kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Άγιος Νικόλαος ο εκ Μετσόβου.

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Μαΐου, 2015

Ο Άγιος Μαρτύρησε δια της πυρράς το έτος 1617 και 17 Μαίου επειδή αρνήθηκε να αλλάξει την πατρώα πίστη του Χριστού.

Στις 17 Μαίου μαζί με του Αγίους Κτίτορες της Ι.Μ.Βαρλαάμ,  συνεορτάζουμε τον Νεομάρτυρα Άγιο Νικόλαο εκ Μετσόβου,ένα μεγάλο άγιο της εκκλησίας, του οποίου η Τιμία Κάρα φυλάσσεται στην Ι.Μονή!

Ο άγιος,κατά κόσμο Νικόλαος Μπασδάνης ,καταγόταν από το Μέτσοβο της Ηπείρου και γεννήθηκε κάπου στις αρχές του 17 αιώνα μχ. Μεγαλωμένος,μέσα στην φτώχεια και την κακουχία, με όπλο την ευχή των γονιών του ξενιτεύτηκε στα γειτονικά Τρίκαλα ,για μια καλύτερη ζωή. Εκεί,δούλευε σε ένα τούρκικο φούρνο και έτσι κατάφερνε να βιώνει ,ένα αξιοπρεπή τρόπο ζωής ,για τον ίδιο αλλα και για τους γονείς του. Τα χρόνια κυλούσαν ήρεμα για τον νεαρό Νικόλαο και ζούσε τον χριστιανικό τρόπο ζωής όπως ,όλοι οι τότε σκλαβωμένοι έλληνες. Έως ότου,κάποια στιγμή,επηρεασμένος από τις απειλές και τα φρικτά που έκαναν οι Τούρκοι στους έλληνες και από τις υποσχέσεις για μία ζωή μέσα στην χλιδή,σε περίπτωση που προσκυνούσε τον Μωάμεθ,αλλαξοπίστησε και έγινε μουσουλμάνος. Έτσι, σαν μουσουλμάνος τώρα,είχε κερδίσει την εύνοια των τούρκων και ζούσε πλούσια.
Όμως ,καθώς είχε σαν όπλο την ευχή της μάνας του και τις προσευχές της ,κατάλαβε το λάθος του ,μετανόησε και αποφάσισε να γυρίσει στην φτωχη κατα κόσμο χριστιανική ζωή,αλλά πλούσια σε αγάπη,αξιοπρέπεια και αγνότητα. Έτσι, έφυγε από τα Τρίκαλα και γύρισε στο Μέτσοβο,όπου και ζούσε και πάλι χριστιανικά. Βέβαια, η φτώχεια τον ανάγκασε και πάλι να κατέβει στα Τρίκαλα,αυτη τη φορά σαν έμπορος ,πουλώντας δαδί.
Για λίγο ο άγιος,ζούσε και πάλι ήρεμα και φτωχικά πουλώντας το δαδί του ,εως ότου κάποια στιγμή ,ένας γείτονας από τον φούρνο όπου δούλευε παλιά,τον αντιλήφθηκε. Πιο συγκεκριμένα ,τον απείλησε και τον ράπισε καθώς πρόσβαλε, την πίστη του Μωάμεθ και έγινε ξανά χριστιανός. Σε αυτό το σημείο ο άγιος φοβήθηκε καθώς η τιμωρία για κάτι τέτοιο ήταν θάνατος και ο τούρκος πονηρός ων,εκμεταλεύτηκε την κατάσταση και εκβίασε τον άγιο,κάθε χρόνο να του φέρνει ένα φορτίο δαδί,γιατί αλλιώς θα τον κατέδιδε.
Μέσα λοιπόν σε αυτή την κατάσταση, ο άγιος κάθε χρόνο έφερνε δαδί στον τούρκο και έτσι ζούσε ήρεμα ,αλλά όχι ελεύθερα. Για αυτό το λόγο,αποφάσισε να εξομολογηθεί στον πνευματικό του τον πόνο του και να του πεί τι είχε κατα νου. Κάποια μέρα,λοιπόν, εξομολογήθηκε ,είπε την ιστορία του και ζήτησε ευλογία να μαρτυρήσει εάν χρειαστεί για τον χριστό. Εκεί ,ο πνευματικός φοβήθηκε καθώς είχε περάσει πολλά ,καθώς το μεν πνεύμα πρόθυμον,η δε σαρκς ασθενής. Αλλά ,βλέποντας,ότι μπροστά του είχε ένα νέο με φιλότιμο και ταπείνωση,του έδωσε την ευχή του να μαρτυρησει εαν χρειαστει.
Καθώς λοιπόν,ο Νικόλαος ενισχυμένος από την χάρη του θεού και με ευχές στην πλάτη του,κλιμακωτα ανακάλυπτε τον αληθινό του εαυτό. Στη συνέχεια,πουλούσε το δαδί του κανονικά στην αγορά των τρικάλων,χωρίς να φοβάται για την υποσχεσή του ,στον Τούρκο.
Βέβαια,ο βάρβαρος τον κατάλαβε και μόλις μίλησε λίγο με τον άγιο και κατάλαβε ότι ο άγιος δεν τον φοβάται ,ούτε αυτόν αλλά ούτε και την ψεύτικη θρησκεία του ,έγινε θηρίο και άρχισε να φωνάζει και να τον χτυπά βίαια. Με αυτόν τον τρόπο ,μαζεύτηκαν πολλοί γύρω από τον Νεομάρτυρα και μόλις άκουγαν τι έγινε τον χτυπούσαν και αυτοί,και αποφάσισαν να τον δικάσουν.
Στο παράνομο δικαστήριο,ο Άγιος ξεκαθάρισε ότι είναι χριστιανός και έλληνας και αυτό δεν αλλάζει με τίποτα. Και όταν είδαν ότι ούτε με το καλό αλλά ούτε και με το κακό αλλάζει αποφάσισαν να τον βασανίσουν. Όπως και έγινε. Δηλαδή τον βασάνισαν με μαστίγωμα,χτυπήματα, και κλείσιμο στο μπουντρούμι χωρίς φαγητό για μέρες.
Μετά από αυτά και αφού είδαν ότι δεν αλλάζει,αποφάσισαν να τον θανατώσουν δια της πυρράς. Κατα συνέπεια,στις 17/05/1617, άναψαν μεγάλη φωτιά στο κέντρο της αγοράς των Τρικάλων και τον ρίξανε μέσα και με αυτον τον βάρβαρο τρόπο,ο Νέος Μάρτυρας παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο.
Τέλος από την φωτιά σώθηκε μόνο η άγια κάρα του Νικολάου ,όπου και φυλάσσεται μετα προσοχής στην Ιερά Μονή του Βαρλαάμ των Μετεώρων.

Έτσι την 17η Μαΐου 1617 μ.Χ. ο Νεομάρτυς Νικόλαος παρέδωσε την αγιασμένη του ψυχή, στον Αρχηγό της ζωής και του θανάτου.

Το βράδυ της μαρτυρικής αυτής ημέρας, κάποιος πιστός κεραμοποιός, από ευλάβεια κινούμενος, αφού έδωσε αρκετά χρήματα στους Τούρκους φύλακες, που αγρυπνούσαν στον τόπο του μαρτυρίου, αγόρασε την κάρα του Νεομάρτυρος, που είχε μερικές βλάβες στο σημείο των κροτάφων από την φωτιά. Επειδή όμως φοβόταν τους Τούρκους, έκρυψε την κάρα σε τοίχο του σπιτιού του, χωρίς κανένας να γνωρίζει αυτή του την ενέργεια.

Μετά τον θάνατο του κεραμοποιού, το σπίτι αγοράστηκε από κάποιον που ονομαζόταν Μέλανδρος. Αυτός, δεν γνώριζε απολύτως τίποτε για τον μεγάλο θησαυρό που κρυβόταν στον τοίχο του σπιτιού του. Τις βραδυνές ώρες της 17ης Μαΐου 1618 μ.Χ. είδε να λάμπει φως στο σημείο εκείνο του τοίχου και κατά την διάρκεια του ύπνου, δέχτηκε την πληροφορία ότι στο σημείο αυτό, βρίσκεται κρυμμένη η Κάρα του Νεομάρτυρος Νικολάου. Το πρωΐ, άνοιξε το μέρος εκείνο του τοίχου και βρήκε την Αγία Κάρα. Όμως, επειδή έκρινε τον έαυτό του ανάξιο να κρατάει έναν τόσο μεγάλο θησαυρό, την δώρησε στην Ιερά Μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων, όπου είχε αδελφό μοναχό, για μνημόσυνο αιώνιο δικό του και των γονέων του.

Εκεί φυλάγεται μέχρι σήμερα με εξαίρετη ευλάβεια σε οκτάπλευρο ασημένιο κουτί, η κάρα του Αγίου, και γεμίζει τον τόπο με ξεχωριστή ευωδία διαρκείας, που την αισθάνεται έντονα ο κάθε προσκυνητής. Η αργυρά θήκη της Αγίας Κάρας έχει την εξής επιγραφή:

ΚΑΤΕΣΚΕΥΑΣΘΗ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΟΥΤΙΟΝ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΜΙΑΣ ΚΑΡΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΜΕΤΣΟΒΟΥ, ΔΙΑ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΑΥΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΔΕΣΚΑΤΑΣ ΕΙΣ ΨΥΧΙΚΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑΝ, ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ (ΕΝ) ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΙΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΠΑΠΑ-ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΠΑ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΩΝ ΕΚ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΜΙΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΒΑΡΛΑΑΜ ΕΝ ΜΕΤΕΩΡΟΙΣ. ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ… ΕΚ ΚΩΜΗΣ ΚΑΛΑΡΡΥ(ΤΩΝ) 1819 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΠΡΩΤΗ.

Εκτός από την Αγία Κάρα, σώζονται τεμάχια των χεριών του Αγίου στην Ιερά Μονή Ελεούσης Ιωαννίνων, και στον Ναό του Αγίου Νικολάου Σκαμνελίου Ιωαννίνων, καθώς και δόντι του Αγίου στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Μετσόβου.

Τα θαύματα του Αγίου

Η Κάρα του Νεομάρτυρος, τόσο παλιότερα όσο και σήμερα θαυματουργεί. Δέκτες της θαυματουργικής δυνάμεως, είναι όλοι οι χριστιανοί, που προσέρχονται με πίστη.

α) Τα Τρίκαλα, με μόνη την παρουσία της Αγίας Κάρας σώθηκαν κάποτε από βαρύ θανατικό, που μάστιζε την περιοχή.

β) Το ίδιο έγινε και στο χωριό Δεσκάτη Γρεβενών.

γ) Το ιστορικό χωριό Καλαρρύτες Ιωαννίνων, με μόνη την παρουσία της Κάρας του Νεομάρτυρος, λυτρώθηκε από βασανιστική λοιμική αρρώστια.

δ) Κυρίως όμως η Κάρα του Νεομάρτυρος Νικολάου καταδιώκει και εξοντώνει τις ακρίδες. Στις αγροτικές περιοχές της Θεσσαλίας, όπου οι ακρίδες καταστρέφουν τους καρπούς, μεταφέρεται η Αγία Κάρα, και με έναν τρόπο θαυμαστό, οι ακρίδες καταστρέφονται και οι καρποί διατηρούνται αβλαβείς. Και αυτοί ακόμα οι Τούρκοι, έμειναν εκστατικοί μπροστά σε αυτό το θαύμα, που επαναλαμβάνεται και σήμερα πολλές φορές, παρόλο τον ορθολογισμό και την δυσπιστία της εποχής μας.

ε) Στο χωριό Οξύνεια Τρικάλων, είναι ακόμη ζωντανή η παράδοση για θαύματα του Αγίου. Ο Δημήτριος Καλούσιος καταγράφει ως εξής την ζωντανή αυτή παράδοση του χωριού: … Στο μέρος αυτό ακουγόταν βουή, ήταν ένα στοιχειό· έσκουζε η Μπαλάτσα και πέθαιναν νύμφες και μικρά παιδιά, δεν σωζόταν η νεολαία στο χωριό. Άκουγαν το βουνό, σαν να μούγγριζε ένα βόδι· όταν βούϊζε προς το χωριό Ορθοβούνι, πέθαινε από εκεί ο κόσμος. Βρήκαν εκεί την εικόνα του Αγίου Νικολάου, αλλά ήθελαν να κτίσουν το εκκλησάκι λίγο πιο κάτω, για κοντά, να εδώ στα Λιβάδια, όπου φαίνεται ακόμα το σκάψιμο. Αλλά το καντηλάκι του Αγίου πήγαινε πιο πάνω, στο βουνό. Πάαιναν οι μάστοροι να χτίσουν το πρωΐ, κι εύρισκαν και τα υλικά φευγάτα κει πάνω. Εδώ ήθελε ο Άι-Νικόλας να του χτίσουν το εκκλησάκι. Κι από τότε που χτίσαμε την εκκλησία, σταμάτησε το φονικό, και αυγατήθηκε το χωριό μας.

στ) …Πολύ θαυματουργός στο χωριό μας ο Άι-Νικόλας, παρατηρεί κάποια άλλη, η Οξύνεια τον τιμά πολύ. Πήγαμε στα ξένα, στην Γερμανία, σκοτωμένο δεν φέραμε πίσω. Ο,τι επιθυμεί ο καθένας προσεύχεται και το παίρνει. Σάπιζαν κάποτε στην περιοχή μας τα κρέατα των ζώων· το χωριό μας έκαμε λιτανεία του Αγίου και δεν έπαθε τίποτα.

ζ) Μια άλλη φορά, είχαμε πολλή ακρίδα· πήραμε πάλι την εικόνα του Αγίου με το άλογο, έγινε λιτανεία και την άλλη μέρα, όλη η ακρίδα έφυγε από τις πλαγιές, και τα χωράφια, κι έπεσε στο ποτάμι.

η) Μας ήρθε και ξηρασία· λιτανεία, και την επομένη έβρεξε.

θ) Ένα μουγγό κορίτσι μίλησε.

ι) Μια κοπέλα, την είχαν στο Δαφνί, στο τρελλοκομείο, την έφεραν εδώ κι έγινε καλά.

ια) Ένας πατέρας από το Τσούγκουρο, που έφερε το παιδί του εδώ και το γιάτρεψε ο Άγιος, έκανε τάμα κι έδωσε και στο παιδί του παραγγελία: Όσο βελάζει κι ένα κατσίκι ακόμα στο κοπάδι, θα το πας στον Άι-Νικόλα.

ιβ) Ένας άλλος από την Οξύνεια, έταξε και είπε και στο παιδί του: Όσο θάχεις τα πρόβατα, θα στέλνεις κάθε χρόνο ένα αρνί στον Άγιο. Άμα τάξεις το σφαχτό, και δεν το δώσεις, τότε η θα ψοφήσει, η θα το φάει ο λύκος!

ιγ) Ο τοπικός μας Άγιος, Νικόλαος ο εκ Μετσόβου ο Νεομάρτυς, κατά καιρούς μας εκπλήσσει με την θαυματουργική του χάριν. Την 8ην Αυγούστου 1968 μ.Χ., μας εχάρισε ένα ακόμη θαύμά του. Αποκατέστησε την εκ χρονίας αγκυλώσεως πάσχουσα χείρα μιας μοναχής, αδελφής της Ι. Μονής του Αγίου Στεφάνου, πράγμα που δεν επέτυχον επί έτη αι υπό των ιατρών θεραπευτικαί αγωγαί και εγχειρήσεις, καθώς και τα ιαματικά λουτρά.

Η εν λόγω μοναχή, κατά την εις τα λουτρά Σμοκόβου παραμονήν της δια λουτροθεραπείαν, είδεν εν ονείρω κάποιον με Μετσοβίτικην ενδυμασία να της λέγη: Καλά είναι και τα λουτρά. Εγώ όμως θα σε κάμω καλά. Να έλθης εις εμενα. Είμαι εκεί κοντά σου. Όταν επέστρεψεν εις το Ησυχαστήριόν της διηγήθη εις την Ηγουμένη το όραμα και ότι της ήταν άγνωστος ο νέος. Η Ηγουμένη αντελήφθη ότι με στολήν Μετσοβίτικην θα ήτο ο Άγιος Νικόλαος, όπου εις την Ι. Μονήν Βαρλαάμ φυλάσσεται η Τιμία Κάρα του Αγίου. Την 8η Αυγούστου η Ηγουμένη μετά δύο ακόμη αδελφών και της πασχούσης μοναχής μετέβησαν εις την Ιεράν Μονήν Βαρλαάμ. Εκεί ανεγνώρισε τον Άγιον εκ μιας τοιχογραφίας. Κατά την στιγμήν που η μοναχή επλησίασε να προσκυνήση την Αγίαν Κάραν και μόλις επέθεσε την αγκυλωμένη χείρα της επ αὐτῆς αντελήφθη την Τιμίαν Κάραν του Αγίου να κινήται, να τρέμη, και εν συνεχεία ησθάνθη ένα τίναγμα εις την χείρά της, ωσάν να ήγγισε επί ηλεκτροφόρου σύρματος. Μετά ταύτα διεπίστωσεν ότι είχε θεραπευθή. Το θαύμα είχε συντελεσθή. Θαυμαστός λοιπόν ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού. Έκτοτε, αύτη είναι υγιεστάτη και μονάζει σήμερον (1988 μ.Χ.) εις την Μονήν Φυλής Αττικής, ήτις και διηγείται το θαύμα το οποίον έγινεν δια πρεσβειών του Μάρτυρος.

ιδ) Έτερο θαύμα στην δεκαετία του 1980, έγινε στην Ι. Μ. Βαρλαάμ. Ένα κορίτσι από το χωριό Μηλιά Μετσόβου, έπασχε από επιληψία βαρειάς μορφής. Οι γονείς της την πήγαν σε πολλούς γιατρούς, αλλά πουθενά δεν βρέθηκε θεραπεία. Τελικά, την πήγαν στην Ιερά Μονή Βαρλαάμ, όπου ασπάσθηκε την Κάρα του Αγίου. Έκτοτε το κορίτσι αυτό είναι υγιέστατο και ζει και κινείται σε φυσιολογικά πλαίσια.

ιε) Τέλος, αναφέρουμε αντιπροσωπευτικά ένα από τα πολλά θαύματα, που γίνονται συχνά, στον Ναό του στην Κατοχή Αιτωλοακαρνανίας.

Το θαύμα που είναι γνωστό σε όλους τους κατοίκους του χωριού, έχει σχέση με την παρεμπόδιση του γκρεμίσματος του Ναού, όταν γίνονταν τα αρδευτικά έργα από τις εταιρείες ΕΔΟΚ-ΕΤΕΡ. Όταν χαράσσονταν οι γραμμές για τους δρόμους και τα αυλάκια (κανάλια), έφτασαν σιγά-σιγά και στον λόφο του Άη-Νικόλα. Ο επικεφαλής μηχανικός, αφού τοποθέτησε τα μηχανήματα (διόπτρες σκοπεύσεως κλπ), αποφάσισε πως για να γίνει καλό το αντλιοστάσιο και στην σωστή θέση, έπρεπε να κτισθεί στην θέση της εκκλησίας και φυσικά η εκκλησία θα γκρεμιζόταν. Οι άλλοι εργαζόμενοι (ανάμεσά τους και πολλοί Κατοχιανοί), προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, αλλά εκείνος δεν άκουγε τίποτε. Όταν όμως ξανακοίταξε με τις διόπτρες, για να χαράξει την τελική γραμμή, είδε μέσα την μορφή ενός νέου μοναχού. Αυτό έγινε πολλές φορές, και το είδαν πολλοί άνθρωποι στην συνέχεια, ενώ όταν μετακινούσε την διόπτρα, η μορφή του μοναχού γινόταν άφαντη. Όταν δόθηκε εντολή, σε χειριστή μπουλντόζας να προχωρήσει στο γκρέμισμα του ναού, το μηχάνημα έπαθε ζημιά. Όσες φορές και αν προσπάθησαν δεν πέτυχαν τον σκοπόν τους. Να σημειωθεί ότι προς άλλη, αντίθετη κατεύθυνση, το μηχάνημα κινούνταν κανονικά, ενώ προς τον Ναό όχι. Αφού λοιπόν ο μηχανικός πείστηκε πως η θαυμαστή αυτή επέμβαση του Αγίου γινόταν για να διασωθεί το ξωκλήσι, αποφάσισε την τροποποίηση των σχεδίων και τελικά έγινε το αντλιοστάσιο λίγο πιο βόρεια, στην θέση που είναι σήμερα.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τί ἦταν ἡ Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης;

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Μαΐου, 2015

Τι ήταν η σκηνή του Μαρτυρίου και η Κιβωτός της Διαθήκης;

Τί ἦταν ἡ Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης;
τοῦ ἀρχιμ. Ἰακώβου Κανάκη

Στήν θρησκεία τῶν Ἰσραηλιτῶν ἡ λατρεία ἀποτελεῖ τόν βασικότερο πυλῶνα τῆς σχέσης τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό. Ὁ πιστός Ἰσραηλίτης λατρεύει τό Θεό τόν ὁποῖο θεωρεῖ προστάτη καί σωτήρα του. Ἔτσι, ἀφοῦ τόν ἐξέλεξε ὡς περιούσιο λαό, τοῦ καθόρισε καί τά σχετικά μέ τήν λατρεία ( τρόπο, χῶρο, κ.τ.λ.). Ἔχει ὅμως ἐνδιαφέρον νά σημειώσουμε τά σχετικά μέ τήν λατρεία αὐτή τήν χρονική περίοδο πού οἱ Ἰσραηλῖτες βρίσκονταν στήν ἔρημο μετά τήν ἔξοδό τους δηλαδή ἀπό τήν Αἴγυπτο. Βρίσκονται ὡς ἕνας λαός ταλαιπωρημένος γιά περισσότερα ἀπό σαράντα χρόνια στήν πορεία πρός τήν γῆ Χαναάν. Ἦταν τό χρονικό διάστημα πού ἀπό τήν μιά ὁ Θεός τοῦς ἔδειχνε τήν παρουσία καί προστασία Του καί ἀπό τήν ἄλλη ὁ λαός δέν εἶχε τήν ἀνάλογη ἐμπιστοσύνη πρός Αὐτόν. Πάντως, παρά τίς ἀπιστίες τους τελοῦσαν τίς θρησκευτικές τους παραδόσεις. Ποιές ἦταν αὐτές; Σχετίζονται μέ δύο ἱερά ἀντικείμενα.

Τό πρῶτο ὀνομαζόταν Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί τό δεύτερο Κιβωτός τῆς Διαθήκης. Τό πρῶτο ἦταν ἕνα φορητό ἱερό πού ἀποτελοῦσε τό κέντρο τῆς λατρείας. Σέ αὐτό ἐμφανιζόταν ὁ Θεός καί καθιστοῦσε γνωστές τίς βουλές Του. Αὐτή ἡ σκηνή στηνόταν κοντά στόν χῶρο πού ἔφτιαχνε τίς σκηνές του ὁ λαός καί στό μπροστινό της μέρος συνομιλοῦσε ὁ Μωϋσῆς μέ τό Θεό. Τήν ὥρα αὐτή ὁ λαός περίμενε στίς σκηνές του νά δεῖ τήν στήλη τῆς νεφέλης νά ἐξαφανίζεται ἀπό τήν εἴσοδο τῆς Σκηνῆς, τό ὁποῖο ἀποτελοῦσε σημάδι ὅτι τελείωσε ἡ συνομιλία τους.
Ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης, ἦταν τό πιό ἱερό ἀντικείμενο γιά τούς ἰσραηλίτες. Ἦταν γιά αὐτούς τό ὁρατό σημεῖο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἤ καλύτερα ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά τους. Τήν κατασκεύασε ὁ Μωϋσῆς στό ὄρος Χωρήβ ἀπό ξύλο ἀκακίας ἐνῶ στό ἐσωτερικό καί ἐξωτερικό της μέρος ἦταν ἐπιχρυσωμένη. Μέσα της ὑπῆρχαν σημαντικά ἀντικείμενα πού συνδέονταν μέ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἱστορίας τους. Συγκεκριμένα βρίσκονταν οἱ Πλάκες τῆς Διαθήκης, ἡ στάμνα μέ τό μάννα καί ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών πού βλάστησε. Ἀρχικά ἀποτελοῦσε ξεχωριστό λατρευτικό ἀντικείμενο ἐνῶ στήν συνέχεια τοποθετήθηκε μέσα στήν Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου. Βρισκόταν πάντοτε ἀνάμεσα στόν λαό πού ὁδοιποροῦσε δυναμώνοντάς τον. Στίς μάχες πού διεξάγονταν προπορευόταν τοῦ λαοῦ σάν μιά θεϊκή ἀσπίδα προστασίας. Ἦταν γι᾽ αὐτούς πηγή δύναμης καί πίστης. Ἦταν φορητή ἐνῶ τήν ἀκουμποῦσαν σέ διάφορα ἱερά μέρη μέχρι νά τοποθετηθεῖ μόνιμα στόν περίλαμπρο ναό τοῦ Σολομώντα. Ὅταν οἱ ἰσραηλίτες ἔφτασαν στόν τόπο τους ἦταν φυσικό νά καταργηθεῖ ἡ Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου, ἀφοῦ θά ὑπῆρχε πλέον μόνιμος τόπος γιά τήν λατρεία, ἐνῶ ἡ Κιβωτός χάθηκε μέ τήν καταστροφή ἀπό τούς βαβυλωνίους. Τέλος, γιά ἐμᾶς τούς χριστιανούς Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου ἀλλά καί Κιβωτός τῆς Διαθήκης εἶναι ἡ ἁγία Τράπεζα μέσα στό ἱερό Βῆμα. Εἶναι ὅμως καί ἡ καρδιά κάθε πιστοῦ πού ἔχει κοινωνήσει τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ!

http://kafeneio-megalopolis.gr/

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΗΛΟΝ ΕΠΕΘΗΚΕ ΜΟΥ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Μαΐου, 2015

Οι άνθρωποι έχουμε καταστήσει τη ζωή μας ιδιαίτερα σύνθετη. Προϋποθέτουμε μεγάλο κόπο για να προχωρήσουμε στα έργα μας. Οργανώνουμε ποικιλότροπα σχέδια και προσπαθούμε να καλύψουμε όλες τις πιθανές εκδοχές σε οτιδήποτε κάνουμε. Ο νους μας κατασκευάζει σενάρια με μεγάλη ταχύτητα. Έχουμε χάσει την απλότητα, η οποία δίνει νόημα και περιεχόμενο στη ζωή μας και έχουμε επιδοθεί σε ένα κυνηγητό του εξεζητημένου, του παράξενου, του ιδιαίτερου. Τονίζουμε τη διαφορετικότητά μας και υπερηφανευόμαστε γι’  αυτήν. Έτσι τυφλωνόμαστε πνευματικά, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να ξεγλιστρήσουμε από τη δύναμη της συνθετότητας. Αυτόν τον τρόπο τον μεταφέρουμε στον Θεό, με τον Οποίο οι πολλοί επιδιώκουμε μία συμπόρευση συναλλαγής. Μόνο που εμείς ζητούμε από τον Θεό  αυτό που θέλουμε, αιτιολογώντας τα αιτήματά μας με βάση τις επιθυμίες μας, τι πιστεύουμε ότι είναι καλό για μας, ποια εικόνα για τον Θεό έχουμε μέσα μας σχηματίσει και προχωρώντας με βάση τους δικούς μας υπολογισμούς. Όταν μάλιστα ο Θεός δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται κατά τα δικά μας σχέδια, τότε Τον απορρίπτουμε με απλότητα, καθώς αισθανόμαστε ότι δεν μας καταλαβαίνει.

                Την έκτη Κυριακή από του Πάσχα η Εκκλησία μας υπενθυμίζει τη θεραπεία από τον Χριστό του εκ γενετής τυφλού. Εκείνος δεν ζήτησε κάτι από τον Θεό. Δεν μπορούσε να δει άλλωστε, ούτε Ποιος ήταν ούτε τι έκανε. Πορευόταν στο δικό του σκοτάδι. Είχε σχέσεις με τους ανθρώπους, αλλά σχέσεις εξάρτησης και υποταγής. Ζητιάνευε για να επιβιώσει. Οι γονείς του πιθανότατα αισθάνονταν το βάρος του να έχουν φέρει στον κόσμο ένα παιδί μη αρτιμελές. Και όλοι θεωρούσαν τόσο τον τυφλό, όσο και τους γονείς του παραδείγματα δυστυχίας και αποφυγής. Η αγάπη, που είναι η πιο απλή κατάσταση μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη, δεν άγγιζε τη νοοτροπία των ανθρώπων. Έκριναν τους άλλους με βάση την συνθετότητα ων σκέψεών τους, αποδίδοντας στον Θεό συμπεριφορές τυράννου, τιμωρού και εκδικητή. Γι’  αυτό και οι μαθητές του Χριστού θέτουν ένα ξεκάθαρο ερώτημα στον Κύριο για το ποιος φταίει για την κατάσταση του τυφλού, ο ίδιος ή οι γονείς του.

                Απέναντι σ’ αυτήν την προσέγγιση, ο Χριστός κάνει μία απλή κίνηση. Όπως χαρακτηριστικά θα διηγηθεί ο πρώην τυφλός αργότερα στους Φαρισαίους: «Πηλόν επέθηκε μου επί τους οφθαλμούς και ενιψάμην και βλέπω» (Ιωάν. 9,15). Στη συνθετότητα του προβληματισμού των μαθητών Του ο Χριστός απαντά με μερικές απλές κινήσεις. Κάνει λίγο πηλό, τον τοποθετεί εκεί που θα έπρεπε να είναι τα μάτια του τυφλού και τον στέλνει να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Δείχνει έτσι ότι για τον Θεό το νόημα της ζωής και τα έργα έχουν την απλότητα της αγάπης.  Αλλά και για τον πρώην τυφλό, αυτή η απλότητα είναι η βάση για να προχωρήσει στην μετέπειτα ζωή του, να υπερασπιστεί την αλήθεια της εμπειρίας του, να μην φοβηθεί την απομάκρυνσή του από εκείνους που τον είχαν ήδη στο περιθώριο λόγω της τυφλότητάς του και ενώ θα μπορούσε να χαρεί την επανένταξή του στην κοινωνία των ανθρώπων, αυτός αποφασίζει να υπερασπιστεί την αλήθεια που βιώνει και πιστεύει, δηλαδή τον Χριστό, με τίμημα την εκ νέου περιθωριοποίησή του. Πριν γιατί πίστευαν οι άλλοι ότι ο Θεός δεν τον ήθελε.  Τώρα γιατί βλέπουν ότι ο Θεός τον θέλει, αλλά δεν θέλουν πλέον οι ίδιοι έναν τέτοιο Θεό, που απαντά με την αγάπη στη συνθετότητα των λογισμών τους.

                Ας διδαχθούμε από την απλότητα του Θεού. Θέλει όλοι να σωθούνε και να έλθουν σε επίγνωση της αλήθειας, που είναι ο Ίδιος. Γι’  αυτό και γνωρίζει να περιμένει το πλήρωμα του χρόνου. Την ίδια στιγμή μας δείχνει ότι η αγάπη Του εκφράζεται με την απλότητα. Των λόγων, της κίνησης, της επίσκεψης στους ανθρώπους. Αυτός ας είναι και ο δικός μας τρόπος. Απλοί στους λόγους μας. Όχι κατ’  ανάγκην απλοϊκοί, αλλά με ξεκάθαρο κίνητρό μας την αγάπη. Απλοί στις κινήσεις μας έναντι των ανθρώπων. Να φανερώνουμε την αγάπη την οποία προσπαθούμε να βιώσουμε, ακολουθώντας τις εντολές του Θεού σε οποιαδήποτε συναλλαγή κα συνάντηση με τον πλησίον. Και, κυρίως, με το να επισκεπτόμαστε τους συνανθρώπους μας, όχι μόνο στις δυσκολίες ή στις μεγάλες χαρές, αλλά στην καθημερινότητά μας. Να ανοίγουμε την καρδιά μας και να μην λειτουργούμε με υπολογισμούς έναντί τους. Ακόμη κι αν μας πληγώνουν, ας είμαστε αληθινοί. Το τίμημα μπορεί να είναι πρόσκαιρα σκληρό. Όμως ο Χριστός, μέσα στην απόρριψη, μας επισκέπτεται ο Ίδιος, όπως τον πρώην τυφλό, και μας δίδει χαρά, την οποία κανείς δεν μπορεί να μας αφαιρέσει.

                Ο κόσμος μας κουράζεται και κουράζει εξαιτίας της συνθετότητας με την οποία προσπαθούμε να τον περιβάλλουμε και να τον ερμηνεύσουμε. Απολυτοποιούμε τη γνώση και την επιστήμη, οργανωνόμαστε στις ανθρώπινες σχέσεις με πολύπλοκα σχέδια και κρυφούς υπολογισμούς. Από την άλλη, κι όταν φερόμαστε απλά, ενίοτε αφήνουμε τις εντολές του Θεού από το να είναι η βάση για τον τρόπο μας και επιλέγουμε μία υποκριτική απλότητα, η οποία αποσκοπεί στην ικανοποίηση των επιθυμιών μας, στη χρήση των άλλων και όχι στην συμπόρευση, στην αγάπη, στο μοίρασμα. Δεν αναπαύεται όμως έτσι ο Θεός στις καρδιές μας και γι’  αυτό κουραζόμαστε ακόμη περισσότερο, ενώ η ζωή μας μοιάζει χωρίς συγκεκριμένο νόημα ευτυχίας. Βιώνουμε στην πράξη την τυφλότητα της καρδιάς. Ο τρόπος της Εκκλησίας πάντως σ’  αυτό αποσκοπεί. Στο άνοιγμα της ύπαρξης στον Χριστό, ως το Φως του κόσμου και στην οικείωση της απλότητας της αγάπης. Για να μπορέσουμε να δούμε αληθινά τι είναι η ζωή και Ποιος είναι και μας δίνει την Αλήθεια.

Κέρκυρα, 17 Μαΐου 2015

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

themistoklismourtzanos.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Πορφύριος: Όταν λέμε «Βλέπει ο Θεός», τι εννοούμε;

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Μαΐου, 2015

Ο άνθρωπος έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους άλλους. Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά στους συνανθρώπους μας.
Και η ελάχιστη αγανάκτηση κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα κι αγάπη αυτά να μεταδίδομε.
Να προσέχομε να μην αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν· μόνο να προσευχόμαστε γι’ αυτούς με αγάπη. Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπος μας, ποτέ να μη σκεπτόμαστε κακό γι’ αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε αγαπητικά. Πάντοτε να σκεπτόμαστε το καλό.
Δεν πρέπει ποτέ να σκεπτόμαστε για τον άλλο ότι θα του δώσει ο Θεός κάποιο κακό ή ότι θα τον τιμωρήσει για το αμάρτημά του. Αυτός ο λογισμός φέρνει πολύ μεγάλο κακό, χωρίς εμείς να το αντιλαμβανόμαστε.
Πολλές φορές αγανακτούμε και λέμε στον άλλο: «Δεν φοβάσαι τη δικαιοσύνη του Θεού, δεν φοβάσαι μη σε τιμωρήσει;».
Άλλη φορά πάλι λέμε: «Ο Θεός δεν μπορεί θα σε τιμωρήσει γι’ αυτό που έκανες» ή «Θεέ μου, μην κάνεις κακό σ’ αυτόν τον άνθρωπο γι’ αυτό που μου έκανε» ή «Να μην πάθει αυτό το πράγμα ο τάδε».
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έχομε βαθιά μέσα μας την επιθυμία να τιμωρηθεί ο άλλος. Αντί, όμως να ομολογήσομε το θυμό μας για το σφάλμα του, παρουσιάζομε με άλλον τρόπο την αγανάκτησή μας και, δήθεν, παρακαλούμε τον Θεό γι’ αυτόν. Έτσι, όμως, στην πραγματικότητα καταριόμαστε τον αδελφό.
Κι αν, αντί να προσευχόμαστε, λέμε, «να το βρεις απ’ τον Θεό, να σε πληρώσει ο Θεός για το κακό που μου έκανες», και τότε πάλι ευχόμαστε να τον τιμωρήσει ο Θεός.
Ακόμη και όταν λέμε, «ας είναι βλέπει ο Θεός», η διάθεση της ψυχής μας ενεργεί κατά ένα μυστηριώδη τρόπο, επηρεάζει την ψυχή του συνανθρώπου μας και αυτός παθαίνει κακό.
Καταλάβατε, λοιπόν πώς οι κακές μας σκέψεις, η κακή μας διάθεση επηρεάζουν τους άλλους; Γι’ αυτό πρέπει να βρούμε και τον τρόπο να καθαρίσομε το βάθος του εαυτού μας από κάθε κακία. Όταν η ψυχή μας είναι αγιασμένη, ακτινοβολεί το καλό. Στέλνομε τότε σιωπηλά την αγάπη μας χωρίς να λέμε λόγια.
Ο Χριστός ποτέ δεν θέλει το κακό. Αντίθετα παραγγέλλει: «Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς…».

Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο άγιος Χριστόφορος (ταινία)

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Μαΐου, 2015

Πρόκειται για ελληνική ταινία που γυρίστηκε το 1985 από την εταιρία “Ελπίς φιλμ” και ανήκει σε μια σειρά ταινιών με θέματα βιογραφίες αγίων. Παρακολουθήστε την με ένα κλικ εδώ!…
Για τη βιογραφία του αγίου:
Ένας Όμορφος άγιος με κεφάλι σκύλου: από εδώ (ο τίτλος & η εικόνα απόεδώ)
Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Χριστόφορος καταγόταν από ημιβάρβαρη https://vatopaidi.files.wordpress.com/2010/05/saint-christopher.jpgφυλή και ονομαζόταν Ρεμπρόβος, που σημαίνει αδόκιμος, αποδοκιμασμένος, κολασμένος. Πιθανότατα έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.), όταν στην Αντιόχεια Επίσκοπος ήταν ο Άγιος Ιερομάρτυς Βαβύλας (τιμάται 4 Σεπτεμβρίου).
Ο Άγιος ως προς την εξωτερική εμφάνιση ήταν τόσο πολύ άσχημος, γι’ αυτό και αποκαλείτο «κυνοπρόσωπος» [“Ν”: και συχνά ζωγραφιζόταν με κεφάλι σκύλου – υπάρχει όμως και η αντίθετη άποψη, ότι ήταν πολύ όμορφος και λόγω της ταπείνωσής του ζωγραφιζόταν παλιότερα με κεφάλι σκύλου].
Η μεταστροφή του στον Χριστό έγινε με τρόπο θαυμαστό. Συνελήφθη αιχμάλωτος σε μάχη, που διεξήγαγε το έθνος του με τα Ρωμαϊκά αυτοκρατορικά στρατεύματα. Κατατάγηκε στις Ρωμαϊκές λεγεώνες και πολέμησε κατά των Περσών, επί Γορδίου και Φιλίππου.

Όταν ήταν ακόμη κατηχούμενος (δηλ. μάθαινε ακόμη για το χριστιανισμό, χωρίς να έχει βαπτιστεί), για να ευχαριστήσει τον Χριστό, εγκαταστάθηκε σε επικίνδυνη δίοδο ποταμού και μετέφερε δωρεάν επί των ώμων του εκείνους που επιθυμούσαν να διέλθουν τον ποταμό. Μια μέρα παρουσιάσθηκε προς αυτόν μικρό παιδί, το οποίο τον παρακάλεσε να τον περάσει στην απέναντι όχθη. Ο Ρεμπρόβος πρόθυμα το έθεσε επί των ώμων του και στηριζόμενος επί της ράβδου του εισήλθε στον ποταμό. Όσο όμως προχωρούσε, τόσο το βάρος του παιδιού αυξανόταν, ώστε με μεγάλο κόπο κατόρθωσε να φθάσει στην απέναντι όχθη.
Μόλις έφθασε στον προορισμό του, κατάκοπος είπε στο παιδί ότι και όλο τον κόσμο να σήκωνε δεν θα ήταν τόσο βαρύς. Το παιδί του απάντησε: «Μην απορείς, διότι δεν μετέφερες μόνο τον κόσμο όλο, αλλά και τον πλάσαντα αυτόν. Είμαι Εκείνος στην υπηρεσία του Οποίου έθεσες τις δυνάμεις σου και σε απόδειξη αυτού φύτεψε το ραβδί σου και αύριο θα έχει βλαστήσει», και αμέσως εξαφανίσθηκε. Ο Ρεμπρόβος φύτεψε την ράβδο και την επομένη την βρήκε πράγματι να έχει βλαστήσει.
http://xristianos.gr/forum/eikones/agioi_tis_orthodoksias/agios_xristoforos_megalomarturas_050.pngΜετά το περιστατικό αυτό βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον Άγιο Ιερομάρτυρα Βαβύλα, ο οποίος τον μετονόμασε σε Χριστόφορο. Η άκτιστη θεία Χάρη, που έλαβε την ώρα του βαπτίσματος και του Χρίσματος, μεταμόρφωσε όλη του την ύπαρξη. Και αυτή ακόμα η δύσμορφη όψη του φαινόταν φωτεινότερη και ομορφότερη.
Στην Ορθόδοξη αγιογραφία ο Άγιος εικονίζεται να μεταφέρει στον ώμο του τον Χριστό. Εξ αφορμής ίσως του γεγονότος αυτού θεωρείται προστάτης των οδηγών και στο Μικρόν Ευχολόγιον και συγκεκριμένα στην ακολουθία (τελετή) «επί ευλογήσει νέου οχήματος» υπάρχει, πρώτο στη σειρά, το απολυτίκιό του.
Κατά τον τότε εναντίον των Χριστιανών διωγμό, λίγο μετά την βάπτισή του, είδε Χριστιανούς να κακοποιούνται από τους ειδωλολάτρες. Από αγανάκτηση επενέβη και έκανε δριμύτατες παρατηρήσεις προς αυτούς, διέφυγε δε τη σύλληψη χάρη στο γιγαντιαίο του παράστημα και την ηράκλεια δύναμή του. Καταγγέλθηκε όμως στον αυτοκράτορα και διατάχθηκε η σύλληψή του. Για τον σκοπό αυτό απεστάλησαν διακόσιοι στρατιώτες. Αυτοί, αφού ερεύνησαν σε διάφορα μέρη, τον βρήκαν κατά την στιγμή την οποία ετοιμαζόταν να γευματίσει ένα κομμάτι ξερό ψωμί. Κατάκοποι οι στρατιώτες και πεινασμένοι ζήτησαν από τον Άγιο Χριστόφορο να τους δώσει να φάγουν και ως αντάλλαγμα του υποσχέθηκαν ότι δεν θα τον κακομεταχειρίζονταν.
Ένας από τους στρατιώτες, βλέποντας ότι πλην του ξερού άρτου δεν υπήρχε καμία άλλη τροφή, ειρωνευόμενος τον Χριστόφορο, του είπε ότι ευχαρίστως θα γινόταν Χριστιανός, εάν είχε την δύναμη να τους χορτάσει όλους με το κομμάτι εκείνο του άρτου. Τότε ο Άγιος, αφού γονάτισε, άρχισε να παρακαλεί τον Χριστό να πολλαπλασιάσει το κομμάτι εκείνο του άρτου, όπως πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους στην έρημο, για να χορτάσουν οι πεινώντες στρατιώτες και να φωτισθούν στην αναγνώριση και ομολογία Αυτού.

Η παράκληση του Αγίου εισακούσθηκε και το τεμάχιο του άρτου πολλαπλασιάσθηκε. Βλέποντας οι στρατιώτες το θαύμα αυτό, προσέπεσαν στα πόδια του Αγίου και τον παρακαλούσαν να τους γνωρίσει καλύτερα τον Θεό του. Ο Άγιος εξέθεσε με απλότητα τη Χριστιανική διδασκαλία και αφού όλοι εξέφρασαν την επιθυμία να γίνουν Χριαστιανοί, τους οδήγησε προς τον Επίσκοπο Αντιοχείας Βαβύλα, ο οποίος, αφού τους κατήχησε, τους βάπτισε. Όταν ο αυτοκράτορας Δέκιος πληροφορήθηκε το γεγονός, τους μεν στρατιώτες συνέλαβε και αποκεφάλισε, τον δε Χριστόφορο προσπάθησε με υποσχέσεις και κολακείες να μεταπείσει, αλλά οι προσπάθειές του προσέκρουσαν στην επίμονη άρνηση αυτού.
Κατόπιν τούτου έστειλε προς αυτόν δύο διεφθαρμένες γυναίκες, την Ακυλίνα και την Καλλινίκη, ελπίζοντας ότι με τα θέλγητρά τους θα τον σαγήνευαν και θα τον παρέσυραν. Οι δύο γυναίκες, αφού άκουσαν την προτροπή του Αγίου, για να επανέλθουν στον δρόμο της αγνότητας και της αρετής, έγιναν Χριστιανές και, αφού παρουσιάσθηκαν ενώπιον του αυτοκράτορα Δεκίου, ομολόγησαν τον Χριστό. Γι’ αυτό και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο [τις σούβλισαν ζωντανές!].
Στη συνέχεια ο Άγιος Χριστόφορος υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια και τέλος υπέστη τον δι’ αποκεφαλισμού θάνατο το 251 μ.Χ.
Η Σύναξη αυτού ετελείτο στο Μαρτύριο αυτού κοντά στο ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου στο Κυπαρίσσιον και στο ναό του Αγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου, πλησίον της Αγίας Ευφημίας των Ολυβρίου.
Δείτε συμπληρωματικά στοιχεία για τον άγιο εδώ.
Και: Ο άγιος με το κεφάλι σκύλου & τα δέντρα που αιμορραγούν στις 9 Μαΐου
Ο προφήτης Ησαΐας (9 Μαΐου) & ολόκληρο το βιβλίο του, με μετάφραση
Άγιοι στις 8, 9 & 10 Μαΐου!
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Στολαῖς ταῖς ἐξ αἵματος, ὡραϊζόμενος, Κυρίῳ παρίστασαι, τῷ Βασιλεῖ οὐρανῶν, Χριστοφόρε ἀοίδιμε· ὅθεν σὺν Ἀσωμάτων, καὶ Μαρτύρων χορείαις, ᾄδεις τῆ τρισαγίῳ, καὶ φρικτῇ μελωδίᾳ· διὸ ταῖς ἱκεσίαις ταῖς σαῖς, σῶζε τοὺς δούλους σου.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Χριστὸν φέρων ἔνδοξε, ἐν τῇ ψυχῇ σου, ἰσχυρῶς κατέβαλες, τῶν ἐναντίων τὰς ἀρχάς· διὸ Χριστὸν ἐκδυσώπησον, ὦ Χριστοφόρε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον
Μάρτυς ἀκατάπληκτος καὶ στερρός, πέλων τῇ ἰδέᾳ, Χριστοφόρε καὶ τῷ νοΐ, τῶν ἀντικειμένων, κατέπληξας τὰ στίφη, ἀθλήσας ὑπὲρ φύσιν πόθῳ τοῦ Κτίστου σου.

http://o-nekros.blogspot.gr/2015/05/blog-post_89.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΛΗΜΑ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Μαΐου, 2015

Συχνά οι άνθρωποι αναρωτιόμαστε πώς ο Θεός μας πλησιάζει. Όταν συνειδητο- ποιούμε την απόσταση που χωρίζει τη γη από τον ουρανό, καταλαβαίνουμε ότι το χάσμα μόνο η αγάπη του Θεού μπορεί να το γεφυρώσει. Θέλουμε το Θεό να είναι Πατέρας μας. Και ζητούμε έναν πατέρα ο Οποίος δεν θα ανοίγει απλώς την αγκαλιά Του, αλλά θα ικανοποιεί τα θελήματά μας, στις λίγες στιγμές της ζωής μας στις οποίες Τον χρειαζόμαστε, διότι θεωρούμε ότι όταν δεν υπάρχουν προβλήματα και  δυσκολίες, τότε μπορούμε και μόνοι μας να τα καταφέρουμε. Έτσι, συνήθως ζητούμε από τον Θεό. Στρεφόμαστε προς τον ουρανό και θέλουμε να γεφυρώσουμε την απόσταση με την προσευχή. Και ζητούμε την άμεση απάντηση από την πλευρά του. Κι όταν αυτή δεν έρθει, τότε απογοητευόμαστε και θεωρούμε ότι ο Θεός μάς ξέχασε.

Όμως ο Θεός είναι παρών στη ζωή μας με τις εντολές, τον νόμο και τον λόγο Του, όπως και την δυνατότητα να μελετούμε την παρακαταθήκη την οποία μας έχει αφήσει μέσα από την Αγία Γραφή, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, όπως τα ιερά κείμενα διασώζονται στην Εκκλησία και την καθημερινή ζωή και λατρεία της. Δεν είμαστε έτοιμοι να ζητήσουμε αμεσότητα απάντησης στα ερωτήματα-αιτήματά μας προς το Θεό. Κι αυτό διότι μάς χωρίζει η αμαρτία, η οποία στήνει το μεσότοιχον του φραγμού μεταξύ μας και μεταξύ Του. Αυτό που ο Χριστός διέλυσε με την ενανθρώπησή Του, με την σταύρωση και την ανάστασή Του, εμείς το ξαναστήνουμε με την εγωκεντρική απαίτησή μας ο Θεός να εκπληρώνει αυτό που ζητούμε, χωρίς εμείς να είμαστε σε θέση να προετοιμάσουμε τον εαυτό μας για να δεχθούμε τη χάρη Του. Έτσι έχουμε γνώμη για όλα. Πιστεύουμε ότι δικαιούμαστε αυτό που επιθυμούμε, διότι έχουμε γνώση Ποιος είναι ο Θεός. Κι ενώ έχουμε παραδώσει τον εαυτό μας σε άλλες αγάπες, εντούτοις περιμένουμε από τον Θεό να εκπληρώσει κάθε βουλή μας.

Αυτό ήθελε και η Σαμαρείτιδα γυναίκα όταν συνάντησε τον Χριστό στο φρέαρ του Ιακώβ. Πορεύτηκε προς Αυτόν με την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που είχε άντλημα για να πάρει νερό, που ήξερε τη διδασκαλία του λαού του, που έβλεπε τα πράγματα κατ’ όψιν. Και γι’ αυτό θέτει στον Χριστό το ερώτημα: «Κύριε, ούτε άντλημα έχεις, και το φρέαρ εστὶ βαθύ· πόθεν ουν έχεις το ύδωρ το ζων;» (Ιωάν. 4,11), όταν ο Χριστός της υπόσχεται ότι θα της δώσει το νερό που δίνει ζωή. «Κύριε, δεν έχεις δοχείο για να αντλήσεις νερό, και το πηγάδι είναι βαθύ. Από πού θα πάρεις το νερό που δίνει ζωή;», σπεύδει να Τον ρωτήσει. Την ίδια στιγμή η Σαμαρείτιδα εκφράζει τον άνθρωπο που θα ήθελε να βρει  απαντήσεις στη ζωή του, έναν άνθρωπο ανήσυχο, που δεν  μπορεί να καλύψει το υπαρξιακό του κενό μέσα από τις σχέσεις με τους άλλους, αλλά που δεν βλέπει τον Θεό να του μιλά, για να του δώσει την κατεύθυνση που επιθυμεί. Κι όμως, ο Χριστός θα τη δεχτεί και θα της δώσει απαντήσεις που θα ανανοηματοδοτήσουν τη ζωή της.

Αναφερόμενος στο πηγάδι του Ιακώβ, ένας σπουδαίος πατέρας της Εκκλησίας μας, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής,  λέει τα εξής: «Το πηγάδι του Ιακώβ είναι η Γραφή. Το νερό είναι η θεία γνώση που περιέχει η Γραφή. Το βάθος είναι το δυσκολοπλησίαστο νόημα των γραφικών αινιγμάτων. Το δοχείο για την άντληση είναι η μάθηση του θείου λόγου μέσω αναγνώσεως, την οποία δεν είχε ο Κύριος, γιατί Λόγος είναι ο Ίδιος και δεν παρέχει σ’ όσους πιστεύουν τη γνώση που προέρχεται από μάθηση και μελέτη, αλλά δωρίζει στους άξιους τη σοφία που πηγάζει από την πνευματική χάρη και που ρέει αστείρευτα και ασταμάτητα. Γιατί το δοχείο της αντλήσεως, δηλαδή η μάθηση, παίρνει ένα ελάχιστο μέρος της γνώσεως και αφήνει το όλον που με κανένα λόγο δεν πιάνεται . ενώ η κατά χάρη γνώση έχει το σύνολο- και μάλιστα χωρίς μελέτη- της δυνατής για ανθρώπους σοφίας, η οποία αναβλύζει ανάλογα με τις ανάγκες».

Τα λόγια αυτά μάς δείχνουν τουλάχιστον τρεις μεγάλες αλήθειες: ότι ο Θεός μιλά στους ανθρώπους μέσω του λόγου Του, μόνο που ο λόγος αυτός δεν μπορεί να προσεγγισθεί και να ερμηνευθεί μέσα από την δύναμη του νου μας, ακόμη κι αν είμαστε πρόθυμοι να σπουδάσουμε και να μελετήσουμε και να μάθουμε ό,τι έχει γραφτεί και ειπωθεί, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την άρνηση της γνώσης και της μάθησης. Ο Χριστός μάς δείχνει το πεπερασμένο της νόησής μας και μας προτείνει να είμαστε ταπεινοί, όταν θέλουμε να βρούμε απαντήσεις για το Ποιο  είναι το θέλημα του Θεού στη ζωή μας, τόσο γενικά, όσο και ειδικότερα για τον καθέναν μας.

Η δεύτερη αλήθεια έγκειται στο ότι την ερμηνεία όχι μόνο των λόγων της Γραφής, αλλά και των περιστάσεων της ζωής μας τη δίνει ο Ίδιος ο Κύριος. Άρα, η κοινωνία μαζί Του αποτελεί τον ασφαλέστερο δρόμο για να φανούν οι πτυχές του θελήματός Του. Και η κοινωνία επιτυγχάνεται στη ζωή της Εκκλησίας. Εκεί διαχέεται εν Αγίω Πνεύματι η χάρη του Θεού, η οποία φωτίζει, αλλά και βοηθά να υπομένουμε, να μην νικιόμαστε από τα εύκολα και βεβαίως ανθρώπινα «γιατί;», τα οποία κλονίζουν την καρδιά μας, ενώ μάς δίνει την δυνατότητα να προβληματιζόμαστε και να χαιρόμαστε την έλλαμψη του φωτός της Θεογνωσίας, αφού διανοίγει τους οφθαλμούς της διανοίας μας (ευχή προ της αναγνώσεως του Ευαγγελίου στην Θεία Λειτουργία). Στη ζωή της Εκκλησίας καθημερινά διαβάζουμε τον λόγο του Θεού. Και συνδυάζουμε την ανάγνωση με την προσευχή και την εκζήτηση της χάριτος, για να μπορέσουμε να ακούσουμε εντός μας την φωνή του Λόγου.

Η τρίτη αλήθεια έγκειται στο ότι η σοφία δίδεται ανάλογα με τις ανάγκες της ζωής. Στην απαίτηση του «εδώ και τώρα», ο Θεός μιλά στον άνθρωπο και δίδει τις απαντήσεις ανάλογα με τις πραγματικές του ανάγκες. Οι άνθρωποι νομίζουμε ότι ο Θεός πρέπει να μας δώσει αυτό που θέλουμε, ακόμη και στην οδό της γνώσης και κατανόησης, όταν εμείς το ζητούμε. Όμως Εκείνος βλέπει το αληθινό συμφέρον μας, όπως επίσης και γνωρίζει να αγαπά, διότι είναι η Αγάπη, και μας δίδει τον φωτισμό, όταν υπάρχει λόγος. Δεν είναι ο νους μας και το θέλημά μας που κατευθύνουν το Θεό, αλλά η δική Του αγάπη. Γι’ αυτό χρειάζεται πίστη, δηλαδή εμπιστοσύνη σ’ Εκείνον και όσα χρειάζεται θα μας αποκαλυφθούν. Τα υπόλοιπα είναι το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος, το οποίο θα βιώσουμε ως επαγγελία και πληρότητα γνώσης και σοφίας.

Η αγία Φωτεινή η Σαμαρείτιδα έζησε αυτές τις τρεις αλήθειες. Και την ταπεινή προσέγγιση της γνώσης και την κοινωνία με τον Χριστό και την πίστη σ’ Αυτόν. Αξιώθηκε να γίνει ισαπόστολος και άμεσα στους συντοπίτες της και στην συνέχεια της ζωής της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και  τιμούμε, ως παράδειγμα για όλους εμάς, ιδιαιτέρως σε μία εποχή, η οποία  απαιτεί με εγωισμό απαντήσεις, έχει κριτήριο της αλήθειας τον νου και το θέλημά μας και αρνείται να εμπιστευθεί τον Χριστό. Ο δικός της δρόμος, ο οποίος μοιάζει μέχρι την συνάντηση με τον Χριστό, με τον δικό μας, ας γίνει η ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο που βλέπουμε την ζωή μας και να αναζητήσουμε την όντως Ζωή και Κοινωνία, τον Αναστημένο Κύριό μας, μελετώντας την Γραφή στην Εκκλησία, αλλά, κυρίως, εμπιστευόμενοι την σχέση μαζί Του.

Κέρκυρα, 10 Μαΐου 2015

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζιανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2015/05/blog-post_8.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μια οικογένεια δούλων νικά τις εξουσίες του κόσμου…

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Μαΐου, 2015

Οἱ Ἅγιοι Ἕσπερος καὶ Ζωὴ οἱ Μάρτυρες καὶ τὰ παιδιά τους Κυριάκος καὶ Θεόδουλος (2 Μαΐου)

ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

Κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ βασιλέως Ἀδριανοῦ (117 – 138 μ.Χ.) ἄρχισε καὶ πάλι ἡ δίωξη τῶν Χριστιανῶν. Ἐκείνη τὴν περίοδο μαρτύρησε καὶ ἡ Ἁγία Ζωὴ μὲ τὸν ἄνδρα της Ἕσπερο καὶ τὰ παιδιά της Κυριάκο καὶ Θεόδουλο, ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Πισιδία.

Οἱ Ἅγιοι εἶχαν ἀγορασθεῖ ὡς δοῦλοι ἀπὸ τὸν Ρωμαῖο συγκλητικὸ Κάτλο ( ή Κάταλλο, όπως θα δούμε παρακάτω) καὶ τὴν γυναῖκα του Τετραδία ( ήΠετραδία), ποὺ κατοικοῦσαν στὴν Ἀττάλεια τῆς Παμφυλίας. Βλέποντας οἱ Ἅγιοι τὶς θυσίες τῶν ἀρχόντων στὰ εἴδωλα, παρατηροῦσαν τὴν μάταιη λατρεία τους καὶ πρόσεχαν πολὺ μήπως καὶ ἡ τροφὴ ποὺ τοὺς πρόσφεραν ἦταν ὑπολείμματα ἀπὸ εἰδωλολατρικὲς θυσίες.

Στὸ Συναξάρι τους ἀναφέρεται ὅτι ἡ Ἁγία Ζωὴ πήγαινε τὸ βράδυ στὸν φρουρὸ ποὺ φύλαγε τὸ ἀνάκτορο τῶν ἀρχόντων καὶ τοῦ ἔλεγε νὰ πάει νὰ κοιμηθεῖ, γιατί ἦταν κουρασμένος καὶ τὸν ἀναπλήρωνε στὰ καθήκοντά του. Ἔξω ὅμως ἀπὸ τὶς πύλες τοῦ ἀρχοντικοῦ ἦταν σκυλιὰ τὰ ὁποία κατασπάρασσαν ὅποιον φτωχὸ πήγαινε νὰ ζητήσει βοήθεια καὶ εὐποιία (=φιλανθρωπία). Ἡ Ἁγία Ζωὴ ἔπαιρνε ψωμὶ ποὺ τῆς ἔδιναν γιὰ τὴν καθημερινὴ συντήρηση τῆς οἰκογένειάς της, ἔριχνε λίγο στὰ σκυλιὰ γιὰ νὰ σωπάσουν, καὶ τὸ ὑπόλοιπο τὸ μοίραζε στοὺς φτωχούς, λέγοντάς τους:

«Νὰ γίνετε Χριστιανοί, Χριστοῦ δοῦλοι, διότι μόνο Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Σωτῆρας τοῦ κόσμου».

Ἔτσι λοιπὸν ἔπραττε ἡ Ἁγία Ζωὴ διδάσκοντας καὶ τὰ παιδιά της. Ὁ δὲ σύζυγός της Ἕσπερος ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν ἄρχοντα Κάτλο στὴν πόλη Τριτόνιο, ὡς ἐπίτροπος αὐτοῦ καὶ ζοῦσε ἐκεῖ. Ὁ Κάτλος ἔμαθε ὅμως ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἑσπέρου καὶ τῆς Ζωῆς ἦταν Χριστιανοὶ καὶ ταράχθηκε ἡ διάνοιά του ( του το είπαν οι ίδιοι, όπως θα δούμε). Ἐπειδὴ ἡ σύζυγός του Τετραδία ἦταν ἔγκυος, ἀνέμενε τὴν γέννηση τοῦ βρέφους καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ προσφέρει θυσίες στὴ θεὰ Τύχη, ἀνέβαλε τὸ θέμα καὶ τοὺς ἀπέστειλε στὸ Τριτόνιο, ἐκεῖ ὅπου ἦταν ὁ Ἕσπερος.

Ὅταν γεννήθηκε τὸ παιδὶ τοῦ Κάτλου καὶ θυσίαζαν γι’ αὐτὸ στὴ θεὰ Τύχη, ὁ Κάτλος ἀπέστειλε στὸν Ἕσπερο καὶ τὴν οἰκογένειά του, κρασὶ καὶ κρέατα. Ἡ δὲ Ἁγία Ζωή, μόλις εἶδε τὰ εἰδωλόθυτα, ἀτένισε στὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε: «Θεέ, καρδιογνῶστα, ἀληθινέ, αἰώνιε, βοήθησέ μας, διότι δὲν ἔχουμε κανένα πλήν Σοῦ καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου». Καὶ ἔριξε στὰ σκυλιὰ τὰ βεβηλωμένα κρέατα καὶ ἔχυσε τὸ κρασί.

Ὅταν ὁ Κάτλος πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς θύμωσε καὶ διέταξε νὰ ὁδηγήσουν ἀμέσως ἐνώπιόν του τὴν Ἁγία Ζωή, τὸν ἄνδρα αὐτῆς καὶ τὰ παιδιά της. Βλέποντας ὁ ἡγεμόνας τὴν ἔνσταση τῶν Ἁγίων καὶ τὴν ἀμετάθετη πίστη τους πρὸς τὸν Χριστό, γέμισε ἡ καρδιά του ἀπὸ ὀργὴ καὶ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου. Ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοὺς βάλουν σὲ φοῦρνο ἀσφαλισμένο ἀπὸ παντοῦ, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἀναπνέουν κὰν καὶ τὸ μαρτύριο νὰ εἶναι μεγαλύτερο καὶ φρικτότερο. Μέσα στὴν φωτιὰ οἱ Ἅγιοι δοξολογοῦσαν τὸ Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, ὅπως οἱ Ὅσιοι Παῖδες στὴν κάμινο ἐπὶ Ναβουχοδονόσορος.

Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ἦλθαν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου ὁ Κάτλος καὶ οἱ στρατιῶτες του, ποὺ ἄκουγαν ψαλμωδίες μέσα ἀπὸ τὸν φοῦρνο. Ἄρχισαν νὰ ἀναρωτιοῦνται ἀπὸ ποὺ ἔβγαινε αὐτὸ ὁ ἦχος τοῦ πλήθους. Νόμισαν ὅτι ἄνθρωποι εἶχαν εἰσέλθει μέσα στὸν φοῦρνο καὶ ἀμέσως τὸν κύκλωσαν, γιὰ νὰ τοὺς συλλάβουν. Μόλις ἄνοιξαν τὸν φοῦρνο δὲν βρῆκαν τίποτα καὶ δὲν εἶδαν κανένα, παρὰ μόνο τὰ τίμια λείψανα τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ποὺ κείτονταν κατὰ ἀνατολὰς σὰν νὰ ἐκοιμοῦντο.

Ἔτσι μαρτύρησαν οἱ Ἅγιοι Ζωὴ καὶ Ἕσπερος καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, ἀφοῦ νίκησαν τὸ δόλιο καὶ ἐνάντιο διάβολο καὶ τοὺς παρανόμους εἰδωλολάτρες αὐτοῦ. 

Ναὸ στὴν Μάρτυρα Ζωὴ ἀνήγειρε ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς (527 – 565 μ.Χ.), κοντὰ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Ἄννας στὸ Δεύτερον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ βασιλέας Βασίλειος Α’ (867 – 886 μ.Χ.) τὸν ἀνοικοδόμησε ἐκ βάθρων, διότι εἶχε πέσει.

Χάρτης της Πισιδίας του 15ου αιώνα (από εδώ)

Από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητρόπολης Πισιδίας έχουμε ορισμένα συμπληρωματικά στοιχεία για τη ζωή και το μαρτύριο των αγίων:

Ἕσπερος καί ἡ Ζωή μέ τά δύο παιδιά τους Κυριακό καί Θεόδουλο ζοῦσαν στήν Ἀττάλεια κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀδριανοῦ (124) καί ἦσαν δοῦλοι ἑνός πλούσιου εἰδωλολάτρη, πού ὀνομαζόταν Κάταλλος. Ὁ Ἕσπερος καί ἡ οἰκογένειά του εἶχαν γίνει χριστιανοί καί μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου δέν μποροῦσαν νά ὑποφέρουν νά ζοῦν σ᾿ἕνα εἰδωλολατρικό περιβάλλον καί νά ὑπηρετοῦν ἀνθρώπους πού λάτρευαν τά εἴδωλα καί συχνά προσέφεραν θυσίες σ᾿αὐτά. Αἰσθάνονταν ὅτι κατά τά σώματά τους ἦσαν δοῦλοι, ἀλλά οἱ ψυχές τους εἶχαν ἀποκτήσει τήν ἐλευθερία, πού ὁ Χριστός τούς ἐχάρισε.

Πρῶτα ξεσηκώθηκαν τά παιδιά καί ζήτησαν ἀπό τούς γονεῖς τους νά δραπετεύσουν. Ἡ μητέρα τους, στήν ἀρχή, τά συμβούλεψε νά κάνουν ὑπομονή, γιατί οἱ νόμοι τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους ἦταν πολύ αὐστηροί καί ἐπέβαλλαν σκληρές ποινές στούς δούλους πού δραπέτευαν. Ὅμως καί ἡ ἴδια αἰσθανόταν, καθώς καί ὁ σύζυγός της, ὅτι σ᾿ἐκεῖνο τό εἰδωλολατρικό σπίτι ἡ ζωή, γιά μιά χριστιανική οἰκογένεια, εἶχε γίνει ἀνυπόφορη. Ἔτσι, ὅλοι μαζί κατέστρωσαν τό σχέδιό τους. 
Μετά ἀπό ἔνθερμη προσευχή, παρουσιάστηκαν στό ἀφεντικό τους τόν Κάταλλο καί μέ παρρησία τοῦ δήλωσαν ὅτι αὐτός μόνον στά σώματά τους ἔχει ἐξουσίαν καί δικαιοῦται νά τούς διατάσσει νά ἐκτελοῦν τίς ἐργασίες πού τούς ἀναθέτει. Ὅμως στίς ψυχές τους δέν ἔχει καμμία ἐξουσία καί δέν ἔχει δικαίωμα νά τούς ἐπιβάλλει νά ἀκολουθοῦν τίς εἰδωλολατρικές του συνήθειες. Τῶν ψυχῶν τους κυριάρχης εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἀληθινός Θεός καί αὐτόν μόνον πιστεύουν. Ὁ Κάταλλος ἀκούγοντας αὐτά τά λόγια ἐξεπλάγη ἀπό τήν τόλμη τους καί προσωρινά, ὥσπου νά ἀποφασίσει τί νά τούς κάνει, ἔστειλε τά παιδιά μέ τή μητέρα τους στό Τριτόνιο, σ᾿ἕνα τόπο πού εἶχε ὁρισθεῖ νά δουλεύει ὁ πατέρας τους.
Ὅταν ἀργότερα ὁ Κάταλλος γιόρταζε τά γενέθλια τοῦ γιοῦ του, ἀποφάσισε νά στείλει στούς χριστιανούς δούλους του κρέατα καί κρασί, πού εἶχαν προσφέρει ὡς θυσία στά εἴδωλα. Ὁ σκοπός του ἦταν νά τούς δοκιμάσει ἄν θά ἔτρωγαν ἀπό τά εἰδωλόθυτα. Ὁ Κυριακός καί ὁ Θεόδουλος συσκέφθηκαν μέ τήν μητέρα τους, κατάλαβαν τό πονηρό σχέδιο τοῦ ἀφεντικοῦ τους καί ἔρριξαν τά κρέατα στά σκυλιά.

esperos-zwi-1Ὅταν ὁ Κάταλλος ἔμαθε γιά τήν προσβολή πού τοῦ ἔκαναν, διέταξε νά βασανισθοῦν σκληρά. Πρῶτα κρέμασαν τά παιδιά καί μέ σιδερένια νύχια ξέσχιζαν τά σώματά τους. Οἱ γονεῖς τους παρ᾿ὅλον τόν βαθύ πόνο πού ἔνιωθαν γιά τά βασανιστήρια τῶν παιδιῶν τους, τά ἐνίσχυαν νά μήν ὀλιγοψυχήσουν καί νά μείνουν πιστά στόν Χριστό μέχρι τέλους. Μετά ὁ Κάταλλος διέταξε νά ξεκρεμάσουν τά παιδιά καί μαζί μέ τούς γονεῖς τους νά τούς δείρουν σκληρά καί ὅλους μαζί νά τούς ρίξουν ζωντανούς νά καοῦν σέ δυνατό καμίνι. Μέ αὐτό τόν τρόπο οἱ Ἅγιοι αὐτοί Μάρτυρες παρέδωκαν τίς ψυχές τους στόν Κύριο καί ἔλαβαν τά στεφάνια τοῦ Μαρτυρίου.

Τό πρωΐ τῆς ἄλλης ἡμέρας, πού εἶχε σβήσει ἡ φωτιά, ἀκούονταν ψαλμωδίες μέσα ἀπό τό καμίνι. Ὅταν ἄνοιξαν ὅμως δέν βρῆκαν παρά τά σώματα τῶν Μαρτύρων ἐστραμμένα πρός ἀνατολάς, σάν νά κοιμώνταν, χωρίς καθόλου νά τούς ἀγγίξει ἡ φωτιά.
Ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τή μνήμη τους τήν 2α Μαΐου. 

ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΕΣΠΕΡΟΥ, ΖΩΗΣ

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ

Ἦχος δ΄ Ταχύ προκατάλαβε.

Τετράριθμον σύνταγμα τῶν Ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ, Ἕσπερον μέλψωμεν σύν τῇ συμβίᾳ αὐτοῦ, Ζωήν τήν θεόφρονα· οὗτοι γάρ σύν τέκνοις Κυριακῷ καί Θεοδούλῳ, ἔλυσαν δι᾽ἀγώνων τῶν εἰδώλων τήν πλάνην. Αὐτῶν Χριστέ ἱκεσίαις, πάντας ἐλέησον.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ

Ἦχος α΄ Χορός Ἀγγελικός.

Μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ, τήν τετράριθμον δόξαν, ὑμνήσωμεν πιστοί, εὐφημίαις ἀσμάτων, Ἕσπερον, Ζωήν, Κυριακόν καί Θεόδουλον· οὗτοι ἤθλησαν μέχρι πυρᾶς καί θανάτου· οὗτοι στέφανον, τῆς ἀφθαρσίας λαβόντες, αἰτοῦσι σωθῆναι ἡμᾶς.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ

Φάλαγξ τῶν Μαρτύρων τετραμελής, τετράφωτος λυχνία οὐρανίου θείου φωτός, Ἕσπερε Ζωή τε μετά τοῦ Κυριακοῦ καί Θεοδούλου ἅμα, κόσμῳ ἐδείχθητε.

o-nekros.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο άγιος Σιλουανός……….. για τον Άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Μαΐου, 2015

Τη 20η του μηνός Δεκεμβρίου μνήμη του οσίου πατρός ημών Ιωάννου ιερέως της Κρονστάνδης
Αξίζει να ξαναθυμηθούμε τι έγραψε για τον πνευματοφόρο άγιο , ο αγιορείτης όσιος Σιλουανός που είχε την ευλογία να τον γνωρίσει.
Toν πάτερ Ιωάννη εγώ τον είδα στην Κροστάνδη. Τελούσε την θεία λειτουργία.Έμεινα έκπληκτος για την δύναμη της προσευχής του, κι από τότε – παρότι πέρασαν γύρω στα σαράντα χρόνια- δεν είδα κανένα να λειτουργή όπως εκείνος. O λαός τον αγαπούσε κι όλοι παρευρίσκονταν με φόβο Θεού.
Και αυτό δεν είναι παράδοξο γιατί το Άγιο Πνεύμα ελκύει κοντά του τις καρδιές των ανθρώπων.Βλέπουμε στο Ευαγγέλιο τι πλήθη λαού ακολουθούσαν τον Κύριο.
Ο λόγος του Κυρίου προσείλκυε τον λαό γιατί προσφερόταν με το Άγιο Πνεύμα, και γι αυτό είναι γλυκύς και ευάρεστος στην ψυχή.

Όταν ο Λουκάς και ο Κλεόπας πορεύονταν στους Εμμαούς και τους πλησίασε καθ΄οδον ο Κύριος και μιλούσε μαζί τους, τότε έκαιγαν οι καρδιές τους από αγάπη Θεού. Και ο πάτερ Ιωάννης είχε μέσα του άφθονη την χάρη του Αγίου Πνεύματος , που θέρμαινε την καρδιά του με την αγάπη τού Θεού και το ίδιο Άγιο Πνεύμα, μέσω αυτού, επενεργούσε στους ανθρώπους.Είδα πώς έτρεχε ξοπίσω του ο λαός, σαν σε πυρκαγιά, για να πάρουν ευλογία, κι όταν την έπαιρναν χαίρονταν, γιατί το Άγιο Πνεύμα είναι ευχάριστο και δίνει στην ψυχή ειρήνη και γλυκύτητα.
Μερικοί σκέφτονται στραβά για τον πάτερ Ιωάννη και θλίβουν έτσι το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο ζούσε μέσα του και ζεί και μετά θάνατον.Λένε πως ήταν πλούσιος και ντυνόταν κομψά.Δεν ξέρουν όμως αυτοί πώς ο πλούτος δεν μπορεί να βλάψη αυτόν που μέσα του ζεί το Άγιο Πνεύμα, γιατί όλη του η ψυχή είναι στον Θεό και ο Θεός τον άλλαξε και έτσι λησμονεί τον πλούτο και τις στολές. Καλότυχοι οι άνθρωποι που αγαπούν τον Πάτερ Ιωάννη γιατί θα προσεύχεται για εμάς. Η αγάπη του για τον Θεό ήταν φλογερή και αυτός βρισκόταν ολοκληρωτικά μέσα στη φλόγα της αγάπης.
Ώ πάτερ Ιωάννη, εσύ είσαι ο μεγάλος πρέσβυς μας! Ευχαριστώ τον Θεό γιατί σε είδα , ευχαριστώ και σένα, τον καλό και άγιο ποιμένα, γιατί χάρη στις προσευχές σου κατάφερα να αποχωριστώ τον κόσμο και να έλθω στο Άγιο Όρος του Άθω, όπου είδα το μέγα έλεος τού Θεού. Και τώρα γράφω και χαίρομαι , γιατί ο Κύριος μού έδωσε να καταλάβω την πολιτεία και τον αγώνα του καλού ποιμένα.
Είναι μέγας άθλος να συγκατοική κανείς με νεαρή γυναίκα και να μη την αγγίζη.Αυτό το μπορούν μόνον όσοι έχουν μέσα τους αισθητή την χάρη τού Αγίου Πνεύματος. Η θεϊκή γλυκύτητα νικά τον σαρκικό έρωτα για την αγαπημένη σύζυγο. Πολλοί άγιοι φοβούνταν το πλησίασμα των γυναικών , αλλά ο Πάτερ Ιωάννης είχε ανάμεσα και στις γυναίκες το Άγιο Πνεύμα.
Θα προσθέσω ακόμα πως ήταν τόσο ταπεινός , ώστε διατηρούσε την χάρη του Αγίου Πνεύματος και με την δύναμη της αγαπούσε πολύ τον λαό κι ανέβαζε τον νού των ανθρώπων στον Θεό.

Καταλαβαίνεις τι δύναμη Αγίου Πνεύματος είχε; Όταν διαβάζης το βιβλίο του «η Εν Χριστώ Ζωή μου» η ψυχή αισθανεται στα λόγια του τη δύναμη της Χάρης του Θεού .Εσύ λες :«Εγώ όμως το διαβάζω χωρίς καμιά γεύση». Θα σε ρωτήσω αμέσως γιατί είσαι υπερήφανος; Η χάρη δεν προσεγγίζει υπερήφανη καρδιά.
Πάτερ Ιωάννη, που τώρα ζεις στους ουρανούς και βλέπεις τον Κύριο, τον Οποίο αγάπησε ήδη στη γη η ψυχή σου, σε παρακαλούμε πρέσβευε για μας, να αγαπήσωμε κι εμείς τον Κύριο και να φέρωμε τον καρπό της μετανοίας.
Ποιμένα καλέ και άγιε, ανυψώθηκε σαν υψιπετής αετός πάνω από την γή κι από το ύψος που σε ανέβασε το Άγιο Πνεύμα έβλεπες τις ανάγκες του λαού.
Με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος έφερες τον λαό κοντά στον Θεό κι οι άνθρωποι, σαν ακουγαν από το στόμα σου τον λόγο τού Θεού, οδύρονταν κι ήταν φλογερή η μετάνοια τους.
Ποιμένα καλέ και μεγάλε ! Πέθανες σωματικά αλλά πνευματικά είσαι μαζί μας και τώρα που παρίστασαι ενώπιον τού Θεού μάς βλέπεις με το Άγιο Πνεύμα από τους ουρανούς.

(από τα κείμενα του οσίου Σιλουανού στο βιβλίο ΅«ο γέροντας Σιλουανός», του αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, εκδ Ι.Μ Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, Μετάφραση από τα ρωσικά, Δεύτερη Έκδοση 1978, σελ 514-516)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΚΔΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΗΝ ΤΟΥ ΥΔΑΤΟΣ ΚΙΝΗΣΙΝ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Μαΐου, 2015

Ένα θαύμα προσμένουμε συχνά οι άνθρωποι στη ζωή μας. Αυτό που θα μας  βγάλει από τα αδιέξοδά μας. Που θα μας δώσει υγεία. Που θα ακυρώσει τις εσφαλμένες επιλογές, τόσο τις δικές μας όσο και των άλλων οι οποίοι σχετίζονται με μας. Άλλοτε το ζητούμε από τον Θεό. Άλλοτε από τη ζωή την ίδια. Από τους ηγέτες. Από όσους μας αγαπούνε. Από όσους υπερασπίζονται το δίκαιο. Τις περισσότερες φορές δεν είμαστε σε θέση να εργαστούμε για να γίνει το θαύμα πραγματικότητα. Περιμένουμε. Συζητούμε μάταια και ανώφελα. Σχολιάζουμε εκείνους που θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν στο καλό, αλλά δεν το πράττουν ή επιλέγουν χρόνους και τρόπους που δεν ταιριάζουν με τη δική μας απαίτηση για « εδώ και τώρα». Άλλοτε στρεφόμαστε εναντίον των πάντων. Θεού. Ανθρώπων. Της «μοίρας» μας, λες και δεν είμαστε εμείς σχεδόν πάντοτε υπεύθυνοι για ό,τι μας συμβαίνει. Οι επιλογές μας. Οι λανθασμένες προτεραιότητές μας. Οι ματαιώσεις μας. Ο φόβος της μοναξιάς. Οι λανθασμένοι υπολογισμοί και ιδιοτέλειες. Το ρίσκο το οποίο παίρνουμε, ενίοτε αψήφιστα. Ασυλλόγιστα.  Η έλλειψη παιδείας και ωριμότητας.  Η μη εργασία στην κατεύθυνση και «ετέρους διδάξαι».

                Η Εκκλησία την τέταρτη Κυριακή μετά την Ανάσταση θυμάται το θαύμα της θεραπείας του παραλύτου της Βηθεσδά (Ιωάν. 5, 1-15). Επί τριάντα οκτώ έτη ο άνθρωπος αυτός στεκόταν δίπλα από την δεξαμενή στην πύλη των Ιεροσολύμων από την οποία εισέρχονταν τα πρόβατα, δίπλα δηλαδή σε έναν χώρο από τον οποίο δεν περνούσαν οι άνθρωποι της αναζήτησης, της κοινωνικότητας, της θρησκείας, αλλά εκείνοι που ήταν μόνο της επιβίωσης. Σ’  αυτή την πύλη ήταν μία δεξαμενή για να πίνουν νερό και να ξεκουράζονται οι εισερχόμενοι. Συνέβαινε όμως κατά καιρούς και ένα θαύμα. Ένας άγγελος κατέβαινε και τάραζε το νερό. Τότε όποιος ήταν άρρωστος και έμπαινε μέσα πρώτος, γινόταν καλά. Πλήθος ασθενών περίμενε το θαύμα. Για να βρει την υγεία του και να ξαναχτίσει τη ζωή του. Δεν ήταν τότε οι ιατρικές δυνατότητες αναπτυγμένες. Αλλά και οι άνθρωποι, όταν βίωναν έναν πρόβλημα υγείας, στην ουσία παραιτούνταν από τη ζωή. Το μόνο στο οποίο ήλπιζαν ήταν το θαύμα. Η υγεία από ένα από τα χαρακτηριστικά που βοηθούν τον άνθρωπο να αισθάνεται ότι ζει και προσπαθεί να έχει νόημα , γίνεται το παν. Χωρίς αυτό όλα χάνονται. Χωρίς αυτό δεν υπάρχει κοινωνικότητα. Σχέσεις με τους συνανθρώπους. Διάθεση για προσφορά. Ίσως ούτε καν για προσευχή για κάτι άλλο πέρα από τον ατομικό εαυτό.

                «Εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν» (Ιωάν. 5,3). Απέναντι σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, που πρόσμεναν το θαύμα, ο Χριστός θα θεραπεύσει αυτόν τον επί τριάντα οκτώ έτη παράλυτο.  Θα του απευθύνει τρεις λόγους. Δύο πριν τη θεραπεία και έναν μετά. Ο πρώτος είναι «θέλεις υγιής γενέσθαι;». Θα του θέσει το ερώτημα που τον απασχολεί. Θα συγκαταβεί στην αδυναμία του. Στην μοναδική του επιθυμία και προσμονή, η οποία ακυρώνει κάθε άλλο νόημα ζωής και τον κλείνει στην αναμονή του θαύματος. Δεν απορρίπτει ο Χριστός την αγωνία του παραλύτου. Ξεκινά από αυτό που έχει στην καρδιά του. Δεν θα μείνει όμως μόνο σ’  αυτό. Θα του απευθύνει τον δεύτερο λόγο. « Έγειραι, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει». Του ζητά να βγει από το λήθαργο του να περιμένει το θαύμα και να το ζήσει, υπακούοντας στο λόγο του  Ιδίου του Θεού. Να καταβάλει τον προσωπικό του κόπο. Δεν είναι αρκετό να περιμένει παθητικά το θαύμα. Χρειάζεται να συμβάλει με τον τρόπο του. Και όταν τον συναντήσει ξανά, θεραπευμένο, θα του απευθύνει τον τρίτο λόγο: «Ίδε, υγιής γέγονας. Μηκέτι αμάρτανε ίνα μη χείρον σοι τι γένηται». Τώρα σου έδωσα τη δυνατότητα να βρεις και άλλα νοήματα στη ζωή σου. Να εργαστείς και σωματικά και ψυχικά και κοινωνικά. Μην επιστρέψεις στο βόλεμα  της προσμονής από τους άλλους ή από τον ουρανό, αλλά εργάσου ο ίδιος. Αλλιώς, το θαύμα θα ακυρωθεί στην πράξη από την πνευματική σου κατάσταση. Από την διάθεση του εαυτού σου να περιμένει χωρίς άλλο σκοπό. Ούτε καν να προσπαθεί να βρει έναν άνθρωπο που θα συνδράμει ώστε όταν το νερό ταραχθεί, να μπορείς να μπεις μέσα πρώτος.

                «Εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν». Απέναντι στους παραλύτους κάθε εποχής, σε όλους εκείνους που περιμένουν παθητικά την ελεημοσύνη των άλλων, το θαύμα του Θεού, τις αλλαγές, η Εκκλησία, ακολουθώντας το παράδειγμα του Αναστημένου Χριστού, συγκαταβαίνει αρχικά στα ανθρώπινα αδιέξοδα, στις προσμονές μας. Μας ελεεί όσο μπορεί, υλικά και δια της προσευχής και της συμπαράστασης, παρακαλεί για το θαύμα που έχουμε ανάγκη, διότι ο νους μας δεν μπορεί να βγει από την αδυναμία του και προσανατολίζεται μόνο σ’  αυτό το ένα που του λείπει, χωρίς να βλέπει τίποτε περισσότερο. Όμως η Εκκλησία μας συνιστά εργασία. Να μπορούμε να σηκώνουμε κάθε κράβαττο που μας καθηλώνει, να σηκώνουμε κάθε σταυρό, ο οποίος μας αναλογεί, με πίστη στον Αναστημένο Χριστό. Και να ξαναχτίζουμε τη ζωή μας από την αρχή κάθε στιγμή. Βάζοντας αρχή μετανοίας. Βλέποντας τις αμαρτίες, τα λάθη, τις επιλογές μας, για να μην πέσουμε ξανά στην ίδια παραλυσία. Πρωτίστως όμως να βρούμε τον Χριστό που νοηματοδοτεί και δεν θεραπεύει μόνο τη ζωή μας και να αναγγείλουμε το νόημα που βρήκαμε μέσα από τη σχέση μαζί Του σε όλους.

                Σε μία εποχή κρίσης, σε έναν κόσμο από τον οποίο απουσιάζει η μετάνοια και η αυτογνωσία, η Εκκλησία δεν πρέπει να λειτουργεί μόνο με την συγκατάβαση και την ελεημοσύνη, αλλά να κάνει ό,τι μπορεί ώστε να αφυπνιστούν οι άνθρωποι. Και η ευθύνη έγκειται σε όλους μας, στο μερίδιο που αναλογεί στον καθέναν με βάση τα χαρίσματά Του, να μην κρύψουμε την ευεργεσία της Αναστάσεως, την οποία ελάβαμε, αλλά να την διακηρύξουμε φανερώνοντας το νόημα της ζωής κοντά στον Αναστάντα εκ νεκρών και δείχνοντας ότι δεν περιμένουμε ένα θαύμα, αλλά ζούμε το δικό Του, την αγάπη, την κοινωνία, την διακονία, την μετάνοια τόσο στη σχέση μας μαζί Του όσο και στη σχέση μας με το συνάνθρωπο και τον εαυτό μας.

Κέρκυρα, 3 Μαΐου  2015

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

themistoklismourtzanos

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Αναστάσιος ο Στυλίτης Ο συνασκητής του Αγίου Αθανασίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2015

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΩΝ ΜΕΤΕΩΡΩΝ

Πληροφορίες για την οσιακή μορφή του μοναχού Αναστασίου αντλούμε από το βίο του Αγίου Αθανασίου του Μετεωρίτη, του οποίου υπήρξε συνασκητής στο στύλο του Αγίου Πνεύματος.

Όταν ο Αθανάσιος πήγε στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να πείσει τον γέροντα του Γρηγόριο να τον πάρει μαζί του, εκείνος τον πρόσταξε να επιστρέψει πίσω στη λιθόπολη και να βάλει επικεφαλής της μοναστικής κοινότητας στο Στύλο τον ιερομόναχο Αναστάσιο «… εκέλευσεν αυτόν επιστραφήναι εν τη λιθοπόλει και καταστήσαι άρχειν εν των Στύλο τον εν ιερομονάχοις Αναστάσιον…»

Επιστρέφοντας όμως, βρήκε τον Αναστάσιο πεθαμένο. Ο όσιος Αναστάσιος, ταπεινός στο έπακρο, είχε απαιτήσει από τους παρευρισκόμενους αδελφούς να μην ενταφιάσουν το σώμα του αλλά να το πετάξουνε ως μίασμα, τροφή στα πετεινά του ουρανού και στα θηρία «…ος δι’ άκραν ταπείνωσιν επιτιμήσας τους συνόντας αυτώ αδελφούς του μη ταφής αξιώσαι το σώμα αυτού, αλλ’ ως τι άγος επιρρίψαι τούτο τοις πετεινοίς και θηρίοις βοράν…».

Πράγματι, μετά το θάνατό του, οι υπόλοιποι αδελφοί άφησαν, σύμφωνα με την υποθήκη του, το σώμα του μέσα σε ένα κοίλωμα του βράχου, όπου το κατέτρωγαν τα κοράκια. Ένα από αυτά, κρατώντας με το ράμφος του τον αντίχειρα, όταν ήλθε ο Αθανάσιος πήγε και κάθησε κοντά του και άρχισε να τρώει το νεκρό δάκτυλο «… ελθόντος του Αθανασίου, πλησίον αυτού καθίσας, τούτον ήσθιεν».

Μόλις το είδε ο Αθανάσιος και διαπίστωσε ότι το δάχτυλο αυτό ήταν του Αναστασίου μετά από την εντολή που είχε αφήσει, βιαστικά πήγε στην σπηλιά, όπου βρισκόταν και το υπόλοιπο σώμα του και αφού το έπλυνε με τα δάκρυά του και το περιμάζεψε με τα χέρια του, το έθαψε. Διότι ο Αναστάσιος ήταν άνθρωπος ενάρετος και αξιοσέβαστος στον κόσμο «… και το επίλοιπον σώμα τοις δάκρυσιν αυτού πλύνας και ταις χερσί συλλέξας, ταφή παραδίδωσιν ην γαρ των εναρέτων και κατά κόσμον αιδέσιμος».

Η περίπτωση του Αναστασίου, που ζήτησε να στερηθεί ταφής, είναι ένζηλος εφαρμογή του περί μετανοίας κεφαλαίου του αγίου Ιωάννη της Κλίμακος.

Εκεί, περιγράφοντας ο άγιος Ιωάννης με έκπληξη «τη φυλακή των μετανοούντων», αναφέρει μεταξύ των άλλων εκδηλώσεων της άκρας μετανοίας τους την αίτηση για στέρηση ταφής: «Ου μη γαρ, ου μη κρύψω ουδέ ταύτην αυτών των μακαρίων όντως ηλεημένην ταπείνωσιν και συντετριμμένην προς Θεόν αγάπην και μετάνοιαν. Μέλλοντες προς Κύριον πορεύεσθαι και τω αδεκάστω βήματι παρίστασθαι οι καλοί εκείνοι της χώρας της μετανοίας πολίται, οπήνικα τις αυτών εν τω παντί εθεώρει εαυτόν, τούτο δια του προεστώτος αυτών εδυσώπουν τον μέγα μεθ’ όρκων του μη καταξιωθήναι αυτούς ανθρωπίνης ταφής, αλλά δίκην αλόγων η εν τω ρείθρω του ποταμου η εν τω αγρω τοις θηρίοις παραδοθηναι, οπερ πολλάκις εποίησεν υπακούσας ο της διακρίσεως λύνος, ψαλμωδίας απάης και τιμης εστερημένους εξοδιάσθαι κελεύσας».

{flike} -Άγια Μετέωρα

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιοι Ιωάσαφ και Μάξιμος Κτίτορες της Ι.Μονής Ρουσσάνου

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2015

ktitoresroysanou

Ο πρώην ηγούμενος της μονής του Μεγάλου Μετεώρου Πολύκαρπος Ραμμίδης στο βιβλίο του «Τα Μετεωοα». που εκδόθηκε το 1882, αναφέρει, χωρίς όμως να παραπέμπει σε κάποια πηγή που να τεκμηριώνει τα λεγάμενα του, πως ο βράχος του Ρουσάνου πρωτοκατοικήθηκε το 138S απο κάποιον ιερομόναχο Νικόδημο και τον συνασκητη του Βενέδικτο, οι οποίοι ζήτησαν την άδεια του πρώτου της Σκητεως των Σταγων και οικοδόμησαν στο βράχο ναό της Μεταμορφωσεως του Σωτηρος. Στη συνέχεια όμως, για δυο αιώνες δεν έχουμε άλλη αναφορά στη μονή αυτή και ο βράχος έμεινε έρημος και ακατοίκητος. «Ό σκόπελος ούτος κατωκήθη το πρώτον ύπο τον Νικοδήμου ίερομονάχου έχοντος και οπαδόν Βενέδικτο κατά το έτος 13S8 μ.Χ. Όστις τή άδεια τού καθηγουμένου των Μετεώρων. έκτισε τον ναό όνόματι τής τού Σωτηρος Μεταμορφωσεως, άλλά μετά παρέλευση δύο καί επέκεινα αιώνων, συνεπεία διαφόρων ηεριπετειώχ’ και δυστυχημάτων άτινα δεν μάς παρουσιάζει ή ιστορία έμεινεν αυτή έρημος καί άκατοίκητος μη σώζουσα ειμή μικρά τινα ερείπια ώς σημεία αρχαίας ακμής.»
Κτίτορες της μονής θεωρούνται οι αυταδελφοι γιαννιώτες ιερομόναχοι Ιωάσαφ και Μάξιμος, οι οποίοι μιμηθηκαν το παράδειγμα των συμπατριωτών τους Νεκταρίου και Θεοφάνη των Αψαράδων, των κτιτορων της ιερας μονής Βαρλααμ, που απο το 1510 είχαν εγκατασταθεί στη Λιθοπολη των Στάγών.
Ανάμεσα Λοιπόν στα ετη 1527 και 1529 ζητησαν απο τον τοποτηρητη της επισκοπής Σταγων μητροπολίτη Λαρισης Βησσαρίωνα Β’ και απο τον ηγούμενο της μονής του Μεγαλ ο υ Μετεωρου και έλαβαν την άδεια να εγκατασταθούν και να μονάσουν σε κάποιον απο τους μετεωριτικους βράχους. Τους παραχωρηθηκε τότε ο Λίθος του Ρουσανου.
Στο Λεγόμενο «Σύγγραμμα Ιστορικόν» η «Χρονικόν των Μετεώρων», συνοδική πράξη που συντάχτηκε Λίγο μετά το έτος 1529, το μοναστήρι του Ρουσάνου χαρακτηρίζεται «ήρημωμένον τών κατοίκων» (έρημο από κατοίκους, χωρίς μοναχούς). Πρόκειται, μάλλον, για τους πρώτους χρόνους κατά τους οποίους εγκαταστάθηκαν εκεί και ζουσαν μονοί τους οι δυο αδελφοι ιερομόναχοι, όταν ακόμη δεν είχαν αποπερατωθεί τα κτισματα της μονής και δεν είχε οργανωθεί και αναπτυχθεί η νεα μοναστική αδελφότητα. Για τα κτίρια της μονής που υπήρχαν πάνω στο βράχο αυτή την εποχή δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Το βέβαιο είναι πως όταν ανέβηκαν στο βράχο ο Ιωάσαφ και ο Μαξιμος υπήρχαν σε αξιοθρήνητη κατάσταση, κατεστραμμένα απο την εγκατάλειψη και την φθορά του χρόνου, το αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Κυρίου καθολικό και κάποια άλλα βοηθητικά κτισματα του 13ου και 14ου αιώνα, όπως αναφερεται στο διαθηκικο γράμμα.
Μόλις εγκαταστάθηκαν εκεί, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο κείμενο της διαθήκης τους, ανέπτυξαν ιδιαίτερη οικοδομική δραστηριότητα. Ξαναεκτισαν εκ θεμελίων’ το παλαιό εγκαταλειμμένο και ερειπωμένο καθολικό της μονής, τον ιερό ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Της εξασφάλισαν κτηματική περιουσια και οικοδόμησαν κελιά και άλλους βοηθητικούς χώρους. Την εφόδιασαν με ιερά σκεύη, άμφια, χειρόγραφα βιβλία και άλλα εκκλησιαστικά κειμήλια, προσθεσαν στα περιουσιακά στοιχεία της μονής κτήματα, μετόχια και ζώα, και την οργάνωσαν σε κοινόβιο, τις τυπικές διατάξεις του όποιου περιέλαβαν στη διαθήκη τους. Τέλος, καθόρισαν τις σχεσεις και τις υποχρεώσεις της μονής προς τον επίσκοπο Σταγων και προς τον ηγούμενο της μονής του Μεγάλου Μετεώρου, ο οποίος θα είχε μόνο πνευματική δικαιοδοσία και εποπτεια στη μονή.
«Για τις οικοδομικές και άλλες δραστηριότητες που ανέπτυξαν πάνω στο βράχο τον Ρουσάνου οι νέοι κτίτορες της μονής είναι φανερό ότι απαιτήθηκαν σεβαστά χρηματικά ποσά. Δε γνωρίζομε τον τρόπο πον τα εξοικονόμησαν. Πιθανόν και οι ίδιοι να διέθεταν κάποια περιουσία, όπως και οι συμπολίτες και συγχρονοί τους, κτίτορες της γειτονικής Μονής Βαρλαάμ, αδελφοί ιερομόναχοι Αψαράδες.
Οπωσδήποτε όμως θα εξασφάλισαν και την οικονομική υποστήριξη τοπικών αρχόντων και παραγόντων κα θώς και δωρεές ευσεβών Χριστιανών» To 1545 συνέταξαν τη διαθήκη τους έχοντας ως υπόδειγμα και προσαρμόζοντας στα δεδομένα και στην οικοδομική ιστορία της Μονής Ρουσάνου την ανάλογη διαθήκη, γραμμένη κατά το έτος 1534/35, του μητροπολίτη Λαρισης Βησσαρίωνος Β-, του κτιτορα της Μονής Δουσικου, καθώς και σχετική διαθήκη του 1541 των κτιτορων της μονής Βαρλαάμ. Νεκτάριου και Θεοφάνη. Χαρακτηρίζεται «βεβαιωτικόr τε καί διατακτικόν γράμμα και διαθήκης ά\•απληρωτικο\’» (στ. 53).
Η διαθήκη αποτελεί επίσημο και μοναδικό ντοκουμέντο για την ανοικοδόμηση και τη γενικότερη ιστορία της Μονής Ρουσάνου. Πρόκειται για το ειλητο με αριθμό 1465 της Εθνικήν Βιβλιοθήκη Αθηνών γραμμένο σε περγαμηνη. που το 1882 μαζί με άλλα μετεωρικά χειρόγραφα αφαιρεθηκαν απο τα μοναστήρια των Μετεώρων και μεταφέρθηκαν κατ’ εντολή τής τότε κυβέρνησης στην Αθήνα.
Δεν ε ιναι γνωστός ο χρόνος του θανάτου των δυο κτιτορων. Πάντως είναι αναμεσα στα έτη 1545 που συνέταξαν τη διαθήκη τους και 1560 γιατί το Νοέμβριο του έτους αυτού, όπως μαρτυρεί σχετική επιγραφη. τελείωσε η τοιχογράφηση του καθολικού της μονής και ηγούμενός της μνημονεύεται ο ιερομόναχος Αρσένιος.
Η ορθοδοξη εκκλησία τιμά τους Ιωάσαφ και Μάξιμο ως άγιους και εορτάζει την μνήμη τους στις 7 Αύγουστου, την επομένη δηλαδη του εορτασμού της Μεταμορφωσεως του Κυρίου. Ο κοινός εορτασμός των δυο αγίων φανερώνει αφ’ ενός μεν την άγνοια του ακριβούς χρόνου θανάτου των δυο ανδρών, που σημαίνει οτι η καθιέρωση της τιμής τους είναι μεταγενέστερη, αφ’ ετερου δε την άμεση σχέση των δυο Πάτερων με την ανέγερση και ανασύσταση της μονής.
Η ακολουθία των όσιων κτιτορων Ιωασαφ και Μαξιμου είναι πλήρης ακολουθία, ποίημα του αγιορείτου μονάχου Αθανασίου Σιμωνοπετρίτου, που ψάλλεται στα κτιτορικά της μονής την 7η Αυγούστου μαζί με τα μεθεόρτια της Μεταμορφωσεως

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Άγιοι 13 μάρτυρες της Καντάρας (†1231)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2015

Αγιορείτες Άγιοι (*)  –Μνήμη 19 Μαΐου

Το έτος 1228, έφθασαν στην Κύπρο, δύο ευσεβείς ασκητές, από ένα μοναστήρι του Καλού Όρους, που βρίσκεται στην Παμφυλία τους Μικράς Ασίας, και ονομάζονταν Ιωάννης και Κόνων. Ήρθαν στο νησί, έτοιμοι να θυσιάσουν τους εαυτούς τους μέχρι αίματος για την αληθινή ορθόδοξη πίστη, προβάλλοντας έτσι ένα λαμπρό παράδειγμα για τους Κυπρίους που περνούσαν δύσκολα χρόνια. Οι λατίνοι κατακτητές του νησιού, επέβαλλαν αφόρητες πιέσεις, βαριές φορολογίες και επεδίωκαν τον εκλατινισμό του νησιού και την υποταγή του στον Πάπα. Οι εκπρόσωποι τους Λατινικής Εκκλησίας ήθελαν να υποτάξουν την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Οι δύο μοναχοί, αφού έφθασαν στη Κύπρο, ανέβηκαν στην Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου του Μαχαιρά. Εκεί στο ησυχαστήριο τους Μονής συνέχιζαν τον πνευματικό τους αγώνα. Μετά από λίγες μέρες άφησαν το μοναστήρι του Μαχαιρά αναζητώντας κάποιον άλλο τόπο ησυχίας. Έφθασαν στη Μονή του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου στον Κουτσοβέντη για να καταλήξουν πλέον και να συνεχίσουν τους αγώνες στο Μοναστήρι τους Παναγίας τους Κανταριώτισσας, κοντά στο κάστρο τους Καντάρας.

Εκεί, λόγω τους ευσέβειας τους και της ασκητικής τους ζωής, προσέλκυαν όλο και πιο πολλούς μοναχούς, πράγμα που ανησύχησε τους Λατίνους και τους ώθησε να λάβουν δραστικά μέτρα. Ο Φράγκος Αρχιεπίσκοπος, ο οποίος με τη βία σφετερίστηκε το θρόνο και έδιωξε σε εξορία τον Άγιο Νικόλαο της Στέγης στην Σολέα που ήταν ο Ορθόδοξος ποιμένας της Κύπρου, στέλνει δύο αντιπροσώπους του, τον ιεροκήρυκα Ανδρέα και τον Ηλιέρμο για να εξετάσουν τι γινόταν στο Μοναστήρι τους Καντάρας. Οι μοναχοί, τους υποδέχονται με καλοσύνη, αποδίδοντας τους μάλιστα την αρμόζουσα τιμή. Ο ιεροκήρυκας Ανδρέας, μετά από τους ανακριτικές ερωτήσεις- από πού ήρθαν, πότε, με ποιο τρόπο κατοίκισαν στο μοναστήρι- άρχισε να τους ρωτά από το Άγιο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο, χωρίς να βρει κάποιο λάθος στις αποκρίσεις των πατέρων. Αφού είδε, άτι όλα τα ερμήνευαν σοφά και σωστά, τους υπέβαλε και το ερώτημα «και για εμάς που τελούμε την Θεία Λειτουργία με άζυμα, τι πιστεύετε;».

Οι 11 μοναχοί με θάρρος απάντησαν «Εμείς ακολουθούμε επακριβώς τα λόγια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού που είπε στο Μυστικό Δείπνο. Τελούμε την Θεία Λειτουργία που έχουμε παραλάβει από τον Κύριον, τους Αποστόλους και τους πατέρες της Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με το άγιο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας με ένζυμο άρτο. Όσον αφορά τώρα το δικό σας φρόνημα για τον άζυμο άρτο, δεν γνωρίζουμε, γιατί ούτε από τους κήρυκες του Χριστού, ούτε από τις άγιες και οικουμενικές συνόδους το παραλάβαμε. Γι’ αυτό και όσοι τελούν τις ιερές μυσταγωγίες με άζυμο άρτο, ξεπέφτουν από την αλήθεια και παρερμηνεύουν τις γραφές». Μάλιστα για να αποδείξουν αυτοί οι άγιοι πατέρες την αλήθεια, πρότειναν στους Λατινόφρονες ιεροκήρυκες να τελέσουν δύο Θείες Λειτουργίες, οι μεν με ένζυμο άρτο και οι δε με άζυμο άρτο και μετά από το μυστήριο να μπουν και οι δύο παρατάξεις στην φωτιά, και όποιος μείνει απείραχτος και βγει χωρίς να πάθει καμιά βλάβη, τότε θα αποδείκνυε ποια Θεία Λειτουργία αγιάζει ο Θεός και αυτήν θα ακολουθούσαν.

Αυτά εκνεύρισαν τον ιεροκήρυκα του Πάπα, που άρχισε να τους κατηγορεί ως αιρετικούς και τους έδωσε αμέσως εντολή να κατεβούν στη Λευκωσία στο Φράγκο Αρχιεπίσκοπο για να του δώσουν απολογία για όσα είπαν, δίνοντας τους λίγες μέρες προθεσμία. Στο διάστημα αυτό, οι μοναχοί ετοιμάζονταν πνευματικά, με αγρυπνίες, προσευχές, νηστείες και συχνή κοινωνία των αχράντων μυστηρίων. Ξεκίνησαν έτσι οι μοναχοί να δώσουν την μαρτυρία τους στον Φράγκο Πάπα. Οι πιστοί έτρεχαν πλήθη να τους προϋπαντήσουν για να τους ενισχύσουν και να ενισχυθούν και οι ίδιοι, παίρνοντας την ευχή τους. Μαζί με τους τους 11 μοναχούς τους Παναγίας τους Κανταριώτισσας, ήρθαν και ενώθηκαν και άλλοι δύο μοναχοί από το Μοναστήρι του Μαχαιρά και έτσι γίνονται 13 μοναχοί στον αριθμό.

Παρουσιάζονται μπροστά στον Λατίνο αρχιερέα και η συζήτηση περί ενζύμου και άζυμου άρτου επαναλαμβάνεται. Οι 13 πατέρες μένουν ακλόνητοι στην πίστη τους, χωρίς να λογαριάσουν τις απειλές και τους φοβέρες που τους ανέγγελαν. Το μίσος και ο θυμός των Λατίνων, φτάνει στο αποκορύφωμα από την σταθερή ομολογία των πατέρων. Τότε ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος διέταξε τριετή φυλάκιση τους. Παρέμειναν λοιπόν στην φυλακή υπομένοντας κάθε κακουχία, θλίψη και ταλαιπωρία. Μετέτρεψαν την δυσώδη φυλακή σε πνευματικό εργαστήριο, όπου ανέπεμπαν «ως μύρον ευωδίας πνευματικής» προσευχές, δεήσεις και ψαλμωδίες. Στην διάρκεια της φυλάκισής τους, ένας απ’ αυτούς κοιμήθηκε εν Κυρίω από τις ταλαιπωρίες της σκληρής φυλακής. Το όνομα του ήταν Θεόγνωστος.

Τότε προβλέποντας τον βέβαιο θάνατο και οι υπόλοιποι, απεφάσισαν και χειροθετήθηκαν από τον ηγούμενο της Μονής της Παναγίας της Κανταριώτισσας Ιωάννη και τον Κόνωνα αλλά και από τον Ιερεμία, και πήραν το Μέγα αγγελικό σχήμα των μεγαλόσχημων Μοναχών και πήραν τα εξής ονόματα: Μάρκος, Θεόκτιστος, Κύριλλος, Βαρνάβας, Μάξιμος, Ιωσήφ, Γερμανός, Γεράσιμος και Γεννάδιος. Για πολλοστή φορά οδηγούνται μπροστά στο βήμα του Φράγκου αρχιερέα, αλλά η πίστη και η γνώμη τους δεν αλλάζει. Οι Λατίνοι, εξοργισμένοι από την στάση τους, καταδικάζουν τους 12 σε θάνατο. Οι μοναχοί τότε προσεύχονται με υψωμένα τα χέρια στο Θεό, να τους δυναμώσει μέχρι τέλους.

Στις 19 Μαΐου του 1231, αφού τους έδεσαν πίσω από άλογα, τους έσυραν δια μέσου του ποταμού Πεδιαίου, πάνω από πέτρες και στη συνέχεια, μισοπεθαμένοι καθώς ήταν, τους έριξαν στη φωτιά «Και έτσι ετελειώθησαν οι καλλίνικοι του Χριστού μάρτυρες …».

http://www.agiosarsenios.org/?page_id=61

       * Οι δεκατρείς αυτοί Άγιοι μοναχοί έφυγαν από το Άγιον Όρος από άγνωστη αιτία, για να συνεχίσουν τους ασκητικούς αγώνες τους στην Κύπρο.

Φωτογραφία:  ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

agioritikesmnimes

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Νείλος του Σόρκιυ (Σόρα)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2015

Αγιορείτης Άγιος – Μνήμη 7 Μαΐου

Ο Όσιος Νείλος του Σόρκιυ (Σόρα) καταγόταν από την ευγενή οικογένεια των Μάικωφ και γεννήθηκε στη Μόσχα το 1433 μ.Χ. από ευσεβείς γονείς. Όταν ήταν νέος, εργάσθηκε ως ταχυγράφος στην υπηρεσία του μεγάλου ηγεμόνος της Μόσχας.

Η αγάπη του προς τον μοναχικό βίο οδήγησε τα βήματά του στη μονή της Λευκής Λίμνης, που είχε ιδρύσει ο ασκητής Κύριλλος. Λίγο αργότερα μεταβαίνει στο Άγιον Όρος, με το συμμοναστή του μοναχό Ιννοκέντιο και ασκητεύει στη «Σκήτη του Ξυλουργού». Υπάρχει βέβαια η πληροφορία ότι έμεινε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στη μονή του Αγίου Διονυσίου του Αγίου Όρους, η οποία εκείνη την εποχή βρισκόταν σε μεγάλη ακμή.

Ο Όσιος Νείλος και ο μοναχός Ιννοκέντιος επιστρέφουν στη Ρωσία περί το 1480 μ.Χ. Η αναζήτηση της ησυχίας τον κάνει να αποσυρθεί σε ένα μικρό ερημικό μέρος, λίγο μακρύτερα από τη μονή Λευκής Λίμνης, στον ποταμό Σόρα. Εκεί κτίζει και ένα μικρό ναό προς τιμήν της Δεσποτικής εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου και επιδίδεται στο θεωρητικό βίο και την αδιάλειπτη προσευχή. Αλλά και εδώ ο Όσιος Νείλος συνιστά προσοχή και διάκριση. Γνωρίζει ότι δεν πρέπει να μπει κάποιος πρόωρα σε ανώτερες πνευματικά περιοχές. Γνωρίζει ότι κάθε μύηση στην πνευματική ζωή πρέπει να είναι προσεγμένη και να γίνεται προοδευτικά. Το κύριο χαρακτηριστικό της πνευματικότητας του Οσίου Νείλου είναι το «μέτρο» στην ασκητική ζωή και η διάκριση στη συμπεριφορά και στη σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους.

Ο βίος του Οσίου χαρακτηρίζεται από την ταπείνωση. Είναι ο κατ’ εξοχήν Όσιος της κενώσεως, δηλαδή της ταπεινής ασκητικής ζωής και στάσεως.

Ένα άλλο χάρισμά του ήταν η αγάπη. Για να είναι χρήσιμος στους αδελφούς δεχόταν να γίνει σαλός, αποκαλύπτοντας σε αυτούς τα μυστικά της πνευματικής ζωής.

Όμως η αγιότητα και η θεολογική κατάρτιση του Οσίου Νείλου ελκύουν την προσοχή των εκκλησιαστικών αρχών και των κρατικών παραγόντων. Την εποχή αυτή στην πόλη Νόβγκοροντ ξεσπά η αίρεση των Ιουδαϊζόντων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων έλεγαν ότι το 7000 από τη δημιουργία του κόσμου, δηλαδή το 1492 μ.Χ., θα γίνει η συντέλεια του κόσμου. Ο Όσιος βοήθησε την Εκκλησία και την Πολιτεία να μορφώσουν ορθή αντίληψη για την αίρεση και να την καταδικάσουν.

Ένα άλλο θέμα που αντιμετώπισε ο Όσιος ήταν αυτό της περιουσίας των μονών. Ο Άγιος γνώριζε καλά τον μεγάλο κίνδυνο που απειλούσε τους μοναχούς από τη συσσώρευση πλούτου στις μονές, έστω και αν ο πλούτος αυτός δεν ανήκε στους μοναχούς αλλά στη μονή. Το θέμα συζητήθηκε σε Σύνοδο που συγκλήθηκε το 1503 μ.Χ. στη Μόσχα, αλλά φαίνεται ότι για ποιμαντικούς λόγους η Σύνοδος δεν υιοθέτησε το πνεύμα του Οσίου Νείλου. Παρ’ όλα αυτά το πνεύμα αυτό του Οσίου επηρέασε θετικά το Ρωσικό μοναχικό βίο.

Το συγγραφικό έργο του Οσίου Νείλου είναι πολύ πλούσιο. Τα κυριότερα έργα του είναι ασκητικά και αφορούν τον ασκητικό βίο και την ερημική ζωή.

Ο Όσιος Νείλος κοιμήθηκε με ειρήνη την Κυριακή των Μυροφόρων του 1508 μ.Χ.

http://www.saint.gr/4013/saint.aspx
agioritikesmnimes

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οσιομάρτυς Παχώμιος (+1730)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2015

Αγιορείτης Άγιος – Μνήμη 7 Μαΐου

 Καταγόταν από τη μικρή Ρωσία. Νέος σκλαβώθηκε από τους Τατάρους και πουλήθηκε σε Τούρκο βυρσοδέψη στο Ουσάκι της Φιλαδέλφειας. Επί είκοσι επτά έτη υπηρέτησε με προθυμία τον αφέντη του, υπομένοντας όμως πολλούς βασανισμούς, για να μην αρνηθεί τον Χριστό.

Φεύγοντας από το Ουσάκι πηγαίνει στη Σμύρνη, όπου πετά τα τουρκικά ρούχα, που του φόρεσαν με τη βία, και έρχεται στο Άγιον Όρος. Στην περιοχή της μονής του Αγίου Παύλου συναντά τον φημισμένο για την αρετή του Γέροντα Ιωσήφ και μένει στην υπακοή του επί δωδεκαετία. Αφού εξομολογήθηκε τις αμαρτίες, του φόρεσε το μοναχικό σχήμα.

Ακούγοντας για τον όσιο Ακάκιο τον Καυσοκαλυβίτη, μετοικίζει στα Καυσοκαλύβια και περνά μία εξαετία όλο σκληρούς αγώνες πλησίον του. «Έγινε, εις όλους τους εκεί πατέρας, τύπος και παράδειγμα της μοναχικής πολιτείας, και μάλιστα ήταν τόσον γλυκύς, και χαριτωμένος, και εις το έξω φαινόμενο ήθος του προσώπου του, οπού διά τούτο ηγαπάτο από όλους».

Με τις ευχές κι ευλογίες του όσιου Ακακίου αναχωρεί για το Ουσάκι. Φλεγόμενος από τον πόθο του μαρτυρίου, με συνοδό τον πρώτο Γέροντα του Ιωσήφ. Εκεί αναγνωρίζεται από τους Τούρκους, οδηγείται στον κριτή, και με μεγαλοψυχία ομολογεί τον Χριστό Θεό τέλειο, μόνο και αληθινό. Υπέμεινε τις κακουχίες της φυλακής και τις δοκιμασίες του πλήθους των μουσουλμάνων απτόητα. Αποκεφαλίσθηκε στον τόπο που έσφαζαν τα πρόβατα, στις 7 Μαΐου του 1730, ήμερα Πέμπτη της Αναλήψεως. Στον φοβισμένο δήμιο του ο γενναίος οσιομάρτυρας είπε: «Τελείωσον εκείνο οπού επροστάχθης, και μη χάνεις μα­ταίως τον καιρόν».

Το τίμιο λείψανο του, μετά τριήμερο, ενταφιάσθηκε από τους ευσεβείς χριστιανούς. Γυναίκα που θεραπεύθηκε από τον οσιομάρτυρα παρήγγειλε την εικόνα του σε Αγιορείτη αγιογράφο, λίγο μετά το μαρτύριο του. Σήμερα το τίμιο λείψανο του βρίσκεται στην ιερά μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της Πάτμου. Τεμάχιο του παραχωρήθηκε το 1953 στην ιερά μονή Αγίου Παύλου. Ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης έγραψε νέα ακολουθία στον οσιομάρτυρα με την ευκαιρία αυτή. Παλαιότερη ακολουθία υπάρχει στην ιερά μονή Αγίου Παντελεήμονος. Τον ένδοξο οσιομάρτυρα Παχώμιο αναφέρουν όλοι οι νεώτεροι συναξαριστές.

Πηγή 
agioritikesmnimes

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Νικηφόρος ο Ησυχαστής

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2015

Αγιορείτης Άγιος – Μνήμη 4 Μαΐου

Ιταλικής καταγωγής, ο όσιος Νικηφόρος μεταστράφηκε στην ορθόδοξη Πίστη και εγκαταλείποντας την πατρίδα και την οικογένεια του για την αγάπη της αλήθειας μετέβη στο Βυζάντιο. Μετά την συμβιβαστική ένωση με την λατινική Εκκλησία πού υπογράφηκε στην Σύνοδο της Λυών (1274) άπό τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο, καταδικάστηκε σε εξορία. Ίσως κατά τήν εποχή αυτή συνέγραψε μία πραγματεία Περί έκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος.

Επιθυμώντας να ομολογήσει τήν αληθινή πίστη, όχι μόνο με τον λόγο και τήν γραφίδα, αλλά και με σύμπασα τήν βιοτή του, εκάρη μοναχός στο Άγιον Όρος, τήν εστία της αρετής και τό μεθόριον κόσμου και υπερκοσμίων. Έπί σειρά ετών επέδειξε ταπεινόφρονα υποταγή στους γέροντες του και εισήχθη με αυτόν τον τρόπο στις αρχές της ησυχίας, τήν «επιστήμη των επιστημών». Ίδρυσε κατόπιν μικρή αδελφότητα στις ερημικότερες πλαγιές του Άθω, της όποιας η πολιτεία ήταν αφιερωμένη στήν φυλακή των λογισμών και στήν νοερά προσευχή.

Γιά να προγυμνάσει τους μαθητές του στον αγώνα κατά των δυνάμεων του σκότους, ο όσιος Νικηφόρος συνέταξε, αντλώντας από τους Βίους και τα εργα των αγίων Πατέρων, ανθολόγιο μέ τίτλο Περί νήψεως και φυλακής καρδίας. Διαπιστώνοντας, ωστόσο, ότι πολλοί νεόφυτοι δεν κατόρθωναν να κυριαρχήσουν πάνω στήν αστάθεια του νου για να προσευχηθούν δίχως περισπασμούς, τους πρότεινε μιά απλή και στοιχειώδη μέθοδο που τους επέτρεπε να βρουν τον τόπο της καρδίας και εκεί με προσοχή να επικαλούνται το ευλογημένο Όνομα του Ιησού Χρίστου.

«Όσοι της μεγαλοπρεπούς του Σωτήρος ημών Ιησού Χρίστου θεϊκής φωτοφανείας τυχεΐν ερωτικώς έχετε- ό’σοι τό ύπερουράνιον πυρ καρδιακώς εν αίσθήσει ύποδέξασθαι βούλεσθε• …ό’σοι εν γνώσει και πείρα την των ουρανών βασιλείαν ενδοθεν υμών ούσαν γνώναι και λαβείν θέλετε, δεύτε και διηγήσομαι ύμίν… έπιστήμην… άκόπως εις τον τής αληθείας λιμένα και άνιδρωτί τον ταύτης εργάτη ν είσάγουσαν… Ου γάρ έστι την προς Θεόν καταλλαγήν και οικείωσιν άλλως ημάς έντυχείν, εί μή πρότερον προς εαυτούς, όσον τό έφ’ ημίν, έπανέλθωμεν η μάλλον εισέλθωμεν τό γάρ παράδοξον, από τής του κόσμου περιφοράς, και τής ματαίας μερίμνης εαυτούς άποσχίζοντες, προς δε τήν εντός ημών ούσαν βασιλείαν των ουρανών, άσυγχωρήτως κατέχοντες».

Πριν εκθέσει τήν «μέθοδο» του, ο όσιος Νικηφόρος συμβουλεύει τους μαθητές του να διάγουν βίο ήσυχο, αμέριμνο και να βρίσκονται εν ειρήνη με όλους. “Επειτα, εισερχόμενοι στο κελλί τους και καθήμενοι σε μιά γωνιά, τους προτρέπει να συνάγουν τον νου τους και να τον εισάγουν με τήν πνοή τους μέχρι τά σημεία τής καρδιάς. Αν αυτή η άσκηση φανεί δύσκολη και στενόχωρη στήν άρχή, εξαιτίας της αστάθειας του νου πού εξεγείρεται εναντίον τής στενώσεως αυτής, μέ τήν συνήθεια θά βρεθεί σιγά σιγά μία άρρητος ηδονή πού επιστρέφει ακατάπαυστα στον ρυθμό της αναπνοής, σ’ αυτή τήν έδρα της ψυχής, «ώσπερ άνήρ τις του εαυτού οίκου απόδημος, έπάν έπιστρέψη ούκ εχει ότι και γένηται από τής χαράς, ότι κατηξιώθη τοις τέκνοις και τή γυναικί εντυχείν». Είτε φθάσει κανείς στον τόπο τής καρδίας, είτε αρκεστεί να επιστήσει τήν προσοχή του στήν αναπνοή, ο νους δεν πρέπει να μένει αργός, άλλά να απομακρύνει κάθε λογισμό γιά να άνακράζει ένδον και άκαταπαύστως το: Κύριε Ίησον Χριστέ, ελέησόν με\ η πρακτική αυτή, διαβεβαιώνει ο Νικηφόρος εξ ιδίας πείρας, θα του ανοίξει αναμφισβήτητα τήν είσοδο της καρδιάς καί: «Ελεύσεται σε σοί, συν τή πολυποθήτω και τερπνώ προσοχή, και πάς ο των αρετών χορός, αγάπη, χαρά, ειρήνη, και τα έξης• δι’ ών πάντα σου τα αιτήματα κομιεί εν Χριστώ Ιησού τώ Κυρίω ημών…».

Αυτή είναι η ονομαστή «Μέθοδος προσευχής» των Ησυχαστών πού γνώρισε τόσο μεγάλη επιτυχία μεταξύ των εραστών της προσευχής και προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις εκ μέρους των ορθολογιστικών πνευμάτων και οπαδών ενός καθ’ όλα εξωτερικού χριστιανικού βίου. Μεταξύ των μαθητών του οσίου Νικηφόρου ήταν επίσης και ο άγιος Θεόληπτος Φιλαδέλφειας (1250-1322), πού είχε αποσυρθεί στον Άθω επειδή ομολόγησε τήν Όρθοδοξία. Μυήθηκε άπό εκείνον στήν μέθοδο αυτή προσευχής και τήν μετέδωσε στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά [14 Νοεμ.], ο όποιος κατέδειξε τα θεολογικά θεμέλια της και τήν κεντρική σημασία της στήν ορθόδοξη πνευματικότητα.

Φθάνοντας σε μεγάλη ηλικία, ο όσιος Νικηφόρος συνέταξε για τους μαθητές του μια Διαθήκη, στήν όποια τους συμβουλεύει να φυλάξουν ακέραια την πίστη τους στήν Άγια Τριάδα και κατόπιν εκοιμήθη εν ειρήνη.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας

http://vatopaidi.wordpress.com
agioritikesmnimes

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Θεοφάνης Περιθεωρίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2015

Μνήμη 3 Μαΐου

Χρημάτισε ηγούμενος της ιεράς μονής Βατοπαιδίου. Συνδεόταν με τον όσιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη (+1365), του οποίου υπήρξε βιογράφος. Στη θαυμάσια αυτή και θαυμαστή βιογραφία, κατά μετάφρασή της στην απλοελληνική από τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο άγιος Θεοφάνης γράφει χαρακτηριστικά: «Και εγώ ο ίδιος επί Θεώ μάρτυρι, δεν θέλω κρύψω εκείνο όπου είδα εις τον Όσιον δια τις εγνωρίσθηκα και εγώ με αυτόν, και είχα την συναναστροφήν του, και μίαν ημέραν εκίνησα από την μονήν του Βατοπαιδίου μαζί με άλλον ένα, και επήγα εις την καλύβαν του, και μη ευρών αυτόν εκεί, ελυπούμην, και εκοίταζα τριγύρω δια να ιδώ τον ποθούμενον και αναβαίνωντας ολίγον από οπίσω της καλύβας του, και κοιτάζωντας εις τον δρόμον του κυρ Ησαΐα, να και βλέπω αυτόν εις την γούρναν του Αγελαρίου, μακράν έως δύο μίλια, όλον δε τούτο το διάστημα είναι δύσβατος τόπος και πετρώδης, και δρόμον ίσιον δεν έχει· και, ω του θαύματος! βλέπω τον Άγιον όπου υψώθη από την γην επάνω εις τον αέρα υψηλά, και ωσάν αετός υπόπτερος επέτα επάνω από το δάσος και από τας μεγάλας πέτρας, και ήρχετο εκεί όπου ήμουν εγώ· και καθώς είδον όπου επέτα τοιαύτης λογής, ετρόμαξα και εφώναξα το “μέγας εί Κύριε” και από τον φόβον μου ετραβίχθηκα οπίσω ολίγον τι και εν ροπή οφθαλμού έφθασε και ο Άγιος εκεί όπου εστεκόμην, ψάλλων· τί δε έψαλλε; δεν εκατάλαβα εκ του θαύματος· έπεσα όμως εις τους πόδας του, και τον εδέχθηκα· και εκείνος με ερωτούσε συχνά, πόσην ώραν έχεις εις τον τόπον τούτον; έπειτα πιάνωντάς με από το χέρι, με έμβασεν εις την καλύβαν του· και αφ’ ου με εδίδαξε πολλά και με ενουθέτησε, μου είπε· πρόσε¬χε να μην είπης εις κανένα εκείνο όπου είδες, έως όπου είμαι εις την παρουσαν ζωήν· ήξευρε δε ότι έχεις να γένης ηγούμενος, και μητροπολίτης Αχριδών, και μέλλεις να πάθης πολλά πλην υπόμεινον μιμούμενος, τον επί ξύλου κρεμασθέντα Χριστόν, ότι αυτός θέλει σου γένη βοηθός εις τους πειρασμούς, οι οποίοι θέλουν γένουν εις Μαρτύριόν σου της αθλήσεως· και όλα αυτά ετελειώθησαν εις εμέ κατά την Προφητείαν του Αγίου».

Ο άγιος Θεοφάνης φαίνεται ήταν καλός γνώστης της ευρύτερης περιοχής των Καυσοκαλυβίων, αφού γνώριζε καλά τα τοπωνύμια, τους συνασκητές του οσίου Μαξίμου, αλλά και τους άλλους ενάρετους Γέροντες, σπουδαίους ησυχαστές του 14ου αιώνος, τους οποίους κατονομάζει, αναφέροντας τους τόπους τους και πιθανόν συνδεόταν μαζί τους, όπως διαφαίνεται στην ωραία βιογραφία του. Η βιογραφία του Θεοφάνη αποτέλεσε πηγή για όλους τους μετέπειτα βιογράφους και υμνογράφους του οσίου Μαξίμου.

Κατά την προφητεία του οσίου Μαξίμου ο άγιος Θεοφάνης, που διετέλεσε μαθητής του, έγινε αργότερα ηγούμενος της ιεράς μονής Βατοπαιδίου και κατόπιν επίσκοπος Περιθεωρίου Ξάνθης. Αναφέρεται ως επίσκοπος Περιθεωρίου περί το 1350. Πλησίον του Περιθεωρίου ήταν το όρος Παπίκιο, γνωστό για τις μονές και τους ασκητές του, στο οποίο είχε ασκηθεί ο όσιος Μάξιμος, και είχε βρει εκεί αρκετούς ενάρετους μοναχούς, όπως αναφέρει ο βιογράφος του Θεοφάνης. Το Περιθεώριο ήταν πόλη πλησίον της σημερινής Ξάνθης, που είχε κτισθεί στα ερείπια της Αναστασιούπολης στις αρχές του 14ου αιώνος.

Άν ο άγιος Θεοφάνης υπάκουσε στον όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλύβη να γράψει περί αυτού μετά την κοίμησή του, τότε ο βίος που έγραψε κυκλοφόρησε πιθανόν μετά το 1365, όπου ορίζεται ως έτος της κοιμήσεως του οσίου Μαξίμου. Ο άγιος Θεοφάνης τότε εκοιμήθη στα τέλη του 14ου αιώνος.

«Η επιμελημένη αποφυγή του Αγίου Θεοφάνους να μη μας αφήσει ίχνη και στοιχεία διά την αγιοπροσδιόριστη βιοτή του, δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε πολλά για την ζωή, τη δράση και το έργο του. Έζησε τον 14ο αιώνα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους. Μαθητής του Αγίου Μαξίμου του Καυσοκαλυβίτου, διετέλεσε ηγούμενος της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου και στην συνέχεια επίσκοπος Περιθεωρίου… Η παρουσία του ως Ποιμενάρχου στην τοπική μας Εκκλησία κατά τον 14ο αιώνα είναι βέβαιη. Εκείνο που έχει αξία για όλους μας είναι οι θερμές του πρεσβείες για το “ιερό κατάλοιπο” του ποιμνίου του στις χαλεπές ημέρες μας».

Με ενέργειες του σεβασμιωτάτου μητροπολίτου Ξάνθης και Περιθεωρίου κ. Παντελεήμονος και της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου διά της υπ’ αρ. 3401 της 11.4.2000 Πράξεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου έγινε η αγιοκατάταξη του αγίου Θεοφάνη και διά της Εγκυκλίου 2692 της 18.5.2000 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος έγινε γνωστή η ένταξή του στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας.

Πρόσφατα αγιογραφήθηκαν εικόνες του αγίου και συντάχθηκε ιερά ακολουθία του. Περί του αγίου αναφέρουν διάφοροι τα παραπάνω.

Η μνήμη του τελείται στις 3 Μαΐου.

Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, 

Βατοπαιδινό Συναξάρι, 

Έκδοση Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, 

Α’ Έκδοση, 2007

agioritikesmnimes
http://vatopaidi.wordpress.com

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Γερμανός ο Μαρούλης (+1336)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2015

Μνήμη 2 Μαΐου

Ὁ θαυμαστὸς Ὅσιος Γερμανὸς ὁ Ἁγιορείτης

Ὁ βίος τοῦ Ὁσίου Γερμανοῦ (1252-1336) εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἁγιολογικὰ ἔργα τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου. Ἡ στενὴ σχέση τῶν δύο φίλων (Γερμανοῦ-Φιλοθέου) φαίνεται μέσα ἀπὸ τὶς νοσταλγικὲς ἀναφορὲς σὲ συγγενικὰ πρόσωπα καθὼς καὶ στὶς λεπτομέρειες τῆς παιδικῆς ἡλικίας τοῦ Ὁσίου.

Ὁ βίος τοῦ Ὁσίου διασώζεται σὲ δύο χειρόγραφους κώδικες, ἕνας ἐκ τῶν ὁποίων βρίσκεται στὸ Ἅγιον Ὄρος: α) Ἰβήρων 590, τοῦ ιδ´ αἰῶνος, καὶ β) Marcianus Cr. 582 ιε´ αἰῶνος (ἀντίγραφο τοῦ πρώτου)

Τὸν πρωτότυπο βίο τοῦ Ὁσίου πρωτοεξέδωσε ὁ καθηγητὴς Δ. Τσάμης στὸ «Ἀνάτυπο Ἐπιστημονικῆς Ἐπετηρίδος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης» (τόμος 9, 26, 1981). Στὴ συνέχεια, τὸ 1985, ἐκδόθηκε σὲ μετάφραση ἀπὸ τὸ «Περιβόλι τῆς Παναγίας».

Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου

Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΤΟΥ ΕΝ Τῌ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΑΘΩ

ΣΕΒΑΣΜΙᾼ ΚΑΙ ΜΕΓΙΣΤῌ ΛΑΥΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ[1]

Ἀλλὰ πῶς ἄν τις τὸ καθ᾿ ἡμᾶς αἰτίας ἀπολύσῃ καὶ μώμων, Γερμανὸν οὕτω σιγῇ καταλιπόντας τὸν μέγαν, τὸνλύχνον ὑπὸ τὸν μόδιον, φημί, καὶ τὴν κλίνην, τὸν ἀστέρα τῆς ἀρετῆς τὸν διαφανῆ τε καὶ λαμπρὸν ὑπὸ γῆν αὖθις,ζωῆς ἐν τῷ κόσμῳ λόγον ἐπέχοντα, κατὰ τὸν μέγαν εἰπεῖν Παῦλον· Γερμανὸν ἐκεῖνόν φημι ὃν ἤνεγκε μὲν περιφανὴςΜακεδόνων μητρόπολις, τὸ φίλον ὄντως ἐμοὶ καὶ ἥδιστον ἔδαφος, θαυμαστὴ καὶ μεγάλη Θεσσαλονίκη, Ἄθως δ᾿ἐκεῖθεν μέγας δεξάμενος, τὸ πῖον καὶ τετυρωμένον, εἴποι τις ἂν κἀνταῦθα δικαίως, ὄρος, τὸ ὄρος τοῦ Θεοῦ, ἐν κατοικεῖν «τὰ πάντα πληρῶν» εὐδόκησε διὰ τὴν ἀρετὴν δηλονότι τῶν ἐνοικούντων, ἔθρεψέ τε πνευματικῶς, εἴπερτινά που τῶν πάντων, καὶ εἰς ἄνδρα προαγαγὼν τέλειον, «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» μετὰπολλοῦ γε πάνυ τοῦ περιόντος, πυρσὸν ἀνέδειξε περιφανῆ τε καὶ διαέριον σοφίας τε καὶ γνώσεως πάσης τοῖς ἐκ τοῦκοσμικοῦ τούτου πελάγους καὶ τῶν ἐνταῦθα πνευμάτων τε καὶ τοῦ κλύψωνος εἰς τὸν σωτήριον ἐκεῖνον κατιοῦσιλιμένα.[2]

Καταγωγὴ τοῦ Ὁσίου

Ὁ μέγας καὶ περιφανὴς αὐτὸς ἄνθρωπος κατήγετο ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη. Οἱ γονεῖς του εἶχαν πλοῦτο καὶ δόξα, ἀφοῦ ὁ πατέρας του ἦταν ὁ ὑπεύθυνος ὅλων τῶν οἰκονομικῶν τῆς πόλεως. Ἐπιφανέστεροι ὅμως ἦταν στὴν ἀρετὴ καὶ«σπουδασταὶ τῆς ἄνω δόξης». Χαρακτηριστικά τους ἦταν ἡ ἐπιείκεια καὶ ἡ μετριοφροσύνη καθὼς καὶ ἡ σωφροσύνη, ἀρετὲς οἱ ὁποῖες τοὺς εἶχαν κάνει ἀγαπητοὺς σὲ ὅλους τοὺς συμπολίτες τους. Μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν φιλανθρωπία τους περιέθαλπαν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ἐλεοῦσαν τοὺς πένητες. Ἡ δὲ νύχτα ἦταν ἀφιερωμένη στὶς προσευχὲς καὶ τὶς δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον.

Οἱ ἐνάρετοι αὐτοὶ ἄνθρωποι εἶχαν ἀποκτήσει ὀκτὼ παιδιά. Τέσσερα ἀγόρια καὶ τέσσερα κορίτσια. Αὐτὰ δὲν τὰ ἀνέτρεφαν μόνο σωματικά, ἀλλὰ καὶ πνευματικά, γενόμενοι ἔτσι καὶ νυμφαγωγοὶ εἰς Χριστόν. Τὸ βαπτιστικὸ ὄνομα τοῦ Ὁσίου Γερμανοῦ, ἦταν Γεώργιος, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ τρίτος κατὰ σειρὰ ἀπὸ τὰ παιδιά, «μᾶλλον δὲ καὶ πατὴρ καὶ διδάσκαλος ἔργοις αὐτοῖς τε καὶ πράγμασιν οὐκ ἀδελφῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ πατέρων…»[3]

Ὁ Γεώργιος δὲν ἔπαιζε ὅπως ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς ἡλικίας του, ἀλλὰ ὅλες οἱ κινήσεις του ἦταν γεμάτες εὐταξία καὶ ἁπλότητα. Στὶς δὲ ὁμιλίες ἦτο ὀλιγαρκὴς «ὡς ἀλλόγλωσσος ἐν ἑτερογλώσσοις ἐν γνώσει καθήμενος»[4]. Αὐτὰ δὲν τὸν ἔκαναν ἀντικοινωνικό, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὸν διακατεῖχε ὁ πνευματικὸς νόμος τῆς ἀγάπης. Ἀκόμα καὶ στὶς εἰρωνεῖες τῶν συμμαθητῶν του, δὲν ἀπαντοῦσε, μὴν ἐπιτρέποντας τὴν ὀργὴ καὶ τὰ περιττὰ λόγια νὰ βλάψουν τὴν ψυχή του. Ἔτσι,«νεκρὸς ἤδη γεγονὼς τῷ κόσμῳ καὶ τὸν κόσμον ἑαυτὸν σταυρώσας καὶ πρεσβυτικὴν ἀσκῶν ἀρετήν»[5] θαυμαζόταν ἀπὸ ὅλους.

Ὅταν ἐπέστρεφε ἀπὸ τὸ σχολεῖο μαζὶ μὲ τὴν μητέρα του ἑτοίμαζε φαγητὸ τὸ ὁποῖο μοίραζε στοὺς φτωχοὺς ποὺ γνώριζε. Πολλάκις δέ, τοὺς ἔστρωνε ὁ ἴδιος τὸ τραπέζι μὲ τὰ ἀγαθὰ ποὺ τοὺς πήγαινε. Καὶ ἂν κάποτε πεινοῦσε, ποτὲ δὲν ἔπαιρνε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔδινε, ὑπομένοντας τὴν πείνα ἕως ὅτου ἐπέστρεφε στὸ σπίτι. Τὸ δὲ φαγητό του ἦταν πάντοτε τὸ πιὸ ἄνοστο καὶ σκληρὸ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔτρωγε ἡ οἰκογένειά του.

Τὶς νύκτες καὶ μετὰ τὸ βραδινὸ φαγητὸ ξάπλωνε μαζὶ μὲ τὰ ἀδέλφια του. Προσποιεῖτο ὅτι κοιμόταν καὶ ἀφοῦ ἀντιλαμβανόταν ὅτι ὅλοι ἀποκοιμήθηκαν, σηκωνόταν μὲ ἡσυχία καὶ τὸ ὑπόλοιπο τῆς νύχτας «εἰς τὰς πρὸς Θεὸν εὐχὰς ἀνήλισκε καὶ δεήσεις, ψαλμοὺς ἱεροὺς μετὰ πολλῆς τῆς κατανύξεως καὶ τῆς ἡδονῆς ᾄδων, συνεχῶς τε κλίνων εἰς γῆν καὶ χεῖρας καὶ γόνυ καὶ τὴν ἐκεῖθεν ἐπικαλούμενος ἐπισκοπὴν καὶ ἐπικουρίαν»[6]. Ὅταν δὲ κουραζόταν, ξάπλωνε στὸ ἔδαφος καὶ ἀναπαυόταν.

Τέτοιοι ἦταν οἱ ἀγῶνες τοῦ μικροῦ Γεωργίου, οἱ ὁποῖοι σὲ τίποτε δὲν διέφεραν ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες τῶν μεγάλων καὶ προδιέγραφαν τοὺς ὕστερους πνευματικοὺς καμάτους του.

Γνωριμία μὲ τὸν Γέροντα Ἰωάννη. Ἔξοδος ἐκ τοῦ κόσμου.

Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπισκέψεις του στὶς Μονὲς τῆς περιοχῆς του, κατὰ θείαν συντυχίαν γνώρισε τὸν Γέροντα Ἰωάννη ἀπὸ τὸν ἱερὸν Ἄθωνα, ὁ ὁποῖος εἶχε φήμη μεγάλου ἀσκητοῦ. Ἀμέσως τοῦ ζήτησε νὰ τὸν πάρει μαζί του κατὰ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ νὰ τὸν ἐντάξει στὶς τάξεις τῶν μοναχῶν. Ἐκεῖνος δὲ ὁ μακάριος ἔχοντας διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοὺς διορατικοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ γνωρίζοντας τὸ μέλλον, ἀφοῦ τὸν συμβούλευσε, τὸν προέτρεψε νὰ ἐπιστρέψει στὰ μαθήματα καὶ τὴν οἰκογένειά του, ὅπως καὶ ἔγινε.

Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς ἀπὸ ἐκείνη τὴ συνάντηση καὶ «τὸν ἱερὸν ὁ γενναῖος Ἄθω καταλαμβάνει»[7] χωρὶς νὰ πάρει μαζί του τίποτε ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια ὑλικὰ ὑπάρχοντά του. Ἐκεῖ ἔψαξε καὶ βρῆκε τὸν Γέροντά του Ἰωάννη στὰ μέρη τῆς Μονῆς Δοχειαρίου. Ἐκεῖνος ἄνοιξε τὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸν δέχτηκε στὴν ταπεινὴ συνοδεία του.

Κουρά – Ἀσκητικοὶ ἀγῶνες

Δὲν πέρασε πολὺς χρόνος καὶ ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Γερμανός.

Οἱ νηστεῖες, οἱ ἀγρυπνίες καὶ ἡ ὑπακοὴ τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἦταν πανθομολογούμενες καὶ ἡ ἀνάλογη ἐκτίμηση καὶ σεβασμὸς τὸν διέκριναν μεταξὺ τῶν μοναχῶν. Ὁ δὲ Γέροντας Ἰωάννης σὲ κανέναν ἄλλον, παρὰ στὸν Γερμανὸ δὲν «ἀναπαυόταν» λόγῳ κυρίως τῆς θαυμαστῆς ὑπακοῆς του. Πρὶν ἀκόμη τελειώσουν οἱ φράσεις τῆς κλήσεως τοῦ Πατρός, ὁ Γερμανὸς στεκόταν μπροστά του ὁλοπροθύμως νὰ ἐκτελέσει τὶς προσταγές του.

Ἂν καὶ στὸ σῶμα ἦταν ἀδύναμος, παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ἔκανε μεγάλες ἀποστάσεις μὲ φορτίο στὴν πλάτη σὲ ἐλάχιστο χρόνο. Σ᾿ αὐτὰ ἔμοιασε στὸν Γέροντά του, ὁ ὁποῖος λέγεται ὅτι διήνυε τὴν ἀπόσταση Καρυές – Θεσσαλονίκη σὲ μία μέρα καὶ Ἅγιον Ὄρος – Κωνσταντινούπολη σὲ τρεῖς!

Ὁ Ἰωάννης συνήθιζε νὰ πηγαίνει στὴν Μεγάλη Λαύρα τοῦ Βατοπαιδίου πρὸς ὠφέλειαν τῶν ἐκεῖσε μοναχῶν. Μιὰ φορὰ βρέθηκε μαζί του καὶ ὁ Γερμανός, ὁπότε καὶ συνέβη τὸ ἑξῆς περιστατικό.

Ἐνῶ εἶχε ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καὶ θέλοντας νὰ δείξει τὸν τύπο τοῦ ἀληθινοῦ μοναχοῦ, φωνάζει στὸ κέντρο τοῦ Καθολικοῦ τὸν μαθητή του καὶ τὸν προστάζει νὰ βγάλει τὸ ράσο του καὶ σὰν λαϊκὸς νὰ διαβάσει τὸ προσῆκον ἀνάγνωσμα. Ὁ δὲ παραυτίκα «ἀνενδοιάστως ἐποίει» καὶ στάθηκε ἀνάμεσα «τῆς ἱερᾶς ἐκείνης συναγωγῆς». Ἀφοῦ προκλήθηκε θόρυβος, ὁ Ἰωάννης παίρνει τὸν λόγο καὶ λέει[8]: «Ἀλλ᾿ οὐ μοναχὸς οὖτος… οὐδὲ τῆς ἱερᾶς ἐκείνης τελετῆς καὶ τοῦ μυστηρίου τὸ παράπαν ἠξιωμένος» ταπεινώνοντας τὸν μαθητή του, ὁ ὁποῖος διόλου δὲν ταράχθηκε ἀλλὰ ἔδειχνε χαρούμενος μὲ τὸν ἐξευτελισμὸ καὶ «θείας ὡσπερεὶ πλάκας καὶ νόμους ἄνωθεν κατιόντας ἐδέξατο τοὺς ἐκείνου λόγους». «Οὕτω τὰ κατ᾿ αὐτὸν ὠφελείας ἦν μεστὰ πάντα καὶ κανών τις καὶ τύπος ἀρετῆς παντοίας τοῖς πᾶσιν ἐν ἅπασιν ἦν, ὁρώμενός τε καὶ ἀκουόμενος».

Πέντε χρόνια εἶχαν ἤδη περάσει δίπλα στὸν μέγα ἐκεῖνο Ἰωάννη, ἀσκούμενος στὴν καλὴ ὑπακοή. Καὶ ἐνῶ πάλι ὁ Γέροντας εἶχε μεταβεῖ στὴν Θεσσαλονίκη, Θεοῦ κρίμασι, γύρω στὸ 1275 μαρτυρεῖ διὰ σφαγῆς ἐκεῖ μαζὶ μὲ ἕναν μαθητή του Γρηγόριο.

«Πενθεῖ μὲν ὁ καλὸς μαθητὴς καὶ φίλος τὸν καλὸν πατέρα τε καὶ μυσταγωγὸν καὶ τὴν ἐκείνου ζημίαν τε καὶ τὴν στέρησιν ἀποδύρεται»[9].

Ὁ ὅσιος δὲν ἀφήνει τὸν ἑαυτό του ἐκτὸς ὑπακοῆς καὶ ὑποτάσσεται στὸν Γέροντα Ἰώβ, «τὸν ἀπαράμιλλον μὲν τὴν τῆς ψυχῆς ἀνδρείαν… ῥωμαλέον δὲ καὶ καρτερικὸν ἐν τοῖς τῆς ἀσκήσεως πόνοις…»[10].

Μαζὶ μὲ τὸν Ἰὼβ ἔρχονται στὴ Μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας καὶ στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου. Ἐκεῖ ἀκολούθησαν τὸν βίο πολλῶν παλαιοτέρων ἀγωνιστῶν τοῦ πνεύματος καὶ ἐν πολλοῖς τοὺς ξεπέρασαν «ἐν τοῖς κατὰ Θεὸν κατορθώμασι». Τόση ἦταν ἡ ἐγκράτειά τους ὥστε ὄχι μόνο νὰ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ εὔγευστα φαγητά, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν ξηραμένο ἄρτο καὶ τὰ μισοβρεγμένα ὄσπρια νὰ τρώγουν μὲ πολὺ μέτρο.

Ἡγούμενος τῆς Λαύρας

Βλέποντας οἱ πατέρες τὴν μεγάλη ἀρετὴ τοῦ Ὁσίου Γερμανοῦ «βιάζονται τὸν γενναῖον τὴν τῆς Λαύρας ἀρχὴν καὶ τὴν πνευματικὴν ὁμοῦ καὶ τὴν σωματικὴν αὐτῆς πᾶσαν ὑπελθεῖν προστασίαν»[11]. Καὶ μετὰ ἀπὸ τὶς παρακλήσεις καὶ πολλὴ δική του σκέψη κάμπτεται καὶ δέχεται τὴν ἡγουμενία γνωρίζοντας καλὰ ὅτι τέτοιες θυσίες χρειάζονται περισπασμοὺς διοικητικοὺς καὶ κοινωνικούς.

Ἂν καὶ ἡγούμενος, ποτὲ δὲν ζήτησε συνοδοὺς στὶς ὁδοιπορίες του, οὔτε κἂν ἄλογο γιὰ τὴν ἀνάπαυσή του. Ἀλλὰ συχνὰ ἐπισκεπτόταν τὸ ἀγαπημένο σπήλαιο κάνοντας τὶς συνήθεις προσευχὲς καὶ μετάνοιες. Ἦτο δὲ μονοχίτων. Συνεχῶς κήρυττε ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ προσκολλούμεθα στὶς ἀνέσεις τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλὰ νὰ ἀτενίζουμε τὴν μέλλουσα καὶ νὰ σταυρώνουμε τὰ πάθη μας γιὰ χάρη τοῦ ἠγαπημένου Ἰησοῦ. Ζητοῦσε ἀπ᾿ ὅλους νὰ διακονοῦν μὲ ταπείνωση τὸν πάσχοντα ἀδελφὸ, ὅπως ἔκανε καὶ ὁ Κύριος νίπτοντας τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν. «Ὁ θέλων εἶναι πρῶτος, ἔστω πάντων ἔσχατος». Μὲ τέτοια λόγια ὠφελοῦσε νύχτα καὶ ἡμέρα τοὺς μοναχούς του, τοὺς ὁποίους διοικοῦσε μὲ τὸν νόμο τῆς ἀγάπης. Ἀνοίγοντας τὴν πατρική του ἀγκαλιά οἰκονομοῦσε καὶ τοὺς προχωρημένους στὴν ἄσκηση καὶ τοὺς ῥαθύμους. Ἡ δὲ φήμη του δὲν ἄργησε νὰ φέρνει καθημερινῶς πολλοὺς μοναχοὺς ἀπ᾿ ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος πρὸς αὐτὸν γιὰ παραμυθία ψυχικὴ καὶ ἐξαγόρευση λογισμῶν. Αὐτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν πολλὴ εὐλάβεια καὶ μετριοφροσύνη «ἀνάξιον ἑαυτὸν εἶναι λέγων ψυχῆς τὸ παράπαν ἀναδέξασθαι προστασίαν».

Θαύματα τοῦ Ὁσίου

Δύο θαυμαστὰ γεγονότα διαβάζουμε στὸν βίο τοῦ Ὁσίου. Κάποια ἡμέρα ὁ ὑποτακτικός του Ἰωαννίκιος εἶχε βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὸ σπήλαιο γιὰ νὰ κόψει ξύλα. Ἐκεῖ καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, φτάνει στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ. Βλέποντας τὸ ἀχανὲς τοῦ γκρεμοῦ καὶ τὴν θάλασσα, κυριεύεται ἀπὸ σκοτοδίνη. Καὶ μὴ μπορώντας νὰ κινηθεῖ πρὸς τὰ πίσω σκέφθηκε τὸν Γέροντά του ὡς τὴν μοναδικὴ ἄγκυρα ἐλπίδας. Ὁ ὅσιος Γερμανὸς ἐκείνη τὴν ὥρα, χωρὶς νὰ γνωρίζει τὰ τεκταινόμενα, προσευχόταν ἐντὸς τοῦ σπηλαίου. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! βλέπει νοερῶς ὅτι πλησιάζει τὸν μαθητή του καὶ κρατώντας τὸ χέρι του τὸν τραβᾶ μὲ ἀσφάλεια πρὸς τὰ πίσω καὶ ἔτσι τὸν σώζει ἀπὸ βέβαιο θάνατο. Αὐτὸ τὸ μεγάλο θαῦμα διηγήθηκε ὁ ἴδιος ὁ διασωθεὶς μαθητὴς τοῦ Ὁσίου.

Ἄλλοτε τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ κατὰ σάρκα ἀδελφὸς του Ἀνδρόνικος[12]. Ἐρχόμενος ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη στὸν Ἄθωνα ἔπιασε τὸν γιό του ὑψηλὸς πυρετός. Φτάνοντας στὴ Μονὴ Καρακάλλου, ὁ πυρετὸς αὐξάνει. Ὁ πατέρας ἀπεγνωσμένος, φεύγει βιαστικὰ πρὸς τὴν Μεγίστη Λαύρα, ὅπου βρίσκει τὸν Ὅσιο ἀδελφό του στὴν πάλαι ποτὲ Μονὴ τῶν Βουλευτηρίων. Πέφτοντας στὰ πόδια του, τοῦ ἐξηγεῖ τὴν συμφορά του καὶ τὸν παρακαλεῖ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ παιδιοῦ καὶ ἀνηψιοῦ του. Ὁ Ὅσιος κάμπτεται καὶ τοὺς ἀκολουθεῖ πεζοπόρος.

Φτάνοντας στὴν Μονὴ Καρακάλλου «εὑρίσκει μὲν ἐκεῖνον ἤδη κατειργασμένον τῷ πάθει καὶ μηδὲ φθέγγεσθαι μηδὲ τὴν γλώτταν κινεῖν τὸ παράπαν δυνάμενον»[13]. Ὅ Ὅσιος βλέποντας τὸ παιδὶ καὶ θέλοντας νὰ τοὺς δοκιμάσει λέει: «Τί ὡραία εὐκαιρία νὰ ἀπαλλαγεῖ τοῦ κόσμου τούτου καὶ νὰ δώσει καθαρὴ τὴν ψυχή του στὸν Κύριο!». Ὁ δὲ ἡγούμενος τῆς Μονῆς ξαφνιασμένος ἀπάντησε· «μὴν ἐπιτρέψεις, πάτερ, νὰ γίνει αὐτό, ἀλλὰ προσευχήσου στὸν Κύριο νὰ τὸν ἀπαλλάξει τῆς συμφορᾶς!». Μὲ τέτοια λόγια ὁ ἡγούμενος προσπαθοῦσε νὰ πείσει τὸν Ὅσιο καὶ ἐκεῖνος ὑπακούοντας, ὅπως εἶπε, κάμπτεται καὶ «τῆς κεφαλῆς εὐθὺς ἁψάμενος τοῦ παιδὸς καὶ συνδάκρυς ὅλος εἰς οὐρανὸν ἀπιδών, καὶ τὴν ἄνωθεν ἀρωγὴν ἐπικαλεσάμενος ὅλῃ καὶ διανοίᾳ καὶ γλώσσῃ, ὅλον ὑγιᾶ παραχρῆμα τὸν πάσχοντα δείκνυσιν»[14]. Τὸ παιδὶ σὰν ἀπὸ ὕπνο σηκώθηκε εὐθὺς καὶ ἔφαγε καὶ μιλοῦσε μὲ εὐθυμία σὰν νὰ μὴν εἶχε συμβεῖ κάτι. Μάλιστα μετὰ ἀπὸ λίγο ἀνέβηκε μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του στὸ ἄλογο, χαρούμενος.

Τὸ θαῦμα ἐξέπληξε τοὺς παρόντες, ὁ δὲ Ὅσιος ἀπέδωσε τὸ θαῦμα στὸν Κύριο. Γιὰ νὰ μὴν δὲ εἰσπράξει τὶς τιμὲς τῶν ἀνθρώπων, ἔφυγε εὐθὺς γιὰ τὸ ἀσκητήριό του.

Ὁσίου Σάββα τοῦ Βατοπεδινοῦ γνώμη

Ἐπειδὴ πάντοτε ἡ γνώμη ἑνὸς Ἁγίου ἔχει ἰδιαίτερη βαρύτητα, νὰ τί εἶχε πεῖ γιὰ τὸν Ὅσιό μας, ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Βατοπεδινός (+1349), σύγχρονος τοῦ Γερμανοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν βιογραφία[15] ἐπίσης ἔγραψε ὁ ὅσιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος.

«… τῶν οὐρανῶν ἤδη καὶ τῶν ἀπογεγραμμένων ἐκεῖ μέγας πολίτης, Γερμανὸς ὁ θεῖος, Ἀντώνιός ἐστιν νῦν ἐν ἡμῖν ἄλλος ὁ μέγας· οὐ τὴν πολιτείαν φημὶ καὶ τὴν τῆς ἀρετῆς ἄσκησιν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας καὶ τὴν ἐνοικούσαν αὐτῇ τοῦ Πνεύματος χάριν τε καὶ σοφίαν.»[16]

Μαρτυρία μαθητοῦ του[17]

«Τὸ δὲ τῆς διδασκαλίας ἄφθονόν τε καὶ ἥδιστον, νύκτωρ τε καὶ μεθ᾿ ἡμέραν κατὰ ταὐτὰ τῆς θείας ἀποβλύζον γλώττης ἐκείνης, καὶ πᾶσαν μὲν παλαιάν τε καὶ νέαν γραφήν, πάντας δὲ τῶν ἀρίστων ἀνδρῶν βίους καὶ τύπους διεξιὸν τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς βίου, πρὸς πάντας δὲ πεφυκὸς ὡσανεί τι καὶ ἡρμοσμένον, σοφούς τέ φημι καὶ ἀγροίκους, ὑψηλούς τε καὶ ταπεινούς, ὡς ἕκαστον, τοῦ καταλλήλου καὶ πρὸς ἀξίαν μετέχοντα, μεγίστης καὶ τῆς ἡδονῆς ἀπολαύειν ἐκεῖθεν συνάμα τῇ κατὰ ψυχὴν ὠφελείᾳ, τίς οὐκ ἂν εἴπῃ τῆς τοῦ Πνεύματος χάριτος εἶναι καὶ τῆς θείας πηγῆς ἐκείνης τοῦ σωτηρίου, ὃ δὴ μετ᾿ εὐφροσύνης καὶ οὗτος ἀντλήσας εἴπερ τις ἐφάνη κατὰ τὸν μέγαν εἰπεῖν Ἡσαΐαν; Εἰ δὲ δεῖ τι καὶ περὶ προσευχῆς εἰπεῖν, τῶν ἀπορρήτων δηλαδὴ καὶ ἀφανεστέρων ἐκείνου, μάρτυς κἀκείνων ὁ αὐτὸς φίλος τε καὶ φοιτητὴς αὖθις, ὅλως ἐξεστηκότα τινὰ καὶ ἠλλοιωμένον αὐτὸν πολλάκις ἰδὼν ἐν ταῖς πρὸς Θεὸν νοεραῖς εὐχαῖς καὶ ταῖς ὁμιλίαις. Ἔλεγε γὰρ ὡς ἐπισταίη μὲν πολλάκις ἀωρὶ τῶν νυκτῶν ὡς ἔθος τῷ ἐκείνου οἰκίσκῳ, ἐν χρῷ δὲ τῆς θύρας γενόμενος καὶ τὸν ὀφθαλμὸν διά τινος ὀπῆς ἀπερείσας τῶν ἔνδον, ἐπεὶ τὸν μέγαν ἴδοι τὰς μὲν χεῖρας πρὸς οὐρανὸν ἔχοντα τεταμένας, ὅλον δ᾿ ἐξεστηκότα ἑαυτοῦ καὶ τῷ νῷ πρὸς Θεὸν διὰ προσευχῆς ἐκδεδημηκότα προσμένειν ἐπὶ πολὺ τὸ τῆς θείας ὁμιλίας καὶ τῆς ἑνώσεως τέλος ἐκείνης· τῆς δὲ μὴ ληγούσης, μηδὲ τῆς θείας ἀλλοιώσεως ἀνθρωπίνην ἀλλοίωσίν τινα καὶ σχολὴν δεχομένης, ἀναγκασθῆναι πολλάκις ἐκεῖνον καὶ διακόψαι, κόψαντα τὴν θύραν καὶ εἰσελθόντα συνήθως. «Ὁπηνίκα καὶ τῷ προσώπῳ», φησίν, «ἐνατενίζων ἐκείνου, ποτὲ μὲν ὡς ἀπὸ καμίνου πυρὸς ὥσπερ ἐκπυρωθὲν ἔξω φύσεως ἀνθρωπείας ἑώρων, ποτὲ δ᾿ αὖθις ὅλον ἀστράπτον τε καὶ πεφωτισμένον, οἱονεί τινος αἴγλης ἀπορρήτου καὶ μαρμαρυγῆς κατακεχυμένης ἐκείνου καὶ θείας τινὸς εὐφροσύνης καὶ θυμηδίας ἀλλὰ δὴ καὶ εὐωδίας ἀρρήτου πληρούσης ὅλον τὸν μέγαν. Δακρύων γε μὴν καὶ κατανύξεως περὶ τί χρὴ καὶ λέγειν, ὅπου γε πᾶς μὲν ὁ βίος ἐκείνῳ κατάνυξίς τε καὶ πένθος ἦν, μηδενὸς τῶν ἡδέων αὐτοῦ ποτε τὸ παράπαν μηδ᾿ ἀκοῇ μετασχεῖν τέως ἀνασχομένου, οὐ μᾶλλον ἢ οἱ μακροῖς πρότερον χρόνοις ἀπογεγονότες τῷ βίῳ. Τὸ δάκρυον δὲ καθ᾿ ἑαυτὸ νύκτωρ τε καὶ μεθ᾿ ἡμέραν ἀστακτὶ τῶν ὀφθαλμῶν ἀποβλύζον, ὡς παρειὰς ἐκείνου καὶ πρόσωπα διάβροχα καθ᾿ ἑκάστην ὁρᾶσθαι, πάντας ἐπειρᾶτο λανθάνειν, ὡς μηδὲ γελᾶν ἐξ ἴσου μηδὲ κλαίειν ἐκεῖνον παρ᾿ οἱστισινοῦν ἔστιν ὅτε νομίζεσθαι, ὅτι μὴ πᾶσα ἀνάγκη πένθους τινὸς ἀφορμῆς ἐν τῷ κοινῷ δηλαδὴ προκειμένης.

Ὁ μὲν οὖν οὕτω βιοὺς καὶ μετὰ τοσούτων καὶ τηλικούτων τῶν ὑπὲρ ἀρετῆς ὑπερφυῶν ἀγώνων τε καὶ ἱδρώτων».

Ἡ κοίμηση τοῦ Ὁσίου

Ἔτσι ἐβίωσε ὁ Ὅσιος Γερμανός. Σὲ ἡλικία 84 ἐτῶν, τὸ 1336, ἀφοῦ ἀσθένησε γιὰ λίγο, ψάλλοντας καὶ προσευχόμενος ἄφησε τὴν κατάλευκη ψυχή του στὸν Κύριο ποὺ ἀγάπησε μὲ πάθος.

Ἡμᾶς δέ, Ὅσιε, μὴ διαλείπεις νὰ ἐποπτεύεις ἄνωθεν, τοὺς μὲν ἔξωθεν πειρασμοὺς καὶ τὶς περιστάσεις διαλύοντας, πατρικῶς δὲ πρὸς τὰ σωτήρια καθ᾿ ἑκάστην νὰ μᾶς ὁδηγεῖς διὰ τῶν πρεσβειῶν σου.

«Ἐν δέ γε τῷ μέλλοντι, τῆς ἐπιφανείας τῆς σῆς μακαρίας τε καὶ φιλανθρώπου καὶ ψυχῆς καὶ χάριτος ἐς αὖθις ἀναδείξεις ἀξίους…τῷ μεγίστῳ καὶ φιλανθρώπῳ παρεστὼς Δεσπότῃ…ὅτι αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Σημειώσεις

[1] Προμετωπίδα χειρογράφου 590 τῆς Μονῆς Ἰβήρων.

[2] Τσάμη Δ., Ἀνάτυπο Ἐπιστημονικῆς Ἐπετηρίδος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σελ. 110, 1981

[3] ὅπ. βλ. σελ. 112

[4] ὅπ. βλ. σελ. 113.

[5] ὅπ. βλ. σελ. 115.

[6] ὅπ. βλ. σελ. 117.

[7] ὅπ. βλ. σελ. 122.

[8] ὅ.π., βλ. σελ. 126.

[9] ὅ.π., βλ. σελ. 133.

[10] ὅ.π., βλ. σελ. 134.

[11] ὅ.π., βλ. σελ. 136.

[12] Ἀργότερα ἔγινε καὶ αὐτὸς μοναχός.

[13] ὅπ. βλ. σελ. 150.

[14] ὅπ. βλ. σελ. 151.

[15] Βίος τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Βατοπαιδινοῦ, τοῦ διὰ Χριστὸν Σαλοῦ (Ψ.Β. 11), Ἱ.Μ.Βατοπαιδίου, Ἅγ. Ὀρος, 2000

[16] ὅ.π., βλ. σελ. 152.

[17] ὅ.π., βλ. σελ. 168.

http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/agiologion/osios_germanos_maroylhs_agioreiths.htm
agioritikesmnimes

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μνήμη Αγιορειτών Αγίων, 1ης Μαΐου

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2015

Αγιορείτες Άγιοι

Μνήμη 1 Μαΐου

Οσιομάρτυς Ευθύμιος (+1814)

Καταγόταν από πλούσια οικογένεια της Δημητσάνας. Σπούδασε στη Σχολή της πατρίδος του και συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινουπόλεως. Κατόπιν πήγε στη Ρουμανία, εργάσθηκε κοντά στον πρόξενο της Γαλλίας και σε κάποιον Ρώσο υπάλληλο. Εκεί έπεσε σε μεγάλη διαφθορά και τέλος αρνήθηκε και τον Χριστό.

Αμέσως όμως μετάνοιωσε αληθινά για τη φοβερή πτώση του. Με συνεχή δάκρυα στα μάτια και ολόθερμες προσευχές στη Θεοτόκο, ήλθε στο Άγιον Όρος, συμβουλεύθηκε τον εξόριστο Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ και άλλους εναρέτους πνευματικούς, επέστρεψε στην πατρώα πίστη, περιήλθε διάφορες μονές και σκήτες και εκάρη μοναχός στη Ιβηριτική σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Οι υπεράνθρωποι ασκητικοί αγώνες συνοδεύτηκαν από συντριβή καρδίας, χαρμολύπη, θεία οράματα και μόνιμο πόθο μαρτυρικής τελειώσεως.

Αφού ετοιμάσθηκε επιμελώς για το μαρτύριο, έτρεχε σε αυτό, έχοντας λύπη για την π[παραμικρή καθυστέρηση. Με τα βάια και τον σταυρό στο χέρι – ήταν Κυριακή των Βαΐων – παρουσιάστηκε στον βεζύρη της Κωνσταντινουπόλεως και με αξιοθαύμαστο θάρρος ομολόγησε τον Χριστό και αναθεμάτισε τον Μωάμεθ. Η σταθερότητα με την οποία υπέμεινε σκληρούς βασανισμούς απέλπισε τους Τούρκους και ο αποκεφαλισμός του έδωσε χαρά μεγάλη στους αγγέλους και στους χριστιανούς. Ήταν μόλις είκοσι ετών.

 Τα θαυματουργά λείψανά του ετάφησαν στη μονή της Μεταμορφώσεως, στη νήσο Πρώτη. Η τιμία κάρα του βρίσκεται στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος – Ρωσικού. Μέρος των λειψάνων του σώζεται στο Κελλί των αγώνων του, στη σκήτη του Τ. Προδρόμου. Οι συμπατριώτες του έκτισαν κοινό, μετά του Αγίου Γρηγορίου του Ε΄, ναό στη Δημητσάνα. Το μαρτύριό του αναφέρεται σε όλους τους νεώτερους συναξαριστές.

Τον βίο και την ακολουθία του έγραψε ο μοναχός Ονούφριος ο Ιβηρίτης, ο οποίος έγραψε και τα μαρτύρια των νέων οσιομαρτύρων Ιγνατίου, Ακακίου και Ονουφρίου, μαζί με τους οποίους συνεορτάζει την 1η Μαΐου, επειδή ήταν όλοι τέκνα του ιδίου πνευματικού πατρός. Ιδιαιτέρως τιμάται στις 22 Μαρτίου, ημέρα του μαρτυρίου του.

Οσιομάρτυς Ιγνάτιος (+1814)

Καταγόταν από την Παλαιά Ζαγορά της Βουλγαρίας. Στο άγιο βάπτισμα έλαβε το όνομα Ιωάννης. Ασκήθηκε επί εξαετία στη μονή της Ρίλας, κάνοντας μεγάλη υπομονή στον σκληρό Γέροντά του. Μετά τον φόνο του πατέρα του και τον βίαιο εξισλαμισμό της μητέρας του και των δυο θυγατέρων της από τους Τούρκους, πήγε στο Βουκουρέστι. Εκεί γνωρίσθηκε και συνδέθηκε με στενή φιλία με τον οσιομάρτυρα Ευθύμιο. Στον δρόμο για το Άγιον Όρος συνελήφθη από τους Τούρκους και από τον φόβο του υποσχέθηκε ότι θα τουρκέψει. Μετά την απελευθέρωσή του έφθασε στον προορισμό του.

Στο Άγιον Όρος περιήλθε αρκετές μονές και σκήτες και γνωρίσθηκε με μακάριους Γέροντες. Τέλος πήγε στην Ιβηριτική σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, στην υπακοή του πνευματικού Νικηφόρου και του Γέροντος Ακακίου, από τον οποίο έλαβε το μοναχικό σχήμα, και από Ιωάννης ονομάσθηκε Ιγνάτιος. Η ζωή του ήταν κοσμημένη από τις αρετές «της νηστείας, το καρτερικό της αγρυπνίας, την άμετρον κατάνυξιν, τας ολονυκτίους στάσεις, την αδιάλειπτον προσευχήν και το απερίσπαστον εις μερίμνας, το ταπεινόν του φρονήματος, το πράον, το σύννουν και προσεκτικόν πάντοτε, το τε προς πάντας ιλαρόν και ήσυχον, και το συμπαθές και φιλευσπλαχνον». Προσπαθούσε να μιμηθεί τους αγώνες του νεομάρτυρος φίλου του Ευθυμίου, τον οποίο είχε πρότυπο.

Με συνοδό τον ίδιο, που είχε και ο οσιομάρτυρας Ευθύμιος, τον μοναχό Γρηγόριο, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, παρουσιάσθηκε στον κριτή και ομολόγησε τον Χριστό. Αποτέλεσμα της ομολογίας του υπήρξαν σκληροί βασανισμοί και τέλος ο απαγχονισμός του στις 8.10.1814.

Τα ενδύματα, το αίμα και το λείψανο του ενδόξου οσιομάρτυρος έγιναν πηγή ιαμάτων στους ασθενείς. Ετάφη στον τάφο του οσιομάρτυρος Ευθυμίου, που είχε μαρτυρήσει προ επταμήνου, στη νήσο Πρώτη. Αργότερα, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στη σκήτη του Τ. Προδρόμου. Η κάρα του βρίσκεται στη μονή Αγίου Παντελεήμονος – Ρωσικού. Ακολουθία και μαρτύριο έγραψε ο μοναχός Ονούφριος Ιβηρίτης, από τον οποίο λαμβάνουν στοιχεία οι νεώτεροι συναξαριστές.

Η μνήμη του τιμάται στις 8 Οκτωβρίου και την 1η Μαΐου.

Οσιομάρτυς Ακάκιος (+1816)

Γεννήθηκε το 1796 στο Νεοχώρι της Θεσσαλονίκης και κατ΄ άλλους της Χαλκιδικής, από ευσεβείς γονείς. Μικρός, μόλις εννέα ετών, ασπάσθηκε τον μωαμεθανισμό στις Σέρρες. Μετά εννέα έτη συναισθάνθηκε το φοβερό σφάλμα του και με τις προτροπές της μητέρας του ήλθε στο Άγιον Όρος.

Παρέμεινε στις μονές Χιλιανδαρίου και Ιβήρων και αναμυρώθηκε στη σκήτη Ξενοφώντος. Τέλος, πήγε στη σκήτη Τιμίου Προδρόμου-Ιβήρων. Εκεί υποτάχθηκε στον έμπειρο πνευματικό Νικηφόρο και τον Γέροντα Ακάκιο. Υπακούοντας τηρούσε «νηστείαν εκτεταμένην, γονυκλισίας υπέρ τας τρεις χιλιάδας το ημερονύκτιον, και κομβοσχοίνια αμέτρητα, ώστε εις ολίγον διάστημα ημερών εις τόσην κατάνυξιν έφθασεν, ώστε οι οφθαλμοί του έγιναν πηγαί δακρύων». Στην κουρά του από Αθανάσιος ονομάσθηκε Ακάκιος. Συνεχώς λογιζόταν το μαρτύριο. Διήλθε για λίγο και από τις μονές Κουτλουμουσίου και Σίμωνος Πέτρας.

Με τις ευχές των πατέρων μετέβη στην Κωνσταντινούπολη. Συνοδός του ήταν ο μοναχός Γρηγόριος, ο συνοδός και των προαθλησάντων Ευθυμίου και Ιγνατίου. Παραμονή του μαρτυρίου του έγραψε επιστολή στον πνευματικό του Νικηφόρο: «Πάτερ και πνευματικέ μου, αύριον λοιπόν Παρασκευή τη 28 Απριλίου μέλλω να κινήσω εις τον δρόμον της αθλήσεως, και αι άγιαί σας ευχαί είθε να με δυναμώσωσιν». Μετά την άρνηση του μωαμεθανισμού και την ομολογία της πατρώας πίστεώς του, οδηγήθηκε στη φυλακή και βασανίσθηκε σκληρά. Εκεί έλαβε ως τελευταίο εφόδιο τη θεία Κοινωνία. Με χαρά πορεύθηκε στο μαρτύριο και είπε μάλιστα στον δήμιό του: «κατένεγκε την σπάθην ανδρείως και κόψε τον λαιμόν μου, και μη λυπηθής καθόλου». Τελικά αποκεφαλίσθηκε την 1η Μαΐου 1816 στο Παρμιάκ Καππί.

Το τίμιο λείψανό του μεταφέρθηκε από τον συνοδό του Γρηγόριο στο κελλί των αγωνισμάτων του και τάφηκε στο ναό του Αγίου Νικολάου, μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, καθώς είχε ζητήσει ο ίδιος ο οσιομάρτυς. Το μαρτύριό του έγραψε ο Καισαρείας Μελέτιος. Βίο και ακολουθία του έγραψε και ο λόγιος μοναχός Ονούφριος Ιβηρίτης. Ακολουθία συνέθεσε και ο μοναχός Ιάκωβος Νεασκητιώτης και νεώτερη ο μοναχός Πορφύριος Σιμωνοπετρίτης. Η κάρα του οσιομάρτυρος φυλάγεται στη μονή Αγίου Παντελεήμονος – Ρωσικού. Περί αυτού αναφέρουν όλοι οι νεώτεροι συναξαριστές.

Η μνήμη του τιμάται την 1η Μαΐου.

Πηγή πληροφοριών και εικόνων

 είναι το βιβλίο του Μωυσέως Μοναχού, Αγιορείτου

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

agioritikesmnimes.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή του Παραλύτου -῾μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν σοί τι γένηται᾽ (Ιωάν. 5, 14)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2015

μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν σοί τι γένηται᾽ (Ιωάν. 5, 14)

α. Ο παράλυτος του σημερινού αναγνώσματος τριάντα οκτώ έτη ανέμενε την ίασή του με τον θαυματουργικό τρόπο δι᾽ αγγέλου που πρόσφερε η προβατική κολυμβήθρα. Και τελικώς γι᾽ αυτόν η ίαση έρχεται από εκεί που δεν το περιμένει:  από τον Ιησού Χριστό. Το παράπονο που τον κατέτρωγε:  ῾ἄνθρωπον ουκ έχω᾽, υπερβαίνεται, καθώς δέχεται την επίσκεψη του ενανθρωπήσαντος Θεού, του τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου, ο Οποίος θα τον θεραπεύσει όχι μόνον από τη σωματική του παραλυσία, αλλά και από το αίτιο αυτής, την αμαρτία, που συνιστά την πνευματική παραλυσία του ανθρώπου. Η προτροπή του Κυρίου στον Ναό προς τον θεραπευμένο παραλυτικό αυτό ακριβώς υπονοεί:  ῾μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν σοί τι γένηται᾽. Μην αμαρτάνεις πια, για να μη σου συμβεί κάτι χειρότερο.

β. 1. Η προτροπή αυτή του Κυρίου έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί η αντίληψη περί αμαρτίας στους πολλούς, δυστυχώς και χριστιανούς, κυμαίνεται σε επίπεδα πλάνης:  είτε θεωρείται ως μία απλή παράβαση ενός κανόνα ή ενός καθήκοντος, συνεπώς ως κάτι που δεν έχει ιδιαίτερο αρνητικό αποτέλεσμα για τους ίδιους, είτε εκλαμβάνεται ως μία πρόκληση για εμπειρία που εμπλουτίζει τον άνθρωπο, συνεπώς ως κάτι θετικό γι᾽ αυτόν, είτε φτάνει κυριολεκτικά και σε δαιμονικό επίπεδο, δηλαδή να θεωρείται ως αυτό και μόνο που φέρνει την ευτυχία στον άνθρωπο. Στην τελευταία περίπτωση εντάσσονται όλοι εκείνοι που εν συγχύσει καρδιακή και διανοητική διατείνονται ότι το ενδιαφέρον ακόμη και για τη μετά θάνατον ζωή – εφόσον κατ᾽ αυτούς υπάρχει – βρίσκεται στην κόλαση και όχι στην ῾πλήξη᾽ του Παραδείσου.

  1. Ο Κύριος, και στη συγκεκριμένη περίπτωση του ιαθέντος παραλύτου, τονίζει την τραγικότητα της αμαρτίας. Η αμαρτία, για την οποία έπαθε και σταυρώθηκε – ο Κύριος είναι ῾ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου᾽ – αλλοιώνει την ψυχή αλλά και το σώμα του ανθρώπου. Αν ο παράλυτος υπήρξε παράλυτος, δεν ήταν γιατί γεννήθηκε έτσι – υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις βεβαίως -, δεν ήταν γιατί κάποιο ατύχημα τον έφερε στην τραγική αυτή θέση, δεν ήταν γιατί κάποια αρρώστια τον προσέβαλε με αποτέλεσμα να μείνει παράλυτος. Έγινε παράλυτος, γιατί κάποια ή κάποιες αμαρτίες τον οδήγησαν στη δεινή αυτή κατάσταση. Τα λόγια του Κυρίου αυτό ακριβώς υπονοούν: μην αμαρτάνεις από δω και πέρα, για να μη σου συμβεί κάτι χειρότερο. Η πνευματική και ηθική παραλυσία της αμαρτίας δηλαδή οδηγεί πολλές φορές και στη σωματική παραλυσία. Ο άνθρωπος εισπράττει πολύ άμεσα και ορατά το τίμημα της αμαρτίας του. Και ποιο το χειρότερο για το οποίο κάνει λόγο ο Κύριος; Ίσως και ο ίδιος ο θάνατος. Ίσως – ακόμη χειρότερα – μία κατάσταση από την οποία να ελλείπει παντελώς και το στοιχείο της ελπίδας: μία ῾βουτιά᾽ στην άβυσσο της απόγνωσης, η οποία συνιστά μία πρόγευση της κόλασης, αν όχι την ίδια την κόλαση.

  2. Τι οδηγεί στην τραγικότητα της αμαρτίας; Τι είναι εκείνο που κάνει τον άνθρωπο να εκπίπτει από ό,τι φαίνεται να διψά στο βάθος της καρδιάς του: τον ίδιο τον Δημιουργό του; Όχι άλλο από την παρακοή και ανυπακοή προς το θέλημα του Θεού. Όπως φαίνεται και από την Αγία Γραφή στην περιγραφή της ζωής των πρωτοπλάστων, η άρνησή τους κάποια στιγμή να υπακούσουν στην εντολή του Θεού, η επιθυμία τους να κινηθούν με βάση το ίδιο θέλημα, τη προτροπή ασφαλώς και του Πονηρού διαβόλου, ήταν εκείνο που έφερε όλα τα δεινά στη ζωή αυτών και της λοιπής δημιουργίας, ήταν το αίτιο του ίδιου του θανάτου, πνευματικού και σωματικού. ῾Διά της αμαρτίας ο θάνατος᾽.  Κι αυτό σημαίνει έκτοτε ότι όσο ο άνθρωπος δεν βρίσκεται στον δρόμο του Θεού, όσο τον κατευθύνει το ῾έτσι μ᾽ αρέσει᾽ και όχι το ῾γενηθήτω το θέλημά Σου, Κύριε᾽, τόσο απομακρύνεται από την ίδια τη ζωή, τόσο φεύγει από το φως, τόσο χάνεται μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας χωρίς νόημα και σκοπό. Η αποτίμηση του ίδιου του Θεού Πατέρα στην παραβολή του ασώτου είναι απόλυτη: ῾ο υιός μου ούτος νεκρός ην…και απολωλός᾽.

  3. Η υπακοή στο θέλημα του Θεού είναι η θεραπεία του ανθρώπου. Ευθύς ως ο άνθρωπος στραφεί προς τον Θεό και αρχίζει να συντονίζεται με το άγιο θέλημά Του, αρχίζει και η διαδικασία υπέρβασης της πνευματικής παραλυσίας, ίσως δε αν επιτρέψει ο Θεός, και της σωματικής παραλυσίας. Και το μόνιμο και αδιάκοπο θέλημα του Θεού είναι ό,τι Εκείνος ζει ως ζωή και είχε δώσει απαρχής της αποκάλυψής Του ως εντολή στον άνθρωπο: η αγάπη. Η αγάπη που αναφέρεται στον ίδιο τον Θεό και στον κατ᾽ εικόνα Αυτού άνθρωπο. ῾Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν᾽. Όσο ο άνθρωπος θα πορεύεται με τον τρόπο της αγάπης, τόσο και θα υγιαίνει πνευματικά νιώθοντας τη ροή της ενέργειας και της χάρης του Θεού στην ψυχοσωματική του υπόσταση. Γι᾽ αυτό και η Εκκλησία μας πάντοτε εξαγγέλλει ότι αμαρτία υφίσταται εκεί απ’όπου ελλείπει η αγάπη. Κι επειδή αγάπη και πίστη συμβαδίζουν, γι᾽ αυτό και ῾παν ο ουκ εκ πίστεως αμαρτία εστί᾽. Είναι ευνόητο λοιπόν γιατί η αμαρτία, όπως είπαμε, δεν κατανοείται ως παράβαση ενός νόμου ή ενός κανόνα. Γιατί εκφεύγει από τα εξωτερικά τυπικά σχήματα και γίνεται το αδιάκοπο αγώνισμα της καρδιάς. Στην καρδιά ριζώνει η αγάπη, εκεί αναπέμπει τις δοξολογικές κραυγές της, γι᾽ αυτό και εκεί, δηλαδή όπου δεν φτάνει ανθρώπου μάτι, όταν δεν υφίσταται, ήδη λειτουργεί το μυστήριο της ανομίας και της αμαρτίας. Από την άποψη αυτή αφενός έχουμε διαβάθμιση στην αμαρτία, ανάλογα με το ποσοστό της αγάπης που υπάρχει, αφετέρου κανείς δεν μπορεί εύκολα να κρίνει τον συνάνθρωπό του, αφού κάποιος μπορεί να φαίνεται άψογος εξωτερικά, ενώ μέσα του να μαίνεται ο πόλεμος των κακών λογισμών του και του μίσους του προς τον συνάνθρωπο. ῾Ο μένων εν τη αγάπη – λοιπόν –εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ᾽. Η αγάπη αποτελεί το μόνιμο και μοναδικό απόλυτο κριτήριο για να γνωρίζει κάποιος την αμαρτωλότητα ή την αναμαρτησία του.

  4. Κι ασφαλώς δεν υπάρχει αναμαρτησία ανθρωπίνως. Μόνον ο Κύριος ως Θεός και άνθρωπος έζησε απολύτως αναμάρτητα. Όλοι οι άνθρωποι λίγο ή πολύ αμαρτάνουμε, γιατί έστω στο βάθος της ψυχής μας κάποια στιγμή μπορεί να ξεφύγουμε από την αγάπη. Γι᾽ αυτό και η αγιότητα για τον άνθρωπο βρίσκεται στον αγώνα πια της μετανοίας του. Όταν ο πιστός νιώσει ότι εξέπεσε από την αγάπη, αρχίζει τον εσωτερικό αγώνα των δακρύων προκειμένου να επανέλθει στην εντολή του Θεού. Κι έτσι η μετάνοια είναι ο δρόμος της πνευματικής ζωής. Πνευματικός και άγιος για την πίστη μας είναι ο μετανοών άνθρωπος, αυτός που οι στεναγμοί της καρδίας του δεν τον εγκαταλείπουν ποτέ, καθώς μάλιστα ενισχύεται διαρκώς και από την κοινή εν Εκκλησία προσευχή και τα μυστήρια της πίστεως, ιδίως της θείας Ευχαριστίας. Κι έτσι μάλλον πρέπει να ερμηνεύσουμε και την προτροπή του Κυρίου ῾μηκέτι αμάρτανε᾽ στον πρώην παραλυτικό. Όχι με την έννοια να μην υποπέσει ποτέ στην αμαρτία – αυτό θα ήταν η ευχή για όλους μας – αλλά με την έννοια να πορεύεται πάντοτε εν μετανοία, κάτι που φαίνεται να συνηγορεί υπέρ αυτού η ενεστωτική προστακτική ῾μηκέτι αμάρτανε᾽, δηλαδή μη παραμένεις στην αμαρτία, όταν αυτή κάνει την εμφάνισή της.

γ. Το ῾μηκέτι αμάρτανε᾽ του Κυρίου η Εκκλησία μάς το υπενθυμίζει διαρκώς το πρωί, το εσπέρας, το βράδυ. ῾Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα, εν τη εσπέρα, εν τη νυκτί ταύτη, αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς᾽. Η σχετική αναμαρτησία στην οποία καλούμαστε είναι ο δρόμος της μετανοίας, είναι ο δρόμος της αγιότητας, είναι ο δρόμος της πνευματικής υγείας, γιατί είναι ακριβώς ο δρόμος της αγάπης. Η αγάπη είναι το μοναδικό αποτελεσματικό φάρμακο εναντίον της όποιας παραλυσίας απειλεί την ύπαρξή μας.

π.Γεώργιος Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες»

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2015

Ο Ken Heyman, ένας διάσημος και βραβευμένος φωτογράφος, ανακάλυψε πρόσφατα έναν ξεχασμένο θησαυρό στην αποθήκη του. Ψάχνοντας για κάτι εντελώς διαφορετικό, έπεσε το μάτι του πάνω σε ένα κουτί που υπήρχε πάνω του γραμμένη η λέξη «Μητέρες».

Το άνοιξε και στο εσωτερικό του βρήκε μια όμορφη σειρά από φωτογραφίες μητέρων από όλο τον κόσμο, που τράβηξε σχεδόν πριν από 50 χρόνια.

Ο 83χρονος φωτογράφος είχε τραβήξει αυτές τις φωτογραφίες για την «Οικογένεια» , ένα βιβλίο που έγραψε μαζί με την διάσημη ανθρωπολόγο Margaret Mead το 1965.

Η Margaret Mead ήταν καθηγήτρια του αρχικά, αλλά αργότερα εργάστηκε μαζί της, όχι μόνο για το συγκεκριμένο βιβλίο αλλά και για αρκετά άλλα.

Οι εντυπωσιακές «ξεχασμένες» φωτογραφίες του Heyman απεικονίζουν με ισχυρό τρόπο το αδιαμφισβήτητο δέσιμο μητέρας και παιδιού.

Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..
Ένας 83χρονος φωτογράφος βρήκε στην αποθήκη του ένα κουτί που έγραφε από έξω τη λέξη «Μητέρες» . Δείτε τι υπήρχε μέσα..

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περὶ διακρίσεως -Μέγα Γεροντικό

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2015

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι´

Περὶ διακρίσεως
2. Κάποιοι ἀδελφοὶ πῆγαν στὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο νὰ τοῦ ἀναφέρουν τὰ ὁράματα ποὺ ἔβλεπαν, καὶ νὰ πληροφορηθοῦν ἀπ᾿ αὐτὸν ἐὰν πρόκειται γιὰ ἀληθινὰ ὁράματα ἢ τὰ δημιουργοῦν οἱ δαίμονες.
Αὐτοὶ εἶχαν ἕνα γαϊδουράκι ποὺ τοὺς ψόφησε στὸν δρόμο.

Μόλις ἔφθασαν στὸν Γέροντα, πρόλαβε καὶ τοὺς εἶπε:
«Πῶς ψόφησε τὸ γαϊδουράκι στὸν δρόμο;»
«Ποῦ τὸ ξέρεις, ἀββᾶ;» τὸν ρώτησαν.
Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε:
«Οἱ δαίμονες μοῦ τὸ φανέρωσαν».
«Μὰ κι ἐμεῖς -εἶπαν- γι᾿ αὐτὸ τὸ θέμα ἤρθαμε νὰ σὲ ρωτήσουμε, γιατὶ βλέπουμε ὁράματα καὶ πολλὲς φορὲς βγαίνουν ἀληθινά. Ἀλλὰ μὴ τυχὸν πέφτουμε σὲ πλάνη;»
Καὶ ὁ Γέροντας παίρνοντας ὡς παράδειγμα αὐτὸ ποὺ συνέβη μὲ τὸν ὄνο, τοὺς πληροφόρησε ὅτι προέρχονται ἀπό τους δαίμονες.
5. Κάποιος ἀδελφὸς εἶπε στὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο:
«Προσευχήσου γιὰ μένα».
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
«Οὔτε ἐγὼ σὲ σπλαχνίζομαι οὔτε ὁ Θεός, ἐὰν σὺ ὁ ἴδιος δὲν σπεύσεις μὲ ζῆλο νὰ ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεό».
6. Εἶπε ἐπίσης ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐπιτρέπει να᾿ρθοῦν οἱ μεγάλοι πειρασμοὶ στὴ γενιὰ αὐτὴ ὅπως στὶς παλαιότερες, γιατὶ γνωρίζει ὅτι εἶναι ἀδύναμοι καὶ δὲν ἀντέχουν.
7. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος ὅτι θα᾿ ρθεῖ ἐποχή, ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ φέρονται ὅπως οἱ παράφρονες. Καὶ ὅταν θὰ βλέπουν κάποιον ποὺ δὲν θὰ συμπεριφέρεται ὡς παράφρων, θὰ τὰ βάζουν μαζί του καὶ θὰ τοῦ λένε: «Ἐσὺ εἶσαι τρελός», ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὅμοιος μ᾿ αὐτούς.

19. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀγάθων:
«Ἐὰν κάποιος μοῦ εἶναι ὑπερβολικὰ ἀγαπητὸς ἀλλὰ καταλάβω ὅτι μὲ παρασύρει σὲ κάποιο ἐλάττωμα, κόβω ἀμέσως τὶς σχέσεις μου μαζί του».

33. Εἶπε ἐπίσης ὁ ἀββᾶς Δανιήλ:
«Ὅσο ἀκμάζει τὸ σῶμα, τόσο ἡ ψυχὴ ἀδυνατίζει, καὶ ὅσο τὸ σῶμα ἀδυνατίζει, τόσο ἡ ψυχὴ ἀκμάζει».

35. Ρωτήθηκε ὁ μακάριος Ἐπιφάνιος ἐὰν ἀρκεῖ ἕνας δίκαιος ἄνθρωπος γιὰ νὰ κινήσει τὸν Θεὸ σὲ εὐσπλαχνία, καὶ εἶπε:
«Ναί, γιατὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶπε: Ψάξτε νὰ βρεῖτε ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι στὴν πράξη δίκαιος καὶ εὐσεβῆς καὶ θὰ φανῶ σπλαχνικὸς γιὰ ὅλο τὸ λαό».

40. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἡσαΐας:
«Ἡ ἁπλότητα καὶ τὸ νὰ μὴν ἔχουμε περὶ πολλοῦ τὸν ἑαυτό μας, καθαρίζει τὴν καρδιὰ ἀπὸ τὴν πονηρία».
47. Ὁ ἴδιος εἶπε:
«Καμιά ἀρετὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναμετρηθεῖ μὲ τὴν ἀρετή, νὰ μὴν ἐξουθενώνουμε τὸν ἄλλον».

50. Ρωτήθηκε ἀπὸ κάποιον ἡ ἀμμᾶς Θεοδώρα σχετικὰ μὲ τὰ ἀκούσματα ποὺ φθάνουν στ᾿ αὐτιά μας:
«Πῶς εἶναι δυνατὸν -εἶπε- ὅταν γενικὰ τ᾿ αὐτιά μας δέχονται λόγια κοσμικῶν ἀνθρώπων ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλα ἄσχετα, νὰ παραμένουν προσανατολισμένα στὸν Θεὸ μόνο;»
Καὶ ἡ ἀμμᾶς τοῦ λέει:
«Ὅπως ἀκριβῶς ἂν κάθεσαι σὲ τραπέζι ὅπου ὑπάρχουν πολλὰ φαγητὰ καὶ τρῷς βέβαια, ἀλλὰ ὄχι μὲ εὐχαρίστηση, τὸ ἴδιο καὶ ὅταν κοσμικὰ λόγια φθάνουν στ᾿ αὐτιά σου, τὴν καρδιά σου νὰ ἔχεις στραμμένη στὸν Θεὸ καὶ μ᾿ αὐτὴ τὴ διάθεση δὲν θ᾿ ἀκοῦς μὲ εὐχαρίστηση καὶ δὲν παθαίνεις καμιὰ ζημιά».
64. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἰακώβ:
«Δὲν χρειάζονται τὰ λόγια μοναχά, γιατὶ πολλὰ λένε οἱ ἄνθρωποι τοῦτον τὸν καιρό, χρειάζονται ἔργα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενο καὶ ὄχι τὰ λίγα τὰ ἄκαρπα».

78. Ρωτήθηκε ὁ ἀββᾶς Μιῶς ἀπὸ ἕναν στρατιωτικὸ ἐὰν ὁ Θεὸς δέχεται τὸν μετανοημένο. Κι ἐκεῖνος ἀφοῦ τὸν κατήχησε λέγοντάς του πολλά, τὸν ρώτησε: «Πές μου, ἀγαπητέ, ἐὰν σχισθεῖ ἡ χλαίνη σου, τὴν πετᾷς;»
«Ὄχι, -εἶπε- τὴ ράβω πάλι καὶ τὴ χρησιμοποιῶ».
«Ἂν λοιπὸν ἐσὺ -τοῦ λέει ὁ Γέροντας- λυπᾶσαι τὸ ροῦχο σου, ὁ Θεὸς δὲν θὰ λυπηθεῖ τὸ δικό του πλάσμα;»

83. Ἕνας ἀδελφὸς συμβουλεύθηκε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Διέπραξα -εἶπε- μεγάλη ἁμαρτία καὶ θέλω νὰ μπῶ σὲ κανόνα μετανοίας γιὰ τρία χρόνια».
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
«Πολύ εἶναι».
«Μήπως γιὰ ἕνα χρόνο;» ρωτάει ὁ ἀδελφός.
«Πολύ εἶναι» ἀπαντᾷ πάλι ὁ Γέροντας.
Αὐτοὶ ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ εἶπαν:
«Μέχρι σαράντα μέρες;»
Καὶ πάλι ὁ Γέροντας εἶπε:
«Εἶναι πολύ».
Καὶ πρόσθεσε:
«Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἐὰν ὁ ἄνθρωπος μετανοήσει μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ καὶ δὲν συνεχίσει νὰ κάνει τὴν ἁμαρτία, καὶ μέσα σὲ τρεῖς μέρες τὸν δέχεται ὁ Θεός».
96. Κάποιος ἀδελφὸς εἶπε στὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Ἂν δῶ κάτι, τὸ βλέπεις σωστὸ νὰ μιλήσω γι᾿ αὐτό;»
Ὁ Γέροντας τοῦ λέει: «Εἶναι γραμμένο ὅτι ὅποιος ἐκφράσει γνώμη, πρὶν τοῦ δώσουν τὸν λόγο, προδίδει ἀμυαλοσύνη καὶ εἶναι ντροπή του. Ἂν σὲ ρωτήσουν, μίλησε, ἀλλιῶς σώπαινε».

102. Κάποιος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Ἐὰν βρεθεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ κάνει κάποια ἁμαρτία καὶ μετανοήσει, θὰ τὸν συγχωρήσει ὁ Θεός;»
Καὶ ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
«Μά, ὁ Θεὸς ποὺ ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἀνθρώπους νὰ κάνουν αὐτό, πολὺ περισσότερο δὲν θὰ τὸ κάνει ὁ ἴδιος; Εἶναι γνωστὸ ὅτι στὸν Πέτρο ἔδωσε ἐντολή: Μέχρι ἑβδομήντα φορὲς τὸ ἑφτὰ νὰ συγχωροῦμε».
111. Ρώτησε κάποιος ἀδελφὸς τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Τί εἶναι μετάνοια γιὰ τὴν ἁμαρτία;»
Καὶ ὁ Γέροντας ἀπάντησε: «Τὸ νὰ μὴν κάνει κανεὶς στὸ ἑξῆς τὴν ἁμαρτία. Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο οἱ δίκαιοι ὀνομάσθηκαν ἄμεμπτοι, γιατὶ ἔπαυσαν νὰ ἁμαρτάνουν καὶ ἔγιναν δίκαιοι»

121. Ἄλλος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Εἶναι προτιμότερο τὸ νὰ μιλάει κανεὶς ἢ νὰ σιωπᾷ;»
Ὁ Γέροντας εἶπε: «Ἐκεῖνος ποὺ μιλάει, ἐπειδὴ τὸ θέλει ὁ Θεός, καλὰ κάνει. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ σιωπᾷ, γιατὶ τὸ θέλει ὁ Θεός, ἐπίσης καλὰ κάνει».

147. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Παλλάδιος:
«Ἡ ψυχὴ ποὺ ἀσκεῖται κατὰ Θεὸν πρέπει ἢ νὰ μαθαίνει μὲ ἐμπιστοσύνη ἀκούγοντας ὅσα δὲν γνωρίζει, ἢ νὰ διδάσκει μὲ σαφήνεια ὅσα ἔμαθε μὲ τὴν πεῖρα. Ἂν κανένα ἀπὸ τὰ δυὸ δὲν θέλει, δὲν εἶναι στὰ καλά της. Γιατὶ εἶναι ἀρχὴ ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ χορτασιὰ τῆς διδασκαλίας καὶ ἡ ἀνορεξία νὰ ἀκούσει λόγο Θεοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖο πάντοτε πεινάει ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀγαπάει τὸν Θεό».

155. Κάποιος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Σισόη:
«Τί νὰ κάνω, ἀββᾶ, ποὺ ἔπεσα;»
«Σήκω πάνω πάλι» ἀπαντᾷ ὁ Γέροντας.
«Σηκώθηκα -τοῦ λέει ὁ ἀδελφός- καὶ ξαναέπεσα».
«Σήκω ξανὰ καὶ ξανά», λέει ὁ Γέροντας.
Καὶ ρωτάει ὁ ἀδελφός: «Ὡς πότε;»
«Ἕως ὅτου -ἀποκρίνεται ὁ Γέροντας- σὲ βρεῖ ἡ ὥρα τοῦ θανάτου εἴτε στὸ καλὸ εἴτε στὴν πτώση. Γιατὶ σ᾿ ὅποια κατάσταση βρεθεῖ ὁ ἄνθρωπος, σ᾿ αὐτὴν καὶ φεύγει».

159.Ἔλεγε κάποιος ἀπὸ τοὺς Γέροντες:
«Παρεκάλεσα τὸν ἀββᾶ Σισόη νὰ μοῦ πεῖ ἕναν λόγο, καὶ μοῦ εἶπε ὅτι ὅσα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ τὰ ἀποφύγει καὶ δὲν λαμβάνει τὰ μέτρα του, εἶναι σὰν νὰ προκαλεῖ τὴν ἁμαρτία».
173. Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ὑπερέχιος:

«Ἀληθινὰ σοφὸς εἶναι ὄχι αὐτὸς ποὺ διδάσκει μὲ τὰ λόγια, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ παιδαγωγεῖ μὲ τὸ παράδειγμα».

189. Ρωτήθηκε Γέροντας:
«Ποιὸ εἶναι τὸ ἔργο τοῦ μοναχοῦ;»
Καὶ ἀπάντησε:
«Ἡ διάκριση».

192. Ρωτήθηκε Γέροντας:
«Τί πρέπει νὰ κάνει ὁ μοναχός;»
Καὶ εἶπε: «Νὰ ἐπιδιώκει κάθε τί τὸ καλὸ καὶ νὰ ἀπέχει ἀπὸ κάθε κακό».

196. Εἶπε Γέροντας:
«Τὸ νὰ βιάζει κανεὶς σ᾿ ὅλες τὶς περιπτώσεις τὸν ἑαυτό του, αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ».
197. Εἶπε Γέροντας:
«Μὴν κάνεις τίποτε, προτοῦ ἐξετάσεις τὴν καρδιά σου ἂν αὐτὸ ποὺ θέλεις νὰ κάνεις εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ».
204. Εἶπε Γέροντας:
«Νὰ μὴ θέλεις ν᾿ ἀποφεύγεις τὴν καταφρόνια ἀπὸ μέρους τῶν ἄλλων».
209. «Ὁ Θεὸς -εἶπε ἄλλος Γέροντας- ζητάει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦτα: Τὸν νοῦ, τὸν λόγο καὶ τὴν πράξη».
212. Ὁ ἴδιος εἶπε
«Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὰ ἑξῆς:
Νὰ φοβᾶται τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ,
νὰ μισήσει τὴν ἁμαρτία,
νὰ ἀγαπήσει τὴν ἀρετὴ καὶ
νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ ἀδιάλειπτα».
223. Εἶπε Γέροντας:
«Οι Προφῆτες ἔγραψαν τὰ βιβλία (τῆς Γραφῆς). Ἦρθαν κατόπιν οἱ Πατέρες καὶ τὰ ἐφάρμοσαν. Οἱ μεταγενέστεροι τὰ ἀποστήθισαν. Ἦρθε κι αὐτὴ ἡ γενεά, τὰ ἔγραψε καὶ τὰ τοποθέτησε στὰ ράφια, ὅπου μένουν ἀχρησιμοποίητα».
260. Εἶπε Γέροντας:
«Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἑκούσια προσφέρει τὸν ἑαυτό του σὲ θλίψη, πιστεύω ὅτι μεταξὺ τῶν μαρτύρων τὸν λογαριάζει ὁ Θεός. Γιατὶ τὰ δάκρυα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ ὑπολογίζονται ὡς αἵμα»

302. Εἶπε Γέροντας:
«Τὸ ψέμα τὸ ἐκπροσωπεῖ ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, ἐνῷ, ἀντίθετα, τὴν ἀλήθεια ὁ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος».

303. Εἶπε ἐπίσης:
«Ἡ ρίζα τῶν καλῶν ἔργων εἶναι ἡ ἀλήθεια. Τὸ ψέμα εἶναι θάνατος».

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η θέση του ανθρώπου μέσα στη δημιουργία (Μητροπ. Διοκλείας Καλλίστου Γουέαρ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2015

Φωτο:melodiaouraniasagapis.blogspot.comΠοιά είναι η θέση του ανθρώπου μέσα στη δημιουργία; «Είθε ο Θεός που δίνει την ειρήνη, να σας κάνει ολοκληρωτικά δικούς του. Κι ας διατηρηθεί άμεμπτη ολόκληρη η ύπαρξή σας, το πνεύμα, η ψυχή και το σώμα σας, κατά τον ερχομό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού»(Α’ Θεσ. 5, 23). Εδώ ο Απ. Παύλος αναφέρει τα τρία στοιχεία ή όψεις που συνιστούν το ανθρώπινο πρόσωπο. Αν και διαφορετικές, αυτές οι όψεις είναι αυστηρά αλληλένδετες· ο άνθρωπος είναι μία αναπόσπαστη ενότητα, όχι ένα σύνολο αθροιστικό χωριστών μερών.
Πρώτα είναι το σώμα, «χους από της γης» (Γεν. 2,7), η φυσική ή υλική όψη της ανθρώπινης φύσης.
Δεύτερη είναι η ψυχή, η δύναμη της ζωής που ζωοποιεί και εμψυχώνει το σώμα, κάνοντάς το να μην είναι μόνο ένας βώλος ύλης, αλλά κάτι που μεγαλώνει και κινείται, που αισθάνεται και αντιλαμβάνεται. Και τα ζώα έχουν ψυχή και ίσως και τα φυτά. Αλλά στην περίπτωση του ανθρώπου η ψυχή είναι προικισμένη με συνείδηση· είναι μια λογική ψυχή που έχει την ικανότητα γι’ αφηρημένη σκέψη, και τη δυνατότητα να προχωρεί με απέραντα επιχειρήματα από συλ­λογισμούς σ’ ένα συμπέρασμα. Αυτές οι δυνάμεις υπάρχουν στα ζώα — αν όχι καθόλου — μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό.
Τρίτο είναι το πνεύμα, η «αναπνοή» από το Θεό (βλ. Γεν. 2,7), που δεν έχουν τα ζώα. Είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε το «Πνεύ­μα» με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα, από το «πνεύμα» με μικρό π. Το δημιουργημένο πνεύμα του ανθρώπου δεν πρέπει να ταυτιστεί με το αδημιούργητο ή Άγιο Πνεύμα του Θεού, το τρίτο πρόσωπο της Τριάδος· αν και τα δύο τους σχετίζονται στενά, γιατί με το πνεύμα του ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το Θεό και επικοινωνεί μαζί του.
Με τη ψυχή του ο άνθρωπος ασχολείται με την επιστημονική ή φιλοσοφική έρευνα αναλύοντας τα δεδομένα της αισθητικής του εμπειρίας μέσ’ απ’ τον απέραντο λόγο.
Με το πνεύμα του, που μερικές φορές ονομάζεται νους, καταλα­βαίνει την αιώνια αλήθεια για το Θεό ή για τους λόγους ή τις εσώτερες ουσίες των δημιουργημάτων, όχι με παραγωγικούς συλλογι­σμούς, αλλά με άμεση κατανόηση ή πνευματική αντίληψη, μ’ ένα εί­δος διαίσθησης που ο άγ. Ισαάκ ο Σύρος καλεί «απλή νόηση». Το πνεύμα ή ο νους είναι επομένως διαφορετικό από τις λογικές δυνά­μεις του ανθρώπου και τις αισθητικές συγκινήσεις, και ανώτερο και από τις δύο.
Επειδή ο άνθρωπος έχει μια λογική ψυχή κ’ ένα νου, κατέχει τη δύναμη του αυτεξούσιου και της ηθικής ελευθερίας, δηλ. την αίσθη­ση του καλού και του κακού, και τη δυνατότητα να διαλέγει ανάμεσά τους. Εκεί όπου τα ζώα ενεργούν από ένστικτο, ο άνθρωπος μπορεί να πάρει μία ελεύθερη και συνειδητή απόφαση.
Μερικές φορές οι Πατέρες δέχονται όχι ένα τριμερές αλλά ένα διμερές σχήμα, περιγράφοντας τον άνθρωπο απλώς σαν μια ενότητα σώματος και ψυχής· σ’ αυτή την περίπτωση θεωρούν το πνεύμα ή το νου ως την υψηλότερη όψη της ψυχής. Αλλά το τριπλό σχήμα σώματος, ψυχής και πνεύματος είναι ακριβέστερο και πιο διαφωτιστικό, ιδιαίτερα στην εποχή μας όπου η ψυχή και το πνεύμα συχνά συγχέονται, και όπου οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν καλά- καλά ότι έχουν νου. Η κουλτούρα και το εκπαιδευτικό σύστημα στη σύγχρονη Δύση βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην εξάσκηση του λογικού μυαλού και, σε λιγότερο βαθμό, στις αισθητικές συγκι­νήσεις. Οι περισσότεροι από μας έχουμε ξεχάσει ότι δεν είμαστε μό­νο μυαλό και θέληση, αισθήσεις και συναισθήματα· είμαστε επίσης πνεύμα. Ο σύγχρονος άνθρωπος, κατά το μεγαλύτερο μέρος, έχει χάσει την επαφή με την γνησιότερη και υψηλότερη πλευρά του εαυτού του· και το αποτέλεσμα αυτής της εσωτερικής αλλοτρίωσης μπορούμε να το δούμε πολύ απλά στην ανησυχία του, στην έλλειψη ταυτότητας και στην απώλεια της ελπίδας.
Μικρόκοσμος και μεσολαβητής
Σώμα, ψυχή και πνεύμα, τρία μέσα σ’ ένα, ο άνθρωπος κατέχει μια μοναδική θέση στη δημιουργία.
Σύμφωνα με την Ορθόδοξη άποψη για τον κόσμο, ο Θεός είχε διαμορφώσει δύο επίπεδα δημιουργημάτων: πρώτα το «νοητικό», «πνευματικό» ή «διανοητικό» επίπεδο, και μετά, το υλικό ή σωματι­κό. Στο πρώτο επίπεδο ο Θεός έφτιαξε τους αγγέλους που δεν έχουν υλικό σώμα. Στο δεύτερο επίπεδο έφτιαξε το φυσικό σύμπαν — τους γαλαξίες, τ’ αστέρια, τους πλανήτες, με τις διάφορες μορφές ζωής στα ορυκτά, τα φυτά και τα ζώα. Ο άνθρωπος και μόνον ο άνθρω­πος υφίσταται ταυτόχρονα και στα δύο επίπεδα. Με το πνεύμα του ή την πνευματική του διάνοια μετέχει στο νοητικό βασίλειο και είναι σύντροφος των αγγέλων — με το σώμα του και τη ψυχή του, κινεί­ται και αισθάνεται και σκέπτεται, τρώει και πίνει, μετατρέποντας την τροφή σ’ ενέργεια και μετέχοντας οργανικά στο υλικό βασίλειο που το διαπερνά με τις αισθήσεις του.
Η ανθρώπινη φύση μας είναι λοιπόν πιο περίπλοκη από την αγγελική, και προικισμένη με πλουσιώτερες δυνατότητες. Ιδωμένος μ’ αυτό το πρίσμα, ο άνθρωπος δεν είναι χαμηλότερα αλλά ψηλότερ’ απ’ τους αγγέλους· όπως το βαβυλωνιακό Ταλμούδ βεβαιώνει, «Οι δίκαιοι είναι μεγαλύτεροι από τους διακονούντες αγγέλους» ( Sanhe- drin 93α). Ο άνθρωπος βρίσκεται στην καρδιά της δημιουργίας του Θεού. Μετέχοντας και στο νοητικό και στο υλικό βασίλειο, είναι μια εικόνα ή ένας καθρέφτης όλης της δημιουργίας, imago mundi, ένα «μικρό σύμπαν» ή μικρόκοσμος. Όλα τα δημιουργήματα συναντώνται σ’ αυτόν.[…]
Όντας μικρόκοσμος, ο άνθρωπος είναι επίσης μεσάζοντας. Εί­ναι θεόδοτο έργο του να διευθετεί και να εναρμονίζει το νοητικό και το υλικό βασίλειο, να τα ενώνει, ν’ αποπνευματοποιεί την ύλη και να φανερώνει όλες τις κρυμμένες δυνατότητες της δημιουργίας. Ό­πως το Εβραϊκό Hasidim το έχει εκφράσει, ο άνθρωπος καλείται «να προοδεύει σκαλί-σκαλί μέχρις ότου, μέσω αυτού, να ενωθεί το κάθε τι». Σαν μικρόκοσμος λοιπόν ο άνθρωπος είναι ο μόνος μέσα στον οποίον ο κόσμος συνοψίζεται· σαν μεσάζοντας είναι ο μόνος μέσω του οποίου ο κόσμος αντιπροσφέρεται στο Θεό.
Ο άνθρωπος μπορεί να εξασκήσει αυτό το μεσολαβητικό ρόλο μόνον επειδή η ανθρώπινη φύση του είναι ουσιαστικά και βασικά μία ενότητα. Αν ήταν μόνο μια ψυχή κατοικώντας προσωρινά σ’ έ­να σώμα, όπως πολλοί από τους Έλληνες και τους Ινδούς φιλοσό­φους έχουν φανταστεί — αν το σώμα του δεν ήταν μέρος του αληθινού εαυτού του, αλλά μόνο ένα κομμάτι ύφασμα που τελικά θα το παραμερίσει, ή μια φυλακή απ’ όπου προσπαθεί να δραπετεύσει, — τότε ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να δράσει σωστά σαν μεσολαβη­τής. Ο άνθρωπος αποπνευματοποιεί τη δημιουργία, πρώτ’ απ’ όλα αποπνευματοποιώντας το ίδιο το σώμα του και προσφέροντάς το στο Θεό: «ή ουκ οίδατε ότι το σώμα ημών ναός του εν υμίν αγίου πνεύματός έστιν;» γράφει ο Άπ. Παύλος. «Δοξάσατε δη τον Θεόν εν τω σώματι υμών… Παρακαλώ ουν υμάς, αδελφοί, διά των οικτιρμών του Θεού, παραστήσαι τα σώματα υμών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ» (Α’ Κορ. 6,19-20· Ρωμ. 12,1). Αλλά με το ν’ «αποπνευματοποιεί» το σώμα, ο άνθρωπος, δεν το εξαϋλώνει: αντίθετα, εί­ναι η ανθρώπινη κλήση να διακηρύξει το πνευματικό μέσα και μέσω του υλικού. Οι Χριστιανοί είναι, μ’ αυτή την έννοια, οι μόνοι αληθινοί υλιστές.
Το σώμα, λοιπόν, είναι έν’ αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης προσωπικότητας. Ο χωρισμός σώματος και ψυχής στο θάνατο είναι αφύσικος, κάτι αντίθετο από το αρχικό σχέδιο του Θεού, που έχει επέλθει σαν συνέπεια της πτώσης. Επί πλέον, ο χωρισμός είναι μόνο προσωρινός: προσδοκούμε, πέρ’ απ’ το θάνατο, την τελική ανάσταση «εν τη εσχάτη ημέρα», όταν σώμα και ψυχή θα ξαναενωθούν γι’ άλ­λη μια φορά.
(Μητροπ. Διοκλείας Καλλίστου Γουέαρ, Ο Ορθόδοξος δρόμος, εκδ. Επτάλοφος, σ. 55-59)

 diakonima.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »