Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο
8 Μαρ 2022

Charles Mungoshi

Συντάκτης: Κων/νος Βούλγαρης | Κάτω από: Χωρίς κατηγορία

Dotito is Our Brother

He is strange.
He will not play with us on the streets.
He doesn’t want to go with us to the community centre.
He doesn’t want to play the hoola-hoop.
He likes to sit under the mango tree
all day long
all alone
drawing strange things that look like people
but aren’t really people.

He is at the bottom of his class
and each time we go for games
in the playground, he disappears.
He loves the rain.

He could walk for hours in a heavy downpour
and never notice. Father caned him for it once.
And now when it rains he just sits by the window
looking out. Sometimes talking,
opening his mouth and saying strange things
to the rain.

When he is tired of talking to the rain,
he blows breath onto the glass pane,
and draws the same weird things
on scraps of paper.

People who don’t know him
think he is deaf. He isn’t although we
aren’t sure he won’t be. Soon.

Behind the closed door of their bedroom
father and mother whisper about him in the dark,
but we aren’t supposed to hear it,
we know what they have begun to think
about Dotito.

We are a little afraid.

Strange people point and stare at us in the street—
even when Dotito isn’t with us.
We know what they are saying too,
even when we don’t see them open their mouths.
They are talking about how we are
Dotito’s people.

Ο Ντοτίτο είναι αδερφός μας

Είναι παράξενος.
Δεν θέλει να παίζει μαζί μας στο δρόμο.
Δεν θέλει να έρθει μαζί μας στο κέντρο νεότητας της κοινότητάς μας.
Δεν θέλει να παίξει χούλα-χουπ.
Του αρέσει να κάθεται κάτω από το δέντρο του μάνγκο
όλη μέρα
ολομόναχος,
ζωγραφίζοντας περίεργα πράγματα που φαίνονται σαν άνθρωποι
αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι άνθρωποι.

Είναι ο τελευταίος της τάξης
και κάθε φορά που βγαίνουμε να παίξουμε
στο προαύλιο, εκείνος εξαφανίζεται.
Αγαπά τη βροχή.

Θα μπορούσε να περπατήσει για ώρες κάτω από δυνατή βροχή
και να μην το προσέξει καν.
Ο πατέρας μας τον έδειρε γι’ αυτό μια φορά με τη βέργα.
Και τώρα, όταν βρέχει, κάθεται στο παράθυρο
κι αγναντεύει έξω. Μιλάει κιόλας μερικές φορές,
ανοίγοντας το στόμα του και λέγοντας παράξενα πράγματα
στη βροχή.

Όταν βαριέται να μιλάει στη βροχή,
φυσάει την ανάσα του στο τζάμι
κι ύστερα ζωγραφίζει τα ίδια αλλόκοτα πράγματα
πάνω σε κομματάκια χαρτί.

Αυτοί που δεν τον ξέρουν,
νομίζουν ότι είναι κουφός. Δεν είναι, αν και εμείς
δεν είμαστε σίγουροι πως δεν θα κουφαθεί. Σύντομα.

Πίσω από την κλειστή πόρτα της κρεβατοκάμαράς τους
ο πατέρας και η μητέρα μας ψιθυρίζουν γι’ αυτόν μες στο σκοτάδι,
αλλά εμείς κανονικά δεν πρέπει να ακούμε.
Ξέρουμε τι έχουν αρχίσει να σκέφτονται
για τον Ντοτίτο.

Φοβόμαστε λίγο.

Άγνωστοι άνθρωποι μας δείχνουν με το δάχτυλο
και μας κοιτάζουν στο δρόμο—
ακόμα κι όταν ο Ντοτίτο δεν είναι μαζί μας.
Γνωρίζουμε και τι λένε,
ακόμα κι όταν δεν τους βλέπουμε να ανοίγουν το στόμα τους.
Μιλάνε για μας, ότι είμαστε
το σόι του Ντοτίτο.

Ετικέτες: , ,

Αφήστε μια απάντηση