουγγρικής, της βασκικής, της φινλανδικής) αλλά και η ινδική, στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. H κοιτίδα αυτής της γλωσσικής οικογένειας είναι, πιθανότατα, η Aνατολία. Mετακινήσεις, που συνδέονται ενδεχόμενα με την εξάπλωση του γεωργικού τρόπου παραγωγής, διέσπειραν προς Ανατολάς και Δυσμάς τους ομιλητές των προγονικών ινδοευρωπαϊκών ιδιωμάτων και οδήγησαν, ταυτόχρονα, στη διαμόρφωση των ξεχωριστών ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, μία από τις οποίες είναι και η ελληνική.

Tα πρώτα γραπτά τεκμήρια της ελληνικής χρονολογούνται στον 13ο αιώνα π.X. αλλά, σίγουρα, η ελληνική γλώσσα υπάρχει, ως ξεχωριστή γλώσσα, από πολύ παλιότερα. Tα γραπτά αυτά τεκμήρια, που αποκαλύφθηκαν στα ανακτορικά κέντρα του μυκηναϊκού πολιτισμού (Mυκήνες, Kνωσός, Θήβα, Πύλος), χρησιμοποιούν ένα σύστημα γραφής (βλ. 1.12) δανεισμένο από τους αρχαιότερους πολιτισμούς της ανατολικής Mεσογείου. Tο σύστημα αυτό -η γραμμική B- είναι συλλαβικό και όχι αλφαβητικό: κάθε σημείο αντιστοιχεί σε μία συλλαβή. H κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού οδήγησε και στην εξαφάνιση αυτού του γραφικού συστήματος, που υπηρετούσε τις ανάγκες των μυκηναϊκών ανακτορικών κέντρων. Θα πρέπει να περιμένουμε ως τον 8ο αιώνα π.X. για να ξανασυναντήσουμε γραπτά μνημεία της ελληνικής γλώσσας -σε αλφαβητική γραφή, αυτή τη φορά. Όπως και στην προηγούμενη φάση, το νέο αυτό σύστημα γραφής είναι δάνειο από την Aνατολή. H αλφαβητική καταγραφή της ελληνικής χρησιμοποιεί το φοινικικό αλφάβητο, προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας.

Mέχρι τον 3ο αιώνα π.X. η ελληνική γλώσσα είναι ένα σύνολο διαλέκτων, που δεν δημιουργούν, ωστόσο, ανυπέρβλητα προβλήματα αμοιβαίας συνεννόησης στους χρήστες τους. Παρόλο που δεν υπάρχει ακόμα ένα κοινό, πανελλήνιο γλωσσικό μέσο έκφρασης και επικοινωνίας, υπάρχει η αίσθηση και η συνείδηση της γλωσσικής ενότητας. Mέσα σε αυτό το διαλεκτικό μωσαϊκό, αρχίζει να ξεχωρίζει, ήδη από τα κλασικά χρόνια (5ος αιώνας π.X.), μία διάλεκτος: η αττική, που μιλιέται στην πόλη-κράτος των Aθηνών. H διάλεκτος αυτή αποκτά ιδιαίτερο κύρος λόγω του ηγεμονικού ρόλου αυτής της πόλης-κράτους. Kαι όπως συνήθως συμβαίνει, η πολιτική και οικονομική ηγεμονία δημιουργεί τους όρους και γλωσσικής ηγεμονίας: η αττική διάλεκτος απλώνεται πέρα από τα αρχικά της όρια.

Tο επόμενο κρίσιμο επεισόδιο για την ελληνική ιστορία, αλλά και για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, είναι η μακεδονική ηγεμονία, αρχικά πάνω στις παλιές πόλεις-κράτη και αργότερα -με τις κατακτήσεις του Aλεξάνδρου- πάνω σε ολόκληρη την Aνατολή, μέχρι τις Iνδίες. H μακεδονική ηγεμονία είναι ασύγκριτα μεγαλύτερης κλίμακας σε σχέση με την αθηναϊκή και γι’ αυτό οι γλωσσικές επιπτώσεις της είναι, επίσης, ασύγκριτα μεγαλύτερες. H παλιότερη ηγεμονική διάλεκτος -η αττική διάλεκτος, που μιλιέται στην αυλή των μακεδόνων βασιλέων- αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία του πρώτου πανελλήνιου γλωσσικού μέσου. Έτσι, γεννιέται η ελληνιστική κοινή, η απαρχή της νεότερης ελληνικής. Tο γεωγραφικό εύρος της χρήσης της κοινής είναι τεράστιο: Mικρά Aσία, Aίγυπτος, Συρία, Mεσοποταμία, Περσία. Tα απώτερα όριά της είναι η Iνδία και το Aφγανιστάν. H κοινή γίνεται η ηγεμονική γλώσσα, η lingua franca της “οικουμένης” και ανταγωνίζεται με επιτυχία την άλλη μεγάλη lingua franca της αρχαιότητας, την αραμαϊκή. Kάτω από την ελληνική πολιτική και γλωσσική ηγεμονία, οι αυτόχθονες πληθυσμοί μετατρέπονται, σε σημαντικό ποσοστό, σε δίγλωσσες κοινότητες -και όχι μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα αλλά και στα χωριά. Aυτή η εκτεταμένη διγλωσσία δεν άφησε βέβαια άθικτη και την ίδια την κοινή και τη δομή της.

H διγλωσσία δεν είναι όμως το μόνο σύμπτωμα της επιρροής της κοινής πάνω σε αλλόγλωσσους πληθυσμούς. Yπάρχει και το οριακότερο φαινόμενο της πλήρους εγκατάλειψης της μητρικής τους γλώσσας: ο γλωσσικός εξελληνισμός. Έτσι, η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά (η μετάφραση των Eβδομήκοντα) κατά την περίοδο αυτή γίνεται πιθανότατα για να εξυπηρετήσει τους ελληνόφωνους, πια, Eβραίους της Aιγύπτου.

H πίεση της κοινής δεν είχε επιπτώσεις μόνο πάνω στις άλλες γλώσσες αλλά και στις διαλέκτους της ελληνικής. Oι διάλεκτοι αυτές μπαίνουν σε μια διαδικασία παρακμής, με ανάλογο τρόπο που παρακμάζουν και σήμερα οι νεοελληνικές διάλεκτοι κάτω από την πίεση της κοινής νέας ελληνικής. Oι καινούριες διάλεκτοι που σιγά σιγά ανακύπτουν είναι προϊόν της διαφοροποίησης της ελληνιστικής κοινής.

H τεράστια εξάπλωση της κοινής, η εκτεταμένη διγλωσσία, αλλά και η παρακμή του ελληνιστικού κόσμου και η ρωμαϊκή κατάκτηση -η είσοδος στην “εποχή της αγωνίας”, κατά τη διατύπωση του E. R. Dodds- δημιουργούν ήδη από τον 1ο αιώνα ένα κίνημα γλωσσικού “καθαρισμού” που θα κυριαρχήσει στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας μέχρι το δεύτερο μισό του 20ού. H αφετηρία του κινήματος αυτού, στην ύστερη αρχαιότητα, είναι γνωστή ως “Αττικισμός”. Eίναι η νοσταλγία της γλωσσικής -και άλλης- “καθαρότητας” της κλασικής εποχής και του κατεξοχήν πρωταγωνιστή της, της Αθήνας και της κλασικής αττικής διαλέκτου. O αττικισμός θέτει τις βάσεις της ελληνικής “διγλωσσίας”: υποτίμηση της ομιλούμενης γλώσσας -ως προϊόντος φθοράς- και αναζήτηση της αρχαίας ή αρχαιότροπης “καθαρότητας” (βλ. 4.2, 4.3). O γραπτός λόγος -είτε ως λογοτεχνία είτε ως “επίσημος” λόγος (γλώσσα της διοίκησης και της εκπαίδευσης)- κυριαρχείται, μέχρι και τον 20ό αιώνα, από αυτή την κλασικιστική “νοσταλγία” που γεννιέται, όχι τυχαία, τον 1ο αιώνα π.X.

Mια άμεση επίπτωση του αττικιστικού κινήματος και της “διγλωσσίας” στην οποία οδηγεί είναι ότι για την περίοδο από την ύστερη ελληνιστική εποχή μέχρι τον 11ο αιώνα μ.X. -εποχή κατά την οποία έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι έχει ήδη διαμορφωθεί η νέα ελληνική – δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια της ομιλούμενης γλώσσας. H γραπτή παράδοση κυριαρχείται από την κλασικίζουσα μορφή γλώσσας. Θα πρέπει να μπει ο 12ος αιώνας. για να αρχίσουν να εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα λογοτεχνίας στην ομιλούμενη γλώσσα της εποχής. H βυζαντινή εποχή είναι, επομένως, στο μεγαλύτερο μέρος της εποχή γλωσσικού “καθαρισμού”. Tι γίνεται με την ομιλούμενη γλώσσα; Eξακολουθεί να υπάρχει -σε κάποια εξέλιξή της- η κοινή, όπως διαμορφώθηκε στην ελληνιστική εποχή; Tο πιθανότερο είναι, όπως επισημάναμε παραπάνω, ότι η ελληνιστική κοινή έχει διαφοροποιηθεί σε μια σειρά διαλέκτων. Aν υπάρχει μια νέα εκδοχή κοινής, αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στην περιοχή της Kωνσταντινούπολης και των αστικών κέντρων που συνδέονται μαζί της. Mια τέτοια περιορισμένη “κοινή” πρέπει να είναι, αν όντως υπάρχει, υστεροβυζαντινό φαινόμενο.

Aν το πρώτο (μετά τη διαμόρφωσή της ως ξεχωριστής ινδοευρωπαϊκής γλώσσας) κρίσιμο επεισόδιο στην ιστορία της ελληνικής είναι η δημιουργία της ελληνιστικής κοινής -και το παράγωγο φαινόμενο της “διγλωσσίας”-, το δεύτερο κρίσιμο επεισόδιο είναι η διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής γλώσσας, της νέας “κοινής” (κοινή νέα ελληνική), στα πλαίσια του ελληνικού εθνικού κράτους, που δημιουργείται μετά την επιτυχή Eπανάσταση του 1821 κατά της οθωμανικής κυριαρχίας.

Oι συζητήσεις (βλ. 4.2, 2.1) για τη δημιουργία εθνικής γλώσσας που χαρακτηρίζουν την περίοδο που προηγείται της Eπανάστασης είναι στενά συνδεδεμένες με την εγκατεστημένη εδώ και πολλούς αιώνες “διγλωσσία” και οι γλωσσικές αντιπαραθέσεις έχουν, όπως συνήθως συμβαίνει, ευρύτερο ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. H κλασικιστική άποψη επιθυμεί την επιστροφή στην αρχαία ελληνική, τη μόνη “καθαρή” μορφή ελληνικής, απαλλαγμένη από τις “φθορές” επιμειξιών που αρχίζουν στην ελληνιστική εποχή και κορυφώνονται με την τουρκική κατάκτηση. Eδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ελληνική, όπως και όλες οι γλώσσες, δάνεισε αλλά και δανείστηκε από πολλές γλώσσες στη διάρκεια της ιστορίας της (προελληνικές γλώσσες, σημιτικές γλώσσες, λατινική, ρομανικές γλώσσες, τουρκική, σλαβικές γλώσσες, αγγλική, γαλλική κ.ά.). H δεύτερη άποψη αναγνωρίζει την ομιλουμένη και τη σημασία της, αλλά επιθυμεί να την “καθαρίσει” και να την “ανορθώσει”: να την απαλλάξει από τα τουρκικά δάνεια και να παρέμβει, σε κάποιον βαθμό, στη φωνολογία, στη μορφολογία και στη σύνταξη με βάση τα αρχαϊστικά ή αρχαιότροπα πρότυπα. H τρίτη άποψη υποστηρίζει απερίφραστα την ομιλουμένη ως μόνο θεμιτό υποψήφιο για τον ρόλο της εθνικής γλώσσας. Σε όλη αυτή τη συζήτηση για τη δημιουργία εθνικής γλώσσας θα πρέπει να τονιστεί ένα σημείο που είναι σημαντικό για την περίοδο αυτή: η ανάγκη της επιβεβαίωσης -μέσω της αρχαιοελληνικής γλωσσικής κληρονομιάς που διαθέτει κύρος στην Eυρώπη- τόσο της ευρωπαϊκής ταυτότητας των Nεοελλήνων, που αμφισβητείται από τους ξένους (ή από κάποιους ξένους), όσο και της σχέσης της νεότερης με την αρχαία Eλλάδα.

Tι έγινε τελικά; Ήδη στα 1825-1840 διαμορφώνεται μια νέα ομιλούμενη κοινή, βασισμένη στην πελοποννησιακή διάλεκτο. Στον γραπτό λόγο, στη διοίκηση και στην εκπαίδευση εξακολουθεί να κυριαρχεί, σε διάφορες εκδοχές, η αρχαΐζουσα μορφή γλώσσας, η “καθαρεύουσα”. Tα ρήγματα όμως πολλαπλασιάζονται, ιδίως στον χώρο της λογοτεχνίας, όπου βαθμιαία κυριαρχεί η δημοτική. Oι ανάγκες επέκτασης του λεξιλογίου οδηγούν σε δραστικό δανεισμό (βλ. 1.7), τόσο από τις αρχαιότερες αφετηρίες (με ενδιάμεσο συχνότατα τις ευρωπαϊκές γλώσσες που κατασκευάζουν τα ειδικότερα λεξιλόγιά τους με ελληνικό γλωσσικό υλικό) όσο και από τις ευρωπαϊκές γλώσσες (αρχικά τα γαλλικά και μετά τα αγγλικά) -είτε με εμφανή, άμεσο δανεισμό είτε με τη μορφή μεταφραστικών δανείων. H “καθαρεύουσα” εξακολουθεί να επικρατεί -με μικρά “δημοτικιστικά” διαλείμματα”- στη διοίκηση και στην εκπαίδευση μέχρι το 1976, οπότε αναγνωρίζεται η δημοτική ως η επίσημη μορφή γλώσσας. ΄Eτσι παίρνει τέλος το “γλωσσικό ζήτημα”, που συνόδευσε – σε διάφορες εκδοχές- την ελληνική γλώσσα στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της. Aπόηχοι αυτής της μακραίωνης διαμάχης εξακολουθούν να ακούγονται και σήμερα, κυρίως σε συζητήσεις που αφορούν τη γλωσσική εκπαίδευση.

Πριν κλείσουμε αυτή τη σύντομη επισκόπηση, θα πρέπει να σχολιάσουμε δύο ακόμα σημεία. Aν η “διγλωσσία” αποτελεί μια ιδιαιτερότητα της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, μια άλλη ιδιαιτερότητα της ιστορίας της ελληνικής -ιδίως αν συγκριθεί με την ιστορία της λατινικής- είναι η συνέχειά της. H ελληνική, αντίθετα με τη λατινική, δεν διασπάστηκε σε ποικιλία γλωσσών. Aυτό δεν οφείλεται βέβαια σε κάποια μυθική, εγγενή δύναμη της ελληνικής γλώσσας. Όπως παρατηρεί ο Thomson (1989), “στη δυτική Eυρώπη, αντίθετα από την ανατολική, η καταστροφή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τους γερμανούς κατακτητές είχε ως αποτέλεσμα να σχηματισθούν τα ξεχωριστά βασίλεια απ’ όπου κατάγονται τα διάφορα έθνη της σημερινής Eυρώπης και έτσι να διαμορφωθούν οι διαφορετικές των γλώσσες. Aυτό εξηγεί γιατί οι νεολατινικές γλώσσες είναι πολλές, ενώ η ελληνική παραμένει μία”. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ερμηνεία του Browning (1983): “Oι ενοποιητικοί παράγοντες ήταν πάντα ισχυροί: η πολιτική και η πολιτιστική ενότητα που συντηρήθηκε ή επιβλήθηκε από τη Bυζαντινή Aυτοκρατορία, η αίσθηση ταυτότητας που δημιούργησε η αντιπαράθεση με τους Mουσουλμάνους, τους Aρμενίους και τους Σλάβους ή τους Λατίνους της Δύσης, η επίδραση της εκπαίδευσης, οι μετακινήσεις ατόμων και ομάδων μέσα στον ελληνόφωνο κόσμο”. Tο χαρακτηριστικό αυτό της ελληνικής γλώσσας -το γεγονός ότι δεν διασπάστηκε στην ιστορική της πορεία σε ξεχωριστές γλώσσες- δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπέστη δραστικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδά της: φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη, λεξιλόγιο. Oι περισσότερες, και βασικότερες, από τις αλλαγές αυτές ξεκινούν από την ελληνιστική κοινή ως δείγμα “παρακμής” και “φθοράς”. Oι έννοιες αυτές -που δεν έχουν σχέση με τη γλώσσα και τη φύση της αλλά με εξωγλωσσικές στάσεις και προκαταλήψεις- επανέρχονται συνεχώς σε όλη τη μεταγενέστερη ιστορία της ελληνικής και εξακολουθούν να ακούγονται και σήμερα.

Tο τελευταίο θέμα το οποίο θα πρέπει να θιγεί είναι η θέση της νέας ελληνικής στην Eυρωπαϊκή Ένωση και, γενικότερα, το θέμα του γλωσσικού ηγεμονισμού, όπως διαμορφώνεται σήμερα (βλ. 3.1, 3.2, 3.3, 3.4, 3.5, 3.6). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ηγεμονικό γλωσσικό ρόλο διαδραματίζει σήμερα η αγγλική. Yπάρχουν βέβαια και άλλοι διεκδικητές, αλλά είναι σαφέστατα σε δεύτερη μοίρα. H ηγεμονία της αγγλικής στηρίζεται -όπως και η ηγεμονία των ιστορικών προηγούμενών της (λ.χ. της ελληνικής ή της λατινικής)- στην πολιτική και οικονομική ηγεμονία. Kαι η οικονομική ηγεμονία έχει πάρει σήμερα παγκόσμιο χαρακτήρα (πολυεθνικές κλπ.) . Στον γλωσσικό χώρο η κυριαρχία αυτή αντανακλάται με εισροή αγγλοαμερικανικών δανείων στις ποικίλες γλώσσες και με έντονη παρουσία της ίδιας της αγγλικής στον χώρο της διαφήμισης και, γενικότερα, της αγοράς.

Πώς στέκεται κανείς απέναντι σε αυτό το φαινόμενο, όπως το βιώνει από την πλευρά μιας “μικρής” γλώσσας; Kινδυνεύουν οι “μικρές” γλώσσες; Yπάρχει πρόβλημα ή όχι; Στα ερωτήματα αυτά υπάρχουν δύο απαντήσεις. H πρώτη ανήκει σε ένα ρηχό κοσμοπολιτισμό που συντονίζεται, είτε συνειδητά είτε εξ αντικειμένου, με τις επιδιώξεις αυτού του παγκοσμιοποιημένου ηγεμονισμού. Για την άποψη αυτή δεν υπάρχει πρόβλημα: αρνείται, όπως παρατηρεί ο Bruckner (1992), την εθνική και πολιτισμική ποικιλία -και τις ευαισθησίες που παράγει (γλωσσικές και άλλες)- στο όνομα μιας συρρικνωμένης και φτωχής καθολικότητας που εξαντλείται στον καταναλωτισμό και στην εμπορευματοποιημένη διασκέδαση.

H δεύτερη απάντηση βρίσκεται στους αντίποδες της πρώτης. Θεωρεί ότι η γλώσσα, το έθνος, και η “καθαρότητα” και των δύο, κινδυνεύουν από τους ισχυρούς ξένους και χρειάζονται δραστικά μέτρα -μεταξύ αυτών και μέτρα γλωσσικής αστυνόμευσης-, για να προστατευτεί η γλωσσική και πολιτισμική καθαρότητα του έθνους (βλ. 2.1, 4.4). Πρόκειται για τον εθνικιστικό αντίλογο στον ρηχό λόγο του κοσμοπολιτισμού. H δεύτερη αυτή προσέγγιση ακούγεται αρκετά έντονα στην Eλλάδα και σε διάφορες παραλλαγές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εμφανίζονται αντίστοιχες απόψεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Eπιπλέον, το ηγεμονικό παρελθόν της ελληνικής χρησιμοποιείται σαν επιχείρημα για τη θέση της στην Eυρωπαϊκή Ένωση. Όμως το να αμύνεται κανείς απέναντι σε σύγχρονους γλωσσικούς ηγεμονισμούς με την επίκληση της δικής του παλαιότερης γλωσσικής ηγεμονίας συνιστά παράδοξη άποψη. Ένα τέτοιο επιχείρημα δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει, τελικά, προς όφελος του αντιπάλου τον οποίο υποτίθεται ότι στοχεύει.

H νέα ελληνική ανήκει στην ομάδα των “μικρών” γλωσσών της Eυρωπαϊκής Ένωσης και θα πρέπει, χωρίς ουτοπικές αξιώσεις και εθνικούς παροξυσμούς, να διεκδικήσει (από κοινού με τις άλλες “μικρές” γλώσσες) τη διατήρηση της θέσης της στα όργανα της Ένωσης και την ενίσχυση της θέσης της (όπως και των άλλων “μικρών” γλωσσών) στην ευρωπαϊκή εκπαίδευση. Σε ό,τι αφορά τη γλωσσική πολιτική στο εσωτερικό της χώρας, η ιδιαίτερη νεοελληνική πολιτισμική ταυτότητα ή ετερότητα -μια “ετερότητα” που θα πρέπει ταυτόχρονα να διακρίνει και να ενώνει- θα διαφυλαχθεί όχι μέσα από τη μυθοποίηση της μητρικής γλώσσας και της ιστορίας της, αλλά μέσα από την απομυθοποίησή της: μέσα από την αποκάλυψη τόσο των ιστορικών, και όχι μυθικών, ιδιαιτεροτήτων της όσο και της ενότητάς της με τις άλλες γλώσσες -ενότητα που απώτερα προκύπτει από την ενότητα της ανθρώπινης νόησης.

H απομυθοποίηση αυτή θα πρέπει βέβαια να επεκταθεί, με ανάλογο τρόπο, και στη διδακτική της ξένης γλώσσας, της ισχυρής ξένης γλώσσας που εκφράζει ένα ισχυρό πολιτισμικό μοντέλο (βλ.5). H υπεράσπιση της “ετερότητας” -ειδικά στον χώρο των “ασθενών” γλωσών- θα πρέπει να διαμορφώσει τη διδακτική εκείνη που θα αντιστέκεται συνειδητά στις μυθοποιητικές συνδηλώσεις με τις οποίες η ισχυρή -πολιτισμικά- γλώσσα περιβάλλεται στην επικράτεια της “μικρής” ή “ασθενούς”. Tέτοιου είδους επιλογές μπορούν να διαμορφώσουν μια νέα στάση που υπερβαίνει το δίλημμα μεταξύ ενός κίβδηλου κοσμοπολιτισμού και ενός διχαστικού εθνικισμού.

Πηγή : http://www.komvos.edu.gr/glwssa/odigos/thema_d1/main.htm

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2146

Εργατική Πρωτομαγιά

Ετήσια γιορτή, με παγκόσμιο χαρακτήρα των ανθρώπων της μισθωτής εργασίας. Με συγκεντρώσεις και πορείες, η εργατική τάξη βρίσκει την ευκαιρία να προβάλει τα κοινωνικά και οικονομικά της επιτεύγματα και να καθορίσει το διεκδικητικό της πλαίσιο για το μέλλον. Η Πρωτομαγιά είναι απεργία και όχι αργία, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου.

Η Πρωτομαγιά, ως εργατική γιορτή, καθιερώθηκε στις 20 Ιουλίου 1889, κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δεύτερης Διεθνούς (Σοσιαλιστικής Διεθνούς) στο Παρίσι, σε ανάμνηση του ξεσηκωμού των εργατών του Σικάγου την 1η Μαΐου 1886, που διεκδικούσαν το οκτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Κατέληξε σε αιματοχυσία λίγες μέρες αργότερα, με την επέμβαση της αστυνομίας και των μπράβων της εργοδοσίας.

Τα γεγονότα του Σικάγου

Τα εργατικά συνδικάτα των ΗΠΑ αποφάσισαν την έναρξη απεργιακών κινητοποιήσεων την 1η Μαΐου 1886 για το οκτάωρο, ωθούμενα από τις επιτυχημένες διεκδικήσεις των καναδών συντρόφων τους. Την περίοδο εκείνη το κανονιστικό πλαίσιο εργασίας στις ΗΠΑ ήταν σχεδόν ανύπαρκτο και οι εργοδότες μπορούσαν να απασχολούν το προσωπικό τους κατά το δοκούν, ακόμη και τις Κυριακές.

Στην απεργία πήραν μέρος περίπου 350.000 εργάτες σε 1.200 εργοστάσια των ΗΠΑ. Την Πρωτομαγιά του 1886 έγινε στο Σικάγο η πιο μαχητική πορεία, με τη συμμετοχή 90.000 ανθρώπων. Στην κεφαλή της πορείας ήταν ο αναρχοσυνδικαλιστής Άλμπερτ Πάρσονς, η γυναίκα του Λούσι και τα επτά παιδιά τους.

Το πρώτο αίμα χύθηκε δύο ημέρες αργότερα έξω από το εργοστάσιο ΜακΚόρμικ στο Σικάγο. Απεργοσπάστες προσπάθησαν να διασπάσουν τον απεργιακό κλοιό και ακολούθησε συμπλοκή. Η Αστυνομία και οι μπράβοι της επιχείρησης επενέβησαν δυναμικά. Σκότωσαν τέσσερις απεργούς και τραυμάτισε πολλούς, προκαλώντας οργή στην εργατική τάξη της πόλης.

Την επομένη αποφασίστηκε συλλαλητήριο καταδίκης της αστυνομικής βίας στην Πλατεία Χεϊμάρκετ, με πρωτοστατούντες τους αναρχικούς. Η συγκέντρωση ήταν πολυπληθής και ειρηνική. Το κακό, όμως, δεν άργησε να γίνει. Οι αστυνομικές δυνάμεις πήραν εντολή να διαλύσουν δια της βίας τη συγκέντρωση και τότε από το πλήθος των απωθούμενων διαδηλωτών ρίφθηκε μια χειροβομβίδα προς το μέρος τους, η οποία εξερράγη, σκοτώνοντας έναν αστυνομικό και τραυματίζοντας δεκάδες. Η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά βούληση κατά των συγκεντρωμένων, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τουλάχιστον τέσσερις διαδηλωτές και να τραυματιστεί απροσδιόριστος αριθμός, ενώ έξι αστυνομικοί έχασαν τη ζωή τους από πυρά (φίλια ή των διαδηλωτών παραμένει ανεξακρίβωτο), ανεβάζοντας τον αριθμό τους σε επτά.

Για τη βομβιστική επίθεση, που προκάλεσε τον θάνατο του αστυνομικού, κατηγορήθηκαν οι αναρχοσυνδικαλιστές Άουγκουστ Σπις, Γκέοργκ Έγκελ, Άντολφ Φίσερ, Λούις Λινγκ, Μίκαελ Σβαμπ, Σάμουελ Φίλντεν, Όσκαρ Νίμπι και Άλμπερτ Πάρσονς, που ήταν από τους οργανωτές της διαδήλωσης. Όλοι, εκτός του Πάρσονς και του Φίλντεν, ήταν γερμανοί μετανάστες. Η δίκη των οκτώ ξεκίνησε στις 21 Ιουνίου 1886. Ο εισαγγελέας Τζούλιους Γκρίνελ ζήτησε τη θανατική ποινή και για τους οκτώ κατηγορουμένους, χωρίς να προσκομίσει κανένα στοιχείο που να τους συνδέει με τη βομβιστική επίθεση. Απλώς, είπε ότι οι κατηγορούμενοι ενθάρρυναν με τους λόγους τους τον άγνωστο βομβιστή να πραγματοποιήσει την αποτρόπαια πράξη του, γι’ αυτό κρίνονται ένοχοι συνωμοσίας.

Από την πλευρά της, η υπεράσπιση έκανε λόγο για προβοκάτσια και συνέδεσε τη βομβιστική επίθεση με το διαβόητο πρακτορείο ντετέκτιβ «Πίνκερτον», που συχνά χρησιμοποιούσαν οι εργοδότες ως απεργοσπαστικό μηχανισμό. Οι ένορκοι εξέδωσαν την ετυμηγορία τους στις 20 Αυγούστου 1886 κι έκριναν ενόχους και τους οκτώ κατηγορούμενους. Οι Σπις, Έγκελ, Φίσερ, Λινγκ, Σβαμπ, Φίλντεν και Πάρσονς καταδικάστηκαν σε θάνατο, ενώ ο Νίμπι σε κάθειρξη 15 ετών. Μετά την εξάντληση και του τελευταίου ενδίκου μέσου, ο κυβερνήτης της Πολιτείας του Ιλινόις, Ρίτσαρντ Όγκλεσμπι, μετέτρεψε σε ισόβια τις θανατικές ποινές των Σβαμπ και Φίλντεν, ενώ ο Λιγκ αυτοκτόνησε στο κελί του. Έτσι, στις 11 Νοεμβρίου 1887 οι Σπις, Πάρσονς, Φίσερ και Έγκελ οδηγήθηκαν στην αγχόνη, τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα». Η δίκη των οκτώ θεωρείται από διαπρεπείς αμερικανούς νομικούς ως μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις κακοδικίας στην ιστορία των ΗΠΑ.

Στις 26 Ιουνίου 1893 ο κυβερνήτης του Ιλινόις, Τζον Πίτερ Άλτγκελντ παραδέχθηκε ότι και οι οκτώ καταδικασθέντες ήταν αθώοι και κατηγόρησε τις αρχές του Σικάγου ότι άφησαν ανεξέλεγκτους τους ανθρώπους του «Πίνκερτον». Ως μια ύστατη πράξη δικαίωσης έδωσε χάρη στους φυλακισμένους Φίλντεν, Νίμπε και Σβαμπ. Αυτό ήταν και το πολιτικό του τέλος. Αργότερα, ο επικεφαλής της αστυνομίας του Σικάγου, που έδωσε την εντολή για τη διάλυση της συγκέντρωσης, καταδικάσθηκε για διαφθορά. Μέχρι σήμερα παραμένει ανεξακρίβωτο ποιος ήταν ο δράστης της βομβιστικής επίθεσης.

Η Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

Στη χώρα μας, ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς έγινε το 1893, στην Αθήνα, με πρωτοβουλία του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Σταύρου Καλλέργη. Η 1η Μαΐου ήταν Σάββατο και εργάσιμη. Έτσι, επελέγη η Κυριακή 2 Μαΐου, για να έχει η γιορτή μαζικό χαρακτήρα.

Σύμφωνα με την εφημερίδα «Σοσιαλιστής», που εξέδιδε ο Καλλέργης, στις 5 το απόγευμα της Κυριακής συγκεντρώθηκαν στο Στάδιο πάνω από 2.000 σοσιαλιστές και εργαζόμενοι. Η «Εφημερίς» τους υπολόγισε μόνο σε 200 και σημείωνε σε άρθρο της: «Οι πλείστοι εξ αυτών ήσαν εργάται, ευπρεπώς κατά το πλείστον ενδεδυμένοι, με ερυθράς κονκάρδας επί της κομβιοδόχης, και πολύ ήσυχοι άνθρωποι. Αυτοί είναι οι πρώτοι σοσιαλισταί εν Ελλάδι, και συνήλθον χθες εις το πρώτον αυτών εν Αθήναις συλλαλητήριον».

Οι συγκεντρωμένοι ενέκριναν ψήφισμα το οποίο είχε ως εξής:
«Συνελθόντες σήμερον την 2 Μαΐου, ημέραν Κυριακήν και ώραν 5 μ.μ. εν τω Αρχαίω Σταδίω, οι κάτωθι υπογεγραμμένοι μέλη του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου» και υπό μισθόν πάσχοντες εψηφίσαμεν:
Α) Την Κυριακήν να κλείωσι τα καταστήματα, καθ’ όλην την ημέραν, και οι πολίται ν’ αναπαύωνται.
Β) Οι εργάται να εργάζωνται 8 ώρας την ημέραν.
Γ) Ν’ απονέμηται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς διατήρησιν εαυτών και της οικογενείας των.
Δ) Το συμβούλιον του «Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου» να επιδώση το ψήφισμα εις την Βουλήν.»

Το ψήφισμα επεδόθη, τελικά, στον Πρόεδρο της Βουλής την 1η Δεκεμβρίου 1893 από τον Σταύρο Καλλέργη. Ο πρωτοπόρος σοσιαλιστής ανήλθε στη συνέχεια στο δημοσιογραφικό θεωρείο και περίμενε με ανυπομονησία από τον Πρόεδρο της Βουλής να το εκφωνήσει. Αυτός κωλυσιεργούσε και «ησχολείτο εις την ανάγνωσιν ετέρων αναφορών προερχομένων εκ διαφόρων προσώπων και πραγματευομένων κατά το μάλλον και ήττον περί ανέμων και υδάτων», όπως έγραψε στον «Σοσιαλιστή».

Ο Καλλέργης διαμαρτυρήθηκε μεγαλοφώνως και με εντολή του Προέδρου συνελήφθη για διατάραξη της συνεδρίασης. Οι στρατιώτες της φρουράς, αφού τον κτύπησαν με τα κοντάκια των όπλων τους, τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα, όπου παρέμεινε επί διήμερο. Στις 9 Δεκεμβρίου 1983 δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 ημερών, τις οποίες εξέτισε στις φυλακές του Παλαιού Στρατώνα. Με τον περιπετειώδη αυτό τρόπο έληξε και τυπικά ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/256#ixzz1tdZmUAsJ

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2145

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση