Παθαίνουμε κατάθλιψη λόγω υπερβολικής χρήσης του Facebook;
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Απριλίου, 2015
Αμερικανοί ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο υπερβολικός χρόνος που περνάει κανείς… στο Facebook συγκρίνοντας τον εαυτό του με τους άλλους σχετίζεται με τα συμπτώματα κατάθλιψης.
Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου “Η Πορεία της Ψυχής”
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Απριλίου, 2015
Το θέμα αυτό είναι πολύ μεγάλο και δεν μπορεί να πεις κανείς ότι θα το αναλύσει. Τα θέματα περί πνευματικής ζωής δεν έχουν απλώς ως εναρκτήριο στοιχείο τη λογική, δεν αρχίζουν από τη λογική. Γι’ αυτό ακριβώς, ως επί το πλείστον, όταν γίνεται συζήτησις για ένα πνευματικό θέμα το οποίο αναλύεται, καταστρέφεται, διότι δεν μπορεί να το συλλάβει η λογική.
Το θέμα μας είναι η πορεία της ψυχής. Όχι από τότε που αποφασίζει να ζήσει χριστιανικά, αλλά από τότε που αρχίζει να αντιμετωπίζει το πρόβλημα της πνευματικής πορείας. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η ψυχή βιούσα.
Επομένως το θέμα μας δεν είναι ούτε θεολογικό ούτε επιστημονικό ούτε δογματικό κτλ. Είναι καθαρώς πρακτικό, όπως αντιλαμβάνεσθε, και το συναντάμε μέσα στην καθημερινή μας πράξη. Όπως όταν ξέρεις ότι βαδίζοντας από εδώ για να πας στην Ομόνοια, θα περάσεις από εκεί, θα κάνεις τούτο, θα κάνεις το άλλο, έτσι ακριβώς και αυτό είναι απόρροια μιας πρακτικής ζωής και όχι μιας θεωρητικής ενατενίσεως των πραγμάτων. Γι’ αυτό μερικά πράγματα θα σας φανούν ίσως διαφορετικά, βεβαίως, σχετικά.
Λοιπόν, πότε μια ψυχή μπορεί να αρχίσει να σκέπτεται μια πνευματική ζωή; Πότε αρχίζει να σκέπτεται, προκειμένου να κάνει κάτι άλλο, ο,τιδήποτε; Τότε έχουμε την αφετηρία. Προσέξτε όμως αυτό που λέμε ότι σκέπτεται η ψυχή. Δανειζόμεθα το ρήμα σκέπτομαι εκ των κοινώς λεγομένων, διότι δεν σκέπτεται η ψυχή για την πορεία της. Βιοί μόνον κάτι. Και επομένως όταν λέμε πότε η ψυχή σκέπεται να αρχίσει κάτι, σημαίνει πότε δονείται η ψυχή από μια διάθεση να εγκαταλείψει τον τόπο εις τον οποίο είναι και να βρεθεί κάπου αλλού ή να ζήσει κάπως διαφορετικά.
Βλέπετε, οι όροι που χρησιμοποιούμε είναι όλοι εμφανείς. Όταν ομιλούμε περί οράσεως ή περί σκέψεως, περί αποφάσεως ή περί γνώσεως, απλώς χρησιμοποιούμε παρεμφερείς εκφράσεις του εξωτερικού μας κόσμου, οι οποίες όμως δεν αντιστοιχούν όντως με την πραγματική μας ύπαρξη και τα πνευματικά νοήματα.
Πότε μία ψυχή λέγει “πρέπει να ζήσω μία χριστιανική ζωή, πρέπει να ζήσω κάτι το διαφορετικό”; Όταν ήδη θα έχει αποκτήσει την αίσθηση ότι είναι μία εξωσμένη ψυχή, ότι είναι κάτι που εκτινάχθηκε και βρέθηκε έξω από τον τόπο της, έξω από τον παράδεισο, εις μίας υπερορίαν, εκτός των ορίων, τα οποία ήταν φτιαγμένα γι’ αυτήν την ίδια. Αυτό σημαίνει εξόριστος. Και όταν συνειδητοποιήσει αυτό και θυμηθεί την πατρίδα, τότε μπορεί να πει: “Πρέπει να πάω στην πατρίδα”.
Αυτή είναι η σκέψις: η ψυχή να ζήσει ζωή χριστιανική. Από εδώ αρχίζει. Όταν, δηλαδή θα νοιώσει αυτό που λέγει το Ευαγγέλιο “το μεσότοιχον του φραγμού” (Εφ. 2, 14), το μεσότοιχον το οποίο υψώθηκε ανάμεσα σε μας και στον Θεό και μας τον εχώρισε.
Επομένως όταν η ψυχή θα νοιώσει, θα αντιληφθεί ότι δεν έχει Θεόν, διότι εξορίσθηκε, δεν έχει πατρίδα, δεν έχει πατέρα, είναι μακράν του Δημιουργού, κάτι το εκτετιναγμένον μακράν, όπως είπα προηγουμένως, οπότε δεν έχει ουσιαστική επαφή με τον Θεόν, τότε μπορεί να πει μέσα στην εξορία: “Τρέφομαι μαζί με τους χοίρους εγώ και τρώγω βελανίδια . Θα γυρίσω στον πατέρα μου”.
Αλλά, ενόσω δεν νοιώθουμε έναν μεσότοιχο ανάμεσάς μας και στον Θεό, δεν νοιώθουμε ότι είμαστε εξόριστοι, δεν υπάρχει καν έναρξις σκέψεως για πνευματική ζωή.
Βλέπετε, από μια εποπτεία, όχι από μια ανάλυση, παράσταση αρχίζει η πνευματική ζωή. Αισθάνομαι τούτο εδώ, το νοιώθω ότι είναι τοίχος και δεν ξέρω τι γίνεται από πίσω.
Όταν λοιπόν η ψυχή θα αντιληφθεί την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτήν και στον Θεό – μία απόσταση που όσο κι αν φωνάξει δεν πρόκειται να ακουσθεί από τον Θεό – τότε θα αναλογισθεί ότι είναι πολύ αφελές να μην μπορεί αυτή να μιλήσει στον Θεό. Και θα ζητήσει να τον πλησιάσει, να τον φέρει κοντά της ή να πάει εκείνη κοντά στον Θεό.
Όταν η ψυχή θα νοιώσει αυτό που λέμε “απερριμένη”, ότι είναι κάτι το πεταγμένο – όταν θα δεις κάτι το πεταγμένο, θέλεις να το βάλεις στη θέση του-, όταν θα αισθανθεί η ψυχή, αυτή η ψυχή που μπορεί να την κατακλύζουν οι έπαινοι, οι καλακείες, οι αρετές πιθανόν, η αγνότης, η καθαρότης, πνευματικά ιδιώματα, οραματισμοί μεγάλοι, εφέσεις θεϊκές , αυτή η ψυχή, παρ’ όλα ταύτα, αν καταλάβει τελικά ότι είναι κάτι το πεταγμένο και που θα πρέπει να βρει τη θέση του μέσα στην ιστορία και μέσα στο κοινό σώμα της εκκλησίας, στο οποίο ανήκει, τότε μπορεί να πει: “Θα αναζητήσω τον τόπο μου”.
Επομένως η πνευματική ζωή αρχίζει από την αίσθηση της εξώσεως, της υπερορίας, του υψώματος το οποίο έχει ενώπιόν της, και από την διάθεση να πάψει να είναι κάτι το πεταγμένο. Εφ’ όσον δεν έχει αυτήν την αίσθηση, δεν αρχίζει ποτέ τίποτε. Μπορεί να ζει χριστιανική ζωή, αλλά κατά το λεγόμενον, κατά το δοκούν, κατά τον λόγον, κατά την αντίληψη του νοός μπορεί να ζει χριστιανική ζωή. Εφ’ όσον όμως δεν υπάρχει αυτή η δυνατή αίσθησις, δεν βάλαμε ακόμη καμία αρχή. “Ευλογητός ο Θεός” δεν βάλαμε στη ζωή μας. Είμεθα ακόμη πολύ μακριά, για να φθάσομε στο σημείο να βάλομε το “Ευλογητός” του Μεσονυκτικού – όχι του όρθρου-, για να πάμε εν συνεχεία στη θεία Λειτουργία, που θα μας ενώσει με τον Θεό κατ’ εικόνα.
Το πρώτο λοιπόν, στοιχείο που χρειάζεται ως εναρκτήριο είναι αυτή η αίσθησις.
Έχομε τώρα την τιναγμένη ψυχή, την πεταγμένη ψυχή που είναι εγκλωβισμένη μέσα σε τέσσερις τοίχους και δεν βλέπει τίποτε. Αυτή η ψυχή σκέπτεται να σπάσει τον φραγμό αυτό, να σπάσει τους τοίχους στους οποίους ζει και να ενωθεί με τον Θεό. Πώς θα πρέπει να προχωρήσει;
Δεν υπάρχει πρέπει. Δεν υπάρχουν πρέπει στην χριστιανική ζωή. Το πρέπει είναι απόρροια του νοός. Το πρέπει το βγάζω ως λογικό συμπέρασμα εγώ, ότι εφ’ όσον το Ευαγγέλιο λέγει έτσι και αφού ο Χριστός είπε εκείνη την παραβολή και έκανε εκείνο το θαύμα και είπε “μακάριοι” οι τάδε, άρα πρέπει εγώ αυτό να κάνω ακριβώς.
Το πρέπει δεν συγκινεί. Το πρέπει σου δίνει την αίσθηση της σκλαβιάς, σε κάνει να μην θέλεις να προχωρήσεις. Το πρέπει δεν υποκινεί τον Θεόν ούτε την καρδιά ούτε τίποτε. Το πρέπει αναφέρεται μόνο στην ανθρώπινη βούληση, στην ανθρώπινη ένταση, η οποία πάντοτε ξέρομε ότι είναι κάτι το οποίο σπάει πάρα πολύ εύκολα.
Το πιο εύθραυστο πράγμα είναι η ανθρώπινη καρδιά με όλες της τις βουλήσεις και με όλες της τις εντάσεις. Εκεί που σε αγαπώ, μπορεί να σε μισήσω. Εκεί που σε μισώ, μπορεί να σε ερωτευτώ. Εκεί που σε κατηγορώ, μπορεί να καταλάβω ότι είσαι ο υπ’ αριθμόν άλφα άνθρωπος του κόσμου. Εκεί που σε ανυψώνω, σε στέλνω μέσα στην κόλαση . Εκεί που λέγω θα γίνω “άγιος”, εκεί μπορεί αμέσως να γίνω ένας σατανάς.
Πρέπει δεν υπάρχει. Δεν μπορώ να πω: “Τι πρέπει να κάνω τώρα;”. Θα πρέπει η ψυχή μόνη της να προχωρήσει στην εποπτεία της, στην αίσθησή της.
Προχωρούμε από την εικόνα την οποία έχομε μπροστά μας. Ο άνθρωπος είναι πλέον διωγμένος από τον παράδεισο , η ψυχή είναι εξωσμένη. Αυτό που καταλαβαίνει, όταν είναι έξω, είναι ο πόνος τον οποίον έχει. Με πόνο θα γεννήσεις, με πόνο θα τρυγήσεις τους καρπούς της γης, με πόνο θα σπείρεις, ο,τιδήποτε θα κάνεις θα είναι με πόνο.
Ο πόνος όμως αυτός αρχίζει από πότε; Από την ώρα της ηδονής. Η οδύνη αρχίζει από την ηδονή. Η ηδονή αρχίζει από πότε; Από την στιγμή που βρέθηκε ο άνθρωπος γυμνός. Θυμηθείτε τον Αδάμ μέσα στον παράδεισο. Έφαγε τον καρπό. Την ώρα που ήδη σκέφθηκε να δοκιμάσει τον καρπό, είχε γυμνωθεί. Η Εύα ήταν ήδη γυμνή, αλλά δεν είδε την γύμνωσή της και την γύμνωση του Αδάμ παρά μόνο όταν είχε φάει τον καρπό. Αλλά ήδη η γύμνωση είχε γίνει. Αλλοιώς δεν θα μπορούσε να φάει τον καρπό. Η τροφή αυτή και η αίσθηση της ηδονής της απεκάλυψαν την γύμνωση την δική της και την γύμνωση του Αδάμ.
Προσέξτε, διότι έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία η πορεία της ψυχής.
Επομένως αρχίζομε από τον πόνο, ο πόνος έχει άμεση σχέση, όπως είπαμε, με την γύμνωση. Θα πρέπει να καταλάβει η ψυχή ότι είναι μία γυμνή ψυχή, ότι δεν είναι απλώς κάτι το πεταγμένο αλλά είναι κάτι το γυμνό. Να καταλάβει πλέον ότι δεν είναι τίποτε. Τι ήταν ο Αδάμ και η Εύα; Ήταν ας το πούμε έτσι, οι συμπεριπατούντες με τον Θεόν, ήταν ομόσκηνοι του Θεού, ήσαν σύντροφοι του Θεού, συνοδοιπόροι , συνέκδημοι του Θεού.
Και μέσα σε μια στιγμή ο Αδάμ και η Εύα γίνονται ένα τίποτε, ένα εξουθένωμα, τέτοιοι που ένα φίδι να μπορεί να τους περιγελά και η φύσις η φθαρτή, στην οποία είχε δώσει ονόματα και την εξουσίαζε ο Αδάμ και η Εύα, να μπορεί να επανίσταται εναντίον τους. Και το πιο τρεμουλιάρικο πλάσμα μέσα στην ιστορία γίνεται ο άνθρωπος.
Είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος ο γυμνός κάτι το ανύπαρκτο. Είναι ένας ουδείς και έχει την αίσθηση της γυμνότητας. Θα λέγαμε την αίσθηση της αμαρτίας του, του ότι είναι αμαρτωλός. Όχι να πει ότι είμαι αμαρτωλός, όχι ότι πρέπει να εξομολογηθώ, πρέπει να ομολογήσω την αμαρτία μου, αλλά η ψυχή να ζήσει την αμαρτία της.
Είδατε, ο Αδάμ και η Εύα ήσαν γυμνοί προηγουμένως. Δεν είχαν αισθανθεί όμως ποτέ την γύμνωσή τους. Όταν αμάρτησαν, είδαν ότι είναι γυμνοί και ντύθηκαν. Το ένοιωσαν ότι ήσαν γυμνοί. Έτσι και η ψυχή να νοιώσει ότι είναι γυμνή από αρετή, από αγιότητα, από θεότητα. Ότι είναι μέσα στην αμαρτία ριγμένη, είναι ντυμένη με τα φύλλα τα δικά της, με τα φύλα της αμαρτίας.
Λοιπόν; Θα μπορέσει η ψυχή να νοιώσει αυτή την αμαρτία; Δεν μπορώ να σου πω: “Νοιώσε την αμαρτία!”. Δεν μπορώ να σου το επιτάξω. Είναι μία ενέργεια, ένα διάβημα της ίδιας της ψυχής. Αν η ψυχή δεν καταλάβει, αν η ψυχή δεν το χωρέσει, αν η ψυχή δεν θελήσει να το καταλάβει, ουδεμία δύναμις υπάρχει, ούτε και ο Θεός ακόμη, που να μπορεί να την κάνει να το νοιώσει. Μπορεί να εξομολογείται, μπορεί να διαβάζει, μπορεί να προσεύχεται, μπορεί να χύνει δάκρυα, είναι δυνατόν όμως όλα αυτά να γίνονται χωρίς καμία αίσθηση της αμαρτίας.
Όταν θα αποκτήσει η ψυχή την αίσθηση αυτήν της γυμνότητος και θα πει: “Γυμνός είμαι, πρέπει να ντυθώ”, τότε έρχεται μέσα η ανάγκη της μετάνοιας, δηλαδή του ντυσίματος. Αλλά, για να φθάσομε στην μετάνοια, είναι ένα πρόβλημα άλλο. Άλλο είμαι γυμνός και άλλο ετοιμάζω φόρεμα να φορέσω. Πόρρω απέχουν το ένα από το άλλο.
Η ώρα που θα αισθανθώ – η ώρα αυτή μπορεί να είναι χρόνια, μπορεί να είναι στιγμή – ότι είμαι γυμνός, είναι η πιο κρίσιμη καμπή της ζωής μου, διότι ένα από τα δύο θα γίνει: ή θα σηκωθώ και θα ντυθώ, ή θα μείνω γυμνός. Δηλαδή, ή θα συνεχίσω και θα παρουσιασθώ ενώπιον του Θεού γυμνός και θα πω “ήμαρτον”, ή θα κάνω ό,τι έκανε ο Αδάμ και η Εύα: θα κρυφθώ. Και όταν θα πει ο Θεός: “Αδάμ που εί;”, θα πω: “Κρύφθηκα, γιατί ήμουν γυμνός”. Και όταν θα παρουσιασθώ ενώπιόν του, θα δει τα φύλλα της συκής.
Πώς μπορεί να γίνει αυτό το κρύψιμο; Αυτό το κρύψιμο μπορεί να γίνει με χίλιους δυο τρόπους. π.χ. μία στάσις μειονεκτική. Είναι φοβερό όταν ανακαλύψω ότι είμαι ένα τίποτε. Ξέρεις, από εκεί που νόμιζες ότι είσαι σπουδαίος και μεγάλος, από εκεί που σε προσκυνούσαν οι άνθρωποι, από εκεί που νόμιζες ότι φθάνεις τα ουράνια, από εκεί που ήσουν ο ταλαντούχος, ο υπέροχος, ο όμορφος, ο χαριτωμένος, δεν ξέρω τι, να αναγνωρίσεις ότι είσαι γυμνός, ότι είσαι ένα τίποτε. Θέλει δύναμη για να το παραδεχθείς αυτό. Θέλει πολλή δύναμη. Μα δεν μπορούμε να παραδεχθούμε ούτε μιαν ασχήμια που έχομε, δεν παραδεχόμεθα ένα ελάττωμα, μίαν αποτυχία μας, ένα σφάλμα μας, ένα συγκεκριμένο αμάρτημα το οποίο κάνομε και το καλύπτομε με ένα ψέμα, εν συνεχεία το ψέμα με ένα δεύτερο ψέμα, με ένα τρίτο ψέμα. Μπορεί λοιπόν, να είναι μία μειονεκτική στάσις και αντιμετώπισις, μία αδυναμία να ομολογήσω την γυμνότητά μου, μπορεί να είναι μία δικαιολόγησις, μπορεί να είναι μία επικάλυψις με κάτι άλλο. Να πω ένα παράδειγμα το οποίο θα είναι εξωτερικό. Δεν μπορώ να πω κάτι το εσωτερικό, διότι αυτό είναι κάτι το πολύ βαθύ.
Σε σηκώνει η καθηγήτριά σου για μάθημα και σε γιουχαΐζουν οι συμμαθήτριες, διότι δεν λες τίποτε. Σηκώνεσαι από το μάθημα, φεύγεις αμέσως, πηγαίνεις στο σπίτι σου, στέκεσαι ενώπιον του καθρέπτου, ετοιμάζεσαι, μακιγιαρίζεσαι… Μα δεν είναι κανείς, δεν σε βλέπει κανείς! Ναι, μα την ώρα εκείνη μπροστά στον καθρέπτη που είσαι μόνη σου, ο εαυτός σου που είναι το παν για σένα πληροφορείται ότι “εγώ, που με γιουχάισαν, εγώ είμαι τόσο όμορφη!”.
Μπήκε αμέσως το αντιστάθμισμα στην αδυναμία μου, την οποίαν μου απεκάλυψαν η καθηγήτριά μου και οι συμμαθήτριές μου. Την ώρα εκείνη που στέκομαι στον καθρέπτη, δεν στέκομαι στην γυμνότητά μου, στην αδυναμία μου να πω μάθημα, αλλά στέκομαι στο προσόν μου, στην ομορφιά μου την τεχνητή, την μακιγιαρισμένη ή την αληθινή εξωτερική. Μπορεί να είναι ομορφιά και ψυχική, μπορεί να είναι διανοητική, πνευματική, όπως λέμε σήμερα εμείς, δεν παίζει ρόλο. Πάντως είναι ένα υποκατάστατο αυτής μου της γυμνότητος.
Μπορεί ακόμη να είναι ένα κρύψιμο από εμένα τον ίδιο. Δηλαδή, ενώ είμαι γυμνός, να ζω σαν να μην είμαι γυμνός και να έχω μία διπλή ζωή. Ή μπορεί να αρνούμαι να προχωρήσω ωσάν να μην ήμουν γυμνός. Αυτό είναι πολύ φοβερότερο. Αυτό είναι μία απώθησις, μία απώθησις μιας τραγικής πραγματικότητος, που θα με οδηγήσει κάποτε σε ένα τραγικό αποτέλεσμα.
Γεμάτη η ζωή από τέτοιους ανθρώπους, οι οποίοι το ξέρουν ότι είναι αμαρτωλοί, ότι είναι γυμνοί και βαδίζουν πολλάκις διαπράττοντας εκείνα τα οποία μισούν και τα οποία σιχαίνονται και τα οποία ξέρουν πως είναι κατώτερα, και οι οποίοι γνωρίζουν πώς πρέπει να ξεπεράσουν αυτήν την κραυγή της συνειδήσεώς τους, που τους είναι κάτι το φοβερό.
Το άλλο που θα μπορεί να κάνει η ψυχή είναι να παραδεχθεί και να πει: “Εγώ θα μεριμνήσω για την γυμνότητά μου. Εγώ θα αναγγείλω την αμαρτία μου, θα ομολογήσω την αμαρτία μου, την γυμνότητά μου. Και όπως είμαι γυμνός, έτσι θα παρουσιασθώ ενώπιον του Θεού. Θα του πω: “Ντύσε με Συ”. Αυτό χρειάζεται, καταλαβαίνετε, πάρα πολύ μεγάλη δύναμη. Χρειάζεται μίαν αυθεντικότητα εσωτερική, για να μπορέσω να βγω ενώπιον του Θεού σαν να μην υπάρχει τίποτε άλλο. Ποιο θα είναι το μέτρο το οποίο θα με πάει από εδώ ή από εκεί; Αυτό που το ονομάζουμε εγωισμός. Όχι εγωισμός με την έννοια της αμαρτίας αλλά με την έννοια της πλάστιγγος, αυτής της ζυγαριάς που είναι μέσα μας και που λέγεται εγώ.
Θυμηθείτε τον άγιο της Ιππώνος, τον ιερό Αυγουστίνο. Πόσα χρόνια υπέφερε και ήθελε να μετανοήσει! Γιατί; Ερχόταν σε σύγκρουση με το εγώ του. Πότε έβαζε το εγώ μπροστά στη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία του έκλεινε το δρόμο. Πότε έμπαινε μπροστά η αίρεσις, όπως ο Μανιχαϊσμός, σαν γνώσις. Η γνώσις έμπαινε μπροστά, γινόταν ένα κάλλυμα που του σκέπαζε την γυμνότητα. Όταν έσκυψε, όταν ταπεινώθηκε, τότε βαπτίσθηκε μαζί με το νέο παιδί του. Τότε απεκάλυψε την γυμνότητά του και τότε ενεδύθη το ένδυμα της δικαιοσύνης, που του εφόρεσε ο ίδιος ο Θεός. Κατόπιν, βλέπετε, έγινε και επίσκοπος!
Είναι, λοιπόν, αυτή η πλάστιγγα αυτό το οποίο εμείς το λέγομε εσωτερική διάθεσις. Η διάθεσις, το υπομόχλιο αυτό, είναι το εγώ μου. Πάνω σε αυτό στηρίζομαι. Τι θα θελήσει το εγώ; Να στηρίξει τον εαυτό μου ή να αρνηθεί τον εαυτό του, το “απαρνησάσθω”, που λέγει ο Χριστός; Είναι η στιγμή που θα απαρνηθώ ή θα δεχθώ τον εαυτό μου, τον κατώτερο εαυτό μου.
Λοιπόν, ή γυμνός ή θα ράψω φύλλα συκής. Εάν θα μείνω γυμνός – προσέξτε να δείτε -, όταν θα παρουσιασθώ γυμνός ενώπιον του Θεού, τότε αρχίζει ένα τρίτο στάδιο της πορείας της ψυχής.
Ακόμη δεν μπήκαμε στην πορεία της. Ακόμη έχομε τις προϋποθέσεις, έχομε τις προετοιμασίες, για ν’ αποφασίσει η ψυχή να ζήσει μία ζωή χριστιανική. Έχομε τώρα την έναρξη αυτής της πορείας. Αυτή η πορεία είναι μία ανωστική, είναι μία άνω ωθούσα δύναμις, ή καλύτερα, είναι μία επιστροφική κίνησις, είναι πλέον μία εκτίναξις της ψυχής, την οποία την κάνει μόνη της. Πώς, όταν μου πεις κάτι που θα με θίξει, αμέσως τινάζομαι και αντιδρώ χωρίς να το σκεφθώ; Έτσι και εδώ, είναι μία εκτίναξις του είναι μου. Μια στιγμιαία, μια πηγαία, μία εσωτερική αντίδρασις.
Η ψυχή, επομένως, πρέπει να κάνει μίαν τοιαύτη εκτίναξη του είναι της. Είναι επιστροφική θα πει: να επιστρέψει εκεί απ’ όπου εξήλθε, να επιστρέψει εις τας χείρας του Θεού, να επιστρέψει μέσα στην πτωχεία της. Θα μου πείτε: “Πτωχός ήταν ο άνθρωπος στον παράδεισο;”.
Θυμηθείτε τον πρωτόπλαστο. Ήταν πλούσιος, είχε τα σύμπαντα δικά του. Του λέγει ο όφις: “Τι σου είπε ο Θεός; Να κάνεις έτσι και έτσι, να μη φας από το καρπό για να γίνεις θεός; Αν θες να γίνει θεός, αν θες να κατακτήσεις τον ορίζοντα, να φας από τον καρπό αυτόν”.
Του δεικνύει έναν άλλο δρόμο. Αναγκάζεται τώρα η ψυχή να αναγνωρίσει ότι είναι πολύ πτωχή μπροστά στη σοφία ενός όφεως και τρώγει, για να γίνει πλουσία, για να γίνει θεός! Εις την θέση αυτήν βρίσκεται τώρα και η δική μας ψυχή, μόλις έφαγε τον καρπό, μόλις κατάλαβε ότι έτρωγε τον καρπό. Θα πρέπει, λοιπόν, τώρα η ψυχή να επιστρέψει εις την προτέρα πτωχεία της. Δηλαδή εκεί που ενόμιζε ότι ήταν πτωχεία, να καταλάβει ότι η πτωχεία της ήταν η ομορφιά της, ήταν η θεότητά της, ήταν ο προθάλαμος για τον ουρανό. Θα κάνει επιστροφική κίνηση. Ας το πω διαφορετικά: θα κάνει μίαν κυκλική κίνηση.
Τι σημαίνει κυκλική; Γιατί λέγω κυκλική; Μία κίνησις μπορεί να είναι ευθεία. Μία ευθεία όμως είναι μεν ταχυτέρα πάσης οδού, αλλά σε απομακρύνει. Μπορεί επίσης να είναι μία τεθλασμένη κίνησις. Μπορεί να είναι μία κυκλική, που σε φέρνει πάλι στον εαυτό σου. Σε κυκλώνει. Οπότε η κίνησις αυτή η κυκλική, αφ’ ενός μεν έχει την τάση της ψυχής προς τα έξω, αφ’ ετέρου όμως σε επαναφέρει πάλι σε σένα.
Επομένως, έχομε την κίνηση της επιστροφής, της απωθήσεώς μας, για να ξαναπάμε εκεί απ’ όπου είχαμε εκτιναχθεί, και γι’ αυτό είμεθα πάλι μέσα στον εαυτόν μας. Δεν ξεφεύγομε από τον εαυτόν μας. Όπως είναι η απώθησις, που λέγαμε προηγουμένως, όπως είναι υποκατάστασις όλα εκείνα τα μέσα που χρησιμοποιούμε, όπως είναι η ένδυσις δι’ άλλων πραγμάτων: της σοφίας, της δυνάμεως, της γνώσεως, των σχεδίων μας, της αρετής μας. Όλα αυτά είναι επικαλύμματα, είναι φυγή από τον εαυτόν μας.
Η κυκλικότης μάς κρατάει μέσα στο πλαίσιο του Θεού και ταυτόχρονα είμεθα πάλι μέσα στην δική μας την ζωή. Γι’ αυτό την ονόμασα επιστρεπτική, διότι μας επιστρέφει. Και κυκλική, διότι μένομε στον πραγματικό εαυτόν μας, μένομε στο δικό μας το είναι.
Αρχίζομε από εκεί που μας ενδιαφέρει. Η ψυχή μένει καθ’ εαυτήν. Μένει – προσέξτε – μόνη της, χωρίς τον Θεόν. Όταν κάνει κυκλική στροφή, έχεις την τάση να φύγεις προς τα έξω – φυγόκεντρος κίνησις -, από εκεί απ’ όπου είχες εκτιναχθεί. Τελικώς, όμως επειδή είσαι γερά δεμένος, παραμένεις εκεί πάλι , γύρω από τον εαυτόν σου. Αυτό μας ενδιαφέρει: μακριά από τον Θεόν, να μείνω με τον εαυτόν μου, για να ιδώ την γύμνωσίν μου, την οποίαν, όπως λέγαμε, πρέπει να κατανοήσω προηγουμένως.
Αυτή τώρα η τάσις της επαναστροφής στον εαυτόν μου, αυτή η επιστρεπτική κίνησις, αυτή η κυκλική κίνησις, αυτή η πορεία της αναγνωρίσεως της γυμνότητός μου, ας το πούμε έτσι, μου δημιουργεί μίαν άλλη τάση: την τάση της φυγής. Δηλαδή όταν στέκομαι στον εαυτόν μου, θέλω να τον περιποιηθώ πλέον, να απασχοληθώ μαζί του. Πού απασχολείσαι καλύτερα, μέσα στον θόρυβο ή μέσα στην ησυχία; Όταν σε κοιτάζουν όλα τα μάτια ή όταν είσαι μόνος σου; Προφανώς μέσα στην απομόνωση.
Η ψυχή, λοιπόν, η οποία φθάνει στο στάδιο αυτό και επιθυμεί την επιστροφή δια μιας φυγής, έχει μίαν ισχυρά τάση προς την φυγή. Έχει μίαν ισχυρά έλξη από έναν άλλον πόλο.
Η φυγή αυτή μας πάει στο χαρακτηριστικό της ξενιτείας. Για να φύγω από εδω μέσα, πρέπει να σας ξεχάσω, να γίνω ξένος από εσάς. Οπότε το αίσθημα, η έλξις, η διάθεσις, η ροπή, η τάσις της φυγής μάς φέρνουν στην ανάγκη της ξενιτείας, διότι δεν γίνεται άνευ ξενιτείας, όπως αντιλαμβάνεσθε καμία φυγή. Η αίσθησις, η ανάγκη, η τάσις πάλι της ξενιτείας θα με οδηγήσει στην αίσθηση της μονώσεως. Της μονώσεως όχι της ψυχικής αλλά της πραγματικής, της πνευματικής. Διότι η ψυχική απομόνωσις είναι πλασματική απομονώσις.
Όταν είμαι στην ψυχική απομόνωση, λέγω ότι κανείς δεν με αγαπά, κανείς δεν με σκέπτεται, κανείς δεν με προσέχει κτλ. Είμαστε όλοι μαζί και εσύ σκέπτεσαι: “Είδες; Καθόλου δεν κοίταξε εμένα. Ενώ κοιτούσε συνεχώς τις άλλες”. Ψυχική απομόνωσις. Είναι μία κατάστασις, είναι μία ψευτιά, είναι μία ψευδαίσθησις. Με ψευδαισθήσεις δεν μπορεί να τραφεί η ψυχή. Διότι η ψευτιά είναι πάλι μία απόκρυψις του πραγματικού μας εαυτού. Είναι ένα φύλλον συκής.
Η πραγματική απομόνωσις είναι η πνευματική, μόνος εγώ με μόνον τον Θεόν. Παύεις να έχεις για μένα εσύ σημασία. Μα δεν με ενδιαφέρει αν δεν με σκέπτεσαι, αν με αγαπάς. Δεν με ενδιαφέρει καν αν υπάρχεις πλάι μου εσύ. Με ενδιαφέρει μόνον ο εαυτός μου, όχι με την έννοια που λέγαμε στην αρχή, αλλά με την έννοια την πραγματική: για να ανακαλύψω την γυμνότητά μου.
Εγώ ενώπιον του Θεού. Εγώ και συ, Θεέ μου. Αλλά για να επιτύχω αυτήν την πραγματική απομόνωση, που είναι βασικό στοιχείο πνευματικής ζωής – δεν μπορώ να γίνω άγιος, άμα δεν γίνω μόνος, απομονωμένος – , πρέπει να κάνω μίαν φυγή, πρέπει να πετύχω την αποξένωση, όπως λέγαμε προηγουμένως, την ξενιτεία. Ο σκοπός μας είναι να γνωρίσω τον Θεόν και να μείνω μόνο μόνω τω Θεώ. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι το εύκολο, διότι έχομε μάθει να ζώμεν με αισθήσεις σωματικές και πρέπει τώρα να ζώμεν και να νοιώθωμε με αισθήσεις νοερές, πνευματικές. Αυτό για να γίνει, για να γίνει δηλαδή μία μετάνοια, μία ανακαίνισις, ένα ξανακαινούργωμα, μία πέρα για πέρα αλλαγή μέσα στην ψυχή μου, εγώ ο ίδιος να γίνω κάτι το άλλο, ένα καινόν πράγμα, πρέπει να νοιώσω τον Θεόν.
Όταν λέμε τώρα – προσέξτε – φυγή, είπαμε ότι η φυγή αυτή είναι κάτι το ουσιαστικό, δεν είναι κάτι το τοπικό. Αλλά ο άνθρωπος επειδή είναι αισθητός, έχει και την τάση της αισθητής φυγής, διότι νοιώθει ότι, όταν τον βλέπουν, όταν γίνεται θόρυβος, όταν είναι με άλλους, είναι πιο δύσκολο να νοιώσει μόνος. Οπότε, αφού είναι αυτό πιο εύκολο στην απομόνωση την τοπική, μέσα στην ερημία, θα πει: “Διατί ουχί μάλλον αναχωρώ δια την ερημίαν και ησυχίαν; Διατί, λοιπόν, αφού είναι πιο εύκολο εκεί, να μην πάω εις την ησυχίαν;”. Εντεύθεν η τάσις της μοναστικής ζωής, που έρχεται τόσο αυθόρμητα σε μίαν ψυχή, όταν σκεφθεί τον Θεόν.
Συνήθως την τάση προς την ερημία την θεωρούν οι άνθρωποι σαν κάτι το επικίνδυνο, διότι μπορεί να παραπλανηθεί ο άνθρωπος και να θρέψει μέσα του ιδέες φανταστικές και πράγματα που δεν μπορεί να τα κάνει. Τίποτε. Ο άνθρωπος που δεν θα σκεφθεί την φυγή κάποτε, ακόμη και με την ειδική έννοια του μοναχισμού, σημαίνει ή ότι είναι άρρωστος ή ότι ουδέποτε ουσιαστικά απησχολήθη με την ψυχή του. Κάποιος που θα απασχοληθεί έστω και επί πέντε λεπτά με τον Θεόν, να είσθε βέβαιες ότι το πιο πολύ διάστημα των πέντε λεπτών θα είναι σκέψεις να πάει στο μοναστήρι. Έτσι είναι. Είναι η ψυχή που σκέπτεται, είπαμε, τον εαυτόν της, αγαπά την άνεσή της και εκεί ευρίσκει την άνεσή της να επικοινωνήσει με Αυτόν τον οποίον ζητεί, που θέλει να τον ανακαλύψει, τον Θεόν δηλαδή.
Τελικώς, μπορεί να αρνηθεί αυτήν την φυγή την τοπική. Δεν θα αρνηθεί όμως, εφ’ όσον θα συνεχίσει να ζει ζωή ανάγουσα εαυτήν, δεν θα αποφύγει την φυγή την ουσιαστική , την φυγή την τροπική, την φυγή την βιοτική.
Μπορεί να ζήσει, λοιπόν, ο άνθρωπος αυτός με μίαν τροπική φυγή; Μπορώ να ζήσω μέσα στον κόσμο αυτόν, να ζήσω μία ζωή σαν αυτή που λέμε τώρα; Οπωσδήποτε μπορώ, μονάχα, όπως λέγει ένας Πατήρ πολύ ωραία, “δυνατόν μεν ουν αλλά μετά πλείστης όσης δυσκολίας”. Το λέγει για κάτι το παρεμφερές. Οπωσδήποτε, “αλλά μετά πλείστης όσης δυσκολίας”.
Επομένως, όπως βλέπετε, η απομόνωσις, η ερημία δεν είναι κάτι που γίνεται δια τον Θεόν. Δεν έχει αξία το θέμα, αν θα είμαι στο μοναστήρι ή θα είμαι στον κόσμο. Έχει αξία για μένα. Εξυπηρετεί το εγώ μου, την τάση της ιδικής μου ευκολίας, της ανέτου δρομής μου, του τρεξίματός μου προς τον Θεόν. Εφ’ όσον έχω μίαν κάποιαν οιασδήποτε μορφής ξενιτεία – ουσιαστική ή μερική – , αποξενούμαι από τους ανθρώπους νοιώθοντας κάπως τον Θεόν.
Αυτή η ανάγκη της αποξενώσεώς μου, η αρχική αποξένωσις, η αρχική ξενιτεία, η αρχική απομόνωσις από τους ανθρώπους με κάνει να νοιώσω ότι δεν μπορώ να στηριχθώ έτσι. Χρειάζομαι τον Θεόν. Τον Θεόν δεν τον έχω ακόμη. Οπότε οδηγούμαι στην ανάγκη της ζητήσεως του Θεού. Θυμάσθε το προηγούμενο στάδιο: η αίσθησις της γυμνότητος με οδηγεί στην μετάνοια. Με κάνει νά θελήσω την μετάνοια. Ακόμη όμως ούπω μετάνοια. Προχωρώ στην επιστρεπτική και κυκλική τάση. Αυτή η τάση με οδηγεί στην ανάγκη της ζητήσεως του Θεού. Αλλά ακόμη ούπω ζήτησις Θεού. Ακόμη δεν μετενόησα. Πώς θα ζητήσω τον Θεόν; Είναι, βλέπετε, ο αγώνας της ψυχής, είναι το τιτάνιο αυτό πάλαισμα, το οποίο έχει αρχίσει να κάνει, για να ξαναμπεί πάλι στον παράδεισο. Το επιποθώ, προχωρώ, νίκησα την δυσκολία εκείνη αν θα ντυθώ με φύλλα συκής και θα κρυφθώ ή θα πω: “Θεέ μου, γυμνός είμαι. Ήμαρτον σε σένα. Σε θέλω”. Το ξεπέρασα, προχωρώ. Συλλαμβάνω τώρα πλέον, κυοφορώ την έννοια πλέον της ζητήσεως του Θεού. Τι θα κάνω;
Είμαστε τώρα δύο: εγώ και ο Θεός. Εγώ και ο Θεός είμεθα μακριά ακόμη. Έχω αμαρτήσει, έχω χωρισθεί από τον Θεόν, αλλά εγώ ζητώ τον Θεόν. Ο Θεός με αγαπά και ζητεί εμένα. Έχομε, λοιπόν, μίαν – από διαφορετικό πόλο – ροπή του Θεού προς εμένα και εμού προς τον Θεόν.
Εγώ τι μπορώ να κάνω για τον Θεόν; Δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Ακόμη ούτε να τον ζητήσω μπορώ, ακόμη ούτε να μετανοήσω μπορώ. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι αυτό που το λέμε σήμερα εμείς αγώνα. Αλλά, αν το αγώνας δεν σημαίνει τίποτε, ας το ονομάσουμε πιο σωστά άσκησις. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι η άσκησις, ανάλογα με τον τόπο μου, με τον τρόπο της ζωής μου, με την ψυχοσύνθεσή μου, με τις δυνάμεις μου, με την χωρητικότητά μου, ανάλογα με τις προϋποθέσεις της ψυχής μου και τις προδιαθέσεις της. Ανάλογα με την ιστορία μου, με την κληρονομικότητά μου, ανάλογα με τις δωρεές τις οποίες έχω. Πάντως οπωσδήποτε η άσκησις.
Θυμάσθε ότι από την ηδονή άρχισε η οδύνη. Εκείνη η οδύνη όμως ήταν χωρίς την θέληση. Αυτήν την οδύνη πρέπει να την ασπασθώ τώρα εγώ, για να φθάσω πάλι στην ηδονή. Διότι ο άνθρωπος πλάσθηκε για την ηδονή. Μπήκε ο άνθρωπος μέσα σ’ έναν παράδεισο τρυφής. Ζητώντας την ηδονή ζήτησε αυτό που του είχε πει ο Θεός να ζητάει και να ζει. Το κακό είναι ότι το ζήτησε στραβά. Αντί για την ηδονή βρέθηκε μέσα στην οδύνη. Και δίδεται ένα κακέκτυπο της ηδονής που είχε, το οποίο ονομάζεται γάμος.
Το θέμα τώρα είναι από την οδύνη στην οποία περιέπεσα, να ρθω σε κείνο που ζητούσα, να φθάσω στην ηδονή, να φθάσω πάλι στην εντρύφηση, να φθάσω στην τρυφή. Αυτό στο οποίο ακουσίως περιέπεσα, θα το κάνω τώρα δικό μου, διότι είναι αυτό που είχα στο χέρι μου. Ούτε Θεόν έχω ούτε δύναμη έχω ούτε τίποτε. Είμαι ένα σπασμένο πράγμα. Μπορώ να πονέσω μόνον. Θα κάνω, λοιπόν, την άσκηση.
Τι είναι αυτή η άσκησις; Είναι ο τρόπος με τον οποίο πηγαίνω εγώ ο άνθρωπος να εφελκύσω την προσοχή του Θεού, όπως όταν φωνάζεις: “Γέροντα, Γέροντα!” ή κτυπάς την πόρτα, κάνεις ένα θόρυβο, θέλεις να σε προσέξω, και ντύσεσαι κάπως διαφορετικά, πας να κάνεις κάτι να μου ελκύσεις την προσοχή. Είναι ο τρόπος ελκύσεως της προσοχής της Θεού. Δηλαδή, έχει ανάγκη από αυτά ο Θεός; Όχι βέβαια. Αλλά είναι αυτό που μπορώ να κάνω σήμερα εγώ. Και ο Θεός θέλει να κάνω αυτό που μπορώ.
Είναι ο ευτρεπισμός μου, λοιπόν, είναι η προετοιμασία μου, για να μπορέσω να ζητήσω, να θελήσω, να επιποθήσω, να αγαπήσω και να δεχθώ τελικώς τον Θεόν. Είμαστε δηλαδή πολύ μακριά. Κάνομε τώρα την προετοιμασία, όπως κάνομε το σκούπισμα, διότι θα ρθει ο γέροντας.
Κάνομε τα προοίμια της προετοιμασίας. Εκφράζω έτσι την διάθεσή μου με την ψυχρότητα που υπομένω, με την γυμνότητά μου, με τον βούρκο μου, ομολογώντας όμως την γυμνότητά μου. Αλλοιώς – γυρίζω πάλι πίσω – θα χανόμουν. Εκφράζω τον πόθο μου προς τον Θεόν. Είναι η κραυγή μου, η άσκησις.
Έχομε τώρα και τη θεία χάρη. Η θεία χάρις τι είναι; Είναι η ενέργεια του Θεού. Η θεία χάρις δεν είναι η φύσις του Θεού.
Παρακαλώ, προσέξτε, γιατί δεν κάνομε τώρα ούτε δογματική ούτε θεολογία. Κάνομε μόνον, είπαμε, μία πορεία. Εκφράζομε τώρα μία ιστορία της ψυχής μας, εκφράζομε τον αγώνα μας τον πρακτικό. Έχει σημασία αυτό που λέμε.
Η θεία χάρις δεν είναι ουσία, διότι ο Θεός είναι αμέθεκτος ως ουσία, είναι απρόσιτος ο Θεός, είναι υπερβατικός ο Θεός. Δεν είναι τίποτε απολύτως ο Θεός από ο,τιδήποτε θα μπορούσα εγώ να σκεφθώ, να θελήσω, να κατανοήσω κτλ. Ο,τιδήποτε και αν ψηλαφήσω και πω “Ο Θεός μου”, δεν θα είναι ο Θεός μου. Θα πρέπει εγώ να νοιώσω τον Θεόν.
Θυμάσθε τον Θωμά; “Φέρε τον δάκτυλόν σου και βάλε τον εις την πλευράν μου”, του είπε ο Κύριος. “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”, είπε εκείνος. Η ψυχή του το ένοιωσε πλέον. Η ψυχή του έλαβε την απόδειξη της παρουσίας του Θεού. Είναι κάτι το εμπειρικό. Αλλά αυτό που ωράτο τι ήταν; Ήταν μία ενέργεια.
Είδατε, αυτό το “σώμα” έμπαινε μέσα από που; Από την κλειδαρότρυπα; Από που; Από καμία τρύπα δεν έμπαινε μέσα. Ήταν κάτι που ήταν πλεόν σώμα αλλά που δεν ήταν ύλη. Δεν ήταν αυτό που καταλαβαίνω ή αυτό που βλέπω ή αυτό που νοώ. Ό,τι και αν σκεφθώ, δεν θα είναι αυτό το σώμα, το οποίο είχε την ώρα εκείνη ο Χριστός. Ήταν σώμα.
Λοιπόν, η θεία χάρις, αυτό που τρέχει σε μένα, δεν είναι η ουσία. Δεν είναι ο Θεός καθ’ εαυτόν. Είναι ο Θεός όμως, είναι ενέργεια του Θεού, είναι το τρέξιμο του Θεού, η έξοδος του Θεού προς εμένα. Είναι – εδώ προσέξτε – αυτό το τρέξιμο, αυτή η θεία χάρις είναι μία ένωσις, όχι η τελική ένωσις αλλά μία προοιμιακή ένωσις. Εγώ δίδω στον Θεό κάτι που δεν έχει καμίαν αξία δια τον Θεόν, την άσκησή μου, τον πόνο μου, διότι δεν έχω τίποτε να του δώσω. Ο Θεός τώρα μου δίδει ό,τι μπορώ να δεχθώ, να χωρέσω μέσα μου. Μου δίδει μίαν αρχική έλλαμψη. Αυτή η έλλαμψις είναι μετοχή θείας χάριτος, είναι μετοχή Θεού επομένως. Αλλ’ ακόμη δεν είναι μία ένωσις Θεού, είναι μία κοινωνία Θεού, ήτοι επικοινωνώ με τον Θεόν. Είναι μία έλλαμψις.
Εκεί που κάθομαι “α! λέγω, και το κατάλαβα”. Σε έχω έξι μήνες πλάι μου και ξαφνικά λέγω “α!, η τάδε”. Τώρα την αγάπησα αυτήν. Μα πώς έγινε; Είναι μία έλλαμψις, ένας φωτισμός εσωτερικός, ένα άνοιγμα της καρδιάς μου, της διανοίας μου, δεν ξέρω τι, χίλια δυο πράγματα μπορεί να είναι. Λοιπόν, κάνω “α!”, αλλά μέχρι να πω “α!”, που είναι ο Θεός; Δεν υπάρχει Θεός ακόμη. Ακόμη δεν έχει γίνει ένωσις. Χάθηκε ο Θεός, αλλά επικοινωνώ με τον Θεόν.
Βλέπετε, είναι σαν να παίζομε το κρυφτούλι ακόμη εμείς. Εκείνος τρέχει προς εμένα, εγώ τρέχω προς Εκείνον. Ο Θεός είναι παρών. Αν παίζω το κρυφτούλι, αν δεν τον βλέπω, είναι διότι δεν έχω μάτια, όχι διότι δεν είναι παρών ο Θεός.
Έχω αυτήν την έλλαμψη. Είναι μία έλλαμψις γνωστική. Τι σημαίνει γνωστική; Νους, κάτι σαν το νου, ας το πω έτσι, πνευματική νόησις. Δεν είναι νόησις. Είναι κάτι σαν τη νόηση. Είναι μία γνώρισις, είναι μία αναγνώρισις. π.χ. όταν διαισθάνομαι τον Γέροντά μου, “ο Γέροντάς μου είναι” λέγω και τρέχω. Τον γνώρισα, τα βήματά του…, τον ακούω τώρα, ανεβαίνει, το βαρύ του το βήμα.
Είναι μία γνώσις, είναι μία αναγνώρισις. Η αναγνώρισις ήδη είναι ένα δικό μου έγγισμα. Όταν καταλάβω ότι είναι απ’ έξω ο Γέροντάς μου που κτυπάει τώρα και που περπατάει εν συνεχεία, ήδη εγώ τον έχω αγγίξει, ήδη εγώ τον έχω πλησιάσει, ήδη εγώ του μιλάω, την καρδιά μου του την ανοίγω, τον αγκαλιάζω κτλ. Είναι το δικό μου το τρέξιμο αυτό, το εσωτερικό της ψυχής μου τρέξιμο. Είναι η ενέργεια της ψυχής μου. Δεν είναι η ψυχή μου, είναι η ενέργεια της ψυχής μου.
Λοιπόν, έχομε την έλλαμψη, έχομε την κοινωνία μετά του Χρστού. Επομένως, κοινωνία είναι η πορεία προς τον Θεόν. Αρχίζω και μπαίνω μέσα του, ας πούμε, δουλεύω τα δάκτυλά μου, τα ενώνω μαζί με τον Θεόν, οπότε γίνεται μία αναγνώρισις. Και τυφλός να είμαι, άμα μου κάνεις έτσι, “α! αυτή είναι η τάδε” λέγω. Αμέσως την εγνώρισα.
Τώρα, τι αναγνωρίζω; Δυο πράγματα. Αυτή η αναγνώρισις των δύο πραγμάτων θα γίνει συν τω χρόνω. Από εδώ αρχίζομε.
Έχομε την αναγνώριση της δόξης του Θεού, της αγιότητος, κατ’ αντίθεσιν προς την δικήν μας γυμνότητα, αμαρτωλότητα. Εγώ γυμνός, Εκείνος ενδεδυμένος. Αγιότητα ενδύεται ο Θεός. Εγώ είμαι ένας ουδείς, μία ουδενότητα. Έχω εκ της ουδενίας μου αμέσως σημείο επαφής, αρχίζω και κατανοώ την δόξα του Θεού. Πρέπει να γίνει τώρα και αντίθετος φορά, καταλαβαίνετε. Αλλά, λέγω τώρα, έχομε την αγιότητα και την γνώση του Θεού. Τι σημαίνει αγιότης του Θεού; Είναι η υπερβατικότης του Θεού. Η υπερβατικότης όμως είναι δοσμένη δια πάντας. Τι σημαίνει άγιον; Κάτι που είναι ξεχωρισμένο και ανήκει στον Θεόν.
Επομένως, η αγιότης του Θεού είναι ό,τι ανήκει στον εαυτόν Του. Είναι ό,τι είναι πέραν παντός ετέρου. Είναι κάτι το οποίο δεν επιδέχεται τίποτε άλλο, είναι ένα αμόλυντο, ας το πούμε έτσι στοιχείο.
Η αγιότης είναι χαρακτηριστικό της ουσίας του Θεού. Άγιος είναι ο Θεός. Και η ενέργεια του Θεού έχει αγιότητα αλλά είναι κάτι άλλο. Αυτό είναι επίλαμψις εκ της ουσίας του Θεού. Επομένως, η δόξα είναι ενέργεια. Η αγιότης είναι καθ’ εαυτόν. Εγώ δεν την γνωρίζω, δεν την βλέπω την αγιότητα του Θεού, την ψηλαφίζω κατ’ αντίθεσιν προς την δική μου γυμνότητα, και όπως αυτή εκδηλούται μέσα στις ενέργειες του Θεού.
Ακόμη, η δόξα του Θεού πάλι είναι απαύγασμα της ουσίας του, είναι κάτι το άκτιστον, αλλά είναι κάτι το αληθινό. Όταν, λοιπόν, εγώ θα έχω μίαν αίσθηση της αγιότητος του Θεού και της δόξης, αυτό που έχω είναι όντως ον. Ιδιαίτερα αυτό είναι απαραίτητο, για να μπορέσω να λειτουργήσω.
Να λειτουργήσω σημαίνει ότι είμαι είτε ιερεύς είτε λαϊκός. Πάντες πηγαίνομε, για να λειτουργήσομε στην λειτουργία. Αν δεν έχω την αίσθηση της δόξης και της αγιότητος του Θεού, αν δεν ξέρω να βλέπω την δόξα και την έννοια του Θεού, δεν μπορώ στην ουσία να λειτουργήσω συνειδητά. Θα είμαι ένα παθητικό πράγμα. Γι’ αυτό διαρκώς μέσα στην λειτουργία – προσέξτε – μας βάζει ενώπιον της αγιότητος και της δόξης του Θεού: “ότι άγιος ει ο Θεός ημών, και εν αγίοις επαναπαύη, και σοι την δόξαν και τον τρισάγίον ύμνον”, όπως είναι κανονικά η πλήρης εκφώνησις, “αναπέμπομεν…”.
Παντού θα δείτε πάλι στην θεία λειτουργία ότι συνεχώς για την δόξα και την αγιότητα γίνεται λόγος. Στον τρισάγιο ύμνο αυτό κάνει ο ιερεύς ενώπιον του τρισάγιου Θεού. Στον χερουβικό ύμνο ομοίως για το ίδιο γίνεται λόγος: “Ο Θεός ο επί των χερουβείμ καθεζόμενος, ο επί των σεραφείμ, ο βασιλεύς του Ισραήλ, ο μόνος άγιος και εν αγίοις αναπαυόμενος… Σε τοίνυν δυσωπώτον μόνον αγαθόν κτλ…”. Έτσι καταλαβαίνω την αγιότητά του. Έτσι πάω να τον αντλήσω. Αυτό μου φαίνεται πολύ μακριά από εμένα.
Βλέποντας τώρα και νοιώθοντας την αγιότητα και την δόξα του Θεού, αρχίζω να πληροφορούμαι για το τι είναι η δική μου η γυμνότης και η δική μου ουδενία. Τότε καταλαβαίνω ότι εγώ είμαι αμαρτωλός. Τότε θα καταλάβω ότι είμαι ουδείς, τίποτε, “γη και σποδός”, για να πέσω στα πόδια του Χριστού, και αυτό το πέσιμό μου να είναι η έκφρασις και η ομολογία της ουδενίας μου.
Αλλ’ όμως ακόμη δεν το κατάλαβα ότι είμαι ουδείς και αμαρτωλός. Διότι, αν το καταλάβω, αρχίζω ήδη να μπαίνω στην εξώπορτα της αυλής. Και εφ’ όσον μπήκα στην εξώπορτα, θα προχωρήσω και μέσα. Πάντως, νοιώθω, βλέποντας τώρα, αισθανόμενος, αντιλαμβανόμενος την δόξα και την αγιότητά του, ότι αρχίζω τώρα να έχω μίαν εμπειρική γνώση του εαυτού μου και αναγνώριση του εαυτού μου.
Όταν δω πόσο θα χαρείς εσύ και πόσο με συγχώρησες και δεν έδωσες καμία σημασία που εγώ σε έθιξα, λέγω: “Τι βρωμιάρης που είμαι!…”. Όταν δω ότι μου χαρίζεις εσύ μύρια τάλαντα, θα πω: “Τι είμαι εγώ που δεν δίνω πέντε δηνάρια στον άλλον;”.
Έχω εμπειρική τώρα γνώση του εαυτού μου. Θυμάσθε, λέγαμε, για την επιστρεπτική, κυκλική κίνηση γύρω από τον εαυτόν μας. Διότι εντός ημών θα μπει ή δεν θα μπει η βασιλεία των ουρανών. όχι κάπου αλλού. Κάπου αλλού ό,τι υπάρχει, είναι έτερος λόγος. Δεν είναι για μένα.
Αυτή η εμπειρική γνώσις μου είναι πλέον εποπτική. Ψηλάφησις του εαυτού μου μπροστά στον Θεόν, και βλέπω τι είμαι εγώ. Είναι μία ψαχούλευσις των κρυφίων μου, είναι μία γνώσις των κρυφίων μου. Ανακαλύπτω τα πάθη μου, ανακαλύπτω τις αδυναμίες μου, ανακαλύπτω την δυσοσμία μου, την βρωμιά μου, που κρύβεται μέσα μου και που ούτε καν την ήξερα. Είναι η αναγνώρισις, ας πούμε του υποσυνειδήτου μου, που αρχίζει από το σημείο αυτό.
Λοιπόν, είναι η αναγνώρισις τώρα των κρυφίων μου. Είναι η αίσθησις του υποσυνειδήτου μου. Είναι η αίσθησις της εμής φθοράς και φθίσεως, το ένα με την αγιότητα, το άλλο με τη δόξα του Θεού. Αναγνωρίζω, επαναλαμβάνω τα κρύφιά μου. Εδώ έχω την αποκάλυψη του υποσυνειδήτου μου και αναγνωρίζω ότι είμαι εφθαρμένος άνθρωπος, ότι είμαι κάτι το λειωμένο, κάτι το οποίο έχει πέρα για πέρα τακεί.
Εδώ έχω πλέον την έναρξη του βουλητικού μου, δηλαδή αρχίζω να αναγνωρίζω το υποσυνείδητό μου. Μία άλλη πολύ πολύ επικίνδυνη καμπή της ζωής μας, διότι τώρα είναι απτότερη, αντικειμενικότερη επαφή με τον εαυτό μου. Και γι’ αυτό έχουμε το πρόβλημα αν θα αποδεχθώ αυτό που ανακάλυψα τώρα ότι είμαι ή αν θα πάω να κρυφθώ.
Τώρα ευρισκόμεθα εκεί που το μαχαίρι κόβει πιο πολύ. Ευρισκόμεθα πάνω ακριβώς στο κανταράκι, και εάν θα πέσομε, το πέσιμό μας θα είναι πολύ μεγάλο. Είναι το σημείο της αποδοχής, αν θα μετανοήσω ή δεν θα μετανοήσω. Είναι η έναρξις της ζωής μας. Εδώ παίζω τον κύβο.
Είναι η πιο κρίσιμη, λοιπόν, καμπή της ζωής μας. Αν θα το αρνηθώ, θα το αρνηθώ από μια προσπάθεια να ξεπεράσω αυτή την φθορά, αυτό το βούρκο, αυτό το πάθος – περιεκτική έννοια τα πάθη – που ανεκάλυψα μέσα στο υποσυνείδητό μου και θα πάω να στηριχθώ. θα στηρίξω τον εαυτό μου. Αυτό σημαίνει πλέον προσπάθεια να σταματήσω το δράμα μου, που θα με φέρει στην έναρξη μιας τραγωδίας του ανθρώπου που επαναστάτησε εναντίον του εαυτού του, αρνήθηκε τον εαυτόν του.
Αν θα επαναστατήσω εναντίον σου, οι σχέσεις μας θα είναι πάντοτε δύσκολες και θα είναι ανυπόφορες, δεν θα μπορώ ποτέ να ησυχάσω. Πρέπει ή να χωρίσουμε ή να αγαπηθούμε. Δεν μπορώ να μην το παραδεχθώ. Σκέψου να γίνω αντάρτης κατά του εαυτού μου. Αυτό πλέον είναι ένα σχίσιμο του είναι μου και επομένως σημαίνει ότι εμερίσθη η βασιλεία μου, ο εαυτός μου κατά του εαυτού μου. Ήλθε η στιγμή η πλέον ουσιαστική. Από την ώρα εκείνη αρχίζει πλέον το κατακόρυφο πάθος μου. Ένα πάθος που θα οδηγήσει σε ένα είδος κρεμάλας. Αλλά πώς θα είναι; Είναι ένα άλλο θέμα.
Αν θα δεχθώ τον εαυτό μου, δεν θα πάω να τον κρύψω, να τον καλύψω, αλλά θα θελήσω να προχωρήσω, να δεχθώ τη θεία χάρη. Είπαμε ότι αυτά τώρα που λέμε είναι καρποί της θείας χάριτος. Βλέπετε ότι στο σημείο αυτό συνάπτεται η θεία χάρις με την θέληση του ανθρώπου.
Προηγουμένως είχαμε την άσκηση. Είχαμε πει ότι ήταν προσφορά εκείνου το οποίο είχαμε την ώρα εκείνη. Ελκύω τη θεία χάρη, έρχεται η θεία χάρις. Έρχεται τώρα η στιγμή που η θεία χάρις πρέπει να ενωθεί με την δική μου θέληση. Όταν ενωθεί, τότε αυτή η ένωσις της θελήσεώς μου και της θείας χάριτος εκφράζεται με έναν εσωτερικό πόνο.
Προσέξτε: Δεν είναι ο πόνος που λέγαμε προηγουμένως, η άσκησις. Αυτός είναι κάτι άλλο. Ο προηγούμενος ήταν πόνος δικός μου. Τώρα είναι πλέον πόνος για τη θεία χάρη, για τον Θεόν. Είναι αυτό που λέμε: να το νοιώσει κανένας, “εδίψησεν η ψυχή μου τον Θεόν τον ζώντα…”. Είναι αυτό που εξηγήσαμε. Έλειωσε, λειώνει η ψυχή μου. Πώς λειώνεις από αγάπη; Ό,τι και να σου πω για το λειώσιμο της αγαπης, δεν θα το καταλάβεις αν δεν το ζήσεις. Το αίσθημα της αγάπης, της έντονης εκείνης αγάπης, που σε κάνει να θέλεις να αρνηθείς τον εαυτό σου και να γίνεις ένα τίποτε μέσα στα χέρια, στην αγκαλιά του άλλου. Να δοθείς πέρα για πέρα. Να εναποθέσεις τον εαυτόν σου – και το σώμα σου και την ψυχή σου -, να μη σου ανήκει, να ανήκει πλέον σ’ Εκείνον. Να εξουσιάζει το σώμα σου, να εξουσιάζει και την ψυχή σου. Αυτό είναι πλέον ο πόνος της αγάπης: ένα φθίσιμο, ένα λειώσιμο το οποίο υφίσταμαι, αλλά που δεν έχει όμως εδώ το στοιχείο της θλίψεως, αυτό που λέμε εμείς η στενοχώρια μας.
Προσέξτε: η στενοχώρια, η θλίψις – θλίψις εσωτερική, όχι εξωτερική, διότι καθ’ αυτό θλίψις σημαίνει κάτι το εξωτερικό, ενώ στενοχώρια κάτι δικό μου – , η στενοχώρια είναι εκδήλωσις απωθήσεως, είναι εκδήλωσις αρνήσεως αποκαλύψεως του εαυτού μου.
Όπου υπάρχει στενοχώρια, εκεί υπάρχει “Όχι, Θεέ, στάσου εκεί, μην προχωράς”. Όπου υπάρχει θλίψις, στενοχώρια και – δεύτερο στοιχείο – ψυχική απομόνωσις, εκεί υπάρχει άρνησις. Εκεί πλέον σηκώνω τον καινούργιο τοίχο, που θα με χωρίσει οριστικά πιθανόν από τον Θεόν.
Γι’ αυτό τεθλιμμένες ψυχές και απομονωμένες ψυχές δεν μπορούν να ευφρανθούν Θεόν. Θα σωθούν; “Ως δια πυρός”. Δεν ξέρομε. Είναι άλλη υπόθεσις εκείνη. Αναλόγως ίσως και με άλλα πράγματα που έχουν σχέση με την ψυχή. Πάντως δεν ομιλούμε περί τοιούτου πόνου. Πρέπει οπωσδήποτε τα δύο στοιχεία αυτά να μην υπάρχουν. Όταν θα υπάρξουν τα δύο στοιχεία αυτά, η απομόνωσις, η μόνωσις η ψυχική και η στενοχώρια, σημαίνει ότι γύρισα τα νώτα μου προς τον Θεόν.
Εφ’ όσον δεν υπάρχουν, υπάρχει αυτό το λειώσιμο, που είναι μία δίψα, που είναι μία εσωτερική πλέον κραυγή. Προηγουμένως η άσκησις – προσέξτε ήταν πιο πολύ σωματική, οπωσδήποτε ήταν και αυτή κάτι. Ήταν η συμμετοχή κατ’ αρχάς του σώματός μου για την ψυχή μου, με την γονυκλισία μου, με την μετάνοιά μου, με ο,τιδήποτε. Ήταν η συμμετοχή του σώματός μου αλλά και της ψυχής μου, του όλου ανθρώπου. Εδώ τώρα έχω μίαν κραυγή του πνεύματος μου.
ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ
—————————————————————–
αρχιμ. Αιμιλιανού (Σιμωνοπετρίτου), Κατηχήσεις και λόγοι (2) – Ζωή εν πνεύματι, εκδ. Ορμύλια 2003
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο Άγιος Παΐσιος μας συμβουλεύει για τα άσχημα όνειρα
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Απριλίου, 2015
Όταν βλέπεις άσχημο όνειρο, ποτέ να μην εξετάζεις τι είδες, πώς το είδες, αν είσαι ένοχη, πόσο φταις. Ο πονηρός, επειδή δεν μπόρεσε να σε πειράξει την ημέρα, έρχεται την νύχτα.
Επιτρέπει καμιά φορά και ο Θεός να μας πειράξει στον ύπνο, για να δούμε ότι δεν πέθανε ακόμη ο παλιός άνθρωπος. Άλλες φορές πάλι ο εχθρός πλησιάζει τον άνθρωπο στον ύπνο του και του παρουσιάζει διάφορα όνειρα, για να στενοχωρεθεί, όταν ξυπνήσει. Γι’; αυτό να μη δίνεις καθόλου σημασία.
Να κανείς τον σταυρό σου, να σταυρώνεις το μαξιλάρι, να βάζεις και τον σταυρό και κάνα-δυο εικόνες επάνω στον μαξιλάρι και να λες την ευχή μέχρι να σε πάρει ο ύπνος. Όσο δίνεις σημασία, άλλο τόσο θα έρχεται ο εχθρός να σε πειράζει. Αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στους μεγάλους, αλλά και στους μικρούς. Και στα μικρά παιδιά ακόμη, παρόλο που είναι αγγελούδια, ο εχθρός πηγαίνει και τα φοβερίζει, όταν κοιμούνται και τινάζονται με αγωνία, τρέχουν φοβισμένα και με κλάματα στην αγκαλιά της μητέρας.
Άλλοτε πάλι τα πλησιάζουν οι Άγγελοι και γελούν μέσα στον ύπνο τους από χαρά ή ξυπνάνε από την μεγάλη τους χαρά. Επομένως τα όνειρα που φέρνει ο πειρασμός είναι μια εξωτερική επίδραση του εχθρού στον άνθρωπο την ώρα που κοιμάται.
-Και όταν, Γέροντα, νιώθεις ένα πλάκωμα την ώρα που κοιμάσαι;
-Μερικές φορές αυτό οφείλεται σε μια αγωνιώδη κατάσταση που ζει κανείς μέσα στην ημέρα ή σε διάφορους φόβους, σε διάφορες υποψίες κ.λπ. Φυσικά όλα αυτά μπορεί να τα χρησιμοποιήσει το ταγκαλάκι, να κάνει κάποιον συνδυασμό, για να ζαλίσει τον άνθρωπο. Πολλές φορές είναι τόσο ελαφρός ο ύπνος, που νομίζει κανείς ότι είναι ξυπνητός και ότι προσεύχεται, για να φύγει αυτό το πλάκωμα, από το οποίο του κρατιέται ακόμη και η αναπνοή.
Καμιά φορά μάλιστα ο διάβολος μπορεί να πάρει την μορφή ενός ανθρώπου ή ενός Αγίου και να παρουσιασθεί στον ύπνο κάποιου. Κάποτε παρουσιάσθηκε σε έναν άρρωστο στον ύπνο του με την μορφή του Αγίου Αρσενίου και του είπε: «Είμαι ο Άγιος Αρσένιος. Ήρθα να σου πω ότι θα πεθάνεις.
Τα’; ακούς; Θα πεθάνεις». Τρόμαξε ο άνθρωπος. Ποτέ ένας Άγιος δεν μιλάει έτσι σε έναν άρρωστο. Και αν τυχόν είναι να πεθάνει ο άρρωστος και παρουσιασθεί ένας Άγιος να τον πληροφορήσει για τον θάνατο του, θα του το πει μα καλό τρόπο: «Επειδή είδε ο Θεός που ταλαιπωρείσαι, γι’; αυτό θα σε πάρει από αυτόν τον κόσμο. Κοίταξε να ετοιμασθείς». Δεν θα του πει: «Τ’; ακούς; Θα πεθάνεις»!
-Και όταν, Γέροντα, φωνάζει κανείς στον ύπνο του;
-Καλύτερα, ξυπνάει …;Πολλά όνειρα είναι της αγωνίας. Όταν ο άνθρωπος έχει αγωνία ή είναι κουρασμένος, παλεύουν αυτά μέσα του και τα βλέπει σε όνειρο. Εγώ πολλές φορές, όταν την ημέρα αντιμετωπίζω διάφορα προβλήματα των ανθρώπων, αδικίες που συμβαίνουν κ.λπ., ύστερα στον ύπνο μου μαλώνω με τον άλλον: «βρε αθεόφοβε, φωνάζω, αναίσθητος είσαι!» και με τις φωνές που βάζω ξυπνάω.
-Γέροντα, από τα όνειρα μπορεί κανείς να προβλέψει κάτι που θα του συμβεί;
-Όχι, μη δίνετε σημασία στα όνειρα. Είτε ευχάριστα είναι τα όνειρα είτε δυσάρεστα, δεν πρέπει να τα πιστεύει κανείς, γιατί υπάρχει κίνδυνος πλάνης. Τα ενενήντα πέντε τοις εκατό από τα όνειρα είναι απατηλά. Γι’; αυτό οι Άγιοι Πατέρες λένε να μην τα δίνουμε σημασία. Πολύ λίγα όνειρα είναι από τον Θεό, αλλά και αυτά, για να τα ερμηνεύσει κανείς, πρέπει να έχει καθαρότητα και άλλες προϋποθέσεις, όπως ο Ιωσήφ και ο Δανιήλ, που είχαν χαρίσματα από τον Θεό.
«Θα σου πω, είπε ο Δανιήλ στον Ναβουχοδονόσορα, και τι όνειρο είδες και τι σημαίνει» . Αλλά σε τι κατάσταση είχε φθάσει! Ήταν μέσα στα λιοντάρια, παρόλο που ήταν νηστικά, δεν τον πείραζαν. Του πήγε ο Αββακούμ φαγητό, κι εκείνος είπε «Με θυμήθηκε ο Θεός;». Αν δεν θυμόταν ο Θεός τον Προφήτη Δανιήλ, ποιόν θα θυμόταν;-Γέροντα, μερικοί άνθρωποι δεν βλέπουν όνειρα
-Καλύτερα που δεν βλέπουν! δεν ξοδεύουν ούτε εισιτήρια, ούτε βενζίνη! Στα όνειρα σε ένα λεπτό βλέπεις κάτι που στην πραγματικότητα θα διαρκούσε ώρες, μέρες γιατί καταργείται ο χρόνος. Να, από αυτό μπορεί να καταλάβει κανείς το ψαλμικό: «Χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου, Κύριε, ως η ημέρα η εχθές, ήτις διήλθε».
Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης
defencenet.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Θεόκλητος Διονυσιάτης: Υπό το βλέμμα της Πορταϊτίσσης
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Απριλίου, 2015
Θεόκλητος Διονυσιάτης: Υπό το βλέμμα της Πορταϊτίσσης
…Μετά πορείαν μιας σχεδόν ώρας επεστρέψαμεν εις Καρυάς. Μας εδόθη η ευκαιρία να θαυμάσωμεν πάλιν τας υπερόχους συνθέσεις των τοιχογραφιών του ιερού Ναού του Πρωτάτου και να προσευχηθώμεν εις την παλαιάν αυτήν Βασιλικήν. Δεν θα λησμονήσω τας εντόνους μορφάς και τας κινήσεις των αγίων. Ο Πανσέληνος, αν και έτεμε διάφορον οδόν, εν σχέσει προς την μακράν βυζαντινήν αγιογραφικήν παράδοση, την οποίαν διακρίνει το ασκητικόν πνεύμα, εν τούτοις επέτυχε με τα σαρκώδη και πλαστικά σώματα να δώσει δυναμικήν τόσον φυσικήν όσον και πνευματικήν έκφρασιν. Υπήρξεν αληθώς μέγας αγιογράφος και μόνον δια το γεγονός της πρωτοτυπίας του εντός της ορθοδόξου πνευματικότητος…
Εξήλθομεν από τον Ναόν, δια να πάρωμεν την οδόν προς την Ιεράν Μονήν των Ιβήρων. Ανέλαβεν ένας σεβάσμιος γέρων Μοναχός να μας δείξη την ατραπόν. Κατά το μέσον της πλατείας ήσαν δύο Μοναχοί συνομιλούντες, ενδεδυμένοι μάλλον ευπρεπώς. Διερχόμενοι πλησίον των ηκούσαμεν μίαν λέξιν υπερήφανον. Ο φίλος μου εστράφη προς εμέ εν εκπλήξει. Ο ευγενής συνοδός μας το αντελήφθη και είπε:
Μη σας κάμνει εντύπωσιν. Είναι άνθρωποι, τέκνα του παλαιού Αδάμ. Ο άνθρωπος, γενικώς, είναι δυστυχές πλάσμα, έαν δε ζη απολύτως πνευματικήν ζωήν. Μη δυνάμενος να εξουδετερώση το δηλητήριον της Εδέμ, όπου ρέει εις τας φλέβας μας, με την ταπείνωσιν, επιδιώκει να εκδηλωθεί, ν’ ακουσθή, να φανή, παθαινόμενος ως νήπιον, και εκεί, όπου μόνον το γελοίον υπάρχει. Αρκεί να εκδηλωθή η υπεροχή του, έστω και με ένα πράσον, ολίγον χονδρότερον από εκείνο όπου τρώγει ο ομοτράπεζος εν Χριστώ αδελφός του… Μη εκπλήττεσθε, αδελφοί μου. Ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα πράγματα… Και εμειδίασε θλιβερώς.
—Ανθρώπινα, πάτερ, παρετήρησεν ο φίλος μου, αλλ’ όχι χριστιανικά. Ο χριστιανός χωρίς ταπείνωσιν αποτελεί αντινομίαν.
—Ο χριστιανός, είπατε, αδελφέ, παρετήρησεν ο Μοναχός, χωρίς ταπείνωσιν δεν έχει νόημα; Αλλ’ εγώ σας λέγω και κάτι πλέον: Ότι ο χριστιανός είναι όλος μυστήριον. Πιστεύεις ότι είσαι ενάρετος; Είσαι φαύλος. Κλαίεις ως αμαρτωλός; Είσαι πλησίον του Θεού. Συνάγεις αγαθά; Σκορπίζεις. Σκορπίζεις επ’ αγαθώ; Πλουτίζεις. Πιστεύεις ότι είσαι εξουθένημα; Είσαι μέγας. Πιστεύεις ότι είσαι διάσημος; Είσαι άσημος. Σιωπάς; Eίσαι εμβριθής. Πολυλογείς; Είσαι κύμβαλον. Πιστεύεις ότι είσαι σκότος; Τότε ευρίσκεσαι εν απλέτω φωτί.
Διότι όλα τα καλά είναι έλεος Θεού και τίποτε το καλόν εξ ημών. Εις την σφαίραν της ηθικής, ό,τι φρονείς δεν είσαι. Διότι «το οίεσθαι ούκ έα γενέσθαι το οίόμενον..
– Αυτά που είπατε, πάτερ, παρετήρησεν ο φίλος μου, είναι κανόνες Μοναχικού βίου, είναι καρποί βιώσεως εν πνεύματι…
—Τω Θεώ δόξα, απήντησεν ο γέρων Μοναχός, και ελαφρώς μειδιάσας μας εχαιρέτισεν, ευχηθείς άνωθεν φωτισμόν. Και εχάθη απο εμπρός μας…
Κατήλθομεν εις την Μονήν και παρηκολουθήσαμεν τον εσπερινόν εις τον ιερόν Ναόν της «Πορταϊτίσσης». Εξήλθομεν αναβαπτισμένοι από την έντονον προσευχήν και τον κλαυθμόν.
— Τι ζωντανή Εικών, είπεν ο φίλος μου. Ωσάν να προτρέπη εις ό,τι χρειάζεται ο κάθε προσκυνητής…
— Πράγματι, απήντησα. Είναι η «Φοβερά Προστασία» Είναι αδύνατον, το θείον βλέμμα της, να μη προκαλέση ιερόν δέος…
Εις τον μεγάλον περίβολον της Μονής μας επλησίασεν ένας γέρων Μοναχός. Ήτο χαρούμενος και προσηνής.
— Φαίνεσθε σεμνοί και ευλαβείς νέοι, είπε. Δεν ξεύρω αν σφάλλω, νομίζω ότι ήλθατε δια να μονάσετε.
— Ναι, Γέροντα, απηντήσαμε.
—Α, πόσον ωραία και αγία είναι η Μοναχική ζωή! Πρέπει να είσθε ευγνώμονες εις τον Θεόν, δια τον Μοναχικόν σας πόθον. Μη νομίσετε δε, ότι εδώ ευρίσκεσθε τυχαίως. Ουδέν γίνεται αθεεί. Η Παναγία, η οποία έχει το άγιον Όρος υπό την ιδίαν της προστασίαν, αυτή σας έφερε. Και καλά εκάματε να έλθετε να την ευχαριστήσετε… Σας έβλεπα εις τον Ναόν της με πόσην ευλάβειαν και κατάνυξιν προσηύχεσθε…
Ο Μοναχός εσιώπησεν. Έκλινε προς το έδαφος την κεφαλήν του. Εφόρει ακόμη το επανωκαλύμμαυχον των Μοναχών. Μετ’ ολίγον μας προσέβλεψεν επίμονα. Τα μάτια του ήσαν δακρυσμένα.
— Δεν ξεύρετε τι δώρον είναι η ύπαρξίς σας, είπεν. Δια να το αντιληφθήτε, πλησιάσατε εκείνον εκεί τον ημίονον. Και έδειξεν ένα ζώον. Σταθήτε να τον παρατηρήσετε επ’ αρκετήν ώραν. Έπειτα να σκεφθείτε, τι περισσότερον έχετε προσφέρει από το ζώον τούτο εις τον Θεόν, ώστε εκείνο να το δημιουργήση ημίονον και σας να πλάση ανθρώπους, «κοινωνούς θείας φύσεως»; Εκείνο θνητόψυχον, παροδικόν, βασανιζόμενον, και σας δι’ άληκτον βασιλείαν καί μακαριότητα; Να παραμείνετε πλησίον του αλόγου σας υπηρέτου τούτου, να σκέπτεσθε την διαφοράν μεταξύ σας και να κλαίετε, δια την ιδιαιτέραν πρόνοιαν του Θεού. Εάν δεν κλαύσετε, να μη φύγετε εκείθεν… Ο Μοναχός διέκοψε τον λόγον. Είχε πολύ κατανυγή…
..Δια να κατανοήσετε πόσον οφειλέται είσθε εις τον Πλάστην σας, φαντασθήτε — αν δυνηθήτε — το αβυσσαλέον παρελθόν του χρόνου πριν γεννηθήτε. Που είσαστε, κατά το χρονικόν διάστημα εκείνο; Έπειτα· ίδετε τι είσθε σήμερον. Όχι ένα ον, από την απειρίαν του ζωϊκοϋ βασιλείου, εξαφανιζόμενον, «καιρώ φαινόμενον και καιρώ λυόμενον», αλλ’ ένα είδος λογικόν, αθάνατον, δυνάμενον να λέγη προς τον κτίστην του σύμπαντος· «Εγώ και συ!» Δόξα, δόξα, δόξα… Και ο γέρων ανελύθη εις σιωπηλόν κλαυθμόν…
Εμείς από τον θαυμασμόν και την κατάνυξιν εκλαίομεν σχεδόν μαζί του. Δεν είχε δύσει ακόμη ο ήλιος και είχαμε σκύψει τα πρόσωπα, δια να μη φαινώμεθα από τους διερχόμενους Μοναχούς και τους προσκυνητάς…
…Ο Γέρων πάλιν συνέχισε. Κατανοήσατε, αδελφοί μου, από οποίας αβύσσους ανυπαρξίας έρχεσθε και εις οποίας αβύσσους αιωνιότητος εν Θεώ πορεύεσθε… Και ύστερα από άπειρα δεκάκις εκατομμύρια έτη φωτός, να διατηρήτε την συνείδησιν ότι υπήρξατε εις την γην σαρκοφόροι, που εζήσατε, πότε και πώς επολιτεύθητε!.. Δύνασθε να το φαντασθήτε; Τι φρονείτε; Βιούντες εντόνως αυτάς τας απολύτους και υπερκοσμίους εννοίας, πώς είναι δυνατόν να μη κλαίετε από φλογεράν ευγνωμοσύνην δια τον ποιητήν σας και να μη θυσιάζεσθε δια την αγάπην Του;
—Ω, άγιε Γέροντα, είπεν αναστενάξας ο φίλος μου. Πόσον θεία και απείρου σημασίας θέματα μας προβάλλετε! Πώς καίονται από τον πόθον αι καρδίαι μας, δια να υπηρετήσωμεν τον Θεόν, δια να ζήσωμεν εν Θεώ, δια να παραταθώμεν εν Θεώ «μέχρι τερμάτων αιώνων», εις ανέκφραστον εν φωτί μακαριότητα…
— Χαίρομαι εκ βάθους καρδίας, είπεν ο γέρων, που αι καρδίαι σας, ως γη αγαθή, δέχονται τον θείον σπόρον. Πιστεύω εις τον Κύριον, ότι θα γίνετε δόκιμοι μοναχοί προς δόξαν Του. Σας συνιστώ πατρικώς να αγωνισθήτε, μεθ’ όλων των δυνάμεων σας να αποβήτε σκεύη της χάριτος. Μη λησμονείτε να προσεύχεσθε πάντοτε μετά κατανύξεως και ταπεινώσεως. Ο Κύριος θέλει να κρούωμεν, να ζητώμεν Πνεύμα Άγιον, όπως είπεν εις τους Αποστόλους Του.
— Ευχαριστούμεν, άγιε Πάτερ, είπα, δια τας πατρικάς νουθεσίας σας. Ενθυμούμαι, ότι ο άγιος Αυγουστίνος προσηύχετο λέγων: «Κύριε, συ που μου έδωκες το αιτείν, δος μοι και το αιτούμενον». Νομίζω ότι είναι μία από τας πειστικωτέρας προσευχάς, αν και διαφαίνεται εις την προσευχήν αυτήν η ιδέα του απολύτου προορισμού.
— Να σας απαντήσω, είπεν ο Γέρων. Βεβαίως η Ορθόδοξος Εκκλησία μας απορρίπτει τον απόλυτον προορισμόν, αναγνωρίζουσα την ανθρωπίνην ελευθερίαν. Αλλά είναι τόσον περιωρισμένα τα πλαίσια της ηθικής ελευθερίας, ώστε να αποτελεί μυστηριώδη πραγματικότητα η σχέσις χάριτος και ελευθερίας. Ας σκεπτώμεθα μετά δέους τα περί Θεού. Ο Θεός, τέκνα μου, είναι όλος έκπληξιν και θαυμασμόν. Ενθυμηθήτε τι έλεγεν ο Μ. Βασίλειος: «Δεν είναι εκπληκτικόν ότι ο Θεός είναι μέγας. Είναι μέγας, διότι είναι μέγας. Εκπληκτικόν είναι ότι εγένετο τόσον μικρός, ώστε να χωρέση εις ένα ανθρώπινον κέλυφος, να γίνει άνθρωπος. Και ακόμη εκπληκτικώτερον είναι ότι γίνεται ολόκληρος ένα ψίχουλο δια να γίνει ένα με ημάς…»
Και εκλαίομεν…
Θεοκλήτου Διονυσιάτου μοναχού, Μεταξύ Ουρανού και Γης, εκδ. Παπαδημητρίου, 1999
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ἡ “Διακαινήσιμος” ἑβδομάδα. Γιατί ονομάζεται έτσι;
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Απριλίου, 2015
Ολόκληρη η εβδομάδα από το άγιο Πάσχα μέχρι την επομένη Κυριακή, δηλαδή, την Κυριακή του Θωμά, λέγεται «διακαινήσιμος».
Γιατί ονομάζεται έτσι;
Στην παλαιά εποχή στην Εκκλησία υπήρχε η τάξη των Κατηχουμένων, όσων δηλ. προέρχονταν από τους ειδωλολάτρες ή τους Ιουδαίους και διδάσκονταν τις αλήθειες της χριστιανικής πίστεως για να γίνουν μέλη της με το μυστήριο του Βαπτίσματος. Το Βάπτισμα δεν ήταν τότε ατομικό ή οικογενειακό γεγονός, όπως σήμερα, αλλά γεγονός που αφορούσε το πλήρωμα της Εκκλησίας. Γι’ αυτό οι Κατηχούμενοι βαπτίζονταν ομαδικά κατά τη νύχτα του Μ. Σαββάτου προς την Κυριακή του Πάσχα. Με το βάπτισμα στο νερό ο «παλαιός άνθρωπος», ο άνθρωπος της αμαρτίας με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος πεθαίνει και γεννιέται ο νέος, ο ανακαινισμένος, ο καινούριος που ζει την αναγέννηση, την ανανέωση. Η εβδομάδα που ακολουθούσε το Πάσχα ονομάζεται «διακαινήσιμος» γι’ αυτό το γεγονός της ανακαινίσεως. Επειδή οι βαπτισμένοι ολόκληρη την εβδομάδα φορούσαν λευκά φορέματα ονομάζεται και «λευκή εβδομάδα».
Οι εφτά ημέρες της διακαινησίμου εβδομάδας θεωρούνται ως «μία» ημέρα, όπως η Κυριακή του Πάσχα. Οι πιστοί σύμφωνα με τον 66ο Κανόνα της Έκτης Οικουμενικής Συνόδου πρέπει να τη γιορτάζουν με πνευματική ευφροσύνη, δηλ. ψάλλοντας ψαλμούς και ύμνους, όχι με χορούς και διασκεδάσεις, συμμετέχοντας όλη την εβδομάδα στη λατρεία της Εκκλησίας κοινωνώντας καθημερινά, άν και την προηγουμένη ημέρα έφαγαν αρτύσιμα φαγητά, συνανιστάμενοι με τον αναστημένο Κύριο. Κατά τη διακαινήσιμη εβδομάδα τρώμε κρέας και την Τετάρτη και την Παρασκευή. Ο πένθιμος χαρακτήρας της νηστείας δεν έχει θέση στο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού. «Κατά δε την εβδομάδα της Διακαινησίμου ακινδύνως κρεωφαγήσομεν (να τρώμε κρέας) κατά την αυτής Τετράδα και Παρασκευήν· ως μία γαρ λογίζεται Κυριώνυμος το επταήμερον τούτο διάστημα».
Κατά τη διακαινήσιμη εβδομάδα ψάλλεται καθημερινά η ακολουθία του Πάσχα χωρίς το «Δεύτε λάβετε φως», που είναι μεταγενέστερη συνήθεια και που δεν αναφέρεται στα έντυπα Πεντηκοστάρια. Η ακολουθία αυτή έγινε κατά μίμηση της ακολουθίας του «αγίου φωτός» του ναού του Παναγίου Τάφου των Ιεροσολύμων.
Και γιατί γιορτάζουμε κάθε χρόνο τη «Διακαινήσιμο» εβδομάδα; Πολλοί απαντούν. Για λόγους ιστορικούς. Η Εκκλησία δεν ζει όμως με το παρελθόν. Ο λόγος του εορτασμού είναι καθαρά πνευματικός. Ποιός; Επειδή λόγω των αμαρτιών μας μολύνουμε τον λευκό χιτώνα του βαπτίσματος χρειαζόμαστε με τη μετάνοια εξαγιασμό. Χρειάζεται πάλι να γίνουμε ναός του Αγίου Πνεύματος. Όπως λέει ο απ. Παύλος «εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4). Χρειαζόμαστε λοιπόν εγκαίνια, αναγέννηση, ανανέωση. «Εγκαινίζεσθε, αδελφοί», λέει ένα τροπάριο, «και αφού αφήσετε τον παλαιό άνθρωπο να ζείτε την καινούρια ζωή». Ή όπως ψάλλει ένας άλλος ύμνος: «Επίστρεψε στον εαυτό σου άνθρωπε! Γίνε καινούριος, αντί παλιός και γιόρταζε τα εγκαίνια (την ανανέωση) της ψυχής σου. Όσο είναι καιρός η ζωή σου ας αναγεννηθεί».
Η «διακαινήσιμος εβδομάδα» γίνεται για τους πιστούς αφορμή πνευματικής καρποφορίας και καλής αλλοιώσεως.
Α. Χ.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Απριλίου, 2015
Στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία η απεικόνιση της Ανάστασης του Χριστού ονομάζεται «Η εις Άδου Κάθοδος», δηλαδή η κάθοδος του στη χώρα των νεκρών που είναι γνωστή ως«Άδης». Έτσι ο Χριστός, που βρίσκεται κάτω στον Άδη, κατέχει στην εικόνα την κεντρική θέση. Είναι περιβεβλημένος από ένα φωτεινό κύκλο, κατά κανόνα ωοειδή – γιατί υπάρχουν και απεικονίσεις του σε κύκλο 360ο – που συμβολίζει την θεϊκή του δόξα. Κάτω από τα πόδια του ανοίγεται ένα σκοτεινό σπήλαιο, που συμβολίζει τον Άδη. Ο Χριστός πατάει σταθερά σε δύο πεσμένα και σπασμένα θυρόφυλλα, που συνήθως εικονίζονται σε σχήμα Χ και τα οποία ιστορούνται ως οι πύλες του βασιλείου του Άδη. Γύρω – γύρω από τα θυρόφυλλα, βρίσκονται ατάκτως ερριμμένα κλειδιά, σύρτες και μοχλοί. Όλα αυτά συμβολίζουν την παντελή συντριβή και άλωση από τον Χριστό του βασιλείου των νεκρών (Άδη).
Στον ίδιο σκοτεινό χώρο κάτω από τα πόδια του Χριστού απεικονίζεται μία μορφή κατά κανόνα σκουρόχρωμη με γένεια, η οποία έχει αλυσίδες σε χέρια και σε πόδια ή είναι δεμένη πισθάγκονα. Συμβολίζει τον θάνατο που κατατροπώθηκε από το Χριστό. Πολλές φορές αντί της μιας μορφής (θάνατος) ιστορείται από τους αγιογράφους και μία ακόμη παρόμοια μορφή που σημαίνει τον Σατανά η δύναμη του οποίου σμικρύνθηκε και συντρίφτηκε με τον ερχομό του Χριστού και την ένδοξη Ανάστασή του: «Επειδή λοιπόν τα παιδιά έχουν αίμα και σάρκα, δια τούτο και αυτός (Χριστός), κατά παρόμοιο τρόπο, έγινε μέτοχος των ιδίων, δια να καταργήσει δια του θανάτου εκείνον που έχει την δύναμη του θανάτου, δηλαδή τον διάβολον, και να ελευθερώσει εκείνους που, από τον φόβο του θανάτου, ήσαν υποδουλωμένοι καθ’ όλη την ζωή τους» Εβραίους 2:14. Κάποιοι μάλιστα αγιογράφοι, παριστάνουν έναν άγγελο να αλυσοδένει τον Διάβολο. Ο Χριστός τραβάει με τα δυο του χέρια και σηκώνει με δύναμη ένα γονατισμένο άντρα και μία γυναίκα, που βγαίνουν μέσα από δύο πέτρινες λάρνακες, στο βλέμμα των οποίων διακρίνεται η ικεσία προς τον Χριστό. Αυτοί είναι οι προπάτορές μας και οι πρώτοι που αθέτησαν την εντολή του Θεού, ο Αδάμ και η Εύα. Σε κάποιες εικόνες απεικονίζεται ο Χριστός να σηκώνει τον Αδάμ, ενώ η Εύα, η οποία φορά πάντα κόκκινο ένδυμα, έχει ήδη εγερθεί. Η έγερση του Αδάμ και της Εύας συμβολίζει την κοινή ανάσταση όλου του ανθρώπινου γένους, του οποίου είναι οι προπάτορες.
Κάποιες φορές στο ένα χέρι του Χριστού και άλλες φορές πίσω του εικονίζεται ο Σταυρός, το σωτηριώδες σύμβολο της νίκης κατά της φθοράς και του θανάτου. Δεξιά και αριστερά από τον Χριστό βρίσκονται πλήθος ανθρώπων που χωρίζονται σε δύο ομάδες. Στην μία από αυτές τις ομάδες διακρίνονται γνωστά πρόσωπα όπως ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, βασιλείς και Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης – Δαβίδ, Σολομών, Ησαΐας, Ιερεμίας κ. ά. – και στην άλλη οι δίκαιοι άνθρωποι που έζησαν και έδρασαν από την εποχή των προπατόρων μέχρι τον ερχομό του Χριστού. Όλα αυτά απεικονίζονται, σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, κατά την οποία όταν ο Χριστός ως νεκρός παρέμεινε στην χώρα του Άδη, κήρυξε το χαρμόσυνο μήνυμά του Ευαγγελίου και στους νεκρούς οι οποίοι δεν το είχαν ακούσει, «εν πνεύματι πορευθείς, εκήρυξε και εις τα εν φυλακή πνεύματα, τα οποία άλλοτε είχαν απειθήσει» 1 Πέτρου 3:19. Όσοι από αυτούς το αποδέχτηκαν σώθηκαν, «Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίον κηρύχθηκε το ευαγγέλιο και στους νεκρούς, ώστε, ενώ κρίθηκαν σαν άνθρωποι ως προς την σάρκα, να ζουν κατά Θεό ως προς το πνεύμα» 1 Πέτρου 4:6, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τους ζωντανούς.
Το φόντο της εικόνας καλύπτεται με φωτεινά χρώματα ή χρυσό για να δείξει την λαμπρότητα και την θριαμβευτικότητα του γεγονότος. Γιατί το κύριο νόημα που βγαίνει από την εικόνα είναι οι συνέπειες που έχει η Ανάσταση του Χριστού για τη ζωή των ανθρώπων. Ότι δηλαδή ο μεγαλύτερος εχθρός των ανθρώπων, ο θάνατος, νικήθηκε από τον Χριστό. Από τότε χαρίστηκε στους ανθρώπους η αληθινή ζωή κοντά του. Ο Άδης δεν ιστορείται πλέον ως φοβερός τόπος, αφού δεσπόζει το φως και η χαρά της Αναστάσεως: «Χαράς πεπλήρωται και φωτός ο Άδης». Όλα αυτά συμπυκνώνονται και στο αναστάσιμο τροπάριο, που είναι ο θριαμβευτικός παιάνας της γιορτής του Πάσχα και βρίσκεται στα χείλη των απανταχού Ορθοδόξων σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» ήτοι «Ο Χριστός αναστήθηκε το θάνατο νικώντας με το θάνατό του και σε όλους τους νεκρούς τη ζωή χαρίζοντας».
Στη Δυτική Καθολική Εκκλησία η εικόνα της Ανάστασης του Χριστού αποδίδεται διαφορετικά. Είναι αυτή η εικόνα που μας είναι πολύ γνωστή και οικεία, γνωστότερη μπορούμε να πούμε και από την Ορθόδοξη απόδοσή της, αφού κοσμεί πολλούς ναούς μας και οι περισσότεροι από εμάς την έχουμε και στο εικονοστάσι του σπιτιού μας. Σ’ αυτή εικονίζονται ένας λαμπρός άγγελος με κατάλευκα ενδύματα που αστράφτουν, να κυλάει το λίθο που σφράγιζε τον τάφο του Ιησού και που αποτελούσε την απορία των Μυροφόρων πως θα μπορέσουν να τον αποκυλίσουν, και οι φρουροί που φύλαγαν τον τάφο να είναι πεσμένοι στο έδαφος, ατενίζοντας έντρομοι μα συνάμα και με θαυμασμό τον Χριστό που βγαίνει αιωρούμενος στον αέρα από τον τάφο, κρατώντας ένα λάβαρο (σημαία) με το σχήμα του Σταυρού. Στις σύγχρονες εικόνες της Δυτικής αγιογραφίας ο Χριστός εξερχόμενος από το μνημείο κρατάει στο χέρι του τη σημαία του Βατικανού. Ένα πρόβλημα που προκύπτει από την εικόνα της Ανάστασης του Χριστού της Δυτικής Εκκλησίας, είναι, πως εδώ εικονίζεται ο Χριστός τη στιγμή που ανασταίνεται, καθώς και άνθρωποι που τον βλέπουν. Όμως όπως μας βεβαιώνουν οι Ευαγγελιστές στις διηγήσεις τους, κανένα ανθρώπινο μάτι δεν είδε πότε και πως αναστήθηκε ο Κύριος. Η εικόνα αυτού του τύπου τονίζει μόνο το θρίαμβο του Χριστού και όχι τις σωτήριες συνέπειες που έχει η Ανάστασή του για τους ανθρώπους.
Η τέχνη λοιπόν της αγιογραφίας στην Ανατολή και τη Δύση ιστορεί διαφορετικά τα πρόσωπα και τα γεγονότα που απεικονίζει, γιατί η προσέγγισή τους ξεκινά από διαφορετικές προϋποθέσεις. Ποιες είναι αυτές; Μας τις λέει ωραιότατα ο Ν. Πουρνάρας στο βιβλίο του «30 υπο – δείγματα Διδασκαλίας θεολογικών μαθημάτων Γυμνασίου – Λυκείου» σσ. 138 – 140: «Η βυζαντινή ζωγραφικήεκπνευματώνει τις μορφές και τα σώματα και αποσκοπεί να κάνει τους πιστούς μετόχους στην αφθαρσία και την αθανασία, για να φθάσει ο άνθρωπος να γίνει όμοιος με τον άφθαρτο Θεό. Βιώνοντας τις εικόνες μετέχουμε στην αϊδιότητα, την αιωνιότητα. Κι εκείνος που μετέχει στην αϊδιότητα αγαπάει να εξομοιώνεται με τον άφθαρτο Θεό. “Το δε αϊδιότητος μετειληφός εξομοιούσθαι φιλεί τω αφθάρτω” (Κλήμης Αλεξανδρεύς). Η δυτική τέχνη είναι τέχνη φυσιοκρατική. Δηλαδή παριστάνει την ξεπεσμένη φύση του ανθρώπου. Δεν είναι Ευαγγέλιο σ’ άλλη γλώσσα· και γι’ αυτό δεν μας μεταφέρει στην αϊδιότητα, στη σωτηρία.
Στην εικόνα της Αγίας Τριάδος των δυτικών παριστάνεται το Άγιο Πνεύμα ως περιστέρι. Καταστρέφεται το ομοούσιο. Με την παράσταση του γέρου πατέρα και του νέου υιού τι καταστρέφεται; (Το άχρονο, το αμετάβλητο). Στη βυζαντινή εικόνα της Αγίας Τριάδος – ξέρετε ποια είναι; (Η φιλοξενία του Αβραάμ) – διασώζεται και το ομοούσιο και το άχρονο …»
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-
Σχολικό εγχειρίδιο Θρησκευτικών Β΄ Γυμνασίου 2001
-
Περιοδικό «Σύναξη», τεύχος 30
http://antiairetikos.blogspot.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Φόβος Θεοῦ (Γέροντος Ἰωσήφ Ἡσυχαστοῦ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Απριλίου, 2015
Λοιπόν, όταν εσύ δεν αμαρτάνεις, δεν ψεύδεσαι, δεν κατακρίνεις, δεν πονηρεύεσαι κατά του πλησίον σου, τότε έχεις φόβο Θεού. Τότε είσαι σοφός και κατανοείς το Θεό, και για να μην Τον λυπήσεις δεν αμαρτάνεις. Και αυτή είναι η όραση του Θεού, και ο Θεός που βλέπει τα πάντα σε σκεπάζει από τις παγίδες του σατανά.
Όλες τις θλίψεις, παιδί μου, αν τις υπομένουμε, βρίσκουμε Χάρη παρά Κυρίου. Γι αυτό μας αφήνει ο Κύριος να πειραζόμαστε, για να μας δοκιμάζει και να μας πλέξει στεφάνους.
Παραιτήσου από το δικό σου θέλημα, για να βρεις ειρήνη ψυχής. Γιατί το θέλημα του ανθρώπου έχει γίνει χάλκινο τείχος και εμποδίζει το φωτισμό και την ειρήνη Όντως μέγα είναι, στ αλήθεια, το μυστήριο της υπακοής! Αφού ο γλυκύς μας Ιησούς πρώτος χάραξε το δρόμο και έγινε παράδειγμα για μας, πόσο μάλλον εμείς είμαστε οφειλέτες να Τον μιμηθούμε.
Ο μοναχός δεν αλλάζει τόπο κατοικίας, χρώμα ενδυμάτων και ιδίως νοημάτων. Ο μοναχός και η μοναχή αλλάζουν νουν και καρδιά μαζί. Δε σκέφτονται όπως οι κοσμικοί. Όλη η δύναμη της ψυχής είναι η προσευχή. Και καθώς το σώμα δυναμώνει με τις τροφές και τα διάφορα καρυκεύματα που του προσφέρουμε, έτσι και η ψυχή μας θέλει ευχή, ανάγνωση, λόγο προφορικό, να βλέπει παράδειγμα και έτσι λίγο-λίγο ξυπνάει Με πολλή απλότητα να πορεύεσαι, για να βρεις την καθαρότητα της ψυχής.
Η απλότητα είναι μεγάλη ευτυχία για την ψυχή. Τους μεν κανόνες οι άνθρωποι τους κατάργησαν, αλλά δεν τους κατάργησε ο Θεός. Μένουν, όπως τους έθεσαν οι Πατέρες και οι θείοι Απόστολοι. Επομένως να τους φυλάττουμε, αν θέλουμε να σώσουμε την ψυχή μας, για να μη βρούμε αντιμέτωπο το Θεό να υπερασπίζει τους νόμους των αγαπητών Του δούλων.
Το στόμα σου αδιαλείπτως να μελετά την ευχή: Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με Με την ευχή, θα καθαρίσει ο νους σου και θα την κατεβάσει στην καρδιά και θα γίνει διαδρομή, ένωση νου, λόγου και καρδιάς, και θα γίνει Παράδεισος μέσα σου. Από τη στιγμή που αρχίζουμε να διαπράττουμε την αμαρτία γινόμαστε δούλοι των δαιμόνων.
Ο φιλάνθρωπος Θεός έκανε τον άνθρωπο αυτεξούσιο και μας δίδαξε να μη μετέχουμε σε πράξεις αισχρές και δε σκεπτόμαστε σοβαρά τα θεία και σωτήρια λόγια Του. Δεν υπάρχει άλλη θυσία τόσο ευώδης προς το Θεό, όσο η αγνότητα του σώματος. Τίποτε άλλο δε μισεί τόσο ο Θεός, όσο την παράνομη ηδονική ακαθαρσία του σώματος.
Σ αυτή τη ζωή είναι αγώνας. Με τα ακάθαρτα πνεύματα πολεμάς, που δε σου ρίχνουν γλυκά και λουκούμια, αλλά σφαίρες οξείες που θανατώνουν ψυχή, όχι σώμα.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ
Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Απριλίου, 2015
Ὁμιλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
1. – Ὁλοκληρώθηκε λοιπόν ὁ ἀγώνας μας τῆς νηστείας καί τελείωσε στό Σταυρό. Καί ποῦ ἔπρεπε νά καταλήξει τό τέλος τῆς νίκης, ἄν ὄχι στό τρόπαιο τοῦ Χριστοῦ; Γιατί ὁ Σταυρός εἶναι τό τρόπαιο τοῦ Χριστοῦ, πού ἔγινε βέβαια μιά φορά, ἀλλά τρέπει πάντοτε σέ φυγή τούς δαίμονες. Πράγματι, ποῦ εἶναι τά εἴδωλα καί οἱ μάταιοι φόνοι τῶν ζώων; Ποῦ εἶναι οἱ ναοί καί ἡ φωτιά τῆς δυσσέβειας; Σβήστηκαν ὅλα ἀπό ἕνα Ἅγιο Αἷμα καί γκρεμίστηκαν, καί μένει ὁ Σταυρός πολυδύναμη δύναμη, ἀόρατο βέλος, ἄυλο φάρμακο, παυσίπονο πλῆγμα, δόξα γεμάτη ὄνειδος. Ὥστε, καί ἄν μύρια ἄλλα διηγηθῶ γιά τό Χριστό, καί ἄν καταπλήξω τόν ἀκροατή μου διηγούμενος μύρια θαύματα, δέν καυχιέμαι τόσο γιά ἐκεῖνα, ὅσο γιά τό Σταυρό. Ἐννοῶ τό ἑξῆς μ᾽ αὐτό πού λέω: Ὁ Ἰησοῦς προῆλθε ἀπό Παρθένο. Εἶναι μεγάλο θαῦμα νά παρακαμφθεῖ ὁ γάμος καί ἡ φύση νά καινοτομήσει. Ἀλλά, ἄν δέν ὑπῆρχε ὁ Σταυρός, δέ θά σωζόταν μέ τά ἔργα της ἡ πρώτη παρθένος τοῦ Παραδείσου. Τώρα ὅμως μέ τό γεγονός τῆς σταύρωσης ἡ γυναίκα σώζεται πρώτη, θεραπεύοντας τό παλαιό κακό μέ νέα χαρίσματα. Ἀναστήθηκε ὁ νεκρός στή Γαλιλαία, ἀλλά πέθανε πάλι. Ἐγώ ὅμως, πού ἀναστήθηκα μέσω τοῦ Σταυροῦ, δέν εἶναι δυνατό πιά νά πέσω σέ θάνατο. Διέπλευσε ὁ Ἰησοῦς τή θάλασσα, ὁ Θεός μέσα σέ πλοῖο, καί τό ξύλο πρόσφερε μιά ἐφήμερη ὠφέλεια. Ἐγώ ὅμως ἀπόκτησα ξύλο αἰώνιο, εὐεργετικό, πού, χρησιμοποιώντας το ἀντί γιά πηδάλιο, ἀντιμετωπίζω τά πνευματικά κύματα τῆς πονηρίας.
Δόθηκε φαγητό σέ πέντε καί πάλι σέ ἑπτά χιλιάδες ἀνθρώπους μ᾽ ἕνα σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Ποῦ εἶναι λοιπόν τά ἀπομεινάρια τοῦ φαγητοῦ; Πῶς ἐγώ πού δέν ἤμουν παρών θά λάβω ὅ,τι καί οἱ παρόντες; Γέμισαν δώδεκα κοφίνια ἀπό τά περισσεύματα. Ἡ Χάρη εἶναι σύμμετρη. Σταυρώθηκε ὁ Χριστός καί τρεφόμαστε συνεχῶς καί ἐνῶ χορταίνουμε ζητοῦμε ξανά καί ἐνῶ ξαναπαίρνουμε πάλι ποθοῦμε καί εἶναι περισσότερο ὅσο ἀπομένει. Γιατί ἡ Χάρη δέν ἐλαττώνεται. Ἄς ἐπαινεῖται ἡ μέρα πού γέννησε τό φῶς, πού χάρη σ᾽ αὐτήν οἱ ἄλλες μέρες προσκλήθηκαν νά εὐφρανθοῦν. Ἄκουσε πῶς: Σήμερα πλάσθηκε ὁ Ἀδάμ, τήν ἕκτη ἡμέρα. Σήμερα περιβλήθηκε θεία μορφή. Σήμερα ἔγινε ὁ ἄνθρωπος κυβερνήτης καί ἔπιασε καλά τά πηδάλια τῆς οἰκουμένης ὡς ἡγεμόνας ὅλων τῶν ζώντων. Σήμερα ἔλαβε ἐντολές τίς ὁποῖες εἶχε τή δυνατότητα νά τίς κάνει ἤ ὄχι. Σήμερα ξέπεσε ἀπό τόν Παράδεισο καί σήμερα ξαναμπῆκε. Ὤ μέρα πολύτροπη, γεμάτη λύπη καί δίχως καθόλου λύπη, πού τό πρωί ἔφερες λύπη καί τό βράδυ εὐφροσύνη – ἤ μᾶλλον πού δέν πλήγωσες τόσο, ὅσο θεράπευσες.
2. – Μέ λύπη ὁμολογῶ πρός ἐσᾶς φέρνοντας στό νοῦ μου τά παλαιά παθήματα, ἀκούοντας ὅτι ὁ Ἀδάμ ξέπεσε ἀπό τήν πατρική ἑστία. Ξέπεσε αὐτός πού ἦταν πολίτης τοῦ Παραδείσου, πού τρεφόταν χωρίς νά καλλιεργεῖ, πού ἀπολάμβανε χωρίς βροχή καί πού δέν εἶχε ἀνάγκη οὔτε ἀπό ἱδρώτα οὔτε ἀπό ξινάρι, οὔτε ἀπό κόπους καί μόχθους γιά νά ζήσει. Χαιρόταν τά θαλερά δέντρα πού συνέχεια ἀνθοῦσαν καί καρποφοροῦσαν, πού σέ κάθε ἐπιθυμία του ἀκολουθοῦσαν ὅσα τοῦ χρειάζονταν καί πού δέν ἤξερε, ἐξαιτίας τῆς ὡραιότητας ἐκείνων πού ἔβλεπε, σέ ποιό νά πρωτοαπλώσει τό χέρι του. Συχνά μοῦ ἦρθαν δάκρυα γιά τήν τόση μακαριότητα, βλέποντάς τον νά τήν ἔχει χάσει. Ἀφοῦ ὅμως ἐντρύφησα στά Εὐαγγέλια καί ἔφτασα σ᾽ αὐτήν τήν ἡμέρα (γιατί ἕκτη ἦταν ἡ ἡμέρα ἐκείνη καί τούτη), ἀπαλλάχτηκα ἀπό τή λύπη καί ἄλλαξα γνώμη, καί φορῶ τώρα τά λευκά ροῦχα τοῦ λόγου καί λέγω στόν ἑαυτό μου καί σ᾽ ἐσᾶς: «δραπέτευσε ὁ πόνος, ἡ λύπη, ὁ στεναγμός» (Ἡσ. 51, 11). «Τά παλιά πέρασαν, νά ὅλα ἔγιναν καινούργια» (Β’ Κορ. 5, 17). Ὅπως δηλαδή οἱ βοηθοί τῶν γιατρῶν θεραπεύουν τά δαγκάματα τῶν φιδιῶν βγάζοντας ἀπό αὐτά τά ἴδια καί παρασκευάζοντας τά ἀντίδοτα, πολεμώντας τό πάθος μέ τίς ἀφορμές τοῦ πάθους, ἔτσι καί ὁ Σωτήρας χρησιμοποίησε γιά τή θεραπευτική Του ἐνέργεια ὅλες μαζί τίς ἀφορμές τῶν παθῶν, κάνοντας τό πικρό γλυκύ, μεταβάλλοντας τή χολή σέ φάρμακο, στρέφοντας κατά τοῦ θανάτου τό ἴδιο του τό κεντρί, μετατρέποντας τή δοκιμή τοῦ δέντρου σέ σωτηρία, παίρνοντας τήν ἡμέρα πού ἔφερε τή λύπη στόν κόσμο καί παρέχοντας ὡς ἀντίδοτο τήν ἡμέρα πού ἔφερε σ᾽ αὐτόν τή χαρά.
Μήν πιστέψεις ἐμένα, ἀλλά πίστεψε τά μάτια σου. Κοίταξε τή συνάθροισή μας αὐτή καί παῦσε νά ἀντιλέγεις. Εἶναι ἡμέρα τῆς Σταύρωσης καί χαιρόμαστε ὅλοι, νηστεύομε ἀπό τά κακά καί καθαριζόμαστε ἀπό ὅλα, τά μέσα καί τά ἔξω. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος τῆς ἑορτῆς καί ὁ τρόπος τῆς εὐφροσύνης. Σᾶς ἀναφέρω κάποια μικρά θαύματα τῆς δύναμης τοῦ Σταυροῦ. Κοίταξε ὁλόγυρα τήν οἰκουμένη: πόσα χωριά ὑπάρχουν, πόσες πόλεις, πόσοι τόποι, πόσα ἔθνη, νησιά, ποτάμια, παραλίες, πόσα γένη καί πόσες φυλές καί βαρβαρικές γλῶσσες. Ὅλοι αὐτοί σήμερα γιά χάρη τοῦ Σταυροῦ νηστεύουν καί σταυρώνουν τά πάθη τους μέ τή δύναμη Ἐκείνου. Πολλοί περνοῦν ὅλη τή νύχτα χωρίς νά χάσουν τή δύναμη γιά νηστεία. Καί τώρα συγκεντρωθήκαμε ὅλοι ν᾽ ἀκούσομε γιά τό Σταυρό καί γεμίζομε τήν ἐκκλησία καί σπρώχνομε ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί ἱδρωκοποῦμε καί ταλαιπωρούμαστε. Μπροστά στούς δικαστές παίρνομε τήν ἄδεια νά καθίσομε, ἐνῶ μπροστά στόν Ἰησοῦ στεκόμαστε ὄρθιοι μ᾽ εὐχαρίστηση, γιατί καί ὁ Ἰησοῦς στάθηκε ὄρθιος γιά χάρη μας, γιά νά σταματήσει τούς λόγους τῆς κακίας. Τί ἔγινε λοιπόν σήμερα. Ἄς μή μᾶς διαφύγουν ἔτσι ἁπλά τά θαύματα τῆς ἡμέρας.
3. – Ἔφεγγε λοιπόν ἡ μέρα καί ἦταν πολύ πρωί, ὅταν ὁ Ἰησοῦς ὁδηγοῦνταν μέ δεμένα τά χέρια στό Πραιτώριο τοῦ Πιλάτου. Ποιά χέρια; Ἐκεῖνα πού θεράπευσαν τυφλούς καί γιάτρεψαν κουτσούς. Καί σφίγγονταν μέ δεσμά τά δάχτυλα πού δημιούργησαν βλέφαρα, καί κρατοῦνταν ὁ θεραπευτής τῶν ἀνθρώπων γιά νά μήν ἐκπληρώση τό ἔργο τῆς τέχνης πού ἤξερε. Αὐτά εἶναι πού ἀνταποδίδονται στόν Κύριο. Δέχτηκε δεσμά Αὐτός πού δεσμεύει τά νερά στά σύννεφα (Ἰώβ 24, 8), Αὐτός πού ἐλευθερώνει μέ γενναιότητα τούς δεμένους στίς φυλακές (Ψαλμ. 67, 7), Αὐτός πού χαρίζει στούς αἰχμαλώτους τήν ἐλευθερία (Ἠσ. 61, 1). Δέχτηκε τά δεσμά Αὐτός πού ἔλυσε τόν Λάζαρο ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου (Ἰω. 11, 1). Ὁδηγήθηκε στό πραιτώριο Αὐτός πού ἔχει σάν δορυφόρους Του ἀμέτρητους Ἀγγέλους. Στάθηκε μπροστά στόν Πιλάτο Αὐτός πού ἔχει θρόνο Του τόν οὐρανό. Ἀνεχόταν ὁ Δημιουργός νά Τόν σέρνουν τά δημιουργήματά Του, ὁ Πλάστης τά πλάσματά Του, ὁ Τεχνίτης τά ἔργα τῶν χεριῶν Του.
4. – Καί τί γίνεται ἔπειτα; «Αὐτοί», λέει, «δέν μπῆκαν στό πραιτώριο γιά νά μή μολυνθοῦν, ἀλλά νά μπορέσουν νά φᾶνε τό φαγητό τοῦ Πάσχα» (Ἰω. 28, 28). Ὤ πέλαγος παρανομίας! Ἐκτελοῦν ἕναν ἄδικο φόνο καί δέ θέλουν νά μποῦν στό πραιτώριο, προσέχοντας νά μή μολυνθοῦν αὐτοί πού ἦταν ἤδη μολυσμένοι. Ἐλευθερώνουν τό πρόβατο μέ τό Πρόβατο. Περίμενε λοιπόν τήν κρίση ὁ Κριτής ὅλης τῆς οἰκουμένης. Περίμενε τούς μάρτυρες τῶν ψυχῶν, Πλάστης καί κρινόμενος. Ἦταν ἄνθρωποι πού κάθονταν καί δίκαζαν, ἐνῶ ὁ Θεός στεκόταν καί σώπαινε. Στεκόταν στήν πόρτα τῶν ἀνθρώπων ὁ Κύριος τῶν πυλῶν τοῦ οὐρανοῦ. Ρώτησε ὀ Πιλάτος τάχα ὡς πιό φιλάνθρωπος ἀπό τούς Ἰουδαίους. Τί λέγω; Θά δείξουν τήν ἀλήθεια τά ὅσα ἔγιναν: «γιά ποιό πράγμα κατηγορεῖτε τοῦτον τόν ἄνθρωπο;» (Ἰω. 18, 29). Ποιός μπορεῖ νά κατακρίνει τό Θεό; Ἀναγκάζομαι νά λέγω ὅ,τι εἶπε ὁ Πιλάτος. Ὁ Ἰησοῦς σωπαίνει, ὄχι γιατί λείπουν τά λόγια στό Λόγο, ἀλλά γιά νά μή διαλύσει μέ τήν ἀπόκρισή Του τό στεφάνι τοῦ Σταυροῦ. Κατηγορεῖται γιά κτήματα ὁ ἀκτήμων; Γιά ξένα σπίτια, Αὐτός πού δέν ἔχει τόπο ὅπου νά γείρει τό κεφάλι Του; Γιά πράγματα, Αὐτός πού καί τούς μαθητές Του εἶχε γυμνούς ὥς τή μέση; Αὐτός πού δέν εἶχε ὑποζύγιο, ἀλλά χρησιμοποίησε ξένο πουλάρι, γιά νά εὐλογήσει τά παιδιά σας; Πέστε μιά πρόφαση, πλάσατε αὐτήν, σκοτῶστε, ἀλλά δίκαια.
«Τοῦ ἀπάντησαν οἱ Ἰουδαῖοι• ἄν αὐτός δέν ἦταν κακοποιός, δέ θά σοῦ τόν παραδίδαμε» (Ἰω. 18, 30). Μεγάλη ἀπόδειξη αὐτή γιά τά πράγματα, διατύπωση ἀόριστη. Πές μας τήν κακία Του καί μήν παραπλανᾶς τόν ἀκροατή. «Τούς λέει ὁ Πιλάτος• Πάρτε τον ἐσεῖς καί δικάστε τον σύμφωνα μέ τό νόμο σας» (Ἰω. 18, 31). Ἔξυπνος δικαστής. Βάζει τό βάρος στό κεφάλι τῶν Ἰουδαίων: «Πάρτε ἐσεῖς αὐτόν πού ἔπραξε τό κακό». «Τοῦ λένε οἱ Ἰουδαῖοι• Σ᾽ ἐμᾶς δέν ἐπιτρέπεται νά σκοτώσομε κανένα» (Ἰω. 18, 32). Πῶς τότε σκοτώσατε τόν Ἠσαΐα, πῶς τόν Ζαχαρία, πῶς καθένα ἀπό τούς προφῆτες; Ἀλλά δέν σᾶς ἐπιτρέπεται νά σκοτώσετε, ὄχι γιατί δέ θέλετε, ἀλλά γιατί δέν μπορεῖτε. Γιατί οἱ Ρωμαῖοι τούς ἔχουν ἤδη ἀφαιρέσει τό δικαίωμα αὐτό. Καταργεῖται λοιπόν πλέον ὁ νόμος καί ἔμεινε στό χαρτί πιά νοητά καί τόν κατάργησε ὁ δεμένος Ἰησοῦς. Ὁ Πιλάτος τότε λέει• «ἐγώ δέ βρίσκω τίποτε νά τόν κατηγορήσω» (Ἰω. 18, 38). Ὄχι μόνο ἐσύ, Πιλάτε, ἀλλά οὔτε οἱ Ἰουδαῖοι βρίσκουν. Οὔτε οἱ τυφλοί οὔτε οἱ νεκροί οὔτε ὁ ἥλιος οὔτε ἡ σελήνη οὔτε ὁ κόσμος οὔτε ὅλοι οἱ δίκαιοι, οἱ προφῆτες καί οἱ μάρτυρες. Γιατί λέει κάποιος προφήτης δικός τους: «Αὐτός δέν ἔκαμε καμιά ἁμαρτία οὔτε βρέθηκε στό στόμα του δόλος» (Ἠσ. 53, 9. Α’ Πέτρ. 2, 22). Βοηθοῦν ὅλοι τόν Πιλάτο, διατυπώνοντας δίκαιη γνώμη. Μόνοι ἀγωνίζονται οἱ Ἰουδαῖοι, δικάζουν μέ κραυγές καί φιλονεικοῦν νά σκιάσουν τήν ἀλήθεια μέ θορύβους καί ἐπιβεβαιώνουν τή κρίση τοῦ Ἠσαΐα: «περίμενα νά κάνει σταφύλια, καί ἔκανε ἀγκάθια» (Ἠσ. 5, 2)•καί δέν ἔδειξε δικαιοσύνη, ἀλλά τήν πιό κούφια κραυγή. Τό ἀμπέλι τῶν Ἰουδαίων καρποφορεῖ κραυγή.
5. – Ἐνῶ διαδραματίζονταν αὐτά καί ὁ Πιλάτος οὔτε νά μιλήσει μποροῦσε οὔτε ν᾽ ἀκούσει ἀπό τήν ἀνάμεικτη ταραχή καί προετοιμαζόταν στάση, στέλνει κάποιον σ᾽ αὐτόν ἡ γυναίκα του (ἦταν καλή βοηθός πού συγκρατοῦσε τόν ἄνδρα της πού ἔτρεχε) καί τοῦ λέει: «Μήν ἀναλάβεις τήν εὐθύνη γι᾽ Αὐτόν τόν δίκαιο» (Ματθ. 27, 19). Ἄν μπορεῖς, σῶσέ Τον. Ἄν δέν μπορεῖς, σῶσε τόν ἑαυτόν σου. Σά νά τοῦ ἔλεγε τά λόγια τοῦ Δαβίδ: «μήν καταστρέψεις τή ψυχή μου μαζί μέ τίς ψυχές τῶν ἀσεβῶν καί τή ζωή μου μαζί μέ τή ζωή αἱμοβόρων ἀνδρῶν» (Ψαλμ. 25, 9). «Μήν ἀναλάβεις εὐθύνη γιά Ἐκεῖνον τόν δίκαιο, γιατί ἐξαιτίας Του ἔπαθα πολλά στόν ὕπνο μου» (Ματθ. 27, 19). Σάν ἕνας ἄλλος Ἰωσήφ, βλέποντας τήν ἀλήθεια μέ τά ὄνειρα, δίνει μαρτυρία ἀντίθετη μέ τήν κραυγή τῶν Ἰουδαίων. Γιατί ἔπρεπε νά νικηθοῦν ἀπό γυναῖκες. Τούς νίκησε ἡ πόρνη Ραάβ. Τούς νίκησε ἡ αἱμορροούσα. Τούς νίκησε ἡ Χαναναία. Καί τώρα πάλι στεφάνι νίκης ἐναντίον τους παίρνει γυναίκα. «Τοῦ ἀποκρίθηκαν οἱ Ἰουδαῖοι: Ἐμεῖς ἔχομε νόμο καί σύμφωνα μέ τό νόμο μας πρέπει νά πεθάνει» (Ἰω. 19, 7). Ποιόν νόμο; Μέ ποιές λέξεις τό βεβαιώνει; Μέ τίς λέξεις τάχα πού διαβάσαμε σήμερα; «Ὁδηγήθηκε στή σφαγή σάν τό πρόβατο, σάν ἄκακο ἀρνί ἄφωνο μπροστά σ᾽ αὐτόν πού τό κουρεύει, δέν ἀνοίγει τό στόμα του» (Ἠσ. 53, 7). «Ἀπό τίς ἀνομίες τοῦ λαοῦ μου ὁδηγήθηκε στό θάνατο» (Ἠσ. 53, 8). Αὐτές τίς φράσεις βρίσκω χρήσιμες γιά ἐκείνους. Σέ κανένα ἄλλο ὅμως σημεῖο δέν βρίσκω ὅτι σταυρώνεται δίκαια ὁ Ἰησοῦς.
6. – Μπῆκε ὁ Πιλάτος στό πραιτώριο, ὑποχωρώντας στό θυμό τῶν Ἰουδαίων, ἀγωνιζόμενος νά σβήσει φλόγα ἄσβεστη. Μπῆκε καί βγῆκε καί ἄναψε περισσότερο τή φωτιά. Βγῆκε ἔχοντας στεφανώσει τόν Ἰησοῦ καί ἐνῶ Τοῦ εἶχε φορέσει πορφύρα, γεγονός πού θαύμασαν καί δέν ἤθελαν οἱ Ἰουδαῖοι. Νά δείχνει δηλαδή στεφανωμένο ἤδη καί μέ βασιλική στολή Αὐτόν πού πολεμοῦσαν. Γιατί ὅ,τι ἔγινε ἦταν γιά περιφρόνησή Του καί ὑπαινιγμός γιά τήν βασιλική φύση. Μόλις Τόν εἶδαν, Αὐτόν πού πολλές φορές Τόν εἶχαν ἀτενίσει καί ποτέ δέν Τόν εἶχαν δεῖ, Αὐτόν πού πάντοτε καθώς Τόν ἔβλεπαν φούντωνε τό πάθος τους καί φλέγονταν ἀπό τήν ἴδια τους τή φωτιά («θά θελήσουν νά κατακαοῦν ἀπό τή φωτιά», Ἠσ. 9, 5), ὕψωσαν τή σοδομιτική κραυγή. Τήν ὕψωσαν καί ὑψώθηκαν: «Ἄρον, ἄρον, σταύρωσον Αὐτόν. Τό βασιλιά σας θέλετε νά σταυρώσω; Δέν ἔχομε βασιλιά», λένε, «παρά μόνο τόν Καίσαρα» (Ἰω. 19, 15). Ἀρνοῦνται χωρίς νά διώκονται• ἀθεΐα μετά ἀπό ὅσα εἶχαν ὑποφέρει στήν Αἴγυπτο. «Αὐτοί εἶναι, Ἰσραήλ, οἱ θεοί σου, πού σέ ἔβγαλαν ἀπό τή γῆ τῆς Αἰγύπτου» (Ἐξ. 32, 18). Δέν ἔχετε βασιλιά παρά τόν Καίσαρα; Ποιός λοιπόν σᾶς ὁδήγησε στήν ἔρημο ἤ Ποιός σᾶς ἔθρεψε; Σέ Ποιόν φωνάζει ὁ Μωυσῆς λέγοντας, «ὁ Κύριος πού βασιλεύει ἀπό αἰώνα σέ αἰώνα» (Ἐξ. 15, 18) καί ἀκόμη περισσότερο; Ἀφοῦ λοιπόν ἀρνηθήκατε τό βασιλιά σας, μείνετε στό ἑξῆς χωρίς βασιλέα, σέρνοντας τό ζυγό τῆς αἰώνιας δουλείας. Αὐτά ἔγιναν ὥς αὐτή τήν ὥρα. Ἄς δοῦμε καί τό μέρος τῆς ἡμέρας πού ἀπομένει. Γιατί ὁλόκληρη εἶναι ἁγία.
7. – Τόν πῆραν στεφανωμένο. Μέ τί; Μέ ἀγκάθια, τά δῶρα τῶν Ἰουδαίων. «Περίμενε νά κάνει τό ἀμπέλι σταφύλια, ἔκανε ὅμως ἀγκάθια» (Ἠσ. 5, 2). Δέχτηκε ραπίσματα, ἐμπτυσμούς, χτυπήματα, μαστιγώθηκε ἐκεῖνος πού δέν εἶχε λόγο νά ντρέπεται γιά τίποτα. Στάσου μαζί μέ τόν Ἠσαΐα καί βλέπε τό Θεό μέ τά μάτια του. Τί λέει λοιπόν ἐκεῖνος; «Κύριε, ποιός νά πιστέψει σέ ὅ,τι ἀκοῦν τά ἀφτιά μας; Τόν εἴδαμε καί δέν εἶχε μορφή οὔτε κάλλος• τό πρόσωπό Του ἦταν κακοποιημένο καί δέν ἦταν νά τό βλέπει ἄνθρωπος» (Ἠσ. 53, 1-3). Δέν εἶχε ὡραιότητα οὔτε ὀμορφιά, ὁ Τεχνίτης ὅλης τῆς ὡραιότητας. Γιατί θρηνοῦσε τήν κακότητα τῶν Ἰουδαίων. «Ἦταν ἄνθρωπος πληγωμένος πού ἤξερε νά ὑποφέρει» (Ἠσ. 53, 3). Ἄνθρωπος, ὄχι Θεός. Ἦταν ἄνθρωπος καί ὄχι Θεός Αὐτός πού χτυποῦσαν. Ποιός ἦταν λοιπόν Αὐτός πού ἀνέφερε τόσους πόνους, τόσες λύπες, πού Τόν χτυποῦσαν ὅλοι; Μήν τυχόν καί ὑποφέρει δίκαια ὅσα ὑποφέρει; «Αὐτός σηκώνει τίς ἁμαρτίες μας καί ὑποφέρει γιά μᾶς» (Ἠσ. 53, 4). «Ἐγώ δέ βρίσκω καμμιά κατηγορία κατά τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ» (Ἰω. 18, 38). Ἀλλά μήν ντρέπεσαι καθόλου γιά τά περιφρονημένα ἀγαθά. Γιατί, ἄν καί ἔπαθε τόσα, ἔμεινε ἀπαθής. Δέχτηκε χτυπήματα καί ἐμπτυσμούς, ὑπέφερε τά αἴσχιστα, παραμένει ὅμως μέ τήν τιμή καί τήν δόξα Του ὡς ἕνας ἀπό ὅσους δέχονται χτυπήματα. Ὅπως λέει σ᾽ αὐτούς κάπου ὁ Ἠσαΐας: «ἐμεῖς νομίσαμε πώς Τόν εἶχε κάνει ὁ Θεός νά πονέσει, Τόν εἶχε πληγώσει καί ταλαιπωρήσει• ἐνῶ Ἐκεῖνος εἶχε πληγωθεῖ γιά τίς ἁμαρτίες μας καί ταλαιπωρήθηκε γιά τίς ἀνομίες μας» (Ἠσ. 53, 4-5). Καί Αὐτός λοιπόν καί ἐμεῖς κειτόμαστε πληγωμένοι. «Μέ τά τραύματά Του θεραπευτήκαμε ἐμεῖς» (Ἠσ. 53, 5). Ἕνας νεκρός γιατρός νεκρῶν, ἕνας τραυματίας ἀντιφάρμακο γιά πολυπονεμένους ἀνθρώπους. Ἀλλά ὥς πότε σοῦ δώσαμε ἄδεια, ἄνθρωπε, νά μᾶς περιπαίζεις; Πές μας μέ περισσότερη σαφήνεια ὅ,τι ζητοῦμε. «ὁδηγήθηκε σάν πρόβατο στή σφαγή καί σάν ἀρνί ἄφωνο μπροστά σ᾽ ἐκεῖνον πού τό κουρεύει» (Ἠσ. 53, 7). Ἀγαθό πρόβατο πού παραδόθηκε στά χέρια κακῶν μαγείρων. Ἄν τό σφάζετε, Ἰουδαῖοι, μήν τό κουρεύετε. Καί ἄν τό κουρεύετε, λυπηθεῖτε τό ὠφέλιμο πρόβατο πού καρποφορεῖ.
8. – «Ἔβαλαν μαζί του καί ἄλλους δυό κακούργους» (Λουκᾶ 13, 4). Ἔχει φτάσει ὁ λόγος μου στήν ἑνδέκατη ὥρα τῆς ἡμέρας, γιά νά μήν ἐξαντλήσει κανένας τήν ὑπομονή του. Καί θά ἤθελα βέβαια νά παρατρέξω τήν ἱστορία, ἐπειδή σᾶς τήν ἔχω διηγηθεῖ πολλές φορές. Βλέπω ὅμως τό ληστή νά μέ βιάζει συνεχῶς. Καί δέν εἶναι παράξενο• ἀφοῦ παραβίασε τήν πόρτα τοῦ Παραδείσου, μεταβάλλοντας τήν τέχνη του σέ σωτηρία. Στεκόταν στό Σταυρό ὁ Ἀμνός καί δύο λύκοι, ἀλλά ἐνῶ ὁ ἕνας ἔμεινε σταθερός στή γνώμη του, ὁ ἄλλος ἄλλαξε καί εἶπε: «μνήσθητί μου, ὅταν ἔρθεις στή βασιλεία σου». Ὤ, δύναμη τοῦ Ἰησοῦ! Ὁ ληστής γίνεται τώρα προφήτης, πού κηρύττει ἀπό τό σταυρό: «μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔρθεις στή βασιλεία σου». (Λουκᾶ 23, 42). Τί βλέπεις, ληστή, στό βασιλιά; Ραπίσματα, ἐμπτυσμούς, καρφιά καί Σταυρό καί τά περιπαίγματα τῶν Ἰουδαίων καί τῶν στρατιωτῶν τή λόγχη πού τώρα ξεγυμνώνεται. Δέ βλέπω, λέει, τά φαινόμενα. Βλέπω τούς Ἀγγέλους νά στέκουν ὁλόγυρα, τόν ἥλιο νά φεύγει, τό καταπέτασμα νά σχίζεται, τή γῆ νά τρέμει, τούς νεκρούς νά ἑτοιμάζονται νά βγοῦν. Καί ὁ Ἰησοῦς πού δέχεται ὅλους – καί τούς προφῆτες πού ἦρθαν τήν ἑνδέκατη ὥρα ὡς ἐργάτες, δίνοντας τό ἴδιο δηνάριο, τοῦ λέει: σέ βεβαιώνω» (λάβε καί σύ τή βεβαίωση, ὤ ληστή, σύ πού σήμερα εἶσαι ληστής καί σήμερα πάλι υἱός), «ὅτι σήμερα θά εἶσαι μαζί μου στόν παράδεισο» (Λουκᾶ 23, 43). Ἐγώ σέ ἔβγαλα, ἐγώ θά σέ ξαναβάλω μέσα, ἐγώ πού ἔκλεισα τίς θύρες τοῦ Παραδείσου καί τίς ἀσφάλισα μέ τήν πύρινη ρομφαία. Ἄν δέν βάλω μέσα ἐγώ κάποιον, μένουν οἱ πόρτες κλεισμένες. Ἔλα, ληστή: Λήστεψες τό διάβολο. Πῆρες στεφάνι νίκης ἐναντίον του. Εἶδες ἕνα ἄνθρωπο καί τόν προσκύνησες ὡς Θεό. Πέταξες τά παλιά σου ὅπλα καί πῆρες τά ὅπλα τῆς πίστης.
9. – Ἐνῶ γίνονταν αὐτά καί ὅλα ἁγιάζονταν, ὁ ἥλιος ἀπό τόν αἰθέρα, τό ξύλο ἀπό τά φυτά, ἡ χολή ἀπό τά ζῶα, ὁ ἀδιαίρετος χιτώνας ἀπό τά ὑφάσματα, ἡ πορφυρή στολή ἀπό τή θάλασσα, ἡ λόγχη καί τά καρφιά ἀπό τά μέταλλα καί τό σίδηρο καί ἡ δίδυμη πηγή αἵματος καί νεροῦ πού ἀνάβλυσε, ὁ Σωτήρας ἔκανε τό δικό Του. «Πατέρα μου, συγχώρεσε τήν ἁμαρτία τους» (Λουκᾶ 23, 32). Γιά ποιούς λέει τό «συγχώρεσε»; Γιά τούς Ἕλληνες, τούς Ἰουδαίους, τούς ξένους, τούς βάρβαρους, γιά ὅλους γενικά. Μιά φορά τό εἶπε, καί ἡ πράξη ἐπαναλαμβάνεται συνεχῶς. Μήπως εἶπε μόνο γιά τούς ἐχθρούς Του τό «συγχώρεσε»; Τό λέει γιά κάθε λαό καί τό λέει συνεχῶς καί ὅποιος θέλει τό παίρνει.
10. – Μαζεύτηκαν ὅλοι στό πραιτώριο καί ἔλεγαν στόν Πιλάτο: «Γνωρίζομε ὅτι ἐκεῖνος ὁ ἀπατεώνας εἶπε ὅσο ζοῦσε ἀκόμα, μετά τρεῖς μέρες θά ἀναστηθῶ» (Ματθ. 27, 63). Τό ξέρεις καλά, τό θυμᾶσαι καλά ὅτι θ᾽ ἀναστηθεῖ; Ἀσφάλισε τόν Τάφο. Γιά χάρη μου τόν ἀσφαλίζεις. Φύλαξε τό νεκρό μήπως φύγει. «Ἔχετε», τούς λέει, «φρουρά, πηγαίνετε καί ἀσφαλίστε τον ὅπως θέλετε» (Ματθ. 27, 63). Κλεῖστε τόν Τάφο ὅπως ξέρετε. Πάρτε τά μέτρα πού ξέρετε. Φρουρῆστέ Τον ὅπως ξέρετε. Ἄν δέν Τόν φρουρήσετε σεῖς, θά βρίσκουν πρόφαση σ᾽ ἐμένα. Τώρα ὅμως τόν παραδίδω σ᾽ ἐσᾶς τούς ἴδιους πού ὅταν ζοῦσε ἐσεῖς Τόν συλλάβατε καί ὅταν θανατώθηκε ξέφυγε ὅλη τή φύλαξή σας.
Ἄς μείνομε λοιπόν ξύπνιοι καί ἄγρυπνοι, γιά νά δοῦμε τόν βαθύ ὕπνο τῶν Ἰουδαίων καί νά συνεορτάσομε μαζί μέ τίς ἐπουράνιες Στρατιές στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μας, στόν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο γιατρός Γ. Λασκαρίδης, που έγινε ο άγιος Ραφαήλ
Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Απριλίου, 2015
Ο Άγιος Ραφαήλ μαρτύρησε στη Λέσβο 10 χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Η ένδοξη ζωή όμως και ο μαρτυρικός θάνατός Του, γρήγορα θάφτηκαν στη λήθη, λόγω της τρομοκρατίας του βάρβαρου Τούρκου κατακτητή. Πέρασε ο καιρός και όλα ξεχάστηκαν. Μισή χιλιετία πέρασε και κανείς πλέον δεν ήξερε ότι κάποιοι είχαν μαρτυρήσει στο λόφο των Καρυών της Λέσβου. Μόνο από καιρού εις καιρόν έβλεπαν κάποιον ιερέα να θυμιάζει στον τόπο αυτό, και ένα έθιμο είχε μείνει στην παράδοση του τόπου να γίνεται λειτουργία την Τρίτη του Πάσχα, ημέρα του μαρτυρίου του Αγίου, χωρίς όμως να θυμάται ή να ξέρει κανείς, για ποιο λόγο είχε επικρατήσει το έθιμο αυτό.
![]() |
| Ο τάφος με τα λείψανα του αγίου Νικολάου, που μαρτύρησε μαζί με τον άγιο Ραφαήλ (αναλυτική εξιστήρηση της ανακάλυψης των αγίων εδώ). |
![]() |
| Σκηνή από τα μαρτύρια των αγίων κατά την εποχή του αγίου Ραφαήλ (από αυτό το ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ άρθρο): ποδοπατούν το 11μηνο μωρό (άγιο κι αυτό πια) μέχρι θανάτου. |
![]() |
| Το πιθάρι με τα λείψανα της αγίας Ειρήνης (από εδώ) |
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«Καταδικασμένοι » να είναι αθάνατοι.(Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς)
Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Απριλίου, 2015
Οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον.ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του ″καταδικάζει″ τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούς.διά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίας.διά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν Τόν ἐσταύρωσαν.καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ᾽ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του.
Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀθανασίας, καί ἔγινε φοβερά καί δι᾽ αὐτόν τόν θάνατον. Διότι πρό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερός διά τόν ἄνθρωπον, ἀπό δέ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερός διά τόν θάνατον. Ἐάν ζῇ διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καί ἀπό τόν θάνατον. Ὁ θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;» (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 55-56). Οὕτως, ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφήνει ἁπλῶς τό ἔνδυμα τοῦ σώματός του διά νά τό ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατά τήν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ζωή, καί ὁ θάνατος ἡ δευτέρα. Ὁ ἄνθρωπος εἶχε συνηθίσει τόν θάνατον ὡς κάτι τό φυσικόν. Ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τά πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τό φυσικόν εἰς τόν ἄνθρωπον, καί τό ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος. Ὅπως μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικόν εἰς τούς ἀνθρώπους τό νά εἶναι θνητοί, οὕτω μετά τήν ἀνάστασιν ἔγινε φυσική δι᾽ αὐτούς ἡ ἀθανασία.
Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος κατέστη θνητός καί πεπερασμένος.διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καί αἰώνιος. Εἰς αὐτό δέ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμις καί τό κράτος καί ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως. Καί διά τοῦτο ἄνευ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν θά ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξύ τῶν θαυμάτων ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι τό μεγαλύτερον θαῦμα. Ὅλα τά ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπό αὐτό καί συνοψίζονται εἰς αὐτό. Ἐξ αὐτοῦ ἐκπηγάζουν καί ἡ πίστις καί ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλπίς καί ἡ προσευχή καί ἡ θεοσέβεια. Οἱ δραπέται μαθηταί, αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν μακράν ἀπό τόν Ἰησοῦν ὅταν ἀπέθνησκεν, ἐπιστρέφουν πρός Αὐτόν ὅταν ἀνέστη. Καί ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος ὅταν εἶδε τόν Χριστόν νά ἀνίσταται ἐκ τοῦ τάφου, τόν ὡμολόγησεν ὡς Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν ἴδιον τρόπον καί ὅλοι οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ἔγιναν Χριστιανοί, διότι ἀνέστη ὁ Χριστός, διότι ἐνίκησε τόν θάνατον. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον οὐδεμία ἄλλη θρησκεία ἔχει.αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον κατά τρόπον μοναδικόν καί ἀναμφισβήτητον δεικνύει καί ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός καί Κύριος εἰς ὅλους τούς ὁρατούς καί ἀοράτους κόσμους.
Χάρις εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, χάρις εἰς τήν νίκην ἐπί τοῦ θανάτου οἱ ἄνθρωποι ἐγίνοντο καί γίνονται καί θά γίνονται πάντοτε Χριστιανοί. Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι ἄλλο τι παρά ἱστορία ἑνός καί μοναδικοῦ θαύματος τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, τό ὁποῖον συνεχίζεται διαρκῶς εἰς ὅλας τάς καρδίας τῶν Χριστιανῶν ἀπό ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπό ἔτους εἰς ἔτος, ἀπό αἰῶνος εἰς αἰῶνα μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Ὁ ἄνθρωπος γεννᾶται ἀληθῶς ὄχι ὅταν τόν φέρῃ εἰς τόν κόσμον ἡ μητέρα του, ἀλλ᾽ ὅταν πιστεύσῃ εἰς τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διότι τότε γεννᾶται εἰς τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν ζωήν, ἐνῷ ἡ μητέρα γεννᾶ τό παιδί της πρός θάνατον, διά τόν τάφον. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μήτηρ πάντων ἡμῶν, πάντων τῶν Χριστιανῶν, ἡ μήτηρ τῶν ἀθανάτων. Διά τῆς πίστεως εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, γεννᾶται ἐκ νέου ὁ ἄνθρωπος, γεννᾶται διά τήν αἰωνιότητα.
– Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον! Παρατηρεῖ ὁ σκεπτικιστής. Καί ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος ἀπαντᾷ: «Πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι» (πρβλ. Μάρκ. 9, 23). Καί ὁ πιστεύων εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ ὅλην τήν καρδίαν, μέ ὅλην τήν ψυχήν, μέ ὅλον τό εἶναι του ζῇ κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ.
Ἡ πίστις μας εἶναι ἡ νίκη διά τῆς ὁποίας νικῶμεν τόν θάνατον, ἡ πίστις δηλαδή εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον. «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον;» «Τό δέ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία» (Α’ Κορ. 15, 55-56). Διά τῆς ἀναστάσεώς Του ὁ Κύριος «ἤμβλυνε τοῦ θανάτου τό κέντρον». Ὁ θάνατος εἶναι ὁ ὄφις, ἡ δέ ἁμαρτία εἶναι τό κεντρί του. Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος ἐκχέει τό δηλητήριον εἰς τήν ψυχήν καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερα εἶναι τά κέντρα διά τῶν ὁποίων ἐκχέει ὁ θάνατος τό δηλητήριόν του εἰς αὐτόν.
Ὅταν ἡ σφήκα κεντρίσῃ τόν ἄνθρωπον, καταβάλλει οὗτος κάθε δυνατήν προσπάθειαν διά νά ἐκβάλῃ τό κεντρί ἀπό τό σῶμα του. Ὅταν δέ τόν κεντρίσῃ ἡ ἀμαρτία – τό κέντρον αὐτό τοῦ θανάτου – τί πρέπει νά κάμῃ; – Πρέπει μέ τήν πίστιν καί προσευχήν νά ἐπικαλεσθῇ τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διά νά ἐκβάλῃ Αὐτός τό κεντρί τοῦ θανάτου ἀπό τήν ψυχήν του. Καί Αὐτός ὡς πολυεύσπλαγχνος θά τό κάμῃ, διότι εἶναι Θεός τοῦ Ἐλέους καί τῆς Ἀγάπης. Ὅταν πολλαί σφῆκαι πέσουν ἐπί τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου καί τόν τραυματίσουν πολύ μέ τά κέντρα τους, τότε ὁ ἄνθρωπος δηλητηριάζεται καί ἀποθνήσκει. Τό αὐτό γίνεται καί μέ τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου ὅταν τήν τραυματίσουν τά πολλά κέντρα τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν. Ἀποθνήσκει οὗτος θάνατον πού δέν ἔχει ἀνάστασιν.
Νικῶν διά τοῦ Χριστοῦ τήν ἁμαρτίαν μέσα του ὁ ἄνθρωπος νικᾷ τόν θάνατον. Ἐάν περάσῃ μία ἡμέρα καί σύ δέν ἔχῃς νικήσει οὔτε μίαν ἁμαρτίαν σου, γνώρισε ὅτι ἔγινες περισσότερον θνητός. Ἐάν ὅμως νικήσῃς μίαν ἤ δύο ἤ τρεῖς ἁμαρτίας σου, ἔγινες πιό νέος μέ τήν νεότητα ἡ ὁποία δέν γηράσκει, τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν! Ἄς μή τό λησμονῶμεν ποτέ: τό νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν, τοῦτο σημαίνει νά ἀγωνίζεται διαρκῶς τόν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καί τοῦ θανάτου.
Τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθῶς εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον τό ἀποδεικνύει μέ τό νά ἀγωνίζεται κατά τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν.καί ἐάν μέν ἀγωνίζεται, πρέπει νά γνωρίζῃ ὅτι ἀγωνίζεται διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Ἐάν ὅμως δέν ἀγωνίζεται, τότε εἶναι ματαία ἡ πίστις του! Διότι, ἐάν ἡ πίστις τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἀγών διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐάν μέ τήν εἰς Χριστόν πίστιν δέν φθάνῃ κανείς εἰς τήν ἀθανασίαν καί τήν ἐπί τοῦ θανάτου νίκην, τότε πρός τί ἡ πίστις ἡμῶν; Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος δέν ἔχουν νικηθῆ. Ἐάν δέ δέν ἔχουν αὐτά τά δύο νικηθῆ, τότε διά τί νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Χριστόν; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτός ἐνισχύει βαθμιαίως ἐν ἑαυτῷ τήν αἴσθησιν ὅτι ὁ Κύριος ὄντως ἀνέστη, ὄντως ἤμβλυνε τό κέντρον τοῦ θανάτου, ὄντως ἐνίκησε τόν θάνατον εἰς ὅλα τά μέτωπα μάχης.
Ἡ ἁμαρτία βαθμιαίως σμικρύνει τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου, τήν πλησιάζει πρός τόν θάνατον, τήν μεταβάλλει ἀπό ἀθανάτου εἰς θνητήν, ἀπό ἀφθάρτου καί ἀπεράντου εἰς φθαρτήν καί εἰς πεπερασμένην. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερον εἶναι θνητός. Καί ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν αἰσθάνεται τόν ἑαυτόν του ἀθάνατον, εἶναι φανερόν ὅτι εὑρίσκεται ὅλος βυθισμένος εἰς τάς ἁμαρτίας, εἰς σκέψεις μυωπικάς, εἰς αἰσθήματα νεκρωμένα. Ὁ Χριστιανισμός εἶναι μία κλῆσις εἰς τόν μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς ἀγώνα ἐναντίον τοῦ θανάτου, μέχρι δηλαδή τῆς τελικῆς νίκης ἐπ᾽ αὐτοῦ. Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ μίαν ὑποχώρησιν, κάθε πάθος μίαν προδοσίαν, κάθε κακία μίαν ἧτταν.
Δέν πρέπει νά διερωτᾶται κανείς διατί καί οἱ Χριστιανοί ἀποθνήσκουν τόν σωματικόν θάνατον. Τοῦτο γίνεται, διότι ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι μία σπορά. Σπείρεται σῶμα θνητόν, λέγει ὀ Ἀπόστολος Παῦλος (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 42 ἑξ.), καί βλαστάνει, αὐξάνει καί γίνεται ἀθάνατον. Ὅπως ὁ σπειρόμενος σπόρος, οὕτω καί τό σῶμα διαλύεται, διά νά τό ζωοποιήσῃ καί τελειοποιήσῃ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐάν ὁ Κύριος Ἰησοῦς δέν εἶχεν ἀναστήσει τό σῶμα, τί ὄφελος θά εἶχε τοῦτο ἀπό Αὐτόν; Οὗτος δέν θά εἶχε σώσει ὁλόκληρον τόν ἄνθρωπον. Ἐάν δέν ἀνέστησε τό σῶμα, τότε διά τί ἐσαρκώθη, διά τί ἀνέλαβε τό σῶμα, ἀφοῦ δέν τοῦ ἔδωσε τίποτε ἀπό τήν Θεότητά Του;¹
Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, διά τί τότε νά πιστεύῃ κανείς εἰς Αὐτόν; Ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι ἐγώ οὐδέποτε θά ἐπίστευον εἰς τόν Χριστόν, ἐάν δέν εἶχεν ἀναστῆ καί δέν εἶχε νικήσει τόν θάνατον, τόν μεγαλύτερον ἐχθρόν μας. Ἀλλ᾽ ὁ Χριστός ἀνέστη καί ἐδώρησεν εἰς ἡμᾶς τήν ἀθανασίαν. Ἄνευ αὐτῆς τῆς ἀληθείας, ὁ κόσμος μας εἶναι μόνον μία χαώδης ἔκθεσις ἀπεχθῶν ἀνοησιῶν. Μόνον μέ τήν ἔνδοξον Ἀνάστασίν Του ὁ θαυμαστός Κύριος καί Θεός μας, μᾶς ἠλευθέρωσεν ἀπό τό παράλογον καί τήν ἀπελπισίαν. Διότι χωρίς τήν Ἀνάστασιν δέν ὑπάρχει οὔτε εἰς τόν οὐρανόν οὔτε ὑπό τόν οὐρανόν τίποτε πιό παράλογον ἀπό τόν κόσμον αὐτόν.οὔτε μεγαλυτέρα ἀπελπισία ἀπό τήν ζωήν αὐτήν, δίχως ἀθανασίαν. Δι᾽ αὐτό εἰς ὅλους τούς κόσμους δέν ὑπάρχει περισσότερον δυστυχισμένη ὕπαρξις ἀπό τόν ἄνθρωπον, πού δέν πιστεύει εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 19). «Καλόν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος» (Ματθ. 26, 24).
Εἰς τόν ἀνθρώπινον κόσμον μας ὁ θάνατος εἶναι τό μεγαλύτερον βάσανον καί ἡ πιό φρικιαστική ἀπανθρωπία. Ἡ ἀπελευθέρωσις ἀπό αὐτό τό βάσανον καί ἀπό αὐτήν τήν ἀπανθρωπίαν εἶναι ἀκριβῶς ἡ σωτηρία. Τοιαύτην σωτηρίαν ἐδώρησεν εἰς τό ἀνθρώπινον γένος μόνον ὁ Νικητής τοῦ θανάτου – ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος. Διά τῆς ἀναστάσεώς Του Αὐτός μᾶς ἀπεκάλυψεν ὅλον τό μυστήριον τῆς σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει τό νά ἐξασφαλισθῇ διά τό σῶμα καί τήν ψυχήν ἀθανασία καί αἰωνία ζωή. Πῶς δέ κατορθώνεται τοῦτο; Μόνον διά τῆς θεανθρωπίνης ζωῆς, τῆς νέας ζωῆς τῆς ἐν τῷ Ἀναστάντι καί διά τόν Ἀναστάντα Χριστόν!
Δι᾽ ἡμᾶς τούς Χριστιανούς ἡ ζωή αὐτή ἐπί τῆς γῆς εἶναι σχολεῖον, εἰς τό ὁποῖον μανθάνομεν πῶς νά ἐξασφαλίσωμεν τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Διότι τί ὄφελος ἔχομεν ἀπό αὐτήν τήν ζωήν, ἐάν μέ αὐτήν δέν ἠμποροῦμεν νά ἀποκτήσωμεν τήν αἰωνίαν; Ἀλλά, διά νά ἀναστηθῇ μετά τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος, πρέπει πρῶτον νά συναποθάνῃ μετ᾽ Αὐτοῦ καί νά ζήσῃ τήν ζωήν τοῦ Χριστοῦ ὡς ἰδικήν του. Ἐάν κάμῃ τοῦτο, τότε τήν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως θά ἠμπορέσῃ μετά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου νά εἰπῇ: «Χθές συνεσταυρούμην Χριστῷ, σήμερον συνδοξάζομαι.χθές συνενεκρούμην, ζωοποιοῦμαι σήμερον.χθές συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι»².
Εἰς τέσσαρας μόνον λέξεις συγκεφαλαιοῦνται καί τά τέσσαρα Εὐαγγέλια τοῦ Χριστοῦ: Χριστός Ἀνέστη! – Ἀληθῶς Ἀνέστη!… Εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν εὑρίσκεται ἀπό ἕνα Εὐαγγέλιον, καί εἰς τά τέσσαρα Εὐαγγέλια εὑρίσκεται ὅλον τό νόημα ὅλων τῶν κόσμων τοῦ Θεοῦ, τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων. Καί ὅταν ὅλα τά αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου καί ὅλαι αἱ σκέψεις του συγκεντρωθοῦν εἰς τήν βροντήν τοῦ πασχαλινοῦ αὐτοῦ χαιρετισμοῦ: «Χριστός Ἀνέστη!», τότε ἡ χαρά τῆς ἀθανασίας σείει ὅλα τά ὄντα, καί αὐτά ἐν ἀγαλλιάσει ἀπαντοῦν, ἐπιβεβαιοῦται τό πασχαλινόν θαῦμα: «Ἀληθῶς Ἀνέστη!»
Ναί, ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος! καί μάρτυς τούτου εἶσαι ἐσύ, μάρτυς ἐγώ, μάρτυς κάθε Χριστιανός, ἀρχίζοντες ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους μέχρι καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Διότι μόνον ἡ δύναμις τοῦ Ἀναστάντος Θεανθρώπου Χριστοῦ ἠδυνήθῃ νά δώσῃ, – καί συνεχῶς δίδει καί συνεχῶς θά δίδῃ – τήν δύναμιν εἰς κάθε Χριστιανόν – ἀπό τόν πρῶτον μέχρι τόν τελευταῖον – νά νικήσῃ πᾶν τό θνητόν καί αὐτόν τοῦτον τόν θάνατον.πᾶν τό ἁμαρτωλόν καί αὐτήν ταύτην τήν ἁμαρτίαν.πᾶν τό δαιμονικόν καί αὐτόν τοῦτον τόν διάβολον. Διότι μόνον μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος, κατά τόν πιό πειστικόν τρόπον, ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ζωή Του εἶναι Αἰωνία Ζωή, ἡ ἀλήθειά Του εἶναι Αἰωνία Ἀλήθεια, ἡ ἀγάπη Του Αἰωνία Ἀγάπη, ἡ ἀγαθότης Του Αἰωνία Ἀγαθότης, ἡ χαρά Του Αἰωνία Χαρά. Καί ἐπίσης ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ὅλα αὐτά τά δίδει Αὐτός, κατά τήν ἀπαράμιλλον φιλανθρωπίαν Του, εἰς κάθε Χριστιανόν εἰς ὅλας τάς ἐποχάς.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο ΤΥΦΛΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Απριλίου, 2015
-Τι είναι η βοή στο γολγοθά που ο κόσμος τρέχει επάνω;
-Πηγαίνουν να σταυρώσουν δυο, μαζί με κάποιν πλάνο.
-Ποιοι να ‘ναι οι δυο, που εκδικητης ο χάρος τους προσμένει;
-Κλέφτες, φονιάδες, άρπαγες, κακούργοι ξακουσμένοι.
-Και ποιος ο πλάνος που κι αυτός θα σταυρωθεί μαζί τους;
– Τους Φαρισαίους ρώτησε, είναι δουλειά δική τους!
-Θα πάω να δω…
Είπε να πάει να δει ο θεραπευμένος τυφλός, και καθως προχωρούσε, ήρθαν στο νου του πάλι τα χρόνια που ήταν τυφλός.
-Εσείς οι άλλοι δεν ξέρετε πόσο η ψυχή είναι άδεια, όταν με μάτια ορθάνοιχτα βαδίζεις στα σκοτάδια!
Πως τη θυμούμε τη στιγμή που εστάθει αυτός μπροστά μου, και μ’ευσπλαχνισθει, κι εσκυψε πήρε πηλό από χάμου, κι αλείφοντας τα μάτια μου με τον πηλό εκείνο μου είπε να πάω στου Σιλωάμ τη στέρνα να τα πλύνω!
Κι όταν Τον πρωταντίκρυσα Τον φωτοδότη εμπρός μου, στην όψη του είδα όλες μαζί τις ομορφιές του κόσμου. Μοσχοβολούσε κι’έλαμπε το κάθε κίνημά Του, φως και τα χείλη και η φωνή τα μάτια κι η ματιά Του. Στα χείλη Του η παρηγοριά στα μάτια Του η ελπίδα. Έστρεψα τότε ολόγυρα τα δυο μου μάτια κι είδα.
Κάθε που ζει και που δε ζει…είδα παντού την όψη Του γραμμένη, λες κι ήταν καθρέφτης Του όλη η οικουμένη. Φως η ζωή χαρά το φως!
Ας πάω να δω τον πλάνο που θα καρφώσουν στο Σταυρό. Κατά το λόφο επάνω, κόσμος, χαλάσματα, περιγελάσματα,κι οχλοβοή κι αντάρα, χίλιες φωνές σαν μία κι όλες σαν μια κατάρα. Που πάει; Σπρώχνει και σπρώχνεται και πνίγεται και πνίγει, και σταματά προσμένοντας. Παράμερα ξανοίγει….τρεις μαυροφόρες που κρατούν μια λιποθυμισμένη. Θε να ‘ναι μάνα η δύστυχη!
Ξάφνου σωπαίνει το πλήθος που ανταριαζόταν. Γκαπ-γκουπ καρφώνουν! Κρότοι πνιγμένοι στα βογγητά! Υψώνονται οι δύο πρώτοι οι σταυροί, κανείς δε στρέφεται. Γκαπ-γκουπ ξανακαρφώνουν, μα βόγγος δεν ακούγεται.
Να και τον τρίτο υψώνουν!
Πως;!!! Εσύ που μου’δωσες το φως, εσένα πλάνο λένε; Κι ήταν γραφτό τα μάτια μου να βλεπουν και να κλαίνε;
Τι να τα κάνω και της γης και του ουρανού τα κάλλη;
Πάρε το φως που μου’δωσες και τυφλωσέ με πάλι!
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλεν.
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Απριλίου, 2015
Ἡ σκληρότητα τοῦ θανάτου προκαλεῖ εἰς τόν ἄνθρωπον ὑπερβολικήν στενοχωρίαν καί θλίψιν. Πικραίνει τήν καρδίαν. Διά τοῦτο καί ὁ σοφός Σειράχ εἶπεν : «Ὦ θάνατε ὡς πικρόν σου τό μνημόσυνον». Ὅταν ὁ βασιλεύς Ἀγάγ εἶδεν τήν μάχαιραν τοῦ Σαμουήλ εἰς τόν λαιμόν του, τότε, στενάζων καί τρέμων διερωτήθη: «Εἰ οὕτως πικρός ὁ θάνατος» ; (Α´ Βασ. ιε´ 32). Ὁ δέ προφητάναξ Δαυΐδ οὐδέν εὗρεν καταλληλότερον λόγον διά νά παραστήσῃ τήν σκληρότητα τοῦ θανάτου εἰ μή ὅτι «ὠδῖνες θανάτου ἐκύκλωσάν με» (Β´ Βασ. κβ´ 6). Ὁ ὑπαρξιακός αὐτός φόβος συντρίβει τόν ἄνθρωπο καί διά τήν ἔντασίν του παρομοιάσθη μέ τίς ὠδῖνες τοῦ τοκετοῦ. Μέσα σέ ὠδῖνες ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος εἰς τήν παροῦσαν ζωήν καί διά μέσου ὠδινῶν ἀναχωρεῖ ἐκ τοῦ ματαίου τούτου κόσμου.
Μέ τήν πικράν αὐτήν αἴσθησιν ἔζησαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἰς τόν καιρόν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μάλιστα δέ ἡ πικρότης αὐτή ἦτο ἀφόρητος διά τούς δικαίους, οἱ ὁποῖοι ἀπέθνησκον μέ μιά ἐλπίδα, ὅτι ὁ Κύριος «δέν θά ἐγκαταλείψῃ τήν ψυχήν των εἰς Ἅδου οὐδέ δώσῃ τόν ὅσιόν του ἰδεῖν διαφθοράν» (Ψαλμ. ιε´ 10).Ὁ Θεός ὅμως, ὅστις «οὐκ ἐποίησεν θάνατον οὐδέ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων» (Σοφ. Σολ. Α´ 13) κατήργησεν τόν θάνατον ἀναστήσας τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν ὡς ἀπαρχήν τῆς ἀναστάσεως τῶν κεκοιμημένων καί διέλυσε τόν ὑπαρξιακόν φόβον καί τρόμον καί δειλίαν τῶν ἀνθρώπων διά τόν τυραννικώτατον θάνατον. Τό Ἅγιον Πνεῦμα διά τοῦ βασιλέως Σολομῶντος μᾶς διδάσκει ἐπίσης τήν αἰτίαν τοῦ θανάτου: «Ὁ Θεός ἔκτισε τόν ἄνθρωπον ἐπ᾿ ἀφθαρσίᾳ, κατ᾿ εἰκόνα τῆς ἰδίας ἰδιότητος ἐποίησεν αὐτόν (δηλ. τόν ἐδημιούργησεν ἀθάνατον) φθόνῳ δέ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον» (Σοφ. Σολ. β´ 23-24).
Αὐτήν τήν νίκην πανηγυρίζομεν πάντοτε εἰς τήν ζωήν μας οἱ πιστοί ἀφ᾿ ὅτου ἐλύθησαν καί διελύθησαν οἱ φοβερές ὠδῖνες τοῦ ὑπαρξιακοῦ μας φόβου.Ἄς δοῦμε αὐτές τίς ὠδῖνες ἀπό τίς ὁποῖες μᾶς ἀπήλλαξεν ὁ ἀναστάς ἐκ τῶν νεκρῶν Κύριος καί Θεός ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
Πρῶτον. Ὁ θάνατος φοβίζει καί ταράζει τόν ἄνθρωπον διότι ἁρπάζει τήν ὑλική ὕπαρξί του, τό σῶμα του. Τί βλέπουμε εἰς τό σῶμα τοῦ νεκροῦ;Ὀφθαλμούς τυφλούς, ὦτα κωφά, ὄσφρησιν ἀνόσφρητον, στόμα ἄλαλον, ἁφήν ἀναίσθητον, μέλη ἀκίνητα, σῶμα μηδέν διαφέρον κρυερᾶς πέτρας, σχῆμα ἀνθρώπου καί ὄχι ἄνθρωπον. Μετ᾿ οὐ πολύ καί σάρκες τηκόμενες καί ρέουσες, ὀστᾶ ξηρά καί γεγυμνωμένα.Μέ τήν ἀνάστασι τοῦ Κυρίου ὁ φόβος αὐτός διαλύεται, διότι ὁ Θεός θά φέρει εἰς τήν ὕπαρξιν τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου τό παραδοθέν εἰς τήν φθοράν εἰς ἀνωτέραν κατάστασιν αὐτῆς εἰς τήν ὁποίαν εὑρίσκετο κατά τήν διάρκειαν τῆς παρούσης ζωῆς. Περί αὐτοῦ ὁμιλεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί διδάσκει: Τό σῶμα μας «σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν» (Α´ Κοριν. ιε´ 42-44).
Δεύτερον. Ὁ θάνατος τρομάζει διότι διαλύει τόν φυσικόν δεσμόν καί τήν ἕνωσιν τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς. Τοῦτο εἶναι γεγονός ἀφύσικον. Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπον διά νά ζῇ αἰωνίως, ἔπλασε τήν ψυχήν καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου καί τῷ προστάγματί Του ἡνώθησαν διά νά διαμένουν εἰς τούς αἰῶνας συνηνωμένα καί ἀδιάρρηκτα. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας διδάσκουν, ὅτι ἡ ψυχή ἀγαπᾶ τό σῶμα μέ τό ὁποῖον ἔζησεν εἰς τήν παροῦσαν ζωήν καί ἀλγεῖ ἀποχωριζομένη βιαίως αὐτοῦ.Ὁ φιλάνθρωπος καί παντοδύναμος ὅμως Κύριος θείῳ αὐτοῦ προστάγματι θά ἐπανασυνδέσῃ τήν ψυχήν καί τό σῶμα μας κατά τήν ἡμέραν τῆς δόξης καί φοβερᾶς ἐπιφανείας Του, αὐτά τά ὁποῖα διεχώρησεν ἡ ἐξαφανισθεῖσα δύναμις καί ἐνέργεια τοῦ θανάτου.
Τρίτον. Ὁ ἄνθρωπος καταλαμβάνεται ὑπό ὀξυτάτης θλίψεως διά τόν παντελῆ χωρισμόν του ἐκ τοῦ κόσμου τούτου καί πάντων τῶν ἐν τῷ κόσμῳ τούτων πραγμάτων καί ἀγαθῶν.Πῶς διελύθη ὁ παρών φόβος. Ἀκούσωμεν τήν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου φωνήν λέγουσαν πρός τούς νέους περί τῆς ἐσχατολογικῆς προοπτικῆς τῶν πιστῶν ἀνθρώπων: «Ἡμεῖς ὦ παῖδες, οὐδέν εἶναι χρῆμα παντάπασιν τόν ἀνθρώπινον βίον τοῦτον ὑπολαμβάνομεν, οὔτ᾿ ἀγαθόν τι νομίζομεν ὅλως, οὔτ᾿ ὀνομάζομεν, ὅ τήν συντέλειαν ἡμῖν ἄχρι τούτου παρέχεται. Οὔκουν προγόνων περηφάνειαν, οὐκ ἰσχύν σώματος, οὐ κάλλος, οὐ μέγεθος, οὐ τάς παρά πάντων ἀνθρώπων τιμάς, οὐ βασιλείαν αὐτῶν, οὐχ ὅ,τι ἄν εἴποι τις τῶν ἀνθρωπίνων μέγα, ἀλλ᾿ οὐδέ εὐχῆς ἄξιον κρίνομεν, ἤ τούς ἔχοντας ἀποβλέπομεν, ἀλλ᾿ ἐπί μακρότερον πρόϊμεν ταῖς ἐλπίσιν καί πρός ἑτέρου βίου παρασκευήν ἅπαντα πράττομεν. Ἅ μέν οὖν ἄν συντέλῃ πρός τοῦτο, ἀγαπᾶν φαμέν, τά δέ οὐκ ἐξικνούμενα πρός ἐκεῖνον ὡς οὐδενός ἄξια παρορᾶν» (2 ΕΠΕ τ. 7 σελ. 319).
Προσθέτομεν τέταρτον τήν ὀδύνη τοῦ θανάτου ἐκ τοῦ βασανιστικοῦ ἐλέγχου τῆς συνειδήσεως, ὅταν ὁ ἄνθρωπος θά ἔλθῃ εἰς αἴσθησιν τῶν βεβιωμένων ὑπ᾿ αὐτοῦ.Ἀλλά καί ἀπό αὐτόν μᾶς λυτρώνει ἡ πίστις εἰς τόν ἀναστάντα Κύριον. Διδάσκει ὁ πρῶτος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας: «Ὁ Χριστός ἱλασμός ἐστίν περί τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, οὐ περί τῶν ἡμετέρων δέ μόνον, ἀλλά καί περί ὅλου τοῦ κόσμου» (Α´ Ἰωάν. β´ 2). Καί πάλιν: «Ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἀπέσταλκεν εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι αὐτοῦ…… ἠγάπησεν ἡμᾶς καί ἀπέστειλε τόν υἱόν ἱλασμόν περί τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (Α´ Ἰωάν. δ´ 9-10).Διά τοῦτο πανηγυρίζει ἡ χρυσῆ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας βοῶσα: «Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλεν.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Θεολογία της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού, στην περί ανακεφαλαιώσεως διδασκαλία του Αγίου Ειρηναίου
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Απριλίου, 2015
Το θεσπέσιο γεγονός της εκ νεκρών Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί για τη συνείδηση της Αγίας μας Εκκλησίας την φλόγα και τη ζέση, η οποία δίνει τη δύναμη και την ενέργεια σε Αυτή να πορεύεται αταλάντευτη στους αιώνες. Στην αντίθετη περίπτωση « ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών. Ευρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά του Θεού ότι ήγειρε τον Χριστόν, όν ουκ ήγειρεν» (Α΄Κορ.15,14-15). Εάν έλειπε από την Εκκλησία το γεγονός της Αναστάσεως, Αυτή θα ήταν καταδικασμένη να σβήσει συγχρόνως με τη γέννησή της! Γι’ αυτό το λόγο η Ανάσταση του Κυρίου μας είναι για ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο, και ιδιαίτερα για την Ορθοδοξία μας, η «εορτή των εορτών και η πανήγυρις των πανηγύρεων» και όλοι οι πιστοί «αγαλομένω ποδί» προσέρχονται να απολαύσουν την πλούσια πνευματική τράπεζα του Αναστάντα Λυτρωτή μας.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας με εμφανή ενθουσιασμό έδωσαν στα συγγράμματά τους την αληθινή διάσταση στο μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού μας. Ο άγιος Ειρηναίος επίσκοπος Λουγδούνου (Λυώνος),(+199) είναι ένας από αυτούς. Στην περίφημη περί ανακεφαλαιώσεως θεολογία του εντάσσει το γεγονός αυτό στο γενικότερο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Στο θεανδρικό Πρόσωπο του Ιησού Χριστού συντελέσθηκε η αναδημιουργία του πεπτωκότος ανθρώπου και ολοκλήρου της κτίσεως (Ειρην. C.H.. III,16,6). Η Ενανθρώπηση και η Ανάσταση του Λυτρωτή είναι οι δύο κορυφαίοι σταθμοί του έργου της απολυτρώσεως. Δια της Ενανθρωπήσεως του Λόγου ο Θεός εισέρχεται στην ιστορία, δια της Αναστάσεώς Του ο άνθρωπος εισέρχεται στην αιωνιότητα! Η Ενανθρώπηση είναι η ευλογημένη αρχή η Ανάσταση είναι το θριαμβευτικό πέρας του θείου έργου της σωτηρίας του κόσμου.
Ο πρώτος Αδάμ, ο χοϊκός προπάτοράς μας, σύμφωνα με τον ιερό Πατέρα, εξαιτίας του πονηρού και της δικής του συγκαταθέσεως εξέπεσε και έγινε φορέας του κακού και της αμαρτίας και υποκείμενος του θανάτου. Ο Χριστός, ο δεύτερος Αδάμ (Α΄Κορ.15,45) επειράσθη και Αυτός από τον πονηρό για την ικανοποίηση της φυσικής ανάγκης της τροφής ( Γεν.3, 15 ). Όμως Αυτός δεν υπέκυψε, όπως ο πρώτος Αδάμ, στην παγίδα του πονηρού. Έμεινε υπάκουος στο θέλημα του «πέμπψαντός του Πατρός» (Ιωάν.4,34). Η έπαρση του χοϊκού Αδάμ απέκοψε το ανθρώπινο γένος από τη ζωή και το οδήγησε στο θάνατο. Αντίθετα η έσχατη υπακοή και η ταπείνωση (Φιλιπ.2,8) του Χριστού νίκησε το θάνατο και επανένωσε την ανθρωπότητα με τη ζωή,
Ο θάνατος δεν είναι στοιχείο της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά είναι προϊόν της αμαρτίας (Ρωμ.6,23 ). Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό να ζει αθάνατος. Η αμαρτία όμως εισήγαγε τον θάνατο στην ανθρώπινη φύση ως αφύσικη κατάσταση. Η νίκη του Χριστού κατά του θανάτου και του Άδη θεράπευσε την ανθρώπινη φύση από το ξένο και αφύσικο αυτό στοιχείο. Η Ανάσταση δε του Λυτρωτή « απαρχή (της αναστάσεως) των κεκοιμημένων εγένετο» (Α΄Κορ.15,20 ). Η Ανάσταση του Κυρίου κατέρριψε όλους τους φραγμούς που εμποδίζουν τον άνθρωπο να εισέλθει στην αιωνιότητα,(Ειρην. C.H.V.23, 2, P.G.7, 1182-1183). Η εν Χριστώ σωτηρία είναι ουσιαστικά «εκκένωσις του θανάτου» και χορήγηση της ζωής (Ειρην. C.H.III,23,7).
To ξύλο της Εδέμ (Γεν.2ο κεφ) έγινε η αιτία της πτώσεως του πρώτου ανθρώπου. Δι’ αυτού ο γενάρχης ξέπεσε και κατεστάθη θνητός. Το ξύλο του Σταυρού έγινε αιτία να ξαναγίνει πάλι ο άνθρωπος αθάνατος. «Η αμαρτία, γράφει ο ιερός πατήρ, η οποία προήλθεν εκ του ξύλου, εξηλείφθη δια του ξύλου της υπακοής, επί του οποίου εσταυρώθη ο Υιός του ανθρώπου, υπακούων εις τον Θεόν, καταργήσας ούτω την γνώσιν του κακού συνετέλεσεν, ώστε να ανθίση εις τας ψυχάς των ανθρώπων η γνώσις του καλού. Επειδή δε το κακόν συνίσταται εις την ανυπακοήν κατά του Θεού, το καλόν συνίστα εις την υπακοήν. . . Ώστε δια της μέχρι θανάτου, και δη θανάτου Σταυρού, υπακοής του εξιλέωσε την αρχαίαν διά του ξύλου προκληθείσαν ανυπακοήν. . . Ήτο δίκαιον και αναγκαίον αυτός, ο οποίος κατέστη ορατός, να οδηγήση όλα τα ορατά πράγματα εις την εις την συμμετοχήν του Σταυρού Του και ούτως υπό την ορατήν Του μορφήν η επίδρασίς Του εγένετο αισθητή εις όλα τα ορατά πράγματα» ( Ειρην. Επίδ. Αποστ. Κηρύματος 34).
Το μέγα γεγονός της Αναστάσεως του Σωτήρος ο άγιος Ειρηναίος το συνδυάζει με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Η πραγματικότης της Αναστάσεως συνδέεται με την πραγματικότητα της αληθούς μεταβολής του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού (Ειρην. C.IV,18,4-5). Ο κοινωνών του αναστημένου και αυθαρτοποιημένου Σώματος του Κυρίου, καθίσταται και ο ίδιος δυνάμει αναστηθείς και αφθαρτοποιηθείς εν Χριστώ (C.IV,5,5 και 33,2).
Η πίστη στην Ανάσταση του Κυρίου, κατά τον ιερό πατέρα, αποτελεί το θεμελιώδες κεφάλαιο της χριστιανικής σωτηριολογίας. «Εάν (ο Χριστός) δεν εγεννήθη, άρα δεν απέθανε, και εάν δεν απέθανε, δεν ανέστη εκ νεκρών, δεν εθριάμβευσεν άρα επί του θανάτου και δεν κατήργησε το κράτος του, και εάν δεν εθριάμβευσεν επί του θανάτου, πως θα δυνηθώμεν να υψωθώμεν μέχρι της ζωής ημείς, οι οποίοι εξ αρχής υποκείμεθα εις τον θάνατον, Όσοι λοιπόν δεν παραδέχονται την σωτηρίαν του ανθρώπου, και δεν πιστεύουν, ότι ο Θεός θα τους αναστήση εκ νεκρών, ούτοι περιφρονούν την γέννησιν του Κυρίου ημών. Ο Λόγος του Θεού, ευδοκήσας να σαρκωθεί, εδέχθη αυτήν την γέννησιν, δια να μας αποδείξη την ανάστασιν της σαρκός και να προηγηθή όλων ημών εις τον ουρανόν» ( Ειρην. Επίδ. Αποστ. Κηρυγμ. 39).
Ο Θεός Λόγος με την θεία Ενανθρώπησή Του έγινε όμοιος με τον άνθρωπο κατά πάντα εκτός της αμαρτίας. Αυτήν την ανθρώπινη τραυματισμένη και αμαυρωμένη από την αμαρτία εικόνα με την Ανάστασή Του την αυθαρτοποίησε και τη θέωσε, έτσι ώστε «και την εικόνα έδειξεν αληθώς, αυτός τούτο γενόμενος όπερ ήν εικών αυτού, και την ομοίωσιν βεβαίως κατέστησε, συνεξομοιώσας τον άνθρωπον τω αοράτω Πατρί» (Ειρην. C.H.IV,16,2). H νέα αναδημιουργηθείσα εν Χριστώ ανθρώπινη φύση είναι η ίδια η ένδοξη μεταναστάσιμη ανθρώπινη φύση του Χριστού. Ο «κολλώμενος τω Κυρίω» (Α΄Κορ.6,17) μετέχει αυτής της θεωμένης και δοξασμένης φύσεως. Χάρη στο σωτηριώδες έργο του Χριστού, με επιστέγασμα την Ανάστασή Του, «ο γεννητός και πεπλασμένος άνθρωπος κατ΄εικόνα και ομοίωσιν του αγεννήτου γίνεται Θεού» (Ειρην. C.H.IV, 38,3).
Ο Αναστάς Χριστός, όπως ευστοχότατα θεολόγησε ο μεγάλος αυτός πατέρας της αρχαίας Εκκλησίας μας, ανακεφαλαίωσε στον εαυτό του τον πεπτωκότα άνθρωπο και δια του εκουσίου Πάθους και της Αναστάσεώς Του συνέτριψε ολοκληρωτικά και μόνιμα το κράτος του διαβόλου και κατήργησε τον «ολετήρα της κτίσεως». Η Ανάσταση του Σωτήρος μας είναι το επιστέγασμα της αποκαταστάσεως και ανακεφαλαιώσεως του μεταπτωτικού ανθρώπου και ολοκλήρου της δημιουργίας. Γι’ αυτό δικαιολογημένα η αγία μας Εκκλησία μας καλεί να «Προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι, τω προϊόντι Χριστώ εκ του μνήματος, ως νυμφίω, και συνεορτάσωμεν, ταις φιλεόρτοις τάξεσι, Πάσχα Θεού το σωτήριον»
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η τελετή του Αγίου Φωτός στα Ιεροσόλυμα
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Απριλίου, 2015
Απερίγραπτο και άξιο θαυμασμού γεγονός είναι η τελετή του Αγίου Φωτός. Τα θρησκευτικά συναισθήματα των χριστιανών και ιδιαιτέρως των Ορθοδόξων Ελλήνων φτάνουν στο αποκορύφωμα τους και η «ανεκλάλητη» χαρά που τους δωρίζει ο Κύριος είναι το αποτέλεσμα της ευλαβικής συμμετοχής τους, στην αγία αυτή τελετή.
Βρισκόμαστε μπροστά στο μοναδικό γεγονός μέσα στον Κόσμο στο γεγονός της εκπομπής και αναλάμψεως του φωτός από τον Πανάγιο και Ζωοδόχο Τάφο του Σωτήρος. Την ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου από τις πρωινές ώρες κανένας τύπος δεν τηρείται ως προς τις διάφορες θέσεις του αγίου ναού της Αναστάσεως. Οι Άμβωνες, τα Δεσποτικά και τα Στασίδια είναι γεμάτα από πιστούς ανεξαρτήτως φύλου. Διά της Ωραίας Πύλης εισέρχεται ο τυχών, εντός δε του Ιερού και γύρω από την Αγία Τράπεζα περιμένουν με εγκαρτέρηση την εμφάνιση του Αγίου Φωτός, άνδρες, γυναίκες και παιδιά κάθε ηλικίας.
Σε πιο παλιά εποχή την ημέρα αυτή, του Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου, οι ντόπιοι ορθόδοξοι, σκιρτώντες και αγαλλώμενοι περιτρέχον το Άγιο Κουβούκλιο άλλοτε μεν ψάλοντες το «Κύριε Ελέησον» άλλοτε δε πολυχρονίζοντες τον Πατριάρχη της Αγίας πόλεως Ιερουσαλήμ και άλλοτε απαγγέλοντες στα αραβικά με μεγάλη φωνή στίχους εκδηλώνοντας τη χαρά τους.
Το έθιμο αυτό σήμερα για να μην προκαλείται πολύς θόρυβος και ταραχή επιτρέπεται μόνο λίγο πριν από την ώρα της τελετής και κατά τη διάρκεια αυτής.
Μερί την δωδεκάτην μεσημβρινήν η Αυτού Θειοτάτη Μακαριότης ο Πατριάρχης των Ιεροσολύμων, οι Άγιοι Αρχιερείς μαζί με όλον τον Ιερόν Κλήρον, κατεβαίνουν με μεγάλη Στολή από το Πατριαρχείο, δια της Αναστάσεως και σύμφωνα με την τάξη καταλαμβάνουν τις θέσεις τους στο Άγιο Βήμα του Καθολικού χώρου, ενώ οι καμπάνες ηχούν χαρμόσυνα. Ευθύς αμέσως εκπρόσωποι των Αρμενίων, των Συριάνων και των Κοπτών εισέρχονται εις το Ιερόν Βήμα ασπάζονται την δεξιάν του Πατριάρχου ή του Αρχιερέως που θα τελέσει την τελετήν , για να πάρουν καιρόν, για να μετάσχουν της τελετής του Αγίου Φωτός, σύμφωνα με τους φυλασσομένους ορισμούς του Σουλτάνου που μαρτυρούν την ιδιιοκτητικήν κυριαρχίαν του ελληνικού Έθνους επί του Πανιέρου ναού της Αναστάσεως και του Παναγίου και Ζωοδόχου Τάφου.
Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να υπογραμμίσουμε ότι από την προηγούμενη βραδιά που έληξε η ακολουθία του Επιταφίου ο ναός παραμένει σκοτεινός χωρίς ούτε ένα καντήλι αναμμένο. Και αυτό το Άγιο Κουβούκλιο, δηλαδή, ο Τάφος του Κυρίου, αφού εξετάστηκε καλά και με αντικειμενικά κριτήρια εσωτερικά και πιστοποιήθηκε η εξ ολοκλήρου έλλειψη φωτός ή πηγή φωτός, σφραγίσθηκε εξωτερικά με την ιδιαιτέρα σφραγίδα των «Καβάσιδων» θυρωρών του Αγίου Τάφου.
Όλος ο Ιερός Κλήρος με επικεφαλής τον Πατριάρχη και με τους εκπροσώπους των Αρμενίων, Κοπτών και Συριανών ντυμένοι τις Αρχιερατικές και τις υπόλοιπες κατά βαθμούς ιεροσύνης στολές τους, βγαίνουν από το Ιερό Βήμα, ενώ προπορεύονται βυζαντινά λάβαρα, επευφημεί το πλήθος και οι χοροί ψάλλουν το γνωστό τροπάριον «Την Ανάστασιν Σου Χριστέ Σωτήρ, άγγελοι υμνούσιν εν ουρανοίς, και ημάς τους επί γης καταξίωσον εν καθαρά καρδία. Σε δοξάζειν» Ακολουθεί περιφορά τρεις φορές γύρω από το Ιερό Κουβούκλιο. Κατά την δευτέραν περιφοράν σύμφωνα με παλιό έθιμο εισέρχεται στην πομπή ο Αρμένιος εκπρόσωπος και κατά την τρίτην περιφορά ο εκπρόσωπος της Κοπτικής “Εκκλησίας”.
Μετά το τέλος της Ιερής Λιτανείας και αφού ψάλλει ο επιλύχνιος ύμνος «Φως ιλαρόν…», όλος ο Κλήρος και οι χοροί εισέρχονται εις το ιερόν του Καθολικού, ενώ ο Πατριάρχης εκδύεται τα άμφια του, το ωμοφόριον, τον σάκκον, και την μήτραν και παραμένει μόνο με κατάλευκο στοιχάριον, επιτραχήλιο και ζώνη. Ο αρχιθυρωρός ενώπιον του (πλήθους ερευνά τον Πατριάρχην, μήπως υπάρχει κάτι για παραγωγή φωτός και αφαιρεί τις σφραγίδες που υπάρχον στις πόρτες του Κουβουκλίου.
Ο Μακαριώτατος παραλαμβάνει από τους Διακόνους δέσμες κεριών σβηστών και με κατάνυξη, αγωνία και ταπείνωση εισέρχεται στον Πανάγιο Τάφο, ενώ ο Αρμένιος Πατριάχης με τον Γέροντα Δραγουμάνο παραμένουν στον προθάλαμο (τον του Αγίου Λίθου) και κλείνεται η Θύρα.Άκρα σιγή, συγκίνηση και βαθιά πίστη επικρατούν στο παρευρισκόμενο πλήθος, οι αναπνοές κρατούνται, προσευχές αναπέμπονται και βαθιά συγκίνηση έχει καταλάβει τους πάντες που τα βλέμματα τους είναι στραμμένα προς το Άγιο Κουβούκλιο και τον ουράνιο χώρο, ενώ οι καρδιές όλων δονούνται από πίστη, θαυμασμό και ελπίδα.
Ο Πατριάρχης γονυπετής προ του Ζωοδόχου Τάφου προσεύχεται προς τον Σταυρωθέντα υπέρ ημών, όπως παραπέμψει δια της δυνάμεως Του το Άγιον Φως και αναδείξει τούτο «λυτήριον αμαρτημάτων», απαγγέλων την ακόλουθον Ευχήν: «Την αφάτω Σου ευσαπλαχνία εαυτόν κενώσαντα και τω φωτί της εαυτού επιγνώσεως τα εν σκότει διαπορευόμενα Έθνη καταλάμψαντα και δια της εν Άδη καθόδου τα ουράνια και τα επίγεια και τα καταχθόνια φωτός πληρώσαντα, όπως το εκ του φωτοφόρου τάφου Αυτού τοις Πιστοίς διδόμενον φως αναδείξη Αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον και νοσημάτων αλεξιτήριον και ευλογήση και αγιάση τους ευλαβώς αυτού απτομένους, δω δε αυτοίς περιπατείν εν τω φωτί των εντολών αυτού ως τέκνα φωτός».
Μετά από παρέλευση λίγων λεπτών τη νεκρική σιγή διαδέχεται βοή συμμιγής, ικανή να σκίσει το καταπέτασμα του ουρανού και να σείσει τους υψηλούς θόλους του, «το Άγιον Φως, το Άγιον Φως».Είναι η θαυμαστή στιγμή που ο Πατριάρχης εξέρχεται από το Άγιο Κουβούκλιο, βαθύτατα συγκινημένος, με φανερό τον κόπο από την αγωνία και προτείνει τους αναμμένους πυρσούς με το Άγιον Φως.
Είναι οι πυρσοί, κατασκευάσματα των ανθρώπων που δέχτηκαν το άκτιστο Θεϊκό φως σαν αιώνιοι μάρτυρες της Θείας δημιουργίας, της Θείας Προνοίας και της απέραντης αγάπης του Θεού. Το Άγιο Φως παραλαμβάνει πρώτα, σύμφωνα με το έθιμο, προνομιούχος αραβική οικογένεια, η οποία το μεταφέρει αστραπιαία μέσα στο Άγιο Βήμα όπου το παραλαμβάνει ο Σκευοφύλακας του Παναγίου Τάφου που το μεταδίδει στους υπόλοιπους χριστιανούς.
Οι Αρμένιοι, οι Κόπτες και οι Συριανοί παραλαμβάνουν το Άγιο Φως από μία οπή του Αγίου Κουβουκλίου, που βρίσκεται στο αριστερό του εισερχομένου σ’ αυτό, και το μεταλαμπαδεύουν στους παρισταμένους ομοφύλους τους.Οι ευρισκόμενοι (μέσα) στον Πανίερο ναό της Αναστάσεως υποδέχονται το ανατείλαν από τον Τάφο του Κυρίου Άγιο Φως κάτω από τους ρυθμικούς ήχους των κωδώνων και των βαρύγδουπων σημάντρων και ακαριαία ο ναός μεταβάλλεται σε θάλασσα φωτός και το σκοτάδι του ναού μεταβάλλεται σε πάμφωτο μεγαλείο, όπως και το σκοτάδι της αγνοίας διαλύεται στον άνθρωπο που δέχεται το φως της λυτρωτικής πίστης.Ο Πατριάρχης αναρπάζεται από το πλήθος και μεταφέρεται θριαμβευτικά μέχρι το Άγιο Βήμα, ενώ οι χοροί ψάλλουν το: «ανάστα ο θεός, κρίνων την Γήν, ότι Συ κατακληρομήσεις εν πάσι τοις Έθνεσι».
Ευθύς αμέσως ο Πατριάρχης ο εντεταλμένος Αρχιερεύς τελεί την Θείαν λειτουργίαν του Μεγάλου Βασιλείου στο Καθολικό του ναού, ενώ τεταγμένοι μοναχοί πλένουν με απόσταγμα από άνθη το μάρμαρο του Παναγίου Τάφου.Ο λαός διασκορπίζεται με αναμμένα κεριά στα χέρια, και οι Ορθόδοξοι Άραβες από τα γειτονικά χωριά μεταφέρουν το Άγιο Φως με ταχύτητα στους τόπους τους, όπου οι κάτοικοι τους υποδέχονται με επευφημίες, χειροκροτήματα και αλαλαγμούς. Από τη στιγμή αυτή, όλα τα σβηστά καντήλια των ναών στα Ιεροσόλυμα και στα περίχωρα ανάβουν και διατηρούν το Άγιο Φως μέχρι το επόμενο έτος.
Εκ του βιβλίου “Το Άκτιστον και Θείον Άγιον Φως του Παναγίου και Ζωοδόχου Τάφου του Χριστού. Ιερομονάχου π. Τρύφωνος Σ. Κατσαρού
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – 12 ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ THΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Απριλίου, 2015
Κυριακὴ τοῦ Πάσχα νύκτα
Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ
12 ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ THΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
Η πίστι μας, ἡ Ἐκκλησία μας, εἶνε, ἀγαπητοί μου, δεντρὶ ποὺ τὸ φύτευσε ἡ δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου. Καὶ ὅπως τὸ δέντρο ἔχει ῥίζα, ἔτσι καὶ τὸ δέντρο αὐτὸ ποὺ λέγεται Ὀρθοδοξία ἔχει ῥίζα. Ποιά εἶνε ἡ ῥίζα; Δύο λέξεις· «Χριστὸς ἀνέστη». Ἢ ἀνέστη, ἢ δὲν ἀνέστη. Λέμε λοιπὸν σὲ ὅλους, ὅτι ἡ ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ εἶνε γεγονὸς ἱστορικό, τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅσα συνέβησαν στὴν ἱστορία. Γεγονὸς μὲ παγκόσμια ἀκτινοβολία, γεγονὸς ποὺ ἔσεισε καὶ τὸν ᾅδη ἀκόμα, γεγονὸς κοσμογονικό.
Θὰ μοῦ πῇ ὅμως κάποιος· Αὐτὰ εἶνε λόγια· ἐμεῖς θέλουμε ἀποδείξεις. Ἀποδείξεις; Πολλές, ἀμέτρητες, ὅπως οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου.
Ἂς στήσουμε σήμερα ἕνα δικαστήριο. Καὶ στὴν ἕδρα νὰ βάλουμε ὡς κριτὴ τὴν ἱστορία. Τὴν ἱστορία, ποὺ δὲν πείθεται μὲ μύθους καὶ παραμύθια, ἀλλὰ θέλει γεγονότα, τεκμήρια, ἀποδείξεις. Ἡ ἱστορία, λοιπόν, ζητάει μάρτυρες γιὰ τὴν Ἀνάστασι. Ὑπάρχουν; Βεβαίως. Κανένα ἄλλο γεγονὸς δὲν ἔχει τόσους μάρτυρες ὅσους ἡ ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Οὔτε ἡ ζωὴ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου δὲν εἶνε τόσο βεβαιωμένη· τέσσερις – πέντε ἱστορικοὶ μαρτυροῦν γι᾿ αὐτόν, καὶ μετὰ σιγή. Ἐνῷ ἡ Ἀνάστασι ἔχει πλῆθος μάρτυρες. Ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς ἐκλέγουμε ἐνδεικτικῶς τέσσερις τριάδες, δηλαδὴ ἐν συνόλῳ 12 μαρτυρίες.
* * *
Πρῶτοι μάρτυρες παρουσιάζονται οἱ ΠΡΟΦΗΤΑΙ. Πρὶν ἀκόμα γίνῃ ἡ Ἀνάστασι, μαρτυροῦν γι᾿ αὐτὴν μὲ προτυπώσεις.
-Πρῶτος ὁ Μωϋσῆς γράφει γιὰ τὸ Χριστό· «ἀναπεσὼν ἐκοιμήθης ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος» (Γέν. 49, 9). Κοιμήθηκες, λέει, Χριστέ, σὰν τὸ λιοντάρι. Ἂν δῇς λιοντάρι νὰ κοιμᾶται, σὲ ρωτῶ, τολμᾷς νὰ πᾷς νὰ τὸ ξυπνήσῃς; Παρακαλᾷς νὰ μὴ ξυπνήσῃ. «Τίς ἐγερεῖ αὐτόν;»· ποιός νὰ τὸν ξυπνήσῃ; Σὰν λιοντάρι ποὺ κοιμᾶται, «σκύμνος λέοντος Ἰούδα» (ἔ.ἀ.) εἶσαι, λέει, Χριστέ.
-Ἔρχεται κατόπιν ὁ Δαυῒδ καὶ ψάλλει μὲ τὴ χρυσῆ του λίρα· «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν» (Ψαλμ. 67,2), αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἀκοῦμε στὴν Ἀνάστασι.
-Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἠσαΐας, ὁ λεγόμενος πέμπτος εὐαγγελιστής, ἀφοῦ περιγράφει τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ, προτρέπει τὴ Νέα Ἰερουσαλήμ, δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησία, νὰ χαρῇ καὶ νὰ πανηγυρίσῃ γιὰ τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Τὰ δικά του λόγια χρησιμοποιεῖ ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος στὴν ἀναστάσιμη ἀκολουθία ὅταν λέει· «Φωτίζου φωτίζου, ἡ νέα Ἰερουσαλήμ, ἡ γὰρ δόξα Κυρίου ἐπὶ σὲ ἀνέτειλε…» καὶ «Ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου, Σιών, καὶ δε· ᾿ἰδού γὰρ ἥκασί σοι… τὰ τέκνα σου» (Ἠσ. 60,1-4 καὶ θ΄ ᾠδὴ Πάσχα).
Μετὰ ἔρχονται ἄλλοι τρεῖς μάρτυρες· εἶνε μάρτυρες ΤΗΣ ΤΑΦΗΣ.
Καὶ πρῶτοι οἱ φύλακες, ποὺ φρουροῦσαν τὸ σφραγισμένο μνῆμα τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἀρνούμενοι τὴν Ἀνάστασι λένε, ὅτι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἐκλάπη τὴ νύχτα ἀπὸ τοὺς μαθητάς του. Ἀλλὰ ἡ Ῥώμη εἶχε αὐστηρότητα. Ἂν εἶχε συμβῆ κάτι τέτοιο, ὅλη ἡ φρουρὰ θὰ εἶχε περάσει ἀπὸ στρατοδικεῖο καὶ θὰ εἶχε ἐκτελεσθῆ, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔγινε. Ἄρα ὁ Χριστὸς δὲν ἐκλάπη.
-Τὸ ἴδιο μαρτυρεῖ ὁ κενὸς τάφος. Ὁ τάφος βρέθηκε ἄδειος. Τὸ διεπίστωσαν ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης, ποὺ ἔτρεξαν μαζὶ στὸ μνῆμα. Εἶδαν νὰ λείπῃ τὸ σῶμα.
-Καὶ τὴ μαρτυρία συμπληρώνουν τὰ ὀθόνια καὶ τὸ σουδάριο. Οἱ δύο μαθηταὶ εἶδαν «τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον» (Ἰωάν. 20,7). Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Γιὰ νὰ τὰ καταλάβουμε, πρέπει νὰ ξέρουμε πῶς ἔθαβαν οἱ Ἑβραῖοι τοὺς νεκρούς. Ὅταν πέθαινε ὁ ἄνθρωπος, τὸν ἔπλεναν, τὸν ἄλειφαν μὲ ἀρώματα καί, ὅπως ἡ μάνα φασκιώνει τὸ παιδί, τύλιγαν ὅλο τὸ σῶμα μὲ τὰ «ὀθόνια» ποὺ ἦταν λουρίδες ὑφάσματος. Γιὰ τὸ κεφάλι εἶχαν τὸ σουδάριο. Αὐτὰ κολλοῦσαν δυνατὰ στὸ κορμὶ μαζὶ μὲ τὰ ἀρώματα. Ἂν ἐπέμενες νὰ τὰ ξεκολλήσῃς, ἔπρεπε νὰ τραβήξῃς καὶ κρέας. Βλέπετε λοιπὸν τί σημασία ἔχει αὐτό; Διότι ὅταν κανεὶς κλέβῃ εἶνε βιαστικός. Ἂν πήγαιναν νὰ κλέψουν τὸ Χριστό, θὰ τὸν ἔπαιρναν ὅπως ἦταν, μὲ τὰ σουδάρια καὶ τὰ ὀθόνια· γιατὶ γιὰ νὰ τὰ ξεκολλήσουν, θὰ χρειάζονταν ὧρες κ᾿ ἔπρεπε νά ᾿χουν ζεστὸ νερό. Ἔχετε δεῖ πῶς κολλάει ἡ γάζα πάνω στὴν πληγή; Καὶ ὁ Χριστὸς ἦταν γεμᾶτος πληγές. Τώρα ὅμως τὰ ὀθόνια καὶ τὰ σουδάρια μείνανε ἐκεῖ, ὅπως τὸ φίδι γλιστράει κι ἀφήνει τὸ φιδοπουκάμισό του. Ὁ Χριστὸς βγῆκε καὶ ἄφησε τὸ σουδάριο καὶ «τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα» (Λουκ. 24,12).
Ἡ μεγαλύτερη ὅμως μαρτυρία εἶνε οἱ ΠΙΣΤΟΙ.
Οἱ ἀπόστολοι τὴ Μεγάλη Πέμπτη τὸ βράδυ, ἅμα παρουσιάστηκε ἡ σπείρα μὲ τὰ ῥόπαλα καὶ τοὺς φανούς, ἄφησαν τὸ Χριστό. Ἔγιναν ἄφαντοι, φοβισμένοι καὶ δύσπιστοι. Καὶ μετά; Μετά, αὐτοὶ οἱ λαγοὶ ἔγιναν λιοντάρια. Ποιός τοὺς ἄλλαξε; Τὸ χρῆμα; Ἡ δόξα; Οἱ ἀπολαύσεις; Ὄχι. Μόνο ἡ πίστι, ὅτι ἀνέστη ὁ Κύριος. Τὸ λένε· «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον» (Ἰωάν. 20,25), εδαμε τὸν Κύριο μὲ τὰ μάτια μας. Καὶ ὁ Θωμᾶς, ὁ πιὸ δύσπιστος ἀπ᾿ ὅλους, λέει· «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (ἔ.ἀ. 20, 29). ϗ Δὲ᾿ σᾶς εἶπα τίποτα. Ἡ πιὸ μεγάλη μαρτυρία εἶνε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Τί ἦταν προηγουμένως; Μανιώδης διώκτης. Καὶ τώρα ξαφνικὰ τὸν βλέπεις καὶ γίνεται ὁ μεγαλύτερος κήρυκας τοῦ εὐαγγελίου. Τί τὸν ἄλλαξε; τὸ ὅτι ἐγνώρισε «τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως» τοῦ Χριστοῦ (Φιλιπ. 3,10).
-Καὶ μόνο αὐτοί; Ἔρχονται ἔπειτα ἀναρίθμητοι μάρτυρες ὅλων τῶν αἰώνων. Εἶνε ἀπ᾿ ὅλες τὶς τάξεις καὶ ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα. Τοὺς ῥίχνουν μέσ᾿ στὰ θηρία στὶς φωτιὲς καὶ στὰ ἀμφιθέατρα, κι αὐτοὶ φωνάζουν «Χριστὸς ἀνέστη»!
Καὶ θὰ κλείσω μὲ τρεῖς νεώτερες ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ.
-Στὴν τουρκοκρατία ἕνας μπέης ἔπιασε ἕνα Χριστιανὸ νέο στὸν Πόντο. Τὸν εἶδε ἔξυπνο καὶ ἱκανό, καὶ ἤθελε νὰ τὸν κάνῃ Τοῦρκο. Προσπάθησε μὲ γλυκὰ λόγια· ἀδύνατον. Τοῦ λέει· ―Ἂν δὲν ἔρθῃς στὴ θρησκεία μας, θὰ σὲ σκοτώσω. Ὁ νέος τότε προσποιήθηκε· ―Καλά, λέει, μπέη μου, θ᾿ ἀλλάξω θρησκεία· ἀλλὰ θέλω νὰ τὸ κάνω ἐπισήμως, τὴν ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς· τότε θ᾿ ἀνεβῶ στὸ τζαμὶ νὰ τὸ διακηρύξω… Χάρηκαν οἱ Τοῦρκοι καὶ μαζεύτηκαν τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἐνῷ οἱ Χριστιανοὶ εἶχαν πένθος. Αὐτὸς κάνει τὴν προσευχή του, ἀνεβαίνει στὸ μιναρέ, κι ἀπὸ ᾿κεῖ ἀρχίζει νὰ ψάλλῃ· «Χριστὸς ἀνέστη…». Οἱ Τοῦρκοι λύσσαξαν. Τὸν ἅρπαξαν καὶ τὸν ἔρριξαν κάτω ἀπ᾿ τὸ μιναρέ· βεβαίωσε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» μὲ τὸ αἷμα του.
Θέλετε ἄλλο; Ἕνας γέρος στὴν Κοζάνη μοῦ ἔλεγε· Πέρασα βάσανα, γνώρισα καὶ χαρές. Ἡ μεγαλύτερη ὅμως χαρά μου ἦταν τὸ 1912, ὅταν ἐλευθερώθηκε ἡ πατρίδα. Τότε στὴν πλατεῖα τῆς πόλεως ἦρθε τρεχᾶτος ἕνας Ἕλληνας τσολιᾶς καὶ φώναζε· «Ἀδέρφια, “Χριστὸς ἀνέστη”!». Κάναμε σὰ᾿ μικρὰ παιδιά, σχίζαμε τὰ φέσια μας, καὶ ὅλοι φωνάζαμε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» μὲ διπλῆ σημασία, ἐθνικὴ καὶ θρησκευτική… Αὐτό, ὅπως λέει κάποιος ἱστορικός, ὑπῆρξε ἡ βακτηρία, τὸ ῥαβδὶ στὸ ὁποῖο στηρίχθηκε τὸ βασανισμένο γένος μας, ὁ πολικὸς ἀστέρας μέσα στὴ μαύρη νύχτα. Δὲ᾿ μᾶς ἔσωσαν οἱ ψευτοφιλοσοφίες· μᾶς ἔσωσε ὁ Χριστός, ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν.
Τέλος καὶ ἕνα «Χριστὸς ἀνέστη», ποὺ ἀκούστηκε στὴ Μόσχα τότε ποὺ γινόταν διωγμὸς ἐναντίον τῆς θρησκείας,τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἐπαναστάσεως. Τότε, σ᾿ ἕνα μεγάλο θέατρο τῆς Μόσχας ποὺ ἦταν κατάμεστο, ἕνας ἄθεος διαφωτιστὴς ἀνέβηκε στὸ βῆμα, τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, καὶ ἐπὶ δύο ὧρες ῥητόρευε ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀναστάσεώς του. Ποιός νὰ τοῦ φέρῃ ἀντίρρησι; Ἕνας νεαρὸς ὅμως τόλμησε νὰ ζητήσῃ τὸ λόγο. Ἐκεῖνος δυσαρεστήθηκε. Τοῦ λέει· ―Θὰ σοῦ ἐπιτρέψω, ἀλλὰ ὄχι πάνω ἀπὸ πέντε λεπτά. ―Ὄχι, σύντροφε, λέει· οὔτε δυὸ λεπτὰ δὲ᾿ θὰ κάνω. Ἀνεβαίνει ἐπάνω καὶ φωνάζει στὴ ῥωσικὴ γλῶσσα· ―«Χριστὸς ἀνέστη!». Σείστηκε τότε ὅλο τὸ θέατρο· ―«Ἀληθῶς ἀνέστη!». Λαγὸς ἔγινε ὁ σύντροφος…
* * *
Ἀδέρφια μου! Ὅσοι πιστοί, στὸν αἰῶνα αὐτὸ τῆς ἀπιστίας καὶ τοῦ ὑλισμοῦ, ἂς μείνουμε ἑδραῖοι. Μπορεῖς νὰ ἀμφιβάλλῃς γιὰ ὅλα· γιὰ τὸ ἂν ὑπῆρξε Ἀλέξανδρος, γιὰ τὸ ἂν ὑπάρχῃ φεγγάρι· μπορεῖς νὰ ἀμφιβάλλῃς ἀκόμα καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Μπορεῖς νὰ ἀμφιβάλλῃς γιὰ ὅλα· γιὰ ἕνα πρᾶγμα νὰ μὴν ἀμφιβάλλῃς. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35). Μὴν ἀμφιβάλλεις, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ζῇ, δὲν πέθανε! Ζῇ καὶ θριαμβεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Ὅν, παῖδες ὑμνεῖτε, ἄνδρες καὶ γυναῖκες ὑμνεῖτε, μικροὶ καὶ μεγάλοι ὑμνεῖτε, σύμπας ὁ λαὸς ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγ. Νικολάου Νεαπόλεως [=συνοικία τῆς πόλεως\ Φιλίππων – Καβάλας, Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου ἑσπέρας 20-5-1962)
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τι είναι στ’ αλήθεια Πάσχα; (διδαχή από τον Άγιο. Πορφύριο)
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Απριλίου, 2015
Αντί άλλης Πασχάλιας ευχής θα σας μεταφέρω τα χαρμόσυνα αναστάσιμα βιώματα του μακαριστού γέροντα Πορφύριου, όπως τα έζησα μια Τρίτη της Διακαινησίμου στο κελάκι του. Πήγα να τον δω σαν γιατρός.
Μετά την καρδιολογική εξέταση και το συνηθισμένο καρδιογράφημα, με παρακάλεσε να μην φύγω. Κάθισα στο σκαμνάκι κοντά στο κρεβάτι του. Έλαμπε από χαρά το πρόσωπο του.
Με ρώτησε:
-Ξέρεις το τροπάριο που λέει “Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν…”;
-Ναι γέροντα, το ξέρω.
-Πες το.
Άρχισα γρήγορα – γρήγορα. “Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου, απαρχήν και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον ευλογητόν των πατέρων Θεόν και υπερένδοξον”.
-Το κατάλαβες;
-Ασφαλώς το κατάλαβα. Νόμισα πως με ρωτάει για την ερμηνεία του. Έκανε μια απότομη κίνηση του χεριού του και μου είπε:
-Τίποτε δεν κατάλαβες βρε Γιωργάκη! Εσύ το είπες σαν βιαστικός ψάλτης… Άκου τι φοβερά πράγματα λέει αυτό το τροπάριο. Ο Χριστός με την Ανάσταση Του δεν μας πέρασε απέναντι από ένα ποτάμι, από ένα ρήγμα γης, από μια διώρυγα, από μια λίμνη ή από την Ερυθρά θάλασσα.
Μας πέρασε απέναντι από ένα χάος, από μια άβυσσο, που ήταν αδύνατο να την περάσει ο άνθρωπος μόνος. Αιώνες περίμενε αυτό το πέρασμα, αυτό το Πάσχα.
Ο Χριστός μας πέρασε από τον θάνατο, στη Ζωή. Γι’ αυτό σήμερα “Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν”. Χάθηκε ο θάνατος. Το κατάλαβες; Σήμερα γιορτάζουμε την “απαρχή” της “άλλης βιοτής, της αιωνίου” ζωής κοντά Του.
Μίλαγε με ενθουσιασμό και βεβαιότητα. Συγκινήθηκε. Σιώπησε λίγο και συνέχισε πιο δυνατά:
-Τώρα δεν υπάρχει χάος, θάνατος και νέκρωση, Άδης. Τώρα όλα χαρά, χάρις και Ανάσταση του Χριστού μας.
Αναστήθηκε μαζί Του η ανθρώπινη φύση. Τώρα μπορούμε και μεις να αναστηθούμε, να ζήσουμε αιώνια κοντά Του… Τι ευτυχία η Ανάσταση! “Και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον”. Έχεις δει τα κατσικάκια τώρα την άνοιξη να χοροπηδούν πάνω στο γρασίδι, να τρώνε λίγο από τη μάνα τους και να χοροπηδούν ξανά; Αυτό είναι το σκίρτημα, το χοροπήδημα.
Έτσι έπρεπε κι εμείς να χοροπηδούμε από χαρά ανείπωτη για την Ανάσταση του Κυρίου και την δική μας.
Διέκοψε πάλι το λόγο του. Ανέπνεα μια ευφρόσυνη ατμόσφαιρα.
-Μπορώ να σου δώσω μια συμβουλή; συνέχισε. Σε κάθε θλίψη σου, σε κάθε αποτυχία σου να συγκεντρώνεσαι μισό λεφτό στον εαυτό σου και να λες αργά-αργά αυτό το τροπάριο.
Θα βλέπεις ότι το μεγαλύτερο πράγμα στη ζωή σου -και στη ζωή του κόσμου όλου- έγινε. Η Ανάσταση του Χριστού, η σωτηρία μας. Και θα συνειδητοποιείς ότι η αναποδιά που σου συμβαίνει είναι πολύ μικρή για να χαλάσει τη διάθεσή σου.
Μου’ σφιξε το χέρι λέγοντας:
-Σου εύχομαι να “σκιρτάς” από χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου το χάος από το οποίο μας πέρασε ο Αναστάς Κύριος, “ο μόνος ευλογητός των Πατέρων”… Ψάλε τώρα και το “Χριστός Ανέστη”.
Υστερόγραφο δικό μου: “αληθώς Ανέστη”!!!
(Γεώργιος Παπαζάχος, καθηγητής Ιατρικής, αναδημοσίευση από το περιοδικό “Σύναξη – Πάσχα 1994)
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Άγάπη Ακατάλυτος
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
Όποιος γνώρισε την αγάπη τοΰ Θεοΰ αγαπά όλο τόν κόσμο.
Όποιος γνώρισε την ευσπλαχνία τοΰ Θεού σπλαχνίζεται ολον τόν κόσμο.
Όποιος πυρπολήθηκε άπό την άγάπη τοΰ Θεοΰ γίνεται φώς γιά όλο τόν κόσμο.
Όποιος πυρπολήθηκε άπό την άγάπη τοΰ Θεοΰ επιθυμεί νά φύγει άπό τόν κόσμο.
Νά γυρίσει πίσω. Στά πατρώα σπλάγχνα. Στη ρίζα πού μάς γέννησε
Στην κολυμβήθρα πού μάς γέννησε. Νά μπει άνθρωπος καί νά βγει Χριστός!
Όποιος γνώρισε την άγάπη τοΰ Θεοΰ έπιθυμεί νά γίνει ΕΝΑ μαζί Του.
Πώς και ποιος θ’ άπεκδυθεΐ τόν έαυτό του; Πώς και ποιος θά ένδυθεΐ τόν Χριστό;
Πώς και ποιος θά ταυτιστεί με τόν Χριστό; Ποιος θά γίνει ό,τι Εκείνος, δηλαδή Έλεος
δηλαδή Σπλάγχνα Οίκτιρμών δηλαδή άπείρως Πράος καί Ταπεινός;
Ποιος τήν ύπαρξή του θά δώσει, νά ρθεΐ ό έκ φύσεως Έλεος έλεητικώς νά έλεήσει τόν κόσμο;
Ή άγάπη δε δύναται νά άναπαυθεΐ μέχρις ότου πετύχει τήν άνευ όρων παράδοση…
Ή άγάπη δε δύναται νά άναπαυθεΐ μέχρις ότου πετύχει τήν άπόλυτη ταύτιση…
Ή άγάπη δέ δύναται νά άναπαυθεΐ μέχρις ότου πετύχει τήν άγια έξομοίωση.
Όποιος αγαπάει εκούσια προσφέρεται, εκούσια προσέρχεται πρός τό εκούσιον πάθος :
Έξάλειψέ με, γιά νά μείνεις Έσύ. Όποιος άγαπάει μεταβάλλεται…Μεταλλάσσεται…
Μετανοεί τήν έκ τής αγάπης άγια μετάνοια. Άλλοιούται τήν έκ τής άγάπης άγια άλλοίωση. Όποιος άγαπάει
άξιώνεται τήν έκ τής άγάπης άγια κένωση. Πώς και ποιος θά άγαπήσει τόν Χριστό;
Ποιος θά Τού δοθεί; Ποιος θά Τού παραδοθεΐ; Ποιος θά άξιωθεΐ νά Τόν προσλάβει καί νά προσληφθεί άπ’ Αύτόν;
Υπάρχει κανείς πού έπιθυμεΐ νά άποκτήσει νοΰ Χριστού, χέρια Χριστού, σπλάγχνα Χριστού, αίμα Χριστού,
Χριστού εύφροσύνη;
Ποιος θά δώσει σέ μάς την έπιπόθηση τοϋ Γλυκυτάτου Χριστού;
Ποιος θά δώσει σέ μάς τό Πνεύμα τό Άγιο, ώστε νά μή χωριστούμε άπό τής άγάπης τού Χριστού
Ποιος θά διδάξει σέ μάς ότι τό φορτίο τού Κυρίου έλαφρύ, ένεκα τής άγάπης;
“Οποιος ένωθεΐ μέ τή φωτιά, φωτιά θά γίνει. Όποιος ένωθεΐ μέ τόν Χριστό, Χριστός θά γίνει.
‘Υπάρχει κανείς πού έπιθυμεΐ νά γίνει Χριστός; ‘Υπάρχει κανείς πού έπιθυμεΐ νά άγαπήσει τόν Χριστό, νά άγαπήσει τόν άδελφό, νά άγαπήσει τόν έχθρό;
Ό άδελφός μου : Χριστός. Ό έχθρός μου : Χριστός. Ό άγιός μου : Χριστός
Αυτοί πού έφυγαν : Χριστός, κι αυτοί πού θάρθουν : Χριστός, Ή Εκκλησία: Χριστός, Κι έσύ ό πρώτος : Χριστός, Κι έγώ ό έσχατος : Χριστός. Τό πάν, τό άπαν : Χριστός. Χριστού Μέλη.
‘Υπάρχει κανείς πού επιθυμεί νά άρνηθει τόν εαυτό του, γιά τόν Χριστό;
‘Υπάρχει κανείς πού επιθυμεί νά συμμαρτυρήσει μέ τόν Χριστό; ‘Υπάρχει κανείς πού επιθυμεί νά άνεβεΐ στόν Σταυρό, γιά τόν Χριστό; Αδελφοί μου, ή άγάπη
δε δύναται νά μη σταυρωθεί…
Καλή Ανάσταση!
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Αγίου Επιφανείου Κύπρου Η Κάθοδος του Κυρίου στον Άδη (Απόσπασμα)
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
Για τον Ίωσήφ τον από Αριμαθαίας
…..Ι. Όταν βράδιασε, ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος που το όνομά του ήταν Ιωσήφ. Πραγματικά πλούσιος, αφού πήρε ολόκληρη τη σύνθετη υπόσταση του Κυρίου. ‘Αληθινά πλούσιος, αφού έλαβε από τον Πιλάτο τη διπλή ουσία του Χρίστου. Πλούσιος διότι αξιώθηκε να πάρει τον πολύτιμο μαργαρίτη. Πραγματικά πλούσιος γιατί κράτησε το βαλάντιο που ήταν γεμάτο με τον θησαυρό της θεότητος. Πώς να μην είναι πλούσιος αυτός που απέκτησε τη ζωή και τη σωτηρία του κόσμου; Πώς να μην είναι πλούσιος ο Ιωσήφ, αφού δέχτηκε για δώρο Αυτόν που τρέφει και είναι Δεσπότης όλων; Όταν βράδιασε. Επομένως είχε δύσει πια στον Άδη ο ήλιος της δικαιοσύνης. Γι’ αυτό ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος που το όνομά του ήταν Ιωσήφ από την Αριμαθαία που κρυβόταν γιατί φοβόταν τους Ιουδαίους. Ήλθε και ο Νικόδημος που ήλθε στον Ιησού κάποια νύχτα.
ΙΑ. Αυτό είναι απόκρυφο μυστήριο των μυστηρίων. Δυο κρυφοί μαθητές, έρχονται να κρύψουν τον Ιησού στον τάφο, διδάσκοντας με τη δική τους απόκρυψη το κρυφό μυστήριο του Άδη του Θεού που κρύφτηκε κάτω απ’ τη σάρκα, ξεπερνώντας ο ένας τον άλλον στη θερμή διάθεση. Προς τον Χριστό. Ο μεν Νικόδημος μεγαλόψυχος προσφέροντας σμύρνα και αλόη, ο δε Ιωσήφ αξιέπαινος στην τόλμη και το θάρρος προς τον Πιλάτο. Διότι αυτός διώχνοντας κάθε φόβο με τόλμη παρουσιάστηκε στον Πιλάτο ζητώντας το σώμα του Ιησού. Και όταν παρουσιάστηκε φέρθηκε με μεγάλη σοφία για να επιτύχει αυτό που ήθελε. Γι’ αυτό δεν χρησιμοποιεί μπροστά στον Πιλάτο υπερήφανα και υψηλά λόγια, για να μη του ανάψει την οργή και χάσει το ζητούμενο. Ούτε του λέει: Δος μου το σώμα του Ιησού, που σκοτείνιασε πριν από λίγο τον ήλιο, που έσχισε τις πέτρες, που έσεισε τη γη και άνοιξε τους τάφους και έσχισε το καταπέτασμα του ναού. Τίποτε τέτοιο δεν λέει στον Πιλάτο.
-
Αλλά τι του λέει; Ένα τιποτένιο αίτημα, και για όλους μικρό, άρχοντα μου ήλθα να σου ζητήσω. Ένα πολύ μικρό αίτημα. Το εξής:
-Δος μου να θάψω το νεκρό σώμα εκείνου που καταδικάστηκε από εσένα, του Ιησού του Ναζωραίου, του Ιησού του φτωχού, του Ιησού του αστέγου, του Ιησού που κρέμεται —στον Σταυρό— γυμνός και περιφρονημένος, του Ιησού του γιου του ξυλουργού, του Ιησού του δέσμιου, που έμενε στο ύπαιθρο, του ξένου, του αγνώριστου μεταξύ των ξένων, του περιφρονημένου, και κοντά σε όλα και κρεμασμένου στον Σταυρό.
-Δος μου αυτόν τον ξένο, γιατί τι σε ωφελεί το σώμα αυτού του ξένου;
-
Δος μου αυτόν τον ξένο, γιατί ήλθε εδώ από μακρινή χώρα για να σώσει τον άνθρωπο που αποξενώθηκε από τον Θεό. Γιατί κατέβηκε στη σκοτεινή γη για να ανεβάσει τον ξένο.
-
Δος μου αυτόν τον ξένο, γιατί αυτός είναι ο μόνος -πραγματικά- ξένος. —Δος μου αυτόν τον ξένο του Οποίου τη χώρα αγνοούμε εμείς οι ξενιτεμένοι.
-
-Δος μου αυτόν τον ξένο του Οποίου τον Πατέρα αγνοούμε εμείς οι ξένοι.
-
-Δος μου αυτόν τον ξένο του Οποίου τον τόπο και τη γέννηση και τον τρόπο — της ζωής Του— αγνοούμε εμείς οι ξένοι.
-
– Δος μου αυτόν τον ξένο που έζησε ζωή και βίο ξενιτεμένου στα ξένα. –Δος μου αυτόν τον ξένο Ναζωραίο του Οποίου τη γέννηση και τον τρόπο αγνοούμε εμείς οι ξένοι.
-
-Δος μου αυτόν που με τη θέληση Του είναι ξένος και εδώ δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι.
-
-Δος μου αυτόν τον ξένο, που σαν ξένος σε ξένη χώρα, άστεγος γεννήθηκε στη φάτνη.
-
-Δος μου αυτόν τον ξένο που απ’ αυτήν ακόμη τη φάτνη έφυγε ως ξένος από τον Ηρώδη.
-
– Δος μου αυτόν τον ξένο, που απ’ τα σπάργανα Του ακόμη ξενητεύθηκε στην Αίγυπτο, και δεν είχε πόλη, ούτε χωριό, ούτε σπίτι ούτε τόπο να μείνει, ούτε συγγενή, αλλά σε ξένη χώρα Αυτός είναι ξένος.
-
-Δος μου, άρχοντα μου αυτόν τον γυμνό που κρέμεται στο ξύλο —του Σταυρού— να τον σκεπάσω, γιατί Αυτός σκέπασε τη γύμνωση της φύσεως μου.
-
-Δος μου αυτόν τον νεκρό που είναι μαζί και Θεός, να σκεπάσω Αυτόν που κάλυψε τις δικές μου ανομίες.
-
– Δος μου, άρχοντα μου τον νεκρό που έθαψε μέσα στον Ιορδάνη τη δική μου αμαρτία. Για έναν νεκρό σε παρακαλώ, που αδικήθηκε από όλους, που πουλήθηκε από φίλο, που προδόθηκε από μαθητή, που διώχθηκε από τους αδελφούς του, που ραπίσθηκε από δούλο. Για έναν νεκρό σε θερμοπαρακαλώ, ο Οποίος καταδικάστηκε από αυτούς που ο Ίδιος ελευθέρωσε από τη δουλεία, ο οποίος ποτίσθηκε με ξύδι, τραυματίσθηκε απ’ αυτούς που θεράπευσε, που εγκαταλείφθηκε από τους μαθητές Του και στερήθηκε την ίδια τη Μητέρα Του. Για τον νεκρό, άρχοντα μου, σε ικετεύω, Αυτόν τον άστεγο που κρέμεται στο ξύλο -του Σταυρού—. Διότι επάνω στη γη δεν έχει να Του συμπαρασταθεί ούτε πατέρας, ούτε φίλος, ούτε μαθητής, ούτε συγγενής, ούτε κανένας να Τον θάψει, αλλά είναι μόνος, μονογενής Υιός του μόνου —Πατέρα—, Θεός στον κόσμο και κανένας άλλος.
ΙΓ. Μ’ αυτά τα λόγια και μ’ αυτόν τον τρόπο αφού παρακάλεσε ο Ιωσήφ τον Πιλάτο, διέταξε ο Πιλάτος να του δοθεί το πανάγιο σώμα του Ιησού. Και ήλθε στον Γολγοθά και αποκαθήλωσε τον σαρκοφόρο Θεό από το ξύλο —του Σταυρού— και Τον τοποθέτησε κάτω στη γη, σαρκοφόρο Θεό γυμνό, αλλά όχι απλό άνθρωπο. Και Τον βλέπει κανείς να βρίσκεται ξαπλωμένος κάτω, Αυτός που όλους τους ανέσυρε προς τον ουρανό. Και μένει για λίγο χωρίς πνοή, Αυτός που είναι η ζωή και η πνοή όλων. Και φαίνεται να μη βλέπει Αυτός που δημιούργησε τα πολυόμματα Χερουβίμ. Και κείτεται ξαπλωμένος, Αυτός που είναι η ανάσταση όλων. Και νεκρώνεται ο σαρκωμένος Θεός, Αυτός που ανασταίνει τους νεκρούς. Και σιωπά για λίγο κατά το σώμα η βροντή του Θεού Λόγου. Και Τον σηκώνουν ανθρώπινες παλάμες, Αυτόν που κρατά στην παλάμη Του ολόκληρη τη γη.
ΙΔ. Άραγε, Ιωσήφ, ζητώντας και παίρνοντας, ξέρεις καλά ποιόν πήρες; Άραγε πλησιάζοντας στον Σταυρό και αποκαθηλώνοντας τον Ιησού, ξέρεις καλά ποιόν κράτησες στα χέρια σου; Εάν πραγματικά γνωρίζεις καλά Ποιόν κρατάς, τώρα έγινες πλούσιος. Γιατί πώς αλλιώς κάνεις αυτή τη θεόσωμη και φρικωδέστατη κηδεία του Ιησού; Είναι αξιέπαινος ο πόθος σου, αλλά πιο αξιέπαινος είναι ο τρόπος της ψυχής σου. Άραγε δεν φρίττεις, κρατώντας στα χέρια σου Αυτόν που φρίττουν τα Χερουβίμ; Με ποιο φόβο θα αφαιρούσες από το θείο αυτό σώμα το μικρό ρούχο που το σκέπαζε; Πώς δεν θα έκλεινες τα μάτια από ευλάβεια; Δεν θα τρόμαζες ατενίζοντας και αποκαλύπτοντας τη σωματική φύση του υπερφύσιν Θεού; Πες μου, Ιωσήφ, άραγε έθαψες στραμμένο προς την ανατολή τον νεκρό που είναι η ‘Ανατολή των ανατολών; Άραγε έκλεισες με τα δάχτυλα σου, όπως γίνεται στους νεκρούς τα μάτια του Ιησού, ο Οποίος με το αμόλυντο δάχτυλο Του άνοιξε τα μάτια του τυφλού; Άραγε έκλεισες το στόμα Εκείνου που άνοιξε το στόμα του κωφαλάλου; Άραγε έδεσες τα χέρια Εκείνου που άπλωσε τα παράλυτα χέρια; Η έδεσες τα πόδια Εκείνου, όπως γίνεται στους νεκρούς, ο Οποίος θεράπευσε, για να βαδίζει, τα πόδια του παραλύτου; Άραγε σήκωσες επάνω σε κρεβάτι Αυτόν που διέταξε τον παράλυτο λέγοντας του: Σήκωσε το κρεβάτι σου και περπατά ; Άραγε άδειασες μύρα επάνω στο σώμα Εκείνου που είναι το ουράνιο μύρο και εκκένωσε τον εαυτό Του αγιάζοντας τον κόσμο; Άραγε τόλμησες να σφογγίσεις τη θεόσωμη εκείνη πλευρά του Ιησού που ακόμη αιμορροούσε, του Θεού που θεράπευσε την αιμορροούσα; Άραγε έπλυνες με νερό το σώμα του Θεού, που έπλυνε —τις αμαρτίες— όλων και έδωσε την κάθαρση; Άραγε τι είδους λαμπάδες άναψες μπροστά στο αληθινό φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο; Και ποιους επιτάφιους ύμνους έψαλες σ’ Αυτόν που ανυμνείται χωρίς διακοπή από όλες τις ουράνιες αγγελικές στρατιές; Άραγε και έχυσες δάκρυα για τον νεκρό Ιησού, που δάκρυσε για τον νεκρό Λάζαρο και τον ανέστησε μετά από τέσσερις ημέρες; Άραγε θρήνησες Αυτόν που έδωσε σ’ όλους χαρά και διέλυσε τη λύπη της Εύας;
ΙΕ. Όμως μακαρίζω τα χέρια σου, Ιωσήφ, που υπηρέτησαν και ψηλάφισαν τα θεόσωμα χέρια και πόδια του Ιησού, που έσταζαν ακόμη αίμα. Μακαρίζω τα χέρια σου, που άγγιξαν την αιμορροούσα πλευρά του Θεού πριν από τον πιστό – άπιστο Θωμά που είχε αξιέπαινη περιέργεια. Μακαρίζω το στόμα σου που γέμισε αχόρταγα και ασπάσθηκε το στόμα του Ιησού κι’ από εκεί γέμισε με Άγιο Πνεύμα. Μακαρίζω τα μάτια σου που ενώθηκαν με τα μάτια του Ιησού, και από εκεί πήραν το αληθινό φως. Μακαρίζω το πρόσωπο σου που πλησίασε το πρόσωπο του Θεού. Μακαρίζω τους ώμους σου που σήκωσαν Αυτόν που βαστάζει όλους. Μακαρίζω το κεφάλι σου που το άγγιξε ο Ιησούς, η κεφαλή των πάντων. Μακαρίζω τα χέρια σου στα οποία βάσταξες Αυτόν που βαστάζει τα πάντα. Μακαρίζω τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, γιατί έγιναν Χερουβίμ μπροστά στα Χερουβίμ σηκώνοντας και μεταφέροντας επάνω τους τον Θεό. Γιατί έγιναν υπηρέτες του Θεού μπροστά στα εξαπτέρυγα Σεραφίμ, όχι με τα φτερά, αλλά με τα σεντόνια καλύπτοντας και τιμώντας τον Κύριο. Αυτόν που τρέμουν τα Χερουβίμ Τον μεταφέρουν επάνω στους ώμους τους ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος και γεμίζουν από έκσταση όλες οι τάξεις των ασωμάτων Αγγέλων.
ΙΣΤ. Ήλθε ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος. Επομένως έτρεξε μαζί τους και όλος ο χορός των Αγγέλων. Και προφταίνουν τα Χερουβίμ, και τρέχουν μαζί τα Σεραφίμ και βαστάζουν μαζί οι Θρόνοι, και καλύπτουν τα Εξαπτέρυγα, και φρίττουν τα Πολυόμματα βλέποντας τον Ιησού αόμματο, και καλύπτουν μαζί οι Δυνάμεις, και ψάλλουν οι Αρχές και φρίττουν οι Τάξεις, και γεμίζουν έκσταση όλες οι στρατιές των ουρανίων ταγμάτων και γεμάτες θαυμασμό ρωτούν με μεγάλη απορία. Τι είναι αυτός ο φοβερός λόγος και ο φόβος και ο τρόμος και ο τρόπος; Τι είναι αυτό το μεγάλο και παράδοξο και ακατανόητο θέαμα; Αυτός που στον ουρανό σ’ εμάς τους ασωμάτους ως απλός Θεός είναι αθεώρητος, εδώ κάτω στη γη τον βλέπουν οι άνθρωποι γυμνό.
ΙΖ. Αυτόν, που μπροστά Του στέκονται τα Χερουβίμ με ευλάβεια, τον κηδεύουν με θάρρος ο Ιωσήφ κι’ ο Νικόδημος. Πότε κατέβηκε Αυτός που δεν εγκατέλειψε τον ουρανό; Πώς βγήκε έξω, Αυτός που βρίσκεται μέσα; Πώς ήλθε επάνω στη γη Αυτός που με την παρουσία Του όλα τα γεμίζει; Πώς γυμνώθηκε Αυτός που ντύθηκε όλους; Αυτός που βρίσκεται αδιάκοπα ως Θεός στον ουρανό μαζί με τον Πατέρα, τώρα ζει μαζί με τη Μητέρα Του αδιάκοπα ως αληθινός άνθρωπος.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου» (Αγ. Νεοφύτου του Εγκλεἰστου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
«Και πώς», κάποιος διερωτάται, «θα υποβάλλω τα αιτήματά μου, όντας εγώ αγροίκος, χωρικός κι απαίδευτος;»
-Γι’ αυτού του είδους τα αιτήματα δεν σου χρειάζονται λογοτεχνικές ικανότητες, παρά μονάχα απλότητα. Ας επιστρέψουμε, όπως έκαμε ο άσωτος υιός. Ας στενάξουμε, όπως στέναξε ο τελώνης Άς χύσουμε δάκρυα μετανοίας όπως η πόρνη και, όπως ο ληστής, ας φωνάξουμε: «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου». Πού βλέπεις το δύσκολο και το πολύπλοκο σ’ αυτά τα τόσο άπλα λόγια;
-«Ναι», αποκρίνεται, «αλλ’ εγώ δεν βλέπω τον εαυτό μου να ‘ναι συσταυρωμένος με τον Κύριο. Πώς, λοιπόν, να επαναλάβω του ληστή τα λόγια;»
-Τί λέγεις, άνθρωπε; Θέλεις κάθε μέρα να βλέπεις σταυρωμένο τον Χριστό; Τίποτε δεν σ’ εμποδίζει κάθε μέρα να στρέφεις το βλέμμα της διάνοιας και ν’ αντικρίζεις την σωτήρια σταύρωση και στη συνέχεια να λέγεις; «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου».
-Αυτός, όμως, ξαναρωτά και λέγει: «Πώς κάθε μέρα σταυρώνεται ο Χριστός, για να τον βλέπω με τρόπο νοερό»;
-Δεν λέγω, να τον βλέπεις κάθε μέρα σταυρωμένο, αλλά κάθε μέρα νοερά να βλέπεις την σωτήρια σταύρωση, που τότε, μια και για πάντα, έγινε, και να λέγεις συχνά και ολόκαρδα: «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου». Αλλά και όταν σταυρώσουμε τον αμαρτωλό εαυτό μας «μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες μας», όπως λέγει ο θείος και μακάριος Παύλος, τότε κι εμείς συσταυρωνόμαστε μαζί του και μπορούμε να λέμε: «θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου». Βλέπεις αυτό το σύντομο και εύκολο αγιογραφικό κείμενο πόσην ωφέλεια προξενεί;
-Δεν είπε: Συγχώρησέ μου, Κύριε, τις ληστρικές αισχρουργίες, τους φόνους, τους δόλους, τις αρπαγές, τις ωμότητες, και τις μύριες εκείνες μιαρότητες, αλλά «θυμήσου με, Κύριε». Κι ούτε τη θύμηση αυτή την ζητώ αμέσως, αλλά τότε. Όταν οι δυνάμεις των ουρανών θα σαλευθούν. Όταν θα έλθεις με τρόπο εμφανή. Όταν ,το ανέκφραστο φως της δικής σου παρουσίας σαν αστραπή θα φανεί ταυτόχρονα από την ανατολή μέχρι και τη δύση. Όταν θα ηχήσει μεγαλόφωνα η σάλπιγγα και οι νεκροί θ’ αναστηθούν. Όταν θα εξαποστείλεις τους αγίους σου αγγέλους να συναθροίσουν τους διαλεχτούς σου κι από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Τότε, αφού παρουσιασθεί πια η βασιλεία σου, θυμήσου με, Κύριε. Μη με λησμονήσεις γιατί είμαι ληστής, αλλά «θυμήσου με, Κύριε, όταν έλθεις στη βασιλεία σου».
Όταν οι στρατιές των αγγέλων θα διασχίζουν όλη την υφήλιο και θα συνάγουν τους διαλεκτούς σου από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, μη με λησμονήσεις, εξαιτίας των ληστρικών μου έργων, αλλά, «θυμήσου με, Κύριε, όταν έλθεις στη βασιλεία σου». Δεν ζητώ περισσότερα απ’ αυτό, αφού δεν πρόλαβα καν να μετανοήσω, για τα φοβερά εκείνα ατοπήματα μου– γι’ αυτό συνελήφθηκα και, σαν ληστής, σταυρώθηκα, ώστε και σύ, Κύριε, που είσαι ανώτερος από κάθε δικαιοσύνη, να συγκαταλεχθείς μαζί με τους ανόμους. Έτσι και μ’ αυτή σου τη συγκατάβαση, με τρόπο υπεράξιο, παραβλέπεις την αισχρότητα των έργων μου, και με καθιστάς άξιο, να με θυμηθείς στη βασιλεία σου. Όταν χίλιες χιλιάδες και μύριες μυριάδες των ουρανίων δυνάμεων, μ’ αισθήματα τρόμου,
σε κυκλώνουν. Όταν θα καθίσεις στον περίδοξο θρόνο, σαν βασιλιάς των ουρανίων δυνάμεων κι όλης της οικουμένης, τότε θα συναχθούν μπροστά σου όλα τα έθνη. Τότε θα τους χωρίσεις, όπως ο βοσκός χωρίζει τα πρόβατα από τα ερίφια. Τότε θα στήσεις τα πρόβατα στα δεξιά σου και τα ερίφια στ’ αριστερά σου. Πώς, επομένως, να μην είναι παμμέγιστο γεγονός, να θυμηθείς τότε, βασιλιά των όλων, έμενα, ένα αχρείο και άχρηστο ληστή;
Κι Αυτός του αποκρίνεται! Από που έμαθες, ληστή, ότι εγώ είμαι βασιλιάς; Τί βλέπεις σ’ έμενα αντάξιο της βασιλικής μου εξουσίας; Πού βλέπεις βασιλικό μανδύα να με περιβάλλει; Πού τα στρατεύματα και τα χρυσοκόλλητα άρματα; Πού οι δορυφορούντες συνοδοί, οι επιβολείς της βασιλικής ευταξίας; Πού τα παλάτια και τα περίλαμπρα σπίτια κι όλα τα γνωρίσματα της βασιλείας; Πώς ονομάζεις, κάποιο, βασιλιά, που δεν έχει πού να κλίνει το κεφάλικαι που σταυρωμένος βρίσκεται σαν κακούργος μεταξύ δύο ληστών; Αλλά και ποιούς νόμους μελέτησες ή ποιές προφητείες, ευνοϊκές για μένα, διάβασες, ώστε να μάθεις να με καλείς βασιλιά; Όταν στάθηκα μπροστά στον Πιλάτο και λίγο νωρίτερα μπροστά στον Καϊάφα, με δική μου θέληση φανέρωσα, τότε, το αποκρυμμένο τούτο μυστήριο. Στον ένα είπα: «…σύντομα θα δείτε τον Υιό του Ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Θεού και να έρχεται πάνω στα σύννεφα του ουρανού». Και στον άλλο: «Αν η βασιλεία μου προερχόταν απ’ αυτόν τον κόσμο, οι στρατιώτες μου θα αγωνίζονταν να μην πέσω στα χέρια των Ιουδαίων. Η δική μου βασιλεία δεν προέρχεται από εδώ». Εκείνοι τ’ άκουσαν, έμειναν όμως άπιστοι. Συ, φυσικά, δεν τ’ άκουσες αυτά, γιατί, ληστής όντας και κακούργος, βρισκόσουνα φυλακισμένος. Από πού, λοιπόν, με ξέρεις και αναγνωρίζεις, σαν βασιλιά, και ζητάς να σε θυμηθώ και να σε κάμω άξιο της βασιλείας μου;
-«Δεν έμαθα», άπαντα ο ληστής, «το παραμικρό από ανθρώπους, ώστε να σε ξέρω σαν βασιλιά, σαν Θεό, υιό ομοούσιο με τον αθάνατο βασιλέα Θεό Πατέρα. Όμως και μόνο η συγκλονιστική αλλοίωση των στοιχείων της φύσης, την ώρα αυτή, διδάσκει πασιφανέστατα, ότι συ είσαι ο βασιλιάς και κτίστης και συνοχέας όλης της δημιουργίας. Γι’ αυτό και συμπάσχουν τα κτίσματα με τον Κτίστη. Σαν αντίκρισε το φως της μέρας, σταυρωμένο Σε, το φως το αληθινό, που ήρθε στον κόσμο και φώτισε τον καθένα, μένοντας πιστό και υπάκουο σ’ Εσένα, απέκρυψε τις φωτεινές ακτίνες του κι η πλάση βυθίστηκε μέσα στο σκοτάδι. Τότε και η γη τρόμαξε, παρόμοια, βλέποντας κρεμασμένο στο σταυρό Αυτόν, που την θεμελίωσε στα νερά των θαλασσών απάνω. Αλλά κι οι πέτρες σχίσθηκαν, βλέποντας Σε, την «πέτρα» της ζωής, να πάσχεις. Και οι τάφοι διανοίγονται, για χάρη Σου, που σε λίγο πρόκειται εκουσίως να τοποθετηθείς στον τάφο και νεκροί, για Σε, θ’ αναστηθούν, σαν προάγγελοι της ανάστασης. Το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο, από πάνω μέχρι κάτω, μη υποφέροντας να βλέπει σταυρωμένο τον ναό του πανάσπιλου παναγίου σου σώματος. Αντικρίζοντας όλα αυτά, ολόψυχα, σου φωνάζω: «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία Σου».
Και ο Κύριος του λέγει: «Σε βεβαιώνω πως σήμερα, κιόλας, θα είσαι μαζί μου στο παράδεισο». Σαν άνθρωπος, εκουσίως, στον σταυρό κρεμάσθηκα και σαν Θεός απερίγραπτος βρίσκομαι στον παράδεισο και παντού. Σαν άνθρωπος πεθαίνω και θάπτομαι και στον άδη κατέρχομαι, «και συ θα ‘σαι σήμερα μαζί μου στον παράδεισο». Το σώμα μου θα καθαγιάσει τους τάφους, η ψυχή μου θα ελευθερώσει τις ψυχές των πιστών από τον άδη, «και συ θα ‘σαι σήμερα μαζί μου στον παράδεισο». Εγώ θεληματικά πηγαίνω στον άδη, για να λυτρώσω τους εκεί δέσμιους και ν’ αναστήσω, «και συ θα ‘σαι σήμερα μαζί μου στον παράδεισο». Εκεί, στον άδη, βρίσκεται δέσμιος, όχι μόνο ο πρωτόπλαστος Αδάμ, αλλά και όλο το πλήθος των δικαίων, ακόμη κι ο πιο μεγάλος από όλους και ανώτερος από τους προφήτες.
Κι αν ο μέγας Ιωάννης, ο Βαπτιστής και Πρόδρομος και προφήτης, δεν διέφυγε του άδη την τυραννία, ποιός άλλος απ’ τους δικαίους μπορούσε να την αποφύγει; Γι’ αυτό σπεύδω να τους απολύσω, «και συ θα ‘σαι σήμερα μαζί μου στον παράδεισο». Μέχρι τώρα ο τύραννος, δικαίους και ανεύθυνους, κατείχε σαν υπεύθυνους, αλλ’ από τώρα πια, μήτε τον μετανοημένο ληστή θα μπορεί να κρατεί στην τυραννία του. Ο άδης θα ‘ναι στο έξης κάτω από το βάρος της ευθύνης του «και συ μαζί μου θα ‘σαι σήμερα στον παράδεισο». Απ’ εκεί ο Αδάμ, ο θεόπλαστος και πρωτόπλαστος, εξορίσθηκε, αλλά συ ο ληστής, πριν απ’ όλους, εισάγεσαι· απ’ αυτό όλοι θα καταλάβουν, ότι, όχι ο τόπος αλλ’ ο τρόπος σώζει τον άνθρωπο. Ο αμαρτωλός δεν πρέπει ν’ απελπίζεται, έστω κι αν κατάντησε ληστής, αρκεί να μετανοήσει θερμά. Μήτε, όμως, ο δίκαιος να υπερφρονεί, έστω κι αν πέτυχε τα θεοκατόρθωτα και κατέχει τον παράδεισο σαν τόπο διαμονής του.
Μάθαμε πόσο μεγάλο αγαθό συνιστά ετούτη η ευχή; Προσέξαμε τί θησαυρό περιλαμβάνει μέσα στη λακωνικότητά της.
Επομένως και ‘μείς ας διδαχθούμε, ολόκαρδα καθ’ εαυτούς να λέμε, «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έλθεις στη βασιλεία σου». Κι αν ένας είναι καλλιεργητής, ενώ αροτριά, κι αν είναι βοσκός, την ώρα που βόσκει το κοπάδι του, κι αν άλλος περιποιείται τ’ αμπέλια ή τα περιβόλια του, ή άλλος είναι χειροτέχνης, κι αν επιβαίνει πάνω σ’ άλογο, κι αν πεζοπορεί, μπορεί να λέγει: «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου». Τούτο, νομίζω, σημαίνει και το «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού» και το «ζητάτε και θα σας δοθεί· ψάχνετε και θα βρείτε, κι όποιος κτυπά του ανοίγουν. Γιατί όποιος ζητά λαβαίνει κι όποιος ψάχνει βρίσκει κι όποιος κτυπά του ανοίγουν».
Μακάρι κι εμείς, αντάξια να ζητούμε και να λαμβάνουμε, να ψάχνουμε και να βρίσκουμε την οδό της ζωής. Αυτή, ταχύτατα να τη διαβούμε για να φθάσουμε γρήγορα να κτυπήσουμε για να μας ανοιγεί η πόρτα της αιωνιότητας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού. Σ’ Αυτόν μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα τώρα και πάντοτε και σ’ όλη την αιωνιότητα. Αμήν.
(Αγ. Νεοφύτου του Εγκλείστου, Λόγος Δ΄-Απολογητικός και περί του ληστού)
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η εν Γεσθημανή προσευχή του Χριστού
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
«Και γενόμενος εν αγωνία εκτενέστερον προσηύχετο, εγένετο δε ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην» (Λουκ.22,44)
π. Σιλουανού Πεπονάκη
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«ΣHMEΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ…» +Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
«Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας» (ἀντίφ. ιε΄ ὄρθρ. Μ. Παρ.)
ΟΣΟ, ἀγαπητοί μου, προχωρεῖ ἡ ἀκολουθία καὶ πλησιάζει ἡ στιγμὴ τῆς σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ, τόσο οἱ ὕμνοι καὶ τὰ τροπάρια γίνονται γλυκύτερα. Προκαλοῦν συγκίνησι· μόνο χυδαῖες ψυχὲς παραμένουν ἀσυγκίνητες.
Παγκόσμιος θρῆνος. Ὁ ἐκκλησιαστικὸς ποιητὴς καλεῖ νὰ συμμετάσχουν στὸ θρῆνο καὶ στὸ πένθος ἄγγελοι, ἄνθρωποι ἀλλὰ κι αὐτὰ τὰ ἄψυχα δημιουργήματα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναφέρει καὶ τὴ γῆ. «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας», λέει. Ἐπιτρέψτε μου, μολονότι εἶστε κουρασμένοι, νὰ πῶ λίγες λέξεις στὸ σημεῖο αὐτό· πενθεῖ ἡ γῆ.
* *
Ἀλλὰ ΤΙ ΕΙΝΕ Η ΓΗ; Ἡ γῆ, ἀπαντοῦν οἱ ἀστρονόμοι, εἶνε ἕνας πλανήτης, ἕνα ἀπὸ τὰ ἄπειρα οὐράνια σώματα ποὺ ὑπάρχουν. Ἐν συγκρίσει μὲ τὰ ἄλλα οὐράνια σώματα ἡ γῆ εἶνε ἕνας μικρὸς κόκκος. Ἂν γιὰ μᾶς ἡ ὑδρόγειος σφαῖρα φαίνεται μεγάλη, ἐν συγκρίσει ὅμως μὲ ἄλλες σφαῖρες, ποὺ στροβιλίζονται στὸ ἄπειρο, εἶνε πολὺ μικρή.
Καὶ ὅμως ἡ γῆ ἔχει κάτι μοναδικό. Εἶνε οὐράνιο σῶμα εὐλογημένο, καλλωπισμένο, ὡραιότατο. Εἶνε, ὅπως εἶπε κάποιος ἀστρονόμος, «τὸ διαμάντι τῶν ἀστέρων». Ἐδῶ ὑπάρχει βλάστησι, χλόη, ἄνθη, δέντρα, καρποί· ἐδῶ ὑπάρχουν ψάρια, ζῷα, πουλιά· ἐδῶ ὑπάρχουν ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ εἶνε ἀναγκαῖα γιὰ τὴν ὕπαρξι τῆς ζωῆς. Ἕνα δὲ ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα στοιχεῖα εἶνε τὸ νερό. Ἐδῶ ὑπάρχουν νερὰ ἄφθονα· πηγές, ποταμοί, λίμνες, θάλασσες καὶ ὠκεανοί, πού καλύπτουν τὰ τρία τέταρτα τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς.
«Ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας», λέει ὁ ὕμνος. Πολλοὶ αὐτὸ τὸ ἀμφισβητοῦσαν, ἀπεδείχθη ὅμως ἀληθινό. Οἱ ἀστροναῦτες ποὺ εἶδαν τὴ γῆ ἀπὸ τὴ σελήνη, ἀπήλαυσαν ἕνα θαυμάσιο θέαμα. Τὴν εἶδαν μιὰ πελώρια πολύχρωμη σφαῖρα ἀλλοῦ ἄσπρη (οἱ παγετῶνες), ἀλλοῦ πράσινη (τὰ δάση), ἀλλοῦ φαιὰ – σκούρα (ἡ ξηρά), καὶ τὸ περισσότερο γαλάζια (ἡ θάλασσα).
Οἱ ἀρχαῖοι, ποὺ δὲν γνώριζαν πολλὰ πράγματα, νόμιζαν ὅτι ἡ γῆ εἶνε ἐπίπεδη κι ὅτι τὴ σηκώνει στοὺς ὤμους του ὁ μυθικὸς Ἄτλας. Σήμερα γνωρίζουμε, ὅτι ἡ γῆ εἶνε μιὰ πελώρια σφαῖρα ποὺ αἰωρεῖται στὸ ἄπειρο. Καὶ κάνει δύο κινήσεις· διαγράφει ἕνα κύκλο γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ μία στροφὴ γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό της· ἡ μία κίνησις δημιουργεῖ τὸ ἔτος, ἡ ἄλλη δημιουργεῖ τὸ ἡμερονύκτιο. Καὶ τρέχει μὲ ἰλιγγιώδη ταχύτητα· σὲ ἕνα δευτερόλεπτο διανύει εκοσι χιλιάδες χιλιόμετρα!
Πῶς στέκεται; Δύσκολο ἐρώτημα. Ἡ ἐπιστήμη ἀπαντᾷ, ἀλλὰ δὲν ἐξηγεῖ· ἁπλῶς περιγράφει. Λέει, ὅτι ἰσορροποῦν δύο τεράστιες δυνάμεις, ἡ παγκόσμιος ἕλξις ποὺ τὴν τραβᾷ πρὸς τὰ μέσα καὶ ἡ φυγόκεντρος δύναμις ποὺ τὴν ὠθεῖ πρὸς τὰ ἔξω. Ὅπως ἐμεῖς μικρὰ παιδιὰ παίζοντας παίρναμε ἕνα κουβαδάκι, τὸ γεμίζαμε νερό, τὸ δέναμε μ᾿ ἕνα σχοινὶ καὶ τὸ περιστρέφαμε, καὶ τὸ νερὸ δὲν χυνόταν. Ἔτσι κ᾿ ἐδῶ· κάποιο ἀόρατο χέρι στρέφει συνεχῶς, ἐπὶ αἰῶνες τώρα, τὴ γῆ, κι αὐτὴ αἰωρεῖται καὶ κινεῖται μέσα στὸ ἄπειρο.
Σᾶς ἐρωτῶ· εἶνε δυνατὸν ἡ ὕλη μόνη της νὰ ἔχῃ τέτοιες δυνάμεις; Ποιός ἔβαλε μέσα στὴ νεκρὰ ὕλη τέτοιες τεράστιες μυστηριώδεις δυνάμεις; Μία εἶνε ἡ λογικὴ ἀπάντησις· ὁ Θεός. «Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου, καὶ οὐδείς λόγος ἐξαρκέσει πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων σου» (μέγ. ἁγιασμ., εὐχὴ Σωφρονίου Ἰεροσ.). Γι᾿ αὐτὸ σήμερα ὁ ποιητὴς θυμᾶται τὴ γῆ, τὸ ἔξοχο δημιούργημα, ποὺ συμμετέχει καὶ αὐτὸ στὸ θρῆνο γιὰ τὸ δημιουργό του.
Ἐγὼ θὰ ἤθελα, αὐτοὺς ποὺ δὲν πιστεύουν καὶ βλαστημοῦν τὸν Ἐσταυρωμένο, νὰ τοὺς βάλουμε σ᾿ ἕνα πύραυλο καὶ νὰ τοὺς πᾶμε στὴ σελήνη, ὅπου ἐπικρατεῖ νέκρα· οὔτε ἀέρας, οὔτε σταγόνα νεροῦ ἐκεῖ. Ἀχάριστε ἄνθρωπε! πίνεις τὸ νερό, ἀναπνέεις τὸν καθαρὸ ἀέρα, κ᾿ ἕνα εὐχαριστῶ δὲ λές· τὴ μπουκιὰ ἔχεις στὸ στόμα, καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημᾷς.
Ἡ γῆ αὐτή, ποὺ εἶνε τὸ πεδίον τῆς δράσεως τοῦ ἀνθρώπου, εἶνε καὶ μάρτυς τῶν ἔργων του. Ἂν μποροῦσε νὰ μιλήσῃ, θὰ ἐξιστοροῦσε τὰ φοβερὰ ἐγκλήματα ποὺ ἔγιναν ἐπάνω στὸν φλοιό της. Δὲν ὑπάρχει γωνιὰ τῆς γῆς ποὺ δὲ μολύνθηκε ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸς διέπραξε μεγάλα ἐγκλήματα. Ἀλλὰ τὸ πιὸ ἀπαίσιο ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἐγκλήματα εἶνε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐσταύρωσε τὸ Δημιουργό του, τὸ Θεό. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀνταπόδοσις καὶ εὐγνωμοσύνη του! Γι᾿ αὐτὸ πενθεῖ ἡ γῆ· «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας».
Προσέξατε τί λέει ὁ ὕμνος; «ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ (Ο ΧΡΙΣΤΟΣ) ἐπὶ ξύλου». Δὲ λέει «ἐκρεμάσθη»· λέει «κρεμᾶται», σὲ ἐνεστῶτα. Τί ἔννοια ἔχει αὐτὸς ὁ ἐνεστώς; Ἀφοῦ ὁ Κύριος ἐκρεμάσθη σὲ ὡρισμένη χρονικὴ στιγμή, ἐφ᾿ ἅπαξ, γιατί λέει «σήμερον κρεμᾶται»; Διότι συνεχίζεται τὸ μαρτύριο τοῦ Χριστοῦ μας. Ξανασταυρώνεται ὁ Χριστός. Ναί, ξανασταυρώνεται. Ὄχι πλέον ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς λεγομένους Χριστιανούς, αὐτοὺς ποὺ βαπτίσθηκαν στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος, φέρουν ὀνόματα χριστιανικὰ καὶ τώρα τὶς μέρες αὐτὲς πυκνώνουν τὰ ἐκκλησιάσματα.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι, ὅπου θανάσιμο ἁμάρτημα, ὅπου ἔγκλημα καὶ ἰδίως φόνος, ἐκεῖ «ἀνασταυροῦται» ὁ Χριστός (βλ. Ἑβρ. 6,6). Λίγοι φόνοι ἔγιναν ἐπάνω στὴ γῆ; 40 μὲ 50 ἑκατομμύρια ἦταν οἱ νεκροὶ μόνο τῶν δύο παγκοσμίων πολέμων. Ἀλλὰ καὶ σήμερα μὲ τὶς ἐκτρώσεις ―τί φρίκη― στὴν Ἑλλάδα σφάζονται 400.000 ἔμβρυα τὸ χρόνο. Παιδιά, ἄνθρωποι εἶν᾿ αὐτά, ἀφοῦ ἡ ζωὴ ἀρχίζει ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς συλλήψεως. Ἡ μήτρα τῆς γυναίκας εἶνε θερμοκήπιο τῆς ζωῆς, ἐργαστήριο ποὺ φτειάχνει ἄνθρωπο. Ἔκτρωσι σον φόνος, καὶ φόνος σον ἀνασταύρωσις τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Ντοστογιέφσκυ λέει· «Ὅποιος σκοτώνει παιδί, σκοτώνει τὸ Χριστό». Διότι τὸ παιδὶ εἶνε ἀθῷο ὅπως ὁ Χριστός. Τώρα οἱ Ἕλληνες γεννοῦν δύο μόνο. Τὰ ἄλλα ἔμβρυα τί γίνονται; Δολοφόνοι, δολοφόνοι! Μένετε ἀμετανόητοι· δὲν τρέχετε νὰ ζητήσετε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ὅπου φόνος, ὅπου ἔκτρωσις-ἄμβλωσις, ὅπου κλοπή, κατάχρησις, ἀδικία, ἐκμετάλλευσις, ὅπου ψέμα, συκοφαντία καὶ διαβολή, ὅπου πορνεία, μοιχεία κι ὅ,τι ἄλλο ἔκφυλο, ἐκεῖ σταυρώνεται ὁ Χριστός, «σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου» πάλι. Ὁ Ἠλίας Μηνιάτης λέει· «Σήμερον ὁ Χριστὸς κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, καὶ ὁ πόρνος κρεμᾶται στὴν ἀγκάλη τῆς πόρνης!».
Πιστεύεις, Χριστιανέ; ἔλα μετανοημένος νὰ προσκυνήσῃς τὸν Ἐσταυρωμένο. Δὲν πιστεύεις; μὴ μολύνεις καὶ τὰ χείλη σου μὲ φίλημα Ἰούδα. Ἰδού πῶς ἐπαναλαμβάνεται σὲ μύριες περιπτώσεις τὸ «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου».
Καὶ ἡ γῆ; Η ΓΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΕΤΑΙ. «Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε»! Τὸ δαχτυλάκι του νὰ κουνήσῃ ὁ Χριστός, θὰ γίνουμε ὅλοι σκόνη, θὰ σβήσουμε. Ἁμαρτάνεις, ἄνθρωπε, πάνω στὴ σφαῖρα αὐτή, καὶ ἡ γῆ δὲ᾿ θὰ διαμαρτυρηθῇ; Ἀσφαλῶς διαμαρτύρεται. Τὸ ἀκούσαμε χθές· «Φρῖξον ἥλιε, στέναξον ἡ γῆ» (γ΄ ἀπόστ. αν. Μ. Πέμ.). Ἡ μόλυνσις τοῦ περιβάλλοντος, γιὰ τὴν ὁποία φωνάζει ἡ νέα ἐπιστήμη τῆς οἰκολογίας, τί εἶνε; μιὰ διαμαρτυρία. Ἡ γῆ δὲν εἶνε πλέον ὅπως βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ. Ἔχει μολυνθῆ καὶ διαρκῶς μολύνεται. Φωνάζουν ὅλοι, Ἄγγλοι, Ἰταλοί, Γερμανοί, Ῥῶσοι· Ἀμάν, πεθαίνει ἡ γῆ· ξύπνα, ἀνθρωπότης!… Τὸ χορτάρι πικρίζει, οἱ καρποὶ ἀλλοιώνονται. Οἱ λίμνες, οἱ θάλασσες ῥυπαίνονται (ἡ Μεσόγειος κατήντησε ὀχετός). Τὰ ψάρια, κατὰ τὴν Ἀποκάλυψι, ψοφοῦν (βλ. Ἀπ. 8,9), ζῷα δηλητηριάζονται. Ὁ ἀέρας, τὸ πιὸ ἀπαραίτητο στοιχεῖο γιὰ τὴ ζωή, καλύπτεται ἀπὸ νέφη αἰθάλης καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀσφυκτιοῦν. Τὰ πάντα πεθαίνουν. Αὐτὴ εἶνε ἡ διαμαρτυρία τῆς γῆς γιὰ τὸ ἔγκλημα τῆς ἁμαρτίας.
Τί συνιστᾷ ἡ ἰατρικὴ ὅταν μολυνθῇ ἕνας τόπος; Ἀπολύμανσι. Καὶ ἡ γῆ θέλει ἀπολύμανσι. Δὲν ὑπάρχει σημεῖο της ποὺ δὲν εἶνε μολυσμένο ἀπὸ αἷμα. Ὅπου νὰ πᾶτε ἀκούγεται· «Κάϊν Κάϊν, ποῦ εἶνε ὁ ἀδελφός σου;» (Γέν. 4,9). Ἐγώ, ποὺ ἔχω ζήσει τόσα χρόνια καὶ περνῶ τοὺς δρόμους καὶ ξέρω ὅτι σὲ κάθε χιλιόμετρο στὴν Ἑλλάδα κάποιος ἔχει σκοτωθῆ, ἀνατριχιάζω. Δὲν ὑπάρχει γωνιὰ ποὺ δὲν τὴ βάψαμε μὲ αἷμα δεξιοὶ κι ἀριστεροί. Ἀναστενάζει ἡ γῆ καὶ ζητεῖ ἀπολύμανσι, νὰ μπῇ σὲ κλίβανο. Καὶ θὰ μπῇ. Ὁ δὲ κλίβανος εἶνε ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ.
* *
Τί θὰ κάνουμε, ἀδελφοί; Σταματῶ. Πονῶ, μοῦ ᾿ρχεται νὰ κλαύσω. Βρισκόμαστε στὸ τέλος τῆς ἀνθρωπότητος. Σημεῖα πολλά. Μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ αὐτό· πεθαίνει ἡ γῆ! Κλαῖνε τὰ δέντρα, τὰ πουλιά, τὰ βράχια…
Ἐσὺ δὲ θὰ κλάψῃς; Ἂς κλάψουμε κ᾿ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου. Ἂς ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς τὸ λόγο τοῦ λῃστοῦ· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Προσκυνούμεν τα Πάθη σου, Χριστέ
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2015
Του παπα – Γιώργη Δορμπαράκη
1. ῾Τά ἅγια καί σωτήρια καί φρικτά Πάθη τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ πού ἐπιτελοῦμε τήν ῾Αγία καί Μεγάλη Παρασκευή, ἀποτελοῦν τό ἀποκορύφωμα τῶν ὅλων Παθῶν τοῦ Κυρίου. Διότι ὁλόκληρη ἡ ζωή Του ἦταν ἕνα Πάθος, ἀπαρχῆς τοῦ ἐρχομοῦ Του στόν κόσμο – ἄς θυμηθοῦμε τά γεγονότα τῆς Γεννήσεώς Του -, ἀλλά καί μετέπειτα. Αὐτά πού συντελοῦνται ἑπομένως τίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ἐπί γῆς ζωῆς Του καί κυρίως ἡ σταυρική Του θυσία ἀποκορυφώνουν τά Πάθη Του. Κι ἀκόμη περισσότερο: ὁ ἀπ. Παῦλος εἶναι ἐκεῖνος πού τονίζει καί μιά ἄλλη μυστική διάσταση τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου καί μετά τήν ᾽Ανάσταση: τή συνέχεια Αὐτοῦ τοῦ Πάθους μέσα ἀπό τά παθήματα τῶν μελῶν τοῦ ζωντανοῦ σώματός Του, τῶν ἐπιμέρους Χριστιανῶν, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος τελικῶς εἶναι πάντοτε στόν Σταυρό μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. ῾Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπέρ ὑμῶν καί ἀνταναπληρῶ τά ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπέρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ᾽Εκκλησία᾽ (Κολ. 1,24). Δηλαδή: Χαίρομαι τώρα πού ὑποφέρω γιά χάρη σας καί συντελῶ ἔτσι μέ τά σωματικά μου παθήματα, ὥστε νά ὁλοκληρωθοῦν οἱ θλίψεις πού πρέπει νά ὑπομείνει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλ. ἡ ᾽Εκκλησία.
Γι᾽ αὐτό καί ἔχει διατυπωθεῖ ἡ θεολογική ἄποψη ὅτι τό Πάθος τοῦ Κυρίου ἐπί τῆς γῆς πρέπει νά σχετίζεται καί μέ τά ἰδιώματά Του ὡς τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς ῾Αγίας Τριάδος, κάτι βεβαίως πού ἑρμηνεύει καί τήν αἰτία σαρκώσεως τοῦ συγκεκριμένου Προσώπου καί ὄχι κάποιου ἄλλου.
2. Τά πάθη τοῦ Κυρίου καί μάλιστα ἡ σταυρική Του θυσία ἐκφεύγουν τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. Ὁ Σταυρός Του συνιστᾶ μυστήριο, γιατί ἀκριβῶς Αὐτός πού πάσχει δέν εἶναι ἕνα κοινό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἀλλ᾽ ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός. Πάσχει ὁ ἴδιος ὁ Θεός κατά τό ἀνθρώπινο. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε μέ μέτρο τίς δυνάμεις μας – τή λογική μας, τά συναισθήματά μας, τή διαίσθησή μας ἀκόμη – νά κατανοήσουμε αὐτό πού διαδραματίζεται. Βλέπουμε μέν ἕναν ἄνθρωπο νά πάσχει ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ἀλλά μᾶς διαφεύγει τό βάθος Του, ἡ κρυμμένη πραγματικότητα. Τί εἶναι ἐκεῖνο πού μπορεῖ, ἔστω καί ἐκ μέρους, νά βοηθήσει στήν προσέγγιση αὐτή τοῦ μυστηρίου; Μόνον ἡ πίστη πού φωτίζεται βεβαίως ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. ῎Αν ὁ ἴδιος ὁ Θεός δέν μᾶς φώτιζε καί δέν μεταποιοῦσε τίς ἀνθρώπινες δυνατότητές μας, ὥστε μέ ἐνδυναμωμένα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μάτια νά βλέπαμε τά γινόμενα, θά παραμέναμε πάντα μέσα στό σκοτάδι τῆς ὁριζόντιας διάστασης τῶν πραγμάτων, σέ νύκτα πνευματική. Κι ἐκεῖνο πού προϋποτίθεται γι᾽ αὐτόν τό φωτισμό εἶναι ἡ ἐν μετανοίᾳ προσέγγιση τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Πάθους Του, πού καθαρίζει τά μάτια καί ἐνεργοποιεῖ ἐν γένει τίς πνευματικές μας αἰσθήσεις. ῾Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται᾽.
3. Τί μποροῦμε λοιπόν νά ψηλαφήσουμε μέ τόν πνευματικό αὐτόν τρόπο; Τί μποροῦμε ἑπομένως νά ποῦμε γιά τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, καθοδηγούμενοι ἀπό τούς κατεξοχήν πνευματοφόρους ἀνθρώπους, τούς ἁγίους τῆς ᾽Εκκλησίας μας; ῎Οχι βεβαίως αὐτό πού ἐπιχείρησε ἡ σχολαστική θεολογία τῆς Δύσης, ἐκφρασμένη διά στόματος κυρίως τοῦ ᾽Ανσέλμου Κανταουρίας, ὅτι δηλ. τό πάθος τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ ἐξιλέωση τῆς Θείας Δικαιοσύνης, πού ζητοῦσε ἱκανοποίηση λόγω τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀνθρώπου, διότι κάτι τέτοιο συνιστᾶ ὑπόκυψη ἀκριβῶς στήν παγίδα πού ἀναφέραμε: τή διά λογικῆς προσέγγιση τοῦ Σταυροῦ, ἄρα στήν οὐσία στή διαστρέβλωση καί τήν ἀλλοίωση τοῦ νοήματος καί τοῦ περιεχομένου του. Τόν Θεό στήν περίπτωση αὐτή τόν κάνει κατ᾽ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου,καί μάλιστα τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τῶν Πατέρων μας, σέ στάση ἄπειρου σεβασμοῦ πρός τό μυστήριο, εἶδε κυρίως δύο πράγματα καί αὐτά πρωτίστως ἐτόνισε:
(α) τήν ἄβυσσο τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας, τέτοιας πού ἔπρεπε νά σταυρωθεῖ ἕνας Θεός, κάτι πού σημαίνει τήν ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινης λύτρωσης μέ ὁποιονδήποτε ἀνθρώπινο τρόπο, ἄρα καί τήν καταδίκη ὁποιουδήποτε μεσσιανισμοῦ, στηριγμένου σέ ἀνθρώπινα κηρύγματα καί σέ ἀνθρώπινες μόνο δυνατότητες, καί
(β) τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού ῾κενώνει᾽ τόν ἑαυτό Του, ῾κλίνει οὐρανούς καί κατέρχεται᾽, προκειμένου νά ἄρει ἐπάνω Του Αὐτός τή δική μας ἁμαρτία καί νά μᾶς προσφέρει τή γλυκύτητα τῆς θεραπείας μας καί τή δικαιοσύνη Του. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ λειτούργησε καί λειτουργεῖ μ᾽ ἕναν ἐντελῶς διαφορετικό τρόπο ἀπ᾽ ὅ,τι ὁ ἀνθρώπινος, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ τήν τιμωρία τοῦ ἐνόχου καί τήν ἀθώωση τοῦ ἀθώου. Βάσει τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀθῶος, ὁ Χριστός, τιμωρεῖται, ἐνῶ ὁ ἔνοχος, ὁ ἄνθρωπος, δικαιώνεται καί ἀθωώνεται, κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή κατανοεῖ κανείς ὅτι ἡ τιμωρία τοῦ Θεοῦ γιά τήν πεσμένη στήν ἁμαρτία ἀνθρωπότητα ἦταν ἡ θεραπεία της. ῎Ετσι μᾶς τιμωρεῖ ὁ Θεός: θεραπεύοντάς μας.
4. Τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός πάνω στόν Σταυρό ῾αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου᾽κυριολεκτεῖται: πάνω στόν Σταυρό σβήστηκαν οἱ ἁμαρτίες ὄχι μόνον τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τῶν πρό αὐτῆς καί τῶν μετά ἀπό αὐτήν. Δέν ὑπῆρξε, δέν ὑπάρχει καί δέν θά ὑπάρξει ἄνθρωπος μετά τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού νά μή βρίσκεται αἰρόμενος ἐπί τοῦ Σταυροῦ, γεγονός πού εἶχε προαναγγελθεῖ ἀπό τούς προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης καί μάλιστα τόν Ἡσαΐα, καί πού αὐτήν τήν πίστη στίς προφητεῖς ζητοῦσε ὁ Κύριος ἀπό τούς ᾽Ιουδαίους καί μάλιστα τούς μαθητές Του. ῾῏Ω, ἀνόητοι καί βραδεῖς τῇ καρδίᾳ, τοῦ πιστεύειν ἐπί πᾶσιν οἷς ἐκήρυξαν οἱ προφῆται᾽! Ὁ Κύριος ῾ἔδει παθεῖν᾽ ἀκριβῶς γιά τούς λόγους πού ἀναφέραμε: τήν ἄρση τοῦ βάρους τῆς ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων, καί τό γεγονός αὐτό ἀποτελεῖ ὅ,τι πιό παρήγορο ἔχει ἀκουστεῖ ποτέ στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Κι αὐτό γιατί μετά τόν Σταυρό δέν ὑπάρχει ἁμαρτία ἀσυγχώρητη. Ὅ,τι κι ἄν κάνει ἕνας ἄνθρωπος, ὅλων τῶν εἰδῶν τίς ἁμαρτίες κι ἄν ἐπιτελέσει, μπροστά στήν ἐσταυρωμένη ἀγάπη σβήνει καί χάνεται. Κι ἔκτοτε θεωρεῖται βλασφημία ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ἀπειρίας τῆς ἀγάπης αὐτῆς. ᾽Εκεῖνος δηλ. πού θά ἐπικαλεστεῖ τίς πολλές ἤ μεγάλες ἁμαρτίες του γιά νά θέσει ἐρωτηματικό στή δυνατότητα τῆς συγγνώμης του ἀπό τόν Χριστό, στήν οὐσία εὐθέως βλασφημεῖ τόν Σταυρό Του καί ἀποκαλύπτει ἁπλῶς τήν ἀπιστία καί τήν ἀθεΐα του. Τίθεται στήν περίπτωση αὐτή σέ προτεραιότητα ἡ ἀνθρώπινη λογική ἔναντι τοῦ θελήματος καί τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Γιά νά τό διατυπώσουμε μέ τά λόγια τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: Ὅλη ἡ ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων ἄν μαζευτεῖ ἀπό τή μιά μεριά καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἄλλη, εἶναι σάν μιά σπίθα μπροστά σ᾽ ἕνα πέλαγος. Τί μπορεῖ νά κάνει ἡ σπίθα στό πέλαγος; Κι αὐτό τό παράδειγμα δέν εἶναι ἀπολύτως σωστό. Διότι τό πέλαγος ἔχει καί κάποια ὅρια, ἐνῶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπεριόριστη.
5. Ἡ μόνη στάση τοῦ πιστοῦ μπροστά στόν Σταυρό, ἔτσι, εἶναι ἡ προσκύνηση.῾Προσκυνοῦμέν Σου τά πάθη, Χριστέ᾽! Δηλαδή:
– ἐν πίστει τά ἀποδεχόμαστε καί τά πιστεύουμε,
– γονατίζουμε ἐν κατανύξει μπροστά στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί κτυπᾶμε τό στῆθος μας, σάν τόν τελώνη, γιά τό μέγεθος τῆς ἁμαρτίας μας,
– Τόν παρακαλοῦμε μέ ταπείνωση νά μᾶς ἐνισχύει γιά νά ἀκολουθοῦμε τά χνάρια τῆς ζωῆς Του, ὥστε νά Τόν νιώθουμε ἐν αἰσθήσει στήν καρδιά μας,
– προσερχόμαστε προπάντων πάντοτε ἐν μετανοίᾳ γιά νά κοινωνήσουμε τό σῶμα καί τό αἷμα Του, ὅπως τό λέει καί πάλι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: ὅταν προσέρχεσαι νά κοινωνήσεις, νά προσέρχεσαι μέ τήν πεποίθηση ὅτι κοινωνᾶς ἀπό τή λογχευμένη πλευρά τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, πού ἔρρευσε αἷμα καί ὕδωρ. Τελικῶς, ἡ προσκύνηση τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου ταυτίζεται ὡς διάθεση τουλάχιστον μέ τό βίωμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου: ῾Χριστῷ συνεσταύρωμαι. Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός᾽. Στό μέτρο πού ζοῦμε τόν Σταυρό, βλέπουμε καί τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ζωντανή στή ζωή μας.
᾽Αλλ᾽ αὐτό σημαίνει καί τήν ὅραση τῆς ᾽Αναστάσεώς του. ῾Δεῖξον ἡμῖν καί τήν ἔνδοξόν Σου ᾽Ανάστασιν᾽
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »























