Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής. π. Συμεών Κραγιόπουλος
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Ο άγιος Γρηγόριος, που ονομάζεται και Θεολόγος, είναι ένας από τους τρεις αγίους στους οποίους η Εκκλησία έδωσε το επίθετο θεολόγος. Ας πούμε, είναι ο δεύτερος τη τάξει. Πρώτος ο Ιωάννης ο απόστολος και ευαγγελιστής, μετά ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, που έγινε και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και ο Συμεών ο νέος Θεολόγος.
Έχουμε πει πολλές φορές ότι τα πάντα είναι του Θεού. Και οι άνθρωποι είναι του Θεού και οι άγιοι είναι του Θεού. Και ο Θεός είναι που τα κανονίζει όλα. Εκείνος ξέρει πότε θα έλθει ο κάθε άνθρωπος στον κόσμο, και τι θα είναι αυτός ο άνθρωπος και τι θα γίνει και πού θα καταλήξει. Όλα ο Θεός τα γνωρίζει. Όμως με το να μας έχει ο Θεός στα χέρια του, με το να τα έχει όλα ο Θεός στα χέρια του και όλα να τα κατευθύνει, δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι είναι απλώς νούμερα.
* * *
Αν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ήλθε στον κόσμο αυτό την εποχή που ήλθε, είναι ο Θεός που το θέλησε και το κανόνισε έτσι. Εκείνος κανόνισε ποιοι θα έλθουν τον πρώτο αιώνα, ποιοι θα έλθουν τον δεύτερο. Εκείνος, ο Θεός, κανόνισε ποιοι θα είναι τον τέταρτο αιώνα, τον χρυσούν αιώνα της Εκκλησίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι είναι απλώς νούμερα. Είναι εικόνες του Θεού, και, όσο κι αν όλα εξαρτώνται από τον Θεό, πάντοτε έχει και ο άνθρωπος στο χέρι του, ας το πούμε έτσι, μια δύναμη, καθότι έχει ελευθέρα βούληση, και ή συμφωνεί με τον Θεό ή δεν συμφωνεί με τον Θεό, ή δίνει τον εαυτό του στον Θεό και γίνεται όργανο του Θεού ή όχι.
Όλοι οι άγιοι δεν βρέθηκαν απλώς σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε απλώς τ’ άφησαν έτσι τυχαία τα πράγματα, ας κάνει ο Θεός ό,τι καταλαβαίνει, αλλά συνειδητοποίησαν οι άγιοι και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος την ύπαρξή τους, συνειδητοποίησαν ότι ο καθένας αποτελεί ξεχωριστό πρόσωπο και ότι έχει μεγάλη ευθύνη ενώπιον του Θεού. Μεγάλη ευθύνη για την ύπαρξή του, για τη ζωή του· δεν βρέθηκε στην τύχη. Και περίπου έτσι σκέφθηκε ο κάθε άγιος: οφείλει να επιστρέψει στον Θεό, ν’ ανταποκριθεί στην αγάπη του Θεού, να τείνει ευήκοον ους στον Θεό, ν’ ακούσει τι θέλει ο Θεός, ν’ αφεθεί στα χέρια του Θεού, να οδηγηθεί από τον Θεό και ο καθένας πέρα από τη σωτηρία του να παίξει, ας πούμε, και τον ρόλο του μέσα στο όλο σχέδιο του Θεού.
* * *
Εάν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και οι άλλοι άγιοι της Εκκλησίας δεν θα είχαν ανταποκριθεί στην κλήση τού Θεού, στην αγάπη του Θεού, ο Θεός πάλι θα έκανε το θέλημά του και το σχέδιό του, αλλά, όπως κι αν έχει το πράγμα, από την ανθρώπινη πλευρά θα ήταν διαφορετικά. Εάν δηλαδή ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανταποκρίθηκε, το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο ότι σώθηκε και έγινε άγιος, αλλά έγινε και πατήρ της Εκκλησίας και οδήγησε τότε πολύ λαό στη σωτηρία, αλλά και γενικότερα οδήγησε την Εκκλησία. Έκτοτε και μέχρι σήμερα συντελεί στο να οδηγείται ο λαός του Θεού εις νομάς σωτηρίους.
Αν λάβουμε υπ’ όψιν τούς βίους των αγίων και τον βίο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, το πρόσωπο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος δεν ήταν ένα ανθρωπάκι, ας πούμε, σε κάποια γωνιά και απλώς έδωσε τον εαυτό του στις προσευχές, αλλά ήταν γίγας και έδωσε τον εαυτό του στον Θεό, αν λάβουμε λοιπόν υπ’ όψιν τους βίους των αγίων και τον βίο του αγίου Γρηγορίου, θα παρακινηθούμε, πιστεύω, να φύγουμε, να βγούμε λίγο από τις μικρότητές μας και από το πόσο στενά και πόσο μικρόψυχα σκεπτόμαστε και ενεργούμε.
Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «Θέλεις να αγιάσεις;», Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 280-2.
http://www.koinoniaorthodoxias.org/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Υπαπαντή του Κυρίου. π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Στην ευαγγελική περικοπή της σημερινής εορτής (Λουκ. 2:22-40), η οποία θεωρείται και δεσποτική και θεομητορική εορτή, θα ήθελα να προσέξουμε δύο σημεία.
* * *
Το πρώτο είναι ότι μέσα στην όλη περικοπή τέσσερις φορές αναφέρεται η λέξη νόμος. «Κατά τον νόμον Μωυσέως», «εν νόμω Κυρίου», «εν νόμω Κυρίου», «κατά το ειθισμένον του νόμου». Ο Κύριος ως άνθρωπος τηρεί τον νόμο του Θεού και μας καλεί και με τον τρόπο αυτό όλους μας να τηρούμε τον νόμο του Θεού.
Στο μεγάλο αυτό θέμα της τηρήσεως του νόμου του Θεού, την ώρα αυτή να τονίσουμε ότι ο νόμος του Θεού εκδηλώνεται και εφαρμόζεται δια μέσου της Εκκλησίας. Όποιος θα διαλέξει και θα κρίνει μόνος του ποιο είναι νόμος του Θεού και ποιο δεν είναι, οπωσδήποτε κάνει λάθος και οπωσδήποτε είναι έξω από το θέλημα του Θεού. Διότι, αν θέλετε, και η ύπαρξη της Εκκλησίας, και κατά αόρατο και κατά ορατό τρόπο, είναι νόμος του Θεού. Και δεν μπορεί κανείς να παραβλέπει, να παραμερίζει και να μη λογαριάζει την Εκκλησία. Πολλά πράγματα μέσα στην Εκκλησία, όταν απλώς τα κρίνουμε με τη λογική, βρίσκουμε ίσως ότι δεν είναι για μας ή ότι δεν χρειάζονται. Δεν είναι καθόλου έτσι. Δεν μας πέφτει λόγος να κρίνουμε εμείς και να αποφασίζουμε εμείς ποιος είναι ο νόμος του Θεού και πώς η Εκκλησία ερμηνεύει και τηρεί αυτόν τον νόμο. Ο καθένας οφείλει μέσα στην Εκκλησία ταπεινά και απλά να τηρεί τον νόμο του Θεού.
* * *
Το δεύτερο σημείο που θα μπορούσαμε να προσέξουμε είναι αυτό που λέγεται τρεις φορές για τον άγιο Συμεών: «Πνεύμα ην Άγιον επ’ αυτόν». Είχε Πνεύμα Άγιο. «Ην αυτώ κεχρηματισμένον υπό του Πνεύματος τού Αγίου» ότι δεν θα δει θάνατο, εωσότου δει τον Κύριο. Και λέει πάλι «ήλθεν εν τω Πνεύματι εις το ιερόν», την ημέρα εκείνη, που πήγαν τον Κύριο η Παναγία με τον Ιωσήφ, σαράντα ημέρες μετά τη γέννησή του.
Αυτό είναι κάτι που το βρίσκουμε πάντοτε μέσα στην Αγία Γραφή και μέσα στην Εκκλησία. Οι άνθρωποι του Θεού, οι άγιοι του Θεού, πάντοτε κινούνται και εμπνέονται από το Άγιο Πνεύμα, αλλά και πάντοτε έχουν το Άγιο Πνεύμα. Εμείς δεν είναι απλώς ότι δεν έχουμε το Άγιο Πνεύμα, αλλά ούτε πηγαίνει το μυαλό μας ότι δεν μπορεί να είναι κανείς άνθρωπος του Θεού, χριστιανός, χωρίς να έχει Άγιο Πνεύμα. Να πούμε και κάτι περισσότερο· φοβούμαι ότι όλοι οι χριστιανοί που είναι έτσι, που σκέφτονται έτσι, δεν θα ήθελαν να έχουν το Άγιο Πνεύμα.
Οι άνθρωποι αρέσκονται, αναπαύονται και βολεύονται με το να ζουν απλώς ως άνθρωποι, να σκέπτονται ως άνθρωποι, να σπουδάζουν, να μορφώνονται, να μαθαίνουν από δω κι από κει, να οξύνουν και να ακονίζουν το μυαλό τους, και πάντοτε –παίρνουμε την καλή περίπτωση– καλά βέβαια σκέπτονται, καλά, ας πούμε έτσι, προσπαθούν να ενεργούν, αλλ’ όμως πάντοτε με βάση τη λογική τους, τις γνώσεις τους, με βάση την όποια πείρα έχουν στη ζωή, με βάση το τι σκέπτονται οι άλλοι, τι θα πουν οι άλλοι.
Είναι πολύ σπάνιο κάποιος χριστιανός να ζει εν Πνεύματι Αγίω. Πολύ σπάνιο να θέλει, να το έχει καημό και να προσπαθεί να ζήσει εν Πνεύματι Αγίω. Αν θέλετε, αποφεύγει κανείς να έχει το Πνεύμα του Θεού. Διότι όταν κανείς το έχει, άγεται και οδηγείται από το Πνεύμα του Θεού και περιπατεί κατά το Πνεύμα του Θεού. Τελικά, δεν ορίζει κανείς τον εαυτό του, αλλά τον ορίζει ο Θεός, τον κυβερνά ο Θεός, τον οδηγεί ο Θεός και περιπατεί όπως θέλει το Πνεύμα του Θεού.
* * *
Όμως, παρακαλώ, να μην ξεγελιόμαστε. Όπως και να έχει το πράγμα, μέσα από τον νόμο του Θεού θα περάσουμε. Δεν μπορούμε να είμαστε έξω από τον νόμο του Θεού. Και όπως και να έχει το πράγμα, αν θέλουμε να είμαστε χριστιανοί, αν θέλουμε να μπούμε στη Βασιλεία του Θεού και τώρα και αιώνια, θα πρέπει να έχουμε το Πνεύμα του Θεού, θα πρέπει να γίνουμε κοινωνοί του Αγίου Πνεύματος. Αν θέλετε, να το πούμε και αλλιώς: Να συνηθίσουμε να ζούμε εν Πνεύματι Αγίω, γιατί στην άνω ζωή, αιώνια, αν μας αξιώσει ο Θεός και μπούμε στη Βασιλεία του και σωθούμε, θα ζούμε εν Πνεύματι Αγίω. Δεν πρέπει, αν θέλετε, να το πάρουμε και έτσι, δηλαδή να συνηθίσουμε από δω να ζούμε εν Πνεύματι Αγίω;
Ο άγιος Συμεών είχε Πνεύμα Άγιο. Και το Άγιο Πνεύμα του είπε, τον φώτισε, του έδωσε να καταλάβει, να εννοήσει, ότι δεν θα πεθάνει, εωσότου δει τον Χριστό. Και περίμενε πολλά χρόνια. Το Άγιο Πνεύμα τον οδηγούσε σ’ όλη του τη ζωή και ειδικότερα σε ορισμένες πολύ ειδικές περιπτώσεις, όπως είναι αυτή εδώ. Την ημέρα εκείνη που η Παναγία με τον Ιωσήφ θα πήγαιναν τον Χριστό στον ναό να τον αφιερώσουν στον Θεό, ο άγιος Συμεών, χωρίς να ξέρει ο ίδιος, φωτίστηκε από το Πνεύμα του Θεού που τα ξέρει όλα, και πήγε στον ναό και αξιώθηκε να δεχθεί στις αγκάλες του τον Χριστό. Αυτός, άνθρωπος της Παλαιάς Διαθήκης, άνθρωπος που θα είχε πεθάνει πριν από χρόνια, αν ο Θεός δεν είχε αποφασίσει να τον αφήσει στη ζωή εωσότου δει τον Χριστό, αξιώνεται να κρατήσει στις αγκάλες του τον Χριστό. Και δεν λέει τίποτε άλλο, παρά: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα…» Θα μπορούσαμε να πούμε, δεν ήθελε τίποτε άλλο στη ζωή του και δεν είχε καημό για τίποτε άλλο, παρά να ζει εν Θεώ, να άγεται και να φέρεται από το Πνεύμα του Θεού, να τον οδηγεί το Πνεύμα του Θεού.
* * *
Επομένως, το Πνεύμα του Θεού δεν είναι ένα είδος πολυτελείας που δίνεται σε ορισμένους. Το Πνεύμα του Θεού σε όλους θέλει να δοθεί, σε όλους θέλει να έλθει. Δεν μπορείς να είσαι χριστιανός χωρίς αυτό. Εκείνο που φαίνεται πως λείπει από μας είναι ότι δεν τα εννοήσαμε έτσι τα πράγματα, δεν τα πιστεύσαμε έτσι, και η ψυχή μας δεν ποθεί, δεν διψά, δεν επιθυμεί, το Πνεύμα του Θεού, τη Χάρι του Αγίου Πνεύματος.
Να μην έχουμε λοιπόν καμιά αμφιβολία ότι, αν το Άγιο Πνεύμα δεν αναπαύεται μέσα μας, είναι γιατί δεν το δεχόμαστε, άσχετα τι λέμε με τα λόγια μας, άσχετα τι λέμε, όταν θεολογούμε. Η καρδιά μας άλλα ζητάει και φυσικά αυτά τα άλλα που ζητάει, τα έχει. Αμαρτίες ζητάει, αυτές έχει· εγκόσμια πράγματα, έστω καλά αλλά ανθρώπινα και του κόσμου τούτου ζητάει, αυτά έχει.
Αν πραγματικά η καρδιά μας ζητήσει το Πνεύμα του Θεού, θελήσει το Πνεύμα του Θεού, το ποθήσει, το Άγιο Πνεύμα, το οποίο αυτό περιμένει, θα έλθει, και θα ζούμε εν Πνεύματι Αγίω, θα περιπατούμε εν Πνεύματι Αγίω, θα οδηγούμαστε από το Πνεύμα το Άγιο. Και έτσι γινόμαστε πνευματικοί άνθρωποι, πνευματέμφοροι και θα αγιαζόμαστε. Και θα τελειώσει η ζωή μας εν αγιασμώ και θα περάσουμε στην άλλη ζωή εν Πνεύματι Αγίω, για να ζούμε αιώνια εν Πνεύματι Αγίω.
Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «Θέλεις να αγιάσεις;», Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 288-292.
http://www.koinoniaorthodoxias.org/
Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Το θέμα είναι ο άνθρωπος να δοθεί στον Θεό. π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Δεν ξέρω πώς τα παίρνετε εσείς τα πράγματα, αλλά έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία όλα κανείς να τα βλέπει μέσα στην πρόνοια του Θεού: τον όλο εαυτό του, τις καταστάσεις του εαυτού του, όσα συμβαίνουν γύρω του, όσα συμβαίνουν μέσα του. Όλα είναι μέσα στην οικονομία του Θεού, όλα είναι κάτω από την πρόνοια του Θεού και όλα δουλεύουν μόνο για το καλό.
Οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι ενεργούν απλώς σε ανθρώπινο επίπεδο, ενώ δεν έχει μεγάλη αξία απλώς το ανθρώπινο επίπεδο. Μέσα στην Εκκλησία όλα γίνονται κάτω από την πρόνοια του Θεού, και ο σκοπός είναι ο άνθρωπος τελικά να δοθεί στον Θεό. Ο ψυχολόγος, ο ψυχίατρος συνήθως εργάζεται έτσι που ό,τι θα κάνει, θα το κάνει με τον άνθρωπο· ό,τι θα κάνει, θα το κάνει για τον άνθρωπο· ό,τι θα κάνει, θα το κάνει, για να αναδείξει τον άνθρωπο.
Βέβαια, μπορεί ένας ψυχολόγος ανθρωπίνως να ρυθμίσει κάποιον που έχει μέσα του ανισορροπία, και να τον βοηθήσει να ζήσει όπως ζουν και οι άλλοι μέσα στη ζωή. Αυτό όμως καθόλου-καθόλου δεν σημαίνει ότι βοηθήθηκε ο άνθρωπος να δοθεί στον Θεό. Και όλο το θέμα είναι ο άνθρωπος να δοθεί στον Θεό και όχι απλώς να μείνει στα ανθρώπινα μέτρα. Και ακριβώς, χρειάζεται να γίνει αυτή η εργασία, την οποία παρομοιάζουμε, στο παράδειγμα με το καρπούζι μέσα στο νερό, με το κόψιμο της φέτας του καρπουζιού που προεξέχει από το νερό.
Όταν κανείς γνωρίσει πώς έχουν τα πράγματα και κάνει σωστή εργασία, λίγο-λίγο, λίγο-λίγο θα αρχίσουν να βγαίνουν μέσα από την ύπαρξή του, η οποία είναι άβυσσος, καταστάσεις κρυμμένες στο υποσυνείδητο και στο ασυνείδητο. Και αν τα βιώματα που είναι εκεί μέσα είναι και αρρωστημένα, παθολογικά, τότε ο άνθρωπος άγεται και φέρεται από αυτά, περνά πάρα πολύ άσχημα και δεν μπορεί να καταλάβει τι του συμβαίνει.
Αλλά και όταν ακόμη δεν είναι πολύ βεβαρημένα τα βιώματα που είναι μέσα του, εφόσον ο άνθρωπος δεν τα ελέγχει, αυτά ενεργούν αυτόνομα. Μόνο το συνειδητό μπορεί κανείς να ελέγξει. Όπως δηλαδή μόνο το καρπούζι που είναι έξω από το νερό, τρόπον τινά, βλέπουμε, ενώ το άλλο δεν το βλέπουμε. Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι είναι θολό το νερό, δεν μπορείς να δεις πιο κάτω από τη στάθμη του νερού. Έτσι, βλέπει κανείς μόνο το συνειδητό της υπάρξεώς του.
Είπαμε χαρακτηριστικά χθες ότι ο άνθρωπος μπορεί να πει: «Σήμερα κάνω αυτή τη γενναία πράξη· δίνω όλο τον εαυτό μου στον Θεό, παραδίδομαι στον Θεό. Τελείωσε». Παραδόθηκες. Τι παρέδωσες; Παρέδωσες μόνο αυτό που ελέγχεις. Το 1/10. Παραδίδοντας αυτό το συνειδητό, είναι σαν να κόβουμε με ένα σπαθί ακριβώς στη στάθμη του νερού τη φέτα του καρπουζιού που φαίνεται, και όλο όσο είναι πάνω από τη στάθμη το παίρνουμε. Οπότε αμέσως το καρπούζι ανεβαίνει λίγο πιο πάνω. Έτσι λοιπόν όταν παραδοθείς σήμερα ειλικρινά, τίμια, παραδίδεις το συνειδητό σου. Όμως αύριο κιόλας νιώθεις την ανάγκη να ξαναπαραδώσεις στον Θεό τον εαυτό σου, ακριβώς γιατί ένα μέρος από το υποσυνείδητο βγήκε και έγινε συνειδητό.
Πάντως, να ξέρουμε ότι τα βιώματα του υποσυνειδήτου, που, όπως είπαμε, μπορεί να είναι και αρρωστημένα, δεν τα αφήνει κανείς να βγουν. Τα φοβάται. Αν έχει το κουράγιο να τα αφήσει να βγουν και να παραδώσει τον εαυτό του όπως είναι στον Θεό, αρχίζει η σωτηρία. Την άλλη μέρα περισσότερο, την άλλη μέρα περισσότερο, την επόμενη φορά περισσότερο, ώσπου βγαίνει όλο το υποσυνείδητο, βγαίνει όλο το ασυνείδητο, και έτσι παραδίδει κανείς όλο τον εαυτό του στον Θεό. Να πώς γίνεται κανείς άνθρωπος του Θεού, χριστιανός.
Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «…πάντα συνεργεί εις αγαθόν», Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2014, σελ. 62-4.
http://www.koinoniaorthodoxias.org
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Μη φοβάσαι να παραδεχθείς ότι είσαι. π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Ο καθένας να γνωρίσει τον εαυτό του. Μην ντρέπεσαι, μη φοβάσαι να παραδεχθείς ό,τι είσαι. Όχι τι θέλεις να είσαι, αλλά ό,τι είσαι. Να το παραδεχθείς μάλιστα με ευγνωμοσύνη, χωρίς να τα βάλεις με κανέναν. Ούτε με τον Θεό ούτε με κανέναν άλλο να τα βάλεις, ούτε να παραπονιέσαι: «Γιατί να είμαι έτσι; Γιατί να μου συμβαίνουν αυτά; Γιατί να έχω εγώ αυτές τις δυσκολίες;» Αυτά τα ξέρει ο Θεός. Εμείς οφείλουμε με ευγνωμοσύνη να δεχόμαστε ό,τι κι αν μας συμβαίνει, και υπομονετικά να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Έτσι υπάρχει ελπίδα, αδελφοί μου, να γίνει κάτι στην ψυχή μας.
Δεν ξέρω, μπορεί να κάνω λάθος, αλλά κατά κανόνα εκείνος που είναι έξω από την πραγματικότητα, έξω από τον εαυτό του, που δεν τα ξέρει έτσι τα πράγματα, που δεν τα είδε έτσι, που δεν έχει διάθεση να σκύψει μέσα του, εκείνος νομίζει πως τάχα έχει να κάνει κάποιο άλλο έργο. Όμως, όπως λέει και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, αν πέσεις μέσα στη λάσπη, και βουλώσει η μύτη σου, τα μάτια σου, το στόμα σου, τα αυτιά σου, τι θα σε ωφελήσει, εάν πεις στον υπηρέτη σου να πάει να αρχίσει να δίνει λεφτά εδώ κι εκεί για ελεημοσύνη;
* * *
Εμείς κάνουμε σπασμωδικές κινήσεις, επειδή δεν θέλουμε να κάνουμε αυτό το ένα, δηλαδή να παραδοθούμε στον Χριστό. Όχι με λόγια, αλλά στην πράξη να παραδοθούμε. Όχι μόνο να το έχουμε πόθο και επιθυμία να παραδοθούμε, αλλά στην πράξη να το κάνουμε. Το έκανες αυτή την ώρα, δηλαδή παρέδωσες τώρα τον εαυτό σου στον Θεό, και μετά από λίγο, πάλι· και μετά από λίγο, πάλι. Όχι με την έννοια ότι κοροϊδεύεις, αλλά με την έννοια ότι συνέχεια βγαίνει από μέσα σου ακατέργαστο υλικό, το οποίο δεν το έβλεπες πρώτα, και γι’ αυτό παραδίδεις εκ νέου τον εαυτό σου στον Θεό. Επειδή όμως δεν θέλουμε να κάνουμε αυτό, και από το άλλο μέρος θέλουμε να είμαστε χριστιανοί, να φαινόμαστε ως χριστιανοί, κάνουμε υποκρισίες, έχουμε πλαστή και φτιαχτή συμπεριφορά, που δεν έχει σχέση με τη χριστιανική αρετή.
Πιθανόν κάποιος, ακούγοντας όλα αυτά, να απελπίζεται, να απογοητεύεται. Δεν είναι έτσι. Είναι λάθος αυτό, αφού όλα τα κάνει ο Θεός· δεν τα κάνουμε εμείς. Εμείς, σιγά-σιγά, κάθε μέρα, να παραδίδουμε τον εαυτό μας με εμπιστοσύνη στον Θεό· αυτό είναι το κόψιμο. Δηλαδή, αν σήμερα, όσο μπορούμε να νιώσουμε, να καταλάβουμε τον εαυτό μας, απόλυτα, τέλεια τον παραδώσουμε στον Θεό, αύριο θα αισθανόμαστε την ανάγκη να κάνουμε το ίδιο. Όχι με την έννοια, όπως λέγαμε, ότι κοροϊδεύαμε πρώτα, αλλά με την έννοια ότι σήμερα βγήκε από μέσα μας, από το υποσυνείδητο, άλλος άνθρωπος που δεν τον είχαμε υπ’ όψιν. Και την άλλη μέρα θα κάνουμε το ίδιο, και την πιο άλλη και την πιο άλλη.
Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «…πάντα συνεργεί εις αγαθόν», Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2014, σελ. 68-70.
http://www.koinoniaorthodoxias.org/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Καθαροί στο σώμα, καθαροί και στην ψυχή. π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Γνωρίζουμε όλοι μας ότι δεν μπορούμε να έλθουμε σε κοινωνία με τον Θεό, δεν μπορούμε να δούμε τον Θεό, δεν μπορούμε να απολαύσουμε τον Θεό, αν δεν έχουμε καθαρότητα. Καθαρότητα ψυχής και σώματος. Διότι οι πιο πολλές αμαρτίες γίνονται δια μέσου του σώματος. Βέβαια, είναι η ψυχή που λειτουργεί, είναι η ψυχή που εκδηλώνεται δια μέσου του σώματος, αλλά όμως συμμετέχει και το σώμα.
Όταν αμαρτάνουν τα μάτια μας, αμαρτάνει και η ψυχή και το σώμα. Όταν αμαρτάνουν τ’ αυτιά μας, αμαρτάνει και η ψυχή και το σώμα. Όταν αμαρτάνουν τα χέρια μας, τα πόδια μας, γενικώς το σώμα, αυτό το συγκεκριμένο σώμα, το υλικό σώμα, αμαρτάνει και η ψυχή και το σώμα. Όταν, ας πούμε, παραδίνεται κανείς στο φαγοπότι, πάντοτε και ιδιαίτερα αυτές τις ημέρες, αμαρτάνει και η ψυχή και το σώμα. Όταν παραδίνεται σε άλλες ευχαριστήσεις, αμαρτάνει και η ψυχή και το σώμα. Και αν ποτέ ο άνθρωπος μπει στον δρόμο της καθαρότητος και αρχίσει να καθαρίζεται, και αρχίσει ο Θεός να τον καθαρίζει, θα καθαρίζει και το σώμα και την ψυχή. Και τα δύο.
Όλοι ξέρουμε τον μακαρισμό που είπε ο Κύριος· «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Και φυσικά, δεν μπορεί να είναι καθαρή η καρδιά, αν δεν είναι και το σώμα καθαρό. Και δεν μπορεί να είναι καθαρό το σώμα, αν δεν είναι και η καρδιά καθαρή. Οι καθαροί τη καρδία θα δουν τον Θεό. Επειδή ο Θεός θέλει να έλθει σε κοινωνία μαζί μας, θέλει να εμφανισθεί σ’ εμάς, θέλει να κατοικήσει μέσα μας, θέλει να μας γεμίσει με τη Χάρι του, με την παρουσία του, μας καθαρίζει πρώτα και ύστερα έρχεται και μένει μέσα μας ή, όταν έλθει ο Θεός μέσα μας, η Χάρις του, δεν μπορούμε να είμαστε ακάθαρτοι. Καθαριζόμαστε.
Όταν κανείς δεν προσέχει και λερώνει το σώμα του, λερώνει την ψυχή του, και να είναι μέσα του ο Θεός, φεύγει. Ή, όπως έχουμε πει, η Χάρις του Βαπτίσματος που έχουμε μέσα μας, υποχωρεί και μένει ανενέργητος. Κοινωνούμε του σώματος και του αίματος του Χριστού. Παίρνουμε μέσα μας τον ίδιο τον Χριστό, το σώμα του και το αίμα του. Αυτό σημαίνει ότι μένει μέσα μας ο Χριστός δια της Χάριτός του. Μένει, αν είμαστε καθαροί. Μένει, αν προσέχουμε και μένουμε καθαροί. Καθαροί στο σώμα και στην ψυχή.
Έχουμε υπ’ όψιν μας μερικούς ανθρώπους που έχουν μια ευαισθησία στην καθαρότητα· την καθαρότητα την υλική, θα λέγαμε. Να έχουν καθαρό σπίτι, να έχουν καθαρά ρούχα, γενικώς να είναι ντυμένοι καθαρά, να κάθονται σε καθαρό μέρος, να κινούνται σε καθαρούς χώρους κλπ. Έχουν μια ευαισθησία. Δεν δέχονται, ας πούμε, δεν μπορούν, δεν αισθάνονται καλά να καθίσουν όπου να ‘ναι, να βρεθούν όπου να ‘ναι ή να ‘χουν τον χώρο τους, το δωμάτιό τους, το γραφείο τους, το σπίτι τους, ας πούμε, ακάθαρτο ή ημιακάθαρτο. Θέλουν να είναι πολύ καθαρό το σπίτι· τα πάντα. Είναι άλλοι βέβαια οι οποίοι δεν πολυδίνουν σημασία.
Δεν το εξετάζουμε τώρα από την πλευρά ποιος έχει δίκαιο σ’ αυτό και ποιος δεν έχει, αλλά το χρησιμοποιούμε ως παράδειγμα, για να καταλάβουμε τα πνευματικά. Στα πνευματικά πρέπει να έχουμε αυτή την ευαισθησία. Να είμαστε καθαροί. Ο άνθρωπος βέβαια δεν μπορεί να είναι καθαρός, ό,τι και να κάνει· ο Θεός τον καθαρίζει. Αλλά ο Θεός αυτό θέλει· να μας καθαρίσει. Όμως εμείς αν δεν προσέχουμε, καθιστούμε τον εαυτό μας ακάθαρτο. Μπορεί να καθαρίζει η νοικοκυρά το σπίτι, αλλά αν δεν προσέχουν τα άλλα μέλη του σπιτιού ή και η ίδια καμιά φορά, το σπίτι είναι πάλι ακάθαρτο.
Ο Θεός, εφόσον είμαστε παιδιά του, εφόσον προσευχόμαστε και αναφερόμαστε σ’ αυτόν και καλή ώρα τώρα είμαστε στην εκκλησία, είναι δυνατό να μην το δέχεται αυτό, να μην κλίνει πάνω μας, να μη μας καθαρίζει;
Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «Συνάξεις Τριωδίου Β’ «, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 236
http://www.koinoniaorthodoxias.org/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Διδαχές Αγίου Ιωάννου του Νηστευτού
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Πρόσεξε, αν νήστεψες, μην καυχηθείς· εάν ελέησες, μην καμαρώσεις. Αλλά καλύτερα, αφού περάσει η νηστεία, να λογαριάσεις τι κέρδισες από την ασιτία. Μήπως, δηλαδή, πέρασες και βγήκες τέτοιος όπως και όταν μπήκες; Πρόσεξε ποιά άραγε αμαρτία μπόρεσες να καθαρίσεις ή σε ποιο πράγμα έγινες καλύτερος απ’ ο,τι ήσουν ή ποιο κατόρθωμα απέκτησες ή ποιο ελάττωμα διόρθωσες· αν σταμάτησες την οργή ή την κοροϊδία, αν δεν κατηγόρησες τον αδελφό σου, αν σταμάτησες τον όρκο ή αν κατόρθωσες κάποιο έργο από τα καλά. Εαν, τέλος, είχες αποχή μόνο από τα φαγητά ενώ από τα άλλα καλά κανένα δεν πέτυχες, σε τι ωφελήθηκες από το να μην τρως;
Μπορεί να σου πει κάποιος: Πράγματι, δεν μπόρεσες να νηστέψεις· γιατί όμως δεν συμφιλιώθηκες με τους εχθρούς σου; Γιατί συνέχισες να παραμένεις στην κακία και τον φθόνο; Γιατί θύμωσες εναντίον εκείνου που σε λύπησε; Και όχι μόνο αυτά, αλλά παρέμεινες σταθερά στη μνησικακία, από την οποία άλλο χειρότερο κακό δεν υπάρχει (…).
Νήστεψες από τροφή; Δες από ποια αμαρτία απαλλάχθηκες ή σε τι έγινες καλύτερος ή ποια ελαττώματα διόρθωσες. Γι’ αυτό, αμέσως, σαν να βρίσκεσαι μπροστά στο κριτήριο του Κυρίου όπου ούτε η ρητορική ικανότητα ισχύει ούτε συνήγοροι βοηθούν και η ψυχή σου περνάει μέσα από το πυρ, στείλε νωρίτερα δροσιά, κίνησε τις πηγές των δακρύων. Ανάλογα με τα αμαρτήματα, ας είναι και τα δάκρυά σου (…). Εάν είναι μεγάλο το σφάλμα, μεγαλύτερος ποταμός δακρύων σου χρειάζεται. Και αν έχεις κατακτήσει την καθαρότητα, δάνεισε σε άλλον το δάκρυ σου και κλάψε για τον αδελφό σου που αμάρτησε.
Απ’ όπου ξεκίνησε η αμαρτία, από εκεί να ξεκινήσει και η πηγή της θεραπείας. Και προτού κλείσει η πόρτα ας μετανοήσουμε. Όπου η αμαρτία εκεί και η λύση αυτής. Όχι εδώ να γίνεται η αμαρτία καί να περιμένουμε τη μετάνοια στον ουρανό. Διότι έχει εξουσία ο Σωτήρας μας, που μας λυτρώνει από την αμαρτία, να τη συγχωρεί εδώ πάνω στη γη.
Εκεί που νομίζει κανείς ότι στέκεται καλά, να προσέχει μην πέσει (Α’ Κορ.). Όποιος όμως έφτασε στο σημείο της πτώσεως, ας φροντίσει να σηκωθεί. Ας μη μείνει πεσμένος· να ξέρει ότι υπάρχει ο Κύριος που ανασηκώνει τους πεσμένους. Παρηγοριά υπάρχει και για τον πεσμένο, όταν όμως δεν παραμείνει στην πτώση του.
[ΟΦΠ 4, 1-4-2002, σελ. 165]
Αποσπάσματα από τον λόγο «Περί μετανοίας» του Αγίου Ιωάννου του Νηστευτού, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (6ος αι.)
http://www.koinoniaorthodoxias.org/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Γιατί νηστεύουμε;
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)
Νηστεύουμε, επειδή:
* Ο Χριστός κάνει υπακοή, ενώ ο Αδάμ ήταν ανυπάκουος· ο Χριστός κάνει νηστεία, ενώ ο Αδάμ ήταν λαίμαργος.
* Νήστεψε ο Χριστός. Δεν ήταν αμαρτωλές οι τροφές, δεν ήταν μολυσμένες οι τροφές, δεν είχαν τίποτε κακό οι τροφές. Απλώς νήστεψε.
* Νήστεψαν και οι προφήτες πιο μπροστά. Ο Μωυσής, μιμητής του Χριστού πριν έλθει ο Χριστός, επί σαράντα ημέρες νήστεψε πάνω στο όρος Σινά.
* Όλοι οι άγιοι νήστεψαν και νηστεύουν μέχρι σήμερα.
* Η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου είναι αυτή η αγία κατάσταση που ζει κανείς με λίγη τροφή, με λίγο πιοτό, με κάποιο ένδυμα κλπ., και η τροφή του είναι ο Θεός, το πιοτό του είναι ο Θεός, η χαρά του είναι ο Θεός, τα πάντα είναι ο Θεός.
* Ο ίδιος ο Κύριος απαρνείται το θέλημά του και κάνει το θέλημα του ουρανίου Πατρός. Δεν είναι αμαρτωλό το θέλημά του, όμως το απαρνείται.
* Απαρνείσαι το θέλημά σου, τα στερείσαι όλα αυτά, και έτσι ο Θεός πάνω στην πράξη βλέπει ότι μπορεί να σου έχει εμπιστοσύνη (…) και σου εμπιστεύεται τη θεία ζωή.
* Η επιστροφή μας στον Παράδεισο δεν μπορεί να μην έχει και αυτό το στοιχείο: τη νηστεία.
* Η πρώτη εντολή που είχε πολλά πράγματα μέσα, όλα αυτά τα πολλά έπαιρναν σάρκα και οστά ως νηστεία.
* Δεν είναι επίδειξη. Επίδειξη είναι, όταν εσύ το κάνεις γι’ αυτό λόγο, για ν’ ακουστεί ότι νηστεύεις.
* Αυτό είναι η πίστη, να παραδεχθούμε ότι υπάρχει ο Κύριος και εμπιστευόμαστε σ’ Αυτόν, αυτά που λέει τα δεχόμαστε (τα καταλαβαίνουμε δεν τα καταλαβαίνουμε) κι έτσι προκόπτουμε πνευματικά.
* Το κάνει μέσα στην ψυχή ο Θεός. Και θα το κάνουμε με τη βοήθειά του και με τη φώτισή του και με τη βοήθεια των αγίων που θα πρεσβεύουν υπέρ ημών, οι οποίοι πέρασαν απ’ όλα τα στάδια και ξέρουν τι σημαίνει δυσκολία, ξέρουν όμως και τι σημαίνει σωτηρία.
Επιλογές από τα βιβλία του π. Συμεών Κραγιοπούλου:
Συνάξεις Τριωδίου Α’ (= ΣΤρ), Πανόραμα Θεσσαλονίκης, β’ έκδοση 2013, και: Όπως φώτισε ο Θεός… (= ΟφΘ), Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 1998.
http://www.koinoniaorthodoxias.org/
Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ΠΕΘ χαιρετίζει με μεγάλη ικανοποίηση την απόφαση για το μάθημα των Θρησκευτικών που έλαβε η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαρτίου, 2016
Αθήνα, 10 Μαρτίου 2016
Αριθμ. Πρωτ.: 40
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων(ΠΕΘ)
χαιρετίζει με μεγάλη ικανοποίηση την απόφαση για το μάθημα των Θρησκευτικών
που έλαβε η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος
Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων(ΠΕΘ) χαιρετίζει με μεγάλη ικανοποίηση την απόφαση για το μάθημα των Θρησκευτικών που έλαβε η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος στη Δεύτερη Συνεδρία της στις 9 Μαρτίου 2016, με την οποία προχωρεί στην επικαιροποίηση και επικύρωση της απόφασης που είχε λάβει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, στις 12-13 Ιανουαρίου 2016 ως προς τη θέση της για τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών, σε σχέση και με τον διάλογο που έχει να πραγματοποιήσει προσεχώς η Εκκλησία με την Πολιτεία.
Η ΠΕΘ αποδέχεται ασμένως την συνθετική και διαλλακτική λύση του προβλήματος που ταλανίζει το θεολογικό κόσμο εδώ και πέντε χρόνια, στην οποία κατέληξε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενεργώντας «εν πνεύματι και αληθεία» και ταυτόχρονα θεωρεί ότι οι αγώνες της για το μάθημα των Θρησκευτικών, δικαιώνονται πλέον και μάλιστα διπλά, με τις δύο παραπάνω Συνόδους.
Ωστόσο, δηλώνει ότι θα συνεχίσει αταλάντευτα και με αμείωτη ένταση τον αγώνα της, εξαντλώντας κάθε νόμιμο μέσο, για να προφυλάξει το μάθημα των Θρησκευτικών και τον θεολογικό κόσμο από κάθε απόπειρα επιβολής, που θα επιχειρηθεί από την πλευρά της Πολιτείας μέσα από μονομερείς ή τετελεσμένες αποφάσεις ή ενέργειες, που παραβλέπουν προκλητικά τη θέληση της πλειονοψηφίας του θεολογικού κλάδου. Ήδη ο ορισμός Επιτροπής από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής(ΙΕΠ) στην οποία συμμετέχουν ΜΟΝΟΝ μέλη του συνδέσμου ΚΑΙΡΟΣ δείχνει τις «προθέσεις» της πολιτείας για μονομερή «διάλογο», δηλαδή για αντιδημοκρατική διάθεση επιβολής, στην οποία η Ένωσή μας είναι αναγκασμένη να απαντήσει.
Το ΔΣ της ΠΕΘ
http://www.petheol.gr/nea/deltiotypou-epanelleniaenosetheologonpethchairetizeimemegaleikanopoiesetenapophasegiatomathematonthreskeutikonpouelabeeierasynodostesierarchiastesekklesiastesellados
Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Σύνοψη του Αναλυτικού Υπομνήματος της ΠΕΘ για τα «προβλήματα του αναθεωρημέ-νου Προγράμματος Σπουδών 2014», που εστάλη στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαρτίου, 2016
Αθήνα, 26 Φεβρουαρίου 2016
Αριθμ. Πρωτ.: 26
Προς
Τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμον, Πρόεδρον και άπαντες τους Ιεράρχες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος
ΣΥΝΟΨΗ ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΟΣ
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΟΥ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΠΟΥΔΩΝ 2014
Μακαριώτατε,
Άγιοι Αρχιερείς,
Το αναθεωρημένο Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ) του 2014, όπως και το ΠΣ του 2011 για τα Θρησκευτικά του Δημοτικού καθώς και το ΠΣ του 2015 για το Λύκειο προτείνουν να διδάσκεται το μάθημα των Θρησκευτικών σε καθημερινή βάση ως μείγμα στοιχείων από τον Χριστιανισμό, τον Ιουδαϊσμό, το Ισλάμ, τον Ινδουισμό, το Βουδισμό, τον Ταοϊσμό και τον Κομφουκιανισμό.
Πρόκειται για ένα πολυθρησκειακό συγκρητιστικό μόρφωμα, με το οποίο επιδιώκεται μέσω της θρησκευτικής συγχύσεως να επιβληθεί στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, το πνεύμα της πολυθρησκείας – πολυθεϊας ως προστάδιο της επικράτησης του στόχου της Νέας Εποχής που είναι: Η κατάργηση των πολιτισμικών και θρησκευτικών διαφορών και η επικράτηση -παράλληλα με τη μία παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση – μίας παγκόσμιας θρησκείας(μείγμα όλων των θρησκειών) με έναν Παγκόσμιο Θεό. Στην κατεύθυνση αυτή σχεδιάζεται η εντός των Προγραμμάτων Σπουδών στην Εκπαίδευση σταδιακή μετατροπή του Χριστιανισμού από θεία Αποκάλυψη του αληθινού Θεού σε μία ανθρωποκεντρική θρησκεία.
Οι επιλεγμένες ομάδες των συντακτών των ΠΣ σχεδίασαν τα ως άνω απαράδεκτα Προγράμματα εν κρυπτώ –χωρίς να ζητηθεί η συμμετοχή και η συνεργασία της Εκκλησίας, των τεσσάρων Τμημάτων των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ)και των ειδικών Παιδαγωγών των Θεολογικών Σχολών. Εκ των υστέρων γίνεται προσπάθεια παραπλάνησης των εκκλησιαστικών και θεολογικών φορέων ή προσώπων, έτσι ώστε να αποδεχθούν τα και να υιοθετήσουν αυτά τα Προγράμματα του ΕΣΠΑ, για τα οποία υπάρχουν ατελείωτες παιδαγωγικές και θεολογικές ενστάσεις και αντιδράσεις. Τα ειδικότερα προβλήματα που περιέχουν τα νέα Προγράμματα είναι συνοπτικά τα παρακάτω:
1. Οι συντάκτες ισχυρίζονται ότι ενεργούν με βάση το πνεύμα του πλουραλισμού, για να στηρίξουν το δικαίωμα στην ετερότητα. Ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί διότι:
α) Οι ίδιοι παραδέχονται πως τα ισχύοντα έως σήμερα Αναλυτικά Προγράμματα-τα οποία εννοείται ότι θέλουν να αναβαθμίσουν- σέβονται την ετερότητα, δηλ. τις πεποιθήσεις και το πρόσωπο κάθε μαθητή.
β) Δεν σέβονται την ετερότητα και το δικαίωμα ούτε των ορθοδόξων ούτε των μη ορθοδόξων μαθητών, διότι αυτό που τους προσφέρουν ως διδασκαλία δεν είναι η δική τους πίστη, αλλά ένα μείγμα εννέα διαφορετικών θρησκευτικών εκδοχών!!
γ)Η απόκρυψη ή υποτίμηση πολλών βασικών χριστιανικών αληθειών από τους μαθητές και η ταυτόχρονη μείξη της πίστεώς τους με όλες τις θρησκείες προκαλεί συνειδησιακές συγκρούσεις και επικίνδυνη σύγχυση στους Ορθόδοξους μαθητές, ενώ δεν επιλύει τα ενδεχόμενα προβλήματα της βίας, του ρατσισμού, των διακρίσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού, καθόσον οι όντως εμπαθείς αυτές συμπεριφορές θεραπεύονται μόνον με την εν Χριστώ πίστη και ζωή.
