kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής: Προς νέον ερωτήσαντα περί της «ευχής»

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Αυγούστου, 2014

Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ μου, εύχομαι να είσαι καλά. Εσήμερον έγινα κάτοχος της επιστολής σου και σε δίδω απάντησιν εις όσα μου γράφεις. Αι πληροφορίες, όπου ζητείς, δεν απαιτούσι καιρόν και κόπον δια να σκεφθώ να σε απαντήσω.
Η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως η τέχνη του καθενός, καθότι εργάζομαι αυτήν τριανταέξ και επέκεινα χρόνια.
Όταν εγώ ήλθα στο Άγιον Όρος, εζήτησα απ’ ευθείας τους ερημίτας, οπού εργάζονται την προσευχήν. Τότε υπήρχαν πολλοί – πριν σαράντα χρόνια – οπού είχαν ζωή μέσα τους. Άνθρωποι αρετής. Γεροντάκια παλαιά. Από αυτούς εκάναμε Γέροντα και τους είχαμεν οδηγούς.
Λοιπόν η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσης τον εαυτόν σου να λέγης συνεχώς την ευχήν με το στόμα, αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα· να μην «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νους και το λεγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχης μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγης. “Αν το αφήνης, στενοχωρείσαι πολύ.
Όταν το συνηθίση ο νους και χορτάση -το μάθη καλά – τότε το στέλνει εις την καρδίαν. Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και ό,τι καλόν ή πονηρόν ίδη ή ακούση η δουλειά του είναι να το κατεβάση εις την καρδιαν, οπού είναι το κέντρον της πνευματικης και σωματικής δυνάμεως του ανθρώπου, ο θρόνος του νου· λοιπόν, όταν ο ευχόμενος κρατάη τον νουν του να μην φαντάζεται τίποτε, αλλά προσέχει μόνον στα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποιαν βίαν και θέλησιν εδικήν του τον κατεβάζει εις την καρδίαν και τον κρατεί μέσα δίκην κλεισούρας, και λέγει με ρυθμόν την ευχήν:
– Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με!
Εις την αρχήν λέγει μερικές φορές την ευχήν και παίρνει μιαν αναπνοήν. Κατόπιν, όταν συνηθίση να στέκη ο νους εις την καρδίαν, λέγει εις κάθε αναπνοήν μιαν ευχήν.
«Κύριε Ιησού Χριστέ»: εμβαίνει η αναπνοή, «ελέησόν με»: εβγαίνει.
Αυτό γίνεται μέχρις ότου επισκιάση και αρχίση να ενεργή η χάρις μέσα εις την ψυχήν μετά πλέον είναι θεωρία.
Λοιπόν παντού λέγεται η ευχή· και καθήμενος και στο κρεβάτι και περιπατώντας και όρθιος.  «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε», λέγει ο Απόστολος. Δεν πρόκειται όμως μόνον όταν πλαγιάζης να προσεύχεσαι. Θέλει αγώνα «όρθιος-καθήμενος». Όταν κουράζεσαι, κάθεσαι.
Και πάλιν όρθιος. Να μη σε πιάνη ο ύπνος. Αυτά λέγονται «πράξις». Δεικνύεις την προαίρεσίν σου εις τον Θεόν το δε παν έγκειται εις Αυτόν, εάν σου δώση. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η χάρις Του ενεργεί όλα. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμις.
Το δε πως γίνεται, πως ενεργείται η αγάπη, είναι να φυλάξης τας εντολάς. “Όταν εσύ εγείρεσαι την νύκτα και προσεύχεσαι· όταν βλέπης τον ασθενή και τον συμπαθής· την χήραν και τα ορφανά, τους γέροντας και τους ελεής, τότε σε αγαπά ο Θεός. Και τότε και συ τον αγαπάς. Εκείνος πρώτον αγαπά και εκχέει την χάριν Του. Και ημείς τα ίδια εκ των ιδίων, «τα σα εκ των σων» αποδίδομεν.
Εάν λοιπόν ζητής να τον εύρης μόνον δια της «ευχής», μη βγάλης πνοήν χωρίς την ευχήν. Πρόσεχε μόνον να μη δέχεσαι φαντασίες. Διότι το Θείον είναι ανείδεον, αφάνταστον, αχρωμάτιστον είναι υπερτέλειον. Δεν δέχεται συλλογισμούς. Ενεργεί ως αύρα λεπτή εν ταις διανοίαις ημών.
Η κατάνυξις έρχεται, όταν σκέπτεσαι πόσον ελύπησες τον Θεόν. Όπου Εκείνος είναι τόσον καλός, τόσον γλυκύς, τόσον ελεήμων, αγαθός, όλος γεμάτος αγάπη. Όπου εσταυρώθη και όλα τα έπαθεν δι’ ημάς. Αυτά και άλλα όπου έπαθεν ο Κύριος, όταν μελετάς, σου φέρνουν κατάνυξιν.
Λοιπόν, εάν ημπορέσης να λέγης την ευχήν εκφώνως και αδιαλείπτως, σε δυο-τρεις μήνες την συνηθίζεις. Και επισκιάζει η χάρις και σε δροσίζει. Μόνον να την λέγης εκφώνως, χωρίς διακοπήν. Και όταν την παραλάβη ο νους, τότε θα ξεκουρασθής με την γλώσσαν να την λέγης. Και πάλιν, όταν την αφήνη ο νους, αρχίζει η γλώσσα. “Όλη η βία χρειάζεται εις την γλώσσαν, έως ότου να συνηθίσης εις την αρχήν κατόπιν, όλα της ζωής σου τα έτη, θα την λέγη ο νους χωρίς κόπων.
Όταν έλθης, ως λέγεις, εις το Άγιον Όρος, να έλθης να μας ιδής. ‘Αλλά τότε θα ομιλήσωμεν άλλα πράγματα. Δεν θα σου μείνη καιρός δια την ευχήν. Την ευχήν αυτού θα την βρεις, όπου θα είναι ήσυχον το μυαλό σου. Εδώ όπου θα γυρίζης στα Μοναστήρια αλλού θα περισπάται ο νους σου, εις εκείνα οπού θα ακούς και θα βλέπης.
Εγώ είμαι βέβαιος ότι θα την ‘βρης την “ευχή”. Μην αμφιβάλλης. Μόνον κτύπα ευθέως εις την θύραν του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός θα σου ανοίξη· είναι αδύνατον. Αγάπησε τον πολύ, δια να λάβης πολύ. Εις την αγάπην Του, πολλήν ή ολίγην, έγκειται η δόσις, πολύ ή ολίγον.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πείθεσθε εις τους προεστώτάς σας και υπακούετε ( Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Αυγούστου, 2014

«Πείθεσθε εις τους προεστώτάς σας και υπακούετε· διότι αυτοί αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών σας ως μέλλοντες να αποδώσωσι λόγον· διά να κάμνωσι τούτο μετά χαράς και μη στενάζοντες· διότι τούτο δεν σας ωφελεί».
(Παύλου του αποστόλου, επιστολή ”Προς Εβραίους, 13:17).
Σχολιάζει ο  πάνω στο εδάφιο αυτό του αποστόλου Παύλου
«Όλα να τα κάμνωμεν, ώστε να ημπορέσωμεν να έχωμεν πλησίον μας το άγιο Πνεύμα, και να τιμώμεν πάρα πολύ εκείνους που ορίσθησαν να μεταδίδουν την ενέργειαν αυτού, διότι είναι μεγάλη η αξία των ιερέων. ‘’Ων αν αφήτε’’, λέγει, ‘’αφέωνται αι αμαρτίαι’’. Δια τούτο και ο Παύλος έλεγε, ‘’Πείθεσθαι τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε’’, και να τους τιμάτε πάρα πολύ. Διότι συ μεν φροντίζεις δια τα ιδικά σου, και αν τα τακτοποιήσης αυτά καλώς, δεν είσαι καθόλου υπεύθυνος για τους άλλους, ο ιερεύς όμως και αν ακόμη τακτοποιήση καλώς τον ιδικόν του βίον, δεν δείξει όμως την πρέπουσαν φροντίδα δια σένα ή δι’ όλα τα μέλη του ποιμνίου του, θα οδηγηθή μαζί με τους πονηρούς εις την γέενναν και πολλές φορές χωρίς να προδίδεται από τους ιδικούς του, οδηγείται εις την καταστροφήν από σας, αν δεν ρυθμίσει καλώς όλα εκείνα που έχουν σχέσιν με αυτόν.
Γνωρίζοντας λοιπόν το μέγεθος του κινδύνου, να αποδίδετε εις αυτούς πολλήν συμπάθειαν, πράγμα που και ο Παύλος υπηνίχθη, λέγων, ότι ‘’αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών’’, και όχι απλώς αγρυπνούν, αλλά ‘’ως λόγον αποδώσοντες’’, δια τούτο πρέπει αυτοί να απολαύουν πολλής τιμής. Εάν όμως μαζί με τους άλλους ενεργήτε και σεις εναντίον των, τότε ούτε και σεις θα ευρίσκεσθε εις καλήν κατάστασιν• διότι εν όσω ο κυβερνήτης ευρίσκεται εις κατάστασιν ευθυμίας, θα ευρίσκωνται και οι επιβάται εις ασφάλειαν, αν όμως τον περιφρονούν εκείνοι και κρατούν στάσιν εχθρικήν εναντίον του και έτσι τον ταλαιπωρούν. Τότε ούτε και να επαγρυπνήση ημπορεί καθ’ όμοιον τρόπον, ούτε να ασκήση καλώς το έργον του και χωρίς να το θέλη περιβάλλη αυτούς με άπειρα κακά».
(Έργα Ι. Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 14, σελ. 713) 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΕΟΡΤΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Αυγούστου, 2014

Εἶχε μέν οὖν καί ἡ πρώτη σκηνή δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν᾽ (῾Εβρ. 9, 1)
α. ῾Η ἑορτή τῆς καταθέσεως τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καταυγάζει τή σημερινή Κυριακή ΙΒ´ Ματθαίου καί κατακλείει τόν κατεξοχήν Θεομητορικό μήνα Αὔγουστο. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα γι᾽ αὐτό ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα ἀπό τήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού ἀναφέρεται στή Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλά παραπέμπει στή Θεοτόκο μέ βάση τήν τυπολογική ἑρμηνεία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά πρόσωπα καί τά γεγονότα τῆς Γραφῆς ἀποτελοῦν προεικονίσεις, δηλαδή προφητεῖες χωρίς λόγια, προσώπων και γεγονότων τῆς Καινῆς Διαθήκης. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί μάλιστα ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης καί τά ἐντός αὐτῆς εὑρισκόμενα: ἡ στάμνα μέ τό μάννα, τό ραβδί τοῦ ᾽Ααρών καί οἱ πλάκες τοῦ Δεκαλόγου, συνιστοῦν προφητεῖες γιά τήν Παναγία μας, πού σημαίνει ὅτι ὅλα αὐτά τά ἱερά ἀντικείμενα τοῦ ᾽Ισραήλ εὕρισκαν τό νόημά τους στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου.
β. 1. Πρίν δοῦμε συγκεκριμένα τό πῶς ἡ Παναγία ἀποτελεῖ τήν ἐκπλήρωση τῶν προεικονίσεων αὐτῶν, ἴσως πρέπει γιά πολλοστή φορά νά ὑπενθυμίσουμε τό αὐτονόητο, ἀλλά δυστυχῶς διαρκῶς παραθεωρούμενο καί μή γινόμενο κατανοητό, ὅτι ἡ Παλαιά καί ἡ Καινή Διαθήκη συνιστοῦν τά ἰσόκυρα καί ἰσάξια μέρη τῆς μιᾶς ῾Αγίας Γραφῆς. Εἶναι δηλαδή βασική πεποίθηση τῆς ᾽Εκκλησίας μας ὅτι ὅταν μιλᾶμε γιά τήν Παλαιά Διαθήκη δέν μιλᾶμε γιά ἕνα ξένο πρός τήν Παράδοσή της κείμενο, ἀλλά γι᾽ αὐτό πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός προϋπέθετε καί ἀνέφερε ὡς πράγματι ῾Αγία Γραφή, στήν ὁποία ῾ὑπό Πνεύματος ῾Αγίου φερόμενοι ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι᾽ κατέγραψαν ὅσα τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τούς ἐνέπνευσε πρός προετοιμασία τοῦ ἐρχομοῦ Αὐτοῦ. ῎Οχι λίγες φορές ὁ Χριστός τόνισε πώς ῾ὅ,τι ἔγραψαν  ὁ Μωϋσῆς καί οἱ προφῆται περί ᾽Εκείνου τό ἔγραψαν᾽, ὅπως καί κάθε καταγραφή τῶν κειμένων τῆς Καινῆς Διαθήκης περί ῾Αγίας Γραφῆς  εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἀναφερόταν στήν Παλαιά Διαθήκη. Συνεπῶς δέν μπορεῖ κανείς νά διαγράψει τήν Παλαιά Διαθήκη χωρίς νά διαγράψει ταυτοχρόνως καί τήν Καινή, ὅπως καί δέν μπορεῖ νά διαγράψει τήν Καινή, χωρίς ταυτόχρονη διαστρέβλωση τοῦ νόηματος καί τῆς Παλαιᾶς. Κατά τόν λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσόστομου ῾οἱ δύο διαθῆκες εἶναι δύο ἀδελφές καί δύο ὑπηρέτριες πού ὑπηρετοῦν τόν ῞Ενα Κύριο᾽, γι᾽ αὐτό ῾καί τά παλαιά δέν εἶναι παλαιά, ἀφοῦ φανερώθηκαν στά καινούργια, ὅπως καί τά καινούργια δέν εἶναι καινούργια, γιατί προαναγγέλθηκαν ἤδη ἀπό τά παλαιά᾽.  Κέντρο λοιπόν καί τῶν δύο Διαθηκῶν εἶναι τό πρόσωπο τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτό καί ἡ Παλαιά Διαθήκη, πέραν αὐτονοήτως τῆς Καινῆς,  κατανοεῖται μόνον χριστολογικά.
2. Μέ τήν ὑπενθύμιση αὐτή κατανοοῦμε καλύτερα τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου στό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα τῆς πρός ῾Εβραίους ἐπιστολῆς: ἡ Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης, ὅπως καί ὅλες οἱ λατρευτικές πράξεις σέ σχέση μέ αὐτές, βρίσκουν τόν λόγο τους στόν ἴδιο τόν Κύριο καί σέ ὅ,τι σχετίζεται πιά μέ Αὐτόν. Γιά παράδειγμα: ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης ἀποτελεῖ προεικόνιση τῆς Παναγίας Μητέρας Του, ἀφοῦ ὅπως ἡ πρώτη ἔφερε τίς πλάκες τοῦ Νόμου καί τή στάμνα μέ τό μάννα, έτσι καί ἡ δεύτερη, ἡ Παναγία, ἔφερε τόν ἴδιο τόν Νομοδότη καί τό πραγματικό μάννα πού τρέφει τούς ἀνθρώπους, τόν Χριστό. Κι ἀκόμη: ἡ ράβδος τοῦ ᾽Ααρών πού βλάστησε ὑπερφυῶς συνιστᾶ προεικόνιση καί προφητεία γιά τήν Παναγία, διότι ἀκριβῶς καί ἡ Παναγία ῾ἄνευ σπορᾶς ἀνδρικῆς᾽, συνεπῶς ὡς ξύλο ἄνικμο βλάστησε ὑπερφυῶς τόν ἐνανθρωπήσαντα Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι σέ ὅλους γνωστό ἰδίως μέσα ἀπό τήν ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας τό πόσες φορές ἀκοῦμε καί ψέλνουμε τίς προεικονίσεις αὐτές. Κατεξοχήν στά λεγόμενα ῾Θεοτοκία᾽, δηλαδή στά τροπάρια-καταλήξεις τῶν ὠδῶν τῶν κανόνων πού ἔχουν ὡς περιεχόμενο τό πρόσωπο τῆς Παναγίας μας, ὅπως καί σέ ὅλους τούς ὕμνους τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν καί τῶν ἀφιερωμένων σέ ἐκείνην ἀκολουθιῶν – π.χ. τοῦ ᾽Ακαθίστου ῞Υμνου ἤ τῶν Παρακλητικῶν Κανόνων – οἱ παραπάνω προεικονίσεις μαζί καί μέ πλῆθος ἄλλων πράγματι ἀποτελοῦν τό εὐλογημένο περιεχόμενό τους. ῾Χαῖρε κιβωτέ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι᾽ (χαῖρε σύ Παναγία, πού χρυσώθηκες ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ), ἀκοῦμε αἴφνης στόν ᾽Ακάθιστο ῞Υμνο – χαιρετισμός πού κατανοεῖται ἀπό τή φράση τοῦ σημερινοῦ ἀποστόλου πού λέει ὅτι ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης ἦταν χρυσωμένη ἀπό ὅλες τίς πλευρές της: ῾καί τήν κιβωτόν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ᾽. ῾Χαῖρε λυχνία καί στάμνε Μάννα φέρουσα, τό γλυκαῖνον τά τῶν εὐσεβῶν αἰσθητήρια᾽ (Χαῖρε σύ Παναγία πού εἶσαι ἡ ἀληθινή λυχνία (σέ σχέση μέ τήν παλαιά τῶν ῾Αγίων τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου) καί ἡ στάμνα πού φέρεις τό ἀληθινό Μάννα, τόν Χριστό, πού γλυκαίνει τίς αἰσθήσεις τῶν εὐσεβῶν καί πιστῶν ἀνθρώπων), ἀκοῦμε ἀπό τόν κανόνα τοῦ ἀκαθίστου ὕμνου (ὠδή δ´). Κι ἑκατοντάδες φορές ῾θεοτοκίον᾽ σάν τό παρακάτω πού συναντᾶμε στούς ὄρθρους ὅλων τῶν ἑορτῶν: ῾Σέ κιβωτόν καί τράπεζαν καί λυχνίαν καί στάμνον, καί ὄρος καί παλάτιον, θρόνον κλίνην καί πύλην τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης, τήν ῾Αγίαν Παρθένον καί Θεοτόκον ἅπαντες ἀνυμνοῦμεν ἐκ πόθου᾽ (῞Ολοι μέ πόθο ὑμνολογοῦμε ᾽Εσένα τήν ἁγία Παρθένο καί Θεοτόκο, πού εἶσαι κιβωτός καί τράπεζα καί λυχνία καί στάμνα καί ὄρος καί παλάτι, θρόνος καί κλίνη καί πύλη τοῦ Βασιλέα τῆς δόξης Χριστοῦ).
3. Καί βεβαίως ἡ χριστολογική κατανόηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διαπιστώνουμε ὅτι κατά τήν ᾽Εκκλησία μας περιλαμβάνει πάντοτε μαζί μέ τόν Χριστό καί τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα Του. Κάθε δηλαδή ἐκπλήρωση προφητείας τῆς Παλαιᾶς συναντᾶ εἴτε ἀπευθείας τόν ἴδιο τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ (καί κατ᾽ ἐπέκταση καί τό ζωντανό σῶμα Του τήν ᾽Εκκλησία) εἴτε Αὐτόν μέσω τῆς Μητέρας Του. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι Χριστός καί Παναγία εἶναι πάντοτε συνδεδεμένοι ἀδιάσπαστα κατά τήν πίστη μας σέ βαθμό πού τυχόν παραθεώρηση τῆς Παναγίας συνιστᾶ παραθεώρηση καί διαστροφή τοῦ προσώπου καί τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. ῾Η ᾽Εκκλησία μας μάλιστα εἶδε ἐν Πνεύματι ὅτι ἡ θεοτοκία τῆς Παναγίας  – νά γεννήσει ὡς ἄνθρωπο τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ – ἀποτελεῖ ὅρο δογματικό, συνεπῶς ἡ μή ἀποδοχή τῆς θεοτοκίας αὐτῆς ἐκτρέπει τόν μή δεχόμενο αὐτήν στήν πλάνη τῆς αἱρέσεως (π.χ. νεστοριανισμός ἤ προτεσταντισμός).
4. Κατά συνέπεια ὁ ὀρθόδοξος πιστός ὄχι μόνον δέν ἐκπλήσσεται ἀπό τίς δοξολογικές ἀναφορές τῆς ᾽Εκκλησίας πρός τό πάντιμο πρόσωπο τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου, ἀλλά χαίρεται καί εὐφραίνεται, γιατί γνωρίζει ὅτι οἱ δοξολογίες αὐτές στοχεύουν στήν πραγματικότητα στό λατρευτό πρόσωπο τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι πλῆθος ἁγίων μας, ὅπως ὁ ἅγιος Νεκτάριος γιά παράδειγμα, συγκινεῖτο καί κατενύσσετο καί μόνο μέ τό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός Της, ὅπως κι ὅτι οἱ περισσότεροι πιστοί σταυροκοπιοῦνται καί σηκώνονται ὄρθιοι μέ τήν ἀναφορά σέ Αὐτήν. ῾῾Αγιόπρωτε σεμνή, ἐγκώμιον οὖσα τῶν οὐρανίων Ταγμάτων, ᾽Αποστόλων ὑμνωδία, Προφητῶν περιοχή᾽ ψάλλει ἀδιάκοπα ἡ ᾽Εκκλησία μας.  ῞Οπως βεβαίως καί ἀντιστρόφως καί μόνο τό ὄνομά Της κατακαίει τούς δαίμονες καί κάθε ταλαίπωρο ὄργανό του.
῾Η δύναμή Της λοιπόν εἶναι τεράστια γιά χάρη τοῦ κόσμου, διότι στήν πραγματικότητα διοχετεύεται μέσω Αὐτῆς τῆς εὐλογημένης ἡ παντοδυναμία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. ῾Πολύ ἰσχύει δέησις Μητρός πρός εὐμένειαν Δεσπότου᾽. Κι εἶναι ἀκριβῶς ἡ δύναμη αὐτή τοῦ Θεοῦ διά τῆς Θεοτόκου πού βιώνει κάθε ὀρθόδοξος πιστός, ὅταν μέ πίστη ἐπικαλεῖται τήν ἅγια μεσιτεία Της. Τό πλῆθος τῶν ἁγίων εἰκόνων Της, τά ἄπειρα προσκυνήματα ἐπ᾽ ὀνόματί Της, τί ἄλλο φανερώνουν παρά τά θαυμαστά γεγονότα τῆς ἐπεμβάσεώς Της στήν πάλλουσα ἀπό πίστη καρδιά τοῦ χριστιανοῦ; Πόσο πράγματι ἐπιβεβαιώνεται καθημερινά ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀπολυτικίου της κατά τή μεγάλη ἑορτή τῆς Κοιμήσεώς Της, ῾ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε᾽!
γ. Ζοῦμε κρίση μεγάλη, οἰκονομική καί κυρίως πνευματική. ῾Η διαπίστωση εἶναι δεδομένη. ῾Η διέξοδος καί ἡ λύση μᾶς διαφεύγουν. ῾Η κάθε ἑορτή τῆς Παναγίας μας ὅπως ἡ σημερινή, δίνει τήν ἀπάντηση: ἡ Παναγία Μητέρα μας εἶναι πάντοτε παροῦσα καί πρόθυμη νά μᾶς βοηθήσει. ῾Η δύναμη τῆς μεσιτείας Της πρός τόν Θεό εἶναι ἄπειρη. Τό θέμα εἶναι νά προσανατολιστοῦμε πρός Αὐτήν, πού σημαίνει νά στραφοῦμε πρός τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό καί τήν ἁγία ᾽Εκκλησία Του. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα πού ἐπέλεξε σήμερα ἡ ᾽Εκκλησία μας αὐτόν τόν σκοπό ἔχει.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Αυγούστου, 2014

«ακούσας δε ο νεανίσκος τον λόγον απήλθε λυπούμενος∙ ην γαρ έχων κτήματα πολλά».
α. Μία πολύ αξιοσυμπάθητη περίπτωση ανθρώπου καταγράφει το σημερινό ευαγγέλιο. Έναν νεαρό, ο οποίος πλησιάζει τον Κύριο, προκειμένου Αυτός ως διδάσκαλος να τον καθοδηγήσει στην είσοδό του στη βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος τον παραπέμπει στις εντολές της Μωσαϊκής νομοθεσίας, και όταν αυτός επιμένει, λέγοντας ότι αυτές τις τηρεί εκ νεότητός του, ο Κύριος τον προσανατολίζει στην τελειότητα: να ακολουθεί Εκείνον, κάνοντας πέρα όλα τα υλικά αγαθά του. Η αντίδραση του νεαρού είναι απογοητευτική: «ακούσας τον λόγον απήλθε λυπούμενος». Γιατί είχε πολλά κτήματα, είχε πολλά υλικά αγαθά.
β. 1. Ο νεαρός δεν φαινόταν να κοροϊδεύει τον Κύριο, όπως σε μία παρόμοια περίπτωση ενός νομοδιδασκάλου, ο οποίος Τον πλησίασε «πειράζων Αυτόν». Μολονότι το ερώτημα και των δύο είναι το ίδιο: η είσοδος στη Βασιλεία του Θεού, εδώ έχουμε μία εκ πρώτης όψεως γνήσια αναζήτηση. Διότι ο νεανίσκος και πιστεύει στον Θεό και κάνει έναν «πνευματικό» αγώνα, με την τήρηση του Νόμου, πυρήνας του οποίου ήταν οι Δέκα Εντολές. «Ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου». Παρ’ όλον όμως τον αγώνα του αυτόν, διεπίστωνε στο βάθος της ψυχής του ότι η καρδιά του δεν γέμιζε. Ένιωθε ότι υπολείπεται σε κάτι, το οποίο θα του έδινε την ώθηση να ζήσει σε πληρότητα τη χάρη του Θεού. Για τα δεδομένα βεβαίως της πίστεώς μας, η έλλειψη αυτή είναι δικαιολογημένη: η πλήρωση της καρδιάς, αυτό που ολοκληρώνει τον άνθρωπο έρχεται μόνον εν Χριστώ. Ο Χριστός είναι Εκείνος που επαναφέρει τον άνθρωπο στην κανονική πορεία του, αυτήν για την οποία είχε δημιουργηθεί από τον Θεό. Ο Μωσαϊκός Νόμος, οι Προφήτες, η Παλαιά Διαθήκη δηλαδή, αποτελούσαν το προκαταρκτικό στάδιο ετοιμασίας προς αποδοχή του Χριστού. Η Παλαιά Διαθήκη, μέσα στην οποία βρισκόταν και ο νεαρός αυτός, είχε το νόημα της διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου. «Ώστε ο Νόμος παιδαγωγός ημίν γέγονεν εις Χριστόν».
2. Η αναζήτηση όμως του νεαρού για τη Βασιλεία του Θεού, μετά την επισήμανση του Κυρίου, τελικώς φαίνεται ότι δεν ήταν και τόσο γνήσια. Και τούτο γιατί στον προσανατολισμό που του δίνει ο Κύριος, εκείνος αντιδρά: υπάρχει κάτι που τον δένει στη γη, υπάρχει ένα «βαρίδι» στη ζωή του. Κι αυτό, όπως φανερώνεται στη συνέχεια, ήταν τα πολλά υλικά αγαθά του, τα πλούτη του. Αν ο νεαρός είχε ως προτεραιότητα τη σχέση του με τον Θεό, την ένταξή του στη Βασιλεία Εκείνου, θα ανέτρεπε τα πάντα στη ζωή του, προκειμένου να το επιτύχει. Με άλλα λόγια, η διαπαιδαγώγηση του Νόμου σ’ αυτόν δεν κατέληξε στον σκοπό της: την εύρεση του Χριστού. Στην πρόσκληση του Ίδιου να Τον ακολουθήσει, εκεί που παρέπεμπε ο Νόμος, τον οποίο φαινόταν ότι ο νεαρός τηρεί, αυτός έστρεψε τα νώτα και έφυγε. Ο λόγος του Χριστού λειτούργησε προκλητικά και αφυπνιστικά, για να φανερωθεί ο βαθύτερος και αληθινός εαυτός του. Μία αντίδραση εντελώς διαφορετική από εκείνην που συναντάμε στους γνήσιους αναζητητές, όπως το είδαμε στους μαθητές του Κυρίου: “αφέντες άπαντα ηκολούθησαν Αυτώ”.
3. Έτσι με την περίπτωση του νεανίσκου σήμερα έρχεται ανάγλυφα ενώπιόν μας το φαινόμενο του ψευδούς και αληθινού εαυτού. Ο νεαρός πιστεύει ότι ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ίσως να έχει τη βεβαιότητα ότι θα κερδίσει τη Βασιλεία του Θεού – τι άλλο να σημαίνει η ερώτησή του: «τι άλλο υστερώ;» – ζει επομένως σ’ ένα φαντασιακό επίπεδο, το οποίο συναντάμε στους Φαρισαίους της εποχής του Χριστού, όπως και στους Φαρισαίους της κάθε εποχής. Ο ψευδής εαυτός του έχει κατακλύσει τη συνείδησή του και αυτόν βιώνει ως πραγματικότητα. Η αλήθεια όμως τελικώς πόρρω απέχει από αυτόν. ´Ερχεται ο λόγος του Χριστού, για να τον βγάλει από την πλάνη: Θεός του αληθινός ήταν τα πολλά κτήματά του, αυτά συνιστούσαν την προτεραιότητά του, μπροστά στα οποία όλα τα υπόλοιπα έρχονταν δεύτερα. Ο αληθινός του εαυτός δηλαδή δούλευε με συνέπεια στην ειδωλολατρία. Η επισήμανση του Κυρίου, «όπου ο θησαυρός ημών, εκεί και η καρδία ημών έσται», βρίσκει στον νεαρό την πλήρη εκπλήρωσή της.
4. Η κατάσταση αυτή συνιστά και τη μεγαλύτερη τραγικότητα του ανθρώπου: ο άνθρωπος «πετάει» κυριολεκτικά στα σύννεφα. Νιώθει ότι έχει τον Θεό, και ο Θεός απέχει εντελώς από αυτόν. Νιώθει βέβαιος και παραπαίει. Το ακόμη τραγικότερο όμως για τον νεαρό του Ευαγγελίου είναι το γεγονός ότι του δίνεται η ευκαιρία να «προσγειωθεί», να βρει τον εαυτό του και με τον τρόπο αυτό να βρει και τον Θεό, αλλά αυτός απορρίπτει την ευκαιρία. Ο λόγος του Χριστού ήταν η ώρα της χάρης γι’ αυτόν, δηλαδή η ώρα της μετανοίας του. Αν τον αποδεχόταν, θα γινόταν μέτοχος της βασιλείας του Θεού, θα γινόταν άγιος. Δεν το έκανε, γιατί τελικώς δεν είχε γνήσια αναζήτηση: ζούσε στην επιφανειακότητα μίας απλής θρησκευτικής ζωής. Γι’ αυτό βεβαίως και το αδιέξοδο που ζούσε και που τον οδήγησε στην προσέγγιση, ανεπιτυχώς όμως, του Χριστού.
γ. Ο νεανίσκος του Ευαγγελίου δυστυχώς αποτελεί τον τύπο και για πολλούς από εμάς τους θεωρούμενους χριστιανούς. Πόσοι από τους χριστιανούς δεν ζούμε στο επίπεδο ενός ψεύτικου εαυτού, δεν νομίζουμε δηλαδή ότι πορευόμαστε σωστά και έχουμε τον Θεό και τους αγίους μαζί μας, διότι προσευχόμαστε, διότι εκκλησιαζόμαστε, διότι κοινωνούμε ίσως, διότι κάνουμε κάποιες ελεημοσύνες, ενώ η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική; Κι αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε, αν ελέγξουμε τον εαυτό μας σ’ αυτά που αποτελούν κεντρικά πάθη της ανθρώπινης ύπαρξης: στη φιληδονία, στη φιλαργυρία, στη φιλοδοξία, στους κλάδους του εφάμαρτου εγωισμού. Ο νεαρός του ευαγγελίου διακατεχόταν από το πάθος της φιλαργυρίας και της φιλοκτημοσύνης: τα υλικά αγαθά του ήταν το «βαρίδι» της ψυχής του. Σε άλλον το «βαρίδι» αυτό μπορεί να είναι η φιληδονία του, με όλες τις διακλαδώσεις της, της λαιμαργίας, της γαστριμαργίας, της λαγνείας, της πορνείας, της μοιχείας, της τεμπελιάς. Σε άλλον το «βαρίδι» μπορεί να είναι η φιλοδοξία του, ως κενοδοξία, ως υπερηφάνεια, ως τάση αγωνιώδους αποδοχής από τους άλλους, ως κατακτητικότητα, ως φιλαρχία και αρχομανία. Ο καθένας πρέπει να κοιτάξει μέσα του και να επισημάνει το δικό του πάθος, το δικό του βάρος που τον δένει εμπαθώς με τον κόσμο τούτο. Ο λόγος του Χριστού λειτουργεί για όλους και για όλες τις περιπτώσεις αφυπνιστικός, κοφτερός, «τομώτερος υπέρ πάσαν δίστομον μάχαιραν», που αποκαλύπτει τον αληθινό εαυτό μας. Όσο θα βάζουμε τον εαυτό μας πάνω σ’ αυτόν τον λόγο, τόσο θα καθαρίζει το βλέμμα μας και το έδαφος μπροστά στα πόδια μας. Ο προσανατολισμός είναι σαφής: η τελειότητά μας ως ακολουθία του Χριστού. Αυτό ζει η Εκκλησία μας και αυτό είναι το έργο της. Πόσοι από εμάς είναι έτοιμοι να το ακολουθήσουν;
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ (30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Αυγούστου, 2014

Ο άγιος Αλέξανδρος γεννήθηκε περί το 240 μ.Χ. και έγινε γνωστός για πρώτη φορά από τη συμμετοχή του στην Α´ Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.), εκπροσωπώντας ως πρεσβύτερος τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως άγιο Μητροφάνη, ο οποίος αδυνατούσε να παρευρεθεί λόγω γήρατος. Τον άγιο Αλέξανδρο, προχωρημένο και αυτόν στην ηλικία, πρότεινε ο άγιος Μητροφάνης ως διάδοχό του στον αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι που έγινε, οπότε και μένοντας στο αξίωμα πια του αρχιεπισκόπου επ᾽ αρκετόν, ετελεύτησε σε ηλικία 98 ετών. Αγωνίστηκε πάρα πολύ για την ορθόδοξη πίστη και μάλιστα για όσα απεφάσισε η Α´ Οικουμενική Σύνοδος κατά της αίρεσης του αρειανισμού, ενώ αντιμετώπισε τον ίδιο τον αιρεσιάρχη Άρειο στα μετά την καταδίκη του. Προσευχόμενος μάλιστα έντονα να δώσει λύση ο Κύριος στην επάνοδο του Αρείου, είδε αυτός και όλοι στην Κωνσταντινούπολη ότι τελικώς ο Άρειος έτυχε κακού τέλους, τέτοιου που έκανε μεγάλη αίσθηση και έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων για πολύ καιρό. Εκτός από τους αγώνες του για την ορθοδοξία, έδρασε και στον τομέα της ιεραποστολής, όπως και άφησε παράδειγμα αρίστου ποιμένος στην Εκκλησία. Η δύναμη του λόγου του και της προσευχής του ήταν μεγάλη, όπως είπαμε,  κάτι που επίσης φάνηκε και σε έναν διάλογο με φιλοσόφους αιρετικούς, κατά τον οποίο, πριν ξεκινήσει την ομιλία του ένας φιλόσοφος, ο άγιος του είπε: ῾Στο όνομα του Χριστού, να μην μπορείς να πεις λέξη᾽. Και ώ, του θαύματος! Το στόμα του φιλοσόφου κλείστηκε, μη μπορώντας να αρθρώσει ούτε λέξη. Στη μνήμη της Εκκλησίας ο άγιος Αλέξανδρος έμεινε ως σημείο αναφοράς πίστεως και αγίας ζωής, γεγονός που επισημαίνει αργότερα και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος σε ομιλία του, λέγοντας ότι τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως κόσμησαν άνθρωποι σπουδαίοι, σαν τον σήμερα εορταζόμενο άγιο᾽. 
Ο άγιος Αλέξανδρος μπορεί να μην ανήκει στους οικουμενικούς πατέρες και δασκάλους της Εκκλησίας, σαν τον άγιο Αθανάσιο, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον άγιο Βασίλειο κλπ., όμως αποτελεί και αυτός αστέρα πρώτου μεγέθους στο στερέωμα της Εκκλησίας. Ήδη στο συναξάρι του προηγουμένως αναφέρθηκε η δύναμη του λόγου του και η αγία βιοτή του, κι αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μην ήταν από αυτούς του Πατέρες που έδωσαν άμεσα και με έκτακτο φωτισμό του αγίου Πνεύματος τη λύση στα δογματικά προβλήματα της Εκκλησίας, όμως ήταν από εκείνους που με φωτισμό του ίδιου Πνεύματος κατανόησαν αμέσως και διέκριναν την πλάνη από την αλήθεια, την οποία έπειτα υπερασπίστηκαν με πάθος και ζήλο. Ο αγώνας του για την αλήθεια της πίστεως είχε επίγνωση ότι ήταν αγώνας για τη διακράτηση του αληθινού Χριστού, άρα για τη σωτηρία του ανθρώπου: την ένταξη του ανθρώπου στο σώμα Εκείνου, την πραγματική δηλαδή παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου.

Προϋπόθεση του φωτισμού του για τη διάκριση της πλάνης από την αλήθεια ήταν ο όλος πνευματικός του αγώνας. Ο άγιος Αλέξανδρος δεν έφτασε σ᾽ αυτό το σημείο φωτισμού ξαφνικά και ῾ως έλαχε᾽. Κατά τον άγιο υμνογράφο του ῾μυστιπόλος της άνω, υπερθέου Τριάδος ώφθης πανένδοξε, αγνώς ταύτην λατρεύων᾽, δηλαδή φάνηκες πανένδοξε, να ζεις στην καρδιά σου την υπέρθεη αγία Τριάδα, λατρεύοντάς την με τρόπο αγνό, που σημαίνει ότι ο άγιος βρισκόταν διαρκώς πάνω στις εντολές του Κυρίου, με αποτέλεσμα να έχει γίνει κατοικητήριο του Θεού, αναπέμποντας διαρκώς ύμνους και δοξολογίες προς Αυτόν. Μόνον ένας που ζει με αδιάκοπη προσευχή και τηρεί τον νόμο του Θεού, φωτίζεται έντονα από Αυτόν, ώστε να έχει το χάρισμα της διακρίσεως. Κι αλλού ο ποιητής θα τονίσει με άλλον τρόπο την παραπάνω αλήθεια: ῾Έννομος γενόμενος, ο θείος όντως φοιτητής σου, και σοις ζωηφόροις λόγοις, πειθαρχήσας Αλέξανδρος, Ιεράρχης πεφηνώς, Κύριε, όσιος, πράος, σώφρων, νυν επαξίως μακαρίζεται᾽. Κύριε, ο Αλέξανδρος, ο πράγματι θείος φοιτητής σου, που ζούσε σύμφωνα με τον νόμο σου και πειθαρχούσε στα δικά σου ζωηφόρα λόγια, αποδείχτηκε Ιεράρχης όσιος, πράος, σώφρων, γι᾽ αυτό και τώρα μακαρίζεται επάξια.

Ο άγιος Αλέξανδρος αποτελεί παράδειγμα για τους πιστούς,  όπως όλοι βεβαίως οι άγιοι, ιδιαιτέρως όμως για την εποχή μας, εποχή υποχώρησης στην πίστη, με έντονα τα σημάδια γι᾽ αυτό του ατομισμού, της δειλίας και της ανασφάλειας. Η μεγάλη του πίστη, το θάρρος και ο ζήλος του για την ομολογία της πίστεως αυτής, συνδυασμένα όμως με την αγία ζωή του, ζωή αγάπης προς τον συνάνθρωπο –  πρότυπο καλού ποιμένος, είπαμε, ήταν άλλωστε – τον κάνουν ορόσημο για εμάς. Κατεξοχήν δε αποτελεί παράδειγμα η έκφραση της ζωντανής πίστεώς του, με την  αδιάλειπτη και ζωντανή προσευχή του. Στον άγιο Αλέξανδρο, μάλλον και σ᾽ αυτόν τον άγιο, διαπιστώνουμε ό,τι ο ίδιος ο Κύριος είχε υποσχεθεί: ῾εάν μείνητε εν εμοί, και τα ρήματά μου εν υμίν μείνη, ο εάν θέλητε αιτήσασθε, και γενήσεται υμίν᾽. Να μένουμε ενωμένοι με τον Χριστό, ως μέλη Του μέσα στην αγία Του Εκκλησία, να κρατάμε τις άγιες εντολές Του, και θα βλέπουμε την παντοδυναμία του Χριστού να διοχετεύται και σε εμάς, όπως και στον άγιο σήμερα.
῾Ταις αυτού  αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς᾽. 
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης:Το μάλωμα και ο έπαινος του παιδιού

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Αυγούστου, 2014

Οι γονείς πρέπει να προσέχουν πολύ να μη μαλώνουν τα παιδιά τους το βράδυ, γιατί το βράδυ τα παιδιά δεν έχουν με τι να διασκεδάσουν την στενοχώρια τους και η μαυρίλα της νύχτας την μαυρίζει πιο πολύ. Αρχίζουν να σκέφτονται πώς να αντιδράσουν, ψάχνουν διάφορες λύσεις, μπαίνει στην μέση και ο διάβολος, και μπορεί να φθάσουν στην απελπισία… Την ημέρα, και να πουν τα παιδιά: «θα κάνω αυτό ή εκείνο», θα βγουν έξω, θα ξεχαστούν, οπότε διασκεδάζεται η στενοχώρια. – Γέροντα, το ξύλο βοηθάει τα παιδιά να διορθωθούν; – Όσο γίνεται, οι γονείς να το αποφεύγουν. Να προσπαθούν με το καλό και με υπομονή να δώσουν στο παιδί να καταλάβει ότι αυτό που κάνει δεν είναι σωστό. Μόνον όταν είναι μικρό το παιδί και δεν καταλαβαίνει ότι αυτό που κάνει είναι επικίνδυνο, βοηθιέται, αν φάη κανένα σκαμπίλι, για να προσέχει άλλη φορά. Ο φόβος, μήπως φάη πάλι σκαμπίλι, γίνεται φρένο και το προστατεύει. Εγώ, όταν ήμουν μικρός, περισσότερο βοηθιόμουν από την μητέρα μου παρά από τον πατέρα μου. Και οι δυο με αγαπούσαν και ήθελαν το καλό μου. Καθένας όμως με βοηθούσε με το δικό του τρόπο. Ο πατέρας μου ήταν αυστηρός. Όταν κάναμε καμιά αταξία, μας έδινε σκαμπίλια. Εγώ πονούσα λίγο από το ξύλο, μαζευόμουν, όταν όμως περνούσε ο πόνος, ξεχνούσα και τον πόνο και τις συμβουλές του. Όχι ότι δεν με αγαπούσε ο πατέρας μου. Από αγάπη με έδερνε. Μια φορά, θυμάμαι – τριών ετών ήμουν – , που μου έδωσε ο πατέρας μου ένα σκαμπίλι, με τίναξε πέρα! Τι είχε γίνει; Δίπλα από το σπίτι μας ήταν ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο. Οι ιδιοκτήτες είχαν φύγει στην Αμερική και είχε ρημάξει. Στην αυλή είχε μια συκιά που τα κλαδιά της έβγαιναν στον δρόμο. Ήταν καλοκαίρι και ήταν γεμάτη σύκα. Εκεί που έπαιζα με τα άλλα παιδιά, ήρθε ένας γείτονας και με σήκωσε, για να του κόψω μερικά σύκα, γιατί δεν έφθανε μόνος του να τα κόψη. Του έκοψα πέντε έξι και μου έδωσε κι εμένα δύο. Όταν το έμαθε ο πατέρας μου, θύμωσε πάρα πολύ. Μου έδωσε ένα σκαμπίλι!… Εγώ έβαλα τα κλάματα. Η μάνα μου που ήταν μπροστά, γύρισε και του είπε: «Τι το χτυπάς το παιδί; Τι ήξερε αυτό; μικρό παιδί είναι. Πως μπορείς να το ακούς να κλαίη;». «Άμα έκλαιγε τότε που το σήκωσε ο άλλος, για να κόψη τα σύκα, δεν θα έκλαιγε τώρα, είπε ο πατέρας μου. Αλλά, φαίνεται, ήθελε να φάη και αυτό σύκα. Ας κλαίη λοιπόν τώρα». Που να τολμήσω να το ξανακάνω! Και η μητέρα μου έβλεπε τις αταξίες μου και στενοχωριόταν, αλλά είχε μια αρχοντιά. Όταν έκανα καμμιά αταξία, γύριζε το κεφάλι από την άλλη μεριά και έκανε πως δεν με βλέπει, για να μη με στενοχωρήση. Εμένα όμως αυτή η συμπεριφορά μου ράγιζε την καρδιά. «Κοίταξε, έλεγα μέσα μου, εγώ έκανα τέτοια αταξία και η μητέρα όχι μονάχα δεν με δέρνει, αλλά κάνει και πως δεν με βλέπει! Άλλη φορά δεν θα το ξανακάνω! Πώς να την ξαναστενοχωρήσω;». Με αυτήν την συμπεριφορά της η μητέρα μου με βοηθούσε περισσότερο, παρά αν μου έδινε ένα σκαμπίλι. Κι εγώ όμως δεν το εκμεταλλευόμουν, να πω: «Ε, τώρα δεν με βλέπει, ας κάνω μεγαλύτερη αταξία». Ενώ ο πατέρας μου, μόλις έκανα κάτι, τακ, σκαμπίλι. Βλέπεις, και οι δύο με αγαπούσαν, εκείνο όμως που με διόρθωνε περισσότερο ήταν η αρχοντική συμπεριφορά της μάνας μου. – Γέροντα, μερικά παιδιά όμως είναι πολύ άτακτα. Φωνάζουν, τρέχουν, κάνουν ζημιές. Πώς να αποφύγουν οι γονείς το ξύλο; – Κοίταξε, δεν φταίνε τα παιδιά. Τα παιδιά, για να μεγαλώσουν φυσιολογικά, θέλουν αυλή, για να μπορούν να παίξουν. Τώρα τα κακόμοιρα είναι κλεισμένα μέσα στις πολυκατοικίες και ζορίζονται. Δεν μπορούν να τρέξουν ελεύθερα, να παίξουν, να χαρούν. Δεν πρέπει να στενοχωριούνται οι γονείς, όταν το παιδάκι είναι ζωηρό. Ένα ζωηρό παιδί έχει δυνάμεις μέσα του και μπορεί να προκόψη πολύ στην ζωή του, αν τις αξιοποιήση.

Από το βιβλίο «Οικογενειακή ζωή» ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Δ´, ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2004.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Έννοια και είδη της αμαρτίας στην Ορθόδοξη πίστη

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Αυγούστου, 2014

1. Το ερώτημα της ελευθερίας
Θα σε τιμωρήσει ο Θεός που έκανες αυτό το πράγμα!” Ακούμε συχνά να λέει κάποιος. Λες και ο Θεός δεν κάνει άλλη δουλειά, παρά κρατάει σε ντεφτέρι τις πράξεις μας για να αποδώσει εκδίκηση. Γιατί αυτοί που τα λένε αυτά, δεν έχουν καταλάβει, ότι ανάλογες φράσεις στη Χριστιανική γραμματεία, λέγονται ανθρωποπαθώς, και κρύβουν από πίσω τους μεγάλη συζήτηση. Αλλά το σημαντικότερο, δεν έχουν καταλάβει οι άνθρωποι αυτοί, τι είναι η αμαρτία!
Πώς είναι δυνατόν, ο Θεός που μας έφτιαξε ελεύθερους, να μας περιμένει “στη γωνία” για να μας τιμωρήσει για τις επιλογές μας; Δεν είμαστε ελεύθεροι; Γιατί τότε θα πρέπει να νιώθει ο άπιστος ενοχή, για την έστω και αρνητική άσκηση της ελευθερίας του αυτής, την οποία ο Θεός του έδωσε;
Αυτό είναι ένα βασικό ερώτημα, το οποίο θα πρέπει να βάλει σε σκέψεις όλους όσους θέλουν να βλέπουν τον Θεό ως Εισαγγελέα. Και δεν προσέχουν τα λόγια του Κυρίου Ιησού, που ξεκαθάρισε, ότι ούτε ο Ίδιος, αλλά ούτε ο Θεός Πατέρας θα κρίνουν τον κόσμο, αλλά κριτής θα είναι ο λόγος Του (Ιωάννης 8/η: 15. Ιωάννης 12/ιβ: 47,48. Ιωάννης 5/ε: 22).
Πώς θα μπορούσαμε να είμαστε ελεύθεροι, αν πάνω από τα κεφάλια μας κρέμεται διαρκώς ο πέλεκυς της τιμωρίας για κάθε παρέκκλιση από το θέλημα του Θεού; Ελευθερία είναι αυτό ή δικτατορία; Ή μήπως, αυτό που ονομάζουμε “τιμωρία”, είναι οι συνέπειες της ΔΙΚΗΣ ΜΑΣ αντίθεης πορείας, στην οποία ο Θεός απλώς δεν επεμβαίνει, και έτσι δεν σώζει με το ζόρι αυτόν που θέλει τον Θεό έξω από τη ζωή του;
2. Η σημασία της λέξης: “αμαρτία”
Τώρα που είδαμε την αντίφαση στη δικανική αντίληψη της αμαρτίας, είναι ώρα να δούμε και τη σημασία της ίδιας της αμαρτίας.
“Αμαρτία” σημαίνει: “αστοχία“. Και “αμαρτάνω” σημαίνει: “αστοχώ”.
Όταν όμως μιλάμε για αστοχία, είναι φυσικό να υπονοείται η ύπαρξη ενός στόχου. Και κάθε μας ενέργεια, είτε είναι εύστοχη, είτε άστοχη σε κάποιο βαθμό. Ποιος όμως είναι ο στόχος; Και τι είναι η ευστοχία και η αστοχία;
Φυσικό είναι, ο στόχος στον οποίο αποσκοπούν οι ενέργειές μας, να αντιπροσωπεύει το κέντρο όλης μας της ύπαρξης. Ο στόχος να είναι ο σκοπός της ίδιας της ζωής μας! Και ποιος είναι ο σκοπός της ζωής για τον άνθρωπο; Μα φυσικά η ομοίωση με τον Θεό! Πλασθήκαμε κατ’ εικόνα Του, για να οδηγηθούμε ελεύθερα στο καθ’ ομοίωσιν. Το κατ’ εικόνα είναι η δυνατότητα να του μοιάσουμε, μια δυνατότητα την οποία στερούνται τα ζώα. Και το καθ’ ομοίωσιν, είναι Η ΕΠΙΤΕΥΞΗ αυτού του στόχου. Να γίνουμε όμοιοι με τον Θεό κατά χάριν.
Κάθε άνθρωπος, είναι ελεύθερος, να αξιοποιήσει αυτή τη δυνατότητα που του δίνει ο Θεός με την ύπαρξη που του έχει χαρίσει. Κάθε άνθρωπος, είναι ελεύθερος, να “ΣΤΟΧΕΥΣΕΙ” με τη ζωή και τις πράξεις του στη Θέωση, ή να δαπανάει τη ζωή του “στο γάμο του Καραγκιόζη”, στοχεύοντας σε κάθε τι άλλο, εκτός από το ίδιο το νόημα και το σκοπό της ζωής του!
Κάθε μας ενέργεια και κίνηση, είτε μας φέρνει πιο κοντά στο στόχο, στο ποθούμενο της Θέωσης, είτε μας απομακρύνει από αυτό το στόχο. Και κάθε ενέργεια που μας φέρνει πιο κοντά, είναι μια ευλογημένη από τον Θεό επιτυχία. Ενώ κάθε αστοχία από το στόχο αυτό, είναι ΑΜΑΡΤΙΑ.
Όπως αντιλαμβάνεστε, όλα αυτά είναι πολύ διαφορετικά από την εντύπωση του δικαστηρίου και του “αυστηρού κριτή” που έχουν πολλοί στο μυαλό τους. Κι όμως αυτή είναι η έννοια της αμαρτίας στη Χριστιανική πίστη, όπως την έχει διατηρήσει αναλλοίωτη η Ορθόδοξη Εκκλησία του Κυρίου μας. Κανένας δεν μας υποχρεώνει να Θεωθούμε, και κανένας δεν μας υποχρεώνει να επιλέξουμε μια διαφορετική πορεία ζωής. Αλλά ό,τι επιλέξουμε, αυτό είναι που θα καθορίσει το αιώνιο μέλλον της ύπαρξής μας. Και στο βαθμό που θα πλησιάσουμε τη Θέωση, θα αμοιφθούμε με τη βίωση της ζωής του Ιδίου του Θεού που θα χαρίσει σε όσους αγωνίστηκαν στον αγώνα αυτό της “σκοποβολής”. Ενώ αντίθετα, στο βαθμό που θα διώξουμε τον Θεό από τη ζωή μας, και θα τον κρατήσουμε μακριά, στον ίδιο βαθμό θα στερηθούμε τα δώρα που θα δώσει Αυτός στους νικητές. Αυτή είναι η “τιμωρία” των κακών ή αμελών σκοπευτών. Η στέρηση του δώρου!
3. Τα τρία βασικά είδη αμαρτίας
Βέβαια δεν είναι δυνατόν να ταξινομήσουμε ακριβώς τις αμαρτίες, και ούτε είναι κάθε αμαρτία ίδια με μια άλλη, όπως κάθε προσωπικότητα είναι διαφορετική από κάθε άλλη προσωπικότητα. Αλλά για να καταλαβαίνουμε τι λέμε, οι άγιοι της Εκκλησίας μας, κάνουν συχνά τρεις διαφορετικές διακρίσεις μεταξύ των αμαρτιών, ανάλογα με τον κάθε άνθρωπο.
1. Οι θανάσιμες αμαρτίες: Οι αμαρτίες αυτές, είναι οι αμαρτίες που γίνονται με έργο. Είναι αυτές που κάνουν οι αδιάφοροι προς τον Θεό, ή όσοι βρίσκονται ακόμα στο στάδιο της κάθαρσης, δηλαδή στα αρχικά στάδια της Χριστιανικής ζωής. Στους ανθρώπους αυτούς, κυριαρχούν τα πάθη και όχι ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος. Οι άνθρωποι αυτοί φέρονται και κατευθύνονται στη ζωή τους, από τις σαρκικές και ψυχικές κατώτερες βιολογικές δυνάμεις, και όχι από τις ανώτερες του Αγίου Πνεύματος. Οι αμαρτίες αυτές, διατηρούν την ψυχή του ανθρώπου νεκρή, εμποδίζοντας το Άγιο Πνεύμα από το να λειτουργήσει και να ανυψώσει τον άνθρωπο.
2. Οι μη θανάσιμες αμαρτίες: Λέει για κάποιες αμαρτίες ο απόστολος Ιωάννης “Εάν τις ίδη τον αδελφόν αυτού αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον, αιτήσει, και δώσει αυτώ ζωήν” (Α΄ Ιωάννου 5/ε: 16). Υπάρχουν λοιπόν κάποιες αμαρτίες που δεν είναι θανάσιμες. Αυτές είναι κυρίως όσες γίνονται με τη σκέψη. Είναι οι ελαφρές αμαρτίες όσων βρίσκονται στον φωτισμό, που έχουν ξεφύγει από το στάδιο της κάθαρσης, και οι αμαρτίες τους είναι λιγότερο σοβαρές. Αυτές ξεπερνιούνται και με τη βοήθεια της προσευχής των αδελφών μας.
3. Οι αμαρτίες του μη καλού: Αυτές είναι οι αμαρτίες των τελείων. Όσων δηλαδή βρίσκονται τόσο μπροστά στην πνευματική πορεία, που ούτε καν με τη σκέψη δεν αμαρτάνουν στον Θεό. Κρατούν το λογισμό τους καθαρό, και δεν διανοούνται καν το κακό. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και αυτοί, κάνουν στη ζωή τους μικρότερες αστοχίες. Και οι αστοχίες αυτές, είναι το τι θα μπορούσαν να κάνουν, και τι τελικά έκαναν! Ενώ θα μπορούσαν να “χτυπήσουν κέντρο” στο στόχο, χτύπησαν ένα χιλιοστό πιο έξω! Για παράδειγμα, θα μπορούσε κάποιος απ’ αυτούς τους αγίους να προσευχηθεί περισσότερο, αλλά δεν το έκανε. Θα μπορούσε να εργασθεί περισσότερο για να βοηθήσει έναν ακόμα φτωχό, όμως δεν το έκανε. Θα μπορούσε να πάει στην Εκκλησία ενωρίτερα, αλλά δεν πήγε… Μικρές αστοχίες, που όμως δεν παύουν να είναι αστοχίες, για κάποιον που έχει φθάσει στο σημείο να είναι δοσμένος ολοκληρωτικά στο στόχο της ζωής του, που είναι η ένωση με τον Θεό.
4. Η αμαρτία ως πνευματική ασθένεια
Ένα τελευταίο πράγμα που είναι χρήσιμο να πούμε σε αυτό το άρθρο, είναι ο τρόπος που πρέπει να βλέπουμε την αμαρτία. Όχι ως ενοχή, αλλά ως ασθένεια. Όχι ως πράξη, αλλά ως σύμπτωμα. Ας το εξηγήσουμε λίγο αυτό.
Όταν έχουμε βήχα και πάμε στο γιατρό, ο γιατρός κάνει διάγνωση, και μας λέει, για παράδειγμα, ότι έχουμε: “γρίπη”, ή “κρυολόγημα”, ή “πνευμονία”! Δεν είναι ο βήχας αρρώστια. Ο βήχας είναι σύμπτωμα! Προκαλείται από κάποια αρρώστια, στην οποία ο οργανισμός μας αντιδρά με βήχα. Και ο βήχας, είναι ενδεικτικός της βαθύτερα κρυμμένης αυτής αρρώστιας, και ένας γιατρός, από τον βήχα και από άλλα συμπτώματα, καταλαβαίνει την κατάσταση του οργανισμού μας. Το ίδιο συμβαίνει και με την πνευματική ασθένεια, και την Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία μας. 
Όταν ο πνευματικός μας γιατρός, μας εξομολογεί, στην πραγματικότητα ακροάζεται τα συμπτώματα! Δεν αντιμετωπίζει ως ασθένεια αυτή καθεαυτή την πράξη που θα του εξομολογηθούμε. Δεν είναι η πράξη το αληθινό πρόβλημα, αλλά υπάρχει κάτι βαθύτερο, το οποίο οδήγησε τον ψυχοσωματικό μας οργανισμό σε αυτή την πράξη. Πρόκειται για κάποιο πάθος, ριζωμένο μέσα μας, το οποίο αγωνίζεται ο πνευματικός να ξεριζώσει με τη συμβουλή, με τον κανόνα, και με την πορεία που μας δίνει. Ανιχνεύει ο πνευματικός, ποιος είναι ο λόγος της “αστάθειας” που κάνει το χέρι μας να στοχεύει λάθος, και να ξεφεύγει από το στόχο. Και μας προτείνει το κατάλληλο φάρμακο. 
Με τον ίδιο τρόπο μας βλέπει και μας αντιμετωπίζει και ο Θεός όταν αμαρτάνουμε. Όχι σαν κατάδικους, αλλά σαν ασθενείς. Όχι σαν ενόχους, αλλά σαν άρρωστα και αγαπητά του παιδιά. Αν το δούμε έτσι, αμέσως αντιλαμβανόμαστε, ότι κανείς μας δεν πρέπει να φοβάται νοσηρά τον Θεό, τον ουράνιο Πατέρα και ιατρό των ψυχών μας. Αλλά αντίθετα, με χαρά να ακολουθούμε τις προτροπές Του, και των ιατρών που Εκείνος έχρισε με το Πνεύμα του το Άγιο, να μας θεραπεύουν. 
Αν αντιλαμβανόμαστε έτσι, με το πραγματικό της πρόσωπο την αμαρτία, ΔΕΝ θα κατακρίνουμε και δεν θα μισούμε κανέναν αμαρτάνοντα συνάνθρωπό μας. Θα τον βλέπουμε σαν έναν ασθενή αδελφό μας, που αδυνατεί να τεντώσει σωστά το τόξο του, και να επιτύχει τον ποθούμενο στόχο τού σκοπού της ζωής. 
Και εδώ είναι το μεγάλο θαύμα! Γιατί αυτή καθεαυτή η αντίληψη της πραγματικής έννοιας της αμαρτίας, ταυτόχρονα θεραπεύει και εμάς, που έτσι δεν μισούμε κανέναν, δεν κατακρίνουμε,  δεν μνησικακούμε, δεν επικρίνουμε, δεν ζητάμε εκδίκηση, αλλά αντιθέτως βοηθάμε, μακροθυμούμε, αγαπάμε, συγχωρούμε, προσευχόμαστε, αγωνιούμε για τον ασθενή αδελφό μας. Και γινόμαστε έτσι όμοιοι με τον Θεό της αγάπης και ρίχνουμε σταθερά τα βέλη μας στο στόχο. Και ελπίζουμε ότι θα λάβουμε μια μέρα από τον Δίκαιο Κριτή του αγώνα, τον έπαινο για τον κατά Θεόν αγώνα μας.
Πηγή: ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΟΜΑΔΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εκκλησία και χαρά

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Αυγούστου, 2014

Ο Χριστός είναι η χαρά, το φως το αληθινό, η ευτυχία. Ο Χριστός είναι η ελπίδα μας. Η σχέση μας με τον Χριστό είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός,  είναι λαχτάρα του θείου. Ο Χριστός είναι το παν. Αυτός είναι η αγάπη μας, Αυτός ο έρωτάς μας. Είναι έρωτας αναφαίρετος ο έρωτας του Χριστού.
Από κει πηγάζει η χαρά..
Όταν βρεις τον Χριστό, σου αρκεί, δεν θέλεις τίποτ’ άλλο, ησυχάζεις. Γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Ζεις παντού, όπου υπάρχει  Χριστός. Ζεις στα άστρα, στο άπειρο, στον ουρανό με τους αγγέλους, με τους αγίους, στη γη με τους ανθρώπους, με τα φυτά, με τα ζώα, με όλους, με όλα. Όπου υπάρχει η αγάπη στον Χριστό, εξαφανίζεται η μοναξιά. Είσαι ειρηνικός,  χαρούμενος, γεμάτος. Ούτε μελαγχολία, ούτε αρρώστια, ούτε πίεση, ούτε άγχος,  ούτε κατήφεια, ούτε κόλαση.
Ο έρωτας προς τον Χριστό είναι κάτι άλλο. Δεν  έχει τέλος, δεν έχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει υγεία, δίνει,  δίνει, δίνει… Κι όσο δίνει, τόσο πιο πολύ ο άνθρωπος θέλει να ερωτεύεται. Ενώ ο ανθρώπινος έρωτας μπορεί να φθείρει τον άνθρωπο, να τον τρελάνει. Όταν αγαπήσομε  τον Χριστό, όλες οι άλλες αγάπες υποχωρούν. Οι άλλες αγάπες έχουν κορεσμό. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει κορεσμό. Η σαρκική αγάπη έχει κορεσμό. Μετά μπορεί ν’ αρχίσει η ζήλεια, η γκρίνια, μέχρι και ο φόνος. Μπορεί να μεταβληθεί σε μίσος. Η  εν Χριστώ αγάπη δεν αλλοιώνεται. Η κοσμική αγάπη λίγο διατηρείται και σιγά-σιγά  σβήνει, ενώ η θεία αγάπη ολοένα μεγαλώνει και βαθαίνει. Κάθε άλλος έρωτας μπορεί  να φέρει τον άνθρωπο σ’ απελπισία. Ο θείος έρως, όμως, μας ανεβάζει στη σφαίρα  του Θεού, μας χαρίζει γαλήνη, χαρά, πληρότητα. Οι άλλες ηδονές κουράζουν, ενώ αυτή διαρκώς δεν χορταίνεται. Είναι μία ηδονή ακόρεστος, που δεν τη βαριέται κανείς ποτέ. Είναι το άκρον αγαθόν.
Αυτή είναι η θρησκεία μας. Εκεί πρέπει να πάμε.  Ο Χριστός είναι ο Παράδεισος, παιδιά μου. Τι είναι Παράδεισος; Ο Χριστός είναι.  Από δω αρχίζει ο Παράδεισος. Είναι ακριβώς το ίδιο∙ όσοι εδώ στη γη ζουν τον  Χριστό, ζουν τον Παράδεισο. Έτσι είναι που σας το λέγω. Είναι σωστό, αληθινό  αυτό, πιστέψτε με!  Έργο μας είναι να προσπαθούμε να βρούμε ένα τρόπο να μπούμε  μέσα στο φως του Χριστού. Δεν είναι να κάνει κανείς τα τυπικά. Η ουσία είναι να  είμαστε μαζί με τον Χριστό. Να ξυπνήσει η ψυχή και ν’ αγαπήσει τον Χριστό, να  γίνει αγία. Να επιδοθεί στο θείο έρωτα. Έτσι θα μας αγαπήσει κι Εκείνος. Θα είναι τότε η χαρά αναφαίρετη. Αυτό θέλει πιο πολύ ο Χριστός, να μας γεμίζει από χαρά, διότι είναι η πηγή της χαράς. Αυτή η  χαρά είναι δώρο του Χριστού. Μέσα σ’ αυτή τη χαρά θα γνωρίσουμε τον Χριστό. Δεν  μπορούμε να Τον γνωρίσουμε, αν Εκείνος δεν μας γνωρίσει.
Αυτά η ψυχή μας θέλει να αποκτήσει. Αν προετοιμαστούμε ανάλογα, η χάρις θα μας τα δώσει. Δεν είναι δύσκολο. Αν αποσπάσουμε την χάρη, όλα είναι εύκολα, χαρούμενα κι ευλογία θεού. Η θεία χάρις διαρκώς κρούει την πόρτα της ψυχής μας και περιμένει ν’ ανοίξουμε, για να έλθει  στην διψώσαν καρδία μας και να την πληρώσει. Το πλήρωμα είναι ο Χριστός, η Παναγία μας, η Αγία Τριάς. Τι ωραία πράγματα! Άμα αγαπάς, ζεις στην Ομόνοια  και δεν ξέρεις ότι βρίσκεσαι στην Ομόνοια. Ούτε αυτοκίνητα βλέπεις, ούτε κόσμο  βλέπεις, ούτε τίποτα. Είσαι μέσα σου με το πρόσωπο που αγαπάς. Το ζεις, το  ευχαριστιέσαι, σ’ εμπνέει. Δεν είναι αληθινά αυτά; Σκεφθείτε αυτό το πρόσωπο που  αγαπάτε να είναι ο Χριστός. Ο Χριστός στο νου σου, ο Χριστός στην καρδιά σου, ο Χριστός σ’ όλο σου το είναι, ο Χριστός παντού.
Ο Χριστός είναι η ζωή, η πηγή της ζωής, η πηγή  της χαράς, η πηγή του φωτός του αληθινού, το παν. Όποιος αγαπάει τον Χριστό και τους άλλους, αυτός ζει τη ζωή. Ζωή χωρίς Χριστό είναι θάνατος, είναι κόλαση, δεν είναι ζωή. Αυτή είναι κόλαση, η μη αγάπη. Ζωή είναι ο Χριστός. Η αγάπη είναι η ζωή του Χριστού. Ή θα είσαι στη ζωή ή στο θάνατο. Από σένα εξαρτάται να διαλέξεις..
«Βίος και Λόγοι» Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Χριστιανισμός θέλει τον κάθε άνθρωπο να προβληματίζεται και να ερευνά

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Αυγούστου, 2014

Από το Πολιτιστικό Λαογραφικό Μουσείο Δρυώνας, Κορφοβουνίου Άρτας - Φωτό: Νίκος Παπακώστας
Για την τεκμηρίωση ενός ιστορικού γεγονότος έχουμε τρία είδη αποδείξεων:
Α. τις προφορικές μαρτυρίες
Β. τις γραπτές μαρτυρίες
Γ. τις πραγματικές αποδείξεις
Με την ιστορικο-δικαστική μέθοδο (στηρίζεται σε αυθεντικά αποδεικτικά στοιχεία και δεν προκαλεί αντιρρήσεις ιστορικά δικαιολογημένες) μπορώ να αποδείξω, ότι πήγα περίπατο, ότι το πρωί ήπια λίγο γάλα, ότι στην Εκκλησία συζήτησα εγκάρδια με τον ιερέα.
Για θέματα ιστορικά η μέθοδος των φυσικών-θετικών επιστημών δεν έχει καμία ισχύ. Είναι εντελώς άχρηστη.
Απόδειξέ μου με την μέθοδο των φυσικών-θετικών επιστημών:
▪Υπήρξε ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ;
▪Ήταν επαναστάτης ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ;
▪Ήταν έξυπνος ο Αλκιβιάδης;
▪Ήταν φιλόσοφος ο Σωκράτης;
▪Ήταν ο Λένιν κουμουνιστής;
▪Πίστευε στον Χριστό ο Απόστολος Πέτρος;
Όλα αυτά τα ερωτήματα είναι έξω από την σφαίρα των φυσικών αποδείξεων. Δεν μπορούν να αποδειχθούν:
▪Ούτε με τα μέσα της χημείας
▪Ούτε της αστρονομίας
▪Ούτε του ηλεκτρισμού
Μπορούν να ελεγχθούν με το κριτήριο της ιστορικο-δικαστικής μεθόδου.
Η ιστορικο-δικαστική μέθοδος είναι απόλυτα σύμφωνη με την βασική αρχή του Χριστιανισμού, ότι αξία έχει μόνο ότι ο άνθρωπος το δέχεται εκούσια και εντελώς ελεύθερα. Γι’ αυτό ο Χριστιανισμός θέλει τον κάθε άνθρωπο να προβληματίζεται και να ερευνά.
Να ερευνά! Μα όχι και να παραλογίζεται! Η έρευνα δεν είναι παραλογισμός!
Τι είναι επιστημονικός παραλογισμός;
▪Δείξε μου τον Θεό με το τηλεσκόπιο!
▪Δείξε μου την ψυχή στο μικροσκόπιο!
▪Δείξε μου, αν είναι ο Υιός ομοούσιος με τον Πατέρα, με χημικά πειράματα!
Δίκαια ο Ρώσος πρωτοπρ. Νικόλαος Ντεπουτάτωφ παρατηρεί ειρωνικά: Αν θέλεις να χρησιμοποίησης την χημεία και το τηλεσκόπιο στον Χριστό, χρησιμοποίησέ τα πρώτα στον Μέγα Αλέξανδρο και στον Ναπολέοντα. Και σίγουρος πια για την αποτελεσματικότητα της μεθόδου σου, έλα να την εφαρμόσεις και στον Χριστό!
Ο Ρώσος μαρξιστής Γιούρι Σρέηντερ γράφει: «Το νήμα της ζωής ευρίσκεται στην βαθειά πίστη στον άνθρωπο και στις δυνάμεις του, στην πρόοδο της επιστήμης. Πιστεύω σ’ ένα φωτεινό μέλλον, που το χτίζουν οι άνθρωποι».
Βέβαια τα 70 χρόνια προσπάθειας να χτισθεί το «φωτεινό μέλλον» από τους ανθρώπους με την επιστήμη, απόδειξε λάθος τον μαρξιστικό αυτόν συλλογισμό.
Μα το παράδοξο είναι και ότι ο ίδιος ο Γιούρι Σρέηντερ, συνεχίζοντας με έκδηλο σκεπτικισμό για την ορθότητα των λόγων του, κάνει την εξής πολύτιμη διαπίστωση-παρατήρηση:
«Η πεποίθηση ότι η επιστήμη είναι αλήθεια, και ότι η επιστημονική «αλήθεια» είναι κάτι το αδιαμφισβήτητο, αποτελεί τυπική μορφή δεισιδαιμονίας! Και είναι φοβερό να μεταβάλουμε τόσο άνετα την επιστήμη, από όργανο κριτικής ανάλυσης, δηλαδή από μέθοδο ελέγχου εγκυρότητας και ορθότητας των διαφόρων απόψεων, σε μέσο και όργανο προώθησης και επιβολής απόψεων»!
Ο χριστιανός λοιπόν ερευνά, η Εκκλησία προτρέπει τους πιστούς να ερευνήσουν. Όχι μόνο δεν εμποδίζει την έρευνα άλλα δοξάζει τον Χριστό ψάλλοντας: «Χαίρεις ερευνώμενος δι’ ο Φιλάνθρωπε, προς τούτο προτρέπεις τον Θωμάν. Ή ακόμα και στην Αγία Γραφή λέγει: «Ερευνάτε τας Γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν, και εκείναι εισιν αι μαρτυρούσαι περί Εμού» (Ιω. 5,39)
Η έρευνα των θεμάτων της πίστεως είναι υπόθεση ιερή όμως δεν αρκεί να ερευνούμε αλλά θα πρέπει να ερευνούμε σωστά.
Πολλοί άνθρωποι σήμερα ερευνούν την Αλήθεια της Εκκλησίας αλλά με λάθος τρόπο (και για λάθος λόγους). Πάνε στο βουνό για ψάρια και στην θάλασσα για λαγούς και γι’ αυτό τελικά πελαγώνουν, χάνονται μέσα στο πλήθος των πληροφοριών που δεν μπορούν να τεκμηριώσουν αν έχουν βάση, αν είναι αληθινές… και αφού το μυαλό τους έχει γεμίσει με όλα αυτά τότε στο τέλος μελετούν και την Αγία Γραφή, μελετούν τα λόγια του Χριστού που μιλά για τον εαυτό του. Και καταλήγουν να πιστεύουν αυτά που λένε οι άλλοι για τον Χριστό και όχι τον ίδιο τον Χριστό που μίλησε και για τον εαυτό Του.
Η έρευνα είναι ένα φυσικό έργο που προέρχεται από την σκέψη του ανθρώπου. Ψάχνει για το σωστό και την αλήθεια, κρίνοντας, ελέγχοντας, αμφισβητώντας.
Όμως πολλές φορές η σκέψη αντί να ψάχνει, μένει στις εκδηλώσεις της λειτουργίας της (κρίση, αμφιβολία, αμφισβήτηση, έρευνα) και μάλιστα τις κάνει από «μέσα», «αυτοσκοπό». Τότε η σκέψη διαστρέφεται. Τότε ο άνθρωπος καταντά σκεπτικιστής (δηλ. άνθρωπος, που αμφισβητεί τα πάντα, χωρίς τελικά να ξέρει το γιατί!) και σοφιστής (δηλ. ένας σαδιστής του διαλόγου, που συνομιλεί, σαν να έχει μοναδικό σκοπό του, να φέρει τον συνομιλητή του σε αδιέξοδο.
Θέλει λοιπόν προσοχή ώστε ο άνθρωπος να μην χαθεί στο ψάξιμο και τελικά ξεχάσει γιατί ξεκίνησε να ψάχνει…
Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω. (Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Αυγούστου, 2014

«Πως φθάνει κανείς, ώστε να μη είναι από τον κόσμοΕάν σταυρώσει τον εαυτό του ως προς τον κόσμο και τον κόσμο στον εαυτό του, όπως έλεγε και ο Παύλος· ‘’εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω’’ (Γαλάτες, 6:14). Και ως προς τι, λέγει, συμφωνούν αυτά τα λόγια προς εκείνα; Τα λόγια βέβαια, λέγει, είναι άλλα, η δύναμη όμως και των δύο είναι μία και η αυτή. Πράγματι, όπως εκείνος που βρίσκεται έξω από την οικία, δεν διακρίνει αυτούς που βρίσκονται κλεισμένοι μέσα, έτσι ούτε ο σταυρωμένος ως προς τον κόσμο, δηλαδή ο νεκρωμένος, δεν έχει κάποια αίσθηση προς τα πράγματα του κόσμου. Και όπως πάλι το νεκρό σώμα δεν έχει καμία αίσθηση ούτε προς τα ζωντανά ούτε και τα νεκρά σώματα που βρίσκονται μαζί του, έτσι και εκείνος, που βρίσκεται έξω από τον κόσμο και ζει μέσα στο θείο Πνεύμα και μαζί με τον Θεό, δεν μπορεί να έχει αίσθηση προς τον κόσμο ή τα πράγματα του κόσμου.
Έτσι λοιπόν, αδελφοί, και πριν το θάνατο και την ανάσταση των σωμάτων συμβαίνει θάνατος και ανάσταση των ψυχών έμπρακτος και κατά τρόπο δυναμικόεμπειρικό και αληθινό. Όταν δηλαδή το θνητό φρόνημα εξαφανίζεται από τον αθάνατο νου και η νεκρότητα διώκεται από τη ζωή, τότε η ψυχή, σαν να αναστήθηκε από τους νεκρούς, βλέπει ομολογουμένως τον εαυτό της, όπως ακριβώς βλέπουν τον εαυτό τους εκείνοι που σηκώθηκαν από τον ύπνο, και αναγνωρίζουν τον Θεό που την ανέστησε, τον οποίο, αφού τον κατανοήσει και τον ευχαριστήσει, προσκυνά και δοξολογεί την άπειρη αγαθότητά του. Ενώ το σώμα δεν έχει καμία έμπνευση ή κίνηση ή ενθύμηση προς τις δικές του επιθυμίες, αλλά με όλα αυτά γίνεται νεκρό και χωρίς πνοή».
 (Απόσπασμα από τον εικοστό όγδοο «Κατηχητικό λόγο» του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, «Περί της ζωοποιού νεκρώσεως», Τ. Φ 19Δ, σελ. 363-365).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εκκοσμίκευση & μυστήρια

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Αυγούστου, 2014

Αν ξεκινώ αυτή την αναφορά στα μυστήρια με γενικές παρατηρήσεις που αφορούν την κατάσταση του κόσμου και της Εκκλησίας, είναι γιατί είμαι πεπεισμένος ότι το νέο ενδιαφέρον πάνω στις μυστηριακές πρακτικές και τους κανόνες πηγάζει από αυτή τη μεγάλη κρίση και συνδέεται άμεσα μαζί της. Έχω τη γνώμη ότι ο προβληματισμός για τη συμμετοχή του λαού στα Μυστήρια είναι στην πραγματικότητα το κλειδί για την είσοδο στην καθολικότητα της εκκλησιαστικής ζωής, στη λύση αυτού του προβλήματος στηρίζεται εν τέλει το μέλλον της Εκκλησίας, η αναγέννηση ή η αποσύνθεσή της.

Εκεί όπου η Ευχαριστία και η θεία Κοινωνία έχουν γίνει και πάλι “το κέντρο της χριστιανικής ζωής”, τα προβλήματα των σχέσεων της ενορίας με την Εκκλησία και την ιεραρχία, τα προβλήματα με τους κανόνες και τις οικονομικές δεσμεύσεις, παύουν να υπάρχουν. Κάτι, βέβαια, που δεν είναι τυχαίο. Γιατί, όπου η ενοριακή ζωή δεν θεμελιώνεται πάνω απ’ όλα στον Ιησού Χριστό – που σημαίνει πάνω σε μια ζωντανή και σταθερή κοινωνία μαζί Του και μέσω Αυτού με το μυστήριο της Παρουσίας Του, τη θεία Ευχαριστία – εκεί, αργά ή γρήγορα αλλά αναπόφευκτα, κάτι διαφορετικό θα αναδυθεί και θα επικρατήσει: τα “περιουσιακά” και η “διεκδίκησή τους”, οι πολιτικές σκοπιμότητες, τα εθνικιστικά φρονήματα, οι υλικές επιτυχίες, η “καύχηση” της κοινότητας. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι πλέον ο Χριστός, αλλά κάτι άλλο που διαμορφώνει, και εντέλει απ-οικοδομεί, την ενοριακή ζωή.
Μέχρι πρόσφατα και για πολύ καιρό, οι ενορίες μας παράλληλα με τη θρησκευτική τους αποστολή είχαν ένα είδος φυσικού υποστηρίγματος: φυλετικού, εθνικού, γλωσσικού. Οι ενορίες ήταν το πλαίσιο και ο τρόπος ένωσης των μεταναστών, δηλαδή των εθνικών εκείνων μειονοτήτων που αναζητούσαν συγκροτημένη ταυτότητα και επιβίωση στην Αμερικανική κοινωνία, που αρχικά ήταν ξένη και αργότερα εχθρική απέναντί τους. Τώρα, ωστόσο, αυτή η “μεταναστευτική” περίοδος της ιστορίας της εκκλησίας μας οδηγείται ραγδαία προς το τέλος της. Αυτή η “φυσική” βάση γρήγορα καταρρέει και εξαφανίζεται. Το επόμενο ερώτημα είναι το εξής: Τι θα την αντικαταστήσει; Μήπως είναι οδυνηρά ξεκάθαρο ότι εάν δεν αντικατασταθεί από την ίδια την αλήθεια και εμπειρία της Εκκλησίας – την εν Χριστώ ενότητα – τότε αναγκαστικά θα εκφυλιστεί σε μία αθεολόγητη, ή και αντίχριστη θεώρηση της ενορίας ως απλού αποδέκτη και διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων; … Γιατί, είναι πλέον γνωστό και αποδεδειγμένο ότι αυτό που δεν καταφέρνει να ενώσει τους ανθρώπους γύρω του, τους συσπειρώνει εναντίον του. Κι εδώ βρίσκεται η τραγική διάσταση της παρούσας κατάστασης.
Αυτός είναι ο λόγος που το ερώτημα περί μυστηρίων έχει τέτοια ιδιαίτερη σημασία. Μόνο στα μυστήρια μπορούμε να βρούμε αυτό που μας τροφοδοτεί μ’ έναν θετικό τρόπο: την αρχή της ενότητας, που τόσο φανερά λείπει από την εκκλησιαστική ζωή σήμερα. Μόνο στα μυστήρια είναι ριζωμένη αυτή η δυνατότητα για αλλαγή της νοο-τροπίας μας. Εάν έχει προκύψει ένας έντονος προβληματισμός σήμερα, είναι γιατί όλο και περισσότεροι άνθρωποι, συνειδητά ή ασυνείδητα, αναζητούν μία επαναθεώρηση, μία νέα “βάση” που θα έδινε τη δυνατότητα στην ενορία να ανακαλύψει το εκκλησιαστικό της νόημα και να θέσει τέρμα στη ραγδαία και λυπηρή “εκκοσμίκευση”.
 Πολύ περιεκτικά θα συνοψίζαμε την δογματική και ιστορική πλευρά της συμμετοχής των πιστών στη θεία Ευχαριστία, ως εξής: Είναι γνωστό και αδιαμφισβήτητο ότι στην πρώτη Εκκλησία η κοινωνία όλων των πιστών, σε κάθε Λειτουργική σύναξη, είναι αυταπόδεικτος κανόνας. Αυτό που πρέπει εδώ να υπογραμμιστεί είναι ότι αυτή η συγκροτημένη συμμετοχή γίνεται αντιληπτή όχι μόνο ως πράξη προσωπικής ευσέβειας και αγιασμού, αλλά πάνω απ’ όλα, ως πράξη που πηγάζει από την ίδια την ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας: πλήρωση και πραγμάτωση της συμμετοχής. Η Ευχαριστία προσδιορίζεται και βιώνεται ως “το μυστήριο της Εκκλησίας”, “το μυστήριο της σύναξης”, “το μυστήριο της ενότητας”. “Ενώθηκε μαζί μας και σκήνωσε το Σώμα Του μέσα μας, ώστε να συγκροτήσουμε μία ολότητα, να γίνουμε ένα σώμα ενωμένο με την Κεφαλή”, γράφει ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Η πρώτη Εκκλησία απλά δεν γνωρίζει σημείο ή κριτήριο για τα μέλη της άλλο, από τη μετοχή στο μυστήριο. Ο αφορισμός από την εκκλησία οροθετείται με τον αφορισμό από την ευχαριστιακή σύναξη μέσα στην οποία η Εκκλησία εκπληρώνει και αποκαλύπτει εαυτήν ως Σώμα Χριστού. Η Κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Χριστού είναι η άμεση συνέπεια του βαπτίσματος: του μυστηρίου της εισόδου μας στην Εκκλησία, όπου δεν τίθενται πλέον άλλοι “όροι” για τη μετοχή μας. Το μέλος της Εκκλησίας είναι το πρόσωπο που, μέσα από τα μυστήρια, βρίσκεται σε κοινωνία με αυτήν^ Αυτή η κατανόηση της Κοινωνίας, ως το πλήρωμα της μετοχής στην Εκκλησία, μπορεί να χαρακτηριστεί εκκλησιολογική. Και παρόλο που αργότερα συσκοτίστηκε ή έγινε πολύπλοκη, δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ^ παραμένει πάντοτε το ουσιαστικό μέρος της Παράδοσης.
Έτσι, λοιπόν, κανείς δεν πρέπει ν’ αναρωτιέται για την ίδια την πρακτική, αλλά τι ήταν αυτό που συνέβη και την αλλοίωσε. Πώς έγινε κι απομακρυνθήκαμε τόσο απ’ αυτήν, ώστε ακόμα κι η απλή αναφορά της να φαίνεται σε μερικούς – ιδιαίτερα κληρικούς – σαν ανήκουστη καινοτομία, σαν τριγμός στα θεμέλια. Γιατί, εδώ και αιώνες, εννιά στις δέκα Λειτουργίες τελούνται χωρίς την προσέλευση κοινωνούντων; – γεγονός που δεν προκαλεί καμία έκπληξη, κανέναν φόβο ενώ αντιθέτως, η επιθυμία για συχνή θεία Κοινωνία ξεσηκώνει αληθινό τρόμο; Πώς είναι δυνατόν η διδασκαλία περί άπαξ του έτους κοινωνίας να καλλιεργείται μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, του Σώματος του Χριστού, ως μία αποδεκτή συνήθεια, η απομάκρυνση από την οποία σηματοδοτεί μόνο την εξαίρεση; Πώς, με άλλα λόγια, η κατανόηση του μυστηρίου της Ευχαριστίας έφθασε να γίνει τόσο εξατομικευμένη, τόσο ξένη προς την Εκκλησία, τόσο αλλότρια προς την ίδια την προσευχή της θείας Μετάληψης;
Το πνευματικό αίτιο για όλα αυτά, αν και πολύπλοκο ιστορικά, είναι απλό: Είναι ο φόβος της βεβήλωσης της ιερότητας του μυστηρίου, η ανησυχία για την ανάξια μετοχή, την καταπάτηση της μυσταγωγίας των ιερών και οσίων. Είναι ένας φόβος, βέβαια, πνευματικά ορθός, αφού “πύρ υπάρχων και φλέγων αναξίους”. Η περιδεής αυτή αντιμετώπιση εμφανίστηκε αρκετά νωρίς, αμέσως μετά τη νίκη της Εκκλησίας απέναντι στην αυτοκρατορία των Εθνικών, μία νίκη που μεταμόρφωσε την χριστιανοσύνη σε σύντομο σχετικά διάστημα σε μία θρησκεία των μαζών, και οδήγησε στην ίδρυση Κρατικής Εκκλησίας και την εκλαΐκευση της λατρείας. Εάν κατά τη διάρκεια των διωγμών η συμμετοχή στην Εκκλησία επέβαλε στους πιστούς να ακολουθήσουν τη “στενή οδό” και να θέσουν ανάμεσα σ’ αυτούς και τον “κόσμο” μία αυτονόητη διαχωριστική γραμμή, τώρα πλέον με τη μετοχή ολόκληρου του “κόσμου” στη ζωή της Εκκλησίας, η γραμμή αυτή έτεινε προς κατάργηση και έτσι εμφανίστηκε ο πολύ πραγματικός κίνδυνος μιας κατ’ όνομα, επιφανειακής, και χλιαρής κατανόησης της χριστιανικής ζωής. Εάν, πρωτύτερα, η ίδια η ένταξη στην Εκκλησία είχε κάποια δυσκολία, τώρα, με την δεσμευτική συμπερίληψη ουσιαστικά του καθενός μέσα στους κόλπους της, κατέστη αναγκαίο να θεσμοθετηθούν κάποιοι έλεγχοι και περιορισμοί. Ήταν λοιπόν στα μυστήρια που κυρίως αφορούσαν οι όποιες ρυθμίσεις.
Ωστόσο εδώ, πρέπει να τονίσει κανείς, ότι ούτε οι Πατέρες ούτε τα λειτουργικά κείμενα ενθαρρύνουν τη μη συμμετοχή στα Μυστήρια^ μάλιστα ούτε κάν αφήνουν να εννοηθεί κάτι παρόμοιο. Δίνοντας έμφαση στην ιερότητα της Κοινωνίας και την “φοβερά” της φύση και καλώντας σε ανάλογη πνευματική ετοιμότητα, οι Πατέρες ούτε υποστήριξαν, ούτε ενέκριναν την ευρέως διαδεδομένη σύγχρονη αντίληψη ότι εφόσον το Μυστήριο είναι ιερό και μεγαλοπρεπές, οι πιστοί δεν πρέπει να προσέρχονται συχνά σ’ αυτό. Στους Πατέρες, η θεώρηση της Ευχαριστίας ως του μέγιστου Μυστηρίου της Εκκλησίας, ως του πληρώματος της ενότητας και της άνθισής της, συνεχίζουν να είναι αυταπόδεικτα.
“Δεν θα πρέπει”, γράφει ο Άγ. Ιωάννης ο Κασσιανός, “ν’ αποφεύγουμε την Μετάληψη επειδή θεωρούμε τους εαυτούς μας αμαρτωλούς. Αλλά να προσερχόμαστε ακόμα πιο συχνά για τη θεραπεία της ψυχής και τον εξαγιασμό του νου, έχοντας όμως ταπείνωση και πίστη, ώστε αναλογιζόμενοι την αναξιότητά μας… να επιθυμούμε διακαώς την ίαση των πληγών μας. Είναι ανάρμοστο να μεταλαμβάνουμε μία φορά τον χρόνο, όπως ορισμένοι συνηθίζουν, θεωρώντας την ιερότητα των θείων Μυστηρίων προσιτή μόνο στους αγίους. Είναι προτιμότερο να σκεφτόμαστε ότι η Χάρη που λαμβάνουμε μέσα από το μυστήριο μας εξαγιάζει. Κάθε άλλη συμπεριφορά φανερώνει περισσότερο οίηση παρά ταπείνωση, καθώς οι άνθρωποι τις σπάνιες φορές που προσέρχονται πιστεύουν ότι είναι άξιοι της Κοινωνίας. Πολύ καλύτερο θα ήταν εάν, με ταπείνωση καρδιάς, γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν είμαστε άξιοι των θείων Μυστηρίων μετέχουμε κάθε Κυριακή προς ίαση των ασθενειών μας, παρά τυφλωμένοι από περηφάνια να νομίζουμε ότι μετά την πάροδο ενός χρόνου αποχής γινόμαστε άξιοι της θείας Μετάληψης”.
Αναφορικά με την εξίσου διαδεδομένη θεωρία που διακρίνει την Μετάληψη ανάμεσα σε κληρικούς και λαό, κηρύσσοντας ότι οι πρώτοι πρέπει να κοινωνούν σε κάθε Λειτουργία, ενώ οι λαϊκοί να αποθαρρύνονται από παρόμοια πρακτική, χρήσιμο θα ήταν να ακούσουμε τον Άγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που όσο κανείς άλλος επέμενε στην μετοχή στη θεία Κοινωνία: “Υπάρχουν περιπτώσεις”, γράφει, “όπου ο ιερέας δεν διαφέρει από τον λαϊκό, ιδιαίτερα όσον αφορά στην προσέλευση στα θεία Μυστήρια. Εκεί, τα δεχόμαστε όλοι ισότιμα σε αντίθεση με την πρακτική της Παλαιάς Διαθήκης όπου άλλη τροφή προορίζονταν για τους ιερείς και διαφορετική για τον λαό, ενώ στα των ιερέων δεν επιτρεπόταν η πρόσβαση από τους λαϊκούς. Τώρα δεν συμβαίνει πλέον έτσι, αλλά σε όλους προσφέρεται το ίδιο Σώμα και το ίδιο Αίμα…”
Επιτρέψτε μου να επαναλάβω ότι είναι απλά αδύνατον να βρει κανείς στην Παράδοση κάποια βάση που να δικαιώνει την παρούσα πρακτική της σπανιότατης, αν όχι ετήσιας, Μετάληψης των λαϊκών. Όλοι όσοι με σοβαρότητα και ευθύνη έχουν προσεγγίσει την Παράδοση, …] διακρίνουν σ’ αυτή την πρακτική μία αποσύνθεση της εκκλησιαστικής ζωής, μία απόκλιση από τα παραδεδομένα και τις γνήσιες υποδομές της Εκκλησίας. Και η πιο τρομακτική πλευρά αυτής της κατάπτωσης είναι ότι βρίσκει τη δικαίωση και αιτιολόγησή της μέσα από τους όρους του “σεβασμού” και του “δέους” απέναντι στην ιερότητα του μυστηρίου. Αλλά, σε αυτή την περίπτωση, οι μη κοινωνούντες θα έπρεπε να βιώνουν τουλάχιστον κάποια θλίψη κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας, μία αίσθηση ελλιπούς μετοχής και συντριβής, κάτι που στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει. Η μία γενιά Ορθοδόξων μετά την άλλη “παρακολουθούν” τη Λειτουργία απόλυτα πεπεισμένοι ότι η παρουσία τους εκεί είναι αρκετή και ότι απλούστατα η Κοινωνία δεν προορίζεται γι’ αυτούς. Και μία φορά το χρόνο εκπληρώνουν το “καθήκον” τους προσερχόμενοι στο Μυστήριο ύστερα από μία σύντομη εξομολόγηση. Το να προσπαθεί κανείς να ανακαλύψει έναν θρίαμβο της ιερότητας, μία πρακτική προστατευτική της αγιότητας, ή πολύ περισσότερο να δημιουργεί νέους κανόνες που να δικαιώνουν την παραφθορά, είναι αληθινά απίστευτο.
Σε κάποιες ενορίες, εκείνοι που εξέφρασαν την επιθυμία να προσέρχονται συχνότερα υποβλήθηκαν σε πραγματικό κατατρεγμό, τους ζητήθηκε να μην επιμένουν “για χάρη της ειρήνης”, κατηγορήθηκαν ακόμη και για παρέκκλιση από την Ορθοδοξία! Θα μπορούσα να παραθέσω αποσπάσματα από φυλλάδια ενοριών που διδάσκουν ότι εφόσον η Μετάληψη είναι για μετανοούντες, κανείς πρέπει να απέχει από το μυστήριο κατά τον εορτασμό της Ανάστασης προκειμένου να μην αμαυρώσει τη χαρά της ημέρας! Και το πιο τραγικό είναι ότι αυτή η κατάσταση δεν προκαλεί κάν τρόμο και δέος για το γεγονός ότι η ίδια η Εκκλησία γίνεται εμπόδιο στην πορεία του πιστού προς τον Χριστό! Αλήθεια, “όταν ούν ίδητε το βδέλυγμα της ερημώσεως… εστώς εν τόπω αγίω…” (Ματθ. 24:15)
Τελικά, δεν θα ήταν δύσκολο να δείξει κανείς ότι όποτε και όπου έχει παρατηρηθεί μία γνήσια αναζωογόνηση της εκκλησιαστικής ζωής, αυτή γεννήθηκε μέσα από αυτό που θα χαρακτηρίζαμε ως “ευχαριστιακή πείνα”. Τον εικοστό αιώνα η Ορθοδοξία πέρασε από μεγάλη κρίση. Και μόλις η κρίση αυτή έγινε αντιληπτή και κατανοήθηκε, υπήρξε μία στροφή προς τη θεία Κοινωνία ως “το κέντρο της Χριστιανικής ζωής”. Έτσι συνέβη στην κομμουνιστική Ρωσία, όπως μαρτυρούν εκατοντάδες πιστών. Το ίδιο συνέβη σε άλλα κέντρα της Ορθοδοξίας και στη διασπορά. [..] Ό,τι είναι αληθινό, ζωντανό, εκκλησιαστικό, γεννήθηκε μέσα από την ταπεινή και χαροποιό ανταπόκριση στον λόγο του Κυρίου: “ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ” (Ιω. 6:56).
Τώρα, λοιπόν, με τη βοήθεια του Θεού, αυτός ο ευχαριστιακός εγκεντρισμός, αυτή η δίψα για συχνότερη, κανονική προσέλευση στη θεία Κοινωνία και κατ’ επέκταση επιστροφή σε μία πιο γνήσια εκκλησιαστική ζωή, έκανε την εμφάνισή της εδώ στην Αμερική. Είμαι βέβαιος ότι τίποτα δεν θα προσφέρει μεγαλύτερη χαρά στους ιερείς και ιδιαίτερα τους επισκόπους από αυτή την αναγέννηση που μας δίνει τη δυνατότητα ν’ απομακρυνθούμε από τις πνευματικά νεκρές έριδες περί “περιουσιακών” και “δικαιωμάτων”, από την ιδέα της Εκκλησίας ως ενός εθνικο-κοινωνικού ομίλου της διασκέδασης και του πικ-νίκ, από τις οργανωμένες “νεολαίες” όπου το εκκλησιαστικό ενδιαφέρον και βίωμα έχουν μειωθεί στο ελάχιστο. Γιατί, όπως ήδη έχω πει, δεν υπάρχει άλλου είδους υποδομή που να επιτρέπει αυτή την ανακαίνιση της Εκκλησίας ως ολότητας, και ούτε θα υπάρξει ποτέ. Η όποια εθνικο-φυλετική βάση σταδιακά ξεθωριάζει. Κάθε τι που κινείται στα όρια μόνο του εθίμου, μόνο του τύπου, που λειτουργεί συμπληρωματικά στη ζωή αλλά δεν είναι το ίδιο ζωή, εξαφανίζεται. Ο λαός αναζητά το γνήσιο, το αληθινό και το ζωντανό. Έτσι, αν θέλουμε να ζούμε προοδεύοντας είναι φανερό ότι πρέπει να το κάνουμε μόνο πάνω στη βάση της αληθινής φύσης της Εκκλησίας… κι αυτή η φύση είναι το Σώμα του Χριστού, αυτή η μυστική ενότητα στην οποία ενσωματωνόμαστε μέσα από τη συμμετοχή μας “στον ένα Άρτο και Οίνο, στην κοινωνία του ιδίου Πνεύματος…”

π. Αλεξάνδρου Σμέμαν

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΚΑΡΠΑΘΙΟΣ (25 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Αυγούστου, 2014

Ο όσιος Ιωάννης καταγόταν από τη νήσο Κάρπαθο της Δωδεκαννήσου. Ακολούθησε τον μοναχικό βίο από θείο έρωτα και διέπρεψε στην ασκητική διαγωγή, γι᾽ αυτό και έγινε κατοικητήριο του Παναγίου Πνεύματος τόσο, ώστε να φαίνεται στους περισσοτέρους ανθρώπους ως άγγελος με σάρκα και γεμάτος από θείο φως. Εκλέχθηκε με θεϊκή ψήφο και τιμήθηκε με το αξίωμα της αρχιερωσύνης, οπότε και αναδείχθηκε πρόεδρος και ποιμένας της αγίας Εκκλησίας της Καρπάθου, την οποία θεοφιλώς και ευαγγελικώς διεποίμανε. Επειδή κοσμείτο από σοφία και δύναμη λόγου, έγινε δάσκαλος και καθοδηγητής μοναζόντων, όπως φανερώνουν και τα εκατό ῾παραμυθητικά᾽ κεφάλαιά του στη ῾Φιλοκαλία᾽ των νηπτικών, τα οποία απέστειλε προς μοναχούς της Ινδίας που του έγραψαν και του ζήτησαν τις συμβουλές του. Είναι άγνωστος ο ακριβής χρόνος που έζησε και άκμασε. Μερικοί υποθέτουν ότι έλαμψε κατά τον έβδομο αιώνα᾽.
Λίγες είναι οι περιοχές οι οποίες μπορούν να καυχηθούν γι᾽ αυτό που καυχάται η νήσος Κάρπαθος: να έχει ως προστάτη άγιό της ένα  γέννημα αυτής, το οποίο αναδείχθηκε έπειτα και επίσκοπός της.  Επανειλημμένως ο μακαριστός άγιος υμνογράφος της Εκκλησίας μας Γέροντας Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης, ο συνθέτης της ακολουθίας του αγίου Ιωάννου, σημειώνει τη διπλή αυτή χάρη της Καρπάθου: ῾Ευφραίνου εν Κυρίω, η νήσος Κάρπαθος, Ιωάννην τον όσιον, βλαστόν θείον σχούσα, και θεοφόρον ποιμένα πλουτήσασα᾽ (λιτή). ῾Η νήσος Κάρπαθος γεραίρει σε, ω Ιωάννη παμμακάριστε. Αυτήν γαρ τω σω βίῳ καθηγίασας, ως βλάστημα αυτής και θείον καύχημα᾽ (Η νήσος Κάρπαθος σε δοξολογεί, Ιωάννη παμμακάριστε. Διότι με τον βίο σου την καθαγίασες, ως βλάστημα και θείο καύχημά της) (Κοντάκιο). Αγιασμένο νησί η Κάρπαθος λοιπόν κατά τον μακαριστό υμνογράφο,  λόγω του αγίου Ιωάννου που γεννήθηκε σ᾽αυτό, μεγάλωσε, ασκήθηκε, ποίμανε το νησί του. Κι είναι μία αλήθεια που δεν πρέπει βεβαίως να ξεχνάμε: ένας τόπος αγιάζεται λόγω των αγίων που έζησαν και ζουν σ᾽ αυτόν, που σημαίνει ότι ο αγιασμός ενός ανθρώπου, δηλαδή η παρουσία του αγίου Πνεύματος στη ζωή του μεταγγίζεται και στην περιοχή στην οποία ζει, στα υλικά πράγματα με τα οποία έρχεται σ᾽ επαφή, στον αέρα που αναπνέει, στους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφεται. Από την άποψη αυτή δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευλογία για έναν τόπο από τους αγίους της. Μπορεί πολλές περιοχές να καυχώνται, και δικαίως, για τα πολιτιστικά μνημεία τους, διότι φανερώνουν τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε σ᾽ αυτές στα παλαιότερα χρόνια, τίποτε όμως δεν είναι ισοστάσιο με το γεγονός της έντονης παρουσίας του Θεού σ᾽ έναν τόπο λόγω των δικών Του αφιερωμένων ανθρώπων. Αξίζει να θυμηθούμε εν προκειμένω αυτό που συνέβη στον νέο άγιο της Εκκλησίας μας Γέροντα Πορφύριο. ´Οταν ταξίδευε για μακρινό ταξίδι αεροπορικώς, ένιωσε ευωδία και είδε ῾φως᾽, καθώς περνούσαν πάνω από κάποια περιοχή. Και στην ερώτησή του από πού περνάνε, του απάντησαν: πάνω από τα Ιεροσόλυμα.
Ο μακαριστός Γέροντας υμνογράφος δεν έχει πολλά στοιχεία υπόψη του από τη ζωή του αγίου Ιωάννου. Τα μόνα που με βεβαιότητα γνωρίζει είναι η ασκητική ζωή του οσίου και το γεγονός ότι αναδείχθηκε ποιμένας της Καρπάθου, γι᾽ αυτό και όλη η ακολουθία που συνέθεσε ανακυκλώνει πράγματι τα δύο αυτά. ῾Ως ασκητήν της ευσεβείας δόκιμον, και Ιεράρχην του Σωτήρος ένθεον,  η νήσος Κάρπαθος γεραίρει σε, ω Ιωάννη παμμακάριστε᾽ (κοντάκιο). Στηριγμένος μάλιστα κατεξοχήν στα κείμενα που έχουν διασωθεί επ᾽ ονόματι του οσίου στη γνωστή ῾Φιλοκαλία᾽ των νηπτικών των αγίων Μακαρίου του Νοταρά και Νικοδήμου του Αγιορείτου και με τα οξυμμένα πνευματικά αισθητήριά του κατανοεί ότι ο συντάκτης των κειμένων αυτών δεν είναι τυχαίος άνθρωπος. Πρόκειται για ασκητή, ο οποίος ῾νουν έχων λαμπόμενον ταις λαμπηδόσι της θείας χάριτος᾽ (ωδή ζ´), έγινε ῾σκεύος θείον᾽(ωδή ε´), ῾ώσπερ ασκητής και θείος ιεράρχης᾽ (στίχος συναξαρίου), κι αυτό γιατί νέκρωσε τις ορμές των παθών με την ασκητική πολιτεία του και τις ασκητικές διαγωγές του. ῾Νεκρώσας Πάτερ της σαρκός το φρόνημα, ασκητικαίς αγωγαίς᾽ (ωδή α´). ῾Παθών νεκρώσας τας ορμάς, ασκητική πολιτεία᾽ (ωδή γ´). Ο όσιος λοιπόν υπήρξε μέγας αγωνιστής στην άσκηση της δουλαγώγησης της σάρκας του, με αποτέλεσμα να υπερβεί την προσκόλληση στα αισθητά και να γίνει κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος.
Η αγιασμένη αυτή βιοτή του οσίου δεν έμεινε, κατά τον υμνογράφο, ανεκμετάλλευτη από την Εκκλησία. Οι σύγχρονοί του άγιοι Πατέρες επεσήμαναν χάριτι θεία την αγγελική του διαγωγή και τον εξέλεξαν επίσκοπο και ποιμένα της νήσου του. Κι είναι εξόχως σημαντική η παρατήρηση του μακαριστού Γέροντος υμνογράφου εν προκειμένω. Η εκλογή του οσίου ασκητή από τους συγχρόνους του Ιεράρχες ήταν εκλογή στην πραγματικότητα του ίδιου του Χριστού. Εκείνος τους ενέπνευσε προκειμένου να τον δουν και να τον οδηγήσουν επί την λυχνίαν της τοπικής Εκκλησίας. ῾Εγκρατείας αγώσιν εμπρέπων, όσιε, ιεράρχης εδείχθης τη επινεύσει Χριστού, και εποίμανας καλώς λόγοις και πράξεσι τον περιούσιον λαόν, Ιωάννη θαυμαστέ᾽ (῾Ασκήτεψες  στους αγώνες της εγκράτειας, όσιε, και αναδείχτηκε ιεράρχης με τη θέληση του Χριστού. Γι᾽ αυτό διαποίμενες καλώς με λόγια και με πράξεις τον περιούσιο λαό, Ιωάννη θαυμαστέ᾽) (κάθισμα όρθρου). Η επισήμανση όμως του αγίου υμνογράφου έχει και μία άλλη διάσταση. ´Οχι μόνο ο Χριστός φώτισε τους ανθρώπους της Εκκλησίας να τον εκλέξουν ως επίσκοπο, αλλά και η αγία βιοτή του ήταν η προϋπόθεση της καλής ποιμαντορίας του. Το γεγονός ότι εποίμανε καλώς με λόγια και με πράξεις τον λαό του ήταν καρπός ακριβώς των πνευματικών του αγώνων. Το επισημαίνει και αλλού: ῾Εν ασκηταίς περίβλεπτος, Ιωάννη μακάριε, ταις σαις εναρέταις πράξεσι γενόμενος, ποιμήν ιερώτατος Καρπάθου εχρημάτισας᾽ (´Εγινες με τις ενάρετες πράξεις σου, Ιωάννη μακάριε, σαν φως ανάμεσα στους ασκητές, γι᾽ αυτός και χρημάτισες ιερώτατος ποιμένας της Καρπάθου) (ωδή η´). Κι έχει δίκιο ο υμνογράφος. Πώς είναι δυνατόν να είναι καλός ποιμένας, δηλαδή διάδοχος των αποστόλων και συνέχεια του έργου του Χριστού, άνθρωπος ο οποίος είναι άγευστος της χάρης του αγίου Πνεύματος; Ο άνθρωπος δίνει αυτό που έχει μέσα στην καρδιά του. Με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: ῾φωτισθήναι δει πρώτον είτα φωτίσαι. Καθαρθήναι, είτα καθάραι᾽. ´Αλλωστε κατά τον λόγον του ίδιου του Κυρίου μας, ῾ο ποιήσας και διδάξας μέγας κληθήσεται᾽. Ο όσιος Ιωάννης λοιπόν υπήρξε όχι μόνο πρότυπο αγίου ασκητού, αλλά και πρότυπο οσίου ιεράρχου της Εκκλησίας.
Ο άγιος υμνογράφος γίνεται πιο σαφής. Η αγία βιοτή πράξει και λόγω του οσίου Ιωάννου επιδρούσε στο ποίμνιό του κατά τρόπο θετικό. Η κάθε κίνησή του, ο κάθε λόγος του γινόταν και ένας αναβαθμός για τους ανθρώπους της Καρπάθου. ´Ηταν ο όσιος αυτό που σημειώνει ο άγιος απόστολος Παύλος: ῾επιστολή Χριστού᾽ που μπορούν να τη διαβάζουν όλοι. Και δεν υπάρχει πιο σημαντική ευλογία από αυτήν: να σε βλέπουν οι άλλοι, να σε ακούνε, και να μετανοούν. Να γίνεσαι δηλαδή δίοδος για να βλέπουν οι άνθρωποι την παρουσία του ίδιου του Χριστού. ῾Στήλη εναρέτων πράξεων η ση πολιτεία, Ιωάννη όσιε, εδείχθη ως αληθώς, πάντας παιδεύουσα, τα άνω επιποθείν, ίνα ρυσθώμεν παθών αμαυρώσεως. Σοφώς γαρ μυσταγωγείς προς αρετών αναβάσεις τω τρόπω σου᾽ (Ο τρόπος της ζωής του, όσιε Ιωάννη, φάνηκε αληθινά στήλη εναρέτων πράξεων, η οποία διαπαιδαγωγεί όλους τους ανθρώπους να ποθούν βαθιά τα ουράνια, ώστε να σωθούμε από τη μαυρίλα των παθών. Κι αυτό γιατί με σοφία μυσταγωγείς με τη ζωή σου προς την ανάβαση των αρετών) (στιχηρό εσπερινού).
Και η αλήθεια αυτή επιβεβαιώθηκε και με τον αγιασμένο γραπτό λόγο του οσίου Ιωάννη. Ο υμνογράφος μας επανειλημμένως κάνει λόγο για το πώς ο λόγος του οσίου επέδρασε ως παραμύθιον, ως παρηγοριά δηλαδή, στους θλιμμένους από τους διαφόρους πειρασμούς Ινδούς μοναχούς, που τον παρεκάλεσαν να τους συμβουλεύσει. Τα λόγια του, λόγια παρακλήσεως, μίλησαν στην καρδιά τους και τους στήριξαν και τους έδωσαν θάρρος. ῾´Ωφθης ιερόν παραμύθιον διδασκαλίαις σου, μοναζόντων παναδοίδιμε, κατευθύνων αυτούς προς τα κρείττονα᾽ (Φάνηκες ιερή παρηγοριά των μοναχών με τις διδασκαλίες σου, κατευθύνοντάς τους προς τα ανώτερα) (στιχηρό εσπερινού). ῾Της θείας παρακλήσεως μετέχων, εν τη ενώσει του κρείττονος, τοις αθυμούσι μοναχοίς, αντιλήπτωρ ώφθη, τω γλυκασμώ των λόγων σου, της αθυμίας την πικρίαν εξαίρων και των παθών την φλόγα σβεννύων᾽ (Καθώς μετείχες στη θεία παράκληση ενωμένος με τον Θεό, φάνηκες βοηθός στους μοναχούς που ταλαιπωρούνταν από αθυμία με τον γλυκασμό των λόγων σου, βγάζοντάς τους την πικρία της αθυμίας και σβήνοντάς τους τη φλόγα των παθών) (λιτή).
Τα παρηγορητικά κεφάλαια του οσίου Ιωάννου δεν είναι μόνο για τους μοναχούς. Είναι παράκληση για όλους τους πιστούς, γι᾽ αυτό και στο μικρό αυτό αφιέρωμα παραθέτουμε ελάχιστο δείγμα των γραπτών του.
– Οι τιμές του παρόντος βίου, όσο λαμπρές και αν είναι, καταργούνται οπωσδήποτε μαζί με αυτόν. Οι τιμές όμως που απονέμονται από τον Θεό στους άξιους, επειδή δίνονται με αφθαρσία, μένουν αιώνια.
–  Αν συμβεί και γίνει εναντίον σου επανάσταση του πλήθους των αισχρών λογισμών και υποχωρήσεις και νικηθείς, να γνωρίζεις ότι χωρίστηκες πρόσκαιρα από τη θεία χάρη. Γι᾽ αυτό και παραδόθηκες στην πτώση σου με δίκαιη κρίση. Να αγωνίζεσαι λοιπόν να μη μείνεις ποτέ με την αμέλειά σου μακριά από τη θεία χάρη ούτε για μια στιγμή.
– Η προσεκτική μελέτη του θείου λόγου, και μάλιστα όταν γίνεται με δάκρυα, νεκρώνει και αφανίζει τα πάθη, ακόμη και αν έχουν πολυκαιρίσει.
– Είναι αδύνατο να μη δοκιμάζει λύπη εκείνος που παιδαγωγείται με πειρασμούς. Αλλά ύστερα γεμίζουν με μεγάλη χαρά και γλυκά δάκρυα και θεία νοήματα οι άνθρωποι αυτοί που καλλιέργησαν τον πόνο και τη θλίψη μέσα στην καρδιά τους.
– Ενεδρεύει ο εχθρός διάβολος όπως το λιοντάρι στη φωλιά του, και κρύβει για κακό μας παγίδες και δίχτυα από λογισμούς ακάθαρτους και ασεβείς. Αλλά και εμείς, αν δεν κοιμόμαστε, θα μπορέσουμε να του στήνουμε μεγαλύτερες και φοβερότερες παγίδες και δίχτυα και ενέδρες. Γιατί η προσευχή, οι ψαλμοί, η αγρυπνία, η ταπεινοφροσύνη, η υπηρεσία προς τον πλησίον και το έλεος, η ευχαριστία και η ακρόαση των θείων λόγων, γίνονται ενέδρα και παγίδα και λάκκος καί μάστιγες και αγχόνη καί δίχτυα για τον εχθρό.
Μετάφραση Αντωνίου Γ. Γαλίτη
 
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περισπασμός και προσοχή (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Αυγούστου, 2014

Οι άνθρωποι που έχουν κοσμικό φρόνημα θεωρούν τον περισπασμό αθώο, οι άγιοι Πατέρες όμως λένε πως είναι η αρχή όλων των κακών.

Όποιος έχει παραδοθεί στον περισπασμό όλων των πραγμάτων και των θεμάτων, ακόμα και των πιό σοβαρών, έχει αντίληψη πολύ περιορισμένη και επιφανειακή.

Όποιος έχει παραδοθεί στον περισπασμό, είναι συνήθως ασταθής. Τα αισθήματα της καρδιάς του δεν έχουν βάθος και δύναμη, γι’ αυτό είναι ρευστά και εφήμερα.

Όπως η πεταλούδα πετάει από λουλούδι σε λουλούδι, έτσι κι αυτός που έχει παραδοθεί στον περισπασμό, τρέχει από τη μια σωματική απόλαυση στην άλλη κι από τη μια μάταιη φροντίδα στην άλλη.

Ο περισπασμός δεν γνωρίζει την αγάπη προς τον πλησίον. Αδιάφορα κοιτάζει τη δυστυχία των ανθρώπων και εύκολα τους φορτώνει με δυσβάσταχτα φορτία.

Όποιος έχει παραδοθεί στον περισπασμό, συνταράζεται από τις θλίψεις, ακριβώς επειδή δεν τις περιμένει· μόνο χαρές προσδοκά. Κάθε θλίψη, ακόμα και την πιό βαριά, όταν αυτή δεν έχει μεγάλη διάρκεια, γρήγορα την ξεχνά μέσα στον θόρυβο των διασκεδάσεων και των μερίμνων του. Η παρατεταμένη θλίψη, όμως, τον τσακίζει.

Ο ίδιος ο περισπασμός τιμωρεί τον πολυμέριμνο άνθρωπο που του παραδίνεται, καθώς αυτός, με τον καιρό, όλα τα βρίσκει βαρετά και βουλιάζει σε μια ατέλειωτη, μια εξουθενωτική πλήξη.

Ο περισπασμός, τόσο επιζήμιος γενικά, είναι πραγματικά ολέθριος για το έργο του Θεού, το έργο της σωτηρίας, που απαιτεί συνεχή εγρήγορση και εντατική προσοχή.

«Μένετε άγρυπνοι και προσεύχεστε, για να μη σας νικήσει ο πειρασμός», έλεγε ο Κύριος στους μαθητές του. Και σ’ όλη τη χριστιανοσύνη, επομένως και σ’ εμάς, έδωσε εντολή: «Σε όλους το λέω: Αγρυπνείτε!». Όποιος έχει παραδοθεί στον περισπασμό, εναντιώνεται με τη ζωή του στην εντολή αυτή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Όλοι οι άγιοι με επιμέλεια απέφευγαν τον περισπασμό. Αγωνίζονταν να είναι συγκεντρωμένοι στον εαυτό τους και να προσέχουν τις κινήσεις του νου και της καρδιάς τους, κατευθύνοντάς τες σύμφωνα με τις ευαγγελικές εντολές.

Αν συνηθίσουμε να προσέχουμε τον εαυτό μας, θα αποφεύγουμε τον περισπασμό ακόμα και όταν μας κυκλώνουν από παντού οι αιτίες του. Ο προσεκτικός, ο αυτοσυγκεντρωμένος άνθρωπος, και σε πολυκοσμία μέσα να βρίσκεται, παραμένει εσωτερικά απομονωμένος.

Γνωρίζοντας εμπειρικά την ωφέλεια της προσοχής και τη βλάβη του περισπασμοί, ένας σοφός γέροντας είπε: «Χωρίς προσοχή μεγάλη, δεν προοδεύει ο άνθρωπος ούτε σε μία αρετή».

Πόσο ανόητο είναι να σπαταλάμε τη σύντομη επίγεια ζωή, που μας δόθηκε ως χρόνος προετοιμασίας για την ατελεύτητη επουράνια, σε εγκόσμιες μόνο ασχολίες, ικανοποιώντας αναρίθμητες ιδιοτροπίες και ευτελείς επιθυμίες, μεταπηδώντας επιπόλαια από τη μία αισθησιακή ικανοποίηση στην άλλη, ξεχνώντας εντελώς ή βάζοντας σπάνια και επιπόλαια στο νου μας την αναπόφευκτη, τη μεγαλειώδη και συνάμα τρομερή αιωνιότητα!

Είναι φανερό ότι τα έργα του Θεού πρέπει να τα μελετάμε και να τα γνωρίζουμε με την πιό μεγάλη ευλάβεια και προσοχή, αλλιώς τόσο η μελέτη όσο και η γνώση τους είναι αδύνατες. Θαυμαστά έργα του Θεού είναι η δημιουργία και, μετά την προπατορική πτώση, η λύτρωση και ανακαίνιση του ανθρώπου. Τα έργα αυτά πρέπει λεπτομερειακά να τα γνωρίσει κάθε χριστιανός. Δεν θα κατορθώσει, όμως, ποτέ να τα γνωρίσει, αν ζει μέσα στον περισπασμό!

Οι εντολές του Θεού δόθηκαν όχι μόνο για την εξωτερική συμπεριφορά αλλά και για την εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου· αγκαλιάζουν όλους τους λογισμούς, όλα τα αισθήματα, όλες τις μυστικές κινήσεις της ψυχής. Η τήρηση των εντολών δεν είναι δυνατή χωρίς τη διαρκή εγρήγορση και την έντονη προσοχή. Αλλά η εγρήγορση και η προσοχή δεν έχουν θέση στη ζωή του περισπασμού.

Η αμαρτία κι εκείνος που τη σπέρνει, ο διάβολος, τρυπώνουν στο νου και στην καρδιά μας ανεπαίσθητα Γι’ αυτό πρέπει να βρισκόμαστε διαρκώς σε επιφυλακή, ώστε, μόλις μας πλησιάσουν αυτοί οι αόρατοι εχθροί μας, να τους απομακρύνουμε με την προσευχή. Αλλά πώς είναι δυνατό να βρίσκεται κανείς σε πνευματική επιφυλακή, όταν είναι παραδομένος στον περισπασμό;

Ο άνθρωπος, που ζει μέσα στον περισπασμό, μοιάζει με σπίτι δίχως πόρτες και κλειδαριές. Κανένας θησαυρός δεν μπορεί να φυλαχθεί σε τέτοιο σπίτι, που είναι ανοιχτό για τους κλέφτες και τους ληστές.

Η ζωή του περισπασμού, ζωή γεμάτη με βιοτικές μέριμνες, βαραίνει την ψυχή εξίσου με την κραιπάλη και τη μέθη, κάνοντάς την δυσκίνητη σε κάθε πνευματικό έργο, ανίκανη να προσέχει και ν’ άγρυπνε! Η ψυχή αυτή είναι κολλημένη στη γη, είναι απορροφημένη από τα πρόσκαιρα και τα μάταια. Για τη διακονία του Θεού ελάχιστα ενδιαφέρεται, ή μάλλον δεν ενδιαφέρεται καθόλου. Σκληρή βρίσκει και μόνο τη σκέψη κάποιας πνευματικής εργασίας, σκληρή και ασήκωτη και ζοφερή.

Η προσοχή εξασκεί και ενισχύει τις ψυχικές αισθήσεις στον άνθρωπο, ενώ εξασθενίζει τη ψυχοβλαβή επενέργεια των σωματικών του αισθήσεων. Ο περισπασμός, απεναντίας, αδρανοποιεί και αποκοιμίζει τις ψυχικές αισθήσεις, ενώ τρέφεται με την αδιάλειπτη λειτουργία των σωματικών αισθήσεων.

Μάταια οι άνθρωποι, που ζουν μέσα στον περισπασμό, θεωρούν τη ζωή τους φυσιολογική, υγιή, απαλλαγμένη από ενοχές! Έτσι δεν αποκαλύπτουν παρά την ασθένεια τους σ’ όλη της τη σοβαρότητα. Τόσο έχει πωρωθεί η ψυχή τους, που, μολονότι είναι άρρωστοι, δεν το αντιλαμβάνονται.

Όσοι επιθυμούν να οικειωθούν την προσοχή, οφείλουν να εγκαταλείψουν όλες τις μάταιες ασχολίες. Και σ’ αυτές, βέβαια, δεν ανήκουν οι απαραίτητες και ωφέλιμες εργασίες, διακονίες και υποχρεώσεις, προσωπικές ή κοινές, οι οποίες δεν αποτελούν περισπασμό. Ο περισπασμός συνδέεται πάντοτε είτε με την αργία είτε με ανώφελες ενασχολήσεις που δεν διαφέρουν ουσιαστικά από την αργία

Όχι μόνο δεν διασπά αλλά και συντρέχει την προσοχή η εργασία, όταν αποτελεί διακονία του Θεού ή του πλησίον και όταν γίνεται με υπευθυνότητα. Στην απόκτηση, την καλλιέργεια και τη διατήρηση της προσοχής συντελούν πολύ περισσότερο τα μοναστηριακά διακονήματα όταν αυτά εκτελούνται όπως πρέπει.

Προσέχοντας τον εαυτό μας σε απόλυτη μόνωση, αποκομίζουμε πολύτιμους πνευματικούς καρπούς. Για τη μόνωση, ωστόσο, είναι ικανοί μόνο άνθρωποι ώριμοι πνευματικά, άνθρωποι που πραγματοποίησαν πρόοδο στην άσκηση και την ευσέβεια, αφού πρώτα διδάχθηκαν την προσοχή στην πρακτική ζωή.

Η υποταγή είναι ο καλύτερος τρόπος ασκήσεως στην προσοχή. Κανένας δεν θα σε διδάξει τόσο καλά να προσέχεις τον εαυτό σου όσο ένας συνετός και αυστηρός προϊστάμενος.

Όταν εργάζεσαι πρακτικά μαζί με άλλους ανθρώπους, μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να ξεστομίζει μάταια λόγια και ανόητα αστεία. Και όταν η εργασία σου είναι γραφική και γενικότερα διανοητική, μην αφήνεσαι στην ονειροπόληση, τον ρεμβασμό και τον μετεωρισμό. Έτσι σύντομα η συνείδησή σου θα ευαισθητοποιηθεί και θ’ αρχίσει να σου υποδεικνύει κάθε υποχώρησή σου στον περισπασμό ως αθέτηση όχι μόνο του ευαγγελικού νόμου αλλά ακόμα και της ορθοφροσύνης. Αμή

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, «Ασκητικές εμπειρίες», τ. Β΄. Ι.Μ.Παρακλήτου

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όπου πολύς περισπασμός,εκεί πολλά πνευματικά παράσιτα. (Άγιος Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης)

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Αυγούστου, 2014

– Γέροντα, δεν στενοχωριόσασταν, όταν ύστερα από τόσο κόπο που καταβάλατε, για να φτιάξετε ένα Κελλί, το αφήνατε και πηγαίνατε αλλού;

 – Για να φύγω, κάποιος σοβαρός λόγος θα υπήρχε.

 – Και παντού κάνατε μόνον τα απαραίτητα;

 – Ναι, έκανα μόνον τα απαραίτητα για εδώ, για να μπορώ να κάνω τα απαραίτητα για πάνω, για τον Ουρανό. Αν χαθής με τα επίγεια, χάνεις τον δρόμο σου για τον Ουρανό. Κάνεις το ένα, μετά θέλεις και το άλλο. Και αν μπης σ’ αυτό το γρανάζι, χάθηκες! Αν χαθής με τα επίγεια, χάνεις τα ουράνια. Όπως τα ουράνια δεν έχουν τελειωμό, έτσι και τα επίγεια δεν έχουν τελειωμό. Ή θα χαθής εδώ ή θα… “χαθής” εκεί. Ξέρεις τι είναι να “χάνεσαι” εκεί πάνω! Ω, έλεγα την ευχή και βυθιζόμουν! Βυθίσθηκες καμμιά φορά στην ευχή;

 Η πολλή δουλειά με την κόπωσή της και τον περισπασμό, ιδίως όταν γίνεται με βιασύνη, δεν βοηθάει. Παραμερίζει την νήψη και αγριεύει την ψυχή. Δεν μπορεί όχι μόνο να προσευχηθή κανείς, αλλά ούτε να σκεφθή. Δεν μπορεί να ενεργήση με σύνεση, και έτσι οι ενέργειες του δεν είναι σωστές.

 Γι’ αυτό προσέξτε, μη σπαταλάτε τον χρόνο σας άσκοπα, χωρίς να τον αξιοποιήτε στα πνευματικά, γιατί θα φθάσετε σε σημείο να αγριέψετε πολύ και να μην μπορήτε πλέον να κάνετε πνευματικά. Θα θέλετε να ασχολήσθε με δουλειές ή να συζητάτε ή θα επιδιώκετε να υπάρχουν θέματα, για να βρίσκεσθε σε δουλειά. Με την παράλειψη της ευχής και των πνευματικών καθηκόντων ο εχθρός καταλαμβάνει τα πνευματικά μας υψώματα και μας πολεμάει και με την σάρκα και με λογισμούς. Μας αχρηστεύει όλες τις δυνάμεις, τις ψυχικές και σωματικές, και κόβει την επικοινωνία μας με τον Θεό, οπότε είναι επόμενο να αιχμαλωτισθή η ψυχή μας στα πάθη.

 Ο Παπα-Τύχων έλεγε στους μοναχούς ότι πρέπει να ζουν ασκητικά, για να ελευθερωθούν από τις μέριμνες, και όχι να δουλεύουν σαν εργάτες και να τρώνε σαν κοσμικοί. Γιατί το έργο του μοναχού είναι οι μετάνοιες, οι νηστείες, οι προσευχές όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για όλον τον κόσμο, ζωντανούς και πεθαμένους, και λίγη δουλειά για τα απαραίτητα, για να μην επιβαρύνη τους άλλους.

 – Γέροντα, ο περισπασμός πάντοτε είναι εμπόδιο στην πνευματική ζωή;

 – Αν ασχολήσαι με τα απαραίτητα της υπακοής (4), και περισπασμό να έχης, δεν θα πάθης ζημιά. Εάν το ενδιαφέρον σου για το διακόνημα που σου αναθέτουν ή για να βοηθήσης μια αδελφή δεν ξεπεράση τα όρια, η λαχτάρα θα είναι για την ευχή και η βοήθειά σου θα είναι θετική. Όταν όμως μόνος του κανείς ξεπερνάη τα όρια και προσθέτη περισπασμό και ασχολήται με χαμένα πράγματα, τότε σκορπάει ο νους και φεύγει από τον Θεό. Και όταν ο νους δεν είναι στον Θεό, πώς θα νιώση κανείς την χαρά του Θεού; Η καρδιά εύκολα παγώνει. Και εγώ, όταν όλη την ημέρα έχω κόσμο, αν και είναι πνευματικό το έργο, όταν το βράδυ πάω να προσευχηθώ, δεν είναι η καρδιά μου όπως όταν προσεύχωμαι όλη την ημέρα. Γεμίζει το μυαλό με ένα σωρό πράγματα και είναι δύσκολο να τα αποβάλη κανείς. Όσο μπορείς να λες την ευχή μέσα στην ημέρα και να σιγοψάλλης.

 Πολύ βοηθάει και η λίγη πνευματική μελέτη, ιδίως πριν από την προσευχή. Πολύ θερμαίνει την ψυχή και σκορπάει τις μέριμνες της ημέρας, και τότε, με ελευθερωμένη την ψυχή και μεταφερμένη στην πνευματική θεία ατμόσφαιρα, κινείται απερίσπαστα ο νους. Με ένα κομματάκι από το Ευαγγέλιο ή από το Γεροντικό που έχει μικρά κομματάκια αλλά δυνατά, ο νους μεταφέρεται σε πνευματικό χώρο και δεν φεύγει πια. Γιατί ο νους είναι σαν ένα ζωηρό παιδί που τρέχει πότε από ‘δω, πότε από ‘κει. Άμα όμως το γλυκάνης με καμμιά καραμέλλα, δεν φεύγει.

 Το απερίσπαστο και το αμέριμνο φέρνουν την εσωτερική ησυχία και την πνευματική επιτυχία. Οι μέριμνες απομακρύνουν από τον Θεό. Όταν υπάρχη πολύς περισπασμός, υπάρχουν πολλά πνευματικά παράσιτα και οι πνευματικοί ασύρματοι δεν εργάζονται με σήματα καλά. Ο μοναχός είναι αδικαιολόγητος να μην κάνη πνευματική ζωή. Οι καημένοι οι λαϊκοί έχουν ένα σωρό φροντίδες, και πάλι κάνουν προσπάθεια. Ο μοναχός δεν έχει τις φροντίδες που έχουν εκείνοι. Ούτε για ενοίκια σκέφτεται ούτε για χρέη ούτε αν έχη ή δεν έχη δουλειά. Και τον Πνευματικό του κοντά τον έχει και την Εκκλησία μέσα στο Μοναστήρι, προσευχές, Ευχέλαια, Παρακλήσεις, Λειτουργίες. Έχει το αμέριμνο και κοιτάει πώς να γίνει άγγελος, δεν έχει άλλο σκοπό. Ενώ ο λαϊκός έχει τόσες φροντίδες! Κοιτάει πώς να αναθρέψη τα παιδιά του κ.λπ. και αγωνίζεται παράλληλα και για την σωτηρία της ψυχής του. Έλεγε ο Γερο-Τρύφων (5) : “Ο μοναχός θέλει αγρυπνία; Μπορεί. Θέλει νηστεία; Μπορεί. Ούτε γυναίκα ούτε παιδιά έχει. Ο κοσμικός δεν μπορεί. Έχει παιδιά… Το ένα θέλει παπούτσια, το άλλο θέλει ρούχα, το άλλο θέλει…”.

4) Εννοεί ο Γέροντας την καλογερική υπακοή.

5) Βλ. Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1993, σ. 112-117.

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Α΄ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ)

gerontes

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΝΔΟΞΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΑΓΑΘΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ (22 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Αυγούστου, 2014

«Ο μάρτυς του Χριστού Αγαθόνικος έζησε κατά τους χρόνους του Μαξιμιανού. Συνελήφθη από κάποιον κόμη, που ονομαζόταν Ευτόλμιος. Αυτός απεστάλη από τη Νικομήδεια στην Ποντιακή χώρα από τον βασιλιά, για να εξολοθρεύσει τους χριστιανούς. Στην πορεία του με πλοίο, κατέλαβε το Εμπόριον, που λεγόταν και Κάρπη. Εκεί βρήκε τον άγιο Ζωτικό μαζί με τους μαθητές του να ομολογούν τον Χριστό, γι’  αυτό και τους κατεδίκασε σε σταυρικό θάνατο. Έπειτα αφού επέστρεψε στη Νικομήδεια και έμαθε ότι ο καλούμενος Πρίγκιψ πίστεψε στον Χριστό από κάποιον Αγαθόνικο, που απομάκρυνε τους Έλληνες από τα είδωλα και τους οδηγούσε στη χριστιανική πίστη, έστειλε και συνέλαβε και τους δύο. Και τον μεν άγιο Αγαθόνικο τον κτυπά με σφοδρότητα, τον δε Πρίγκιπα μαζί με άλλους δέσμιους χριστιανούς, μαζί και με τον Αγαθόνικο, τους οδηγεί στη Θράκη, όπου βρισκόταν ο βασιλιάς, με σκοπό να κάνει ο βασιλιάς την εξέτασή τους. Καθώς ήλθε και σ’  ένα χωριό, που ονομαζόταν Ποταμός, σκότωσε τον άγιο Ζήνωνα και τον Θεοπρέπιο και τον Ακίνδυνο, οι οποίοι λόγω των προηγηθέντων βασανιστηρίων, αδυνατούσαν να βαδίζουν. Όταν έφτασε κοντά στη Χαλκηδόνα, σκοτώνει τον άγιο Σεβηριανό, που κήρυττε τον Χριστό με παρρησία. Στο Βυζάντιο, παρουσιάζουν ενώπιόν του τον άγιο Αγαθόνικο, μαζί με τους υπόλοιπους συναιχμαλώτους και τον Πρίγκιπα, και αφού τους έβγαλαν έξω από την πόλη, τους κτυπάνε με σφοδρότητα, ενώ στη συνέχεια τους οδήγησαν στη Σηλυμβρία, σ’  ένα τόπο που λεγόταν Άμμους, όπου ζούσε ο Μαξιμιανός, κι εκεί έκοψαν την κεφαλή του αγίου Αγαθονίκου και του Πρίγκιπα και των άλλων χριστιανών, όσους ο κόμης έφερε από τη Νικομήδεια, και έτσι κατακοσμήθηκαν όλοι με το στεφάνι του μαρτυρίου».
Ιδιαίτερη θλίψη καταλαμβάνει την ψυχή καθενός ανθρώπου, που δεν έχει χάσει εντελώς την ανθρωπιά του, όταν διαβάζει τα συναξάρια των πρώτων χριστιανικών αιώνων, σαν το σημερινό, και βλέπει την ευκολία με την οποία οι διώκτες των χριστιανών εξολόθρευαν, και μάλιστα με σκληρά βασανιστήρια,  τους χριστιανούς. Η ανθρώπινη ζωή για τους διώκτες δεν είχε προφανώς καμία αξία, θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι χαίρονταν αυτό το οποίο έκαναν. Και ναι μεν για τους χριστιανούς μάρτυρες το μαρτύριο ήταν η δόξα τους, διότι μετείχαν έτσι στο μαρτύριο του Πρώτου μάρτυρα Κυρίου Ιησού Χριστού, συνεπώς έμπαιναν θριαμβευτικά στη Βασιλεία του Θεού – γι’  αυτό άλλωστε και τη μνήμη τους την εορτάζουμε τότε που μαρτύρησαν – δεν παύει όμως η ψυχή μας να πονά και να κλαίει για την κατάντια των διωκτών και βασανιστών των μαρτύρων, διότι με τις ενέργειές τους αυτές απεκάλυπταν το έρεβος της ψυχής τους, το μίσος που τους διακατείχε, την επήρεια του Πονηρού πάνω σ’  αυτούς. Το τραγικό βεβαίως είναι ότι παρόμοιες ενέργειες μίσους κατά των ανθρώπων επισημαίνουμε σε όλη τη διαδρομή της ανθρώπινης ιστορίας, ακόμη δε και στην «πολιτισμένη» και «προηγμένη» εποχή μας. Θέλουμε να πούμε ότι δεν είναι μόνον οι χριστιανοί, οι οποίοι δέχτηκαν τη μήνη των διωκτών τους, λόγω της πίστεώς τους στον Χριστό. Πλήθος ανθρώπων, που είχαν μία άλφα φιλοσοφία ή θρησκεία, ή και μία πολιτική ιδεολογία, διαφορετική από άλλους, υπέστησαν τα πάνδεινα από αυτούς, διότι ακριβώς ήθελαν να μείνουν σταθεροί στα δικά τους πιστεύω. Και η θλίψη είναι η ίδια και γι’  αυτούς, γιατί, είπαμε, βλέπει κανείς την κατάντια των ανθρώπων, που όταν χάσουν τη ζωντανή σχέση τους με τον Θεό, χάνουν και την όποια ανθρωπιά τους: δεν υφίσταται πια κανένα ίχνος αγάπης, συνεπώς ο καθένας γίνεται για τον άλλο ένας «λύκος».

Συγκλονίστηκε η ανθρωπότητα πριν λίγο σχετικά καιρό, από τη θηριωδία ενός νεαρού Νορβηγού, ο οποίος στο όνομα της δικής του ιδεολογίας νόμισε ότι μπορεί να εξαφανίσει ατίμητες ζωές ανθρώπων, που πίστευαν κάτι διαφορετικό από αυτόν. Και όλοι μας προσπαθήσαμε να ερμηνεύσουμε το γεγονός, ως καρπό φανατισμού και ψυχικής διαστροφής, να το καταδικάσουμε δε απερίφραστα και απόλυτα. Αλλά αυτό που συνέβη, μπορεί να ξένισε για την έκτασή του και για τον τόπο που διαδραματίστηκε, αλλά τελικώς εντάσσεται μέσα στη γενικευμένη ανθρώπινη διαστροφή, την οποία «μεγαλοπρεπώς»  διαπιστώνει κανείς και στα πρωτοχριστιανικά χρόνια του μαρτυρίου των χριστιανών, αλλά και σε όλα τα είδη μαρτυρίου, όπως το επισημάναμε παραπάνω.  Και αυτό συμβαίνει, εξηγήσαμε, όταν ο άνθρωπος χάνει την επαφή του με τον Δημιουργό του, και συνεπώς αδυνατεί να ζήσει το βασικό θέλημα Αυτού, την αγάπη. Και μη σπεύσει κανείς να πει ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς πιστός στον Θεό, για να μη καταστρέφει τους συνανθρώπους του, γιατί πράγματι υπάρχουν καλά αποθέματα στις ψυχές των ανθρώπων, έστω και μη πιστών σ’  Εκείνον, όμως η εμπειρία επιβεβαιώνει αυτό που έλεγε ο μεγάλος ρώσος λογοτέχνης Ντοστογιέφσκι «χωρίς Θεό, όλα επιτρέπονται».  Τι είναι εκείνο που μπορεί να συγκρατήσει κάποιον, έστω και «καλό» άνθρωπο, από το να βλάψει τον συνάνθρωπό του, δοθείσης της ευκαιρίας, όταν έχει υποστεί ένα κακό από εκείνον; Και μπορεί ίσως να μην προβεί σε κάποια εχθρική ενέργεια εναντίον του, μπορεί όμως να σκεφτεί εχθρικά μέσα στη σκέψη και την καρδιά του γι’  αυτόν. Η εχθρότητα της ψυχής προς κάποιον άλλον δεν συνιστά κι αυτή κακή «ενέργεια», απλώς άλλου τύπου; Το ζητούμενο λοιπόν είναι πώς θα μπορέσει ο άνθρωπος να βρίσκεται πάντοτε εν αγάπη, έστω και απέναντι στον εχθρό του, κι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη χάρη του Θεού, ιδίως με τη δύναμη που παρέχει η προσευχή στον Θεό και τα μυστήρια της Εκκλησίας. Εν Χριστώ, με άλλα λόγια, ο άνθρωπος φτάνει στο υπέρ φύσιν και χαρισματικό σημείο αγάπης και προς τον εχθρό.

Ο άγιος Αγαθόνικος σήμερα μας προκαλεί σ’  αυτήν την διπλή επισήμανση: πρώτον, ο άνθρωπος ο χωρίς Θεό γίνεται χειρότερος και από τα πιο αιμοβόρα θηρία, που σημαίνει ότι μπροστά στην παρουσία ιδίως αγίων ανθρώπων ο άνθρωπος αυτός κυριολεκτικά δαιμονίζεται: προκαλείται να φανερώσει το τι κατοχή δαιμονίων έχει υπάρξει μέσα του και πόσο επικίνδυνος επομένως είναι για τον κόσμο. Δεύτερον, το πιο σημαντικό: ο άνθρωπος του Θεού, με τη δύναμη του Χριστού, ζει τον σταυρό Εκείνου και πεθαίνει με ακακία, χωρίς να φωνάζει, χωρίς να ερίζει, προσευχόμενος υπέρ των διωκτών και των εχθρών του. Ποιο μεγαλύτερο μεγαλείο ανθρώπου μπορεί να υπάρξει από αυτό; Νομίζουμε ότι σπουδαιότερη «απόδειξη» της αλήθειας της χριστιανικής πίστεως από αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει: η ίδια η ζωή επιβεβαιώνει την παρουσία  της ενέργειας του Θεού ως αγάπης στον άνθρωπο. Την αγάπη αυτή ως συμμετοχή στο Πάθος του Χριστού, συνεπώς ως αγάπη και προς τους εχθρούς,  βλέπουμε ότι ζούσε και ο άγιος Αγαθόνικος. Όπως το επισημαίνει μεταξύ άλλων και ο υμνογράφος του: «Ιχνηλατών το πάθος του Χριστού, του βλύσαντος πάσι την απάθειαν πιστοίς, υπέμεινας ονειδισμούς και θλίψεις, Μάρτυς, και θάνατον άδικον, ξίφει την σήν κεφαλήν, αποτμηθείς εν χαρά». Ακολουθώντας τα ίχνη του πάθους του Χριστού, από τον Οποίο ανέβλυσε για όλους τους πιστούς η απάθεια, υπέμεινες και σύ, Μάρτυς, με χαρά ονειδισμούς και θλίψεις και άδικο θάνατο, καθώς σου κόψανε με ξίφος το κεφάλι. Ταις αυτού πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΑΔΔΑΙΟΣ (21 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Αυγούστου, 2014

«Ο άγιος Θαδδαίος ήταν από την πόλη Έδεσσα της Συρίας, Εβραίος στην καταγωγή, και άριστος μελετητής των θείων Γραφών. Αυτός ανέβηκε κάποια φορά στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει στον Ναό, κατά τις ημέρες  Ιωάννου του Βαπτιστού, κι αφού άκουσε το κήρυγμα του Ιωάννου και θαύμασε πάρα πολύ την αγγελική του ζωή, βαπτίζεται από εκείνον. Μετά από αυτά είδε τον Χριστό, και αφού άκουσε τη διδασκαλία Του και είδε τα άπειρα θαύματα που τελούσε, Τον ακολούθησε ως μαθητής Του μέχρι το σωτήριο Πάθος Του, οπότε μετά την αγία Του ανάληψη, επέστρεψε στη δική του πόλη. Εκεί βάπτισε τον τοπάρχη Αύγαρο, θεραπεύοντάς τον έτσι από το υπόλοιπο της λέπρας του (όπως είχε διαμηνύσει στον Αύγαρο ο ίδιος ο Κύριος), κι αφού δίδαξε εκεί και φώτισε πολλούς άλλους και ίδρυσε Εκκλησίες, γυρνούσε κηρύσσοντας τις πόλεις της Συρίας. Ήλθε και στη Βηρυτό, πόλη της Φοινίκης, δίδαξε και βάπτισε πολλούς κι εκεί, οπότε αναπαύθηκε εν Κυρίω».
Ο άγιος Θαδδαίος, ως ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου, αντιμετωπίζεται από την υμνολογία της Εκκλησίας μας με τον ίδιο εξαίσιο και λαμπρό τρόπο, που αντιμετωπίζονται και οι άλλοι απόστολοι: ως δεύτερο καθαρό  φως, λόγω της σχέσεώς του με το ακρότατο φως, τον ίδιο τον Κύριο, ως ακτίνα που απεστάλη από το φως να φωτίσει τον κόσμο, ως «αστήρ φαεινότατος, καταυγάζων πλάνης ομίχλην», και μ’  ένα λόγο, ως «αυτόπτης και μύστης του Λόγου». Ιδίως οι τελευταίοι χαρακτηρισμοί θεωρούνται από τον υμνογράφο ότι συγκεφαλαιώνουν αυτό που συνιστά την ουσία της αποστολικής λαμπρότητας, γι’ αυτό και τονίζει ότι  δεν υπάρχει σημαντικότερο στεφάνι που μπορεί να του πλέξει: «Θαδδαίε! Ποίον άλλο σοι πλέξω στέφος, ή αυτόπτην λέγειν σε και μύστην Λόγου;» Η γεμάτη θάμβος στάση των υμνογράφων απέναντι στους αποστόλους είναι δικαιολογημένη:  οι απόστολοι δεν είναι απλώς κάποιοι πιστοί του Χριστού, αλλά οι άμεσοι βοηθοί Του, οι κλημένοι από Αυτόν να μαρτυρήσουν τη ζωή και τη διδασκαλία Του, «τα θεμέλια της Εκκλησίας». Η Εκκλησία μας, μη ξεχνάμε, αποστολική, μεταξύ των άλλων, χαρακτηρίζεται. Κι αυτό σημαίνει: χριστιανική πίστη εκτός της σχέσεως με τους αποστόλους δεν υφίσταται. Διότι έτσι το θέλησε ο ίδιος ο Κύριος.

Ο άγιος Θαδδαίος, πέραν του ευαγγελισμού των πόλεων της Συρίας, με τη διδασκαλία του και τα θαύματα που επιτελούσε στο όνομα του Κυρίου, έχει συνδεθεί και με την ιστορία του λεγομένου αγίου μανδηλίου, τη μεταφορά του οποίου από την Έδεσσα της Συρίας στην Κωνσταντινούπολη εορτάζουμε την 16η Αυγούστου. Κι αξίζει να θυμίσουμε, όπως ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος ο Παμφίλου διασώζει, ότι ο τοπάρχης Αύγαρος της πόλεως της Εδέσσης, θέλησε να έλθει σ’  επαφή με τον Κύριο Ιησού Χριστό, όταν έμαθε για τα πολλά θαύματα που επιτελούσε, προκειμένου να  θεραπεύσει ο Κύριος και εκείνον, που ταλαιπωρείτο φρικτά από μαύρη λέπρα σ’  όλο του το σώμα. Έστειλε μάλιστα, κατά τον Ευσέβιο, και επιστολή στον Κύριο με κάποιον Ανανία, στην οποία ζητούσε να έλθει Εκείνος στην πόλη του, λόγω της δικής του αδυναμίας. Ο Ανανίας διακρινόταν και για το ζωγραφικό του χάρισμα, με το οποίο θα αποτύπωνε σε χαρτί την εικόνα του Κυρίου, κατά την εντολή του τοπάρχη, κάτι που κατέστη αδύνατο. Ο Κύριος όμως, γνωρίζοντας την επιθυμία του Αύγαρου να δει το πρόσωπό Του, ζήτησε να νιφθεί, κι όταν σκουπίστηκε σε κάποιο ύφασμα, η εικόνα Του αποτυπώθηκε σ’  αυτό. Ο Αύγαρος, όταν έλαβε το «άγιο μανδήλιο», στο τέλος του οποίου, λέγεται ότι ο Ιησούς έγραψε στα εβραϊκά, «Θεού θέα θείον θαύμα», αμέσως το προσκύνησε, οπότε και θεραπεύτηκε από τη λέπρα, πλην της λέπρας του προσώπου του. Την εναπομείνασα αυτή λέπρα τη θεράπευσε τελικώς ο άγιος Θαδδαίος, όταν πήγε, όπως είδαμε στο συναξάρι του, στην πόλη και πάλι της Έδεσσας και βάπτισε χριστιανό τον Αύγαρο.

Ο τρόπος και η δύναμη της δράσης του αγίου Θαδδαίου, τρόπος και δύναμη διαχρονική της χριστιανικής πίστεως, καταφαίνονται έντονα και από την εξής επισήμανση του αγίου υμνογράφου  από την τέταρτη ωδή του κανόνα του: «Νόμον θείον εχάραξας, μάκαρ, εν καρδίαις, λειάνας πρότερον αγνωσίας τα χαράγματα και της δυσσεβείας τα ινδάλματα». Μακάριε απόστολε, χάραξες τον θείο νόμο του Χριστού στις καρδιές των ανθρώπων, αφού προηγουμένως έξυσες και λείανες τις χαρακιές της αγνωσίας του Θεού και τις πλανεμένες εικόνες της δυσέβειας. Ο άγιος Θαδδαίος δηλαδή, όπως και όλοι οι απόστολοι και πάντοτε η Εκκλησία, απευθυνόταν  στους ανθρώπους και κατέθετε τη μαρτυρία της πίστεώς του στον Χριστό. Η μαρτυρία για τον Χριστό έχει τέτοια δύναμη, ιδίως στους καλοπροαίρετους ανθρώπους, ώστε αφενός σβήνει όλες τις πλανεμένες πεποιθήσεις και επουλώνει τα τραύματα που προκαλεί η αμαρτία, λόγω της αγνωσίας του Θεού, αφετέρου επαναφέρει τα αληθινά χαράγματα στην ψυχή του ανθρώπου, εκείνα δηλαδή που ο ίδιος ο Δημιουργός τα χάραξε, όταν τον δημιούργησε. Με άλλα λόγια, ο λόγος του Θεού φέρνει τον άνθρωπο στη φυσιολογική του κατάσταση, τον ομαλοποιεί, τον κάνει να βρίσκει τον αληθινό του εαυτό, τον «κατ’  εικόνα και καθ’  ομοίωσιν Θεού» δημιουργημένο. Αν ο άνθρωπος παραμορφώνεται σε κάθε εποχή, είναι γιατί δεν θέλει να έχει σχέση με τον αληθινό Θεό, τον Πατέρα και Δημιουργό του. Όπως αντιστοίχως, σε κάθε εποχή, ο άνθρωπος που επιστρέφει στον Θεό, μορφοποιείται κατ’  εικόνα του πλάσαντος αυτόν, άρα γίνεται σαν τον Χριστό και ομορφαίνει. Ο όμορφος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος του Θεού και σ’  αυτήν την ομορφιά αγωνιζόταν ο άγιος Θαδδαίος.  Μακάρι να μπούμε κι εμείς στον ίδιο αγώνα, γιατί δυστυχώς η ασχήμια περίσσεψε στη ζωή και στον κόσμο μας.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΛΟΙΔΟΡΟΥΜΕΝΟΙ ΕΥΛΟΓΟΥΜΕΝ, ΔΙΩΚΟΜΕΝΟΙ ΑΝΕΧΟΜΕΘΑ, ΒΛΑΣΦΗΜΟΥΜΕΝΟΙ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Αυγούστου, 2014

Μια στάση ζωής καθόλου εύκολη περιγράφει ο Απόστολος Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή του, αναφερόμενος στο πώς αντιμετωπίζουν οι απόστολοι την εχθρική συμπεριφορά όχι μόνο των μη χριστιανών αλλά και των άλλων μελών της Εκκλησίας: «λοιδορούμενοι ευλογούμεν,διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν» (Α’ Κορ. 4, 12-13). Στους εμπαιγμούς απαντάμε με καλά λόγια, στους διωγμούς με υπομονή, στις συκοφαντίες με λόγια φιλικά. Μία τέτοια στάση ζωής δεν έρχεται ως αποτέλεσμα γενναιόδωρης και μακρόθυμης καρδιάς. Αποτελεί το συστατικό στοιχείο της μίμησης του Χριστού, της παρουσίας εντός της καρδιάς της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και την ίδια στιγμή είναι σημείο μοναδικής σε έκταση και ένταση πίστης.
                Ποια είναι η φυσική στάση των ανθρώπων όταν αντιμετωπίζουν λοιδορίες, διωγμούς, βλασφημίες;  Πρώτα η λύπη. Κατόπιν η οργή. Και στη συνέχεια η αντίδραση είτε δια της ανταπόδοσης  είτε δια της εκδίκησης είτε δια της καταφυγής σε εκείνους που μπορούν να μας κάνουν να βρούμε το δίκιο μας απέναντι σ’ αυτούς που μας συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ο Απόστολος των εθνών όμως επισημαίνει ότι η χριστιανική στάση δεν μπορεί να είναι αυτή, ακόμη κι αν η εσωτερική πάλη γίνεται στην καρδιά μας. Άλλωστε, συνεχώς ο εαυτός μας καλείται να παλέψει με την ελευθερία του. Η αληθινή όμως πνευματική πρόοδος έγκειται στο να γίνεται σταδιακά η καρδιά μας τόπος και τρόπος θέασης της ζωής και της συμπεριφοράς των άλλων κατά μίμησιν του Χριστού και των Αγίων της πίστης μας και αναλόγως να διαμορφώνεται η αντίδρασή μας. Η ευλογία λοιπόν, η ανοχή και η παράκληση αποτελούν τους τρόπους εκείνους που δείχνουν πώς καλείται να φερθεί ο χριστιανός έναντι όσων τον απορρίπτουν ή του φέρονται άσχημα.
                Η λοιδορία πηγάζει από ένα αίσθημα υπεροχής, το οποίο συχνά οι άνθρωποι αναπτύσσουμε έναντι των άλλων. Είτε εξαιτίας υπαρκτών χαρισμάτων, είτε εξαιτίας μιας φαντασιακής αίσθησης ότι είμαστε ικανότεροι, ευφυέστεροι, πιο δυνατοί από τους άλλους, τους ειρωνευόμαστε, μειώνοντάς τους έναντι των υπολοίπων ανθρώπων για να δείξουμε την δική μας υπεροχή. Η λοιδορία πηγάζει και από εμπάθεια και από πνεύμα εξουσιαστικό έναντι των άλλων και μαρτυρεί καρδιά ρυπαρή. Ο Παύλος, ζητώντας από τους χριστιανούς να απαντούν με καλά λόγια σε όσους τους λοιδορούν, περιγράφει μία καρδιά η οποία δεν διακατέχεται ούτε από πνεύμα εξουσίας, και γι’ αυτό δεν θέλει να αφήσει την θιγμένη υπερηφάνεια να λειτουργήσει ως τρόπος αντίδρασης, ούτε από εμπάθεια έναντι των άλλων, και γι’ αυτό δεν ανταποδίδει με οργή και εκδικητικότητα τις λοιδορίες που δέχεται. Με άλλα λόγια, ο Παύλος περιγράφει μία καρδιά ταπεινή και την ίδια στιγμή αγαπητική έναντι των λοιδορούντων, δηλαδή μία καρδιά στην οποία η χάρις του Θεού αναπαύεται.
                Ο διωγμός πηγάζει και πάλι από ένα αίσθημα υπεροχής και εξουσίας εναντίον των άλλων, ενώ ενίοτε συνδέεται με το αίσθημα της επικράτησης κανόνων στην κοινωνία και στις διαπροσωπικές σχέσεις,  στους οποίους οι διωκόμενοι δεν θέλουν να υπακούσουν ή να προσαρμοστούν. Και εδώ το πνεύμα της εξουσίας γεννά μια τέτοια δυναμική η οποία στερεί την ελευθερία από αυτούς που δεν θέλουν να το αποδεχτούν. Η στέρηση όμως της ελευθερίας εκ των πραγμάτων γεννά παραπικρασμούς. Γεννά αίσθημα αδικίας. Ο Παύλος, χωρίς να δικαιολογεί τους διώκοντες, μιλά για την ανοχή, ως υπομονή και έκφραση ταπεινής αγάπης έναντί τους. Η ανοχή δεν είναι παθητική στάση. Δεν είναι σιωπή, όπως κάποιος εύκολα θα μπορούσε να συμπεράνει. Είναι όμως άρνηση ανταπόδοσης της κακίας και της εξουσιαστικότητας και την ίδια στιγμή προσευχή για τους διώκτες, και υπομονή στα δεινά. Είναι ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο μαρτύριο, το οποίο μπορεί να εκτείνεται χρονικά και να απαιτεί συνεχή συγχωρητικότητα, όμως φέρει μαζί του και την χάρη του Θεού. Ο ανεχόμενος καταθέτει την άρνησή του να συμμορφωθεί με τον διώκτη του, γιατί αυτή η άρνηση στηρίζεται στην πίστη στο Θεό, αλλά και στην προσπάθεια να καταδείξει τι είναι δίκαιο και τι όχι, τι αποτελεί παραβίαση της ελευθερίας. Την ίδια στιγμή όμως αρνείται να καταδιώξει τον διώκτη του, αφήνοντας τα πάντα στο έλεος του Θεού και στην δική Του δύναμη.
                Η συκοφάντηση ή οι υβριστικοί λόγοι εις βάρος των άλλων αποτελούν έκφραση ζήλιας και οργής. Συκοφαντούμε αυτούς που ζηλεύουμε είτε για την θέση τους στη ζωή είτε για τα χαρίσματά τους είτε γιατί μας προκαλούν ανασφάλεια οι δυνατότητές τους μέσα στις διαπροσωπικές σχέσεις, με αποτέλεσμα να γεννιέται ένα κλίμα καχυποψίας και την ίδια στιγμή επιβολής εις βάρος τους. Συκοφαντούμε για να μειώσουμε την επιρροή τους και την ίδια στιγμή για να φανούμε χρήσιμοι σε άλλους που σκέφτονται κατ’ αυτόν τρόπο ή είναι επιπόλαιοι και έτοιμοι να αποδεχθούν τους λόγους μας. Υβρίζουμε γιατί θεωρούμε ότι μ’ αυτό τον τρόπο δείχνουμε την υπεροχή μας, φαινόμαστε ως εμείς που είμαστε οι σωστοί και θέλουμε να ταπεινώσουμε εκείνους προς τους οποίους οι ύβρεις μας απευθύνονται, προκειμένου να τους ρίξουμε χαμηλά στα μάτια των άλλων. Και είναι εύκολη η ανταπόδοση κυρίως στις ύβρεις ή ο σχηματισμός εμπάθειας έναντι εκείνων που μας συκοφαντούν και η καλλιέργεια εκδικητικότητας στην καρδιά εκείνου που συκοφαντείται ή υβρίζεται. Όμως και πάλι ο Παύλος  μιλά για την παράκληση ως απάντηση στην βλασφημία της συκοφαντίας και του υβρισμού. Παράκληση σημαίνει λόγια φιλικά, λόγια που γαληνεύουν και παρηγορούν, καταλαγιάζουν τον άλλο, λόγια δηλαδή που αποκαλύπτουν την αληθινή κατάσταση εκείνου και την ίδια στιγμή μαρτυρούν την αγάπη του χριστιανού. Αυτά τα λόγια πηγάζουν από καρδιά που έχει πραότητα, συγχωρητικότητα και αγάπη, δηλαδή από ταπεινή καρδιά.
                Πόσο είναι εφικτό στη χριστιανική ζωή να αποκτήσουμε μα τέτοια καρδιά, όταν συχνά οι άνθρωποι μάς προκαλούν εκνευρισμό, απογοήτευση, θυμό για την αδυναμία μας να συνεννοηθούμε ή και για την εμμονή τους στην προκλητική και αντίθετη με τα όσα θα θέλαμε συμπεριφορά τους; Η πνευματική ζωή και η εμβάθυνση σ’ αυτήν αποτελεί την αρχή. Αν κατανοήσουμε ότι είμαστε άνθρωποι ατελείς και απέναντι στο Θεό εντελώς αδύναμοι. Αν κατανοήσουμε ότι όσοι μας συμπεριφέρονται με τρόπο που δεν θα θέλαμε δεν χρειάζονται την καταδίκη μας αλλά την προσευχή και την αγάπη μας. Αν έχουμε ως πρότυπά μας την στάση του Κυρίου μας, ο οποίος «λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει, παρεδίδου δε τω κρίνοντι δικαίως» (Α’ Πέτρ. 2, 23), των αποστόλων και των αγίων. Κυρίως όμως, αν λειτουργούμε με γνώμονα την εκκλησιαστικότητα, δηλαδή την ένταξή μας στο σώμα του Χριστού, η οποία προϋποθέτει την αγάπη και την υπομονή. Την ίδια στιγμή, ο καθένας μας καλείται με την προσευχή, την νηστεία, την άσκηση, την μετάνοια να εμβαθύνει στην ανάγκη της μακροθυμίας, της ταπείνωσης, της συγχώρεσης, αφήνοντας όσο το δυνατόν έξω από την καρδιά του το πνεύμα της εξουσίας, της εμπάθειας, του φθόνου, της ανταπόδοσης έναντι των άλλων. Ο αγώνας αυτός είναι συνεχής. Ελκύει όμως την χάρη του Θεού, η οποία δεν μας αφήνει μόνους. Ταυτόχρονα είναι  αυτός που μπορεί τελικά να παραδειγματίσει και όλους εκείνους που λειτουργούν από θέση ισχύος, εμπαίζουν, διώκουν, συκοφαντούν και βλασφημούν. Κι εδώ έγκειται η ευθύνη μας ως χριστιανών. Να είμαστε αληθινοί τηρητές των λόγων και των βιωμάτων του Ευαγγελίου και της εκκλησιαστικής παράδοσης. Ακόμη κι αν τελικά αδικούμαστε.
 Κέρκυρα, 17 Αυγούστου 2014
  π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Αυγούστου, 2014

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού 
Η αγία μας Εκκλησία είναι συνυφασμένη με το μαρτύριο, διότι υπάρχει στους αιώνες και μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, να δίνει τη μαρτυρία της εν Χριστώ σωτηρίας. Να ομολογεί ότι ο κόσμος «κείται όλος εν τω πονηρώ» και να κηρύττει τον πνευματικό πόλεμο εναντίον του κόσμου και εναντίον εκείνου που κατέχει τον κόσμο, τον διάβολο. Ο απόστολος Παύλος είχε τονίσει πως η πάλη η δική μας δεν είναι προς σάρκα και αίμα, δηλαδή προς ανθρώπους, αλλά προς τον κοσμοκράτορα του αιώνος τούτου, τον αρχέκακο και μισάνθρωπο, διάβολο, ο οποίος μισεί θανάσιμα τον άνθρωπο και αποζητά την καταστροφή του. Η πιο μεγάλη καταστροφή του είναι να του στερήσει τη σωτηρία, που του προσφέρει μόνον η Εκκλησία του Χριστού, η οργανική του ένταξη σ’ αυτή.
Πρώτος μάρτυρας της αγίας μας Εκκλησίας είναι ο Ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο Οποίος, ως απεσταλμένος του Πατρός ήρθε στον κόσμο να μαρτυρήσει την αποκαλυμμένη αλήθεια περί του αληθινού Θεού. Να διαλύσει τα μαύρα σκοτάδια του ψεύδους, της ειδωλολατρίας, του σκοταδισμού, της δεισιδαιμονίας, της μοιρολατρίας, και όλων των μορφών του πνευματικού ξεπεσμού, που βίωνε η προχριστιανική ανθρωπότητα. Έτσι «η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» (Ιωάν.1,17-18). Ο Χριστός είναι ο Ίδιος «η οδός η αλήθεια και η ζωή»(Ιωάν.14,6). Μπροστά στον Πιλάτο βεβαίωσε ο Ίδιος πως «εις τούτο γεγέννημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία»(Ιωάν.18,37). Ο επί του Γολγοθά επονείδιστος σταυρικός Του θάνατος είναι το τεκμήριο της από Θεού αποκεκαλυμμένης όντως αλήθειας της Χριστιανικής διδασκαλίας και για τούτο ο Κύριός μας είναι ο πρώτος Μάρτυρας της Εκκλησίας μας.
Μετά τον Κύριο πρώτοι μάρτυρες της Εκκλησίας υπήρξαν οι άγιοι Απόστολοι, οι οποίοι στάλθηκαν από Εκείνον να είναι μάρτυρες της αλήθειάς Του «έως εσχάτου της γης» (Πραξ.1,8). Έγιναν όντως οι διαπρύσιοι μάρτυρες Του σε όλον τον κόσμο, μεταλαμπαδεύοντας το φως Του και τη μαρτυρία της μοναδικής εν Χριστώ σωτηρίας. Η μαρτυρία των αγίων Αποστόλων και όλων των κατοπινών μαρτύρων της αλήθειας του Θεού είχε τρομακτικές συνέπειες για τους ίδιους. Ο Χριστός τους είχε προειδοποιήσει ότι «ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων… αχθήσεσθε ένεκεν εμού εις μαρτύριον αυτοίς και τοις έθνεσιν» (Ματθ.10,16). Ατέλειωτοι ποταμοί αιμάτων ρέουν από της συστάσεως της Εκκλησίας μας ως τα σήμερα στα θεμέλιά Της. Νέφος μαρτύρων χαρακτηρίζει η Εκκλησία μας τα πλήθη των μαρτύρων Της, οι οποίοι έγιναν, κατά τον απόστολο Παύλο, δια του μαρτυρίου, «σύμφυτοι τω ομοιώματι του θανάτου» του Χριστού (Ρωμ.6,5). Εκατομμύρια Χριστιανοί στα δύο χιλιάδες χρόνια της Εκκλησίας μας, έδωσαν τη μαρτυρία τους για το Χριστό και την επισφράγισαν με το αίμα τους.   Οι μάρτυρες και το μαρτύριο δεν έλειψε ποτέ από την Εκκλησία μας, διότι ο αντίδικος διάβολος συνεχίζει να Την πολεμά με τα επί γης όργανά του και θα την πολεμά ως την εσχατιά της ιστορίας.
Στην αρχή προσπάθησε να καταστρέψει την Εκκλησία, εγείροντας μεγάλους διωγμούς. Αρχικά οι Ιουδαίοι και στη συνέχεια οι ειδωλολάτρες έγιναν τα πειθήνια όργανα του διαβόλου να καταστρέψουν την Εκκλησία και να ματαιώσουν το σωστικό της έργο στον κόσμο. Για τριακόσια σχεδόν χρόνια η Εκκλησία μας διώκονταν με λύσσα από το διεφθαρμένο ρωμαϊκό κράτος και τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά ιερατεία. Ποταμοί αιμάτων πότισαν το δένδρο της Εκκλησίας. Μυριάδες Χριστιανοί συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν στα πιο φρικτά βασανιστήρια για να αρνηθούν την πίστη τους το Χριστό και να θυσιάσουν στα είδωλα και τους γελοίους και ανήθικους «θεούς» τους. Ένα από τα φρικτότερα βασανιστήρια και τρόποι θανατώσεως των Χριστιανών ήταν η δημόσια ρίψη τους σε άγρια αιμοβόρα πεινασμένα θηρία στα αμφιθέατρα και τις αρένες για παραδειγματισμό. Το περίφημο Κολοσσαίο της Ρώμης στέκεται ακόμα όρθιο για να μαρτυρεί τα αμέτρητα πλήθη των ηρωικών ομολογητών της πίστης μας Χριστιανών, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους, κάτω από τις επευφημίες και τις βλασφημίες του οργισμένου ειδωλολατρικού όχλου! Με τους μετριότερους υπολογισμούς, τουλάχιστον ένδεκα εκατομμύρια χριστιανοί έχυσαν το αίμα τους για το Χριστό στους διωγμούς αυτούς.
Οι μάρτυρες της πίστεως είναι για τη συνείδηση της Εκκλησίας μας το άνθος των ηρώων Της. Έχουν, σύμφωνα με τον ιερό συγγραφέα του βιβλίου της Αποκαλύψεως απόστολο Ιωάννη, την πιο τιμητική θέση στον ουρανό, βρίσκονται κάτω από το μεγαλειώδη θρόνο του Θεού! Η Εκκλησία μας προτάσσει του μάρτυρες όταν αναφέρεται στους αγίους, διότι γνωρίζει ότι η μαρτυρία τους και η επισφράγισή της με το αίμα τους, αποτελεί το θεμέλιό της. Λένε οι ιστορικοί και οι πηγές των ηρωικών εκείνων χρόνων πως η θανάτωση ενός μάρτυρα μετέστρεφε στο χριστιανισμό πλήθους ειδωλολατρών, οι οποίοι πολλές φορές μεταστρέφονταν την ώρα του μαρτυρίου των μαρτύρων και τους ακολουθούσαν στο μαρτύριό τους! Μάλιστα υπήρξε για την αρχαία Εκκλησία σοβαρό πρόβλημα, το πρόβλημα πολλών Χριστιανών, οι οποίοι παρουσιάζονταν στις αρχές αυτοβούλως, χωρίς να έχουν καταγγελθεί ότι είναι Χριστιανοί, για να ομολογήσουν το Χριστό και να αξιωθούν να χύσουν το αίμα τους για Εκείνον!      
Είναι ανάγκη να αποκτήσουμε και εμείς σήμερα πνεύμα ηρωισμού και ομολογίας, διότι και η εποχή μας έχει ανάγκη της χριστιανικής μαρτυρίας. Ακούμε ότι σε χώρες της Μέσης Ανατολής να υπάρχουν και σήμερα μάρτυρες και ολοκαυτώματα μαρτύρων της χριστιανικής πίστεως. Εμείς οφείλουμε να προσευχόμαστε για τους δοκιμαζομένους νέους μάρτυρες της πίστεώς μας να τους ενδυναμώνει ο Θεός και να φυλάει την πατρίδα μας να μη φτάσει η φρίκη των συγχρόνων διωγμών, που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη πολύ κοντά μας.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Αειπάρθενος Μητέρα του Θεού (π. Γ. Φλορόφσκι)

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου, 2014

Παραθέτουμε απόσπασμα από άρθρο του π. Γ. Φλορόφσκι, σχετικά με το πρόσωπο της Θεοτόκου.
«Ολόκληρη η δογματική διδασκαλία για την Δέσποινά μας μπορεί να συμπυκνωθεί μέσα σ’ αυτά τα δύο ονόματά της: Μήτηρ Θεού και Αειπάρθενος. Και τα δύο φέρουν τη σφραγίδα της αυθεντίας της οικουμενικής Εκκλησίας, μιας αυθεντίας πραγματικά οικουμενικής. Η Κ. Δ μαρτυρεί σαφώς την εκ Παρθένου γέννηση, που έκτοτε έγινε αναπόσπαστο στοιχείο της καθολικής παραδόσεως.
«Σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» είναι μια φράσις του συμβόλου της Πίστεως. Δεν είναι απλώς μια έκθεσις ενός ιστορικού γεγονότος. Είναι ακριβώς μία έκθεσις πίστεως, μια επίσημη ομολογία πίστεως. Ο όρος «αειπάρθενος» τυπικώς υποστηρίχτηκε από την Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδο (553). Και «Θεοτόκος» είναι κάτι παραπάνω από ένα όνομα ή έναν τιμητικό τίτλο. Είναι μάλλον ένας δογματικός ορισμός σε μια μονάχα λέξη. Είχε γίνει λυδία λίθος της αληθινής πίστεως και το διακριτικό σημάδι της Ορθοδοξίας ακόμη και πριν από τη σύνοδο της Εφέσου (432). Ήδη ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός προειδοποιεί τον Κληδόνιο: «Εάν ένας  δεν αναγνωρίζει την Μαρία σαν Θεοτόκο είναι αποξενωμένος από το Θεό» (Επιστολή 101). Είναι γεγονός ότι το όνομα εχρησιμοποιείτο πλατειά από τους Πατέρες του τετάρτου αιώνος ή πιθανόν και του τρίτου ακόμη (πχ απ’ τον Ωριγένη, αν πιστέψουμε το Σωκράτη, Εκκλ. Ιστορία, VII, 32, και τα κείμενα που σώθηκαν σε σειρές – catenae πχ, Εις Λουκάν, ομ. 6 και 7, Εκδ. Rauer, 44.10 και 50.9).
Βρισκόταν ήδη μέσα στην Παράδοση, όταν το πολεμούσαν και το αποκήρυτταν ο Νεστόριος κι οι οπαδοί του. Η λέξις δεν απαντά στην Γραφή, όπως ακριβώς και ο όρος «ομοούσιος» δεν απαντά. Αλλά, βεβαίως, ούτε στη Νίκαια ούτε στην Έφεσο καινοτομούσε και επέβαλλε η Εκκλησία ένα νέο άρθρο πίστεως. Εδιάλεξαν κι’ εχρησιμοποίησαν μια μη βιβλική λέξη, ακριβώς για να εκφράσουν και να προστατεύσουν μια εκ παραδόσεως πίστη και μια κοινή πεποίθηση αιώνων. Είναι, βέβαια, αλήθεια ότι η Τρίτη Οικουμενική Σύνοδος ενδιαφέρθηκε πρωταρχικά για το Χριστολογικό δόγμα και δεν αποκρυστάλλωσε καμία ειδική Μαριολογική διδασκαλία. Αλλ’ ακριβώς γι’ αυτό το λόγο έπρεπε να εκλεγεί και να τεθεί απ’ εδώ κι εμπρός σαν απόλυτο κριτήριο χριστολογικής Ορθοδοξίας ένας Μαριολογικός όρος, που να χρησιμεύει για δογματικό σύνθημα στην Χριστολογική συζήτηση.
Ήταν, πράγματι μια λέξις- κλειδί για όλη τη Χριστολογία. «Αυτό το όνομα», λέει ο αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «περιέχει όλο το μυστήριο της ενσαρκώσεως» («Έκδοσις Ορθοδόξου Πίστεως», III, 12).
Το κίνητρο και ο σκοπός μιας τέτοιας εκλογής είναι φανερά. Ποτέ δεν μπορεί το χριστολογικό δόγμα να εκτεθεί επαρκώς με ακρίβεια, αν δεν συμπεριλάβει μια οπωσδήποτε οριστική διδασκαλία για την μητέρα του Χριστού. Στην πραγματικότητα όλες οι Μαριολογικές αμφιβολίες και τα λάθη του καιρού μας οφείλονται σε τελευταία ανάλυση σε μια πλήρη ακριβώς χριστολογική σύγχυση. Αποκαλύπτουν μια δυσοίωνη «σύγκρουση μέσα στην ίδια την Χριστολογία». Δεν υπάρχει χώρος για την Μητέρα του Θεού σε μια ελλιπή χριστολογία.Οι Διαμαρτυρόμενοι θεολόγοι  απλώς δεν έχουν να πουν τίποτε για εκείνη. Όμως το να αγνοείς τη Μητέρα σημαίνει ότι παρερμηνεύεις τον Υιό. Από το άλλο μέρος, το πρόσωπο της ευλογημένης Παρθένου μπορούμε να κατανοήσουμε όπως πρέπει και να το περιγράψουμε σωστά, μόνο αν το τοποθετήσουμε σε χριστολογική συνάφεια. Η Μαριολογία πρέπει να είναι, χωρίς άλλο, κεφάλαιο μέσα σε μια διαπραγμάτευση της ενσαρκώσεως, και ποτέ να μην εκτείνεται σαν ανεξάρτητη «πραγματεία». Δεν πρέπει, βεβαιως, να είναι ένα προαιρετικό ή τυχαίο κεφάλαιο, ούτε ένα παράρτημα. Ανήκει στο ίδιο το σώμα του δόγματος. Το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως περιλαμβάνει και την Μητέρα του Ενανθρωπήσαντος».
 (Απόσπασμα από το βιβλίο, «Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας», σελ. 125-126). 

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου, 2014

Η Κοίμησις της Υπεραγίου Θεοτόκου συνιστά τη μεγαλύτερη από όλες τις Θεομητορικές εορτές της Εκκλησίας μας. Καί τούτο γιατί επιστεγάζει την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της. Όπως συμβαίνει με τον Ιησού Χριστό που η εκ νεκρών Ανάστασή Του νοηματοδοτεί τη Γέννησή Του και τα άλλα γεγονότα της ζωής Του, οπότε καταλαβαίνουμε και το γιατί η Ανάσταση θεωρείται και η μεγαλύτερη εορτή της χριστιανοσύνης, όπως συμβαίνει και γενικά με το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου που ρίχνει φως σε ό,τι προηγήθηκε από τη ζωή του, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ, με την Κοίμηση της Παναγίας: το τέλος της φανέρωσε ότι επρόκειτο πράγματι περί της ῾Κεχαριτωμένης᾽ και της ῾ευλογημένης εν πάσαις ταις γυναιξί᾽.
Διότι το τέλος της δεν απετέλεσε το  τέλος ενός κοινού ανθρώπου. Ναι μεν φεύγει από τη ζωή αυτή, αλλά με θαυμαστό τρόπο παρευρίσκονται όλοι οι Απόστολοι, ῾μετάρσιοι γενόμενοι᾽, ῾συναθροισθέντες εν Γεθσημανή τω χωρίω᾽, αλλά πολύ περισσότερο: παρευρίσκονται όλοι οι άγιοι άγγελοι, και πάνω από όλα: ο ίδιος ο Υιός και Θεός της, ο Οποίος και παραλαμβάνει τη με μορφή παιδούλας παναγία ψυχή της. Έτσι στο γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται με έντονο τρόπο ό,τι συμβαίνει πάντοτε στην Εκκλησία μας στις διάφορες εορτές της: ῾επίγειον το φαινόμενον, ουράνιον το νοούμενον᾽. Στην Εκκλησία μας με άλλα λόγια τα πάντα προσεγγίζονται μ᾽ ένα διπλό τρόπο: με τις υλικές αισθήσεις, αλλά και με τις πνευματικές αισθήσεις. Στην Εκκλησία ζούμε όλη την πραγματικότητα του κόσμου: την επιφάνεια, αλλά και το βάθος του.  Ας δούμε πιο συγκεκριμένα ορισμένα από τα παραπάνω σημεία.
1. Η Εκκλησία μας επιμένει καταρχάς στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Η Παναγία υπακούει και αυτή στους νόμους της φύσεως: πεθαίνει, όπως όλοι οι άνθρωποι, και κηδεύεται από τους Αποστόλους και όλους τους οικείους της.  Και δεν ήταν δυνατόν να μη συμβεί τούτο, όταν ο ίδιος ο Κύριος, ο Υιός και Θεός της, πέρασε από τη διαδικασία του φυσικού θανάτου. Κατά τον υμνογράφο ῾μιμουμένη τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις᾽. Απλώς εκείνη δέχεται από άγγελο την πληροφορία περί της εξόδου της από τον κόσμο και ετοιμάζει με θαυμαστό πράγματι τρόπο, πνευματικά και υλικά, τα της κηδείας της, ενώ προτρέπει με στοργή τους πενθούντες αποστόλους, που είχαν συναθροιστεί εκ περάτων της γης: ῾το εμόν σώμα, καθώς εγώ σχηματίσω τη κλίνη, κηδεύσατε᾽.
2. Η φυσική αυτή τάξη όμως συνιστά την επιφάνεια. Η Κοίμηση της Θεοτόκου  αποκαλύπτει και το βάθος: Καταρχάς, οι απόστολοι γνωρίζουν το γεγονός και συναθροίζονται στη Γεθσημανή υπέρ φύσιν: ο Κύριος επί νεφελών τους φέρνει εκεί που είναι η Παναγία Μητέρα Του, για να πενθήσουν, κυρίως όμως να δοξολογήσουν το γεγονός της κοιμήσεως και της μεταστάσεώς της. Κατά την παρατήρηση μάλιστα που τους κάνει η ίδια η Θεοτόκος, όταν τους βλέπει να θρηνούν για τον επικείμενο θάνατό της: ῾Μη φίλοι μαθηταί, του εμού Υιού και Θεού, μή πένθος εργάσησθε την εμήν χαράν᾽. Μη κάνετε πένθος τη χαρά μου. Και είναι ευνόητο: η Παναγία μας μετατίθεται πλήρως στην αγκαλιά του Χριστού, ο Οποίος της προανήγγειλε διά του αγγέλου: ῾μη ταραχτείς για τον θάνατό σου, αλλά μετ᾽ ευφροσύνης δέξαι τον λόγον. Γιατί έρχεσαι προς την αθάνατη ζωή᾽. Έπειτα, παρευρίσκονται στην κοίμησή της όλοι οι άγιοι άγγελοι, οι οποίοι με πολύ σεβασμό και σεμνότητα ῾ανοίγουν τις πύλες του παραδείσου᾽ για να περάσει η πλατυτέρα των ουρανών, προπέμποντάς την με υπέροχους ύμνους και δοξολογίες. ῾Αξίως ως έμψυχον, σε ουρανόν υπεδέξαντο, ουράνια Πάναγνε, θεία σκηνώματα᾽. ῾Επήρθησαν πύλαι ουράνιαι, και Άγγελοι ανύμνησαν…Χερουβίμ υπείξε σοι, εν αγαλλιάσει, Σεραφίμ δε δοξάζει σε χαίροντα᾽Και πάνω από όλα: έρχεται ο ίδιος ο Κύριος και Θεός, προκειμένου να παραλάβει την στα χέρια Του παραθεμένη  ψυχή της Παναγίας Μητέρας Του. ῾Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα᾽. 
3. Έτσι στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πέραν των άλλων συγκλονιστικών, φωτίζεται το μυστηριώδες όριο της ζωής και του θανάτου. Αυτό το μεταίχμιο, που πάντοτε κέντριζε και κεντρίζει τις ανθρώπινες συνειδήσεις και πολλοί πολλά μαρτυρούν, βγαλμένα τις περισσότερες φορές όμως από το χωρίς φωτισμό Θεού μυαλό τους. Εδώ έχουμε τη συγκεκριμένη αποκάλυψη: όταν πρόκειται περί αγίου ανθρώπου, άγγελοι κι ακόμη κι ο ίδιος ο Κύριος, έρχονται να παραλάβουν την ψυχή του ανθρώπου. Κι έχουμε στην ιστορία της Εκκλησίας μας, εκτός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εννοείται,  πολλές τέτοιες καταγραφές που φανερώνουν το τι διαδραματίζεται στην ῾κρίσιμη᾽  αυτή και απρόσιτη στις σωματικές αισθήσεις ώρα. Σαν το τέλος, μεταξύ άλλων, του οσίου Παμβώ, που λέει το Γεροντικό, στο οποίο παραβρέθηκαν άγγελοι, αλλά και η Παναγία, όπως εν τέλει και ο ίδιος ο Κύριος, με την παρουσία του Οποίου άρρητη ευωδία χύθηκε παντού. Κι από την άλλη βεβαίως έχουν καταγραφεί περιπτώσεις αθέων και αρνητών και χλευαστών της πίστεως, που το τέλος τους ήταν τόσο τραγικό και ῾βρωμερό᾽ στην όσφρηση, που οι μετέχοντες ομολόγησαν ότι ποτέ δεν θα ήθελαν να ξαναβρεθούν σε παρόμοιο γεγονός, που φανέρωνε τη δαιμονική παρουσία. 
4. Το όλο αυτό ῾σκηνικό᾽ του ενδόξου τέλους της Παναγίας μας, η συμπλοκή της επιφάνειας και του βάθους, η ύπαρξη του φυσικού και του υπερφυσικού, οδηγεί τον υμνογράφο της εορτής που λειτουργεί ως η συνείδηση της Εκκλησίας, να μιλά για την Κοίμηση ως γεγονός μυστηρίου, το οποίο με φωτισμένη από τον Θεό πίστη προσπαθεί να το κατανοήσει, έστω και εκ μέρους, και να το δει στις αληθινές του διαστάσεις. ῾Ω, του παραδόξου θαύματος᾽ κραυγάζει. ῾Βαβαί των σων μυστηρίων αγνή!᾽ Και δικαιολογημένα: ῾η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται᾽. Ό,τι μυστήριο περικλείει τον θάνατο του Χριστού και την ταφή Του, το ίδιο μυστήριο, κατά τον υμνογράφο που κινείται δοξολογικά σε επίπεδο υπερβολής, περικλείει και την κοίμηση της Παναγίας Μητέρας Του, κάτι που δικαιολογεί και το γιατί οι Χριστιανοί κατ᾽ αντανάκλαση του θανάτου του Κυρίου, ψέλνουν τα εγκώμια και κάνουν περιφορά επιταφίου και στην Θεοτόκο.
Και βεβαίως έτσι συνυπάρχει και η ανάσταση που ακολουθεί. Θέλουμε να πούμε ότι όπως μετά την ταφή του Κυρίου έρχεται η ανάσταση, με την οποία νικήθηκε ο Άδης και ῾ζωής ηξιώθημεν᾽, έτσι και μετά την κοίμηση της Θεοτόκου έρχεται και η δική της ανάσταση. Διότι, κατά την παράδοσή μας, η Παναγία ναι μεν πέθανε και ετάφη, την τρίτη όμως ημέρα, όταν ανοίχτηκε ο τάφος της προς χάρη ενός από τους μαθητές του Κυρίου, που δεν παραβρέθηκε στην κοίμησή της, διαπιστώθηκε η εν σώματι μετάστασή της, συνεπώς η Παναγία βίωσε από τότε αυτό που θα βιώσουμε όλοι μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, την ανάσταση των σωμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι στους Χαιρετισμούς της αδιάκοπα διαλαλείται ότι ῾αναστάσεως τύπον εκλάμπει᾽, όπως εξίσου δεν είναι τυχαίο ότι ο πιστός λαός μας με το αισθητήριο που διαθέτει, χαρακτηρίζει την Κοίμησή της ως το ῾Πάσχα του καλοκαιριού᾽. 
Ο υμνογράφος βεβαίως δεν βλέπει το μυστήριο της Κοιμήσεως μεμονωμένα. Θεωρεί ότι η Παναγία μας με όλη τη ζωή της ζει το μυστήριο της παρουσίας του Θεού κατά μοναδικό τρόπο, οπότε και η Κοίμησή της προεκτείνει φυσιολογικά το όλο μυστήριο. ῾Έπρεπε τοις αυτόπταις του Λόγου και υπηρέταις, και της κατά σάρκα Μητρός αυτού, την Κοίμησιν εποπτεύσαι, τελευταίον ούσαν επ᾽ αυτή μυστήριον᾽. Δηλαδή: Έπρεπε οι μαθητές του Χριστού να εποπτεύσουν και την Κοίμηση της κατά σάρκα Μητέρας Του, η οποία αποτελεί το τελευταίο σ᾽ αυτήν μυστήριο. Διότι ασφαλώς και η δική της η Γέννηση ως καρπός έντονης και πολυχρόνιας προσευχής είναι μυστήριο, αλλά πολλαπλασίως περισσότερο ο Ευαγγελισμός της και η Γέννηση δι᾽ αυτής του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου. 
Παρ᾽ όλα αυτά! Υπάρχει και συνέχεια του μυστηρίου για την Παναγία. Δεν τελειώνουν δηλαδή γι᾽ αυτήν τα πράγματα με την Κοίμησή της. Το αντίθετο: θα έλεγε κανείς ότι ιδίως τότε, και μέχρι της συντέλειας των αιώνων, το μυστήριο της παρουσίας της θα συνεχίζεται, γεγονός που συνιστά την παρηγοριά και την ελπίδα μας. Κι εννούμε βεβαίως αυτό που όλοι ζούμε και ψάλλει η Εκκλησία μας με το απολυτίκιο ιδίως της εορτής: ῾Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε᾽. Η έξοδός της από τον κόσμο δεν συνιστά μία φυγή, μία λησμονιά από πλευράς της για εμάς. Η Παναγία φεύγει και ταυτοχρόνως παραμένει πιο κοντά μας. Διότι ζώντας καθ᾽ ολοκληρίαν πια μέσα στον Κύριο και Θεό της μετέχει κατά κάποιον τρόπο της πανταχού παρουσίας Εκείνου. Εκείνος της ανοίγει τα μάτια για να μας βλέπει, να μας ακούει, να συμπάσχει και να συγχαίρει μαζί μας, και κυρίως να έχει τη δύναμη να μας βοηθά. Κι αυτό είναι πια εμπειρία όλης της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι μπορεί να γίνει και γίνεται εμπειρία και του καθενός μας, όπως συνέβη και με τον Άγιο Σιλουανό του Άθω, ο οποίος γράφει στα κείμενα που μας διέσωσε ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, ότι μετανόησε για τις αποκλίσεις της ζωής του, όταν η ίδια η Παναγία του είπε με πόνο ότι θλίβεται για την αμαρτωλή ζωή του. Ποιος άραγε λόγος αιτιολογεί την αγάπη του πιστού λαού προς Εκείνην, παρά η αίσθηση της εγγύτητάς της στη ζωή μας; Και η Παναγία το είχε διαβεβαιώσει, λίγο πριν τον θάνατό της, σκορπώντας την παρηγοριά ήδη από τότε στους πιστούς, με πρώτους τους αποστόλους: ῾Μη θρηνείτε, γιατί με τη μετάστασή μου σας διαβεβαιώνω ότι όχι μόνον εσάς, αλλά και όλον τον κόσμο θα περισκέπω και θα εφορώ᾽. Αν κάτι παρόμοιο έλεγε και ο Γέροντας Πορφύριος στην εποχή μας, ότι δηλαδή μετά τον θάνατό του θα βρίσκεται πιο κοντά στους ανθρώπους, πόσο περισσότερο, ας φανταστούμε, ισχύει τούτο για την Παναγία; 
5. Μέσα στο θάμβος της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, μπροστά σε όλα τα θαυμαστά που εξαγγέλλει η χαρά της από τη μετάστασή της στους ουρανούς, προβάλλει επιτακτικά το ερώτημα: τι ήταν αυτό που έκανε την Παναγία να φτάσει σ᾽ αυτό το ύψος; Και τι πρέπει να κάνουμε κι εμείς αντιστοίχως,  ώστε έστω και ελάχιστα, μια που η προοπτική μας είναι να γίνουμε κι εμείς ῾Παναγίες᾽, να σαρκώνουμε δηλαδή στη ζωή μας τον Χριστό, να γευόμαστε λίγο από τη χάρη της, χάρη στην πραγματικότητα του Κυρίου μας; Η απάντηση είναι γνωστή κι αυτήν διαλαλεί διαρκώς η Εκκλησία μας: Αν η Παναγία έγινε ό,τι έγινε, τούτο οφείλεται στην ετοιμότητά της να υπακούει στο θέλημα του Θεού. Το ῾ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου᾽ είναι το ῾μυστικό᾽  της εξυψώσεώς της στα υπερουράνια. Αυτό το ῾μυστικό᾽, ας γίνεται καθημερινά φανερό και στις δικές μας καρδιές. 
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΥΠΑΚΟΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου, 2014

Τιμούμε για μία ακόμη φορά την εορτή της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, νιώθοντας το ξεχωριστό να είναι Πάσχα μέσα στο καλοκαίρι. Γιατί η Παναγία μάς δείχνει ότι είναι εφικτός ο δρόμος της θέωσης, της σωτηρίας, ακόμη κι αν περνά μέσα από τον θάνατο, την λύπη του απαρφανισμού, την έξοδο από την ζωή, την οποία για μία και μόνο φορά ζούμε οι άνθρωποι και δεν θέλουμε να στερηθούμε. Πιστεύουμε όχι απλώς στην κοίμηση της Παναγίας ως ιστορικό γεγονός, αλλά και στην μετάστασή της στους ουρανούς, στην άνοδο δηλαδή του νεκρού σώματός της και στην επανένωση εν ουρανώ με το πνεύμα της, την ψυχή της, και την αρχή της αιωνίου βιοτής, όχι μόνο για την ψυχή της, αλλά και για τη σύνολη ύπαρξή της. Η Παναγία δηλαδή προγεύεται τον τρόπο της ανάστασης των νεκρών, βιώνει την πληρότητα της κοινωνίας με τον Υιό και Θεό της, γινώσκει δι’  Αυτού τον Πατέρα και εν Αγίω Πνεύματι ζει την μεταμόρφωση της ύπαρξής της. Βεβαίως όλα αυτά όχι αυτόφωτα. Δεν μετέστη αφ’  εαυτού της. Ήταν και είναι η Παν- αγία, αλλά δεν είναι θεός. Μέσα από την κοινωνία με τον Υιό και Θεό της καθίσταται η μεσίτρια, ο γλυκασμός των αγγέλων, η βοηθός, η ύπαρξη εκείνη που γίνεται χαρά για τους θλιβομένους, η προστάτης των χριστιανών, αυτή που παρακαλεί να μην ελεγχθούν οι πράξεις μας και χωριστούμε από την Βασιλεία του Θεού. Και όλα αυτά διότι στη ζωή της εν τω κόσμω βίωσε την απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού.
Θαυμάζουμε αυτή την υπακοή στο ότι δέχθηκε να γίνει η μητέρα του Θεού ερχόμενη σε ρήξη με όλο τον τρόπο ζωής της εποχής της, αφήνοντας το Άγιο Πνεύμα να εκτείνει τις δυνατότητες της φύσης της στο έσχατο σημείο να χωρέσει τον Αχώρητο, αλλά και ακολουθώντας τον Υιό της μέχρι το τέλος της επιγείου ζωής Του, την Ανάσταση και την Ανάληψή Του όχι μόνο ως μητέρα, δηλαδή ως η ύπαρξη που νιώθει το παιδί της σπλάχνο της, κτήμα της, σάρκα εκ της σαρκός της, αλλά έχοντας ζήσει την μακαριότητα να ακούει τον λόγο του Θεού και να τον φυλάσσει. Και αυτή η υπακοή στο θέλημα του Θεού, ως δείγμα σπάνιας και μοναδικής εμπιστοσύνης, αυτοπαράδοσης στην σχέση με τον Ένα «ού έστι χρεία» προβάλλεται από την Εκκλησία μας ως εκείνο το στοιχείο που αξίζει περισσότερο από όλα να μιμηθούμε και μάλιστα σε μία εποχή κατεξοχήν αποστασίας από το θέλημα του Θεού και άρνησης των ανθρώπων έστωνα ακούσουμε τι λέει ο Θεός.
Όμως μέσα από ποιες πνευματικές και  ψυχικές διεργασίες μπόρεσε η Υπεραγία Θεοτόκος να φθάσει στην απόλυτη υπακοή, για την οποία, εκτός των άλλων την τιμούμε; Πόσο εύκολος ήταν ένας τέτοιος δρόμος και γιατί άραγε να είναι αξιομίμητος, όταν δεν φαίνεται να δίνει νόημα στη ζωή μας εν τω κόσμω, ίσα- ίσα που την δυσκολεύει αφάνταστα;  Μία ζωή έχουμε να ζήσουμε. Γιατί να τη σπαταλήσουμε αρνούμενοι τις χαρές της, εφόσον ο Θεός δεν μας υπόσχεται παρά κόπο, σταυρό και την ίδια στιγμή αγιότητα στην αιωνιότητα, αφού όμως καλούμαστε να στερηθούμε ό,τι είναι το πιο ακριβό μας προνόμιο:  η δυνατότητα της ελευθερίας μας να ζήσουμε όπως εμείς θέλουμε;
Κανείς από εμάς δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει από ποια κάμινο πέρασε η Υπεραγία Θεοτόκος, ιδιαίτερα εκείνη τη στιγμή που κλήθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ να δώσει απάντηση στο θέλημα του Θεού να σαρκωθεί εντός της ο Υιός Του. Μπορούμε όμως να προσπαθήσουμε να έρθουμε στη θέση της για λίγο και να σκεφτούμε πώς βοηθήθηκε να φτάσει σ’  αυτή την σωτήρια, όχι μόνο για την ίδια, αλλά για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, υπακοή. Είναι αυτονόητο ότι δεν ήταν μόνη της σ’  αυτή την οδό, αλλά η χάρις του Θεού την αγκάλιασε και την συνέδραμε. Όμως και η ίδια έδωσε την υπακοή της ως απάντηση στην κλήση του Θεού γιατί μέσα της ήταν έτοιμη.
Η Παναγία υπάκουσε στο θέλημα του Θεού γιατί ήταν μεγαλωμένη μέσα σ’  αυτό. Δεν ήταν μόνο καρπός πίστης γονέων που ονειδίζονταν για την ατεκνία τους. Μεγάλωσε στο ναό του Θεού ζώντας την συνεχή κοινωνία με το Θεό. Δεν ήταν απρόσιτος σ’  αυτήν ο Θεός. Δεν ήταν η συνήθεια της πίστης των προγόνων της ούτε ένα οικογενειακό απλώς βίωμα που κράτησε  για στιγμές, όπως κρατάνε οι μνήμες από θαύματα τα οποία συντελούνται στη δική μας ζωή. Η Παναγία ζούσε διαρκώς το θαύμα της κοινωνίας με το Θεό στο ναό. Ένα θαύμα που την έπειθε ότι ο Θεός είναι για όλους, αλλά και προσωπικός για τον καθέναν. Αρκεί να Τον αφήσουμε να εισέλθει στην καρδιά μας και να ζητήσουμε να μείνει εκεί. Να τροφοδοτούμε την κοινωνία μαζί Του αποδεχόμενοι το θέλημά Του και ζώντας Τον ως την τροφή της ύπαρξής μας. Είπε ΝΑΙ γιατί γι’  αυτήν ο Θεός ήταν ΑΓΑΠΗ, η μία και μοναδική και μόνο ως Αγάπη Τον γνώριζε.
Η Παναγία υπάκουσε στο θέλημα του Θεού γιατί συνειδητοποίησε ότι στο πρόσωπό της αποτυπωνόταν η ευκαιρία όλου του ανθρώπινου γένους για σωτηρία από το θάνατο, ανάσταση και αιωνιότητα. Την στιγμή της κλήσης κατενόησε ότι δεν ήταν εκείνη ως μονάδα που έπρεπε να απαντήσει, αλλά εκπροσωπούσε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος ενώπιον του Θεού. Και η ανθρωπότητα δεν ζητούσε υγεία, επιβίωση, υλικά αγαθά, καταξίωση, επιβολή, ούτε καν να μείνει στην ιστορία για τις πράξεις της, αλλά ζητούσε αποδεχόμενη την αγάπη του Θεού να νικήσει το θάνατο. Να συντρίψει τον έσχατο και την ίδια στιγμή φαινομενικά ακατανίκητο εχθρό της φύσης μας που είναι ο χρόνος. Η αδυναμία μας να δώσουμε στη ζωή διάρκεια, όπως επίσης και το κλείσιμο της ευτυχίας σε στιγμές που έχουν αρχή και τέλος. Και η παναγία κάνει το μοναδικό βήμα να πει ΝΑΙ στην κλήση της αιωνιότητας όχι μόνο για την ίδια, αλλά για όλους τους ανθρώπους. Δεν έμεινε στο ΕΓΩ, αλλά κατάλαβε ότι στο πρόσωπό της η δεύτερη ΕΥΑ είχε μία νέα μοναδική ευκαιρία: να δώσει, αξιοποιώντας και την ίδια στιγμή νικώντας τους όρους της φύσης της, ζωή και όχι θάνατο. Αιωνιότητα και όχι απλώς χρόνο. Διάρκεια και όχι μόνο παράταση. Ατελεύτητη εμπειρία   και όχι μόνο μνήμη.
Η Παναγία υπάκουσε στο θέλημα του Θεού γιατί μπόρεσε στις λίγες στιγμές που κράτησε ο διάλογος με τον Αρχάγγελο  να δει ποιο είναι το αληθινό νόημα της ελευθερίας που της είχε δοθεί από το Θεό.Δεν είναι μόνο η δυνατότητα να κυβερνηθούμε από τον νου και τον λογισμό μας, από το θέλημά μας, από την επιθυμία μας να ζήσουμε την παρούσα ζωή με τους όρους της, αλλά και η δυνατότητα, παραιτούμενοι από την ελευθερία μας χάριν της κοινωνίας με το Θεό να ανοιχτούμε στην αιωνιότητα. Να πούμε ΟΧΙ στις μικροθελήματα, στις μικροχαρές του κόσμου αυτού, όταν έρχονται σε αντίθεση με το θέλημα του Θεού, όταν δηλαδή αποσκοπούν στο να μας προσφέρουν εγωτική αυτάρκεια, ικανοποίηση της φιλήδονης επιθυμίας μας για χρήση του εαυτού μας, των άλλων, του κόσμου, της ζωής μόνο και μόνο για να δείξουμε ότι είμαστε από μόνοι μας θεοί, και την ίδια στιγμή να πούμε ΝΑΙ στην θυσία, την προσφορά, την αφιέρωση, την ολοκληρωτική αγάπη προς τον πλησίον, ακόμη κι αν αυτό το ΝΑΙ συνεπάγεται την συντριβή του δικού μας θελήματος. Η Παναγία παραιτήθηκε από την ελευθερία της υπακούοντας και έλαβε την ελευθερία να αγαπά τους πάντες και για πάντα. Άξιον εστί το τίμημα.
Έτσι η κοίμησή της αποτελεί επισφράγιση και άνοιγμα ταυτόχρονα της ύπαρξής της στην αιωνιότητα και πρότυπο για τον καθέναν μας. Επισφράγιση γιατί κοντά της βρέθηκε όλη η τότε Εκκλησία, Απόστολοι εκ περάτων και όλοι όσοι την αγάπησαν. Την τίμησαν οι πάντες δείχνοντας όχι απλώς έναν σεβασμό στο πρόσωπό της ως την Μητέρα του Θεού αλλά ως τον οδοδείκτη για την δική τους πορεία και ως την αποτύπωση και της δικής τους έκφρασης να είναι γι’  αυτούς ο Θεός Αγάπη, να ανοιχτούν σε όλη την ανθρωπότητα, νικώντας το χρόνο, να παραιτηθούν από την ελευθερία του τώρα για να λάβουν την ελευθερία του να είναι παιδιά του Θεού. Την ίδια στιγμή η ένδοξος κοίμησή της γίνεται άνοιγμα στην αιωνιότητα γιατί αξιώθηκε να λάβει ως δωρεά τον τρόπο που όλοι θα λάβουμε μετά την Δευτέρα Παρουσία. Και την ίδια στιγμή δεν ξεχνά τον κόσμο της και όλους εμάς, μεσιτεύοντας, γιατί η αγάπη ούτε στο θάνατο εκπίπτει. Πόσο μάλλον στην γεύση της αιωνιότητας.
Η Παναγία είπε το ΝΑΙ στην κλήση του Θεού και η υπακοή της κράτησε για πάντα. Αληθινά «μακαριούσι αυτήν πάσαι αι γενεαί». Και η Εκκλησία μας ορίζει στην εορτή της να διαβάζεται ένα απόσπασμα από τηνπρος Φιλιππησίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου που μας δείχνει ότι ο Υιός και Θεός της έγινε άνθρωπος δι’  αυτής. «Εκένωσεν εαυτόν μορφήν δούλου λαβών… και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού»  (Φιλιπ. 2, 7-8). Η σωτήριος υπακοή της Παναγίας  συναντά την υπακοή του Υιού της στο θέλημα του Πατρός. Έτσι έχουμε απαντήσεις σωτήριες και για εμάς. Υπακούοντας στο θέλημα του Θεού λαμβάνουμε αυτό για το οποίο πλασθήκαμε, αυτό για το οποίο αξίζει να ζούμε:  την κοινωνία μαζί Του, η οποία ακόμη κι αν περνά από τον θάνατο, γίνεται διάρκεια. Μπροστά σ’  αυτή τη δωρεά, ακόμη και οι πιο σπουδαίες χαρές της ζωής φαίνονται μικρές. Ας ζήσουμε λοιπόν την διάρκεια της κοινωνίας με το Θεό εξ αυτής της ζωής με τις πρεσβείες της.

Κέρκυρα, Δεκαπενταύγουστος 2014 

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα. Πάσχα Ορθοδόξων και Καθολικών

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου, 2014

Λίγα ιστορικά στοιχεία και εξηγήσεις
      Η λέξη Πάσχα σημαίνει διάβαση και στα εβραϊκά λέγεται Πεσάχ. Οι Εβραίοι γιορτάζουν το Πάσχα λοιπόν σε ανάμνηση της διάβασης της Ερυθράς Θάλασσας και της απελευθέρωσής τους από τον αιγυπτιακό ζυγό της δουλείας τους. Βέβαια το Πάσχα γιορταζόταν και από τους Αιγυπτίους με άλλο περιεχόμενο, το πέρασμα, τη διάβαση του Ηλίου από τον ισημερινό (εαρινή ισημερία δηλαδή) και οι Εβραίοι έδωσαν στη δική τους διάβαση το ίδιο όνομα που προϋπήρχε στην Αίγυπτο. Οι Εβραίοι γιόρταζαν το Πάσχα τους στις 14 του μήνα Νισάν (μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου). Έψηναν ένα αρνί, του οποίου δεν έσπαζαν τα πόδια, έτρωγαν πικρά  χόρτα και ψωμί άζυμο. Το άζυμο ψωμί σήμαινε τη βιαστική φυγή τους από την Αίγυπτο, τόσο βιαστική που δεν πρόφταιναν να αφήσουν το ζυμάρι να ζυμωθεί με τους μύκητες που περιείχε το προζύμι, τα πικρά χόρτα την πικρία της δουλείας στην Αίγυπτο.
      Αντίστοιχα για τους χριστιανούς η Σταυρική θυσία και η Ανάσταση του Χριστού σήμανε την διάβαση από τη δουλεία της αμαρτίας στην ελευθερία που χαρίζει ο Χριστός. Η ονομασία Πάσχα παρέμεινε και στον Χριστιανισμό και την Εκκλησία του Χριστού αλλά με το νέο πνευματικό περιεχόμενο  της διάβασης από τη δουλεία του κακού στην Ανάσταση και την ελευθερία που χαρίζει ο Χριστός. Για τους χριστιανούς αργότερα το αρνί που θυσίαζαν οι Εβραίοι χωρίς να του σπάσουν τα πόδια συμβόλιζε τον Αμνό του Θεού, τον Χριστό, του οποίου οι στρατιώτες, όταν σταυρώθηκε, δεν έσπασαν τα σκέλη. Ερμηνεία συμβολική με προφητικό περιεχόμενο.
      Το Πάσχα είναι κινητή γιορτή και γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που ακολουθεί μετά την εαρινή ισημερία (21 Μαρτίου). Ξεκίνησε να γιορτάζεται ως κοινή γιορτή με τους Εβραίους, αλλά σιγά σιγά διαφοροποιήθηκε και οι χριστιανοί γιόρταζαν το Πάσχα χωριστά μετά την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.), οπότε και ορίστηκε να γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά  την πρώτη πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία. Αν η πανσέληνος συμπέσει Κυριακή, τότε γιορτάζεται την επόμενη Κυριακή. Με την αλλαγή του ημερολογίου και την καθιέρωση του Γρηγοριανού στη Δύση το 1582 υπήρξε διαφοροποίηση και ως προς τον υπολογισμό της ημερομηνίας του Πάσχα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Υπήρξαν πολλές και σφοδρές έριδες μεταξύ των Εκκλησιών για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα. 
ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
      Αστρονομικά η πρώτη μέρα της Σελήνης τοποθετείται μεταξύ 8ης Μαρτίου και 5ης Απριλίου, με φάση σελήνης 14 ημερών, το Πάσχα πέφτει στο διάστημα μεταξύ 22ας Μαρτίου και 25ης Απριλίου. Όμως με το νέο ημερολόγιο πρέπει να προσθέσουμε 13 μέρες, επομένως το Πάσχα πέφτει μεταξύ 4ης  Απριλίου και 8ης το αργότερο Μαΐου. Επειδή για τον καθορισμό του Ορθόδοξου Πάσχα ως βάση είναι το παλαιό ημερολόγιο, γι’ αυτό παλαιοημερολογίτες και νεοημερολογίτες γιορτάζουν μαζί το Πάσχα. Ενώ οι Καθολικοί και οι Προτεστάντες επειδή έχουν ως βάση για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα το νέο ημερολόγιο γιορτάζουν το Πάσχα νωρίτερα από τους Ορθοδόξους. Συμβαίνει μερικές φορές να γιορτάζουν το Πάσχα πριν από τις 25 Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού, όπως συνέβη το 2008, που το Καθολικό Πάσχα ήταν στις 23 Μαρτίου ή το 2035 που θα είναι στις 25 Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού και Πάσχα ταυτόχρονα!!! 
ΤΥΠΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ 
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ ΤΟΥ ΟΘΡΟΔΟΞΟΥ ΠΑΣΧΑ
(Χ = χρόνος που θέλουμε να βρούμε το Πάσχα).
Χ: 19                   το υπόλοιπο από τη διαίρεση = α   
Χ: 4                     το υπόλοιπο από τη διαίρεση = β
Χ: 7                     το υπόλοιπο από τη διαίρεση = γ
{(αΧ19)+15}: 30           το υπόλοιπο από τη διαίρεση = δ
{2β+4γ+6δ+6}: 7          το υπόλοιπο από τη διαίρεση = ε
Πάσχα = δ+ε+4 Απριλίου (Μαΐου αν ο αριθμός>30)
Παράδειγμα:
Θέλουμε να βρούμε το 2013 πότε πέφτει το Πάσχα
Σύμφωνα με τον παραπάνω τύπο
2013:19 = 105 υπόλοιπο της διαίρεσης 18,    α=18
2013:4 = 503 υπόλοιπο της διαίρεσης     1,    β=1
2013:7 = 287 υπόλοιπο της διαίρεσης     4,    γ=4
{(18Χ19)+15}: 30 = 11 υπόλοιπο          27,    δ=27
{2Χ1+4Χ4+6Χ27+6}: 7= 26 υπόλοιπο    4,    ε=4
 
Το 2013 το Πάσχα = 27+4+4=35 Απριλίου. Επειδή ο αριθμός είναι μεγαλύτερος του 30 οι επιπλέον από τις 30 μέρες πηγαίνουν στον Μάιο, επομένως το Πάσχα το 2013 θα είναι στις 5 Μαΐου.

Για τους Καθολικούς
Έστω Α το έτος,
a = το υπόλοιπο από τη διαίρεση διά 19,
b το υπόλοιπο από τη διαίρεση διά 4,
c το υπόλοιπο από τη διαίρεση διά 7,
d το υπόλοιπο από τη διαίρεση του 19a+24 διά 30,
e το υπόλοιπο από τη διαίρεση του 2b+4c+6d+5  διά 7,

 
b) αν d+e > 9, το Πάσχα είναι την d+e-9 του Απριλίου.
 
Παράδειγμα
Α=2013
a=18, 2013 : 19 υπόλοιπο της διαίρεσης 18
b=1, 2013 : 4 υπόλοιπο 1
c= 4, 2013 : 7 υπόλοιπο 4
d=6, (19X18+24) :30 υπόλοιπο  6
e=3, (2X1+4X4+6X6+5) :7= (2+16+36+5) : 7= 59 :7, υπόλοιπο 3
d+e=6+3=9. είναι η υπόθεση a.
Το Πάσχα είναι την (22+d+e) Μαρτίου, 22+6+3=31 Μαρτίου (για το 2013)
 
 Ημερομηνίες Πάσχα Ορθοδόξων και Καθολικών από το 2010 μέχρι το 2050
Τον 21ο αιώνα συμπίπτει 31 φορές. Όμως μετά το 2099 θα ξανασυμπέσουν μετά από 801 χρόνια, το 2900 μ.χ.
Έτος
Ορθοδόξων
Καθολικών
Σημείωση
2010
04.04
04.04
Κοινός εορτασμός
2011
24.04
24.04
Κοινός εορτασμός
2012
15.04
08.04
 
2013
05.05
31.03
 
2014
20.04
20.04
Κοινός εορτασμός
2015
12.04
05.04
 
2016
01.05
27.03
 
2017
16.04
16.04
Κοινός εορτασμός
2018
08.04
01.04
 
2019
28.04
21.04
 
2020
19.04
12.04
 
2021
02.05
04.04
 
2022
24.04
17.04
 
2023
16.04
09.04
 
2024
05.05
31.03
 
2025
20.04
20.04
Κοινός εορτασμός
2026
12.04
05.04
 
2027
02.05
28.03
 
2028
16.04
16.04
Κοινός εορτασμός
2029
08.04
01.04
 
2030
28.04
21.04
 
2031
13.04
13.04
Κοινός εορτασμός
2032
02.05
28.03
 
2033
24.04
17.04
 
2034
09.04
09.04
Κοινός εορτασμός
2035
29.03
25.03
 
2036
20.04
13.04
 
2037
05.04
05.04
Κοινός εορτασμός
2038
25.04
25.04
Κοινός εορτασμός
2039
17.04
10.04
 
2040
06.05
01.04
 
2041
21.04
21.04
Κοινός εορτασμός
2042
13.04
06.04
 
2043
03.05
29.03
 
2044
24.04
17.04
 
2045
09.04
09.04
Κοινός εορτασμός
2046
29.04
25.03
 
2047
21.04
14.04
 
2048
05.04
05.04
Κοινός εορτασμός
2049
25.04
18.04
 
2050
17.04
10.04
 
Le calcul de la date de Pâques
Pour les Orhodoxes
Soit Α l’année.
On divise l’année A par 19, par 4, par 7. Après chaque division il y a un reste. 
a est le reste de la division de Α par 19,
b est le reste de la division de Α par 4, 
c est le reste de la division de Α par 7,
est le reste de la division de 19a + 15 par 30,
e est le reste de la division de 2b+4c+6d + 6 par 7,

La Pâques est d+e+4 d’avril (du mai si le chiffre >30).
 
Exemple
Α=2013
a=18, 2013 : 19 le reste 18
b=1, 2013 : 4 le reste 1
c= 4, 2013 : 7 le reste 4
d=27, (19X18+15) :30 le reste 27
e=4, (2X1+4X4+6X27+6) : 7=(2+16+162+6) : 7 = 186 : 7, le reste 4
 
La Pâques est 27+4+4 d’avril=35 d’avril= 5 mai.
 
 
Pour les Catholiques
Soit A l’année,
a est le reste de la division de A  par 19,
b est le reste de la division de A  par 4,
c est le reste de la division de A par 7,
d est le reste de la division de 19a+24 par 30,
e est le reste de la division de 2b+4c+6d+5  par 7,

a) si d+e ≤ 9, Pâques est le (22+d+e)ième jour de Mars,
b) si d+e > 9, Pâques est le d+e-9)ième jour d’Avril.
 
Exemple
Α=2013
a=18, 2013 : 19 le reste 18
b=1, 2013 : 4 le reste 1
c= 4, 2013 : 7 le reste 4
d=6, (19X18+24) :30 le reste 6
e=3, (2X1+4X4+6X6+5) :7= (2+16+36+5) : 7= 59 :7, le reste 3
d+e=6+3=9. C’est la condition a.
Pâques est le (22+d+e)ième jour de Mars, 22+6+3=31 de mars
 
 La date de Pâques des Orthodoxes et des Catholiques de 2010 jusque à 2050
Le 21 siècle il coïncide 31 fois. Mais après le 2099 il va coïncider après 801 ans, le 2900.
 
 
Année
Orthodoxes
Catholiques
Note
2010
04.04
04.04 
Commune fête
2011
24.04
24.04
Commune fête
2012
15.04
08.04
 
2013
05.05
31.03
 
2014
20.04
20.04
Commune fête
2015
12.04
05.04
 
2016
08.04
27.03
 
2017
16.04
16.04
Commune fête
2018
08.04
01.04
 
2019
28.04
21.04
 
2020
19.04
12.04
 
2021
02.05
04.04
 
2022
24.04
17.04
 
2023
16.04
09.04
 
2024
05.05
31.03
 
2025
20.04
20.04
Commune fête
2026
12.04
05.04
 
2027
02.05
28.03
 
2028
16.04
16.04
Commune fête
2029
08.04
01.04
 
2030
28.04
21.04
 
2031
13.04
13.04
Commune fête
2032
02.05
28.03
 
2033
24.04
17.04
 
2034
09.04
09.04
Commune fête
2035
29.03
25.03
 
2036
20.04
13.04
 
2037
05.04
05.04
Commune fête
2038
25.04
25.04
Commune fête
2039
17.04
10.04
 
2040
06.05
01.04
 
2041
21.04
21.04
Commune fête
2042
13.04
06.04
 
2043
03.05
29.03
 
2044
24.04
17.04
 
2045
09.04
09.04
Commune fête
2046
29.04
25.03
 
2047
21.04
14.04
 
2048
05.04
05.04
Commune fête
2049
25.04
18.04
 
2050
17.04
10.04
 
 Καραμάτσκος Δημήτρης, Μάστερ Θρησκειολογίας

karamatskos

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »