Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο.

Greece and Byron

The final model was made by Henri-Michel-Antoine Chapu (1833-1891), while the sculpting of the marble was made by Alexandre Falguière (1831-1900).

A marble 3-metre tall complex showing Greece personified, crowning Lord Byron with a palm branch—a symbol of immortality—as a token of gratitude. The base of the sculpture is modular with embossed decorations on top and it exudes monumentality.

The nude male figure on the back of the sculpture symbolises the enslaved Greeks.

Greece is depicted in a larger scale—adding emphasis to its form—with an oval face and wearing a headband, which falls on her back.

George Gordon, aka Lord Byron, (1788-1824) is depicted shaved, with combed hair. He looks at Greece with passion, although his body and the palm of his hand are moving away from her. The posture has romantic overtones, since Byron was a romantic poet.

He was one of the most honoured personalities of the Greek Revolution, a devoted philhellene. He was in Greece during the revolution and died in 1824 in Messolonghi due to illness.

His body was embalmed, but the Greeks wanted some part of their hero to stay with them. According to some sources, his heart remained in Messolonghi. His other remains were sent to England and he was buried at the Church of St Mary Magdalene in Hucknall, Nottinghamshire.

are you the river or am i

are you the river or am i
do i flow into the sea or do you flow into me
why is it when i try to slake my thirst you disappear
when you try, i appear

you have never stopped calling me
i have never stopped answering you
whose longing elicited this longing in me
whose love buried me in sorrow

i, even i, even as i am
know the loneliness of separation
as sails of clouds, like memories
flee across the windswept sky

you are all that i love, all that i can love
yet how do i love you, know you, know that i love you
when all that you are remains unknown to me
and all that i am is known only to you

i carry within me the grief of all loving
would you be different if i knew you
would i be different – can a flower know
what it means to be a flower

all the silt of my journeying
all the salt of my yearning flows into you
and all longing, every love, all knowing, every loss
everything you are comes to rest in me

 

είσαι συ το ποτάμι ή μήπως εγώ;

είσαι συ το ποτάμι ή μήπως εγώ;
κυλώ εγώ στη θάλασσα ή εσύ μέσα μου;
γιατί όταν προσπαθώ να σβήσω τη δίψα μου, εσύ εξαφανίζεσαι
όταν όμως εσύ προσπαθείς, εγώ εμφανίζομαι;

δεν έπαψες ποτέ να με καλείς
δεν έπαψα ποτέ να σου απαντώ
συ που η λαχτάρα σου προκάλεσε την αποζήτηση μέσα μου
συ που η αγάπη σου με έθαψε μέσα στη θλίψη

εγώ, ακόμα κι εγώ, ακόμα κι έτσι όπως είμαι εγώ
γνωρίζω τη μοναξιά του χωρισμού
καθώς τα συννεφένια πανιά φουσκώνουν και φεύγουν
σαν αναμνήσεις στον ανεμοδαρμένο ουρανό

είσαι ό,τι αγαπώ, ό,τι μπορώ να αγαπήσω
όμως πώς να σε αγαπήσω, να σε γνωρίσω, να γνωρίσω ότι σε αγαπώ
όταν όλα αυτά που εσύ είσαι, μου παραμένουν άγνωστα
και όλα αυτά που εγώ είμαι, τα ξέρεις μόνον εσύ

κουβαλάω μέσα μου τη θλίψη ολάκερης της στοργής
θα ήσουν διαφορετική αν σε ήξερα;
θα ήμουν εγώ διαφορετικός; μπορεί άραγε ένα λουλούδι να ξέρει
τι σημαίνει να είσαι λουλούδι;

όλη η λάσπη που κατακάθισε στο ταξίδι μου
όλο το αλάτι της αποζήτησης ρέει μέσα σου
κι όλος ο πόθος, κάθε αγάπη, όλη η γνώση, κάθε απώλεια
ό,τι εσύ είσαι, έρχεται να ξεκουραστεί μέσα μου

Odd Socks Day

Odd Socks Day


Σύνδρομο Down
 ή αλλιώς Τρισωμία 21

Κάθε χρόνο, καλούμαστε να φορέσουμε διαφορετικές, παράταιρες κάλτσες προκειμένου να τιμήσουμε την Παγκόσμια Ημέρα για το Σύνδρομο Down.

Η μέρα αυτή πέφτει στις 21 του 3ου μήνα για να υποδηλώσει τον τριπλασιασμό του 21ου χρωμοσώματος που προκαλεί την τρισωμία.

desert έρημος
desertification απερήμωση

drought ξηρασία
migration μετανάστευση
conflict σύρραξη
survival επιβίωση

dream όνειρο

“We’re talking about revitalising the ecosystem, the economy of communities and villages. The future generation will hold us accountable.”

— Μιλάμε για την αναζωογόνηση του οικοσυστήματος, της οικονομίας των κοινοτήτων και των χωριών. Η μελλοντική γενιά θα μας ζητήσει να λογοδοτήσουμε.

climate change κλιματική αλλαγή

vision όραμα

hardship κακουχία

movement κίνημα

Prints

Seeing photos
of ancestors
a century past

is like looking
at your own
fingerprints—

circles
and lines
you can’t
recognize

until someone else
with a stranger’s eye
looks close and says
that’s you.

 

Αποτυπώματα

Βλέποντας φωτογραφίες
προγόνων
έναν αιώνα μετά

είναι σαν να κοιτάζεις
τα δικά σου
δακτυλικά αποτυπώματα—

κύκλοι
και γραμμές
που δεν μπορείς
να αναγνωρίσεις

μέχρι που κάποιος άλλος
με τη ματιά ενός τρίτου
κοιτάζει κοντά και λέει:
«Αυτός είσαι συ».

Charles Mungoshi (1947-2019) was born in Chivhu, Zimbabwe.

 

Dotito is Our Brother

He is strange.
He will not play with us on the streets.
He doesn’t want to go with us to the community centre.
He doesn’t want to play the hoola-hoop.
He likes to sit under the mango tree
all day long
all alone
drawing strange things that look like people
but aren’t really people.

He is at the bottom of his class
and each time we go for games
in the playground, he disappears.
He loves the rain.

He could walk for hours in a heavy downpour
and never notice. Father caned him for it once.
And now when it rains he just sits by the window
looking out. Sometimes talking,
opening his mouth and saying strange things
to the rain.

When he is tired of talking to the rain,
he blows breath onto the glass pane,
and draws the same weird things
on scraps of paper.

People who don’t know him
think he is deaf. He isn’t although we
aren’t sure he won’t be. Soon.

Behind the closed door of their bedroom
father and mother whisper about him in the dark,
but we aren’t supposed to hear it,
we know what they have begun to think
about Dotito.

We are a little afraid.

Strange people point and stare at us in the street—
even when Dotito isn’t with us.
We know what they are saying too,
even when we don’t see them open their mouths.
They are talking about how we are
Dotito’s people.

 

Ο Ντοτίτο είναι αδερφός μας

Είναι παράξενος.
Δεν θέλει να παίζει μαζί μας στο δρόμο.
Δεν θέλει να έρθει μαζί μας στο κέντρο νεότητας της κοινότητάς μας.
Δεν θέλει να παίξει χούλα-χουπ.
Του αρέσει να κάθεται κάτω από το δέντρο του μάνγκο
όλη μέρα
ολομόναχος,
ζωγραφίζοντας περίεργα πράγματα που φαίνονται σαν άνθρωποι
αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι άνθρωποι.

Είναι ο τελευταίος της τάξης
και κάθε φορά που βγαίνουμε να παίξουμε
στο προαύλιο, εκείνος εξαφανίζεται.
Αγαπά τη βροχή.

Θα μπορούσε να περπατήσει για ώρες κάτω από δυνατή βροχή
και να μην το προσέξει καν.
Ο πατέρας μας τον έδειρε γι’ αυτό μια φορά με τη βέργα.
Και τώρα, όταν βρέχει, κάθεται στο παράθυρο
κι αγναντεύει έξω. Μιλάει κιόλας μερικές φορές,
ανοίγοντας το στόμα του και λέγοντας παράξενα πράγματα
στη βροχή.

Όταν βαριέται να μιλάει στη βροχή,
φυσάει την ανάσα του στο τζάμι
κι ύστερα ζωγραφίζει τα ίδια αλλόκοτα πράγματα
πάνω σε κομματάκια χαρτί.

Αυτοί που δεν τον ξέρουν,
νομίζουν ότι είναι κουφός. Δεν είναι, αν και εμείς
δεν είμαστε σίγουροι πως δεν θα κουφαθεί. Σύντομα.

Πίσω από την κλειστή πόρτα της κρεβατοκάμαράς τους
ο πατέρας και η μητέρα μας ψιθυρίζουν γι’ αυτόν μες στο σκοτάδι,
αλλά εμείς κανονικά δεν πρέπει να ακούμε.
Ξέρουμε τι έχουν αρχίσει να σκέφτονται
για τον Ντοτίτο.

Φοβόμαστε λίγο.

Άγνωστοι άνθρωποι μας δείχνουν με το δάχτυλο
και μας κοιτάζουν στο δρόμο—
ακόμα κι όταν ο Ντοτίτο δεν είναι μαζί μας.
Γνωρίζουμε και τι λένε,
ακόμα κι όταν δεν τους βλέπουμε να ανοίγουν το στόμα τους.
Μιλάνε για μας, ότι είμαστε
το σόι του Ντοτίτο.

Μια ζωγραφιά από το Cambrai με ευχές στο μαθητή μου Φώτη (Β’ τάξη) για γρήγορα περαστικά.

C 1

 

Cambrai, France

Sailboat 1
Το καραβάκι μας
sailing boat (UK) | sailboat (USA)
στα Αγγλικά της Ε’ τάξης.

ait 1

Ζωγραφιές και χειροτεχνήματα από το Αιτωλικό με ευχές για γρήγορα περαστικά στο μαθητή μου Φώτη της Β’ τάξης.

 

Aitoliko

m 1

Το ποντικάκι μας στο προαύλιο

image 1 1

Ο χαρταετός που φτιάξαμε στο προαύλιο.

Lembrança do mundo antigo

Clara passeava no jardim com as crianças.
O céu era verde sobre o gramado,
a água era dourada sob as pontes,
outros elementos eram azuis, róseos, alaranjados,
o guarda-civil sorria, passavam bicicletas,
a menina pisou a relva para pegar um pássaro,
o mundo inteiro, a Alemanha, a China, tudo era
tranquilo em redor de Clara.

As crianças olhavam para o céu: não era proibido.
A boca, o nariz, os olhos estavam abertos. Não havia perigo.
Os perigos que Clara temia eram a gripe, o calor, os insetos.
Clara tinha medo de perder o bonde das 11 horas,
esperava cartas que custavam a chegar,
nem sempre podia usar vestido novo. Mas passeava
no jardim, pela manhã!!!
Havia jardins, havia manhãs naquele tempo!!!

 

Memory of the Ancient World

Clara strolled in the garden with the children.
The sky was green over the grass,
the water was golden under the bridges,
other elements were blue and pink and orange,
a constable smiled, bicycles passed,
a girl stepped onto the lawn to catch a bird,
the entire world—Germany, China—
everything was tranquil around Clara.

The children looked at the sky: it was not forbidden.
Mouth, nose, eyes were open. There was no danger.
What Clara feared was the flu, the heat, the insects.
Clara feared missing the eleven o’clock tram,
She waited for letters slow to arrive,
She couldn’t always wear a new dress.
But she strolled in the garden, in the morning!
They had gardens, they had mornings back then!

 

Ανάμνηση του αρχαίου κόσμου

Η Κλάρα έκανε βόλτα στον κήπο μαζί με τα παιδιά.
Ο ουρανός ήταν πράσινος πάνω από το χορτάρι,
το νερό ήταν χρυσό κάτω από τις γέφυρες,
άλλα στοιχεία της φύσης ήταν γαλάζια και ροζ και πορτοκαλί,
ένας αστυφύλακας χαμογέλασε, ποδήλατα πέρασαν,
ένα κορίτσι πάτησε στο γρασίδι για να πιάσει ένα πουλί,
ο κόσμος όλος —η Γερμανία, η Κίνα—
τα πάντα ήταν γαλήνια γύρω απ’ την Κλάρα.

Τα παιδιά κοίταξαν τον ουρανό: δεν απαγορευόταν.
Στόμα, μύτη, μάτια ήταν ανοιχτά. Δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος.
Αυτό που φοβόταν η Κλάρα ήταν η γρίπη, η ζέστη, τα έντομα.
Η Κλάρα φοβόταν μήπως χάσει το τραμ των έντεκα,
περίμενε γράμματα που αργούσαν να φτάσουν,
δεν μπορούσε πάντοτε να φορά ένα καινούριο φόρεμα.
Έκανε όμως βόλτα στον κήπο, το πρωί!
Είχαν κήπους, είχαν πρωινά τον καιρό εκείνο!

Η κάρτα που έφτιαξα για το μαθητή μου Φώτη της Β’ τάξης.

f 1

Φώτη, χρησιμοποίησε
τις υπερφυσικές δυνάμεις σου
και γίνε γρήγορα καλά!

A Word On Statistics

Out of every hundred people
those who always know better:
fifty-two.

Unsure of every step:
almost all the rest.

Ready to help,
if it doesn’t take long:
forty-nine.

Always good,
because they cannot be otherwise:
four—well, maybe five.

Able to admire without envy:
eighteen.

Led to error
by youth (which passes):
sixty, plus or minus.

Those not to be messed with:
forty and four.

Living in constant fear
of someone or something:
seventy-seven.

Capable of happiness:
twenty-some-odd at most.

Harmless alone,
turning savage in crowds:
more than half, for sure.

Cruel
when forced by circumstances:
it’s better not to know,
not even approximately.

Wise in hindsight:
not many more
than wise in foresight.

Getting nothing out of life except things:
thirty
(though I would like to be wrong).

Doubled over in pain
and without a flashlight in the dark:
eighty-three, sooner or later.

Those who are just:
quite a few at thirty-five.

But if it takes effort to understand:
three.

Worthy of empathy:
ninety-nine.

Mortal:
one hundred out of one hundred—
a figure that has never varied yet.

 

Μια λέξη μόνο, με βάση τις στατιστικές

Από κάθε εκατό ανθρώπους,
αυτοί που κάνουν πάντα τους ξερόλες:
πενήντα δύο

Αβέβαιοι για κάθε τους βήμα:
σχεδόν όλοι οι άλλοι

Πρόθυμοι να βοηθήσουν,
αν δεν τους παίρνει πολύ χρόνο:
σαράντα εννιά

Πάντα καλοί,
γιατί έτσι είναι φτιαγμένοι και δεν μπορούν διαφορετικά:
τέσσερις· χμ, το πολύ πέντε

Ικανοί να θαυμάζουν χωρίς να φθονούν:
δεκαοχτώ

Οδηγημένοι σε σφάλματα
λόγω της νιότης (που περνά και χάνεται):
εξήντα, συν-πλην

Όσοι δεν είναι για να μπλέξεις μαζί τους:
τεσσαράκοντα και τέσσερις

Αυτοί που ζουν σε μόνιμο φόβο,
τρέμοντας κάποιον ή κάτι:
εβδομήντα επτά

Ικανοί για ευτυχία:
είκοσι-κάτι, το πολύ

Άκακοι μόνοι τους,
αλλά που γίνονται άγριοι μέσα στο πλήθος:
πάνω από τους μισούς σίγουρα

Βάναυσοι
όταν οι συνθήκες τους αναγκάζουν:
ας μην το ξέρουμε καλύτερα,
ούτε καν στο περίπου

Σοφοί εκ των υστέρων:
όχι πολύ περισσότεροι
απ’ τους σοφούς εκ των προτέρων

Δεν παίρνουν τίποτα από τη ζωή, παρά μονάχα αποκτούν πράγματα:
τριάντα
(αν και θα ήθελα να κάνω λάθος)

Κουλουριασμένοι από τον πόνο
χωρίς φακό μες στο σκοτάδι:
ογδόντα τρεις, αργά ή γρήγορα

Αυτοί που είναι δίκαιοι:
αρκετούτσικοι, τριάντα πέντε

Αλλά εάν απαιτείται προσπάθεια να καταλάβεις τον άλλο:
τρεις

Συμπόνιας άξιοι:
ενενήντα εννιά

Θνητοί:
και οι εκατό στους εκατό
— μέγεθος αμετάβλητο μέχρι στιγμής

La Paix

This Page Ripped Out and Rolled Into a Ball

A rose by any other name could be Miguel or Tiffany Could be
David or Vashti Why not Aya which means beautiful flower but
also verse and miracle and a bird that flies away quickly You see
where this is going That is you could look at a rose and call it
You See Where This Is Going or I Knew This Would Happen or even
Why Wasn’t I Told I’m told of a man who does portraits for money
on the beach He paints them with one arm the other he left behind
in a war and so he tucks a rose into his cuff always yellow and people
stare at it pinned to his shoulder while he works Call the rose
Panos because I think that’s his name or call it A Chair By The Sea
Point from the window to the garden and say Look a bed
of Painter’s Hands And this is a good place to remember the rose
already has many names because language is old and can’t agree
with itself In Albania you say Trëndafil In Somalia say Kacay
In American poetry it’s the flower you must never name And now
you see where this is going out the window across water
to a rose shaped island that can’t exist but you’re counting on
to be there unmapped unmentioned till now The green place
you imagine hiding when the world finds out you’re not
who you’ve said

 

Αυτή η σελίδα σκισμένη και τσαλακωμένη σε σχήμα μπαλίτσας

Ένα τριαντάφυλλο που θα το αποκαλούσαν με οποιοδήποτε άλλο όνομα θα μπορούσε να λέγεται Μιγκέλ ή Τίφανι Θα μπορούσε να λέγεται
Ντέιβιντ ή Βάστι Γιατί όχι και Άγια που σημαίνει όμορφο λουλούδι αλλά
επίσης και στίχος και θαύμα και πουλί που πετάει γρήγορα μακριά Βλέπεις
πού οδεύει αυτό Δηλαδή θα μπορούσες να κοιτάξεις ένα τριαντάφυλλο και να το αποκαλέσεις «Βλέπεις πού οδεύει αυτό» ή «Ήξερα ότι αυτό θα συμβεί» ή ακόμα και «Γιατί δεν μου το είπε κανείς;» Μου λένε για κάποιον που κάνει πορτραίτα επί πληρωμή
στην παραλία Τα ζωγραφίζει με το ένα του χέρι το άλλο το άφησε πίσω
σε έναν πόλεμο κι έτσι χώνει ένα τριαντάφυλλο ψηλά στο μανίκι του πάντοτε κίτρινο κι οι άνθρωποι το κοιτάζουν επίμονα έτσι που είναι καρφιτσωμένο στον ώμο του ενώ εκείνος εργάζεται Πες λοιπόν το τριαντάφυλλο Πάνο γιατί έτσι νομίζω τον λένε ή ονόμασέ το «Μια καρέκλα δίπλα στη θάλασσα»
Δείξε από το παράθυρο προς τον κήπο και πες Κοίτα ένα κρεβάτι [όχι στρωμένο με ροδοπέταλα αλλά] με Χέρια Ζωγράφου [δηλ. αντί να πεις a bed of roses = μία εύκολη, ευτυχισμένη κατάσταση] Κι αυτό είναι ένα καλό μέρος να θυμηθείς ότι το τριαντάφυλλο
έχει ήδη πολλά ονόματα επειδή η γλώσσα είναι παλιά και δεν μπορεί να συμφωνεί
με τον εαυτό της Στην Αλβανία λες Trëndafil Στη Σομαλία πες Kacay
Στην αμερικανική ποίηση είναι το λουλούδι που δεν πρέπει ποτέ να κατονομάσεις Και τώρα
βλέπεις πού οδεύει αυτό έξω από το παράθυρο πέρα από το νερό
σε ένα νησί με σχήμα τριαντάφυλλου που δεν μπορεί να υπάρξει αλλά εσύ υπολογίζεις στην πιθανότητα
να είσαι εκεί αχαρτογράφητος να μην σε έχουν αναφέρει καν μέχρι τώρα Το πράσινο μέρος
που φαντάζεσαι καθώς κρύβεσαι όταν ο κόσμος ανακαλύψει ότι δεν είσαι
αυτός που είπες πως είσαι

Seamus Heaney (1939-2013) was a poet born in Tamniaran, near Castledawson, Northern Ireland. He was Catholic. He received the 1995 Nobel Prize in Literature.
He moved to the Republic of Ireland and objected strongly to being included as a “British poet”:
Be advised! My passport’s green.
No glass of ours was ever raised
To toast The Queen.

 

Scaffolding

Masons, when they start upon a building,
Are careful to test out the scaffolding;

Make sure that planks won’t slip at busy points,
Secure all ladders, tighten bolted joints.

And yet all this comes down when the job’s done
Showing off walls of sure and solid stone.

So if, my dear, there sometimes seem to be
Old bridges breaking between you and me

Never fear. We may let the scaffolds fall
Confident that we have built our wall.

 

Σκαλωσιές

Όταν οι χτίστες ξεκινούν ένα κτήριο,
προσέχουν να δοκιμάζουν τις σκαλωσιές·

σιγουρεύονται πως οι σανίδες δεν θα γλιστρήσουν στα υπό πίεση σημεία,
ασφαλίζουν όλες τις σκάλες, σφίγγουν στους αρμούς τα μπουλόνια.

Κι όμως, όλα αυτά αφαιρούνται όταν τελειώσει η δουλειά
κι επιδεικνύουν με καμάρι τοίχους από γερή και συμπαγή πέτρα.

Έτσι εάν, καλή μου, κάποιες φορές μοιάζουν
οι μεταξύ μας παλιές γέφυρες να σπάνε,

μη φοβηθείς ποτέ. Μπορούμε να αφήσουμε τις σκαλωσιές μας να πέσουν,
σίγουροι πως τον έχουμε χτίσει τον τοίχο μας.

Franz Wright (1953-2015) grew up in the Northwest, the Midwest, and California.
His father, James Wright, was also a poet.

 

To Myself

You are riding the bus again
burrowing into the blackness of Interstate 80,
the sole passenger

with an overhead light on.
And I am with you.
I’m the interminable fields you can’t see,

the little lights off in the distance
(in one of those rooms we are
living) and I am the rain

and the others all
around you, and the loneliness you love,
and the universe that loves you specifically, maybe,

and the catastrophic dawn,
the nicotine crawling on your skin—
and when you begin

to cough I won’t cover my face,
and if you vomit this time I will hold you:
everything’s going to be fine

I will whisper.
It won’t always be like this.
I am going to buy you a sandwich.

 

Στον εαυτό μου

Είσαι και πάλι στο λεωφορείο,
σκάβοντας σαν τυφλοπόντικας μες στη μαυρίλα
της Εθνικής Οδού αριθμ. 80 [που διασχίζει τις Η.Π.Α.],
ο μοναδικός επιβάτης

με ένα φως αναμμένο από πάνω του.
Είμαι κι εγώ μαζί σου.
Είμαι τα απέραντα χωράφια που δεν μπορείς να δεις,

τα φωτάκια στο βάθος
(σε ένα από αυτά τα δωμάτια
ζούμε οι δυο μας) κι είμαι η βροχή

κι όλοι οι άλλοι
γύρω σου κι η μοναξιά που αγαπάς
και το σύμπαν που αγαπάει εσένα συγκεκριμένα (ίσως)

και το καταστροφικό ξημέρωμα,
η νικοτίνη που σέρνεται πάνω στο δέρμα σου—
κι όταν αρχίσεις

να βήχεις, δεν θα καλύψω το πρόσωπό μου
κι αν κάνεις εμετό, αυτή τη φορά θα σ’ αγκαλιάσω:
«όλα θα πάνε καλά»

θα ψιθυρίσω.
Δεν θα ‘ναι πάντα έτσι.
Θα σου αγοράσω ένα σάντουιτς.

hc

When Giving Is All We Have

One river gives
Its journey to the next.

We give because someone gave to us.
We give because nobody gave to us.

We give because giving has changed us.
We give because giving could have changed us.

We have been better for it,
We have been wounded by it—

Giving has many faces: It is loud and quiet,
Big, though small, diamond in wood-nails.

Its story is old, the plot worn and the pages too,
But we read this book, anyway, over and again:

Giving is, first and every time, hand to hand,
Mine to yours, yours to mine.

You gave me blue and I gave you yellow.
Together we are simple green. You gave me

What you did not have, and I gave you
What I had to give—together, we made

Something greater from the difference.

 

Όταν το να δώσουμε είναι το μόνο που έχουμε

Το ένα ποτάμι δίνει
το ταξίδι του στο άλλο.

Δίνουμε γιατί κάποιος μας έδωσε.
Δίνουμε γιατί κανείς δεν μας έδωσε.

Δίνουμε επειδή το να δίνουμε μας άλλαξε.
Δίνουμε επειδή το να δίνουμε θα μπορούσε να μας έχει αλλάξει.

Έχουμε υπάρξει καλύτεροι γι’ αυτό,
έχουμε πληγωθεί από αυτό.

Το να δίνουμε έχει πολλά πρόσωπα: είναι θορυβώδες, αλλά και ήσυχο,
μεγάλο, αν και μικρό, διαμάντι μέσα σε καρφιά για ξύλο.

Η ιστορία του είναι παλιά, η πλοκή φθαρμένη και οι σελίδες επίσης,
αλλά το διαβάζουμε αυτό το βιβλίο, ούτως ή άλλως, ξανά και ξανά:

Το να δίνεις είναι —και την πρώτη, αλλά και κάθε φορά— χέρι με χέρι,
το δικό μου μες στο δικό σου, το δικό σου μες στο δικό μου.

Μου έδωσες μπλε και σου έδωσα κίτρινο.
Μαζί είμαστε ένα απλό πράσινο. Μου έδωσες

αυτό που δεν είχες και σου έδωσα
αυτό που είχα [ή αναγκάστηκα] να δώσω— μαζί, φτιάξαμε

κάτι μεγαλύτερο μέσα από τη διαφορά.