
Το λαϊκό μουσικό όργανο στην Κύπρο που χρησιμοποιόταν από πολύ παλιά ήσαν κατά κύριο λόγο ο καλαμένιος αυλός (κοινώς το πιδκιαύλι). Πανάρχαιο, πνευστό μουσικό όργανο που κατασκευαζόταν από ένα κομμάτι καλάμι. Ο αυλός δεν ήταν επαγγελματικό μουσικό όργανο, αλλά ήταν πολύ αγαπητός στους ερασιτέχνες εκτελεστές αλλά και στους ακροατές. Προβάδισμα στο πιδκιαύλιν είχαν οι βοσκοί, που φαίνεται πως είτε οι συνθήκες της ζωής, η ύπαιθρος, ο απεριόριστος ελέυθερος χρόνος και η μοναξιά στον κάμπο, ήταν ιδεώδεις για την προσήλωση και την εξάσκηση στο εν λόγω μουσικό όργανο.
[ ΠΗΓΗ: Αβέρωφ, Γεώργιος: Τα δημοτικά τραγούδια και οι λαϊκοί χοροί της Κύπρου. Λευκωσία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, 1989. ]

Ένα άλλο μουσικό όργανο, επίσης για ερασιτεχνικούς σκοπούς, που χρησιμοποιούσαν οι παλαιοί Κύπριοι φιλόμουσοι, ήταν ο ταμπουράς. Ταμπουράς ήταν έγχορδο όργανο, σε σχήμα μισού αχλαδιού. Το ηχείο του ήταν πολύ μικρό, είχε μακρύ λαιμό (ταστιέρα) και τρεις ή τέσσερις χορδές. Ο ήχος του ταμπουρά ήταν λεπτός, αδύνατος και πολύ μαλακός, παραγότανε δε με πλήκτρο που ήταν κατασκευασμένο από ένα κατάλληλα επεξεργασμένο κομμάτι φτερού αετού, του γύπα ή στην ανάγκη και της γαλοπούλας.
[ ΠΗΓΗ: Αβέρωφ, Γεώργιος: Τα δημοτικά τραγούδια και οι λαϊκοί χοροί της Κύπρου. Λευκωσία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, 1989. ]

Το κυρίως επαγγελματικό όργανο, που επικράτησε μέχρι σήμερα σαν το μοναδικό μουσικό μέσο έκφρασης και εκτέλεσης της λαϊκής κυπριακής μουσικής, μα προπάντων των λαϊκών χορών, είναι το βιολί.
Οι παλαιοί κύπριοι εκτελεστές του βιολιού ήσαν κατά κανόνα πρακτικοί, αυτοδίδακτοι, που δοκίμαζαν πάνω σε αυτό γνωστές μελωδίες, αυτοσχεδιάζοντας δικές τους, όπως ακριβώς έκαναν και οι καταγινόμενοι με το πιδκιαύλι (αυλό).
[ ΠΗΓΗ: Αβέρωφ, Γεώργιος: Τα δημοτικά τραγούδια και οι λαϊκοί χοροί της Κύπρου. Λευκωσία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, 1989. ]

Οι κύπριοι εκτελεστές χρησιμοποιούσαν το βιολί για αυτοσχέδιες μελωδίες, για να συνοδεύουν τη φωνή των τραγουδιστών και για να εκτελούν χορευτικούς σκοπούς. Σύντομα όμως αντελήφθησαν ότι το βιολί ήταν ελλιπές σε αυτόν τον τομέα και ότι χρειαζόταν κάποια ενίσχυση. Έτσι κρίθηκε ο συνδυασμός κάποιου κρουστού οργάνου για να χτυπά το χρόνο και τον ρυθμό ως απαραίτητος. Από αυτή την ανάγκη ξεπήδησε η χρήση της ταμπουτσιάς, σαν κρουστό μουσικό όργανο.
Η ταμπουτσιά ήταν κατ’ αρχήν είδος γεωργικού σκεύους, ένα είδος κόσκινου, μικρότερου του κανονικού που η μια πλευρά του τελάρου ήταν κλειστή με τεντωμένο δέρμα ζώου. Όταν η ταμπουτσιά πήρε τη θέση της σαν ‘σύντροφος’ του βιολιού, οι κατασκευαστές φρόντισαν να της προσδώσουν πιο καλλιτεχνική εμφάνιση, διακοσμώντας το πλαίσιο με σχήματα και το έξω μέρος του δέρματος με εορταστιές ή γαμήλιες παραστάσεις με ωραία χρώματα. [ ΠΗΓΗ: Αβέρωφ, Γεώργιος: Τα δημοτικά τραγούδια και οι λαϊκοί χοροί της Κύπρου. Λευκωσία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, 1989. ]
Σήμερα εκτός της ταμπουτσιάς, χρησιμοποιείται κυρίως το τουμπερλέκι (τουμπελέκι, ταμπουλέκι, dumbek) καθώς επίσης και άλλα κρουστά παρόμοιας φυσιογνωμίας κι ακουστικής αίσθησης όπως είναι το περσικό / ιρλανδικό bodhran, το περσικό mizhar και το frame hand drum (διάφορα διαμετρήματα) που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ‘καινούρια έκδοση’ του κρουστού με τελάρο και δέρμα (ή πλαστικό). [ Αλέξανδρος Ζωγράφος 2015 ]

Πριν από τη διάδοση του πιάνου στην Ευρώπη γενικεύθηκε η χρήση του λαούτου, τόσο σαν σόλο οργάνου, όσο και σαν όργανο συνοδείας. Επικρατέστερος και πιο διαδεδομένος τύπος λαούτου είναι το στεριανό, το νησιώτικο με τις τέσσερις διπλές χορδές. Το λαούτο ανήκει στην οικογένεια των εγχόρδων με πλήκτρο στην οποία ανήκουν και το μαντολίνο, μάντολα, μπουζούκι και λοιπά. Ο ήχος του, όπως και ο ταμπουράς, παράγεται με πλήκτρο, παλιότερα με επεξεργασμένο φτερό αετού ή γύπα, σήμερα με πλαστικό.
Ευθύς αμέσως με την εισαγωγή του στην Κύπρο, το λαούτο πήρε τη θέση του δίπλα στο βιολί, έγινε ο αχώριστος σύντροφός του σε όλες τις περιπτώσεις και δε μπορούσε να νοηθεί εκτέλεση βιολιού χωρίς τη συνοδεία του λαούτου. Ο λόγος είναι ότι αφ’ ενός μεν συμπληρώνει τις αρμονίες πάνω στις μελωδίες του βιολιού και ταυτόχρονα τονίζει τα ρυθμικά μέρη και κρατά σταθερά το χρόνο. Εξαιτίας αυτών των πλεονεκτημάτων, το λαούτο εκτόπισε την ταμπουτσιά, η οποία στην αρχή συνεργαζόταν με λαούτο / βιολί σποραδικά σαν τρίτο μουσικό όργανο και σιγά – σιγά εκτοπίσθηκε για διάφορους λόγους, κυρίως οικονομικούς. [ ΠΗΓΗ: Αβέρωφ, Γεώργιος: Τα δημοτικά τραγούδια και οι λαϊκοί χοροί της Κύπρου. Λευκωσία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, 1989. ]

Τρία άλλα λαϊκά μουσικά όργανα που τους γινότανε χρήση στην κυπριακή λαϊκή μουσική ήταν το σαντούρι, η αρμόνικα (ή φυσαρμόνικα) – είδος προγόνου του σημερινού ακκορτεόν και το κλαρίνο. Θεωρούνταν επίσημα λαϊκά όργανα, εντούτοις χρησιμοποιούνταν κυρίως στις πόλεις, σε μεγάλες συγκεντρώσεις όπως μεγάλα πανηγύρια κα χορούς, σε αρχοντικούς γάμους και στα «καφέ σαντάν» όπου έπαιζαν οι «κουμπανίες» – ομάδα καλλιτεχνών στα εν λόγω «καφέ». Οι μουσικοί των πιο πάνω οργάνων ήταν συνήθως ξένοι που έρχονταν στην Κύπρο είτε περαστικοί, είτε έμεναν μόνιμα αργότερα και προέρχονταν κυρίως από την Μικρά Ασία και τον υπόλοιπο ελλαδικό γεωγραφικό χώρο. [ ΠΗΓΗ: Αβέρωφ, Γεώργιος: Τα δημοτικά τραγούδια και οι λαϊκοί χοροί της Κύπρου. Λευκωσία, Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου1989. ]




Με την επίδραση της δυτικής μουσικής σχολής, η αρμονία των κυπριακών σκοπών, χορών, μελωδιών και τραγουδιών έχει αναβαθμιστεί προσφέροντας έναν πιο ολοκληρωμένο ακουστικό αποτέλεσμα στον ακροατή χωρίς να υπονομεύεται η ουσία και η προέλευση της μελωδίας αυτής καθαυτής. Παράλληλα η τεχνική εξέλιξη των μουσικών στα διάφορα μουσικά όργανα επιτρέπει νέες τεχνοτροπίες σε υφιστάμενους σκοπούς και νέες αρμονικές διατάξεις που σκοπό έχουν τον εμπλουτισμό της μελωδίας.
[ Αλέξανδρος Ζωγράφος 2015 ]