kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Οι πράξεις, οι καταστάσεις και τά επαγγέλματα ως σύμβολα

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Μαΐου, 2014

Οι πράξεις, οι καταστάσεις και τά επαγγέλματα ως σύμβολα
Ή σωματική γέννηση είναι σύμβολο της πνευματικής. Λέει ό Κύριος στον Νικόδημο: εάν μή τις γεννηθη άνωθεν, ου δύναται ιδείν την βασιλείαν του Θεού (Ίω. 3,3), δηλαδή το βασίλειο της πνευματικής πραγματικότητος.
Ό τοκετός της έγκυμονούσης γυναικός είναι εικόνα της γέννησης του πνευματικού ανθρώπου μέσα στον φυσικό άνθρωπο, στον σωματικό: ή γυνή όταν τίκτη, λύπην έχει.. όταν δέ γεννήση τό παιδίον, ούκέτι μνημονεύει τής θλίψεως διά την χαράν ότι έγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον (Ίω. 16, 21).
Ή μετατροπή του ύδατος σέ οίνο (Ίω. Κεφ. 2) συμβολίζει τη θαυματουργική μετατροπή του χοϊκού ανθρώπου σέ επουράνιο. Αυτουργός αυτής της μεταβολής είναι ό Χριστός εν Αγίω Πνεύματι. Κανένας άλλος δεν είναι σέ θέση να επιτελέσει τέτοιο θαύμα, να θεώσει δηλαδή την ψυχή και να πνευματοποιήσει το σώμα.
Σύμβολα της επουρανίου βασιλείας είναι τά εξής: ό σπορέας πού σπέρνει το σπόρο στο χωράφι του, ό κόκκος του σιναπιού πού από το ελάχιστο σποράκι βλαστάνει και γίνεται ό μεγαλύτερος καρπός, ή ζύμη πού παίρνει ή γυναίκα και ζυμώνει σέ τρία σκαφίδια ώσπου να ζυμωθεί ολόκληρο το ζυμάρι, ό θησαυρός ό κρυμμένος στο χωράφι τον όποιον σαν βρει ό άνθρωπος πηγαίνει και πουλάει τά πάντα για να αγοράσει το χωράφι εκείνο, ό πολύτιμος μαργαρίτης τον όποιον ό έξυπνος έμπορος αγοράζει για όλη του την περιουσία, το δίχτυ μέσα στο όποιο πιάνονται τά ψάρια -ωφέλιμα και βλαβερά- και στη συνέχεια διαχωρίζονται, οι γάμοι του υιού του βασιλέως, το δείπνο κ.τ.δ.
Ό γεωργός, ό σπορέας, ό αλωνιστής, ό οικοδόμος, ό σιδηρουργός, ό ξυλουργός, ό κεραμεύς και ό κάθε τεχνίτης, ό όποιος επεξεργάζεται την άμορφη πρώτη ύλη και από αυτήν κάνει κάτι ωραίο και χρήσιμο, συμβολίζουν τον Κύριο Ιησού Χριστό. Γι’ αυτό, όταν αντικρίζεις τον οποιονδήποτε τεχνίτη κάποιας καλής τέχνης, πώς μεταβάλει το άχρηστο σέ χρήσιμο, το άμορφο σέ μορφή, το βρώμικο σέ καθαρό, το αγενές σέ ευγενές, το άσχημο σέ ωραίο, θυμήσου τον Χριστό και τον κόπο Εκείνου για τη ψυχή σου.
Το ίδιο συμβολίζουν τον Χριστό, ό βασιλιάς και ό δικαστής, ό ιατρός και ό ιερέας, ό διδάσκαλος και ό στρατηγός, ό τιμονιέρης και ό οδηγός, ό έμπορος και ό οικοδεσπότης, ό πατέρας και ό νυμφίος.
Οι γυμνόσωμοι αθλητές συμβολίζουν τούς αγωνιστές του πνεύματος, απαλλαγμένοι από τον πλούτο και τις μέριμνες του κόσμου τούτου. «Πώς μπορεί να πολεμήσει τά πνεύματα της κακίας ό εραστής του πλούτου όταν μέσα από αυτόν δέχεται πανταχόθεν χτυπήματα;» λέει ό όσιος Νείλος ό Σιναΐτης.
Ό θερισμός τών επιγείων σπαρτών συμβολίζει τον πνευματικό θερισμό. Οι ψυχές τών ανθρώπων είναι σπαρμένες στη γη τών σωμάτων και ό σπόρος αυτός μεγαλώνει και ωριμάζει. Ό θερισμός είναι πολύς μα οι εργάτες λιγοστοί, είπε ό Κύριος (Μτ. 9, 38).
Ό οικοδεσπότης πού προσφέρει τον νέο και τον παλαιό θησαυρό από το θησαυροφυλάκιό του, δηλώνει τον πνευματικό άνθρωπο ό όποιος διδάχτηκε την Βασιλεία τών ουρανών από την Καινή και την Παλαιά Διαθήκη. Με την παραβολή Του αυτήν  ό Κύριος θέλησε να τονίσει την σπουδαιότητα  αμφοτέρων των Διαθηκών του Θεού, εξαιρώντας  όμως την  ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ (Λκ. 6, 45).
Ή αλιεία τών ιχθύων δηλώνει την αλιεία τών ανθρωπίνων ψυχών στη Βασιλεία του Θεού: και ποιήσω υμάς γενέσθαι αλιείς ανθρώπων (Μρ. 1, 17), υποσχέθηκε ό Κύριος στους ψαράδες τών ιχθύων.
Τά παιδιά, κατά την καθαρότητα της ψυχής και την ακακία τους, είναι σύμβολα τών ουρανίων πολιτών. Εάν μή στραφήτε και γένησθε ώς τά παιδία, ον μή είσέλθητε εις την βασιλείαν τών ουρανών (Μτ. 18, 3), είπε ό Κύριος. Είπε ακόμη για τά παιδιά: τών γάρ τοιούτων εστίν ή βασιλεία τών ουρανών (}Λτ. 19, 14).
Ό διακανονισμός του κυρίου με τον πονηρό οφειλέτη, πού έλαβε άφεση τών χρεών μα ό ίδιος δεν θέλησε να τά χαρίσει, είναι σύμβολο της Κρίσεως του Θεού. Καθώς ό βασιλεύς έδεσε στη φυλακή τον άσπλαχνο οφειλέτη, έτσι, λέει ό Κύριος, και ό πατήρ μου ό επουράνιος ποιήσει υμίν εάν μή αφήτε έκαστος τω άδελφώ αυτού από τών καρδιών υμών τά παραπτώματα αυτών (Μτ. 18, 35).
Οι κακοί γεωργοί του άμπελώνος, οι όποιοι άπέκτειναν τον υιό του αμπελουργού, δηλώνουν τούς πρεσβυτέρους τών Ιουδαίων οι όποιοι άπέκτειναν τον υιό του Θεού. Όμως, κακός αμπελουργός είναι και κάθε άνθρωπος πού με διαστροφή καλλιεργεί την ψυχή του, πού όχι μόνο δεν δίνει στο Θεό καθόλου καρπό πνευματικό, αλλά και τον Χριστό -τον Καρποπλάστη και Καρποδότη- φονεύει μέσα στη ψυχή του και τον πετάει έξω από αυτήν (Μτ. 21, 33-41).
Οι γάμοι (Μτ. 22, 2) είναι σύμβολο του πνευματικού γάμου, της Αγάπης μας προς τον Χριστό και του άρραβώνος μαζί Του. Νύμφες Χριστού είναι οι μεμονωμένες ψυχές τών πιστών. Νύμφη Του είναι και ή Εκκλησία ως σύνολο. Κάθε ψυχή πού δεν είναι εν αγάπη συνδεδεμένη με το Χριστό, είναι δεμένη εμπαθώς με τη γη ή με τούς δαίμονες. 
Ή χήρα πάλι, δηλώνει την θλιμμένη ψυχή πού είναι αποκομμένη από την ουράνια αγάπη και τον ουράνιο Νυμφίο Χριστό.
Το νεκρό σώμα, πού το περιτριγυρίζουν οι αετοί, είναι σύμβολο του Χριστού, ό Όποιος νεκρώθηκε διά δικαιοσύνην και γύρω από τον Όποιο συγκεντρώνονται οι ψυχές πού έχουν αετίσιες πνευματικές αναβάσεις.
Ή αστραπή (Μτ. 24, 27) και ό κλέφτης (Μτ. 24, 43)      δηλώνουν το αίφνίδιον της Δευτέρας ελεύσεως του Χριστού. Ή Δευτέρα έλευσις του Σωτήρος θά είναι ξαφνική σαν αστραπή και απροειδοποίητη καθώς ό κλέφτης. Διά τούτο και υμείς γίνεσθε έτοιμοι, ότι ή ώρα ου δοκείτε ό υιός του άνθρώπου έρχεται (Μτ. 24,
44)      .
Το εμπόριο είναι σύμβολο της εξαγοράς της ουράνιας βασιλείας: το χρονικό αντί του αιωνίου, το γήινο αντί του ουρανίου. Μοιράζοντας ό κύριος της παραβολής τά τάλαντα στους δούλους, τούς λέει: πραγματεύεσθε εν ω έρχομαι (Λκ. 19, 13).
Ή πόσις και ή βρώσις είναι σύμβολα της πνευματικής απόλαυσης στη βασιλεία τών ουρανών: ίνα έσθίητε και πίνητε επί της τραπέζης μου εν τη βασιλεία μου και καθίσεσθε επί θρόνων κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ (Λκ. 22, 30).
Ό προϋπολογισμός της δαπάνης, για την ανοικοδόμηση του κτιρίου, συμβολίζει την εκτίμηση τών δυνάμεών μας για μεγαλύτερη ή μικρότερη άσκηση. Τις γάρ εξ υμών, θέλων πυργον οικοδομήσαι, ούχί πρώτον καθίσας ψηφίζει την δαπάνην, εί έχει τά προς άπαρτισμόν; (Λκ. 14, 28)
Ή κόρη ή ή παρθενία δηλώνουν την καθαρότητα της ψυχής. Ό Απόστολος εκφράζει την επιθυμία παρθένον άγνήν παραστήσαι τώ Χριστώ (Β’ Κορ. 11, 2), εννοώντας με αυτό τις ψυχές τών πιστών.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑ.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΥΣΚΕΥΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑ. (ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Μαΐου, 2014

Συσκευές και κατασκευές ως σύμβολα
‘Αλώνι, φτυάρι και αμπάρι (Μτ. 3, 12). Το αλώνι δηλώνει τον κόσμο, το φτυάρι την Κρίση του Θεού και το αμπάρι την Βασιλεία Του. Συλλέγονται οι δίκαιοι στη Βασιλεία των ουρανών καθώς το σιτάρι στο αμπάρι ενώ οι αμαρτωλοί απορρίπτονται στα βάσανα καθώς το άχυρο πέφτει στη φωτιά.
Ή πόλη (Μτ. 5, 14) επάνω στο όρος δηλώνει τούς ίδιους εκείνους ανθρώπους οι όποιοι προηγουμένως έχουν ονομαστεί άλας και φώς. Όπως ή πόλη πού βρίσκεται επάνω στο όρος είναι αδύνατο να κρυφτεί από τά βλέμματα του κόσμου, το ίδιο και οι τώ πνεύματι ανυψούμενοι ακόλουθοι του Χριστού.
Ό λύχνος (Μτ. 5, 15) υπό τον μόδιον και επί την λυχνίαν είναι σύμβολο του άνθρώπου πού έχει φωτισμό Θεού. Ό πρώτος λύχνος δηλώνει τον φωτισμένο άνθρωπο ό όποιος μόνος του από ταπείνωση κρύπτεται είτε οι γείτονες από φθόνο τον κρύβουν εκεί. Και τά δύο είναι ανώφελα. Ό δεύτερος λύχνος δηλώνει τη πραγματική τύχη του ανθρώπου αυτού: ή Θεία Πρόνοια τον αποκαλύπτει και τον ανυψώνει σαν το λύχνο επάνω στη λυχνία για να φωτίζει τον κόσμο.
Το ταμείον (Μτ. 6, 6) σημαίνει τον εσώτατο και απόκρυφο χώρο του σπιτιού. Το εσώτατο ταμείο στον άνθρωπο είναι ή καρδία. Εσύ όταν προσεύχεσαι, είσελθε στο ταμείο σου και προσευχή σου εκεί αντίθετα από τούς υποκριτές, οι όποιοι προσεύχονται στους δρόμους για να τούς βλέπουν οι άνθρωποι. Είσελθε με το νου μέσα στη καρδιά σου, οπουδήποτε και αν βρίσκεσαι και αποβάλλοντας όλες τις εξωτερικές αναμνήσεις παραδώσου ολοκληρωτικά στην προσευχή προς τον Θεό.
Ή θύρα συμβολίζει τον Χριστό σύμφωνα με τους λόγους Του: εγώ ειμί ή θύρα, δι’ εμού εάν τις είσέλθη σωθήσεται (Ίω. 10, 9). Εκτός Εκείνου δεν υπάρχει δεύτερη είσοδος για την Βασιλεία των Ουρανών. Και ή θύρα εκείνη είναι στενή σύμφωνα πάλι με τον λόγο Του: τί στενή ή πύλη και τεθλιμμένη (Μτ. 7, 13). Γιατί είναι στενή ή πύλη; Επειδή, περνώντας την με κόπο αναγκαζόμαστε να αποβάλουμε το δέρμα του παλαιού φυσικού ανθρώπου, με το όποιο δέρμα είναι αδύνατον να είσέλθουμε στον Παράδεισο.
Και ή οδός δηλώνει τον Χριστό. Εγώ ειμί ή οδός και ή αλήθεια και ή ζωή (Ίω. 14, 6), είπε Εκείνος περί του εαυτού Του.
Ό οίκος ό κτισμένος επάνω στη πέτρα (Μτ. 7, 24) δηλώνει την Εκκλησία του Χριστού, οίκοδομουμένη επάνω στην πίστη στον Υιό του Θεού. Δηλώνει ακόμη, την εκπαίδευση της νεολαίας επάνω στα θεμέλια του Ευαγγελίου. Το σπίτι πάλι πού είναι χτισμένο επάνω στην άμμο (Μτ. 7, 26), δηλώνει κάθε πνευματική και ηθική οικοδομή ή οποία είναι στραμμένη σέ κάτι αντίθετο στο Χριστό.
Τά καινούρια ασκιά και ό νέος οίνος (Μτ. 9, 17), συμβολίζουν την καινή διδαχή τού Χριστού και τούς καινούς ανθρώπους. Διά της μετανοίας οι άνθρωποι αλλάζουν, καθαίρονται και άνακαινίζονται και έτσι καθίστανται νέοι. Σέ τέτοιους ανθρώπους μονάχα μπορεί να κατοικήσει ή καινή διδαχή τού Χριστού. Οι Φαρισαίοι έμοιαζαν με τά παλαιά ασκιά και γι’ αυτό μέσα τους δεν μπορούσε να σταθεί ή καινή και ισχυρή διδαχή του Χριστού.
Το νέο μπάλωμα και το παλαιό ένδυμα (Μτ. 9, 16). Αυτά συμβολίζουν την συνήθη αντιχριστιανική μέθοδο όπου ό παλαιός άνθρωπος κάνει κάποιες βελτιώσεις, βάζει κάποιο καινούριο μπάλωμα ενώ στην ουσία του παραμένει ό ίδιος. Αυτό σχετίζεται και με κάθε επιδερμική προσπάθεια ή οποία έχει ως σκοπό να διορθώσει με μπαλώματα την κατάσταση της ανθρώπινης κοινωνίας αντί της θεμελιώδους εν Χριστώ ανακαίνισες. Όπως ακριβώς το καινούριο μπάλωμα σύντομα ξηλώνεται και πέφτει από το παλαιό ένδυμα και τά κουρέλια γίνονται ακόμα μεγαλύτερα και πιο αστεία, έτσι και από τούς παλιούς αμαρτωλούς, ξηλώνεται ή καινή θεία διδαχή και οι παλαιοί μώλωπες αναδεικνύονται βαθύτεροι και φοβερότεροι απ’ ότι ήταν πριν το μπάλωμα.
Ό ζυγός (Μτ. 11, 30) είναι το σύμβολο της δουλείας. Δύο είναι τά βαρύτερα είδη δουλείας: ή δουλεία σέ λαούς ειδωλολατρικούς και ή δουλεία τών παθών και μάλιστα το πρώτο συμβαίνει εξαιτίας αυτού του δευτέρου (‘Ιερ. Κεφ. 27). Στη θέση κάθε βαρέως επίγειου ζυγού, προτείνει ό Χριστός στους ανθρώπους τον δικό Του ζυγό ό όποιος δεν είναι διόλου βαρύς. Ό γάρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου έλαφρόν έστιν{ Μτ. 11,30).
Ό σταυρός είναι σύμβολο της σωτηρίας διά της οικειοθελούς κακοπάθειας του έξω ανθρώπου για χάρη του εσωτέρου, όλα για την αγάπη του αγαπώντος Χριστού. Ό σταυρός είναι μωρία τοις άπολλυμένοις και δύναμις Θεού τοις σωζομένοις (Α’ Κορ. 1, 18). Είπε ό Κύριος: και ος ού λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ εστί μου άξιος (Μτ. 10, 38). Ό δικός μας σταυρός είναι ελάχιστος και ελαφρύς σέ σχέση με τον δικό Του Σταυρό ό καθένας μας φέρει τον σταυρό των αμαρτιών του ενώ Εκείνος σήκωσε τον ασήκωτο Σταυρό τών αμαρτιών όλου του κόσμου Γι’ αυτό και λέει τον σταυρόν αυτού και όχι Εμού.
Το ποτήριο τών παθών του Χριστού είναι σύμβολο της σωτηρίας μας. Το ποτήριο του Αίματος του Χριστού δηλώνει τη Καινή Διαθήκη του Θεού με τούς ανθρώπους. Αυτό το ποτήριο είναι ή Καινή Διαθήκη, λέει ό απόστολος (Α’ Κορ. 11, 25). Ενώ ό ίδιος ό Κύριος είπε: Πίετε έξ αυτού πάντες, τούτο γάρ εστί το αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης (Μτ. 26, 27-28). Ή Παλαιό Διαθήκη ήταν θεμελιωμένη στο αίμα αλόγων ζώων ενώ ή Καινή Διαθήκη στο αίμα του Δικαίου, στο αίμα Εκείνου, ό Όποιος είναι ή ίδια ή λογικότητα, ό μόνος αληθινός Λόγος του Θεού.
Το ποτήριο και το κύπελλο δηλώνουν τον καθαρό και ακάθαρτο άνθρωπο. Το σημαντικό είναι να καθαρίσει κανείς το ποτήριο και το κύπελλο εσωτερικά παρά εξωτερικά. Το ίδιο, σημαντικό είναι να διατηρήσει κανείς καθαρή την ψυχή παρά το σώμα. Φαρισαίε τυφλέ, καθάρισον πρώτον το εντός του ποτηριού και της παροψίδος, ίνα γένηται και το εκτός αυτών καθαρόν{Μτ. 23, 26).
Οι ασπρισμένοι και διακοσμημένοι τάφοι συμβολίζουν τούς υποκριτές ανθρώπους. Μάταια οι τάφοι είναι εξωτερικά στολισμένοι αφού στο εσωτερικό τους είναι γεμάτοι από οστά νεκρών και κάθε είδους ακαθαρσία (Μτ. 23, 27). Τά οστά τών νεκρών συμβολίζουν τη πέτρινη καρδιά και την λανθασμένη διάνοια τών ανθρώπων, ή οποία δεν αφήνεται στην επίδραση του Πνεύματος του Θεού. Ή κάθε είδους ακαθαρσία δηλώνει τά δυσώδη πάθη και τις αδυναμίες. Όλα τούτα όμως είναι στους υποκριτές εξωτερικά μασκαρεμένα με μίαν επιτηδευμένη δικαιοσύνη, όπως συμβαίνει και στους ασβεστωμένους τάφους.
Το βαλάντιον είναι σύμβολο τών ουρανίων θησαυρών, το ίδιο και ό θησαυρός. Ποιήσατε έαυτοίς βαλάντια μή παλαιούμενα, θησαυρόν άνέκλειπτον…. (Λκ. 12, 33).
Ό λύχνος ό καιόμενος και ή οσφύς ή περιζωσμένη είναι σύμβολα διανοίας φωτισμένης από την πίστη του Χριστού και σώματος περιζωσμένου με την εγκράτεια (Λκ. 12, 35).
Το σπίτι είναι σύμβολο της ουρανίου κατοικίας.
Εν τη οικία του πατρός μου πολλαί μοναί εισι (Ίω. 14, 2). Ό ναός ως κτίσμα είναι σύμβολο του σώματος του ανθρώπου: ή ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματός εστίν; (Α’ Κορ. 6, 19).
Ή ράβδος είναι σύμβολο εξουσίας και επιστασίας.
Ή ράβδος όμως υπενθυμίζει και τον άγγελο φύλακα πού βρίσκεται στα δεξιά του ανθρώπου βοηθώντας τον για να μην πέσει στον βούρκο της αμαρτίας.
Ή ρομφαία είναι σύμβολο του λόγου του Θεού, καθώς και ό σπόρος. Μόνο πού ό σπόρος δηλώνει τον φανερωμένο λόγο του Θεού ενώ ή ρομφαία τη δύναμη του λόγου αυτού. Και έκ του στόματος αυτού (του Άρνίου) ρομφαία δίστομος οξεία εκπορευομένη, λέει ό διορατικός Ιωάννης (Άπ. 1, 16) ενώ ό Παύλος επιτάσσει: δέξασθε και την μάχαιραν του Πνεύματος, ό εστί ρήμα Θεού (Έφ. 6, 17).
Ή ασπίδα δηλώνει την πίστη: επί πάσιν άναλαβόντες τον θυρεόν της πίστεως (Έφ. 6, 16). Πραγματικά,  ή πίστη είναι εκείνη πού προφυλάσσει τον άνθρωπο περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο σέ τούτη τη ζωή.
Τά βέλη είναι σύμβολα τών πειρασμών πού επισυμβαίνουν στον άνθρωπο. Ειδικότερα δε, δηλώνουν τά αόρατα χτυπήματα τών αοράτων πνευμάτων του σκότους κατά της ψυχής• Τά πνεύματα του σκότους, ρίχνουν κατά της ψυχής μας κακούς λογισμούς και επιθυμίες, με τέτοια ταχύτητα και αιφνιδιασμό καθώς το βέλος του κυνηγού βρίσκει το ελάφι πού αμέριμνο πίνει νερό στη πηγή, δίχως να υποψιάζεται το κακό. Ό Απόστολος επιτάσσει στους πιστούς όπως: εις αυτό τούτο άγρυπνουντες εν πάση προσκαρτερήσει και δεήσει… δυνήσεσθε πάντα τά βέλη του πονηρού τά πεπυρωμένα σβέσαί (Έφ. 6, στίχ. 18 και 16).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑ.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, ΤΑ ΖΩΑ ΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑ.

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Μαΐου, 2014

Τά ζώα ως σύμβολα
Ή περιστερά είναι το σύμβολο του ‘Αγίου Πνεύματος. Το Πνεύμα το Αγιον έκανε ακόμα και εμφανίσεις με τη μορφή περιστεράς. Έτσι, όταν ό Κύριος βαπτίστηκε στον Ιορδάνη, είδε το Πνεύμα του Θεού καταβαίνον ωσεί περιστεράν και έρχόμενον επ’ αυτόν (Μτ. 3, 16).
Σημαίνοντας την ανεξικακία, ή περιστερά συμβολίζει το Πνεύμα του Θεού επειδή το περιστέρι είναι το πιο ανεξίκακο ζώο και με την ιδιότητά του αυτή συμβολίζει το Θεό-Πνεύμα στο όποιο δεν υπάρχει διόλου κακία.
Το φίδι είναι το σύμβολο του Σατανά. Υπηρέτησε σαν όργανο τον Σατανά, όταν εκείνος απάτησε την Εύα και την παρακίνησε στο αμάρτημα της ανυπακοής έναντι του Δημιουργού. Είναι το μοναδικό ζώο επί της γης το όποιο καταράστηκε ό Θεός: και είπε Κύριος ό Θεός τω όφει ότι έποίησας τούτο, επικατάρατος σύ από πάντων τών κτηνών και από πάντων τών θηρίων τών επί της γης (Γεν. 3, 14). Εξ αυτού και τούτη ή φρικιαστική έχθρα πού υπάρχει ανάμεσα στο φίδι και κάθε άλλο ζώο πάνω στη γη. Όταν ό Κύριος είπε στους μαθητές Του: γίνεσθε φρόνιμοι ως οι όφεις, εννοούσε την επιφυλακτικότητα με την οποία το φίδι κινείται. Αμέσως όμως προσέθεσε: και ακέραιοι ως αί περίστεροί (Ματ. 10, 16). Επειδή, λέει ό Χρυσόστομος, καμία ωφέλεια δεν πηγάζει από τή σοφία αν εκείνη δεν είναι ενωμένη με την ανεξικακία (Εις το κατά Ματθαίον). Αντίθετα, τέτοια φρόνηση φιδιού, γίνεται πολύ επικίνδυνη για τον άνθρωπο. 
Ό Ισίδωρος Πηλουσιώτης ερμηνεύει έτσι το χωρίο αυτό: να φυλάττεις την πίστη καθώς το φίδι προφυλάσσει την κεφαλή του να αποβάλλεις και εσύ από επάνω σου τον παλαιό άνθρωπο καθώς το φίδι αποβάλλει από επάνω του το παλαιό δέρμα (Επιστολές).
Ή ασπίδα, αυτό το φοβερό και φαρμακερό φίδι, είναι σύμβολο του διαβόλου και όλων όσων ποιούν το θέλημα εκείνου. Ό Πρόδρομος ονόμασε τούς πρεσβυτέρους τών Εβραίων γεννήματα εχιδνών! Και το στόμα του Κυρίου το επανέλαβε (Μτ. 3, 7). Τέλος ό Κύριος είπε ξεκάθαρα προς τούς πονηρούς άρχοντες τών Εβραίων: υμείς εκ του πατρός του διαβόλου έστέ (Ίω. 8, 44). Γίνεται λοιπόν φανερό ότι ή ασπίδα σημαίνει τον διάβολο και τά γεννήματα της άσπίδος συμβολίζουν τά τέκνα του διαβόλου.
Ό αμνός, το πρόβατο και ό λύκος.
Ό αμνός είναι το σύμβολο του Χριστού. Ίδε ό αμνός του Θεού! (Ίω. 1, 29), αναφώνησε ό Πρόδρομος βλέποντας το Χριστό. Ενώ ό θεόπτης Ιωάννης, είδε στο θρόνο της επουράνιας δόξης τον Χριστό ως αμνό. Τά πρόβατα συμβολίζουν τούς πιστούς άκολούθους του Χριστού ενώ οι λύκοι τούς απίστους και ειδωλολάτρες. Τά πρόβατα τά έμά, της φωνής μου ακούει, κάγώ γινώσκω αυτά και άκολουθουσί μοι (Ίω. 10, 27). Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων (Μτ. 10, 16). Είναι ολοφάνερο ότι δεν γίνεται λόγος για πρόβατα και λύκους παρά για ανθρώπους.
Ό σκύλος και ό χοίρος, είναι σύμβολα του πείσμονος απίστου, του ανυποχώρητου και ισχυρογνώμονος. Ιδιαιτέρως οι σκύλοι, συμβολίζουν τούς άσωτους ενώ οι χοίροι τούς αδηφάγους.
Ή κλώσσα και τά κλωσσόπουλα. Καθώς ή κλώσσα με σπουδή μαζεύει τά πουλιά της, τά τρέφει και τά θερμαίνει, έτσι και ό Σωτήρας μαζεύει τούς πιστούς Του. Παρόμοια θέλησε να περισυλλέξει και με αγάπη να θρέψει και να ζεστάνει τούς υιούς Ισραήλ αλλά εκείνοι Του το αρνήθηκαν (Μτ. 23, 37). Με αυτή την έννοια λοιπόν, ή κλώσσα είναι σύμβολο του Χριστού ενώ τά κλωσσόπουλα σύμβολο τών αληθινών ακολούθων Του.
Το άλογο είναι σύμβολο του υπάκουου και πιστού δούλου. Γράφει ό Διονύσιος ό Αρεοπαγίτης ότι ό ίππος συμβολίζει την υπακοή. Στον Οκτώηχο κανόνα, οι Απόστολοι εξισώνονται με άλογα γοργοπόδαρα, με την έννοια της εμπίστου υπηρεσίας προς τον Θεό και της ταχύτητας με την οποία μεταφέρουν το Χαρμόσυνο Άγγελμα σέ όλη τη γη.
Ό άνθρωπος, το λιοντάρι, ό ταύρος και ό αετός είναι τά τέσσερα συμβολικά ζώα πού είδαν σέ όραμα ό προφήτης Ιεζεκιήλ και ό Άγ. Ιωάννης, να ίστανται ενώπιον του θρόνου του Ύψιστου (Ίεζ. 1, 5). Σύμφωνα με τούς ιερούς συγγραφείς, αυτά τά τέσσερα ζώα συμβολίζουν τις τέσσερις βασικές αρετές: σοφία, γενναιότητα, δικαιοσύνη, καθαρότητα. Το ότι ό άνθρωπος συμβολίζει τη σοφία και το λιοντάρι τη γενναιότητα είναι κατανοητό. Ό ταύρος συμβολίζει τη δικαιοσύνη επειδή είναι ζώο της θυσίας, ζώο πού θυσιαζόταν για αμαρτήματα δικαιοσύνης.
Ό αετός κατά την πτήση συμβολίζει την καθαρότητα επειδή ανεβαίνει σέ μεγάλα ύψη και στα ύψη βρίσκεται ή καθαρότητα. Ακόμα, τούτα τά τέσσερα συμβολικά ζώα, σημαίνουν τις ποικιλόμορφες πνευματικές Δυνάμεις γύρω από το θρόνο του Θεού οι όποιες νύχτα και ημέρα ψάλλουν: Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαββαώθ!
Βάτραχοι, ψείρες και διάφορα έντομα με τά οποίαό Θεός επέταξε την αρχαία Αίγυπτο, συμβολίζουν τά διάφορα ανθρώπινα αμαρτήματα, είτε εν έργω είτε εν λόγω (Εξ. κεφ. 8). Ενώ τά αόρατα βακτήρια και μικρόβια, συμβολίζουν τις αδιόρατες αμαρτίες τών ανθρωπίνων λογισμών. Αν ό άνθρωπος δεν καταπνίξει σύντομα τούς κακούς λογισμούς μέσα του, εκείνοι πολλαπλασιάζονται και ισχυροποιούνται μέσα στην ψυχή -όμοια με τά μικρόβια στο σώμα- και επιφέρουν στην ψυχή βαριές και ακόμα και θανατηφόρες ασθένειες.
Τά άγρια θηρία γενικά, συμβολίζουν τά μεγάλα πάθη. Καθώς τά άγρια θηρία καταξεσχίζουν το σώμα, έτσι και τά πάθη ξεσχίζουν τις ψυχές. Ό Δημιουργός έδωσε στον Αδάμ την εξουσία επάνω σέ όλα τά πάθη: γι’ αυτό και εκείνος εξουσίαζε όλα τά θηρία ως σύμβολα τών παθών. Εκείνοι οι άγιοι άνθρωποι πού διά του νέου Αδάμ, του Χριστού, έλαβαν την εξουσία επί τών παθών, έλαβαν μαζί με αυτό και την εξουσία επί τών άγριων θηρίων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑ.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, ΤΑ ΦΥΤΑ ΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑ.

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Μαΐου, 2014

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
Τά φυτά ως σύμβολα
Για να μπορεί το δέντρο να βλαστήσει, πρέπει να ριζώσει στη γη. Έτσι και ή ψυχή, πρέπει να είναι ριζωμένη στην πνευματική Βασιλεία των Ουρανών, γιατί εκείνη είναι ή δική της γη στην οποία ριζώνει και βλαστάνει. Για να μπορέσει το δέντρο ν’ αναπτυχθεί πρέπει να ποτίζεται με νερό. Το ίδιο και ή ψυχή, πρέπει να αρδεύεται με τη χάρη του ‘Αγίου Πνεύματος για να είναι υγιής και ισχυρή. Λέει ό Άγ. Αντώνιος: καθώς τά δέντρα, αν δεν ποτίζονται με το φυσικό νερό δεν μπορούν να αναπτύσσονται, το ίδιο και ή ψυχή, δεν μπορεί ν’ αναπτυχθεί αν δεν πίνει από τις ουράνιες άπολαύσεις.
Για να μπορεί το δέντρο να δέσει καρπό, πρέπει να έχει φως και θερμότητα από τον ήλιο. Το ίδιο και ή ψυχή, πρέπει να φωτίζεται και να θερμαίνεται από τον Θεό, τον Ήλιο της αιώνιας δικαιοσύνης. Γιατί μονάχα μέσα στο φως και τη ζεστασιά -πού πηγάζουν από τον Θεό τον ζώντα και ζωοποιό- μπορεί ή ψυχή να ζήσει, να βλαστήσει και να δώσει καρπό.
Ό κρίνος είναι το σύμβολο της άμεριμνίας: καταμάθετε τά κρίνα του αγρού πώς αυξάνει’ ου κόπια ουδέ νήθει. Λέγω δέ υμίν ότι ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξα αυτού περιεβάλλετο ως εν τούτων (Μτ. 6, 28-29). Ό Νείλος ό Σιναΐτης γράφει για τον συμβολισμό τών κρίνων: για την τέλεια ψυχή είναι γραμμένο ότι, είναι σαν το κρίνο μέσα στα αγκάθια και αυτό σημαίνει την ψυχή πού ζει δίχως μέριμνες ανάμεσα σέ αυτούς πού είναι πολυμέριμνοι (Περί Φιλαργυρίας).
Ή ελαία είναι το σύμβολο της εν χάριτι εκλογής.
Ό Κύριος επέλεξε τον λαό του Ισραήλ σαν ελαία ανάμεσα στα άγρια δέντρα για να γίνει ό εκλεκτός Του λαός (Ίερ. 11, 16). Ακόμα, έλαια ονομάζεται ό Ηλίας και ό Ενώχ οι όποιοι θα εμφανιστούν ως πρόδρομοι της Δευτέρας Ελεύσεως του Χριστού. Αυτούς προείδαν, ό προφήτης Ζαχαρίας και ό Αγ. Ιωάννης σέ όραμα, καθώς ίστανται ενώπιων του θρόνου της δόξης στους ουρανούς με τη μορφή δύο ελαιοδέντρων (Ζαχ. 4, 3 – Αποκ. 11, 4). Ώς το δέντρο πού δίνει το λάδι και ως το μακροβιότερο ανάμεσα στα φυτά της γης, ή ελαία συμβολίζει και κάθε χαριτωμένο άνθρωπο πού φωτίζεται με το έλεος και την αλήθεια του Πνεύματος του Θεού και διά της πίστεως ρίζωσε τον εαυτό του στην αιώνια ζωή.
Ό σπόρος είναι το σύμβολο του λόγου του Θεού.
Ό αγρός είναι ό κόσμος, λέει ό Κύριος. Το δέ καλόν σπέρμα, ούτοι είσιν οι υιοί της βασιλείας’ τά δέ ζιζάνιά είσιν οι υιοί του πονηρού (Μτ. 13, 37-38).
Ό σίτος σημαίνει τη διδαχή του Θεού, τη διδασκαλία του Χριστού, τον καλό σπόρο σέ αντίθεση με τά ζιζάνια πού συμβολίζουν το σπόρο του διαβόλου. Εν δέ τω καθεύδειν τούς ανθρώπους, ήλθεν αυτού ό εχθρός και έσπειρε ζιζάνια ανά μέσον του σίτου και άπήλθεν (Μτ. 13, 25). Οι Χριστιανοί πού θα διατηρήσουν έντός τους τη θεότητα του Χριστού και θα το καλλιεργήσουν μέχρι το θερισμό θα σωθούν, ενώ οι αμέριμνοι πού αντί για το σίτο καλλιεργούν μέσα τους την ήρα θα χαθούν.
 Αυτό μαρτύρησε και ό Αγ. Ιωάννης ό Πρόδρομος λέγοντας ότι ό Θεός διακαθαριεί την άλωνα αυτού, και συνάξει τον σίτον αυτού εις την άποθήκην, το δέ άχυρον κατακαύσει πυρί άσβέστω (Μτ. 3, 12). Έτσι, ό σίτος συμβολίζει επίσης τούς γνήσιους Χριστιανούς, οι όποιοι διατήρησαν έντός  τους το σπόρο του Θεού ενώ ή ήρα συμβολίζει τούς απίστους αμαρτωλούς. Ό Κύριος, ανέφερε τη σήψη του σπόρου κάτω από τη γη, ως εικόνα του θανάτου και της Αναστάσεως Του και ταυτόχρονα ως εικόνα απονέκρωσης του παλαιού και αναγέννησης του νέου ανθρώπου στον καθένα από εμάς (Ίω. 12, 24 – Α’ Κορ 15, 36).
Το σταφύλι, και τ’ αγκάθια, το σύκο και τά τριβόλια είναι σύμβολα τών αγαθών και πονηρών ανθρώπων. Μήτι συλλέγουσιν από άκανθων σταφυλήν ή από τριβόλων σύκα; Όχι βέβαια, αλλά από το κλήμα και τη συκιά μαζεύουν καρπό καλό ενώ από τ’ αγκάθια και τούς τριβόλους καρπό κακό. Ούτω, παν δένδρον άγαθόν καρπούς καλούς ποιεί, το δέ σαπρόν δένδρο  καρπούς πονηρούς ποιεί. Ού δύναται δένδρον άγαθόν καρπούς πονηρούς ποιείν, ούδέ δένδρον σαπρόν καρπούς καλούς ποιείν. Παν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλάν έκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται. Άραγε από τών καρπών αυτών έπιγνώσεσθε αυτούς (Μτ. 7, 16-20). Για ποιούς ομιλεί έδώ ό Κύριος; Για τά δένδρα ή για τούς ανθρώπους; Βεβαιότατα για τούς ανθρώπους. Τά δένδρα εκλαμβάνονται σαν σύμβολο τών ανθρώπων, αγαθών και πονηρών.
Ή άμπελος είναι σύμβολο του Χριστού και το κλήμα σύμβολο τών άκολούθων του Χριστού. Εγώ ειμί ή άμπελος, υμείς τά κλήματα (Ίω. 15, 5), είπε ό Κύριος στους μαθητές Του. Ή άμπελος είναι μερικώς ορατή και μερικώς κρυμμένη. Έτσι και ό Υιός του Θεού, είναι μερικώς γνωστός και μερικώς άγνωστος. Το κλήμα δίχως την άμπελο δεν μπορεί μήτε να αυξηθεί μήτε και να καρποφορήσει. Γι’ αυτό είπε πάλι Εκείνος: ότι χωρίς εμού ού δύνασθε ποιείν ουδέν. Οι αγαθοί άνθρωποι αντλούν ζωτικούς χυμούς από τον Χριστό, τρέφονται με Κείνον και φέρουν καρπό αγαθό σαν το καλό κλήμα στο αμπέλι. Ενώ οι κακοί άνθρωποι αποκόπτουν εαυτούς από τον Χριστό και απομένουν ξηροί και άκαρποι σαν τά κομμένα κλήματα. Γι’ αυτό και εκείνοι οι πρώτοι θα διατηρηθούν σαν καρποφόρα κλήματα ενώ αυτοί οι δεύτεροι, θα ριφθούν στο πυρ σαν τά ξηρά κλήματα.
Το φυτό του σιναπιού είναι σύμβολο της βασιλείας τών ουρανών, λόγω της ανάπτυξης του από μικρό σέ μεγάλο. Ό μικρότερος μεν εστί πάντων τών σπερμάτων, όταν δέ αύξηθή, μείζον πάντων τών λαχάνων έστί και γίνεται δένδρον, ώστε ελθείν τά πετεινά του ουρανού και κατασκηνούν εν τοις κλάδοις αυτού (Μτ. 13, 32). Έτσι και ή Βασιλεία τών ουρανών στην ανθρώπινη ψυχή, αυξάνει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο μέσα στην ψυχή και με τά κλαδιά της εισέρχεται στους ουρανούς και οι άγγελοι του Θεού κατέρχονται στα κλαδιά της.
Ό φοίνικας και ή κέδρος του Λιβάνου είναι σύμβολα τών δικαίων ανθρώπων. Δίκαιος ως φοίνιξ ανθήσει, και ωσεί κέδρος ή εν τω Λιβάνω πληθυνθήσεται έτι πληθυνθήσονται εν γήρει πίονι και εύπαθοΰντες έσονται του άναγγεϊλαι (Ψ. 92, 13-15).
Ό βασιλικός και ό αμάραντος, κυρίως ό βασιλικός, είναι πιο αγαπητά φυτά για τούς ορθοδόξους Χριστιανούς στα Βαλκάνια. Είναι σύμβολα της ψυχής του δικαίου ή οποία ευωδιάζει από ουράνιο μύρο τόσο, όσο περισσότερο το σώμα γερνά και μαραίνεται. Επειδή, ταύτα τά δύο λουλούδια έχουν ωραιότερη μυρωδιά όταν μαραθούν και ξηραίνονται απ’ ότι χλοερά και πράσινα. Ό βασιλικός χρησιμοποιείται και στον αγιασμό του ύδατος και στην περίπτωση αυτή γίνεται σύμβολο χαριτωμένης ευλογίας του άνω κόσμου, ή όποια με τη δύναμη του Σταυρού συντηρεί το ύδωρ από την αλλοίωση.
Το χορτάρι και τά λουλούδια γενικά, είναι σύμβολο της παροδικότητας του σωματικού βίου και της εξωτερικής ανθρώπινης δόξας. Γράφει σχετικά με αυτό ό Απ. Πέτρος: διότι, πάσα σάρξ ως χόρτος, και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου έξηράνθη ό χόρτος και το άνθος αυτού εξέπεσε (Α’ Πέτρ. 1, 24). Κατά τον Ψαλμωδό, ή μοίρα του χόρτου είναι σύμβολο της μοίρας των άθέων. Εν τω άνατείλαι αμαρτωλούς ωσεί χόρτον και διέκυψαν πάντες οι έργαζόμενοι την άνομίαν, όπως αν έξολοθρευθώσιν εις τον αιώνα του αίώνος (Ψ. 92, 8). Και πάλι σέ άλλο σημείο λέει: μή παραζήλου εν πονηρευομένοις μηδέ ζήλου τούς ποιούντας την ανομίαν, ότι ωσεί χόρτος ταχύ αποξηρανθήσονται και ωσεί λάχανα χλόης ταχύ άποπεσούνται (Ψ. 37, 1-2). Οι δίκαιοι είναι σαν το χόρτο, μόνο κατά τη σωματική έννοια ενώ οι αμαρτωλοί, σέ κάθε περίπτωση μοιάζουν με παροδικό χόρτο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑ.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«ούτοι οι άνθρωποι εκταράσσουσιν ημών την πόλιν» (Πράξ. 16,20).

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαΐου, 2014

 
Ο κόσμος μας κινείται με ταχύτητες που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ή να προσεγγίσουμε. Την ίδια στιγμή βλέπουμε οι όποιες εξελίξεις να μας βρίσκουν ανίκανους να τις διαμορφώσουμε. Ακόμη και όταν έχουμε το δικαίωμα να συμμετέχουμε σ’ αυτές, η όποια απόφασή μας συνήθως έρχεται ως αποτέλεσμα παράδοσης ή θυμού ή φόβου και ανασφάλειας και λιγότερο είναι θετική επιλογή. Όσοι πιστεύουμε στο Θεό έχουμε ένα όνομα και μια ιδιότητα. Είμαστε χριστιανοί.  Μικρή είναι η σημασία όμως του ονόματος και της ιδιότητας για την πραγματικότητά μας. Κι αυτό γιατί δεν είναι το κύριο που μας χαρακτηρίζει, αυτό που για μας δίνει νόημα και σκοπό στη ζωή μας, αλλά ένα μέσα στα πολλά. Επομένως, η χριστιανική μας ιδιότητα δεν οδηγεί τη ζωή μας σε νέες διαστάσεις, δεν μας κάνει δυναμικούς πρωταγωνιστές της, αλλά συνήθως την αποκρύπτουμε. Ή την ταυτίζουμε με κάποια πρόσωπα που   μας στηρίζουν ή λειτουργούμε αποτρεπτικά έναντι κάποιων άλλων, που μας απειλούν.
                Στις Πράξεις των Αποστόλων οι απόστολοι Παύλος και Σίλας βρέθηκαν κάποια στιγμή στους Φιλίππους, στη σημερινά Καβάλα της Μακεδονίας. Η παρουσία τους έκανε τους ειδωλολάτρες της περιοχής να αναφωνήσουν: «ούτοι οι άνθρωποι εκταράσσουσιν ημών την πόλιν» (Πράξ.16,20). Αυτοί οι άνθρωποι προκαλούν αναταραχή στην πόλη μας. Η χριστιανική τους ιδιότητα δεν έμεινε κρυφή, αλλά με την παρουσία τους έκαναν την εκεί τοπική κοινωνία να αναρωτιέται για τον εαυτό της, για τα συμφέροντά της, για την αλήθεια που διακήρυτταν οι δύο Απόστολοι με την παρουσία τους. Και αυτό προκαλούσε ταραχή στις συνειδήσεις, στη ζωή τους, στον τρόπο που είχαν μάθει ακόμη και να λειτουργούν θρησκευτικά.
                Ο Παύλος και ο Σίλας ανατάραξαν την πόλη διότι αρνήθηκαν να υποταχτούν στα δαιμόνια της μαντείας, της φιλοχρηματίας, της θρησκευτικής εκμετάλλευσης τα οποία μέσα από μία παιδίσκη, «μαντευομένη» την χαρακτηρίζει ο συγγραφέας των Πράξεων, εκμεταλλεύονταν την ανθρώπινη ευπιστία προς όφελος των κυρίων του κοριτσιού. Και ο Παύλος έβγαλε τα δαιμόνια αυτά από την ύπαρξή της, με αποτέλεσμα να χαθούν εκείνα που τα δαιμόνια αντιπροσώπευαν: η εξαπάτηση, η παράδοση των ανθρώπων στο σκοτάδι και η ικανοποίηση των συμφερόντων των εκμεταλλευτών. Ο Παύλος και ο Σίλας χτυπήθηκαν και φυλακίστηκαν, καθώς οι κρατούντες αισθάνθηκαν ως απειλή την παρουσία τους. Όμως ο Θεός τους έδωσε την ελευθερία και την ίδια στιγμή οδήγησε στην αληθινή πίστη μία οικογένεια, καθώς και άλλους που είδαν στο κήρυγμα και τη βιωτή των Αποστόλων την αλήθεια της παρουσίας του Χριστού. Γιατί τελικά ο Θεός αυτούς που χαίρονται με την χριστιανική ιδιότητά τους αργά ή γρήγορα τους δικαιώνει, τους ανασταίνει ακόμη και από τον τάφο της πλήρους απόρριψης από τους άλλους.
Άραγε, η δική μας χριστιανική ιδιότητα προκαλεί τέτοια αναταραχή στην ανθρώπινη κοινωνία; Οδηγεί τους ανθρώπους στο να προβληματιστούν για την πορεία της ζωής τους; Για την όποια απόσταση από το Θεό; Είναι η χριστιανική ιδιότητα σημείο το οποίο μαρτυρεί την απόφασή μας να πορευόμαστε σύμφωνα μ’ αυτήν, ανεξαρτήτως κόστους; Αυτά τα ερωτήματα ζητούν απάντηση από τον καθέναν μας, ιδιαιτέρως στην εποχή μας, στην οποία όλοι δικαιούνται να μιλούνε και μάλιστα δημόσια, μόνο οι χριστιανοί οφείλουν να σωπαίνουν, για να μην προκαλούνε. Είναι γεγονός όμως ότι έχει λείψει η αίσθηση και η διάσταση της αποστολής από τις καρδιές μας, με αποτέλεσμα να συμβιβαζόμαστε εύκολα με τη λογική της σιωπής.
              Πώς μπορούμε σήμερα να αναταράξουμε τη ζωή του κόσμου;
              Πρωτίστως με την αταλάντευτη πίστη μας στο Χριστό, η οποία θα είναι αυτή που δίνει νόημα στη ζωή μας, με την τήρηση των εντολών Του. Την ίδια στιγμή με το να μην υποτασσόμαστε στο ψέμα και την ευκολία που ο πολιτισμός  προβάλλει ως στάση ζωής. Αλλά και με την εργασία μας ώστε ο κόσμος να νιώθει και να ακούει το μήνυμα του Ευαγγελίου, ασχέτως του κόστους που μπορεί να έχει για μας προσωπικά. Όλα αυτά μπορούν να γίνουν αν έχουμε μέσα μας την αίσθηση της αποστολής. Είναι δεδομένη βεβαίως η ταραχή. Μισεί το φως ο κόσμος. Μισεί το ξεβόλεμά του από τις συνήθειες της αμαρτίας. Μισεί την αλήθεια για τον εαυτό του που αποκαλύπτεται μέσα από τι κριτήριο που γεννά η χριστιανική ζωή. Ελέγχεται όποιος βλέπει μια ζωή που δεν λυγίζει στο ψεύτικο, αλλά παραμένει ακέραιη και δυναμική.
          Αν η κοινωνία μας δεν αναταράζεται είναι γιατί, εκτός των άλλων, λησμονήσαμε την προτεραιότητα της χριστιανικής  μας ιδιότητας. Τυφλωθήκαμε από την απουσία του ήθους της Βασιλείας του Θεού εντός μας και δεν έχουμε να διδάξουμε τίποτε στους άλλους. Εμείς αφήνουμε στην άκρη το χρέος μας έναντι του κόσμου. Κι εκείνος με τη σειρά του, παραμένει απαθής μπροστά στο Χριστό. Απαθής στην αγάπη. Απαθής στην αλήθεια. Ας επιστρέψουμε σ’ αυτό που η πίστη μας δίνει και τότε θα δούμε κοντά μας να ταράζονται τα λιμνάζοντα ύδατα του κόσμου. Γιατί η χριστιανική μας ιδιότητα δεν έγκειται μόνο στην πορεία προς την αιωνιότητα. Οδηγεί σε ανατροπή όλα τα πρότυπα ζωής τα οποία αφίστανται της γνησιότητας. Και τότε κάποιοι θα αφυπνιστούν. Ίσως όχι οι πολλοί, ιδίως στις μέρες μας. Η ελπίδα όμως είναι στην Εκκλησία και στην αποστολή της. Ακόμη και για τους λίγους.
Κέρκυρα, 25 Μαΐου 2014
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αρχιμ. Ιωάννης (Ψαρράς) Διονυσιάτης

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαΐου, 2014

τοῦ κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου
῞Ενα εὔοσμο ἄνθος πού ἄνθισε στό Περιβόλι τῆς Παναγίας καί εἰδικότερα στό μοναστήρι τοῦ ῾Οσίου Διονυσίου κάτω ἀπό τό ἄγρυπνο βλέμμα καί τό ἅγιο παράδειγμα τοῦ μακαριστοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς παπα-Γαβριήλ εἶναι καί ὁ ᾽Αρχιμανδρίτης παπα-᾽Ιωάννης Διονυσιάτης, κατά κόσμον Γεώργιος Ψάρρας.
῾Ο Γεώργιος γεννήθηκε στό Μεσενικόλα Καρδίτσης τό 1914 καί ἦταν ἕνα ἀπό τά ἕξι παιδιά τοῦ Χρήστου καί τῆς ᾽Ανδρομάχης Ψάρρα. Οἱ γονείς του ἦταν πτωχοί ἀλλά ἐργατικοί καί θεοφοβούμενοι. ᾽Από μικρός ἔβλεπε τή μητέρα του νά πηγαίνει τακτικά στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ, νά ἀνάβει τά καντήλια καί νά προσεύχεται. Πόσες φορές δέν τήν συνόδευσε, ὅταν πήγαινε, νά προσευχηθεῖ καί νά ἀνάψει τά κανδήλια στό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Δημητρίου καί στό ἐξωκκλήσι «Παναγία»! ῞Οταν στέκονταν μπροστά στίς τοιχογραφίες τοῦ κατάγραφου καθολικοῦ μέ ἁγία περιέργια τή ρωτοῦσε τί ἔδειχναν οἱ παραστάσεις πού ἔβλεπε, κι ἐκείνη, ἄν καί ἀγράμματη, τοῦ ἔδινε ἀπαντήσεις πού τόν ἱκανοποιοῦσαν.
᾽Από μικρός μπῆκε στή δούλεψη˙ βοηθοῦσε, ὅπως καί τά ἄλλα του ἀδέλφια, τούς γονεῖς του στίς δουλειές τῆς οἰκογένειας. Καθημερινά συνόδευε τόν πατέρα του, ὅταν πήγαινε στά χωράφια πού εἶχαν στή Νευρόπολη καί στά ἀμπέλια, πού ἦταν κάτω ἀπό τό χωριό. Πόση χαρά ἔπαιρνε, ὅταν κατά τό τέλος Σεπτεμβρίου τρυγοῦσαν τά ἀμπέλια τους. Τήν περίοδο ἐκείνη ὅλο τό χωριό, μικροί καί μεγάλοι, ἄνδρες καί γυναῖκες κατηφόριζαν πρός τά ἀμπέλια καί μέ τό τραγούδι στό στόμα τρυγοῦσαν καί μάζεβαν χωριστά τά κέρινα, τά πατίκια, τά μοσχάτα, … . Χώριζαν ἀκόμα αὐτά πού ἦταν γιά κρασί ἀπό αὐτά πού θά κρεμοῦσαν γιά νά τά ἔχουν γιά φαγητό κατά τό χειμώνα. Οἱ γυναῖκες, ὅταν ἀργότερα πατοῦσαν τά σταφύλια, ἔπαιρναν μοῦστο καί τόν ἔβραζαν κι ἔφτιαχναν πετιμέζι μέσα στό ὁποῖο ἔβαζαν λεπτές φέτες ἀπό κολοκύθι, τά ρετζέλια, ἤ σύκα ἤ δαμάσκηνα ἤ κυδώνια τά ὁποῖα τά ἔτρωγαν κατά τίς κρύες νύχτες τοῦ χειμώνα, ὅταν ὅλη ἡ οἰκογένεια ἦταν συγκεντρωμένη γύρω ἀπό τό τζάκι κι ἄκουγαν τόν παππού ἤ τόν πατέρα νά τούς διηγεῖται παραμύθια μέ νεράιδες, καλότυχες, βασιλοποῦλες καί ὅτι ἄλλο ἡ φαντασία τῶν ἑλλήνων ἐδημιούργησε.
῾Ο Γεώργιος δέν διακρίνονταν μόνο γιά τήν ἐργατικότητά του, ἀλλά ξεχώριζε καί γιά τήν εὐφυΐα του, γι᾽ αὐτό οἱ γονεῖς του θεώρησαν καθῆκον τους νά τόν στείλουν στό σχολεῖο γιά νά μάθει γράμματα, «νά ἀνοίξουν τά μάτια του», ὅπως ἔλεγαν. Πράγματι μετά τό Δημοτικό πῆγε στό Σχολαρχεῖο, πού λειτουργοῦσε τήν ἐποχή ἐκείνη στή γενέτειρά του. Δέν μπορέσαμε νά μάθουμε ἄν πῆγε καί στό Γυμνάσιο.
Στό χωριό σπάνια ἔρχονταν ξένοι ἐπισκέπτες κι αὐτοί κυρίως τό καλοκαίρι. Οἱ περισσότεροι πού ἔρχονταν ἦταν χωριανοί ξενιτεμένοι οἱ ὁποίοι σέ ὅσους πήγαιναν νά τούς καλωσορίσουν διηγοῦνταν πῶς περνοῦν στήν ξενητιά καί τί βλέπουν ἐκεῖ τά μάτια τους.
᾽Εκεῖνος πού συγκέντρωνε σχεδόν ὅλους τούς χωριανούς ἦταν ὁ μοναχός Γαβριήλ πού ἀσκήτευε στό μοναστήρι τοῦ Διονυσίου στό ῞Αγιον ῎Ορος. Τίς ἀφηγήσεις τοῦ Γέροντα ὅλοι τίς ἄκουγαν «μέ ἀνοιχτό τό στόμα» καί τερπόταν ἡ καρδιά τους, ἐνῶ ἡ φαντασία τους φτερούγιζε στούς ἀπόκρυμνους βράχους, στίς πλαγιές, στά διάσελα καί στά δάση τοῦ ῎Αθωνα, ἐκεῖ πού ζοῦσαν αἰωνόβιοι ἐξαϋλωμένοι ἀσκητές, μέ κάτασπρα μακρυά γένια πού ἔφταναν ἕως τά γόνατα τῶν ποδιῶν τους καί ἡμίγυμνοι (γιά σκληρότερη σωματική καί πνευματική ἄσκηση).
῾Ο γερο-Γαβριήλ τούς ἔλεγε ἀκόμα γιά τίς θαυματουργές εἰκόνες πού ἔχει τό μοναστήρι τους καί τά θαύματα πού κάνει τό ἱερό λείψανο τοῦ Προδρόμου, πολύτιμος θησαυρός τοῦ μοναστηριοῦ τους. Στούς ἄνδρες ἔδινε κομποσχοίνι καί τούς προέτρεπε νά λέγουν τήν εὐχή, τό «Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» στίς δέ γυναῖκες ξύλινο σταυρουδάκι καί θυμίαμα. Σταυρουδάκια μοίραζε καί στά παιδιά καί τά συμβούλευε νά τόν ἔχουν πάντοτε μαζί τους. ῞Ολους τούς προέτρεπε νά προσεύχονται καί νά μή ξεχνοῦν νά κάνουν μετάνοιες πρίν κοιμηθοῦν.
Αὐτά τά ἄκουγε καί ὁ Γεώργιος κι ἄναψε μέσα του ὁ ἱερός πόθος νά πάει στό ῞Αγιον ῎Ορος, ὄχι γιά νά τό ἐπισκεφθεῖ, ἀλλά γιά νά ἀφιερωθεῖ ψυχή τε καί σώματι στό Θεό. Πῶς ὅμως νά πεῖ αὐτήν τήν ἐπιθυμία του στούς γονεῖς του; ῎Ηξερε ὅτι δέν θά τόν ἄφηναν νά πάει νά μονάσει. ῎Ετσι πῆρε τήν ἀπόφαση νά φύγει ἀπό τό σπίτι κρυφά.
Στό μοναστήρι τοῦ Διονυσίου
Πράγματι μόλις βρῆκε εὐκαιρία, τό 1934, ἔφυγε καί ποιός ξέρει μετά ἀπό πόση ταλαιπωρία ἔφθασε στή Δάφνη ἀπ᾽ ὅπου πῆρε τό καΐκι καί ἦλθε στή Μονή τοῦ ῾Οσίου Διονυσίου. Τά χρόνια ἐκείνα ἡ Μονή ἤκμαζε πνευματικά, ὅπως καί σήμερα, καί ἀσκοῦνταν ἐκεῖ μεγάλα πνευματικά ἀναστήματα. Προσῆλθε γιά νά δοκιμασθεῖ καί νά γίνει, ἄν τό ἐπέτρεπε ὁ Θεός, «ἐν καιρῷ τῷ δέοντι» μοναχός.
᾽Αφοῦ τακτοποιήθκε σέ δωμάτιο ζήτησε νά δεῖ τόν Γέροντα Δοσίθεο, ἡγούμενο τῆς Μονῆς, καί τόν μοναχό Γαβρήλ. Πράγματι σύντομα συνάντησε τόν Γέροντα τῆς Μονῆς ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τίς κατάλληλες συμβουλές καί τόν ἔγραψε στό μοναχολόγιο σά δόκιμο. ᾽Αργότερα μετά τήν τράπεζα συνάντησε καί τόν συγχωριανό του μοναχό Γαβρήλ ὁ ὁποῖος ἦταν ἐκεῖ 24 χρόνια. ῾Ο Γαβριήλ τόν καλωσόρισε καί τοῦ εἶπε τί πρέπει νά προσέξει διότι ὁ μισόκαλος διάβολος θά προσπαθοῦσε νά μαράνει τόν πόθο καί τόν ἐνθουσιασμό του.
Μετά ἀπό τρία χρόνα, τό 1937, ὁ παπα-Γαβριήλ σάν ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ, βαθύτατα συγκινημένος, ἔκανε τήν κουρά του καί τόν ὀνόμασε ᾽Ιωάννη. Στούς πατρικούς λόγους του κατά τήν κουρά τοῦ ὑπενθύμησε ὅτι «᾽Ιωάννης θά πεῖ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Προσπάθησε κι ἐσύ νά γίνεις ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Νά ἀγαπήσεις τήν προσευχή, τή νηστεία, τήν ἀγρυπνία. Νά μισήσεις τά χρήματα, ἄλλωστε τό μοναστήρι θά σοῦ δίνει ὅλα ὅσα θά ἔχεις ἀνάγκη. Νά διώχνεις ἀπό τό μυαλό σου ἀμέσως κάθε ἀπρεπή σκέψη πού σοῦ βάζει ὁ πονηρός καί νά κάνεις ὑπακοή ὄχι μόνον στούς μεγαλυτέρους σου ἀλλά καί στούς νεώτερους ἀδελφούς καί πατέρας. Τό εὐλόγησον νά εἶναι συνεχῶς στό στόμα σου. Προσπάθησε νά γίνεις μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τίς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας καί τοῦ Προφήτου καί Βαπτιστοῦ τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου πού φέρεις τό ὄνομά του ἔνσαρκος ἄγγελος, ὅπως ἦταν κι αὐτός. ῎Αν κατορθώσεις νά πραγματοποιήσεις ὅλα τά παραπάνω νά εἶσαι βέβαιος ὅτι, ὅταν θά σέ καλέσει κοντά Του ὁ Κύριος τόν ὁποῖο τόσο ἀγάπησες, τήν ψυχή σου θά τήν πάρουν ἄγγελοι φωτεινοί καί φαιδροί καί θά τήν ὁδηγήσουν στό θρόνο Του. Καλόν παράδεισο, παιδί μου».
῾Ο π. ᾽Ιωάννης ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς πλέον δυναμικούς μοναχούς τῆς Διονυσιακῆς ᾽Αδελφότητας καί ὑπηρέτησε τή Μονή τῆς μετανοίας του ἀπό πολλές καίριες θέσεις. ῾Ο Γέρο – Γαβριήλ βλέποντας τό ζῆλο του, τήν πνευματική πρόοδό του καί τίς ἀνάγκες τῆς μονῆς ἀποφάσισε νά χειροτονηθεῖ Διάκονος. ῎Ετσι τό 1938 χειροτονήθηκε διάκονος. Πρεσβύτερος ἔγινε στίς 24 ᾽Ιουνίου 1943, τήν ἡμέρα πού πανηγύριζε τό μοναστήρι τό Γενέθλιο τοῦ ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου.
῾Ο π. ᾽Ιωάννης, φιλομαθής καθῶς ἦταν, τίς ἐλεύθερες ὧρες του τίς περνοῦσε στή βιβλιοθήκη τῆς μονῆς. Τά πατερικά συγγράμματα ἦταν οἱ ἀχώριστοι φίλοι του. ῾Ο ἡγούμενος βλέποντας τή μεγάλη του φιλομάθεια ἀποφάσισε νά τόν στείλει στόν κόσμο γιά νά σπουδάσει στή Θεολογική σχολή.
῾Ο παπα-᾽Ιωάννης ὑπηρέτησε τό μοναστήρι σάν ἱερομόναχος γιά ἑπτά χρόνια. Στίς 17 Αὐγούστου 1950, ἀφοῦ γιόρτασε τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου στή μετάνοιά του, ἀνεχώρισε ἀπ᾽ αὐτή μέ τήν εὐχή τοῦ ῾Ηγουμένου καί τῆς ἀδελφότητος γιά σπουδές.
Στίς σχολές πού φοίτησε ἦταν πρότυπο καλοῦ, ἐναρέτου, φιλομαθούς καί φιλοπόνου μαθητοῦ. Οἱ συσπουδαστές του πάντα τόν θυμόντουσαν καί προσπαθοῦσαν νά ἔχουν ἐπικοινωνία μαζί του. ῞Ολα αὐτά τά χρόνια ὁ π. ᾽Ιωάννης ἀπέκτησε δεκάδες πνευματικά τέκνα τά ὁποῖα νουθετοῦσε καί τά ἐνίσχυε στήν πρός τόν Χριστό ἀνηφορική πορεία τους γιά τήν τελείωσή τους.
Στό γεώργιον τῆς Βοιωτίας
῞Οταν ὁ π. ᾽Ιωάννης ὅταν τελείωσε τίς σπουδές του στή Θεολογική Σχολή εἶδε ὅτι ἄνοιγαν μπροστά του δύο δρόμοι˙ ὁ δρόμος τῆς τελείας ἀφιερώσεως του στόν Κύριο, δηλάδή νά ἐπιστρέψει στή μετάνοιά του καί ὁ δρόμος τῆς ῾Ιεραποστολῆς, δηλαδή νά πάει σέ μιά Μητρόπολη καί νά ὑπηρετήσει σάν ἱεροκήρυξ. ᾽Από τό ἀδιέξοδο τόν ἔβγαλε ὁ ἀπό Παραμυθίας μακαριστός Μητροπολίτης Θηβῶν καί Λεβαδείας κυρός Δωρόθεος Βασιλᾶς (1957-1966) ὁ ὁποῖος τόν κάλεσε νά ἐργασθεῖ κοντά του.
῾Ο μακαριστός Μητροπολίτης Δωρόθεος, ὅταν γνώρισε τόν π. ᾽Ιωάννη ἐξετίμησε τό ταπεινό του φρόνημα, τόν ἀδαμάντινο, πράο καί ἀκέραιο χαρακτήρα του, τόν ἱεραποστολικό του ζῆλο καί τή διαθεσή του νά ἐργασθεῖ γιά τή δόξα τῆς ᾽Εκκλησίας καί γι᾽ αὐτό τόν προέτρεψε νά πάει κοντά του.
῾Ο π. ᾽Ιωάννης τό κάλεσμα τοῦ ἐπισκόπου τό θεώρησε σάν κάλεσμα τοῦ Θεοῦ καί γι᾽ αὐτό πῆγε στήν Μητρόπολη καί ἀνέλαβε τά καθήκοντα τοῦ ῾Ιεροκήρυκος τῆς ῾Ιερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας. Βέβαια ὁ πόθος καί ἡ ἐπιθυμία του ἦταν νά γυρίσει πίσω στή Μονή Διονυσίου καί κοντά στό Γέροντά του μακαριστό ᾽Αρχιμανδρίτη π. Γαβριήλ Διονυσιάτη. Δύο λόγοι τόν ἔκαναν νά δεχθεῖ τήν θέση τοῦ ῾Ιεροκήρυκος: 1. ῾Η ὑγεία του, ὁ σκόλωψ ὅπως ἔλεγε, δέν τοῦ ἐπέτρεπε νά ἐπιστρέψει στή μετάνοιά του διότι ἡ Μονή Διονυσίου ἦταν ἕνα ἀπό τά αὐστηρότερα μοναστήρια τοῦ ῎Αθωνα. Κατά τήν παράδοση τῆς Μονῆς στήν τράπεζα κανένας δέν ἔτρωγε κάτι τό ἰδιαίτερο, ἔστω κι ἄν εἶχε λόγους ὑγείας. Τό παράδειγμα τό ἔδεινε πρῶτος ὁ μακαριστός γέροντας Γαβριήλ ὁ ὁποῖος ἔτρωγε ἀκριβῶς τό ἴδιο φαγητό πού ἔτρωγαν οἱ ἄλλοι Πατέρες, οἱ δόκιμοι ἤ οἱ προσκυνητές. 2. ῾Ο μακαριστός Δωρόθεος ὅταν εἶδε ὅτι ὁ π. ᾽Ιωάννης δέν ἀποφάσιζε νά ἐνταχθεῖ στό ἱεραποστολικό δυναμικό τῆς Μητροπόλεώς του τοῦ εἶπε: «σέ παρακαλῶ ἔλα κοντά μου μέχρις ὅτου βρῶ κάποιον ἄλλον κατάλληλο κληρικό γιά ἱεροκήρυκα˙ μετά πήγαινε κοντά στόν Γέροντά σου». Αὐτά λύγισαν τόν π. ᾽Ιωάννη καί δέχτηκε νά πάει στή Μητρόπολη Θηβῶν καί Λεβαδείας.
῾Ο ἐπίσκοπος με πολλή χαρά τόν δέχτηκε στή Μητρόπολή του καί τοῦ ἀνέθεσε τά καθήκοντα τοῦ ῾Ιεροκήρυκος. ῾Η Μητρόπολη Θηβῶν καί Λεβαδείας εἶναι ἀπό τίς μεγαλύτερες καί πολυπληθέστερες Μητροπόλεις τῆς ᾽Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος. ῾Ο Μητροπολίτης ἀφοῦ τόν κατατόπισε γιά τό τί προβλήματα μπορεῖ νά συναντήσει κατά τήν ἐκτέλεση τῆς ἱερᾶς ἀποστολῆς του, τοῦ ἔδωσε τήν ἀρχιερατική του εὐχή γιά γόνιμη καί πολύκαρπη πνευματική ἐργασία.
῾Ο π. ᾽Ιωάννης δέν καθυστέρησε, ἀμέσως ἄρχισε τό πνευματικό του ἔργο. ᾽Αφοῦ συνεννοήθηκε καί μέ τούς ἄλλους πατέρες πού ἐργαζόταν στόν ἴδιο ἀμπελώνα ρίχτηκε στόν ἀγρό τοῦ Κυρίου γιά νά ἐργαστεῖ.
᾽Εργάστηκε μέ νεανικό ζῆλο καί παρά τό ἐπισφαλές τῆς ὑγείας του περιόδευε ὅλην τήν Μητρόπολη, ὅπου λειτουργοῦσε, κήρυττε, ἐξομολογοῦσε, νουθετοῦσε καί γενικά ἔκανε τό καθήκον του μέ αὐταπάρνηση, ταπείνωση καί χωρίς διατυμπανισμούς.
Δέν ἄργησε νά κατακτήσει τίς καρδιές τῶν πιστῶν τῆς Μητροπόλεως. ᾽Από παντοῦ τόν ζητοῦσαν νά πάει νά κηρύξει, νά ἐξομολογήσει καί νά ἁγιάσει τούς πιστούς. Τήν ἐποχή ἐκείνη ἡ μετακίνηση ἦταν γιά ὅλους δύσκολη, γινόταν μόνο μέ τά λεωφορεῖα τοῦ ΚΤΕΛ, αὐτά χρησιμοποιοῦσε καί ὁ π. Ιωάννης γιά νά πάει στά διάφορα χωριά ὅπου μετέφερε τήν εὐλογία τοῦ ᾽Επισκόπου καί τό λυτρωτικό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου.
῞Οπως μᾶς ἀνέφεραν χριστιανοί πού τόν γνώρισαν καί ξαπόσταιναν στό πετραχήλι του, ἐπειδή ὁ ἐλεύθερος χρόνος του ἦταν ἐλάχιστος ἀναγκάζονταν νά πηγαίνουν στό πρακτορεῖο τοῦ ΚΤΕΛ, ἀπ᾽ ὅπου ἔπαιρνε τό λεωφορεῖο γιά νά πάει στό καθῆκον του, γιά νά τόν συμβουλευθοῦν. Πάντα στό ἕνα χέρι του κρατοῦσε τήν τσάντα καί στό ἄλλο τήν ὀμπρέλα του.
῾Ο π. ᾽Ιωάννης γνώριζε τή μεγάλη ὡφέλεια πού ἔχουν γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ θρησκευτικοῦ φρονήματος οἱ κύκλοι μελέτης τῆς ῾Αγίας Γραφῆς καί τά Κατηχητικά, γι᾽ αὐτό ἐργάστηκε πολύ νά ἀναπτυχθοῦν σέ ὅλες τίς ἐνορίες, ἀκόμα καί στίς πιό μικρές. Μιά φορά τήν ἑβδομάδα στό κτίριο τῆς Ο.Χ.Ε.Λ. συγκέντρωνε τίς κυκλάρχισσες καί τίς ἔκανε τό φροντηστήριο γιά τό πῶς θά παρουσιάσουν τό μάθημα στούς κύκλους πού θά κάνουν. Στό κτίριο αὐτό δεχόταν τά πνευματικά του παιδιά, πού ἦταν πάρα πολλά, γιά νά τά νουθετήσει, νά τά ἐξομολογήσει καί νά τά δώσει σωστές κατευθύνσεις. Δέν ἄργησε νά συγκεντρωθεῖ γύρω του ἕνας μεγάλος ἀριθμός χριστιανῶν οἱ ὁποίοι τόν εἶχαν γιά πνευματικό τους πατέρα καί καθοδηγητή τους.
Μαρτυρίες πνευματικῶν του τέκνων
᾽Ενδιαφέρουσες μαρτυρίες γιά τό πῶς ἐργαζόταν ὁ μακαριστός π. ᾽Ιωάννης μᾶς δίδουν πνευματικά του τέκνα τά ὁποῖα μέ μεγάλη εὐχαρίστηση μᾶς σκιαγράφησαν τήν προσωπικότητα καί τό πνευματικό του ἔργο στόν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου.
Ο π. Δημ. Φάππας, ἐφημέριος τοῦ ῾Ι. Ν. ῾Αγίου Γεωργίου ᾽Αράχωβας ἀναφέρει γιά τόν μακαριστό π. ᾽Ιωάννη: «Τόν ἀείμνηστο π. ᾽Ιωάννη, ῾Ιεροκήρυκα καί Πνευματικό τῆς ῾Ι. Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας, ἐγνώρισα κατά τήν εἰς Πρεσβύτερον χειροτονία μου. Μού ἔκανε ἐντύπωση ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού τόν εἶδα. ῎Εκτοτε εἴχαμε τακτική ἐπικοινωνία τόσο ὅταν ἐρχόταν ὡς ῾Ιεροκήρυξ καί Λειτουργός εἰς τήν πρώτη μου ἐνορία, τήν Πέτρα Λεβαδείας, ὅσο καί κατά τή συμμελέτη τῆς ῾Αγίας Γραφῆς εἰς Λεβάδειαν, καθῶς καί ἀργότερα πού ἔγινα, ὡς συνταξιοῦχος, ἐφημέριος στήν ᾽Αράχωβα. ῾Ο π. ᾽Ιωάννης εἶχε πολλά χαρίσματα καί ἀρετές. Εἶχε ἁπλότητα καί ἀκακία μικροῦ παιδιοῦ, ἦταν ἄτυφος καί ἀπονήρευτος, ἀκόμη εὐλαβέστατος λειτουργός, ἁπλοῦς καί κατανοητός στά κηρύγματά του, ἀκόμη καί ἀπό τά μικρά παιδιά. Τά κηρύγματά του ἦταν πάντα Χριστοκεντρικά. ῞Οταν ἔφυγε ἀπό τή Μητρόπολή μας, ὡς συνταξιοῦχος, εἶπε μεταξύ ἄλλων στό πολυπληθές ἐκκλησίασμα ἀποχαιρετῶντας το: «σᾶς ἀγάπησα πολύ καί σᾶς ἐκήρυξα ἀνόθευτο τό Εὐαγγέλιο».
῾Ως πνευματικός πολλούς ἀνέπαυσε κάτω ἀπό τό ἐπιτραχήλιό του, τόσο κατά τήν ἐξομολόγηση, ὅσο καί τάς κατ᾽ ἰδίαν συζητήσεις˙ ἦτο «ταχύς εἰς τό ἀκοῦσαι καί βραδύς εἰς τό λαλεῖν». ᾽Επιθυμοῦσε κυρίως τήν ἐν Χριστῷ οἰκοδομή, τόσον τοῦ ἱερέως, ὅσο καί τῶν πιστῶν. Αὐτό μπορεῖ νά τό διαπιστώσει κανείς καί στά μικρά μέν ἀλλά πνευματικότατα βιβλία πού ἔγραψε. ῎Ετσι γνωρίσαμε τόν π. ᾽Ιωάννη, ἁπλοῦν, ἄτυφον καί ἀπονήρευτον. Νά ἔχουμεν τήν εὐχή του».
῾Η κ. Γαρ. Στράγ. γράφει: «Συνδέθηκα περισσότερο μέ τόν π. ᾽Ιωάννη σάν κατηχήτρια καί κυκλάρχισσα, ἐπειδή ἦταν ὑπεύθυνος στόν κύκλο τῶν στελεχῶν. Τά θέματα πού μᾶς παρέδιδε εἶχαν βάθος καί πνευματικότητα. Κάτω ἀπό τό πετραχήλι του ξεκουράσθηκαν καί σώθηκαν πολλές ψυχές. Δέν ἐνδιαφερόταν μόνο γιά τήν πνευματική μας πρόοδο, τά προσωπικά μας προβλήματα ἀλλά καί τά οἰκογενειακά. ῞Οταν πῆρε τή σύνταξή του ἐγκαταστάθηκε μόνιμα στήν ᾽Αθήνα καί ἐρχόταν στή Λεβαδειά γιά νά ἐξομολογεῖ τά πνευματικοπαίδια του. ᾽Αργότερα πού ἡ ὑγεία του δέν τοῦ ἐπέτρεπε νά ἔρχεται στήν πόλη μας πηγαίναμε ἐμεῖς στήν ᾽Αθήνα. Δέ θά ξεχάσω τή χαρά πού αἰσθανόταν ὅταν μᾶς ἔβλεπε καί ἐπειδή τόν διέκρινε ἡ φιλοξενία μᾶς ἑτοίμαζε τράπεζα. Καί στήν ᾽Αθήνα τόν ἐκτιμοῦσαν καί τόν ἀγαποῦσαν. Οἱ τσέπες του πάντα ἦταν γεμάτες καραμέλες γιά τά μικρά παιδιά. Εἶχε ἔμπρακτη ἀγάπη πρός ὅλους: γνωστούς, συγγενεῖς, πνευματικά παιδιά καί πρός τούς γονεῖς του, πού διακόνησε καί περιέθαλψε μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς τους. Πιστεύω ὅτι ὁ Θεός θά τόν ἔχει κατατάξει μετά τῶ ἁγίων καί τῶν δικαίων. …»
῾Η κ. ᾽Αναστ. Μπογ. σημειώνει: «Τόν π. ᾽Ιωάννη, τόν γνώρισα μέσω μιᾶς φίλης μου πού πήγαινε στόν κύκλο. Μιά μέρα ἀποφάσισα νά πάω κι ἐγώ μαζί μέ δυό ἄλλες γειτόνισσές μου. Κάθε φορά γυρίζαμε κατενθουσιασμένες μέ τά ὅσα εἶχαμε ἀκούσει. ᾽Εν τῷ μεταξύ εἶχαν μεγαλώσει καί τά παιδιά μας˙ εἴχαμε καί οἱ τρεῖς ἀπό δύο ἀγόρια στήν ΣΤ´ Δημοτικοῦ καί Α´ Γυμνασίου. Σκεφθήκαμε νά ποῦμε στόν π. ᾽Ιωάννη νά φτιάξουμε ἕνα κατηχητικό καί στή γειτονιά μας πού δέν εἶχε. Προσφέρθηκα νά διαθέσω τό σαλόνι τοῦ σπιτιοῦ μου. ῾Ο π. ᾽Ιωάννης τό δέχθηκε μέ πολλή χαρά καί τά παιδιά ἦταν τήν πρώτη μέρα 10. Κάθε ἑβδομάδα εἴχαμε καί νέα παιδιά στήν ὁμαδα. Πολύ σύντομα συγκεντρώθηκαν γύρω στά 70 παιδιά κι ὁ π. ᾽Ιωάννης ἀναγκάσθηκε νά τά χωρίσει σέ τρεῖς ὁμάδες, δηλαδή: Δημοτικοῦ, Γυμνασίου καί Λυκείου. Οἱ μητέρες τῶν παιδιῶν, μετά ἀπό προτροπή του, φτιάχναμε γλυκά, κουλουράκια, κέικ … γιά τά παιδιά τῶν ὁμάδων. Τά παιδιά ἦταν ξετρελαμένα μέ τό ὅλο πρόγραμμα καί τό φιλικό περιβάλλον. Τό εὐχάριστο εἶναι ὅτι τά παιδιά δέθηκαν μέ φιλία μεταξύ τους ἡ ὁποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Μιά φορά πού πλησίαζαν οἱ ᾽Αποκριές μοῦ λέγει:
-῞Ολα τά παιδιά θά ξεφαντώσουν στίς καφετέριες καί στά διάφορα πάρτυ τά δικά μας παιδιά ἔτσι θά τά ἀφήσουμε;
-῞Οτι νομίζετε, πάτερ, τοῦ λέγω.
-Σκέφτηκα νά τά βάλουμε νά παίξουν ἕνα σκέτς καί σεῖς οἱ μανάδες νά ἑτοιμάσετε μερικές λιχουδιές γιά νά χαροῦν κι αὐτά μέ ἕνα πιό ἁγνό τρόπο.
῎Ετσι κι ἔγινε. Τό πόσο χάρηκαν τά παιδιά κι ἐμεῖς οἱ γονεῖς μαζί τους δέν περιγράφεται. ῞Οταν ἀργότερα μερικά παιδιά τελείωσαν τό Λύκειο κι ἔφυγαν ἀπό τή Λεβαδειά δέν ἔβλεπαν τήν ὥρα νά ἔρθουν ἔστω καί γιά λίγο γιά νά τόν συναντήσουν.
Τά παιδιά πού πέρασαν στήν ᾽Αθήνα ἐρχόντουσαν κάθε Σάββατο γιά νά παρακολουθήσουν τό μάθημα καί νά βρεθοῦν μεταξύ τους. ῞Οταν ἀργότερα τά παιδιά αὐτά ἔκαναν οἰκογένειες ὁ π. ᾽Ιωάννης δέν παρέλειψε νά βρεθεῖ στούς γάμους τους καί νά εὐλογήσει τά στέφανα. Εὐχαριστοῦμε τό Θεό, πού στίς δύσκολες στιγμές μας, μᾶς ἔστειλε αὐτόν τόν ἅγιο ἄνθρωπο γιά νά στηρίξει ἐμᾶς καί τά παιδιά μας».
Στόχος του
῾Ο στόχος τοῦ π. ᾽Ιωάννου σ᾽ ὅλη του τή μακροχρόνια διακονία στόν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου, ὄχι μόνο στή Βοιωτία ἀλλά κι ὅπου ἀλλοῦ ἐργάσθηκε ἀργότερα, ἦταν νά συνδέσει τούς πιστούς μέ τό Χριστό καί τήν ᾽Εκκλησία Του. Ποτέ δέν ἐπεδίωξε νά ἀποκτήσει ὁπαδούς. ῞Ολους τούς πιστούς πού κατέφευγαν σ᾽ αὐτόν τούς τόνιζε ὅτι πρέπει νά συνδεθοῦν μέ τόν Κύριό μας καί τήν ᾽Εκκλησία του καί πρός τά ἐκεῖ πάντα τούς κατηύθυνε.
Εκτός ἀπό τό Θεῖον Κήρυγμα ὁ π. ᾽Ιωάννης ἐκαλλιέργησε καί τό γραπτό Θεῖο Λόγο. ᾽Εξέδωσε πέντε βιβλία, μικρά μέν στόν ὄγκο ἀλλά πνευματικά, μεστά καί κατανοητά στό περιεχόμενό τους. Οἱ τίτλοι τῶν βιβλίων του εἶναι: 1) ῾Ο πνευματικός καταρτισμός τοῦ ἱερέως, ᾽Αθήνα 1974. 2) Τό πρόβλημα τοῦ ἐκκλησιασμοῦ τῶν πιστῶν, Λεβάδεια 1974. 3) ᾽Ιωάννης ὁ τῆς Δομβοῦς, Λεβάδεια 1974. 4) ῾Η ἐν Κυρίῳ χαρά ὡς πνευματικό πρόβλημα ἐν τῇ προσωπικῇ ζωή τοῦ Λειτουργοῦ ῾Ιερέως καί οἱ προϋποθέσεις αὐτῆς, (ἀνάτυπο ἀπό τό περιοδικό «᾽Εφημέριος») ᾽Αθήνα 1974.
῞Οταν οἱ δυνάμεις του ἄρχισαν νά τόν ἐγκαταλείπουν ὑπέβαλε τήν παραίτησή του ἀπό τή θέση τοῦ ῾Ιεροκήρυκα καί ἀνεχώρησε γιά τήν ᾽Αρχιεπισκοπή ᾽Αθηνῶν. Κάθε καλοκαίρι δέν παρέλειπε νά ἀνεβαίνει στή γενέτειρά του, τόν Μεσενικόλα Καρδίτσης. ᾽Εκεῖ κάθε Κυριακή, μέ τήν ἄδεια τοῦ οἰκείου ᾽Επισκόπου λειτουργοῦσε καί κήρυττε τόν Θεῖο Λόγο. ῞Ολοι οἱ συγχωριανοί του τόν καμάρωναν καί δόξαζαν τό Θεό πού ἔβγαλε ἀπό τό χωριό τους ἕναν τέτοιο ἅγιο κληρικό καί γι᾽ αὐτό ἔτρεχαν νά πάρουν τήν εὐχή του ὅταν τόν συναντοῦσαν.
Στίς 5 Φεβρουαρίου τοῦ 2007 σέ ἡλικία 93 ἐτῶν παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια φωτεινῶν ἀγγέλων οἱ ὁποίοι τήν ὁδήγησαν στό θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἀπό τά χέρια τοῦ ὁποίου περιμένει «τόν τῆς δικαιοσύνης στέφανον».
Η ταφή του ἔγινε στήν πολυαγαπημένη του Λεβαδειά καί συγκεκριμένα στόν αὔλειο χῶρο τοῦ ῾Ιεροῦ Ναοῦ τοῦ ῾Αγίου Γεωργίου. Τόν ἅγιο Γεώργιο ὁ μακαριστός π. ᾽Ιωάννης τόν θεωροῦσε μαζί μέ τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο προστάτη του διότι τό ὄνομά του ἔφερε σάν βαπτιστικό. ῎Ετσι τά πολυάριθμα πνευματικά του τέκνα ἔχουν τή δυνατότητα νά πηγαίνουν στόν τάφο του, νά τοῦ ἀνάβουν κεράκι, νά προσεύχονται γιά τήν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς του, νά ζητοῦν τήν εὐχή του καί νά θυμοῦνται τά διδάγματά του, τίς συμβουλές καί τίς προτροπές του.
Τοῦ ἐκ Μεσενικόλα Καρδίτσης Διονυσιάτου ῾Ιερομονάχου π. ᾽Ιωάννου Ψάρρα πού διηκόνησε σάν ῾Ιεροκήρυκας καί πνευματικός σποριᾶς στή Βοιωτία εἴη αἰωνία ἡ μνήμη.

agiameteora.net

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αγία Λυδία η Φιλιππησία στο χριστιανικὸ εορτολόγιο.

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαΐου, 2014

Αγ.Λυδία
Παναγιώτη ‘Ι. Σκαλτσῆ.

Ἡ ἁγία Λυδία ἡ Φιλιππησία, ἐθνική προσὴλυτος ἀπὸ τὰ Θυάτειρα τῆς Φρυγίας καὶ ἔμπορος πορφύρας γιὰ τὴ βαφὴ ὑφασμάτων ἀπὸ μαλλί, ἐξ οὗ καὶ «πορφυροπώλις» (1), μᾶς εἶναι γνωστὴ δύο χιλιάδες τώρα χρόνια ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων καὶ τὸ περιστατικὸ τῆς βάπτισής της ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας, ἀμέσως μετὰ τὴν ἐλευσή του στὴν πόλη αὐτή προερχόμενος ἀπὸ τὴν Τρωάδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας (2).
Ἐξ ἀφορμῆς τοῦ «ἔξω τῆς πόλεως παρὰ ποταμὸν οὗ ἐνομίζετο προσευχὴ εἶναι» (3) διαδραματισθέντος αὐτοῦ γεγονότος, ἀλλὰ καὶ γενικότερα τῆς πίστης τῆς Λυδίας καὶ τῆς προσοχῆς ποὺ ἔδειξε στὰ ὅσα ἄκουγε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ἔμεινε στὴν ἱστορία ὡς ἡ πρώτη Εὐρωπαία χριστιανή (4). Στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας τὸ πρόσωπο αὐτό δὲν ξεχάστηκε, μὲ δεδομένο τὴν ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ὅλων τῶν ἐποχῶν μελέτη τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔξαρση τῆς πίστης τῆς Λυδίας ἀπὸ μεγάλους Πατέρες, ὅπως π.χ. οἱ Μέγας Βασίλειος (5), ἱερὸς Χρυσοστομος (6), Νεῖλος ὁ Ἀσκητής (7), μέγας Φώτιος (8) κ.α (9).
Εἶναι πάντως γεγονὸς ὅτι παρὰ τὴν προβολὴ ἀπὸ τὴν πατερικὴ παράδοση τῆς Λυδίας ὡς παραδείγματος πίστεως καὶ παρὰ τὸ ὅτι καὶ ἄλλα βιβλικὰ πρόσωπα καὶ δὴ καὶ γυναικεῖα, ὅπως π.χ. ἡ Ἀπόστολος Πρίσκιλλα, ἡ μάρτυς Ἀπφία, ἡ Ἀπόστολος Ἰουνία, ἡ κατηχηθεῖσα ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο Θέκλα, ἐντάχθηκαν πολὺ ἐνωρὶς στὸ χριστιανικὸ ἑορτολόγιο (10), ἡ Λυδία ἡ Φιλιππησία ἀναγνωρίσθηκε ἐπίσημα ὡς ἁγία στὴ μὲν Δυτικὴ Ἐκκλησία τὸ 16ο αἰ. (11), στὴ δὲ Ἀνατολικὴ ‘Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐντάχθηκε στὸ Ἁγιολόγιο μόλις τὸ ἔτος 1972 (12).
Ἡ ἐπὶ τόσους αἰῶνες ἀπουσία τῆς Λυδίας τῆς Φιλιππησίας ἀπὸ τὸ χριστιανικὸ ἑορτολόγιο μπορεῖ νὰ στηριχθεῖ σὲ διάφορες αἰτίες. Κατ’ ἀρχὴν ὅλα τὰ βιβλικὰ πρόσωπα καὶ δὴ καὶ αὐτά ποὺ συνεργάσθηκαν μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ συνέβαλαν στὸ ἱεραποστολικό του ἔργο εἶναι γραμμένα «ἐν βίβλῳ ζωῆς» (13). Ὑπάρχουν ἐπίσης χιλιάδες ἤ καὶ ἑκατομμύρια ἄλλα πρόσωπα ποὺ ἁγίασαν στὴ ζωή τους ἤ μαρτύρησαν γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ εἶναι ἄγνωστα στὶς Συναξαριακὲς Συλλογὲς ἤ κάποια ἀπὸ αὐτά τιμῶνται μόνο σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο. Ἡ Ἐκκλησία δὲν θεώρησε ἀναγκαῖο νὰ προβεῖ σὲ ἐπίσημες ἁγιοκατατάξεις ὅλων αὐτῶν, δεδομένου ὅτι τὰ ὀνόματά των «ἐγράφησαν ἐν οὐρανοῖς» (14). Ἄλλωστε ὑπάρχουν ἑορτές, ὅπως π.χ. αὐτή τῶν Ἁγίων Πάντων, ἡ ὁποία καθιερώθηκε τὸν 7ο αἰῶνα (15), προκειμένου νὰ ἑορτάζουν οἱ ἄγνωστοι ἅγιοι. Τὸ Σάββατο δὲ πρὸ τῆς Ἀποκρέω «μνείαν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν».
Πρέπει ἀκόμη νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ μὴ ἔνταξη τῆς ἁγίας Λυδίας στὸ ἑορτολόγιο σχετίζεται προφανῶς τόσο μὲ συγκεκριμένες ἱστορικὲς συγκυρίες, ὅσο καὶ μὲ τὰ κατὰ καιροὺς ἐπικρατήσαντα κριτήρια ἐπίσημης ἀναγνώρισης ἑνὸς ἁγίου. Τοὺς πρώτους αἰῶνες π.χ. προβλήθηκαν οἱ Ἀπόστολοι, οἱ μάρτυρες καὶ οἱ ὅσιοι μοναχοί. Μεταξὺ τῶν μαρτύρων εἶναι καὶ ἡ οἰκογένεια «Φιλητοῦ συγκλητικοῦ καὶ Λυδίας τῆς αὐτοῦ γυναικὸς καὶ τῶν τέκνων αὐτῶν Μακεδὸνος καὶ Θεοπρεπίου» (16). Ἡ οἰκογένεια αὐτή μαρτύρησε ἐπὶ βασιλέως Ἀδριανοῦ, καὶ τιμᾶται στὶς 20 Μαρτίου κατὰ τὸ Συναξάριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (17), κατὰ τὸν ἅγιο δὲ Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη στὶς 27 Μαρτίου (18), ὅπως καὶ στὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία. Ἔχουμε τὴ γνώμη ὅτι τὸ ὄνομα τῆς Λυδίας τῆς Φιλιππησίας πολὺ πιθανὸν νὰ ἐπισκιάσθηκε ἀπὸ τὴ μάρτυρα τῶν πρώτων αἰώνων. Μέχρι σήμερα ἡ μνήμη τῆς μάρτυρος εἶναι ἰσχυρή, ἀποκαλεῖται δὲ Ρωσίδα, μᾶλλον διότι μαρτύρησε στὴ Σλαβονία, ἐνῶ εἶναι βέβαιο πώς καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη. Τὸ ἕνα μάλιστα ἀπὸ τὰ δύο παιδιὰ της λεγόταν Μακεδόνας, προφανῶς πρὸς τιμὴν τῆς Λυδίας τῶν Φιλίππων τῆς Μακεδονίας.
Στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες, καὶ δὴ καὶ κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, κυριαρχοῦν κριτήρια πού δὲν εὐνοοῦν βιβλικὰ πρόσωπα, ἀλλὰ τοὺς ὑπερασπιστὲς τῶν εἰκόνων μοναχοὺς καὶ θεολόγους. Κατὰ τὴν περίοδο ἐπίσης τῶν ἡσυχαστικῶν ἐρίδων ἀργότερα προβάλλονται οἱ ἡσυχαστὲς Πατέρες καὶ ἅγιοι. Οἱ ἱστορικὲς ἐπίσης συγκυρίες πού ἐπικράτησαν στὴ Μακεδονία κατὰ τὴν ἐποχή τῶν Σλαβικῶν ἐπιδρομῶν, τῆς Τουρκοκρατίας καὶ τῶν βουλγαρικῶν κατοχῶν κατὰ τὰ νεότερα χρόνια, δὲν εὐνόησαν τὴν ἁγιοκατάταξη τῆς Λυδίας τῆς Φιλιππησίας (19).
Ἡ σπουδαία ὅμως αὐτή γυναίκα τῆς ὁποίας ἡ μνήμη, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ἔμεινε ζωντανὴ στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ἔπρεπε νὰ τιμηθεῖ κάποτε καὶ ἐπίσημα. Ὅπως, σύμφωνα μὲ τὶς Πράξεις, τιμήθηκε ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεύμα (20), ἔτσι ἔπρεπε νὰ ἀναδειχθεῖ καὶ «ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασι, ἐν θυσὶαις, ἐν ναοῖς, ἐν εἰκονίσμασι» (21). Στὴ Δύση ὁ κατάλληλος καιρὸς ἦλθε τὸν 16ο αἰῶνα. Σὲ ἐποχή προβολῆς βιβλικῶν προσώπων λόγω τῆς ἀντιπαράθεσης τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν μὲ τοὺς Προτεστάντες (22), καὶ στὸ πλαίσιο τῆς ἀναθεώρησης τοῦ Ρωμαϊκοῦ Μαρτυρολογίου ἀπὸ τὸν σπουδαῖο ἱστορικὸ καὶ ἁγιολόγο Βαρόνιο Καίσαρα (23), ἡ Λυδία ἡ πορφυροπώλις (purpararia) ἐντάχθηκε στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας ὡς ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πού πίστεψε στὸ Εὐαγγέλιο στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας («prima omnium credidit Evangelio») (24). Ἡ μνήμη της τιμᾶται στὶς 3 Αὐγούστου (25).
Τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ Λυδία τὴ Φιλιππησία ἀναπτύχθηκε καὶ στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο κατὰ τὸν εἰκοστόν αἰῶνα. Πιστεύουμε ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον αὐτό «βαίνει παράλληλα πρὸς τὶς κατὰ τὴν ἐν λόγῳ περίοδο ἐκδήλωσεις τιμῆς καὶ ἀνάδειξης τῆς προσωπικότητας καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου» (26). Τὸ 1935 π.χ. καὶ κατὰ μίμηση ἀντίστοιχων ἐκδηλώσεων στὴν Ἀθήνα πού εἶχε καθιερώσει ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸς Χρυσόστομος, τιμήθηκε καὶ στοὺς Φιλίππους ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὸ πλαίσιο τοῦ Μ. Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς καὶ μὲ ὕμνους ποὺ συνέταξε ὁ Ἰωάννης Ἀλεξάκης (27).
Κατὰ τὸ διεθνὲς ἐπίσης ἐπιστημονικὸ Συνέδριο ποὺ ὀργάνωσε ἡ ’Εκκλησία τῆς Ἑλλάδος σὲ συνεργασία μὲ τὶς Θεολογικὲς Σχολὲς τὸν Ἰούνιο τοῦ 1951 γιὰ τὴ συμπλήρωση 1900 χρόνων (50-1950) ἀπὸ τὴν ἄφιξη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴν Ἑλλάδα, πραγματοποιήθηκε καὶ ἐπίσκεψη τῶν συνέδρων στοὺς Φιλίππους. Κατὰ τὴν Ἀκολουθία ποὺ τελέσθηκε στὰ ἐρείπια τῆς παλαιοχριστιανικῆς Βασιλικῆς, ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Φιλίππων καὶ Νεαπόλεως κυρὸς Χρυσόστομος ἀπηύθυνε ἐκτενή προσευχὴ στὸν Ἀπόστολο Παῦλο μὲ ἰδιαίτερη ἀναφορὰ καὶ στὴ Λυδία:«Ὁδήγησον ἡμᾶς ἐπὶ τὸν τόπον προσευχῆς, ἵνα τῶν σωτηρίων σου ρημάτων ἐνωτισθῶμεν καί, ὡς ἡ Λυδία ἐκείνη ἡ πορφυροπώλις, ἐν τῇ σαγήνῃ τῶν λόγων σου σαγηνευθῶμεν» (28).
Κορυφαῖο βεβαίως γεγονὸς γιὰ τὴν ἑορτολογική ἀνάδειξη τῆς Λυδίας τῆς Φιλιππησίας εἶναι ἡ μὲ πρωτοβουλία τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου κυροῦ Ἀλεξάνδρου καὶ ἐπὶ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου ἔνταξή της ἐπίσημα στὸ Ἑορτολόγιο (Συνεδρία Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 23ης Μαΐου 1972). «Ἡ σχετικὴ ὅμως Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξις ὑπεγράφη τὴν 2αν Ὀκτωβρίου ἰδίου ἔτους ὑπὸ τοῦ νέου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Δημητρίου καὶ τῶν μελῶν τῆς περὶ Αὐτόν Συνόδου» (29). Ἡ μνήμη της ὡς ἰσαποστόλου τιμᾶται τὴν 20ή Μαΐου, προφανῶς διότι τὴν ἑπομένη ἑορτάζουν οἱ ἰσαπόστολοι Κωνσταντῖνος καὶ Ἑλένη.
Ἔκτοτε ἔγιναν καὶ γίνονται προσπάθειες σὲ τοπικὸ κυρίως ἐπίπεδο μεγαλύτερου τονισμοῦ τῆς τιμῆς τῆς ἁγίας Λυδίας. Ἡ δημιουργία π.χ. τοῦ Βαπτιστηρίου τῆς Ἁγίας Λυδίας καὶ οἱ μὲ πρωτοβουλία τοῦ νῦν Ἐπισκόπου Νεαπόλεως καὶ Θάσου κ. Προκοπίου ὁμαδικὲς βαπτίσεις κατ’ ἔτος, ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς καὶ μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία, ἔχουν ὡς σκοπὸ αὐτή τὴν ἀνάδειξη. Ἡ ἔνταξη ἐπίσης τῆς ἁγίας Λυδίας σὲ Συναξαριακὲς Συλλογὲς ἀπὸ τὸ ἔτος 1973 (30), ἡ εἰκονογράφησή της, ἡ συγγραφὴ ἐκλαϊκευτικῶν βιβλίων (31), ἡ ἀνέγερση Ἱεροῦ Ναοῦ στὴν ὁμώνυμη Χριστιανικὴ Ἀδελφότητα στὴν Ἀσπροβάλτα Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔκδοση τοῦ Βίου, τῆς Ἀκολουθίας, τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα καὶ τῶν Χαιρετιστηρίων Οἴκων τῆς Ἁγίας, ποίημα τοῦ μακαριστοῦ π. Γερασίμου Μιχραγιαννανίτου (32), ἔχουν συμβάλλει τὰ μέγιστα στὴν τιμὴ καὶ προβολὴ τῆς Λυδίας τῆς Φιλιππησίας, ὡς «Φιλίππων ἀγλάισμα θεῖον» καὶ ἰσότιμον πάντων ἁγίων (33).
Ἡ ἁγία Λυδία ἡ Φιλιππησία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν 20ή Μαΐου τιμᾶται καὶ τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν ἑορτή τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων (34). Σύμφωνα μὲ νεότερον ἔθος, τὴν ἡμέρα αὐτή ἑορτάζουν ὅλοι οἱ συνεργάτες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἀπ’ ὅλους ὅμως τοὺς συνεργάτες του τὸ πλέον γνωστὸ πρόσωπο εἶναι αὐτό τῆς Λυδίας γιὰ τὴν ὁποίαν, ὅπως γράφει ὁ Καθηγητὴς χ. Εὐάγγελος Θεοδώρου, θὰ μποροῦσαν οἱ Εὐρωπαῖες -ἰδίως Ὀρθόδοξες- χριστιανὲς νὰ ἀναλάβουν πρωτοβουλία, προκειμένου νὰ «ἀνακηρύξουν τὴν ἁγία Λυδία προστάτιδά τους καὶ νὰ καταστήσουν τοὺς Φιλίππους τῆς -ἀναμφισβητήτως Ἑλληνικῆς- Μακεδονίας τὸ πανευρωπαϊκὸ καὶ παγχριστιανικὸ πνευματικὸ κέντρο, προσκύνημα καὶ ἀγωνιστικὸ ὁρμητήριό τους» (35). Σὲ κάθε βεβαίως περίπτωση ἀξίζει ἡ ἁγία αὐτή νὰ τιμηθεῖ εὐρύτερα καὶ ὁ κάθε χριστιανὸς νὰ ἐμβαθύνει περισσότερο στὶς ἀξίες, τὸν πλοῦτο καὶ τὰ σωτήρια μηνύματα τῆς πίστης μας, τὴν ὁποία πρώτη ἐγκολπώθηκε καὶ κήρυξε ἡ ἁγία Λυδία.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Πράξ. 16,14.
2. Πράξ. 16, 11-15.
3. Πράξ. 16, 13.
4. Βλ. J. Holzner, Παῦλος, μετάφρ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Ἱερωνύμου, Ἀθῆναι 91973, σ. 176.
5. Ἀρχὴ τῶν Ἠθικῶν 37, PG 31, 757C.
6. Ὑπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, PG 60, 259-260.
7. Ἐπιστολῶν βιβλία 4, 3, 145, PG 79, 452A.
8. Μυριόβιβλον ἡ Βιβλιοθήκη 122, PG 103, 808B.
9. Βλ. Π. Ι. Σκαλτσῆ, «Ἡ ἁγία Λυδία ἡ Φιλιππησία στὸ χριστιανικὸ ἑορτολόγιο καὶ τὴν ὑμνογραφία», ἐν Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 93 (Σεπτ.-Ὀκτ. 2010) τεῦχ. 836, σσ. 554-557.
10. Βλ. Π. Ι. Σκαλτσῆ, ὅ.π.,σσ. 539-543.
11. H Delehaye, Commentarius perpetuos in Martyro- logium Romanum [Propulaeum ad Acta Sanctorum, Decembris], Bruxellis 1940, σ. 320.
12. Πατριαρχικὴ Συνοδικὴ Πράξη ἐν ἔτει σωτηρίῳ αποβ’, κατὰ μήνα Ὀκτώβριον (Β’), Ἐπινεμήσεως ΙΑ’.
13. Φιλιπ. 4, 2.
14. Λούκ.10,20.
15. Σ. Πασχαλίδη, «Οἱ Ἑορτὲς τῶν Ἁγίων», ἐν «Τὸ Χριστιανικὸν Ἑορτολόγιον». Πρακτικὰ Η΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, Βόλος, 18-20 Σεπτεμβρίου 2006 [Σειρὰ Ποιμαντικὴ Βιβλιοθήκη – 15], Ἀθῆναι 2007, σ. 374.
16. H. Delehaye, Synaxarium Ecclesiae Constantino- politanae [Propylaeum ad Acta Sanctorum Novem- bris], Bruxellis 1902, σ. 570.
H. Delehaye, ο.π., σ. 570.
17. Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, τόμ. δεύτερος, Ἀθήνησι α.ε., σ. 59.
18. Βλ. Π. Ι. Σκαλτση, ὅ.π., σσ. 543-549.
19. Acta Sanctorum Augusti’ τόμ. Ι, σ. 199: «Enimero merebatur hunc honorem, quae laudam suarum prae conem ipsum habuerat Spiritum Sanctum in Actibus Apostolorum».
20. G. Gouillard, «Τὸ συνοδικὸν ὅπερ ἀναγινώσκεται τὴ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας», ἐν Travaux et Memoirs, τόμ. 2, Paris 1967, σ. 51.
21. Ι. Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Λειτουργικὴ (Πανεπιστημιακαὶ Παραδόσεις), Θεσσαλονίκη 1981, σσ. 61-62. Εὐ. Δ. Θεοδώρου, Μαθήματα Λειτουργικῆς (τεῦχος Α’), Ἀθῆναι 1993, σ. 72.
22. C. Gasbardi, «Baronio, Cesare, ordinale, venerabile», ἓν Bibliotheca Sanctorum 3 (1962) 819- 828. P. Paschini, «La riforma Gregoriana del Martirologio Romano», ἓν Scuola Cattolica 31 (1923) 198-210· 274-284.
23. H. Delehaye, Commentarius perpetuus in Martyro- logum Romanum, σσ. 320, 321 (7).
24. U. Lattanzi, «Lidia», ἐν Bibliotheca Sanctorum 8 (1967) 44-45.
25. Π. Ι. Σκαλτση, ο.π., σ. 558.
26. Ἱεροὶ Ἑσπερινοὶ Ὕμνοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ψαλλόμενοι κατὰ τὴν Ἑσπέραν τῆς 29ης Ἰουνίου ἡμέραν τῆς μνήμης τῶν κορυφαίων Παύλου καὶ Πέτρου, εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἐν Ἑλλάδι. Ἑορταί διοργανωθεῖσαι παρὰ τῶν ζηλωτῶν τοῦ Χριστοῦ ἐν Ἀθήναις, Κορίνθῳ, Θεσσαλονίκη, Νικοπόλει (Πρεβέζης), Βερροία, Κρήτη καὶ Φιλίπποις (Καβάλας), ἐν Πειραιεῖ 1935, σσ. 43-48. 27. Βλ. καὶ Ι. Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, «Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὸ Ἑορτολόγιο», ἐν Κληρονομίᾳ 22 (Ἰουν. Δεκ. 1990) τεύχη Α’-Β’, σσ. 258-259.
28. Γ. Χρσοστόμου (Ἀρχιμ.), «Ἀκολουθίες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ πόλεις τῆς Ἑλλάδας», ἐν «Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ ἡ Ἑλλάδα». Πρακτικὰ Διεθνοῦς Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου (Βέροια, 25-27 Ἰουνίου 1998), Βέροια 1998, σσ. 216-221.
29. Πανηγυρικὸς τόμος ἑορτασμοῦ τῆς 1900ης ἐπετείου τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἰς Ἑλλάδα, ἐπιμέλεια τοῦ γέν. γραμματέως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἑορτασμοῦ καθηγητοῦ Ἀμίλκα Σ. Ἀλιβιζάτου, ἐν Ἀθήναις 1953, σ. 151.
30. ΒΑΡΟΛΟΜΑΙΟΥ (Μητρ. Φιλαδελφείας, νῦν Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου), «Ἀναγνώρισις ἁγίων ἐπὶ Πατριαρχείας τοῦ Ἀθηναγόρου», ἐν Ἀθηναγόρας Α’ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὁ Ἠπειρώτης, ἐπιμέλεια Ἰωάν. Ε. Ἀναστασίου, ἔκδ. ‘Ἑταιρείας Ἠπειρωτικῶν Μελετῶν, Ἰωάννινα 1975 σσ. 209-210.
31. Οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων ἐκδ. οἶκος «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1973, σ. 69. Βλ. καὶ Μακαρίου ΣΙΜΩΝΌΠEΤΡΙΤΌΥ (Ἱερομονάχου), Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. ἔνατος, Μάιος, «Ἴνδικτος», Ἀθῆναι 2007, σσ. 229-230.
32. Βλ. Ἐπισκόπου Θεοφίλου Καβαρνοῦ (τ. Μητρ. Γὸρτυνος καὶ Μεγαλουπόλεως), «Λυδία. Ἡ πρώτη τῶν Φιλίππων». Πρώτη καὶ τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἔκδ. Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ», Θεσσαλονίκη 1987.
33. π. Θ. ZHΣΌΠΟΥΛΟΥ Ἀρχιμ., Ἱεροκήρυκος, Καθρέφτισμα, ἔκδ. Ο.Χ.Α. «ΛΥΔΙΑ», α.ε. Γ. Ι. ΡΑΠΤΌΠΌΥΛΌΥ (Ἀρχιμ.), Συνεργάτιδες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἔκδ. Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολικῆς Ἀδελφότητος «Ἡ Ὁσία Ξένη», Πλαγιάρι Θεσσαλονίκης 2002.
34. Βίος καὶ Ἀκολουθία τῆς ἁγίας Λυδίας τῆς Φιλιππησίας, ἔκδ. Χριστιανικῆς Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ», Θεσσαλονίκη 1991.
35. Ἀπὸ τὰ «χαῖρε» τοῦ θ’ οἴκου τῶν Χαιρετισμῶν τῆς ἁγίας Λυδίας.
Γ. Ι. ΡΑΠΤΌΠΟΥΛΟΥ (Ἀρχιμ.), Συνεργάτιδες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, σ. 10.
 Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πίστη καί Ἀγάπη τό θεμέλιο καί ἡ τελειότητα τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο.

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαΐου, 2014

Καθηγητή ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ / Α.Π.Θ.

Σήμερα, 1600 χρόνια μετά από το μαρτυρικό θάνατο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο λόγος του μεγάλου Ποιμενάρχη, ως φορέας της ενεργού θείας Χάριτος που πάντοτε τον διακατείχε, εξακολουθεί να είναι ζωντανός, ρηξικέλευθος, και ιδιαίτερα επίκαιρος στην προσωπική και κοινωνική μας ζωή. Τα λόγια του προσεγγίζουν αγιαστικώς τα αυτιά και το νου μας, όπως τηρουμένων των αναλογιών, τον προσήγγιζαν οι ερμηνευτικοί λόγοι του Αποστόλου Παύλου. Η άρρητη ευωδία των αγίων λειψάνων του πιστοποιούν διαχρονικώς του λόγου το αληθές.
Με αυτό το άρθρο μας θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε ένα μικρό μέρος από τον απέραντο πνευματικό πλούτο του Οικουμενικού αυτού Διδασκάλου της Χριστιανοσύνης.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός, ότι οι θεμελιώδεις, κορυφαίες και περιεκτικές αρετές της πίστεως και της αγάπης είναι πάντοτε παρούσες στη ζωή και τη διδασκαλία του αγίου μας. Συγκεκριμένα, η πίστη και η αγάπη στη θεολογική σκέψη αλλά και στην προσωπική ζωή του ιερού Χρυσοστόμου συνδέονται άρρηκτα και αλληλοπεριχωρούνται. Η πίστη, που εδώ νοείται πάντοτε ζωντανή και βιούμενη, αποτελεί το αδιαμφισβήτητο θεμέλιο της χριστιανικής ζωής, ενώ η έμπρακτη αγάπη συνθέτει την όλη οικοδομή της ζωής αυτής, την πληρότητα και την τελειότητά της.
Στο πλαίσιο της Εκκλησίας, τα πιστευόμενα βιούνται στο ιστορικό παρόν των πιστών ως πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα. Η βιούμενη πίστη οδηγεί άμεσα στην αγάπη, η οποία φανερώνεται ως ενεργοποίηση της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, και πιστοποιείται με την τήρηση των εντολών του Θεού. Η τήρηση των εντολών συγκεκριμενοποιείται στα έργα αγάπης των πιστών, τα οποία είναι έργα του Θεού δι’ ημών.
Ειδικότερα, η βιούμενη πίστη και τα καλά έργα, ως καρπός της έμπρακτης αγάπης, αποτελούν δωρεά του Αγίου Πνεύματος, που βεβαιώνει την ενεργό χαρισματική παρουσία του Τριαδικού Θεού στην προσωπική ζωή των πιστών. Πιο συγκεκριμένα, η βίωση της πίστεως στον Τριαδικό Θεό πραγματώνεται με τη ζώσα παραμονή στο μυστηριακό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Παράλληλα, η έμπρακτη αγάπη συνιστά τη φανέρωση της μετοχής τους στη θεία και άκτιστη ζωή του Χριστού. Τα καλά έργα, ως έργα αγάπης, αποτελούν την εμπειρική διαπίστωση, τη βεβαίωση και την απόδειξη της ζωντανής πίστεως.
1. Η πίστη καθεαυτήν
Πώς όμως κατανοείται η πίστη καθεαυτήν; Η πίστη κατά τον ιερό Χρυσόστομο αποτελεί το πνευματικό θεμέλιο, πάνω στο οποίο οικοδομείται όλη η αγιοπνευματική ζωή των πιστών (1). Η ορθή πίστη, που διατυπώνεται αλαθήτως στα δόγματα της Εκκλησίας, δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να αμφισβητείται, αλλά ούτε και να τροποποιείται από κανένα θεσμικό φορέα ή από κάποιο μεμονωμένο πρόσωπο, όσο σημαντικό και αν συμβαίνει να είναι αυτό. Έτσι, αν κάποιος «δόγμα έχει διεστραμμένον, καν άγγελος η, μη πείθου», θα συστήσει ο χρυσορρήμονας ιεράρχης. Κατά συνέπεια, ούτε σε άγγελο του Θεού θα πρέπει να υπακούει κανείς, όταν αυτός διδάσκει μια διεστραμμένη πίστη. Αντίθετα, ο πιστός οφείλει να προσέχει στους λόγους εκείνου, που ορθοτομεί την αλήθεια, ακόμη και όταν συμβαίνει αυτός να έχει ανακόλουθη ως προς τους λόγους του ζωή. «Ει δε ορθά διδάσκει», σημειώνει χαρακτηριστικά, «μη τω βίω πρόσεχε, αλλά τοις ρήμασι» (2).
Η πίστη λειτουργεί αντιστρόφως ανάλογα προς τους λογισμούς. Οι λογισμοί κλονίζουν και διαιρούν τον έσω άνθρωπο, ενώ η πίστη τον στερε­ώνει και τον παγιώνει (3). Με άλλα λόγια, η πίστη και οι λογισμοί είναι αντίθετα πράγματα (4). Έτσι, όταν οι λογισμοί κλυδωνίζουν το νου μας, η πίστη ως ασφαλής άγκυρα μας απαλλάσσει όχι μόνο από το σάλο και το ναυάγιο, αλλά επιπλέον ανακουφίζει τη διάνοιά μας και τη μεταθέτει στον ουρανό (5).
Καθεαυτήν η πίστη έχει και βαθύτατο γνωσιολογικό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει πρακτικά, πως χωρίς την πίστη κανείς δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στην αληθινή γνώση του Θεού (6). Η επίγνωση της αληθείας του Θεού γεννιέται από την πίστη και όχι από τους λογισμούς μας (7). Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η γνώση του Θεού, κατά την πατερική και αγιοπνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, είναι εκείνη η εμπειρική-βιωματική γνώση, η οποία προκύπτει από την άμεση υπαρξιακή μετοχή του ανθρώπου στις αποκαλυπτόμενες και μετεχόμενες άκτιστες θείες ενέργειες και ειδικότερα στη θεοποιό ενέργεια του Τριαδικού Θεού.
Από τα παραπάνω αντιλαμβάνεται κανείς, ότι αξιολογικά η πίστη είναι ανώτερη από τη λογική του ανθρώπου. Γι’ αυτό και όπου υπάρχει η πίστη προς το Θεό, είναι περιττή η θεολογική έρευνα, για να οδηγηθεί κάποιος στην πίστη. Η έρευνα μάλιστα αυτή αναιρεί την πίστη. «Ένθα γαρ πίστις, ου χρεία ζητήσεως», σημειώνει επιγραμματικά ο ιερός Πατέρας, και διευκρινίζει αμέσως: «η ζήτησις της πίστεώς εστιν αναιρετική» (8). Στο χώρο της πίστεως, εκείνος που ενεργοποιείται ερευνητικά, ποτέ δε βρίσκει το ζητούμενο. Εκείνος δηλαδή που ερευνά για να πιστέψει, τελικά δεν μπορεί να πιστέψει μέσω αυτής της διαδικασίας.
Γι’ αυτό και μας συνιστά να μη ασχολούμαστε με έρευνες τέτοιου είδους. Αλλά, αν αυτά είναι έτσι, πώς λέει ο Χριστός, «ερευνάτε τας γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν»9; Στην περίπτωση αυτή, επεξηγεί ο μέγας ιεράρχης, ο Χριστός δεν εννοεί εκείνον που φορτώνεται με άκαρπους ερευνητικούς κόπους. Απλώς, συνιστά να ερευνούμε τις Γραφές έτσι, ώστε να γνωρίσουμε τί ακριβώς λένε, και όχι να αναζητούμε διαρκώς τεκμήρια για να πιστέψουμε. Άλλωστε, γι’ αυτό ονομαστήκαμε πιστοί, για να πιστεύουμε χωρίς ενδοιασμούς στα λεγόμενα και να μην αμφιβάλλουμε για τίποτε απ’ αυτά. Αν, βέβαια, αυτά που λέει η Αγία Γραφή ήταν ανθρώπινα λόγια, θα έπρεπε να τα εξετάζουμε βασανιστικά. Εφόσον όμως είναι λόγια του Θεού, θα πρέπει να τα τιμούμε και να τα πιστεύουμε. Αν συμβαίνει πάντως να μη τα πιστεύουμε, τότε δε θα πεισθούμε ούτε και γι’ αυτήν την ύπαρξη του Θεού (10). Η αξιοπιστία του Θεού είναι εκείνη, που δίνει περιεχόμενο στην πίστη. Γι’ αυτό, «εκείνο εστί πίστις», σημειώνει, «όταν εκείνοις πιστεύωμεν τοις μη βλεπομένοις, προς την αξιοπιστίαν του επαγγειλαμένου την διάνοιαν τείναντες» (11). Η πίστη έχει θεμελιώδη σημασία για την ουσιώδη ποιότητα της χριστιανικής ζωής στο ιστορικό παρόν, αλλά και στο αιώνιο μέλλον του πιστού, γιατί αποτελεί την προϋπόθεση της σωτηρίας, αφού «ταύτης άνευ ούκ ενι σωθήναι ποτέ» (12). Χωρίς αυτήν δεν είναι δυνατόν ποτέ να σωθεί κανείς.
2. Προϋποθέσεις της πίστεως
Αν όμως η πίστη προσδιορίζει τόσο καίρια την ποιότητα ζωής του ανθρώπου στον παρόντα και στο μέλλοντα κόσμο, εύλογα προκύπτει το ουσιώδες ερώτημα: Ποιες είναι οι προϋποθέσεις εκείνες, που θα οδηγήσουν τον άνθρωπο στην πίστη; Ο ιερός Χρυσόστομος εντοπίζει τις προϋποθέσεις της πίστεως όχι μόνο στη γνήσια προαίρεση (13), αλλά και στον καθαρό και άμεμπτο βίο (14). Ειδικότερα, για την καθαρότητα του έσω ανθρώπου διευκρινίζει με σαφήνεια τα εξής σημαντικά: Όποιος θέλει να προσεγγίσει και να έχει την αλήθεια, οφείλει προηγουμένως να καθαριστεί από τα πάθη του. Και τούτο, επειδή ο ακάθαρτος βίος εμποδίζει την προσέγγιση στο υψηλό περιεχόμενο των δογμάτων της πίστεως και συσκοτίζει τη διορατικότητα της διάνοιας (15). Εκείνο όμως που προηγείται και από τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις που αναφέραμε, είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατόν να ανέλθει κανείς στο ύψος της πίστεως (16).
3. Ο χαρακτήρας της βιούμενης πίστεως
Όπως σημειώσαμε ήδη προλογικά, ο χρυσορρήμονας ιεράρχης μας προτάσσει την πίστη στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής ζωής. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, θεωρεί την ορθή πίστη ως θεμέλιο της ευσέβειας (17). Και τούτο είναι πολύ φυσικό, αφού στην Εκκλησία η ευσέβεια κατανοείται πρωτογενώς ως βιωματική έκφραση του περιεχομένου της πίστεως. Πίστη και ζωή στην Εκκλησία αποτελούν μια αδιάσπαστη ενότητα. Έτσι, η καθαρότητα της πίστεως και η ορθότητα του βίου συνιστούν από κοινού την ευσέβεια των πιστών. Ερμηνεύοντας το παύλειο χωρίο. «γύμναζε σεαυτόν προς ευσέβειαν»· ο ιερός Πατέρας σημειώνει επιγραμματικά: «τουτέστι προς πίστιν καθαράν και βίον ορθόν. Τούτο γάρ εστιν ευσέβεια» (18).
Η ευσέβεια δεν επηρεάζεται από τις βιοτικές ενασχολήσεις (19), ενώ ο πνευματικός πλούτος της μένει αναφαίρετος τόσο στην παρούσα όσο και στη μέλλουσα ζωή (20). Η σωστή θεωρητικά πίστη, αλλά πρακτικά αυτονομημένη από τη ζωή του ανθρώπου, δεν έχει σωτηριολογικό χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, η θεωρητικά ορθή πίστη καθεαυτήν και από μόνη της δεν μπορεί να σώσει τον άνθρωπο. Τον δραστικά σωτηριολογικό χαρακτήρα της αποκτά η πίστη, όταν συνδεθεί άρρηκτα και λειτουργικά με τη ζωή του ανθρώπου. Όταν δηλαδή η πίστη συνοδευτεί και από άριστο βίο (21). Ακόμη και το Βάπτισμα δεν ενεργεί τη σωτηρία μας, όταν λείπει ο ορθός βίος (22), γιατί απλούστατα δεν ενεργεί μηχανιστικά και μαγικά. Αλλά χωρίς την ανάλογη προς την πίστη ζωή καθίσταται σωτηριολογικώς αναποτελεσματική και η μετοχή μας στα άλλα μυστήρια της Εκκλησίας (23). Αυτό σημαίνει, ότι κανένα μυστήριο της Εκκλησίας μας δεν μπορεί να μας σώσει από μόνο του.
Και για να επανέλθουμε, κατά τον άγιο της Παιδείας μας, η ορθή πίστη δεν ωφελεί σε τίποτε, όταν η ζωή του ανθρώπου είναι διεφθαρμένη· «ουδέν γαρ όφελος ημίν εις σωτηρίαν, δογμάτων υγιών, διεφθαρμένης ημίν της ζωής» (24). Αυτό, άλλωστε, το πιστοποιεί και ο ίδιος ο Κύριος στην Επί του Όρους Ομιλία του. Σ’ αυτήν, ο Χριστός δεν αναγνωρίζει ως δικούς του εκείνους που με μόνη την πίστη τους έκαναν θαύματα, ενώ δεν τηρούσαν το θέλημα του Θεού στη ζωή τους: «ουδέποτε έγνων υμάς», τους λέει, «αποχωρείται απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (25). Αλλά και αντίστροφα, όταν η πίστη του ανθρώπου δεν είναι σωστή, αυτός δεν έχει κανένα όφελος για τη σωτηρία του από την άριστη ζωή του (26).
Στο πλαίσιο της Εκκλησίας, τα δόγματα της πίστεως συνδέονται οργανικά με τη ζωή των πιστών και αλληλοπεριχωρούνται. Η ακρίβεια της ζωής «συνυφαίνεται τη των δογμάτων ορθότητι» (27), κατά τον άγιό μας. Τα δόγματα διασφαλίζουν την ορθότητα της ζωής της Εκκλησίας, αλλά και η ζωή της Εκκλησίας δίνει περιεχόμενο στην αλήθεια των δογμάτων της. Εκείνος που ακολουθεί με συνέπεια τα δόγματα οφείλει να τα πιστοποιεί με την καθαρότητα του βίου του (28). Η ακρίβεια στον τρόπο της ζωής του πιστού αποτελεί μαρτυρία των υγιών δογμάτων του (29).
Η ορθή πίστη είναι «καρπός του Αγίου Πνεύματος» (30), που προϋποθέτει την ελεύθερη συνεργία του ανθρώπου. Γι’ αυτό εμφανίζεται, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, και ως «κατόρθωμα της αρετής του πιστού» (31). Για να είναι όμως σταθερή η πίστη, χρειάζεται η ενεργός παραμονή της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος στον πιστό. Η ενεργός αυτή παραμονή και βοήθεια του Αγίου Πνεύματος στον πιστό προϋποθέτει βίο καθαρό. Ο καθαρός βίος του πιστού «πείθει» το Άγιο Πνεύμα να παραμένει σ’ αυτόν ενεργό και να συνέχει το βίο του (32). Ό,τι είναι η τροφή στο σώμα, αυτό είναι και ο καθαρός βίος στην πίστη. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να μη κλονίζεται κατά την πίστη εκείνος, που έχει ακάθαρτο βίο (33). Ο διεφθαρμένος βίος γίνεται εμπόδιο στην ακριβή γνώση και στην οριοθέτηση των υψηλών δογμάτων της πίστεως (34). Όπως η λήμη, δηλαδή η ακαθαρσία, που προσκολλάται στην κόρη των οφθαλμών, σκοτίζει και θολώνει το μάτι, έτσι και ο λογισμός, που κυριεύεται από την πονηρία, σκοτίζει και τυφλώνει το νου του πιστού (35).
Αλλά σε σχέση με την πίστη το κακό δε σταματά εδώ. Κατά κανόνα, όποιου η ζωή δεν είναι καθαρή, αυτού και τα δόγματα της πίστεως δεν έχουν καθαρό χαρακτήρα. Ο ακάθαρτος βίος αποτελεί προϋπόθεση αποδοχής όχι μόνον πονηρών δογμάτων, αλλά και προϋπόθεση απιστίας. «Οράς», παρατηρεί ο ασκητής και θεολόγος ιεράρχης, «ότι ου μη καθαρός ο βίος, και δογμάτων τοιούτων εστίν υπόθεσις;» (36). Και στην περίπτωση λοιπόν του ακάθαρτου βίου επιβεβαιώνεται η αλληλεξάρτηση πίστεως και ζωής. Όπως δηλαδή είναι σύνηθες τα εσφαλμένα και πονηρά δόγματα να εισάγουν εσφαλμένη και ακάθαρτη ζωή, έτσι και η διεφθαρμένη ζωή γεννά πολλές φορές πονηρά δόγματα (37).
Τί γίνεται όμως, όταν κάποιος από πλευράς της πίστεως βρίσκεται στην πλάνη, αλλά συμβαίνει να προσέχει τη ζωή του και να ζει ορθά; Στην περίπτωση αυτή, μας διαβεβαιώνει ο ιερός Χρυσόστομος, ότι δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος αυτός να παραμείνει στην πλάνη (38). Κατ’ αντιστοιχία, παρατηρεί ότι δεν είναι εύκολο ένας που ζει με την πονηριά να αρθεί στο ύψος των δογμάτων της Εκκλησίας. Εκείνος, που σκοπεύει να αναζητήσει την αλήθεια, θα πρέπει προηγουμένως να καθαρισθεί απ’ όλα τα πάθη του (39). Αλλά, και εκείνος που έχει απαλλαγεί από τα πάθη, και από την πλάνη θα απαλλαγεί και την αλήθεια τελικώς θα βρει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ είναι ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος ήταν φοβερός πολέμιος και διώκτης της Εκκλησίας του Χριστού. Επειδή όμως είχε αψεγάδιαστη ζωή, όχι μόνο δεκτός έγινε στην πίστη της Εκκλησίας, αλλά και όλους τους ξεπέρασε (40). Κατά συνέπεια, ο Θεός έλκει και φέρνει προς την αλήθεια όσους βρίσκονται στην πλάνη, αλλά είναι καθαροί από τα πάθη (41).
Πώς εξηγείται όμως το γεγονός, ότι κάποιος παραμένει στην πλάνη, ενώ φαίνεται πως είναι καλός, αγαθός και φιλάνθρωπος; Στην περίπτωση αυτή, κατά το σοφό Ποιμενάρχη, ο εν λόγω άνθρωπος έχει άλλο πάθος. Έχει κενοδοξία ή ραθυμία ψυχής ή αδιαφορία για τη σωτηρία του (42). Με την απάντησή του αυτή ο ιερός Χρυσόστομος αποδεικνύεται και άριστος ανατόμος της αγιοπνευματικής ζωής.
4. Σχέση πίστεως και αγάπης
Η αγιοπνευματική ζωή χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από τη ζώσα παρουσία της πίστεως σε συνδυασμό με τη φανέρωση της πολύτροπης αγάπης. Η ορθή πίστη αποτελεί το θεμέλιο της γνήσιας αγάπης, και η αληθινή αγάπη συνιστά απόδειξη ορθής πίστεως (43). Αν όμως η ορθή πίστη αποτελεί το θεμέλιο της γνήσιας αγάπης, η αγάπη προς το Θεό αποτελεί το θεμέλιο όλων των εντολών και την κεφαλή όλων των αρετών. Από την αγάπη προς το Θεό προκύπτει και η αγάπη προς τον πλησίον (44). Ο Απόστολος Παύλος, κατά τον χρυσορρήμονα και άριστο ερμηνευτή του, θέλοντας να παρουσιάσει την ανώτερη όλων των οδών προς το Θεό, δεν πρόβαλε ως χαρακτηριστικό αυτής της οδού κανένα θαύμα αλλά μόνο την αγάπη, τη ρίζα όλων των αγαθών. Το κατεξοχήν ζητούμενο από το Θεό είναι η βίωση αυτής της αγάπης και όχι τα θαύματα, από τα οποία δεν κερδίζουμε τίποτε, όταν αυτή απουσιάζει (45). Είναι άκρως σημαντικό το γεγονός, ότι από τη βασιλεία του Θεού εκπίπτουν όχι μόνον εκείνοι, οι οποίοι αμελούν για την ανάλογη προς την ορθή πίστη τους ζωή, αλλά και εκείνοι, οι οποίοι, ενώ κάνουν πολλά θαύματα με την πίστη τους, δεν έχουν τα έργα της αγάπης (46).
Η αληθινή αγάπη οδηγεί αυτόματα στην αρετή (47). Αυτό δε σημαίνει, ότι η αγάπη οδηγεί σε αξιόμισθα ή σε υπέρτακτα έργα, όπως εσφαλμένως υποστηρίζουν οι Ρωμαιοκαθολικοί. Ο πιστός δηλαδή, κατά την Ορθόδοξη θεώρηση, δε μπορεί να κάνει έργα, που να αξιώνουν ως αμοιβή τη σωτηρία του, ούτε πολύ περισσότερο να κάνει τέτοια έργα, που να υπερβαίνουν τις υποχρεώσεις του για τη σωτηρία, οπότε στην περίπτωση αυτή να μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα έργα αυτά για τη σωτηρία άλλων πιστών με ελλειπείς επιδόσεις σωτηριολογικού χαρακτήρα. Απεναντίας μάλιστα, ο ιερός Χρυσόστομος υπογραμμίζει τη βιβλική σημασία των έργων της αγάπης. Η αγάπη, κατά τον άγιο των Γραμμάτων, αποτελεί ανεξόφλητο χρέος. «Τούτο το όφλημα τέλος ουκ επίσταται» (48), σημειώνει χαρακτηριστικά. Η βιωματική αίσθηση του παραπάνω χαρακτήρα της αγάπης, ως ανεξόφλητου χρέους προς το Θεό και τον πλησίον, αποτελεί τον πρόσθετο λόγο που αυτή η αγάπη, όχι μόνο δεν οδηγεί στην έπαρση, αλλά κυριολεκτικά διαλύει κάθε υπερήφανο λογισμό (49).
Μόνο με τη βίωση της αγάπης μπορούν να χαρακτηριστούν οι άνθρωποι ως μαθητές του Χριστού, σύμφωνα με τη ρητή διαβεβαίωσή του: «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (50). Το γεγονός, ότι αγαπούμε το Θεό, αποτελεί απόδειξη ότι είμαστε χαρισματικώς τέκνα του Θεού (51). Μόνον η αγάπη αναδεικνύει τους ανθρώπους ως αγίους, επειδή αυτή συνοψίζει όλη την αρετή. Είναι περιεκτική όλων των αρετών. Άλλωστε, με αυτή σωζόμαστε όλοι (52), με αυτή θα είμαστε όμοιοι με το Θεό στη βασιλεία του (53) και αυτή είναι εκείνη, που μας δίνει τη δυνατότητα στην παρούσα ζωή να γευθούμε τη μέλλουσα αιώνια ζωή (54).
Η γνήσια αγάπη συνδέεται με την καθαρότητα του βίου (55) και χαρακτηρίζεται από τον μεγάλο Παιδαγωγό της εν Χριστώ ζωής ως «μείζων πασών των αρετών (56)», ως αρχή και τέλος κάθε αρετής (57). Αποτελεί την κε­φαλή, τη ρίζα, την πηγή και τη μητέρα όλων των αρετών. Αυτή τα συνδέει όλα και όλους μας (58). Η αγάπη είναι ανώτερη από τη γνώση των μυστηρίων του Θεού, αλλά και από αυτό το μαρτύριο (59). Είναι ανώτερη απ’ όλα τα θαύματα, χαρακτηριζόμενη ως «σημείον σημείων απάντων μείζον» (60). Και, ενώ το χάρισμα αυτό της αγάπης μπορούμε, αν θέλουμε, να το έχουμε όλοι οι πιστοί, όταν το στερούμαστε, δεν μπορεί να μας ωφελήσει ούτε και αυτό το μαρτύριο (61).
Η αγάπη καθεαυτήν αλλά και ο βαθμός της αγάπης, συνδέονται στενά με την προαίρεσή μας (62). Ως προς τη φύση της η αγάπη δεν έχει κορεσμό, αλλά απεναντίας διαρκώς αυξάνει (63). Αυτό βέβαια στο πλαίσιο της Εκκλησίας είναι ευνόητο, γιατί η αγάπη ως καρπός του Αγίου Πνεύματος είναι άκτιστη ενέργεια του Θεού. Έτσι, εύλογα η πρόοδος σ’ αυτήν είναι χωρίς τέλος. Η αγάπη, ως άκτιστο αγαθό, δεν εμποδίζεται να βιωθεί σ’ οποιεσδήποτε συνθήκες, όσο και αν συμβαίνει να είναι το πλήθος των εμποδίων της .
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, παραμένοντας αυστηρά συνεπής στο πνεύμα της Αγίας Γραφής, απορρίπτει την ιδιοτελή λεγόμενη αγάπη, και αποδέχεται μόνο την ανιδιοτελή, ως πραγματική και γνήσια αγάπη. Η αγάπη προς τους εχθρούς, κατά τον χρυσορρήμονα ιεράρχη, έχει το χαρακτήρα της ανιδιοτέλειας. Αποτελεί μονόδρομο, που πρέπει να τον οδεύ­σουμε οπωσδήποτε, αν θέλουμε να φθάσουμε στη σωτηρία μας. Δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική οδός. Κατά τον υμνούμενο από την Εκκλησία καθηγητή της χαρισματικής θεολογίας (65), «ουδέ ετέρως ημάς σωθήναι δυνα­τόν, μη ταύτην ελθόντας την οδόν» (66). Με την αγάπη προς τους εχθρούς μιμούμαστε «κατά δύναμιν ανθρωπίνην τον Θεόν» (67) και γινόμαστε μιμητές του Χριστού (68). Αυτή η αγάπη ελκύει ιδιαίτερα την ευσπλαχνία του Θεού απέναντί μας. Κατά τη χαρακτηριστική έκφραση του αγίου μας, «ουδέν ούτω τον Θεόν ίλεων ποιεί, ως το αγαπάν τους εχθρούς» (69).
Χωρίς την αγάπη δεν είναι δυνατόν να παραμένει ενεργό εντός μας το Άγιο Πνεύμα. Και χωρίς αυτήν είναι αδύνατο να πραγματοποιήσουμε γνησίως καλά έργα ως έργα αγάπης.
Αν αναζητήσουμε την εσώτερη σχέση της πίστεως με την αγάπη, ο άγιος της κατά Χριστόν παιδείας θα μας πληροφορήσει ξεκάθαρα για την προτεραιότητα της ορθής πίστεως έναντι της γνησίας αγάπης. «Από πίστεως ειλικρινούς η αγάπη τίκτεται» (71), θα μας πει επιγραμματικά. Άλλωστε, είναι τόσο μεγάλη η σημασία της πίστεως για την αγάπη, ώστε να μην προκύπτει όφελος από την αγάπη, όταν λείπει η πίστη. Και μάλλον να μην είναι δυνατόν να προκύψει με άλλον τρόπο αγάπη, εκτός της πίστεως (72). Και, ενώ ως προς την πίστη είμαστε όλοι οι πιστοί ίσοι μεταξύ μας, επειδή μία είναι η πίστη μας, τα καλά έργα ως έργα αγάπης μας διαφοροποιούν, γιατί άλλοι είναι περισσότερο φιλόπονοι και άλλοι είναι ραθυμότεροι. Έτσι, άλλοι ζουν ορθότερα και κατορθώνουν σημαντικότερα έργα και άλλοι μικρότερης σημασίας (73).
Τί εννοούμε όμως ακριβώς, όταν μιλάμε για καλά έργα αγάπης; Ποιος είναι ο παράγοντας εκείνος, ο οποίος συγκεκριμενοποιεί και προσδιορίζει το χαρακτήρα των έργων ως καλών; Κατά τον ιδιαιτέρως τιμώμενο ιεράρχη μας, τα καλά έργα είναι εκείνα, που εμπεριέχονται στις εντολές του Θεού. Έτσι, ο χαρακτήρας των καλών έργων δεν προσδιορίζεται από τη γνώμη των ανθρώπων αλλά από το θέλημα του Θεού, από το οποίο, όταν αποκλίνουν, είναι φαυλότατα, έστω και αν κατά τη γνώμη των ανθρώπων θεωρούνται ως άριστα. Αν όμως τα έργα, που υπαγορεύονται από το θέλημα του Θεού, μας φαίνονται επαχθή, τούτο οφείλεται αποκλειστικώς στη φιλαυτία μας (75). Γι’ αυτό, όταν υπάρχει πνευματική εγρήγορση, η στενή και τεθλιμμένη οδός για την αρετή δεν είναι δύσκολη (76), και τίποτε από τα διαταχθέντα εκ μέρους του Χριστού για τους πιστούς δεν είναι αδύνατο να εκπληρωθεί. Μάλιστα, ανάλογα με την προθυμία που επιδεικνύουμε, μας παρέχεται και η ενίσχυση του Θεού για την πραγματοποίησή τους (77).
Καταρχήν, τα καλά έργα, ανθρωπολογικώς νοούμενα ως έργα αρετής, συνδέονται οργανικά με την κατ’ εικόνα Θεού δημιουργία του ανθρώπου. Είναι μέσα στις προδιαγραφές της φυσιολογίας του. Γι’ αυτό «κατά φύσιν ημίν εστιν η αρετή και παρά φύσιν η πονηρία» , κατά τον άγιό μας. Ενώ όμως η γνώση της αρετής είναι έμφυτη στον άνθρωπο, σύμφωνα και με τη ρήση του Χριστού: «όσα αν θέλητε, ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς» , η εφαρμογή της αρετής εξαρτάται άμεσα από την ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου (80).
Τέλος, στο πλαίσιο της Εκκλησίας, μετά την εκλάμπρυνση του κατ’ εικόνα στο Βάπτισμα και τον εμπλουτισμό του με τη θεία Χάρη στο Χρίσμα, η αρετή προσλαμβάνει κατά τον ιερό Χρυσόστομο και εξέχουσα πνευματική βαρύτητα, αφού ορίζεται απ’ αυτόν ως «η των αληθών δογμάτων ακρίβεια και η κατά βίον ορθότης» (81). Κατά συνέπεια, τα καλά έργα των πιστών, ως έργα αρετής και αγάπης προσλαμβάνουν έναν ιδιάζοντα χαρακτήρα, αφού προσδιορίζονται ποιοτικώς από το βαθμό της γνησιότητας και της ακρίβειας της πίστεώς τους, αλλά κατεξοχήν και επιπροσθέτως νοηματοδοτούνται από το αληθινό βίωμα της ανιδιοτελούς και άκτιστης αγάπης του Τριαδικού Θεού εντός τους. Η άκτιστη αγάπη, ως θεία και Τριαδική ενέργεια, είναι αυτή που εμπλουτίζει και διαποτίζει πλέον πνευματικώς και χαρισματικώς τα καλά έργα αγάπης των πιστών, όταν βέβαια προηγουμένως ενεργοποιηθεί η εντός τους άκτιστη θεία ενέργεια του Χρίσματος (82). Αυτή η άκτιστη αγάπη του Θεού είναι εκείνη, που, κατά τη γνώμη μας, κάνει τη διαφορά γένους να υφίσταται ανάμεσα στα καλά έργα αγάπης των πιστών και στα κατά φύση καλά έργα των εκτός της Εκκλησίας ανθρώπων. Η διαφορά αυτή είναι τόση, όση η διαφορά μεταξύ κτιστού και ακτίστου, δηλαδή όση η διαφορά του Θεού από τα δημιουργήματά του. Με άλλα λόγια η διαφορά είναι απροσμέτρητη.
Κατά συνέπεια, θα μπορούσαμε βάσιμα να υποστηρίξουμε, ότι τα καλά έργα των πιστών, ως έργα ανιδιοτελούς αγάπης, είναι έργα θεανθρώπινα. Είναι έργα που πραγματοποιεί ο Θεός δι’ ημών. Γι’ αυτό και είναι τα μόνα καλά έργα, με τα οποία μπορεί να δοξάζεται ο Θεός Πατέρας, ως αυτοδόξαστος.
1. Βλ. P.G. 63, 77.
2. P.G. 62, 610-611.
3. Βλ. P.G. 62,335.
4. Βλ. P.G. 63, 229.
5. Βλ. P.G. 51, 274-275.
6. Βλ. P.G. 62, 265-266: «Δια πίστεως η γνώσις, και πίστεως άνευ γνώναι αυτόν ουκ ένι».
7. Βλ. P.G. 62, 665: «Επίστευσαν καθάπερ οι λοιποί εκλεκτοί και επέγνωσαν την αλήθειαν».
8. ΕΠΕ 23, 128.
9. Ιω. 5, 39.
10. Βλ. ΕΠΕ 23, 129-133.
11. Βλ. P.G. 53, 339-340.
12. P.G. 63, 59.
13. Βλ. P.G. 63, 236.
14. Βλ. P.G. 63, 226.
15. Βλ. P.G. 61, 633.
16. P.G. 55, 321-322.
17. Βλ. ΕΠΕ 30, 338.
18. P.G. 62, 560.
19. Βλ. P.G. 49, 170.
20. Βλ. P.G. 47, 384-385.
21. Βλ. P.G. 58, 289. Πρβλ. P.G. 59, 77: «Μηδέ ημείς νομίζωμεν αρκείν ημίν προς σωτηρίαν την πίστιν. Αν γαρ μη βίον επιδειξώμεθα καθαρόν … ουδέν κωλύει και ημάς παθείν τα αυτά».
22. Βλ. P.G. 61, 190-191. Πρβλ. και υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην 7, 36, όπου η τήρηση των εντολών αποτελεί το λάδι της λυχνίας του θείου φωτός, που λάβαμε στο βάπτισμα. Βλ. P.G. 59, 77.
23. Βλ. P.G. 51, 250-251.
24. Βλ. P.G. 59, 50 . 176 . 352· 363.
25. Μθ. 7, 21-23, στο PG 57, 321.
26. Βλ. P.G. 59, 369: «Ουδέν γαρ όφελος βίου καθαρού, δογμάτων διεφθαρμένων. ώσπερ ουν ουδέ τουναντίον, δογμάτων υγιών, εάν ο βίος η διεφθαρμένος».
27. P.G. 48, 811.
28. Βλ. P.G. 62, 95.
29. Βλ. P.G. 53, 110-158.
30. P.G. 51,280-281.
31. P.G. 51, 276.
32. Βλ. P.G. 51, 280. Πρβ. P.G. 60, 651.
33. Βλ. P.G. 51, 280.
34. Βλ. P.G. 55, 50.
35. Βλ. P.G. 55, 50.
36. P.G. 62, 93.
37. Βλ. P.G. 51, 252.
38. Βλ. P.G. 57, 243-244.
39. Βλ. P.G. 61,78.
40. Βλ. ΕΠΕ 18, 222-224.
41. Βλ. P.G. 57, 243-244.
42. Βλ. ΕΠΕ 18, 222-224.
43. Βλ. P.G. 62, 380.
44. Βλ. P.G. 54, 483.
45. Βλ. P.G. 58, 481-482.
46. Βλ. P.G. 57, 321.
47. P.G. 63, 141-143.
48. P.G. 51, 245-246.
49. Βλ. P.G. 61, 670.
50. Ιω. 13, 35.
51. Βλ. P.G. 59, 300.
52. Βλ. P.G. 59, 393-394.
53. Βλ. P.G. 63, 35-36.
54. Βλ. P.G. 227-228.
55. Βλ. P.G. 51, 82.
56. P.G. 49, 391.
57. Βλ. P.G. 48, 795.
58 .Βλ. P.G. 48, 701-702.
59. Βλ. P.G. 61, 269.
60. P.G. 61, 275-276.
61. Βλ. P.G. 63, 35-36.
62. Βλ. P.G. 52, 675.
63. Βλ. P.G. 51, 17.
64. Βλ. P.G. 52, 698.
65. «… Ιωάννη Χρυσόστομε, παμμακάριστε όσιε, επαξίως ευφημούμεν σε, υπάρχεις γαρ Καθηγητής, ως τα θεία σαφών». Κοντάκιον, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
66. P.G. 54, 462-463.
67. P.G. 53, 46.
68. Βλ. P.G. 60, 117.
69. P.G. 59, 458.
70. Βλ. P.G. 61, 671.
71. Βλ. P.G. 62, 509.
72. Βλ. P.G. 62, 174: «Ουδέν γαρ όφελος αγάπης, πίστεως χωρίς. μάλλον δε ουδ’ αν γένοιτο αγάπη ετέρως».
73. Βλ. P.G. 61, 78-79.
74. Βλ. P.G. 48, 873.
75. Βλ. P.G. 61, 472.
76. Βλ. P.G. 57, 438. Η αρετή μας φαίνεται δύσκολη όσο καιρό βρισκόμαστε στα πάθη. Βλ. P.G. 57, 254.
77. Βλ. P.G. 50, 503.
78. P.G. 61, 186-188. Η ηδονή της αρετής είναι μόνιμη, ενώ της κακίας πρόσκαιρη. Βλ. ό.π.
79. Μθ. 7, 12.
80. Βλ. P.G. 49, 140.
81. Βλ. P.G. 52, 462-463.
82. Ο Χριστός, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, άναψε το νοητό φως. Για να μείνει όμως καιόμενο, εξαρτάται και από τη συνεργία μας. Χρειάζεται και ο ανάλογος έμπρακτος βίος. Βλ. P.G. 57. 234.
“ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ”
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ 16 – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 200
Ιερό Ησυχαστήριο Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η πρόφασις: Όχι τα λόγια αλλά τα έργα σώζουν

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαΐου, 2014

Ίσως όμως κάποιος από τους πιο ράθυμους και από αυτούς που δεν θέλουν να προσεύχωνται με θέρμη και ζήλο, θα μπορούσε να ισχυρισθή ότι ο Θεός είπε αυτά τα λόγια ,δηλαδή∙ “Δεν θα εισέλθη στη βασιλεία εκείνος που με αποκαλεί Κύριε, Κύριε, αλλά εκείνος που εφαρμόζει το θέλημα του Ουράνιου Πατέρα μου” ( Ματθ. 7,21 ), Εάν όμως εγώ έκρινα σωστό ότι για τη σωτηρία μας θα ήταν αρκετή μόνον η προσευχή, εύλογα θα μπορούσε κάποιος να χρησιμοποιήση τα παραπάνω λόγια∙ επειδή όμως πιστεύω ότι η προσευχή είναι το κεφάλαιο των αγαθών και το θεμέλιο και η ρίζα της πνευματικής ζωής, κανείς ας μη χρησιμοποιήση τα λόγια εκείνα ως πρόφασι της ραθυμίας. Διότι ούτε η σωφροσύνη μόνη της μπορεί να σώση χωρίς τις άλλες αρετές, ούτε η φροντίδα των φτωχών, ούτε η καλωσύνη μόνη της, ούτε κάτι άλλο από τα εξαίρετα , αλλά πρέπει όλα τα συνυπάρχουν στις ψυχές μας∙ η προσευχή όμως αποτελεί την ρίζα και το θεμέλιο όλων των αρετών. Και όπως ακριβώς τα κάτω μέρη του πλοίου και τα θεμέλια της οικίας πρέπει να είναι ισχυρά , για να συγκρατούν και τα υπόλοιπα , έτσι ακριβώς και οι προσευχές πρέπει να είναι ισχυρές για να συγκρατούν τη ζωή μας και χωρίς αυτές τίποτε από εκείνα που προκαλούν τη σωτηρία μας δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε.
Γι’ αυτό και συνέχεια ο Παύλος μας πιέζει και μας παρακινεί λέγοντας ∙“ Να επιμένετε στη προσευχή, να αγρυπνήτε σ’ αυτήν και να εκφράζετε συγχρόνως με αυτήν τις ευχαριστίες σας στο Θεό” ( Α΄ Θεσ. 5,17-18 ). Και αλλού πάλι λέγει∙ “Να παρακαλήτε με κάθε προσευχή και δέησι τον Κύριο να σας βοηθήση για να αξιοποιήστε αυτόν τον πνευματικό οπλισμό, προσευχόμενοι σε κάθε καιρό με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Να επιμένετε πολύ σ’ αυτό το έργο της προσευχής∙ να είσθε άγρυπνοι με κάθε προσκαρτέρησι και δέησι για όλους τους πιστούς” ( Εφ. 6,18 )  .
Με αυτόν τον τρόπο ο πρώτος των Αποστόλων μας προσκαλεί συνέχεια στις προσευχές με πολλές θεϊκές φωνές.
Αφού διδαχθήκαμε λοιπόν αυτά από εκείνον, πρέπει συνέχεια να βαδίζουμε τον δρόμο της ζωής μας με προσευχή και συνέχεια με αυτήν να δροσίζουμε την σκέψι μας. Διότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη από την προσευχή πολύ περισσότερο από ό,τι έχουν ανάγκη τα δένδρα από το νερό. Διότι ούτε εκείνα μπορούν να καρποφορήσουν , αν δεν πιουν νερό με τις ρίζες τους, ούτε εμείς θα μπορέσουμε να προκόψουμε στην ευσέβεια, αν δεν ποτιζώμαστε συνέχεια με τις προσευχές. Γι’ αυτό πρέπει και όταν σηκωνώμαστε από το κρεβάτι, πριν ανατείλη ο ήλιος, να έχουμε προσευχηθή στο Θεό, και όταν πρόκηται να κοιμηθούμε∙ μάλλον κάθε ώρα πρέπει να κάμνουμε μία προσευχή στο Θεό, μοιράζοντας την προσευχή με το χρόνο της ημέρας∙ και κατά τη διάρκεια του χειμώνα το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας να το αφιερώνουμε στην προσευχή και να λυγίζουμε τα γόνατα, προσηλωμένοι στην δέησι με πολύ φόβο και με την λατρεία του Θεού να θεωρούμε τους εαυτούς μας ευτυχισμένους.
Πες μου, πώς θα δης τον ήλιο, όταν δεν προσευχηθής σ’ Αυτόν που στέλνει στα μάτια σου το γλυκύτατο φως; Πώς θα απολαύσης το φαγητό στο τραπέζι, όταν δεν προσκυνής Αυτόν που έδωσε και χορήγησε τόσα αγαθά; Με ποιες ελπίδες θα περάσης την περίοδο της νύχτας; Ποια όνειρα περιμένεις να συναντήσης την νύκτα, αν δεν οχυρώσης τον εαυτό σου με τις προσευχές, αλλά έρχεσαι στον ύπνο αφύλακτος; Θα είσαι ασήμαντος και θα κυριεύεσαι εύκολα από τους πονηρούς δαίμονες , που συνέχεια μας περιτριγυρίζουν παρατηρώντας ποιον από μας θα μπορέσουν να βρουν γυμνό από την προσευχή και να τον αρπάξουν αμέσως. Και αν μας δουν να είμαστε περιφραγμένοι και προφυλαγμένοι με τις προσευχές ,απομακρύνονται αμέσως.  όπως απομακρύνονται οι ληστές και οι κακούργοι όταν βλέπουν κρεμασμένο το ξίφος μπροστά από το πρόσωπο του στρατιώτη.
Αν λοιπόν κάποιος συμβή να είναι γυμνός από την προσευχή, αυτός γίνεται ανάρπαστος από τους δαίμονες και ωθείται στις αμαρτίες , στις συμφορές, στις δυστυχίες.
Όλα αυτά λοιπόν πρέπει να μας φοβίζουν και να μας κάνουν πάντοτε να οχυρώνουμε τους εαυτούς μας με τις προσευχές και με τους ύμνους, για να μας ελεήση όλους ο Θεός και να μας κάνη άξιους της βασιλείας των ουρανών…
( Περί προσευχής Α’ , ΕΠΕ 31, 180-196. PG 50.775-780 )
Από το βιβλίο: «ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Χρυσοστομικός Άμβων Ε΄
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ Τα νεύρα της ψυχής» Έκδοσις Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου Νέα Σκήτη Αγ. Όρους

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαΐου, 2014

(Μνήμη τῆς γ´ εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς
τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου)
 “῎Εχομεν δέ τόν θησαυρόν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν
 (Β´Κορ. 4,7)
α. Τή διπλή αἴσθηση τῆς ζωῆς τοῦ ἀποστόλου τονίζει ὁ ἅγιος  Παῦλος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, ἐξ ἀφορμῆς τῆς μνήμης τῆς τρίτης εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου.  ᾽Από τή μία ὁ θησαυρός τόν ὁποῖο ζεῖ στήν ὕπαρξή του: τήν ἴδια τήν ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ μέσα στήν καρδιά του, ἀπό τήν ἄλλη ἡ ἐπίγνωση τῆς μικρότητος καί τῆς ἀδυναμίας του –  σάν τό πήλινο δοχεῖο πού εἶναι ἕτοιμο νά θρυμματιστεῖ.  ᾽Αλλά ἀκριβῶς αὐτό τοῦ συνειδητοποιεῖ ὅτι ἐκεῖνο πού τόν διακρατεῖ  εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν κάνει νά ὑπερβαίνει ὅλες τίς δυσχέρειες καί τίς παγίδες  τοῦ κόσμου τούτου, ὥστε στήν ὅποια πίεση πού δέχεται νά μήν καταβάλλεται, στό κάθε ἀδιέξοδο νά μήν ἀπελπίζεται, στήν πτώση νά μή χάνει τελικῶς τόν ἀγώνα. Νιώθει ἔτσι ὅτι μέ τίς δοκιμασίες μετέχει στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, ὁπότε καί ἡ προσμονή εἶναι γλυκειά: ἡ μετοχή στήν ᾽Ανάστασή Του. Μέ ἄλλα λόγια νιώθει ὅτι φανερώνεται ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τόν ἴδιο, ἐπιβεβαιώνοντας τόν ἄλλο λόγο του:  ῾ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽. ῾Ο ἀπόστολος ῾φωτογραφίζει᾽ ἔτσι καί τή ζωή κάθε χριστιανοῦ. ῾Ο κάθε χριστιανός (πρέπει νά) ζεῖ μέ αὐτήν τή διπλή αἴσθηση: καί τοῦ μεγαλείου του καί τῆς μικρότητός του.
β. 1. Καί ἡ αἴσθηση μέν τῆς μικρότητος λόγω τοῦ ῾ὀστρακίνου σκεύους᾽ του εἶναι δεδομένη. Ποιός σώφρων ἄνθρωπος μέ ἐπίγνωση τῆς πραγματικότητος μπορεῖ νά καυχηθεῖ γιά τίς σωματικές ἤ καί τίς ψυχικές του δυνάμεις; ᾽Εκεῖ πού κάποιος χαίρεται γιά τή σωματική του ὑγεία καί ἀρτιότητα ἔρχεται ἕνας ἰός, ἕνα μικρόβιο, μία ἀσθένεια, ἕνα ἀτύχημα καί τά χάνει ὅλα. ᾽Εκεῖ πού κάποιος μπορεῖ νά καυχᾶται γιά τήν πνευματική του δύναμη, τήν εὐφυΐα καί τήν ὀξύνοιά του, ἔρχεται μία σταγόνα αἵματος, ἕνα ἐγκεφαλικό καί ὅλα καταρρίπτονται. Μόνον ἕνας ἄφρων καί ὑπερφίαλος ἀλαζών θά μποροῦσε νά καυχηθεῖ γιά τό πήλινο τῆς ὕπαρξής του, τῆς σωματικῆς καί τῆς ψυχικῆς, ἀναβιβάζοντας τόν ἑαυτό του στόν θρόνο τοῦ κενοῦ: τό ἴδιο τό ἐγώ του. Καί ἰδιαιτέρως στήν ἐποχή μας ἡ ἐπιστήμη μέ τίς συνεχεῖς προόδους της ἔχει γίνει ἀρκετά ταπεινή: συνεχῶς συνειδητοποιεῖ τά πεπερασμένα ὅρια τοῦ ἀνθρώπου, τό πόσο πράγματι μικρός καί ἀδύναμος στέκει αὐτός μέσα στόν κόσμο πού τόν περιβάλλει. ῎Αλλωστε ἡ φθορά καί ὁ θάνατος πού καραδοκεῖ πάντοτε στό τέλος, ἀποτελεῖ μία μόνιμη πρόκληση συναίσθησης τῆς μικρότητος καί τῆς ἀδυναμίας του.
2. Αὐτό ὅμως εἶναι ἡ μία ὄψη τῆς πραγματικότητος. Διότι ὁ πεπερασμένος καί μικρός ἄνθρωπος ταυτοχρόνως συνιστᾶ καί ἕνα μεγαλεῖο. ῎Οχι γιά ὅ,τι ὁ ἴδιος ἔχει ἀλλά γιά ὅ,τι ὁ Θεός ἐν Χριστῷ τοῦ χάρισε καί τοῦ χαρίζει. Κι ἐδῶ ἔρχεται ἡ μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου: ὁ κάθε ἄνθρωπος δυνάμει ἀλλά ὁ χριστιανός ἐνεργείᾳ, λόγω τῆς κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ πλάσεώς Του, μέσα στήν ταπεινότητά του καί τήν ἀδυναμία του ἔχει τόν μέγιστο θησαυρό: νά μπορεῖ νά φέρει τόν ἴδιο τόν Θεό, νά ζεῖ καλύτερα ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέσα του. ῾῾Ο Θεός ὁ εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὅς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. ῾Ο Θεός, δηλαδή, πού εἶπε: ῾Μέσα ἀπό τό σκοτάδι νά λάμψει τό φῶς᾽, Αὐτός ἔλαμψε μέσα στίς καρδιές μας καί μᾶς φώτισε νά γνωρίσουμε τή δόξα Του στό πρόσωπο τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῎Ετσι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ ἀφενός ἀποκαλυπτική ἐνέργεια τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ – ᾽Εκεῖνος ἔχει πάντοτε τήν πρωτοβουλία – ἀφετέρου γεγονός ἐσωτερικό καί μυστικό: τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τό σημαντικότερο ὅμως σχετίζεται μέ τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. 
3. (α) Κι ὅταν λέει καρδιά βεβαίως ὁ ἀπόστολος, ὅπως καί ὅλη ἡ ἁγία Γραφή, δέν ἐννοεῖ τό σάρκινο ὄργανο ἁπλῶς τοῦ σώματός μας, ἀλλά αὐτό πού συνιστᾶ τό κέντρο καί τό βάθος τῆς ὕπαρξής μας, ῾τόν κρυπτόν τῆς καρδίας ἄνθρωπον᾽ κατά τόν ἀπόστολο, πού σημαίνει ὅτι ὁ Θεός δέν ἀποδεικνύεται κατά ἐξωτερικό καί μαθηματικό τρόπο σάν νά εἶναι ἕνα ἀντικείμενο τοῦ κόσμου τούτου – ὅποιοι ἐπεχείρησαν νά ῾ἀποδείξουν᾽ τόν Θεό ἔτσι ἐκτός ἀπό τήν ἀποτυχία τους ῾στέγνωσαν᾽ καί τήν ὅποια ζωντάνια τῆς πίστης τους – ἀλλά βιώνεται ἐμπειρικά ἐκεῖ πού λειτουργεῖ ὁ ἀληθινός ἑαυτός μας, δηλαδή μέσα μας. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος ἄλλωστε τό εἶχε ἐπισημάνει: ῾῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔρχεται μετά παρατηρήσεως. Οὐκ ἔστιν ὧδε ἤ ὧδε. ᾽Ιδού ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν᾽. (Γι᾽ αὐτό καί παρενθετικά νά ποῦμε ὅτι ἀκριβῶς γι᾽ αὐτόν τόν λόγο ἡ ᾽Ορθοδοξία πού κράτησε πάντοτε τή μυστική αὐτή διάσταση τῆς βίωσης τῆς πίστης ἀποτελεῖ καί θά ἀποτελεῖ πάντοτε τήν ἐλπίδα γιά τήν ἀληθινή χριστιανική ζωή).
(β) ῾Ο παραπάνω λόγος ἐξηγεῖ καί τήν ἔννοια τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ πού λέει ὁ ἀπόστολος.  Δέν πρόκειται γιά μία γνώση ἐγκεφαλικοῦ τύπου, ἀλλά γιά τή γνώση ἐκείνη πού κηρύσσουν οἱ προφῆτες ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη καί ἐννοεῖ καί ἡ Καινή. ῾Η γνώση δηλαδή πού ἔρχεται ὡς καρπός ἐμπειρίας τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς ἡ γνώση πού προϋποθέτει τή μετοχή στή ζωή ᾽Εκείνου. Τότε μέ ἄλλα λόγια γνωρίζω τόν Θεό, κατά τή χριστιανική πίστη, ὅταν ζῶ μέσα στήν ἐνέργεια τῆς χάρης Του. ῾Γνῶσίς ἐστι μετουσία᾽ θά σημειώσει ὁ Πατήρ Πατέρων ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. ῞Οπως γνωρίζω τόν ἥλιο γιατί βρίσκομαι μέσα στίς ἐνέργειες τῶν ἀκτίνων του, κατά τόν ἴδιο τρόπο γνωρίζω τόν Θεό γιατί βρίσκομαι μέσα στό φῶς Του. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὁ ἀπόστολος μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Θεός μᾶς φώτισε ὥστε νά ἔχουμε ἐμπειρία τῆς δόξας Του, δηλαδή τῆς χάρης καί τῆς παρουσίας Του μέσα στήν καρδιά μας.
(γ) ῾Η ἐμπειρία αὐτή τοῦ Θεοῦ ὅμως σχετίζεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ. ῾Μᾶς φώτισε, λέει, νά γνωρίσουμε τή δόξα Του ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. Μέ ἄλλα λόγια γνωρίζει κανείς τόν Θεό, μετέχει σ᾽ Αὐτόν στόν βαθμό πού τοποθετεῖται ἔναντι τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Δέν ὑπάρχει ἔτσι γνώση Θεοῦ ἔξω ἀπό τόν Χριστό. ᾽Εκεῖνος πού θά μιλήσει γιά τόν Θεό παραθεωρώντας τόν Χριστό θά μιλήσει γιά κάτι ἄλλο πού δέν εἶναι Θεός. Σάν τούς εἰδωλολάτρες πού πίστευαν σέ θεούς, κατασκευάσματα ὅμως τοῦ μυαλοῦ τους, εἴδωλα. Στήν ἐρώτηση τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου στόν Κύριο ᾽Εκεῖνος νά τούς δείξει τόν Θεό Πατέρα, ὁ Χριστός μας ἀπάντησε: ῾Τοσοῦτον χρόνον μεθ᾽ ὑμῶν εἰμι, Φίλιππε, καί οὐκ ἔγνωκάς με; Ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε τόν Πατέρα᾽. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Χριστός παραμένει πάντοτε ῾ἡ θύρα᾽ διά τῆς ὁποίας ὁδηγεῖται ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό καί βρίσκει τή σωτηρία του. ῾Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία᾽.
Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι αὐτός ὁ φωτισμός πού μᾶς γνωρίζει τόν Θεό στήν καρδιά μας ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτισμός τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τό ῞Αγιον Πνεῦμα εἶναι τό πρόσωπο πού ἀποκαλύπτει μέσα μας τόν ᾽Ιησοῦ ὡς Κύριο καί Θεό. Χωρίς τόν φωτισμό αὐτό ὁ Χριστός θά γίνεται ἀποδεκτός ὡς ἄνθρωπος σπουδαῖος ἴσως, ὡς φιλόσοφος, ὡς θρησκευτικός ἀρχηγός, ὄχι ὅμως καί ὡς τέλειος Θεός. Τό εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στόν ἀπόστολο Πέτρο ὅταν αὐτός εἶχε ὁμολογήσει τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ – ῾σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι᾽ – τό ἀποκαλύπτει καί ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅταν λέει ῾oὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽.
᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἔχουμε μία ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιά νά γνωρίζουμε τόν ἀληθινό Θεό: τό ῞Αγιον Πνεῦμα φωτίζει τίς καρδιές μας γιά νά γνωρίζουμε τόν Χριστό, ὁ ῾Οποῖος ὡς θύρα μᾶς ὁδηγεῖ στόν  Θεό Πατέρα. ῞Οτι ἐδῶ προϋποτίθεται ἡ ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία, ὅπου διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος λαμβάνει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά γίνει μέλος Χριστοῦ καί νά ἀρχίσει διά τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν ᾽Εκείνου νά ζεῖ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι περιττό καί νά ποῦμε.
γ. ῾Ο λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἔρχεται μέ δυνατό τρόπο νά ἀφυπνίσει τίς συνειδήσεις μας ὡς χριστιανῶν: καλούμαστε μέσα στή δεδομένη ἀδυναμία μας ὡς πλάσματα φθαρτά νά ἐπικεντρώνουμε ὄχι σ᾽ αὐτήν, ἀλλά στόν θησαυρό πού μᾶς ἔχει δοθεῖ. Συνιστᾶ τελικῶς ἀθεΐα τό γεγονός νά ἀποδεικνυόμαστε τυφλοί στήν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας δωρεά – νά εἴμαστε μέλη Χριστοῦ – καί ὁλόφθαλμοι μόνο στίς ἀδυναμίες καί στά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου. ῎Αν τόσα προβλήματα παρουσιάζει καί ἡ δική μας ζωή, ἄν τό ἄγχος καί ὁ πόνος μᾶς καταβάλλουν, ὥστε νά ὁδηγούμαστε συχνά στήν ἀπελπισία καί στήν ἀπόγνωση – ὁρισμένοι ἀδελφοί ὁδηγοῦνται καί στήν αὐτοκτονία – εἶναι μᾶλλον γιατί ὁ διάβολος, ῾ὁ θεός τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τά νοήματα᾽ ὄχι μόνο τῶν ἀπίστων ἀλλά καί ἡμῶν τῶν θεωρουμένων χριστιανῶν. Καί τά ἀποτελέσματα εἶναι πιά ὁρατά: εἴτε ῾χριστιανοί᾽ νά ὑβρίζουν τόν Χριστό καί νά Τόν διακωμωδοῦν, ἀγνοώντας ὅτι ἔτσι ἐμπαίζουν καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό τους, εἴτε οἱ περισσότεροί μας νά Τόν ὑβρίζουμε καί νά Τόν διακωμωδοῦμε ἔμπρακτα, γιατί καταργοῦμε αὐτό γιά τό ὁποῖο ἦλθε καί ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση νά εἴμαστε μαζί Του: τήν ἀγάπη.
  παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαΐου, 2014

Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ (᾽Ιωάν. 9, 12)
Μπροστά στό μεγάλο θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ ἀπό τόν ᾽Ιησοῦ οἱ ᾽Ιουδαῖοι τά χάνουν καί ἀναζητοῦν τόν αἴτιο: ῾Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ Κι ὁ πρώην τυφλός πού δέχεται τήν ἐρώτηση, δέν μπορεῖ νά δώσει ἀπάντηση, πέρα ἀπό τό ὄνομα τοῦ ᾽Ιησοῦ καί τό γεγονός τῆς θεραπείας του. Διότι ὁ Κύριος, τόν ῾Οποῖο ὁ τυφλός ἀγνοεῖ, τόν ἔστειλε πρός νίψη στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, ὁπότε ἐκεῖνος πιστεύοντας στόν λόγο καί ἀνταποκρινόμενος ὄντως θεραπεύεται. ᾽Αναζητοῦν λοιπόν οἱ ᾽Ιουδαῖοι τόν Χριστό.
᾽Αλλ᾽ ἡ ἀναζήτηση τοῦ ᾽Ιησοῦ εἶναι φαινόμενο πού ἐπισημαίνουμε σέ πολλά ἐπίπεδα μέσα στό Εὐαγγέλιο:
– ἀναζητεῖ τόν ᾽Ιησοῦ ὡς νήπιο ὁ ῾Ηρώδης, γιατί Τόν βλέπει ὡς ἀπειλή, ἀφοῦ εἶναι κατά τούς μάγους ῾ὁ τεχθείς βασιλεύς τῶν ᾽Ιουδαίων᾽,
 – ἀναζητοῦν τόν ᾽Ιησοῦ πολλές φορές οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ θρησκευτικοί ἄρχοντες τοῦ ᾽Ισραήλ, γιατί εἶναι ῾ἐπικίνδυνος᾽, ἀφοῦ καταλύει τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου καί καταργεῖ τίς παραδόσεις τους,
– ἀναζητεῖ ὁ ἁπλός λαός τόν ᾽Ιησοῦ, γιατί τούς ἔδωσε νά φάει,
 – ἀναζητεῖ τόν ᾽Ιησοῦ ὁ ῾Ηρώδης ᾽Αντίπας, γιατί θέλει νά ῾διασκεδάσει᾽, ἀφοῦ ἔχει ἀκούσει γιά τήν ἱκανότητά Του νά κάνει θαύματα.
 ᾽Αλλά καί: – ἀναζητοῦν οἱ μαθητές τοῦ ᾽Ιωάννη Προδρόμου τόν ᾽Ιησοῦ, γιατί Αὐτόν ὑποδείκνυε ὡς Μεσσία ὁ δάσκαλός τους,
– ἔρχεται πρός ἀναζήτησή Του ὁ Ναθαναήλ πού ἄκουσε θαυμαστά γι᾽ Αὐτόν ἀπό τόν φίλο του Φίλιππο,
– ἔρχονται πρός ἀναζήτησή Του οἱ Σαμαρεῖτες, γιατί προκλήθηκαν ἀπό τή μαρτυρία τῆς συμπατριώτισσάς τους, πού εἶπε ὅτι ὁ ᾽Ιησοῦς τῆς ἀπεκάλυψε ὅλη της τή ζωή.
 Κι ὄχι μόνο τότε στά χρόνια τοῦ ᾽Ιησοῦ. Σέ κάθε ἐποχή, κι ὅσο θά ὑπάρχει κόσμος, θά ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἀναζητοῦν τόν ᾽Ιησοῦ. Δέν θά Τόν ἀναζητοῦν ὅμως ὅλοι γιά τούς ἴδιους λόγους καί γιά τόν ἴδιο σκοπό. ῞Οπως τότε, ἔτσι καί πάντα: ἄλλος ἀναζητεῖ τόν Χριστό κινούμενος ἀπό μίσος καί ἔχθρα πρός Αὐτόν, ἄλλος ἀπό περιέργεια, ἄλλος ἀπό γνήσια ἀναζήτηση τῆς καρδιᾶς του, ψάχνοντας ῾τό ὕδωρ τό ζῶν᾽ κι ἄλλος ἀπό ἀγάπη πρός Αὐτόν, βλέποντας ὅτι ἡ φλόγα πού ἔχει ἀναφθεῖ μέσα του γιά τόν Χριστό διαρκῶς καί φουντώνει.
 ῎Ετσι τό ῾ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ ἀποτελεῖ αἴτημα καί τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν τοῦ Χριστοῦ, πού ἐπιβεβαιώνει τήν εὐαγγελική καί διαχρονική ἀλήθεια ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ἀδιάφορος μπροστά Του. Πάντοτε δηλαδή μπροστά στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὑποχρεωμένος κάποιος νά πάρει μιά ἀπόφαση εἴτε θετική εἴτε ἀρνητική. ῞Οπως ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος τό ἔχει ἀποκαλύψει: ῾ὁ μή ὤν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι καί ὁ μή συνάγων μετ᾽ ἐμοῦ σκορπίζει᾽. Κι ἄν ἤθελε κανείς νά κρίνει τήν ποικιλία τῶν ἀρνητῶν τοῦ Χριστοῦ, εἴτε δηλαδή τῶν καθαρά ἐχθρῶν καί πολεμίων Του εἴτε τῶν ἀδιάφορων ἀπέναντί Του, θά ἔλεγε ὅτι οἱ ἀδιάφοροι εἶναι καί οἱ χειρότεροι ἐχθροί Του, γιατί σ᾽ αὐτούς πού φανερά Τόν ἐχθρεύονται καί Τόν πολεμοῦν ὑπάρχει ἐλπίδα ἀκόμη καί σύντομης μεταστροφῆς τους – ἀσχολοῦνται μέ ᾽Εκεῖνον ἔστω καί ἀρνητικά – ἐνῶ στούς ἀδιάφορους πού μπορεῖ νά μήν ἀρνοῦνται κἄν τόν Χριστό, δέν ὑπάρχει προβληματισμός καί ἐνδιαφέρον. ῾῎Οφειλες νά εἶσαι ἤ ψυχρός ἤ θερμός. ᾽Επειδή ὅμως εἶσαι χλιαρός (καί στούς χλιαρούς βεβαίως ἀνήκουν καί οἱ ἀδιάφοροι μέ τήν πίστη) θά σέ ἐμέσω ἀπό τό στόμα μου᾽ (᾽Αποκ. ᾽Ιωάννη).
 ῾Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ Στήν ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ καί μάλιστα ὡς Σωτήρα τῆς ζωῆς μας δέν ὑπάρχει ἕνας δρόμος. Κι ἀπό τήν ἄλλη κανείς δέν μπορεῖ νά ἐξασφαλίσει τή συγκεκριμένη ἀπάντησή Του. ᾽Εμεῖς (πρέπει νά) Τόν ἀναζητοῦμε κι ᾽Εκεῖνος θά κρίνει τό ποῦ καί τό πῶς τῆς ἐμφάνισής Του. Αὐτό πού γνωρίζουμε εἶναι ὅτι ἡ ἐμφάνισή Του αὐτή ἔχει πάντα τό στοιχεῖο τῆς ἔκπληξης:
῎Ερχεται ἐκεῖ πού δέν τό περιμένεις καί πού ῾φαίνεται᾽ ὅτι δέν συντρέχουν οἱ συνθῆκες τῆς παρουσίας Του.
῎Ερχεται ῾κεκλεισμένων τῶν θυρῶν᾽ ἤ ἐκεῖ πού παλεύεις μέ τά κύματα τῆς ζωῆς, ἕτοιμος νά καταποντιστεῖς – κι ᾽Εκεῖνος εἶναι πάνω στά κύματα δίπλα σου.
Πλησιάζεις κάποιον πού πιστεύεις ὅτι μπορεῖ νά σέ βοηθήσει γιά νά Τόν βρεῖς καί ἀκοῦς ᾽Εκεῖνον νά σέ προσφωνεῖ μέ τ᾽ ὄνομά σου.
Συνοδοιπορεῖς μέ ἄγνωστο καί σοῦ ῾βγαίνει᾽ ὁ ῎Ιδιος ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽.
῎Ερχεται κυρίως στήν ῾κλᾶσιν τοῦ ἄρτου᾽, στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καί μόλις Τόν αἰσθανθεῖς καί πᾶς νά Τόν ῾πιάσεις᾽, ῾ἄφαντος γίνεται ἀπό Σοῦ᾽.
Μά ἐκεῖ πού μᾶς εἶπε ὅτι θά Τόν βρίσκουμε πάντα στήν ὅποια ἀναζήτησή μας εἶναι στό πρόσωπο τοῦ κάθε ἀδελφοῦ, καί μάλιστα τοῦ ἐλαχίστου. ῾᾽Εφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε᾽!
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΝΑΔΩΝ (23 ΜΑΪΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαΐου, 2014

Αυτός ο αγγελώνυμος Μιχαήλ, αφού καθάρισε με τέλειο βίο τον εαυτό του κι αφιερώθηκε ήδη από τις μητρικές αγκάλες στον Θεό, έγινε ιερέας του Θεού του Υψίστου. Με τη δύναμη Αυτού κατάσβεσε όλη την ανοησία των θεομάχων, φιμώνοντας τα άθεα στόματα των αιρετικών, που τολμούσαν να μιλήσουν κατά του εξεικονισμού του Χριστού. Επειδή δε δεν υπέφερε το δυσώνυμο θηρίο τον θείο λόγο της γλώσσας του (διότι δεν φοβήθηκε ούτε τρόμαξε από τις απειλές του, αλλά με ελεύθερη φωνή φώναξε δυνατά ῾Την μεν άχραντη και θεία εικόνα του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και της αγίας Του μητέρας σέβομαι και προσκυνώ, ενώ το δικό σου δόγμα το καταφτύνω και δεν το λογαριάζω καθόλου᾽), επειδή λοιπόν με όλα αυτά ντροπιάστηκε ο τύραννος και ξεχείλισε από θυμό, γι᾽ αυτό τον καταδικάζει σε μακρινή εξορία. Αυτός δε τηρώντας καθαρό και ακηλίδωτο το κατ᾽ εικόνα, και ενώ διωκόταν από τόπο σε τόπο, έφτασε στο ευρύχωρο πλάτος του παραδείσου. Και έτσι ολοκλήρωσε τον καλό δρόμο και κοσμήθηκε από διπλά στεφάνια: προστέθηκε στους αρχιερείς ως αρχιερέας και στους μάρτυρες ως μάρτυρας”.

Σε δύο σημεία κυρίως επικεντρώνει ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος από τον βίο του οσίου Μιχαήλ: στον αγώνα του κατά των εικονομάχων και στην ασκητική βιοτή του, διά της οποίας καθάρισε την εικόνα του Θεού μέσα του και γεύτηκε τις λαμπηδόνες του αγίου Πνεύματος. Απαρχής ήδη της ακολουθίας που συνέγραψε γι᾽ αυτόν τονίζει: ῾Προσκυνούσες πάντοτε με τιμητικό τρόπο το ιερό εικόνισμα του Θεού και της Θεομήτορος, Μιχαήλ πανίερε, και διάλυσες τη βλάσφημη ανοησία των αιρετικών, κατατροπώνοντάς τους με τους λόγους και τα παθήματά σου᾽(῾Ιερόν εικόνισμα Θεού και της Θεομήτορος τιμητικώς προσκυνών διετέλεσας, Μιχαήλ πανίερε, και την βλάσφημον γλωσσαλγίαν διέλυσας των αιρετιζόντων, λόγοις και παθήμασι τροπούμενος᾽) (ωδή α´). ῾Έγινες, μακάριε, κατοικητήριο θείων χαρισμάτων, και προφανώς τα μετέδωσες σε όλους με πιστότητα, Μιχαήλ πανεύφημε, αφού απέκτησες θεομίμητο τρόπο ζωής και περιβλήθηκες τη δικαιοσύνη ως ιμάτιο᾽(῾Χαρισμάτων θείων γεγονώς, μάκαρ, ενδιαίτημα, πάσι πιστώς προφανώς μεταδέδωκας, Μιχαήλ πανεύφημε, θεομίμητον πολιτείαν κτησάμενος και δικαιοσύνην περιβεβλημένος ως ιμάτιον᾽) (ωδή α´).

Τα παραπάνω σημεία ο υμνογράφος τα αναπτύσσει εκτενέστερα. Ο άγιος Μιχαήλ αποτελεί διδάσκαλο των θείων δογμάτων (βλ. ωδή α´), και μάλιστα της ενανθρώπησης του Θεού, η οποία αποτελεί και το θεμέλιο της δυνατότητας εξεικονισμού Του. Αν ο Θεός μπορεί να εξεικονιστεί, είναι διότι έγινε αληθινός άνθρωπος και την ανθρώπινη φύση Του περιγράφει η εικόνα. ῾Η γλώσσα σου αναδείχθηκε κάλαμος του αγίου Πνεύματος, Μιχαήλ πανένδοξε, αφού μελέτησε στις Γραφές την ένσαρκη οικονομία του παντοκράτορα Λόγου᾽(῾Η γλώσσα σου ανεδείχθη του Πνεύματος κάλαμος, Μιχαήλ πανένδοξε, οικονομίαν την ένσαρκον Γραφαίς μελετήσασα του παντοκράτορος Λόγου᾽) (ωδή δ´). Εκεί, στις θεόπνευστες Γραφές, είδε μάλιστα ότι ο σεβασμός στην εικόνα δεν είναι για την ίδια την εικόνα ως ύλη και χρώμα, αλλά για το εικονιζόμενο πρόσωπο. Όπως από παλιά ήδη ο Μέγας Βασίλειος είχε επισημάνει: ῾Η τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει᾽. ῾Γνώρισες ότι η τιμή της εικόνας διαβαίνει στο πρωτότυπο, ιεροφάντορα Πατέρα Μιχαήλ, και ακολουθώντας τις θεόπνευστες Γραφές δίδαξες τους πάντες να σέβονται την εικόνα του Χριστού και των Αγίων᾽(῾Εις το πρωτότυπον ειδώς της εικόνος την τιμήν, ιεροφάντορ, διαβαίνουσαν, Πάτερ, ταις θεοπνεύστοις Γραφαίς συνάδων, τους πάντας εδίδαξας σέβειν την εικόνα Χριστού και των Αγίων᾽) (ωδή η´). Η πίστη του αγίου για τη διδασκαλία αυτή της Εκκλησίας περί των εικόνων – διδασκαλία στην πραγματικότητα για την αλήθεια περί του ίδιου του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου – ήταν τόσο απόλυτη και στέρεα, ώστε υπέμεινε διωγμούς και εξορίες τέτοιες που θυσίασε και την ίδια τη ζωή του. ῾Υπέμεινες πικρές εξορίες, σοφέ, και έφτασες τελικά στο ευρυχωρότατο πλάτος του παραδείσου, ευρισκόμενος με τον χορό των μαρτύρων, θεόφρον πανόλβιε᾽(῾Υπομείνας πικράς εξορίας, σοφέ, εις ευρυχωρότατον πλάτος κατήντησας του Παραδείσου, Μάρτυσι συγχορεύων, θεόφρον πανόλβιε᾽) (ωδή ς´).

Ο υμνογράφος βεβαίως επιμένει και στο δεύτερο σημείο. Ο άγιος Μιχαήλ αν είχε τόσο φωτισμό και έγινε τόσο δυνατός κήρυκας της αλήθειας, ήταν διότι την ψυχή του την είχε καθαρίσει με τον νόμιμο αγώνα κατά των παθών του. Καθαρή η καρδιά του φωτιζόταν από το Πνεύμα του Θεού και έτσι γινόταν ο οδοδείκτης των πιστών, πολύ περισσότερο μάλιστα που κατείχε την υψηλή και υπεύθυνη θέση του επισκόπου. ῾Υπέταξες τα πάθη σου με την εγκράτεια, φώτισες τον νου σου με τη θεωρία, έγινες πρακτικότατος οδηγός᾽(῾Υπέταξας τα πάθη δι᾽ εγκρατείας, εφώτισας τον νουν σου τη θεωρία, εγένου πρακτικώτατος᾽) (ωδή γ´). Κι αυτόν τον αγώνα τον εσωτερικό τον ξεκίνησε ήδη από την αγκαλιά της μητέρας του. ῾Από την αγκαλιά της μάνας σου αφιερώθηκες στον Λόγο, ιεροφάντορα. Διότι καθώς αναδείχτηκες θείο αφιέρωμα και ασχολήθηκες επιμελώς με την πρακτική θεωρία και έδρεψες τον καρπό της σοφίας, έγινες πράγματι άξιος ποιμένας᾽(῾Εξ αγκαλών ανετέθης τω Λόγω, ιεροφάντορ. Θείον γαρ ανάθημα δεδειγμένος, ενδιαπρέψας πρακτική θεωρία και σοφίας καρπόν δρεψάμενος, γέγονας ποιμήν αληθώς αξιόληπτος᾽) (ωδή ε´). Από την άποψη αυτή ο άγιος Μιχαήλ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ακολουθεί με συνέπεια τα ίχνη του Κυρίου Ιησού Χριστού. Επειδή πίστεψε στον Χριστό, έγινε μαθητής Αυτού κι επιβεβαίωσε τη μαθητεία αυτή με τα παθήματα της ζωής του. ῾Χρημάτισες μαθητής του Χριστού του Θεού και ζήλεψες τα παθήματά Του, μακάριε, κινδυνεύοντας βεβαίως πάρα πολύ για την Εκκλησία Του, θεόπνευστε᾽(῾Μαθητής χρηματίσας Χριστού του Θεού, τούτου τα παθήματα, μάκαρ, εζήλωσας, προκινδυνεύων άριστα της αυτού Εκκλησίας, θεόπνευστε᾽) (ωδή ς´).

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οσμή ευωδίας (αγίου Γρηγορίου Νύσσης).

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2014

Ο απόστολος Παύλος γράφει στην «προς Εβραίους» επιστολή του ότι ο Νόμος της Παλαιάς Διαθήκης ήταν τύπος και σκιά και όχι η εικόνα των πραγμάτων. «Διότι ο Νόμος έχων σκιάν των μελλόντων αγαθών, ουχί αυτήν την εικόνα των πραγμάτων [..]» (Εβραίους, 10:1). Τα μέλλοντα αγαθά, είναι τα αγαθά που φανέρωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στην εποχή μετά τον Νόμο. Μία τέτοια σκιά, ήταν και τα αρώματα που πρόσταζε ο Νόμος. Ο ίδιος απόστολος, αναφέρει ότι οι αληθινοί Χριστιανοί είναι «Χριστού ευωδία προς τον Θεό» (Β’ Κορινθίους, 2:15). Η ευωδία αυτή είναι το αποτέλεσμα της σχέσης του πιστού με τον Χριστό δια της Εκκλησίας. Άλλωστε στο κέντρο της ζωής του Χριστιανού, δεν είναι κάποιος άνθρωπος έστω και ενάρετος, αλλά ο θεάνθρωπος Χριστός. Ακολουθεί σχετικό απόσπασμα από σχόλια του αγίου Γρηγορίου Νύσσης στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης «Άσμα των Ασμάτων», που περιλαμβάνει ο πατέρας Π. Μπρούσαλης στην «Μυστική Θεολογία».   

«Όταν, λοιπόν, ακούμε ότι το μύρο της νύμφης είναι άξιο μεγαλύτερης αναγνωρίσεως από όλα τα άλλα αρώματα, δια του λόγου διδασκόμαστε τούτο· ότι δηλαδή το μυστήριο της αλήθειας, που προσφέρεται με το ευαγγελικό κήρυγμα, είναι το μόνο ευωδιαστό για τον Θεό και προτιμάται από όλα τα αρώματα του Νόμου, επειδή αφ’ ενός μεν δεν καλύπτεται από κανέναν τύπο και καμία σκιά, αφ’ ετέρου δε γιατί με τη φανέρωση της αλήθειας είναι ευώδες. Γιατί αν οσφράνθηκε  ο Κύριος κάποιο από τα προηγούμενα αρώματα, καθένα από αυτά κρίθηκε άξιο αποδοχής, για τη μυρωδιά της ευωδίας, σύμφωνα με τον λόγο που φανερωνόταν με αυτά, τα οποία γίνονταν  και όχι με την εξωτερική και υλική μορφή των τελετών. Και αυτό φαίνεται από τον αυστηρό λόγο του Προφήτη, που λέγει ότι «δεν θα δεχτώ από την οικογένειά σου θυσίες μοσχαριών ούτε από τα κοπάδια σου ερίφια. Γιατί δεν πρόκειται να φάγω κρέατα ταύρων ούτε να πιω αίμα τράγων» (Ψαλμός 49:9.13), μολονότι, παλαιά, πολλές φορές προσφέρονταν οι ζωοθυσίες. Αλλά ακόμη και αν γίνονταν αυτά, άλλο είναι αυτό που γίνεται νόμος για σένα με αυτά, δια συμβόλων· το ότι δηλαδή πρέπει να σφαγιάζεις τα πάθη που υπάρχουν μέσα σου. Γιατί λέγει· «για τον Θεό θυσία είναι το πνεύμα της συντριβής και ο Θεός δεν εξουθενώνει την καρδιά που έχει ταπεινωθεί και έχει συντριβεί» (Ψαλμός 50:19). Έτσι προσφέρεται η θυσία της ανύμνησής μας που δοξάζει εκείνον, ο οποίος οσφραίνεται αυτή την οσμή. Επειδή, λοιπόν, η ψυχή, που ευωδιάζει πνευματικά, σύμφωνα με το λόγο του Παύλου, ο οποίος ήταν ευωδία Χριστού, ξεπερνώντας όλα τα τυπικά αρώματα του Νόμου, γίνεται αυτή δια του βίου και του μύρου της ιεροσύνης και το θυμίαμα το προερχόμενο από τη σύνθεση διαφόρων ειδών με την παντοειδή συνεισφορά και ανάμιξη των αρετών, και αποκτά καλή ευωδία. Και αυτής της ψυχής ο βίος φάνηκε στην όσφρηση του Νυμφίου, ως οσμή ευωδίας. Γι’ αυτό η θεία αίσθηση, όπως την αποκαλεί ο Σολομών, αντί για τα υλικά αρώματα του Νόμου προτιμά εκείνη την άυλη και καθαρή ευωδία, που γίνεται άρωμα δια των αρετών. Και ο Νυμφίος της λέγει:«και η οσμή των μύρων σου είναι ανώτερη από όλα τα αρώματα» (Άσμα Ασμάτων, 1:3).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εξετάσεις

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2014

Ο μικρός μονομάχος                 
(Μουσική, στίχοι και ερμηνεία Διονύσιος Σαββόπουλος,  από τον δίσκο Μην πετάξεις τίποτα)

Σε δημοτικό γηπεδάκι, το βραδάκι, συρμάτινο πλεχτό κι από πάνω ένα φωτάκι
τον σκούφο του φορώντας τριπλάρει ολομόναχο και λέει μονολογώντας:
Πώς μου την σπάνε οι γονείς μου, Θεέ μου, κι οι φριχτοί συμμαθηταί μου
και η Καίτη κι η μικρή της αδερφή από πλάι που παίρνει το μέρος τους και μου την σπάει
Μου την σπάνε αράδα θεολόγου  στριμάδα, Λυκειάρχου προβοσκίς κι η φιλόλογος ψωνάρα, του Μεγάρου Μουσικής
η δημόσια εικόνα, τα παραισθησιογόνα, οι ομάδες, οι ροκάδες, οι σταθμοί και οι φυλλάδες
οι εξάρσεις του εθνικού μας βίου κι ο προγυμναστής του φροντιστηρίου, όλος πιτυρίδα, μούσι και τσαντάκι
ενημερωμένος από τον Κακαουνάκη
Δεκαπέντε χρονώ τι `ναι αυτό το κενό που μου κρύβετε…
ορμάει με το μπουφαν του, τι σόι τόπος τυφλός κι ακυβέρνητος, βροντάει την μπασκέτα του
και πώς είμαι έτσι εγώ τερατόμορφος στο θόλο του απεράντου
Πολιτείας εφιάλτης ορθός, είμαι αυτός ο βυθός, ναι!
Είμαι κιόλας νεκρός, ναι! Λυσσασμένος για φως, ναι!
Το κοινό! Πού να βρίσκεται κρυμμένο, γιορτινό! Μακρινό κι αγαπημένο το κοινό!

Στον εαυτό μου να βουτήξω και στα βάθη του ν’ αγγίξω ουρανό.
Γέρνει ο ήλιος μες στων αφρών το περιδέραιο, σκόνες φωτεινές απ’ τις περσίδες ως το στέρεο
Κι αφήνεται στο πλάι με κάννες και τριαντάφυλλα και μέσα του βουτάει.
Στην στιγμή τα λαμπιόνια ανάβουνε, προβολείς του βυθού μας χτενίζουνε κι αποσπούν ένα ένα τα πρόσωπα
γελαστά προς τα εδώ ταξιδεύουνε με αλογάκια κουρδιστά κι ανεβαίνουνε καβαλώντας αυλές και μαντρότοιχους
στον ρυθμό μιας ομάδας που παίζαμε και μου λένε:
“Άμα κάνεις μια βουτιά στον εαυτό σου, δε θα βρεις τον εαυτό σου,

αλλά όλους τους άλλους τους μικρούς και τους μεγάλους
γιατί ο χρόνος είναι ένας και δεν πέθανε κανένας και αφήνει πάλι γένι, ένι μένι ντουντουμένι
σαν αυτόν τον στιχουργό που δεν βγήκε απ’ τ’ αβγό Και σε βρήκε στο ρεφρέν του κι άκου το ανακοινωθέν του…”
Η αφεντιά σου λοιπόν δεκαπέντε χρονών και βαρέθηκε κι απ’ την έξω ερημιά προς τα μέσα νερά καταδύθηκε.
Η από μέσα σου ελεύθερη πτώση της γενιάς σου το στίγμα θα δώσει αθλοφόρε του εσώτατου χώρου
και μετά θα μας δεις σε βουή καταιγίδας σαν τους κρίκους μακράς αλυσίδας
ή χλωρίδας που σπρώχνει διαρκώς μέσ᾿ απ’ τ’ άνοιγμα που `χει ο βλαστός τολουλούδι κι ας είσαι μικρός
της διάσωσης το έργο θα νιώσεις την συντήρηση ως πάθος θα υψώσεις όσο πάει καιπιο ακραία θα κινείσαι
και θα χάνεις τον εαυτό σου και θα είσαι τελευταίος κρίκος κι ένας της σειράς και της καδένας προς το φως…
Μας ακούει; θαρρώ πως κοιμάται και το γουώκμαν στο στήθος του ανάβει, 
το αστεράκι του χειμώνα και το έν του νέου αιώνα του σχολειού του η τάξη είναι εκείξαφνική μουσική!
Των ηρώων η γενιά θα ονομαστεί, έρχονται απ’ το μέσα ταξίδι, στο κοινό Θεού και χώρας θα ορκιστεί,
ξεσφραγίζουν. Κυλάει ο βράχος στου αιώνα της την πρώτη ανθοφορία
σ’ ένα δάσος με λαμπάδες που δε θα `βρεις μονάχος με της πόλης τον χιτώνα θα ντυθεί
θα με δει. Τον λαιμό του γυρνάει να με δει
σαν παιδί που απ’ το κοινότερο έχει χρεία
ο δικός μου μικρός μονομάχος.

Ερμηνευτικά σχόλια

Ο μικρός μονομάχος: Είναι ένα παλιό σχετικά τραγούδι του σπουδαίου Έλληνα τραγουδοποιού, το οποίο μιλά για ένα δεκαπεντάχρονο νέο, έφηβο, στην ηλικία που ψάχνει να βρει τον εαυτό του και που βλέπει τι τον ενοχλεί στον κόσμο. Εξετάζει και εξετάζεται. Βλέπει τους γονείς του να μην του φέρονται όπως θέλει. Τους συμμαθητές του να είναι στο δικό τους κόσμο, η στριμάδα του θεολόγου, η έπαρση και η δύναμη της εξουσίας του διευθυντή του σχολείου, αλλά και το γεγονός ότι η φιλόλογος του που έχει τα περισσότερα μαθήματα στην τάξη είναι στο δικό της κόσμο, βλέπει τους μαθητές αφ’ υψηλού, καθώς η ίδια συχνάζει στο Μέγαρο Μουσικής   και δεν καταδέχεται να πλησιάσει τον τρόπο σκέψης και τις ανάγκες των παιδιών. Τη ίδια στιγμή βλέπει στην κοινωνία να κυριαρχούν η δημόσια εικόνα, δηλαδή η έγνοια όλων για το image  τους και την προβολή τους και όχι για την ουσία, τα παραισθησιογόνα, δηλαδή τα υποκατάστατα νοήματος ζωής, οι ομάδες, με τον φανατισμό και τη διαφθορά που κυριαρχεί στο ποδόσφαιρο, με αποτέλεσμα να μην αφήνουν περιθώριο στη χαρά του αθλητισμού, οι ροκάδες, όλοι εκείνοι οι δήθεν επαναστάτες που έχουν την τσέπη γεμάτη, οι σταθμοί και οι φυλλάδες, δηλαδή τα ΜΜΕ που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη με βάση τα συμφέροντά τους, οι εξάρσεις του εθνικού μας βίου, όλα εκείνα τα γεγονότα που δείχνουν σημαντικά, όπως ηEurovision, η εθνική Ελλάδος στο ποδόσφαιρο, οι τελικοί των διαγωνισμών στην τηλεόραση για τα πραγματικά και ανύπαρκτα ταλέντα, κι ο προγυμναστής του φροντιστηρίου, όλος πιτυρίδα, μούσι και τσαντάκι ενημερωμένος από τον Κακαουνάκη, δηλαδή οι εκφραστές μιας παραπαιδείας, οι οποίοι δείχνουν ότι  ξέρουν το πώς ένας νέος θα μπει στο Πανεπιστήμιο, χωρίς όμως να μάθει ουσιαστικά γράμματα, αλλά μόνο τεχνικές γνώσης. 
Δεκαπέντε χρονώ τι `ναι αυτό το κενό που μου κρύβετε: στην ψυχή του αναρωτιέται ποιο το νόημα της ζωής, γιατί όλα τα προηγούμενα τον οδηγούν σε ένα κενό. Παίρνει έτσι τη μπάλα του και παίζει μπάσκετ για να ξεχαστεί. Και την ίδια στιγμή νιώθει τερατόμορφος, γιατί αναζητεί την αλήθεια, στον θόλο ενός απέραντου ουρανού, που μας έχει πλασμένους για την αλήθεια. Δυστυχώς, όποιος αναζητεί το αληθινό σήμερα, θεωρείται ότι δεν μπορεί να σταθεί σε μια κοινωνία ευκολίας, εγκλωβισμού στον εαυτό και την εικόνα μας. Όμως το νόημα το βρίσκει κανείς όταν ψάξει στο βυθό του εαυτού του, στα βάθη της καρδιάς του, να βρει ποιος είναι και τι θέλει. Αυτή είναι μια εξέταση την οποία δεν τη θέλει το σύστημα που διακυβερνά τον κόσμο. Έτσι, αυτός που καταλαβαίνει ότι αν ταυτιστεί με την επιτυχία στον κόσμο αυτό, είναι κιόλας νεκρός, αποτελεί μία έκπληξη, γίνεται ο άνθρωπος που αναζητεί αγωνιωδώς, με λύσσα, με πολλή όρεξη το φως, την ελπίδα, τη ζωή. Γι’ αυτό και αναζητά κοινό, δηλαδή κι άλλους που να μπορούνε να χαρούνε σ’ αυτή την αναζήτηση. Και βουτά στα βάθη του εαυτού για να την πετύχει, για να βρει τον ουρανό, γιατί μόνο στη σχέση με το Χριστό βρίσκουμε νόημα κι αγάπη.

Γέρνει ο ήλιος μες στων αφρών το περιδέραιο: μία πρώτη λύση για να βρούμε το νόημα είναι η φύση. Το φως και η θάλασσα με την απεραντοσύνη τους. Και την ίδια στιγμή, ο καθένας μας στο δωμάτιο, στο δικό του χώρο να αφεθεί να βρει την ψυχή του. Θέλει κάννες, πόλεμο αυτό, με την τεμπελιά και τον συμβιβασμό,  θέλει και τριαντάφυλλα, δηλαδή ομορφιά, αισθήματα, ζεστασιά και την ίδια στιγμή αγάπη για τους άλλους, για να βρεις ποιος είσαι, καθώς η αλήθεια περνά μέσα από τις σχέσεις με τους συνανθρώπους μας, ιδίως στην εφηβεία. Στην ψυχή μας  τα λαμπιόνια ανάβουνε,  δηλαδή βγαίνει φως, και βγαίνουν όλες οι μορφές που μας αγαπούνε, όχι κατ’ ανάγκην οι γονείς ή οι δάσκαλοί μας, αλλά όσοι μπορούνε να τους εμπιστευτούμε επειδή το νιώθουμε ότι μας αγαπούνε και όλοι, αφού μας ξανασυναντήσουν,καβαλώντας αυλές και μαντρότοιχους, δηλαδή στην παιδικότητά μας, καθώς θα πρέπει να γίνουν παιδιά μαζί μας, θα μας πούνε…

Άμα κάνεις μια βουτιά στον εαυτό σου, δε θα βρεις τον εαυτό σου, αλλά όλους τους άλλους τους μικρούς και τους μεγάλους γιατί ο χρόνος είναι ένας: ο καθένας μας κρύβει την παράδοση, την ιστορία, τους ήρωες και τους καταραμένους του παρελθόντος, τις αξίες, τα σωστά και τα λάθη του, το χρόνο του και την συνέχειά του. Χρειάζεται λοιπόν να εξετάζουμε το παρελθόν μας. Ό,τι είναι καλό να το κρατάμε και ό,τι δεν μπορούμε να είμαστε περήφανοι γι’  αυτό να το κρατάμε ως παράδειγμα για αποφυγή. Δεν μπορούμε να μην θυμόμαστε. Για να βρούμε τον εαυτό μας χρειάζεται να έχουμε μνήμη. Έτσι, την ίδια στιγμή θα βγούμε από την έξω ερημιά, δηλαδή από το να είμαστε με άλλους και στην ουσία να μην είμαστε, όπως συμβαίνει με τις καφετέριες και τα λαμπάκια σήμερα όπου όλοι κρατούνε ένα κινητό και μιλάνε στο FB, χωρίς να έχουν χρόνο και διάθεση να μοιραστούν αληθινές στιγμές με τους άλλους. 

Η από μέσα σου ελεύθερη πτώση της γενιάς σου το στίγμα θα δώσει αθλοφόρε του εσώτατου χώρου: για να βρει κάποιος το νόημα χρειάζεται να εξετάσει τη γενιά του, όχι για να την απορρίψει, αλλά για να βγει μπροστά, για να εκφράσει αυτό που ο ίδιος έχει ανάγκη εντός της, ακόμη κι αν γύρω θα υπάρχει καταιγίδα, πόλεμος και απόρριψη. Τότε θα φανεί το άνοιγμα του λουλουδιού, δηλαδή εκείνη η μικρή χαραμάδα μέσα από την οποία το φως θα φωτίσει την ψυχή, η οποία θα νιώσει το χρέος και για τον κόσμο και θα αρχίσει το έργο της διάσωσης. Σώζοντας την ταυτότητά μας, βοηθούμε και τους άλλους να σωθούνε, γιατί έχουμε να τους προσφέρουμε. Θα συντηρήσουμε την μνήμη μας και την ίδια στιγμή θα υψωνόμαστε προς το φως, όντας οι τελευταίοι κρίκοι της καδένας, και όταν φωτίσουμε και φωτιστούμε, τότε θα νιώσουμε ότι στην καδένα προστίθενται και άλλοι.

Μας ακούει; Για τους μεγάλους μόνο οι νέοι είναι η λύση. Αν οι νέοι ξυπνήσουν και αποκτήσουν και πάλι την αίσθηση του χρέους. Στα αστεράκια που μπορούν να διαλύσουν το χειμώνα τον οποίο ζούμε. Να γίνουν το «έν», το σπουδαίο, το μοναδικό στον καινούριο αιώνα. Αυτοί και οι συμμαθητές και φίλοι τους, αρκεί να αποφασίσουν ότι μπορούν να γίνουν ήρωες, εκείνοι που πιστεύουν στο Θεό και την ίδια στιγμή στην πατρίδα, το κοινό, και ο βράχος που σφραγίζει το μνήμα του θανάτου που οι μεγάλοι έχουμε επιβάλει στην κοινωνία με τις αμαρτίες και τις κακίες μας και τον συμβιβασμό μας θα ξεσφραγιστεί. Τότε ένα δάσος με λαμπάδες φωτεινές θα ντυθεί με τον χιτώνα της πόλης και θα γίνει η αφετηρία για μια καινούρια αρχή. Και τότε ο μικρός μονομάχος θα παλέψει για τα πιο κοινά πράγματα, δηλαδή την αγάπη, την αλήθεια, την ελευθερία. Και θα σπρώξει και τους μεγαλύτερους να παλέψουν, να ξυπνήσουν, να αφήσουν τις εξετάσεις της υποκρισίας και να ανοιχτούν στις εξετάσεις ενός αγώνα για έναν κόσμο με ταυτότητα, επίγνωση και αίσθηση ότι δεν υπάρχουμε μόνο για τον εαυτό μας, αλλά για όλους.  

Η ζωή μας γεμάτη εξετάσεις   
Η ζωή μας είναι μία συνεχής εξέταση. Εξεταζόμαστε στο σχολείο, εξεταζόμαστε στις σχέσεις με τους άλλους, εξεταζόμαστε στην εργασία μας, εξεταζόμαστε στη σχέση μας με το Θεό, εξεταζόμαστε και την ίδια στιγμή εξετάζουμε. Και το αποτέλεσμα των εξετάσεων είναι η επιτυχία ή η αποτυχία. Εξαρτάται από την προετοιμασία μας, από την υποδομή μας, από την διάθεσή μας να ανταποκριθούμε σε κριτήρια που άλλοι βάζουν. Το πρόβλημα είναι αν αυτά τα κριτήρια δεν συμφωνούν με τα δικά μας οράματα. Τότε έρχεται μια αποτυχία, η οποία δεν θα πρέπει να μας απογοητεύει, αλλά να μας κάνει είτε να εξετάζουμε και πάλι τα κριτήριά μας αν είναι ταιριαστά μ’ αυτό που είμαστε ή σ’ αυτό που στοχεύουμε ή να αλλάζουμε και τόπο και τρόπο που βλέπουμε τις εξετάσεις. Ίσως αυτοί που μας εξετάζουν να μην είναι ό,τι θέλουμε στη ζωή μας. Φίλοι, αφεντικά, πολιτικοί. Μπορεί όμως κι εμείς να μην έχουμε προσπαθήσει όσο έπρεπε. Να μην είχαμε το νου μας εγκαίρως προσανατολισμένο στο στόχο μας. Γι’ αυτό πάντοτε στις εξετάσεις χρειάζεται να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Να νικάμε την τεμπελιά, τη γνώμη των άλλων που συνήθως μας παρασέρνουν, αλλά και το άγχος, που μας κάνει να απογοητευόμαστε σα να πρόκειται να αποτύχουμε.
Υπάρχουν όμως και κάποιες εξετάσεις στις οποίες έχει σημασία να μην αποτύχουμε. Είναι αυτές που έχουν να κάνουν με το νόημα και το σκοπό της ζωής. Έχουν να κάνουν με την κριτική μας σκέψη έναντι της ζωής και έναντι όλων όσων μας παρουσιάζονται ως σωστά. Έχουν να κάνουν με τα όνειρά μας. Για να πετύχουμε σ’ αυτές χρειάζεται να βρούμε τον εαυτό μας. Ποιοι είμαστε, τι θέλουμε και για το τι χρειάζεται να παλέψουμε στη ζωή μας. Το ίδιο και σε σχέση με το Θεό. Ο Θεός, στο πρόσωπο του Χριστού και στη ζωή της Εκκλησίας, ζητά από εμάς αγάπη, αλήθεια και ελευθερία. Κι αυτά όλα τα βρίσκουμε καθημερινά ως προκλήσεις, τις οποίες καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Να δείξουμε αγάπη εκεί που μας περιφρονούν. Να είμαστε αληθινοί εκεί που νιώθουμε την υποκρισία και την κοροϊδία εκ μέρους των άλλων ή εκεί που νιώθουμε ότι με τα ψέματα θα πετύχουμε. Να προσπαθούμε να είμαστε ελεύθεροι τόσο από τα πάθη και τις κακίες, όσο και από αυτό που εμείς θέλουμε, το οποίο όμως δεν μας βοηθά, ούτε είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού. Αυτό είναι μια συνεχής μονομαχία με τη ζωή, την οποία καλούμαστε από τη νεότητά μας να μην την αφήσουμε στην άκρη, ούτε να την αντιμετωπίσουμε με ηττοπάθεια, παθητικότητα ή συμβιβασμό στο πνεύμα του κόσμου. 
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος έδινε για τις εξετάσεις στους νέους μια ωραία συμβουλή: να διαβάσετε σα να μην πρόκειται να σας βοηθήσει ο Θεός και όταν τελειώσετε με το διάβασμα σας να προσευχηθείτε σα να μην έχετε διαβάσει τίποτε. Και ο Θεός που μας αγαπά θα μας βοηθήσει να πετύχουμε ό,τι είναι προς όφελός μας. Γιατί δεν είναι το αποτέλεσμα αυτών εξετάσεων που επιθυμούμε εμείς πάντοτε αυτό που θα μας ωφελήσει πραγματικά. Ας Του έχουμε λοιπόν εμπιστοσύνη!  Καλή επιτυχία και καλό καλοκαίρι!  
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΥΚΕΙΟΥ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  28              
17.5.2014
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Είδωλα και πρότυπα

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2014

Οι τίτλοι του τέλους                
(Μουσική και ερμηνεία Μιχάλης Χατζηγιάννης, Στίχοι Σάννυ Μπαλτζή,   από τον δίσκο Παράξενη γιορτή)

Ζω, ακόμη ζω, πες μου αν ζω, σαν ταινία το ένιωσα.
Σα βροχή, δυνατή στις οθόνες τ’ αντίο σου βρέχω.
Ζω, ακόμη ζω, σε μια σκηνή όπου όλα στα έδωσα.
Νικημένος φυγάς, κι ήταν λάθος μου που στο φανέρωσα.
 Είμαι ο ήρωας που μένει μόνος του, τώρα οι τίτλοι του τέλους θα πέσουν για `μένα
οι τίτλοι του τέλους θα γράψουν το θέμα.
Είμαι ο ήρωας που μένει μόνος του, τώρα οι τίτλοι του τέλους θα πέσουν για `μένα
οι τίτλοι του τέλους θα γράψουν το θέμα. Μα εγώ για `σένα έπαιξα.
Ζω, ίσα που ζω κι εσύ μου λες ” η ζωή συνεχίζεται.”
Σιωπηλός, σε κοιτώ να πετάς τις ευχές στα καμένα.
Θες, να `μαι καλά, λόγια φτηνά που η πρόθεση σκίζεται.
Να φανώ δυνατός, σ’ ένα πλάνο που πια δεν φωτίζεται.
 Είμαι ο ήρωας που μένει μόνος του, τώρα οι τίτλοι του τέλους θα πέσουν για `μένα
οι τίτλοι του τέλους θα γράψουν το θέμα.
Είμαι ο ήρωας που μένει μόνος του, τώρα οι τίτλοι του τέλους θα πέσουν για `μένα
οι τίτλοι του τέλους και τίποτα τέρμα. Μα εγώ για `σένα έπαιξα, να κλαις στο σινεμά… 

Ερμηνευτικά σχόλια

Ζω, ακόμη ζω: Είναι ένα παλιό, ωραίο τραγούδι του τραγουδιστή που αγαπούνε ιδιαίτερα πολλοί νέοι. Μας μιλά για έναν καθημερινό άνθρωπο που βλέπει τον εαυτό του σα να πρωταγωνιστεί σε μια ταινία. Θέμα της ζωής του η αγάπη και το τέρμα της.  Ο ήρωας έχει παλέψει να αγαπήσει, να δώσει τα πάντα στο πρόσωπο που αγαπά, αλλά νιώθει ότι όλα έχουν τελειώσει. Και τώρα είναι ένας νικημένος, ένας φυγάς από την αγάπη κι αναρωτιέται για τα λάθη του. 
Είμαι ο ήρωας που μένει μόνος του: ο καθένας μας θυμάται ήρωες που νικιούνται από τις δυσκολίες της ζωής και μένουν μόνοι. Αυτός ίσως είναι και ο δρόμος κάθε αληθινού ήρωα. Να μην μπορεί να πείσει τους άλλους να τον ακολουθήσουν στον δύσκολο δρόμο του και στο τέλος να μένει μόνος του. Όταν όμως ο ήρωας είναι ψεύτικος, ή υπόσχεται ευχάριστους δρόμους και τρόπους στου ς άλλους , θα συνοδεύεται από πολλούς. Όμως δύσκολα θα μπορεί να είναι ευτυχισμένος, γιατί δεν θα μπορεί να αφήσει τον εαυτό του να βγάλει το αληθινό του πρόσωπο, καθώς θα ασχολείται με το πώς θα ευχαριστήσει τους άλλους ή με το πώς θα διατηρήσει την εικόνα του άτρωτη στα μάτια τους κάνοντας ευχάριστα ή προκλητικά του ενδιαφέροντός τους. Στον αληθινό ήρωα, στο αληθινό πρότυπο θα μένει η ικανοποίηση ότι τουλάχιστον προσπάθησε. Αγωνίστηκε. Έπαιξε στη σκηνή της ζωής. Άφησε κάτι στον αγώνα για νόημα κι ελπίδα. 
η ζωή συνεχίζεται: ο ήρωας δεν είναι μόνο αληθινός, αλλά γνωρίζει και την αλήθεια. Έτσι ξέρει πως όντως η ζωή συνεχίζεται μετά την ήττα, όχι γιατί του το λένε αυτοί που τον αφήνουν στη μοναξιά του, αλλά γιατί μέσα του νιώθει ότι ξέρει γιατί ζει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πονά, δεν δυσκολεύεται, δεν έχει λύπη. Δεν παρακολουθεί τα εύκολα λόγια που οι άλλοι του λένε, λόγια πολλές φορές φτηνά, που κάνουν τις προθέσεις τους ακόμη πιο ευτελείς. Ξέρει όμως πως το χρέος του είναι να φανεί δυνατός, ακόμη και σ’ ένα πλάνο που δεν φωτίζεται, ακόμη κι αν κανείς δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτόν. Η καρδιά, η συνείδηση, η ψυχή είναι που καταξιώνουν κάποιον, τον κάνουν αληθινό ήρωα.        
για σένα έπαιξα: ο αληθινός ήρωας αγαπά τους άλλους από την καρδιά του. Δεν τον ενδιαφέρει να τον ακολουθούν, αλλά τους θέλει να βρούνε νόημα στη ζωή, να συμμετέχουν σ’ αυτήν. Ο αληθινός ήρωας θέλει να μοιραστεί το σκοπό της ζωής του και όχι απλώς να ψυχαγωγεί τους άλλους.  Αυτό που οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν είναι ότι το αληθινό κοστίζει. Ωστόσο είναι αυτό που ομορφαίνει αληθινά τη ζωή. Αυτόν τον δρόμο χρειαζόμαστε με τα πρότυπα, ιδίως στις μέρες μας, όπου η τηλεόραση και το Ίντερνετ δίνουν αφορμές να επιλέξουμε όχι απλώς πρόσωπα, αλλά και ιδέες που γίνονται είδωλα. Ποιο και τι όμως είναι αληθινό; Μόνο η αγάπη γνωρίζει. Ο φωτισμός των προτύπων μέσα από τη σχέση με το Χριστό. Ας το ψάξουμε. 
Τα σύγχρονα είδωλα και ο νέος
Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από πρότυπα, ακόμη κι αν δεν το δείχνει. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι αυτά τα πρότυπα τον προσανατολίζουν προς μία κοσμική θεώρηση της ζωής και μόνο. Δηλαδή ο άνθρωπος βλέπει τη ζωή μόνο στο σήμερα, στην ανάγκη να είναι χαρούμενος, αποδεκτός από τους άλλους, να περνάει καλά, να σκέφτεται θετικά, να μην έχει άγχος για τίποτε στη ζωή του. Να συζητούνε οι άλλοι γι’ αυτόν και να μπορεί να είναι το επίκεντρο της προσοχής, αν όχι όλων, τουλάχιστον όσων του χρειάζονται για να μπορεί να απολαμβάνει τη ζωή του.
Τα πρότυπα δείχνουν ένα στόχο, για το πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος. Τον σπρώχνουν να ενεργοποιήσει τις δυνατότητές του, να αντιμετωπίσει τις όποιες δυσκολίες έχει στη ζωή του και να προσπαθήσει να πετύχει. Συνήθως τα σύγχρονα πρότυπα βλέπουν τον άνθρωπο από την εξωτερική όψη, την εμφάνιση, τη φωνή, την ικανοποίηση των standards που η εποχή μας βάζει.  Πόσο μάλλον όταν αυτά τα πρότυπα γίνονται είδωλα. Όταν δηλαδή κυρίως ο νέος προσανατολίζει τη ζωή του να κάνει και να φέρεται όπως το είδωλό του. Έτσι ο νέος γίνεται μέλος στο fan club, διαβάζει και μαθαίνει τα πάντα για το είδωλο που αγαπά και συζητά καθημερινά με την παρέα του γι’ αυτό. Στην ουσία, κυρίως μέσα από την τηλεόραση και το Ίντερνετ, ο νέος έχει τη δυνατότητα να ασχολείται συνεχώς με το είδωλό του.
Η Εκκλησία μας δείχνει έναν δρόμο, δια των μαρτύρων της, ότι τα είδωλα που μας κρατούνε κολλημένος στην παρούσα ζωή είναι για να κατεδαφίζονται. Το αληθινό μας πρότυπο είναι ο Χριστός, η πίστη και η αγάπη σ’ Αυτόν και η δύναμη να αντιστεκόμαστε στα ψεύτικα πρότυπα. Όταν μάλιστα αυτά γίνονται ιδέες ή δίνουν την αίσθηση ότι δεν πειράζει, δεν έγινε και κάτι με το να ασχολούμαστε μ’ αυτά, τότε μας συνηθίζουν στο να παραδινόμαστε σ’ αυτά, χωρίς ιδιαίτερη έγνοια.
Ο νέος έχει ανάγκη από την γνησιότητα της πίστης και της αγάπης. Ας την βρούμε στην κοινωνία μας με τον αναστημένο Χριστό και τη ζωή της Εκκλησίας.
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΥΚΕΙΟΥ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  27              
10.5.2014
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ανάσταση στη ζωή μας

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2014

 Η μέρα της Λαμπρής              
(Μουσική Χρίστος Τσιαμούλης,   Ποίηση Διονύσιος Σολωμός, ερμηνεία Μανώλης Μητσιάς  από τον δίσκο Δωδεκάορτο )

Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες
όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε
Μέσα στις εκκλησιές τις δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συνναζωχτήτε.
Ανοίξτε, αγκαλιές ειρηνοφόρες
μπροστά στους Άγιους και φιληθείτε
φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη
πέστε Χριστός Ανέστη εχθροί και φίλοι.
Χριστός Ανέστη εκ νεκρών
Θανάτω θάνατον πατήσας
Και τοις εν τοις μνήμασι
Ζωήν χαρισαμένος.

Ερμηνευτικά σχόλια

Χριστός Ανέστη: Είναι ένα τραγούδι βασισμένο στην ποίηση του Διονύσιου Σολωμού και στον Λάμπρο. Το ποίημα αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι καλούνται να ζήσουν το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού. Στοιχεία αυτού του τρόπου είναι η ενότητα όλων των ηλικιών και η ένταξη στο σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία. Η Ανάσταση δεν είναι μόνο γεγονός προσωπικό, αλλά έχει να κάνει και με όλους τους ανθρώπους. Το δεύτερο έχει να κάνει με την συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας. Η Ανάσταση προϋποθέτει την παρουσία μας στο ναό του Θεού. Είναι κάτι που το λησμονούμε, ιδίως στην εποχή μας. Ανάσταση σημαίνει λειτουργία. Σημαίνει θεία κοινωνία. Σημαίνει ότι δεν μένουμε μόνο στο υλικό γεγονός, αλλά ότι την γευόμαστε πνευματικά. Και η Ανάσταση συνεχίζεται σε κάθε θεία λειτουργία, ιδίως σ’  αυτήν της Κυριακής.
Ανοίξτε αγκαλιές ειρηνοφόρες: το τρίτο στοιχείο του τρόπου της Ανάστασης είναι η αγάπη. Και μάλιστα με ειρηνικό τρόπο. Αυτός που αποδέχεται την Ανάσταση αφήνει κατά μέρος κάθε κακία. Συγχωρεί, ειρηνεύει στην καρδιά του και επιλέγει την οδό της αγάπης. Το τέταρτη είναι η παρουσία των Αγίων. Είναι η αίσθηση ότι ο κάθε χριστιανός είναι ένας ακόμη κρίκος στην αλυσίδα όλων όσων έχουν προηγηθεί και την ίδια στιγμή μετά από αυτόν θα έρθουν άλλοι. Η Ανάσταση συνοδεύεται από τον αγώνα για αγιότητα, για σχέση δηλαδή με το Χριστό και την ίδια στιγμή μεταφορά του μηνύματος που ο Αναστημένος Χριστός φέρει στον κόσμο:  ότι ο θάνατος πατήθηκε και τίποτε δεν μπορεί να φανεί πιο ισχυρό από την Ανάστασή του. Γι’  αυτό όποιος ζει την αγάπη, ανταλλάσσει το φιλί από την καρδιά του, αφήνει κατά μέρος κάθε εχθρότητα, γιατί νιώθει ότι δεν μπορεί μπροστά στο Χριστό να έχει εχθρούς και την ίδια στιγμή βλέπει ότι ο Χριστός μας συγχώρεσε όλους, τότε ζει την Ανάσταση αληθινά.   
Θανάτω θάνατον πατήσας: με το θάνατό Του επάνω στο Σταυρό ο Χριστός πάτησε τον θάνατο όλων των ανθρώπων. Τον μεν σωματικό θα τον συντρίψει οριστικά με την Ανάσταση των Σωμάτων μας στη Δευτέρα Παρουσία, οπότε και όλοι θα ξαναπάρουμε αυτήν την ενότητα σώματος και ψυχής που σπάει την στιγμή του θανάτου, ενώ τον πνευματικό θάνατο τον συντρίβει από αυτήν εδώ την ζωή, με την υπακοή στο θέλημα του Θεού Πατέρα και την Αγάπη, που εκφράζεται για όσους πιστεύουν με την συμμετοχή μας στη ζωή και στα μυστήρια της Εκκλησίας. Έτσι μας χαρίζεται η Ζωή.     
τοις εν τοις μνήμασι: οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στην Ανάσταση είναι σαν να βρίσκονται στα μνήματα. Όποιος δεν αγαπά είναι σαν νεκρός. Γι’  αυτό και χρειάζεται να θυμόμαστε αυτούς τους τρόπους της Ανάστασης και να τους ζούμε: την ενότητα, την συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας και την πίστη ότι όλοι καλούμαστε να είμαστε μαζί, την Θεία Κοινωνία, την αγάπη, την συμφιλίωση με τους εχθρούς μας, την πίστη ότι ο θάνατος δεν μπορεί πλέον να μας βλάψει. Όλα αυτά χτίζουν ένα άλλο τρόπο ζωής, ο οποίος μπορεί να μην φαίνεται ότι έχε δύναμη στον κόσμο, αλλά λειτουργεί μυστικά, όπως ο σπόρος που θάβεται, για να βγει στάχυ, καινούριος καρπός που θα θρέψει με το ψωμί τους ανθρώπους. Αυτό είναι και ο Χριστός. Θάφτηκε και Αναστήθηκε. Το ίδιο κι εμείς, αν πιστεύομε σε Εκείνον. 
Η Ανάσταση του Χριστού αρχή μιας νέας ζωής για τον άνθρωπο και τον κόσμο 
Η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί την αρχή μιας άλλης βιοτής, της αιωνίου. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Απόστολος Παύλος εάν δεν υπήρχε η Ανάσταση του Χριστού τότε και η πίστη μας θα ήταν μάταιη και δεν θα είχε κανένα νόημα η ζωή μας.  
Ο Παύλος λέει ξεκάθαρα ότι ο Χριστός αναστήθηκε (Α’ Κορινθίουςκεφάλαιο 15) «Ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας κατά τις Γραφές,τάφηκε και  έχει εγερθεί την ημέρα την τρίτη κατά τις Γραφές,  φανερώθηκε στον Κηφά, έπειτα στους δώδεκα.  Έπειτα φανερώθηκε σε πεντακόσιους αδελφούς μια μόνο φορά, από τους οποίους οι περισσότεροι παραμένουν ως τώρα, μερικοί όμως κοιμήθηκαν.  Έπειτα φανερώθηκε στον Ιάκωβο, έπειτα σε όλους τους αποστόλους.  Και τελευταίο απ’ όλους, σαν ακριβώς σε έκτρωμα, φανερώθηκε και σ’ εμένα.  Είτε λοιπόν εγώ είτε εκείνοι, έτσι κηρύττουμε και έτσι πιστέψατε.  Αν λοιπόν ο Χριστός κηρύττεται ότι από τους νεκρούς έχει εγερθεί, πώς λένε μεταξύ σας μερικοί ότι ανάσταση νεκρών δεν υπάρχει;  Αν λοιπόν ανάσταση νεκρών δεν υπάρχει, ούτε ο Χριστός έχει εγερθεί.  Και αν ο Χριστός δεν έχει εγερθεί, άρα είναι κενό και το κήρυγμά μας, κενή και η πίστη σας.  Και αν ο Χριστός δεν έχει εγερθεί, μάταιη είναι η πίστη σας, ακόμα είστε μέσα στις αμαρτίες σας.  Άρα και όσοι κοιμήθηκαν με το Χριστό, χάθηκαν.  Αν μόνο στη ζωή αυτήν έχουμε ελπίσει στο Χριστό, είμαστε ελεεινότεροι από όλους τους ανθρώπους.  Τώρα όμως ο Χριστός έχει εγερθεί από τους νεκρούς, απαρχή αυτών που έχουν κοιμηθεί.  Γιατί, επειδή μέσω ανθρώπου ήρθε ο θάνατος, και μέσω ανθρώπου ήρθε η ανάσταση των νεκρών.  Γιατί όπως ακριβώς στον Αδάμ όλοι πεθαίνουν, έτσι και στο Χριστό όλοι θα ζωοποιηθούν. 
Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος.  Αν οι νεκροί δεν εγείρονται, ας φάμε και ας πιούμε, γιατί αύριο πεθαίνουμε.  Αλλά θα πει κάποιος: «Πώς εγείρονται οι νεκροί; Και με ποιο σώμα έρχονται;»  Άφρονα, αυτό που εσύ σπέρνεις δε ζωοποιείται αν δεν πεθάνει.  Και αυτό που σπέρνεις, δεν είναι το σώμα που θα γίνει που σπέρνεις, αλλά ένα γυμνό κόκκο, αν τύχει σιταριού ή κάποιον από τους υπόλοιπους.  Και ο Θεός δίνει σ’ αυτόν ένα σώμα καθώς θέλησε, και σε καθέναν από τους σπόρους το δικό του σώμα.  Επίσης υπάρχουν σώματα επουράνια και σώματα επίγεια. Αλλά άλλη βέβαια είναι η δόξα των επουράνιων και άλλη η δόξα των επίγειων.  Άλλη η δόξα του ήλιου και άλλη η δόξα της σελήνης και άλλη η δόξα των αστέρων. Γιατί αστέρας από αστέρα διαφέρει στη δόξα.
  Έτσι είναι και η ανάσταση των νεκρών. Σπέρνεται με φθορά, εγείρεται με αφθαρσία.  Σπέρνεται με ατιμία, εγείρεται με δόξα. Σπέρνεται με ασθένεια, εγείρεται με δύναμη.  Σπέρνεται σώμα ψυχικό, εγείρεται σώμα πνευματικό. Αν υπάρχει σώμα ψυχικό, υπάρχει και πνευματικό.  Έτσι επίσης είναι γραμμένο: Έγινε ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, ζωντανή ψυχή. ο έσχατος Αδάμ, ζωοποιό πνεύμα.  Αλλά πρώτα έρχεται όχι το πνευματικό, αλλά το ψυχικό, έπειτα το πνευματικό.  Ο πρώτος άνθρωπος ήταν από τη γη, χωματένιος, ο δεύτερος άνθρωπος είναι από τον ουρανό.  Όποιος ήταν ο χωματένιος, τέτοιοι είναι και οι χωματένιοι, και όποιος είναι ο επουράνιος, τέτοιοι θα είναι και οι επουράνιοι.  Και καθώς φορέσαμε την εικόνα του χωματένιου θα φορέσουμε και την εικόνα του επουράνιου.  Αυτό λοιπόν δηλώνω, αδελφοί, ότι σάρκα και αίμα τη βασιλεία του Θεού δε δύνανται να την κληρονομήσουν, ούτε η φθορά κληρονομεί την αφθαρσία. 
 Ιδού, ένα μυστήριο σας λέω: όλοι δε θα κοιμηθούμε, όλοι όμως θα αλλάξουμε,  σε μια στιγμή, σε ριπή οφθαλμού, κατά την έσχατη σάλπιγγα. Γιατί θα σαλπίσει και οι νεκροί θα εγερθούν άφθαρτοι και εμείς θα αλλάξουμε.  Γιατί πρέπει το φθαρτό τούτο να ντυθεί αφθαρσία και το θνητό τούτο να ντυθεί αθανασία.  Όταν λοιπόν το φθαρτό τούτο ντυθεί αφθαρσία και το θνητό τούτο ντυθεί αθανασία, τότε θα πραγματοποιηθεί ο λόγος ο γραμμένος: Τον κατάπιε η νίκη τον θάνατο. Πού είναι, θάνατε, η νίκη σου; Πού είναι, θάνατε, το κεντρί σου; Το κεντρί λοιπόν του θανάτου είναι η αμαρτία, και η δύναμη της αμαρτίας ο νόμος. Αλλά ας δώσουμε ευχαριστία στο Θεό που μας δίνει τη νίκη μέσω του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ώστε, αδελφοί μου αγαπητοί, εδραίοι να γίνεστε, αμετακίνητοι, περισσεύοντας στο έργο του Κυρίου πάντοτε, αφού ξέρετε ότι ο κόπος σας στον Κύριο δεν είναι μάταιος». 
Αυτά τα συγκλονιστικά λόγια μας δείχνουν τι πιστεύουμε. Ας πάρουμε δύναμη και από τη νεότητά μας να ζούμε τη χαρά της Ανάστασης!
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΥΚΕΙΟΥ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  26              
3.5.2014
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ, ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2014

Από την πρώτη Εκκλησία ένας μεγάλος κίνδυνος χαρακτήριζε τους χριστιανούς:αυτός της αυτάρκειας. Της αίσθησης δηλαδή ότι είναι αρκετό το μήνυμα του Ευαγγελίου να κηρυχθεί σε όσους ήταν οικείοι, είτε στη γλώσσα είτε στην καταγωγή είτε στην προηγούμενη θρησκευτική ταυτότητα. Κάθε άνοιγμα προς άλλους, οι οποίοι δεν είχαν το στοιχείο της οικειότητας, αποτελούσε αφορμή προβληματισμού. Και δεν ήταν μόνο ένα είδος δειλίας που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους, οι οποίοι καλούνται να μιλήσουν όχι απλώς για κάποιες ιδέες, αλλά για το ίδιο το νόημα της ζωής που τους συνέχει, που τους καθιστά επιφυλακτικούς. Είναι και η αίσθηση ότι φτάνουν οι δικοί μας για την σωτηρία. Το μήνυμα στους άλλους, τους μη οικείους ας αφεθεί να δοθεί από κάποιους άλλους.  Όχι από μας. Είναι ακόμη η αίσθηση ότι οι μη οικείοι έχουν άλλες καταβολές. Δεν έχουν την εμπειρία του Θεού όπως εμείς. Δεν έχουν την πνευματική υποδομή, για να μπορέσουν να κατανοήσουν το μήνυμα του Ευαγγελίου ή ακόμη κι αν διανοητικά μπορούν, ο τρόπος της ζωής τους που δεν είναι τόσο καθαρός όσο ο δικός μας, δεν τους επιτρέπει να ζήσουν αυτό που εμείς ζούμε και, επομένως, ας περιοριστούμε σε αυτούς με τους οποίους μπορούμε να συνεννοηθούμε γιατί έχουμε κοινές παραδόσεις, παρακαταθήκες, μιλάμε κοινή γλώσσα.
 Η Εκκλησία έλυσε αυτό το ζήτημα καλλιεργώντας την ιεραποστολή. Αμέσως μετά το μαρτύριο του Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου, πολλοί εκ των χριστιανών της Παλαιστίνης διεσπάρησαν και βρέθηκαν σε περιοχές όπου υπήρχε «ελληνιστές», δηλαδή Ιουδαίοι οι οποίοι μιλούσαν ελληνικά, πίστευαν στον Ιουδαϊσμό, αλλά είχαν επηρεαστεί από την συνύπαρξής τους στη διασπορά με τους ειδωλολάτρες Έλληνες. Αρχικά λοιπόν όσοι είχαν γίνει χριστιανοί εκήρυτταν την πίστη μόνο στους Ιουδαίους, σε εκείνους που και μιλούσαν εβραϊκά και ακολουθούσαν τις ιουδαϊκές παραδόσεις. Τους ήταν δύσκολο να ανοιχτούν σε εκείνους που δεν ήταν ακραιφνείς, καθαροί Ιουδαίοι, από τη στιγμή που δεν μιλούσαν τη γλώσσα και ζούσαν ανάμεσα σε ειδωλολάτρες. Κάποιοι όμως τόλμησαν. «Εισελθόντες εις Αντιόχειαν ελάλουν προς τους Ελληνιστάς, ευαγγελιζόμενοι τον Κύριον Ιησούν» (Πράξ. 11, 20). Υπερέβησαν τον φόβο και την αυτάρκεια, αλλά και το κλείσιμο στην γνησιότητα και την καθαρότητα και ανοίχτηκαν. Το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό. Καθώς «η χειρ Κυρίου μετ’ αυτών ην», πολύς αριθμός αφού πίστεψε, επέστρεψε προς τον Κύριο. Ο Χριστός φώτισε και ευλόγησε το άνοιγμα των τολμηρών πιστών.
Τα χαρακτηριστικά αυτής της κατάστασης τα βιώνουμε τόσο στον κόσμο όσο και στην Εκκλησία και σήμερα. Από την μία ο κόσμος αισθάνεται την αυτάρκεια να μπορεί να ζει χωρίς Θεό, χωρίς υπαρξιακές και μεταφυσικές ανησυχίες, χωρίς νόημα αιωνιότητας, γι’ αυτό και λοιδορεί την πίστη και αρνείται να συζητήσει για το Θεό. Ταυτόχρονα, πολλοί διακατέχονται από ένα πνεύμα εγκλωβισμού στην οικειότητα. Έναν εκλεκτικισμό που γίνεται υπερηφάνεια. Αρνούνται σήμερα οι άνθρωποι να βγούνε από το καβούκι του εαυτού τους, να προχωρήσουν στην ανάπτυξη γνήσιων σχέσεων και με άλλους, εκτός από τους κάθε μορφής οικείους, προτιμούν να παραμένουν προσηλωμένοι στην δύναμη της εικόνας και των ΜΜΕ, τα οποία κατατρώγουν τον όποιο χρόνο κοινωνικότητας και αγάπης και περιφρονούν όσους δεν είναι καθαρά δικοί τους, είτε λόγω της γλώσσας, είτε λόγω των παραδόσεων, είτε λόγω της καταγωγής.Διακατέχονται λοιπόν από ένα πνεύμα υπερηφάνειας και οίησης, μόνο που το δηλώνουν ξεκάθαρα, με κάθε δυνατό μέσο, εκμεταλλευόμενοι την άνεση στο θράσος που το σήμερα μας προσφέρει, όπως επίσης και το ότι η δαιμονική τους έπαρση τους κάνει να μην σιωπούν, αλλά να προβάλλονται. Και αυτό συμβαίνει και έναντι των χριστιανών, οι οποίοι υφιστάμεθα την προπαγάνδα της επηρμένης οφρύος των όσων βρίσκονται στην κατάσταση κάθε μορφής αυτάρκειας.
Από την άλλη, υπάρχει και εντός της Εκκλησίας ένα ρεύμα το οποίο είναι εγκλωβισμένο στην δική του αυτάρκεια. Αυτή παίρνει συνήθως την μορφή της ηθικής και δογματικής καθαρότητας, που δεν θέλει να ανοιχτεί, είτε γιατί δειλιάζει και φοβάται ότι πρέπει να ακολουθήσει νέα σχήματα για να διαλεχθεί με τον κόσμο, είτε γιατί είναι ράθυμο και ευχαριστημένο με την δική του σωτηρία, όπως πιστεύει, και αρκείται στην πεποίθηση ότι «αρκεί ο Θεός που φροντίζει για τους άλλους», είτε γιατί έχει απολυτοποιήσει την αξία της δικής του πνευματικής κατάστασης, την οποία στηρίζει στην παράδοση και τις παραπομπές σε λόγους μεγάλων Πατέρων, χωρίς να βλέπει τη ζωή εκείνων, η οποία ήταν πάντοτε ανοιχτή προς όλους. Αυτό το ρεύμα εγκλωβίζει την Εκκλησία σε μία γερασμένη νοοτροπία, φοβική, και συνήθως καλύπτει προσωπικές αμαρτίες και απωθημένα, τα οποία δεν αντιμετωπίζονται χωρίς αγάπη. Αυστηροί προς τον εαυτό μας, επιεικείς προς τους άλλους ήταν και είναι ο αληθινός τρόπος της Εκκλησίας.
Ας ξαναβρούμε το ήθος και τον τρόπο της ιεραποστολής. Ας υπερβούμε την αυτάρκειά μας. Και την ίδια στιγμή ας μην φοβόμαστε την κοσμική αυτάρκεια. Η περιθωριοποίηση των χριστιανών και ο διωγμός, σωματικός, ψυχολογικός, ηθικός, πνευματικός, είναι σημείο του σταυρού του Χριστού, τον οποίο καλούμαστε να σηκώσουμε. Μέσα στην όποια όμως απόρριψη οφείλουμε να μην περιχαρακωνόμαστε σε έναν ελιτισμό και στην αίσθηση ότι είμαστε οι σεσωσμένοι. Ανάλογα με τα χαρίσματα και τη δύναμη της πίστης του ο καθένας, ανάλογα με την εκκλησιολογική του συνείδηση, την μετοχή του δηλαδή στη ζωή της Εκκλησίας, ας μην εγκαταλείψει το όραμα να συνδράμει ώστε και έτεροι να γνωρίσουν το μήνυμα του Ευαγγελίου. Να προβληματισθούν. Να καλλιεργήσουν ανησυχίες, που η χάρις του Θεού θα βοηθήσει να γίνουν μονοπάτια σωτηρίας. Και ας αποφεύγουμε την αυτάρκεια τόσο στη σχέση μας με το Θεό, όσο και στη σχέση μας με τους ανθρώπους. Η δεκτικότητα και η αγάπη ας μας κάνουν ανοιχτούς. Είναι δρόμος ζωής και ελπίδας και «η χειρ του Κυρίου θα είναι μεθ’ ημών».
Κέρκυρα, 18 Μαΐου 2014
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η πρόοδος η πνευματική είναι ανάλογη του μέτρου της πίστεως (Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2014

«Η ανάσταση των νεκρών ψυχών γίνεται τώρα, η ανάσταση όμως των σωμάτων θα γίνει κατά την ημέρα εκείνη της κρίσεως. Όπως στον ουρανό τα άστρα που είναι στερεωμένα δεν είναι όλα ίσα μεταξύ τους, αλλά διαφέρει το ένα από το άλλο στη λαμπρότητα και στη μεγαλειότητα, έτσι και στα πνευματικά θέματα ανάλογα με το μέτρο της πίστεως υπάρχει διαφορετική πρόοδος κάτω από το φωτισμό του ιδίου Πνεύματος· ο ένας είναι πιο πλούσιος από τον άλλο. Και η Αγία Γραφή λέγει· «αυτός που μιλάει γλώσσες τις μιλάει με τη καθοδήγηση του Θεού». Αυτός είναι πνευματικός, «επειδή μιλάει στο Θεό, εκείνος όμως που διδάσκει τις αλήθειες της πίστεως οικοδομεί όλο το πλήθος των πιστών»· αυτός δέχτηκε πλουσιότερη τη χάρη του Θεού. Διότι ο πρώτος «μόνο τον εαυτό του οικοδομεί», ενώ ο άλλος και τον εαυτό του και τον πλησίον. Αυτό μοιάζει σαν το σπυρί του σιταριού που σπέρνεται στη γη που από μια καρδιά βγάζει πολλά σπυριά. Κατά τον ίδιο τρόπο και τα στάχυα άλλα είναι μεγαλύτερα και άλλα μικρότερα, όλα όμως μαζεύονται σ’ ένα αλώνι, σε μία αποθήκη· και ενώ διαφέρουν μεταξύ τους, ίδιο ψωμί φτιάχνεται απ’ όλα. Ή όπως ακριβώς μέσα σε μία πόλη υπάρχουν πλήθη ανθρώπων, και άλλοι απ’ αυτούς είναι παιδιά μικρά, άλλοι άνδρες ή έφηβοι, όλοι όμως πίνουν νερό από μια πηγή, τρέφονται από τον ίδιο άρτο, και αναπνέουν τον ίδιο αέρα· ή όπως υπάρχουν πολλά λυχνάρια και το ένα έχει δύο άκρα με οπές, το άλλο επτά, αλλά όπου υπάρχει περίσσευμα φωτός υπάρχει και διαφορετικό φως, έτσι ακριβώς όσοι βρίσκονται κάτω από πνευματική φωτιά και το φως, δεν μπορούν να βρίσκονται στο σκοτάδι, αλλά υπάρχει διαφορά μεταξύ τους. Όπως επίσης κάποιος πατέρας που έχει δύο παιδιά και το ένα μικρό ενώ το άλλο έφηβος, και στέλνει σε διάφορες πόλεις και χώρες τον έφηβο για να κάνει τις δουλειές του, το μικρό παιδί όμως το κρατάει κοντά του, γιατί δεν μπορεί να κάνει ακόμα καμία εξωτερική δουλειά, όμως και τα δύο είναι παιδιά του γνήσια. Ας δοξάζουμε το Θεό. Αμήν».
 (Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, Φ. ΕΠΕ 7, σελ. 529). 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2014

χρηματίσαι πρῶτον ἐν ᾽Αντιοχείᾳ τούς μαθητάς Χριστιανούς᾽ (Πρ. ᾽Απ. 11, 26)
α. Τό γεγονός ὅτι γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ὀνομάστηκαν Χριστιανοί – στήν ᾽Αντιόχεια ὅπου οἱ πλεῖστοι ἦταν ἑλληνιστές λεγόμενοι ᾽Ιουδαῖοι: ᾽Ιουδαῖοι δηλαδή πού ζοῦσαν ἐκτός ῾Ιεροσολύμων καί μιλοῦσαν τήν ἑλληνική ὡς μητρική τους γλώσσα – εἶναι ἐξόχως σημαντικό, δεδομένου ὅτι ἔκτοτε ἡ πίστη στόν Χριστό ἔγινε τό καθοριστικό στοιχεῖο ταυτότητας ἐκείνων πού τήν ἀποδέχονταν, σέ βαθμό μάλιστα πού σέ περιόδους διωγμῶν κατά τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἡ δήλωση αὐτή νά ἀντικαθιστᾶ καί τό ἴδιο τό ὄνομα τῶν ὑποψηφίων μαρτύρων. Στήν ἐρώτηση τῶν διωκτῶν ῾ποιό εἶναι τό ὄνομά σου;᾽ οἱ περισσότεροι τῶν συλληφθέντων χριστιανῶν ἀπαντοῦσαν ἀκριβῶς ἔτσι: ῾Χριστιανός εἰμι᾽. Ποιός λοιπόν εἶναι ὁ χριστιανός; Ποιά στοιχεῖα συνιστοῦν τήν ταυτότητά του, ὅπως μάλιστα ἐξάγονται ἀπό τήν συγκεκριμένη ζωή τῶν χριστιανῶν τῆς ᾽Αντιόχειας, ὥστε μέ βάση αὐτά νά μετροῦμε καί τήν δική μας ταυτότητα;
β. 1. ῾πολύς τε ἀριθμός πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπί τόν Κύριον᾽: πολλοί ἦταν ἐκεῖνοι πού πίστεψαν καί δέχτηκαν τόν ᾽Ιησοῦ γιά Κύριό τους. Τό πρῶτο στοιχεῖο τῆς ταυτότητας τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ πίστη στόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς Κύριο τῆς ζωῆς του. ῎Οχι δηλαδή ἁπλῶς ἡ πίστη στόν ᾽Ιησοῦ ὡς σπουδαῖο ἄνθρωπο ἤ μεγάλο μύστη καί φιλόσοφο, ἀλλά ἡ πίστη σ᾽ ᾽Εκεῖνον ὡς Κύριο καί Θεό του. ῎Αν μέ ἄλλα λόγια ὁ χριστιανός δέν πιστεύει στόν Χριστό ὡς ᾽Εκεῖνον ἀπό τόν ῾Οποῖο ἐξαρτᾶ τήν ζωή του καί τοῦ ῾Οποίου τό θέλημα προσδιορίζει τό δικό του θέλημα δέν μπορεῖ νά λέγεται χριστιανός. Διότι στήν περίπτωση αὐτή εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ ἀναφορά δέν εἶναι ὁ Χριστός ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος. ῾Ο Κύριος ὅμως ἦλθε γιά νά μᾶς καλέσει νά ἐπιστρέψουμε στήν κανονική μας κατάσταση ἀπό τήν ὁποία ἐκπέσαμε λόγω τῆς ἁμαρτίας, νά ἐπιστρέψουμε δηλαδή στόν Θεό, ἑνώνοντάς μας μέ τόν ῾Εαυτό Του.  Γι᾽ αὐτό καί ἡ πίστη σ᾽ Αὐτόν εἶναι ἀνάλογη πάντοτε τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐπιστροφῆς, δηλαδή τῆς μετανοίας πού ἐπιδεικνύει κανείς στήν καθημερινή του ζωή.  ᾽Επιστρέφω στόν Κύριο σημαίνει κατά τήν ῾Αγία Γραφή μετανοῶ, ἀλλάζω τρόπο καί πορεία ζωῆς, θέτοντας τόν Θεό ὡς κέντρο τῆς ζωῆς μου. ῎Ετσι τό κύριο γνώρισμα τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Κυρίου: τό ῾γενηθήτω τό θέλημά Σου᾽ συνιστᾶ τήν ἐπωδό τῶν σκέψεων, τῶν λόγων καί τῶν πράξεών του.
2. ῾῞Ος (Βαρνάβας) ἰδών τήν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη᾽: ῾Ο Βαρνάβας εἶδε τήν χάρη τοῦ Θεοῦ (ἐκείνων πού πίστεψαν στόν Κύριο στήν ᾽Αντιόχεια) καί χάρηκε. ῾Η πίστη στόν Κύριο δηλαδή ὡς τό καθοριστικό στοιχεῖο τῆς ταυτότητας τοῦ χριστιανοῦ συνιστᾶ μία χαρισματική κατάσταση. Τό νά εἶναι κανείς χριστιανός εἶναι πέρα ἀπό τά φυσικῶς θεωρούμενα ἀνθρώπινα. Κανείς ἀπό μόνος του στηριγμένος στίς δυνάμεις του δέν γίνεται χριστιανός. ῞Οσα καλά στοιχεῖα κι ἄν διαθέτει κάποιος ἄνθρωπος δέν παύει νά εἶναι ἐγκλωβισμένος στά πάθη καί τίς ἀδυναμίες του. Πρέπει ὁ ἴδιος ὁ Θεός νά καλέσει τόν ἄνθρωπο γιά νά ἐγγίσει τόν Χριστό καί δι᾽ Αὐτοῦ νά δεῖ Θεοῦ πρόσωπο. Προηγεῖται δηλαδή ὁ Θεός καί ἀκολουθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Τά λόγια τοῦ Κυρίου εἶναι ἀπολύτως σαφῆ: ῾Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με ἐάν μή ὁ Πατήρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽. Κανείς δέν μπορεῖ νά ἔλθει σ᾽ ἐμένα, ἄν ὁ Πατέρας πού μέ ἔστειλε δέν τόν ἑλκύσει.
Κι ἀκόμη: ὄχι μόνο τό νά εἶναι κανείς χριστιανός συνιστᾶ μία ὑπέρ φύσιν χαρισματική κατάσταση, ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ διαπίστωση τῆς κατάστασης αὐτῆς σημαίνει ἐξίσου χάρη Κυρίου. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ ἀπόστολος Βαρνάβας, σταλμένος ἀπό τήν ᾽Εκκλησία τῶν ῾Ιεροσολύμων, βλέπει τήν χάρη τοῦ Θεοῦ στούς πιστούς τῆς ᾽Αντιόχειας, διότι καί ὁ ἴδιος βρισκόταν μέσα σέ αὐτήν. Κανείς δέν βλέπει κάτι ἄν δέν τό ἔχει. ῾Ο Βαρνάβας λοιπόν ῾ἀνήρ ἀγαθός καί πλήρης Πνεύματος ῾Αγίου καί πίστεως᾽ ἔβλεπε αὐτό πού εἶχε. Πρόκειται γιά μία καίρια ἀλήθεια τῆς πίστης μας, τήν ὁποία ἀδιάκοπα ὁμολογοῦμε στήν ᾽Εκκλησία μας: ῾ἐν τῷ φωτί Σου, Κύριε, ὀψόμεθα φῶς᾽. Μέ τό φῶς Σου, Κύριε, θά δοῦμε τό φῶς Σου. Χωρίς τό φῶς καί τήν χάρη τοῦ Θεοῦ δέν βλέπουμε τίποτε πέρα ἀπό σκοτάδι. Μέ τό φῶς καί τήν χάρη βλέπουμε ἐκεῖ πού ὑπάρχουν αὐτά.
3. ῾Παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ᾽: ὁ Βαρνάβας τούς συμβούλευε ὅλους νά μένουν ἀφοσιωμένοι στόν Κύριο μέ ὅλη τους τήν καρδιά. ῾Η χαρισματική αὐτή κατάσταση πίστης στόν Χριστό ὡς ζωῆς δέν εἶναι γεγονός μίας στιγμῆς ἤ ὁρισμένου μόνο χρονικοῦ διαστήματος. ᾽Απαιτεῖται διαρκής ἀγώνας ἐμμονῆς στόν Κύριο μέ ὅλον τόν ἐσωτερικό μας κόσμο –  πού σημαίνει ἀγώνα τηρήσεως τῶν ἁγίων ἐντολῶν Του, μέσα ἀπό τίς ὁποῖες φανερώνεται ὁ ῎Ιδιος στήν ζωή μας – διότι τήν σχέση μας μέ τόν Θεό τήν κρατοῦμε τήν κάθε μας στιγμή ὡς σχέση ἀγάπης. ῞Οπως γιά παράδειγμα στήν συζυγία τοῦ ἄνδρα μέ τήν γυναίκα χρειάζεται διαρκής ἔγνοια  καί προσπάθεια νά παραμένει τό κάθε μέλος ἐν ἀγάπῃ ἀπέναντι στό ἄλλο προκειμένου νά διατηρεῖται καί νά αὐξάνει ἡ σχέση καί ἡ ἀγάπη, τό ἴδιο καί πολύ περισσότερο στήν σχέση μέ τόν Θεό. Δέν ὑπάρχουν διαλείμματα καί διακοπές στήν σχέση αὐτή. Τυχόν ὀπισθοχώρηση στήν ἀφοσίωση πρός τόν Κύριο σημαίνει ἐκτροπή ἀπό Αὐτόν καί ἐναντίωση πρός Αὐτόν. Κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: ῾ὁ μή ὤν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι καί ὁ μή συνάγων μετ᾽ ἐμοῦ σκορπίζει᾽. ῾Ο χριστιανός ἀπό τήν ἄποψη αὐτή εἶναι χριστιανός ὄχι μόνο ἀπό τήν πιθανή ἁπλή δήλωση τῆς ἰδιότητάς του, ὄχι ἀσφαλῶς ἀπό ἕνα ἔγγραφο ἀποδεικτικό τῆς ταυτότητάς του (μολονότι στήν ἐποχή μας καί αὐτό ἴσως συνιστᾶ ὁμολογία πίστεως), ἀλλά ἀπό τό ποῦ βρίσκεται τήν κάθε στιγμή ἡ καρδιά του. Τό ῾προσμένειν τῷ Κυρίῳ τῇ προθέσει τῆς καρδίας᾽ τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα ἀποτελεῖ ὑπομνηματισμό τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου ῾ὅπου ὁ θησαυρός ὑμῶν ἐκεῖ καί ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται᾽. ῎Αν ὁ Κύριος εἶναι ἤ ὄχι ὁ θησαυρός μας φαίνεται ἀπό τό τί κρατοῦμε ὡς περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς μας.
4. ῾συναχθῆναι ἐν τῇ ᾽Εκκλησίᾳ᾽: οἱ ἀπόστολοι Βαρνάβας καί Παῦλος συμμετεῖχαν στίς συνάξεις τῆς ᾽Εκκλησίας. Στίς συνάξεις αὐτές συναντοῦσαν τούς χριστιανούς, μετεῖχαν στήν Θεία Λειτουργία, δίδασκαν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό βεβαίως θά πεῖ περαιτέρω ὅτι ὁ χριστιανός εἶναι χριστιανός ἀπό τόν βαθμό τῆς ἐκκλησιαστικότητάς του. Δέν ὑπάρχει ἀτομικός χριστιανισμός. Δέν ὑπάρχει ἀτομική σχέση μέ τόν Θεό, παρά μόνον ἄν ἡ σχέση αὐτή ἀποτελεῖ προέκταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. ῾Ο ἀπόστολος Θωμᾶς – ἄς θυμηθοῦμε – ὅσο βρισκόταν ἀπομονωμένος στό σπίτι του ἐκτός τῆς συνάξεως τῶν ἄλλων ἀποστόλων δέν εἶχε τήν εὐλογία τῆς παρουσίας σ᾽ αὐτόν τοῦ Κυρίου. Τοῦ φανερώθηκε ὁ ἀναστημένος Κύριος μόλις πῆγε μέ τούς ἄλλους. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος κατεξοχήν θεολόγησε περί τῆς συνάξεως τῶν πιστῶν ὡς μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου. Εἴμαστε ὡς βαπτισμένοι στόν Κύριο μέλη τοῦ ἁγίου σώματός Του καί μέλη ἀλλήλων. ᾽Εκτός ᾽Εκκλησίας λοιπόν, ἐκτός τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου, ποῦ θά βρεῖ κανείς τόν Κύριο; ῾Ο ῎Ιδιος καθόρισε τήν εὐλογημένη αὐτή πραγματικότητα, γι᾽ αὐτό καί ἤδη ἀπό τούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους ἴσχυε τό τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ ῾unus christianus, nullus christianus’, ἕνας χριστιανός κανένας χριστιανός. Εἶμαι χριστιανός λοιπόν σημαίνει ζῶ τήν ἐκκλησιαστική ζωή καί στήν ἐκκλησιαστική ζωή ζῶ τήν πνευματική χριστιανική ζωή. ᾽Εκεῖ ζῶ καί ἀναπνέω τόν Χριστό μου καί μαζί μέ Αὐτόν ὅλην τήν Παναγία Τριάδα, γενόμενος κατοικητήριο Αὐτῆς.
5. ῾Τῶν δέ μαθητῶν καθώς ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ ᾽Ιουδαίᾳ ἀδελφοῖς᾽: Οἱ χριστιανοί στήν ᾽Αντιόχεια ἀποφάσισαν νά στείλουν βοήθεια στούς ἀδελφούς πού κατοικοῦσαν στήν ᾽Ιουδαία (λόγω ἐπερχομένου μεγάλου λιμοῦ στήν οἰκουμένη) ὅ,τι μποροῦσε ὁ καθένας. ᾽Εκεῖνο πού σφραγίζει τήν ἀληθινή ταυτότητα τοῦ χριστιανοῦ καί ἐπιβεβαιώνει τήν ἀλήθεια τῆς πίστης του στόν Κύριο, τήν ὕπαρξη τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ σ᾽ αὐτόν, τήν γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ζωῆς, εἶναι ἡ κινητοποίησή του στό θέμα τῆς ἀγάπης. Εἶναι γνωστό σέ ὅλους ὅτι ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς χριστιανικότητας κάποιου εἶναι ἡ ὕπαρξη τῆς ἀγάπης στήν καθημερινότητά του. ῾᾽Εν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε– εἶπε ὁ Κύριος – ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις᾽. Χωρίς ἀγάπη ὅλα τά προαναφερόμενα ὡς γνωρίσματα τοῦ χριστιανοῦ εἶναι μάταια καί ἕωλα. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος γιά νά καταδείξει τήν ἀλήθεια αὐτή φτάνει σέ διατυπώσεις θεωρούμενης ὑπερβολῆς, χωρίς νά εἶναι ὑπερβολή: ῾Καί ἐάν παραδώσω τό σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν ὠφελοῦμαι᾽. Καί μάρτυρας τῆς πίστεως νά γίνει κανείς, ἄν δέν ἔχει ἀγάπη, τό μαρτύριό του εἶναι χωρίς ἀντίκρυσμα. Κι εἶναι εὔλογο: πῶς μπορῶ χωρίς ἀγάπη νά εἶμαι μαθητής ᾽Εκείνου, ὁ ῾Οποῖος ῾ἀγάπη ἐστί᾽; ῾῾Ο Θεός ἀγάπη ἐστί καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ᾽. Καί ἀγάπη σημαίνει βεβαίως ὄχι ἁπλῶς λόγια συμπάθειας (ἀπαραίτητα κι αὐτά), ἀλλά ἔμπρακτη φανέρωση τῆς ἀγάπης στόν πόνο καί τήν δοκιμασία τοῦ συνανθρώπου. ῞Οπως τό ἔδειξε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί μέ τήν ζωή Του καί μέ τόν λόγο Του. ῾᾽Επείνασα καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψασα καί ἐποτίσατέ μοι...᾽.
γ. Στήν ζωή τῶν χριστιανῶν τῆς ᾽Αντιόχειας – καί ὄχι μόνον αὐτῶν ἀσφαλῶς – βλέπουμε τό τί σημαίνει χριστιανός. Πρόκειται γι᾽ αὐτό πού εἶπε μεταξύ ἄλλων ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος: ῾χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώποις᾽. Μία φανέρωση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο.  Δέν ξέρουμε πόσο εὔκολα μποροῦμε μετά τά παραπάνω νά σπεύδουμε νά δηλώνουμε τήν χριστιανική μας ταυτότητα. Δέν ξέρουμε μήπως ἡ δήλωσή μας αὐτή συνιστᾶ πολλές φορές πρόκληση ῾βλασφημίας ἐν τοῖς ἔθνεσι᾽. Μήπως τό καλύτερο πού ἔχουμε νά κάνουμε  στούς καιρούς πού ζοῦμε εἶναι νά κλαῖμε τίς ἁμαρτίες μας καί τίς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου μας; ῎Ισως περισσέψαμε οἱ δάσκαλοι τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καί τό κρίμα Κυρίου ἐπικρέμαται πάνω ἀπό τίς κεφαλές μας…
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2014

Οὐκέτι διά τήν σήν λαλιάν πιστεύομεν…(᾽Ιωάν. 4, 42)
α. Ὁ Κύριος στό σημερινό Εὐαγγέλιο συναντᾶται μέ μιά γυναίκα Σαμαρείτιδα, ῾παρά τό φρέαρ τοῦ ᾽Ιακώβ᾽, καί παρ’ ὅλο πού πρόκειται ὄχι καί τόσο γιά μιά ῾ἠθική᾽ περίπτωση – μέ πέντε ἄνδρες στό παρελθόν της καί μ᾽ ἕναν πού συζεῖ χωρίς νά εἶναι ὁ κανονικός της ἄνδρας – τῆς ἀποκαλύπτει βασικές ἀλήθειες περί τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ καί τοῦ τρόπου πού πρέπει κανείς νά Τόν λατρεύει καί νά Τόν προσκυνᾶ. Προφανῶς ἐκτιμώντας ὄχι βεβαίως τήν ἠθική της κατάσταση – ἐμμέσως ἀσκεῖ ἔλεγχο γι᾽ αὐτήν – ἀλλά τήν ἀναζήτησή της, ὅπως φανερώνεται ἀπό τά ἐρωτήματα πού τήν ἀπασχολοῦν καί πού τά θέτει ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, μόλις ἀντιλαμβάνεται ὅτι τῆς μιλᾶ ὡς προφήτης. Εἶναι τέτοιος μάλιστα ὁ συγκλονισμός της ἀπό αὐτά πού τῆς ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος τόσο γιά τήν προσωπική της ζωή, ὅσο καί γιά τόν Θεό, καί μάλιστα ὅτι ὁ ῎Ιδιος εἶναι ὁ ἐρχόμενος Μεσσίας, ὥστε σπεύδει νά καταθέσει τή μαρτυρία της αὐτή καί στούς συμπατριῶτες της στή Σαμάρεια, οἱ ὁποῖοι θεωρώντας ἀξιόπιστο τόν λόγο της ἀνταποκρίνονται καί προσέρχονται στόν ᾽Ιησοῦ. Κι ἐνῶ πρό καιροῦ εἶχαν ἀρνηθεῖ νά Τόν δεχθοῦν μαζί μέ τούς μαθητές Του στήν πόλη τους, τώρα καί Τόν πλησιάζουν καί Τόν ἀκοῦνε, ἀλλά καί Τόν παρακαλοῦν νά μείνει μαζί τους. Πρός τή γυναίκα δέ πού αὐτή στήν οὐσία τούς κάλεσε, τή μετέπειτα ἁγία μεγαλομάρτυρα Φωτεινή τήν ἰσαπόστολο, γύριζαν καί τῆς ἔλεγαν: ῾οὐκέτι διά τήν σήν λαλιάν πιστεύομεν, αὐτοί γάρ ἀκηκόαμεν καί οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτήρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός᾽.
β. 1. Κι αὐτή εἶναι ἡ συνήθης διαδικασία στό γεγονός τῆς πίστεως: κάποιος προσέρχεται στόν Χριστό, διότι ἕνας ἄλλος, γνωστός τίς περισσότερες φορές, καταθέτει μιά προσωπική μαρτυρία περί Αὐτοῦ. ᾽Εν προκειμένῳ ἡ ῾λαλιά᾽ τῆς Σαμαρείτιδας ἀποτέλεσε τό ἔναυσμα γιά νά προκληθεῖ τό ἐνδιαφέρον τῶν συμπατριωτῶν της γιά τόν ᾽Ιησοῦ ὡς Μεσσία. Παρομοίως κινήθηκαν καί οἱ πρῶτοι μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Μετά τή δική τους κλήση ἀπό ᾽Εκεῖνον ἔνιωσαν τήν ἀνάγκη νά καλέσουν καί ἄλλους, σάν τόν ἀπόστολο ᾽Ανδρέα πού ἔσπευσε στόν ἀδελφό του Σίμωνα, τόν μετέπειτα ἀπόστολο Πέτρο, σάν τόν Φίλιππο πού κάλεσε τόν ἀδελφικό του φίλο Ναθαναήλ. Στήν ἱστορία μάλιστα τῆς ᾽Εκκλησίας διαπιστώνουμε ὅτι σ᾽ ἕνα μεγάλο ποσοστό ἡ πρώτη κλήση γιά τόν Χριστό σέ πολλές περιοχές ὀφείλετο σέ ἁπλούς πιστούς, πού ἔχοντας τήν ἐμπειρία τῆς συνάντησής τους μέ τόν Χριστό, θέλησαν νά μοιραστοῦν τή χάρη καί τή χαρά αὐτή. Δέν κινήθηκαν ὡς ῾ἐπαγγελματίες᾽ ἱεραπόστολοι, ὡς ῾καπηλεύοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ᾽ (Β´Κορ. 2, 17) κατά τόν ἀπ. Παῦλο, ἀλλ᾽ ὡς ἄνθρωποι πού δέν μποροῦσαν νά συγκρατήσουν τή χαρά τους: ἕνα ξέσπασμα τοῦ πληρώματος τῆς καιομένης καρδίας τους νά μοιραστοῦν μέ τούς ἄλλους ὅ,τι βρῆκαν ὡς θησαυρό στή ζωή τους. ῾Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς,… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν᾽, ὅπως γράφει καί ὁ ἀπ. ᾽Ιωάννης στήν Α´ Καθολική ἐπιστολή του (1, 1-3).
2. Στήν πραγματικότητα, ἡ κατάθεση τῆς μαρτυρίας κάποιου γιά τόν Χριστό, πού λειτουργεῖ καί ὡς κλήση τῶν ἀκουόντων, κατανοεῖται ὡς κλήση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανό Του τόν μάρτυρα αὐτόν. Ὅπως εἶπε ὁ Κύριος στούς μαθητές Του: ῾Καί ὑμεῖς μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ᾽ ἀρχῆς μετ᾽ ἐμοῦ ἐστε ᾽ (᾽Ιωάν. 15, 27). Μέ ἄλλα λόγια ὁ κάθε πιστός στόν Χριστό, πού ἔχει γευτεῖ τή γλυκύτητα τῆς παρουσίας Του στή ζωή του, γίνεται μέτοχος τῆς μαρτυρίας τοῦ Θεοῦ Πατέρα, πού ξεκινᾶ ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν πρῶτο μάρτυρα ᾽Εκείνου τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό – ῾ἐγώ ἦλθον ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ᾽ (᾽Ιωάν. 18, 37) – καί συνεχίζεται καί ἁπλώνεται μέσα πιά ἀπό τούς πιστεύοντες σ᾽ Αὐτόν. ῾Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ Πατήρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽ (᾽Ιωάν. 6, 44). ῎Ετσι καί στήν περίπτωση τῆς Σαμαρείτιδας: γίνεται, ἐν ἀγνοίᾳ της στή φάση αὐτή, τό ὄργανο τοῦ Θεοῦ γιά νά καλέσει μέσα ἀπό τήν προσωπική της ἐμπειρία καί τούς ἄλλους Σαμαρεῖτες. Καί βεβαίως δέν σταμάτησε μόνον ἐκεῖ: μετά τήν πλήρη ἐνσωμάτωσή της στόν Χριστό διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, κινήθηκε ἱεραποστολικά μέσα στά ὅρια τῆς Σαμαρείας, ἀλλά καί ἀλλοῦ. Καί ἐπισφράγισε τήν ὅλη ἐν Χριστῷ πορεία της μέ τό μαρτύριο τοῦ αἵματός της, ἀφοῦ στό διωγμό τοῦ Νέρωνα, λίγο μετά τό ἥμισυ τοῦ 1ου μ.Χ. αἰ., καί αὐτή ἀλλά καί σχεδόν ὅλοι οἱ συγγενεῖς της ἔδωσαν τή ζωή τους πρός χάρη τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ.
3. Οἱ Σαμαρεῖτες λοιπόν, γιά νά ἐπανέλθουμε, πίστεψαν σέ πρώτη φάση ἀπό τό λόγο τῆς μετέπειτα ἁγίας Φωτεινῆς. Προχώρησαν ὅμως καί στή δεύτερη φάση τῆς πίστεως, στήν προσωπική ἐμπειρία: ῾αὐτοί γάρ ἀκηκόαμεν καί οἴδαμεν᾽. Κι ἄν κανείς δέν φτάσει σ᾽ αὐτό τό δεύτερο βῆμα: ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς νά γίνει αὐτηκοΐα καί ἐμπειρία ζωῆς, δέν ὁλοκληρώνει ποτέ τή δυναμική πορεία τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Θά παραμένει πάντοτε σ᾽ ἐπίπεδο νηπιακό, πού σημαίνει ὅτι ἡ διψυχία καί ἡ ὀλιγοπιστία, μέ τά ἀποτελέσματα τῆς ἀκαταστασίας (Πρβλ. ᾽Ιακ. 1,8 ), θά ταλαιπωροῦν τήν ὅλη ζωή του, γιά νά φτάσει κατά πᾶσα πιθανότητα σέ πλήρη ἄρνηση αὐτῆς ἤ σέ μιά πίστη θρησκευτικοῦ τύπου, πού συνιστᾶ μιά ἐπιφανειακή ἰδεολογία καί πού βεβαίως δέν ἔχει τή δύναμη νά ἀλλοιώσει θετικά τή ζωή του. Κι αὐτό φαίνεται νά εἶναι καί τό δράμα πολλῶν συγχρόνων Χριστιανῶν: παραμένουν μόνον σ᾽ ὅ,τι ἄκουσαν καί ἔμαθαν καί ἀποδέχτηκαν ἀπό τούς γονεῖς τους ἤ κάποιους ἄλλους ἀνθρώπους στά πρῶτα τους χρόνια καί δέν θέλησαν αὐτήν τήν πρώτη πίστη πού παρέλαβαν νά τήν κάνουν καί δική τους ἐμπειρία καί δικό τους βίωμα. ῎Ετσι παρέμειναν καί παραμένουν ἀκόμη Χριστιανοί κατ᾽ ὄνομα, ὁπότε ἰσχύει καί γι᾽ αὐτούς ὅ,τι ὀνόμασε ὁ ἁγιασμένος Γέροντας Παΐσιος ῾σύνδρομο τοῦ ἄδειου σακκιοῦ᾽. ῎Ανθρωποι δηλαδή πού ἐντάχθηκαν μέν στόν χριστιανισμό διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀλλά πού δέν ἐνεργοποίησαν καθόλου τή χαρισματική αὐτή κατάσταση.
 4. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος βέβαια ἔχει ἀποκαλύψει τί γίνεται σ᾽ αὐτές τίς περιπτώσεις καί ἡ ἀποκάλυψή Του αὐτή ἠχεῖ πολύ φοβερά καί ζοφερά: πρόκειται γιά τούς ῾πιστούς᾽ πού γίνονται μέν κλαδιά στό δένδρο ᾽Εκείνου, κλήματα στό ἀμπέλι Του, ἀλλά μή παραμένοντας ἑνωμένοι μαζί Του διά τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν καί τῆς συμμετοχῆς τους συνεπῶς στήν ἐν μετανοίᾳ Θεία Εὐχαριστία, ξηραίνονται καί ἀποκόπτονται καί εἰς πῦρ βάλλονται (Πρβλ. ᾽Ιωάν. 15, 1ἑξ.). Στήν περίπτωση ἀπό τήν ἄλλη πού ἕνας πιστός ἀποκτήσει προσωπική σχέση μέ τόν Χριστό, γίνει αὐτήκοός Του καί νιώθει τήν παρουσία Του στή ζωή του, πού σημαίνει ὅτι ἔχει ὀρθά ἐκκλησιοποιηθεῖ, ζώντας ὡς μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τήν ἁγία Του ᾽Εκκλησία, τότε θά διαπιστώνει διαρκῶς ὅτι ἡ ἔκπληξη ἀπό τήν ἀδιάκοπα παρεχόμενη χάρη τοῦ Θεοῦ σ᾽ αὐτόν θά εἶναι μιά μόνιμη κατάσταση. Θά ὁδεύει πάντοτε ῾ἐκ πίστεως εἰς πίστιν καί ἀπό δόξης εἰς δόξαν᾽, δεδομένου ὅτι ἡ ἐμπειρία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μιά ἀτέλεστη πορεία, μιά συνεχής αὔξηση σ᾽ ἐπίπεδα θεώσεως, κάτι πού μᾶς φανερώνουν, συνεσκιασμένα καί ταπεινά, οἱ ἅγιοί μας.
γ.  Κρίμα πάντως νά  εἶναι ῾στό χέρι μας᾽ ἡ δύναμη καί ἡ χαρά τῆς προσωπικῆς πίστεως στόν Χριστό, αὐτῆς πού συνιστᾶ καί τή λύση ὅλων τῶν οὐσιωδῶν προβλημάτων τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, κι ἐμεῖς νά μένουμε στά ῾ξυλοκέρατα᾽ τῶν πρώτων βημάτων τῆς πίστεως τῶν ἀρχαρίων.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΝΙΑ (17 ΜΑΪΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2014

«Αυτός ο απόστολος του Κυρίου, αφού διέτρεξε σαν να είχε φτερά όλη την οικουμένη, ξερίζωσε εκ βάθρων κάθε πλάνη με το κήρυγμά του γιά τον Χριστό, έχοντας ακόλουθό του και την υπερθαύμαστη Ιουνία, η οποία είχε νεκρωθεί ήδη για τον κόσμο και ζούσε μόνο για τον Χριστό. Αποτέλεσμα της δράσης τους αυτής ήταν να ελκύσουν στη γνώση του Θεού πολλούς ανθρώπους, προκαλώντας έτσι την καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών. Όπου πήγαν οικοδόμησαν  θείες εκκλησίες, αποδίωξαν από τους ανθρώπους ακάθαρτα πνεύματα και θεράπευσαν ανίατα πάθη. Στο τέλος, ως άνθρωποι, έφυγαν από τη ζωή αυτή. Αυτούς τους αποστόλους τους θυμάται ο απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του. ῾Χαιρετήστε – λέγει – τον Ανδρόνικο και την Ιουνία τους συγγενείς μου, οι οποίοι και πριν από εμένα έγιναν χριστιανοί’».

Η συγγένεια του αποστόλου Παύλου προς τους σήμερα εορταζομένους αποστόλους Ανδρόνικο και Ιουνία, όπως και η πριν από αυτόν ένταξή τους στην Εκκλησία ως μέλη Χριστού, είναι από τα σημεία που θίγει έντονα ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ, διότι τα βλέπει να προβάλλονται από τον ίδιο τον Παύλο ως αποδεικτικά της σπουδαίας θέσης αυτών στην Εκκλησία. Ο απόστολος Παύλος δηλαδή μνημονεύοντας ιδιαιτέρως τους αγίους Ανδρόνικο και Ιουνία στην προς Ρωμαίους επιστολή δείχνει ότι πρόκειται περί αποστόλων που κατέχουν επίσημη θέση στην Εκκλησία. ῾Σας επισήμους πράγματι μεταξύ των Αποστόλων ο μακάριος Παύλος σας ανακηρύττει στην Εκκλησία, μακάριοι᾽(῾Ως επισήμους όντως εν αποστόλοις υμάς ο μακάριος Παύλος ανακηρύττει εν τη Εκκλησία, μακάριοι᾽) (ωδή ε´). ῾Σε τιμάμε τώρα, μαζί με τον Παύλο, εμείς που μαζευτήκαμε με πίστη, Ανδρόνικε, ως συγγενή του Παύλου, που έγινες μαθητής του Χριστού και πριν από αυτόν᾽(῾Ως συγγενή σε Παύλου και προ αυτού μαθητήν χρηματίσαντα, συν αυτώ νυν τιμώμεν, πίστει συνελθόντες, Ανδρόνικε᾽) (ωδή ε´). Κι είναι ευνόητο: αν ένας μέγας άγιος και μέγας απόστολος σαν τον απόστολο Παύλο εκθειάζει κάποιους, σημαίνει ότι αυτοί οι κάποιοι δεν είναι τυχαία πρόσωπα. Μόνον ένας άγιος με οξυμμένα τα πνευματικά κριτήριά του μπορεί να βλέπει την πνευματική κατάσταση των άλλων, όπως εν προκειμένω ο Παύλος για τους Ανδρόνικο και Ιουνία. Ο ίδιος ο απόστολος Παύλος το έχει πει: ῾ο πνευματικός πάντα ανακρίνει, αυτός δε υπ᾽ ουδενός ανακρίνεται᾽. Ο πνευματικός άνθρωπος, αυτός δηλαδή που έχει το Πνεύμα του Θεού, μπορεί να διακρίνει και να ελέγχει τα πάντα, ο ίδιος όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί από οποιονδήποτε μη πνευματικό. Αυτό λοιπόν τονίζει και ο άγιος Ιωσήφ: ῾Ο θείος απόστολος Παύλος, εκθειάζοντάς σας λαμπρότατα με θεϊκούς επαίνους, προβάλλει στους πιστούς τη γενναιότητά σας, λέγοντας ότι αποδειχτήκατε μαθητές του Θεού Λόγου πριν από αυτόν και συγγενείς του ίδιου᾽(῾Παύλος ο θείος Απόστολος, θείοις επαίνοις υμάς εκθειάζων λαμπρότατα, τοις πιστοίς παρίστησι την υμών γενναιότητα, προ τούτου λέγων αποδειχθήναι υμάς Θεού του Λόγου μαθητάς᾽) (στιχηρό εσπερινού). 

Η σεβαστική αυτή στάση του αποστόλου Παύλου προς τους συγγενείς του αγίους Ανδρόνικο και Ιουνία, στάση που προεκτείνεται και σε όλο το πλήρωμα πια των πιστών,  προφανώς οφείλεται αφενός στο γεγονός ότι οι άγιοι αυτοί απόστολοι υπήρξαν πράγματι άγιοι ως ῾του Λόγου υπήκοοι᾽(στιχηρό εσπερινού), αφού ῾όλες τις κινήσεις του νου τους τις κατεύθυναν με χαρά στην εφαρμογή των θελημάτων του Θεού᾽(῾Ίθυνας του νοός σου πάσας τας κινήσεις, ιερώτατε, προς Θεού θελημάτων αποπλήρωσιν χαίρων, Ανδρόνικε᾽) (ωδή α´) – αυτός είναι ο άγιος: ο πιστός που ολόκληρο τον εαυτό του τον αναφέρει στον Θεό και στην τήρηση του αγίου θελήματός Του – αφετέρου στο γεγονός ότι ο Ανδρόνικος, αλλά και η Ιουνία ασφαλώς ῾αξιώθηκε να δει, με τον αγώνα του να νεκρώσει τα αμαρτωλά φρονήματά του, τη ζωή των ζώντων, δηλαδή τον Χριστό τον Θεό μας ως άνθρωπο επί της γης᾽(῾Νεκρώσας τα μέλη σου αγωνίσμασι, την ζωήν κατηξίωσαι των ζώντων θεάσασθαι επί γης σαρκοφόρον, Χριστόν τον Θεόν ημών᾽) (ωδή γ´), όπως και υπήρξαν μέτοχοι της φωτιάς του αγίου Πνεύματος που έπνευσε και σ᾽αυτούς κατά την Πεντηκοστή, φωτιά που περιέφεραν έπειτα στην άσκηση της ιεραποστολικής διακονίας τους. ῾Έγινες πυρίπνοος του θείου Πνεύματος με την καθαρή διάνοιά σου, απόστολε, περιφέροντας τη θέρμη της φωτιάς αυτής και φλέγοντας το αγκάθι της πλάνης᾽(῾Πυρίπνοος γέγονας θείου Πνεύματος, καθαρά διανοία σου, την θέρμην, απόστολε, περιφέρων και φλέγων της πλάνης την άκανθαν᾽) (ωδή γ´).

Οι εκτιμήσεις του αγίου Ιωσήφ ότι οι άγιοι ῾νέκρωσαν τα αμαρτωλά φρονήματά τους για να δουν τον Χριστό᾽ και ότι ῾περιέφεραν τη θέρμη της φλόγας του Παρακλήτου᾽ έχουν ιδιαίτερη σημασία και για τη δική μας ζωή. Κανείς δηλαδή δεν μπορεί να δει τον Χριστό, όχι βεβαίως ῾σαρκοφόρον επί γης᾽, αλλά εν Πνεύματι αισθητά στην καρδιά του, αν δεν κάνει έναν αγώνα, ασφαλώς με τη χάρη του Χριστού και μέσα στην Εκκλησία,  για νέκρωση του αμαρτωλού φρονήματός του, διότι ῾ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν᾽, όπως και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι πράγματι έλαβε αυτόν τον Χριστό μέσα του, αν δεν βρίσκεται σε θερμότητα η καρδιά του, ως προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Παγωμένη καρδιά, δηλαδή καρδιά που δεν έχει αγάπη, συνεπώς θέρμη αγίου Πνεύματος, έστω κι αν υπάρχει ομολογία πίστεως, δεν έχει και Χριστό. Ο Χριστός βρίσκεται πάντοτε και μόνον εκεί που περιφέρεται η θέρμη της φλόγας του Πνεύματος του Θεού, η ζωντανή αγάπη. 

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ (16 ΜΑΪΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2014

«Ο όσιος Θεόδωρος ο ηγιασμένος, ο οποίος άκμασε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363 μ.Χ.) καταγόταν από την Αίγυπτο και γεννήθηκε από γονείς πλούσιους. Σε νεαρή ηλικία ακολούθησε τον όσιο Παχώμιο στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου και εντάχτηκε υπό την πνευματική καθοδήγησή του, ενώ αναδείχτηκε ένας από τους πιο αγαπητούς μαθητές αυτού. Πιστός μιμητής του διδασκάλου του στον μοναχικό βίο, τον διαδέχτηκε μετά την κοίμησή του στην ηγουμενία της Μονής. Για την αγνότητα του βίου του και την αγιοσύνη του προικίστηκε από τον Θεό  με τη χάρη της θαυματουργίας. Για την τέλεια  δε ψυχική και σωματική καθαρότητά του έλαβε τον τίτλο ῾Ηγιασμένος᾽. Ο όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε εν ειρήνη το 367 μ.Χ.» (Από το ιστολόγιο ῾ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ’)

Η καταγωγή του οσίου Θεοδώρου από την Αίγυπτο γίνεται η πρώτη αφορμή για τον εκκλησιαστικό ποιητή, προκειμένου να προβάλει την αλλαγή που έφερε στον κόσμο ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ήδη σημειώνει ότι ο μεγάλος σημερινός άγιος, όπως και όλοι οι πριν και μετέπειτα από αυτόν άγιοι του Θεού στην Αίγυπτο, προορίστηκαν από τον Χριστό να γίνουν άγιοι, αφότου από παλιά κατέβηκε στην Αίγυπτο και προβλέποντας ως Θεός την ανταπόκριση στην κλήση Του τους κάλεσε και τους έσωσε και τους δόξασε, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου (Ρωμ. 8). ῾Αυτός που περπατά στα σύννεφα ως Δεσπότης Θεός, όταν κατέβηκε πριν στην Αίγυπτο σε ανάλαφρο σύννεφο,  προόρισε για τη δόξα Του τους πιστούς που θα ανταποκρίνονταν στην κλήση Του, δηλαδή τους εκλεκτούς που έλαμψαν αργότερα και θα αρπάζονταν ως θεόφρονες σε νεφέλες, μεταξύ των οποίων είναι ο Θεόδωρος ο αγιασμένος Πατέρας μας᾽(῾Νέφει την επίβασιν αυτού τιθείς ως Δεσπότης, εν νεφέλη κούφη πριν καταβάς εις Αίγυπτον τους εκλάμψαντας εκλεκτούς προώρισε, τους αρπαζομένους εν νεφέλαις ως θεόφρονας, μεθ᾽ ων Θεόδωρος ο Ηγιασμένος Πατήρ ημών᾽) (στιχηρό εσπερινού). Οπότε το συμπέρασμα είναι προφανές: ῾Η Αίγυπτος, η οποία προηγουμένως κατεχόταν από δαιμονικές τελετές και πάθη, τώρα γίνεται ωραία από τα τάγματα των ασκητών᾽(῾Αίγυπτος η πρότερον δαιμονικαίς μαινομένη τελεταίς και πάθεσιν, ασκητών νυν τάγμασιν ωραΐζεται᾽) (στιχηρό εσπερινού). Κι αυτό βεβαίως σημαίνει: όπου έχουμε παρουσία της χάρης του Θεού, εκεί εξαφανίζεται η όποια δύναμη των δαιμόνων, συνεπώς η προηγούμενη δυσωδία και δυσμορφία γίνεται ευωδία και ευμορφία. Ο Θεός κάνει παράδεισο με άλλα λόγια τον κάθε τόπο, αρκεί να υπάρχουν οι άνθρωποι που θα θελήσουν να ανταποκριθούν με καλή προαίρεση στην κλήση Του.

Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, ο οποίος μόλις την προηγουμένη ημέρα ύμνησε τους άθλους και την αγιότητα του μεγάλου Παχωμίου, δεν ήταν δυνατόν να μην εξυμνήσει και το πνευματικό τέκνο αυτού, τον όσιο Θεόδωρο. Μεγάλος ο Παχώμιος, μεγάλος εξ ίσου και ο Θεόδωρος. Γιατί; Διότι ο Θεόδωρος, ως γνήσιος μαθητής και υποτακτικός του διδασκάλου του, τον ακολούθησε με γνησιότητα σε όλες τις ασκητικές διαγωγές του. ῾Έγινες ομόσκηνος του θείου Παχωμίου και ακολούθησες με ζήλο τους τρόπους του, Πάτερ θεόφρον Θεόδωρε, μιμούμενος την εγκράτειά του και την ορθόδοξη πίστη του᾽(῾Ομόσκηνος Παχωμίω τω θείω γενόμενος, τους τρόπους εζήλωσας, Πάτερ θεόφρον Θεόδωρε, τούτου την εγκράτειαν και την ορθόδοξον πίστιν εκμιμούμεος᾽) (ωδή δ´). Έτσι η σχέση του Παχωμίου προς τον Θεόδωρο, σχέση Γέροντος προς υποτακτικό, όπως και αντίστροφα,  προβάλλει ως τύπος και παράδειγμα: όπου υπάρχει διάθεση υπακοής εκεί αναδεικνύεται η αγιότητα στο ανώτερο δυνατό σημείο, με την έννοια ότι και ο Γέροντας παίρνει δύναμη για πνευματική προκοπή, κυρίως όμως ο υποτακτικός ανάγεται στην αγιότητα σχετικά εύκολα, ακολουθώντας τα χνάρια του πνευματικού του.

Ο άγιος Θεοφάνης δεν παύει να εξυμνεί αυτήν τη διάθεση υπακοής του οσίου Θεοδώρου, υπακοής βεβαίως στον Πνευματικό του, στην πραγματικότητα όμως υπακοής στον ίδιο τον Κύριο. Το αγωνιστικό φρόνημά του προκειμένου να τηρεί το θέλημα του Θεού ήταν εξαιρετικό, τόσο που ο υμνογράφος μας τον χαρακτηρίζει ως μάρτυρα. Πολλές φορές έχει ειπωθεί ότι μάρτυρας δεν είναι μόνον αυτός που σε εποχή διωγμών δίνει τη ζωή του, αλλά και σε κάθε εποχή που αγωνίζεται μέχρι θανάτου κατά της αμαρτίας εσωτερικά στη συνείδησή του. ῾Έγινες δυνατός μάρτυρας, γιατί αντιστεκόσουν μέχρι αιμάτων προς την αμαρτία, θεόφρον Θεόδωρε᾽(῾Μάρτυς γεγονώς στερρός προς αμαρτίας μέχρις αιμάτων ανθιστάμενος, θεόφρον Θεόδωρε᾽) (ωδή η´). Κι εκείνο που για τον άγιο Θεοφάνη υπήρξε καθοριστιστικό στοιχείο για το μαρτυρικό φρόνημα κατά της αμαρτίας του οσίου Θεοδώρου ήταν και η αγάπη του για τη μελέτη του νόμου Θεού. Ο όσιος διατηρούσε την ψυχική του καθαρότητα, γιατί οι έννοιες του λόγου Θεού ήταν αυτές που κυριαρχούσαν μέσα στην ψυχή του από  την αδιάκοπη μελέτη του. ῾Μελετώντας τον αγνότατο νόμο του Θεού με επιμέλεια, Πάτερ, έγινες όλος αγνός και καθαρός᾽(῾Μελετών τον νόμον εμμελώς, Πάτερ, τον αγνότατον, όλος αγνός και καθαρός γεγένησαι᾽) (ωδή α´). Είναι καίρια αλήθεια της πίστεως: κανείς δεν μπορεί να ορθοποδεί στην πνευματική ζωή και να αντιστρατεύεται προς την αμαρτία, αν δεν έχει καθημερινή έγνοια του τη μελέτη του λόγου Θεού. Όσο κανείς έχει στη σκέψη και την καρδιά του τον λόγο του Θεού, τόσο και καθαρίζεται από επήρειες δαιμονικές και ψεκτών παθών.

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »