kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

«Μαγειρικὴ καὶ νηστεία»

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Νοεμβρίου, 2013

Ἄρθρο τοῦ μοναχοῦ Μωυσῆ Ἁγιορείτη

Εἶναι καιρός τώρα πού στά περίφημα κανάλια τῆς ἑλληνικῆς τηλοψίας ἀφιερώνονται πολλές ὧρες στή μεγάλη τέχνη τῆς μαγειρικῆς. Πολυτελεῖς, καλοφωτισμένες κουζίνες, μέ ἀκριβά μαγειρικά σκεύη, μόνιμα χαμογελαστά πρόσωπα γυναικῶν καί ἀνδρῶν, μεσόκοπων καί νέων μέ λουλουδάτες ἤ ἄσπρες ποδιές καί σκούφους, ἀστειάκια συνήθως ὄχι ἔξυπνα καί ἐκεῖνα τά ἀτέλειωτα φαιδρά ὑποκοριστικά καροτάκια, σαλτσοῦλες, ψαράκια, κρεατάκια καί λοιπά. 
Μάλιστα οἱ συνταγές τους εἶναι πολλές φορές λίαν δαπανηρές καί σπάνιες. Προέρχονται ἀπό διάφορες μακρινές χῶρες, ξένες, ἀπό τήν ἁπλή, ὡραία καί ὑγιεινή γνωστή μεσογειακή δίαιτα. Σέ μία ἐποχή δύσκολη, σάν τή δική μας, νά παρουσιάζονται καθημερινά λαχταριστοί ἀστακοί, γαρίδες, κρέατα φερμένα ἀπό μακριά, ἀποτελεῖ μία ὀδυνηρή πρόκληση. Ὅταν οἱ συνάνθρωποί μας δέν ἔχουν οὔτε τόν ἄρτο τόν ἐπιούσιο, ξενίζει αὐτή ἡ πολυδάπανη καί πολυποίκιλη παρουσίαση ἐδεσμάτων γαργαλιστικῶν.
Μερικοί φαίνεται ζοῦν γιά νά τρῶνε. Σέ αὐτούς ἀπευθύνονται; Κάθονται ἄνθρωποι ὅλη τή μέρα καί ἀντιγράφουν ὅλες αὐτές τίς σύνθετες συνταγές; Φαίνεται πώς ὑπάρχει ἕνα τέτοιο φιλοθεάμον κοινό πού ἐνδιαφέρεται καί γι’ αὐτό καί βέβαια συνεχίζονται οἱ ἐκπομπές αὐτές. Τήν ἴδια περίοδο κυκλοφορεῖ…
ἕνα πλῆθος βιβλίων – τσελεμεντέδων ἐπίσης πανάκριβων, μέ ἰλουστρασιόν χαρτί, πολλές ἔγχρωμες φωτογραφίες καί καλλιτεχνικά δεσίματα. Μάλιστα κυκλοφοροῦν καί ἀρκετά βιβλία μέ νηστίσιμες συνταγές γιά τά ὁποία ἔχω μία μικρή ἐπιφύλαξη.
Βρισκόμαστε σέ περίοδο νηστείας πρίν τά Χριστούγεννα. Πάντοτε πρίν τίς μεγάλες ἑορτές τῆς Χριστιανοσύνης ἔχουμε νηστεία ὡς προετοιμασία. Ἡ νηστεία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι πάντοτε συνδυασμένη μέ τή λιτοφαγία καί τήν ὀλιγοφαγία. Ἄν εἶναι νά τρώει κανείς γαρίδες, καραβίδες, χαβιάρια καί ἀστακούς καλύτερα νά μή νηστεύει. Ἡ νηστεία ὅμως, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, θά πρέπει νά εἶναι λιτή, φτωχή καί ἁπλή καί τά χρήματα πού κερδίζουμε μή χρησιμοποιώντας πολυδάπανες τροφές, νά γεμίζουν μέ τίς ἀπαραίτητες τροφές τίς κοιλιές τῶν πεινασμένων. Ἡ νηστεία λοιπόν συνδυάζεται μέ τήν ἐλεημοσύνη καί τήν προσευχή.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θά φάει βαριά καί πολύ, θά κουβεντιάσει πολύ καί θά κοιμηθεῖ πολύ. Ἡ μία παραχώρηση φέρνει τήν ἄλλη. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θά φάει μέτρια θά βρίσκεται σέ μία μεγαλύτερη ἐγρήγορση, θά ἐλέγχει τίς σκέψεις του, θά συλλαμβάνει τούς λογισμούς του καί θά περιορίζει τή φαντασία του. Δέν νηστεύουμε γιά νά ἔχουμε καλή ὑγεία καί ὡραία σιλουέτα, ἄσχετα ἄν βοηθᾶ κάποτε καί σέ αὐτά. Νηστεύουμε γιατί εἶναι ἐντολή Θεοῦ, γιατί εἶναι τό μόνο πού μπορεῖ νά προσφέρει ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό, γιατί εἶναι μία ἑκούσια προσφορά, στέρηση τῆς τελικά ἐπώδυνης ἡδονῆς.

Ὁ καθηγητής κ. Α. Καφάτος ἔχει πεῖ πώς ἄν τηρούσαμε ἐπακριβῶς τίς καθιερωμένες νηστεῖες τῆς ἐκκλησίας θά εἴχαμε σαφῶς καλύτερη ὑγεία. Ἡ πολυφαγία, ἡ καθημερινή κρεοφαγία, ἡ τροφή μέ πολλά λιπαρά δημιουργεῖ σοβαρά προβλήματα στήν ὑγεία. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νηστεύει ἔχει πιό καθαρό νοῦ καί μπορεῖ νά προσεύχεται καθαρότερα καί καλύτερα. Ἡ νηστεία εἶναι ἕνα μέρος τῆς ἀσκήσεως τοῦ πιστοῦ. Ἡ νηστεία ἀπό μόνη της δέν σημαίνει τίποτε. Οἱ φτωχοί νηστεύουν θέλοντας καί μή. Ἄν ὅμως στενοχωροῦνται γι’ αὐτό γκρινιάζουν, ἄγχονται, νευριάζουν καί γίνονται κακοί, χάνουν τόν “μισθό” τους.

Ἐπανερχόμενος στά τηλεοπτικά μαγειρέματα θυμᾶμαι καί κάποια ἄλλα μαγειρέματα ὑποκρισίας, δολοπλοκίας, διπλωματίας καί ἀπάτης, ὑποστηρίζοντας τούς δικούς μας καί ἄς εἶναι ἀχρεῖοι καί ἀνάξιοι. Βρέθηκα στό σπίτι τῆς ἀδελφῆς μου στήν Ἀθῆνα καί παρακολούθησα αὐτόν τόν μυρωδάτο ὁλοήμερο πόλεμο σκόρδου, κρεμμυδιοῦ, βαλσάμικου, καρυκευμάτων καί σαλτσῶν ἀλλά καί περίεργων σαλατῶν καί γλυκῶν καί κουράστηκα πολύ.
Ἔλεγε ἕνας γέροντας πώς γίνεται ἕνας μεγάλος πόλεμος γιά λίγα ἑκατοστά, ὅ,τι καταλάβει ἡ γλῶσσα, ὁ οὐρανίσκος καί ὁ λάρυγγας. Μετά καμία αἴσθηση. Ἄν φᾶς πολύ θά ἔχεις στομαχόπονο κι ἄν δέν πάρεις σχετικά φάρμακα σίγουρα θά θέλεις ἀναψυκτικά – χωνευτικά. Ἕνας ἅγιος εἶπε τό κρασί δέν εἶναι ἁμαρτία ἀλλά ἡ μέθη. Σέ ὅλα χρειάζεται μέτρο, διάκριση καί προσοχή.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΥΔΡΑΙΟΣ (14 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Νοεμβρίου, 2013

῾Αὐτός ὁ γενναιότατος νεομάρτυς Κωνσταντίνος ὑπῆρξε γέννημα καί θρέμμα τῆς νήσου ῞Υδρας, οἱ δέ γονεῖς του, Μιχαλάκης καί Μαρίνα, εὐσεβεῖς χριστιανοί, ἦταν ἁπλοί καί μέτριας κατάστασης ἄνθρωποι. ῞Οταν ὁ Κωνσταντίνος ἔγινε δεκαοκτώ ἐτῶν, πῆγε στήν Ρόδο καί ἐπισκεπτόταν συχνά τό κονάκι τοῦ ἡγεμόνα τῆς Ρόδου Χασάν Καπετάν. Αὐτό ὅμως ὁδήγησε σέ τραγωδία τόν Κωνσταντίνο, γιατί ὁ ἡγεμόνας βλέποντας τόν νέο προκομμένο καί ἔξυπνο ἔβαλε ὅλη τήν σπουδή του γιά νά διαστρέψει τήν γνώμη του καί νά τόν κάνει μουσουλμάνο. Καί πράγματι! Μέ διάφορες κολακεῖες καί μέ πολλά δῶρα ἔπεισε στό τέλος τόν ἁπαλό νέο καί ἀρνήθηκε δυστυχῶς τήν ἀληθινή πίστη τοῦ Χριστοῦ καί δέχτηκε τήν πλανεμένη θρησκεία τῶν ᾽Αγαρηνῶν. Τρία χρόνια βρισκόταν στήν πλάνη αὐτή ὁ Κωνσταντίνος ὑπηρετώντας τόν ἡγεμόνα καί ἀπολαμβάνοντας κάθε δόξα καί μεγάλη τιμή κοντά του.
Φαίνεται ὅμως πώς ὁ νέος αὐτός ἦταν ἀγαθῆς ψυχῆς, γι᾽ αὐτό καί δέν στάθηκε ἀναίσθητος μπροστά στό κακό πού ἔπραξε. Δέν ἔμεινε μέχρι τέλους στήν πτώση του, ἀλλά ἄρχισε ἀμέσως νά ἐλέγχεται ἀπό τήν συνείδησή του ἀκατάπαυστα, ἄρχισε νά λυπᾶται, νά ἀναστενάζει, νά κλαίει, νά θρηνεῖ γιά τό μέγα κακό πού ἔπαθε. Γι᾽ αὐτό καί ὅσα χρήματα τοῦ τύχαιναν, ὅλα τά μοίραζε ἐλεημοσύνη στούς πτωχούς. ᾽Αγαποῦσε μάλιστα περισσότερο τούς χριστιανούς καί τιμοῦσε τούς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ μέ μεγάλη εὐλάβεια. Μία ἡμέρα δέ τόσο πολύ ἄναψε ἡ φωτιά τῆς θείας ἀγάπης μέσα του ὥστε ἀποφάσισε νά φανερωθεῖ καί νά ὁμολογήσει τήν πίστη πού ἀρνήθηκε, μπροστά στόν δικό του ἡγεμόνα. Κι ὄντως πρό πολλῶν χρόνων ὁ Κωνσταντίνος θά εἶχε λάβει τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἄν ὁ πνευματικός του πατέρας – στόν ὁποῖο ἐξομολογήθηκε ὄλες τίς ἁμαρτίες του καί τοῦ ἀποκάλυψε τόν σκοπό του νά φανερωθεῖ – δέν τόν ἐμπόδιζε ἀπό τήν ἀπόφαση αὐτή, γιατί φοβήθηκε μήπως λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του δειλιάσει μπροστά στά βάσανα καί ἀρνηθεῖ γιά δεύτερη φορά τόν Χριστό. ῞Ομως τόν προέτρεψε νά πάει σέ ἄλλον τόπο καί ὅταν ἀνδρωθεῖ στήν ἡλικία τότε νά προχωρήσει στόν ἀγώνα τοῦ μαρτυρίου.
῾Υπάκουσε ὁ υἱός τῆς ὑπακοῆς Κωνσταντίνος κι ἀφοῦ ἐγκατέλειψε ὅλες τίς δόξες καί τίς τιμές πῆγε πρῶτα ἐπί τρία ἔτη στό λεγόμενο Κρίμι, ζώντας φανερά ὡς χριστιανός, κι ἔπειτα στήν Κωνσταντινούπολη, ἐπί τῆς πατριαρχείας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ε´, ἐκζητώντας θερμά ἔμπειρο πνευματικό πρός θεραπεία τῆς πληγωμένης του ψυχῆς, κάτι πού τό ἐπέτυχε. Σ᾽ αὐτόν τόν πνευματικό λοιπόν ἐξομολογήθηκε μέ συντριμμένη καί κατανυγμένη καρδιά ὅλες τίς ἁμαρτίες του καί μάλιστα τήν πρός Χριστό ἄρνησή του, καί κλαίγοντας πικρά γιά τήν συμφορά του ζητάει διόρθωση. ῾Ο πνευματικός τόν ὁδήγησε στόν Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος χάρηκε γιά τήν καλή του ἐπιστροφή, ἐνῶ νουθετώντας τον πατρικά νά μήν ἀπελπίζεται καί νά ἐλπίζει μόνο στήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ τόν ἀπέστειλε στό ῞Αγιον ῎Ορος γιά νά ἁρματωθεῖ μέ τίς εὐχές τῶν ἐκεῖ ὁσίων Πατέρων καί ἔτσι νά μπορέσει νά ἀντιπαλέψει καί νά νικήσει τόν διάβολο πού τόν εἶχε νικήσει προηγουμένως.

Στό ῞Αγιον ῎Ορος, στήν Μονή τῶν ᾽Ιβήρων συγκεκριμένα, ἔζησε ἐπί πέντε μῆνες, ὑπακούοντας στούς Πατέρες, ἐξομολογούμενος στούς πνευματικούς τῆς Μονῆς καί προστρέχοντας μέ κατάνυξη καί διάπυρη εὐλάβεια καθημερινά στήν Παναγία τήν Πορταΐτισσα, ἀπό τήν ὁποία ζητοῦσε νά τόν δυναμώσει καί νά ὑπομείνει ἀνδρείως ὑπέρ τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης τοῦ Υἱοῦ της τό μαρτύριο πού πρό πολλοῦ μελετοῦσε καί ποθοῦσε. Γιατί δέν μποροῦσε νά εἰρηνεύσει τήν συνείδησή του ἐνθυμούμενος τόν λόγο τοῦ Κυρίου ῾ὅστις μέ ἀρνήσεται ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι κἀγώ αὐτόν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς᾽. ῾Ο λογισμός αὐτός τόν κατέτρωγε σάν σκουλήκι μέσα του καί τόν φλόγιζε νά πορευθεῖ στό μαρτύριο τόσο, ὥστε παρ᾽ ὅλες τίς ἐνστάσεις τῶν πνευματικῶν τῆς Μονῆς ἐκεῖνος εἶχε πάρει τήν ἀπόφαση λέγοντας: ῾ὅπου ἀρνήθηκα τόν Χριστόν μου, ἐκεῖ πάλι ἔχω νά τόν ὁμολογήσω᾽. Μέ τίς εὐχές τελικῶς τῶν πατέρων ἀνεχώρησε ἀπό τό ῎Ορος καί πῆγε κατευθεῖαν στήν Ρόδο.

Στήν Ρόδο βρῆκε πνευματικό καί ἐξομολογήθηκε τόν πόθο του. ᾽Αλλά παρ᾽ ὅλη τήν ἄρνηση τοῦ πνευματικοῦ, ὁ ὁποῖος κι αὐτός ὅπως οἱ ἄλλοι τοῦ ἔλεγε ὅτι ἀρκεῖ ἡ μετάνοιά του γιά τόν Κύριο, ἐκεῖνος τελικῶς μέ φλόγα στήν ψυχή του καί βαθύ ἔρωτα γιά τόν Χριστό προσευχήθηκε σ᾽ Αὐτόν, ζητώντας Του τήν βοήθεια γιά τήν πορεία στό μαρτύριο. Μπροστά πιά στόν ἡγεμόνα τῆς Ρόδου Χασάν Καπετάνου, τόν παλαιό κύριό του, ὁμολογεῖ τό ποιός εἶναι, καταθέτοντας τήν μαρτυρία του γιά τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς τόν ἀληθινό Θεό καί καλώντας τόν ἡγεμόνα νά μετανοήσει κι αὐτός γιά νά βρεῖ τήν σωτηρία του ἀπό τόν Κύριο. ῾Η ἀντίδραση τοῦ Χασάν Καπετάνου ἦταν ἡ ἀναμενόμενη: ἐνῶ στήν ἀρχή αἰφνιδιάζεται, γιατί δέν μπορεῖ νά ἀναγνωρίσει τόν παλαιό προστατευόμενο του πού φορᾶ τώρα καλογερικά ροῦχα, στήν συνέχεια τόν καλεῖ νά συνέλθει, τοῦ ὑπόσχεται καί πάλι τά παλαιά μεγαλεῖα του, ἐνῶ καταλήγει σέ ἀπειλές καί βασανιστήρια μπροστά στήν ἐπιμονή τοῦ Κωνσταντίνου.
Τά βασανιστήρια καί ὁ ἐγκλεισμός στήν φυλακή συνεχίζονται, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐμφανίζεται στόν ἅγιο μάρτυρα νά τοῦ θεραπεύσει ἐπανειλημμένως τίς πληγές, κάτι πού γίνεται ἀντιληπτό ἀπό πολλούς.  Στήν πρόσκληση μάλιστα πού ἀπευθύνει στό τέλος ὁ ἅγιος πρός τόν ἡγεμόνα, νά γίνει χριστιανός ἀκολουθώντας καί τούς δικούς του γονεῖς – γιατί προερχόταν ἀπό χριστιανική οἰκογένεια ὁ Χασάν – ἐκεῖνος μανιασμένος δίνει τήν ἐντολή τῆς ὁριστικῆς καταδίκης του: νά πεθάνει διά στραγγαλισμοῦ (ἀφοῦ προηγουμένως ὁ ἅγιος εἶχε ἀπορρίψει ὁποιαδήποτε προσπάθεια ἑλλήνων νά τόν ἀπελευθερώσουν). ῾Ο στραγγαλισμός του συνοδεύθηκε ἀπό τραγικό τέλος τῶν δημίων του, ἐνῶ ὁ ἡγεμόνας παρεχώρησε τό δικαίωμα νά παραλάβουν τό νεκρό καί βασανισμένο σῶμα του οἱ χριστιανοί ὥστε νά τό ἐνταφιάσουν κατά τά ἔθιμά τους.

Τά θαύματα πού ἔκτοτε ἔγιναν καί γίνονται εἴτε μέ τήν προσκύνηση τῶν ἁγίων λειψάνων του καί τῆς θήκης αὐτῶν εἴτε καί μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του εἶναι πάμπολλα. ῾Η μητέρα τοῦ ἁγίου ἐν τέλει προσερχόμενη στήν Ρόδο σάν ἐλάφι διψασμένο, γιατί ἔμαθε ὅτι ἐκεῖ ἐνταφιάστηκε ὁ ἅγιος υἱός της, ἔφερε τό ἅγιο λείψανό του στήν πατρίδα της καί πατρίδα τοῦ ἁγίου, κάτι πού συνεχίζεται μέχρι καί σήμερα᾽.

῾Ο ἅγιος ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Κωνσταντίνος ἀνήκει στήν χορεία τῶν νεομαρτύρων, ἐκείνων δηλαδή τῶν μαρτύρων πού μαρτύρησαν κατά τά νεώτερα χρόνια, ἰδίως τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, ἀπό τούς ᾽Αγαρηνούς κυριάρχους, χωρίς νά θεωροῦνται γι᾽ αὐτό λιγότερο ἅγιοι ἀπό ὅ,τι οἱ παλαιοί καί μεγάλοι μάρτυρες τῆς πρώτης ἐποχῆς τῆς ᾽Εκκλησίας.  Κι εἶναι ἀπό τά πρῶτα πού ἐπισημαίνει ὁ ὑμνογράφος τῆς ἀκολουθίας τοῦ ἁγίου, μεγάλος νεώτερος κι αὐτός πατέρας τῆς ᾽Εκκλησίας ὅσιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης. ῾Δεῦτε ὁ μελισσών Μαρτύρων – λέγει γιά παράδειγμα σ᾽ ἕνα ἀπόστιχο τοῦ μικροῦ ἑσπερινοῦ – τόν τοῖς χρόνοις ἔσχατον, ἀλλ᾽ ἀθλήσει ὑμῖν ἴσον φανέντα, φαιδρῶς προϋπαντήσατε᾽ (᾽Εμπρός ὁ μελισσώνας τῶν μαρτύρων προϋπαντῆστε μέ χαρά αὐτόν πού φάνηκε στά τελευταῖα χρόνια, ἀλλ᾽ εἶναι ἴσος μέ ἐσᾶς κατά τήν ἄθληση). Κι ἀλλοῦ (ὠδή ς᾽): ῾᾽Εγένου μάρτυς μέν ὕστερος τοῖς χρόνοις, Κωνσταντῖνε ἀοίδιμε, τοῖς δέ παλαίσμασι καί θαυμασίοις οὐχ ὕστερος, ἀλλά τοῖς πάλαι Μάρτυσιν ἰσοστάσιος᾽(῎Εζησες, μάρτυς ἀοίδιμε Κωνσταντίνε, στούς νεώτερους χρόνους, ἀλλά ἔγινες ἰσοστάσιος μέ τούς παλαιούς μάρτυρες ὡς πρός τά παλαίσματα καί τά θαυμάσια). Πρόκειται πράγματι γιά μία ἀλήθεια πού ἐπανειλημμένως τονίζει ὁ ὅσιος Νικόδημος, ὁ ὁποῖος ἀσχολήθηκε ἐπισταμένως καί ἐπιστημόνως μέ τούς νέους μάρτυρες, τόσο πού στό ὀγκῶδες βιβλίο του γι᾽ αὐτούς σημειώνει ἤδη ἀπό τόν Πρόλογο ὅτι σέ τίποτε δέν ὑπολείπονται οἱ νεώτεροι ἀπό τούς παλαιούς, γι᾽ αὐτό κατά τήν ᾽Εκκλησία θεωροῦνται ὡς μία συνέχεια, ὡς μία συνεχόμενη γραμμή, γεγονός πού ἀποδεικνύει τήν διαχρονική ταυτότητα τῆς ᾽Εκκλησίας μέ τόν ἁγιοπνευματικό χαρακτήρα της.

 
Τό ἰδιάζον μέ τόν ἅγιο Κωνσταντίνο τόν ῾Υδραῖο εἶναι ὅτι ἀνήκει μέν στούς νεομάρτυρες, ἀλλά στούς λεγόμενους ἀρνησίχριστους ἀπό αὐτούς, δηλαδή σ᾽ ἐκείνους πού ἀρνήθηκαν σέ κάποια φάση τῆς ζωῆς τους τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, ἀλλά στήν συνέχεια μετανόησαν καί θέλησαν μέ τήν ζωή τους νά ξεπλύνουν τό μίασμα τῆς ἄρνησής τους. Κι ἐδῶ δημιουργήθηκε ἕνα διπλό ζήτημα. ᾽Αφενός τό ἄν ἡ ᾽Εκκλησία θά δεχόταν τήν ῾εἰσπήδησιν᾽ στό μαρτύριο, τήν θεληματική δηλαδή καί αὐτόκλητη ἐπιδίωξη τοῦ μαρτυρίου, κάτι πού εἶχε καταδικαστεῖ στήν πρώτη ᾽Εκκλησία, ἀφετέρου τό ἄν μπορεῖ ἕνας ἀρνητής τοῦ Χριστοῦ, ἔστω καί μετανοημένος ἀργότερα, νά ἐνταχθεῖ στίς δέλτους τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας καί νά τιμᾶται καί νά γεραίρεται ὅπως οἱ ἄλλοι γνωστοί μάρτυρες. ῾Ο ὅσιος Νικόδημος λοιπόν δίνει ἀπάντηση καί στά δύο.

Τό εἰσπηδητικό λεγόμενο μαρτύριο, καταδικασμένο μέν καταρχήν, γίνεται ἀποδεκτό στήν πράξη ἀπό τήν ᾽Εκκλησία, ἐφόσον συντρέχουν οἱ κατάλληλες συνθῆκες: ἔχει ὑπάρξει ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ ἀπό χριστιανό, ὑπάρχει ἔπειτα ἡ βαθειά μετάνοιά του καί ἡ βεβαιωμένη ἀπόφασή του νά ξεπλύνει τήν ἄρνηση μέ τό αἷμα του καί μάλιστα στόν τόπο πού ἀρνήθηκε τήν πίστη του, ἔχει προηγηθεῖ γι᾽ αὐτό ἡ κατάλληλη ἑτοιμασία του ἀπό συγκεκριμένους πνευματικούς, τούς λεγόμενους ῾ἀλεῖπτες᾽ (πνευματικούς γυμναστές καί καθοδηγητές), οἱ ὁποῖοι δυναμώνουν τόν ὑποψήφιο μάρτυρα μέ τήν καθοδήγησή τους ὥστε νά μή δειλιάσει καί ἀρνηθεῖ γιά δεύτερη φορά τόν Κύριο. ῾Ο ὅσιος Νικόδημος μάλιστα ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς μεγάλους αὐτούς ἀλεῖπτες  πού ἔγιναν μάρτυρες καί τῆς μετάνοιας καί τοῦ ἁγιοπνευματικοῦ πόθου τέτοιων ἀνθρώπων.

Κι ἀπό τήν ἄλλη: ὁ ἴδιος ὅσιος εἶναι ὁ κατεξοχήν ὑποστηρικτής τῆς ἁγιότητας αὐτῶν τῶν νεομαρτύρων, φέρνοντας τό κατεξοχήν  καί πιό ἰσχυρό ἐπιχείρημα πού ὑπάρχει: τήν ἐπιβεβαίωσή τους ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. ῞Οπου ὁ Θεός ἐπιβραβεύει μέ τά θαύματα καί μέ τήν εὐωδία, λέει, ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού θά ἀρνηθεῖ; Γι᾽ αὐτό καί χρησιμοποιεῖ  πολύ σκληρή γλῶσσα γιά τούς ἀντιτιθέμενους στήν ἁγιότητα τῶν ἀρνησιχρίστων μαρτύρων, μιλώντας μέ τά παραδείγματα τῆς ἱστορίας: πρῶτος ἀρνησίχριστος ὑπῆρξε ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Ποιός ἀρνεῖται τήν ἁγιότητα καί τήν ἀποστολικότητά του; Κι ἀκόμη τόν ἅγιο ᾽Ιάκωβο τόν Πέρση.  Ποιός ἐπίσης θά ἀρνηθεῖ τήν βεβαιωμένη ἁγιότητά του καί τήν παρρησία συνεπῶς πού ἔχει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ;

Λίγα παραδείγματα: ῾Πῶς ἐξείπω τῆς σῆς καρδίας τό μεγαλόψυχον, ἤ πῶς τούς ἀθλητικούς σου ἀγῶνας κατ᾽ ἀξίαν εὐφημήσω, Κωνσταντῖνε ἀδαμάντινε; Νικῶσι γάρ λόγους βροτῶν καί τάς παρ᾽᾽Αγγέλων εὐφημίας μόνας ἐκδέχονται᾽ (Πῶς νά μιλήσω γιά τήν μεγαλοψυχία τῆς καρδιᾶς σου ἤ πῶς νά δοξολογήσω ἄξια τούς ἀθλητικούς σου ἀγῶνες, Κωνσταντίνε ἀδαμάντινε; Διότι αὐτά νικοῦν τά λόγια τῶν ἀνθρώπων καί κάνουν ἀποδεκτές μόνες τίς ἀγγελικές δοξολογίες) (δοξαστικό μικροῦ ἑσπερινοῦ).

 ῾Ποίοις ἀθλητικοῖς ἔπεσιν ἐπαινέσωμεν τόν Κωνσταντῖνον…τόν δι᾽ οὗ ὁ τρώσας τό πρίν Σατάν ἀντιτέτρωται καί εἰς τέλος καταπεπάτηται᾽ (῾Μέ ποιά ἀθλητικά λόγια θά ἐπαινέσουμε τόν Κωνσταντίνο…αὐτόν διά τοῦ ὁποίου ὁ Σατανᾶς πού τόν πλήγωσε προηγουμένως ἀντιπληγώθηκε καί τελικῶς καταπατήθηκε) (στιχηρό ἑσπερινοῦ).
Τίς μή δοξάσει, τίς μή ἀξίως ἐπαινέσει, Κωνσταντῖνον Νεομάρτυρα, ὅν ῾Αγία Τριάς ἐδόξασε; …Αἰσχυνέσθωσαν οὖν οἱ λαλοῦντες ἄδικα εἰς τό ὕψος τῆς αὐτοῦ ἁγιότητος, καί στόματα ἐμφραγήτω τῶν ἀντιλεγόντων τῇ ψήφῳ τῆς Παναγίας Τριάδος᾽ (Ποιός δέν θά δοξάσει, ποιός δέν θά ἐπαινέσει ἄξια τόν νεομάρτυρα Κωνσταντίνο, τόν ὁποῖο δόξασε ἡ ἁγία Τριάδα; …῎Ας ντραποῦν λοιπόν αὐτοί πού μιλοῦν ἄδικα γιά τό ὕψος τῆς ἁγιότητάς του καί ἄς κλείσουν τά στόματα αὐτῶν πού ἀντιλέγουν σέ ὅ,τι ψήφισε ἡ Παναγία Τριάδα) (ἀπό τήν λιτή τοῦ ἑσπερινοῦ).
῾῾Ο ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς… εἰ καί πρός καιρόν παρεχώρησε πεσεῖν σε εἰς τό μέγα τῆς ἀρνήσεως πτῶμα, ὡς καί Πέτρον τόν κορυφαῖον ᾽Απόστολον, καί ᾽Ιάκωβον τόν Πέρσην…ἀλλ᾽ οὖν διά τῆς αὐτοῦ χάριτος, ὥσπερ ἐκείνους, οὕτω καί σέ ταχέως πάλιν ἐκ τοῦ πτώματος ἤγειρε…καί στεφάνοις δόξης ὡς αὐτοῦ νεομάρτυρα ἐστεφάνωσε᾽ (῾Ο Κύριος πού βλέπει τό βάθος τῆς καρδιᾶς…ἄν καί πρός καιρόν παραχώρησε νά πέσεις στήν μεγάλη πτώση τῆς ἄρνησης, ὅπως καί τόν Πέτρο τόν κορυφαῖο ἀπόστολο καί ᾽Ιάκωβο τόν Πέρση…ἀλλ᾽ ὅμως μέ τήν χάρη Του, ὅπως ἐκείνους, ἔτσι κι ἐσένα σήκωσε καί πάλι γρήγορα ἀπό τήν πτώση…καί σέ στεφάνωσε σάν νεομάρτυρά Του μέ τούς στεφάνους τῆς δόξας) (οἶκος συναξαρίου ὄρθρου).

Εἶναι περιττό βεβαίως νά ὑπενθυμίσουμε δύο ἀκόμη πράγματα: πρῶτον, ὅτι ἡ δύναμη τῆς μετανοίας καί ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου ἦταν καρπός πρωτίστως τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ πού βρῆκε ἀνταπόκριση ἀπό τήν καλή διάθεση τοῦ ἁγίου. ῞Ο,τι μεγαλειῶδες συνέβη δηλαδή στόν ἅγιο Κωνσταντίνο μετά τήν πτώση τῆς ἄρνησής του ὀφείλετο πρωτίστως στήν δύναμη τοῦ Θεοῦ μας καί ὄχι σέ ἕνα περίσσευμα δικῶν του ἐνεργειῶν. Τί καλό ἄλλωστε μπορεῖ νά ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι ἀπό μόνοι μας; Κάθε τι καλό ῾ἄνωθεν ἐστί καταβαῖνον ἀπό τοῦ Πατρός τῶν Φώτων᾽ (ἅγιος ᾽Ιάκωβος).῾῾Ως ἥλιος λαμπρός…ἡ μνήμη σου, στερρέ Κωνσταντῖνε ἐπέστη…καί εἰς αἴνεσιν ἤγειρε τοῦ νευρώσαντός Σε ἐν τοῖς ἄθλοις᾽ (῾Η μνήμη σου, δυνατέ Κωνσταντίνε φάνηκε σάν λαμπρός ἥλιος…καί μᾶς ξεσήκωσε νά δοξολογήσουμε Αὐτόν πού σοῦ ἔδωσε τήν δύναμη στούς ἄθλους σου) (κάθισμα ὄρθρου). Καί δεύτερον, ποιητικό αἴτιο τοῦ ὅλου μαρτυρίου – μετανοίας καί ἀπόφασης θανάτου – μέ τό δεδομένο τῆς ὑποκινούσης χάρης τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ ἁγίου  πρός τόν Κύριο. ῎Οχι μόνο ἡ ἐκ Θεοῦ δύναμη, ἀλλά καί ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά ὑπάρξει ὅ,τι καλό στήν ἐπί γῆς πορεία του. Χωρίς τήν ἀγάπη ὡς ἀνταπόκριση στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τίποτε δέν ἔχει ἰδιαίτερο νόημα κι οὔτε ἀφήνει κάποιο σοβαρό στίγμα τῶν ἰχνῶν τοῦ ἀνθρώπου στόν κόσμο τοῦτο. ῾Ο ὅσιος ὑμνογράφος ἰδιαιτέρως τό τονίζει: ῾῎Ιδε νέος στερρόψυχος, ἴδε μάρτυς περίδοξος, ἴδε πῶς ὡς πρόβατον ἡμερώτατον ὁ Κωνσταντῖνος παρέδωκεν ἑαυτόν εἰς θάνατον δι᾽ ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ᾽ (Κοίτα ὁ δυνατός στήν ψυχή νέος, κοίτα ὁ ἔνδοξος μάρτυρας, κοίτα πῶς σάν πρόβατο ἡμερότατο ὁ Κωνσταντίνος παρέδωσε τόν ἑαυτό του γιά θάνατο λόγω τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ) (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

Ἡ ἀγάπη του αὐτή μάλιστα γιά τόν Χριστό κάνει τόν ὅσιο Νικόδημο νά τόν παραλληλίζει μέ τόν ἅγιο τῆς παράδοσης, τόν θερμουργό στήν πίστη καί τόν ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ ἅγιο ᾽Ιγνάτιο τόν θεοφόρο. ῾Ο λυρισμός τῶν ἐπιστολῶν τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου γίνεται λυρισμός καί τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου διά γραφίδος τοῦ ὁσίου ὑμνογράφου: ῾Τόν ἱερόν καί θεοφόρον ᾽Ιγνάτιον, Κωνσταντῖνε μάρτυς, ἐκμιμούμενος, διά Χριστόν, ὤν ἐν τῇ φυλακῇ τοῖς σοῖς συμπολίταις, μή ἐμποδίσητε ἔγραφες, ἀλλά ἄφετε θανεῖν με, δι᾽ ἀγάπην Χριστοῦ μου, τοῦ Σταυρόν δι᾽ ἐμέ ὑπομείναντος᾽ (Κωνσταντίνε μάρτυρα, μιμούμενος τόν ἱερό καί θεοφόρο ᾽Ιγνάτιο, ἔγραφες καθώς ἤσουν στήν φυλακή γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ στούς συμπολίτες σου: μή μέ ἐμποδίσετε, ἀλλά ἀφῆστε με νά πεθάνω γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μου, Αὐτοῦ πού ὑπέμεινε γιά μένα τόν Σταυρό) (ὠδή δ´). Κι ἀκόμη ἐπί πλέον στό ἴδιο μῆκος κύματος: ῾Τί μοι χρυσός, τί μοι ὁ πλοῦτος ἀντέλεγες, τοῖς τυράννοις; Τί μοι τά ἐπίκηρα τῶν ἀγαθῶν, ἅ μοι δαψιλῶς προτείνετε, πλάνοι, ἀπατεῶνες καί ἄφρονες, Χριστός μοι ἀντί πάντων ὁ ἐμός ἔρως πέλει, ἐφετόν καί τερπνόν τό ἀκρότατον᾽ (Ποιό εἶναι γιά μένα τό χρυσάφι, ποιός εἶναι γιά μένα ὁ πλοῦτος, ἔδινες ὡς ἀπάντηση στούς τυράννους; Τί εἶναι γιά μένα τά φθαρτά ἀγαθά πού πλούσια μοῦ προτείνετε, πλάνοι, ἀπατεῶνες καί ἄφρονες; ῾Ο Χριστός εἶναι γιά μένα ἔναντι ὅλων ὁ ἔρωτάς μου, ὁ πιό μεγάλος καί ὡραῖος πόθος) (ὠδή δ´).

῾Ο ἅγιος Νικόδημος προβάλλει τόν νεομάρτυρα ὡς παράδειγμα ὅλων τῶν ἀρνησιχρίστων, λόγω τῆς μετανοίας πού ἐπέδειξε. ῾Νομίμως παράδειγμα πολύαθλε γεγένησαι, καί ὁλοκαρδίου μετανοίας, ἀρνησιχρίστοις πᾶσιν ὁ βίος σου. ῞Οπου γάρ ἠρνήσω τόν Χριστόν, ἐκεῖ πάλιν ῞Αγιε ἀνδρικῶς ὡμολόγησας᾽ (Μέ νόμιμο τρόπο ἔγινες παράδειγμα, πολύαθλε, κι ὁ βίος σου ἔγινε τύπος ὁλοκάρδιας μετάνοιας σέ ὅλους αὐτούς πού ἀρνήθηκαν τόν Χριστό. Διότι ὅπου ἀρνήθηκες τόν Χριστό, ἐκεῖ πάλι, ἅγιε, Τόν ὁμολόγησες μέ ἀνδρικό τρόπο) (ὠδή ε´). ᾽Αλλά ἀρνησίχριστοι δέν εἶναι μόνον αὐτοί πού ἀρνήθηκαν τόν Χριστό τήν ἐποχή τῶν ὅποιων διωγμῶν. ᾽Αρνησίχριστοι γινόμαστε κι ἐμεῖς, κάθε φορά πού ἀρνούμαστε νά ὑπακούσουμε στίς ἅγιες ἐντολές Του καί μάλιστα αὐτήν τῆς ἀγάπης. ῞Οταν γιά παράδειγμα δέν συγχωρῶ ἕναν συνάνθρωπό μου πού μέ ἀδίκησε, δέν γίνομαι κι ἐγώ ἀρνησίχριστος, ἀφοῦ ἀθετῶ τήν ἐντολή Του; Λοιπόν γιά ὅλους ἀνεξαιρέτως εἶναι παράδειγμα μετανοίας ὁ ἅγιος Κωνσταντίνος καί τόν γεραίρουμε καί τόν δοξολογοῦμε ὅπου γῆς κι ἄν βρισκόμαστε.

Κατεξοχήν βεβαίως ὅμως τιμᾶται καί γεραίρεται στήν ῞Υδρα καί στήν Ρόδο. Στήν ῞Υδρα γιατί αὐτή βλάστησε ἕνα τέτοιο παλληκάρι καί κατέχει τό λείψανό του. Στήν Ρόδο γιατί ἁγιάσθηκε ἀπό τό σεπτό αἷμα του λόγω τοῦ μαρτυρίου του. Οἱ ὕμνοι ἐδῶ τοῦ ἁγίου ὑμνογράφου γίνονται ἀληθινά ἐμβατήρια. ῾᾽Αγάλλου πνευματικῶς ἡ νῆσος ῞Υδρα καί χόρευε, βλαστήσασα εὐκλεῶς Κωνσταντῖνον Μάρτυρα, καί τούτου κατέχουσα Λείψανον τό θεῖον ὥσπερ πλοῦτον ἀδαπάνητον᾽ (Νῆσος ῞Υδρα, νά ἀγάλλεσαι πνευματικά καί νά χορεύεις, γιατί βλάστησες μέ ἔνδοξο τρόπο τόν μάρτυρα Κωνσταντίνο καί κατέχεις τό θεῖο λείψανό του σάν ἀδαπάνητο πλοῦτο) (ὠδή ς´). ῾Καί σύ δέ Ρόδος καυχῶ καί ὕμνους θείους παιάνιζε, ἁγιασθεῖσα σεπτοῦ αἵματος τοῖς ρεύμασι, Κωνσταντίνου Μάρτυρος, καί αὐτοῦ ἰδοῦσα τό στερρότατον Μαρτύριον᾽ (Καί σύ Ρόδος, νά καυχᾶσαι καί νά παιανίζεις θείους ὕμνους, γιατί ἁγιάσθηκες ἀπό τά ρεύματα τοῦ σεπτοῦ αἵματος τοῦ Μάρτυρα Κωνσταντίνου, καί γιατί εἶδες τό σπουδαῖο καί σταθερό μαρτύριό του) (ὠδή ς´).

Ταῖς αὐτοῦ πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς.

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ, ΕΙΣ ΕΚ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (14 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Νοεμβρίου, 2013

«Ο άγιος Φίλιππος ήταν από την πόλη της Βηθσαϊδά, συμπολίτης του Ανδρέου και του Πέτρου. Διακρινόταν για τη σύνεσή του και τη βαθειά προσήλωσή του στα βιβλία των Προφητών, ενώ ήταν γνωστός σε όλη τη ζωή του για την παρθενικότητά του. Τον βρήκε ο Χριστός μετά το Βάπτισμά Του στη Γαλιλαία και τον κάλεσε να Τον ακολουθήσει. Αυτός δε, μετά από αυτό, συνάντησε τον Ναθαναήλ και του είπε: Ευρήκαμεν Ιησούν τον Υιόν Ιωσήφ, τον από Ναζαρέτ. Και άλλα πολλά είναι δυνατόν να βρει κανείς στη Θεόπνευστη Γραφή, γραμμένα γι’  αυτόν. Αυτός λοιπόν αφού του έλαχε ο κλήρος του ευαγγελισμού της Ασιατικής γης, είχε συνακόλουθο και συνεργάτη του στο κήρυγμα τον Βαρθολομαίο. Ακολουθούσε δε αυτούς και τους διακονούσε και η κατά σάρκα αδελφή του αγίου Φιλίππου, η Μαριάμνη. Αφού πέρασαν τις πόλεις της Μυσίας και της Λυδίας, κηρύσσοντας το ευαγγέλιο, και υπέμειναν πολλούς πειρασμούς και θλίψεις από τους απίστους, δηλαδή μαστιγώσεις, ραβδισμούς, εγκλεισμούς στη φυλακή, λιθοβολισμούς, έφτασαν εκεί που ήταν ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού και Θεολόγος Ιωάννης, που κήρυσσε στην Ασία τον Χριστό. Όταν και η γυναίκα του ανθυπάτου Νικάνορος πίστεψε, τότε  ο ανθύπατος με τον ειδωλολατρικό λαό  έβαλε φωτιά και κατέκαψε την οικία του αποστόλου Στάχυος. Ο Φίλιππος σύρθηκε στην πλατεία της Ιεραπόλεως, έπειτα τρυπήθηκε στους αστραγάλους και σταυρώθηκε πάνω σε ξύλο. Και έτσι, αφού προσευχήθηκε, παρέθεσε στον Θεό το πνεύμα του. Αμέσως τότε η γη, αφού  άρχισε να τρέμει και να βγάζει ήχο, σχίστηκε στα δύο και κατάπιε πολλούς από τους απίστους. Οι υπόλοιποι, τρομοκρατημένοι από αυτά που συνέβαιναν, πρόσπεσαν στον Βαρθολομαίο και στη Μαριάμνη, που ήταν και αυτοί κρεμασμένοι. Τους έλυσαν και προσήλθαν στην αληθινή πίστη. Έπειτα, όλοι μαζί μάζεψαν το λείψανο του αποστόλου Φιλίππου, κατέστησαν τον Στάχυ επίσκοπο στην πόλη, και έφυγαν για τη Λυκαονία».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας είναι φυσικό να τονίζουν, εφόσον πρόκειται για απόστολο του Χριστού και μάλιστα από τους δώδεκα, «τους θεμελίους της Εκκλησίας»,την εκλογή του από τον Κύριο – «τω χορώ των μαθητών σε Χριστός ενέταξε» –  τη μετοχή του στη φλόγα του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής, ώστε «γεμάτος από τη φλόγα αυτή να δώσει ζωή με τη θέρμη της πίστεως σ’ αυτούς που είχαν παγώσει από την αθεΐα», την παρουσία του γενικώς στον κόσμο ως «θείον άλας, προκειμένου να αποξηράνει τη φοβερή σαπίλα της φθαρμένης από τα πάθη ανθρωπότητας», και βεβαίως τη δοξασμένη θέση του στη βασιλεία του Θεού, στην οποία «βλέπει όχι αινιγματικά, αλλά σαφώς πρόσωπον προς πρόσωπον τον ίδιο τον Χριστό».
Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος όμως, ο άγιος Θεοφάνης, πέραν των πολλών εγκωμίων που γράφει για τον άγιο απόστολο, επισημαίνει δύο σημεία που αξίζουν, νομίζουμε, ιδιαιτέρας προσοχής. Πρώτον, το γεγονός ότι ο Κύριος εκλέγει τον Φίλιππο ως μαθητή Του – μη ξεχνάμε ότι ο Κύριος είχε την απόλυτη πρωτοβουλία εκλογής των μαθητών: «ουχ υμείς με εξελέξασθε, αλλ’  εγώ εξελεξάμην υμάς» είπε – σημαίνει ότι καλεί κάποιον του οποίου τις αρετές έχει προβλέψει, ως παντογνώστης Θεός, και συνεπώς έχει εκτιμήσει  τις δυνατότητές του για την ανάληψη ενός τέτοιου τιτάνιου κυριολεκτικά έργου, δηλαδή της μαρτυρίας Του στον κόσμο ως του ενανθρωπήσαντος Θεού. «Φίλιππε, τω χορώ των μαθητών σε Χριστός ενέταξε, την σην προγινώσκων αρετήν, θεομακάριστε». Κι είναι τούτο ένα σημαντικό στοιχείο, που αποκαλύπτει ότι ο Χριστός καλεί τον άνθρωπο να αναλάβει κάποια διακονία, εφόσον αυτός έχει τα προαπαιτούμενα προσόντα για τη διακονία αυτή. Δηλαδή, δεν αρκεί μόνον η καλή διάθεση ενός ανθρώπου για να διακονήσει την Εκκλησία, αλλά απαιτείται να έχει και τις φυσικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Μεγάλο μάθημα τούτο και για εμάς, οι οποίοι πολλές φορές αναθέτουμε διακονήματα σε καλούς μεν ανθρώπους, αλλά μη δυναμένους λόγω αδυναμίας φυσικών προτερημάτων τους να ανταποκριθούν.

Εκεί όμως που επιμένει καθ’  υπερβολήν, θα έλεγε κανείς,  ο άγιος υμνογράφος – προϋποθέτοντας τη γνώση του περιστατικού από το ευαγγέλιο, κατά το οποίο ο  Φίλιππος εξέφρασε το παράπονό του  κάποια φορά στον Κύριο: «Κύριε, μας μιλάς διαρκώς για τον Θεόν Πατέρα. Δείξον ημίν τον Πατέρα, και αρκεί ημίν» –  είναι ακριβώς η ερμηνεία του λόγου αυτού του Φιλίππου. Θεωρεί ότι ο λόγος–παράπονο αυτός έδωσε στον Κύριο την αφορμή να μιλήσει στους μαθητές Του για την ισοτιμία Του με τον Θεό Πατέρα. «Τον Πατέρα των φώτων εν Υιώ ζητήσας εύρες∙ εν τω φωτί το φως γαρ ευρίσκεται∙ και γαρ ούτος σφραγίς ισότυπος, δηλών το αρχέτυπον». (Ζήτησες και βρήκες στον Υιό, δηλαδή τον Χριστό, τον Πατέρα των φώτων. Διότι το φως, ο Θεός Πατέρας, βρίσκεται στο φως, τον Χριστό. Κι αυτό γιατί  ο Χριστός είναι η ισότυπη σφραγίδα, που φανερώνει το αρχέτυπο, τον Θεό Πατέρα). Ο άγιος Φίλιππος λοιπόν με την ερώτησή του έγινε η αφορμή να έχουμε μία από τις πιο άμεσες αποκαλύψεις του Κυρίου περί της Θεότητάς Του.

Το ίδιο γεγονός όμως, την ερώτηση του Φιλίππου, το βλέπει ο άγιος Θεοφάνης και από άλλη οπτική γωνία: ως αποκαλυπτική των ίδιων των διαθέσεων του αποστόλου. Ο άγιος Φίλιππος δηλαδή,  κατά τον υμνογράφο, αναζητώντας τον Θεό Πατέρα διά του Χριστού, δείχνει τον ένθεο πόθο του για τον Θεό, την επιθυμία του να διαβεί πέρα από την πράξη στη θεωρία, γενόμενος ένας δεύτερος Μωυσής. Όπως ο Μωυσής δίψασε να δει τον Θεό και αφού ανέβηκε στο όρος Σινά, καλεσμένος από τον Ίδιο για να λάβει τις πλάκες του Νόμου, είδε «τα οπίσθια του Θεού», δηλαδή την ενέργεια και τη δόξα Του, κατά τον ίδιο τρόπο, σύμφωνα με τον υμνογράφο, ο Φίλιππος: κι αυτός πόθησε να δει τον Θεό, του Οποίου την εικόνα είδε με τρόπο γνωστό στο πρόσωπο του Χριστού. Διότι ο Υιός αποτελεί τη σύντομη γνώση και την απόδειξη του Πατέρα.  «Θείας αναβάσεσι, διαπαντός κεχρημένος, ως Μωσής  το πρότερον, τον Θεόν θεάσασθαι επεπόθησας∙ και γνωστώς είδες δε, την αυτού εικόνα, δεδεγμένος προς εμφέρειαν∙ Πατρός γαρ σύντομος γνώσις ο Υιός και απόδειξις».

Από την άποψη αυτή, ο θείος υμνογράφος κατανοεί τον άγιο Φίλιππο και ως πρότυπο του θεωρητικού χριστιανού, θεωρητικού όχι με την έννοια του ασχολουμένου με θεωρίες του μυαλού, αλλά με την έννοια του θεατή του Θεού, του μετέχοντος στο φως και τη δόξα Εκείνου. Και προϋπόθεση γι’  αυτό είναι η πράξη των αρετών. Ο άγιος Φίλιππος ευρισκόμενος σε μία διαρκή ανάβαση λόγω της εξασκήσεων των αρετών, της πράξεως, θέλησε να ανεβεί και στη θεωρία. Το πατερικό λόγιο «πράξίς εστιν θεωρίας επίβασις», η πράξη, η άσκηση των αρετών, είναι το σκαλοπάτι για την ανάβαση στη θεωρία, στη θέα του Θεού, το εφαρμόζει με απόλυτο τρόπο ο υμνογράφος στον άγιο απόστολο. Είναι μία διάσταση που διαφεύγει της προσοχής των περισσοτέρων χριστιανών. Ο άγιος Φίλιππος είναι, μαζί με τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, μαζί με τον απόστολο Παύλο, η βάση των νηπτικών αργότερα Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι κατέγραψαν τις θεοπτικές εμπειρίες τους, κινούμενοι σ’  έναν χώρο πιο εσωτερικό, πιο ένδον στην καρδιά του ανθρώπου. «Πράξιν μεν επίβασιν ειλικρινούς θεωρίας, θεωρίαν τέλος δε φιλοθέου πράξεως, μάκαρ, θέμενος, τον Χριστόν ηξίωσας του Πατρός την δόξαν υποδείξαί σοι την άφραστον». (Βάζοντας, μακάριε, την πράξη ως σκαλοπάτι της αληθινής θεωρίας, και τη θεωρία ως τέλος της φιλόθεης πράξης, αξίωσες από τον Χριστό να σου υποδείξει την μη δυναμένη να εκφραστεί με λόγια δόξα του Θεού Πατέρα).

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (13 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Νοεμβρίου, 2013

 Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (13 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)
 
«Αυτός ο μέγας φωστήρας και θερμός Διδάσκαλος της οικουμένης, ήταν από τη μεγάλη πόλη της Αντιοχείας, με πατέρα τον Σεκούνδο που ήταν στρατηλάτης, και μητέρα την Ανθούσα, οι οποίοι και οι δύο ήταν ευσεβείς και πιστοί στον Χριστό. Από την αρχή του βίου του απέκτησε μεγάλο έρωτα για τα γράμματα. Με τη σπουδή του λοιπόν σ’ αυτά και με την οξύτητα της φύσεώς του, ασχολήθηκε με όλη την ελληνική παιδεία, φοιτώντας πρώτα κοντά στον Λιβάνιο και τον Ανδραγάθιο, τους δασκάλους του  στην Αντιόχεια, και έπειτα και στους Αθηναίους δασκάλους. Αφού μελέτησε καλά τις Γραφές των Ελλήνων και των Χριστιανών κι έφτασε στο ακρότατο όριο των γνώσεών τους, κι αφού κόσμησε τον βίο του με την αγνότητα και την πνευματική καθαρότητα, εισήλθε στο κληρικό σχήμα  από τον άγιο Μελέτιο Αντιοχείας, διάκονος όμως και πρεσβύτερος χειροτονήθηκε από τον Φλαβιανό. Συνέταξε πολλούς λόγους, που δεν μπορούν να αριθμηθούν, και για τη μετάνοια και για την περί τα ήθη κατάσταση, όπως και ερμήνευσε όλη τη θεόπνευστη Γραφή. Όταν μάλιστα ο Νεκτάριος ο Πρόεδρος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως απέθανε, μεταπέμφθηκε, με την ψήφο των Επισκόπων και την εντολή του βασιλιά Αρκαδίου, από την Αντιόχεια και καταστάθηκε Αρχιερέας της Βασιλίδος πόλεως, αφού δέχτηκε κανονικά την χειροτονία. Από τότε αύξησε ακόμη περισσότερο τη σπουδή του στις ερμηνείες της Γραφής και τη διδασκαλία του, με την οποία οδήγησε σε θεογνωσία και μετάνοια πολλούς. Ήταν τόσο ασκητικός και εγκρατής, ώστε μόλις και έτρωγε λίγο χυλό από κριθάρι, όπως και κοιμόταν ελάχιστα. Ο ελάχιστος ύπνος του γινόταν όχι σε κρεβάτι, αλλά σε όρθια στάση, καθώς βασταζόταν από κάποια σχοινιά, κι όταν τα γόνατά του λύγιζαν, καθόταν για λίγο.  Ως προς την ασχολία του με τη φιλανθρωπία προς τους αναγκεμένους ανθρώπους και όλους τους άλλους, έγινε παράδειγμα σ’ αυτό. Γι’  αυτό και στους λόγους του δίδασκε να είμαστε φιλάνθρωποι και να απέχουμε από την πλεονεξία. Για όλα αυτά, συγκρούστηκε πρώτα με τη βασίλισσα Ευδοξία και έγινε μισητός. Διότι η βασίλισσα άρπαξε το αμπέλι κάποιας χήρας, και η χήρα φώναζε απελπισμένα ζητώντας το δικό της. Ο άγιος λοιπόν συμβούλευε την Ευδοξία να μην κατέχει το ξένο. Κι επειδή η βασίλισσα δεν πειθόταν, την έλεγχε αυστηρά και την στηλίτευε, σύμφωνα με το παράδειγμα της ειδωλολάτρισσας βασίλισσας του Ισραήλ Ιεζάβελ. Αυτή τότε έγινε σαν θηρίο, και κρατώντας σθεναρά το αμπέλι, τον εξορίζει από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο, την πρώτη φορά με δική της διαταγή, την δε δεύτερη με την ψήφο Επισκόπων, οι οποίοι ζούσαν μάλλον με τις διασυνδέσεις των ισχυρών, παρά με την ορθόδοξη πίστη.  Στη συνέχεια πάλι αποκαταστάθηκε στον θρόνο του. Τέλος ο άγιος αφού για τελευταία φορά εξορίστηκε στην Κουκουσό της Αρμενίας και πέρασε πολλές θλίψεις, παρέθεσε την τίμια ψυχή του στον Κύριο. Όπως δε η κατ’  αυτόν ιστορία δηλώνει, μετά την κάθοδό του από τον θρόνο και την εξορία, αυτοί που συνήργησαν στην εξορία του, έπεσαν σε φοβερές και διάφορες αρρώστιες, ώστε να χάσουν τη ζωή τους, με πρώτη την Ευδοξία, διότι αυτή πρώτη ανόμησε κι έγινε πρόξενος απωλείας και των επισκόπων. Λένε δε ότι μετά το τέλος της Ευδοξίας, προκειμένου να ελεγχθεί η αδικία προς τον άγιο Χρυσόστομο, η λάρνακα στην οποία κατατέθηκε, κινιόταν για τριάντα δύο χρόνια. Κι όταν έγινε η ανακομιδή του τιμίου λειψάνου του αγίου και αποτέθηκε εκεί που είναι τώρα, σταμάτησε ο κλονισμός και η κίνηση».
Αν το χρυσάφι είναι από τα πιο πολύτιμα μέταλλα που δεν χάνει ποτέ την αξία του, τότε αντιστοίχως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, κατά τον υμνογράφο του, θεωρείται ίσως ο πολυτιμότερος όλων των ανθρώπων, διότι ρέει χρυσάφι και από την ψυχή και από το σώμα του. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά και χρυσώνει τα πάντα με τα λόγια του, σαν τον παλαιό εκείνον  Μίδα, που ό,τι έπιανε γινόταν χρυσός. «Χρυσόρρυτον έχων την τε ψυχήν και το σώμα πανόλβιε∙ και πάντα διαχρυσώσας τοις λόγοις σου». Εννοείται βεβαίως ότι το χρυσάφι αυτό, για το οποίο κάνει λόγο ο υμνογράφος, θεωρείται από πλευράς πνευματικής, προκειμένου αυτός να τονίσει το πνευματικό ύψος του αγίου και τη δύναμη των λόγων του, ενώ του δίνει την ευκαιρία να εκφραστεί με τέτοιο ποιητικό τρόπο η ίδια η προσωνυμία του αγίου: Χρυσόστομος. Τι συγκεκριμένα θέλει να τονίσει ο εκκλησιαστικός ποιητής; Ευρισκόμενος καταρχάς σε αδυναμία να υμνήσει πρεπόντως τον άγιο Ιωάννη – «Τω των όλων ποιητή κλίνω το γόνυ, τω προαιωνίω Λόγω χείρας εκτείνω, λόγου ζητών χάρισμα, ίνα υμνήσω τον όσιον» – κατανοεί ότι πρόκειται περί ανθρώπου, ο οποίος πέραν της αγιωτάτης ζωής του εξέφραζε με απόλυτη σαφήνεια τον λόγο του Θεού και τα δόγματα της Εκκλησίας: «Χαίροις (Ιωάννη)…θεολογίας υψηλής η ακρίβεια∙ η σαφήνεια των Γραφών των του Πνεύματος». Κι αυτό διότι «κατέμαθε την σοφίαν εξ ύψους και την χάριν των λόγων παρά Θεού», που σημαίνει ζούσε ως «σκεύος Θεού», «ζώντας πάντοτε μέσα στο φως Εκείνου».
Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για τον άγιο Ιωάννη, χωρίς όχι απλώς να σημειώσει, αλλά να κραυγάσει το πάθος και την αγάπη που είχε για τις άγιες Γραφές της Εκκλησίας μας. Ήταν εκείνος ο άγιος, που κυριολεκτικά νυχθημερόν ανέπνεε με τον λόγο του Θεού, τον οποίο ερμήνευσε καθ’  ολοκληρίαν και κατά μοναδικό πράγματι τρόπο, ώστε να μπορεί να χαρακτηρίζεται και ως «ο ερμηνευτής» της Εκκλησίας, ως «ο λειμών των λόγων των θεοπνεύστων Γραφών», του οποίου «οι σιαγόνες είναι γεμάτες, σαν φιάλες ενθέων αρωμάτων». Κατεξοχήν αγάπησε τον άγιο απόστολο Παύλο, στου οποίου τις επιστολές εμβάθυνε τόσο, ώστε θεωρείται ότι ο ίδιος ο απόστολος τον καθοδηγούσε στην ερμηνεία τους, κάτι που καταφαίνεται και από την ωραιότατη εικόνα του, που τον απεικονίζει γράφοντα, ενώ έχει δίπλα από το αυτί του τον άγιο Παύλο να του υπαγορεύει τις ορθές σημασίες των λόγων του. Κι όμως!  Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του κανόνα του αγίου Χρυσοστόμου,  δεν επικεντρώνει σ’ αυτό. Υμνολογεί τον έρωτα του αγίου προς τις άγιες Γραφές, δεν αναφέρεται όμως στην ιδιαίτερη σχέση του με τον απόστολο Παύλο, πλην ενός στίχου του, που παραπέμπει στον μεγάλο απόστολο: «Νουν συ Χριστού πεπλουτηκώς» καταγράφει. Ο άγιος Χρυσόστομος απέκτησε πλούσια τον νου του Χριστού, όπως ο απόστολος Παύλος ομολογεί ότι και εκείνος έχει «νουν Χριστού».
Έμπλεως αγίου Πνεύματος ο άγιος Χρυσόστομος, με την αδιάκοπη σπουδή του στις άγιες Γραφές, σπουδή που συνδυαζόταν με την πράξη της εφαρμογής – είναι αυτός που τονίζει ότι δεν πρέπει να προχωράμε στην ανάγνωση των λόγων των Γραφών, χωρίς να θέτουμε κάθε φορά το ερώτημα αν τους έχουμε τηρήσει – έγινε ο θερμότερος κήρυκας της αγάπης του Θεού, που καλεί τον άνθρωπο σε μετάνοια. Δεν είναι δυνατόν άνθρωπος που μελετά την Γραφή, με ορθό όμως τρόπο, δηλαδή μέσα στο φως της εκκλησιαστικής παράδοσης και έμπρακτα, να μη κηρύσσει αυτό που διαλαλεί η Γραφή: την αγάπη του Θεού, σαρκωμένη και σταυρωμένη στο πρόσωπο του Χριστού, την οποία αποδεχόμενος ο άνθρωπος αλλάζει τρόπο ζωής.  Ο άγιος Χρυσόστομος, σε σημείο μάλιστα υπερβολής, παρουσιάζεται ακριβώς ως «της μετανοίας κήρυξ ο ένθεος» και των «αμαρτωλών εγγυητής».  «Συ του Θεού την ευσπλαγχνίαν εκήρυξας, μετανοίας τρόπους εκτιθέμενος». Κι αλλού: «Χρηστότητος άβυσσον και ευσπλαγχνίας μεμυημένος Θεού, εγγυώμενος ώφθης, την σωτηρίαν μετανοούσι θερμώς». (Φάνηκες να εγγυάσαι τη σωτηρία σ’ αυτούς που μετανοούν θερμά, γιατί  είσαι μυημένος στην άβυσσο της χρηστότητας και της ευσπλαχνίας του Θεού).

Κι είναι τούτο κάτι που πρέπει να εξαγγέλλεται συχνά πυκνά: η μετάνοια που κηρύσσει η Εκκλησία μας, η μετάνοια που κηρύσσει συνεπώς και ο άγιος Χρυσόστομος, δεν θεωρείται το αποτέλεσμα ενός φόβου και μιας απειλής μπροστά σε ένα Θεό «μπαμπούλα». Μία τέτοια κατανόηση της μετανοίας έχουμε ίσως στην Παλαιά Διαθήκη. Εκεί οι προφήτες καλούν σε μετάνοια, ενόψει μιας επερχόμενης καταστροφής. Μετά τον ερχομό του Κυρίου, η μετάνοια έρχεται ως το αποτέλεσμα της συναίσθησης ότι ο Θεός μας αγαπά και ότι μακριά Του η ζωή είναι κυριολεκτικά κόλαση και καταστροφή. Όπως το βλέπουμε και στην παραβολή του ασώτου. Αυτό ακριβώς διακηρύσσει και ο άγιος Ιωάννης. Ας επιμείνουμε ακόμη, με την καταγραφή του αγίου υμνογράφου: «Χαίροις…η γλώσσα η φιλανθρώπως της μετανοίας ημίν τους ποικίλους τρόπους υπογράφουσα». (Είθε να χαίρεις, (άγιε), σύ που είσαι η γλώσσα που υποδεικνύεις σε εμάς τους ποικίλους τρόπους της μετανοίας φιλανθρώπως). Όχι ένας, αλλά πολλοί οι τρόποι της μετάνοιας, όχι με απειλή, αλλά με την αγάπη ο άνθρωπος οδηγείται σε αυτήν.

Τον άγιο Χρυσόστομο δεν μπορούμε να τον παραβλέψουμε. Δεν μπορούμε να περιφρονήσουμε τα λόγια του, γιατί τα υπομνημάτισε με την αγία ζωή του. Ό,τι έλεγε, το έπραττε. Δοκιμάστηκε ο ίδιος σαν το χρυσάφι στο καμίνι με τους πειρασμούς που υπέστη, όταν μάλιστα είχε να αντιμετωπίσει και την έχθρα των «συναδέλφων» του επισκόπων και της παραφροσύνη της βασίλισσας. Και  βγήκε νικητής. Και πρεσβεύει στον Θεό για εμάς, τον Θεό για τον Οποίο αγωνίστηκε ζέων τω πνεύματι. Το δοξαστικό των καθισμάτων του όρθρου, μετά τον πολυέλεο, είναι αριστουργηματικό: «Ούτε έχθρα συνόδου ούσα παράνομος, ούτε μίσος Αυγούστης ούσης παράφρονος, τας αρετάς τας εν σοί, Πάτερ, κατέσβεσαν∙ αλλ’  ως χρυσός εν τω πυρί δοκιμασθείς των πειρασμών, καθικευτεύεις απαύστως την Παναγίαν Τριάδα, υπέρ ης ηγωνίσω ζέων τω πνεύματι».

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ (12 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Νοεμβρίου, 2013

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ (12 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

 «Ο άγιος Ιωάννης ήταν Κύπριος, υιός του Επιφανίου, του άρχοντα της χώρας. Νυμφεύθηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα του, και απέκτησε και παιδιά. Όταν η γυναίκα του και τα παιδιά του έφυγαν από τη ζωή αυτή, όλη την έφεση της ψυχής του την έστρεψε στην επίδοση της αρετής και στο να αρέσει στον Θεό. Λόγω ακριβώς της λαμπρής κατά Θεόν ζωής του, καταστάθηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, αφού ζήτησε αυτόν ως αρχιεπίσκοπο ο λαός των Αλεξανδρέων από τον βασιλιά Ηράκλειο. Ο Ιωάννης λοιπόν, αφού τέθηκε επί την λυχνίαν, κατά τον ευαγγελικό λόγο, έλαμψε στην οικουμένη σαν πυρσός. Ήταν μάλιστα αυτός πρώτος που εμπόδισε την προσθήκη στον τρισάγιο ύμνο, όταν αιρετικοί με πονηρή γνώμη πρόσθεσαν στο Άγιος αθάνατος, το «ο σταυρωθείς δι’  ημάς». Ο άγιος διέπρεψε στην αρχιερωσύνη για πολλά έτη, κι αφού έκανε πάμπολλα θαύματα και πρόσφερε πλουσιοπάροχα τα αναγκαία σε όσους είχαν ανάγκη, γεγονός που του έδωσε και την προσωνυμία Ελεήμων, κι αφού έγινε αξιοσέβαστος σε όλους, ακόμη και στους απίστους, όπως μαρτυρούν  η ιστορία και  τα βιβλία γι’  αυτόν, εξεδήμησε προς Κύριον».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος δεν φείδεται πράγματι επαίνων, προκειμένου να παρουσιάσει τη λαμπρά παρουσία και στην στρατευόμενη και στην θριαμβεύουσα Εκκλησία  του αγίου Ιωάννου του ελεήμονος. Τον θεωρεί ως λάμποντα και «υπέρ τον ήλιον» ακόμη, τον οποίο «ο δοτήρ του ελέους μεγάλως ηλέησε και φαιδρώς κατελάμπρυνεν». Προκειμένου μάλιστα ο ποιητής, ως στόμα της Εκκλησίας, να δώσει το στίγμα του αγίου στον τόπο που αναδείχθηκε, την Αλεξάνδρεια, τον σχετίζει καταρχάς με τον άγιο απόστολο Μάρκο, τον ιδρυτή της συγκεκριμένης Εκκλησίας, του οποίου, λέγει, κόσμησε με ιερό τρόπο τον θρόνο. «Τον του Μάρκου θρόνον ιερώς εκόσμησας, έργοις ενθέοις». Αλλά κι ακόμη: τον βλέπει να τον «συλλαμβάνουν» οι δύο άλλοι μεγάλοι φωστήρες της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, οι οικουμενικοί Πατέρες και Διδάσκαλοι, άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, να τον έχουν, μετά το τέλος του, ανάμεσά τους και να του απονέμουν «ιερωτάτην τιμήν». «Ιδού σε μετά τέλος, μέσον συλλαμβάνει, δυάς Αγίων Πατέρων, εν μνήματι, ιερωτάτην τιμήν σοι, Πάτερ, προσνέμουσα».

Εκείνο βεβαίως στο οποίο μένει ο υμνογράφος και δεν μπορεί να μην αποδώσει το δίκαιο, είναι η ελεήμων διάθεση και πράξη του αγίου Ιωάννη. Δεν είναι, κατ’  αυτόν, ότι υπήρξε άνθρωπος συμπαθείας και ελεημοσύνης ο Ιωάννης. Όλοι οι άγιοι υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι, ιδιαιτέρως μάλιστα εκείνοι, σαν τους αγίους Αναργύρους για παράδειγμα, που έλαμψαν με τη συμπάθειά τους. Ποιος άγιος, πράγματι, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άγιος, χωρίς την αγάπη, την μόνη αρετή που  φανερώνει αληθινά την παρουσία του Θεού; Κι όμως! Για τον άγιο Ιωσήφ, ο Ιωάννης υπερέβαλε όλους τους αγίους ως προς τη συγκεκριμένη διάθεση αγάπης. Και το τονίζει όχι μόνο μία φορά. «Ελεήμονα γνώμην αναλαβών, ευσυμπάθητος ώφθης…, Ιωάννη θεόπνευστε∙ διά τούτο κλήσιν, τη πράξει κατάλληλον, παρά π ά ν τ α ς, μάκαρ, αγίους επλούτησας»(Ανέλαβες ελεήμονα γνώμη και φάνηκε ευσυμπάθητος, Ιωάννη. Γι’  αυτό και πλούτησες την ονομασία σου (του ελεήμονα), συνδυασμένη με την πράξη, παραπάνω από όλους τους αγίους, μακάριε). «Ελεήμων υπέρ π ά ν τ α ς  κέκλησαι, τους εν συμπαθεία εκλάμψαντας αγίους» (Ονομάστηκες ελεήμων παραπάνω από όλους τους αγίους, που έλαμψαν ως άγιοι με τη συμπάθειά τους στους ανθρώπους).

Τι ήταν εκείνο που έκανε τον άγιο Ιωάννη να διαπρέψει τόσο πολύ στην αγάπη και την ελεημοσύνη; Ασφαλώς η ενσυνείδητη αποδοχή των λόγων του Κυρίου περί της αγάπης, και μάλιστα του μακαρισμού περί της ελεημοσύνης: «μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται». «Έργοις τους λόγους του Σωτήρος εβεβαίωσας και μακαριζομένων συνετάγης χορώ». (Με τα έργα βεβαίωσες τους λόγους του Σωτήρα Χριστού και εντάχθηκες στον χορό των μακαριζομένων από Αυτόν). Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος Ιωάννης έγινε μιμητής του Πρώτου και κατεξοχήν Ελεήμονος, του ίδιου του Τριαδικού Θεού, της πηγής του Ελέους και της Αγάπης –  «τον μιμητήν φανέντα του φιλοικτίρμονος Θεού» –  με άλλα λόγια ο άγιος κατανοείται στον κόσμο ως συνέχεια Εκείνου, ως «καθαρόν καταγώγιον της Αγίας Τριάδος».

Ο άγιος ποιητής όμως, με τη διάκριση και τον φωτισμό που έχει, επισημαίνει επ’  αυτού και κάτι ακόμη. Όχι μόνον ήταν η πίστη του αγίου Ιωάννη που τον έκανε να αγωνίζεται για την αγάπη, αλλά και ο ίδιος ο χαρακτήρας του. Ο άγιος προφανώς ήταν εκ φύσεως ελεήμων και συμπαθής προς τους άλλους, γι’  αυτό και ο Κύριος ενίσχυσε και πολλαπλασίασε την καλή αυτή διάθεσή του, ώστε να φτάσει χαρισματικά πια στο απώγειό της. Μία αλήθεια που λέει: ο Θεός ό,τι καλό βλέπει σε εμάς εκ φύσεως, εκ χαρακτήρος, το παίρνει και το αυξάνει. Αρκεί να θέλει ο άνθρωπος να συνεργαστεί με τη χάρη Του. Ας δούμε πώς επισημαίνει την αλήθεια αυτή ο υμνογράφος: «Ο του ελέους δοτήρ χαριτώσας του την ελεήμονα  π ρ ι ν, όσιε, διάνοιαν, ηλέησε πολλούς τη θεία μεσιτεία σου». (Ο Θεός, ο δοτήρας του ελέους, αφού χαρίτωσε την από πριν ελεήμονα διάνοιά σου, ελέησε πολλούς με τη θεία μεσιτεία σου). Ότι βεβαίως έπρεπε  ο άγιος, πέραν της αγαθής διάθεσής του, να αγωνιστεί και παλέψει – με τις δεήσεις, τη νηστεία, τις αγρυπνίες του –  και με τα δικά του πάθη, ώστε να εξαλείψει, μάλλον να μεταστρέψει αυτά και να τα κάνει ένθεα πάθη, δηλαδή πλησμονή αγάπης, είναι περιττό και να αναφέρουμε. «Δεήσεσι και νηστεία σχολάζων, και αγρύπνως τον Θεόν ικετεύων…».

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΗΝΑΣ (11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Νοεμβρίου, 2013

«Ο άγιος Μηνάς ήταν επί της βασιλείας του Μαξιμιανού, και ως στρατιωτικός ανήκε στο τάγμα των Νουμέρων, που λέγονταν  Ρουταλικοί, υπό τον ηγεμόνα Αργυρίσκο, στο Κοτυάειο της Φρυγίας. Επειδή δεν άντεχε να βλέπει την πλάνη των ειδώλων να κυριαρχεί, ανέβηκε σε όρος, αγωνιζόμενος να καθαρίσει την καρδιά του με νηστείες και προσευχές. Αφού ενίσχυσε αρκετά τον εαυτό του και ανέφλεξε την ψυχή του από τον θείο πόθο του Χριστού, κατέβηκε από το όρος. Πήγε λοιπόν και στάθηκε εν μέσω των ειδωλολατρών και ομολόγησε με δύναμη την πίστη του στον Χριστό. Γι’  αυτόν τον λόγο και τον κτύπησαν, του έξυσαν πάρα πολύ τις σάρκες με τρίχινα υφάσματα και τον έβαλαν σε καυστήρα φωτιάς. Τέλος, αφού του καταπλήγωσαν όλο το σώμα με το διαρκές σύρσιμό του πάνω σε αγκάθια, τον θανάτωσαν με ξίφος».  

Τα γεμάτα πίστη και χάρη Θεού μάτια του αγίου ποιητή Θεοφάνη γίνονται σήμερα τα πνευματικά μας γυαλιά, προκειμένου να δούμε την άλλη, κρυμμένη διάσταση του μαρτυρίου του αγίου μεγαλομάρτυρα Μηνά, αλλά και της μετά το μαρτύριο καταστάσεώς του. Το θέαμα καταρχάς που μας αποκαλύπτει την ώρα που η γη, αγιασμένη από το αίμα των αιμάτων του,  κατακαλύπτει το άγιο σώμα του, είναι πράγματι μεγαλειώδες. Σαν να βρισκόμαστε σε ένα πνευματικό πλανητάριο, μας καθοδηγεί στο να βλέπουμε και εμείς, μαζί με εκείνον, τη δύση του αγίου  σ’ αυτόν τον κόσμο και τη λαμπρή ανατολή του στον κόσμο του ουρανού, της Βασιλείας του Θεού. «Γη σου νυν το σώμα το στερρόν, μακάριε, εναθλήσαν κατεκάλυψε∙ φέρει το πνεύμα ουρανός δε συν πνεύμασι Μαρτύρων γηθόμενον, και φαιδροτάτη δόξη λαμπόμενον». (Η γη, μακάριε, κατακάλυψε τώρα το δυνατό σώμα σου που αθλήθηκε. Ο ουρανός όμως φέρει χαρμόσυνο το πνεύμα σου, μαζί με τα πνεύματα των άλλων μαρτύρων, λάμποντας από φαιδρότατη δόξα).  Συνιστούν  ο άγιος, όπως και οι άλλοι συνεορτάζοντες με αυτόν άγιοι Βίκτωρ, Βικέντιος και Στεφανίς, τα κοσμήματα του νοητού ουρανού, της Εκκλησίας, όπως και τα αστέρια κοσμούν το κτιστό στερέωμα του ουρανού. «Τους ουρανούς αστέρες κατακοσμούσιν, οικτίρμον, την εκκλησίαν Μηνάς δε, Βίκτωρ, Βικέντιος κοσμεί, και Στεφανίς». Κι ακόμη: μας μεταφέρει ο υμνογράφος στην πρόσωπο προς πρόσωπο σχέση του αγίου Μηνά με τον Παντοκράτορα Κύριο, ο Οποίος «μύρισε» την ευωδία του σαν ψημένου φρέσκου ψωμιού από το μαρτύριό του Μηνά και την σαν ευωδιαστό θυμίαμα αναφορά του προς Αυτόν. «Πρόσωπον προς πρόσωπον νυν οράς θεούμενος, Μηνά». «Ωράθης ως άρτος εν τω μέσω πυράς απτομένης εξοπτώμενος…και θείαν ευωδίαν εκπέμπων, ην Θεός ωσφράνθη».

Ο άγιος υμνογράφος όμως μας δίνει και την άλλη διάσταση, όπως είπαμε, και του ίδιου του μαρτυρίου. Επιφανειακά, βλέπουμε μαρτύρια, πόνους, αίματα, καμμένες σάρκες. Την ίδια στιγμή, μας πηγαίνει στο βάθος: «Συναπεβάλου ταις πληγαίς συ τους δερματίνους χιτώνας της αμαρτίας, και στολήν ενεδύσω μηκέτι παλαίωσιν δεχομένην, μακάριε, ην εξύφανεν η χάρις επιφανείσα». (Μαζί με τις πληγές του σώματός σου έβγαλες τους δερμάτινους χιτώνες της αμαρτίας, και ντύθηκες τη στολή που δεν παλιώνει ποτέ, μακάριε, την οποία ύφανε η χάρη του Θεού που φανερώθηκε).  Με τα μάτια του σώματος βλέπουμε σάρκες και αίματα να ρέουν. Με τα μάτια της πίστεως βλέπουμε το θεοΰφαντο χιτώνα που ενδύεται ο μάρτυρας. Γι’ αυτό και ενώ πάμε να κλάψουμε για ό,τι υφίσταται ένας άνθρωπος, χαιρόμαστε και γελάμε για ό,τι δέχεται ως δόξα του Ουρανού. «Μεγάλης πρόξενος ημίν υπάρχει θυμηδίας, η μνήμη των Μαρτύρων». Και δεν είναι μόνον τα θαυμαστά που υφίσταται ο ίδιος ο άγιος από το μαρτύριό του, αλλά και αυτά που φέρει ως αποτέλεσμα του μαρτυρίου του: να συντρίβει τον διάβολο και να ταπεινώνει τους εχθρούς της πίστεως. «Συρόμενος, μάρτυς, και τριβόλοις οξέσι κεντούμενος, συνέτριψας κέντρα του αλάστορος». Δεν θα παύσουμε να το τονίζουμε: ό,τι υφίσταται ο χριστιανός χάριν  του Κυρίου του αποτελεί νίκη και δόξα για όλους τους ανθρώπους απέναντι στην κακία και την πονηρία. Διότι ακριβώς μετέχει στο Πάθος του Χριστού, με το οποίο συνετρίβη η δύναμη του εχθρού.

Προϋπόθεση βεβαίως για όλα τα συγκλονιστικά συμβαίνουν στο «βάθος» της πραγματικότητας είναι η αγάπη προς τον Χριστό. Εκείνο που έδινε και στον άγιο Μηνά, όπως και σε όλους τους αγίους, τη δύναμη να υπερβαίνουν και την ίδια τη φύση, ήταν η υπέρ φύσιν αγάπη προς τον Χριστό. Ο έρωτάς τους προς Εκείνον τους έκανε να κυριαρχούν πάνω στην θεωρούμενη αξεπέραστη βία της φύσεως, διότι τους έστρεφε ολοκληρωτικά προς Αυτόν. «Ο γαρ θείος έρως σου κατακρατήσας της φύσεως, λήθην, Μηνά, ενεποίει». Το έχουμε τονίσει επανειλημμένως: χωρίς την χάρη του Θεού, απόρροια της αγάπης προς Εκείνον, δεν μπορεί κανείς να υπομείνει τα μαρτύρια. «Η γαρ θεία χάρις συμπαρούσα, Μηνά, σε ενίσχυσε». Κι είναι επόμενο η χάρη αυτή βρίσκοντας δίοδο για τον κόσμο την διαφανή ύπαρξη του αγίου, να τον κάνει να προσφέρει θαυματουργίες. Κι ένα από τα «άπειρα» θαύματά του παραθέτουμε και στη συνέχεια:

«Ένας πιστός προσήλθε κάποια φορά στον ναό του αγίου Μηνά να προσευχηθεί, οπότε πήγε σε ένα πανδοχείο να καταλύσει. Όταν όμως ο πανδοχέας αντιλήφθηκε ότι αυτός που προσήλθε έφερε χρυσό εγκόλπιο, σηκώθηκε στο μέσο της νύκτας και φόνευσε τον άνθρωπο. Τον κατέκοψε σε κομμάτια και τον έβαλε μέσα σε καλάθι, τον κρέμασε κάπου, και περίμενε να ξημερώσει. Βρισκόταν σε αγωνία πώς και πού να τον πάει, θέλοντας να τον κρύψει σε μέρος αφανές. Καθώς λοιπόν σκεφτόταν αυτά, ο άγιος του Χριστού μάρτυς φάνηκε έφιππος σαν στρατιώτης, και ρωτούσε για τον ξένο που κατέλυσε εκεί. Ο φονιάς έκανε βεβαίως τον ανήξερο, οπότε ο άγιος κατέβηκε από το άλογο και εισήλθε στα ενδότερα. Κι αφού κατέβασε το καλάθι, λέγει: – τι είναι αυτό; Ο δε πανδοχέας, γεμάτος έκπληξη, έπεσε από το φόβο του μπροστά στα πόδια του αγίου σαν άψυχο πτώμα. Τότε συνέβη το εξής καταπληκτικό: ο άγιος συναρμολόγησε το κομματιασμένο σώμα του ανθρώπου, προσευχήθηκε γι’  αυτόν και τον ανέστησε, λέγοντάς του: «Δος δόξαν τω Θεώ». Αυτός δε, σαν να σηκώθηκε από ύπνο, κι αφού κατάλαβε πόσα και τι είχε πάθει από τον πανδοχέα, δόξασε τον Θεό. Κι αφού ευχαρίστησε τον φαινόμενο σαν στρατιώτη, τον προσκυνούσε. Ο άγιος τον σήκωσε, πήρε από τον φονιά το κλεμμένο χρυσάφι, του το έδωσε και είπε: – Πήγαινε τώρα στον δρόμο σου. Στον δε φονιά, αφού τον έλεγξε αυστηρά και τον κατήχησε, κι αφού βλέποντας τη μετάνοιά του τού χάρισε την άφεση του εγκλήματός του, προσευχήθηκε γι’  αυτόν, οπότε ανέβηκε και πάλι στον επιφαινόμενο ίππο του και χάθηκε από τα μάτια του πανδοχέα».

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Νοεμβρίου, 2013

Η πρώτη εικόνα του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη - Αγιογραφήθηκε στο Ησυχαστήριο «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» με την καθοδήγηση του μακαριστού Γέροντος Παϊσίου  Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης

Εορτάζει στις 10 Νοεμβρίου εκάστου έτους.

Βιογραφία

Ο Οσιότατος Αρσένιος ο Καππαδόκης γεννήθηκε γύρω στα 1840 μ.Χ. στα Φάρασα ή Βαρασιό, στο Κεφαλοχώρι των έξι Χριστιανικών χωριών της περιφερείας Φαράσων της Καππαδοκίας. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι σε αρετές και μέτριοι σε αγαθά. Είχαν αποκτήσει δύο αγόρια, τον Βλάσιο και τον Θεόδωρο (τον Άγιο Αρσένιο).

Από μικρή ηλικία έμειναν ορφανά και τα προστάτεψε η θεία τους, αδελφή της μητέρας τους. Ένα θαυμαστό γεγονός που συνέβηκε στα παιδιά και την θαυματουργική διάσωση του μικρού τότε Θεόδωρου από τον Άγιο Γεώργιο που τον έσωσε από βέβαιο πνιγμό, είχε ως αποτέλεσμα, για τον μεν Βλάσιο να δοθεί με τον δικό του τρόπο στον Θεό, να τον δοξολογεί ως δάσκαλος της Βυζαντινής Μουσικής και κατέληξε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, για τον Θεόδωρο δε να θέλει να γίνει καλόγερος.

Στη συνέχεια μεγαλώνοντας, στάλθηκε στη Νίγδη και μετά στη Σμύρνη όπου τέλειωσε τις σπουδές του.

Στα είκοσι έξι του περίπου χρόνια πήγε στην Ιερά Μονή Φλαβιανών του Τιμίου Προδρόμου (Ζιντζί-Ντερέ) όπου αργότερα εκάρη Μοναχός και πήρε το όνομα Αρσένιος. Δυστυχώς όμως δε χάρηκε πολύ την ησυχία του, διότι εκείνη την εποχή είχαν ανάγκη μεγάλη από δασκάλους και ο Μητροπολίτης Παΐσιος ο Β’, τον χειροτόνησε Διάκο και τον έστειλε στα Φάρασα για να μάθει γράμματα στα εγκαταλειμμένα παιδιά. Αυτό φυσικά γινόταν στα κρυφά, με χίλιες δυο προφυλάξεις, για να μη μάθουν τίποτε οι Τούρκοι. Στο τριακοστό έτος της ηλικίας του χειροτονήθηκε στην Καισαρεία πρεσβύτερος με τον τίτλο του Αρχιμανδρίτου και την ευλογία ως Πνευματικός.

Άρχισε πια η πνευματική του δράση να γίνεται μεγαλύτερη και να απλώνεται. Με την άφθονη Θεία Χάρη που τον προίκισε ο Θεός θεράπευε τις ψυχές και τα σώματα των πονεμένων ανθρώπων. Είχε πολλή αγάπη στον Θεό και προς την εικόνα Του, τον άνθρωπο και όχι στον εαυτό του, διότι, όταν έβλεπε πολύ πόνο και καταπίεση Τουρκική, η αγάπη τον έβγαζε έξω από τον εαυτό του και έξω από το χωριό του και αγκάλιαζε και τα γύρω χωριά. Θεράπευε αδιάκριτα τον ανθρώπινο πόνο όπου τον συναντούσε σε Χριστιανούς ή Τούρκους. Για τον Άγιο δεν είχε καμιά σημασία, διότι έβλεπε στο πρόσωπό τους, την με πολλή αγάπη πλασθείσα εικόνα του Θεού. Αναρίθμητα είναι τα θαύματα που επετέλεσε ο Άγιος με τη Χάρη του Θεού. Στείρες γυναίκες τεκνοποιούσαν, αφού τις διάβαζε ευχή ή έδιδε «φυλακτό» που ήταν ένα κομμάτι χαρτί γραμμένο με κάποιες ευχές που τις έγραψε ο ίδιος. Διάβαζε το Άγιο Ευαγγέλιο σε σοβαρές περιπτώσεις, όπως στους τυφλούς, βουβούς, χωλούς παραλυτικούς, δαιμονιζομένους και γινόντουσαν καλά, μόλις τελείωνε την ανάγνωση. Πολλοί Χριστιανοί και Τούρκοι είχαν θεραπευθεί, αφού πήραν χώμα από το κατώφλι του κελιού του και αναμιγνύοντάς το με λίγο νερό το έπιναν, πιστεύοντας ότι θα εθεραπεύοντο και η πίστη τους που είχαν στον Άγιο, έκανε το θαύμα. Χρήματα φυσικά δε δεχόταν ποτέ ούτε κι έπιανε στα χέρια του.

Συνήθιζε να λέγει «η πίστη μας δεν πουλιέται».

Βίωνε ολοκληρωτικά και «έπασχε τα Θεία». Ζούσε με αυταπάρνηση, διότι αγαπούσε πολύ πρώτα τον Θεό και μετά την εικόνα Του, τον πλησίον. Αιματηρούς αγώνες και προσπάθειες κατέβαλε για να διατηρήσει τους συγχωριανούς και τους συμπατριώτες του στην πίστη, για να μην κλονιστούν και αλλαξοπιστήσουν στις χαλεπές εκείνες ημέρες και εποχές, από τις πολλές και διάφορες πιέσεις που δεχόντουσαν από τους Τούρκους, αλλά και από διάφορους προβατόσχημους λύκους, τους προτεστάντες, που προσπαθούσαν να ποιμάνουν την ποίμνη του Χριστού.

Το κελί του, μικρό, απέριττο, ευρισκόταν μέσα στον κόσμο. Ζούσε μέσα στον κόσμο, αλλά συγχρόνως κατόρθωνε να ζει και εκτός του κόσμου.

Σε αυτό, καθώς και για τα θεία του κατορθώματα, πολύ τον βοηθούσαν οι δύο ημέρες (η Τετάρτη και η Παρασκευή) που έμενε έγκλειστος στο κελί του, προσευχόμενος. Οι οποίες καρποφορούσαν περισσότερο πνευματικά τότε, διότι αγίαζαν και την εργασία των άλλων ημερών. Ώρες έμενε γονατιστός προσευχόμενος στον Θεό για τον λαό Του, που τον είχε εμπιστευθεί στα ασκητικά χέρια του δούλου Του Αρσενίου. Η μεγάλη ευαισθησία του Αγίου Πατρός δεν άντεχε να κάνει κανένα κακό στην πλάση. Ιδιαίτερα στα ζώα. Ποτέ του δεν κάθισε σε ζώο να το κουράσει, για να ξεκουράσει τον εαυτό του. Προτιμούσε πάντοτε να βαδίζει πεζός και όπως συνήθιζε ξυπόλυτος. Είχε πάντοτε μπροστά του τον Χριστό που ποτέ Του δεν κάθισε σε ζώο – μόνο μια φορά – και όπως χαρακτηριστικά έλεγε: «Εγώ που είμαι χειρότερος και από το γαϊδουράκι, πως να καθίσω σ’ αυτό;» Για να κρύψει τις αρετές του από τα μάτια των ανθρώπων και να αποφύγει έτσι τους επαίνους, κατάφευγε σ’ ορισμένες «ιδιοτροπίες». Παρουσιαζόταν σαν σκληρός θυμώδης, οξύθυμος, απόπαιρνε τις διάφορες γυναίκες, που από αγάπη γι’ αυτόν και ευγνωμοσύνη προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν, με διάφορους τρόπους, να του μαγειρεύουν και να του στέλνουν φαγητό. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε στον πιστό του φίλο και ψάλτη Πρόδρομο τα εξής: «Εάν ήθελα να με υπηρετούν γυναίκες, θα γινόμουν έγγαμος ιερεύς και θα με υπηρετούσε παπαδιά. Τον καλόγηρο που τον υπηρετούσε γυναίκες, δεν είναι καλόγηρος».

Όταν ύψωνε τα χέρια του για να παρακαλέσει για κάτι τον Θεό, άρχιζε να τον παρακαλεί προσευχόμενος και φωνάζοντας, «Θεέ μου!» λες και ξεκοβόταν η καρδιά του εκείνη την ώρα, και θαρρείς πώς έπιανε τον Χριστό από τα πόδια και δεν του έκανε το αίτημά του. «Εμείς», όπως έλεγαν οι Φαρασιώτες, «στην Πατρίδα μας τι θα πει γιατρός, δεν ξέραμε στον Χατζεφεντή τρέχαμε. Στην Ελλάδα μάθαμε από γιατρούς, αλλά αν τα πούμε στους εντόπιους, τους φαίνονται παράξενα».

Εκτός από τα άλλα του χαρίσματα είχε και το προορατικό χάρισμα. Είχε πληροφορηθεί από τον Θεό, πως θα έφευγαν για την Ελλάδα και έγινε στις 14 Αυγούστου του 1924 μ.Χ. με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Γνώριζε από προηγουμένως και τον θάνατό του και ότι αυτός θα συνέβαινε σ’ ένα νησί.

Η αγία του μορφή συνέχεια σκοπούσε Χάρη και παρηγοριά.

Το πρόσωπό του έλαμπε από την ασκητική γυαλάδα, που έμοιαζε σαν το χρώμα του φτιασμένου κυδωνιού.

Είχε πια εξαϋλωθεί από τους υπερφυσικούς πνευματικούς αγώνες, που έκανε από αγάπη στον Χριστό, καθώς και από τους πολλούς του κόπους για την αγάπη προς το ποίμνιο του, που το ποίμανε πενήντα χρόνια σαν καλός Ποιμένας.

Τρεις μέρες πριν την εκδημία του ήλθε η Παναγία, τον γύρισε σ’ όλο το Άγιο Όρος, τα Μοναστήρια, τους Ναούς που τόσο επιθυμούσε να δει και δεν είχε αξιωθεί και του είπε ότι σε τρεις ημέρες θα παρουσιαστεί στον Κύριο, που τόσο πολύ αγάπησε και έδωσε όλο του τον εαυτό σ’ Αυτόν.

Κοιμήθηκε στις 10 Νοεμβρίου του 1924 μ.Χ. στην Κέρκυρα.

Με λίγα λόγια αυτός ήταν ο Άγιος Αρσένιος. Ας έχομε όλοι τις Αγίες του Ευχές.

Σημείωση: Από την Κέρκυρα, το 1958 μ.Χ., τα λείψανα του μεταφέρθηκαν από τον μοναχό Παΐσιο στην Κόνιτσα και το 1970 μ.Χ. από τον ίδιο Αγιορείτη μοναχό στο γυναικείο μοναστήρι – Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή, όπου ο Άγιος μετά τον θάνατό του έκανε πολλά θαύματα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον αγιοποίησε στις 11 Φεβρουαρίου 1986 μ.Χ.

 θαύματα του Οσίου Αρσενίου του Καππαδόκη

Αμέτρητα είναι τα θαύματα που οφείλονται στον μεγάλο αυτόν Άγιο, όχι μόνο κατά τη διάρκεια που ήταν εν ζωή, αλλά και μετά την κοίμησή του. Ένα πολύ μικρό δείγμα αυτών αναφέρονται πιο κάτω (τα θαύματα που αναφέρονται στη συνέχεια είναι παρμένα από το βιβλίο «Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης» που έγραψε ο ίδιος ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, ο οποίος ήταν βαπτιστικός του Αγίου):

– Ο Σολομών Κοσκερίδης διηγήθηκε ότι είχαν πάει μία παράλυτη Τουρκάλα στον Χατζεφεντή (έτσι έλεγαν τότε τον Άγιο Άρσένιο) μέσα σε μια μπατανία, την οποία διάβασε και έγινε αμέσως καλά.

– Από το Κελμίρι είχαν φέρει μια γυναίκα λεπρή στον Χατζεφεντή (Άγιος Αρσένιος), την οποία διάβασε και καθαρίσθηκε η λέπρα της. Και, όπως διηγείται ο Πρόδρομος Κορτσινόγλου, το πρόσωπό της μετά φαινόταν σαν πρόσωπο παιδιού, τρυφερό.

– Η Σωτηρία Χριστοφορίδου διηγήθηκε ότι μια Τουρκάλα τυφλή, ονόματι Μεριάμα, την είχαν φέρει στον Πατέρα Αρσένιο, ο οποίος την διάβασε και ήρθε το φως της.

– Από το Σατί, θυμάται ο Ανέστης Καραούσογλου ότι κάποιος Ιερεύς είχε γυναίκα στείρα και έφερε στον Χατζεφεντή (Άγιος Αρσένιος) ένα φόρεμα της πρεσβυτέρας να το διαβάσει, για να αποκτήσει παιδιά. Ο Πατήρ Αρσένιος, αφού το διάβασε, είπε στον Ιερέα: «Η πρεσβυτέρα σου θα γεννήσει κόρη και να την ονομάσεις Εύα», όπως και έγινε.

– Η Στέλλα Κογλανίδου διηγείται ότι είχαν φέρει στο πατρικό της σπίτι, στα Φάρασσα, έναν βουβό Τούρκο ηλικίας τριάντα ετών, και ο πατέρας της τον πήρε και τον πήγε στον Πατέρα Αρσένιο, για να τον διαβάσει και να γίνει καλά. Ενώ ο Χατζεφεντής (Άγιος Αρσένιος) του διάβαζε το Ευαγγέλιο, πριν ακόμη τελειώσει, ο βουβός άρχισε να μιλάει. Στη συνέχεια τον πήγε πάλι στο σπίτι του και ο βουβός μιλούσε. Δηλαδή τον φιλοξένησε και θεραπευμένο, και την άλλη μέρα τον πήραν οι συγγενείς του και έφυγαν.

– Η Αμαλία Ελευθεριάδου (Ιεχωβίτισσα τώρα) διηγείται πως ο Χατζεφεντής (Άγιος Αρσένιος) έλεγε από πριν ότι θα πάμε στην Ελλάδα και ότι αυτός θα ζήσει μόνο σαράντα ημέρες εκεί. Κάποιος Φαρασιώτης, όταν τον άκουσε τον Χατζεφεντή του είπε: «Τι είσαι συ που τα ξέρεις αυτά; Θεός;» Ο Χατζεφεντής τότε απάντησε: «Είμαι πιστός δούλος του Θεού και το ξέρω».

– Στην μνήμη του Αγίου Χρυσοστόμου, είχαν καθίσει οι πανηγυριώτες μετά την Θεία Λειτουργία έξω από τον Ναό και έτρωγαν. Εκεί στον Άγιο Χρυσόστομο ήταν ένα Αγίασμα το οποίο έβγαινε άφθονο από μια τρύπα ενός βράχου και έπεφτε σαν καταρράκτης από ψηλά κάτω στον Ζεμαντή ποταμό. Άλλοτε πάλι τραβιόταν πίσω τελείως και χανόταν. Ενώ λοιπόν έτρωγαν οι άνθρωποι, σηκώθηκε μια γυναίκα να πάρει λίγο νερό. Εκείνη τη στιγμή το νερό τραβιόταν πίσω, και η γυναίκα έτρεξε στον Χατζεφεντή (Άγιος Αρσένιος) και του το είπε. Ο Χατζεφεντής πήρε το Ευαγγέλιο και πήγε στην τρύπα του βράχου, γονάτισε και διάβασε λίγο, και το νερό ήρθε αμέσως. Αυτό συνέβαινε πολλές φορές· τραβιόταν το νερό και ερχόταν πάλι μετά από αρκετό διάστημα. Ο Αναστάσιος Λεβίδης λέγει ότι ήταν το φυσικό φαινόμενο παλίρροια και άμπωτις. Ο δούλος όμως του Θεού Χατζεφεντής παρακαλούσε το Αφεντικό του, τον Θεό, και του το έφερνε όποτε ήθελε, χωρίς να περιμένει.

– Ο Γαβριήλ Κορτσινόγλου –ο δεύτερος Αναγνώστης του Πατρός Αρσενίου– είχε διηγηθεί το εξής: «Είχαμε πάει μια φορά στον Άγιο Χρυσόστομο με τον Χατζεφεντή και με τον Θείο μου Πρόδρομο για Θεία Λειτουργία. Ενώ ο Χατζεφεντής ετοιμαζόταν (φορούσε τα Ιερά του), εγώ πήγα στο Αγίασμα να πάρω νερό για τη Θεία Λειτουργία. Μόλις έφθασα στο Αγίασμα, εκείνη την στιγμή το νερό τραβιόταν μέσα, και έτρεξα στον Χατζεφεντή, ο οποίος ήρθε αμέσως με την φυλλάδα στην μασχάλη του, ενώ με τα χέρια τύλιγε τα κορδόνια από τα επιμάνικα στον δρόμο που περπατούσε. Μόλις διάβασε στο μάτι του βράχου, το νερό άρχισε να βροντάει κα να έρχεται. Γέμισα μετά και πήγαμε για την Θεία Λειτουργία».

– Επάνω σ΄έναν βράχο, μέσα σε μια σπηλιά ήταν ένα Εξωκλήσι της Παναγίας (σό Κάντσι). Οι Φαρασιώτες είχαν προεκτείνει προς τα έξω του βράχου σανιδένιο εξώστη για ευρυχωρία. Για να φθάσουν μέχρι εκεί, έπρεπε να ανεβούν σαράντα σκαλοπάτια σκαλιστά στον βράχο και άλλα εκατό είκοσι που είχαν φτιαγμένα με σανίδες. Σ’ αυτό λοιπόν το Εξωκλήσι είχε πάει να λειτουργήσει ο Πατήρ Αρσένιος και ο Πρόδρομος, ως συνήθως. Όταν τέλειωσε η Θεία Λειτουργία , ο Πατήρ βγήλε λίγο στον εξώστη. Εκεί που ακουμπούσε ξεκαρφώθηκε μια σανίδα και ο Πατήρ έπεσε κάτω στον γκρεμό. Ένας γεωργός που τον είδε από απέναντι να πέφει άφησε τα βόδια του στον ζυγό και έτρεξε, για να συμμαζέψει το σκορπισμένο του κορμί, όπως νόμιζε. Ο πρόδρομος δεν είχε καταλάβει τίποτε, γιατί ήταν μέσα στον Ναό και τον συγύριζε. Όταν λοιπόν έφθασε ο γεωργός εκεί κοντά στον γκρεμό κάτω, είδε το κορμί του του Πατρός Αρσενιίου ολόκληρο αλλά ακίνητο, και πήγε να το πιάσει. Ο Πατήρ όμως είπε στον γεωργό: «Μη μ’ αγγίζεις. Δεν έχω τίποτε».

Έμενε ακίνητος ο Πατήρ, όχι γιατί είχε χτυπήσει, αλλά από μεγάλη συγκίνηση, δίοτι την ώρα που έπεφτε κάτω στον γκρεμό, τον πήρε στην αγκαλιά της μια Γυναίκα, τον κατέβασε και τον άφησε. Είχε νιώσει τον ευατό του, όπως έλεγε, εκείνη την ώρα, σαν να ήταν μωρό παιδί στην αγκαλιά της μητέρας του. Σηκώθηκε λοιπόν μετά από την συγκίνηση εκείνη και ανέβηκε από τον γκρεμό και τα εκατόν εξήντα σκαλοπάτια, που μόνον αυτά συμπλήρωσαν πενήντα μέτρα ύψος, και πήγε ξανά στο Εξωκλήσι της Παναγίας και διηγήθηκε ότι έγινε στον Πρόδρομο, ο οποίος ήταν αφοσιωμένος στο συγύρισμα του Ναού και δεν είχε ακόμη καταλάβει τίποτε. Ο γεωργός επίσης πήγε μετά στα Φάρασσα και το ομολογούσε.

– Ένας Τούρκος από το χωριό Τελέληδες είχε μολύνει το Αγίασμα του Αγίου Χρυσοστόμου, και ο Άγιος, για να τον παιδαγωγήσει, τον τιμώρησε. Τον έφεραν και αυτόν στον Χατζεφεντή, για να τον διαβάσει να γίνει καλά. Ο Πατήρ όμως τον κράτησε μια εβδομάδα, χωρίς να το διαβάσει. Ο Ψάλτης του, που έβλεπε να κρατάει τον Τούρκο μια εβδομάδα, παραξενεύτηκε και είπε στον Πατέρα Αρσένιο: «Ναχω την ευχή σου, τι κρατάς μια εβδομάδα αυτόν τον Τούρκο, ενώ άλλους αρρώστους πιο βαριά τους διαβάζεις και γίνονται αμέσως καλα;». Και απάντησε ο Άγιος Αρσένιος: «Τον κρατώ για να κάνει κάνονα, γιατί αυτός έχει χοντρό κεφάλι και δεν τόχει σε τίποτε, μόλις τον κάνω καλά να πάει αμέσως να ξαναβουτήξει το κασσιδιάρικό του κεφάλι στον Αγιασμό».

Όταν τέλειωσε η εβδομάδα, τότε τον διάβασε και επανήλθε το πρόσωπό του στην θέση του και του έκανε παρατήρηση του Τούρκου: «Άλλη φορά, όταν τα βακούφια των Χριστιανών, να τα προσκυνάς από μακρυά και να παίρνεις δρόμο».

– Είχαν φέρει κάποτε από τους Τελέληδες μια τυφλή Μουσουλμάνα, ονόματι Φάτμα, ημέρα Τετάρτη στον Χατζηαφέντη, να την διαβάσει να γίνει καλά. Επειδή ήταν έγκλειστος, αφού χτυπήσαν την πόρτα του κελλιού του αρκετά οι συνοδοί της τυφλής, την άφησαν απ’ έξω και πήγαν στο Μεσοχώρι. Εκείνη την ώρα μια Φαρασιώτισσα, που της είχε αγκυλωθεί το χέρι της, πήγε στο κελλί του Χατζηαφέντη και πήρε από το κατώφλι της πόρτας του χώμα, άλειψε το παθεμένο χέρι της και έγινε καλά. (Έτσι έκαναν όλοι οι Φαρασιώτες αυτές τις δύο ημέρες, που έμενε έγκλειστος, και δεν τον ενοχλούσαν). Όταν λοιπόν είδε την τυφλή, την ρώτησε γιατί περιμένει και η τυφλή της είπε την αιτία. Τότε η Φαρασιώτισσα της απάντησε: «Τι κάθεσαι και χασομεράς; Δεν ξέρεις ότι ο Χατζηαφέντης την Τετάρτη και την Παρασκευή δεν ανοίγει; Πάρε χώμα από το κατώφλιτης πόρτας και τρίψε τα μάτια σου να γίνεις καλά, όπως κάνουμε και όλοι αυτές τις ημέρες, όταν αρρωσταίνουμε».

Η Φαρασιώτισσα έφυγε και πήγε στην δουλειά της. Η Μουσουλμάνα όμως είχε παραξενευθεί στην αρχή γι’ αυτό που άκουσε, αλλά μετά έψαξε και βρήκε το κατώφλι, πήρε χώμα και έτριψε τα μάτια της και αμέσως άρισε να βλέπει θαμπά. Από την χαρά της τότε πήρε μια πέτρα και χτυπούσε σαν τρελλή την πόρτα του Πατρός Αρσενίου, ο οποίος άνοιξε και, επειδή είδε πως ήταν Μουσουλμάνα, ενώ δεν μιλούσε αυτήν την ημέρα, έκανε διάκριση και την ρώτησε τι θέλει. Του είπε τον λόγο και ο Πατήρ πήρε το Ευαγγέλειο και την διάβασε και αμέσως της ήρθε όλο της το φως. Εκείνη τότε από την χαρά της έπεσε στα πόδια του και τον προσκυνούσε με ευλάβεια, αλλ’ ο Πατήρ την μάλωσε και της είπε: «Εάν θέλεις να προσκυνήσεις, να προσκυνήσεις τον Χριστό που σου έδωσε το φως και όχι εμένα».

Έφυγε μετά χαρούμενη να βρείς τους συνοδούς της και ανεχώρησαν για το χωριό τους.

– Φαρασιώτες από την Δράμα και εγκατεστημένοι στην Θεσσαλονίκη διηγήθηκαν ότι οι δυο Σέχοι (αρχηγοί Μουσουλμανικών φυλών και μάγοι) από το Χατζή – Πεχτές είχαν επισκεφθεί τον Πατέρα Αρσένιο. Ο Πατήρ τους δέχθηκε και τους έφτιαξε καφέ. Οι Σέχοι όμως άρχισαν τις άνοητες και ζαλίσμενες ερωτήσεις, που έφερναν μόνο πονοκέφαλο. Ο Πατήρ, για να τους ξεφορτωθεί, τους είπε: «Δεν μπορώ να σας ακούω, γιατί πονάει το κεφάλι μου». Εκείνοι όμως δεν κατάλαβαν και είπε ο ένας στον Πατέρα Αρσένιο: «Παπάς Εφέντης, θα σου φτιάξουμε ένα μουσχά (χαϊμαλί) και, άμα το φορέσεις, σ’ όλη σου την ζωή δεν θα σε πονέσει το κεφάλι σου». Ο Πατήρ τους απάντησε τότε αυστηρά: «Έχω μεγαλύτερη δύναμη από την δική σας και μπορώ να σας κάνω με την δύναμη του Χριστού να μην κουνηθήτε καθόλου από τον τόπο που κάθεσθε».

Τους άφησε αμέσως τότε και πήγε δίπλα στο κελλί του. Όταν είχαν αποτελειώσει τον καφέ τους οι Σέχοι και θέλησαν να φύγουν, με κανένα τρόπο δεν μπορούσαν να κουνηθούν από τον τόπο που κάθονταν, διότι ένιωθαν να είναι δεμένοι με ένα αόρατο δέσιμο. Αναγκάσθηκαν τότε να φωνάξουν τον Πατέρα Αρσένιο, για να τους λύσει. Ο Πατήρ πήγε αμέσως, αλλά δεν τους μίλησε μόνο νόημα τους έκανε να φύγουν, και έτσι μπόρεσαν να ξεκοκκαλώσουν από τον τόπο τους. Οι Σέχοι κατάλαβαν το σφάλμα τους και ζήτησαν συγχώρεση από τον Πατέρα και του είπαν φεύγοντας: «Παπάς Εφεντής, συγχώρα μας η δύναμη σου είναι μεγάλη, γιατί την παίρνεις από την μεγάλη σου πίστη. Εμείς με τον σατανά δουλεύουμε».

– Ο Παναγιώτης του Εντζαραπίδη, όταν ήταν είκοσι ετών, είχε τρελλαθεί εξ’ αιτίας μιας κοπέλας, που είχε ερωτευθεί. Η τρέλλα του ήταν πολύ σοβαράς μοφής και δεν μπορούσαν να τον δέσουν. Τελικά ο αδελφός του μαζί με τους άλλους, την ώρα που κοιμόταν, τον έδεσαν και τον έφεραν στο Χατζεφεντή. Μόλις άνοιξε την πόρτα του κελλιού του ο Πατήρ για να δει ποιοι χτυπούν και τι θέλουν, ο τρελλός παρόλο που ήταν και δεμένος με αλυσίδες, όρμησε στον Πατέρα Αρσένιο να τον χτυπήσει με τα αλυσοδεμένα χέρια του. Ο Χατζηαφέντης είπε εκείνη την στιγμή: «Κύριε Ιησού Χριστέ!». Και πάλι είπε: «Κάτω σατανά». Ο τρελλός μαζεύθηκε αμέσως σαν κουβάρι. Μετά πήρε το Ευαγγέλιο, τον διαβάσε και έγινε αμέσως καλά. Ύστερα δημιούργησε και οικογένεια. (Αυτό το διηγούνται οι Φαρασιώτες από την περιοχή της Δράμας).

– Είχαν ληστέψει μια φορά πάλι οι Τούρκοι Ιερά Σκεύη της Εκκλησίας. Οι Φαρασιώτες ανησυχούσαν και προσπαθούσαν να βρουν τους κλέφτες. Ο Χατζεφέντης όμως ατάραχος τους λέγει: «Μην ανησυχείτε, θα δείτε τον Αϊ-Γιώργη να τα φέρνει ξωπίσω». Όταν οι ληστές έφθασαν στο Καζάν-Ταγή, ενώ ήταν μέρα και ο ουρανός καθαρός, έπεσε απότομα μια παράξενη μαυρίλα μπροστά τους, που ήταν αδύνατο να προχωρήσουν, ούτε καν τον ποταμό Φεραχτίν ήταν δυνατόν να περάσουν, που είχαν μπροστά τους. Κατάλαβαν τότε οι ληστές ότι ήταν από το Θεό αυτό το παράξενο φαινόμενο, και γύρισαν προς τα Φάρασα, για να επιστρέψουν τα Ιερά Σκεύη. Όταν όμως προχώρησαν λίγο τον δρόμο προς τα Φάρασα και η μαυρίλα είχε φύγει, το θεώρησαν για τυχαίο γεγονός και γύρισαν ξανά με τα φορτωμένα ζώα για το χωριό τους. Με το γύρισμα όμως για το χωριό τους ένιωσαν κάποιον να τους δέρνει αόρατος και να τους φέρνει έτσι καταπόδι μέχρι τα Φάρασα. Έφθασαν με τα κλεμμένα Ιερά Σκεύη στα Φάρασα και φώναζαν τους Φαρασιώτες οι κλέφτες να τα ξεφορτώσουν γρήγορα, γιατί αυτοί με τα χέρια τους προστάτευαν τα κεφάλια τους από τις ξυλιές που ένιωθαν αόρατως να τρώνε.

– Η Οσία Καραμουρατίδου, όταν ήταν νεόνυμφη, φορούσε μια μανδήλα παρδαλή Σμυρνιότικη. Ο Πατήρ Αρσένιος επανειλημμένως της έκανε παρατηρήσεις για να την πετάξει και να φοράει και αυτή σεμνά, όπως όλες οι Φαρασσιώτισσες αλλά εκείνη δεν άκουγε. Μια ημέρα που την είδε πάλι να την φοράει, της είπε αυστηρά: «Φράγκικες αρρώστιες στα Φάρασα δε θέλω. Εάν δεν συμμορφωθείς, να το ξέρεις, τα παιδιά που θα γεννάς, αφού θα βαπτίζονται, θα φεύγουν αγγελούδια και συ δεν θα χαρείς κανένα».

Δυστυχώς και πάλι δεν είχε συμμορφωθεί, αλλά μόνον της έφυγαν δυο αγγελούδια, τότε πέταξε τη παρδαλή μανδήλα και πήγε στον Πατέρα Αρσένιο και ζήτησε συγχώρεση. Ο Πατήρ, αφού την συγχώρεσε, της είπε: «Πήγαινε τώρα στην ευχή του Χριστού και το πρώτο παιδί που θα γεννήσεις θα είναι αγόρι και θα το ονομάσουμε Αρσένιο. Το δεύτερο μετά θα είναι κόρη και θα το ονομάσουμε Ειρήνη».

Όπως και έγινε.

– Κάποτε πήγαν τρεις Τούρκοι να ληστέψουν τον Χατζηεφέντη. Επειδή άκουγαν ότι τρέχει πολύς κόσμος στον Πατέρα Αρσένιο, νόμιζαν ότι θα έχει πολλά χρήματα, ενώ ο Πατήρ χρήματα ούτε έπιανε στα χέρια του. Οι ληστές λοιπόν πήγαν ημέρα Τετάρτη, για να τον βρουν σίγουρα στο κελί του, επειδή είχαν υπόψη τους ότι την Τετάρτη και την Παρασκευή έμενε έγκλειστος στο κελί του. Οι μεν δυο κλέφτες κάθισαν απ’ έξω, ο δε τρίτος, αφού μπήκε από το παράθυρο, άνοιξε τη πόρτα του κελιού του και πέρασε το ένα πόδι μέσα. Ο Πατήρ Αρσένιος, εκείνη την ώρα διάβαζε την νυχτερινή του ακολουθία και όταν άκουσε θόρυβο, έριξε μια ματιά προς τη πόρτα, την στιγμή ακριβώς που περνούσε το ένα του πόδι ο ληστής μέσα στο κελί του. Εκείνη η ματιά όμως του Πατρός Αρσενίου, λες και ήταν δυνατόν ηλεκτρικό ρεύμα, τον κοκάλωσε, όπως βρισκόταν, με το ένα πόδι μέσα και με το άλλο απ΄ έξω και οπλισμένο με τα μαχαίρια και τα φυσεκλίκια του. Ο Πατήρ, μετά την ματιά εκείνη, συνέχισε την ακολουθία του ατάραχος.

Οι άλλοι δυο όμως ληστές που ήταν απ’ έξω ανησυχούσαν, γιατί άραγε και θα τους έπαιρνε η ημέρα και μπήκαν και αυτοί. Όταν είδαν το σύντροφό τους ακίνητο με το πόδι μέσα στο κελί και τα άλλο απ’ έξω, στο μικρό διάδρομο τους έπιασε τρόμος. Παρακάλεσαν τότε το Πατέρα Αρσένιο να τους συγχωρέσει και να λύσει το σύντροφο τους από εκείνο το αόρατο δέσιμο. Ο Πατήρ, χωρίς να διακόψει την ακολουθία του, έκανε νόημα να φύγει, και έτσι μπόρεσε νε λυθεί, και έφυγαν. Οι Τούρκοι αυτοί μετά το ομολογούσαν και στους άλλους Τούρκους αυτό που έπαθαν και έλεγαν: «Αμάν, αμάν٠ μην πάτε να ληστέψετε τον Χατζηεφέντη!». (Αυτό το ανέφεραν οι Φαρασιώτες από την Θεσσαλονίκη).

– Ο Πρόδρομος Εζνεπίδης διηγήθηκε πως μια φορά είχαν έρθει πολλοί Τούρκοι (Τσέτες) στο χωριό (Φάρασσα) και έτυχε εκείνος να είναι άρρωστος στο κρεβάτι και να σπαρταράει σαν το ψάρι από δυνατό ρίγος. Όταν τον ειδοποίησαν, βρέθηκε σε δύσκολη θέση σαν Πρόεδρος, γιατί έφερνε ευθύνη του χωριού, και είπε σ’ αυτούς που ήταν γύρω του να τον πιάσουν, όπως ήταν, και να τον πάνε στον Χατζηεφέντη. Όπως και έκαναν. Ο Χατζηεφέντης, όταν τον είδε σ’ αυτή τη κατάσταση και έμαθε που είχαν έρθει οι Τούρκοι, ούτε καν τη φυλλάδα του πήρε να τον διαβάσει, αλλά χωρίς να χασομερήσει καθόλου πήρε ένα τσεραστούπι (κανδηλοκέρι), το ευλόγησε, το τύλιξε στο δεξί του χέρι και του είπε: «Πήγαινε παλικάρι, στην ευχή του Χριστού και διώξε τους Τούρκους να μην μπουν στο χωριό μας». Αμέσως έγινε καλά με την ευχή του, συγκέντρωσε τα παλληκάρια του χωριού και τους έδιωξε, χωρίς να έχουν ούτε τραυματία.

– Ο Πρόδρομος Εζνεπίδης διηγήθηκε ότι μια φορά είχαν πάει πολλοί Τούρκοι (Τσέτες), για να πατήσουν τα Φάρασα. Στο χωριό οι άνδρες έλειπαν, άλλοι στα μακρινά κτήματα και άλλοι στα ταξίδια.

Αναγκάστηκε τότε να μαζέψει τα μικρά παιδιά, μόνο για να δείξουν στόχο γύρω από το Κάστρο ότι είναι πολλοί, και μετά τα έδιωξε, για να κρυφθούν.

Μερικοί γέροι που ήταν, και αυτοί σκόρπισαν, και τελικά έμεινε μόνος του με την απόφαση να σκοτωθεί καλύτερα παρά να δει του Τούρκους στο χωριό. Είχαν τελειώσει όμως οι σφαίρες του και μετά τον έπιασαν ζωντανό οι Τούρκοι. Αφού τον έδεσαν γερά, τον πήγαν στο σπίτι του και τον ανέβασαν στο δώμα (ταράτσα), όπου είχαν στήσει τη κρεμάλα του. Εκεί τον βασάνιζαν, για να τους δώσει ότι είχε και μετά να τον τελειώσουν. Εκείνη τη στιγμή όπου τον βασάνιζαν, δεν ξέρει πως του ήρθε, είπε στου Τούρκους:

«Ό,τι έχω, τα έχω στον Χατζεφεντή».

Οι Τούρκοι δεν χασομερούν και τον πηγαίνουν στον Πατέρα Αρσένιο. Όταν άνοιξε την πόρτα του ο Πατήρ και είδε αυτή τη σκηνή, πολύ πληγώθηκε, και μάλιστα μάλωσε τους Τούρκους, που τον είχαν δεμένο, για να τον ελευθερώσουν γρήγορα, και μάλιστα τους είπε και «παλιότουρκους». Ο αρχηγός τους θύμωσε και τράβηξε το χατζάρι του, για να κόψει τον Χατζεφεντή. Ο Χατζεφεντής τότε λέγει στον Τούρκο Καπετάνιο: «Γρήγορα κατέβασε το χέρι σου κάτω ξερό».

Ώ του θαύματος! Το χέρι του Τούρκου κατέβηκε ξερό κάτω αγκυλωμένο και το χατζάρι του έπεσε κάτω καταγής. Όταν είδαν αυτό οι άλλοι Τούρκοι της συμμορίας, άρχισαν να τρέμουν από φόβο και ο αρχηγός με κλάματα να παρακαλεί να του κάνει καλά το χέρι του. Ο Πατήρ Αρσένιος τότε του σταύρωσε το χέρι του και το θεράπευσε. Και αφού έλυσαν και τον Πρόεδρο, τους μάλωσε, για να μην ξαναπατήσουν στο χωριό. Πράγματι από εκείνη τη συμμορία δεν είχε ξαναπατήσει κανείς στα Φάρασσα.

– Ο Ανέστης Καραούσογλου διηγήθηκε ότι από τα Άδανα ένας μεγάλος εργοστασιάρχης, ονόματι Κοσμάς Συμεωνίδης, είχε τη γυναίκα του στείρα και έστειλε στον Χατζεφεντή ένα φόρεμα της, για να το διαβάσει, ο οποίος το διάβασε και της το έστειλε και, αφού το φόρεσε η γυναίκα του, στο χρόνο απέκτησε παιδί.

– O Κυριάκος Σεφερίδης, ο Αναγνώστης του Πατρός Αρσενίου, διηγήθηκε ότι είχαν φέρει μια φορά μια δαιμονισμένη Τουρκάλα από τους Τελέληδες αλυσοδεμένη, με φοβερό δαιμόνιο, που την έλεγαν Τετέβη, την οποία διάβασε ο Χατζεφεντής με το Ευαγγέλιο και έδιωξε τον δαίμονα από την γυναίκα και έγινε αμέσως καλά.

– Ο Κυριάκος Σεφερίδης διηγήθηκε ότι μια μέρα είχαν φέρει στα Φάρασα έναν δαιμονισμένο από το Σίσι, υιόν αξιωματικού Τούρκου. Μόλις ο Χατζεφεντής του διάβασε το Ευαγγέλιο, έγινε καλά και καθόταν σαν το αρνί ήσυχος, ενώ πριν έσχιζε τα ρούχα και το πρόσωπό του με τα νύχια του.

Απολυτίκιον

Ήχος γ’. Θείας πίστεως.

Βίον ένθεον, καλώς ανύσας, σκεύος τίμιον του Παρακλήτου, Ανεδείχθης θεοφόρε Αρσένιε, και των θαυμάτων την χάριν δεξάμενος, πάσι παρέχεις ταχείαν βοήθειαν, Πάτερ ’Οσιε Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Έτερον Απολυτίκιον

Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.

Των Οσίων τον βίον εκμιμησάμενος, εν εσχάτοις τοις χρόνοις, Πάτερ Αρσένιε, επληρώθης δωρεών του θείου Πνεύματος, και θαυμάτων γεγονός, θεοφόρε αυτουργός, παρέχεις ενί εκάστω, τας εκ Θεού χορηγίας, ταις ικεσίαις σου προς Κύριον.

Κοντάκιον

Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.

Καππαδοκίας το νεόφυτον άνθος, και αρετών το πολυτίμητον σκεύος, ο ιερός Αρσένιος υμνείσθω μοι, ούτος γαρ ως άγγελος, εν σαρκί βιοτεύσας, σύσκηνος εγένετο, των Αγίων απάντων, μεθ’ ων πρεσβεύει πάντοτε Χριστώ, ημίν διδόναι, πταισμάτων συγχώρησιν.

http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περί προσκύνησης εικόνων και… τι επιτρέπεται να εικονίζεται;

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Νοεμβρίου, 2013

Περί προσκύνησης εικόνων και τι επιτρέπεται να εικονίζεται;
«Γνωρίζω τη διαφορά που υπάρ­χει ανάμεσα στη μια προσκύνηση από την άλλη. Κάποτε ο Αβραάμ προσκύνησε τους υιούς του Εμμώρ, όταν αγόρασε τη διπλή σπηλιά για να τη χρησιμοποιήσει ως τάφο, άνδρες ασεβείς που είχαν άγνοια του αληθινού Θεού. Ο Ιακώβ προσκύνη­σε τον αδελφό του Ησαύ και τον Φαραώ, άνδρα Αιγύπτιο, αλλά προσκύνησε ακόμα και την άκρη του μπαστουνιού του Ιωσήφ όμως προσκύνησαν, αλλά δεν λάτρευσαν.Προσκύνησαν και ο Ιησούς του Ναυή και ο Δανιήλ άγγελο του Θεού, αλλά δεν τον λάτρευσαν.Γιατί άλλο πράγμα είναι η λατρευτική προσκύνηση και άλλο εκείνη που προσφέρεται τιμητικά σ’ εκείνους που υπερέχουν σε κάποιο αξίωμα…
Αλλά και αυτής γνωρίσαμε διάφορες μορφές· πρώτη τη λα­τρευτική προσκύνηση που προσφέρουμε μόνο στον κατά φύση προσκυνητό Θεό. Έπειτα την προσκύνηση που, εξαιτίας του κατά φύση προσκυνητού Θεού, προσφέρουμε στους φίλους και τους λειτουργούς του, όπως ο Ιησούς του Ναυή και ο Δανι­ήλ προσκύνησαν τον άγγελο, ή στους τόπους του Θεού, όπως λέγει ο Δαβίδ˙ να προσκυνήσουμε τον τόπο όπου στάθηκαν τα πόδια του, ή στα αφιερώματα του Θεού, όπως όλος ο Ισραήλ προσκυνούσε τη σκηνή και το ναό της Ιερουσαλήμ περικυκλώνοντας τον και πηγαίνοντας σ’ αυτόν για προσκύνηση από όλα τα μέρη ακόμα και τώρα, ή στους άρχοντες που ορίστηκαν από αυτόν, όπως ο Ησαύ ως μεγαλύτερο αδελφό του, που τον κατέστησε ο Θεός, και τον Φαραώ. Γνωρίζω και την τιμητική προσκύνηση που απονέμεται μεταξύ των ανθρώπων, όπως έκανε ο Αβραάμ στους γιους του Εμμώρ. Ή απόρριψε λοιπόν κάθε προσκύνηση, ή να τις δέχεσαι όλες με τον οφειλόμενο λόγο και τρόπο.
Απάντησε λοιπόν στην ερώτηση μου· είναι ένας Θεός ο Θεός; Ναι θα μου πεις, όπως νομίζω, ένας νομοθέτης. Τι λοιπόν, νομοθετεί τα αντίθετα; Γιατί τα χερουβίμ δεν είναι βέβαια έξω από την κτίση. Γιατί λοιπόν προστάζει να σκεπάζουν το ιλαστήριο σκαλιστά χερουβίμ κατασκευασμένα από χέρια αν­θρώπων; Ή είναι φανερό, ότι είναι αδιανόητο να κάνουμε ει­κόνα του Θεού, επειδή είναι απερίγραπτος και ασχημάτιστος, ή κάποιου άλλου ως Θεού, για να μη προσκυνείται η κτίση λα­τρευομένη ως Θεός. Ενώ την εικόνα των χερουβίμ, που είναι περιγραπτά και παρίστανται με δουλοπρέπεια στο θρόνο του Θεού, προστάζει να την κάνουμε για να σκεπάζει με δουλοπρέ­πεια το ιλαστήριο· γιατί έπρεπε η εικόνα των θείων μυστηρίων να επισκιάζεται με την εικόνα των ουράνιων λειτουργών. 
Τι λες πάλι για την κιβωτό, τη στάμνα, το ιλαστήριο; Δεν είναι χειρο­ποίητα; Δεν είναι έργα ανθρώπινων χεριών; Δεν είναι κατα­σκευασμένα από ευτελή, όπως λες εσύ, ύλη; Τι ήταν και η σκηνή ολόκληρη; Δεν ήταν εικόνα; Δεν ήταν σκιά και προεικόνιση; Λέει λοιπόν ο θείος απόστολος αναφερόμενος στους ιερείς του νόμου· εκείνοι λατρεύουν τα επουράνια με προεικονίσεις και σκιά, σύμφωνα με την εντολή που πήρε ο Μωυσής από το Θεό για να κατασκευάσει τη σκηνή. 
Γιατί λέει, Πρόσεξε, να τα κάνεις όλα σύμφωνα με τον τύπο που σου υποδείχθηκε στο όρος. Όμως ο νόμος δεν ήταν εικόνα, αλλά ένα προσχέδιο εικόνας· λέει λοιπόν ο ίδιος απόστολος· αφού ο νόμος είναι η σκιά των μελλοντικών αγαθών και όχι η ίδια η εικόνα των πραγμάτων. 
Εάν λοιπόν ο νόμος απαγορεύει τις εικόνες, ενώ ο ίδιος είναι ένα προσχέδιο εικόνας, τι θα πούμε; Αν η σκηνή είναι σκιά και προτύπωση τύπου, πως προστάζει ο νόμος να μη εικονογραφούμε; Αλλά δεν είναι έτσι τα πράγματα, δεν είναι, αλλά υπάρχει οπωσδήποτε καιρός για το κάθε πράγμα».
(Λόγος Απολογητικός προς εκείνους που κατηγορούν τις άγιες εικόνες, ΕΠΕ 3, Έργα αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού).
Περί προσκύνησης εικόνων και τι επιτρέπεται να εικονίζεται;

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΣΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Νοεμβρίου, 2013

ΒΑΠΤΙΣΗ
Με μεγάλη χαρά προετοιμάζεσθε για τη βάπτιση τού παι­διού σας. Όλα σχεδόν τα έχετε προβλέ­ψει: ποιος θα είναι ο ανάδοχος, τι όνομα θα δώσετε, ποιους θα καλέσετε στη βάπτιση, από πού θα αγορασθούν τα βαπτι­στικά, πού θα δώσετε δεξίωση.

Θέλετε η βάπτιση τού παιδιού σας να είναι εφάμιλλη της κοινωνικής σας θέ­σης!

Δεν γνωρίζω όμως αν έχετε καθόλου σκεφθεί τη βάπτιση τού παιδιού σας, όχι σαν ένα κοσμικό και κοινωνικό γεγονός, αλλά σαν Μυστήριο της άγιας Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας. Σε παλαιότερα χρόνια αυτά όλα θεωρούνταν αυτονόητα, σήμερα ατυχώς, δεν είναι τόσο αυτονόητα.

Πολλοί που πορεύονται προς τη βάπτιση τον παιδιού τους αγνοούν παντελώς τη σημασία του Μυστη­ρίου, τη σχέση του με την πί­στη μας, τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην Εκκλησία.
Έτσι παραμένουν στο σκοτάδι και στε­ρούνται της δυνατότητας να συμ­μετάσχουν σε ένα σημαντικό για τη ζωή τού παιδιού τους και για τη ζωή όλης της Εκκλησίας γεγονός, όπως είναι η βάπτιση, αδικώντας και αυτήν και τον εαυτό τους.
Τι είναι η βάπτιση
Είναι ο μοναδικός τρόπος, με τον όποιον εισέρχεται στην Εκκλησία του Χριστού ο άνθρωπος λαμβάνοντας επάνω του τη σφρα­γίδα που ανεξίτηλα δείχνει ότι ανήκει πλέον στο Χριστό.
Το βάπτισμα είναι «φυτεία προς αθανασίαν» (Μ. Αθανάσιος, Ρ.G.29,10) και «όχημα προς ουρανόν βασιλείας πρόξενον, υιοθεσίας χάρισμα»(Μ, Βασίλειος, Ρ.G. 31,433).
Το Μυστήριο είναι Θεοσύστατο διότι ο ίδιος ο Χριστός εβαπτίσθη και απέστειλε τους Μαθητές Του μετά την Ανάστασή Του, να βαπτίζουν λέγοντας: «Πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…» (Ματθ. κη΄, 19).
Έκτοτε η Εκκλησία βαπτίζει κάθε άνθρωπο που θέλει να γίνει μέλος της. Η βάπτιση ανήκει στα μη επαναλαμβανόμεναΜυστήρια. Επίσης η τριττή κατάδυση μέσα στο αγιασμένο νερό της κολυμπήθρας συμβολίζει την τριήμερη Ταφή και την Ανάσταση του Χρίστου.
Ο νηπιοβαπτισμός
Από τον Γ΄ αιώνα καθιερώθηκε να βαπτί­ζονται οι άνθρωποι σε νηπιακή όπως γίνεται σήμερα. Και πριν βέβαια βαπτίζονταν και νήπια, ο κανό­νας όμως ήταν να βαπτίζονται σε μεγάλη ηλικία, ώστε να κατηχούνται και να ομολογούν πίστη. Γιατί γίνεται ο νηπιοβαπτισμός;
α. Ο νηπιοβαπτισμός είναι δείγμα αγάπης της Εκκλησίας προς τα παιδιά. Μη θέ­λοντας να τα αφήσει για πολύ καιρό έξω από τη μάνδρα του Χρίστου έρμαια του διαβόλου και μακριά από τη σώζουσα, θεία χάρη. 
β. Από την Κ. Διαθήκη πληροφορούμεθα ότι νήπια βαπτίζονταν από την Εκκλησία και σ’ αυτά ακόμη τα Αρχαία χρόνια, δηλ. από τον Α΄ μ.Χ. αιώνα (Πρξ. στ’ 13, 31-33, ιη’ 8, 1-2, 24, 44, 47-48).
γ. Για όσους ισχυρίζονται ότι με τον νηπιοβαπτισμό παραβιάζεται η ελευθέρια του ανθρώπου, επειδή το παιδάκι βαπτίζεται χωρίς να ερωτηθεί και συγκατανεύσει, απαντούμε ότι με την ίδια λογική δεν θα έπρεπε να μη το στέλνουν στο σχολείο, να μη τους κάνουν εμβόλια κλπ. Όπως όμως αυτές οι ενέργειες εντάσσονται στο καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού. Έτσι και ο νηπιοβαπτισμός. 
δ. Τέλος η Εκκλησία βαπτίζει τα νήπια με τη θέληση και την ευθύνη των γονέων τους.

Η ονοματοδοσία
Στις ημέρες μας έχει συνδεθεί το Βάπτι­σμα με το δόσιμο του ονόματος στο παιδί. Αυτό γίνεται εθιμικά.
Σύμφωνα με την Εκ­κλησία, το όνομα δίδεται στο παιδί την 8η ήμερα από τη γέννηση του. Ο Ελληνικός νόμος παρέχει στον γονέα το δικαίωμα να δηλώσει στο Ληξιαρχείο το όνομα του παιδιού και πριν από τη βάπτισή του.
Το όνομα που δίδεται στο παιδί με επισημότητα σήμερα κατά τη Βάπτιση πρέπει απαραιτήτως να είναι χριστιανικό. Έτσι το παιδί αποκτά προστάτη τον άγιο του οποίου το όνομα φέρει και όχι του παππού ή της γιαγιάς με αποτέλεσμα να του δίνουν δύο ονόματα (απαράδεκτο).
Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο (άρθρο 25 Νόμου 344/76 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 του Νόμου 1438/84 ΑΚ) και οι δύο γονείς από κοινού αποφασίζουν τη βάπτιση του παιδιού και το όνομα. (Αν υπάρχει διάσταση στο ανδρόγυνο ή διαφωνία, τη διαφορά επιλύει το δικαστήριο).
Ο Θεός σας αξίωσε να γίνετε γονείς και να βαπτίσετε το παιδάκι σας. Φανείτε αντάξιοι αυτής της δωρεάς. Εκπληρώσατε για το παιδί σας τα χρέη σας ως χριστιανών γονέων. Διδάξτε το με τα λόγια και το παράδειγμα σας να μάθει να ζει χριστιανικά. 

Τι είναι ο ανάδοχος (νουνός)
Ο ανάδοχος είναι ο εγγυητής απέναντι στην Εκκλη­σία, που αναπληρώνει την έλλειψη βούλη­σης του νηπίου και ομολογεί πίστη εξ ονόμα­τός του.

Ομολογεί βέβαια πίστη Ορθόδοξη Χριστιανική και αναλαμβάνει την υποχρέωση να διδάξει στο παιδί, μαζί με τους γονείς του, μόλις έλθει σε κατάλληλη ηλικία, το περιεχόμενο της πίστεώς μας.
Το πρόσωπο του αναδόχου είναι ιερό, συνάπτει δεσμούς πνευματικής συγγένειας με το παιδί και την οικο­γένεια του. Και λόγω της φύσεως του λειτουργήματός του επιβάλλεται να τυγχάνει της εμπιστοσύνης και εγκρίσεως της Εκ­κλησίας.
Η πνευματική συγγένεια που συνάπτεται με το βάπτισμα μεταξύ αναδόχου και αναδεκτού επεκτείνεται, κατά μεν τον νόμο, και στη μητέρα του παιδιού, κατά δε τους Ι. Κα­νόνες και μεταξύ παιδιών με τον ίδιο ανάδοχο. Καλόν είναι να προσεχθεί το σημείο αυτό.

Επομένως δεν επιτρέπεται να είναι ανάδοχοι:
α. Οι μη ορθόδοξοι, έστω και αν είναι χριστιανοί ετερόδοξοι,
β. Οι δεδηλωμένοι άθεοι και άπιστοι.
γ. Οι επιδεικτικά παραβιάζοντες εντολές και αποφάσεις της Εκκλησίας όπως π.χ. οι έχοντες τελέσει πολιτικό γάμο. Βλ. Εγκύκλιος 7. Συνόδου υπ’ αριθμ. 2309/21-1-82.
δ. Οι μη γνωρίζοντες τα της πίστεώς μας και μη όντες σε θέση ούτε το «πιστεύω» να απαγγείλλουν. Γιατί αυτοί δεν είναι σε θέση να αναλάβουν το έργο του αναδόχου που εί­ναι έργο ευθύνης, πίστεως και αγωγής.
ε. Τα μικρά-μικρά παιδιά, ηλικίας δηλ. κάτω των 10 ετών λόγω ανωριμότητας.

Τα βαπτιστικά
Συμ­βαίνουν εδώ πράγματα απαράδεκτα, έξω από κάθε έγκριση της Εκκλησίας, που μάλι­στα προσεγγίζουν ενίοτε την ειδωλολατρία.
Εξηγούμαι:
1. Τα ρούχα του παιδιού πρέπει, σύμφωνα με τον συμβολισμό της Εκκλησίας, να είναι λευκά. Το λευκό συμβολίζει την αγνότητα και καθαρότητα, το άγιον Πνεύμα.
2. Τα «μαρτυρικά» είναι ο Σταυρός ή η εικόνα της Παναγίας. Τίποτε άλλο.
3. Το λάδι. Ονομάζεται «επορκιστόν έλαιον» γιατί μ’ αυτό ο ιερεύς χρίει το παιδί πριν από τη βάπτιση. Με το ίδιο λάδι αλείφει το παιδί σε όλο το σώμα του ο ανάδοχος. Επιβάλεται να είναι ελαιόλαδο αγνό και όχι σπορέλαιο.

Η διαδικασία της βαπτίσεως
1. Προηγείται η Κατήχηση. Γί­νεται λίγο πριν από τη βάπτιση, στον νάρθη­κα της Εκκλησίας. Εκεί ο ιερεύς διαβάζει τους εξορκισμούς. Ύστερα ερωτάται ο ανάδοχος 3 φορές αν απαρνείται για λογαριασμό τον νηπίου, τον Σατανά, και συντάσσεται με τον Χριστό όπου ομολογεί το Σύμβολον της Πίστεως.
2. Μετά αρχίζει το Μυ­στήριο του Βαπτίσματος στο κέντρο του ναού εμπρός στην Κολυμπήθρα. Βαπτίζοντας το παιδί εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και με την τριττή κατάδυση μέσα στο αγιασμένο νερό της κολυμπήθρας που συμβολίζει την τριήμερη Ταφή και την Ανάσταση του Χρίστου.

3. Ακολουθεί το Χρίσμα πού είναι ξε­χωριστό Μυστήριο. Με το Χρίσμα μεταδίδο­νται οι καρποί και τα χαρίσματα τού Άγ. Πνεύματος.

4. Τριχοκουρία: κόβονται σταυροειδώς τα μαλλιά τού παιδιού σε ένδειξη αφιερώσεώς του στον Θεό.
5. Ένδυση: ευλογούνται τα νέα ρούχα τού παιδιού, που το παραλαμβάνουν για να το ντύσουν οι συγγενείς ή μητέρα. Στην Κολυμπήθρα πλένουν τα χέρια τους ο ιερεύς και ο ανάδοχος.
6. Ακολουθεί ο Σταυρός: ο σταυ­ρός θα συνοδεύει το παιδί σε όλη του τη ζωή.
7. Ακολουθεί η Απόλυσις: Η μητέρα, κάνοντας τρεις μετάνοιες στον ανάδοχο και αναγνωρίζοντας την υψηλή και ιερή αποστολή του ασπάζεται το χέρι του, παίρνει στην αγκαλιά της το νεο­φώτιστο.

Το έργο του αναδόχου
Το έργο του Ανάδοχου είναι η κατήχηση του παιδιού. Αναλαμβάνει την ευθύνη της χριστιανικής και Εκκλησιαστικής διαπαιδαγωγήσεως του φωτιζομένου.

Ο ανάδοχος παρίσταται και συμμετέχει στο βάπτισμα ως εγγυητής της ειλικρινούς προθέσεως να κατηχηθεί και να μυηθεί ο βαπτιζόμενος στη χριστιανική πίστη.
Από την πνευματική σχέση μεταξύ αναδόχου και βαπτιζομένου δημιουργείται πνευματική συγγένεια, η οποία επεκτείνετει και στους στενούς συγγενείς τους και αποτελεί κώλυμα γάμου.
Αμέσως μετά την Βάπτιση το παιδί έχει συμμετοχή στην Θεία Κοινωνία για πρώτη φορά το νήπιο όχι μόνο 3 φορές. Αλλά περισσότερες φορές και κάθε Κυριακή είναι ευλογία και δύναμη για το παιδί.Κάθε φορά το παιδί που κοινωνά γίνεται «Χριστόφορο» και «Πνευματοφόρο». 
Ακόμη δύο λόγια:
1. Ο ιερεύς πού βάπτισε το παιδάκι σας απέκτησε μια ειδική πνευματική σχέση με αυτό. Πολλοί ιερείς αξιώνονται να παντρεύουν τα παιδιά πού πριν 20 χρόνια βάπτισαν. Καλλιεργήστε αυτή τη σχέση με τον ιερέα είναι πνευματικός Πατέρας του παιδιού σας.
2. Προτιμάτε την ενορία σας για να βαπτίσετε το παιδί σας. Μη παρασύρεσθε από κενόδοξες σκέψεις και αλλάζατε την ενορία σας. Στην ενορία σας τηρείται Μητρώο βαπτί­σεων. Από εκεί θα εξυπηρετηθείτε όταν περαστεί ανάγκη.

http://theomitoros.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Κουκουζέλης

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Νοεμβρίου, 2013

Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Κουκουζέλης, ὁ ἐπονομαζόμενος «ἀγγελόφωνος» γιὰ τὴν ὄντως ἀγγελική του φωνή, γεννήθηκε στὸ Δυρράχιο τὸ 1270, στὰ χρόνια της βασιλείας τῶν Κομνηνῶν.
Γιὰ τὴν ἐξαίρετη φωνὴ τοῦ τὸν προσέλαβαν σὲ βασιλικὸ σχολεῖο μουσικῆς. Ἦταν ἐξαίρετος καὶ στὸ ἦθος, γι᾿ αὐτὸ ὁ βασιλιὰς τὸν ἀγαποῦσε ὑπερβολικά, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ ἄρχοντες. Ὁ ἴδιος ὅμως, ἀπὸ φόβο μήπως ἡ πρόσκαιρη δόξα τοῦ στερήσει τὴν οὐράνια ἀγαλλίαση, σχεδίαζε ν᾿ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν κόσμο.
Κάποτε ὁ ἡγούμενος τῆς Λαύρας τοῦ Ἄθω ἐπισκέφθηκε τὸν βασιλιὰ γιὰ ἀναγκαία ὑπόθεση. Ἡ θέα τοῦ ἡγουμένου καὶ ἡ κοσμιότητά του φούντωσαν στὴν καρδιὰ τοῦ νέου τὸν πόθο γιὰ τὴν ἀγγελικὴ πολιτεία. Ἀδιαφορεῖ λοιπὸν γιὰ τὴ βασιλικὴ εὔνοια, ἀλλάζει τὰ μεταξωτὰ ροῦχα του μὲ τρίχινα, παίρνει ἕνα ραβδὶ καὶ ξεκινᾶ γιὰ τὴ Λαύρα.
Ὁ θυρωρὸς τῆς μονῆς τὸν ρωτάει:
– Τί ζητᾶς καὶ ποιὰ τέχνη γνωρίζεις;
Κι ἐκεῖνος, κρύβοντας τὴν πραγματική του τέχνη γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀνακαλύψει ὁ βασιλιάς, ἅπαντα:
– Βοσκὸς εἶμαι καὶ ποθῶ νὰ γίνω μοναχός.
Ὁ ἡγούμενος τὸν δέχθηκε, τὸν δοκίμασε γιὰ λίγο καιρὸ καὶ ἀφοῦ τὸν ἔκειρε μοναχὸ τὸν ἔστειλε στὸ βουνὸ νὰ βόσκει τράγους. Ἔτσι ὁ ὅσιος πραγματοποίησε τὸν πόθο του καί, ἐκτελώντας τὴ διακονία του, προσευχόταν συγχρόνως ἀπερίσπαστος μέσα στὴν ἀγαπημένη τοῦ ἡσυχία.
Μία μέρα ἔβοσκε τοὺς τράγους σ᾿ ἕνα ἀκρωτήριο. Κοίταξε δεξιὰ κι ἀριστερά, βεβαιώθηκε πὼς δὲν ὑπάρχει κανένας, καὶ ἄρχισε νὰ ψάλλει ἕναν ὕμνο μὲ περισσὴ τέχνη καὶ κατάνυξη.
Κάποιος ἀσκητὴς ἐκεῖ κοντὰ ἄκουσε τὴν οὐράνια μελωδία καὶ βγῆκε ἀπορημένος ἀπὸ τὴ σπηλιά του. Βλέπει τότε ἕνα ἐξαίσιο θέαμα: οἱ τράγοι εἶχαν σταματήσει τὴ βοσκὴ καὶ παρακολουθοῦσαν τὸν ἐξαίρετο ψάλτη.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ἄργησε νὰ τὸ μάθει ὁ ἡγούμενος. Ἀπὸ τότε ὁ ὅσιος ἀξιοποίησε τὸ σπάνιο χάρισμά του, ψάλλοντας στὸν δεξιὸ χορὸ τοῦ καθολικοῦ της Λαύρας. Ἦταν Σάββατο τοῦ Ἀκάθιστου καὶ ὁ Κουκουζέλης, ἀφοῦ ἔψαλε μὲ ἐπιμέλεια τὰ ἰδιόμελα καὶ τὸν κανόνα τῆς Θεοτόκου, ἀποκοιμήθηκε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν κούραση, ὄρθιος στὸ στασίδι του. Βλέπει τότε μπροστὰ τοῦ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ ἀκούει τὴ γλυκεία φωνή της:
– Χαῖρε Ἰωάννη, παιδί μου. Ψάλλε μου καὶ δὲν θὰ σ᾿ ἐγκαταλείψω.
Καὶ λέγοντας αὐτά, τοῦ ἔδωσε ἕνα χρυσὸ νόμισμα. Ξυπνᾶ ἀμέσως ὁ ὅσιος καὶ βλέπει γεμάτος χαρὰ στὸ δεξί του χέρι τὸ φλουρί. Εὐχαρίστησε τὴ Θεοτόκο γιὰ τὴν εὔνοιά της καὶ τὸ παρέδωσε στὴν ἐκκλησία. Τὸ νόμισμα αὐτὸ εἶχε θαυματουργικὴ δύναμη καὶ τελοῦσε μεγάλα θαύματα.
Ἀπὸ τότε ὁ ὅσιος Ἰωάννης δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ τὸν δεξιὸ χορό, ψάλλοντας μὲ προθυμία καὶ δοξολογώντας τὸν Κύριο καὶ τὴ Μητέρα Του. Ἀπὸ τὸν πολὺ κόπο καὶ τὴν ὀρθοστασία σάπισε τὸ πόδι του κι ἔβγαζε μία δύσοσμη ὀσμή. Ἡ Παναγία ὅμως δὲν τὸν ἐγκατέλειψε. Ἐμφανίζεται πάλι καὶ τοῦ λέει:
– Ἀπὸ τώρα θὰ εἶσαι ὑγιής.
Ἀμέσως ὁ ὅσιος θεραπεύθηκε καὶ παρέμεινε ὑγιὴς μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Προεῖδε μάλιστα τὸν θάνατό του, ζήτησε συγχώρηση ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς καὶ ἐκοιμήθη ὁσιακῶς τὴν 1η Ὀκτωβρίου.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι είναι το Ιερό Σαρανταλείτουργο;

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Νοεμβρίου, 2013

Σαρανταλείτουργο λέγεται η τέλεση της Θείας Λειτουργίας επί σαράντα συνεχείς ημέρες. Οι σαράντα αυτές λειτουργίες γίνονται υπέρ υγείας των ζώντων και ιδιαιτέρως υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων χριστιανών.
Το Σαρανταλείτουργο υπέρ ζώντων και κεκοιμημένων γίνεται συνήθως τις ημέρες της νηστείας των Χριστουγέννων από τις 15 Νοεμβρίου μέχρι την 25 Δεκεμβρίου.Σύμφωνα με την παράδοσή μας, στο Σαρανταλείτουργο μνημονεύονται από την πρώτη μέχρι την τεσσαρακοστή ημέρα, όσοι έχουν “φύγει” από μας προς τον Κύριον.
Το Σαρανταλείτουργο δεν μπορεί να γίνει κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, γιατί στις πένθιμες και αυστηρές ημέρες της νηστείας δεν γίνονται Λειτουργίες παρά μόνο το Σάββατο και την Κυριακή.
Η πράξη αυτή της Εκκλησίας μας στηρίζεται στη διαβεβαίωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, όταν έκαμε την πρώτη Θεία Λειτουργία στο Μυστικό Δείπνο, είπε ότι το αίμα Του είναι το αίμα που επικυρώνει την Καινή Διαθήκη. Είναι το αίμα που χύνεται υπέρ των πιστών Του “εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον”. Τα λόγια αυτά του Χριστού μαρτυρούν ότι η Θεία Λειτουργία είναι θυσία λατρευτική και ευχαριστήρια, ικετευτική και πρεσβευτική. Αλλά συγχρόνως είναι και θυσία εξιλασμού. Είναι δηλαδή θυσία για συγχώρεση των αμαρτιών μας.
Γι’ αυτό όταν τελούμε τη Θεία Λειτουργία κι αφού γίνει ο αγιασμός των Τιμίων Δώρων παρακαλούμε το Θεό για την ειρήνη και ομόνοια των Εκκλησιών και όλου του κόσμου. . Στη συνέχεια μνημονεύουμε και τους κεκοιμημένους μας και μάλιστα ονομαστικά, γιατί πιστεύουμε ότι οι ψυχές τους έχουν μεγάλη ωφέλεια, όταν γίνεται δέηση υπέρ αυτών μέσα στη Θεία Λειτουργία. Επειδή και αν ακόμη είναι αμαρτωλοί αυτοί που μνημονεύουμε, εμείς προσφέρουμε “Χριστό εσφαγιασμένον υπέρ των ημετέρων αμαρτημάτων” και παρακαλούμε το Θεό να γίνει σπλαχνικός για μας και γι’ αυτούς. Οι ευχές υπέρ των κεκοιμημένων μέσα στη Θεία Λειτουργία και μάλιστα η μνημόνευσή των ονομάτων τους είναι γνωστή από τα πρώτα χρόνια της Εκκλησίας.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι η μνημόνευση των ονομάτων των κεκοιμημένων  στη Θεία Λειτουργία είναι καθιερωμένη από τους Αγίους Αποστόλους, που δεν καθιέρωσαν τυχαία τη μνημόνευση αυτή μέσα στα φρικτά Μυστήρια του Χριστού. Νομοθέτησαν να μνημονεύονται και οι κεκοιμημένοι στην Ευχαριστία, γιατί ήξεραν ότι αυτή η μνημόνευση φέρνει σ’ αυτούς “πολλήν όνησιν”. Φέρνει μεγάλη ωφέλεια και πολύ κέρδος.
Διότι όταν στέκει ένας ολόκληρος λαός και συμπροσεύχεται, όταν υπάρχουν ιερείς που τελούν τη φρικτή θυσία του Σταυρού, πώς να μη κάμωμε το Θεό να φανεί ίλεως και σπλαχνικός προς τους κεκοιμημένους  μας.
Γι’ αυτό οι παλιοί και καλοί χριστιανοί, όταν έκαναν το μνημόσυνο και τη Θεία Λειτουργία, ήταν παρόντες σ’ όλη τη Θεία Λειτουργία, από την αρχή μέχρι το τέλος. Είχαν κατάλληλα προετοιμαστεί με εξομολόγηση των αμαρτιών τους και μεταλάβαιναν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
Κι έπειτα αγιασμένοι με τη Θεία Κοινωνία έκαναν το μνημόσυνο για τη συγχώρεση των αμαρτιών και των ψυχών των κεκοιμημένων τους.
Υπάρχουν μερικοί δεισιδαίμονες που δεν θέλουν να γράφονται τα ονόματα των νεκρών δίπλα στα ονόματα των ζώντων, γιατί το θεωρούν γρουσουζιά. Αλλά αυτό είναι μεγάλο λάθος. Για την Εκκλησία του Χριστού δεν υπάρχουν νεκροί. Οι νεκροί είναι πιο ζωντανοί από μας κι έρχονται σε κάθε Λειτουργία και συλλειτουργούν μαζί μας και τους Αγγέλους.
Απ’ όσα είπαμε φαίνεται ότι όταν κάνουμε Σαρανταλείτουργο, δεν πρέπει να αρκούμαστε να προσφέρουμε τα δώρα μας για να μνημονεύονται τα ονόματα μόνο. Πρέπει να συμμετέχομε στη Θεία Λειτουργία. Να πηγαίνουμε κατάλληλα προετοιμασμένοι με εξομολόγηση και προσευχή. Να κοινωνούμε των Αχράντων Μυστηρίων του Χριστού “εις άφεσιν αμαρτιών ημων και εις ζωήν αιώνιον”. Να μεταλαβαίνουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού  και “υπέρ αναπαύσεως” των αγαπημένων μας νεκρών για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους. Γιατί η χάρη και το έλεος του Θεού δεν έρχονται μαγικά κι από μόνα τους. Χρειάζεται εργασία και ιδρώτας, αγώνας και προσπάθεια , άσκηση πνεύματος και σώματος, τέντωμα ψυχής και λαχτάρα θείας ζωής, για να αποκομίσουμε κι εμείς και οι νεκροί μας “μέγα κέρδος και πολλήν όνησιν”.

Η Τεσσαρακονθήμερος Νηστεία των Χριστουγέννων.

Τέλος υπενθυμίζουμε ότι η νηστεία της Σαρακοστής των Χριστουγέννων αρχίζει μαζί με το Σαρανταλείτουργο 15 Νοεμβρίου.
Μέχρι των Εισοδίων 21 Νοεμβρίου και από 12 έως 24 Δεκεμβρίου δεν τρώμε ψάρι, από 21 Νοεμβρίου έως 12 Δεκεμβρίου Εκτός Τετάρτης και Παρασκευής  μπορούμε να τρώμε Ψάρι. 
Σας Ευχόμαστε καλή Σαρακοστή και Καλή Δύναμη στον Πνευματικό σας αγώνα!

http://inaap.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ένας προορατικός Γέροντας, ο άγ. Γεώργιος Καρσλίδης ( †4 Νοεμβρίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Νοεμβρίου, 2013

αι γεωργιοσ καρσλιδις

Γράφει ο Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

 Ο μακάριος Γέροντας Γεώργιος καταγόμενος από τον Πόντο γνώρισε από πολύ νωρίς την ορφάνια και την μοναξιά. Μετά από διώξεις και φυλακίσεις από το άθεο καθεστώς της Γεωργίας, φθάνει στην Ελλάδα, όπου ζώντας ασκητικά και με θερμή πίστη, χαριτώνεται ο ταπεινός και άξιος λειτουργός του Υψίστου με χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως και προφητείας.

Συμπληρώνονται εφέτος 46 έτη από την μακαρία εκδημία του αοιδίμου πατρός Γεωργίου, που γεννήθηκε στην Αργυρούπολη του Πόντου το 1901. Νωρίς ορφάνεψε και την ανατροφή του ανέλαβε η ευλαβής γιαγιά του. Μετά τον θάνατο της γιαγιάς του και της αδελφής του αναχωρεί με τον παππού του για το Ερζερούμ, την Θεοδοσιούπολη της Μεγάλης Αρμενίας. Ο θάνατος και του παπ πού του και η κακομεταχείριση του αδελφού του τον φέρνουν στα μέρη του Καυκάσου Μόνος, φτωχός, πονεμένος κι αναγκεμένος, συντροφευόμενος από αγίους σε όνειρα και οράματα, φθάνει στην Τυφλίδα της Γεωργίας και οδηγείται από τον εκεί επίσκοπο στην Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Ενδύεται το τίμιο του μοναχού ένδυμα στην ηλικία μόλις των εννέα ετών. Θα το διατηρήσει επί μισό αιώνα.

Η κουρά του

Αγάπησε την άσκηση και την προσευχή από παιδί. Στις 20 Ιουλίου 1919 κείρεται μοναχός και από Αθανάσιος ονομάζεται Συμεών. Κατά την ώρα της κουράς του λέγεται πως οι καμπάνες σήμαιναν μόνες τους.

Στην Μονή συνάντησε έναν θείο του επίσκοπο, που τον βοήθησε πνευματικά. Το άθεο καθεστώς της επανάστασης του 1917 δίωξε την Εκκλησία, τον κλήρο και τον μοναχισμό. Μαζί με άλλους μοναχούς της μονής του φυλακίσθηκε σε μια ανήλια και υπόγεια φυλακή, απ’ όπου περνούσαν υπόνομοι. Υπέμεινε μεγάλες και φρικτές κακουχίες με ελπίδα στον Θεό. Πολλοί αδελφοί του τελείωσαν μαρτυρικά τον βίο τους εκεί. Με την βοήθεια της Παναγίας γλύτωσε από βέβαιο θάνατο. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονήθηκε ιερεύς κι ονομάσθηκε Γεώργιος. Λειτουργούσε στα γεωργιανά.

Σύντομα απέκτησε φήμη διακριτικού, διορατικού και προορατικού Γέροντος. Πολύς κόσμος ερχόταν από μακριά για να γνωρίσει και να συμβουλευθεί τον νεαρό ιερομόναχο. Το 1923 από την Τυφλίδα μεταβαίνει στο Σουχούμ. Στις συχνές θείες λειτουργίες του μνημόνευε πολλά ονόματα. Στο κελλί του μελετούσε και προσευχόταν συνεχώς. Η εγκράτεια, η άσκηση, η αγρυπνία και η νηστεία ήταν αδιάκοπες. Οι προφητείες του εκπληρώνονταν. Όλοι τον πλησίαζαν ως άγιο. Το 1929 καταφέρνει να έλθει στην Ελλάδα.

Άφιξη στην Ελλάδα 

Δοξάζει τον Θεό για την σωτηρία του. Ο Πόντος, η Γεωργία και η Ρωσία μένουν στην μνήμη του ως τόποι αγώνων, μαρτυρίων και θυσιών. Από την Θεσσαλονίκη, όπου φθάνει στις 19 Οκτωβρίου 1929, μεταβαίνει στην Κατερίνη και στα χωριά Αλώνια και Κούκκος, Μικρό Δάσος του Κιλκίς και τέλος το 1930 στην Σίψα της Δράμας. Οι κακουχίες της φυλακής της Γεωργίας τον είχαν αφήσει ημιπαράλυτο, πολύ αδύναμο και πολλές φορές δυσκολευόταν πολύ να περπατήσει, ώστε τον σήκωναν στα χέρια, για να μετακινηθεί.

Όλη η περιουσία του ήταν λίγα εκκλησιαστικά βιβλία στην γεωργιανή γλώσσα, ιερατικά άμφια, εικόνες και μέρος των λειψάνων της αδελφής του Άννας. Κόσμος πολύς αρχίζει να τον πλησιάζει για να βοηθηθεί. Ο φιλόθεος, φιλάγιος, φιλάδελφος και φιλάνθρωπος πατήρ κάνει παρακλήσεις, εξομολογεί και νουθετεί. Το 1938 κτίζει το μοναστηράκι της Αναλήψεως. Εκεί θα λειτουργεί, θα εξομολογεί, θα κηρύττει, θα προλέγει, θα θαυματουργεί επί μία ολόκληρη εικοσαετία. Ο ναός και το κελλί του γίνονται κολυμβήθρα Σιλωάμ για σωματικές και ψυχικές ασθένειες πολλών.

Μεταβαίνει προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα και το Άγιον Όρος κι έχει συναντήσεις με ιερές μορφές, που τον πείθουν να μείνει εκεί που είναι, γιατί έχει μεγάλη ανάγκη ο πιστός λαός την παρουσία και την μαρτυρία του. Το 1941 κατά θαυμαστό τρόπο σώζεται από βέβαιο θάνατο από τους Βούλγαρους, που τον είχαν συλλάβει προς εκτέλεση. Όλη η ζωή του κυλά μέσα σ΄ ένα συνεχές θαύμα. Με την βοήθεια του αγίου Νικολάου θεραπεύεται, ώστε να μπορεί κάπως ν΄ αυτοσυντηρείται.

Πάντα λιτός, απλός, νηστευτής, άγρυπνος, φιλάσθενος και δεόμενος. Λιγομίλητος, προσεκτικός, αυστηρός και σοβαρός. Σε μεγάλη ανάγκη επισκεπτόταν φτωχούς κι ασθενείς. Είχε βοηθηθεί ο ίδιος κι έτσι μπορούσε να βοηθήσει και τους άλλους.

Κατά την αγία προσκομιδή μνημόνευε χιλιάδες ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Μάλιστα σημείωνε ορισμένα και στο τέλος της θείας Λειτουργίας καλούσε ιδιαίτερα τους συγγενείς και τους έλεγε τα προβλήματα των ζώντων ή των κοιμηθέντων και πως τέλειωσαν τον βίο τους. Καθαροί και αθώοι άνθρωποι τον έβλεπαν ως λειτουργό να μην πατά στην γη.

Στις αναίμακτες θείες ιερουργίες ήταν φωτεινός, ειρηνικός και χαρούμενος. Συλλειτουργούσε με αγίους. «Σπάνια λειτουργώ μόνος μου», έλεγε ο Γέροντας. Είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στην Παναγία, στον Τίμιο Πρόδρομο και τον άγιο Γεώργιο! Πολλούς ασθενείς κι αναγκεμένους ανθρώπους τους έστελνε σε διάφορους αγίους και με την ευχή του γίνονταν καλά. Από ταπείνωση δεν ήθελε να τιμάται η αναξιότητά του, αλλά να δοξάζεται ο Θεός από τους αγίους του. Τους αγίους ονόμαζε μουσαφίρηδες. Είχε την χάρη να βλέπει την ψυχική κατάσταση των εκκλησιαζομένων.

Ο Γέροντας ήταν αυστηρός τηρητής των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας. Δεν ήταν εύκολος σε ανεπίτρεπτες «οικονομίες». Γινόταν πιο αυστηρός στους αμετανόητους. Το λειτούργημα του Πνευματικού το είχε πολύ υψηλά και το είχε λάβει πολύ σοβαρά. Δεν ήθελε οπαδούς να τον κολακεύουν. Είχε πάντα μια διακριτική αυστηρότητα. Αποσκοπούσε συστηματικά στην ταπείνωση του εξομολογουμένου, στην αληθινή συντριβή και μετάνοια προς σωτηρία ψυχών αθανάτων.

Ο χαρισματούχος ποιμένας

Η θερμή πίστη, η ασκητική βιοτή, η καθαρή ζωή χαρίτωσαν τον ταπεινό κι άξιο λειτουργό του Υψίστου με χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως και προφητείας. Ο Θεός φώτιζε τον μακάριο Γέροντα έτσι που τα μακρινά και τα παρελθόντα να τα βλέπει ως πλησίον και παρόντα, όπως και άλλοτε τα μέλλοντα, καθώς διηγούνται με θαυμασμό πολλά πνευματικά του τέκνα. Μερικοί που αμφέβαλλαν για τα χαρίσματα του Γέροντα δεν αργούσαν, όταν τον γνώριζαν καλά, να διαπιστώσουν πως πράγματι ήταν αληθινός άνθρωπος του Θεού. Ο Γέροντας χρησιμοποιούσε τα χαρίσματα προς βοήθεια και σωτηρία των ψυχών κι όχι για να εκθέσει και ντροπιάσει ανθρώπους ή να καυχηθεί και να προβληθεί ο ίδιος. Με δάκρυα πολλά μιλούσε καθαρά για τα επερχόμενα δεινά· την κατοχή του 1940, την επιδρομή των Βουλγάρων, τον εμφύλιο πόλεμο. Διάβαζε τις καρδιές των ανθρώπων σαν ανοιχτό βιβλίο. Για να διατηρείται στην ταπείνωση, μερικές φορές προσποιόταν μωρία, διά Χριστόν σαλότητα. Η αρετή θέλει πολύ κόπο για ν΄ αποκτηθεί και περισσή τέχνη για να διαφυλαχθεί.

Ο Γέροντας στο ποιμαντικό του έργο έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή στις γυναίκες, που λόγω του πλούσιου συναισθηματικού τους κόσμου εύκολα υπερβάλλουν στις τιμές των άλλων. Ήταν διακριτικά αυστηρός μαζί τους. Έκρυβε όμως μια καρδιά με μεγάλη αγάπη για όλους. Η ελεημοσύνη του ήταν πάντοτε μυστική. Μόλις σκοτείνιαζε έστελνε κρυφά μ΄ έμπιστους δικούς του ανθρώπους αναγκαία τρόφιμα και ρούχα στα σπίτια των φτωχών. Παρηγορούσε τους πενθούντες και φρόντιζε προσεκτικά τους νεκρούς. Αγαπούσε τα παιδιά, τα συμβούλευε στοργικά και τους μοίραζε απλόχερα δώρα. Έκρυβε πάντα τον εαυτό του και δεν ήθελε να φαίνεται και να τιμάται. Ο Γέροντας δεν ήθελε κανένας να φύγει από το μοναστήρι νηστικός. Μαγείρευε, φούρνιζε ψωμί και μοίραζε σε όλους ευλογία. Ήταν εργατικός, ακούραστος, ελεήμων και φιλάνθρωπος.

Οι πιστοί έτρεφαν για όλα αυτά σεβασμό και αγάπη στον Γέροντα. Δεχόταν την αγάπη των τέκνων του, αλλά δεν την προκαλούσε και δεν την επιθυμούσε. Ήταν ταπεινός κι αγαπούσε ιδιαίτερα να μιλά για την αγία ταπείνωση. Ζούσε τελικά σε μια ιερή μοναξιά. Οι πολλοί των ανθρώπων δεν τον κατανοούσαν και μερικοί μάλιστα τον παρεξηγούσαν. Λίγοι μπορούσαν να καταλάβουν καλά το βάθος της πνευματικότητος του.

Η κοίμησή του

Προείδε και προείπε επακριβώς το μακάριο τέλος του. Προετοιμα­σμένος από καιρό το ανέμενε με περισσότερη προσευχή δίνοντας τις τελευταίες συμβουλές στ΄ αγαπητά πνευματικά του τέκνα. Τρεις μέρες πριν τον θάνατο του τελέσθηκε το μυστήριο του ιερού ευχελαίου. Μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων. Συγχώρεσε, ευλόγησε κι ευχήθηκε όλους. Κοιμήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1959. Οι τελευταίες λέξεις που ακούσθηκαν από τα χείλη του ήταν: «Της ευσπλαγχνίας την πύλην άνοιξον, ευλογημένη Θεοτόκε».

Ένα ορφανεμένο, πενθηφόρο κι απαρηγόρητο πλήθος τον ακολούθησε στην τελευταία κατοικία του, πίσω από τον ιερό ναό της Αναλήψεως, όπου λειτουργούσε επί τριάντα περίπου χρόνια. Το πρόσωπο του ήταν ειρηνικό, ιλαρό και φωτεινό. Το νεκρό του σώμα ευλύγιστο, όπως των Αγιορειτών. Τα δύο κυπαρίσσια πλάι στον τάφο του λύγισαν σαν για να τον προσκυνήσουν, όπως είχε προείπει, και πολλά πουλιά συνάχθηκαν την ώρα της ταφής του, δίχως να φοβούνται τον πολύ κόσμο. Όλοι ήταν πλέον βέβαιοι ότι κηδεύεται και θάβεται ένας άγιος, ζήτησε να τον θάψουν με τα άμφιά του, τον σταυρό του και τα λειτουργικά του βιβλία που είχε από την Γεωργία.

Τεύχος 17ο, Περιοδικό Πεμπτουσία, σελ. 116-123, Απρίλιος – Ιούλιος 2005

 [Στο κείμενο του π. Μωυσή ο άγιος Γεώργιος αναφέρεται ως Γέροντας, γιατί δεν είχε γίνει ακόμη η κατάταξή του στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας]

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Άγιος Νεκτάριος και η ελληνική φιλοσοφία

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Νοεμβρίου, 2013

Ο  Άγιος  Νεκτάριος και  η  ελληνική  φιλοσοφία

«…μόνον τό ἔθνος τό Ἑλληνικόν ἔμεινε

ὡς πρόσωπο δρῶν ἐπί τῆς παγκοσμίου σκηνῆς,

καθ’ ὅλους τούς αἰῶνας, καί τοῦτο διότι

ἡ ἀνθρωπότης δεῖται αἰωνίων διδασκάλων.»

(Ἁγ. Νεκταρίου, Ἱερῶν & Φιλοσοφικῶν Λογίων Θησαύρισμα)

Tίς πιό πολλές φορές γνωρίζουμε τούς ἁγίους μέσα ἀπό τά πολυποίκιλα θαύματά τους ἤ τά βοηθητικά τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἔργα τους καί λιγότερο ἀπό τίς ἐπιστημονικές τους γνώσεις καί μελέτες, ἀπό τούς ἀγῶνες τους γιά τήν ἀνόρθωση τοῦ Γένους καί τήν ἀναμόρφωση τῆς πατρίδας μας.

Ἡ ἐνασχόληση πολλῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μέ τά κλασσικά ἔργα καί τήν πνευματική μας κληρονομιά ἐν γένει, τό ἐνδιαφέρον μέ τό ὁποῖο τήν περιέβαλαν καθώς καί τά συμπεράσματα καί οἱ διαπιστώσεις τους ἀπό τήν μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων, δίνουν σέ μᾶς σήμερα ἐλπίδα καί αἰσιοδοξία γιά νά ἀντέξουμε τά δεινά στά ὁποῖα ὁδηγεῖται ἀργά καί μεθοδικά ἡ πατρίδα μας καί κάθε ἄνθρωπος πού θέλει νά παραμείνει πρόσωπο.

Οἱ ἀναφορές τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στούς ἀρχαίους Ἕλληνες σοφούς ἔχουν τέτοιο εὖρος, πού προκαλοῦν τόν θαυμασμό, ὄχι μόνο γιά τίς γνώσεις ἀλλά καί γιά τό πῶς τίς ἀξιοποίησε ὁ λόγιος Ἱεράρχης καί ἅγιος παιδαγωγός, συμβάλλοντας στήν ἀναβάθμιση τῆς ἐκπαίδευσης καί τήν ἀνύψωση τῆς παιδείας, σέ μιά ἐποχή κρίσιμη γιά τόν Ἑλληνισμό.

Βαθύτατος γνώστης τῆς θύραθεν Γραμματείας καί τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, ἀναλαμβάνει ὁ ἴδιος, στό σημαντικότερο γιά τήν ἐκκλησιαστική ζωή τῆς Ἑλλάδας ἵδρυμα μετά τή Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν, στή Ριζάρειο Σχολή, τή διδασκαλία τῶν Ἑλλήνων καί Λατίνων κλασσικῶν, εἰσηγεῖται τή διδασκαλία τῶν Ἠθικῶν τοῦ Πλουτάρχου, τῶν ἀρχαίων τραγωδιῶν, τῶν Ἑλλήνων Πατέρων καί κλασσικῶν συγγραφέων, ἐνῶ ἡ Πολιτεία, ἀναγνωρίζοντας τό συγγραφικό του ἔργο, τοῦ ἀναθέτει τό ἔργο τοῦ κριτῆ στά Διδασκαλεῖα καί στά Ἐκπαιδευτήρια τῆς Μέσης Ἐκπαίδευσης.

Στόν Β΄ Τόμο τοῦ συγγράμματός του Ἱερῶν καί Φιλοσοφικῶν Λογίων Θησαύρισμα, ἐξηγεῖ γιά ποιό λόγο ἔλαβε ὡς θέμα μελέτης του τήν Ἑλληνική Φιλοσοφία καί γιατί τό θεωρεῖ «ὡς θέμα πολλῆς σπουδαιότητος διά τούς Ἕλληνας»: Ὁ πόθος του νά ἀθροίσει ὅ,τι ὑγιές περί Θεοῦ, περί ψυχῆς καί περί ἀρετῆς δίδαξαν οἱ πρόγονοί μας, τόν ὁδήγησε νά θησαυρίσει σέ ἕνα τεῦχος τίς σοφές γνῶμες τῶν σοφῶν Ἑλλήνων. Ἀπό τή μελέτη αὐτή ἐπείσθη ὅτι «οἱ Ἕλληνες σοφοί, ἐν ὅλῳ καί ἐν μέρει, ὑπῆρξαν διδάσκαλοι τῆς ἀληθείας, ὅτι ταύτης ἐγένοντο ἐρασταί καί ταύτην ἐπεζήτησαν καί ὅτι ὁ ἔρως τῆς γνώσεως τῆς ἀληθείας ἦν ὁ πρός τήν ἀληθῆ φιλοσοφίαν αὐτούς ἄγων· οὗτος ἤγαγεν κατά μικρόν τό Ἑλληνικόν ἔθνος πρός τήν εὐκρινεστέραν γνῶσιν τῆς ἀληθείας καί τελευταῖον πρός τήν ἀποκαλυφθεῖσαν ἀλήθειαν».      

Ἀξίζει, πιστεύουμε, νά μεταφέρουμε ἐπί λέξει τί ἔγραψε ἕνας ἅγιος τοῦ μεγέθους τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στήν «Προθεωρία» τοῦ παραπάνω συγγράμματός του: «Ἑλληνική φιλοσοφία. Δύο λέξεις· ἀλλά λέξεις μεσταί μεγάλων καί ὑψηλῶν ἐννοιῶν. Ἐν αὐταῖς ἐγκολποῦται ἡ τελεία περί ἀνθρώπου ἔννοια· ἐν αὐταῖς συνάπτονται τά πέρατα τῆς φιλοσοφικῆς ἐνεργείας· ἐν αὐταῖς περιλαμβάνεται τό σύνολον τῶν ἐπιστημονικῶν ἀρχῶν· ἐν αὐταῖς ἐκφράζεται τό πνεῦμα τῆς ἀναπτυχθείσης ἀνθρωπότητος· ἐν αὐταῖς χαρακτηρίζεται ἡ τελεία τοῦ ἀνθρώπου εἰκών· ἐν αὐταῖς ὁμολογεῖται τό μέγεθος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός· τό ὕψος τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, τό βάθος τῶν ἐννοιῶν, ἡ ἰσχύς καί τό κάλλος τοῦ λόγου, ἡ λεπτότης τῶν διανοημάτων, ἡ εὐκρίνεια καί ἡ σαφήνεια αὐτῶν, ἡ δύναμις, ἡ χάρις αὐτῶν, καί τέλος ἡ θειότης τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία εἶναι ἡ θεμελιώδης ἀρχή τῆς ἀληθοῦς ἀναπτύξεως καί μορφώσεως· εἶναι ὁ παιδαγωγός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ποδηγέτης πρός τήν εὐσέβειαν. Αὕτη ἐγένετο διδάσκαλος τῆς ἀληθείας, διδάσκουσα τόν ἄνθρωπον τίς ἐστι, τίς ἡ ἐν τῷ κόσμω ἀποστολή αὐτοῦ, καί τί δέον ἐργάζεσθαι, διδάσκουσαν αὐτόν τήν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ, τήν σχέσιν αὐτοῦ πρός τό θεῖον, καί τήν σχέσιν τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπον· διδάσκουσα τά θεῖα ἰδιώματα καί τήν συγγένειαν τοῦ ἀνθρώπου πρός τό θεῖον. Ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία ἐδίδαξεν τήν πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἀνθρωπότητα καί ἐγένετο διά τῶν ὑγιῶν αὐτῆς θεωριῶν παιδαγωγός τῆς ἀνθρωπότητος εἰς Χριστόν.»

Ὁ Ἕλληνας, κατά τόν Ἅγιο Νεκτάριο, γεννήθηκε κατακτητής τοῦ πνεύματος, δέν ζήτησε δούλους, ἀλλά ἐλεύθερους. Αὐτό ἀγάπησε καί ἡ Θεία αὐτή ἀγάπη ἔγινε ἐλατήριο ὅλων τῶν ὁρμῶν του, μορφώνοντας καί τόν ἐθνικό του χαρακτῆρα πού διέμεινε ἀναλλοίωτος. Ὁ ἐθνικός χαρακτήρας τοῦ Ἕλληνα ἦταν ἀδύνατον νά μήν ἐνθουσιαστεῖ ἀπό τίς ἀρχές τοῦ χριστιανισμοῦ καί νά μήν τόν ὑποστηρίξει μέ τούς ἀγῶνες καί τό αἷμα του. Ὁ χριστιανισμός, γράφει ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ἦταν ἀγάπη καί ἐπαγγελλόταν νά διδάξει τούς ἀνθρώπους τήν ἀλήθεια μέ τήν τέλεια καί πλήρη της μορφή, νά ἐνισχύσει καί ἀνυψώσει τή φιλοσοφία στήν ὕψιστή της περιωπή, νά τῆς ἀποκαλύψει τά μυστήρια πού μένουν σ’ αὐτήν καλυμμένα, νά παράσχει τή λύση τῶν αἰωνίων προβλημάτων, νά ἄρει τήν ἀχλύ ἀπό τόν νοῦ τῶν ἀνθρώπων, νά ἑρμηνεύσει τά αἰσθήματά τους, νά τούς διδάξει καθετί πού ἐπιθυμοῦσαν νά μάθουν καί νά γνωρίσουν, νά τούς ξυπνήσει καί ἀπαλλάξει ἀπό τή δεισιδαιμονία, νά συνδέσει τήν ἀνθρωπότητα μέ τό δεσμό τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης καί νά τήν ὁδηγήσει πρός τόν Θεό.

Ἡ ὑγιαίνουσα φιλοσοφία, κατά τόν ἅγιο Ἱεράρχη, εἶναι ἔργο τῆς Θείας οἰκονομίας καί μέ τή βοήθειά της ὁ ἄνθρωπος διδάχτηκε τίς ἠθικές ἀρετές καί συνέλαβε τίς θεῖες ἰδιότητες γιά νά μπορέσει νά ἐξομοιωθεῖ μέ τόν Θεό.

Ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία ὅμως, δέν ἦταν καί δέν μποροῦσε νά ἀποβεῖ ὁ σκοπός καί τό τελικό ὅριο τοῦ πνευματικοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου. Ἦταν «συναίτιον αἴτιον καί συνεργός καί αἰτία καταλήψεως τῆς ἀληθείας, οὐχί δέ αὐτή ἡ ἀλήθεια». Στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου παρέμενε πάντοτε κενό, τό ὁποῖο ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία δέν μποροῦσε ὄχι μόνο νά καλύψει, ἀλλά, ἀντίθετα, τό μεγένθυνε, διότι ἔβρισκε, βέβαια, τόν Θεό στά δημιουργήματα καί ἀνέπτυσσε στόν ἄνθρωπο τήν ἀγάπη πρός Αὐτόν, ἀδυνατοῦσε ὅμως νά Τόν προσπελάσει, νά Τόν ἐγκολπωθεῖ, νά Τόν δεῖ πρόσωπο πρός πρόσωπο, γιά νά πιστέψει. Τό πνεῦμα καί ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ἀπαιτοῦσε ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας τῆς διδασκαλίας της, δέν τοῦ ἀρκοῦσε καί δέν πειθόταν νά οἰκοδομήσει τή ζωή του  ἁπλᾶ καί μόνο μέ ὑγιεῖς καί ἠθικές θεωρίες, μέ ὡραῖες ἰδέες. Καί ἡ ἀπόδειξη, λέει ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ἔλειπε, διότι ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία δέν εἶχε τή μεγαλουργό δύναμη πού πείθει καί μέ λόγια καί μέ ἔργα, διότι στεροῦνταν τή Θεία Ἀποκάλυψη πού ἐπαναπαύει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, ναυάγησε, εὐθύς μόλις ἀπέπλευσε, ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει στήν κατακλεῖδα τῆς μελέτης του, προσκρούοντας σ’ αὐτόν τόν σκόπελο τῆς ἀδυναμίας της νά ἀποδείξει τήν ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας της, νά βεβαιώσει καί νά πείσει γι’ αὐτήν. Ἡ ἀνθρωπότητα ζητοῦσε Θεία Ἀποκάλυψη, εἶχε ἀνάγκη Θείου διαπλάστη,  πού ἡ φιλοσοφία τά στεροῦνταν. 

Ἡ Ἑλληνική σοφία ἁπλᾶ προετοίμασε καί ὁδήγησε τήν ἀνθρωπότητα νά βρεῖ αὐτά στόν χριστιανισμό, στήν πίστη, δηλαδή, τή θεμελιωμένη στή Θεία Ἀποκάλυψη. Ἦταν ἡ προπαίδεια καί ὁ ποδηγέτης στόν χριστιανισμό.

Στυλιανή Σπυροπούλου

Φιλόλογος

«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ»

Ἀριθ. Τεύχους 135, Νοέμβριος  2013

http://www.zoiforos.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η εικόνα εκείνου που ελπίζει στο Θεό (Επίσκοπος Πενταπόλεως άγιος Νεκτάριος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Νοεμβρίου, 2013

09_11-agios-nektarios

Πόσο ωραία, πόσο ευχάριστη, πόσο χαριτωμένη είναι η εικόνα εκείνου που ελπίζει στον Θεό που σώζει, στον Θεό των οικτιρμών, τον Θεό του ελέους, τον αγαθό και φιλάν­θρωπο Θεό.

Αληθινά μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό! Ο Θεός είναι πάντα βοηθός του και δεν φοβάται ό,τι κακό κι αν του προξενήσει άνθρωπος. Ελπίζει στον Κύριο και πράττει τα αγαθά! Κάθε του ελπίδα την έχει εναποθέσει σ’ Αυτόν, και σ’ Αυτόν εξομολογείται με όλη του την καρδιά. Είναι το καύχημά του, είναι ο Θεός του και Τον επικαλείται μέρα και νύχτα. Το στόμα του ωραίο, αναπέμπει αίνους στον Θεό, τα χείλη του, πιο γλυκά από μέλι και κερί σαν ανοίγουν για να ψάλλουν στον Θεό· η δε γλώσ­σα του γεμάτη χάρη, κινείται προς δοξολογία Θεού.

Η καρδιά του είναι έτοιμη να Τον επικαλεσθεί, η διάνοια του έτοιμη να ανυψωθεί προς Αυτόν, η ψυχή του είναι προ­σηλωμένη στον Θεό και «η δεξιά του Κυρίου αντελάβετο αυτού». «Εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή αυτού». Ζητά και λαμβάνει από τον Θεό αυτό που ζητά η καρδιά του. Ζητά και βρίσκει όσα ποθεί. Κρούει και του ανοίγονται οι θύρες του ελέους.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο επαναπαύεται σε ήσυχα νερά. Ο δε Κύριος του δίνει πλούσια τα ελέη του. Η δεξιά του Κυρίου κατευθύνει την πορεία του και δάκτυλος Κυρί­ου τον καθοδηγεί στους δρόμους του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν αστοχεί. Η ελπί­δα του δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Θεός είναι η προσδοκία του, η ακρότατη επιθυμία της καρδιάς του. Προς Αυτόν στε­νάζει η καρδιά του όλη την ημέρα: «Κύριε μην αργήσεις, σήκω, κάνε γρήγορα, έλα και απομάκρυνε από την ψυχή μου κάθε ανάγκη, εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου! Θα σε δοξολογήσω με όλη μου την καρδιά Κύριε. Σε Σένα θα απευθύνεται κάθε λόγος που θα βγαίνει απ’ το στόμα μου».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, ευλογεί τον Ύψιστο, τον λυτρωτή του και αγιάζει «το όνομα το άγιον αυτού». Ελπί­ζει και από τα βάθη της καρδιάς του κραυγάζει προς τον Θεό: «Κύριε πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω σου;».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, θα επικαλεσθεί τον Ύψιστο για να εισέλθει στο αγιαστήριό Του, για να δει και να χαρεί τα θαυμάσια Του· και ο Κύριος θα ακούσει τη φωνή της δέησής του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, απολαμβάνει άκρα ειρή­νη· γαλήνη επικρατεί στην καρδιά του και στην ψυχή του βασιλεύει πλήρης αταραξία. Όταν έχει βοηθό του τον Θεό, από τί να φοβηθεί; Από τί να δειλιάσει; Αν ξεσηκωθεί ενα­ντίον του πόλεμος, δεν πτοείται, γιατί ελπίζει στον Κύριο. Αν τον καταδιώξουν πονηροί δεν φοβάται, γιατί ξέρει ότι όλα είναι υπό τον έλεγχο του Κυρίου. Δεν ελπίζει στο τόξο του ούτε στη φαρέτρα του· ούτε εξαρτά τη σωτηρία του από τη ρομφαία, αλλά από τον Κύριο και Θεό του, που μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια αυτών που τον πολεμούν, από την παγίδα του αμαρτωλού και από την καταιγίδα. Είναι πεπεισμένος για τη δύναμη του Κυρίου και «επί τον βραχί­ονα τον υψηλόν αυτού και ο Κύριος σώσει αυτόν».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, βαδίζει ήρεμος στον αγώνα της ζωής του και διανύει τον δρόμο αυτό δίχως το άγχος των μερίμνων. Εργάζεται ακατάπαυστα το αγαθό, το ευάρεστο και τέλειο, τα δε έργα του τα ευλογεί ο Θεός. Σπέρνει ευλογημένα και λαμβάνει πλούσιους τους καρπούς των κόπων του. Έχει θάρρος στον Κύριο και δεν παρεκτρέπεται από τους πειρασμούς που τον κυκλώνουν. Στις δοκιμασίες της ζωής δεν παραιτείται, αλλά ελπίζει, δι­ότι εκεί που τα πράγματα φαίνονται αδύνατα, ο Θεός φα­νερώνει τη διέξοδο. Μέσω της πίστης προσδοκά και την ελπίδα της δικαιοσύνης.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν ελπίζει σε χρήματα, ούτε στο μέγεθος της δύναμής του, αλλά επαναπαύεται στη βοήθεια που θα του παράσχει ο Θεός.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι γεμάτος πίστη και αγάπη προς τον Θεό, ζει έχοντας θάρρος στην αγαθή του συνείδηση, εμφανίζεται με την παρρησία γιου απέναντι στον ουράνιο Πατέρα του και Τον επικαλείται για να έλθει η βασιλεία Του στη γη και το θέλημά Του να πραγματώνε­ται στη γη όπως και στον ουρανό.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι αφοσιωμένος ολο­κληρωτικά σ’ Εκείνον και υψώνει την καρδιά του στον αγαθό και αθάνατο Θεό. Ζητά απ’ Αυτόν το ύψιστο αγαθό και την αθανασία στη βασιλεία των Ουρανών, και ο Θεός τον εισακούει.

Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!

( Αγίου Νεκταρίου, Το γνώθι σαυτόν, εκδ. Άθως, σ.101-104)

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Άρχιστράτηγος Μιχαήλ και ο Ιησούς του Ναυή

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Νοεμβρίου, 2013

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΠΡΩΤΑΤΟ

Στον εσπερινό της εορτής της Συνάξεως των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ, ως ένα από τα τρία βιβλικά αναγνώσματα (προφητείες) παρατίθεται απόσπασμα από το βιβλίο του Ιησού του Ναυή, στο οποίο εξιστορείται η στιγμή της συνάντησης του ηγέτη του ισραηλιτικού λαού με τον «Αρχάγγελο Μιχαήλ» μετά τον εορτασμό της εορτής του Πάσχα.

Σύμφωνα με τη βιβλική διήγηση, ο Μωυσής έχει τελευτήσει (Δευτ. 34,5) αφού πρώτα παρέδωσε την ηγεσία του ισραηλιτικού λαού στον Ιησού τον υιό του Ναυή (Δευτ. 34,9). Ο Ιησούς του Ναυή λαμβάνει αρχικά εντολή από το Θεό να διαβεί μαζί με το λαό τον Ιορδάνη ποταμό (Ιησ. 1,2). Κατόπιν ο Ιησούς απέστειλε τους κατασκόπους του να κατασκοπεύσουν την Ιεριχώ, οι οποίοι σώθηκαν χάρη στη μεσολάβηση της Ραάβ (Ιησ. 2,1-9) και στη συνέχεια αναχώρησε αυτός και ο λαός για να διαβούν τον Ιορδάνη (Ιησ. 3,14-17) και αφού ολοκληρώθηκε η διάβαση του ποταμού στρατοπέδευσαν στα Γάλγαλα (Ιησ. 4,19-24), όπου και γιόρτασαν το Πάσχα (Ιησ. 5,10-12).

Ο Ιησούς του Ναυή, που στεκόταν κοντά στην Ιεριχώ, σήκωσε για μια στιγμή τα μάτια του και είδε μπροστά του έναν άνδρα όρθιο, ο οποίος κρατούσε στα χέρια του ρομφαία και τότε συνδιαλέχθηκε μαζί του αναζητώντας ο Ιησούς να μάθει ποιος ήταν αυτός που στεκόταν μπροστά του (Ιησ. 5,13-15). Ο άντρας αυτός στο ερώτημα του Ιησού του Ναυή: «ἡμέτερος εἶ ἢ τῶν ὑπεναντίων;» (Ιησ. 5,13) απάντησε: «ἐγὼ ἀρχιστράτηγος δυνάμεως Κυρίου νυνὶ παραγέγονα» (Ιησ. 5,14). Ο Ωριγένης αναφέρει πως ο αρχιστράτηγος αυτός ήταν ο αρχάγγελος Μιχαήλ και συνδιαλέχθηκε με τον Ιησού του Ναυή επειδή ο Ιησούς αφενός ήταν ο αρχηγός του ισραηλιτικού λαού, αρχηγία την οποία του είχε παραδώσει ο ίδιος ο Θεός, αφετέρου ο αρχηγός αυτός έπρεπε να παραδοθεί εξ΄ ολοκλήρου στον αρχάγγελο Μιχαήλ, τον προστάτη του ισραηλιτικού λαού (P.G. 12,821).

Ο Ιησούς του Ναυή περίμενε κάποιο σημάδι από το Θεό για να πολιορκήσει την Ιεριχώ και το ανωτέρω ερώτημα που απεύθυνε προς τον άνδρα εξυπηρετούσε συγκριμένο σκοπό. Ο Ιησούς φοβόταν μήπως η εμφάνιση αυτού του άντρα δεν ήταν εμφάνιση αγγέλου, αλλά ίσως επρόκειτο για κάποιο τέχνασμα του πονηρού που είχε τη δυνατότητα να μεταμορφώνεται σε άγγελο φωτός τον ρώτησε εάν ήταν δικός τους ή εχθρός: «ἡμέτερος εἶ ἢ τῶν ὑπεναντίων;» (Ιησ. 5,13).

Βεβαιώνοντας ο αρχιστράτηγος Μιχαήλ ότι επρόκειτο για τον ίδιο τον απεσταλμένο του Θεού και όχι για κάποιο τέχνασμα του πονηρού «ἐγὼ ἀρχιστράτηγος δυνάμεως Κυρίου νυνὶ παραγέγονα» (Ιησ. 5,14), ο Ιησούς του Ναυή εις ένδειξη υποταγής έπεσε με το πρόσωπο κατά γης και τον προσκύνησε. Η εμφάνιση του αρχαγγέλου Μιχαήλ, ως οπλίτου, αποσκοπούσε στην ενθάρρυνση του Ιησού που φαινόταν να είναι φοβισμένος καθώς και απόδειξη ότι ο Θεός παρίσταται και συμπολεμά, αοράτως, ανάμεσά στον ισραηλιτικό λαό, όπως μαρτυρεί ο Προκόπιος Γαζαίος (P.G. 87α, 1012).

Τότε ο Ιησούς του Ναυή τον ρώτησε ανοικτά τον Μιχαήλ, τον απεσταλμένο του Θεού: «δέσποτα, τὶ προστάσσεις τῷ σῷ οἰκέτη;» (Ιησ. 5,14) αποδεικνύοντας την υποταγή και αναγνώριση του αρχιστράτηγου της σωτηρίας και την υπακοή στον ανώτερό του. Και ο αρχιστράτηγος διέταξε τον Ιησού να λύσει το υπόδημά του («λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου»), κατάσταση η οποία αποτελεί ένδειξη σεβασμού και ευλάβειας προς ένα τόπο ιερό όπως αυτόν της εμφανίσεως του αρχιστρατήγου: «ὁ γὰρ τόπος ἐφ΄ ᾧ σύ ἔστηκας ἐπ΄ αὐτοῦ ἅγιὸς ἐστι» (Ιησ. 5,15).

Όμως ο τρόπος με τον οποίο απευθύνεται ο αρχιστράτηγος προς τον Ιησού του Ναυή αφήνει υπαινιγμό ότι δεν πρόκειται για τον αρχάγγελο Μιχαήλ αλλά για τον ίδιο τον Υιό και Λόγο του Θεού, τον άγγελο της Μεγάλης Βουλής, διότι ένας απλός άγγελος ή αρχάγγελος δεν θα ζητούσε πλήρη υποταγή και προσκύνηση από έναν άνθρωπο όπως ζητεί ο Θεός. Η απαίτηση της προσκυνήσεως και η δήλωση της ιερότητας του χώρου στη σκηνή της συναντήσεως του Ιησού του Ναυή με τον αρχιστράτηγο (Ιησ. 5,15) παραλληλίζεται με την εμφάνιση του αγγέλου στον τόπο της καιομένης και μη φλεγομένης βάτου, όπου ο Θεός κάλεσε το Μωυσή και συνδιαλέχθηκε μαζί του (Εξ. 3,5).

Σκοπός αμφοτέρων των εμφανίσεων αρχικά στο Μωυσή και τώρα στον Ιησού του Ναυή, ήταν η ενίσχυση του έργου των δυο αυτών ηγετών, όπου ο μεν Μωυσής εξήγαγε το λαό από την Αίγυπτο τον τόπο δηλ. της δουλείας, ο δε Ιησούς εισήγαγε το λαό στη γη της επαγγελίας κατακτώντας την.

Όποιος και να είναι τελικά αυτός που εμφανίζεται στην σημαντική αυτή συνάντηση είτε ο ίδιος ο Υιός και Λόγος του Θεού είτε ο αρχάγγελος Μιχαήλ, σημασία έχει ότι ο Ιησούς του Ναυή απέκτησε θάρρος και δύναμη και βεβαιώθηκε για μια ακόμη φορά ότι ο Θεός τηρεί την υπόσχεση που του έδωσε όταν ανέλαβε την ηγεσία του ισραηλιτικού λαού ότι δηλ. δεν θα τον εγκαταλείψει και θα είναι μονίμως μαζί του όπως πρωτύτερα με το Μωυσή (Ιησ. 1,5).

Θεόδωρος Ρόκας 

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι άγγελοι στην χριστιανική τέχνη

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Νοεμβρίου, 2013

Οι Άγγελοι στην Αγία Γραφή, την Πατερική Παράδοση και την Υμνογραφία τής ‘Εκκλησίας μας εκτός τού ρόλου των να υμνούν τον Θεό και να μεταφέρουν τις εντολές Του έχουν περιβληθεί και από πλήθος άλλες ιδιότητες. Όλες οι θρησκείες του κόσμου έχουν αγγέλους, η χριστιανική όμως τέχνη είναι αυτή, όσο ξέρω, πού τούς έδωσε την κύρια εικονογραφία των και το περιεχόμενο των.

aggelos1Ο άγγελος στην χριστιανική τέχνη αρχίζει τη σταδιοδρομία του πιθανότατα μετά την απομάκρυνση τού αγάλματος της Νίκης από την Curia της Ρώμης από τον Θεο­δόσιο τον Μεγάλο (381) και από τότε υποδύεται όλους τούς ρόλους της Νίκης, της Ίρι­δας, τού Έρωτα, τού Καιρού, των ανέμων και όλων των άλλων συμβόλων του θριάμβου και της απαθανάτισης της αυτοκρατορικής εικονογραφίας. Αν και σε μερικές παραστάσεις των στον 4ον μ.Χ. αιώνα είναι άπτεροι από την ίδια εποχή αρχίζουν να εικονίζονται ως ή Νίκη και ίσιος από τα χρόνια τού Ιουστινιανού με τα αυτοκρατορικά διά­σημα· την δαλματική, τον λώρο, τα αυτοκρατορικά υποδήματα, το σκήπτρο, τη σφαίρα. Γίνονται ή τιμητική φρουρά και οι αξιωματούχοι τού μόνου Παντοκράτορα και της Αυγούστας Παναγίας και παραστέκουν αιώνια δίπλα στον θρόνο των, όπως οι αξιωματούχοι της επίγειας αυλής τού χριστιανού Ρωμαίου αυτοκράτορα και της Αυγούστας.

Την Παναγία, σε στάση σεβασμού και προσκύνησης, με καλυμμένα τα χέρια ή δείχνοντας σε χειρονομία  μαρτυρίας και παρουσίασης τού πιστού στην αρχόντισσα, ντυμένοι συνήθως κατά τον αρχαίο τρόπο, με χιτώνα και ιμάτιο, ή αυτοκρατορικά, δορυφορούν ως τον επηρμένον θρόνον, όπου κάθεται Βασιλεύς των Πάντων.

Οι ρόλοι των αγγέλων σε σχέση με την Παναγία πολλαπλασιάζονται με τον χρόνο. Είναι αγγελιοφόροι και διάκονοι της θείας βουλήσεως στον Ευαγγελισμό, τροφείς και φρουροί της παιδούλας Παναγίας στα  Άγια των Αγίων, τιμητική φρουρά τού Χριστού, ψυχοπομποί, τιμωροί τού ασεβούς Ιεφωνία, διάκονοι και λειτουργοί, τιμητική φρουρά και συνοδός της στους ουρανούς και ο λαός, πού υποδέχεται και επευφημεί τη Βασίλισσα κατά την κοίμηση και μετάσταση Της στους ουρανούς, όπως ο λαός υποδέχεται τον τροπαιούχο πραγματικό αυτοκράτορα κατά την ώρα της θριαμβικής εισόδου του στην Πόλη.

Σ’ όλες όμως τις παραστάσεις των αγγέλων δίπλα στην Παναγία κυριαρχεί ή αυτοκρατορική εικονογραφία και ο ρόλος των αγγέλων είναι ή τιμητική φρούρηση και προσκύνηση της Μόνης Αυγούστας και τού καθημένου στην μητρική καθέδρα σαρκωμένου Λόγου.

Σταύρου Ν. Μαδεράκη, Δρ. Ιστορίας Τέχνης και Αρχαιολογίας 

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αλληλογραφία Γέροντος Δανιήλ Κατουνακιώτη και Αγίου Νεκταρίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Νοεμβρίου, 2013

Παραλληλίζοντας τις δύο μεγάλες οσιακές μορφές του αιώνα μας (ενν. 20ου), τον άγιο Νεκτάριο και τονΓέροντα Δανιήλ, προκύπτουν πολλά όμοια στοιχεία στη ζωή και στο έργο τους, μέσα ασφαλώς στην διαφορότητα και την ιδιαιτερότητα των χαρισμάτων με τα οποία τους προίκισε η Χάρη του Θεού.
Γεννήθηκαν και οι δύο το ίδιο έτος, 1846. Πατρίδες και των δυό είναι ευλογημένοι τόποι της Ανατολής, η Σηλυβρία της Θράκης του Αγίου Νεκταρίου, η ξακουστή Σμύρνη η ιστορική μητρόπολη της Μικρασίας, του Γέροντα Δανιήλ. Και οι δύο ήταν παιδιά πολύτεκνων οικογενειών. Δαψιλής παιδεία και ακαταπόνητη διά βίου μελέτη. Πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ο άγιος Νεκτάριος, αριστούχος πτυχιούχος της περίφημης Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης ο Γέροντας Δανιήλ. Στροφή προς τον μοναχισμό και την άσκηση. Σε ηλικία τριάντα ετών ο άγιος Νεκτάριος κείρεται μοναχός (1876) στη Νέα Μονή της Χίου. Ο Γέροντας Δανιήλ εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος του Αγίου Όρους σε ηλικία 20 περίπου ετών (1866).
Διώξεις, θλίψεις και ταλαιπωρίες για τις οποίες έπαιρναν θάρρος από την μεγάλη ευλάβεια και αγάπη που είχαν στον πρόσωπο της Παναγίας.
Ο άγιος Νεκτάριος έτρεφε μεγάλη αγάπη προς το Άγιον Όρος. Αυτό φαίνεται και από την επιστολή του προς τον Γέροντα Δανιήλ με την οποία του ανακοινώνει την πρόθεση του να αγοράσει κάποιο κελλί στο Άγιον Όρος, για να εγκαταστήσει αρχικά εκεί τα πνευματικά του τέκνα, που ήθελαν να μονάσουν και στη συνέχεια, όταν απαλλαγεί από τις φροντίδες της Μονής στην Αίγινα να μεταβαίνει και ο ίδιος στο Άγιον Όρος και να μένει για κάποιο διάστημα «προς πνευματικήν αναψυχήν».
Αυτά έγραφε το 1913. Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα, το 1898, είχε επισκεφθεί για πρώτη και μοναδική φορά το Άγιον Όρος.
Πρώτος γράφει επιστολή ο Γέροντας Δανιήλ, απευθυνόμενος με δισταγμό και σεβασμό προς τον Μητροπολίτη Πενταπόλεως τον Μάρτιο του 1903. Στην απόφαση του να γράψει ενισχύθηκε από τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, κοινό γνωστό αμφοτέρων, ο οποίος διαβεβαίωσε τον Γέροντα Δανιήλ ότι τυγχάνει ιδιαιτέρας συμπαθείας εκ μέρους του Μητροπολίτου Πενταπόλεως. Ο άγιος Νεκτάριος απήντησε αμέσως μέσα στον ίδιο μήνα, τον Μάρτιο του 1903, με μια θαυμάσια επιστολή, ένα πνευματικότατο και φιλοσοφικώτατο κείμενο, στο οποίο αναπτύσσει την θέση ότι οι δοκιμασίες και οι θλίψεις οφείλονται στην αγάπη του Θεού και βοηθούν να φθάσει κανείς ασφαλέστερα στην πνευματική τελείωση.
Μεσολάβησε ένα μικρό διάστημα διακοπής της επικοινωνίας. Την αρχή έκανε πάλι πρώτος ο Γέροντας Δανιήλ, ο οποίος τον Δεκέμβριο του 1907 γράφει προς τον Άγιο Νεκτάριο ζητώντας να του σταλούν βιβλία του και συγχαίροντας για την ίδρυση του Ιερού Φροντιστηρίου, της Ιεράς δηλαδή γυναικείας Μονής της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα. Η επιστολή αυτή του Γέροντα Δανιήλ δεν σώζεται. Μαθαίνουμε όμως το περιεχόμενο της από το δεύτερο γράμμα του Αγίου Νεκταρίου που στέλνεται στον Γέροντα Δανιήλ τον Ιανουάριο του 1908. Σε αυτή την επιστολή ο άγιος Νεκτάριος παρακαλεί τον Γέροντα να βοηθήσει πνευματικά τις μοναχές της Ι. Μονής Αγίας Τριάδος γράφοντας σχετικό πνευματικό έργο.
Μέσα στο ίδιο έτος, τον Ιούλιο του 1908 αποστέλλει πράγματι ο Γέροντας Δανιήλ, απευθυνόμενος προς την ηγουμένη Ξένη και την αδελφότητα, τον αιτηθέντα λόγο. Αμέσως μετά την παραλαβή της ασκητικής πραγματείας του Γέροντα Δανιήλ, ο άγιος Νεκτάριος απήντησε ευχαριστώντας. Δεν σώζεται ολόκληρη αυτή η επιστολή.
Η επόμενη επικοινωνία τους γίνεται μερικά χρόνια αργότερα τον Αύγουστο του 1913. Την πρωτοβουλία έχει τώρα ο άγιος Νεκτάριος ο οποίος παίρνοντας θάρρος όπως γράφει, από την αγάπη του Γέροντα Δανιήλ του αναθέτει να επιτελέσει έργο που επιθυμούσε πολύ. Να αγοράσει δηλαδή για λογαριασμό του ένα κελλί στο Όρος. Ο Γέροντας Δανιήλ απαντά αμέσως (Σεπτέμβριος του 1913), η απάντηση του όμως είναι αρνητική, ασφαλώς με βάση πραγματικές και αντικειμενικές δυσκολίες που εμπόδιζαν την περίοδο εκείνη την εκπλήρωση της ωραίας και συγκινητικής πράγματι επιθυμίας του αγίου Νεκταρίου να αποκτήσει κελλί στο Άγιον Όρος για τα πνευματικά του παιδιά και τον ίδιο.
Η επόμενη τελευταία επικοινωνία τους έγινε με πρωτοβουλία του Γέροντα Δανιήλ, ο οποίος έστειλε ευγενή όντως επιστολή, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1915. Σ’ αυτήν εκφράζει την ευγνωμοσύνη του για τις ευεργεσίες προς την αδελφότητα και την λοιπή πολύτιμη σειρά των ωφελιμοτάτων συγγραμμάτων του αγίου. Απαντώντας ο άγιος Νεκτάριος στις 6 Δεκεμβρίου του 1915, ευχαριστεί για την πολλή αγάπη και την απόφαση τους «δια την εγγραφήν του ονόματος ημών εν τοις διπτύχοις του Ιερού Κελλίου ως Κτίτορος και Πατρός και Καθηγουμένου».
Οι σωζόμενες επιστολές του Γέροντα Δανιήλ προς τον άγιο Νεκτάριο, βρίσκονται στο Ησυχαστήριο της Αδελφότητας των Δανιηλαίων.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Προσκύνημα του Αγίου Νεκταρίου στο Άγιον Όρος

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Νοεμβρίου, 2013

Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1898 ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, μητροπολίτης Πενταπόλεως, διωγμένος ἀπὸ τὴ θέση του στὴν Αἴγυπτο καὶ ὄντας τότε ὕστερα ἀπὸ πολλὲς ταπεινώσεις καὶ ταλαιπωρίες, τὶς ὁποῖες ὅμως ὑπέμενε ἀγόγγυστα καὶ μὲ χριστιανικὴ καρτερία διευθυντὴς τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς, πραγματοποίησε προσκυνηματικὴ ἐπίσκεψη στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὸ ὁποῖο πάντοτε μὲ ἰδιαίτερο πόθο προσέβλεπε καὶ στὸ ὁποῖο, μετὰ τὴν ἐκδίωξή του ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, σκόπευε νὰ μονάσει.
Στὸ ἱστορικὸ Πρωτᾶτο τῶν Καρυῶν προσκύνησε τὴν ἐφέστιο τοῦ Ὄρους θαυματουργὴ εἰκόνα «Ἄξιόν ἐστι», θαύμασε τὶς περίφημες τοιχογραφίες τοῦ Πανσέληνου καὶ χοροστάτησε σὲ κάποιες ἱερὲς Ἀκολουθίες, ὅπου ἔνιωσε βαθιὰ τὴν κατάνυξη, ποὺ μόνο ὅσοι ἔχουν βρεθεῖ ἐκεῖ κατὰ καιρούς, καὶ μάλιστα ὅταν εἶναι πρώτη φορά, ἔχουν αἰσθανθεῖ.
ς καλόγερος
Στὴ συνέχεια, φορώντας τὸν σκοῦφο καὶ τὸ ταπεινὸ ράσο τοῦ καλόγερου, μὲ χοντρὰ ἄρβυλα, καὶ εἴτε πεζοπορώντας γιὰ ὦρες, εἴτε μὲ ζῶα ποὺ μὲ προθυμία ἔθεταν στὴ διάθεσή του οἱ μοναχοί, εἴτε μὲ τὰ πλοιάρια, ἐπεσκέφθη πολλὰ μοναστήρια, καθίσματα, καλύβες, κελλιά, σκῆτες καὶ ἡσυχαστήρια. Θαυμαστῆς της φύσης καθὼς ἦταν, μέσα στὶς μακρὲς πορεῖες του στὸν παρθενικὸ αὐτὸ τόπο μὲ τὰ πυκνὰ δάση, τὶς ὑψίκορμες καστανιὲς καὶ τὶς ὀξιές, τὰ κυπαρίσσια καὶ τὰ ἔλατα, στὸν παραδεισένιο αὐτὸ χῶρο μὲ τὴν πλούσια βλάστηση, τὰ γάργαρα νερὰ καὶ τὰ κελαϊδίσματα τῶν πτηνῶν, μὲ τὴν ἀπέραντη βαθυκύανη θάλασσα νὰ ἁπλώνεται μπροστὰ στὰ μάτια του, ἔνιωσε πιὸ κοντὰ στὸν Δημιουργό.
Στὰ ἱερὰ καθιδρύματα προσκύνησε Τίμιο Ξύλο, ἅγια λείψανα μαρτύρων καὶ ὁσίων, καθὼς καὶ θαυματουργεῖ εἰκόνες, ἐνῶ στὰ εἰκονοστάσια καὶ στοὺς «ἱστορημένους» τοίχους τῶν ἐκκλησιῶν θαύμασε ταπεινῶν καὶ εὐλαβῶν ἁγιογράφων τὴν ἔνθεη τέχνη. Ἐκεῖ γνώρισε καὶ συναναστράφηκε μὲ ἁγίους μοναχούς, κοινοβιάτες καὶ ἀσκητὲς καὶ γεμάτος ταπείνωση, ἂς ἦταν ἀρχιερέας, μαθήτευσε κατὰ Χριστὸν κοντά τους.
Στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες, εἴτε χοροστατοῦσε ἀπὸ τὸν ἀρχιερατικὸ Θρόνο, εἴτε στεκόταν στὸ ταπεινὸ στασίδι ποὺ τὸ εἶχαν γυαλίσει μὲ τοὺς τριμμένους ἀγκῶνες τοὺς γενιὲς μοναχῶν, εἴτε γονυπετοῦσε στὰ πλακόστρωτα δάπεδα, ποὺ τὰ εἶχαν βρέξει μὲ τοὺς κρουνοὺς τῶν δακρύων τους καὶ τὰ εἶχαν σφουγγίσει μὲ τὶς πολυάριθμες στρωτές τους μετάνοιες μοναχοὶ αἰώνων, ἀκούγοντας νὰ ψάλλονται μὲ θεσπέσιο πραγματικὰ τρόπο τὰ διάφορα ἐκκλησιαστικὰ μέλη, βλέποντας τοὺς μοναχούς με τὰ κουκούλια ἀκίνητους σὰν σκιὲς μέσα στὸ μισοσκόταδο, μεταφερόταν σὲ οὐράνιους κόσμους.
Προσκυνήματα
Παράλληλα, ὡς ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων, θαύμασε τὰ σκευοφυλάκια μὲ τοὺς ἀμύθητους θησαυροὺς καὶ ὅσο ὁ χρόνος τοῦ ἐπέτρεπε, μελέτησε καὶ κάποια χειρόγραφα, ποὺ τὸν ἐνδιέφεραν ἰδιαίτερα. Παραθέτουμε ἐλάχιστα στοιχεῖα γιὰ μερικὰ συγκεκριμένα προσκυνήματά του:
Στὶς 6 Αὐγούστου, γιορτὴ τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Σωτῆρος, βρισκόταν στὴ Μεγίστη Λαύρα, ἐνῶ στὶς 15 Αὐγούστου, γιορτὴ τῆς Κοίμησης, λειτούργησε στὸ μοναστήρι τῶν Ἰβήρων, ὅπου καὶ προσκύνησε τὴ δεύτερη ἐφέστιο εἰκόνα τοῦ Ἁγιωνύμου Ὄρους, τὴ φημισμένη θαυματουργὸ εἰκόνα τῆς «Πορταΐτισσας».
Ἐνδιάμεσα τῶν Καρυῶν, τῆς Λαύρας καὶ τῶν Ἰβήρων ἐπεσκέφθη τὸν Μυλοπόταμο, ὅπου ἀσκήτευε ὁ πρ. Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γ´, μετὰ τὴν πρώτη του πατριαρχία. Αὐτὸ ἦταν φυσικό, δεδομένης τῆς φωτεινῆς προσωπικότητας τοῦ μεγάλου ἐκείνου Πατριάρχη.
Ὅπως ἔγραφε ὁ ἀείμνηστος π. Γαβριὴλ Διονυσιάτης, μοναχὸς στὸ Ὄρος ἀπὸ τὸ 1910, «Εὐλογία Θεοῦ διὰ τὸν ἁγιώνυμον τόπον. Ἡ ἔλευσις τοῦ Πατριάρχου ἠλέκτρισε τὰ πλήθη τῶν Ὀρθοδόξων καὶ παρετηρήθη ἐξαιρετικὴ συρροὴ εἰς ἀριθμὸν καὶ ποιότητα θεοφιλῶν ψυχῶν (…). Οὐδεὶς τουλάχιστον τῶν ἡμετέρων παρέλειψε νὰ διέλθη ἐκ Μυλοποτάμου, ἵνα λάβῃ ἐκεῖθεν σὺν τῇ εὐλογίᾳ καὶ τὰ ψυχικὰ ἐφόδια (…). Ὁσάκις δὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει μετέπειτα ἐδέχετο ἁγιορείτας ἔπιπτε κυριολεκτικῶς ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτῶν καὶ κατεφίλει αὐτούς».
ποκάλυψη
Στὰ Κατουνάκια καὶ στὴν Ἀδελφότητα τῶν Δανιηλαίων δὲν ἀποκάλυψε τὴν ταυτότητά του, ἀλλὰ παρουσιάστηκε σὰν ἄγνωστος ἁπλὸς μοναχός. Κάποια ὥρα, σὲ ἕναν περίπατο στὰ γειτονικὰ κακοτράχαλα, ἀλλὰ ἁγιασμένα Καρούλια, ἔγινε ἡ ἀποκάλυψη. Πρόκειται γιὰ τὴ συγκινητικὴ συνάντησή του μὲ ἕναν διακριτικὸ ἐρημίτη, τοῦ ὁποίου, δυστυχῶς δὲν διασώθηκε τὸ ὄνομα καὶ ὁ ὁποῖος, χωρὶς νὰ τὸν ἔχει δεῖ, τὸν ἀναγνώρισε καὶ ἐπισήμανε τὴν ἁγιότητά του.
Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Ἁγίου στὰ Κατουνάκια ἔγινε ἀπαρχὴ στενῶν πνευματικῶν δεσμῶν τοῦ Ἁγίου με τὸν Οἶκο τῶν Δανιηλαίων καὶ εἰδικότερα μὲ τὸν Γέροντα Δανιήλ, ὁ ὁποῖος σὲ ἐπιστολὲς του ζῶντα τὸν χαρακτήριζε «ἁγιώτατον, διάσημον, Ἀρχιερέα κοιμῶντα ταῖς ἀρεταῖς καὶ τοῖς παλαιοῖς Ἁγίοις Πατράσιν ἐφάμιλλον (…) Μέγαν της Ἐκκλησίας Πατέρα (…) διορατικώτατον Πατέρα».
Στὴν Ἁγία Ἄννα συναντήθηκε μὲ ἁγιασμένους ἀνθρώπους, ὅπως τὸν «ἁγιώτατον καὶ ἀσκητικώτατον» ἐπίσκοπο πρώην Μετρῶν Δοσίθεο, τὸν χαρισματικὸ παπα-Μηνᾶ τὸν Μαυροβούνιο καὶ τὸν ταπεινὸ καὶ διακριτικὸ μοναχὸ Ἰωάσαφ, μὲ τὸν ὁποῖο μάλιστα διατηροῦσε κατόπιν συχνὴ ἀλληλογραφία.
Σὲ ἕνα γράμμα τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία αὐτή, γίνεται μία «θαυμάσια ἀναλυτικὴ σύγκριση μεταξὺ τῆς ἀξίας ἑνὸς ἀρχιερέως ὡς ἀξιώματος καὶ ἑνὸς μοναχοῦ ἐναρέτου» (Θεόκλητος Διονυσιάτης).
Στ Σιμωνόπετρα
Στὴ Σιμωνόπετρα ἔμεινε ζωντανὴ ἡ ἀνάμνηση τῆς ἐπίσκεψής του στὸ γηροκομεῖο της, ἐνῶ ἰδιαίτερος παρέμεινε ὁ πνευματικὸς σύνδεσμος μὲ τὸν Ἅγιο τοῦ Ἱερωνύμου τοῦ Σιμωνοπετρίτη. Ὁ νεαρὸς τότε μοναχὸς ἐντυπωσιάστηκε πολὺ καὶ ὅταν κατὰ καιροὺς κατέβαινε στὴν Ἀθήνα καὶ στὸ Μετόχι τῆς Ἀνάληψης στὸν Βύρωνα, πήγαινε καὶ ὡς τὴν Αἴγινα γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐλογία του καὶ ἀργότερα, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1920, τοῦ συμπαραστάθηκε στὴ νοσηλεία του στὸ Ἀρεταίειο νοσοκομεῖο.
Τότε ὁ Ἅγιος τοῦ ἐξομολογήθηκε τὸν μύχιο πόθο του: «Ἂν ὁ Θεὸς μοῦ δώσει τὴν ὑγείαν μου, θὰ ξαναέλθω εἰς Ἅγιον Ὄρος»
Ἐγκαταλείποντας τὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος ἔφυγε εὐχαριστημένος, πνευματικὰ ὠφελημένος καί, ὁπωσδήποτε, ἡ βιωτὴ τῶν Ἁγιορειτῶν πατέρων τὸν βοήθησε στὴ διοργάνωση τοῦ μοναστηριοῦ του στὴν Αἴγινα. Εἶχε πάει μὲ καλὴ προαίρεση, γι᾿ αὐτὸ μπόρεσε καὶ εἶδε ὅσα θαυμάσια ἔπρεπε νὰ δεῖ.

Σοφοκλῆς Δημητρακόπουλος

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Θεολογία του Τέμπλου

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Νοεμβρίου, 2013

 
Τί  εἶναι τέμπλο – ὁρισμός
     Τὸ τέμπλο ἢ ἀλλιῶς φράγμα τοῦ πρεσβυτερίου ἢ μέγα εἰκονοστάσι ἢ ἁπλά εἰκονοστάσιο εἶναι ἕνα βυζαντινῆς καταγωγῆς ἀρχιτεκτονικὸ μοτίβο, τὸ ὁποῖο εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν. Πρόκειται γιὰ τὸν τοῖχο ὁ ὁποῖος διαχωρίζει τὸ Ἅγιο Βῆμα ἀπὸ τὸν κυρίως ναὸ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ βρίσκονται σήμερα οἱ Δεσποτικὲς καὶ ἄλλες ἱερὲς εἰκόνες.
     Ἔτσι ὀνομάζεται στοὺς ὀρθοδόξους ἱεροὺς ναοὺς μία ξύλινη ἢ μαρμάρινη κατασκευή, ἡ ὁποία χωρίζει τὸν κυρίως ναὸ ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα. Τὸ Ἱερὸ Βῆμα, χῶρος «ἄβατος» καὶ πολὺ ἱερός, φράσσεται καὶ προστατεύεται ἀρχικὰ μὲ τὴν κατασκευὴ αὐτή,  ἕνα χαμηλὸ δηλαδὴ κιγκλίδωμα, τὸ ὁποῖο προοδευτικὰ ὑψώνεται καὶ εἶναι γνωστὸ ὡς φράγμα Πρεσβυτερίου, Τέμπλο ἢ καὶ Εἰκονοστάσι (ἀργότερα)… Ἡ κατασκευὴ αὐτὴ δύναται νὰ παραλληλισθεῖ μὲ ἀνάλογα κιγκλιδώματα σὲ ταφικὰ μνημεῖα -καὶ ἰδιαίτερα στοὺς τάφους μαρτύρων- τὰ ὁποῖα εἶχαν ὡς κύριο σκοπὸ ἀφενὸς τὴ διαφύλαξη τῆς ἱερότητος τοῦ χώρου τῶν Μαρτυρίων-Ναῶν, καὶ ἀφετέρου τὴν τοποθέτηση προσκυνηματικῶν ἱερῶν Εἰκόνων (πρβλ. καὶ τὸν ὅρο «Εἰκονοστάσιον», ὁ ὁποῖος βέβαια ἐπικρατεῖ ἀργότερα, 11ος αἰ.).
       Τὸ τέμπλο ἀποτελεῖται ἀπὸ πολλὰ κομμάτια τὰ ὁποῖα τὸ συνθέτουν· τὰ μέρη ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελεῖται τὸ φράγμα τοῦ πρεσβυτερίου εἶναι: α) τὸ ἐπιστύλιο μὲ εἰκόνες ποὺ παριστάνουν σκηνὲς ἀπὸ τὸ Δωδεκάορτο  (τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ τέμπλου), β) τὶς Δεσποτικὲς εἰκόνες ποὺ παριστάνουν τὴν Παναγία, τὸν Χριστό, τὸν  Ἅγιο στὸν ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένος ὁ ναὸς καὶ τὴν Δέηση γ), τὰ βημόθυρα μὲ παράσταση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ Ἁγίους.  
Η κεντρική τοῦ θύρα ὀνομάζεται Ὡραία Πύλη, ἐνῷ οἱ πλαϊνὲς παραπόρτια. Πρὶν ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη ὑπάρχει ὁ σολέας, ἕνα εἶδος ὑπερυψωμένου διαδρόμου πανω στὸν ὁποῖο γίνεται η μετάληψη τῶν πιστῶν. Ὁ σολέας συμβολίζει τὸν ποταμὸ τοῦ πυρός, ὁ ὁποῖος διαχωρίζει τοὺς δίκαιους ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλούς. Στὶς σειρὲς τῶν εἰκόνων τοῦ τέμπλου οι ἱερὲς μορφὲς τοποθετοῦνται μὲ ἁρμονικὴ τάξη καὶ αὐστηρὴ συνέπεια.
       Οἱ μορφὲς τοῦ φράγματος – τέμπλου ποικίλλουν ἀναλογα με τὶς  ἐποχὲς καὶ  τὴν  ἐξέλιξη  τῆς  λατρείας. Ὑπάρχουν τρεῖς  κυρίως κατηγορίες τέμπλου: α) μαρμάρινο (κυρίως τὸν 4ο μὲ 5ο αἰώνα), β) ξυλόγλυπτο, κατασκευασμένο δηλαδὴ ἀπὸ ξύλο ποὺ  κοσμεῖται μὲ εἰκόνες καὶ γ) κτιστὸ  ποὺ κοσμεῖται μὲ τοιχογραφίες.
 Ἱστορία τοῦ τέμπλου
      Ἀπὸ τὰ πρῶτα  βήματα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅταν ἄρχισαν νὰ χρησιμοποιοῦνται κάποια ἰδιαίτερα κτήρια ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς γιὰ τὴν συνάθροιση τοῦ λαοῦ καὶ την  τέλεση τοῦ πρώτου καὶ σημαντικότερου μυστηρίου, τῆς Θείας Εὐχαριστίας δηλαδή, διαχωρίσθηκε καὶ ξεχώρισε ὁ τόπος, ποὺ ἐτελεῖτο αὐτὴ ἀπὸ τὸ πρεσβυτέριο. Τὸ φράγμα λοιπὸν τοῦ πρεσβυτερίου γνώρισε μία πάρα πολὺ μεγάλη ἐξέλιξη. Πῆρε διάφορες μορφὲς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες πρὶν καταλήξει στὴ σημερινὴ μορφή. Ἀπὸ ἕνα χαμηλὸ καὶ ἁπλὸ διαχωριστικὸ φράγμα μεταξύ του ἱερατείου καὶ τοῦ λαοῦ κατέληξε γιὰ παράδειγμα στὴν Ὀρθόδοξη Ρωσία ἕνα πανύψηλο τεῖχος, τὸ ὁποῖο σὲ πολλὲς περιπτώσεις φθάνει μέχρι καὶ τὴν ὀροφή.
      Ἡ τέχνη ἀλλὰ καὶ τὸ ὑλικὸ ποὺ χρησιμοποιήθηκε κατὰ καιροὺς γιὰ τὴν κατασκευὴ ποὺ ποικίλλουν. Ἀρχικὰ χρησιμοποιήθηκε κατὰ κόρον τὸ ξύλο ἢ ὁ σίφηρος ἀλλὰ στὴν πιὸ ἐκλεπτυσμένη καὶ μεταγενέστερή του μορφή, τὸ μάρμαρο ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἀπέδωσε λαμπρότητα καὶ πολυτέλεια. Ὁ χριστιανικὸς ναός, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα παίρνει ἕνα σταθερὸ προσανατολισμὸ μὲ τὸ Ἱερὸ Βῆμα πρὸς ἀνατολάς, ὡς γνωστὸν χωρίζεται κατὰ μίμηση τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομώντα (ὁ ὁποῖος ἦταν ἐπίσης στραμμένος στὴν ἀνατολὴ) σὲ τρία μέρη: τὸν πρόναο, ποὺ προορίζεται γιὰ τοὺς κατηχουμένους, τὸν κυρίως Ναό, στὸν ὁποῖο παραμένουν οἱ πιστοὶ καὶ στὸ Ἅγιο Βῆμα. Ἀπὸ τὸν δ΄ αἰ. μὲ τὸ διάταγμα τῆς Ἀνεξιθρησκίας (313 μ.Χ.) καὶ τὴν ἀνέγερση τῶν ναῶν, τὸ τέμπλο μὲ τὰ καταπετάσματα ὑπάρχουν γιὰ νὰ εἶναι τὸ Ἱερὸ Βῆμα ἀθέατο στοὺς πιστοὺς (οὔτε νὰ ἀκοῦν οὔτε νὰ βλέπουν). 
      Τὸν ε΄καὶ στ΄ αἰ. ὑψηλὸ καὶ χαμηλὸ τέμπλο συνυπάρχουν, ἐνῷ ἀπὸ τὸν ζ΄αἰ. δὲν πιστοποιεῖται πλέον χαμηλὸ τέμπλο (φράγμα).  Ἡ μορφὴ τοῦ τέμπλου παγιώθηκε μετὰ τὴν ὁριστικὴ ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων καὶ τὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας.  Η Ἀναίμακτος θυσία γινόταν πάντα μὲ κλειστὰ τὰ βημόθυρα καὶ τὰ παραπετάσματα. (ἀπὸ τὴ Μεγάλη Εἴσοδο μέχρι τὸ «Μετὰ φόβου»).
 Στὶς παλαιοχριστιανικὲς βασιλικὲς ἀρχικῶς λοιπὸν τὸ τέμπλο εἶχε τὴ μορφὴ χαμηλοῦ κυγκλιδώματος, γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται «κιγκλίδες, κάγκελλοι, κάγκελλα» καὶ οἱ εἴσοδοι «καγκελοθύρια» ἢ «Ἅγια Θύρα». Κατασκευάζονταν ἄλλοτε ἀπὸ ξύλα ποὺ πλέκονταν χιαστί, ἄλλοτε ἀπὸ μέταλλο καὶ ἄλλοτε ἀπὸ λίθο, ὅποτε ἀποτελοῦνταν ἀπὸ τετράγωνους πεσσίσκους, μεταξὺ τῶν ὁποίων παρεμβάλονταν ἀνάγλυφες ἢ ἀμφιγλυφὲς πλάκες ποὺ ὀνομάζονταν «στήθεα» ἢ «θώρακες» καὶ διακοσμοῦνται μὲ διάφορα θέματα π.χ. μὲ τὸν ἐντὸς κύκλου σταυρό, τὸ μονογράφημα τοῦ Χριστοῦ, κληματίδες ἢ πτηνὰ κ.λπ. Ἡ ὡραία Πύλη ἐξαίρεται ὅμως εἴτε μὲ ἕνα τόξο πάνω ἀπὸ αὐτήν, ποὺ στηρίζεται σὲ δύο κίονες ἢ μὲ τὴ διαμόρφωση ἑνὸς προστώου. Τοποθετοῦνται δηλαδὴ τέσσερις κίονες καὶ ἐπάνω ἀπὸ αὐτὴν ἕνας μικρὸς θόλος ἢ πλάκα.
       Ἀργότερα  τὸ  φράγμα  καὶ  ὁλόκληρο  τὸ  Βῆμα  ἀνυψώνεται  περισσότερο  καὶ  πάνω  στοὺς  πεσσίσκους  τοποθετοῦνται  μικροὶ  κίονες  ποὺ  ἑνώνονται στὴν  ἀπόληξή  τους  μὲ  τὸ  ἐπιστύλιο.  Ἀνάμεσα  σὲ  αὐτοὺς  τοποθετοῦνται  τὰ  βῆλα (κουρτίνες). Οἱ  εἰκόνες  ἀνάμεσα  σ’ αὐτὲς τὶς κολῶνες θὰ τοποθετηθοῦν  ἀργότερα, τὸν 14ο αἰώνα ὅπου τότε καταργοῦνται τὰ βῆλα καὶ τὴ θέση τους καταλαμβάνουν οἱ εἰκόνες. Ἑκατέρωθεν τῆς Ἁγίας Πύλης τοποθετοῦνται εἰκόνες τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Θεοτόκου, ἐνῷ στὰ ὑπόλοιπα κενὰ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τοῦ Ἁγίου τοῦ ναοῦ, ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι κ.τλ. Ἀπὸ τὸν 8ο μὲ 9ο αἰ. ἐπικρατεῖ  τὸ  ὑψηλὸ τέμπλο καί, ἐπειδὴ διακοσμεῖται πλουσιότερα, ὀνομάζεται «κοσμήτης». Στὴ Ρωσία ἡ ἀνύψωση φθάνει μέχρι καὶ τὴν ὀροφὴ τοῦ ναοῦ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ διαδίδεται καὶ σὲ ἀρκετὲς περιοχὲς τοῦ Ὀρθοδόξου κόσμου. 
      Μέχρι τὸ τέλος τοῦ 14ου αἰώνα τὸ ρωσικὸ τέμπλο διατηρεῖ σχετικὰ μέτριες διαστάσεις καὶ κάποια τεκμήρια ἀποδεικνύουν ὅτι τὸ ὕψος του δὲν εἶναι τέτοιο ποὺ νὰ ἐμποδίζει τοὺς πιστοὺς νὰ παρακολουθήσουν τὴ λειτουργικὴ δράση ποὺ ἐκτυλίσσεται στὸ ἱερό. Εἶναι μόνο στὸν 15ο αἰώνα, ποὺ ἀρχίζει νὰ πλαταίνει στοὺς καθεδρικοὺς ναοὺς καὶ στὶς μεγάλες μοναστικὲς ἐκκλησίες, πάνω ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα πέτρινα ἢ ξύλινα κιγκλιδώματα ὕψους περίπου 1.5 μ., μὲ τὰ ὑπερμεγέθη ἰκριώματα τοῦ τέμπλου τῶν πέντε βαθμίδων, πού, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς συστοιχίες τῶν μεσιτῶν καὶ τὶς εἰκόνες τῶν τότε ἁγίων, περιλαμβάνει μία 4η καὶ 5η συστοιχία, ἀφιερωμένες στοὺς προφῆτες καὶ τοὺς πατριάρχες.
     Τὸ ἱερὸ Βῆμα λοιπὸν χωρίζεται ἀπὸ τὸν κυρίως ναὸ μὲ το τέμπλο, τὸ ὁποῖο διαμορφώθηκε σταδιακὰ ὅπως ἀναφέρθηκε ἤδη ὅποτε πῆρε τὴ σημερινή του μορφή. Τὸ σημερινὸ τέμπλο, ὅπως δείχνει καὶ ὁ M. Winkler, εἶναι καταρχὴν τὸ χώρισμα πού, ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα, τὸν καιρὸ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀπομόνωνε τὸ θυσιαστήριο ἀπὸ τὸν ναό. Ὄντας διαφανές, (ἀποτελούμενο γενικὰ ἀπὸ ἕνα πέτρινο ἢ μαρμάρινο ἰκρίωμα, ἐλάχιστα ἀνασηκωμένο καὶ διακοσμημένο μὲ χριστιανικὰ ἐμβλήματα), συμβόλιζε τὴ διάκριση καὶ ταυτόχρονα τὴ συνάντηση, ἀλλὰ χωρὶς χωρισμό, μέσα στὴ Θεία Λειτουργία, τοῦ αἰώνιου, οὐράνιου κόσμου καὶ τοῦ ἐφήμερου, γήινου κόσμου, τῆς ἔνδοξης Ἐκκλησίας ποὺ ἔχει ἤδη ἀνεβεῖ στοὺς οὐρανούς, στὸν Χριστὸ καὶ τὸ πρόσωπο τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, καὶ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ βασανίζεται καὶ μάχεται.
     Σήμερα, στὰ εἰκονοστάσια βρίσκονται ἀφενὸς ζωγραφισμένες μεγάλες εἰκόνες, ἀφετέρου, κάτω ἀπὸ αὐτές, εἶναι ἀνηρτημένες μικρὲς εἰκόνες μὲ τὸ ἴδιο θέμα γιὰ προσκύνηση. Οἱ μεγάλες εἰκόνες ποὺ παρετίθενται σὲ αὐτὸ εἶναι αὐτὲς της Παναγίας ἀπὸ ἀριστερά, τοῦ Χριστοῦ στὰ δεξιά, τοῦ Ἁγίου   Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστοῦ δεξιὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου στὸν ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένος ὁ ναὸς ἀριστερά της Παναγίας.      
 Ἡ Θεολογία τοῦ τέμπλου
     Τὸ τέμπλο ἢ φράγμα δὲν εἶναι καινοτομία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνέχεια ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη.  Τό τέμπλο ἀντικατέστησε τὸ καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ (τοῦ Σολομῶντος), ὅπου ἔκρυβε τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἀπὸ τὸν κυρίως Ναό.
    Τὸ Εικονοστάσιο ἢ Τέμπλο χωρίζει τὸ Ἱερὸ Βῆμα ἀπὸ τὸν κυρίως ναό, διαχωρίζει τὴν ἁψίδα μαζὶ μὲ τὸ θυσιαστήριο. Ὡστόσο δὲν ἀποτελεῖ διαχωριστικὸ τοῖχος, ἀλλὰ συνδετικὸ κρίκο μεταξὺ τῶν δύο κόσμων, τοῦ αἰσθητοῦ καὶ τοῦ νοητοῦ. Εἶναι ἕνα σύνορο ποὺ χωρίζει τὸν ἀνθρώπινο κόσμο (κυρίως ναὸς) ἀπὸ τὸν ἐπουράνιο (ἱερὸ βῆμα). Τὸ σημερινὸ τέμπλο ποὺ βλέπουμε στὶς ἐκκλησίες μας διαμορφώθηκε ἔτσι ἐπηρεασμένο ἀπὸ τὴν τέχνη τοῦ «μπαρὸκ» (εἰκονοστάσια Ρωσίας, Βαλκανίων, Ἱεροσολύμων καὶ Ἁγίου Ὄρους). Πάνω στὸ εἰκονοστάσι τοποθετοῦνται οἱ ἱερὲς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἄλλων ἁγίων καὶ μαρτύρων τῆς πίστης μας. Στὸ πάνω μέρος τοῦ εἰκονοστασίου βρίσκεται τὸ λεγόμενο δωδεκάορτο. Ἐπίσης τοποθετοῦνται στὸ πάνω μέρος τοῦ εἰκονοστασίου σὲ μικρὸ μέγεθος οἱ εἰκόνες τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Προφητῶν. Στὴν κορυφὴ τοποθετεῖται ὁ σταυρὸς μὲ τὴν Παναγία καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο ποὺ ἀπεικονίζουν τὴ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ διακόσμηση μὲ τὴν ἄμπελο συνήθως συμπληρώνει τὴν ὅλη εἰκόνα τοῦ εἰκονοστασίου.  Οι πιστοὶ εἶναι τὰ κλήματα ποὺ πρέπει νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν ἄμπελο τὴν ἀληθινὴ γιὰ νὰ πάρουν τὴ θεία ζωὴ καὶ νὰ ἀνέβουν στὰ οὐράνια.
    Τὸ  Ἅγιο  Βῆμα πολὺ  νωρὶς  συνδέθηκε  μὲ  τὸν  χῶρο  τοῦ  ὑπερώου  ὅπου ελαβε  χώρα  ὁ  Μυστικὸς Δεῖπνος. Συμβόλιζε  ἐπίσης  τὸ  θεοδόχο  ὄρος Σινᾶ, στὸ  ὁποῖο  καλυμμένο  «ζόφῳ  καὶ  γνόφῳ  καὶ  θυέλλῃ»  εἰσέρχεται  ὂ  ἱερέας  σὰν  ἄλλος  Μωυσὴς  γιὰ  νὰ  τελετουργήσει  τὸ μυστήριο.
     Πολλοὶ  Πατέρες  τῆς  Ἐκκλησίας  μας  ἀσχολήθηκαν  μὲ  τὸ  τέμπλο  καὶ  εἶδαν  διάφορους  συμβολισμούς  σ’ αὐτό, ἰδιαιτέρως  ὅμως ἐξαίρονται  τὰ  βημόθυρα,  ἡ Ὡραία  Πύλη.
     Σ’ αὐτὰ  εἶδαν  την Θεοτόκο, ἢ  ὁποία  γίνεται  ἡ  θύρα  τὴν  ὁποία  διέρχεται  ὂ  Χριστὸς  γιὰ  νὰ  ἔλθει  στὸν  κόσμο. Ἔτσι  λοιπόν  μὲ  τὴν  διακονία  Της  στὸ  μυστήριο  τῆς  Δεσποτικῆς  Οἰκονομίας  ἡ  Κυρία  Θεοτόκος  ἔγινε  ἡ  Πύλη  ποὺ βλέπει  ἀνατολικά.  Γι΄ αὐτὸ  πρὶν  ἀρχίσει  τὴ  Θεία  Λειτουργία ὁ λειτουργὸς  ἱερέας,  ἀνοίγοντας  τὴν  Ὡραία  Πύλη – ἐπὶ  τῆς  ὁποίας  ἁγιογραφεῖται  συνήθως  ὁ  Εὐαγγελισμὸς  τῆς  Θεοτόκου  – λέγει  τὸ κατανυκτικὸ  τροπάριο  «Τῆς  εὐσπλαχνίας  τὴν  πύλην  ἄνοιξον  ἡμῖν  εὐλογημένη Θεοτόκε…».  Ζητᾶ  ἔτσι  ἀπὸ  τὴν  Παναγία  ν’ ἀνοίξει  τὴν πύλη  τῆς  μητρικῆς  Της  ἀγάπης γιὰ νὰ εἰσέλθει  ὁ Χριστός μεσα στους πιστους  και αυτοί να εισελθουν μεσα  σ’ Αὐτόν.
    Θὰ  πρέπει  νὰ  διευκρινιστεῖ  ὅτι  τὸ  τέμπλο  δὲν εἶναι  κάτι  ποὺ διαχωρίζει  τὸ  ἱερὸ  ἀπὸ  τὸ  βέβηλο, τὸ  Ἅγιο  ἀπὸ  τὸ  μὴ  Ἅγιο. Ἴσως  σὲ  κάποια  στιγμή – σὲ ἐποχὲς  καὶ  περιστάσεις  δύσκολες – νὰ  ἀπέκοψε  τρόπον  τινὰ  τὸν  λαὸ  ἀπὸ  τὴν τελεσιουργία  τοῦ  Μυστηρίου  τῶν  Μυστηρίων.  Παρόλα  αὐτὰ  ἀντιθέτως  συμβολίζει  κάτι  τὸ τελείως διαφορετικό.
    Ἄλλες  φορές ἁπλό, ἄλλες πιὸ σύνθετο,  διαφορετικὸ ἀπὸ ναὸ σὲ ναὸ τὸ τέμπλο, ὅπως καὶ νὰ ἔχει, χωρίζει καὶ ταυτόχρονα ἑνώνει τὸν Οὐρανὸ μὲ τὴ Γῆ, Τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο! Ἄλλως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ ὅτι εἶναι προορισμένο γιὰ αὐτὸν τὸν σκοπό. Προορισμένο νὰ συμβολίζει τὴ συνάντηση καὶ συμφιλίωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο, τοῦ Οὐρανοῦ μὲ τὴ Γῆ, μὲ τὴ συμμετοχὴ ὁλόκληρής της Ἐκκλησίας στὴ μεσιτεία καὶ τὴν προσφορὰ τοῦ Μοναδικοῦ Μεγάλου Ἱερέα, τὸ τέμπλο δὲν μοιάζει νὰ ἔχει παρεκτραπεῖ ἀπὸ τὸ σκοπό του, ἀφοῦ σταματᾶ καὶ συλλαμβάνει, κατὰ κάποιο τρόπο, τὴν  προσευχὴ τοῦ  χριστιανικοῦ συνόλου, ἀντὶ νὰ τὴν  ὁδηγεῖ καὶ  νὰ  την  ἀναμειγνύει, ὅπως  τὸ νερὸ ἀναμειγνύεται  μὲ τὸ κρασὶ  τῆς  Εὐχαριστίας, στὴ   θυσία  τοῦ  Χριστοῦ, κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία.
      Ἐξάλλου  δὲν  πρέπει  νὰ  ξεχνᾶμε  πὼς  κλῆρος  καὶ  λαὸς   συμμετέχουν  στὰ  Μυστήρια  καὶ  πὼς  ὅλοι  μαζί, ὡς  μέλη   τῆς  Ἐκκλησίας   πορευόμαστε  πρὸς  τὴν  Βασιλεία  τῶν  Οὐρανῶν.  Ὁ Θεός ὑπάρχει γιὰ νὰ μᾶς ἑνώνει, ὄχι  γιὰ  νὰ  μᾶς  χωρίζει.  Ἡ Θεολογία  τοῦ  τέμπλου  ἐν  κατακλείδι  εἶναι  ὁ  προορισμὸς  ἐκεῖνος τοῦ  Θεοῦ  γιὰ  τὸ  τοῖχος  ἐκεῖνο  ποὺ  χωρίζει  τὸ  ἱερὸ  ἀπὸ  τὸν  ὑπολοιπο Ναό, ποὺ  ναὶ  μὲν  χωρίζει,  ἀλλὰ  ταυτόχρονα  ἑνώνει μυστικὰ  Θεὸ καὶ άνθρωπο!
 Λειτουργική σημασια  τοῦ τέμπλου –  Λειτουργική Ἀναγέννηση 
          Ἡ λειτουργικὴ ἀναγέννηση στοχεύει στὴν κατάργηση τοῦ τέμπλου στὴ σημερινή του μορφή, ποὺ ἐπιτείνει τὴ διάκριση κλήρου καὶ λαοῦ. Ἡ ἀναγέννηση αὐτὴ δὲν συνιστᾶ την  ἐπαναφορὰ τοῦ πρωτοχριστιανικοῦ μοντέλου, ἀλλὰ τὴ μορφὴ ποὺ εἶχε μετὰ τὸ θρίαμβο τῶν εἰκόνων, μὲ «στήλους» (ἐξ οὗ καὶ ὁ γνωστὸς ὅρος «ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων») καὶ χαμηλὰ θωράκια, στὸ ὕψος τῶν ὁποίων θὰ μποροῦσαν νὰ τοποθετηθοῦν μικρὲς φορητὲς εἰκόνες, ἀντὶ τῶν γιγαντιαίων σημερινῶν. Στοχεύει μὲ ἄλλα λόγια στὴν ἐπαναφορὰ τῆς ὀρθόδοξης ναοδομίας στὴν ἀρχική της μορφὴ (παλαιοχριστιανικὴ ἢ πρώιμη βυζαντινή), μὲ ἀνάδειξη τῶν στοιχείων ἐκείνων ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν πρωτοποριακὴ ἐπανάσταση τῆς βυζαντινῆς τεχνοτροπίας τῆς Ἁγίας Σοφίας, ἡ ὁποία, ὅπως εἶναι γνωστό, ὑπογραμμίζει (α) τὴ φωτεινότητα τοῦ χώρου, καὶ (β) τὸ εὐρύχωρο στὴ λειτουργικὴ διαρρύθμιση τοῦ χώρου. Μὲ ἁπλὰ  λόγια στόχος αὐτῆς τῆς ἀναγέννησης εἶναι ἡ συμμετοχὴ τῶν λαϊκῶν ποὺ θὰ πρέπει νὰ μετατραποῦν ἀπὸ ἁπλοὶ θεατὲς καὶ παθητικοὶ δέκτες τῶν τελουμένων σὲ ἐνεργητικοὶ συλλείτουργοι.
       Ὅπως καὶ  νἄχει, τὸ  τέμπλο  μικρὸ  ἢ  μεγάλο, ξύλινο  ἢ μαρμαρινο, μὲ  θαυμαστό, μεγαλοπρεπῆ  διακοσμο  ἢ  μὲ  ἁπλὸ  διακοσμο  τὸ  τέμπλο  συμβολίζει  τὴν  ἕνωση  τοῦ Οὐρανοῦ μὲ  τὴ  γῆ, τὴν  ἐπικοινωνία  Θεοῦ  καὶ  ἀνθρώπου. Κατεβαίνει  ὁ  Οὐρανός, ὁ  Θεὸς  στὴ  γῆ  κατὰ  τὴν  τελεσιουργία  ἐνός  μυστηρίου  καὶ  εὐλογεῖ  καὶ  ἁγιάζει  τοὺς  πιστούς . Τὸ  τέμπλο  δὲν  θὰ  πρέπει  νὰ  θεωρηθεῖ, ὅπως  ἀναφέρθηκε  καὶ  πρίν,  ὅτι διαχωρίζει τὸ  Ἅγιο  ἀπὸ  τὸ  μὴ  Ἅγιο· σὲ  καμμία  περιπτωση  δὲν  γίνεται  κάτι  τέτοιο. Τὸ  φράγμα  κυριολεκτικὰ  καὶ  ἀνθρώπινα, ὑλικὰ  χωρίζει  τὸν  ἀνθρωπο  ἀπὸ  τὸν  Θεό, νοητά, πνευματικὰ  καὶ  ψυχικὰ  ὅμως  τοὺς  ἑνώνει.  Μὲ  τὰ  γήινα  μάτια  φαίνεται  ἡ  ἀποκοπὴ  τοῦ  ἀνθρώπου  ἀπὸ  τὰ  Ἅγια τῶν  Ἁγίων,  ἀλλὰ  μὲ  τὰ  μάτια  τῆς  ψυχῆς  εἶναι  ἡ  πλήρης  ἕνωση  καθὼς  στὸ  τέμπλο  σταματοῦν  καὶ  ἀνεβαίνουν  οἱ  προσευχὲς  τῶν  πιστῶν  στὸν  Οὐρανό, στὸν  Θεό.

