Επεί-γον κατ-επεί-γον απο-λύ-του προ-τε-ραιό-τη-τος. Άμα λή-ψει πα-ρού-σης λά-βε-τε θέ-σιν μάχης Στοπ. Εχ-θρός ανε-φα-νί-σθη βοριο-δυ-τι-κώς Βρο-ντού, ανα-μέ-να-τε επί-θε-σιν Στοπ. Ειδο-ποι-ήσατε ημε-τέ-ρας δι-μοι-ρί-ας λά-βου-σιν θέ-σιν μά-χης Στοπ. Ανα-φέ-ρα-τε λή-ψιν και ε-κτέ-λε-σιν αυ-τής επει-γό-ντως. 6-4-41 τ. τ. 732. Λ. Πα-ρα-σκευ-ό-που-λος ταγ-μα-τάρ-χης.
Πόλεμος, λέω στον δεκανέα, πάω κατευθείαν στον διοικητή, εσύ στείλε τώρα σήμα ότι ελήφθη, κάτσε εδώ με τον συνάδελφο μην τυχόν ξανακαλέσουν, τα μάτια σου τώρα δεκατέσσερα, στάσου, φωνάζει, πήγαινε στο αντίσκηνό μας να το καθαρογράψεις, τα απολύτου προτεραιότητος δεν καθαρογράφονται του κάνω, φεύγω τροχάδην κατευθεία για το αντίσκηνο του διοικητού.
Ζαλισμένος απ’ το μήνυμα του τηλεγραφήματος και νυσταγμένος σκοντάφτω στα σχοινιά του αντίσκηνου του λοχαγού, τρομαγμένος φωνάζει, ποιος είναι; Εγώ ο οπτιστής, απαντώ, τι τρέχει, έλα εδώ, φωνάζει, τον παρατώ και μπαίνω στο αντίσκηνο του διοικητή. Ψαχουλεύοντας σκοτεινά, πιάνω το ράντζο (κρεβάτι εκστρατείας), τον ξυπνώ απαλά, κύριε διοικητά, του λέω, τι τρέχει, ποιος είσαι, ψαχουλεύοντας με το χέρι του πάνω στο κομοδίνο που είχε δίπλα στο κρεβάτι του πιάνει τον ηλεκτρικό φακό, τον ανάβει, τον χαιρετώ, με βλέπει, τι είναι παιδί μου, ρωτά. Πόλεμος κύριε διοικητά, του λέω. Τώρα μόλις πήραμε το τηλεγράφημα αυτό, είναι απολύτου προτεραιότητος γι’ αυτό δεν το καθαροέγραψα, να σας το διαβάσω, το έγραψα στα σκοτεινά, ίσως δεν βγάλετε τα γράμματά μου.
Μόλις το τελείωσα με διατάζει, βγες έξω, φώναξε τον σκοπό κάτω της κάτω χαράδρας να ξυπνήσει τον σαλπιγκτή, μόλις ξυπνήσει πες του να σημάνει συναγερμό, όταν τελειώσει ο σαλπιγκτής θα φωνάζεις εσύ συνέχεια στη χαράδρα που είναι τα αντίσκηνα των ανδρών, όπλα, παλάσκες και όλοι στα χαρακώματα. Εγώ εν τω μεταξύ ντύνομαι και έρχομαι. Βγαίνω, φωνάζω τον σκοπό, λέγε, απαντά απ’ το βάθος, ξύπνα γλήγορα τον σαλπιγκτή, τρέχει τον ξυπνά, εν τω μεταξύ τον λοχαγό που τον τρόμαξα έμεινε ξυπνητός, ακούοντας να φωνάζω τον σκοπό να ξυπνήσει τον σαλπιγκτή με φωνάζει, έλα εδώ, ποιος είσαι; Ο οπτιστής, απαντώ, τσακίσου και έλα, φωνάζει αγριεμένος, στο μεταξύ ο σαλπιγκτής φωνάζει απ’ τη χαράδρα. Ε, τι θέλεις; Βάρα συναγερμό, φωνάζω. Αρχίζει εκείνο το ανατριχιαστικό σάλπισμα. Τάααα… τατάααα, τατάααα, τατάααα, τατάααα, σταματά. Όπλα, παλάσκες και όλοι στα χαρακώματα, φωνάζω δυνατά, ο λοχαγός λύσσαξε που δεν τον έδωσα σημασία, έλα εδώ, ξαναφωνάζει πάλι αγριεμένος, συνεχίζω αδιάκοπα εγώ να φωνάζω. Όπλα, παλάσκες, όλοι στα χαρακώματα. Βγαίνει οργισμένος ο λοχαγός απ’ το αντίσκηνό του, έρχεται προς εμένα, βγαίνει όμως συγχρόνως και ο διοικητής, κόκκαλο ο λοχαγός, κατάλαβε ποιος μου έδωσε εντολή να φωνάζω.
Ξημέρωνε η 6η Απριλίου.
(Απόσπασμα από το βιβλίο του Β. Ιωακειμίδη, Είκοσι χιλιάδες μέρες, Κεφάλαιο όγδοο, Εξάντας 1983. Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)


Δεν υπάρχουν σχόλια μέχρι τώρα ↓
Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμη.