Ήρθε σήμερα το πρωί από την Ύδρα και σας το προωθώ:
Την φόρτωσα την βάρκα μου Ελπίδες
και ζύγιασα τα έρμα της καλά,
στη μοίρα μου την γύρισα την πλάτη
και τα ‘λυσα του κάβου τα σκοινιά.
Ανοίχτηκα στων πέλαγων τις στράτες,
ερέτης με τα χέρια μου κουπιά,
να χτίσω στις ελπίδες μου παλάτια,
να κάνω την σκλαβιά μου Λευτεριά!
Μα ζύγωσαν γεράκια και μ’ αρπάξαν,
με πέταξαν σε τρύπες σκοτεινές
την βούλιαξαν την βάρκα μου την σπάσαν,
αλήτες που ντυθήκαν λυτρωτές!
Σκλαβώθηκα στης Χώρας μου τ’ αμπάρια,
επαίτης με τα χέρια αδειανά,
δεν έκτισα στα όνειρα παλάτια,
δεν γίνηκε η Σκλαβιά μου, Λευτεριά!
Δεν κλαίω πια, έχουν στερέψει
τα δάκρυα κι η πίκρα στη καρδιά.
Δεν σκύβω, μη νομίζουνε, γελιώνται!
Μαζεύω. Από κάτω. Σιωπηλά.
Μαζεύω πεταμένα ξυλαράκια
Τη βάρκα μου θα κτήσω¹, ΕΓΩ, ξανά!
Ύδρα, 08/11/2011, Μ.Σ.Α
¹. Σημείωση δική μου: «απο»-κτήσω.


Δεν υπάρχουν σχόλια μέχρι τώρα ↓
Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμη.