Λόγος εἰς τό Πάθος τοῦ Κυρίου καί εἰς τόν Σταυρόν.- Τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
«Και ελθόντες εις τόπον λεγόμενον Γολγοθά, ο έστι Κρανίου τόπος λεγόμενος, έδωκαν αυτώ οίνον ποιείν μετά χολής μεμιγμένον. Και γευσάμενος, ουκ ήθελε πιείν. Σταυρώσαντες δε αυτόν, διεμερίσαντο τα ιμάτια αυτού, βάλλοντες κλήρον, ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Προφήτου˙ διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον. Και καθήμενοι ετήρουν αυτόν εκεί». Και εις τα εξής.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πόντιος Πιλάτος: ο « νίψας τας χείρας ».
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
Επί αυτοκρατορίας του Τιβερίου, σε μια μακρινή και ταραγμένη επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ένας κρατικός λειτουργός δεύτερης κατηγορίας, καταδικάζει σε θάνατο έναν παράξενο ταραχοποιό. Σκηνή συνηθισμένη της καθημερινής ζωής, στη ρωμαϊκή επαρχία. Μόνο, που ο κατάδικος ονομάζεται Ιησούς. Και ξαφνικά, ο ασήμαντος διοικητικός υπάλληλος κερδίζει απροσδόκητη φήμη. Το όνομά του, Πόντιος Πιλάτος. Κανένας δε γνωρίζει με ακρίβεια κάτι σχετικό με τη γέννησή του, το θάνατό του, τις σκέψεις ή τις αγάπες του, την ίδια την ιστορία της υπάρξεώς του ως ατόμου.
Το 26 μετά Χριστόν, ο αυτοκράτορας Τιβέριος αναθέτει τη διοίκηση της Ιουδαίας στον Πόντιο Πιλάτο. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον άνθρωπο αυτό, πριν από τη χρονολογία αυτή. Από μια φράση του Ευαγγελιστή Ματθαίου συμπεραίνουμε, ότι ήταν παντρεμένος. Από ένα μεταγενέστερο κείμενο πληροφορούμαστε ότι το όνομα της συζύγου του ήταν Κλαυδία Πρόκουλα. Πιστεύεται, ότι ανήκε σε πολύ μεγάλη οικογένεια και ότι σ’ αυτήν οφείλεται η κοινωνική άνοδος του συζύγου της. Είναι λογικό να πιστεύουμε, ότι ο Πιλάτος ανήκε στην « τάξη των ιππέων », δηλαδή στη ρωμαϊκή αριστοκρατία.
Ο Πιλάτος, διοικεί την Ιουδαία με τη διπλή ιδιότητα επάρχου, δηλαδή διοικητικού υπαλλήλου που ασχολείται κυρίως με οικονομικά θέματα, και του νομάρχη, πολιτικού και στρατιωτικού υπευθύνου. Ήταν υποχρεωμένος, να σέβεται τα προνόμια των βασιλίσκων των γειτονικών χωρών που είχαν διοριστεί από τη Ρώμη, ενώ έπρεπε επίσης να υπολογίζει τον ισχυρό του γείτονα, τον επίτροπο της Συρίας, που μπορούσε να ασκήσει επάνω του, αν όχι συγκεκριμένη πολιτική εξουσία, τουλάχιστον κάποιον έλεγχο.
Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του ο Πιλάτος, άρχισε να ασκεί την εξουσία με τόση έλλειψη πολιτικού αισθητηρίου, ώστε όπως συμβαίνει και με ολόκληρη τη θητεία του στην Ιουδαία, η δράση του να θεωρηθεί εντελώς αποκλίνουσα από τη γραμμή της Ρώμης. Διάφορες υποθέσεις, δημιουργούσαν ανάλογα προβλήματα. Η Ιερουσαλήμ, χρειαζόταν νερό και ο Πιλάτος δίνει εντολή, να κατασκευαστεί ένα υδραγωγείο. Επειδή χρειαζόταν χρήματα, χρησιμοποιεί το θησαυρό του Ναού του Σολομώντα, που είχε συγκεντρωθεί με τη συνεισφορά όλων των Ιουδαίων, ακόμη κι εκείνων της διασποράς και προοριζόταν κυρίως για να χρησιμοποιηθεί για τις δημόσιες θυσίες και την κάλυψη διαφόρων αναγκών της Ιερουσαλήμ. Ο επίτροπος, με τη σύμφωνη απόφαση των ιερέων που είχαν τη φύλαξη και τη διαχείριση του ναού δέχθηκα. Την οργή όμως του λαού προκάλεσε το γεγονός ότι ο Πιλάτος εξάντλησε ολόκληρο τον ιερό θησαυρό. Καθώς ο επίτροπος βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ, οι Εβραίοι περικύκλωσαν το βήμα στο οποίο στεκόταν με εχθρικές κραυγές Ο Πιλάτος όμως τα είχε προβλέψει όλα. Είχε ανακατέψει μέσα στο πλήθος στρατιώτες με πολιτικά, που κρατούσαν στα χέρια τους ράβδους. Με ένα σύνθημα, επιτίθενται στο πλήθος. Τα θύματα ήταν πολλά, όπως μαρτυρεί ο Φλάβιος Ιώσηπος.
Σε μια ακόμη περίπτωση, αποδεικνύονται η σκληρότητα και η πανουργία του Πιλάτου. Και κυρίως, η επιμονή ενός κρατικού λειτουργού, που γνωρίζει καλά τα δικαιώματά του. Συμπεριφορά ανθρώπου με πρακτικές ιδέες, αλλά και έλλειψη διπλωματικότητας.
Αυτή τη βαναυσότητα τη συναντάμε και πάλι σ’ ένα περιστατικό που αναφέρεται μόνο στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Ο Πιλάτος, έβαλε να σφάξουν τους Γαλιλαίους που έκαναν θυσία στο Ναό και να ανακατέψουν το αίμα τους με το αίμα των θυσιαζομένων ζώων. Ίσως αυτό να ήταν και η αιτία της εχθρότητας ανάμεσα στον Πιλάτο και τον Ηρώδη Αντύπα, που αναφέρει μόνο ο Ευαγγελιστής Λουκάς: « Εκείνη την ημέρα, τη μέρα που ο Πιλάτος στέλνει τον Ιησού στον Ηρώδη, ο Ηρώδης και ο Πιλάτος έγιναν φίλοι, αυτοί που προηγουμένως ήταν εχθροί. » Το πιο γνωστό περιστατικό της σταδιοδρομίας του Πιλάτου, είναι η σύλληψη και η δίκη του Χριστού. Μια φράση του Τάκιτου, η μόνη μαρτυρία προερχόταν από ειδωλολάτρη συγγραφέα, μας λέει ότι: « ο Χριστός παραδόθηκε στο μαρτύριο επί αυτοκρατορίας Τιβερίου, από τον έπαρχο Πιλάτο. » Ποια είναι λοιπόν η χρονολογική σειρά των γεγονότων, σύμφωνα με τις ρήσεις του Ευαγγελίου; Αρχικά ο Ιησούς, οδηγείται στον Πιλάτο, που προφανώς κατοικεί στο παλιό ανάκτορο του Ηρώδη του Μεγάλου, στον ανατολικό λόφο της Ιερουσαλήμ. Διεξάγεται ένας διάλογος ανάμεσα στο διοικητή και στους Εβραίους, κατά τα λεγάμενα του Λουκά και του Ιωάννη. « Και ξεσηκωμένο όλο το πλήθος, πήγαν Αυτόν στον Πιλάτο, και άρχισαν να Τον κατηγορούν, λέγοντας: Τον βρήκαμε να διαφθείρει το έθνος και να δυσκολεύει να δίνονται οι φόροι στον καίσαρα, λέγοντας ότι αυτός είναι ο Χριστός, ο βασιλιάς.»
Ο διοικητής, πρέπει να ανακρίνει ο ίδιος τον υπόδικο και να βγάλει το πόρισμά του. Από την ανάκριση όμως, δεν προκύπτουν στοιχεία που να επιβάλλουν την καταδίκη Του. Γι’ αυτό, ο Πιλάτος βρίσκεται σε αμηχανία. Βρίσκει όμως έναν τρόπο για να ξεφύγει από το δίλημμα. Επειδή περισσότερο η διδασκαλία του Ιησού έγινε στη Γαλιλαία, Τον στέλνει να δικαστεί από τον Ηρώδη Αντύπα. Ο Ηρώδης όμως, έτυχε να βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ. Όταν όμως ο Ιησούς οδηγείται μπροστά του, ο τετράρχης, που περίμενε να βρεθεί μπροστά σ’ ένα μάγο, ειρωνεύεται τον ισχυρισμό του Ιησού ότι είναι βασιλεύς των Ιουδαίων, και για να Τον γελιοποιήσει, Τον ξαναστέλνει στον Πιλάτο ντυμένο με λαμπρό ιμάτιο. Τι απόφαση λοιπόν μπορεί να πάρει ο Πιλάτος; Μπορεί ν’ αφήσει ελεύθερο τον κρατούμενο ή απλά να Τον τιμωρήσει ή ακόμη να διατάξει και την εκτέλεσή Του; Προτίμησε τη δεύτερη λύση, αυτή που του επιτρέπει να ασκήσει την εξουσία που του παρέχει η Ρώμη, χωρία να διαπράξει παρατυπία. Επιπλέον, του δίνεται η ευκαιρία για φθηνή πολιτική δημαγωγία, όταν ρίχνει την ευθύνη της απόφασής του στο λαό. Πράγματι, τα πλήθη ζητούν από τον επίτροπο την απελευθέρωση ενός φυλακισμένου με την ευκαιρία του εβραϊκού Πάσχα, σύμφωνα με τη συνήθεια. Ο Πιλάτος όμως, δεν έχει καταλήξει ακόμη σε απόφαση, και μπορεί, κατά το Ρωμαϊκό Δίκαιο να ελευθερώσει τον υπόδικο. Το προτείνει στα πλήθη. Έτυχε όμως, ταυτόχρονα με τον Ιησού να υπάρχει και άλλος φυλακισμένος, που δεν έχει ακόμη δικαστεί. Κατηγορείται ότι υποκίνησε το λαό σε εξέγερση, στη διάρκεια της οποίας διαπράχθηκε φόνος. Ο κατάδικος αυτός, ονομάζεται Βαραββάς. Και το μικρό του όνομα, που οι Ευαγγελιστές ξεχνούν συχνά να αναφέρουν, είναι επίσης Ιησούς.
Ας δούμε τα κείμενα: «Το πλήθος φωνάζει: Θανάτωσέ Τον και ελευθέρωσε το Βαραββά. » Και πάλι ο Πιλάτος απευθύνεται στο λαό με την πρόθεση να αφήσει ελεύθερο τον Ιησού. Αλλά αυτοί κραυγάζουν: « Σταύρωσον, σταύρωσον Αυτόν. » Για τρίτη φορά τους λέει: « Τι κακό έχει κάνει λοιπόν αυτός ο άνθρωπος; Δεν βρίσκω τίποτα που να του αξίζει να τιμωρηθεί με θάνατο. Θα του επιβάλλω μια τιμωρία και θα Τον αφήσω ελεύθερο. Εκείνοι όμως επιμένουν και κραυγάζουν να σταυρωθεί, και οι κραυγές συνεχώς δυναμώνουν. »
Και το περιστατικό αυτό σχολιάστηκε με πολλούς τρόπους. Προξενεί κατάπληξη το γεγονός, ότι ο Πιλάτος, ένας Ρωμαίος που είχε συμπεριφερθεί με τέτοιο τρόπο από τη στιγμή της αφίξεώς του στην Ιουδαία, συμβουλεύεται τα πλήθη πριν καταλήξει σε απόφαση. Μήπως αυτό άραγε αποκαλύπτει πολιτική σύνεση; Διδαγμένος από τις προηγούμενες ατυχείς πράξεις του, ο Πιλάτος αποφάσισε να φερθεί συνετότερα. Τίποτα δεν αποδεικνύει, ότι είχε παραιτηθεί από τα δικαιώματά του ως άρχοντα. Την απόφαση την πήρε ο Πιλάτος και μόνον αυτός, κατ’ απαίτηση του παρευρισκόμενου πλήθους.
Κατά τις ρωμαϊκές συνήθειες, ο κατάδικος μαστιγώθηκε πριν σταυρωθεί. Πολλοί, θέλησαν να δουν σ’ αυτή τη λεπτομέρεια μια τελευταία προσπάθεια του Πιλάτου να σώσει τη ζωή του Χριστού, αν πρέπει να του αποδώσουμε βέβαια αυτή την ενέργεια, πράγμα που όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο. Πράγματι, εμφανίζει τον Ιησού μετά τη μαστίγωσή Του στους κατηγόρους Του: « Ίδε ο άνθρωπος ». Μπροστά στις διαμαρτυρίες και τις υπονοούμενες απειλές, αν τον ελευθερώσεις δεν είσαι φίΛος του Καίσαρα, ο επίτροπος ενδίδει. Άραγε, παρά τη θέλησή του; Η πρώτη εντύπωση είναι, ότι πρόκειται για άνδρα που σέβεται απόλυτα τους ρωμαϊκούς νόμους και ασκεί τα δικαστικά του καθήκοντα με ευθικρισία και ικανότητα. Αυτή η εντύπωση όμως, σκιάζεται κάπως από το γεγονός, ότι δεν θέλει υπ’ ουδενί λόγο να διακινδυνεύσει τη θέση του προκαλώντας εξέγερση, δηλαδή ρήξη με τους ανθρώπους του Ναού, την αριστοκρατία του τόπου με λίγα λόγια, στην οποία, όπως γνωρίζει πολύ καλά, βρισκονται οι πιο ενθερμοι υποστηρικτες της κώμης. Τι τον ενοιαφερει στο κάτω -κάτω, ο θάνατος ενός ασήμαντου ταραξία; Πάντως, ότι έχει σχέση με τα ιερά, τον ενοχλεί, τον κάνει να μην αισθάνεται άνετα. « Τι είναι η αλήθεια; » ρωτάει τον Ιησού τελειώνοντας την ανάκρισή του. Μπορεί βέβαια να διστάζει, αλλά έχει επηρεαστεί πολύ από ένα όνειρο της γυναίκας του: « Την ώρα που ο Πιλάτος καθόταν στο θρόνο πάνω στο βήμα, η γυναίκα του έστειλε να του πουν: Μην ανακατεύεσαι με την υπόθεση αυτού του δίκαιου, γιατί σήμερα είδα ένα κακό όνειρο γι’ Αυτόν. »
Τότε γίνεται γνωστό το περιστατικό που αναφέρει ο Ματθαίος, όπως και το προηγούμενο: « Βλέποντας ότι οι προσπάθειές του να σώσει τον Ιησού δεν έφερναν αποτέλεσμα αλλά, αντίθετα, προκαλούσαν αναταραχή, ο Πιλάτος πήρε νερό κι έπλυνε τα χέρια του μπροστά στο πλήθος, λέγοντας: Είμαι αθώος, από το αίμα του δικαίου τούτου. Το κρίμα δικό σας. » Και το πλήθος απάντησε: « Το αίμα Του επάνω μας κι επάνω στα παιδιά μας. »
Ο Πιλάτος, παρά την περιφρόνησή του για το λαό που διοικούσε, γνώριζε καλά τις εβραϊκές συνήθειες. Έπρεπε να γνωρίζει λόγου χάρη, ότι όταν γινόταν ένα έγκλημα στην πόλη, οι κάτοικοι για να εξιλεωθούν, έπλεναν τα χέρια τους από ένα σφαγμένο δαμάλι. Ήξερε επίσης, γιατί ήταν κάτι συνηθισμένο στον αρχαίο κόσμο, ότι ο κάθε ρύπος απαιτούσε κάθαρση. Τα λόγια άλλωστε του πλήθους, «Το αίμα Του επάνω μας κι επάνω στα παιδιά μας », ήταν φράση συνηθισμένη, όχι μόνο για το λαό του Ισραήλ αλλά και στους γειτονικούς λαούς.
Γεγονός όμως είναι, ότι στην καθημερινή γλώσσα η φράση « νίπτω τας χείρας μου », έχει αποκτήσει ηθική σημασία, έχει περιληφθεί στο συμβολισμό που βλέπει στη δίκη του Ιησού την αντιπαράθεση του Καλού με το Κακό ενώπιον μιας προσωρινής εξουσίας, που αδιαφορεί από δειλία ή εθελοτυφλία.
Η Σταύρωση του Ιησού, έγινε το έτος 30 ή πιθανότερα το 33. Ο Πιλάτος, φεύγει από την Ιουδαία στα τέλη του έτους 36. φθάνει στη Ρώμη, μετά το θάνατο του Τιβέριου, στις 17 Μαρτίου του 37. Τι έγινε τότε; Άγνωστο. Ένα όμως είναι βέβαιο: την άνοιξη του 37, ο Πιλάτος βγαίνει από την ιστορία και μπαίνει στο θρύλο.
Ένας αιώνας ήταν αρκετός, για να διαμορφωθεί αυτός ο θρύλος. Από τις πρώτες εκδηλώσεις της απολογητικής δραστηριότητας του Χριστιανισμού, δηλαδή γύρω στα μέσα του 2ου αιώνα, γίνεται αναφορά στον Πιλάτο.
Η πιο εκπληκτική ενσάρκωση του Πιλάτου βρίσκεται στην κοπτική παράδοση. Στην Αιθιοπική Εκκλησία, ο Πιλάτος είναι ένας άγιος πολύ δημοφιλής, ήδη από τον 5° αιώνα. Το Ευαγγέλιο του Γαμαλιήλ, « απόκρυφο » του 6ου – 7ου αιώνα, εξαιρεί το μαρτύριό του. Η Ελληνορθόδοξη μάλιστα Εκκλησία έχει ανακηρύξει οσία τη σύζυγό του, Πρόκουλα, που η μνήμη γης εορτάζεται στις 27 Οκτωβρίου. Αλλού πάλι, σε ένα συνδυασμό των παραδόσεων, πιστεύεται ότι ο Πιλάτος με το θάνατό του απέκτησε την ιδιότητα του αγίου. Σ’ ένα από τα μεταγενέστερα « απόκρυφα » κείμενα, με τον τίτλο « Παράδοσις », ο Πιλάτος καταδικάζεται σε αποκεφαλισμό, αλλά μόλις παραδίδει την ψυχή του, την υποδέχεται ένας άγγελος. Φθάνοντας στον 3° αιώνα, βρίσκοντας το έργο του Ευσέβιου, επισκόπου Καισαρείας, αναφέρεται ότι μεταξύ των ετών 39 και 40, ο Πιλάτος αυτοκτονεί, μη μπορώντας να αντέξει τις συμφορές που τον βάραιναν.
Από τότε, υπάρχει η τάση να προστίθενται διάφορα στοιχεία στο θέμα της τιμωρίας του Πιλάτου. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ασπάζεται τον Χριστιανισμό τον 4° αιώνα και πρέπει να δείξει ότι το έγκλημα του Πιλάτου δεν έμεινε ατιμώρητο. Για τους μεν, ο Πιλάτος βασανίστηκε από τον Καλιγούλα και μη μπορώντας ν’ αντέξει, αυτοκτονεί. Άλλοι τον θέλουν να πεθαίνει στη Βιέννη της Γαλατίας, όπου εξορίστηκε.
Η αβεβαιότητα που περιβάλλει τη φυσιογνωμία του Πιλάτου, βοήθησε αναμφισβήτητα στη δημιουργία μιας χριστιανικής παράδοσης στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα γράφτηκαν πολλά μυθιστορήματα και γυρίστηκαν άπειρες ταινίες σχετικά με την προσωπικότητα του Πιλάτου και της συζύγου του, με διάσημους σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Πρέπει να παραδεχτούμε, ότι ο Πιλάτος, όπως μας τον περιγράφουν οι ιστορικές μαρτυρίες, είναι πολύ λιγότερο ενδιαφέρον άνθρωπος από τον Πιλάτο των απολογητών και των συγγραφέων. Αξιωματούχος της αυτοκρατορίας, με συνείδηση της σπουδαιότητας της αποστολής του, υποταγμένος στην ανώτερη ηγεσία, είναι ένας από τους πολλούς Ρωμαίους λειτουργούς, που η αυτοκρατορία είχε σκορπίσει παντού.
Λιγότερο άπληστος από όλους αυτούς, είχε την ατυχία να τοποθετηθεί σε μία από τις πιο δύσκολες επαρχίες της αυτοκρατορίας. Η ανικανότητά του ή η έλλειψη διαθέσεως να καταλάβει το λαό που διοικούσε, ήταν το αδύνατο σημείο του. Πανούργος, βίαιος, πεισματάρης, δεν ήταν καθόλου συμπαθητικό άτομο. Είναι φανερό, ότι φρόντιζε πολύ να εξασφαλίσει τη θέση του, φθάνοντας στο σημείο να διαπράττει πολιτικές αδεξιότητες. Πρέπει όμως να του αναγνωρίσουμε τη μέριμνα για την τήρηση του νόμου. Τόσο, ώστε να υπάρξει ο πιο γνωστός μάρτυρας της αδιαμφισβήτητης ρήξεως ανάμεσα στους Ρωμαίους και τους Εβραίους, ανάμεσα στον Καίσαρα και στο Θεό.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
Μοῦ γράφεις ὅτι ἄκουσες ἀπό τήν γιαγιά σου κάτι (σάν παραμύθι!), γιά τίς πέντε πληγές τοῦ Χριστοῦ. Καί ρωτᾶς: Ποία εἶναι ἡ πραγματικότητα;
Διάβασε τήν Καινή Διαθήκη. Εἶναι ντροπή νά μήν ξέρωμε τήν Πίστη μας. Ἄφησε στήν ἄκρη κάθε ἄλλο διάβασμα! Ἄρχισε τήν μελέτη σου ἀπό τά ἱερά Εὐαγγέλια. Αὐτή εἶναι ἡ πιό σπουδαία καί ἡ πιό λυτρωτική μελέτη. Πρώτη στήν σειρά, ἔρχεται ἡ γνώση τῆς Πίστεως. Καί μετά ἡ κάθε ἄλλη γνώση. Νά τόν μελετᾶς τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δίνει ἀξία στόν δικό μας λόγο. Ὅπως τά διαμάντινα στά γυναικεῖα κοσμήματα.
Ἡ ἁγία Γραφή δέν μᾶς τό λέει καθαρά ὅτι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ εἶναι πέντε. Μά εἶναι ἡ φοβερή πραγματικότητα: δύο στά χέρια˙ δύο στά πόδια˙ καί μία στά πλευρά. Ἀπό τά καρφιά. Καί ἀπό τίς ἁμαρτίες μας. Τρυπημένα τά χέρια πού εὐλογοῦσαν! Τρυπημένα τά πόδια πού βάδιζαν τόν δρόμο τῆς ἀλήθειας! Τρυπημένη ἡ πλευρά, πού ἄναψε τήν θεία καί ἱερή φλόγα τῆς ἀγάπης!
Ἔτσι τό θέλησε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ.
-Νά Τοῦ τρυπηθοῦν τά χέρια, γιά τίς ἁμαρτίες πού ἐκάμαμε μέ τά χέρια μας- (φόνους, κλεψιές, βιαιότητες).
-Νά Τοῦ τρυπήσουν τά πόδια, γιά τίς ἁμαρτίες πού ἔκαμαν τά πόδια, (ἕνα δάσος πόδια!), πού ἔτρεξαν νά κάνουν τό κακό, τό κάθε κακό!
-Τοῦ τρύπησαν τήν πλευρά κοντά στήν καρδιά, γιατί ἡ δική μας καρδιά, ἦταν γεμάτη μέ κάθε κακό˙ ἀσέβεια, βλάσφημες σκέψεις, κτηνώδεις ἐπιθυμίες, μῖσος καί φθόνο, καί σχέδια δαιμονικά ἐναντίον ἀδελφῶν, ἐναντίων φίλων, ἐναντίον τοῦ Θεοῦ!
-Τρυπήθηκαν τά χέρια τοῦ Χριστοῦ, γιά νά θεραπευθοῦν οἱ ἁμαρτίες πού ἔκαμαν τά δικά σου χέρια!
-Τρυπήθηκαν τά πόδια Του, γιά νά ἐπιστρέψουν τά πόδια τά δικά σου ἀπό τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας!
-Τρυπήθηκε ἡ πλευρά Του, γιά νά καθαρίσει ἡ δική σου καρδιά ἀπό τίς ἁμαρτωλές σκέψεις καί ἐπιθυμίες!
Ὅταν ὁ Κρόμβελ, ὁ φοβερός αὐτός δικτάτορας τῆς Ἀγγλίας, ἄρχισε νά ἁρπάζει τίς περιουσίες τῶν Μοναστηριῶν καί τῶν Ἐκκλησιῶν, ἔγινε μιά μεγαλειώδεις πορεία διαμαρτυρίας. Μιά διαδήλωση. Χιλιάδες λάβαρα καί πανώ, πού ἔγραφαν «Οἱ πέντε πληγές τοῦ Χριστοῦ». Καί ὁ δικτάτορας ὑποχώρησε. Μετάνοιωσε. Ὄχι γιά ἄλλο λόγο. Σεβάστηκε τά λόγια, πού ἦταν γραμμένα στό πλακάτ: Πέντε εἶναι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ!
Μάθε νά τίς σέβεσαι καί σύ!
Πέντε εἶναι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ! Πέντε οἱ κρουνοί τοῦ Αἵματός Του. Ἀπό αὐτές ἔρρευσε τό Αἷμα Του, πού ἁγίασε τήν γῆ καί ἐξηγόρασε τό ἀνθρώπινο γένος. Μέ τό Αἷμα Του, πού ἔρρευσε ἀπό τίς πέντε πληγές Του πλένει τόν κάθε πιστό Του.
Σάν θαυματουργός καί παντοδύναμος ὁ Κύριος ἐπῆρε πέντε ψωμιά, καί ἔθρεψε μέ αὐτά πέντε χιλιάδες ψυχές! Ἔτσι καί μέ τό Αἷμα Του. Μπορεῖ νά θρέψει ψυχικά ἑκατομμύρια πιστῶν! Αὐτό εἶναι ἡ Θεία Μετάληψη!
Φρόντισε λοιπόν τήν Μεγάλη Παρασκευή νά σταθῆς κάτω ἀπό τόν Σταυρό Του. Καί παρακάλεσέ Τον. Νά σέ καθαρίσει καί σένα μέ τό Αἷμα Του. Καί νά ζωοποιήσει τήν ψυχή σου. Ὥστε, τήν Ἀνάσταση, νά φωνάζεις καί σύ μαζί μέ τίς ἅγιες μυροφόρες ὅτι Ἀνέστη ὁ Κύριος ὄντως.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Μ. Πέμπτη και θεία Κοινωνία
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
Το γεγονός ότι η Μεγάλη Πέμπτη είναι η ημέρα κατά την οποία παραδοσιακά όλος ο Ορθόδοξος κόσμος προσέρχεται να μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων, οφείλεται στο γεγονός ότι σήμερα έγινε η παράδοση του φρικτού μυστηρίου της Ευχαριστίας κατά τον Μυστικό Δείπνο. Εκεί ο Χριστός, εν όψει του Πάσχα του εβραϊκού, σε ένα από τα προηγούμενα (όχι στο τελευταίο τελικό συμπόσιο του εβραϊκού Πάσχα που έθυαν τον αμνό τον ενιαύσιο) έφαγε με τους μαθητές Του· και αφού πήρε ψωμί στα χέρια Του, ευχαρίστησε, το ευλόγησε, και τους τόδωσε λέγοντάς τους: «Λάβετε, φάγετε, τούτο έστι το σώμα μου». Αυτό είναι το σώμα μου, που σας δίνω αυτήν την στιγμή, το οποίο «κλάται», «το υπέρ υμών κλώμενον» (το ρήμα είναι κλάω-κλω, από κει που βγαίνει και η λέξη των μαθηματικών: τα κλάσματα, όπως και η αρτοκλασία: η κλάσις του άρτου, κόβουμε τους άρτους και τους μοιράζουμε), για πολλούς, για όσους θέλουν να σωθούν. Κατόπιν πήρε ένα ποτήρι κρασί, το ευλόγησε, ευχαρίστησε τον Ουράνιο Πατέρα και το πρόσφερε στους μαθητές Του λέγοντας: «Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο έστι το αίμα μου, το υπέρ υμών και πολλών έκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Να! το μυστήριο της Θειας Ευχαριστίας!
Πολλές φορές και κατ’ επανάληψιν αναφέρθηκε στη Γραφή ότι Αυτός είναι «ο Άρτος της Ζωής», «ο εκ του Ουρανού καταβάς». Και πάνω στο Σταυρό έρρευσε το άγιο αίμα Του, το οποίο έγινε το «καινόν πόμα», το καινούριο πιοτό, στο οποίο θα μας καλέσει ο θεσπέσιος ιερός Δαμασκηνός τη νύκτα της Αναστάσεως: «Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ εκ πέτρας αγόνου τερατουργούμενον», (όχι με το θαύμα που έκανε ο Μωϋσής στα παλιά τα χρόνια, σ’ ένα άγονο βράχο, κι έδωσε νερό σύνηθες, φυσικό νερό να πιούνε, αλλά είναι άλλου είδους πόμα αυτό, είναι το ποτό της Ζωής, το οποίο έρρευσε από την άχραντο πλευρά και από τις πληγές στα χέρια και στα πόδια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού).
Από τότε η Ευχαριστία συνιστά την Εκκλησία. Για να ζήσουμε το γεγονός της Εκκλησίας, κάνουμε την Λειτουργία. Και όπως μαζεύτηκε το σιτάρι σπυρί-σπυρί από κάθε γωνιά του χωραφιού και αλέστηκε κι έγινε το ψωμί, έτσι μαζευόμαστε και μείς ένας-ένας από κάθε γωνιά, γύρω από τον προεστώτα της Ευχαριστίας, και αντιγράφοντας την πρακτική του Χριστού, κατά την εντολή Του: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (αυτό να κάνετε για να με θυμάστε), «και όσες φορές θα τρώτε αυτόν τον άρτο και θα πίνετε αυτό το κρασί, θα καταγγέλλετε και θα μαρτυρείτε την Ανάστασή μου, την αλήθεια της Θεότητάς μου», κι εμείς συναζόμαστε και κάνουμε τη Λειτουργία, και έτσι συνιστούμε την Εκκλησία. Και είμαστε όλοι καλεσμένοι να μετάσχουμε αυτής της αθανάτου τραπέζης, αλλά υπό προϋποθέσεις. Όχι απαράσκευοι, όχι ακάθαρτοι, όχι αμετανόητοι όπως ό Ιούδας.
Λέει ένα πικρό λόγο, αλλά δυστυχώς αληθινό, ο απόστολος Παύλος: «Ανάμεσα σας, λέει, υπάρχουν ένα σωρό άρρωστοι και πεθαίνει πολύς κόσμος. Και αυτό, γιατί κοινωνείτε αναξίως», «εσθίετε και πίνετε αναξίως». Είναι πυρ καταναλίσκον η θεία Κοινωνία. Και ή θα καταναλώσει τις αμαρτίες μας, εάν προσερχόμαστε εν μετάνοια και τακτοποιημένοι, ή θα καταναλώσει και θα αφανίσει εμάς τους ίδιους. Χρειάζονται λοιπόν προϋποθέσεις, και όχι να την περνά κανείς ότι είναι ο πρωινός καφές που πρέπει να πάμε να τον πιούμε, επειδή έτσι συνηθίζουμε και έτσι λέει το πρωτόκολλο το εκκλησιαστικό ή το έθιμο της ημέρας και ούτω καθ’ εξής. Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Τον άξιο δεν τον κάνει η ήμερα, αλλά αυτός ο οποίος είναι άξιος, οποιαδήποτε ημέρα έχει εορτή, έχει Πάσχα, έχει Χριστούγεννα». Επειδή είναι έτοιμος και κοινωνεί αξίως.
Όσον άφορα την προσευχή, τί να πω εγώ σε σας, οι οποίοι είσθε οι βιούντες το μέγα μυστήριο της προσευχής; Είσθε οι καλλιεργητές της νοεράς και μονολογίστου προσευχής. Είσθε εσείς, οι οποίοι αγωνίζεσθε να τηρείτε το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» του αποστόλου Παύλου. Μόνο για τους αδελφούς μας τους προσκυνητές να πω, ότι ο Χριστός μας έδωσε υπόδειγμα προσευχής, και μάλιστα με αυτή την προσευχή την εναγώνιο κατά την ανθρωπινή Του φύση.
Η αγωνία ήταν στην ανθρωπινή φύση Του, για να μην περάσει κανενός η ιδέα, όπως αργότερα στους μονοφυσίτες, ότι ήταν «κατά δόκησιν άνθρωπος» και όχι τέλειος άνθρωπος. Γι’ αυτό φάνηκε η αγωνία κι έσταξε ο ίδρωτας ως θρόμβοι αίματος από το μέτωπό Του. Ήταν η ανθρωπινή φύση, η οποία βεβαίωνε την αλήθεια της εκείνη τη στιγμή, και όχι βεβαίως η θεία φύση, η οποία ουδέποτε είχε καμία αγωνία, διότι είναι απαθής ο Θεός, και ουδέποτε είχε καμία επιφύλαξη στο να πιει το ποτήριο το οποίο έδωσε ο Πατέρας, το να δεχθεί δηλαδή το Σταυρό, το Πάθος, το Θάνατο για τη σωτηρία των αδελφών Του, τη σωτηρία του κόσμου.
Αλλά μας έδωσε υπόδειγμα προσευχής. Να θυμίσω μόνον ένα λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, αν δεν κάνω λάθος: «μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον» (Είναι μεγαλύτερη ανάγκη να προσεύχεσαι και να επικαλείσαι το όνομα του Θεού από το να αναπνέεις). Πόση ώρα μπορεί να μείνει κανείς χωρίς να αναπνέει; Να κλείσει τη μύτη του, να μην παίρνει μέσα οξυγόνο; Κάποια λεπτά αντέχει το σώμα από την λεγομένη άδηλη αναπνοή, το οξυγόνο που εισπράττει μέσα από τους πόρους του σώματος. Αλλά πόσο; Μετά πεθαίνει ο άνθρωπος.
Πόσο θ’ αντέξει ο άνθρωπος, η ψυχή, χωρίς την προσευχή; Έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη από την προσευχή παρά από το οξυγόνο. Ο άνθρωπος ο οποίος αποκόπηκε από την προσευχή και σταμάτησε να μνημονεύει του ονόματος του Θεού είναι νεκρός! Αυτός είναι για μνημόσυνα με πλερέζες και για κλάματα και θρήνους άνευ παραμυθίας. Η προσευχή είναι αυτή η οποία δείχνει ότι η καρδιά από μέσα κτυπά. Ότι υπάρχει ζωή, ότι ο άνθρωπος είναι ζωντανός.
Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο. Μας τα είπε τόσο ωραία η ακολουθία. Θα μας τα πει περισσότερο η μεγάλη ακολουθία της αγρυπνίας το βράδυ, των Αχράντων Παθών, στην οποία ας έχουμε τεταμένη την προσοχή μας και ας αφήσουμε ανοιχτά τα χέρια του Θεού να δουλέψει η Χάρις Του μέσα μας αυτές τις ημέρες του Αχράντου Πάθους τη σωτηρία μας, όπως Εκείνος ξέρει και κατά το ποσοστό στο όποιο έχουμε ετοιμασθεί και είμαστε δεκτικοί όλοι μας. Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.
(Περιοδικό «Ο Όσιος Γρηγόριος». αριθ. 34)
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Oδηγίες γιά την πνευματική ζωή μας κατά την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος καί Υμηττού κ.Δανιήλ
Kαθώς δρασκελίζουμε το ιερόν πρόπυλον της Αγίας και Μγάλης Εβδομάδος διά να εορτάσωμε κι εφέτος τα σεπτά πάθη, τον ζωοποιόν σταυρόν, τον εκούσιον θάνατον, την θεόσωμον ταφήν και την ένδοξον εκ νεκρών ανάστασιν του Θεανθρώπου Κυρίου μας Ιησού Χριστού η Εκκλησία θυμίζει είς όλους μας πέντε απαραίτητα βήματα, τα οποία οφείλουμε να κάνουμε.
1) Στάσου καθ’εαυτόν.Σκέψου μόνος σου, συζήτησε με τον εαυτό σου, διά ποίον λόγον εορτάζουμε αυτά τα κατά κάποιο τρόπο μακρυνά από την εποχή μας γεγονότα.
“Είσελθε είς τον ταμιείον σου”, στο βάθος της ψυχής σου και προβληματίσου σοβαρά και υπεύθυνα. “Πάντα τα συμβεβηκότα εν ταίς ημέραις, ταύταις” σε αφορούν προσωπικώς και αμέσως.Ο Κύριος έπαθε δι’εσέ.Ψάξε να βρής με ποιο τρόπο θα ανταποκριθής είς την τόσην αγάπην και φιλανθρωπίαν του ουρανίου Θεού και Πατέρα σου
2) Μελέτησε.Διάβασε τα κατάλληλα πνευματικά βιβλία, που θα σου αποκαλύψουν τους “θησαυρούς της γνώσεως τους απόκρυφους” και βυθίσου είς την σκέψι, την εμπειρία εκείνων, οι οποίοι προσέγγισαν “το μυστήριο της ευσέβειας” με ψυχική και σωματική καθαρότητα και έλαβαν “ουρανίων μυστηρίων αποκάλυψιν”
3) Καθαρίσου.Οι ημέρες απαιτούν τον σεβασμό σου και την τιμή σου.Και τα δύο αυτά είς την ορθόδοξη ζωή εκδηλώνονται με πνευματική και σωματική καθαρότητα.Κρατήσου μακρυά απ’όσα μολύνουν την ψυχή και το σώμα.Τίμησε τις μέρες με ωηστεία, εγκράτεια και σωφροσύνη.Ζήσε κατά Θεόν, μακρυά από την αμαρτία.Μη λησμονήσης, ότι οι αμαρτίες σε χωρίζουν από τον Θεό. “Λούσασθε και καθαροί γένεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών, μάθε καλόν ποιείν, εκζητήσατε κρίσιν, ρύσασθε αδικούμενον, κρίνατε ορφανώ και δικαιώσατε χήραν∙ και δεύτε διαλεχθώμεν, λέγει Κύριος”. (Ησαϊου α΄16-18). Απόθεσε το βάρος των αμαρτιών σου είς το Μυστήριον της ιεράς Εξομολογήσεως.
4) Προσευχήσου. Η πλουσία λατρευτική ζωή των ημερών σε προκαλεί να ενώσης και την ιδική σου ευχαριστία δι’όσα ο Κύριος έκανε κι έπαθε διά όλους μας. Μη μείνης είς την τυπικότητα.Μετάλαβε προετοιμασμένος, αφού προηγουμένως εξομολογηθής, των Αχράντων Μυστηρίων.Σου το ζητεί ο Παθών Κύριος μας ειπών∙ “Τούτο ποιείτε είς την εμήν ανάμνησιν”.(Λουκά κβ΄10).
5) Αγάπησε. Ανοιξε την καρδιά σου, τον νού σου, την σκέψι σου είς τον αδελφό σου.Κλείσε μέσα σου όλους, όπως ο Κύριος ηγάπησε “τους ίδιους τους εν τω κόσμω, είς τέλοςηγάπησε αυτούς”(Ιωάν.ιγ΄1).
Όταν όλα αυτά πράξης, τότε θα εορτάσης “Πάσχα Κυρίου”.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Στην προδοσία του Ιούδα (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
Πραγματικά δεν έχω τι να πω για τη σημερινή πανήγυρη. Διότι η μεν πανήγυρη παρακινεί τη γλώσσα μου στο να κατηγορήσω τον Ιούδα, ενώ η φιλανθρωπία του Σωτήρα μου την γυρίζει πίσω. Και είμαι κυριευμένος από αυτά τα δύο, από μίσος εναντίον του προδότη, και αγάπη για τον Κύριο. Το μίσος όμως το νικάει η αγάπη, διότι είναι μεγαλύτερη και δυνατότερη. Γι’ αυτό, αφήνοντας κατά μέρος τον προδότη, εξυμνώ τον ευεργέτη, όχι όσο είναι άξιος, αλλ’ όσον επιτρέπουν οι δυνάμεις μου να Τον εξυμνήσω.Πώς άφησε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη; Πώς Εκείνος που γεμίζει ολόκληρη την κτίση, ήρθε προς εμένα, και έγινε για χάρη μου άνθρωπος σαν και μένα; Πώς πήρε μαθητή Του εκείνον που γνώριζε ότι θα γίνει προδότης και έδωσε εντολή στον εχθρό Του να Τον ακολουθεί σαν φίλος; Πώς δεν Τον ενδιέφερε η προδοσία, αλλά φρόντιζε για τη σωτηρία εκείνου που θα Τον πρόδιδε; Διότι, λέγει, «Όταν βράδιασε καθόταν ο Ιησούς μαζί με τους δώδεκα μαθητές Του και ενώ έτρωγαν αυτοί, είπε· Αλήθεια σας λέγω, ένας από σας θα με παραδώσει» (Ματθ. 26, 20-21). Προείπε την προδοσία γιό να εμποδίσει την παρανομία· τον προείπε χωρίς ν’ αναφέρει το πρόσωπο του προδότη, αλλά δεν μπόρεσε αυτό ν’ αποτρέψει την παρανομία του μαθητή, αυτή που αγνοούσαν εκείνοι που κάθονταν στο ίδιο τραπέζι. Ποιός είδε τέτοια φιλανθρωπία κυρίου; Και προδίνεται και αγαπά τον προδότη. Ποιός περιφρονείται και δείχνει ευσπλαχνία; Ποιός πουλιέται και κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον κακό έμπορο, δείχνοντας όλη τη φροντίδα του προς εκείνον που τον επιβουλεύεται;
«Και ενώ έτρωγαν αυτοί, είπε· αλήθεια σας λέγω, ότι ένας από σας θα με παραδώσει». Σαν άνθρωπος έτρωγε και σαν Θεός μιλούσε για το μέλλον. Για χάρη μου κάνει εκείνα που ταιριάζουν στη φύση μου. Επειδή όλοι οι μαθητές ταράχθηκαν με τα λόγια αυτά και δέχονταν τους φοβερούς ελέγχους της συνειδήσεώς τους και μετέτρεψαν την ώρα του δείπνου σε ώρα λύπης, λέγοντας ο καθένας, «Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;» (Ματθ. 26, 22), θέλοντας με τα λόγια της ερωτήσεως, να βρουν την ησυχία από την κακή υπόνοια, καθησυχάζοντας ο Σωτήρας τις ψυχές εκείνων που ήταν άδικα ταραγμένοι, φανερώνει με την απάντηση τον αγνοούμενο: «εκείνος που βούτηξε», λέγει, «μαζί μου το χέρι του στο πιάτο, αυτός θα με παραδώσει. Και ο Υιός του ανθρώπου βέβαια πηγαίνει όπως είναι γραμμένο γι’ αυτόν, αλλοίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνο από τον οποίο παραδίνεται ο Υιός του ανθρώπου θα ήταν καλύτερα γι’ αυτόν τον άνθρωπο εάν δεν είχε γεννηθεί» (Ματθ. 26, 23-24).
Βοηθάει εκείνον που δεν θέλει να βοηθήσει τον εαυτόν του, λυπάται εκείνον που δε λυπήθηκε τη ψυχή του. Επέμενε να δείχνει το ενδιαφέρον για εκείνον που από παλιά αδιαφόρησε για τον εαυτό του, δίνοντας και σ’ εκείνον την ευκαιρία για μετάνοια, και καθησυχάζοντας την αγωνία των υπολοίπων μαθητών. Όμως καθόλου καλύτερος δεν έγινε με όλα αυτά ο προδότης.
Έπρεπε δηλαδή αυτός μετά από τα φοβερά εκείνα λόγια να φύγει αμέσως από το δείπνο. Έπρεπε να ζητήσει τη μεσολάβηση των Μαθητών. Έπρεπε να γονατίσει και ν’ αγκαλιάσει τα γόνατα του Σωτήρα και να Τον παρακαλέσει μ’ αυτά περίπου τα λόγια: «αμάρτησα, φιλάνθρωπε, αμάρτησα, παρανόμησα, πωλώντας για λίγο τίμημα τον ατίμητο μαργαρίτη. Παρανόμησα παραδίνοντας για λίγα χρήματα τον αδαπάνητο πλούτο. Συγχώρησε εμένα τον έμπορο της ζημιάς και της απώλειας. Συγχώρησέ με που ο λογισμός μου κυριεύθηκε από τον χρυσό. Συγχώρησέ με που εξαπατήθηκα πολύ ελεεινά από τους Φαρισαίους». Τίποτε από τα λόγια αυτά δεν είπε ούτε σκέφθηκε. Αντίθετα με σκληρή φωνή φανέρωνε τη θρασύτητα της ψυχής του λέγοντας: «Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;» (Ματθ. 26, 25).
Πω, πω αδιαντροπιά γλώσσας, πω, πω ψυχή σκληρή. Ρωτάει σαν να μη γνωρίζει εκείνα που ο ίδιος μελέτησε, και νόμιζε ότι διαφεύγουν την προσοχή του «ακοίμητου οφθαλμού». Στη ψυχή του φύλαγε τη δολιότητα και με τη γλώσσα πρόφερε τα λόγια εκείνα που έδειχναν άγνοια. Με τη σκέψη διέπραξε την προδοσία, και με το στόμα, όπως νόμισε, έκρυβε την αμαρτία. Χρησιμοποίησε τα ίδια λόγια με τους άλλους Μαθητές. Δεν χρησιμοποίησε όμως και την ίδια συμπεριφορά. Ενώ ήταν λύκος ως προς τις προθέσεις, απάντησε με τη φωνή των προβάτων. [Συνεχίζεται]
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
pemptousia.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Μεγάλη Πέμπτη: Ποιοι ξανασταυρώνουν σήμερα τον Χριστό; (Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
Με δέος και κατάνυξι, ατενίζουμε απόψε στη μέση των εκκλησιών μας υψωμένο το Σταυρό του Λυτρωτή και ακούμε τα ιερά Ευαγγέλια να μας αφηγούνται τις συνθήκες της σταυρώσεως και νοερά μεταφερόμαστε στη μακρυνή εκείνη Ιερουσαλήμ, και ζούμε από κοντά όλες τις φάσεις του θείου δράματος.
Έτσι, καθώς και από το συναξάρι της αποψινής βραδυάς, καλούμαστε να στοχασθούμε πάνω στους «εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας την πορφυραν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλιους, την λόγχην, καί προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον, α δι’ ημάς εκών κατεδέξατο…», αφήνουμε το νου μας σε ένα γλυκό πνευματικό μετεωρισμό και με αφετηρία τα πραγματικά γεγονότα του πάθους, αναλογιζόμαστε του Χριστού μας την οδύνη πάνω στο Σταυρό.
Ήταν μια οδύνη και ένας πόνος βαθύς που αυλάκωνε όλη του την ύπαρξη. Δεν πονούσε μόνο• σωματικά και υλικά από τις πληγές των καρφιών. Πονούσε και εσωτερικά περισσότερο, πονούσε για την αγνωμοσύνη των ανθρώπων, για την επιμονή τους στην πλάνη, για την άρνησή τους να δεχθούν τη δική του λύτρωση. Και αυτού του είδους ο πόνος, αληθινό μαρτύριο για το Θεό της αγάπης, προεκτείνεται μέσα στους αιώνες, είναι διαρκής και παρατεινόμενος, καθώς κάθε μέρα οι άνθρωποι αυτού του κόσμου παίρνουν στα χέρια τους το σφυρί και τα καρφιά και ξανασταυρώνουν τον Χριστό με τη ζωή και τη συμπεριφορά τους.
***
Ναι. Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τους ανάξιους διαδόχους του, κληρικούς μέσα στην Εκκλησία, που ενώ ανέλαβαν στους ώμους των το βαρύ φορτίο της ευθύνης για τη σωτηρία των ανθρώπων, αυτοί επαναπαύονται στις οποιεσδήποτε απολαβές του αξιώματος των και αδιαφορούν για το λαό του Θεού, που διψάει για πνευματική τροφοδοσία. Προδότες αυτοί της μεγάλης αποστολής τους και διαχειριστές της θείας χάριτος, έμειναν στ’ αχνάρια των φαρισαίων, για τους οποίους ο ίδιος Κύριος είχε πη στο λαό να ακούνε τι λένε, αλλά να μη κάνουν ό,τι κάνουν. Δεν έλειψαν ποτέ από την Εκκλησία οι ανάξιοι και επιλήσμονες. Κοντά στους πολλούς άξιους που δοξάζουν το Θεό, είναι κι’ εκείνοι, οι λίγοι που τον ξανασταυρώνουν, επαναλαμβάνοντας το έγκλημα των ιουδαίων. Και το σταύρωμα αυτό, οδυνηρό όσο και το πρώτο, κατεδαφίζει την πίστη από τις καρδιές των πιστών, γκρεμίζει από μέσα την Εκκλησία, χαροποιεί τους εχθρούς της, θλίβει τους οπαδούς της. Αυτό το ξανασταύρωμα, έχει πελώριες διαστάσεις, γιατί μαρτυρεί πόσο το άλας μωράνθηκε, πόσο οι λυχνίες έσβυσαν. Και ο Χριστός πονεί και πάσχει, όπως τότε πού ψιθύριζε λόγια συγγνώμης για τους σταυρωτές του.
***Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τους κάπηλους των αρχών για τις οποίες θυσιάσθηκε. Πολλοί στην ιστορία του κόσμου έβαλαν για σημαία τους το Ευαγγέλιο του. Κρατώντας το στο χέρι, και στο άλλο το Σταυρό, έκρυψαν από κάτω τις άνομες προθέσεις τους, για να επιτύχουν στο σκοπό τους. Πρόβαλαν το Χριστό για να κερδίσουν χρυσό. Λέρωσαν την αγιότητά του μέσα στη λάσπη των συμφερόντων τους. Έβαλαν στα καλούπια τους τη διδασκαλία του και την δέχτηκαν όσο αυτή εξυπηρετούσε τα σχέδιά τους. Έτσι καταπάτησαν τον ίδιο το Χριστό στο πρόσωπο της εικόνας του, εκμεταλλεύθηκαν τον αδύνατο, αιχμαλώτισαν την ‘ Εκκλησία. Ουσιαστικά, κάθε φορά που εχρησιμοποίησαν το Χριστό, για να ικανοποιήσουν είτε τις φιλοδοξίες των, είτε τις πολιτικές και οικονομικές τους επιδιώξεις, δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να ξανασταυρώνουν τον Κύριο ανελέητα, αθεόφοβα και υβριστικά.
**
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τους ιδεολογικούς αντιπάλους της πίστεως. Με την πέννα τους βουτηγμένη στο δηλητήριο της αρνήσεως και της συκοφαντίας, με ένα μίσος πρωτοφανές ορμούν κάθε τόσο επάνω στο σώμα της άγιάς του Εκκλησίας και το κακοποιούν με λύσσα. Ποτίζουν τη νεολαία με το πάθος της αμφισβήτησης, ενσπείρουν στο λαό την αμφιβολία, επιστρατεύουν την επιστήμη σα σύμμαχό τους στον ανίερο πόλεμο που διεξάγουν, ενώ αυτή δεν αντιστρατεύεται τη θρησκεία. Χρησιμοποιούν το δόλο και το ψέμα για να επιβάλουν τις απόψεις τους, μισούν την αλήθεια που σώζει, χειρίζονται καλά την τέχνη των εντυπώσεων, κρημνίζουν από τις ψυχές την πίστη. Με όλα αυτά ξανασταυρώνουν τον Χριστό, τινάζουν στο πρόσωπό του τον βούρκο της ψυχής τους, εκτονώνουν πάνω του τα κατάλοιπα του υποσυνειδήτου των, βγάζουν τα απωθημένα τους…
***
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τους διώκτες της Εκκλησίας του. Κάνοντας χρήση της βίας εκστρατεύουν εναντίον της Εκκλησίας στα καθεστώτα της αθεΐας. Κλείνουν ναούς, απαγορεύουν την λατρεία, καταδιώκουν τους πιστούς, περιορίζουν τα μοναστήρια, δυναστεύουν το φρόνημα, συλλαμβάνουν τους χριστιανούς, τους φοβερίζουν, τους εξορίζουν, τους θανατώνουν. Γεμίζουν το νέο μαρτυρολόγιο της Εκκλησίας, εκατόμβες τα θύματα τους. Η Εκκλησία οδηγείται στις κατακόμβες, οι διώκτες θριαμβεύουν, ο Χριστός πάσχει, ο λαός καταπιέζεται η πίστη χλευάζεται.
***
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τους δικούς του, από εμένα και σένα, που ενώ ανήκουμε σ’ αυτόν, ανήκουμε και στον αντίδικό μας. Κάνουμε στη ζωή μας συμβιβασμούς υπόπτους και βλαβερούς, προδίνουμε το άγιο όνομα του, παραχωρούμε έδαφος στην ψυχή μας και το προσφέρουμε στο διάβολο. Η ασυνέπειά μας είναι καρφί στα πανάγια χέρια και πόδια του. Η έλλειψη αγωνιστικού φρονήματος είναι η προδοσία του Ιούδα. Η υποχώρησή μας μπροστά στο δέλεαρ της αμαρτίας είναι νέο ράπισμα στο πρόσωπό του. Η αδιαφορία μας για τη σωτηρία μας είναι κολαφισμός άγριος και βάναυσος επάνω του. Η περιφρόνηση προς την Εκκλησία του είναι εμπτυσμός στην όψη του. Η απομάκρυνσίς μας από τη σώζουσα χάρι των Μυστηρίων της είναι χλεύη εμπρός του. Η άρνησίς μας να πλησιάσουμε την ουσία της διδασκαλίας του και να επηρεασθούμε απ’ αυτήν είναι ακάνθινος στέφανος πάνω στην κεφαλή του. Ο φανατισμός μας, που βλέπει τους άλλους, ξένους και εχθρούς, είναι μαστίγωμα της ράχης του. Η αποκλειστικότητα της αγιότητας που την κρύβουμε μόνο για τους εαυτούς μας, κατακρίνοντας όλους τους άλλους, όπως ο φαρισαίος της παραβολής, είναι η λόγχη που ένυξε την πλευρά του. Η επιμονή μας να προσαρμόζουμε την πίστη μας στις αξιώσεις του εαυτού μας είναι θράσος απέραντο. “Ολα μαζί είναι ξανασταύρωμα του Χριστού, επανάληψη του μυστηρίου της ανομίας.
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται από τα παιδιά του, που έχοντας υποτιμήσει την αξία του εύκολα τον εγκαταλείπουν για να συρθούν πίσω από ό,τι προς στιγμήν λάμπει και εντυπωσιάζει, είτε ανατολικός μυστικισμός λέγεται αυτό, είτε θιβετιανός διαλογισμός. Τα παιδιά του τον απαρνούνται συχνά, τρέχοντας από δω κι από κει για να πιάσουν στα χέρια τους ό,τι νομίζουν πως μπορεί να τους προσφέρει το πλήρωμα του εσωτερικού κενού της. Κι εγκαταλείπουν την πηγή της σοφίας και της γνώσεως. Προσφεύγουν στα ξυλοκέρατα και περιφρονούν την στερεή τροφή του θείου λόγου που συντηρεί τις καρδιές.
***
Αυτόν το Χριστό που κάθε μέρα ξανασταυρώνεται ας τον ατενίσουμε στοχαστικά απόψε. Όλοι μας, υπεύθυνοι και ανεύθυνοι, μεγάλοι και μικροί. Ας τον ατενίσουμε ειλικρινά και ας του ζητήσουμε να μας συγχωρέσει. Τον πικραίνουμε με τις μικρότητες μας και τα πάθη μας. Με τις επιπολαιότητες και τα παραστρατήματά μας. Με την άρνηση και την ασυνέπειά μας. Εκείνος από του ύψους του Σταυρού του μας περιμένει με τα χέρια ανοικτά, έτοιμος να δεχθή τη μετάνοια μας. Αρκεί όλοι μας να σταθούμε συλλογιστικά μπροστά του. Ο ιερός υμνογράφος θα βάλει απόψε στο στόμα του Νυμφίου το παραπονεμένο ερώτημά του: «Λαός μου τι εποίησά σοι και τι μοι ανταπέδωκας;» Σ’ αυτό το ερώτημα ας κάνουμε να μη ισχύσει για μας η απάντηση: «αντί του μάννα, χολήν, αντί του ύδατος, όξος».
hellas-orthodoxy.blogspot.gr
Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ανεπανάληπτη και λυτρωτική θυσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
Όλοι οι λαοί προ Χριστού, μορφωμένοι, αμόρφωτοι, πλούσιοι και μη, κατέφευγαν σε θυσίες ζώων ή ανθρώπων για να εξιλεώσουν το Θεό τους και να λάβουν άφεση αμαρτιών. Πίστευαν ότι όσα πιο πολλά και ποιοτικά σε είδος ζώα πρόσφεραν για θυσία τόσο πιο πολλές αμαρτίες θα τους συγχωρούσε ο Θεός.
Μετά τη θυσία του ζώου στο βωμό έπαιρναν αίμα και ράντιζαν το πρόσωπό τους. Πολλές φορές έφθαναν μέχρι του σημείου να κόβουν τις σάρκες τους, ώστε το αίμα να χυθεί πάνω στους βωμούς και να γίνει εξιλαστήριο των αμαρτιών τους.
Παρ’ όλες αυτές τις αναρίθμητες θυσίες, οι άνθρωποι αισθάνονταν ότι δεν μπορούσαν να πετύχουν πλήρη λύτρωση. Ήξεραν ότι τα θυσιαζόμενα ζώα είναι κατώτερα από τον άνθρωπο και δεν μπορούσαν να τον σώσουν. Αλλά και οι άνθρωποι που γίνονταν θυσία δεν μπορούσαν να σώσουν τους αμαρτωλούς ανθρώπους γιατί και οι θυσιαζόμενοι ήταν αμαρτωλοί. Πως μπορούσε να σώσει ένας δηλητηριασμένος από το κεντρί της αμαρτίας άνθρωπός, έναν άλλο όμοιό του;
Ο Θεός γνωρίζοντας ότι η πτώση των ανθρώπων έφερε αρνητικά κι ανεπανόρθωτα αποτελέσματα κινήθηκε με άπειρη αγάπη και υποσχέθηκε στο Αδάμ την αποστολή του Υιού του στον κόσμο για να επαναφέρει τον άνθρωπο με την θυσία Του στην προπτωτική του κατάσταση. Βέβαια οι θυσίες γίνονταν γιατί οι άνθρωποι ένοιωθαν την ανάγκη λυτρώσεως άλλα και προετοίμαζαν την αποδοχή της μίας και μόνης αληθινής λυτρωτικής θυσίας. Ήταν τύπος και σκιά των μελλόντων αγαθών. Την Μεγάλη Παρασκευή ένας ύμνος δίνει την εικόνα ενός πτηνού, του πελεκάνου, που είδε τα παιδιά του ετοιμοθάνατα από το δάγκωμα του δηλητηριώδους φιδιού, έσχισε την πλευρά του και με το αίμα του πότισε τα δηλητηριασμένα πουλιά. Το αίμα στην περίπτωση αυτή ενεργεί ως αντίδοτο στο δηλητήριο και το εξουδετερώνει. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη σταυρική θυσία του Χριστού. Ως Υιός του Θεού και μοναδικός άνθρωπος στο κόσμο που δεν έφερε το δηλητήριο της αμαρτίας κατάφερε να ζωοποιήσει την πεπτωκυία φύση μας.
Ο σταυρός είναι το μυστήριο της αγάπης του Χριστού. Έδωσε τον εαυτό του λύτρων αντί πολλών και έγινε “λουτρόν παλιγγενεσίας” όλης της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο Γολγοθά, στο τόπο εκείνο που μεταφράζεται στα Ελληνικά Κρανίου τόπος, τελέστηκε η μία ουσιαστική και ανεπανάληπτη θυσία. Δίκαια λοιπόν και στις αγιογραφίες υπάρχει ένα ανθρώπινο κρανίο κάτω από το σταυρό του Χριστού το οποίο γεμίζει από το αίμα της θυσίας, ώστε να επέλθει η λύτρωσή του από την αμαρτία και το θάνατο. Η αμαρτία και ο θάνατος είναι αλληλένδετα. Με την σταυρική θυσία λυτρώνει τον άνθρωπο από την αμαρτία , με τον θάνατό Του νικά το θάνατο και με την ανάστασή Του προσφέρει ζωή στους νεκρούς.
Λίγο πριν τη σύλληψη, ο Χριστός στο Μυστικό Δείπνο δίδαξε τους μαθητές του την πραγματική θυσία που διαχρονικά θα πρόσφερε σε όλους τη σωτηρία. Μέχρι και σήμερα στη Θεία Λειτουργία τελείται αυτή η αναίμακτη θυσία που αποτελεί το φάρμακο αθανασίας. Μεταλαμβάνοντας σώμα και αίμα Χριστού μετέχουμε στη θυσία και στην Ανάσταση Χριστού.
Γι’ αυτό, το γεγονός της Αναστάσεως είναι το αμετακίνητο θεμέλιο της Χριστιανοσύνης και μάλιστα της Ορθοδοξίας. Η ανάσταση του Χριστού έγινε το κλειδί ερμηνείας της παγκόσμιου ιστορίας, το κριτήριο κατανοήσεως της ζωής και του κόσμου. Η Ανάσταση δίνει νόημα σ’ όλη την ύπαρξη του ανθρώπου, προσδιορίζοντας την έννοια της υπάρξεως. Ενώ η ιστορία οδεύει ευθύγραμμα προς ένα τέλος , ο άνθρωπος στο φως της Αναστάσεως αποδεικνύεται χωρίς τέλος. Διότι στο μεταίχμιο ιστορίας και μετα-ιστορίας βρίσκεται ο Νικητής του θανάτου και της φθοράς ο Θεάνθρωπος Χριστός που αφθαρτοποιεί τη φθαρμένη από την αμαρτία ανθρώπινη φύση και της δίνει τη δυνατότητα να μετέχει στη δόξα του Θεού. Η Ανάσταση Χριστού άνοιξε το δρόμο και στη δική μας ανάσταση . Τώρα προσδοκούμε ανάσταση νεκρών άρα “μηδείς φοβείσθω θάνατον, ηλευθέρωσε γαρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος”. Αυτό είναι το πιο αισιόδοξο μήνυμα που δόθηκε στην ανθρωπότητα. Ας βιώσουμε κι εμείς το χαρμόσυνο κι ολόφωτο μήνυμα της Αναστάσεως που περνάει μέσα από το σταυρό. Ας πλύνουμε και ας λευκάνουμε κι εμείς τις στολές της ψυχής μας “εν τω αίματι του αρνίου Χριστού”, ώστε να γίνουμε άξιοι της αφέσεως των αμαρτιών και της ζωής της αιωνίου.
Γράφει η Δέσποινα Ιωάννου – Βασιλείου, Πρεσβυτέρα – Εκπαιδευτικός
Εκκλησία Κύπρου
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Εισαγωγικά στη Μεγάλη Εβδομάδα
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Απριλίου, 2015
Περάσαμε πιά το πέλαγος της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Και τώρα στεκόμαστε μπροστά στη θύρα της Μεγάλης Εβδομάδος, οπού ονομάζεται Μεγάλη όχι γιατί είναι μεγαλύτερη, ή έχει περισσότερες μέρες, αλλά «επειδή μεγάλα ημίν γέγονεν εν αυτή παρά του Δεσπότου κατορθώματα. Και γάρ εν αυτή τη εβδομάδι τη Μεγάλη, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, η χρονία του διαβόλου κατελύθη τυραννίς· ο θάνατος εσβέσθη· ο ισχυρός εδέθη· τα σκεύη αυτού διηρπάγη· αμαρτία ανηρέθη· η κατάρα κατελύθη· ο Παράδεισος ανεώχθη· ο Ουρανός βάσιμος γέγονεν· άνθρωποι αγγέλοις ανεμίγησαν· το μεσότοιχον του φραγμού ήρθη· το θριγγίον περιηρέθη· ο της ειρήνης Θεός ειρηνοποίησε τα άνω και τα επί της γής· διά τούτο Μεγάλη καλείται Εβδομάς».
Όντως φοβερά αυτής της εβδομάδος τα Μυστήρια! Όλη η ποίηση του Χριστιανισμού και όλη η δόξα της Ορθοδοξίας, από αυτή την εβδομάδα πηγάζουν. Απ᾿ τον καιρό που, μαθητούδια ακόμη, παίρναμε απ᾿ το ζεστό χέρι της μάνας μας τη σύνοψη και το κερί, που καθώς ήταν αγνό μοσκοβολούσε σάν λιβάνι όταν έκαιγε, και πηγαίναμε στις ακολουθίες του Νυμφίου, ή στις Μεγάλες Ώρες των Παθών, της Μεγ. Πέμπτης και της Μεγ. Παρασκευής, όπου κλαίγαμε από καρδιάς μπρός στον Εσταυρωμένο, καθώς αποθέταμε με τρέμοντα δάχτυλα τα παρθενικά αγριολούλουδα, που με μίαν ολόζεστη λαχτάρα τρέχαμε να μάσουμε στους κήπους και στα χωράφια· απ᾿ τα μικρά μας εκείνα χρόνια, που προσμέναμε να ῾ρθει η εβδομάδα των Παθών, για να δεχτούμε ύστερα και την Ανάσταση, μέχρι τα γηρατειά μας τα βαθιά, αυτή η Εβδομάδα είναι που μάς κρατάει συντροφιά με τον πόνο της, με τα δάκρυά της, με τη λύπη της, αλλά και με τη χαρά και την ευφροσύνη της Αναστάσεως, που ακολουθεί.
Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη φιλοσοφία της ζωής, που η αγία Εκκλησία μας την δίνει με τον πιό ωραίο, απλό και κατανυκτικό τρόπο στη Μεγάλη Εβδομάδα. Και είναι αλήθεια, ότι αυτή η φιλοσοφία, που δεν είναι άλλη από την υψηλή θεολογία του Σταυρού, δεν θα μπορέσει ποτέ κανείς να την αφομοιώσει και να την κατανοήσει έξω από τον εκκλησιαστικό περίβολο, έξω από τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.
Έξω από την Εκκλησία, ο Σταυρός ή η Μεγάλη Εβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ή κινηματογράφος, γίνεται στοχαστική διάλεξη ή δημοσιογραφικό άρθρο, γίνεται ευκαιρία για να δοκιμάσει κανείς τις ικανότητές του μ᾿ έναν τρόπο – οποιοδήποτε – επάνω σ᾿ ένα σοβαρό θέμα. Και μόνο μέσα από τις ιερές Ακολουθίες και τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας, μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει στην κορφή της πνευματικής φιλοσοφίας και στη δόξα της Αναστάσεως, ανεβαίνοντας τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά και περνώντας πνευματικά μέσα από την αγωνία της Σταυρώσεως.
Ο ορθόδοξος χριστιανός, όλη την Εβδομάδα έχει ένα μεγάλο δρόμο να οδοιπορήσει. Μεγάλο, όχι με τις εξωτερικές, αλλά με τις εσωτερικές διαστάσεις. Ένα δρόμο, που περπάτησε ο ίδιος ο Χριστός. Ναί, κι άς μή φανεί σε κανέναν αυτό το πράγμα παράδοξο. Αν δεν «συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν», δεν θα μπορέσουμε οὔτε τη Μεγαλοβδομάδα να νιώσουμε, οὔτε και στην Ανάσταση να φτάσουμε μαζί του. Σ᾿ αυτό το δρόμο, που βρίσκεται πάντα κάτω απ᾿ τη σκιά του Σταυρού, και αντικρύζει στο βάθος το φωτεινό λόφο της Αναστάσεως, οι άγιοι Πατέρες έβαλαν μερικά σημάδια σάν ορόσημα, που μάς βοηθούν κι αυτά μ᾿ έναν ειδικό το καθένα τρόπο, για να πετύχουμε το σκοπό μας.
Τη Μεγάλη Δευτέρα, μετά το Κοντάκιο και τον Οίκο της ημέρας, θ᾿ ακούσουμε μαζί με το σύντομο συναξάρι, αυτό το υπόμνημα: «τη Αγία και Μεγάλη Δευτέρα, μνείαν ποιούμεθα του μακαρίου Ιωσήφ του παγκάλου και της υπό του Κυρίου καταρασθείσης συκής». Δοξάζεται και τιμάται ο πάγκαλος Ιωσήφ, γιατί «της Αιγυπτίας τότε ταίς ηδοναίς μή δουλεύσας», εσκλαβώθηκε μέν κατά το σώμα, αλλά κατά την ψυχή έμεινε αδούλωτος, ο αοίδιμος και σώφρων, και έτσι αξιώθηκε να γίνει κυρίαρχος όλης της Αιγύπτου. «Ο Θεός γάρ παρέχει τοίς δούλοις αυτού στέφος άφθαρτον». Η κατάρα έπειτα της άκαρπης συκιάς, μάς λέει ν᾿ αποφεύγουμε το πάθος και να κάνουμε έργα και καρπούς πνευματικούς, για να μή μάς εύρει ο Χριστός με φύλλα μοναχά σάν έρθει, και μάς δείξει τη φωτιά, σάν μοίρα αναπόφυγη των ακάρπων μας δέντρων.
Τη Μεγάλη Τρίτη θ᾿ ακούσουμε: «της των δέκα παρθένων παραβολής μνείαν ποιούμεθα», δηλ. των πέντε φρονίμων και των πέντε μωρών παρθένων, με τις διδακτικές λαμπάδες τους. Μάς συμβουλεύει κ᾿ εδώ με ύμνους εξαίσιους η Εκκλησία μας, «να σπουδάσωμεν να ανάψωμεν τάς νοητάς λαμπάδας των ψυχών μας, ως αι φρόνιμοι εκείναι παρθένοι. Διατί; Ίνα με το λαμπρόν φώς των λαμπάδων μας και με ύμνους πνευματικούς, συναπαντήσωμεν τον αθάνατον νυμφίον των ψυχών, δηλαδή τον Δεσπότην μας Ιησούν Χριστόν, όστις θα έλθει εν τη συντελεία του κόσμου, διά να εμβάσει τάς δρονίμους ψυχάς μέσα εις τον ουράνιον νυμφώνα της αϊδίου τρυφής τεσ και βασιλείας».
Τη Μεγάλη Τετάρτη: «της αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν, ότι πρό του σωτηρίου Πάθους μικρόν τούτο γέγονεν». Ποιός δεν δακρύζει, όταν σκεφθεί ότι, ενώ όλοι αμαρτάνουμε (και πολλές φορές βαρύτερα από την πόρνη) ωστόσο δεν ακολουθούμε το παράδειγμά της, για να σβήσουμε με δάκρυα μετανοίας το χειρόγραφο, που είναι φορτωμένο με το πλήθος των αμαρτιών μας.
Τη Μεγάλη Πέμπτη «εορτάζομεν τον Ιερόν Νιπτήρα, τον Μυστικόν Δείπνον, την υπερφυά προσευχήν και την Προδοσίαν». Η κυριαρχούσα μορφή – αιώνιο σύμβολο σκότους συνειδήσεως και παράδειγμα προς αποφυγήν – είναι η προδοτική όψη του Ιούδα.
Τη Μεγάλη Παρασκευή «τα Άγια και Σωτήρια και Φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν».
Και το Μέγα Σάββατον «την Θεόσωμον Ταφήν και την εις Άδου κάθοδον του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν».
Είπαμε, ότι πίσω από τα μαρτύριο και το Πάθος της Σταυρώσεως, ο ορθόδοξος χριστιανός βλέπει πάντοτε το γλυκό φώς της Αναστάσεως. Είναι αυτό που τον εμποδίζει να ιδεί τα Πάθη μέσα σ᾿ ένα ζοφερό και καταλυτικό σκοτάδι. Ο ορθόδοξος – και ο Έλληνας ιδιαίτερα, που πέρασε τόσα και τόσα πάθη μέσα στη μακραίωνη πορεία της ιστορίας του – είναι ντυμένος με το ζεστό ένδυμα της χαρμολύπης. Πάσχει και υποφέρει, αλλά όχι με ασυγκράτητο σαρκικό πόνο. Η πνευματική φιλοσοφία του Σταυρού, αυτές τις ημέρες ειδικώτερα, πρέπει να είναι ο επιούσιος άρτος μας, ο άρτος της ζωής μας. Ιδού πώς βλέπουν μερικοί από τους αγίους Πατέρας το Σταυρό και το μυστήριο της Σταυρώσεως.
Ο ακάνθινος στέφανος φανέρωσε ότι ο Κύριος εξάλειψε την κατάρα που έλαβε η γή, να βλαστάνει αγκάθια και τριβόλια και ότι ο Χριστός αφάνισε τις μέριμνες και τις οδύνες της παρούσης ζωής.
«Εξεδύθη τα ιμάτια και ενεδύθη την πορφύραν, διά να εκδύσει τους δερματίνους χιτώνας της νεκρώσεως, οπού εφόρεσεν ο Αδάμ μετά την παράβασιν. Κάλαμον έλαβεν ο Κύριος εις την δεξιάν, ως σκήπτρον, διά να θανατώσει τον αρχαίον όφιν και δράκοντα· έλαβε κάλαμον, διά να σβήσει το χειρόγραφον των αμαρτιών μας. Έλαβε τον κάλαμον διά να υπογράψει βασιλικώς, με το κόκκινον αίμα του, το γράμμα της συγχωρήσεως των αμαρτιών μας, καθότι και οι βασιλείς με κόκκινον κιννάβαρι υπογράφουσιν».
»Εις το ξύλον εσταυρώθη, διά το ξύλον της γνώσεως. Έλαβε την γεύσιν της χολής και του όξους, διά την γλυκείαν γεύσιν του καρπού του απηγορευμένου. Έλαβε τα καρφία διά να καρφώσει την αμαρτίαν. Άπλωσε τάς χείρας εις τον Σταυρόν, διά να ιατρεύσει το άπλωμα των χειρών του Αδάμ και της Εὔας, οπού εποίησαν εις το απηγορευμένον ξύλον, και διά να ενώσει τα μακράν διεστώτα, αγγέλους και ανθρώπους, ουράνια και επίγεια. Έλαβε τον θάνατον, διά να θανατώσει τον θάνατον. Ετάφη, διά να μή στρεφώμεθα πλέον ημείς εις την γήν, ως το πρότερον…».
»Εσκοτίσθησαν οι φωστήρες, διά να φανερώσουν ότι πενθούσι τον Σταυρωθέντα. Αι πέτραι εσχίσθησαν, διότι έπασχεν η πέτρα της ζωής. Εις το ύψος του Σταυρού ανέβη, διά το πτώμα οπού έπαθεν ο Αδάμ. Και τελευταίον ανέστη, διά την ιδικήν μας ανάστασιν!».
Ώ! Ευτυχισμένοι και τρισμακάριοι, όσοι μπορέσουν ν᾿ αφήσουν τις βιοτικές τους μέριμνες αυτές τις μέρες, κι αρχίσουν από τώρα, από αυτή την ώρα κιόλας, την ευλογημένη πορεία δίπλα στον πορευόμενο προς το Πάθος Χριστό! «Δεύτε οὖν και ημείς, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν, και νεκρωθώμεν δι᾿ αυτόν, ταίς του βίου ηδοναίς», «ίνα μή μείνωμεν έξω του νυμφώνος Χριστού».
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Για το τέλος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Απριλίου, 2015
Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης Αδελφοί και Πατέρες, ιδού συν Θεώ, όπου εφθάσαμεν απάνω εις αυτήν την τελείωσην των αγίων νηστειών και τελειώνει η αγία Τεσσαρακοστή, καθώς βλέπετε όπου μας διδάσκουν αι θεοφιλείς ιστορίαι’
Διότι την σήμερον εσυναθροίζοντο εις την Ιερουσαλήμ οι άγιοι πατέρες ημών, ερχόμενοι από την έρημον όπου ασκήτευαν…
Εσείς, λέγει ο Κύριος εις τους Αποστόλους, μείνατε εν τη αγάπη τη εμή και μη γίνεσθε αλλοιώτικοι, αλλά πάντοτε εις το καλλίτερον να γινώμεθα’
Από σπινθήρα μικρού κατορθώματος να φθάσωμεν εις λαμπάδα φωτεινήν και λαμπράν και από άστρου μεταγινόμενοι εις ήλιον να αλλάξωμεν.
Και άμποτες να μη σταθούμε ποτέ του δρόμου της αρετής, μηδέ τα ορεκτικά του κόσμου να ορεγώμεθα, τα οποία ολίγον γλυκαίνουσι και ατελεύτητα φλογίζουσι και κολάζουσι, τα κείμενα εν τω μέσω εις δοκιμήν της γνώμης των ανθρώπων.
Και προς μεν τους ευλαβείς και θεοσεβείς ευρισκόμενα ευκαταφρόνητα, προς δε τους γαστριμάργους και φιλοσάρκους μεγάλα και θαυμαστά…
Όμως σοφοί και φρόνιμοι είσθε και υμείς και δύνασθε να διδάξετε του λόγου σας και άλλους εις το καλόν…
Και κατά την τάξιν όπου εβαστάσαμεν έως τώρα, ταις προτήτερες ημέραις, έτσι και την προεόρτιον εορτή των Βαίων να εορτάσωμεν…
Όλα να γίνωνται εις δόξαν Θεού, ίνα είπωσι και οι βλέποντε ημάς, ότι κατά αλήθειαν ο θεός είναι με των τοιούτων…
Εάν έτσι θέλωμεν κάμει και το μέγα και ιερόν Πάσχα θεαρέστως εορτάσωμεν και τα παθήματα του Χριστού συμμεθέξωμεν και τω φωτί της Αναστάσεως καταλαμπρυνθώμεν εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών…
Αμήν.
Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Κατήχησις.Τη Τετάρτη της έκτης Εβδομάδος
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«Τόν νυμφῶνά Σου βλέπω» (Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Απριλίου, 2015
«Τόν νυμφῶνά Σου βλέπω Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καί ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ· λάμπρυνόν μου τήν στολήν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα καί σῶσόν με», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας.
Ἡ ψυχή τοῦ χριστιανοῦ, ἡ μετανοημένη ψυχή, αὐτή πού ἔχει συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητος καί τῆς εὐθύνης, στρέφει τά μάτια της πρός τόν Νυμφίον τῆς Ἐκκλησίας καί γοερῶς ἀναφωνεῖ: «Σωτήρα μου, Εὐεργέτα μου, Σύ πού σταυρώθηκες γιά μένα τήν ἁμαρτωλή ψυχή· δέν ἔχω χιτῶνα καθαρό, χιτῶνα λελαμπρυσμένο ἀπό τά δάκρυα καί τήν μετάνοια· ἔνδυμα δέν ἔχω ἁγνό. Πῶς θά παρουσιασθῶ ἐνώπιόν Σου, Οὐράνιε Νυμφίε κάθε μετανοημένης καί καθαρᾶς ψυχῆς! Ὁ νυμφώνας Σου εἶναι κεκοσμημένος, εἶναι θαυμάσια στολισμένος καί ὄμορφος. Ἐγώ ὅμως δέν ἔχω ἔνδυμα, ἵνα εἰσέλθω καί κατοικήσω αἰωνίως ἐν αὐτῷ. Σέ παρακαλῶ, Σέ ἱκετεύω, Οὐράνιε Νυμφίε τῆς ψυχῆς μου, λάμπρυνόν με· καθάρισε τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μου, δῶσε μου τά ἀπαιτούμενα μέσα καθάρσεως γιά νά λαμπρυνθῆ τό ἔνδυμα αὐτό καί νά ἀξιωθῶ νά γίνω μέτοχος, νά γίνω ἄξιος νά κατοικήσω μέσα σ᾿ αὐτόν τόν οὐράνιο καί αἰώνιο νυμφῶνά Σου».
Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὁ οὐράνιος κόσμος, ὁ αἰώνιος καί ἀναλλοίωτος εἶναι ὁ νυμφώνας τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ πού κατοικεῖ ὁ Θεός ἐν φωτί, ἐκεῖ πού οἱ ἄγγελοι ψάλλουν ἀκαταπαύστως τό: «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν». Σ᾿ ἐκεῖνον τόν οὐράνιο κόσμο βρίσκεται ἡ μακαριότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐτυχία, τό κάλλος καί ἡ ὀμορφιά.
Ψυχές κεκαθαρμένες καί μέ τά δάκρυα ἁγνισμένες, αἰσθάνονται αὐτόν τόν οὐράνιο νυμφῶνα· ἀπό τώρα τόν γεύονται· τόν βλέπουν μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς· τόν ὀρέγονται, τόν ποθοῦν καί νοσταλγοῦν τήν ἡμέρα καί τήν ὥρα πού θά ἀπέλθουν διά νά κατοικήσουν εἰς αὐτόν.
Ἡμεῖς ὅμως οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι δέν ἔχουμε τήν πληροφόρησι τῆς συνειδήσεως, γιατί ἡ ψυχή μας δέν εἶναι καθαρή, μήτε τό σῶμα μας. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς καί δέν εἶναι ἀνοιγμένα τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, νά δοῦμε τόν οὐράνιο αὐτό κόσμο, αὐτήν τήν ὀμορφιά, τήν ὁποία εἶδε γιά λίγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ἀνεφώνησε ἀπό ἔκπληξι καί θάμβος καί εἶπε: «Ὦ βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώσεως Θεοῦ! Ὡς ἀνεξερεύνητα τά κρίματα αὐτοῦ καί ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοί αὐτοῦ!… » (Ρωμ. 11: 33), καί ἀλλοῦ πάλιν· «Ἅι ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α΄ Κορ. β΄: 9).
Σ᾿ αὐτόν τόν νυμφῶνα τόν οὐράνιο καλούμεθα νά γίνουμε οἰκήτορες, νά κατοικήσουμε, νά συναυλιζώμεθα μετά τῶν Ἀγγέλων, μετά τῶν Ἁγίων, σέ οὐράνια παστάδα, στήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, στό κάλλος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, στό φῶς τό ἀπρόσιτον, στόν ὑπέρφωτον γνόφον τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ καθάρουμε τόν χιτῶνα τῆς ψυχῆς μας.
Σ᾿ αὐτήν τήν κάθαρσι τοῦ χιτῶνος, πού καλούμεθα νά ἐπιτύχουμε, μᾶς βοηθεῖ πάρα πολύ ἡ Ἐκκλησία μας. Γι᾿ αὐτό, τόν χρόνο αὐτό, πού ἀνοίχθηκε μπροστά μας καί φέτος, αὐτές τίς ἅγιες ἡμέρες –μέ τήν γενική ἄποψι τῆς νηστείας, ὄχι μόνον ἀπό τροφές, ἀλλά κυρίως ἀπό ἐγκράτεια κακῶν ἐπιθυμιῶν– πρέπει ὁ κάθε χριστιανός πού ποθεῖ νά σωθεῖ, νά ἀνασυγκροτήση τίς σκέψεις καί τίς ἀποφάσεις του καί νά ἀγωνισθῆ νά ζήση πιό σεμνά, πιό ἀπέριττα, πιό ἁπλᾶ, σταματῶντας τήν ἐξωτερική προσπάθεια τῆς καλλωπίσεως καί στρεφόμενος στόν ἐσωτερικό καλλωπισμό του. Τό ἐξωτερικό σκεῦος καταστρέφεται, διαλύεται, γίνεται βορά καί τροφή τῶν σκωλήκων καί τῆς φθορᾶς. Τήν ὀμορφιά ὅμως τῆς ψυχῆς, ὄχι μόνο κανένα πρᾶγμα δέν τή φθείρει, ἀλλά μᾶλλον τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τήν ἐξωραΐζει πρός τό εὐγενέστερον.
Ὁ χρόνος ὁλοένα καί συντέμνεται, ὅλο καί λιγοστεύει. Κάθε ἡμέρα πού περνᾶ, εἶναι καί ἕνα βῆμα πρός τόν θάνατο. Νά ξέρετε, ὅτι καί ἕνα μόνο δάκρυ ἰσοδυναμεῖ μέ τό λουτρό. Ὅπως τό λουτρό ἀνακουφίζει τό σῶμα καί τό πλύσιμο καθαρίζει τό ἔνδυμα, οὕτω πως καί τά δάκρυα τῆς μετανοημένης ψυχῆς ἁγνίζουν τήν καρδιά, ἁγνίζουν τό νοῦ, ἁγνίζουν τό σῶμα, ἁγνίζουν τήν ζωή, ἁγνίζουν τόν λόγο, ἁγνίζουν ἀκόμα καί τήν κάθε ἔκφρασι τοῦ ἀνθρώπου.
Νά γονατίζουμε καί νά προσευχώμεθα μέ πολλή ταπείνωσι. Σέ κάθε μετανοημένη ψυχή δίδεται λόγος, τῆς δίδεται φωτισμένη προσευχή. Αὐτό τό βλέπουμε στήν πόρνη τοῦ Εὐαγγελίου κατά τήν Μεγάλη Τρίτη. Ποῦ ἤξερε αὐτή, μιά γυναίκα τοῦ δρόμου νά κάνη προσευχή; Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ὅμως ἀπεφάσισε νά μετανοήση καί ἄρχισε νά κλίνη πρός τό φῶς καί πρός τήν ἀλήθεια, τῆς δόθηκε πνεῦμα προσευχῆς. Πόσο ὡραῖα εἶναι τά λόγια της μπροστά στόν Σωτῆρα! Γονάτισε μπροστά Του καί ἀσφαλῶς ἔκανε ἕναν ἐσωτερικό διάλογο μαζί Του! Ἐξέφρασε μέ ὅλη τήν καρδιά της τήν μετάνοιά της, διότι τῆς ἀπεκαλύφθη ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ μόνος Σωτήρας της καί ὅλοι οἱ ἄλλοι τήν ἐξηπάτησαν. Εἶδε ὅτι μόνον ὁ Ἰησοῦς, ὁ Χριστός, εἶναι Αὐτός πού θά τῆς δώση τό φῶς, τήν ἀνακούφισι, τήν χαρά καί τήν ἄφεσι τῶν πολλῶν της ἐγκλημάτων.
«Δέξαι με –εἶπε– τήν ἁμαρτωλή, δέξαι μου τό πέλαγος τῆς ἁμαρτίας!». Καί εἴδατε ὅτι τά δάκρυά της ἦταν τόσα πολλά, πού ἔβρεξαν τά ἄχραντα πόδια τοῦ Χριστοῦ καί ἀναγκάσθηκε νά τά σκουπίση μέ τήν πλούσια κόμη της. Δέν χρειαζόταν ἄλλο μύρο γιά τόν Χριστό μας. Τό πολυτιμότερο μύρο ἦταν τά δάκρυά της, πού ἄξιζαν μεγάλο πλοῦτο. Ἦταν σέ θέσι νά ἐξαλείψουν ὅλο τό χρέος πού εἶχε ἀπέναντι στόν Θεό. Καί ἐνῷ ἦταν καταβουρκωμένη, καταπνιγμένη στή βρωμιά καί στή δυσωδία, τά πολύτιμα ἐκεῖνα δάκρυα τήν βοήθησαν νά λαμπρύνη τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς της καί νά γίνη ἀποδεκτή ἀπό τόν Σωτῆρα μας. Ἐμεῖς, ἄραγε, πότε θά λαμπρύνουμε τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας;
Ἔτσι καί κάθε ἁμαρτωλή ψυχή πού κλαίει, πού βρέχει νοερῶς τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μας, δέχεται τήν αὐτήν ἀνταπόκρισιν, τήν ὁποία δέχηκε καί ἡ πόρνη γυναίκα. Δέν εἶναι μόνον τό ὅτι σώθηκε, ἀλλά καί ἔγινε φωτεινό παράδειγμα γιά κάθε ψυχή παραστρατημένη, γιατί τῆς δείχνει τόν τρόπο, τόν δρόμο καί τό φῶς γιά ἐπιστροφή. Ἄν μποροῦσε κανείς νά ἐμβαθύνη στήν ψυχή αὐτῆς τῆς γυναίκας, καθ᾿ ἥν στιγμήν ὠλοφύρετο καί ἔκλαιγε καί ἔβρεχε τούς ἀχράντους πόδας τοῦ Ἰησοῦ, θά ἔβλεπε ὁποία ἡ ἀνακούφισις, ὁποῖον βάρος τῆς ἔφυγε καί ὁποίαν ἀνάπαυσιν ἔλαβε ἡ συνείδησίς της. Ὁ Χριστός γι᾿ αὐτά τά δάκρυά της τῆς ἔδωσε πλήρη τήν ἄφεσι ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν της.
Ἔτσι καί σέ κάθε ἄνθρωπο, πού ἐπιστρέφει κοντά Του, τοῦ δίνει πλούσια τήν συγγνώμη, ἀρκεῖ νά μετανοήση εἰλικρινά. Οὐδέν πρόβλημα μετά τήν μετάνοια. «Οὐ θελήσει θέλω τόν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τό ἐπιστρέψαι καί ζῆν αὐτόν», λέγει ὁ Κύριος. Ὁρκίζεται στόν ἑαυτόν Του ὁ Θεός καί λέγει: «Δέν θέλω κανένας ἄνθρωπος, καμμία ψυχή νά χαθῆ καί νά κολασθῆ, ἀλλά θά τήν περιμένω. Θά ἐξαντλήσω κάθε περιθώριο χρόνου καί κάθε προσμονή γιά τήν ἐπιστροφή της».
Ἄς ἀκολουθήσουμε τόν φωτεινό δρόμο τῆς μετανοίας· ἐάν μετανοήσουμε εἰλικρινά, τότε ὁ Θεός δέχεται τήν μετάνοιά μας καί δημιουργεῖ νέα σχέσι μαζί μας. Πολλές φορές ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, ἔρχεται στό σημεῖο νά λέγη: «Μά, δύναται ὁ Θεός νά μοῦ συγχωρέση αὐτά πού ἔκανα;». Ἀπό τή μιά πλευρά ἔχει δίκηο. Νοιώθει τό βάρος κι ἀναρωτιέται, ἄν τόσο βάρος μπορεῖ νά τό σηκώση ὁ Θεός! Γιά ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Δέν μπορεῖ ὁ Θεός, ὁ Χριστός, τό πέλαγος τῆς εὐσπλαχνίας καί τῶν οἰκτιρμῶν, νά σηκώση τό βάρος μιᾶς ψυχῆς ἁμαρτωλῆς; Μιά χούφτα ἄμμος ὅταν ριφθῆ, μέσα στούς ὠκεανούς, ἔχει καμμία ὑόστασι; Καμμία ὑπόστασι, χάνεται. Φαίνεται τίποτε στήν ἐπιφάνεια; Μηδαμῶς. Ἀκριβῶς ἔτσι εἶναι καί ὅλα τά ἁμαρτήματα τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶναι ἕνα μηδέν ἐμπρός στήν ἄβυσσο τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ. Πολλῷ μᾶλλον τά ἁμαρτήματα μιᾶς καί μόνον ψυχῆς!
Ἔρχεται ὅμως ἀπό τά δεξιά, ὁ ἀλλότριος τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ δαίμων καί συμβουλεύει τήν ψυχή: «Δέν συγχωρεῖσαι μέ τίποτε!» τήν σπρώχνει, τήν πιέζει καί τήν «πρεσσάρει» γιά νά τήν ἐξωθήση στό ἔγκλημα τῆς αὐτοκτονίας. Γι᾿ αὐτόν τόν λόγο, ἡμεῖς ποτέ νά μή πιστέψωμε κάτι τέτοιο, ἀκόμη καί ἄν κάθε μέρα ἐγκληματοῦμε. Ποτέ νά μή χάσουμε τήν ἐλπίδα, ὅσα κι ἄν πράττουμε, ὅσο κι ἄν πίπτουμε, ὅσο κι ἄν τραυματιζώμεθα καί χτυπᾶμε· μηδαμῶς ἀπελισία καί ἀπόγνωσις.
Μά, θά πῆ ὁ λογισμός: «Ἕως πότε θά μέ περιμένη ὁ Θεός;» Ἐφ᾿ ὅσον ὁ Θεός σοῦ χαρίζει ζωή, αὐτό εἶναι μία ἐγγύησις τοῦ Θεοῦ ὅτι σέ περιμένει. Δέν μπορεῖς ἐσύ νά ἀποκλείσης τό δικαίωμα τῆς προσμονῆς τοῦ Θεοῦ. Μ᾿ αὐτήν τήν ἐλπίδα, μ᾿ αὐτό τό θάρρος νά προσερχώμεθα στόν Θρόνο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Ἔχουμε ἀναρίθμητα φωτεινά παραδείγματα μετανοίας ἀνθρώπων, μακράν τοῦ Θεοῦ εὑρισκομένων, οἱ ὁποίοι ἐπέστρεψαν καί ὄχι ἁπλῶς σώθηκαν, ἀλλά ἄγγιξαν μεγάλα μέτρα ἁγιότητος.
Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία τί ἦτο; Πόσοι καί πόσες σάν τήν Ὁσία Μαρία, δέν ὑπῆρξαν ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι, πού ἔγιναν ἅγιοι κατόπιν! Γι᾿ αὐτό κανείς νά μήν ἀπελπίζεται, ἀλλά νά προσέρχεται μέ μετάνοια στόν πνευματικό, πού δύναται μέ τόν λόγο του νά οἰκειώση τόν ἁμαρτωλό μετά τοῦ Θεοῦ, νά τόν δικαιώση αὐτοστιγμεί. «Ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα καί ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἔχει σε συγκεχωρημένον καί λελυμένον καί ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καί ἐν τῷ μέλλοντι». Αὐτομάτως τό «κομπιοῦτερ» τοῦ Θεοῦ χτυπάει μηδέν ἁμάρτημα καί συγχρόνως ἀνοίγεται ἡ πύλη τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὁ νυμφώνας τοῦ Χριστοῦ δέχεται τόν ἄνθρωπο, τόν προηγουμένως μή ἔχοντα «λελαμπρυσμένον» τόν χιτῶνα τῆς ψυχῆς.
Γι᾿ αὐτήν τήν μεγάλη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἄς Τόν εὐχαριστήσουμε, ἄς Τόν προσκυνήσουμε μέ ὅλη τήν εὐγνωμοσύνη τῆς ψυχῆς μας. Ἐάν ὁ Θεός δέν ἦτο τόσον ἀπείρως εὔσπλαχνος, οὐδείς ὁ σωζόμενος. Κανείς δέν θά ἐσώζετο, διότι οὐδείς εὑρίσκεται καί ὑπῆρξεν ἐπί τῆς γῆς ἄμεμπτος καί χωρίς σφάλμα καί κηλίδα. Οὐδείς ἠμπορεῖ νά καυχηθῆ ὅτι ἐτήρησε τήν καρδίαν του ἄμεμπτη καί καθαρή. Ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ ὅμως εἶναι τόσο δραστική, τό φάρμακο αὐτό εἶναι τόσο φοβερό καί τρομερό, πού ἐξαλείφει τά πάντα. Κάνει τρομερές ἐπεμβάσεις, ἀπίθανες ἐγχειρήσεις καί σώζει τόν ἄνθρωπο ἀπό βέβαιο ψυχικό θάνατο.
Ἐδῶ βλέπουμε ψυχές, πού ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή ἀμετανόητες καί «θείᾳ ἐπεμβάσει καί θείᾳ προνοίᾳ» διά πρεσβειῶν ἁγίων ἀνθρώπων, ἐπεστράφησαν πίσω καί ἔλαβαν τήν συγγνώμη. «Μετά θάνατον οὐκ ἔστι μετάνοια» ἀπό τήν ἴδια τήν κολασμένη ψυχή. Γιά νά μετανοήση ἡ ἴδια, πρέπει νά ἐπιστρέψη στήν ζωή. Ἀκόμη καί τέτοια θαύματα ἔκανε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο.
Ὁ νυμφώνας «ἠνέωκται», ὁ Χριστός μᾶς περιμένει· δέν πρέπει νά βραδύνουμε. Τό στάδιον τῆς νηστείας καί τῆς καθάρσεως τό βαδίζουμε τώρα, τό λουτρό τῆς μετανοίας μᾶς περιμένει. Ἄς ἀξιοποιήσουμε τόν χρόνο τώρα, πού ὅλα συμβάλλουν στήν μετάνοια. Τά λόγια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλα κατανυκτικά, ἀρκεῖ νά προσέξουμε τήν ἔννοιά των. Ἄς γονατίζουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα καί ἄς ἐπικαλούμεθα πνεῦμα κατανύξεως καί δακρύων νά μᾶς χαρίζη ὁ Θεός.
Κι ὅταν ἀγγίξη ὁ Θεός τά μάτια μας, νά Τόν εὐχαριστήσουμε, νά ταπεινωθοῦμε καί νά Τοῦ ἐκφράσουμε τήν ἀδυναμία μας, κι ὅτι μέ τήν εὐσπλαχνία Του καί μόνον μετανοοῦμε καί ὄχι ὅτι εἴμεθα ἱκανοί καί ἄξιοι γιά μετάνοια. Καί τό ὅτι πιστεύουμε στόν Θεό καί τό ὅτι ἀναγνωρίζουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας εἶναι Χάρις Θεοῦ, εἶναι εὐσπλαχνία. Ἐάν ἡ Χάρις δέν ἐπισκιάση, ὁ ἄνθρωπος δέν ἀλλάζει. Ἐάν σκεπτώμεθα ἐπιστροφή, ἐάν μετανοοῦμε, ἐάν ἀλλάζουμε, αὐτό εἶναι Χάρις Θεοῦ. Γιά νά ἔλθη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, εἴμεθα δεκτοί ἀπό τήν Χάρι.
Ἄς μετανοήσουμε ὅσο εἶναι στήν διάθεσί μας ὁ χρόνος, ὅσο ἔχουμε τόν καιρό μπροστά μας. Ὁ Θεός εἶναι τόσο καλός, ὁ Οὐράνιος Πατέρας ἔχει τέτοια καρδιά πού ὅλοι χωρᾶμε μέσα Του, ἀρκεῖ νά προσέλθουμε ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει. Ἰδιαίτερα τώρα νά προσερχώμεθα στίς Προηγιασμένες Λειτουργίες, διότι εἶναι γεμᾶτες κατάνυξι καί χάρι. Τί ὡραῖο τό Χερουβικό τῆς Προηγιασμένης Λειτουργίας! Μά, κι ἐκεῖνο τό Χερουβικό τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, τί δογματική καί θεολογία περιέχει!
Ἄς βιάσουμε τούς ἑαυτούς μας, γιά νά βρεθοῦμε γρηγοροῦντες καί νήφοντες καί νά καταπολεμήσουμε τήν ἀμέλεια καί τή ραθυμία, γιατί αὐτά ἐμποδίζουν τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Ἔρχεται ὁ δαίμων καί μᾶς φέρνει κόπωσι, κομάρες καί μᾶς ψιθυρίζει: «Μή κάνης τίς μετάνοιες, μή σηκώνεσαι τώρα γιά προσευχή, εἶσαι κουρασμένος, κοιμήσου λίγο παραπάνω, θά πᾶς γιά δουλειά καί τόσα ἄλλα». Ἄς μή τόν ἀκούσουμε, ἄς βιασθοῦμε, διότι δέν ξέρουμε μετά ἀπό λίγες στιγμές τί μπορεῖ νά συμβῆ. «Ὅπου εὕρω σε, ἐκεῖ καί κρινῶ σε». Ἄν μᾶς βρῆ ἐπάνω στή βία, θά μᾶς κατατάξη μετά τῶν βιαστῶν. Ἄν μᾶς βρῆ στήν ἀμέλεια καί στή ραθυμία, θά μᾶς κατατάξη μετά τῶν ραθύμων καί τῶν ἀποτυχημένων.
Νά βοηθήσουμε καί τούς συνανθρώπους μας· νά τούς μιλήσουμε γιά τόν Θεό, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Οὐρανίου Πατρός· νά τούς δώσουμε θάρρος κι ἐλπίδα. Μία ψυχή νά βοηθήσουμε, εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἐλεημοσύνη. Ὅπως κι ἐμᾶς μᾶς βοήθησαν ἄλλοι ἄνθρωποι, ὀφείλουμε κι ἐμεῖς νά κάνουμε τό ἴδιο.
Ἄς βιασθοῦμε λοιπόν σέ ὅλα, γιά νά εἰσέλθουμε στόν νυμφῶνα τοῦ Χριστοῦ· διότι «τῶν βιαστῶν εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ἀμήν.
Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!
Ἀπό τό βιβλίο: “ Ἡ τέχνη τῆς σωτηρίας” Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Οδοιπορικό στη Μεγάλη Εβδομάδα
Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Απριλίου, 2015
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ-ΜΕΤΑ ΒΑΙΩΝ ΚΑΙ ΚΛΑΔΩΝ
“Μετά βαΐων και κλάδων” η υποδοχή του Χριστού στην πόλη της Ιερουσαλήμ την Κυριακή των Βαΐων. Έτσι όπως υποδέχεται ο κόσμος κάθε ξεχωριστό πρόσωπο. Πανηγυρίζει για τον ερχομό του, δοξάζει το γεγονός, θυμάται, ζητά, κραυγάζει, χαιρετά, ενθουσιάζεται. Κι αυτό συμβαίνει πάντοτε. Η ανθρώπινη ζωή χαρακτηρίζεται από την προσμονή του μεσσία, του σωτήρα. Νιώθουμε την ανεπάρκειά μας, μας φαίνεται κοπιαστικό εμείς να αγωνιστούμε για την σωτηρία μας και προσμένουμε το πρόσωπο, τον χαρισματικό ηγέτη, ο οποίος θα μας τραβήξει μέσα στην ανημπόρια μας και θα μας οδηγήσει εκεί που θέλουμε.
Η μεγαλύτερη δυσκολία στη ζωή μας δεν είναι να είμαστε ελεύθεροι. Είναι το πώς θα διαχειριστούμε την ελευθερία μας. Κι αυτό γιατί θέλει κόπο κι επώδυνο αγώνα. Ταυτόχρονα, είναι πιο εύκολο άλλος να έχει την ευθύνη για τον κόσμο, τη ζωή, την πορεία μας και για τη λύση των προβλημάτων μας. Έτσι, αναζητούμε τους μεσσίες στα πρόσωπα των πολιτικών, των αθλητών, των ηθοποιών, των καλλιτεχνών, και οποιουδήποτε άλλου το κάθε σύστημα προβάλλει, ώστε να έχουμε τον “ένοχο” έτοιμο στην αποτυχία μας ή να μπορούμε να ξεχνούμε τα προβλήματά μας ασχολούμενοι μ’ αυτούς, ξεχνώντας τον μοναδικό Μεσσία και Σωτήρα μας.
“Μετά βαΐων και κλάδων” κυλά λοιπόν η ζωή μας. Μα τα προβλήματά μας δεν λύνονται με “κούφιες ρητορείες”. Η ελευθερία που αφήνουμε στην άκρη παραμένει πάντοτε ένα μεγάλο ερώτημα. Και τα “ωσαννά” των Βαΐων εύκολα μετατρέπονται στα “Άρον, άρον, σταύρωσον”, όταν το σύστημα μας πληροφορεί ότι ο Μεσσίας που επιλέξαμε δεν είναι αυτός που μας λυτρώνει ή όταν εμείς κουραστούμε να αγωνιζόμαστε ή ενοχλούμαστε από την αλήθεια που τα λόγια και η ζωή Του κρύβουν.
Ο Χριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα, γνωρίζοντας τις δοξασμένες κραυγές και τα “μετά βαΐων και κλάδων” του λαού. Εκπλήρωσε τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, αφουγκράστηκε τη χαρά των ανθρώπων, αλλά ήξερε καλά μέσα Του πόσο γρήγορα αυτός ο ενθουσιασμός θα περνούσε. Κι αυτό γιατί δεν είχε έρθει για να υποσχεθεί εύκολες λύσεις, δεν μίλησε για την πλατειά, αλλά για την “στενή πύλη”, δεν μίλησε για την εξουσία, αλλά για τη διακονία του κόσμου.
Πάνω στο ταπεινό πουλαράκι ο Χριστός φάνταζε βασιλιάς και μεσσίας στα μάτια όσων των ζητωκραύγαζαν, καθώς είχαν μάθει για την Ανάσταση του Λαζάρου. Μα ήρθε τόσο ταπεινά στα Ιεροσόλυμα, βιώνοντας από πριν, όπως και σε όλη Του την ζωή, την ταπείνωση που οι ίδιοι οι δοξαστές Του Τού επεφύλασσαν! Ο Χριστός ήταν ο Μεσσίας, όχι όμως όπως τον φαντάζονταν ο κόσμος, αλλά όπως ο ίδιος δίδασκε: Αυτός που θα πρόσφερε τη Σωτηρία, Αυτός που θα μιλούσε και θα ζούσε την Αγάπη, Αυτός που δεν θα έπαυε ποτέ να παρουσιάζει στους ανθρώπους την Αλήθεια.
“Μετά βαΐων και κλάδων” υποδεχόμαστε κι εμείς το Χριστό, στην αρχή της Μεγάλης Εβδομάδας, μοιάζοντας περισσότερο με τους ανθρώπους της Ιερουσαλήμ, σαγηνεμένοι από τα θαύματα και μην ακούγοντας το βάθος των λόγων και των έργων Του. Είναι καιρός όμως να ξεφύγουμε από την παρανοημένη εικόνα που έχουμε για το Χριστό και να αναζητήσουμε στην γνήσια κοινωνία με το πρόσωπό Του το Θεό που μας λυτρώνει, μας κάνει υπεύθυνους για τη ζωή και την ελευθερία μας και μας προτείνει την οδό που ξεκινά από το Πάθος, αλλά καταλήγει πάντοτε στην Ανάσταση. Την δική Του και την δική μας…
ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
ΜΙΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Η Μεγάλη Δευτέρα είναι για την Εκκλησία αφορμή να θυμηθούμε τον πάγκαλο Ιωσήφ. Είναι γνωστή η ιστορία του από την Παλαιά Διαθήκη. Τον πουλάνε τα αδέρφια του δούλο, βρίσκεται στην Αίγυπτο, η γυναίκα του κυρίου του Πετεφρή του επιτίθεται ερωτικά, αυτός την αποπέμπει, κλείνεται στη φυλακή, ερμηνεύει τα όνειρα του Φαραώ για τις παχιές και τις ισχνές αγελάδες, γίνεται στη συνέχεια ουσιαστικά πρωθυπουργός της Αιγύπτου, σώζει τον πατέρα του Ιακώβ, τ’ αδέρφια του και όλο το λαό του Ισραήλ.
Στον οίκο του συναξαριού της ημέρας διαβάζουμε για τον Ιωσήφ μια παράξενη φράση: “Τον δουλωθέντα μεν τω σώματι, την ψυχήν δε αδούλωτον συντηρούντα”. Ο Ιωσήφ έγινε δούλος εξωτερικά, στην ψυχή του όμως και στην σκέψη του παρέμεινε ελεύθερος. Είναι πολύ σπουδαία η φράση αυτή. Ο άνθρωπος συνήθως ταυτίζει την ελευθερία με την έλλειψη κάθε εξωτερικού καταναγκασμού. Σήμερα, ζούμε ελεύθεροι γιατί δεν έχουμε κάποιον να μας δυναστεύει, γι’ αυτό άλλωστε αγωνιστήκαμε, γι’ αυτό και η κοινωνία μας είναι δημοκρατική. Κάθε φορά μάλιστα που απειλούνται οι δημοκρατικές ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα του οιουδήποτε, υπάρχει γενική κινητοποίηση. Το ίδιο και όταν απειλείται η ελευθερία της πατρίδας, αλλά και το δημοκρατικό πολίτευμα.
Παρά ταύτα, υπάρχει και μια άλλη μορφή ελευθερίας, η οποία δεν τυγχάνει της προσοχής μας όσο χρειάζεται. Πρόκειται για την ελευθερία της ψυχής. Αυτή Δε συνίσταται μόνο στην ελευθερία σκέψης και λόγου, αλλά κυρίως στην ελευθερία της καρδιάς από τα πάθη και τις αμαρτίες. Σήμερα ισχύει σχεδόν αξιωματικά η αντίληψη ότι η προσωπική ηθική δεν πρέπει να υποτάσσεται σε οιεσδήποτε δεσμεύσεις, ότι η θρησκευτικότητα του ανθρώπου είναι δικαίωμα που κανείς μπορεί αν το ασκεί ή όχι και ότι ο άνθρωπος χρειάζεται να απολαμβάνει κάθε στιγμή της ζωής του τα πάντα, χωρίς φραγμούς και περιορισμούς.
Αυτό όμως αποτελεί μια πλάνη, “χείρονα της πρώτης”. Διότι υποδουλώνει τον άνθρωπο στις ανάγκες του και τις επιθυμίες του, τον αφήνει δέσμιο των εξαρτήσεών του, δεν του επιτρέπει να σκεφτεί την εσωτερική του ζωή και τον καθιστά τελικά δούλο της αμαρτίας και της κακίας. Ο άνθρωπος που δεν αγωνίζεται για την εσωτερική ελευθερία υποτάσσει τον εαυτό του στο συμφέρον, αντιμετωπίζει τη ζωή μόνο με την οικονομίστικη και τεχνοκρατική λογική, δεν δέχεται να θυσιάσει τίποτα και τελικά, αντιστρέφονται οι χαρακτηρισμοί του συναξαριού: γίνεται “αδούλωτος τω σώματι και δουλωθείς τη ψυχή”!
Η Εκκλησία, προβάλλοντας το υπόδειγμα του παγκάλου Ιωσήφ, μας δείχνει το ήθος της, που δεν είναι άλλο από την προσπάθεια απόκτησης της εσωτερικής ελευθερίας. Ο άνθρωπος που διαπνέεται από την ασκητική προοπτική, στερείται των επιθυμιών του, του εγωισμού του, αφήνει κατά μέρος το συμφέρον, προτιμώντας την αγάπη και την προσφορά, λειτουργεί αρμονικά και ισορροπημένα στη σχέση σώματος και ψυχής, τελικά είναι ο πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος.
Στην εποχή της κυριαρχίας των Μέσων, όπου η ελευθερία της σκέψης και της κριτικής παραμένει ένα μεγάλο ζητούμενο, ο καθένας έχει πολλά να διδαχθεί από την πορεία στην ελευθερία που μας προτείνει η Μεγάλη Εβδομάδα. Αρκεί να ζητήσει την ελευθερία, να βρει την αλήθεια κοντά στο Χριστό και να μην περιφρονεί αυτή την πραγματικά υπαρξιακή πορεία, ζώντας την δουλεία των παθών και την ψευδαίσθηση της εξουσίας και της ηδονής. Ο Ιωσήφ νίκησε τον εσωτερικό πόλεμο και τελικά δοξάσθηκε, αποδεικνύοντας ότι η αδούλωτη ψυχή είναι αυτό που αξίζει κανείς να θυσιάσει πολλά. Γιατί μόνο τότε, όπως πάλι λέει το συναξάρι, ο Θεός δίνει “στέφος άφθαρτον”…
ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ
ΤΑ ΤΑΛΑΝΤΑ
Η Μεγάλη Τρίτη είναι για την Εκκλησία αφορμή να θυμηθούμε την παραβολή των ταλάντων. Κάποιος άρχοντας πραγματοποιεί ένα μακρινό ταξίδι, και πριν φύγει μοιράζει στους δούλους του τμήματα από την περιουσία του. Στον ένα δίνει πέντε τάλαντα, στον άλλο δύο, στον τρίτο ένα. Μετά την επιστροφή του οι δούλοι του δίνουν λογαριασμό. Αυτός που πήρε πέντε τάλαντα, εργάστηκε και παραδίδει συνολικά δέκα, αυτό που πήρε δύο παραδίδει τέσσερα, ενώ αυτός που πήρε ένα, το επιστρέφει, διότι θεωρεί ότι ο κύριος του είναι σκληρός και θέλει να θερίσει εκεί που δεν έσπειρε. Τότε ο άρχοντας διατάσσει να του πάρουν το τάλαντο και να το δώσουν σ’ αυτόν που έχει τα δέκα και να τον τιμωρήσουν, αποκόπτοντάς τον ουσιαστικά από την κοινωνία με τους άλλους!
Στον οίκο του συναξαριού της ημέρας διαβάζουμε μια ενδιαφέρουσα φράση που απευθύνεται στον καθέναν από μας: “Το δοθέν σοι τάλαντον φιλοπόνως έργασαι”. Το χάρισμα, γιατί αυτό είναι το τάλαντο, που έχει ο καθένας μας, ας εργαστεί με φιλοπονία, με επιμέλεια και με προθυμία, να το αξιοποιήσει. Τα χαρίσματα είναι πολύτιμα δώρα του Θεού στον κάθε άνθρωπο και υπάρχουν, σ’ άλλον περισσότερα και σ’ άλλον λιγότερα, αλλά πάντως δίδονται σε όλους. Το ερώτημα είναι κατά πόσον αξιοποιούνται.
Συνήθως, οι άνθρωποι νιώθουν περήφανοι για τις ικανότητές τους. Είναι αλήθεια πως πολλοί αγωνίζονται σκληρά για να πετύχουν στη ζωή τους, όχι μόνο επαγγελματικά. Το καλό όνομα, η αποδοχή και η υπόληψη της κοινωνίας προς τα ανθρώπινα πρόσωπα, εξαιτίας της ηθικής τους συμπεριφοράς και της προσπάθειάς τους να είναι “καλοί καγαθοί”, αποτελούν σπουδαία κίνητρα στον αγώνα της ζωής. Ωστόσο, ταυτόχρονα με τις ικανότητες, εμφιλοχωρεί στον κόπο και μια εγωιστική διάθεση, η οποία καθιστά το χάρισμα όχι αφορμή προσφοράς και θυσίας, αλλά αφορμή υπερηφάνειας και μονομέρειας.
Ο πετυχημένος άνθρωπος συχνά θεωρεί τον εαυτό του φορέα τελειότητας. Το χάρισμα δεν γίνεται αφορμή ελευθερίας, προσφοράς, ενδιαφέροντος για τον άλλο, αλλά μόνο ικανοποίησης του συμφέροντος και της φιλοδοξίας, ενώ άλλοτε υπάρχει η αίσθηση της κτητικότητας, ότι το χάρισμα μας ανήκει και μπορούμε να το διαθέσουμε όπως εμείς θέλουμε. Γι’ αυτό κι όταν τα χαρίσματα αμφισβητούνται, θιγόμαστε ακόμη περισσότερο.
Η Εκκλησία προτείνει στον άνθρωπο να συνειδητοποιήσει πως ό,τι ξεχωριστό έχει, του δόθηκε από τον Θεό για να το καλλιεργήσει προς όφελος δικό του, αλλά κυρίως, προς όφελος των άλλων. Γι’ αυτό δεν δέχεται ούτε τον εγωιστικό εγκλωβισμό στην αυτάρκεια των χαρισμάτων, ούτε την χρήση τους προς δόξαν του έχοντος, αλλά την λειτουργία του χαρίσματος προς όφελος της κοινότητας, των πολλών, της σύναξης. Η Εκκλησία δεν θέλει τον άνθρωπο εγκλωβισμένο στον ατομισμό, αλλά ζητά από τον καθένα την κοινωνική συνείδηση και προσφορά που θα τον κάνει να ζει για τους άλλους, και τους άλλους να ζουν γι’ αυτόν!
Η εποχή μας είτε θεοποιεί τους χαρισματικούς ανθρώπους, εγκλωβίζοντάς τους στον εγωισμό και την κενοδοξία, είτε ισοπεδώνει τα χαρίσματα καθιστώντας τον άνθρωπο αριθμό στην απρόσωπη μάζα. Αν η κοινωνία μας συνειδητοποιήσει πόσο σπουδαίο είναι τα χαρίσματα να ελευθερώνουν τον έχοντα, αλλά και τον κόσμο, μέσα από την σωστή χρήση τους και την προσφορά, αλλά κυρίως μέσα από την αναφορά στο Θεό, τότε μέσα από αυτή την υγιή ταπείνωση της σχέσης με το Θεό το τάλαντο θα αξιοποιηθεί φιλοπόνως. Και τότε πραγματικά, “θα εισέλθουμε εις την χαράν του Κυρίου μας”, δηλαδή στην κοινωνία της αγάπης και της προσφοράς, στην κοινωνία της ελευθερίας από την αυτάρκεια και τον εγωισμό…
ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Η Μεγάλη Τετάρτη είναι για την Εκκλησία αφορμή να θυμηθούμε την αμαρτωλή γυναίκα, η οποία αλείφει τα πόδια του Χριστού με μύρο και δάκρυα, τα σκουπίζει με τα μαλλιά της και λαμβάνει από το Θεό την συγχώρεση για τις αμαρτίες της. Στον Όρθρο της ημέρας ψάλουμε το τροπάριο της Κασσιανής, μεγάλης υμνογράφου του 9ου αιώνα μ. Χ., το οποίο αναφέρεται στην “εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσαν γυνήν”, αλλά και μια σειρά άλλων ποιητικότατων ύμνων που μαρτυρούν το γεγονός της αγάπης προς τον Χριστό, η οποία ελευθερώνει γνήσια τον άνθρωπο.
Σ’ ένα από τα τροπάρια των Αποστίχων του Όρθρου διαβάζουμε μία φράση που πολλά έχει να πει: “Η απεγνωσμένη δια τον βίον και επεγνωσμένη δια τον τρόπον το μύρο βαστάζουσα προσήλθε σοι”. Ο βίος είναι αμαρτωλός. Ερωτοτροπούμε και βιώνουμε την αμαρτία σε κάθε στιγμή της ζωής μας, είτε πράττοντας το θέλημά μας και στηριζόμενοι στον εγωισμό μας είτε παραδίδοντας τον εαυτό μας στις αμαρτίες και τις ηδονές είτε απορρίπτοντας την παρουσία του Χριστού από τη ζωή μας. Κι όχι μόνο αυτό. Τις περισσότερες φορές δεν συνειδητοποιούμε το πόσο μας αγαπά ο Χριστός, με αποτέλεσμα να περιφρονούμε την παρουσία Του ολοκληρωτικά, να αρνούμαστε καν να ακούσουμε το μήνυμά Του.
Η αμαρτωλή γυναίκα ήταν απεγνωσμένη, δηλαδή απελπισμένη για τη ζωή της. Όμως ήταν επεγνωσμένη για τον τρόπο, ήξερε πλέον καλά ποιος είναι ο δρόμος για τη σωτηρία. Η αγάπη προς τον Ιησού της έδειχνε την πορεία της αληθινής ελευθερίας. Γιατί η αγάπη μας κάνει ταπεινούς. Η αγάπη μας κάνει να κατανοούμε πως χρειάζεται η λύπη για ό,τι μας χωρίζει από τον Χριστό και η μετάνοια που μας ξαναφέρνει κοντά Του. Η αγάπη μας βοηθά να δούμε ότι δεν μπορούμε να είμαστε αυτάρκεις, αλλά ότι χρειαζόμαστε τον Χριστό. Η αγάπη είναι αυτή που μας κάνει να τολμούμε. Να συγχωρούμε για να συγχωρεθούμε. Να πηγάζει το δάκρυ της ευαισθησίας από την καρδιά μας για όλους, αλλά και για τον εαυτό μας. Να προσπίπτουμε στα πόδια του Λυτρωτή, αναζητώντας μια καινούρια αρχή.
Η εποχή μας έχει ως σημείο αναφοράς την εξουσία και τη δύναμη. Αυτός που αγαπά δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Ακόμα και η αγάπη εγκλωβίζεται στη λογική της αυτάρκειας και της απόλαυσης και γίνεται εγωισμός για δύο ή για πολλούς. Η Εκκλησία μας προτείνει την αγάπη που ελευθερώνει. Την αγάπη του Σταυρού και της Ανάστασης, γιατί ο Χριστός είναι η Αγάπη. Αλλά και όσοι Τον ακολούθησαν, με την αμαρτωλή γυναίκα στο επίκεντρο της ημέρας αυτής, την αγάπη βίωσαν και γεύτηκαν τη χαρά της αληθινής ελευθερίας.
Δεν απελευθερώνουν τον άνθρωπο οι γνώσεις, οι ηδονές, η δύναμη της τεχνολογίας, του χρήματος, η θαλπωρή του σώματος. Ούτε αποτελούν η φιλανθρωπία και η κοινωνική αλληλεγγύη λυτρωτικές δυνάμεις. Συμβάλλουν, αλλά δεν αντιμετωπίζουν αυτή την βαθύτατη υπαρξιακή ανάγκη του καθενός. Μονάχα η γνήσια κοινωνία με τον Χριστό οδηγεί στην επίγνωση του τρόπου της ελευθερίας. Αρκεί ένα δάκρυ, η σιωπή της μετάνοιας, η συγγνώμη, η προσφορά. Και τελικά, η δική Του παρουσία στη ζωή μας…
ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗΣ
Η Μεγάλη Πέμπτη είναι για την Εκκλησία μας αφορμή να θυμηθούμε τον Μυστικό Δείπνο, την παράδοση δηλαδή του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, την προδοσία του Ιούδα, αλλά και την υπερφυή προσευχή του Κυρίου προς τον Πατέρα Του, να μην Τον αφήσει να πιει το ποτήρι του Πάθους, αλλά και την υπακοή Του σ’ Αυτόν. Το γεγονός όμως που δίδει διδάγματα στη ζωή μας είναι η ταπείνωση του Χριστού, ο οποίος έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του, πριν φάνε μαζί για τελευταία φορά. Στα καθίσματα του Όρθρου της ημέρας ψάλλουμε χαρακτηριστικά: “Ο λίμνας και πηγάς και θαλάσσας ποιήσας, ταπείνωσιν εκπαιδεύων αρίστην, λεντίω ζωννύμενος μαθητών πόδας ένιψε, ταπεινούμενος υπερβολή ευσπλαχνίας”. Ο Δημιουργός του κόσμου ταπεινώνεται από την υπερβολική ευσπλαχνία Του για μας, αλλά και μας διδάσκει την άριστη οδό της ταπείνωσης.
Η βασικότερη αμαρτία του ανθρώπου είναι ο εγωισμός. Αυτός οδηγεί τον άνθρωπο στην εμπάθεια, αυτός δηλητηριάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς δεν επιτρέπει την υποχώρηση και τη θυσία, αυτός οδηγεί στη ρήξη της αγάπης, αυτός βάζει τον άνθρωπο να θεωρεί τον εαυτό του θεό στη θέση του Θεού. Όταν μιλούμε για τον εγωισμό βέβαια, δεν εννοούμε ό,τι διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τους άλλους, την έννοια του “εγώ”, της προσωπικότητας. Εννοούμε την υπερτροφική ανάπτυξη αυτού του “εγώ”, την άρνηση δηλαδή του ανθρώπου να ισορροπήσει στις σχέσεις του με τους άλλους, να συνειδητοποιήσει ότι η αγάπη είναι αυτή που εξασφαλίζει την αρμονία, ότι αν θυσιάζουμε την δική μας απόλαυση, την δική μας επιβολή στους άλλους, αν μάθουμε να ακούμε τους άλλους, αν μάθουμε να απλώνουμε το χέρι στους άλλους, αν μάθουμε να αφήνουμε το θέλημά μας κατά μέρος, τότε ζούμε την πραγματική ελευθερία.
Κι αυτή η ελευθερία βιώνεται μόνο μέσα από την ταπείνωση. Ταπείνωση σημαίνει υπακοή στο θέλημα του Θεού, γιατί ξέρουμε ότι Αυτός μας αγαπά. Ταπείνωση σημαίνει αναγνώριση της αδυναμίας και της αμαρτωλότητάς μας, μπροστά στην αγαθότητα του Θεού. Ταπείνωση σημαίνει ότι θεωρούμε από αγάπη τον εαυτό μας πιο αδύναμο από τους άλλους, πως όσο κι αν προσπαθούμε, δεν έχουμε αναπτύξει τα χαρίσματα που ο Θεός μας εμπιστεύθηκε, ότι δεν ζούμε για τους άλλους, αλλά μονάχα για τον εαυτό μας. Ταπείνωση σημαίνει κατανόηση στον πόνο, τη δυσκολία και την άρνηση του άλλου να συμπλεύσει με την επιθυμία μας, σημαίνει ανοχή εν αγάπη. Ταπείνωση είναι η γνήσια θυσία και προσφορά στον Άλλο, είναι το να πλύνεις τα πόδια του, να θεραπεύσεις τις ανάγκες του, να διακονήσεις και όχι να διακονηθείς, να συγχωρέσεις, ακόμα και τους εχθρούς σου!
Η εποχή μας έχει ως σημείο αναφοράς την υπερηφάνεια και την υπεροχή έναντι του άλλου, το υπερτροφικό εγώ μας ως κέντρο της ζωής. Προτιμούμε οι άλλοι να υπηρετούν τις ανάγκες μας και αρνούμαστε να δούμε τις δικές τους. Το “δικαίωμα” ως έννοια του πολιτισμένου κόσμου θριαμβεύει. Η Εκκλησία μας προτείνει την ταπείνωση του Χριστού ως τρόπο έκφρασης της υπερβολής της αγάπης, για να ξαναβρούμε την αληθινή ελευθερία. Γιατί ελευθερία σημαίνει να παραιτείσαι από τα δικαιώματά σου, χάριν της αγάπης προς τον άλλο. Κι αυτό δε γίνεται αν ο άλλος δεν είναι μοναδικής και ανυπέρβλητης αξίας για σένα. Δεν γίνεται αν ο Άλλος δεν κατανοηθεί ως Αυτός για τον οποίο ο Χριστός ταπεινώθηκε και σταυρώθηκε, Αυτός που αγαπιέται από τον Χριστό εξίσου με σένα…
ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ
Η Μεγάλη Παρασκευή μας φέρνει ενώπιον των Παθών του Κυρίου μας. Ο Χριστός υποφέρει, σταυρώνεται και πεθαίνει, για να μας οδηγήσει στην σωτηρία, την απαλλαγή από την φθορά και την αμαρτία που διαποτίζει την ύπαρξή μας και να μας δώσει την Ζωή. Στους Μακαρισμούς, που ψάλλουμε μετά την έξοδο του Εσταυρωμένου, διαβάζουμε χαρακτηριστικά: “Εσταυρώθης δι’ εμέ, ίνα εμοί πηγάσης την άφεσιν. Εκεντήθης την πλευράν, ίνα κρουνούς ζωής αναβλύσης μοι”. Η συγγνώμη του Σταυρού και η ανάβλυση της ζωής μέσα από το Πάθος, μας κάνουν να συνειδητοποιήσουμε ότι αληθινή ελευθερία δεν νοείται χωρίς θυσία.
Σκοπός του κάθε ανθρώπου είναι η επιβίωση. Ο καθένας μας κάνει ό,τι μπορεί για να ζήσει και να ζήσει καλύτερα. Η επιστήμη μπαίνει στην υπηρεσία του ανθρώπου με σκοπό να αντιμετωπίσει τις ασθένειές του, να παρατείνει τη δυνατότητα να χαρεί το φως της ζωής, να τον συνδράμει στην όσο το δυνατόν υπέρβαση του θανάτου. Η παραίτηση από τη ζωή θεωρούνταν και δεν παύει να είναι μια τρέλα! Κι αυτό γιατί ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να ζει.
Ελάχιστα όμως συνειδητοποιούμε την διαφορά ανάμεσα στην έννοια της επιβίωσης και την έννοια της ζωής. Επιβιώνω σημαίνει τρώω, πίνω, κοιμάμαι, εργάζομαι, βγάζω χρήματα για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, εκτονώνομαι, αναπαράγομαι, ξεκουράζομαι, χαίρομαι ή λυπάμαι, όπως άλλοι. Ζω σημαίνει ότι όλες αυτές τις βιολογικές και κοινωνικές λειτουργίες τις μεταποιώ σε νόημα και στάση ζωής. Τρώω όσο μου χρειάζεται για την βιολογική μου υπόσταση, στερούμαι εκούσια την τροφή γιατί ξέρω ότι “ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται ο άνθρωπος”. Εργάζομαι για να θεραπεύσω τις βιοτικές ανάγκες, αλλά εργάζομαι και το καλό και την αρετή. Συστήνω οικογένεια γιατί είμαι κοινωνικό ον, αλλά αγαπώ τον άλλο περισσότερο από μένα, γιατί μόνο μέσα από την σχέση έχει νόημα η κοινωνικότητα.
Η θυσία του Χριστού στο Γολγοθά ήταν άρνηση της βιολογικής επιβίωσης της ανθρώπινης φύσης, καθώς ο Χριστός ως Θεάνθρωπος και αναμάρτητος μπορούσε να μην πεθάνει. Ήταν όμως η σπουδαιότερη κατάφαση της ζωής, από την ίδια τη Ζωή. Όπως λέει ένα από τα πιο όμορφα εγκώμια της Μ. Παρασκευής, σαν τον πελεκάνο, που, όταν τα παιδιά του δηλητηριάζονται από το τσίμπημα του φιδιού, τρυπά τα πλευρά του και τους μεταγγίζει το αίμα του για να τα σώσει, πεθαίνοντας ο ίδιος, έτσι κι ο Χριστός μας δίνει το αίμα Του, για να σωθούμε από το δηλητήριο της αμαρτίας και του θανάτου και να ξαναβρούμε το αληθινό νόημα της ύπαρξής μας.
Η εποχή μας έχει ως σημείο αναφοράς την ατομική επιβίωση και αυτάρκεια. Η Εκκλησία μας προτείνει την θυσία του Χριστού ως τον τρόπο εκείνο που θα μας καταστήσει αληθινά ελεύθερους. Γιατί μόνο όταν παραιτείται κανείς από την απλή επιβίωση, για να πλημμυρίσει η ύπαρξή του από τη ζωή της πίστης, της σωτηρίας, της αγάπης για το Χριστό και το συνάνθρωπο, όποια συνέπεια κι αν έχει αυτός ο δρόμος, τότε ζει την πραγματική ελευθερία. Κι αυτή η παραίτηση και ζωή της θυσίας, η υπέρβαση του εαυτού μας εξαιτίας της αγάπης, βιώνεται μόνο μέσα στην Εκκλησία, μέσα από την σταύρωση των παθών και την Ανάσταση της αρετής και του τρόπου που ο Χριστός έγινε πρότυπό του…
ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ
Το Μεγάλο Σάββατο η Εκκλησία μας κείται στην προσδοκία της Ανάστασης. Ο Χριστός βρίσκεται στον Άδη, το σώμα Του έχει ταφεί, χωρίς όμως να γνωρίζει την φθορά που γνωρίζουν όλοι οι νεκροί, καθώς παραμένει ενωμένο με την θεότητα, ενώ η ψυχή του Χριστού βρίσκεται στην κόλαση, στο χώρο του θανάτου, όπου κηρύττει την μετάνοια. Ο Θεάνθρωπος Χριστός ολοκληρώνει το έργο της Θείας Οικονομίας, που είναι η ανάσταση όλης της Δημιουργίας και όλων των ανθρώπων, κι αυτών που ήταν εν ζωή, αλλά και αυτών που είχαν πεθάνει πριν τον ερχομό του Ιησού στον κόσμο. Ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος, νικιέται δια του θανάτου του Χριστού, και όλα κινούνται στην προσδοκία της Ανάστασης, της γνήσιας ελευθερίας.
Σ’ έναν από τους πιο όμορφους ύμνους, που ολοκληρώνουν την ακολουθία του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου, διαβάζουμε τα εξής θαυμάσια λόγια: “Δεύτε ίδωμεν την ζωήν ημών εν τάφω κειμένην, ίνα τους εν τάφοις κειμένους ζωοποιήση. δεύτε σήμερον, τον εξ Ιούδα υπνούντα θεώμενοι, προφητικώς αυτώ εκβοήσωμεν. Αναπεσών κεκοίμησαι ως λέων. τις εγερεί σε, βασιλεύ; αλλ’ ανάστηθι αυτεξουσίως, ο δους σεαυτόν υπέρ ημών εκουσίως. Κύριε, δόξα σοι”. Το ποιητικό αυτό κείμενο αποτυπώνει το απόσπασμα της Παλαιάς Διαθήκης, που αναφέρεται στον Ιακώβ. Ο Χριστός κοιμάται σαν το λιοντάρι, έτοιμος να ξυπνήσει, να αναστηθεί, να φέρει στον κόσμο την ελπίδα, τη χαρά της νίκης, την συντριβή του θανάτου, να φέρει στην ιστορία το πιο σπουδαίο μήνυμα, που άλλο ανώτερο δεν υπάρχει: ότι πλέον είμαστε ελεύθεροι και από το θάνατο.
Για τους περισσότερους ανθρώπους ο θάνατος είναι η έσχατη απόδειξη δουλείας. Είμαστε ανίσχυροι απέναντί του. Μπορούμε να τον απομακρύνουμε, αλλά όχι να τον υπερβούμε. Για τους περισσότερους ο θάνατος αποτελεί το βιολογικό και οριστικό τέρμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν υπάρχει λογική απόδειξη επιστροφής από το “επέκεινα”, το μετά τον θάνατο, με αποτέλεσμα η θλίψη να είναι ανυπέρβλητη. Απέναντι στον θάνατο ο άνθρωπος ζει με τον φόβο ή εκείνη την ελπίδα ότι το τέλος δεν θα έλθει.
Ο Χριστός έζησε τον θάνατο, όχι ως βιολογικό τέρμα ή ως αναπόδραστη κατάσταση, αλλά ως υπακοή στο θέλημα του Πατέρα Του. Έφτασε την φύση Του, που είχε την αθανασία δεδομένη, καθώς δεν είχε αμαρτία, στο κατώφλι του θανάτου και το πέρασε σωματικά, για να μας δείξει ότι ο θάνατος είναι το τέρμα, μόνο όταν συνοδεύεται από τον χωρισμό από το Θεό. Αυτός που ζει το Θεό με υπακοή στο θέλημά Του, αυτός που αγωνίζεται εναντίον της αμαρτίας, η οποία είναι ο θάνατος, ελευθερώνεται ακόμη και από τα δεσμά του θανάτου, γιατί ακολουθεί τον Χριστό.
“Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρη”, μας λέει ο Κύριος. Αυτό σημαίνει ότι ο θάνατος αποτελεί για μας τους θνητούς την αφορμή, πολύν καρπό να φέρουμε, αν ζούμε με υπακοή στο Θεό. Ο Χριστός μας δίδαξε ότι αυτό είναι κατορθωτό. Αν πεθάνουμε ως προς την αμαρτία, δηλαδή νεκρώσουμε τα πάθη και τις κακίες μας, τότε ουσιαστικά φέρουμε πολύν καρπό, της αγάπης, της αρετής, της πίστης στο Θεό, γιατί αυτό είναι το θέλημά Του για μας. Αν πεθάνει ο εγωισμός μας, με την άσκηση, την προσπάθεια, την ταπείνωση, την θυσία, τότε πολύν καρπό φέρουμε. Τραβάμε την χάρη και το έλεος του Θεού και τότε, ακόμα και ο βιολογικός θάνατος είναι το σημείο εκείνο της ζωής που μας απαλλάσσει από την φθορά και την αμαρτία και μας φέρνει κοντά σ’ Αυτόν που πέθανε για μας, τον Χριστό.
Ο Χριστός αναπαύεται στον τάφο σωματικά. Ο Χριστός κηρύττει στον Άδη τη Ζωή. Και θα αναστηθεί ως ο λέων, αυτεξουσίως, και θα τραβήξει μαζί Του όσους τον πίστεψαν, αλλά και όσους τον πιστεύουν, όσους τους αγγίζει το μήνυμα, το πρόσωπο, η κοινωνία μαζί Του. Ελευθερωνόμαστε από το θάνατο, χάρις στον θάνατο του Σωτήρα. Όλα πλέον είναι διαφορετικά. Δεν φοβόμαστε το θάνατο, γιατί θα μας πάει σ’ Αυτόν που μας αγαπά και αγαπούμε. Και θα περιμένουμε την Δευτέρα Παρουσία, για να γευτεί και το σώμα μας, αυτή την ανεκλάλητη χαρά. Αυτή την ανεκλάλητη ελευθερία. Αυτή την ανεκλάλητη αιώνια ζωή.
Στο Μεγάλο Σάββατο βρίσκονται τα σώματα των ανθρώπων που έφυγαν από αυτή τη ζωή. Μα όσοι ζούμε την πίστη, όσοι αγαπούμε, όσοι συγχωρούμε, όσοι κοινωνούμε έχουμε μπει ήδη στην ογδόη ημέρα. Την ημέρα της Εκκλησίας. Την Ημέρα της Ανάστασης. Την Κυριακή, την ημέρα του Κυρίου…
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Η Κυριακή του Πάσχα είναι για την Εκκλησία η αφετηρία της νέας δημιουργίας. Η φθορά και ο θάνατος πλέον δεν έχουν καμία δύναμη στη ζωή του ανθρώπου και της κτίσης, αλλά “τα πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια”. Αυτό φαντάζει οξύμωρο για τη νοοτροπία του κόσμου, καθώς όλοι διαπιστώνουμε την συνεχή καταστροφή του περιβάλλοντος, τον θάνατο που κρατά δέσμιο τον κάθε άνθρωπο, αλλά και το γεγονός ότι ο κόσμος μας ελάχιστα έχει αλλάξει, παρά τα μηνύματα και την παρουσία της πίστης στο Χριστό. Αδικίες και πόλεμοι γίνονται, τα συμφέροντα κυριαρχούν, η ζωή είναι πάντοτε απλόχερη για τους λίγους, ενώ οι πολλοί βιώνουν την δυσκολία, η πρόοδος δεν έχει εξασφαλίσει την ευτυχία, αλλά έχει εξοβελίσει το Θεό από την ζωή των πολλών.
Επομένως, το ερώτημα ποια είναι η σημασία της Ανάστασης για τον σημερινό άνθρωπο φαντάζει δυσκολοαπάντητο. Όσο κι αν η γλώσσα της θεολογίας δίνει περιγραφές του γεγονότος και φανερώνει σημεία, στα οποία θα μπορούσε κανείς να σταθεί, η πλειοψηφία των ανθρώπων περιμένει να ακούσει το “Χριστός Ανέστη” και να διασκορπισθεί, όπως περιγράφει ο στίχος: “Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν”. Εκτός από την φαινομενική αταραξία του κόσμου και της ζωής, το ίδιο το μήνυμα της Ανάστασης δεν φαίνεται να αλλάζει και τους πολλούς.
Είμαστε όμως τα παιδιά του Αναστημένου Θεού. Ο Χριστός δεν είναι ένα κήρυγμα ηθικής, δεν είναι ένας κοινωνικός αναμορφωτής, δεν είναι ένας απλός επαναστάτης, διαφορετικός από τους άλλους, αλλά πάντως ένας από τους πολλούς που πέρασαν από την ανθρώπινη ιστορία. Ο Χριστός είναι ο Θεός που γίνεται άνθρωπος, κρατώντας τη Θεότητά Του, για να μας κάνει θεούς κατά χάριν, δηλαδή να ζούμε αιώνια, να μας απαλλάξει από τον θάνατο και τη φθορά. Για μας που πιστεύουμε σ’ Αυτόν, αλλά και για όλο τον κόσμο, και γι’ αυτούς ακόμη που δεν τον πίστεψαν και δεν θα τον πιστέψουν, ο Χριστός έφερε αυτή την καινούρια δημιουργία, την Εκκλησία.
Σ’ αυτήν και το τελευταίο φυλλαράκι έχει αξία, καθώς και μέσα απ’ αυτό μπορούμε να θαυμάσουμε την ομορφιά της ζωής, που ο Θεός έπλασε. Μπορούμε να θαυμάσουμε το μυστήριο της αγάπης, την μεταμόρφωση του καθενός που πιστεύει κι αγωνίζεται, τη δύναμη της μετάνοιας, την δύναμη της αγιότητας που αγκαλιάζει τον Άλλο και όλο τον κόσμο. Τη δύναμη εκείνη που κάνει την Εκκλησία να προχωρά 20 αιώνες, χωρίς τα λάθη των όσων την απαρτίζουν να την καταστρέφουν, χωρίς το αίμα και οι διωγμοί να αποτρέπουν την πίστη, αλλά να την αυξάνουν. Την δύναμη εκείνη που δίνει ελπίδα και στον τελευταίο άνθρωπο της γης.
Αν τα πάντα γίνονται καινά, αν η φθορά και ο θάνατος καταργούνται, αυτό μπορούμε να το ζήσουμε, μόνο με το να δούμε τον Χριστό ως προσωπικό Θεό μας, ως Σταυρωμένο για μας προσωπικά, ως Αναστημένο για μας προσωπικά, ως ερχόμενο για μας προσωπικά. Στην σχέση βρίσκεται το νόημα της Πίστης, στη σχέση βρίσκεται το νόημα της Ανάστασης, στη σχέση με τον Χριστό επαναποκτούμε ως δωρεά την γνήσια και μοναδική ελευθερία, του να μπορούμε να είμαστε παιδιά Του, παιδιά της Ανάστασης.
Όσοι ζούμε το φως που πλημμυρίζει την κτίση, το φως που ανατέλλει από τον Πανάγιο Τάφο, όσοι ζούμε την Ανάσταση στις καρδιές μας πιστεύοντας, συγχωρώντας, κοινωνώντας με το Χριστό και τον συνάνθρωπο δεν αγνοούμε τον ταραγμένο κόσμο μας. Αγωνιζόμαστε να τον καλυτερέψουμε. Αλλά, η ελπίδα μας είναι η Αναστάσιμη Ελευθερία. Ξεφεύγουμε, ζώντας στον πλημμυρισμένο από το Φως του Χριστού εσωτερικό μας κόσμο, από ό,τι μας θανατώνει. Και γευόμαστε, μένοντας στην αναστάσιμη και σε κάθε Θεία Λειτουργία την μετάληψη του Φωτός, την μετάληψη του Χριστού, ζώντας τη χαρά στο πρόσωπο του αδελφού μας και περιμένοντας την στιγμή εκείνη που ο Αναστημένος Χριστός θα μας αρπάξει στην ουράνια βασιλεία Του, περνώντας με το Πάσχα του θανάτου στην χαρά της άλλης βιοτής, της αιώνιας, της Αναστάσιμης, της μοναδικά ελεύθερης.
Ζούμε την μυστική χαρά σήμερα, έχουμε την Αναστάσιμη φωνή του Χριστού άγκυρα ελπίδας στη ζωή μας. Δεν μένουμε στα λαογραφικά έθιμα, αλλά μετανοημένοι, σταυρωμένοι ως προς τα πάθη μας, πανηγυρίζουμε και γιορτάζουμε “μη εν ζύμη παλαιά, μηδέ εν ζύμη κακίας και πονηρίας, αλλ’ εν αζύμοις ειλικρινείας και αληθείας”, όπως λέει ο Παύλος. Και ζυμώνουμε ως μικρά ζύμη, όλο το φύραμα, καλώντας όλο τον κόσμο να μετάσχει στη χαρά. Γινόμαστε οι χριστιανοί σήμερα το προζύμι που φτιάχνει τον άρτο της ζωής, την Εκκλησία, την Ελπίδα, την Αλήθεια. Την Ελευθερία της Ανάστασης…
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ΠΡΟΫΠΑΝΤΗΣΗ
Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Απριλίου, 2015
Όταν ένας ξεχωριστό πρόσωπο έρχεται να μας επισκεφθεί, τότε πηγαίνουμε να τον προϋπαντή-σουμε. Βγαίνουμε από το σπίτι μας, έχοντας προετοιμαστεί εξωτερικά με την ανάλογη ενδυμασία και, εν γένει, εμφάνιση, αλλά και εσωτερικά, με την χαρά και την προσδοκία της συνάντησης. Και επενδύουμε στην συνάντηση, όχι μόνο τη κοινωνία με το πρόσωπο το οποίο περιμένουμε, που αφ’ εαυτού της μας δίδει χαρά, αλλά και την εκπλήρωση άλλων συναισθημάτων και προσδοκιών. Αιτήματα υλικά μπορούν να χαρακτηρίζουν τις προσδοκίες μας. Τα αιτήματα όμως θα μπορούσαν να κάνουν και με τον εντός της καρδίας μας άνθρωπο. Την αγάπη για το πρόσωπο αυτό, τη λαχτάρα της θέασής του, την αναμονή της χαράς που θα προκύψει μέσα από μία τέτοια συνάντηση. Αν μάλιστα πρόκειται για ένα αγαπημένο πρόσωπο που έχουμε καιρό να το δούμε, τότε οι προσδοκίες αυξάνουν.
Κάτι αντίστοιχο συνέβη με τους ανθρώπους, μεγαλύτερους και μικρότερους, οι οποίοι «έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν τω Ιησού» (Ιωάν. 12, 13), πήραν κλαδιά φοινικιάς και βγήκαν από την πόλη να Τον προϋπαντήσουν. Άλλοι από αυτούς γνώριζαν τον Ιησού και το έργο Του, τη διδασκαλία Του και τα θαύματά Του και ήθελαν να Τον συναντήσουν ως έναν προφήτη, απεσταλμένον από τον Θεό, όπως πίστευαν, για να μάθουν από Αυτόν το θέλημα του Θεού σε καιρούς δύσκολους για τον λαό του Ισραήλ, ο οποίος ήταν υπόδουλος στους Ρωμαίους και αισθανόταν αυτήν την στέρηση της ελευθερίας. Ο Ιησούς ήταν ένα σημείο παρηγορίας από τον Θεό για τον λαό Του, ότι δεν τον ξέχασε. Άλλοι είχαν πληροφορηθεί το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου που είχε προηγηθεί και έσπευσαν να Τον υποδεχτούν ως τον νικητή του θανάτου, ως ένα πρόσωπο του οποίου οι δυνάμεις ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα μέτρα και που η περιέργεια να δούνε και να μάθουν πώς τα κατάφερε ήταν πολύ μεγάλη. Θα μπορούσε ίσως να θαυματουργήσει και για αντίστοιχα δικούς τους ανθρώπους. Πάντως δεν ήταν ένα Πρόσωπο που η παρουσία Του θα περνούσε απαρατήρητη. Άλλοι προσδοκούσαν έναν επίγειο βασιλιά, έναν απελευθερωτή, έναν ηγέτη που θα έδινε στον λαό την ελευθερία και την αξιοπρέπεια και την υπερηφάνεια που δεν μπορούσαν πια να εκφραστούν στο καθεστώς της τυραννίας των Ρωμαίων. Θα Τον υποδεχτούν λοιπόν όπως ταιριάζει σε έναν στρατηγό αυτοκράτορα, νικητή σε μία μεγάλη μάχη, έτοιμοι να συσστρατευθούν μαζί Του για να κερδίσουν την χαμένη εξουσία να διαφεντεύουν τους εαυτούς τους και τον τόπο τους. Άλλοι πάλι, όπως τα παιδιά, ένιωθαν μέσα τους μία αδιόρατη, μυστική χαρά, χωρίς να γνωρίζουν γιατί, μέσα από την αθωότητα και τον ενθουσιασμό, αλλά και την φώτιση του Θεού, που κάνει τους ανθρώπους να ζούνε αυτό το μυστήριο της υπερκόσμιας χαράς «δια το θεάσθαι τον Ιησούν» ως Υιό του Θεού. Η θέαση φέρνει στις καρδιές την βεβαιότητα της λύτρωσης, της εγκαθίδρυσης μιας άλλης βασιλείας, στην οποία πρωταγωνιστές θα είναι η αθωότητα των παιδιών, η μετοχή της φύσης δια της αθωότητας του οναρίου, η υπέρβαση των παθών και της κακίας, η τελική ήττα του θανάτου. Αυτή η τελευταία κατηγορία πανηγυρίζει εκ των προτέρων και την ανάσταση του Χριστού, την οριστική ήττα του κακού σε όλες του τις μορφές. Άλλοι, τέλος, όπως οι Φαρισαίοι, Τον υποδέχονται έχοντας γεμάτη κακία την καρδιά τους. Τον βλέπουν και οργίζονται. Φθονούν. Θυμώνουν και απεργάζονται την θανάτωσή Του.
Όπως και στην ανάσταση του Λαζάρου, στην οποία εκτός από τις αδερφές του τεθνεώτος και τους οικείους του, αλλά και τους συγχωριανούς της Βηθανίας, ήταν παρόντες και πολλοί Ιουδαίοι από τα Ιεροσόλυμα, ώστε να μην μένει καμία αμφιβολία για το θαύμα, έτσι και στην είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα δεν υπάρχει αμφιβολία σε αυτούς που Τον προϋπαντούν ότι ο Χριστός είναι ένα ξεχωριστό Πρόσωπο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να πάρουν θέση έναντί Του. Πρέπει να απαντήσουν μέσα τους Ποιος είναι γι’ αυτούς. Και ο καθένας Τον υποδέχεται ανάλογα με τη προαίρεση της καρδιάς του. Και γι’ αυτό λίγοι θα είναι εκείνοι οι οποίοι θα μείνουν κοντά Του μέχρι το τέλος. Θα αντιληφθούν την αποστολή του και το λυτρωτικό Του έργο και δεν θα νικηθούν από την φαινομενική ήττα της αδυναμίας του Σταυρού. Οι περισσότεροι θα αλλάξουν γνώμη για το πρόσωπό Του, όταν διαπιστώσουν ότι η εξουσία της εποχής Τον απορρίπτει και τον καταδικάζει. Θα αποφασίσουν να ακολουθήσουν το λογικό, το κατεστημένο, το συμφέρον, το εύκολο. Έτσι η έξοδός τους από τον εαυτό τους, τα σπίτια τους, την πόλη τους για να δούνε τον Ιησού, οι ζητωκραυγές τους και οι εκδηλώσεις πανηγύρεως με τις δάφνες της νίκης και τα στρωμένα ρούχα στον δρόμο, αποβαίνουν μία πρόσκαιρη κίνηση, η οποία φάνηκε χωρίς θεμέλια σε ψυχές έτοιμες να ακολουθήσουν τον Χριστό γι’ αυτό που είναι. Μόνο τα παιδιά και η φύση, αλλά και εκείνοι οι λίγοι οι οποίοι μετείχαν στην μυστική χαρά της κοινωνίας με το πρόσωπό Του, που δεν είχαν υλικά αιτήματα, αλλά μόνο την δίψα της συνάντησης μαζί Του, θα κρατήσουν στέρεη την εικόνα του Προσώπου Του εντός τους και θα Τον αποδεχτούν στην Σταύρωση και την Ανάστασή Του. Η φύση δια της έκλειψης του ηλίου, του σεισμού την ώρα του «τετέλεσται» και του σεισμού την ώρα της ανάστασης. Οι λιγοστοί πιστοί με την συζήτηση γι’ Αυτόν και την ακολούθησή του μέχρι το τέλος, του Σταυρού, του τάφου και της Ανάστασης. Και τα παιδιά, διότι αυτά θα παραμείνουν το παράδειγμα όλων μας, όπως Εκείνος το ζήτησε, ως προς την νηπιότητα της κακίας, την συγχωρητικότητα και εκείνο το αδιόρατο ένστικτο που τα κάνει να ξέρουν Ποιον θα εμπιστευθούνε.
Καθώς ξεκινά η Μεγάλη Εβδομάδα το ερώτημα ως Ποιον θα προϋπαντήσουμε τον Χριστό τίθεται από τον Ίδιο και την Εκκλησία προς όλους μας. Και η απάντηση θα δείξει τι είναι για εμάς η πίστη σε Εκείνο. Τι είναι τελικά και η ίδια η Μεγάλη Εβδομάδα, το νόημα του Πάσχα και της Ανάστασης για τον εαυτό μας και τη ζωή μας.
Κέρκυρα, 5 Απριλίου 2015
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
O Άγιος Λάζαρος μέσα από την Γραφή και την Παράδοση
Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Απριλίου, 2015
Βηθανία, εβραϊκή λέξη που σημαίνει «οίκος φοινίκων». Έμεινε γνωστή στην ιστορία ως πατρίδα του φίλου του Χριστού, Λαζάρου. Μικρή και ασήμαντη κώμη στο χώρο της Παλαιστίνης αλλά σημαντική στην ιστορία του Χριστιανισμού. Ήταν από τους τόπους που αγαπούσε ιδιαίτερα και διέτριβε πολύ συχνά ο Ιησούς. Και αυτό, οφειλόταν στον ιδιαίτερο δεσμό αγάπης και φιλίας που συνέδεε τον Θεάνθρωπο με την οικογένεια του Λαζάρου και με το λεπρό που κάποιοι θεωρούσαν ως πατέρα του Αγίου.
Γνωστό τυγχάνει το επεισόδιο της φιλοξενίας του Κυρίου στην οικία της Μάρθας και της Μαρίας, αδελφών του Λαζάρου, όπου η μεν Μάρθα «περιεσπάτο περί πολύν διακονία», η δε Μαρία παρεκάθησε «παρά τους πόδας του Ιησού και άκουγε των λόγων» (Λουκ. ι΄ 38-42). Το γεγονός όμως που δόξασε τη Βηθανία είναι η ανάσταση του Λαζάρου (Ιω. ια΄1-44), όπου ο Κύριος με αυτό το θαύμα προεικόνισε τη δική Του ανάσταση. Γι΄ αυτό και η υμνολογία της αγίας μας Εκκλησίας κατά το Σάββατο του Λαζάρου τονίζει πρωτίστως το μυστήριο της κοινής αναστάσεως και δευτερευόντως τη μνήμη του Αγίου.
Εκτός από τα δύο ανωτέρω σημαντικά γεγονότα που διαδραματίσθηκαν στη Βηθανία, υπάρχουν και άλλες ευαγγελικές αναφορές επισκέψεως και φιλοξενίας του Κυρίου στην οικία Σίμωνος του Λεπρού (΄Ιω. ιβ΄ 1-8, Μάρκ. ιδ΄3-9, Ματθ. κστ΄6-13, ΄Ιω. ιβ΄9-11, Ματθ. κα΄17).
Όπως ήταν φυσικό, το θαύμα της εγέρσεως του Λαζάρου εξέγειρε τους Ιουδαίους και «εβουλεύσαντο οι αρχιερείς, ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν» (΄Ιω. ιβ΄ 9-11), καθότι ήταν το ζωντανό τεκμήριο του θαύματος. ΄Ετσι ο Άγιος διωκόμενος από τους Ιουδαίους καταφεύγει στη νήσο Κύπρο, όπου τον συναντούν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας και τον χειροτονούν πρώτον επίσκοπο Κιτίου.
Το αρχαίο Κίτιο, η πόλη του φιλοσόφου Ζήνωνος είχε τη μεγάλη τιμή να ευαγγελισθεί το λόγο της Αληθείας όχι από έναν απλό εργάτη του Ευαγγελίου αλλά από ένα προσωπικό φίλο του Κυρίου. Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο επίσκοπο Κωνσταντίας της Κύπρου (367-403), ο δίκαιος Λάζαρος έζησε άλλα τριάντα χρόνια μετά την έγερσή του. «΄Εν παραδόσεσιν εύρομεν ότι τριάκοντα ετών ήταν τότε ο Λάζαρος ότε εγήγερται, μετά δε το αναστήναι αυτόν άλλα τριάκοντα έζησε, και ούτω πρός Κύριον εξεδήμησε κοιμηθείς».
Οι παραδόσεις τον θέλουν σκυθρωπό και αγέλαστο κατά την παρούσα ζωή, και αυτό οφειλόταν στα όσα είχε δει κατά την τετραήμερη παραμονή του στον Άδη. Οι ίδιες παραδόσεις αναφέρουν ότι δε γέλασε ποτέ στη ζωή του παρά μία φορά, όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο αγγείο και σχολίασε αποφθεγματικά: «το ένα χώμα κλέβει το άλλο».
Άλλη παράδοση συνδέει τον Άγιο με την Αλυκή της Λάρνακος (σημερινή ονομασία του Κιτίου). Στη θέση της Αλυκής υπήρχε τον καιρό του Αγίου ένα μεγάλο αμπέλι. Διερχόμενος μια μέρα από εκεί ο Άγιος, δίψασε και ζήτησε λίγο σταφύλι από τη γυναίκα-ιδιοκτήτη του αμπελιού. Εκείνη αρνήθηκε και για να την τιμωρήσει, μετέτρεψε θαυματουργικά το τεράστιο αμπέλι σε αλυκή. Η παράδοση αυτή επιβεβαιώνεται από τους εργάτες που συλλέγουν το αλάτι. Ισχυρίζονται ότι σκάβοντας βρίσκουν ρίζες και κορμούς αμπελιού. Λέγεται μάλιστα, πως στο μέσο της αλυκής βρίσκεται πηγάδι με γλυκό νερό, γνωστό ως «πηγάδι της «ρκάς» δηλ. της γριάς. Ο Συναξαριστης της Κωνσταντινουπόλεως, σχετικά με αυτή την παράδοση, αναφέρει ότι τη λίμνη διεκδικούσαν δύο αδέλφια, οι οποίοι ήρθαν σε έντονη ρήξη για την κατοχή της. Ο Άγιος «διά προσευχής εξήρανε και εις άλατος φύσιν αυτήν επήξατο».
Στα «Πάτρια» του Αγίου Όρους γίνεται άμεση σύνδεση της Κύπρου και του Αγίου Λαζάρου με τη Θεοτόκο και τον Άθωνα. Η μητέρα του Κυρίου, συνοδευομένη από τόν Ευαγγελιστή Ιωάννη, ήλθε στο Κίτιο, συνάντησε τον Άγιο Λάζαρο, στον οποίο μάλιστα δώρησε ωμοφόριο και επιμάνικα, ενώ στη συνέχεια επισκέφθηκε τόν Άθω.
Σύμφωνα πάντα με τον Συναξαριστή της Κωνσταντινουπόλεως, ο Άγιος ετάφη σε μαρμάρινη λάρνακα η οποία έφερε την επιγραφή: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού». Η λάρνακα τοποθετήθηκε αργότερα σε έναν μικρό ναό.
Πέραν από την πληροφορία του αγίου Επιφανίου, σχετικά μέ τά τριάντα χρόνια της δεύτερης ζωής του Αγίου, η παλαιότερη, κατά τους ερευνητές, μαρτυρία για την παράδοση της παρουσίας του αγίου Λαζάρου στην Κύπρο αποδίδεται στον Άγιο Ιωάννη Ευβοίας, πρεσβύτερο και μοναχό του Πατριαρχείου Αντιοχείας (περι τό 744). Ο Άγιος σε ομιλία του «Εις τον τετραήμερον Λάζαρον» αναφέρει: «΄Εμοι γάρ είρηκεν γέρων τις περι του μακαρίου Λαζάρου πληροφορηθείς από γραφης τών αυτου υπομνημάτων, ότι εν Κύπρω τη νήσω επίσκοπος γενάμενος και τόν του μαρτυρίου στέφανον υπέρ Χριστου ανεδήσατο τόν δρόμον τελέσας και την πίστην τηρήσας και συν τώ Χριστώ αιωνίως αγάλλεται».
Όπως γίνεται φανερό, γύρω στα 744 στον χώρο της Αντιοχείας είναι γνωστή και διαδεδομένη η παράδοση για τον Άγιο Λάζαρο. Η πληροφορία για μαρτυρικό θάνατο του Αγίου είναι μοναδική και δεν συναντάται σε άλλους εκκλησιαστικούς συγγραφείς.
Η τριακονταετής παραμονή του αγίου Λαζάρου στον επισκοπικό θρόνο του Κιτίου είναι γνωστή και στον Άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη (759-826), ο οποιος αναφέρει εις τας Κατηχήσεις του: «Λαζάρου του μακαριωτάτου εορτάζωμεν τα μνημόσυνα, μαλλον δέ τά εγέρσια, Λαζάρου εκείνου τά τριάκοντα έτη ζήσαντος, ώς ο λόγος, και επισκοπήσαντος μετά την ανάζησιν».
Η ανακομιδη και μετάθεση του ιερού λειψάνου του αγίου Λαζάρου από το Κίτιο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία τιμάται από την Εκκλησία τη 17ην Οκτωβρίου, έγινε κατά το έτος 899/900 μετά από εντολή του αυτοκράτορος Λέοντος Στ΄ του Σοφού.
Η μετάθεση του λειψάνου περιγράφεται λεπτομερώς σε δύο πανηγυρικούς λόγους που εκφώνησε μπροστά στο ιερό λείψανο παρουσία του αυτοκράτορος ο μαθητής του Μεγάλου Φωτίου, μητροπολίτης Καισαρείας Αρέθας (850-μετά το 932). Στον πρώτο Λόγο, ο λόγιος κληρικός εκθειάζει το γεγονός της αφίξεως του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη, ενώ στο δεύτερο περιγράφει διεξοδικά την πομπή που σχηματίσθηκε, με τη συμμετοχή του αυτοκράτορα, για τη μεταφορά του λειψάνου από τη Χρυσούπολη στην Αγία Σοφία. Ο Λέων Στ΄, ως αντάλλαγμα της μεταφοράς του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη, απέστειλε χρήματα και τεχνίτες στην Κύπρο, όπου έκτισαν το μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου, ο οποίος διατηρείται ως σήμερα στη Λάρνακα. Εκτός τούτου οικοδόμησε μονή στην Κωνσταντινούπολη επ’ ονόματι του δικαίου Λαζάρου, όπου εναπόθεσε το ιερό λείψανο. Στην ίδια μονή μεταφέρθηκε αργότερα από την ΄Εφεσο και το λείψανο της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής. Κατά τη βυζαντινή εποχή διατηρήθηκε το έθος να εκκλησιάζεται στη μονή κατά το Σάββατο του Λαζάρου, ο ίδιος ο αυτοκράτορας.
Το ιερό λείψανο του Αγίου πρέπει να μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την παλαιά λάρνακα. Τούτο συμπεραίνεται από το ότι η μαρμάρινη λάρνακα, που εναπόκειται σήμερα κάτω από την αγία Τράπεζα του ομωνύμου ναού στη Λάρνακα, φέρει επιγραφή, σε μεγαλογράμματη γραφή, «ΦΙΛΙΟΥ» (ονομαστική: Φίλιος), ενώ η παλαιά «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού». Στη σημερινή λάρνακα ανευρέθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1972 τμήμα του ιερού λειψάνου του δικαίου Λαζάρου μέσα σέ ξύλινη θήκη.
Το γεγονός αυτό υποδεικνύει ότι οι Κιτιείς δεν πρέπει να είχαν παραδώσει ολόκληρο το λείψανο στον αυτοκράτορα αλλά το μεγαλύτερο μέρος του. Εξάλλου και ο Αρέθας στους Λόγους του δέν αναφέρεται σε άφθαρτο σκήνωμα αλλά σε «οστά » και «κόνιν». Εκτός αυτού ρωσική πηγή στη βιβλιοθήκη της Οξφόρδης αναφέρει ότι ένας Ρώσος μοναχός από το Μοναστήρι του Πσκώβ, που επισκέφθηκε κατά το 16ο αιώνα την πόλη της Λάρνακας, προσκύνησε τα οστά του αγίου Λαζάρου και πήρε μαζί του μικρό τεμάχιο από αυτά. Το τεμάχιο διαφυλάσσεται ως σήμερα στο παρεκκλήσιο του αγίου Λαζάρου, στη μονή Πσκώβ. Η δυνατότητα την οποία είχε ο Ρώσος μοναχός να προσκυνήσει τον Άγιο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η λάρνακα με τα εναπομείναντα λείψανα ήταν θεατή στους προσκυνητές τουλάχιστον ως το 16ο αιώνα. Αργότερα σε χρόνο που δεν προσδιορίζεται, οι Κιτιείς τα έκρυψαν κάτω από την αγία Τράπεζα όπου παρέμεινε μέχρι την ανεύρεσή της κατά το έτος 1972.
Aρχιμανδρίτης Λάζαρος Βατοπεδινός
https://fdathanasiou.wordpress.com/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η λιτή τροφή είναι μητέρα της υγείας! (Αγ. Ι. Χρυσοστόμου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Μαρτίου, 2015
Δεν προκαλούν τόση διάβρωση και καθίζηση στις όχθες τα ορμητικά ρεύματα των ποταμών, όσο υποσκάπτουν εύκολα όλα τα στηρίγματα της υγείας η απόλαυση από την πολυφαγία και η σπάταλη ζωή.
Αν επισκεφθείς γιατρό και θελήσεις να ρωτήσεις, θα μάθεις ότι όλες σχεδόν οι αρρώστιες έχουν αιτία την πολυφαγία. Η απλή δηλαδή και λιτή τροφή είναι μητέρα της υγείας. Γι’ αυτό και οι γιατροί την ονόμασαν έτσι· ονόμασαν δηλαδή υγεία τον μη κορεσμό, τη λιτότητα. «Ακορίη γαρ τροφής, υγιείη» (Υγεία είναι η λιτότητα στην τροφή). Και τη λιτότητα στη δίαιτα τη θεώρησαν μητέρα της υγείας. Εφόσον λοιπόν η λιτότητα είναι μητέρα της υγείας, είναι ολοφάνερο ότι η πολυφαγία είναι μητέρα των νοσημάτων και της καχεξίας και δημιουργεί παθήσεις, που (μερικές φορές ) δεν μπορεί να θεραπεύσει ούτε η ιατρική επιστήμη. Γιατί οι ποδαλγίες και οι πονοκέφαλοι και οι αμβλυωπίες και οι πόνοι των χεριών και οι σπασμοί και η πάρεση και ο ίκτερος και οι επίμονοι και υψηλοί πυρετοί και άλλες από αυτές τις αρρώστιες πολύ περισσότερες (που δεν έχουμε τον καιρό να τις απαριθμήσουμε), δεν έχουν αιτία τη στέρηση και τη φιλοσοφημένη δίαιτα και λιτότητα, αλλά την πολυφαγία και την κατάχρηση.
Αν τώρα θέλεις να δεις και τα ψυχικά νοσήματα που προέρχονται από την ίδια αιτία, θα δεις ότι η πλεονεξία, η διανοητική καθυστέρηση, η μελαγχολία, η νωθρότητα, η ακολασία και η αμάθεια γενικά εκεί έχουν τη ρίζα τους, στην πολυφαγία… Να μιλήσω και για τη μεγάλη λύπη και την αηδία πού δοκιμάζουν όσοι επιμένουν στην απόλαυση των φαγητών;… Αυτό το τραπέζι, και εννοώ το πλούσιο τραπέζι, ποτέ δεν το απολαμβάνουν με ευχαρίστηση. Γιατί η στέρηση, που είναι μητέρα της υγείας, είναι επίσης και πηγή ευχαριστήσεως, ενώ η αφθονία και ο κορεσμός, που είναι πηγή και ρίζα των ασθενειών, είναι επίσης και πηγή και ρίζα της αηδίας. Γιατί, όπου υπάρχει κορεσμός, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει επιθυμία· και όταν δεν υπάρχει επιθυμία, πώς είναι δυνατόν να υπάρξει ποτέ ευχαρίστηση; Γι’ αυτό μπορεί να διαπιστώσει κανείς, ότι οι φτωχοί δεν είναι μόνον συνετότεροι και υγιέστεροι από τους πλουσίους, αλλά και χαίρονται περισσότερο την ευφροσύνη.
Μην παχαίνουμε το σώμα, αλλ’ ας ακούσουμε τον Παύλο, που λέει: «Μη φροντίζετε για τη σάρκα, πως να ικανοποιείτε τις παράνομες επιθυμίες». Γιατί, όπως ακριβώς εκείνος που θα πάρει και θα ρίξει τα τρόφιμα στον οχετό, έτσι και εκείνος που τα βάζει στο στομάχι του ή καλύτερα όχι έτσι, αλλά ακόμη χειρότερα. Γιατί στην πρώτη περίπτωση γεμίζει κανείς τον οχετό, χωρίς να προξενεί κακά στον εαυτό του, ενώ στη πολυφαγία προκαλεί άπειρες αρρώστιες. Γιατί, εκείνο που τρέφει το σώμα είναι η ολιγάρκεια, επειδή το λίγο μπορεί να το αφομοιώσει ο οργανισμός. Ενώ το επί πλέον, όχι μόνον δεν τρέφει το σώμα, αλλά και το καταστρέφει.
Αλλά κανείς δεν τα προσέχει αυτά, γιατί εξαπατάται από την άκαιρη ηδονή και την συνηθισμένη αντίληψη. Θέλεις να τρέφεις το σώμα; Αφαίρεσε το περιττό, δίνε του το απαραίτητο και όσο μπορεί να επεξεργασθεί και να αφομοιώσει. Μην το βαραίνεις, για να μην το καταποντίσεις. Το ολιγαρκές φαγητό είναι και τροφή και ηδονή· γιατί τίποτε δεν φέρνει τόση ευχαρίστηση, όση η τροφή που επεξεργάσθηκε καλά και αφομοιώθηκε. Τίποτε άλλο δεν χαρίζει τόση υγεία, τίποτε τόση οξύτητα στις αισθήσεις, τίποτε δεν απομακρύνει τόσο πολύ την αρρώστια. Άρα το λιτό φαγητό είναι και τροφή και ηδονή και υγεία, ενώ η κατάχρηση είναι καταστροφή και αηδία και αρρώστια. Γιατί αυτά που προξενεί η πείνα, αυτά προξενεί και η πολυφαγία, μάλλον δε και χειρότερα. Γιατί η πείνα σε λίγες μέρες άρπαξε τον άνθρωπο από τη ζωή και τον απάλλαξε από τον πόνο, ενώ η πολυφαγία, αφού καταφάγει το σώμα και το σαπίσει, το παραδίδει σε μακροχρόνια αρρώστια και στη συνέχεια σε φοβερότατο θάνατο. Εμείς όμως νομίζουμε, ότι η πείνα είναι φοβερό δυστύχημα, ενώ τρέχουμε προς την αφθονία που είναι χειρότερη απ’ αυτή. Από πού προέρχεται αυτή η αρρώστια, από πού αυτή η μανία;
Δεν λέω να βασανίζουμε τους εαυτούς μας, αλλά να τρεφόμαστε τόσο, όσο θα φέρνει ηδονή, την πραγματική ηδονή, και θα μπορεί να θρέψει το σώμα και να το κάνει πειθαρχικό και αρμονικό προς τις ψυχικές ενέργειες, καλά στερεωμένο και συναρμοσμένο. Όταν όμως παραχορτάσει από τροφή, αφού διαλύσει, όπως θα μπορούσε να πει κανείς, τις ίδιες τις οσφύες (τα ισχία) και τούς συνδέσμους που το στηρίζουν, δεν μπορεί πλέον να βαστάξει την αφθονία των τροφών, γιατί η αφθονία αυτή όταν μπει μέσα διαλύει και σκορπίζει το παν.
Γιατί λοιπόν, πες μου, παχαίνεις το σώμα; Μήπως σε έχουμε για να σε θυσιάσουμε; Μήπως θα σε παραθέσουμε σαν έδεσμα σε κάποιο τραπέζι; Τις όρνιθες καλό κάνεις και τις παχαίνεις· μάλλον δε ούτε και για εκείνες κάνεις καλά· γιατί, όταν παραπαχύνουν, είναι άχρηστες για υγιεινή δίαιτα. Τόσο μεγάλο κακό είναι η τρυφή (η καλοπέραση), ώστε και στα άλογα ζώα κάνει φανερή τη βλάβη. Γιατί, με το να παρατρέφουμε τις όρνιθες, τις κάνουμε άχρηστες και γι’ αυτές και για μας. Επειδή τα περιττώματα μένουν ακατέργαστα και το υγρό σάπισμα προέρχεται ακριβώς από αυτό το πάχος. Τα ζώα όμως που δεν τρέφονται με τόση υπερβολή, αλλά ζουν, θα έλεγε κανείς, με νηστεία και τρώνε με μέτρο και κοπιάζουν και ταλαιπωρούνται, αυτά και για τον εαυτό τους και για τους άλλους είναι πάρα πολύ χρήσιμα και σαν τροφή και ως προς όλα τα άλλα.
Πράγματι, οι άνθρωποι που σιτίζονται με αυτά είναι περισσότερο γεροί· ενώ, όσοι διατρέφονται με τα ζώα που προανέφερα, μοιάζουν με αυτά, γίνονται δηλαδή νωθροί και φιλάσθενοι και δεσμεύονται χειρότερα. Γιατί, τίποτε δεν είναι για το σώμα τόσο εχθρικό και βλαβερό, όσο η καλοπέραση και η καλοφαγία. Επειδή τίποτε δεν αποδιοργανώνει και δεν βλάπτει και δεν καταστρέφει το σώμα τόσο, όσο η ασωτία. Γι’ αυτό μάλιστα θα έμενε κανείς κατάπληκτος για τη μωρία τους αυτή εξ αιτίας αυτού, γιατί δεν θέλουν να επιδείξουν για τον εαυτό τους τόση φροντίδα ούτε όση άλλοι δείχνουν για τους ασκούς τους. Επειδή εκείνοι μεν, οι έμποροι των κρασιών, δεν αφήνουν να περιλάβουν περισσότερο κρασί από όσο πρέπει, για να μη διαρραγούν ενώ αυτοί, για την άθλια κοιλιά τους δεν δείχνουν ούτε αυτή τη φροντίδα· αλλά, όταν τη γεμίσουν και την κάνουν να σκάσει από το πολύ φαγητό, γεμίζουν τα πάντα μέχρι τα αυτιά, μέχρι τις μύτες, μέχρι το φάρυγγα, και έτσι προξενούν διπλή στενοχώρια και στο πνεύμα και στη δύναμη που κυβερνάει το ζωικό και υλικό στοιχείο.
(Ι. Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 25, 288, 290 και ΕΠΕ 10, 782-784)
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ωφέλεια του νερού και η νηστεία. (Μέγας Βασίλειος)
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Μαρτίου, 2015
Πρόσεχε μη τυχόν τώρα, αποστρεφόμενος το νερό, επιθυμήσεις ύστερα μία σταγόνα, όπως και ο πλούσιος (Λουκ. 16, 24).
Κανείς δεν εμέθυσε από το νερό. Κανενός δεν επόνεσε το κεφάλι διότι εβαρύνθηκε από το νερό. Κανείς δεν εχρειάσθηκε ξένα πόδια πίνοντας νερό. Κανενός τα πόδια δεν εδέθησαν, κανενός τα χέρια δεν αχρηστεύθηκαν, ποτιζόμενα με νερό.
Διότι η ελαττωματική πέψη, που ακολουθεί αναγκαστικά στους ζώντες με τρυφηλότητα, αυτή φέρνει τα φοβερά νοσήματα στα σώματα. Το χρώμα του νηστεύοντος σεμνό, δεν κοκκινίζει αδιάντροπα, αλλά είναι στολισμένο με την σώφρονα χλωμάδα· οφθαλμός πράος, βάδισμα σεμνοπρεπές, πρόσωπο σοβαρό που δεν ασχημίζει με το ακόλαστο γέλιο, λόγια μετρημένα, καρδιά καθαρή.
Θυμήσου τους αγίους όλων των αιώνων, «για τους οποίους δεν ήταν άξιος ο κόσμος» που εγύριζαν «φορώντας δέρματα προβάτων και δέρματα γιδιών, έχοντας στερήσεις, θλίψεις, κακουχίες» (Εβρ.11, 37-38).
Εκείνων να θυμάσαι την διαγωγή, εάν ακριβώς επιζητείς να είσαι με το μέρος τους.
Μέγας Βασίλειος
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Γιατί θυμιάζουν οι μοναχοί στις ακολουθίες;
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Μαρτίου, 2015
Στην ακολουθία του Όρθρου ψάλεται ο Πολυέλαιος «Δούλοι Κύριον» έρρυθμα για να ταιριάζει η ψαλμωδία με την κίνηση του κατζίου,του θυμιατού με το οποίο θυμιάζουν οι μοναχοί που έχουν το διακόνημα του εκκλησιαστικού.
Το κατζίο είναι φορητό και χρησιμοποιείται στις λατρευτικές συνάξεις εντός του ναού όταν ψάλλονται ύμνοι από την Παλαιά Διαθήκη ή αναγινώσκονται οι Μεγάλες Ώρες.
Είναι μεταλλικό με μακριά χειρολαβή και κουδούνια, τα οποία συμβολίζουν τα βήματα του Θεού στον Παράδεισο και προτρέπουν τους μοναχούς σε εγρήγορση :”’Και άκουσαν τη φωνή του Κυρίου του Θεού, να περπατάει στον παράδεισο προς το δειλινό” (Παλαιά Διαθήκη Γένεση Κεφ. 3, Στίχος 8..
Όταν οι εκκλησιαστικοί θυμιάζουν με το κατζίο φέρουν στον ώμο τους ένα τετράγωνο ύφασμα που λέγεται ”αήρ” ΄ συνήθως είναι χρυσοποίκιλτο και δηλώνει το αγγελικό τάγμα που εξέπεσε από τη πατρώα δόξα και που αντικαταστάθηκε από τους μοναχούς. Ο εκκλησιαστικός λοιπόν κρατά το κατζίο με το ”χειρομανδήλιον”, το οποίο είναι μικρότερο από τον ”αέρα”. Ο συμβολισμός του απορρέει από την απάντηση του Αναστημένου Κυρίου ”μη μου άπτου” (μην με αγγίζεις), στην Μαρία την μυροφόρο, όταν αυτή από την χαρά της ήθελε να Τον αγγίξει. (Κατά Ιωάννη Κεφ. 20, Στίχος 17..)
Επειδή το θυμιατήριο συμβολίζει τις δύο φύσεις, ανθρώπινη και θεϊκή, και τις τρείς υποστάσεις Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα και επειδή ο εκκλησιαστικός δεν έχει ιεροσύνη, πιάνει το κατζίο με το ”χειρομάνδηλο” από ευλάβεια και σεμνότητα.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η αληθινή ανάπαυσις της ψυχής
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Μαρτίου, 2015
Πόσο ἀναπαύεται ἡ ψυχή, ὅταν εὑρίσκεται μέσα εἰς τό φῶς σου, Κύριε! Εἰκόνα σου εἶναι ή ψυχή μου, Κύριε, καί ή ζωή της εἶναι ή ἰδική σου καταφυγή.
Ἡ χαρά μου εἶναι ὁ Ἰησοῦς.
Ἡ ἀναπνοή μου, ὁ Ἰησοῦς.
Ἡ προσευχή μου, ὁ Ἰησοῦς.
Ἡ ἐλπίδα μου, ὁ Ἰησοῦς.
Ἡ καταφυγή μου, ὁ Ἰησοῦς.
Ἡ ἀπέκδυσις παντός νοήματος κατἀ τήν ὥραν τῆς προσευχῆς δίδει μεγάλη δύναμι καί χαρά ἀνέκφραστη εἰς τήν ψυχῇν.
Αὐτός εἶναι ὁ σαββατισμός τής ψυχῆς. Ἡ κατάπαυσις ἐκ παντός νοήματος. Αὐτή εἶναι ή ἀληθινή ἀνάπαυσις τῆς ψυχῆς. Ὅταν ἀργῇ καί καθαρίζεται ἀπό τῶν αἰσχρῶν καί ρυπαρῶν λογισμῶν τοῦ σατανά καί ἀναπαύεται εἰς τήν αἰωνίαν ἀνάπαυσιν καί χαράν τοῦ Κυρίου. Εἰς αὐτήν τήν ἀνάπαυσιν μάς προσκαλεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός λέγων: «Δεῦτε πρός με πάντες οἰ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια΄ 28).
Καί ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Καρπάθιος μάς συμβουλεύει: «Ἐάν θέλωμεν πραγματικά νά εὐαρεστήσωμεν εἰς τόν Θεόν καί νά ἐπιτύχωμεν τήν μακαριωτάτην φιλίαν μαζί του, ἄς παρουσιάσωμεν τόν νοῦν μας γυμνόν εἐς Αὐτόν, χωρίς νά μεταφέρωμεν μαζί μας κανένα πράγμα τοῦ παρόντος αἰῶνος, οὔτε τέχνην, οὔτε νόημα, οὔτε τέχνασμα, οὔτε δικαιολογία, ἀκόμη καί ἐάν γνωρίζωμεν ὅλην τήν σοφίαν τοῦ κόσμου».
Ἀπεκδυομένη ή ψυχή τά νοήματα τοῦ κόσμου τούτου, δέχεται τόν φωτισμόν τοῦ Θεοῦ. Φωτιζομένη, γίνεται ἁπλῆ καί ὁ νοῦς ἐλέγχει τἁ πάντα. Εἐς τήν ἁπλότητα αὐτήν τῆς ψυχῆς δέν ὑπάρχει λογισμός· δέν λειτουργοῦν τά πάθη· καταπαύει ὁ ψυχόλεθρος μετεωρισμός. Ἡ ψυχή ζῇ ἐν Θεῷ καί ή εὐχή λειτουργεῖ ἔντονα. Ἡ καθαρότης τῆς ψυχῆς πού ὑπάρχει τότε, δίδει μεγάλην ἄνεσιν εἐς τήν ψυχήν καί αἰσθάνεται τό μέγα δῶρο τῆς Παρθενίας.
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἦταν πάντοτε ἐνδεδυμένη τό Θεῖον Φῶς καί διά τοῦτο δέν μποροῦσε νά προσβληθῇ ἀπό κανένα λογισμό. Διἀ τοῦτο ή Παναγία μας ἔγινε δοχεῖον τῆς χάριτος καί ἐσκήνωσεν καί ἐσαρκώθη εἰς αὐτήν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἐπειδή ἦτο περιβεβλημένη ὡς ἱμάτιον τό Θεῖον Φῶς.
Ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς εὑρίσκεται μέσα εἰς αὐτό τό βίωμα. Νά ἔχη ή ψυχή μέσα της αὐτό τό ἅγιο φῶς καί νά τό αἰσθάνεται. Ἔτσι ἔπλασε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο. Μέ αὐτόν τόν στολισμόν ἐπροίκισε τήν ψυχήν. Καί ή ψυχή, τότε εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὅταν διατηρῇ αὐτό τό φῶς.
Ὅταν λειτουργοῦν τά πάθη, παραχαράσσεται ή εἰκόνα τῆς ψυχῆς καί παραμορφώνεται, διότι τό σκότος καί ή δυσωδία τῶν παθῶν ἐμποδίζουν τήν ψυχή νά δέχεται τόν φωτισμόν τοῦ Θεοῦ. Εὑρισκομένη δέ ή ψυχή κάτω ἀπό μιά συνεχῆ συννεφιά μαραζώνει καί δέν ἀνθοφορεῖ καί δέν καρποφορεῖ. Καί ἔπειτα, μαραμένη ὅπου εἶναι, λυπεῖται καί παραπονεῖται καί καθοδηγεῖται ἀπό τά πονηρά πνεύματα.
Ἡ ψυχή ὅμως πού δέχεται τό φῶς τοῦ Θεοῦ ἔχει δύναμι, ἔχει χαρά, ἔχει ἀγάπη καθαρή καί συνέχεια δέχεται τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· «ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. ε΄ 22-23).
Εἴσελθε, ψυχή μου, εἰς αὐτήν τήν χαράν καί εἰς αὐτό τό φῶς. Εἴσελθε εἰς τήν ἀληθινήν ζωήν. Ὁμοίαζε πρός τήνὙπεραγίαν Θεοτόκον, ὅπου εἰσῆλθε εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων καί ἐτρέφετο ὑπό τοῦ Ἀγγέλου.
Σύναζε, ψυχή μου, τάς δυνάμεις σου ἐντός σου καί ἑόρταζε ἑορτήν μυστικήν καί εὐφρόσυνον· ἑορτήν χαράς καί ἀγαλλιάσεως ἀνεκλαλήτου. Τοῦτο εἶναι τό ἀληθινόν φῶς καί ή ἀληθινή ἀνάπαυσις τῆς ψυχῆς καί θυσία εὐάρεστος εἐς τόν Θεόν: ή λατρεία τοῦ Θεοῦ ἐκ καθαράς καρδίας.
Δώρησαί μοι, Κύριε, τό πῦρ τό νοερόν, τό φωτίζον τάς διανοίας καί φλογίζον τάς ἁμαρτίας, διά νἁ φωτίση μέ τάς μυστικάς του ἀκτῖνας τἀ σκότη τῆς ψυχῆς μου· διά νά κατακαύση τά ξύλα, τόν χόρτον, τά φρύγανα καί ὅ,τι ἄλλο περιττόν ἐσύναξε ἐν τῇ άμελείᾳ καί ἀγνοίᾳ καί ραθυμίᾳ της ή ψυχή μου. «Εἐ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπί τόν θεμέλιον τούτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, ἑκάστου τό ἔργον φανερόν γενήσεται· ή γάρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρί ἀποκαλύπτεται· καί ἑκάστου τό ἔργον ὁποῖόν ἐστι τό πῦρ δοκιμάσει» (Ἀ΄ Κορ. γ΄ 12-13).
Ὦ θαῦμα παράδοξον· πῶς ή πηλίνη φύσις, τό σῶμα τό χοϊκόν, δέχεται τήν νοεράν καί ἄϋλον χάριν τοὔ Ἁγίου Πνεύματος!
Ὦ πόσον μεγάλην ἀξίαν ἔχει «ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος», ὅταν ἔχη ὡς κόσμημα τόν ἄφθαρτον στολισμόν τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἁ΄ Πέτρ. γ΄ 4).
Ἀνάβαινε, ψυχή μου, εἐς σκηνώματα ἅγια διά νά δέχεσαι τόν θεῖον φωτισμόν καί ἱματισμένη καί σωφρονοῦσα νά δοξάζης τόν Πατέρα καί τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, τήν μίαν ἀδιαίρετον Τριάδα εἐς αἰῶνας αἰώνων. Ἀμήν.
Από το βιβλίο: Αἴσθησις ζωῆς αἰωνίου, Μοναχοῦ Μαρκέλλου Καρακαλληνοῦ
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Το σημείο του Σταυρού.
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Μαρτίου, 2015
Πριν από είκοσι αιώνες ο σταυρός ήταν όργανο ατιμωτικής τιμωρίας και φρικτού θανάτου. Οι Ρωμαίοι καταδίκαζαν στην ποινή της σταυρώσεως τους πιο μεγάλους εγκληματίες.
Σήμερα ο σταυρός κυριαρχεί σ’ ολόκληρη τη ζωή των πιστών χριστιανών, σ’ ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας μας, σαν όργανο θυσίας, σωτηρίας, χαράς, αγιασμού και χάριτος. “Όπως γράφει ο ιερός Χρυσόστομος, “αυτό το καταραμένο και αποτρόπαιο σύμβολο της χειρότερης τιμωρίας, τώρα έχει γίνει ποθητό και αξιαγάπητο”. Παντού το Βλέπεις. “Στην αγία Τράπεζα, στις χειροτονίες των Ιερέων, στη θεία λειτουργία, στα σπίτια, στις αγορές’ στις ερημιές και στους δρόμους’ στις θάλασσες, στα πλοία και στα νησιά’ στα κρεβάτια και στα ενδύματα’ στους γάμους, στα συμπόσια’ στα χρυσά και τ’ ασημένια σκεύη’ στα κοσμήματα και στις τοιχογραφίες… Τόσο περιπόθητο σ’ όλους έγινε το θαυμαστό αυτό δώρο, ή ανέκφραστη αυτή χάρη”.
Πράγματι, οπού κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα του, μέσα κι έξω από το ναό, θα δει το σημείο του σταυρού. Σαν ορατό, σχηματικό σύμβολο, αλλά και σαν ιερή χειρονομία. Το σημείο του σταυρού δεσπόζει στη ζωή της Εκκλησίας.
Γιατί όμως;
Γιατί από τότε πού πάνω στο σταυρό καρφώθηκε και πέθανε για τη σωτηρία του κόσμου ο ίδιος ο Θεός, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, το όργανο αυτό της τιμωρίας έγινε όργανο σωτηρίας. “… Ου γαρ έτι καταδίκης εστί τιμωρία, αλλά τρόπαιον εδείχθη ημίν σωτηρίας”, λέει ένα τροπάριο. Το αντικείμενο της αισχύνης έγινε ή δόξα της Εκκλησίας. Της κατάρας το σύμβολο, έγινε “αράς της αρχαίας λύτρον”. Της οδύνης και του θανάτου το ξύλο, έγινε “χαράς σημείον” και “ζωής ταμείον”. Και όλ’ αυτά επειδή πάνω στο ξύλο του σταυρού, μαζί με το πανάχραντο σώμα Του, ο Κύριος κάρφωσε και τις αμαρτίες μας. Όπως γράφει ο άγιος απόστολος Παύλος, μας χάρισε “πάντα τα παραπτώματα, εξαλείψας το καθ’ ημών χειρόγραφον… προσηλώσας αυτό τω σταυρώ”.
Ό σταυρός του Χριστού μας συμφιλίωσε με τον ουράνιο Πατέρα, από τον Όποιο μας είχε χωρίσει ο διάβολος, εξαπατώντας τους προπάτορες. Ό σταυρός του Χριστού μας άνοιξε τη βασιλεία των ουρανών, αφού μέχρι τη σταύρωση Εκείνου ο Άδης κατάπινε αχόρταγα ακόμη και τους δικαίους. Γι’ αυτό έχει τόση δύναμη και χάρη, τη δύναμη και τη χάρη του Χριστού, πού, όταν σταυρώθηκε, τη μεταβίβασε με τρόπο μυστικό και ακατάληπτο στον τίμιο σταυρό Του, όπως σοφά μας λέει και ή υμνολογία: ” Ο σταυρός σου, Χριστέ, ει και ξύλον οράται τη ουσία, αλλά θείαν περιβέβληται δυναστείαν και αισθητώς τω κοσμώ φαινόμενος, νοητώς την ημών θαυματουργεί σωτηρίαν…”.
Ό σταυρός λοιπόν έγινε το σύμβολο του ιδίου του Χριστού. Σύμβολο πού τρέμουν τα δαιμόνια.
Αν είναι όμως πράγματι έτσι, γιατί τότε υπάρχουν άνθρωποι πού αρνούνται, αποστρέφονται και ατιμάζουν το σταυρό; “Πολλοί γαρ περιπατούσιν”, γράφει ο απόστολος Παύλος, “ους πολλάκις έλεγον υμίν, νυν δε και κλαίων λέγω, τους εχθρούς του σταυρού του Χριστού, ων το τέλος απώλεια!…”.
Πράγματι, ορισμένοι αιρετικοί είναι “εχθροί του σταυρού”. Ό σταυρός, λένε, είναι όργανο εγκλήματος, και αποτελεί ειδωλολατρία ή απόδοση σ’ αυτόν τιμής. Υποστηρίζουν μάλιστα πώς ή αρχαία Εκκλησία δεν χρησιμοποιούσε το σημείο του σταυρού.
Ή άποψη αυτή είναι πλανεμένη. Πρώτον, επειδή ή Εκκλησία μας δεν τιμά το σταυρό σαν ένα τυχαίο γεωμετρικό σχήμα. Δεύτερον, επειδή ή τιμή προς το σημείο του σταυρού έχει την αρχή της στους αποστολικούς ήδη χρόνους. Τρίτον, επειδή ο ίδιος ο Θεός φανέρωσε με υπερφυσικά γεγονότα, σε διάφορες περιπτώσεις και εποχές, ότι ο σταυρός αποτελεί το σύμβολο Του. Και τέταρτον, επειδή με το σημείο του σταυρού έγιναν και γίνονται εξαίσια θαύματα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Α’ Η Εκκλησία μας δεν τιμά το σταυρό αυτό καθεαυτό, σαν απλό σχήμα, αποδεσμευμένο από τον εσταυρωμένο Κύριο. Αυτό θα ήταν πράγματι ειδωλολατρία. Αλλά τον τιμά σαν το σύμβολο της μεγάλης θυσίας του Χριστού, από την όποια απορρέει ή χάρη, ο αγιασμός και ή σωτηρία του ανθρώπου. Τον ασπάζεται και τον προσκυνά σαν το σημείο του Υιού του ανθρώπου (Ματθ. 24, 30), πού έχει προσλάβει μυστικά και ακατάληπτα, όπως είπαμε, τη χάρη και τη δύναμη Του.
Βλέποντας ο πιστός το σχήμα του σταυρού, κάνοντας το σημείο του σταυρού, προσκυνώντας τον “τύπον” και το σύμβολο του σταυρού, βλέπει με τα μάτια της ψυχής του και προσκυνά τον εσταυρωμένο Ιησού. “Δεν ασπαζόμαστε το σταυρό σαν Θεό, αλλά δείχνοντας τη γνήσια διάθεση της ψυχής μας προς τον Εσταυρωμένο”, γράφει ο άγιος Ιερώνυμος. Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διευκρινίζει ότι, εκτός από το τίμιο Ξύλο, “προσκυνούμε και τον τύπο του τιμίου και ζωοποιού σταυρού, αν και είναι από διαφορετική ύλη κατασκευασμένος, όχι βέβαια τιμώντας ,την ύλη – μη γένοιτο -, αλλά τον τύπο, σαν σύμβολο του Χριστού”. Πόσο δίκιο έχουν οι άγιοι Πατέρες, θα διαπιστώσουμε παρακάτω, εξετάζοντας την αγιαστική και θαυματουργική δύναμη του σημείου του σταυρού.
Β’ Η αρχή της τιμής προς το σημείο του σταυρού χάνεται στα βάθη της χριστιανικής αρχαιότητος, μια και μας παραδίδεται από τους αποστολικούς χρόνους.
Ό άγιος απόστολος Παύλος διακηρύσσει: ” Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου Εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω”.
Ό άγιος απόστολος Πέτρος καταδικάστηκε σε θάνατο σταυρικό, όπως ο Κύριος. Τόσο τιμούσε όμως το σημείο του σταυρού, ώστε ικέτευε τους δήμιους του: “Δεν είμαι άξιος να με σταυρώσετε όρθιο, όπως το Χριστό μου. Εκείνος σταυρώθηκε έτσι για να βλέπει στη γη, επειδή θα πήγαινε στον Άδη να ελευθερώσει τις ψυχές, πού βρίσκονται εκεί. Εμένα όμως να με σταυρώσετε με το κεφάλι κάτω, για να βλέπω τον ουρανό, όπου πρόκειται να πάω”.
Ό άγιος απόστολος Ανδρέας ο πρωτόκλητος, όταν αντίκρισε το σταυρό του μαρτυρίου του (σχήματος Χ), αναφώνησε με δέος και συγκίνηση: “Χαίρε, σταυρέ, πού με το σώμα του Χριστού αγιάστηκες και με τα μέλη του, σαν με μαργαριτάρια, στολίστηκες! Πριν καρφωθεί επάνω σου ο Κύριος μου, ήσουνα φοβερός για τους ανθρώπους. Τώρα όμως όλοι οι πιστοί γνωρίζουν πόση χάρη είναι κρυμμένη μέσα σου. Άφοβα και χαρούμενα σε πλησιάζω. Πρόθυμα δέξου με κι εσύ, το μαθητή του εσταυρωμένου Χριστού… Ω μακάριε και παμπόθητε σταυρέ, πάρε με από τους ανθρώπους και παράδωσε με στο Δάσκαλο μου!”.
Την αρχαιότητα της χρήσεως του σημείου του σταυρού επιβεβαιώνει και ένας από τους μεγάλους απολογητές, ο Τερτυλλιανός (περίπου 160-220), πού γράφει: ” Οπουδήποτε κι αν πρόκειται να φθάσουμε, για οπουδήποτε κι αν πρέπει να ξεκινήσουμε, όταν φθάνουμε και όταν ξεκινούμε, όταν βάζουμε τα παπούτσια μας, όταν πλενόμαστε, όταν τρώμε, όταν ανάβουμε το λυχνάρι, όταν πέφτουμε στο κρεβάτι, όταν καθόμαστε στο σκαμνί, όταν αρχίζουμε κάποια συζήτηση, κάνουμε στο μέτωπο μας το σημείο του σταυρού” (De corona 3,11).
Γ’ Ο ίδιος ο Κύριος, με υπερφυσικά γεγονότα και θαυμαστές αποκαλύψεις, φανέρωσε σε διάφορες περιστάσεις, με τρόπο κραυγαλέο, πώς το σημείο του σταυρού αποτελεί το σύμβολο Του και το αήττητο τρόπαιο των πιστών. Θ’ αναφερθούμε σ’ ελάχιστα παραδείγματα, από τ’ αναρίθμητα πού διασώζουν ή εκκλησιαστική ιστορία, οι άγιοι Πατέρες και τα συναξάρια.
1. Ό γνωστός εκκλησιαστικός Ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας (+ 340), σύγχρονος του άγιου Κωνσταντίνου του Μεγάλου, περιγράφει εναργέστατα και αδιάψευστα το πασίγνωστο περιστατικό της εμφανίσεως στον άγιο του φωτεινού σταυρού με την επιγραφή “εν τούτω νίκα”, και μάλιστα μέρα μεσημέρι, με μάρτυρες όλους τους άνδρες του στρατεύματος του.
2. Εκτός από την παραπάνω υπερφυσική φανέρωση του σημείου του σταυρού, έγινε και μια άλλη, πάλι μπροστά σε αναρίθμητους αυτόπτες μάρτυρες, όταν βασιλιάς ήταν ο Κωνστάντιος, γιος του αγίου Κωνσταντίνου, και αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων ο άγιος Κύριλλος. Το θαύμα διηγείται ο ίδιος ο άγιος στο βασιλιά με μια επιστολή του, στην όποια αναφέρει ότι την ημέρα εκείνη (7 Μαΐου 346, περίοδος Πεντηκοστής), γύρω στην τρίτη ώρα (9 π.μ.), φάνηκε στον ουρανό το σημείο του τιμίου σταυρού, τεράστιο, ολοφώτεινο, εκτεινόμενο από τον άγιο Γολγοθά μέχρι το Όρος των Ελαιών. Δεν το είδαν ένας και δύο, αλλά όλοι οι κάτοικοι των Ιεροσολύμων. Και δεν φάνηκε για μια στιγμή μόνο, αλλά για ώρες πολλές κρεμόταν στο στερέωμα. Και ήταν τόσο λαμπρό, ώστε ξεπερνούσε στη λάμψη τις ακτίνες του ήλιου, γι’ αυτό και μπορούσαν να το δουν φανερά μέρα μεσημέρι. Βλέποντας αυτό το θαύμα ό λαός της πόλεως έτρεξε στο ναό της Αναστάσεως. Όλοι έσπευσαν να δοξάσουν μ’ ένα στόμα τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, έχοντας τώρα διδαχθεί από τα ίδια τα πράγματα ότι το πανευσεβές δόγμα των χριστιανών δεν στηρίζεται σε ανθρώπινη σοφία, πού πείθει με τα λόγια και τη λογική, αλλά στις αποδείξεις πού δίνουν τα πνευματικά χαρίσματα και οί θαυματουργικές δυνάμεις. Και το δόγμα δεν κηρύσσεται μόνο από ανθρώπους, αλλά μαρτυρείτε και από τον ίδιο το θεό, από τον ουρανό.
Την ανάμνηση “του εν ουρανώ φανέντος σημείου του Τιμίου Σταυρού” εορτάζει ή Εκκλησία μας στις 7 Μαΐου, ήμερα της εμφανίσεως του.
3. Ό άγιος μεγαλομάρτυς Ευστάθιος (20 Σεπτεμβρίου) αξιώθηκε να δει ένα θαυμαστό όραμα, χάρη στο όποιο μεταστράφηκε από την ειδωλολατρία στη χριστιανική πίστη.
Συνετός, εγκρατής, φιλάνθρωπος και φιλοδίκαιος, αν και ειδωλολάτρης, ό άγιος Ευστάθιος (πού λεγόταν τότε Πλακίδας) είλκυσε πάνω του τη χάρη του Χριστού, πού του αποκαλύφθηκε με παράδοξο τρόπο. Συγκεκριμένα, ενώ μια μέρα κυνηγούσε στο δάσος, βλέπει από μακριά ένα ωραιότατο και μεγαλόσωμο ελάφι, πού, ενώ έφευγε, έστρεφε κάθε τόσο το κεφάλι και τον παρατηρούσε κατάματα. Ό άγιος σπιρούνισε το άλογο του για να το φτάσει, αλλά δεν μπόρεσε. Έτρεξαν πίσω του και οι σύντροφοι του, αλλά μάταια. Μετά από ώρα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια, γιατί τα άλογα τους είχαν εξαντληθεί. Μόνο ο άγιος επέμεινε να καλπάζει πίσω από το ακούραστο ελάφι. Τελικά, καταϊδρωμένοι αυτός και το άλογο του, έφτασαν μπροστά σ’ ένα μεγάλο χάσμα. Το ελάφι εύκολα πήδηξε απέναντι, όπου στάθηκε και κοίταζε τον άγιο. Το άλογο όμως δεν μπορούσε να πηδήξει, και αναγκάστηκε να σταματήσει. Τότε, με απερίγραπτη έκπληξη, βλέπει ο άγιος ανάμεσα στα κέρατα του ελαφιού έναν υπέρλαμπρο φωτεινό σταυρό, πού έφερε τον εσταυρωμένο Κύριο, και ακούει μια φωνή να του λέει: “Γιατί, Πλακίδα, με κυνηγάς; Εγώ είμαι ο Χριστός, πού δεν με γνωρίζεις, αλλά μ’ εύαρεστεϊς με τα καλά σου έργα. Για χάρη σου λοιπόν φάνηκα πάνω σ’ αυτό το ελάφι. Οι ελεημοσύνες και οι καλές σου πράξεις μ’ ευχαρίστησαν. Γι’ αυτό κι εγώ σου φανερώθηκα, γιατί δεν είναι δίκαιο ένας άνθρωπος σαν κι εσένα να μη γνωρίζει την αλήθεια…”. Αυτά και άλλα πολλά του είπε ο Κύριος, πριν τον στείλει στον επίσκοπο του τόπου, ο όποιος τον βάπτισε μαζί με ολόκληρη την οικογένεια του, δίνοντας του το όνομα Ευστάθιος.
Τρία από τα αναρίθμητα παραδείγματα θεϊκών αποκαλύψεων, σχετικά με το σημείο του σταυρού, είναι όσα αναφέραμε πιο πάνω, με τα όποια διδασκόμαστε ότι το σημείο αυτό είναι ή σφραγίδα του Χριστού.
Για να αιτιολογηθεί με περισσότερα στοιχεία ή τιμή πού αποδίδει στο σταυρό ή Εκκλησία, και για να φανεί παραστατικά ή δύναμη του σημείου του σταυρού, ως σημείου του Χριστού, θα διηγηθούμε παρακάτω μερικά σποραδικά θαύματα – τα πιο πολλά από τους βίους των άγιων -, πού έγιναν κατά καιρούς μ’ αυτό το πανίερο σύμβολο.
Δ’ Ό άγιος Ιωάννης ο θεολόγος (26 Σεπτεμβρίου), θεράπευσε στην Πάτμο τον παράλυτο ειδωλολάτρη ιερέα του Απόλλωνα, σφραγίζοντας τον με το σημείο του σταυρού.
Ό άγιος Αντώνιος ο μέγας (17 Ιανουαρίου), θέλοντας να καταισχύνει κάποιους ειδωλολάτρες σοφούς, πού πήγαν να τον πειράξουν, έφερε μπροστά τους μερικούς δαιμονισμένους και είπε: ” Η καθαρίστε τους εσείς με τους συλλογισμούς σας και μ’ οποιαδήποτε άλλη τέχνη ή μαγεία θέλετε, επικαλούμενοι τα είδωλα σας, ή, αν δεν μπορείτε, παραιτηθείτε από την πολεμική εναντίον μας, και θα δείτε τη δύναμη του σταυρού του Χριστού!”. Και την ίδια στιγμή επικαλέστηκε τον Κύριο, σφραγίζοντας τους δαιμονισμένους τρεις φορές με το σημείο του σταυρού. Αμέσως εκείνοι ελευθερώθηκαν από τα δαιμόνια και σηκώθηκαν θεραπευμένοι, δοξάζοντας το Θεό.
Όταν ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου (12 Μαΐου) ήταν ακόμα μικρό δεκάχρονο παιδί, ένα ατίθασο γαϊδούρι τον τραυμάτισε σοβαρά στο μηρό και τον έριξε χάμω, ανίκανο πια να σηκωθεί. Τότε ένας ευσεβής χριστιανός, ο Κλεόθιος, τον σταύρωσε τρεις φορές στο χτυπημένο μέλος, και αμέσως ο μικρός Επιφάνιος γιατρεύτηκε και σηκώθηκε. Ο ίδιος ο άγιος, πολύ αργότερα, σταύρωσε τρεις φορές επίσης τη θυγατέρα του βασιλιά της Περσίας, και την απάλλαξε αυτοστιγμεί από το δαιμόνιο πού την βασάνιζε.
Ό άγιος Βασίλειος ο μέγας (1 Ιανουαρίου), όταν ο αρειανός βασιλιάς Ούάλης διέταξε να παραδοθεί ο καθεδρικός ναός της Νικαίας στους αρειανούς, ζήτησε ν’ αφήσουν το Θεό ν’ αποφανθεί για το ζήτημα. Πρότεινε να κλείσουν το ναό, κι έπειτα να προσευχηθούν τόσο οι αρειανοί όσο και οι ορθόδοξοι. Και αν ανοίξει με την προσευχή των ορθοδόξων, να παραμείνει σ’ αυτούς. Αλλιώς, αν δηλαδή ανοίξει με την προσευχή των αρειανών ή ακόμα κι αν δεν ανοίξει καθόλου, να τον πάρουν οι αρειανοί. Έτσι κι έγινε. Άλλα οι προσευχές των αιρετικών δεν καρποφόρησαν. Αντίθετα, μόλις ό άγιος Βασίλειος σχημάτισε τρεις φορές το σημείο του σταυρού πάνω στην κλειστή πύλη του ναού λέγοντας, ” Ευλογητός ό Θεός των χριστιανών εις τους αιώνας των αιώνων”, αμέσως έσπασαν οι μοχλοί κι ανοίχτηκαν τα θυρόφυλλα. Έτσι ή εκκλησία παρέμεινε στους ορθοδόξους.
Ή αγία Βασίλισσα (3 Σεπτεμβρίου), όταν ο ηγεμόνας της Νικομήδειας Αλέξανδρος την έριξε μέσα σ’ ένα καμίνι, σφραγίστηκε με το σημείο του σταυρού και δεν πειράχτηκε καθόλου από τη φωτιά.
Με το σημείο του σταυρού γιάτρευε όλους τους αρρώστους, πού έτρεχαν κοντά του για να βρουν την υγεία τους, ο άγιος Θαλλέλαιος (20 Μαΐου).
Με το σημείο του σταυρού ο όσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σάλος (28 Μαΐου) και ό άγιος Ζαχαρίας ό σκυτοτόμος (17 Νοεμβρίου) άνοιγαν τις νύχτες τις κλειδωμένες πύλες των εκκλησιών της Κωνσταντινουπόλεως, όπου πήγαιναν και προσεύχονταν κρυφά από τους ανθρώπους, και με τον ίδιο τρόπο τις έκλειναν πάλι φεύγοντας.
Άλλα δεν έχουν τέλος τα θαύματα του σταυρού.
Ένα διαρκές, επαναλαμβανόμενο θαύμα είναι του αγιασμού. Μόνο ή ‘Ορθόδοξη Εκκλησία, ή κιβωτός της Αλήθειας, έχει αυτό το θεϊκό δώρο και προνόμιο. Μόνο ή Εκκλησία μας έχει αγιασμό. Με τη σταυροειδή ευλογία του ιερέως και την τριπλή σταυροειδή βύθιση του σταυρού στο νερό, αυτό αγιάζεται και γίνεται “ιαματικόν ψυχών και σωμάτων, και πάσης αντικείμενης δυνάμεως αποτρεπτικόν”, ενώ, επιπλέον, παραμένει ακέραιο και αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο!
Έχει δίκιο, λοιπόν, ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης όταν γράφει: “Ό σταυρός είναι εικόνα του εσταυρωμένου Χριστού, του Υιού του θεού. Γι’ αυτό και το σημείο του, και ή σκιά του ακόμα μόνη, προκαλούν τρόμο στους δαίμονες, γιατί είναι το σημείο του Χριστού, γιατί είναι ή σκέπη του εσταυρωμένου. Γι’ αυτό αρκεί να βυθίσει κανείς το σταυρό στο νερό για να το αγιάσει. Μετά απ’ αυτό, το νερό γίνεται ιαματικό και διώχνει τα δαιμόνια”.
Με όλα όσα πολύ συνοπτικά εκθέσαμε ως εδώ, αιτιολογείται και κατανοείται απόλυτα ή μεγάλη τιμή με την οποία περιβάλλει ή Εκκλησία μας το σημείο του σταυρού, καθώς και ή συχνότατη χρήση του τόσο στη θεία λατρεία όσο και στην καθημερινή ζωή των πιστών:
Σ’ όλες τις κινήσεις του λειτουργού, κατά την τέλεση της θείας λειτουργίας, από το “Ευλογημένη ή Βασιλεία” μέχρι το “Δι’ ευχών”, κυριαρχεί το σημείο του σταυρού.
Σε όλες τις λατρευτικές πράξεις και τελετές, όπου γίνεται λόγος για ευλογία, κατά την άγραφη παράδοση της Εκκλησίας πρέπει να σχηματίζεται από τον ιερέα “σταυρού τύπος”.
Όπου κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα του, μέσα κι έξω από τον ορθόδοξο ναό, θα δει το σημείο του σταυρού αποτυπωμένο: στη ναοδομία, στην εικονογραφία, στην εκκλησιαστική διακοσμητική, στα λειτουργικά βιβλία, στα ιερά άμφια και σκεύη…
Άλλα και στην καθημερινή μας ζωή όλοι οι πιστοί διαφυλάσσουμε σαν πολύτιμη πνευματική και αγιαστική παρακαταθήκη την ιερή συνήθεια της χρήσεως του σημείου του σταυρού.
Οι ευσεβείς χριστιανοί κάνουν πολύ συχνά το σταυρό τους: Το πρωί πού σηκώνονται από τον ύπνο- στη διάρκεια όλων των προσευχών τους, όταν φεύγουν από το σπίτι τους, όταν περνούν μπροστά από ιερούς ναούς, όταν αρχίζουν κάποια εργασία, όταν τελειώνουν την εργασία, πριν πιουν νερό ή άλλο ποτό, πριν από το φαγητό, μετά το φαγητό, πριν κατακλιθούν για ύπνο- όταν ακούσουν είτε ευχάριστη είτε δυσάρεστη είδηση… Σε κάθε περίσταση, εύκαιρα-άκαιρα, το σημείο του σταυρού!… Ή ημέρα του πιστού αρχίζει – και πρέπει ν’ αρχίζει – με το σταυρό και τελειώνει με το σταυρό. Άλλα και αντίστροφα, ή νύχτα του αρχίζει και τελειώνει πάλι με το σταυρό.
Πολλές φορές επίσης οι χριστιανοί καταφεύγουν στο ναό, αναζητώντας τον ιερέα για να τους “σταυρώσει”, δηλαδή να τους ευλογήσει σταυροειδώς (είτε με σταυρό είτε με άλλο ιερό σκεύος ή άμφιο), προκειμένου να ενισχυθούν εναντίον των πειρασμών ή ν’ ανακουφιστούν από κάποια ασθένεια.
Τόσο μεγάλη είναι ή δύναμη του σημείου του σταυρού, σημείου του παντοδύναμου Υιού του Θεού. Τόσο μεγάλη ή χάρη πού κλείνει μυστικά μέσα του. Όπως συνοπτικά και παραστατικά διατυπώνει ο άγιος Μακάριος Μόσχας, “πολλές φορές ένα και μόνο σημείο του σταυρού, πού γίνεται με πίστη και έντονα βιώματα, είναι ισχυρότερο από πολλά λόγια προσευχής μπροστά στο θρόνο του Ύψιστου. Σ’ αυτό υπάρχει το φως πού καταυγάζει την ψυχή, ή ιαματική δύναμη πού θεραπεύει τα ασθενήματα των ψυχών και των σωμάτων, ή μυστική δύναμη πού αντιδρά σε κάθε βλάβη. Ταράζουν την ψυχή σου ακάθαρτοι λογισμοί και επιθυμίες; Περιτειχίσου με το σημείο του σταυρού, διπλασίασε και τριπλασίασε αυτό το τείχος, και οι ακάθαρτοι λογισμοί θα δαμαστούν. Κατατυραννιέται ή καρδιά σου από τη μελαγχολία και τη θλίψη; Σε κυριεύει ο φόβος ή σε περιστοιχίζουν οι πειρασμοί; Αισθάνεσαι τις πονηρίες των αοράτων εχθρών; Κατάφυγε σ’ αυτή τη δύναμη του σταυρού, και ή ειρήνη της ψυχής θα ξαναγυρίσει, οι πειρασμοί θ’ απομακρυνθούν, ή παρηγοριά της χάριτος του Θεού και ή πνευματική ευφροσύνη θα πλημμυρίσουν την καρδιά σου”.
Μετά απ’ αυτά όμως, ευλόγα μας γεννιέται το ερώτημα: “Αν έχει τόση χάρη και τόση δύναμη το σημείο του σταυρού, γιατί δεν μπορούμε κι εμείς όλοι ν’ απολαύσουμε τις ευλογίες και τις δωρεές του;
Δεν είναι δύσκολη ή απάντηση: Επειδή δεν το χρησιμοποιούμε σωστά, όπως πρέπει, όπως θέλει ο Θεός και ή Εκκλησία.
Θ’ αναφερθούμε ενδεικτικά μόνο σε τέσσερις αιτίες:
α) Ίσως γιατί είμαστε ολιγόπιστοι και χλιαροί. Δεν κάνουμε το σημείο του σταυρού με ζωντανή πίστη στον εσταυρωμένο Κύριο και στη δύναμη της χάριτος του σταυρού Του.
β) Ίσως γιατί δεν έχουμε ταπεινοφροσύνη. Έτσι, αν ο Κύριος ενεργοποιήσει τη δύναμη του σημείου του σταυρού Του, υπάρχει κίνδυνος να πέσουμε σε υπερηφάνεια, θεωρώντας τις συνέπειες αυτής της θείας δυνάμεως σαν δικά μας κατορθώματα.
γ) Ίσως για τη σκληροκαρδία, την αμαρτωλότητα και την αμετανοησία μας. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, πρέπει “να έχωμεν το χέρι μας καθαρόν από αμαρτίες και αμόλυντο, και τότε, ωσάν κάνομεν τον σταυρόν, κατακαίεται ο διάβολος και φεύγει. Είδε και είμεσθεν μεμολυσμένοι με αμαρτίες, δεν πιάνεται ο σταυρός οπού κάνομεν… [και τότε] οι δαίμονες δεν φοβούνται”.
δ) Τέλος, ίσως επειδή δεν κάνουμε το σημείο του σταυρού σωστά, με τον τρόπο πού μας έχει παραδώσει ή άγια Εκκλησία μας, προσβάλλοντας έτσι την ιερότητα του και τον ίδιο τον Κύριο.
Αυτό το τελευταίο πρέπει να το προσέξουμε πολύ. Πάρα πολύ. Όλοι μας – κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί – είμαστε ένοχοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, για απρόσεκτη ή μηχανική ή και ασεβή εκτέλεση του σημείου του σταυρού πάνω στο σώμα μας.
Ορισμένοι κινούν βιαστικά το χέρι πάνω στο στήθος – ή και στον αέρα, χωρίς ν’ ακουμπούν καθόλου το σώμα τους – άλλοτε σχηματίζοντας τρίγωνο ή Χ, και άλλοτε παίζοντας, θαρρείς, κιθάρα. Πώς να χαρακτηρίσει κανείς μια τέτοια άσκοπη και ακατανόητη κίνηση, πού φτάνει στα όρια της βλασφημίας; Βαρύς μα αληθινός είναι ο λόγος του ιερού Χρυσοστόμου, πού γράφει κάπου ότι ο ίδιος ο διάβολος κινεί το χέρι των απρόσεκτων αυτών χριστιανών, για να χλευάσει το πανίερο σύμβολο τον τιμίου σταυρού και για να κολάσει τους ίδιους.
Κάποιοι χριστιανοί πάλι πέφτουν σε άλλο σφάλμα. Είναι εκείνοι πού έρχονται στην εκκλησία, στέκονται συνήθως σε εμφανή σημεία και εκεί, μπροστά σε όλους, με κουφή επιδεικτικότητα, σπάζουν τη μέση σε βαθειές μετάνοιες, απλώνουν ανεξέλεγκτα τα χέρια πέρα-δώθε και σταυροκοπιούνται με κινήσεις πληθωρικές, αδιάκριτες, κάποτε μάλιστα και γελοίες…
Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία χριστιανών, πού αποφεύγουν εντελώς να κάνουν το σημείο του σταυρού, και μάλιστα δημόσια. Είναι εκείνοι πού ντρέπονται να ομολογήσουν την πίστη τους στο Χριστό και στο σταυρό Του. Φοβούνται την ειρωνεία, την περιφρόνηση, τη χλεύη των ανθρώπων του κόσμου. Αγαπούν, όπως γράφει ο άγιος ευαγγελιστής Ιωάννης, “την δόξαν των ανθρώπων μάλλον υπέρ την δόξαν του Θεού”. Αν ανήκουμε σ’ αυτούς, ας θυμηθούμε την παραγγελία του άγιου αποστόλου Παύλου, “μη συσχηματίζεσθε τω αιώνι τούτω”, καθώς και τη σοβαρή προειδοποίηση του ίδιου του Κυρίου, “πας ουν όστις ομολογήσει εν Εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς, όστις δ’ αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς”. Και, πέρα απ’ αυτά, ας συνειδητοποιήσουμε ότι στερούμε τον εαυτό μας και από ένα πανίσχυρο όπλο κατά των πειρασμών, των παθών, των ασθενειών και των δαιμόνων. “Ας προσέξουμε τι μας συμβουλεύει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: “Μη ντρεπόμαστε το σταυρό του Χριστού. Κι αν άλλος ντρέπεται και τον κρύβει, εσύ κάνε φανερά το σταυρό σου, για να δουν οι δαίμονες το σημείο αυτό του βασιλιά Χριστού, και να φύγουν μακριά τρέμοντας. Κάνε μάλιστα το σημείο του σταυρού συχνά, είτε τρως, είτε πίνεις, είτε κάθεσαι, είτε ξαπλώνεις, είτε σηκώνεσαι, είτε μιλάς, είτε περπατάς, κοντολογής σε κάθε περίσταση. Γιατί όποιος σταυρώνεται εδώ στη γη, βρίσκεται νοερά πάνω στον ουρανό… Είναι μεγάλο το φυλακτήριο. Δωρεάν το παίρνουν οι φτωχοί και άκοπα οι άρρωστοι, επειδή ή χάρη του προέρχεται από το Θεό. Σημάδι είναι των πιστών και φόβος των δαιμόνων”.
Πώς όμως θα γίνει και για μας φυλακτήριο το σημείο του σταυρού;
Πώς θα γίνει στα χέρια μας φόβητρο των δαιμόνων; Αν το κάνουμε σωστά. Αν το κάνουμε όπως μας παραδίδει και μας διδάσκει ή άγια Εκκλησία μας – με πίστη, ευλάβεια, συναίσθηση, ιεροπρέπεια, ταπείνωση και διάκριση.
Πώς δηλαδή;
Αρχικά ενώνουμε τα τρία πρώτα δάκτυλα του δεξιού χεριού, ομολογώντας έτσι την πίστη μας σ’ ένα Θεό, πού είναι ταυτόχρονα και τρεις υποστάσεις, τρία πρόσωπα – ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα -, ομοούσια, ενωμένα μεταξύ τους “αχωρίστως” και “αδιαιρέτως”. Τα άλλα δύο δάκτυλα, πού ακουμπούν στην παλάμη, συμβολίζουν τις δύο φύσεις, δύο θελήσεις και δύο ενέργειες του Κυρίου μας, τη θεία και την ανθρώπινη. Μ’ αυτό τον τρόπο κάνουμε μια συμβολική ομολογία της ορθοδόξου πίστεως μας, πού βάσεις και θεμέλια της αποτελούν το τριαδολογικό και το χριστολογικό δόγμα.
Μετά φέρνουμε το χέρι στο μέτωπο, τη σωματική περιοχή της διανοητικής λειτουργίας, φανερώνοντας έτσι ότι αγαπούμε το Θεό μ’ όλη τη διάνοια μας και ότι αφιερώνουμε σ’ Αυτόν όλες τις σκέψεις μας.
Το χέρι έρχεται κατόπιν στην κοιλιά. Έτσι δηλώνουμε συμβολικά ότι προσφέρουμε στον Κύριο όλες τις επιθυμίες μας και όλα τα συναισθήματα μας.
Τέλος, φέρνουμε το χέρι στους ώμους, πρώτα στο δεξιό και μετά στον αριστερό, ομολογώντας έτσι ότι και κάθε σωματική μας δραστηριότητα ανήκει σ’ Εκείνον.
Μιαν άλλη συμπληρωματική ερμηνεία, θεολογικότατη μέσα στην απλότητα της, μας δίνει στην πέμπτη διδαχή του ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός:
“Ακούσατε, χριστιανοί μου, πώς πρέπει να γίνεται ο σταυρός και τι σημαίνει. Μας λέγει το Άγιον Ευαγγέλιον πώς ή αγία Τριάς, ο Θεός, δοξάζεται εις τον ουρανόν περισσότερο από τους αγγέλους. Τι πρέπει να κάμεις και εσύ; Σμίγεις τα τρία σου δάκτυλα με το δεξιόν το χέρι σου και μην ημπορώντας να ανεβείς εις τον ουρανόν να προσκύνησης, βάνεις το χέρι σου εις το κεφάλι σου, διατί το κεφάλι σου είναι στρογγυλό και φανερώνει τον ουρανόν και λέγεις με το στόμα: Καθώς εσείς οι άγγελοι δοξάζετε την Αγίαν Τριάδα εις τον ουρανόν, έτσι και εγώ, ως δούλος ανάξιος, δοξάζω και προσκυνώ την Αγίαν Τριάδα. Και καθώς αυτά τα δάκτυλα είναι τρία – είναι ξεχωριστά, είναι και μαζί – έτσι είναι και ή αγία Τριάς, ο Θεός, τρία πρόσωπα και ένας μόνος Θεός. Κατεβάζεις το χέρι σου από το κεφάλι σου και το βάνεις εις την κοιλίαν σου και λέγεις: Σε προσκυνώ και σε λατρεύω, Κύριε μου, ότι κατεδέχθης και εσαρκώθης εις την κοιλίαν της Θεοτόκου δια τας αμαρτίας μας. Το βάζεις πάλιν εις τον δεξιόν σου ώμον και λέγεις: Σε παρακαλώ, Θεέ μου, να με συγχώρησης και να με βάλεις εις τα δεξιά σου με τους δικαίους. Βάνοντας το πάλι εις τον αριστερόν ώμον λέγεις: Σε παρακαλώ, Κύριε μου, μη με βάλεις εις τα αριστερά με τους αμαρτωλούς. Έπειτα κύπτοντας κάτω εις την γην: Σε δοξάζω, Θεέ μου, σε προσκυνώ και σε λατρεύω, ότι, καθώς εβάλθηκες εις τον τάφον, έτσι θα βαλθώ και εγώ. Και όταν σηκώνεσαι ορθός, φανερώνεις την Ανάστασιν και λέγεις: Σε δοξάζω, Κύριε μου, σε προσκυνώ και σε λατρεύω, πώς αναστήθηκες από τους νεκρούς δια να μας χαρίσεις την ζωήν την αιώνιον. Αυτό σημαίνει ο πανάγιος σταυρός.
Όπως διαπιστώνουμε από τα παραπάνω, το σημείο του σταυρού κλείνει μέσα του όλα τα σωτηριώδη γεγονότα, πού οικονόμησε ή άπειρη αγάπη του Θεού για τον “πεπτωκότα” άνθρωπο.
Γι’ αυτό ακριβώς είναι σημείο σωτήριο, σημείο ζωοποιό, σημείο αγιαστικό, “νικοποιόν όπλον” (άγ. Σωφρόνιος Ιεροσολύμων), “των κακών αλεξιτήριον” (άγ. Γρηγόριος Νύσσης), “κεφάλαιον των αγαθών απάντων” (άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος) για τους χριστιανούς.
Ας το χρησιμοποιούμε λοιπόν όσο μπορούμε πιο συχνά, αγιάζοντας μ’ αυτό κάθε πτυχή της καθημερινής και της πνευματικής μας ζωής.
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 1995
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Σκέψεις στο Ευαγγέλιο της Σταυροπροσκυνήσεως.
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Μαρτίου, 2015
Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
Την τρίτη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας προβάλλει στους πιστούς της τον Σταυρό του Κυρίου.
Κατά το συναξάρι της ημέρας: «Επειδή με τη σαρανταήμερη νηστεία, κατά κάποιο τρόπο σταυρωνόμαστε και εμείς με τη νέκρωση από τα πάθη, κι έχουμε μια αίσθηση πικρίας με το να μας δημιουργείται ακηδία και κατάπτωση, μπαίνει μπροστά μας ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, σαν αναψυχή και στήριγμά μας, και σαν υπόμνηση του Πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρηγοριά: αν ο Θεός μας σταυρώθηκε για μας, πόσα πρέπει να κάνουμε εμείς για χάρη Του; Ανακουφιζόμαστε λοιπόν από τους κόπους μας, με την παράθεση των δεσποτικών θλίψεων και με την υπόμνηση και ελπίδα της δόξας που ήρθε μέσα από τον Σταυρό».
Κι είναι πράγματι μία επιπλέον ευκαιρία που δίνει η Εκκλησία για να προβληματιστούμε πάνω στο μέγιστο μυστήριο της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου μας.
1. Ο Σταυρός του Χριστού: ιστορικό γεγονός.
Στο Σύμβολο της Πίστεως, εκεί που αναφέρεται στον Σταυρό του Κυρίου, λέει: «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου». Ο Χριστός σταυρώθηκε στην Ιουδαία επί της ηγεμονίας του Ποντίου Πιλάτου. Η σταύρωση δηλαδή έχει ιστορικές συντεταγμένες. Δεν αποτελεί ένα μύθευμα – συνέβη «μια φορά κι έναν καιρό», δηλαδή ποτέ. Ούτε πάλι κατανοείται ως πιθανή ψευδαίσθηση ορισμένων πιστών. Πρόκειται για γεγονός της ιστορίας, που προκαλεί τον οιονδήποτε, πιστό ή αμφισβητία, να ερευνήσει το γεγονός, να το ψηλαφήσει με ανθρώπινα μέσα, να το εντάξει μέσα σε ευρύτερα πλαίσια. Με άλλα λόγια, η αποδοχή της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού και των παθών Του είναι αναμφισβήτητη. Μόνον κακοπροαίρετοι και ελλειμματικοί κατά τον νου προκαλούν ερωτηματικά πάνω στα αυτονόητα. Η ίδια η ιστορία όμως τους διαψεύδει. Ο Χριστός έπαθε «επί Ποντίου Πιλάτου».
Για τους πιστούς όμως υπάρχει και η οραματική επιβεβαίωση του γεγονότος της Σταύρωσης και από πολλούς αγίους. Δεν είναι λίγοι οι άγιοι που «είδαν» με τη χάρη του Θεού τα γεγονότα του Πάθους. Θυμόμαστε για παράδειγμα το περιστατικό του Γεροντικού με τον όσιο Ποιμένα. Σε έκσταση ευρισκόμενος αλλοιώθηκε το πρόσωπό του, ενώ δάκρυα το αυλάκωναν πυκνά. Και πιεζόμενος από τους μαθητές του ομολόγησε: «Ήμουν κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου με την Παναγία Μητέρα Του και τον άγιο Ιωάννη. Πόσο θα ήθελα διαρκώς να κλαίω έτσι μαζί τους!» Παρόμοιο όραμα – και όχι μία μόνο φορά – έζησε και ο μεγάλος άγιος Γέροντας της εποχής μας π. Πορφύριος. Κι εκείνος Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, αλλά και άλλη φορά, «είδε» τον Εσταυρωμένο και συγκλονισμένος, τόσο που δεν μπορούσε να συνεχίσει την ακολουθία, έζησε στιγμές από το άγιο Πάθος Του.
2. Ο Σταυρός: μυστήριον μέγα.
Αν όμως η ιστορικότητα της Σταύρωσης του Κυρίου είναι αναμφισβήτητη, εκείνο που δημιουργεί πρόβλημα αποδοχής είναι το είδος του σταυρικού μαρτυρίου του Χριστού. Το μαρτύριο του Χριστού δεν είναι κάτι το εξωτερικό: βάσανα που φαίνονται. Τέτοια βάσανα σωματικής μορφής πέρασαν άνθρωποι, προ Χριστού και μετά Χριστόν. Το μαρτύριο του Χριστού είναι ποιοτικό, έχει δηλαδή βάθος που δεν μπορεί να προσεγγιστεί παρά μόνον με την πίστη. Διότι επάνω στον Σταυρό δεν πάσχει ένας άνθρωπος, αλλ’ ο ίδιος ο Υιός του Θεού ως άνθρωπος.
Η εν πίστει προσέγγιση – δείγμα της χάρης του Θεού – διανοίγει τους οφθαλμούς της καρδιάς για να δει ο άνθρωπος την πραγματικότητα: την άρση της αμαρτίας του κόσμου από τον Χριστό. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό «αίρει την αμαρτίαν του κόσμου», γεγονός που σημαίνει ότι καταργείται για τον άνθρωπο «το σώμα της αμαρτίας» – δεν αμαρτάνει αναγκαστικά πια ο άνθρωπος – και συμφιλιώνεται με τον Θεό. Με τον Σταυρό του Χριστού έτσι διανοίχτηκε η κλειστή θύρα της Βασιλείας των Ουρανών. Ο Ουρανός έγινε φιλικός και πάλι προς αυτόν. Ό,τι έχασε ο άνθρωπος από την ανυπακοή των πρωτοπλάστων, το κέρδισε πολύ περισσότερο τώρα, με τη μέχρι θανάτου υπακοή του Χριστού, του νέου Αδάμ. «Παρ’ ότι ήμασταν εχθροί με τον Θεό, μας συμφιλίωσε μαζί Του ο σταυρικός θάνατος του Υιού Του…Κι όπως η παρακοή του ενός ανθρώπου έκανε όλη την ανθρωπότητα αμαρτωλή, έτσι και με την υπακοή του ενός θα αναγνωριστούν όλοι δίκαιοι από τον Θεό» (Ρωμ. 5, 10. 19). «Άρα ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. 2, 19).
Η άρση της αμαρτίας του κόσμου δεν σχετίζεται με ορισμένες μόνον εποχές. Ο Χριστός «αίρει την αμαρτίαν» σύμπαντος του κόσμου: του προ Αυτού, του κατά την εποχή Του και του μετά από Αυτόν. Έτσι δεν υπάρχει κανείς που να μην είναι ενταγμένος στην κίνηση αγάπης Του, ενώ, ακριβώς γι’ αυτό, δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη. Εκείνος που θα επικαλεστεί μετά τη σταύρωση του Κυρίου τις πολλές και μεγάλες αμαρτίες του για να δικαιολογήσει την απομάκρυνσή του από τον Θεό, ουσιαστικά βλασφημεί τον Σταυρό Εκείνου. Είναι ευνόητο μετά τα παραπάνω ότι οποιαδήποτε λογική προσπάθεια κατανοήσεως του μαρτυρίου του Χριστού διαστρέφει το μαρτύριο και το πάθος Του. Διότι το υποβαθμίζει σε κάτι το φυσικό και ανθρώπινο μόνο. Ο Σταυρός του Χριστού, που αποκορυφώνει το όλος πάθος της ζωής Του, είναι μυστήριο μεγάλο. Αποτελεί θέα των πιστών που κατ’ αναλογία της πίστεώς τους βιώνουν τη χάρη του Θεού μέσα στην καρδιά τους.
3. Ο Σταυρός: φανέρωση της αγάπης του Θεού.
Η αποδοχή του Σταυρού του Κυρίου ως μυστηριακού γεγονότος οδηγεί στην υπέρβαση της παγίδας των «αναλύσεων». Οι αναλύσεις σχετικοποιούν το μυστήριο του Σταυρού και το υποβιβάζουν, όπως είπαμε, στο επίπεδο της ανθρώπινης λογικής. Στην παγίδα αυτή δυστυχώς έπεσαν στο παρελθόν η Δυτική θεολογία και όσοι από τους ορθοδόξους θεολόγησαν με Δυτικά κριτήρια. Δεν ξεχνάμε για παράδειγμα την προσπάθεια του Ανσέλμου Κανταουρίας, που προβληματιζόταν πάνω στο ερώτημα «γιατί έγινε άνθρωπος ο Θεός και γιατί έπαθε». Και η απάντηση που έδινε αποκάλυπτε τη δικανική- νομική κατανόηση της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Θεό: να εξιλεωθεί ο Θεός με το πάθος του Υιού Του.
Η ορθόδοξη Εκκλησία απέφυγε τον πειρασμό. Προβληματίστηκε μόνο πάνω στο «έδει παθείν τον Χριστόν», έπρεπε να πάθει ο Χριστός, που σήμαινε γι’ αυτήν κυρίως δύο πράγματα: 1. Το μέγεθος της αμαρτίας του ανθρώπου, τέτοιας που η διδασκαλία μόνη του Χριστού ή και τα θαύματά Του δεν ήταν ικανά προς σωτηρία. Έπρεπε να θυσιαστεί για να αρθεί το χάσμα που η αμαρτία είχε θέσει μεταξύ ανθρώπου και Θεού. 2. Την άπειρη αγάπη του Θεού, που δεν διστάζει να θυσιάσει και τον μονογενή Του Υιό για να σωθεί ο κόσμος. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, 16).
Ο προβληματισμός πάνω στην αγάπη του Θεού έθετε για την Ορθόδοξη Εκκλησία και το θέμα της δικαιοσύνης Του. Η δικαιοσύνη του Θεού φανερώθηκε στον Σταυρό ως αγάπη, που σήμαινε κατ’ άνθρωπον αδικία. Και τούτο γιατί ανθρώπινα δεν μπορεί να νοηθεί η καταδίκη του αθώου – του Χριστού που πάσχει υπέρ του αμαρτωλού κόσμου – και η δικαίωση των ενόχων – των ανθρώπων που απαλλάσσονται από την καταδίκη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη απαιτεί το αντίθετο: την καταδίκη του ενόχου και την απαλλαγή του αθώου. Έτσι με τον Σταυρό ιδίως του Χριστού διαπιστώθηκε ότι η θεία δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με τα μέτρα τα ανθρώπινα. Αν λειτουργούσε έτσι, το ανθρώπινο γένος θα έπρεπε λόγω της αμαρτίας του να αφανιστεί. Ευτυχώς για εμάς μέτρο της δικαιοσύνης του Θεού είναι η άπειρη αγάπη Του.
Η πατερική παράδοση επεσήμανε την αλήθεια αυτή, όπως για παράδειγμα την εκφράζει ο μεγάλος Ισαάκ ο Σύρος: «Μην ονομάζεις τον Θεό δίκαιο. Διότι η δικαιοσύνη του Θεού δεν γνωρίζεται στα έργα σου… Πώς θα ονομάσεις τον Θεό δίκαιο, όταν διαβάζεις στο ευαγγέλιο για τον μισθό των εργατών; Φίλε, λέγει, δεν σε αδικώ, θέλω να δώσω και σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα έδωσα και σ’ εσένα. Εάν ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, όμως εγώ είμαι αγαθός. Πώς θα ονομάσει κανείς δίκαιο τον Θεό, όταν διαβάζει στο ευαγγέλιο τα περί του ασώτου υιού, που εσκόρπισε τον πατρικό πλούτο σε ασωτείες, και όταν έδειξε μόνο κατάνυξη, πώς έτρεξε ο πατέρας και έπεσε στον τράχηλό του, και του έδωσε εξουσία πάνω σ’ όλον τον πλούτο…Πού είναι η δικαιοσύνη του Θεού; Διότι ήμασταν αμαρτωλοί, και ο Χριστός απέθανε για χάρη μας;»
4. Ο Σταυρός: κλήση προς μετοχή.
Η απορροή τόσων μεγάλων δωρεών για τον άνθρωπο από τον Σταυρό του Χριστού – κατάργηση της αμαρτίας, συμφιλίωση με τον Θεό, επανένταξη στη Βασιλεία του Θεού – είναι γνωστό ότι προϋποθέτει και την αποδοχή του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος δεν πιστέψει στον Χριστό, αν δεν γίνει μέλος του μυστικού σώματός Του, της Εκκλησίας, οι δωρεές αυτές παραμένουν ανενέργητες γι’ αυτόν και κενές περιεχομένου. Διότι προς σωτηρία του ανθρώπου απαιτείται όχι μόνο η χάρη του Θεού, αλλά και η δική του η θέληση. Πώς λοιπόν πιο συγκεκριμένα μετέχει κανείς στο Χριστό, δηλαδή γίνεται μέτοχος των δωρεών της σταυρικής Του θυσίας;
1. Με το βάπτισμα. Το βάπτισμα αποτελεί συμμετοχή στον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Όταν τριττώς καταδύεται και τριττώς αναδύεται ο άνθρωπος από την κολυμβήθρα, την «κοιλιά» της Εκκλησίας, συμμετέχει στον θάνατο και την Ανάσταση Εκείνου. Με τη συμμετοχή του αυτή καθαρίζεται, «πεθαίνει», από κάθε αναγκαστική ροπή αμαρτίας και βγαίνει νέος, αναστημένος άνθρωπος. Ο Χριστός γεννιέται μέσα του και γίνεται μέλος του σώματός Του. «Πραγματικά, το βάπτισμά μας σημαίνει πώς συμμετέχουμε στον θάνατο και στην ταφή του Χριστού. Κι όπως ο Πατέρας Θεός με τη δύναμή Του ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, το ίδιο κι εμείς μπορούμε να ζήσουμε μία νέα ζωή. Όπως δηλαδή ενταχτήκαμε οργανικά στο σώμα του Χριστού με μία πράξη που συμβολίζει συμμετοχή στον θάνατό του, έτσι θα συμμετάσχουμε πραγματικά και στην ανάστασή Του» (Ρωμ. 6, 4-5).
2. Με τη θεία Κοινωνία. Η μετοχή του ανθρώπου στον Σταυρό δεν σταματά με το βάπτισμα και το συνακόλουθο βεβαίως χρίσμα. Συνεχίζεται διαρκώς με την εν μετανοία μετοχή του πιστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Διότι η Θεία Ευχαριστία προσφέρει τη διακράτηση και την αύξηση της χάρης του Θεού, που εισήλθε στο βάθος της ψυχής διά του βαπτίσματος. Έτσι χωρίς το σώμα και το αίμα του Χριστού ο πιστός αδυνατίζει και μαραίνεται πνευματικά, που σημαίνει ότι οι δωρεές του Σταυρού με την Θεία Ευχαριστία ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τη Θεία Ευχαριστία τονίζει τον σταυροαναστάσιμο χαρακτήρα αυτής: «Όταν προσίης τω φρικτώ ποτηρίω, ως απ’ αυτής πίνων της πλευράς, ούτω προσίης», όταν προσέρχεσαι δηλαδή στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι σαν να πίνεις από την ίδια την πλευρά του Σωτήρος.
3. Με τον αγώνα για πνευματική ζωή. Ο Χριστιανός δεν γίνεται πνευματικός, μέτοχος δηλαδή των δωρεών του Πνεύματος του Θεού, μόνο με τη συμμετοχή του στα μυστήρια. Μία τέτοια θεώρηση θα έδειχνε ότι η σωτηρία είναι αποτέλεσμα μόνο της χάρης του Θεού χωρίς την ανθρώπινη συνέργεια. Γίνεται και με τον αγώνα του για τήρηση των εντολών του Χριστού. Η τήρηση των εντολών, κυρίως της πίστεως στον Χριστό και της αγάπης στον συνάνθρωπο, τον καθιστά «ανοιχτό» στη χάρη του Θεού και του δημιουργεί τις συνθήκες ορθής μετοχής του στα μυστήρια. Η τήρηση όμως αυτή δεν είναι εύκολη. Απαιτεί σκληρό αγώνα κατά των παθών και των αμαρτιών, ακόμη δε και κατά του αρχεκάκου διαβόλου, που μας πειράζει μέσω των παθών. Έτσι η πνευματική ζωή αποτελεί κυριολεκτικά «μάτωμα» της ψυχής, δόση αίματος, κατά το «δος αίμα και λάβε Πνεύμα», μ’ ένα λόγο κατανοείται ως συσταύρωση με τον Χριστό. «Ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).
Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί τη σωτηρία μας. Αυτός είναι η ωραιότητα της Εκκλησίας και η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας. Κατά τον υμνογράφο «Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμένης, Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας, Σταυρός βασιλέων το κραταίωμα, Σταυρός πιστών το στήριγμα, Σταυρός αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα». Δεν έχουμε παρά να Τον ζούμε καθημερινά με τον τρόπο που είπαμε. Η καθημερινή διαπίστωσή μας θα είναι η συνεχής μεταμόρφωσή μας, όχι από πλευράς ασφαλώς φύσεως, αλλά από πλευράς τρόπου ζωής. Με τον τρόπο αυτό θα ανήκουμε και εμείς σε εκείνους που χαρμονικά θα προσμένουν το «σημείον» του Υιού του ανθρώπου, τον Σταυρό, όταν ως σύμβολό Του θα εμφανιστεί κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία.
agios-dimitrios.blogspot
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Μαρτίου, 2015
Του Μοναχού Ιωακείμ Σεραφειμιάτη
Αγαπητοί μου αδελφοί, βρισκόμαστε σε μια περίοδο ενός μεγάλου αγώνα, σε μια περίοδο εξετάσεων. Όπως και οι μαθητές και οι σπουδαστές δίνουν εξετάσεις για να περάσουν την τάξη, έτσι και εμείς αυτήν την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής δίνουμε τις δικές μας εξετάσεις για να περάσουμε την τάξη, να περάσουμε από τον θάνατο στην ζωή.
Βρισκόμαστε στη μέση αυτών των εξετάσεων, στη μέση αυτού του αγώνα, όπου η Εκκλησία μας με τη σημερινή εορτή της Σταυροπροσκυνήσεως μας βοηθά, μας δίνει δύναμη, θάρρος, για να συνεχίσουμε τον αγώνα μας αυτόν. Μας προβάλλει το μεγαλύτερο όπλο του κάθε χριστιανού που είναι ο Σταυρός του Χριστού μας, με σκοπό να μας δώσει παρηγοριά, να πάρουμε δύναμη, να μας δώσει ψυχική ανάταση και να μας κάνει άξιους να ακολουθήσουμε τον Κύριο στα Πάθη και την Ανάστασή του.
«Σταυρόν Χριστού τον τίμιον, σήμερον προτεθέντα, ιδόντες προσκυνήσωμεν και πιστώς ευφρανθώμεν», μας παρηγορεί το Εξαποστειλάριο του όρθρου, δηλαδή βλέποντας σήμερα τον τίμιο Σταυρό του Χριστού, θα τον προσκυνήσουμε και θα ευφρανθούμε, θα πάρουμε δύναμη για τον αγώνα μας.
Η σημερινή εορτή γενικεύθηκε στην Εκκλησία, τον Η΄ αιώνα και προέρχεται από την Μονή Στουδίου. Αφορμή για αυτήν την εορτή, μας παρέχει το γεγονός της 6ης Μαρτίου, όπου η Εκκλησία μας τιμά την εύρεση του Τιμίου Σταυρού και η εορτή αυτή συμπίπτει πάντα να είναι σε περίοδο Τεσσαρακοστής. Και επειδή όπως γνωρίζετε, αυτή η περίοδος είναι πένθιμη για την Εκκλησία και δεν τελείται κανονική Θεία Λειτουργία σύμφωνα με κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων, δεν θα μπορούσε να εορταστεί πανηγυρικά η εορτή αυτή, έτσι η Εκκλησία όρισε την σημερινή ημέρα, να εορτάζουμε την προσκύνηση του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού.
Σήμερα λοιπόν σε αυτήν την λαμπρή εορτή, μας παραγγέλει ο Χριστός μέσα από το ευαγγελικό ανάγνωσμα: «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω ευατόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, να απαρνηθεί τον εαυτόν του, να πάρει και να σηκώσει τον σταυρό του και να με ακολουθήσει. Όποιος θέλει να με ακολουθήσει… όποιος θέλει.
Βλέπουμε εδώ την ελευθερία του Χριστού στον λόγο Του αυτό. Δεν υποχρεώνει κανέναν, μας αφήνει ελεύθερη τη βούληση να πράξουμε εμείς ότι θέλουμε. Να απαρνηθούμε τον εαυτόν μας, να απαρνηθούμε τον αμαρτωλό εαυτό μας, να κόψουμε κάθε σχέση με τα πάθη, με κάθε αμαρτία, να υποστούμε θλίψεις, δοκιμασίες και να γενικά να θυσιαστούμε για τον Χριστό, όπως και Εκείνος θυσιάστηκε για εμάς, με τον σταυρικό Του θάνατο. Αυτήν την περίοδο ακόμα περισσότερο εντείνουμε την προσπάθειά μας, θυσιαζόμαστε να νεκρώσουμε τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας, να καθαριστούμε για να κατοικήσει μέσα μας ο Χριστός, όπως μας λέει και ο Απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας επιστολή: «Χριστώ συνεσταύρωμαι· ζω δε ουκέτι εγώ, ζή δε εν εμοί Χριστός».
Την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής που διανύουμε, πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν είναι μια περίοδος που αποφεύγουμε να τρώμε κάποιες τροφές που έχει ορίσει η Εκκλησία, δεν είναι μόνο περίοδος νηστείας φαγητού, προσπαθούμε να νηστεύουμε από όλα, τις σαρκικές επιθυμίες, το τσιγάρο, το ποτό, τα ξέφρενα γλέντια, την χαρτοπαιξία και τις αμαρτίες, τον εγωισμό, την υπερηφάνεια, το μίσος, την κατάκριση, την πολυλογία, το κουτσομπολιό, και τόσες άλλες.
Μας δίνεται λοιπόν η ευκαιρία να αποδείξουμε έμπρακτα με τον αγώνα μας κατά της αμαρτίας και των παθών που προανέφερα, την αγάπη μας προς τον Χριστό και να θυσιαστούμε όπως θυσιάστηκε και θυσιάζεται Εκείνος για εμάς.
Να γίνουμε κι εμείς σαν τον άσωτο υιό της παραβολής στο ΙΕ’ κεφ. κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Να μετανοήσουμε όπως και ο άσωτος αυτός υιός, να διώξουμε από πάνω μας τις αμαρτίες, που νεκρώνουν τον άνθρωπο και να γίνουμε φως, για να μπορέσουμε να ενωθούμε με τον Θεό που είναι Φως. Διότι αν δεν γίνουμε φως δεν θα μπορέσουμε να ενωθούμε μαζί Του, αν δεν είμαστε το ίδιο, δεν μπορεί να γίνει ένωση, το ξύλο κολλά μόνο με το ξύλο, το σίδερο επίσης με το σίδερο.
Το ξύλο δεν κολλά με το σίδερο, έτσι και εμείς μέσα σε αυτήν την περίοδο των εντατικών προσευχών, της μετάνοιας, των Ακουλουθιών που είναι μεγαλύτερες σε διάρκεια, την νηστεία και όλες τις αρετές που καλλιεργούμε, προσπαθούμε να απαρνηθούμε τον παλαιό εαυτό μας και να γίνουμε φως για να ενωθούμε μαζί Του. Απαρνιόμαστε τον αμαρτωλό εαυτό μας, σηκώνουμε τον σταυρό των θλίψεων και των δοκιμασιών και ακολουθούμε τον Χριστό μας. Κάτι το οποίο γίνεται θεληματικά, θέλουμε και το κάνουμε και το κάνουμε από αγάπη. Όπως σας προανέφερα δεν μας υποχρεώνει ο Χριστός, «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν…».
Ακούσαμε επίσης στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα τα εξής λόγια: «τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;» Τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο εάν κερδίσει τον κόσμο όλο, όλα τα υλικά αγαθά και στο τέλος χάσει την ψυχή του; Τι θα τον ωφελήσει αγαπητοί μου; Απολύτως τίποτα! Δυστυχώς όμως, στην σημερινή παγκόσμια κοινωνία της ύλης που ζούμε, μας θέλουν αποχαυνωμένους, μας αποτρέπουν από τον κύριο σκοπό μας, που είναι η ένωσή μας με τον Χριστό και αυτό που μας προσφέρουν είναι η ύλη.
Όλοι και όλα τα συστήματα εργάζονται, στο πως θα μας κάνουν πλουσιότερους, πως θα κάνουμε την ζωή μας πιο απλή σου λένε δήθεν, αλλά με απώτερο σκοπό την προσκόλλησή μας στην ύλη. Το λυπητερό είναι ότι τούς πιστεύουμε. Και τι κάνουμε;
Προσπαθούμε να χτίσουμε σπίτι, να αποκτήσουμε 4 με 5 πτυχία ο καθένας, να γίνουμε επιστήμονες, να πάρουμε αυτοκίνητο, υπολογιστές, κινητό τηλέφωνο κ.ο.κ., όλη την ώρα η έννοια μας και η ζωή μας να είναι γύρω από την ύλη. Και τελικά τι γίνεται όταν τα αποκτήσουμε όλα αυτά; Αντί να είμαστε σε καλύτερη θα λέγαμε θέση, να έχουμε καλύτερη ζωή, δεν μας αφήνουν όλα αυτά σε ηρεμία, τρέχουμε για το ένα, τρέχουμε για το άλλο, τρέχουμε για εκείνο και το μόνο που κάνουμε είναι να πέφτουμε όλο και περισσότερο, σωματικά, ψυχικά και πνευματικά.
Έρχεται όμως μια μέρα που φεύγουμε από αυτή τη ζωή και δυστυχώς έχουμε κερδίσει όλα τα άλλα και χάσαμε την ψυχή μας. Και τι θα μας ρωτήσει ο Χριστός αδελφοί μου; Τι πιστεύετε ότι θα μας ρωτήσει εκείνη την ώρα; Τον Χριστό δεν Τον ενδιαφέρει εάν έκανα οικογένεια, εάν έκανα 10 παιδιά, εάν έγινα ιατρός, εάν έγινα επιχειρηματίας, εάν έγινα ιερέας, εάν έχω 10 πτυχία, εάν το ένα, εάν το άλλο.
Αυτό που θα με ρωτήσει και θα ρωτήσει όλους εάν γίναμε Άγιοι. Δεν τον ενδιαφέρει τίποτα άλλο. Είναι το πρώτο πράγμα που θα ρωτήσει, εάν γίναμε άγιοι. Διότι όπως λέει και ο ιερέας στην Θεία Λειτουργία σε κάποια ευχή: «Ο Θεός ο άγιος, ο εν αγίοις αναπαυόμενος», δηλαδή ο Θεός που είναι Άγιος, βρίσκει ανάπαυση στους αγίους.
Επομένως τι θα πούμε εμείς εκείνη την ώρα; Πώς θα σταθούμε μπροστά Του; Τι θα του πούμε; Δεν πρόλαβα; Δεν είχα τον χρόνο; Έτρεχα για τα υλικά αγαθά;
Και θα μοιάσουμε στον άφρονα πλούσιο της παραβολής στο ΙΒ’ κεφ. κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, όπου θα σχεδιάζουμε το πώς θα περάσουμε τη ζωή μας, αλλά όμως θα έρθει την ίδια νύχτα που θα σκεφτόμαστε αυτά και θα ζητούν να πάρουν την ψυχή μας και θα μας πει ο Χριστός: όλα αυτά τα υλικά αγαθά που αποκτήσαμε ποιος θα τα πάρει; Τι θα γίνουν;
Έτσι λοιπόν, σκοπός δεν είναι να κερδίσουμε τα υλικά αγαθά της προσκαίρου αυτής ζωής, η οποία δεν είναι τίποτα μπροστά στην αιωνιότητα, αλλά σκοπός είναι να γίνουμε άγιοι. «άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί». Να γίνεσθε άγιοι, γιατί άγιος είμαι και εγώ, μας αναφέρει η Α’ Καθολική Πέτρου Επιστολή. Και αυτό θα το πετύχουμε με τα έργα μας. Με την αγάπη μας και την θυσία μας για τον Χριστό. Πολύ περισσότερο σε αυτή την μεγάλη περίοδο του πνευματικού αγώνα, την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, μας δίνεται αυτή η ευκαιρία να γίνουμε άγιοι.
Ας μην αφήσουμε λοιπόν, τις υπόλοιπες ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής που απομένουν, να πάνε χαμένες. Μας δίνετε η ευκαιρία να τις αφιερώσουμε σε Εκείνον, που σταυρώθηκε για εμάς. Να Του δώσουμε χαρά, να μην Τον σταυρώνουμε ακόμα περισσότερο με τις πράξεις και τα έργα μας. Ας αποδείξουμε ότι είμαστε αληθινά παιδιά Του, όχι μόνο στα λόγια αλλά και στα έργα.
Δεν έχουμε να φοβηθούμε απολύτως τίποτα και πολύ περισσότερο, που σήμερα προσκυνούμε τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό, όπου με την βοήθειά του, θα μας αξιώσει να φτάσουμε στον τελικό σκοπό, να περάσουμε την τάξη, να περάσουμε από τον θάνατο στην Ζωή, να περάσουμε από το σκοτάδι στο Φως, να απαρνηθούμε τον αμαρτωλό εαυτό μας και να γίνουμε άγιοι. Να σηκώσουμε τον Σταυρό του Κυρίου σαν τον Σίμωνα τον Κυρηναίο και να Τον ακολουθήσουμε στο Πάθος και στην Ανάστασή Του. Αμήν.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
“Η αντινομία στη διδασκαλία της Εκκλησίας”
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Μαρτίου, 2015
(π. Συμεών Κραγιόπουλος)
Θα ήθελα απόψε στην αγάπη σας να παρουσιάσω αυτό που τόσο πολύ το ακούμε κατά την ακολουθία αυτή του Ακάθιστου Ύμνου, κατά την ακολουθία των Χαιρετισμών: «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε». Βέβαια, είναι τρεις λέξεις αυτές, αλλά μέσα σ’ αυτές τις τρεις λέξεις θα μπορούσα χωρίς υπερβολή να πω ότι κρύβεται όλο το μυστήριο της οικονομίας του Θεού, όλο το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού του ανθρώπου, του Υιού του Θεού, και της σωτηρίας του κόσμου.
Η Παναγία νύμφη ανύμφευτος
Η Παναγία έγινε νύμφη. Κι αυτό σημαίνει ότι γέννησε τον Χριστό· τον Χριστό που είναι η σωτηρία μας. Η σωτηρία που αρχίζει απ’ αυτόν τον κόσμο και τελειούται και πληρούται στον άλλο κόσμο. Κύριος συντελεστής από την πλευρά την ανθρώπινη στο έργο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου είναι η Παναγία, η οποία έγινε νύμφη του Θεού.
Από το άλλο μέρος η Παναγία είναι ανύμφευτος. «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε». Είναι ανύμφευτος νύμφη. Δεν είναι δηλαδή νύμφη όπως είναι η κάθε άλλη νύμφη σ’ αυτόν τον κόσμο. Και εδώ κρύβεται ένα άλλο μυστήριο. Δηλαδή φανερώθηκε το μέγα μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού και φανερώθηκε εν μυστηρίω, διότι η Παναγία είναι νύμφη αλλά ανύμφευτος νύμφη. Διότι όλα έγιναν εκ Πνεύματος Αγίου. Αυτό, εάν θελήσουμε να εμβαθύνουμε, κρύβει πολλά και υπονοεί πολλά.
Ο Χριστός γίνεται άνθρωπος. Και είναι πραγματικότητα, όσο γίνεται περισσότερο, ότι είναι άνθρωπος. Όμως από το άλλο μέρος, δεν είναι ο πεπτωκώς άνθρωπος. Είναι ο αναμάρτητος άνθρωπος. Και ως αναμάρτητος ο Χριστός, δεν παθαίνει αυτά που παθαίνει ένας αμαρτωλός. Ας πούμε, δεν αρρώσταινε ο Χριστός. Δεν παντρεύτηκε ο Χριστός. Και άλλα. Γίνεται άνθρωπος, αλλά συγχρόνως είναι άνθρωπος χωρίς αμαρτία. Γίνεται νύμφη η Παναγία, αλλά χωρίς να γίνει νύμφη όπως κάθε νύμφη. Γι’ αυτό και η Εκκλησία έκανε το παν, για να διασώσει το αειπάρθενο της Παναγίας: Προ τόκου παρθένος, εν τόκω παρθένος και μετά τόκον παρθένος. Άσχετα τί λένε σήμερα κάποιοι. Ας λένε ό,τι θέλουν.
Δεν ξέρω αν το έχετε καταλάβει ότι πολλά πράγματα πολλοί λένε, και παλαιότερα και ακόμη πιο παλαιά και τώρα· και κάθε φορά που μιλούν οι άνθρωποι μιλούν έτσι, ωσάν να είναι η μόνη αλήθεια αυτά που λένε αυτοί και τίποτε άλλο. Και ο ρους της ιστορίας αποδεικνύει ότι δεν ήξεραν τι έλεγαν. Στις ημέρες μας πόσα πράγματα ελέχθησαν! Στην εποχή μας και πριν από λίγα χρόνια και ακόμη πιο πριν, αν θέλετε, πόσα ελέχθησαν, πόσα φάνηκαν ότι αυτά είναι και τίποτε άλλο, και βιαστήκαμε γρήγορα γρήγορα να τα δεχθούμε, να τα ασπασθούμε, να πιστεύσουμε σ’ αυτά. Κι όμως έφυγαν όλα σαν καπνός και διαλύονται όλα σαν καπνός! Είναι τα ανθρώπινα φληναφήματα. Όχι λοιπόν τι λένε οι άνθρωποι τώρα ή αργότερα ή κάποτε, αλλά τί λέει η αλήθεια της Εκκλησίας. Και η αλήθεια της Εκκλησίας είναι αυτή: Η Παναγία είναι νύμφη ανύμφευτος.
Πώς θα καταλάβουμε τα θεία πράγματα;
Όμως όλο αυτό κρύβει ακόμη και άλλο μυστήριο. Μέσα σ’ αυτό κρυβόμαστε κι εμείς, κρύβεται και το δικό μας μυστήριο. Είναι αυτή η αντινομία που υπάρχει ανέκαθεν μέσα στη διδασκαλία της Εκκλησίας, την οποία όσοι την πιάνουν, όσοι την καταλαβαίνουν, όσοι τη δέχονται, μυούνται στο μυστήριο της οικονομίας τού Θεού, στο μυστήριο της σωτηρίας, και σώζονται, αγιάζονται, ενώνονται με τον Θεό, θεώνονται. Όσοι δεν το καταλαβαίνουν, μένουν απέξω.
Βέβαια, ποιοι το καταλαβαίνουν, ποιοι δεν το καταλαβαίνουν; Αυτοί που δεν το καταλαβαίνουν είναι αδικημένοι; Όχι. Δεν μας αδικεί κανένας. Πλην του εαυτού μας κανένας άλλος δεν μας αδικεί. Τα θεία πράγματα είναι έτσι, που τα καταλαβαίνει μόνο αυτός που έχει διάθεση να τα καταλάβει· άλλος δεν τα καταλαβαίνει. Ας λέει ότι η πρόθεσή του είναι αυτή και τάχα πασχίζει κλπ. Βαθύτερα στην ψυχή του υπάρχει κάποιο εμπόδιο, και ό,τι και να γίνει, δεν καταλαβαίνει.
Αν δεν ταπεινωθεί ο άνθρωπος, αν δεν μετανοήσει, αν δεν πετάξει από μέσα του αυτό το κάτι που κρατάει, δεν καταλαβαίνει. Είναι τα πράγματα έτσι φτιαγμένα. Αν επιτρέπεται να πούμε, όπως είναι τα κρυπτογραφημένα σήματα. Στέλνει μια μονάδα σ’ άλλη μονάδα ένα σήμα. Και όσοι δεν ξέρουν, μόνο ακούν να λέει ο τηλεφωνητής ή ο ασυρματιστής στον άλλο που ακούει στην άλλη άκρη κάποια γράμματα, αλλά δεν βγάζουν απολύτως κανένα νόημα. Και όμως εκεί μέσα μπορεί να κρύβονται πολύ σπουδαία μηνύματα, αλλά δεν τα καταλαβαίνουν ακόμη και αυτοί που τα μεταδίδουν. Καταλαβαίνουν μόνο εκείνοι οι οποίοι έχουν τον κρυπτογραφικό κώδικα. Αυτοί κάθονται κάτω και με βάση τον κώδικα βάζουν τα γράμματα αυτά τα ανακατεμμένα στη σειρά, και μία μία σχηματίζονται οι λέξεις, οι φράσεις, ολόκληρο κείμενο, και βγαίνει νόημα. Γι’ αυτόν που έχει τον κρυπτογραφικό κώδικα είναι πάρα πολύ απλά τα πράγματα και πολύ ευκολονόητα. Οι άλλοι τίποτε δεν καταλαβαίνουν. Είπαμε, ακούν μόνο γράμματα.
Έτσι κάπως είναι και τα θεία πράγματα. Όχι ότι πρέπει να σπουδάσει κανείς, να μάθει κάποια ειδικά γράμματα κλπ., για να καταλαβαίνει τα θεία πράγματα. Όχι. Ο κρυπτογραφικός κώδικας είναι μέσα στην καρδιά. Μέσα στην καρδιά, μέσα στην ψυχή, που είναι όλη νους. Και καταλαβαίνει και δέχεται ο άνθρωπος, αν λειτουργεί αυτός ο κώδικας, αν είναι σε λειτουργία ο κώδικας που έβαλε ο Θεός μέσα μας. Διότι ο Θεός έπλασε τον κάθε άνθρωπο να είναι λογικό πλάσμα, έπλασε τον κάθε άνθρωπο να μπορεί να είναι ειλικρινής, να μπορεί να είναι τίμιος, να μπορεί να είναι ταπεινός, να μπορεί να καταλαβαίνει ότι αυτός είναι πλάσμα, αμαρτωλό πλάσμα, και ο Θεός είναι ο Πανάγιος Θεός. Και καθώς ταπεινώνεται ο άνθρωπος, μπαίνει σε λειτουργία ο κώδικας, και καταλαβαίνει κανείς τα θεία πράγματα, καταλαβαίνει τα μυστήρια του Θεού. Αλλιώς, δεν καταλαβαίνει τίποτε.
Δεν είναι εδώ θέμα γραμμάτων, δεν είναι θέμα εξυπνάδας, δεν είναι θέμα σοφίας ανθρωπίνης. Όσο σοφός και αν είναι κανείς ανθρωπίνως, δεν θα καταλάβει τίποτε. Όσο έξυπνος κι αν είναι από την ανθρώπινη πλευρά, δεν θα καταλάβει τίποτε, κάνοντας απλώς χρήση της σοφίας του και της εξυπνάδας του. Και αυτός πρέπει να ταπεινωθεί το ίδιο, όπως και η γιαγιούλα που δεν ξέρει τίποτε.
Πρέπει έτσι να ταπεινωθεί, πρέπει έτσι να σταθεί ενώπιον του Θεού, ώστε να λειτουργήσει ο κώδικας που έχει μέσα του, για να καταλάβει κανείς τα θεία πράγματα. Ο κώδικας αυτός, αν επιτρέπεται να πούμε, είναι ενισχυμένος σ’ εμάς που είμαστε βαπτισμένοι.
Τα ακατανόητα για το ανθρώπινο μυαλό
Επανερχόμαστε. Υπάρχει αυτή η αντινομία μέσα στη διδασκαλία της Εκκλησίας: τα αόρατα συγχρόνως είναι και ορατά. Τα αόρατα τα βλέπει κανείς. Ενώ ο Θεός είναι απρόσιτος, συγχρόνως είναι και προσιτός. Ενώ ο Θεός είναι εντελώς εντελώς έξω από τον άνθρωπο, συγχρόνως είναι μέσα στον άνθρωπο. Ενώ ο Θεός είναι εντελώς εντελώς ακατανόητος, ασύλληπτος -το οποιοδήποτε πλάσμα, και άγγελος ακόμη, ποτέ δεν θα μπορέσει να εισχωρήσει στα βάθη του Θεού, στην ουσία του Θεού- από το άλλο μέρος ο Θεός είναι τόσο προσιτός, που γίνεται ένα με τον άνθρωπο, και τον αόρατο Θεό τον βλέπει ο άνθρωπος, τον απρόσιτο Θεό τον εγγίζει ο άνθρωπος, τον αόρατο Θεό, τον Πανάγιο και πάνω από οποιαδήποτε αμαρτωλή κατάσταση Θεό, ο αμαρτωλός άνθρωπος τον προσεγγίζει, τον αγκαλιάζει, τον αισθάνεται, τον γεύεται, τον απολαμβάνει και χαίρει μετ’ αυτού.
Όποιος, όπως είπαμε, θέλει με την εξυπνάδα την ανθρώπινη, με τις γνώσεις τις ανθρώπινες, με τη σοφία την ανθρώπινη, να τα καταλάβει αυτά, δεν θα τα καταλάβει, διότι θα πει αμέσως: Πώς είναι αόρατος και ορατός μαζί; Πώς είναι νύμφη και ανύμφευτος; Πώς είναι Θεός, και είναι και άνθρωπος; Πώς είναι και πάνω, πώς είναι και κάτω; Πώς γεννήθηκε από την Παναγία, χωρίς η Παναγία να παύσει να είναι παρθένος; Πώς τούτο, πώς εκείνο; Χάνεται εκεί μέσα, πνίγεται εκεί μέσα, με το μυαλό του, το δυνατό μυαλό, και ενώ νομίζει ότι καταλαβαίνει, καθώς προσπαθεί να διακρίνει τα θεία πράγματα και να τα καταλάβει, το μόνο που επιτυγχάνει είναι να βυθισθεί ακόμη πιο πολύ στο σκοτάδι. Διότι η ενέργεια αυτή, ο τρόπος αυτός προσεγγίσεως των θείων πραγμάτων, τον κάνει ακόμη πιο τυφλό τον άνθρωπο, τον κάνει ακόμη πιο ακατάλληλο να καταλάβει τα θεία πράγματα και να προσεγγίσει τα θεία πράγματα.
Στην ψυχή όμως που ανοίγει έρχεται το φως, και η ψυχή βλέπει και πολύ απλά, πολύ απλά, πολύ καθαρά καταλαβαίνει ότι είναι και το ένα, είναι και το άλλο, και καθόλου δεν δυσκολεύεται από την αντινομία αυτή και καθόλου δεν μπερδεύεται.
Και έτσι, ενώ κανείς από το ένα μέρος αισθάνεται ότι δεν υπάρχει άλλος αμαρτωλός σαν κι αυτόν, από το άλλο μέρος αισθάνεται ότι δεν έχει ελεηθεί άλλος σαν κι αυτόν. Από το ένα μέρος κανένας άλλος δεν βυθίζεται στο πένθος, δεν χρειάζεται να βυθισθεί στο πένθος, δεν χρειάζεται να βυθισθεί στον Άδη, με την έννοια ότι είναι για την κόλαση, για τα κατάβαθα του Άδου, όπως αυτός, από το ένα μέρος λοιπόν αισθάνεται ότι σε κανέναν άλλο δεν αξίζει κάτι τέτοιο, όσο στον εαυτό του, και από το άλλο μέρος απολαμβάνει το έλεος του Θεού, απολαμβάνει τη χαρά του Θεού, ζει την αγάπη του Θεού, την ουράνια ζωή, όλα τα πνευματικά αγαθά που δίνει ο Θεός, απολαμβάνει τον ίδιο τον Θεό.
Αυτά είναι ακατανόητα για τον έξυπνο, για κείνον που θέλει να τα καταλάβει απλώς με το μυαλό το ανθρώπινο. Είναι ακατανόητα. Δεν μπορεί να τα καταλάβει. «Πώς μπορεί να είναι έτσι;» Ο άλλος όμως που ταπεινώνεται, ο άλλος ο οποίος πιστεύει, ο άλλος ο οποίος τα δέχεται -ο Θεός μιλάει, ο Θεός τα λέει έτσι, ο Θεός τα κάνει έτσι- αυτός λοιπόν ο οποίος και ταπεινώνεται και τα δέχεται, αυτός τα ζει. Όχι απλώς τα υποθέτει ότι είναι έτσι. Τα ζει, τα νιώθει, βλέπει καθαρά καθαρά ότι είναι έτσι, και δεν του μένει καμία αμφιβολία μέσα στην ψυχή.
Πολλά, πάρα πολλά, θα μπορούσαμε να πούμε, αδελφοί μου, εξ αφορμής αυτής της φοβερής φράσεως, αυτών των τριών λέξεων «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε», αλλά δεν θέλω να σας κουράσω. Σταματώ εδώ, και να παρακαλέσουμε την Παναγία, που μυήθηκε σ’ όλα αυτά τα μυστήρια και που είναι φορέας των μυστηρίων αυτών, να πρεσβεύσει και να μυήσει κι εμάς -ξέρει αυτή πώς- σ’ αυτά τα μυστήρια του Θεού.
———————————————
πηγή: π. Συμεών Κραγιόπουλου, ΣΥΝΑΞΕΙΣ ΤΡΙΩΔΙΟΥ Β΄ – Επιστροφή στον Παράδεισο, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 1999.
πηγή φωτογραφίας (Ρόδο το αμάραντο): doukasculture.com
Ομιλία που έγινε την Παρασκευή της Γ΄ Εβδομάδος των Νηστειών στις 31-3-1989 στην ακολουθία των Χαιρετισμών.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »




















