
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Οι πράξεις, οι καταστάσεις και τά επαγγέλματα ως σύμβολα
Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Μαΐου, 2014

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΣΥΣΚΕΥΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑ. (ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Μαΐου, 2014
.jpg)
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, ΤΑ ΖΩΑ ΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑ.
Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Μαΐου, 2014

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, ΤΑ ΦΥΤΑ ΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑ.
Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Μαΐου, 2014

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«ούτοι οι άνθρωποι εκταράσσουσιν ημών την πόλιν» (Πράξ. 16,20).
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαΐου, 2014

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Αρχιμ. Ιωάννης (Ψαρράς) Διονυσιάτης
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαΐου, 2014
+%CE%94%CE%99%CE%9F%CE%9D%CE%A5%CE%A3%CE%99%CE%91%CE%A4%CE%97%CE%A3.jpg)
῞Οταν οἱ δυνάμεις του ἄρχισαν νά τόν ἐγκαταλείπουν ὑπέβαλε τήν παραίτησή του ἀπό τή θέση τοῦ ῾Ιεροκήρυκα καί ἀνεχώρησε γιά τήν ᾽Αρχιεπισκοπή ᾽Αθηνῶν. Κάθε καλοκαίρι δέν παρέλειπε νά ἀνεβαίνει στή γενέτειρά του, τόν Μεσενικόλα Καρδίτσης. ᾽Εκεῖ κάθε Κυριακή, μέ τήν ἄδεια τοῦ οἰκείου ᾽Επισκόπου λειτουργοῦσε καί κήρυττε τόν Θεῖο Λόγο. ῞Ολοι οἱ συγχωριανοί του τόν καμάρωναν καί δόξαζαν τό Θεό πού ἔβγαλε ἀπό τό χωριό τους ἕναν τέτοιο ἅγιο κληρικό καί γι᾽ αὐτό ἔτρεχαν νά πάρουν τήν εὐχή του ὅταν τόν συναντοῦσαν.
Τοῦ ἐκ Μεσενικόλα Καρδίτσης Διονυσιάτου ῾Ιερομονάχου π. ᾽Ιωάννου Ψάρρα πού διηκόνησε σάν ῾Ιεροκήρυκας καί πνευματικός σποριᾶς στή Βοιωτία εἴη αἰωνία ἡ μνήμη.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η αγία Λυδία η Φιλιππησία στο χριστιανικὸ εορτολόγιο.
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαΐου, 2014

Ἡ ἁγία Λυδία ἡ Φιλιππησία, ἐθνική προσὴλυτος ἀπὸ τὰ Θυάτειρα τῆς Φρυγίας καὶ ἔμπορος πορφύρας γιὰ τὴ βαφὴ ὑφασμάτων ἀπὸ μαλλί, ἐξ οὗ καὶ «πορφυροπώλις» (1), μᾶς εἶναι γνωστὴ δύο χιλιάδες τώρα χρόνια ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων καὶ τὸ περιστατικὸ τῆς βάπτισής της ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας, ἀμέσως μετὰ τὴν ἐλευσή του στὴν πόλη αὐτή προερχόμενος ἀπὸ τὴν Τρωάδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας (2).
Ἐξ ἀφορμῆς τοῦ «ἔξω τῆς πόλεως παρὰ ποταμὸν οὗ ἐνομίζετο προσευχὴ εἶναι» (3) διαδραματισθέντος αὐτοῦ γεγονότος, ἀλλὰ καὶ γενικότερα τῆς πίστης τῆς Λυδίας καὶ τῆς προσοχῆς ποὺ ἔδειξε στὰ ὅσα ἄκουγε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ἔμεινε στὴν ἱστορία ὡς ἡ πρώτη Εὐρωπαία χριστιανή (4). Στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας τὸ πρόσωπο αὐτό δὲν ξεχάστηκε, μὲ δεδομένο τὴν ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ὅλων τῶν ἐποχῶν μελέτη τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔξαρση τῆς πίστης τῆς Λυδίας ἀπὸ μεγάλους Πατέρες, ὅπως π.χ. οἱ Μέγας Βασίλειος (5), ἱερὸς Χρυσοστομος (6), Νεῖλος ὁ Ἀσκητής (7), μέγας Φώτιος (8) κ.α (9).
Εἶναι πάντως γεγονὸς ὅτι παρὰ τὴν προβολὴ ἀπὸ τὴν πατερικὴ παράδοση τῆς Λυδίας ὡς παραδείγματος πίστεως καὶ παρὰ τὸ ὅτι καὶ ἄλλα βιβλικὰ πρόσωπα καὶ δὴ καὶ γυναικεῖα, ὅπως π.χ. ἡ Ἀπόστολος Πρίσκιλλα, ἡ μάρτυς Ἀπφία, ἡ Ἀπόστολος Ἰουνία, ἡ κατηχηθεῖσα ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο Θέκλα, ἐντάχθηκαν πολὺ ἐνωρὶς στὸ χριστιανικὸ ἑορτολόγιο (10), ἡ Λυδία ἡ Φιλιππησία ἀναγνωρίσθηκε ἐπίσημα ὡς ἁγία στὴ μὲν Δυτικὴ Ἐκκλησία τὸ 16ο αἰ. (11), στὴ δὲ Ἀνατολικὴ ‘Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐντάχθηκε στὸ Ἁγιολόγιο μόλις τὸ ἔτος 1972 (12).
Ἡ ἐπὶ τόσους αἰῶνες ἀπουσία τῆς Λυδίας τῆς Φιλιππησίας ἀπὸ τὸ χριστιανικὸ ἑορτολόγιο μπορεῖ νὰ στηριχθεῖ σὲ διάφορες αἰτίες. Κατ’ ἀρχὴν ὅλα τὰ βιβλικὰ πρόσωπα καὶ δὴ καὶ αὐτά ποὺ συνεργάσθηκαν μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ συνέβαλαν στὸ ἱεραποστολικό του ἔργο εἶναι γραμμένα «ἐν βίβλῳ ζωῆς» (13). Ὑπάρχουν ἐπίσης χιλιάδες ἤ καὶ ἑκατομμύρια ἄλλα πρόσωπα ποὺ ἁγίασαν στὴ ζωή τους ἤ μαρτύρησαν γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ εἶναι ἄγνωστα στὶς Συναξαριακὲς Συλλογὲς ἤ κάποια ἀπὸ αὐτά τιμῶνται μόνο σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο. Ἡ Ἐκκλησία δὲν θεώρησε ἀναγκαῖο νὰ προβεῖ σὲ ἐπίσημες ἁγιοκατατάξεις ὅλων αὐτῶν, δεδομένου ὅτι τὰ ὀνόματά των «ἐγράφησαν ἐν οὐρανοῖς» (14). Ἄλλωστε ὑπάρχουν ἑορτές, ὅπως π.χ. αὐτή τῶν Ἁγίων Πάντων, ἡ ὁποία καθιερώθηκε τὸν 7ο αἰῶνα (15), προκειμένου νὰ ἑορτάζουν οἱ ἄγνωστοι ἅγιοι. Τὸ Σάββατο δὲ πρὸ τῆς Ἀποκρέω «μνείαν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν».
Πρέπει ἀκόμη νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ μὴ ἔνταξη τῆς ἁγίας Λυδίας στὸ ἑορτολόγιο σχετίζεται προφανῶς τόσο μὲ συγκεκριμένες ἱστορικὲς συγκυρίες, ὅσο καὶ μὲ τὰ κατὰ καιροὺς ἐπικρατήσαντα κριτήρια ἐπίσημης ἀναγνώρισης ἑνὸς ἁγίου. Τοὺς πρώτους αἰῶνες π.χ. προβλήθηκαν οἱ Ἀπόστολοι, οἱ μάρτυρες καὶ οἱ ὅσιοι μοναχοί. Μεταξὺ τῶν μαρτύρων εἶναι καὶ ἡ οἰκογένεια «Φιλητοῦ συγκλητικοῦ καὶ Λυδίας τῆς αὐτοῦ γυναικὸς καὶ τῶν τέκνων αὐτῶν Μακεδὸνος καὶ Θεοπρεπίου» (16). Ἡ οἰκογένεια αὐτή μαρτύρησε ἐπὶ βασιλέως Ἀδριανοῦ, καὶ τιμᾶται στὶς 20 Μαρτίου κατὰ τὸ Συναξάριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (17), κατὰ τὸν ἅγιο δὲ Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη στὶς 27 Μαρτίου (18), ὅπως καὶ στὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία. Ἔχουμε τὴ γνώμη ὅτι τὸ ὄνομα τῆς Λυδίας τῆς Φιλιππησίας πολὺ πιθανὸν νὰ ἐπισκιάσθηκε ἀπὸ τὴ μάρτυρα τῶν πρώτων αἰώνων. Μέχρι σήμερα ἡ μνήμη τῆς μάρτυρος εἶναι ἰσχυρή, ἀποκαλεῖται δὲ Ρωσίδα, μᾶλλον διότι μαρτύρησε στὴ Σλαβονία, ἐνῶ εἶναι βέβαιο πώς καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη. Τὸ ἕνα μάλιστα ἀπὸ τὰ δύο παιδιὰ της λεγόταν Μακεδόνας, προφανῶς πρὸς τιμὴν τῆς Λυδίας τῶν Φιλίππων τῆς Μακεδονίας.
Στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες, καὶ δὴ καὶ κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, κυριαρχοῦν κριτήρια πού δὲν εὐνοοῦν βιβλικὰ πρόσωπα, ἀλλὰ τοὺς ὑπερασπιστὲς τῶν εἰκόνων μοναχοὺς καὶ θεολόγους. Κατὰ τὴν περίοδο ἐπίσης τῶν ἡσυχαστικῶν ἐρίδων ἀργότερα προβάλλονται οἱ ἡσυχαστὲς Πατέρες καὶ ἅγιοι. Οἱ ἱστορικὲς ἐπίσης συγκυρίες πού ἐπικράτησαν στὴ Μακεδονία κατὰ τὴν ἐποχή τῶν Σλαβικῶν ἐπιδρομῶν, τῆς Τουρκοκρατίας καὶ τῶν βουλγαρικῶν κατοχῶν κατὰ τὰ νεότερα χρόνια, δὲν εὐνόησαν τὴν ἁγιοκατάταξη τῆς Λυδίας τῆς Φιλιππησίας (19).
Ἡ σπουδαία ὅμως αὐτή γυναίκα τῆς ὁποίας ἡ μνήμη, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ἔμεινε ζωντανὴ στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ἔπρεπε νὰ τιμηθεῖ κάποτε καὶ ἐπίσημα. Ὅπως, σύμφωνα μὲ τὶς Πράξεις, τιμήθηκε ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεύμα (20), ἔτσι ἔπρεπε νὰ ἀναδειχθεῖ καὶ «ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασι, ἐν θυσὶαις, ἐν ναοῖς, ἐν εἰκονίσμασι» (21). Στὴ Δύση ὁ κατάλληλος καιρὸς ἦλθε τὸν 16ο αἰῶνα. Σὲ ἐποχή προβολῆς βιβλικῶν προσώπων λόγω τῆς ἀντιπαράθεσης τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν μὲ τοὺς Προτεστάντες (22), καὶ στὸ πλαίσιο τῆς ἀναθεώρησης τοῦ Ρωμαϊκοῦ Μαρτυρολογίου ἀπὸ τὸν σπουδαῖο ἱστορικὸ καὶ ἁγιολόγο Βαρόνιο Καίσαρα (23), ἡ Λυδία ἡ πορφυροπώλις (purpararia) ἐντάχθηκε στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας ὡς ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πού πίστεψε στὸ Εὐαγγέλιο στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας («prima omnium credidit Evangelio») (24). Ἡ μνήμη της τιμᾶται στὶς 3 Αὐγούστου (25).
Τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ Λυδία τὴ Φιλιππησία ἀναπτύχθηκε καὶ στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο κατὰ τὸν εἰκοστόν αἰῶνα. Πιστεύουμε ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον αὐτό «βαίνει παράλληλα πρὸς τὶς κατὰ τὴν ἐν λόγῳ περίοδο ἐκδήλωσεις τιμῆς καὶ ἀνάδειξης τῆς προσωπικότητας καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου» (26). Τὸ 1935 π.χ. καὶ κατὰ μίμηση ἀντίστοιχων ἐκδηλώσεων στὴν Ἀθήνα πού εἶχε καθιερώσει ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸς Χρυσόστομος, τιμήθηκε καὶ στοὺς Φιλίππους ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὸ πλαίσιο τοῦ Μ. Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς καὶ μὲ ὕμνους ποὺ συνέταξε ὁ Ἰωάννης Ἀλεξάκης (27).
Κατὰ τὸ διεθνὲς ἐπίσης ἐπιστημονικὸ Συνέδριο ποὺ ὀργάνωσε ἡ ’Εκκλησία τῆς Ἑλλάδος σὲ συνεργασία μὲ τὶς Θεολογικὲς Σχολὲς τὸν Ἰούνιο τοῦ 1951 γιὰ τὴ συμπλήρωση 1900 χρόνων (50-1950) ἀπὸ τὴν ἄφιξη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴν Ἑλλάδα, πραγματοποιήθηκε καὶ ἐπίσκεψη τῶν συνέδρων στοὺς Φιλίππους. Κατὰ τὴν Ἀκολουθία ποὺ τελέσθηκε στὰ ἐρείπια τῆς παλαιοχριστιανικῆς Βασιλικῆς, ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Φιλίππων καὶ Νεαπόλεως κυρὸς Χρυσόστομος ἀπηύθυνε ἐκτενή προσευχὴ στὸν Ἀπόστολο Παῦλο μὲ ἰδιαίτερη ἀναφορὰ καὶ στὴ Λυδία:«Ὁδήγησον ἡμᾶς ἐπὶ τὸν τόπον προσευχῆς, ἵνα τῶν σωτηρίων σου ρημάτων ἐνωτισθῶμεν καί, ὡς ἡ Λυδία ἐκείνη ἡ πορφυροπώλις, ἐν τῇ σαγήνῃ τῶν λόγων σου σαγηνευθῶμεν» (28).
Κορυφαῖο βεβαίως γεγονὸς γιὰ τὴν ἑορτολογική ἀνάδειξη τῆς Λυδίας τῆς Φιλιππησίας εἶναι ἡ μὲ πρωτοβουλία τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου κυροῦ Ἀλεξάνδρου καὶ ἐπὶ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου ἔνταξή της ἐπίσημα στὸ Ἑορτολόγιο (Συνεδρία Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 23ης Μαΐου 1972). «Ἡ σχετικὴ ὅμως Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξις ὑπεγράφη τὴν 2αν Ὀκτωβρίου ἰδίου ἔτους ὑπὸ τοῦ νέου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Δημητρίου καὶ τῶν μελῶν τῆς περὶ Αὐτόν Συνόδου» (29). Ἡ μνήμη της ὡς ἰσαποστόλου τιμᾶται τὴν 20ή Μαΐου, προφανῶς διότι τὴν ἑπομένη ἑορτάζουν οἱ ἰσαπόστολοι Κωνσταντῖνος καὶ Ἑλένη.
Ἔκτοτε ἔγιναν καὶ γίνονται προσπάθειες σὲ τοπικὸ κυρίως ἐπίπεδο μεγαλύτερου τονισμοῦ τῆς τιμῆς τῆς ἁγίας Λυδίας. Ἡ δημιουργία π.χ. τοῦ Βαπτιστηρίου τῆς Ἁγίας Λυδίας καὶ οἱ μὲ πρωτοβουλία τοῦ νῦν Ἐπισκόπου Νεαπόλεως καὶ Θάσου κ. Προκοπίου ὁμαδικὲς βαπτίσεις κατ’ ἔτος, ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς καὶ μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία, ἔχουν ὡς σκοπὸ αὐτή τὴν ἀνάδειξη. Ἡ ἔνταξη ἐπίσης τῆς ἁγίας Λυδίας σὲ Συναξαριακὲς Συλλογὲς ἀπὸ τὸ ἔτος 1973 (30), ἡ εἰκονογράφησή της, ἡ συγγραφὴ ἐκλαϊκευτικῶν βιβλίων (31), ἡ ἀνέγερση Ἱεροῦ Ναοῦ στὴν ὁμώνυμη Χριστιανικὴ Ἀδελφότητα στὴν Ἀσπροβάλτα Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔκδοση τοῦ Βίου, τῆς Ἀκολουθίας, τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα καὶ τῶν Χαιρετιστηρίων Οἴκων τῆς Ἁγίας, ποίημα τοῦ μακαριστοῦ π. Γερασίμου Μιχραγιαννανίτου (32), ἔχουν συμβάλλει τὰ μέγιστα στὴν τιμὴ καὶ προβολὴ τῆς Λυδίας τῆς Φιλιππησίας, ὡς «Φιλίππων ἀγλάισμα θεῖον» καὶ ἰσότιμον πάντων ἁγίων (33).
Ἡ ἁγία Λυδία ἡ Φιλιππησία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν 20ή Μαΐου τιμᾶται καὶ τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν ἑορτή τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων (34). Σύμφωνα μὲ νεότερον ἔθος, τὴν ἡμέρα αὐτή ἑορτάζουν ὅλοι οἱ συνεργάτες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἀπ’ ὅλους ὅμως τοὺς συνεργάτες του τὸ πλέον γνωστὸ πρόσωπο εἶναι αὐτό τῆς Λυδίας γιὰ τὴν ὁποίαν, ὅπως γράφει ὁ Καθηγητὴς χ. Εὐάγγελος Θεοδώρου, θὰ μποροῦσαν οἱ Εὐρωπαῖες -ἰδίως Ὀρθόδοξες- χριστιανὲς νὰ ἀναλάβουν πρωτοβουλία, προκειμένου νὰ «ἀνακηρύξουν τὴν ἁγία Λυδία προστάτιδά τους καὶ νὰ καταστήσουν τοὺς Φιλίππους τῆς -ἀναμφισβητήτως Ἑλληνικῆς- Μακεδονίας τὸ πανευρωπαϊκὸ καὶ παγχριστιανικὸ πνευματικὸ κέντρο, προσκύνημα καὶ ἀγωνιστικὸ ὁρμητήριό τους» (35). Σὲ κάθε βεβαίως περίπτωση ἀξίζει ἡ ἁγία αὐτή νὰ τιμηθεῖ εὐρύτερα καὶ ὁ κάθε χριστιανὸς νὰ ἐμβαθύνει περισσότερο στὶς ἀξίες, τὸν πλοῦτο καὶ τὰ σωτήρια μηνύματα τῆς πίστης μας, τὴν ὁποία πρώτη ἐγκολπώθηκε καὶ κήρυξε ἡ ἁγία Λυδία.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Πράξ. 16,14.
2. Πράξ. 16, 11-15.
3. Πράξ. 16, 13.
4. Βλ. J. Holzner, Παῦλος, μετάφρ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Ἱερωνύμου, Ἀθῆναι 91973, σ. 176.
5. Ἀρχὴ τῶν Ἠθικῶν 37, PG 31, 757C.
6. Ὑπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, PG 60, 259-260.
7. Ἐπιστολῶν βιβλία 4, 3, 145, PG 79, 452A.
8. Μυριόβιβλον ἡ Βιβλιοθήκη 122, PG 103, 808B.
9. Βλ. Π. Ι. Σκαλτσῆ, «Ἡ ἁγία Λυδία ἡ Φιλιππησία στὸ χριστιανικὸ ἑορτολόγιο καὶ τὴν ὑμνογραφία», ἐν Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 93 (Σεπτ.-Ὀκτ. 2010) τεῦχ. 836, σσ. 554-557.
10. Βλ. Π. Ι. Σκαλτσῆ, ὅ.π.,σσ. 539-543.
11. H Delehaye, Commentarius perpetuos in Martyro- logium Romanum [Propulaeum ad Acta Sanctorum, Decembris], Bruxellis 1940, σ. 320.
12. Πατριαρχικὴ Συνοδικὴ Πράξη ἐν ἔτει σωτηρίῳ αποβ’, κατὰ μήνα Ὀκτώβριον (Β’), Ἐπινεμήσεως ΙΑ’.
13. Φιλιπ. 4, 2.
14. Λούκ.10,20.
15. Σ. Πασχαλίδη, «Οἱ Ἑορτὲς τῶν Ἁγίων», ἐν «Τὸ Χριστιανικὸν Ἑορτολόγιον». Πρακτικὰ Η΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, Βόλος, 18-20 Σεπτεμβρίου 2006 [Σειρὰ Ποιμαντικὴ Βιβλιοθήκη – 15], Ἀθῆναι 2007, σ. 374.
16. H. Delehaye, Synaxarium Ecclesiae Constantino- politanae [Propylaeum ad Acta Sanctorum Novem- bris], Bruxellis 1902, σ. 570.
H. Delehaye, ο.π., σ. 570.
17. Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, τόμ. δεύτερος, Ἀθήνησι α.ε., σ. 59.
18. Βλ. Π. Ι. Σκαλτση, ὅ.π., σσ. 543-549.
19. Acta Sanctorum Augusti’ τόμ. Ι, σ. 199: «Enimero merebatur hunc honorem, quae laudam suarum prae conem ipsum habuerat Spiritum Sanctum in Actibus Apostolorum».
20. G. Gouillard, «Τὸ συνοδικὸν ὅπερ ἀναγινώσκεται τὴ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας», ἐν Travaux et Memoirs, τόμ. 2, Paris 1967, σ. 51.
21. Ι. Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, Λειτουργικὴ (Πανεπιστημιακαὶ Παραδόσεις), Θεσσαλονίκη 1981, σσ. 61-62. Εὐ. Δ. Θεοδώρου, Μαθήματα Λειτουργικῆς (τεῦχος Α’), Ἀθῆναι 1993, σ. 72.
22. C. Gasbardi, «Baronio, Cesare, ordinale, venerabile», ἓν Bibliotheca Sanctorum 3 (1962) 819- 828. P. Paschini, «La riforma Gregoriana del Martirologio Romano», ἓν Scuola Cattolica 31 (1923) 198-210· 274-284.
23. H. Delehaye, Commentarius perpetuus in Martyro- logum Romanum, σσ. 320, 321 (7).
24. U. Lattanzi, «Lidia», ἐν Bibliotheca Sanctorum 8 (1967) 44-45.
25. Π. Ι. Σκαλτση, ο.π., σ. 558.
26. Ἱεροὶ Ἑσπερινοὶ Ὕμνοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ψαλλόμενοι κατὰ τὴν Ἑσπέραν τῆς 29ης Ἰουνίου ἡμέραν τῆς μνήμης τῶν κορυφαίων Παύλου καὶ Πέτρου, εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἐν Ἑλλάδι. Ἑορταί διοργανωθεῖσαι παρὰ τῶν ζηλωτῶν τοῦ Χριστοῦ ἐν Ἀθήναις, Κορίνθῳ, Θεσσαλονίκη, Νικοπόλει (Πρεβέζης), Βερροία, Κρήτη καὶ Φιλίπποις (Καβάλας), ἐν Πειραιεῖ 1935, σσ. 43-48. 27. Βλ. καὶ Ι. Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, «Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὸ Ἑορτολόγιο», ἐν Κληρονομίᾳ 22 (Ἰουν. Δεκ. 1990) τεύχη Α’-Β’, σσ. 258-259.
28. Γ. Χρσοστόμου (Ἀρχιμ.), «Ἀκολουθίες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ πόλεις τῆς Ἑλλάδας», ἐν «Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ ἡ Ἑλλάδα». Πρακτικὰ Διεθνοῦς Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου (Βέροια, 25-27 Ἰουνίου 1998), Βέροια 1998, σσ. 216-221.
29. Πανηγυρικὸς τόμος ἑορτασμοῦ τῆς 1900ης ἐπετείου τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἰς Ἑλλάδα, ἐπιμέλεια τοῦ γέν. γραμματέως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἑορτασμοῦ καθηγητοῦ Ἀμίλκα Σ. Ἀλιβιζάτου, ἐν Ἀθήναις 1953, σ. 151.
30. ΒΑΡΟΛΟΜΑΙΟΥ (Μητρ. Φιλαδελφείας, νῦν Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου), «Ἀναγνώρισις ἁγίων ἐπὶ Πατριαρχείας τοῦ Ἀθηναγόρου», ἐν Ἀθηναγόρας Α’ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὁ Ἠπειρώτης, ἐπιμέλεια Ἰωάν. Ε. Ἀναστασίου, ἔκδ. ‘Ἑταιρείας Ἠπειρωτικῶν Μελετῶν, Ἰωάννινα 1975 σσ. 209-210.
31. Οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων ἐκδ. οἶκος «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1973, σ. 69. Βλ. καὶ Μακαρίου ΣΙΜΩΝΌΠEΤΡΙΤΌΥ (Ἱερομονάχου), Νέος Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. ἔνατος, Μάιος, «Ἴνδικτος», Ἀθῆναι 2007, σσ. 229-230.
32. Βλ. Ἐπισκόπου Θεοφίλου Καβαρνοῦ (τ. Μητρ. Γὸρτυνος καὶ Μεγαλουπόλεως), «Λυδία. Ἡ πρώτη τῶν Φιλίππων». Πρώτη καὶ τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἔκδ. Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ», Θεσσαλονίκη 1987.
33. π. Θ. ZHΣΌΠΟΥΛΟΥ Ἀρχιμ., Ἱεροκήρυκος, Καθρέφτισμα, ἔκδ. Ο.Χ.Α. «ΛΥΔΙΑ», α.ε. Γ. Ι. ΡΑΠΤΌΠΌΥΛΌΥ (Ἀρχιμ.), Συνεργάτιδες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἔκδ. Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολικῆς Ἀδελφότητος «Ἡ Ὁσία Ξένη», Πλαγιάρι Θεσσαλονίκης 2002.
34. Βίος καὶ Ἀκολουθία τῆς ἁγίας Λυδίας τῆς Φιλιππησίας, ἔκδ. Χριστιανικῆς Ἀδελφότητος «ΛΥΔΙΑ», Θεσσαλονίκη 1991.
35. Ἀπὸ τὰ «χαῖρε» τοῦ θ’ οἴκου τῶν Χαιρετισμῶν τῆς ἁγίας Λυδίας.
Γ. Ι. ΡΑΠΤΌΠΟΥΛΟΥ (Ἀρχιμ.), Συνεργάτιδες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, σ. 10.
Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πίστη καί Ἀγάπη τό θεμέλιο καί ἡ τελειότητα τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο.
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαΐου, 2014

Σήμερα, 1600 χρόνια μετά από το μαρτυρικό θάνατο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο λόγος του μεγάλου Ποιμενάρχη, ως φορέας της ενεργού θείας Χάριτος που πάντοτε τον διακατείχε, εξακολουθεί να είναι ζωντανός, ρηξικέλευθος, και ιδιαίτερα επίκαιρος στην προσωπική και κοινωνική μας ζωή. Τα λόγια του προσεγγίζουν αγιαστικώς τα αυτιά και το νου μας, όπως τηρουμένων των αναλογιών, τον προσήγγιζαν οι ερμηνευτικοί λόγοι του Αποστόλου Παύλου. Η άρρητη ευωδία των αγίων λειψάνων του πιστοποιούν διαχρονικώς του λόγου το αληθές.
Με αυτό το άρθρο μας θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε ένα μικρό μέρος από τον απέραντο πνευματικό πλούτο του Οικουμενικού αυτού Διδασκάλου της Χριστιανοσύνης.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός, ότι οι θεμελιώδεις, κορυφαίες και περιεκτικές αρετές της πίστεως και της αγάπης είναι πάντοτε παρούσες στη ζωή και τη διδασκαλία του αγίου μας. Συγκεκριμένα, η πίστη και η αγάπη στη θεολογική σκέψη αλλά και στην προσωπική ζωή του ιερού Χρυσοστόμου συνδέονται άρρηκτα και αλληλοπεριχωρούνται. Η πίστη, που εδώ νοείται πάντοτε ζωντανή και βιούμενη, αποτελεί το αδιαμφισβήτητο θεμέλιο της χριστιανικής ζωής, ενώ η έμπρακτη αγάπη συνθέτει την όλη οικοδομή της ζωής αυτής, την πληρότητα και την τελειότητά της.
Στο πλαίσιο της Εκκλησίας, τα πιστευόμενα βιούνται στο ιστορικό παρόν των πιστών ως πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα. Η βιούμενη πίστη οδηγεί άμεσα στην αγάπη, η οποία φανερώνεται ως ενεργοποίηση της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, και πιστοποιείται με την τήρηση των εντολών του Θεού. Η τήρηση των εντολών συγκεκριμενοποιείται στα έργα αγάπης των πιστών, τα οποία είναι έργα του Θεού δι’ ημών.
Ειδικότερα, η βιούμενη πίστη και τα καλά έργα, ως καρπός της έμπρακτης αγάπης, αποτελούν δωρεά του Αγίου Πνεύματος, που βεβαιώνει την ενεργό χαρισματική παρουσία του Τριαδικού Θεού στην προσωπική ζωή των πιστών. Πιο συγκεκριμένα, η βίωση της πίστεως στον Τριαδικό Θεό πραγματώνεται με τη ζώσα παραμονή στο μυστηριακό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Παράλληλα, η έμπρακτη αγάπη συνιστά τη φανέρωση της μετοχής τους στη θεία και άκτιστη ζωή του Χριστού. Τα καλά έργα, ως έργα αγάπης, αποτελούν την εμπειρική διαπίστωση, τη βεβαίωση και την απόδειξη της ζωντανής πίστεως.
1. Η πίστη καθεαυτήν
Πώς όμως κατανοείται η πίστη καθεαυτήν; Η πίστη κατά τον ιερό Χρυσόστομο αποτελεί το πνευματικό θεμέλιο, πάνω στο οποίο οικοδομείται όλη η αγιοπνευματική ζωή των πιστών (1). Η ορθή πίστη, που διατυπώνεται αλαθήτως στα δόγματα της Εκκλησίας, δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να αμφισβητείται, αλλά ούτε και να τροποποιείται από κανένα θεσμικό φορέα ή από κάποιο μεμονωμένο πρόσωπο, όσο σημαντικό και αν συμβαίνει να είναι αυτό. Έτσι, αν κάποιος «δόγμα έχει διεστραμμένον, καν άγγελος η, μη πείθου», θα συστήσει ο χρυσορρήμονας ιεράρχης. Κατά συνέπεια, ούτε σε άγγελο του Θεού θα πρέπει να υπακούει κανείς, όταν αυτός διδάσκει μια διεστραμμένη πίστη. Αντίθετα, ο πιστός οφείλει να προσέχει στους λόγους εκείνου, που ορθοτομεί την αλήθεια, ακόμη και όταν συμβαίνει αυτός να έχει ανακόλουθη ως προς τους λόγους του ζωή. «Ει δε ορθά διδάσκει», σημειώνει χαρακτηριστικά, «μη τω βίω πρόσεχε, αλλά τοις ρήμασι» (2).
Η πίστη λειτουργεί αντιστρόφως ανάλογα προς τους λογισμούς. Οι λογισμοί κλονίζουν και διαιρούν τον έσω άνθρωπο, ενώ η πίστη τον στερεώνει και τον παγιώνει (3). Με άλλα λόγια, η πίστη και οι λογισμοί είναι αντίθετα πράγματα (4). Έτσι, όταν οι λογισμοί κλυδωνίζουν το νου μας, η πίστη ως ασφαλής άγκυρα μας απαλλάσσει όχι μόνο από το σάλο και το ναυάγιο, αλλά επιπλέον ανακουφίζει τη διάνοιά μας και τη μεταθέτει στον ουρανό (5).
Καθεαυτήν η πίστη έχει και βαθύτατο γνωσιολογικό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει πρακτικά, πως χωρίς την πίστη κανείς δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στην αληθινή γνώση του Θεού (6). Η επίγνωση της αληθείας του Θεού γεννιέται από την πίστη και όχι από τους λογισμούς μας (7). Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η γνώση του Θεού, κατά την πατερική και αγιοπνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, είναι εκείνη η εμπειρική-βιωματική γνώση, η οποία προκύπτει από την άμεση υπαρξιακή μετοχή του ανθρώπου στις αποκαλυπτόμενες και μετεχόμενες άκτιστες θείες ενέργειες και ειδικότερα στη θεοποιό ενέργεια του Τριαδικού Θεού.
Από τα παραπάνω αντιλαμβάνεται κανείς, ότι αξιολογικά η πίστη είναι ανώτερη από τη λογική του ανθρώπου. Γι’ αυτό και όπου υπάρχει η πίστη προς το Θεό, είναι περιττή η θεολογική έρευνα, για να οδηγηθεί κάποιος στην πίστη. Η έρευνα μάλιστα αυτή αναιρεί την πίστη. «Ένθα γαρ πίστις, ου χρεία ζητήσεως», σημειώνει επιγραμματικά ο ιερός Πατέρας, και διευκρινίζει αμέσως: «η ζήτησις της πίστεώς εστιν αναιρετική» (8). Στο χώρο της πίστεως, εκείνος που ενεργοποιείται ερευνητικά, ποτέ δε βρίσκει το ζητούμενο. Εκείνος δηλαδή που ερευνά για να πιστέψει, τελικά δεν μπορεί να πιστέψει μέσω αυτής της διαδικασίας.
Γι’ αυτό και μας συνιστά να μη ασχολούμαστε με έρευνες τέτοιου είδους. Αλλά, αν αυτά είναι έτσι, πώς λέει ο Χριστός, «ερευνάτε τας γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν»9; Στην περίπτωση αυτή, επεξηγεί ο μέγας ιεράρχης, ο Χριστός δεν εννοεί εκείνον που φορτώνεται με άκαρπους ερευνητικούς κόπους. Απλώς, συνιστά να ερευνούμε τις Γραφές έτσι, ώστε να γνωρίσουμε τί ακριβώς λένε, και όχι να αναζητούμε διαρκώς τεκμήρια για να πιστέψουμε. Άλλωστε, γι’ αυτό ονομαστήκαμε πιστοί, για να πιστεύουμε χωρίς ενδοιασμούς στα λεγόμενα και να μην αμφιβάλλουμε για τίποτε απ’ αυτά. Αν, βέβαια, αυτά που λέει η Αγία Γραφή ήταν ανθρώπινα λόγια, θα έπρεπε να τα εξετάζουμε βασανιστικά. Εφόσον όμως είναι λόγια του Θεού, θα πρέπει να τα τιμούμε και να τα πιστεύουμε. Αν συμβαίνει πάντως να μη τα πιστεύουμε, τότε δε θα πεισθούμε ούτε και γι’ αυτήν την ύπαρξη του Θεού (10). Η αξιοπιστία του Θεού είναι εκείνη, που δίνει περιεχόμενο στην πίστη. Γι’ αυτό, «εκείνο εστί πίστις», σημειώνει, «όταν εκείνοις πιστεύωμεν τοις μη βλεπομένοις, προς την αξιοπιστίαν του επαγγειλαμένου την διάνοιαν τείναντες» (11). Η πίστη έχει θεμελιώδη σημασία για την ουσιώδη ποιότητα της χριστιανικής ζωής στο ιστορικό παρόν, αλλά και στο αιώνιο μέλλον του πιστού, γιατί αποτελεί την προϋπόθεση της σωτηρίας, αφού «ταύτης άνευ ούκ ενι σωθήναι ποτέ» (12). Χωρίς αυτήν δεν είναι δυνατόν ποτέ να σωθεί κανείς.
2. Προϋποθέσεις της πίστεως
Αν όμως η πίστη προσδιορίζει τόσο καίρια την ποιότητα ζωής του ανθρώπου στον παρόντα και στο μέλλοντα κόσμο, εύλογα προκύπτει το ουσιώδες ερώτημα: Ποιες είναι οι προϋποθέσεις εκείνες, που θα οδηγήσουν τον άνθρωπο στην πίστη; Ο ιερός Χρυσόστομος εντοπίζει τις προϋποθέσεις της πίστεως όχι μόνο στη γνήσια προαίρεση (13), αλλά και στον καθαρό και άμεμπτο βίο (14). Ειδικότερα, για την καθαρότητα του έσω ανθρώπου διευκρινίζει με σαφήνεια τα εξής σημαντικά: Όποιος θέλει να προσεγγίσει και να έχει την αλήθεια, οφείλει προηγουμένως να καθαριστεί από τα πάθη του. Και τούτο, επειδή ο ακάθαρτος βίος εμποδίζει την προσέγγιση στο υψηλό περιεχόμενο των δογμάτων της πίστεως και συσκοτίζει τη διορατικότητα της διάνοιας (15). Εκείνο όμως που προηγείται και από τις ανθρωπολογικές προϋποθέσεις που αναφέραμε, είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατόν να ανέλθει κανείς στο ύψος της πίστεως (16).
3. Ο χαρακτήρας της βιούμενης πίστεως
Όπως σημειώσαμε ήδη προλογικά, ο χρυσορρήμονας ιεράρχης μας προτάσσει την πίστη στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής ζωής. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, θεωρεί την ορθή πίστη ως θεμέλιο της ευσέβειας (17). Και τούτο είναι πολύ φυσικό, αφού στην Εκκλησία η ευσέβεια κατανοείται πρωτογενώς ως βιωματική έκφραση του περιεχομένου της πίστεως. Πίστη και ζωή στην Εκκλησία αποτελούν μια αδιάσπαστη ενότητα. Έτσι, η καθαρότητα της πίστεως και η ορθότητα του βίου συνιστούν από κοινού την ευσέβεια των πιστών. Ερμηνεύοντας το παύλειο χωρίο. «γύμναζε σεαυτόν προς ευσέβειαν»· ο ιερός Πατέρας σημειώνει επιγραμματικά: «τουτέστι προς πίστιν καθαράν και βίον ορθόν. Τούτο γάρ εστιν ευσέβεια» (18).
Η ευσέβεια δεν επηρεάζεται από τις βιοτικές ενασχολήσεις (19), ενώ ο πνευματικός πλούτος της μένει αναφαίρετος τόσο στην παρούσα όσο και στη μέλλουσα ζωή (20). Η σωστή θεωρητικά πίστη, αλλά πρακτικά αυτονομημένη από τη ζωή του ανθρώπου, δεν έχει σωτηριολογικό χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, η θεωρητικά ορθή πίστη καθεαυτήν και από μόνη της δεν μπορεί να σώσει τον άνθρωπο. Τον δραστικά σωτηριολογικό χαρακτήρα της αποκτά η πίστη, όταν συνδεθεί άρρηκτα και λειτουργικά με τη ζωή του ανθρώπου. Όταν δηλαδή η πίστη συνοδευτεί και από άριστο βίο (21). Ακόμη και το Βάπτισμα δεν ενεργεί τη σωτηρία μας, όταν λείπει ο ορθός βίος (22), γιατί απλούστατα δεν ενεργεί μηχανιστικά και μαγικά. Αλλά χωρίς την ανάλογη προς την πίστη ζωή καθίσταται σωτηριολογικώς αναποτελεσματική και η μετοχή μας στα άλλα μυστήρια της Εκκλησίας (23). Αυτό σημαίνει, ότι κανένα μυστήριο της Εκκλησίας μας δεν μπορεί να μας σώσει από μόνο του.
Και για να επανέλθουμε, κατά τον άγιο της Παιδείας μας, η ορθή πίστη δεν ωφελεί σε τίποτε, όταν η ζωή του ανθρώπου είναι διεφθαρμένη· «ουδέν γαρ όφελος ημίν εις σωτηρίαν, δογμάτων υγιών, διεφθαρμένης ημίν της ζωής» (24). Αυτό, άλλωστε, το πιστοποιεί και ο ίδιος ο Κύριος στην Επί του Όρους Ομιλία του. Σ’ αυτήν, ο Χριστός δεν αναγνωρίζει ως δικούς του εκείνους που με μόνη την πίστη τους έκαναν θαύματα, ενώ δεν τηρούσαν το θέλημα του Θεού στη ζωή τους: «ουδέποτε έγνων υμάς», τους λέει, «αποχωρείται απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (25). Αλλά και αντίστροφα, όταν η πίστη του ανθρώπου δεν είναι σωστή, αυτός δεν έχει κανένα όφελος για τη σωτηρία του από την άριστη ζωή του (26).
Στο πλαίσιο της Εκκλησίας, τα δόγματα της πίστεως συνδέονται οργανικά με τη ζωή των πιστών και αλληλοπεριχωρούνται. Η ακρίβεια της ζωής «συνυφαίνεται τη των δογμάτων ορθότητι» (27), κατά τον άγιό μας. Τα δόγματα διασφαλίζουν την ορθότητα της ζωής της Εκκλησίας, αλλά και η ζωή της Εκκλησίας δίνει περιεχόμενο στην αλήθεια των δογμάτων της. Εκείνος που ακολουθεί με συνέπεια τα δόγματα οφείλει να τα πιστοποιεί με την καθαρότητα του βίου του (28). Η ακρίβεια στον τρόπο της ζωής του πιστού αποτελεί μαρτυρία των υγιών δογμάτων του (29).
Η ορθή πίστη είναι «καρπός του Αγίου Πνεύματος» (30), που προϋποθέτει την ελεύθερη συνεργία του ανθρώπου. Γι’ αυτό εμφανίζεται, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, και ως «κατόρθωμα της αρετής του πιστού» (31). Για να είναι όμως σταθερή η πίστη, χρειάζεται η ενεργός παραμονή της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος στον πιστό. Η ενεργός αυτή παραμονή και βοήθεια του Αγίου Πνεύματος στον πιστό προϋποθέτει βίο καθαρό. Ο καθαρός βίος του πιστού «πείθει» το Άγιο Πνεύμα να παραμένει σ’ αυτόν ενεργό και να συνέχει το βίο του (32). Ό,τι είναι η τροφή στο σώμα, αυτό είναι και ο καθαρός βίος στην πίστη. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να μη κλονίζεται κατά την πίστη εκείνος, που έχει ακάθαρτο βίο (33). Ο διεφθαρμένος βίος γίνεται εμπόδιο στην ακριβή γνώση και στην οριοθέτηση των υψηλών δογμάτων της πίστεως (34). Όπως η λήμη, δηλαδή η ακαθαρσία, που προσκολλάται στην κόρη των οφθαλμών, σκοτίζει και θολώνει το μάτι, έτσι και ο λογισμός, που κυριεύεται από την πονηρία, σκοτίζει και τυφλώνει το νου του πιστού (35).
Αλλά σε σχέση με την πίστη το κακό δε σταματά εδώ. Κατά κανόνα, όποιου η ζωή δεν είναι καθαρή, αυτού και τα δόγματα της πίστεως δεν έχουν καθαρό χαρακτήρα. Ο ακάθαρτος βίος αποτελεί προϋπόθεση αποδοχής όχι μόνον πονηρών δογμάτων, αλλά και προϋπόθεση απιστίας. «Οράς», παρατηρεί ο ασκητής και θεολόγος ιεράρχης, «ότι ου μη καθαρός ο βίος, και δογμάτων τοιούτων εστίν υπόθεσις;» (36). Και στην περίπτωση λοιπόν του ακάθαρτου βίου επιβεβαιώνεται η αλληλεξάρτηση πίστεως και ζωής. Όπως δηλαδή είναι σύνηθες τα εσφαλμένα και πονηρά δόγματα να εισάγουν εσφαλμένη και ακάθαρτη ζωή, έτσι και η διεφθαρμένη ζωή γεννά πολλές φορές πονηρά δόγματα (37).
Τί γίνεται όμως, όταν κάποιος από πλευράς της πίστεως βρίσκεται στην πλάνη, αλλά συμβαίνει να προσέχει τη ζωή του και να ζει ορθά; Στην περίπτωση αυτή, μας διαβεβαιώνει ο ιερός Χρυσόστομος, ότι δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος αυτός να παραμείνει στην πλάνη (38). Κατ’ αντιστοιχία, παρατηρεί ότι δεν είναι εύκολο ένας που ζει με την πονηριά να αρθεί στο ύψος των δογμάτων της Εκκλησίας. Εκείνος, που σκοπεύει να αναζητήσει την αλήθεια, θα πρέπει προηγουμένως να καθαρισθεί απ’ όλα τα πάθη του (39). Αλλά, και εκείνος που έχει απαλλαγεί από τα πάθη, και από την πλάνη θα απαλλαγεί και την αλήθεια τελικώς θα βρει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ είναι ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος ήταν φοβερός πολέμιος και διώκτης της Εκκλησίας του Χριστού. Επειδή όμως είχε αψεγάδιαστη ζωή, όχι μόνο δεκτός έγινε στην πίστη της Εκκλησίας, αλλά και όλους τους ξεπέρασε (40). Κατά συνέπεια, ο Θεός έλκει και φέρνει προς την αλήθεια όσους βρίσκονται στην πλάνη, αλλά είναι καθαροί από τα πάθη (41).
Πώς εξηγείται όμως το γεγονός, ότι κάποιος παραμένει στην πλάνη, ενώ φαίνεται πως είναι καλός, αγαθός και φιλάνθρωπος; Στην περίπτωση αυτή, κατά το σοφό Ποιμενάρχη, ο εν λόγω άνθρωπος έχει άλλο πάθος. Έχει κενοδοξία ή ραθυμία ψυχής ή αδιαφορία για τη σωτηρία του (42). Με την απάντησή του αυτή ο ιερός Χρυσόστομος αποδεικνύεται και άριστος ανατόμος της αγιοπνευματικής ζωής.
4. Σχέση πίστεως και αγάπης
Η αγιοπνευματική ζωή χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από τη ζώσα παρουσία της πίστεως σε συνδυασμό με τη φανέρωση της πολύτροπης αγάπης. Η ορθή πίστη αποτελεί το θεμέλιο της γνήσιας αγάπης, και η αληθινή αγάπη συνιστά απόδειξη ορθής πίστεως (43). Αν όμως η ορθή πίστη αποτελεί το θεμέλιο της γνήσιας αγάπης, η αγάπη προς το Θεό αποτελεί το θεμέλιο όλων των εντολών και την κεφαλή όλων των αρετών. Από την αγάπη προς το Θεό προκύπτει και η αγάπη προς τον πλησίον (44). Ο Απόστολος Παύλος, κατά τον χρυσορρήμονα και άριστο ερμηνευτή του, θέλοντας να παρουσιάσει την ανώτερη όλων των οδών προς το Θεό, δεν πρόβαλε ως χαρακτηριστικό αυτής της οδού κανένα θαύμα αλλά μόνο την αγάπη, τη ρίζα όλων των αγαθών. Το κατεξοχήν ζητούμενο από το Θεό είναι η βίωση αυτής της αγάπης και όχι τα θαύματα, από τα οποία δεν κερδίζουμε τίποτε, όταν αυτή απουσιάζει (45). Είναι άκρως σημαντικό το γεγονός, ότι από τη βασιλεία του Θεού εκπίπτουν όχι μόνον εκείνοι, οι οποίοι αμελούν για την ανάλογη προς την ορθή πίστη τους ζωή, αλλά και εκείνοι, οι οποίοι, ενώ κάνουν πολλά θαύματα με την πίστη τους, δεν έχουν τα έργα της αγάπης (46).
Η αληθινή αγάπη οδηγεί αυτόματα στην αρετή (47). Αυτό δε σημαίνει, ότι η αγάπη οδηγεί σε αξιόμισθα ή σε υπέρτακτα έργα, όπως εσφαλμένως υποστηρίζουν οι Ρωμαιοκαθολικοί. Ο πιστός δηλαδή, κατά την Ορθόδοξη θεώρηση, δε μπορεί να κάνει έργα, που να αξιώνουν ως αμοιβή τη σωτηρία του, ούτε πολύ περισσότερο να κάνει τέτοια έργα, που να υπερβαίνουν τις υποχρεώσεις του για τη σωτηρία, οπότε στην περίπτωση αυτή να μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα έργα αυτά για τη σωτηρία άλλων πιστών με ελλειπείς επιδόσεις σωτηριολογικού χαρακτήρα. Απεναντίας μάλιστα, ο ιερός Χρυσόστομος υπογραμμίζει τη βιβλική σημασία των έργων της αγάπης. Η αγάπη, κατά τον άγιο των Γραμμάτων, αποτελεί ανεξόφλητο χρέος. «Τούτο το όφλημα τέλος ουκ επίσταται» (48), σημειώνει χαρακτηριστικά. Η βιωματική αίσθηση του παραπάνω χαρακτήρα της αγάπης, ως ανεξόφλητου χρέους προς το Θεό και τον πλησίον, αποτελεί τον πρόσθετο λόγο που αυτή η αγάπη, όχι μόνο δεν οδηγεί στην έπαρση, αλλά κυριολεκτικά διαλύει κάθε υπερήφανο λογισμό (49).
Μόνο με τη βίωση της αγάπης μπορούν να χαρακτηριστούν οι άνθρωποι ως μαθητές του Χριστού, σύμφωνα με τη ρητή διαβεβαίωσή του: «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (50). Το γεγονός, ότι αγαπούμε το Θεό, αποτελεί απόδειξη ότι είμαστε χαρισματικώς τέκνα του Θεού (51). Μόνον η αγάπη αναδεικνύει τους ανθρώπους ως αγίους, επειδή αυτή συνοψίζει όλη την αρετή. Είναι περιεκτική όλων των αρετών. Άλλωστε, με αυτή σωζόμαστε όλοι (52), με αυτή θα είμαστε όμοιοι με το Θεό στη βασιλεία του (53) και αυτή είναι εκείνη, που μας δίνει τη δυνατότητα στην παρούσα ζωή να γευθούμε τη μέλλουσα αιώνια ζωή (54).
Η γνήσια αγάπη συνδέεται με την καθαρότητα του βίου (55) και χαρακτηρίζεται από τον μεγάλο Παιδαγωγό της εν Χριστώ ζωής ως «μείζων πασών των αρετών (56)», ως αρχή και τέλος κάθε αρετής (57). Αποτελεί την κεφαλή, τη ρίζα, την πηγή και τη μητέρα όλων των αρετών. Αυτή τα συνδέει όλα και όλους μας (58). Η αγάπη είναι ανώτερη από τη γνώση των μυστηρίων του Θεού, αλλά και από αυτό το μαρτύριο (59). Είναι ανώτερη απ’ όλα τα θαύματα, χαρακτηριζόμενη ως «σημείον σημείων απάντων μείζον» (60). Και, ενώ το χάρισμα αυτό της αγάπης μπορούμε, αν θέλουμε, να το έχουμε όλοι οι πιστοί, όταν το στερούμαστε, δεν μπορεί να μας ωφελήσει ούτε και αυτό το μαρτύριο (61).
Η αγάπη καθεαυτήν αλλά και ο βαθμός της αγάπης, συνδέονται στενά με την προαίρεσή μας (62). Ως προς τη φύση της η αγάπη δεν έχει κορεσμό, αλλά απεναντίας διαρκώς αυξάνει (63). Αυτό βέβαια στο πλαίσιο της Εκκλησίας είναι ευνόητο, γιατί η αγάπη ως καρπός του Αγίου Πνεύματος είναι άκτιστη ενέργεια του Θεού. Έτσι, εύλογα η πρόοδος σ’ αυτήν είναι χωρίς τέλος. Η αγάπη, ως άκτιστο αγαθό, δεν εμποδίζεται να βιωθεί σ’ οποιεσδήποτε συνθήκες, όσο και αν συμβαίνει να είναι το πλήθος των εμποδίων της .
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, παραμένοντας αυστηρά συνεπής στο πνεύμα της Αγίας Γραφής, απορρίπτει την ιδιοτελή λεγόμενη αγάπη, και αποδέχεται μόνο την ανιδιοτελή, ως πραγματική και γνήσια αγάπη. Η αγάπη προς τους εχθρούς, κατά τον χρυσορρήμονα ιεράρχη, έχει το χαρακτήρα της ανιδιοτέλειας. Αποτελεί μονόδρομο, που πρέπει να τον οδεύσουμε οπωσδήποτε, αν θέλουμε να φθάσουμε στη σωτηρία μας. Δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική οδός. Κατά τον υμνούμενο από την Εκκλησία καθηγητή της χαρισματικής θεολογίας (65), «ουδέ ετέρως ημάς σωθήναι δυνατόν, μη ταύτην ελθόντας την οδόν» (66). Με την αγάπη προς τους εχθρούς μιμούμαστε «κατά δύναμιν ανθρωπίνην τον Θεόν» (67) και γινόμαστε μιμητές του Χριστού (68). Αυτή η αγάπη ελκύει ιδιαίτερα την ευσπλαχνία του Θεού απέναντί μας. Κατά τη χαρακτηριστική έκφραση του αγίου μας, «ουδέν ούτω τον Θεόν ίλεων ποιεί, ως το αγαπάν τους εχθρούς» (69).
Χωρίς την αγάπη δεν είναι δυνατόν να παραμένει ενεργό εντός μας το Άγιο Πνεύμα. Και χωρίς αυτήν είναι αδύνατο να πραγματοποιήσουμε γνησίως καλά έργα ως έργα αγάπης.
Αν αναζητήσουμε την εσώτερη σχέση της πίστεως με την αγάπη, ο άγιος της κατά Χριστόν παιδείας θα μας πληροφορήσει ξεκάθαρα για την προτεραιότητα της ορθής πίστεως έναντι της γνησίας αγάπης. «Από πίστεως ειλικρινούς η αγάπη τίκτεται» (71), θα μας πει επιγραμματικά. Άλλωστε, είναι τόσο μεγάλη η σημασία της πίστεως για την αγάπη, ώστε να μην προκύπτει όφελος από την αγάπη, όταν λείπει η πίστη. Και μάλλον να μην είναι δυνατόν να προκύψει με άλλον τρόπο αγάπη, εκτός της πίστεως (72). Και, ενώ ως προς την πίστη είμαστε όλοι οι πιστοί ίσοι μεταξύ μας, επειδή μία είναι η πίστη μας, τα καλά έργα ως έργα αγάπης μας διαφοροποιούν, γιατί άλλοι είναι περισσότερο φιλόπονοι και άλλοι είναι ραθυμότεροι. Έτσι, άλλοι ζουν ορθότερα και κατορθώνουν σημαντικότερα έργα και άλλοι μικρότερης σημασίας (73).
Τί εννοούμε όμως ακριβώς, όταν μιλάμε για καλά έργα αγάπης; Ποιος είναι ο παράγοντας εκείνος, ο οποίος συγκεκριμενοποιεί και προσδιορίζει το χαρακτήρα των έργων ως καλών; Κατά τον ιδιαιτέρως τιμώμενο ιεράρχη μας, τα καλά έργα είναι εκείνα, που εμπεριέχονται στις εντολές του Θεού. Έτσι, ο χαρακτήρας των καλών έργων δεν προσδιορίζεται από τη γνώμη των ανθρώπων αλλά από το θέλημα του Θεού, από το οποίο, όταν αποκλίνουν, είναι φαυλότατα, έστω και αν κατά τη γνώμη των ανθρώπων θεωρούνται ως άριστα. Αν όμως τα έργα, που υπαγορεύονται από το θέλημα του Θεού, μας φαίνονται επαχθή, τούτο οφείλεται αποκλειστικώς στη φιλαυτία μας (75). Γι’ αυτό, όταν υπάρχει πνευματική εγρήγορση, η στενή και τεθλιμμένη οδός για την αρετή δεν είναι δύσκολη (76), και τίποτε από τα διαταχθέντα εκ μέρους του Χριστού για τους πιστούς δεν είναι αδύνατο να εκπληρωθεί. Μάλιστα, ανάλογα με την προθυμία που επιδεικνύουμε, μας παρέχεται και η ενίσχυση του Θεού για την πραγματοποίησή τους (77).
Καταρχήν, τα καλά έργα, ανθρωπολογικώς νοούμενα ως έργα αρετής, συνδέονται οργανικά με την κατ’ εικόνα Θεού δημιουργία του ανθρώπου. Είναι μέσα στις προδιαγραφές της φυσιολογίας του. Γι’ αυτό «κατά φύσιν ημίν εστιν η αρετή και παρά φύσιν η πονηρία» , κατά τον άγιό μας. Ενώ όμως η γνώση της αρετής είναι έμφυτη στον άνθρωπο, σύμφωνα και με τη ρήση του Χριστού: «όσα αν θέλητε, ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς» , η εφαρμογή της αρετής εξαρτάται άμεσα από την ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου (80).
Τέλος, στο πλαίσιο της Εκκλησίας, μετά την εκλάμπρυνση του κατ’ εικόνα στο Βάπτισμα και τον εμπλουτισμό του με τη θεία Χάρη στο Χρίσμα, η αρετή προσλαμβάνει κατά τον ιερό Χρυσόστομο και εξέχουσα πνευματική βαρύτητα, αφού ορίζεται απ’ αυτόν ως «η των αληθών δογμάτων ακρίβεια και η κατά βίον ορθότης» (81). Κατά συνέπεια, τα καλά έργα των πιστών, ως έργα αρετής και αγάπης προσλαμβάνουν έναν ιδιάζοντα χαρακτήρα, αφού προσδιορίζονται ποιοτικώς από το βαθμό της γνησιότητας και της ακρίβειας της πίστεώς τους, αλλά κατεξοχήν και επιπροσθέτως νοηματοδοτούνται από το αληθινό βίωμα της ανιδιοτελούς και άκτιστης αγάπης του Τριαδικού Θεού εντός τους. Η άκτιστη αγάπη, ως θεία και Τριαδική ενέργεια, είναι αυτή που εμπλουτίζει και διαποτίζει πλέον πνευματικώς και χαρισματικώς τα καλά έργα αγάπης των πιστών, όταν βέβαια προηγουμένως ενεργοποιηθεί η εντός τους άκτιστη θεία ενέργεια του Χρίσματος (82). Αυτή η άκτιστη αγάπη του Θεού είναι εκείνη, που, κατά τη γνώμη μας, κάνει τη διαφορά γένους να υφίσταται ανάμεσα στα καλά έργα αγάπης των πιστών και στα κατά φύση καλά έργα των εκτός της Εκκλησίας ανθρώπων. Η διαφορά αυτή είναι τόση, όση η διαφορά μεταξύ κτιστού και ακτίστου, δηλαδή όση η διαφορά του Θεού από τα δημιουργήματά του. Με άλλα λόγια η διαφορά είναι απροσμέτρητη.
Κατά συνέπεια, θα μπορούσαμε βάσιμα να υποστηρίξουμε, ότι τα καλά έργα των πιστών, ως έργα ανιδιοτελούς αγάπης, είναι έργα θεανθρώπινα. Είναι έργα που πραγματοποιεί ο Θεός δι’ ημών. Γι’ αυτό και είναι τα μόνα καλά έργα, με τα οποία μπορεί να δοξάζεται ο Θεός Πατέρας, ως αυτοδόξαστος.
1. Βλ. P.G. 63, 77.
2. P.G. 62, 610-611.
3. Βλ. P.G. 62,335.
4. Βλ. P.G. 63, 229.
5. Βλ. P.G. 51, 274-275.
6. Βλ. P.G. 62, 265-266: «Δια πίστεως η γνώσις, και πίστεως άνευ γνώναι αυτόν ουκ ένι».
7. Βλ. P.G. 62, 665: «Επίστευσαν καθάπερ οι λοιποί εκλεκτοί και επέγνωσαν την αλήθειαν».
8. ΕΠΕ 23, 128.
9. Ιω. 5, 39.
10. Βλ. ΕΠΕ 23, 129-133.
11. Βλ. P.G. 53, 339-340.
12. P.G. 63, 59.
13. Βλ. P.G. 63, 236.
14. Βλ. P.G. 63, 226.
15. Βλ. P.G. 61, 633.
16. P.G. 55, 321-322.
17. Βλ. ΕΠΕ 30, 338.
18. P.G. 62, 560.
19. Βλ. P.G. 49, 170.
20. Βλ. P.G. 47, 384-385.
21. Βλ. P.G. 58, 289. Πρβλ. P.G. 59, 77: «Μηδέ ημείς νομίζωμεν αρκείν ημίν προς σωτηρίαν την πίστιν. Αν γαρ μη βίον επιδειξώμεθα καθαρόν … ουδέν κωλύει και ημάς παθείν τα αυτά».
22. Βλ. P.G. 61, 190-191. Πρβλ. και υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην 7, 36, όπου η τήρηση των εντολών αποτελεί το λάδι της λυχνίας του θείου φωτός, που λάβαμε στο βάπτισμα. Βλ. P.G. 59, 77.
23. Βλ. P.G. 51, 250-251.
24. Βλ. P.G. 59, 50 . 176 . 352· 363.
25. Μθ. 7, 21-23, στο PG 57, 321.
26. Βλ. P.G. 59, 369: «Ουδέν γαρ όφελος βίου καθαρού, δογμάτων διεφθαρμένων. ώσπερ ουν ουδέ τουναντίον, δογμάτων υγιών, εάν ο βίος η διεφθαρμένος».
27. P.G. 48, 811.
28. Βλ. P.G. 62, 95.
29. Βλ. P.G. 53, 110-158.
30. P.G. 51,280-281.
31. P.G. 51, 276.
32. Βλ. P.G. 51, 280. Πρβ. P.G. 60, 651.
33. Βλ. P.G. 51, 280.
34. Βλ. P.G. 55, 50.
35. Βλ. P.G. 55, 50.
36. P.G. 62, 93.
37. Βλ. P.G. 51, 252.
38. Βλ. P.G. 57, 243-244.
39. Βλ. P.G. 61,78.
40. Βλ. ΕΠΕ 18, 222-224.
41. Βλ. P.G. 57, 243-244.
42. Βλ. ΕΠΕ 18, 222-224.
43. Βλ. P.G. 62, 380.
44. Βλ. P.G. 54, 483.
45. Βλ. P.G. 58, 481-482.
46. Βλ. P.G. 57, 321.
47. P.G. 63, 141-143.
48. P.G. 51, 245-246.
49. Βλ. P.G. 61, 670.
50. Ιω. 13, 35.
51. Βλ. P.G. 59, 300.
52. Βλ. P.G. 59, 393-394.
53. Βλ. P.G. 63, 35-36.
54. Βλ. P.G. 227-228.
55. Βλ. P.G. 51, 82.
56. P.G. 49, 391.
57. Βλ. P.G. 48, 795.
58 .Βλ. P.G. 48, 701-702.
59. Βλ. P.G. 61, 269.
60. P.G. 61, 275-276.
61. Βλ. P.G. 63, 35-36.
62. Βλ. P.G. 52, 675.
63. Βλ. P.G. 51, 17.
64. Βλ. P.G. 52, 698.
65. «… Ιωάννη Χρυσόστομε, παμμακάριστε όσιε, επαξίως ευφημούμεν σε, υπάρχεις γαρ Καθηγητής, ως τα θεία σαφών». Κοντάκιον, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
66. P.G. 54, 462-463.
67. P.G. 53, 46.
68. Βλ. P.G. 60, 117.
69. P.G. 59, 458.
70. Βλ. P.G. 61, 671.
71. Βλ. P.G. 62, 509.
72. Βλ. P.G. 62, 174: «Ουδέν γαρ όφελος αγάπης, πίστεως χωρίς. μάλλον δε ουδ’ αν γένοιτο αγάπη ετέρως».
73. Βλ. P.G. 61, 78-79.
74. Βλ. P.G. 48, 873.
75. Βλ. P.G. 61, 472.
76. Βλ. P.G. 57, 438. Η αρετή μας φαίνεται δύσκολη όσο καιρό βρισκόμαστε στα πάθη. Βλ. P.G. 57, 254.
77. Βλ. P.G. 50, 503.
78. P.G. 61, 186-188. Η ηδονή της αρετής είναι μόνιμη, ενώ της κακίας πρόσκαιρη. Βλ. ό.π.
79. Μθ. 7, 12.
80. Βλ. P.G. 49, 140.
81. Βλ. P.G. 52, 462-463.
82. Ο Χριστός, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, άναψε το νοητό φως. Για να μείνει όμως καιόμενο, εξαρτάται και από τη συνεργία μας. Χρειάζεται και ο ανάλογος έμπρακτος βίος. Βλ. P.G. 57. 234.
“ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ”
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ 16 – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 200
Ιερό Ησυχαστήριο Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η πρόφασις: Όχι τα λόγια αλλά τα έργα σώζουν
Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαΐου, 2014

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαΐου, 2014

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαΐου, 2014

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΟΣΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΝΑΔΩΝ (23 ΜΑΪΟΥ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαΐου, 2014

“Αυτός ο αγγελώνυμος Μιχαήλ, αφού καθάρισε με τέλειο βίο τον εαυτό του κι αφιερώθηκε ήδη από τις μητρικές αγκάλες στον Θεό, έγινε ιερέας του Θεού του Υψίστου. Με τη δύναμη Αυτού κατάσβεσε όλη την ανοησία των θεομάχων, φιμώνοντας τα άθεα στόματα των αιρετικών, που τολμούσαν να μιλήσουν κατά του εξεικονισμού του Χριστού. Επειδή δε δεν υπέφερε το δυσώνυμο θηρίο τον θείο λόγο της γλώσσας του (διότι δεν φοβήθηκε ούτε τρόμαξε από τις απειλές του, αλλά με ελεύθερη φωνή φώναξε δυνατά ῾Την μεν άχραντη και θεία εικόνα του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και της αγίας Του μητέρας σέβομαι και προσκυνώ, ενώ το δικό σου δόγμα το καταφτύνω και δεν το λογαριάζω καθόλου᾽), επειδή λοιπόν με όλα αυτά ντροπιάστηκε ο τύραννος και ξεχείλισε από θυμό, γι᾽ αυτό τον καταδικάζει σε μακρινή εξορία. Αυτός δε τηρώντας καθαρό και ακηλίδωτο το κατ᾽ εικόνα, και ενώ διωκόταν από τόπο σε τόπο, έφτασε στο ευρύχωρο πλάτος του παραδείσου. Και έτσι ολοκλήρωσε τον καλό δρόμο και κοσμήθηκε από διπλά στεφάνια: προστέθηκε στους αρχιερείς ως αρχιερέας και στους μάρτυρες ως μάρτυρας”.

Σε δύο σημεία κυρίως επικεντρώνει ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος από τον βίο του οσίου Μιχαήλ: στον αγώνα του κατά των εικονομάχων και στην ασκητική βιοτή του, διά της οποίας καθάρισε την εικόνα του Θεού μέσα του και γεύτηκε τις λαμπηδόνες του αγίου Πνεύματος. Απαρχής ήδη της ακολουθίας που συνέγραψε γι᾽ αυτόν τονίζει: ῾Προσκυνούσες πάντοτε με τιμητικό τρόπο το ιερό εικόνισμα του Θεού και της Θεομήτορος, Μιχαήλ πανίερε, και διάλυσες τη βλάσφημη ανοησία των αιρετικών, κατατροπώνοντάς τους με τους λόγους και τα παθήματά σου᾽(῾Ιερόν εικόνισμα Θεού και της Θεομήτορος τιμητικώς προσκυνών διετέλεσας, Μιχαήλ πανίερε, και την βλάσφημον γλωσσαλγίαν διέλυσας των αιρετιζόντων, λόγοις και παθήμασι τροπούμενος᾽) (ωδή α´). ῾Έγινες, μακάριε, κατοικητήριο θείων χαρισμάτων, και προφανώς τα μετέδωσες σε όλους με πιστότητα, Μιχαήλ πανεύφημε, αφού απέκτησες θεομίμητο τρόπο ζωής και περιβλήθηκες τη δικαιοσύνη ως ιμάτιο᾽(῾Χαρισμάτων θείων γεγονώς, μάκαρ, ενδιαίτημα, πάσι πιστώς προφανώς μεταδέδωκας, Μιχαήλ πανεύφημε, θεομίμητον πολιτείαν κτησάμενος και δικαιοσύνην περιβεβλημένος ως ιμάτιον᾽) (ωδή α´).

Τα παραπάνω σημεία ο υμνογράφος τα αναπτύσσει εκτενέστερα. Ο άγιος Μιχαήλ αποτελεί διδάσκαλο των θείων δογμάτων (βλ. ωδή α´), και μάλιστα της ενανθρώπησης του Θεού, η οποία αποτελεί και το θεμέλιο της δυνατότητας εξεικονισμού Του. Αν ο Θεός μπορεί να εξεικονιστεί, είναι διότι έγινε αληθινός άνθρωπος και την ανθρώπινη φύση Του περιγράφει η εικόνα. ῾Η γλώσσα σου αναδείχθηκε κάλαμος του αγίου Πνεύματος, Μιχαήλ πανένδοξε, αφού μελέτησε στις Γραφές την ένσαρκη οικονομία του παντοκράτορα Λόγου᾽(῾Η γλώσσα σου ανεδείχθη του Πνεύματος κάλαμος, Μιχαήλ πανένδοξε, οικονομίαν την ένσαρκον Γραφαίς μελετήσασα του παντοκράτορος Λόγου᾽) (ωδή δ´). Εκεί, στις θεόπνευστες Γραφές, είδε μάλιστα ότι ο σεβασμός στην εικόνα δεν είναι για την ίδια την εικόνα ως ύλη και χρώμα, αλλά για το εικονιζόμενο πρόσωπο. Όπως από παλιά ήδη ο Μέγας Βασίλειος είχε επισημάνει: ῾Η τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει᾽. ῾Γνώρισες ότι η τιμή της εικόνας διαβαίνει στο πρωτότυπο, ιεροφάντορα Πατέρα Μιχαήλ, και ακολουθώντας τις θεόπνευστες Γραφές δίδαξες τους πάντες να σέβονται την εικόνα του Χριστού και των Αγίων᾽(῾Εις το πρωτότυπον ειδώς της εικόνος την τιμήν, ιεροφάντορ, διαβαίνουσαν, Πάτερ, ταις θεοπνεύστοις Γραφαίς συνάδων, τους πάντας εδίδαξας σέβειν την εικόνα Χριστού και των Αγίων᾽) (ωδή η´). Η πίστη του αγίου για τη διδασκαλία αυτή της Εκκλησίας περί των εικόνων – διδασκαλία στην πραγματικότητα για την αλήθεια περί του ίδιου του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου – ήταν τόσο απόλυτη και στέρεα, ώστε υπέμεινε διωγμούς και εξορίες τέτοιες που θυσίασε και την ίδια τη ζωή του. ῾Υπέμεινες πικρές εξορίες, σοφέ, και έφτασες τελικά στο ευρυχωρότατο πλάτος του παραδείσου, ευρισκόμενος με τον χορό των μαρτύρων, θεόφρον πανόλβιε᾽(῾Υπομείνας πικράς εξορίας, σοφέ, εις ευρυχωρότατον πλάτος κατήντησας του Παραδείσου, Μάρτυσι συγχορεύων, θεόφρον πανόλβιε᾽) (ωδή ς´).

Ο υμνογράφος βεβαίως επιμένει και στο δεύτερο σημείο. Ο άγιος Μιχαήλ αν είχε τόσο φωτισμό και έγινε τόσο δυνατός κήρυκας της αλήθειας, ήταν διότι την ψυχή του την είχε καθαρίσει με τον νόμιμο αγώνα κατά των παθών του. Καθαρή η καρδιά του φωτιζόταν από το Πνεύμα του Θεού και έτσι γινόταν ο οδοδείκτης των πιστών, πολύ περισσότερο μάλιστα που κατείχε την υψηλή και υπεύθυνη θέση του επισκόπου. ῾Υπέταξες τα πάθη σου με την εγκράτεια, φώτισες τον νου σου με τη θεωρία, έγινες πρακτικότατος οδηγός᾽(῾Υπέταξας τα πάθη δι᾽ εγκρατείας, εφώτισας τον νουν σου τη θεωρία, εγένου πρακτικώτατος᾽) (ωδή γ´). Κι αυτόν τον αγώνα τον εσωτερικό τον ξεκίνησε ήδη από την αγκαλιά της μητέρας του. ῾Από την αγκαλιά της μάνας σου αφιερώθηκες στον Λόγο, ιεροφάντορα. Διότι καθώς αναδείχτηκες θείο αφιέρωμα και ασχολήθηκες επιμελώς με την πρακτική θεωρία και έδρεψες τον καρπό της σοφίας, έγινες πράγματι άξιος ποιμένας᾽(῾Εξ αγκαλών ανετέθης τω Λόγω, ιεροφάντορ. Θείον γαρ ανάθημα δεδειγμένος, ενδιαπρέψας πρακτική θεωρία και σοφίας καρπόν δρεψάμενος, γέγονας ποιμήν αληθώς αξιόληπτος᾽) (ωδή ε´). Από την άποψη αυτή ο άγιος Μιχαήλ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ακολουθεί με συνέπεια τα ίχνη του Κυρίου Ιησού Χριστού. Επειδή πίστεψε στον Χριστό, έγινε μαθητής Αυτού κι επιβεβαίωσε τη μαθητεία αυτή με τα παθήματα της ζωής του. ῾Χρημάτισες μαθητής του Χριστού του Θεού και ζήλεψες τα παθήματά Του, μακάριε, κινδυνεύοντας βεβαίως πάρα πολύ για την Εκκλησία Του, θεόπνευστε᾽(῾Μαθητής χρηματίσας Χριστού του Θεού, τούτου τα παθήματα, μάκαρ, εζήλωσας, προκινδυνεύων άριστα της αυτού Εκκλησίας, θεόπνευστε᾽) (ωδή ς´).
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Οσμή ευωδίας (αγίου Γρηγορίου Νύσσης).
Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2014

Ο απόστολος Παύλος γράφει στην «προς Εβραίους» επιστολή του ότι ο Νόμος της Παλαιάς Διαθήκης ήταν τύπος και σκιά και όχι η εικόνα των πραγμάτων. «Διότι ο Νόμος έχων σκιάν των μελλόντων αγαθών, ουχί αυτήν την εικόνα των πραγμάτων [..]» (Εβραίους, 10:1). Τα μέλλοντα αγαθά, είναι τα αγαθά που φανέρωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στην εποχή μετά τον Νόμο. Μία τέτοια σκιά, ήταν και τα αρώματα που πρόσταζε ο Νόμος. Ο ίδιος απόστολος, αναφέρει ότι οι αληθινοί Χριστιανοί είναι «Χριστού ευωδία προς τον Θεό» (Β’ Κορινθίους, 2:15). Η ευωδία αυτή είναι το αποτέλεσμα της σχέσης του πιστού με τον Χριστό δια της Εκκλησίας. Άλλωστε στο κέντρο της ζωής του Χριστιανού, δεν είναι κάποιος άνθρωπος έστω και ενάρετος, αλλά ο θεάνθρωπος Χριστός. Ακολουθεί σχετικό απόσπασμα από σχόλια του αγίου Γρηγορίου Νύσσης στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης «Άσμα των Ασμάτων», που περιλαμβάνει ο πατέρας Π. Μπρούσαλης στην «Μυστική Θεολογία».
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Εξετάσεις
Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2014

Σε δημοτικό γηπεδάκι, το βραδάκι, συρμάτινο πλεχτό κι από πάνω ένα φωτάκι
τον σκούφο του φορώντας τριπλάρει ολομόναχο και λέει μονολογώντας:
Πώς μου την σπάνε οι γονείς μου, Θεέ μου, κι οι φριχτοί συμμαθηταί μου
και η Καίτη κι η μικρή της αδερφή από πλάι που παίρνει το μέρος τους και μου την σπάει
Μου την σπάνε αράδα θεολόγου στριμάδα, Λυκειάρχου προβοσκίς κι η φιλόλογος ψωνάρα, του Μεγάρου Μουσικής
η δημόσια εικόνα, τα παραισθησιογόνα, οι ομάδες, οι ροκάδες, οι σταθμοί και οι φυλλάδες
οι εξάρσεις του εθνικού μας βίου κι ο προγυμναστής του φροντιστηρίου, όλος πιτυρίδα, μούσι και τσαντάκι
ενημερωμένος από τον Κακαουνάκη
Δεκαπέντε χρονώ τι `ναι αυτό το κενό που μου κρύβετε…
ορμάει με το μπουφαν του, τι σόι τόπος τυφλός κι ακυβέρνητος, βροντάει την μπασκέτα του
και πώς είμαι έτσι εγώ τερατόμορφος στο θόλο του απεράντου
Πολιτείας εφιάλτης ορθός, είμαι αυτός ο βυθός, ναι!
Είμαι κιόλας νεκρός, ναι! Λυσσασμένος για φως, ναι!
Το κοινό! Πού να βρίσκεται κρυμμένο, γιορτινό! Μακρινό κι αγαπημένο το κοινό!
Στον εαυτό μου να βουτήξω και στα βάθη του ν’ αγγίξω ουρανό.
Γέρνει ο ήλιος μες στων αφρών το περιδέραιο, σκόνες φωτεινές απ’ τις περσίδες ως το στέρεο
Κι αφήνεται στο πλάι με κάννες και τριαντάφυλλα και μέσα του βουτάει.
Στην στιγμή τα λαμπιόνια ανάβουνε, προβολείς του βυθού μας χτενίζουνε κι αποσπούν ένα ένα τα πρόσωπα
γελαστά προς τα εδώ ταξιδεύουνε με αλογάκια κουρδιστά κι ανεβαίνουνε καβαλώντας αυλές και μαντρότοιχους
στον ρυθμό μιας ομάδας που παίζαμε και μου λένε:
“Άμα κάνεις μια βουτιά στον εαυτό σου, δε θα βρεις τον εαυτό σου,
αλλά όλους τους άλλους τους μικρούς και τους μεγάλους
γιατί ο χρόνος είναι ένας και δεν πέθανε κανένας και αφήνει πάλι γένι, ένι μένι ντουντουμένι
σαν αυτόν τον στιχουργό που δεν βγήκε απ’ τ’ αβγό Και σε βρήκε στο ρεφρέν του κι άκου το ανακοινωθέν του…”
Η αφεντιά σου λοιπόν δεκαπέντε χρονών και βαρέθηκε κι απ’ την έξω ερημιά προς τα μέσα νερά καταδύθηκε.
Η από μέσα σου ελεύθερη πτώση της γενιάς σου το στίγμα θα δώσει αθλοφόρε του εσώτατου χώρου
και μετά θα μας δεις σε βουή καταιγίδας σαν τους κρίκους μακράς αλυσίδας
ή χλωρίδας που σπρώχνει διαρκώς μέσ᾿ απ’ τ’ άνοιγμα που `χει ο βλαστός τολουλούδι κι ας είσαι μικρός
της διάσωσης το έργο θα νιώσεις την συντήρηση ως πάθος θα υψώσεις όσο πάει καιπιο ακραία θα κινείσαι
και θα χάνεις τον εαυτό σου και θα είσαι τελευταίος κρίκος κι ένας της σειράς και της καδένας προς το φως…
Μας ακούει; θαρρώ πως κοιμάται και το γουώκμαν στο στήθος του ανάβει,
το αστεράκι του χειμώνα και το έν του νέου αιώνα του σχολειού του η τάξη είναι εκείξαφνική μουσική!
Των ηρώων η γενιά θα ονομαστεί, έρχονται απ’ το μέσα ταξίδι, στο κοινό Θεού και χώρας θα ορκιστεί,
ξεσφραγίζουν. Κυλάει ο βράχος στου αιώνα της την πρώτη ανθοφορία
σ’ ένα δάσος με λαμπάδες που δε θα `βρεις μονάχος με της πόλης τον χιτώνα θα ντυθεί
θα με δει. Τον λαιμό του γυρνάει να με δει
σαν παιδί που απ’ το κοινότερο έχει χρεία
ο δικός μου μικρός μονομάχος.
Ερμηνευτικά σχόλια
Γέρνει ο ήλιος μες στων αφρών το περιδέραιο: μία πρώτη λύση για να βρούμε το νόημα είναι η φύση. Το φως και η θάλασσα με την απεραντοσύνη τους. Και την ίδια στιγμή, ο καθένας μας στο δωμάτιο, στο δικό του χώρο να αφεθεί να βρει την ψυχή του. Θέλει κάννες, πόλεμο αυτό, με την τεμπελιά και τον συμβιβασμό, θέλει και τριαντάφυλλα, δηλαδή ομορφιά, αισθήματα, ζεστασιά και την ίδια στιγμή αγάπη για τους άλλους, για να βρεις ποιος είσαι, καθώς η αλήθεια περνά μέσα από τις σχέσεις με τους συνανθρώπους μας, ιδίως στην εφηβεία. Στην ψυχή μας τα λαμπιόνια ανάβουνε, δηλαδή βγαίνει φως, και βγαίνουν όλες οι μορφές που μας αγαπούνε, όχι κατ’ ανάγκην οι γονείς ή οι δάσκαλοί μας, αλλά όσοι μπορούνε να τους εμπιστευτούμε επειδή το νιώθουμε ότι μας αγαπούνε και όλοι, αφού μας ξανασυναντήσουν,καβαλώντας αυλές και μαντρότοιχους, δηλαδή στην παιδικότητά μας, καθώς θα πρέπει να γίνουν παιδιά μαζί μας, θα μας πούνε…
Άμα κάνεις μια βουτιά στον εαυτό σου, δε θα βρεις τον εαυτό σου, αλλά όλους τους άλλους τους μικρούς και τους μεγάλους γιατί ο χρόνος είναι ένας: ο καθένας μας κρύβει την παράδοση, την ιστορία, τους ήρωες και τους καταραμένους του παρελθόντος, τις αξίες, τα σωστά και τα λάθη του, το χρόνο του και την συνέχειά του. Χρειάζεται λοιπόν να εξετάζουμε το παρελθόν μας. Ό,τι είναι καλό να το κρατάμε και ό,τι δεν μπορούμε να είμαστε περήφανοι γι’ αυτό να το κρατάμε ως παράδειγμα για αποφυγή. Δεν μπορούμε να μην θυμόμαστε. Για να βρούμε τον εαυτό μας χρειάζεται να έχουμε μνήμη. Έτσι, την ίδια στιγμή θα βγούμε από την έξω ερημιά, δηλαδή από το να είμαστε με άλλους και στην ουσία να μην είμαστε, όπως συμβαίνει με τις καφετέριες και τα λαμπάκια σήμερα όπου όλοι κρατούνε ένα κινητό και μιλάνε στο FB, χωρίς να έχουν χρόνο και διάθεση να μοιραστούν αληθινές στιγμές με τους άλλους.
Η από μέσα σου ελεύθερη πτώση της γενιάς σου το στίγμα θα δώσει αθλοφόρε του εσώτατου χώρου: για να βρει κάποιος το νόημα χρειάζεται να εξετάσει τη γενιά του, όχι για να την απορρίψει, αλλά για να βγει μπροστά, για να εκφράσει αυτό που ο ίδιος έχει ανάγκη εντός της, ακόμη κι αν γύρω θα υπάρχει καταιγίδα, πόλεμος και απόρριψη. Τότε θα φανεί το άνοιγμα του λουλουδιού, δηλαδή εκείνη η μικρή χαραμάδα μέσα από την οποία το φως θα φωτίσει την ψυχή, η οποία θα νιώσει το χρέος και για τον κόσμο και θα αρχίσει το έργο της διάσωσης. Σώζοντας την ταυτότητά μας, βοηθούμε και τους άλλους να σωθούνε, γιατί έχουμε να τους προσφέρουμε. Θα συντηρήσουμε την μνήμη μας και την ίδια στιγμή θα υψωνόμαστε προς το φως, όντας οι τελευταίοι κρίκοι της καδένας, και όταν φωτίσουμε και φωτιστούμε, τότε θα νιώσουμε ότι στην καδένα προστίθενται και άλλοι.
Μας ακούει; Για τους μεγάλους μόνο οι νέοι είναι η λύση. Αν οι νέοι ξυπνήσουν και αποκτήσουν και πάλι την αίσθηση του χρέους. Στα αστεράκια που μπορούν να διαλύσουν το χειμώνα τον οποίο ζούμε. Να γίνουν το «έν», το σπουδαίο, το μοναδικό στον καινούριο αιώνα. Αυτοί και οι συμμαθητές και φίλοι τους, αρκεί να αποφασίσουν ότι μπορούν να γίνουν ήρωες, εκείνοι που πιστεύουν στο Θεό και την ίδια στιγμή στην πατρίδα, το κοινό, και ο βράχος που σφραγίζει το μνήμα του θανάτου που οι μεγάλοι έχουμε επιβάλει στην κοινωνία με τις αμαρτίες και τις κακίες μας και τον συμβιβασμό μας θα ξεσφραγιστεί. Τότε ένα δάσος με λαμπάδες φωτεινές θα ντυθεί με τον χιτώνα της πόλης και θα γίνει η αφετηρία για μια καινούρια αρχή. Και τότε ο μικρός μονομάχος θα παλέψει για τα πιο κοινά πράγματα, δηλαδή την αγάπη, την αλήθεια, την ελευθερία. Και θα σπρώξει και τους μεγαλύτερους να παλέψουν, να ξυπνήσουν, να αφήσουν τις εξετάσεις της υποκρισίας και να ανοιχτούν στις εξετάσεις ενός αγώνα για έναν κόσμο με ταυτότητα, επίγνωση και αίσθηση ότι δεν υπάρχουμε μόνο για τον εαυτό μας, αλλά για όλους.
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Είδωλα και πρότυπα
Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2014

Ζω, ακόμη ζω, πες μου αν ζω, σαν ταινία το ένιωσα.
Σα βροχή, δυνατή στις οθόνες τ’ αντίο σου βρέχω.
Ζω, ακόμη ζω, σε μια σκηνή όπου όλα στα έδωσα.
Νικημένος φυγάς, κι ήταν λάθος μου που στο φανέρωσα.
Είμαι ο ήρωας που μένει μόνος του, τώρα οι τίτλοι του τέλους θα πέσουν για `μένα
οι τίτλοι του τέλους θα γράψουν το θέμα.
Είμαι ο ήρωας που μένει μόνος του, τώρα οι τίτλοι του τέλους θα πέσουν για `μένα
οι τίτλοι του τέλους θα γράψουν το θέμα. Μα εγώ για `σένα έπαιξα.
Ζω, ίσα που ζω κι εσύ μου λες ” η ζωή συνεχίζεται.”
Σιωπηλός, σε κοιτώ να πετάς τις ευχές στα καμένα.
Θες, να `μαι καλά, λόγια φτηνά που η πρόθεση σκίζεται.
Να φανώ δυνατός, σ’ ένα πλάνο που πια δεν φωτίζεται.
Είμαι ο ήρωας που μένει μόνος του, τώρα οι τίτλοι του τέλους θα πέσουν για `μένα
οι τίτλοι του τέλους θα γράψουν το θέμα.
Είμαι ο ήρωας που μένει μόνος του, τώρα οι τίτλοι του τέλους θα πέσουν για `μένα
οι τίτλοι του τέλους και τίποτα τέρμα. Μα εγώ για `σένα έπαιξα, να κλαις στο σινεμά…
Ερμηνευτικά σχόλια
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Ανάσταση στη ζωή μας
Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2014

Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες
όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε
Μέσα στις εκκλησιές τις δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συνναζωχτήτε.
Ανοίξτε, αγκαλιές ειρηνοφόρες
μπροστά στους Άγιους και φιληθείτε
φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη
πέστε Χριστός Ανέστη εχθροί και φίλοι.
Χριστός Ανέστη εκ νεκρών
Θανάτω θάνατον πατήσας
Και τοις εν τοις μνήμασι
Ζωήν χαρισαμένος.
Ερμηνευτικά σχόλια
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ, ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2014

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η πρόοδος η πνευματική είναι ανάλογη του μέτρου της πίστεως (Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος)
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2014

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2014

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2014

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΝΙΑ (17 ΜΑΪΟΥ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2014


Η συγγένεια του αποστόλου Παύλου προς τους σήμερα εορταζομένους αποστόλους Ανδρόνικο και Ιουνία, όπως και η πριν από αυτόν ένταξή τους στην Εκκλησία ως μέλη Χριστού, είναι από τα σημεία που θίγει έντονα ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ, διότι τα βλέπει να προβάλλονται από τον ίδιο τον Παύλο ως αποδεικτικά της σπουδαίας θέσης αυτών στην Εκκλησία. Ο απόστολος Παύλος δηλαδή μνημονεύοντας ιδιαιτέρως τους αγίους Ανδρόνικο και Ιουνία στην προς Ρωμαίους επιστολή δείχνει ότι πρόκειται περί αποστόλων που κατέχουν επίσημη θέση στην Εκκλησία. ῾Σας επισήμους πράγματι μεταξύ των Αποστόλων ο μακάριος Παύλος σας ανακηρύττει στην Εκκλησία, μακάριοι᾽(῾Ως επισήμους όντως εν αποστόλοις υμάς ο μακάριος Παύλος ανακηρύττει εν τη Εκκλησία, μακάριοι᾽) (ωδή ε´). ῾Σε τιμάμε τώρα, μαζί με τον Παύλο, εμείς που μαζευτήκαμε με πίστη, Ανδρόνικε, ως συγγενή του Παύλου, που έγινες μαθητής του Χριστού και πριν από αυτόν᾽(῾Ως συγγενή σε Παύλου και προ αυτού μαθητήν χρηματίσαντα, συν αυτώ νυν τιμώμεν, πίστει συνελθόντες, Ανδρόνικε᾽) (ωδή ε´). Κι είναι ευνόητο: αν ένας μέγας άγιος και μέγας απόστολος σαν τον απόστολο Παύλο εκθειάζει κάποιους, σημαίνει ότι αυτοί οι κάποιοι δεν είναι τυχαία πρόσωπα. Μόνον ένας άγιος με οξυμμένα τα πνευματικά κριτήριά του μπορεί να βλέπει την πνευματική κατάσταση των άλλων, όπως εν προκειμένω ο Παύλος για τους Ανδρόνικο και Ιουνία. Ο ίδιος ο απόστολος Παύλος το έχει πει: ῾ο πνευματικός πάντα ανακρίνει, αυτός δε υπ᾽ ουδενός ανακρίνεται᾽. Ο πνευματικός άνθρωπος, αυτός δηλαδή που έχει το Πνεύμα του Θεού, μπορεί να διακρίνει και να ελέγχει τα πάντα, ο ίδιος όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί από οποιονδήποτε μη πνευματικό. Αυτό λοιπόν τονίζει και ο άγιος Ιωσήφ: ῾Ο θείος απόστολος Παύλος, εκθειάζοντάς σας λαμπρότατα με θεϊκούς επαίνους, προβάλλει στους πιστούς τη γενναιότητά σας, λέγοντας ότι αποδειχτήκατε μαθητές του Θεού Λόγου πριν από αυτόν και συγγενείς του ίδιου᾽(῾Παύλος ο θείος Απόστολος, θείοις επαίνοις υμάς εκθειάζων λαμπρότατα, τοις πιστοίς παρίστησι την υμών γενναιότητα, προ τούτου λέγων αποδειχθήναι υμάς Θεού του Λόγου μαθητάς᾽) (στιχηρό εσπερινού).

Η σεβαστική αυτή στάση του αποστόλου Παύλου προς τους συγγενείς του αγίους Ανδρόνικο και Ιουνία, στάση που προεκτείνεται και σε όλο το πλήρωμα πια των πιστών, προφανώς οφείλεται αφενός στο γεγονός ότι οι άγιοι αυτοί απόστολοι υπήρξαν πράγματι άγιοι ως ῾του Λόγου υπήκοοι᾽(στιχηρό εσπερινού), αφού ῾όλες τις κινήσεις του νου τους τις κατεύθυναν με χαρά στην εφαρμογή των θελημάτων του Θεού᾽(῾Ίθυνας του νοός σου πάσας τας κινήσεις, ιερώτατε, προς Θεού θελημάτων αποπλήρωσιν χαίρων, Ανδρόνικε᾽) (ωδή α´) – αυτός είναι ο άγιος: ο πιστός που ολόκληρο τον εαυτό του τον αναφέρει στον Θεό και στην τήρηση του αγίου θελήματός Του – αφετέρου στο γεγονός ότι ο Ανδρόνικος, αλλά και η Ιουνία ασφαλώς ῾αξιώθηκε να δει, με τον αγώνα του να νεκρώσει τα αμαρτωλά φρονήματά του, τη ζωή των ζώντων, δηλαδή τον Χριστό τον Θεό μας ως άνθρωπο επί της γης᾽(῾Νεκρώσας τα μέλη σου αγωνίσμασι, την ζωήν κατηξίωσαι των ζώντων θεάσασθαι επί γης σαρκοφόρον, Χριστόν τον Θεόν ημών᾽) (ωδή γ´), όπως και υπήρξαν μέτοχοι της φωτιάς του αγίου Πνεύματος που έπνευσε και σ᾽αυτούς κατά την Πεντηκοστή, φωτιά που περιέφεραν έπειτα στην άσκηση της ιεραποστολικής διακονίας τους. ῾Έγινες πυρίπνοος του θείου Πνεύματος με την καθαρή διάνοιά σου, απόστολε, περιφέροντας τη θέρμη της φωτιάς αυτής και φλέγοντας το αγκάθι της πλάνης᾽(῾Πυρίπνοος γέγονας θείου Πνεύματος, καθαρά διανοία σου, την θέρμην, απόστολε, περιφέρων και φλέγων της πλάνης την άκανθαν᾽) (ωδή γ´).

Οι εκτιμήσεις του αγίου Ιωσήφ ότι οι άγιοι ῾νέκρωσαν τα αμαρτωλά φρονήματά τους για να δουν τον Χριστό᾽ και ότι ῾περιέφεραν τη θέρμη της φλόγας του Παρακλήτου᾽ έχουν ιδιαίτερη σημασία και για τη δική μας ζωή. Κανείς δηλαδή δεν μπορεί να δει τον Χριστό, όχι βεβαίως ῾σαρκοφόρον επί γης᾽, αλλά εν Πνεύματι αισθητά στην καρδιά του, αν δεν κάνει έναν αγώνα, ασφαλώς με τη χάρη του Χριστού και μέσα στην Εκκλησία, για νέκρωση του αμαρτωλού φρονήματός του, διότι ῾ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν᾽, όπως και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι πράγματι έλαβε αυτόν τον Χριστό μέσα του, αν δεν βρίσκεται σε θερμότητα η καρδιά του, ως προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Παγωμένη καρδιά, δηλαδή καρδιά που δεν έχει αγάπη, συνεπώς θέρμη αγίου Πνεύματος, έστω κι αν υπάρχει ομολογία πίστεως, δεν έχει και Χριστό. Ο Χριστός βρίσκεται πάντοτε και μόνον εκεί που περιφέρεται η θέρμη της φλόγας του Πνεύματος του Θεού, η ζωντανή αγάπη.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ (16 ΜΑΪΟΥ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2014


Η καταγωγή του οσίου Θεοδώρου από την Αίγυπτο γίνεται η πρώτη αφορμή για τον εκκλησιαστικό ποιητή, προκειμένου να προβάλει την αλλαγή που έφερε στον κόσμο ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ήδη σημειώνει ότι ο μεγάλος σημερινός άγιος, όπως και όλοι οι πριν και μετέπειτα από αυτόν άγιοι του Θεού στην Αίγυπτο, προορίστηκαν από τον Χριστό να γίνουν άγιοι, αφότου από παλιά κατέβηκε στην Αίγυπτο και προβλέποντας ως Θεός την ανταπόκριση στην κλήση Του τους κάλεσε και τους έσωσε και τους δόξασε, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου (Ρωμ. 8). ῾Αυτός που περπατά στα σύννεφα ως Δεσπότης Θεός, όταν κατέβηκε πριν στην Αίγυπτο σε ανάλαφρο σύννεφο, προόρισε για τη δόξα Του τους πιστούς που θα ανταποκρίνονταν στην κλήση Του, δηλαδή τους εκλεκτούς που έλαμψαν αργότερα και θα αρπάζονταν ως θεόφρονες σε νεφέλες, μεταξύ των οποίων είναι ο Θεόδωρος ο αγιασμένος Πατέρας μας᾽(῾Νέφει την επίβασιν αυτού τιθείς ως Δεσπότης, εν νεφέλη κούφη πριν καταβάς εις Αίγυπτον τους εκλάμψαντας εκλεκτούς προώρισε, τους αρπαζομένους εν νεφέλαις ως θεόφρονας, μεθ᾽ ων Θεόδωρος ο Ηγιασμένος Πατήρ ημών᾽) (στιχηρό εσπερινού). Οπότε το συμπέρασμα είναι προφανές: ῾Η Αίγυπτος, η οποία προηγουμένως κατεχόταν από δαιμονικές τελετές και πάθη, τώρα γίνεται ωραία από τα τάγματα των ασκητών᾽(῾Αίγυπτος η πρότερον δαιμονικαίς μαινομένη τελεταίς και πάθεσιν, ασκητών νυν τάγμασιν ωραΐζεται᾽) (στιχηρό εσπερινού). Κι αυτό βεβαίως σημαίνει: όπου έχουμε παρουσία της χάρης του Θεού, εκεί εξαφανίζεται η όποια δύναμη των δαιμόνων, συνεπώς η προηγούμενη δυσωδία και δυσμορφία γίνεται ευωδία και ευμορφία. Ο Θεός κάνει παράδεισο με άλλα λόγια τον κάθε τόπο, αρκεί να υπάρχουν οι άνθρωποι που θα θελήσουν να ανταποκριθούν με καλή προαίρεση στην κλήση Του.

Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, ο οποίος μόλις την προηγουμένη ημέρα ύμνησε τους άθλους και την αγιότητα του μεγάλου Παχωμίου, δεν ήταν δυνατόν να μην εξυμνήσει και το πνευματικό τέκνο αυτού, τον όσιο Θεόδωρο. Μεγάλος ο Παχώμιος, μεγάλος εξ ίσου και ο Θεόδωρος. Γιατί; Διότι ο Θεόδωρος, ως γνήσιος μαθητής και υποτακτικός του διδασκάλου του, τον ακολούθησε με γνησιότητα σε όλες τις ασκητικές διαγωγές του. ῾Έγινες ομόσκηνος του θείου Παχωμίου και ακολούθησες με ζήλο τους τρόπους του, Πάτερ θεόφρον Θεόδωρε, μιμούμενος την εγκράτειά του και την ορθόδοξη πίστη του᾽(῾Ομόσκηνος Παχωμίω τω θείω γενόμενος, τους τρόπους εζήλωσας, Πάτερ θεόφρον Θεόδωρε, τούτου την εγκράτειαν και την ορθόδοξον πίστιν εκμιμούμεος᾽) (ωδή δ´). Έτσι η σχέση του Παχωμίου προς τον Θεόδωρο, σχέση Γέροντος προς υποτακτικό, όπως και αντίστροφα, προβάλλει ως τύπος και παράδειγμα: όπου υπάρχει διάθεση υπακοής εκεί αναδεικνύεται η αγιότητα στο ανώτερο δυνατό σημείο, με την έννοια ότι και ο Γέροντας παίρνει δύναμη για πνευματική προκοπή, κυρίως όμως ο υποτακτικός ανάγεται στην αγιότητα σχετικά εύκολα, ακολουθώντας τα χνάρια του πνευματικού του.

Ο άγιος Θεοφάνης δεν παύει να εξυμνεί αυτήν τη διάθεση υπακοής του οσίου Θεοδώρου, υπακοής βεβαίως στον Πνευματικό του, στην πραγματικότητα όμως υπακοής στον ίδιο τον Κύριο. Το αγωνιστικό φρόνημά του προκειμένου να τηρεί το θέλημα του Θεού ήταν εξαιρετικό, τόσο που ο υμνογράφος μας τον χαρακτηρίζει ως μάρτυρα. Πολλές φορές έχει ειπωθεί ότι μάρτυρας δεν είναι μόνον αυτός που σε εποχή διωγμών δίνει τη ζωή του, αλλά και σε κάθε εποχή που αγωνίζεται μέχρι θανάτου κατά της αμαρτίας εσωτερικά στη συνείδησή του. ῾Έγινες δυνατός μάρτυρας, γιατί αντιστεκόσουν μέχρι αιμάτων προς την αμαρτία, θεόφρον Θεόδωρε᾽(῾Μάρτυς γεγονώς στερρός προς αμαρτίας μέχρις αιμάτων ανθιστάμενος, θεόφρον Θεόδωρε᾽) (ωδή η´). Κι εκείνο που για τον άγιο Θεοφάνη υπήρξε καθοριστιστικό στοιχείο για το μαρτυρικό φρόνημα κατά της αμαρτίας του οσίου Θεοδώρου ήταν και η αγάπη του για τη μελέτη του νόμου Θεού. Ο όσιος διατηρούσε την ψυχική του καθαρότητα, γιατί οι έννοιες του λόγου Θεού ήταν αυτές που κυριαρχούσαν μέσα στην ψυχή του από την αδιάκοπη μελέτη του. ῾Μελετώντας τον αγνότατο νόμο του Θεού με επιμέλεια, Πάτερ, έγινες όλος αγνός και καθαρός᾽(῾Μελετών τον νόμον εμμελώς, Πάτερ, τον αγνότατον, όλος αγνός και καθαρός γεγένησαι᾽) (ωδή α´). Είναι καίρια αλήθεια της πίστεως: κανείς δεν μπορεί να ορθοποδεί στην πνευματική ζωή και να αντιστρατεύεται προς την αμαρτία, αν δεν έχει καθημερινή έγνοια του τη μελέτη του λόγου Θεού. Όσο κανείς έχει στη σκέψη και την καρδιά του τον λόγο του Θεού, τόσο και καθαρίζεται από επήρειες δαιμονικές και ψεκτών παθών.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »