kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΑΠΗΛΘΟΝ ΕΙΣ ΑΡΑΒΙΑΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Νοεμβρίου, 2013

Μία από τις κυριότερες ανάγκες της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η ησυχία. Ο άνθρωπος ζει μέσα στην τύρβη της καθημερινότητας. Στο άγχος της ζωής. Στην ταχύτητα, αλλά και το βάρος που προκαλούν οι βιοτικές μέριμνες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να βρει τον εαυτό του. Να δει την πορεία της ψυχής τους, αλλά και να προβληματιστεί για τον δρόμο τον οποίο ακολουθεί. Δεν έχει χρόνο ο άνθρωπος για να ετοιμάσει τον εαυτό του αληθινά. Μπορεί εν όψει ενός μεγάλου γεγονότος της ζωής ο καθένας να ετοιμάζεται όσον αφορά στο υλικό μέρος, ως προς την όψη της ύπαρξης. Το κλειδί όμως είναι η προετοιμασία της καρδιάς. Της ψυχής. Κι εκεί δυσκολευόμαστε.
Ο απόστολος Παύλος, πριν ξεκινήσει τον αγώνα για την κήρυξη του Ευαγγελίου που τον έφερε τέσσερις φορές να περιοδεύει από την Παλαιστίνη έως την Ισπανία, κάτω από συνθήκες ιδιαίτερα δύσκολες, μας  αναφέρει στην  προς Γαλάτας επιστολή του:   «ευθέως ου προσαναθέμην σαρκί και αίματι, ουδέ ανήλθον εις Ιεροσόλυμα προς τους προ εμού αποστόλους, αλλά απήλθον εις την Αραβίαν» (Γαλ.1, 16-17). Δεν στηρίχτηκε λοιπόν σε ανθρώπινες δυνάμεις, ούτε πήγε στα Ιεροσόλυμα για να συναντήσει εκείνους που ήταν απόστολοι πριν από αυτόν, αλλά έφυγε στην Αραβία. Πήγε δηλαδή στην έρημο για να ησυχάσει, να σκεφθεί, να προσευχηθεί, να προετοιμάσει τον εαυτό του για το μεγάλο έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων. Ουσιαστικά όλη αυτή η διαδικασία κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια, στα οποία ο Παύλος πάλεψε με τον εαυτό του, ώστε να μπορεί να νιώθει ότι ήταν έτοιμος για να ξεκινήσει το έργο του αποστόλου. 
Ο πρώτος μετά τον Ένα δεν έκρινε σκόπιμο να στηριχθεί στον ενθουσιασμό και την φλόγα που γεύθηκε μέσα από την κλήση του από τον ίδιο το Χριστό στο αποστολικό αξίωμα, στο ταξίδι στη Δαμασκό. Ένιωθε ότι αναλαμβάνει έργο μεγάλο. Δεν μπορούσε να στηριχθεί σε ανθρώπινες δυνάμεις, ούτε καν στα όσα ο ίδιος γνώριζε. Ούτε στην κλήση του. Ήθελε κόπο και ετοιμασία. Προσευχή. Μελέτη. Άσκηση. Ησυχία. Αποταγή από τον πρότερο βίο του και την ίδια στιγμή υπομονή. Και όταν ολοκληρώθηκε το στάδιο αυτό της κάθαρσής του, με εμπιστοσύνη στο Θεό, τον αφορίσαντα αυτόν εκ κοιλίας μητρός, ξεκινά για το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων.
Τι μας διδάσκει ο Παύλος;
Πρωτίστως ότι χρειαζόμαστε διαστήματα ησυχίας στην καθημερινή μας πορεία και ζωή. Χρόνο, στον οποίο θα δούμε τον εαυτό μας. Τα λάθη και τα πάθη. Χρόνο τον οποίο θα αξιοποιήσουμε αγωνιζόμενοι εναντίον του παλαιού ανθρώπου, έχοντας επίγνωση ότι είναι και παραγωγικός και απαραίτητος για την πνευματική μας πορεία. Είναι χρόνος προσευχής. Χρόνος αυτογνωσίας. Χρόνος ανατροφοδότησης του εαυτού μας, αλλά και αυτοελέγχου. Είναι χρόνος σιωπής. Όχι απραξίας ή διακοπών ή φυγής από τη ζωή και το πρόγραμμά της, αλλά χρόνος που χωρίς αυτόν δεν μπορούμε να ανανεωθούμε.
Ότι αυτός ο χρόνος δεν μπορεί να υπάρξει μέσα στον τόπο που ζούμε και κινούμαστε και εργαζόμαστε. Χρειάζεται απόσυρση από τον τρόπο της καθημερινότητάς μας, αλλά και από τον τόπο της. Και δεν είναι ανάγκη να είναι καρπός διαδικασίας που απαιτεί χρήματα ή ταξίδι μακριά. Μπορεί να γίνει και σε σημεία που είναι κοντά μας τοπικά, αλλά που μας δίδουν την ευκαιρία να αλλάξουμε τροπικά. Αρκεί να μην φοβόμαστε την ησυχία. Γιατί μέσα σ’ αυτήν ο εαυτός μας ορθώνεται όπως αληθινά είναι. Το ίδιο και οι επιλογές μας. Και δεν είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε ούτε αυτόν ούτε εκείνες.
Τέλος,  ησυχία χωρίς εκζήτηση του Θεού δεν έχει νόημα. Και τον Θεό δεν είναι καθόλου  εύκολο να Τον συναντήσουμε συμπνιγόμενοι στο πέλαγος των βιοτικών. Την ίδια στιγμή αυτό το πέλαγος μας κάνει να πανικοβαλλόμαστε. Να νικιόμαστε από το συνεχές των λογισμών, μέσα από τους οποίος ζούμε την πίεση και το άγχος της επιβίωσης ή της επικράτησης ή της απόλαυσης, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ούτε χρόνος ούτε διάθεση για να προσανατολιστούμε προς το Θεό. Γι’ αυτό και εύκολα ζητούμε διέξοδο στους ανθρώπους. Περιμένουμε από αυτούς να μας δώσουν λύση ή να μας τροφοδοτήσουν. Να μας μιλήσουν για το Θεό. Να μην κουραστούμε άλλο. Κι αν έχουμε χρόνο ή διάθεση, μόνο τότε αφήνουμε ένα περιθώριο να σκεφτούμε την πνευματική πορεία της ύπαρξής μας, που έγκειται στην κοινωνία με το Θεό.
Πώς τα βλέπουμε όλα αυτά στη ζωή μας;
Ο αντίθεος ή αδιάφορος για την πίστη πολιτισμός μας έχει βρει πάμπολλους τρόπους να παγιδεύει τόσο την ανάγκη μας για ησυχία, όσο και τον φόβο μας γι’ αυτήν. Η βιομηχανία του ελεύθερου χρόνου, που έχει μετατραπεί σε καταναλωτικό προϊόν αποτελεί την απάντηση του σύγχρονου ανθρώπου στο αίτημα της ησυχίας. Η εικόνα της τηλεόρασης, του υπολογιστή. Η αγορά. Τα ταξίδια και οι διακοπές.   Η διασκέδαση. Είναι στοιχεία τα οποία μας δίνουν την ψευδαίσθηση της αλλαγής και της ησυχίας, η οποία ταυτίζεται με την ξεκούραση. Ταυτόχρονα, μέσα από αυτή την βιομηχανία κατανάλωσης του χρόνου ο πολιτισμός μας δείχνει ότι φοβάται την εσωτερική αλλαγή. Γι’ αυτό και όπου κι αν πάμε, με ό,τι κι αν ασχοληθούμε, η έννοια της αυτογνωσίας περιορίζεται. Είναι κουραστικό να δούμε τον εαυτό μας. Είμαστε άλλωστε «σκασμένοι» από αυτόν. Ας «ξεσκάσουμε» λοιπόν, για να ξεχαστούμε. Την ίδια στιγμή η όποια προετοιμασία για οτιδήποτε συμβαίνει στη ζωή περιορίζεται στην κατ’ όψιν κατάσταση. Στην εξωτερική διόρθωση ή στον στολισμό του σώματος. Ακόμη και η μελέτη έχει να κάνει με βιβλία που μας βοηθούν να έρθουμε σε επαφή με τον κόσμο, χωρίς να χρειάζεται να δούμε το βάθος της ύπαρξης και το σκοπό της ζωής. Αλλά και η σχέση με το Θεό δεν αντιμετωπίζεται ως βασική ανάγκη της ύπαρξης. Γι’ αυτό και η κυριακάτικη θεία λειτουργία είναι πάρεργο ή έθιμο. Και υποκαθίσταται από τον καταναλωτισμό. Γι’ αυτό και τα καταστήματα μπορούν να είναι ανοιχτά και τις Κυριακές. Γι’ αυτό κι ένα σωρό δραστηριότητες μπορούν να προγραμματιστούν για μικρότερους και μεγαλύτερους τις Κυριακές. Έτσι ο χρόνος ξοδεύεται στην επανάληψη, την ματαιότητα και την υποταγή στον εκκοσμικευμένο προσανατολισμό.
Η θεία λειτουργία αποτελεί για τον σύγχρονο άνθρωπο «πορεία εις Αραβίαν», κατά τον αποστολικό λόγο. Στη γωνιά του ναού, είτε της ενορίας είτε της μονής, ο άνθρωπος μπορεί να δει τον εαυτό του και τα λάθη του. Να αφήσει τον εαυτό του να ανατροφοδοτηθεί από τον λόγο του Θεού. Να συναντήσει αληθινά τον πλησίον του, ξαναβλέποντας την ανάγκη για αγάπη. Να αλλάξει, έστω και για λίγο,  και τον τόπο τον τρόπο οργάνωσης του χρόνου της ζωής του. Και να κοινωνήσει το Θεό, ως παράδοση του εαυτού μας στο θέλημα και την παρουσία Του στο Ποτήριο της ζωής. Γι’ αυτό και η ασκητική παράδοση της πίστης μας επιμένει σ’ αυτόν τον τρόπο. Ακόμη κι αν δεν έχουμε πολύ περιθώριο για ησυχία, ας κρατήσουμε ζωντανή αυτή την πρόταση ζωής της Εκκλησίας μας. Την ίδια στιγμή, ένα μικρό τμήμα του ημερήσιου χρόνου μας ας δίδεται στην ησυχία της προσευχής, της άσκησης, της μελέτης, της επίγνωσης της πορείας της ζωής μας. Της προετοιμασίας μας για τα μεγάλα, αλλά και για τα μικρά. Αλλά και όποτε μπορούμε, όταν κάτι μεγάλο και σπουδαίο πρόκειται να συμβεί ή συμβαίνει στη ζωή μας, ας επιλέγουμε τον δρόμο και τον τρόπο της ησυχίας.  Ας αντισταθούμε στην λογική της κατάποσης του χρόνου από τον πολιτισμό μας ή της μετατροπής του σε κατανάλωση. Το χρειαζόμαστε αληθινά.
Κέρκυρα, 10 Νοεμβρίου 2013
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΗΡΠΑΓΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Νοεμβρίου, 2013

Το πιο μεγάλο υπαρξιακό ερώτημα που έχουμε οι άνθρωποι είναι το τι γίνεται μετά θάνατον. Πώς θα είναι η ύπαρξή μας. Πώς θα είναι η κοινωνία με το Θεό. Με ποια κριτήρια θα είμαστε με Εκείνον ή θα είμαστε μακριά Του; Με ποιους θα είμαστε; Τα ερωτήματα αυτά πηγάζουν τόσο από το μυαλό μας, τη λογική μας, η οποία, επειδή προσεγγίζει τα πράγματα και τον κόσμο δια των αισθήσεων, με βάση ό,τι βλέπει και ό,τι ακούει, δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις οι οποίες θα στηρίζονται σε πραγματικά δεδομένα. Ένας άλλος δρόμος απάντησης έχει να κάνει με την πίστη στην εμπειρία κάποιων άλλων ανθρώπων, τους οποίους εμπιστευόμαστε και οι οποίοι μας έχουν αφήσει ως παρακαταθήκη ό,τι έχουν ζήσει, δηλαδή μέσα από το βίωμα της Εκκλησίας. Ο τρίτος δρόμος έχει να κάνει με την πίστη στο Θεό και το λόγο του Ευαγγελίου, μέσα από τον οποίο προσεγγίζουμε το μυστήριο της αιωνιότητας.
                Ο απόστολος Παύλος, απαντώντας στην αμφισβήτηση των Κορινθίων σχετικά με το πρόσωπό του και κατά πόσον ήταν όντως απόστολος κεκλημένος από το Θεό, διηγείται με πλάγιο τρόπο την εμπειρία της αιωνιότητας την οποία έζησε ο ίδιος. «Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων  .  είτε εν σώματι ουκ οίδα, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν . αρπαγέντα τον τοιούτον έως τρίτου ουρανού. Και οίδα τον τοιούτον άνθρωπον . είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν . ότι ηρπάγη εις τον παράδεισον  και ήκουσεν άρρητα ρήματα, ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι» (Β’ Κορ. 12, 2-4). «Ξέρω έναν άνθρωπο πιστό, ο οποίος πριν από δεκατέσσερα χρόνια ανυψώθηκε μέχρι και τον τρίτο ουρανό –δεν ξέρω αν ήταν με το σώμα του ή χωρίς το σώμα, αυτό ο Θεός το ξέρει. Ξέρω ότι αυτός ο άνθρωπος –ή ήταν με το σώμα ή χωρίς το σώμα δεν το ξέρω, ο Θεός το ξέρει –μεταφέρθηκε ξαφνικά στον παράδεισο κι άκουσε λόγια που δεν μπορεί ούτε επιτρέπεται να τα πει άνθρωπος».   
                Τα λόγια αυτά του Παύλου δίνουν απάντηση στο υπαρξιακό ερώτημα της αιωνιότητας μέσα και από τους τρεις δρόμους. Αποτελούν προσέγγιση του Παραδείσου μέσα από τις αισθήσεις και τον νου, γιατί ο Παύλος ένιωσε αυτή την αρπαγή από τη γη στον ουρανό, ακόμη κι αν δεν μπορεί να προσδιορίσει αν ήταν με το σώμα του ή χωρίς αυτό, η ακοή του άκουσε λόγια που δεν μπορεί ούτε  επιτρέπεται να πει άνθρωπος, ενώ την ίδια στιγμή η εμπειρία του Παύλου έρχεται να συναντήσει αντίστοιχες εμπειρίες δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης (το όραμα του προφήτη Ησαΐα που ανέβηκε στο θρόνο του Θεού) ή και της Καινής (όπως του ευαγγελιστή Ιωάννη όταν έγραφε την Αποκάλυψη). Παράλληλα, ο Παύλος ήταν πεπεισμένος πως ό,τι έζησε και άκουσε αποτελεί σημείο πίστης και σχέσης με το Θεό. Γι’ αυτό και θα προσθέσει στα όσα περιγράφει: «υπέρ του τοιούτου καυχήσομαι». Γι’ αυτή την εμπειρία μπορεί να καυχηθεί και όχι για κάποιο από τα δικά του έργα, ούτε καν για τον εαυτό του.
                Η αιωνιότητα, ο Παράδεισος, ακόμη κι αν δεν μπορεί να δηλωθεί με ρητό τρόπο, θα είναι κοινωνία λόγου μεταξύ Θεού και ανθρώπου και την ίδια στιγμή, κοινωνία και όλων των ανθρώπων που θα βιώνουν αυτή την εμπειρία με το Θεό και μεταξύ τους. Ο λόγος είναι η βάση η οποία αποτυπώνει την ειδοποιό διαφορά μεταξύ του ανθρώπου και της κτίσης, της υπόλοιπης δημιουργίας.  Οι ήχοι και οι φωνές ενυπάρχουν στη ζωή του κόσμου. Η παραγωγή όμως λόγου και η επικοινωνία υπάρχει στον άνθρωπο. Και αυτός ο λόγος είναι έναρθρος, αποτυπώνει ιδέες, σκέψεις, συναισθήματα, επιθυμίες. Είναι δημιουργικός. Γεννά διάλογο με τον πλησίον και τον εαυτό μας. Την ίδια στιγμή γεννά πολιτισμό, δηλαδή αναζήτηση νοήματος στη ζωή και έκφραση του νοήματος με συγκεκριμένο τρόπο, ιδέες, έργα και δημιουργήματα, τεχνήματα. Γεννά όμως και κοινωνία με τον συνάνθρωπο, η οποία εκφράζεται με την συνύπαρξη. Και όλα αυτά αποτυπώνουν, για όποιον πιστεύει, το κατ’ εικόνα Θεού που ενυπάρχει ως δωρεά στον άνθρωπο.
                Ο λόγος είναι έκφραση τόσο του σώματος, όσο και της ψυχής μας. Το σώμα δηλώνει με την φωνή, την γραφίδα, τις εκφράσεις, τις κινήσεις  ό,τι σκέπτεται, αισθάνεται και βιώνει ή θα ήθελε να βιώσει τόσο το ίδιο όσο και η ψυχή. Γι’ αυτό και η πίστη στην αιωνιότητα δεν μπορεί να αφήσει έξω το σώμα μας. Γι’ αυτό και ο θάνατος ως χωρισμός της ψυχής από το σώμα αποτελεί διακοπή του λόγου, τουλάχιστον για τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και ζούμε οι άνθρωποι. Ο απόστολος Παύλος αφήνει να διαφανεί αυτή η απροσδιοριστία στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος με την αιωνιότητα όταν μας περιγράφει ότι δεν μπορεί να ξέρει αν η εμπειρία του Παραδείσου που έζησε είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος. Όταν μας μιλά για τον αρπαγμό του, δηλαδή για μία ουσιαστικά αναπάντεχη κίνηση από την μεριά του Θεού να τον κάνει να βιώσει ό,τι βίωσε,  και όχι για δικό του κατόρθωμα ή επιλογή να συναντήσει έτσι το Θεό. Μας δείχνει ότι η αιωνιότητα δεν περιλαμβάνει την ανθρώπινη ύπαρξη στην πληρότητά της εφόσον το σώμα είναι εκτός της. Γιατί οι αισθήσεις θα μεταμορφωθούν μεν ώστε να εναποθέσουν κάθε εμπάθεια και αμαρτία, ωστόσο χωρίς αυτές  η ύπαρξη δεν είναι πλήρης. Γι’ αυτό και περιγράφει την εμπειρία της κοινωνίας με το Θεό ως ακουστική.
                Η ακοή δεν προϋποθέτει αναγκαστικά έναρθρη απάντηση. Γι’ αυτό και είναι άρρητα τα ρήματα τα οποία ακούει ο Παύλος, ενώ δεν του επιτρέπεται να τα αποκαλύψει. Είναι μία πρόγευση της αγάπης του Θεού στον άνθρωπο και της κοινωνίας που δίνει πληρότητα. Είναι μία συνομιλία του ανθρώπου με το Θεό στην οποία ακόμη και η ακρόαση είναι αρκετή στον άνθρωπο για να γευθεί την μακαριότητα. Είναι όπως μια μουσική που κάνει την ύπαρξη να ομορφαίνει. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να μιλήσει. Αφήνει τον εαυτό του να βυθιστεί στη δύναμή της. Δεν είναι παθητική η ακρόαση. Την ίδια στιγμή που ακούει ο άνθρωπος ξεκινά στην ύπαρξή του ένας εσωτερικός διάλογος με τον λόγο της μουσικής. Ο άνθρωπος συλλαμβάνει τον εαυτό του να χαίρεται ή να μελαγχολεί, ανάλογα με την υφή και το ύφος της μουσικής, να γεννιούνται συναισθήματα εντός του, να αφήνεται στη δύναμη της μουσικής. Όσο πιο ευαίσθητος είναι ο άνθρωπος, τόσο μεγαλύτερη επίδραση ασκεί η μουσική πάνω του, τόσο στο σώμα, όσο και στην ψυχή του.
                Ο Παύλος μας αναφέρει και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να βιώσουμε την κοινωνία του Παραδείσου. Είναι η αίσθηση της έλλειψης, της ταπείνωσης, της ασθένειας που κάνει τον άνθρωπο να εμπιστεύεται το Θεό και όχι τον εαυτό του, να μη μένει στον εγωκεντρισμό. Είναι ο δρόμος της χάριτος του Θεού, όπως αυτός βιώνεται στη ζωή της Εκκλησίας αλλά και μέσα από την πίστη. Και είναι ο δρόμος της αληθινής αγάπης προς το Θεό, όπως αυτός περνά μέσα από το συνάνθρωπο αλλά  και  μέσα από την αποστολή φανέρωσης της αλήθειας του Ευαγγελίου κατά το πρότυπο του Παύλου. Είναι, τέλος, ο δρόμος της υπομονής σε κάθε δοκιμασία της ζωής και η καύχηση του ανθρώπου μόνο για την αγάπη του Θεού και για κανένα δικό του επίτευγμα.       
                Στο υπαρξιακό ερώτημα της μεταθανάτιας πραγματικότητας οι ορθολογιστές και οι υλιστές απαντούν με την άρνησή της.  Οι πιστοί όμως έχουμε εμπιστοσύνη στην εμπειρία της Εκκλησίας και των Αγίων της, όπως επίσης και στα λόγια του Ευαγγελίου, δηλαδή τα λόγια του ίδιου του Θεού. Και προσδοκούμε την συνάντηση με το Θεό που ξεκινά εν σώματι σ’ αυτήν τη ζωή, μέσα από τον πνευματικό αγώνα και την πίστη στον Κύριό μας, για να συνεχιστεί με τον άρρητο τρόπο του διαλόγου Θεού και ανθρώπου στον Παράδεισο και να ολοκληρωθεί με την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, με την ανάσταση των νεκρών, οπότε και προσλαμβάνοντας το σώμα μας αναστημένο και άφθαρτο, θα ζήσουμε την αιωνιότητα στην πληρότητά της. Αυτός είναι ο δρόμος νοήματος και αληθινής ελπίδας για την ύπαρξη.
Κέρκυρα, 3 Νοεμβρίου 2013  
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Για την πατρίδα

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Νοεμβρίου, 2013

Μικρή Πατρίδα  
(Μουσική Γιώργος Ανδρέου, Στίχοι Παρασκευάς Καρασούλος, Ερμηνεία Παντελής Θεοχαρίδης, από τον δίσκο Μικρή Πατρίδα)
Δεν έκανα ταξίδια μακρινά, τα χρόνια μου είχαν ρίζες, ήταν δέντρα
που τα `ντυσε με φύλλα η καρδιά και τ’ άφησε ν’ ανθίζουν μες την πέτρα
Δεν έκανα ταξίδια μακρινά, οι άνθρωποι που αγάπησα ήταν δάση
οι φίλοι μου φεγγάρια ήταν, νησιά που δίψασε η καρδιά μου να τα ψάξει
Το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ  η νύχτα, εσύ το όνειρο της μέρας,
μικρή πατρίδα, σώμα μου κι αρχή, η γη μου εσύ, ανάσα μου κι αέρας
Δεν έκανα ταξίδια μακρινά, ταξίδεψε η καρδιά κι αυτό μου φτάνει
σε όνειρα, σ’ αισθήματα υγρά, τον μυστικό τον κόσμο ν’ ανασάνει
Το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ  η νύχτα, εσύ το όνειρο της μέρας,
μικρή πατρίδα, σώμα μου κι αρχή, η γη μου εσύ, ανάσα μου κι αέρας
Ερμηνευτικά σχόλια

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά: Η έννοια της πατρίδας έχει περάσει από πολλά στάδια κατά την εξέλιξη της ζωής μας. Τα τελευταία χρόνια ήταν περιφρονημένη. Όταν γινόταν λόγος γι’ αυτήν, θεωρούνταν κακό. Ταυτιζόταν με την υπερηφάνεια για το παρελθόν, για τα σύνορα που χωρίζουν τους ανθρώπους, για την ιστορία που μας κάνει να θυμόμαστε τις περήφανες στιγμές μας και να λησμονούμε τα λάθη και τα πάθη μας, ενώ όποιος θεωρούσε τον εαυτό του πατριώτη, ταυτιζόταν με εκείνους που μισούσαν τους άλλους λαούς, που θέλανε τον πόλεμο και όχι την ειρήνη. Η πατρίδα δεν ήταν η προτεραιότητα, αλλά ο εαυτός μας. Γνώμονας του κόσμου το «εγώ». Η πατρίδα ταυτίστηκε με το κράτος. Και το κράτος, κατά την θεώρηση που επικράτησε, υπήρχε κι υπάρχει για να υπηρετεί τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι πολίτες ή υπήκοοί του, όχι όμως μέλη του, που μπορούμε να είμαστε περήφανοι και χαρούμενοι γι’ αυτό. Γι’ αυτό και ο πατριωτισμός θεωρήθηκε ξεπερασμένη αντίληψη. Το τραγούδι ξεκινά με την έννοια της πατρίδας ως τόπου και όχι ως κράτους. Δεν είναι όμως μία τυπική γεωγραφική έκταση, στην οποία κανείς κάνει ταξίδια μακρινά. Έχει ρίζες, έχει δέντρα. Πατρίδα είναι η ιστορία στο βάθος του χρόνου. Είναι οι παραδόσεις και οι αξίες. Τα ήθη και τα έθιμα. Κυρίως όμως αυτό που κάνει την καρδιά κάποιου να νιώθει ότι είναι συνέχεια ενός ιστορικού παρελθόντος. Η παράδοση ντύνεται με φύλλα, όχι μόνο για να σκεπάζεται και να προστατεύεται από τη φθορά, αλλά γιατί τα φύλλα έχουν ομορφιά. Την ίδια στιγμή τα φύλλα κρύβουν τη γύμνια που οι ιστορικές συνθήκες κάποτε φέρνουν, αν οι άνθρωποι που είμαστε μέλη της πατρίδας ξεχνάμε ότι μπορούμε να βγάλουμε καρπούς και παραδιδόμαστε στο χειμώνα της απουσίας αξιών, στο χειμώνα του πατρίδας που γίνεται κράτος.  Κι όλα αυτά μέσα στην πέτρα. Η πατρίδα μας δεν έχει πολύ νερό. Πετυχαίνει όμως να ανθίσει ακόμη και μέσα στην πέτρα. Κάνει και ζει το θαύμα να ξεπερνά τις εξωτερικές συνθήκες, όπως φάνηκε και στα αρχαία χρόνια με τους Περσικούς πολέμους και την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά και στους νεώτερους χρόνους με το 1821 και το 1940, οπότε και άνθισε μέσα στην πέτρα των λιγοστών δυνάμεων, της δύναμης και της επίθεσης των εχθρών μας. Γι’ αυτό δε χρειάζεται κάποιος να ταξιδεύει απ’ άκρου εις άκρον της Ελλάδας, της πατρίδας για να την συναντήσει. Αν πιστεύει σ’ αυτήν, την βρίσκει στην καρδιά του.  
Οι άνθρωποι που αγάπησα ήταν δάση: η πατρίδα είναι οι άνθρωποι και το τοπίο, η ομορφιά που φαίνεται σ’ αυτό. Είναι τα δάση, οι φεγγαράδες, τα νησιά που σε κάνουν να νιώθεις οικείος. Σου ξυπνάνε ένα αίσθημα διαφορετικότητας. Ότι είναι ξεχωριστά. Και η πατρίδα μας έχει μοναδικές τέτοιες ομορφιές. Προικίστηκε από το Θεό με ένα περιβάλλον που πολλοί έρχονται να αποθαυμάσουν. Και ζούμε οι άνθρωποι μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον και καλούμαστε να μοιραστούμε την ομορφιά του, να την αφήσουμε να μας εμπνεύσει. Αν αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε, ιδίως ανάμεσα στους νέους, είναι γιατί ταυτίσαμε και πάλι την πατρίδα με το κράτος. Νιώθουμε ότι ένας απρόσωπος μηχανισμός πρέπει να προστατεύει κι εμείς έχουμε δικαίωμα να καταστρέφουμε όχι μόνο με την μόλυνση, αλλά και με το χτίσιμο χωρίς σεβασμό στην ιστορία, την παράδοση και την ομορφιά του τοπίου, γενικότερα με το να μην αισθανόμαστε οργανικά μέλη του τοπίου. Όμως μέσα σ’ αυτό είναι οι φίλοι μας και γινόμαστε φίλοι. Καλούμαστε λοιπόν να αγαπήσουμε τον τόπο μας, αφήνοντας την καρδιά μας να ψάξει τις ομορφιές του, βρίσκοντας έναν σεβασμό που αποτελεί το ελάχιστο στον τόπο και την ιστορία του. 
νύχτα, όνειρο της μέρας, μικρή πατρίδα, σώμα μου κι αρχή, η γη, ανάσα, αέρας:  το αληθινό ταξίδι που γίνεται μακρινό είναι μέσα στην μικρή πατρίδα της καθημερινότητάς μας. Τη νύχτα και τη μέρα της. Τον ίδιο μας τον εαυτό. Την ανάσα μας. Τον αέρα που μυρίζουμε και γευόμαστε. Και η πατρίδα είναι οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρεφόμαστε. Αυτοί που αγαπάμε. Είναι ο εαυτός μας. Είναι ο τόπος και το τοπίο μας. Είναι οι ιστορίες και οι παραδόσεις μας. Αν δεν ξεκινήσουμε από την μικρή πατρίδα μας, τότε είναι αδύνατον να κατανοήσουμε την αξία της μεγάλης. Συνήθως στο σχολείο μαθαίνουμε για την ιστορία της Ελλάδας και αδιαφορούμε όχι μόνο για την ιστορία του τόπου στον οποίο ζούμε, αλλά και για την ίδια μας την καθημερινότητα. Φορτωνόμαστε γνώσεις για το ένδοξό μας παρελθόν, κάτι που είναι βεβαίως απαραίτητο, αλλά ξεχνούμε ότι οι γνώσεις δεν έχουν ουσιαστικά καμία χρησιμότητα αν δεν προσπαθήσουμε να τις ζήσουμε στο σήμερα, να τις μεταφράσουμε ο καθένας μας στις μικρές πατρίδες του.    
ταξίδεψε η καρδιά κι αυτό μου φτάνει: στην ελληνορθόδοξη παράδοσή μας το κέντρο του ανθρώπου δεν είναι το μυαλό, ο νους, παρότι ουδόλως περιφρονείται και συνεχώς καλλιεργείται (γιατί το μυαλό και η καρδιά αποτελούν τον ένα, τον συνολικό άνθρωπο). Κέντρο της ύπαρξης είναι η καρδιά, όχι μόνο λόγω των συναισθημάτων και των επιθυμιών που καθορίζουν την πορεία μας και τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο, αλλά και γιατί σ’ αυτήν κατοικεί ο Θεός και την φωτίζει το Άγιο Πνεύμα. Η καρδιά μας κάνει να ταξιδεύουμε«ολόθυμα»από όλη μας την ύπαρξη, χωρίς αμφιβολίες και ερωτηματικά. Η καρδιά μας δίνει ενθουσιασμό. Την ίδια στιγμή η καρδιά μας κάνει να αγωνιζόμαστε για την αρετή, να νικούμε πάθη και κακίες. Η καρδιά είναι αυτή που μπορεί να μας οδηγήσει στη γενναιότητα, το θάρρος, την αγωνιστικότητα, αλλά και τη συγχωρητικότητα. Την ίδια στιγμή η ακαλλιέργητη καρδιά μας σπρώχνει στη δειλία, στο φόβο, την κακία, την τεμπελιά, την αμαρτία. Γι’ αυτό χαρακτηριστικό του Έλληνα ήταν ο συνδυασμός νου και καρδιάς, τόσο στους αρχαίους χρόνους, όπου ο νους είχε προτεραιότητα στους φιλοσόφους, ενώ η καρδιά στους καθημερινούς ανθρώπους, όσο και στα χρόνια του Βυζαντίου, όπου η καρδιά πρυτάνευε τόσο στους μορφωμένους που ήταν οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Άγιοι, όσο και στους καθημερινούς ανθρώπους, οι οποίοι κράτησαν ζωντανή μια αυτοκρατορία σχεδόν 1100 χρόνια, χωρίς όμως ο νους να τίθεται στο περιθώριο. Η καρδιά είχε να κάνει με την χριστιανική πίστη και το κράτος ερχόταν να στηριχτεί στην πίστη για να παραμείνει ζωντανό και δυνατό. Στη συνέχεια έχουμε την παράλληλη παρουσία αυτών των χαρακτηριστικών, τα οποία λειτουργούν ισορροπημένα χωρίς να υπάρχει κράτος. Οι μορφωμένοι όμως θα διαλέγουν το νου, το μυαλό, ενώ ο απλός κόσμος θα πορεύεται με την καρδιά. Όταν μπορούμε να ισορροπήσουμε ανάμεσα στα δύο, τότε έχουμε δυνατότητες τα ταξίδια μας να είναι ουσιαστικά. Σήμερα επικράτησε ο νους των μορφωμένων, αλλά νους χωρίς καρδιά δεν μπορεί να σταθεί και να χτίσει κοινωνία. Μόνο που η καρδιά χρειάζεται να αγωνίζεται να είναι καθαρή και να έχει πίστη, γιατί αλλιώς είναι έρμαιο του πολιτισμού μας, ο οποίος θεοποίησε το μυαλό του ανθρώπου και παρέδωσε την καρδιά του στην αμαρτία και τη διαφθορά.   
όνειρα, υγρά αισθήματα, ανάσα του μυστικού κόσμου: η καρδιά ξεκινά και πάλι από την μικρή πατρίδα της καθημερινότητάς μας. Από τα όνειρα για πρόοδο τα οποία καλούμαστε να κάνουμε και να μην συμβιβαζόμαστε σε ό,τι μας παρουσιάζουν ότι μας επιτρέπουν να ονειρευτούμε (πραγματικότητα της απογοήτευσης και τεχνητή-εικονική πραγματικότητα των υπολογιστών και της οθόνης). Από τα αισθήματα του έρωτα και της αγάπης που δροσίζουν την ψυχή και το σώμα μας, αλλά και μας καθιστούν ευαίσθητους. Από την δυνατότητα να ανασάνουμε με την δύναμη και τον τρόπο του μυστικού κόσμου. Από την δύναμη να ανακαλύψουμε ποιο είναι το νόημα της ζωής και να πιστέψουμε σ’ αυτό, όπως και στον εαυτό μας αληθινά. Στα αισθήματα, τα όνειρα και τις δυνάμεις που έχουμε, αλλά και υπάρχουν στον κόσμο. Κι εδώ η Εκκλησία αναφέρεται στον μυστικό κόσμο του Θεού που κρύβεται πίσω από κάθε άνθρωπο, πίσω από κάθε πατρίδα και εξαρτάται από εμάς να τον ανακαλύψουμε και να τον καταστήσουμε όχι «μένουσαν πόλιν, αλλά μέλλουσαν», δηλαδή να μη μένουμε μόνο στο σήμερα και στον κόσμο αυτό, αλλά να θυμόμαστε ότι η μόνιμη πατρίδα μας είναι η Βασιλεία του Θεού, η κοινωνία μας μαζί Του. Και από την κοινωνία με το Θεό προχωρούμε και ζούμε την κοινωνία με τον άνθρωπο. Πατρίδα άλλωστε είναι η συνάντηση όλων των ανθρώπων που πιστεύουν σ’ αυτήν. Γι’ αυτό χαρακτηριστικό της πατρίδας είναι το ΕΜΕΙΣ και όχι το ΕΓΩ. Από αυτήν ξεκινώντας οι πρόγονοί μας αγωνίστηκαν και νίκησαν κάτω από δύσκολες συνθήκες, άντεξαν και μας έφτασαν στο σήμερα. Γιατί είχαν πίστη!  

Β. Ποια πατρίδα χρειαζόμαστε και ποια πατρίδα μας χρειάζεται;

            Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, χρειάζεται να ξαναβρούμε το αληθινό νόημα της πατρίδας μας. Δεν πρέπει να την ταυτίζουμε με το κράτος, το οποίο μάλλον θα συνεχίσει να μας πληγώνει. Ήδη πολλοί νέοι σκέπτονται ή έχουν ξεκινήσει να μεταναστεύουν στο εξωτερικό. Ανεξάρτητα από το αν οι δυνατότητες κάποιων ανθρώπων είναι για παραπέρα, η στάση απογοήτευσης ή περιφρόνησης απέναντι στην πατρίδα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Κάποιος μπορεί να φύγει, αλλά χρειάζεται μέσα στην καρδιά του να κρατά ζωντανή την αγάπη προς την πατρίδα του και να προσπαθεί να την βοηθήσει όσο γίνεται. Δεν είναι το κράτος το κέντρο της ζωής μας, αλλά  η πατρίδα που χρειάζεται την αγάπη μας, ακόμη κι αν δεν είναι όπως τη θέλουμε.
            Για να γίνει αυτό  αξίζει να θυμηθούμε ότι πατρίδα είναι ο τόπος, η καθημερινότητα, οι παραδόσεις μας, η ιστορία μας. Την ίδια στιγμή είναι και ο συνολικός χώρος στον οποίο ανήκουμε. Είναι ο λαός και η Ιστορία του. Πρωτίστως όμως είναι η πίστη μας, όπως διασώθηκε και διέσωσε τον Ελληνισμό. Είναι το μυαλό και η καρδιά μας. Επειδή όλα αυτά μας ανήκουν και είμαστε εμείς, ας μην ξεχνούμε ότι τελικά η πατρίδα είμαστε και εμείς. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μισούμε τις πατρίδες των άλλων ή να νομίζουμε ότι όλος ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από εμάς. Κάτι τέτοιο αποτελεί μία καταστροφική νοοτροπία που έχει μέσα της αρρώστια. 
            Η Εκκλησία δεν απορρίπτει την πατρίδα στο όνομα της Βασιλείας των Ουρανών. Ζητά από τον καθέναν μας να δοξάζει το Θεό που επέτρεψε να ανήκουμε σε κάποια πατρίδα, να την τιμάμε και να την σεβόμαστε. Την ίδια στιγμή ζητά από μας με όπλο την πίστη και την καρδιά που αγωνίζεται να γίνει καθαρή να προσφέρουμε ό,τι μπορούμε και στην πατρίδα και στους συνανθρώπους μας. Και να ξαναβρούμε αρχές και αξίες που μας κράτησαν ζωντανούς στην Ιστορία μας, αλλά και να μη μένουμε μόνο στη γνώση. Αγαπά κάποιος αληθινά την πατρίδα του όταν την συνδυάζει με το ήθος, την αγάπη για τους συνανθρώπους του και την πίστη και όχι όταν λειτουργεί με κριτήριο μόνο τον εαυτούλη του. Όταν νιώθει ότι ταξιδεύοντας στην πατρίδα του συναντά το Θεό στα πρόσωπα των άλλων ανθρώπων και όταν σκέπτεται το συνολικό καλό και όχι μόνο το καλό του εαυτού του. Για να φτάσουμε όμως σ’ αυτό το σημείο, χρειάζεται να ξεκινήσουμε από μέσα μας. Να καταλάβουμε τι είναι για μας η πατρίδα. Δύσκολος δρόμος, αλλά ο μοναδικός που μπορεί να μας βγάλει από την κρίση

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣ 

ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΥΚΕΙΟΥ 
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  4                
26.10.2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η παρουσία του κακού και η σιωπή του Θεού

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Νοεμβρίου, 2013

 Αν είσαι Θεός
(Μουσική, Στίχοι και τραγούδι Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, από τον δίσκο Τρύπιες Σημαίες)
Πόσα ποτάμια αίμα, πόσα ποτάμια δάκρυ
Και πόσα παρακάλια θέλεις ακόμα από μας…
Τώρα που τρελαθήκαμε και λύσσαξε η μπόρα
Αν ήσουνα ποτέ εδώ, πες μου πού είσαι τώρα…
Αν είσαι Θεός γιατί δεν μας λυπάσαι,
Αν είσαι Θεός γιατί δεν μας μιλάς
Αν είσαι Θεός γιατί δεν μας θυμάσαι
Γιατί γυρνάς την πλάτη γιατί μας παρατάς;
Φτύνουνε τ’ όνομά σου κατώτεροι θεοί
Ουρλιάζουνε  κατάρες, γιατί σιωπάς εσύ;
Κρατάνε τις ζωές μας του δαίμονα τα κτήνη
Αν είμαστε παιδιά σου εμείς, γιατί νικάν αυτοί;
Γιατί νικάν εκείνοι;
Ερμηνευτικά σχόλια

Πόσα ποτάμια αίμαδάκρυΈνα συγκλονιστικό τραγούδι, κραυγή αγωνίας και προσευχή συνάμα στο Θεό, για την αδικία του κόσμου. Αίμα από τους πολέμους και τις καταστροφές στα πεδία των μαχών στα δάκρυα από την κρίση, από την αδικία, την φτώχεια, τις αρρώστιες, το θάνατο, το κακό γενικά που φαίνεται να κυριαρχεί στη ζωή μας. Νεώτεροι και μεγαλύτεροι νιώθουμε τη λύπη. Νιώθουμε την απελπισία, κάποτε και την αγωνία για το τι πρόκειται να συμβεί. Για το αν υπάρχει δρόμος και ελπίδα.
Και πόσα παρακάλια θέλεις ακόμα από μαςΑυθόρμητο το ερώτημα – γιατί; – αυθόρμητο το βλέμμα στον ουρανό και η ελπίδα στο Θεό να σταματήσει όλα αυτά, να ξαναδώσει τη ζωή και να άρει τις συνέπειες της τρέλας μας. Ο κάθε άνθρωπος προσεύχεται, παρακαλεί το Θεό και απάντηση σε συλλογικό επίπεδο δεν έρχεται. Ίσως στην καθημερινότητά μας ον Θεός να παρεμβαίνει, αλλά στο σύνολο του κόσμου τα πράγματα πορεύονται κατά πώς θέλουνε οι Ισχυροί της γης.
Τώρα που τρελαθήκαμεΗ δύναμη των ισχυρών δημιουργεί μια τρέλα. Χιλιάδες παιδιά και άνθρωποι υποφέρουν, εξαιτίας της τρέλας των δυνατών που θέλουν να επιβάλουν το νόμο τους, χωρίς ανθρωπιά, δέσμιοι των οικονομικών συμφερόντων και της δύναμης των Αγορών, των μεγάλων εταιρειών, των βιομηχανιών όπλων και κυρίως των ΜΜΕ, που καθορίζουν την πορεία της κοινωνίας μας.  
Αν ήσουνα ποτέ εδώΌταν βλέπει κανείς όλα αυτά, τότε νιώθει βαθιά την αγωνία και το ερώτημα “Πού είναι ο Θεός”.  Αυτή η απουσία, αυτή η σιωπή του Θεού γεννά αμφιβολίες για το αν ποτέ υπήρξε. Για το αν στάθηκε ποτέ δίπλα στον άνθρωπο. Πάντως, στην δυσκολία και την κρίση η κραυγή της αγωνίας είναι εντονότερη. 
Αν είσαι Θεός: πρόκληση προς το Θεό να απαντήσει. Να αποδείξει με τον τρόπο που η Θεϊκή Του δύναμη μπορεί στην επικράτηση του κακού. Να σώσει τον κόσμο και τους ανθρώπους από την απόγνωση. Θυμίζει την φράση των Φαρισαίων κάτω από το Σταυρό του Χριστού και τη φράση του ενός ληστή να κατεβεί ο Χριστός από το Σταυρό, να γλιτώσει τον εαυτό Του από το θάνατο και την ίδια στιγμή και τους ληστές. Ο Χριστός δεν απάντησε στις προκλήσεις αυτές. Όχι γιατί δεν μπορούσε, αλλά γιατί δεν ήθελε.
Γιατί δεν μας λυπάσαιγιατί δεν μας μιλάςγιατί δεν μας θυμάσαιΒαθιά αγωνία. Τα ερωτήματα συνεχίζονται καταιγιστικά. Θέλει ο άνθρωπος απάντηση από το Θεό. Θέλει να γίνει το καλό. Θέλει ένα Θεό δικαστή και κριτή του κόσμου. Λησμονεί ότι ο Θεός δεν ήρθε για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σώσει τον κόσμο. Να δώσει στους ανθρώπους την πίστη, την δύναμη, την αγάπη να παλέψουν να διορθώσουν την πορεία της ζωής τους, αλλά και να προχωρήσουν με διαφορετικό ήθος σ’ αυτή. Αν οι άνθρωποι αρνούνται να κάνουν αυτό το βήμα, στην ουσία αρνούνται την παρουσία του Θεού. Τα θέλουν έτοιμα. Άλλος να αποφασίσει για λογαριασμό τους και να δράσει. 
Φτύνουνε το όνομά σου κατώτεροι θεοίΤο χρήμα, η εξουσία, οι ισχυροί, τα όργανα του διαβόλου, αυτοί που νιώθουν άτρωτοι και αυτάρκεις και αντιμετωπίζουν τη ζωή ως θεοί και περιφρονούν το Θεό. Αυτοαναγορεύονται θεοί στη θέση Του και δίνουν την αίσθηση ότι κυβερνούν τον κόσμο. 
Γιατί σιωπάς εσύ; Κι όμως, η σιωπή είναι ο τρόπος του Θεού. «Ο δε Ιησούς εσιώπα». Μπροστά στον Πιλάτο, όταν δικαζόταν ο Χριστός, δεν μίλησε στην αδικία. Στην κακία. Στην καταδίκη. Παρότι θα μπορούσε και να αποστομώσει τους κατηγόρους Του, αλλά και να τους καθυποτάξει, παραμένει ταπεινά σιωπηλός. Μέσα στη σιωπή Του φαίνεται ότι νικιέται. Ο σταυρός είναι συνδεδεμένος με την σιωπή. Όμως την ίδια στιγμή έρχεται και η Ανάσταση. Η σιωπή είναι ο τρόπος μέσα από τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να ανοιχτεί στην Ανάσταση, στη νίκη της καλοσύνης και της ζωής. 
Γιατί νικάν αυτοίγιατί νικάν εκείνοιΟι δαίμονες και όσοι ζουν χωρίς Θεό φαίνεται ότι νικούνε και το Θεό. Το ερώτημα ανακύπτει εύλογο: «γιατί;». Κι όμως ο Θεός δεν φαίνεται να βιάζεται. Οι άνθρωποι όμως δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτό που γίνεται και θέτουν με όση δύναμη ψυχής διαθέτουν το ερώτημα.  
Αν είμαστε παιδιά σουΠόσο αισθανόμαστε παιδιά του Θεού; Είμαστε παιδιά Του όταν τα πράγματα πάνε καλά στη ζωή μας ή πάντοτε; Βλέπουμε την παρουσία του Θεού σε κάθε όψη της ζωής, καλή και κακή, ή επιλέγουμε να είμαστε παιδιά Του στις δυσκολίες, με αποτέλεσμα αν τα πράγματα δεν έρθουν όπως τα θέλουμε να απογοητευόμαστε ή θέλουμε να είμαστε κοντά Του για να μας τα προσφέρει κατά το θέλημά μας; Συνήθως, όταν όλα είναι καλά ξεχνάμε το Θεό, ή πρακτικά ζούμε σαν ο Θεός να δημιούργησε τον κόσμο κι από  κει και πέρα τίποτα να μην τον κάνει να ασχολείται μ’  Αυτόν (αίρεση του ντεϊσμού). Ο Θεός όμως έστειλε τον Υιό Του, τον Χριστό στον κόσμο, για να σώσει τον κόσμο.  Και η σωτηρία περνά και μέσα από τις λύπες. Δεν μπορεί να γίνεται κατά το θέλημά μας. 

Β. Χρειαζόμαστε το Θεό ή μπορούμε να τα καταφέρουμε και μόνοι μας;

              Ο Θεός δεν είναι άδικος, σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου, ακόμη κι αν ο άνθρωπος τον υβρίζει και τον απορρίπτει. Μάλιστα ο Θεός γνωρίζει να περιμένει την μετάνοια του ανθρώπου και την επιστροφή του, παρότι αν κάποιος από εμάς είχε τη δύναμη του Θεού δεν ξέρουμε αν θα ανεχόταν τις προσβολές και την απόρριψη. Αυτό είναι το μεγαλείο της ταπείνωσης που ο Θεός μας δείχνει. Άλλωστε, η  υπέρτατη πράξη δικαιοσύνης του Θεού ήταν ο ερχομός του Χριστού στον κόσμο, για να σώσει τον κόσμο. Από κει και πέρα ο Θεός δεν παραβιάζει την ελευθερία του ανθρώπου. Είμαστε υπεύθυνοι για τον κόσμο μας και η Εκκλησία δεν ζητά από τον χριστιανό να κρυφτεί στο καβούκι του και να προσεύχεται απλώς, αλλά να συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να ζει εκτός της πραγματικότητας. Είμαστε χριστιανοί σημαίνει ότι πρέπει να παλέψουμε για να ζήσει ο κόσμος μας!  
              Πολλά από όσα συμβαίνουν στη ζωή, επιτρέπει ο Θεός να γίνουν, για να σωθεί ο άνθρωπος. Αν δεν σωθούμε, όσο καλά και να περάσουμε, τότε δεν έχει νόημα η ζωή μας. Ο Θεός δεν μας βασανίζει, αλλά μας παιδαγωγεί, από αγάπη. Ο χρυσός μέσα στη φωτιά γίνεται λαμπρότερος και καθαρότερος.  Ο πειρασμός και η θλίψη είναι το εισιτήριο για τη βασιλεία των ουρανών κι εδώ έχει αξία να μην το ξεχνούμε, ότι ακόμα κι αν υποφέρουμε, αν δοξάζουμε το Θεό, υπομένουμε, αγαπούμε και ελπίζουμε στο θέλημά Του, θα σωθούμε και θα γευτούμε τα αγαθά της αιωνιότητας, που είναι καρπός της αγάπης του Θεού! Χρειάζεται πάνω απ’ όλα πίστη!  Ο Άγιος Αντώνιος έλεγε: “Πάρε τις θλίψεις και τους πειρασμούς” και κανένας δεν θα μπορέσει να σωθεί!
               Χρειαζόμαστε το Θεό οι άνθρωποι, για να μπορούμε μέσα από το Ευαγγέλιό Του, μέσα από την πίστη σ’ Αυτόν να μην δεχόμαστε την αδικία, αλλά ούτε και να αδικούμε. Ακόμη κι αν τα πράγματα φαίνονται δύσκολα, αν έχουμε εμπιστοσύνη στη δύναμη του Θεού, Εκείνος θα μας δώσει στον κατάλληλο καιρό ό,τι είναι καλό για μας. Από την άλλη, επειδή έχουμε κατασκευάσει έναν κόσμο από τον οποίο απουσιάζει η ενεργός Παρουσία του Θεού είμαστε έτοιμοι τελικά και να απορρίψουμε τον ίδιο τον Δημιουργό μας. Εδώ γίνεται και πάλι αυτοεκπληρούμενη προφητεία η κατάστασή μας. Εμείς διώξαμε το Θεό από τον κόσμο, κάναμε έναν κόσμο που δεν βλέπεται εξαιτίας της αμαρτίας και του κακού και στη συνέχεια κατηγορούμε το Θεό που δεν παρεμβαίνει για να τον διορθώσει και επειδή ο Θεός δεν λειτουργεί με τα δικά μας κριτήρια λέμε ότι δεν υπάρχει. Χρειαζόμαστε μετάνοια, αγώνα προσωπικό και κοινωνικό και την ίδια στιγμή να είμαστε βέβαιοι ότι ο Θεός μας αγαπά και δεν θα μας εγκαταλείψει.
               Ιδίως στην περίοδο της κρίσης ο καθένας μας, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, ας παλέψουμε με κάθε τρόπο, με τον λόγο, την ελεημοσύνη, αλλά και την αλλαγή της ζωής μας να δείξουμε ότι πιστεύοντας στο Θεό δεν χάνεται η ελπίδα. Είδαμε αυτό το διάστημα στην Λαμπεντούζα της Ιταλίας να βουλιάζουν από τους λαθρέμπορους πλοία με λαθρομετανάστες και άνθρωποι να πνίγονται. Η κακία είναι πολύ μεγάλη και η σκληρότητα. Την ίδια στιγμή όμως, αν πιστεύουμε στο Θεό, θα γνωρίζουμε ότι οι ψυχές πηγαίνουν κοντά Του και κρίνονται από Εκείνον με τον τρόπο που Αυτός γνωρίζει, αλλά και αποτελεί ο θάνατος αυτών των ανθρώπων ένα καμπανάκι για να μας δείξει ο Θεός την άδικη πορεία μας. Στο χέρι μας είναι να αλλάξουμε. 
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣ    
ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΥΚΕΙΟΥ 
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  3
19.10.2013

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο μεγάλος Αντρέι Ρουμπλιόφ

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Νοεμβρίου, 2013

Η Αγία Τριάδα, Αντρέι Ρουμπλιόφ.

Η Αγία Τριάδα, Αντρέι Ρουμπλιόφ.

Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την μνήμη πολλών αγιογράφων. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Αντρέι Ρουμπλιόφ. Στη Ρωσία αυτό το όνομα είναι γνωστό στον καθένα, ακόμη και στους ασπούδαχτους. Στο εξωτερικό το ξέρουν πολλοί, ιδιαίτερα μετά την ομώνυμη ταινία του Αντρέι Ταρκόφσκι.

Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η ζωή του ήταν ευτυχισμένη. Γνώρισε μεγάλη φήμη εν ζωή, τον μνημονεύουν χρονικά και βίοι Αγίων, έλαβε παραγγελίες για εικόνες από άρχοντες και μοναστήρια, εργάστηκε στη Μόσχα, το Βλαντίμιρ, το Ζβενίγκοροντ.

Δεν λησμονήθηκε μετά τον θάνατό του. Η δόξα του Ρουμπλιόφ ως κορυφαίου αγιογράφου της Ρωσίας κράτησε αιώνες. Η Σύνοδος των Εκατό Κεφαλαίων (1551) αναγνώρισε το έργο του ως παραδειγματικό.

Μεγάλη εκτίμηση γι’ αυτόν έτρεφαν οι παλαιόπιστοι, ενώ συλλέκτες επιδίωκαν να αποκτήσουν έργα του. Στα μάτια τους ο Ρουμπλιόφ ήταν η προσωποποίηση του κανόνα της αγιογραφίας και της παλιάς ευσέβειας. Γι’ αυτό τον λόγο, ακόμη και κατά τον 19ο αιώνα, όταν η αγιογραφία μοιάζει να έχει περάσει στη λήθη, το όνομα του Αγιου αγιογράφου επιβιώνει ως πρότυπο θρησκευτικής Τέχνης.

Κατά την σοβιετική εποχή, το όνομα του Αντρέι Ρουμπλιόφ συμβόλιζε τον ιστορικό ρωσικό πολιτισμό. Με απόφαση της UNESCO, το 1960 διοργανώθηκε ο παγκόσμιος εορτασμός της επετείου των 600 χρόνων του Ρουμπλιόφ. Στη Μόσχα εγκαινιάστηκε το μουσείο παλαιού ρωσικού πολιτισμού “Αντρέι Ρουμπλιόφ”. Παράλληλα, τα έργα του συγκεντρώθηκαν στην πινακοθήκη Τρετιακόφ και αποτέλεσαν αντικείμενο επιστημονικών μελετών.

Βίος που ανασυντέθηκε με μεγάλο κόπο

Υπάρχουν πολλά βιβλία και άρθρα για τον Αντρέι Ρουμπλιόφ, το έργο του έχει μελετηθεί διεξοδικά. Όμως, ας αναρωτηθούμε τι γνωρίζουμε τελικά για τη ζωή του Αγιου καλλιτέχνη; Τα βιογραφικά του στοιχεία είναι αποσπασματικά, και ο βίος του ανασυντίθεται με πολύ κόπο.

Μινιατούρα, τέλος 16 αιώνα

Μινιατούρα, τέλος 16 αιώνα

Γεννήθηκε τη δεκαετία του 1360. Είναι δύσκολο να εξακριβωθεί η ακριβής ημερομηνία της γέννησής του. Αλλά ξέρουμε την ημερομηνία του θανάτου του, στις 29 Ιανουαρίου 1430. Εκείνη η εποχή ήταν τρομερή. Η Ρωσία ήταν υπόδουλη, οι Τάταροι λεηλατούσαν πόλεις, ναούς και μοναστήρια, κι αιχμαλώτιζαν κατοίκους. Την ίδια στιγμή, συνεχείς ήταν οι συγκρούσεις ανάμεσα στους πρίγκιπες που διεκδικούσαν τον τίτλο του Μεγάλου Πρίγκηπα. Δύο φορές -το 1364 και το 1366- η Μόσχα και το Νίζνι Νόβγκοροντ εξολοθρεύτηκαν από την πανούκλα. Το 1365 η Μόσχα κάηκε, το 1368 έζησε την εισβολή του Λιθουανού Πρίγκιπα Όλγκερντ, και το 1371 τον λιμό.

Μέσα σ’ αυτό το χάος και την αναταραχή, ανδρώνονταν ο μελλοντικός δημιουργός των εικόνων της ουράνιας αρμονίας. Εμείς, δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε τίποτε ούτε για τους γονείς του, ούτε για το περιβάλλον απ’ το οποίο καταγόταν. Βέβαια, το επώνυμό του μπορεί να υποδηλώσει κάτι. Κατά πρώτον, εκείνη την εποχή μόνο οι ευγενείς είχαν επώνυμα. Δεύτερον, μπορεί να υποδηλώνει το οικογενειακό επάγγελμα, το οποίο ασκούσε ο πατέρας του ή κάποιος πρόγονος. Το “Ρουμπλιόφ” ετυμολογείται μάλλον από το ρωσικό ρήμα “κόβω” (“ρουμπίτ’”) ή από το “ρούμπελ’” που σήμαινε μακρύ κοντάρι, εργαλείο για την επεξεργασία δερμάτων.

Τίποτε δεν είναι γνωστό για το πότε ο Αντρέι Ρουμπλιόφ μυήθηκε στην αγιογραφία, πού και σε ποιόν μαθήτευσε. Ούτε τα πρώιμα του έργα, μας είναι γνωστά. Η πρώτη μνεία γι’ αυτόν υπάρχει στο Χρονικό του 1405, όπου αναφέρεται ότι κατόπιν παραγγελίας του Μεγάλου Πρίγκιπα εικονογραφήθηκε ο ναός του Ευαγγελισμού στο Κρεμλίνο της Μόσχας, από συντεχνία υπό την καθοδήγηση των τριών μαϊστόρων: Του Θεοφάνη του Έλληνα, του γέροντα Πρόχορ από το Γκοροντέτς και του μοναχού Αντρέι Ρουμπλιόφ. Το γεγονός ότι αναφέρεται το όνομα του Ρουμπλιόφ τεκμηριώνει ότι ήταν ήδη αρκετά γνωστός. Αλλά το όνομα του βρίσκεται τρίτο στη σειρά, επομένως, ο Αντρέι ήταν ο νεότερος από τους εν λόγω αγιογράφους.

Ο Ρουμπλιόφ ήταν μοναχός, και το όνομα Αντρέι, προφανώς, δεν ήταν όνομα κοσμικό ή βαπτιστικό, αλλά μοναχικό. Μάλλον έγινε μοναχός στη μονή της Αγίας Τριάδας, επί Νίκωνα του Ράντονεζ, μαθητή και διαδόχου του Όσιου Σέργιου του Ράντονεζ. Αυτό αναφέρεται σε χειρόγραφα του 18ου αιώνα. Με τη μονή της Αγίας Τριάδας είναι συνδεδεμένα και πολλά έργα του Ρουμπλιόφ. Έζησε τα τελευταία του χρόνια στη μονή Σωτήρος και Ανδρονίκου, που είχε επίσης ιδρυθεί από ένα μαθητή του Σεργίου, τον Όσιο Ανδρόνικο. Εδώ τερμάτισε και την επίγεια πορεία του.

Το πρότυπο της θρησκευτικής τέχνης

Πηγή: Petr Adam Dohnálek

Πηγή: Petr Adam Dohnálek

Η δεύτερη μνεία του ονόματος του Ρουμπλιόφ γίνεται στο Χρονικό του 1408, αναφορικά με τη αγιογράφηση του ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου στο Βλαντίμιρ. Εδώ εργάστηκε μαζί με τον αγιογράφο Δανιήλ Τσιόρνι, ο οποίος αναφέρεται ως φίλος του Ρουμπλιόφ. Ο Δανιήλ ήταν μοναχός, πιθανόν ελληνικής ή σερβικής καταγωγής, αν κρίνουμε από το παρατσούκλι Τσιόρνι (“μαύρος”). Ο χρονογράφος τον αναφέρει πρώτον, επομένως ο Δανιήλ ήταν μεγαλύτερος, ηλικιακά ή ιεραρχικά. Μ’ αυτόν τον άνθρωπο σχετίζεται όλη η μετέπειτα ζωή του Αντρέι Ρουμπλιόφ, ως το θάνατό τους.

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Βλαντίμιρ θεωρούταν καθεδρικός ναός της Ρωσικής Εκκλησίας, και η αγιογράφησή του ήταν έργο μεγάλης ευθύνης. Ο ναός ανεγέρθη τον 12ο αιώνα, αλλά οι αγιογραφίες του καταστράφηκαν το 1238, κατά την ταταρο-μογγολική εισβολή. Με την παραγγελία του Μεγάλου Πρίγκιπα Βασίλι Ντμίτριεβιτς ο ναός εικονογραφήθηκε ξανά.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1420, ο Αντρέι Ρουμπλιόφ και ο Δανιήλ Τσιόρνι επιβλέπουν τις εργασίες στο ναό Αγίας Τριάδας στη μονή Αγίας Τριάδος και Σεργίου. Οι αγιογραφίες δεν σώθηκαν ως τις μέρες μας, αλλά υπάρχει το εικονοστάσιο. Για τον ίδιο ναό, ο Όσιος Αντρέι φιλοτεχνεί την περίφημη εικόνα “Αγία Τριάδα”, όπου η αρχή της τριάδας βρίσκει το υψηλότερο καλλιτεχνικό της αποτύπωμα. Σύμφωνα με το Χρονικό, ο Νίκων του Ράντονεζ παρήγγειλε την εικόνα της Τριάδας εις μνήμην του Οσίου Σεργίου.

Καλλιτέχνης με πολλά ταλέντα

Οι ειδικοί πιστεύουν ότι ο Ρουμπλιόφ φιλοτεχνούσε επίσης και βιβλία. Για παράδειγμα, φύλλα και εικονογραφήσεις στο Ευαγγέλιο Χίτροβο. Οι παλιοί Ρώσοι καλλιτέχνες εικονογραφούσαν βιβλία πολύ συχνά. Η αντιγραφή και η διακόσμηση βιβλίων ήταν μία από τις διαδεδομένες ενασχολήσεις των μοναχών. Γενικά, η κουλτούρα του βιβλίου ήταν πολύ αναπτυγμένη στα ρωσικά μοναστήρια, και ο κύκλος των αναγνωσμάτων των μοναχών ήταν εξαιρετικά ευρύς. Ο Αντρέι Ρουμπλιόφ άνηκε σ’ αυτή την κουλτούρα, διάβαζε πολύ και είχε μεγάλη μόρφωση για την εποχή του.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του Αντρέι Ρουμπλιόφ ήταν συνδεδεμένα με τη μονή του Σωτήρος και Ανδρόνικου. Δυστυχώς, οι αγιογραφίες του ναού του Σωτήρος, φιλοτεχνημένες από τον Ρουμπλιόφ, δεν διασώθηκαν. Αμέσως μετά τον θάνατό του, τον 15ο αιώνα, καθιερώθηκε ο εορτασμός της μνήμης του Οσίου Αντρέι αγιογράφου στη μονή της Αγίας Τριάδας και Σεργίου και στη μονή Σωτήρος και Ανδρόνικου, όπου ζούσε ο ίδιος. Η εκκλησία αγιοποίησε τον Αντρέι Ρουμπλιόφ το 1988.

Ιρίνα Γιαζίκοβα, Neskuchniy sad

 rbth.gr–  nsad.ru

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ Ο ΕΝ ΟΛΥΜΠῼ (4 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Νοεμβρίου, 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ Ο ΕΝ ΟΛΥΜΠῼ (4 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

«Ο μακάριος Ιωαννίκιος γεννήθηκε κατά το εικοστό τέταρτο έτος της τυραννίας του θηριωνύμου Λέοντος, στη χώρα των Βιθυνών. Ο πατέρας του λεγόταν Μυριτρικής και η μητέρα του Αναστασού. Σε ηλικία σαράντα ετών εξεστράτευσε μαζί με τον βασιλιά κατά των Βουλγάρων και έδειξε τέτοια ανδρειοσύνη, ώστε μπροστά στα μάτια του βασιλιά κατέκοψε πολλούς Βουλγάρους, σώζοντας τους ομοφύλους του. Θέλοντας να αποφύγει τη μελετώμενη από τον βασιλιά απέναντί του τιμή και δόξα, έρχεται στο όρος  του Ολύμπου, όπου άκουσε με τα ίδια του τα αυτιά  θεϊκή φωνή να του λέει να ανέβει υψηλότερα. Εκεί συνάντησε δύο μοναχούς, που  δεν τους είχε δει ποτέ κανένας, οι οποίοι φορούσαν τρίχινα ρούχα και τρέφονταν με άγρια βότανα. Αυτοί του μίλησαν για όσα είχε ως σκοπό να κάνει, ενώ έλαβε από αυτούς ως περιβολή τη χάρη της προσευχής. Αφού έφυγε από εκεί, πήγε πρώτα στο όρος του Τριχάλικος, έπειτα στη Μονή των Αυγάρων και τέλος στα όρη της Κοντουρίας. Έμαθε τριάντα ψαλμούς, τους οποίους έψαλλε μαζί με κάποιο τροπάριο που ο ίδιος σύνθεσε: Η ελπίς μου ο Θεός, καταφυγή μου ο Χριστός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον. Αυτός ο μακάριος αφού πέρασε από πολλά μέρη και έκανε μεγάλα θαύματα και προφήτευσε  για τα μέλλοντα, ήλθε και προς τη Μονή του Αντιδίου, οπότε πλήρης ημερών αναπαύτηκε εν Κυρίω, σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών».

Ο όσιος Ιωαννίκιος είναι γνωστός καταρχάς σε όλο το πιστό πλήρωμα της Εκκλησίας από το συντεθειμένο από αυτόν τροπάριο που καθημερινώς λέγεται κατά την ακολουθία του Αποδείπνου (μικρού και μεγάλου): «η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς αγία, δόξα Σοι». Η έξοδός του από τον κόσμο, όπως είδαμε στο συναξάρι του, ήταν αποτέλεσμα  της αποφυγής της ανθρώπινης δόξας, δείγμα της ταπείνωσης που τον διακατείχε, συνεπώς της παρουσίας της δόξας του Θεού μέσα στην καρδιά του, η οποία έγινε και ο καθοδηγητής του για τον πνευματικό δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει.  Κατά τον υμνογράφο «υψούσαν ταπείνωσιν έσχηκας», και γι’  αυτό «περπάτησες την οδό που εισάγει, χωρίς επιστροφή, στην ουράνια πόλη. Διότι το άγιον Πνεύμα, που είχε αναπαυτεί στην καρδιά σου, ήταν ο οδηγός σου».  Κι αυτό συνιστά μία παραδοξότητα: πώς ένας στρατιώτης, που πολεμούσε με τόση γενναιότητα και σκότωσε στον πόλεμο τόσους εχθρούς,  μπορούσε να έχει στην καρδιά του τέτοια χάρη Θεού;

Πέρα από το γεγονός βεβαίως ότι το παράδειγμα του οσίου Ιωαννικίου μας υπενθυμίζει πως δεν πρέπει να σπεύδουμε να κρίνουμε επιφανειακά τους συνανθρώπους μας – «μη κρίνετε κατ’  όψιν» είπε ο ίδιος ο Κύριος –   η εξήγηση ίσως να βρίσκεται σε μια επισήμανση του υμνογράφου που λέει: «ρεόντων τα μένοντα ηλλάξω, εμφρόνως τον σον αναλαβών σταυρόν Ιωαννίκιε, και έν αβάτοις όρεσιν, ως ο Ηλιού ο μέγιστος, υποχωρών διετέλεσας» (Με φρόνηση, Ιωαννίκιε, αντάλλαξες τα ρέοντα της ζωής αυτής με τα μένοντα και αιώνια της βασιλείας του Θεού, αναλαμβάνοντας τον σταυρό της ακολουθίας του Κυρίου, και σε απάτητα όρη, σαν τον μέγιστο Ηλία, υποχωρούσες διαρκώς). Έχουμε την εντύπωση ότι η μελετώμενη από τον βασιλιά τιμή και δόξα του οσίου ως στρατιώτη τότε λειτούργησε ως απλή αφορμή, προκειμένου  αυτός να οδηγηθεί σε οριστική απόφαση απομάκρυνσής του  από τη γοητεία και τις παγίδες του κόσμου τούτου. Ήδη πρέπει να βρισκόταν σε προβληματισμό  και αναταραχή περί του πρακτέου της ζωής του, γι’  αυτό και όταν βρέθηκε στο οριακό σημείο αποδοχής ή όχι της ανθρώπινης δόξας, η θέλησή του έκλινε εκεί που κτυπούσε  η καρδιά του: να ακολουθήσει με ολοκληρωτικό δόσιμο του εαυτού του τον Χριστό∙ να ανταλλάξει τα ρέοντα με τα μένοντα.  Ίσως μας παραπέμπει τούτο στον απόστολο Παύλο, ο οποίος ναι μεν προ της μεταστροφής του στη χριστιανική πίστη δίωκε τους χριστιανούς, όμως δεν πρέπει να αισθανόταν καλά με αυτό που έκανε. Και προφανώς γι’ αυτό ο Κύριος, βλέποντας το βάθος της καρδιάς Του, τον κάλεσε με έναν εξαιρετικό τρόπο να γίνει απόστολός Του.

Ο υμνογράφος από εκεί και πέρα αναφέρεται στον πνευματικό αγώνα καθάρσεως της καρδιάς του οσίου, η οποία τον οδήγησε σε τέτοια πλάτυνση του εσωτερικού του κόσμου, ώστε εκτός από θαυματουργός να είναι και προορατικός: «το όμμα καθάραντι της διανοίας, όσιε, χάρις σοι εδόθη προφητείας, ως ενεστώτα λέγειν τα μέλλοντα, βλέπειν τε τα πόρρω ως εγγύς, ω Ιωαννίκιε, τη του Πνεύματος χάριτι». (Ιωαννίκιε, με τη χάρη του αγίου Πνεύματος, αφού καθάρισες το όμμα της διάνοιάς σου, σου δόθηκε η χάρη της προφητείας, ώστε να μιλάς για τα μέλλοντα ως παρόντα, και να βλέπεις τα μακρινά ως κοντινά). Εκεί όμως που νομίζουμε ότι πρέπει  ιδιαιτέρως να σταθούμε είναι σ’  έναν ύμνο από την ογδόη ωδή. Ο υμνογράφος βλέπει τον όσιο να στέκεται πάνω σε ψηλό όρος, όπως ένα λυχνάρι πάνω στη λυχνία – κατά τον λόγο του Κυρίου βεβαίως «ουδείς λύχνον άψας τίθησιν αυτόν υπό τον μόδιον, αλλ’  επί την λυχνίαν» – και από εκεί να  καταφωτίζει με την πίστη τα νοήματα των ανθρώπων, διότι τους υποδεικνύει με άριστο τρόπο τον αληθινό δρόμο της ζωής και τους ανεβάζει έτσι με τον θείο λόγο του στο ύψος της εν Χριστώ απάθειας. «Ιστάμενος άνω προς το όρος, ως επί λυχνίας, όσιε, πάντων τα νοήματα πίστει κατεφώτιζες, υποδεικνύων άριστα Ιωαννίκιε, την τρίβον της ζωής και ανάγων τούτους θείω λόγω, προς ύψος απαθείας».

Γιατί  ο τονισμός του συγκεκριμένου ύμνου; Διότι σε ημέρες εξαιρετικά κρίσιμες, σαν αυτές που διερχόμαστε, ο όσιος, όπως λέει ο ύμνος, που λειτουργούσε θεραπευτικά για τους ανθρώπους με την έννοια ότι διόρθωνε λογισμούς, μπορεί να μας βοηθήσει κατά αντίστοιχο τρόπο. Δηλαδή, να μάθουμε κι εμείς ακούγοντάς τον να μη μένουμε δεμένοι σε ό,τι προκαλεί ταραχή και φόβο – τα ρέοντα της ζωής αυτής – αλλά με φωτισμένο νου να επιμένουμε στην αληθινή οδό, που δεν είναι άλλη από τη ζωή του Χριστού, και να προσβλέπουμε στο ύψος της υπέρβασης των ανθρωπίνων παθών και καταστάσεων. Κι είναι εύλογο: η ζωή αυτή πάντοτε έχει το χαρακτηριστικό της ταραχής, διότι δεν είναι μόνιμη κατάσταση. «Παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου». «Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν». Μη κάνουμε το λάθος να θεωρήσουμε ότι αυτά που διερχόμαστε ως κοινωνία και έθνος είναι αιώνια. Αυτά έρχονται και παρέρχονται. Τα αιώνια όμως που είναι ο Χριστός και ο άγιος λόγος Του δεν παρέρχονται ποτέ: «οι λόγοι μου ου μη παρέλθωσιν».
  παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τί σημαίνουν τα λόγια: “Οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε”.

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Νοεμβρίου, 2013

Όποιος θέλει να γίνει τέλειος και επιθυμεί να αγωνισθεί τον πνευματικό αγώνα νόμιμα, πρέπει να αποξενωθεί από κάθε ελάττωμα οργής και θυμού.
Ας ακούσει τι του παραγγέλλει το σκεύος της εκλογής, ο Απ. Παύλος: « πάσα πικρία και οργή και θυμός και κραυγή και βλασφημία αρθήτω αφ’ υμών συν πάση κακία». Και λέγοντας «πάσαν» δεν μας άφησε καμιά πρόφαση θυμού ως δήθεν αναγκαίου ή εύλογου.
 Εκείνος επομένως που θέλει να διορθώσει τον φταίχτη αδελφό ή θέλει να του επιβάλλει επιτίμια, ας φροντίζει να φυλάει τον εαυτό του ατάραχο μήπως, ενώ θέλει να θεραπεύσει τον άλλον, πάρει ο ίδιος την αρρώστια του. Και τότε θα πουν το ευαγγελικό: « ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν». Και αλλού πάλι λέει σχετικά η Γραφή: « τι βλέπεις το κάρφος το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου την δε εν τω σω οφθαλμώ δοκόν ου κατανοείς;» ( Μτθ. 7,3).
Η κίνηση της οργής από οποιαδήποτε αιτία κι αν προκληθεί τυφλώνει τα μάτια της ψυχής και δεν την αφήνει να ιδή τον ήλιο της δικαιοσύνης. Όπως δηλαδή όποιος βάζει στα μάτια του φύλλα χρυσά ή μολυβένια εμποδίζει το ίδιο και χωρίς καμία διαφορά την όρασή του και η τυφλότητά του δεν είναι διαφορετικότερη στην περίπτωση των χρυσών φύλλων, επειδή αυτά είναι πιο πολύτιμα από τα άλλα, έτσι και στην περίπτωση της οργής, από οποιαδήποτε αιτία κι αν ανάψει, εύλογη δήθεν ή παράλογη, ή πνευματική όραση σκοτίζεται.
Τότε μόνο χρησιμοποιούμε σωστά τον θυμό, όταν τον κινούμε εναντίον των εμπαθών και φιλήδονων λογισμών μας.
Αυτά μας διδάσκει ο προφήτης λέγοντας «οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε» (Ψαλμ. δ’ 5), δηλαδή να κινείτε την οργή εναντίον των παθών σας και των πονηρών σκέψεων και να μην αμαρτάνετε εκτελώντας ότι σας υποβάλλουν.
Κασσιανού του Ρωμαίου
Μικρή Φιλοκαλία
Αποστολική Διακονία της Εκκλ. της Ελλάδος

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης γράφει για τον Δραμινό Άγιο Γεώργιο Καρσλίδη (†4 Νοεμβρίου 1959)

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Νοεμβρίου, 2013

Ο μακάριος Γέροντας Γεώργιος καταγόμενος από τον Πόντο γνώρισε από πολύ νωρίς την ορφάνια και την μοναξιά. Μετά από διώξεις και φυλακίσεις από το άθεο καθεστώς της Γεωργίας, φθάνει στην Ελλάδα, όπου ζώντας ασκητικά και με θερμή πίστη, χαριτώνεται ο ταπεινός και άξιος λειτουργός του Υψίστου με χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως και προφητείας.
Συμπληρώνονται εφέτος 46 έτη από την μακαρία εκδημία του αοιδίμου πατρός Γεωργίου, που γεννήθηκε στην Αργυρούπολη του Πόντου το 1901. Νωρίς ορφάνεψε και την ανατροφή του ανέλαβε η ευλαβής γιαγιά του. Μετά τον θάνατο της γιαγιάς του και της αδελφής του αναχωρεί με τον παππού του για το Ερζερούμ, την Θεοδοσιούπολη της Μεγάλης Αρμενίας. Ο θάνατος και του παπ πού του και η κακομεταχείριση του αδελφού του τον φέρνουν στα μέρη του Καυκάσου Μόνος, φτωχός, πονεμένος κι αναγκεμένος, συντροφευόμενος από αγίους σε όνειρα και οράματα, φθάνει στην Τυφλίδα της Γεωργίας και οδηγείται από τον εκεί επίσκοπο στην Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Ενδύεται το τίμιο του μοναχού ένδυμα στην ηλικία μόλις των εννέα ετών. Θα το διατηρήσει επί μισό αιώνα.
Η κουρά του
Αγάπησε την άσκηση και την προσευχή από παιδί. Στις 20 Ιουλίου 1919 κείρεται μοναχός και από Αθανάσιος ονομάζεται Συμεών. Κατά την ώρα της κουράς του λέγεται πως οι καμπάνες σήμαιναν μόνες τους.
Στην Μονή συνάντησε έναν θείο του επίσκοπο, που τον βοήθησε πνευματικά. Το άθεο καθεστώς της επανάστασης του 1917 δίωξε την Εκκλησία, τον κλήρο και τον μοναχισμό. Μαζί με άλλους μοναχούς της μονής του φυλακίσθηκε σε μια ανήλια και υπόγεια φυλακή, απ’ όπου περνούσαν υπόνομοι. Υπέμεινε μεγάλες και φρικτές κακουχίες με ελπίδα στον Θεό. Πολλοί αδελφοί του τελείωσαν μαρτυρικά τον βίο τους εκεί. Με την βοήθεια της Παναγίας γλύτωσε από βέβαιο θάνατο. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονήθηκε ιερεύς κι ονομάσθηκε Γεώργιος. Λειτουργούσε στα γεωργιανά.
Σύντομα απέκτησε φήμη διακριτικού, διορατικού και προορατικού Γέροντος. Πολύς κόσμος ερχόταν από μακριά για να γνωρίσει και να συμβουλευθεί τον νεαρό ιερομόναχο. Το 1923 από την Τυφλίδα μεταβαίνει στο Σουχούμ. Στις συχνές θείες λειτουργίες του μνημόνευε πολλά ονόματα. Στο κελλί του μελετούσε και προσευχόταν συνεχώς. Η εγκράτεια, η άσκηση, η αγρυπνία και η νηστεία ήταν αδιάκοπες. Οι προφητείες του εκπληρώνονταν. Όλοι τον πλησίαζαν ως άγιο. Το 1929 καταφέρνει να έλθει στην Ελλάδα.
Άφιξη στην Ελλάδα 
Δοξάζει τον Θεό για την σωτηρία του. Ο Πόντος, η Γεωργία και η Ρωσία μένουν στην μνήμη του ως τόποι αγώνων, μαρτυρίων και θυσιών. Από την Θεσσαλονίκη, όπου φθάνει στις 19 Οκτωβρίου 1929, μεταβαίνει στην Κατερίνη και στα χωριά Αλώνια και Κούκκος, Μικρό Δάσος του Κιλκίς και τέλος το 1930 στην Σίψα της Δράμας. Οι κακουχίες της φυλακής της Γεωργίας τον είχαν αφήσει ημιπαράλυτο, πολύ αδύναμο και πολλές φορές δυσκολευόταν πολύ να περπατήσει, ώστε τον σήκωναν στα χέρια, για να μετακινηθεί.
Όλη η περιουσία του ήταν λίγα εκκλησιαστικά βιβλία στην γεωργιανή γλώσσα, ιερατικά άμφια, εικόνες και μέρος των λειψάνων της αδελφής του Άννας. Κόσμος πολύς αρχίζει να τον πλησιάζει για να βοηθηθεί. Ο φιλόθεος, φιλάγιος, φιλάδελφος και φιλάνθρωπος πατήρ κάνει παρακλήσεις, εξομολογεί και νουθετεί. Το 1938 κτίζει το μοναστηράκι της Αναλήψεως. Εκεί θα λειτουργεί, θα εξομολογεί, θα κηρύττει, θα προλέγει, θα θαυματουργεί επί μία ολόκληρη εικοσαετία. Ο ναός και το κελλί του γίνονται κολυμβήθρα Σιλωάμ για σωματικές και ψυχικές ασθένειες πολλών.
Μεταβαίνει προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα και το Άγιον Όρος κι έχει συναντήσεις με ιερές μορφές, που τον πείθουν να μείνει εκεί που είναι, γιατί έχει μεγάλη ανάγκη ο πιστός λαός την παρουσία και την μαρτυρία του. Το 1941 κατά θαυμαστό τρόπο σώζεται από βέβαιο θάνατο από τους Βούλγαρους, που τον είχαν συλλάβει προς εκτέλεση. Όλη η ζωή του κυλά μέσα σ΄ ένα συνεχές θαύμα. Με την βοήθεια του αγίου Νικολάου θεραπεύεται, ώστε να μπορεί κάπως ν΄ αυτοσυντηρείται.
Πάντα λιτός, απλός, νηστευτής, άγρυπνος, φιλάσθενος και δεόμενος. Λιγομίλητος, προσεκτικός, αυστηρός και σοβαρός. Σε μεγάλη ανάγκη επισκεπτόταν φτωχούς κι ασθενείς. Είχε βοηθηθεί ο ίδιος κι έτσι μπορούσε να βοηθήσει και τους άλλους.
Κατά την αγία προσκομιδή μνημόνευε χιλιάδες ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Μάλιστα σημείωνε ορισμένα και στο τέλος της θείας Λειτουργίας καλούσε ιδιαίτερα τους συγγενείς και τους έλεγε τα προβλήματα των ζώντων ή των κοιμηθέντων και πως τέλειωσαν τον βίο τους. Καθαροί και αθώοι άνθρωποι τον έβλεπαν ως λειτουργό να μην πατά στην γη.
Στις αναίμακτες θείες ιερουργίες ήταν φωτεινός, ειρηνικός και χαρούμενος. Συλλειτουργούσε με αγίους. «Σπάνια λειτουργώ μόνος μου», έλεγε ο Γέροντας. Είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στην Παναγία, στον Τίμιο Πρόδρομο και τον άγιο Γεώργιο! Πολλούς ασθενείς κι αναγκεμένους ανθρώπους τους έστελνε σε διάφορους αγίους και με την ευχή του γίνονταν καλά. Από ταπείνωση δεν ήθελε να τιμάται η αναξιότητά του, αλλά να δοξάζεται ο Θεός από τους αγίους του. Τους αγίους ονόμαζε μουσαφίρηδες. Είχε την χάρη να βλέπει την ψυχική κατάσταση των εκκλησιαζομένων.
Ο Γέροντας ήταν αυστηρός τηρητής των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας. Δεν ήταν εύκολος σε ανεπίτρεπτες «οικονομίες». Γινόταν πιο αυστηρός στους αμετανόητους. Το λειτούργημα του Πνευματικού το είχε πολύ υψηλά και το είχε λάβει πολύ σοβαρά. Δεν ήθελε οπαδούς να τον κολακεύουν. Είχε πάντα μια διακριτική αυστηρότητα. Αποσκοπούσε συστηματικά στην ταπείνωση του εξομολογουμένου, στην αληθινή συντριβή και μετάνοια προς σωτηρία ψυχών αθανάτων.
Ο χαρισματούχος ποιμένας
Η θερμή πίστη, η ασκητική βιοτή, η καθαρή ζωή χαρίτωσαν τον ταπεινό κι άξιο λειτουργό του Υψίστου με χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως και προφητείας. Ο Θεός φώτιζε τον μακάριο Γέροντα έτσι που τα μακρινά και τα παρελθόντα να τα βλέπει ως πλησίον και παρόντα, όπως και άλλοτε τα μέλλοντα, καθώς διηγούνται με θαυμασμό πολλά πνευματικά του τέκνα. Μερικοί που αμφέβαλλαν για τα χαρίσματα του Γέροντα δεν αργούσαν, όταν τον γνώριζαν καλά, να διαπιστώσουν πως πράγματι ήταν αληθινός άνθρωπος του Θεού. Ο Γέροντας χρησιμοποιούσε τα χαρίσματα προς βοήθεια και σωτηρία των ψυχών κι όχι για να εκθέσει και ντροπιάσει ανθρώπους ή να καυχηθεί και να προβληθεί ο ίδιος. Με δάκρυα πολλά μιλούσε καθαρά για τα επερχόμενα δεινά· την κατοχή του 1940, την επιδρομή των Βουλγάρων, τον εμφύλιο πόλεμο. Διάβαζε τις καρδιές των ανθρώπων σαν ανοιχτό βιβλίο. Για να διατηρείται στην ταπείνωση, μερικές φορές προσποιόταν μωρία, διά Χριστόν σαλότητα. Η αρετή θέλει πολύ κόπο για ν΄ αποκτηθεί και περισσή τέχνη για να διαφυλαχθεί.
Ο Γέροντας στο ποιμαντικό του έργο έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή στις γυναίκες, που λόγω του πλούσιου συναισθηματικού τους κόσμου εύκολα υπερβάλλουν στις τιμές των άλλων. Ήταν διακριτικά αυστηρός μαζί τους. Έκρυβε όμως μια καρδιά με μεγάλη αγάπη για όλους. Η ελεημοσύνη του ήταν πάντοτε μυστική. Μόλις σκοτείνιαζε έστελνε κρυφά μ΄ έμπιστους δικούς του ανθρώπους αναγκαία τρόφιμα και ρούχα στα σπίτια των φτωχών. Παρηγορούσε τους πενθούντες και φρόντιζε προσεκτικά τους νεκρούς. Αγαπούσε τα παιδιά, τα συμβούλευε στοργικά και τους μοίραζε απλόχερα δώρα. Έκρυβε πάντα τον εαυτό του και δεν ήθελε να φαίνεται και να τιμάται. Ο Γέροντας δεν ήθελε κανένας να φύγει από το μοναστήρι νηστικός. Μαγείρευε, φούρνιζε ψωμί και μοίραζε σε όλους ευλογία. Ήταν εργατικός, ακούραστος, ελεήμων και φιλάνθρωπος.
Οι πιστοί έτρεφαν για όλα αυτά σεβασμό και αγάπη στον Γέροντα. Δεχόταν την αγάπη των τέκνων του, αλλά δεν την προκαλούσε και δεν την επιθυμούσε. Ήταν ταπεινός κι αγαπούσε ιδιαίτερα να μιλά για την αγία ταπείνωση. Ζούσε τελικά σε μια ιερή μοναξιά. Οι πολλοί των ανθρώπων δεν τον κατανοούσαν και μερικοί μάλιστα τον παρεξηγούσαν. Λίγοι μπορούσαν να καταλάβουν καλά το βάθος της πνευματικότητος του.
Η κοίμησή του
Προείδε και προείπε επακριβώς το μακάριο τέλος του. Προετοιμα­σμένος από καιρό το ανέμενε με περισσότερη προσευχή δίνοντας τις τελευταίες συμβουλές στ΄ αγαπητά πνευματικά του τέκνα. Τρεις μέρες πριν τον θάνατο του τελέσθηκε το μυστήριο του ιερού ευχελαίου. Μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων. Συγχώρεσε, ευλόγησε κι ευχήθηκε όλους. Κοιμήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1959. Οι τελευταίες λέξεις που ακούσθηκαν από τα χείλη του ήταν: «Της ευσπλαγχνίας την πύλην άνοιξον, ευλογημένη Θεοτόκε».
Ένα ορφανεμένο, πενθηφόρο κι απαρηγόρητο πλήθος τον ακολούθησε στην τελευταία κατοικία του, πίσω από τον ιερό ναό της Αναλήψεως, όπου λειτουργούσε επί τριάντα περίπου χρόνια. Το πρόσωπο του ήταν ειρηνικό, ιλαρό και φωτεινό. Το νεκρό του σώμα ευλύγιστο, όπως των Αγιορειτών. Τα δύο κυπαρίσσια πλάι στον τάφο του λύγισαν σαν για να τον προσκυνήσουν, όπως είχε προείπει, και πολλά πουλιά συνάχθηκαν την ώρα της ταφής του, δίχως να φοβούνται τον πολύ κόσμο. Όλοι ήταν πλέον βέβαιοι ότι κηδεύεται και θάβεται ένας άγιος, ζήτησε να τον θάψουν με τα άμφιά του, τον σταυρό του και τα λειτουργικά του βιβλία που είχε από την Γεωργία.
Τεύχος 17ο, Περιοδικό Πεμπτουσία, σελ. 116-123, Απρίλιος – Ιούλιος 2005
 [Στο κείμενο του π. Μωυσή ο άγιος Γεώργιος αναφέρεται ως Γέροντας, γιατί δεν είχε γίνει ακόμη η κατάταξή του στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας]

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η προσφορά του Αγίου Όρους

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Νοεμβρίου, 2013

Η προσφορά του Αγίου Όρους

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

  Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Η προσφορά του Αγίου Όρους είναι γνωστή, πλούσια, διάφορη και μεγάλη. Εμείς εδώ ταπεινά και απλά θα θίξουμε μερικές μόνο πτυχές της.

Κατά την τουρκοκρατία το Άγιον Όρος αποτέλεσε κέντρο ενισχύσεως των καταδυναστευομένων. Η ίδρυση της Αθωνιάδος Ακαδημίας, στα μέσα του 18ου αιώνος, μ’ επιφανείς διδασκάλους όπως τονΕυγένιο Βούλγαρη, Αθανάσιο Πάριο, Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη και λοιπούς, και μαθητές όπως τον ιερομάρτυρα κι εθναπόστολο Κοσμά τον Αιτωλό, που ίδρυσε πολλά σχολεία κι εμψύχωσε τους Χριστιανούς στην πατρώα πίστη τους, Ρήγα Φεραίο τον εθνομάρτυρα και άλλους. Κατά την περίοδο αυτή ορισμένοι που αλλαξοπίστησαν πήγαιναν σ’ έμπειρους πνευματικούς στο Άγιον Όρος και κατόπινεξομολογήσεως, κατηχήσεως και μετανοίας μετέβαιναν και μαρτυρούσαν «για του Χριστού την πίστη την αγία». Οι άθλοι των ηρωικών Νεομαρτύρων, κατά τους ιστορικούς, αποτέλεσαν την καλύτερη διδασκαλία και σωφρονισμό, για όσους δείλιαζαν στις απειλές των Οθωμανών κι απαρνούνταν την ορθόδοξη πίστη. Περίπου πενήντα Νεομάρτυρες γαλουχήθηκαν πνευματικά στο Άγιον Όρος.

Η γλώσσα και η θρησκεία αναμφισβήτητα αποτελούν τα πόδια ενός έθνους. Το Άγιον Όρος σε όλη του την ιστορία αγωνίστηκε με πολλούς τρόπους για να μη κουτσουρευτούν. Ο απανταχού Ελληνισμός διατηρώντας ακμαία και ζωντανή τη γλώσσα και τη θρησκεία του θα διατηρηθεί ακμαίος και ζωντανός. Ο μεγάλος βυζαντινολόγος κι ένθερμος φιλοαθωνίτης Στήβεν Ράνσιμαν γράφει: «Οι Έλληνες έχουν μια κληρονομιά για την οποία μπορούν να αισθάνονται υπερήφανοι. μια κληρονομιά που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στις εναλλασσόμενες υλικές καταστάσεις. Στους σκοτεινότερους αιώνες της Ελληνικής Ιστορίας η Εκκλησία ήταν εκείνη η οποία, παρόλες τις πολλές δυσκολίες, τις πολλές απογοητεύσεις και αυτές ακόμη τις ταπεινώσεις, μπόρεσε όχι μόνο να προσφέρει πνευματική ανακούφιση, αλλά και να συντηρήσει και διατηρήσει τις παραδόσεις του Ελληνισμού. Οι μοντερνιστές έχουν συχνά υποτιμήσει τον ρόλο της…».

Τον 18ο αιώνα παρατηρείται στο Άγιον Όρος μια σημαντική αναγέννηση με την παρουσία αρκετών αγίων και φωτεινών μορφών, οι οποίοι με δυνατό οπλισμό την αρετή και τη σοφία, όπως του Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ, όπου αυτός και οι πολλοί μαθητές του μεταφράζουν στα ρουμανικά και ρωσικά έργα των Ελλήνων Πατέρων, Νικοδήμου του Αγιορείτου, του πολυγραφώτατου συγγραφέα, ερμηνευτή και μεταφραστή, Μακαρίου του Νοταρά, του δραστήριου εκδότη και ταλαντούχου ιεράρχη, Αθανασίου του Παρίου, του περίφημου διδασκάλου και αντιαιρετι­κού ιεροκήρυκος. όλοι εργάζονται συστηματικά για την έκδοση ψυχωφελών βιβλίων προς ενίσχυση του λαού. Έτσι δημιουργούν ένα υγιή και πραγματικό διαφωτισμό στα λαϊκά στρώματα, που διψούσαν για τέτοια πνευματική τροφή, αντίθετα με τον διαφωτισμό του Κοραή, που είχε περισσότερο ευρωπαϊκά πρότυπα και όχι την ελληνορθόδοξη παράδοση. Οι κοροϊδευτικά ονομαζόμενοι Κολλυβάδες δεν έμεναν σε μια στείρα ωραιολογία και παρελθοντολογία αλλά αντλώντας διδάγματα, από τη ζωηφόρο παράδοση, μιλούσαν για το παρόν και το μέλλον ενός λαού με ιερές ρίζες.

Στην υπερχιλιόχρονη ιστορία του Αγίου Όρους αναδείχθηκαν περισσότεροι από 300 επώνυμοι άγιοι, για τους οποίους από ετών ετοιμάζουμε τόμο, οι οποίοι απλά δεν εργάσθηκαν για την ατομική τους σωτηρία και την εξασφάλιση της βασιλείας των ουρανών, αλλά έγραψαν, δίδαξαν, βοήθησαν αναγκεμένους, ίδρυσαν μονές, έκτισαν εκκλησίες και σχολεία, έγιναν μητροπολίτες και πατριάρχες κι επηρέασαν πολλούς στο αγαθό, δίκαιο και τίμιο.

Ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης ακολούθησε με τις προσευχές του τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά στις νικηφόρες μάχες του στην Κρήτη κι εργάσθηκε ιεραποστολικά στην Κύπρο. Ο όσιος Ευθύμιος βοήθησε πνευματικά την πατρίδα του Ιβηρία, τη σημερινή Γεωργία, με σπουδαία μεταφραστικά έργα. Ο άγιος Σάββας ο Νεμάνια επέστρεψε στην πατρίδα του τη Σερβία από τη μονή Χιλανδαρίου κι έγινε πρώτος αρχιεπίσκοπος των Σέρβων με λαμπρό έργο. Οι Σέρβοι τη μονή Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους θεωρούν κοιτίδα του πολιτισμού τους. Το σημαντικό έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αποτέλεσε σταθμό στην ορθόδοξη θεολογία. Υπήρξε σπουδαίος συγγραφέας και δραστήριος, ικανός και πολύτιμος μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος από ηγούμενος της Μεγίστης Λαύρας έγινε Οικουμενικός Πατριάρχης και ανέπτυξε πλούσια ιεραποστολή και ποιμαντική δράση. Ο άγιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης από αγιορείτης ασκητής έγινε ο κτίτορας της πρώτης μεγάλης μονής στα Μετέωρα και ιδρυτής της δεύτερης μετά το Άγιον Όρος μοναχοπολιτείας της Ελλάδος, η οποία προσέφερε πολλά στη Θεσσαλία. Ο άγιος Νήφων από τη μονή Διονυσίου έγινε Οικουμενικός Πατριάρχης και κατόπιν φωτιστής της Ρουμανίας κατά την εκεί παραμονή του και δράση του. Ο άγιος Μάξιμος ο Γραικός, με τη μεγάλη μόρφωση που είχε, από τη μονή Βατοπεδίου εστάλη στη Ρωσία για τη συστηματική μεταφραστική εργασία εκκλησιαστικών βιβλίων και την αναμόρφωση του εκκλησιαστικού βίου. Δυστυχώς το τέλος του ήλθε στη φυλακή από δεινούς συκοφάντες του, που ενοχλούνταν από την πνευματική εργασία του. Ο άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω από τις μονές Καρακάλλου και Φιλοθέου, όπου έζησε ασκητικά, μετέβη κηρύττοντας στη Μακεδονία και Θεσσαλία και ίδρυσε μονές, που κατά την τουρκοκρατία ήταν καταφύγιο των καταδυναστευομένων. Ο άγιος Γεράσιμος ο εν Κεφαλληνία από τις σκήτες της Καψάλας και της Αγίας Άννας μετέβη στα Ιεροσόλυμα και τα νησιά και κατέληξε στην Κεφαλλονιά, όπου ίδρυσε μονή και ως θαυματουργός άγιος είναι προστάτης του νησιού. Τελευταίος της μεγάλης σειράς των εξελθόντων του Αγίου Όρους προς βοήθεια του λαού είναι ο άγιος Σάββας της Καλύμνου, που εκοιμήθη το 1948 και είναι και αυτός προστάτης και φύλακας του ωραίου αυτού νησιού των Δωδεκανήσων.

Οι Άγιοι τα χαρίσματα δεν τα φύλαξαν υπερήφανα για τον εαυτό τους, αλλά τα πρόσφεραν απλόχερα σε όσους ζητούσαν και είχαν ανάγκη. Όπως μερικοί χαίρονται μόνο όταν παίρνουν, εκείνοι χαίρονταν να δίνουν. Όμως για να δώσουν και να βοηθήσουν επιτυχώς τους άλλους, είχαν βοηθήσει καλά πρώτα τον εαυτό τους, στην αγιορείτικη σχολή της ησυχίας επί πολλά έτη, κι έτσι είχαν φθά­σει σε μέτρα αυτογνωσίας, αδελφογνωσίας και θεογνωσίας. Ένας δάσκαλος, αν δεν έχει διδαχθεί σωστά και καλά δεν μπορεί να διδάξει αποδοτικά κι αν το κάνει θ’ αποτύχει. Ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά γνωρίζει πολλά και μερικές φορές αγνοεί τον εαυτό του, έτσι ταλαιπωρείται έχοντας απαιτήσεις.

Το έργο των μοναχών που έμειναν μόνιμα στο Άγιον Όρος, και μερικοί δεν εξήλθαν ποτέ από αυτό, δεν σημαίνει ότι ήταν αφιλάνθρωπο κι ενδιαφέρονταν εγωιστικά μόνο για τη σωτηρία του εαυτού τους, δίχως καμιά προσφορά στον κόσμο. Μοναχός σημαίνει μόνος, αλλά όχι απομονωμένος και μισάνθρωπος. Είναι μόνος και σιωπηλός, γιατί ζητά την κοινωνία και την κουβέντα με τον Θεό. Το κύριο έργο των μοναχών και η μεγαλύτερη προσφορά στην Εκκλησία και στον κόσμο είναι δια της προσευχής. Ένα έργο που δεν φαίνεται, δεν φαντάζει και δεν διαφημίζεται, αλλά που δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και δεν έχει αποτελέσματα. Αν πιστεύουμε στον Χριστό και στους λόγους Του στο Ευαγγέλιο, η καλύτερη επικοινωνία μαζί Του είναι δια της προσευχής. Αυτή η προσευχή των ταπεινών μοναχών βοηθά τον κόσμο κι επιμηκύνει το έλεος του Παναγάθου Θεού επ’ αυτού. Οι μοναχοί, όπως είπαν, κατά κάποιον τρόπο, είναι οι επαγγελματίες προσευχόμενοι. Προσεύχονται και για εκείνους που δεν προσεύχονται ή δεν μπορούν ή δεν θέλουν. Στις καθημερινές θείες Λειτουργίες στο Άγιον Όρος μνημονεύονται χιλιάδες ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Όπως είπε ένας άγιος, ο κόσμος θα εκλείψει όταν σταματήσει η προσευχή στον κόσμο. Θεωρείται από μερικούς η προσευχή κάτι το δύσκολο και πολύ βαρύ κι όμως είναι κάτι το πολύ ωραίο, εύκολο κι ευχάριστο, όταν γίνεται με αγάπη κι ανοιχτή καρδιά κι όχι συνηθισμένος τύπος κι υποχρεωτικό καθήκον, όπως μιλά το παιδάκι στη μητέρα του.

Υπάρχει όμως και το ορατό έργο της προσφοράς του Αγίου Όρους. Στον ανατολικό ορθόδοξο Μοναχισμό γεννήθηκαν και ανα­πτύχθηκαν οι λεγόμενες ιερές τέχνες. βυζαντινή αγιογραφία, ψηφιδογραφία, μουσική, υμνογραφία, ξυλογλυπτική, κεντητική, αργυροχρυσοχοΐα και λοιπές. Στο Άγιον Όρος διατηρήθηκαν με ζήλο κι αυξήθηκαν με προσοχή οι τέχνες αυτές. Σήμερα έχουμε 20.000 περίπου βυζαντινές εικόνες, καμωμένες περίτεχνα με τα μυστικά της θεσπέσιας βυζαντινής τεχνοτροπίας, αλλά και με προσευχή, νηστεία και κατάνυξη. Μεταξύ αυτών έχουμε και θαυματουργικές εικόνες, που μοναχοί και λαϊκοί προσκυνητές τις τιμούν ιδιαίτερα, κυρίως της Θεοτόκου, όπως του Άξιον Εστί του ναού του Πρωτάτου, ενώπιον της οποίας τον 10ο αιώνα πρωτοψάλθηκε ο γνωστός θεομητορικός ύμνος από τον αρχάγγελο Γαβριήλ. Επίσης της Οικονόμισσας στη Μεγίστη Λαύρα, της Βηματάρισσας στη Βατοπεδίου, της Πορταΐτισσας στην Ιβήρων, της Τριχερούσας στη Χιλανδαρίου, του Ακαθίστου στη Διονυσίου, της Γοργοϋπηκόου στη Δοχειαρίου και άλλες. Στο Άγιον Όρος έχουμε 120 τετραγωνικά χιλιόμετρα τοιχογραφίες από τους καλύτερους εκπροσώπους των βυζαντινών τεχνοτροπιών, όπως του Πανσελήνου στο Πρωτάτο, της Μακεδονικής Σχολής, τον 13ο αιώνα, του Θεοφάνη στις μονές Μεγίστης Λαύρας και Σταυρονικήτα, τον 16ο αιώνα, και του Τζώρτζη στη Διονυσίου. Η βυζαντινή τέχνη των ιερών εικόνων συνεχίζεται και σήμερα και πολλοί πιστοί θεωρούν ευλογία για το σπίτι τους μια τέτοια εικόνα. Οι βυζαντινές εικόνες έχουν μια εξαίσια πνευματικότητα και χάρη και εικονίζουν όχι ρεαλιστικά, όπως η δυτική αναγεννησιακή τέχνη, τη θεωμένη φύση του ανθρώπου. Γράφει ο φιλοαγιορείτης αγιογράφος και συγγραφέας μακαριστός από ετών Φώτης Κόντογλου: «Τί μυστήριο και κατάνυξη έχουν οι εικόνες που έκαναν μερικοί αγράμματοι και απλοί βυζαντινοί αγιογράφοι, αλλά και όλα τα έργα που είναι καμωμένα κατά τη βυζαντινή παράδοση: εκκλησίες, μοναστήρια, κελλιά, ύμνοι, ψαλμωδίες, λόγοι, ευλογίες, χαιρετισμοί, χειρόγραφα, άμφια, κεντήματα, σκαλιστά ξύλα, μανουάλια. Όλα εκφράζουν, με διάφορα μέσα, μία και την ίδια εσωτερική ουσία. Απ’ όλα ευωδιάζει, σαν σμύρνα και σαν αλόη η ελληνορθόδοξη πνευματικότητα»

Στο Άγιον Όρος φυλάγονται στα σκευοφυλάκια περισσότερα από 20.000 πολύτιμα καλλιγραφημένα χειρόγραφα από τον 5ο μέχρι τον 20ο αιώνα. Από αυτά 2200 είναι με καταπληκτικές έγχρωμες μικρογραφίες (μινιατούρες). Δείγματα υψηλής τέχνης αργυροχρυσοχοΐας είναι δισκοπότηρα, εξαπτέρυγα και σταυροί, με αφιερωματικές επιγραφές βυζαντινών αυτοκρατόρων, κανδήλια, κηροπήγια και λειψανοθήκες. Τα τίμια λείψανα μαζί με τις εικόνες αποτελούν τον πολυτιμότερο θησαυρό του Αγίου Όρους. Μεταξύ αυτών διακρίνονται περίτεχνοι σταυροί, που περιέχουν τίμιο ξύλο, το μεγαλύτερο τεμάχιο σώζεται στη μονή Ξηροποτάμου, όπου υπάρχει και η τρύπα από τα καρφιά της σταυρώσεως του Κυρίου. Τα τίμια δώρα, που προσέφεραν οι τρεις μάγοι στον νεογέννητο Χριστό, χρυσός, λίβανος και σμύρνα, στη μονή του Αγίου Παύλου. Η ζώνη της Θεοτόκου στη μονή Βατοπεδίου. Το δεξί χέρι του Τιμίου Προδρόμου στη μονή Διονυσίου. Το χέρι της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής της Μυροφόρου στη μονή της Σίμωνος Πέτρας και πολλά άλλα, που αποτελούν τη μεγαλύτερη συλλογή τιμίων λειψάνων στον κόσμο. Αρκετά από αυτά έχουν ιδιαίτερη ευωδία και χάρη και θαυματουργούν στους με θερμή πίστη προσκυνούντας αυτά. Δείγματα λεπτής ξυλογλυπτικής τέχνης είναι σταυροί μικρών διαστάσεων με πολυπρόσωπες παραστάσεις από το Δωδεκάορτο των δεσποτικών εορτών, που κατασκευάζονται ακόμη και σήμερα από υπομονετικούς ασκητές, τέμπλα επίσης με πολλές παραστάσεις, όπως της μονής Κουτλουμουσίου, το οποίο κατασκεύασαν δύο μοναχοί εργαζόμενοι επί πολλά χρόνια, αναλόγια, στασίδια, εικονοστάσια, δεσποτικοί θρόνοι και λοιπά.

Επίσης ιδιαίτερα αξιόλογα είναι κεντημένα άμφια, με παραστάσεις και μορφές αγίων, και καλύμματα για τις λατρευτικές ανάγκες, που φυλάγονται με προσοχή και ευλάβεια, όπως αρχιτεκτονήματα που προκαλούν την έκπληξη, γλυπτά που προκαλούν τον θαυμασμό και κατασκευές από μπρούντζο και σίδερο, που εντυπωσιάζουν για την έμπνευση των υπομονετικών κατασκευαστών τους.

Η βυζαντινή μουσική αναπτύ­χθηκε ιδιαίτερα στο Άγιον Όρος και διατηρήθηκε πιστά για την απαράμιλλη πνευματικότητά της και την ανύψωση της λατρείας. Στις πλούσιες αγιορειτικές βιβλιοθήκες σώζονται πολλά μουσικά χειρόγραφα. Η πλουσιώτερη συλλογή μουσικών χειρογράφων βρίσκεται στη μονή Ιβήρων. Οι συλλογές αυτές αποτελούνται από συνθέσεις και γραφές καλλιγράφων Αγιορειτών επωνύμων και ανωνύμων και είναι μεγάλης αξίας. Στην ησυχία του Αγίου Όρους αναπτύχθηκε και η υμνογραφία. Από τους τελευταίους γνωστούς υμνογράφους ήταν ο Γέρων Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ο οποίος σύνθεσε περίπου 2.500 ακολουθίες.

Όλα αυτά είναι μία αρκετά πολύτιμη παραγωγή και πλούσια προσφορά στον πολιτισμό. Το Ά­γιον Όρος δεν είναι ασφαλώς ένα απολιθωμένο μουσείο του παρελθόντος του «ένδοξου βυζαντινισμού», που λέγει ο ποιητής. Είναι ένα ζωντανό μνημείο του υπερχιλιόχρονου βυζαντινού πολιτισμού. Τ’ αντικείμενα αυτά, τα ιερά κειμήλια, δεν είναι απλώς εκθέματα στις προσθήκες των μοναστηριακών σκευοφυλακίων, αλλά χρησιμοποιούμενα στις λειτουργικές ανάγκες κατά τις εορτές και πανηγύρεις, φυλάγονται ασφαλώς καταγεγραμμένα και συντηρούμενα. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε τους σοφούς λόγους του πατρός Γεωργίου Φλωρόφσκυ: «Δεν αξίζει και αρκεί να κρατήσωμεν την βυζαντινήν λειτουργίαν, να αναστηλώσωμεν την βυζαντινήν εικονογραφίαν και την βυζαντινήν μουσικήν ή να εφαρμόσωμεν τους βυζαντινούς τύπους της προσευχής και ησυχίας. Πρέπει να αναδράμωμεν εις αυτάς ταύτας τας ρίζας της πα­τροπαραδότου ημών ευσεβείας και να επαναφέρωμεν το πατερικόν φρόνημα. Άλλως κινδυνεύομεν να πάθωμεν εσωτερικήν διάσπασιν μεταξύ των πατροπαραδότων τύπων της ευσεβείας και των ξένων προς την παράδοσιν τρόπων της σκέψεως».

Το Άγιον Όρος διατηρεί προσεκτικά την παράδοσή του, αλλά δεν μένει βαυκαλιζόμενο στις δάφνες του παρελθόντος. Παράδοση είναι ότι το ζωντανό μεταφέρεται από γενεά σε γενεά. Η παράδοση αυτή διατηρήθηκε γιατί είναι ζωντανή, φυλάχθηκε με θυσίες και περιέχει βαθύ νόημα. Η γνώση των διδαγμάτων της παραδόσεως μας βοηθά στην αντιμετώπιση του παρόντος και του μέλλοντος. Μια στείρα και φανατική παραδοσιοπληξία δεν έχει νόημα και αξία. Τότε κανείς μένει στο γράμμα του νόμου και αφήνει την καθαρή ουσία.

Το Άγιον Όρος συνεχίζει και σήμερα τη φιλόθεη, φιλάγια και φιλάνθρωπη πορεία του. Διατηρεί ακμαίο το ασκητικό και ησυχαστικό πνεύμα, με τη ζωή της λατρείας και της προσευχής. Οι μοναχοί καθημερινά βρίσκονται «όρ­θρου βαθέος» στο ναό, για το μεσονυκτικό, τον Όρθρο, τις Ώρες, την Παράκληση και τη Θ. Λειτουργία, που τελείται καθημερινά σε όλες τις μονές. Το απόγευμα γίνεται ο Εσπερινός και λίγο πριν τη δύση το Απόδειπνο και οι Χαιρετισμοί της Παναγίας. Στο κελλί του και στο διακόνημά του συνεχίζει σιωπηλά ο μοναχός τη ζωή της προσευχής.

Η φιλοξενία παρέχεται δωρεάν, και οι προσκυνητές δεν έχουν τη δυνατότητα απλώς της συμμετοχής τους στις κατανυκτικές ακολουθίες και του θαυμασμού των αρχιτεκτονημάτων και κειμηλίων, αλλά και της συζητήσεως και λύσεως αποριών προς ψυχική ωφέλεια από γνώστες Γέροντες, της εξομολογήσεως από έμπειρο πνευματικό και της λήψεως αποφάσεων. Νέοι ομολογούν ότι ένα προσκύνημά τους στο Άγιον Όρος αποτελεί σταθμό της ζωής τους ή η συνάντηση μ’ ένα φωτισμένο Γέροντα τους έκανε ν’ αλλάξει σημαντικά η ζωή τους, λησμονώντας τα ναρκωτικά και μισώντας την αμαρτία.

Ορισμένοι των μοναχών, οι έχοντες τη δυνατότητα και την ευλογία, γιατί ο μοναχός δεν κάνει από μόνος του κάτι, αν δεν συμβουλευτεί και υπακούσει κάπου, εξέρχονται, κατόπιν προσκλήσεως μητροπόλεως, πανεπιστημίων και συλλόγων, από το Άγιον Όρος προς εξομολόγηση πιστών, κηρύγματα και ομιλίες. Άλλοι συγγράφουν βιβλία, κυρίως πνευματικού περιεχομένου, και τα τελευταία έτη έχουν εκδοθεί αρκετά καλά έργα, επιστολογραφούν, τυπώνουν κασέτες με ψαλμωδίες και ομιλίες.

Όπως η Εκκλησία έτσι και το Άγιον Όρος αυτή την προσφορά του δεν θέλει εύκολα να τη διατυμπανίζει και δημοσιεύει, προσδοκώντας τον έπαινο, για ό,τι καλό, από τον Θεό και όχι από τους ανθρώπους. Όμως αυτή η μυστική προσφορά συνεχίζεται και υπάρχει. Όταν ένας μοναχός ακούει πως ένας νέος μετά την επίσκεψή του στο Άγιον Όρος βρίσκει νόημα και σκοπό στη ζωή του κι ενώ σκεφτόταν την αυτοκτονία, όπως ήταν απελπισμένος από τα προβλήματα, εργάζεται και προοδεύει και ευτυχεί, κι ενώ σκεφτόταν το διαζύγιο, επανασυνδέεται και είναι χαρούμενος, κι ενώ η ασθένεια τον έχει καταβάλει, υπομένει κι εμπιστεύεται τον Θεό, τότε ο μοναχός αληθινά χαίρεται κι εγκάρδια ευχαριστεί τον Θεό, που ο ταπεινός μόχθος των λόγων και της προσευχής του δεν πήγε χαμένος.

Το Άγιον Όρος θεωρείται και είναι ένας μοναδικός τόπος που μυστικά συνεχίζει να προσφέρει στους διψασμένους αναζητητές την αλήθεια. Ικανοποιεί απαιτητικά πνεύματα κι έτσι εξηγείται η σημερινή άνθισή του. Οι 1800 μοναχοί του προέρχονται απ’ όλο τον κόσμο και είναι οι μισοί ηλικίας 20-40 ετών και με καλή πανεπιστημιακή μόρφωση, όχι μόνο των θεωρητικών επιστημών αλλά και των θετικών.

Ταπεινά νομίζουμε πως με τη βοήθεια του Θεού και της Θεοτόκου το Άγιον Όρος, προστατευόμενο από όλους μας, έχει μέλλον και το μέλλον θα το χρειασθεί περισσότερο, όσο ο άνθρωπος θα γίνεται πιο ανήσυχος, ανειρήνευτος, αγχώδης και κουρασμένος, θ’ αναζητά αυτές τις ορθόδοξες εστίες προς αναψυχή και παρηγορία.

Ειπώθηκε πως το Άγιον Όρος κυρίως είναι αυτό που δεν φαίνεται. Έτσι θεωρώ πως αυτό το αθέατο όρος είναι δύσκολο πολύ να μεταφερθεί, και να φανερωθεί η αξία του και η προσφορά του.

 ΠΗΓΗ: “ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ”

ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΤΕΥΧΟΣ 8 . ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ – ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2000

http://www.impantokratoros.gr/5AEBF06B.el.aspx

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα πιο πολλά προβλήματα στη ζωή είναι θέμα λογισμού (Γέροντας Παΐσιος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Νοεμβρίου, 2013

…Κάποιος τόν εἶχε ἐπισκεφθῆ στήν Παναγούδα, καλοκαῖρι ἦταν, καί μεταξύ τῶν ἄλλων, εἶπε: «Γέροντα, ἐκεῖ πού μένω δέν ἀντέχω τούς θορύβους, τήν φασαρία. Πάω νά παλαβώσω. Ἔχουν σπάσει τά νεῦρα μου».

Καί ὁ π. Παΐσιος τοῦ λέει, χαριτολογῶντας ἀλλά καί στενοχωρημένος:
«Κοίτα, τί νά σοῦ πῶ, κι ἐμεῖς ἐδῶ δέν λέγεται τό τί ὑποφέρωμε ἀπό τά τζιτζίκια!»
Καί μετά, τοῦ λέει, σέ σοβαρό πλέον τόνο:
«Ἄς ὑποθέσωμε, εὐλογημένη ψυχή, ὅτι γινόταν πόλεμος ἤ κάποια ἐμπλοκή ἔξω ἀπό τό σπιτικό σου. Ὅτι ἔπεφταν σφαῖρες, πού ἔκαναν θόρυβο, κλπ. Καί μέσα στό σπίτι σου ἤσουν σίγουρα ἀσφαλής, μέχρι νά τελειώσουν αὐτά τά πυροβολητά καί οἱ ἐμπλοκές. Πῶς θά αἰσθανόσουν μέσα στό σπίτι σου; Τί θά ἔλεγες; Δέν θά ἔλεγες ”δόξα τῷ Θεῷ”, πού τήν ὥρα πού ἔπεφτε ἔξω τό πιστολίδι ἐσύ ἤσουν μέσα καί εἶχες ἀσφάλεια; Τότε, τοῦ εἶπε, θά ἔδινες σημασία σέ ὅλα τά ἄλλα ἐκτός ἀπό τόν θόρυβο».
Καί μέ ἀφορμή ἐκεῖνο τό περιστατικό ἔλεγε, ὅτι τά πιό πολλά προβλήματα στήν ζωή εἶναι θέμα λογισμοῦ.
Απόσπασμα από την Ραδιοφωνική συνέντευξη τοῦ Ἀρχ. Ἀρσενίου Κατερέλου γιὰ τὸν Γ. Παΐσιο & τὸν Γ. Ἰσαάκ Λιβανέζο

http://agioritikesmnimes.blogspot.gr

http://agioritikesmnimes.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο όσιος Δαυίδ ο εν Ευβοία. (1/10)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Νοεμβρίου, 2013

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ (του εν Ευβοία) 

Ο όσιος πατήρ Δαυίδ γεννήθηκε στις αρχές του 16 ου αιώνα στο παραθαλάσιο χωριό Γαρδινίτζα, αντίκρυ της νήσου Ευβοίας. Ο πατέρας του ήταν ευσεβής και ενάρετος ιερέας. 
Μόλις τριών ετών, ο Δαυίδ είδε μια νύκτα να του φανερώνεται ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και να τον οδηγεί στην γειτονική εκκλησία που ήταν αφιερωμένη στο όνομά του. Έμεινε εκεί, όρθιος και ανυπόδητος για έξι ημέρες, βυθισμένος στη θεωρία, ενώπιον της εικόνας του Προδρόμου. 
Αναθρεμμένος από την πιο τρυφερή του ηλικία με τις αρχές της υπακοής απέναντι στους γονείς του, της ασκήσεως και της αδιαλείπτου προσευχής, άφησε το πατρικό του σπίτι σε ηλικία δεκαπέντε χρονών, προς αναζήτηση ενός πνευματικού πατέρα. Τον βρήκε στο πρόσωπο του ιερομονάχου Ακακίου, ονομαστού για τις αρετές του και το ευαγγελικό κήρυγμά του στα χωριά της περιοχής.
Ο Δαυίδ ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα στη Μονή του Ακακίου, κι εκεί έδειξε τέλεια υπακοή συνοδευόμενη από ταπείνωση και αδιάλειπτη προσευχή. Καθώς ο Γέροντάς του επιθυμούσε να βρει μια μονή περισσότερο προχωρημένη στην πνευματική ζωή, τον ακολούθησε πρώτα στην Όσσα, κοντά στον Όλυμπο, εν συνεχεία δε, αφού χειροτονήθηκε διάκονος, σε ένα προσκύνημα στις μονές του Αγίου Όρους. Ο Ακάκιος μετέβη μόνος του στην Κωνσταντινούπολη αφήνοντας τον Δαυίδ στη Μεγίστη Λαύρα. Χειροτονήθηκε μητροπολίτης Άρτης και Ναυπάκτου από τον Πατριάρχη Ιερεμία και κάλεσε μετά από λίγο τον Δαυίδ στην επισκοπή του για να τον βοηθήσει στα ποιμαντικά του καθήκοντα. Αν και ζούσε εν μέσω της τύρβης του κόσμου ο Δαυίδ δεν χαλάρωσε διόλου τις νηστείες, τις ολονύκτιες προσευχές, τις αναρίθμητες μετάνοιες και την απόλυτη υπακοή στον πνευματικό του πατέρα. Έγινε σύντομα ιερέας και ορίστικε ηγούμενος της Μονής της Θεοτόκου, της επονομαζόμενης Βαρνάκοβας, κοντά στην Ναύπακτο. Ο ζήλος του όμως και οι πνευματικές του απαιτήσεις ήρθαν σε σύγκρουση εκεί με τους μοναχούς αδιάφορους οι οποίοι δεν επιθυμούσαν παρά να ακολουθούν το ίδιόν τους θέλημα. Εγκατέλειψε λοιπόν το μοναστήρι τούτο προς αναζήτηση ενός τόπου πρόσφορου για την ησυχία. Εγκαταστάθηκε σε τόπο έρημο, στο όρος Στείρι, κοντά στον Παρνασσό. Εκεί δέχθηκε την επίθεση πολλών σατανικών πειρασμών.
Με την κατηγορία ότι έδωσε καταφύγιο σε ένα σκλάβο φυγά, συνελήφθη από τους Τούρκους και υποβλήθηκε επί μακρόν σε βασανιστήρια, κατόπιν, απελευθερώθηκε με λύτρα που μάζεψαν οι πιστοί της περιοχής και αναχώρησε για να βρει καινούριο ησυχαστήριο στη νήσο Εύβοια. Εκεί ξανάχτισε μια εκκλησία προς τιμήν της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και δεν άργησε να συγκεντρώσει γύρω τους μερικούς μαθητές που συμμερίζονταν την πολιτεία του και την αγάπη του για την προσευχή. Μιμούμενος τον Χριστό, ο Δαυίδ έδειχνε απεριόριστη αγάπη για όσους έρχονταν σε αυτόν ιδιαιτέρως για τους φτωχούς, τους οποίους δεν μπορούσε να βλέπει δίχως να χύνει δάκρυα. Μοίραζε αφειδώς τα αγαθά της μονής σε όσους είχαν ανάγκη, άξιους και ανάξιους, χριστιανούς και μουσουλμάνους.
Πέρασε έτσι χρόνους πολλούς ανταυγάζοντας γύρω του την παρουσία του Θεού με τις αρετές και τα πολλά του θαύματα. Ταξιδεύοντας για να μεσολαβήσει στις διχοστασίες που χώριζαν τους επισκόπους της Πελοποννήσου, το πλοίο του ναυάγησε και ο Δαυίδ σώθηκε από θαύμα. Έχοντας αξιωθεί το χάρισμα της προορατικότητας, βοήθησε πλήθος ψυχών να βρουν τη σωτηρία και προέγνωσε την ημέρα του θανάτου του.
Μάζεψε λοιπόν τους μαθητές του, τους έδωσε τις τελευταίες πνευματικές οδηγίες του και εκοιμήθη εν ειρήνη τη στιγμή που εμπιστευόταν σε όσους έστεκαν γύρω του ότι μόλις του φανερώθηκε ο Χριστός. Μετά την κοίμηση του αγίου (εν έτει 1589 ή 1601), πλήθος θαυμάτων έλαβαν χώρα στον τάφο του.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΛΟΥΚΑ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Νοεμβρίου, 2013

«Άνθρωπός τις ην πλούσιος…Πτωχός δε τις ην ονόματι Λάζαρος…»
α. Η γνωστή παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου μας δίνει με πολύ άμεσο και εποπτικό τρόπο το βάθος όλης της πραγματικότητας. Αναφέρεται στο εδώ, την παρούσα ζωή, αλλά επεκτείνεται και στο επέκεινα, την άλλη ονομαζόμενη ζωή, ρίχνοντας συνεπώς φως εκεί που οι ανθρώπινες αισθήσεις αδυνατούν να διεισδύσουν. Από την άποψη αυτή, η παραβολή έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον ιδίως για την εποχή μας,  για την οποία τα θέματα του μεταιχμίου της ζωής με τον θάνατο θεωρούνται αγαπημένα θέματα πολλών συνανθρώπων μας, μερικές δε φορές μονοπωλούν και το ενδιαφέρον τους. Το περίγραμμα όμως αυτό της παραβολής: του εδώ της ζωής αυτής και του εκεί της άλλης, ενώ υφίσταται στην πραγματικότητα – ο λόγος του Κυρίου συνιστά πάντοτε αποκάλυψη – θέλει να τονίσει μεταξύ  άλλων την αλήθεια ότι ανάλογα με τον τρόπο που οι άνθρωποι ζουν στο εδώ, καθορίζεται και το εκεί. Η ποιότητα της ζωής στον κόσμο τούτο προσδιορίζει και την ποιότητά της στην άλλη ζωή.
β. 1. Τα δύο πρόσωπα που κυρίως προβάλλονται στην παραβολή, ο πλούσιος και ο Λάζαρος, έχουν καταρχάς τα ακριβώς αντίθετα γνωρίσματα, και όσον αφορά τη ζωή αυτή και όσον αφορά την άλλη. Πλούσιος ο ένας, στον κόσμο τούτο, «ευφραινόμενος καθ’  ημέραν λαμπρώς»∙ πτωχός ο άλλος, που όχι μόνον δεν έχει τα απαραίτητα προς το ζην, αλλά είναι γεμάτος και από πληγές, τις οποίες γλείφουν οι σκύλοι. Και εν μια ροπή αντιστρέφονται τα πάντα: ο πλούσιος οδηγείται στον Άδη, στον «τόπο» δηλαδή της βασάνου, με κύριο γνώρισμα την οδύνη. Εκεί, με πλήρη συνείδηση του παρελθόντος και του παρόντος του, με επίγνωση του εαυτού του και της οικογενείας του, αλλά και με παντελή αδυναμία, ζητά έστω μία μικρή ανάψυξη για τον ίδιο, βιώνοντας το άγχος επιπρόσθετα των συγγενών του, μη τυχόν ευρεθούν στην ίδια τραγική κατάσταση με αυτόν. Ο Λάζαρος από την άλλη, οδηγημένος από αγγέλους στη Βασιλεία του Θεού, ευρίσκεται στους κόλπους του Αβραάμ, στον «τόπο» δηλαδή των δικαίων, των ευρισκομένων μέσα στο φως της παρουσίας του Θεού. Κόλαση ο ένας, Παράδεισος ο άλλος.
2. Θα ήταν σφάλμα όμως να πούμε ότι αίτιο της δραματικής αλλαγής της ζωής και των δύο ήταν ο πλούτος για τον έναν και η φτώχεια για τον άλλον. Ένας τέτοιος ισχυρισμός θα παρεξηγούσε την παραβολή και θα την υποβίβαζε στο επίπεδο μίας επιφανειακής ερμηνείας της. Κι αυτό γιατί ο ίδιος ο λόγος του Θεού μάς δίνει παραδείγματα πλουσίων που σώθηκαν, και πτωχών που κολάσθηκαν. Το παράδειγμα του πλουσίου Ζακχαίου που άκουσε από τον Κύριο «σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο», είναι εντελώς ενδεικτικό. Με άλλα λόγια, δεν είναι τα υλικά αγαθά καθ’  εαυτά που σώζουν ή καταδικάζουν τον άνθρωπο, αλλά ο τρόπος χρήσεως αυτών, κάτι που σημαίνει ότι μπορεί ένας πλούσιος, ενώπιον του Θεού που γνωρίζει τα βάθη της καρδιάς, να είναι απαγκιστρωμένος από τα πλούτη του, κι ένας πτωχός να είναι σαν πλούσιος, επειδή επιθυμεί να έχει πλούτη.
3. Πράγματι, το κρίσιμο στοιχείο για τον άνθρωπο, ως προς τη σχέση του με υλικά αγαθά, είναι το παθολογικό ή όχι δέσιμο με αυτά. Το πού είναι «αγκυροβολημένη» η καρδιά είναι το ζητούμενο από τον Θεό, αφού «όπου ο θησαυρός υμών, εκεί και η καρδία υμών έσται» κατά τον Κύριο. Άνθρωπος, πλούσιος ή πτωχός, που η καρδιά του είναι στον Θεό, που έχει Εκείνον ως κέντρο της ζωή του, είναι ο άνθρωπος που έχει, με τη χάρη του Θεού, τις προϋποθέσεις ενοίκησης του Θεού μέσα στην ύπαρξή του. Κι αντιστρόφως: άνθρωπος και πάλι, πλούσιος ή πτωχός, που έχει ως κέντρο του τα υλικά αγαθά, είτε πραγματικά είτε ως επιθυμία, είναι ο άνθρωπος που αδυνατεί να σχετιστεί με τον Θεό. Διότι η καρδιά του είναι γεμάτη από άλλα πράγματα, χωρίς επομένως να υπάρχει χώρος για Εκείνον.
4. Με βάση τα παραπάνω, καταλαβαίνουμε τώρα τι ήταν εκείνο που οδήγησε σε καταδίκη τον πλούσιο και τι εκείνο που δικαίωσε τον πτωχό Λάζαρο. Ο πλούσιος καταδικάστηκε στις οδύνες της κόλασης όχι για τα πλούτη του, αλλά για την κακή διαχείρισή τους. Τα υλικά αγαθά του θεώρησε ως αποκλειστικά κτήμα δικό του, που είχαν ως μοναδικό σκοπό την απόλαυση του εαυτού του. Λειτούργησαν επομένως γι’  αυτόν σαν ένα είδος θεότητας, που τον οδήγησαν σε τύφλωση ως προς τις ανάγκες του συνανθρώπου του, και μάλιστα όχι του μακρινού, αλλά του εμπρός στα μάτια του ευρισκομένου. Με απλά λόγια, αιτία της καταδίκης του, με αφορμή τα πλούτη του, ήταν ο εγωισμός του πλουσίου: μία νοσηρή αγάπη μόνο για εκείνον, κι ίσως  και τους δικούς του. Από την άλλη, ο Λάζαρος δικαιώθηκε, όχι πάλι λόγω της έλλειψης των αναγκαίων, αλλά με αφορμή την έλλειψη αυτή, λόγω της υπομονής την οποία επέδειξε, τέτοια που δεν οδηγήθηκε ούτε σε γογγυσμό κατά του Θεού ούτε κατά του πλουσίου συνανθρώπου του. Από την άποψη αυτή, αιτία της σωτηρίας και της δικαίωσής του ήταν η διατήρηση της αγάπης του προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο, συνεπώς η επιμονή του στην εμπιστοσύνη του Θεού, η πίστη  ότι ο Θεός είναι ο αποκλειστικός βοηθός του. Δεν πρέπει να είναι άσχετο το γεγονός ότι το όνομά του «Λάζαρος», σημαίνει ακριβώς αυτό: «ο Θεός είναι βοηθός».
5. Το γεγονός ότι με την παραβολή προβάλλεται το θέμα της χρήσεως των υλικών αγαθών, μας δίνει την ευκαιρία να πούμε τι ο λόγος του Θεού και η Πατερική εκφορά του τονίζουν για τον πλούτο. Χωρίς να πολυλογήσουμε, η χριστιανική πίστη θεωρεί ότι ο πλούτος είναι μία δωρεά του Θεού που δίνεται στον άνθρωπο, προκειμένου αυτός, χρησιμοποιώντας τον πλούτο με ορθό τρόπο, να σωθεί. Και ορθός τρόπος είναι η με αγάπη προσφορά του σ’  εκείνους που έχουν πραγματική ανάγκη. Ο Θεός δηλαδή επιτρέπει να γίνουν κάποιοι άνθρωποι, δια της ευλογίας των υλικών αγαθών, μέτοχοι της δικής Του ευεργεσίας προς τα πλάσματά του. Όπως Εκείνος αδιάκοπα προσφέρει τον πλούτο της χάρης και της αγαθότητάς Του στους ανθρώπους, κατά παρόμοιο τρόπο απαιτεί να κάνουν και οι άνθρωποι: αυτό που έχουν να το μοιράζονται με τους άλλους. Ώστε «το περίσσευμα του ενός εις το υστέρημα του άλλου». «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε».
Μία τέτοια στάση του ανθρώπου, προσφοράς και ευεργεσίας στους άλλους, κάνει τον άνθρωπο αυτόν να λειτουργεί ως μικρός Θεός, ανταλλάσσοντας ως καλός έμπορος τα υλικά με τα πνευματικά αγαθά. Διότι κατά την αναλογία της προσφοράς υπάρχει και η ανταπόδοση της χάρης, ή καλύτερα, ο άνθρωπος με την προσφορά προς τους άλλους αναδεικνύει την αγάπη του και συνεπώς βρίσκεται στο σημείο συντονισμού του με τον ίδιο τον Θεό που είναι αγάπη. Μία άρνηση του ανθρώπου να τοποθετηθεί έτσι, τον οδηγεί ακριβώς στα τραγικά αποτελέσματα του πλουσίου της παραβολής, ή του άφρονος πλουσίου της άλλης γνωστής παραβολής. Για να μιλήσουμε με τη γλώσσα του Μεγάλου Βασιλείου, ο πλούσιος που κρατάει τον πλούτο του μόνο για τον εαυτό του μοιάζει με το βαρυφορτωμένο καράβι που ανοίγεται στο πέλαγος. Το μόνο σίγουρο στην περίπτωση αυτή είναι ότι με την πρώτη φουρτούνα θα καταποντιστεί.
Κι αν έτσι περίπου είναι τα σχετικά με τον πλούτο, τα ίδια από άλλη οπτική είναι τα σχετικά με τη φτώχεια. Η φτώχεια δηλαδή, δεν είναι καθεαυτή αρνητικό γεγονός. Δεν εννοούμε βεβαίως  την πλήρη έλλειψη των στοιχειωδών της ζωής, διότι ο άνθρωπος τα έχει οπωσδήποτε ανάγκη για να ζήσει. Εννοούμε αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος: «έχοντες τροφάς και σκεπάσματα, αρκεσθησόμεθα αυτοίς». Διότι «έσται πορισμός μέγας, η αυτάρκεια μετά ευσεβείας». Μία τέτοια εγκράτεια ζωής, όταν αντιμετωπίζεται με εμπιστοσύνη στον Θεό, συνιστά τον πιο εύκολο και γρήγορο τρόπο εισόδου του ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού. Απόδειξη, ο πτωχός Λάζαρος. Κι είναι αυτός ο περιορισμένος τρόπος ζωής, διά του οποίου μπορεί ο άνθρωπος να δει άμεσα και ορατά την πρόνοια του Θεού. Δεν υπάρχει περίπτωση – αυτό αποδεικνύει η ιστορία της Εκκλησίας – κάποιος, με στενότητα μικρή ή μεγάλη υλικών αγαθών, αλλά με διάθεση να μη χάσει την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, να μη δέχεται διαρκώς τις θαυμαστές επεμβάσεις του Θεού προς συντήρησή του. Σαν τον Γέροντα Παΐσιο, που την ημέρα της εορτής της Αναλήψεως, τότε που καταλύεται ψάρι στο Άγιον Όρος, ενώ ο ίδιος λόγω της απόλυτης ένδειάς του δεν είχε τίποτε να φάει, είδε ένα πτηνό να έρχεται πάνω από το κελί του και να του πετά ένα ψάρι. Ή σαν τον πτωχό εκείνο οικογενειάρχη κυνηγό, που κρατώντας την πίστη του στον Θεό χωρίς γογγυσμό, εύρισκε καθημερινά το θήραμά του, κατά θαυμαστό τρόπο, προς κάλυψη των αναγκών των πολλών τέκνων του.
6. Δεν θέλουμε όμως να τελειώσουμε, χωρίς την παρακάτω επισήμανση: μιλώντας για κόλαση και παράδεισο στην παραβολή, δεν πρέπει να τα εννοήσουμε από πλευράς τοπικής. Δεν είναι τόποι, ο παράδεισος και η κόλαση. Διότι δεν υπάρχει «περιοχή» εκτός Θεού. Για την πίστη μας, πρόκειται για τις καταστάσεις που ζει ο άνθρωπος, ανάλογα με τη στάση του έναντι του Θεού. Ο μετανοημένος και με αγάπη άνθρωπος ζει την παρουσία του Θεού κατά τρόπο θετικό∙ και αυτό είναι ο παράδεισος. Ο αμετανόητος, δηλαδή ο εγωιστής άνθρωπος, που έχει ως κέντρο και αξία μόνον τον εαυτό του, ενώ βρίσκεται μέσα στην ενέργεια του Θεού, αδυνατεί να ζήσει θετικά την αγάπη Εκείνου και κολάζεται. Δηλαδή, η μία και ενιαία αγάπη του Θεού προς όλους, βιώνεται είτε ως παράδεισος είτε ως κόλαση, ανάλογα με τις προϋποθέσεις και τις διαθέσεις του ανθρώπου.
γ.  Με το δεδομένο ότι ο Θεός βλέπει τις καρδιές μας, συνεπώς τις κλίσεις της είτε προς Εκείνον είτε προς τον κόσμο και τα υλικά αγαθά του – ανεξάρτητα, όπως είπαμε, αν έχουμε πράγματι τα υλικά αγαθά ή τα επιθυμούμε – θα πρέπει να βλέπουμε τον εαυτό μας σε σχέση με τα πρόσωπα της παραβολής: τον πλούσιο ή τον Λάζαρο. Κι αυτό σημαίνει:  πότε βρισκόμαστε στη θέση του πλουσίου και πότε στη θέση του Λαζάρου, ανάλογα με το τι κυριαρχεί μέσα μας. Το επικρατούν στοιχείο μέσα μας δείχνει και τον τύπο που κάθε φορά επιλέγουμε. Συνεπώς, το ζητούμενο από εμάς είναι η καρδιά μας να είναι πάντοτε στραμμένη με αγάπη προς τον Θεό, η εμπιστοσύνη μας σ’  Αυτόν ποτέ να μη μας εγκαταλείπει, με απλά λόγια να είμαστε πάντοτε Λάζαροι. Η θέση μας έτσι στους «κόλπους του Αβραάμ» θα είναι τότε δεδομένη, όχι μόνο μετά θάνατο, αλλά ήδη από τη ζωή αυτή.
  παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε´ ΛΟΥΚΑ ( ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Νοεμβρίου, 2013

῾᾽Αρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται᾽ 
(Β´ Κορ. 12, 9)
α. ῾Ο σημερινός ἀπόστολος μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς ἕνα πολύ δυνατό ἀλλά καί παράδοξο κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης. ῾Ο ἅγιος Παῦλος καταγράφει τήν διπλότητα στήν ὁποία βρίσκεται καί πού συνιστᾶ τό μυστήριο τῆς χριστιανῆς ὑπάρξεώς του: ἀφενός εἶναι ἀδύναμος ὡς ἄνθρωπος, κυνηγημένος ἀπό τήν ἐξουσία τῆς ἐποχῆς του ἀλλά καί τίς ἀρρώστιες του, ἀφετέρου εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χάριτι Θεοῦ ἔγεμε ῾ὀπτασιῶν καί ἀποκαλύψεων᾽, φθάνοντας μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί ζώντας καταστάσεις τίς ὁποῖες ῾οὐκ ἐξόν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι᾽. Αὐτό τό μυστήριο καί αὐτήν τήν παραδοξότητα ἐπιβεβαιώνει καί ἡ ἀπάντηση  τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου στόν ἀπόστολο, ὅταν ἐκεῖνος προσέφυγε σ᾽ Αὐτόν γιατί δέν ἄντεχε τούς κόπους τῆς ἀρρώστιας του: ῾Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη μου, γιατί ἡ δύναμή μου φανερώνεται στήν πληρότητά της μέσα σ᾽ αὐτήν τήν ἀδυναμία σου᾽.
β. 1. ῾Η ἀποκαλυπτική ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ρίχνει φῶς σέ ὅ,τι θεωρεῖται ἀπευκταῖο καί ἀπαξία στόν κόσμο τοῦτο: τήν ἀρρώστια καί τήν ὅποια ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Ενῶ δηλαδή ἡ ἀρρώστια, ὁ πόνος, οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς θεωροῦνται ὄχι μόνο ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ ἀνθρώπου ἀλλά καί τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ὡς καταστάσεις ἀρνητικές, διότι προέρχονται ἀπό τήν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου – ὁ ἄνθρωπος  εἶναι ὁ αἴτιος τῆς δυστυχίας του λόγω τῆς πτώσεώς του στήν ἁμαρτία, διότι ὁ Θεός δέν δημιούργησε τόν ἄνθρωπο γιά νά πονάει, ἀλλά νά χαίρεται ὡς μέτοχος τῆς δικῆς Του εὐτυχίας –  ὅμως ὁ Κύριος ἀξιοποιεῖ πιά αὐτήν τήν κατάσταση τῆς φθορᾶς, κάνοντάς την νά λειτουργεῖ παιδαγωγικά  γιά τόν ἄνθρωπο μέ τήν ἔννοια τῆς πρόκλησης γιά συναίσθηση τῶν κτιστῶν του ὁρίων καί συνεπῶς τήν ταπείνωσή του. Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἄνθρωπος μέ τίς ἀρρώστιες καί τόν πόνο αὐτῆς τῆς ζωῆς κατανοεῖ τήν ἀδυναμία μέσα στήν ὁποία βρίσκεται, βλέπει ὅτι ἡ ὅποια τάση πρός ἀλαζονεία καί ὑπερηφάνεια δέν ἔχει βάση καί στήριγμα, προκαλεῖται δραστικά νά ἀναχθεῖ στόν Θεό, ὁ ῾Οποῖος μόνος μπορεῖ νά τόν βοηθήσει καί νά τόν παρηγορήσει. Πότε πράγματι ὁ ἄνθρωπος προσφεύγει περισσότερο στόν Θεό καί ταπεινώνεται παρά κυρίως ὅταν ἀρρωσταίνει κι ὅταν τά διάφορα ἐμπόδια τῆς ζωῆς ὀρθώνονται πανύψηλα ἐνώπιόν του;
2. Βεβαίως θά μποροῦσε νά ἀντείπει κανείς ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι στίς δοκιμασίες σκληρύνονται περισσότερο, γογγύζουν καί βλασφημοῦν τόν Θεό, γίνονται χειρότεροι. Σάν τόν Φαραώ ἐκεῖνον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού κρατοῦσε ὑπόδουλους τούς ῾Εβραίους στήν Αἴγυπτο καί πού  οἱ ῾πληγές᾽ πού ὑφίστατο ὁ ἴδιος καί οἱ Αἰγύπτιοι ὄχι μόνο δέν ἔδειχναν νά τόν συνετίζουν γιά νά ὑπακούσει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀντιθέτως τόν ὁδηγοῦσαν σέ μεγαλύτερη ἐναντίωση πρός Αὐτόν καί ἀλαζονική συμπεριφορά. Καί σ᾽ αὐτήν τήν περίπτωση ὅμως δέν λείπει ἡ παιδαγωγοῦσα ἀγάπη τοῦ Θεοῦ: προκαλεῖται ὁ ἄνθρωπος μέ τίς θλίψεις αὐτῆς τῆς ζωῆς νά φανερώσει τόν βαθύτερο ἑαυτό του. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὅταν ἐπιτρέπει κάποια δοκιμασία στόν ἄνθρωπο λειτουργεῖ σ᾽ αὐτόν ἀνάλογα μέ τό τί βρίσκει στήν καρδιά του. ῎Αν βρεῖ καρδιά καλοπροαίρετη, τότε ἡ δοκιμασία αὐτή τόν ὁδηγεῖ σέ μετάνοια καί ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ. ῎Αν βρεῖ καρδιά κακοπροαίρετη πού ἔχει διαγράψει τόν Θεό ἀπό τήν προοπτική τῆς ζωῆς της, τότε ἡ δοκιμασία ὁδηγεῖ σέ ῾πέτρωμα᾽ αὐτῆς καί βλάσφημη συμπεριφορά.
3. ᾽Εν προκειμένῳ μιλᾶμε γιά τόν ἀπόστολο Παῦλο, τοῦ ὁποίου ἡ καρδιά ἦταν προσανατολισμένη στόν Χριστό καί αἰχμαλωτισμένη ἀπό τήν ἀγάπη Του. Καί τί συνειδητοποιεῖ ὁ μέγας ἀπόστολος μέ τήν ἀρρώστια του; Γιά τόν Κύριο ἡ προτεραιότητα δέν εἶναι ἡ ὑγεία τοῦ σώματος, δέν εἶναι ἡ ὑπέρβαση ἁπλῶς τοῦ πόνου καί τῆς ἀρρώστιας, ἀλλά νά ἔχει ὁ ἄνθρωπος τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, νά μπορεῖ νά διακρατεῖ στήν ὕπαρξή Του τόν ἴδιο τόν Κύριο. Καί μέσον πρός αὐτήν τήν πραγματικότητα εἶναι οἱ θλίψεις καί οἱ δοκιμασίες. ῞Ωστε ἡ ὑγεία πού πράγματι εἶναι σπουδαῖο ἀγαθό ἀφοῦ καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μέ τά θαύματα θεραπείας πού ἔκανε αὐτό ἔδειχνε: ὅτι ἡ ἀρρώστια καί ὁ πόνος δέν εἶναι κάτι πού θέλει ὁ Θεός, γι᾽ αὐτό καί στήν Βασιλεία Του ῾οὐκ ἔστιν πόνος ἤ λύπη ἤ στεναγμός᾽ (ἐδῶ βρίσκει τήν θέση του καί τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου ὡς προέκταση τοῦ ἰαματικοῦ χεριοῦ τοῦ Χριστοῦ), ὅμως στόν κόσμο τοῦτο δέν εἶναι ἡ πρώτη ἀξία κι οὔτε πρόκειται ποτέ νά μήν ὑπάρχει ἡ φθορά καί ὅ,τι σχετίζεται μέ αὐτήν μέ ἀποκορύφωμα τόν θάνατο. Πρώτη ἀξία εἶναι νά ἔχει κανείς τόν Θεό στήν ζωή του – ῾ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ᾽ κατά τόν Κύριο -, ὁ ῾Οποῖος ὅπως εἴπαμε ἀξιοποιεῖ ἀκόμη καί τίς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου γιά νά τοῦ δίνει ὤθηση πρός ᾽Εκεῖνον καί τό ἅγιο θέλημά Του. ῾᾽Αρκεῖ σοι ἡ χάρις μου᾽. Καί τί φθάνει νά λέει τελικῶς ὁ ἀπόστολος μετά ἀπό τήν ἀπάντηση τοῦ Κυρίου; ῾῞Ηδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ῾ἐπ᾽ ἐμέ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ᾽ (Μέ περισσότερη εὐχαρίστηση λοιπόν θά καυχηθῶ γιά τίς ταλαιπωρίες μου, γιά νά κατοικήσει μέσα μου ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ). Κι ἀλλοῦ: ῾῞Οταν ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι᾽. ῾Ο ἄνθρωπος γίνεται δυνατός κατεξοχήν στήν ἀσθένειά του. Μήπως ἔτσι στά νοσοκομεῖα καί τίς κλινικές, ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ θεωρούμενη ἀδυναμία, τελικῶς βρίσκεται ἡ μεγαλύτερη δύναμη μέσα στόν κόσμο;
4. Θεμέλιο τῆς παραπάνω θεώρησης τοῦ πόνου καί τῶν θλίψεων καί τῶν δοκιμασιῶν τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῞Ολη ἡ ζωή τοῦ Κυρίου ἀπαρχῆς μέχρι τέλους, ἀπό τήν ὥρα τῆς Γεννήσεώς Του μέχρι τῆς Σταυρικῆς Του θυσίας, ἦταν ἀκριβῶς ἕνας Σταυρός. Διότι ἀκριβῶς προσέλαβε τόν ἄνθρωπο μέ τήν φθορά καί τήν ἁμαρτία του καί μέ τήν δική Του ζωή τόν ἀποκατέστησε ῾ὅπου ἦν τό πρότερον᾽ κι ἀκόμη ἐπιπλέον. Συνεπῶς ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού θά μπορέσει ὡς χριστιανός νά βαδίσει ἄλλην ὁδό ἀπό αὐτήν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πίστεως; ῾Ο σταυρός εἶναι ὁ μοναδικός δρόμος, ὁ ὁποῖος βιούμενος ἐν Χριστῷ περικλείει βεβαίως καί τήν ἀνάσταση. ῾῞Οστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι᾽. ᾽Ακολουθῶ τόν Χριστό σημαίνει ὅτι θά περάσω μέσα ἀπό τίς δοκιμασίες καί τίς θλίψεις καί τούς πόνους, χωρίς ὅμως αὐτά νά μέ καταβάλλουν καί νά μέ ἀπελπίζουν, γιατί μέ κρατάει καί μέ ἐνισχύει  ᾽Εκεῖνος. Καί πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ὁ Κύριος ἀπό τήν ἄποψη αὐτή δέν βρίσκεται μόνο στό τέλος τοῦ δρόμου γιά νά μᾶς στεφανώσει, ἀλλά καί σέ κάθε σημεῖο του. Ἡ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς συνεπῶς μπορεῖ νά γίνει καί μία θεοφάνεια γιά τόν πιστό ἄνθρωπο.
Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ βεβαίωσε ὅτι ῾διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ᾽. Προσπάθεια διαγραφῆς τῶν θλίψεων σημαίνει προσπάθεια ὑπέρβασης τοῦ δρόμου γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῞Οπως σημειώνουν καί οἱ ἀσκητικοί Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας ῾ἔπαρον τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος᾽. ῎Ας κοιτάξουμε ὅλους τούς βίους τῶν ἁγίων μας, ἐκεῖ πού καθρεπτιζόμαστε γιά ὀρθή πορεία τῆς πνευματικῆς ζωῆς: κανείς ποτέ ἀπό αὐτούς δέν εἰσῆλθε στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ῾μετ᾽ ἀνέσεως᾽. ῾Η θλίψη καί οἱ δοκιμασίες καί τό μαρτύριο ἦταν αὐτό πού συνάντησαν στήν ζωή τους, καταστάσεις πού ἀξιοποίησαν ἐν πίστει καί κέρδισαν τόν Παράδεισο. ῾῎Αν ἤξερα τί ὁ Θεός μοῦ ἐπεφύλασσε στήν Βασιλεία Του μέ τό μαρτύριό μου᾽ – εἶπε ἡ ἁγία Εὐφημία στόν ἁγιασμένο Γέροντα Παΐσιο τόν ἁγιορείτη ὅταν τοῦ ἐμφανίστηκε – ῾θά ἔλεγα ποτέ νά μήν περάσουν τά βάσανά μου᾽. Ἡ ἁγία δηλαδή ἐπιβεβαίωνε τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: ῾οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν εἰς ὑμᾶς ἀποκαλυφθῆναι δόξαν᾽.
γ. Τίς ἐποχές πού κάποιος μεγάλος σεισμός ταλαιπωρεῖ τήν πατρίδα μας ἀκοῦμε συχνά τούς σεισμολόγους νά λένε ὅτι πρέπει νά μάθουμε νά ζοῦμε μέ τούς σεισμούς. ῾Η ζωή μας δηλαδή πρέπει νά συνεχιστεῖ κανονικά, λαμβάνοντας ὑπόψη μας τούς σεισμούς καί προσαρμοζόμενοι στά προβλήματα πού αὐτοί δημιουργοῦν. Τό ἴδιο κι ἀκόμη περισσότερο ἰσχύει καί μέ τό θέμα τῶν θλίψεων καί τῶν δοκιμασιῶν τῆς ζωῆς: εἶναι δεδομένες καταστάσεις στήν ζωή μας, ἀρκεῖ νά τίς ἀντιμετωπίζουμε μέ τόν σωστό τρόπο. Καί σωστός τρόπος εἶναι αὐτός πού ὑπέδειξε ὁ Κύριος στόν ἀπόστολό Του: νά βλέπει πρωτίστως τήν χάρη Του καί ὄχι τά προβλήματα τῆς ζωῆς. Ἡ προτεραιότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας εἶναι ἐκείνη πού ἀποτελεῖ τόν σκοπό μας ὡς χριστιανῶν κι εἶναι ἐκείνη πού δίνει καί τήν δύναμη γιά νά ὑπομένουμε κάθε πειρασμό. Μέ τήν βεβαιότητα πάντοτε ὅτι πίσω ἀπό ὅ,τι συμβαίνει ὑπάρχει ἡ ῾καρδιά᾽ τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί ἡ ἀγάπη Του, ἡ ὁποία οὐδέποτε θά ἀφήσει νά ξεπεράσουν οἱ δοκιμασίες τίς ἀντοχές μας. ῾Οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δύνασθε, ἀλλά ποιήσει σύν τῷ πειρασμῷ καί τήν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν᾽ (ἀπόστολος Παῦλος). ῾Ο κάθε σταυρός καί ἡ κάθε δοκιμασία εἶναι μετρημένα γιά τόν καθένα μας, ὅπως συνέβη καί μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά κατέθεσε τό παράπονό του στόν Κύριο γιά τίς ἀρρώστιες του, ὅμως ἀκολούθησε τό θέλημά Του. 
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΟΣΜΑΣ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΗΡ ΑΥΤΩΝ ΘΕΟΔΟΤΗ (1 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Νοεμβρίου, 2013

«Οι άγιοι αυτοί κατάγονταν από την ασιατική γη, με πατέρα ειδωλολάτρη και μάνα Χριστιανή, η οποία λεγόταν Θεοδότη. Όταν έμεινε χήρα, βρήκε την ευκαιρία να εκπαιδεύσει τα παιδιά της με κάθε αρετή. Τα παιδιά της, αφού απέκτησαν πείρα από κάθε επιστήμη, τις έκαναν πέρα όλες, για να ακολουθήσουν την ιατρεία των ψυχών και των σωμάτων, θεραπεύοντας κάθε νόσο και κάθε ασθένεια και φροντίζοντας όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τα ζώα. Ονομάστηκαν Ανάργυροι, διότι δεν ανέχονταν να λάβουν τίποτε και από κανένα, παρέχοντας πάντοτε την ιατρεία δωρεάν και αμισθί. Αφού πέρασαν λοιπόν με τον τρόπο αυτό τη ζωή τους, τελειώθηκαν εν ειρήνη. Τα τίμια λείψανά τους κατατέθηκαν σε τόπο που ονομαζόταν Φερεμάν».

Μολονότι οι σήμερα εορταζόμενοι άγιοι Ανάργυροι, Κοσμάς και Δαμιανός, είναι άλλοι από τους ομώνυμούς τους επίσης Αναργύρους που εορτάζονται την 1η Ιουλίου, η ακολουθία τους είναι ακριβώς η ίδια με εκείνων. Τονίζει δε  το κατεξοχήν στοιχείο της αγιότητας και των δύο ζευγών, το ανάργυρο της δράσεως και βιωτής τους, την παροχή δηλαδή των υπηρεσιών τους, όπως σημειώνει και το συναξάρι τους, δωρεάν και αμισθί. Αυτό σημαίνει ότι οι άγιοι υπήρξαν παντελώς αφιλάργυροι – «της φιλαργυρίας την νόσον αποτεμόντες», σημειώνει ο υμνογράφος – δείγμα της ανυψώσεως της διάνοιάς τους υπέρ τα υλικά πράγματα – «υπέρτερον τον νουν των ενύλων δεικνύντες». Πότε όμως μπορεί κανείς και απεμπλέκεται από τα υλικά αγαθά; Μόνον όταν «εμπλέκεται» με κάτι ανώτερο και υψηλότερο. Κι αυτό δεν είναι άλλο από την αγάπη προς τον Θεό και Χριστό. Μόνον όποιος έχει ζωντανή σχέση με Εκείνον, μόνον όποιος Τον έχει ενεργούντα στην καρδιά του, μπορεί πράγματι να δει με καθαρό, δηλαδή γεμάτο αγάπη, μάτι τους συνανθρώπους του και τον κόσμο όλο. Κι αυτό ακριβώς συνέβη με τους αγίους Αναργύρους:  αγάπησαν τον Χριστό και γι’  αυτό αγάπησαν και τον κάθε συνάνθρωπό τους, και το κάθε πλάσμα του Θεού. «Πάντοτε έχοντες Χριστόν ενεργούντα εν υμίν, άγιοι Ανάργυροι, θαυματουργείτε εν κόσμω, ασθενούντας θεραπεύοντες».

Όλοι ζητάνε μία παρόμοια στάση και από τους σημερινούς ιατρούς: να μην είναι φιλάργυροι∙ να μη ζητάνε υπέρογκα ποσά για την ιατρική τους βοήθεια∙ να μη ζητάνε «φακελάκι». Λογικό και νόμιμο αίτημα. Το υπέρογκο ποσό και το «φακελάκι» φανερώνουν ακριβώς «την νόσον της φιλαργυρίας», συνεπώς μία παθολογική κατάσταση που ακυρώνει τον κοινωνικό ρόλο της ιατρικής επιστήμης. Άλλο όμως η καταδίκη του κακού αυτού φαινομένου – όπου βεβαίως παρουσιάζεται: έχουμε ιατρούς οι οποίοι αρνούνται και τα «νόμιμα» πολλές φορές – και άλλο η άρνηση της αμοιβής τους για την παροχή των υπηρεσιών τους. Κι είναι ορισμένοι που ξεπερνούν τη λογική επ’  αυτού, θεωρώντας ότι όλοι οι ιατροί είναι σαν τους αγίους Αναργύρους. Αλλά εκείνοι δρούσαν και συμπεριφέρονταν μέσα στα πλαίσια της χάρης του Θεού: «ου τέχνη ανθρωπίνη, εν θεία δε χάριτι αποκαθαίρετε νόσους των ανθρώπων».  Η ενοίκηση σ’ αυτούς της αγίας Τριάδος, ο ενεργών, όπως είπαμε, στην καρδιά τους Χριστός, ήταν εκείνο που τους έδινε τη δύναμη της υπέρβασης από οποιαδήποτε υλική δέσμευση. Χωρίς να αρνούμαστε και την ύπαρξη παρόμοιων χαρισματικών και σήμερα φαινομένων – η χάρη του Θεού συνεχίζει να δρα παντού – πρέπει να έχουμε τον νου να καταλαβαίνουμε ότι και οι ιατροί είναι εργαζόμενοι, οι οποίοι περιμένουν να ζήσουν από την άσκηση της εργασίας τους. Και μάλιστα αξιοπρεπώς.  

Η Εκκλησία μας όμως σήμερα, με την εορτή των αγίων Αναργύρων,  μας προσανατολίζει και πέραν της ιατρικής ανθρώπινης επιστήμης. Ενώ τονίζει, και μάλιστα με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, την καταφυγή στους ιατρούς, όταν παρουσιάζεται στη ζωή μας πρόβλημα υγείας – είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε το ανθρώπινο πρωτίστως – μας ανοίγει παράλληλα και την αληθινά παρήγορη προοπτική της καταφυγής μας και στους «άλλους» μεγάλους ιατρούς, τους ίδιους τους αγίους μας, στην πραγματικότητα την καταφυγή μας σε Εκείνον που αρέσκεται να δρα μέσω των αγίων Του.  Οι άγιοί μας, κατεξοχήν οι άγιοι Ανάργυροι, Κοσμάς και Δαμιανός, χαριτώθηκαν από τον Θεό με το χάρισμα της ιατρείας των παθών των ψυχών και των σωμάτων. Και όσοι προσέρχονται στο ιατρείο τους, λαμβάνουν την ίαση, χωρίς να δώσουν απολύτως τίποτε. Διότι η χάρη είναι ακριβώς δωρεά. «Αχρύσως τας ιάσεις τοις νοσούσι παρέχετε». Και το ακόμη πιο παρήγορο: η χάρη της δωρεάς της ίασης από αυτούς δεν εξαντλείται ποτέ. Είναι οι άγιοι σαν μία πηγή ανεξάντλητη, από την οποία όσο κανείς αντλεί, τόσο και βγάζει και περισσότερα νάματα, όσο παίρνει, τόσο και περισσεύει. «Το ιατρείον υμών πηγή υπάρχει ανεξάντλητος∙ αντλουμένη δε μάλλον υπερεκβλύζει, και χεομένη περισσεύεται». Σ’  αυτούς τους ιατρούς μπορούμε να καταφεύγουμε πάντοτε, οποιαδήποτε ώρα και στιγμή, γιατί ξέρουμε ότι εκτός από τη δύναμη που έχουν, έχουν και την αγάπη τους προς εμάς. Είναι κρίμα να είναι δίπλα μας η πηγή και εμείς να μένουμε διψασμένοι.

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κοινές ευθύνες στο θάνατο του αυτόχειρα

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Νοεμβρίου, 2013

Πρεσβύτερος Σεραφείμ Δημητρίου, Αρχιμανδρίτης.

Πηγαίνοντας μια Πέμπτη στην διακονία του κοιμητηρίου βρέθηκα μπροστά σε 4 ταφές, οι 2 των οποίων προέκυψαν από αυτοκτονίες. Στα μάτια μου ήταν υπερβολικό. Σε μια μέρα, σε ένα περιφερειακό κοιμητήριο, που θάπτει μόνο δημότες, δύο αυτόχειρες να περιμένουν ταφή.
Λέμε πλέον για να δικαιολογήσουμε τα αδικαιολόγητα, «συνεπεία ψυχολογικών προβλημάτων» και αυτομάτως όλα κατανοούνται, από του τυπικού της αποδόσεως εκκλησιαστικής κηδεύσεως έως της αποδοχής του γεγονότος ελαφρά τη καρδία. Δεν είναι τα πράγματα όμως τόσο απλά, και δεν μας επιτρέπεται να τα προσπερνάμε εύκολα γιατί στο ερώτημα τι φταίει; Η απάντηση θα πρέπει να είναι για τον καθένα μας, «εγώ φταίω».
Ναι εγώ φταίω, γιατί σαν γονιός, κατανόησα την γονική αγάπη σαν παροχές χρήμα, άνεση, ασυδοσία.
Ναι εγώ φταίω, γιατί σαν ανάδοχος, δεν έδωσα στον αναδεκτό μου την γνώση της αγάπης, ως το ιδανικό της εν Χριστώ ζωής.
Ναι εγώ φταίω, γιατί σαν δάσκαλος, προσπέρασα το κάθε παιδί σαν μέλος ενός συνόλου που δεν αγάπησα, γιατί το συνέδεσα με την δουλεία μου.
Ναι εγώ φταίω, γιατί σαν παπάς της ενορίας, δεν έκανα τη θεωρία της αγάπης πράξη, ώστε να ξέρω το όνομα του καθενός από το ποίμνιο μου.
Ναι εγώ φταίω, γιατί σαν μέλος της εκκλησίας, του δήμου, της πολιτείας, δεν ενδιαφέρθηκα με αγάπη για τον άλλο, τον ελάχιστο αδελφό του Κυρίου, αλλά πολιτεύτηκα ικανοποιημένος με τα όσα με αξία ή απάτη, με αγώνα ή δόλο, με νομιμότητα ή παράνομα, απέκτησα.
 
Και τώρα τι; Τουλάχιστον ας φωνάξουμε για όποιον ακούσει … ελάτε αδέλφια μου να αγαπήσουμε το Θεό και την δημιουργία Του. Να τον αγαπήσουμε μέσ΄ από τα πρόσωπα των ανθρώπων και τη φύση. Και όταν τα λάθη μας, μας σέρνουν μπροστά σε αδιέξοδα, ας μη γονατίσουμε με απόγνωση, ας μην απογοητευτούμε.
Κάποτε μου έλεγε ο πνευματικός των γονιών μου, έφυγε και αυτός και οι αδελφές του για το μοναστήρι πριν τα 20, και φεύγοντας εκείνος απεστέγασε το σπίτι για να μην βρεθεί κανείς σε πειρασμό επιστροφής από την άσκηση, δεν έχει πάει σε τρανά σχολεία αλλά στο πανεπιστήμιο της προσευχής, της υπακοής, της ακτημοσύνης, της μελέτης, σήμερα κοντεύει τα 90, μου έλεγε λοιπόν με την σοφία των ανθρώπων του Θεού, «αδελφέ μου, ο Χριστιανός δεν μπορεί να πέφτει σε απόγνωση γιατί γνώση είναι ο Χριστός, αλλά ούτε να απογοητεύεται γιατί τα παιδιά του Θεού δεν είναι γόητες».
Ας μετανοήσουμε, ας παραδεχθούμε, ας ζήσουμε τις συνέπειες. Δεν είναι λύση ένα όπλο, μια θηλιά, λίγο φαρμάκι. Θα πάω φυλακή, και ο Χριστός μας πήγε. Θα χάσω το σπίτι και το αυτοκίνητο «μου», ε και, δεν τα έφερες μαζί σου όταν γεννήθηκες ούτε θα τα πάρεις μαζί σου όταν πεθάνεις. Θα μείνω χωρίς ρεύμα και τηλέφωνο, μα πριν εκατό μόνο χρόνια, οι άνθρωποι ευτυχούσαν και χωρίς αυτά. Μια μπουκιά ψωμί και μια γουλιά νερό και μπορώ να ζήσω την ζωή που δεν επέλεξα να αποκτήσω αλλά γι’ αυτό και δεν μπορώ να σταματήσω.
Βέβαια εγώ που «τρώω», εσύ που καπνίζεις, ο άλλος που «πίνει», είμαστε δυνάμει αυτόχειρες, αλλά προϊόντος του χρόνου, έρχεται ο παιδαγωγός Θεός και παραχωρεί μια ασθένεια, μια δοκιμασία, για να ζήσουμε με μετάνοια την επιστροφή στο χαμένο παράδεισο. Και όσοι θέλουν, με ταπείνωση και υπομονή το επιτυγχάνουν. Όχι όμως, μα ποτέ όχι να ερχόμαστε στο πάσχα του θανάτου με αυτοχειρία, γιατί τότε αυτό το πάσχα, θα είναι κόλαση για νεκρούς και ζωντανούς.
Διαβάσαμε ειδησεογραφικά ότι γονιός αυτοκτόνησε γιατί άνεργος δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τις «ανάγκες» των παιδιών του ή άλλος από ντροπή γιατί τον συνέλαβαν να κλέβει «μπλουζάκια» για τα παιδιά του. Μα καλά σ΄ αυτούς τους ανθρώπους δεν τους είπε κάποιος ότι ο Θεός που ταΐζει τα πετεινά του ουρανού και ντύνει τα λουλούδια του αγρού, θα τους έδινε φαγητό και ρούχα μέσω της τοπικής τους εκκλησίας; Ποιος να τους το πει όμως; Εγώ δεν το είπα και ούτε φαντάζομαι και εσύ.
Κάμουμε κηδείες αυτοχείρων, που ντράπηκαν να ζητήσουν βοήθεια από τον γείτονα τους, τα αδέλφια τους, τον παπά τους. Εμπρός λοιπόν ας αρχίσουμε να χτυπάμε πόρτες. Να γνωρίσουμε τους γείτονες μας. Να αφουγκραστούμε την ανάγκη τους. Να μοιραστούμε το ψωμί μας και να τους πούμε – Έλα αδελφέ μου, βγες από το κουστούμι του εγωισμού Σου, εσύ το λες αξιοπρέπεια, μοιράσου το πρόβλημα Σου και «ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται»
Ο Χριστός και η Εκκλησιά υπάρχει, εντάξει για μερικούς ως τόπος “επίγειας καταξίωσης”, αλλά για όλους ως ο μοναδικός τόπος σωτηρίας. Έλα με πίστη και αγάπη και πότε δεν θα χάσεις την ελπίδα Σου.
Απομαγνητοφώνηση επικήδειου σε 27χρονο αυτόχειρα
Θέλω να ψάξω να βρω λόγια να πω σ΄ αυτή τη στιγμή. Όμως τι λόγια μπορείς να βρεις όταν είσαι υπεύθυνος γι΄ αυτό το θάνατο; Αν θα πρέπει να ψάξω να βρω ποιος φταίει, θα πω ότι εγώ φταίω.
Εγώ, ο παπάς που κάνω αυτή την κηδεία. Εγώ, γιατί όταν κάποιος σαν εμένα στεφάνωσε τους γονείς σου δεν τους κατήχησε.
Εγώ, γιατί όταν κάποιος σαν εμένα σε βάπτισε και έδωσε την δυνατότητα στον ανάδοχο σου να είναι εκεί δίπλα στη κολυμπήθρα δεν τον κατήχησε.
Εγώ, γιατί όταν ο δάσκαλος σου έκανε θρησκευτικά στο δημοτικό και αργότερα ο καθηγητής στο γυμνάσιο και στο λύκειο, κανείς δεν σε κατήχησε.
Εγώ, γιατί όταν μπήκες στο Πανεπιστήμιο δεν βρήκες μια ομάδα να σε προσεγγίσει με αγάπη Χριστού, ούτε ένα εντεταλμένο κληρικό να σού δείξει τον δρόμο, κανείς δεν σε κατήχησε
Εγώ, γιατί όταν εισήλθες στον εργασιακό σου χώρο και το κράτος προβλέπει την ύπαρξη ενός ιερέα εκεί και εκείνος δεν σε κατήχησε.
Σε τι να σε κατήχηση; Τι ανάγκη έχουμε την κατήχηση; Ο Άνθρωπος διαχειρίζεται τον εαυτό του στα θέλω του και στο εγώ του. Μα αυτό είναι το πρόβλημα μας. Δεν ξέρουμε τι σημαίνει αγάπη αδερφοί μου! Δεν μας έμαθαν τι σημαίνει αγάπη. Δεν μας είπε κανείς ότι ο Θεός αγάπη εστί, και όλοι ζούμε μέσα στο σκοτάδι του εγωισμού μας και όλοι ζούμε μέσα στο σκοτάδι της ιδιοκτησίας μας, ο πατέρας μου, το παιδί μου, η γυναίκα μου … Όλα είναι δικά μας! Μα τίποτα δεν μας ανήκει.
Ακούσαμε τον Απόστολο Παύλο πριν από λίγο να λέει: Εμείς δεν είμαστε σαν τους άλλους που δεν έχουν ελπίδα. Και ποιοι είμαστε εμείς; Είμαστε εμείς που σήμερα συγκεντρωθήκαμε δίπλα και γύρω από τη σωρό ενός νέου ανθρώπου, για να κάνουμε τι; Να προσευχηθούμε στο Θεό; Να δηλώσουμε στο Θεό την αγάπη μας για εκείνον που έφυγε έτσι από αυτό τον κόσμο; Δεν ξέρω αν το κάναμε και αν κάποιος από μας, προσευχήθηκε τούτη την ώρα. Ακόμα και μείς οι παπάδες και οι ψάλτες που λέμε τα λόγια που οι Άγιοι πατέρες έγραψαν δεν ξέρω αν τα νοιώσαμε στη καρδιά μας ως προσευχή και αν καταλάβαμε τι λέγαμε. Γιατί αν αδελφοί μου καταλαβαίναμε ποιος είναι ο Θεός της αγάπης, η ζωή αυτή η οποία είναι η τιμωρία του ανθρώπου, δεν θα ήτανε τόσο σκοτεινή και τόσο δύσκολη.
Ίσως θα έπρεπε να βρω λόγια παρηγοριάς για τους γονείς σου αλλά εγώ γίνομαι σκληρός. Ίσως θα έπρεπε να βρω λόγια κατανόησης για σένα αλλά εγώ συνεχίζω να είμαι σκληρός. Ίσως να θέλω να προκαλέσω το Θεό να μας λυπηθεί, όλους εμάς τους άλλους, γιατί δεν σε βάλαμε να κάνεις τον διαχωρισμό μεταξύ αγάπης και εγωισμού.
Αδελφέ μου έπρεπε να σε γνωρίσω λίγες μέρες νωρίτερα όμως σε γνωρίζω σήμερα. Και γι αυτό φταίω εγώ. Φταίει ο καθένας μας. Φταίει ποιος; … Ο άνθρωπος που έκανε τον εαυτό του όχι αυτό που λέει το όνομα του, κοιτώ ψηλά (άνω θρώσκω) αλλά έκανε τον εαυτό του λάσπη μέσα στη σκοτεινιά του εγωισμού.
Τι λόγια είναι αυτά που λέω; και γιατί τα λέω; και τι σημαίνουν όλα αυτά που λέω; και τι θα ωφελήσουν αυτά που λέω; Τίποτα δεν θα ωφελήσουν κανέναν, αν όλοι μας δεν βρούμε την ελπίδα μέσα από την πίστη και ζήσουμε την αγάπη.
Θα μας προκαλέσει σε λίγο η εκκλησία με τρείς λέξεις, με μία φράση. Μια φράση γλυκιά. Να πούμε «αιωνία η μνήμη» για τον αδελφό μας. Μέσα σε αυτές τις τρεις λέξεις υπάρχει αυτή η πρόκληση που κανένας μας, μα κανένας μας δεν την ζει στην αλήθεια. Είναι πρόκληση προσευχής στο αύριο, για τον αδελφό. Έχουμε μάθει στη προσευχή μας να είμαστε συναλλακτικοί και να λέμε στο Χριστό και στη Παναγιά πάρε πέντε δακτυλίδια και δώσε μου αυτό που θέλω. Αλλά δεν έχουμε μάθει να λέμε στο Θεό ευχαριστώ για αυτό που έχουμε. Δεν έχουμε μάθει να λέμε στο Θεό με ταπείνωση έκανα λάθος! Δεν έχουμε μάθει να λέμε στο Θεό, αδέρφια μου σώστε με.
Τούτη την ώρα λοιπόν προσκεκλημένοι από το θάνατο του αδελφού ας δώσουμε αυτή την υπόσχεση ουσιαστικά για εκείνον και όχι μετά από σαράντα μέρες και ένα χρόνο όταν θα κτυπήσουν τα τηλέφωνα, «είναι η επέτειος» να ξαναθυμηθούμε το αδελφό. Αλλά να τον θυμόμαστε σε κάθε ώρα προσευχής. Και η ώρα προσευχής του καθενός μας, είναι κάθε του αναπνοή και να λέμε στο Θεό όπως τώρα πριν λίγο, είπαμε ελέησον ημάς, μιλήσαμε στο Θεό για μας. Την ώρα της κηδεία μιλήσαμε στο Θεό για τους εαυτούς μας. «Ελέησον ημάς ο Θεός» και στη συνέχεια «ανάπαυσον τον δούλο σου». Έτσι πάντοτε να μιλάμε στο αύριο. Ποιο αύριο; Στο αμέσως μετά για τον αδελφό στο Θεό πριν από μας να τον ελεήσει ο Θεός, να του δώσει τη συγχώρεση και να δώσει και παρηγοριά στους δικούς του, στους γονείς του, στα αδέρφια του, στους φίλους του και να δώσει συγχωρέσει και έλεος σε μένα που φταίω γι αυτό τον θάνατο. Ναι αδελφοί μου, εγώ φταίω. Και αν δεν το κατανοήσουμε αυτό θα έρθουν και άλλοι τέτοιοι θάνατοι. Ας δώσουμε υπόσχεση μπροστά στη σορό του αδελφού, πως ο καθένας μας θα αλλάξει. Και το «εγώ» θα το κάνει αγάπη. Αγάπη με αφορμή το αδελφό. Αιωνία σου η μνήμη αξιομακάριστε και αείμνηστε αδερφέ ημών.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ιεροψάλτης και ορθόδοξο ήθος

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Νοεμβρίου, 2013

Του Βασιλείου Π. Καυκόπουλου, Καθηγητή και Πρωτοψάλτη
–Κάποιες σκέψεις–
 Από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού συνήρχοντο οι πιστοί “επί το αυτό” σε ιερές Συνάξεις και με αναγνώσεις από την Αγία Γραφή, ύμνους και ιερές ψαλμωδίες εδόξαζαν και ελάτρευαν τον Θεόν. “Εν ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, ύμνουν, ευλόγουν και εδοξολόγουν τον Κύριον” (Πράξεις Αποστόλων).
 Στις ιερές ψαλμωδίες συμμετείχε όλο το εκκλησίασμα, αργότερα, όμως, όταν άρχισαν ν’ αυξάνουν οι Χριστιανοί και διαμορφώθηκαν οι ιερές τελετές και ακολουθίες, τότε έγινε διαχωρισμός των “εν τη Εκκλησία” ιερών διακονημάτων και η ψαλμωδία ανατέθηκε στους ιεροψάλτες, οι οποίοι είχαν ειδικήν προς τούτο χειροθεσία, διαχωρίσθηκαν από τον λαόν και ανέβηκαν επάνω σε ανάβαθρο, το οποίο ονομάσθηκε αναλόγιο και αργότερα καθιερώθηκε να περιβάλλωνται το ράσο και μαζί με τους Αναγνώστες, Κανονάρχες, Νεωκόρους και Υποδιακόνους αποτελούσαν και αποτελούν τον κατώτερο Κλήρο, όχι ως επάγγελμα, αλλ’ ως διακόνημα και ιερό λειτούργημα. 
Όπως, πολύ σωστά, γράφει ο λόγιος και μουσικολογιώτατος αγιορείτης μοναχός π. Ανδρέας Θεοφιλόπουλος “ο ψάλτης είναι ο εκπρόσωπος του λαού προς τον Θεόν, ο οποίος δίδει τας αποκρίσεις εις τον Ιερέα και τον Διάκονον και συμπροσεύχεται μετ’ αυτών υπέρ του περιεστώτος λαού και του σύμπαντος κόσμου. Εκ τούτου, έκαστος αντιλαμβάνεται τας ευθύνας τας οποίας επωμίζεται ο περιβαλλόμενος τον ιερόν τρίβωνα του Ιεροψάλτου, ο οποίος πρέπει να είναι ψυχή τε και σώματι καθαρός. Να ψάλη συνετώς, με προσοχήν και ευλάβειαν ούτως ώστε και η στάσις και όλος ο τρόπος αυτού να προκαλή το δέος και την ευλάβειαν των πιστών. Ψάλλων, δεν πρέπει να κινή ούτε χείρας ούτε πόδας, πολύ δε περισσότερον το σώμα του με ατάκτους και θεατρικάς κινήσεις, ως συνηθίζουν τινές να κάμνουν. Ο Ψάλτης, πρέπει να είναι σώματι και πνεύματι υγιής, δεν πρέπει να ψάλη με ατάκτους φωνάς, καθώς ορίζει και η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος, αλλά με πραείαν φωνήν, δια να αποδίδη την έννοιαν των ψαλλομένων”.
Αλλά θα πρέπει να επισημάνουμε και τα εξής:
α) Επειδή ο Ψάλτης είναι κατά το …ήμισυ λαϊκός ενδέχεται να έχη υποπέσει και σε αμαρτίες που δημιουργούν “πρόβλημα” στο υπόλοιπο ήμισύ του (στήν “κληρικήν” του δηλαδή ιδιότητα). Σ’ αυτήν την περίπτωση, προσωπικά πιστεύουμε ότι, θα πρέπη να είναι σε διαρκή σχέση με πνευματικό πατέρα μέσα από το ιερό μυστήριο της Εξομολογήσεως. Θεωρούμε, δηλαδή, πώς Ψάλτης δίχως πνευματικό και τακτή Εξομολόγηση (τουλάχιστον) δεν θα πρέπη να ανεβαίνη στο ιερό Αναλόγιο. Και με την ευκαιρία, πιστεύουμε, ακόμη, πώς κάθε “επαγγελματίας” Ψάλτης θα πρέπη νάχη Χειροθεσία από τον Επίσκοπόν του.
β) Ο Σεπτός Ποιμενάρχης μας κ.κ. Ιερόθεος, σε πρόσφατη ομιλία του στο Αντίρριο, αναφέρθηκε σ’ ένα γέροντα Ψάλτη, που ενώ έψαλλε ύψωνε προσευχητικά και ικετευτικά τα χέρια του προς τον Θεό!! Αυτό, βεβαίως, επιτρέπεται όταν προέρχεται εκ καρδίας –όπως στον συγκεκριμένο γέροντα Ψάλτη– και ασφαλώς δεν μπορεί να ενταχθή στις όποιες θεατρικές κινήσεις πού, όπως προείπαμε, δεν είναι σωστό να γίνωνται.
Με την γλώσσα και τον λάρυγγα πρέπει να συμψάλη και ο νούς, ίνα μή, ως λέγει ο ιερός υμνογράφος “τή μεν γλώττη άσματα φθεγγόμενος τη δε ψυχή άτοπα λογιζόμενος”, αλλά με μια αρμονία σώματος και ψυχής, καρδίας και νοός, να προσφέρη ύμνους και ωδές πνευματικές, ως θυμίαμα ενώπιον του Θεού. Τότε πληρούται και ο ίδιος της του Θεού Χάριτος και μεταφέρει αυτήν προς τον λαόν, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος “μάθε ψάλλειν και όψει του πράγματος την ηδονήν· οι ψάλλοντες γαρ Πνεύματος Αγίου πληρούνται, ώσπερ οι άδοντες τας σατανικάς ωδάς πνεύματος ακαθάρτου” (ομιλ. ΙΘ’ προς Εφεσ.).
Μόνον με αυτόν τον τρόπον ψάλλοντας γίνεται μεσίτης των εκκλησιαζομένων προς τον Θεό, επειδή, όπως λέγουν οι Άγιοι Πατέρες, όταν ο Ψάλτης αποσπάση την προσοχή του εκ των αδομένων, τότε παύει να έχη πνευματική επικοινωνία με τον Θεόν.
Οι παρατάσεις, εξάλλου, της φωνής χωρίς μέτρο δεν έχουν θέσιν στην Εκκλησία του Χριστού, η δε ακριβής εκτέλεση της Βυζ. Μουσικής στηρίζεται κυρίως στην εκτέλεση των χρόνων και ρυθμικών ποδών, χωρίς την τήρηση των οποίων, δεν αποδίδονται τα αριστουργήματα των μουσικών μαθημάτων, των παλαιών κυρίως μουσικοδιδασκάλων, όπως είναι τα Δοξαστικά Ιακώβου του Πρωτοψάλτου, οι πολυέλαιοι Πέτρου του Πελοποννησίου, Χουρμουζίου του Χαρτοφύλακος κ.ά. θαυμάσια, όντως, έργα μουσικής τέχνης.
Ο Ιεροψάλτης επιβάλλεται, θα έλεγα, να έχη και μόρφωση αλλά και φωνή καλή, πού, βεβαίως, αποτελεί (η φωνή) δώρο Θεού. Κατ’ αυτόν τον τρόπον θ’ αντιλαμβάνεται αυτός ο ίδιος το μέγεθος και το βάθος των εννοιών των ιερών κειμένων ενώ, παραλλήλως, θ’ αποδίδη με σοβαρή και μεγαλοπρεπή γλυκύτητα τα ψαλλόμενα. Έτσι, θα τέρπεται πρώτον αυτός ο ίδιος και θα τέρπη και θα ευχαριστή τους πιστούς και δεν θα προκαλή την αηδίαν από τήν, τυχόν, παράφωνη κακοφωνία του. Αλλά, και ύφος εκκλησιαστικό, σοβαρό και αυστηρό πρέπει να έχη ο Ψάλτης τόσο οσάκις ευρίσκεται στο Αναλόγιο όσο και στην καθόλου “πολιτικήν” του ζωήν. Μέσα στον ιερό Ναό και κατά την ώρα της ψαλμωδίας δεν επιτρέπεται να ομιλή, να ανοίγη (ή να δέχεται) συζητήσεις, να γελά καθώς και να αστειεύεται· ούτε να κοιτάζη προς το εκκλησίασμα με κομπορρημοσύνην και έπαρση αλλά μάλλον προς το ιερό Βήμα. Οι όποιες συνεννοήσεις με τους Ιερείς, με τον άλλον Ψάλτη του Ναού ή τους βοηθούς του καλό είναι να γίνωνται πριν ανέβη στο Αναλόγιο ή αν υπάρχη ανάγκη κατά τρόπον σιωπηρό διακριτικό.
Από την άλλην, ο Ψάλτης πρέπει νάναι εγκρατής, νηφάλιος και αφοσιωμένος με ζήλο στο ιερό του έργο. Πάντοτε δε να ψάλη “από δειφθέρας”, μέσα από το βιβλίο δηλαδή και τούτο προς αποφυγή λαθών.
Αλλά και τα μουσικά μέλη που εκτελεί, καλόν είναι να τα έχη προετοιμάση (διαβάσει καλά) από το σπίτι του ενώ τα ψάλματα θα πρέπη να κινούνται στην γνήσια, απλή βυζαντινή μουσική μας παράδοση και να μην είναι επιτηδευμένα ή ξένα προς την πνευματικότητα. Προσωπικά, θα επρότεινα να προτιμώνται τα κλασσικά μαθήματα.
Το ορθόδοξο ήθος του Ιεροψάλτη επεκτείνεται και στην συνεργασία του με τους συναδέλφους του, με τους λειτουργούς Ιερείς, με τους εκκλησιαστικούς Επιτρόπους. Ας μη ξεχνά ότι το “γενικό πρόσταγμα” στις ιερές ακολουθίες το έχει ο Ιερεύς. Κατά συνέπεια, θα πρέπη να συνεργάζεται μαζί του ως προς τον χρόνο (π.χ. τί ώρα θα μπούμε στην θ. Λειτουργία, πότε θα γίνη η Αρτοκλασία, ή τί ώρα θα σχολάση η ιερά ακολουθία κ.λπ.). Ακόμη, βασικό σημείο ορθοδόξου ήθους είναι, πριν αναλάβη …δράση στο Αναλόγιο να πάρη την ευχή του Λειτουργού, να προσκυνήση τον Εσταυρωμένο πίσω από την Αγία Τράπεζα, να βάλη το ράσο του και ν’ ανέβη στο Αναλόγιο κάνοντας το σημείο του σταυρού και λέγοντας μυστικώς “ψαλώ τω Θεώ μου έως υπάρχω”
Πολλά, βεβαίως, μπορούμε να πούμε για το ορθόδοξο ήθος που πρέπει να διακρίνη τον Ιεροψάλτη. Ας περιορισθούμε, όμως, λόγω χώρου σ’ αυτά και κατακλείοντας ας τονίσουμε ότι ο Ιεροψάλτης πρέπει πρώτα να νιώθη ταπεινός διάκονος της Εκκλησίας του Χριστού καί, κατόπιν, καλλιτέχνης. Πάντοτε δε ας έχει κατά νουν ότι “μείζων πασών των αρετών εστί η διάκρισις”.

malakontas.blogspot.gr

proskynitis

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η κατά Θεόν μελωδία και η λειτουργικότης της βυζαντινής ψαλμωδίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Νοεμβρίου, 2013

Βασιλείου Καυκόπουλου, Πρωτοψάλτη-Καθηγητή
Η μουσική γλώσσα της Βυζαντινής μας Μουσικής για κανένα λόγο δεν αποτελεί –και δεν πρέπει να αποτελή– αυτοσκοπό για την Αγία μας Ορθόδοξο Εκκλησία, αλλά, βεβαίως, ένα από τα μέσα που διευκολύνουν την πραγμάτωση του μοναδικού σκοπού του κάθε πιστού, του καθενός μας δηλαδή, που είναι η επικοινωνία και ένωσή μας με τον Πανάγαθο Θεό.
Σέ προηγούμενο σημείωμά μας, μιλήσαμε για το «Αναντικατάστατον της Βυζαντινής Μουσικής και για τή διαχρονικότητά της». Ωστόσο όμως, για να επιμείνη κάποιος σ’ αυτό (το αναντικατάστατον) θα πρέπη να θέση τή Μουσική σε θεολογική και εκκλησιολογική …ζυγαριά! Διότι, αν η Βυζαντινή Μουσική δεν διαθέτη λειτουργικότητα, τότε δεν μάς είναι και τόσο χρήσιμη, παρά το γεγονός ότι είναι μιά θαυμάσια τέχνη και περισπούδαστη επιστήμη.
Οι Άγιοι Πατέρες, λοιπόν, οι οποίοι εμβαθύνουν και εις το θέμα του σκοπού της υπάρξεως της Εκκλησιαστικής Μουσικής, ορθοδόξως το ερμηνεύουν «με τάς νεύσεις του Αγίου Πνεύματος», όπως γράφει ο π. Καλλίστρατος Λυράκης, και ασφαλίζουν κατ’ αυτόν τον τρόπο και προφυλάσσουν σθεναρώς και αυτό το κομμάτι της λατρευτικής παραδόσεώς μας.
Έτσι ο Μέγας Βασίλειος –αντιλαμβανόμενος την βαρύτατη ασθένεια που έχει πλέον κληρονομήσει ο μεταπτωτικός άνθρωπος, ως προς την αποδοχή των θείων νοημάτων–παραβάλλει την ψαλμωδία με το μέλι, με το οποίο αλείφουν τα χείλη του ποτηρίου, το οποίο περιέχει κάποιο θεραπευτικό φάρμακο, έτσι ώστε να γίνεται αυτό πιό ευπρόσδεκτο από τον ασθενή. Κατ’ αυτόν τον τρόπον, λέγει ο Μεγάλος Φωστήρ της Εκκλησίας μας, οι πνευματικές αλήθειες διδάσκονται μελωδικώς, για να ελκύσουν την ψυχή του πιστού στην αποδοχή του διδακτικού νοήματος του ύμνου και να επιτύχουν την εξύψωσή της προς τον Θεόν.
Ο προαναφερθείς λόγιος Αρχιμανδρίτης π. Καλλίστρατος Λυράκης σημειώνει: «Τό γλυκύ και τερπνόν της Βυζαντινής Μουσικής απομακρύνει την αίσθησιν του κόπου –τον οποίον αποστρέφεται η ζυμωμένη με την ραθυμίαν ύπαρξις του ανθρώπου–, με αποτέλεσμα την πρόθυμον ακρόασιν των ύμνων και τροπαρίων».
 Αλλά να σημειώσουμε ότι, όπως τονίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, «Θεού το δώρον» της Μουσικής «προς την ανθρωπίνην ασθένειαν».
 Αλλά και πάλι ο Μ. Βασίλειος λέγει ότι το Πανάγιον Πνεύμα «ένωσε τα θεία λόγια των ψαλτικών με την ηπίαν και προσηνή εις την ακοήν μας μελωδίαν, με σκοπόν την ωφέλειάν μας»: «Τό Πνεύμα το Άγιον το εκ της μελωδίας τερπνόν τοίς δόγμασιν εγκατέμειξεν, ίνα τώ προσηνή και λείω της ακοής το εκ των λόγων ωφέλιμον λανθανόντως υποδεξόμεθα». Καί προσθέτει ακόμη ο Ιεράρχης Μ. Βασίλειος, ότι με την θεόπνευστον μουσικήν και μελωδίαν «μάλλον πως εντυπούται ταίς ψυχαίς τα διδάγματα», δηλαδή περισσότερον εντυπώνονται και χαράσσονται βαθιά εις την ψυχήν μας τα διδάγματα.
Ο Μέγας Αθανάσιος λέγει ότι «Διά τον Θεόν η μελωδία δεν ευρίσκεται εις την καλλιφωνίαν, αλλά εις την αταραξίαν –την απαλλαγήν από τα ποικίλα πάθη– του έσω ανθρώπου, η οποία εξωτερικεύεται με την αρμονίαν της ψαλτικής».
«Εις αυτό εξ άλλου το σημείον –υπογραμμίζει και πάλι ο π. Λυράκης– στοχεύει η Βυζαντινή Μουσική και αυτό την διαφοροποιεί από οιονδήποτε άλλο μουσικόν άκουσμα». Μέ την μελωδικότητά της θέλει να εκφράση, να ανεβάση και να αναπλάση τον πιστόν. Διαφορετικά καταντά μιά ανωφελής τέρψις. 
Παρατηρεί, επίσης, ο Μ. Αθανάσιος: «Τό ότι λέγονται με μελωδικόν τρόπον τα ψαλτικά δεν αποτελεί φροντίδα για την καλλιέργειαν της καλλιφωνίας· η γνησία μελωδία είναι απόδειξις της αρμονίας των λογισμών της ψυχής. Καί υποστηρίζομεν την παραπάνω θέσιν, διότι η μελωδική ανάγνωσις των ψαλτικών είναι –πρέπει να είναι– εικών και τύπος της εσωτερικής αταραξίας και γαληνιαίας ψυχικής καταστάσεως. Όταν όμως δεν συμβαίνη αυτή η θεοφιλής σύζευξις, τότε, αυτοί οι οποίοι ψάλλουν τάς θείας ωδάς δεν ψάλλουν συνετώς και θεαρέστως· απλώς ευχαριστούν την ακοήν των».
Θά τελειώσω τούτη την αναφορά λέγοντας –και μάλιστα με πολύ πόνο ψυχής– ότι η λειτουργικότητα της Βυζαντινής Μουσικής τα τελευταία χρόνια ευρίσκεται σε πολύ μεγάλο κίνδυνο και μάλιστα από κάποιους …διακόνους της που επαναστατικώ δικαίω θέλουν να επαναφέρουν τα παλαιά σημαδόφωνα με τις «χίλιες δυό εξηγήσεις» με αποτέλεσμα τραγικό και οδυνηρό να διακυβεύεται η πολυπόθητος ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΜΕΛΩΔΙΑ! Προσοχή, λοιπόν, στα κλασσικά μαθήματα και απλά μελουργήματα, που μόνον αυτά δημιουργούν κατάνυξη και προσευχητική διάθεση.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι σημαίνει ο όρος ”Χριστός”; (Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Νοεμβρίου, 2013

«Το όνομα Χριστός δεν έχει σημασία όρου, ούτε δηλώνει την ουσία κάποιου, δηλαδή τι ακριβώς είναι, όπως ακριβώς και η λέξη άνθρωπος ή ίππος ή βόδι, αλλά μάλλον φανερώνει ένα πράγμα που γίνεται σε κάποιον. Μερικοί από τους αρχαιότερους αλείφονταν με λάδι, σύμφωνα με την αρέσκεια του Θεού την εποχή εκείνη. Η χρίση αποτελούσε και γνώρισμα της εξουσίας των βασιλέων. Επίσης και οι προφήτες χρίονταν νοητά με το Άγιο Πνεύμα, ώστε εξαιτίας αυτού να ονομάζονται χριστοί. Ψάλλει λοιπόν ο μακάριος Δαβίδ ως εκπρόσωπος του Θεού και λέγει: «Μη άπτεσθε των χριστών μου, και εν τοις προφήταις μη πονηρεύεσθε». Αλλά και ο προφήτης Αββακούμ λέγει: «Εξήλθες εις σωτηρίαν λαού σου, του σώσαι τους χριστούς σου».

Τι εστίν ο Χριστός

Στην περίπτωση όμως του Σωτήρα όλων μας Χριστού λέμε βέβαια ότι έγινε χρίση, αλλά χρίση ούτε συμβολική, όπως γινόταν με λάδι, ούτε όπως εκείνη που γινόταν με το προφητικό χάρισμα, αλλά ούτε και εκείνη η νοούμενη κατά την ανάδειξη κάποιου για την επιτυχή εκτέλεση κάποιου πράγματος, κάτι δηλαδή σαν εκείνο που έγινε στην περίπτωση του Κύρου, που είχε βασιλεύσει στους Πέρσες και τους Μήδους, ο οποίος εξεστράτευσε εναντίον της χώρας των Βαβυλωνίων, παρακινούμενος σ’ αυτό από τον Θεό που μπορεί να τα κάνει όλα. Γιατί ειπώθηκε: «Έτσι μίλησε ο Κύριος στον χρισμένο από μένα Κύρο, του οποίου κράτησα το δεξί του χέρι». Μολονότι δηλαδή ήταν άνδρας ειδωλολάτρης, ονομάστηκε χριστός, γιατί κατά κάποιο τρόπο χρίσθηκε σε βασιλιά με απόφαση από τον ουρανό, και διορίστηκε από τον Θεό να κυριεύσει κατά κράτος τη Βαβυλώνα.
Το ίδιο όμως, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό, έγινε και με τον Χριστό. Επειδή δηλαδή με την παράβαση του Αδάμ είχε επικρατήσει σε όλους η αμαρτία, έφυγε το Άγιο Πνεύμα, και για το λόγο αυτόν επικράτησε σε όλα το κακό. Έπρεπε λοιπόν και πάλι με την ευσπλαχνία του Θεού , για να επανέλθει η ανθρωπότητα στην αρχική της κατάσταση, να καταστεί άξια του Αγίου Πνεύματος. Ενανθρώπησε λοιπόν ο Μονογενής Λόγος του Θεού, και εμφανίστηκε στους γήινους με γήινο σώμα, και έγινε ελεύθερος από κάθε αμαρτία, ώστε με αυτόν και μόνο η ανθρώπινη φύση, στεφανωμένη με τα καυχήματα της αναμαρτησίας, να δεχτεί πλουσιοπάροχα το Άγιο Πνεύμα, και έτσι να αναμορφωθεί προς τον Θεό με τον αγιασμό. Έτσι λοιπόν μεταβιβάζεται και σε μας η χάρη, αρχίζοντας από τον Χριστό τον πρωτότοκο μεταξύ μας, και για αυτό ο μακάριος Δαβίδ διδάσκοντας μας ψάλλει: «Ηγάπησας δικαιοσύνην, και εμίσησας αδικίαν, δια τούτο έχρισέ σε ο Θεός, ο Θεός σου, έλαιον αγαλλιάσεως».
Χρίσθηκε λοιπόν, όπως και εμείς, ως άνθρωπος ο Υιός με τους επαίνους της αναμαρτησίας, όπως είπαμε, και έτσι δοξάστηκε στο πρόσωπό Του η ανθρώπινη φύση, με το να καταστεί άξια να γίνει μέτοχος του Αγίου Πνεύματος, το οποίο δεν φεύγει πια, όπως στις αρχές, αλλά παραμένει μάλλον σε αυτήν. Για αυτό ακριβώς και έχει γραφεί: «Κατέπτη μεν επί Χριστώ το Πνεύμα, μεμένηκε δε επ’ αυτόν»
Λέγεται λοιπόν Χριστός ο Λόγος του Θεού, αυτός που έγινε άνθρωπος για χάρη μας και σαν εμάς και με την μορφή δούλου, και χρίσθηκε βέβαια ως άνθρωπος ως προς την σάρκα, έχρισε όμως ως Θεός με το Πνεύμα του εκείνους που πιστεύουν σε Αυτόν»
(Έργα Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, ΕΠΕ 10, σελ. 103- 105, «Περί της Ενανθρωπίσεως του Μονογενούς»). 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς καθιερώθηκε η εορτή της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Οκτωβρίου, 2013

agiaskepi

Στη νότια πλευρά του ναού των Βλαχερνών υπήρχε το παρεκκλήσιο της αγίας Σορού, όπου φυλάσσονταν η εσθήτα, ο πέπλος και μέρος της ζώνης της Θεοτόκου, γινόταν κάποτε ολονυκτία. Εκεί πήγε και ο μακάριας Ανδρέας κάνοντας τα συνηθισμένα, καθώς και ο Επιφάνιος μαζί με ένα δούλο του. Ο Επιφάνιος είχε τη συνήθεια να παραμένει όσην ώρα μπορούσε, άλλοτε μέχρι τα μεσάνυκτα κι άλλοτε μέχρι το πρωί.

Ήταν η ώρα περίπου τετάρτη νυκτερινή (με το βυζαν­τινό ωρολόγιο), οπότε βλέπει ο μακάριος Ανδρέας τη Θεοτόκο Μαρία να προχωρεί απ’ τις βασιλικές πύλες προς το θυσιαστήριο. Φαινόταν πολύ υψηλή και είχε λαμπρή τιμη­τική συνοδεία λευκοφόρων αγίων. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν ο τίμιος Πρόδρομος και ο θεολόγος Ιωάννης, που πα­ράστεκαν δεξιά κι αριστερά τη Θεοτόκο. Από τους λευ­κοφόρους, άλλοι προπορεύονταν και άλλοι ακολουθούσαν ψάλλοντας ύμνους και άσματα πνευματικά.

Όταν πλησίασε στον άμβωνα, είπε ο όσιος στον Επιφάνιο:

-Βλέπεις, παιδί μου, την Κυρία και Δέσποινα του κό­σμου;

-Ναι, τίμιε πάτερ, αποκρίθηκε ο νέος.

Η Θεοτόκος εν τω μεταξύ είχε γονατίσει και προσευ­χόταν για πολλή ώρα. Παρακαλούσε τον Υιό της για τη σωτηρία του κόσμου και έρραινε με δάκρυα το άγιο πρό­σωπό της. Μετά τη δέηση μπήκε στο θυσιαστήριο, όπου προσευχήθηκε για τους πιστούς που αγρυπνούσαν.

Όταν ολοκλήρωσε τη δέησή της, έβγαλε από την άχραντη κεφαλή το αστραφτερό της μαφόριο (είναι το ένδυμα της Θεοτόκου που μοιάζει με εσάρπα, αλλά καλύπτει και την κεφαλή, και εικονίζεται στην αγιογραφία πάντοτε με βαθύ κόκκινο χρώμα) με μια κίνηση χαριτωμένη και σεμνή, και καθώς ήταν μεγάλο και επιβλητικό, το άπλωσε σαν Σκέπη με τα πανάγια χέρια της επάνω στο εκκλησίασμα. Έτσι απλωμένο το έβλεπαν κι οι δυό τους για πολλή ώρα να εκπέμπει δόξα θεϊκή σαν ήλεκτρο. Όσο φαινόταν εκεί η Κυρία Θεοτόκος, φαινό­ταν και η ιερή εσθήτα να σκορπίζει  τη χάρη της. Όταν εκείνη άρχισε να ανεβαίνει στον ουρανό, άρχισε και η θεία Σκέπη να συστέλλεται λίγο-λίγο και να χάνεται. Το ιερό αυτό μαφόριο που φυλασσόταν εκεί, συμβόλιζε τη χάρη που παρέχει η Θεοτόκος στους πιστούς.

Αυτή την οπτασία την είδε και ο Επιφάνιος με τη δύναμη και τη μεσιτεία του όσιου.

Η θαυμαστή αυτή εμφάνιση της Θεοτόκου στον Άγιο Ανδρέα έγινε αφορμή να καθιερωθεί η εορτή της Αγίας Σκέπης.

(Όσιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός, εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, σ.195-197) 
http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σύντομη επεξήγηση στην Κυριακή Προσευχή, το Πάτερ ημών

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Οκτωβρίου, 2013

pater-hmon

Πάτερ
Η Κυριακή προσευχή αρχίζει με αυτή την επίκλησι. Μας διδάσκει ο Κύριος να ονομάζουμε τον Θεό Πατέρα. Πατέρα, γιατί είναι ο δημιουργός και πλάστης μας. Ο χορηγός του είναι, της ζωής.
Ημών
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κύριος μας διδάσκει να προσφωνούμε τον Θεό όχι μόνο Πατέρα, αλλά Πάτερ ημών. Πατέρα μας. Όχι Πατέρα μου. Έτσι μας αποτρέπει από μια εγωιστική σχέσι με τον Θεό. Υπάρχει ο Θεός και εμείς, όχι ο Θεός και εγώ.
Ο εν τοις ουρανοίς
Ο Πανάγιος Θεός είναι Πατέρας μας, αλλά και ο μόνος εν τοις ουρανοίς Πατέρας. Διευκρινίζει ο άγιος Χρυσόστομος: Δεν περιορίζει δηλαδή τον Θεό στον ουρανό αλλά υψώνει από την γη τον προσευχόμενο και τον προσηλώνει στους ανώτερους χώρους και τις άνω κατοικίες. Την αγιότητα λοιπόν του Θεού Πατρός δηλώνει το “εν ουρανοίς” και όχι τον τόπο του πανταχού παρόντος Θεού
Αγιασθήτω το όνομά σου
Είναι το πρώτο αίτημα της Κυριακής προσευχής. Το “αγιασθήτω” σημαίνει “δοξασθήτω”, κατά τον άγιο Χρυσόστομο. Δεν έχει ασφαλώς ο άκτιστος Θεός την ανάγκη να δοξάζεται από τα κτιστά του πλάσματα. Θέλει όμως να τον δοξάζουμε, γιατί αυτό ωφελεί εμάς τους ανθρώπους. Μας προφυλάσσει από τον κίνδυνο να δοξάζουμε τον εαυτό μας με δόξα ψευδή, που δεν μας ανήκει. Η φιλοδοξία είναι γέννημα της φιλαυτίας.
Ελθέτω η Βασιλεία σου
Όταν ο Θεός βασιλεύη στον άνθρωπο, ο άνθρωπος ελευθερώνεται, ειρηνεύει, αναπαύεται, αγιάζεται. Όταν δεν βασιλεύη ο Θεός στον άνθρωπο, ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος στην τυραννία του διαβόλου που τον υποδουλώνει στα πάθη, στην φιλαυτία και τον φέρνει στην ανία, στο κενό, στην πλήξι, στην μοναξιά, κάνοντας την ζωή του κόλασι. Ο σημερινός κόσμος που αρνείται την βασιλεία του Θεού, βασανίζεται από φρικτές δαιμονικές καταστάσεις, όπως την μαγεία, τις δεισιδαιμονίες, τα ναρκωτικά, την τρομοκρατία, τα εγκλήματα, την διάλυσι της οικογενείας. Μας διδάσκει λοιπόν ο Κύριος να ζητούμε να έλθη η Βασιλεία του, που κατά τους αγίους Πατέρας είναι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος.
Γενηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης
Το εγωιστικό θέλημα εχώρισε τον άνθρωπο από τον Θεό, τον εξώρισε από τον παράδεισο και έγινε αιτία όλων των κακών. Αν δεν απαρνηθή ο άνθρωπος το εγωιστικό του θέλημα και δεν υιοθετήση το άγιο θέλημα του Θεού, δεν μπορεί να θεραπευθή από την βαρειά αρρώστια της φιλαυτίας και του εγωισμού.
Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον
Με το αίτημα αυτό ζητούμε, κατά τους αγίους Πατέρας, όχι μόνο τον υλικό άρτο, αλλά κυρίως τον πνευματικό Άρτο, που είναι ο Χριστός. Ο Χριστός προσφέρεται σε μας με το λόγο Του και με το Σώμα και με το Αίμα Του. Σε κάθε Θεία Λειτουργία γίνεται αυτή η προσφορά.
Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών
Όσο ο άνθρωπος ζη εγωκεντρικά, δεν μπορεί να συγχωρήση τον συνάνθρωπό του. Ο θιγόμενος εγωισμός του δεν του το επιτρέπει. Όταν όμως αποφασίση δια της μετανοίας να ζήση θεοκεντρικά, τότε συγχωρεί όσους τον εστενοχώρησαν, αδίκησαν και έβλαψαν. Η απαλλαγή από την μνησικακία θέλει αγώνα, γιατί ο εγωισμός δυναστεύει τον έσω άνθρωπο. Γι’ αυτό ο Κύριος μας εδίδαξε να ζητούμε την συγχώρησί μας από τον Θεό, υπό τον όρο ότι και εμείς θα συγχωρούμε τους πταίοντας σε μας.
Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού
Και μη επιτρέψης, Κύριε, να πέσωμε σε πειρασμό, αλλά γλύτωσέ μας από τον πονηρό.
Δύο ειδών είναι οι πειρασμοί κατά τον άγιο Μάξιμο. Οι ενήδονοι και οι ενόδυνοι. Αυτοί που φέρουν ηδονή και αυτοί που φέρουν οδύνη. Οι πρώτοι είναι εκούσιοι και γεννούν τα πάθη. Οι δεύτεροι είναι ακούσιοι και διώχνουν τα πάθη. Τους εκούσιους πρέπει να αποφεύγουμε. Τους ακούσιους να μη επιδιώκουμε και να απευχώμεθα, διότι είμεθα αδύνατοι και μπορεί να υποκύψουμε΄ αλλ’ όταν έλθουν, να τους υπομένουμε με γενναιότητα ως “καθαρτήριον” της ψυχής.
Ότι Σου εστίν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα
Είναι φυσικό να τελειώνη η Προσευχή με την δοξολογία του Θεού και όχι με την παράκλησι να ρυσθούμε από τον πονηρό. Τον τελευταίο λόγο στον κόσμο έχει ο παντοδύναμος Θεός, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων. Ο διάβολος μπορεί να φέρη αναστάτωσι, να επικρατεί προσωρινά στον κόσμο με τα όργανά του, αλλά τελικά θα γίνη το θέλημα του Κυρίου. Ο Χριστός είναι ο Αιώνιος Κύριος και Βασιλεύς. Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν. Γι’ αυτό και μόνο στον Τριαδικό Θεό ανήκει η δόξα.

Αρχιμ. Γ. Καψάνης – Άγιο Όρος

  orthodoxanswers.gr 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΣΑΒΒΑΪΤΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Οκτωβρίου, 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΣΑΒΒΑΪΤΗΣ

«Ο όσιος Στέφανος έζησε και άκμασε περί τα τέλη του ογδόου αιώνος μ.Χ. και αγωνίστηκε κατά των αιρέσεων. Υπήρξε και εκκλησιαστικός ποιητής ασματικών τροπαρίων, όπως μας το αναφέρει ο άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός, στον κανόνα που συνέθεσε προς χάριν του οσίου».
Ο υμνογράφος της ακολουθίας του οσίου Πατέρα Στεφάνου, άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός, από τους γνωστότερους και σπουδαιότερους υμνογράφους της Εκκλησίας μας, τονίζει τον διπλό αγώνα του οσίου. Πρώτον, κατά των αιρέσεων, που λυμαίνονταν την ορθόδοξη πίστη. Υπήρξε από εκείνους που έχοντας τη χάρη του αγίου Πνεύματος εξέθεταν ορθά τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, με αποτέλεσμα να αναδύεται η ευωδία του μύρου των δογμάτων της: «Μυρίζουσιν, όσιε, των σων δογμάτων οι λόγοι τη χάριτι του Πνεύματος λαμπόμενοι∙ Θεότητα μίαν γαρ σέβων, προσώποις τρισί, Λόγου τε την σάρκωσιν υμνών, ευωδιάζεις ημάς, πανόλβιε». (Οι λόγοι των δογμάτων σου, όσιε, λάμποντας από τη χάρη του αγίου Πνεύματος, ευωδιάζουν σαν μύρο. Διότι σεβόμενος τη μία Θεότητα σε τρεις υποστάσεις, και υμνολογώντας τη σάρκωση του Θεού Λόγου, προκαλείς ευωδία σε εμάς, πανόλβιε). Αυτό είναι το χαρακτηριστικό της αλήθειας που φανέρωσε ο Κύριος και ζει η Εκκλησία: κάνει τον άνθρωπο να ευωδιάζει σαν μύρο, γιατί αγκαλιάζει το πνευματικό μύρο, τον Κύριο.

Δεύτερον, κατά των ψεκτών παθών του, κατά των εμπαθών κινήσεων της ψυχής και του σώματός του, που απειλούσαν την πνευματική υπόστασή του, την ίδια την εν Χριστώ ύπαρξή του. Διότι τα πάθη, διαστρεβλωμένα από τον εγωισμό, αλλοιώνουν τον άνθρωπο και τον καθιστούν χειρότερο και από τα πιο σκληρά θηρία. Ο άγιος υμνογράφος «αιχμαλωτίζεται» κυριολεκτικά από τον δεύτερο αυτόν αγώνα του οσίου Στεφάνου. Ενώ έχει την έγνοια του αντιαιρετικού αγώνα του οσίου, στην πορεία σαν να τον «ξεχνάει». «Βυθίζεται» στα πνευματικά του παλαίσματα κι εκεί παραμένει. Ασκητής ο ίδιος ο Θεοφάνης, γνώστης της όλης πνευματικής πορείας ενός πιστού, έχει τη δυνατότητα διακρίσεως των σημαδιών της πορείας αυτής στην ύπαρξη του οσίου Στεφάνου. Και αυτά καταγράφει. Δεν έχει άδικο: μόνον ένας που έχει αγωνιστεί «νόμιμα» και έχει οδηγηθεί σε κάθαρση της καρδιάς του,  ώστε να ζει την παρουσία του Θεού, έχει τη δυνατότητα ορθής διάγνωσης της πλάνης, της απόκλισης από την αλήθεια, συνεπώς της με δύναμη προβολής της αληθινής πίστεως του Χριστού. Έτσι αδιάκοπα ο υμνογράφος υπενθυμίζει: «Ορμήν των παθών, απαθείας έρωτι κατέσβεσας, θεοφόρε Στέφανε, και ταις θεωρίαις και ταις πράξεσι, κατελάμπρυνας πάσαν την της ψυχής κατάστασιν». (Θεοφόρε Στέφανε, έσβησες ολοκληρωτικά την ορμή των παθών σου, με τον έρωτα της απάθειας, και καταλάμπρυνες όλη την κατάσταση της ψυχής σου με τις θείες θεωρίες και τις ασκητικές πράξεις). Το πατερικό λόγιο «η πράξη είναι το σκαλοπάτι για τη θεωρία» – «πράξίς εστι θεωρίας επίβασις» –  το βλέπει ο υμνογράφος ακριβώς εφαρμοσμένο στον όσιο Στέφανο.

Δεν θα μας επαρκέσει ο χώρος, αν θελήσουμε να αναπτύξουμε τα ασκητικά στοιχεία, που αναφέρει ο άγιος Θεοφάνης. Και ευλόγως: θεωρεί τον όσιο Στέφανο όχι μόνο «νικητή των παθών και τύπο ορθού βίου», αλλά και «αλείπτην αζύγων – καθοδηγητή δηλαδή των μοναχών – κανόνα Μοναζόντων, αρετών υπογραμμόν». Εκείνο όμως που θα ανασύρουμε από τον θησαυρό της ακολουθίας του οσίου, είναι ο ύμνος από την έκτη ωδή του κανόνα του, που ο υμνογράφος τον έχει δανειστεί, προφανώς, από τον Μέγα Βασίλειο. Όπως δηλαδή ο Μέγας Πατέρας Βασίλειος αναφέρει σε λόγο του ότι «ο νους του πιστού ανθρώπου, αν δεν διαχυθεί στα του κόσμου με τις αισθήσεις, έρχεται μέσα στον εαυτό του, και μέσω του εαυτού του βρίσκει τον Θεό», κατά τον ίδιο τρόπο και ο όσιος Στέφανος, κατά τον Θεοφάνη: «Μακαρίως τον βίον διήνυσας» λέει. «Μύσας τας αισθήσεις γαρ έξω γεγένησαι της κοσμικής συγχύσεως και Θεώ προσωμίλησας, Στέφανε». (Πέρασες με μακάριο τρόπο τη ζωή σου, Στέφανε. Διότι αφού έκλεισες και έφραξες τις αισθήσεις σου, βρέθηκες έξω από την κοσμική σύγχυση και έτσι ενώθηκες και μίλησες με τον Θεό). Πράγματι: δεν είναι δυνατόν να βρούμε τον Θεό, να έχουμε αληθινή κοινωνία μαζί Του, αν η καρδιά μας δεν βρίσκεται ολοκληρωτικά σε Εκείνον. Καρδιά που είναι αγκυροβολημένη στον κόσμο τούτο χαϊδεύοντας τις αισθήσεις, το μόνο που εισπράττει είναι η ταραχή και η σύγχυση.

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

H 28η Οκτωβρίου 1940 αφετηρία της ήττας του Χίτλερ. (Νικόλαος Μάρτης)

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Οκτωβρίου, 2013

H 28η Οκτωβρίου 1940 αφετηρία της ήττας του Χίτλερ

Νικόλαος Μάρτης

Η 28η Οκτωβρίου 1940, όταν σχεδόν ολόκληρη η Ευρώπη είχε υποταγεί στον Χίτλερ και η Σοβιετική Ένωση ήταν σύμμαχος της Γερμανίας, η Ελλάδα μόνη στην Ευρώπη, δέχθηκε επίθεση από την Φασιστική Ιταλία την οποία και νίκησε. 
Εάν η Ελλάδα ηττάτο ή παρεδίδετο, με δεδομένο το ότι όλες οι Βαλκανικές χώρες είχαν θετική επαφή με τον Χίτλερ, ο Λίβανος και η Συρία ήταν υπό την κατοχή της Γαλλίας του Βισύ και το Ιράκ είχε φιλογερμανικές τάσεις, ο Άξονας θα κέρδιζε τον Πόλεμο, όπως δήλωσαν τότε Άγγλοι Υπουργοί και Στρατιωτικοί ηγέτες.
Η Ελληνική νίκη επί της Ιταλίας, ήταν η πρώτη νίκη κατά του Άξονα και έδωσε ελπίδες στους καταπτοημένους λαούς από τη ναζιστική κυριαρχία, απέτρεψε τον Χίτλερ να καταλάβει το Γιβραλτάρ, διότι ο Φράνκο μετά τη νίκη των Ελλήνων, αρνήθηκε παραχωρήσεις στον Χίτλερ.
Η νίκη αυτή κατά του Άξονα ανάγκασε τον Χίτλερ, για να βοηθήσει τον Μουσολίνι,  να επιτεθεί κατά της Ελλάδας, μετά από σύμφωνο γνώμη και του Στάλιν.
Παράλληλα επιτέθηκε και  κατά της Γιουγκοσλαβίας, διότι την 27-3-1941 ο Γιουγκοσλαβικός Στρατός ανέτρεψε την Κυβέρνηση του, η οποία την 25-3-1941 είχε συνάψει Σύμφωνο φιλίας με τον Χίτλερ. 

Ιταλία και Γερμανία χρειάστηκαν συνολικά 7 μήνες για να καταλάβουν την Ελλάδα. Έτσι ο Χίτλερ αναγκάστηκε να αναβάλει την επίθεση της κατά της Σοβιετικής Ενώσεως κατά 6 εβδομάδες, με συνέπεια τις αρχικές σαρωτικές νίκες του, να διαδεχθεί η δεινή ήττα του στο Ανατολικό Μέτωπο, που αποτέλεσε αφετηρία της ήττας της Γερμανίας στην Ευρώπη.
 Άμεση επιβεβαίωση αυτών των συνεπειών αποτελεί η δήλωση του Χίτλερ, τόσο στην γνωστή κινηματογραφίστρια φίλη του Leni Riefenstahl το 1943, όσο και η ομολογία του στην Πολιτική του Διαθήκη το 1945 ότι: «Η κήρυξη του Πολέμου στην Ελλάδα από την Ιταλία, υπήρξε καταστροφική για την Γερμανία. Αν οι Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και δεν χρειάζονταν τη βοήθεια μας, ο πόλεμος θα είχε πάρει διαφορετική τροπή. Θα είχαμε προλάβει να κατακτήσουμε το Λένινγκραντ και 
τη Μόσχα, πριν μας πιάσει το ρωσικό ψύχος». 
Ο Πρόεδρος των Η.Π.Α., Φραγκλίνος Ρούζβελτ, δήλωσε τότε: «Όταν οι ανδρείοι άνδρες έχασαν το θάρρος τους, ο Ελληνικός λαός τόλμησε να προκαλέσει το ανίκητο μηχανοκίνητο Γερμανικό τέρας, προτάσσοντας την υπερήφανη αυτού ιδέα της ελευθερίας».
Αν το υπερήφανο «ΟΧΙ», που κατέπληξε ολόκληρο τον κόσμο, υπήρξε ο πρώτος φραγμός στην νικηφόρο πορεία του Άξονα, η αντίσταση των Ελλήνων στα Οχυρά της Μακεδονίας τον Απρίλιο του 1941, αποτέλεσε την πρώτη δοκιμασία κατά της αλαζονείας του Χίτλερ. Οι μαχητές των Οχυρών με τον ηρωισμό και την αυτοθυσία τους απέκρουαν αλλεπάλληλες λυσσώδης επιθέσεις των έκπληκτων Γερμανών. 

 Όταν παραδόθηκαν, κατόπιν εντολής της Στρατιάς, οι Γερμανοί παρουσίαζαν όπλα στους εξερχομένους των Οχυρών και η Γερμανική σημαία ανυψώνετο μόνον, όταν εχάνετο και ο τελευταίος Έλληνας στρατιώτης στον ορίζοντα.
Η ηρωική αντίσταση των υπερασπιστών των Οχυρών, απομυθοποίησε το αήττητο του Γερμανικού Στρατού και έδωσε θάρρος και ελπίδες στον ελεύθερο κόσμο. Επίσης η θρυλική μάχη της Κρήτης συνετέλεσε, ώστε να βραδύνει η εναντίον της Ρωσίας γερμανική επίθεση. 
Ο Χίτλερ ομιλώντας στο Ράιχσταγκ τον Μάιο του 1941 είπε: «Από όλους τους στρατούς που αντιμετωπίσαμε μόνο ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με ηρωισμό και αυτοθυσία και παραδόθηκε μόνο ήταν η αντίσταση ήταν μάταια».
Ο δε Γερμανός Στρατάρχης Κάιτελ δήλωσε το 1945 στη Δίκη της Νυρεμβέργης: «Η αναπάντεχη και ισχυρή αντίσταση των Ελλήνων επιβράδυνε κατά δύο και πλέον ζωτικούς μήνες την επίθεσή μας κατά της Ρωσίας.
Αν δεν είχαμε τη μεγάλη αυτή καθυστέρηση, άλλη θα ήταν η έκβαση του πολέμου στο Ανατολικό Μέτωπο και γενικά του Πολέμου και άλλοι θα ήσαν σήμερα κατηγορούμενοι».
Ο Αλεξάντερ, πρώτος Λόρδος του Βρετανικού Ναυαρχείου, στις 28-10-1941 επισήμανε: «Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η Ελλάδα ανέτρεψε το σύνολο των σχεδίων της Γερμανίας και την εξανάγκασε να αναβάλει για έξι εβδομάδες την επίθεση κατά της Ρωσίας. Διερωτόμαστε ποια θα ήταν η θέση της Σοβιετικής Ένωσης χωρίς την Ελλάδα». 
Ο Ήντεν, Υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας (ο αρμοδιότερος εκ των συμμάχων την περίοδο εκείνη) τόνιζε στις 24 Σεπτεμβρίου 1942: «Ασχέτως προς το τι θα πουν οι ιστορικοί του μέλλοντος, εκείνο το οποίο μπορούμε να πούμε εμείς από τώρα, είναι ότι η Ελλάδα πρώτη έδωσε αλησμόνητο μάθημα στον Μουσολίνι, ότι αυτή υπήρξε η αφορμή της εθνικής Επανάστασης εναντίον του Άξονα στη Γιουγκοσλαβία, ότι αυτή, με τη μικρή βοήθεια, που σταθήκαμε τότε ικανοί να της δώσουμε, κράτησε τους Γερμανούς στο Ηπειρωτικό έδαφος και στην Κρήτη επί έξι εβδομάδες, ότι αυτή ανέτρεψε τη χρονολογική σειρά όλων των σχεδίων του Γερμανικού Επιτελείου και έτσι έφερε ριζική μεταβολή στις εκστρατείες του και ίσως στην όλη πορεία του πολέμου…».

Ο Ρ/Σ της Μόσχας το 1942, την επέτειο της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα, μετέδωσε: «Άοπλοι πολεμήσατε πάνοπλους και νικήσατε. Μικροί εναντίον μεγάλων και υπερισχύσατε.
Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, διότι είστε Έλληνες. Οι Ρώσοι ως άνθρωποι κερδίσαμε χρόνο χάριν στην αντίσταση σας για να αμυνθούμε. Σας ευχαριστούμε».

Τα κείμενα της Ιστορίας του Μεγάλου Πολέμου της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, Έκδοση 1955 (Σελίδα 42) αναφέρουν: «Όμως η επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, που είχε ορισθεί για την 15η Μαΐου 1941 καθυστέρησε  από απρόβλεπτα για τους Φασίστες γεγονότα.
Ο ολιγάριθμος αλλά ηρωικός Ελληνικός λαός αντιστάθηκε τόσο αποφασιστικά στην εισβολή του Ιταλικού Φασισμού, ώστε ο Μουσολίνι αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια του Χίτλερ.
Την Άνοιξη του 1941 οι ηγέτες της Φασιστικής Γερμανίας έριξαν τα στρατεύματά τους στην Ελλάδα». 
Το 1942 ο Γάλλος Pierre Bourdan ομιλώντας στο BBC είπε: «Με την πάροδο του χρόνου θα φανεί ότι μετά την απόφαση της Αγγλίας του 1940, ήταν η ανδρεία του Ελληνικού λαού που συνέβαλε περισσότερο στο να σωθεί ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, ο δημιουργημένος από τον ίδιο αυτό λαό πριν από 2.400 χρόνια. Πρέπει να το σκέπτονται αυτό όταν θα διαμορφώσουν την Ευρώπη. Κάθε αχαριστία στην Ελλάδα θα ισοδυναμούσε με προδοσία προς την Ευρώπη».
Απόδημοι Έλληνες, με αφορμή την 70 επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940 έχουν και πάλι κάνει γραπτή έκκληση στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, όπως έχουν ήδη κάνει πολλές φορές τα προηγούμενα χρόνια, για την έκδοση συνοπτικής «ΛΕΥΚΗΣ ΒΙΒΛΟΥ», που να περιλαμβάνει άγνωστα σε πολλούς αλλά σημαντικά ιστορικά γεγονότα, από τα οποία να αναδεικνύεται η μεγάλη Ελληνική συμβολή στη Συμμαχική Νίκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για την ενημέρωση όλων των νεωτέρων, σε κάθε γωνιά της γης. 
Επειδή κυκλοφορούν και βιβλία που υποβαθμίζουν τον ρόλο της Ελλάδος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έζησα σε συνέδριο των Προέδρων της Ιστορίας Στρατού Γερμανό Σύνεδρο να ισχυρίζεται ότι η συμβολή της Ελλάδας δεν έπαιξε αποφασιστικό ρόλο, κάτι που όλοι αντέκρουσαν, θα πρέπει αυτή η Λευκή Βίβλος να μεταφραστεί στις βασικές ξένες γλώσσες και να διανεμηθεί παντού. Επίσης να κυκλοφορήσει σε CD και DVD. Οι Έλληνες του εξωτερικού και οι Έλληνες εκπρόσωποι στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ θα αισθάνονται υπερήφανοι. 
  ____________________
  *Ο κ. Νίκος Μάρτης είναι πρώην υπουργός και βετεράνος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
Αναδημοσίευση από Αναβάσεις”  28/10/2010 
πηγή φωτογραφιών “Στρατιωτική Ιστορία”. 

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »