H Κύπρος, όπως και η Κρήτη, διαθέτει μία από τις αρχαιότερες καταγεγραμμένες ιστορίες του κόσμου, και ως τέτοια αποτελεί παράδεισο για τους αρχαιολόγους. Ήδη από την αρχαία εποχή εδραιώθηκαν μόνιμα η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός του νησιού. Αν και η καταχνιά των χρόνων έχει εν μέρει αφήσει στο σκοτάδι τις παλαιότερες εποχές, όταν υπήρχαν οι Πελασγοί, μπορούμε να διακρίνουμε, και να περιγράψουμε αδρομερώς, τις ακόλουθες περιόδους:
Νεολιθική Εποχή (8200–3900 π.Χ.) Ο αριθμός των νεολιθικών οικισμών αποτελεί απόδειξη της σπουδαιότητας του νησιού, από την αυγή ακόμη της γνωστής ιστορίας. Ο παλαιότερος οικισμός που έχει ανακαλυφθεί μέχρι τώρα, στη Χοιροκοιτία, χρονολογείται από το 5800 π.Χ., αν και τα πρώτα δείγματα πολιτισμού μπορούν να χρονολογηθούν ακόμα νωρίτερα, στην 9η χιλιετία. Η νεολιθική περίοδος κορυφώθηκε με την έναρξη μαζικού αποικισμού, ιδίως από την Παλαιστίνη, με αποίκους που πιθανόν τους προσέλκυσε η ανακάλυψη χαλκού, που οδήγησε στην επονομαζόμενη χαλκολιθική εποχή.
Χαλκολιθική Εποχή (3900–2500 π.Χ.) Με την ανάπτυξη της επεξεργασίας του χαλκού, και κατόπιν του ορείχαλκου, και την περαιτέρω εισροή αποίκων, η Κύπρος εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά και εξαγωγικά κέντρα. Προς το τέλος αυτής της περιόδου έκανε αισθητή την παρουσία της η αιγυπτιακή επιρροή, και το εμπόριο με την Αίγυπτο, και ιδιαίτερα με την Κρήτη, άκμασε.
Εποχή του Χαλκού (2500–1050 π.Χ.) Η Κύπρος άρχισε τώρα να αναπτύσσει γοργά τη μεταλλουργία χαλκού και ορείχαλκου καθώς και την κεραμική, εξελισσόμενη σε εξαγωγικό κέντρο. Προς το τέλος αυτής της περιόδου οι Έλληνες εδραίωσαν την παρουσία τους, η οποία θα έφτανε να χαρακτηρίσει μόνιμα τη φυσιογνωμία του νησιού. Οι κύριες αιτίες ήταν το τέλος των Τρωικών πολέμων και η κατάρρευση της Χιττιτικής αυτοκρατορίας, όταν πολλοί Μυκηναίοι Έλληνες αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην Κύπρο, σε μία εποχή σημαντικών κοινωνικο-πολιτικών αναταράξεων και μαζικών μετακινήσεων πληθυσμών προς τη δύση. Από τις διάφορες πόλεις-κράτη της Κύπρου, αναδείχθηκαν ιδιαίτερα η Σαλαμίνα και η Πάφος. Η άφιξη των Δωριέων στην Ελλάδα δεν είχε κάποια άμεση επίδραση στην Κύπρο.
Ανταγωνιστικές επιρροές (1050–333 π.Χ.) Ο ελληνικός πολιτισμός του νησιού εμπλουτίστηκε περαιτέρω από εξωτερικά γεγονότα. Πρώτα έφτασε ένα κύμα Φοινίκων, που εγκαταστάθηκαν στο Κίτιο, πολλοί από τους οποίους προσπάθησαν να ξεφύγουν από την επικείμενη μαζική ασσυριακή επίθεση στον Λίβανο. Σταδιακά, οι διάφορες πόλεις-κράτη της Κύπρου πέρασαν διαδοχικά κάτω από την κυριαρχία των Ασσυρίων, των Αιγυπτίων και των Περσών. Σε επίπεδο καθημερινής ζωής, και παρά τα όποια προβλήματα γεννούσε η ξένη κυριαρχία, δέσποζε ο παλιός μυκηναϊκός πολιτισμός, αν και οι εμπορικές και άλλου είδους επαφές με την ελληνική ενδοχώρα και άλλες ελληνικές περιοχές στη Μικρά Ασία σήμαιναν κάποια ανάμειξη με τον ιωνικό ελληνικό πολιτισμό. Όπως συνέβη και σε άλλα μέρη του ελληνικού κόσμου, για παράδειγμα στη Σπάρτη, κάποιες κυπριακές πόλεις-κράτη αρχικά υποστήριξαν τους Πέρσες. Σ’ εκείνες τις ταραγμένες εποχές της περσικής πίεσης, δύο παράγοντες επέδρασαν στην Κύπρο: η τάση των περιοχών όπου επικρατούσαν οι Φοίνικες να υποστηρίζουν τους Πέρσες, και η πολιτική φιλοδοξία. Για παράδειγμα, ο βασιλιάς της Σαλαμίνας Ευέθλων (περ. 560–525 π.Χ.) έπαιξε ένα παιχνίδι ισορροπιών ανάμεσα στα αιγυπτιακά και τα περσικά συμφέροντα, κόβοντας νομίσματα τα οποία, ενώ περιείχαν αιγυπτιακά και περσικά σύμβολα, περιλάμβαναν ωστόσο και τα δύο πρώτα γράμματα της Κύπρου. Μετά από φιλονικίες χρόνων μεταξύ φιλελληνικών και φιλοπερσικών φατριών, κατά τη διάρκεια των οποίων ο βασιλιάς Ευαγόρας Α΄ της Σαλαμίνας έπαιξε ηγετικό ρόλο στην υποστήριξη των Αθηναίων, οι Πέρσες τελικά επέβαλαν την εξουσία τους, μέχρι που ο Μέγας Αλέξανδρος απελευθέρωσε την Κύπρο το 333 π.Χ., στην εκστρατεία του με την οποία διέλυσε την Περσική αυτοκρατορία.
Από τον Μέγα Αλέξανδρο στους Ρωμαίους Με τον πρόωρο θάνατο του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., και τον επακόλουθο διαμελισμό της αυτοκρατορίας του, η Κύπρος βρέθηκε στη δίνη των ανταγωνιστικών συμφερόντων των στρατηγών του Αλεξάνδρου, προτού πέσει στα χέρια της δυναστείας που εγκαθιδρύθηκε στην Αίγυπτο από τον στρατηγό Πτολεμαίο. Αυτό σηματοδότησε την έναρξη της Πτολεμαϊκής διακυβέρνησης στην Κύπρο (294–58 π.Χ.) κατά την οποία καταργήθηκαν τα δέκα βασίλεια της Κύπρου και, για πρώτη φορά, το νησί διοικήθηκε ως ενιαίο κράτος. Για περίπου διακόσια πενήντα χρόνια, το νησί γνώρισε έναν βαθμό πολιτικής σταθερότητας. Οι τέχνες και η φιλοσοφία άνθησαν στην Κύπρο της ελληνιστικής εποχής, δεδομένης της αγάπης των Πτολεμαίων για τον ελληνικό πολιτισμό. Ο Ζήνων από το Κίτιο (336–264 π.Χ.), ο πιο διακεκριμένος Κύπριος φιλόσοφος, ίδρυσε τη δική του φιλοσοφική σχολή στην Αθήνα, η οποία επρόκειτο αργότερα να ασκήσει εκτεταμένη επίδραση στη ρωμαϊκή φιλοσοφία. Οι Κύπριοι διέπρεψαν επίσης στην ιατρική και τη γλυπτική. Στα τελευταία στάδια της Πτολεμαϊκής κυριαρχίας, οι ρωμαϊκές παρεμβάσεις έγιναν συχνές. Αυτό οδήγησε στην πρώτη ρωμαϊκή κατοχή (58–38 π.Χ.) και στη συνέχεια στην τελική κατάληψη του νησιού από τους Ρωμαίους το 30 π.Χ., και σε μία περίοδο ειρήνης και ευημερίας η οποία, στην Κύπρο όπως και αλλού, έμεινε γνωστή ως Ρωμαϊκή Ειρήνη (Pax Romana). Ο χριστιανισμός εισήχθη στην Κύπρο το 45 μ.Χ. από τους αποστόλους Παύλο και Βαρνάβα. Κατά την επίσκεψή τους στο νησί, μαζί με τον Ευαγγελιστή Μάρκο, οργάνωσαν την Εκκλησία και όρισαν επισκόπους. Ο απόστολος Βαρνάβας, ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Κύπρου, επέστρεψε αργότερα στο νησί και έγινε Επίσκοπος Σαλαμίνας. Η ρωμαϊκή ειρήνη δέχθηκε σοβαρό πλήγμα από τις επιπτώσεις της εβραϊκής επανάστασης στην Παλαιστίνη, την Αίγυπτο και την Κυρηναϊκή, κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Αδριανού. Επρόκειτο για ένα καταστροφικό γεγονός, στη διάρκεια του οποίου σκοτώθηκαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, και επιλύθηκε μόνο με σκληρή και αποφασιστική ρωμαϊκή δράση. Το 269 μ.Χ. εισέβαλαν στην Κύπρο οι Γότθοι, αλλά δεν κατάφεραν να εδραιωθούν στο νησί.
ΠΗΓΗ:
ΚΥΠΡΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ
Κείμενο: Dr William Mallinson
Τίτλος Πρωτοτύπου: Cyprus A Historical Overview (Πρώτη Αγγλική Έκδοση 2008)
Εμείς βρήκαμε τις πληροφορίες στον σύνδεσμο : http://www.mfa.gov.cy/mfa/Embassies/Embassy_Warsaw.nsf/DMLcyhistory_gr/DMLcyhistory_gr?OpenDocument