Μαρίας Χατζηγκούμα
Τμῆμα Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας ΑΠΘ
 *Ἐργασία στὸ μάθημα τῆς Ἀρχαιολογίας Ε΄ ἑξαμήνου/ΠΗΓΗ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ (9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Νοεμβρίου, 2013

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ Ο ΕΝ ΑΙΓΙΝΗ (9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

 «Ο άγιος γεννήθηκε στη Συλυβρία της Ανατολικής Θράκης την 1η Οκτωβρίου 1846. Το όνομα που του δόθηκε στη βάπτισή του ήταν Αναστάσιος. Τελείωσε το Δημοτικό και τις τρεις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου (ελληνικό σχολείο) στη γενέτειρά του. Δεκατεσσάρων ετών πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάζεται σε καπνοπωλείο, ενώ παράλληλα παρακολουθεί μαθήματα στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Διορίζεται λίγο αργότερα δάσκαλος και παιδονόμος στο σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου. Το 1866 μεταβαίνει στη Χίο, όπου μετά δεκαετία κείρεται μοναχός στην Ιερά Νέα Μονή, με το όνομα Λάζαρος, αφού χρημάτισε για αρκετά χρόνια δάσκαλος στο χωριό Λιθί. Το 1877 χειροτονείται διάκονος παίρνοντας το όνομα Νεκτάριος. Έρχεται στην Αθήνα, για να συμπληρώσει τις γυμνασιακές του σπουδές, ενώ με την ευλογία του πατριάρχου Αλεξανδρείας Σωφρονίου, εγγράφεται στη συνέχεια στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1885 παίρνει το πτυχίο του και μετά λίγους μήνες χειροτονείται πρεσβύτερος. Ο Πατριάρχης, εκτιμώντας τα προσόντα του, τον χειροτονεί το 1889 επίσκοπο – μητροπολίτη Πενταπόλεως, θέση που αξιοποίησε για να επιτελέσει ένα τεράστιο πνευματικό και κοινωνικό έργο. Ο φθόνος όμως που προκαλεί το έργο του φέρνει ως αποτέλεσμα την απομάκρυνσή του (1890). Έρχεται στην Ελλάδα, όπου αναλαμβάνει τη θέση ιεροκήρυκα στην Εύβοια πρώτα (1891) και στη Φθιώτιδα έπειτα (1893). Το 1894 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Ριζαρείου Σχολής, θέση που θα κρατήσει μέχρι το 1908, οπότε και θα παραιτηθεί για λόγους υγείας. Στο μεταξύ, από το 1904 ήδη έχει ιδρύσει το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα. Εκεί εγκαταβιώνει μετά τη Ριζάρειο και εκεί αναδεικνύεται ιδιαιτέρως η οσιακή του προσωπικότητα. Αρρωσταίνει μετά από ορισμένα χρόνια βαριά, οπότε και αποβιώνει στο Αρεταίειο νοσοκομείο την 8ηΝοεμβρίου 1920, μετά από δίμηνη εκεί νοσηλεία. Τον Απρίλιο του 1921 άνοιξαν τον τάφο του με σκοπό την οικοδόμηση μαρμάρινου μνημείου. Το σκήνωμά του βρέθηκε ανέπαφο, ενώ η ευωδία που σκορπούσε ήταν υπέροχη. Το ίδιο επανελήφθη και μετά τρία χρόνια, καθώς και το 1927. Και τις δύο αυτές φορές το σκήνωμα ήταν ανέπαφο και η ευωδία η ίδια. Το 1953 έγινε και πάλι ανακομιδή. Τη φορά αυτή, για λόγους που γνωρίζει ο Θεός, το σκήνωμά του βρέθηκε διαλυμένο. Με πατριαρχική πράξη της 20ής Απριλίου του 1961 η Εκκλησία μας διεκήρυξε επίσημα την αγιότητά του. Το συγγραφικό του έργο είναι πολύ μεγάλο και αξιόλογο, ενώ τα θαύματά του είναι αμέτρητα».
Ο άγιος Νεκτάριος θεωρείται από όλους τους πιστούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως ένας από τους πιο αγαπητούς αγίους της. Όχι μόνον διότι ο Θεός επιτελεί μέσω αυτού καθημερινώς πάμπολλα θαύματα –«αναβλύζει γαρ ιάσεις παντοδαπάς» και «ιάσεις δαψιλείς καθ’  εκάστην ημέραν πηγάζει θαυμαστώς θεϊκή χορηγία» (πλούσιες ιάσεις καθημερινά πηγάζει (η κάρα του) θαυμαστώς με τη χάρη του Θεού), κατά τον γνωστό μακαριστό γέροντα υμνογράφο Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη – αλλά και διότι είναι ένας άγιος της εποχής μας, «ο άγιος του εικοστού αιώνα», και μάλιστα  όχι μικρότερος από τους άλλους μεγάλους αγίους ιεράρχες της Εκκλησίας που έζησαν τα παλαιότερα χρόνια. Κι αυτό σημαίνει ότι με τον άγιο Νεκτάριο αφενός νιώθουμε πλούσια τη χάρη του Θεού, μέσω κυρίως των αγίων λειψάνων του, που κατανοούνται ως «ιαμάτων κρήνη» και «νέμοντα οσμήν ουρανίαν πάσι και θείαν εωδίαν» (προσφέρουν ουράνια οσμή και θεία ευωδία σε όλους), αφετέρου παίρνουμε απάντηση  στο εύλογο ερώτημα που τίθεται «γιατί δεν έχουμε μεγάλους αγίους σήμερα;» Ο γέρων υμνογράφος λοιπόν επισημαίνει αυτό το ισοστάσιο του αγίου Νεκταρίου με τους προγενέστερους μεγάλους αγίους, δίνοντας μάλιστα και την εξήγηση: ο Νεκτάριος προσπάθησε να ακολουθήσει τα ίχνη των παλαιών αγίων, με την καθαρότητα της ζωής του, δηλαδή στην πραγματικότητα να ζήσει σύμφωνα με το ευαγγέλιο του Χριστού. «Φωτί των έργων σου, ευαγγελίου το φως εκφαίνεις, πάτερ, θαυμαστώς πάσι τοις πέρασι» (Με το φως των έργων σου φανερώνεις το φως του Ευαγγελίου, πάτερ, σε όλον τον κόσμο κατά θαυμαστό τρόπο). «Κατ’  ίχνος, Νεκτάριε, ακολουθήσας, ζωής καθαρότητι, τοις πάλαι όσιε, αρχιερεύσι Χριστού, ίσος ευκλείας της αυτών, ώφθης και μέτοχος» (Ακολούθησες, Νεκτάριε, τα ίχνη των παλαιών αρχιερέων του Χριστού, με την καθαρότητα της ζωής σου, και φάνηκες ίσος με αυτούς και μέτοχος της δόξας τους).

Ο εμπνευσμένος υμνογράφος πέρα από τη γενική αναφορά που κάνει για την ακολουθία των παλαιών Πατέρων από τον άγιο Νεκτάριο, εστιάζει την προσοχή μας στον άγιο Διονύσιο. Κυρίως αυτόν ακολούθησε με άμεμπτο τρόπο ο σήμερα εορταζόμενος άγιος, διότι και εκείνος την Αίγινα είχε ως τόπο των πνευματικών του αγώνων, αφού υπήρξεν ο επίσκοπός της. Γι’  αυτό και μετέχουν, σημειώνει, και οι δύο άγιοι, ο παλαιότερος και ο νεώτερος, στην ίδια δόξα του Θεού, ικετεύοντας ασφαλώς για όλους, κατεξοχήν όμως για τη νήσο τους. «Ηκολούθησας αμέμπτως, τοις χρηστοίς, Πάτερ, τρόποις σου, τω Διονυσίω, τω Αιγίνης θείω ποιμάντορι, μεθ’ ου της άνω μετέχων δόξης, άγιε, ταύτην σώζεσθαι αεί την νήσον ικέτευε». (Ακολούθησες καθαρά με τους ενάρετους τρόπους σου, άγιε, τον Διονύσιο, τον θείο ποιμένα της Αίγινας, μαζί με τον οποίο μετέχοντας στη δόξα του Θεού, άγιε, ικέτευε να σώζεται η νήσος πάντοτε). Μπορεί η νήσος Ζάκυνθος να καυχάται, διότι κατέχει το άγιο σκήνωμα του θείου Διονυσίου, αλλά και η νήσος Αίγινα δέχεται πάντοτε τις ευεργετικές ακτίνες των πρεσβειών του στον Θεό, που πολλαπλασιάζονται και με τις πρεσβείες του αγίου Νεκταρίου.

Όλοι μας προστρέχουμε συχνά-πυκνά στον άγιο Νεκτάριο, ιδίως ανήμερα της εορτής του, διότι η καρδιά του πλατυμένη από την αγάπη του Θεού, είναι γεμάτη από αγάπη και προς εμάς. Και ιδίως προστρέχουμε όσοι ταλαιπωρούμαστε από κάποιο πρόβλημα, ψυχικό ή σωματικό. Είναι τόσες πολλές οι θαυμαστές επεμβάσεις του, ώστε δεν υπάρχει, θα έλεγε κανείς, άνθρωπος που με πίστη τον επικαλείται, και δεν εισπράττει το θετικό αποτέλεσμα. Είναι χαρακτηριστικά, επ’ αυτού, και τα λόγια του γέροντος π. Ανανία Κουστένη, ο οποίος θέλοντας να τονίσει ακριβώς τη θαυματουργία του αγίου Νεκταρίου σημειώνει με χαριτωμένο τρόπο ότι μετά και τη φανέρωση από τον Χριστό του άλλου μεγάλου θαυματουργού αγίου της εποχής μας, ακόμη πιο σύγχρονου και από τον άγιο Νεκτάριο, του αγίου Λουκά του ιατρού, του Ρώσου, ο άγιος Νεκτάριος έχει κάποιον να τον ξεκουράσει. «Στέλνει ο άγιος Νεκτάριος τον άγιο Λουκά στη θέση του πολλές φορές,  γιατί έχει κουραστεί ο ίδιος  να επεμβαίνει στις τόσες επικλήσεις των κουρασμένων και ασθενών χριστιανών μας».

Εκείνο όμως που πράγματι ευχαριστεί τον άγιο Νεκτάριο είναι όχι μόνον η επίκλησή του για τις ιάσεις που ο Θεός του δίνει, αλλά κυρίως η επίκλησή του να πρεσβεύει υπέρ ημών, προκειμένου να ακολουθούμε τον τρόπο της ζωής του. Διότι αυτό συνιστά πάντοτε την σωστή εορτή ενός αγίου: να τον μιμούμαστε. Όπως το λέει ο ιερός Χρυσόστομος:«τιμή μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος», συνεπώς «τιμή αγίου, μίμησις αγίου». Κι ένας ύμνος έρχεται να μας υπενθυμίσει ποιο ήταν το «μυστικό» της αγιότητας του αγίου Νεκταρίου. «Πατέρων ισότιμος των πάλαι εχρημάτισας, τούτων μιμησάμενος τον τρόπον, τον θείον ζήλον και τας λοιπάς αρετάς, ταπεινοφροσύνη αληθεί και απλάστοις ήθεσι, διαπρέψας Νεκτάριε». (Έγινες ισότιμος των παλαιών Πατέρων, διότι μιμήθηκες τον τρόπο της ζωής τους, τον θεϊκό ζήλο τους και τις υπόλοιπες αρετές τους, Νεκτάριε, και διέπρεψες στην αληθινή ταπεινοφροσύνη και στα απλά και απονήρευτα ήθη). Αν ο άγιος Νεκτάριος έφτασε σε τόσο μεγάλο ύψος αγιότητας, το κατόρθωσε  όχι διότι υπήρξε σπουδαίος ιεροκήρυκας, σπουδαίος δάσκαλος, σοφός συγγραφέας, αλλά διότι υπήρξε ταπεινός. Η οδός της ταπεινοφροσύνης ήταν γι’ αυτόν η οδός που τον έφτασε πολύ γρήγορα στη δόξα του Ουρανού, η οδός της ταπεινοφροσύνης είναι πάντοτε αυτή, μαζί με την απονήρευτη διάθεση, που ανοίγει τις πύλες του Ουρανού και για κάθε χριστιανό.

  παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Νοεμβρίου, 2013

Τό Εὐαγγέλιον τό εὐαγγελισθέν ὑπ᾽ ἐμοῦ οὐκ ἔστι κατά ἄνθρωπον…ἀλλά δι᾽ ἀποκαλύψεως ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ (Γαλ. 1, 11-12)
α. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀναφέρεται στή βεβαιότητα τοῦ ἀποστόλου ὅτι τό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου πού κήρυξε στούς Γαλάτες δέν τό ἄκουσε καί δέν τό παρέλαβε ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλά μέ ἀποκάλυψη τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Πρός ἐπίρρωση μάλιστα τῆς βεβαιότητός του αὐτῆς φέρνει τήν προγενέστερη ζωή του, πῶς δηλαδή ἀπό ζηλωτής τῶν ἰουδαϊκῶν παραδόσεων καί διώκτης γι᾽ αὐτό τῶν χριστιανῶν μεταστράφηκε καί ἔγινε ὁ ἴδιος ἔνθερμος πιστός τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καί ἀπόστολός Του στά ἔθνη, κάτι πού σφραγίστηκε ἀπό τήν ἐπικοινωνία του καί μέ τούς ἀποστόλους μαθητές τοῦ Κυρίου, ἰδίως τόν Πέτρο καί τόν ᾽Ιάκωβο.
β. 1. Τό Εὐαγγέλιο βεβαίως γιά τό ὁποῖο κάνει λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, τόν ἐρχομό τοῦ Θεοῦ δηλαδή ὡς ἀνθρώπου στόν κόσμο. ῾Η γέννησή Του ἀπό τήν Παρθένο Μαρία συνιστᾶ τήν πιό χαρμόσυνη ἀγγελία, αὐτό τό ἴδιο τό εὐαγγέλιο. ῞Ο,τι εἶχε προαναγγελθεῖ ἀπαρχῆς ἀπό τόν Θεό στούς πρωτοπλάστους μετά τήν πτώση τους στήν ἁμαρτία μέ τό λεγόμενο πρωτευαγγέλιο, ὅτι θά ἔλθει κάποια ἐποχή πού ὁ ἀπόγονος τῆς γυναίκας θά συνέτριβε τήν κεφαλή τοῦ φιδιοῦ- διαβόλου, ὅ,τι ἔπειτα προαναγγέλετο ἀπό τούς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἔγινε πραγματικότητα στό ταπεινό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. ῾Ο ἐμφανισθείς ἄγγελος τοῦ Θεοῦ στούς ἔκθαμβους ἁπλούς ποιμένες τῆς περιοχῆς αὐτό ἀκριβῶς μαρτυρεῖ: ῾ἰδού εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντί τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστός Κύριος, ἐν πόλει Δαυΐδ᾽. Τό εὐαγγέλιο ἔκτοτε πού κήρυσσαν οἱ ἀπόστολοι καί ἡ ᾽Εκκλησία, κατ᾽ ἐντολήν πιά τοῦ Χριστοῦ,  ἦταν ἀκριβῶς τοῦτο: ὁ ἐρχομός ᾽Εκείνου ὡς Σωτήρα, ὁ ῾Οποῖος ἔσωσε τόν κόσμο ἀπό τήν ἁμαρτία, τόν θάνατο, τόν διάβολο – ὅ,τι συνιστᾶ τήν πλήρη ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου.
2. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος λοιπόν στοιχεῖ στήν παράδοση αὐτή τῶν ὑπολοίπων μαθητῶν καί ἀποστόλων: κηρύσσει τόν Χριστό καί τό εὐαγγέλιό Του, κατόπιν ἀποκαλύψεως τοῦ ῎Ιδιου. Τό ἰδιάζον ὅμως ἐν προκειμένῳ εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Παῦλος ἔπρεπε νά ἀπαντήσει καί στίς ἐνστάσεις ὁρισμένων ῾ψευδαδέλφων᾽, οἱ ὁποῖοι εὐκαίρως ἀκαίρως τόν ἀμφισβητοῦσαν ὡς γνήσιο ἀπόστολο, διότι δέν ἀνῆκε στούς δώδεκα μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Κι ὁ λόγος του εἶναι γι᾽ αὐτό ἀπόλυτος: δέν ἔχει μικρότερη σημασία τό κήρυγμά του, γιατί κι ἐκεῖνος, ὅπως οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι, κλήθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο. Τόν συνέχει πάντοτε ἡ συγκλονιστική ἐμπειρία του ἀπό τήν ἐπέμβαση τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ στή ζωή του – τότε πού τοῦ ἐμφανίστηκε στήν πορεία του πρός τή Δαμασκό καί τόν κάλεσε νά γίνει μαθητής καί ἀπόστολός Του.  ῾Η αὐτοσυνειδησία του λοιπόν ὡς ἀποστόλου τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπόλυτη. ῾Η ἴδια ἡ μεταστροφή του καί οἱ θλίψεις καί δοκιμασίες πού τή συνόδευσαν ἀποτελοῦν τήν ἐγγύηση γι᾽ αὐτό. Εἶναι τόσο βέβαιος γιά ὅ,τι κηρύσσει, ὥστε σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἴδιας ἐπιστολῆς θά πεῖ τόν φοβερό ἐκεῖνο λόγο: κι ἄν ἄγγελος κατέβη καί σᾶς πεῖ ἀντίθετα πρός αὐτά πού ἐγώ σᾶς κηρύσσω, νά εἶναι ἀνάθεμα.
῎Ετσι ὁ ἀπόστολος καθιστᾶ γνωστό στούς Γαλάτες ὅτι μέσω τοῦ  ἴδιου πού τούς κηρύσσει τό εὐαγγέλιο ἔρχονται σέ ἄμεση ἐπαφή μέ τή ζωντάνια τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἴδιος ὁ Χριστός τόν κάλεσε  καί τόν ἴδιο τόν Χριστό τούς φέρνει ἀνάμεσά τους. Δέν πρέπει συνεπῶς νά νιώθουν μειονεκτικά γιατί τάχα δέν εἶναι ἀποστολική ἡ θεμελίωση τῆς ᾽Εκκλησίας τους
3. Παρ᾽ ὅλα αὐτά! ῾Ο ἀπόστολος εἶναι διακριτικός. Μπορεῖ νά ἔχει τήν ἐσωτερική βεβαιότητα τῆς αὐθεντικῆς κλήσης του ἀπό τόν Χριστό, ὅμως θέλει καί τήν ἔξωθεν ἐπιβεβαίωση. Μετά ἀπό ἕνα διάστημα ἀπόσυρσής του στήν ᾽Αραβία, ἐπανέρχεται στή Δαμασκό γιά νά ἀνέβη ὅμως στή συνέχεια στά ῾Ιεροσόλυμα, προκειμένου νά συναντήσει τόν ἀπόστολο Πέτρο καί τόν ἀδελφόθεο ᾽Ιάκωβο. Κι ἐπί δεκαπέντε ἡμέρες ἔμεινε μαζί μέ τόν Πέτρο, προφανῶς ἐκθέτοντάς του τό τί τοῦ συνέβη καί πῶς ἄλλαξε. Κι ὄχι μόνο τοῦτο: μετά κι ἀπό ἄλλο διάστημα, κατ᾽ ἐντολήν τοῦ Κυρίου, ἐπανέρχεται καί πάλι στά ῾Ιεροσόλυμα, ὅπως θά πεῖ σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς του, γιά νά παρουσιάσει στούς ἐκεῖ χριστιανούς τό κήρυγμά του ῾μήπως εἰς κενόν τρέχει ἤ ἔδραμε᾽. ῾Απλῶς ὅμως καί μέ τόν τρόπο αὐτό σφραγίζεται γιά μία ἀκόμη φορά ἡ γνησιότητα τοῦ εὐαγγελικοῦ του κηρύγματος: ῾ἐμοί γάρ οἱ δοκοῦντες οὐδέν προσανέθεντο, ἀλλά τοὐναντίον ἰδόντες ὅτι πεπίστευμαι τό εὐαγγέλιον τῆς ἀκροβυστίας καθώς Πέτρος τῆς περιτομῆς…καί γνόντες τήν χάριν τήν δοθεῖσαν μοι, ᾽Ιάκωβος καί Κηφᾶς καί ᾽Ιωάννης, οἱ δοκοῦντες στῦλοι εἶναι, δεξιάς ἔδωκαν ἐμοί καί Βαρνάβᾳ κοινωνίας᾽. Οἱ σπουδαῖοι ἀπόστολοι δέν τοῦ πρόσθεσαν κάτι, ἀλλά τοῦ ἔδωσαν καί τό δεξί τους χέρι σέ ἔνδειξη ἐπικοινωνίας καί ὁμόνοιας.
Κι εἶναι νά θαυμάζει κανείς τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα τοῦ μεγάλου ἀποστόλου Παύλου καί τήν ταπείνωσή του. ῞Οπως εἴπαμε: μολονότι ἀπόλυτα σίγουρος γιά τήν ἐν Χριστῷ ἐμπειρία του, νιώθει ὅτι ἀπαιτεῖται καί ἡ ἐκκλησιαστική μαρτυρία, γεγονός πού προσδίδει στή θεοπτία του ἀπόλυτο καί ἀναμφισβήτητο κύρος, ἐνῶ διδάσκει ὅτι ὁποιαδήποτε πνευματική ἐμπειρία γιά νά εἶναι βεβαία πρέπει ἀκριβῶς νά σφραγίζεται ἀπό τήν ἐκκλησιαστική παραδοχή.
4. Τήν ἐμπειρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κατά τήν ὁποία γνώρισε τόν Θεό ἐν Χριστῷ προσωπικά καί ἄμεσα, καλούμαστε νά ἀποκτήσουμε κι ἐμεῖς. ῾Η πίστη μας ἔχει ἐμπειρικό καί ὄχι νοησιαρχικό χαρακτήρα, πού σημαίνει ὅτι ὁ Θεός μας φανερώνεται σέ ὅλους, ἀρκεῖ νά Τόν ἀναζητοῦμε γνήσια καί ἀληθινά. ῾Πᾶς ὁ ὤν ἐκ τῆς ἀληθείας – σημείωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος – ἀκούει μου τῆς φωνῆς᾽. Καθένας πού ἀγαπᾶ τήν ἀλήθεια ἀκούει τή φωνή τοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως, δέν περιμένει κανείς τήν ἔνταση καί τό βάθος τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀποστόλου Παύλου – αὐτό εἶναι μία ἐξαιρετική εὐλογία χάρης πού ἐξαρτᾶται ἀπολύτως μόνο ἀπό τόν Θεό – ἀλλά στόν καθένα δωρίζεται ὁ Θεός κατά τό μέτρο τῆς μετανοίας του, δηλαδή κατά τό μέτρο ὅπως εἴπαμε τῆς ἀναζήτησης τοῦ Χριστοῦ. Τότε τό εὐαγγέλιο γίνεται κατάσταση τῆς καρδιᾶς, δηλαδή γίνεται τραγούδι πού ὁδηγεῖ σέ ἀδιάκοπη δοξολογία τοῦ Θεοῦ.
Ταυτοχρόνως ὅμως πρέπει νά ἔχουμε ὑπόψη ὅτι αὐτή ἡ δωρεά τοῦ εὐαγγελίου στή ζωή μας συνιστᾶ καί ἀνάθεση ἀπό τόν Θεό κάποιας διακονίας. Τήν ὥρα δηλαδή πού ὁ Θεός μᾶς χαριτώνει καί μᾶς ἀποκαλύπτεται, τήν ἴδια ὥρα μᾶς θέτει σέ τροχιά διακονίας ἐν ἀγάπῃ τῶν συνανθρώπων μας, ὅπως συνέβη καί μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο: ῾ὅτε εὐδόκησεν ὁ Θεός…ἀποκαλύψαι τόν υἱόν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτόν ἐν τοῖς ἔθνεσιν…᾽. Μέ ἄλλα λόγια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνεται ὄχι γιά νά ἐπαναπαυτεῖ σέ μᾶς ἀλλά γιά νά ἀντιδωρηθεῖ ἐν ταπεινώσει καί ἀγάπῃ στόν συνάνθρωπό μας. Μᾶς δίνεται γιά νά μοιραστεῖ. Καί μοιραζόμενη πλουτίζει καί αὐξάνει.
γ. Οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ κλήθηκαν ἀπό τόν ῎Ιδιο, ὅπως σέ ἄλλο ἐπίπεδο κλήθηκε δι᾽ ἀποκαλύψεώς Του καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Τό ἴδιο συμβαίνει ἀδιάκοπα. ῾Ο Κύριος εἶναι ἕτοιμος ὡς ὁ Αἰωνίως Παρών νά φανερωθεῖ σέ καθέναν πού ἔχει γνήσια ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας. Τό ἔκανε στόν ἀπόστολο Παῦλο, τό ἔκανε σέ ἑκατομμύρια ἄλλους ἀνθρώπους, τό κάνει καί θά τό κάνει πάντοτε καί στή δική μας ἐποχή. Τό ζητούμενο γι᾽ αὐτό δέν εἶναι ἡ δική Του προσφερομένη χάρη, ἀλλά ἡ δική μας ἀνύπαρκτη πολλές φορές καλή προαίρεση.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Νοεμβρίου, 2013

«Εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ ᾽Ιησοοῦς ·πορεύου και συ ποίει ομοίως» (Λουκ. 10, 37) 
α. Μία από τις γνωστότερες παραβολές του Κυρίου, που διασώζεται μόνον από τον ευαγγελιστή Λουκά, περιέχει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Αφορμή για να την πει ο Κύριος έδωσε ένας νομοδιδάσκαλος, ένας δηλαδή Ιουδαίος θεολόγος, ο οποίος θέλοντας να Τον φέρει σε δύσκολη θέση – «εκπειράζων αυτόν» – Του έθεσε αφενός το θέμα πώς κερδίζεται η αιώνιος ζωή, αφετέρου το θέμα ποιος είναι ο πλησίον του ανθρώπου, όταν αποκαλύφθηκε ότι ερώτησε κάτι που του ήταν ήδη γνωστό. Ο Κύριος δεν δυσανασχετεί και δεν παρεξηγείται  με την «πονηριά» του θεολόγου. Του απαντά με τρόπο κανονικό και σοβαρό, οδηγώντας τον όμως στο σημείο συμφωνίας του με ό,τι ο Ίδιος έλεγε. Η τελική προτροπή Του μάλιστα προς αυτόν δεν του αφήνει κανένα περιθώριο αντίδρασης. «Πορεύου και συ ποίει ομοίως».
β. 1. Ο Κύριος καταρχάς καλεί σε κινητοποίηση τον νομοδιδάσκαλο, συνεπώς και κάθε άνθρωπο, προκειμένου να πορεύεται στη ζωή του κατά το πρότυπο του καλού Σαμαρείτη. Η προτροπή Του δηλαδή δεν αφήνει υποψία εφησυχασμού του ανθρώπου, αδράνειας ή περιδίνησης μέσα στα δικά του πάθη. Ο εφησυχασμός και  η αδράνεια δεν σχετίζονται με αυτό που συνιστά θέλημα του Θεού, διότι φανερώνουν καταστάσεις που αλλοιώνουν τη φυσιολογία του ανθρώπου, την κατ’  εικόνα Θεού δηλαδή δημιουργία του. Ο άνθρωπος είναι κίνηση, ενέργεια, πορεία προς τα εμπρός, δημιουργία. Αν υπάρχουν τόσοι συνάνθρωποί μας που δυστυχώς ταλαιπωρούνται από ψυχολογικά κυρίως προβλήματα, είναι γιατί έπεσαν στην παγίδα της στασιμότητάς τους και της ανακύκλωσης των ίδιων πάντοτε παθών τους, κυρίως δε των λογισμών τους. Σαν να λειτουργούν, με άλλα λόγια, μ’ έναν τρόπο «αυτιστικό», περιφερόμενοι αδιάκοπα γύρω από το κέντρο του εαυτού τους. Ο Κύριος λοιπόν στο πρόσωπο του νομοδιδασκάλου καλεί όλους τους ανθρώπους σε πορεία προς τα εμπρός, χωρίς να στρέφονται προς τα οπίσω.
2. Η πορεία αυτή δεν είναι ανεξέλεγκτη και άσκοπη. Δεν καταξιώνεται ο άνθρωπος απλώς με το να πορεύεται, αλλά να πορεύεται σωστά. Και το σωστά σημαίνει: κατά το πρότυπο που προβάλλει η παραβολή ως δικαιωμένο από τον Θεό τρόπο ζωής, δηλαδή του καλού Σαμαρείτη. «Πορεύου και συ ποίει ομοίως». Ομοίως όχι με τον τρόπο  του ιερέα ή του λευίτη, των ιερωμένων του Ιουδαϊσμού, διότι ο τρόπος αυτός καταδικάστηκε και από τον ίδιο τον νομοδιδάσκαλο: είναι ο τρόπος του εγωισμού, της προτεραιότητας των προσωπικών συμφερόντων έναντι των πραγματικών αναγκών του συνανθρώπου, της προτεραιότητας ακόμη και μιας θρησκευτικής αποστολής έναντι του άλλου – δεν αρνείται κανείς ότι μπορεί οι συγκεκριμένοι ιερωμένοι να βρίσκονταν και σε μια τέτοια αποστολή. Το ομοίως λοιπόν είναι με τον τρόπο ζωής του Σαμαρείτη. Αυτός είναι που επαινείται  και θεωρείται ότι βρήκε την οδό της αιώνιας ζωής. Και ποιο είναι το γνώρισμα της οδού αυτής; Όπως αναγκάζεται να το ομολογήσει και ο νομοδιδάσκαλος: «ο ποιήσας το έλεος μετ’  αυτού». Σωστός δηλαδή τρόπος που δικαιώνεται από τον Θεό είναι η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Όπως τίθεται στην παραβολή, η αγάπη αυτή συνιστά μονόδρομο: έξω από την αγάπη ο άνθρωπος χάνεται σε δρόμους που τον απομακρύνουν από τη σχέση του με τον Θεό. Κι αυτό θα πει: για να βρω τον Θεό: «την αιώνιον ζωήν», πρέπει να βρω τον συνάνθρωπό μου: να ποιώ «έλεος μετ’  αυτού».
3. Ο προσδιορισμός της αγάπης προς τον συνάνθρωπο, ως της απόλυτης καθοριστικής προϋπόθεσης για την αιώνια ζωή, απαιτεί, κατά την παραβολή, τρεις διευκρινίσεις:
(1) ο άλλος, ο πλησίον, δεν είναι ο άνθρωπος που ανήκει σε μία συγκεκριμένη ομάδα, κατά τον καταδικασμένο τύπο της Ιουδαϊκής εκδοχής: των Φαρισαίων για παράδειγμα που θεωρούσαν πλησίον μόνον τους γνώστες του ιουδαϊκού νόμου, άρα έθεταν εκτός της έννοιας αυτής τους φτωχούς και αγραμμάτους, ή των Εσσαίων, που θεωρούσαν πλησίον μόνον τους ανήκοντες στην κοινότητά τους, ή ακόμη και των απλών Ιουδαίων, που απέρριπταν την έννοια του πλησίον για τους μη Ιουδαίους. Πλησίον, κατά το πρότυπο του Σαμαρείτη, είναι ο κάθε συνάνθρωπος, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας ή κοινωνικής τάξεως, διότι ο ίδιος ο άνθρωπος που αγαπά γίνεται πλησίον του άλλου. Απόδειξη τούτου είναι το γεγονός ότι ο Κύριος αντιστρέφει το ερώτημα του νομοδιδασκάλου: από την παθητική διατύπωσή του –  «τις εστί μου πλησίον;» – το θέτει με ενεργητική διάθεση – «γεγονέναι πλησίον». Εγώ να γίνομαι πλησίον του άλλου.
(2) Η αγάπη έτσι προς τον οποιονδήποτε συνάνθρωπο έχει το γνώρισμα της θυσίας. Μπροστά στην ανάγκη του άλλου, το θέλημα του Θεού απαιτεί προσωπική στάση, απώλεια ίσως του χρόνου μας, της άνεσής μας και των δικών μας αναγκαίων μέσων, προσφορά των χρημάτων μας, έγνοια διαρκή. Ό,τι δηλαδή επέδειξε ο Σαμαρείτης. Πρόκειται για την αληθινή αγάπη, για την οποία μίλησε ο Κύριος και με λόγο σαφή, εκτός των παραβολών: «Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλλήλους. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». Είναι η αγάπη που έζησε ο Ίδιος και που Τον ανέβασε στον Σταυρό, γεγονός που τονίζεται και από την αλληγορική ερμηνεία της παραβολής, σύμφωνα με την οποία ο Σαμαρείτης είναι ο ίδιος ο Χριστός.
 (3) Αυτονοήτως, η αγάπη, με τα παραπάνω δεδομένα, δεν είναι θεωρία και λόγια, αλλά πράξη. «Ο ποιήσας το έλεος μετ’  αυτού» λέει. Και: «πορεύου και συ  π ο  ί ε ι  ομοίως». Όσο κανείς μένει σε λόγια, ακόμη και σε μία πραγματική καλή διάθεση, δεν έχει αγγίξει την αγάπη που δικαιώνει. «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν του Θεού, αλλ’  ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς».
4.  Η αγάπη όμως προς τον συνάνθρωπο που δικαιώνει αυτόν που την ασκεί, είναι, σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα, άμεσα συνδεδεμένη και με την αγάπη προς τον Θεό. Ο Κύριος χαρακτήρισε ορθή την απάντηση του νομοδιδασκάλου, όταν ανέφερε την πεμπτουσία του λόγου του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της ισχύος σου και  εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Δηλαδή, η αγάπη έχει διπλή διάσταση: προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Και ο Ίδιος έτσι τοποθέτησε τα πράγματα: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», είπε. Κι επειδή η κύρια εντολή Του είναι το «αγαπάτε αλλήλους», άρα αγαπάμε τον Χριστό, εάν αγαπάμε και τους άλλους, όπως και αγαπάμε τους άλλους, εάν αγαπάμε τον Χριστό. Μονομερής ακολουθία της αγάπης, επιλογή της μιας από την άλλη, σημαίνει διαστροφή και των δύο. Είναι τόσο καίριας σημασίας τούτο, ώστε ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος σημειώνει ότι «όποιος ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Θεό και μισεί τον συνάνθρωπό του, είναι ψεύτης». Όπως και το αντίστροφο: «αγαπάμε τον συνάνθρωπο, όταν αγαπάμε τον Θεό και τηρούμε τις εντολές Του».
γ. Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη απαιτεί προς αποδοχή της γενναιότητα ψυχής και απόφαση υπακοής μέχρι θανάτου. Μελετώντας την βεβαιώνουμε δυστυχώς την πνευματική μας γύμνια. Διότι συνήθως τι διαπιστώνουμε στη ζωή των περισσοτέρων μας; Την ακολουθία ενός εύκολου και βολεμένου χριστιανισμού, που έχει ως πρότυπο μάλλον τον τρόπο ζωής του ιερέα και του λευίτη παρά του Σαμαρείτη. Ο Κύριος δεν θέλει κάτι από τη ζωή μας. Θέλει ολόκληρη τη ζωή μας. Μας έδωσε και μας δίνει τη δική Του, κυρίως μέσω του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, κομματιάζεται από αγάπη για εμάς, και ζητεί αντίστοιχο τρόπο ζωής. Η συμπεριφορά Του, όπως καταφαίνεται με κρυστάλλινο τρόπο στη συμπεριφορά του Σαμαρείτη, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Πόσοι άραγε αντέχουμε να είμαστε αληθινοί χριστιανοί; Πόσοι, τουλάχιστον,  όταν βλέπουμε τη μικρότητά μας, στρεφόμαστε μέσα μας και κλαίμε για την κατάντια μας; Πώς χωρίς έλεος προς τους άλλους μπορούμε έστω και να ζητάμε το έλεος του Θεού για εμάς;
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »