Το κακό (Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης)
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Απριλίου, 2015
Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«Κατά τῶν τοκιζόντων (Ἅγιος Γρηγόριος ἐπίσκοπος Νύσσης)».
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Απριλίου, 2015
![]()
«Έκκλινον από του κακού και ποίησον αγαθόν» (Ψαλμ. 36, 27)
Των φιλαρέτων ανθρώπων που προαιρούνται να ζουν σύμφωνα με τον θείο Λόγο (πρβλ. Ιωάν. 1, 1) ο βίος τους έχει κανονισθεί με νόμους αγαθούς και προστάγματα, στα οποία φαίνεται καθαρά η γνώμη του νομοθέτη, που αποτείνεται γενικώς σε δύο σκοπούς: ο ένας μεν που απαγορεύει αυτά που δεν πρέπει να γίνονται, ο άλλος δε που επιβάλλει την ενέργεια των καλών. Διότι δεν είναι δυνατό διαφορετικά να κατορθωθεί βίος με καλή πολιτεία και φρόνιμος, παρά μόνον αν αποφύγει με όλη του την δύναμη την κακία και επιδιώξει την αρετή, όπως ο υιός την μητέρα του.
Αφού συναχθήκαμε λοιπόν και σήμερα για να ακούσουμε τα προστάγματα του Θεού, ακούσαμε τον προφήτη να φονεύει τα κακά παιδιά των δανεισμάτων, τους τόκους (Ιεζ. 22, 12), και να εξαίρει στην ζωή την χρήση των χρημάτων για εργασία.
Ας δεχθούμε προθύμως το παράγγελμα, για να μη γίνουμε η πέτρα εκείνη στην οποία κατέπεσε ο σπόρος και έμεινε ξηρός και άγονος (Λουκ. 8, 13), ούτε να λεχθούν σ” εμάς αυτά που κάποτε ελέχθησαν στον απείθαρχο Ισραήλ: «Θα ακούσετε με τα αυτιά σας και δεν θα καταλάβετε, θα ιδείτε με τα μάτια σας και δεν θα ιδείτε» (Ησ. 6, 9).
Παρακαλώ δε αυτούς που θα με ακούσουν να μη με κατακρίνουν καθόλου για θρασύτητα ή ανοησία΄ αν και άνδρας εκλεκτός και ονομαστός για την φιλοσοφία του, που και ασκήθηκε σε κάθε είδος παιδείας (υπαινίσσεται εδώ τον αδελφό του Μ. Βασίλειο.
Εδώ φαίνεται η μεγάλη του ταπείνωση), και έχοντας καλή φήμη σ” αυτήν την υπόθεση και μας άφησε τον λόγο του κατά των τοκιστών κτήμα για την ζωή, και εγώ προς την ίδια άμιλλα κατέβηκα, αφού εχρησιμοποίησα άρμα όνων ή βοδιών δίπλα σε άλογα στεφανωμένα. Διότι εμφανίζονται πάντοτε τα μικρά κοντά στα μεγάλα: η σελήνη, που λάμπει όταν φωτίζει ο ήλιος΄ και όταν το μυριόφορτο (δηλ. πλοίο που φέρει φορτίο άνω των 10 χιλ. μέτρων) πλοίο πλέει και σπρώχνεται με την σφοδρότητα των ανέμων, επακολουθεί η μικρή βαρκούλα, που διαβαίνει τα ίδια βάθη΄ και ενώ πάλιν αγωνίζονται οι άνδρες με τους αθλητικούς νόμους, μετέχουν στον αγώνα στο ίδιο μέρος και τα παιδιά. Αυτή λοιπόν ας είναι η αίτηση της συγγνώμης.
Τα έργα του τοκιστή
Συ όμως, προς τον οποίον απευθύνεται ο λόγος, οποιοσδήποτε και αν είσαι, μίσησε τον τρόπο τον καπηλικό΄ σαν άνθρωπος, που είσαι, αγάπησε τους ανθρώπους και όχι τα χρήματα. Σταμάτησε την αμαρτία μέχρις εδώ. Να ειπείς στους φιλτάτους σου τόκους τον λόγο του Ιωάννη του Βαπτιστή: «»Γεννήματα εχιδνών, φύγετε μακριά από εμένα» (Ματθ. 3, 7). Είσθε καταστροφή αυτών που σας έχουν και σας λαμβάνουν, τέρπετε για λίγο, αλλά ύστερα από καιρό η σκωρία σας γίνεται πικρό δηλητήριο στην ψυχή, φράζετε την οδό της ζωής, κλείετε τις θύρες της ουρανίου βασιλείας΄ αφού τέρψετε για λίγο την όραση και χαϊδέψετε, γίνεσθε πρόξενοι της αιωνίου κολάσεως». Αφού ειπείς αυτά, να αποχωρισθείς την πλεονεξία και τους τόκους, και πήγαινε με το μέρος της φιλοπτωχείας. «Και αυτός που θέλει να δανεισθεί από σένα να μη τον περιφρονήσεις» (Ματθ. 5, 42). Εξ αιτίας της φτώχειας του σε ικετεύει και κάθεται συνέχεια στις θύρες σου, είναι άπορος και καταφεύγει στον πλούτο σου, για να γίνεις της ανάγκης του βοηθός. Συ όμως κάνεις το αντίθετο, συ ο σύμμαχος γίνεσαι εχθρός, δηλαδή δεν τον βοηθείς, ώστε να ελευθερωθεί από την ανάγκη που τον πιέζει, και σε σένα να εξοφλήσει το δάνειο, αλλά διασπείρεις κακά σ” αυτόν που βρίσκεται σε δυσχέρεια, γυμνώνοντας περισσότερο τον γυμνό, ξανατραυματίζεις τον τραυματισμένο, επισυνάπτοντας φροντίδες στις φροντίδες, και λύπες στις λύπες. Διότι αυτός που δέχεται χρήματα με τον τόκο τους λαμβάνει προκαταβολή για πενία, και με το πρόσχημα της ευεργεσίας βάζει την καταστροφή στην οικία του. Οπως δηλαδή, όταν σ” αυτόν που έχει πυρετό, και καίεται από την ζέστη, και διψά υπερβολικά, και με αγωνία ζητεί νερό, εκείνος δήθεν από φιλανθρωπία του δίνει κρασί, τότε ο πρώτος ευχαριστεί βεβαίως για λίγο εκείνον που σύρει το ποτήρι, όμως όταν περάσει λίγη ώρα δημιουργεί στον ασθενή σφοδρό και δέκα φορές περισσότερο πυρετό΄ έτσι και αυτός που δανείζει στον φτωχό χρήματα με τόκο δεν σταματά την ανάγκη, αλλά επιτείνει την συμφορά.
Ο χαρακτηρισμός του τοκιστή. Το ωραιότερο κείμενο
Μη ζήσεις λοιπόν φιλάνθρωπο βίο με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας, ούτε να γίνεις ιατρός δολοφόνος, που έχεις βέβαια εξ αιτίας του πλούτου σου το πρόσχημα της σωτηρίας, όπως εκείνος εξ αιτίας της επιστήμης του, μεταχειριζόμενος με την προαίρεσή σου την απώλεια εκείνου που σε εμπιστεύθηκε.
Είναι αργός και πλεονεκτικός ο βίος εκείνου που τοκίζει΄ δεν γνωρίζει τον κόπο της γεωργίας, την επινοητικότητα του εμπορίου, και κάθεται στο ίδιο μέρος τρέφοντας θηρία στο σπίτι του. Άροτρο έχει την πέννα, χωράφι το χαρτί, σπόρο το μελάνι, βροχή τον χρόνο, που του αυξάνει χωρίς να γίνεται αντιληπτό την επικαρπία των χρημάτων, και δρεπάνι του είναι η απαίτησή του. Αλώνι του είναι το σπίτι, στο οποίο λεπτύνει τις περιουσίες των θλιβομένων΄ όλα τα βλέπει σαν δικά του. Εύχεται στους ανθρώπους ανάγκες και συμφορές, για να πάνε αναγκαστικά σ” αυτόν. Μισεί αυτούς που αρκούνται στα εισοδήματά τους, και θεωρεί αυτούς που δεν έχουν δανεισθεί εχθρούς. Κάθεται πολύ χρόνο στα δικαστήρια, για να βρει αυτόν που πιέζουν οι απαιτητές, και ακολουθεί τους εισπράκτορες των φόρων όπως οι γύπες τις παρατάξεις του στρατού και τους πολέμους. Περιφέρει το πορτοφόλι του, και δεικνύει στους πνιγομένους το δόλωμα που θα τους πιάσει, ώστε εξ αιτίας της ανάγκης τους να καταπιούν αυτό με το στόμα ανοικτό μαζί με το αγκίστρι των τόκων. Καθημερινώς μετρά το κέρδος του και δεν χορταίνει η επιθυμία του. Στενοχωρείται με το χρυσάφι που έχει στην οικία του, διότι κείτεται αργό και άπρακτο. Μιμείται τους γεωργούς, που σπείρουν ευθύς από τους σωρούς του θερισμού΄ έλαβε, έδωσε. Δεν δίνει άνεση στον ταλαίπωρο χρυσό, άλλα τον μεταφέρει από χέρια σε χέρια. Βλέπεις λοιπόν τον πλούσιο να είναι με πολύ χρυσάφι, πολλές φορές χωρίς να έχει ούτε ένα νόμισμα στο σπίτι του, αλλά οι ελπίδες του είναι στα χαρτιά, στις ομολογίες η κατάσταση, χωρίς να έχει τίποτα και όλα τα κατέχει, περιερχόμενος στην ζωή αντιθέτως προς το αποστολικό γράμμα (Ματθ. 5, 42, Λουκ. 6, 30), δίδοντας τα πάντα σ” αυτούς που του ζητούν όχι από φιλάνθρωπη διάθεση, αλλά από φιλάργυρο τρόπο. Διότι προτιμά την πρόσκαιρη στέρηση, για να επανέλθει σαν δούλος κατάκοπος ο χρυσός, αφού εργασθεί με τους μισθούς του. Βλέπεις πως η ελπίδα του μέλλοντος αδειάζει την οικία, και κάνει τον πολύχρυσο πρόσκαιρα ακτήμονα;
Στους υλόφρονες είναι πιο αξιόπιστο το χαρτί από το Ευαγγέλιο
Και ποιά είναι η αιτία αυτού του πράγματος; Η γραφή στο χαρτί, το ομόλογο αυτού που βρέθηκε στην ανάγκη: «Θα τα δώσω με την εργασία, θα τα πληρώσω μαζί με τον τόκο». Επειτα, παρακαλώ, ο μεν χρεώστης, ενώ είναι άπορος εξ αιτίας του χαρτιού, είναι αξιόπιστος, ο δε Θεός, ενώ είναι πλούσιος και υπόσχεται, δεν γίνεται πιστευτός. «Δώσε και εγώ θα σου το επιστρέψω» (Λουκ. 6, 38)΄ το φωνάζει αφού το έγραψε στα Ευαγγέλια, σε δημόσιο συμφωνητικό της οικουμένης, το οποίον έγραψαν οι τέσσαρες Ευαγγελιστές, αντί ένας συμβολαιογράφος, του οποίου (συμφωνητικού) μάρτυρες είμαστε όλοι οι χριστιανοί από τα χρόνια της σωτηρίας.
Ιδιοκτήτης των πάντων είναι ο Θεός
Εχεις υποθήκη τον Παράδεισο, ενέχυρο αξιόπιστο. Εάν όμως και εδώ ζητείς, όλος ο κόσμος είναι κτήμα του ευγνώμονος χρεώστη σου. Εξέτασε με σοφία την ευπορία εκείνου που ζητεί την εργασία, και θα βρεις τον πλούτο. Κάθε χώρα χρυσοφόρος είναι κτήμα του χρεώστη σου, κάθε μέταλλο -ασήμι και χαλκός και τα άλλα υλικά- είναι μέρος της κυριαρχίας εκείνου. Ατένισε τον μεγάλο ουρανό, μελέτησε την άπειρη θάλασσα, ερεύνησε το πλάτος της γης, μέτρησε τα ζώα που τρέφονται επάνω της. Τα πάντα είναι δούλοι και κτήματα εκείνου που συ καταφρονείς ως άπορο. Βάλε μυαλό, άνθρωπε, να μη καθυβρίζεις τον Θεό, ούτε να τον θεωρείς ατιμώτερο από τους τραπεζίτες, που, όταν σου εγγυηθούν, χωρίς αμφιβολία τους πιστεύεις. Δώσε σε εγγυητή που δεν πεθαίνει, πίστευσε σε ένα συμφωνητικό που δεν κλέβεται, ούτε σχίζεται. Να μη ερωτήσεις τι εργασία κάνει, αλλά δώσε την ευεργεσία χωρίς δόλο (Παροιμ. 19, 17), και θα ιδείς τον Θεό να σου αποδίδει την χάρη με προσθήκη.
Ο Θεός χαρίζει πολλαπλασίως τα αγαθά του στους πιστούς
Αν όμως ο λόγος ξενίζει την ακοή σου ως παράδοξος, έχω πρόχειρη την μαρτυρία ότι ο Θεός σ” αυτούς που ευσεβώς δαπανούν και ευεργετούν αποδίδει την αμοιβή πολλαπλασίως. Διότι όταν ο Πέτρος τον ερώτησε και του είπε΄ «ιδού εμείς αφήσαμε τα πάντα και σε ακολουθήσαμε΄ τί άραγε να δοθεί για μας ως αμοιβή;», «Αλήθεια σας λέγω», του λέγει, «ο καθένας που άφησε οικίες ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς, θα λάβει εκατό φορές περισσότερα, και αιώνιο ζωή θα κληρονομήσει» (Ματθ. 19, 27 και 29).
Βλέπεις την γενναιοδωρία; Βλέπεις την αγαθότητα; Ο υπερβολικά αναίσχυντος δανειστής κουράζεται, για να διπλασιάσει το κεφάλαιό του, ο Θεός όμως εκουσίως δίδει το εκατονταπλάσιο σ” αυτόν που δεν στενοχωρεί τον αδελφό του.
Πίστευσε λοιπόν στον Θεό, που σε συμβουλεύει, και θα λάβεις τόκους όχι αμαρτωλούς. Γιατί με αμαρτωλές μέριμνες λειώνεις τον εαυτόν σου μετρώντας τις ημέρες, τους μήνες αριθμώντας, το κεφάλαιο σκεπτόμενος, ονειροπολώντας τις αυξήσεις, φοβούμενος την προθεσμία, μήπως έλθει άκαρπη, όπως το θέρος χτυπημένο από το χαλάζι;
Το άγχος και η αγωνία του τοκιστή
Παρατηρεί με προσοχή ο δανειστής του χρεώστη τις πράξεις, τις απουσίες, τις κινήσεις, τα ταξίδια, τις εμπορίες. Και αν έλθει κάποια δυσάρεστη είδηση, ότι ο δείνα έπεσε στα χέρια των ληστών, ή από κάποια περίσταση η ευπορία του έγινε φτώχεια, κάθεται με δεμένα τα χέρια, στενάζει συνεχώς, συχνά κρυφοκλαίει, ξεδιπλώνει το χρεωστικό, θρηνεί τον χρυσό μέσα στα γράμματα, βγάζοντας το συμβόλαιο σαν το ρούχο του παιδιού του που επέθανε΄ και από εκείνο το γεγονός ο πόνος γίνεται εντονότερος. Κι αν το δάνειο είναι ναυτικό, κάθεται στους αιγιαλούς, ενδιαφέρεται για τις κινήσεις των ανέμων, συνεχώς ερωτά εκείνους που φθάνουν μήπως ακούσθηκε κάπου για ναυάγιο, μήπως κάπου πλέοντας εκινδύνευσαν. Θλίβεται η ψυχή του όταν ιδεί την θάλασσα να αγριεύει, βλέπει όνειρα, βλέπει φαντάσματα η ψυχή του από τα υπόλοιπα της καθημερινής φροντίδος. Προς αυτόν λοιπόν πρέπει να πούμε: «Σταμάτησε, άνθρωπε, από την επικίνδυνη μέριμνα, σταμάτησε από την προσδοκία που σε λειώνει, μη καταστρέψεις το κεφάλαιο επιζητώντας τόκους για τον εαυτόν σου. Ζητείς από τον φτωχό εισοδήματα και αυξήσεις του πλούτου σου κάνοντας κάτι παρόμοιο όπως εάν ήθελε κανείς από χωράφι που από την ξηρασία και τον καύσωνα εξεράθηκε να πάρει θημωνιές σιταριού, ή πλήθος σταφυλιών από αμπέλι μετά την χαλαζόπτωση, ή να γεννηθούν παιδιά από στείρα κοιλιά, ή γάλα από γυναίκες που δεν εγέννησαν». Κανείς δεν επιχειρεί τα παρά φύσιν και αδύνατα, διότι με το να μην κατορθώνει τίποτε γίνεται και καταγέλαστος.
Τα αδύνατα στους ανθρώπους είναι δυνατά στον Θεό
Μόνος παντοδύναμος είναι ο Θεός, ο οποίος από τα αδύνατα ευρίσκει τις διεξόδους και δημιουργεί αυτά που είναι πάνω από την ελπίδα και προσδοκία, τώρα μεν διατάσσοντας η πέτρα να βγάλει νερό, έπειτα δε βρέχοντας από τον ουρανό άρτο ασυνήθιστο και παράδοξο, και πάλιν γλυκαίνοντας το πικρό νερό της Μερράν με την επαφή του ξύλου (Εξόδ. 17, 16΄ 16, 15΄ 15, 25), και πάλιν κάνοντας γόνιμη την κοιλιά της Ελισάβετ (Λουκ. 1, 5-25), και δίνοντας τον Σαμουήλ στην Αννα, και στην Μαρία τον πρωτότοκο (και μονογενή) «εν παρθενία» (Λουκ. 1, 26-38 και 2, 7). Αυτά είναι έργα μόνον του παντοδύναμου χεριού.
Το δάνειο είναι ευπρόσωπη αίτηση ελεημοσύνης
Εσύ όμως από τον χαλκό και τον χρυσό, που είναι άγονες ύλες, να μη ζητείς τόκο, μήτε να εκβιάζεις τους πτωχούς και να συμπεριφέρεσαι όπως οι πλούσιοι, μήτε να δίνεις παραπάνω σ” αυτόν που ζητεί το δάνειο. Ή, λοιπόν, δεν γνωρίζεις ότι η ανάγκη δανείου είναι ευπρόσωπη αίτηση ελεημοσύνης;
Γι” αυτό και ο (Μωσαϊκός) νόμος, δηλαδή το εισαγωγικό γράμμα της πίστεως, παντού απαγορεύει τον τόκο: «εάν δανείσεις χρήματα στον αδελφό σου, δεν θα είσαι καταπιεστικός» (Εξόδ. 22, 24).
Και η χάρη του Ευαγγελίου, που πλεονάζει την πηγή της αγαθότητας, νομοθετεί την διαγραφή των οφειλών΄ εδώ γίνεται ελεήμων και λέγει: «και αν δανείζετε σε αυτούς που ελπίζετε να πάρετε πίσω τα δανεισθέντα» (Λουκ. 6, 34)΄ και αλλού στην παραβολή τιμωρώντας πικρά τον σκληρό δούλο, ο οποίος δεν ελυπήθηκε τον σύνδουλό του, που τον επροσκύνησε, ούτε του εχάρισε το μηδαμινό χρέος των εκατό δηναρίων, αυτός όμως έλαβε την συγχώρηση για τα μύρια τάλαντα (Ματθ. 18, 23-35).
Ο δε Σωτήρας μας και ο διδάσκαλος της ευσεβείας και προσευχής, τύπο απλό εισηγούμενος στους μαθητές του, ένα και μοναδικό έβαλε στα λόγια της ικεσίας, τούτο δε μάλιστα πρέπει και είναι αρκετό πρώτα να παρακαλέσουμε τον Θεό: «και άφησέ μας τις οφειλές μας, καθώς και εμείς αφήσαμε στους οφειλέτες μας» (Ματθ. 6, 12). Πώς λοιπόν θα προσευχηθείς συ, ο τοκοφλύφος; Με ποιά συνείδηση θα ζητήσεις από τον Θεό αγαθό αίτημα συ, που πάντοτε παίρνεις και δεν έμαθες να δίνεις; Ή δεν γνωρίζεις ότι η προσευχή σου είναι υπόμνηση της μισανθρωπίας σου; Τι πράγμα εσυγχώρησες και ζητείς συγγνώμη;
Ελεημοσύνη δεν θεωρείται αυτή που προέρχεται από τις συμφορές των αδικουμένων
Ποιόν ελέησες, και καλείς τον ελεήμονα; Κι αν όμως κάποτε δώσεις ελεημοσύνη, από πού την δίνεις; Δεν την δίνεις από την πικρή σου και μισάνθρωπο φορολογία; Δεν είναι γεμάτη από τα δάκρυα και τους στεναγμούς των ξένων συμφορών;
Εάν εγνώριζε ο πτωχός από που του δίνεις την ελεημοσύνη, δεν θα εδέχετο, διότι θα ήτο σαν να επρόκειτο να γευθεί σάρκες αδελφικές και αίμα των δικών του, και θα σου έλεγε ένα λόγο γεμάτο από συνετή παρρησία: «Μη με θρέψεις, άνθρωπε, από αδελφικά δάκρυα, μη δώσεις άρτο στον πτωχό που γίνεται από τον στεναγμό των συμπτωχών μου. Να το επιστρέψεις προς τον όμοιό μου αυτό που άδικα επήρες, και εγώ θα ομολογήσω την χάρη».
«Εάν δεν υπήρχε το πλήθος των τοκιστών, δεν θα υπήρχε το πλήθος των πεινασμένων». Το ωραιότερο κείμενο
Τί ωφελείς όταν κάνεις πολλούς πτωχούς, και ικανοποιείς έναν; Εάν δεν υπήρχε το πλήθος των τοκιστών, δεν θα υπήρχε το πλήθος των πεινασμένων. Διάλυσε την συμμορία σου, και όλοι θα αποκτήσουμε την αυτάρκεια. Ολοι κατηγορούν τους τοκιστές, και δεν θεραπεύεται το κακό από τον νόμο, τους προφήτες και τους Ευαγγελιστές. Οπως λοιπόν λέγει ο θεσπέσιος Αμώς: «ακούσατε, σεις που συντρίβετε το πρωΐ τον πτωχό και καταδυναστεύετε τους πτωχούς επάνω στην γη, εσείς που λέγετε πότε θα περάσει ο μήνας, και να κάνουμε νέα συναλλαγή» (Αμώς 8, 4 εξ). Διότι ούτε οι πατέρες τόσον χαίρονται όταν γεννώνται τα παιδιά τους, όσον χαίρονται οι τοκιστές όταν συμπληρώνονται οι μήνες.
Ειρωνεία του αγίου κατά των τοκιστών
Καλούν δε την αμαρτία με σεμνά ονόματα, ως φιλάνθρωπο, θηρεύοντας το άδικο κέρδος για τον εαυτόν τους, κατά μίμηση των Ελλήνων, που αποκαλούν μερικές δαίμονες που είναι μισάνθρωπες και φονικές, αντί της αληθινής ονομασίας, Ευμενίδες. Είναι φιλάνθρωπος βέβαια! Διότι η καταβολή του τόκου δεν καταστρέφει οικίες, δαπανώντας τα πλούτη, κάνοντας τους εύπορους να ζουν χειρότερα από τους δούλους, που τέρπει για λίγο στην αρχή, οδηγώντας την κατοπινή ζωή σε πικρία!..
Πως παρομοιάζεται η απάτη των τοκογλύφων
Οπως δηλαδή τα πτηνά που θέλουν να πιάσουν οι κυνηγοί χαίρονται όταν τους ρίπτουν σπόρους, και τους αρέσει και συνηθίζουν να πηγαίνουν σ” εκείνα τα μέρη που άφθονη γι” αυτά είναι η τροφή, ύστερα δε από λίγο, αφού πιασθούν με τις παγίδες, πεθαίνουν΄ έτσι και αυτοί που παίρνουν δάνεια με τόκους, αφού ευπορήσουν για λίγο χρόνο, ύστερα χάνουν και αυτό το πατρικό τους σπίτι.
Και η ευσπλαγχνία εντοπίζεται από τις ψυχές των μιαρών και φιλαργύρων, και βλέποντας την ιδία οικία του οφειλέτη τους να εκτίθεται προς πώληση δεν συγκινούνται, αλλά βιάζουν περισσότερο την πώληση, ώστε, αφού λάβουν το ταχύτερο τα χρήματά τους, άλλον ταλαίπωρο να δεσμεύσουν με τον δανεισμό τους, όπως με τους σπουδαίους και άπληστους κυνηγούς, οι οποίοι, αφού κυκλώσουν με τα δίκτυά τους μια κοιλάδα, και αφού συλλάβουν όλα τα ζώα που ζουν εκεί, μεταφέρουν τους πασσάλους στο γειτονικό φαράγγι, και απ” αυτό σε άλλο, και μέχρι τόσο, έως ότου τα όρη κενωθούν από τα θηράματα. Με ποιους λοιπόν οφθαλμούς συ, ο τέτοιος άνθρωπος (παλιάνθρωπος), κοιτάζεις στον ουρανό; Και πώς ζητείς άφεση αμαρτίας; Ή ίσως από αναισθησία και τούτο λέγεις προσευχόμενος, αυτό που εδίδαξε ο Σωτήρας, «συγχώρησέ μας τα οφειλήματά μας, καθώς και ημείς εσυγχωρήσαμεν τους οφειλέτες μας» (Ματθ. 6, 12);
Που καταλήγουν τα θύματα των τοκογλύφων
Ω, πόσοι εξ αιτίας του τόκου εκρεμάσθησαν και επνίγησαν στα ποτάμια και έκριναν τον θάνατο ελαφρότερο από τον δανειστή, και άφησαν παιδιά ορφανά με κακή μητρυιά την πενία! Και οι καλοί τοκογλύφοι ούτε τότε λυπούνται το έρημο το σπίτι, αλλά σύρουν στους κληρονόμους το σχοινί της θηλειάς, και απαιτούν χρήματα απ” αυτούς που ζουν από τους εράνους.
Οι τοκογλύφοι μεταθέτουν την ευθύνη τους στην ειμαρμένη
Και όταν υβρίζονται, όπως είναι φυσικό, για τον θάνατο του χρεώστη τους και κάποιοι για να τους λυγίσουν υπενθυμίζουν την θηλειά, ούτε κρύβονται από εντροπή για το δράμα, ούτε συγκινούνται στην ψυχή, και από σκληρή διάθεση λέγουν λόγια αναιδή: Και είναι τούτο το αδίκημα των ιδικών μας ηθών, εάν ο κακότυχος και αχάριστος εκείνος, επειδή έτυχε να έχει μια ανάποδη γέννηση κάτω από την ανάγκη της ειμαρμένης (μοίρας) οδηγήθηκε σε βίαιο θάνατο; Αλήθεια, φιλοσοφούν και οι τοκογλύφοι, και γίνονται μαθητές των μάγων Αιγυπτίων όταν βρεθούν στην ανάγκη να απολογηθούν για τις βρώμικες πράξεις τους και τους φόνους.
Αυτά δεν τα δέχεται ο άγιος πατήρ, αλλά απαντά στην διαστροφική τους διάνοια
Πρέπει λοιπόν να πούμε σ” έναν απ” αυτούς: «Συ είσαι η ανάποδη γέννηση, συ είσαι η κακή ανάγκη των αστέρων, διότι εάν του είχες ανακουφίσει την φροντίδα και του είχες αφήσει ένα μέρος του χρέους του, ένα μέρος παίρνοντας με άνεση, δεν θα εμισούσε την βασανισμένη ζωή, ούτε θα εγένετο δήμιος του εαυτού του».
Πώς θα αντιμετωπίσουν οι τοκογλύφοι τον Κύριο;
Αραγε με ποιά μάτια στον καιρό της αναστάσεως θα ιδείς αυτόν που εσκότωσες; Διότι και οι δύο θα έλθετε εμπρός στο βήμα του Χριστού, όπου δεν ψηφίζονται οι τόκοι, αλλά οι βίοι κρίνονται. Και τί θα απαντήσεις όταν θα κατηγορείσαι στον αδέκαστο κριτή, όταν σου λέγει: «Είχες τον νόμο, τους προφήτες, τα ευαγγελικά παραγγέλματα. Ακουες όλα μαζί να φωνάζουν με μια φωνή για την αγάπη, την φιλανθρωπία». Οι μεν έλεγαν΄ «δεν θα δανείσεις με τόκο τον αδελφό σου» (Δευτ. 23, 20), οι δε άλλοι΄ «δεν έδωσε τα χρήματά του με τόκο» (Ψαλμ. 14, 5), οι άλλοι΄ «εάν δανείσεις τον αδελφό σου, δεν θα είσαι καταπιεστικός» (Εξόδ. 22, 25).
Και ο Ματθαίος με παραβολές έλεγε δυνατά απαγγέλλοντας τον δεσποτικό λόγο: «»Δούλε πονηρέ, όλη την οφειλή εκείνη σου την εχάρισα, επειδή με παρακάλεσες΄ δεν έπρεπε και συ να ελεήσεις τον σύνδουλό σου, όπως και εγώ σε ελέησα;».
Και αφού οργίσθηκε ο κύριος, τον παρέδωσε στους βασανιστές, έως ότου επιστρέψει όλη την οφειλή του» (Ματθ. 18, 32-34). Τότε θα σε καταλάβει η ανώφελη μεταμέλεια (αυτή είναι η κόλαση, να μη μπορεί να μετανοήσει κανείς, λόγω της υπερηφανείας. Απεναντίας η ταπείνωση με την μετάνοια είναι ο Παράδεισος) και βαρύς στεναγμός και κόλαση ανηλεής. Καθόλου δεν θα σε βοηθήσει το χρυσάφι, ούτε το ασήμι θα σε προστατεύσει, και η είσπραξη των τόκων είναι πικρότερη από την χολή. Αυτά δεν είναι λόγια που φοβίζουν, αλλά πράγματα αληθινά, που διαβεβαιώνουν το δικαστήριο προτού το δοκιμάσουμε, και είναι καλό να τα διαφυλάξει ο φρόνιμος και όποιος προνοεί για το μέλλον.
Το πάθημα ενός τοκογλύφου
Και για να ωφελήσω κάτι τους ακροατές μου μεταξύ των κριμάτων του Θεού, αφού σας διηγηθώ κάτι που συνέβη στα δικά μας χρόνια, ακούσατε τον λόγο, και ίσως πολλοί την υπόθεση ως γνωστή θα την καταλάβετε.
Ήταν κάποιος άνδρας σ” αυτή την πόλη (δεν θα πω το όνομά του, επιφυλασσόμενος, για να μη γελοιοποιήσω ονομαστικώς τον νεκρό), που είχε τέχνη τα δανείσματα και το εισόδημα από τους μιαρούς τόκους. Επειδή είχε καταληφθεί από το πάθος της φιλαργυρίας, ήταν τσιγκούνης και για τις δικές του ανάγκες (διότι τέτοιοι είναι οι φιλάργυροι), δεν παρέθετε τραπέζι απαραίτητο, ένα ρούχο συνέχεια, χωρίς να αλλάζει ρούχο (σπανίως) ή ανάλογα με την ανάγκη του, χωρίς να παρέχει στα παιδιά του την αναγκαία διατροφή΄ το λουτρό δεν το επεσκέπτετο, από τον φόβο του εισιτηρίου και των τριών οβολών, και επινοούσε κάθε τρόπο από που να πληθύνει το ποσό των χρημάτων΄ ούτε όμως ενόμιζε κανέναν αξιόπιστον φύλακα του ταμείου του, ούτε το τέκνο του, ούτε τον δούλο του, ούτε τον τραπεζίτη, ούτε το κλειδί, ούτε και την σφραγίδα, και το χρυσάφι το έβαζε στις τρύπες των τοίχων, και επαλείφοντας αυτά απέξω με τον πηλό είχε τον θησαυρό του άγνωστο σε όλους, αλλάζοντας τόπους από τόπους και τοίχους από τοίχους, και εσοφιζόταν με μεγάλη επινοητικότητα να διαφεύγει την προσοχή όλων.
Εφυγε από την ζωή ξαφνικά, χωρίς να αποκαλύψει σε κανέναν που ο χρυσός είχε ταφεί. Ετάφη λοιπόν και εκείνος, κερδίζοντας μόνον την απόκρυψη του χρυσού, τα δε παιδιά του με την ελπίδα ότι θα είναι οι λαμπρότεροι στην πόλη από πλούτο, ερευνούσαν παντού, ερωτούσε ο ένας τον άλλο, ανέκριναν τους δούλους, έσκαβαν τα εδάφη των οικιών, τους τοίχους ετρυπούσαν, τα σπίτια των γειτόνων και των γνωρίμων εξέταζαν με λεπτομέρεια, και αφού κάθε λίθο, όπως λέγει ο λόγος, εκίνησαν, δεν ευρήκαν ούτε οβολό, ακόμη δε διάγουν ζωή χωρίς οικογένεια, ανέστιοι, φτωχοί, δίνοντας πολλές κατάρες καθημερινώς στην ανοησία του πατέρα. Ο μέν λοιπόν φίλος σας και σύντροφος, τοκιστές, τέτοιος είναι. Αφού κατέστρεψε την ζωή του επάξια με τον τρόπο του ως ανεμοσκορπιστής χρηματιστής, εμόχθησε με πόνους και με πείνα, και εμάζευσε κληρονομιά για τον εαυτόν μεν την αιώνια κόλαση, για τους δικούς του δε την φτώχεια. Και εσείς δεν γνωρίζετε για ποιόν συναθροίζετε ή μοχθείτε΄ πολλές οι περιστάσεις, οι συκοφάντες πάμπολλοι, οι κακοποιοί ενεδρεύουν, και ληστές ενοχλούν γη και θάλασσα.
Η σκληρότητα και η αμετανοησία των τοκογλύφων
Προσέχετε, μήπως και τις αμαρτίες κερδίσετε, και τον χρυσό δεν κρατήσετε. «Ενοχλητικός μας είναι αυτός», λέγουν (γιατί γνωρίζω τους γογγυσμούς μέσα στα δόντια σας), «και συνεχώς υποστηρίζοντας αυτά από το βήμα κάνει κακό σ” αυτούς που ευεργετούνται και έχουν ανάγκη. Ιδού λοιπόν δεν δίνουμε πλέον δανεικά, και πώς θα ζήσουν αυτοί που βρίσκονται σε ανάγκη;».Οι λόγοι τους είναι άξιοι των πραγμάτων, αρμόζοντας η αντίρρηση στους σκοτισμένους από το σκότος των χρημάτων΄ διότι ούτε το κριτήριο της διανοίας έχουν ισχυρό, ώστε να εννοούν τα λεγόμενα, και να ακούουν τα αντίθετα από τις συμβουλές αυτών που τους νουθετούν. Ετσι υπογογγύζοντας απειλούν να κλείσουν την θύρα σ” αυτούς που έχουν ανάγκη, καθώς εγώ τάχα λέγω ότι δεν πρέπει να δανείζουν.
Να δίνουμε δωρεάν και να δανείζουμε χωρίς τόκο
Εγώ δε διακηρύττω και παραγγέλλω κατά πρώτον βέβαια το να δίνουν δωρεάν. Επειτα προτρέπω και το να δανείζουν (διότι το δάνεισμα είναι δεύτερο είδος δωρεάς), και να κάνουν τούτο όχι με τόκους ούτε με αυξήσεις (Λουκ. 6, 35), αλλά καθώς ο θειος λόγος παραγγέλλει σε μας΄ διότι είναι επίσης ένοχος τιμωρίας και αυτός που δεν δανείζει και αυτός που δίνει με τόκο, επειδή στον μεν έναν αποδίδεται η μισανθρωπία, στον δε άλλον η εμπορία. Αυτοί δε που πηγαίνουν στο αντίθετο άκρο υπόσχονται ότι θα σταματήσουν παντελώς να δίδουν. Είναι δε αυτό αισχρή εναντίωση, μανιώδης φιλονεικία προς το δίκαιο, μάχη και πόλεμος κατά του Θεού. Διότι, «ή δεν θα δώσω», λέγει, «ή δανείζοντας θα κάνω συναλλαγή με τόκο». Λοιπόν προς μεν τους τοκογλύφους αρκετά ο λόγος αγωνίσθηκε, και ικανοποιητικώς αναλύθηκε, όπως στα δικαστήρια, και είθε να τους δώσει ο Θεός μετάνοια΄ προς αυτούς που απερίσκεπτα δανείζονται και πιάνονται ριψοκίνδυνα στα αγκίστρια των τόκων δεν θα κάνω κανέναν λόγο, κρίνοντας ότι τους αρκεί η συμβουλή, την οποία ο θεσπέσιος πατέρας Βασίλειος διατύπωσε σοφά στο σύγγραμμά του, λέγοντας περισσότερα σ” αυτούς που απερίσκεπτα δανείζονται, παρά σ” αυτούς που δανείζουν πλεονεκτικώς.
augoustinos-kantiotis.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα ( Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης )
Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Απριλίου, 2015
Μερικοί ρωτούν γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων και των ζώντων στις προσευχές που κάνουμε γι’ αυτούς. Ο Θεός σαν παντογνώστης που είναι, δεν ξέρει τα ονόματά τους και τις ανάγκες τους;
Όμως αυτοί που μιλούν και σκέπτονται έτσι, ξεχνούν ότι την προσευχή δεν την κάνομε για ενημέρωση του Θεού. Φυσικά ο Θεός δεν έχει ανάγκη τέτοιας ενημερώσεως. Άλλη είναι η σημασία αυτής της προσευχής.
Προσευχόμεθα υπέρ των ζώντων και των μεταστάντων και τους μνημονεύουμε με τα ονόματά τους, για να δείξουμε, ότι τους αγαπάμε με όλη μας την καρδιά. Γιατί δεν είμαστε απλώς συγγενείς ή φίλοι ή γνωστοί, αλλά «αλλήλων μέλη». Μέλη της Μιάς Εκκλησίας. Του Ενός Μυστικού Σώματος του Χριστού.
Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη μηχανική και απαθή μνημόνευση των ονομάτων και στην ολοκάρδια προσευχή. Το ένα απέχει από τον άλλο, όσο ο ουρανός από τη γη.
Η προσευχή πρέπει να είναι ειλικρινής εκδήλωση αγάπης. Η αγάπη είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Γι’ αυτό ο Θεός τη δέχεται. Και γι’ αυτό την περιμένει! Η αγάπη για τους ζώντες και κεκοιμημένους αδελφούς μας είναι χρέος.
Το πρώτο από όλα. Κάθε λέξη στην προσευχή, κάθε λέξη που πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς, έχει πολλή δύναμη: «Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη», λέγει η Αγία Γραφή.
Και αν έχει τόση μεγάλη σημασία η μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων σε οποιαδήποτε προσευχή, πόσο μεγαλύτερη σημασία και αξία έχει, όταν μνημονεύονται τα ονόματα στην ιερότερη προσευχή, στη Θεία Λειτουργία; Στη Θεία Λειτουργία ο ιερέας επισφραγίζει τη μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων με τα λόγια «Απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου τω αίματί Σου τω αγίω».
Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης – περιοδ. Ο Άγιος Λάζαρος, έκδ. Ι.Ν. Αγ. Λαζάρου
dakriametanoias.blogspot.ca
Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πνευματικός Αγώνας ( Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως )
Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Απριλίου, 2015
Σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε τέλειοι και άγιοι. Να αναδειχθούμε παιδιά του Θεού και κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών. Ας προσέξουμε μήπως, για χάρη της παρούσας ζωής, στερηθούμε τη μέλλουσα, μήπως, από τις βιοτικές φροντίδες και μέριμνες, αμελήσουμε το σκοπό της ζωής μας.
Η νηστεία, η αγρυπνία και η προσευχή από μόνες τους δεν φέρνουν τους επιθυμητούς καρπούς, γιατί αυτές δεν είναι ο σκοπός της ζωής μας, αποτελούν τα μέσα για να πετύχουμε το σκοπό.
Στολίστε τις λαμπάδες σας με αρετές. Αγωνιστείτε ν’ αποβάλετε τα πάθη της ψυχής. Καθαρίστε την καρδιά σας από κάθε ρύπο και διατηρήστε την αγνή, για να έρθει και να κατοικήσει μέσα σας ο Κύριος, για να σάς πλημμυρίσει το Άγιο Πνεύμα με τις θείες δωρεές.
Παιδιά μου αγαπητά, όλη σας η ασχολία και η φροντίδα σ’ αυτά να είναι. Αυτά ν’ αποτελούν σκοπό και πόθο σας ασταμάτητο. Γι’ αυτά να προσεύχεστε στο Θεό.
Να ζητάτε καθημερινά τον Κύριο, αλλά μέσα στην καρδιά σας και όχι έξω από αυτήν. Και όταν Τον βρείτε, σταθείτε με φόβο και τρόμο, όπως τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, γιατί η καρδιά σας έγινε θρόνος του Θεού. Αλλά για να βρείτε τον Κύριο, ταπεινωθείτε μέχρι το χώμα, γιατί ο Κύριος βδελύσσεται τους υπερήφανους, ενώ αγαπάει και επισκέπτεται τους ταπεινούς στην καρδιά.
Αν αγωνίζεσαι τον αγώνα τον καλό, ο Θεός θα σε ενισχύσει. Στον αγώνα εντοπίζουμε τις αδυναμίες, τις ελλείψεις και τα ελαττώματά μας. Είναι ο καθρέφτης της πνευματικής μας καταστάσεως. Όποιος δεν αγωνίστηκε, δεν γνώρισε τον εαυτό του.
Προσέχετε και τα μικρά ακόμα παραπτώματα. Αν σας συμβεί από απροσεξία κάποια αμαρτία, μην απελπιστείτε, αλλά σηκωθείτε γρήγορα και προσπέστε στο Θεό, που έχει τη δύναμη να σάς ανορθώσει.
Μέσα μας έχουμε αδυναμίες και πάθη και ελαττώματα βαθιά ριζωμένα, πολλά είναι και κληρονομικά. Όλα αυτά δεν κόβονται με μια σπασμωδική κίνηση ούτε με την αδημονία και τη βαρειά θλίψη, αλλά με υπομονή και επιμονή, με καρτερία, με φροντίδα και προσοχή.
Η υπερβολική λύπη κρύβει μέσα της υπερηφάνεια. Γι’ αυτό είναι βλαβερή και επικίνδυνη, και πολλές φορές παροξύνεται από το διάβολο, για ν’ ανακόψει την πορεία του αγωνιστή.
Ο δρόμος που οδηγεί στην τελειότητα είναι μακρύς. Εύχεστε στο Θεό να σάς δυναμώνει. Να αντιμετωπίζετε με υπομονή τις πτώσεις σας και, αφού γρήγορα σηκωθείτε, να τρέχετε και να μη στέκεστε, σαν τα παιδιά, στον τόπο που πέσατε, κλαίγοντας και θρηνώντας απαρηγόρητα.
Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην μπείτε σε πειρασμό. Μην απελπίζεστε, αν πέφτετε συνέχεια σε παλιές αμαρτίες. Πολλές απ’ αυτές είναι και από τη φύση τους ισχυρές και από τη συνήθεια. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, και με την επιμέλεια νικιούνται. Τίποτα να μη σας απελπίζει.
Πειρασμοί
Οι πειρασμοί παραχωρούνται για να φανερωθούν τα κρυμμένα πάθη, να καταπολεμηθούν κι έτσι να θεραπευθεί η ψυχή. Είναι και αυτοί δείγμα του θείου ελέους. Γι’ αυτό άφησε με εμπιστοσύνη τον εαυτό σου στα χέρια του Θεού και ζήτησε τη βοήθειά Του, ώστε να σε δυναμώσει στον αγώνα σου. Η ελπίδα στο Θεό δεν οδηγεί ποτέ στην απελπισία. Οι πειρασμοί φέρνουν ταπεινοφροσύνη. Ο Θεός ξέρει την αντοχή του καθενός μας και παραχωρεί τους πειρασμούς κατά το μέτρο των δυνάμεών μας. Να φροντίζουμε όμως κι εμείς να είμαστε άγρυπνοι και προσεκτικοί, για να μη βάλουμε μόνοι μας τον εαυτό μας σε πειρασμό.
Εμπιστευτείτε στο Θεό τον Αγαθό, τον Ισχυρό, τον Ζώντα, και Αυτός θα σάς οδηγήσει στην ανάπαυση. Μετά τις δοκιμασίες ακολουθεί η πνευματική χαρά. Ο Κύριος παρακολουθεί όσους υπομένουν τις δοκιμασίες και τις θλίψεις για τη δική Του αγάπη. Μη λιποψυχείτε λοιπόν και μη δειλιάζετε.
Δεν θέλω να θλίβεστε και να συγχύζεστε για όσα συμβαίνουν αντίθετα στη θέλησή σας, όσο δίκαιη κι αν είναι αυτή. Μια τέτοια θλίψη μαρτυρεί την ύπαρξη εγωισμού. Προσέχετε τον εγωισμό, που κρύβεται κάτω από τη μορφή του δικαιώματος. Προσέχετε και την άκαιρη λύπη, δημιουργείται ύστερ’ από έναν δίκαιο έλεγχο. Η υπερβολική θλίψη για όλα αυτά είναι του πειρασμού. Μία είναι η αληθινή θλίψη. Αυτή που δημιουργείται, όταν γνωρίσουμε καλά την άθλια κατάσταση της ψυχής μας. Όλες οι άλλες θλίψεις δεν έχουν καμιά σχέση με τη χάρη του Θεού.
Φροντίζετε να περιφρουρείτε στην καρδιά σας τη χαρά του Αγίου Πνεύματος και να μην επιτρέπετε στον πονηρό να χύνει το φαρμάκι του. προσέχετε! Προσέχετε, μήπως ο παράδεισος, που υπάρχει μέσα σας, μετατραπεί σε κόλαση.
Αγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΚΑΠΟΙΟΣ ΣΕ ΨΑΧΝΕΙ
Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Απριλίου, 2015
Ο σύγχρονος άνθρωπος λόγω των ανέσεων και της καλοπέρασης έγινε αφόρητα εγωκεντρικός;
• Πιστεύει ότι ο εαυτός του είναι το κέντρο του κόσμου• το κέντρο της παρέας• το κέντρο της οικογένειας• το κέντρο του χώρου οπού δουλεύει•
• δεν δέχεται υποδείξεις και συμβουλές, έστω κι αν μερικές φορές παριστάνει ότι τις ζητάει•
• θέλει όλοι οι άλλοι να ασχολούνται με αυτόν να τον επαινούν και να τον υπηρετούν θέλει όλοι να τον αγαπούν να ενδιαφέρονται γι’ αυτόν
• πονάει και πληγώνεται όταν αισθάνεται ότι οι άλλοι τον αγνοούν τον αφήνουν στο “περιθώριο”.
Όλες οι παραπάνω νοσηρές εκδηλώσεις εγωισμού γίνονται πολύ πιο έντονες, όσο ο άνθρωπος βγάζει τον Θεό από την ζωή του• όσο πιο πολύ θεοποιεί τον ίδιο του τον εαυτό.
Και τότε γίνεται ένα εγωκεντρικό τερατάκι.
Ο γνωστός άγγλος συγγραφέας και γιατρός Α.Ι.Κρόνιν, στο άρθρο του “Γιατί πιστεύω στον Θεό” γράφει:
“Όταν ακόμη εξασκούσα το επάγγελμα του γιατρού, είχα έναν άρρωστο, ο όποιος σε όλη του την ζωή καμάρωνε για την αθεΐα του. Είχε μαλώσει με την μοναδική θυγατέρα του και την είχε αποκληρώσει, επειδή παντρεύτηκε ένα δάσκαλο – βαθύτατα ευσεβή. Όταν όμως στο τέλος της ζωής του προσεβλήθη από ανίατη αρρώστια, κάποια περίεργη μεταβολή παρατηρήθηκε στο γέρο σκεπτικιστή. Τώρα, τον έπιανε συχνά η επιθυμία να δικαιολογηθεί, ιδιαίτερα μπροστά στα μάτια του γαμπρού του. Πήγαινε συχνά στο σπίτι της κόρης του για να κουβεντιάσει με τον ευσεβή νέο. Κι όμως ο αθεράπευτος εγωισμός του δεν τον άφηνε να παραδεχθεί την σωτήρια “ήττα” του: “Μην απατάσθε”, τους έλεγε. “Δεν μετάνιωσα. Δεν πιστεύω ακόμα στον Θεό”!
Όποτε, μια μέρα, η κόρη του ξέσπασε: “Μα καλά, πατέρα. Ακόμα δεν κατάλαβες ότι, ενώ εσύ δεν Τον πιστεύεις, Εκείνος όμως δεν έπαψε ποτέ να σε εμπιστεύεται και να σε αναζητάει;”
Η σοφή αυτή παρατήρηση νίκησε και την τελευταία αντίσταση του γέροντα. Ξέσπασε σε λυγμούς και ρώτησε: “Αλήθεια, ακόμα με
ψάχνει;”
Στο 15ο κεφάλαιο του κατά Λουκάν Ευαγγελίου αναφέρεται ότι το πιο συνηθισμένο ακροατήριο του Χριστού ήταν τελώνες και αμαρτωλοί. Και αυτό “σκανδάλιζε” τους γραμματείς και τους φαρισαίους• και τους εξόργιζε. Έχοντας την αρρώστια του εγωισμού στο έπακρον, δεν άντεχαν να ασχολείται ο Χριστός με τα αποβράσματα της κοινωνίας και να “αγνοεί” αυτούς και την δήθεν “ευσέβειά” τους!
Τότε ο Χριστός τους απάντησε με τρεις παραβολές:
• την παραβολή του χαμένου προβάτου-
• την παραβολή της χαμένης δραχμής• και
• την παραβολή του χαμένου (ασώτου) υιού.
Έστω κι αν νομίζουμε ότι ξέρουμε “απ’ έξω” και τις τρεις παραβολές, ας κάνουμε τον κόπο να τις ξαναδιαβάσουμε “από μέσα”. Αργά και προσεκτικά.
Έτσι θα θυμηθούμε, ότι ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για τους “χαμένους”• για τους “απολωλότες”• και όχι γι’ αυτούς, πού νομίζουν ότι “την έχουν βρή”• όχι για τους βολεμένους• όχι για τους κατά φαντασίαν “υγιείς”.
Και όσο αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας
ανάμεσα σ’ αυτούς τους “απολωλότες” και ασθενείς, τους “κοπιώντες και πεφορτισμένους”, τόσο πιο πολύ θα αισθανόμαστε ότι Κάποιος μας ψάχνει• Κάποιος ενδιαφέρθηκε για μας. Κάποιος ήλθε, όχι για να Τον υπηρετήσουμε, αλλά για να μας υπηρετήσει• Κάποιος μας αγάπησε τόσο, πού έχασε και την ζωή Του, για να βρούμε εμείς την Αληθινή Ζωή!
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΤΙΣ ΑΠΟΚΥΛΙΣΕΙ ΗΜΙΝ ΤΟΝ ΛΙΘΟΝ; (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Απριλίου, 2015
Η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί για τους ανθρώπους μία πρόκληση στην δύναμη της λογικής. Πώς μπορεί ένα πρόσωπο να επιστρέψει από τους νεκρούς, επανα-προσλαμβάνοντας το σώμα του, το ίδιο, αλλά χωρίς τις κύριες ανθρώπινες ανάγκες, τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη (πείνα, δίψα, κάματος, πόνος, δέσμευση από τον χώρο και τον χρόνο), και πώς μπορεί να μην πεθάνει ποτέ πια; Οι απαντήσεις δίνονται ουσιαστικά μόνο με την βοήθεια της πίστης, διότι η ανθρώπινη λογική δεν μπορεί να αποδεχτεί το μυστήριο, το οποίο είναι υπέρλογο. Όμως η πίστη δεν είναι μία απρόσωπη κατάσταση. Δεν υπάρχει ως ιδέα. Ως βιβλίο. Ως κατάσταση την οποία ο άνθρωπος καλείται να υιοθετήσει ή όχι. Η πίστη περνά μέσα από τα πρόσωπα των άλλων, οι οποίοι «εωράκασι» τον Αναστημένο. Και βεβαιώνουν γι’ Αυτόν. Για το μυστήριο. Και δεν είδαν τον Χριστό επειδή Εκείνος μόνο διάλεξε να τους συναντήσει και να τους καταστήσει ορατή και προσιτή την Ανάστασή Του, για να την βεβαιώσουν και σε όλους εμάς τους μεταγενέστερους. Έκαναν και οι ίδιοι οι άνθρωποι βήματα προς Εκείνον. Προς το μνημείο Του. Εκζήτησαν την παρουσία Του, ακόμη κι αν δεν πίστευαν ότι θα αναστηθεί. Κι η αγάπη τους επιβραβεύθηκε, με την θεωρία του Αναστάντος.
Η ανθρώπινη λογική όμως χρειάζεται βοήθεια, ακόμη κι όταν υπάρχει η Αγάπη, αυτή που συνοδεύει την Ζωή και την Ανάσταση του κόσμου, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Βλέπουμε στο ευαγγέλιο των Μυροφόρων γυναικών, οι οποίες «διαγενομένου του Σαββάτου ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσι το σώμα του Ιησού». Καθώς, όρθρου βαθέως, πήγαιναν προς το μνήμα, γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν καλυμμένο με λίθο μέγα, συζητούσαν μεταξύ τους: « τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;»(Μάρκ. 16, 3). Ποιος θα κυλήσει για χάρη μας την πέτρα από την είσοδο του μνήματος; Από την μία η αγάπη, η τόλμη, η γενναιοδωρία, η λαχτάρα για να αλείψουν με αρώματα το σώμα του Κυρίου, ώστε να μην αποσυντεθεί, να αναστείλουν τη φθορά και από την άλλη ένα ερώτημα τετράγωνης λογικής: ποιος θα κυλήσει για χάρη μας την πέτρα. Αντιφατικές εκ πρώτης όψεως καταστάσεις. Απόδειξη όμως ότι εντός μας συνυπάρχουν πάντοτε η δίψα για το Απόλυτο, για τον Αιώνιο Θεό, για την υπέρβαση της λογικής του κόσμου τούτου και από την άλλη τα ερωτήματα τα οποία ο ανθρώπινος νους είναι πλασμένος να θέτει σχετικά με τον Θεό, τον κόσμο, την Ανάσταση.
«Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον;». Το ερώτημα τίθεται εύλογα και σε μας.Λίθος είναι τα εμπόδια για να δούμε τον Χριστό. Είναι οι μέριμνές μας. Είναι οι γνώσεις μας οι θεωρητικές. Είναι ο πολιτισμός που θεοποιεί τον νου μας. Είναι ό,τι βάζουν για να καλύψουν την Ανάσταση όλοι εκείνοι οι οποίοι θεωρούν τον Χριστό έναν πλάνο. Είναι η επιθυμία της ύπαρξής μας να δει με τις αισθήσεις της το θαύμα. Είναι η αδυναμία μας, ακόμη κι αν διψούμε γα τον Χριστό, ακόμη κι αν είμαστε έτοιμοι να βαδίσουμε λίαν πρωί της ζωής μας, από την νεώτερη ηλικία μέχρι και την μεγαλύτερη προς τον Αναστάντα, να αφήσουμε στην άκρη τα ερωτήματα, τον ορθολογισμό και να αφεθούμε στην δύναμη της πίστης και της αγάπης προς Εκείνον. Είναι ο παλαιός άνθρωπος ο οποίος μάς καλεί συνεχώς στη ζωή της κοσμικότητας, της αμαρτίας, των παθών. Είναι η όλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η οποία δεν μας επιτρέπει να έχουμε χρόνο για να βαδίζουμε προς το μνημείο. Είναι ο φόβος του θανάτου μας και του τι θα γίνει μετέπειτα, αν υπάρχει μετέπειτα που μας γεμίζει αγωνία. Κι ενώ γνωρίζουμε ότι ο Αναστημένος βρίσκεται στην Εκκλησία και την ζωή της, βάζουμε λίθους μεγαλύτερους ή μικρότερους από μόνοι μας ή βλέπουμε τέτοιους λίθους στη ζωή εκείνων που θα θέλαμε να μας βοηθήσουν να τους αποκυλίσουμε, με αποτέλεσμα να κάνουμε πίσω.
«Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον;». Χρειαζόμαστε Κάποιον που για χάρη μας να κάνει να φύγουν από τα μάτια της ψυχής μας οι λίθοι που δεν μας επιτρέπουν να δούμε την Ανάσταση. Αυτός ο Κάποιος είναι ο Χριστός και η επιθυμία μας να Τον συναντήσουμε. Είναι ο λόγος Του, όπως αποτυπώνεται στη ζωή της Εκκλησίας. Είναι το μυστήριο της Ευχαριστίας. Είναι το μυστήριο της μετανοίας, το οποίο κάνει με την ταπείνωση να θραύονται τα συστατικά του λίθου, τα φαινομενικά πανίσχυρα. Διότι ο λίθος έχει να κάνει με τον εγωκεντρισμό μας. Με την αίσθηση ότι εμείς γνωρίζουμε. Με την αδυναμία μας να ταπεινωθούμε. Να ακούσουμε την φωνή του Αιωνίου. Να γευτούμε την χαρά της αναστάσιμης κραυγής: «Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε». Επειδή «ώδε» Τον αναζητούμε. Όχι στο πρόσωπο του αδελφού μας, ούτε στην καρδιά μας, εντός μας, αλλά στις εξωτερικές αποδείξεις, στα πειστήρια και στα επιχειρήματα. Τον αναζητούμε στην δύναμη και όχι στη ήττα του Σταυρού και του Τάφου. Τον αναζητούμε στην εξουσία έναντι των ανθρώπων και όχι στην ταπεινή διακονία τους. Έχοντας πλάσει έναν Θεό στα δικά μας μέτρα, έναν Θεό που θα μας δικαιώνει και που θα καταδικάζει τους άλλους, δεν μπορούμε να Τον εμπιστευθούμε να αποκυλίσει για χάρη μας τον λίθο του μνήματος στο οποίο έχουμε καταδικάσει τον εαυτό μας, τον λίθο του πνευματικού θανάτου ή μίας ζωής γεμάτης φόβο και αγωνία για τα υλικά.
«Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον;». Το ερώτημα μοιάζει ακόμη πιο επώδυνο στην εποχή μας. Ζούμε σε έναν κόσμο στον οποίο αποδεχόμαστε παθητικά ό,τι κλείνει τον Χριστό στο μνημείο. Αποδεχόμαστε παθητικά ό,τι κλείνει κι εμάς σε μια ζωή ατομοκεντρική. Όπου τα πάντα είναι εικόνα. Όπου κέντρο όλων είναι το «εγώ» μας. Όπου ακόμη κι αν πειστούμε, δεν θέλουμε να πειστούμε. Ο λίθος για χάρη των Μυροφόρων αποκεκύλισται διότι η καρδιά τους είχε πίστη και αγάπη. Είχε τόλμη. Είχε θυσία. Είχε συνεχή πορεία προς το μνημείο, ακόμη κι αν δεν γνώριζαν αν θα μπορούσαν να εισέλθουν.Συνέχιζαν όμως, χωρίς να νικιούνται από τα ερωτήματα της λογικής, αφήνοντας τα πάντα στην πίστη και στην αγάπη. Όχι αφηρημένα. Αλλά προς ένα Πρόσωπο. Τον Θεάνθρωπο Κύριό μας. Αυτόν που με τα έργα μας, τους λόγους μας, τις στρεβλώσεις, την απιστία ο κόσμος κλείνει στο μνήμα και σφραγίζει τον λίθον. Εκείνος όμως ανέστη! Και έδωσε στις μυροφόρες και στον καθέναν την δυνατότητα να αποκυλίσει τους δικούς του προσωπικούς λίθους, δια των αγγέλων Του που είναι οι Άγιοι και η ζωή της Εκκλησίας, αλλά πρωτίστως η πίστη και η αγάπη. Για να Τον συναντούμε και να Τον ακούμε να μας απευθύνει τον αναστάσιμο χαιρετισμό: «Χαίρετε!». Αυτόν που κανένας λίθος δεν θα μπορέσει ποτέ να καλύψει!
Κέρκυρα, 26 Απριλίου 2015
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Οἱ «μικρές» καί οἱ «μεγάλες» ἁμαρτίες ( † Μητροπ. Αντωνίου Μπλούμ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Απριλίου, 2015
Ιδού και ένα τρίτο σημείο που αφορά στην αμαρτία: δεν πρέπει να μας παραπλανά η ιδέα ότι υπάρχουν βαριά και ελαφριά αμαρτήματα. Ασφαλώς και δεν πρέπει να τα βάζουμε όλα στο ίδιο σακί. Όμως ακόμη και μία συγγνωστή αμαρτία, αν διαπράττεται με τη θέλησή μας, εν πλήρει συνειδήσει, και έχει προμελετηθεί με κυνισμό, είναι δυνατόν να παρασύρει την ψυχή στον θάνατο.
Στη διάρκεια του πολέμου ήμουν γιατρός. Μια νύχτα μεταφέρουν από το μέτωπο στον τομέα ευθύνης μας έναν αξιωματικό βαριά πληγωμένο, διάτρητο παντού από τις ριπές ενός μυδραλιοβόλου. Θα μπορούσαμε να καθίσουμε με σταυρωμένα χέρια και να περιμένουμε το αναπόφευκτο.Κι όμως σ’ αυτον τον άνθρωπο δεν είχε πειραχτεί κανένα από τα ζωτικά του όργανα.
Τελικά τον εγχειρήσαμε, τον περιθάλψαμε και επέζησε. Την ίδια εκείνη νύχτα, με κάλεσαν για έναν άλλο νεαρό στρατιώτη που είχε εμπλακεί σε φασαρία μ’ ένα συμφαντάρο του.
‘Ήταν κι οι δύο νηφάλιοι όταν ξεκίνησε ο καυγάς και σε κάποια στιγμή ο ένας τράβηξε μαχαίρι και χτύπησε τον άλλο στον λαιμό, με αποτέλεσμα να του κόψει μία κεντρική αρτηρία. Όταν τον μεταφέραμε στο στρατιωτικό νοσοκομείο, βρισκόταν στα πρόθυρα του θανάτου, είδαμε και πάθαμε να τον επαναφέρουμε στη ζωή… Ένα βαρύ αμάρτημα είναι σαν το μυδραλιοβόλο που προκαλεί θάνατο. Ένα ελαφρύ αμάρτημα είναι σαν το μαχαίρι. Σε σύγκριση μ’ ένα βαρύ μυδραλιοβόλο, τί είναι ένα μαχαίρι; Κι όμως, να που και αυτό μπορεί να προκαλέσει τον θάνατο ενός ανθρώπου…
Κάθε φορά που δεχόμαστε με νωχέλεια και αδιαφορία τις αμαρτωλές εκείνες παρορμήσεις, τις ροπές και τις τάσεις που μας έλκουν προς την αμαρτία, τη μικρή συγγνωστή αμαρτία, νιώθουμε αδύναμοι να αντισταθούμε και αρχίζουμε να την καλοπιάνουμε, μέχρι αυτή να εγκατασταθεί μέσα μας για τα καλά. Συγκριτικά, ένα βαρύ αμάρτημα μερικές φορές είναι λιγότερο θανάσιμο . Ένας φονιάς που με καρδιά συντετριμμένη από τη μετάνοια και με φρίκη για την πράξη του εκτίει την ποινή του στη φυλακή, μετατρέποντας τον καιρό της κάθειρξής του σε καιρό θεραπείας, είναι ενδεχομένως σε καλύτερη κατάσταση από χιλιάδες άλλους ανθρώπους που συσσωρεύουν πλήθος μικρών αμαρτιών χωρίς να παρατηρούν ως ποιό βαθμό αυτές τους φθείρουν, τους αφαιρούν κάθε δύναμη αντοχής, κάθε αίσθηση ευθύνης και αξιοπιστίας. Υπ’ αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο που διασχίζουμε το ποτάμι της αμαρτίας, ανεξάρτητα από το μέσο που χρησιμοποιούμε για να το διασχίσουμε -πάνω σε βάρκα, από γέφυρα η κολυμπώντας- έχουμε προσχωρήσει στις τάξεις του εχθρού, έχουμε απεμπολήσει τον αληθινό προορισμό μας, έχουμε με ακρίβεια προδώσει τους εαυτούς μας, καθώς πάψαμε να είμαστε ολοκληρωμένοι άνθρωποι. Αυτές είναι οι διαφορετικές προσεγγίσεις που οδηγούν στην αμαρτία.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τι σημαίνει να έχεις φόβο Θεού;
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Απριλίου, 2015
Για τον άπιστο, ο φόβος Θεού είναι ο φόβος της κρίσης του Θεού και αιώνιος θάνατος, που είναι αιώνιος χωρισμός από το Θεό (Λουκάς 12:5, Εβραίους 10:31). Για το πιστό, ο φόβος Θεού είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Ο φόβος του πιστού είναι ευλάβεια προς το Θεό. Το εδάφιο στην προς Εβραίους 12:28-29 είναι μια καλή περιγραφή αυτού:
«Γι’ αυτό, παραλαμβάνοντας μια ασάλευτη βασιλεία, ας κρατάμε τη χάρη, διαμέσου τής οποίας να λατρεύουμε ευάρεστα τον Θεό, με σεβασμό και ευλάβεια. Επειδή, ο Θεός μας είναι φωτιά που κατατρώει». Αυτή η ευλάβεια και ο σεβασμός είναι ακριβώς τι σημαίνει φόβος Θεού για τους Χριστιανούς. Αυτό είναι ένα κίνητρο για μας, να παραδοθούμε στο Δημιουργό του Σύμπαντος.
Στο εδάφιο στις Παροιμίες 1:7 δηλώνει, «Αρχή σοφίας είναι ο φόβος τού Κυρίου.» Μέχρι να καταλάβουμε ποιος είναι ο Θεός και να αναπτύξουμε έναν ευλαβή φόβο γι΄ Αυτόν, δεν μπορούμε να έχουμε αληθινή σοφία. Η αληθινή σοφία έρχεται μόνο με την αντίληψη του ποιος είναι ο Θεός και ότι είναι άγιος και δίκαιος.
Στα εδάφια του Δευτερονομίου 10:12, 20-21 αναφέρει, «Και τώρα, Ισραήλ, τι ζητάει από σένα ο Κύριος ο Θεός σου, παρά να φοβάσαι τον Κύριο τον Θεό σου, να περπατάς σε όλους τους δρόμους του, και να τον αγαπάς, και να λατρεύεις τον Κύριο το Θεό σου με ολόκληρη την καρδιά σου, και με ολόκληρη την ψυχή σου. Θα φοβάσαι τον Κύριο τον Θεό σου• αυτόν θα λατρεύεις, και σ’ αυτόν θα είσαι προσηλωμένος, και στο όνομά του θα ορκίζεσαι. Αυτός είναι το καύχημά σου, κι αυτός είναι ο Θεός σου, που έκανε για σένα αυτά τα μεγάλα και τρομερά, που είδαν τα μάτια σου.» Ο φόβος Θεού είναι η βάση του περπατήματός μας στους δρόμους Του, να Τον υπηρετούμε και ναι, να Τον αγαπάμε.
Κάποιοι επαναπροσδιορίζουν το φόβο Θεού για τους πιστούς ως «σεβασμό» προς Αυτόν. Παρόλο, που ο σεβασμός περιλαμβάνεται στην έννοια του φόβου Θεού, υπάρχει κάτι παραπάνω σ΄ αυτό. Ο βιβλικός φόβος Θεού, για το πιστό, συμπεριλαμβάνει κατανόηση του πόσο ο Θεός μισεί την αμαρτία και να φοβάται την κρίση Του στην αμαρτία – ακόμα και εντός της ζωής ενός πιστού. Τα εδάφια στην προς Εβραίους 12:5-11 περιγράφουν την πειθαρχία του Θεού στο πιστό. Παρόλο που γίνεται με αγάπη (Εβραίους 12:6), εξακολουθεί να είναι ένα φοβερό πράγμα. Ως παιδιά, ο φόβος της πειθαρχίας από τους γονείς μας, χωρίς αμφιβολία απέτρεψε κάποιες κακές πράξεις. Το ίδιο πράγμα πρέπει να ισχύει στην σχέση μας με το Θεό. Πρέπει να φοβόμαστε την πειθαρχία Του, και γι΄ αυτό να επιδιώκουμε να ζούμε τις ζωές μας με τέτοιο τρόπο που να Τον ευχαριστεί.
Οι πιστοί δεν πρέπει να φοβούνται το Θεό. Δεν έχουμε κανένα λόγο να Τον φοβόμαστε. Έχουμε την υπόσχεσή Του ότι τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη Του (Ρωμαίους 8:38-39). Έχουμε την υπόσχεσή Του ότι ποτέ δεν θα μας αφήσει ούτε θα μας εγκαταλείψει (Εβραίους 13:5). Φόβος Θεού σημαίνει να έχουμε τέτοια ευλάβεια γι΄ Αυτόν που να έχει μεγάλη επίδραση στο τρόπο που ζούμε τις ζωές μας. Φόβος Θεού είναι να σεβόμαστε Αυτόν, να υπακούμε Αυτόν, να υποτασσόμαστε στην πειθαρχία Του και να λατρεύουμε Αυτόν με ευλάβεια.
Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πρός τήν αἰωνιότητα – Ὁ Θάνατος (Ἁγίου Τύχωνος τοῦ Ζαντόνσκ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Απριλίου, 2015
“Η σκέψῃ τοῦ θανάτου εἶναι ἱκανὴ νά παρακινήσει τὸν ἁμαρτωλὸ σὲ μετάνοια. Μᾶς εἶναι καὶ γνωστὸς καὶ ἄγνωστος ὁ θάνατος. Γνωστός, γιατὶ ξέρουμε ὅτι ὅλοι θὰ πεθάνουμε. Ἄγνωστος, γιατὶ δέν ξέρουμε πότε, ποῦ καὶ πῶς θὰ πεθάνουμε. Ὅσο περισσότερο ζοῦμε, τόσο περισσότερο μικραίνει ἡ ζωὴ μας, τόσο λιγοστεύουν οἱ μέρες μας καὶ πλησιάζουμε στό θάνατο. Εἴμαστε πιὸ κοντὰ του σήμερα ἀπ΄ ὅ,τι χθές, αὐτὴ τὴν ὥρα ἀπ΄ ὅ,τι τὴν προηγούμενη. Ὁ θάνατος βαδίζει ἀόρατος πίσω ἀπ΄τὸν καθένα καὶ τὸν ἁρπάζει τότε πού δέν τὸ ὑποπτεύεται. Ἐντούτοις, σχεδὸν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι – καὶ μάλιστα οἱ ὑγιεῖς καὶ οἱ δυνατοὶ – κάνουν τίς ἀκόλουθες σκέψεις γιά τὸν ἑαυτὸ τους:
– Ἐγὼ θὰ ζήσω ἀκόμη ἀρκετά. Εἶναι πολὺ μακριὰ τὸ τέλος μου. Θὰ μαζέψω πλούτη καὶ θὰ εὐφραίνομαι. Μὰ ὁρμάει ξαφνικὰ ἐναντίον τους ὁ θάνατος καὶ σβήνουν τὰ ὄνειρα καὶ οἱ ἐπιθυμίες. Καὶ πεθαίνει γρήγορα ἐκεῖνος πού ἔταξε στόν ἑαυτὸ του μακροζωία. Καὶ ἀφήνει τ΄ ἀγαθὰ του καὶ τὸ σῶμα του στόν κόσμο ἐκεῖνος πού ἤθελε νά συγκεντρώνει πλούτη. Ἄγνωστο, λοιπὸν, μᾶς εἶναι τὸ τέλος, χριστιανοί.
Ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ποὺ φροντίζει γιά τὸ καλὸ μας, τὰ καθόρισε ἔτσι, ὥστε νά εἴμαστε πάντα ἕτοιμοι καὶ νά καταφεύγουμε στήν εἰλικρινῆ μετάνοια. Μὲ ὅ,τι θὰ φύγει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ δῶ, μ΄ αὐτὸ καὶ θὰ παρουσιαστεῖ μπροστὰ στό κριτήριο τοῦ…
Χριστοῦ.
Ἀδελφοί, ἂς συλλογιστοῦμε προσεκτικὰ αὐτὰ τὰ λόγια κι ἂς μετανοήσουμε, γιά νά μὴν ταξιδέψουμε πρὸς τὴν αἰωνιότητα μὲ τίς ἁμαρτίες μας καὶ ἐμφανιστοῦμε μ΄ αὐτὲς σ΄ ἐκεῖνο τὸ δικαστήριο. Ὁ φιλεύσπλαχνος Θεὸς μᾶς ὑποσχέθηκε τὸ ἔλεός Του, δέν μᾶς ὑποσχέθηκε ὅμως ὅτι θὰ ζοῦμε τὸ ἑπόμενο πρωί. Καὶ τοῦτο, γιά νά εἴμαστε προσεκτικοί, καὶ ὅταν ξυπνᾶμε, νά θυμόμαστε τὸ θάνατό μας, νά διορθώνουμε τὸν ἑαυτὸ μας, νά ἑτοιμαζόμαστε γιά τὴν ἔξοδο μας, ὥστε νά ἔχουμε μακάριο τέλος. Εἶναι φοβερὴ ἡ ὥρα τοῦ θανάτου.
Ὅλοι οἱ ἅγιοι τή σκέφτονταν κι ἔκλαιγαν, ἱκετεύοντας τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ νά τοὺς ἐλεήσει ἐκείνη τὴν ὥρα. Ἐκπληκτικό! Νά κλαῖνε οἱ ἅγιοι στή σκέψη τοῦ θανάτου, καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ νά μὴν συγκινοῦνται, ἂν καὶ βλέπουν καθημερινὰ κάποιον νά πεθαίνει. Φτωχοὶ ἁμαρτωλοί! Γιατὶ κοιμόμαστε, ἐνῶ ὁ διάβολος σὰν κλέφτης ἁρπάζει τή σωτηρία μας; Ἂς γράψουμε στή μνήμη μας τὴν ὥρα τοῦ θανάτου καὶ ἂς εἴμαστε ἕτοιμοι. Ἀπ΄ αὐτὴν θὰ ἑξαρτηθεῖ, ἂν ὁ ἄνθρωπος θὰ εἶναι αἰώνια εὐτυχισμένος ἢ αἰώνια δυστυχισμένος.
Ἀπὸ τὸ θάνατο ἀνοίγουν γιά τὸν καθένα οἱ πύλες τῆς αἰωνιότητας, ὁ δρόμος γιά τὴν αἰώνια μακαριότητα ἢ τὴν αἰώνια δυστυχία. Ἀπ΄ αὐτὸν τὸν σταθμὸ ἀρχίζει ὁ ἄνθρωπος νά ζεῖ ἢ νά πεθαίνει αἰώνια. Ποῦ βρίσκονται τώρα ὅσοι ἔζησαν πρὶν ἀπὸ μᾶς καὶ πέρασαν τή ζωή τους ἀμετανόητα, μὲ κραιπάλες καὶ ἡδονές; Ἔφυγαν ἀπ΄αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀφήνοντας ἐδῶ ὅλες τους τίς χαρές. Ὁδηγήθηκαν καθένας στόν τόπο του, περιμένοντας τὴν τελευταία Κρίση, ὁπότε θὰ λάβουν τὴν ἀμοιβὴ τῶν ἔργων τους.
Γι΄ αὐτὸ, ἐφόσον δέν ἦρθε ἀκόμα γιά μᾶς ἐκείνη ἡ ὥρα, ἂς στραφοῦμε ὁλόψυχα πρὸς τὸν Θεὸ μας μὲ τὴν πίστη καὶ τή μετάνοια, ὥστε νά κερδίσουμε τὴν αἰωνιότητα. Ἀγαπητὲ χριστιανέ! Ὁ θάνατος μᾶς ἀκολουθεῖ βῆμα πρὸς βῆμα χωρὶς νά τὸν βλέπουμε, καὶ τὸ τέλος φτάνει τότε πού δέν τὸ περιμένουμε. Γι΄ αὐτὸ νά βρίσκεσαι συνέχεια σὲ κατάσταση μετανοίας, ἕτοιμος παντοῦ καὶ πάντοτε γιά τὴν ἀναχωρήσή σου. Ὁ συνετὸς δοῦλος εἶναι πάντα ἄγρυπνος καὶ περιμένει πότε θὰ τὸν καλέσει ὁ Κύριός του.
Ἀγρύπνα κι ἐσὺ καὶ περίμενε πότε θὰ σὲ καλέσει ὁ Κύριός σου, ὁ Χριστός. Νά ζεῖς ὅπως θὰ ἤθελες νά σὲ βρεῖ ὁ θάνατος. Νά ζεῖς μὲ εὐσέβεια καὶ νά ἐργάζεσαι μὲ φόβο καὶ τρόμο γιά τή σωτηρία σου. Ἔτσι, δέν θὰ στερηθεῖς τὴν αἰώνια σωτηρία, ποὺ μᾶς δώρισε ὁ Κύριός μας μὲ τὸ Αἷμα Του καὶ τὸ θάνατό Του. Ἔτσι, θὰ τελειώσεις τή ζωή σου χριστιανικά. Καὶ εἶναι, πραγματικὰ, μακάριοι οἱ νεκροὶ ἐκεῖνοι πού πεθαίνουν πιστοὶ στόν Κύριο καὶ ἑνωμένοι μαζὶ Του. “.
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο “ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ”, Ε’ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ – Ὁ Θάνατος) Ἔκδοσις: ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Το έργο των Πατέρων: Οδοδείκτες θεραπείας
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Απριλίου, 2015
π. Ι. Ρωμανίδης
Οι διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων ονομάσθηκαν Πατέρες και μάλιστα Αποστολικοί Πατέρες, και οι διάδοχοι των τελευταίων είναι εκείνοι που χαρακτηρίσθηκαν Πατέρες της Εκκλησίας. Ουσιαστικά, οι Πατέρες είναι η γέφυρα που ενώνει την Αποστολική εποχή με κάθε εκκλησιαστική εποχή, γι’ αυτό, και όπως λέγεται, η Εκκλησία είναι Αποστολική, επειδή είναι πατερική.
Οι Πατέρες δεν είναι απλώς οι μεγάλοι επιστήμονες που γνώρισαν την ανθρώπινη γνώση και σοφία, αλλά εκείνοι που έλαβαν το άγιον Πνεύμα, είχαν μεθέξει της θεοποιού ενεργείας του Θεού, απέκτησαν την υπαρξιακή γνώση του Θεού και την διατύπωσαν, με τα ιδιαίτερα χαρίσματα και την παιδεία που είχαν.
Η πατερική εποχή είναι η Αποστολική εποχή σε κάθε εποχή, που σχετίζεται με την αδιάλειπτη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία. Ουσιαστικά, Αποστολική και πατερική εποχή είναι η εκκλησιαστική ζωή.
Σε τι διαφέρουν οι Πατέρες από τους Αποστόλους;
Πρέπει να χαρακτηρίσουμε τι είναι τα κύρια χαρακτηριστικά τής Αποστολικής εποχής. Τι είναι Απόστολος, τι είναι ενορία στην Αποστολική εποχή, τι είναι θεολογία, τι είναι ο σκοπός της θεολογίας, ποιες είναι οι διαβαθμίσεις της θεολογικής κατανόησης και τι είναι οι Άγιοι, τι είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας, και τι είναι η διαφορά μεταξύ Αποστόλων και Πατέρων της Εκκλησίας».Οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων και έχουν την ίδια εμπειρία με αυτούς. Αυτοί είχαν προσωπική εμπειρία και γέννησαν πνευματικά παιδιά που τα αναγέννησαν εν Χριστώ. Η καθοδήγηση και η αναγέννησή τους συνδέεται με την πορεία προς την θέωση. Αυτή ουσιαστικά είναι η Ορθόδοξη ποιμαντική. Αλλά για να καθοδηγήσει κανείς τα πνευματικά του παιδιά προς την θέωση, πρέπει να γνωρίζει ο ίδιος προσωπικά αυτήν την πορεία, διαφορετικά η εξάσκηση της ποιμαντικής είναι εξωτερική-ηθικολογική. Οι Πατέρες είναι οι θεολόγοι στην Εκκλησία, αφού έχουν φθάσει στον φωτισμό και την θέωση, γι’ αυτό και η ποιμαντική των ανθρώπων πρέπει να γίνεται θεολογικά.
«Προκύπτει το θέμα, τι είναι αυτός ο Πατέρας της Εκκλησίας, γιατί λέγεται Πατέρας της Εκκλησίας και τι είναι αυτοί οι Άγιοι και όλοι αυτοί οι θεολόγοι και πώς θεολογούν; Αυτό είναι ένα θέμα που θέλει πολύ μεγάλη προσοχή».
Οι Πατέρες της Εκκλησίας έφθασαν στην βίωση του μυστηρίου της Πεντηκοστής. Η δε θεοπνευστία συνδέεται αναπόσπαστα με την Πεντηκοστή. «Διερωτάται κανείς, θεόπνευστα είναι μόνο τα συγγράμματα της Αγίας Γραφής ή και τα συγγράμματα και των θεοπνεύστων της ιστορίας;». Βεβαίως και τα συγγράμματα τών Πατέρων είναι θεόπνευστα, γιατί «η εμπειρία της Πεντηκοστής επαναλαμβάνεται και μετά την Πεντηκοστή».
Έτσι, οι Πατέρες γνώρισαν την διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος, αλλά το σπουδαίο είναι ότι οι Πατέρες γνώρισαν και τον δρόμο για να οδηγήσουν τα πνευματικά τους παιδιά στην εμπειρία και την γνώση του Τριαδικού Θεού.
«Υπάρχουν εκείνοι που γνωρίζουν και πού πάνε και πώς να φθάσουν. Είναι εκείνοι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι ήξεραν την διδασκαλία, περί της Αγίας Τριάδος, αλλά ήξεραν και την οδό».
Το θεμέλιο της πατερικής θεολογίας συνδέεται με την ουσία της εκκλησιαστικής ζωής, που συγκεκριμενοποιείται στην κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να δει κανείς και την διδασκαλία των Πατέρων για την κοινωνία και τα κοινωνικά φαινόμενα. Η διδασκαλία τους δεν πρέπει να εξετάζεται από ιδεολογικής, στοχαστικής και κοινωνιολογικής πλευράς. Για να καταλάβει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ζούσαν οι Άγιοι Πατέρες, πρέπει να δει τον τρόπο ζωής του συγχρόνου Ορθοδόξου μοναχισμού, που είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση.
«Στην πατερική θεολογία τα θεμέλια της Ορθοδόξου αντιλήψεως περί κοινωνίας, δηλαδή, εκκλησιαστικής κοινωνίας που εκφράζεται κατ’ εξοχήν σήμερα στον μοναχισμό, είναι η κάθαρση, η φώτιση και η θέωση».
Η προσευχή, και μάλιστα η νοερά προσευχή, είναι δείγμα ότι ο άνθρωπος βρίσκεται στο στάδιο του φωτισμού, αφού είχε περάσει προηγουμένως το στάδιο της καθάρσεως και τώρα οδεύει στην θεοπτία. Τότε αναδεικνύεται κανείς θεολόγος στην Εκκλησία. Ορθόδοξος θεολόγος είναι αυτός που προσεύχεται, και μάλιστα νοερά, και αξιώνεται της θείας εμπειρίας. Δεν πρόκειται για θεολογικό στοχασμό, αλλά για έκφραση της εμπειρικής ζωής.
Αυτό φαίνεται καθαρά στα συγγράμματα των Πατέρων και, μάλιστα, στην Ορθόδοξη ανθρωπολογία τους. Δεν είναι δυνατόν να αναλύει κανείς πατερικά έργα και να αγνοεί αυτήν την πραγματικότητα.
«Εάν κανείς δεν ανατρέξει στα συγγράμματα των Πατέρων να δει την ανθρωπολογία τους, να δει τα θεμέλια της πνευματικότητας τους, να δει τι είναι αυτή η κατάσταση του φωτισμού κατά τους Πατέρες και τι είναι οι επιπτώσεις τής καταστάσεως τού φωτισμού επί τής σωματικής αγωγής του ανθρώπου, με όλους αυτούς τους ηρωισμούς που εκάνανε οι καλόγεροι στις ερήμους, επάνω στις στήλες, χωρίς φαΐ και τους κρατούσε ο Θεός επάνω σε μια θεωμένη κατάσταση, δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι η Ορθόδοξη θεολογία».
«Είναι πολύ επικίνδυνο κανείς να ασχολείται με πατερικά κείμενα, εάν δεν έχει μια σαφή ιδέα περί των πλαισίων της πατερικής παραδόσεως, επίσης, εάν κανείς φαντάζεται ότι οι Πατέρες ήσαν στοχαστές. Οι Πατέρες δεν είναι στοχαστές».
Έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι μερικοί Πατέρες που ασκούνται στα Μοναστήρια και τις ερήμους είναι νηπτικοί-ησυχαστές, ενώ οι άλλοι που διακονούν στον κόσμο είναι κοινωνικοί. Όμως, «όλοι οι θεολόγοι Πατέρες της Εκκλησίας είναι ησυχαστές». Όλοι οι Χριστιανοί στην αρχαία Εκκλησία, όπως φαίνεται στις Πράξεις των Αποστόλων και τις Επιστολές των Αποστόλων, ήταν ησυχαστές. Ακόμη, ησυχαστές ήταν και οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά και οι Απόστολοι και οι Πατέρες στην ζωή της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και δεν μπορούν να χωρισθούν οι Πατέρες της Εκκλησίας σε Μεγάλους Πατέρες και σε ησυχαστές Πατέρες. «Όλοι οι Πατέρες ήταν νηπτικοί, ασκητικοί». «Η ασκητική παράδοση είναι η ουσία της Αγίας Γραφής».
Οι Πατέρες θεραπεύθηκαν οι ίδιοι, γνώρισαν τον Θεό και στην συνέχεια θεράπευαν την πνευματική ασθένεια των ανθρώπων. Η πατερική θεολογία είναι πνευματική ιατρική.
«Η πατερική θεολογία είναι γεμάτη από ιατρικές παραστάσεις. Αρκεί μόνο τα τροπάρια της Εκκλησίας να κοιτάξουμε, τις ακολουθίες, και θα δούμε πως είναι γεμάτα από αυτές τις εκφράσεις, «ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων ημών» κλπ. Τον ίδιο τον Χριστό τον παριστάνουμε σαν γιατρό, τα Μοναστήρια ως νοσοκομεία και τους Πνευματικούς Πατέρες, ως γιατρούς, όχι σαν ηθικοπατέρες».
Ο άνθρωπος μετά την πτώση ασθένησε πνευματικά, εισήλθε μέσα στην ύπαρξη του η θνητότητα και παθητότητα και οι δυνάμεις της ψυχής και του σώματος ενεργούν παρά φύση. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται θεραπεία.
«Οι Πατέρες της Εκκλησίας ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο, όπως είναι αυτήν την στιγμή σήμερα, διότι εκείνο που χρειάζεται θεραπεία είναι ο άνθρωπος».
Η πατερική θεολογία είναι ένα είδος ψυχιατρικής, αλλά όμως διαφέρει σαφέστατα από την σύγχρονη ψυχιατρική, μάλιστα δε την υπερβαίνει, διότι «έχει πράγματα τα οποία η ψυχιατρική ούτε τα φαντάζεται ότι υπάρχουν, ούτε η ψυχολογία». Έτσι, οι Πνευματικοί Πατέρες βρίσκονται μέσα στον ρου της Παραδόσεως, γνωρίζουν εκ πείρας τον Θεό και βοηθούν και άλλους ανθρώπους να μεθέξουν αυτής της εμπειρίας. Γι’ αυτό ο Πνευματικός Πατέρας ταυτίζεται με τον θεολόγο, αφού η πνευματική πατρότητα συνδέεται με την θεραπεία της νοσούσης προσωπικότητος του ανθρώπου.
«Η Ορθοδοξία, τώρα, τι είναι; Είναι ένα συγκρότημα από Πνευματικούς Πατέρες, οι οποίοι ξεύρουν ότι καθένας έχει αυτόν τον θησαυρό μέσα του, την νοερά ενέργεια. Και το έργο του Πνευματικού Πατέρα τι είναι; εκεί που στα κάρβουνα υπάρχει μια μικρή σπίθα, παίρνεις το φυσερό, το φυσάς και μετά από λίγο γίνεται μια φλόγα. Αυτό είναι το έργο του. Εκείνος που είναι φωτισμένος και, επειδή είναι φωτισμένος, ξέρει να φωτίσει τον άλλον, πιάνει τον άλλον και παίρνει την σπίθα που έχει μέσα του, και αυτήν την σπίθα την κάνει φωτιά πλέον και μέχρι θέωση μπορεί να φθάσει κανείς.
Αυτό είναι το έργο της Εκκλησίας. Αλλά, όπως έχει εξελιχθεί η Εκκλησία, αντί να είναι ένα συγκρότημα από Πνευματικούς Πατέρες, όπως ένα νοσοκομείο, που έχει ας πούμε πενήντα γιατρούς, πέρασαν δύο χιλιάδες χρόνια και βρέθηκε νοσοκομείο χωρίς γιατρούς, αλλά λέγονται γιατροί αυτοί που είναι μέσα και δεν θεραπεύουν τίποτα. Δηλαδή, κινδυνεύουμε να φθάσουμε σε αυτό το σημείο και το μόνο πράγμα που θα μάς γλυτώσει είναι η επάνοδος στους Πατέρες της Εκκλησίας».
Οι Πνευματικοί Πατέρες, ως πνευματικοί ιατροί, κάνουν κατ’ αρχάς πνευματική διάγνωση της ασθενείας. Στην συνέχεια, ο Πνευματικός Πατέρας βοηθά τα πνευματικά παιδιά να περνούν από την κάθαρση στον φωτισμό και την θέωση.
Διάγνωση είναι ότι «η καρδιά του ανθρώπου έχει αμαυρωθεί». Και θεραπεία «είναι να φύγουν οι λογισμοί από την καρδιά και να μένη ένας λογισμός, που θα είναι η αέναη μνήμη του Θεού, ώστε όταν κανείς εργάζεται, διαβάζει, γράφει, περπατάει, δουλεύει στο εργοστάσιο, πάει για ψώνια και όταν κοιμάται ακόμη, η ευχή να λειτουργεί μέσα του αυτομάτως. Οπότε, αυτή η ευχή ανεξαρτητοποιείται από την λογική φαιά ουσία, που είναι στον εγκέφαλο, και συνέχεια εργάζεται».
Ο έμπειρος Πνευματικός Πατέρας γνωρίζει την πνευματική κατάσταση του Χριστιανού που βρίσκεται στην κάθαρση και τον φωτισμό και τον καθοδηγεί καταλλήλως. Υπάρχουν δε σαφή τεκμήρια ότι ο άνθρωπος θεραπεύθηκε, όταν γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος και προσεύχεται αδιαλείπτως. Μέσα σε αυτήν την προοπτική πρέπει να γίνεται λόγος για υπακοή. Η υπακοή γίνεται στον Πνευματικό Πατέρα, που γνωρίζει από αυτήν την εσωτερική πλευρά της πνευματικής ζωής και με σκοπό να περάσει από την κάθαρση στον φωτισμό και την θέωση.
«Σήμερα έχει γίνει μια διαστροφή της εννοίας της υπακοής. Και κάποιος διδάσκει ότι οι Πατέρες λένε να κάνης υπακοή στον Πνευματικό Πατέρα. Ναι, σε ποιόν Πνευματικό Πατέρα; Αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν θα κάνης υπακοή σε οποιονδήποτε Πνευματικό Πατέρα. Διότι, αν κάνης υπακοή σε έναν Πνευματικό Πατέρα, ο οποίος ιδέα δεν έχει από κάθαρση του νοός, ασφαλώς δεν θα αποκτήσεις κεκαθαρμένο νου. Δεν θα καθαρισθεί ποτέ ο νους σου».
Η πνευματική πατρότητα εξασκείται παράλληλα και σε συνδυασμό με την Ιεροσύνη, διότι ο άνθρωπος προοδεύει πνευματικά με την ασκητική, αλλά και την μυστηριακή ζωή. Αυτό σημαίνει ότι για να γίνει κάποιος Πνευματικός Πατέρας πρέπει να είναι αναγεννημένος πνευματικά, να έχει την Χάρη του Θεού μέσα του.
«Η χειροτονία ήταν μία πράξη της Εκκλησίας, με την οποία η Εκκλησία πιστοποιούσε ότι αυτός κάνει για Πρεσβύτερος, επειδή είχε φθάσει κάπου και γι’ αυτό κάνει και για Πνευματικός Πατέρας. Αν, όμως, δεν έφθανε, δεν κάνει για Πνευματικός Πατέρας, οπότε δεν μπορεί να φθάσει σε χειροτονία Πρεσβυτέρου, χειροτονία Επισκόπου».
Βέβαια, ο κατ’ εξοχήν διδάσκαλος στην Εκκλησία και ο κατ’ εξοχήν Πνευματικός Πατέρας είναι ο Επίσκοπος.
«Ξέρουμε πολύ καλά ότι ο Επίσκοπος είναι ο κατ’ εξοχήν διδάσκαλος της Εκκλησίας και Πνευματικός Πατέρας. Αυτό είναι ο Επίσκοπος, γι’ αυτό και ο Επίσκοπος ελέγετο Πατέρας. Όταν λέγανε «Πάτερ» στην αρχαία Εκκλησία, δεν εννοούσαν τους Πρεσβυτέρους, εννοούσαν τους Επισκόπους.
Γι’ αυτό και οι Επίσκοποι της Εκκλησίας, ως Πνευματικοί Πατέρες, λέγονται Πατέρες και όταν λάμβαναν μέρος σε μία Σύνοδο και όταν γίνονται Άγιοι της Εκκλησίας, λέγονται Πατέρες. Τώρα αυτή η διάκριση μεταξύ Αγίων και Πατέρων δεν υπάρχει στους Πατέρες. Στους Πατέρες της Εκκλησίας οι Άγιοι είναι Πατέρες και Πατέρες είναι οι Άγιοι. Αλλά κατ’ εξοχήν Πατέρες είναι οι Επίσκοποι. Αυτό που σήμερα τον Επίσκοπο τον λέμε: Σεβασμιώτατε, Θεοφιλέστατε, Μακαριώτατε κλπ. Εκείνα τα χρόνια τον λέγανε Πατέρα, ήταν ο Πνευματικός Πατέρας».
Μέσα από την πνευματική αυτή θεραπεία, κατά την οποία πρέπει να θεραπευθεί ο νους του ανθρώπου, πρέπει να δούμε και την διδασκαλία των Πατέρων για τα κοινωνικά ζητήματα.
«Δεν προσευχόμαστε για να γίνει η φώτιση στην μέλλουσα ζωή. Η όλη προσπάθεια της φώτισης είναι γι’ αυτή την ζωή. Και σε αυτή την ζωή πρέπει να γίνει η αλλαγή της ανθρώπινης προσωπικότητος. Και επομένως, εφ’ όσον σε αυτή την ζωή γίνεται η προσπάθεια αλλαγής της ανθρώπινης προσωπικότητος, συνεπάγεται ότι η όλη προσπάθεια γίνεται και για την αλλαγή της κοινωνικής δομής. Δηλαδή, δεν περιορίζεται η αλλαγή μόνο για την μέλλουσα ζωή.
Γι’ αυτόν τον λόγο οι Ορθόδοξοι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν τεράστια επίδραση επί των κοινωνικών θεμάτων της εποχής τους. Γι’ αυτό και η νομοθεσία της Κωνσταντινουπόλεως που είναι η ρωμαϊκή νομοθεσία, για το είδος της, για την εποχή της, έφθασε στα ύψη. Και καμιά νομοθεσία δεν μπορεί να συγκριθεί με την νομοθεσία της Κωνσταντινουπόλεως, κυρίως στα χρόνια του Ιουστινιανού και μετά τον Ιουστινιανό».
Πηγή: “Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη”. Τόμος Α’
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ζωή του Αγιορείτη μοναχού.
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Απριλίου, 2015
Η αρχή της ημέρας βρίσκει ξύπνιους του μοναχούς, με διάθεση εσωτερικής συνοχής, έτοιμους για τον αγώνα της καθημερινότητας.
Η ζωή τους φωτίζει το σκοτάδι της νύχτας, που το ζωογονεί με τους αναστεναγμούς της προσευχής, αφήνοντας για τη μέρα καθετί που υπηρετεί την αναγκαιότητα της επιβίωσης, ακόμα και αυτή την ανάπαυση.
Είναι πολύ σοφή η επιλογή της βυζαντινής ώρας, τόσο συμβατή με την προσευχή και την ταπείνωση του μοναχού. Το πρόγραμμα είναι σταθερό και επακριβώς προσδιορισμένο από το τυπικό:
Ακολουθίες, κανόνας προσευχής στο κελί, διακονήματα, εργασίες, παραγωγή μοναστηριακών προϊόντων, αγιογραφία.
Τα καθορισμένα αυτά σημεία αναφοράς στο Άγιον Όρος, επαναλαμβανόμενα καθημερινά, διευκολύνουν τον αγιορείτη μοναχό να μη διασκορπίζεται ο νους του και τον κάνουν να είναι πολύ πιο παραγωγικός από τον άνθρωπο που διαλύεται μέσα στις αναρίθμητες «επιλογές» που προσφέρει ο πολιτισμός και οι προτεινόμενες πολλαπλές «εμπειρίες».
Δεν πρόκειται λοιπόν για μια ανούσια επανάληψη ή για μια προσπάθεια για απόλυτη συνέπεια. Η επανάληψη στην μοναχική ζωή κάνει ικανό τον άνθρωπο να πραγματοποιεί τις απλές βιολογικές καθημερινές στιγμές και έτσι να τις ανυψώνει μέσα σε μια ατμόσφαιρα δοξολογίας. Αντίθετα η αταξία και η σύγχυση που αυτή προκαλεί είναι ένδειξη φιλαυτίας.
Το εάν ο μοναχός δουλέψει στον κήπο, στην τράπεζα ή στην βιβλιοθήκη δεν έχει τόση σημασία. Αν γράψει, κτίσει, αγιογραφήσει ή ψάλλει, ή δεν κάνει τίποτε εξωτερικά – σε περίπτωση αδυναμίας – δεν έχει σημασία. Μέσα από όλα αυτά, όσα κάνει και όσα δεν κάνει, ένα ώριμος μοναχός ακτινοβολεί! Μεταγγίζει τη χάρη και την ηρεμία και τη δοξολογία προς τον Θεό, που πλημμυρίζει την καρδιά του.
Οι μοναχοί έχουν τη δική τους αντίληψη του χρόνου. Προγραμματίζουν τις ημέρες, τα χρόνια, τη ζωή τους. Και εμπιστεύονται ένα μέτρο χρόνου που αποδείχτηκε στη διάρκεια εκατονταετιών, η καλύτερα χιλιετιών, ουσιώδες και σωτήριο. Κάθε ώρα έχει τη δική της ποιότητα. Υπάρχει έτσι η εναλλαγή προσευχής και εργασίας. Υπάρχει ο ίδιος πάντοτε ρυθμός σιωπής και ακολουθιών, νηστείας και εορτών, ήχων και οσμών. Ανατολή και δύση του ηλίου. Μεσημέρι και μεσάνυχτα, φως και σκοτάδι.
Για τους μοναχούς αποτελούν ιερές ώρες και ιερά σημεία – ξεχωριστές αλλά και δεμένες στο καθημερινό κύκλο προσευχής και λατρείας – οι στιγμές που παράγουν τα προϊόντα του Αγίου Όρους. Είτε πρόκειται για την παραγωγή της βυζαντινής τέχνης της αγιογραφίας, είτε για την συγγραφή βιβλίων σχετικών με την ορθοδοξία, είτε εργασίες για την απλή μοναστηριακή διατροφή, είτε για άλλα εργόχειρα. Στη διαφορετικότητα αυτής της πνευματικής και μυστηριακής δραματουργίας κρύβεται η ουσία και η ζωντάνια της ύπαρξης των μοναχών. Και στη γνώση της πορείας η σιγουριά τους.
Ο μοναχός δεν στρέφει το μάτι του συνεχώς στην ώρα και το χρόνο της ημέρας που περνάει, αν και είναι ο κατ’ εξοχήν τύπος ανθρώπου που προσδοκά το μέλλον. Αλλά αυτό το κάτι που μας κάνει να καταλαβαίνουμε καλύτερα το πώς βιώνουν οι μοναχοί την ημέρα τους, δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από την έλευση της Βασιλείας του Θεού.
Ο χρόνος για τον μοναχό επομένως έχει σημασία σαν μια ευκαιρία να κάνει ο άνθρωπος την αρχή μιας καινούργιας προσωπικής πνευματικής πορείας. Να εντάξει την προσωπική του ιστορία στην αιωνιότητα. Αυτό ισχύει για όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς.
Πηγή: artionrate.com
Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Γέροντας Παΐσιος: Εύκολα μην πιστεύετε σε ό,τι ακούτε.
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Απριλίου, 2015
Εύκολα μην πιστεύετε σε ό, τι ακούτε, για τι είναι και μερικοί που τα λένε όπως εκείνοι τα καταλαβαίνουν.
Πήγε μια φορά ένας στον Χατζηαφεντή και του λέει: «Να έχω την ευχή σου, Χατζηεφεντή, εκατό φίδια μαζεύτηκαν εκεί επάνω». «Εκατό φίδια; Πού βρέθηκαν;», απόρησε ο Άγιος Αρσένιος. «Ε, αν δεν ήταν εκατό, πενήντα θα ήταν σίγουρα». «Πενήντα φίδια!». «Είκοσι πέντε πάντως θα ήταν»!
«Είκοσι πέντε φίδια άκουσες να μαζεύτηκαν ποτέ;», του λέει πάλι ο Άγιος.
Μετά του λέει ότι ήταν δέκα οπωσδήποτε. «Καλά, του λέει ο Άγιος, συνέδριο είχαν και μαζεύτηκαν δέκα φίδια; Πάψε. Δεν είναι δυνατόν!». «Πέντε θα ήταν», λέει τότε εκείνος. «Πέντε;». «Ε, δύο θα ήταν». Ύστερα τον ρωτάει ο Άγιος Αρσένιος: «Τα είδες;».
«Όχι, λέει, τα άκουσα να κάνουν μέσα στα κλαδιά “σσσς…”». Μπορεί δηλαδή να ήταν και καμιά σαύρα!… Εγώ από όσα ακούω ποτέ δεν βγάζω συμπεράσματα, χωρίς να εξετάσω. Άλλος μπορεί να λέει κάτι, για να κατηγορήσει, άλλος να το λέει απλά και άλλος σκόπιμα.
Τι σκανδαλοποιοί είναι μερικοί! Ήταν δύο φίλοι στην Κόνιτσα πολύ αγαπημένοι. Τις γιορτές και τις Κυριακές δεν γύριζαν μέσα στην πόλη. Έρχονταν στο μοναστήρι, στο Στόμιο. Έψελναν κιόλας. Ύστερα ανέβαιναν στο βουνό, στην Γκαμήλα. Μια μέρα ένας διεστραμμένος τύπος τους έβαλε σκάνδαλα.
Πάει στον ένα και του λέει: «Ξέρεις τι είπε για σένα αυτός; Αυτό και αυτό». Αμέσως έγιναν και οι δύο θηρία και πιάνουν έναν καυγά μέσα στο μοναστήρι! Εν τω μεταξύ εκείνος που έβαλε το φυτίλι έφυγε, και αυτοί δώστου να μαλώνουν. Ο μικρότερος ήταν και λίγο νευρικός και έβριζε τον μεγαλύτερο.
«Τώρα, λέω, τι να κάνω; Βρε τον πειρασμό, τι κάνει!». Πάω και λέω στον μεγάλο: «Kοίταξε, μικρός είναι. Αφού είναι και λίγο νευρικός, μην τον παρεξηγείς. Ζήτησέ του συγγνώμη». «Πάτερ, τι συγγνώμη να ζητήσω, μου λέει, δεν βλέπεις πώς με βρίζει; Εγώ ούτε καν έχω ιδέα από αυτά που λέει». Πάω και στον μικρό και του λέω: «Κοίταξε, μεγάλος είναι. Δεν είναι έτσι που τα βλέπεις τα πράγματα.
Πήγαινε, ζήτησε του συγγνώμη». Αρπάχθηκε εκείνος. Έβαλε τις φωνές: «Θα μαλώσουμε και μαζί, Πάτερ!». «Ε, να μαλώσουμε, ρε Παντελή! Άφησέ με όμως να ετοιμασθώ λίγο…», του είπα και έφυγα. Έξω από το μοναστήρι είχα κάτι ξύλα μακριά, για να φράξω τον κήπο.
Πάω, παίρνω από τετρακόσια μέτρα μακριά ένα ξύλο κοντά στα πέντε μέτρα και το σβάρνιζα σιγά-σιγά, για να τον κάνω να γελάσει. Εκείνος άκουγε που το σβάρνιζα, αλλά πού να φαντασθεί τι το ήθελα! Μπήκα μέσα στην αυλή, σβαρνίζοντας το ξύλο, μέχρι που έφθασα κάτω από τον νάρθηκα. «Σταμάτα, ρε Παντελή, να μαλώσουμε!», του λέω. Έσκασαν στα γέλια και οι δύο, μόλις κατάλαβαν τι το ήθελα το ξύλο! Αυτό ήταν. Έσπασε ο πάγος. Έσκασε ο διάβολος. «Είστε στα καλά σας; τους λέω. Τι είναι αυτά;». Και αγαπήθηκαν πάλι.
-Η διαβολή την ίδια μέρα έγινε;
-Ναι, και βρίζονταν άσχημα! Βλέπεις ο διάβολος τι κάνει; Ο άλλος ίσως τους ζήλευε που ήταν τόσο αγαπημένοι σαν αδέλφια, διέβαλε τον έναν στον άλλον και έφυγε. Η διαβολή είναι πολύ κακό. Για αυτό και ο πειρασμός λέγεται διάβολος. Διαβάλλει. Άλλα λέει στον έναν, άλλα στον άλλον και δημιουργεί σκάνδαλα. Και είδες, τα πίστεψαν οι καημένοι και πιάστηκαν!
-Επίτηδες τα είπε εκείνος;
Ναι, για να τους χωρίσει από… αγπη, ήγουν από φθόνο…
Από το βιβλίο «Πνευματική Αφύπνιση» Γέροντος Παΐσιου Αγιορείτου Λόγοι Β’
Πηγή: Εκδόσεις Χρυσοπηγή
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Λὀγος εἰς τήν Ἀνάστασιν – Μεγάλου Αθανασίου
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Απριλίου, 2015
Μεγάλου Αθανασίου
Λόγος εις την Ανάστασιν του σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και εις τους νεοφωτίστους
(Απόδοση στη Νεοελληνική: π. Χερουβείμ Βελέτζας)
Τώρα αγγέλων χοροί, τώρα αγγέλων σκιρτήματα, στεφανοφορεμένοι και επιτελούντες την πνευματική πανήγυρη, έχουν ανείπωτη, όπως πρέπει, ηδονή. Ακούς «ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών» και θαυμάζεις. Βλέπε τους συγγενείς σου που μέσα σε μια ώρα πέθαναν για την αμαρτία και έζησαν εν Χριστώ, και πολύ περισσότερο λάβε την σωτηρία μένοντας έκπληκτος από την δύναμη 1· διότι εκείνος (ανέστη) τριήμερος, αυτοί δε διά τριπλής επικλήσεως.
Ανέλαβε ο κεραμεύς τον πηλό που έπεσε, δεν άφησε το σπασμένο αγγείο να απορριφθεί εντελώς, δεν το περιφρόνησε επειδή έσπασε μία φορά· γιατί βέβαια έσπασε, όμως δεν είχε ακόμη παραδοθεί στην φωτιά· το έκανε άλλο αγγείο, κατασκευάζοντας σκεύος εύχρηστο για τον εαυτό του.
Όλους αυτούς αιχμαλώτισε ο διάβολος, όλους αυτούς ελευθέρωσε ο Χριστός, όλους αυτούς πρόδωσε η προπέτεια της Εύας, όλους αυτούς έδειξε ελεύθερους ο υιός της Μαρίας. Δεν αγγίξαμε μαζί με τον Αδάμ το δένδρο, κι όμως αμαρτήσαμε μαζί του. Δεν σταυρωθήκαμε μαζί με τον Χριστό, κι όμως αναστηθήκαμε μαζί του. Εκεί ζώντες μαζί πεθάναμε, εδώ αφού ταφήκαμε μαζί αναστηθήκαμε. Παρόλο που δεν διαπράξαμε αμαρτία, τότε αμαρτήσαμε· παρόλο που δεν πράξαμε κάτι καλό, τώρα δικαιωθήκαμε.
Ώ, ζωή που παραδίδεσαι στον θάνατο, ώ θάνατε που γεννάς ζωή, ώ χαρά για το πάθος, ώ λύπη περιχαρής! Ας χειροκροτήσουμε, ας ανυψώσουμε την φωνή σε βοή δυνατότερη από σάλπιγγα, αναπέμποντας μέλος ευχαριστήριο. Ας γίνουμε περιχαρείς τώρα για το πτώμα του διαβόλου, ανυμνώντας τον βασιλέα μας για την νίκη του.
Έσπασε το κεντρί της αμαρτίας, πατήθηκε η βούληση του διαβόλου, θεραπεύτηκε το πταίσμα της Εύας, διαλύθηκαν των δαιμόνων τα στίφη, λύθηκε της παρακοής η απόφαση, έχουν πεταχτεί οι αμπάρες του παραδείσου, η φλογίνη ρομφαία μετετράπη σε σωτηρία του Σταυρού, υμνείται το βραβείο της Αναστάσεως, πανηγυρίζεται το αναθάρρημα των εθνών, αρπάζεται η μη βλεπομένη Βασιλεία των Ουρανών, έχει εκχυθεί η δωρεά του Αγίου Πνεύματος, κηρύττεται η χάρις του Πατρός, του Υιού ανυμνείται το πάθος.
Ώ, άριστη μεταβολή, εκείνων που για τα πταίσματά τους στρατολόγησαν τους εαυτούς τους στον Χριστό· πρώτα μεν ήταν δέσμιοι στην αμαρτία, στείροι ως προς την δικαιοσύνη, φρονούντες και λέγοντες αυτά που τούς υπαγόρευε ο διάβολος· τώρα δε αφού εναρμονίστηκαν σαν σε πολύχορδη κιθάρα, αναπέμπουν συμφωνικό μέλος.
Ώ του θαύματος! Χωρίς να νεκρωθούν πέθαναν, δίχως να ταφούν αναστήθηκαν. Παρέμειναν οι ίδιοι και εναπόθεσαν ο καθένας κατά το μέτρο του αυτό το οποίο ήταν ως προς την ηλικία. Και εισήλθαν (στο βαπτιστήριο) και εξήλθαν και τώρα βρέφη νοερά νοούνται. Δεν άλλαξαν ως προς την φύση κι όμως υιοί Θεού αναδείχθηκαν. Από τίποτα δεν απογυμνώθηκαν κι όμως την φθορά απεκδύθηκαν.
Δεσπότη δεν έβλεπαν και ήταν δούλοι. Χρήματα δεν έδωσαν και αποκόμισαν ελευθερία. Τίποτα δεν βαστούν και περιφέρουν ουράνιο θησαυρό. Τίποτα δεν δέχτηκαν ως προς την εμφάνιση και πλούτησαν με πνευματικά χαρίσματα. Δεν επιδόθηκαν σε κόπους και αποδείχθηκαν νικητές. Σπαθί δεν γνωρίζουν και τον εχθρό κατατρόπωσαν.
Κανένα δεν γνώρισαν και κατέχουν την σφραγίδα της υιοθεσίας. Δεν αισθάνθηκαν πόνο και με τον θείο λόγο περιτμήθηκαν στην καρδιά. Με τα λόγια συμφώνησαν και έγιναν κοινωνοί των πραγμάτων. Την πρόθεση έδωσαν και δεν διαψεύστηκαν από την Αλήθεια. Δεν συνεργούν πλέον με τον δράκοντα συναθροιζόμενοι κάτω στα γήινα· αλλά αφού έλαβαν πτέρυγες ωσεί περιστεράς πορεύονται στους αιθέρες, καθιστάμενοι ανάλαφροι με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.
Εισήλθαν βαστάζοντας πολλά κακά στους γυμνούς τους ώμους και εξήλθαν αφού έλαβαν άφεση για όλα με άγραφες δωρεές. Αυτό το νερό έγινε γι αυτούς και τάφος και μητέρα· γιατί και τους θανάτωσε ως προς την αμαρτία και τους αναγέννησε ως προς την δικαιοσύνη.
Εσένα θέλω να πληροφορήσω, νεοφώτιστε. Δεν ομολογούσες προηγουμένως την δουλεία, ούτε την νίκησες· μη καυχάσαι τώρα για την ελευθερία. Ήσουν γεμάτος από κακά, τώρα γέμισες από αγαθά. Ο ίδιος τόπος σε έκανε δούλο και ελεύθερο· δούλο μεν του Θεού, ελεύθερο δε από την αμαρτία. Ώ, πόσες ακτίνες «ο ήλιος της δικαιοσύνης» προέπεμψε; Ώ, πόσα παιδιά ο επουράνιος νυμφίος αφού συνεπλάκη με την αγνή αυτή νύμφη 2 απέκτησε;
Τους οποίους, αφού αναγέννησε όχι με ηδονή, ούτε με σπέρμα, ούτε με πάθος αλλά «εξ ύδατος και πνεύματος», και παρόλο που είναι πολλοί ο καθένας με το δικό του σώμα, τούς συναρμόζει όλους σε ένα φρόνημα ώστε, όπως ακριβώς αυτός και ο Πατήρ είναι ένα κατά την φύση, έτσι και αυτοί να είναι ένα με αυτόν κατά την γνώμη.
Για όλα ετούτα τι πρέπει να κάνουμε; Να χορεύουμε μαζί με τον μακάριο Δαβίδ· γιατί και ζει και παρόλο που σιωπά ψάλλει, και επειδή από το σπέρμα του ως προς την σάρκα ανέτειλε για εμάς ο ελευθερωτής. Βλέπε σήμερα να συγχορεύει· γιατί λέει «Άσατε τω Κυρίω άσμα καινόν ότι θαυμαστά εποίησεν».
Διότι έχει πάψει η τελετή του διαβόλου και τα μεν μαντικά ύδατα δεν ενεργούν, η δε χάρις του βαπτίσματος ελευθερώνει. Αυτά είναι εκείνα που δώρησε ο Χριστός στην Εκκλησία. Για αυτά έγινε άνθρωπος ενώ παρέμεινε Θεός χωρίς να βλάψει τον εαυτό του, για να μάς ελευθερώσει. Για αυτά έγινε άνθρωπος ώστε αφού κρύψει τον εχθρό, να ελευθερώσει τον αιχμάλωτο.
Αυτά μεν που κέρδισαν οι νεοφώτιστοι τα αναφέραμε, αγαπητοί· πάλι δε, εκείνους που τρέφονται με γάλα, πρέπει να τους οδηγήσουμε στην τράπεζα· γιατί είναι καιρός όλα τα πράγματα να ανάγονται προς τα αναγκαιότερα. Ζήλεψε αυτούς, κατηχούμενε, και μη αγαπήσεις την δουλεία, ούτε να παραμείνεις στα δεσμά της αμαρτίας, ούτε να καθυστερήσεις στην αιχμαλωσία. Κατέβα λοιπόν από τους ώμους της μητέρας σου και πρόσελθε στην στερεά τροφή.
Σε καλεί ο Θεός, άκουσέ τον. Άρα δεν σού αρκεί η λύπη, σε λίγο που θα τελέσουμε την μυσταγωγία της σωτήριας οικονομίας, που θα σε βγάλουμε έξω ως ξένο; προσκυνείς τον Χριστό και δεν γνωρίζεις τα του Χριστού. Πλουτίζεις με τα (διδάγματα) του Χριστού και δεν κατανοείς τον θησαυρό. Βρίσκεται τροφή ενώπιόν σου και πεινάς.
Μακάρι και σείς να προσέλθεταε μαζί μας, ώστε αφού γίνει λαμπρή όλη η Εκκλησία, να γεμίσει όλη με αστέρια. Να γίνει ουρανός αντί γης, διασκορπίζουσα την ομίχλη του διαβόλου. Και για όλα δε αυτά ας ευχαριστήσουμε τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιον Πνεύμα, στους απέραντους αιώνες. Αμήν.
—————————-
1. Αναφέρεται στο Μυστήριο του Βαπτίσματος, το οποίο τελούνταν το Πάσχα, την Πεντηκοστή και τα Θεοφάνια· εξ ου και το «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», αντί του Τρισαγίου.
2. Εννοεί την Εκκλησία, της οποίας νυμφίος είναι ο Χριστός.
http://xerouveim.blogspot.gr/2015/04/blog-post_11.html#more
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΜΕΘ’ ΗΜΕΡΑΣ ΟΚΤΩ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Απριλίου, 2015
Η Ανάσταση του Χριστού μας δίνει την δυνατότητα να ξαναδούμε, εκτός των άλλων, και το νόημα του χρόνου στη ζωή μας. Ο χρόνος αποτελεί φίλο και εχθρό για τον άνθρωπο. Από την μία ο καθένας μας μεγαλώνει μέσα στον χρόνο, αναπτύσσεται, δημιουργεί, γεννά, μπορεί να βρει νόημα και ευτυχία και από την άλλη ο χρόνος αποτελεί τον φορέα της φθοράς στον άνθρωπο και λόγω του βάρους της φύσης και λόγω της αμαρτίας. Καθώς περνά, αφήνει σημάδια αγιάτρευτα. Καθιστά τον άνθρωπο «μέγα τραύμα» (Δοξαστικό των Στιχηρών του Εσπερινού της Κυριακής του Θωμά). Η Ανάσταση του Χριστού όμως μάς κάνει να δούμε τον χρόνο διαφορετικά. Ο χρόνος πλέον δεν είναι εχθρός, αλλά ευλογία για τον άνθρωπο. Από την μία ο άνθρωπος μπορεί μέσα σ’ αυτόν να ζήσει κατά Χριστόν, να αγαπήσει, να αξιοποιήσει τα χαρίσματά του, να βρει διά της πίστης χαρά και ελπίδα και από την άλλη, ακόμη και η φθορά δεν αποτελεί σημείο απελπισίας για μας, αλλά καταργείται διά της Ανάστασης. Το σώμα μας μπορεί να συνεχίζει να φέρει τα σημεία του θανάτου, της γήρανσης, της αμαρτίας, όμως ο θάνατος δεν είναι ο τελικός νικητής. Γίνεται πέρασμα στην αιωνιότητα.
Ο Αναστημένος Χριστός, άλλωστε, στο σώμα Του βιώνει τις δύο καταστάσεις, δίχα αμαρτίας. Από την μία τα σημάδια του θανάτου παραμένουν ορατά, ο τύπος των ήλων και η λογχισμένη πλευρά. Από την άλλη το σώμα του Χριστού έχει νικήσει τον θάνατο, αλλά και τα αδιάβλητα πάθη αυτής της ζωής, την πείνα, την δίψα, τον κάματο, ακόμη και τις διαστάσεις του χρόνου και του χώρου. Είναι αδέσμευτο από το κακό. Και την ίδια στιγμή ο Αναστημένος Χριστός φέρει στην ύπαρξη Του σύμπασα την ανθρώπινη φύση. Αυτός έγινε ο πρωτότοκος των νεκρών και μας δώρισε την υπέρβαση της νέκρωσης. Όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν, όποιος Τον κοινωνεί στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, όποιος ακούει τον λόγο Του και βιώνει την αγάπη που μας έφερε ως πορεία αιώνιας ζωής, νικά και εκείνος τον θάνατο και τη φθορά του, ακόμη κι αν τον γευτεί όπως ο Χριστός.
Ένα επιπλέον σημείο αυτής της νέας πραγματικότητας είναι ο λόγος του Ευαγγελιστή Ιωάννη: «μεθ’ ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι μαθηταί αυτού και Θωμάς μετ’ αυτών. Έρχεται ο Ιησούς, των θυρών κεκλεισμένων, και έστη εις το μέσον» (Ιωάν.20, 26-27). Οκτώ ημέρες ο Χριστός δεν εμφανιζόταν στους μαθητές Του. Οκτώ ημέρες μόνο η πίστη σ’ Αυτόν ως Αναστημένο ήταν η μόνη παρηγορία των μαθητών. Αφήνει ο Χριστός τον χρόνο να περάσει, όχι μόνο γιατί θέλει να προετοιμάσει τους μαθητές Του για την Ανάληψή Του, αλλά και γιατί πλέον ο Κύριος δεν θα είναι ορατός στους ανθρώπους διά των υλικών αισθήσεών τους. Θα προσφέρει την κοινωνία μαζί τους δια των πνευματικών αισθήσεων, διά της πίστης και διά της μετοχής στο Σώμα και το Αίμα Του, στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Δεν θα είναι αυτονόητη η κοινωνία πλέον μαζί Του ως συνήθεια, ως πατρική φροντίδα. Ο Χριστός δίνει χρόνο στους μαθητές Του για να απογαλακτισθούν ως προς την ορατή παρουσία Του, αλλά και να αγωνιστούν να Τον βιώνουν διά της πίστης. Θα είναι πάντοτε μαζί τους και κατ’ επέκτασιν μαζί μας, όχι όμως με την αυτονόητη μέχρι τότε σωματική παρουσία. Χρειάζεται πλέον ο κόπος, για να γίνει ο χρόνος δημιουργικός δι’ Αυτού. Χρειάζεται πλέον η πίστη για να αιχμαλωτισθεί η χαρά. Χρειάζεται πλέον η αποστολή της κήρυξης του Ευαγγελίου για να εκπληρώνουν το θέλημά Του και να Τον αισθάνονται παρόντα. Χρειάζεται η ανάμνηση της παρουσίας Του διά της μετοχής στο Σώμα και το Αίμα Του.
Αυτό το «μεθ’ ημέρας οκτώ» δίδεται και στον καθέναν μας μέσα στο αναστάσιμο κλίμα ως ευκαιρία για να κατανοήσουμε ποιος αληθινά είναι ο Χριστός για μας. Μας δόθηκε η χαρά της Ανάστασης. Καλούμαστε όμως να μην την χάσουμε, αλλά να την αιχμαλωτίσουμε στην καρδιά μας, πιστεύοντας σ’ αυτήν. Μας δόθηκε η δυνατότητα να ξεκινήσουμε μία καινούργια ζωή. Καλούμαστε όμως να εργαστούμε πάνω στο Ευαγγέλιο και να προσφέρουμε στους συνανθρώπους μας το μήνυμά της. Μας δόθηκε η πίστη στον Αναστημένο ως νόημα και ελπίδα. Καλούμαστε όμως να μην νικηθούμε από την φθορά που η αμαρτία και ο χρόνος επιφέρουν, αλλά να κρατήσουμε την φρεσκάδα του να ξέρεις τι πιστεύεις και σε Ποιον και αυτό να νοηματοδοτεί συνεχώς τη ζωή σου. Και όλα αυτά με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, το οποίο προσέφερε ο Χριστός στους μαθητές Του και σε όλους τους χριστιανούς. Με την δύναμη της ειρηνεμένης καρδιάς που η Ανάσταση φέρει και η ζωή της Εκκλησίας κατοχυρώνει.
Ο απόστολος Θωμάς έλειπε την ημέρα της Αναστάσεως. Την αμφισβήτησε. Του δόθηκαν οι οκτώ ημέρες, μέσα στις οποίες τελικά βρήκε τον δρόμο και πίστεψε, αφού με λαχτάρα περίμενε την συνάντηση, ακόμη κι αν έπρεπε να ψηλαφήσει τον Κύριο ή, έστω, να Τον δει. Έδωσε όμως νέο νόημα στο δικό του χρόνο. Και γίνεται το πρότυπο και για μας, για να μπορέσουμε τελικά να κρατήσουμε την Ανάσταση δική μας στην καρδιά και την ζωή μας. Γιατί μόνο τότε μπορεί να έχει αληθινό νόημα σωτηρίας για τον καθέναν μας και τον κόσμο.
Κέρκυρα, 19 Απριλίου 2015
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Κυριακή του Θωμά (Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Απριλίου, 2015
Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς προσφέρει μιὰ μεγαλειώδη ἀπόδειξη τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Μιὰ ἀπόδειξη πού πιστοποιεῖται μὲ τὴν πίστη τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ, ἀλλά καὶ μὲ τὴν πίστη χιλιάδων ἄλλων χριστιανῶν ἀπὸ τὴν ἀρχή τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας ἴσαμε σήμερα.
«Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν ᾿Ιουδαίων, ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. (Ἰωάν. κ’19).
Ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας εἶναι ἡ ἑπόμενη τοῦ Σαββάτου. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὸ κατὰ Μάρκον εὐαγγέλιο, ὅπου ἀναφέρεται:
«Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου… λίαν πρωΐ τῆς μίας σαββάτων» (Μάρκ. ιστ’ 1-2). Ἡ ἡμέρα αὐτὴ εἶναι ἡ Κυριακή, τότε πού ἀναστήθηκε ὁ Κύριος νωρὶς τὸ πρωί. Ἀργά τὸ βράδυ τῆς ἴδιας ἡμέρας λοιπόν, οἱ μαθητὲς εἶχαν μαζευτεῖ σ’ ἕνα σπίτι στὰ Ἱεροσόλυμα ὅλοι μαζί, ἐκτός ἀπὸ τὸν Θωμά.
Ὅλα εἶχαν γίνει σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία: «πατάξω τὸν ποιμένα καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα» (Μάρκ. ιδ’ 27). Οἱ ἀπόστολοι ὅμως δὲν ἦταν ἄλογα ζῶα, γιὰ νὰ διασκορπιστοῦν στοὺς πέντε ἀνέμους.
Συγκεντρώθηκαν ὅλοι μαζὶ σ’ ἕνα σπίτι γιὰ νὰ περιμένουν τὶς ἐξελίξεις καὶ νὰ στηρίξουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἐπειδὴ φοβοῦνταν τοὺς Ἰουδαίους εἶχαν κλειδώσει τὴν πόρτα. Ἀναμφίβολα ὅλοι τους εἶχαν ζωντανὴ στὴ μνήμη τὴν προφητεία τοῦ Διδασκάλου τους, ὅταν τοὺς προειδοποιοῦσε πώς θὰ τοὺς παραδώσουν σὲ συνέδρια καὶ θὰ τοὺς μαστιγώσουν στὶς συναγωγὲς (βλ. Ματθ. ι 17). Δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ξεχάσουν τὰ φοβερὰ λόγια Του: «ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῶ» (Ἰωάν. ιστ’ 2).
Ὁ φόβος τῶν ἀποστόλων αὐτὲς τὶς μέρες, ὅταν μπροστὰ στὰ μάτια τους συντελέστηκαν τόσα παράλογα ἐγκλήματα ἐναντίον τοῦ Διδασκάλου τους, ἦταν κάτι περισσότερο ἀπὸ κατανοητός. Ἀδύναμοι ἄνθρωποι ἦταν. Τί ἄλλο θὰ περίμεναν ἀπό τούς αἱμοδιψεῖς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων, ἀφοῦ γνώριζαν ἤδη πόσο ἀδίστακτοι ἦταν στὴ δίκη τοῦ ἀναμάρτητου καὶ παντοδύναμου Χριστοῦ, τοῦ θαυματουργοῦ; Ὁ Χριστὸς ὅμως, ἀκόμα καὶ μέσα στὸν τάφο τοὺς εἶχε στὸ νοῦ Του, γιὰ νὰ μὴ πάθουν κανένα κακό. Θὰ τοὺς ἐνίσχυε νὰ μὴν προδώσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ νὰ μὴ σκορπιστοῦν στὶς τέσσερις γωνιὲς τῆς γῆς προτοῦ τὸν δοῦν ζωντανὸ καὶ δοξασμένο.
Καὶ νὰ πού τώρα, τὸ τέταρτο βράδυ ἀπὸ τότε πού οἱ μαθητὲς χωρίστηκαν ἀπὸ τὸν Κύριό τους – ἀπὸ τότε πού τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν σὲ δίκη – καὶ τὴν πρώτη μέρα μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μπροστά τους ζωντανὸς καὶ δοξασμένος. Ἦρθε κοντά τους καὶ κάθησε στὴ μέση, ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν κλειδωμένες. Ὅπως ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἦταν πολὺ προσεχτικὰ ὑπολογισμένα γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸν ἄνθρωπο, ἒτσι γινόταν καὶ τώρα. Ὁ Εὐαγγελιστὴς δὲν ἀφήνει κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας ὅτι ὁ Κύριος μπῆκε στὸ κλειδωμένο σπίτι θαυματουργικά. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μπροστά τους μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, πρῶτα γιὰ νὰ μὴ τοὺς τρομάξει χτυπώντας τὴν πόρτα. Εἶχαν τρομοκρατηθεῖ ἀρκετὰ ἀπό τούς Ἰουδαίους κι ὁ Κύριος δὲν ἤθελε νὰ τοὺς τρομάξει περισσότερο, οὔτε γιὰ μιὰ στιγμή. Κι ἕνας δεύτερος λόγος, πού εἶναι καὶ πιὸ σπουδαῖος, ἦταν γιὰ νὰ τοὺς δείξει πώς εἶχε ἀνακτήσει τὴν παντοδυναμία Του, ἀφοῦ φαινομενικὰ ἦταν ἀβοήθητος καὶ νικημένος τὶς τελευταῖες τρεῖς μέρες. Κι αὐτὸ τὸ διατύπωσε πολὺ γρήγορα μετά: «Ἐδόθη μοι πάσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη’ 18).
Χωρὶς τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα, πῶς θὰ μποροῦσε ν’ ἀποκαταστήσει τὴν κλονισμένη πίστη τῶν μαθητῶν Του ὁ Χριστός; Πῶς ὁ κατακτημένος θὰ ‘δειχνε πώς εἶναι Νικητής; Πῶς θὰ μποροῦσε ὁ περιφρονημένος, ὁ ἐμπαιγμένος, ὁ βασανισμένος, ὁ σταυρωμένος καὶ θαμμένος, νὰ δείξει μὲ ἄλλον τρόπο πώς εἶναι δοξασμένος; Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ πείσει μὲ ἄλλον τρόπο τοὺς φίλους Του πώς τὸ πάθος κι ὁ θάνατος δὲν εἶχαν ἀφαιρέσει τίποτα ἀπὸ τὴ δύναμή Του, ἀλλ’ ἀντίθετα, ὡς ἄνθρωπος εἶχε πολὺ μεγαλύτερη δύναμη; Καὶ κάτι τελευταῖο: ποιὸ πλάσμα θὰ μποροῦσε ν’ ἀντισταθεῖ στὸ θέλημα τοῦ Πανάγιου καὶ Πάναγνου Θεοῦ;
Ἡ φύση ὁλόκληρη ὑποτάσσεται στὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἁγνότητα. Ὅταν ὁ Χριστὸς ἦταν ἀκόμα ντυμένος μὲ θνητὸ σῶμα, ἡ θέλησή Του μποροῦσε νὰ ὑποτάξει τὴ θάλασσα καὶ τοὺς ἀνέμους. Πῶς θὰ μποροῦσαν λοιπὸν ἡ ξύλινη πόρτα καὶ οἱ πέτρινοι τοῖχοι νὰ τοῦ ἀντισταθοῦν, τώρα πού εἶχε δοξασμένο σῶμα; Ὅταν τὸ ἐπιθυμεῖ -κι αὐτὸ τὸ κάνει ὅταν πρέπει, ὅπως σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση- ἡ κτίση ὁλόκληρη εἶναι σὰ νὰ μὴν ὑπάρχει. Τὸ διάστημα κι ὁ χρόνος, ἡ πυκνότητα ἢ ἡ ρευστότητα κάποιου πράγματος, τὸ ὕψος ἤ τὸ βάθος, ὅλα γίνονται ἀδύναμα, ἀνοιχτά, ὑποταγμένα καὶ ἀνίκανα νὰ προβάλουν ὁποιαδήποτε ἀντίσταση.
Εἰρήνη ὑμῖν! Ὁ Νικητὴς τοῦ θανάτου χαιρετᾶ τὸ μικρὸ στρατό Του μὲ τὰ λόγια αὐτά. «Κύριος εὐλογήσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ» (Ψάλμ. κὴ’ 10). Ἀπὸ τὸ βάθος τῶν αἰώνων ὁ προφήτης Δαβὶβ προεῖδε τὴ χαρμόσυνη αὐτὴ στιγμή.
Εἰρήνη ὑμῖν! Αὐτὸς ἦταν ἕνας συνηθισμένος χαιρετισμὸς στὴν Ἀνατολή. Στὰ χείλη τοῦ Χριστοῦ τώρα ὅμως ἀποκτοῦσε ἕνα ἰδιαίτερο περιεχόμενο κι ἕνα εἰδικὸ νόημα. Νωρίτερα, τὴν ὥρα πού ἀποχωριζόταν τοὺς μαθητές Του, ὁ Κύριος εἶχε πεῖ: «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία» (Ἰωάν. ιδ’ 27). Ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ αἷμα Του μέσα στὸ ἄδειο δοχεῖο τοῦ κόσμου. Στὸν κοινὸ καὶ συνηθισμένο χαιρετισμὸ ἔδωσε οὐράνια γλυκύτητα. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι χάνουν τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη τους κι οἱ ἐπίγειες μέριμνες τοὺς γονατὶζουν, λένε εἰρήνη ὑμῖν, ἀλλὰ προσφέρουν κάτι πού οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουν. Ὁ χαιρετισμὸς αὐτὸς οὔτε τὴ δική τους εἰρήνη μπορεῖ ν’ αὐξήσει οὔτε τὴν εἰρήνη ἐκείνων στοὺς ὁποίους ἀπευθύνονται. Τὸ λένε αὐτὸ ἀπὸ συνήθεια, ἀπὸ εὐγένεια, ἀπερίσκεπτα, χωρὶς νόημα. Τὸ ἴδιο πράγμα λένε ὅταν μαζεύονται γιὰ νὰ διασκεδάσουν ἢ νὰ μηνὺσουν καὶ ν’ ἀπατήσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.
Ὁ χαιρετισμὸς τοῦ Χριστοῦ ὅμως εἶναι διαφορετικός. Ἐκεῖνος δίνει αὐτὸ πού πραγματικὰ ἔχει. Ἡ δικὴ Του εἰρήνη εἶναι ἡ εἰρήνη τοῦ Νικητῆ, πού ἡ νίκη Του εἶναι πλήρης, ὁλοκληρωτική. Ἡ εἰρήνη Του ἑπομένως εἶναι χαρά, θάρρος, ὑγεία, εἰρήνη καὶ δύναμη. Δὲν δίνει τὴν εἰρήνη Του ὅπως κάνει ὁ κόσμος. Δὲν τὴ δίνει ἁπλὰ μὲ τὰ χείλη Του, ἀλλά μὲ τὴν ἴδια τὴν ψυχή Του, μὲ ὅλη Του τὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ, ὅπως ἡ ἀγάπη δίνεται στὴν ἀγάπη. Χαρίζοντάς τους τὴν εἰρήνη Του, τοὺς μεταγγίζει μ’ ἕνα μυστηριώδη τρόπο τὴν ὕπαρξή Του. Αὐτὴ εἶναι «ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἢ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φιλιπ. δ’ 7). Τέτοια εἰρήνη σηματοδοτεῖ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Τέτοια εἰρήνη ἦταν τὸ μεσουράνημα, ὁ καρπὸς καὶ τὸ στεφάνι τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πρώτων χριστιανῶν.
Μὲ τὸν χαιρετισμὸ τῶν μαθητῶν Του ὁ Κύριος θὲλησε νὰ τοὺς πείσει πώς δὲν ἦταν πνεῦμα, ὅπως θὰ μποροῦσαν νὰ σκεφτοῦν κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς ἐκείνη τὴ στιγμὴ (Λουκ. κδ’ 37), ἀλλά πώς ἦταν ὁ ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς Κύριος καὶ Διδάσκαλός Τους.
«Καὶ τοῦτο εἰπών ἔδειξε αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον» (Ἰωάν. κ’ 20). Γιατί ὁ Κύριος τούς ἔδειξε τὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του; Προφανῶς ἐπειδὴ αὐτὰ εἶχαν δεχτεῖ στὸ σταυρὸ τὶς πληγὲς ἀπὸ τὰ καρφιὰ καὶ τὴ λόγχη. Μὲ τὸ νὰ τοὺς δείξει τὶς πληγὲς Του ὁ Κύριος θὲλησε νὰ τοὺς θυμίσει τί ἔγινε στὸ σταυρὸ καὶ νὰ τοὺς πείσει πώς ἦταν ζωντανός. Νὰ τοὺς πείσει πώς ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ποιὸς ἄλλος θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει τὶς πληγὲς αὐτὲς στὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του; Νὰ τοὺς θυμίσει πώς θὰ ‘φερνε τὰ σημάδια τῶν πληγῶν ἀκόμα καὶ τώρα πού εἶχε μεταβεῖ στὴν ἀθάνατη δόξα, ὡς αἰώνια μαρτυρία τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ πάθους Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Τότε λοιπόν, ἀφοῦ οἱ μαθητὲς εἶδαν κι ἀναγνώρισαν τὸν Κύριό τους, χάρηκαν πολύ. Μὲ τὴν προνοητικότητά Του ὁ Σωτήρας μας τοὺς εἶχε προφητέψει νωρίτερα ἀκόμα κι αὐτὴ τὴ στιγμὴ τῆς χαρᾶς, ὅταν θὰ γύριζε γιὰ νὰ συναντήσει τοὺς μαθητές Του. Αὐτὸ εἶχε γίνει λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του, ὅταν οἱ μαθητὲς ἦταν περίλυποι. Ἐκεῖνος, πού ὡς ἄνθρωπος τὴν παραμονὴ τοῦ πάθους Του εἶχε μεγάλη ἀνάγκη ἀπὸ παρηγοριά, ξέχασε τὸν ἑαυτό Του κι ἀγωνιζόταν νὰ παρηγορήσει τοὺς λυπημένους μαθητές Του: «Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία» (Ἰωάν. ιστ’ 22). Τώρα, μπροστά τους, ἐπαληθεύκε ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ προφητεία. Οἱ θλιμμένες καρδιὲς τους γέμισαν ξαφνικὰ μὲ χαρὰ ἀνεκλάλητη.
«Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς» (Ἰωάν. κ’ 21). Γιατί ὁ Κύριος λέει γιὰ δεύτερη φορὰ εἰρήνη ὑμῖν; Ἐπειδὴ θέλει νὰ τοὺς ὁπλίσει μὲ διπλὴ εἰρήνη γιὰ τὴ μάχη πού τοὺς περιμένει, ἐκεῖ πού τοὺς στέλνει ὁ ἴδιος. Τοὺς δίνει πρῶτα εἰρήνη ἐσωτερικὴ κι ἔπειτα εἰρήνη ἐξωτερική. Μὲ ἄλλα λόγια: εἰρήνη μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ εἰρήνη μὲ τὸν κόσμο. Ὅταν λέει εἰρήνη ὑμῖν γιά πρώτη φορά, τοὺς δείχνει πώς Ἐκεῖνος, ὁ Κύριός Τους, ἦταν μαζί τους σωματικὰ καὶ ψυχικά. Ἤθελε μ’ αὐτὸ νὰ τοὺς πεῖ: «Ὅταν ἔχετε πόλεμο ἐσωτερικὸ μὲ τὰ πάθη, τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐγκόσμιες ἐπιθυμίες σας κι ἐγώ βρίσκομαι ἀνάμεσά σας -δηλαδὴ μέσα στὶς καρδιές σας- μὴ φοβᾶστε τίποτα. Ἐγώ εἶμαι ἡ εἰρήνη, ὁ Δημιουργὸς τῆς εἰρήνης στὶς καρδιές σας». Τώρα πού τοὺς στέλνει στὸν κόσμο -σὲ πόλεμο ἐξωτερικό, μὲ τὸν κόσμο- τοὺς χαιρετᾶ ξανὰ καὶ τοὺς συνοδεύει μὲ εἰρήνη, ὥστε νὰ μὴν φοβηθοῦν τὸν κόσμο, ἀλλά νὰ εἶναι καρτερικοὶ στὴν πάλη καὶ νὰ σπέρνουν τὴν εἰρήνη στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Τοὺς χαρίζει εἰρήνη ὑπεράφθονη, γιατί δὲν εἶναι μόνο γιὰ τὴ δική τους ἀνάγκη. Πρέπει νὰ τὴ μεταφέρουν καὶ σὲ ἄλλους, ὅπως τοὺς εἶχε προφητέψει νωρίτερα: «εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν ἀσπάσασθε αὐτὴν λέγοντες· εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ. ἐὰν μὲν ᾖ ἡ οἰκία ἀξία, ἐλθέτω ἡ εἰρήνη ὑμῶν ἐπ’ αὐτήν· ἐὰν δὲ μὴ ᾖ ἀξία, ἡ εἰρήνη ὑμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐπιστραφήτω. (Ματθ. ι’ 12-13).
Ἡ διπλὴ εἰρήνη μπορεῖ νὰ ἑρμηνευτεῖ καὶ ὡς δόσιμο τῆς εἰρήνης στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ὅπως ὑποστηρίζουν κάποιοι ἀπὸ τοὺς ἅγιους Πατέρες. Ὅμως ἡ εἰρήνη τοῦ σώματος καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἴδια εἰρήνη, ἀφοῦ τί ἄλλο εἶναι ὁ κόσμος, παρὰ «ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν» (Α΄ Ἰωάν. β’ 16);
Ἀφοῦ τούς ὅπλισε μὲ πλούσια τὴ διπλὴ αὐτὴ εἰρήνη, ὁ Κύριος τούς στέλνει στὸν κόσμο. Μὲ ποιὸ τρόπο τοὺς στέλνει; «Καθὼς ἀπέσταλκε μὲ ὁ πατήρ, κἀγώ πέμπω ὑμᾶς» (Ἰωάν. κ’ 21). Ὁ Θεὸς ἔστειλε τὸν Υἱό Του ἀπὸ ἀγάπη πρὸς ἐκείνους πού τὸν ἔστειλε. «ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἱλασμὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (Α’ Ἰωάν. δ’ 10). Ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος τώρα, ὁ Κύριος Ἴησοῦς στέλνει τοὺς μαθητές Του. Ὁ Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱό Του στὸν κόσμο μὲ δύναμη κι ἐξουσία. «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιστ’ 15), εἶπε ὁ Ἴδιος. Κι ἀλλοῦ πάλι: «Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου» (Ματθ. ια’ 27).
Ὁ ἀναστημένος Κύριος δίνει στοὺς μαθητὲς Του δὺναμη κι ἐξουσία νὰ λύνουν καὶ νὰ δένουν, ὅπως ἀποδείχτηκε λίγο ἀργότερα. Εἶπε ἀκόμα ὁ Κύριος πώς τὸν ἔστειλε ὁ Πατέρας ὄχι γιὰ νὰ κάνει τὸ δικό Του θέλημα, ἀλλά τὸ θέλημα τοῦ Πατρός. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁΥἱὸς τώρα στέλνει τοὺς μαθητὲς Του ὄχι γιὰ νὰ κάνουν τὸ δικό τους θέλημα, ἀλλά τὸ δικό Του. Ὁ Υἱός στάλθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα στὴ γῆ, ὅμως οὔτε γιὰ μιὰ στιγμή δέν χωρίστηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα. «Ὅτι μόνος οὐκ εἰμί, ἀλλ’ ἐγὼ καὶ ὁ πέμψας με πατὴρ» (Ἰωάν. η’ 16). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τώρα ὁ Υἱός στέλνει τοὺς μαθητές Του στὸν κόσμο ἀλλά τούς ὑπόσχεται πώς θὰ εἶναι μαζί τους «ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων» (Ματθ. κη’ 20). Καὶ γιὰ νὰ διδάξει τὴν ταπείνωση στοὺς ὑπερήφανους κι ἀπερίσκεπτους ἀνθρώπους, ὁ Υἱός ἀποδίδει ὅλα τὰ ἒργα Του (βλ. Ψ. ε’ 19) καὶ τὴ διδασκαλία Του (βλ. Ἰωάν. ζ’ 16) στὸν Πατέρα Του. Στοὺς μαθητὲς Του διδάσκει τὴν ταπείνωση, λέγοντας: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰωάν. ιε’ 5). Τοὺς στέλνει ὅμως καὶ ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων, ὅπως στάλθηκε κι ὁ ἴδιος. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητὲς ἦταν μάρτυρες γιὰ τὸν τρόπο πού οἱ ἁμαρτωλοὶ οὔρλιαζαν σὰν λύκοι τὶς τελευταῖες μέρες Του, γιὰ τὴ λυσσώδη κι αἱμοδιψή ἐπιθυμία τους νὰ τὸν βασανίσουν ἕως θανάτου. Τώρα ὅμως εἶναι μπροστά τους, ζωντανὴ μαρτυρία πώς, ὅταν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἴτε αὐτοχειριάζονται εἴτε σκοτώνουν κάποιον ἄλλον, πάντα τὸν ἑαυτὸ τους σκοτώνουν, ὄχι τὸν ἄλλον. Ἡ νίκη Του εἶναι βεβαίωση τῆς δικῆς τους μελλοντικῆς νίκης.
«Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ἰωάν. κ’ 22-23). Εἴδαμε πώς ὁ Κύριος πρῶτα ὅπλισε τοὺς μαθητές Του μὲ εἰρήνη καὶ μετὰ στερέωσε τὴν πίστη τους. Παραλλήλισε τὴν ἀποστολή τους μὲ τὴ δική Του καὶ τοὺς ἔστειλε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πού εἶχε στείλει καὶ τὸν ἴδιο ὁ Πατέρας. Τώρα βλέπουμε πώς τοὺς ὁπλίζει μὲ δύναμη κι ἐξουσία. Τοὺς ἔδωσε δύναμη μὲ τὴν πνοή Του καὶ ἐξουσία μὲ τὰ λόγια πού τοὺς εἶπε. Ἐκεῖνος πού ἀνακαίνισε τὸν κόσμο, ἦταν καὶ ὁΔημιουργός του. Ὅταν ὁ Θεὸς ἔφτιαξε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν πηλὸ τῆς γῆς, «ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς, καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γέν. β’ 7). Ὁ ἀνακαινιστής τοῦ κόσμου ἐνεργεῖ τώρα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ἔδωσε πνοὴ ζωῆς στοὺς ἀνθρώπους πού ἡ ἁμαρτία τοὺς εἶχε κάνει ἀδύναμους. Μὲ τὴ ζωοποιὸ πνοὴ Του ἀναγεννᾶ, ἀνακαινίζει καὶ ἀνασταίνει ἐκ νεκρῶν τὶς ἀναὶσθητες ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων πού εἶναι δεμένες στὴ γῆ. Ὁ Κύριος ἐνεφύσησε στοὺς ἀποστόλους καὶ εἶπε: Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον.
Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη χορηγία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ δεύτερη θὰ γίνει τὴν πεντηκοστὴ μέρα ἀπὸ τὴν ἐπιβλητικὴ αὐτὴ βραδυά. Ἡ πρώτη ἔγινε γιὰ νὰ ἀναζωογονήσει καὶ νὰ ἐνισχύσει τοὺς ἴδιους τούς μαθητές. Ἡ δεύτερη ἀφοροῦσε τὴν ἀποστολικὴ διακονία τους στὸν κόσμο, γιὰ νὰ μεταδώσουν στοὺς ἀνθρώπους τὴ νέα ζωή. Τοὺς ἔδωσε δύναμη μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, μαζὶ μὲ ἐξουσία νὰ συγχωροῦν ἢ νὰ δεσμεύουν ἁμαρτίες.
Ἀλήθεια, πόσο ὑποφέρει ὁ κόσμος ἀπό τούς ἀνθρώπους πού σφετερίζονται τὴν ἐξουσία χωρὶς νὰ ’χουν μέσα τους τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ‘χουν λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα! Ὅταν ὁ ἀδύνατος ἄνθρωπος ἁρπάζει τὴν ἐξουσία πού ἀνήκει στοὺς δικαστὲς καὶ τοὺς πρεσβύτερους, εἶναι μάστιγα γιὰ τὸν κόσμο. Εἶναι ἕνα πτῶμα δεμένο στὸ σαμάρι ἑνὸς ἀχαλίνωτου ἀλόγου. Τὸ ἴδιο γίνεται μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες, πού τὴν ἐξουσία τὴν ἁρπάζουν. Αὐτὸ ὅμως δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀνάμεσα σὲ χριστιανούς, ὅπου ὁ Θεὸς δίνει ἐξουσία σὲ κείνους πού πρωτύτερα δέχτηκαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Βλέπετε πώς ὅλα σχεδιάζονται καὶ τακτοποιοῦνται ὄμορφα στὴ βασιλεία πού ἱδρύει ὁ Χριστός.
Τὴν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν, τοῦ νὰ συγχωρεῖ κανεὶς ἁμαρτίες ἢ ὄχι, ὁ Κύριος τὴν εἶχε ὑποσχεθεῖ καὶ νωρίτερα στὸν ἀπόστολο Πέτρο (βλ. Ματθ. ιστ’ 19) κι ἀργότερα στοὺς ἄλλους ἀποστόλους (βλ. Μάρκ. ιη’ 18). Ὁ Κύριος ἐπαναβεβαιώνει τώρα τὴν ὑπόσχεσή Του, τὴν ἴδια μέρα τῆς πανένδοξης Ἀνάστασής Του. Αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν ξεχωρίζει τὸν Πέτρο ἀπό τούς ἄλλους, ἀλλά δίνει δύναμη κι ἐξουσία σ’ ὅλους ἐξίσου, χωρὶς διάκριση. Ποτὲ δὲν ἒδωσε στὸν Πέτρο ὁ Κύριος εἰδικὴ δύναμη κι ἐξουσία. Μόνο τὴν ὑπόσχεσή Του ἒδωσε ἰδιαίτερα στὸν Πέτρο, κι αὐτὸ τότε πού ὁ ἀπόστολος ἐμπνεύστηκε κι ἒδωσε τὴν ὁμολογία πώς ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ υἱόςτοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. ιστ’ 16). Σὰν ἔνδειξη ἐπιδοκιμασίας τῆς ὁμολογίας Του, ἀλλά καὶ γιὰ νὰ στερεώσει τοὺς ἄλλους μαθητὲς στὴν πίστη καὶ ὁμολογία αὐτή, ὁ Κύριος ἒδωσε στὸν Πέτρο τὴν ὑπόσχεση τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν τὶς ἁμαρτίες, πού ἀργότερα ἒδωσε σ’ ὅλους τούς μαθητές Του. Ἔτσι, τὴν ἴδια τὴ μέρα τῆς πανένδοξης Ἀνάστασής Του, ὁ Κύριος ἐξισώνει ὅλους τούς ἀποστόλους. Ἐκεῖνοι ἀργότερα μετέδωσαν τὴ δὺ-ναμη καὶ τὴν ἐξουσία αὐτὴ στοὺς διαδόχους τους, τοὺς ἐπισκόπους κι οἱ ἐπίσκοποι στοὺς ἱερεῖς. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ ἐξουσία αὐτὴ εἶναι ἐνεργὴ μέχρι σήμερα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
«Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω» (Ἰωάν. κ’ 24-25). Ἂν δὲν δῶ τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ καρφιὰ στὰ χέρια Του, εἶπε ὁ Θωμᾶς, ἂν δὲ βάλω ὁ ἴδιος τὸ δάχτυλό μου στὰ σημάδια αὐτὰ κι ἂν δὲν ἀκουμπήσω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά Του, γιὰ νὰ δῶ τὸ σημάδι τῆς λόγχης, δὲν θὰ πιστέψω.
«Δίδυμος» δὲν ἦταν τὸ παρατσούκλι τοῦ Θωμᾶ. Αὐτὸ ἦταν τὸ ἑλληνικό του ὄνομα. Ἴσως τὸ ὄνομα αὐτὸ νὰ τοῦ δόθηκε ἀπὸ κάποια μυστικὴ κι ἀνεξερεύνητη πρόνοια, γιὰ νὰ δείξει τὶς δυὸ ὄψεις τῆς ψυχῆς του, τὴν ἀμφιβολία καὶ τὴν πίστη. Σ’ ὅλο τὸ διάστημα πού ἀκολουθοῦσε τὸν Χριστό, δὲν βλέπουμε νὰ δίνεται ἰδιαίτερη ἔμφαση οὔτε στὴν ἀμφιβολία οὔτε στὴν πίστη του. Μόνο σὲ μιὰ περίπτωση ἀναφέρεται τὸ προσωπικό του θάρρος κι ἡ ἀφοσίωσή του στὸν Κύριο, ἂν κι αὐτὸ φαίνεται νὰ προκύπτει ἀπὸ ἒλλειψη κατανόησης. Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἔγινε ὅταν ἒμαθαν τὴν εἴδηση γιὰ τὸ θάνατο τοῦ Λαζὰρου κι ὁ Κύριος εἶπε στοὺς μαθητές Του: «ἀλλ’ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν». Ὁ Θωμᾶς νόμισε πώς ὁ Κύριος τούς καλοῦσε ν’ ἀποδεχτοῦν τὸ δικό τους θάνατο. Δὲν καταλάβαινε τότε πώς γιὰ τὸν Ζῶντα Κύριο δὲν ὑπάρχουν νεκροί. Δὲν μποροῦσε νὰ διαβλέψει βέβαια τὴν πρόθεση τοῦ Κυρίου ν’ ἀναστήσει τὸν Λάζαρο. Γράφει ὁ εὐαγγελιστής: «εἶπεν οὖν Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταῖς· ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. ια’ 16).
Ἂν καὶ τὰ λόγια αὐτὰ δὲν εἰπώθηκαν μὲ ἐπίγνωση, ἦταν χαρακτηριστικὰ γενναίας κι ἀφοσιωμένης καρδιᾶς. Ὁ Θωμᾶς ἦταν μάρτυρας τῆς ἀνάστασης τοῦ Λαζάρου, ὅπως καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση τῆς ἀνάστασης τοῦ γιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν. Στὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου δὲν ἦταν μπροστά, μέσα στὸ δωμάτιο τῆς νεκρῆς κοπέλας. Ἐκεῖ ὁ Κύριος πῆρε μαζί Του μόνο τοὺς τρεῖς κορυφαίους μαθητές Του. Δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ ὅμως πώς διατύπωσε κάποια ἀμφιβολία γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου. Καὶ βέβαια ἦταν μάρτυρας σ’ ὅλα τὰ μεγάλα θαύματα πού ἔκανε ὁ Κύριος τὰ χρόνια πού ἦταν μαζί Του. Εἶχε ἀκούσει τὴν προφητεία τοῦ Χριστοῦ πώς θ’ ἀναστηθεῖ τὴν τρίτη μέρα. Τώρα ἀκούει τοὺς δέκα φίλους του νὰ λένε πώς ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μπροστά τους ζωντανός, πώς τοὺς ἔδειξε τὶς πληγές Του. Εἶχε ἀκούσει πώς ὁ Πέτρος κι ὁ Ἰωάννης βρῆκαν τὸν τάφο Του ἄδειο, ἴσως νὰ τὸ ‘χε ἀκούσει αὐτὸ κι ἀπὸ τὶς μυροφόρες γυναῖκες. Εἶχε ἀκούσει πώς τὸν Κύριο τὸν εἶδε κι ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ κι ὅτι συνομίλησε μαζί Του. Εἶχε ἀκούσει ἐπίσης πώς δυὸ μαθητὲς πήγαιναν πρὸς τοὺς Ἐμμαοὺς καὶ συνταξίδευαν μὲ τὸν ἀναστημένο Κύριο.
Ὅλ’ αὐτὰ τὰ γνώριζε ὁ Θωμᾶς, μὰ φαίνεται πώς ἡ πίστη του δὲν ἦταν σταθερή, δυσπιστοῦσε. Δὲν τὰ πίστευε ἐπειδὴ δὲν εἶχε δεῖ ἀναστημένον τὸν Κύριο. Καὶ τὸ ξεκαθάρισε πώς δὲν τοῦ ἔφτανε νὰ δεῖ τὸν Κύριο, ἤθελε ν’ ἀκουμπήσει καὶ τὶς πληγὲς στὰ χέρια Του. Ἂν τὸ δεῖ αὐτὸ κανεὶς ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη πλευρά, αὐτὴ εἶναι μιὰ σπάνια κι ἀκατανόητη ἐπιμονὴ κι ἰσχυρογνωμοσύνη στὴν ἀπιστία. Μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ ὅμως ἂν τὸ δεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Θείας Πρόνοιας. Ἡ σταθερότητα τῆς πίστης ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ποιός μπορεῖ νὰ ἐμβαθύνει καὶ νὰ κατανοήσει τὰ δυσθεώρητα βάθη τῆς Θείας Πρόνοιας; Ποιὸς μπορεῖ νὰ βεβαιώσει πώς ὁΘεός, μὲ τὴν πρόνοιά Του, δὲν ἤθελε νὰ χρησιμοποιήσει τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, γιὰ χάρη τῆς πίστης τῶν πολλῶν; Σὲ κάθε περίπτωση δύο πράγματα ἔχουν ἀποσαφηνιστεῖ ἐδῶ: ἡ φοβερὴ ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ὅπως ἀποκαλύπτεται στὴν πεισματικὴ ἀπιστία ἑνὸς ἀπό τούς ἀποστόλους (πού εἶχε ἀμέτρητους λόγους νὰ πιστεύσεῖ) , καθὼς κι ἡ ἄπειρη σοφία κι ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἁγιότητά Του ὁ Θεὸς δὲν χρησιμοποιεῖ τὸ κακὸ γιὰ νὰ βγάλει καλὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν χρησιμοποιεῖ κακὰ μέσα γιὰ νὰ πετύχει καλοὺς στόχους. Μὲ τὴ σοφία καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος διορθώνει τοὺς κακούς μας τρόπους καὶ τοὺς μεταποιεῖ σὲ καλούς.
Ὁ Θωμᾶς διαβεβαιώνει τοὺς συμμαθητές Του πώς δὲν θὰ πιστέψει στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Του ἂν δὲν βάλει τὸ δάχτυλό του στὰ σημάδια τῶν χεριῶν Του, «εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων». Σίγουρα τὸ λέει αὐτὸ ἐπειδὴ οἱ φίλοι του εἶπαν πώς ὁ ἴδιος ὁ Κύριός τους ἔδειξε τὶς πληγὲς στὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του. Ἂς δοῦμε τώρα πῶς πείθει ὁ Κύριος τὸν ἄπιστο Θωμά:
«Καὶ μεθ’ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ’ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ ᾿Ιησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάν. κ’ 26). Ὀκτώ μέρες ἀργότερα, Κυριακὴ πάλι, οἱ μαθητὲς ἦταν συναγμένοι. Μαζί τους ἦταν καὶ ὁ Θωμᾶς. Τότε, κι ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν πάλι κλεισμένες, ὁ Ἰησοῦς μπῆκε μέσα, στάθηκε ἀνάμεσά τους καὶ εἶπε: εἰρήνη ὑμῖν. Ὅλα ἔγιναν ὅπως καὶ τὴν πρώτη φορὰ πού ἐμφανίστηκε μπροστά τους. Ὅλα, μόνο ποὺ τώρα ἦταν κι ὁ Θωμᾶς μαζί τους. Φαίνεται πώς ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ἐμφανιστεῖ στὸν Θωμὰ ἀκριβῶς ὅπως καὶ στοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει στὸ δύσπιστο μαθητὴ ὅλα ἐκεῖνα πού τοῦ διηγήθηκαν οἱ ἄλλοι δέκα.
Γιατί περίμενε ὁ Κύριος νὰ περάσουν ὀκτὼ μέρες; Γιατί δὲν ἐμφανίστηκε νωρίτερα; Πρῶτο, γιὰ νὰ εἶναι ὅλες οἱ συνθῆκες κι οἱ περιστάσεις ἀκριβῶς ἴδιες. Ὅπως τὴν πρώτη φορὰ πού ἐμφανίστηκε ἦταν Κυριακή, ἔτσι ἔπρεπε νὰ ἐμφανιστεῖ καὶ τώρα Κυριακή. Δεύτερο, ὥστε μὲ τὴν ἀναμονὴ νὰ γίνει μεγαλύτερη ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ. Τρίτο, γιὰ νὰ μάθει στοὺς μαθητὲς Του τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν καρτερία στὴν προσευχή, προκειμένου νὰ μεταδώσουν στὸ φίλο τους τὴ δική τους πίστη, γιατί οἱ μαθητὲς σίγουρα θὰ προσεύχονταν νὰ ἐμφανιστεῖ ξανὰ ὁ Κύριος γιὰ χάρη τοῦ Θωμᾶ. Τέταρτο, γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν οἱ μαθητὲς τὴν ἀδυναμία τους νὰ πιστοποιήσουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου χωρὶς τὴ δική Του βοήθεια. Καὶ τελευταῖο, ἴσως ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς ὀκτὼ ὑποδηλώνει τὶς ἔσχατες μέρες, τὴν παραμονὴ τῆς δεύτερης ἔλευσης τοῦ Χριστοῦ, τότε πού ἄνθρωποι σὰν τὸν Θωμὰ θὰ εἶναι πολὺ ἀδύναμοι καὶ χλιαροὶ στὴν πίστη, θὰ καθοδηγοῦνται μὲ βάση τὶς αἰσθήσεις τους καὶ θὰ πιστεύουν μόνο ἐκεῖνα πού ἀντιλαμβάνονται μ’ αὐτὲς (τὶς αἰσθήσεις τους). Τότε οἱ ἄνθρωποι θὰ λένε, ὅπως κι ὁ Θωμᾶς : Ἂν δὲν ἰδῶ, δὲ θὰ πιστέψω. «Καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς καὶ ὄψονται τὸν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Μάτθ. κδ’ 30).
«Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός» (Ἰωάν. κ’ 27). Κι ὁ Θωμᾶς τοῦ ἀπάντησε: Ὁ Κύριός μου καὶ ὁΘεός μου!
Τὴ δεύτερη φορὰ πού ἐμφανίστηκε στοὺς ἀποστόλους ὁ Κύριος τὸ ἔκανε μόνο γιὰ τὸ Θωμά. Γιὰ χάρη ἑνὸς ἀνθρώπου, ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ. Ἐκεῖνος πού περιβάλλεται ἀπὸ ἀγγελικοὺς χοροὺς πού τὸν ὑμνοῦν ἀγαλλόμενοι, ὡς Νικητὴ τοῦ θανάτου, ἀφήνει τὰ οὐράνια τάγματα καὶ σπεύδει νὰ σώσει τὸ ἕνα πρόβατο, τὸ ἀπολωλός. Ἂς τὸ δοῦν αὐτὸ ὅλοι οἱ ἔνδοξοι κι οἱ δυνατοὶ αὐτοῦ τοῦ κόσμου πού ξεχνοῦν τοὺς ἀδύνατους καὶ ταπεινοὺς φίλους τους, πού τοὺς ἀποφεύγουν μὲ ντροπὴ καὶ περιφρόνηση. Ἂς τὸ δοῦν αὐτὸ κι ἂς ντραποῦν ἀπὸ τὸ παράδειγμά Του. Μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ὁ Κύριος δὲν ἔνιωσε οὔτε ντροπὴ οὔτε ταπείνωση. Μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος Ἐκεῖνος, ὁ δοξασμένος καὶ παντοδύναμος, κατέβηκε γιὰ δεύτερη φορὰ σ’ ἕνα ταπεινὸ δωμάτιο στὰ Ἱεροσόλυμα. Πόσο εὐλογημένο εἶναι τὸ δωμάτιο αὐτό, ἀπ’ ὅπου προέκυψαν γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα περισσότερες εὐλογίες, ἀπ’ ὅσες θὰ μποροῦσαν νὰ προκύψουν ἀπ’ ὅλα τὰ παλάτια τῶν αὐτοκρατόρων!
Μόλις ὁ Κύριος παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν Θωμά, ἐκεῖνος ἀναφώνησε μὲ χαρά: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!» Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Θωμᾶς ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ ὡς Ἄνθρωπο καὶ ὡς Θεό, ὡς ἕνα ζωντανὸ πρόσωπο. Μόνο ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸν ἀναστημένο Κύριο ἦταν ἀρκετὴ νὰ δώσει στὸν Θωμὰ τὴν εὐλογία τοῦ Πνεύματος, τὴν ἀναγέννηση τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν τὶς ἁμαρτίες, κάτι πού ὀκτὼ μέρες νωρίτερα εἶχε δώσει στοὺς ἄλλους μαθητὲς μὲ τὸ λόγο καὶ τὴν πνοή Του. Ὅταν ὁ Κύριος βρισκόταν ἀκόμα στὸ θνητὸ σῶμα Του, προτοῦ ἀναστηθεῖ, μποροῦσε νὰ θεραπεύσει τὴν αἱμορρούσα γυναίκα μόνο μὲ τὸ νὰ τῆς ἐπιτρέψει ν’ ἀγγίξει τὸ ἱμάτιό Του. Πολὺ περισσότερο τώρα, μὲ τὸ δοξασμένο κι ἀναστημένο σῶμα Του, μποροῦσε νὰ δώσει μόνο μὲ τὴν ἐπαφὴ στὸν Θωμὰ τὴν ἐξουσία πού εἶχε δώσει μὲ διαφορετικὸ τρόπο στοὺς ἄλλους ἀποστόλους. Δὲν ἦταν ἀδύνατο βέβαια νὰ δώσει ὁ Κύριος καὶ στὸ Θωμὰ δύναμη κι ἐξουσία μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πού τὴν ἔδωσε στοὺς ἄλλους ἀποστόλους, ἂν κι αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται στὰ εὐαγγέλια. Ἀλλά εἶναι γνωστὸ πώς δὲν καταγράφηκαν ὅλα ὅσα εἶπε κι ἔκανε ὁΚύριος μετὰ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του, ὅπως διαβεβαιώνει ὁ εὐαγγελιστὴς λίγο ἀργότερα. Τὸ ἀξιοσημείωτο εἶναι πώς ὁ Θωμᾶς, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, ἔλαβε τὴν ἴδια δύναμη κι ἐξουσία, ὅπως κι οἱ ἄλλοι μαθητές. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὴν ἀποστολική Του διακονία, ἀπὸ τὰ θαύματά του καὶ τὸ μαρτυρικό του θάνατο. (Ἀπὸ τὸ βίο τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ μαθαίνουμε πώς καταδικάστηκε σὲ θάνατο ἐπειδὴ ὁμολόγησε μὲ θάρρος καὶ παρρησία πώς ὁΧριστὸς ἀναστήθηκε. Πέντε στρατιῶτες ὅρμησαν τότε ἐναντίον τοῦ γενναίου στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν σκότωσαν μὲ τὶς λόγχες τους).
Γιὰ ν’ ἀποκαταστήσει καὶ νὰ ἑδραιώσει τὴν πίστη τοῦ Θωμᾶ, ὁ Κύριος τὸν ἐπέπληξε εὐγενικά: «λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες» (Ἰωάν. κ’ 29). Ἐσύ, Θωμᾶ, τοῦ εἶπε, μὲ πίστεψες περισσότερο μὲ τὶς αἰσθήσεις σου παρὰ μὲ τὸ πνεῦμα σου. Ἤθελες μὲ τὰ αἰσθητήριά σου νὰ πειστεῖς, γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ σοῦ ἔδωσα τὴν εὐκαιρία νὰ τὸ κάνεις αὐτό. Κι ἐσύ πείστηκες μὲ τὸ νὰ μὲ δεῖς καὶ νὰ μὲ ἀγγίξεις. Ὅμως, μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. Μακάριοι κι εὐλογημένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού δὲν εἶδαν μὲ τὰ μάτια τους, ἀλλά μὲ τὸ πνεῦμα τους καὶ πίστεψαν μὲ τὴν καρδιά τους. Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι πού πιστεύουν στὸν Χριστὸ καὶ τὸ εὐαγγέλιό Του χωρὶς νὰ τὸν δοῦν μὲ τὰ σωματικά τους μάτια, δίχως νὰ τὸν ἀγγίξουν μὲ τὰ χέρια τους. Μακάριο εἶναι τὸ παιδὶ πού πιστεύει ὅλα ὅσα τοῦ λέει ἡ μητέρα του, χωρὶς νὰ τὰ ἀμφισβητήσει καὶ νὰ θελήσει νὰ τὰ ἐπιβεβαιώσει μὲ τὰ μάτια ἢ μὲ τὰ χέρια του. «Ἔστω δὲ ὁλόγος ὑμῶν ναί ναί, οὔ οὔ» (Ματθ. ε’ 37).
Ὁ Κύριος τὸ εἶχε πεῖ πολλὲς φορὲς νωρίτερα πώς θ’ ἀναστηθεῖ κι ἔπρεπε νὰ τὸν πιστέψουν. Γιὰ νὰ πειστοῦν οἱ ἄπιστοι ὅμως καὶ νὰ ἑδραιωθοῦν στὴν πίστη οἱ ὀλι-γόπιστοι, ὁ Κύριος δὲν περιορίστηκε μόνο σὲ ὅσα προεῖπε γιὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασή Του, ἀλλά ἔκανε καὶ πολλὲς ἐμφανίσεις μετὰ ἀπ’ αὐτήν. Ἦταν πολὺ σπουδαῖο γιὰ Ἐκεῖνον ὥστε οἱ ἀπόστολοι κι ἀπ’ αὐτοὺς οἱ πιστοί, ν’ ἀποκτήσουν δυνατὴ πίστη στὴν Ἀνάστασή Του. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάση τῆς πίστης κι ἡ εὐφροσύνη τοῦ χριστιανοῦ. Γι’ αὐτὸ κι ὁ πάνσοφος Κύριος ἔκανε τὰ πάντα γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὸ πνεῦμα ἀλλά καὶ τὶς αἰσθήσεις τῶν ἀποστόλων, ὥστε κανενὸς ἡ πίστη νὰ μὴν κλο- νιστεῖ, νὰ μὴν ἀμφιβάλει πώς ὁ Κύριος εἶναι ἀναστημένος καὶ ζωντανός. Ἂν καὶ «τὸ πνεῦμά ἐστι τὸ ζωοποιοῦν, ἡ σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν» (Ἰωάν. στ’ 63) καὶ μ’ ὅλο πού οἱ αἰσθήσεις μποροῦν νὰ ἐξαπατήσουν τὸν ἄνθρωπο πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸ πνεῦμα, ὁ γλυκὺς Κύριος συγκατένευσε στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ ἔκανε ὅ,τι ἦταν δυνατὸ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει καὶ τὴν αἰσθητὴ ἀντίληψη καὶ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ κι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ παραμένει ὡς σήμερα τὸ πλέον ἀναμφισβήτητο γεγονὸς στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ποιὸ ἄλλο γεγονός, ξεκινώντας ἀπὸ τὸ ἀπώτατο παρελθόν, παραμένει τόσο φανερὰ καὶ προσεχτικὰ τεκμηριωμένο ὅσο αὐτό;
«Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰωάν. κ’ 30-31). Εἶναι φανερὸ πώς ἐδῶ ὁ εὐαγγελιστὴς πρέπει νὰ μιλάει γιὰ θαύματα πού ἔκανε ὁΧριστὸς μετὰ τὴν Ἀνάσταση. Αὐτὸ προκύπτει πρῶτα ἀπὸ τὴν ἀφήγηση πού προηγήθηκε, γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἀναστημένου Κυρίου. Φαίνεται ἐπίσης ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὅπου ἀναφέρεται πώς ὁ Κύριος «παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι’ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. α’ 3).
Ποῦ ἔχουν καταγραφεῖ ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἀψευδή γεγονότα πού ἔκανε τὶς σαράντα αὐτὲς μέρες; Πουθενά. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης ὁμολογεῖ πώς δὲν ἔχουν γραφεῖ ὅλα σ’ αὐτὸ τὸ βιβλίο – τὸ εὐαγγέλιό του (βλ. Ἰωάν. κα’ 25). Τέλος, τὸ ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς ἐδῶ δὲν μιλάει μόνο γιὰ τὰ θαύματα πού ἔκανε μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ γιὰ ὅσα ἔκανε στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, φαίνεται ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ εὐαγγελιστῆ, μὲ τὰ ὁποῖα κλείνει καὶ τὸ εὐαγγέλιό του: «ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν» (Ἰωάν. κα’ 25). Οὔτε ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν θὰ χωροῦσε τὰ βιβλία πού θὰ χρειάζονταν γιὰ νὰ καταχωρηθοῦν ὅλα ὅσα εἶπε καὶ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς.
Τὰ λόγια αὐτὰ ἀναφέρονται σὲ ὅλα τὰ θαύματα πού ἔκανε ὁ Χριστὸς στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, τόσο πρὶν ὅσο καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του. Τὰ λόγια τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ὅμως δὲν πρέπει νὰ ’χουν τὸ ἴδιο νόημα μ’ αὐτὰ πού τελειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τὸ εὐαγγέλιο. Ὑπῆρχε κάποιος λόγος νὰ τὰ ἐπαναλάβει;
Ὅλα ὅσα γράφτηκαν στὸ εὐαγγέλιο ἔχουν ἕνα μοναδικὸ σκοπό: «ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Αὐτὸ σημαίνει: Μὴν περιμένετε ἄλλον Μεσσία καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου. Αὐτὸς πού ἦταν νὰ ἔρθει, ἦρθε. Αὐτὸς πού προφήτεψαν οἱ προφῆτες τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ κι οἱ Σίβυλλες τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου, ἐμφανίστηκε στ’ ἀλήθεια. Ὅλα ὅσα γράφτηκαν, ἦταν ἐπίσης ὥστε καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἒχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Μὲ τὴν πίστη αὐτή, πού ὁ Θωμᾶς τὴν ἐπιβεβαίωσε μὲ τὶς αἰσθήσεις του, θὰ ἔχετε ζωὴ αἰώνια. Ἀπ’ αὐτὸ φαίνεται πώς τὰ καταληκτικὰ αὐτὰ λόγια τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου συνδέονται μὲ τὸ περιστατικὸ ποὺ προηγήθηκε, μὲ τὸν Θωμὰ καὶ τὴν ἀπιστία του. Ὁ Κὺριος ἐμφανίστηκε στὸν Θωμὰ μόνο γιὰ δική του χάρη, ἀλλὰ γιὰ τὴ χάρη ὅλων ἐκείνων πού ἀναζητοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ ζωή. Μὲ τὴν ἐμφάνισή Του στὸν Θωμὰ ὁ Κύριος βοήθησε ὅλους ἐμᾶς νὰ τὸν πιστέψουμε πιὸ εὔκολα, ἀναστημένο καὶ ζωντανό. Καὶ μὲ τὴν πίστη αὐτὴ νὰ συμμετάσχουμε στὴν αἰώνια ἀλήθεια καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, προσθέτει ὁ εὐαγγελιστής. Γιατί ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ; Ἐπειδὴ «καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ’ 12). Γιατί «πᾶς γὰρ ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» (Ρωμ. ι’ 13). Μόνο ἡ ζωὴ πού ἀναζητεῖται καὶ ἀποκτᾶται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ εἶναι ἀληθινὴ ζωή. Κάθε ἄλλη εἶναι θάνατος καὶ φθορά. Στὴν ἄνυδρη ἐρημιὰ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ὁ ἀναστημένος Χριστὸς εἶναι ἡ μόνη σίγουρη πηγὴ νεροῦ πού ξεδιψάει καὶ ἀναζωογονεῖ. Ὁτιδήποτε ἄλλο θὰ φαίνεται σὰν πηγὴ νεροῦ στὸν ταλαιπωρημένο καὶ διψασμένο ταξιδιώτη, πού δὲν θὰ εἶναι πηγὴ ἀλλὰ τὸ λαμπύρισμα τῆς καυτῆς ἄμμου, μιὰ διαβολικὴ αὐταπάτη.
***
Τό βαθύτερο νόημα τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ἒχει σχέση μὲ τὸ ἐσωτερικὸ δράμα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅποιος θέλει νὰ ἐμφανιστεῖ ὁ ἀναστημένος Κύριος μέσα του, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρέπει νὰ κλειδαμπαρώσει τὴν πὸρτα τῆς ψυχῆς του, νὰ τὴν προστατέψει ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Θεόληπτος στὴ Φιλοκαλία: «Ἀποκτῆστε σοφία ἀπὸ τὶς μέλισσες. Μὲ τὸ πού θὰ δοῦν σμῆνος ἀπὸ σφῆκες νὰ πετοῦν γύρω τους, μένουν μέσα στὴν κυψέλη κι ἒτσι διαφεύγουν τὸν κίνδυνο ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τους». Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο οἱ ἀπόστολοι προστατεύτηκαν ἀπὸ τοὺς αἱμοδιψεῖς καὶ ὑλιστές Ἰουδαίους.
Οἱ Ἰουδαῖοι ἀντιπροσωπεύουν κατὰ κάποιο τρόπο τὸν ὑλισμὸ καὶ τὸν αἰσθησιασμό. Σὲ ψυχὴ ὅμως πού διαφυλάσσεται μὲ ζῆλο καὶ κλειδαμπαρώνεται, ὁ Κύριος θὰ ἐμφανιστεῖ ἐν δόξῃ. Ὁ δοξασμένος Νυμφίος θ’ ἀποκαλυφτεῖ τότε στὴ συνετὴ νύμφη. Ὅταν ἐμφανίζεται ὁ Κύριος, ὁ φόβος τοῦ κόσμου ἐξαφανίζεται κι ἡ ψυχὴ εἰρηνεύει. Κι ὄχι μόνο εἰρηνεύει. Ὁ Κύριος φέρνει πάντα μαζί Του πολλὰ καὶ διάφορα δῶρα, ὅπως χαρά, δύναμη καὶ θάρρος. Ἑδραιώνει τὴν πίστη, ἐνισχύει τὴ ζωή.
Ὅταν ὁ Κύριος ἐμφανίζεται καὶ μᾶς παρέχει ὅλ’ αὐτὰ τὰ πολύτιμα δῶρα, κάποια ἀμφιβολία ἐξακολουθεῖ ἀκόμα νὰ κρύβεται σὲ κάποια γωνιὰ τῆς ψυχῆς μας. Ἡ γωνιὰ αὐτὴ ἀντιπροσωπεύει τὸ δύσπιστο Θωμά. Γιὰ νὰ φωτιστεῖ καὶ νὰ θερμανθεῖ κι ἡ γωνιὰ αὐτὴ μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ ἐπιμείνουμε στὴν προσευχὴ καὶ νὰ περιμένουμε μὲ μεγάλη ὑπομονή. Πρέπει νὰ μένουμε κλειδαμπαρωμένοι, προστατευμένοι ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο, ἀπὸ τὶς σωματικὲς ἐπιθυμίες καὶ ὁρμές. Τότε ὁ Κύριος πού ἀγαπᾶ τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ μᾶς συμπονέσει καὶ θὰ εἰσακούσει τὶς προσευχές μας. Θὰ ἐμφανιστεῖ ξανά καὶ μὲ τὴ φιλεύσπλαχνη παρουσία Του θὰ φωτίσει καὶ τήν τελευταία σκοτεινὴ γωνιὰ τῆς ψυχῆς μας. Τότε καὶ μόνο τότε θὰ μπορέσουμε νὰ ποῦμε πώς εἴμαστε ζωντανὲς ψυχὲς καὶ υἱοὶ Θεοῦ κατὰ χάρη. Κι ὅλ’ αὐτὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο πρέπει ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
(Ἀπό το βιβλίο: «Ἀναστάσεως Ἡμέρα» Ἐκδόσεις, Πέτρου Μπότση)
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η μετάνοια είναι εργόχειρο που δεν τελειώνει ποτέ
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Απριλίου, 2015
Οταν ο αββάς Αντώνιος ασκήτευε στην έρημο, έπεσε κάποτε σε ακηδία και σε μεγάλη σύγχυση των λογισμών του και έλεγε στον Θεό:
“Κύριε, θέλω να σωθώ αλλά δεν μ΄ αφήνουν οι λογισμοί μου. Τι να κάνω με τη θλίψη μου αυτή; Πώς να σωθώ;”
Κάποια φορά λοιπόν βγήκε λίγο προς τα έξω και βλέπει κάποιον σαν τον εαυτό του να κάθεται και να κάνει εργόχειρο. Μετά από λίγο άφηνε το εργόχειρο, σηκωνόταν και προσευχόταν, και ξανά καθόταν και συνέχιζε να πλέκει το σχοινί του. Ύστερα πάλι σηκωνόταν για προσευχή.
Ήταν άγγελος Κυρίου που είχε σταλεί για να διορθώσει τον Αντώνιο και να του δώσει σιγουριά και άκουσε τον άγγελο να του λέει:
“Κάνε κι εσύ το ίδιο και θα σωθείς”.
Και ο Αντώνιος όταν τ” άκουσε, πήρε μεγάλη χαρά και κουράγιο. Και έτσι κάνοντας προχωρούσε στο έργο της σωτηρίας του.
*****
Ζούσε κάποτε στην Αλεξάνδρεια ένας μορφωμένος άνθρωπος που τον έλεγαν Κοσμά. Ήταν αξιοθαύμαστος και πολύ ενάρετος, με ταπεινό φρόνημα, σπλαχνικός, εγκρατής, παρθένος, άνθρωπος της ησυχίας, φιλόξενος, φίλος των φτωχών. Επειδή εγώ του είχα μεγάλη οικειότητα, μια φορά του λέω:
“Κάνε αγάπη, πόσο χρόνο ζεις τη ζωή της ησυχίας; ” Επειδή σώπαινε και δεν μου έδινε κα μια απάντηση, πάλι του λέω: “Για χάρη του Κυρίου πες μου”. Κι εκείνος, αφού για λίγο κρατήθηκε, μου λέει:
“Έχω τριάντα τρία χρόνια”.
Πάλι του λέω: “Κάνε τέλεια την αγάπη, γιατί ξέρεις πολύ καλά ότι για ωφέλεια της ψυχής σε ρωτώ, πες μου: σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα της ησυχαστικής σου ζωής, τι κατόρθωσες;”
Εκείνος, αφού αναστέναξε από τα βάθη της καρδιάς, μου λέει: “Ένας άνθρωπος κοσμικός τι μπορεί να κατορθώσει και μάλιστα τη στιγμή που κάθεται στο σπίτι του; ”
Όμως εγώ τον παρακαλούσα: “Για χάρη του Κυρίου πες μου και ωφέλησέ με”. Και επειδή τον πίεσα πολύ, είπε:
“Συγχώρεσέ με, αυτά τα τρία ξέρω ότι κατόρθωσα: να μη γελώ, να μην ορκίζομαι και να μη λέω ψέματα”.
*****
Είπε ο αββάς Λογγίνος:
“Η νηστεία ταπεινώνει το σώμα,
η αγρυπνία καθαρίζει τον νου,
· η ησυχία φέρνει το πένθος,
· το πένθος βαπτίζει τον άνθρωπο και τον απαλλάσσει από την αμαρτία”.
Ο αββάς Λογγίνος είχε μεγάλη κατάνυξη την ώρα της προσευχής και της ψαλμωδίας του, και μια φορά του λέει ένας μαθητής του:
“Αββά, αυτός είναι ο πνευματικός κανόνας, να κλαίει ο μοναχός, όταν κάνει την ακολουθία του; ”
Και ο Γέροντας του απαντά:
“Ναι, παιδί μου, αυτός είναι ο κανόνας, που επιζητεί ο Θεός. Βέβαια ο Θεός δεν έπλασε τον άνθρωπο να κλαίει, αλλά να χαίρεται και να ευφραίνεται και να τον δοξάζει, όπως οι άγγελοι, με την καθαρή και αναμάρτητη ζωή του. Όμως ο άνθρωπος έπεσε στην αμαρτία και γι αυτό είναι ανάγκη να κλαίει, ενώ όπου δεν υπάρχει αμαρτία, εκεί δεν έχει θέση το κλάμα”.
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης ο εξ Ιωαννίνων
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Απριλίου, 2015
Μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη στις 18 Απριλίου 1526
Ο άγιος καταγόταν από τα Ιωάννινα , ήταν ευσεβής Χριστιανός από μικρό παιδί , από ευσεβείς γονείς και στο επάγγελμα ράφτης. Από τα χρήματα που έβγαζε το ένα τρίτο το έδινε στους φτωχούς ελεημοσύνη, το ένα τρίτο το έδινε στους γονείς του και το υπόλοιπο το χρησιμοποιούσε ο ίδιος για τη συντήρησή του.
Μετά τον θάνατο των γονέων του πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όταν πατριάρχης ήταν ο συμπατριώτης του Ιερεμίας. Νοίκιασε ένα εργαστήριο , όπου εργαζόταν την τέχνη του.
Ο άγιος είχε πολλά φυσικά και πνευματικά χαρίσματα. Ήταν όμορφος σωματικά, πρόθυμος, θαρραλέος, συνετός στα λόγια. Όπως ήταν φυσικό κάποιοι Τούρκοι γείτονές του τον φθονούσαν και τον ζήλευαν. Πολλές φορές τον πείραζαν λέγοντάς του , Τι κρίμα τέτοιο ωραίο και δυνατό παλληκάρι να είναι Χριστιανός και να βασανίζεται σε μια τέτοια τέχνη για ένα κομμάτι ψωμί κι ένα ρούχο. Ενώ ,αν αφήσει την πίστη του και δεχτεί τη δική μας ,έχει να πάρει από τον βασιλιά μεγάλα αξιώματα και ν’ αποκτήσει πολύ πλούτο και περιουσία.
Ο άγιος τ’ άκουγε όλα αυτά και ως συνειδητός Χριστιανός τα περιγελούσε . Επειδή δεν σταματούσαν να τον πειράζουν και να τον προτρέπουν ν’ αρνηθεί τον Χριστό, γεννήθηκε μέσα του ο πόθος να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Από μόνος του δεν ήθελε να προχωρήσει σε μια τέτοια ενέργεια. Πήγε στον πνευματικό του , που ήταν ο πρωτοπαπάς του πατριαρχείου και εκμυστηρεύτηκε τον λογισμό του. Εκείνος αμέσως προσπάθησε να τον αποτρέψει λέγοντάς του πως είναι αυθάδεια και πειρασμός να πηγαίνουν στο μαρτύριο οι Χριστιανοί αυτόκλητοι. Εξάλλου και οι Ιεροί Κανόνες το απαγορεύουν .
Αρχικά ο άγιος υπάκουσε στον πνευματικό του, λυπήθηκε όμως διότι τον εμπόδισε από το μαρτύριο και περίμενε διψώντας τον υπέρ Χριστού θάνατο.
Ήρθε η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και όλοι αυτοί οι Τούρκοι όχι απλώς τον ενοχλούσαν αλλά έγιναν κυριολεκτικά φορτικοί. Άλλοτε τον κορόιδευαν, τον στεναχωρούσαν , τον φοβέριζαν, τον κολάκευαν, με χίλιους δυο τρόπους τον πίεζαν, ν’ αρνηθεί τον Χριστό και να δεχθεί το Ισλάμ.
Ήρθε η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα. Βιώνοντας ο άγιος τα Πάθη του Κυρίου ποθούσε να γίνει κοινωνός του πάθους με το να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Πήγε την Μ. Πέμπτη στον πνευματικό του και του λέει:
Πάτερ, πάει και τελείωσε , το αποφάσισα να μαρτυρήσω και άλλος τρόπος δεν υπάρχει από το να μου δώσεις την ευλογία σου. Ειδ’ άλλως θα πάω από μόνος μου και ελπίζω στο έλεος του Θεού να με δυναμώσει να φανώ νικητής.
Πρόσεχε παιδί μου, του απάντησε ο πνευματικός, το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής. Αυτοί οι αγώνες χρειάζονται προετοιμασία , νηστεία, προσευχή συνεχή, για να καθαριστεί η καρδιά του ανθρώπου και να του αποκαλύψει ο Θεός το θέλημά του.
Ο Ιωάννης υπάκουσε και πάλι στον πνευματικό.
Την άλλη μέρα , Μ. Παρασκευή, πήγε πάλι στον πνευματικό και του λέει γεμάτος χαρά :
Είχα πληροφορία, πάτερ, είδα τη νύχτα ότι ήμουν μέσα στη φωτιά σαν τους τρεις παίδες και δοξολογούσα τον Χριστό , Σε παρακαλώ ,να με καθοπλίσεις με τις ευλογίες σου και τη Θεία Κοινωνία.
Τότε ο πνευματικός ,βλέποντας το αμετάθετο της γνώμης του, τον ευχήθηκε από ψυχής και ,αφού τον κοινώνησε , τον άφησε να φύγει.
Πήγε στο ραφείο του και καθόταν συλλογισμένος. Νάτοι πάλι και οι αλιτήριοι γείτονές του και σαν να ήσαν συνεννοημένοι άρχισαν πάλι τα ίδια. Τώρα μάλιστα τον συκοφαντούσαν πως όταν ήταν στα Τρίκαλα είχε πει πως θα γίνει μουσουλμάνος και τώρα δεν δεχόταν.
Ο άγιος τους κοίταξε με αυστηρό βλέμμα και τους λέει:
Για μένα τα λέτε αυτά ή για κανένα άλλο ;
Βεβαίως ,του απάντησαν, για σένα.
Μη γένοιτο, αποκρίθηκε ο άγιος, να πάθω τέτοια εγκατάλειψη Θεού, ώστε να αρνηθώ τον Χριστό μου είτε στα Τρίκαλα είτε αλλού. Εγώ με τον Χριστό μου ζω και θα ζήσω και είμαι πρόθυμος να πεθάνω γι’ Αυτόν. Πως είναι δυνατόν να αφήσω τον Χριστό μου , τον Πλάστη μου και Θεό και ν’ ακολουθήσω τον Μωάμεθ, άνθρωπο αγράμματο , φαντασιοκόπο και εχθρό του Χριστού μου, πράγμα ακριβώς που με κάνει να τον αποστρέφομαι εντελώς καθώς και την πίστη του ; Ό,τι θέλετε κάντε μου, γιατί όσα περισσότερα βάσανα μου δώσετε , τόσο περισσότερο καλό μου κάνετε.
Εκείνοι τότε όρμησαν κατεπάνω του τρίζοντας τα δόντια, χτυπώντας τον με ξύλα ,με πέτρες με κλωτσιές, γροθιές και τον πήγαν στο δικαστή, σέρνοντάς τον κυριολεκτικά, με την κατηγορία ότι βλαστήμησε τη θρησκεία τους και ομολόγησε φανερά τον Χριστό ως Θεό αληθινό. Ο δικαστής τον ρώτησε αν όλα αυτά είναι αληθινά και ο άγιος ομολόγησε και πάλι τον Χριστό ως αληθινό Θεό , την δε θρησκεία τους και εκείνους ήλεγξε με πολλούς τρόπους , ώστε να τους παροξύνει να τον θανατώσουν. Ο δικαστής διέταξε να τον χτυπήσουν στο στόμα και ,αφού τον ξαπλώσουν κάτω ,να τον δείρουν αλύπητα.
Αφού έγιναν αυτά τον ρώτησε : Τι προτιμάς , να βασανίζεσαι και να θανατωθείς με πικρό θάνατο ή να αρνηθείς τον Χριστό και να αποκτήσεις πλούτη και αξιώματα ; Ο άγιος απάντησε το πρώτο. Ο δικαστής θεώρησε καλό να τον φυλακίσει μήπως και αλλάξει γνώμη. Έτσι , αφού τον έδεσαν με δυο αλυσίδες, τον φυλάκισαν.
Την άλλη μέρα τον οδήγησαν πάλι μπροστά του. Πάλι ο άγιος αποκρίθηκε με το ίδιο θάρρος και τα ίδια λόγια, οπότε ο δικαστής διέταξε να τον κάψουν ζωντανό.
Όταν μαθεύτηκε η απόφαση στους Χριστιανούς ο Πατριάρχης και οι υπόλοιποι κληρικοί και Χριστιανοί συγκέντρωσαν χρήματα και τα έστειλαν στο δικαστή με την παράκληση ν’ αναβάλει την εκτέλεση λόγω του ότι την άλλη ημέρα ήταν το Πάσχα. Πράγματι τον έκλεισαν στη φυλακή ως την Παρασκευή της Διακαινησίμου.
Τον οδήγησαν και πάλι μπροστά στον δικαστή, ο οποίος προσπαθούσε να τον διαστρέψει και πάλι από την πίστη. Ο άγιος αφού για μια ακόμη φορά ομολόγησε τον Χριστό άρχισε να ψάλλει ,εν μέσω των Αγαρηνών, το Χριστός Ανέστη. Μόλις τ’ άκουσαν όρμησαν πάνω του να τον κατασπαράξουν. Άρχισαν να τον δέρνουν ανελέητα , εκείνος συνέχιζε με λαμπρή φωνή να ψάλλει το Χριστός Ανέστη . Εν τω μεταξύ πλήθος Τούρκων συγκέντρωνε με ζήλο καύσιμη ύλη, φρύγανα και ξύλα, διότι αυτό το θεωρούν έργο θεάρεστο, την εκτέλεση δηλαδή των απίστων.
Αφού άναψαν τα ξύλα σε ένα ανοιχτό μέρος , μέσα στην πόλη, έσπρωχναν τον γενναίο αθλητή του Χριστού ,που από μόνος του έτρεχε προς τη φωτιά, λες και πήγαινε σε πανηγύρι. Επειδή όμως οι κάτοικοι του απέναντι σπιτιού θεώρησαν κακό να καεί άνθρωπος μπροστά στο σπίτι τους , όρμησαν με ξύλα μαζί με τους υπηρέτες τους και έδιωξαν τους φονιάδες του αγίου. Εκείνοι άρπαξαν τον άγιο μισοκαμένο και τον οδήγησαν έξω από την πόλη, όπου άναψαν μια μεγαλύτερη φωτιά , στην οποία δεν περίμενε πάλι ο άγιος να τον ρίξουν αλλά πήδηξε χορεύοντας μέσα μόνος του ψάλλοντας το Χριστός Ανέστη. Έτσι επαληθεύτηκε το όραμά του με τους τρεις παίδες.
Κάποιοι Χριστιανοί ,που παρευρίσκονταν, δωροδόκησαν τους δημίους να παραμερίσουν λίγο τη φωτιά και να αποκεφαλίσουν τον μάρτυρα για να μη βασανίζεται επί πολλή ώρα. Πράγμα το οποίο έγινε και έτσι ετελειώθη ο άγιος νεομάρτυς του Χριστού και έλαβε τον της ομολογίας και της αθλήσεως στέφανο.
Αφού έσβησε η φωτιά πάλι εκείνοι οι Χριστιανοί δωροδόκησαν τους δημίους και συγκέντρωσαν όσα από τα τίμια λείψανα του μάρτυρος δεν είχαν κατακαεί και τα πήγαν στο Πατριαρχείο , όπου έγινε αγρυπνία με τη συμμετοχή πλήθους Χριστιανών και, αφού τα προσκύνησαν , τα ασφάλισαν σε κατάλληλο τόπο.
Πλήθος θαύματα σημειώθηκαν δια των Αγίων λειψάνων του νεομάρτυρος , τα οποία είναι καταγεγραμμένα από τον παναιδεσιμότατο πρωτοπαπά Ναυπλίου Νικόλαο Μαλαξό, ο οποίος έγραψε και το συναξάρι του Αγίου.
Ιερά Λείψανα: Η Κάρα του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων.
Απότμημα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Δουσίκου Τρικάλων.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τα χαρμόσυνα αναστάσιμα βιώματα του Αγίου γέροντα Πορφυρίου
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Απριλίου, 2015
Αντί άλλης Πασχάλιας ευχής, θα σας μεταφέρω τα χαρμόσυνα αναστάσιμα βιώματα του μακαριστού γέροντα Πορφυρίου, όπως τα έζησα μια Τρίτη Διακαινησίμου στο κελλάκι του. Πήγα να τον δω σαν γιατρός. Μετά την καρδιολογική εξέταση και το συνηθισμένο καρδιογράφημα με παρεκάλεσε να μη φύγω.
Κάθησα στο σκαμνάκι κοντά στο κρεβάτι του. Έλαμπε από χαρά το πρόσωπό του. Με ρώτησε:
– Ξέρεις το τροπάριο που λέει: «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν… »;
– Ναι γέροντα, το ξέρω.
– Πες το.
Άρχισα γρήγορα-γρήγορα. «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου τήν καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου, απαρχήν. Καί σκιρτώντες υμνούμεν τόν αίτιον, τόν μόνον ευλογητόν των πατέρων καί υπερένδοξον».
– Το κατάλαβες;
– Ασφαλώς το κατάλαβα. Νόμισα πως με ρωτάει για τη ερμηνεία του.
Έκανε μια απότομη κίνηση του χεριού του και μου είπε:
– Τίποτε δεν κατάλαβες, βρε Γιωργάκη! Εσύ το είπες σαν βιαστικός ψάλτης…Άκου τι φοβερά πράγματα λέει αυτό το τροπάριο: Ο Χριστός με την Ανάστασή Του δεν μας πέρασε απέναντι από ένα ποτάμι, από ένα ρήγμα γης, από μια διώρυγα, από μια λίμνη ή από την Ερυθρά θάλασσα. Μας πέρασε απέναντι από ένα χάος, από μια άβυσσο, που ήταν αδύνατο να την περάσει ο άνθρωπος μόνος. Αιώνες περίμενε αυτό το πέρασμα, αυτό το Πάσχα. Ο Χριστός μας πέρασε από το θάνατο στη ζωή. Γι’ αυτό σήμερα «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου τήν καθαίρεσιν». Χάθηκε ο θάνατος. Το κατάλαβες; Σήμερα γιορτάζουμε την «απαρχή» της «άλλης βιωτής, της αιωνίου» ζωής κοντά Του.
Μίλαγε με ενθουσιασμό και βεβαιότητα. Συγκινήθηκε. Σιώπησε για λίγο και συνέχισε πιο δυνατά:
– Τώρα δεν υπάρχει χάος, θάνατος, νέκρωση, Άδης. Τώρα όλα χαρά, χάρις στην Ανάσταση του Χριστού μας. Αναστήθηκε μαζί Του η ανθρώπινη φύση. Τώρα μπορούμε κι εμείς να αναστηθούμε, να ζήσουμε αιώνια κοντά Του…Τί ευτυχία η ανάσταση! «Καί σκιρτώντες υμνούμεν τόν αίτιον». Έχεις δει τα κατσικάκια τώρα την άνοιξη να χοροπηδούν πάνω στο γρασίδι. Να τρώνε λίγο από τη μάνα τους και να χοροπηδούν ξανά; Αυτό είναι το σκίρτημα, το χοροπήδημα. Έτσι έπρεπε κι εμείς να χοροπηδούμε από χαρά ανείπωτη για την Ανάσταση του Κυρίου μας και τη δική μας.
Διέκοψε πάλι το λόγο του. Ανέπνεα μια ευφρόσυνη ατμόσφαιρα.
– Μπορώ να σου δώσω μια συμβουλή; συνέχισε. Σε κάθε θλίψη σου, σε κάθε αποτυχία σου να συγκεντρώνεσαι μισό λεπτό στον εαυτό σου και να λες αργά-αργά αυτό το τροπάριο. Θα βλέπεις ότι το μεγαλύτερο πράγμα στη ζωή σου- και στη ζωή του κόσμου όλου- έγινε. Η Ανάσταση του Χριστού, η σωτηρία μας. Και θα συνειδητοποιείς ότι η αναποδιά που σου συμβαίνει είναι πολύ μικρή για να χαλάσει τη διάθεσή σου.
Μου έσφιξε το χέρι λέγοντας:
– Σου εύχομαι να σκιρτάς από χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου το χάος από το οποίο σε πέρασε ο Αναστάς Κύριος, « ο μόνος ευλογητός των πατέρων»…Ψάλλε τώρα και το «Χριστός Ανέστη».
Υστερόγραφο δικό μου
«Αληθώς Ανέστη»
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ
Περιοδικό Ευροκλύδων, τεύχος 7
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ανάσταση: Η σύνοψη της ευαγγελικής αλήθειας
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Απριλίου, 2015
Εγώ είμαι η Ανάσταση και η Ζωή.
Εάν υπάρχει μια αλήθεια στην οποία θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλες οι ευαγγελικές αλήθειες, η αλήθεια αυτή θα ήταν η ανάσταση του Χριστού. Και ακόμη, εάν υπάρχει μια πραγματικότητα στην οποία θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλες οι καινοδιαθηκικές πραγματικότητες, η πραγματικότητα αυτή θα ήταν η ανάσταση του Χριστού. Μόνο στην ανάσταση του Χριστού εξηγούνται όλα τα θαύματά Του, όλες οι αλήθειες Του, όλα τα λόγια Του, όλα τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης.
Μέχρι την ανάστασή Του ο Κύριος δίδασκε για την αιώνια ζωή, αλλά με την ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος όντως είναι η αιώνια ζωή. Μέχρι την ανάστασή Του δίδασκε για την ανάσταση των νεκρών, αλλά με την ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος είναι πράγματι η ανάσταση των νεκρών. Μέχρι την ανάστασή Του δίδασκε ότι η πίστη σ’ Αυτόν μεταφέρει εκ του θανάτου εις την ζωήν, αλλά με την ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος νίκησε το θάνατο και έτσι εξασφάλισε στους θανατωμένους ανθρώπους τη μετάβαση εκ του θανάτου στην ανάσταση.
Με την αμαρτία ο άνθρωπος έγινε θνητός και πεπερασμένος· με την ανάσταση του Θεανθρώπου γίνεται αθάνατος και αιώνιος. Σ’ αυτό δε ακριβώς έγκειται η δύναμη και το κράτος και η παντοδυναμία της του Χριστού αναστάσεως. Και για αυτό χωρίς την ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε καν ο Χριστιανισμός. Μεταξύ των θαυμάτων η ανάσταση του Κυρίου είναι το μεγαλύτερο θαύμα. Όλα τα άλλα θαύματα πηγάζουν από αυτό και συνοψίζονται σ’ αυτό. Απ’ αυτό πηγάζουν η πίστη και η αγάπη και η ελπίδα και η προσευχή και η θεοσέβεια. Αυτό είναι εκείνο το οποίο καμία άλλη θρησκεία δεν έχει· αυτό είναι εκείνο το οποίο ανυψώνει τον Κύριο υπεράνω όλων των ανθρώπων και των θεών. Αυτό είναι εκείνο το οποίο κατά τρόπο μοναδικό και αναμφισβήτητο δείχνει και αποδεικνύει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και Κύριος σε όλους τους ορατούς και αόρατους κόσμους.
Το ότι ο άνθρωπος πιστεύει αληθινά στον Αναστάντα Κύριο το αποδεικνύει με το να αγωνίζεται κατά της αμαρτίας και των παθών και εάν μεν αγωνίζεται, πρέπει να γνωρίζει ότι αγωνίζεται για την αθανασία και την αιώνια ζωή. Εάν όμως δεν αγωνίζεται, τότε μάταιη η πίστη του! Διότι, εάν η πίστη του ανθρώπου δεν είναι αγώνας για την αθανασία και την αιωνιότητα, τότε τί είναι; Εάν με την πίστη στο Χριστό δεν φθάνει κανείς στην αθανασία και την επί του θανάτου νίκη, τότε προς τί η πίστη μας; Εάν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τούτο σημαίνει ότι η αμαρτία και ο θάνατος δεν έχουν νικηθεί. Εάν δε δεν έχουν αυτά τα δύο νικηθεί, τότε γιατί να πιστεύει κανείς στο Χριστό; Εκείνος όμως ο οποίος με την πίστη στον Αναστάντα Χριστό αγωνίζεται εναντίον κάθε αμαρτίας του, αυτός ενισχύει σιγά-σιγά μέσα του την αίσθηση ότι ο Κύριος πραγματικά αναστήθηκε, άμβλυνε το κέντρο του θανάτου, νίκησε το θάνατο σε όλα τα μέτωπα της μάχης.
Χωρίς την ανάσταση δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό ούτε κάτω από τον ουρανό τίποτε πιο παράλογο από τον κόσμο αυτό ούτε μεγαλύτερη απελπισία από τη ζωή αυτή, δίχως αθανασία. Σ’ όλους τους κόσμους δεν υπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ύπαρξη από τον άνθρωπο, που δεν πιστεύει στην ανάσταση των νεκρών. Γι’ αυτό, για την ανθρώπινη ύπαρξη, ο Αναστημένος Κύριος είναι τα «πάντα έν πάσιν» σ’ όλους τους κόσμους: ό,τι το Ωραίο, το Καλό, το Αληθινό, το Προσφιλές, το Χαρμόσυνο, το Θείο, το Σοφό, το Αιώνιο. Αυτός είναι όλη η Αγάπη μας, όλη η Αλήθειά μας, όλη η Χαρά μας, όλο το Αγαθό μας, όλη η Ζωή μας, η Αιωνία Ζωή σε όλες τις αιωνιότητες και απεραντοσύνες.
Πηγή: «Αγία Ζώνη», Περιοδική Έκδοση Ιερού Ναού Αγίας Ζώνης Πατησίων, Τεύχος 23, Πάσχα 2011.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τρία παράθυρα είναι ανοιχτά στον ουρανό…
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Απριλίου, 2015
Τρία παράθυρα είναι ανοιγμένα στον ουρανό για τον πνευματικό άνθρωπο: μέσω του πρώτου ο νους βλέπει με την πίστη, μέσω του δεύτερου η καρδιά βλέπει με την ελπίδα, μέσω του τρίτου η ψυχή βλέπει με την αγάπη.
Όποιος βλέπει τον ουρανό μόνο μέσω ενός παραθύρου, βλέπει το ένα τρίτο του ουρανού. Όποιος βλέπει μέσω και των τριών παραθύρων, βλέπει ολόκληρο τον ουρανό.
Η Αγία Βαρβάρα διέσχισε τρία παράθυρα στον πύργο, στον οποίο φυλακίστηκε από τον πατέρα της, και μ’ αυτό ήθελε να δείξει την πίστη της στην Αγία Τριάδα.
Για να δούμε τη θεϊκή Τριάδα σε ενότητα, πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας ως Τριάδα σε ενότητα. Εφόσον μόνο η αγάπη της Τριάδας μπορεί να δει την Τριάδα.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Στοχασμοί περί καλού και κακού, εκδ. Εν πλω, Αθήνα, σ. 191
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Δώδεκα εκατομμύρια παιδιά στη Μέση Ανατολή δεν πηγαίνουν σχολείο.
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Απριλίου, 2015
Περισσότερα από 12 εκατομμύρια παιδιά στη Μέση Ανατολή δεν πηγαίνουν στο σχολείο, δηλώνει η Unicefσημειώνοντας ότι στον αριθμό αυτόν δεν περιλαμβάνονται τα παιδιά που έχουν αναγκασθεί να εγκαταλείψουν το σχολείο εξαιτίας των συρράξεων στη Συρία και το Ιράκ.
Εάν συνυπολογισθούν τα παιδιά εμπόλεμων χωρών ή περιοχών, ο αριθμός φθάνει στα 15 εκατομμύρια, σύμφωνα με έκθεση της UNICEF που δόθηκε την Τετάρτη στη δημοσιότητα στη Βηρυτό.
Στην έκθεση, η οποία συντάχθηκε από κοινού από τη UNICEF και την UNESCO, εκφράζεται ικανοποίηση για τους «σημαντικούς πόρους και το πολιτικό κεφάλαιο» που έχουν αφιερωθεί στην εκπαίδευση στη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας και σημειώνεται ότι ο αριθμός των παιδιών που δεν είχε πρόσβαση στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση έχει μειωθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις κατά το ήμισυ.
«Ωστόσο, κατά τα τελευταία χρόνια δεν έχει καταγραφεί καμία πρόοδος» επισημαίνεται στην έκθεση.
Ο αριθμός των 12,3 εκατομμυρίων παιδιών που δεν πηγαίνουν στο σχολείο περιλαμβάνει 4,3 εκατομμύρια της πρωτοβάθμιας, 2,9 εκατομμύρια της δευτεροβάθμιας και 5,1 της προσχολικής εκπαίδευσης και αντιστοιχεί στο 15% των παιδιών στη Μέση Ανατολή.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε εννέα χώρες της Μέσης Ανατολής και ο κύριος λόγος στέρησης της εκπαίδευσης στα παιδιά είναι η φτώχεια. Σε πολλές περιπτώσεις οι οικογένειες δεν είναι σε θέση να πληρώσουν το αντίτιμο των σχολικών βιβλίων και της στολής, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι οικογένειες αποφασίζουν να στείλουν τα παιδιά τους να εργαστούν.
Πηγή: in.gr
Κατηγορία ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Επτά ωφέλιμες και παρήγορες σκέψεις από το Γεροντικό.
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Απριλίου, 2015
Στον καιρό των θλίψεων θα ωφεληθείς πολύ, αν φέρνεις συχνά στο νου σου τις ακόλουθες σκέψεις, μελετώντας και αναλύοντάς τες σε βάθος και πλάτος με τον δικό σου τρόπο και λογισμό.
1. Τι ήσουνα πρίν γεννηθείς, πρίν κάν συλληφθείς στη μήτρα της μητέρας σου; Δεν είχες μήτε σώμα μήτε ψυχή μήτε αίσθηση καμιά. Δεν ήσουνα τίποτα! Και το τίποτα, το μηδέν, είναι λιγότερο κι από ένα άχυρο, ένα χορταράκι, έναν κόκκο σκόνης. Γιατί αυτά έχουν ύπαρξη, εσύ όμως πρίν από τη σύλληψή σου δεν είχες.
2. Στοχάσου την ευσπλαχνία του πανάγαθου Θεού, πού από το τίποτα σε δημιούργησε “;κατ΄εικόνα”;
Του, δίνοντάς σου όχι μόνο το υπερθαύμαστο ανθρώπινο σώμα, αυτό το θαύμα των θαυμάτων, με την ποικιλία των οργάνων και των λειτουργιών και των αισθήσεων, αλλά και τη μοναδική θεοειδή ψυχή, με τον λογικό νου, τη θέληση, τη μνήμη και τις άλλες δυνάμεις.
3. Αναλογίσου μετά απ΄αυτό, πόση πρέπει να είναι η ευγνωμοσύνη σου σ΄Εκείνον, τον ύψιστο και πανάγαθο Ευεργέτη σου, από τον οποίο πήρες δωρεάν τόσα χαρίσματα, πόσο χρωστάς να Τον αγαπάς, να Τον ευχαριστείς, να Τον δοξολογείς, να Τον υπηρετείς, και πόσο να προσέχεις, ώστεποτέ να μην Του φταίξεις και να μην Τον πικράνεις.
4. Αναλογίσου τώρα την αγνωμοσύνη σου απέναντι στον Πλάστη σου, μια και έκανες ακριβώς τα αντίθετα απ΄αυτά που έπρεπε. Αντί να Τον αγαπάς και να Τον ευχαριστείς και να Τον υμνείς και να Τον ευαρεστείς, εσύ Τον καταφρόνησες και Τον εγκατέλειψες και Τον λύπησες, προτιμώντας τα πρόσκαιρα πράγματα και τις εφάμαρτες ηδονές.
5. Συλλογίσου πόσες τιμωρίες θα σου άξιζαν για την αχαριστία σου τούτη και πόσο δίκιο θα είχε ο Κύριος, αν σου στερούσε όλα όσα σου έδωσε, ακόμα και τη ζωή, το μεγαλύτερο δώρο Του. Αυτή η σκέψη, πιο πολύ απ΄όλες τις άλλες, θα σου εμπνεύσει θείο φόβο και θα σε βοηθήσει να υπομείνεις κάθε θλίψη, καθώς θα παραδεχθείς αναμφίβολα πώς υποφέρεις λιγότερο απ΄όσο σου πρέπει.
6. Θαύμασε την άπειρη και ανερμήνευτη αγαθότητα του Θεού μας, πού, ενώ μπορεί αυτήν ακριβώς τη στιγμή να σε τιμωρήσει βαριά και να σε θανατώσει και να σε κολάσει αιώνια, περιμένει ο πολυεύσπλαχνος τη μετάνοιά σου. Κι αν σε παιδεύει τώρα με μικρές και παροδικές θλίψεις, το κάνει για το καλό σου, σαν στοργικός Πατέρας, για να βγεις από τον κακό δρόμο της αμαρτίας και να έρθεις στον ίσιο της αρετής, ώστε τελικά, λουσμένος και καθαρισμένος στο λουτρό των λυπηρών, ν΄αξιωθείς την απόλαυση του παραδείσου.
7. Αποφάσισε, από δω κι εμπρός τουλάχιστον, να δαπανήσεις όλη την υπόλοιπη ζωή σου, τη ζωή που ανήκει σ΄Εκείνον και όχι σ΄εσένα, στη διακονία και στη δόξα Του. Να Τον τιμάς και να Τον ευχαριστείς ακατάπαυστα για τις ευεργεσίες Του, αλλά και ν΄αποδέχεσαι καρτερικά κι αγόγγυστα τις δοκιμασίες που παραχωρεί σαν φάρμακα και γιατρικά της κακίας σου. Να θυσιάσεις, τέλος, πρόθυμα, και τιμή και περιουσία και ζωή ακόμα, παρά να Τον αρνηθείς ή να παραβείς τις εντολές Του.
Αυτά να σκέφτεσαι και να μελετάς, και θα δεις πόσο καρπό και πόση ωφέλεια θα σου δώσουν στον καιρό των θλίψεων.
Από το Γεροντικό
agiosmgefiras.blogspot.gr
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »




















