Ο Όσιος Παΐσιος για τον εγωισμό
Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιανουαρίου, 2016
Αποφθέγματα περί Εγωϊσμού
Όταν τα μικρά παιδάκια περνούν με τους γονείς τους έξω από κάποια βιτρίνα και θέλουν κάτι που τους αρέσει, τότε κρατούν την μητέρα τους από το φουστάνι και την τραβάνε και κλαίνε και κτυπιούνται μέχρι να την εξαναγκάσουν να τους το αγοράσει.
-Γέροντα, γιατί επιτρέπει ο Θεός να συμβεί μια συμφορά;
-Γέροντα, τι βοηθάει περισσότερο, για να καταλάβει κανείς αυτήν την χαρά της λιτότητος;
-Γέροντα, γιατί, ενώ ζητώ κάτι με πίστη, δεν το δίνει ο Θεός;
-Γιατί Γέροντα ενώ πολλές φορές έχουμε νιώσει την παντοδυναμία του Θεού, δεν βλέπουμε την πρόνοιά Του για μας;
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η διαφορά της γνώσης από τη σοφία…
Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιανουαρίου, 2016
Ρώτησαν τον Γέροντα τι διαφέρει η Γνώση από τη Σοφία.
«Όσο η θημωνιά (σωρός από θερισμένα σπαρτά) από το καρβέλι» απάντησε εκείνος.
Οι γνώσεις είναι τα στάχυα, που συλλέγουμε στον αγρό της ζωής και τα δένουμε σε θημωνιές.
Η Σοφία είναι η διαδικασία από το αλώνι εως το φούρνο, ώσπου να γίνουν τα στάχυα καρβέλι, ψωμί.
Η Γνώση θέλγει.
Η Σοφία τρέφει.
Η Σοφία, προσφέρει τον Άρτον που όχι μόνο ευφραίνει αλλά και που «στηρίζει καρδίαν ανθρώπου».
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ Ο ΓΑΜΟΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιανουαρίου, 2016
Σε όλες τις στατιστικές έρευνες τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στους νέους που έχουν να κάνουν με την αξιοπιστία των θεσμών στην Ελλάδα η οικογένεια απολαμβάνει της μεγαλύτερης αποδοχής. Το παράδοξο είναι ότι οι περισσότεροι νέοι μεταθέτουν την απόφαση να παντρευτούν στο απώτερο μέλλον, όταν έχουν ξεπεράσει τα 35 τους χρόνια. Επηρεάζουν η κρίση, η ανεργία, η επιθυμία για οικονομική σταθερότητα. Επίσης και το γεγονός ότι εφόσον μπορούν να έχουν ελεύθερες σχέσεις, δεν υπάρχει λόγος να δεσμευτούνε. Παρότι αληθινές οι αιτίες αυτές, δεν αρκούν για να ερμηνεύσουν πλήρως το φαινόμενο.
Οι νεώτεροι σήμερα κολυμπούν σε μία θάλασσα πληροφοριών και γνώσεων. Αυτό σημαίνει ότι «ζούνε τη ζωή τους» από την αρχή ακόμη της εφηβείας. Παρέα, σχέσεις, ντύσιμο, διασκέδαση, ενημέρωση για τον κόσμο, το διαδίκτυο, η αίσθηση ότι δεν λείπει κάτι. Η ελευθερία για εκπλήρωση επιθυμιών και δικαιωμάτων, στην οποία εθίζει το καταναλωτικό πνεύμα. Όλα αυτά χωρίς την απαιτούμενη συναισθηματική ωριμότητα που παλεύει να διαχειρίζεται και τις ήττες. Ταυτόχρονα, ένας βαθύτερος ρομαντισμός διακατέχει τις νεανικές ηλικίες. Δε θέλουν να δεσμευτούν για πάντα σε μία σχέση στην οποία δεν υπάρχει η βεβαιότητα ότι θα πετύχει. Και οι νεώτεροι έχουν μάθει στη σιγουριά. Και φοβούνται ότι θα χρειαστεί να διαχειριστούν την αποτυχία στο γάμο, λόγω πλήξης, φορτωμένου προγράμματος ή επειδή ο ένας θα ανακαλύψει τον δύσκολο χαρακτήρα του άλλου και θα πειστεί ότι δεν υπάρχει γιατρειά, με αποτέλεσμα η αγάπη εύκολα να σβήνει.
Είναι και τα παραδείγματα από την ίδια την οικογένεια. Η αδυναμία των γονιών να επικοινωνήσουν ουσιαστικά μεταξύ τους. Να δώσουν χώρο στην καρδιά τους για να ακούσει ο ένας τον άλλο και την ίδια στιγμή να είναι διαθέσιμοι για τα παιδιά τους, όχι μόνο για τα υλικά, αλλά για να αφουγκραστούν τις ανησυχίες, τις πληροφορίες που χρειάζονται κριτική. Να είναι ευέλικτοι, να θέτουν όμως και όρια εκεί όπου χρειάζεται. Πρωτίστως όμως είναι η ίδια η ποιότητα της σχέσης των γονέων. Αν αυτή δεν αντανακλά αγάπη, σεβασμό, υπομονή, πνεύμα διακονίας και χαμόγελο, τότε οι νέοι αισθάνονται την οικογένεια φυλακή και ή μεταθέτουν για αργότερα τη δέσμευση ή αρνούνται το γάμο.
Η Εκκλησία δεν έχει καταφέρει σε συνολικό επίπεδο να δείξει στους νέους ότι η αγάπη την οποία επαγγέλλεται δεν έχει να κάνει μόνο με την υλική βοήθεια, αλλά περιλαμβάνει τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος μπορεί να διαχειρίζεται τη ζωή και τις επιλογές του με κριτήριο όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά και τον άλλο. Ενώ υπερασπίζεται την αξία του μυστηρίου του γάμου, δε χτίζει γέφυρες για να δείξει στους νέους ότι αυτό δεν τελειώνει στο « Δι’ ευχών» της ακολουθίας, αλλά είναι πορεία αγάπης, στην οποία η πίστη στο Θεό κάνει τις αμφιβολίες να παραμερίζονται και ενισχύει τον ένα να σηκώσει τον σταυρό του άλλου, καθιστώντας τη ζωή αληθινή. Ότι η δέσμευση γεννά δημιουργικότητα και συντροφικότητα, δίδοντας πληρότητα στην ύπαρξη.
Χρειάζεται λοιπόν επαναπροσδιορισμός της ποιμαντικής, ώστε οι νέοι να βοηθηθούν για να ξαναδούνε το γάμο και την οικογένεια μέσα από την προοπτική της αγάπης που ελευθερώνει και οδηγεί στον Θεό. Να ενθαρρυνθούν ώστε με πίστη να νικήσουν αμφιβολίες και άγχη και να πάρουν τις μεγάλες αποφάσεις.
Δημοσιεύεται στην εφημερίδα “ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ” στο φύλλο της Τετάρτης 13 Ιανουαρίου 2016
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«Η αγάπη προς τον Θεό – Συμβουλές» (αββά Ισαάκ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιανουαρίου, 2016
Ἡ ψυχή πού ἀγαπάει τόν Θεό βρίσκει ἀνάπαυση μόνο κοντά Του. Μόλις ἐλευθερωθεῖς ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας, ἡ καρδιά σου θά συνδεθεῖ μέ τόν Θεό. Ὅπως τά βρέφη τρέφονται πρῶτα μέ τό γάλα καί μετά μέ τό ψωμί, ἔτσι καί οἱ ἀρχάριοι στή χριστιανική ζωή πρῶτα πρέπει νά κόψουν αὐτά πού τούς συνδέουν μέ τόν κόσμο καί μετά νά ἑνωθοῦν μέ τόν Θεό. Ἡ σωματική ἐργασία προηγεῖται ἀπό τήν ψυχική.
Ὅπως ὁ Θεός στή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου πρῶτα ἔφτιαξε τό χωμάτινο σῶμα καί μετά φύσηξε καί τοῦ ἔδωσε «πνοήν ζωῆς», ἔτσι καί στά πνευματικά, πρῶτα θ᾿ ἀρχίσουμε μέ τούς σωματικούς κόπους καί κατόπιν θά προχωρήσουμε στή συστηματική καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν. Πρῶτα βάζει στό σπίτι κανείς θεμέλια καί μετά τό χτίζει. Ἀλλιώτικα δέν γίνεται. Ἡ ψυχική ἐργασία γεννιέται ἀπό τή σωματική, ὅπως τό στάχυ βγαίνει ἀπό τόν γυμνό κόκκο τοῦ σταριοῦ.
Οἱ κόποι πού κάνουμε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν συγκρίνονται μέ τήν ἀπόλαυση τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Τόν κόπο τοῦ γεωργοῦ ὅταν σπέρνει, ἀκολουθεῖ ἡ χαρά ὅταν θερίζει. Τό ψωμί πού τρώει τοῦ φαίνεται γλυκό, γιατί εἶναι ὁ καρπός τοῦ ἱδρώτα του.
Ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἀπαιτεῖ κόπο πνευματικό καί πολλή προσπάθεια, ἀλλά μετά ἀκολουθεῖ ἡ ἀγαλλίαση. Γι᾿ αὐτό περιφρόνησε τά πάντα καί θά ἔχεις βοηθό τόν Θεό.
Αὐτός πού ἀποφεύγει τή μάταιη δόξα τοῦ κόσμου, αἰσθάνεται στήν ψυχή του τή δόξα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. Ἐνῶ ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ νά ξεκουράσει τόν ἑαυτό του μέ τίς πρόσκαιρες ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου, αὐτός εἶναι τυφλός στήν ψυχή, γιατί δέν παραδόθηκε ὁλοκληρωτικά στόν Θεό.
Μή δένεσαι μέ χρυσάφι, ἤ ἀσήμι, ἤ μέ ὁποιοδήποτε ἄλλο θησαυρό τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Συνήθιζε τόν ἑαυτό σου νά μήν ἔχει δικαιώματα στή ζωή αὐτή, γιά νά μή φτάσεις στό σημεῖο, μέ τό ἕνα χέρι νά μαζεύεις καί μέ τό ἄλλο νά σκορπᾶς.
Νά κάνεις ἐλεημοσύνη ἀπό τόν κόπο σου καί τόν ἱδρώτα σου καί ὄχι ἀπό τίς ἀδικίες. Νά ἐλεεῖς τούς φτωχούς ἔστω κι’ ἄν σ᾿ ἀδικοῦν καί σέ βρίζουν. Ἡ ἐλεημοσύνη ὅμως δέν μπορεῖ νά σταθεῖ μόνη της σάν ἀρετή, ἄν δέν ὑπάρχει πρῶτα ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό. Αὐτή θά μᾶς στηρίξει, ὥστε ὄχι μόνο νά ὑπομένουμε τήν ἀδικία, ἀλλά νά περιμένουμε μέ χαρά τήν ἀγνωμοσύνη, πού εἶναι ἐνδεχόμενο νά μᾶς δείξουν. Νά λυπᾶσαι νά ὑποφέρεις καί νά καίγεσαι ὅταν ὁ ἀδελφός σου ἔχει ἀνάγκη, γιατί αὐτό ἔκανε καί ὁ Χριστός. Καί ἄν κανείς σέ χτυπήσει στό πρόσωπο νά μή λυπηθεῖς, ἀλλά νά χαρεῖς, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καί νά μήν τοῦ πεῖς κανένα ψυχρό λόγο.
Ν᾿ ἀγαπήσεις τήν προσευχή, γιατί θά σέ παρηγορήσει πολύ στή ζωή σου. Διάβαζε τίς θεῖες Γραφές καί ἀγάπα τή φτώχεια, γιατί αὐτή θά σ᾿ ὁδηγήσει στόν Θεό. Μίσησε τήν ξεκούραση τοῦ σώματος καί τίς ἀνέσεις, γιατί αὐτά εἶναι θάνατος τῆς ψυχῆς. Περιόρισε τίς συναναστροφές σου μέ τούς ἀνθρώπους καί φρόντισε περισσότερο γιά τήν ψυχή σου, ὥστε ν᾿ ἀποκτήσεις ἐσωτερική εἰρήνη καί γαλήνη. Ἀγάπησε τή σωφροσύνη καί φρόντισε, μέ τήν προσευχή καί τόν ἀγώνα σου, ἡ ψυχή σου νά μένει καθαρή ἀπό ρυπαρούς λογισμούς.
Μήν ἀποκάμνεις δουλεύοντας στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ γιά νά μή ντροπιασθεῖς μία μέρα, ὅταν βρεθεῖς μπροστά Του, γιά νά δώσεις λογαριασμό γιά τά ἔργα σου. Προφυλάξου ἀπό τά μικρά σφάλματα γιά νά μή πέσεις στά μεγάλα. Δούλευε στήν ἀρετή καί μή δεσμεύεσαι ἀπό τήν ἀπόλαυση καί τήν ἀνάπαυση πού προσφέρουν τά πάθη. Ἀγάπησε τά φτωχά ροῦχα καί ὄχι αὐτά πού φαντάζουν καί φαίνονται ὡραῖα. Περισσότερο νά σ’ ἐνδιαφέρει ἡ ὀμορφιά τῆς ψυχῆς καί ὄχι τοῦ σώματος.
Αὐτός πού εἶναι φλύαρος, μπορεῖ ποτέ ν᾿ ἀποκτήσει καθαρό νοῦ; Μπορεῖ ποτέ νά ἔχει κανείς ταπεινούς λογισμούς, ὅταν ἐπιθυμεῖ ν’ ἀπολαύσει τήν ἀνθρώπινη δόξα; Ὅταν ὑποταχθεῖ κανείς στίς σωματικές αἰσθήσεις, εἶναι σάν νά τρώει τήν τροφή τῶν θηρίων, ἐνῶ ὅταν τίς νικήσει, εἶναι σάν νά τρώει τήν τροφή τῶν ἀγγέλων.
Μέ τήν ταπεινοφροσύνη ἀτονοῦν τά σαρκικά πάθη, ἐνῶ μέ τήν ὑπερηφάνεια παραχωρεῖ ὁ Θεός καί πέφτει κανείς στήν πορνεία. Ἡ ταπεινοφροσύνη στολίζει τήν ψυχή μέ τήν ἁγνότητα. Ὁ ἐγωϊσμός δημιουργεῖ ἀκαταστασία καί ταραχή στήν ψυχή καί μολύνεται ὁ νοῦς μέ τούς ἀκάθαρτους λογισμούς. Ἡ ταπεινοφροσύνη ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στόν Θεό.
Νά κάνεις ἐλεημοσύνη καί νά φροντίζεις γιά τούς ἄλλους ἀνθρώπους, πού εἶναι εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μήν παραμελεῖς ποτέ τή σωτηρία τῆς ψυχῆς σου. Πρῶτα θά φωτίσεις τόν ἑαυτό σου καί μετά τούς ἄλλους.
Μή νομίζεις ὅτι μέ τήν ἐλεημοσύνη τελείωσες τίς ὑποχρεώσεις σου στόν Θεό. Χρειάζεται μεγάλος ἀγώνας γιά νά καθαρίσεις τόν ἑαυτό σου ἀπό τά πάθη, κι᾿ ἔτσι θά γίνει εὐπρόσδεκτη στόν Θεό ἡ προσφορά πού κάνεις στούς συνανθρώπους σου. Γιατί καί θαύματα νά κάνεις, ἀκόμη καί νεκρούς ν᾿ ἀναστήσεις, ἄν δέν φροντίζεις συγχρόνως γιά τήν ψυχή σου, δέν ἔκαμες τίποτα.
Πῶς θά ὁδηγήσεις ἄλλους στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἄν ἐσύ προηγουμένως δέν ἔχεις γνωρίσει τόν Θεό; Ἐνῶ εἶσαι ἄρρωστος, προσπαθεῖς νά κάνεις τούς ἄλλους καλά; Πρέπει νά γνωρίζεις ὅτι πρῶτα θά καθαρισθεῖς ἐσύ καί μετά θά καθαρίσεις τούς ἄλλους. Γιά νά φτάσει κανείς στόν Θεό, χρειάζεται νά θυσιάσει καί φαγητά καί ποτά καί ροῦχα πολυτελῆ καί ἐπαίνους καί ὅ,τι ἄλλο τραβάει τόν ἄνθρωπο στόν κόσμο. Νά γίνεις φτωχός μέ τήν ταπείνωσή σου καί ὄχι πλούσιος μέ τήν ἀναισχυντία σου.
Νά συμφιλιώνεις τούς συνανθρώπους σου μέ τήν ἀρετή σου καί ὄχι μέ τά λόγια σου. Μέ τήν πραότητά σου καί τήν γλυκύτητα θά σβήνεις τήν πυρκαϊά τοῦ θυμοῦ καί τῆς φιλονικίας. Νά ἐλέγχεις τούς ἀκόλαστους μέ τήν ἐνάρετη συμπεριφορά σου.
Ὅπου κι ἄν πᾶς νά θεωρεῖς τόν ἑαυτό σου ξένο. Ἔτσι θά προσέξεις καί δέν θά βλάψεις τούς ἄλλους. Σέ κάθε περίπτωση νά κάνεις πώς δέν γνωρίζεις τίποτε, γιά νά μή σέ κυριέψει ὁ ἐγωϊσμός. Κι ἄν ἀκόμη σέ κατηγορήσουν, ἐσύ νά τούς συγχωρεῖς καί νά μήν κρατᾶς κακία μέσα σου. Νά πιστέψεις ὅτι γιά κάθε πράγμα ἔχεις ἀνάγκη νά σέ διδάξουν, καί ὄχι νά διδάξεις ἐσύ τούς ἄλλους. Ποτέ νά μήν ὑποδείξεις κάτι στόν ἄλλο, ἄν δέν τό ἔζησες προηγουμένως ἐσύ στήν ἴδια σου τή ζωή. Νά μιλᾶς καί νά συμπεριφέρεσαι σάν μαθητής καί ὄχι σάν δάσκαλος. Νά κατακρίνεις τόν ἑαυτό σου καί νά παίρνεις τήν τελευταία θέση. Νά εἶσαι τίμιος καί νά ἐμπνέεις σεβασμό στούς ἄλλους. Κι᾿ ἄν εἶναι ἀναγκαῖο νά διδάξεις, αὐτό νά τό κάνεις μέ ταπείνωση, γιά νά ὠφελήσεις τούς ἀκροατές σου.
Ν᾿ ἀγωνίζεσαι μέ τήν προσευχή, τά δάκρυα καί τίς νηστεῖες καί ν᾿ ἀποφεύγεις νά διαβάζεις τίς διδασκαλίες τῶν αἱρετικῶν. Γιά νά ἑνωθεῖς μέ τόν Θεό χρειάζεται πολλή νηστεία. Τά πολλά καί ὡραῖα φαγητά δέν ἀφήνουν τόν νοῦ νά πλησιάσει τόν Θεό. Τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ γνωρίζονται μέ προσευχή καί νηστεία. Νά διαβάζεις τά ἱερά Εὐαγγέλια γιά νά παραδειγματίζεσαι ἀπό τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ὅσο διαβάζεις τά ἱερά κείμενα, τόσο προχωρᾶς στή γνώση τῶν θαυμασίων τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν μελετᾶς τήν Ἁγία Γραφή νά εἶσαι ἐλεύθερος ἀπό φροντίδες καί ἀπό μέριμνες βιοτικές, ὥστε νά ποτίζεται ἡ ψυχή σου ἀπό τή θεία ἀνάγνωση. Αὐτά πού διαβάζεις νά προσπαθεῖς νά ἐφαρμόζεις, γιά νά μή μένει ἡ ψυχή σου στό σκοτάδι. Στόν καιρό τοῦ πνευματικοῦ πολέμου βοηθάει πολύ ἡ ἀνάγνωση τῶν θείων Γραφῶν πού ἔχουμε κάμει, γιατί ὑπάρχει στήν ψυχή μας ἀπόθεμα πνευματικό.
Τό μέλι εἶναι πολύ ὡραῖο. Ὅταν ὅμως φάει κανείς πάρα πολύ, μπορεῖ νά τοῦ δημιουργήσει ἐμετό. Ἔτσι καί στά πνευματικά, δέν πρέπει νά βγαίνεις ἀδιάκριτα ἀπό τά ὅρια τῶν δυνατοτήτων σου. Νά κάνεις μόνο ἐκεῖνο πού μπορεῖς. Αὐτό θέλει ὁ Θεός. Τ’ ἄλλα θά τ᾿ ἀναπληρώσει ὁ Ἴδιος μέ τή χάρη Του. Γιατί ὑπάρχει καί ὁ φόβος ν᾿ ἀπελπισθεῖς, διαβάζοντας τίς ὑψηλές καταστάσεις πού ἔφτασαν οἱ ἅγιοι. Προχώρα στήν πνευματική ζωή μέ ταπεινό φρόνημα καί ὁ Θεός δέν θά σ᾿ ἐγκαταλείψει. Μήν προσπαθεῖς νά φτάσεις πνευματικές καταστάσεις πού ὑπερβαίνουν τίς δυνάμεις σου, γιατί θά πέσεις ὁπωσδήποτε, καί τήν πτώση σου αὐτή θά τήν ἐκμεταλλευθεῖ ὁ διάβολος.
Οἱ ὑψηλές πνευματικές κορυφές εἶναι πολύ δύσκολο νά κατακτηθοῦν. Ἀπαιτοῦν ταπείνωση καί πολύ κόπο καί μακροχρόνιους ἀγῶνες. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἐπισκιάζει εὔκολα τόν ἄνθρωπο, γιατί πρέπει προηγουμένως νά καθαρισθεῖ ἀπό κάθε μολυσμό. Τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ τά γνωρίζουν αὐτοί πού μέ τήν ἄσκηση καί τήν ταπείνωση ἀγωνίστηκαν στή ζωή τους γιά πολλά χρόνια. Μόνο στούς ταπεινούς ὁ Θεός φανερώνει τά μυστήριά Του.
Ἄν θέλεις νά ἐπιδοθεῖς στήν προσευχή καί στήν ἀγρυπνία, πρέπει νά κόψεις κάθε ἐπαφή σου μέ τόν κόσμο καί τήν ἁμαρτία. Χρειάζεται ἀκόμη ὑπομονή καί ἡσυχία. Μή φοβᾶσαι ἀπό τήν ταραχή πού δημιουργεῖ ὁ διάβολος κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς. Αὐτό τό κάνει, γιατί γνωρίζει τήν ὠφέλεια πού θά ἔχουμε μετά ἀπό τήν προσευχή. Γι᾿ αὐτό ἀγωνίζεται μέ κάθε τρόπο νά σβήσει τή λαμπάδα τῆς προσευχῆς. Ἡ προσευχή σου ὅμως πρέπει νά συνοδεύεται καί ἀπό τήν ἐλεημοσύνη, ὥστε νά γεμίσει ἡ ψυχή σου ἀπό τό θεῖο φῶς. Τέλος, ὅσο εἰρηνικός εἶσαι ἐσωτερικά, τόσο περισσότερο ὁ νοῦς σου θά ἐννοεῖ τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν προσευχή καί τή μελέτη τῶν ἁγίων Γραφῶν καί μ᾿ ὅλο τόν πνευματικό σου ἀγώνα, γρήγορα θά φτάσεις στήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς.
Εἰναί αἰσχρό οἱ φιλοσαρκοι καί γαστρίμαργοι νά ἐξέταζουν τά πνευματικά πράγματα, ὅπως ἡ πόρνη νά μιλάει γιά σωφροσύνη. Καί ὅπως, ὅταν τό σῶμα πάσχει ἀπό μεγάλη ἀρρώστια, ἀποφεύγει τά παχειά φαγητά, ἔτσι κι᾿ ὁ νοῦς δέν μπορεῖ νά φτάσει στά θεῖα πράγματα ὅταν καταγίνεται μέ τά κοσμικά. Ὅπως ἡ φωτιά δέν μπορεῖ ν’ ἀνάψει τά βρεγμένα ξύλα, ἔτσι καί ἡ θεία φωτιά δέν μπορεῖ νά θερμάνει τήν καρδιά πού ἀγαπάει τήν ἀνάπαυση. Ὄπως ἡ πόρνη δέν περιορίζεται σ᾿ ἕνα μόνο ἐραστή, ἔτσι καί ἡ ψυχή πού καταγίνεται μέ πολλά πράγματα δέν μπορεῖ να κατανοήσει τά σπουδαιότερα, πού εἶναι τά θεῖα.
Ὅπως ἐκεῖνος πού δέν εἶδε μέ τά μάτια του τόν ἥλιο δέν μπορεῖ νά διηγηθεῖ στούς ἄλλους πῶς εἶναι τό φῶς του, ἔτσι κι αὐτός πού δέν γεύτηκε τή γλυκύτητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς δέν μπορεῖ νά μιλήσει γιά πνευματικά πράγματα. Ἄν κάτι δέν τό ἔχεις ἀνάγκη καί σοῦ περισσεύει, δῶστο στόν ἀδελφό σου, γιατί ἔτσι θά πλησιάσει περισσότερο ἡ καρδιά σου τόν Θεό. Ὅταν κάνεις ἐλεημοσύνη νά δίνεις πλουσιοπάροχα, κάνοντάς την μέ χαρά, «ἱλαρόν γάρ δότην ἀγαπᾶ ὁ Θεός». Γιά τό ψωμί πού δίνεις στόν φτωχό θά πάρεις μισθό στήν ἄλλη ζωή. Μήν ἐξετάζεις ἄν σ’ αὐτόν πού κάνεις ἐλεημοσύνη ὑπάρχει πραγματική ἀνάγκη ἤ ὄχι. Ἐσύ κάνε τό καθῆκον σου καί ὁ Θεός θά κρίνει σωστά. Γιατί κάνοντας ἀδιάκριτα ἐλεημοσύνη, θά προσελκύσεις καί τούς σκληρόκαρδους στό καλό.
Σ᾿ αὐτό μᾶς διδάσκει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, πού ἔτρωγε μαζί μέ τούς τελῶνες καί τούς ἁμαρτωλούς. Δέν προτιμοῦσε τούς καλούς καί τούς ἄξιους, ἀλλά τούς ἀνάξιους, γιά νά τούς προσελκύσει καί νά τούς δημιουργήσει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι κι᾿ ἐσύ νά κάνεις τό καλό σέ ὅλους, εἴτε εἶναι φίλοι σου εἴτε ἐχθροί σου.
Κι᾿ ὅταν κάνεις τό καλό, μήν περιμένεις ἀμοιβή ἀπό τούς ἀνθρώπους, γιατί θά σέ ἀνταμείψει ὁ Θεός. Πρόσεξε μήπως πέσεις στήν παγίδα καί μαζεύεις πράγματα, γιά νά κάνεις δῆθεν ἐλεημοσύνη. Ἡ ἐλεημοσύνη ἔχει ἀξία μπροστά στά μάτια τοῦ Θεοῦ ὅταν γίνεται ἀπό τό ὑστέρημά σου. Ὅσο λιγότερα ἔχεις, τόσο πιό εὐτυχισμένος εἶσαι καί πολύ εὔκολα θά πλησιάσεις τόν Θεό. Τά πολλά ὑλικά πράγματα δένουν τόν ἄνθρωπο στήν γῆ αὐτή, καί δέν τόν ἀφήνουν νά δεῖ τήν Αἰώνια Βασιλεία. Ἡ ἀφθονία τῶν πραγμάτων εἶναι ἐχθρός τῆς ἐγκράτειας.
Εἰναι εὐτυχισμένος ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ νά βρεῖ ἡσυχία γιά νά ἔλθει σ᾿ ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό, καί δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τίς πολλές ἐργασίες. Γιατί ὅσο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος θά ἔχει δουλειές καί δέν θά σταματήσουν ποτέ. Βέβαια, καί ἡ ἐργασία εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν προκοπή τῆς ψυχῆς. Οἱ Πατέρες μάλιστα ὁρίζουν ὅτι οἱ ἀρχάριοι στήν πνευματική ζωή πρέπει νά καταγίνονται πολύ μέ τή σωμάτικη ἐργασία, γιά νά μή τούς πειράζει ὁ σατανᾶς, χωρίς φυσικά νά παραλείπουν καί τήν προσευχή.
Καί προσευχή καί ἐργασία.
Νά μήν ἀμελεῖς τίς μετάνοιές σου, γιατί αὐτό φοβίζει τόν σατανᾶ. Νά γνωρίζεις ὅτι θά σέ πολεμήσουν πολύ οἱ δαίμονες, ὅταν ἀρχίζεις νά προσκυνᾶς τόν Θεό σου. Κανένα πρᾶγμα στόν πνευματικό ἀγώνα δέν εἶναι ἀνώτερο ὅσο ἡ ἀσκητική προσπάθεια, πού τόσο φθονοῦν οἱ δαίμονες, γιατί καίγονται ὅταν βλέπουν τούς χριστιανούς νά πέφτουν γονατιστοί μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο.
Νά ζητᾶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί Αὐτός θά φωτίσει τό σκοτάδι τῆς καρδιᾶς σου καί θά κάνει ν᾿ ἀνθίσει μέσα σου ἕνας πνευματικός παράδεισος. Πρῶτα ὅμως πρέπει νά κόψεις κάθε ἁμαρτωλό πρᾶγμα πού σέ συνδέει μέ τόν κόσμο καί μετά νά στραφεῖς στόν ἐσωτερικό σου κόσμο, γιά νά ξεριζώσεις ὅ,τι σάπιο ὑπάρχει.
Αὐτά ὅπως σοῦ εἶπα καί πιό πάνω, δέν εἶναι εὔκολα πράγματα. Τό νά καθαρίσει κανείς τόν ἑαυτό του ἀπό τούς σαρκικούς μολυσμούς ἀπαιτεῖ ἀγώνα μεγάλο πού θά διαρκέσει πολύ καιρό. Καί αὐτά στά λέω ὄχι γιά νά σέ ἀπελπίσω γιά τή σωτηρία σου, ἀλλά γιά νά σέ βοηθήσω νά προχωρᾶς συνεχῶς, μέχρις ὅτου γευθεῖς τή γλυκύτητα πού προσφέρει ὁ Θεός. Γιατί ἡ γλυκύτητα τῆς ἁμαρτίας εἶναι ψευτική καί πρόσκαιρη. Μόνο κοντά στό Θεό θά βρεῖς πραγματική παρηγοριά καί καταφύγιο.
Νά μισήσεις τά ἁμαρτωλά ἔργα καί τότε θά σέ πλησιάσει ὁ Θεός καί θά σοῦ στείλει τή χάρη Του.
Κοντά στόν Θεό θά βρεῖς εἰρήνη καί χαρά, ἀρκεῖ νά Τόν ἀγαπήσεις μ᾿ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς σου.
Κοντά στόν Θεό θ᾿ ἀπολαύσεις τήν αἰώνια μακαριότητα στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Ἀγάπησε ἀληθινά τόν Θεό καί τότε θά γίνεις εὐτυχισμένος.
Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος για το μάθημα των Θρησκευτικών
Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιανουαρίου, 2016
Συνεδρίασε η Δ.Ι.Σ. για το μήνα Ιανουάριο
Συνήλθε σήμερα Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016, στη δεύτερη Συνεδρία Της για τον μήνα Ιανουάριο, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου.
Κατά τη χθεσινή και τη σημερινή Συνεδρία:
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος επικύρωσε τα Πρακτικά της Εξουσιοδοτήσεως.
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος συνήλθε στην απογευματινή Συνεδρίασή Της την 12.1.2016 από κοινού με τους Κοσμήτορες και Προέδρους Τμημάτων των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης και εκπροσώπους επιστημονικών συλλόγων Θεολόγων, για να συζητήσουν το θέμα της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών στη Μέση Εκπαίδευση (φωτογραφία).
Στη Συνεδρίαση εισηγήθηκε το θέμα ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, ο οποίος επικέντρωσε το ενδιαφέρον στο περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών, παρουσίασε τα δύο Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (το ισχύον και το νέο προτεινόμενο Πρόγραμμα), και κατέληξε σε συνθετική πρόταση, ώστε να επικεντρωθεί η προσπάθεια περαιτέρω εμπλουτισμού του τρέχοντος Πρόγραμματος Σπουδών και επ’ αυτού να γίνουν προσθήκες σε επιστημονική βάση, χρησιμοποιώντας χρήσιμα στοιχεία του νέου Αναλυτικού Προγράμματος Σπουδών. Οι παριστάμενοι εκπρόσωποι Θεολογικών Σχολών επαίνεσαν την εισήγηση ως συγκροτημένη και αναλυτική.
Στη σημερινή Συνεδρίαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου έγινε ευρύτατη συζήτηση μεταξύ των Συνοδικών Αρχιερέων επί της πρότασης του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου και η Ιερά Σύνοδος την αποδέχθηκε και κατέληξε στα εξής:
1. Η διαδιδόμενη άποψη ότι τα βιβλία του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι κατηχητικά και ομολογιακά είναι εσφαλμένη έως και παραπλανητική. Ο χαρακτήρας των σύγχρονων βιβλίων στην χώρα μας είναι γνωσιολογικός και πολιτιστικός με θρησκειολογική αναφορά. Ήδη η διδασκόμενη ύλη είναι σημαντικά εμπλουτισμένη στις τάξεις του Λυκείου με γνωστικό υλικό για άλλα θρησκεύματα και δόγματα και με ευκαιρίες προβληματισμού για τις θρησκευτικές και ηθικές διαστάσεις σύγχρονων προβλημάτων.
2. Το γεγονός ότι το ισχύον πρόγραμμα σπουδών κυριαρχείται από την παροχή γνώσεων γύρω από την ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση του τόπου δεν το μετατρέπει από μάθημα θρησκευτικής μόρφωσης σε διαδικασία προσηλυτισμού των μη ορθοδόξων μαθητών ή κατηχήσεως των ορθοδόξων μαθητών, ούτε απευθύνεται αποκλειστικά στους τελευταίους. Κατ’ ανάγκην η διδακτέα ύλη πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν τα τοπικά, ιστορικά, θρησκευτικά και πληθυσμιακά συμφραζόμενα της ελληνικής σχολικής τάξης και τον στόχο της ομαλής ένταξης του μαθητή στην ελληνική κοινωνία, που κατά πλειοψηφία ασπάζεται το Ορθόδοξο Χριστιανικό δόγμα. Ισχυρισμοί περί δήθεν ομολογιακού χαρακτήρος εκκινούν από αρνητική προϊδέαση για το μάθημα και τον ρόλο των εκπαιδευτικών, επιστημόνων θεολόγων, ως φορέων δήθεν θρησκευτικού μισσιοναρισμού στο ελληνικό σχολείο.
3. Παλαιές και πρόσφατες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων, που ερμηνεύουν το Σύνταγμα, αποφαίνονται ομόφωνα υπέρ της υποχρεωτικής διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών με κύρια βάση την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και με δικαίωμα απαλλαγής για όσους δεν είναι ορθόδοξοι χριστιανοί. Παράλληλα, όπως έχει εξηγήσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να διέπεται από τις αρχές της αντικειμενικότητας και του πλουραλισμού, οι οποίες δεν παραβιάζονται μόνο και μόνο επειδή το μάθημα αναφέρεται κατά κύριο λόγο στην κυρίαρχη θρησκευτική παράδοση του οικείου κράτους.
4. Η παρέλευση μερικών ετών από τότε που εγράφησαν τα βιβλία που διδάσκονται στην Μέση Εκπαίδευση δικαιολογεί την επικαιροποίησή τους. Παραμένοντας στην ίδια μεθοδολογία του ισχύοντος Προγράμματος Σπουδών όσον αφορά στην ιστορική οργάνωση της ύλης, είναι δυνατόν να υπάρξουν προσθήκες, οι οποίες διευρύνουν το θρησκειολογικό, ιδεολογικό και πολιτιστικό πεδίο της ύλης με σκοπό την επαύξηση της μορφωτικής αξίας και συμβολής του στην εκπαίδευση των νέων. Προτείνεται αυτές οι προσθήκες να γίνουν στο τέλος κάθε βιβλίου, ώστε οι μαθητές, των οποίων η πλειοψηφία ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά και όσοι μη ορθόδοξοι μαθητές επιθυμούν να αποκτήσουν σφαιρικές γνώσεις για την θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση του τόπου μας, να αποκτήσουν συγκροτημένη εικόνα.
5. Στην εποχή μας που ισχυροποιούνται φονταμενταλιστικές απόψεις άλλων θρησκειών, αντικοινωνικές τάσεις παραθρησκευτικών φαινομένων και επικίνδυνων σεκτών, η διδασκαλία της Ορθοδόξου Θεολογίας, που διακρίνεται για την αγάπη, ανεκτικότητα, ειρηνική διάθεση και είναι απηλλαγμένη από φονταμενταλισμούς και ρατσισμούς, θα βοηθήσει αρκούντως και στην κοινωνική συνοχή. Στο θέμα αυτό δεν πρέπει να επικρατούν οι αγκυλώσεις και προκαταλήψεις του παρελθόντος, διότι το σχολείο και η σχολική κοινότητα δεν είναι χώρος επιβεβαίωσης καμίας πολιτικής συνθηματολογίας, τα σχολικά μαθήματα δεν μπορούν να διαχωρίζονται σε «προοδευτικά» και «συντηρητικά», ούτε επιτρέπεται η διεξαγωγή οποιουδήποτε ατύπου δημοψηφίσματος φρονημάτων στην πλάτη των μαθητών, όπως επιχειρήθηκε με τις υποσχέσεις περί αναιτιολόγητης απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών.
Η Ιερά Σύνοδος υιοθέτησε την πρόταση του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου, η οποία έχει ως εξής: «Η πρότασή μου, λοιπόν, είναι να επικεντρωθεί το ενδιαφέρον στο τρέχον Πρόγραμμα Σπουδών με την δική του θεματική μεθοδολογία, στο οποίο όμως να γίνουν μερικές βελτιώσεις, εντάσσοντάς το στα σύγχρονα παιδευτικά δεδομένα, οπότε να εισαχθούν σε κάθε βιβλίο –όχι σε κάθε μάθημα– μερικά κεφάλαια θρησκειολογικά, ανάλογα με την θεματολογία του βιβλίου, αφού όμως δοθεί προτεραιότητα στην ορθόδοξη παράδοση, την οποία ακολουθεί η πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών, αλλά και να χρησιμοποιηθούν ως εφαρμογές και τα καλά στοιχεία του Νέου Προγράμματος Σπουδών».
Η Ιερά Σύνοδος προσκάλεσε τα Μέλη της Επιτροπής Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων, τους Σεβ. Μητροπολίτες Περιστερίου κ. Χρυσόστομο, Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο και Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο προκειμένου να ενημερωθεί για την σύγκληση των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών που θα πραγματοποιηθεί στη Γενεύη από τις 21 έως τις 28 Ιανουαρίου 2016, καθώς και για τα θέματα που πρόκειται να συζητηθούν.
Αποφασίστηκε να εκπροσωπήσει τον Μακαριώτατο στην εν λόγω σύγκληση ο Σεβ. Μητροπολίτης Ηλείας κ. Γερμανός συνοδευόμενος από τους Σεβ. Μητροπολίτες Περιστερίου κ. Χρυσόστομο και Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο.
Επίσης η Δ.Ι.Σ. ασχολήθηκε με τρέχοντα υπηρεσιακά θέματα.
Εκ της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου
Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Άγιος Γρηγόριος, ο πράος και φιλόσοφος επίσκοπος Νύσσης
Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιανουαρίου, 2016
Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης (10 Ιανουαρίου)
Ο άγιος Γρηγόριος, γιος του αγίου Βασιλείου και της αγίας Εμμέλειας, αδελφός του Μ. Βασιλείου και της Αγίας Μακρίνας, γεννήθηκε γύρω στο 331 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ανατράφηκε μέσα στο κλίμα αρετής και ευσέβειας που καλλιεργούσαν οι τόσοι άγιοι της οικογένειάς του. Την θύραθεν παιδεία πήρε από τον πατέρα του, δάσκαλο της ρητορικής, αφομοίωσε απεριόριστες φιλοσοφικές, λογοτεχνικές και επιστημονικές γνώσεις και έγινε πρωτεργάτης της μεταστροφής της αρχαιοελληνικής παιδείας στον Χριστιανισμό. Βαπτίσθηκε σε νεαρή ηλικία, χειροτονήθηκε αναγνώστης και έγινε δάσκαλος της ρητορικής.
Όταν το 370 ο άγιος Βασίλειος έγινε αρχιεπίσκοπος Καισαρείας επέλεξε τον Γρηγόριο και τον τοποθέτησε επίσκοπο στην ταπεινή πόλη Νύσσα, παρά τις αντιρρήσεις του. Χωρίς τις διοικητικές ικανότητες και δεξιότητες που απαιτούν τα εκκλησιαστικά ζητήματα, πολύ ταπεινός και αγαθός για να αντισταθεί στη δολιότητα κάποιων κακόβουλων ανθρώπων, γρήγορα έπεσε θύμα των ραδιουργιών των αρειανοφρόνων, οι οποίοι τον κατηγόρησαν ως μη κανονικώς εκλεγέντα και πέτυχαν διά του έπαρχου Δημοσθένη, δηλωμένου εχθρού των Ορθοδόξων, την καθαίρεση και τον εκτοπισμό του (376). Επανήλθε θριαμβευτικά στην Νύσσα δύο χρόνια αργότερα, όταν πέθανε ο Ουάλης. Δεν μπόρεσε όμως να απολαύσει την ειρήνη παρά για λίγο καιρό. Ο θάνατος του αγίου Βασιλείου (αρχές 379), τον οποίο θεωρούσε πάντα περισσότερο ως πνευματικό πατέρα παρά ως κατά σάρκα αδελφό, τον κατέστησε κληρονόμο και διάδοχο του υπέρμαχου της Ορθοδοξίας.
Τότε ο Γρηγόριος, ο φιλόσοφος, ο πράος και συγκρατημένος, επιδόθηκε με ζήλο στον δογματικό αγώνα και επέβαλε σε όλους το κύρος του, χάρη στο βάθος της θεολογικής του σκέψης και στην ευγλωττία του.
Έλαβε μέρος στην Σύνοδο της Αντιόχειας και ανασκεύασε την αίρεση του Απολλιναρίου, ο οποίος δίδασκε ότι ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Κατάφερε δε να σταματήσει το σχίσμα που διαιρούσε την εκκλησία της Αντιόχειας για περισσότερα από πενήντα χρόνια. Έλαβε μέρος στη Β’ Οικουμενική Σύνοδο πολεμώντας τους αρειανούς και πνευματομάχους. Ονομάσθηκε Πατήρ πατέρων από την Ζ΄Οικ. Σύνοδο. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος, που τον ονόμασε «Στύλο της Ορθοδοξίας», τον τοποθέτησε πνευματικό του σύμβουλο και του ανέθεσε να εκφωνήσει τους επικήδειους λόγους για την σύζυγό του Πλακίλλα και την κόρη του Πουλχερία (385).
Γύρω στο 386 μπόρεσε επιτέλους να αφιερωθεί ολόψυχα στην πνευματική ζωή και τη διεύθυνση και διαποίμανση των μονών που ίδρυσε ο άγιος Βασίλειος. Συμπλήρωσε ορισμένα από τα ερμηνευτικά και θεολογικά συγγράμματά του, έγραψε πραγματείες μυστικής θεολογίας (Ομιλίες εις το Άσμα Ασμάτων, Ο βίος τον Μωυσέως, Περί του κατά Θεόν σκοπού), που διακρίνονται για το βάθος και το κάλλος των στοχασμών.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο, προϋποθέσεις για την πνευματική τελειότητα, που είναι συνεχής ανοδική πορεία, είναι η συνεργασία κάθε πιστού με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Μετέχοντας διά του βαπτίσματος στο Σώμα του Χριστού και διευρύνοντας αδιάκοπα την παρουσία του Κυρίου μέσα στην ψυχή διά των αρετών και στο σώμα διά των Μυστηρίων, μπορεί στο εξής να προοδεύσει ενούμενος ασυγχύτως με τον άπειρο Θεό.
Αφού ποίμανε το ποίμνιο του καλώς και οσίως εξεδήμησε προς Κύριον σε βαθειά γεράματα.
Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος
http://www.pemptousia.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Νύσσης
Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιανουαρίου, 2016
Εορτάζει στις 10 Ιανουαρίου εκάστου έτους.
Η Μούσα Γρηγόριος, ου Νύσσα θρόνος,
ου Πιερίαν, αλλ Ἐδὲμ σκηνήν έχει.
Γρηγόριον δεκάτη θανάτου κνέφας αμφεκάλυψεν.
Βιογραφία
Ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στη Νεοκαισάρεια του Πόντου το 332 μ.Χ. και ήταν αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου. Παίρνει την ίδια μόρφωση με τον μεγάλο του αδελφό, ξεχωρίζει δε κι αυτός για την ευφυΐα του, την επιμέλεια του και την φιλοσοφικότατη ιδιοφυΐα του και είχε χειροτονηθεί αναγνώστης.
Ο Γρηγόριος νυμφεύεται τη Θεοσέβεια, (πραγματικά αγία γυναίκα), που γρήγορα την αρπάζει ο θάνατος. Ισχυρός χαρακτήρας καθώς ήταν, δεν απελπίζεται, και στα σαράντα του χρόνια γίνεται επίσκοπος Νύσσης (σήμερα Νεμσεχίρ), μιας κωμοπόλεως της Καπαδοκίας. Οι Αρειανοί, όμως, του έφεραν μεγάλες ενοχλήσεις. Αντιλαμβανόμενοι, ότι στο πρόσωπό του η αίρεσή τους θα είχε σπουδαιότατο πολέμιο, σχεδίασαν να τον εξοντώσουν. Τον κατηγόρησαν λοιπόν, ότι εξελέγη Επίσκοπος αντικανονικά και σφετερίσθηκε χρήματα της Εκκλησίας. Τις κατηγορίες υπέβαλε κάποιος με το όνομα Φιλόχαρης, όργανο των Αρειανών, προς τον διοικητή του Πόντου Δημοσθένη, προς τον οποίο ο Μέγας Βασίλειος έγραψε και επιστολή. Για την κατηγορία της καταχρήσεως παρακάλεσε να γίνει ο έλεγχος για να δειχθεί η συκοφαντία, για την αντικανονική χειροτονία λέγει ότι η ευθύνη είναι δική του, διότι αυτός χειροτόνησε και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι σωστό να δικάσει επί της υποθέσεως αυτής σύνοδος Επισκόπων, των οποίων η εκκλησιαστική θέση δεν ήταν σε κανονική τάξη.
Η επίκληση του Βασιλείου απέβη άκαρπη. Ο αυτοκράτορας Ουάλης ήθελε να αποφευχθεί το θέμα. Το 376 μ.Χ. ο Γρηγόριος καθαιρείται ερήμην από σύνοδο Αρειανών Επισκόπων του Πόντου και της Γαλατίας. Και ο Γρηγόριος, καταδιωκόμενος, αναγκαζόταν να πλανάται και να κρύβεται. Η περιπέτεια έληξε τον Αύγουστο του έτους 378 μ.Χ., όταν απέθανε ο Ουάλης. Ο Γρηγόριος επανήλθε στη Νύσσα, όπου του επιφυλάχθηκε θριαμβευτική υποδοχή.
Κατά το φθινόπωρο του 379 μ.Χ. έλαβε μέρος στη Σύνοδο της Αντιόχειας, η οποία συνήλθε ιδίως για την αίρεση του Απολλιναρίου. Ο Απολλινάριος, ερμηνεύοντας κατά γράμμα χωρίο της Αγίας Γραφής (κατά Ιωάννη α’ 14), υποστήριζε ότι ο Θεός Λόγος έγινε σάρκα, όχι σάρκα και ψυχή. Αρνήθηκε τον ανθρώπινο νου, την ανθρώπινη ψυχή και θέληση του Ιησού Χριστού ως στοιχεία διασπαστικά της ενότητός Του και αντίθετα προς την τελειότητά Του και αντικατέστησε τα στοιχεία αυτά με τη θεία επενέργεια. Δίδασκε, δηλαδή, στην ουσία, ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι τέλειος Θεός ούτε τέλειος άνθρωπος. Πολλοί νόμιζαν ότι ο Απολλινάριος δέχθηκε την επίδραση της πλατωνικής και νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, αλλά το πιθανότερο είναι, καθώς πιστεύει ο Γρηγόριος Νύσσης, ότι αφετηρία στη χριστολογική του διδασκαλία είναι χωρίο επιστολής του Αποστόλου Παύλου (προς Θεσσαλονικείς Α’, ε’ 23). Στη Σύνοδο ο Άγιος ανασκεύασε τις κακόδοξες θεωρίες του Απολλιναρίου. Επίσης, η Σύνοδος του ανέθεσε αποστολή για την Εκκλησία της Βαβυλωνίας και με την ευκαιρία αυτή επισκέφθηκε και τους Αγίους Τόπους.
Ο Θεός τον αξιώνει επίσης, να γίνει το κυριότερο όργανο Του στη Β’ Οικουμενική σύνοδο, το 381 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, και κατατροπώνει στην κυριολεξία τους πνευματομάχους του Μακεδονίου, με «… τη μάχαιρα που δίνει το Πνεύμα και η οποία είναι ο λόγος του Θεού» (Προς Έφεσίους στ’ 17). Στις συζητήσεις εκείνες, ο Γρηγόριος ο Νύσσης τόσο πολύ είχε διακριθεί, ώστε ονομάστηκε «Πατήρ Πατέρων και Νυσσαέων Φωστήρ». Ο δε Μέγας Θεοδόσιος τον ονόμασε στύλο της Ορθοδοξίας. Πέθανε ειρηνικά, αφού άφησε πολύ αξιόλογα έργα: ερμηνευτικά, δογματικά, κατηχητικά, λόγους ηθικούς, εορταστικούς, εγκωμιαστικούς, επιταφίους και έναν επιμνημόσυνο στον αδελφό του Μέγα Βασίλειο.
Απολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείον γρήγορσιν, ενδεδειγμένος, στόμα σύντονον, της ευσέβειας, ανεδείχθης Ιεράρχα Γρηγόριε τη γαρ σοφία των θείων δογμάτων σου, της Εκκλησίας ευφραίνεις το πλήρωμα. Πάτερ όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Κοντάκιον
Ήχος α’. Χορός Άγγελικός
Της Εκκλησίας ο ένθεος Ιεράρχης, και της σοφίας σεβάσμιος μυστολέκτης, Νύσσης ο γρήγορος νους Γρηγόριος, ο συν Αγγέλοις χορεύων, και εντρυφών τω θείω φωτί, πρεσβεύει απαύστως υπέρ πάντων ημών.
Έτερον Κοντάκιον
Ήχος β’. Την εν πρεσβείαις.
Το όμμα της ψυχής, γρηγορών Ιεράρχα, ως γρήγορος Ποιμήν, ανεδείχθης τω κόσμω, και ράβδω της σοφίας σου, παμμακάριστε Όσιε, πάντας ήλασας, τους κακοδόξους ως λύκους, αδιάφθορον, διατηρήσας την ποίμνην, Γρηγόριε πάνσοφε.
saint.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο ΚΑΤΑΒΑΣ ΑΥΤΟΣ ΕΣΤΙ ΚΑΙ Ο ΑΝΑΒΑΣ ΥΠΕΡΑΝΩ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιανουαρίου, 2016
Οι χριστιανοί συνήθως δεν συνειδητοποιούμε σε ποιον Θεό πιστεύουμε. Έχουμε την εντύπωση ότι ή είναι μία απρόσωπο δύναμη, την οποία θα συναντήσουμε όταν εξέλθουμε εκ του κόσμου τούτου, ή ότι πρόκειται για τον Χριστό που έγινε άνθρωπος για να μας προσφέρει μία διδασκαλία, την οποία, εφόσον προσπαθήσουμε να τηρήσουμε, θα γίνουμε καλοί άνθρωποι και θα κληρονομήσουμε την βασιλεία των ουρανών. Αυτές οι θεωρήσεις όμως δεν μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε ότι ο Θεός στον Οποίο πιστεύουμε δεν είναι απλώς μία Δύναμη ή Κάποιος που ήρθε για να αλλάξει την ηθική και αξιακή πορεία του κόσμου, αλλά ο Θεάνθρωπος Κύριος ο Οποίος κατέβηκε στα κατώτερα μέρη της γης, δηλαδή «μέχρις Άδου ταμείων», για να σώσει τον άνθρωπο από τον θάνατο, και την ίδια στιγμή ανέβηκε, επέστρεψε στον ουρανό παίρνοντας μαζί Του αιχμάλωτη την κακία, την αμαρτία, το ψέμα, για να μην του επιτρέψει να αγγίξει την ανθρώπινη φύση, εφόσον βεβαίως ο καθένας από εμάς αποφασίζει να Τον ακολουθήσει στη ζωή του, όχι απλώς ηθικά και αξιακά, αλλά με όλη του την καρδιά, με όλη του την ύπαρξη, με όλη του τη σκέψη και τη διάνοια. Αν δηλαδή Του παραδοθεί ψυχή τε και σώματι και δεχθεί την αιχμαλωσία της χαράς, της ελευθερίας και της αγάπης, που γεννώνται μέσα από την σχέση με τον Θεάνθρωπο και που ξεκινούν να γίνονται πράξη όταν ο άνθρωπος αποδέχεται το βάπτισμα και εισέρχεται στην Εκκλησία και τη ζωή της.
«Ο καταβάς αυτός εστί και ο αναβάς υπεράνω πάντων του ουρανών, ίνα πληρώση τα πάντα» (Εφεσ. 4, 10). «Αυτός που κατέβηκε είναι ο ίδιος που ανέβηκε πάνω απ’ όλους τους ουρανούς, για να γεμίσει με την παρουσία του το σύμπαν». Ο απόστολος Παύλος περιγράφει το μυστήριο της συνάντησης του Χριστού με την ανθρώπινη φύση, αυτό το οποίο το σχέδιο της θείας οικονομίας είχε προετοιμάσει προ καταβολής κόσμου. Γιατί, κατά την πατερική μας παράδοση (άγιος Γρηγόριος Νύσσης), ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε γενικά κατ’ εικόνα Θεού, διότι θα ήταν τότε μόνο μία πνευματική ύπαρξη, όπως οι άγγελοι. Δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Χριστού, διότι ο Χριστός επρόκειτο να προσλάβει την ανθρώπινη φύση, δηλαδή και τη σωματική διάσταση του ανθρώπου. Γι’ αυτό και στην Εκκλησία το μυστήριο του βαπτίσματος, όπως και όλα τα άλλα δεν είναι απλώς μία πνευματική τελετή αναπομπής προσευχών στον Θεό, αλλά περιλαμβάνει όλη την ανθρώπινη ύπαρξη. Υπάρχουν οι προσευχές και οι ευχές. Ο άνθρωπος όμως αγιάζεται και σωματικά. Αλείφεται με λάδι, βαπτίζεται στην κολυμβήθρα, κείρεται την κόμη της κεφαλής, λαμβάνει το αγιασμένο μύρο του χρίσματος στο σώμα του, απολούζεται, αγιάζεται ψυχή τε και σώματι, διότι μετέχει ως πλήρης ύπαρξη στον σταυρό, την ταφή και την ανάσταση του Χριστού. Ανάλογα και στα άλλα μυστήρια της Εκκλησίας συνυπάρχουν το πνευματικό με το σωματικό στοιχείο. Γι’ αυτό και ο αγιασμός του ανθρώπου δεν περιορίζεται στην διάνοια, αλλά απλώνεται σε όλη την ύπαρξη. Γι’ αυτό και το σώμα του ανθρώπου είναι ναός του Αγίου Πνεύματος.
Αυτή η θέαση της ζωής και του ανθρωπίνου προσώπου έχει μοναδική σημασία για τη ζωή όλων μας. Ζωή και θάνατος αγιάζονται από τον Χριστό. Το πρόσωπό μας. Τα έργα μας. Ο τόπος και ο χρόνος μας. Αρκεί να επιλέξουμε τον αγώνα να αιχμαλωτίσουμε κι εμείς την αμαρτία, το κακό, τον θάνατο στη ζωή μας πιστεύοντας και κοινωνώντας τον Χριστό. Αυτός είναι ο δύσκολος δρόμος. Ο εύκολος είναι να επιλέξουμε αυτό που ζητά ο κόσμος. Είτε την απολυτοποίηση του σώματος είτε του πνεύματος. Και το μεν σώμα το φροντίζει και το θάλπει ο πολιτισμός μας. Το καλλωπίζει, το ντύνει με ξεχωριστό τρόπο, το συντηρεί με την ιατρική, το καθοδηγεί σε ό,τι αφορά στη διατροφή του, το διασκεδάζει, το ωθεί στην αναζήτηση της ηδονής, είτε αυτή έχει να κάνει με τις αισθήσεις και την ικανοποίηση των επιθυμιών μας, προκειμένου να είμαστε ευτυχισμένοι, είτε με τον θρίαμβο του θυμού, δηλαδή της επιθυμίας να κυριαρχούμε, να γίνεται αυτό που εμείς νομίζουμε δίκαιο και σωστό, σύμφωνα όμως με τα δικά μας κριτήρια ή τα ανθρωποκεντρικά του πολιτισμού μας ή του ισχυροτέρου. Ο πολιτισμός μας, εξάλλου, φροντίζει το πνεύμα με το να το μορφώνει, να του ικανοποιεί την ανάγκη για σκέψη και ελεύθερους ορίζοντες ή με το να μην του αφήνει περιθώριο να σκεφτεί τον Θεό, διότι «πρέπει» να προχωρεί χωρίς προσκολλήσεις στο παρελθόν. Κριτήριο η γνώση. Όσα περισσότερα γνωρίζει ο άνθρωπος, τόσο πιο σοφός είναι. Μόνο που η γνώση δεν έχει να κάνει με τον Θεό και το νόημα της αιωνιότητας, αλλά με την ανακάλυψη των μυστηρίων και των δυνατοτήτων του κόσμου τούτου. Όλα όμως αυτά τερματίζονται στον θάνατο.
Πιστεύουμε στον Γεννηθέντα και Βαπτισθέντα Κύριό μας. Αυτόν που ήρθε να μας αγιάσει υπαρξιακά και να μας αιχμαλωτίσει με τη χαρά, την ελευθερία, την αγάπη. Να μας κάνει δηλαδή να βγούμε από την αυτάρκεια είτε του σώματος είτε του πνεύματος είτε του συγκερασμού και των δύο άνευ Θεού, και να μας οδηγήσει στην γνήσια, υπαρξιακή σχέση με τον Επιφανέντα Τριαδικό Θεό. Και μας έχει αφήσει ως παρακαταθήκη την Εκκλησία στην οποία ο αγιασμός γίνεται πράξη με την παρουσία του Ίδιου του Χριστού, όχι μόνο όταν προσευχόμαστε ή κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα Του, αλλά και σε κάθε στιγμή της ζωής μας στην οποία Τον αναζητούμε. Μένει να αποφασίσουμε ότι μόνο στη ζωή της πίστης υπάρχει η ισορροπία και η ενότητα σώματος και πνεύματος, που δεν αποσκοπεί όμως στην πρόσκαιρη χαρά της ηδονής ή στην αυτόνομη γνώση, αλλά στον καθαγιασμό όλων των σκέψεων και των έργων μας, εφόσον αυτά πορεύονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Κι εκεί όπου κάτι τέτοιο δε γίνεται λόγω της αδυναμίας μας ή της πρόσκαιρης αιχμαλωσίας μας από το κακό, την αμαρτία, τον θάνατο, υπάρχει η μετάνοια που σώζει.
Το πρόβλημα της εποχής μας και της ζωής μας έγκειται στο ότι αν δεν συνειδητοποιήσουμε Ποιος είναι ο Θεός στον Οποίο πιστεύουμε, είτε παραδιδόμαστε στη χαλάρωση και την επανάπαυση ότι εφόσον είμαστε χριστιανοί, έχουμε εξασφαλίσει την αιωνιότητα και μπορούμε να ζήσουμε και τη ζωή μας με αρκετές εκπτώσεις, είτε πορευόμαστε σα να μην υπάρχει κακό, αμαρτία, θάνατος και μένουμε αιχμάλωτοι σ’ αυτά. Έτσι η κάθοδος και η άνοδος του Χριστού, ακόμη κι αν συνοδεύεται από το βάπτισμά μας, δεν ενεργεί επάνω μας, διότι προχωρούμε άνευ Θεού. Η Εκκλησία είναι η υπενθύμιση της παρουσίας και του αγιασμού που ο Χριστός φέρνει σε όλη την ύπαρξή μας. Αρκεί κι αυτή να μην μετατρέπεται σε φορέα μόνο ηθικής ή αξιών, αλλά να γίνεται για μας η σώζουσα κοινότητα στην οποία πρωτίστως εισερχόμαστε για να ζήσουμε τον Χριστό, να ισορροπήσουμε υπαρξιακά και να αιχμαλωτιστούμε από την χαρά, την ελευθερία και την αγάπη που ο Επιφανείς Κύριός μας μάς παρέχει!
Κέρκυρα, 10 Ιανουαρίου 2016
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΧΡΟΝΟΥ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιανουαρίου, 2016
«Οι άνθρωποι πορευόμαστε παράλληλα με τον χρόνο. Μόνο που εκείνος συνεχίζει την πορεία του κι εμείς κάποια στιγμή εξερχόμαστε από αυτόν». Η σκέψη αυτή του Μεγάλου Βασιλείου (Ομιλία στην Εξαήμερο) δείχνει τη δυσκολία που ο κόσμος έχει, αν θελήσει να συζητήσει και να κατανοήσει τον λόγο που η Εκκλησία κρατά σταθερότητα στη διδασκαλία της, παρότι ο πολιτισμός μεταβάλλεται, οι νοοτροπίες των ανθρώπων προσαρμόζονται στις αλλαγές και ένα αίτημα επανέρχεται κατά καιρούς πιο έντονα: «να εκσυγχρονιστεί η Εκκλησία, να ακολουθεί το σήμερα». Γι’ αυτό και πολλοί σπεύδουν να κατηγορήσουν την Εκκλησία για έναν υπερβολικό συντηρητισμό, φοβικό για τον χρόνο.
Η προτροπή γίνεται εντονότερη στην προοπτική διαλόγου της Εκκλησίας με τους νεώτερους. Αν η Εκκλησία δεν πει «ναι» στις επιθυμίες και τα θέλω των ανθρώπων, τότε θα απομονωθεί ακόμη περισσότερο από την ανάγκη των νέων για σύγχρονο πνεύμα και στη θρησκεία. Για μία πίστη η οποία θα αποδέχεται τον πολιτισμό ως κεκτημένο και τα δικαιώματα που αυτός δίνει ως αυτονόητα. Που δε θα προτείνει την άσκηση ως βάση νοηματοδότησης του χρόνου, αλλά μία περίπου αυτόματη αγάπη, η οποία θεωρείται δεδομένη υποχρέωση της Εκκλησίας, διότι αυτή, στη λογική των πολλών, λειτουργεί ως ιδεολογικό σύστημα. Όπως τα κόμματα, οι ακτιβιστικές οργανώσεις, οι λέσχες φιλοσοφίας, οι συγγραφείς βιβλίων, έτσι και η Εκκλησία. Αρκεί να προβάλει τη διδασκαλία της και να απαιτήσει από τους πιστούς της να την αποδεχτούν «λόγοις», και όλα θα γίνουν πράξη. Είναι ίδιον της ιδεολογίας να ταυτίζει τον άνθρωπο μόνο με τον νου. Αρκεί αυτός να δεχτεί και όλα έχουν αλλάξει. «Όλα είναι στο μυαλό», υποστηρίζει ο σύγχρονος κόσμος.
Η Εκκλησία όμως οφείλει τη συνεχή πορεία της στον χρόνο στην εμπειρική βίωση του αποστολικού λόγου: « Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13,8). Αν η διδασκαλία της πίστης και η εμπειρία της άλλαζε στην παράλληλη πορεία με τον χρόνο, τότε το πιο πιθανόν θα ήταν η Εκκλησία να εξέρχονταν από αυτόν, μετατρεπόμενη όντως σε φιλοσοφία ή σε δημαγωγικό σύστημα. Όμως η Εκκλησία ακολουθεί με συνέπεια την οδό που άνοιξε Αυτός που την θεμελίωσε στο αίμα Του. Πάντοτε υπήρξε αντισυστημική όσον αφορά στις νοοτροπίες του κόσμου. Όχι ευχάριστη, αλλά αληθινή. Πάντοτε δίδασκε και βίωνε τον κόπο, που ξεκινούσε από την μετάνοια ως βάση για να νικήσει ο άνθρωπος τον κόσμο. Και ο Θεός προσέθετε τη χάρη Του και έδινε την καλή αλλοίωση. Έτσι η Εκκλησία δε φοβήθηκε απόρριψη, διωγμούς, ειρωνείες, περιθωριοποίηση.
Η συγκατάβαση της Εκκλησίας στα πρότυπα του κόσμου είχε να κάνει με τη γλώσσα που η πίστη χρησιμοποιούσε για τον διάλογο μαζί του. Η Εκκλησία προσλάμβανε τους προβληματισμούς των ανθρώπων και κατέθετε στη γλώσσα τους τις θέσεις της. Όχι για να κάνει εκπτώσεις σ’ αυτό που είναι και πιστεύει, αλλά για να διακηρύξει την αλήθεια. Και γι’ αυτό δε θα εξέλθει από τον χρόνο, αλλά θα τον νοηματοδοτεί για όποιον, και ιδίως νέο, ζητά αυθεντικότητα. Αγάπη όχι μαγική, αλλά ως επιλογή που συνοδεύεται από πράξη. Κι αυτό ήταν, είναι και θα είναι μία μοναδική επανάσταση. Διότι οδηγεί σ’ Εκείνον που νοηματοδοτεί τον χρόνο μέσα από τη σχέση με το πρόσωπό Του. Τον Θεάνθρωπο!
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια” φύλλο 30ής Δεκεμβρίου 2015
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Κυριακή μετά τα Φώτα
Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιανουαρίου, 2016
Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, οἱ ἅγιες Γραφές, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, εἶναι ἕνα ἀνεξάντλητο χρυσωρυχεῖο, ἀλλὰ χρυσοῦ ἀφθάρτου καὶ θησαυροῦ ψυχοτρόφου. Ὅσο ἀνασκάπτεται, ὅσο δηλαδὴ μελετᾶται μὲ πίστη καὶ προσευχή, τόσο ἐκβάλλει. Κι ὅσο ἐκβάλλουμε, τόσο πλουτίζουμε τοὺς ἀσύλητους θησαυροὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἔτσι καὶ μὲ τὴ σημερινὴ σύντομη Εὐαγγελικὴ περικοπή: Μελετώντας καὶ ἀναλύοντάς την, μποροῦμε νὰ συλλέξουμε πλούσιο πνευματικὸ καρπό.
Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ ὀνομάζεται Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα, δηλαδὴ τὰ Θεοφάνια. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ εὐαγγελικό μας ἀνάγνωσμα ἀναφέρει τὰ μετὰ τὴν κοσμοσωτήρια Βάπτιση τοῦ Κυρίου γεγονότα, καὶ μάλιστα τὴν ἔναρξη τῆς δημόσιας δράσης Του γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Μετὰ δηλαδὴ τὴ Βάπτισή Του, ὁ Κύριος μεταβαίνει στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη, ὅπου ὑφίσταται ἀπὸ τὸν διάβολο -ποὺ προσῆλθε νὰ τὸν πειράξει ὡς ἄνθρωπο-, τεσσαρακονθήμερη δοκιμασία. Κατ᾿ αὐτὴν ὁ φιλάνθρωπος Θεάνθρωπος πάλαισε μὲ τὸν διάβολο καὶ ἐναντίον τῶν λεγομένων τριῶν κυρίων καὶ γενικῶν παθῶν, μὲ τὰ ὁποῖα δοκίμασε νὰ Τὸν πειράξει. Καὶ ὁ Χριστὸς νίκησε γιὰ χάρη μας, δίδοντάς μας καὶ ὑπόδειγμα πνευματικοῦ ἀγώνα, ἀλλὰ καὶ τὴ χάρη καὶ δύναμη, ἐὰν θελήσουμε καὶ ἀγωνιστοῦμε, νὰ τὰ νικοῦμε κι ἐμεῖς, πάντοτε μὲ τὴ βοήθειά Του. Πρόκειται γιὰ τὰ πάθη τῆς φιληδονίας, τῆς φιλοδοξίας καὶ τῆς φιλαργυρίας, ἀπὸ τὰ ὁποῖα, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πηγάζει τὸ πλῆθος ὅλων τῶν ἄλλων παθῶν. Ἔχει λοιπὸν προηγηθεῖ ἡ δοκιμασία τοῦ Ἰησοῦ στὴν ἔρημο πρὶν τὸ δημόσιό Του κήρυγμα. Κι ἐμεῖς χρειάζεται νὰ ἀγωνιζόμαστε τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως, κι ἔτσι ἐξαγνιζόμενοι, νὰ κηρύττουμε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅπως καὶ κάπου ἀλλοῦ ἀναφέρει τὸ Εὐαγγέλιο: «Ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν». Πρῶτα δηλαδὴ νὰ ἐφαρμόζουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ μὲ ταπείνωση καὶ ἀγάπη νὰ διδάσκουμε τοὺς ἀδελφούς μας.
Κατόπιν, τὸ εὐαγγελικό μας ἀνάγνωσμα ἀναφέρει πὼς ὁ Κύριος, ποὺ ἀκόμη βρισκόταν στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη, ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι συνελήφθη ὁ Ἰωάννης, φεύγει ἀπὸ τὴν περιοχὴ καὶ μεταβαίνει στὴ Γαλιλαία. Γιατί; Πρῶτο, διότι, ἂν μετέβαινε στὸν χῶρο ὅπου βάπτιζε ὁ Ἰωάννης, θὰ προκαλοῦσε τὸν βασιλέα Ἠρώδη Ἀντίπα, αὐτὸν δηλαδὴ ποὺ εἶχε συλλάβει τὸν Πρόδρομο, καὶ αὐτός, ὡς διάδοχο τοῦ Προδρόμου, θὰ τὸν καταδίωκε, ἴσως δὲ καὶ νὰ τὸν συνελάμβανε, προτοῦ ὁλοκληρώσει τὸ προφητικό του ἔργο, δηλαδὴ τὸν εὐαγγελισμὸ τοῦ λαοῦ. Δεύτερο, γιὰ νὰ μᾶς δώσει ὑπόδειγμα ταπείνωσης καὶ διάκρισης. Ἂν καί Θεάνθρωπος, δείχνει ταπείνωση, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει νὰ ὑποχωροῦμε, ὅταν ὑπάρχει θέμα κινδύνου, πρόκλησης φθόνου καὶ ὀργῆς τῶν ἄλλων. Καὶ σίγουρα οἱ Ἰουδαῖοι θὰ ἔδειχναν φθόνο στὸν Κύριο. Διότι, ὅπως ἑρμηνεύει σχετικὰ ὁ θεῖος Χρυσόστομος, «πάλι μᾶς διδάσκει (ὁ Κύριος) νὰ μὴ μπαίνουμε ἀδιάκριτα στοὺς πειρασμούς, ἀλλὰ νὰ ὑποχωροῦμε καὶ νὰ φεύγουμε. Διότι, δὲν εἶναι ἔγκλημα νὰ μὴ ρίπτουμε τὸν ἑαυτό μας σὲ κίνδυνο, ἀλλὰ τὸ ἐὰν ἐμπέσουμε σὲ πειρασμό, νὰ μὴν ἀντισταθοῦμε γενναῖα». Τρίτο, μὲ τὴ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἐπικείμενη ἔναρξη τῆς δημόσιάς Του δράσης, εἶχε πλέον ὁλοκληρωθεῖ τὸ προδρομικὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννη, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἀναδειχθεῖ καὶ μάρτυρας γιὰ τὴν ἐμμονή του στὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ.
Στὴ συνέχεια, μὲ τὴ μετάβαση τοῦ Κυρίου στὴν Καπερναούμ, παρεμ-βάλλεται στὴν περικοπὴ ἡ ἐκπλήρωση μιᾶς προφητείας τοῦ Ἡσαΐα. Ὁ Χριστός μας ἐγκαταλείπει τὴν ἐπίγεια πατρίδα του Ναζαρέτ, τὴν πόλη, ὅπου εἶχε ἀνατραφεῖ καὶ διέλθει τὰ τριάντα ἔτη τῆς ζωῆς Του, ὑποτασσόμενος στοὺς ἁγίους γονεῖς Του. Τώρα θὰ ἔπρεπε νὰ διέρχεται τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ τῆς Παλαιστίνης, κηρύσσοντας τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ Αὐτός, ποὺ «οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ», ἐπέλεξε ὡς πρῶτο χῶρο παραμονῆς Του τὴν παραθαλάσσια Καπερναούμ. Παραθαλάσσια, γιατί βρισκόταν στὶς ὄχθες τῆς λίμνης Γεννησαρὲτ ἢ θάλασσας τῆς Τιβεριάδος ἢ Γαλιλαίας, ὅπως τότε λεγόταν. Ἔτσι ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία τοῦ Ἡσαΐα: «Ὢ γῆ τοῦ Ζαβουλὼν καὶ τοῦ Νεφθαλεὶμ (ἦταν ἡ περιοχὴ ποὺ κατοίκησαν οἱ δύο αὐτὲς φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ), πρὸς τὴ θάλασσα (τῆς Τιβεριάδος), πέρα ἀπ᾿ τὸν Ἰορδάνη, ἡ Γαλιλαία, ὅπου κατοικεῖται ἀπὸ ἐθνικοὺς (εἰδωλολάτρες), ὁ λαός, ποὺ βρισκόταν στὸ σκοτάδι, εἶδε μεγάλο φῶς, καὶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ κείτονταν στὴ χώρα ποὺ ἐπισκίαζε ὁ θάνατος ἀνέτειλε γιὰ χάρη τους φῶς.» Καὶ ἡ Καπερναοὺμ πράγματι βρισκόταν στὴν περιοχὴ τούτη. Καὶ τότε, μὲ τὴ μετάβαση ἐκεῖ τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶναι Φῶς, «τὸ Φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον», τὸ Φῶς τὸ ἐκ Φωτός, ἀνέτειλε σ᾿ αὐτοὺς ἐκεῖ τοὺς δυστυχισμένους, ποὺ βρίσκονταν πεσμένοι, ὄχι σὲ σκότος αἰσθητό, ἀλλὰ νοητό, τὸ σκοτάδι τῆς ἀπιστίας, τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν, ἀνέτειλε λέγω τοῦτο τὸ Φῶς τῆς Θεότητος, τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ. Αὐτός, ποὺ ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας καὶ Λυτρωτής, ἡ ἐλπίδα καὶ σωτηρία τοῦ κόσμου.
Καί, πῶς κλείνει ἡ σημερινὴ περικοπή; Μὲ τὸ πρῶτο κήρυγμα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Τί ἔλεγε σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ταλαίπωρους ἀνθρώπους; Τί τοὺς δίδασκε; «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.» Σ᾿ αὐτὲς τὶς πέντε λέξεις συνοψίζεται τὸ ὅλο εὐαγγελικὸ κήρυγμα. Στὴν πίστη δηλαδὴ ὅτι ἔφθασε, πλησίασε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἦλθε ὁ ἀναμενόμενος Σωτήρας καὶ Λυτρωτής, ποὺ χορηγεῖ τὴν αἰώνιο ζωή, δίνοντας τὴ χάρη Του ἀπὸ τούτη τὴ ζωή, μὲ τὶς βασικὲς ὅμως προϋποθέσεις τῆς Πίστης στὸ Θεανδρικό Του Πρόσωπο, στὸν ἀληθινὸ Τριαδικὸ Θεό, καὶ τῆς μετάνοιας. Τί εἶναι μετάνοια, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί; Τί σημαίνει; Αὐτὴ ἡ λέξη παράγεται ἀπὸ τὴν πρόθεση μετὰ καὶ τὸ ὄνομα νοῦς καὶ σημαίνει ἀλλαγὴ, διόρθωση τοῦ νοῦ, δηλαδὴ τοῦ φρονήματός μας, τοῦ τρόπου ποὺ σκεφτόμαστε καὶ ἐνεργοῦμε. Ὁ νοῦς, τὸ φρόνημά μας, πρέπει νὰ γίνει «νοῦς Χριστοῦ», ὅπως κηρύσσει ὁ θεῖος Παῦλος.
Αὐτὸ κι ἐμεῖς ἂς κρατήσουμε, ἀναχωρώντας ἀπὸ τὴ σημερινὴ λειτουργική μας σύναξη. Τὴ μετάνοια, ὡς τρόπο καθημερινὸ ζωῆς, τὴ διάθεση νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ μετανοοῦμε πάντοτε γιὰ τὰ λάθη καὶ τὰ πάθη μας, μὲ πίστη ὅμως καὶ ἐλπίδα στὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ μας. Ποτὲ νὰ μὴ χάνουμε τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα μας, ὅποιες δοκιμασίες καὶ θλίψεις κι ἂν περνοῦμε. Ὅλα τὰ ἐπιτρέπει ἡ πατρικὴ ἀγάπη καὶ πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ συμφέρον τῶν ἀθανάτων μας ψυχῶν, γιὰ τὴν αἰώνια σωτηρία μας. Καί, ἔχοντας μετάνοια, θὰ μᾶς φωτίζει ὁ Θεὸς στὶς δύσκολες περιστάσεις τῆς ζωῆς μας νὰ παίρνουμε τὶς ὀρθὲς ἀποφάσεις.
Κι ἂν ἔτσι ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε, μὲ ἐνσυνείδητη μετοχὴ στὰ θεῖα Μυστήρια, μὲ ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς μας, μὲ ταπείνωση καὶ συγχωρητικότητα, τότε ἀσφαλῶς θὰ ἔλθει πλούσιο τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ σ᾿ ἐμᾶς καὶ στὸν τόπο μας. Θὰ ξεπεραστοῦν καὶ οἱ ὅποιες κρίσεις, οἰκονομικές, ἐθνικὲς καὶ ἄλλες. Γιατὶ τὸ ὑποσχέθηκε ὁ ἀψευδὴς στὶς ἐπαγγγελίες του Κύριος: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.»
Ναὶ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δίδε μας μετάνοια καὶ διόρθωση καὶ μὴ μᾶς ἐγκαταλίπεις, ἀλλὰ ἀξίωσέ μας μὲ τὸ ἔλεός Σου τῆς οὐρανίου Σου βασιλείας, μὲ τὶς εὐχὲς καὶ ἱκεσίες τῆς Παναγίας Μητέρας Σου καὶ πάντων Σου τῶν Ἁγίων. Ἀμήν!
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΠΡΟΣΔΕΧΟΜΕΝΟΙ ΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΝ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2016
Όταν εορτάζουμε τα μεγάλα γεγονότα της πίστης μας συνήθως βλέπουμε το νόημά τους στο παρελθόν. Τι έγινε, ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές, ποιο είναι το νόημα της γιορτής, τι έχει να πει στον καθένα μας σήμερα. Όμως οι μεγάλες γιορτές έχουν και ένα περιεχόμενο προσδοκίας. Αποτυπώνουν αυτό που η Εκκλησία μας αποκαλεί «εσχατολογικό χρόνο», «χρόνο της αιωνιότητας». Αν έμεναν μόνο στο παρελθόν ή περιορίζονταν στο παρόν της ζωής μας, τότε δε θα μας έδιναν την προοπτική της Βασιλείας του Θεού, την οποία χρειαζόμαστε και η βίωση της οποίας αποτελεί τον τελικό σκοπό της ύπαρξής μας. Κάθε γιορτή είναι προσδοκία της τελικής δόξας του Θεού εν τω προσώπω του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Είναι πρόγευση της χαράς την οποία θα ζήσουμε στην Δευτέρα Παρουσία. Είναι σημείο της οριστικής νίκης κατά του θανάτου. Είναι μία υπόδειξη ότι ο παρών χρόνο και κόσμος δεν είναι απλώς μία δοκιμασία που θα μας βγάλει στην αιωνιότητα έτοιμους, αλλά είναι και εμπειρία της αιωνιότητας.
Τι προσδοκούμε οι άνθρωποι στη ζωή μας; Τίποτε λιγότερο από την ευτυχία, την οποία πιστεύουμε ότι δικαιούμαστε και μας αναλογεί. Και η ευτυχία άλλοτε έχει να κάνει με την επίτευξη των στόχων και των ονείρων μας, την πληρότητα και την καταξίωση ενώπιον των ανθρώπων και του εαυτού μας, με τη δημιουργία, την αγάπη, τη γέννηση και την ανατροφή παιδιών, την επαγγελματική αποκατάσταση, ενώ για τον πολιτισμό μας έχει να κάνει με την ικανοποίηση των επιθυμιών μας. Με τις τελευταίες μάλιστα ταυτιζόμαστε! Εξάλλου, ενώ όλα τα ιδεολογικά, οικονομικά και πολιτικά συστήματα του κόσμου υπόσχονται, έστω και μακροπρόθεσμα, την αλλαγή του κόσμου σε μία πραγματικότητα στην οποία όλοι θα έχουν και δικαιώματα, αλλά και μετοχή στα αγαθά που δίνουν την ευτυχία, από την εξουσία μέχρι τα υλικά πράγματα, και όλα τα συστήματα ζητούν από εμάς να κατανοήσουμε ότι λειτουργούν «για το καλό μας», για να κάνουμε υπομονή στις δυσκολίες στις οποίες μας υποβάλλουν, στην ουσία η θεώρησή τους έχει να κάνει με τον παρόντα κόσμο. Ό,τι θα ζήσουμε, έχει να κάνει με το εδώ. Ο θάνατος είναι το κλείσιμο της ευκαιρίας μας για ευτυχία ή ο τερματισμός της, εφόσον τα συστήματα δεν ασχολούνται με την αιωνιότητα. Συνήθως δεν πιστεύουν σ’ αυτήν.
Για την πίστη μας όμως, επειδή είναι ζωντανή η παρουσία του Θεού εν τω προσώπω του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, όλα του παρόντος ορώνται στην προοπτική της προσδοκίας της αιωνιότητας. Και μάλιστα, μάς καλεί η πίστη μας να ζούμε «προσδεχόμενοι την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» (Τίτ. 2, 13), «περιμένοντας τη μακαριότητα που ελπίζουμε, δηλαδή την εμφάνιση της δόξας του μεγάλου Θεού και σωτήρα μας, του Ιησού Χριστού». Αυτή η εμφάνιση έγινε στον χρόνο που ο Χριστός ήταν επί γης και συνεχίζεται κάθε φορά που γιορτάζουμε τα γεγονότα της ζωής Του, κάθε φορά που κοινωνούμε το σώμα και το αίμα Του, κάθε φορά δηλαδή που ζούμε το μυστήριο της Εκκλησίας, αλλά και θα τελειωθεί πρώτα μετά την έξοδό μας από τον κοσμικό χρόνο, και στη συνέχεια οριστικά και στην απόλυτη πληρότητά της με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, την προσδοκία της ανάστασης των νεκρών και της ζωής του μέλλοντος αιώνος.
Τύπος της προσδοκίας η γιορτή. Και μία τέτοια η μεγάλη εορτή των Θεοφανείων. Στοιχεία της προσδοκίας πρώτα η φανέρωση της Αγίας Τριάδος. Η βάπτιση του Υιού που αγιάζει τα πάντα, τον κόσμο και τους ανθρώπους. Αν τον αποδεχτούμε, τότε ο αγιασμός καθίσταται ενεργός και για τον καθέναν μας προσωπικά. Η φωνή του Πατρός που επιμαρτυρεί την ταυτότητα του Υιού, την αγάπη που τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος βιώνουν αλληλοπεριχωρούμενα και την οποία καλούμαστε να βιώσουμε προς τον Θεό και προς τον πλησίον μας από τον παρόντα αιώνα και στην πληρότητά της στην αιωνιότητα. Το Πνεύμα με τη μορφή περιστεράς, για να μας δείξει ότι δεν είμαστε μόνοι μας στον αγώνα μας. Υπάρχει η Εκκλησία στην οποία Αυτό αναπαύεται, την οποία συγκροτεί και δια της οποίας μάς προσφέρει τη δυνατότητα να αφήσουμε την αιωνιότητα να αγκαλιάσει κάθε έργο μας, τις καθημερινές μας σχέσεις, τη συλλογική μας προοπτική και, κυρίως, τον εαυτό μας, να βρούμε τον σύνδεσμο της ειρήνης και της ενότητας εντός και εκτός μας, να μη νικιόμαστε από τους λογισμούς του διαχωρισμού και της υπερηφανείας, ούτε από την πείνα για προνόμια, αλλά να διαλέγουμε τη ζωή της προσφοράς και της αυταπάρνησης.
Ταυτόχρονα, υπάρχει και ο Πρόδρομος. Αυτός που μας υποδεικνύει ότι ακόμη κι αν η ζωή μας είναι όπως τη θέλει ο Θεός, ασκητική, προφητική, ανακαινιστική και αφυπνιστική, δεν αρκεί χωρίς την παρουσία του Ερχόμενου και Ισχυρότερου, του οποίου ουδείς είναι ικανός ούτε τους ιμάντες των υποδημάτων Του να λύσει. Ότι για να εκπληρωθεί η ένταξή μας στην κοινωνία της αιωνιότητας δεν αρκούν τα έργα ή η προσωπικότητά μας, αλλά χρειάζεται η προσδοκία της παρουσίας Του. Η νοσταλγία Του και την ίδια στιγμή η προετοιμασία του εαυτού μας με ένταξή του στα αληθινά του όρια. Συνήθως προσδοκούμε τη δική μας δόξα. Ο Πρόδρομος προσδοκά τη δόξα του Θεού δια της παρουσίας του Χριστού. Και είναι έτοιμος να υπακούσει στο θέλημα Αυτού που προσδοκά, δείχνοντάς μας την οδό όχι μόνο της τήρησης των εντολών του Θεού στην πράξη, αλλά και την οδό της κοινωνίας με το Πρόσωπο του Θεανθρώπου, όπως ζούμε στην Εκκλησία.
Υπάρχει, τέλος, και ο κόσμος όπως αποτυπώνεται στον Ιορδάνη. Πορεύεται στην κανονική, τη φυσική ροή του. Δημιουργημένος από τον Θεό, ακολουθώντας τους νόμους που εξασφαλίζουν τη σταθερότητά του, αλλά και υπάρχοντας χωρίς να δείχνει την ανάγκη για Θεό. Μόνος του. Αυτάρκης. Με εμπιστοσύνη στα ρεύματά του. Χωρίς να προσδοκά τίποτε άλλο παρά μόνο τη συνέχειά του. Και εισερχόμενος ο Κύριος στα ύδατά του «εστράφη εις τα οπίσω», μη μπορώντας να αντέξει το πυρ της θεότητος. Τη δύναμη του Θεού. Ανατρέπεται ο ρους του, για να φανεί ότι η παρουσία του Χριστού αλλάζει την ιστορία. Αλλάζει τις ζωές μας. Αλλάζει και τον ίδιο τον κόσμο. Αναταράζει τα πάντα, για να μας αφυπνίσει και να μας δείξει ότι με τον Χριστό όλα ξεκινούν από την αρχή. Ακόμη και οι αμαρτίες μας καθαρίζονται, ενώ η χαρά την οποία λαμβάνουμε μας δίνει την ευκαιρία να ζήσουμε τον τρόπο της Βασιλείας όχι μόνο τη στιγμή της εισόδου μας στην Εκκλησία, αλλά συνεχώς. Και ο αγιασμός, αν το θελήσουμε, γίνεται διαρκής, όπως η αντιστροφή στο ρεύμα του ποταμού.
Αυτά τα στοιχεία βιώνουμε στην Εκκλησία. Αυτός θα είναι και ο τρόπος της αιωνιότητας. Κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό στο πρόσωπο του Χριστού και μεταξύ μας. Αγιασμός αιώνιος. Για να γίνει αυτό χρειάζεται η πρόγευση του παρόντος, με ευθύνη του καθενός μας να παλέψουμε για ειρήνη και ενότητα, με ταπεινό φρόνημα και επίγνωση των ορίων μας, υπακοή στο θέλημα του Θεού δια των εντολών του, ανατροπή του πνεύματος της αυτάρκειας. Και την ίδια στιγμή δίψα για κοινωνία με το Πρόσωπο του Χριστού που μας καθαίρει και μας αγιάζει. Αν αυτός είναι ο τρόπος που γιορτάζουμε, η προσδοκία της αιωνιότητας γίνεται ήδη παρόν. Και ο χρόνος, από εσχατολογικός, γίνεται παροντικός. Στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Στη χαρά της συνάντησης των προσώπων. Στην ομορφιά των παραδόσεων. Πρωτίστως στην μετοχή στο Ποτήριο της Ζωής. Όπου κοινωνούμε τον Επιφανέντα μεγάλο Θεό και σωτήρα μας Ιησού Χριστού, γευόμενοι το ζητούμενο: την ευτυχία της Βασιλείας, η οποία είναι η μόνη οριστική και διαρκής απάντηση και εκπλήρωση του πόθου μας να ευτυχήσουμε!
Κέρκυρα, 6 Ιανουαρίου 2016
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τα Θεοφάνεια… – Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2016
Σήμερον ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἑορτάζει τὴν μεγάλην ἑορτὴν τῶν Θεοφανείων, καὶ ποιεῖται μνείαν τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ Ἰορδάνῃ.
Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καὶ Βαπτιστής, ὅστις ἔμβρυον ἐν τῇ μήτρᾳ εἶχεν ἀναγνωρίσει τὸν Λυτρωτὴν καὶ ἐσκίρτησεν, ἀνὴρ γενόμενος ὑπῆρξε καὶ ὁ πρῶτος πιστεύσας, ὑποδείξας καὶ κηρύξας τὸν Χριστόν.
«Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», εἶπεν ὅτε εἶδε τὸν Ἰησοῦν περιπατοῦντα.
«Ἔρχεται ἄλλος ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς λύσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ», ἔλεγε πρὸς τοὺς μαθητᾶς του. Τινὲς δὲ τῶν μαθητῶν τούτων, ἐγκαταλιπόντες αὐτόν, ἠκολούθησαν τὸν Ἰησοῦν, ὅθεν ὁ Ἰωάννης ἐγκαρτερῶν καὶ ὑποτασσόμενος ἔλεγεν, «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι».
Ἐκ τῶν μαθητῶν τούτων τοῦ Ἰωάννου λέγεται ὅτι ἦσαν ὁ Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Σίμων Πέτρος, ὅστις καὶ πρῶτος ἐκ τῶν ἄλλων ἀποστόλων ὠμολόγησε τὸν Χριστόν, «Ραββί, σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἰ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Πρὸς τοῦτον λοιπὸν τὸν Ἰωάννην, τὸν κηρύττοντα καὶ βαπτίζοντα βάπτισμα μετανοίας, προσῆλθεν ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος καὶ ἐβαπτίσθη θέλων νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα.
Ἐπειδὴ περὶ βαπτίσματος ὁ λόγος, καλὸν νομίζω ἐνταύθα νὰ ὑποβάλω πρακτικάς τινας παρατηρήσεις περὶ τοῦ τρόπου καθ᾿ ὃν τελεῖται παρ᾿ ἡμῖν τὸ Βάπτισμα.
Οἱ παλαιοὶ πρακτικώτατοι καὶ μεμορφωμένοι ἱερεῖς, καίτοι ἀγράμματοι λεγόμενοι, εἴξευρον νὰ ἐκτελῶσι κανονικώτατα τὰς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, κρατοῦντες τὸν βαπτιζόμενον ὄρθιον πρὸς ἀνατολὰς βλέποντα, ἐφαρμόζοντες τὴν δεξιὰν ἐπὶ τῆς μασχάλης τοῦ βρέφους ἀβρῶς ἅμα καὶ ἀσφαλῶς, φράττοντες δὲ διὰ τῆς ἀριστερᾶς τὸ στόμα αὐτοῦ.
Ἐφρόντιζον περὶ τῆς θερμοκρασίας τοῦ ὕδατος καὶ ἑκάστη κατάδυσις ἐγίνετο ἀκαριαία, τὸ δὲ διάλειμμα μεταξὺ τῶν καταδύσεων ἐγίνετο ἀρκετόν, ὥστε ν᾿ ἀναπνεύση τὸ βρέφος.
Τοιούτῳ τρόπῳ οὐδεὶς βαπτιζόμενος ἔπαθε ποτέ τι ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ.
Τὸ σημερινὸν ὅμως σμῆνος τῶν ἱερέων, τοὺς ὁποίους ἡ διεφθαρμένη πολιτικὴ ἐπιβάλλει πολλάκις ἀξέστους καὶ ἀκαλλιεργήτους εἰς τοὺς Σ. Σ. ἱεράρχας νὰ τοὺς χειροτονῶσιν, ἀφοῦ κακῶς ἐκτελεῖ, ἢ μᾶλλον κακῶς παραλείπει τοσούτους ἄλλους τύπους, ὀφείλει τουλάχιστον νὰ σεβασθῇ αὐτὸ τὸ θεμέλιον τῆς πίστεως ἡμῶν, τὸ ἅγιον βάπτισμα.
Γράφομεν ταῦτα, διότι ἔχομεν λόγους νὰ πιστεύωμεν ὅτι πολλοὶ τῶν ἱερέων, χαριζόμενοι εἰς τὴν τυφλὴν καὶ μωρὰν πολλάκις φιλοστοργίαν ἀμαθῶν καὶ προληπτικῶν γονέων, οἵτινες νομίζουν, ὅτι κάτι θὰ πάθη τὸ χαϊδευμένον νεογνόν των ἐν τῇ ἱερᾷ κολυμβήθρᾳ, ἐκτελοῦσι σχεδὸν ράντισμα, καὶ ὄχι βάπτισμα.
Οἱ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας εἶναι συγγνωστοί, διότι ἠγνόησαν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑλληνικοῦ ρήματος βαπτίζω, baptizo, ὅτι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτῶ, οἱ Ἕλληνες ὅμως δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τὴν ἁγνοήσωσιν.
Εἶναι καιρὸς νὰ φυλαχθῆ ὁ ἱερὸς οὖτος τύπος, διότι ἂν ἐξακολουθήση ἡ ἀμάθεια τοῦ κλήρου, καὶ πληθυνθῆ ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀσέβεια, μετὰ μίαν γενεάν, ὅτε θὰ εἴμεθα μισοβαφτισμένοι ὅλοι, θὰ δεήση νὰ διαταχθῆ γενικὸς ἀναβαπτισμὸς ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀρρένων καὶ θηλέων.
Διότι πρέπει νὰ εἴμεθα συνεπεῖς. Ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία εἰς μὲν τοὺς προσερχόμενους ἐκ τῶν Δυτικῶν εἰς τοὺς κόλπους της ἐπιβάλλει τὸν ἀναβαπτισμόν, τοὺς δὲ Ἀρμενίους τοὺς μυρώνει μόνον, καὶ τοῦτο διότι οὖτοι μὲν εἶναι κανονικῶς βεβαπτισμένοι διὰ τριῶν ἀναδύσεων καὶ καταδύσεων, ἐκεῖνοι δὲ ἀτελῶς μόνον διὰ ραντισμοῦ.
«Συντηρώμεθα χάριτι, πιστοί, καὶ σφραγίδι, ὡς γὰρ ὄλεθρον ἐφυγον, Ἑβραῖοι, φλιᾶς πάλαι αἱμαχθείσης, οὕτω καὶ ἡμῖν ἐξόδιον τὸ θεῖον τοῦτο, τῆς παλιγγενεσίας λουτήριον ἔσται, ἕνεκεν καὶ τῆς Τριάδος, ὀψόμεθα φῶς τὸ ἄδυτον».
Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Την Αγία ημέρα των Φώτων (Αγίου Γρηγορίου Παλαμά)
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2016
Ὅπου περιλαμβάνεται καὶ παρουσίασις τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ.
Χθὲς συνεκκλησιάζοντας καὶ συνεορτάζοντας μὲ σᾶς ποὺ προεωρτάζατε τὴν ἡμέρα τῶν Φώτων σᾶς ἀνέπτυξα τὰ ἀπαραίτητα λέγοντας πρὸς τὴν ἀγάπη σας τὰ σχετικὰ μὲ τὸ βάπτισμα κατὰ Χριστόν, τὸ ὁποῖο ἀξιωθήκαμε ἐμεῖς· ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπόσχεσις πρὸς τὸν Θεό· πίστις μὲν καὶ ἐπίγνωσις τῆς ἐν Θεῷ ἀλήθειας, συμφωνία δὲ καὶ ὑπόσχεσις ἔργων καὶ λόγων καὶ τρόπων ἀρεστῶν στὸν Θεὸ ποὺ τελοῦνται διὰ τῶν ἱερῶν συμβόλων. Ἀλλά διδάσκοντας προσθέσαμε καὶ τοῦτο, ὅτι ἂν δὲν μετατρέψωμε σὲ ἔργο τὶς ὑποσχέσεις ἐκεῖνες, τὰ ἱερὰ ἐκεῖνα σύμβολα καὶ οἱ δι’ αὐτῶν καὶ μαζὶ μὲ αὐτά διὰ λόγου ὑποσχέσεις πρὸς τὸν Θεό, ὄχι μόνο δὲν ὠφελοῦν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καί δικαίως τὸν ὑποβάλλουν σὲ καταδίκη.
Ἔπειτα ἐξηγήσαμε τὴν πρὸς τοὺς ὄχλους διδασκαλία Ἰωάννη τοῦ Προφήτη καὶ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ, ἡ ὁποία διαλαμβάνει καί αὐτή περὶ τοῦ ἰδίου βαπτίσματος· διότι τό μὲν βάπτισμα εἶναι ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἴπαμε, ὁ δὲ πρόδρομος καὶ βαπτιστὴς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καί Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς ὁδηγεῖ διὰ τῆς διδασκαλίας του στὴν ἐπίγνωσι αὐτοῦ, ἀποδεικνύοντας τὸν προαιώνιο καὶ δεσπότη τοῦ παντός, κριτὴ ζωντανῶν καὶ νεκρῶν, ποὺ κατὰ τὴν ἐξουσία του τοὺς μὲν ἄξιους εἰσάγει στὶς ἀΐδιες μονές, τοὺς δὲ κατακρίτους ρίπτει στὴ γέεννα τοῦ πυρός· ἐνῶ μαρτυρεῖ ὅτι αὐτός εἶναι κύριος καί τῶν ἀγγέλων, τὸν ἑαυτό του τὸν συντάσσει στοὺς ἔσχατους δούλους.
Ἐπειδὴ δὲ τὸ βάπτισμα ὄχι μόνο ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἀλλὰ καὶ ὑπόσχεσις ἐπιστροφῆς καί θεαρέστων ἔργων, γι’ αὐτό ὁ πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ καί βαπτιστής, ὄχι μόνο ὁδηγοῦσε στὴν ἐπίγνωσι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκήρυττε μετάνοια κι’ ἐπιζητοῦσε καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας, τὴν δικαιοσύνη, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴν μετριοφροσύνη, τὴν ἀγὰπη, τὴν ἀλήθεια. Δεικνύοντας δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι χωρὶς ἔργα δὲν ὠφελεῖ καθόλου ἡ πρὸς τὸν Θεὸ ὑπόσχεσις, ἀλλὰ καὶ καταδικάζει τὸν ἄνθρωπο, ἐπέσειε ἀξίνα κι’ ἐπεδείκνυε πυρκαϊά ἄσβεστη κι’ ἔλεγε ὅτι «κάθε δένδρο ποὺ δὲν κάμει καλὸ καρπὸ ἀποκόπτεται καί ρίπτεται στὴ φωτιὰ» .
Ἐκτός ἀπὸ αὐτά ἐξηγήσαμε πρὸς τὴν ἀγάπη σας καὶ τοὺς πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Κύριο ποὺ ἦλθε νὰ βαπτισθῆ λόγους τοῦ Βαπτιστοῦ, ποὺ ἐδίσταζε καί ὑποχωροῦσε καὶ παραιτεῖτο ἀπὸ τὸ ἔργο, κι’ ζητοῦσε μᾶλλον αὐτός νὰ λάβη ἀπὸ ἐκεῖνον τὸ βάπτισμα. Ἀλλ’ ἐπίσης ἐξηγήσαμε καὶ τοῦ Κυρίου τοὺς λόγους πρὸς ἐκεῖνον, ὡς δεσπότη ποὺ προστάσσει δοῦλον, συγχρόνως δὲ καὶ φανερώνει τὸ μυστήριο σὰν σὲ φίλο καὶ συγγενῆ κατὰ σάρκα καὶ προβάλλει τὶς εὔλογες δικαιολογίες. Καὶ φθάσαμε τότε ὁμιλώντας πρὸς σᾶς ἕως τὸ σημεῖο ὅπου ὁ Ἰωάννης πεισθείς ἄφησε τὸν Κύριο νὰ βαπτισθῆ. Ἀπέμεινε δὲ ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο αὐτό ποὺ ἀναγνώσθηκε τώρα, ὅτι, «ἀφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀνέβηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὕδωρ· καὶ ἰδοὺ τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί καὶ εἶδε ὁ Ἰωάννης τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ κατεβαίνη σὰν περιστερὰ καὶ νὰ ἔρχεται ἐπάνω του. Καὶ ἀμέσως ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό ποὺ ἔλεγε, τοῦτος εἶναι ὁ ἀγαπητὸς Υἱός μου, ποὺ τὸν ἐξέλεξα».
Μέγα καὶ ὑψηλό, ἀδελφοί, εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ συμπεριλαμβάνεται στὰ λίγα τοῦτα λόγια, δυσθεώρητο καὶ δυσερμήνευτο καὶ ὄχι λιγώτερο δυσκατάληπτο· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἐξαιρετικὰ σωτήριο, γι’ αὐτό, ἀφοῦ πεισθοῦμε καὶ ἐλπίσωμε σ’ αὐτόν ποὺ προέτρεψε νὰ ἐρευνοῦμε τὶς Γραφές, ἂς ἀνιχνεύσωμε ὅσο εἶναι ἐφικτό τὴ δύναμι τοῦ μυστηρίου. Ὅπως λοιπὸν κατὰ τὴ ἀρχὴ μετὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, «ἂς κατασκευάσωμε ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσί μας», ἀφοῦ ἐπλάσθηκε ἡ φύσιςμας στὸν Ἀδάμ, τὸ ζωαρχικό Πνεῦμα, ἀφοῦ φανερώθηκε κι’ ἐδόθηκε μὲ τὸ ἐμφύσημα πρὸς αὐτόν, συνεφανέρωσε καὶ τὸ τριαδικὸ τῶν ὑποστάσεων τῆς δημιουργοῦ θεότητος ἐπάνω στὰ ἀλλὰ κτίσματα, τὰ ὁποῖα παράγονταν μὲ μόνο τὸ ρῆμα τοῦ Λόγου καὶ τοῦ λέγοντος Πατρός· ἔτσι τώρα, ποὺ ἀναπλασσόταν στὸν Χριστὸ ἡ φύσις μας, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, φανερωθὲν διὰ τῆς πρὸς αὐτόν καθόδου ἀπὸ τὰ ὑπερουράνια, καθὼς βαπτιζόταν στὸν Ἰορδάνη, φανέρωσε τὸ μυστήριο τῆς ὕψιστης καὶ παντουργοῦ Τριάδος, τὸ σωστικὸ γιὰ τὰ λογικὰ κτίσματα.
Γιὰ ποιὸ λόγο φανερώνεται τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅταν πλάσσεται καὶ ἀναπλάσσετα ὁ ἄνθρωπος; Ὄχι μόνο διότι εἶναι μόνος ἐπίγειος μύστης καὶ προσκυνητής της, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ὁ μόνος κατὰ τὴν εἰκόνα της. Πραγματικὰ τὰ μὲν αἰσθητικὰ καὶ ἄλογα ζῶα ἔχουν μόνο πνεῦμα ζωϊκό, ἀλλὰ κι’ αὐτό μὴ δυνάμενο νὰ ὑφίσταται καθ’ ἑαυτό, στεροῦνται ὅμως τελείως νοῦ καὶ λόγου· τὰ δὲ ἐντελῶς ὑπὲρ τὴν αἴσθησι, ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι, ὡς νοεροί καὶ λογικοί, ἔχουν νοῦ καὶ λόγο, ἀλλὰ ὄχι καὶ πνεῦμα ζωοποιό, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν οὔτε σῶμα ποὺ νὰ ζωοποιῆται ἀπὸ αὐτό. Ὁ δὲ ἄνθρωπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ κατ’ εἰκόνα τῆς τρισυπόστατης φύσεως ἔχει νοῦ καὶ λόγο καὶ πνεῦμα ζωοποιὸ τοῦ σώματος, ἐπειδὴ ἔχει καὶ τὸ ζωοποιούμενο σώμα.
Ὅπως λοιπόν, ἀφοῦ φανερώθηκε ἡ ὕψιστη καὶ παντουργὸς Τριὰς τὴ στιγμὴ ποὺ ἀναπλασσόταν ἡ φύσις μας στὸν Ἰορδάνη, σὰν εἶδος ἀρχετύπου τῆς κατὰ τὴν ψυχὴ μας εἰκόνος, οἱ μὲν βαπτίζοντες κατὰ Χριστὸν μετὰ τὸν Χριστὸ βαπτίζουν μὲ τρεῖς καταδύσεις, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης βάπτιζε μὲ μία κατάδυσι. Κι’ αὐτό ἐπισημαίνοντας ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει «ἀφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀνέβηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὕδωρ.
«Καὶ ἰδού», λέγει, δηλαδὴ χωρὶς νὰ βγῆ ἀπὸ τὸ ὕδωρ ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ ἀναδυθῆ μόνο, «τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί». Συγκεντρώσατε λοιπὸν τὴ διάνοιά σας, παρακαλῶ ἀδελφοί, καὶ προσέχετε μὲ ἀκρίβεια τοῦ νοῦ, ὥστε νὰ κατανοήσετε τήν δύναμι τοῦ μυστηρίου τοῦ κατὰ Χριστὸν βαπτίσματος. Διότι ἡ κατάδυσις τοῦ Χριστοῦ στὸ ὕδωρ καί ἡ κάτω ἀπὸ αὐτό τοποθέτησίς του, ὅταν βαπτιζόταν, προϋπεδείκνυε τὴν κατὰβασί του στὸν ἅδη.
Εὐλόγως καὶ συνεπῶς λοιπόν, ὅταν ἀνέβηκε ἀπὸ τὸ ὕδωρ, ἀμέσως τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί· ἐπειδὴ καὶ κατὰ τὴν κάθοδο στὸν ἅδη, ὅπου ἔγινε γιὰ χάρι μας ὑπόγειος, καθὼς ἐπανερχόταν ἀπὸ ἐκεῖ, ἄνοιξε ἀπὸ ἐκεῖ τὰ πάντα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὄχι μόνο τὰ ἔγγεια καὶ τὰ περίγεια, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἀνώτατο οὐρανό, στὸν ὁποῖο ἔπειτα, ὅταν ἀναλήφθηκε σωματικῶς, «εἰσῆλθε πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν». Ὅπως δηλαδὴ διὰ τοῦ μυστικοῦ ἄρτου καὶ τοῦ ποτηρίου προϋπέδειξε τὸ σωτήριο πάθος του καὶ ἔπειτα παρέδωκε τὸ μυστήριο τοῦτο στοὺς πιστοὺς νὰ τὸ τελοῦν γιὰ τὴ σωτηρία, ἔτσι προϋπέδειξε καὶ τὴν κάθοδό του στὸν ἅδη καὶ τὴν ἀνὰβασί του ἀπὸ ἐκεῖ μυστικῶς διὰ τοῦ βαπτίσματός του τούτου, καὶ ἔπειτα τὸ παρέδωσε στοὺς πιστοὺς νὰ τὸ τελοῦν γιὰ τὴ σωτηρία. Στὸν ἑαυτὸ του μὲν παρεῖχε ἔτσι τὰ ἐπώδυνα καὶ δύσκολα, σ’ ἐμᾶς δὲ ἐχάριζε τὴν κοινωνία τῶν παθημάτων του εὐθὺς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ διὰ τῶν ἀνώδυνων τούτων μέσων καὶ μᾶς καθιστοῦσε κατὰ τὸν ἀπόστολο συμφύτους μὲ τὸ ὁμοίωμα τοῦ θανάτου του, ὥστε στὸν καιρὸ νὰ μᾶς καταξιώση καὶ τῆς ὑπεσχημένης ἀναστάσεως .
Ἔχοντας δηλαδὴ σὰν ἐμᾶς ψυχὴ καὶ σῶμα, ποὺ ἀνέλαβε ἀπὸ ἐμᾶς γιὰ χάρι μας, διὰ μὲν τοῦ σώματος ὑπέστη τὸ θάνατο καὶ τὴν ταφὴ ὑπὲρ ἡμῶν, κι’ ἀνέδειξε τὴν ἔγερσι ἀπὸ τὸν τάφο σὰν δύναμι ἀθανασίας καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος, καὶ μᾶς παρέδωσε νὰ τελοῦμε τὴν ἀναίμακτη θυσία σὲ ἀνάμνησι τούτων καὶ δι’ αὐτῆς νὰ καρπωνώμαστε τὴ σωτηρία· διὰ δὲ τῆς ψυχῆς κατῆλθε στὸν ἅδη καὶ ἐπανῆλθε ἀπὸ αὐτόν, μεταδίδοντας σὲ ὅλους φῶς ἀΐδιο καὶ ζωὴ καὶ γιὰ δεῖγμα τούτου μᾶς παρέδωσε νὰ τελοῦμε τὸ θεῖο βάπτισμα καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ νὰ καρπωνώμαστε τὴ σωτηρία· καὶ μάλιστα νὰ τὴν καρπωνώμαστε μὲ τὸ καθένα ἀπὸ τὰ δύο μυστήρια καὶ μὲ τὰ δύο στοιχεῖα, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, μυούμενα καὶ δεχόμενα σπέρματα ἀκήρατης ζωῆς. Πραγματικὰ ἀπὸ τὰ δύο αὐτά ἐξαρτᾶται ὅλη ἡ σωτηρία μας, ἀφοῦ ὅλη ἡ θεανδρικὴ οἰκονομία στὰ δύο αὐτά συγκεφαλαιώνεται.
«Τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί». Δὲν εἶπε ὁ οὐρανός, ἀλλὰ «τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί», δηλαδὴ ὅλοι, ὅλα τὰ ἐπάνω, γιὰ νὰ μὴ νομίσης, βλέποντας τὰ ἄνω κι’ ἐπάνω ἀπὸ ἐμᾶς ἐπικείμενα, ὅτι ὑπάρχει κάτι ποὺ εἶναι ὑπερκείμενο καὶ ἀνώτερο. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐννοήσης καὶ ἐπιγνώσης ὅτι ὑπάρχει μία μόνο φύσις καὶ δεσποτεία ποὺ ἀπὸ τὴν ὑπὲρ τὸν οὐρανό γύρω ἀπειρία φθάνει μέχρι καὶ τῶν μέσων τοῦ σύμπαντος καὶ τῶν ἰδικῶν μας ὁρίων, δηλαδὴ γεμίζει τὰ πάντα καὶ δὲν ἀφήνει τίποτε ἔξω ἀπὸ ἑαυτὴν καὶ συγκρατεῖ καὶ περιέχει τὰ πάντα σωτηρίως καὶ ὑπερεκτείνεται πέρα ἀπὸ τὰ πάντα, ἀναγνωρίζεται ὅμως ἀπορρήτως σὲ τρεῖς συναφεῖς χαρακτῆρες.
«Τοῦ ἀνοίχθηκαν λοιπὸν οἱ οὐρανοί», γιὰ νὰ δειχθῆ φανερώτατα ὅτι αὐτός εἶναι ποὺ καὶ πρὸ τῶν οὐρανῶν ὑπάρχει, μᾶλλον δὲ ποὺ εἶναι καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα τὰ ὄντα καὶ εἶναι πρὸς τὸν Θεὸ καὶ εἶναι Θεὸς καὶ εἶναι Θεοῦ Λόγος καὶ Υἱός καὶ οὔτε τὸν Πατέρα ἔχει προγενέστερό του καὶ ἔχει μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα ὄνομα τὸ ἐπάνω ἀπὸ κάθε ὄνομα καὶ ἀπὸ κάθε λόγο. Διότι, ὅταν ὅλα τὰ φαινόμενα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Πατρὸς στὸν οὐρανό, ἐγκόσμια καὶ ὑπερκόσμια, ἐσχίσθηκαν καὶ ἦσαν πεταμένα τὰ πρῶτα δίπλα στὰ ἄλλα, μόνο αὐτός παρουσιαζόταν συνημμένος μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα, ἀφοῦ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ σύστασι τῶν ὄντων ὑπῆρχε μαζὶ μὲ αὐτούς.
«Τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί», ὅπως δὲ λέγει ὁ Μάρκος, ἐσχίσθηκαν. Διότι λέγει, «ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὸ ὕδωρ, εἶδε τοὺς οὐρανούς νά σχίζωνται». Πῶς λοιπόν ὁ μὲν ἕνας εἶπε, ἀνοίχθηκαν, ὁ δὲ ἄλλος, ἐσχίσθηκαν; Γιὰ νὰ μὴ διαφύγη τὴν προσοχὴ τῶν συνετῶν ἀκροατῶν ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ μυστηρίου εἶναι διπλή. Πραγματικὰ μὲ τὴν ἔκφρασι ὅτι ἀνοίχθηκαν μᾶς ἔδειξε ὅτι οἱ οὐρανοί ἦσαν κλειστοὶ προηγουμένως λόγω τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς παρακοῆς μας πρὸς τὸ Θεό. Διότι ἔχει γραφῆ ὅτι ὁ οὐρανός ἀποκλείσθηκε γιὰ τὸν Ἀδάμ, ὅταν παρήκουσε στὸ Θεὸ καὶ ἄκουσε ἀπὸ αὐτόν ὅτι «γῆ εἶσαι καὶ στὴ γῆ θὰ μεταβῆς». Εὐλόγως λοιπὸν ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί στὸν Χριστό, ποὺ παρουσιάσθηκε σὲ ὅλα ὑπήκοος καί, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε στὸν Ἴωαννη, ἐξεπλήρωσε ὅλη τὴ δικαιοσύνη καὶ προσφάτως διὰ τοῦ βαπτίσματος. Ἐπειδή δέ, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ πρόδρομος τοῦ Κυρίου, «δὲν δίδει μὲ μέτρο τὸ Πνεῦμα ὁ Θεός, ἀλλὰ ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ τὸν Υἱό καὶ δίδει τὰ πάντα στὸ χέρι του, φαίνεται ὅτι ὁ Χριστὸς κατὰ σάρκα ἔλαβε ὅλη τὴν ἀμέτρητη καὶ ἄπειρη δὺ-ναμι καὶ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος. Οἱ οὐρανοί ἔδειξαν ἐμπρά κτως ὅτι ὅλη αὐτή ἡ δύναμις καὶ ἐνέργεια τοῦ θείου Πνεύματος εἶναι ἀχώρητος σὲ ὅλα τὰ κτιστά.
Γι’ αὐτό καὶ ὅταν τούτη ἡ δύναμις φαινόταν καὶ ἦταν σὰν νὰ διάβαινε πρὸς τὴν θεοϋπόστατη ἐκείνη σάρκα, αὐτοί μὴ χωρώντας ἐσχίσθηκαν. Καλῶς λοιπὸν διεκήρυξε αὐτός ποὺ εἶπε πρὸς τὸν Θεό, «οὔτε ὁ οὐρανός δὲν εἶναι καθαρὸς ἐνώπιόν σου», ὡς οὐρανὸ ἐννoώντας τούς ἀγγέλους, τοὺς ἀρχαγγέλους, τὰ πολυόμματα Χερουβίμ, τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ, ὅλη τὴν ἄλλη ὑπερκόσμια φύσι. Εὐλόγως λοιπὸν οὔτε οἱ οὐρανοί, δηλαδὴ οἱ ἄγγελοι σ’ αὐτόν, εἶναι καθαροὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τῶν οὐρανῶν, ἐπειδή, ἂν καὶ φωτίζεται διαπαντὸς ἀπὸ τὴν ὑψίστη καὶ δεσποτικὴ ἱεραρχία, ὑστεροῦν ὡς πρὸς τὴν ὑπερτέλεια καθαρότητα αὐτῆς. Μόνη δὲ ἡ δική μας ἐν Χριστῷ φύσις ὡς θεοϋπόστατη καὶ ὁμόθεη διαθέτει καθαρότητα ὑπερτελεία καὶ εἶναι, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, χωρητική κάθε λαμπρότητος καὶ ἀγλαΐας καὶ δυνάμεως καὶ ἐνέργειας τοῦ Θείου Πνεύματος. Ἑπομένως ὄχι μόνο οἱ οὐρανοί ἀνοίχθηκαν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἄγγελοι ὑποχώρησαν ἐμπρὸς στὴν τοιαύτη κάθοδο τοῦ Θείου Πνεύματος σ’ αὐτόν.
«Ἄφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀνέβηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὕδωρ· καὶ ἰδού, τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί»· ὁ δὲ Λουκᾶς λέγει ὅτι εἶχε ἀνοιχθῆ ὁ οὐρανός, ὅταν ἀκόμη προσευχόταν ὁ Χριστός· διότι, λέγει, «ὅταν βαπτίσθηκε καὶ προσευχόταν ὁ Ἰησοῦς, ἀνοίχθηκε ὁ οὐρανός». Πραγματικὰ καὶ βαπτιζόμενος καὶ κατεβαίνοντας καὶ ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὸ ὕδωρ προσευχόταν, διδάσκοντας ἐμπράκτως ὅτι, ὄχι μόνο ὁ ἱερεὺς καὶ λειτουργός τῶν μυστηρίων πρέπει νὰ προσεύχεται, ἀλλὰ καὶ αὐτός πού δέχεται τό μυστήριο πρέπει νὰ κάμη τοῦτο σὲ κάθε θεία τελετὴ· καὶ ἂν μὲν ὁ λειτουργός εἶναι τελειότερος κατὰ τὴν ἀρετὴ καὶ ἀναπέμπει ἐκτενέστερη εὐχή, δι’ αὐτοῦ ἀνεβαίνει ἡ χάρις πρὸς τὸν ἀποδέκτη τοῦ Μυστηρίου, ἂν δὲ ὁ ἀποδέκτης εἶναι ἀξιώτερος καὶ προσεύχεται ἐκτενέστερα, ὁ θελητής τοῦ ἐλέους (τί ἄφατη χρηστότης κι’ αὐτή!) δὲν ἀρνεῖται νὰ μεταδώση δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τὴ χάρι καὶ στὸν λειτουργό· ὅπως καὶ τώρα ἔγινε φανερὰ στὴν περίπτωσι τοῦ Ἰωάννη, πράγμα ποὺ καὶ αὐτός μαρτυρεῖ ὕστερα δημόσια, λέγοντας, «ὅλοι ἐμεῖς ἐλάβαμε ἀπὸ τὸ πλήρωμά του».
Γιατί ὅμως μόνο στὸν Ἰησοῦ ἀνοίχθηκε ὁ οὐρανός, ὅταν προσευχόταν, σὲ κανένα δὲ ἀπό τούς πρὸ αὐτοῦ; Τί λέγεις; αὐτός ποὺ ἀντιλήφθηκε τή θεανδρικὴ οἰκονομία τοῦ ἐνυποστάτου Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη ἔμβρυο, καὶ ὄχι μόνο ἐπήδησε μαζί του μὲ ἀγαλλίασι θείου Πνεύματος ἀπὸ τὴν μητρικὴ κοιλιά, ἀλλὰ μετέδιδε χάρι καὶ στὴν κυοφοροῦσα μητέρα του, αὐτός ποὺ μόλις λύθηκε ἀπὸ ἐκεῖ ἔλυσε τὸ πατρικὸ στόμα ποὺ εἶχε δεθῆ γι’ αὐτόν μὲ ἀφωνία κατόπιν προσταγῆς τοῦ ἀγγέλου, τὸ θρέμμα τῆς ἐρήμου, ὁ ὑψηλότερος ἀνάμεσα στὰ γεννήματα τῶν γυναικῶν καὶ ἀξιώτερος τῶν ἀπὸ ἀνέκαθεν προφητῶν, δὲν εἶναι ἱκανός νὰ λύση τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος (ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτός ὁ ἱμάς), καὶ θὰ ἦταν ἱκανός ν’ ἀνοίξη τὸν οὐρανό, μᾶλλον δὲ τὰ ὑπερουράνια, κάποιος ἀπό τούς ὑστεροῦντας ἀπέναντι στὴν ἀξία του;
Γιὰ νὰ κατανοήσης δὲ τὸ ὕψος τῆς ὑπεροχῆς τοῦ τώρα βαπτιζομένου κατὰ σάρκα ἀπέναντι σὲ ὅλους, πρόσεξε κι’ ἐκεῖνο· ὅτι «τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί», ἔχει γραφῆ, δείχθηκε δὲ σ’ ἐμᾶς μὲ ἔργα ὅτι ὄχι μόνο οἱ οὐρανοί, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ κόλπος τοῦ Ὑψίστου Πατρὸς τοῦ ἀνοίχθηκε· διότι ἀπὸ ἐκεῖ ἦλθε τὸ Πνεῦμα καὶ ἡ φωνὴ ποὺ μαρτυροῦσε τὴν γνησιότητα τῆς υἱότητος . Οἱ δὲ οὐρανοί εἶναι κήρυκες τούτου, ἀφοῦ ἀνοίχθηκαν σὰν παγκόσμια στόματα, καὶ διατρανώνοντας ὄχι μόνο πρὸς τοὺς ἀγγέλους τῶν οὐρανῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἐπάνω στὴ γῆ ἀνθρώπους τὴν ὁμοτιμία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα καὶ πρὸς τὸ ἀπὸ αὐτόν προελθόν ἐκπορευτῶς Πνεῦμα, κατὰ τὴν οὐσία καὶ δύναμι καὶ δεσποτεία πρὸς τὸ σύμπαν.
Εὐλόγως λοιπὸν μόνο γι’ αὐτόν ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί ὅταν προσευχόταν ἐπειδὴ καὶ τὸ σφραγισμένο βιβλίο, τὸ ὁποῖο πιθανῶς ὑπαινίσσεται τὸν κλεισμένο προηγουμένως γιὰ μᾶς οὐρανό τοῦτον, κατὰ τὴν Ἀποκάλυψι τοῦ Ἰωάννη, κανένας καὶ κάτω ἀπὸ τὴ γῆ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἀνοίξη καὶ νὰ τὸ διαβάση· «κατώρθωσε δέ, λέγει, νὰ τὸ ἀνοίξη καὶ νὰ τὸ διαβάση μόνο ὁ Λέων ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα». Ποιὸς δὲ εἶναι ὁ Λέων ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα μᾶς τὸ ἐδίδαξε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, ποὺ λέγει, «ἀνέβηκες ἀπὸ τὴ φυλή, υἱέ μου, σκύμνος τοῦ λέοντος Ἰούδα· ἀφοῦ ἐξάπλωσες, κοιμήθηκες σὰν λέων καὶ σὰν σκύμνος. Ποιὸς θὰ τὸν ξυπνήση; Δὲν θὰ λείψη ἄρχοντας ἀπὸ τὸν Ἰούδα καί ἡγεμὼν ἀπό τοὺς μηρούς του, ἕως ὅτου ἔλθη αὐτός στὸν ὁποῖο ἀπόκειται ἡ ἀποστολή· καὶ αὐτός θὰ εἶναι προσδοκία τῶν ἐθνῶν», δηλαδὴ αὐτός ποὺ τώρα ἄνοιξε φανερὰ καὶ ὅλα τὰ ὑπερουράνια, ποὺ μόνος ἀνέγνωσε τούς ἀπό τούς αἰῶνες καὶ στοὺς αἰῶνες λόγους τῆς προνοίας, τοὺς ἀπόκρυφους στὸν πατρικὸ κόλπο θησαυροὺς τῆς σοφίας, τὰ ἀνεξερεύνητα βάθη καὶ τὰ μυστήρια τοῦ Πνεύματος.
«Ἀφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀμέσως ἀνέβηκε ἀπὸ τὸ ὕδωρ καὶ ἰδοὺ ἀνοίχθηκαν γι’ αὐτόν οἱ οὐρανοί». Βλέπετε ὅτι τὸ ἅγιο βάπτισμα εἶναι πύλη τῶν οὐρανῶν πού εἰσάγει ἐκεῖ τούς βαπτιζομένους; Διότι δὲν εἶπε ἁπλῶς «ἀνοίχθηκαν», ἀλλὰ «ἀνοίχθηκαν γι’ αὐτόν οἱ οὐρανοί»· ὅλα δὲ ὅσα ἔγιναν σ’ αὐτόν, γιὰ μᾶς ἔγιναν. Γιὰ μᾶς λοιπὸν ἀνοίχθηκαν δι’ αὐτοῦ οἱ οὐρανοί, ποὺ ἔχοντας ἀνοικτὲς τὶς πύλες προσμένουν τὴν εἴσοδό μας. Καὶ πρὶν ἀπό τούς ἄλλους μαρτυρεῖ τοῦτο ὁ πρωταγωνιστὴς ἀνάμεσα στοὺς μάρτυρες Στέφανος. Ἀφοῦ γονάτισε, προσευχόταν καί ἀτενίζοντας εἶδε ὅ,τι κανεὶς δὲν εἶδε πρὶν ἀπὸ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ· «διότι ἀτενίζοντας εἶδε τοὺς οὐρανούς ἀνοιγμένους καὶ τὸν Ἰησοῦ στὴ δόξα τοῦ Πατρός», εἶδε ὄχι μόνο ἄρρητη δόξα καὶ τόπο ὑπερουράνιο, ἀλλὰ κι’ αὐτόν τόν ποθούμενο μέσα στὴ δόξα τοῦ Πατρός, διὰ τῆς ὁποίας πρῶτος αὐτός ἀπό τούς μετὰ Χριστὸν εἶδε μακαρίως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶδε κανεὶς ἀπό τούς πρὸ Χριστοῦ, στὰ ὁποῖα κι’ αὐτά ἀκόμη τὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων φοβοῦνται νὰ παρακύψουν. Διότι τὸν εἵλκυσε ὁ ποθούμενος Ἰησοῦς ποθώντας νὰ εἶναι τοῦτος πρῶτος διάκονος στοὺς οὐρανούς καὶ πολὺ προτιμότερος ἀπὸ τὰ λειτουργικὰ πνεύματα, καθὼς καὶ πρῶτος μάρτυρας τῆς ἀθλήσεως. Γιὰ μᾶς λοιπὸν ἀνοίχθηκαν δι’ αὐτοῦ οἱ οὐρανοί κι’ ἐμᾶς καθάρισε διὰ τοῦ Ἑαυτοῦ του διότι δὲν χρειαζόταν ὁ ἴδιος κάθαρσι ἡ ἄνοιγμα.
Καὶ εἶδε ὁ Ἰωάννης, γιὰ νὰ μπορῆ νὰ λέγη ὕστερα πρὸς τοὺς ἐρωτῶντες, «κι’ ἐγώ εἶδα κι’ ἐμαρτύρησα, ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ»· εἶδε λοιπὸν ὁ Ἰωάννης τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ κατεβαίνη σὰν περιστερὰ καί νά ἔρχεται σ’ αὐτόν . Μαρτυρεῖ δὲ καὶ τῆς περιστερᾶς τὸ εἶδος τὴν καθαρότητα αὐτοῦ πρὸς τὸν ὁποῖο κατέβηκε· διότι τοῦτο τὸ ζῶο δὲν πετᾶ ἐπάνω ἀπὸ ἀκαθάρτους καὶ δυσώδεις τόπους· συνεπιβεβαιώνει δὲ καὶ μὲ τὴ φωνὴ τοῦ Πατρὸς ἀπὸ ἄνω· «καὶ ἰδού», λέγει, δηλαδὴ μαζί μὲ τὸ εἶδος τῆς περιστερᾶς, καὶ «φωνὴ ἀκούεται ἀπό τούς οὐρανούς ποὺ λέγει, τοῦτος εἶναι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, τὸν ὁποῖο ἐξέλεξα» , τοῦτος ποὺ τώρα δεικνύει τὸ Πνεῦμα μου ποὺ κατῆλθε καὶ μένει ἐπάνω του σὰν στὸν συναΐδιον Υἱό μου. Πραγματικὰ ὁ Πατήρ, χρησιμοποιώντας σὰν δάκτυλο τὸ συναΐδιο καὶ ὁμοούσιο καὶ ὑπερουράνιο Πνεῦμα του, φωνάζοντας καὶ δακτυλοδεικτώντας μαζί, ἀπέδειξε δημόσια καὶ ἐκήρυξε σὲ ὅλους ὅτι ὁ βαπτιζόμενος τότε ἀπὸ τὸν Ἰωάννη στὸν Ἰορδάνη εἶναι ὁ ἀγαπητὸς του Υἱός.
Τὸ Πνεῦμα δὲν ἐφάνηκε μόνο σὰν πατρικὸς δάκτυλος μὲ τὸν ὁποῖο δακτυλοδεικτοῦσε, ἀλλὰ κατέβηκε καὶ ἕως αὐτόν τὸν δεικνυόμενο μὲ τὸν πατρικὸ δάκτυλο σὰν γιὰ νὰ τὸν ψεύση, καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ διέμεινε ἐπάνω σ’ αὐτὸν διότι, λέγει, «ἐμαρτύρησε ὁ Ἰωάννης ὅτι, εἶδα τὸ Πνεῦμα νὰ κατεβαίνη σὰν περιστερὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό καὶ ἔμεινε ἐπάνω σ’ αὐτόν». Καὶ δὲν ἔμεινε μόνο ἐπάνω σ’ αὐτόν (καὶ μάρτυς εἶναι πάλι ὁ ἴδιος ποὺ λέγει, «ἀπὸ τὸ πλήρωμά του ἐλάβαμε ὅλοι ἐμεῖς»), ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ φανερὰ κάθοδο ἦταν μέσα σ’ αὐτόν ἀφανῶς· τοῦτο ἄλλωστε μαρτυρεῖται καὶ ἀπό τούς ἀσώματους καὶ οὐράνιους ἀγγέλους, ἀπό τούς ὁποίους ὁ μὲν ἕνας λέγει πρὸς τὴν γυναῖκα ποὺ τὸν συνελάμβανε μὲ παρθενία «ὅτι τὸ ἅγιο Πνεῦμα θὰ ἐπέλθη σὲ σένα», ὁ δὲ ἄλλος πρὸς τὸν Ἰωσήφ γι’ αὐτήν, «ὅτι τὸ παιδὶ ποὺ ἔχει γεννηθῆ μέσα της προέρχεται ἀπὸ ἅγιο Πνεῦμα».
Ἐπειδὴ λοιπὸν αὐτά δὲν κηρύττονται ὡς ἁπλῆ συνάφεια, ἀλλὰ εἶναι καὶ κάποια ἀλληλουχία ὑπερφυὴς καὶ διηνεκὴς συγχρόνως, τελεία καὶ ἀσύγχυτη, ἔτσι καὶ αὐτός ἀναδεικνύεται γιὰ μᾶς ἕνας Θεὸς μὲ τρισυπόστατη καὶ παντοδύναμη θεότητα, ποὺ φανερώνεται ὅποτε καὶ ὅπως εὐδόκησε μόνος του, Πατὴρ ὑπερουράνιος, Υἱός ὁμοούσιος, Πνεῦμα ἅγιο ἐκπορευόμενο ἀπὸ τὸν Πατέρα καί ἀναπαυόμενο στὸν Υἱό, ποὺ καὶ τὴν ἕνωσι ἔχει ἀσύγχυτη καὶ τὴ διαίρεσι ἀμέριστη. Διότι δύο εἶναι αὐτοί ποὺ μαρτυροῦν, ὁ δὲ μαρτυρούμενος ἕνας· μαρτυροῦν δὲ καὶ τὴν θεότητά τους καὶ τὴν συμφυΐα μεταξύ τους καὶ τὴ διακρισι· τὴν μὲν θεότητα ἀπὸ τὴν ὑπερβατικὴ δεσποτεία, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐσχίσθηκαν ὅλοι οἱ οὐρανοί συγχρόνως, τὴν δὲ συμφυΐα ἀπὸ τὴν ἄκρα καὶ διηνεκῆ συνάφεια καὶ τὴν συμφωνία, τὴν δὲ διάκρισι διὰ τῆς διαφοροποιήσεως καὶ τῆς σχέσεως τῶν ὑποστατικῶν ὀνομάτων.
Ἀνεβάζεται μάλιστα καὶ τὸ ἀπό μᾶς πρόσλημμα πρὸς ἐκεῖνο τὸ ἀξίωμα, ἀφοῦ ὑπάρχει ἀχωρίστως μαζὶ μὲ τὸν Υἱό τοῦ Θεοῦ, ὥστε καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησί του οἱ προσκυνητὲς καὶ φωτιστικὲς ὑποστάσεις νὰ εἶναι τρεῖς, στὶς ὁποῖες ἐμεῖς πιστεύουμε καὶ βαπτιζόμαστε, τὸν μὲν παλαιὸ ἄνθρωπο ἐκδυόμενοι μὲ τὸ θεῖο βάπτισμα, ἐνδυόμενοι δὲ τὸν Χριστό, τὸν νέο Ἀδάμ, ὁ Ὁποῖος κατέστησε νέα τὴν ἔνοχη φύσι μας, ἀφοῦ τὴν παρέλαβε ἀπὸ παρθενικὰ αἵματα ὅπως εὐδόκησε, καὶ τὴν ἐδικαίωσε δι’ Ἑαυτοῦ καὶ ἔπειτα ὅλους ὅσοι προῆλθαν κατὰ πνεῦμα ἀπὸ αὐτόν τούς ἐλευθέρωσε ἀπὸ ἐκείνη τὴν προγονικὴ κατάρα καὶ καταδίκη.
Τί λοιπόν; Ἐπειδὴ βέβαια ὁ μονογενὴς Υἱός τοῦ Θεοῦ δὲν ἔλαβε ἀπὸ ἐμᾶς ὑπόστασι, ἀλλὰ τὴν φύσι μας τὴν ὁποία ἀνεκαίνισε, ἀφοῦ ἑνώθηκε μὲ αὐτήν κατὰ τὴν ἰδικὴ του ὑπόστασι, δὲν μεταδίδει ἀπὸ τὴ χάρι του καὶ στὴν καθεμία ἀπό τίς ὑποστάσεις μας καὶ δὲν λαμβάνει ἀπὸ αὐτόν ὁ καθένας τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτημάτων του; Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ κάμη ἀλλοιῶς αὐτός ποὺ «θέλει νὰ σωθοῦμε ὅλοι», αὐτός ποὺ «ἀφοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανούς κατῆλθε» ὑπὲρ ὅλων, καὶ πού, ἀφοῦ μὲ ἔργα καὶ λόγια καὶ παθήματα μᾶς ὑπέδειξε ὁδό σωτηρίας, ἀνῆλθε στοὺς οὐρανούς ἀπὸ ὅπου ἕλκει τοὺς πιστούς του; Ἀλλὰ τὴν μὲν φύσι, ποὺ τὴν ἀνακαίνισε ἀφοῦ τὴν προσέλαβε γιὰ μᾶς ἀπό μᾶς, τὴν ἔδειξε ἁγιασμένη καὶ δικαιωμένη, καὶ ὑπήκοο καθ’ ὅλα στὸν Πατέρα, μὲ ὅσα αὐτός ἔπραξε κι’ ἔπαθε κατὰ τὸ θέλημά του ἑνωμένος πρὸς αὐτήν κατὰ τὴν ὑπόστασι· ἀνακαίνισε δὲ τοῦ καθενὸς ἀπό μᾶς ποὺ πιστεύουμε σ’Αὐτόν, ὄχι μόνο τὴ φύσι, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπόστασι, καὶ μᾶς ἐχάρισε τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτημάτων διὰ τοῦ θείου βαπτίσματος, διὰ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν του, διὰ τῆς μετανοίας ποὺ ἐχάρισε στοὺς πταῖστες, καὶ διὰ τῆς μεταδόσεως τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματός του.
Μὲ τὸ νὰ εἴπη δὲ ὁ Πατὴρ ἀπὸ ἄνω περὶ τοῦ βαπτισθὲντος κατὰ σάρκα «αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο εὐαρεστοῦμαι», ἔδειξε ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀλλὰ ποὺ ἐλέχθηκαν πρωτύτερα διὰ τῶν προφητῶν, οἱ νομοθεσίες, οἱ ἐπαγγελίες, οἱ υἱοθεσίες, ἦσαν ἀτελῆ καὶ δὲν ἐλέχθηκαν οὔτε ἐτελέσθηκαν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τούτου, ἀλλὰ ἀπέβλεπαν πρὸς τὸν τωρινὸ σκοπὸ καὶ διὰ τοῦ τελεσθέντος τώρα ἐτελειώθηκαν κι’ ἐκεῖνα. Καὶ τί περιορίζομαι στὶς διὰ τῶν προφητῶν νομοθεσίες, τὶς ἐπαγγελίες, τὶς υἱοθεσίες; Διότι καὶ ἡ κατὰ τὴν ἀρχὴ θεμελίωσις τοῦ κόσμου πρὸς τοῦτον ἔβλεπε, τὸν κάτω μὲν βαπτιζόμενο ὡς υἱό ἀνθρώπου, ἀπὸ ἐπάνω δὲ μαρτυρούμενο ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς μόνο ἀγαπητὸ Υἱό, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγιναν τὰ πάντα καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος.
Ἑπομένως καὶ ἡ ἐξ ἀρχῆς δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου γι’ αὐτόν ἔγινε, ἀφοῦ ἐπλάσθηκε κατὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέση κάποτε νὰ χωρέση τὸ ἀρχέτυπο· καὶ ὁ νόμος στὸν παράδεισο γι’ αὐτόν ἐδόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ· διότι δὲν θά τὸν ἔθετε ὁ νομοθέτης, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μείνη ἀπραγματοποίητος διαπαντός. Καὶ τὰ ἔπειτα ἀπὸ αὐτόν λεχθέντα καὶ τελεσθέντα ὅλα σχεδὸν γι’ αὐτόν ἔγιναν, ἂν δὲν εἴπη κανεὶς καλῶς ὅτι καὶ ὅλα τὰ ὑπερκόσμια, οἱ ἀγγελικὲς φύσεις καὶ τάξεις δηλαδὴ καὶ οἱ ἐκεῖ θεσμοθεσίες, πρὸς τοῦτον τὸ σκοπὸ τείνουν ἀπὸ τὴν ἀρχή, δηλαδὴ πρὸς τὴν θεανδρική οἰκονομία, τὴν ὁποία καὶ ὑπηρέτησαν, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος. Διότι εὐδοκία εἶναι τὸ κυριαρχικὸ καὶ ἀγαθὸ καὶ τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ· αὐτός δὲ εἶναι ὁ μόνος, στὸν ὁποῖο εὐδοκεῖ καὶ ἐπαναπαύεται καὶ ἀρέσκεται τελείως ὁ Πατήρ, «ὁ θαυμαστός του σύμβουλος, ὁ ἄγγελος τῆς μεγάλης βουλῆς του», αὐτός ποὺ ἀκούει καὶ ὁμιλεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα του καὶ παρέχει στοὺς εὐπειθεῖς ζωὴ αἰώνια.
Αὐτήν εἴθε νὰ ἐπιτύχωμε ὅλοι ἐμεῖς μέσα σ’ αὐτόν τὸν βασιλέα τῶν αἰώνων Χριστό, στὸν Ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις μαζί μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.
Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΑΝΤΛΗΣΩΜΕΝ ΥΔΩΡ ΜΕΤ’ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ. ΟΥ ΓΑΡ ΕΣΤΙ ΤΟ ΚΑΚΟΝ ΑΘΑΝΑΤΟΝ
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2016
Ο αγιασμός του κόσμου και των ανθρωπίνων υπάρξεων που έγινε στον Ιορδάνη ποταμό την στιγμή που βαπτίστηκε ο Χριστός, αποτελεί για μας μία ακόμη πνευματική ευκαιρία να θυμηθούμε το νόημα και τον σκοπό της ζωής μας. Άλλωστε, όλες οι εορτές της πίστης μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η υπενθύμιση και η προτροπή για βίωση του κόσμου του Τριαδικού Θεού, όπως αυτός φανερώθηκε χάρις στο Χριστό. Και αυτός ο κόσμος δεν μένει μόνο στο παρελθόν. Γίνεται παρόν και μέλλον την ίδια στιγμή στη λειτουργική παράδοση της πίστης μας. Κάθε φορά που τελούμε την θεία λειτουργία, με την ευκαιρία της οποιασδήποτε εορτής, κάθε φορά που τελούμε τις ιερές ακολουθίες, βλέπουμε και βιώνουμε αυτή την ταυτόχρονη χρονικά παρουσία του Χριστού: εκείνον που είναι «ο ων, ο ην και ο ερχόμενος».
Η Εκκλησία μας καλεί να ευχαριστήσουμε και να δοξολογήσουμε «το μέγεθος της περί ημάς οικονομίας του Θεού» (Ιδιόμελο εις την προσκύνησιν του Μεγάλου Αγιασμού της εορτής των Θεοφανείων). Σε όλη μας τη ζωή καλούμαστε να παλέψουμε με το κακό. Η ελευθερία μας μάς οδηγεί στη δυνατότητα της ζωής με το Θεό και της ζωής μακριά από το Θεό. Το κακό φαντάζει πανίσχυρο, διότι χτυπά με τη δύναμη της επιθυμίας για εξουσία, για ηδονή, για αυτορρύθμιση της ζωής. Φαντάζει πανίσχυρο διότι έχει την δυνατότητα να πείθει τον άνθρωπο ότι δεν υπάρχει προσωποποιημένο, αλλά έχει επιβληθεί από το θέλημα ενός αόρατου και ανύπαρκτου Θεού, ότι είναι κατασκευασμένο από τις θρησκείες, οι οποίες δεν στηρίζονται στην λογική, την επιστήμη, τις αισθήσεις, αλλά στο ανορθολογικό της μεταφυσικής, που δεν μπορεί να αποδειχθεί με τη γνώση και τα βήματα της ανθρώπινης λογικής. Φαντάζει πανίσχυρο διότι έχει απο-ενοχοποιηθεί μέσα στις συνθήκες θρησκευτικού αποχρωματισμού της κοινωνίας και του κόσμου, ενώ η πάλη εναντίον του έχει πάψει να θεωρείται προτεραιότητα στη ζωή μας, διότι κοινωνικά ορίζεται από τους νόμους (ασχέτως αν αυτοί δεν τηρούνται), ενώ ψυχολογικά η έννοια της αμαρτίας, που συνοδεύει το κακό, δεν υφίσταται, αλλά έχει υποκατασταθεί από το δικαίωμα του ανθρώπου να χαρεί τη ζωή του.
Ποια είναι λοιπόν η επικαιρότητα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας τόσο για τους εαυτούς μας όσο και για τον κόσμο μας;
Όσο και να θέλουμε να υπερβούμε το ερώτημα του κακού, αυτό δεν παύει να μας τυραννά. Είτε με την μορφή του θανάτου, είτε με την μορφή της αδικίας, είτε με την μορφή της θλίψης και της δοκιμασίας, είτε με την ύπαρξη κοινωνικών και άλλων προβλημάτων, το κακό φανερώνει την δύναμή του και επηρεάζει τις ζωές μας. Μπορεί ο κόσμος να πιστεύει ότι δεν εξαρτάται από τον καθένα μας η αντιμετώπισή του, διότι είμαστε μικροί ως προς τη δύναμη, ωστόσο τις συνέπειές του τις ζούμε. Εξάλλου, παρά το συλλογικό όραμα ότι οι κοινωνίες, εάν πορευθούν με ορθολογική συνέπεια και με βάση το μακροπρόθεσμο συμφέρον τους και στηριχθούν στους νόμους, τότε θα μπορέσουν να ανακουφιστούν από τις επιδράσεις του, το πρόβλημα έχει διαστάσεις που δεν αντιμετωπίζονται με απλουστεύσεις. Παράλληλα, μπορεί η επιστήμη να βοήθησε και να βοηθά ώστε ο χρόνος και η ποιότητα της ζωής μας να μην δυναστεύονται ολοκληρωτικά από τις δοκιμασίες, ωστόσο όλα λειτουργούν ανασταλτικά, χωρίς να διαγράφουν το κακό από τη ζωή μας.
«Ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται». Η πατερική θέση για το θάνατο αποτελεί μία, ίσως, την μοναδική, ρεαλιστική πρόταση που δεν ερμηνεύει απλώς, αλλά ανακουφίζει από τις συνέπειες του κακού. Η αθανασία του, μαζί με τον άνθρωπο, δεν θα επέτρεπε ουσιαστικά την πρόοδό μας, ούτε την υλική ούτε την πνευματική, καθότι ο άνθρωπος θα ήταν συνεχώς δέσμιος των επιλογών που το κακό θα τον οδηγούσε και θα συγκρούονταν και με τους άλλους που θα ήταν εξίσου δέσμιοι τέτοιων επιλογών. Όμως το μυστήριο της θείας οικονομίας δίνει και την ανατροπή, τον τρόπο της νίκης κατά του κακού. Ο Χριστός «γενόμενος άνθρωπος την ημών κάθαρσιν καθαίρεται εν Ιορδάνη, ο μόνος καθαρός και ακήρατος, αγιάζων εμέ και τα ύδατα, και τας κεφαλάς των δρακόντων, συντρίβων επί του ύδατος». Είναι καθαρός και ακήρατος ο Χριστός. Γι’ αυτό και μπορεί να μας αγιάσει, να μας δώσει δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να συντρίψουμε μαζί του τις κεφαλές των δρακόντων, των αμαρτιών, του προσωποποιημένου στον διάβολο και τους δαίμονες κακού, αλλά και σ’ αυτό που τυραννά τις υπάρξεις μας.
Ο αγιασμός έρχεται με το βάπτισμά μας, δηλαδή με την μετοχή μας στο σταυρό, την ταφή και την ανάσταση του Χριστού, όταν δηλαδή εισερχόμεθα στην Εκκλησία, συνειδητοποιώντας ότι έχουμε συνεχώς έναν παλαιό άνθρωπο τον οποίο καλούμαστε να απεκδυθούμε και να ενδυθούμε ταυτόχρονα τον νέο, τόσο οντολογικά, όσο και ηθικά. Με την πίστη στο Χριστό, την εμπιστοσύνη στη σχέση μαζί Του, την αγάπη προς Αυτόν που νοηματοδοτεί την ύπαρξή μας, αλλά και την προσπάθεια για βίωση του ήθους της πίστης και της αιωνιότητας, την σταύρωση των παθών μας, δηλαδή την συναίσθηση ότι δεν είναι αυτά που έχουν αξία και προτεραιότητα στη ζωή μας, ότι δε μας δίνουν αληθινή ευτυχία, παρά μόνο μας κάνουν να δικαιολογούμαστε για την άρνησή μας να δούμε το κακό, την επίδρασή του επάνω μας και την αδυναμία μας να παλέψουμε εναντίον του. Ο πνευματικός αγώνας αποτελεί μία συνεχή πάλη εναντίον της πτώσης, μία ανανέωση της απόφασής μας να σταυρώσουμε τον παλαιό άνθρωπο, να καθαριστούμε και να αναστηθούμε, «συνταφέντες δια του βαπτίσματος». Και αυτή η απόφαση βρίσκει αρωγό το Χριστό και τους αδελφούς μας στη ζωή και στα μυστήρια της Εκκλησίας, όπου συνεχώς αναβαπτιζόμαστε και βιώνουμε τον Χριστό ως Αυτόν που είναι «ο ων, ο ην και ο ερχόμενος».
Καθαριζόμαστε, γιατί το κακό είναι ανίσχυρο μπροστά στον Θεάνθρωπο, αλλά και σε όσους επιζητούν την κοινωνία μαζί Του. Και είναι το νερό του Ιορδάνη, της κολυμβήθρας, αλλά και του αγιασμού το απτό εκείνο σημείο που μας δείχνει τη δύναμη της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, η οποία μας επιδίδεται αοράτως, μας γεμίζει χαρά, φως, ζωή και μας κάνει να αισθανόμαστε ότι το κακό, με όποια μορφή και αν παρακάθεται στον κόσμο και στη δική μας πραγματικότητα δεν μπορεί να μας νικήσει.
Είμαστε μικροί και αδύναμοι, για τον κόσμο αριθμοί και όχι πρόσωπα. Άλλοι κυβερνούν τις ζωές μας και μας υπαγορεύουν πώς θα πορευθούμε, προσθέτουν και αφαιρούν από χρήματα έως αξιοπρέπεια και παράλληλα διδάσκουν και με τα λόγια και με τα έργα τους ότι το νόημα της ζωής είναι στο εδώ. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει αμαρτία, αλλά παρανομία, κρίση, πρόσκαιρο. Μόνο αυτοί και όσοι τους υπηρετούν ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν πώς μπορούμε να ζήσουμε. Και έχουν στα χέρια τους έναν τεράστιο σε μέγεθος μηχανισμό με τον οποίο μας υποβάλουν σε μία καθημερινή πλύση εγκεφάλου ότι υπηρετούν την αλήθεια. Η εορτή των Θεοφανείων όμως πρέπει να μας κάνει χαρούμενους που έχουμε τον τρόπο να μην υποταχτούμε στο εφήμερο και στο κακό που απειλεί να μας συντρίψει όχι μόνο νυν αλλά και αεί. Είναι ο δρόμος του αγιασμού μέσα από τη σχέση με το Χριστό, δια της οποίας φανερώνεται ο Τριαδικός Θεός. Είναι η ζωή της Εκκλησίας που μας κάνει ανοιχτούς τόσο στην προσωπική μας κάθαρση, αλλά και στη συνάντηση με τους άλλους που δεν μπορούμε παρά να αγαπούμε και να επιθυμούμε τον συν-αγιασμό τους. Είναι η βεβαιότητα ότι δεν είμαστε μόνοι μας. Το κακό συνετρίβη. Απομένει στον καθέναν μας να οικειοποιηθεί Αυτόν που το συνέτριψε.
Τη στιγμή λοιπόν που θα αντλήσουμε το ύδωρ του αγιασμού, ας το κάνουμε μετ’ ευφροσύνης, γνωρίζοντας ότι κάνουμε την ίδια κίνηση χαράς, εμπιστοσύνης, αποδοχής, κάθαρσης που έκαναν πριν από εμάς οι άγιοι της Εκκλησίας, αλλά και αυτή που θα κάνουν όσοι έρθουν μετά από εμάς. Και ο μόνος καθαρός και ακήρατος είναι δίπλα μας. Δεν θα μας αφήσει έρμαια του κακού, αρκεί εμείς να μην το φοβόμαστε. Δεν είναι άλλωστε αθάνατο. Εμείς είμαστε κοντά στο Χριστό.
Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιανουαρίου, 2016
ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Υπό του Γεωργίου Δημ. Αποστόλου θεολόγου, Δ/ντή Γεν. Λυκείου Αταλάντης
«…Τους τρεις μέγιστους φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος…συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν…» (Απολυτίκιο).
Ο κοινός εορτασμός τους (εκτενέστατα μας μιλά το Συναξάρι της εορτής) καθιερώθηκε σε ολόκληρο την Ορθόδοξο Χριστιανοσύνη τον 11ο αιώνα, από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλέξιο Κομνηνό, γιατί ήταν παραδείγματα και άξια πρότυπα προς μίμηση για όλους.
Σήμερα, δεν θα αναφερθούμε στη ζωή και το συγγραφικό έργο των Άγιων που είναι γνωστά, αλλά ούτε και στην πολύπλευρη δραστηριότητα τους γιατί το έργο τους όχι μόνο το θεολογικό, αλλά και το ανθρωπιστικό ήταν τόσο ευρύ και πολύμορφο από άποψη εκκλησιαστική, ηθική, πολιτιστική, παιδαγωγική και κοινωνική, ώστε να γράφονται πολλοί τόμοι γι’ αυτούς, αποδεικνύοντας τη διαχρονικότητά τους. Άλλωστε, αδυνατούμε στον περιορισμένο χρόνο μας να μιλήσουμε για πολλά και διάφορα θέματα.
Θα αναφερθούμε όμως με λίγα λόγια: «Στο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας κατά τους Τρεις Ιεράρχες, και στη σημερινή οικονομική κρίση»…
Αφορμή για την επιλογή αυτού του θέματος, κατά πρώτον, είναι η ηθική-πνευματική κρίση που μαστίζει την σημερινή Ελλάδα με συνέπεια την απαξίωση των αξιών της ζωής του ανθρώπου με τις αρνητικές συνέπειες, έχοντας σαν αποτέλεσμα να έλθει και η οικονομική κρίση. Επικρατεί σύγχυση, αβεβαιότητα, ατολμία, δειλία και πολλοί είναι εκείνοι που ως επιτήδειοι δημαγωγοί εκμεταλλεύτηκαν τον πόνο του ανθρώπου προκαλώντας οδυνηρότερη κρίση, οδηγώντας πολλούς συνανθρώπους μας ακόμα και σε αυτοκτονία.
Κατά δεύτερον, αφορμή επίσης στάθηκε το γεγονός της «εκστρατείας αγάπης» της Ελλαδικής Εκκλησίας με τα συσσίτια, και τις δωρεάν ιατρικές εξετάσεις για ευπαθείς ομάδες από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών και τον Ιατρικό σύλλογο, προς τα δοκιμαζόμενα θύματα αυτής της οικονομικής και καταστροφικής κρίσης, τύπου τσουνάμι, απ’ όπου και πάλι φαίνεται το αδιαμφισβήτητο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, που προσπαθεί να δώσει διέξοδο στο αδιέξοδο της κοινωνίας.
Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές στην ιστορία της Πατρίδας μας εμφανίζονται οι αληθινοί Εκκλησιαστικοί ηγέτες, οι άγιοί της, για να αντιπαραταχθούν με τόλμη και παρρησία σε αυτούς που πολεμούν τον δοκιμαζόμενο λαό.
Τέτοιον αγώνα έκαναν και οι Τρεις Ιεράρχες, αυτοί οι μεγάλοι δάσκαλοι της Εκκλησίας μας και της Οικουμένης, οι οποίοι δεν έμειναν στη θεωρία, αλλά παρουσίασαν ένα τεράστιο κοινωνικό έργο, γιατί ανακάλυψαν ότι, όσο προσεγγίζει κάποιος το Θεό τόσο πιο πολύ ανακαλύπτει και πλησιάζει τον άνθρωπο.Στην καρδιά τους ρίζωσε η εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, πού τους οδήγησε στην υψίστη μορφή τελειότητας, δηλ. στη θέωση.
Ο Μέγας Βασίλειος (330-379), ο ταπεινός Αρχιεπίσκοπος της Καισαρείας της Καππαδοκίας, ο «ουρανοφάντωρ του Χριστού», αυτός ο υπέροχος συγγραφέας και δεινός ρήτορας, αλλά και μέγας ηγέτης της Ορθοδοξίας, που διέθετε άφθονα φυσικά χαρίσματα, υπήρξε το κλασικό πρότυπο της χριστιανικής κοινωνικής δράσης και είναι γνωστός ως πατέρας και εμπνευστής των λεγομένων σήμερα «κοινωνικών υπηρεσιών», καθώς και κάθε μορφής ιδρυματικής δραστηριότητας.
Με δικά του χρήματα οικοδόμησε την περίφημη «Βασιλειάδα» (370), πού είναι από τα σπουδαιότερα παραδείγματα οργανωμένου κοινωνικού φορέα και ήταν μια πραγματική πόλη αγάπης, στην οποία αντιμετωπιζόταν κάθε ανθρώπινη στέρηση.
Σ’ αυτήν υπήρχε μεγάλος αριθμός οικοδομημάτων, μεταξύ των οποίων νοσοκομείο για τους ασθενείς, και άλλες κοινωνικές υπηρεσίες για την παροχή κάθε είδους βοήθειας προς τους ξένους, τους φτωχούς και όσους βρισκότανε σε κάποια ανάγκη.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός στον Επιτάφιο λόγο του στον Μέγα Βασίλειο, μιλώντας για τοκοινωνικό του έργο αναφέρει: «Βγες για λίγο έξω από την πόλη και δες την καινούργια πόλη, το θησαυροφυλάκιο αυτό της ευσέβειας, το κοινό αυτό αποταμίευμα των πλουσίων, στο όποιο με τις προτροπές εκείνου ( δηλ. του Μ. Βασιλείου) καταθέτονται τα περισσεύματα του πλούτου, τώρα δε και τα απαραίτητα για την ζωή, και έτσι αποτινάζουν τον σκόρο. Δεν φέρνουν χαρά στους κλέφτες και ξεφεύγουν την πάλη του φθόνου και τη φθορά του χρόνου· μέσα σ’ αυτό η αρρώστια αντιμετωπίζεται με διάθεση φιλοσοφική και η συμφορά γίνεται ευτυχία και η συμπόνια δοκιμάζεται».
Ο Μέγας Βασίλειος βοήθησε επίσης και στην ίδρυση και άλλων νοσοκομείων και πτωχοτροφείων, γύρω από τη χώρα της Καισαρείας της Καππαδοκίας, και, κατά πάσαπιθανότητα, ένα από αυτά ήταν για την περίθαλψη των λεπρών, το πρώτο νοσοκομείο από όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα του είδους αυτού. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στη «Βασιλειάδα» βρίσκανε τροφή, περίθαλψη και προ παντός αγάπη περίπου 30.000 δυστυχείς άνθρωποι.
Πιστοί στη διδασκαλία της Αγ. Γραφής περί δικαιοσύνης, οι Πατέρες της Εκκλησίας μας πρωτοστάτησαν και στον αγώνα για κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη, καλλιεργώντας κοινωνικό πνεύμα και πολεμώντας, με πάθος κάθε τάση ατομισμού ως διαστροφή της ουσίας της χριστιανικής κοινωνίας. Αντιτάχθηκαν σε κάθε μορφή αδικίας, πήραν το μέρος των φτωχών και των αδυνάτων, τους οποίους θεωρούσαν ότι ήσαν «θύματα» των πλουσίων, διατυπώνοντας και υψηλές κοινωνικές αρχές, και αποδείχθηκαν τολμηρότεροι και ριζοσπαστικότεροι απ’ όλους τους εκφραστές των συγχρόνων κοινωνικών συστημάτων.
Ο Άγιος Βασίλειος, ο «θείος διδάσκαλος και φωτοφόρος φωστήρας της Εκκλησίας» όπως τον σκιαγραφεί ο υμνογράφος, ήταν ένας από αυτούς πού αγωνίσθηκε με μεγάλο πάθος, και δε θεώρησε ότι είναι καλό να σιωπά, ούτε να λέγει ψέματα, ούτε να κρύβεται στην αδιαφορία, μπροστά στα προβλήματα της κοινωνίας της εποχής του, τονίζοντας ότι «τόσους αδικείς, όσους θα μπορούσες να βοηθήσεις και δεν τους βοηθάς».
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, αναφερόμενος στον Μέγα Βασίλειο, λέγει: «Εκείνος περισσότερο από όλους μας έπεισε στ’ αλήθεια ότι, αφού είμαστε άνθρωποι, δεν πρέπει να περιφρονούμε τους ανθρώπους, ούτε με την απανθρωπιά μας προς εκείνους, δηλαδή τους πάσχοντες, να προσβάλλουμε το Χριστό πού είναι ο αρχηγός όλων», γι’ αυτό μας προτρέπει: «Μη φανούμε οι λογικοί (άνθρωποι) σκληρότεροι από τα ζώα. Γιατί εκείνα χρησιμοποιούν αυτά, πού από τη φύση της βλαστάνει η γη, από κοινού… Εμείς όμως παίρνουμε για δικά μας αυτά, πού ανήκουν σε όλους, κρατάμε μόνο για μας αυτά, πού ανήκουν στους πολλούς». Συνεχίζοντας τις προτροπές του και τον έλεγχο των πλουσίων, λέγει: «…το ψωμί, που κρατάς κρυμμένο, ανήκει σε εκείνον, που πεινά. Τα ρούχα, που φυλάς στην αποθήκη σου, είναι του γυμνού. Τα υποδήματα που τα ’χεις και σαπίζουν, είναι του ξυπόλυτου. Τα λεφτά, που τα καταχωνιάζεις, είναι εκείνου που δεν έχει».
Ο Μ. Βασίλειος, πίστευε ότι η κατάσταση θα άλλαζε με την ελεημοσύνη και τη γενναιοδωρία των πλουσίων προς τους φτωχούς και γι’ αυτό θεωρούσε «έγκλημα» την απανθρωπιά τους. Επίσης θεωρεί την ελεημοσύνη σαν πράξη ευγενή, με την οποία ο Θεός παρέχει τις ευλογίες Του και την συγχώρεση των αμαρτιών στους ελεήμονες, γι’ αυτό έλεγε: «Δεν έδωσες ελεημοσύνη, κανένας δε θα δείξει έλεος για σένα· δεν άνοιξες το σπίτι σου, θα απομακρυνθείς από την Βασιλεία των Ουρανών. δεν έδωσες ψωμί του πεινασμένου, δε θα κερδίσεις την αιώνια ζωή». Συνεχίζοντας ερωτά: «Τι θα απαντήσεις στο Δίκαιο Κριτή, εσύ πού στολίζεις τους τοίχους, αλλά δεν ντύνεις τον πλησίον σου; Εσύ πού αφήνεις το σιτάρι να μουχλιάσει στην αποθήκη σου, αλλά δεν το δίνεις στον πεινασμένο; Εσύ πού θάβεις (αποταμιεύεις) τον χρυσάφι, αλλά δεν βοηθάς τον καταπιεζόμενο»;
Ο Άγιος Βασίλειος επιμένει πολύ επί «των αναγκαίων»: « Όποιος παίρνει πιο πολλά από τα απαραίτητα χαλά την ισορροπία, εισάγει την αδικία και την ανισότητα…». Συνεχίζοντας προσθέτει: «Εάν ο καθένας μας έπαιρνε μόνο εκείνα πού έχει ανάγκη, ενώ το περίσσευμα το άφηνε εκείνου πού δεν έχει, τότε δεν θα υπήρχε ούτε πλούσιος, αλλά ούτε και φτωχός, τότε κανένας δεν θα είχε καμιά ανάγκη».
Ιδού, λοιπόν, πως άλλαξε την κοινωνία της εποχής του. Αυτό θα πρέπει να γίνει και σήμερα, δηλαδή«οι έχοντες και κατέχοντες να προσφέρουν» για τον δοκιμαζόμενο λαό.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ο Ναζιανζηνός (329-390), «ο ποιητής του Ποιητού», που αναδείχθηκε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, παρά το βάθος της Θεολογικής του σκέψης, για την οποίαν τον εγκωμιάζουν ως «πολύφημον και Θεοφόρον διδάσκαλον, μέγα της Εκκλησίας κήρυκα, θείον του Χρίστου στόμα, μέγαν εν Θεολογία», αρέσκεται στην εκτέλεση της αρετής. «Ωραία είναι η θεωρία και ωραία η πράξις· – μας λέγει – η μεν μία, διότι υψώνεται υπεράνω των εγκόσμιων και προχωρεί εις τα άγια των αγίων και επαναφέρει τον νουν μας προς το συγγενές (τον Θεό)· η δε άλλη, διότι υποδέχεται τον Χριστό και τον υπηρετεί και με τα έργα αποδεικνύει την αγάπη (προς Αυτόν)».
Έτσι, σ’ όλη του τη ζωή, όπως και ο Μέγας Βασίλειος, αγωνίστηκε με λόγια και έργα για να βοηθήσει τους φτωχούς και τους πεινασμένους, και να περιορίσει το κακό και την αδικία μέσα στην κοινωνία, δείχνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι δεν μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος στις ανάγκες του λαού.
Απευθυνόμενος προς τους πλουσίους λέγει: «Πλούσιος είσαι; θα φιλοσοφήσεις με ποιο τρόπο μπορείς να απελευθερωθείς από τα πλούτη», διαφορετικά «να ντραπείτε σεις, πού κρατάτε όσα ανήκουν στους άλλους, και να μιμηθείτε την ισότητα του Θεού, και δε θα μείνει κανένας φτωχός…», γι’ αυτό ο ίδιος «όλη του την περιουσία την δώρισε στην Εκκλησία της Ναζιανζού, για την διακονία των φτωχών».
Πίστευε ότι ο λαός δεν διδάσκεται τόσο με τα λόγια, όσο με το παράδειγμα, τη «σιωπηλή παραίνεση», όπως το χαρακτηρίζει. Συνεχίζοντας τις προτροπές του αναφέρει: «Ας καθαρίσουμε, λοιπόν, τους εαυτούς μας με την ελεημοσύνη και ας τους λευκάνουμε, άλλοι όπως το μαλλί, άλλοι όπως το χιόνι, ανάλογα με την ευσπλαχνία πού θα δείξει καθένας μας… Ενόσω είναι ακόμα καιρός, δηλαδή βρισκόμαστε στην παρούσα ζωή, ας επισκεφθούμε το Χριστό, ας Τον υπηρετήσουμε, ας Του δώσουμε τροφή, ας Τον ντύσουμε, ας Τον περιμαζέψουμε στο σπίτι μας, ας Τον τιμήσουμε…».
Στην περίπτωση, βέβαια, του Γρηγορίου δεν έχουμε την οργανωμένη εκδήλωση της φιλανθρωπίας των δύο άλλων Ιεραρχών. «Βασιλιάδες» και «συσσίτια Χρυσοστομικά» δεν μας παρουσίασε ο άγιος Γρηγόριος. Αυτό το φαινόμενο έχει διπλή εξήγηση, γιατί όπως είπαμε, ήταν φύση στοχαστική, θεωρητική κατά πρώτον και δεύτερον δαπανήθηκε περισσότερο σε αγώνες εναντίον των αιρετικών.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως(354-407), κατά τον βιογράφο του Παλλάδιο, οικοδομεί νοσοκομεία, στα όποια τοποθετεί ως προσωπικό δύο ευλαβείς πρεσβυτέρους, επίσης, ιατρούς, μαγείρους και ανεγνωρισμένης τιμιότητας αγάμους εργάτες, για να μπορούν απερίσπαστοι να περιθάλπουν τους ξένους, εκείνους πού βρίσκονται στην πόλη και σε περίπτωση ασθένειας των δεν θα είχαν κάποιον να φροντίζει γι’ αυτούς. Και αυτό δεν το έκανε μόνο σαν μία αγαθή πράξη, αλλά και για την δόξα του Σωτήρος, γιατί η ζωή και οι πράξεις του ανθρώπου παίρνουν αξία όταν αναφέρονται στον Θεό, προς τον Όποιον και κατευθύνεται ο άνθρωπος. Επίσης, κατά τον Παλλάδιο, η κοινωνική δράση του Χρυσοστόμου περιλαμβάνει πάρα πολλούς τομείς, όπως ήταν: «η κηδεμονία των χηρών, η περίθαλψη των ασθενών, η βοήθεια προς τους πονεμένους, η επιστροφή των πλανεμένων, η φροντίδα προς τους συντετριμμένους, η επίσκεψη στις φυλακές».
Ο Θεοδώρητος, Επίσκοπος Κύρου, γράφοντας για τον πλούτο της αγάπης του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, λέγει: «Άλλος τον τραβά, αρπάζοντας τον ως βοηθό. Άλλος, πού δικάζεται, τον προσκαλεί για συνήγορο. Άλλος, πού πεινά, τον παρακαλεί για τροφή… Άλλος, παρακαλώντας, του παίρνει και τα ρούχα πού φορεί. Άλλος, πού πενθεί, τον έχει ανάγκη για παρηγοριά. Άλλος τον παρακαλεί με δυνατή φωνή, για να απολυθεί από τη φυλακή. Κάποιος άλλος τον τραβά να επισκεφθεί ασθενείς· ξένος του ζητά καταφύγιο…η χήρα φωνάζει δυνατά το «ελέησον», ενώ άλλη θρηνεί για την ορφάνια της…».
Ο ίδιος ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρει, ότι στην Αντιόχεια η Εκκλησία συντηρούσε τρεις χιλιάδες χήρες και πολλούς άλλους ασθενείς και αυτούς πού έμειναν στις φυλακές, καθώς επίσης και πέντε χιλιάδες στην Κων/πολη και αυτό το έπραξε όταν περνούσε από την πόλη της Αντιόχειας σε εποχή χειμώνα και αντίκρισε το «ελεεινό και θλιβερό θέαμα» των φτωχών που κατοικούσαν σ’ αυτή, παρατημένοι στην αγορά χωρίς καμιά μέριμνα.
Ο ιερός Πατέρας γνωρίζοντας ότι, «ο Θεός είναι αγάπη» (1 Ιωάν. 4:8), και ότι αυτή είναι το ασφαλέστερο μέσο για να μιμηθεί κάποιος τον Θεό, λέγει: «Η αγάπη ρίζα και πηγή και μητέρα είναι όλων των αγαθών» ή «το θεμέλιο της κοινωνικής ζωής και η ρίζα όλων των αγαθών είναι η αγάπη προς τους ανθρώπους, απεναντίας η ρίζα όλων των κακών και η απουσία της ευλάβειας, είναι η απανθρωπιά».(Βλ. P.G. 50, 468).
Ο «τρισμάκαρ» ιερός Χρυσόστομος (Μεγαλυνάριο 13ης Νοεμβρίου), ως ο σπουδαιότερος εκκλησιαστικός ρήτορα, μας προτρέπει: «Ένα μόνο πράξε,… των άλλων τα πράγματα να μην επιθυμείς, της χήρας και του ορφανού να μην αρπάζεις το σπίτι… Να μην αρπάζεις τη γη, αλλά τον ουρανό», διότι, προσθέτει, στη συνέχεια: «Η απανθρωπιά ή το λιγότερο η αδιαφορία για τον πλησίον μας, γέννησε στον άνθρωπο την επιθυμία της αυξήσεως του πλούτου του και έφερε τον πόλεμο, τη μάχη μεταξύ των ανθρώπων, διότι εκεί πού υπάρχει το «δικό μου» και «το δικό σου», αυτά τα ψυχρά λόγια, εκεί υπάρχει και λόγος για διαίρεση και πόλεμος».
Αυτά, βέβαια, «τα λέω όχι γιατί τα χρήματα καθ’ αυτά είναι αμαρτία,… αμαρτία είναι όταν δεν μοιράζονται στους φτωχούς, όταν δεν γίνεται καλή χρήση τους». Συνεχίζοντας ο ιερός πατήρ, θεωρεί ότι ο διασκορπισμός των αγαθών από τους πλούσιους ομοιάζει με διανομή ξένων κολλύβων, σύμφωνα με τη λαϊκή παροιμία, γιατί τα αγαθά δεν είναι δικά των, αλλά του Θεού και πρέπει να δαπανώνται χάρη των συνανθρώπων μας. Οι άνθρωποι, μας λέγει, είναι απλοί διαχειριστές και οικονόμοι των εμπιστευθέντων σ’ αυτούς αγαθών του Θεού, τα όποια μόνο προσφερόμενα μπορούν να μετατραπούν σε αιώνια πνευματικά αγαθά.
Με άλλα λόγια η ελεημοσύνη, «η βασίλισσα των αρετών», κηρύσσεται από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο με τόση επιμονή, ώστε ονομάστηκε από τους μεταγενεστέρους «ο ελεήμων». Η ελεημοσύνη φέρνει τη συγχώρεση των αμαρτιών και οδηγεί στη Βασιλεία των ουρανών: «Και αν έχεις πολλές αμαρτίες, μη φοβάσαι όταν έχεις συνήγορο την ελεημοσύνη», γιατί «είναι ικανή και άλλες αμαρτίες να εξαλείψει και την κρίση να απομακρύνει», γι’ αυτό λοιπόν οδηγεί «στις αψίδες των ουρανών τους ανθρώπους».
Τέλος, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο «πρέσβης των φτωχών», όπως τον είπαν, γιατί βλέπει στο πρόσωπο του φτωχού τον ίδιο τον Χριστό, τονίζει: «Όταν λοιπόν, δεις φτωχό πιστό, νόμιζε ότι βλέπεις Θυσιαστήριο»(Ομιλ. 1 Κορ. 20:3, P.G. 61,540), γιατί σε τίποτα δεν ωφελεί η προσφορά μετάξης και πολυτίμων μετάλλων στο Ναό, εάν αφήσεις έξω τον φτωχό(Χριστό) να υποφέρει από το ψύχος και τη γυμνότητα. «Δεν είναι η Εκκλησία χρυσοχοείο, ούτε αργυροκοπείο, αλλά σύναξη αγγέλων…Ποιο το όφελος να είναι γεμάτη η τράπεζα του Ναού από χρυσά ποτήρια και ο ίδιος ο Χριστός(φτωχός) να πεθαίνει της πείνας; Χόρτασε πρώτα την πείνα Του -στα πρόσωπα των φτωχών αδελφών Του- και τότε από το περίσσευμα, στόλισε και την τράπεζα Του…Μη στολίζεις, λοιπόν, το Ναό, τη στιγμή που αδιαφορείς για τη θλίψη του αδελφού σου. Αυτός είναι από εκείνον ανώτερος ναός».
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο ιερός πατήρ, είχε φλογερή πίστη στη δημιουργική δύναμη της Χριστιανικής αγάπης, γενόμενος ο ίδιος ένα ζωντανό παράδειγμα προς μίμηση.
Επεδίωξε δε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του να εξαλείψει την κοινωνική ανισότητα, ώστε να μην υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, «δούλοι, ουδέ ελεύθεροι» (πρβλ. Γαλ. 3,28), γι’ αυτό έλεγε: «Ό Θεός έδωσε σε κάθε άνθρωπο χέρια και πόδια για να μην έχει ανάγκη των δούλων, εάν είχε ανάγκη αυτών, μετά τον Αδάμ έπρεπε να δημιουργηθεί και ο δούλος».
Των ίδιων απόψεων είναι και ο άγιος Γρηγόριος, ο οποίος αναφέρει: «Άπλωσε τα χέρια σου, όχι στον ουρανό, αλλά στα χέρια των φτωχών».
Από αυτά, πού με συντομία παραπάνω εκθέσαμε, γίνεται φανερό πως η πνευματική ζωή και η κοινωνική δραστηριότητα των Τριών Ιεραρχών, οι οποίοι πιστά υπηρέτησαν τον Θεό και τον άνθρωπο, προσφέροντας λύσεις στα προβλήματα του κόσμου, τους καταξίωσαν στην συνείδηση του πιστού λαού, ως τα αιώνια πρότυπα αγάπης και κοινωνικής προσφοράς.
Γι’ αυτό θα πρέπει να εμπνέουν την σκέψη, την ζωή και την δράση μας μέσα στο κοινωνικό σύνολο, αλλά και τη σημερινή μας Εκκλησία, η οποία δεν έπαψε να αγαπά και να εργάζεται με τα διάφορα φιλανθρωπικά της ιδρύματα για τον πονεμένο συνάνθρωπό μας, καταθέτοντας τη μαρτυρία της στο σύγχρονο κόσμο, προς δόξα Κυρίου και ωφέλεια των πιστών. Το ίδιο θα πρέπει να πράξει και η Πολιτεία σήμερα.
Να λοιπόν, με ποιόν τρόπο μας προτρέπουν οι Τρεις Ιεράρχες να βγούμε από αυτή την οικονομική κρίση, που είναι πρώτιστα ηθική. «Δεν έδωσες ελεημοσύνη, κανένας δεν θα δείξει έλεος για σένα»(Μ. Βασίλειος), γι’ αυτό «άπλωσε τα χέρια σου, όχι στον ουρανό, αλλά στα χέρια των φτωχών»(άγ. Γρηγόριος), γιατί «η αγάπη είναι η ρίζα και η πηγή και η μητέρα όλων των αγαθών»(ιερός Χρυσόστομος).
Αταλάντη, 2012
(εκφωνήθηκε στον Μητροπολιτικό Ναό Αταλάντης)
http://antiairetikos.blogspot.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΩΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΕΠΙΦΑΝΙΟ
Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιανουαρίου, 2016
Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΩΡΙΓΕΝΗ
ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΕΠΙΦΑΝΙΟ
Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή
Σύμφωνα με τον Ωριγένη, ο Θεός είναι Μονάς ή Ένας που εκδηλώνεται και αποκαλύπτεται. Είναι νοερά φύση, απλή, δεν επιδέχεται κανενός είδους προσθήκη και αποτελεί την αρχή των όντων. Είναι ακατάληπτος όχι όμως όπως το αφηρημένο και απόλυτο ον της φιλοσοφίας αλλά είναι εκείνο το ανώτατο ον το οποίο δε μπορούμε να γνωρίσουμε καθώς είναι πέρα από κάθε είδους κτιστής πραγματικότητας.
Καταπολεμώντας τις μοναρχιακές αντιλήψεις ο Ωριγένης υποστηρίζει ότι ο Λόγος είναι «δεύτερος Θεός». Δε μπορεί να συγκριθεί με τον Πατέρα διότι είναι εικόνα του και μάλιστα εικόνα της αγαθότητάς Του. Ο Υιός γεννάται πάντοτε από τον Πατέρα και όχι μόνο μία φορά. Ενώ όμως γεννάται υπάρχει και ως «νοητική και προθετική των όλων δύναμις».
Όσον αφορά την κοσμολογία ο Ωριγένης τοποθετεί την όλη δημιουργία στο πλαίσιο της αιωνιότητας υποστηρίζοντας ότι ο Θεός δεν κράτησε ποτέ κρυμμένη τη δύναμή Του, την οποία εκδήλωνε δημιουργώντας και αποκαλυπτόμενος. Εφόσον ο Θεός πάντα δημιουργούσε δεν υπήρχε χρόνος χωρίς κόσμο. Αλλά η άποψη αυτή δεν σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος κόσμος είναι αιώνιος αλλά ότι υπάρχει διαδοχική σειρά κόσμων σύμφωνα με τον καθηγητή Π. Χρήστου.
Πρώτα δημιουργήθηκε ο κόσμος των νόων, τα πνεύματα δηλαδή τα οποία ήταν λογικά και με δυνατότητα εκλογής τού καλού και τού κακού.
Η εμφάνιση της αμαρτίας συνδέεται στενά με την εκλογή τού κακού και είναι ένα προκόσμιο επεισόδιο. Η αμαρτία είναι η απομάκρυνση από το Θεό. Πρώτος αμάρτησε ο διάβολος τον οποίον ακολούθησαν οι ψυχές των ανθρώπων. Μόνο η ψυχή τού μελλοντικού ενσαρκωμένου Λόγου δεν αμάρτησε. Ο παρών υλικός κόσμος κτίσθηκε ως τόπος καθάρσεως και τιμωρίας των νόων που έπεσαν και επίσης τόπος όπου οι ψυχές πρέπει να αγωνιστούν για να αποκατασταθούν στο παλαιό αξίωμα. Για την κάθαρση από την αμαρτία ήρθε στον κόσμο ο Χριστός. Η ψυχή του απετέλεσε μεσάζον ον που συνέδεσε το Λόγο με το σώμα τού Χριστού.
Ο Άγιος Επιφάνιος δίνει τη δική του θεώρηση γύρω από την Ωριγένεια θεολογία. Σύμφωνα με τον Επιφάνιο ο Ωριγένης πίστευε ότι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι κτίσματα τού Πατρός. Ο Υιός δεν είναι φυσικός αλλά θετός Υιός.
Επίσης υποστήριζε ότι οι ψυχές προϋπήρχαν και σε κάποια στιγμή έπεσαν από τον κόσμο τού πνεύματος στον υλικό κόσμο και φυλακίστηκαν στο σώμα. Ο Ωριγένης ερμήνευε αλληγορικά το χωρίο (Ψαλμ. 118, 67) «πριν ή ταπεινωθήναί με, εγώ επλημμέλησα» για να στηρίξει την αντίληψή του για την πτώση των ψυχών. Με το χωρίο (Ψαλμ. 114, 7) «επίστρεψον ψυχή μου εις την ανάπαυσίν σου» προσπαθούσε να στηρίξει την αντίληψή του περί επιστροφής της ψυχής στην αρχέγονη κατάσταση. Επίσης ο Ωριγένης πίστευε ότι οι δερμάτινοι χιτώνες που ενδύθηκαν οι πρωτόπλαστοι ήταν το σώμα, σύμφωνα με το χωρίο (Γεν. 3, 21) «εποίησεν αυτοίς χιτώνας δερμάτινους και ενέδυσεν αυτούς». Αυτή η αντίληψη αποτελούσε θεμελιώδη προϋπόθεση της ερμηνείας που έδινε ο Ωριγένης στο είδος και τον τρόπο της γενικής ανάστασης η οποία χαρακτηρίζεται από τον Επιφάνιο «ελλιπής».
Ο Άγιος Επιφάνιος προσπαθώντας να στηρίξει την άποψή του ότι βασικό σημείο του πυρήνα της τριαδολογίας του Ωριγένη είναι η πεποίθηση στην πιστότητα του Υιού, παρέθετε ένα απόσπασμα από την εξήγηση του Ωριγένη στον πρώτο ψαλμό. Ο Άγιος Επιφάνιος όμως τονίζει ότι, εάν ο Υιός είναι ποίημα και κτίσμα, δεν θα πρέπει να προσκυνείται, καθώς «παν γαρ το κτιστόν ου προσκυνητόν». Ο Υιός δεν είναι κτίσμα καθώς ο ίδιος είχε πει ότι «εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί» (Ιωαν. 14, 30) και «εγώ και ο πατήρ εν εσμέν» (Ιωαν. 10, 30). Ο Χριστός κατά τη διάρκεια της ένσαρκης παρουσίας ποτέ δεν είπε ότι ο «Θεός έκτισέ με» αλλά ότι «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα» (Ιωαν. 14, 9). Όλα αυτά τα χωρία υποδηλώνουν ότι ο Υιός δεν είναι κτίσμα αλλά φυσικό γέννημα του Πατρός. Εδώ τίθεται το ερώτημα: Ο Ωριγένης πίστευε πράγματι ότι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι κτίσματα; Όσον αφορά το Λόγο ο Ωριγένης πίστευε ότι προέρχεται εκ του Πατρός και ότι είναι η νοητική και προσθετική των όλων δύναμις, η προαιωνίως υπάρχουσα στον Πατέρα, γεννάται αΐδια από τον Πατέρα, αλλά διακρίνεται από τον Πατέρα κατά το πρόσωπο αντιθέμενος στον τροπικό μοναρχιανισμό, καθώς είναι «δύο τη υποστάσει πράγματα».
Σύμφωνα με το Θεοδώρου, ο Ωριγένης χρησιμοποιώντας κάποιες εκφράσεις ότι ο Λόγος παρίσταται ως το «πρεσβύτατον πάντων των δημιουργημάτων» και ως κτιστή σοφία, έδωσε έρεισμα σε κάποιους αντιωριγενιστές όπως ο Άγιος Επιφάνιος να τον κατηγορήσουν για πρόδρομο τού Αρείου. Όμως ο Ωριγένης τονίζει ότι ο Λόγος δεν είναι Θεός κατά μετουσίαν αλλά κατ’ ουσίαν και ο όρος ομοούσιος απαντά δύο φορές στον Ωριγένη. Σύμφωνα με το Θεοδώρου αδίκως ο Ωριγένης χαρακτηρίζεται ως πρόδρομος του αρειανισμού καθώς τα παραπάνω χωρία θα πρέπει να ερμηνευθούν σε συσχετισμό με την πίστη ότι ο Λόγος είναι Θεός ο οποίος γεννάται αΐδια από τον Πατέρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ποτέ οι Αρειανοί δε χρησιμοποίησαν την αυθεντία του Ωριγένη για να στηρίξουν τις απόψεις τους. Ωστόσο υπάρχει το σχήμα υποταγής στον Ωριγένη όπως μαρτυρεί και ο Άγιος Επιφάνιος , αν και ο Λόγος είναι «δεύτερος Θεός» και εικόνα της αγαθότητάς του, εντούτοις είναι Υιός φύσει και όχι κατ’ υιοθεσίαν. Ως προς την διδασκαλίαν τού Άγιου Πνεύματος, ο Ωριγένης διδάσκει ότι είναι αιώνιο και ισοστάσιο προς την αιωνιότητα τού Υιού. Έχει την αυτή τιμή και δόξα προς τον Πατέρα και τον Υιόν, ενώ φαίνεται ότι πουθενά δεν το αποκαλεί πιστό, επειδή σε κανένα σημείο της Αγίας Γραφής το ‘Άγιο Πνεύμα δεν αναφέρεται ως κτιστό.
Το δεύτερο σημείο της θεολογίας τού Ωριγένη στο οποίο αντιτάσσεται ο Άγιος Επιφάνιος, είναι η αντίληψη για την ανάσταση των νεκρών. Ο Επιφάνιος παραθέτει τη διδασκαλία τού Ωριγένη όπως διασώζεται από το Μεθόδιο Ολύμπου σύμφωνα με την οποία κατά την ανάσταση τα σώματα θα είναι πνευματικά χωρίς να υπάρχει αφανισμός «τού προτέρου είδους καν επί το ενδοξότερον γένηται αυτού η τροπή». Σύμφωνα με τον Ωριγένη αυτό το οποίο θα αναστηθεί δεν θα είναι το παχυλό σώμα το οποίο αυξάνεται και αλλάζει με τη λήψη των τροφών καθώς είναι ρευστή η «φύσις τού σώματος» αλλά «το σωματικόν είδος καθ’ ο ειδοποιείται» ο κάθε άνθρωπος. Αυτό το σωματικό είδος δεν αλλάζει ποτέ και «εν τη αναστάσει περιτίθεται πάλιν την ψυχήν επί το κρείττον μεταβάλλον ου πάντως τόδε έτι εντεταγμένον το κατά την πρώτην υποκείμενον».
Ο Ωριγένης δε συμφωνεί σε κάθε είδους υλιστική, παχυλή και απλοϊκή ερμηνεία της αναστάσεως και γι’ αυτό το λόγο επικαλείται τα χωρία (Α’ Κορ. 15, 44) «Σπείρεται σώμα ψυχικόν εγείρεται σώμα πνευματικόν» και (Α’ Κορ. 15, 50) «σαρξ και αίμα βασιλείαν Θεού κληρο- νομήσαι ου δύνανται». Επίσης συμβουλεύει να ερμηνεύονται σωστά τα χωρία τα οποία ευνοούν μία απλοϊκή ερμηνεία της αναστάσεως όπως αυτά που κάνουν λόγο για το όραμα τού Ιεζεκιήλ.
Ο Άγιος Επιφάνιος αντιτίθεται στην θεωρία τού Ωριγένη ότι οι δερμάτινοι χιτώνες είναι τα υλικά σώματα καθώς αυτό φανερώνει ότι τα υλικά σώματα αποτελούν μία μεταπτωτική κατάσταση. Σύμφωνα με τον Ωριγένη αυτή η μεταπτωτική κατάσταση θα καταργηθεί με την Ανάσταση όπου θα υπάρξει επιστροφή στην προπτωτική κατάσταση. Κατά τον Επιφάνιο οι δερμάτινοι χιτώνες είναι η παχυλότητα των σωμάτων η οποία θα καταργηθεί με την ανάσταση. Ο Άγιος αρνείται να δεχτεί ότι τον άνθρωπο τον χαρακτηρίζει μόνο η ψυχή καθώς σώμα και ψυχή βρίσκονται άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους.
Έτσι ο άνθρωπος σώζεται ως ολότητα.
Το σώμα προορίζεται να σωθεί και όχι μόνο η ψυχή. Το σώμα θα αναστηθεί και θα είναι πνευματικό. Ο όρος «πνευματικό» δεν σημαίνει ότι δε θα υπάρχει ταυτότητα τού σώματος πριν και μετά την ανάσταση αλλά ότι το σώμα πια θα πράττει πνευματικά έργα και αυτό θεμελιώνεται στο χωρίο (Γαλ. 5, 25) «Ει ζώμεν πνεύματι, πνεύματι και στοιχώμεν». Έτσι μετά την ανάστασιν το σώμα δε θα πράττει σαρκικά αλλά πνευματικά έργα. Το σώμα λοιπόν τού ανθρώπου θα είναι όπως ήταν το σώμα τού αναστημένου Χριστού το οποίον αν και απέβα- λε την υλική παχύτητα όμως ταυτιζόταν με το σώμα που έπαθε. Ο αναστημένος Χριστός με το αναστημένο σώμα του συνέφαγε με τους μαθητές του. Το χωρίο (Λουκ. 24, 39) «Ίδετε ότι Πνεύμα, σάρκα και οστέα ουκ έχει καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα» για να δείξει την πραγματικότητα του σώματός τού Χριστού ο οποίος δεν ήταν φάντασμα.
Ο Επιφάνιος υποστηρίζει ότι οι δερμάτινοι χιτώνες δεν ήταν τα σώματα. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η δημιουργία της Εύας έγινε από την πλευρά τού Αδάμ σύμφωνα με το χωρίο (Γεν. 2, 21) «επέβαλεν ο Θεός έκστασιν επί τον Αδάμ και ύπνωσε και έλαβε μίαν των πλευρών αυτού». Μόνο ένας άνθρωπος με υλικό σώμα έχει «πλευρά» η οποία είναι μέρος τού σώματος και όχι ένα Πνεύμα. Επίσης η θεία Γραφή αναφέρει ότι ο άνθρωπος πλάσθηκε από χώμα σύμφωνα με το χωρίο (Γεν. 1, 21) «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν και έλαβε χούν από της γης και έπλασε τον άνθρωπο» Το χώμα λοιπόν έγινε η πρώτη ύλη για τη δημιουργία του σώματος του Αδάμ. Επίσης η Εύα όταν δημιουργήθηκε είχε οστά και υλικό σώμα καθώς ο ίδιος ο Αδάμ όταν ξύπνησε από το βαθύ ύπνο αναφώνησε «τούτο νυν οστούν εκ των οστών μου και σαρξ εκ της σαρκός μου» (Γεν. 2,23).
Ενέργειες τού Αδάμ όπως λήψη και βρώση τροφής σύμφωνα με το χωρίο (Γεν. 2, 7), η κάλυψη της γύμνιας του με φύλλα σύμφωνα με το χωρίο (Γεν. 3, 10) «την φωνήν σου ήκουσα και εφοβήθην» αποδεικνύουν έμμεσα ότι ο προπτωτικός άνθρωπος έφερε ένα υλικό σώμα το οποίο όμως δεν ήταν υποταγμένο στη φθορά.
Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο ο ίδιος ο Χριστός είχε πει ότι «εάν μη ο κόκκος τού σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει, εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει» (Ιωάν. 12, 24). Αυτός ο κόκκος τού σίτου είναι το σώμα τού Χριστού και όχι κάποιου άλλου, ούτε κάποιο μέρος μόνο τού σώματος. Αυτό το σώμα σταυρώθηκε και αυτό το σώμα αναστήθηκε. Αυτό μαρτυρείται από τα λόγια του αγγέλου προς τις Μυροφόρες που επισκέφτηκαν τον κενό τάφο, «οίδα γαρ ότι Ιησούν τον εσταυρωμένον ζητείτε, ουκ έστιν ώδε.ηγέρθη γαρ καθώς είπε» (Ματθ. 28,5-6).
Η γενική ανάσταση των ανθρώπων θα γίνει πραγματικότητα εξ αίτιας της ανάστασης τού Χριστού. Η γενική ανάσταση τού ανθρώπινου γένους από δυνατότητα θα γίνει πραγματικότητα. Αυτή η πεποίθηση αποτελεί το θεμέλιο της πίστης σύμφωνα με το χωρίο (Α’ Κορ. 15, 14) «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή και η πίστις υμών, ευρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες τού Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά τού Θεού ότι ήγειρε τον Χριστόν, ον ουκ ήγειρεν, είπερ άρα νεκροί ουκ εγείρονται».
Η εικόνα τού κόκκου τού σίτου ο οποίος πέφτει στη γη και πεθαίνει χρησιμοποιείται επίσης από τον Απόστολο Παύλο στο χωρίο (Α Κορ. 15, 35). «Αλλ’ ερείς τις· πως εγείρονται οι νεκροί; ποίω δε σώματι έρχονται; άφρον συ ο σπείρεις, ου ζωοποιείται εάν μη αποθάνη, και ο σπείρεις, ου το σώμα το γενησόμενον σπείρεις, αλλά γυμνόν κόκκον, ει τύχοι σίτου ή τινός των λοιπών. Ο δε Θεός αυτώ δίδωσι σώμα καθώς ηθέλησε, και εκάστω των σπερμάτων το ίδιον σώμα». `Ο Άγιος Επιφάνιος επικαλούμενος το ανωτέρω χωρίο τονίζει ότι αυτό που σπείρεται όταν φυτρώνει δεν αλλάζει ουσία αλλά είναι καρπός τού αυτού σπέρματος. Κατά τον ίδιον τρόπο όταν το σώμα ενταφιάζεται και μετά ανασταίνεται δεν αλλάζει κατά τη βαθύτερη ουσία του διότι «το σπειρόμενον αυτό εστί το εγειρούμενον». Αυτός λοιπόν ο κόκκος που θάβεται στη γη, αυτό το σώμα που πεθαίνει και ενταφιάζεται «σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία, σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δόξη» (Α΄ Κορ. 15, 43). Τα χωρία (Ψαλμ. 29, 1) «Υψώσω σε Κύριε, ότι υπέλαβές με ανακαινίζων τον οίκον μου και ουκ ευφράνας τους εχθρούς μου επ’ εμέ» και (Παροιμ. 24, 27) «ετοίμαζε εις την έξοδον τα έργα σου και παρασκευάζου εις τον αγρόν» σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο κάνουν λόγο για την ανάσταση των ανθρώπων. Ο «οίκος» τού χωρίου είναι το σώμα τού ανθρώπου το οποίο ανακαινίζεται από τον Κύριο. Η φράση παρασκευάζου εις τον αγρόν» αναφέρεται στην απόθεση τού σώματος στη γη, ενώ η «ανοικοδόμηση» τού οίκου αναφέρεται στην ανάσταση τού ανθρώπου. Εφόσον ο Θεός έχει δημιουργήσει τον άνθρωπο κατά τον ίδιο τρόπο θα αναδημιουργήσει το σώμα ανασταίνοντάς το. Ο Άγιος Επιφάνιος αρνείται να δει το γεγονός της ανάστασης κάτω από μία ανθρωπολογία με διασπαστικές τάσεις. Όχι μόνο η ψυχή αλλά επίσης και το σώμα είναι προορισμένο να σωθεί. Εάν το σώμα δε θα μετάσχει της βασιλείας τού Θεού τότε είναι ανώφελη όλη η ασκητική προσπάθεια τού ανθρώπου καθώς η άσκηση προετοιμάζει το σώμα για την είσοδό του στη βασιλεία τού Θεού.
http://www.egolpion.com/95D157B4.el.aspx#ixzz3wCBEEoV9
Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Περί των Ψαλμών ( Μεγάλου Βασιλείου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιανουαρίου, 2016
Το βιβλίο των Ψαλμών προφητεύει τα μέλλοντα∙ υπενθυμίζει τα παρελθόντα∙ θεσπίζει νόμους για τη ζωή∙ υποδεικνύει όσα πρέπει να πράξουμε και με ένα λόγο είναι κοινό ταμείο καλών διδαγμάτων που προμηθεύει στον καθένα το κατάλληλο σύμφωνα με τη σπουδή του. Διότι και τα παλαιά τραύματα των ψυχών θεραπεύει και στο νεοτραυματισθέντα αποδίδει γρήγορα τη θεραπεία∙ παρηγοριά για τους πρεσβυτέρους∙ στολίδι πάρα πολύ ταιριαστό για τις γυναίκες.Κατοικίζει τις ερήμους, σωφρονίζει τις συγκεντρώσεις∙ είναι βάση για τους αρχαρίους, αύξηση αυτών που προκόπτουν , στήριγμα των τελείων , φωνή της Εκκλησίας. Αυτός λαμπρύνει τις εορτές, αυτός προξενεί την κατά Θεό λύπη. Διότι ο Ψαλμός εξάγει δάκρυ και από πέτρινη καρδιά.
Ο Ψαλμός είναι το έργο των αγγέλων , το ουράνιο πολίτευμα , το πνευματικό θυμίαμα. Ω τι σοφή επινόηση του διδασκάλου , ο οποίος επινόησε να ψάλλουμε και συγχρόνως να μαθαίνουμε τα ωφέλιμα! Για το λόγο αυτόν και κάπως βαθύτερα εγχαράσσονται τα διδάγματα στις ψυχές. Διότι μάθημα που έγινε με βία δεν είναι δυνατό να παραμείνει, όσα όμως εισέρχονται με ευχαρίστηση και χάρη, κάπως σταθερότατα κατοικούν στις ψυχές μας. Διότι τι δέ δύνασαι να μάθεις από εδώ; Δεν μαθαίνεις τη μεγαλοπρέπεια της ανδρείας; την ακρίβεια της δικαιοσύνης; τη σεμνότητα της σωφροσύνης; την τελειότητα της φρονήσεως; τον τρόπο της μετανοίας; τα μέτρα της υπομονής; και οτιδήποτε πείς από τα αγαθά; Εδώ ενυπάρχει τέλεια θεολογία∙ πρόρρηση της ενανθρωπίσεως του Χριστού∙ απειλή της κρίσεως∙ η ελπίδα της Αναστάσεως∙ ο φόβος της κολάσεως∙ οι υποσχέσεις για τη δόξα∙ αποκαλύψεις μυστηρίων. ‘Ολα είναι αποθησαυρισμένα στο βιβλίο των Ψαλμών ως σε κάποιο μεγάλο και κοινό θησαυροφυλάκιο.
Αποσπάσματα από την Ομιλία τις τον πρώτον Ψαλμόν, σε νεοελληνική απόδοση ( ΒΕΠΕΣ, τόμ, 52 , σελ. 11-12 Μigne .PG. τομ. 29, στ. 212-213)
Από το βιβλιαράκι: ΤΟ ΨΑΛΤΗΡΙ – ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Οσία Μελάνη η Ρωμαία
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2015
Εορτάζει στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
Oυχ’ υλική σε χειρ Mελάνη και μέλαν,
Xριστός δε καν τέθνηκας εν ζώσι γράφει.
Πρώτη εν τριακοστή απήρε βίοιο Mελάνη.
Βιογραφία
Η Οσία Μελάνη η Ρωμαία έζησε στα χρόνια που βασιλιάς ήταν ο Ονώριος, δεύτερος γιος του Μεγάλου Θεοδοσίου. Οι γονείς της, ευγενείς και πλούσιοι, την πάντρεψαν σε μικρή ηλικία και απέκτησε δύο παιδιά.
Όμως μεγάλες δοκιμασίες την περίμεναν. Την μητρική της καρδιά σπάραξε ο θάνατος των δύο παιδιών της. Μετά από λίγο και εντελώς ξαφνικά, πέθανε ο σύζυγος της. Και για να γεμίσει το πικρό ποτήρι της λύπης, χάνει και τους γονείς της. Οι στιγμές δύσκολες. Ποιος θα την παρηγορήσει; Μα ποιος άλλος; Ο λόγος του Θεού, που λέει: «τη έλπίδι χαίροντες, τη θλίψει υπομένοντες, τη προσευχή προσκαρτεροϋντες» (Προς Ρωμαίους, ιθ’ 12). Δηλαδή, η ακλόνητη ελπίδα σας στα μέλλοντα αγαθά, να σας γεμίζει χαρά και να σας ενισχύει για να δείχνετε υπομονή στη θλίψη. Και να επιμένετε στην προσευχή, συνεχίζει ο λόγος του Θεού, από την οποία θα λαμβάνετε σπουδαία βοήθεια στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής σας. Έτσι και η Μελάνη, αδιάφορη για τις κοσμικές απολαύσεις, αποσύρθηκε σε ένα εξοχικό της κτήμα, όπου αφοσιώθηκε στη μελέτη και την προσευχή.
Εκεί επίσης καλλιγραφούσε Ιερά βιβλία και τα έδινε να τα διαβάζουν οι πιστοί. Διέθεσε όλη της την περιουσία για την ανακούφιση των φτωχών και ασθενών. Και αφού επισκέφθηκε πολλούς τόπους βοηθώντας τους πάσχοντες, κατέληξε στην Ιερουσαλήμ, όπου και πέθανε από πλευρίτιδα. O δε Σ. Ευστρατιάδης γράφει τα εξής για την Άγια αυτή: «…Αυτή ην επί της βασιλείας Ονωρίου (395 – 423) Ρωμαία πλούσια και εκ γένους περιφανούς και ενδόξου. Συζευχθείσα παρά την θέλησιν αυτής, απεσύρθη μετά τον θάνατον του ανδρός και των δύο αυτής τέκνων εις εν προάστειον της Ρώμης, επιμελουμένη των πτωχών, υποδεχόμενη τους ξένους, επισκεπτόμενη τους εξόριστους και εν φυλακαίς και θεραπεύουσα τους νοσούντας. Μετά την εκποίησιν των κτημάτων αυτής και διανομήν των προσόντων εις μονάς και εκκλησίας, δια της Αφρικής και Αλεξανδρείας κατέλαβε τα Ιεροσόλυμα και ενεκλείσθη εις πενιχρόν κελλίον εκεί έκτισε και μονήν εις ην συνήγαγεν ενενήκοντα παρθένους, εξ ιδίων δια την διατροφήν αυτών δαπανώσα· μικρόν ασθενήσασα εκ πλευρίτιδας, μετέλαβε των αχράντων μυστηρίων εκ των χειρών του επισκόπου Ελευθερουπόλεως και ανεπαύθη εν Κυρίω».
Το Απολυτίκιο της είναι το ίδιο με αυτό της Αγίας Ανυσίας (30 Δεκεμβρίου).
Απολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Οσίως ανύσασα, των αρετών την οδόν, τω Λόγω νενύμφευσαι, ω Ανυσία σεμνή, και χαίρουσα ήθλησας, αίγλη δε απαθείας, λαμπρυνθείσα Μελάνη, ήστραψας εν τω κόσμω, αρετών λαμπηδόνας, και νυν ημίν ιλεούσθε, Χριστόν τον Κύριον.
Κοντάκιον
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Καταυγασθείσα την ψυχήν φρυκτωρίαις, του αναλάμψαντος ημίν εκ Παρθένου, εν αρεταίς διέλαμψας Πανεύφημε, πλούτον γαρ σκορπίσασα, επί γην εφθαρμένον, εναπεθησαύρισας, τον ουράνιον πλούτον, και εν ασκήσει έλαμψας φαιδρώς, Όθεν Μελάνη, σε πόθω.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Έγκλημα και τιμωρία… (Ντοστογιέφσκι)
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2015
Έγκλημα και τιμωρία
(Μυθιστόρημα)
Ξεκινώντας από ένα έγκλημα για το οποίο υπεύθυνη είναι η ίδια η κοινωνία, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, στο πρόσωπο του θύτη, που είναι συγχρόνως και θύμα, προβάλλει την υπαρξιακή του αγωνία σε έναν κόσμο ζοφερό. Με το «Έγκλημα και τιμωρία» ο συγγραφέας θέτει ενώπιόν μας το υπαρξιακό πρόβλημα: Ο φοιτητής Ρασκόλνικωφ, που έγινε δολοφόνος διαμαρτυρόμενος για την κοινωνική αδικία και καταγγέλοντάς την, προβληματίζεται αν σε τελευταία ανάλυση είναι ο ίδιος εγκληματίας, τη στιγμή που όσοι κάνουν τους πολέμους ευθύνονται για εκατομμύρια θανάτους σε όλο τον κόσμο… Η ψυχολογική ανάλυση του ήρωα από το μεγάλο Ρώσο συγγραφέα δίνει στο έργο βάθος και ο προβληματισμός του το καθιστά διαχρονικό. Δίκαια θεωρείται ένα από τα μεγάλα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και διδάσκεται σε πολλές σχολές Ψυχολογίας πανεπιστημίων του σύγχρονου κόσμου.
Συγγραφέας: Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι
Έτος πρώτης έκδοσης: 1866
Μέγεθος: 456 σελ. / 4Mb
Έγκλημα και τιμωρία Αρχείο PDF
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο Άγιος Βασίλειος και ο ύπαρχος Μόδεστος
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2015
Πως σκέφτηκες εσύ (ανέφερε το όνομα του χωρίς να τον αξιώσει να τον ονομάσει επίσκοπο) και τολμάς να αντιστέκεσαι εναντίον τόσης εξουσίας , μόνος εσύ από όλους φέρεσαι με τόσην αυθάδεια;
-Γιατί η ερώτηση αυτή; απάντησε ο Βασίλειος. Ποια η απείθεια και η υπεροψία μου; διότι ακόμη δεν μπορώ να εννοήσω;
– Διότι δεν ακολουθείς την θρησκεία του βασιλέως, ενώ όλοι πλέον οι άλλοι υποτάχθηκαν και ηττήθηκαν, λέγει ο ύπαρχος.
– Δεν είναι αρεστά αυτά εις τον δικό μου βασιλιά , απήντησε ο Βασίλειος. Ούτε ενέχομαι να προσκυνώ κάποιο κτίσμα , εφ’ όσον είμαι του Θεού κτίσμα και έχω εντολή, ότι θα είμαι θεός.
– Αλλά εμάς πως μας θεωρείς; Δεν είμαστε τίποτε εμείς που διατάζουμε αυτά; Πως λοιπόν; Δεν θεωρείς μέγα και τιμητικό το να ταχθείς με το μέρος μας και να μας έχεις φίλους και συντρόφους;
-Αναγνωρίζω και δεν αρνούμαι, απάντησε ο Βασίλειος ότι εσείς είστε ύπαρχοι και επιφανείς , ουδόλως όμως ανώτεροι του Θεού. Και θεωρώ σπουδαία μεν τη φιλία σας (πως όχι; πλάσματα Θεού είστε και εσείς), αλλά θεωρώ σπουδαία τη φιλία και των άλλων Χριστιανών, που είναι ταγμένοι υπό την εξουσία σας. Διότι δεν είναι επίσημος ο Χριστιανισμός από την αξία των προσώπων που ανήκουν σ’ αυτόν, αλλά από την Πίστη.
-Πως λοιπόν δεν φοβάσαι την εξουσία ;
-Τι θα μου συμβεί; Τι πρόκειται να πάθω; απάντησε ο Βασίλειος
– Τι θα πάθεις; Ένα από τα πολλά που είναι στην την εξουσία μου.
-Ποια είναι αυτά; Πες μου
-Δήμευση , εξορία, βάσανα, θάνατος.
-Απείλησε με κάτι άλλο, αν υπάρχει. Διότι κανένα από αυτά που ανέφερες δεν μπορεί να με θίξει και να με βλάψει, απάντησε με θάρρος ο Βασίλειος
-Πως είναι δυνατόν και με ποιο τρόπο θα το κατορθώσεις αυτό; ρώτησε ο ύπαρχος
-Διότι, απάντησε ο Βασίλειος, δήμευση περιουσία δεν μπορεί να υποστεί εκείνος που δεν έχει τίποτα, εκτός αν πάρεις τα τρίχινα και φτωχά ενδύματα και τα λίγα βιβλία , από τα οποία αποτελείται ολόκληρη η περιουσία μου.
Εξορία δεν γνωρίζω, εφ’ όσον δεν είμαι πουθενά εγκατεστημένος , και ούτε αυτή την πόλη που κατοικώ τώρα θεωρώ δική μου, αλλά θα έχω ως πατρίδα μου κάθε τόπο, στον οποίο θα με ρίξουν. Μάλλον όμως κάθε τόπο τον θεωρώ τόπο του Θεού, στον οποίο εγώ είμαι ξένος και πάροικος. Τα βάσανα όμως τίποτα δεν μπορούν να κάνουν στον άνθρωπο που δεν έχει σώμα, εκτός αν λες βάσανο την πρώτη πληγή , με την οποία θα πέσει αυτό το σώμα.
Μόνο της πληγής αυτής είσαι κύριος. Ο θάνατος όμως θα είναι για μένα ευεργεσία. Διότι θα με στείλει ταχύτερα στο Θεό, με τον οποίο ζω και πολιτεύομαι και για χάρη του οποίου νεκρώθηκα κατά το πλείστον και προς τον οποίο από πολλά χρόνια σπεύδω να φτάσω.
-Κανείς , είπε μέχρι σήμερα δεν μίλησε με τέτοιο τρόπο και με τόσο θάρρος σε μένα ( και πρόσθεσε το όνομά του.
-Ίσως δεν συνάντησες ποτέ επίσκοπο απάντησε ο Βασίλειος. Διότι αν συναντούσες πραγματικό επίσκοπο, ο οποίος αγωνίζεται για την πραγματική Πίστη, με αυτόν τον τρόπο θα σου απαντούσε.
Και πρόσθεσε με θάρρος.:
Εμείς , ύπαρχε, σε όλα τα άλλα ζητήματα είμαστε επιεικείς και ταπεινότεροι από κάθε άλλον άνθρωπο, διότι τέτοια εντολή έχουμε από τον Κύριο. Και όχι μόνο σε τόση μεγάλη εξουσία, όπως η δική σου, αλλά ούτε και στον τυχόντα άνθρωπο σηκώνουμε τα μάτια.
Αλλά όπου πρόκειται περί Θεού και τίθεται σε κίνδυνο η Πίστη μας σε αυτόν, όλα τα περιφρονούμε και σε Αυτόν αποβλέπουμε. Φωτιά και ξίφος και θηρία και νύχια που κόβουν τις σάρκες, αυτά για μας είναι μάλλον ευχαρίστηση παρά εκφοβισμός και κατάπληξη. Γι’ αυτό βρίζε και φοβέριζε και κάνε ότι θέλεις και χρησιμοποίησε την εξουσία σου. Ας ακούσει την απάντηση αυτή ο βασιλιάς. Εμένα , πάρε το απόφαση , δεν θα με υποτάξεις ούτε θα με πείσεις να ταχθώ με το μέρος της αιρετικής ασέβειας, έστω και αν απειλήσεις ακόμη με τρομερότερο τρόπο.
http://proskynitis.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Μέγας Βασίλειος
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2015
«…τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας»
Με τη φράση αυτή, το απολυτίκιο, απόλυτα επιτυχημένα, τονίζει την κοινωνική προσφορά του Αγίου Βασιλείου, που με τη θεία διδασκαλία του στόλισε με αρετές τα ήθη και τη ζωή των ανθρώπων.
Ο Μέγας αυτός πατέρας και διδάσκαλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας γεννήθηκε το 329 στη Νεοκαισάρεια του Πόντου στο χωριό Άννησα και μεγάλωσε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Είχε 8 αδέρφια, 3 αγόρια και πέντε κορίτσια. Από τα 4 αγόρια τα 3 έγιναν επίσκοποι (ο Βασίλειος Καισαρείας, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Πέτρος Σεβάστειας) και το ένα μοναχός (ο Ναυκράτιος). Από τις 5 αδερφές του η πρώτη, και συγχρόνως το πιο μεγάλο παιδί της οικογένειας, η Μακρίνα, έγινε μοναχή.
Οι γονείς του Βασίλειος (και αυτός), που καταγόταν από τη Νεοκαισάρεια του Πόντου και Εμμέλεια, που καταγόταν από τη Καππαδοκία, αν και κατά κόσμον ευγενείς και πλούσιοι, είχαν συγχρόνως και ακμαιότατο χριστιανικό φρόνημα. Αυτοί μάλιστα έθεσαν και τις πρώτες – καθοριστικής σημασίας – πνευματικές βάσεις του Αγίου.
Με εφόδιο αυτή τη χριστιανική ανατροφή, ο Βασίλειος αρχίζει μια καταπληκτική πνευματική ανοδική πορεία. Έχοντας τα χαρίσματα της ευστροφίας και της μνήμης, κατακτά σχεδόν όλες τις επιστήμες της εποχής του. Και το σπουδαιότερο, κατακτά τη θεία θεωρεία του Ευαγγελίου, που την κάνει αμέσως πράξη με την αυστηρή ασκητική ζωή του.
Μετά τις πρώτες του σπουδές στην Καισάρεια και κατόπιν στο Βυζάντιο, επισκέφθηκε, νεαρός ακόμα, την Αθήνα, όπου επί τέσσερα χρόνια συμπλήρωσε τις σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, αστρονομία και ιατρική. Από την Αθήνα επέστρεψε στη Καισάρεια και επιδόθηκε στη δικηγορία και στη διδασκαλία της ρητορικής τέχνης.
Αποφάσισε όμως, να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και γι’ αυτό πήγε στα κέντρα του ασκητισμού, για να διδαχθεί τα της μοναχικής πολιτείας στην Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία. Όταν επέστρεψε, αποσύρθηκε σε μια Μονή του Πόντου, αφού έγινε μοναχός, και ασκήθηκε εκεί με κάθε αυστηρότητα για πέντε χρόνια (357-362 μ.Χ.).
Ήδη τέλεια καταρτισμένος στην Ορθόδοξη Πίστη, χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τον Επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο. Ο υποδειγματικός τρόπος της πνευματικής εργασίας του δεν αργεί να τον ανεβάσει στο θρόνο της αρχιερωσύνης, διαδεχόμενος τον Ευσέβιο στην επισκοπή της Καισαρείας (370 μ.Χ.).
Με σταθερότητα και γενναίο φρόνημα, ως αρχιερέας έκανε πολλούς αγώνες για την Ορθόδοξη Πίστη. Με τους ορθόδοξους λόγους που συνέγραψε, κατακεραύνωσε τα φρονήματα των κακοδόξων. Στους αγώνες του κατά του Αρειανισμού αναδείχτηκε αδαμάντινος, ούτε οι βασιλικές κολακείες του Ουάλεντα (364-378 μ.Χ.), που πήγε αυτοπροσώπως στην Καισάρεια για να τον μετατρέψει στον Αρειανισμό, ούτε οι απειλές του Μοδέστου μπόρεσαν να κάμψουν το ορθόδοξο φρόνημα του Αγίου. Υπεράσπισε με θάρρος την Ορθοδοξία, καταπλήσσοντας τον βασιλιά και τους Αρειανούς. Ακόμα, αγωνίστηκε κατά της ηθικής σήψεως και επέφερε σοφές μεταρρυθμίσεις στο μοναχισμό.
Η δε υπόλοιπη ποιμαντορική δράση του, υπήρξε απαράμιλλη, κτίζοντας την περίφημη «Βασιλειάδα», συγκρότημα με ευαγή ιδρύματα, όπου βρήκαν τροφή και περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ηλικίας, γένους και φυλής. Ήταν μια «νέα πόλη» έξω από τη Καισάρεια και περιελάμβανε πτωχοτροφείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, ξενοδοχείο και νοσοκομείο.
Ο Μέγας Βασίλειος έχει πλούσιο και σημαντικό συγγραφικό έργο. Τα κυριότερα έργα του είναι οι 9 ομιλίες στην Εξαήμερο, ομιλίες στους Ψαλμούς, πολλές και διάφορες άλλες ομιλίες, ασκητικά έργα και επιστολές. Εκτός των άλλων έργων του, έγραψε και τη Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση αυτής της συντομότερης του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο: την 1η Ιανουαρίου (γιορτάζεται και η μνήμη του), τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.
Στα πενήντα του χρόνια ο Μέγας Βασίλειος, εξαιτίας της ασθενικής κράσεώς του και της αυστηρής ασκητικής ζωής του (ορισμένες πηγές λένε από βαριά αρρώστια του ύπατος ή των νεφρών), την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ., εγκαταλείπει το φθαρτό και μάταιο αυτό κόσμο, αφήνοντας παρακαταθήκη και ιερή κληρονομιά στην ανθρωπότητα ένα τεράστιο πνευματικό έργο.
Η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του στις 1 Ιανουαρίου.
Απολυτίκιο, Ήχος α΄
«Εἰς πᾶσαν τήν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τόν λόγον σου• δι’ οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τήν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τά ταῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας, Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ ὅσιε, Χριστόν τον Θεόν ἱκέτευε, δωρήσθαι ἡμῖν το μέγα ἔλεος.»
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ, ο Προστάτης των φτωχών!!!
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2015
Ευλογία φέρνει, όχι παιχνίδια – δεν είναι άγιος του εμπορίου, αλλά του παραδείσου!…
Ο Άγιός μας γεννήθηκε στην Νεοκαισαρεια του Πόντου το 330 μ.Χ. (όλες οι περιοχές που αναφέρουμε ήταν κάποτε ελληνικές ενώ σήμερα ανήκουν στην επικράτεια της Τουρκίας), σπούδασε στην Αθήνα σε φιλοσοφικές σχολές μαζί με τον φίλο του Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο [σημ.: ήταν μαθηματικός, γιατρός, δικηγόρος και (όπως θα λέγαμε σήμερα) φιλόλογος – και αργότερα έγινε μοναχός, ιερέας και επίσκοπος (“δεσπότης”) της Καισάρειας] και πέθανε σε ηλικία 48 ετών τον Δεκέμβριο του 378 μ.Χ. Κηδεύτηκε την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. και κάθε πρωτοχρονιά -όπως γνωρίζουμε- γιορτάζουμε την μνήμη του.
Ο Αη Βασίλης στα 48 χρόνια που έζησε, έκαμε τόσα πολλά για τους ανθρώπους που η ιστορία τον ονόμασε ΜΕΓΑ όσο ακόμα ζούσε. Ας δούμε όμως τι έκανε ο Άγιος Βασίλης κι έγινε Μεγας. Πρώτα πρώτα μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, δεν κράτησε τίποτα για τον εαυτό του! Από πολύ νέος γύμναζε τον εαυτό του στο πνεύμα και τον έβαζε σε σκληραγωγίες και, όπως λένε, άλλο δρόμο δεν γνώριζε εκτός αυτόν που οδηγούσε στο πανεπιστήμιο και στην εκκλησία. Σε μεγάλες επιδημίες που ταλαιπωρούσαν τον λαό αυτός ήταν παρών και βοηθούσε σωματικά και ψυχικά διδάσκοντας την πίστη του Χριστού [ήταν και γιατρός]. Ο Άη Βασίλης ήταν πολύ αυστηρός με αυτούς που ξέφευγαν από την σωστή πίστη, έλεγε και έγραφε την αλήθεια θαρραλέα και μάλιστα δεν δίστασε να ελεγξει ακόμη και αυτοκράτορες.
Συμπλήρωσε με ευχές την Θεία Λειτουργία που ακουμε αυτές τις ημέρες στην εκκλησία και φέρει το όνομά του (“Λειτουργία Αγίου Βασιλείου”). [“Νεκρός”: Οι “ευχές” αυτές είναι μεγάλες & σπουδαίες προσευχές που λέει ο παπάς χαμηλόφωνα μέσα στο Ιερό, ενώ ο ψάλτης ψάλλει – με αυτέ τις προσευχές γίνεται η θεία Μετάληψη & τα άλλα σημαντικά πράγματα μέσα στη λειτουργία. Η λειτουργία του αγ. Βασιλείου γίνεται 10 φορές το χρόνο: την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του), τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο. Τις άλλες μέρες γίνεται η λειτουργία που έχει γράψει ένας άλλος μεγάλος άγιος των γραμμάτων & της φιλανθρωπίας, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος].
Επίσης, ο Άγ. Βασίλης έγραψε πολλά βιβλία για την καθοδήγηση των χριστιανών και ίδρυσε πολλά μοναστήρια, όπου αρκετοί μαθητές του αφιερώθηκαν στον Θεό.
Το πιο σπουδαίο του έργο όμως ήταν η οργάνωση της ελεημοσύνης και φιλανθρωπίας στην επαρχία του: έφτιαξε κοντά στην Καισάρεια μια ολόκληρη πόλη από φιλανθρωπικά ιδρύματα, γηροκομεία, νοσοκομεία, ξενοδοχεία, ορφανοτροφεία κ.α. Ιδρυσε και καθιέρωσε την διανομή αγαθών, τρόφιμα, ρούχα, χρήματα και κάθε είδους βοήθεια σε φτωχές οικογένειες, άπορους κ.λ.π.
Η πόλη αυτή [μετά το θάνατό του] ονομάστηκε Βασιλειάδα. Φανταστείτε τι ανακούφιση θα ένιωθαν τότε οι φτωχοί, τα ορφανά, οι γέροι, οι ταξιδιώτες, η Καισάρεια είχε γίνει μια μεγάλη οικογένεια με πατέρα τον άγιο Βασίλειο, τον επίσκοπό της.
Τον αγαπούσαν τόσο πολύ που στην κηδεία του σημειώθηκαν λιποθυμίες και θανατοι, τόσες χιλιάδες κόσμος που συγκεντρώθηκε!
Αυτός ήταν ο Αη Βασίλης από την Καισαρεία που πάντα θα ζει μέσα στις καρδιές μας και θα μας θυμίζει με το έργο του ότι πρέπει να είμαστε όλοι εμείς οι άνθρωποι μικροί και μεγάλοι αγαπημένοι.
[Ενώ ζούσε ο άγιος Βασίλης, ο αδελφός του, ο άγιος Γρηγόριος της Νύσσης, είδε το εξής όραμα: “’Ηταν νύχτα, όταν έγινε μία θεία λάμψη (“έλλαμψη”) από φως, την ώρα που (ο Βασίλειος) προσευχόταν στο σπίτι. Το φως εκείνο ήταν άυλο (άκτιστο) και, με τη δύναμη του Θεού, πλημμύρισε (καταφώτισε) όλο το οίκημα, χωρίς να το ανάβει κάποιο εύφλεκτο υλικό”!!!]
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »


















