kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΔΕΚΑΠΟΛΙΤΗΣ (20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Νοεμβρίου, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΔΕΚΑΠΟΛΙΤΗΣ (20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

«Ο όσιος Γρηγόριος ήταν από τη Δεκάπολη της Ισαυρίας, υιός του Σεργίου και της Μακαρίας, κατά τους χρόνους των δυσσεβών εικονομάχων. Στα οκτώ του χρόνια αρχίζει την εκπαίδευση στα ιερά γράμματα. Κι όταν τελείωσε αυτές τις σπουδές, περνούσε όλον τον καιρό του στις Εκκλησίες. Στην κορύφωση της εφηβείας του οι γονείς του άρχισαν να τον ετοιμάζουν για γάμο. Αυτός όμως έφυγε κρυφά, και μάλιστα λόγω της επικρατούσας τότε αίρεσης των εικονομάχων, περιερχόταν από τόπου σε τόπο, κατασπαζόμενος τους μάρτυρες και θησαυρίζοντας για τον εαυτό του την ωφέλεια που προέκυπτε από τη συνάντησή του με αυτούς. Ζώντας με μεγάλη εγκράτεια  και σκληραγωγία, πάλεψε με πολλές επιθέσεις και μάλιστα των δαιμόνων, γι’  αυτό και αναδείχτηκε σε μεγάλο θαυματουργό. Ο Γρηγόριος πήγε και στην Ασία και έφθασε και στο Βυζάντιο, έχοντας την επιθυμία να πετύχει τη μαρτυρική ομολογία του για τον Χριστό. Από εκεί απέπλευσε προς τη Ρώμη, κι αφού γύρισε όλη τη Δύση και κατέπληξε πολλούς με τα θαύματα και τα σημεία  που επιτελούσε, ξαναγύρισε στο Βυζάντιο. Έπειτα προχώρησε προς το μέρος του Ολύμπου και ανέβηκε πάνω στο όρος. Και τόσο αποξηράθηκε το σώμα του εκεί από την άσκηση, ώστε αυτοί που τον γνώριζαν, τον αναγνώριζαν μόνον από τη φωνή. Πάλι λοιπόν κατέβηκε από το όρος και ήλθε στη Θεσσαλονίκη. Κι από εκεί πήγε στο Βυζάντιο, οπότε αφού βρήκε φυλακισμένο για χάρη των αγίων εικόνων τον Συμεών τον ομολογητή και θεοφόρο και τον ικέτεψε επί πολύ και τον προσκύνησε, εκοιμήθη εν ειρήνη, θεραπεύοντας προηγουμένως πολλά και διάφορα νοσήματα των ανθρώπων».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος είναι αυτή τη φορά ο συνθέτης του κανόνα του οσίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου. Χρησιμοποιεί πολλές εικόνες και ποιητικά σχήματα, προκειμένου να προβάλει την οσιότητα εκ παιδός του Γρηγορίου, σε σημείο που δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοδιαλέξει. Η κατά Χριστόν ζωή πάντως του οσίου μοιάζει, για τον υμνογράφο μας,  με εκείνο το κατάκαρπο αμπέλι, από το οποίο βγαίνει ένα πολύ ωραίο κρασί, που όταν το πίνει ο πιστός, ευφραίνει την καρδιά του. «Άμπελος κατάκαρπος εδείχθης, όσιε, αρετών πεπείρους και μεγίστους προσφέρουσα βότρυας, σωτηρίας οίνον πνευματικόν βλύζοντας, Πάτερ, και πιστών τας καρδίας ευφραίνοντα». Αλλού ο άγιος Ιωσήφ επισημαίνει ότι ασκητής από νεαρό παλληκάρι ο όσιος Γρηγόριος, απέφυγε μεν να οδηγηθεί σε γάμο, όμως τελικώς συζεύχθηκε, έκανε τέκνα, κι αυτά τα τέκνα του τον ανέδειξαν σε τέκνο του Θεού. Τι εννοεί; Συζεύχθηκε, λέει, την αγνότητα κι έκανε τέκνα με αυτήν τις αρετές. «Σεαυτώ, μάκαρ, εμνηστεύσω σύζυγον αγνείαν, εξ ης τέκνα σοι εγεννήθησαν πάσαι αι αρεταί, παναοίδιμε, τέκνον σε Θεού εργασάμεναι». Πράγματι, οι Πατέρες της Εκκλησίας μας επισημαίνουν ότι η κατά Χριστόν αγνότητα είναι ο πιο εύκολος δρόμος που οδηγεί χωρίς παρεκκλίσεις τον πιστό στον Ουρανό.

Ο εκκλησιαστικός μας ποιητής δανείζεται λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, που με τη σειρά του κι αυτός χρησιμοποιεί το παράδειγμα του πατριάρχη της Παλαιάς Διαθήκης Μωυσή, για να παρουσιάσει τον όσιο ως ανελθόντα στο όρος των αρετών και συνεπώς εισελθόντα στο «φωτεινό σκοτάδι», «τον γνόφον της θεωρίας» του Θεού. Ο Μωυσής ανήλθε στο όρος Σινά και «είδε» τον Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος Θεολόγος ανέβηκε κι αυτός στο πνευματικό Σινά και μυήθηκε στα του Πνεύματος του Θεού. Το ίδιο και ο όσιος Γρηγόριος ο Δεκαπολίτης: με την άσκηση των αρετών έφθασε κι αυτός στη θεωρία του Θεού. «Αρετών εν τω όρει αναδραμών, όσιε, γνόφον θεωρίας υπήλθες, και κατενόησας, όσον εχώρησας, τον ακατάληπτον φύσει, φωτισμού ανάπλεως, Πάτερ, γενόμενος». (Ανέβηκες στο όρος των αρετών, όσιε, μπήκες στον γνόφο της θεωρίας, και κατανόησες, όσο μπόρεσες, τον ακατανόητο ως προς τη φύση Του Θεό. Έτσι, πάτερ, έγινες γεμάτος από φωτισμό).

Σε όλη αυτήν τη διαδικασία της διά των αρετών ανόδου του οσίου στη θέα του Θεού, ο υμνογράφος καταγράφει θεοπτικές εμπειρίες του οσίου ασκητή. Γνωρίζουμε από την ασκητική παράδοση των οσίων μας ότι όσο κανείς ασκείται «νομίμως», δηλαδή μέσα σε εκκλησιαστικά πλαίσια, με ταπείνωση και αγάπη, τόσο και ο Θεός αποκαλύπτεται και ενισχύει τον ασκούμενο. Έτσι και ο όσιος Γρηγόριος: δέχτηκε φως σαν τον απόστολο Παύλο, όσο ασκείτο μέσα σ’  ένα σπήλαιο («πάλαι σε σπηλαίω ενδιαιτώμενον, φέγγει κατήστραψεν επουρανίω ως Παύλον»)∙ στον ύπνο του κάποια φορά του εμφανίστηκε άγγελος, δίδοντάς του φλογίνη μάχαιρα, για να βγάλει τα πάθη από την καρδιά του («νυκτός γαρ καθεύδοντι, επιφανείς σοι άγγελος, μάχαιραν φλογίνην επιδίδωσι πάθη εκτέμνουσαν καρδίας»)∙ άκουσε αγγελική υμνωδία, ενώ ακόμη ήταν στο θνητό του σώμα («αγγελικής ακήκοας υμνωδίας, Γρηγόριε, έτι ενδημών εν τω θνητώ σου σώματι»)∙ δέχτηκε επίσκεψη της ίδιας της Υπεραγίας Θεοτόκου, που τον ενίσχυσε, όταν υφίστατο δαιμονικές προσβολές («η ουράνιος πύλη, η του Χριστού άχραντος Μήτηρ, προσβολαίς σε δαιμόνων περικυκλούμενον, πάτερ, επτέρωσε και δυνατόν εν ισχύι κατ’  αυτών ειργάσατο»).

Είπαμε όμως ότι ο όσιος Γρηγόριος αφιερώθηκε από νεαρή ηλικία στον Θεό. Στράφηκε ολοκληρωτικά σ’ Εκείνον και με αυτή τη στροφή του, με τον έρωτά του για τον Θεό,  μπόρεσε με τη βοήθειά Του να ξεπεράσει τη νεανική πύρωση της σάρκας. «Έρωτι θείω της σαρκός τους έρωτας εναπεμάρανας». Γι’  αυτό και στην εποχή μας θεωρείται κατεξοχήν επίκαιρη η προβολή του. Σε μια εποχή δηλαδή σαν τη δική μας, που οι σαρκικοί έρωτες και οι προκλήσεις των επιγείων ηδονών είναι στην καθημερινή διάταξη, το παράδειγμα του οσίου Γρηγορίου είναι πολύ βοηθητικό. Κι αυτός υπήρξε νέος. Κι αυτός δέχτηκε ποικίλους πειρασμούς, πάνω μάλιστα στα θέματα των ηδονών του σώματος. Μπόρεσε όμως να αναδειχτεί νικητής, γιατί κατάλαβε αυτό που ως μέθοδος ήταν γνωστό ήδη από την αρχαιότητα: «ήλω ήλον εκκρούειν». Το καρφί το κτυπά κανείς με το καρφί. Δηλαδή, η σαρκική ηδονή αντιμετωπίζεται όταν στη θέση της βάλλει κανείς την πνευματική ηδονή. Ο μη έννομος, ο εκτός του θελήματος του Θεού σαρκικός έρωτας, αντιμετωπίζεται, όταν μπει στη θέση του ο θεϊκός έρωτας. Αυτό απαιτεί βεβαίως γενναιότητα ψυχής, αλλά είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί, ειδικά τον νέο, στη λήψη του αγίου Πνεύματος. «Κατακρατήσας ηδονών του σώματος, νου γενναιότητι, εκ νεαράς, πάτερ, ηλικίας, όργανον του Πνεύματος γεγένησαι, τας αυτού ενεργείας περιφανώς εισδεχόμενος και θεοειδής γνωριζόμενος». (Κυριάρχησες στις ηδονές του σώματος, με γενναιότητα νου, από νεαρή, πάτερ, ηλικία, κι έγινες όργανο του αγίου Πνεύματος, δεχόμενος στην καρδιά σου με λαμπρό τρόπο τις ενέργειές Του και γινόμενος γι’  αυτό θεοειδής).

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΒΑΡΛΑΑΜ (19 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Νοεμβρίου, 2014

«Ο μάρτυς Βαρλαάμ ήταν από την Αντιόχεια της Συρίας. Γέροντας στην ηλικία, λόγω της ομολογίας της πίστεώς του στον Χριστό, οδηγήθηκε στον άρχοντα. Και επειδή δεν πείστηκε να θυσιάσει στα είδωλα, τον κτύπησαν με βούρδουλα και του ξερίζωσαν τα νύχια. Έπειτα τον οδήγησαν στον βωμό και του άπλωσαν με βία το χέρι, βάζοντας πάνω του φωτιά και λιβάνι. Διότι νόμισε ο άρχοντας ότι αν ρίψει τους άνθρακες μαζί με το λιβάνι στον βωμό, θα φανεί ότι προσφέρει θυσία στους θεούς. Αυτός όμως στεκόταν ανυποχώρητος και ακίνητος –  δείχνοντας έτσι ότι το δεξί του χέρι έχει μεγαλύτερη δύναμη από τον χαλκό και το σίδερο – έως ότου η φωτιά έφαγε τη σάρκα του και έπεσε στη γη, τρυπώντας το χέρι του. Έτσι προτίμησε να καεί το χέρι του, παρά, έστω και ελάχιστα σαλευμένο, να φανεί ότι έριξε λιβάνι στον βωμό. Μετά από αυτά η ψυχή του παρατίθεται στα χέρια του Θεού με γενναίο και στέρεο φρόνημα. Τον μάρτυρα αυτόν και ο θείος Χρυσόστομος και ο μέγας Βασίλειος τον τίμησαν με εγκώμια».
Αν οι νεώτεροι χριστιανοί δεν γνωρίζουμε ιδιαιτέρως τον άγιο μάρτυρα Βαρλαάμ, τον γνωρίζει όμως πολύ καλά η αγία χορεία των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Δεν είναι  τυχαίο ότι αφιέρωσαν γι’ αυτόν λόγους και εγκώμια όχι απλοί εκκλησιαστικοί συγγραφείς και συναξαριστές, αλλά οικουμενικοί Πατέρες και Διδάσκαλοι του διαμετρήματος του Μεγάλου Βασιλείου και του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου. Τι σημαίνει αυτό; Ότι εκείνοι με τον φωτισμό του αγίου Πνεύματος που είχαν και τη βαθύτητα της σκέψης τους, διέκριναν ότι τέτοιες προσωπικότητες σαν του αγίου Βαρλαάμ δεν πρέπει να περνούν απαρατήρητες. Πρέπει να προβάλλονται, ώστε να συνιστούν παραδείγματα και καθοδηγητικά φωτεινά σημάδια στο στερέωμα της Εκκλησίας. Και δικαίως: ο άγιος Βαρλαάμ αποδείχτηκε, κατά τον άγιο υμνογράφο, «ανδριάντος στερρότερος, και χαλκούς δυνατώτερος, και σιδήρου ισχυρότερος». Κι αυτό γιατί το φρόνημα της ψυχής και της διανοίας του υπήρξε «στερρόν και εύτονον και ακατάπληκτον». Ό,τι τονίζαμε και για τον άγιο Πλάτωνα: μπορεί το σώμα να διαλύεται, αν η ψυχή όμως διατηρείται δυνατή, νικητής τότε παραμένει ο άνθρωπος. «Άπας της σαρκός ο σύνδεσμος και η αρμονία σου των μελών διελύετο∙ αλλ’  ο τόνος διετηρείτο της ψυχής σου αδιάρρηκτος».  
Θα πίστευε κανείς ότι η δύναμη της ψυχής του αγίου βρισκόταν σε σώμα νεανικό. Τέτοιο ακατάβλητο φρόνημα συνήθως έχουν οι νέοι. Τι έκπληξη όμως, να βλέπει κανείς αυτό το φρόνημα σε ένα γέροντα άνθρωπο. Ο άγιος Βαρλαάμ, κατά το συναξάρι, «γέρων ων την ηλικίαν δια την εις Χριστόν ομολογίαν προσήχθη τω άρχοντι». Ό,τι υπέστη, το υπέστη σε ηλικία που άλλοι τρέμουν και να βαδίσουν. Κι αυτός στεκόταν αγέρωχος, «ανένδοτος, άτρεπτος», με φωτιά στο χέρι του που του έκαιγε τη σάρκα. Ο ηρωισμός του έτσι φαίνεται να πολλαπλασιάζεται. Πώς μας θυμίζει τον αγαπημένο άγιο, αποστολικό Πατέρα και επίσκοπο Σμύρνης, Πολύκαρπο, που σε ηλικία ογδόντα έξι χρόνων συλλαμβάνεται και αυτός και ρίχνεται στη φωτιά. Και εκείνον μεν η φωτιά τον σεβάστηκε και έκανε καμάρα γύρω του, ενώ τον Βαρλαάμ  η φωτιά τον έκανε ίδιο λιβανωτό στον Κύριο. «Συν λιβανωτώ, Βαρλαάμ, το πυρ φέρων, εύοσμος ώφθης λιβανωτός Κυρίω». Πιστεύουμε ότι και οι δύο τότε γέροντες, την ώρα δηλαδή του μαρτυρίου τους, τώρα δε νέοι στη Βασιλεία του Θεού, παρίστανται μαζί δίπλα στον Κύριο,«παραστάται δεξιοί», «φορούντες πορφύραν, βεβαμμένην αίματι μαρτυρικώ».
Δύο σημεία από τους ύμνους της ακολουθίας του αγίου Βαρλαάμ αξίζουν επίσης ιδιαιτέρως να επισημανθούν: πρώτον, το απλωμένο και τρυπημένο από τη φωτιά χέρι του αγίου. Ο υμνογράφος το θεωρεί ως μέσον δυνάμεως του Θεού, με το οποίο αφενός ραπίζονται τα πρόσωπα των δαιμόνων, αφετέρου προκαλούνται οι καρδιές των πιστών και οι χορείες των αγγέλων να σκιρτήσουν από χαρά και ευφροσύνη. «Ραπιζέσθω, λέει, δεξιά πυρουμένη τα πρόσωπα των δαιμόνων, των πιστών δε καρδίαι σκιρτάτωσαν, και των Ασωμάτων αι χορείαι φαιδρώς ευφραινέσθωσαν». Δεύτερον, η προτροπή του υμνογράφου στους ζωγράφους της Εκκλησίας. Δεν αρκεί μόνον η «εικονογράφηση» του αγίου διά του λόγου και των ύμνων. Καλούνται οι καλοί ζωγράφοι να λαμπρύνουν τον άγιο με την τέχνη και της εικόνας, χαράσσοντας όμως στην εικόνα και τον αγωνοθέτη Κύριο, που προφανώς θα στεφανώνει τον μάρτυρα. «Ανάστητε οι καλοί νυν ζωγράφοι του μάρτυρος, την εικόνα ταις υμών ευτεχνίαις λαμπρύνατε, τον αγωνοθέτην εν αυτώ προφανώς εγχαράττοντες». Μακάρι η πίστη και η αγάπη προς τον Χριστό του αγίου Βαρλαάμ να χαραχτεί και στις δικές μας τις καρδιές. Θα είναι ο πιο «ευπρεπής ωραϊσμός» που θα μπορούσαμε ποτέ να έχουμε.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Νοεμβρίου, 2014

Καταγωγή

Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητές του Ιησού Χριστού. Καταγόταν από την Γαλιλαία και ο πατέρας του λεγόταν Αλφαίος (Μάρκ. 2,14).

Πριν γίνει μαθητής του Κυρίου, ονομαζόταν Λευί (Μάρκ. 2,14. Λουκ. 5,27). Ήταν συνηθισμένο μεταξύ των Ιουδαίων να τους αποδίδουν δύο ονόματα. Είναι πιθανόν ο Λευί να μετονομάστηκε Ματθαίος όταν έγινε μαθητής του Ιησού. Το Ματθαίος είναι σύντμηση του ονόματος Ματθανίας που σημαίνει δωρημένος από το Θεό.

Ο ίδιος αναφέρεται από όλους τους ευαγγελιστές στο μαθητικό κύκλο είτε ως 8ος στην κατάταξη (Μάρκ. 3,18. Λουκ. 6,15), είτε ως 7ος (Ματθ. 10, 3. Πράξ. 1,13.  

Η κλήση του Ματθαίου

Δε γνωρίζουμε πολλά για το πρόσωπό του, καθώς η μόνη αναφορά του ονόματός του στην Αγία Γραφή τη βρίσκουμε στη κλήση του να ακολουθήσει τον Ιησού (Ματθ. 9,9-13. Μάρκ. 2,14-17. Λουκ. 5,27-32).

Ο Ματθαίος έκανε το επάγγελμα του τελώνη, δηλαδή του φοροεισπράκτορα, κάτι που τον έκανε μισητό στο κόσμο, επειδή έπρεπε να εισπράττει ακόμα και με “σκληρό” τρόπο, τους ρωμαϊκούς φόρους. Κάποια ημέρα που ο Ιησούς περνούσε από την Καπερναούμ, όπου ο Ματθαίος κατοικούσε, τον είδε και γνωρίζοντας την εσωτερική του ψυχή του ζήτησε να Τον ακολουθήσει και είπε προς αυτόν: «Ἀκολούθει μοι».

Ο Ματθαίος, χωρίς καμιά καθυστέρηση, άφησε την εργασία του και αμέσως τον ακολούθησε. Και όχι μόνο εγκατέλειψε το αμαρτωλό, για την εποχή εκείνη, επάγγελμα του τελώνη, αλλά και με χαρά φιλοξένησε τον Κύριο στο σπίτι του. Εκεί, μάλιστα, ήλθαν και πολλοί τελώνες και άλλοι αμαρτωλοί άνθρωποι, με τους οποίους ο Ιησούς συνέφαγε και συζήτησε (Ματθ. 9,10. Λουκ. 5,29).

Οι φαρισαίοι, όμως, που είχαν πωρωμένη συνείδηση, όταν είδαν αυτή την ενέργεια του Κυρίου, αμέσως τον κατηγόρησαν ότι συντρώγει με τελώνες και αμαρτωλούς. Ο Ιησούς το άκουσε και είπε εκείνα τα θαυμάσια λόγια: «Οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. 9,13). Δηλαδή, είπε ο Κύριος, δεν ήλθα για να καλέσω εκείνους που νομίζουν τους εαυτούς τους δίκαιους, αλλά ήλθα να καλέσω τους αμαρτωλούς, για να μετανοήσουν και να σωθούν. 

Άλλες πηγές για το Ματθαίο

Η εκκλησιαστική παράδοση δεν αναφέρει πολλά στοιχεία για για το βίο του Ευαγγελιστή Ματθαίου. Ο Ευσέβιος Καισαρείας μας αναφέρει πως χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του ήταν η ταπεινοφροσύνη. Ο ίδιος σαν τελώνης λογικά γνώριζε εκτός από την αραμαϊκή γλώσσα και την ελληνική.

Ο Ματθαίος μετά την κλήση του διατήρησε τον προσωνύμιο τελώνης (Ματθ. 10,3). Μετά την Ανάληψη του Κυρίου, τον βρίσκουμε στο ανώγειο, μαζί με τους άλλους μαθητές, να προσεύχονται (Πράξ. 1,13). Μέχρι το θάνατο του Στεφάνου, ο Ματθαίος φαίνεται να έμεινε στα Ιεροσόλυμα. 

Οι περιοδείες του Ματθαίου

και το μαρτύριό του

 Κατά την παράδοση ο Ματθαίος, μετά την Πεντηκοστή, κήρυξε για δώδεκα χρόνια στην Παλαιστίνη, και γι αυτό το λόγο έγραψε και αρχικώς το ευαγγέλιο του στα αραμαϊκά.

Το Ευαγγέλιο του Ματθαίου είναι το πρώτο κατά σειρά στην Καινή Διαθήκη και γράφτηκε το 64 μ.Χ.

Μετά την φυγή του από την Παλαιστίνη κήρυξε στην Αραβία, την Περσία, τη Συρία, τη Μηδία, τη Μακεδονία και κυρίως στην Παρθία και την Αιθιοπία όπου και πέθανε με μαρτυρικό θάνατο στην πυρά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 16 Νοεμβρίου.

Η αγιογράφηση του Ευαγγελιστή Ματθαίου, όπως και των άλλων τριών ευαγγελιστών, φέρεται σ’ όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες σε μία από τις τέσσερις μεγάλες κόγχες που δημιουργούνται στη βάση των τεσσάρων τόξων επί των οποίων στηρίζεται ο τρούλος των Εκκλησιών.

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας ἤκουσας, φωνῆς τοῦ Λόγου, καὶ τῆς πίστεως, τὸ φῶς ἐδέξω, καταλείψας τελωνείου τὸν σύνδεσμον ὅθεν Χριστοῦ τὴν ἀπόρρητον κένωσιν, εὐηγγελίσω Ματθαῖε Ἀπόστολε. Καὶ νῦν πρέσβευε, δοθήναι τοὶς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.
 

Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’.
Ἀπόστολε Ἅγιε, καὶ Εὐαγγελιστὰ Ματθαῖε, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.
 

Κοντάκιον

Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς.
Τοῦ τελωνείου τὸν ζυγὸν ἀποῤῥίψας, δικαιοσύνης τῷ ζυγῷ προσηρμόσθης, καὶ ἀνεδείχθης ἔμπορος πανάριστος, πλοῦτον κομισάμενος, τὴν ἐξ ὕψους σοφίαν· ὅθεν ἀνεκήρυξας, ἀληθείας τὸν λόγον, καὶ τῶν ῥᾳθύμων ἤγειρας ψυχάς, καθυπογράψας, τὴν ὥραν τῆς κρίσεως.

users.sch.gr/aiasgr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΩΡΑΙΟΙ ΟΙ ΠΟΔΕΣ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΖΟΜΕΝΩΝ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Νοεμβρίου, 2014

     Η εποχή μας είναι γεμάτη από κακές ειδήσεις. Ακόμη και αυτές που θεωρούνται καλές έχουν να κάνουν αποκλειστικά με την υλική διάσταση της ζωής. Οι άνθρωποι παίρνουμε πληροφορίες για την οικονομία, για τις υποχρεώσεις μας έναντι του κράτους, για τις απόψεις των κάθε λογής ταγών, όπως επίσης και για την ζωή των διάσημων προσώπων. Την ίδια στιγμή οι ειδήσεις είναι διανθισμένες με πλήθος φωτογραφιών, κατά το δόγμα «μία εικόνα χίλιες λέξεις». Αληθινά καλή είδηση δύσκολα ακούμε. Ακόμη κι όταν έρχεται, έχει να κάνει με τα συμφέροντά μας. Οι ειδήσεις συνήθως στις μέρες αποπνέουν μία γεύση θανάτου.
Για την Εκκλησία η αληθινά καλή είδηση είναι το Ευαγγέλιο και ο ευαγγελισμός των ανθρώπων. Είναι η είδηση που δίνει ζωή και δεν ξεγελά απλώς τον θάνατο, ούτε τον διατυμπανίζει σα να μην υπάρχει άλλη οδός. Και η ζωή δεν έχει να κάνει με την καθημερινότητα και την διαχείρισή της, αλλά με τον τρόπο που η καθημερινότητα γίνεται όντως ζωή. Και αυτό το δίνει το Ευαγγέλιο και οι ευαγγελιστές του. «Ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων την ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά» (Ρωμ. 10,15). Πόσο όμορφος είναι ο ερχομός αυτών που φέρνουν την χαρμόσυνη είδηση για την ειρήνη, τη χαρμόσυνη είδηση για τα αγαθά. Διότι η όντως ζωή είναι η εντός μας ειρήνη, η όντως ζωή είναι τα αγαθά της ανάστασης και της αγάπης.
Οι πολλοί των ανθρώπων θεωρούν μία τέτοια αναγγελία ουτοπία, μία διατήρηση του παρελθόντος, η οποία δεν έχει νόημα στο παρόν. Στην καλύτερη των περιπτώσεων να είναι μία κατάσταση που αφορά στο μεταφυσικό μας μέλλον, στην έξοδό μας από αυτόν τον κόσμο. Τα πάντα για τον σύγχρονο άνθρωπο έχουν να κάνουν με το παρόν, με το εδώ και τώρα. Το παρελθόν είναι χρήσιμο μόνο ως φολκλόρ. Ως μία ανάμνηση η οποία δεν είναι κακό να υπάρχει, αλλά που δεν μπορεί να νοηματοδοτήσει το σήμερα. Έτσι, η όποια καλή είδηση αφορά στο Ευαγγέλιο, υφίσταται για τους τέσσερις τοίχους του ναού ή για την μειοψηφία που εξακολουθεί να δίνει σημασία σε τέτοια γεγονότα.
Κι όμως, όντως «ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων την ειρήνην». Διότι η καλή είδηση έχει να κάνει με την ύπαρξη του ανθρώπου και δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα μέλλον που συνήθως το βλέπουμε όλοι μακριά. Η καλή είδηση μπορεί να αναμορφώσει το παρόν. Η ειρήνη που φέρνει το Ευαγγέλιο είναι καρπός της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στις καρδιές μας και την ίδια στιγμή έχει να κάνει με την νήψη, την νηφαλιότητα, την εγρήγορση του νου μας, ο οποίος παλεύει εναντίον των παθών, να μην θολώσουν την κρίση μας, να μην μας απομακρύνουν από τον συνάνθρωπο, να μην αφήσουν να ψυγεί η αγάπη μας για εκείνους.  Ακόμη και στις περιπτώσεις που οι άλλοι δεν θέλουν να είμαστε οι πλησίον τους, ακόμη και όταν μας αδικούνε, η παρουσία της ειρήνης του Χριστού γίνεται τρόπος υπομονής και αγώνα, πραότητας και συγχωρητικότητας και μας δίνει την ευκαιρία να μπορούμε να γευόμαστε τον τρόπο της Βασιλείας του Θεού. Αυτό δεν αποκτάται μαγικά, αλλά δίνεται ως συνέργεια της χάριτος του Θεού σε εκείνους που αποδέχονται το ευαγγέλιο της ειρήνης και θέλουν να αγωνιστούν να το κρατήσουν στη ζωή τους.
Η καλή είδηση έχει να κάνει με την χαρά της πίστης. Το να είσαι χριστιανός σήμερα είναι φαινομενικά για τα δεδομένα του κόσμου μία χαμένη υπόθεση σε ό,τι αφορά στην αποδοχή από τους άλλους, σε ό,τι αφορά στη λογική των δικαιωμάτων μας, στην λογική της ικανοποίησης των επιθυμιών μας. Χριστιανός είναι αυτός που καλείται να πει ΟΧΙ σε ό,τι συνήθως στους πολλούς δίνει χαρά και νόημα. Είναι αυτός που καλείται να ταλαιπωρήσει την ύπαρξή του με τη νηστεία και την προσευχή, με την μνήμη του Θεού, με την αγάπη εκεί όπου υπάρχει μίσος και αλληλοσπαραγμός, με την κλήση του να αντέχει εν υπομονή στην επιθετικότητα και τις κραυγές. Κι όμως, αυτός ο δρόμος και ο τρόπος του χριστιανού είναι τρόπος χαράς, όχι γιατί ο χριστιανός γίνεται ένας άνθρωπος ο οποίος δεν έχει πίκρες και δυσκολίες και δεν σκέφτεται ανθρώπινα, αλλά διότι τον επισκιάζει η χάρις του Θεού, τον επισκιάζει η αγάπη του Θεού και μέσα από αυτήν λαμβάνει την χαρά. Και είναι όμορφη αυτή η χαρά. Όχι διότι ο χριστιανός προσδοκά  απλώς  σε μία μελλοντική αμοιβή, αλλά διότι νιώθει ότι ανήκει στο Θεό, είναι τέκνο Θεού και φωτός και για την αγάπη του Θεού μπορεί και αξίζει να αντέξει.
Η καλή είδηση έχει να κάνει με την υπέρβαση της προσκόλλησης στα αγαθά του κόσμου τούτου. Από τα υλικά αγαθά τα οποία μας ανήκουν και τα οποία δεν βρίσκεται εύκολα κάποιος που να θέλει να τα στερηθεί, μέχρι την καλή φήμη, το όνομά μας, τα παιδιά μας, τους δικούς μας ανθρώπους, τα έργα μας, τον ίδιο μας τον εαυτό τελικά. Όλα είναι ευλογία του Θεού, εφόσον με τιμιότητα και σεβασμό στις εντολές Του έχουν αποκτηθεί ή μας έχουν δοθεί, όμως τίποτε δεν μας ανήκει πραγματικά. Είμαστε διαχειριστές των αγαθών και μας δίδονται τόσο για να αισθανόμαστε οι ίδιοι πλησίον των συνανθρώπων μας και να μπορούμε να το δείχνουμε, αλλά και την ίδια στιγμή για να μπορούμε να δοξολογούμε το Θεό που δεν μας αφήνει, πρωτίστως όμως για να γίνονται αφορμή υπέρβασης, που έγκειται στην ελευθερία από την δέσμευση σ’ αυτά χάριν της πίστης στο Θεό. Κι αυτό είναι εφικτός χάρις στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας, κυρίως όμως χάρις στην πεποίθηση ότι η ζωή μας ανήκει στα χέρια του Θεού.
Το ευαγγέλιο της ειρήνης και των αγαθών δεν είναι απλώς ένα βιβλίο, που μας άφησαν εκείνοι που εργάστηκαν για το Θεό ως παρακαταθήκη. Είναι ο σύνολος τρόπος ζωής τους, το βίωμά τους, ο λόγος τους, οι πράξεις τους, οι κινήσεις τους, η αίσθηση ότι τα όσα το ευαγγέλιο καταγράφει δεν είναι θεωρία, αλλά ζωή μεταμορφούμενη σε ζωή Χριστού. Είναι αυτός που έζησε ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Ακούγοντας τη φωνή του Χριστού εγκαταλείπει ό,τι είχε ως προσκόλληση στην καρδιά του και Τον ακολουθεί. Αναμορφώνει το παρόν του και αγωνίζεται για να ακουστεί το μήνυμα του Ευαγγελίου στο παρόν των ανθρώπων. Και κρατά ζωντανή τη χαρά της πίστης στη ζωή και τον θάνατο, στις ταλαιπωρίες και τις επιτυχίες. Στην μοναξιά και στην κοινωνικότητα. Σε κάθε στιγμή της ζωής, ακόμη και στο μαρτύριο.
Η ύπαρξη της Εκκλησίας  τελικά και ο τρόπος ζωής που αυτή διακηρύττει στα πρόσωπα των αγίων της, αλλά και όλων όσων αγωνίστηκαν και εξακολουθούν να αγωνίζονται αφήνοντας τον Χριστό να εισέρχεται στην καρδιά τους, ακόμη και με τις πτώσεις, τις απογοητεύσεις,  τους λογισμούς που ο πονηρός, ο κόσμος και οι άλλοι αφήνουν να ενσπείρονται στις καρδιές, αποτελεί την καλή είδηση που δεν θα ακουστεί στα Μέσα Ενημέρωσης, που δεν θα συζητηθεί στην διαχείριση της καθημερινότητάς μας, αλλά που θα αφήνεται μυστικά και φανερά να υιοθετηθεί από όλους όσους ζητούν Αυτόν «του οποίου έστι χρεία»: τον Χριστό.
Κέρκυρα, 16 Νοεμβρίου 2014
Μνήμη του αποστόλου και ευαγγελιστή Ματθαίου    
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ταυτίζεται η αυτογνωσία με την θεογνωσία;

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2014

Πολλές φορές ακούμε και διαβάζουμε ότι αν θέλεις να βρεις τον Θεό, αρκεί να γνωρίσεις τον εαυτό σου. Δηλαδή, η γνώση του εαυτού μας (η αυτογνωσία) ταυτίζεται με την γνώση του Θείου (την θεογνωσία). Από Ορθόδοξης πλευράς, αυτό είναι πλάνη. Και ο λόγος είναι πολύ απλός· στην Ορθόδοξη θεολογία έχουμε διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Αυτή η διάκριση δεν είναι βάση της φιλοσοφίας, αλλά βάση της εμπειρίας της θεώσεως των αγίων. Το κτιστό και το άκτιστο είναι μεταξύ τους ανόμοια. Δεν υπάρχει καμία ομοιότητα, και είναι μεταξύ τους άσχετα ως προς την ουσία.

Η θέση της Ορθόδοξης Πίστης σχετικά, συνοψίζεται ως εξής από τον μεγάλο θεολόγο και δογματολόγο, π. Ι. Ρωμανίδη « [..] το βασικό κατηγόρημα, το βασικό δόγμα, της Χριστιανικής θεολογίας είναι η σαφής διάκρισις μεταξύ κτιστού και ακτίστου, καθώς και το ότι μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμία ομοιότης» [1].
Βέβαια, η αυτογνωσία είναι πάρα πολύ σπουδαίο πράγμα για την ζωή μας, διότι αποτελεί μια πρώτη βαθμίδα, και αποκτάται με την συνέργεια του ανθρώπου και της Χάριτος του Θεού. Οι άγιοι Πατέρες έχουν μιλήσει σε πολλά σημεία μέσα στα συγγράμματά τους για την αυτογνωσία. Η θεογνωσία όμως είναι κάτι άλλο, που δίδεται ως δώρο του ίδιου του Θεού, και που δεν θα έχει τέλος όπως και ο Θεός δεν έχει τέλος. Η θεογνωσία δεν έγκειται στην γνώση της ουσίας του Θεού, διότι αυτή είναι αμέθεκτη, αλλά στην πνευματική γνώση που λαμβάνουν όσοι μετέχουν στις άκτιστες θείες ενέργειες που απορρέουν από την Θεία φύση. Αυτοί καθίστανται θεόπνευστοι. Όσοι ταυτίζουν την αυτογνωσία με την θεογνωσία, όχι μόνο δεν κάνουν την εμπειρική Πατερική διάκριση κτιστού και ακτίστου, αλλά ίσως και να ταυτίζουν τον κόσμο με τον θεό (πχ όταν νοούν το θείο ως «συμπαντική συνείδηση», ή «το σύνολο των φυσικών νόμων» κλπ), κάτι που οδηγεί αναπόφευκτα στην ειδωλολατρία. 
Μέσα στην κτίση υπάρχουν «αντανακλάσεις» του Θεού (οι οποίες δεν είναι ούτε η ουσία ούτε η ενέργεια του Θεού, αλλά το αποτέλεσμα των ακτίστων ενεργειών που είναι τα κτίσματα), όχι όμως ο ίδιος ο Θεός. Για παράδειγμα, παρατηρώντας κανείς τον τρόπο που η μέλισσα δομεί τέλεια και τετραγωνικά την κυψέλη, καταλαβαίνει ότι ο Δημιουργός έδωσε την συγκεκριμένη σοφία. Όταν λοιπόν κανείς εκλαμβάνει τις «αντανακλάσεις» αυτές ως «θεό», πλανάται. Είναι σαν να βλέπουμε τον εαυτό μας στον καθρέπτη. Αυτό που βλέπουμε, δεν είναι η ουσία μας αλλά το είδωλό μας. Έτσι, ο άνθρωπος πλανήθηκε και ταύτισε την κτίση με τον Θεό, ακόμα και τον εαυτό του ως μέρος της ουσίας της θείας πραγματικότητας. Ταυτίζοντας τον Θεό με την κτίση, ταύτισε με τον Θεό τις αντανακλάσεις- τα είδωλα- συνεπώς έγινε ειδωλολάτρης.
Συνήθως όσοι υποστηρίζουν αυτές τις θέσεις, πιστεύουν ότι η κίνηση είναι «κυκλική». Ο κόσμος απορρέει από το απρόσωπο θείο και αυτονομείται (εξέλιξη), και έπειτα επανέρχεται εκεί από όπου ξεκίνησε (ανέλιξη). Αυτή η κίνηση είναι αιώνια, και όσον αφορά τον άνθρωπο, η επαναφορά γίνεται δια της «μετενσαρκώσεως». Συνεπώς, κατ’ αυτούς, αν θέλεις να γνωρίσεις την θεία πραγματικότητα, απλά κοίταξε μέσα σου.
Εάν όμως είναι έτσι, τότε δύο τινά μπορεί να ισχύουν· είτε υπάρχουν πολλές «θείες αλήθειες» εφόσον έχουμε μοναδικές, και διαφορετικές προσωπικότητες, είτε η «θεία αλήθεια» είναι μια, άρα δεν έχουμε μοναδική προσωπικότητα εφόσον είμαστε μέρος αυτής της μιας «συμπαντικής» και απρόσωπης δύναμης. Και στις δύο περιπτώσεις, καταργείται το πρόσωπο (του Θεού και του ανθρώπου), το οποίο –όπως αναφέρει ο καθηγητής Ν. Ματσούκας βάση της Ορθόδοξης Παράδοσης- «[..] δεν είναι απλώς και μόνο η ετερότητα, αλλά κυρίως η ανεπανάληπτη ιδιαιτερότητα» [2].
Αυτά τα συναντούμε κυρίως στις Ανατολικές θρησκείες και φιλοσοφίες, στον αρχαίο Γνωστικισμό (που προσέλαβε στοιχεία διαφόρων παραδόσεων), στα διάφορα αποκρυφιστικά ρεύματα, στον Ερμητισμό, στην μασονία (που είναι μετεξέλιξη του Γνωστικισμού), στις σύγχρονες Γνωστικές κινήσεις, στην Θεοσοφία, στην Ανθρωποσοφία, κλπ. Αντιθέτως, όπως υπογραμμίζει ο π. Α. Αλεβιζόπουλος, «Η Χριστιανική Πίστη δεν συμβιβάζεται με πανθεϊστικές ή ινδουιστικές ερμηνείες του κόσμου, γιατί αρνείται οποιαδήποτε οντολογική σχέση του κόσμου με τον Θεό. Η ουσία του κόσμου είναι κτιστή και όχι άκτιστη και επομένως τα όντα δεν είναι ξεπεσμένα κομμάτια του Θεού» [3].
Ωστόσο, οι σχέσεις του Θεού με την κτίση είναι κατ’ Ενέργεια. Μόνο δια της μεθέξεως στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει περί του Θεού, χωρίς ποτέ να φτάσει στην γνώση της Θείας Ουσίας Του.
Μόνο κατά την Ενανθρώπιση του Θεού Λόγου έχουμε ένωση κτιστού και ακτίστου κατ’ ουσία. Αυτό όμως είναι ένα γεγονός μοναδικό και ανεπανάληπτο. «Μετά όμως την Ενσάρκωση του Θεού Λόγου, μέσω και λόγω της Ενσαρκώσεως, έχομε προσωπικές σχέσεις με τον Θεόν. Με τον Θεόν όμως ως Θεάνθρωπον (ως Υιόν Θεού και υιόν ανθρώπου). Επειδή ο Θεός έγινε άνθρωπος. Που σημαίνει ότι η Ενσάρκωσης επέφερε μία ειδική σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπων, μεταξύ του Χριστού και των ανθρώπων [..]» [4].
Σε αυτό το πρώτο μέρος, θα παραθέσουμε επιλεκτικά χωρία από Πατέρες των τριών πρώτων αιώνων, τα οποία έχουν σχέση με την θεογνωσία.
Άγιος Ειρηναίος της Λυών, «Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως», βιβλίο Δ:
«Εδίδαξεν ημάς ο Κύριος, ότι Θεόν ειδέναι ουδείς δύναται, μη ουχί Θεού δοξάζοντος, τουτέστιν, άνευ Θεού μη γινώσκεσθαι τον Θεόν· αυτό δε το γινώσκεσθαι τον Θεόν, θέλημα είναι του Πατρός. Γνώσονται και αυτόν, οις αν αποκαλύψη ο Υιός» [5].
Σχόλιο: Σε αυτό το πολύ σπουδαίο χωρίο, ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την θεογνωσία (την αποκάλυψη) με τον δοξασμό (δηλ. τον φωτισμό), που γίνεται δια της μεθέξεως στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, και είναι η όραση του Υιού εν δόξει.
Άγιος Ιππόλυτος, «Αποσπάσματα Εις τας Παροιμίας του Σολομώντα»:
«[..] αι δε αρεταί εφ’ ημίν, χάρακες άρα είεν αι αρεταί, αι υψούσαι την γνώσιν του Θεού, οίον άσκησις, μελέτη [..]» [6].
Σχόλιο: Ο άγιος Ιππόλυτος συνδέει την γνώση του Θεού με τις αρετές, η κατάκτηση των οποίων χρειάζεται άσκηση και μελέτη. Φυσικά, αναφέρεται στην κάθαρση που προηγείται του φωτισμού, και αποτελεί το πρώτο στάδιο φανερώσεως της αλήθειας. Ο π. Α. Αλεβιζόπουλος γράφει: «Προϋπόθεση για την κάθαρση του ανθρώπου είναι ο αγώνας εναντίων των παθών. Όποιος πραγματικά αγαπά τον Θεό, δεν υποδουλώνεται σε τίποτε άλλο και αγωνίζεται εναντίων των παθών. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος να οδηγηθεί κανείς στην κάθαρση. Η υποδούλωση στα πάθη απομακρύνει από τον Θεό» [7].
Στα ίδια πλαίσια κινείται και ο Θεόφιλος Αντιοχείας, ο οποίος γράφει τα εξής στο «Πρώτο βιβλίο προς τον Αυτόλυκο»:
«Βλέπεται γαρ θεός τοις δυναμένοις αυτόν οράν, έπαν έχωσι τους οφθαλμούς ανεωγμένους της ψυχής. Πάντες μεν γαρ έχουσι τους οφθαλμούς, αλλά ένιοι υποκεχυμένους και μη βλέποντας το φως του ηλίου [..] Ούτως και συ, ω άνθρωπε, έχεις υποκεχυμένους τους οφθαλμούς της ψυχής σου υπό των αμαρτημάτων και των πράξεών σου των πονηρών. [..] όταν η αμαρτία εν τω ανθρώπω, ου δύναται ο τοιούτος άνθρωπος θεωρείν τον θεόν» [8].
Σχόλιο: Ο Θεόφιλος συνδέει την θεογνωσία (αυτόν οράν) με την κάθαρση. Τα άρρωστα μάτια δεν μπορούν να δουν τις ηλιακές ακτίνες.
Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας:
Ο άγιος Ιουστίνος, στο έργο του «Διάλογος προς Τρύφωνα τον Ιουδαίο», αναφέρει την συνάντηση που είχε πριν γίνει Χριστιανός, με κάποιον άλλο γέροντα Χριστιανό. Στον μεταξύ τους διάλογο, ο Ιουστίνος (που τότε ανήκε στον μέσο Πλατωνισμό και πίστευε ότι σε λίγο θα έβλεπε δια του νου του τον Θεό μέσω άσκησης και κάθαρσης), διαπίστωσε την διαφορά ανάμεσα στον ανθρώπινο νου και στον Θεό. Ότι δεν θα μπορούσε ο νους του ανθρώπου να «δει» τον Θεό μέσω της αυτογνωσίας, ούτε μέσω της κάθαρσης, αλλά δια του δοξασμού που δίνει η άκτιστη χάρη του Θεού, όπως συνέβη και με τους Προφήτες.
«Ποια λοιπόν, έλεγε, είναι η συγγένειά μας προς τον Θεό; Ή είναι και η ψυχή θεία και αθάνατος και μέρος εκείνου του ίδιου του βασιλικού νοός; Όπως εκείνος βλέπει τον Θεό, έτσι και σε μας είναι εφικτό να συλλάβουμε το θείο με τον νου μας και να ευδαιμονούμε ήδη από εδώ; Βεβαιότατα, είπα» [9].
Εν τέλει, ο Ιουστίνος πείθεται ότι για να δει κανείς τον Θεό, πρέπει να φωτιστεί από αυτόν, όπως ακριβώς συνέβη με τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτοί, δεν «είδαν» τον Θεό επειδή ήταν οι εξυπνότεροι και οι πιο ικανοί, αλλά επειδή έλαβαν τον δοξασμό από τον Θεό.
«Εις εμέ ευθύς αμέσως άναψε πυρ εις την ψυχή και με κατέχει έρως για τους Προφήτες και τους άνδρες εκείνους, οι οποίοι είναι φίλοι του Χριστού· διαλογιζόμενος καθ’ εαυτόν τους λόγους του, έβρισκα ότι μόνο αυτή είναι αληθινή και ωφέλιμη φιλοσοφία» [10].
«Η Παράδοσις της Εκκλησίας παραμένει αναλλοίωτη δια μέσου των αιώνων, όσον αφορά στην αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Και τούτο, διότι η αποκάλυψις του Θεού στον άνθρωπο είναι η ίδια δια μέσου των αιώνων. Ήτο και είναι πάντα η ίδια, σε όλους τους θεούμενους από την εποχή του Αδάμ μέχρι τώρα. Όλοι οι θεούμενοι (Προφήτες, Απόστολοι, Άγιοι), δέχονται την ίδια εμπειρία εν Αγίω Πνεύματι κατά την θέωσι, όταν δηλαδή τους αποκαλύπτεται ο Χριστός. Η μόνη διαφορά σε αυτήν την εμπειρία είναι ότι στην Παλαιά Διαθήκη ο Χριστός αποκαλύπτεται άσαρκος, ως ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, ενώ στην Καινή Διαθήκη, όπου μεσολαβεί η Ενσάρκωσης του Λόγου στο πρόσωπο του Χριστού, ο Χριστός αποκαλύπτεται με την δεδοξασμένη Του ανθρωπίνη φύση, κατά ανάλογο τρόπο με εκείνον που αποκαλύφθηκε στο όρος Θαβώρ στους τρεις ΑποστόλουςΑυτά σημαίνουν ότι στην Ορθόδοξη Θεολογία η γνώσις περί του Θεού απλώς επιβεβαιώνεται επανα-αποκαλυπτομένη στους θεουμένους της κάθε εποχής. Η γνώσις αυτή, η αποκάλυψις του Θεού στον άνθρωπο, είναι πάντα της αυτής φύσεως, έχει όμως διαβαθμίσεις, δηλαδή διαφορετικό βαθμό πληρότητος στον κάθε θεούμενο. Όταν ο Θεός αποκαλύπτεται σε έναν άνθρωπο, αποκαλύπτεται στο μέτρο που ο Θεός θέλει και που ο συγκεκριμένος άνθρωπος μπορεί να δεχθή, να χωρέση, την αποκάλυψη του Θεού. Ο μέγιστος βαθμός αποκαλύψεως του Θεού στον άνθρωπο είναι εκείνος της Πεντηκοστής. Τότε το Πνεύμα το Άγιον ωδήγησε τους Αποστόλους «εις πάσαν την αλήθειαν» [11].
Πηγές:
[1] «Πατερική Θεολογία», π. Ι. Ρωμανίδης, κεφάλαιο 18.
[2] «Δογματική και Συμβολική Θεολογία», Γ’ τόμος, σελ. 44.
[3] «Η Ορθοδοξία μας», π. Α. Αλεβιζόπουλος, σελ. 91.
[4] «Πατερική Θεολογία», π. Ι. Ρωμανίδης, κεφάλαιο 35.
[5] ΒΕΠΕΣ 5, σελ. 153.
[6] ΒΕΠΕΣ 6, σελ. 173.
[7] «Η Ορθοδοξία μας», π. Α. Αλεβιζόπουλος, σελ. 23.
[8] ΒΕΠΕΣ 5, σελ. 13.
[9] ΕΠΕ 1, «Απολογητές», σελ. 275
[10] Όπως ανωτέρω, σελ. 285.
[11] «Πατερική Θεολογία». π. Ι. Ρωμανίδη, κεφάλαιο 52.
(Συνεχίζεται με επιλεκτικές αναφορές από Πατέρες των επόμενων αιώνων).
Σε αυτό το δεύτερο μέρος (το πρώτο μπορείτε να το δείτε εδώ), θα παραθέσουμε αποσπάσματα από ορισμένους αγίους Πατέρες του 4ου αιώνα. Επειδή είναι πάρα πολλά, κάναμε επιλογή τόσο στα κείμενα όσο και στους Πατέρες, παραλείποντας πάρα πολλά από τον τεράστιο πνευματικό πλούτο που μας άφησαν. Χάριν συντομίας λοιπόν, αναφέρουμε ενδεικτικά κάποια στοιχεία, που αφορούν τόσο το θέμα της αυτογνωσίας όσο και της θεογνωσίας.

Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, Κατήχηση 16η, Περί του Αγίου Πνεύματος:
«Όπως ακριβώς, όταν κάποιος βρίσκεται προηγουμένως στο σκοτάδι, ξαφνικά, μόλις δει τον ήλιο, φωτίζονται τα σωματικά του μάτια και βλέπει εκείνα που πριν δεν τα έβλεπε καθαρά, έτσι και αυτός που αξιώνεται να λάβει το Άγιο Πνεύμα, φωτίζεται στην ψυχή και βλέπει πράγματα που ξεπερνούν τα ανθρώπινα μέτρα, τα οποία δεν τα είχε γνωρίσει πριν. Το σώμα του είναι στην γη και η ψυχή του σαν μέσα από κάποιο καθρέπτη βλέπει τους ουρανούς» [1].
Σχόλιο: Η θεογνωσία συνδέεται με την λήψη και την πλήρωση του Αγίου Πνεύματος.
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ομιλία 75η «Εις το Κατά Ιωάννη»:
«Γιατί λέει, ‘’Τότε θα γνωρίσετε’’; Διότι τότε είδαν αυτόν αναστάντα και συναναστρεφόμενο αυτούς, τότε γνώρισαν την ορθή πίστη· διότι ήταν μεγάλη η δύναμη του Πνεύματος, που όλα τους τα δίδασκε. ‘’Εκείνος που έχει εις το νου του τις εντολές μου και φυλάσσει αυτές, εκείνος είναι που με αγαπά’’, διότι δεν αρκεί μόνο να τις έχει, αλλά χρειάζεται και ακριβής φύλαξη αυτών» [2].
Σχόλιο: Ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρεται στο χωρίο κατά το οποίο λέει ο Χριστός στους αποστόλους: «Εάν με αγαπάτε, τας εντολάς μου φυλάξατε. Και εγώ θέλω παρακαλέσει τον Πατέρα, και θέλει σας δώσει άλλον Παράκλητον, διά να μένη μεθ’ υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της αληθείας, το οποίον ο κόσμος δεν δύναται να λάβη, διότι δεν βλέπει αυτό ουδέ γνωρίζει αυτό· σεις όμως γνωρίζετε αυτό, διότι μένει μεθ’ υμών και εν υμίν θέλει είσθαι. Δεν θέλω σας αφήσει ορφανούς· έρχομαι προς εσάς. Έτι ολίγον και ο κόσμος πλέον δεν με βλέπει, σεις όμως με βλέπετε, διότι εγώ ζω και σεις θέλετε ζη. Εν εκείνη τη ημέρα σεις θέλετε γνωρίσει, ότι εγώ είμαι εν τω Πατρί μου και σεις εν εμοί και εγώ εν υμίν. Ο έχων τας εντολάς μου και φυλάττων αυτάς, εκείνος είναι ο αγαπών με· ο δε αγαπών με θέλει αγαπηθή υπό του Πατρός μου, και εγώ θέλω αγαπήσει αυτόν και θέλω φανερώσει εμαυτόν εις αυτόν» (Κατά Ιωάννη, 14:15-21). Η πνευματική γνώση, που παρουσιάζεται ως αποκάλυψη, σχετίζεται με την τήρηση των εντολών του Χριστού (μέσα από τις οποίες γνωρίζουμε τον εαυτό μας και οδηγούμαστε στην εν μετανοία ζωή- αυτογνωσία), και με το Άγιο Πνεύμα που δίνει τον φωτισμό ως δώρο.
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «Εις τα Άγια Φώτα»:
«Αρχή της σοφίας, λέγει, είναι το να αποκτήσεις σοφία. Τι λέει ως αρχή της σοφίας; Τον φόβο. Διότι δεν πρέπει να καταλήγουμε στο φόβο, ενώ έχουμε αρχίσει από την φιλοσοφική θεώρηση (διότι η χωρίς φραγμούς φιλοσοφική θεώρηση θα μπορούσε να μας σπρώξει γρήγορα προς τον κρημνό), αλλά να σηκωνόμαστε υψηλότερα, αφού θα έχουμε διαπαιδαγωγηθεί και καθαρισθεί και, για να το πω κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα έχουμε γίνει πιο λεπτοί από τον φόβο. Διότι όπου υπάρχει φόβος, εκεί υπάρχει και τήρηση των εντολών, εκεί γίνεται και κάθαρση της σαρκός, του νέφους αυτού  το οποίο εμποδίζει την ψυχή και δεν την αφήνει να δει καθαρά την θεία ακτίναΌπου υπάρχει κάθαρση, εκεί υπάρχει και θείος φωτισμός. Ο θείος φωτισμός είναι η εκπλήρωση του πόθου εκείνων οι οποίοι επιδιώκουν να πλησιάσουν τα μέγιστα ή το μέγιστο, ή κάτι παραπάνω από μεγάλο. Για αυτό πρέπει πρώτα να καθαρίσει κανείς τον εαυτό του και έπειτα να πλησιάσει και να συναναστραφεί τον καθαρό [..] Διότι ο ίδιος Λόγος είναι και φοβερός εξ αιτίας της φύσεώς του, για εκείνους οι οποίοι δεν είναι άξιοι και ικανός, εξ αιτίας της αγάπης του προς τον άνθρωπο, να εισέλθει εις εκείνους οι οποίοι έχουν προετοιμασθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο και εις όσους, αφού έχουν εκδιώξει το ακάθαρτο και υλικό πνεύμα των ψυχών, καθάρισαν τις ψυχές τους και τις στόλισαν με την καθαρή γνώση, την οποία δεν άφησαν ούτε αργή ούτε άπρακτη [..] εις εκείνους οι οποίοι, εκτός από το να αποφεύγουν την κακία εργάζονται την αρετή, αφού έβαλαν μέσα τους όσο περισσότερο μπορούσαν ολόκληρο τον Χριστό, με τρόπο ώστε να μην βρει  η πονηρή δύναμη κανένα κενό για να εισέλθει και να τα συμπληρώσει, και να γίνουν τα τελευταία χειρότερα από τα πρώτα, λόγω του ότι η επίθεση είναι πιο ισχυρή και η φρουρά πιο ασφαλής και δυσκολοκυρίευτη. Όταν θα φυλάξουμε πολύ προσεκτικά την ψυχή μας και ετοιμάσουμε την καρδιά μας για πνευματικές αναβάσεις, και ετοιμάσουμε εις τους εαυτούς μας πρωτοκαλλιέργητα χωράφια, και σπείρουμε καρπό δικαιοσύνης, όπως λέει ο Σολομών και ο Δαβίδ και ο Ιερεμίας, ας προσφέρουμε εις τους εαυτούς μας το φως της γνώσεως. Και έτσι θα κηρύξουμε την σοφία του Θεού  την αποκεκρυμμένη ‘’εν μυστηρίω’’, και ας γινόμαστε φως για τους άλλους» [3].
Σχόλιο: Βλέπουμε και πάλι την σύνδεση της θεογνωσίας με την κάθαρση. Δηλαδή, η τήρηση (εργασία) των εντολών του Θεού πηγάζει από τον βαθύ σεβασμό προς τον Θεό, και οδηγεί στον θείο φωτισμό (που σημαίνει ότι έχουμε επέμβαση του Θεού και όχι ότι έρχεται αυτόματα ο φωτισμός). Η κάθαρση δεν είναι κάτι το στατικό, αλλά έγκειται στην μύηση της εν Χριστώ ζωής (όχι στην ηθικολογία και στον πουριτανισμό), που περιλαμβάνει εσωτερική ετοιμασία για πνευματικές αναβάσεις, που είναι τα στάδια και οι βαθμοί της κάθαρσης, προκειμένου η θεία χάρη να φωτίσει τον πιστό. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να παίρνει κανείς επιπόλαια τα πράγματα και να παρασύρεται από την ψευδώνυμη γνώση.  
Μέγας Αθανάσιος, «Λόγος Κατά Ειδώλων»:
«Διότι, ο δημιουργός και βασιλέας του κόσμου Θεός, που είναι πάνω από κάθε ανθρώπινη ύπαρξη και νόηση, επειδή είναι αγαθός και υπέρκαλλος, δημιούργησε τον άνθρωπο όμοιο με τη δική του εικόνα. Τον δημιούργησε ο ίδιος ο Υιος του Θεού και Λόγος, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Κατασκεύασε τον άνθρωπο όμοιο με τον εαυτό Του, να μπορεί να μελετά και να γνωρίζει όλα τα δημιουργήματα. Τον προίκισε με τη δυνατότητα να γνωρίζει την αϊδιότητα του Θεού. Έτσι, διατηρεί την ομοιότητα με το Θεό και ποτέ δεν ξεφεύγει από την ορθή αντίληψη για Εκείνον. Έχοντας ο άνθρωπος τη Χάρη του Θεού, δεν διακόπτει την κοινωνία με τους Αγίους. Με τη δύναμη του Θεού ο άνθρωπος χαίρεται να συνομιλεί με το Θεό. Ζει την ανώδυνη και ευτυχισμένη ζωή που δεν γνωρίζει θάνατο. Τίποτε δεν τον εμποδίζει στη γνώση του ΘεούΑνάλογα με τη καθαρότητά του βλέπει την εικόνα του Θεού Πατέρα, δηλαδή τον Υιό Λόγο, τον οποίο και εικονίζει. Μένει κατάπληκτος από τη πρόνοια του Θεού για τον κόσμο. Ο κατ’ εικόνα Θεού άνθρωπος ξεπερνά κάθε τι το αισθητό, ακόμη και το ίδιο του το σώμα, και ενώνεται νοητά με τα ουράνια θεία ενεργήματα. Όταν ο ανθρώπινος νους ξεφύγει από τα αισθητά και δεν επιθυμεί τίποτε απ’ αυτά τα γήϊνα, τότε υπερβαίνει τον εαυτό του και βρίσκεται στην αρχική κατάσταση της δημιουργίας πριν την πτώση. Υπερβαίνει κάθε τι το ανθρώπινο και αισθητό, μεταρσιώνεται και βλέπει τον Υιό Λόγο και μαζί και τον Πατέρα Του Χαίρεται σ’ αυτή τη θεοπτία και ανανεώνεται μέσα του ο θείος πόθος» [4].
Σχόλιο: Κατά τον Μ. Αθανάσιο, είναι δώρο του Θεού η δυνατότητα του ανθρώπου να γνωρίζει μελετώντας τον κτιστό κόσμο. Είναι δυνατότητα που υπάρχει στο «κατ’ εικόνα». Αλλά και περί της θεογνωσίας, δια της άκτιστης χάρης του Θεού και ανάλογα με τον βαθμό καθάρσεως. Είναι ολοφάνερο από το απόσπασμα, ότι η αυτογνωσία δεν είναι το ίδιο πράγμα με την θεογνωσία. Διότι, και τα δύο είναι δώρα του Θεού μεν, με την δυνατότητα αυτογνωσίας να είναι δεδομένη και να χρειάζεται την μελέτη του ανθρώπου, αλλά η δυνατότητα θεογνωσίας έχει άμεση σχέση με την όραση του ίδιου του Υιού εν δόξη. Είναι αποκάλυψη που έρχεται «από έξω», και όχι ανακάλυψη που έρχεται «από μέσα». 
Μ. Βασίλειος
«Οικείωσις δε Πνεύματος προς ψυχήν ουχ ο δια τόπου προσεγγισμός [..] αλλά ο χωρισμός των παθών άπερ από της προς την σάρκα φιλίας ύστερον επιγινόμενα τη ψυχή, της από του Θεού οικειότητος ηλλοτρίωσε. Καθαρθέντα δη ουν από του αίσχους, ο ανεμάξατο δια της κακίας, και προς το εκ φύσεως κάλλος επανελθόντα και οίον εικόνι βασιλικί την αρχαίαν μορφήν δια καθαρότητος αποδόνταούτως εστί μόνως προσεγγίσαι τω Παρακλήτω. Ο δε, ώσπερ ήλιος, κεκαθαρμένον όμμα παραλάβων, δείξει σοι εν εαυτώ την εικόνα του αοράτου. Εν δε τω μακαρίω της εικόνος θεάματι το άρρητον όψει του αρχέτυπου κάλλος. Του τοις από πάσης κηλίδος κεκαθαρμένοις ελλάμπον, τη προς εαυτώ κοινωνία πνευματικούς αποδείκνυσι. Και ώσπερ τα λαμπρά και διαφανή των σωμάτων, ακτίνος εαυτοίς εμπεσούσης, αυτά τε γίνεται περιλαμπή και ετέραν αυγήν αφ’ εαυτών αποστίλβει. Ούτως αι πνευματοφόροι ψυχαί, ελλαμφθείσαι παρά του Πνεύματος,αυταί τε αποτελούνται πνευματικαί και εις ετέρους την χάριν εξαποστέλλουσιν» [5].
Σχόλιο: Επανάληψη όσων έχουμε πει ως τώρα. Ο θείος φωτισμός της θεογνωσίας έχει άμεση σχέση με την κάθαρση από τα ποικίλα πάθη. Όταν αυτά καθαριστούν, τότε επανέρχεται το αρχαίο κάλλος, καθαρίζεται και φαίνεται η βασιλική εικόνα που έχουμε μέσα μας ως δώρο του Θεού, αλλά που εξ αιτίας της πτώσεως έχει μουτζουρωθεί. Τότε φωτίζεται ο άνθρωπος και μετέχει των θείων ενεργειών, και καθίσταται πνευματοφόρος. Ο Τριαδικός Θεός, αμέθεκτος και άγνωστος ως προς την ουσία, γίνεται προσιτός και μεθεκτός δια των ακτίστων ενεργειών. Υψηλές καταστάσεις που φανερώνουν την Βασιλεία που είναι η ίδια η όραση της δόξας του Τριαδικού Θεού, μικρή γεύση των οποίων λαμβάνει κανείς ήδη από τώρα. Και όλα αυτά, χάριν στην ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, που άνοιξε την οδό για την κατά χάρη ένωση του Θεού με τον άνθρωπο, και την επαναφορά στο «καθ’ ομοίωση».
Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, «Πνευματικές ομιλίες»:
«Και όπως ακριβώς εκεί στην πλάνη ο τέλειος άνθρωπος ντύθηκε τον παλαιό άνθρωπο και φοράει ένδυμα της βασιλείας του σκότους, ένδυμα βλασφημίας, απιστίας, αφοβίας, ματαιοδοξίας, υπερηφανείας, φιλαργυρίας, επιθυμίας κακής, και άλλα ενδύματα της βασιλείας του σκότους, τα κουρελιασμένα και ακάθαρτα και βρωμερά, έτσι πάλι εδώ όσοι απέβαλαν τον παλαιό και δόλιο άνθρωπο και έβγαλε από πάνω τους ο Χριστός τα ενδύματα της βασιλείας του σκότους, ντύθηκαν τον καινούριο και επουράνιο άνθρωπο τον Ιησού Χριστό [..] τους έντυσε όλους αυτούς ο Κύριος με τα ενδύματα της ανέκφραστης Βασιλείας του φωτός [..] ο Ιησούς Χριστός, φωτίζει τώρα κατά τρόπο μυστικό την ψυχή και βασιλεύει στην ψυχή των αγίων. Και, ενώ είναι κρυμμένος και δεν φαίνεται με τα ανθρώπινα μάτια, βλέπεται πράγματι ο Χριστός μόνο με τα μάτια της ψυχής μέχρι την ημέρα της Αναστάσεως, οπότε και αυτό το σώμα θα καλυφθεί και θα δοξασθεί με το φως του Κυρίου [..]» [6].
Σχόλιο: Ο άγιος μιλάει για παλαιό και νέο άνθρωπο, πράγμα που δείχνει ότι δια της αυτογνωσίας βλέπουμε σε ποια κατάσταση (πτωτική) βρισκόμαστε. Η θεογνωσία πηγάζει από τον ίδιο τον Χριστό (τον ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού), που γίνεται για μας «ένδυμα» του νέου ανθρώπου, και ο οποίος χαρίζει από αυτήν την ζωή το άκτιστο φως της δόξας του στις ψυχές (αν και υπάρχουν αναφορές ότι υπάρχουν επιπτώσεις και στο σώμα των αγίων που πολλές φορές εθεάθη ως πυρ ή φως κατά την διάρκεια της θεώσεως). Στην Ανάσταση, στον μέλλοντα αιώνα, θα γίνει πλήρης αποκάλυψη, όπου θα θεωθεί ολόκληρος ο άνθρωπος, ψυχή και σώμα.
(Στο τρίτο μέρος, θα συνεχίσουμε με αποσπάσματα από τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, τα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα, τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά).
Πηγές
[1] «Κατηχήσεις αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων», Β’ τόμος, Γ. Μαυρομάτης, σελ. 432-433.
[2] Έργα αγίου Ι. Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 14, σελ. 441
[3] Έργα αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΠΕ 5, σελ. 85-89.
[4] Το έργο ελήφθη από την σελίδα της Ο.Ο.Δ.Ε 
[5] Το χωρίο του Μ. Βασιλείου ελήφθη από τον Β’ τόμο πατρολογίας του Στ. Παπαδόπουλου, σελ. 382. Είναι από το έργο «Περί του αγ. Πνεύματος», του ιερού Πατρός.
[6] Φ. ΕΠΕ 7, σελ. 45-47, 2η Πνευματική Ομιλία.

Ταυτίζεται η αυτογνωσία με την θεογνωσία; (Μέρος 3ο και τελευταίο).

Σε αυτό το τρίτο και τελευταίο μέρος, συνεχίζουμε με ενδεικτικές αναφορές ότι η γνώση του Θεού δεν έχει σχέση με την γνώση του κτιστού. Οι αναφορές είναι από τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, τα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα, τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.  

Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «Εις τον Εκκλησιαστή»:
1ο Απόσπασμα:
«Εκείνο το ανώτερο από κάθε έννοια και όνομα αγαθό, είναι αυτό το οποίο η ψυχή, όταν αποκοπεί από το κακό, αναζητεί πάντοτε και επιθυμεί να ενσωματωθεί σ’ αυτό που βρίσκει. Αυτό το αγαθό είναι ανώτερο από κάθε επεξηγηματικό λόγο. Και όποιος επιχειρεί να συλλάβει την έννοιά του λογικά κάνει λάθος και αστοχεί ως προς την έννοια του Θεού. Γιατί αυτό που πιστεύουμε ότι είναι πάνω απ’ όλα, είναι οπωσδήποτε πάνω από την λογική [..]. Εκείνο όμως το αγαθό που διδασκόμαστε να αναζητούμε και να διασφαλίζουμε, και για το οποίο μας δίνεται η συμβουλή να συναπτόμαστε και να μένουμε προσκολλημένοι σ’ αυτό, επειδή είναι ανώτερο από την κτίση, είναι ανώτερο και από την ανθρώπινη αντίληψηΓιατί πως είναι δυνατόν ο νους μας, εφόσον κινείται στα στενά πλαίσια του διαστήματος, να κατανοήσει τον άπειρο Θεό; [..] Για αυτό, όταν ο νους φτάσει στα υπέρλογα, τότε έρχεται η στιγμή της σιωπής. Και κρατάει στα εσώτερα βάθη της ψυχής ανεξήγητο θαυμασμό για εκείνη την απερίγραπτη δύναμη. Γιατί γνωρίζει ότι και οι μεγάλοι Προφήτες ομιλούν για τα έργα του Θεού, όχι όμως και για τον Θεό [..]. Στις συζητήσεις μας περί Θεού, όταν ο λόγος αναφέρεται στην ουσία του Θεού, φθάνει η στιγμή της σιωπής. Όταν όμως γίνεται λόγος για κάποια αγαθή ενέργεια, της οποίας η γνώση φθάνει ακόμη και σε μας, τότε έρχεται η ώρα για να διαλαλούμε τα μεγάλα έργα, να εξαγγέλουμε τα θαυμάσια, να διηγούμαστε τα έργα. Μέχρις εδώ μπορούμε να χρησιμοποιούμε τον λόγο και να μιλάμε, ενώ για τα πιο πέρα να μην επιτρέπουμε στον κτιστό εαυτό μας να υπερβαίνει τα όριά του, αλλά να τον αγαπά, αν γνωρίζει καλά τον εαυτό του [..] Αν ο άνθρωπος αγνοεί τον εαυτό του, πώς να περιγράψει τα πάνω από τον εαυτό του;» [1].
2ο Απόσπασμα:
«[..] ο ανθρώπινος νους, όταν αποξενωθεί από αυτόν τον θολό και άγονο βίο και όταν καθαρισθεί με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, γίνεται φωτεινός και αναμιγνύεται με την αληθινή και ανώτερη καθαρότητα. Τότε φαίνεται και αυτός ως ένα βαθμό μέσα σ’ εκείνη την καθαρότητα. Λούζεται μέσα στις ακτίνες και γίνεται φως σύμφωνα με την επαγγελία του Κυρίου, ο οποίος έδωσε τη μεγάλη υπόσχεση ότι οι δίκαιοι θα λάμψουν όπως λάμπει ο ήλιος [..]. Είτε, λοιπόν, εμείς ανεβούμε ψηλά εγκαταλείποντας το σκοτάδι που υπάρχει γύρω από τη γη, και φθάσουμε εκεί λουσμένοι στο φως, αφού θα έχουμε πλησιάσει το αληθινό φως του Χριστού, είτε το αληθινό φως, το οποίο λάμπει μέσα στο σκοτάδι, κατέβει και μέχρι σε μας, θα γίνουμε και εμείς φως, καθώς λέγει ο Κύριος στους μαθητές, εκτός και αν κάποια κηλίδα της αμαρτίας επικαθίσει και μολύνει την καρδιά και μειώσει την ακτινοβολία του δικού μας φωτός» [2].
Αρεοπαγιτικά Συγγράμματα.
«Περί Θείων ονομάτων»:
«Εμείς πάντως έχοντας συναίσθηση του εαυτού μας γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε ικανοί να εννοήσουμε επαρκώς όσα είναι νοητά από τις θείες αλήθειες ούτε να εκφέρουμε και να εκφράσουμε όσα από τη θεογνωσία είναι ρητά [..] μας παραγγέλλει όμως να μαθαίνουμε συνεχώς όσα μας έχει παραχωρήσει και δωρίσει, και να τα μεταδίδουμε αγαθοεργώς και σε άλλους» [3]
«Περί Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας»:
«Η άπειρη όμως φιλανθρωπία της θεαρχικής αγαθότητος, με τον αγαθοπρεπή τρόπο της, δεν αποποιήθηκε την προσωπική για μας πρόνοια, αλλά, αφού έγινε αληθινά μέτοχος όλων των στοιχείων της φύσεώς μας, πλην της αμαρτίας, κι ενώθηκε με την ταπεινή μας υπόσταση, μαζί με την εντελώς αδιατάρακτη και ακέραιη κατοχή των δικών της στοιχείων, μας χορήγησε σαν ομογενείς πλέον την προς αυτήν κοινωνία και μας ανέδειξε μετόχους του κάλλους της. Κατέλυσε προηγουμένως την σε βάρος μας κυριαρχία των αποστατικών δυνάμεων, όπως λέγει η κρυφή αποκάλυψις, όχι δια δυναμικής επιβολής, αλλά με κρίση και δικαιοσύνη, σύμφωνα με το λόγιο που μας παραδόθηκε μυστικώς, μετασκεύασε την κατάστασή μας ευεργετικά προς την εντελώς αντίστροφη κατεύθυνση. Διότι γέμισε την σκοτεινιά του νου μας με πλούσιο και θείο φως, στόλισε την ομορφιά του με τα θεοειδή κάλλη· απελευθέρωσε το κατοικητήριο της ψυχής σώμα από τα ανόσια πάθη και τους φθοροποιούς μολυσμούς, αφού έσωσε ολοτελώς την ουσία μας που είχε καταπέσει σχεδόν τελείως. Μας έδειξε το δρόμο της υπερκόσμιας αναγωγής και την ένθεη πολιτεία του βίου, για να φθάσουμε κατά το δυνατό σε ιερή εξομοίωση με αυτήν» [4].
«Περί Μυστικής θεολογίας»:
«Πραγματικά ο θείος Μωυσής δεν παίρνει απλώς την εντολή να καθαρθεί πρώτα ο ίδιος κι έπειτα να χωρισθεί από τους ακαθάρτους· αλλά έπειτα από την τελεία κάθαρση ακούει τις πολύφωνες σάλπιγγες, βλέπει πολλά φώτα που στέλλουν αστραφτερές και πολύχυτες ακτίνες. Ύστερα χωρίζεται από τους πολλούς και μαζί με τους έγκριτους ιερείς φθάνει στην κορυφή των θείων αναβάσεων. Κι εν τούτοις εκεί δεν συναντάται με τον ίδιο το Θεόκαι δεν βλέπει αυτόν (διότι αυτός είναι αθέατος), αλλά τον τόπο όπου βρίσκεται αυτός. Τούτο νομίζω ότι σημαίνει ότι τα θεία και κορυφαία από τα οράματα και τα νοήματα είναι σπερματικοί λόγοι των πραγμάτων που είναι υποτεταγμένα στον υπέρτατο όλων, με τους οποίους φανερώνεται η πάνω από κάθε κατάληψη παρουσία των που επιβαίνει στις νοητές κορυφές των αγιότατων τόπων του. Τότε ο Μωυσής αποδεσμεύεται και από τα ορώμενα και από τους ορώντας, και εισδύει μέσα στο γνόφο της αγνωσίας, τον πραγματικά μυστικόν, όπου αποκλείει όλες τις γνωστικές αντιλήψεις και φθάνει στο εντελώς ανέγγιχτο και αόρατο, παραδίδεται ολόκληρος στον επέκεινα όλων, και δεν ανήκει ούτε στον εαυτό του ούτε σε κανένα άλλο· και, κατόπιν της ανενεργεσίας κάθε γνώσεως, ενωμένος σε ανώτερο επίπεδο με τον εντελώς άγνωστο, με το να μη γνωρίζει τίποτε , γνωρίζει πέρα από κάθε νόηση» [5]
Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.
«Κεφάλαια Περί Αγάπης, Α’ Εκατοντάδα»:
«Με την εφαρμογή των εντολών του Χριστού ο νους αποβάλλει τα πάθη, ενώ με την πνευματική θεωρία των ορατών πραγμάτων αποβάλει τις εμπαθείς έννοιες των πραγμάτων· με τη γνώση των ορατών πραγμάτων αποβάλλει τη θεωρία των ορατών, και τέλος τη γνώση αυτή των αοράτων την αποβάλλει με την γνώση της αγίας Τριάδος. Όπως ακριβώς ο ήλιος ανατέλλοντας και φωτίζοντας τον κόσμο, και τον εαυτό του δείχνει και τα πράγματα που φωτίζονται απ’ αυτόν, έτσι και ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ανατέλλοντας μέσα στον καθαρό νου, και τον εαυτό του δείχνει, και τις αιτίες όλων εκείνων που έχουν γίνει απ’ αυτόν και πρόκειται να γίνουν. Δεν γνωρίζουμε τον Θεό από την ουσία του, αλλά από τα μεγαλοπρεπή έργα του και την πρόνοιά του για τα όντα» [6].
«Κεφάλαια Περί Θεολογίας, Α’ Εκατοντάδα»:
«Όποιος πιστεύει φοβάται, κι όποιος φοβάται ταπεινοφρονεί, κι όποιος ταπεινοφρονεί γίνεται πράος κρατώντας μέσα του άπρακτα τα παρά φύση κινήματα του θυμού και της επιθυμίας. Ο πράος φυλάει τις εντολές· όποιος φυλάει τις εντολές γίνεται καθαρός·όποιος γίνει καθαρός φωτίζεται εσωτερικά, κι όποιος φωτιστεί γίνεται άξιος να συγκοιμηθεί με το νυμφίο Λόγο στον κοιτώνα των μυστηρίων» [7].
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, «Κατηχητικός λόγος 14»:
«Τον άνθρωπο λοιπόν αυτόν, στον οποίο κατοίκησε ο Θεός, τον διδάσκει για τα μέλλοντα και παρόντα, όχι με λόγο, αλλά με έργο και πείρα και πράγμα. Διότι, ανοίγοντας τους νεκρούς οφθαλμούς του, του δείχνει ο Θεός όσα θέλει και όσα συμφέρουν σ’ αυτόν, και τον πείθει να μη ερευνά τα άλλα, ούτε να ζητεί ούτε να πολυπραγμονεί γι’ αυτά, επειδή ούτε αυτά που ο Θεός του αποκαλύπτει και του δείχνει μπορεί ποτέ να βλέπει άφοβα. Αλλάσκύβοντας και βλέποντας στο βάθος του πλούτου και της σοφίας και της γνώσεως του Θεού, αμέσως κυριεύεται από ίλιγγο και έκπληξηκατανοώντας τον εαυτό του, ποιος είναι και ποιων πραγμάτων αξιώθηκε να γίνει θεατής» [8].  
Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «Α’ Λόγος Υπέρ των Ιερώς Ησυχαζόντων».
«Εκείνος που θέλει να έχει το κατ’ εικόνα σώο και την αληθογνωσία, περισσότερο από κάθε τι άλλο πρέπει να φροντίζει αυτό (το διορατικό), και να απέχει από την αμαρτία, και τον νόμο των εντολών να μελετά έμπρακτα, και να αποκτήσει κάθε αρετή, και να επιστρέψει προς τον Θεό με προσευχή και αληθινή θεωρία. Γιατί χωρίς καθαρότητα, ακόμη και αν μάθεις τη φυσική φιλοσοφία από τον Αδάμ μέχρι την συντέλεια, θα είσαι όχι λιγότερο μωρός, αν μη και περισσότερο, παρά σοφός· ενώ χωρίς εκείνη, αφού καθαρθείς και απαλλάξεις την ψυχή από τα πονηρά πάθη και δόγματα, θα αποκτήσεις τη σοφία του Θεού, η οποία νικά τον κόσμο, και θα ζήσεις αιώνια μαζί με τον μόνο σοφό Θεό, γεμάτος αγαλλίαση» [9].
Πηγές
[1] «Μυστική Θεολογία», αρχ. Π. Μπρούσαλης, σελ. 205-215
[2] Ως ανωτέρω, σελ. 159-161
[3] Φ. ΕΠΕ 3, σελ. 89-91
[4] Ως ανωτέρω, σελ. 389-391
[5] Ως ανωτέρω, σελ. 481
[6] Έργα αγίου Μάξιμου, Φ. ΕΠΕ 14, σελ. 205-207
[7] Ως ανωτέρω, σελ. 453
[8] Έργα αγίου Συμεών, Φ. ΕΠΕ 19Δ, σελ. 129
[9] Έργα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Φ. ΕΠΕ 2, σελ. 55

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Για τις ανθρωποπαθείς εκφράσεις της Γραφής για το Θείο».

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2014

Πολλές φορές η Αγία Γραφή, και ειδικά η Παλαιά Διαθήκη, έχει γίνει αντικείμενο ειρωνείας, απαξίωσης και υποτίμησης, επειδή περιέχει εκφράσεις για το Θείο που ταιριάζουν σε ανθρώπους μάλλον παρά στον Θεό. Έτσι, μένοντας στον τύπο (που είναι οι λέξεις), χάνουν την ουσία (που είναι το νόημα). Η Εκκλησία που έχει το ερμηνευτικό κλειδί, δια των συγγραμμάτων των αγίων Πατέρων, έχει διασαφήσει τους λόγους που συμβαίνει αυτό, εδώ και αιώνες. Παρακάτω, ακολουθεί απόσπασμα από τα «Αρεοπαγιτικά»συγγράμματα, σχετικά με το θέμα. Μέσα από τους συμβολισμούς, αφενός βοηθείται -ο άνθρωπος που επιθυμεί- στο να συλλάβει -έστω και περιορισμένα- μεγάλες αλήθειες (όχι την ουσία του Θεού όμως), αφετέρου οι συμβολισμοί κρύβουν τις αλήθειες από τα πνευματικά μάτια των αμύητων και των ανθρώπων που δεν θέλουν να νοούν.

 Αρεοπαγιτικά συγγράμματα, απόσπασμα από την Επιστολή 9
 
«Νομίσαμε λοιπόν ότι έπρεπε να αναπτύξουμε και σε αυτόν και σε άλλους, όσο είναι δυνατό, τις παντοειδείς παραστάσεις της συμβολικής ιεροτελεστίας. Διότι με πόσο απίστευτη και πλασματική τερατεία δεν είναι γεμάτα τα εξωτερικά σημεία αυτής της ιεροπλαστίας;
Για παράδειγμα, αυτή η βιβλική ιεροπλαστία κατά μεν την υπερούσια θεογονίαπαρουσιάζει την κοιλιά του Θεού να γεννά σωματικώς τον Θεό [1] και αναγράφει τον Λόγο να εκφέρεται στον αέρα από ανδρική καρδιά [2] και Πνεύμα να εκπνέεται από το στόμα [3]. Μας εξυμνεί σωματοπρεπώς τους θεογονικούς κόλπους που εναγκαλίζονται τον Υιό του Θεού. Διαπλάσσει φυσικώς και προβάλλει δέντρα και βλαστούς και άνθη και ρίζες ή πηγές υδάτων που αναβλύζουν ή φωτογονίες που παράγουν απαυγάσματα ή άλλες αποκαλυπτικές ιερές παραστάσεις υπερούσιων θεολογικών εννοιών. Έπειτα στην περίπτωση των νοητών προνοιών του Θεού ή δωρεών, των εκφάνσεων ή δυνάμεων, των ιδιοτήτων ή στάσεων, των μονών ή προόδων, των διακρίσεων ή ενώσεων, χρησιμοποιεί για τον Θεό ποικίλες μορφές ανθρώπου, θηρίων και άλλων ζώων, φυτών και λίθων, και τον ενδύει με γυναικείες στολές και βαρβαρικές πανοπλίες, του αποδίδει έργα κεραμουργίας και χωνευτήρια, σαν χειρώνακτα τεχνίτη, του στρώνει ίππους και άρματα και θρόνους· του παρασκευάζει συμπόσια με φαγητά, και τον παρουσιάζει πιωμένο και μεθυσμένο, κοιμισμένο και σε κραιπάλη.
Τι θα μπορούσε κανείς να πει για τις οργέςτις λύπεςτους παντοειδείς όρκουςτις μεταμέλειεςτις κατάρεςτους θυμούς, τα πολυειδή και λοξά σοφίσματα για την ματαίωση των υποσχέσεών του; Τι θα μπορούσε κανείς να πει για τη γιγαντομαχία του βιβλίου της Γενέσεων κατά την οποία λέγεται ότι ο Θεός επιβουλεύεται τους δυνατούς εκείνους άνδρες από φόβο, αν και την οικοδομή εκείνη την κατασκεύασαν όχι για να αδικήσουν άλλους, αλλά για την δική τους σωτηρία [4], και για το συμβούλιο εκείνο στους ουρανούς που συγκροτήθηκε για την παραπλάνηση κι εξαπάτηση του Αχαάβ [5]; Τι θα μπορούσε να πει κανείς για τα αισθησιακά και εταιρικά εκείνα πάθη του Άσματος των Ασμάτων [6] και για όλα τα άλλα ιερά σύμβολα, που η παράτολμη θεοεικονογραφία προβάλλει πολυειδώς ως φανερώματα των αποκρύφων, μερίσματα των ενιαίων και αμερίστων, τυπώματα και πολυμορφώματα των αμορφώτων και ατυπώτων και που αν κανείς μπορέσει να δει την μέσα τους κρυμμένη ομορφιά, θα τα βρει όλα μυστικά και θεοειδή, γεμάτα άφθονο θεολογικό φως;
Πραγματικά δεν πρέπει να νομίζουμε ότι οι συμβολικές παραστάσεις διαπλάσσονται αφ’ εαυτών, αλλ’ ότι προβάλλονται από απόρρητη και αθέατη για τους πολλούς επιστήμη, ώστε να μη είναι ευπρόσιτα στους βεβήλους τα πανίερα μυστήρια, παρά ν’ ανακαλύπτονται από τους γνήσιους μόνο εραστές της οσιότητος, διότι μόνο αυτοί μπορούν να αφαιρέσουν όλη την παιδαριώδη φαντασία από τα ιερά σύμβολα κι είναι ικανοί με την απλότητα του νου και την επιτηδειότητα της θεωρητικής δυνάμεως να διαβαίνουν προς την απλή, την υπερφυή, την υπερβατική αλήθεια των συμβόλων.
Κατά τα άλλα πρέπει να καταλάβουμε και τούτο, ότι η θεολογία είναι διττή· από το ένα μέρος απόρρητη και μυστική, από το άλλο φανερή και γνώριμη· από το ένα μέρος συμβολική και τελεστική, από το άλλο φιλοσοφική και αποδεικτική· κι έτσι συμπλέκεται με το ρητό το άρρητο, και το μεν ένα πείθει και σφικτοδένει την αλήθεια των λόγων, το δε άλλο δρα και εδραιώνει με τις αδίδακτες μυσταγωγίες».
(Φ. ΕΠΕ 3, «Αρεοπαγιτικά συγγράμματα, Επιστολή 9», σελ. 539-543).
Σημειώσεις:  
[1] «Μετά σου η αρχή εν ημέρα της δυνάμεως σου εν ταις λαμπρότησιν των αγίων εκ γαστρός προ εωσφόρου εξεγέννησά σε» (Ψαλμός 109:3).
[2] «Εξηρεύξατο η καρδία μου λόγον αγαθόν» (Ψαλμός 44:1).
[3] «Τω λόγω του Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν και τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών» (Ψαλμός 32:6).
[4 α.] «Οι δε γίγαντες ήσαν επί της γης εν ταις ημέραις εκείναις και μετ εκείνο ως αν εισεπορεύοντο οι υιοί του Θεού προς τας θυγατέρας των ανθρωπών και εγέννωσαν εαυτοίς εκείνοι ήσαν οι γίγαντες οι απ αιώνος οι άνθρωποι οι ονομαστοί» (Γένεση 6:4).
[4 β.] «και κατέβη Κύριος ιδείν την πόλιν και τον πύργον ον ωκοδόμησαν οι υιοί των ανθρώπων» (Γένεση 11:5).
[5] Γ’ Βασιλειών (ή Ά Βασιλέων κατά το Μασοριτικό), 22:19.
[6] Άσμα Ασμάτων κεφάλαια 4 και 5

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΕΥΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΣΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2014

Οι άνθρωποι είμαστε πάντοτε ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι μπροστά στην ασθένεια και τω θάνατο των νεώτερων, ιδίως των παιδιών. Ο νους μας μάς λέει ότι τα παιδιά δεν έχουν προλάβει να ζήσουν, να χαρούνε τη ζωή τους. Η καρδιά μας μάς λέει ότι οι γονείς των παιδιών υποφέρουν στην ιδέα του πόνου, της δοκιμασίας, του   αποχωρισμού, της στέρησης των σπλάχνων τους. Και η αγωνία των γονέων τους οδηγεί πολλές φορές στην πίστη, στο αίτημα προς τον Θεό να μην επιτρέψει το τέλος, αλλά να αναστρέψει την πορεία, να δώσει την υγεία στα παιδιά τους. Όντως έργο και στάση ανθρώπινη.
                Αυτό κάνει και ο Ιάειρος, αρχισυνάγωγος στην Καπερναούμ, ο οποίος βλέπει την μονάκριβη θυγατέρα του που ήταν δώδεκα χρόνων, να είναι ετοιμοθάνατη. Δεν ελπίζει στην ανθρώπινη βοήθεια. Μόνο στον Χριστό. Και Εκείνος δεν μένει ασυγκίνητος στον πόνο του πατέρα, όπως δεν έμεινε ασυγκίνητος στον πόνο της μάνας στην Ναΐν που έχασε τον μονάκριβο γιο της. Εκεί η μητέρα δεν μίλησε και δεν ζήτησε τίποτε. Εδώ ο πατέρας πηγαίνει και ζητά από τον Χριστό να επισκεφθεί το σπίτι του. Δεν ζητά από τον Κύριο να θεραπεύσει την κόρη του, αλλά μόνο να τον επισκεφθεί. Έχει εμπιστοσύνη ότι Εκείνος γνωρίζει τι χρειάζεται να κάνει. Και μόνο η παρουσία Του, για τον Ιάειρο, ήταν αρκετή. Στην Ναΐν ο Χριστός συναντά την μάνα, καθώς πορεύεται προς την πόλη για να κηρύξει το μήνυμα της Βασιλείας του Θεού. Εδώ ο Ιάειρος ζητά να δει τον Χριστό, ζητώντας Του ουσιαστικά να διακόψει το κήρυγμα. Στη Ναΐν η μάνα δεν αντιδρά στις κινήσεις του Χριστού. Βλέπει και ζει το θαύμα χωρίς να χρειαστεί να κάνει κάτι. Εδώ ο Ιάειρος θα επιμείνει. Ακόμη και στην είδηση του θανάτου της κόρης του θα ακούσει τον Χριστό να του λέει  να μην φοβάται, μόνο να πιστεύει και η κόρη του θα σωζόταν. Και θα ακολουθήσει τον Κύριο. Και θα γίνει και αυτός μάρτυρας της ανάστασής της, όπως και η μάνα της Ναΐν.
                Βλέπουμε και στις δύο αναστάσεις την αγάπη του Χριστού προς τους γονείς και τα παιδιά. Πόσο συμμερίζεται ο Κύριος τον ανθρώπινο πόνο. Την ίδια στιγμή, ιδιαιτέρως στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου μπορούμε να δούμε πώς ο καθένας φέρεται στη ζωή του και τι είναι γι’ αυτόν πολυτιμότερο.  Κι εκεί μπορούμε να προσπαθήσουμε να διορθώσουμε τον εαυτό μας, ώστε να πορευόμαστε με περισσότερη εμπιστοσύνη στο Θεό, αλλά και να κρίνουμε τον τρόπο που έχουμε οργανώσει τις σχέσεις μας, για να γίνει η δοκιμασία αφορμή για μία νέα ζωή. 
                Ο Ιάειρος έχει μία κόρη, την οποία υπεραγαπά. Από αυτήν αντλεί νόημα. Είναι το πολυτιμότερο πρόσωπο στη ζωή του. Και βλέπει ότι το νόημα αυτό κινδυνεύει να χαθεί.Δεν είναι όμως τα παιδιά για να δίνουν το μοναδικό νόημα στη ζωή μας, γιατί έτσι κινδυνεύουμε και εμείς και εκείνα να αναπτύξουμε μία σχέση που και εμάς θα μας εγκλωβίζει σε μία αγάπη καταπιεστική και υπερπροστατευτική και εκείνα να μην τα επιτρέπει να αναπτύξουν την προσωπικότητά τους, να βρούνε τα βήματα της ελευθερίας τους. Από την όλη εικόνα του Ιάειρου απουσιάζει ουσιαστικά η μητέρα, η σύζυγος του αρχισυναγώγου. Μόνο όταν ο Χριστός εισέρχεται στην οικία, βλέπουμε ο Κύριος να δίνει εντολή να μείνουν στο δωμάτιο του κοριτσιού οι γονείς. Η αναφορά στην μητέρα είναι έμμεση. Θα περίμενε κάποιος η μητέρα να αγωνιά, να κλαίει, να ενδιαφέρεται, όπως η χήρα γυναίκα στη Ναίν. Έτσι πρέπει να γινόταν μάλλον, αλλά το Ευαγγέλιο μας δείχνει ότι κυρίως για τον πατέρα η κόρη του ήταν το σημαντικό. Τόσο που θα του ήταν αδιανόητη η ζωή χωρίς εκείνη. Η δοκιμασία λοιπόν γεννά το ερώτημα: πόσο τα παιδιά συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν την κοινή πορεία των δύο συζύγων στην οικογένεια ή αναπληρώνουν την απουσία νοήματος στη σχέση τους; Και αν συμβαίνει αυτό, τότε μήπως εκείνα δεν έχουν την ελευθερία να αναπτύξουν τον εαυτό τους και να βρούνε το δικό τους δρόμο, το δικό τους νόημα;
                Ο Ιάειρος, στην στιγμή της δοκιμασίας, ελέγχει τον εαυτό του και βρίσκει ότι η μόνη ελπίδα του είναι το πρόσωπο του Χριστού. Ξέρει ότι Εκείνος μπορεί να του δώσει πίσω την μονάκριβη θυγατέρα του. Βλέπουμε ότι ο Χριστός ανταποκρίνεται στο αίτημα και την αγωνία του. Μόνο που μαζί με την ανάσταση του κοριτσιού, επαναφέρει τον Ιάειρο στον δρόμο της αναζήτησης αληθινού νοήματος τόσο στην σχέση του με τους οικείους του, όσο και στη σχέση του με τον Θεό. Η πίστη, λέει ο Χριστός στον αρχισυνάγωγο, είναι η βάση της αγάπης. Δεν αρκεί η έγνοια του γονιού για το παιδί. Η φροντίδα και η αγάπη γι’ αυτό. Η αυταπάρνηση. Πριν από τα δικά μας έργα και τα δικά μας συναισθήματα υπάρχει η σχέση μας με το Θεό. Ο Χριστός οδηγεί τον Ιάειρο να επανεκτιμήσει τις αξίες της ζωής του. Και έτσι, βοηθώντας τον να ξαναβρεί την προτεραιότητα της πίστης του, του προσφέρει την δυνατότητα να δει την επάνοδο της κόρης του στη ζωή όχι ως αφορμή εκ νέου προσκόλλησης σ’ αυτήν, λατρείας της, αλλά ως ευκαιρία επανιεράρχησης του τι προηγείται. Η πίστη στο Θεό, η ισορροπία στη σχέση του με την σύζυγό του και η ευκαιρία να αφήσει το παιδί του να μεγαλώσει με την ελευθερία που είναι απαραίτητη, χωρίς να το ταυτίζει με το νόημα στη δική του ζωή.  
                Ο Χριστός, όταν ανασταίνει το κορίτσι, ζητά από τους γονείς της να της δώσουν να φάει. Χωρίς να αρνείται την χαρά που πλημμυρίζει τις καρδιές των γονέων, τους προτρέπει να της δώσουν την υλική τροφή. Δεν απευθύνεται μόνο στον Ιάειρο, αλλά και στη σύζυγό του. Και τους δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η ανάσταση της κόρης τους θα γίνει αφορμή για να μπορέσει η ίδια να προχωρήσει στη ζωή της. Τώρα που αποκαθίσταται η ισορροπία στη σχέση των γονέων, καλούνται από κοινού και οι δύο να βλέπουν το παιδί όπως είναι: η συμπλήρωση της αγάπης και όχι το μοναδικό που συνδέει τα δύο πρόσωπα. Και την ίδια στιγμή να δούνε ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες του παιδιού τους κάθε στιγμή. Εκείνη την ώρα το κορίτσι χρειαζόταν τροφή. Χρειαζόταν την επιβίωση και όχι το πνίξιμο από μία υπερπροστατευτική αγάπη.  Το θαύμα δεν ήταν μόνο η ανάσταση, αλλά και η αποκατάσταση της ισορροπίας στην οικογένεια. Το παιδί χρειαζόταν δύναμη για να ξεκινήσει μόνο του την δική του πορεία. Είναι ελεύθερη προσωπικότητα και οι γονείς, ιδίως όταν μπαίνει στην εφηβεία, καλούνται να το βοηθήσουν να βρει το δικό του δρόμο, βλέποντας τι αληθινά χρειάζεται εκείνο και όχι τι θα ήθελαν οι γονείς γι’ αυτό.   
                Η ανάσταση της κόρης του Ιάειρου δίνει ένα πολλαπλό μήνυμα αγάπης του Χριστού προς τους ανθρώπους, με ιδιαίτερες προεκτάσεις στους γονείς. Ο Χριστός μας αγάπη και μας καλεί μέσα από τη σχέση μας μαζί Του να βρούμε εκείνα τα λεπτά νήματα που πολλές φορές δένουν τη ζωή μας, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να ιεραρχήσουμε τι προηγείται και τι έπεται. Εμπιστοσύνη στο Χριστό, αγάπη χωρίς αποκλεισμούς, η οποία λειτουργεί στην προοπτική της συμπληρωματικότητας και όχι της υπερπροστασίας και την ίδια στιγμή προσπάθεια να διακρίνουμε τις πραγματικές ανάγκες των άλλων, που δεν μπορεί να ταυτίζονται με τις δικές μας είναι το τρίπτυχο της γνήσιας αγάπης που νοηματοδοτεί τις ανθρώπινες σχέσεις. Και αυτή η αγάπη τελικά μπορεί να μας βοηθήσει να αντέξουμε σε κάθε δοκιμασία, όσο σκληρή κι αν είναι. Διότι ο Χριστός δεν μας ξεχνά και είναι έτοιμος να μας βοηθήσει να βρούμε τον προορισμό μας, που είναι η Ανάσταση δια της αγάπης.
 
Κέρκυρα, 9 Νοεμβρίου 2014     
 
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περιγραφή της παρούσης εκκλησιαστικής καταστάσεως

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2014

Μεγάλου Βασιλείου, Διήγησις τῆς παρούσης τῶν ἐκκλησιῶν καταστάσεως

(από το έργο του «Περί του Αγίου Πνεύματος, προς Αμφιλόχιον Ικονίου»)

Απόδοση στη Νεοεληνική: π. Χερουβείμ Βελέτζας 

Με τι λοιπόν να παρομοιώσουμε την παρούσα κατάσταση; Η οποία είναι όμοια με κάποιο ναυτικό πόλεμο, τον οποίο από παλαιές συγκρούσεις, αφού εξέθρεψαν πολύ θυμό ενάντια ο ένας στον άλλο, συνέστησαν κάποιοι άνδρες ναυμάχοι και πολεμόχαροι. Κοίτα λοιπόν στην εικόνα αυτή τον στόλο και από τις δύο μεριές να αντεπιτίθεται με σφοδρότητα κι έπειτα, αφού η οργή εκραγεί σε αθεράπευτο βαθμό, να διαγωνίζονται πέφτοντας και οι δυο. Βάλε με το νου σου, αν θέλεις, και βίαια θύελλα να συγκλονίζει το ναυτικό, και καταχνιά πέφτοντας συνέχεια από τα νέφη να αμαυρώνει την όραση, ώστε να μη υπάρχει πλέον καμία διάκριση ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς, αφού εξαιτίας της σύγχυσης δεν διακρίνονται τα σύμβολά τους. Ας προσθέσουμε ακόμα για την παραστατικότητα της εικόνας και την θάλασσα φουσκωμένη και στρεφόμενη από τον βυθό προς τα άνω, και καταρρακτώδη βροχή να κατακρημνίζεται από τα νέφη, και τα κύματα να ορθώνονται φοβερά από την τρικυμία· έπειτα τους ανέμους από όλες τις μεριές να συμπίπτουν στο ίδιο σημείο, όλο τον στόλο να συνταράσσεται, και σε κάθε παράταξη άλλους μεν να γίνονται προδότες και να αυτομολούν εξαιτίας της αγωνίας και τους υπόλοιπους να βρίσκονται σε ανάγκη, ταυτόχρονα να ευθυγραμμίζουν τα σκάφη τα οποία παρασύρονται από τον άνεμο, και να αποκρούουν όσους εφορμούν, και να σκοτώνουν ο ένας τον άλλο εξαιτίας της στάσεως, την οποία δημιούργησε ο φθόνος προς εκείνο που υπερέχει και η επιθυμία του καθενός να επιβληθεί. Μη ξεχάσεις σε όλα αυτά τον συμμιγή και άναρθρο ήχο που έχει η εκεί θάλασσα, από τους ανέμους που συρίζουν, και από τον πάταγο των πλοίων, και από το κύμα που αναβράζει, και από τη βοή των πολεμούντων, οι οποίοι από τα χτυπήματα αφήνουν κάθε είδους φωνές· με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εισακουστεί μήτε του ναυάρχου μήτε του κυβερνήτου η φωνή, αλλά υπάρχει φοβερή αταξία και σύγχυση επειδή η υπερβολή των κακών, εξαιτίας της απόγνωσης για ζωή, δίνει κάθε άδεια σε αυτούς να αμαρτάνουν. Πρόσθεσε σε αυτά και κάποια άκαμπτη νόσο δοξομανίας, με αποτέλεσμα ενώ το πλοίο ήδη αγγίζει το βυθό, οι επιβάτες να μη παραιτούνται της μεταξύ τους έριδας για τα πρωτεία. Έλα μου τώρα από την εικόνα σε αυτό το αρχέτυπο του κακού. Δεν φαινόταν πρώτα μεν το Αρειανικό σχίσμα που αποκρίθηκε σε αντίπαλη μοίρα από την Εκκλησία του Θεού, αυτό καθ εαυτό μόνο του να αντικάθηται στην τάξη των πολεμίων; Όταν δε εξαιτίας της μακράς και σκληρής έριδας μάς κατέστησαν αντιπάλους σε ολοφάνερο αγώνα εναντίον μας, τότε ο πόλεμος κατακερματίστηκε σε πολλά μέρη και κατά μύριους τρόπους· με αποτέλεσμα και εξαιτίας της κοινής έχθρας και εξαιτίας της επιμέρους καχυποψίας να υπάρχει σε όλους αδιάλλακτο το μίσος. Και αυτός ο σάλος των εκκλησιών ποιας τρικυμίας θαλάσσιας δεν είναι αγριότερος; κατά τον οποίο (σάλο), κάθε μεν όριο των Πατέρων έχει μετακινηθεί· κάθε δε θεμέλιος λίθος και εάν (υπήρχε) κάποιο οχύρωμα δογμάτων, έχουν διασαλευθεί. Τραντάζονται δε τα πάντα και κατασείονται, αιωρούμενα επάνω στην σαθρή βάση. Και εάν δεν προλάβει να χτυπήσει ο εχθρός, ο διπλανός πλήγωσε. Κι εάν πέσει από χτύπημα, ο σύντροφος έπεσε επάνω του. Τόσο κοινωνούμε μεταξύ μας, όσο από κοινού μισούμε τους εχθρούς. Και όταν παρέλθουν οι εχθροί, βλέπουμε ήδη ο ένας τον άλλο ως εχθροί. Επιπροσθέτως, ποιος θα μπορούσε να απαριθμήσει το πλήθος των ναυαγίων; τα μεν καταποντισμένα από το πλήγμα των εχθρών, άλλα δε από την κρυφή επιβουλή των συμπολεμιστών, άλλα από την απειρία εκείνων που δίνουν κατευθύνσεις· και αλλού μεν διεφθάρησαν αύτανδρες εκκλησίες, αφού προσάραξαν σαν σε υφάλους σε κάποιους αιρετικούς δόλους, άλλοι δε από τους εχθρούς του σωτηρίου Πάθους αφού παρέλαβαν τους οίακες, ναυάγησαν αναφορικά με την πίστη. Και οι συνεπακόλουθες ταραχές των αρχόντων του κόσμου τούτου, χειρότερα από ποια θύελλα και καταιγίδα δεν ανατρέπουν τους λαούς; Διότι κάποια όντως σκυθρωπή και στυγνή σκοτοδίνη διακατέχει τις εκκλησίες, αφού εκτοπίστηκαν οι λαμπτήρες του κόσμου, τους οποίους ο Θεός όρισε να φωτίζουν τους λαούς. Και η υπερβολική μεταξύ τους φιλονικία, καθώς επικρέμαται ήδη ο φόβος της διαλύσεως των πάντων, παραλύει κάθε αίσθηση. Και τούτος ο ιδιάζων πόλεμος είναι δυσμενέστερος του κοινού και δημοσίου, και αποτελεσματικός επειδή η πίστη να επιβληθούν στους αντιπάλους προτάσσεται κοινή σε όλους, οι οποίοι προτιμούν την άμεση ευχαρίστηση της φιλοτιμίας από τους μετέπειτα ευρισκόμενους μισθούς. Γι αυτό λοιπόν όλοι ομοίως, με όποιον τρόπο ο καθένας μπορεί, σηκώνει τα φονικά χέρια ο ένας ενάντια στον άλλο. Και κάποια τραχεία κραυγή έχει γεμίσει σχεδόν όλη την Εκκλησία, και άναρθρη βοή και δυσδιάκριτος ήχος, από τους ακατάπαυστους θορύβους εκείνων που αντιπαραβάλλονται με αντιλογία μεταξύ τους, παρεκτρέποντας με υπερβολές και ελλείψεις το ευθές δόγμα της ευσεβείας. Γιατί οι μεν παραφέρονται σε Ιουδαϊσμό συγχέοντες τα πρόσωπα, οι δε σε Ελληνισμό κάνοντας διάκριση σε φύσεις [1]· και ούτε η θεόπνευστη Γραφή επαρκεί να τους καταπραΰνει, ούτε οι αποστολικές παραδόσεις να επιβραβεύσουν τους αναμεταξύ τους διαλόγους. Αλλά (υπάρχει) ένας όρος φιλίας, για να το πούμε με ηδύ τρόπο: δηλαδή αρκεί και μόνη η πρόφαση της έχθρας προκειμένου να μη συγκλίνουν οι απόψεις. Και για την συμμετοχή σε στάση αποτελεί τεκμήριο κάθε συνωμοσίας η ομοιότητα με το σφάλμα. Και γίνεται Θεολόγος ο καθένας, ακόμα και εκείνος που έχει στιγματίσει την ψυχή του με μύριες κηλίδες. Από εδώ πηγάζει το μεγάλο πλήθος εκείνων που στασιάζουν από κοινού. Γι αυτό λοιπόν αυτοχειροτόνητοι και φίλαρχοι διαμοιράζουν προστασία στις εκκλησίες, παραβλέποντας την οικονομία του Αγίου Πνεύματος. Και αφού ήδη εξαιτίας της ακοσμίας έχει επέλθει σύγχυση των ευαγγελικών θεσμών, επικρατεί ανεκδιήγητος συνωστισμός ποιος θα φανεί πρώτος, από εκείνους που αυτοπροβάλλονται και βιάζονται να οικειοποιηθούν την προστασία ο καθένας για τον εαυτό του. Και από τούτη τη φιλαρχία έχει επέλθει δεινή αναρχία στους λαούς, με αποτέλεσμα να καθίστανται εντελώς ανενεργές και αναποτελεσματικές οι παρακλήσεις των προεστώτων, καθότι εξαιτίας της τύφλωσης της αμάθειας ο καθένας δεν θεωρεί ότι οφείλει περισσότερο να ακούει παρά να άρχει των άλλων. Γι αυτό προέταξα την σιωπή ως αποτελεσματικότερη από τα λόγια, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να εισακουστεί ανθρώπινη φωνή μέσα σε τέτοιο θόρυβο. Εάν λοιπόν είναι αληθινά τα λόγια του Εκκλησιαστή, ότι «λόγοι σοφῶν ἐν ἀναπαύσει ἀκούονται» (Εκκλ. 9.17), πολύ περισσότερο θα έπρεπε να τα αναφέρουμε στην παρούσα κατάσταση. Εμένα με διακατέχει και η ρήση του προφήτη, ότι «ὁ συνιὼν ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ σιωπήσεται͵ διότι ὁ καιρὸς πονηρός ἐστιν» (Αμώς 5.13), κατά τον οποίο (καιρό) τώρα οι μεν υποσκελίζουν τους δε, οι δε πατούν επάνω σε εκείνον που έπεσε, άλλοι δε χειροκροτούν· και δεν βρίσκεται κανείς να επιθυμεί να απλώσει χείρα βοηθείας σε εκείνον που είναι πεσμένος κάτω, παρόλο που κατά τον παλαιό νόμο καταδικάζεται ακόμα και εκείνος που θα αντιπαρέλθει το υποζύγιο του εχθρού που έχει πέσει από το φορτίο του αναβάτη του. Σήμερα όμως δεν εφαρμόζεται αυτό. Γιατι; διότι εκεί που έχει ψυγεί η αγάπη με κάθε τρόπο, έχει μεν εκλείψει η σύμπνοια των αδελφών· αγνοείται δε ακόμα και το όνομα της ομονοίας· έχουν δε απολεσθεί οι νουθεσίες με αγάπη· πουθενά χριστιανική ευσπλαγχνία, πουθενά δάκρυο συμπαθείας. Δεν υπάρχει κανείς να περιθάλψει τον ασθενούντα στην πίστη, αλλά βράζει τόσο μεγάλο μίσος ανάμεσα στους ομόφυλους, ώστε ο καθένας να χαίρεται περισσότερο για τα πτώματα γύρω του παρά για τα δικά του κατορθώματα. Και όπως στις μεταδοτικές ασθένειες πάσχουν εξίσου και εκείνοι που τρέφονται με ακρίβεια, αφού κολλάνε την ασθένεια από τη συναναστροφή τους με τους ασθενείς, έτσι και τώρα γίναμε όλοι όμοιοι μεταξύ μας, συναγωνιζόμενοι στο κακό εξαιτίας της φιλονικίας που έχει κυριεύσει τις ψυχές μας. Εξαιτίας αυτού κάθονται από τη μια οι άτεγκτοι και πικροί εξεταστές εκείνων που αποτυγχάνουν, κι από την άλλοι οι αγνώμονες και δύστροποι κριτές εκείνων που κατορθώνουν κάτι· και τόσο έχει παραγίνει το κακό, ώστε έχουμε γίνει πιο άλογοι και από τα άλογα ζώα· διότι εκείνα μεν που ανήκουν στο ίδιο είδος συναναστρέφονται μεταξύ τους, ενώ σε εμάς ο φοβερότατος πόλεμος στρέφεται εναντίων των οικείων. Για όλους αυτούς τους λόγους θα έπρεπε να σιωπώ, αλλά με ώθησε διαφορετικά η αγάπη, η οποία δεν επιδιώκει το δικό της συμφέρον, και επιθυμεί να υπερνικά κάθε δυσκολία των καιρών και των πραγμάτων. Μάς δίδαξαν εξάλλου και οι παίδες της Βαβυλώνας ότι, ακόμα και εάν δεν υπάρχει κανείς που να συμφωνεί στην ευσέβεια, μόνοι μας να πράττουμε το καθήκον μας· οι οποίοι ανυμνούσαν τον Θεό μέσα στην φλόγα (της καμίνου), δίχως να λογαριάζουν το πλήθος εκείνων που αθετούσαν την αλήθεια, αλλά αρκούμενοι ο ένας στον άλλο, παρόλο που ήταν τρεις. Γιαυτό επομένως δεν μάς κατέστησε νωθρούς το νέφος των εχθρών, αλλά αφού εναποθέσαμε την ελπίδα μας στην βοήθεια του (Αγίου) Πνεύματος, με κάθε παρρησία διακηρύξαμε την αλήθεια. Διαφορετικά θα ήταν ακόμα χειρότερα, εκείνοι μεν που βλασφημούν το (Άγιο) Πνεύμα να διακηρύσσουν με τέτοια ευκολία την αίρεσή τους, κι εμείς που έχουμε τέτοιο σύμμαχο και συνήγορο να τεμπελιάζουμε να διακονήσουμε τον λόγο της Πατερικής διδασκαλίας, ο οποίος διασώθηκε προφορικά μέχρις εμάς. Ακόμη περισσότερο μάς ξεσήκωσε η θέρμη της ανυπόκριτης αγάπης σου, και η σοβαρή και ειλικρινής διάθεσή σου, τα οποία εγγυώνται ότι δεν θα δημοσιοποιήσεις αυτά που λέω· όχι επειδή είναι άξια να κρατηθούν μυστικά, αλλά για να μη ρίπτονται τα μαργαριτάρια στους χοίρους. Και αυτά λοιπόν μέχρις εδώ. Για σένα δε, εάν όσα ειπώθηκαν είναι αρκετά, ας είναι αυτό το τέλος της συζήτησης γι αυτά τα θέματα. Εάν πάλι σού φαίνονται ελλειπή, μη διστάσεις με φιλοπονία να επιμείνεις στο ζήτημα, προσθέτοντας γνώση μέσα από ερωτήσεις δίχως φιλονικεία. Κι εύχομαι να δώσει ο Κύριος ή δι’ εμού ή μέσω άλλων την συμπλήρωση σε όσα λείπουν, σύμφωνα με την γνώση που χορηγεί το (Άγιο) Πνεύμα σε όσους είναι άξιοι μαθητές Του.

______________________ [1] Στμ. Το συγκεκριμένο έργο του Μ. Βασιλείου επιγράφεται Περί Αγίου Πνεύματος, και αναφέρεται διεξοδικά στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Εδώ εννοεί αφ’ ενός την σύγχυση των προσώπων της Αγίας Τριάδος, η οποία οδηγεί σε Ιουδαϊκό μονοθεϊσμό, και αφ’ ετέρου την διαίρεση των τριών προσώπων στο επίπεδο της φύσεως, η οποία οδηγεί σε ειδωλολατρική πολυθεΐα. Επιπλέον, η χρήση του όρου «Έλλην» και «Ελληνικός» στην χριστιανική γραμματεία δεν υποδηλώνει εθνικότητα ή έχθρα, αλλά χρησιμοποιείται αντί του «ειδωλολάτρης» και «ειδωλολατρικός». Αυτή η ευρεία έννοια του όρου οφείλεται α) στην εξάπλωση του Ελληνικού (κατά τον ορισμό των αρχαίων Ελλήνων) πολιτισμού σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου, β) στην ενσωμάτωση όλων των θρησκειών της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε ένα πάνθεον, και γ) στην προφανή διαφορά ανάμεσα στην πολυθεΐα της τότε οικουμένης και τον μονοθεϊσμό της ιουδαϊκής θρησκείας.  

http://xerouveim.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μνήμη αποστόλου και Ευαγγελιστού Ματθαίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2014

Ρωμ. 10.11 – 11.2

Ἀδελφοί, λέγει ἡ γραφή· πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ’ αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται. 12 οὐ γάρ ἐστι διαστολὴ Ἰουδαίου τε καὶ Ἕλληνος· ὁ γὰρ αὐτὸς Κύριος πάντων, πλουτῶν εἰς πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτόν· 13 πᾶς γὰρ ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται. 14 πῶς οὖν ἐπικαλέσονται εἰς ὃν οὐκ ἐπίστευσαν; πῶς δὲ πιστεύσουσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; πῶς δὲ ἀκούσουσι χωρὶς κηρύσσοντος; 15 πῶς δὲ κηρύξουσιν ἐὰν μὴ ἀποσταλῶσι; καθὼς γέγραπται· ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην, τῶν εὐαγγελιζομένων τὰ ἀγαθά! 16 Ἀλλ’ οὐ πάντες ὑπήκουσαν τῷ εὐαγγελίῳ· Ἡσαΐας γὰρ λέγει· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; 17 ἄρα ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ῥήματος Θεοῦ. 18 ἀλλὰ λέγω, μὴ οὐκ ἤκουσαν; μενοῦνγε εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν. 19 ἀλλὰ λέγω, μὴ οὐκ ἔγνω Ἰσραήλ; πρῶτος Μωϋσῆς λέγει· ἐγὼ παραζηλώσω ὑμᾶς ἐπ’ οὐκ ἔθνει, ἐπὶ ἔθνει ἀσυνέτῳ παροργιῶ ὑμᾶς. 20 Ἡσαΐας δὲ ἀποτολμᾷ καὶ λέγει· εὑρέθην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν, ἐμφανὴς ἐγενόμην τοῖς ἐμὲ μὴ ἐπερωτῶσι. 21 πρὸς δὲ τὸν Ἰσραὴλ λέγει· ὅλην τὴν ἡμέραν ἐξεπέτασα τὰς χεῖράς μου πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα. Λέγω οὖν, μὴ ἀπώσατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ; μὴ γένοιτο· καὶ γὰρ ἐγὼ Ἰσραηλίτης εἰμί, ἐκ σπέρματος Ἀβραάμ, φυλῆς Βενιαμίν. 2 οὐκ ἀπώσατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ ὃν προέγνω.

Εορτάζουμε σήμερα την μνήμη του αγίου αποστόλου και ευαγγελιστού Ματθαίου, και το ανάγνωσμα από την προς Ρωμαίους επιστολή μάς ομιλεί για το κήρυγμα των προφητών και των αποστόλων, για την πίστη στον Χριστό και για το άπειρο έλεος του Θεού προς τον άνθρωπο. Λέει λοιπόν ο απόστολος Παύλος ότι ο κάθε άνθρωπος που πιστεύει στον Θεό δεν θα ντροπιαστεί, διότι ο Θεός δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε Ιουδαίο ή Έλληνα (δηλαδή ειδωλολάτρη), γιατί είναι Κύριος όλων των ανθρώπων και επομένως ο καθένας που θα επικαλεστεί τον Κύριο θα σωθεί. Και για να επικαλεστεί κανείς τον Θεό, πρέπει πρώτα να πιστέψει σε αυτόν, και για να πιστέψει πρέπει να ακούσει για τον Θεό, και για να ακούσει πρέπει κάποιος να κηρύξει, και για να κηρύξει πρέπει να έχει αποσταλεί από τον Θεό. Άρα η πίστη πηγάζει από την ακοή, η δε ακοή προέρχεται από το κήρυγμα που εκφράζει τα λόγια του Θεού. Οι προφήτες, επομένως, και οι απόστολοι δεν επιτελούν έργο δικό τους, αλλά μεταφέρον τα λόγια του Θεού και μάλιστα έπειτα από την ρητή εντολή του Θεού. Όλες οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης ξεκινούν με την φράση «τάδε λέγει Κύριος…». Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε ότι προφήτης είναι εκείνος που μιλά τα λόγια που τού έχει υπαγορεύσει απευθείας ο Θεός, τα οποία άλλοτε είναι εντολές, άλλοτε συμβουλές, άλλοτε αποκάλυψη της αληθείας και άλλοτε πρόρρηση των μελλόντων να συμβούν. Με τον ερχομό του Χριστού, ο Θεός αποκαλύπτεται και ομιλεί αυτοπροσώπως στον κόσμο, και γι αυτό πλέον δεν υπάρχουν προφήτες. Στην συνέχεια αποστέλλει τους μαθητές του να μαθητεύσουν πάντα τα έθνη και δίνει στην Εκκλησία το Άγιο Πνεύμα, το οποίο αποκαλύπτει πάσαν την αλήθειαν. Και οι απόστολοι με την σειρά τους και οι διάδοχοι αυτών, οι επίσκοποι, ορίζουν τους διδασκάλους, ώστε να κηρύττουν τα λόγια του Θεού στους ανθρώπους. Αλλά, συνεχίζει ο απόστολος Παύλος, δεν πίστεψαν όλοι και δεν υπήκουσαν στο Ευαγγέλιο. Μήπως δεν άκουσαν; κι όμως, «εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν». Ο λόγος του Θεού διά των προφητών και διά των αποστόλων έγινε γνωστός ακόμα και σε εκείνους που δεν αναζητούσαν τον Θεό, και ο λαός του Θεού πολλές φορές αποδείχθηκε απειθής και αντιλέγων. Μήπως όμως εξαιτίας αυτής της στάσης, ο Θεός απεστράφη τον λαό του; μη γένοιτο. Αντίθετα, έστειλε τον Υιό του τον μονογενή και ομοίως στέλνει την αγάπη του και ανατέλλει τον ήλιο επί δικαίους και αδίκους και δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού αλλά μακροθυμεί και περιμένει μέχρι να επιστρέψει, να μετανοήσει και να ζήσει*. Και ο απόστολος Ματθαίος, του οποίου την μνήμη εορτάζουμε και τιμούμε σήμερα, ήταν ένας αμαρτωλός άνθρωπος, ένας τελώνης, διεφθαρμένος για τα μέτρα της εποχής του. Γνώριζε τον λόγο του Θεού διά των προφητών, ωστόσο παρέμενε απειθής. Γνώρισε και τον Χριστό, και αμέσως υπάκουσε στο κάλεσμά του και από τελώνης έγινε απόστολος, από καταχραστής έγινε ευεργέτης, γιατί πίστεψε στον Χριστό και αποδέχτηκε την κλήση και από απειθής ιουδαίος έγινε διαπρύσιος κήρυκας και ευαγγελιστής. Και ο απόστολος Παύλος από διώκτης έγινε κήρυκας και μάρτυρας. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο Ζακχαίος και η πόρνη και ο ληστής και πολλοί άγιοι όπως ο άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας, η οσία Μαρία η Αιγυπτία και πολλοί από τους νεομάρτυρες που στην νεανική τους ηλικία είχαν αρνηθεί τον Χριστό, ενώ γνώριζαν και δεν υπήκουσαν στο Ευαγγέλιο, η μακροθυμία και η αγάπη του Θεού τούς έδωσε την ευκαιρία να μετανοήσουν και να επιστρέψουν στην όντως ζωή και να λάμψουν ως φωστήρες και να διακριθούν με πολλά χαρίσματα από τον Θεό. Κι εμείς, που ακούμε τον λόγο του Θεού, ας έχουμε πρώτα βεβαία πίστη στον Χριστό και ας τον επικαλούμαστε, κι εκείνος δεν θα μάς αφήσει αβοήθητους. Ας έχουμε επίσης ευήκοα τα ώτα μας στους γνήσιους κήρυκες του λόγου του Θεού, προς εκείνους δηλαδή που μάς διδάσκουν λόγια που οδηγούν στην μετάνοια, στην προσευχή και στον Χριστό, ο οποίος είναι η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Ας μη απελπιζόμαστε, όταν ο λογισμός μάς λέει ότι είμαστε απειθείς ή ανυπάκουοι ή ατελείς, διότι αφ’ ενός μεν ο Θεός μακροθυμεί και δεν παροργίζεται με τις πτώσεις μας, αφ’ ετέρου δε το τέλειο και αδιάπτωτο είναι κατάσταση των αγγέλων και μόνο, ενώ οι πτώσεις και οι αποτυχίες είναι γνώρισμα των ανθρώπων, και μάλιστα των αγωνιστών. Πάντα και για όλους είναι καιρός μετανοίας, είναι καιρός σωτηρίας. Οι άγιοι και οι απόστολοι και οι προφήτες ήταν και εκείνοι άνθρωποι, με τις πτώσεις τους και με τα δικά τους προβλήματα. Η μακροθυμία και η αγάπη του Θεού είναι δώρο προς όλους, και προς εκείνους και προς εμάς. Ας μιμηθούμε την προθυμία τους και την υπακοή τους στο Ευαγγέλιο, ας μιμηθούμε την μετάνοιά τους, και όταν η ζωή μας είναι σύμφωνη με όσα μάς δίδαξε ο Χριστός, η παρουσία μας και μόνο στον κόσμο και η εν γένει συμπεριφορά μας θα αποτελεί ένα έμπρακτο, σιωπηλό κήρυγμα, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου μας: «οὕτως λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5.16). Αμήν.

π. Χ.Β.

____________ * Ιεζεκ. 18.23 : «μὴ θελήσει θελήσω τὸν θάνατον τοῦ ἀνόμου, λέγει Κύριος, ὡς τὸ ἀποστρέψαι αὐτὸν ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς πονηρᾶς καὶ ζῆν αὐτόν;». Βλ. Και Β’ Πέτρου 3.9 : «οὐ βραδύνει ὁ Κύριος τῆς ἐπαγγελίας, ὥς τινες βραδύτητα ἡγοῦνται, ἀλλὰ μακροθυμεῖ εἰς ἡμᾶς, μὴ βουλόμενός τινας ἀπολέσθαι, ἀλλὰ πάντας εἰς μετάνοιαν χωρῆσαι». 

http://xerouveim.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγ. Μακάριος ο Αιγύπτιος: «ἐγὼ οὔπω γέγονα μοναχός»

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2014

῏Ηλθέ ποτε Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος ἀπὸ Σκήτεως εἰς τὸ ὄρος τῆς Νιτρίας͵ εἰς τὴν προσφορὰν τοῦ ἀββᾶ Παμβῶ· καὶ λέγουσιν αὐτῷ οἱ γέροντες· εἰπὲ ῥῆμα τοῖς ἀδελφοῖς͵ πάτερ. ὁ δὲ εἶπεν· ἐγὼ οὔπω γέγονα μοναχός͵ ἀλλ΄ εἶδον μοναχούς· καθημένῳ γάρ μοί ποτε ἐν τῷ κελλίῳ εἰς Σκῆτιν͵ ὤχλησάν μοι οἱ λογισμοὶ λέγοντες· ἄπελθε εἰς τὴν ἔρημον͵ καὶ ἰδὲ τί βλέπεις ἐκεῖ· ἔμεινα δὲ πολεμῶν τῷ λογισμῷ πέντε ἔτη͵ λέγων͵ μήπως ἀπὸ δαιμόνων ἐστίν. καὶ ὡς ἐπέμενεν ὁ λογισμὸς͵ ἀπῆλθον εἰς τὴν ἔρημον· καὶ εὗρον ἐκεῖ λίμνην ὑδάτων͵ καὶ νῆσον ἐν μέσῳ αὐτῆς· καὶ ἦλθον τὰ κτήνη τῆς ἐρήμου πιεῖν ἐξ αὐτῆς· καὶ εἶδον ἐν μέσῳ αὐτῶν δύο ἀνθρώπους γυμνούς· καὶ ἐδειλίασε τὸ σῶμά μου· ἐνόμισα γὰρ ὅτι πνεύματά εἰσιν. αὐτοὶ δέ με ὡς εἶδον δειλιῶντα͵ ἐλάλησαν πρός με· μὴ φοβοῦ· καὶ ἡμεῖς ἄνθρωποί ἐσμεν. καὶ εἶπον αὐτοῖς· πόθεν ἐστέ͵ καὶ πῶς ἤλθετε εἰς τὴν ἔρημον ταύτην; καὶ εἶπον· ἀπὸ κοινοβίου ἐσμέν· καὶ γέγονεν ἡμῖν συμφωνία͵ καὶ ἐξήλθομεν ὧδε· ἰδοὺ τεσσαράκοντα ἔτη. καὶ ὁ μὲν εἷς Αἰγύπτιος͵ ὁ δὲ ἕτερος Λιβυκὸς ὑπάρχει. καὶ ἐπηρώτησάν με καὶ αὐτοὶ λέγοντες· πῶς ὁ κόσμος; καὶ εἰ ἔρχεται τὸ ὕδωρ κατὰ καιρὸν αὐτοῦ͵ καὶ εἰ ἔχει ὁ κόσμος τὴν εὐθηνίαν αὐτοῦ͵ καὶ εἶπον αὐτοῖς· ναί. κἀγὼ αὐτοὺς ἠρώτησα· πῶς δύναμαι γενέσθαι μοναχός; καὶ λέγουσί μοι· ἐὰν μὴ ἀποτάξηταί τις πᾶσι τοῖς τοῦ κόσμου͵ οὐ δύναται γενέσθαι μοναχός. καὶ εἶπον αὐτοῖς· ἐγὼ ἀσθενής εἰμι καὶ οὐ δύναμαι ὡς ὑμεῖς· καὶ εἶπόν μοι καὶ αὐτοί· καὶ ἐὰν οὐ δύνασαι ὡς ἡμεῖς͵ κάθου εἰς τὸ κελλίον σου͵ καὶ κλαῦσον τὰς ἁμαρτίας σου· καὶ ἠρώτησα αὐτούς· ὅταν γίνηται χειμών͵ οὐ ῥιγᾶτε; καὶ ὅταν γίνηται καῦμα͵ οὐ καίεται τὰ σώματα ὑμῶν; οἱ δὲ εἶπον· ὁ Θεὸς ἐποίησεν ἡμῖν τὴν οἰκονομίαν ταύτην· καὶ οὔτε τῷ χειμῶνι ῥιγῶμεν͵ οὔτε τῷ θέρει τὸ καῦμα ἡμᾶς ἀδικεῖ. διὰ τοῦτο εἶπον ὑμῖν͵ ὅτι οὔπω γέγονα μοναχός͵ ἀλλ΄ εἶδον μοναχούς. συγχωρήσατέ μοι͵ ἀδελφοί.

PG 34.237 – 240 

π. Χερουβείμ Βελέτζας 

xerouveim

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περὶ καταθλίψεως καὶ λογισμῶν (Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2014

(Τελευταῖες ἀνησυχίες. Ἐμπιστοσύνη καὶ ἐλπίδα στὸν Θεό. Προσευχὴ καὶ θάρρος.)
Ἔχεις ἀκόμη ἀνησυχίες. Πές μου, ἀπὸ ποῦ θὰ μποροῦσαν νὰ προέρχονται; «Ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ πᾶνε καλά» ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ τὰ ἔχεις ἐπανεξετάσει καὶ τακτοποιήσει- τὴν ἀπόφασή σου τὴν ἔχεις πάρει. Ἀπὸ ποῦ, λοιπόν, προέρχονται αὐτὲς οἱ ἀνησυχίες; Ὅλες εἶναι ἀπὸ τὸν ἐχθρό. Ὅλες. Ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ.

Τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ συμβαίνει; Μήπως σκέφτεσαι νὰ φτιάξεις τὴ ζωή σου μόνη σου, μὲ τὶς δικές σου ἱκανότητες καὶ προσπάθειες; Ἂν πραγματικὰ αὐτὸ σκέφτεσαι, σὲ συμβουλεύω ν’ ἀλλάξεις ἀμέσως γνώμη, ἀλλιῶς δὲν θ’ ἀπαλλαγεῖς ἀπό τη σύγχυση καὶ τὴν ταραχή. Ἐξέτασε πάλι τὸν ἑαυτό σου ἤ θυμήσου ὅ,τι σοῦ ἔχω ὑποδείξει καὶ ὅ,τι ἔχει συμβεῖ μέσα σου σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἀλληλογραφίας μας. Θυμήσου, ἐπίσης, ποιὰ ἦταν ἡ ἔκβαση τῶν προβληματισμῶν σου γιὰ τὴ ζωή. Τέλος, δῶσε στὴν αὐτοεξέτασή σου τέτοια κατεύθυνση, ὥστε νὰ καταλήξει σὲ μιὰ σταθερὴ ἀπόφαση ἀμετάκλητης ἐναποθέσεως τοῦ μέλλοντός σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ, λοιπόν, πάρεις αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, προσευχήσου στὸν Κύριο ὁλόθερμα. «Τὸ μέλλον μου», πές Του, «τὸ ἀφήνω μὲ ἐμπιστοσύνη στὰ χέρια Σου. Ὅπως ξέρεις καὶ ὅπως θέλεις, Κύριε, κατεύθυνε τὴ ζωή μου, μ’ ὅλα τὰ ἀπρόοπτα καὶ μ’ ὅλες τὶς δυσκολίες της. Ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς δὲν θὰ μεριμνῶ καὶ δὲν θ’ ἀνησυχῶ πιὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Μία φροντίδα μόνο θὰ ἔχω, νὰ κάνω πάντα ὅ,τι εἶναι εὐάρεστο σ’ Ἐσένα». Ἔτσι νὰ Τοῦ μιλήσεις, ἀλλὰ καὶ ἔμπρακτα νὰ Τοῦ ἀποδείξεις ὅτι ἔχεις ὁλοκληρωτικὰ ἀφεθεῖ στὰ χέρια Του, ὅτι δὲν ἀνησυχεῖς γιὰ τίποτα, ὅτι ἀποδέχεσαι ἤρεμα καὶ ἀγόγγυστα ὁποιαδήποτε κατάσταση, εὐχάριστη ἤ δυσάρεστη, μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἔχει παραχωρηθεῖ ἀπό τὴ θεία πρόνοια. Μοναδική σου μέριμνα ἂς εἶναι ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ θεοῦ σὲ κάθε περίσταση.
Ὕστερ’ ἀπὸ μία τέτοια ἐσωτερικὴ τοποθέτηση, ὅλες οἱ ἀνησυχίες σου θὰ ἐξανεμιστοῦν. Ἀνησυχεῖς γιὰ τὸν ἑαυτό σου τώρα, καθὼς θέλεις ὅλες οἱ περιστάσεις νὰ συντείνουν στὴν ἐκπλήρωση τοῦ δικοῦ σου σκοποῦ. Καὶ ἐπειδή, φυσικά, ὅλα δὲν γίνονται σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά σου, ταράζεσαι καὶ στενοχωριέσαι – «Αὐτὸ δὲν ἔγινε ἔτσι, ἐκεῖνο δὲν ἔγινε ἀλλιῶς». Ἄν, ὅμως, ἀναθέσεις τὰ πάντα στὸν Κύριο μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ δεχθεῖς πὼς ὅ,τι συμβαίνει προέρχεται ἀπ’ Αὐτὸν γιὰ τὸ καλό σου, τότε δὲν θ’ ἀνησυχεῖς πιὰ καθόλου. Θὰ κοιτᾶς μόνο γύρω σου, γιὰ νὰ δεῖς τί σοῦ στέλνει ὁ Θεός, καὶ θὰ ἐνεργεῖς σύμφωνα μ’ αὐτὸ ποὺ στέλνει. Κάθε κατάσταση μπορεῖ νὰ ὑπαχθεῖ σὲ κάποια θεία ἐντολή. Νὰ ἐνεργεῖς, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴ σχετικὴ ἐντολή, ἐπιδιώκοντας τὴν εὐαρέστηση τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τὴν ἱκανοποίηση τῶν δικῶν σου ἐπιθυμιῶν. Προσπάθησε νὰ καταλάβεις τί λέω καὶ ἀποφάσισε νὰ τὸ ἐφαρμόσεις. Δὲν θὰ τὸ κατορθώσεις, βέβαια, ἀπό τη μία στιγμὴ στὴν ἄλλη. Χρειάζεται ἀγώνας γι’ αὐτό, ἀλλὰ καὶ προσευχή.
Ζητῶ ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ τὴν κατάθλιψη, ποὺ θεωρεῖς ἀφόρητη, ἀλλὰ μόνο ἂν αὐτὸ εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ ἅγιο θέλημά Του καὶ ἀπαραίτητο γιὰ τὴ σωτηρία σου. Θὰ σὲ λυτρώσει, δίχως ἄλλο, στὴν ὥρα ποὺ πρέπει. Ὁπλίσου μὲ πίστη καὶ ὑπομονή. Βλέπουμε πόσο γρήγορα μεταβάλλονται οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς μας. Ὅλα ἀλλάζουν ἀκατάπαυστα. Ἔτσι θ’ ἀλλάξει καὶ ἡ ψυχική σου κατάσταση. Θὰ ἔρθει μία μέρα πού, ἀπαλλαγμένη πιὰ ἀπὸ τὸ πλάκωμα, θ’ ἀναπνέεις ἐλεύθερα καὶ θὰ φτεροκοπᾶς ὅπως ἡ πεταλούδα πάνω ἀπὸ τὰ λουλούδια. Πρέπει μόνο νὰ σηκώσεις μὲ ὑπομονὴ τὴν τωρινὴ δυσκολία γιὰ ὅσον καιρὸ παραχωρήσει ὁ Θεός.
Ὅταν ἡ νοικοκυρὰ βάλει μία πίτα στὸ φοῦρνο, δὲν τὴ βγάζει ὥσπου νὰ βεβαιωθεῖ πὼς εἶναι ψημένη. Ὁ Νοικοκύρης τοῦ σύμπαντος σ’ ἔχει βάλει μέσα σ’ ἕνα φοῦρνο καὶ σὲ κρατάει ἐκεῖ ὥσπου νὰ ψηθεῖς. Κάνε ὑπομονή, λοιπόν, καὶ περίμενε. Δὲν θὰ μείνεις στὸ φοῦρνο οὒτ’ ἕνα λεπτὸ περισσότερο ἀπ’ ὅσο χρειάζεται. Μόλις εἶσαι ἕτοιμη, θὰ σὲ βγάλει ὁ Κύριος ἔξω. Ἄν, ὅμως, μόνη σου πεταχτεῖς ἔξω, θὰ εἶσαι σὰν τὴ μισοψημένη πίτα.
Πρέπει ἐπίσης νὰ σοῦ πῶ, ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν πίστη μας, ὅποιος ὑπομένει ἀγόγγυστα τὶς δυσκολίες, πιστεύοντας ὅτι τὶς παραχωρεῖ ὁ Θεὸς γιὰ τὸ καλό του, εἶναι ἰσότιμος μὲ τοὺς μάρτυρες. Αὐτὸ νὰ τὸ θυμᾶσαι πάντα, γιὰ νὰ παρηγοριέσαι.
Εἶναι ἀδύνατο νὰ ζήσεις χωρὶς συναισθήματα καὶ συγκινήσεις, ἄλλα δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ὑποκύπτεις σ’ αὐτά. Πρέπει νὰ τὰ συγκρατεῖς μὲ τὴ λογικὴ καὶ νὰ τοὺς δίνεις τὴ σωστὴ κατεύθυνση. Εἶσαι εὐαίσθητη καὶ εὐσυγκίνητη. Ἡ καρδιά σου ξεχειλίζει καὶ χύνεται μέσα στὸ κεφάλι σου. Προσπάθησε ν’ ἀποκτήσεις αὐτοκυριαρχία. Σοῦ ἔχω γράψει ἤδη τί νὰ κάνεις: Νὰ σκέφτεσαι προκαταβολικὰ ποῦ βρίσκεται τὸ πιθανὸ ἐρέθισμα γιὰ κάθε συναίσθημα. Καί, ὅταν τὸ ἐντοπίζεις, νὰ εἶσαι σὲ ἐπιφυλακή, γιὰ ν’ ἀντιλαμβάνεσαι ὁποιαδήποτε συναισθηματικὴ ταραχὴ τῆς καρδιᾶς, ἤ νὰ κρατᾶς τὴν καρδιά σου κάτω ἀπὸ τὸν σταθερὸ ἔλεγχο τοῦ νοῦ. Χρειάζεται ν’ ἀσκηθεῖς σ’ αὐτό. Μὲ τὴν ἐξάσκηση εἶναι δυνατὸ ν’ ἀποκτήσεις πλήρη αὐτοκυριαρχία.
Ὅλα πάντως προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ ἂς στρεφόμαστε σ’ Ἐκεῖνον μὲ τὴν προσευχή. Καὶ ὅμως, γράφεις ὅτι δὲν προσεύχεσαι. Τί εἶναι τοῦτο πάλι; Μήπως ἔγινες ἄθεη; Τί πάει νὰ πεῖ δὲν προσεύχεσαι; Μπορεῖ νὰ μὴ λὲς τὶς τυπικὲς προσευχές, ἀλλὰ ν’ ἀπευθύνεσαι στὸν Θεὸ μὲ δικά σου λόγια καὶ νὰ Τοῦ ζητᾶς βοήθεια. Κοίτα, Κύριε, τί συμβαίνει μ’ ἐμένα. Ἐτοῦτο κι ἐκεῖνο… Δὲν μπορῶ νὰ τὰ βγάλω πέρα μόνη μου. Βοήθησέ με, πολυεύσπλαχνε!. Νὰ Τοῦ μιλᾶς γιὰ κάθε σου ἀνάγκη, ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ μικρή, καὶ νὰ Τὸν παρακαλᾶς γιὰ διαρκῆ ἐνίσχυση. Αὐτὴ ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ πιὸ γνήσια.
Γιατί ἀκοῦς ἐκεῖνον ποὺ σὲ ἀποτρέπει ἀπὸ τὴν προσευχή; Δὲν καταλαβαίνεις ὅτι κι αὐτὸ εἶναι δουλειὰ τοῦ ἐχθροῦ; Ναί, ἀναμφίβολα εἶναι. Ψιθυρίζει στὸ αὐτί σου: «Μὴν προσεύχεσαι!» Καὶ μερικὲς φορές, ἀφοῦ κυριαρχήσει σ’ ὁλόκληρο τὸ σῶμα σου, σὲ ρίχνει στὸ κρεβάτι καὶ σὲ ἀποκοιμίζει. Δικά του τεχνάσματα εἶναι ὅλα τοῦτα. Μὰ ἐνῶ ὁ πονηρὸς κάνει τὴ δουλειά του, πασχίζοντας νὰ σὲ ἀποσπάσει ἀπὸ τὸ καλό σου ἔργο, πρέπει κι ἐσὺ νὰ κάνεις τὴ δική σου δουλειά, ἐπιμένοντας σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο ὥς τὸ τέλος. 
Ὁπλίσου, ὅπως τόσες φορὲς σοῦ ἔχω πεῖ, μὲ θάρρος καὶ μὴν ἀκοῦς τὸν ἐχθρό. Καμιὰ προσοχὴ μὴ δίνεις στοὺς ψιθυρισμούς του. Καὶ ἐπιπλέον, θύμωσε! Θυμώνοντας ἐναντίον του, εἶναι σὰν νὰ τὸν χτυπᾶς κατάστηθα. Ἀμέσως γίνεται καπνός.
Σοῦ εὔχομαι μ’ ὅλη μου τὴν καρδιὰ νὰ βρεῖς τελικὰ τὴν εἰρήνη.
Ὁ Θεὸς βοηθός!

theomitoros

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ζωή μας: Δρόμος πτώσεων και αναστάσεων

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2014

Όλοι οι άνθρωποι, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, διακατεχόμαστε από πάθη. Μερικά πάθη είναι φανερά και άλλα κρυφά. Συνήθως κατακρίνονται πολύ αυστηρά οι άνθρωποι που πέφτουν σε κάποιο φανερό πάθος ενώ μπορεί το κρυφό πάθος των κατηγόρων τους να είναι μεγαλύτερο.
Γι’ αυτό «μη κρίνουμε κατ’ όψιν», μην κρίνουμε δηλαδή τους άλλους απ’ αυτό που φαίνονται. Διότι μπορεί κάποιος να πράττει κάποια αμαρτία φανερά αλλά να έχει μετάνοια κρυφή, αλλά και το αντίθετο, μπορεί κάποιος να φαίνεται ευσεβής και ηθικός ενώ στα κρυφά να πέφτει σε μεγάλα αμαρτήματα.

Δεν πρέπει να ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε το πάθος, διότι δεν ντρεπόμασταν όταν το κάναμε.Ο διάβολος έχει διαστρέψει μέσα μας ακόμα και την ντροπή. Δηλαδή, ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε την αμαρτία μας αλλά δεν ντρεπόμαστε να την κάνουμε και να την ξανακάνουμε.
Καλύτερα λοιπόν να χρησιμοποιούμε την ντροπή ώστε να αποφεύγουμε κάποια αμαρτία και όχι να ντρεπόμαστε αφού πέσουμε στην αμαρτία. 
Το να ζητήσεις βοήθεια όχι μόνο δεν είναι κακό αλλά αντιθέτως είναι και θεάρεστο. Γι’ αυτό λέγει και η Εκκλησία «Ουαί το ενί…» δηλαδή αλλοίμονο σε αυτόν που μένει μόνος του, κλεισμένος στον εαυτό του και δεν συμβουλεύεται κανέναν. 
Σε μερικά πάθη οι άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια για να απεξαρτοποιηθούν, όπως π.χ. ο αλκοολισμός ή ο εθισμός σε ναρκωτικές ουσίες. Όμως σε όλες αυτές τις καταστάσεις εκτός από την επιστημονική-ιατρική βοήθεια που καλό θα ήταν να επιζητούν τα συγκεκριμένα πάσχοντα άτομα χρειάζεται και πολύ προσευχή. 
Η βοήθεια που μπορούν να μας παρέχουν οι άνθρωποι είναι επιθυμητή όμως η βοήθεια μας παρέχει η Χάρις του Θεού είναι σωτηριώδης.
Τα πάθη, είτε μικρά είτε μεγάλα, είτε φανερά, είτε κρυφά, είναι πληγές στην ψυχοσωματική ύπαρξη του κάθε ανθρώπου. Η Εκκλησία είναι το πνευματικό νοσοκομείο που θα διαγνώσει, θα περιποιηθεί και θα γιατρέψει αυτές τις πληγές που αρρωσταίνουν όχι μόνο την ψυχή αλλά και το σώμα. 
Η συνειδητοποίηση του προβλήματος, του πάθους, της κακιάς συνήθειας, της εγωκεντρικής στάσης μας, είναι η αρχή του αγώνος μας για την θεραπεία μας. Και επειδή “η αρχή είναι το ήμισυ του παντός” θα πρέπει όλοι μας να έχουμε την διάθεση για διόρθωση, να έχουμε διάθεση να δούμε ειλικρινά την ζωή μας και τα λάθη μας και να προσπαθήσουμε με φιλότιμο και αυταπάρνηση να τα μεταμορφώσουμε από πάθη σε αρετές.
Όλα τα πάθη είναι βλαβερά, όμως ειδικά τα πάθη που επηρεάζουν και τους γύρω μας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται άμεσα και αποτελεσματικά, διότι όχι μόνο κάνουν κακό στον εαυτό μας αλλά έχουν και βλαβερό αντίκτυπο και στους συνανθρώπους μας.
Ο άνθρωπος ναι μεν έχει κληρονομήσει (λόγω την πτώσης των πρωτοπλάστων) την ροπή προς την αμαρτία από την άλλη όμως η ψυχή μας έχει «σημαινομένας πνευματικάς διαθέσεις» δηλαδή η ψυχή μας έχει την τάση προς τα πνευματικά.
Και αυτό το λέγω διότι δεν μπορούμε από την μια να δικαιολογούμε την πτώση μας στην αμαρτία λέγοντας «είναι ανθρώπινο να πέσεις…» διότι το ίδιο θα πρέπει να λέμε και για την προκοπή στην αρετή. Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να πέφτει στην αμαρτία αλλά για να οδηγηθεί δια των ελεύθερων επιλογών του (κατ’ εικόνα) στην Σωτηρία, δηλαδή στην ολοκλήρωσή του (καθ’ ομοίωσιν).
Η επίγεια ζωή μας δεν είναι μόνο ήλιος ή βροχή, δεν είναι μόνο άσπρο ή μαύρο, αλλά ένας διαρκείς αγώνας μέσα σε χειμώνες και καλοκαίρια μέσα σε πτώσεις και αναστάσεις.
Η χριστιανική ζωή δεν είναι εύκολη. Η ζωή προς την εν Χριστώ τελείωση δεν είναι εύκολη. Όμως εάν συνειδητοποιήσεις ότι στο τέλος θα σου χαριστεί το δώρο της Αιωνιότητος, τότε καταλαβαίνεις ότι όλα τα «δύσκολα» που σου ζητήθηκαν ήταν μηδαμινά μπροστά σε αυτά που θα πάρεις…συνειδητοποιείς ότι θυσίες που κάνεις είναι για το συμφέρον σου αλλά συγχρόνως και τα ελάχιστα που μπορείς να προσφέρεις στον Κύριο σαν αντίδωρο, στο δώρο της Βασιλείας Του.
Καθώς μία ημέρα φεύγει και ο ήλιος δύει και χάνεται, κανείς μας δεν θεωρεί ότι ο ήλιος χάθηκε για πάντα, έχουμε στο μυαλό μας ότι θα ξανάρθει σε λίγε ώρες. Έτσι λοιπόν θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε και τις κακές μας στιγμές σ’ αυτήν την ζωή.
Πάντοτε να ελπίζουμε και ποτέ να μην θεωρούμε ότι χάθηκαν τα πάντα από μία πτώση μας ή γενικότερα από κάτι “κακό” που συνέβει στην ζωή μας. 
Να έχουμε το νού μας ότι σε λίγο θα ανατείλει το ζωογόνο φώς της προσωπικής μας ανάστασης…αρκεί να κοιτούμε προς την ανατολή της ζωής μας, αρκεί να επιζητούμε το Φως.
αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος 
http://imverias.blogspot.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η θλίψη ως ευλογία.

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2014

Τελικά, η θλίψη μπορεί να γίνει ευλογία, ο πόνος ευκαιρία αναθεώρησης της ζωής, οι δοκιμασίες δυνατότητα ωρίμανσης. Αν όμως ο άνθρωπος τα αποδεκτεί, όχι μοιρολατρικά και μίζερα, αλλά με ταπείνωση, συντριβή καρδίας, υπακοή στο θέλημα του Θεού και εμπιστοσύνη ότι το σχέδιο Του είναι το καλύτερο για μας.

Είναι αλήθεια ότι «κανένας δεν πήγε στον ουρανό με άνεση» (Μ. Αντώνιος). Η πραγματικότητα της ζωής μάς βεβαιώνει ότι «στον κόσμο αυτό θα έχουμε θλίψεις» (Ιησούς Χριστός). Όπως είναι αλήθεια και το ότι «αυτόν που αγαπά ο Θεός, τον παιδαγωγεί» (Απ. Παύλος). Όμως δεν μπορούν όλοι να τα εννοήσουν. Χρειάζεται η προϋπόθεση της ταπείνωσης και της εμπιστοσύνης, κυρίως όταν ο Θεός σιωπά και φαίνεται πως δεν υπάρχει.
Το να συνεχίζεις να Τον εμπιστεύεσαι όταν Εκείνος σιωπά, δείχνει ότι έχεις σχέση μαζί Του. Τότε η υπομονή στις δοκιμασίες, όταν κυρίως είναι μεγάλες και μακροχρόνιες, δημιουργεί μια παρρησία, ένα καλώς νοούμενο θάρρος απέναντί Του. Γίνεσαι «συμπολίτης των αγίων και οικείος του Θεού» (Εβρ. 2, 19). Δεν είναι ο Θεός ξένος και άγνωστος. Είναι «ο Κύριος και Θεός σου», ο φίλος και αδελφός σου.
Όποιος έζησε τα χίλια σκοτάδια του, μπορεί να δει Φως Χριστού στην καρδιά του.
Όποιος κατέβηκε στον Άδη της ύπαρξής του, μπορεί να χαρεί το άρπαγμα που θα του κάνει ο Αναστάς Κύριός του.
Όποιος δοκιμάστηκε «ως χρυσός εν χωνευτηρίω», αποδεικνύεται άξιος του Σταυρωθέντος και Αναστάντος Χριστού.
Τότε βαδίζει την «τεθλιμένην του βίου οδόν» με τη χαρά της παρουσίας Του και τη βέβαιη ελπίδα ότι αιώνια θα ζει μαζί Του στην ουράνια Βασιλεία Του.
π. Ανδρέας Αγαθοκλέους
imverias

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2014

Πιστεύουμε σε ένα Θεό, που είναι τέλειος και όχι ατε­λής. Η μία θεία ουσία είναι απλή και όχι σύνθετη. Γι’ αυτό και όταν λέμε πως πιστεύουμε σε Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα, δεν εννοούμε τρεις θεούς, αλλά Ένα: Μία Ουσία σε τρεις Υποστάσεις.
Ο Πατέρας είναι η μοναδική αιτία και η μοναδική πη­γή, από την οποία πηγάζει η θεία ύπαρξη του Υιού διά της προαιώνιου γεννήσεως, και του Αγίου Πνεύματος διά της προαιώνιου εκπορεύσεως. Τα τρία πρόσωπα της μιας Θεότη­τας αλληλοϋπάρχουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως συγχέον­ται· «Εγώ εν τω πατρί και ο Πατήρ εν εμοί» (Ιω. ιδ’ 10-11). Αυτό το «εγώ», σε αντιπαραβολή με το «ο Πατήρ», δηλώνει πως πρόκειται για δύο πρόσωπα, όχι για ένα. Το ίδιο και η δήλωση του Ιωάννη: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν… Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν… Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιω. α’ 1.14).
Ιδιαίτερο πρόσωπο είναι επίσης και το Άγιο Πνεύμα. Η λέξη «πνεύμα» έχει στη Γραφή πολλές έννοιες· σημαίνει βέβαια και τη δύναμη του Θεού (Κριταί ια’ 29. ιδ’ 6), αλλά και ο ίδιος ο Κύριος ονομάζεται δύναμη (Ματθ. κστ’ 64). Υπάρχουν ακόμη εδάφια που διακρίνουν το Άγιο Πνεύμα από τη δύναμη του Θεού (Mιx. γ’ 8. Πράξ. ι’ 38. Ρωμ. ιε’ 13. Α’ Κορ. β’ 4. Β’ Κορ. στ’ 6-7. Α’ Θεσ. α’ 5).
Οι Θείες Υποστάσεις διακρίνονται με το διαφορετικό τρόπο που μεταδίδεται σ’ Αυτές η κοινή Θεία ουσία από τη μία «πηγή» (γέννηση-εκπόρευση). Όμως γίνεται διάκριση μεταξύ της προαιώνιας εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα και της αποστολής του για χάρη της σωτη­ρίας του ανθρώπου μέσα στην ιστορία (θεία οικονομία). Έ­τσι το Πνεύμα το Άγιο εκπορεύεται, δηλαδή έχει την αιτία της αϊδίου υπάρξεώς Του από τον Πατέρα και στέλλεται σε μάς διά του Υιού, προκειμένου να τελειώσει το έργο του Υιού (Ιω. ιδ’ 26. ιε’ 26).
Θα ήταν βλάσφημο να πούμε πως το Άγιο Πνεύμα δεν συνδέεται άμεσα με τον Πατέρα, τη μόνη πηγή της Θεότητος. Το ίδιο άτοπο θα ήταν να πούμε πως με την αποστολή του Αγίου Πνεύματος δεν συμμετέχουν στο έργο της σωτηρίας ο Πατήρ και ο Υιός. Αντίθετα πιστεύουμε πως για τη σωτη­ρία του κόσμου αποστέλλεται το Άγιο Πνεύμα εκ του Πα­τρός διά του Υιού. Όπως η δημιουργία έγινε εκ του Πατρός διά του Υιού εν Αγίω Πνεύματι, έτσι και η αναδημιουργία, δηλαδή η σωτηρία του κόσμου συντελείται με τη συμμετοχή και των τριών Θείων Προσώπων.
Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων 
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας, Δρ. Φιλοσοφίας

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2014

 Στην Aγία Γραφή γίνεται συχνά λόγος για τους αγγέλους. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εμφανίστηκε στον Αβραάμ, στον Λωτ, στον πατριάρχη Ιακώβ όταν τον γλίτωσε από τον αδερφό του Ησαυ, οδήγησε τους Ισραηλίτες εκτός της Αιγύπτου, εμφανίστηκε στον Ιησού του Ναυή, αλλά και στις Χωναίς της Φρυγίας Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ εμφανίστηκε πολλές φορές στον Προφήτη Δανιήλ , στη γυναίκα του Μανωε να της πει οτι θα γεννήσει τον Σαμψών, στον Ιωακείμ και την Αννα οτι θα γεννήσουν τη Θεοτοκο, στον Ζαχαρία οτι η γυναικα του θα γεννήσει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Επίσης έτρεφε την Παναγία επι δώδεκα χρόνια στο Ναό, έφερε το μήνυμα του Ευαγγελισμού στη Θεοτόκο, φάνηκε στον Ιωσήφ για να του πει να μην φοβάται, αλλά να παραλάβει τη Μαριάμ επειδη το παιδι που θα γεννηθει θα ειναι εκ πνευματος Αγιου, αλλα και για να φυγουν προς την Αίγυπτο και να γυρίσουν απο την Αίγυπτο στη γη του Ισραήλ. Ακόμη αποκυλήσε το λίθο από την πόρτα του ταφου του Κυρίου και ανήγγειλε την Ανάσταση του Κυρίου στις μυροφόρες. Πολλές είναι οι εορτές που ειναι αφιερωμένες στους Αγγέλους. -η Δευτέρα ημέρα της εβδομάδας είναι αφιερωμένη στα τάγματα των Ουρανίων Δυνάμεων -Συναξη του Αρχαγγελου Γαβριηλ στις 26 μαρτιου -Σύναξη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ «εν τω Αδειν» στις 11 Ιουνίου στη σκήτη του Πρωτάτου που βρίσκεται στις Καρυές της Ιεράς μονής Παντοκράτορος υπάρχει λάκκος που έχει διάφορα κελλιά. Σε ένα απο αυτα το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Παναγία κατοικούσε ιερομόναχος με τον υποτακτικό του. Ενα Σάββατο βράδυ που ο γέροντας ήταν στο Πρωτάτο και ο υποτακτικός ετοιμαζόταν να αναγνώσει την ακολουθία του, ήρθε στο κελλί του ένας ξένος και ζήτησε να φιλοξενηθεί. Εψαλλαν μαζί την ακολουθία, όταν όμως εφτασαν στην Τιμιωτέρα ο μοναχός έψαλλε μόνο «την Τιμιωτέρα των Χερουβείμ», ο ξένος μοναχός όμως έψαλλε « Αξιον εστί ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον την αειμακάριστον και παναμώμητον και Μητέρα του Θεού ημών» και στη συνέχεια πρόσθεσε και το «την Τιμιωτέραν…» έως τέλους. Ο Αγιορείτης μοναχός θαύμασε τον ύμνο και ζήτησε από τον ξένο να του τον γράψει . επειδή δεν είχε χαρτί και μολύβι ο ξένος χάραξε τον ύμνο με το δαχτυλό του σε μάρμαρο και αμέσως εξαφανίστηκε. Η μαρμάρινη πλάκα απεστάλει στην Κωνσταντινούπολη και απο την εποχή εκείνη ο Αρχαγγελικός αυτός ύμνος ψάλλεται απο όλους τους Ορθοδόξους. Η εικόνα στην οποία εψάλλει ο ύμνος ονομάζεται Αξιον Εστι και φυλάσσεται στο Πρωτάτο, στον κεντρικό ναό των Καρυών του Αγίου Ορους. Ο ύμνος έχει ως εξής: « Αξιον εστίν ως αληθώς, μακαριζείν σε την Θεοτοκόν, την αειμακάριστον και παναμώμητον, την Μητέρα του Θεού ημών. Την Τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν την όντως Θεοτόκον σε μεγαλύνομεν». – Το θαύμα του Αρχαγγελου Μιχαήλ στους Κολοσσούς της Φρυγίας, το εν Χωναις στις 6 Σεπτεμβρίου Στην περιοχή των Κολοσσών είχε αναβλύσει πηγή με αγιασμένο νερό που θεράπευε κάθε αρρώστια. Εκεί χτίστηκε ναός στο όνομα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Οι ειδωλολάτρες στράφηκαν εναντίον του ιερέα του ναού, τον προστάτευσε όμως ο Αρχάγγελος και σωθηκε. Οι ειδωλολάτρες δοκίμασαν τότε να εκτρέψουν το ρού ενός ποταμού για να πνίξουν τον ιερέα και να καταστρέψουν το ναό. Τότε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ επενέβη και με τη ρομφαία του έσκισε στα δύο τη γη και τα νερά χωνεύθηκαν μέσα. Εως σήμερα τα νερά των ποταμών χωνεύονται. Γι αυτό και το μερος ονομάστηκε Χωναι. 

Σύναξη Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ στις 8 Νοεμβρίου.
Την ημέρα αυτή ειίαι και η εορτή της Πολεμικής μας Αεροπορίας. Πλήθος διηγήσεων της προστατευτικής δράσης Αρχαγγέλων και ιδιαίτερα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ διασώζονται σε διάφορες περιοχές. Κοντά στο Αίγιο υπάρχει η Μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Καύχημα της Μονής είναι τα «Αχραντα Πάθη» που έχουν θαυματουργικές ιδιότητες. Στη Μυτιλήνη στο χωριό Μανταμάδες υπάρχει το μοναστήρι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ η Ταξιάρχου. Εκει φυλάσσεται μια ανάγλυφη εικόνα του Αρχαγγέλου, η οποία έχει πλαστεί απο λάσπη , που έγινε απο χώμα και απο το αίμα των μοναχών μαρτύρων, οι οποίοι σφαγιάσθηκαν στην περιοχή κατά την τουρκοκρατία. Τον Αρχάγγελο έπλασε ο μοναδικός μοναχός που επέζησε απο τη σφαγή. Είναι απο τα μεγαλύτερα πανελλήνια προσκηνύματα που διαρκώς θαυματουργεί. Στην είσοδο της μονής βρίσκεται και η ολόσωμη εικόνα του Αρχαγγέλου, η οποία ενώ ειίαι τοιχογραφία , θαυματουργίκα είχε εξαφανιστεί κατά τις ημέρες της εθνικής κρίσης στην Κύπρο το 1963 και εμφανίστηκε ξανά με τη λήξη των γεγονότων. Στη Λέσβο επίσης υπάρχει και ολόκληρο χωριό αφιερωμένο στον Αρχάγγελο Μιχαήλ, το χωριό Ταξιάρχης, όπου και η φερώνυμη εκκλησία, στην οποία μπορεί να δει κανείς το αποτύπωμα στο μαρμάρινο δάπεδο της εκκλησίας, ανάμνηση του θαύματος που συνέβη εκεί παλαιότερα. Οταν ο Αρχάγγελος με τη θαυματουργική παρουσία του διέσωσε μια μοναχή την οποία καταδίωκαν οι Τούρκοι. Τον Ταξιάρχη ακόμη τιμούν με μεγάλη ευλάβεια στη Σύμη της Δωδεκανήσου, όπου και το μοναστήρι του Πανορμίτη, όπως ετσι τον ονομάζουν εκεί. Πολλά θαύματα αποδίδονται και εκει στον Αρχάγγελο. Με τους Αρχαγγέλους και την προστασία τους συνδεέται ιδιαίτερα η Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Ορους.
Η ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΤΑΓΜΑΤΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ
Τηρώντας την αρχαία παράδοση, η Εκκλησία τελεί την εορτή της συναξεως των αρχιστρατήγων Μιχαηλ και Γαβριηλ και όλων των επουρανίων δυνάμεων στις 8 Νοεμβριου σε ανάμνηση της αποστασίας του σατανά. Οταν ο αρχάγγελος Μιχαηλ είδε το σατανά πεσόντα, κάλεσε τις ουράνιες δυνάμεις. Αναφώνησε «πρόσχωμεν» και ύμνησε με τους υπολοίπους αγγελους το Θεό. Αυτή η συγκρότηση ονομάστηκε συναξη των ασωμάτων, δηλαδη προσοχή ένωση και ομόνοια των αγαθών Αγγέλων. Ενα μέρος απο τους αγαθούς Αγγέλους έχοντας ως επικεφαλής τους τον εωσφόρο εξαιτίας της υπερηφάνειας και του εγωισμού ήρθαν εναντίον του Θεού. Ετσι εξέπεσαν απο την αγαθότητα και μεταβλήθηκαν σε πονηρά πνεύματα τους δαιμονες. Αντιστρατεύονται το θέλημα του Θεού και υποβάλλοντας τους ανθρώπους σε διαφόρους πειρασμούς προσπαθούν να τους απομακρύνουν απο τη σωτηρία και από τον Θεό. Ο Αγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει: « κάθε κακία επινοήθηκε απο αυτούς όπως και τα ακάθαρτα πάθη. Και τους δώθηκε η παραχώρηση να προσβάλλουν τον άνθρωπο, δεν μπορούν όμως να εξαναγκάσουν κανέναν. Σε μας υπάρχει η δυνατότητα να δεχτούμε η να μην δεχτούμε την προσβολή». Κατά τον Προκλό Κωνσταντινουπόλεως, το ονόμα Μιχαήλ ερμηνεύεται ως «Δύναμις Θεού» και Γαβριήλ σημαίνει «άνθρωπος Θεού». Για το λόγο αυτό και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ υπηρέτησε με μοναδικό τρόπο την ενσάρκωση του Θεανθρώπου. Οι Αγγελοι είναι δημιουργήματα του Θεού «γιατί τα πάντα δι’ αυτού ήρθαν στην ύπαρξη όσα στον ουρανό και όσα στη γη, τα ορατά και τα αόρατα, θρόνοι και κυριότητες, αρχές και εξουσίες» προς Κολοσσαείς 1,16. Σε σχέση με τους ανθρώπους είναι ανώτεροι στη γνώση, απαλλαγμένοι απο τα πάθη, αυλοι και ασώματοι, όχι ομως απολύτως γιατι παντογνώστης, απαθής, αυλος, ασώματος, πανταχού παρών είναι μόνον ο Θεός. Ειναι δεύτερα φώτα νοερά, τα οποία λαμβάνουν το φωτισμό τους απο το πρώτο και άναρχο φως, το Θεό. Στο χριστιανισμό ειναι πνευματοϋλικές υπάρξεις λεπτόσωμες και επιτέλουν το έργο της δόξας και του ύμνου του Θεού. Συχνά προς ωφέλεια των ανθρώπων έρχονται σε επαφη με αυτούς. Στην παράδοση μας εχει σχηματιστεί η εικόνα της ύπαρξης των Αγγέλων ως νεάνιες με φτερά αλλα και ιεροπρέπεια, με τη μορφή ενος επουρανίου στρατεύματος. Χωρίζονται και κατατάσσονται σε τάγματα με ξεχωριστά ονάματα. Τα εννεα αγγελικα ταγματα ειναι: Αγγελοι, Αρχαγγελοι, Αρχες, Εξουσιες, Δυναμεις, Θρονοι, Κυριοτητες, Χερουβειμ, Σεραφειμ. Γνωστοτεροι απο αυτους ειναι οι Αρχιστρατηγοι Αρχαγγελοι, Μιχαηλ και Γαβριηλ. Τους Αρχιστρατηγους Μιχαηλ και Γαβριηλ τους αποκαλουμε και Ταξιαρχες και την εορτη τους των Ταξιαρχων. 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΦΛΟΓΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2014

– Γέροντα, γιατί δεν αγαπώ τον Θεό όπως έναν άνθρωπο που αγαπώ πολύ και θέλω να είμαι κοντά του;

– Αυτό έρχεται σιγά-σιγά μετά από αγώνα∙ αλλιώς θα έπιαναν φωτιά οι άνθρωποι και θα καίγονταν από την αγάπη του Θεού. Ενώ θα είχε γύρω τους κρύο, θα νόμιζαν ότι φλογίζονται και πολλοί θα έπαιρναν τα βουνά. Ένας στρατιώτης, εν καιρώ πολέμου, άφησε την μονάδα του και έφυγε στο βουνό. Είχε ανάψει τέτοια φλόγα στην καρδιά του που δεν μπορούσε να συγκρατηθή∙ ήθελε να πάη να προσευχηθή. Δεν υπολόγισε τίποτε. Πήγε ,βρήκε μια σπηλιά, μπήκε μέσα και προσευχόταν! Όταν οι άλλοι στρατιώτες βγήκαν στις επιχειρήσεις , τον βρήκαν και τον έπιασαν. «Ανυπότακτος», είπαν. Τον κάλεσε μετά ο διοικητής σε ανάκριση. «Τί είναι αυτό που έκανες;» του λέει. «Καίγομαν ,κύριε διοικητά, καίγομαν για τον Χριστό. Ξέρεις τι θα πη καίγομαν;». «Καλά, κι εγώ δεν καίγομαι;», του λέει ο διοικητής. «Εγώ καίγομαι, κύριε διοικητά, καταλαβαίνετε;», επανέλαβε εκείνος, σαν να έλεγε: « Αν καίγεσαι, φύγε κι εσύ!» Τον βοήθησε όμως ο Θεός και γλίτωσε το στρατοδικείο. Εδώ, εν καιρώ ειρήνης αν φύγη ένας στρατιώτης από τη θέση του, έχει στρατοδικείο, πόσο μάλλον εν καιρώ πολέμου!
– Γέροντα, όταν βρίσκεται κανείς σ’ αυτήν την κατάσταση, υπάρχη θέρμη σε όλο το σώμα;
– Ναι, αλλά περισσότερο στην περιοχή του στήθους. Όταν ανάψη η πνευματική αγάπη, φλογίζεται όλο το στήθος. Όλο το στήθος γίνεται μια φλόγα. Καίγεται ο άνθρωπος από την μεγάλη γλυκειά φλόγα της αγάπης του Θεού, πετάει, αγαπάει με αγάπη πραγματική, μητρική.
Αυτή η εσωτερική φλόγα, την οποία ανάβει ο Ίδιος ο Χριστός με την αγάπη Του, θερμαίνει το σώμα πολύ περισσότερο από την αισθητή φωτιά και έχει την δύναμη να καίη και κάθε σκουπίδι, κάθε κακό λογισμό που πετάει το ταγκαλάκι, καθώς και κάθε κακή επιθυμία και κάθε άσχημη εικόνα. Τότε η ψυχή αισθάνεται και τις θείες ηδονές που δεν συγκρίνονται με καμμιά άλλη ηδονή!

Αχ, αυτή η φλόγα δεν μπήκε ακόμη μέσα σας! Αν ανάψη και φουντώση στην καρδιά σας, δεν θα σας συγκινούν καθόλου πια τα μάταια πράγματα. Εύχομαι να κάψη ο Θεός με την αγάπη Του τις καρδιές σας!

Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ» ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ  «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου: Τα τέσσερα πράγματα που σκοτίζουν την ψυχή

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2014

Ο άνθρωπος για να έχει πνευματική ζωή, να έχει το φως στη ζωή του, πρέπει να έχει τελεία επικοινωνία με το περιβάλλον του. Από τη στιγμή που δεν έχει αυτή την απλή, την φυσική, την άνετη εγκατάλειψη και παράδοση του εαυτού του στον άλλον, και επομένως την βίωση του άλλου ως οικείου μέλους, δεν μπορεί να έχει Θεόν. Γι’ αυτό σκοτίζεται η ψυχή, όταν κλονίζεται η σχέση της με τον Θεό. Πως όμως κλονίζεται; Με το να μισεί τον πλησίον του. Το μισώ τον πλησίον έχει κατά κύριον λόγο ενεργητική έννοια και σημαίνει, κτυπώ, αρνούμαι, επιτίθεμαι εναντίον του άλλου. Εκφράζει την επιθετική διάθεση της ψυχής. Αντί να έχω φυσική σχέση με τον άλλον, να τον βάζω στην καρδιά μου, έχω το μίσος, που είναι μία έξοδος του άλλου από την καρδιά μου και από την ζωή μου. Μίσος λοιπόν είναι να βλέπω ως έτερον τον άλλον, να τον πετάω έξω από την καρδιά μου, να μην το θεωρώ ως είναι μου. Αντί να δω ότι ο άλλος είμαι εγώ, βλέπω ότι είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό μπορεί να είναι φυσικό για τους ανθρώπους του κόσμου, αλλά για μας, που είμαστε σώμα Χριστού, είναι αφύσικο. 

Το μίσος είναι εκ των μεγάλων αμαρτημάτων, διότι είναι απόρροια μεγάλης εμπαθείας και δείχνει ότι ο άνθρωπος δούλεψε πολλά χρόνια στην αμαρτία και τα πάθη, και έχει σκληρυνθεί τόσο πολύ η καρδιά του, ώστε κατά κάποιο τρόπο έγινε ανώμαλη και όχι μόνο δεν μπορεί να αγαπήσει, αλλά και μισεί. Χρειάζεται πολύ δάκρυ για να αποβάλλει κάποιος το μίσος. Δεν είναι υπόθεση μιας αποφάσεως απλώς ή αγώνος μιας μέρας. Όταν μισώ κάποιον, δεν μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον μισώ. Μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον χτυπήσω, να μην τον βλάψω, αλλά για να μην τον μισώ πλέον, χρειάζεται μια εσωτερική κάθαρσις. Το μίσος προς τον πλησίον φανερώνει μεγάλο βάθος πάθους, γι’ αυτό και συσκοτίζει την ψυχή. 
Πως αλλιώς κλονίζεται η σχέση με τους άλλους; Με την εξουδένωση. Με το να ταπεινώνεις τον άλλον. Με το να τον κρίνεις. Όταν όμως κρίνω τον άλλον, τον βγάζω πάντοτε μικρό, μηδαμινό, τίποτα. Είναι τόσος ο εγωισμός του ανθρώπου, ώστε τίποτε δεν μπορεί να σταθεί ενώπιον της κρίσεώς του, ούτε ένας Θεός, πόσο μάλλον ένας άνθρωπος. Το να θεωρώ τον άλλον ως κατώτερο, περισσότερο όμως το να το εκφράζω, είναι κεφαλαιώδες αμάρτημα. 
Άλλη μορφή σχέσεώς μας με τους ανθρώπους, η οποία διαταράσσει την ειρήνη και την ενότητα, είναι η ζήλεια με όλες τις έννοιες. Ζηλεύω κάποιον από αγάπη, τον θεωρώ δικό μου και ενώνομαι αναπόσπαστα μαζί του. Η ένωση αυτή δεν είναι εν τω σώματι του Χριστού, είναι μία υποβίβαση του σώματος του Χριστού σε ανθρώπινη σχέση. Είναι επίσης μία πλήρης μοιχική εσωτερική ενέργεια. 
Αν πάρουμε την ζήλεια με την έννοια ότι ζηλεύω αυτόν τον άνθρωπο και τον απωθώ, τότε η ζήλεια είναι έκφραση εσωτερικής αδυναμίας αλλά και ανώμαλης αγάπης. Δηλαδή τον αγαπώ κατά τρόπο εγωιστικό και αποκλειστικό, πιστεύω ότι έχω δικαιώματα στη ζωή του και ότι αυτός έχει υποχρεώσεις απέναντί μου, ότι πρέπει να μου δίνει λογαριασμό για το που πηγαίνει και τι κάνει. 
Η ζήλεια λοιπόν είναι διαταραχή των σχέσεών μας λόγω περισσής εσωτερικής ψυχικής ενέργειας. Ζήλεια είναι κάθε στροφή προς τον άλλον, που ξεκινάει από κάτι υπερβολικό, από έναν ζήλο, από μία ζέση, από μία βράση. Επομένως ζήλος μπορεί να είναι το ενδιαφέρον μου, η αγάπη μου, η φροντίδα μου να τον σώσω, να τον βοηθήσω να βγει από την αμαρτία, να γίνει παιδί του Θεού. Αυτή η ζέσις είναι ένας αφύσικος εσωτερικός οργασμός, μία αφύσικη πνευματική συσσωμάτωση. 
Το αντίθετο της ζήλειας είναι ο γογγυσμός, ο οποίος επίσης προέρχεται από αδυναμία της ψυχής. Γογγύζω σημαίνει διαμαρτύρομαι, αρνούμαι, παραπονούμαι, είμαι στενοχωρημένος, δεν ικανοποιούμαι. Αυτόν τον γογγυσμό τον εκφράζω στο περιβάλλον μου, στα γραπτά μου, στην προσευχή μου. Ζητώ λόγου χάριν, κάτι από τον άλλον, ή προσδοκώ ή απαιτώ κάτι. Δεν μου το δίνει όμως, γιατί και αυτός είναι απορροφημένος από τον δικό του αγώνα και πόθο, από την δική του σκέψη, αμαρτία, χαρά, από τη δική του ακολασία, αγιότητα ή αρετή. Τότε πέφτω σε έναν γογγυσμό, διότι περιθωριοποιούμαι στην σκέψη του. Προσεύχεται αυτός, νομίζω ότι με αφήνει μοναχό μου. Ενδιαφέρεται για μένα, νομίζω ότι δεν το έκανε από αγάπη ή ότι το έκανε ελλιπές. 
Ο γογγυσμός είναι το ανικανοποίητο που νοιώθουμε στη ζωή μας και προέρχεται από ένα μειονεκτικό εγώ. Η ζήλεια προέρχεται από ένα εγώ υπερτροφικό, ενώ η εξουδένωση από ένα εγώ αυτοτρεφόμενο και αυτοδυναμούμενο άνευ Θεού, που βλέπει τον άλλον κατώτερο, μηδαμινό. Το μίσος είναι η διαφοροποίηση, η απώθηση του άλλου από την ύπαρξη μας.
Aπό το βιβλίο “ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ” ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΒΒΑ ΗΣΑΪΑ
ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΑΡΧ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ

http://theomitoros.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ζ´ ΛΟΥΚΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2014

῾᾽Εν γάρ Χριστῷ ᾽Ιησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλά καινή κτίσις᾽ (Γαλ. 6, 15)
α. Μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό καταργεῖται τό παλαιό δένδρο τῆς ἀνθρωπότητας καί δημιουργεῖται τό νέο. ᾽Αρχηγός τοῦ παλαιοῦ δένδρου ἦταν ὁ πρῶτος ᾽Αδάμ, ὁ ὁποῖος μέ τήν ἀνυπακοή του στόν Θεό ἔφερε τόν θάνατο. ᾽Αρχηγός τοῦ νέου δένδρου ὡς δεύτερος ᾽Αδάμ εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός, ὁ ῾Οποῖος μέ τήν ὑπακοή Του ἔφερε τή ζωή. ῞Οσοι ἐγκεντρίζονται πιά στό νέο δένδρο σώζονται. ῞Οσοι παραμένουν στό παλαιό, δυστυχῶς παραμένουν στή φθορά καί τήν κυριαρχία τοῦ Πονηροῦ.  Αὐτό τονίζει ἡ φράση τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κάτι πού ἀποτελεῖ καί τό κέντρο τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματός του: ὁ Χριστός εἶναι ἡ νέα δημιουργία καί ὅσοι εἶναι ἑνωμένοι μαζί Του γίνονται καί αὐτοί καινούργιοι ἄνθρωποι.
β. 1. ῾Ο Χριστός καταργεῖ κάθε τι πού διεκδικοῦσε τή σωτηρία: εἴτε τήν εἰδωλολατρία εἴτε κι αὐτόν τόν ἰουδαϊσμό (῾οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία᾽). Διότι ἀφενός ἡ εἰδωλολατρία ἐξέφραζε τόν κόσμο τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἠθικῆς παρακμῆς, ἀφετέρου ὁ ἰουδαϊσμός μέ ἀλλοιωμένη τήν προφητική παράδοση ἐξέφραζε μία γνώση τοῦ Θεοῦ πού ὑποτάσσεται ὅμως στόν ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου, συνεπῶς τή γνώση πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά καυχᾶται καί νά ὑπεραίρεται, ἄρα τελικῶς νά ἀρνεῖται τόν Θεό.
῾Ο Κύριος ἔτσι δέν ἔρχεται νά κάνει μία σύνθεση ὑπαρχουσῶν καταστάσεων, κατά τόν τύπο τοῦ Μωάμεθ μέ τό ᾽Ισλάμ ἤ καί ἄλλων ἀρχηγῶν διαφόρων θρησκειῶν, δέν ἔρχεται δηλαδή νά προσφέρει ἕνα συγκρητιστικό συνοθύλευμα, προϊόν φθαρμένων λόγω τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου ὑλικῶν, ὡς νά εἶναι ἡ ἀλήθεια ἀτάκτως ριγμένη ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ,  ἀλλά ἔρχεται νά προσφέρει τό ἐντελῶς καινούργιο πού συνιστᾶ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
2. Κι αὐτό γιατί; Διότι ὁ ῎Ιδιος εἶναι ὁ Θεός πού ἔγινε ἄνθρωπος, συνεπῶς εἶναι ῾τό μόνον καινόν ὑπό τόν ἥλιον᾽, ὁ μόνος πού γι᾽ αὐτό μπορεῖ καί συνενώνει στόν ῾Εαυτό Του ὅλην τήν ἀνθρωπότητα καί τόν κόσμο ὅλον. Μόνον ἐν Χριστῷ μπορεῖ καί ὑπερβαίνεται τό παλαιό τῆς ἁμαρτίας ὑλικό, μπορεῖ καί καθαρίζεται κάθε τι πού μολύνθηκε καί φθάρηκε ἀπό τήν ἁμαρτία, ἰδίως μετά τή Σταυρική Του θυσία.  Γι᾽ αὐτό καί ἀδιάκοπα ἡ ᾽Εκκλησία μας ἐξαγγέλλει ὅτι μόνον ὁ Χριστός μπορεῖ καί συγχωρεῖ καί ἐξαλείφει τίς ἁμαρτίες, τό Πνεῦμα Του εἶναι αὐτό πού καθαρίζει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. ῾᾽Ιδού καινά ποιῶ πάντα᾽, κατά τόν λόγο τῆς ᾽Αποκάλυψης, ῾καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός᾽, κατά τόν λόγο τοῦ προφητάνακτα. ῎Ετσι καινούργιος ἄνθρωπος γίνεται μόνον ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος, ὁ ἐν ᾽Εκκλησίᾳ συνεπῶς ζῶν καί ἐν μετανοίᾳ πορευόμενος, δηλαδή ὁ ἅγιος. Κάθε τι πού ἔρχεται ἔξω ἀπό τόν Χριστό καί τό ζωντανό σῶμα Του τήν ᾽Εκκλησία καί διεκδικεῖ τόν τίτλο τοῦ καινούργιου λειτουργεῖ ψευδῶς καί ἀποπροσανατολιστικά, γιατί τελικῶς ἀνακυκλώνει τά ἴδια φθαρμένα καί σάπια ὑλικά, δηλαδή τήν ἁμαρτία.
3. Ποιά τά γνωρίσματα τῆς καινῆς αὐτῆς κτίσεως τῆς ἐν Χριστῷ βιουμένης; ᾽Ασφαλῶς ὅ,τι βλέπουμε καί στή ζωή τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ὅπως τό σημειώνει καί ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος: ῾Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ᾽. Κι αὐτό σημαίνει:
– ἀπόλυτη ὑπακοή μέχρι θανάτου ἐν σχέσει πρός τόν Θεό,
– ἀπόλυτη ἀγάπη μέχρι βαθμοῦ θυσίας ἐν σχέσει πρός τόν συνάνθρωπο,
– βαθειά ταπείνωση ὡς συναίσθηση τῶν κτιστῶν ἁμαρτωλῶν ὁρίων μας ἐν σχέσει πρός τόν ἑαυτό μας,
– σεβασμό ἐν ἐπιγνώσει λόγω κυριότητας τοῦ Θεοῦ ἐπ᾽ αὐτῆς ἐν σχέσει πρός τήν ἀδελφή μας φύση.
῞Οπου ἐπισημαίνουμε τά γνωρίσματα αὐτά, ὑπάρχει τό νέο, γιατί ἐμφορεῖται ἀπό τή μόνη πηγή  νεότητας καί ζωῆς, τή χάρη τοῦ Θεοῦ.
γ. ῎Αν ὁ χριστιανισμός αὐξήθηκε στούς πρώτους αἰῶνες ἐμφάνισής του ἦταν γιατί οἱ χριστιανοί ζοῦσαν τή νέα αὐτή ζωή τοῦ Χριστοῦ. Τήν παρελάμβαναν ἀπό τή Θεία Εὐχαριστία, ἀπό τόν κρυμμένο Χριστό, καί τήν προσέφεραν στούς συνανθρώπους τους. Ἡ καθημερινή ζωή τους ἦταν ἡ διαρκής ἀπόδειξη τῆς νέας κατάστασης πού ζοῦσαν.  Κι αὐτό ἀποτελεῖ βεβαίως καί τήν πρόκληση για ἐμᾶς: νά ζοῦμε τόν Χριστό.  ῞Οσο ἡ πίστη μας σ᾽ Αὐτόν ἐξαντλεῖται σ᾽ ἐπίπεδο θεωρητικό χωρίς νά ἐπηρεάζει τή ζωή μας, δέν κάνουμε τίποτε. Καί μᾶλλον ὄχι δέν κάνουμε τίποτε, ἀλλά καί ἐπιδροῦμε ἀρνητικά, ἀφοῦ τότε ῾βλασφημεῖται ὁ Θεός δι᾽ ἡμᾶς᾽. 
παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ζ´ ΛΟΥΚΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2014

῾᾽Εγώ γάρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἐξ ἐμοῦ᾽ (Λουκ. 8, 46)
α. Τό ἀνάγνωσμα εἶναι ἀπό ἐκεῖνα πού τονίζουν κυρίως τίς προϋποθέσεις τοῦ θαύματος στή ζωή τοῦ πιστοῦ. ῎Εχει ὡς περιεχόμενο δύο θαύματα πού ἐπιτέλεσε ὁ Κύριος       , ἕνα ἐν γνώσει Του καί ἕνα ἐν ῾ἁγνοίᾳ᾽ Του: τήν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ ᾽Ιαείρου καί τή θεραπεία τῆς αἱμορροούσης γυναίκας. Καί στά δύο αὐτά συναντᾶ κανείς τά ἴδια βασικά χαρακτηριστικά, μερικά τῶν ὁποίων θά σχολιάσουμε μέ βάση τήν ἐπισήμανση τοῦ Κυρίου ὅτι ῾ἔνιωσε δύναμη νά ἐξέρχεται ἀπό Αὐτόν᾽, ὅταν Τόν ἄγγιξε ἡ πάσχουσα ἀπό αἱμορραγίες γυναίκα.  
Β. 1. ῾Ο Κύριος καταρχάς εἶναι ὁ Παντοδύναμος Θεός. Αὐτός εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος, τό Α καί τό Ω. ῾῞Οτι ἐξ Αὐτοῦ καί δι᾽ Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν τά πάντα ἔκτισται᾽. Εἶναι ὁ ῾δι᾽ Οὗ τά πάντα ἐγένετο᾽. Γι᾽ αὐτό καί ῾χωρίς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν᾽. ῾Η ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ ἀρχισυναγώγου ᾽Ιαείρου, ὅπως καί ἡ θεραπεία τῆς αἱμορροούσης τό ἀποδεικνύουν μεταξύ ἄλλων περίτρανα, γεγονός πού σημαίνει ὅτι τήν παντοδυναμία Του τήν μεταγγίζει καί τήν κοινωνεῖ καί στόν κόσμο.
2. ῾Η παντοδυναμία ὅμως αὐτή τοῦ Θεοῦ συναντᾶ ἕνα ἐμπόδιο ἀνυπέρβλητο, τό ὁποῖο παρ᾽ ὅλη τήν παραδοξότητα πού δημιουργεῖ κάτι τέτοιο, τήν  ἀκυρώνει. Καί τό ἐμπόδιο αὐτό εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι αὐτή ἡ ἐλευθερία πού καθιστᾶ τόν Θεό ῾ἀδύναμο᾽ νά προσφέρει ὅ,τι θά ἤθελε: τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παροχή τῆς χάρης Του. Διότι ῾ὁ Θεός πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι᾽, ἀλλά δέν σώζονται ὅλοι. Κι αἰτία βεβαίως εἶναι ἡ ἀρνητική διάθεση τοῦ ἀνθρώπου.
3. Βεβαίως γιά τόν παντοδύναμο Θεό θά ἦταν πολύ εὔκολο διά μιᾶς νά μᾶς ἀλλάξει ὅλους, νά μεταστρέψει καί τή θέλησή μας, νά μᾶς βάλει ῾ὑποχρεωτικά᾽ στόν Παράδεισο. ᾽Ακόμη καί τόν ἴδιο τόν διάβολο θά μποροῦσε νά τόν κάνει ἅγιο! ᾽Αλλά μία τέτοια ἀλλαγή, μία τέτοια παντοδύναμη ἐπέμβασή Του γιά σωτηρία ὅλων τί νόημα θά εἶχε χωρίς τή συμμετοχή τοῦ ἀνθρώπου; ῾Ο Θεός μᾶς δημιούργησε μέ ἐλεύθερη βούληση, συνεπῶς ζητεῖ τήν ἀνταπόκριση καί τή συμμετοχή μας στή διαδικασία τῆς σωτηρίας μας. Μία ἐπέμβασή Του ἀναιρετική τῆς ἐλευθερίας μας θά σήμαινε τήν ἄρνηση αὐτοῦ πού ὁ ῎Ιδιος εἶναι καί αὐτοῦ πού μᾶς προσέφερε.  Θά ἦταν σάν νά ἤμαστε ρομπότ καί μηχανές.
῎Ετσι ἡ ἐλευθερία μας εἶναι ὁ βασικότερος παράγων γιά τή σωτηρία μας, ἀφοῦ ἡ ἀγάπη Του καί ἡ κλήση Του γιά σχέση μας μαζί Του εἶναι δεδομένη γιά τόν καθένα μας. Τό ἄν βρεθοῦμε στήν κόλαση ὅπως λέμε ἤ στόν Παράδεισο εἶναι θέμα τελικῶς ἀποκλειστικῶς δικό μας.
4. Τά παραπάνω σημαίνουν ὅτι τά θαύματα τοῦ Κυρίου,  ὅπως τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, ἀποτελοῦν ἐνέργειες τῆς παντοδύναμης θέλησής Του, ἐπειδή συναντοῦν ἀνθρώπους πού συνεργοῦν σ᾽ αὐτήν. Ποιά εἶναι ἡ συνέργεια αὐτή, μέ ἄλλα λόγια τί ἀπαιτεῖται γιά νά γίνει τό θαῦμα;
(1) ῾Η πίστη στόν Χριστό καί τή δύναμή Του. Καί ὁ πατέρας ᾽Ιάειρος καί ἡ αἱμορροοῦσα ἔχουν ἐναποθέσει κάθε ἐλπίδα τους σ᾽ ᾽Εκεῖνον. ῎Εχουν ἐμπιστοσύνη στή δύναμή Του.
(2) Μαζί μέ τήν πίστη ὅμως πρέπει νά συνυπάρχει ἡ ταπείνωση. ῾Ο ἕνας ἔρχεται γονατιστός καί μέ ἱκεσία. ῾Η ἄλλη πλησιάζει κρυφά.
(3) ῾Η ἀπελπισία πρός κάθε τι ὑλικό καί ἐπίγειο: ὁ πατέρας δέν μπορεῖ νά ἀπευθυνθεῖ πουθενά – ὁ θάνατος εἶναι ἡ κοινή μοῖρα ὅλων• ἡ  γυναίκα ἔχει δαπανήσει τά πάντα στούς ἰατρούς χωρίς ἀποτέλεσμα.     
Καί τό θαῦμα ὄντως γίνεται: ἡ κόρη λόγω τῆς πίστης τοῦ πατέρα ἀνασταίνεται, ἡ αἱμορροοῦσα θεραπεύεται.
γ. ῎Αν ὑπῆρξαν καί ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού γεύθηκαν  τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, μποροῦμε καί ἐμεῖς. ῾Ο Θεός εἶναι πάντοτε ὁ ῎Ιδιος καί ὁ μόνος πιστός: Πατέρας γεμᾶτος ἀγάπη. Περιμένει ὅμως καί τή δική μας θέληση. ῎Αν δεῖ ὅτι Τόν ἀναζητοῦμε μέ εἰλικρίνεια, μέ πίστη καί μέ ταπείνωση, θά ἐπενεργήσει πλούσια ἐπάνω μας ἡ χάρη Του. Καί μπορεῖ ἴσως νά μή δοῦμε κάποιο τρανταχτό θαῦμα στή ζωή μας, σίγουρα ὅμως θά ζήσουμε μέσα μας τό μεγαλύτερο θαῦμα πού ἀναγνωρίζει ἡ χριστιανική πίστη: τή μετάνοια καί τήν ὁλοκληρωτική ἐπιστροφή μας στόν Θεό. ᾽Από κεῖ καί πέρα ὅλη ἡ ζωή μας γίνεται ἕνα διαρκές θαῦμα.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περί πλούτου και πλεονεξίας (τροφή για σκέψη).

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Νοεμβρίου, 2014

icoana-lazar-si-bogatul
Ο απ. Παύλος έγραψε στον Τιμόθεο κάτι που συμπυκνώνει την σκέψη πολλών όσων έχουν διατυπωθεί σχετικά με το θέμα του πλούτου και της πλεονεξίας, τόσο στον φιλοσοφικό όσο και στον θεολογικό λόγο· «εστίν δε πορισμός μέγας η ευσέβεια μετά αυταρκείας» (Ά Τιμοθέου, 6:6). Δηλαδή, είναι μεγάλος πλούτος όταν ο άνθρωπος είναι ευσεβής και αρκείται σε όσα έχει. Αυτό είναι το κλειδί και η βάση των όλων συλλογισμών· η αυτάρκεια. Δεν κατακρίνεται ο πλούτος αυτός καθ’ αυτός, αλλά το δόσιμο του ανθρώπου στο να πλουτίσει άπληστα, που κατά κανόνα γίνεται σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Πολλά αποσπάσματα θα ήταν δυνατόν να παρατεθούν, αλλά για να μην γίνει το άρθρο υπερβολικά μεγάλο, έχουν επιλεγεί ορισμένα από αυτά και ενδεικτικά. Ας τα μελετήσουμε και ας σκεφτούμε πάνω σε αυτά, ειδικά στην σημερινή δύσκολη κατάσταση που περνά η πατρίδα μας. Είναι επίκαιρα όσο ποτέ άλλοτε.
Επιλέξαμε δύο σχετικά και χαρακτηριστικά αποσπάσματα από ομιλίες του ιερού Χρυσοστόμου. Το πρώτο, είναι από την 80η ομιλία του στο «Κατά Ιωάννη» Ευαγγέλιο, όπου ο ιερός πατέρας αναφέρεται στις πρόσθετες ανάγκες που επιβάλλουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας, και πόσο αυτό μας καθιστά δούλους:
«Γιατί λοιπόν με τη θέλησή μας μεγαλώνουμε την αθλιότητα εις τον εαυτό μας; Διότι πες μου, εάν ήταν δυνατό να κατοικείς χωρίς στέγη και τοίχους χωρίς να βλάπτεσαι καθόλου, δεν θα προτιμούσες περισσότερο αυτό; Για ποιο λόγο λοιπόν επεκτείνεις τα γνωρίσματα της ασθένειας; Δεν μακαρίζουμε για αυτό τον Αδάμ, επειδή δεν είχε ανάγκη από τίποτε, ούτε από οικήματα, ούτε από ενδύματα; Ναι λέει· αλλά τώρα είμαστε υπό το κράτος της ανάγκης. Γιατί λοιπόν αυξάνουμε την ανάγκη; Διότι, εάν πολλοί περικόπτουν πολλά από τα αναγκαία (εννοώ τους δούλους, τα οικήματα και τα χρήματα), ποια δικαιολογία θα μπορούσαμε να έχουμε, υπερβαίνοντες την ανάγκη; Με όσο περισσότερα περιβάλλεσαι, τόσο περισσότερο δουλικός γίνεσαι· διότι όσο περισσότερα χρειάζεσαι, τόσο περισσότερο μειώνεις την ελευθερία σου· καθ’ όσον η μεν πλήρης ελευθερία συνίσταται εις το να μην έχουμε καμία ανάγκη, ενώ εκείνη που ακολουθεί αυτήν συνίσταται στο να έχουμε την ανάγκη ολίγων πραγμάτων, την οποία έχουν οι άγγελοι προ πάντων και οι μιμητές αυτών, όμως το να το κατορθώσουν αυτό άνθρωποι που μένουν μέσα στο θνητό σώμα σκέψου πόσο μεγάλο έπαινο έχει αυτό το πράγμα. Αυτό έλεγε και ο Παύλος γράφων προς τους Κορινθίους· ‘’Εγώ δε υμών φείδομαι’’, και ‘’ίνα μη θλίψιν τη σαρκί έξωσιν οι τοιούτοι’’. Για αυτό ονομάζονται χρήματα, για να τα χρησιμοποιούμε όπου χρειάζονται, όχι για να τα φυλάσσουμε και να τα κρύπτουμε μέσα στην γη· διότι αυτό δεν δείχνει ότι τα αποκτήσαμε, αλλά ότι αυτά απέκτησαν ημάς· καθ’ όσο εάν πρόκειται αυτό να σκεπτόμαστε, πως αυτά να τα κάνουμε πολλά και όχι να τα απολαύσουμε στα αναγκαία πράγματα, ανετράπη η τάξη, και εκείνα κατέκτησαν ημάς και όχι εμείς εκείνα. Ας απαλλαγούμε λοιπόν από αυτήν την φοβερή δουλεία, και ας γίνουμε κάποτε ελεύθεροι. Γιατί επινοούμε για τους εαυτούς μας άπειρους και διαφόρων ειδών δεσμούς; Δεν σου αρκεί ο δεσμός της φύσεως και η ανάγκη της ζωής και το πλήθος των απείρων πραγμάτων, αλλά πλέκεις και άλλα δίκτυα για τον εαυτό σου και δένεις με αυτά τα πόδια σου; Και πότε θα σκεφτείς και θα φροντίσεις για τον ουρανό και θα μπορέσεις να ανέβεις προς το ύψος εκείνο; Πρέπει λοιπόν να θελήσει κανείς, να θελήσει να κόψει αυτά τα σχοινιά για να μπορέσει να φροντίσει για την ουράνια πόλη· τόσα πολλά άλλα εμπόδια υπάρχουν, που για να τα νικήσουμε όλα πρέπει να αρκούμεθα στα λίγα [..]».
(Έργα αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 14, σελ. 569)
Το δεύτερο είναι από την 87η ομιλία, πάλι στο «Κατά Ιωάννη» Ευαγγέλιο, όπου αναφέρεται στο πάθος της πλεονεξίας:
«Εκείνος που αγαπά τα χρήματα δεν θα μπορέσει ποτέ να χρησιμοποιήσει αυτά, αλλά θα είναι δούλος και φύλακας, και όχι κύριος· διότι φροντίζοντας πάντοτε να τα κάνει περισσότερα, δεν θα θελήσει να ξοδεύει αυτά για τίποτε, θα καταστρέψει τον εαυτό του και θα καταστεί πτωχότερος από όλους τους φτωχούς, καθ’ όσον με κανένα τρόπο δεν σταματά την επιθυμία του. Και βέβαια τα χρήματα έγιναν όχι για να τα φυλάξουμε, αλλά για να τα χρησιμοποιούμε· εάν όμως πρόκειται να τα φυλάσσουμε για άλλους, τι θα μπορούσε να υπάρξει αθλιότερο από εμάς, οι οποίοι καταβάλλουμε κάθε φροντίδα για να τα συγκεντρώσουμε και να τα κλείσουμε μέσα στην οικεία μας και να αποκλείσουμε την κοινή χρήση;».
(Έργα αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 14, σελ. 737)
Tο επόμενο απόσπασμα που ακολουθεί, είναι από την επιστολή του αγίου Ισίδωρου του Πηλουσιώτη, και δείχνει την αβεβαιότητα του πλούτου και ότι είναι παγίδα να στηρίζεται κανείς σε αυτόν:
«Υπερηφανεύεσαι για την ομορφιά και τον πλούτο, όπως φαίνεται, και περιφρονείς τους άλλους που δεν τα έχουν, ξεχνώντας ότι είσαι στολισμένος με χόρτα που γρήγορα μαραίνονται. Συγκεντρώνεις επίσης τα χρήματα σαν το νερό, που σαν αυτό τρέχουν από άλλους σε άλλους, και πάλι αναβλύζουν σε άλλους. Ή λοιπόν πρόσεχε στα αναξιόπιστα αυτά αποκτήματα σαν σε σκιά, καπνό και άνεμο, ή γνώριζε ότι στηρίζεις την πεποίθησή σου πάνω σε σκιά και καπνό και ανέμους».
(Έργα αγίου Ισίδωρου του Πηλουσιώτη, ΕΠΕ 1, σελ. 267)
Συνεχίζουμε με δύο αποσπάσματα από τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης. Το πρώτο που επιλέξαμε, είναι από τον 4ο λόγο του αγίου στο βιβλίο του «Εκκλησιαστή»:
«Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι αποκτούν επί πλέον, όσοι αγαπούν τα χρήματα, όχι μια μνα ή μια δραχμή ή ένα τάλαντο, αλλά ότι τα πάντα γι’ αυτούς μεταβάλλονται σε χρυσάφι. Η ζωή με αυτά τι επί πλέον θα προσφέρει για την ευδαιμονία; Εάν βλέπει στο καθετί το χρυσάφι, που τώρα το βλέπει σε μικρή έκταση και ποσότητα, με αυτή την απόκτηση τι θα συμβεί με τα αγαθά της ψυχής και για τις υλικές επιδιώξεις; Άραγε υπάρχει κάποια ελπίδα, ότι όποιος ζει με αυτόν τον τρόπο μέσα σε τόσο χρυσάφι, θα γίνει σοφός, ευφυής, ανήσυχος ερευνητής, έμπειρος, φίλος στον Θεό, εγκρατής, καθαρός, απαθής, ελεύθερος και άσχετος προς κάθε πράγμα που παρασύρει προς το κακό; Αλλά, αν αυτό δεν γίνεται, μήπως εμφανισθεί δυνατός και εύθυμος κατά το σώμα, και παρατείνει τη ζωή του σε πολλές εκατοντάδες χρόνια, αγέραστος, χωρίς ασθένειες, ευτυχισμένος κατέχοντας όλα, όσα επιδιώκονται γύρω από την εν σαρκί ζωή;».
(«Λόγοι εις τον Εκκλησιαστή», μετάφραση αρχ. Π. Μπρούσαλη, σελ. 121).
Το δεύτερο απόσπασμα, είναι από τον 1ο λόγο στον ίδιο έργο:
«Και αν κάποιος, κυριευθεί από την πλεονεξία, και σαν άλλη θάλασσα, επεκτείνει την υπερβολική επιθυμία για τα κέρδη, που τρέχουν, μέσα σε αυτήν από παντού με τρόπο άπληστο, αυτός, βλέποντας προς την πραγματική θάλασσα, ας θεραπεύσει το πάθος του. Γιατί, όπως εκείνη δεν ξεπερνάει το όριό της, μολονότι δέχεται αμέτρητες ποσότητες υδάτων, που εισρέουν σ’ αυτήν, αλλά παραμένει στο ίδιο σημείο, σαν να μην έχει προστεθεί σ’ αυτήν καμία νέα ποσότητα νερού, κατά τον ίδιο τρόπο και ο άνθρωπος, όταν παραμένει στα όριά του, απολαμβάνοντας τα αγαθά, τα οποία αποκτά, δεν μπορεί να συναυξάνει μαζί με τον πλούτο των αγαθών και τη λαιμαργία της απόλαυσης. Αλλά ενώ δεν σταματά η εισροή των αγαθών μέσα του, διατηρεί στα μέτρα της την επιθυμία της απόλαυσης. Εφόσον, λοιπόν, δεν μπορεί η απόλαυση να ξεπεράσει τα φυσικά της όρια, για ποιο λόγο να επιδιώκουμε τις επί πλέον αυξήσεις των εσόδων, τη στιγμή που ποτέ δεν προσφέρουμε από το πλεόνασμα, το οποίο προκύπτει από τα νεότερα κέρδη, προκειμένου να ελεήσουμε τους άλλους; [..] Αυτό είναι ο ανθρώπινος βίος. Άμμος η φιλοδοξία, άμμος η εξουσία, άμμος ο πλούτος, άμμος το καθετί που απολαμβάνουν σωματικά οι άνθρωποι με κόπο. Μέσα σε αυτά τα ανύπαρκτα ματαιοπονούν τώρα οι μικρόψυχοι και υποβάλλονται σε πολλούς κόπους για το καθένα από αυτά, και μόνο όταν εγκαταλείψουν το χώρο της άμμου, εννοώ την σωματική ζωή, τότε θα καταλάβουν καλά τη ματαιότητα της εδώ διαμονής. Γιατί η απόλαυση μένει πίσω μαζί με την υλική ζωή, ενώ δεν παίρνουν μαζί τους τίποτα άλλο εκτός από τη συνείδηση μόνο. [..] ακόμη και αν επιτύχει κάτι από τα πιο σπουδαία σε τούτη τη ζωή, θα κατηγορήσει αυτήν εδώ στην οποία έζησε, επειδή θα θεωρήσει ανάξιο το παρελθόν σε σύγκριση με αυτό που θα συναντήσει. Πολύ περισσότερο όμως θα θρηνήσει τότε, αν έχει προσκολληθεί με πάθος στα υλικά, και συναντήσει τα ανέλπιστα και διδαχτεί εμπειρικά πόσο ήταν ανωφελές γι’ αυτήν οι προσπάθειες που κατέβαλε στη ζωή».
(«Λόγοι εις τον Εκκλησιαστή», μετάφραση αρχ. Π. Μπρούσαλη, σελ. 37- 39).
Τα επόμενα αποσπάσματα μας, είναι από λόγους του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου.
Από τον λόγο «Περί φιλοπτωχίας», όπου ο άγιος εντοπίζει τις αιτίες των κοινωνικών αναταραχών στην άδικη κατανομή του πλούτου:
«Οι άνθρωποι, αφότου έσκαψαν και έβγαλαν από την γη το χρυσάφι, το ασήμι και τους πολύτιμους διαφανείς λίθους, και αφού κατασκεύασαν μαλακά και περιττά ενδύματα και ό,τι άλλο παρόμοιο πράγμα, το οποίο αποτελεί αφορμή του πολέμου και των επαναστάσεων, και της εγκαθιδρύσεως της τυραννίας, αποκτούν έπειτα παράλογη υπεροψία εξ αιτίας της ανοησίας τους και αποκλείουν την ελεημοσύνη από τους δυστυχείς συνανθρώπους τους και δεν θέλουν ούτε με αυτά που γι’ αυτούς είναι περιττά να βοηθήσουν να αποκτήσουν οι άλλοι τα αναγκαία (ώ της απαιδευσίας! ώ της σκαιότητος!), χωρίς να ενθυμούνται, αν όχι τίποτα άλλο, ότι η πτωχεία και ο πλούτος, η ελευθερία, όπως την ονομάζουμε, η δουλεία και τα παρόμοια, εμφανίστηκαν στο γένος των ανθρώπων αργότερα σαν αρρώστιες που έρχονται από κοινού μαζί με την κακία, και τα οποία είναι δικά της επινοήματα. Δεν έγιναν τα πράγματα έτσι από την αρχή, λέει, αλλά εκείνος ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο εξ αρχής, τον άφησε ελεύθερο και αυτεξούσιο και πλούσιο μέσα στον παράδεισο της τρυφής, συγκρατούμενο μόνο από τον νόμο της εντολής, επειδή αυτό το πράγμα ήθελε να χαρίσει και στο υπόλοιπο γένος των ανθρώπων δια του πρώτου ανθρώπου. Ελευθερία και πλούτος ήταν τότε μόνο η τήρηση της εντολής. Πραγματική πτωχεία και δουλεία η παράβασή της».
(Έργα αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΠΕ 5, σελ. 291).
Από τον λόγο «Εις τον εξισωτή Ιουλιανόν»:
«Ας μιμηθούμε την αγαθότητα του Κυρίου, ο οποίος κάνει να ανατέλλει ο ήλιος πάνω σε καλούς και πονηρούς, και ποτίζει επίσης με την βροχή του τους πάντες. Ας μη δεχθούμε να πλουτίζουμε με την πτωχεία των άλλων (ας μη απομακρυνθούμε τόσο πολύ από την θεία ισότητα), ούτε να αναμίξουμε τον πλούτο μας με δάκρυα άλλων, τα οποία ως σκωρία και ως σκόρος θα τον καταφάγουν, ή ο οποίος, όπως λέει η Γραφή, θα φύγει ως εμετός. Όμως θα είμαστε πιο άπληστοι από όσο πρέπει; Υπάρχει τρόπος να δείξουμε αγαθή πλεονεξία. Ας δώσουμε κάτι μικρό κατά την παρούσα ζωή, για να πλουτίσουμε στην μέλλουσα».
 (Έργα αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΠΕ 5, σελ. 413).
Συνεχίζουμε με τον άγιο Ιερώνυμο, ο οποίος στην επιστολή του «Προς τον

 Νεπωτιανό» (επιστολή 52), γράφει:

«Τώρα όμως, που ο Κύριος πτώχευσε για μας, και αφιέρωσε τον Οίκο Του στην πτωχεία του ‘’οίκου’’ Του, εμείς οφείλουμε να στρέφουμε τη σκέψη μας γύρω από τον Σταυρό Του, και τα πλούτη, να τα έχουμε σαν λάσπη. Επιτρέπεται εμείς, να θαυμάζουμε εκείνο, που ο Χριστός το ονομάζει μαμμωνά της αδικίας; Επιτρέπεται εμείς, να εκτιμάμε και να  αγαπάμε εκείνο για το οποίο ο Πέτρος το διακηρύσσει ξεκάθαρα, ότι δεν φρόντισε ποτέ να αποκτήσει;».
(«Βάλε γερό θεμέλιο», Ι. Μητρόπολη Νικοπόλεως, σελ. 61).
Και στο δεύτερο απόσπασμα που επιλέξαμε, ο άγιος αναφέρεται πιο συγκεκριμένα σε εκείνους τους εκκλησιαστικούς που διαχειρίζονται τις δωρεές και τις συνεισφορές υπέρ των φτωχών, στο ότι οφείλουν να είναι άριστοι οικονόμοι χωρίς να εκμεταλλεύονται καταστάσεις ικανοποιώντας την νόσο της πλεονεξίας:
«Το να σε παρακαλούν να παίρνεις χρήματα για φτωχούς και πεινασμένους, είναι κάτι που πρέπει κανείς, και να το προσέχει, και να το φοβάται. Αλλά το να υπεξαιρεί κανείς από τα χρήματα αυτά κάτι, είναι ξεκάθαρο έγκλημα, είναι σε ασπλαχνία κάτι το χειρότερο από την κάθε είδους ληστεία [..] άριστος οικονόμος είναι εκείνος, που για τον εαυτό του δεν κρατάει τίποτα».
(«Βάλε γερό θεμέλιο», Ι. Μητρόπολη Νικοπόλεως, σελ. 79- 80).
Τελειώνοντας, αυτή την φορά παραθέτουμε αποσπάσματα από την αρχαία ελληνική φιλοσοφική γραμματεία (την οποία θεωρούμε εξίσου σπουδαία σε αρκετά θέματα), και πιο συγκεκριμένα από το έργο που αποδίδεται στον Πλάτωνα «Ερυξίας ή Περί πλούτου». Αν και το έργο αυτό δεν θεωρείται γνήσιο του μεγάλου φιλοσόφου μας, ωστόσο απηχούν μερικές από τις αντιλήψεις του σε αυτό.
«Ο νεαρός ρώτησε τον Πρόδικο σε ποια περίπτωση πίστευε ότι είναι κακό το να είναι κανείς πλούσιος και σε ποια περίπτωση καλό. Αυτός απάντησε όπως και συ πριν από λίγο. Είναι καλό για τους τέλειους ανθρώπους, για κείνους που γνωρίζουν που πρέπει να ξοδεύουν τα χρήματά τους, και κακό για κείνους που δεν ξέρουν».
(«Περί πλούτου», Εκδόσεις Ενάλιος, σελ. 43)
«Όλες οι επιθυμίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά ανάγκες για κάποια πράγματα. Οι άνθρωποι, λοιπόν, που γεύονται τα περισσότερα αγαθά, βρίσκονται σε πιο άσχημη κατάσταση από αυτούς που δοκιμάζουν τα λιγότερα. Σίγουρα. Κι εγώ θα τους θεωρούσα πάρα πολύ δυστυχισμένους. Γιατί όσο περισσότερες επιθυμίες έχουν τόσο πιο δυστυχισμένοι είναι».
 («Περί πλούτου», Εκδόσεις Ενάλιος, σελ. 85)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Για την Ευχή του Ιησού…

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Νοεμβρίου, 2014

          Ὅλη ἡ τέχνη εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς. Εἴτε περπατᾶς εἴτε κάθεσαι, εἴτε στέκεσαι, εἴτε ἐσωτερικὴ ἐργάζεσαι, εἴτε βρίσκεσαι στὴν ἐκκλησία,ἄσε τὴ προσευχὴ αὐτὴ νὰ γλιστρήσει ἀπὸ τὰ χείλη σου “ΚύριεἸησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μὲ” μὲ τὴ προσευχὴ αὐτὴ στὴν καρδιά σου θὰ βρεῖς εἰρήνη καὶ γαλήνη σώματος καὶ ψυχῆς ( Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ)
                    Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ἐργασία κοινὴ τῶν ἀγγέλων καὶ τῶνἀνθρώπων. Μὲ τὴν προσευχὴ αὐτὴ οἱ ἄνθρωποι πλησιάζουν σύντομα τὴν ζωὴ τῶν ἀγγέλων. Ἡ εὐχὴ εἶναι ἡ πηγὴ ὅλων τῶν καλῶν ἔργων καὶ ἀρετῶν καὶ ἐξορίζει μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὰσκοτεινὰ πάθη. Σὲ σύντομο χρόνο κάνει τὸν ἄνθρωπο ἱκανὸ νὰἀποκτήσει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀπόκτησε τὴν, καὶ πρὶν πεθάνεις θὰ ἀποκτήσεις ψυχὴ Ἀγγελική. Ἡ εὐχὴ εἶναι θεϊκὴἀγαλλίαση. Κανένα ἄλλο πνευματικὸ ὅπλο δὲ μπορεῖ νὰἀναχαιτίσει τόσο ἀποτελεσματικά τους δαίμονες. Τοὺς κατακαίειὅπως ἡ φωτιὰ τὰ βάτα. (Ὁσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ)
Λέγε ἀκατάπαυστα τὴν εὐχὴ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μὲ” μὲτὴ γλώσσα καὶ μὲ τὸν νοῦ. Ὅταν ἡ γλώσσα κουράζεται ἂς ἀρχίζει ὁνοῦς. Καὶ πάλιν ὅταν ὁ νοῦς βαρύνεται, ἡ γλώσσα . Μόνον νὰ μὴν παύεις. Λοιπὸν ὅταν εὐχόμενος κρατάει τὸν νοῦ του νὰ μὴν φαντάζεται τίποτα, ἀλλὰ προσέχει μόνον στὰ λόγια της εὐχῆς. (Γέρων Ἰωσὴφ)
Δία τῆς εὐχῆς “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μὲ” θὰ κερδίσεις τὸπᾶν. Δία τῆς εὐχῆς καθαρίζεται ὁ ἄνθρωπος, λαμπρύνεται,ἁγιάζεται. Ἡ εὐχὴ εἶναι τὸ σωσίβιο τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Ἡεὐχὴ εἶναι ἡ βάση τῆς τελειότητας. Θὰ λεπτυνθεῖτε καὶ θὰ πετᾶτε μὲτὴν εὐχή. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος σωτηρίας, καθαρισμοῦ καὶἁγιασμοῦ ἀπὸ τὴν νοερὰ προσευχή. Αὐτὴ γέμισε τὸν παράδεισο ἀπὸἅγιους ἀνθρώπους(Γέροντας Ἀμφιλόχιος)
Νὰ λέγεις παιδί μου τὴν εὐχὴ . “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μὲ” ,ἡμέρα καὶ νύχτα συνέχεια. Ἡ εὐχὴ θὰ τὰ φέρει ὅλα, ἡ εὐχὴ περιέχει τὰ πάντα: αἴτηση, παράκληση, πίστη, ὁμολογία, θεολογία κλπ. Ἡεὐχὴ νὰ λέγεται χωρὶς διακοπῆ. Ἡ εὐχὴ θὰ φέρει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰρήνη, γλυκύτητα, χαρά, δάκρυα. Ἡ εἰρήνη καὶ ἡ γλυκύτης θὰφέρουν περισσότερον εὐχή, καὶ ἡ εὐχὴ κατόπιν, περισσοτέραν εἰρήνη καὶ γλυκύτητα κ.ο.κ. θὰ ἔρθει στιγμὴ ποὺ ἂν θὰ σταματᾶς τὴν εὐχή, θὰ αἰσθάνεσαι ἄσχημα. (Γέροντας Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης)
Νὰ λέτε τὴν εὐχή. “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μὲ” . Νὰ τὴ λέτε μία-μία λέξη κατανοητά, καταληπτά. Νὰ μὴν προχωρεῖτε στὴδεύτερη λέξη , ἂν δὲν καταλάβετε τὴν πρώτη. Νὰ τονίζεται περισσότερο τὸ τελευταῖο , δὴλ ἐλέησον μέ. Θὰ σᾶς ἔρθει τώρα στὴνἀρχὴ ραθυμία καὶ καὶ ὕπνος καὶ μετεωρισμὸς καὶ ἀμέλεια ἀλλὰἐσεῖς γρήγορα νὰ συνέρχεστε. ‘Όταν λέτε τὴν εὐχὴ , νὰ θεωρεῖτε τὸνἑαυτὸ σᾶς τώρα στὴν ἀρχὴ , ὅτι εἶσθε στὴ κόλαση καὶ νὰ φωνάζετε κλαίοντας, ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μακριὰ ἀπὸ τὴνἀπόγνωση, ἀπὸ τὴν ἀπελπισία καὶ τὰ ὅμοια ταῦτα. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς νὰ μὴν δέχεστε οὔτε φαντασία , οὔτε μορφή, οὔτε εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Χριστοῦ ἢ ἄλλου τινὸς Ἁγίου, οὔτε καὶτὶς λέξεις τῆς εὐχῆς νὰ βλέπετε νοερώς” (Γέροντας Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης)
Μάθετε νὰ ἐργάζεσθε τὸ κομποσκοινάκι. Τὸ κομποσκοινάκι θὰ σᾶςὁδηγήσει ἐκεῖ ποὺ ἐσεὶς δὲν γνωρίζετε σὲ ἀνώτερα ἐπίπεδα θὰ σᾶςὁδηγήσει τὸ κομποσκοινάκι. “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μὲ”
–Έχετε ἕνα πρόβλημα; “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μὲ”
–Έχετε ἕναν πειρασμὸ μὲ τὸν ἄλλον, μὲ τὸν γείτονά σας, μὲ τοὺς φίλους σας κ.ο.κ. “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ”. Ἡ εὐχὴ θὰ σᾶς δώσει τὴ λύση τοῦ προβλήματος σᾶς λύσιν τοῦ ἀδιεξόδου ὅπου εὑρίσκεστε. Τὸ κομποσκοινάκι λοιπὸν “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ,ἐλέησον μὲ” (Γέροντας Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης)
Ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες φωνάζουν τὴν πρώτη θέση στὴ ζωὴ τοῦκάθε χριστιανοῦ τὴν κατέχει ἡ προσευχή. Θέλεις νὰ κάνεις κατάσταση; Προσεύχου. Θέλεις νὰ σωθεῖς; Προσεύχου. ‘Όλες οἱπροσευχὲς καλὲς καὶ ἅγιες εἶναι, ἀλλὰ ἡ νοερὰ προσευχή, εἶναι ἡβασίλισσα αὐτῶν. “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ”. Ἀπ’ αὐτὴν τὴμικρούλα ἀλλὰ παντοδύναμη προσευχή, ξεκίνησαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ ἔγιναν φωστῆρες τῆς ἐκκλησίας. Λέγε συνεχῶς ὅσο μπορεῖς περισσότερες φορὲς τὴν ἡμέρα καὶ τὴ νύχτα αὐτὴ τὴν εὐχούλα καὶ αὐτὴ θὰ σὲ διδάξει αὐτὰ ποὺ θέλεις, αὐτὰ ποὺ δὲν γνωρίζεις. Βιάσου σ’ αὐτὴν τὴν εὐχούλα (Γέροντας Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης)
Ἡ εὐχὴ μᾶς φέρνει κοντὰ στὸν Χριστό. Κάποτέ μου ἦρθε (νὰ ἐξομολογηθεῖ) ἕνας μεγαλόσχημος .Μοῦ εἶπε: Ἔχω φθάσει , Ἀββᾶ σὲ ἀπόγνωση. Δὲν βλέπω καμιὰ ἀλλαγὴ στὸ καλύτερο. Πῶς θὰ βελτιωθῶ; Πῶς θὰ πεθάνω γιὰ τὴν ἁμαρτία; Αἰσθάνομαι τὴν πλήρη ἀδυναμία μου. Ὑπάρχει ἄραγε ἐλπίδα σωτηρίας.

Βεβαίως ὑπάρχει. Λέγε ὅσο πιὸ πολὺ μπορεῖς τὴν εὐχή. Καὶ ἄφησε τὰ πάντα στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. 

Καὶ ποιὰ ἡ ὠφέλεια ἀπὸ τὴν εὐχὴ ὅταν δὲ συμμετέχει ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά; Τεράστια ὠφέλεια. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ «εὐχὴ» ἔχει πολλὲς βαθμίδες: ἀπὸ τὴν ἁπλὴ προφορὰ τῶν λέξεων τῆς «εὐχῆς» μέχρι τὴν «εὐχὴ» τὴν θαυματουργική. Μὰ ἔστω καὶ στὴν κατώτατη βαθμίδα νὰ βρισκόμαστε καὶ αὐτὸ γιὰ μᾶς εἶναι ψυχικὰ πολὺ ὠφέλιμο καὶ σωτήριο. Ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ λέγει τὴν «εὐχὴ» φεύγουν οἱ δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ μας. Καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς γρήγορα ἢ ἀργὰ ὁπωσδήποτε θὰ σωθεῖ.
Ἀναστήθηκα! Ἀναστέναξε ὁ Μεγαλόσχημος. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα δὲν πρόκειται πιὰ νὰ πέσω σὲ ἀκηδία καὶ ἀπόγνωση. Τὸ λέγω λοιπὸν καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω: λέτε τὴν «εὐχή» .’Ἔστω καὶ μόνο μὲ τὸστόμα. Καὶ ὁ Κύριος δὲν θὰ σᾶς ἀφήσει (Στάρετς Βαρσανούφιος τῆςὌπτινα)
Δὲν πρέπει νὰ ἀφήνουμε τὴν εὐχή. Ὅταν μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία, νὰτὴ λέμε. Νὰ μὴν τριγυρίζει ὁ νοῦς μας στὰ μάταια. Μὲ τὴν εὐχὴ ὁνοῦς ἀναπαύεται καὶ ἀγάλλεται. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νὰἀσχολεῖται μὲ τὴν εὐχὴ καὶ νὰ μὴν τρέχει στὰ μάταια. (Γέροντας Παϊσιος)
Πρέπει συνεχῶς ἀδιαλείπτως νὰ λέμε τὴν εὐχή. Μέσα στὴ καρδιά μας καὶ τὸ νοῦ μᾶς πρέπει νὰ μείνει μόνο τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦμας. Γιατί ὅταν ἐμεῖς ἀφήνουμε τὴν προσευχή, τὴν , τὴνἐπικοινωνία μας μὲ τὸ Θεό, τότε ὁ διάβολος μὲ λογισμοὺς ἀρχίζει καὶ μᾶς ζαλίζει καὶ δὲν ξέρουμε πλέον οὔτε τί θέλουμε, οὔτε τί λέμε , οὔτε τί κάνουμε. (Γέροντας Παϊσιος)
Νὰ λέγωμεν συνεχῶς τὴν εὐχήν, εἴτε μὲ τὸ νοῦν, εἴτε μὲ τὸ στόμα.Ἡ εὐχή, τὸ παντοδύναμον ὅπλον δὲν ἀφήνει τὴν ἁμαρτία νὰεἰσέλθει. Ὁ διάβολος καίεται ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰτοῦτο πασχίζει μὲ κάθε τρόπον νὰ σταματήσει τὴν εὐχή. ( ΓέρονταςἘφραὶμ Φιλοθεϊτης)
Λέγε τὴν εὐχή: ἁγιάζει τὸ στόμα, ἁγιάζει ὁ ἀέρας, ἁγιάζει ὁ τόπος ποὺ λέγεται, Οἱ δαίμονες βάζουν χίλια ἐμπόδια διὰ νὰ μὴν προσευχηθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ὅλες οἱ παγίδες , ὅλα τὰ δίκτυα τῶν δαιμόνων καταστρέφονται διὰ τῆς προσευχῆς. Ἄπειρες φορὲς οἱδαίμονες διὰ στόματος δαιμονισμένων ὁμολόγησαν ὅτι καίονταιἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς εὐχῆς. (Γέροντας Ἐφραὶμ Φιλοθεϊτης)

Ἡ κάτωθι σύντομος προσευχὴ εἶναι παντοδύναμο ὅπλο κάθε χριστιανοῦ: « Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μὲ» «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἠμᾶς» . Λέγε ἀδερφέ μου μὲ τὰ χείλη καὶ μὲ τὴν καρδιά σου συνεχῶς τὰ σωτήρια αὐτὰ λόγια , διότι φωτίζουν τὸν νοῦ, γαληνεύουν τὴν καρδιά, καίουν τὴν ἁμαρτία, μαστίζουν καὶ ἐκδιώκουν τοὺς δαίμονας

Τὸ κομποσκοίνι δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι κάτι διακοσμητικό, οὔτε κάτι ποὺ θὰ μᾶς φέρει γούρι. Ἀντίθετα, χρειάζεται γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει τὴ προσευχὴ καί, σὰν τέτοιο, εἶναι μία ἅγια καὶ θεία παρουσία στὴ ζωή μας. Συγκεκριμένα τὸ κομποσκοίνι εἶναι φτιαγμένο γιὰ νὰ κάνουμε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, αὐτὴ ποὺλέγεται ἀδιάκοπα, σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ ἄπ. Παύλου «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» . 
Φυσικὰ τὴν «εὐχὴ» αὐτὴ μποροῦμε νὰ τὴν λέμε καὶ χωρὶς κομποσκοίνι., μὲ τὸ νοῦ μας καὶ μάλιστα ὅσο συχνότερα εἶναι δυνατό. Ἡ προσευχή, ποὺ εἶναι ἡ συνομιλία μὲ τὸ Θεό, μᾶς χαρίζει ἠρεμία , ψυχικὴ γαλήνη καὶ διώχνει τὸ ἄγχος ἀπὸτὴ ζωή μας.

http://proskynitis.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μερικές φορές, τα “προβλήματά” μας φαίνονται μεγάλα σαν τις σκιές…Όμως, στην πραγματικότητα είναι μικρά…

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Νοεμβρίου, 2014

Αυτή η φωτογραφία τραβήχθηκε ακριβώς από πάνω από αυτές τις καμήλες στην έρημο κατά τη δύση του ηλίου. Θεωρείται μία από τις καλύτερες φωτογραφίες. Όταν την κοιτάς προσεκτικά, μπορείς να διαπιστώσεις ότι οι καμήλες είναι οι μικρές άσπρες γραμμές στην φωτογραφία. Οι μαύρες εικόνες που διακρίνονται είναι απλά οι σκιές από τις καμήλες!
Μερικές φορές, τα “προβλήματά” μας φαίνονται μεγάλα σαν τις σκιές… Όμως, στην πραγματικότητα είναι μικρά… 

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »