kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης, Η σωτηρία της ψυχής (Κυριακή Γ΄ Νηστειών)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαρτίου, 2010

ambonas.jpg Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Διονύσιος Τάτσης

Οἱ ἄνθρωποι καταπονοῦνται καθημερινὰ μὲ τὶς βιοτικὲς μέριμνες προκειμένου νὰ ἐξασφαλίζουν ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ γιὰ μιὰ ζωὴ εὐμάρειας κι εὐτυχίας, ὅπως πιστεύουν. Μερικοὶ φτάνουν καὶ στὴν ὑπερβολή: θέλουν νὰ ἐξασφαλίσουν καὶ στὰ παιδιά τους καὶ στὰ ἐγγόνια τους ἀκόμα παρόμοια ζωή. Κι ἐνῶ τόσος μόχθος γιὰ τὸν ὑλικὸ πλοῦτο, γιὰ τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ πλήρης ἀδιαφορία. Δὲν νοιάζονται γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους, γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ γενικὰ γιὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Στὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῆς Σταυροπροσκυνήσεως ὁ Χριστὸς τονίζει τὴ μοναδικὴ ἀξία τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, κάτι ποὺ λησμονοῦν οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι γνωστὰ τὰ λόγια τοῦ Διδασκάλου: «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδίσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; Ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;». Δηλαδή, ἡ ψυχὴ εἶναι πάνω ἀπ᾽ ὅλο τὸν κόσμο, πάνω ἀπ᾽ ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, πάνω ἀπ᾽ ὅλες τὶς φιλοδοξίες κι ἐπιδιώξεις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ γῆ καὶ τὰ ἀγαθά της εἶναι μικρῆς ἀξίας κι ἐφήμερα. Μόνο ἡ ψυχὴ εἶναι αἰώνια καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ σωτηρία της πρέπει νὰ εἶναι συνεχὲς καὶ ἀμείωτο.

Εἶναι εὐκολονόητο ὅτι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι ὁ ἄνθρωπος διατηρεῖ τὴ σχέση του μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἀγωνίζεται πνευματικά. Αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι τὸ κύριο ἔργο του, χωρὶς νὰ σημαίνει ὅτι αὐτὸ θὰ καταργήσει κάθε ἄλλο ἔργο, ποὺ πρέπει νὰ κάνει στὴ ζωή του. Πολλοὶ πιστεύουν ὅτι ἡ ἔγνοια γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς ὁδηγεῖ σὲ μιὰ δυστυχισμένη καὶ ἀπόκοσμη ζωή. Κάτι βέβαια ποὺ δὲν συμβαίνει. Ὁ συνειδητὸς χριστιανὸς εἶναι πολὺ δραστήριος σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς καὶ θέλει νὰ προσφέρει μὲ πολλοὺς τρόπους στοὺς συνανθρώπους του, γεγονὸς ποὺ τοῦ δίνει ἰδιαίτερη ἱκανοποίηση, ἀλλὰ καὶ ἀνέκφραστη χαρά. Πρέπει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια νὰ τὴν προβάλουμε συνεχῶς στοὺς κοσμικούς, γιὰ νὰ μὴ πλανῶνται καὶ μένουν μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό.

πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 26/2/2010

πηγή:http://thriskeftika.blogspot.com/2010/03/blog-post_9034.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Παπα-Φώτης Λαυριώτης ο «δια Χριστόν σαλός» από την Μυτιλήνη

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Μαρτίου, 2010

pfotis.jpg Παπά Φώτης Λαυριώτης

Εκοιμήθη εν Κυρίω + 5-3-2010

του Στρατή Ανδριώτη

Στην ανατολική πλευρά της Λέσβου, γειτνιάζουν δύο χωριά, τα Πάμφιλα και οι Πύργοι Θερμής. Ένας επαρχιακός δρόμος απόστασης μικρότερης των 2 χιλιομέτρων ανάμεσα στους ελαιώνες, συνδέει τους δύο αυτούς τόπους. Εγγύτερα προς τα Πάμφιλα, ακολουθώντας έναν εγκάθετο δρόμο που οδηγεί στον παραθαλάσσιο οικισμό «Νησέλια», αντικρίζουμε μέσα στα λιοχώραφα, το μικρό μοναστήρι του Αγίου Νεομάρτυρος Λουκά στο οποίο ζούσε ασκητικά ο παπα-Φώτης ο Λαυριώτης, γνωστός και ως παπα-Σαρδέλλης. Γεννηθείς στα Πάμφιλα στις 5 Ιανουαρίου του 1913 από τη Μαρία και τον Δημήτριο Σαρδέλλη που δούλευε καμίνι φτιάχνοντας κεραμίδια και τούβλα.

Ο νεαρός τότε Φώτιος αφού δούλεψε σε επιπλοποιείο της Μυτιλήνης, τον Απρίλιο του 1931 παρακινούμενος από την πίστη του στον Θεό και συνεπαρμένος από μελέτες χριστιανικών βιβλίων και ακούσματα κηρυγμάτων, εγκαταλείπει την ματαιότητα του κόσμου και αναχωρεί μαζί με τον φίλο και συγχωριανό του, μετέπειτα πατήρ Παχώμιο, για να μονάσουν στο Άγιον Όρος. Επέλεξε τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου έγινε καλόγερος και έμεινε στο μοναστήρι περίπου 20 χρόνια, κάνοντας υπακοή στον πνευματικό του πατέρα Παύλο. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε το 1936. Με ιδιαίτερο ζήλο μελετούσε τους βίους των Αγίων καί ιδιαιτέρως τον συνεπαίρνανε οι αθλήσεις των Μαρτύρων, όπου ανάμεσά τους ανακαλύπτει πολλούς Λέσβιους Αγίους. Τέλη του 1950 επιστρέφει στη Μυτιλήνη ασχολούμενος συστηματικά με την ανάδειξη των εντοπίων Αγίων οι οποίοι εξ’ αιτίας του γίνονται ευρέως γνωστοί στον κόσμο, κάνοντας πρόταση στον Μητροπολίτη Ιάκωβο Β΄ ώστε να εορτάζονται από κοινού Πάντες οι εν Λέσβω Άγιοι, σε εορτή που τελικά καθιερώθηκε την Α΄ μετά των Αγίων Πάντων Κυριακή.

Στην ενορία Αγίου Αντωνίου του χωριού Τρύγονα, κοντά στο Πλωμάρι, όπου τοποθετήθηκε εργάσθηκε με ένθεο ζήλο για την πνευματική κατάρτιση του ποιμνίου του, αλλά και για την διαφύλαξη των ιερών και οσίων του Γένους μας. Δείγμα της μεγάλης αγάπης του προς τους Αγίους του Θεού, αποτελεί το γεγονός ότι στον ενοριακό Ναό του χωριού, τοποθετήθηκαν και αγιογραφήθηκαν 170 εικόνες, οικοδομώντας και μια καταπληκτική Εκκλησία αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους, με χρήματα κυρίως από εράνους. Επίσης, ενδιαφέρθηκε να γίνει στη Μονή Δαμανδρίου γηροκομείο και να επισκευασθεί η Μονή Πιθαρίου. Το 1972 υπηρετεί ως εφημέριος στην Ι.Μ. Αγ. Αικατερίνης Σινά της Αιγύπτου, καθώς επίσης και ως εφημέριος, ψάλτης και φύλακας του Παναγίου Τάφου στα Ιεροσόλυμα. Το 1976 επέστρεψε στον Τρύγονα και το 1994 συνταξιοδοτήθηκε με τον βαθμό του Αρχιμανδρίτη. Έκτοτε, αφοσιώθηκε στην αποπεράτωση της κατασκευής του Ιερού Ναού Αγίου Λουκά στα Πάμφιλα, που από το 1960 είχε ξεκινήσει με χρήματα από δωρεές πιστών, διότι από τον τόπο εκείνον είχε περάσει ο Νεομάρτυρας Λουκάς πριν απαγχονιστεί από τους Τούρκους στη Μυτιλήνη. Την μελέτη και τα σχέδια του ναού τα εμπνεύσθηκε μόνος του, επιλέγοντας ένα πανέμορφο Ιεροσολυμίτικο ρυθμό.

Ο ασκητής της ερημιάς των πόλεων και των χωριών, διήνυε συχνότατα μεγάλες αποστάσεις άδειπνος, προσευχόμενος ανάμεσα στους ανθρώπους της αφιλίας και στη φύση, ταγμένος στον Χριστό. Αψηφώντας τις καιρικές συνθήκες καί την ώρα, ο κοντούλης παπα-Φώτης με την καθαρή ματιά, βαδίζοντας σκυφτός, ρακένδυτος, φορώντας ένα παλιό τριμμένο ράσο, πολυκαιρίτικα φθαρμένα παπούτσια, σχεδόν ξυπόλητος ακόμα και το καταχείμωνο, με έναν ντρουβά στον ώμο, οδοιπορούσε επιθυμώντας να οδηγήσει τους ανθρώπους, εικόνες Θεού, στη σωτηρία, ανεβαίνοντας και εκείνος τον Γολγοθά του. Αναζητώντας πάντοτε κάποιο προσκύνημα, τελώντας την Λειτουργία σε κάποιον αγαπημένο του Ναό που ευλαβείτο. Συνήθιζε να βιώνει την Θεία Ευχαριστία και μερικές αιτήσεις ή εκφωνήσεις να τις λέγει σε σερβική, ή ρωσική διάλεκτο, δεικνύοντας μ’ αυτό τον τρόπο την οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας. Το Άγιο Θυσιαστήριο ήταν η Ζωή του! Έβγαινε από την Εκκλησία γεμάτος χαρά. Μετά τη Θεία Λειτουργία λαμποκοπούσε. Ειδικά όταν έκανε το πανηγύρι στον αγαπημένο του Άγιο Λουκά στις 23 Μαρτίου. Μερικές φορές, μόλις κατέλυε και έκανε την απόλυση, βλέποντας ότι απουσίαζαν από το εκκλησίασμα οι άνδρες, κατευθυνόταν στους καφενέδες και χωρίς να φοβάται κανέναν τους «κατσάδιαζε» υπενθυμίζοντάς την ματαιότητα της ζωής που είχαν επιλέξει, ζώντας μακριά από το μεγαλείο του Θεού. Όλοι τον σέβονταν και τον άκουγαν με σκυμμένα κεφάλια.

Συχνά τον συναντούσε κανείς καθισμένο στα σκαλοπάτια έξω από κάποια αυλόπορτα να ξαποστάζει, διαβάζοντας ένα πνευματικό βιβλίο, γράφοντας με τα χαρακτηριστικά ολοστρόγγυλα μεγάλα γράμματά του, σημειώσεις καί νουθεσίες που ύστερα τις μοίραζε σε όποιον συνάνθρωπό του τον φώτιζε ο Θεός, δεχόμενος λίγο ψωμί, λίγο νερό από κάποια ευσεβή γειτόνισσα, δίνοντας με την καρδιά του την ευχή του Κυρίου. Περπατούσε ώρες πολλές χαμογελώντας, επιτιμώντας τους ανθρώπους για τα παράλογα που έβλεπε μέσα στο κόσμο της αμαρτίας, διδάσκοντας τον καθένα με ωφέλιμα απλοϊκά λόγια. Δίδασκε το Ευαγγέλιο με την ίδια τη ζωή του. Μαζεύοντας τουβλάκια, μικρά μάρμαρα και ότι άλλο θα χρησίμευε για την κατασκευή του αγαπημένου του ονείρου, του ναού του Αγίου Λουκά. Παροτρύνοντας τους ανθρώπους να εκκλησιάζονται, να ωθούν τα παιδιά τους προς την Εκκλησία, τις γυναίκες να ντύνονται σεμνά ειδικά όταν εισέρχονται στον οίκο του Θεού, την Εκκλησία και να μην παραμορφώνονται «σαν φαντάσματα» από τις προκλητικές συνήθειες της μόδας. Τους ευτραφείς, τους παρομοίαζε χαριτολογώντας με κάποια συμπαθή ζώα, παρακινώντας τους να εγκρατεύονται στην τροφή. Περνούσε από στέκια νέων και με νεύματα όλο νόημα προσπαθούσε να τους δείξει ότι η σωτηρία της ψυχής είναι ο ανώτερος σκοπός του ανθρώπου και όχι οι πλάνες και οι ματαιότητες στις οποίες ξεπέφτουν οι άνθρωποι. Όταν ο δρόμος του διερχόταν μπροστά από εστιατόρια και έβλεπε ανθρώπους να καταλύουν σε νηστίσιμες περιόδους, τους υπενθύμιζε ότι είναι αμαρτία να μην τηρούν την ευλογημένη νηστεία.

Καταπολεμούσε την πνευματική αδιαφορία. Τα λόγια του πολλές φορές ήταν σκληρά σα «μαχαιριές», όμως κανείς δεν διαμαρτυρόταν. Όλοι σεβόντουσαν απόλυτα τις συμβουλές του. Ιδίως επιτιμούσε την γύμνια και τους Ιερείς που εκτελούσαν αμελώς τα ιερατικά τους καθήκοντα και δεν ενδιαφερόταν για το ποίμνιό τους. Έλεγε συχνά με πολλή ταπείνωση ότι για τα διαζύγια των ζευγαριών φταίνε οι Ιερείς γιατί δεν διαβάζουν όλες τις ευχές όταν τελούν το μυστήριο του γάμου. Τον απογοήτευε η αίρεση και το σχίσμα από την Αλήθεια της Ορθοδοξίας. Δεν δεχόταν ότι είναι δυνατόν να μας έχει δωρίσει ο Θεός την αιωνιότητα, την Βασιλεία Του, και εμείς οι άνθρωποι με υπέρμετρο φανατισμό να διαιρούμαστε για 13 ημέρες, ή επειδή οι δαίμονες πλανούν κάποιους κακοπροαίρετους! Όποιος είχε την ευλογία να τον συνοδέψει έστω και για λίγο σε κάποια περιπλάνησή του και κατάφερνε να μείνει σιωπηλός, «κρυφάκουγε» την γεμάτη αγάπη προσευχή του που έβγαινε μέσα απ’ την καρδιά του. Η αγαπημένη του φράση που τον «πρόδινε» ήταν το «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε», δείγμα του πόσο υπεραγαπούσε την Παναγία μας. Το να τον συντροφεύει κανείς ήταν μια ευχάριστη πνευματική εμπειρία. Δεν δίσταζε ακόμα και να τραγουδήσει παλιά παραδοσιακά όμορφα και σπάνια τραγούδια. Για να ευχαριστήσει τους επισκέπτες του, έβγαζε ένα μάτσο από διάφορα χριστιανικά έντυπα, χάρτινες εικόνες, ή ακόμα και φωτογραφίες του, όταν ήταν νεότερος και τις έδινε για ευλογία. Ως άλλος Άγιος Πατροκοσμάς, επισκεπτόταν την πόλη και όλα τα χωριά του νησιού, αλλά και πολλά μέρη της Ελλάδας που τον ήξεραν και τον υπεραγαπούσαν. Κήρυττε βρωντοφωνάζοντας και καυτηριάζοντας όσα έβλεπε ότι εμπόδιζαν τους ανθρώπους στο να επιτύχουν τη σωτηρία τους. Παντού είχε γνωστούς ανθρώπους που τον αγαπούσαν και τον φιλοξενούσαν. Στα λεωφορεία ή στα πλοία που χρησιμοποιούσε όταν μετακινιόταν, κανείς δεν του έπαιρνε χρήματα. Και μόνο η απλοϊκή, ασκητική του παρουσία έπειθε τον κόσμο ότι ήταν Άνθρωπος του Θεού. Πολλές φορές η ιδιορρυθμία του χαρακτήρα του σε διάφορα θέματα, εξηγιόταν ως δείγμα σαλότητας.

Αρκετοί τον θεωρούσαν ότι ήταν Σαλός δια τον Χριστό! Η σκληρότητά του, «μπερδεμένη» με μια υπέρμετρη καλοσύνη οδηγούσε σ’ αυτό το συμπέρασμα.Ως τα βαθιά γεράματά του, παρά την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε, δεν ξεχνούσε την νηστεία. Νήστευε αυστηρά ακόμα και το λάδι, θέλοντας να ζει ασκητικά, καθηλωμένος και ανήμπορος στο μικρό κρεβατάκι του. Υποβασταζόμενος πλησίαζε πάντα τελευταίος το Άγιο Ποτήριο και κοινωνούσε τον Χριστό. Τα καλοκαίρια ερχόταν στη γενέτειρά του, στα Πάμφιλα όπου τον φρόντιζαν οι γυναίκες σε μια καμαρούλα, όπως και τον χειμώνα στην Αθήνα όπου τον διακονούσε με υπέρμετρη αγάπη η κυρία Σοφία.

Ο νούς του ήταν πως θα μεταβεί στον αγαπημένο του τόπο, στον Άγιο Λουκά, να δεί σε τι κατάσταση βρισκόταν η Εκκλησία, πόσο προχώρησε η Αγιογράφηση. Εκεί, ξεδίπλωνε μια μεγάλη κόλα αναφοράς γεμάτη με ονόματα νηπίων και παίδων Μαρτύρων που Αγίασαν, δίνοντας εντολές να αγιογραφηθούν πάραυτα!

Υπεραγαπώντας την Ορθοδοξία και την πατρίδα του την Ελλάδα, ο παπά Φώτης εκοιμήθη εν Κυρίω στις 5 Μαρτίου 2010, ημέρα Παρασκευή Γ΄ Εβδομάδας των νηστειών.

Καλό Παράδεισο παπά Φώτη!

πηγή:http://stratisandriotis.blogspot.com/2010/03/blog-post_1445.html

***

Εκοιμήθη ο παπα – Φώτης

από την εφημερίδα «ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ» Μυτιλήνης, 6-3-2010

Μια ιερή φυσιογνωμία που ήταν γνωστή σε όλο το νησί, έκλεισε τα μάτια της σε ηλικία 98 χρόνων. Τη φιγούρα του σκυφτού παπα – Φώτη, δεν θα βλέπουμε πια να περιπλανιέται στους δρόμους, στα λαγκάδια και στα βουνά μας. Τώρα πια θ’ αλωνίζει στα μονοπάτια των Ουρανών κοντά στους αγγέλους, που πάντα ήξερε πώς να τους μιλά. Άνθρωπος ευσεβής, καλοκάγαθος, που είχε μάθει να προσφέρει από το υστέρημα του. Ολιγαρκής, μακριά από τις πονηριές και την υποκρισία του κόσμου. Μακριά από τα υλικά – φθαρτά και περιττά. Μακριά από τη λαιμαργία που προκαλεί ο πλουτισμός. Ο βίος του μοναχικός, δημιουργικός, φιλεύσπλαχνος. Γεννημένος το 1912 στα Πάμφιλα, ο Λαυριώτης Φ. Σαρδέλλης -κατά κόσμον – (αφού ασκήτευσε στη μονή της Αγ. Λαύρας) χειροτονήθηκε Διάκος στις 16 Νοεμβρίου του ’36 και ιερέας στις 5 Ιουνίου ’44, ενώ δύο χρόνια αργότερα έγινε Αρχιμανδρίτης. Το 1950 υπηρέτησε ως εφημέριος στον Τρύγωνα Πλωμαρίου όπου και έχτισε την εκκλησία του Αγ. Αντωνίου και συνταξιοδοτήθηκε το 1992.

Αργότερα έχτισε το εκκλησάκι του Αγ. Λουκά, σχεδόν με τα χέρια του, αφού ο ίδιος κουβαλούσε στους ώμους του μέσα στον τροβά του τις πέτρες. Ένα εκκλησάκι που ανήκει στον Πανάγιο τάφο, αφού ο ίδιος το χάρισε στο Πατριαρχείο της Ιερουσαλήμ και σήμερα αντιμετωπίζει προβλήματα φθοράς που δυστυχώς η Μητρόπολη δεν μπορεί να επέμβει, καθώς δεν βρίσκεται στη δικαιοδοσία της. Η ασκητική του φιγούρα θα είναι στη μνήμη όλων όσων τον γνώρισαν, τον συνάντησαν.

Ευχή όλων μας, η ανάπαυση της ψυχής του εν ειρήνη. Μακάρι το φωτεινό παράδειγμα του παπα – Φώτη να μιμηθούν και άλλοι κληρικοί, διαδίδοντας το λόγο του Κυρίου.

***

Εκοιμήθη ο “δια Χριστόν σαλός” παπα Φώτης από την Μυτιλήνη

Σύμφωνα με πληροφορίες της “Romfea.gr”, εκοιμήθη πλήρως ημερών 98 ετών ο γέροντας Φώτιος από την Μυτιλήνη, ένας γέροντας γνήσιος και ανεπιτήδευτος και ακραιφνώς ορθόδοξος κληρικός.

Ήταν άγαμος Αρχιμανδρίτης και έζησε ως άσημος και αφανής αληθινός εργάτης του Ευαγγελίου, όπως γύριζε ανυπόδητος χειμώνα καλοκαίρι.

Να αναφερθεί, ότι η εξόδοις ακολουθία θα ψαλεί αύριο 6 Μαρτίου και ώρα 3 το απόγευμα στον Ιερό Ναό του Αγίου Αντωνίου στη Τριγώνα Πλωμαρίου, στο χωριό που εφημέρευε για 46 ολόκληρα χρόνια.

Στην κηδεία θα προστεί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μυτιλήνης κ. Ιάκωβος, καθώς και πολλοί κληρικοί.

Ευχόμαστε ο Θεός να το τάξει εν σκηναίς Δικαίων, και να έχουμε την ευχή του.

Παπά Φώτης Λαυριώτης

Ο Πανοσ. Αρχιμανδρίτης π. Φώτιος Λαυριώτης, γνωστός στο νησί της Λέσβου ως παπα-Φώτης, γεννήθηκε στα Πάμφιλλα, ένα χωριό κοντά στη Μυτιλήνη, το 1913 από το Δημήτριο και τη Μαρία Σαρδέλλη.

Μαζί με την κατά τρία χρόνια μικρότερη αδελφή του μεγαλώνουν με πολλές δυσκολίες και μεγάλες στερήσεις. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός. Στην εφηβική του ηλικία ακούει για τον Ελληνορθόδοξο μοναχισμό και για τη ματαιότητα του κόσμου από έναν ιεροκύρηκα που επισκέφτηκε το χωριό του και σαγηνευμένος αποφασίζει να μονάσει.

Σε ηλικία δεκαεπτά ετών φεύγει στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος, από όπου παίρνει και το όνομα Λαυριώτης. Εκεί αρχικά χειροθετείται μοναχός και αργότερα χειροτονείται διάκονος και ιερέας, παραμένοντας στο Άγιον Όρος για είκοσι χρόνια.

Επιστρέφει στο νησί της Λέσβου μετά από πρόσκληση του αειμνήστου Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιακώβου Α΄.Τοποθετείται εφημέριος στο χωριό Τρίγωνα Πλωμαρίου, όπου και παραμένει έως τη συνταξιοδότησή του. Το 1950 ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Ιερώνυμος τον τοποθετεί εφημέριο στον Παναγίο Τάφο.

Μετά από τέσσερα χρόνια παραμονής στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, επιστρέφει για δεύτερη φορά στη γεννέτηρά του, συνεχίζοντας τα ενοριακά του καθήκοντα και επιδίδεται στην ανοικοδόμηση του Ησυχαστηρίου του, που είναι αφιερωμένο στον Όσιο Λουκά το νεομάρτυρα.

Ο παπα-Φώτης, συμπλήρωσε 68 χρόνια κληρικός, λειτουργός του Ιερού Θυσιαστηρίου! Ήταν αγαπητός σε όλους και γνωστός για την ασκητικότητα, την παρρησία και την προσήλωση στην Ορθόδοξη παράδοση. Για την ιδιορρυθμία στην εμφάνισή του δήλωνε ότι “εγώ είμαι καλόγερος και γι’ αυτό δεν δίνω μεγάλη σημασία στο ντύσιμό μου”.

***

Συνέντευξη του Πανοσ. Αρχιμανδρίτη π. Φώτιο Λαυριώτη

Ο Πανοσ. Αρχιμανδρίτης π. Φώτιος Λαυριώτης, γνωστός στο νησί της Λέσβου ως παπα-Φώτης, γεννήθηκε στα Πάμφιλλα, ένα χωριό κοντά στη Μυτιλήνη, το 1913 από το Δημήτριο και τη Μαρία Σαρδέλλη. Μαζί με την κατά τρία χρόνια μικρότερη αδελφή του μεγαλώνουν με πολλές δυσκολίες και μεγάλες στερήσεις. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός. Στην εφηβική του ηλικία ακούει για τον Ελληνορθόδοξο μοναχισμό και για τη ματαιότητα του κόσμου από έναν ιεροκύρηκα που επισκέφτηκε το χωριό του και σαγηνευμένος αποφασίζει να μονάσει. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών φεύγει στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος, από όπου παίρνει και το όνομα Λαυριώτης. Εκεί αρχικά χειροθετείται μοναχός και αργότερα χειροτονείται διάκονος και ιερέας, παραμένοντας στο Άγιον Όρος για είκοσι χρόνια. Επιστρέφει στο νησί της Λέσβου μετά από πρόσκληση του αειμνήστου Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιακώβου Α΄.

Τοποθετείται εφημέριος στο χωριό Τρίγωνα Πλωμαρίου, όπου και παραμένει έως τη συνταξιοδότησή του. Το 1950 ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Ιερώνυμος τον τοποθετεί εφημέριο στον Παναγίο Τάφο. Μετά από τέσσερα χρόνια παραμονής στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, επιστρέφει για δεύτερη φορά στη γεννέτηρά του, συνεχίζοντας τα ενοριακά του καθήκοντα και επιδίδεται στην ανοικοδόμηση του Ησυχαστηρίου του, που είναι αφιερωμένο στον Όσιο Λουκά το νεομάρτυρα.

Ο παπα-Φώτης, συμπληρώνει 65 χρόνια κληρικός, λειτουργός του Ιερού Θυσιαστηρίου! Είναι αγαπητός σε όλους και γνωστός για την ασκητικότητα, την παρρησία και την προσήλωση στην Ορθόδοξη παράδοση. Για την ιδιορρυθμία στην εμφάνισή του δηλώνει ότι “εγώ είμαι καλόγερος και γι’ αυτό δεν δίνω μεγάλη σημασία στο ντύσιμό μου”.

¤¤¤

ΕΡ.: Παπα-Φώτη, έχουμε την εξής μαρτυρία: Πριν πολλά χρόνια, εσύ με ένα πνευματοπαίδι σου χαράματα λειτούργησες στο γραφικό εκκλησάκι της Παναγιάς της Γαλατούσας, μέσα στο κάστρο της πόλης μας και όταν τελείωσες τη θεία Λειτουργία πήρες τη θεία Μετάληψη και πήγες σ’ έναν από τους οίκους ανοχής που υπήρχαν τότε εκεί και μετέλαβες μία πόρνη ετοιμοθάνατη. Μάλιστα, μετά από λίγο πέθανε. Είναι αλήθεια; Δε φοβόσουν τι θα έλεγε ο κόσμος, αν σε έβλεπε;

ΑΠ.: Αυτό είχε γίνει πολλές φορές. Μία γυναίκα κοντά στην εκκλησία του Αγίου Συμεών μού έλεγε κάποιες περιπτώσεις κι εγώ πήγαινα σ’ αυτές τις ψυχές. Με αποδέχονταν. Τους μιλούσα για τη μετάνοια και τη σωτηρία της ψυχής, για την άλλη ζωή… Ποτέ δεν τους μιλούσα άσχημα, αλλά με αγάπη τους έλεγα να μετανοήσουν και θα φροντίσει γι’ αυτές ο Θεός, θα τις αποκαταστήσει στην καρδιά Του. Πολλές ψυχές μετανοούσαν… Με ρωτήσατε αν φοβόμουν. Τι να φοβηθώ; Δεν φοβάμαι κανέναν. Μόνο το Θεό να φοβόμαστε όταν αμαρτάνουμε. Δε μ’ ένοιαζε τι θα έλεγε ο κόσμος, εγώ για το Χριστό ενεργούσα.

ΕΡ.: Πατέρα Φώτιε, ο Πάπας ήλθε τελικά στην Ελλάδα. Τι έχετε να μας πείτε γι’ αυτό;

ΑΠ.: Κακώς δέχτηκε η Σύνοδος τον πάπα! Ευθύνονται όσοι τον κάλεσαν. Πολύ καλώς έκαναν όσοι αντέδρασαν! Ο πάπας και μαζί του οι Εβραίοι είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί του κόσμου, γιατί είναι αντίχριστοι. Ο πάπας θέλει να κυριαρχήσει παντού. Γι’ αυτό ήλθε στη χώρα μας. Παντού δημιούργησε και δημιουργεί φασαρίες και σκάνδαλα. Για τη Μικρασία το 1922 και για τη Σερβία το 1999, τι έκανε; Ο παπισμός προξένησε μεγάλες συμφορές και στην Ελλάδα. Στόχος του είναι να καταστρέψει την Ορθοδοξία· μα η Ορθοδοξία είναι η Αλήθεια και η Ζωή και “πύλες Άδου” δεν φοβάται γιατί έχει κεφαλή Της και προστάτη Της το Χριστό. Ήταν ανεπίτρεπτο αυτό που έγινε, μετά από τόσους αιώνες να ’ρθει πάπας στην Ελλάδα! Τι άλλο θα δούμε; Ο πάπας είναι διάβολος, μόνο που έχει ελπίδα να μετανοήσει. Ο Θεός κι όλοι οι Άγιοι προσμένουν την ώρα και τη στιγμή που θα μετανοήσει! Αλλά πότε; Κοντά χίλια χρόνια περάσαν και δε βλέπουμε καμιά πραγματική μετάνοια, καμία αληθινή αλλαγή. Τους έζησα τους παπικούς στους Αγίους Τόπους ,όταν υπηρετούσα· είναι πολύ πεισματάρηδες και τυφλωμένοι. Καταλαβαίνουν ότι εμείς οι Ορθόδοξοι έχουμε την αλήθεια – αφού από μας έπαιρναν το Άγιο Φως κάθε Μεγάλο Σάββατο, το έβλεπαν το θαύμα – αλλά ο εγωισμός δεν τους αφήνει να το παραδεχθούν. Ο εγωισμός τυφλώνει τον άνθρωπο. Κι ο πάπας Ρώμης είναι η ενσάρκωση του εωσφορικού εγωισμού!

ΕΡ.: Στο Άγιον Όρος μείνατε πολλά χρόνια. Γνωρίσατε εκεί ιερές μορφές, αγίους;

ΑΠ.: Το Άγιο Όρος είναι το περιβόλι της Παναγίας, τόπος άγιος, ιερός. Τόπος άσκησης. Έμεινα σ’ αυτό 20 ολόκληρα χρόνια – εκεί χειροτονήθηκα διάκος και παπάς – φυσικό λοιπόν ήταν να γνωρίσω εκεί άγιους ανθρώπους, ιερές μορφές! Σπουδαγμένους, που τα παράτησαν όλα για το Μοναχισμό. Θυμάμαι κάποιο π. Παύλο Παυλίδη, γιατρό· είχε δυο πτυχία και ήταν από τον Πόντο. Κι έναν άλλον· Καμπανάς λεγόταν· ήταν γιατρός από την Αίγινα. Επίσης, κάποιον παπα-Γιώργη από την Πόλη, πολύ μορφωμένο· κι έναν άλλον, τον παπα-Αββακούμ, που μόναζε στη Λαύρα. Είχα την ευκαιρία να υπηρετήσω και να ζήσω κοντά σε τέτοια πρόσωπα. Ήταν απλοί άνθρωποι, πασίγνωστοι, που όμως οι ίδιοι θεωρούσαν τον εαυτό τους σκουπίδι, ένα τίποτα. Κι αν έκαναν κανένα θαυμαστό γεγονός και εμείς οι νεότεροι απορούσαμε και τους θαυμάζαμε, αυτοί έλεγαν: «Εμείς δεν κάναμε τίποτα· παρακαλέσαμε το Θεό κι εκείνος αοράτως ενήργησε».

πηγή:http://www3.aegean.gr/agios-therapontas/magazine/apostoli/issue/45/Photios.html
***

Τα “σκουπίδια” του παπα Φώτη

Ο παπα Φώτης από την Μυτιλήνη… Κάποτε ψάχνοντας στα σκουπίδια και μη έχοντας στο νου σου τον εαυτό σου μπορεί να γεννηθούν και θαύματα. Ο παπα Φώτης από τη Μυτιλήνη εδώ και σαράντα χρόνια, όπου βρεθεί κι όπου σταθεί μαζεύει πετρούλες, κομμάτια από σπασμένα πλακάκια, μάρμαρα, κεραμίδια και τούβλα που τα πετάνε έξω από οικοδομές, μάντρες και μαγαζιά. Ύστερα, πηγαίνει στα Πάμφυλα. Έχει τελειώσει πια μια εκκλησία που έχτισε μόνος του μ’ αυτά τα υπολείμματα. Είναι ένα πραγματικό κομψοτέχνημα. Θαρρείς κι έπεσε από τον ουρανό δίχως να προλάβει να την αγγίξει ανθρώπινο χέρι.

Γυρίζει ανυπόδητος χειμώνα καλοκαίρι μ’ ένα τρύπιο ράσο.

Μετά από μια αγρυπνία σε ναό της Θεσσαλονίκης, κάποιος παπάς του πήρε κατά λάθος το τρύπιο ράσο αφήνοντας στη θέση του το δικό του, καινούριο και ολομέταξο. Όταν το συνειδητοποίησε ο παπα Φώτης έβαλε τα κλάματα σαν μωρό παιδί γιατί το καινούριο ήταν πολύ ζεστό κι αυτός ήθελε το δικό του το δροσερό.

Όταν μετά από κόπους σαράντα χρόνων τελείωσε τον ναό του αγίου Λουκά, έγινε η πρώτη λειτουργία. Πολύς κόσμος ήταν εκεί. Λίγο προτού βγει για τη μικρή είσοδο αντιλήφθηκε πως είχε ξεχάσει ν’ αφήσει άνοιγμα αριστερά της Ωραίας Πύλης για να περάσει. Πήγε αμέσως, πήρε τον κασμά κι άρχισε να γκρεμίζει το ντουβάρι. Ο κόσμος βγήκε έξω βήχοντας από τη σκόνη, κινδυνεύοντας από τις πέτρες που εκτοξεύονταν.Εκείνος, ήσυχος, μόλις τέλειωσε τη δουλειά του, συνέχισε κανονικά τη Λειτουργία του….

Από το ανέκδοτο πεζογράφημα ‘ψυχή μου’.

Δεν ξέρω σήμερα αν ζει ο παπα Φώτης. Όταν τον γνώρισα πριν από καμιά πενταετία ήταν κοντά στα ενενήντα. Καλή του ώρα όπου και να είναι. Έτσι κι αλλοιώς ένα φτερό ήταν. Και δοξάζω τον Θεό που τον απάντησα στο δρόμο μου. Την ευχούλα του να έχουμε.

Τις φωτογραφίες μου τις έστειλε ο αγαπημένος φίλος μουσικός Βασίλης Βέτσος μόλις διάβασε το ποστ. Αυτός είναι ο άγιος Λουκάς, ο πύργος του, ο περίβολός του. Όλα είναι έτσι ακριβώς. Τον ευχαριστώ πάρα πολύ!

Αναρτήθηκε από Β.Ν.

http://egolpio.wordpress.com/2009/07/08/ta_skoupidia_tou_papafoti

πηγή:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3055&Itemid=1

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Ζωηφόρος Σταυρός

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Μαρτίου, 2010

stay7.jpg Στις 6 Μαρτίου η Εκκλησία γιορτάζει την υπό της Αγίας Ελένης της Ισαποστόλου εύρεση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού του Χριστού. Επίσης, την Τρίτη Κυριακή των Νηστειών, που συνήθως δεν απέχει χρονικά από την ημερομηνία αυτή, κατ’ αρχαία παράδοση και τάξη εκκλησιαστική, το Ζωοποιό Ξύλο προτίθεται σε προσκύνηση εκ μέρους των πιστών, και η Κυριακή αυτή ονομάζεται Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως.

Οι δύο αυτές ευκαιρίες δίδουν ώθηση στο ταπεινό κονδύλι του γράφοντος να προσπαθήσει να χαράξει δυο λόγια για το μεγάλο σέβασμα των Ορθοδόξων, τον Ζωηφόρο Σταυρό.

«Λάμψον ο του Κυρίου Σταυρός, τας φεγγοβόλους αστραπάς Σου της χάριτος» στο νου και στην καρδιά μου, για να μπορέσω, όχι να πω τον άξιό Σου λόγο, αφού αυτό, ούτως ή άλλως, ξεπερνά τις ασθενείς δυνάμεις μου, μα για να μη βεβηλώσω το μυστήριο Σου, που υπερβαίνει τη δύναμη των λόγων και τα όρια της λογικής…

Μέχρι της Σταυρώσεως του Σωτήρος μας στο Γολγοθά, ο σταυρός ήταν, βεβαίως, ένα όργανο φονικό,  ένας τρόπος εκτελέσεως θανατικής καταδίκης, ο πιο εξευτελιστικός και ταπεινωτικός! Μα από κείνη την Παρασκευή, τη μεγαλώνυμη και αγία, ο σταυρός μεταποιήθηκε και μεταστοιχειώθηκε! Έγινε ο «Ζωοφόρος Σταυρός» του Χριστού, «το ανίκητο τρόπαιο της ευσέβειας, η θύρα του Παραδείσου, το στήριγμα των πιστών, το κάστρο της Εκκλησίας»! Γιατί διαδραμάτισε το ρόλο του Θυσιαστηρίου, του κατ’ εξοχήν και ανεπανάληπτου, πάνω στο οποίο συντελέσθηκε η καθαρή και άμωμη Θυσία του μόνου Καθαρού και Άμωμου! Ποτίσθηκε με το «ζωηρόν Αίμα» του Δεσπότου, και πήρε χάρη από τη Χάρη Του, δύναμη από τη Δύναμή Του, αγιασμό από την Αγιότητά Του, σωτηριώδη ενέργεια από τις Άκτιστες Ενέργειές Του! Κατ’ αυτόν τον τρόπο, διά του Σταυρού «εξαφανίστηκε η κατάρα και καταργήθηκε,  του θανάτου η δύναμη και την κατάπιε η απώλεια, και εμείς υψωθήκαμε από τη γη στα ουράνια», κι έγινε πια για μας «της αληθινής χαράς σημείο, με το οποίο το ανθρώπινο γένος λυτρώθηκε από την κατάρα»!

Ο ορθολογισμός, που σαν άλλη φυλλοξήρα ξεραίνει και νεκρώνει, τα κλήματα της πίστεως, μυκτηρίζει(κοροϊδεύει) από παλιά τον «λόγο του Σταύρου» (Α’ Κορ. 1: 18). Τόσο το λόγο για τη Σταυρική Θυσία του Θεανθρώπου, όσο και το λόγο για τον ίδιο τον Τίμιο Σταυρό. Αλλά η Πίστη μας κ’ οι άγιες Αλήθειες Της, είναι Μυστήριο υπέρλογο! Δεν είναι αρκετά ευρύχωρη η λογική του «δύο και δύο κάνουν τέσσερα!», για να τη χωρέσει! Αν υποτασσόταν στα όρια του λόγου, τότε θα επρόκειτο για καθαρή ειδωλολατρία! Ξεπερνά, όμως, το λόγο! Υπερβαίνει κάθε είδους λογική! Έτσι και το Μυστήριο του Σταυρού δεν γνωρίζεται, ούτε κατανοείται με μέσα ανθρώπινα, αλλά αποκαλύπτεται μυστικά και βιώνεται εν κρύπτω, στα βάθη της καθαρής από πάθη και φωτισμένης, ύστερα από κόπους πολλούς, και δάκρυα, και φιλότιμα πνευματικά παλαίσματα, χριστιανικής καρδιάς και ψυχής. Όσοι δεν καθαρισθήκαμε και δεν φωτισθήκαμε ακόμα, παρατηρούμε την έξω όψη και τις μαρμαρυγές των θαυμάτων του Σταυρού, και μας είναι τούτο αρκετό για παρηγοριά μας, αν δε μας λείπει η καλή προαίρεση! Βλέπουμε το Σταυρό ν’ αγιάζει και ν’ αφθαρτίζει το νερό, να «ανεβάζει» προζύμι, να θεραπεύει ασθένειες, να φυγαδεύει δαιμόνια, να ευλογεί τον τετραπέρατο κόσμο, και μας αρκεί! Τον αναρτούμε στο στήθος μας και αισθανόμαστε δυνατοί! Τον σημειώνουμε στο σώμα μας και γαληνεύουμε! Τον χαράζουμε στο προσκεφάλι μας και ησυχάζουμε! Τον προσκυνούμε και παρηγορούμαστε! Τον ψαύουμε και στηριζόμαστε! Τον αντικρίζουμε και παίρνουμε θάρρος! Προφέρουμε το όνομά του και αγιάζεται το στόμα μας! Ψάλλουμε τους ιερούς ύμνους που του συνέθεσαν άγιοι και πνευματοφόροι άνθρωποι, και υψωνόμαστε ως τον ουρανό!…

Για μας τους Ορθοδόξους, χωρίς υπερβολή, ο Τίμιος Σταυρός του Χριστού δεν είναι ένα «πράγμα», ένα «αντικείμενο», αλλά τον θεωρούμε, σχεδόν σαν «πρόσωπο»! Στην Ιερή υμνογραφία της Εκκλησίας μας αφθονούν οι προσφωνήσεις του είδους: «Χαίροις ο Ζωηφόρος Σταυρός», «χαίροις ο του Κυρίου Σταυρός», «χαίροις ο των τυφλών οδηγός, των ασθενούντων ιατρός, η ανάστασις πάντων των τεθνεώτων», καθώς και επικλήσεις όπως: «Σταυρέ του Χριστού, σώσον ημάς τη δυνάμει σου», «Σταυρέ πανσεβάσμιε, καθαγίασον ημών τας ψυχάς και τα σώματα τη δυνάμει σου», ενώ παράλληλα υπάρχει ολόκληρη Ακολουθία «Χαιρετισμών» του Τιμίου Σταυρού με εικοσιτέσσερις «Οίκους», ανάλογη μ’ εκείνη της Υπεραγίας Θεοτόκου, και στην οποία κυριαρχεί ο χαιρετισμός: «Χαίρε, Ξύλον μακάριον »!

Μα και σε ώρες δύσκολες ο ευσεβής δεν διστάζει να επικαλεσθεί: «Σταυρέ, βοήθει μοι», ή να ψάλει ικετευτικά: «Η αήττητος και ακατάλυτος και θεία δύναμις του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, μη εγκαταλίπης ημάς τους αμαρτωλούς». Στην Κρήτη δε, όταν τα στοιχεία της φύσεως μαίνονται κι οι αστραπές αυλακώνουν τον ουρανό κ’ οι κεραυνοί προξενούν φόβο και τρόμο, οι Χριστιανοί σταυροκοπιούνται και λένε: «Σταυρέ, βοήθεια»!

Και δεν είναι όλα τούτα παρατραβηγμένα ή αυθαίρετα, αν λάβει υπ’ όψη του κανείς τ’ αναφερόμενα περί τού θυσιαστηρίου της Βαιθήλ στο Γ βιβλίο των Βασιλειών (Γ Βασ. 13: 1-3, 5) και τα περί του «θυσιαστηρίου του χρυσού ενώπιον του Θεού» στην Αποκάλυψη (Αποκ. 9: 13-15), τα οποία προδήλως αφορούν στο αιώνιο Θυσιαστήριο του Χριστού, τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό. Βλέπει εκεί κανείς θυσιαστήριο με ιδιότητες προσώπου! Ν’ ακούει, και μάλιστα να υπακούει στην εντολή του Θεού (σημείο ότι δεν είναι αυτό το ίδιο Θεός). Θυσιαστήριο να μιλάει, και μάλιστα να διατάζει Αγγέλους (άρα πρόκειται για «πρόσωπο» τιμιότερο και υψηλότερο και απ’ τους ίδιους τους Αγγέλους).

Όσοι πιστοί, λοιπόν, όσοι ευσεβείς και φιλόχριστοι, «ελάτε να αντλήσετε νάματα που δεν εξαντλούνται ποτέ, καθώς προέρχονται από τη χάρη του Σταυρού. Να! Μπροστά μας βλέπουμε να είναι το άγιο Ξύλο, που είναι μια πηγή χαρισμάτων, η οποία τροφοδοτείται συνέχεια και εμπλουτίζεται με το αίμα και το νερό που πήγασε από την πλευρά του Δεσπότου των όλων, που με τη θέλησή του ανέβηκε στο Σταυρό και έτσι ανύψωσε τους πιστούς»(από τους Αίνους της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως.

(Μητροπ.Προικοννήσου Ιωσήφ, «Οσμή ζωής», εκδ.Άθως)

Πηγή:http://vatopaidi.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Μαρτίου, 2010

ros121.jpg Αποσπάσματα ἀπό κείμενα τοῦ Μοναχοῦ Μωϋσῆ, Ἁγιορείτου, καί τοῦ Ἰωάννου Κορναράκη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου

Μιά ἰσχυρή πρόκληση

Ζοῦμε δυστυχῶς σ’ ἕναν κόσμο μ’ ἕνα ἐπαναστατημένο θέλημα, ὁ ὁποῖος σήμερα παρά ποτέ, δέν εἶναι “ἐπίγειος οὐρανός, ἀφιλόνικος, ἀπολέμητος, ἀστασίαστος, ἄφθονος, εἰρηνικός, ἀζήμιος καί ἀναμάρτητος”.

Αὐτό μᾶς βοηθᾶ νά κατανοήσωμε συνειδητά καί βαθειά τήν σπουδαιότητα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. ὕπαρξή μας μέσα σ’ ἕναν κόσμο συγκεχυμένο καί ἀντιφατικό στίς ἀναζητήσεις του, καταπιεστικό καί ἐξουθενωτικό στίς καθημερινές καταστάσεις πού δημιουργεῖ, ἀκολουθεῖ μοιραίως τήν ὁδό τῆς κακῆς ἀλλοιώσεως. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος πού βιώνει ἀνεξέλεγκτα καί ἀνεύθυνα τίς καθημερινές ἐμπειρίες τῆς ζωῆς, ἀποξενώνεται συνεχῶς ὄχι μόνο ἀπό τόν Θεό, ἀλλά καί ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Γι’ αὐτό τόν λόγο ἡ σωτηρία του ἐξαρτᾶται ἀπό τήν δυνατότητα τήν ὁποία μπορεῖς νά ἀποκτήσεις νά ἀντιλαμβάνεται κάθε στιγμή τήν ποιότητα τῆς ζωῆς πού ζῆ καί ἐκφράζει. Χρειάζεται, λοιπόν, ἰσχυρές προκλήσεις γιά νά ἀφυπισθῆ καί νά ἀναζητήση τήν ἀληθινή ὁδό τῆς ζωῆς.

Μία τέτοια ἰσχυρή πρόκληση-νυγμός γιά τήν θρησκευόμενη συνείδηση, εἶναι ἡ κατανυκτική εὐχή τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου:

“Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου,

πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί

ἀργολογίας μή μοι δῷς,

πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς

καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ,

ναί Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν

τά ἐμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου”.

Ἡ ἁγιοπνευματική αὐτή εὐχή ἀφυπνίζει τό ἀνθρώπινο πνεῦμα καί μᾶς προτρέπει νά ἀνέλθουμε στίς βαθμίδες τῆς καταξιώσεως τῆς ἀνθρωπιᾶς μας καί τῆς πνευματικῆς ποιότητος τῆς ζωῆς μας.

Ὁ ὅσιος Ἐφραίμ παρ’ ὅτι ἔζησε πρίν 1.600 χρόνια ἐπικοινωνεῖ ἄριστα μέ τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, γιατί ὁ λόγος του εἶναι θεόπνευστος. Εἶναι ὁ διδάσκαλος ἐκεῖνος, πού μέ ὅλη του τή δύναμη μᾶς προσκαλεῖ καί προκαλεῖ νά εἰσέλθουμε στά βαθύτερα τῆς ψυχῆς μας πρός ἀνεύρεση τῶν δυνάμεων πού μᾶς δώρισε ὁ Θεός γιά ἕναν εἰλικρινή διάλογο μαζί Του, ὥστε νά πραγματοποιήσουμε τόν ἑαυτό μας.

Ἄς κάνουμε τόν σταυρό μας καί ἄς προχωρήσουμε στήν προσωπική συνάντηση μέ τήν εὐχή τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ καθένας μας μυστικά καί ἀθόρυβα θά πάρει ὅ,τι ζητᾶ καί δέν μπορεῖ τόσο ὥριμα, καθολικά καί ὁλοκληρωμένα νά τό βρῆ πουθενά ἀλλοῦ.

Περί ἀργίας

Ὁ μέγας ὅσιος γνωρίζει καλά γιατί θέτει στό πρῶτο σκαλοπάτι τῶν παθῶν τήν ἀργία. Ἡ ἀργία εἶναι ἕνα βαρύ νέφος πού σκεπάζει τήν ψυχή καί δέν τήν ἀφήνει νά ἀνασάνει. Σκοτίζει τόν νοῦ καί δέν τοῦ ἐπιτρέπει νά δῆ τά πράγματα καθαρά. Ὁ ἀργός εἶναι συνεχῶς εὐάλωτος ἀπό τήν ἀπόγνωση. Διά τοῦτο ἡ ἀργία εἶναι τρομερός ἐπίβουλος τῆς ζωῆς μας.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τήν θεωροῦν μητέρα ἄφθονων κακῶν. Ὁ Μ. Βασίλειος χαρακτηριστικά τήν παρουσιάζει ὡς αἰτία κάθε κακουργίας καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὡς πηγή πάσης ἁμαρτίας. Καί τά ἄλλα πάθη στά ὁποῖα παρασυρόμεθα εἶναι περιπλοκαί τῆς ἀργίας, γιατί αὐτή μέ τήν διάβρωση τῆς προσοχῆς πού προκαλεῖ, ἀνοίγει τήν εἴσοδο στά συγγενῆ καί συναφῆ πάθη τά ὁποῖα μᾶς αἰχμαλωτίζουν.

Ἡ ἀργία εἶναι τό εὔφορο ἔδαφος γιά νά ἀναπτυχθοῦν τά ἀγκάθια τῶν ρυπαρῶν λογισμῶν, τῶν ἀτόπων πράξεων καί πονηρῶν ἐνθυμήσεων. Στήν κατάσταση αὐτή ὁ ἄνθρωπος χάνει τήν σοβαρότητά του, τήν ἀξιοπρέπειά του καί τήν εὐγένειά του. Πλήττει, νευριάζει, ἄγχεται, μελαγχολεῖ ἤ ὁδηγεῖται στήν περιπλάνηση, τήν πολυλογία, τήν εὐτραπελία καί τήν εἰρωνεία.

Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος, γράφει ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χερσῶνος Ἰννοκέντιος, ἀναφωνεῖ: “Μή δώσεις Κύριε, οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς μου, οἱ τόσο λίγες καί σύντομες, νά κυλήσουν στήν ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος καί στήν ἀπραξία. Μή μέ ἀφήσεις νά θάψω τά τάλαντα, πού μοῦ ἐνεπιστεύθης, στή γῆ τῆς λήθης καί τῆς ὀκνηρίας”.

Ὅσο ἡ κατάσταση τῆς ἀργίας προχωρᾶ στήν ψυχή τόσο σοβαρότερη γίνεται ἡ ἀσθένεια. Μπορεῖ ἔτσι εὔκολα ἡ ψυχή νά ὁδηγηθεῖ σέ μαρασμό καί ἀπελπισία, πού δέν εἶναι ἄλλο παρά δαιμονικές καταστάσεις.

Δέν εἶναι μικρός δυστυχῶς ὁ ἀριθμός τῶν ψυχῶν πού ἀπό διαφορετικές ἀφετηρίες, ἀφορμές καί αἰτίες, ἔπαυσαν ἐσωτερικά νά ἀντιστέκονται, τό ἀνικανοποίητο τούς κυρίευσε καταδικαστικά καί ἡ ἐρήμωση, ἡ πλήξη, ἡ ἀνία καί ἡ θλίψη ἔγιναν οἱ φίλοι τῆς καρδιᾶς τους.

Τό πνεῡμα τῆς ἀπελπισίας πού γεννιέται ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἀργίας, τῆς ἐπιβλαβοῡς ἀργίας τῆς μή ἐκτελέσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἐμποδίζει νά ἀρχίσουμε μιά πνευματική πορεία.Ὁ ἄνθρωπος ἔχει κληθεῖ νά γίνει ἅγιος. Τό ὅτι δέν φθάνουμε ὅλοι στήν ἁγιότητα ὀφείλεται στήν ἀργία πού εἶναι εὐθέως ἀντίθετη μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἄρνηση τῆς προσωπικῆς μας ἐξελίξεως, τό μαράζωμα στήν στασιμότητα.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης στό πολύτιμο ἔργο του “Πνευματικά γυμνάσματα” γίνεται ἀναλυτικός καί πολύ παραστατικός. Ἀναφέρει πώς ὁ δαίμονας ἄνοιξε σέ αὐτόν τόν κόσμο ἕνα σχολεῖο πονηριῶν, βλέποντας πώς αὐτός δέν προλαβαίνει νά δίνει μαθήματα κακουργίας, κι ἔβαλε στή θέση του τήν ἀργία διδάσκαλο, ὅπου καί οἱ χειρότεροι γίνονται οἱ καλύτεροι μαθητές του.

Περί περιεργείας

Ὡς δεύτερο πάθος, ὁ ἅγιος Ἐφραίμ, ἀναφέρει τήν περιέργεια, τήν ὁποία ἡ ἀσκητική παράδοση τήν καταδικάζει. Ὁ ἅγιος Κασσιανός ὁ Ρωμαῖος ἀναφέρει πώς ἀπό τήν ἀργία γεννιέται ἡ περιέργεια, ἀπό τήν περιέργεια ἡ ἀταξία καί ἀπό τήν ἀταξία κάθε κακία. Ἡ περιέργεια, λοιπόν, συνδέεται μέ τήν ἀργία καί πιστά τήν ἀκολουθεῖ. Εἶναι κατά τόν ἅγ. Ἰωάννη τῆς Κλίμακος ἡ “κόλλα πού μᾶς κρατάει προσκολλημένους στά γήϊνα”.

Εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ ἀργός καί περίεργος μέ κάτι εὔκολο θέλει νά ἀσχολεῖται, ὥστε νά δικαιολογεῖ τήν ὕπαρξη καί τήν παρουσία του. Ἀθετώντας οὐσιαστικά τήν ἐκτέλεση τῶν θείων ἐντολῶν ψάχνει καί βρίσκει μιά ἀπατηλή ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους καί τά πράγματα, θεωρεῖ ὁλοκλήρωση τήν φροντίδα καί τίς ἐρωτήσεις γιά τά πολλά, φοβούμενος καί ἀποφεύγοντας συστηματικά τά ἐπώδυνα.

Ἡ περιέργεια καί ἡ φυγοπονία, κατά τούς Πατέρες, χαρακτηρίζουν τόν ἐργάτη τῶν παθῶν. Ἡ περιέργεια ἐπίσης φανερώνει τή φιλαυτία τοῦ ἀνθρώπου καθώς καί τήν ὑπερηφάνειά του, ἀφοῦ φθάνει στό σημεῖο ὁ κατεχόμενος ἀπό τό πάθος αὐτό νά ἀσχολεῖται συνεχῶς μέ τούς ἄλλους καί καθόλου μέ τόν ἑαυτό του.

Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος ἀσχολεῖται μέ μιά σπανιώτερη περίπτωση περιέργειας. Ἀναφέρει: “Τυγχάνει καμμιά φορά νά ὑποψιαστεῖ κάποιος κάτι καί τά πράγματα νά ἀποδείξουν ὅτι ἦταν ἀληθινό. Καί γι’ αὐτό ἀκριβῶς ἰσχυρίζεται ὅτι, ἐπειδή θέλει νά διορθώσει τόν ἑαυτό του, πάντοτε κινεῖται μέ καχυποψία καί περιέργεια, κάνοντας τήν ἀκόλουθη σκέψη: “Ἄν μιλάει κανείς ἐναντίον μου κι ἐγώ τόν ἀκούσω, θά καταλάβω ποιό εἶναι τό σφάλμα μου, γιά τό ὁποῖο μέ κατηγορεῖ, καί θά διορθωθῶ”. Ὁ μέγας ἀββᾶς καταδικάζει ἀμέσως τόν σκεπτόμενο ἔτσι, τόν θέλει μάλιστα δαιμονοκίνητο. Ἄν ἔχει πράγματι διάθεση διορθώσεως, ἄς μετανοήσει ὅταν τοῦ ὑποδείξουν τό λάθος του κι ἄς μήν αὐξάνει καί δικαιολογεῖ ἔτσι τήν περιέργειά του.

Περί φιλαρχίας

Τό τρίτο πάθος εἶναι τῆς φοβερᾶς φιλαρχίας, ἡ ὁποία ἀγγέλους γκρέμισε ἀπό τόν οὐρανό, κατοίκους τοῦ παραδείσου τούς ἀπομάκρυνε ἀπό αὐτόν χαιρέκακα, σοφούς τούς ἔκανε ἄσοφους, ἀκόμη καί μικρούς ξεγελᾶ πώς θά τούς κάνει μεγάλους.

Ὁ φίλαρχος εἶναι μανιώδης, ἄρρωστος, ἐπικίνδυνος, ἀσύνετος καί ἀνυπόμονος. Ἡ φιλαρχία διαφοροποιεῖ τήν συμπεριφορά μας πρός τόν πλησίον. Τόν βλέπουμε ὡς σκαλοπάτι γιά νά πατήσουμε πάνω του καί ν’ ἀνεβοῦμε. Τόν μετατρέπουμε δηλ. σέ πρᾶγμα ἤ ἐργαλεῖο γιά νά τόν χρησιμοποιήσουμε κατά τίς ἀνάγκες μας. Ἡ ἀληθινή ὅμως σχέση τοῦ ἀνθρώπου δέν ὑπάρχει στήν ἐκμετάλλευση, τήν ἐξαπάτηση καί τή συνδιαλλαγή, ἀλλά στήν ἱερότητα τῆς προσφορᾶς καί τῆς διακονίας.

Μᾶς βλάπτει ἡ δίψα, ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, νά κυριαρχήσουμε στούς ἄλλους. Γι’ αὐτό γίνεται ἡ προσευχή νά μᾶς ἀπελευθερώσει ὁ Κύριος ἀπό τό πνεῦμα τῆς φιλαρχίας, ἕνα πνεῦμα δαιμονικό, πού κυριαρχεῖ σέ ὅλους μας λίγο-πολύ. Καί ὅπου τό πνεῦμα αὐτό τῆς φιλαρχίας ἐκεῖ φεύγει τό πνεῦμα τῆς ταπεινώσεως τοῦ Κυρίου, καί τό πνεῦμα τῆς διακονίας καί τό πνεῦμα πραγματικῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Ἄν ὁ Θεός δέν εἶναι ὁ Κύριος καί Δεσπότης τῆς ζωῆς μας, τότε τό ἐγώ μας γίνεται ὁ κύριος καί δεσπότης μας, γίνεται τό ἀπόλυτο κέντρο τοῦ κόσμου καί ἀρχίζουμε νά ἐκτιμοῦμε κάθε τί μέ βάση τίς δικές μας ἀνάγκες, τίς δικές μας ἰδέες, τίς δικές μας ἐπιθυμίες καί τίς δικές μας κρίσεις.

Περί ἀργολογίας

Ἄν ἡ ἀργία καί ἡ περιέργεια μᾶς ὁδηγοῦν στήν πνευματική καταστροφή, ἡ φιλαρχία καί ἡ ἀργολογία ὁλοκληρώνουν τό ἔργο τῆς καταστροφῆς μέ τήν πνευματική δολοφονία τῶν ἀδελφῶν μας. Ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνεκτίμητο δῶρο καί ἀξίζει τόσο, ὥστε νά μᾶς ζητεῖται ἀπολογία γιά τήν χρήση του κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Εἶναι κρίμα νά χρησιμοποιοῦμε τό δῶρο αὐτό τῆς θεϊκῆς ἀρχοντιᾶς καί καταγωγῆς μας ἀπερίσκεπτα. Τόν χρυσό αὐτό συνδετικό κρίκο μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, τήν γλώσσα, νά τόν ἀφήνουμε ἐπιδέξια χαλαρό, ἠθελημένα ἐλατωμματικό, ἔξυπνα παραποιημένο, τεχνηέντως ἀπατηλό καί ἀναιδῶς ψεύτικο. Οἱ ὅποιοι λόγοι μένουν πάντα στή μνήμη τῶν ἀνθρώπων. Τούς ἐπεξεργάζονται σέ ὥρες ἡσυχίας γιά νά λυποῦνται ἤ νά χαίρονται ἀναλόγως. Πόσο προσεκτικοί ὀφείλουμε νά εἴμαστε στίς ἐκφράσεις μας, καί περισσότερο στούς χαρακτηρισμούς καί τίς κρίσεις μας.

Ἡ μανιώδης σκανδαλωθηρία, ἡ ἐπαίσχυντη συκοφαντία καί ἡ θεομίσητη κατηγορία ἀρχίζουν πάντα ἀπό τήν φλυαρία τῆς περιττολογίας. Ὁ ὅσ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος τήν πολυλογία χαρακτηρίζει ὡς θρόνο τῆς ματαιοδοξίας, σημάδι ἀγνωσίας, εἴσοδο στήν κατάκριση, ὁδηγό στήν ἀνοησία, πρόξενο τοῦ ψεύδους, διάλυση τῆς πνευματικῆς εὐφορίας τῆς προσευχῆς. Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, στόν ἴδιο τόνο, συνεχίζει ὀνομάζοντάς την ὡς ψυχρότητα τῆς εὐλαβοῦς θερμότητος.

Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος κάνει μιά ἀξιόλογη παρατήρηση: “πολλές φορές συζητᾶμε ἀπό μιά διάθεση ἀργολογίας. Κάτι θά ποῦμε, ἴσως χωρίς νά τό θέλουμε, θά μᾶς ξεφύγει, καί θά λυπήσουμε τόν ἀδελφό μας. Ἐνῶ ὅταν μιλᾶ κανείς μετρημένα πρός ὠφέλεια τοῦ ἄλλου καί μέ γνήσια ἀγαπητική διάθεση, δέν θά ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά ταραχθεῖ ὁ ἄλλος ἀπό τούς λόγους μας”. Καί συνεχίζει: “ὅπως ἀκριβῶς νηστεύουμε ἀπό τροφές, ἔτσι νά νηστεύει καί ἡ γλῶσσα μας καί νά εἶναι μακρυά ἀπό τήν καταλαλιά, τό ψέμα, τήν ἀργολογία, καί γενικά κάθε ἁμαρτία πού γίνεται μέ τήν γλώσσα”. Ὁ ἀββᾶς Σισώης ἐπί τριάντα ὁλόκληρα χρόνια ἐπανελάμβανε στήν προσευχή του: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, σκέπασόν με ἀπό τῶν πτωμάτων τῆς γλώσσης μου”.

Ἡ ἀργία σκοτώνει τή συνείδηση ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ· ἡ περιέργεια σκοτώνει τήν συνείδηση ἀπέναντι στά πράγματα, τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦμε γιά τήν καταστροφή μας καί ὄχι γιά τήν σωτηρία μας· ἡ φιλαρχία, ἡ ὁποία δέν ὑπολογίζει τόν ἄνθρωπο, σκοτώνει τήν συνείδηση ἔναντι τοῦ πλησίον καί ἡ ἀργολογία σκοτώνει τή συνείδηση ἀπέναντι στόν ἑαυτό μας μέ τήν σπατάλη τοῦ θεϊκοῦ λόγου.

Νά γιατί ἀπό τά τριακόσια πάθη πού ἀναφέρει ὁ ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός στήν φιλοκαλία, ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ἐπέλεξε μόνο αὐτά τά τέσσερα. Γιατί ἔχουν τόση δύναμη ὥστε εὔκολα νά νεκρώνουν τήν ψυχή χωρίς νά τό ὑποψιαζόμαστε.

Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας

“Οὐ γέγονεν ἐν τῷ βίῳ ἁμάρτημα, οὐδέ πρᾶξις, οὐδέ κακία, ἥν ἐγώ Σωτήρ οὐκ ἐπλημμέλησα κατά νοῦν καί λόγον καί προαίρεσιν, καί θέσει, καί γνώμη, καί πράξει ἐξαμαρτήσας, ὡς ἄλλος οὐδείς πώποτε”.

Σέ πολλά λειτουργικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας συναντοῦμε τροπάρια μέ τό νόημα τοῦ τροπαρίου αὐτοῦ τοῦ Μ. Κανόνος. Πολλά τροπάρια παρουσιάζουν τόν προσευχόμενο ἄνθρωπο νά ὁμολογῆ ἤ νά παραδέχεται μιάν ἀπόλυτη καί μοναδική ἁμαρτωλότητα.

Ἀπό πολλές διηγήσεις Γεροντικῶν καί βίους Ἁγίων γνωρίζουμε ὅτι πολλοί ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι, μέ μεγάλη ἱστορία σκληρῶν ἀσκήσεων καί πνευματικῶν ἀγώνων, αἰσθάνοντο ἁμαρτωλοί ἀκόμη καί κατά τήν κρίσιμη στιγμή τῆς ἐξόδου τους, λίγο πρίν τήν κοίμησή τους, πού ἦταν ἀπόδειξη τῆς μεγάλης τους ἁγιότητας καί τῆς εὐαρεστήσεώς τους στό Θεό.

Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας μ’ ἕνα τρόπο ἀπόλυτο εἶναι ἴσως τό συγκλονιστικότερο χαρακτηριστικό τῆς ζωῆς τοῦ αὐθεντικοῦ ἁγίου ἀνθρώπου. Καί ὁπωσδήποτε ὅταν καθρεπτιζόμαστε στό συγκλονισμό πού προκαλεῖ ἡ συναίσθηση μιᾶς μοναδικῆς καί ἀπόλυτης ἁμαρτωλότητας, δεχόμαστε ἰσχυρό νυγμό στό βάθος τῆς αὐτογνωσίας μας. Πῶς ἀντιδροῦμε ὅμως στό νυγμό αὐτό;

Ὅταν ἐμεῖς διαβάζουμε ἤ ἀκοῦμε τά τροπάρια πού ἐκφράζουν τή συναίσθηση μιᾶς ἀπόλυτης ἁμαρτωλότητας, σκεπτόμαστε ἴσως, ὅτι δέν μᾶς ἀφοροῦν. Γιατί οἱ πληροφορίες πού ἔχουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας δέν μᾶς δίνουν μιά τόσο ἀπελπιστική εἰκόνα. Δέν μποροῦμε νά δεχθοῦμε, ὅτι εἴμαστε οἱ μόνοι ἁμαρτωλοί μ’ ἕνα τρόπο ἀπόλυτο. Συγχρόνως ὅμως σκεπτόμαστε, ὅτι δέν πρέπει νά ἀφοροῦν καί τόν ἅγιο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ πού συνέθεσε ἕνα τόσο ἀπελπιστικό τροπάριο, πού βεβαιώνει μιά τόσο ἀπόλυτη ἁμαρτωλότητα. Ποῦ βρίσκεται λοιπόν ἡ ἀλήθεια; Τά τροπάρια μέ τήν ἀπόλυτη καί μοναδική συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος εἶναι αὐθεντικά ἀπό πλευρᾶς ὑπαρξιακῆς λειτουργικότητας τοῦ ἀνθρώπου, ἤ εἶναι ὑπερβολές, προσφερόμενες γιά σκοπούς παιδαγωγούς; Τό ἐρώτημα αὐτό προκαλεῖ τήν αὐτογνωσία μας καί κεντρίζει τήν χριστιανική μας συνείδηση σάν ἀγκάθι, πού προκαλεῖ πόνο. Τή λύση στό ἐρώτημα αὐτό τή δίδει ἡ κατανυκτική εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ.

“Ναί, Κύριε, Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα”.

Ἡ ἁγιοπνευματική αὐτή εὐχή βεβαιώνει ἔγκυρα, ὅτι ἡ πραγματική θέα τῶν ἁμαρτιῶν μας καί γενικῶς τῆς ἁμαρτωλῆς φύσεώς μας, μόνο ὡς δωρεά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά νοηθῆ. Ἀπό μόνος του ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά γνωρίζει τόν ἁμαρτωλό ἑαυτό του σέ ὅλες τίς διαστάσεις καί στούς κρυφούς καί πολυδύναμους μηχανισμούς του. Ἀπό μόνος του ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει αὐθεντική αὐτογνωσία, σωστή καί ὁλοκληρωμένη γνώση τοῦ ἑαυτοῦ του. Γι’ αὐτό παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς ἐνισχύει νά εἰσερχόμεθα στήν καρδιά μας, λέγει ὁ ἅγιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης: “Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ εἴσελθε στήν καρδιά σου, ἐκεῖ ὁ Θεός, ἐκεῖ οἱ Ἄγγελοι, ἐκεῖ ἡ ζωή καί ἡ βασιλεία”.

Ἕνα βασικό στάδιο, τό ὁποῖο προηγεῖται ἀπό τή μετάνοια, λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, εἶναι ἡ ἐπίγνωση καί ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός μας, “ἥτις μεγάλη ἐστί πρός ἱλασμόν ἀφορμή”. Ὁ ἄνθρωπος, γιά νά ἔλθει σέ μετάνοια, φθάνει προηγουμένως σέ ἐπίγνωση τῶν “οἰκείων πλημμελημάτων” καί μεταμελεῖται μπροστά στόν Θεό, στόν ὁποῖο καταφεύγει μέ συντρετριμμένη καρδία ἀφήνει τόν ἑαυτό του στό πέλαγος τῆς εὐσπλαχνίας Ἐκείνου καί πιστεύει, ὅπως ὁ ἄσωτος, ὅτι εἶναι ἀνάξιος νά ἐλεηθεῖ ἀπό τόν Θεό καί νά ὀνομάζεται υἱός του.

Οἱ πατερικές αὐτές ἐμπειρικές ἀλήθειες καταδεικνύουν ὅτι ὡς ἄνθρωποι ὀφείλουμε νά ἐγκαταλείψουμε κάποια αὐτονόητα πράγματα ἄν ἐπιθυμοῦμε εἰλικρινά νά προκόψουμε στήν πνευματική ζωή. Ὅλοι λέμε ὅτι γνωρίζουμε τόν ἑαυτό μας. Ποιός στ’ ἀλήθεια τόν γνωρίζει εἰλικρινά. Ὅλοι ὁμολογοῦμε ὅτι μετανοοῦμε; Ποιός ἀπό ἐμᾶς εἶναι ἕτοιμος νά συντρίψει τό αὐτονόητο τῆς μετάνοιας;

Ἡ ἱστορία τῆς ζωῆς, ἡ καθημερινότητα, ἡ ἀλλοτρίωση τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως ἀποδεικνύουν ὅτι δέν εἴμαστε πολύ ὥριμοι νά δεχθοῦμε αὐτές τίς ἀλήθειες ἤ τουλάχιστον ποτέ δέν τίς ἔχουμε σκεφθεῖ καί τίς ἀγνοοῦμε.

Ὁ χῶρος τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας στό θέμα αὐτό διακρίνεται γιά τή σκληρότητά του. Ὅ,τι γίνεται μέσα σ’ αὐτόν τόν χῶρο τῆς ψυχῆς μας, σάν προσπάθεια νά μάθουμε τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό, συνδέεται ἄμεσα μέ δάκρυα, μέ πόνο καί μέ αἷμα ψυχῆς. Ὁ πνευματικός ἀγωνιστής δέν εἶναι ἕνας ἐλεύθερος ἄνθρωπος πού μάχεται μέ ἐξωτερικούς ἐχθρούς. Εἶναι πρῶτα-πρῶτα ἕνας ἄνθρωπος ἀγκαλιασμένος μέ τόν ἀδελφό του, τόν παλαιό ἄνθρωπο. Ἔχει μέσα του τόν ἐχθρό. Γι’ αὐτό πρέπει νά παλεύει μέ τόν ἑαυτό του. “Ἀπαιτεῖ σε γάρ ὁ Κύριος, ἵνα ὀργισθῇς σεαυτῷ, καί μάχην ποιήσης μετά τοῦ νοός σου…”. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀξιώνει νά γίνει ὁ ἄνθρωπος ἐχθρός τοῦ ἑαυτοῦ του.

Ἡ μάχαιρα τῆς προσευχῆς

Μέσα σ’ αὐτή τήν συμπλοκή ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά βοηθήσει στήν αὐθεντική ξεκαθάριση εἶναι τό μαχαίρι τῆς προσευχῆς. Βέβαια στόν δικό μας ἀδόκιμο νοῦ αὐτή ἡ φράση φαίνεται περίεργη καί γιατί ὄχι ἀκατανόητη. Γιατί ἐμεῖς οἱ χριστιανοί ἔχουμε σχηματισμένη μέσα μας παράσταση τῆς ἐννοίας τῆς προσευχῆς. Ἔτσι τήν προσευχή τήν καταλαβαίνουμε σάν μιά ἤρεμη ψυχική καί πνευματική λειτουργία. Σάν μιά κίνηση τῆς ψυχῆς πού ἐκφράζεται μέσα στό χῶρο τῆς σιωπῆς, τῆς περισυλλογῆς καί τῆς ἡσυχίας. Καί ἀναμφίβολα εἶναι καί αὐτή μιά ὄψη τῆς λειτουργίας τῆς προσευχῆς.

Στήν εὐαγγελική ὅμως ἐκδοχή ἡ προσευχή εἶναι πράγματι ἡ μάχαιρα. Μιά πνευματική λειτουργία μέ ἀσύλληπτη δραστικότητα. Ἡ προσευχή εἶναι τό ὄργανο τοῦ ἐσωτερικοῦ διαλόγου πού ξεχωρίζει καί δίνει τήν δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά σταθῆ μπροστά στόν ἑαυτό του. Στόν αὐθεντικό καί γνήσιο ἑαυτό του. Βλέπετε τέτοιοι προβληματισμοί δέν ἀπασχολοῦν συνήθως τόν χριστιανό ἄνθρωπο μέ τήν “δεδομένη” πνευματικότητα. Διότι θεωρεῖ κάποια πράγματα αὐτονόητα. Ὅσο πιό αὐτονόητα ὅμως τά θεωρεῖ, τόσο πιό μακρυά βρίσκεται ἀπό τήν ἀλήθεια.

Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, πού στερούμεθα τῆς δυνατότητος μιᾶς αὐθεντικῆς αὐτογνωσίας (ὅπως οἱ ἅγιοι), δημιουργοῦμε στή φαντασία μας μιά εἰκόνα γιά τόν ἑαυτό μας ὅπως τή θέλουμε, ἤ ἀκριβέστερα νομίζουμε πώς τή θέλουμε. Κλείνουμε τά μάτια μπροστά στίς ἀτέλειες καί ἀδυναμίες τοῦ ἑαυτοῦ μας (τόν δικαιολογοῦμε, κάτι πού δέν κάνουμε πολύ τακτικά γιά τόν ἄλλον) καί μένουμε προσκολλημένοι σέ μιά εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ μας πού εἶναι ἐπιθυμητή. Ἡ ταύτισή μας μέ τήν ἐπιθυμητή εἰκόνα εἶναι πηγή φαντασιώσεων καί ψευδαισθήσεων στό χῶρο τῆς ὑπάρξεως.

Τό καυτό πρόβλημα λοιπόν εἶναι τό τί εἶμαι καί τό ποιός εἶμαι. Καί γιά νά ἀντέξω στίς ἀπαντήσεις αὐτές πού προκαλοῦν πόνο καί ἀπόρριψη τοῦ ἑαυτοῦ μου χρειάζονται ἀπαραίτητα οἱ πνευματικές προϋποθέσεις.Δυστυχῶς, πολλές φορές ἡ αὐτογνωσία μας εἶναι μιά ἀθεράπευτη πλάνη. Γι’ αὐτό τούτη τήν περίοδο ἐπαναλαμβάνουμε μαζί μέ τόν ἅγιο Ἐφραίμ, μαζί μέ τούς ἀδελφούς μας τήν εὐχή “Ναί Κύριε βασιλεῦ δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα…”.

Πράγματι. Ὅσο κι ἄν εἴμαστε προχωρημένοι στήν πνευματική ζωή, ποτέ δέν μποροῦμε νά ἐμπιστευόμαστε τόν ἑαυτό μας στήν κρίση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἀκόμη καί στό χῶρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς παρεισφρύει ὁ “ἀνθρώπινος κακός δαίμων” τῆς πλάνης καί τῆς ἀπάτης· ὁ παλαιός ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ εἶναι πράγματι νυγμός ἰσχυρός στήν θρησκευομένη συνείδηση.

Ἡ σωστική αὐτογνωσία εἶναι δωρεά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ἐπίσης κατ’ ἐπέκταση: τό νά αἰσθάνεσαι ἁμαρτωλός στίς πραγματικές διαστάσεις τῆς ἁμαρτωλῆς φύσεώς σου, εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ, ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στήν ἱκεσία “Κύριε Βασιλεῦ….” μία μόνη ἁγιοπνευματική ἀπάντηση ὑπάρχει: “Ἥμαρτον σοι μόνος ἐγώ, ἥμαρτον ὑπέρ πάντας, Χριστέ Σωτήρ, μή ὑπερίδης με”.

Ἡ ὁδός τῆς καλῆς ἀλλοιώσεως

Ἡ μόνη διέξοδος ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν παθῶν εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή καί πράξη. Διά τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἀσκήσεως τῶν ἀρετῶν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀνάπλαση, ἡ καλή ἀλλοίωσις, ἡ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου. Σώφρονα, ταπεινά, ὑπομονετικά καί ἀγαπητικά ἄς πορευθοῦμε στή μυστηριακή Χάρη τῆς Ἐκκλησίας, ζώντας ἁπλά, σάν τό παιδί στά χέρια τοῦ Πατέρα του. Ἡ ἐμπιστοσύνη στό Θεό μέσα στήν ἀδυναμία μας εἶναι μιά συνεχής προσευχή μέ θετικά ἀποτελέσματα καί πολλές εὐλογίες.

Προχωρώντας καί ἀγωνιζόμενοι ἄς συνειδητοποιήσουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας, τίς πραγματικές διαστάσεις τῆς ἁμαρτωλῆς φύσεώς μας, διότι γιά νά γίνουμε Χριστός πρέπει νά γνωρίσουμε τόν Ἀδάμ πού εὑρίσκεται μέσα μας.

Πηγή: http://www.apostoliki-diakonia.gr  &  http://ipseni.blogspot.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η έννοια του πνευματικού ανθρώπου στην Ορθόδοξη Ανατολή

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Μαρτίου, 2010

iljnhg.gif Με την ενδοκοσμική θεώρηση των πραγμάτων, πνευματικός άνθρωπος, θεωρείται ο άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών, ο άνθρωπος της διανόησης και της κουλτούρας.

Ασφαλώς, η ενασχόληση του ανθρώπου, με τα γράμματα και τις τέχνες, αποτελεί μια εν δυνάμει ενεργοποίηση του εικονισμού του Θεού στο ανθρώπινο πρόσωπο. Συνδέεται αμεσότατα με τη γνώση, η οποία κατά τον Αββά Ισαάκ τον Σύρο, «Δόσις εστίν αγαθή, υπό του Θεού δοθείσα τω ανθρώπω εξ’ αρχής της αυτού διαπλάσεως».

Επομένως είναι αποδεκτή και καταξιώνει τον άνθρωπο, που προβάλλει με αυτό τον τρόπο, τον πνευματικό πολιτισμό, που είναι ότι λεπτότερο και ευγενέστερο, έχει να επιδείξει η ανθρώπινη ύπαρξη.

Στον χώρο της ορθόδοξης ανατολής, πνευματικός άνθρωπος νοείται εκείνος που εμφορείται από το Άγιο Πνεύμα και έχει κάνει υπέρβαση των παθών.  Έτσι οι φιλοκαλικοί Πατέρες, θα πουν πως ο πνευματικός άνθρωπος δεν κατατρύχεται από την ηδυπάθεια του σώματος, αλλά από την απάθεια, δεν αιχμαλωτίζεται από την εμπάθεια της ψυχής αλλά από την αγάπη, δεν κατευθύνεται από την προσπάθεια του νου, δηλαδή την ολοκληρωτική προσκόλληση στα γήινα, αλλά διακατέχεται από την απροσπάθεια, δηλαδή την δυνατότητα, να ατενίζει και πέρα από τον κόσμο των αισθητών πραγμάτων και να έχει κατά την πατερική ορολογία, «Αληθή γνώση των όντων».

Ο Μέγας Βασίλειος, στον περίφημο λόγο του περί Αγίου Πνεύματος δίνοντας το στίγμα του πνευματικού ανθρώπου, θα πει πως, «Πνευματικός εστίν, ο μηκέτι κατά σάρκαν ζών, αλλ’ ο Πνεύματι Θεού αγόμενος». Πνευματικός, λοιπόν, είναι ο άνθρωπος εκείνος, που δεν ζει σαρκική ζωή, δηλαδή δεν έχει μια ατομοκεντρική και υλώδη θεώρηση των πραγμάτων, αλλά λειτουργεί αναγωγικά και μέσα ακόμα από τον κόσμο των αισθητών και οι όλες ενέργειες του, κατευθύνονται από το Άγιο Πνεύμα.

Έτσι λοιπόν, στον ορθόδοξο Θεανθρωποκεντρικό υπαρξισμό των Πατέρων της Ανατολής, η έννοια του πνευματικού ανθρώπου, είναι ταυτόσημη με την έννοια του Αγίου.

Ο Μέγας Βασίλειος, θα διακηρύξει εμφαντικά πώς, ο Άγιος «Τόπος εστίν οικείος τω Πνεύματι εμπαρέχων εαυτόν προς ενοίκησιν».  Άγιος λοιπόν, είναι ο άνθρωπος εκείνος, που παραχώρησε όλο το είναι του στο Άγιο Πνεύμα και έγινε έτσι κατοικητήριο Του ψυχή τε και σώματι.

Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, τονίζει πώς η ειδοποιός διαφορά του πνευματικού ανθρώπου με την συνήθη έννοια του όρου και του πνευματικού ανθρώπου με την εκκλησιολογική διάσταση του όρου, έγκειται στο γεγονός ότι, ο πρώτος μαθαίνει τα γήινα πράγματα, χρησιμοποιώντας την επίγεια διάνοια του και έχει ένα πεπερασμένο ορίζοντα γνώσεων, ενώ στην δεύτερη περίπτωση ο πνευματικός άνθρωπος, βοηθούμενος από το Άγιο Πνεύμα, έχει γνώση και εμπειρία πραγμάτων και καταστάσεων, που είναι εντελώς άγνωστα, γι’ αυτόν που δεν έχει αναγεννηθεί, εν Αγίω Πνεύματι.  Λέει χαρακτηριστικά «Τα επίγεια, μαθαίνονται με την επίγεια διάνοια, ενώ ο Θεός και όλα τα ουράνια, γνωρίζονται μόνο με το Άγιο Πνεύμα, ενώ παραμένουν απρόσιτα και άγνωστα, για αυτούς που δεν αναγεννήθηκαν».

Η ορθόδοξη Ανατολή, τονίζει πως για να γίνει ο άνθρωπος πνευματικός, πρέπει πρώτα απ’ όλα να χωριστεί από τα πάθη του, τα οποία κατά τον Άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων, «Διϊστώσιν ημάς, από της θεωρίας του όντως φωτός», μας εμποδίζουν δηλαδή, από το να έχουμε γεύση και εμπειρία Θεού στη ζωή μας.  Ο τρόπος υπέρβασης των παθών, που προτείνεται από την Εκκλησία, είναι η άσκηση η οποία κατά τον Αββά Ισαάκ το Σύρο «Μήτηρ του Αγιασμού εστίν».

Ο άνθρωπος δια της ασκήσεως, στοχεύει στην πάταξη της φιλαυτίας, δηλαδή του ατομικισμού, που τον αποστερεί από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.  Εκείνος που έχει κάνει υπέρβαση της φιλαυτίας και βιώνει την αρετή της ταπεινώσεως, έλκει σαν μαγνήτης τη χάρη του Αγίου Πνεύματος «Η ταπείνωσις, όχημα εστίν, της προς τον Θεό αναβάσεως» θα τονίσει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Δεύτερος δρόμος και τρόπος, που προτείνεται, είναι η μετοχή μας στις λειτουργικές συνάξεις.  Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, αντιπροσωπευτικό δείγμα πνευματικού ανθρώπου, με την εκκλησιολογική έννοια του όρου, συνήθιζε να λέει «Μέσα από την Θεία Λειτουργία, ανακαλύπτω τον Θεό μου, τον εαυτό μου και μέσα από αυτόν, μπορώ να αγαπώ αληθινά τον κάθε άνθρωπο. Η Θεία Λειτουργία από μόνη της, αποτελεί την μεγαλύτερη πράξη αγάπης, αφού κατά την διάρκεια της αναπέμπονται ευχές και δεήσεις για όλο τον κόσμο, για όλη τη κτίση».

Τέλος η Εκκλησία μας, μας καλεί να γίνουμε πνευματικοί άνθρωποι με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.  Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα τονίσει εμφαντικά, πως ο άνθρωπος που κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, γίνεται θέσει και ενεργεία Θεός, δηλαδή Άγιος «Δια της θέας των τιμίων δώρων και της αυτών μεθέξεως, όλος Θεοειδής εκτελείται ο άνθρωπος».

Τέλος στην Πατερική γραμματεία, τονίζεται έντονα η άσκηση της αρετής της αγάπης.  Η αγάπη κατά τους Φιλοκαλικούς Πατέρες, αποτελεί το κατεξοχήν γνώρισμα του πνευματικού ανθρώπου.

Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος, στα περίφημα ασκητικά του, δίνοντας το στίγμα της, όπως το βιώνει η ορθόδοξη ανατολή, λέει «Αγάπη, καύσις καρδίας εστίν, υπέρ πάσης κτίσεως λογικής και αλόγου».  Είναι λοιπόν αγάπη, το να καίγεται η καρδιά σου από συμπάθεια για όλο τον κόσμο.  Για τον κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από φυλή, χρώμα ή θρησκεία, αλλά και για την άλογο κτίση, δηλαδή τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά, με δυο λόγια και γι’ αυτό ακόμα το οικοσύστημα, το οποίο στην καθ’ ημάς ανατολή, είναι ιεροπρεπές, αφού φέρει την σφραγίδα της Αγίας Τριάδος.

Έτσι λοιπόν η ορθόδοξη ανατολή, ενώ δεν αποκλείει την έννοια και πραγματικότητα του πνευματικού ανθρώπου, με την ενδοκοσμική θεώρηση των πραγμάτων, προβάλλει σαφώς την υπεροχή του πνευματικού ανθρώπου, με την εκκλησιολογική διάσταση του όρου.  Προβάλλει δηλαδή τον αγιασμένο άνθρωπο, που έχει κάνει υπέρβαση του υπαρξιακού προβλήματος του θανάτου και του πόνου.  Τον άνθρωπο που βιώνει την λειτουργική και μυστηριακή ζωή της εκκλησίας.  Προβάλλει τέλος, τον άνθρωπο εκείνο, που ενεργούμενος από το Άγιο Πνεύμα, μπορεί να αγαπά όλους τόσο δυνατά και έντονα, ώστε να επαναλαμβάνει με τον Αββά Απολλώ «Είδα τον αδελφό μου, είδα στ’ αλήθεια Κύριο τον Θεό μου».

Σάββα Αλεξάνδρου, Θεολόγου -Βοηθός Διευθυντής Α΄-Λανίτειο Λύκειο Β΄

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τί είναι η Λιτανεία;

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Μαρτίου, 2010

libani.jpg Η Λιτανεία παράγεται από το ρήμα λιτανεύω, που σημαίνει, παρακαλώ, ικετεύω. Προέρχεται δε, από το ουσιαστικό «Λιτή» = δέηση, παράκληση και δηλώνει την ενέργεια του «λιτανεύει», δηλαδή, την πάνδημο παράκληση προς επέμβαση Θεού, σε περιόδους επιδημίας, ανομβρίας κλπ.

Στην εκκλησιαστική λοιπόν γλώσσα λιτανεία είναι η «μετ’ευχών και ύμνων» θρησκευτική τελετή, με συμμετοχή του κλήρου και του λαού, σε πομπή, προς επίκληση του Θεού σε καιρό θεομηνίας ή προς απόδοση τιμής σε μνήμη Αγίου κλπ. Σαν συνήθεια υπάρχει ήδη από τις αρχές του Γ’ αιώνα, όπου αρχικά και λόγω διωγμών, ετελούνταν πάντοτε την νύκτα, κυρίως ως «νεκρικαί πομπαί» (μεταφορά λειψάνων κλπ). Μετά τους διωγμούς όμως, γινόντουσαν τακτικότερα και οποιαδήποτε ώρα είτε ημέρα είτε νύκτα και για άλλους λόγους, όπως για παράκληση σε καιρό ανάγκης, σε ανακομιδή λειψάνων, για υποδοχή επισκόπου αλλά και ευχαριστία μετά από παρέλευση των δυσμενών συνθηκών.

Οι Λιτανείες διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες:

– τακτικές– έκτακτες και – γενικές

Τακτικές είναι εκείνες που τελούνται σε συγκεκριμένη ώρα και μέρα ανελλιπώς κάθε χρόνο, πχ η περιφορά του Επιταφίου την Μ.Παρασκευή, περιφορά εικόνων Πολιούχων αγίων, ή, σε ημέρες μεγάλων εορτών λιτανείες λειψάνων των Αγίων κλπ.

Έκτακτες είναι εκείνες που τελούνται σε καιρούς ανάγκης ή θεομηνίας λόγω ανομβρίας, επιδημίας, καθώς και πχ κατά τα εγκαίνια ενός Ιερού Ναού.

Γενικές ή δημόσιες είναι εκείνες κατά τις οποίες συμμετέχει όλος ο κλήρος και ο λαός όλων των ναών ενός τόπου ή μιας περιοχής.

Σαφώς λοιπόν από τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι, ο σκοπός της Λιτανείας είναι η επίκληση βοήθειας σε καιρό ανάγκης ή η εξωτερίκευση ευχαριστίας προς το Θεό και απόδοση τιμής προς τους Αγίους.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η Λιτανεία πρέπει να γίνεται μέσα σε απόλυτο κλίμα ευλάβειας κατάνυξης και σεβασμού, έτσι ώστε να παρακινεί τον λαό σε προσευχή και κατάνυξη και όχι να περιορίζεται μόνο στη «θεαματικότητα».

Τέλος στην Ελλάδα το δικαίωμα καθορισμού των λιτανειών το έχει η εκκλησιαστική αρχή, κατόπιν συνεννοήσεως με την πολιτική αρχή.

Επεξεργασία από την «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια»

Πηγή:http://orthodoxanswers.blogspot.com/2010/02/blogpost.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

“… Xριστιανισμός και Ελληνικό Έθνος… “

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Μαρτίου, 2010

pa1.jpg Η περιορισμένη ανάπτυξη που έγινε στη παρούσα έρευνα καταδεικνύει τα βασικά θεμελιώδη στοιχεία της προσφοράς του Χριστιανισμού. Οι μεγάλες τομές που έκανε, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πολιτισμού με βαθιά εσωτερικότητα και την πνευματική και κοινωνική ανύψωση της ανθρωπότητας στα σημερινά επίπεδα.

Ο Χριστιανισμός εξακολουθεί ως αόρατη και πανταχού παρούσα δύναμη να επιδρά στα ήθη και τους τρόπους ζωής των λαών της Δύσεως και εκεί ακόμη όπου απουσιάζει κάθε ιδέα περί Ευαγγελίου, Ομολογίας και Εκκλησίας. Η προσφορά του Χριστιανισμού δεν αναφέρεται μόνο στο παρελθόν, ούτε αποτελεί θεμέλιο ζωής μόνο μέχρι σήμερα. Ο Χριστιανισμός είναι η ελπίδα για το μέλλον. Είναι εκείνος που μπορεί να στηρίζει τον κόσμο μέχρι το τέλος της υπάρξεώς του.

Αυτό, διότι στο πρόβλημα της ενότητας των λαών, ιδιαίτερα η Ορθοδοξία προσφέρει την άριστη επίλυση, επειδή δεν προβάλλει τον ΕΘΝΙΚΙΣΜΟ και έχει βάση την ΑΛΗΘΕΙΑ και την ΑΓΑΠΗ.

Τέλος, το Ελληνικό Έθνος που πολλά οφείλει για την μέχρι σήμερα ύπαρξη και τη δόξα του στη Χριστιανική πίστη, εάν θέλει να έχει μέλλον, πρέπει να επανέλθει στις ρίζες του και να παραμείνει στη γεμάτη αγάπη θρησκεία του που επεκτάθηκα όχι γιατί καταπιέζει, αλλά το αντίθετο, διότι στην ανθρώπινη σχετική ελευθερία και αγάπη, αντέτεινε τη Θεία αγάπη και απόλυτη ελευθερία.

Πηγή:http://anaplastiki.blogspot.com/2010/03/x.html

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Ακάθιστος Ύμνος

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Μαρτίου, 2010

panagia15.jpg Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ. Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και Μιχαήλ Γ΄ (860). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431, αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλοι, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527-565), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626.

Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα, η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728, που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626, στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715-730), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718, επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718, καθώς απεβίωσε το 752 ή 754.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο, τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.

Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676-749), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου.

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Ο πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).

Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.

Κοντάκιο:

Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε. Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοι• Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε».

Δρ Ελένη Ρωσσίδου-Κουτσού, Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος

Πηγές: Φουντούλη, Ι., Λογική Λατρεία (Αποστολική Διακονία Εκκλησίας Ελλάδος, 1997)˙ Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού˙ Ιστότοπος Εκκλησίας Ελλάδος.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποιο είναι το βασικό δόγμα της Πατερικής Παραδόσεως.

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Μαρτίου, 2010

iljnhg.gifΥπάρχει η άποψις ότι η θεολογία που ονομάζεται αποφατική είναι μία φιλοσοφία επηρεασμένη από τους Νεοπλατωνικούς. Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι υπάρχει ομοιότης στην ορολογία μεταξύ των Νεοπλατωνικών και των Πατέρων της Εκκλησίας. Έχουν και οι Νεοπλατωνικοί (Πλωτίνος κ.ά.), μία αποφατική Θεολογία. Εδώ όμως υπάρχει μία ουσιαστική διαφορά. Χαρακτηριστικό του Νεοπλατωνισμού είναι η έκστασις, η οποία είναι μία εμπειρία, που για τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι δαιμονική. Κατά την έκστασι εξέρχεται το λογιστικό του ανθρώπου από το χώρο και τον χρόνο, καθώς και από την διαδοχική σκέψι και ενώνεται (υποτίθεται) με το αμετάβλητο. Λένε δηλαδή οι Νεοπλατωνικοί ότι υπερβαίνει τον χρόνο και τα μεταβλητά. Μέσα σ’ αυτή την διαδικασία το σώμα γι’ αυτούς είναι κάτι το κακό ή το αρνητικό. Πάντως το σώμα δεν συμμετέχει στην εμπειρία της εκστάσεως των Νεοπλατωνικών. Η όλη αποφατική Θεολογία τους είναι η αφαίρεσις από την ανθρώπινη σκέψι όλων των ελαττωμάτων της περιωρισμένης ανθρώπινης σκέψεως. Δηλαδή η απαλλαγή από τα ελαττώματα της ανθρώπινης σκέψεως είναι η πηγή της αποφατικής θεολογίας των Νεοπλατωνικών. Κάνουν προσπάθεια να απαλλαγούν όχι από τα κτιστά, αλλά από τα μεταβλητά. Και αυτό διότι στην Νεοπλατωνική αρχή, στην μεταφυσική τους αρχή, δεν υπάρχουν τέτοιες έννοιες, όπως δημιουργία εκ του μηδενός και άκτιστος ύπαρξις· δεν υπάρχει διάκρισις δηλαδή μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Ενώ το βασικό κατηγόρημα, το βασικό δόγμα, της Χριστιανικής θεολογίας είναι η σαφής διάκρισις μεταξύ κτιστού και ακτίστου, καθώς και το ότι μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμμία ομοιότης. Αυτό είναι το βασικό δόγμα όχι μόνο της Πατερικής παραδόσεως, αλλά και της Εβραϊκής παραδόσεως μέχρι σήμερα.

Τι είναι η εμπειρία της θεώσεως.

Αλλά και στην Δυτική παράδοσι έχομε την Μεσαιωνική Σχολαστική Θεολογία, η οποία συγχέει τα κατηγορήματα κτιστό και άκτιστο με τα κατηγορήματα μεταβλητό αμετάβλητο. Σ’ αυτούς, γίνεται ταύτισις των μεν με τα δε. Η Θεολογία τους αυτή είναι Αριστοτελικο-Πλατωνική.

Ο Αριστοτέλης ομιλεί για ακίνητον κινούν. Υπάρχουν, λέγει, περίπου 49 ακίνητα, τα οποία είναι καθαρή ενέργεια και δεν κινούνται καθ’ εαυτά, αλλά προκαλούν κίνησι σε άλλα. Κινούν δηλαδή τα άλλα δια της έλξεως, όπως ο μαγνήτης. Η εντελέχεια είναι εκείνη που πραγματοποιεί την κίνησι σε κάθε χώρο που υπάρχει. Δι’ αυτής εκείνο, που είναι δυνάμει, γίνεται ενεργεία. Όπως π.χ. ο σπόρος του δένδρου, που είναι δυνάμει δένδρο, όταν πέση στην γη και βρη κατάλληλες συνθήκες αναπτύξεως, φυτρώνει και γίνεται ενεργεία δένδρο. Οπότε, όταν είναι δυνάμει δένδρο, δεν έχει τελειοποιηθή ακόμη, διότι δεν έχει συμπληρωθή η εξέλιξις της εντελεχείας μέσα του. Η τελειοποίησις του σπόρου επιτυγχάνεται, όταν γίνεται δένδρο.

Υπάρχουν όμως κατά τον Αριστοτέλη τα ακίνητα κινούντα, τα οποία δεν έχουν μέσα τους αυτό το δυνάμει, αλλά είναι καθαρή ενέργεια από την φύσι τους. Υποστηρίζει ότι πάντοτε υπήρχαν και θα υπάρχουν και κινούν τα πάντα δια της έλξεως. Το κάθε τι που μεταβάλλεται από δυνάμει σε ενεργεία βαδίζει προς την τελειότητά του και η ελκτική δύναμις που οδηγεί προς αυτήν την τελειότητα έχει ως αρχή της τα ακίνητα κινούντα. Αυτά λέγει ο Αριστοτέλης.

Τώρα βλέπομε στους Νεοπλατωνικούς τις ίδιες ιδέες επάνω σε αυτά τα θέματα, τις ιδέες δηλαδή του Αριστοτέλη. Ο Πλάτων δεν ασχολήθηκε με αυτό το θέμα απ’ ότι ξέρομε. Στους Πατέρες της Εκκλησίας όμως βλέπομε έναν άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη, ο οποίος κατηγορείται ότι πλατωνίζει και νεο-πλατωνίζει και ο οποίος μας λέγει ξεκάθαρα ότι ο Θεός δεν είναι μόνον ένα ακίνητον κινούν, αλλά είναι και κινούμενον. Δηλαδή ο Θεός όχι μόνον κινεί όλα τα άλλα, αλλά και ο ίδιος κινείται, δηλαδή ότι έχει και ένα παθητικό στοιχείο μέσα του ο Θεός. Αυτά βέβαια τα γράφει εναντίον των Αριστοτελικών και των Νεοπλατωνικών. Αυτό είναι μια τρανή απόδειξις ότι ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης δεν έχει καμμία σχέση με τον Νεοπλατωνισμό, αν και χρησιμοποιή την γλώσσα των Νεοπλατωνικών.

Αυτή η ιδέα λοιπόν ότι ο Θεός δεν είναι μόνον ακίνητον κινούν, αλλά και κινούμενον, που είναι αίρεσις για τους Νεοπλατωνικούς και Αριστοτελικούς, σημαίνει, ότι οι Πατέρες δεν φιλοσοφούν, εφ’ όσον υπερβαίνουν την αρχή της μη αντιφάσεως. Για τους Πατέρες η έκφρασις ότι ο Θεός είναι μεν ακίνητον κινούν, αλλά και κινούμενον, σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ανθρώπινα κατηγορήματα, τα οποία να μπορούμε να αποδώσωμε στον Θεόν, καθώς και ότι, εάν αυτό επιχειρηθή, τότε περιπίπτομε σε λογικές αντιφάσεις. Αυτή όμως η αλήθεια περί Θεού δεν προέρχεται από την φιλοσοφία, αλλά από την εμπειρία της θεώσεως. Γιατί; Διότι γνωρίζουν οι Πατέρες από την εμπειρία τους ότι τα νοήματα, που χρησιμοποιούμε για τον Θεό, καταργούνται, όταν αντικρύζωμε τον ίδιο τον Θεό, εκείνην δηλαδή την πραγματικότητα που είναι ο ίδιος ο Θεός.

Οπότε τα νοήματα περί Θεού, που χρησιμοποιούμε είναι μόνο τα μέσα για να βοηθήσουν κάποιον να δη τον Θεόν. Τότε, όταν κάποιος δη τον Θεόν, η πίστις και η ελπίς καταργούνται και μένει μόνον η αγάπη. Αυτό το λέγει ξεκάθαρα ο απόστολος Παύλος37. Η πίστις δηλαδή προς τον Θεόν μαζί με όλα τα συναφή νοήματα της, καθώς και η ελπίδα προς τον Θεό μαζί με όλα τα συναφή νοήματά της καταργούνται, όταν κανείς βλέπη τον Θεόν, που είναι η Αγάπη. Τα νοήματα αντικαθίστανται τότε από την ίδια της θέα του αγαπωμένου. Τότε ο άνθρωπος δοξάζεται, δηλαδή βλέπει τον Χριστό εν δόξη, και μετέχει στην δόξα του Χριστού. Υφίσταται μέθεξι Θεού.

Οι άνθρωποι συνήθως αντιμετωπίζουν τους συνανθρώπους των με βάση τις ήδη διαμορφωμένες γι’ αυτούς αντιλήψεις. Αντιθέτως, εκείνος που αντικρύζει τον Χριστόν κατά την εμπειρία της θεώσεως, δηλαδή εκείνος στον οποίον αποκαλύπτεται ο Χριστός με την δεδοξασμένη Θεανθρώπινη Του φύσι, δεν μπορεί να κρατήση τότε στον νου του κανένα ανθρώπινο νόημα ή προηγούμενη γνώμη, που ενδεχομένως είχε σχηματίσει για τον Χριστό, διότι δεν υπάρχει τίποτε απολύτως στην υλική ή άϋλη δημιουργία, τίποτε το κτιστό εκτός από το ανθρώπινο σώμα του Χριστού, που να μοιάζη με την άκτιστη πραγματικότητα της δόξης του δεδοξασμένου Χριστού, τον οποίον τώρα αντικρύζει. Απλώς δέχεται τον Χριστό όπως τον βλέπει. Ούτε να Τον περιγράψη μπορεί ούτε να μιλήση γι’ Αυτόν με αντικειμενικότητα μπορεί. Διότι δεν υπάρχουν ανθρώπινες λέξεις, που να μπορούν να περιγράψουν την άκτιστη πραγματικότητα του Χριστού, της θεϊκής φύσεως του Χριστού. Και τούτο, επειδή δεν υπάρχει καμμία ομοιότης μεταξύ κτιστού και ακτίστου.

Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε το εξής: Η εμπειρία της θεώσεως στην Χριστιανική παράδοσι δεν έχει καμμία σχέσι με κανενός είδους έκστασι. Δεν είναι έκστασις ούτε έχει να κάνη με το λογιστικό του ανθρώπου μόνο, διότι κατά την εμπειρία της θεώσεως μετέχει όλος ο άνθρωπος και το σώμα του δηλαδή, με όλες τις αισθήσεις του εν πλήρει λειτουργία. Ο άνθρωπος, όταν βλέπη τον Χριστό εν δόξη, βρίσκεται σε κατάστασι πλήρους εγρηγόρσεως. Οπότε δεν βλέπει μόνο η διάνοια του ανθρώπου, αλλά βλέπει και το σώμα του ανθρώπου.

Αν διαβάσετε το βιβλίο του Ιώβ, θα δήτε εκεί να αναφέρεται ότι «η σαρξ του Ιώβ είδε τον Θεόν»38 . Δηλαδή μετείχε και το σώμα του Ιώβ στην όρασι της δόξης του Θεού. Αυτή είναι μία πάρα πολύ καλή Εβραϊκή παράδοσις. Κατά τη διάρκεια του δοξασμού του ανθρώπου, δηλαδή κατά την εμπειρία αυτής της θεώσεως ο άνθρωπος, το σώμα του ανθρώπου δεν χάνει την επαφή με το περιβάλλον του. Αυτό όμως υπό την προϋπόθεσι ότι ο άνθρωπος από προηγούμενες παρόμοιες εμπειρίες είχε συνηθίσει στο να βλέπη την δόξα του Θεού. Μόνο αρχικά κατά τις πρώτες εμπειρίες αποπροσανατολίζεται ο άνθρωπος και μπορεί ακόμη και προσωρινά να τυφλωθή από την υπερβολική λαμπρότητα του ακτίστου Φωτός, χωρίς όμως να χάνη τις νοερές του αισθήσεις. Νοερά σκέφτεται κανονικά, όπως σκέπτεται ο καθένας. Οι σωματικές του αισθήσεις όμως μπορούν να πάθουν μία αλλοίωση, επειδή ο άνθρωπος δεν είναι ακόμη συνηθισμένος στο άκτιστο Φως, και να τυφλωθή προσωρινά, όπως συνέβη στον απόστολο Παύλο, όταν είδε για πρώτη φορά τον δεδοξασμένο Χριστό στην πορεία του προς την Δαμασκό. Τότε δεν τυφλώθηκε με την έννοια ότι καταστράφηκαν τα μάτια του, αλλά τυφλώθηκε προσωρινά από την υπερβολή της λαμπρότητας του Φωτός, δηλαδή της δόξης του Χριστού. Και, όταν επανέκτησε τις αισθήσεις του, τότε ξαναείδε κανονικά. Δεν του συνέβη δηλαδή κανένα θαύμα και ξαναείδε. Απλώς δεν έβλεπε για ένα διάστημα, επειδή θαμπώθηκε.

Το άκτιστο Φως, όταν οράται, είναι πολύ πιο φωτεινό σε έντασι από το φως του ηλίου και διαφορετικής φύσεως από αυτό. Είναι το ίδιο το Φως της Μεταμορφώσεως. Αλλά το Φως αυτό δεν είναι καν φως, όπως το εννοούμε, όπως το γνωρίζομε εμείς το φως. Γιατί; Διότι υπερβαίνει το φως!

Ο άνθρωπος που βρίσκεται στην κατάστασι αυτή του δοξασμού, όταν παρέλθη η όρασις του Φωτός, συνεχίζει να συναναστρέφεται κανονικά με τους άλλους ανθρώπους του περιβάλλοντος του, για όσο διάστημα συνεχίζεται αυτή η θεωτική ενέργεια επάνω του. Αυτό το βλέπομε καθαρά στους βίους των Αγίων. Βλέπομε δηλαδή ότι, όταν βρίσκεται ο άνθρωπος σε υπέρ φύσιν κατάστασι, συνεχίζει να συναναστρέφεται τους άλλους γύρω του με μόνη τη διαφορά ότι δεν τρώγει, δεν πίνει, δεν κοιμάται, δεν πηγαίνει για φυσική του ανάγκη κατά την διάρκεια της καταστάσεως αυτής, διότι βρίσκεται σε υπέρ φύσιν κατάστασι και τον συντηρεί στην ζωή μόνη η Χάρις του Αγίου Πνεύματος. Οπότε, αν αυτή η κατάστασις διαρκέση π.χ. 40 ημέρες και 40 νύχτες, όπως συνέβη στον Μωϋσή στο όρος Σινά39, αυτός ο άνθρωπος για τόσες ημέρες και νύχτες δεν κοιμάται, δεν κουράζεται, δεν τρώει, δεν πίνει κλπ. Είναι δηλαδή ελεύθερος από τα αδιάβλητα πάθη, τα φυσικά πάθη του σώματος. Και τούτο συμβαίνει, διότι γίνεται τότε μία αναστολή της λειτουργίας του πεπτικού συστήματος καθώς και του ύπνου και ο άνθρωπος γίνεται επίγειος άγγελος. Κατά τα άλλα όμως συμπεριφέρεται όπως οι άλλοι. Περπατάει, μιλάει, συναναστρέφεται με τους άλλους, μπορεί να διδάσκη κλπ. και ταυτόχρονα να βρίσκεται και στην κατάστασι αυτή.

Στην λαϊκή παράδοσι, προ παντός στα χωριά και δη στα παληά χρόνια κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στα μέρη της Μικράς Ασίας, έχομε περιγραφές, που ο παπάς του χωριού βρέθηκε σε τέτοια κατάστασι κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Όμως συνέχισε να διαβάζη, να ψάλλη, να κάνη τις εκφωνήσεις, να λέγη τις προσευχές και να τελειώνη την ακολουθία. Γιατί; Διότι, ναι μεν κατά την εμπειρία της θεώσεως σταματάει η νοερά ευχή, η αδιάλειπτος δηλαδή καρδιακή προσευχή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι υποχρεωτικά σταματάει η λογική λατρεία, δηλαδή η λογική προσευχή, η προσευχή που γίνεται με το μυαλό, με την διάνοια, εφ’ όσον αυτή γίνεται για την κατήχησι των άλλων. Βέβαια για τον ίδιο τον παπά, που έρχεται σε θέωσι κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, δεν χρειάζεται πλέον η λογική προσευχή, χρειάζεται όμως για τους άλλους που παρακολουθούν την Λειτουργία. Έτσι ο παπάς συνεχίζει να τελή την Θεία Λειτουργία και να την τελειώνη.

Αυτές τις περιγραφές της λαϊκής παραδόσεως μερικοί σημερινοί σνομπ θεολόγοι του Πανεπιστημίου τις κοροϊδεύουν, χωρίς να ξέρουν ότι σ’ αυτά τα θέματα η λαϊκή παράδοσις είναι μέσα στα πλαίσια των εμπειριών του φωτισμού και της θεώσεως, για τις οποίες υπάρχει από πίσω μία ολόκληρη Πατερική παράδοσις, που μας ερμηνεύει θεολογικά αυτά τα φαινόμενα.

Λοιπόν βλέπομε ότι σ’ αυτά τα φαινόμενα δεν έχομε καμμία ταύτισι με τις εκστάσεις των Νεοπλατωνικών, ακόμη και της Μέσης Πλατωνικής Σχολής, αν λάβωμε υπ’ όψιν όσα λέγει ο άγιος και μάρτυς Ιουστίνος ο Φιλόσοφος σαν κλειδί της ερμηνείας της διδασκαλίας της Μέσης Πλατωνικής Σχολής. Διότι υπάρχει η άποψις, μεταξύ των ιστορικών της φιλοσοφίας ότι ο Πλατωνισμός δεν είναι θρησκεία, αλλά ότι ο Πλατωνισμός θρησκειοποιείται με τον Νεοπλατωνισμό, από τον Πλωτίνο δηλαδή και τους μαθητές του.

Εάν όμως διαβάσωμε τον Ιουστίνο μάρτυρα, εκεί στον «Διάλογο προς Τρύφωνα», στην αρχή του περιγράφει ο άγιος Ιουστίνος πως έγινε ο ίδιος οπαδός της Πλατωνικής φιλοσοφίας, πως βρήκε έναν Πλατωνικό φιλόσοφο, ο οποίος ανέλαβε να τον διδάξη και ότι περίμενε από στιγμή σε στιγμή να δη τον Θεό! Αυτό σημαίνει ότι ο Ιουστίνος μάρτυς, που έζησε αρκετό καιρό πριν από την εμφάνισι της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, ησχολείτο με πνευματική γυμναστική, με πνευματικά γυμνάσματα, και πίστευε ότι δι’ αυτών από στιγμή σε στιγμή θα πάθαινε μία έκστασι και ότι έτσι θα έβλεπε τον Θεόν!

Αυτό σημαίνει ότι ο διδάσκαλός του δεν ήταν ένας απλός φιλόσοφος, αλλά μάλλον ένα είδος πνευματικού πατέρα-καθοδηγητή, γκουρού θα λέγαμε σήμερα, ο οποίος τον ωδηγούσε σε θρησκευτικές εμπειρίες, που για μας δεν είναι παρά δαιμονικές εμπειρίες. Στους ησυχαστές θεολόγους γίνεται μεγάλη συζήτησις γύρω από αυτά τα θέματα. Έτσι βλέπομε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά να κατηγορή τις εκστατικές εμπειρίες των Πλατωνικών ως δαιμονικές. Σήμερα, επειδή αυτή η ορολογία, η λέξις «δαιμονικές», δεν χτυπάει σε μερικούς καλά στ’ αυτιά τους, μπορούν να την αντικαταστήσουν με την λέξι παραισθητικές ή παραψυχολογικές, σύμφωνα με την σημερινή ορολογία της Ψυχιατρικής ή της Παραψυχολογίας, διότι είναι πράγματι παραισθήσεις αυτά τα πράγματα, που παθαίνουν όσοι επιζητούν την έκστασι. Για τους Πατέρες της Εκκλησίας όμως όλα αυτά είναι καθαρά δαιμονικά φαινόμενα.

ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ π. ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΩΜΑΝΙΔΟΥΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΝ ΤΟΥΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Πηγή:http://ipsili.blogspot.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Από την αγωνία στην κατάνυξη

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαρτίου, 2010

loul4.jpg Η άσκηση σε καταδύσεις βάθους, αν δεν έχει κάποιο προβολέα, ένα δυνατό μεταφυσικό φως, είναι καταδικασμένη σε τραγική αποτυχία και σε θάνατο, μέσα στις σκοτεινές αβύσσους του όντος. Όποιος θέλει απόδειξη, ας διαβάσει την άφωτη και άσωτη – σε αρκετά μεγάλο μέρος της – μοντέρνα φιλοσοφία, θα δει, το δίχως άλλο, μια διάλυση των πάντων, σ’ ένα φοβερό χάος, δίχως τις σάλπιγγες της Δευτέρας Παρουσίας, μα και δίχως μια λευκή φτερούγα ενός Αγγέλου, να θερμαίνει την όποια πορεία τους. Θυμούμαι τους «Έρωτες θείων ύμνων» του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, ενός απ’ τους μεγαλύτερους Μυστικούς της Ορθοδοξίας. Χαρακτηρίζει εκεί με δύο στίχους του (λόγος 51) ακριβώς αυτή την κατάσταση:

Οι σκότος ως ιμάτιον όντες ενδεδυμένοι

εν αίσθήσει αναίσθητοι ζωής νεκροί εν μέσω…

(όσοι είναι ντυμένοι με το ρούχο του σκοταδιού ζουν σαν αναίσθητοι νεκροί)

Η αγωνία, λοιπόν, είναι υπόθεση «σκοτεινού εσωτερικού χώρου». Αυτό χαρακτηρίζεται από έλλειψη εσωτερικής ειρήνης, από απουσία ασφάλειας και βεβαιότητας για την πορεία μας, για το μέλλον της πνευματικής ζωής μας. Στο Χριστιανισμό, αυτό το σκοτάδι, που για τους πολλούς είναι μια απλή άγνοια του καλού, έχει άλλες ονομασίες. (Φεύγουμε πια από την ορολογία των θύραθεν). Η κύρια ονομασία του είναι: Αμαρτία. Η αμαρτία είναι το σκοτάδι και η ομίχλη της ψυχής, η οποία είναι μπλεγμένη στα δίχτυα των πονηρών εννοιών, λόγων και πράξεων. Και δεν είναι καθόλου Μεσαίωνας, όταν αναγνωρίζει κανείς το πνευματικό σκοτάδι, σαν κατάσταση αμαρτωλότητας, με οποιαδήποτε μορφή. Το κάλυμμα του σκότους που επιθέτει στη ψυχή η αμαρτία, θολώνει το «λογιστικό» και το «θυμικό» και διαστρέφει τις ροπές του «επιθυμητικού». Έτσι οι αισθήσεις αδυνατούν να ακουμπήσουν τον πνευματικό ήλιο, το Θεό – όπως οι τυφλοί δεν μπορούν να δουν το φως του ήλιου. Kαι αυτό είναι που έχει σε διαρκή ανησυχία τη ψυχή του ανθρώπου. Το σκοτάδι της αγωνίας του τον σπρώχνει σε δρόμους με σκοτεινά φώτα· μα στο τέλος βρίσκεται και εκεί σε αδιέξοδο.

Εκεί στο σκοτάδι το βαθύ, ακούει ένα Δαβίδ που παρακαλεί με δάκρυα: «Φώτισον τους οφθαλμούς μου, μήποτε υπνώσω εις θάνατον!» Και η ψυχή διψάει πολύ για φως, γιατί βρίσκεται σ’ ένα θανατερό σκοτάδι. Δεν βρίσκεται κοντά στο Θεό: αυτό είναι η αιτία της δίψας και του σκότους. Ας θυμηθούμε το θείο λόγο, απ’ το Ευαγγέλιο του Ιωάννη: «Όποιος θα πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ, δεν θα διψάσει στον αιώνα» (δ’ 14). Όποιος, όμως, δεν ξεδιψάσει μ’ αυτό το Νερό, θα διψάει αιώνια και θα τρέχει σε νύχτες σκοτεινές, που κρύβουν τις πηγές και αφήνουν έκθετες τις φοβερές παγίδες του θανάτου: «εάν η αληθινή ζωή της ψυχής είναι θείο φως, και ο θάνατος της είναι σκοτάδι γεμάτο πόνο» (αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς). Δεν νομίζω, πως χρειάζεται να προσθέσω τίποτ’ άλλο, για το τι πιστεύω πως οδηγεί στην έξοδο από την αγωνία. Όποια ονόματα και να δώσουμε στην αγωνία του ανθρώπου, όταν δεν φωτίζεται από το θείο φως, δεν πρόκειται να τη λυτρώσουμε, όση ειλικρίνεια και αν διαθέτουμε. Είναι θέμα προσωπικού φωτισμού και σωτηρίας. Και η «σωτηρία», κατά τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη «δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τη θέωση· η δε θέωση είναι η αφομοίωση και ένωση με το Θεό».

(Π. Β. Πάσχου, «Από την αγωνία στην κατάνυξη»- απόσπασμα)

Πηγή:http://vatopaidi.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περί ελεημοσύνης

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαρτίου, 2010

didask.jpg Ατένισε τον αδελφόν σου με αγάπη και οικτιρμούς και βοήθησέ τον πρόθυμα. Είναι μέλος του Χριστού και δικό σου «αλλήλων μέλη εσμέν» (Εφ. 4, 25) , είναι ναός του Αγίου Πνεύματος. Ο Θεός τον αγαπά και τον υπολήπτεται όπως και σένα.

… Δεν δίνεις τίποτε το αληθινά δικό σου. Δίνεις ο,τι ανήκει στον Θεόν, στα πενόμενα παιδιά του Θεού. Δεν είσαι τίποτε άλλο παρά οικονόμος και διαχειριστής της θείας περιουσίας. Να θεωρής τον εαυτό σου ταπεινό υπηρέτη των «ελαχίστων» αδελφών του Κυρίου … Να μη δίδης στους άλλους ανάλογα με την αξία τους, αλλά ανάλογα με τις ανάγκες τους.

… Η ελεημοσύνη κάνει καλό, πριν απ᾽ όλα, στον ίδιο τον ελεήμονα.

Αληθινά ελεήμων είναι όποιος όλα τα εναγκαλίζεται και δεν αφήνει κανέναν άνθρωπον έξω από την καρδιά του.

Πως είναι δυνατόν αξίως, «μετά πίστεως και αγάπης», να δεχθής μέσα σου το Σώμα του Χριστού, όταν περιφρονής και δεν αγαπάς τα μέλη Του; Όλοι οι Χριστιανοί είναι μέλη του Χριστού, ανάμεσά τους και ο πτωχός. Αγάπα τα μέλη Του, έχε συμπάθεια γι᾽ αυτά και ο Κύριος θα σε αξιώση το πλούσιο έλεός Του …

… Κάνε το καλό ακόμη και στους αχαρίστους και τούς κακούς, ώστε να είσαι γνήσιο παιδί του Υψίστου …

Τι είναι ψευδής ευγνωμοσύνη στον Θεό; Το να ευχαριστή κανείς τον Θεό μονάχα με τα χείλη για τα αγαθά που έλαβε και να χρησιμοποιή αυτά τα αγαθά μονάχα για τον εαυτό του, χωρίς να νοιάζεται για τον πλησίον του … Τι να τις κάνη ο Θεός τις ευχαριστίες μας, όταν δείχνουμε αχαριστία στην πράξι; Όταν δεν δίνουμε στους άλλους από εκείνα που μας δίνει;

… Θεία σοφία, τέλος, είναι να μη σωρεύουμε πλούτη για τον εαυτό μας, αλλά να δίνουμε στον φτωχό, ώστε να θησαυρίζουμε θησαυρούς ασυλήτους και αφθάρτους στον ουρανό, όπως λέγει το Ευαγγέλιο (Λουκ. 12, 33).

Κύριε, δίδαξέ με να εκτελώ τα έργα της αγάπης προς τον πλησίον με προθυμία και χαρά και να πιστεύω ότι προσφέροντας στους άλλους δεν χάνω, αλλά κερδίζω … Κύριε, δέξου τις προσφορές μου στο πρόσωπο των πτωχών …

Να είσαι ζηλωτής της αγάπης. Όλα θα παρέλθουν, η αγάπη όμως θα μείνη, στον αιώνα, όπως και ο Θεός, που είναι Αγάπη.

Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί φεύγει ο νους μου στην προσευχή;

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαρτίου, 2010

p11.jpg Έχει ο νους μας την τάση να κινείται στα χαμηλά, σ’ αυτά που δεν μας ταιριάζουν, στα αμαρτωλά. «Ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητος αὐτοῦ», λέγει ο Θεός (Γεν. η’ 21). «Ἔγκειται», στρέφεται η διάνοια του ανθρώπου «ἐπὶ τὰ πονηρὰ», μάλιστα «ἐπιμελῶς», και έπιπλέον «ἐκ νεότητος αὐτοῦ». Με την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία διεστράφη το εσωτερικό του. Γι’ αυτό και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια πηγαίνει ο νους μας στα αμαρτωλά, ενώ με πολύ κόπο μπορεί κανείς να τον οδηγήσει στα ανώτερα και πνευματικά. Κάτι χάλασε μέσα μας και αναπτύχθηκε στην ψυχή μας η ροπή προς το κακό. Αυτή η ροπή είναι που επηρεάζει συχνά και σκοτίζει το νου. Γι’ αυτό και δεν αντέχει ο νους πολύ στην προσευχή και φεύγει.

Υπάρχει όμως και κάποια άλλη αιτία αυτού του κακού. Είναι ο πονηρός δαίμων, ο διάβολος. Αυτός είναι τελείως σκοτισμένο πνεύμα, ανεπανόρθωτα διεστραμμένος, σκέπτεται μόνο το κακό, δεν μπορεί να σκεφθεί το αγαθό. Και η κακία του τον ωθεί να πολεμεί τον άνθρωπο για να τον παρασύρει στο κακό. Γι’ αυτό και πολλές φορές οι σκέψεις οι αμαρτωλές και η διάσπαση του νου στην προσευχή έρχεται ως αποτέλεσμα δικών του επιθέσεων. «Ἐχθροῦ προσβολαῖς τοῦ δυσμενοῦς» μετακινείται ο νους από το αγαθό κι πέφτει σε ποικίλους λογισμούς που το μολύνουν, που τον αποσπούν από τη προσευχή και δεν τον αφήνουν ν’ ανεβεί ελεύθερος στον Θεό. Μάλιστα μπορεί κάποτε ο διάβολος να φέρει και καλές σκέψεις την ώρα της προσευχής, προκειμένου να μας αποσπάσει την προσοχή. Γιατί η προσευχή τον καίει και δεν αντέχει τη δύναμή της. Προκειμένου λοιπόν να σταματήσει η προσευχή, μπορεί να χρησιμοποιήσει και καλούς λογισμούς. Κα αφού μ’ αυτό τον τρόπο πάρει τον νου από την προσευχή, στη συνέχεια θα επιχειρήσει και με κατά μέτωπον επίθεση με πονηρούς λογισμούς, να κάνει τη ζημιά.

Πώς λοιπόν θα αντιμετωπισθεί η κατάσταση αυτή της αδύναμης ψυχής μας; Πώς πρέπει να ενεργήσουμε ώστε να ανεβάσουμε την ποιότητα της προσευχής, ώστε η συνομιλία μας με τον Θεό να γίνεται χωρίς παρεμβολές, να μην καταντά μία ψυχρή, ράθυμη και τυπική εκπλήρωση ενός βασικού θρησκευτικού καθήκοντος; Πώς η προσευχή μας θα γίνεται «μετ’ ἐκτενείας, μετά ὀδυνωμένης ψυχῆς, μετά συντεταμένης διανοίας», δηλαδή με επίμονη και εκτενή προσπάθεια, με ψυχή που πονάει, με τη διάνοια σταθερή και με έντονο αγώνα προσηλωμένη; «Αὕτη ἐστίν ἡ πρός τόν οὐρανόν ἀναβαίνουσα» προσευχή, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Περιοδικό «Ο Σωτήρ»

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Για την αγάπη και για το διάβολο;

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαρτίου, 2010

ijhf.jpg Μαραθώνιος αγάπης ωνομάστηκε η προσπάθεια τηλεοπτικού σταθμού, για τη συλλογή χρημάτων υπέρ των σεισμοπαθών της Αϊτής. Τελικά συγκεντρώθηκε το ποσό των ενός εκατομμυρίου και πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) ευρώ. Θεωρήθηκε σημαντικό.

Όταν όμως ύστερα από λίγο δημοσιεύτηκε άλλο ποσό, φάνηκε η διαφορά. Ξέρετε πόσο στοίχισε η ετοιμασία για τον καρνάβαλο των Πατρών; Πενήντα έξι εκατομμύρια (56.000.000) ευρώ!

• Για το διάβολο 56.000.000, για την αγάπη 1.500.000 ευρώ!

• Για την διαφθορά, τη διαστροφή και το όργιο σπατάλη. Για την αγάπη και την ελεημοσύνη τσιγγουνιά!

Κι ύστερα λέμε, ότι δεν έχουμε χρήματα. Για την αμαρτία έχουμε. Για την φιλανθρωπία δεν έχουμε.

• Τι θα ήταν, δηλαδή, εν όψει και της γενικώτερης οικονομικής κρίσεως, αν δεν γίνονταν τα καρναβαλικά αίσχη, που ξαπλώνονται σ’ όλες τις πόλεις; Το όφελος δεν θάταν μόνο οικονομικό. Θα ήταν και ηθικό και πνευματικό.

Η περίοδος της Μεγ. Σαρακοστής, μας καλεί σε εγκράτεια και ελεημοσύνη. «Νηστεύοντες, αδελφοί, σωματικώς, νηστεύσωμεν και πνευματικώς. Λύσωμεν πάντα σύνδεσμον αδικίας. Δώσωμεν πεινώσιν άρτον και πτωχούς αστέγους εισαγάγωμεν εις οίκους, ίνα λάβωμεν παρά Χριστού του Θεού, το μέγα έλεος» (ιδιόμελον εσπερινού Τετάρτης Α΄εβδομάδος Νηστειών».

Περιοδικό «Ιωάννης ο Βαπτιστής» Μάρτιος 2010

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

2 φίλοι περπατούν στην έρημο

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαρτίου, 2010

am.jpg Eίναι η ιστορία 2 φίλων που περπατούν στην έρημο. Κάποια στιγμή τσακώθηκαν και ο ένας από τους δύο έδωσε ένα χαστούκι στον άλλο. Αυτός ο τελευταίος, πονεμένος, αλλά χωρίς να πει τίποτα, έγραψε στην άμμο:

– ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΕ ΧΑΣΤΟΥΚΙΣΕ.

 Συνέχισαν να περπατούν μέχρι που βρήκαν μια όαση όπου αποφάσισαν να κάνουν μπάνιο. Αλλά αυτός που είχε φάει το χαστούκι παραλίγο να πνιγεί και ο φίλος του τον έσωσε.  Όταν συνήλθε, έγραψε πάνω σε μια πέτρα:

– ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΕΣΩΣΕ ΤΗ ΖΩΗ.

Αυτός που τον είχε χαστουκίσει και στη συνέχεια του έσωσε τη ζωή, τον ρώτησε :– Όταν σε χτύπησα, έγραψες πάνω στην άμμο, και τώρα έγραψες πάνω στην πέτρα. Γιατί;

Ο άλλος φίλος απάντησε : «Όταν κάποιος μας πληγώνει, πρέπει να το γράφουμε στην άμμο όπου οι άνεμοι της συγνώμης μπορούν να το σβήσουν. Αλλά όταν κάποιος κάνει κάτι καλό για μας, πρέπει να το χαράζουμε στην πέτρα, όπου κανένας άνεμος δεν μπορεί να το σβήσει».

ΜΑΘΕ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΣΟΥ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

ΚΑΙ ΝΑ ΧΑΡΑΖΕΙΣ ΤΙΣ ΧΑΡΕΣ ΣΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ.

Πηγή:http://kataskinosi-agkyra.blogspot.com/

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

25η ΜΑΡΤΙΟΥ: Η ΓΙΟΡΤΗ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΕΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαρτίου, 2010

Η 25η Μαρτίου είναι η ιστορική ημερομηνία με την οποία γιορτάζουμε την επέτειο της απελευθερώσεώς μας αλλά και την ίδρυση ουσιαστικά του Νεοελληνικού Κράτους. Είναι μια ημερομηνία που το νεοελληνικό κράτος αρχίζει να δημιουργείται στη Νότιο Ελλάδα μετά από 400 χρόνια δουλείας, και αργότερα, το 1912 και εξής, επεκτείνεται στην Βόρειο Ελλάδα όπου η δουλεία ήταν 500 χρόνια. Το νεοελληνικό όμως κράτος δεν μπόρεσε να ελευθερώσει τα υπόλοιπα αλύτρωτα εδάφη μας, όπου η δουλεία έφθασε μέχρι και 900 περίπου χρόνια, αφού με τη Μάχη του Μαντζικέρτ το 1071 χάθηκε οριστικά η Καππαδοκία και οι γύρω της περιοχές. Το δε χειρότερο, το 1923, έσβησε κάθε ελπίδα για επανάκτηση των αλυτρώτων εδαφών μας, με την έξοδο των Ελλήνων μια για πάντα από τα εδάφη τους. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να ελευθερώσουμε και την πρωτεύουσά μας την Κων/πολη με μοιραίες συνέπειες για την μετέπειτα πορεία μας.

Είναι λοιπόν ότι πιο ιερό και ότι πιο σημαντικό για τη χώρα μας αυτή η επέτειος. Αν την καταργήσουμε ουσιαστικά καταργούμε το Νεοελληνικό Κράτος, την ταυτότητά μας, την ιστορία μας και βυθιζόμαστε στην λήθη και στην αγνωσία της κρατικής οντότητάς μας και της εθνικής αυτοσυνειδησίας μας.

Μετά την απελευθέρωση κάναμε ένα μεγάλο λάθος· δεν προσέξαμε κι ενώ διώξαμε τους Τούρκους βάλαμε στον τράχηλό μας τους Φράγκους. Ήταν η επανάληψη του λάθους πολλών Βυζαντινών προγόνων μας, που για να αποφύγουν την επερχόμενη τουρκική κατάκτηση έκυπταν τον τράχηλο στους Φράγκους. Για να ισχυροποιηθεί το νέο κράτος και να διασφαλιστεί οριστικά από την επιβουλή των Τούρκων, αγκαλιάσαμε τους Ευρωπαίους παράφορα και τους θεοποιήσαμε. Τον πρώτο ορθόδοξο, πατριώτη, μορφωμένο, ικανό και αφιλάργυρο ηγέτη μας, το Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος θέλησε να διασώσει την ιδιαιτερότητα και την ιδιοπροσωπία του νέου κράτους φροντίσαμε να τον ξαποστείλουμε. Και αρχίσαμε το μεγάλο έργο· το έργο που ήταν μεγαλύτερο και από την απελευθέρωσή μας. Να γίνουμε Ευρωπαίοι! Στα ήθη, στα έθιμα, στον πολιτισμό, στην θρησκεία. Αποκομμένοι πλέον από την καθ’ ημάς Ανατολή αρχίσαμε να καταστρέφουμε τα μοναστήρια μας, να θάβουμε την Ρωμιοσύνη, ν’ αρνούμαστε τον πολιτισμό και την πίστη μας και το σπουδαιότερο αρχίσαμε να δανειζόμαστε από τους μεγάλους ευεργέτες μας τους Φράγκους. Αυτό ήταν και το μόνιμο δηλητήριο που διαπότιζε έκτοτε τον εθνικό οργανισμό μας με αποτέλεσμα να πούμε πολλές φορές το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν».

Κλαίει και οδύρεται ο Ιωάννης Μεταξάς, στο Ημερολόγιο του, διότι ενώ δίναμε στους Άγγλους τόκο 40% το 1936, γι’ αυτά που είχαμε δανεισθεί, και ενώ τους υποσχέθηκε ήδη από το 1939 ότι θα βγει στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο μαζί τους, αυτοί παραμονές της εξόδου μας στον πόλεμο ζητούσαν αύξηση του επιτοκίου σε 65% και συγχρόνως λιγοστεύανε συνεχώς τις εισαγωγές προϊόντων από την Ελλάδα. Αρνήθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους, απείλησε στον βασιλιά ότι θα παραιτηθεί αν τον πιέσουν και μεσούντος του πολέμου αναγκάσθηκε να τους δώσει 43%. Αυτή ήταν και είναι η αγάπη των Ευρωπαίων εταίρων μας. Να μη τα ξεχνάμε αυτά.

Το άλλο όμως που δεν προσέξαμε, το πιο σπουδαιότερο και σοβαρότερο, είναι ότι στην προσπάθειά μας να γίνουμε Ευρωπαίοι, για να ισχυροποιηθούμε και να προοδεύσουμε, αρχίσαμε να πτωχεύουμε και πνευματικά. Άρχισε η ψυχή μας σιγά-σιγά ν’ απομακρύνεται από τις εθνικές και ορθόδοξες παραδόσεις μας. Άρχισε να μπολιάζεται με αλλότρια ήθη και έθιμα. Άρχισε ο πολιτισμός μας να φραγκεύει και εμείς να χαιρόμαστε γι’ αυτό. Κι ενώ ξεπουλούσαμε τα τίμια και ιερά της φυλής μας γεμίζαμε αγαλλίαση και ευφροσύνη.

Έτσι, συνεχίζοντας την προσπάθεια μας να ενταχθούμε στη Δύση, το 1952 μπαίνουμε στο Ν.Α.Τ.Ο., το 1979 στην Ε.Ο.Κ. και το 2001 προσχωρούμε στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα. Απεμπολήσαμε στην προσπάθεια μας αυτή όλα τα πιστεύω μας και όλα τα δόγματα μας, κρατώντας μόνο ένα, το «ανήκουμε εις την Δύσιν».

Οι εκκλησιαστικοί μας ηγέτες κι αυτοί σιγά-σιγά προσχωρούν στη νέα ιδεολογία. Συνεχίζουν το λάθος μερικών Βυζαντινών εκκλησιαστικών ηγετών που, για να σωθούν από τους Τούρκους, προσέγγιζαν κατά καιρούς τους παπικούς ή και τους προτεστάντες. Από το 1902 και κυρίως από το 1920, χάριν της επιδιωκομένης προσεγγίσεως με την Ευρώπη, οι αιρέσεις του παπισμού και του προτεσταντισμού καλούνται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο «μεγάλες του Χριστιανισμού αναδενδράδες». Παραβλέποντας το Πατριαρχείο όλα τα θεολογικά και ιστορικά δεδομένα όπως και τις αντιρρήσεις των άλλων πατριαρχείων και αυτοκεφάλων Εκκλησιών προσπαθεί να προσεγγίσει τους ετεροδόξους χριστιανούς της Δύσεως με κριτήρια καθαρά κοινωνικά, πολιτικά και ωφελιμιστικά. Το 1920 ο τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου Δωρόθεος προτείνει την ίδρυση «Κοινωνίας των Εκκλησιών» στα πρότυπα της «Κοινωνίας των Εθνών» που μόλις έχει ιδρυθεί. Κι όλα αυτά χωρίς να υπάρχει θεολογική βάση ή εκκλησιαστική αναγκαιότητα. Απλώς για να αντιμετωπισθούν τα δεινά του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και φυσικά, εννοείται χωρίς να λέγεται, τα δεινά του Πατριαρχείου.

Η εκκοσμίκευση του Πατριαρχείου διαβρώνει και την Εκκλησία της Ελλάδος η οποία προσχωρεί σιγά-σιγά στον οικουμενισμό. Φθάνει στο ζενίθ το 2001, όταν η εκκλησία της Ελλάδος για να βοηθήσει το κράτος στον ευρωπαϊκό του προσανατολισμό, επί του μακαριστού αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, υποδέχεται τον Πάπα σαν αρχηγό εκκλησίας και αναγνωρίζει τον παπισμό με όλες τις αιρέσεις του ως εκκλησία. Και το 2007 επίσης, όταν σε εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου επί τη επετείω της 25ης Μαρτίου η ένδοξη και εθνική και αγία επανάσταση της 25ης Μαρτίου συσχετίζεται με την ίδρυση της Ε.Ο.Κ. στις 25 Μαρτίου του 1957. Εμβρόντητοι έμειναν οι πάντες όταν άκουσαν την ημέρα της εθνικής και θρησκευτικής μας παλιγγενεσίας να υμνείται η Ε.Ο.Κ. και μάλιστα με εγκύκλιο της Συνόδου. O tempora o mores! Εις «οίους καιρούς τετήρηκας ημάς Κύριε»! Ο εκδυτικισμός της Ελλάδας να προωθείται εν τέλει από την ηγεσία της Εκκλησίας και μάλιστα από αρχιεπίσκοπο που έβαλε συνεχώς εναντίον των Ευρωλιγούρηδων!

Παρόλη αυτή την κατάπτωσή μας και την Ευρωτρέλλα μας, η θρησκευτική και εθνική μας συνείδηση δεν έχει μαραθεί εντελώς. Τα σχολεία μας μέχρι και σήμερα είναι γεμάτα με εικόνες των ηρώων του 1821. Δοξολογίες και παρελάσεις συνεχίζουν να γίνονται και πανηγυρικοί να εκφωνούνται. Οι εθνικές ενδυμασίες μας έχουν την επίσημη παρουσία τους κατά τις μέρες αυτές. Οι υποθήκες των αγωνιστών του ’21 όπως και τα λάθη τους έρχονται να μας φρονηματίσουν και να μας διδάξουν. Το δηλητήριο του εκφραγκισμού μας όμως παραμένει και οι διεθνείς και εγχώριοι βάτραχοι του πλήρους εκδυτικισμού μας κοάζουν συνεχώς. Να καταργηθούν τα βιβλία της ιστορίας μας, οι παρελάσεις μας, οι σχέσεις του Έθνους μας με την Εκκλησία, να μεταρρυθμισθούν τα νεοελληνικά αναγνώσματά μας…

Και φθάσαμε στο σωτήριο έτος 2010. Για άλλη μια φορά ανακαλύψαμε ότι πτωχεύσαμε. Ότι είμαστε υπόδουλοι και εξαρτημένοι από τους Φράγκους αδελφούς της Ε.Ο.Κ. Και αρχίσαμε να προσπαθούμε, όχι πως θα γίνουμε οικονομικά ανεξάρτητοι, αλλά πως θ’ αποκτήσουμε ξανά την εμπιστοσύνη τους για να μας ξαναδανείσουν. Πως θα συνεχιστεί η υποδούλωσή μας. Και με ευκαιρία την πτώχευσή μας τα ξεπουλούμε όλα σε τιμή ευκαιρίας. Για πρώτη φορά τολμούν οι ιταμοί και αναίσχυντοι ηγέτες μας να καταργήσουν τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου στις πρεσβείες και τις κοινότητες του εξωτερικού για…λόγους οικονομικούς. Για πρώτη φορά τολμούν να σταματήσουν τις παρελάσεις των μηχανοκινήτων τμημάτων του στρατού όπως και τις πτήσεις των αεροπλάνων για τον ίδιο λόγο. Για καρναβάλια, για πολιτιστικές εκδηλώσεις χαμηλού επιπέδου, για μεταδόσεις ολυμπιακών αγώνων, καλλιτεχνικού πατινάζ, για διαγωνισμούς τραγουδιών Γιουροβίσιον, για επιχορηγήσεις κομμάτων και πολιτικών, για γιορτές δημοκρατίας και δεν συμμαζεύεται έχουν χρήματα οι αναίσχυντοι. Για την ημέρα της Εθνικής Εορτής μας δεν έχουν;

Αιδώς Έλληνες πολιτικοί! Και αιδώς Έλληνες που αφήνετε τους ηγέτες μας ν’ ασελγούν κατ’ αυτό τον αισχρό και ελεεινό τρόπο πάνω στο ιερό και όσιο και άχραντο Σώμα της πατρίδας μας.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ – ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Πηγή:http://pmeletios.com/ar_meletios/ethnikes_eortes/25h_martioy_h_giorth_poy_enoxlei.html

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«ΟΙ ΤΑ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ ΜΥΣΤΙΚΩΣ ΕΙΚΟΝΙΖΟΝΤΕΣ»

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαρτίου, 2010

age1.jpg Με την ανάγνωση του ιερού Ευαγγελίου τελειώνει το πρώτο μέρος της θείας Λειτουργίας. Με τη Μεγάλη Είσοδο αρχίζει το δεύτερο μέρος, το οποίο είναι το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.

Μεγάλη Είσοδο ονομάζουμε μία σειρά από ύμνους, ευχές και πράξεις του Λειτουργού ιερέα και του Λαού. Όλες αυτές οι ευχές και η μεταφορά των τιμίων Δώρων από την αγία Πρόθεση στην αγία Τράπεζα, συμβολίζουν την είσοδο του Ιησού Χριστού στην αγία Πόλη όπου προσέρχεται για να θυσιαστεί υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας. Ο λαός αρχίζει να ψάλλει τον χερουβικό Ύμνο: «Οι τα Χερουβίμ μυστικώς εικονίζοντες και τη ζωοποιώ Τριάδι τον τρισάγιον ύμνον προσάδοντες, πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν. Ως τον Βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι, ταις αγγελικαίς αοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν. Αλληλούια».

Η αγία μας Εκκλησία μας καλεί να προετοιμαστούμε για να μπορέσουμε να συμπορευτούμε με το Χριστό στην οδό του Μαρτυρίου και να σταθούμε κοντά Του στο Σταυρό, μαζί με την Παναγία Μητέρα Του και τον μαθητή της αγάπης Ιωάννη. «Ας αποθέσουμε τη στιγμή αυτή, λέει ο ύμνος, κάθε μέριμνα βιοτική, γιατί πρόκειται να υποδεχτούμε τον Βασιλέα των όλων». Για να μπορέσουμε να εισοδεύσουμε, να μπούμε δηλαδή, μαζί με τον Χριστό στην αγία Πόλη, πρέπει να βγούμε από τον κόσμο των βιοτικών πραγμάτων. Λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «Βγήκαν από την Περσία οι Μάγοι για να πάνε να προσκυνήσουν το Χριστό. Βγες και συ από τα βιοτικά πράγματα και βάδισε προς τον Ιησού».

Ο άγιος Ιωάννης μας υποδεικνύει και τη δύναμη που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να βγούμε από τα πρόσκαιρα και ορατά. Είναι ο πόθος του Θεού: «Εάν κάποιος φλέγεται μέσα του από την αγάπη προς το Θεό, δεν ανέχεται να βλέπει πλέον αυτά που υποπίπτουν στην αντίληψη των σωματικών οφθαλμών. Αλλά αφού απέκτησε άλλους οφθαλμούς, εννοώ τους οφθαλμούς της πίστεως, πάντοτε τα ουράνια φαντάζεται και προς αυτά έχει στραμμένη τη σκέψη του. Και ενώ βαδίζει στη γη είναι σαν να ζει στον ουρανό… Και επειδή επιθυμεί να ανέβει από τη γη στον ουρανό, δεν σταματά νωρίτερα, ούτε ξεγελιέται από κάποιο ορατό πράγμα, μέχρι ότου μπορέσει να ανεβεί στην ίδια την κορυφή».

Ο ιερός Χρυσόστομος λέει ότι «η ψυχή που δεν έμαθε να καταφρονεί τα μικρά και τα βιοτικά, δεν θα μπορέσει να θαυμάσει τα ουράνια». Και εκείνοι που γεύθηκαν τη χάρη των ουρανίων μας προτρέπουν: «Αδελφοί, κανένας να μην μπει στον ιερό Ναό έχοντας βιοτικές φροντίδες ή περισπασμούς ή φόβους. Αλλά αφού όλα αυτά τα αφήσουμε έξω, μπροστά στις πύλες του ιερού Ναού, τότε ας μπούμε όλοι μέσα. Διότι μπαίνουμε στα ανάκτορα των ουρανών, πατούμε τόπους που αστράφτουν».

Σ’ αυτούς τους αστραφτερούς τόπους μετέφερε τον λειτουργό παπα-Τύχωνα ο φύλακας άγγελός του  την ώρα του Χειρουβικού. Έλεγε με τα λίγα ελληνικά του ο ρώσος ιερέας: «Την ώρα του Χερουβικού φύλακας άγγελος κατεβάσει». Διαπίστωνε τότε ο άγιος του Θεού ότι βρισκόταν στην μέση της θείας Λειτουργίας και έπρεπε να συνεχίσει: «Πω, πω! Εγώ λειτουργήσει!». Και συνέχιζε τη θεία Λειτουργία. «Γέροντα, τον ρώτησαν, τί έβλεπες και τί άκουγες την μισή εκείνη ώρα;» Και ο Γέροντας απάντησε: «Χερουβείμ -Σεραφείμ δοξολογούσε Θεό».

 (Ιερομ. Γρηγορίου, Ο Εκκλησιασμός, Εκδ. Κελίου αγ. Ιωάννης ο Θεολόγος, Αγιον Όρος, 1992, σελ. 28-50).

Πηγή:http://vatopaidi.wordpress.com

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

“Ηθικά προβλήματα που προκύπτουν από την εξέλιξη της επιστήμης, ιδίως στον τομέα της Βιοηθικής”

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαρτίου, 2010

k8.jpg Γ.Σ. ΙΣΚΕ 2010 – ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΕΙΡΗ ΛΕΚΤΟΡΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΠΑΝΕΠ.ΑΘΗΝΩΝ

Η εισήγηση του Λέκτορος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κου Γεωργίου Στείρη, που παρουσιάστηκε από τον διδάσκοντα της ίδιας σχολής δόκτορα Σωτήριο Φουρνάρο, με θέμα “Ηθικά προβλήματα που προκύπτουν από την εξέλιξη της επιστήμης, ιδίως στον τομέα της Βιοηθικής”, στην Γ. Σ. του Ι.Σ.Κ.Ε. στις 25/2/21010.

Ο θεολογικός και ο φιλοσοφικός στοχασμός είναι δραστηριότητες που προσιδιάζουν ως προς το αντικείμενό τους. Επιπροσθέτως και οι δύο είναι απαλλαγμένοι από τους φραγμούς που θέτουν τα πάθη. Ωστόσο ο φιλόσοφος εργάζεται με τη συνδρομή του γενικού φωτός της γνώσης και βασίζεται αποκλειστικά στο λόγο, από τον οποίο αντλεί και όλες τις αποδείξεις, ενώ ο θεολόγος βασίζεται στο υπερβατικό φως της πίστης, μέσα από το οποίο δέχεται τα δόγματα που του αποκαλύπτονται. Επιπλέον, ο θεολογικός στοχασμός οριοθετεί ως έσχατο σκοπό του την ενατένιση του Θεού στην επουράνια ζωή, ενώ ο φιλοσοφικός την ενατένιση που επιτυγχάνεται σε αυτή τη ζωή. Επομένως για το θεολόγο η τέλεια και απόλυτη ευδαιμονία δεν επιτυγχάνεται σε αυτήν τη ζωή, αλλά στη μετά θάνατον. Οπωσδήποτε η ενατένιση του θείου και κατ΄ επέκταση η ευδαιμονία που ταυτίζεται με αυτή, ξεκινά από τη φυσική ζωή, ωστόσο ολοκληρώνεται στην επουράνια. Φιλοσοφία και θεολογία δεν ταυτίζονται, αποτελούν αυτόνομες επιστήμες, χωρίς η φιλοσοφία να είναι υπηρετική της θεολογίας.

 Ένα βασικότατο ερώτημα που απασχόλησε τη φιλοσοφία και τη θεολογία ήδη από το Μεσαίωνα είναι το εάν ο στοχαστικός άνθρωπος είναι πιο αγαπητός από το Θεό. Ο στοχαστικός άνθρωπος θεωρείται πιο αγαπητός ακριβώς επειδή λέγεται ότι είναι συγγενέστερος με το Θεό, όχι ως ουσία, αλλά ως ύπαρξη ικανή να ζει εσωτερική ζωή, να στοχάζεται τον εαυτό της με σκοπό να πετύχει το «κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν» με το Θεό, στο βαθμό, βέβαια, που αυτό είναι δυνατόν. Επιπλέον, φαίνεται ότι ένας στοχαστικός άνθρωπος δεν πρέπει να απομακρύνεται από τα εξωτερικά πράγματα και να αναχωρεί στον εσώτερο εαυτό του, διότι ακόμα και τα εξωτερικά πράγματα μπορεί να αποτελέσουν έναυσμα για περισσότερο στοχασμό. Ακριβώς επειδή ο στοχαστικός άνθρωπος συγγενεύει με το Θεό λόγω του θεωρητικού του βίου, είναι φυσικό να είναι και πιο αγαπητός στο Θεό. Ο Αριστοτέλης δέχεται ότι ο άνθρωπος που ενεργεί σε συμφωνία με το νου, που υπηρετεί το νου και τον φροντίζει και ευτυχισμένος είναι και ιδιαίτερα αγαπητός στο θεούς. Διότι εύλογα μπορεί να δεχτεί κανείς ότι οι θεοί ευχαριστούνται με αυτό που είναι στον άνθρωπο το καλύτερο και το πιο συγγενικό προς αυτούς, και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ο νους. Επομένως τους στοχαστικούς ανθρώπους οι θεοί τους αγαπούν περισσότερο. Έτσι ο σοφός άνθρωπος είναι «θεοφιλέστατος» και εξαιρετικά ευδαίμων. 

Ωστόσο, ο Αλβέρτος ο Μέγας, διαπρεπής φιλόσοφος και θεολόγος του 13ου αιώνα, διαφοροποιείται από τον Αριστοτέλη διότι προβαίνει σε μια επιπρόσθετη παρατήρηση. Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί πιο αγαπητός στο Θεό με δύο τρόπους: α) είτε εξαιτίας της αγνότητάς του μέσω της οποίας μοιάζει περισσότερο με το Θεό, οπότε με αυτή την έννοια ο στοχαστικός άνθρωπος θεωρείται πιο αγαπητός στο Θεό και β) είτε λόγω της χρησιμότητάς του, οπότε κάποιος που ασκεί ποιμαντικό έργο και οδηγεί τις ψυχές κοντά στο Θεό είναι πιο αποδεκτός από Εκείνον και απολαμβάνει μεγαλύτερο έπαινο.

 Επομένως τίθεται το ερώτημα ποια ευδαιμονία είναι καλύτερη, η πρακτική ή η θεωρητική. Κατά τον Αλβέρτο η θεωρητική ευδαιμονία μοιάζει περισσότερο με τη Θεϊκή ευδαιμονία, διότι δεν υπάρχει σε αυτήν κανένας πόνος και ανησυχία. Αντίθετα η πρακτική ζωή έχει πολλές ανησυχίες, φροντίδες και ταλαιπωρίες και δε μοιάζει καθόλου με τη θεία μακαριότητα. 

Ωστόσο, ο Αλβέρτος δεν απορρίπτει την πρακτική ευδαιμονία. Μπορεί η θεωρητική ζωή να είναι πιο αγνή και να οδηγεί στην αρετή και το «αγαθόν», αλλά η πρακτική ζωή είναι πιο χρήσιμη και πιο αναγκαία. Ο Αλβέρτος απαντώντας στο ερώτημα ποιος είναι ο σκοπός της ηθικής, από τη θεωρητική άποψη η ηθική υπάρχει λόγω της γνώσης, ενώ από την πρακτική μεριά σκοπός της είναι να κάνει τους ανθρώπους καλούς.

 Συνεπώς η ενεργητική ζωή του ποιμαντικού έργου και της διδασκαλίας είναι πιο χρήσιμη, εφόσον υπηρετεί το κοινό καλό. Ο κληρικός, πέραν της προσευχής και της άσκησης, είναι υποχρεωμένος να ποιμαίνει και να διδάσκει το πλήρωμα της εκκλησίας, αλλά και όσους δεν ανήκουν σε αυτό. Προκειμένου, όμως, να ανταποκριθεί στις ιδιαίτερα υψηλές απαιτήσεις του έργου του, επιβάλλεται να παρακολουθεί τις εξελίξεις, το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, ώστε να βρίσκεται διαρκώς σε θέση να απαντά στις προκλήσεις των καιρών. Η εκκλησία εκ της οντολογικής της διάστασης και του ιστορικού της χρέους δεν μπορεί να μένει ουραγός της σύγχρονης πραγματικότητας, ούτε να απέχει από τη διαμόρφωση των κοινωνικών ρευμάτων. Το χρέος αυτό βαρύνει πρωτίστως τον κληρικό, ο οποίος δίνει την καθημερινή μάχη στο στίβο της ζωής και όχι αποκλειστικά την ιεραρχία. Η εποχή που ο κληρικός εκμεταλλευόταν το κοινωνικό του κύρος και το σχήμα για να επιβάλλεται έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η κοινωνία αμφισβητεί δομικά κάθε αρχή και θεσμό. Ο κληρικός δεν αρκεί να μπορεί να εκθέτει τις αρχές του δόγματος, αλλά οφείλει να είναι γνώστης των επιστημονικών και πνευματικών εξελίξεων ώστε να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων.

 Η σύγχρονη πραγματικότητα δημιουργεί πολλαπλές προκλήσεις στον κληρικό, αλλά παράλληλα του προσφέρει λαμπρό πεδίο προκειμένου να αναβαπτισθεί. Η βιοτεχνολογία δεν αποτελεί πια θέμα μόνο των ταινιών επιστημονικής φαντασίας, αλλά συντελεσμένη πραγματικότητα. Ο κλωνισμός ζώων είναι η αρχή μιας μακράς πορείας. Ο κλωνισμός του ανθρωπίνου είδους αποτελεί το Γκράαλ των βιοτεχνολόγων και, πιθανότατα, δεν θα αργήσει η εποχή που θα εμφανισθούν οι πρώτοι κλώνοι, καθώς, όπως επανειλημμένα έχει αποδειχθεί στην ιστορία του ανθρώπου, καμιά νομική ή άλλη απαγόρευση δεν είναι ικανή να σταματήσει την ανθρώπινη περιέργεια και ματαιοδοξία. Η εκκλησία θα δεχόταν κλώνους στο πλήρωμά της? Να ένα απλοϊκό και συνάμα δύσκολο ερώτημα που θα κληθεί να απαντήσει ο κληρικός. Και ακόμα δυσκολότερο θα γίνει το ερώτημα αν ευοδωθούν οι απόπειρες κατασκευής χιμαιρών, όντων που θα συνδυάζουν γενετικά χαρακτηριστικά από πολλά υπάρχοντα όντα. Ή ακόμα, πως θα αντιμετώπιζε ο εφημέριος ένα ρομπότ που θα ασχημονούσε ή που θα ζητούσε να παρίσταται στη θεία λειτουργία?

 Όμως τα δύσκολα ερωτήματα δεν σταματούν εδώ. Η βιοτεχνολογία υπόσχεται παρεμβάσεις στο γενετικό κώδικα του ανθρώπου, ώστε, μέσω της ποδηγέτησης των γονιδίων, να επιτυγχάνονται συγκεκριμένα αποτελέσματα. Ο στόχος δεν είναι μόνο η βελτίωση των σωματικών χαρακτηριστικών και η προαγωγή της υγείας, αλλά και η διαμόρφωση συμπεριφορών. Ήδη η έρευνα αναλίσκεται στον εντοπισμό γονιδίων που σχετίζονται με συμπεριφορικές προδιαθέσεις. Όταν αυτό καταστεί εφικτό, ασχέτως της σημασίας της παιδείας και της ανατροφής στο σχηματισμό της προσωπικότητας, θα τεθούν αναπόδραστα διλήμματα ηθικής φύσης, τα οποία θα αγγίζουν πέραν της καθημερινότητας και την ίδια την πίστη. Ένας άνθρωπος που έχει υποστεί γενετική μετατροπή ώστε να ρέπει στις αγαθοεργίες θα πρέπει να επιβραβεύεται από την κοινωνία και το Θεό? Πόσο μάλιστα όταν η μαζική κουλτούρα, η οποία υποβοηθείται στη διάδοσή της από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το διαδίκτυο, αναλαμβάνει να συμπληρώσει εκείνο που η τεχνολογία δεν μπορεί να ρυθμίσει. Ο κληρικός δεν μπορεί να αντιμετωπίζει με αδιαφορία όλα αυτά, ως να μην συνέβαιναν. Χρειάζεται να εμπλουτίσει τη σκευή του με επιχειρήματα, τα οποία θα εδράζονται στη σαφή γνώση των δεδομένων της επιστήμης και των θέσεων των ανθρωπιστικών σπουδών έναντι αυτών.

 Και η νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται δεν αφορά μόνο θέματα βιοτεχνολογίας. Μια ήδη συντελεσμένη πραγματικότητα αποτελούν ο διαπολιτισμός και ο πολυπολιτισμός. Άνθρωποι από διαφορετικές φυλές, κουλτούρες και προελεύσεις αναμειγνύονται, συμβιώνουν και αλληλοεπιδρούν. H νέα αυτή πραγματικότητα, η οποία θα ενταθεί προϊόντος του χρόνου, δημιουργεί νέες προκλήσεις για τον κληρικό. Έως σήμερα, εδώ και πολλούς αιώνες, το ιεραποστολικό έργο είχε συνδεθεί με εξωτικές χώρες και μακρινούς πολιτισμούς. Τώρα πια η ευκαιρία για κήρυξη του Λόγου του Θεού και κατήχηση χτυπάει την πόρτα της κάθε ενορίας στην Ελλάδα. Ο κληρικός οφείλει να μην τηρεί αμυντική στάση, υπερασπιζόμενος κεκτημένα. Αντιθέτως, το δέον είναι να αναπτύξει εξωστρέφεια και να πλησιάσει τους ανθρώπους αυτούς, ομόδοξους ή μη. Ο μεγάλος στόχος, πέρα από την προσφορά ανθρωπιστικής βοήθειας και θαλπωρής, πρέπει να είναι η διεύρυνση του πληρώματος της Εκκλησίας. Το θεάρεστο αυτό έργο απαιτεί από τον κληρικό να είναι πολύγλωσσος και να γνωρίζει εις βάθος τον πολιτισμό και τις ιδέες των ανθρώπων που διαμένουν στην χώρα μας χωρίς να είναι γηγενείς. Το πλησίασμα αυτό απαιτεί γνώση των αρχών του διαπολιτισμού, οι οποίες διδάσκονται σήμερα με μεγάλη επιτυχία και δημοφιλία σε πανεπιστημιακά ιδρύματα.

 Η πολυπολιτισμικότητα επιβάλλει επίσης να στηρίξει επαρκώς ο κληρικός τους πιστούς. Ο συγκρητισμός αντιλήψεων και τρόπων ζωής εκτρέφει δυσκολίες και δυσανεξία. Ο κληρικός χρειάζεται να σταθεί στο πλευρό των χριστιανών και να τους συνδράμει στην προσπάθεια εύρεσης ενός modus Vivendi που θα εκφράζει και θα ικανοποιεί τις νέες εξελίξεις. Επιβάλλονται δυναμικές προσαρμογές, υπό την έννοια πως η κατάσταση είναι ρέουσα και δεν είναι εφικτή η παγίωση λύσεων, οι οποίες θα προσφέρουν λύσεις για μακρό χρονικό διάστημα. Οι λύσεις αυτές, για να μην εκπέσει η Εκκλησία του κύρους της, πρέπει να είναι σύμφωνες με τις αρχές της πίστης, του ανθρωπισμού, αλλά και του διεθνούς δικαίου, το οποίο δεν είναι δυνατόν να αγνοείται ή να περιφρονείται. Η προσήλωση σε ιδεοληψίες και σχήματα του παρελθόντος, τα οποία πέραν της μεγαλοστομίας τους και της υπερβολής τους δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν, ζημιώνει την εκκλησία και περιορίζει την εμβέλειά των λόγων της και των έργων της. Μόνο η συστηματική εκπαίδευση, ιδιαίτερα η τριβή με τα κλασσικά γράμματα και τις ανθρωπιστικές σπουδές εν γένει, δύναται να καταστήσει τον κληρικό ικανό να ανταπεξέλθει στις περιπλοκές των καιρών.

 Ο περιορισμένος χρόνος με εμποδίζει να συμπληρώσω την αναφορά μου και με άλλα σύγχρονα ηθικά προβλήματα, τα οποία δημιουργούνται είτε από την πρόοδο της τεχνολογίας είτε από τις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις. Ο αριθμός τους είναι εξαιρετικά μεγάλος και η λίστα αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο. Πως όμως θα μπορέσει ο κληρικός να αρθεί στο ύψος του λειτουργήματός του και των εξελίξεων; Η μόνη οδός είναι να καταστεί ο κληρικός στοχαστικός άνθρωπος, με την έννοια που είχαν προσδώσει στον όρο ο Αριστοτέλης και η μεσαιωνική χριστιανική φιλοσοφία. Ο κληρικός οφείλει να μορφώνεται και να παραμένει ενήμερος. Η εκπαίδευση και η ενημέρωση του κληρικού δέον είναι να μην γίνεται ιδία βουλήσει, αλλά με τρόπο θεσμικό και οργανωμένο. Η ανάγνωση εφημερίδων, η παρακολούθηση τηλεοπτικών εκπομπών και άλλων επιμορφωτικών δραστηριοτήτων, όταν γίνεται άνευ προγράμματος και μεθόδου δεν αποδίδει. Το ευκταίο θα ήταν να επιδιώξετε να εγγραφείτε σε πανεπιστημιακά προγράμματα, προπτυχιακά και μεταπτυχιακά, ώστε να αποκτήσετε την απαιτούμενη παιδεία. Τον δρόμο αυτό ακολούθησε και ο πρόεδρός σας, ο πατήρ Γεώργιος Σελλής, ο οποίος ολοκληρώνει οσονούπω τις μεταπτυχιακές του σπουδές και αναλαμβάνει τη συγγραφή της διδακτορικής του διατριβής. Αλλά πέρα από αυτό η Εκκλησία της Ελλάδας και ο σύλλογός σας σκόπιμο θα ήταν να αναλάβουν την πρωτοβουλία οργάνωσης σεμιναριακών κύκλων σε όλη την Ελλάδα, οι οποίοι θα προσφέρουν οργανωμένη επιμόρφωση σε όλους τους κληρικούς, καθιστώντας τους ικανότερους να ανταποκριθούν στα δύσκολα και σημαντικότατα καθήκοντά τους.

 Ελπίζω, γνωρίζοντας το πάθος και την αγωνιστικότητα που διέπει τον κληρικό, να ανοιχθείτε με τόλμη στα νέα πεδία που απλώνονται μπροστά σας και να προσφέρετε ακόμα περισσότερα στην Εκκλησία.

 Σας ευχαριστώ.

πηγήhttp://syndesmosklchi.blogspot.com/2010/03/2010.html#more

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή Γ΄ Νηστειών – Σταυροπροσκυνήσεως

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαρτίου, 2010

stay.jpg Βρισκόμαστε στο μέσον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, και η Αγία μας Εκκλησία προβάλλει σήμερα τον Σταυρό του Χριστού, για να μας δώσει θάρρος και δύναμη στη συνέχιση του δύσκολου πνευματικού μας αγώνα. «Καθάπερ γὰρ πάλαι ἐν τῇ ἐρήμῳ τὸν χαλκοῦν ὄφιν οἱ δηχθέντες προσβλέποντες ἐρρύοντο θανάτου· οὕτω δὴ καὶ νῦν οἱ τὸ τῆς νηστείας μεσοπορήσαντες στάδιον͵ τούτῳ προσψαύοντες͵ τὸν νοητὸν ὄφιν νεκρὸν δεικνύουσι͵ καὶ αὐτοὶ ἀθανατίζονται͵ καὶ κοινωνοὶ τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ διὰ τῆς ἐγκρατείας δεικνύμενοι͵ κοινωνοὶ καὶ τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ ἀναδείκνυνται», θά μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ( Εἰς τὴν προσκύνησιν τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ͵ τῇ μέσῃ ἑβδομάδι τῶν νηστειῶν, PG 52, 836). Δηλαδή, όπως παλαιά στην έρημο όσοι πλήττονταν από τα φίδια και ενατένιζαν τον χάλκινο όφι γλίτωναν από βέβαιο θάνατο, κατά τον ίδιον τρόπο κι εμείς, έχοντας διανύσει το μέσον της Νηστείας και προσκυνώντας τον Τίμιο Σταυρό, δείχνουμε ότι ο μεν νοητός όφις είναι νεκρός, ενώ εμείς μετέχουμε της αθανασίας, και με την εγκράτεια γινόμαστε μέτοχοι των παθημάτων του Χριστού, και αναδεικνυόμαστε κοινωνοί της Αναστάσεώς Του.

 Και όχι μόνο η περίοδος της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αλλά ολόκληρη η ζωή μας είναι μία σταυρική και ανηφορική πορεία, που στοχεύει στη νέκρωση του κοσμικού φρονήματος και στη Ανάστασή μας από την φθορά της αμαρτίας και τον πνευματικό θάνατο πού αυτή συνεπιφέρει. Είναι μία πορεία με σημείο αναφοράς τον Σταυρό του Κυρίου, που αποτελεί το καύχημά μας, το στερέωμά μας, το κραταιό όπλο κατά του Διαβόλου, τη σωτηρία μας, την ελπίδα μας, την απαντοχή μας στους πειρασμούς, το σύμβολο της θυσίας του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού και της Αναστάσεως του ανθρωπίνου γένους, το καύχημα και την χαρά της Εκκλησίας.

Η πορεία μας αυτή δεν είναι πάντα εύκολη. Αντίθετα, χαρακτηρίζεται ως σταυρός, τον οποίο σήμερα, μέσα από την περικοπή του Ευαγγελίου του Μάρκου, μας προτρέπει ο Χριστός να σηκώσουμε και να Τον ακολουθήσουμε, στο Γολγοθά και στην Ανάσταση. “Όποιος θέλει να έλθει πίσω μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, κι ας σηκώσει τον σταυρό του κι ας με ακολουθήσει”, θα μας πει, θέλοντας να μας δείξει ότι ο δρόμος της αυτοθυσίας, ο δρόμος της αγάπης, ο δρόμος μακριά από τον προσωπικό μας εγωισμό, είναι μεν δύσκολος, αλλά οδηγεί στη σωτηρία και την όντως ζωή. “Αλήθεια”, θα συνεχίσει, “ποιό το όφελος, αν κανείς κερδίσει όλο τον κόσμο, αλλά ζημιωθεί την ψυχή του; ή τί μπορεί να δώσει ως αντάλλαγμα για την ψυχή του; γι αυτό και όποιος ντραπεί εμένα και τους λόγους μου σε τούτη τη γενεά την αμαρτωλή, και ο Υιός του ανθρώπου θα τον αποστραφεί όταν θα έλθει μέσα στην δόξα του Θεού-Πατρός, συνοδευόμενος από τους αγίους Αγγέλους”.

 Πολλά τα νοήματα και σκληρά τα λόγια του Χριστού. Αν θέλουμε να Τον ακολουθήσουμε, αν θέλουμε να είμαστε μαζί του, οφείλουμε αγόγγυστα και με πίστη να σηκώσουμε τον δικό μας προσωπικό σταυρό και να Τον ακολουθήσουμε. Δύσκολη η πορεία και επίπονη. Η έκβασή της όμως δεν είναι άλλη από τη σωτηρία της ψυχής μας, από την εξασφάλιση της Αναστάσεως και της όντως ζωής. Δύσκολη η πορεία, μεγάλο όμως το αντάλλαγμα και σίγουρο, αφού το εγγυάται το αψευδές στόμα του Θεού. Αντίθετα, αν ακολουθήσουμε τον άλλο δρόμο, αν αρνηθούμε το Χριστό και περιφρονήσουμε τα λόγια Του, ή ακόμα αν δειλιάσουμε και απιστήσουμε και εγκαταλείψουμε τον πνευματικό μας αγώνα, τότε κι Εκείνος θα μας αρνηθεί κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του. Τότε θα έχουμε χάσει οριστικά την ψυχή μας, και θα στερηθούμε τη χαρά της Αναστάσεως και της αιωνιότητας.

Όλα αυτά τα ενθυμούμαστε σήμερα, ώστε να μη δειλιάσουμε, να μην αποκάμουμε και εγκαταλείψουμε τον πνευματικό μας αγώνα. Έχουμε διανύσει ήδη τη μισή Σαρακοστή, έχουμε αγωνιστεί, έχουμε κοπιάσει πνευματικά. Ας πάρουμε δύναμη από τον ζωοποιό Σταυρό του Κυρίου μας, ας τονωθούμε πνευματικά από τα λόγια του Χριστού, και ας συνεχίσουμε τον καλόν αγώνα μας με αμείωτη διάθεση.

Η εποχή μας, αλλά και η κάθε εποχή, διέπεται από το κοσμικό φρόνημα, που είτε δεν κατανοεί είτε απορρίπτει τα λόγια του Ευαγγελίου, προτιμώντας όχι τον πνευματικό αγώνα αλλά την άνεση και την ικανοποίηση των κάθε είδους απαιτήσεων και επιθυμιών που εξυπηρετούν τον προσωπικό μας εγωισμό. Αντί της αγάπης και της αυταπάρνησης προβάλλονται ο εγωκεντρισμός και η καταπάτηση του ανθρώπινου προσώπου, αντί των πνευματικών και αιωνίων τα γήινα και πρόσκαιρα, αντί της αιωνίου δόξας η εφήμερη διασημότητα η κενή νοήματος και περιεχομένου.

Η Εκκλησία αντιθέτως προβάλλει, ιδιαίτερα σήμερα, τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου, το πανανθρώπινο Σύμβολο της σωτηρίας, το εχέγγυο της Αναστάσεως, το όπλο του χριστιανού, την ελπίδα του κάθε πιστού, την δόξα της Εκκλησίας, το καύχημα των Αγγέλων. Τον Σταυρό που και μόνο το σημείο του είναι αρκετό για να απομακρύνει τον προαιώνιο εχθρό του Θεού και των ανθρώπων. Τον Σταυρό του Κυρίου μας, τον σταυρό της Εκκλησίας, τον δικό μας σταυρό, που νεκρώνει τον παλαιό άνθρωπο και μας αναγεννά μέσα στο φως της Αναστάσεως του Χριστού.

π. Χερουβείμ Βελέτζας – Aπλά & Ορθόδοξα

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί υπάρχει το κακό στον κόσμο;

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Μαρτίου, 2010

xr761.jpg Γιατί ο Θεός επιτρέπει να συμβαίνουν τόσα κακά στον κόσμο;

Πόλεμοι, φυσικές καταστροφές, φρικτά εγκλήματα, αρρώστιες, να πονάμε και να υποφέρουμε;

Ακούστε την απάντηση εξ’ επόψεως Ορθοδόξου θεολογίας από τον πατέρα Αθανάσιο, Μητροπολίτη Λεμεσού.

Γιατί υπάρχει το κακό στον κόσμο

Download 

Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Λεμεσού  Από:http://istologio.org/

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πως άρχισαν οι διωγμοί κατά των Αγίων Εικόνων – του Στρατή Ανδριώτη

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Μαρτίου, 2010

ag17.jpg Διηγείται ο Δαμασκηνός Στουδίτης ότι τον 7ο αιώνα μ.Χ. βασίλευε στην Περσία ο ειδωλολάτρης και εχθρός των Χριστιανών Ιζήθ, τον οποίον επισκέφτηκαν τρεις Εβραίοι μάγοι, διαβάλλοντάς τον ότι εάν προστάξει τους Χριστιανούς να βγάλουν τις Εικόνες από τις Εκκλησίες τους, τότε εκείνος θα ζήσει υγιής για πολλά χρόνια. Όμως, αν και όρισε ο βασιλιάς να μην προσκυνούνται οι Εικόνες, μετά από έναν χρόνο απέθανε και στη θέση του ανήλθε ο ειδωλολάτρης γιος του, τον οποίο πληροφόρησαν οι Χριστιανοί ότι η μόνη αιτία του ξαφνικού θανάτου του πατρός του ήταν ότι άκουσε τους Εβραίους και απαγόρευσε την προσκύνηση των Εικόνων. Έπεισαν έτσι τον νεαρό βασιλιά να επιτρέψει την προσκύνηση των Εικόνων, ενώ οι τρεις Εβραίοι έφυγαν κρυφά στην Ισαυρία, όπου καθώς πορευόταν βρήκαν να κοιμάται ένας βοσκός όνων, ονόματι Λέων, και επειδή την ώρα εκείνη είδαν να πετάει από πάνω του ένας αετός, κατάλαβαν ως μάγοι που ήταν ότι ο Λέων θα γίνει βασιλιάς. Ξύπνησαν τότε τον βοσκό και του είπαν ότι μπορούν να τον κάνουν βασιλιά, αλλά όταν συμβεί αυτό θα τους το ανταποδώσει με ότι του ζητήσουν!

Οι δόλιοι Εβραίοι αναχώρησαν και ο Λέων στρατολογήθηκε για να πολεμήσει τους Δαλμάτες. Βλέποντας ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Δ΄ ο Πωγωνάτος και οι επόμενοι βασιλείς ότι ήταν γενναίος, τον προήγαγαν σε ανώτερα στρατιωτικά αξιώματα, φθάνοντας σε σημείο να κηρύξει επιτυχή πόλεμο κατά του Θεοδοσίου Γ΄ και να ανακηρυχθεί εκείνος βασιλιάς! Μαθαίνοντας οι Εβραίοι ότι ο Ίσαυρος Λέων ο Γ΄ έγινε βασιλιάς, προσήλθαν σ’ αυτόν και του υπενθύμισαν ότι είναι εκείνοι που με τις μαγείες τους τον βοήθησαν να γίνει βασιλιάς, ζητώντας το χάρισμα που τους έταξε. Εκείνος ορκίσθηκε τότε να τους δώσει ότι του ζητήσουν και εκείνοι οι χριστιανομάχοι του ζήτησαν να καθαιρέσει τις Άγιες Εικόνες από τους Ναούς των Ορθοδόξων Χριστιανών!

Κατόπιν ο δόλιος βασιλιάς σκέφτηκε να καλέσει τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον Άγιο Γερμανό (715-730) για να τον πείσει με πονηρό τρόπο να κατεβάσει απ’ τους Ναούς τις Εικόνες. Τότε ο Άγιος άρχισε να του εξηγεί ότι οι Άγιες Εικόνες δεν είναι είδωλα αλλά είναι μορφώματα των Αγίων και του Χριστού που όποιος τις προσκυνεί δεν τις μολύνει, αλλά αγιάζεται και φωτίζεται περισσότερο. Και όπως ο άνθρωπος που υποφέρει από το ψύχος, όσο πλησιάζει προς την φωτιά τόσο πιο πολύ θερμαίνεται, έτσι και με τις Άγιες Εικόνες, όσο πλησιάζει ο άνθρωπος προς αυτές, τόσο περισσότερο λαμπρύνεται από την χάρη των Αγίων, που είναι ζωγραφισμένοι. Του φανέρωσε επίσης, ότι προορατικοί Άγιοι έχουν πει ότι θα βασιλεύσει κάποιος βασιλιάς που θα τον λένε Κόνων, ο οποίος θα εγείρει αίρεση κατά των Εικόνων. Τότε ο βασιλιάς παραδέχτηκε ότι στην παιδική του ηλικία, τα άλλα παιδιά τον φώναζαν Κόνων και ο Πατριάρχης αναγνώρισε τότε ότι εκείνος ο βασιλιάς ήταν αυτός που θα εγείρει την αίρεση.

Κατόπιν ο Άγιος προσπάθησε να πείσει τον ασεβή βασιλιά ότι είναι δίκαιο και άγιο το να προσκυνούνται οι Άγιες Εικόνες οι οποίες είναι και Θαυματουργές. Του είπε λοιπόν μερικές ωφέλιμες διηγήσεις, ότι στην Έδεσσα της Συρίας ήταν βασιλιάς κάποτε ο Αύγαρος, που ήταν βαριά ασθενής πάσχων από λέπρα και επιθυμούσε πολύ να δεί τον Ιησού Χριστό και Αληθινό Θεό, που κατεδέχθη ως άνθρωπος τέλειος να κατέβει επί της γης, διδάσκοντας τον κόσμο. Έγραψε τότε ο βασιλιάς επιστολή προς τον Χριστό και την απέστειλε με έναν ζωγράφο, ονόματι Ανανία, ώστε αν δεν μπορέσει να πάει ο Χριστός στην Έδεσσα όπως τον προσκαλούσε, τότε ο Ανανίας να τον ζωγραφίσει! Πράγματι αφού πήγε στον Χριστό την επιστολή, προσπάθησε να τον ζωγραφίσει, αλλά μάταια επιχείρησε διότι Εκείνος μετάλλασσε την όψη Του και δεν μπορούσε να δει την μορφή Του ο Ανανίας. Τότε ο Χριστός ζήτησε νερό να νιφθεί και όταν έλαβε μανδήλιο για να σκουπισθεί, τυπώθηκε σ’ αυτό η όψη του προσώπου Του, δίνοντας αυτό το Άγιο Μανδήλιο στον Ανανία να το πάει στον βασιλιά του! Λαβών αυτό ο Αύγαρος το προσκύνησε και ευθύς γιατρεύθηκε η ασθένειά του και βαπτίσθηκε. Στη πύλη δε της πόλεως κατέβασε ένα μεγάλο είδωλο και στη θέση του έστησε το Άγιο Μανδήλιο για να το προσκυνούν όλοι. Αυτό το Μανδήλιο στα κατοπινά χρόνια όταν λιτανεύθηκε στα τείχη της πόλεως, καθώς εκείνη είχε πολιορκηθεί από τους Πέρσες, έστρεψε την φωτιά εναντίον των εχθρών που ετράπησαν σε φυγή.

 Μετά απ’ αυτή την διήγηση ο Άγιος Γερμανός ρώτησε τον βασιλιά Λέων, πως θα μπορέσει να καταστρέψει τις Εικόνες, αφού ο ίδιος ο Χριστός είχε τυπώσει το πρόσωπό Του στο Μανδήλιο με το οποίο είχε γιατρευθεί ο Αύγαρος όταν το προσκύνησε; Στη συνέχεια του ανέφερε και άλλες μαρτυρίες και συγκεκριμένα στη Λύδδα (Διόσπολη), μια πόλη έξω από τα Ιεροσόλυμα, όπου οι Απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης έκτισαν Εκκλησία για να τιμάται η Παναγία όταν ακόμα ζούσε, και της ζήτησαν να έλθει για να ευλογήσει την Εκκλησία της στα εγκαίνια. Εκείνη τους είπε να πάνε και θα την βρουν εκεί! Πήγαν τότε οι Απόστολοι και είδαν την Παναγία ζωγραφισμένη σε μια μαρμάρινη στήλη της Εκκλησίας. Κατόπιν πήγε και η Παναγία και βλέποντας το ομοίωμά της ευχαρίστησε τον Υιό της. Η εικόνα αυτή φυλάχτηκε για πολλά χρόνια και όταν βασίλευε ο δυσεβής Ιουλιανός ο Παραβάτης έστειλε Εβραίους τεχνίτες να βγάλουν την εικόνα. Όμως, όσο εκείνοι έξυναν το μάρμαρο, τόσο λαμπρότερο γινόταν το πρόσωπο της Παναγίας, ενώ ο αλιτήριος Ιουλιανός φονεύθηκε αοράτως στον πόλεμο της Περσίας!

Επίσης, ο Απόστολος Πέτρος στη Λύδδα γιάτρευσε έναν ασθενή, τον Αινέα, ο οποίος μετά εξόδευσε τα χρήματά του κτίζοντας Εκκλησία για να τιμάται η Παναγία. Επειδή όμως οι Έλληνες (ειδωλολάτρες) και οι Εβραίοι φιλονικούσαν με τους Χριστιανούς διεκδικώντας την Εκκλησία, απεφάσισε ο άρχοντας του τόπου να κλειδώσει την Εκκλησία, διατάσσοντας να την ανοίξουν μετά από τρεις ημέρες, και τότε όποιου εκ των τριών γενών σημείο βρεθεί εντός του Ναού, εκείνων θα είναι ο Ναός. Σφράγισαν τότε την Εκκλησία και όταν την άνοιξαν όλοι μαζί, είδαν εντός αυτής ζωγραφισμένη την εικόνα της Παναγίας και έτσι ο Ναός εδόθη στους Χριστιανούς!

Στη νότια Κύπρο υπήρχε κάποτε ένας Ναός της Παναγίας και έξω από αυτόν υπήρχε εικόνα της Παναγίας κρατώντας στην αγκαλιά της τον Χριστό ως Βρέφος, καθώς και δύο Άγγελοι που στέκονταν εκατέρωθεν. Μία ημέρα καθώς περνούσε ένας αράπης, τόξευσε την Εικόνα της Θεοτόκου στο δεξιό γόνατο και ευθύς εχύθη άφθονο αίμα από την πληγή. Ο αράπης τότε, φεύγοντας για το σπίτι του τρέμοντας, ξεψύχησε καθ’ οδόν!

Στην Κωνσταντινούπολη ένας ναύτης, ονόματι Θεόδωρος, έχασε σε ναυάγιο όλο του τον πλούτο κατορθώνοντας να γλιτώσει ο ίδιος από πνιγμό. Πήγε τότε σε έναν Εβραίο φίλο του, παρακαλώντας τον να του δανείσει χρήματα για να μπορέσει να ζήσει. Εκείνος ζήτησε εγγυητή και ο Θεόδωρος τον πήγε μπροστά στην Εικόνα του Ιησού Χριστού που είχε στήσει ο Μέγας Κωνσταντίνος στα χαλκοπρατεία και με πίστη έβαλε εγγυητή τον Χριστό! Πεισθείς τότε ο Εβραίος, του έδωσε όσα χρήματα ήθελε. Ο Χριστιανός κατόπιν εμπορεύθηκε και βοηθούμενος από τον Θεό κέρδισε αρκετά χρήματα. Απεφάσισε λοιπόν να αποστείλει από την Σικελία το όφελος προς τον φίλο του, βάζοντας το ποσό που του όφειλε μέσα σε πισσαρισμένο κιβώτιο, και προσευχόμενος στον Χριστό, Του ζήτησε να φθάσει εκείνο στα χέρια του φίλου του, ρίχνοντας το κιβώτιο στη θάλασσα. Πράγματι, με τη βοήθεια του Θεού, το κιβώτιο το βρήκε ο Εβραίος καθώς περιπατούσε στον αιγιαλό, και ανοίγοντας αυτό, βρήκε ακριβώς το ποσό, καθώς και επιστολή του Θεόδωρου που του διεμήνυε την εξόφληση του χρέους! Όμως, όταν επέστρεψε ο Θεόδωρος στην Πόλη, ο φίλος του ζητούσε τα δανεικά λέγοντας ότι δεν παρέλαβε ποτέ τα χρήματα. Τότε ο πιστός Χριστιανός πήρε τον Εβραίο και πήγαν μπροστά στην εικόνα του «εγγυητή» Χριστού, και όταν τον ρώτησε ο Θεόδωρος αν έλαβε τα χρήματα ο φίλος του, ακούσθηκε φωνή από την Αγία Εικόνα (από τότε ονομάσθηκε «Αντιφωνητής») να λέγει: «Ναι τα πήρε»! Τότε ο Χριστιανός χάρηκε, ενώ ο Εβραίος τυφλώθηκε, όμως πίστευσε και βαπτίσθηκε μαζί με την οικογένειά του.

Στην Βηρυτό, έμεινε κάποιος Χριστιανός σ’ ένα σπίτι που το ξενοίκιασε, ξεχνώντας σ’ αυτό μία εικόνα του Εσταυρωμένου Χριστού. Το σπίτι αυτό το νοίκιασε ένας Εβραίος και όταν γέννησε η γυναίκα του, τους επισκέφτηκαν κάποιοι Εβραίοι για να τους ευχηθούν. Αυτοί είδαν την Εικόνα και αμέσως σηκώθηκαν θυμωμένοι να φύγουν, κατηγορώντας τον ομοεθνή τους ότι ήταν Χριστιανός. Εκείνος τότε για να πιστεύσουν αυτοί ότι δεν ήταν Χριστιανός, έβγαλε μια μαχαίρα και την κάρφωσε με θυμό στην δεξιά πλευρά του Χριστού, που σα να ήταν ζώσα σάρκα έρευσε πολύ αίμα, κάνοντας τους Εβραίους να πιστεύσουν!

Με αυτές τις νουθεσίες προσπάθησε ο Πατριάρχης να πείσει τον βασιλιά Λέοντα, επιπλήττοντάς τον για την απιστία του. Θυμωθείς τότε εκείνος χτύπησε τον Άγιο και τον έδιωξε. Κατόπιν, ο βασιλιάς ζήτησε να συμβουλευθεί έναν καλό Χριστιανό και σοφό Διδάσκαλο, τον οποίο συμβουλεύονταν όλοι οι Χριστιανοί βασιλείς. Ούτε τότε όμως επείσθη και αφού κατέκαυσε τον Διδάσκαλο, τους μαθητές και την βιβλιοθήκη τους που περιείχε 700.000 βιβλία, διέταξε να καθαιρέσουν από όλες τις Εκκλησίες τις Άγιες Εικόνες, εδίωξε τον Πατριάρχη Γερμανό καί βασάνισε με απερίγραπτα μαρτύρια όσους τιμούσαν τις Εικόνες. Όταν πέθανε ο Λέων, τον διαδέχθηκε ο μιαρός και αντίχριστος γιός του ο Κωνσταντίνος Ε΄ ο Κοπρώνυμος που συνέχισε στα χνάρια του πατρός του, καθώς και ο επόμενος εικονομάχος Λέων ο Δ΄.

Ώσπου, εβασίλευσαν οι ευσεβείς βασιλείς Κωνσταντίνος και η μητέρα του Ειρήνη (780-802), οι οποίοι καθοδηγούμενοι από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον Άγιο Ταράσιο, συνεκάλεσαν την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο των 365 Αγίων Πατέρων κατά την οποία στερεώθησαν τα δόγματα για την προσκύνηση των Αγίων Εικόνων.

 πηγή: http://stratisandriotis.blogspot.com/ από:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=2938&Itemid=1

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΛΑΪΚΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Μαρτίου, 2010

xristougena.jpg Α) Η Εκκλησία μας αποτελείται από κλήρο και λαό. Ούτε μόνο από τον κλήρο (κληρικοκρατία) ούτε μόνο από το λαό (λαοκρατία). Είναι και τα δυό. Το συναμφότερον. Ασφαλώς υπάρχει το προβάδισμα του κλήρου. Βεβαίως υπάρχουν ποιμένες και πρόβατα. Όμως, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «ενώπιον του Αρχιποίμενος Χριστού είμαστε όλοι πρόβατα». Οι λαϊκοί οφείλουν υπακοή στους ηγουμένους τους, διότι αυτοί αγρυπνούν για τις ψυχές, μια και θα δώσουν λόγο στο Θεό. Δε συμφέρει σε μάς να επιτελούν το έργο της σωτηρίας μας στενάζοντες εξ αιτίας μας, όπως λέγει ο συγγραφέας της προς Εβραίους επιστολής (Εβρ. Ιγ΄17) Επίσης ο ίδιος ο Κύριός μας είπε ότι όποιος αθετεί και απορρίπτει τους Μαθητές και Απεσταλμένους Του, αθετεί τον Ίδιο τον Χριστό (Λουκ. Ι΄ 16).

Πράγματι είναι μεγάλο αμάρτημα η ανυπακοή στο Χριστό και τους Αποστόλους Του. Αλλά είναι εξίσου αμάρτημα πελώριο να είναι κάποιοι ψευδαπόστολοι και να μη διδάσκουν τον κόσμο «όσα ενετείλατο αυτοίς ο Ιησούς» (Ματθ. Κη΄20), αλλά να ταυτίζουν τον εαυτό τους με τον Διδάσκαλο, να κηρύσσουν δικά τους πράγματα ως Ευαγγέλιο και θείο λόγο, τη στιγμή πού δεν είναι παρά «εντάλματα και διδασκαλίαι ανθρώπων» (Κολ. Β΄22) και δή αποκυήματα παθών και εγωϊσμού. Γιατί πολλοί ξεχνούν τον λόγο του Παύλου «αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ό ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω» (Γαλ. Α΄8); Δηλαδή με άλλα λόγια, όλοι πρέπει να υπακούμε στην αλήθεια, στο Ευαγγέλιο και το Χριστό. Διαφορετικά η υπακοή σ΄ένα άνθρωπο λόγω αξιώματος γίνεται προσωπολατρεία και δεν μεταβαίνει ως υπακοή στο Χριστό τη στιγμή μάλιστα που συνειδητά επιλέγουμε τά λόγια των ανθρώπων από την αλήθεια του Θεού.

Β)Μέσα στην Εκκλησία του Θεού όλοι έχουν τη θέση τους. Το τεκμήριο όμως της αληθείας δε δόθηκε σ’ έναν άνθρωπο, όποιο αξίωμα κι αν έχει, όσο άγιος κι είναι, αλλά στο σύνολο, στο λαό. Μπορεί σε συγγράμματα κάποιων πατέρων να στηρίχτηκαν αποφάσεις συνόδων, όμως «έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν» και η συμφωνία των Πατέρων επεκύρωσε τά συγγράμματα και έβγαλε τις αποφάσεις. Τι λέγει ο Απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας επιστολή του για τη διαφωνία του με τον Πέτρο: «κατά πρόσωπον αυτώ αντέστην, ότι κατεγνωσμένος ήν» (Β΄11); Το πλήρωμα της Εκκλησίας είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α΄Τιμ. Γ΄15) κι όχι ένας μόνο άνθρωπος. Μάλιστα δε στην πρώτη Εκκλησία, κατά τη διάρκεια της ομιλίας κάποιου Αποστόλου επέπιπτε το Πνεύμα και φώτιζε κάποιον απλό χριστιανό, σήκωνε το χέρι κι αμέσως τούδιναν το λόγο και σταματούσε ο Απόστολος. Γι αυτό κι ο θείος Παύλος συνιστά στους Θεσσαλονικείς «το Πνεύμα μη σβέννυτε, προφητείας μη εξουθενείτε» (Α΄Θεσ. Ε΄ 19) Ερμηνεία: «Μη παρεμποδίζετε τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και μη ματαιώνετε την φανέρωσίν των. Μη περιφρονήτε τας προφητείας, τας οποίας το Αγιον Πνεύμα δια του χαρίσματός του εμπνέει εις διάφορα μέλη της Εκκλησίας» (Παν.Ν.Τρεμπέλας).

Γ) Ένα δε από τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος είναι και το διδασκαλικόν, ως μετοχή στο Σώμα της Εκκλησίας και στο Τρισσό αξίωμα του Χριστού. Κάθε βαπτισμένο και μυρωμένο μέλος της Εκκλησίας έχει την γενική Ιερωσύνη και μετέχει στο αρχιερατικό, στο βασιλικό και διδασκαλικό-προφητικό αξίωμα του Χριστού, ο Οποίος βεβαίως είναι ο απόλυτος Διδάσκαλος, Καθηγητής, Πατήρ και Μέγας Αρχιερεύς (Ματθ. Κγ΄ 8 κ. εξ, Εβρ. Δ΄14). Αραγε, κάθε μέλος της Εκκλησίας αυτεπάγγελτα μπορεί να μεταδίδη την πίστη και να ομολογεί μόνο του ή σε συνεργασία με άλλους πιστούς συλλογικά τον Χριστό και το Ευαγγέλιο. Εξ ού και οι ιεραποστολικοί σύλλογοι και οι αδελφότητες δια μέσου των αιώνων, συστήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται από τη Δογματική Αλήθεια της Εκκλησίας μας και τη Θεολογική επιστήμη ακραιφνώς Εκκλησιαστικά (+Ιωάν. Καρμίρης, Γνωμάτευση της Θεολογικής Σχολής Αθηνών το 1974), έστω κι αν έρθη σε δεύτερη φάση ο Επίσκοπος να επικυρώση και εγκρίνη ή διορθώση τα κηρυττόμενα υπό των μελών και των Συλλόγων, κατόπιν εξετάσεως και επισταμένης επισκοπήσεως. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η ίδρυση της Εκκλησίας της Ρώμης υπό εμπόρων χριστιανών, όπου μετά πήγε ο Απόστολος Παύλος και καθιέρωσε και συστηματοποίησε την Εκκλησία και χειροτόνησε και εγκατέστησε Κληρικούς, όπως έκανε άλλωστε παντού. Είναι η προσέλκυση στο Χριστό και η διεξοδικώτερη κατήχηση του Απολλώ από το ζεύγος Ακύλα και Πρισκίλλης, ο οποίος μετά ανεδείχθη σε συνεργάτη του Πρωτοκορυφαίου (Πράξ. ιη΄24-28).

Είναι η περίπτωση του ίδιου του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος άρχισε το Κήρυγμα και μετά ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα να δη τον Πέτρο (Γαλ. Α΄18) και τους «δοκούντας στύλους είναι τη Εκκλησία, [Ιάκωβον, Κηφάν και Ιωάννην, οι οποίοι] δεξιάς έδωκαν Παύλω και Βαρνάβα, ιδόντες ότι πεπίστευται το Ευαγγέλιον» (Γαλ. Β΄7-9). Και τούτο διότι «πρόσωπον Θεός ανθρώπου ου λαμβάνει» (Γαλ. Β΄6), αλλά το «το Πνεύμα όπου θέλει πνεί» (Ιωάν. Γ΄8). Είναι δε εν προκειμένω πολύ σχετική η προφητεία του Ιωήλ, η αναφερομένη στο μέγιστο γεγονός της Πεντηκοστής (Πράξ. β΄ 17-21),όπως και η ρήση του Κυρίου «και έσονται πάντες διδακτοί Θεού» (Ιωάν στ΄45).

Δ)Γράφει βεβαίως ο Άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος τα γνωστά για τη θέση του Επισκόπου μέσα στην Εκκλησία, ότι «όπου ο Επίσκοπος εκεί και η Εκκλησία», ότι είναι η ορατή εικών του αοράτου Χριστού, εις τόπον και τύπον Χριστού και ότι τίποτε δεν μπορεί να κάνη κανείς λάθρα του Επισκόπου, διότι τότε «τω διαβόλω λατρεύει». Πολλοί επικαλούνται επιπόλαια τη θέση αυτή του θεοφόρου ανδρός, ο οποίος προσπαθούσε να συνενώση γύρω από τον Επίσκοπο τους Χριστιανούς που κινδύνευαν να παρασυρθούν από τις αιρέσεις. Όμως ο άγιος Πατέρας τονίζει συγχρόνως και ποίο πρέπει νάναι το ήθος του Επισκόπου. Πρέπει νάναι ήθος Χριστού, η επικοινωνία του, επικοινωνία με όλους, πλήρης αδελφικής κατανοήσεως και αγάπης και ουχί, όπως λέγει και ο Πέτρος, «καταπιεστική και αισχροκερδής ως κατακυριεύων των κλήρων» (Α΄Πέτρ. Ε΄3). Οπου ο Επίσκοπος εκεί και η Εκκλησία, αλλά δεν είναι μόνο ο Επίσκοπος η Εκκλησία. Μπορεί να είναι ο Πρώτος, δεν είναι όμως ο Μονάρχης. Επίσκοπος, Τίμιον Πρεσβυτέριον και Ιερά Διακονία όλοι, μαζί με τον ευσεβή λαόν συναποτελούν το Σώμα της Εκκλησίας με Κεφαλήν Τον Χριστόν «και χωρίς τούτων Εκκλησία ου καλείται», λέγει πάλι χαρακτηριστικά ο ίδιος ο άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος (Αρχιμ. Λεωνίδου Διαμαντοπούλου, Εκκλησία και Θρησκευτικαί Οργανώσεις, Αθήνα 1998, σελ. 6-7).

 Μη ξεχνάμε ποτέ ότι «ψήφω κλήρου και λαού» εκλέγεται ο Επίσκοπος.

 (Περίπτωση Ηρακλείδου, διαδόχου αγ. Αυγουστίνου Ιππώνος). Ο λαός του Θεού εκλέγει και η Σύνοδος των Αρχιερέων χειροτονεί. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι πολύ σαφής όσον αφορά τη θέση και σχέση του Επισκόπου με το λαϊκό στοιχείο. Λέγει προς το Εκκλησίασμα και ακροατήριό του: «χωρίς υμών ουδέν εργάσομαι» (Ιωάν. Χρυσ. Εις Τίτον, Ομιλία 2,2. Μ. 62,672). Αλλά και μέσα στην Αγία Γραφή είναι πολύ σημαντική και συμμετοχική η θέση των λαϊκών [πρβλ. εκλογή 7 διακόνων, Πράξ. στ΄ 3-6, και πρώτη Αποστολική Σύνοδος Πράξ. ιε΄22]. Φαίνεται καθαρά, όπως είπαν και οι Πατριάρχαι της Ορθοδοξίας προς τον Πάπαν το 1848, «φύλαξ και φρουρός της Πίστεως και της Εκκλησίας είναι ο πιστός Λαός», πού επικυρώνει ή ακυρώνει Συνόδους και αναδεικνύει ακόμη και τους αγίους. Ξεχνάμε πως μετά την Σύνοδον της Φερράρας-Φλωρεντίας 1438-9 ο λαός στην Βασιλεύουσα υπεδέχθη ως άγιο και ομολογητή τον Επίσκοπον Εφέσου Μάρκον τον Ευγενικόν και κατέκρινε τους υπογράψαντες την Ψευδοένωση; Ξεχνάμε πως μετά τις μονοφυσιτικές έριδες, όπου είχαμε και θύματα οι Ορθόδοξοι, ο λαός έκλεισε τις πύλες του Ναού και δεν άφηνε τον ιθύνοντα Κλήρον να εξέλθη προτού αποκαταστήση τους «μακαρία τη λήξει γενομένους» πρωταγωνιστές της Ορθοδοξίας και τις Τέσσερες Οικουμενικές Συνόδους; (Πρακτικά της επί Πατριάρχου αγ. Μηνάς Ενδημούσης Συνόδου της Κων/λεως το 536 μ.Χ., εν Η Αίρεσις των Μονοφυσιτών Αντιχαλκηδονίων, Εκδ. «Ορθ. Κυψέλη» Θεσ/κη 1997).

Ε) Κατακλείομε τα ανωτέρω με μία πολύ χαρακτηριστική φράση του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου : «Εγώ μεν είς ειμί, υμείς δε πολλοί και δυνήσεσθε πάντες, όσοι εστε, είναι διδάσκαλοι. Δι’ ό παρακαλώ μη αμελείτε του χαρίσματος τούτου. Ουδέν μέγα εστί του γενέσθαι διδασκάλους της Οικουμένης» (Προς τους μη απαντήσαντας, 3. Μ.51,176, Εις Εβρ. Ομιλ. 30,2. Μ. 63, 120 κ.ε. Εις Πράξ. Ομιλ. 8,3. Μ. 60,74)

Αρχιμ. π. Σεραφείμ Τρύφ. Ζαφείρης -Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Φθιώτιδος

Πηγή:http://sites.google.com/site/xrestia/Home/epeigonta

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Μαρτίου, 2010

isxn.jpg Ο περισσότερος κόσμος πιστεύει πως οι αιρέσεις είναι σύγχρονο φαινόμενο και δείχνει την απιστία της εποχής μας . Θα εκπλαγούν όμως οι περισσότεροι αν μάθουν, πως οι αιρέσεις όχι μόνο υπήρχαν εδώ και χιλιάδες χρόνια αλλά είναι και τόσο παλιές όσο και ο ίδιος ο Χριστιανισμός. Άλλωστε κάποιες από αυτές αναφέρονται και στα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Έτσι σκεφτήκαμε να αφιερώσουμε ένα άρθρο που να αναφέρεται στις αιρέσεις στα χρόνια των Αποστόλων.

Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΣΙΜΩΝΑ ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ

Ξεκινάμε την αναφορά μας στις αιρέσεις στα χρόνια των Αποστόλων, με την αίρεση του Σίμωνα του μάγου, ο οποίος θεωρείται και ο πατέρας όλων των αιρέσεων.

 Καταγόταν από την κωμόπολη Γίτθων της Σαμάρειας και με τα μαγικά του τεχνάσματα είχε εντυπωσιάσει τους συμπατριώτες του σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρείται η «Μεγάλη Δύναμη του Θεού». Πιθανολογείται ότι έγραψε και βιβλίο που περιέχει την διδασκαλία του με τον τίτλο «Απόφαση Μεγάλη» το οποίο όμως έχει χαθεί.

Τον Σίμωνα τον μάγο τον συναντάμε στο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, Πράξεις των Αποστόλων, κεφάλαιο 8, στίχοι 8 – 25, και είναι αυτός ο οποίος, εντυπωσιασθείς από τα θαύματα του διακόνου Φίλιππου θέλησε να γίνει Χριστιανός – βαπτίστηκε μάλιστα – για να μπορεί να επιτελεί και αυτός ανάλογα θαύματα. Όταν δε αργότερα είδε τους Αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη να μεταδίδουν στους ανθρώπους με την επίθεση των χεριών στο κεφάλι τους το Άγιο Πνεύμα, πρόσφερε χρήματα στους Αποστόλους για να κάνει κάτι ανάλογο. Γι’ αυτό και η λέξη σιμωνία σήμερα, σημαίνει την εξαγορά εκκλησιαστικής εξουσίας από κληρικό.

Επειδή αποδοκιμάστηκε από τον Πέτρο κατέφυγε στη Ρώμη όπου απέκτησε πολλούς οπαδούς, γιατί ενώ έλεγε ότι πρεσβεύει τον Χριστιανισμό στην ουσία πρέσβευε ένα Γνωστικό σύστημα διδασκαλιών. Έλεγε ότι ήταν ο Πατέρας, ο οποίος κατέβηκε στην γη για να απελευθερώσει την Έννοια (την δημιουργική δύναμη του Πατέρα) η οποία είχε φυλακιστεί σε ανθρώπινο σώμα. Και πράγματι την βρήκε την Έννοια και την απελευθέρωσε στο πρόσωπο μιας πόρνης από την Τύρο της Φοινίκης.

Οι οπαδοί του, οι οποίοι οι περισσότεροι βρίσκονταν στην Σαμάρεια, τον λάτρευαν σαν Θεό, γονατίζοντας σε εικόνες αυτού και της Ελένης προσφέροντας θυμιάματα, θυσίες και σπονδές. Είχαν και κρυφές τελετές, που όπως παραδίδει ο Ευσέβιος Καισαρείας (περίπου 320 μ.Χ.), δεν μπορούν να ειπωθούν από σώφρονες ανθρώπους γιατί είναι γεμάτες από υπερβολική αισχρότητα και βρομερότητα. Σιγά – σιγά, η αίρεσή του εξαφανίστηκε, πολλοί δε από τους οπαδούς του απορροφήθηκαν στα άλλα γνωστικά συστήματα της εποχής.

Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΓΟΗΤΟΣ  ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ

Ο Μένανδρος ήταν αυτός που διαδέχτηκε τον Σίμωνα το μάγο. Καταγόταν και αυτός από τη Σαμάρεια και συγκεκριμένα από την κωμόπολη Καπαρατταία. Η διδασκαλία του ήταν ένα κράμα Γνωστικισμού ντυμένο με Χριστιανικό μανδύα.

Για τους μη γνωρίζοντες ο Γνωστικισμός ήταν ένα φιλοσοφικοθρησκευτικό σύστημα, με το οποίο ο Χριστιανισμός πάλεψε σκληρά τους τρεις πρώτους αιώνες, μέχρι να επικρατήσει. Ήταν προγενέστερος του Χριστιανισμού και είχε επηρεαστεί από τον Πλατωνισμό, τις ανατολικές Θρησκείες του Ζωροαστρισμού, Παρσισμού κ.λ.π., καθώς και τα Αιγυπτιακά μυστήρια. Όταν εμφανίστηκε ο Χριστιανισμός πήρε στοιχεία και από αυτόν, γι’ αυτό και έγινε επικίνδυνος για την Εκκλησία.

 Δέχονταν δύο κόσμους, ένα νοητό, όπου εκεί υπάρχει ο αληθινός Θεός με τα καθαρά πνεύματα, και έναν κατώτερο κόσμο, τον υλικό, στον οποίο είναι φυλακισμένες οι ψυχές των ανθρώπων. Μεταξύ αυτών των δύο κόσμων υπάρχουν οι άγγελοι και κάποια ανώτερα όντα που ονομάζονταν «αιώνες».

Ο Μένανδρος λοιπόν δίδασκε, πως αυτός ήταν ένας σωτήρας σταλμένος από τους αόρατους «αιώνες». Έλεγε επίσης πως δεν μπορούσε κανείς να νικήσει τους κακούς δημιουργούς αγγέλους, αν δεν περάσει προηγουμένως από την μαγική εμπειρία και το βάπτισμα, τα οποία μόνο αυτός μπορούσε να δώσει.

Διαστρέφοντας τα Χριστιανικά δόγματα για την ζωή μετά τον θάνατο και την ανάσταση των νεκρών, υποστήριζε, πως όσοι τον ακολουθήσουν δεν θα πεθάνουν ποτέ και θα παραμείνουν για πάντα νέοι και αθάνατοι. 

Υπολείμματα των οπαδών του, διασώθηκαν μέχρι και την εποχή του Ιουστίνου του μάρτυρα (περίπου 160 μ.Χ.).

ΕΒΙΩΝΑΙΟΙ Η ΕΒΙΩΝΙΤΕΣ

 Το όνομά τους προέρχεται από την εβραϊκή  λέξη εβιωνίμ που σημαίνει φτωχός. Πιθανόν να ονομάστηκαν έτσι, επειδή ζούσαν ασκητικά και φτωχά.

 Ανήκουν στις Ιουδαΐζουσες αιρέσεις. Οι αιρέσεις αυτές, επιθυμούσαν ο Χριστιανισμός να είναι μια βελτιωμένη έκδοση του Ιουδαϊσμού και όχι κάτι ξεχωριστό και πανανθρώπινο.

Οι οπαδοί της αίρεσης των Εβιωναίων ήταν χωρισμένοι σε δύο ομάδες.

Η πρώτη ομάδα θεωρούσε το Χριστό ως ένα απλό άνθρωπο – που  είχε γεννηθεί από την συνεύρεση της Παναγίας με άνδρα –  και δικαιώθηκε από τον Θεό, λόγω της ηθικής του προκοπής. Πίστευαν πως δεν σώζει κάποιον η πίστη στον Χριστό αλλά είναι απαραίτητος και ο Μωσαϊκός νόμος.

 Η δεύτερη ομάδα δέχονταν την γέννηση του Χριστού από την Παναγία και το Άγιο Πνεύμα, απέρριπταν όμως την θεϊκή του υπόσταση. Όπως και οι προηγούμενοι τηρούσαν πιστά την λατρεία του Μωσαϊκού νόμου. Δίδασκαν επίσης, πως πρέπει να απορριφτούν όλες οι επιστολές του Αποστόλου Παύλου, τον οποίον σημειωτέον, θεωρούσαν αποστάτη του νόμου. Χρησιμοποιούσαν μόνο το λεγόμενο «Προς Εβραίους Ευαγγέλιο», δίνοντας ελάχιστη σημασία στα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια. Τηρούσαν την ημέρα του Σαββάτου και όλο το Ιουδαϊκό τελετουργικό, αλλά παρ’ όλα αυτά, γιόρταζαν και την Κυριακή ως ημέρα ανάστασης του Χριστού.

 Ο ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗΣ ΚΗΡΙΝΘΟΣ

 Ο Κήρινθος ήταν ένας άλλος αρχηγός αίρεσης στα χρόνια των Αποστόλων. Ήταν ο εισηγητής του Χιλιασμού δηλ. της επίγειας βασιλείας του Χριστού για χίλια χρόνια.

Υποστήριζε, πως αυτά που δίδασκε, τα γνώρισε τάχα από αποκαλύψεις οι οποίες είχαν γραφεί από κάποιο σπουδαίο απόστολο, τον οποίο όμως δεν κατονόμαζε, καθώς επίσης, πως πολλά από την διδασκαλία του, του είχαν αποκαλυφτεί από κάποιον άγγελο.

Έλεγε λοιπόν, πως η χιλιετής βασιλεία του Χριστού θα είναι επίγεια και σαρκική (σ’ αυτό τον μιμούνται και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά). Κατά τους χρόνους αυτούς, ο καθένας θα μπορεί να απολαμβάνει τα φαγητά, τα ποτά, τον έρωτα και τις γιορτές.

Ο Ειρηναίος επίσκοπος της Λυών (περίπου 200 μ.Χ.), μας παραδίδει μια μαρτυρία του Πολύκαρπου επίσκοπου Σμύρνης (περίπου 110 μ.Χ.), πως όταν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, είχε πάει σε ένα δημόσιο λουτρό για να λουστεί και έμαθε πως βρίσκονταν στον ίδιο χώρο και ο Κήρινθος, έφυγε λέγοντας σ’ αυτούς που τον συνόδευαν: «Ας φύγουμε για να μην πέσει το λουτρό, αφού είναι μέσα ο Κήρινθος, ο εχθρός της αλήθειας».

Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΪΤΩΝ

 Η  αίρεση των Νικολαϊτών είναι αυτή, που μνημονεύεται και στο βιβλίο της Αποκάλυψης κεφάλαιο 2, στίχοι 6 και 15. Είναι και αυτή γνωστικίζουσα αίρεση με ειδωλολατρικά στοιχεία. Εκείνο όμως που την διέκρινε κυρίως ήταν η έντονη ακολασία των οπαδών της. Το όνομά τους τον πήραν από τον Νικόλαο, έναν από τους επτά διακόνους, που είχαν εκλεγεί από την πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, για την υπηρεσία των πτωχών, γεγονός που αναφέρεται στο βιβλίο Πράξεις των Αποστόλων, κεφάλαιο 6, στίχος 5. 

Η ελεύθερη πορνεία των Νικολαϊτών και η ακολασία τους, αποδίδεται σε ένα επεισόδιο που συνέβη στον διάκονο Νικόλαο. Αυτός λοιπόν, επειδή είχε ωραία γυναίκα, επεπλήχθη για ζηλοτυπία από τους Αποστόλους. Τότε λοιπόν ο Νικόλαος την έφερε στην μέση της σύναξης και επέτρεψε σε όποιον ήθελε να συνάψει σχέσεις μαζί της. Αυτό το έκανε για να είναι σύμφωνος με το ρητό εκείνο που λέει «παραχράσθαι τη σαρκί δει». Η λέξη όμως παραχράσθαι έχει διφορούμενη έννοια. Σημαίνει και υπερχρησιμοποιώ και περιφρονώ. Άρα αν αποδώσουμε στην νεοελληνική το παραπάνω ρητό θα προκύψουν δύο αντίθετες τελείως έννοιες. Η μία λέει, πως πρέπει να υπερχρησιμοποιούμε την σάρκα και η άλλη να την περιφρονούμε.

Οι Νικολαΐτες λοιπόν αποδέχτηκαν την πρώτη ερμηνεία του ρητού και για αυτό επιδίδονταν σε άκρατη ακολασία.

Αξίζει όμως να σημειώσουμε εδώ, πως ο διάκονος Νικόλαος σύμφωνα με την παράδοση που μας διασώζεται, έκανε την παραπάνω πράξη, ακριβώς για να δείξει πως περιφρονεί τη σάρκα και την ηδονή, για να υπηρετεί σωστά τον Κύριο. Άλλωστε δεν είχε καμιά άλλη σχέση με γυναίκα εκτός από την νόμιμη σύζυγό του, και από τα παιδιά του, οι μεν θυγατέρες του γέρασαν παρθένοι, ο δε γιος του έμεινε και αυτός αγνός και άφθορος.

Ιστολόγιο ονήσιμος

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »