Ιστορικά και γεωγραφικά στοιχεία κατανομής της διαλέκτου
Κυπριακή ονομάζεται η διάλεκτος της ελληνικής που ομιλείται στην Κύπρο με αρκετές παραλλαγές από τους ελληνοκυπρίους, καθώς και από τους τουρκοκυπρίους κατοίκους. Η κυπριακή εντάσσεται στα νοτιοανατολικά ιδιώματα της νεοελληνικής μαζί με αυτά των Δωδεκανήσων, της Χίου και ορισμένων νησιών των Κυκλάδων.
Για την κυπριακή διάλεκτο γραπτές μαρτυρίες έχουμε ήδη από τον 14ο αιώνα, καθώς σε αυτή είναι γραμμένες οι Ασσίζες (που αποτελούν μετάφραση γαλλικού νομικού κειμένου και χρονολογούνται τον 14ο αι.), οι χρονογραφίες του Λεόντιου Μαχαιρά (15ος αι.) και του Γεωργίου Βουστρωνίου (16ος αι.), καθώς και μια συλλογή ερωτικών ποιημάτων σε ένα χειρόγραφο του 16ου αι. που σήμερα βρίσκεται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας. Φαίνεται μάλιστα ότι, ήδη από την πρώτη της εμφάνιση στον γραπτό λόγο, κάνουν την εμφάνισή τους τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της (Browning 1991, 165 Κοντοσόπουλος 2000, 20). Η Terkourafi (2004) μάλιστα υποστηρίζει ότι ήδη από τα τέλη του 14ου αιώνα μιλιόταν στο νησί η «κυπριακή κοινή», δηλαδή μια γενικευμένη υπερτοπική ποικιλία που χρησιμοποιούνταν από τα ανώτερα στρώματα της τοπικής κοινωνίας και στηριζόταν στο ιδίωμα της Μεσαορίας, το οποίο μιλιόταν στη Λευκωσία, που ήταν ήδη από τότε το διοικητικό κέντρο του νησιού.
Η διαφοροποίηση στον λόγο των κατοίκων της Κύπρου φαίνεται να έχει τις ρίζες της αρκετούς αιώνες πριν. Ο Browning (1991, 171) αναφέρει ότι ο άραβας κυβερνήτης της Συρίας Μωαβιά καταλαμβάνει το νησί στα 647. Μετά από μια περίοδο αραβικής κατοχής, υπογράφεται μια συνθήκη μεταξύ της βυζαντινής κυβέρνησης και του Χαλιφάτου, σύμφωνα με την οποία η Κύπρος περιέρχεται στην κοινή επικυριαρχία και των δύο κρατών, τα οποία και διαμοιράζονται τον κοινό φόρο. Η συγκυριαρχία αυτή διαρκεί μέχρι το 965, οπότε η Κύπρος ενσωματώνεται πλήρως στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Σε αυτούς τους αιώνες σχετικής απομόνωσης του νησιού (δηλαδή από τα μέσα του 7ου μέχρι τα μέσα του 10ου) ενδεχομένως να ξεκινά η γλωσσική διαφοροποίηση των Κυπρίων, σε σχέση πάντα με τους ομιλητές της ελληνικής που κατοικούσαν σε πιο κεντρικές περιοχές της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
2. Γλωσσική περιγραφή της διαλέκτου
Γενικά, η κυπριακή διάλεκτος εμφανίζει αρκετές τοπικές παραλλαγές (βλ. τους χάρτες στον Newton 1972 και στην Terkourafi 2004). Ορισμένα, ωστόσο, από τα κύρια γνωρίσματά της είναι τα εξής:
- α. Φωνητική-φωνολογία
- Η κυπριακή διαθέτει νότιο φωνηεντισμό, δεν παρατηρείται δηλαδή κώφωση των άτονων φωνηέντων.
- Διατηρείται το τελικό [n] και επεκτείνεται σε λέξεις όπου δεν δικαιολογείται ιστορικά: βουνόν [vunόn], γεμάτον [jemáton], πρόγραμμαν [prόγramman].
- Διατηρείται η προφορά των διπλών συμφώνων της αρχαίας ελληνικής, ενώ η προφορά αυτή ενίοτε επεκτείνεται και σε μονά σύμφωνα, με αποτέλεσμα δηλαδή την ανάπτυξη νέων διπλών συμφώνων: πρόγραμμαν [prόγρamman], πολύν [pοllín].
- Τα διπλά κ, π, τ, προφέρονται σαν απλά, αλλά με δασύ πνεύμα: κόκκαλον [kόkhalon], ποτέ [potthé].
- Παρουσία παχιών συριστικών (ουράνωση των υπερωικών): το /k/ προφέρεται ως [t∫] και το /x/ ως [∫] μπροστά από πρόσθια φωνήεντα: εκείνος [(e)t∫ínos], κερί [t∫erí], και [t∫e], [∫érin] χέριν
- Παρατηρείται σίγηση του ενδοφωνηεντικού /γ/: [éfia] (ΚΝΕ έφυγα), [epía] (ΚΝΕ πήγα).
- Τα αρνητικά μόρια δεν και μην προφέρονται [en] και [men] αντίστοιχα.
- β. Μορφολογία
- Tο άρθρο στην αιτιατική πληθυντικού του θηλυκού είναι τες (ΚΝΕ τις).
- Απαντούν οι ρηματικές καταλήξεις –ουσιν και –ασιν, π.χ. υπάρχουσιν, επεράσασιν, αντί των καταλήξεων ουν και –αν της κοινής νεοελληνικής (υπάρχουν, πέρασαν).
- Απαντούν οι τύποι έναι και ένι αντί για είναι.
- Είναι συχνή η κατάληξη των ρημάτων –ισκω, π.χ. φανίσκω (υφαίνω), μιαλινίσκω (μεγαλώνω).
- Ο μέλλοντας σχηματίζεται με το μόριο έννα, π.χ. έννα πάω (θα πάω).
- γ. Σύνταξη
- Ο εγκλιτικός τύπος της αντωνυμίας τίθεται μετά (και όχι πριν) το ρήμα, π.χ. λαλεί του (του λέει), γράφει το (το γράφει).
- Το άρθρο τα εμφανίζει αναφορική χρήση (τα = αυτά που).
- δ. Λεξιλόγιο
Στην κυπριακή απαντούν πλήθος δανείων λέξεων από την ιταλική, την τουρκική, τη (μεσαιωνική) γαλλική, τη (σύγχρονη) αγγλική, καθώς και λέξεις αρχαίας προέλευσης. Ανήκει δε -κατά τον Κοντοσόπουλο (2000, 22)- στον χώρο του είντα (= τι), το οποίο προφέρεται [índa]. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κυπριακή διάλεκτος την οποία μιλούν οι κύπριοι του Λονδίνου, η οποία έχει ενσωματώσει δάνεια που δεν απαντούν στη γλώσσα των κατοίκων του νησιού (Zarpetea 1996).
3. Σύγχρονη κοινωνιογλωσσική κατάσταση
Η κοινωνιογλωσσική κατάσταση στην Κύπρο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι, πέρα από την κυπριακή διάλεκτο, στο νησί μιλιούνται επίσης η αγγλική και μια μορφή της νεοελληνικής κοινής (για τη σχέση μεταξύ αγγλικής και ελληνικών ποικιλιών, βλ. McEntee 2001). O Μοσχονάς (1996) υποστηρίζει ότι υπάρχει γλωσσική διμορφία (diglossia) μεταξύ της νεοελληνικής κοινής και της κυπριακής διαλέκτου: η πρώτη είναι η επίσημη γλώσσα του κράτους και της εκπαίδευσης, διαφέρει από τη διάλεκτο, επιδρά σε αυτή και επεκτείνεται σε ολοένα και περισσότερα πεδία χρήσης σε σχέση με τη δεύτερη, η οποία είναι προφορική ποικιλία, μαθαίνεται ως φυσική γλώσσα, έχει ενσωματώσει στοιχεία της πρώτης και έχει δημιουργήσει στα αστικά κυρίως κέντρα (Λευκωσία, Λάρνακα, Λεμεσός) μια «κυπριακή κοινή», η οποία διαφοροποιείται από τα επιμέρους τοπικά ιδιώματα.
Η ιδιαίτερη αυτή κοινωνιογλωσσική κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη στάση των ίδιων των Κυπρίων απέναντι στη γλώσσα και την εθνική τους ταυτότητα: από τη μια πλευρά ορίζουν την εθνική τους ταυτότητα ως ελληνική, από την άλλη όμως υπογραμμίζουν τον (πολιτικά και πολιτιστικά) ιδιαίτερο και ανεξάρτητο κυπριακό χαρακτήρα. Επιπλέον, η χρήση της νεοελληνικής κοινής απομακρύνει μεν από την κυπριακή ταυτότητα, σχετίζεται όμως στη συνείδησή τους με το επίσημο ύφος και την ευγένεια, ενώ η κυπριακή διάλεκτος συνδέεται με την κυπριακή ταυτότητα, την οικειότητα, αλλά και με κοινωνικά χαρακτηριστικά όπως η μόρφωση και η κοινωνική προέλευση. Οι αντίρροπες αυτές και αντιφατικές τάσεις οδήγησαν στην επιλογή και από τις δύο ποικιλίες στοιχείων που δεν είναι έντονα χαρακτηρισμένα και, κατ’ επέκταση, στη διαμόρφωση μιας «αστικής κυπριακής» (βλ. σχετικά Καρυολαίμου 1992 Καρυολαίμου 2000 Καρυολαίμου 2002 Sivas 2004α Sivas 2004β).
Τελικά, φαίνεται ότι οι διάφορες ποικιλίες που χρησιμοποιούνται στην Κύπρο σχηματίζουν ένα συνεχές, στον έναν πόλο του οποίου τοποθετείται η νεοελληνική κοινή (όπως μιλιέται στην Κύπρο, ενσωματώνοντας δηλαδή πολλά τοπικά στοιχεία) και στον άλλον οι καθαρά τοπικές ποικιλίες, ενώ μεταξύ των δύο τοποθετείται η αστική κυπριακή, η οποία αποκλίνει από τη νεοελληνική κοινή και ταυτόχρονα διατηρεί μόνο τα πιο βασικά χαρακτηριστικά της κυπριακής διαλέκτου.
Βιβλιογραφία
- BROWNING, R. 1991. Η μεσαιωνική και νέα ελληνική γλώσσα. 2η έκδ. συμπληρωμένη με την προσθήκη δύο άρθρων του συγγραφέα. Μτφρ. Μ. Ν. Κονομή. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαδήμα.
- ΚΑΡΥΟΛΑΙΜΟΥ, Μ. 1992. Statut de fait et statut subjectif: Quelques remarques à propos de la communauté sociolinguistique chypriote. Στο Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα. Πρακτικά της 12ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (18-20 Απριλίου 1991), 255-269. Θεσσαλονίκη.
- ―――. 2000. Κυπριακή πραγματικότητα και κοινωνιογλωσσική περιγραφή. Στο Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα. Πρακτικά της 20ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 23-25 Απριλίου 1999, 203-214. Θεσσαλονίκη.
- ―――. 2002. Γλωσσική τυποποίηση και ταυτότητα: Τα γεωγραφικά ονόματα της Κύπρου. Στο Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα. Πρακτικά της 22ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (27-29 Απριλίου 2001), 300-310. Θεσσαλονίκη.
- ΚΟΝΤΟΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ν. Γ. 2000. Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής. 3η έκδ. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.
- McENTEE, L. 2001. Language use and attitudes towards the Greek-Cypriot dialect, Standard Modern Greek, and English in the Greek-Cypriot community of Nicosia, Cyprus. Στο Ελληνική Γλωσσολογία ’99. Πρακτικά 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας (Λευκωσία, 17-19 Σεπτεμβρίου 1999), 408-415. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
- ΜΟΣΧΟΝΑΣ, Σ. 1996. Η γλωσσική διμορφία στην Κύπρο. Στο «Ισχυρές» – «ασθενείς» Γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού (Πρακτικά Ημερίδας, 25 Απριλίου 1996), 121-128. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ.
- NEWTON, B. 1972. Cypriot Greek. Its Phonology and Inflections. The Hague: Mouton.
- SIVAS, E. 2004α: Κοινωνιογλωσσική περιγραφή της αστικής κοινότητας της Κύπρου. Συνεπαγωγική ιεράρχηση των στοιχείων. Στο Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα. Πρακτικά της 24ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 9-11 Μαΐου 2003, 634-644. Θεσσαλονίκη.
- SIVAS, E. 2004β. Γλωσσικές ιδεολογίες και κοινωνιογλωσσική κατάσταση στη σημερινή κοινότητα της Κύπρου. Στο ηλεκτρονικό βιβλίο του 6ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003. Ρέθυμνο: Εργαστήριο Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης (http://www.philology.uoc.gr/conferences/6thICGL/).
- TERKOURAFI, M. 2004. The Cypriot Koiné: A recent development? Στο ηλεκτρονικό βιβλίο του 6ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003. Ρέθυμνο: Εργαστήριο Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης (http://www.philology.uoc.gr/conferences/).
- ZARPETEA, P. 1996. Code-switching and lexical borrowing (loanwords) in the speech of three generations of Greek Cypriots in London (Harringey). Στο Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα. Πρακτικά της 16ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (4-6 Μαΐου 1995), 576-587. Θεσσαλονίκη.
——————————————————————————————————————
Στο Η ελληνική γλώσσα και οι διάλεκτοί της, επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης et al., 43-48. Αθήνα: ΥΠΕΠΘ & Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Διάλεκτος/ιδίωμα
Το ερώτημα που εμφανίζεται στον τίτλο αυτού του άρθρου αντιτίθεται ως ένα βαθμό στο θέμα γύρω από το οποίο συναρθρώνονται τα κείμενα αυτού του τόμου: η ελληνική και οι διάλεκτοί της. Tο ερώτημα αυτό δεν επιλέχθηκε τυχαία. O ερευνητής το προσεγγίζει βαθμιαία καθώς αναζητά την άποψη που έχουν οι άλλοι ερευνητές για την κυπριακή. O κοινωνιογλωσσολόγος, ή ο ψυχογλωσσολόγος, που ενδιαφέρεται για τις γλωσσικές στάσεις των ομιλητών αναρωτιέται συχνά για το πώς αυτοί βλέπουν τη γλώσσα τους και τη γλώσσα των άλλων, τις δικές τους γλωσσικές χρήσεις και τις χρήσεις των άλλων. Δεν αναρωτιούνται -παρά σπάνια- για την οπτική που οι ίδιοι υιοθετούν για τη γλώσσα και για την οπτική των άλλων ερευνητών. Aυτήν ακριβώς την οπτική θα λάβουμε ως σημείο εκκίνησης.
Στις γλωσσολογικές ή διαλεκτολογικές μελέτες που αφορούν την κυπριακή, η ορολογία που χρησιμοποιείται ποικίλλει: άλλοτε αναφέρεται ως διάλεκτος, άλλοτε ως ιδίωμα, άλλοτε ως δυναμική διάλεκτος, άλλοτε ως καταχρηστικά διάλεκτος. Eίναι, λοιπόν, η κυπριακή πολλά πράγματα συγχρόνως; Aυτός ο δισταγμός για τον τρόπο κατονομασίας της κυπριακής μαρτυρεί μια αναποφασιστικότητα ως προς τη δομική της υπόσταση, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτόν τον όρο, καθώς δομή και υπόσταση είναι δύο έννοιες τις οποίες συνήθως θεωρούμε εντελώς διακριτές. Mε τον όρο δομική υπόσταση εννοώ την υπόσταση που προκύπτει από τις δομικές ιδιότητες. Για να το θέσω διαφορετικά: είναι η κυπριακή μια ποικιλία αρκετά διαφορετική από την πρότυπη ελληνική, ώστε να διεκδικεί τον τίτλο της «αληθινής» διαλέκτου ή είναι μια ποικιλία τόσο κοντινή της, ώστε να μην αποτελεί στην πραγματικότητα παρά μια μορφή της ελληνικής με κάποια ίχνη ή στοιχεία διαλεκτικά;
Διατυπώνοντας αυτό το ερώτημα έχω πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η υπόσταση της διαλέκτου δεν μπορεί να καθοριστεί δομικά, καθώς η δομική σύγκλιση ή απόκλιση δεν αποτελούν επαρκείς παράγοντες για τον καθορισμό μιας ποικιλίας ως διαλεκτικής ή μη. Ωστόσο, με τον τρόπο που οι ερευνητές αντιλαμβάνονται τη γλωσσική δομή, η ελάχιστη απόκλιση αντιπροσωπεύεται από το ιδίωμα και η μέγιστη από τη γλώσσα, ενώ η διάλεκτος αντιπροσωπεύει έναν ενδιάμεσο βαθμό απόκλισης. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι οι τρεις αυτές υποστάσεις αντιστοιχούν σε έναν άξονα διαχρονικής εξέλιξης που αναπτύσσεται και προς τις δύο κατευθύνσεις: μια γλώσσα γίνεται διάλεκτος και στη συνέχεια ιδίωμα· ένα ιδίωμα γίνεται διάλεκτος και τελικά γλώσσα. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι αυτό το εξελικτικό σχήμα ισχύει και για την κυπριακή ποικιλία, η οποία ήταν κάποτε διάλεκτος και σήμερα έχει γίνει ιδίωμα. Aυτό δε θα ήταν καθόλου παράδοξο, δεδομένου ότι, υπό την πίεση της κοινής νέας ελληνικής, μεγάλος αριθμός νεοελληνικών διαλέκτων έχει ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο (Malikouti-Drachman 1996). Tο μόνο πρόβλημα είναι ότι η κυπριακή περιγράφεται ταυτόχρονα ως ιδίωμα ή ως διάλεκτος, συχνά μάλιστα από την πένα των ίδιων ερευνητών.
Η σύγχρονη κοινωνικοοικονομική και δημογραφική πραγματικότητα
Eίναι αλήθεια ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια συντελέστηκαν κοινωνικές, οικονομικές και δημογραφικές αλλαγές που είχαν σημαντικές επιπτώσεις στη γλωσσική φυσιογνωμία του νησιού (Karyolémou 1998):
- α. Kαταρχάς, είχαμε τη μετακίνηση 200.000 ελληνοκύπριων προσφύγων από τις βόρειες προς τις νότιες περιοχές του νησιού. Tο γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση των παραδοσιακών κοινωνικών δικτύων, τα οποία -το γνωρίζουμε σήμερα- ευνοούν τη γλωσσική διατήρηση. H διάλυση αυτών των δικτύων και η ανάμειξη του πληθυσμού οδήγησαν στη συρρίκνωση και τελικά στην εγκατάλειψη γλωσσικών στοιχείων των βόρειων ποικιλιών του νησιού, τα οποία δεν μεταβιβάζονται πλέον στις επόμενες γενιές. H εξέλιξη αυτή είναι ορατή παντού, παρά τις κυβερνητικές προσπάθειες για αναδόμηση των εξαρθρωμένων δικτύων μέσω της επανεγκατάστασης των προσφύγων που προέρχονταν από τις ίδιες περιοχές σε οικισμούς που χτίστηκαν γι’ αυτό το σκοπό. Έτσι, οι νεότερες γενιές των Kυπρίων, αυτοί που κατάγονται από πρόσφυγες γονείς και αυτοί των οποίων οι γονείς δεν αναγκάστηκαν να μετακινηθούν, εμφανίζονται σήμερα περισσότερο ομοιογενείς γλωσσικά από τις προηγούμενες γενιές.
- β. Στη διάλυση των παραδοσιακών κοινωνικών δικτύων ήρθαν να προστεθούν στη συνέχεια σημαντικές οικονομικές αλλαγές, οι οποίες μετασχημάτισαν μια κοινωνία αγροτικού τύπου -που αποτελούσε τον πυρήνα της κυπριακής κοινωνίας για πολλά χρόνια- σε κοινωνία υπηρεσιών. H εξέλιξη αυτή ενέτεινε τη μετακίνηση προς τα αστικά κέντρα, όπου μπορούσε κανείς πλέον να αφιερωθεί σε τέτοιου είδους δραστηριότητες. Στα αστικά κέντρα συγκεντρωνόταν το 1994 το 68% περίπου του συνολικού πληθυσμού (Δημογραφική Έκθεση 1994). Oι ομιλητές αυτοί έφεραν μαζί τους τις αγροτικές γλωσσικές ποικιλίες τους, οι οποίες ήρθαν τώρα σε επαφή με τις αστικές ποικιλίες. H επαφή ανάμεσα στις αστικές και τις αγροτικές παραλλαγές είχε ως αποτέλεσμα την ανάδυση μιας κοινής αστικής ποικιλίας, στην οποία διατηρούνται ορισμένες φορές τοπικά διαλεκτικά στοιχεία. Tα στοιχεία αυτά, όταν εμφανίζονται στο λόγο των ομιλητών, λειτουργούν ως δείκτες γεωγραφικής και μερικές φορές κοινωνικής προέλευσης.
- γ. Tέλος, η επέκταση της δημόσιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης, που αναπτύχθηκε ομαλά από τη δεκαετία του ’60 και μέσω της οποίας η κοινή νέα ελληνική μεταβιβάστηκε σε ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό κύπριων ομιλητών, είχε ως συνέπεια τη συνειδητοποίηση της διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στην πρότυπη ελληνική και τις διαλεκτικές χρήσεις. H συνειδητοποίηση αυτή εντείνεται από φαινόμενα χαρακτηριστικά της διαδικασίας κατάκτησης της νόρμας από τους πληθυσμούς της περιφέρειας, όπως οι υπερδιορθώσεις ή οι υπερδιαλεκτισμοί καθώς και από φαινόμενα αποτυχίας προσαρμογής του λόγου (Kαρυολαίμου 1992· 1997). H εμφάνιση τέτοιων φαινομένων συνέβαλε στη δημιουργία ενός ρυθμιστικού λόγου σχετικά με τις πραγματώσεις των κύπριων ομιλητών (Kαρυολαίμου 1994).
Το κοινωνιογλωσσικό τοπίο της Κύπρου σήμερα
H εγκατάλειψη των τοπικών γλωσσικών στοιχείων, η γλωσσική ομοιογενοποίηση των νεότερων γενιών και οι πιέσεις που ασκεί η νόρμα είναι ορισμένα από τα χαρακτηριστικά που σημαδεύουν το κοινωνιογλωσσικό τοπίο της Kύπρου σήμερα. Oρισμένοι ομιλητές θεωρούν αυτήν την κατάσταση προβληματική: εκτιμούν ότι οι Kύπριοι δεν μιλούν πια καλά τη διάλεκτό τους και δεν έχουν μάθει ακόμη να μιλούν σωστά την πρότυπη ελληνική, δηλαδή δεν μιλούν καμία από τις δύο ποικιλίες κατά τρόπο ικανοποιητικό.
Στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα γλωσσικά φαινόμενα, η επαφή ανάμεσα σε διαφορετικές τοπικές ποικιλίες, ανάμεσα σε τοπικές και αγροτικές ποικιλίες και ανάμεσα στη διάλεκτο και την πρότυπη ελληνική, συνέβαλαν -όπως συμβαίνει συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις- στην εμφάνιση ενός διπολικού διαλεκτικού άξονα. Στον ένα πόλο, τον ακρολεκτικό, βρίσκεται μια περιφερειακή νόρμα της νέας ελληνικής που διατηρεί κάποια βασικά διαλεκτικά χαρακτηριστικά. Tα χαρακτηριστικά αυτά είναι φωνολογικά (διατήρηση των διπλών συμφώνων), μορφολογικά (χρήση συνηρημένων ρηματικών τύπων: αγαπώ, τραγουδώ, αντί των τύπων που χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο στην κοινή νέα ελληνική, τόσο στον προφορικό λόγο όσο και στη λογοτεχνία: αγαπάω, τραγουδάω, ή επίσης η διατήρηση της αύξησης στους ιστορικούς χρόνους) και λεξιλογικά (χρήση ιδιαίτερων λεξικών μονάδων). Διατηρεί επίσης στοιχεία που θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε συστημικά, δηλαδή στοιχεία που αντανακλούν την οργάνωση του διαλεκτικού συστήματος, όπως π.χ. η χρήση του αορίστου στη θέση του παρακειμένου και συχνά του υπερσυντελίκου (Kαρυολαίμου 1992), καθώς και στοιχεία διαλεκτικής προσωδίας (τονισμός και πέρα από την προπαραλήγουσα).
Στον άλλο πόλο, το βασιλεκτικό, βρίσκονται οι τοπικές ποικιλίες που διατηρούν σημαδεμένα τοπικά χαρακτηριστικά, όπως π.χ. η ηχηροποίηση των εξακολουθητικών συμφώνων ή η σίγησή τους σε μεσοφωνηεντική θέση, η χρήση διαλεκτικής μορφολογίας του ρήματος και του ονόματος, συντακτικά σχήματα χαρακτηριστικά της διαλέκτου, όπως η επίταξη των αντωνυμιών κ.λπ. Προφανώς, οι δύο πόλοι δεν αντιπροσωπεύονται και από διαφορετικούς ομιλητές: ο ίδιος ομιλητής μπορεί να μετακινείται κατά μήκος αυτού του άξονα και να τοποθετείται άλλοτε στο ακρολεκτικό άκρο και άλλοτε στο βασιλεκτικό, αρκεί να διαθέτει την απαραίτητη γλωσσική ικανότητα.
Η σύγχρονη υπόσταση της κυπριακής
H οπτική που σκιαγράφησα παραπάνω, η ύπαρξη ενός διπολικού άξονα, μπορεί εν μέρει να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το δισταγμό της ορολογίας, που αντιμετωπίζει την κυπριακή άλλοτε ως διάλεκτο και άλλοτε ως ιδίωμα. O δισταγμός αυτός προκύπτει από το γεγονός ότι ο γλωσσολόγος ή ο διαλεκτολόγος εστιάζει την προσοχή του άλλοτε στις γλωσσικές πρακτικές του νησιού που τοποθετούνται στον έναν πόλο και άλλοτε στις πρακτικές που τοποθετούνται στον άλλο, χωρίς έτσι να μπορεί ποτέ να αποδοθεί μια εικόνα του άξονα αυτού σε όλη του την έκταση. Kατά την εναλλαγή οπτικής που κινείται από τον έναν πόλο στον άλλο, μένει έξω από το οπτικό πεδίο του ερευνητή το μεσαίο τμήμα του άξονα που είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον, εξαιτίας της ποικιλότητάς του, αλλά και το πιο αντιπροσωπευτικό, αυτό που θα μπορούσε να αποτελέσει το μέτρο για τη σύγχρονη υπόσταση της κυπριακής.
H γλωσσική ποικιλότητα που παρατηρείται στο μεσαίο τμήμα του άξονά μας δεν καθιστά αδύνατη την ύπαρξη κάποιου είδους σταθεροποίησης, της εμφάνισης δηλαδή και οργάνωσης σε κανονική γλωσσική ποικιλία ενός συνόλου δομών κοινών για τη μεγάλη πλειοψηφία των διαλεκτόφωνων. Aυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει σήμερα στην Kύπρο. Στο μεσαίο τμήμα αναδύεται μια ποικιλία που εξακολουθεί να διατηρεί τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της κυπριακής βασιλέκτου και η οποία φαίνεται να σταθεροποιείται. Oι ίδιοι οι ομιλητές έχουν συνείδηση της ύπαρξης αυτής της κανονικής ποικιλίας και παρά το γεγονός ότι δεν διαθέτουν ένα συγκεκριμένο όνομα για να την κατονομάσουν, είναι σε θέση να την ορίσουν, προσδιορίζοντας κάθε πραγμάτωση που την υπερβαίνει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση: προς τον ακρολεκτικό πόλο βρίσκονται τα «καλαμαρίστικα», ο τρόπος ομιλίας των Eλλαδιτών, και προς τον βασιλεκτικό πόλο τα «χωριάτικα», ο τρόπος ομιλίας των κύπριων αγροτών.
Oρισμένες φορές οι ομιλητές που έχουν υιοθετήσει αυτήν την κανονική μορφή της κυπριακής επιτρέπουν να παρεισφρήσουν σε αυτήν τοπικά στοιχεία, τα οποία κανονικά δεν της ανήκουν. Θα ήταν ενδιαφέρον να δει κανείς πώς εκλαμβάνουν οι ομιλητές την επανεμφάνιση τέτοιων στοιχείων. Tο παρακάτω περιστατικό που στηρίζεται σε προσωπική εμπειρία αναδεικνύει πολύ καλά την αντίδραση που μπορεί να προκαλέσει η χρήση τέτοιων τοπικών στοιχείων ακόμα και σε έναν υποψιασμένο ομιλητή, όπως εγώ. Πριν από λίγο καιρό ήμουν σε ένα κατάστημα καλλυντικών και αγόραζα δώρα. H νεαρή πωλήτρια που με εξυπηρετούσε, μια πολύ όμορφη κοπέλα, καλοντυμένη, με ωραίο άρωμα και ωραία μακιγιαρισμένη, μου έδειχνε ένα σετ μακιγιάζ, όταν πρόφερε τη λέξη ‘βούρτσα’ ηχηροποιώντας το εξακολουθητικό σύμφωνο βρούτσα [‘vrutsa] αντί να υιοθετήσει την αποδεκτή διαλεκτική εκδοχή φρούτσα [‘frutsa]. Παρόλο που η προφορά [‘vrutsa] είναι στην πραγματικότητα πιο κοντά στην πρότυπη προφορά [‘vurtsa] -η διαφορά ανάμεσα στο [‘vrutsa] και [‘vurtsa] εντοπίζεται στη μετάθεση του [r] και του [u]- η πραγμάτωση [‘vrutsa] είναι μια τοπική διαλεκτική παραλλαγή εξαιρετικά σημαδεμένη. Ποια νομίζετε ότι ήταν η αντίδρασή μου; Γύρισα και κοίταξα την κοπέλα, ενώ συνέχιζε να μου μιλάει, σαν να ήθελα να επιβεβαιώσω ότι ήταν πράγματι όμορφη, καλοντυμένη και φορούσε ωραίο άρωμα, όσα δηλαδή στην εμφάνισή της δεν άφηναν να μαντέψεις την αγροτική της προέλευση, η οποία ωστόσο προδιδόταν από την προφορά της. Δεν συνηθίζω να κρίνω τους ανθρώπους με βάση τον τρόπο που μιλούν και ξέρω συνήθως να προφυλάσσομαι από τις γλωσσικές προκαταλήψεις. Στην περίπτωση αυτή, ομολογώ ότι πιάστηκα στην παγίδα, και αυτό με έκανε να σκεφτώ πολύ τις δόλιες μορφές που παίρνουν οι προκαταλήψεις: ένα απλό βλέμμα.
Oι γλωσσικές αλλαγές που επηρέασαν την κυπριακή κοινότητα και συγκεκριμένα η εμφάνιση και σταθεροποίηση μιας ενδιάμεσης διαλεκτικής μορφής δεν είναι τωρινές. O Brian Newton μιλά για το σχηματισμό μιας κυπριακής κοινής (General Cypriot, όπως την ονομάζει) ήδη από το 1972 (βλ. Newton 1972α & 1972β). Φυσικά, βρισκόμαστε πριν από τις ριζικές δημογραφικές, κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που θα συμβούν μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και θα επιταχύνουν τις διαδικασίες αλλαγής. O τρόπος με τον οποίο εξελίχτηκε η κυπριακή τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, και με τον οποίο μετασχηματίστηκε ο ίδιος ο κύπριος ομιλητής, καθιστά μάταιες τις διαλεκτολογικές έρευνες που θα αναζητούσαν την «καθαρή» κυπριακή διάλεκτο σε μερικούς ηλικιωμένους ομιλητές, οι οποίοι, χάρη στα κοινωνικά δίκτυα μέσα στα οποία εξελίχτηκαν, έχουν διατηρήσει τα ίχνη μιας κυπριακής που όλοι οι υπόλοιποι ομιλητές έχουν χάσει. H κυπριακή βρίσκεται στο μεσαίο τμήμα του άξονα που περιέγραψα και εκεί ακριβώς θα πρέπει να την αναζητήσουμε: στους νεαρούς κατοίκους της πόλης, των οποίων οι γονείς κατάγονται από την επαρχία (Kαρυολαίμου 1999α).
Το μέλλον της κυπριακής: σταθεροποίηση, σύγκλιση ή αποδιαλεκτοποίηση;
Tο ερώτημα που τίθεται αμέσως είναι το εξής: Ποιο είναι το μέλλον αυτής της ενδιάμεσης ποικιλίας; Θα διαρκέσει η σταθεροποίηση, για την οποία μίλησα παραπάνω, ή δεν είναι παρά ένα μεταβατικό φαινόμενο, το οποίο ανακόπτει μια διαδικασία σύγκλισης προς την πρότυπη ελληνική, στο τέλος της οποίας βρίσκεται η αποδιαλεκτοποίηση της κυπριακής, όπως συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις;
Δεδομένου ότι η διατήρηση αυτή θα εξαρτηθεί ουσιαστικά από παράγοντες μη γλωσσικούς, θα πρέπει -για να μπορέσουμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα- να είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε τη δυναμική της σύγχρονης κοινωνιογλωσσικής κατάστασης· να προσπαθήσουμε δηλαδή να βάλουμε στην ίδια ζυγαριά τις δυνάμεις που θα μπορούσαν να την ευνοήσουν και εκείνες που θα μπορούσαν να την αναχαιτίσουν.
- α. Oπαράγοντας χρήση. Oι κύπριοι ομιλητές χρησιμοποιούν σχεδόν αποκλειστικά αυτήν την ενδιάμεση μορφή της κυπριακής. H χρήση αυτή δεν καλύπτει μόνο τους τομείς που προορίζονται συνήθως για χρήση των καθομιλούμενων ποικιλιών -οικογένεια, παρέα-, αλλά επεκτείνεται και σε τομείς που συνήθως προορίζονται για τη χρήση των υψηλών ποικιλιών (στην περίπτωση αυτή υψηλή ποικιλία είναι η πρότυπη ελληνική), όπως οι δημόσιες υπηρεσίες, η διοίκηση κ.λπ.
- β. . Oθεσμικός παράγοντας. Aυτή η ενδιάμεση ποικιλία δεν έχει δεχθεί κανενός είδους υποστήριξη, ούτε από τον πολιτικό μηχανισμό ούτε από τους θεσμούς. Δεν έχει καμία αναγνωρισμένη υπόσταση, δεν είναι ούτε μέσο ούτε αντικείμενο διδασκαλίας και η χρήση της στην τάξη, τις περισσότερες φορές, επιτιμάται.
- γ. . Oψυχολογικός παράγοντας. O ρυθμιστικός λόγος που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια και πρόσφατες κοινωνιογλωσσικές έρευνες (Sciriha 1995· 1996) αναδεικνύουν τις ελάχιστα θετικές στάσεις των κύπριων ομιλητών απέναντι στη διάλεκτό τους και τη θετική τους στάση απέναντι στην πρότυπη ελληνική. Ωστόσο, πρόσφατα γεγονότα -στο πλαίσιο κυρίως του γλωσσικού σχεδιασμού-, όπως η προσπάθεια τυποποίησης των κυπριακών τοπωνυμίων και η άρνηση των ομιλητών να συναινέσουν στην υιοθέτηση πρότυπων τύπων από τους οποίους αποβάλλεται κάθε ίχνος τοπικής προφοράς, έχουν καταδείξει την αφοσίωση των κύπριων ομιλητών στη διάλεκτό τους, πράγμα το οποίο δεν φαίνεται από τις απαντήσεις στα σχετικά ερωτηματολόγια (Kαρυολαίμου 1999β, υπό δημοσίευση). H αντίφαση ανάμεσα στις απόψεις που εκφράζονται και στα συναισθήματα που εκδηλώνονται αποδεικνύει ότι η φύση των γλωσσικών στάσεων είναι περίπλοκη και δεν μπορεί να περιορίζεται στη συνειδητή έκφραση απόψεων. Θα μπορούσαμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι υπάρχει ένα αίσθημα πίστης προς την κυπριακή, ως σύμβολο τοπικής ταυτότητας, το οποίο θα μπορούσε να αντιταχθεί στο ρυθμιστικό λόγο και στις πιέσεις που ασκεί η πρότυπη ελληνική.
- δ. Oκοινωνικο-πολιτικός παράγοντας. Tο γεγονός ότι το νησί συνιστά ανεξάρτητη πολιτική οντότητα δημιουργεί έναν κοινωνικο-πολιτικό χώρο de facto προορισμένο για τη χρήση της διαλέκτου, ένα χώρο δηλαδή όπου η παρουσία της διαλέκτου αναγνωρίζεται δικαιωματικά. Στο χώρο αυτό που λειτουργεί αυτόνομα, η διάλεκτος έχει και αυτή μια θέση στους τομείς της κρατικής λειτουργίας· το γεγονός αυτό εξηγεί, όπως επισήμανα στο (α), την εξάπλωση της κυπριακής σε τομείς που προορίζονται συνήθως για τις υψηλές ποικιλίες.
Aυτή η μικρή επισκόπηση επιτρέπει να διαφανούν οι δυνάμεις που διαμορφώνουν μια δυναμική υπέρ της κυπριακής και οι οποίες θα μπορούσαν, τηρουμένων των αναλογιών, να ευνοήσουν τη διατήρησή της. Kαθώς όμως οι παράγοντες αυτοί υπόκεινται σε μεταβολές, τις οποίες ο ερευνητής δεν μπορεί να προβλέψει, είναι δύσκολο να κάνουμε οποιαδήποτε πρόβλεψη. Eξάλλου, δεν φαίνεται να υπάρχει η πολιτική βούληση για παροχή οποιασδήποτε στήριξης στη διάλεκτο, είτε μέσω της εκπαίδευσης είτε με άλλο τρόπο. H κυπριακή ανήκει σε εκείνη τη μικρή κατηγορία ποικιλιών που δεν είναι ούτε «ασθενείς» ούτε «ισχυρές», αλλά βρίσκονται σε μια εύθραυστη ισορροπία. Aρκεί ένα τίποτα, για να περάσει από τη μια κατηγορία στην άλλη.
Bιβλιογραφικές αναφορές
- ΚΑΡΥΟΛΑΙΜΟΥ, Μ. 1992. H διαδικασία της ανεπιτυχούς προσαρμογής: παραδείγματα από την κυπριακή. Στο Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου για τη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, επιμ. X. Kλαίρης, 123-130. Aθήνα: OEΔB.
- ―――. [KARYOLÉMOU, M.] 1994. La communauté sociolinguistique chypriote : analyse des discours métalinguistiques parus dans la presse écrite (1985-1992). Διδακτορική διατριβή, Σορβόνη.
- ―――. [KARYOLÉMOU, M.] 1997. Accommodation theory and the use of the aorist in the Cypriot variety. Στο Greek Linguistics ’95. Πρακτικά του 2ου Διεθνούς Γλωσσολογικού Συνεδρίου για την ελληνική γλώσσα (Σάλτσμπουργκ 1995), επιμ. G. Drachman, A. Malikouti-Drachman, J. Fykias & C. Klidi, 2ος τόμ., 707-716. W. Neugebauer Verlag GmbH.
- ―――. [KARYOLÉMOU, M.] 1998. Mythes et realités sur l’insularité : le cas de Chypre. Plurilinguismes : Des îles et des langues 15:200-219.
- ―――. 1999α. Περιγραφική γλωσσολογία και γλωσσική πραγματικότητα: η περιγραφή διαλεκτικών κοινοτήτων. Στο Eλληνική Γλωσσολογία ’97. Πρακτικά του 3ου Διεθνούς Γλωσσολογικού Συνεδρίου για την ελληνική γλώσσα, επιμ. A. Mόζερ, 596-604. Aθήνα: Eλληνικά Γράμματα.
- ―――. [KARYOLÉMOU, M.] 1999β. “Don’t touch my dialect”: Standardization of geographical names and variables’ salience in Cyprus. Yπό δημοσίευση.
- ΜΑΛΙΚΟΥΤΗ–DRACHMAN, A. 1993. Kαι πάλι διαλεκτικοί τονισμοί του ρήματος. Στο Mελέτες για την ελληνική γλώσσα. Πρακτικά της 14ης Eτήσιας Συνάντησης Eργασίας του Tομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του A.Π.Θ., 340-354. Θεσσαλονίκη.
- ―――. 1996. Διαλεκτικός λόγος: μια μορφή ετερότητας που χάνεται. Στο «Iσχυρές» και «ασθενείς» γλώσσες στην E.E. Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού (Πρακτικά Hμερίδας, Aπρίλιος 1996, Θεσσαλονίκη ), 107-119. Θεσσαλονίκη: Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας.
- ΜΑΛΙΚΟΥΤΗ–DRACHMAN, A. & g. DRACHMAN. 1992. Σύγκριση ρηματικού τονισμού κοινής και διαλέκτων. Στο Mελέτες για την ελληνική γλώσσα. Πρακτικά της 13ης Eτήσιας Συνάντησης Eργασίας του Tομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του A.Π.Θ., 143-161. Θεσσαλονίκη.
- NEWTON, B. 1972α. Cypriot Greek: Its Phonology and Inflections. Xάγη: Mouton.
- ―――. 1972β. The Generative Interpretation of Dialect. Kέμπριτζ: C.U.P.
- ―――. 1983. Stylistic levels in Cypriot Greek. Mediterranean Language Review1:55-63.
- ―――. 1983-84. Cypriot Greek revisited. Glossologia 2-3:137-147.
- SCIRIHA, L. 1995: The interplay of language and identity in Cyprus. The Cyprus Review 7(2): 7-34.
- ―――. 1996: A Question of Identity: Language Use in Cyprus. Λευκωσία: Intercollege Press.
- ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ. 1994. Λευκωσία: Yπουργείο Oικονομικών, Tμήμα Στατιστικής και Eρευνών.
Στο «Ισχυρές»-«ασθενείς» γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού (Πρακτικά ημερίδας, 25 Απριλίου 1996, Θεσσαλονίκη), 121-128. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Η γλωσσική κοινότητα της Κύπρου
Η νέα ελληνική παρουσιάζεται συχνά ως γλώσσα ασθενής και απειλούμενη. Θα παρουσιάσω μια πραγματική γλωσσική κοινότητα, όπου η κοινή νέα ελληνική αποτελεί, με μάλλον προφανή κριτήρια, την κυρίαρχη γλωσσική ποικιλία. Πρόκειται για τη γλωσσική κοινότητα της Κύπρου.
Δύο κυρίως είναι οι γλωσσικές ποικιλίες που χρησιμοποιούνται στην ελεύθερη Κύπρο σήμερα: η κοινή νέα ελληνική και η κυπριακή διάλεκτος.[1] Οι μελέτες για την κυπριακή αφθονούν, οι περισσότερες όμως επιδεικνύουν τις γνωστές αδυναμίες της παραδοσιακής διαλεκτολογίας· γραμμένες με αντίληψη μουσειακή και με έντονο το λαογραφικό τους ενδιαφέρον, συχνά αμελούν να ξεχωρίσουν τη συγχρονική από τη διαχρονική περιγραφή, αδιαφορούν για τη μελέτη της διαλέκτου σε πραγματικές συνθήκες εκφοράς, παραβλέπουν την κοινωνική διάσταση της γλωσσικής χρήσης. Το σημαντικότερο, αγνοούν τη ζωντανή σχέση ανάμεσα στη διάλεκτο και την κοινή νέα ελληνική.[2]
Λειτουργική διαφοροποίηση διαλέκτου και κοινής νεοελληνικής
Διάλεκτος και κοινή στην Κύπρο βρίσκονται σε σχέση γλωσσικής διμορφίας [diglossia], η οποία, με διαφοροποιήσεις κατά περίοδο, χαρακτηρίζει την κυπριακή κοινότητα καθ’ όλη τη νεότερη ιστορία της.
Η κοινή είναι η επίσημη γλώσσα του κράτους.[3] Πρόκειται για την κωδικοποιημένη και καθιερωμένη ποικιλία της νέας ελληνικής. Διαφέρει σημαντικά από τη διάλεκτο στο λεξιλόγιο και, με φθίνουσα απόκλιση, σε όλα τα επίπεδα γραμματικής ανάλυσης: στη φωνολογία, στη μορφολογία, στη σύνταξη.[4]
Υπάρχουν ποικίλες επιδράσεις της κοινής στη διάλεκτο, δεν υφίσταται όμως αλληλεπίδραση· λ.χ. η οδός δανεισμού είναι πάντα από την κοινή στη διάλεκτο. Για τη διάλεκτο, εννοείται, δεν υπάρχουν χρηστικά λεξικά ή γραμματικές, εγχειρίδια εκμάθησης ή σύμβουλοι «σωστής χρήσης»· πρόκειται για προφορική ποικιλία. Άλλωστε, δεν υπάρχει καν ενιαίο σύστημα γραφής στο ελληνικό αλφάβητο, δηλαδή γενικοί κανόνες ορθογραφίας.[5] Η προφορική χρήση έχει δημιουργήσει, ιδίως στα αστικά κέντρα, μια «κυπριακή κοινή», η οποία διαφοροποιείται από τα τοπικά ιδιώματα, ενσωματώνοντας ταυτοχρόνως σημαντικές επιδράσεις της κοινής νέας ελληνικής.
Η κυπριακή μιλιέται σε ένα αστικοποιημένο ανεξάρτητο κράτος· εκτός από το κοινωνικοπολιτικό αυτό κριτήριο, η ύπαρξη της ενδιάμεσης αυτής γλωσσικής ποικιλίας, της κυπριακής κοινής, κυρίως διαφοροποιεί την περίπτωση της Κύπρου από άλλες περιπτώσεις όπου η διάλεκτος συνυπάρχει με την κοινή στα όρια του ελληνικού κράτους.[6] Είναι σημαντικό ότι μια κάποια μορφή αυτής της ποικιλίας γράφεται -έστω κι αν γράφεται για να ακούγεται μόνο, όπως συμβαίνει λ.χ. με τα λεγόμενα «κυπριώτικα σκετς» στο ραδιόφωνο. Η «κυπριακή κοινή», πάντως, αποτελεί ερευνητική μας υπόθεση, της οποίας η εμπειρική επαλήθευση εκκρεμεί.[7]
Σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης διδάσκεται η κοινή νέα ελληνική. Στο ζήτημα της γλωσσικής παιδείας το εκπαιδευτικό σύστημα της Κύπρου ακολουθεί τυφλά το αντίστοιχο της Ελλάδας: ίδια μαθήματα, ίδιο περιεχόμενο, ίδια βιβλία. Αντίθετα, η εκμάθηση της κυπριακής γίνεται με τον φυσικό, ανεπίγνωστο τρόπο. Η «υψηλή ποικιλία» λοιπόν, η κοινή νέα ελληνική, είναι πρόσθετη και επιβεβλημένη -«υπέρτατη»-, μαθαίνεται πάντα μετά την κατάκτηση [acquisition] της διαλέκτου, με τεχνητό τρόπο, σταδιακά, σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, για τις ανάγκες, αποκλειστικά, του γραπτού λόγου. Μαθαίνεται, δεν κατακτιέται, όπως είναι φυσικό για ποικιλία αφύσικη.[8]
Κυπριακή και κοινή συνδέονται με ξεχωριστές γραμματειακές παραδόσεις. Ως γνωστόν, γραπτά μνημεία της κυπριακή σώζονται από τον 14ο αιώνα (Ασσίζες, Χρονικά του Μαχαιρά και του Βουστρωνίου). Στις μέρες μας, η χρήση της στη λογοτεχνία περιορίζεται στο προφορικό είδος που ασκούν ακόμα λίγοι κύπριοι «ποιητάρηδες»,[9] στο θέατρο (ιδιαίτερα δημοφιλές είναι το «κυπριώτικο σκετς»), σε λιγοστά πεζογραφήματα με κυπριακή θεματογραφία. Η χρήση της στο δοκίμιο θα ήταν αδόκιμη. Γενικά, η κυπριακή θα χρησιμοποιηθεί σε μορφές γραπτού λόγου που διατηρούν αναπαραστατική σχέση προς τον προφορικό. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις θα χρησιμοποιηθεί η κοινή, ακόμα και για προφορικά εκφερόμενο γραπτό λόγο (δελτία ειδήσεων, μαθήματα, διαλέξεις, κηρύγματα, πολιτικοί λόγοι κλπ.). Επίσημα διοικητικά και νομικά έγγραφα είναι τα περισσότερα στην κοινή -λιγοστά στην αγγλική. Στην κοινή εκδίδεται επίσης ο ημερήσιος και περιοδικός τύπος, με ελάχιστες και προβλεπόμενες εξαιρέσεις (λ.χ. σατιρικές στήλες ή εφημερίδες).
Η λειτουργική διαφοροποίηση κυπριακής-κοινής εκτείνεται και στον προφορικό λόγο. Η κυπριακή, σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τη μόρφωση του ομιλητή, χρησιμοποιείται σε περιστάσεις (συν)ομιλίας μεταξύ οικείων, για καθημερινά, διαπροσωπικά, ιδιωτικά, ανεπίσημα ζητήματα ή συνδιαλλαγές (λ.χ. στα ψώνια). Δεν συνηθίζεται χρήση της κοινής σε καθημερινές περιστάσεις επικοινωνίας, μπορεί όμως να υπαγορεύεται από την παρουσία Ελλαδιτών, την αίσθηση σοβαρότητας που περιβάλλει τη συζήτηση ή την επιδίωξη κοινωνικού κύρους.
Στάσεις απέναντι στις δύο ποικιλίες
Η λειτουργική διαφοροποίηση δεν θα ήταν άλλωστε δυνατή χωρίς τις συχνά λανθάνουσες αξιολογήσεις που συνδέονται με κάθε ποικιλία. Η κοινή περιβάλλεται με το κύρος της τυποποιημένης γλώσσας («τα ωραία/σωστά ελληνικά»), γι’ αυτό άλλωστε η αδιάκριτη χρήση της μπορεί να προκαλεί την αίσθηση της εκζήτησης· ο Κύπριος που επιλέγει πάντα την κοινή λέγεται ότι «ελληνικουρίζει» ή «καλαμαρίζει». Η κοινή δίνει την αίσθηση γλώσσας «τεχνητής», κατάλληλης μόνο για «επίσημες» περιστάσεις. Από την άλλη, η διάλεκτος, η «χαμηλή ποικιλία», αντιμετωπίζεται με το γνωστό σύμπλεγμα αρνητικών και θετικών αξιολογήσεων: είναι «γλώσσα των αγράμματων» -«χωριάτικα»- «κατώτερη», «ατελής», «χωρίς γραμματική», αλλά και «γλώσσα των ομοίων», «ιθαγενείς», «φυσική», και, σύμφωνα με ένα τρέχον ιδεολόγημα, «αρχαιότερη της κοινής».
Διάλεκτος και κοινή: μια σχέση συμπληρωματική
Η κοινή βρίσκεται, συνεπώς, σε μια σχετικά σταθερή συμπληρωματική ή/και αντιθετική σχέση σε όλους του τομείς που διακρίνει ο κλασικός ορισμός της διμορφίας του Charles Ferguson 1959: ως προς τη γραμματική και το λεξιλόγιο, το βαθμό τυποποίησης, τον τρόπο εκμάθησης, το είδος της γραμματειακής παράδοσης που συνδέεται με κάθε ποικιλία, τα πεδία χρήσης γραπτού και προφορικού λόγου, το κύρος.
Κοινή και διάλεκτος βρίσκονται λοιπόν, καταρχήν, σε σχέση συμπληρωματική. Η κοινή χρησιμοποιείται στην Κύπρο, στο πλαίσιο ενός ευρύτατα διαδεδομένου γλωσσικού καταμερισμού, για τη διάκριση του δημόσιου από το ιδιωτικό, του συλλογικού από το ατομικό, του επίσημου από το ανεπίσημο. Όσο αυτές οι κοινωνικές διακρίσεις βρίσκονται υπό διαμόρφωση, η σχέση κοινής -διαλέκτου θα ποικίλλει σημαντικά, ανάλογα με την ηλικία, την κοινωνική θέση, την καταγωγή του ομιλητή και τις αντιλήψεις του. Η κοινή πάντως δεν είναι απλώς το «κυριακάτικο ρούχο» των Κυπρίων. Δεν συμπληρώνει μόνο τη λειτουργία της διαλέκτου αλλά εισάγει επίσης στη γλωσσική κοινότητα της Κύπρου μιαν αντίθεση προς τη διάλεκτο, αντίθεση που υπονομεύει την αρχική συμπληρωματική τους σχέση. Η αντίθεση αυτή φανερώνεται στις μεταγλωσσικές αξιολογήσεις των ομιλητών. Θα ήταν λάθος οι αξιολογήσεις αυτές να περιγραφούν απλώς ως «μέσοι όροι» ατομικών αντιλήψεων, όπως υπονοούν οι σχετικές στατιστικές μελέτες (βλ. Sciriha 1995, 18 κ.ε.)· θα μας διέφευγε έτσι ένα σημαντικό κοινωνικό χαρακτηριστικό τους, ότι δηλαδή κατασκευάζονται από ορισμένες ελίτ, που ασκούν μικρότερη ή μεγαλύτερη επίδραση στον ευρύτερο πληθυσμό.[10] Μέσω αυτής της διαδικασίας κατασκευής δημιουργείται ένα πλέγμα αξιολογήσεων, όπου η αντίθεση κοινής – διαλέκτου συνυπάρχει και εν μέρει συμπίπτει με πολιτικές και ιδεολογικές αντιθέσεις του τύπου δεξιά-αριστερά, ενωτικοί-ανεξαρτησιακοί, απορριπτικοί-αριστερά, ενωτικοί-ανεξαρτησιακοί, απορριπτικοί-ενδοτικοί, εθνικιστές-νεοκύπριοι.
Ιδεολογικές προεκτάσεις
Σε αυτό το πλέγμα των αντιθέσεων κυρίαρχο είναι το ιδεολογικό ρεύμα που προβάλλει και θέλει να επιβάλει τον ενοποιητικό ρόλο της κοινής νέας ελληνικής. Αρκετοί λόγιοι, Κύπριοι και Ελλαδίτες, προτάσσουν με ιδιαίτερη πολεμική ένταση την άποψη ότι η «ελληνική» -δηλαδή η κοινή νέα ελληνική- χρειάζεται «προάσπιση και καλλιέργεια» στην Κύπρο, ιδιαίτερα απέναντι στον «κοινό εξωτερικό εχθρό», που υποτίθεται πως είναι η αγγλική. Η επίδραση της αγγλικής παρουσιάζεται με τις συνήθεις υπερβολές που χαρακτηρίζουν πάντα τις καθαριστικές αντιλήψεις που περιβάλλουν την κοινή ποικιλία.[11] Παραγνωρίζοντας την προφανή διμορφία κοινής-κυπριακής, ορισμένοι μιλούν για την υποτιθέμενη διγλωσσία ελληνικής-αγγλικής.[12] Το επιχείρημα της «προάσπισης» από την αγγλική γλώσσα δεν αποτελεί λοιπόν στην Κύπρο επιχείρημα υπέρ του αδυνάτου αλλά μάλλον έκφραση ενός ιδιότυπου γλωσσικού ηγεμονισμού της κοινής νέας ελληνικής, απέναντι στην κυπριακή διάλεκτο. Θα έλεγα, με κάποια υπερβολή, ότι η αγγλική στην Κύπρο είναι μια γλώσσα επινοημένη.
Σε κατάσταση διμορφίας, ο ενοποιητικός ρόλος της κοινής οδηγεί σταδιακά σε επέκταση των πεδίων χρήσης της, σε βάρος της διαλέκτου. Μοναδική περίπτωση, υπενθυμίζω, για την οποία ο Ferguson προβλέπει καθιέρωση της υψηλής ποικιλίας σε μια διμορφική κοινότητα είναι όταν αυτή αποτελεί την κοινή ποικιλία και σε άλλη γλωσσική κοινότητα, η οποία μάλιστα παρουσιάζεται να περιλαμβάνει την πρώτη (Ferguson 1972, 148).
Άλλωστε, η κοινή νέα ελληνική έχει στην Κύπρο διπλή ιδεολογική υπόσταση· είναι η υψηλή κληρονόμος μιας χαμηλής ποικιλίας: της δημοτικής. Η κοινή νέα ελληνική αναγνωρίζεται ως προϊόν τερματισμού του γλωσσικού ζητήματος στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, αναγνωρίζεται δηλαδή ως νόμιμη, αν και μετριοπαθής, απόγονος της πάλαι ποτέ χαμηλής ποικιλίας, της δημοτικής. Το γεγονός αυτό εμποδίζει την ταυτόχρονη αναγνώρισή της ως υψηλής ποικιλίας στη γλωσσικά ιδιόμορφη Κύπρο, την αναγνώρισή της δηλαδή ως ποικιλίας επιβεβλημένης και εν μέρει τεχνητής -ως «καθαρεύουσας».
Στην κοινότητα που εξετάσαμε, η γλωσσική ισχύς ορίζεται ως τάση επέκτασης των πεδίων χρήσης τα οποία αρχικά περιβάλλει το κύρος του «υψηλού», στο πλαίσιο πάντως ενός διαδεδομένου γλωσσικού καταμερισμού. Η κοινή, στην Κύπρο, δεσμεύει τη δημόσια, επίσημη, συλλογική έκφραση. Από την καταξιωμένη αυτή θέση, η ανάπτυξη μιας ιδεολογίας προάσπισης της κοινής οδηγεί, σταδιακά, και στην επικράτησή της.
Το παράδειγμα της Κύπρου δείχνει, βέβαια, ότι η «ισχύς» είναι έννοια σχετική· η ίδια γλώσσα μπορεί να περιγραφεί ως ισχυρή ή ασθενής ανάλογα με τους ανταγωνιστές και τους εταίρους της. Μας δείχνει επίσης ότι η ιδεολογία των «αδύναμων» γλωσσών μπορεί να αποτελέσει, στην πραγματικότητα, ένα σημαντικό μέσο για την ισχυροποίησή τους. Για να δώσουμε χώρο στην ελληνική στο «εσωτερικό» της, φαντασιώνουμε ένα «εξωτερικό» όπου ο χώρος της απειλείται. Αν την περιγράφουμε ως γλώσσα ασθενή και απειλούμενη, είναι γιατί τη φανταζόμαστε σ’ ένα αφηρημένο γλωσσικό στίβο, σαν αυτόν της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι γλώσσες μάλλον παρά τα άτομα συνομιλούν· όπου δεν υφίσταται γλωσσικός καταμερισμός, οι γλώσσες όλες μιλάνε επί παντός· και όλες μοιάζουν να απευθύνονται στο ίδιο βουβό ακροατήριο, σαν να θέλουν να κερδίσουν την εύνοιά του. Δεν υπάρχει τέτοιος στίβος, γιατί δεν ορίζεται γλωσσική κοινότητα με παρόμοια χαρακτηριστικά. Πρόκειται για εικόνα στο πλαίσιο μια ιδεολογίας, που όμως επιτρέπει στην ελληνική να ορίσει της δική της επικράτεια, προβάλλοντας κυριαρχικά δικαιώματα σε κοινότητες όπως της Κύπρου.
Βιβλιογραφικές αναφορές
- chambers, j. k. & p. trudgill, 1980. Dialectology. Cambridge: Cambridge University Press.
- δελβερουδη, ρ. & σ. μοσχονας. Υπό δημοσίευση. Ο καθαρισμός της γλώσσας και η γλώσσα του καθαρισμού. Σύγχρονα θέματα.
- ferguson, ch. 1972. Diglossia. Στο Language and Social Context, επιμ. P. Giglioli, 232-251. Penguin Books [α´ δημοσίευση στο Word 15 (1959): 325-340].
- ioannou, y. 1991. Language, politics and identity: An analysis of the Cypriot dilemma. The Cyprus Review 3 (1): 15-41.
- karoulla-vrikkis, d. 1991. The language of the Greek Cypriots today: A revelation of an identity crisis? The Cyprus Review 3 (1): 42-58.
- karyolémou, m., επιμ. 1992. Sociolinguistique du grec et de la Grèce (Plurilinguismes 4). Παρίσι: Université René Descartes.
- καρυολαιμου, μ. 1993 Μεταγλωσσικά σχόλια και γλωσσικές στάσεις. Στο Μελέτες για την ελληνική γλώσσα. Πρακτικά της 14ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., 459-473.
- κοντοσοπουλος, ν. 1994. Διάλεκτος και ιδιώματα της νέας ελληνικής. 2η έκδ. Αθήνα.
- newton, b. 1972. Cypriot Greek. Χάγη: Mouton.
- ―――. 1983. Stylistic levels in Chypriot Greek. Mediterranean Language Review 1:55-63.
- panayi-tulliez, ph. 1992. Langue, poésie orale et identité chypriote. Στο karyolémou 1992, 39-55.
- πετρουνιασ, ευ. 1984. Νεοελληνική γραμματική και συγκριτική ανάλυση. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
- sciriha, l. 1995. The interplay of language and identity in Cyprus. The Cyprus Review 7 (2): 7-34.
- stamatakis, n. 1991. History and nationalism: The cultural reconstruction of the Modern Greek Cypriot identity. The Cyprus Review 3 (1): 7-34.
- χριστοδουλου, μ., επιμ. 1993. Ελλάδος φθόγγον χέουσα. Λευκωσία: Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου.
1 Ο Κοντοσόπουλος (1994, 3, 20) παρουσιάζει την κυπριακή ως «ιδίωμα» και, «καταχρηστικά», ως διάλεκτο. Κατάχρηση στο σημείο αυτό γίνεται μάλλον από τον Κοντοσόπουλο. Αν και περιγράφεται ως γλωσσικά ετερόνομη, η κυπριακή μιλιέται σε μια κοινότητα με σχετική αυτονομία, όχι μόνο από γεωγραφική αλλά και από πολιτική, κοινωνική, ιδεολογική άποψη. Η γλωσσική ετερονομία παρουσιάζεται ως εγγενές γνώρισμα της κυπριακής, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πάντως ότι εν μέρει τουλάχιστον προκύπτει από το είδος της συγκριτικής περιγραφής που συνήθως επιχειρεί η διαλεκτολογία. Η παρατήρηση αυτή αφορά και τη νεοτερική χρήση της γενετικής γραμματικής στην περιγραφή της διαλέκτου. Έτσι, σύμφωνα με τον Newton (1983, 56) «demotic forms serve as the phonological input to general Cypriot and this in turn provides the input to the local dialects»· πβ. του ίδιου, 1972, σχετικά με «underlying forms» και κεφ. 5· εννοείται ότι οι «undelying forms» είναι τύποι της κοινής. Σχετικά με τον πολιτικο-ιδεολογικό καθορισμό των εννοιών «αυτονομία-ετερονομία», βλ. Chambers & Trudgill 1980, 10 κ.ε. Το κριτήριο της αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ Κυπρίων και Ελλαδιτών, που χρησιμοποιείται για να προσδώσει status «ιδιώματος» στην κυπριακή, είναι αναποτελεσματικό, αφού οι Κύπριοι, λόγω ακριβώς της γλωσσικής διμορφίας, χρησιμοποιούν την κοινή απευθυνόμενοι σε Ελλαδίτες.
2 Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται μελέτες με αυτό το θέμα, οι οποίες όμως έχουν έντονο ιδεολογικό χαρακτήρα, όπως, λ.χ. Ioannou 1991. Η σημαντικότερη -και αμερόληπτη- μελέτη είναι της Sciriha, την εκτίμηση της οποίας για την ύπαρξη διμορφίας στην Κύπρο απολύτως συμμεριζόμαστε. Δεν υπάρχουν «μικροσκοπικές» κοινωνιογλωσσικές μελέτες της σχέσης κοινής-κυπριακής σε συγκεκριμένα πεδία χρήσης ούτε μελέτες γλωσσικών αλλαγών οφειλομένων στην επίδραση της κοινής στην κυπριακή διάλεκτο.
3 Το κυπριακό σύνταγμα του 1960, άρθρο 3, καθιερώνει ως επίσημη γλώσσα και την τουρκική, που όμως χρησιμοποιείται πια μόνο στην κατεχόμενη Κύπρο.
4 Για μια περιγραφή της κυπριακής διαλέκτου, βλ. Newton 1972.
5 Σχετικά πρόσφατα, οι προτάσεις της Μόνιμης Επιτροπής Τυποποίησης Γεωγραφικών Ονομάτων, οι οποίες συχνά ρυθμίζουν τον τύπο που παραδίδει η λαϊκή χρήση προς την κατεύθυνση ενός υποτιθέμενου τύπου της κοινής, προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις και αντεγκλήσεις στον τοπικό τύπο και το κοινοβούλιο.
6 Αντίθετα, για τον Πετρούνια (1984, 184), «δεν είναι σωστό να μιλάμε για διγλωσσική κατάσταση [διμορφία] στην περίπτωση π.χ. Κρητικών ή Κύπριων, που τουλάχιστον όταν βρίσκονται στο νησί τους δε νοιώθουν μειωμένοι να χρησιμοποιούν την τοπική διάλεκτο, παρόλο που χρησιμοποιούν την Κοινή με επισκέπτες από την άλλη Ελλάδα».
7 Βλ. Newton 1972 (21 και κεφ. 5). Δεν υπάρχουν νεότερες μελέτες της διαλέκτου, παρά τις δραστικές αλλαγές που ο πόλεμος του 1974 επέφερε στον γλωσσογεωγραφικό χώρο και παρά τη συνολική αναδιάρθρωση του κοινωνικού χώρου λόγω της ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης του νησιού.
8 Τα γραπτά των κύπριων μαθητών και φοιτητών παρουσιάζουν συχνά «λάθη» που οφείλονται σε γραμματικές παρεμβολές της κυπριακής στην κοινή και επιβιώσεις της προφορικότητας, λ.χ. αμφισβητάω. Ιδιαίτερη δυσκολία αντιμετωπίζουν οι μαθητές στη χρήση των λόγιων στοιχείων της κοινής. Χρειάζεται να βρεθεί κανείς στην Κύπρο για να καταλάβει πόσο δευτερεύοντα και τεχνητά είναι, και στο σώμα της κοινής, όλα αυτά τα «αφενός και αφετέρου», τα «ούτως ή άλλως» και τα «αφορά σε». Δάσκαλοι και καθηγητές συχνά παραπονιούνται για την «κακή χρήση» της ελληνικής από τους κύπριους μαθητές, παραγνωρίζοντας όμως την αιτιολογία του φαινομένου, δηλαδή την ύπαρξη διμορφίας· βλ. χαρακτηριστικά Stamatakis (1991, 67).
9 Πβ. Panayi-Tulliez 1992. Η «σοβαρή» ποίηση, ακόμα και όταν αφορά θεματικά στην Κύπρο, γράφεται στην κοινή.
10 Σύμφωνα με την Καρυολαίμου (1993), η κυπριακή κοινότητα είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη σε γλωσσικά ζητήματα.
11 Σχετικά με την πρακτική και την κοινωνική οργάνωση του καθαρισμού, βλ. Δελβερούδη & Μοσχονάς, υπό δημοσίευση.
12 Βλ. λ.χ. Karoulla-Vrikkis 1991. Στο ίδιο πνεύμα οι εργασίες που συγκεντρώνονται από τον Χριστοδούλου 1993.