2. Η διδασκαλία των θρησκειών στα νέα προτεινόμενα ΠΣ, που αναμειγνύουν στοιχεία από όλες τις θρησκείες, ισχυρίζονται οι συντάκτες ότι γίνεται λόγω των «διεθνών εξελίξεων»[1] που βίωσε η ανθρωπότητα στις αρχές του 21ου αιώνα, εννοώντας το τρομοκρατικό χτύπημα στους «δίδυμους πύργους», την 11η Σεπτεμβρίου του 2001»[2]. Έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, δέχονται ότι εφαρμόζουν «οδηγίες πλεύσης» εκπροσώπων κέντρων, τα οποία εδώ και δεκαετίες επιδιώκουν να ρυθμίζουν τη θρησκευτική παιδεία στην Ελλάδα, με σκοπό να γίνουν οι ιδέες τους ο νέος προσανατολισμός του ΜτΘ και μέσω αυτού, να περάσουν στην κοινωνία του 21ου αιώνα[3].
Η αναβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών με αυτά τα νέα πολυθρησκειακά Προγράμματα δεν γίνεται για να υπηρετηθούν οι θεολογικές πνευματικές και υπαρξιακές ανάγκες ή τα ενδιαφέροντα των μαθητών, αλλά ως συμμόρφωση και προσαρμογή στις διεθνείς εξελίξεις (τρομοκρατικό χτύπημα στους «δίδυμους πύργους», την 11η Σεπτεμβρίου του 2001). Έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, δέχονται ότι το μάθημα των θρησκευτικών αρνείται τον πνευματικό του ρόλο, αλλάζει σκοπό, χαρακτήρα, κατεύθυνση και μετατρέπεται σε ένα κοινωνικοπολιτικό εργαλείο με καθαρά εγκόσμιους στόχους και προσανατολισμούς. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται, επίσης, από τη συνεργασία κάποιων συγγραφέων του ΠΣ με φορείς και οργανώσεις, που εκπροσωπούν αυτά τα παγκόσμιου βεληνεκούς σχέδια, καθώς και η συμμετοχή εκπαιδευτικών στα διαθρησκειακά και διαπολιτισμικά προγράμματα και τις ημερίδες που πραγματοποιήθηκαν για την εφαρμογή του ΠΣ από το «The EuropeanWergeland Centre»[4] και το Arigatou Foundation[5].
3. Οι εν λόγω συντάκτες απευθύνονται καταρχάς προς τους Επισκόπους της Εκκλησίας, ισχυριζόμενοι ότι τα Προγράμματά τους είναι ορθόδοξα. Ο στόχος τους είναι να αποσπάσουν τη θετική τους απόφανση. Μόλις όμως γίνουν αντιληπτές οι απαράδεκτες διδασκαλίες των ΠΣ, τότε οι συντάκτες ισχυρίζονται, ψευδώς, πως δεν έχει λόγο σε αυτά η Εκκλησία και ότι η θρησκευτική παιδεία είναι υπόθεση του κράτους, αγνοώντας εσκεμμένα τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας.
4. Προς τους Θεολόγους διαδίδουν πιεστικά πως το ΜτΘ θα χαθεί, αν δεν γίνει πολυθρησκειακό, αφήνοντας να καλλιεργούνται ανησυχίες για το εργασιακό τους μέλλον. Παράλληλα, σκόπιμα, αποσιωπούν, ως ανύπαρκτη, την απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, η οποία ορίζει με σαφήνεια, ότι η Πολιτεία έχει την υποχρέωση να εξασφαλίζει τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών στους ορθόδοξους μαθητές με την κατάρτιση των προγραμμάτων διδασκαλίας με ύλη σύμφωνη με το δόγμα της χριστιανικής διδασκαλίας.
5. Ισχυρίζονται πως με τα νέα ΠΣ στηρίζεται «το δικαίωμα όλων των παιδιών για θρησκευτική εκπαίδευση» το οποίο, όμως, όπως και τα δικαιώματα της θρησκευτικής ετερότητας, είναι ήδη αναγνωρισμένα από το Σύνταγμα και τους νόμους της ελληνικής Πολιτείας, από τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις – τις οποίες σέβεται και εφαρμόζει η ελληνική Πολιτεία. Αντίστοιχα, επίσης, αποσιωπάται έντεχνα ότι είναι επίσης κατοχυρωμένο το δικαίωμα των Ορθόδοξων μαθητών να διδάσκονται το μάθημα των Θρησκευτικών, σύμφωνα με τα δόγματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και με βάση τα διεθνώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των γονέων να επιλέγουν οι ίδιοι τη θρησκευτική κατεύθυνση των τέκνων τους.
6. Προκειμένου να επιτευχθεί η εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων, χρησιμοποιείται στα ΠΣ ως όπλο κάποιες σύγχρονες μορφές διδασκαλίας, οι οποίες, όμως, είναι δυνατόν να εφαρμοστούν και στα ισχύοντα έως σήμερα Προγράμματα και βιβλία που αφορούν στο μάθημα (2003-2006), χωρίς να κινδυνεύουν να απολεσθεί η ορθόδοξη ταυτότητά τους. Προφανώς η κατάργηση του Ορθόδοξου Μαθήματος και η αντικατάστασή του από την πολυθρησκεία δεν θα μπορούσε να καθιερωθεί, παρά μόνον με το δήθεν παιδαγωγικό «προσωπείο» των Προγραμμάτων.
7. Ισχυρίζονται πως στα νέα ΠΣ το μεγαλύτερο μέρος των προσφερόμενων σε αυτό πληροφοριών, αφορά στον Χριστιανισμό. Όμως:
α) Το πρόβλημα των ΠΣ, δεν αφορά στην ποσότητα, αλλά στη δομή και στην ποιότητα, αφού με τη συστηματική μείξη ετερόκλητων θρησκειακών πληροφοριών, η περίτεχνη αλλοίωσή τους και εν συνεχεία η διδασκαλία τους σε μικρά παιδιά, τα οποία δεν είναι ακόμη σε θέση να διακρίνουν τις διαφορές του Χριστιανισμού από τις θρησκειακές δοξασίες, αποτελεί προσπάθεια σύγχυσης και αλλοίωσης ή αλλαγής της πίστεώς τους.
β) Η τεχνητή-επιφανειακή σύγκλιση του Χριστιανισμού με τις θρησκείες οδηγεί σε εσφαλμένα επιστημονικά συμπεράσματα και στο συγκρητισμό.
8. Ισχυρίζονται πως υπάρχουν «τρεις κύκλοι» στα ΠΣ, που ο πρώτος αναφέρεται στην παράδοση της Ορθόδοξης χριστιανικής Εκκλησίας, ο δεύτερος στη γνωριμία με τις μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις και ο τρίτος στα μεγάλα θρησκεύματα. Στην πραγματικότητα, όμως, αποκρύπτουν μεθοδευμένα ότι οι κύκλοι αυτοί δεν είναι παράλληλοι ούτε διαδοχικοί, αλλά κύκλοι τεμνόμενοι, αφού δεν διδάσκονται οι μαθητές ξεχωριστά την ορθόδοξη πίστη τους και έπειτα ξεχωριστά και διακριτά τις χριστιανικές ομολογίες και τις θρησκείες, αλλά ότι εσκεμμένα τα περιπλέκουν και τα διδάσκουν όλα μαζί, ως ένα πολυρησκειακό πολτό.
9. Το ΜτΘ με τα συγκεκριμένα ΠΣ παύει να είναι χριστοκεντρικό και γίνεται ανθρωποκεντρικό – πολυθρησκειακό- συγκρητιστικό. Το συνονθύλευμα αυτό δεν έχει καμιά συμβατότητα με την διαχρονική ορθόδοξη παράδοση και διδασκαλία. Συγκεκριμένα:
α) Το ΠΣ συσκοτίζει περίτεχνα την αντίληψη των μικρών μαθητών για το ποιος είναι ο Θεός που σώζει τον άνθρωπο,καθώς και ποια είναι η αληθινή κοινωνία μαζί Του. Η ξεκάθαρη ορθόδοξη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα χαρακτηρίζεται «ομολογιακή εμμονή, κατηχητισμός, φανατισμός ή μισαλλοδοξία» και φυσικά αποκλείεται. Ο Χριστιανισμός συνεξετάζεται με έξι θρησκείες ως «ποικιλία θρησκευτικών προσανατολισμών», χωρίς να απασχολεί το θέμα της αντιληπτικότητας ή της θρησκευτικής σύγχυσης και της πνευματικής βλάβης που προκαλείται στους μαθητές των μαθητών.
β)Τα νέα ΠΣ, δέσμια της πολυθρησκειακής τους ιδεολογίας, «θολώνουν τα νερά» – αποκρύπτουν, σκόπιμα, τη θεμελιώδη αλήθεια της χριστιανικής πίστης, πως ο Χριστός είναι ο μόνος Θεάνθρωπος και Σωτήρας του κόσμου. Εξετάζουν τον Ιησού Χριστό ως δάσκαλο, παράλληλα με τον Βούδα, τον Λάο Τσε και τον Μωάμεθ, και, αντίστοιχα, παραθέτουν δίπλα –δίπλα ισότιμα και ισόκυρα με τις διδασκαλίες του Χριστού, κάποια αποφθέγματα των θρησκευτικών αρχηγών.
γ)Τα νέα ΠΣ αλλοιώνουν όλα τα θέματα της ορθόδοξης πίστης. Συνεξετάζοντας κάθε επιμέρους θέμα της ορθοδόξου πίστεως με επιλεγμένα ετερόκλητα θέματα των θρησκειών και επιδιώκοντας να τα εμφανίσουν ως αντίστοιχα του εκκλησιαστικού βιώματος και πνεύματος,ακυρώνουν την ορθόδοξη διδασκαλία.
10. Τα νέα ΠΣ με όλη την πολυθρησκειακή τους πλοκή και με τα μέσα που χρησιμοποιούν οδηγούν τα παιδιά στον θρησκευτικό συγκρητισμό και τα κατηχούν με το πνεύμα του σχετικισμού και της εξίσωσης της εξ Αποκαλύψεως πίστεώς τους με ανθρωποκεντρικές θρησκευτικές δοξασίες.
11. Τα νέα ΠΣ αφενός με την κριτική που ασκούν στην ορθόδοξη πίστη, δηλητηριάζουν τα παιδιά, διδάσκοντάς τους ότι είναι αποκρουστική και ξεπερασμένη, ως μονοφωνική και, αφετέρου, με την διαρκή και μόνιμη πρόκριση των θρησκειών, προσηλυτίζουν τους μαθητές στην πολυθρησκεία.
12. Τα νέα ΠΣ μεθοδεύουν τη χειραγώγηση των συνειδήσεων των μικρών παιδιών, επειδή επιλέγουν και χρησιμοποιούν κατά τη διδασκαλία ειδικές διαστρεβλωμένα παιδαγωγικές μεθόδους και κριτικές θεωρίες, με ανατρεπτικές τάσεις ως προς την παράδοση, για να αποσυνδέονται τα παιδιά από την ορθόδοξη πίστη και να πείθονται να επιλέγουν αυτά τα ίδια με τη βοήθεια των δασκάλων και των ΠΣ μια δική τους σύνθεση θρησκείας μέσα από την ποικιλία των θρησκευτικών στοιχείων που διδάσκονται.
13. Η αντιχριστιανική και αντιπαιδαγωγική επίδραση που ασκείται, μέσω της πολτοποίησης του Χριστιανισμού με τις θρησκείες στη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών ούτε νομική ισχύ έχει, ούτε σχετίζεται με τον σεβασμό της ετερότητας, την οποία η Ορθόδοξη αντίληψη αποδέχεται συνειδητά. Είναι μία επίθεση στην ορθόδοξη παράδοση, όχι απευθείας, αλλά διά της πλαγίας οδού, για να διευκολύνεται με μαεστρία ο τελικός στόχος. Επιδίωξή των νέων ΠΣ είναι να προβάλλονται ως αθώα πρόβατα, ενώ στην πραγματικότητα είναι επικίνδυνοι λύκοι.
Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΜΑΣ:
Το ΠΣ είναι σχεδιασμένο με πολυθρησκειακή δομή. Πρέπει να συνταχθεί εξ αρχής νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών, το οποίο να διδάσκει χωριστά τον Χριστιανισμό, με βάση την οντολογία και κοσμοθεωρία του και, αντίστοιχα, τις θρησκείες με τις δικές τους θέσεις. Ειδικότερα, μπορεί να υπάρξουν κάποιες ολιγάριθμες ξεχωριστές θεματικές ενότητες στο τέλος του κάθε βιβλίου, αντίστοιχες με το πνευματικό επίπεδο των μαθητών που θα παρέχουν πληροφορίες για τις θρησκείες, με αποφυγή όλων όσων μπορούν που προκαλέσουν θρησκευτική σύγχυση, σχετικισμό ή συγκρητισμό. Η σύνταξη του νέου ΑΠΣ πρέπει να γίνει, έχοντας ως βάση το ΑΠΣ του 2003 και τα βιβλία του 2003-2006, με τις απαιτούμενες διορθώσεις, βελτιώσεις και τον κατάλληλο εμπλουτισμό τους με παιδαγωγική και διδακτική μεθοδολογία. Αυτή η εξ αρχής σύνταξη νέου ΠΣ θα είναι μία ενωτική προσπάθεια, που θα πραγματοποιηθεί, αφού συσταθεί μεικτή θεολογική Επιτροπή Παιδείας, χωρίς αποκλεισμούς, με την παρουσία σε αυτήν του Υπουργείου Παιδείας, της Εκκλησίας, των Θεολογικών Σχολών, της ΠΕΘ, και οπωσδήποτε θεολόγων εμπειρογνωμόνων εξειδικευμένων στην Παιδαγωγική και διδακτική μεθοδολογία του ΜτΘ.
Με τον δέοντα σεβασμόν
Ασπαζόμεθα την δεξιάν Σας
Για το ΔΣ της ΠΕΘ
Ο Πρόεδρος Ο Γενικός Γραμματέας
Κωνσταντίνος Σπαλιώρας Παναγιώτης Τσαγκάρης
Δρ Θεολογίας Mr Θεολογίας
[1]ΠΣ, σ. 11, ΟΔ.ΕΚΠ., σ. 36.
[2]Τη διευκρίνιση αυτή έδωσαν οι εμπειρογνώμονες του τομέα της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στην Ευρώπη, η κ. Claudia Lenz και ο κ. Peter Schreiner, ως βασικοί ομιλητές, στην ημερίδα που διοργάνωσε η Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης, στο Κολυμπάρι Χανίων, σε συνεργασία με το Συμβούλιο της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό Κέντρο «The EuropeanWergeland Centre» και τον Παγκρήτιο Σύνδεσμο Θεολόγων στις 15 Μαΐου 2015, με θέμα: «Οι θρησκευτικές και μη θρησκευτικές πεποιθήσεις στη διαπολιτισμική εκπαίδευση». Η εισήγησή τους είχε θέμα: «Εισαγωγή στην προβληματική της Ημερίδας ως προς την εφαρμογή των Οδηγιών (Recommendation) του Συμβουλίου της Ευρώπης και του “Signposts”. Έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί η Οδηγία (Recommendation CM/Rec(2008)12) ως υποχρεωτική, ενώ σύμφωνα με το Καταστατικό του Συμβουλίου της Ευρώπης, οι «Συστάσεις» του δεν είναι σε καμία περίπτωση υποχρεωτικές για κανένα κράτος και ούτε μπορεί να γίνουν, διότι το κάθε κράτος μέλος δικαιούται να έχει διαφορετικό καθεστώς στη θρησκευτική του διδασκαλία. Όσον αφορά δε το «Signposts», πρόκειται για προσωπική άποψη μιας μικρής ομάδας, η δε άποψη αυτή δεν έχει υιοθετηθεί από κανένα έγκυρο όργανο, διεθνές ή ευρωπαϊκό. Αυτό που ισχύει στη Νορβηγία είναι η απόφαση Folgero, την οποία επικαλείται η απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων.
[3]Βλ. ΟΔ. ΕΚΠ. σ.10-24, 42-47 κ.α.
[4]http://www.amen.gr/article/ekpaideftiko-seminario-tou-symvouliou-tis-evropis-gia-to-mathima-ton-thriskeftikon
[5]https://ethicseducationforchildren.org/en/news/latest–news/289-the–learning–to–live–together–manual–is–introduced–to–formal–education–teachers–in–athens
http://www.petheol.gr/nea/synopsetouanalytikouypomnematostespethgiataproblematatouanatheoreme-nouprogrammatosspoudon2014pouestalestenierasynodotesierarchiastesekklesiastesellados
Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Αναλυτικό Υπόμνημα της ΠΕΘ για τα «προβλήματα του αναθεωρημένου Προγράμματος Σπουδών 2014», που εστάλη στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαρτίου, 2016

Αθήνα, 26 Φεβρουαρίου 2016
Αριθμ. Πρωτ.: 27
Προς
Τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμον, Πρόεδρον και άπαντες τους Ιεράρχες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΟΥ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΠΟΥΔΩΝ 2014
Μακαριώτατε,
Άγιοι Αρχιερείς,
Το αναθεωρημένο Πρόγραμμα Σπουδών[1] ΠΣ του 2014, όπως και το ΠΣ του 2011[2] αφορά, ως γνωστόν, σε μαθητές από την Γ΄ Δημοτικού έως την Γ΄ Γυμνασίου. Συνεξετάζει, ταυτόχρονα και με αυθαίρετο συνδυασμό στοιχείων, τον Χριστιανισμό, τον Ιουδαϊσμό, το Ισλάμ, τον Ινδουισμό, το Βουδισμό, τον Ταοϊσμό – στη δε Α΄ Γυμνασίου προστίθεται και ο Κομφουκιανισμός[3] – ως ένα σύνολο που του αποδίδονται διάφορα ονόματα: «θρησκεία»[4], «ο κόσμος της θρησκείας[5], «θρησκευτικές παραδόσεις[6], «θρησκευτικό φαινόμενο στην πολυμορφία του»[7], «οι θρησκείες του κόσμου»[8].
Η τεχνητή-επιφανειακή σύγκλιση του Χριστιανισμού με τις θρησκείες, με βάση τα τυπικά, ετερόκλητα χαρακτηριστικά τους -αφού πρόκειται για εντελώς διαφορετικά θεολογικά πεδία και διαφορετικά πρότυπα- οδηγούν αφενός σε εσφαλμένα επιστημονικά συμπεράσματα και, αφετέρου, στον συγκρητισμό και, φυσικά, όλο αυτό το συνονθύλευμα είναι ασύμβατο με τον Χριστιανισμό. Πρόκειται για ένα πολυθρησκειακό συγκρητιστικό μόρφωμα, το οποίο συγγράφηκε για να στηρίξει τα σχέδια ανάμειξης των πολιτισμών, των λαών και των θρησκειών που εφαρμόζονται με την εκμετάλλευση του φαινομένου της πολυπολιτισμικότητας και του πλουραλισμού, μολονότι η διδασκαλία του ΜτΘ, με βάση τις αρχές της Ορθόδοξης Εκκλησίας, «δεν συνιστά παραβίαση των αρχών του πλουραλισμού και της αντικειμενικότητας, ούτε οδηγεί σε κατήχηση»[9].
Είναι ευνόητο ότι η διδασκαλία της πολυθρησκείας σημαίνει, ουσιαστικά, απαξίωση και κατάργηση του ορθοδόξου μαθήματος των Θρησκευτικών, του οποίου η διδασκαλία είναι υποχρεωτική για την Πολιτεία, όπως υποχρεωτική είναι και η κατάρτιση των Προγραμμάτων διδασκαλίας του μαθήματος με ύλη σύμφωνη με το δόγμα της χριστιανικής πίστης[10]. Την ισχύουσα έως σήμερα διδασκαλία του ορθοδόξου μαθήματος, θεωρούν οι συντάκτες του ΠΣ ως μονοφωνία[11]και ως «ιδεολογικό εγκιβωτισμό σε απολυτοποιημένες ερμηνείες και στάσεις ζωής»[12], και επιδιώκουν τη μετατροπή του, με το επιχείρημα ότι «…ένα ΜτΘ το οποίο περιορίζει τη γνώση των μαθητών αποκλειστικά και μόνο στη δική τους θρησκευτική παράδοση έχει πλέον φτάσει στα όριά του»[13].
Έτσι, αποφασίζουν την αντικατάσταση του ΜτΘ με ένα πολτό που περιέχει τον Χριστιανισμό στις (3) εκδοχές του και (6) Θρησκείες. Το νέο προτεινόμενο Πρόγραμμα αναφέρει σχετικά ότι «η θρησκευτική μάθηση (ΘΜ), που παράγεται στο πλαίσιο του ΜτΘ, επιχειρεί τηνυπέρβαση της θρησκευτικής απολυτότητας (συμμόρφωση με χριστιανικές αξίες)»[14]. Το ΜτΘ παύει να είναι χριστοκεντρικό και εστιάζει πλέον τη διδασκαλία του «στην ιστορική, κοινωνική και ανθρώπινη διάσταση των θρησκειών», γίνεται δηλαδή «ανθρωποκεντρικό»[15] – πολυθρησκευτικό- συγκρητιστικό.
Η αλλαγή αυτή, όπως ισχυρίζονται οι συντάκτες, θεμελιώνεται στις διεθνείς εξελίξεις[16] που βίωσε η ανθρωπότητα στις αρχές του 21ουαιώνα, εννοώντας το τρομοκρατικό χτύπημα στους «δίδυμους πύργους», την 11η Σεπτεμβρίου του 2001»[17].
Έτσι, όμως, το ΜτΘ χάνει τον δικό του θεολογικό λόγο ύπαρξης και υποτάσσεται στις εκάστοτε επικρατούσες ιδεολογίες, συνθήκες και εξελίξεις. Αντί να βασίζεται και να ελκύει στην εν Χριστώ αλήθεια τους μαθητές, με πραγματικό σεβασμό προς στην ετερότητα, σχεδιάζεται για να υπηρετεί τους σκοπούς των εκάστοτε πολιτικών και ιδεολογικών εξελίξεων, κάτω από τον μανδύα του σεβασμού της ετερότητας και της αντιμετώπισης των συγκρούσεων. Αυτά όλα, φυσικά, ούτε νομική ισχύ έχουν, ούτε σχετίζονται με τον σεβασμό της ετερότητας, την οποία η Ορθόδοξη παράδοση αποδέχεται και διδάσκει, «λόγω και έργω» απόλυτα και συνειδητά.
Συμβαίνει δε και το εξής προβληματικό: Η μεν διδασκαλία του εν λόγω ΠΣ να προκαλεί συνειδησιακές συγκρούσεις και μεταβολές στους Ορθόδοξους μαθητές και καθηγητές, επειδή στην προσανατολισμένη στη χριστιανική πίστη συνείδηση τοποθετούνται, παραπλανητικά, με ισόκυρη ισχύ, διάφορες θρησκειακές ετεροδιδασκαλίες· τα δε προβλήματα των συγκρούσεων, της βίας, του ρατσισμού, των διακρίσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού, τα οποία το ΠΣ, δήθεν ενδιαφέρεται να επιλύσει, δεν μπορούν να επιλυθούν μέσα από την υποτίμηση και περιθωριοποίηση των οικείων χριστιανικών προτύπων των μαθητών. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην Ορθοδοξία ούτε η λύση του βρίσκεται στον επιχειρούμενο συμφυρμό ξενόφερτων θρησκευτικών «αξιών και προτύπων», καθόσον η αληθινή αιτία αυτών των όντως απαράδεκτων προς τον «διαφορετικό» συμπεριφορών εστιάζεται στο πάθος τους εγωκεντρισμό, τον οποίο θεραπεύει μόνον η ορθόδοξη πρόταση της εν Χριστώ πίστεως και ζωής· τη μοναδικότητα όμως αυτής της ζωής, που είναι ανάγκη να γνωρίσουν οι μαθητές, ως Χριστιανοί, απορρίπτει το νέο ΠΣ ως μονοθρησκευτική[18] και ως ιδεολογικό εγκιβωτισμό.
Υποστηρίζουν ότι συνέταξαν ένα νέο ΠΣ για το ΜτΘ, για να στηρίξουν «το δικαίωμα όλων των παιδιών για θρησκευτική εκπαίδευση», και να επιτύχουν δύο στόχους: α) «να συμμετέχουν όλα τα παιδιά χωρίς καμία διάκριση και ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους» και β) «να αναδειχθούν οι θρησκευτικές αξίες σε πεδία διαλόγου, συνάντησης και ειρηνικής συνύπαρξης των ανθρώπων, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις ή και τις διαφορές τους», διότι, όπως λένε, «οι θρησκείες συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των συγκρούσεων και στη συνοχή της σύγχρονης πολυπολιτισμικής κοινωνίας»[19].
Στο σημείο αυτό, και προπαντός άλλου, αξίζει να επισημανθεί, πως οι συντάκτες του ΠΣ, ως Ορθόδοξοι Θεολόγοι, και μάλιστα με μεταπτυχιακές σπουδές, γνωρίζουν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αγαπά και σέβεται τον άνθρωπο χωρίς διακρίσεις φύλου, χρώματος, εθνικότητας, θρησκευτικών πεποιθήσεων, με βάση τον λόγο του Ευαγγελίου[20]. Αλλά και ως Έλληνες, γνωρίζουν ότι ο λόγος του Χριστού μπόλιασε την ελληνική ψυχή, ώστε να προσφέρεται, ακόμα και να θυσιάζεται[21] για τον συνάνθρωπο.[22] Με βάση λοιπόν το νομικό πλαίσιο, αλλά και ως συνειδητοί Έλληνες, ορθόδοξοι διδάσκαλοι, έχουν ηθική υποχρέωση, να γνωρίσουν στους μικρούς μαθητές την ορθόδοξη πολιτισμική μας κληρονομιά[23] και, μέσα απ’ αυτήν, να τους εμπνεύσουν τον σεβασμό προς την ετερότητα.
Επιπλέον, δε, το επιχείρημα ότι με το νέο ΠΣ στηρίζουν «το δικαίωμα όλων των παιδιών για θρησκευτική εκπαίδευση»[24]είναι καταφανώς παραπλανητικό. Διότι η ανεξιθρησκία, η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως, καθώς και τα δικαιώματα της θρησκευτικής ετερότητας είναι ήδη αναγνωρισμένα από το Σύνταγμα και τους νόμους της ελληνικής Πολιτείας, από τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις[25] – τις οποίες σέβεται και εφαρμόζει η ελληνική Πολιτεία – ακόμη, δε, είναι κατοχυρωμένα με τις αποφάσεις ΣτΕ 3356/1995, ΣτΕ Ολ. 2281/2001, ΣτΕ 582/2011 και την 115/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων.
Αντίστοιχα, όμως, είναι κατοχυρωμένο, το δικαίωμα των Ορθόδοξων μαθητών να διδάσκονται το μάθημα των Θρησκευτικών, σύμφωνα με τα δόγματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Με το ζήτημα αυτό εκτενώς ασχολείται[26] η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων 115/2012, που ορίζει ότι η Ορθόδοξη διδασκαλία του ΜτΘ δεν αντιτίθεται στις απαιτήσεις του πλουραλισμού, της πολυφωνίας και της πολυπολιτισμικότητας[27]. Στο σημείο αυτό καταρρίπτεται ο βασικός περί του αντιθέτου ισχυρισμός των συντακτών του ΠΣ.
Χρειάζεται να λάβει κανείς υπόψη ότι οι (15) συντάκτες των ΠΣ (του 2011) (αναθεωρημένο το 2014) και του Λυκείου (2015) μαζί με τον συντονιστή τους, συνέταξαν τα απαράδεκτα αυτά Προγράμματα εν κρυπτώ, χωρίς να ζητηθεί η συμμετοχή και η συνεργασία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ούτε των τεσσάρων Τμημάτων των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ούτε η συμμετοχή των ειδικών Παιδαγωγών των Θεολογικών Σχολών, ούτε της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ). Σημειωτέον ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, με βάση τον Καταστατικό της χάρτη, ως βασικό Νόμο λειτουργίας της[28], έχει λόγο να ελέγχει το περιεχόμενο της διδασκαλίας του ΜτΘ, που αφορά στους ορθόδοξους μαθητές, αν δηλαδή αυτό συμφωνεί με τις αλήθειες της Ορθοδοξίας και, γενικά, να μεριμνά για τη χριστιανική αγωγή της νεότητας (Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, άρθρ. 2 και 9).
Το νέο ΠΣ, δομημένο με δεξιοτεχνία για να παραπλανήσει όσους δεν το έχουν μελετήσει επισταμένως στις λεπτομέρειές του, αναφέρει πως το μεγαλύτερο μέρος των προσφερόμενων σε αυτό πληροφοριών, αφορά στον Χριστιανισμό. Tο πρόβλημα του ΠΣ, όμως, δεν είναι ποσοτικό αλλά ποιοτικό. Με την επίδειξη της ποσότητας, επιτυγχάνει να εντυπωσιάσει και να καθησυχάσει τους μεγάλους, αλλά, με την ισχυρή δράση του πνευματικού δηλητηρίου και της σύγχυσης, που προξενεί η αναμεμειγμένη πολυθρησκειακή διδασκαλία, αλλάζει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ορθόδοξης πίστεως των μαθητών.
Αυτή η αντιχριστιανική και αντιπαιδαγωγική δράση της πολτοποίησης του Χριστιανισμού με τις θρησκείες στη διδασκαλία των θρησκευτικών είναι μία επίθεση στην ορθόδοξη παράδοση, όχι απευθείας, αλλά διά της πλαγίας οδού, για να μπορεί να παραπλανεί επιτηδείως, έτσι, μικρούς και μεγάλους. Επιδίωξη του νέου ΠΣ είναι να δείχνει, μέσω της κατάλληλης και με τους κατάλληλους υποστηρικτές διαφήμισης, με την οποία προβάλλεται, ότι είναι αθώο πρόβατο, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένας επικίνδυνος λύκος.
Ισχυρίζονται, για παράδειγμα, πως υπάρχουν «τρεις κύκλοι» στο ΠΣ, που ο ένας αναφέρεται στην παράδοση της Ορθόδοξης χριστιανικής Εκκλησίας, ο δεύτερος στη γνωριμία με τις μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις και τέλος, ο τρίτος στα μεγάλα θρησκεύματα[29]. Στην ουσία, όμως, δεν υπάρχουν τρία χωριστά σύνολα γνώσεων και πληροφοριών, τρεις δηλαδή ξεχωριστοί κύκλοι, αλλά τρεις τεμνόμενοι κύκλοι όπου περιπλέκονται όλες μαζί οι θρησκευτικές παραδόσεις: Η Ορθοδοξία, οι χριστιανικές ομολογίες και οι θρησκείες σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καταργούνται οι διακριτές ταυτότητες και διαφορές.
Αυτή η αλήθεια για το ΠΣ, που δεξιοτεχνικά αποκρύπτεται, αποκαλύπτεται στον Οδηγό Εκπαιδευτικού (ΟΕ), όπου δεσπόζει ο εξής τίτλος κεφαλαίου: «Η διδασκαλία των θρησκειών του κόσμου στους τρεις κύκλους: Η διδασκαλία των θρησκειών του κόσμου ως σύγχρονη ανάγκη και απαίτηση από το ΜτΘ[30].
Στις οδηγίες προς τους Θεολόγους καθηγητές γράφει για το ΠΣ: «Η αποστολή του έχει καταρχήν παιδαγωγικό χαρακτήρα, σύμφωνα με τους γενικούς σκοπούς της εκπαίδευσης και του ΜτΘ. Βασικός σκοπός του ΜτΘ είναι ο θρησκευτικός γραμματισμός των μαθητών.Δεν μιλούμε για την εξασφάλιση «αντικειμενικής» ενημέρωσης των μαθητών για το θρησκευτικό φαινόμενο ή μονομερούς πληροφόρησης για τη θρησκεία που τους ενδιαφέρει. Πρόκειται για μια αναπτυξιακή μαθησιακή διαδικασία που συνθέτει α) πληροφορίες, γνώσεις, κατανοήσεις, εφαρμογές, αξιολογήσεις, β) στάσεις, συμπεριφορές, πεποιθήσεις, αξίες, ιδέες, συναισθήματα, βιωματικές προσεγγίσεις και γ) νοητικές, συνεργατικές, συμμετοχικές, επικοινωνιακές και εκφραστικές δεξιότητες και ικανότητες. Ο καμβάς αυτού του πλαισίου θρησκευτικής μάθησης δίνει έμφαση σε τέσσερις πόλους ενδιαφερόντων: α) Τις ιδιαίτερες ανάγκες, προσδοκίες και ανησυχίες των εφήβων μαθητών, β) την τοπική θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση, γ) το οικουμενικό θρησκευτικό φαινόμενο και δ) τις πανανθρώπινες και καθολικά αποδεκτές παιδαγωγικές και πολιτιστικές αξίες. Επομένως, άλλο πράγμα είναι η «ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης» ως παιδαγωγικός σκοπός της Εκπαίδευσης και άλλο με βάση θρησκευτικά ή εκκλησιαστικά κριτήρια»[31].
Ποια ορθόδοξη παράδοση, επομένως, διδάσκεται και πώς είναι διατεταγμένοι αυτοί οι κύκλοι, όταν ομολογείται από τους ίδιους ότι στις περισσότερες διδακτικές ΘΕ συνυπάρχουν από κοινού οι θρησκείες με ετερόκλητες και άσχετες μεταξύ τους, ως προς το θεολογικό περιεχόμενο και συμβολισμό τους, πνευματικού και υπαρξιακού περιεχομένου διδασκαλίες; Έτσι, για παράδειγμα, αναφέρεται ότι «ο θρησκευτικός γραμματισμός στοχεύει στην κριτική ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών με τις γνώσεις, τις αξίες και τις στάσεις ζωής που παρέχει για τις θρησκείες και από τις θρησκείες»[32]. Σημειώνεται ακόμη ότι «το Πρόγραμμα Σπουδών επιτρέπει στο Μάθημα των Θρησκευτικών να υπηρετήσει τη μετάβαση του μαθητή …από το γράμμα στο πνεύμα της θρησκείας, δηλαδή στο υπαρξιακό, λατρευτικό, κοινωνικό, πολιτισμικό αξιακό της αντίκρισμα»[33].
Ενώ διαβεβαιώνει το ΠΣ ότι δεν επιδιώκεται η «τυπική θρησκειολογική ενημέρωση», ούτε ο «σχετικισμός ή ακόμη χειρότερα ο συγκρητισμός» [34], στην πράξη, όχι μόνον δεν θωρακίζονται οι μαθητές από τη σύγχυση και τον συγκρητισμό, αλλά, καθώς φαίνεται, επιδιώκεται αυτή η θρησκευτική σύγχυση και ο συγκρητισμός, εξαιτίας της πολυθρησκειακής δομής με την οποία σχεδιάζονται οι διδακτικές ενότητες. Σε ηλικία, που τα παιδιά δεν έχουν ακόμη αναπτύξει την κριτική τους σκέψη και τις απαιτούμενες πνευματικές ικανότητες για να επεξεργαστούν τα σχετικά ζητήματα, οπότε αναγκαστικά μένουν σε μια επιφανειακή αντίληψη, διδάσκονται στοιχεία από (3) εκδοχές του Χριστιανισμού και (6) θρησκειακές πηγές, σε «πρώτο πλάνο», και μάλιστα, χωρίς διάκριση της αλήθειας· η Αποκάλυψη του Θεού παρουσιάζεται στο ΠΣ ως ισότιμη και ισόκυρη με τις περί θεού ανθρώπινες επινοήσεις και δοξασίες, ως «ποικιλία θρησκευτικών προσανατολισμών»[35]. Για παράδειγμα αναφέρεται ότι οι μαθησιακοί στόχοι και οι προσδοκώμενες επάρκειες των μαθητών της Δ΄ Τάξης του Δημοτικού είναι με τις γνώσεις που παίρνουν:
· «Γνωρίζουν και αξιολογούν τη δράση διάφορων βιβλικών προσώπων, χριστιανών Αγίων καθώς και ιερών και σημαντικών προσώπων από άλλες θρησκευτικές παραδόσεις.
· Αναγνωρίζουν γιορτές, σύμβολα, λατρευτικές και ιερές πράξεις του Χριστιανισμού και άλλων θρησκειών και συνειδητοποιούν τη σημασία τους για τη ζωή των ανθρώπων.
· Αντιλαμβάνονται την κεντρική θέση της Αγίας Γραφής και άλλων ιερών κειμένων στη ζωή των πιστών και στη συγκρότηση των θρησκευτικών κοινοτήτων.
· Προσεγγίζουν την έννοια και τη σημασία του ιερού για τους ανθρώπους
· Περιγράφουν ομοιότητες και διαφορές μεταξύ των θρησκειών
· Διατυπώνουν απορίες και ερωτήματα γύρω από το θρησκευτικό φαινόμενο»[36].
Είναι γεγονός και ομολογείται εντός των Προγραμμάτων, ότι το νέο μάθημα «προτείνει ένα πολυθρησκειακό μοντέλο Θρησκευτικής Εκπαίδευσης». Μάλιστα, στα πλαίσια της κριτικής και αναθεωρητικής θέασης και αντιμετώπισης της ορθόδοξης παραδόσεως, υιοθετείται μια μορφή θρησκευτικής Εκπαίδευσης, η οποία, όπως αναφέρεται, «εξαιτίας της μεγέθυνσης του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα των σημερινών κοινωνιών έχει μετασχηματιστεί σε μία διαδικασία πολυθρησκευτικής μάθησης. Η ένσταση σε αυτόν τον μετασχηματισμό της ΘΕ βρίσκεται στο γεγονός ότι “τα πιστεύω”, που βρίσκονται στον πυρήνα των θρησκευτικών πεποιθήσεων αγνοούνται, καθώς η όλη εστίαση της θρησκευτικής εκπαίδευσης αναφέρεται στο πώς θα καλλιεργηθούν οι αξίες της ελευθερίας και της ανεκτικότητας»[37]. Στην κατεύθυνση αυτή μεθοδεύεται εντός του σχολείου να υπάρξει ένα ΜτΘ με τέτοιους αποδομητικούς στόχους και την κατάλληλη κριτική και ανασχηματίζουσα παιδαγωγική μεθοδολογία, που θα «αφυπνίσει την αντίληψη του μαθητή, ώστε:
α) Να συνειδητοποιήσει τις θρησκευτικές προκατανοήσεις του, δηλαδή τη λανθάνουσα ή μερικώς αρθρωμένη θρησκευτική του παράδοση ή κοσμοθεωρία.
β) Nα τον βοηθήσει να μετακινηθεί από τις προκατανοήσεις του και να διαλεχθεί με τις αφηγήσεις και τον λόγο βασικών θρησκευτικών αλλά και κοσμικών παραδόσεων που αρνούνται τη θρησκευτική αλήθεια.
γ) Να ενθαρρύνει τους μαθητές να συνειδητοποιήσουν την ένταση, η οποία αναπτύσσεται μεταξύ της προσωπικής τους άποψης και των προκλήσεων που αυτή δέχεται, εκθέτοντάς τους απευθείας στη θρησκευτική αμφισημία»[38].
Με βάση το ισχύον Διαθεματικό Αναλυτικό Πρόγραμμα[39] που ολοκληρώθηκε με την έκδοση και εγχειριδίων (2003-2006) και όλα τα παλαιότερα Αναλυτικά Προγράμματα, οι θρησκείες διδάσκονται στη Β΄ Λυκείου, κάθε μία ξεχωριστά και σε χωριστές από τις άλλες θρησκείες και τον Χριστιανισμό διδακτικές ενότητες. Είναι βέβαιο ότι αυτό καθορίστηκε τότε, επειδή το πρόβλημα του συμφυρμού των θρησκευτικών πίστεων ήταν και είναι ορατό και γι’ αυτό οι συντάκτες των ΑΠΣ επιδίωξαν, προληπτικά, να θωρακίσουν τους μαθητές έναντι του συγκρητισμού. Κατά τον ίδιο τρόπο, επίσης, σε ξεχωριστές ενότητες, διδάσκονται και στο Πανεπιστήμιο τα ξένα θρησκεύματα. Επομένως, με βάση ποια επιστημονικά, παιδαγωγικά και διδακτικά δεδομένα, μεθοδεύτηκε και σχεδιάστηκε αυτή η πολτοποίηση των θρησκειών και η προσφορά τους στην ελληνική παιδεία, εν γνώσει των υπευθύνων ότι έτσι προκαλείται τεράστια θρησκευτική ζημιά στους μαθητές;
Προκειμένου να καθιερωθεί η εφαρμογή του νέου ΠΣ, χρησιμοποιούνται δύο όπλα, α) η παραπλάνηση και β) οι σύγχρονες μορφές διδασκαλίας.
Αναφορικά με την παραπλάνηση, οι συντάκτες, ενώ διαβεβαιώνουν τη «θεμελίωση της ορθόδοξης χριστιανικής μαρτυρίας στη σχολική εκπαίδευση σε ένα υψηλότερο πνευματικό και θεολογικό επίπεδο»[40], περίτεχνα την αλλοιώνουν, δηλαδή, ουσιαστικά, την καταργούν και εμφανίζουν, τελικά, «τη διδασκαλία των θρησκειών του κόσμου, ως σύγχρονη ανάγκη και απαίτηση από το ΜτΘ». Όπως, μάλιστα, εξηγούν, «με το νέο ΠΣ επιχειρείται για πρώτη φορά η μεθοδικότερη διδασκαλία των θρησκειών στην υποχρεωτική εκπαίδευση[41].
Αναφορικά με το δεύτερο όπλο, οι σύγχρονες παιδαγωγικές και διδακτικές μέθοδοι διδασκαλίας είναι δυνατόν να εφαρμοστούν και στο ισχύον ΜτΘ, χωρίς αυτό να απολέσει την ορθόδοξη ταυτότητά του. Αξίζει μάλιστα να επισημανθεί, ότι, αν πράγματι, ο σκοπός του νέου ΠΣ ήταν η αναβάθμιση του ΜτΘ, προκειμένου να διδάσκεται με σύγχρονο τρόπο, δεν θα υπήρχε αλλοίωση του ορθόδοξου περιεχομένου του.
Λαμβάνοντας δε υπ’ όψη τις τόσες αλλοιώσεις των βασικών θεμάτων του Χριστιανισμού από το ΠΣ, οι σύγχρονες μέθοδοι, μολονότι σ’ ένα βαθμό είναι χρήσιμες, είναι προφανές ότι προβάλλονται για τη συγκάλυψη αυτών των αλλοιώσεων, ώστε το ΠΣ να αποσπάσει την ευλογία της Εκκλησίας, χωρίς να γίνουν αισθητές οι πρωτοφανείς συγκρητιστικές και πολυθρησκειακές αλχημείες που περιέχει, και, φυσικά, για να αποσοβηθεί η αναμενόμενη αντίδραση εκ μέρους των Επισκόπων, των θεολόγων και των ορθόδοξων γονέων.
Είναι προφανές, ότι υπάρχει πλήρης επίγνωση πως η κατάργηση του Ορθόδοξου ΜτΘ και η αντικατάστασή του από την πολυθρησκεία δεν θα μπορούσε να καθιερωθεί, παρά μόνο μέσα από ένα έντεχνο παιδαγωγικό «προσωπείο» που φέρει το νέο ΠΣ. Με αυτήν τη συγκάλυψη των πραγματικών θέσεων και στόχων, διακηρύσσεται πως τάχα το νέο ΠΣ «έχει επίκεντρο την παράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας»[42] και τάχα επιδιώκει την παιδαγωγική και διδακτική αναβάθμιση του ΜτΘ. Και σ’ αυτό το σημείο εντοπίζεται η εξαπάτηση εκ μέρους των συντακτών του ΠΣ, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια.
Οι εν λόγω συντάκτες δικαιολογούν και στηρίζουν την ύπαρξη του Αναθεωρημένου ΠΣ (2014) στη άσκηση «του δικαιώματος όλων των παιδιών για θρησκευτική εκπαίδευση»[43]. Και εδώ, όμως, είναι εμφανής η πλάνη:
α) Δεν αναφέρεται στο νέο ΠΣ ότι το δικαίωμα των παιδιών για θρησκευτική εκπαίδευση συνδέεται άμεσα με το αναφαίρετο και απαραβίαστο δικαίωμα των γονέων να τους δώσουν εκείνοι την επιθυμητή θρησκευτική κατεύθυνση που θέλουν και όχι κάποιοι άλλοι που ακυρώνουν αυθαίρετα αυτό το δικαίωμα. Τη θρησκευτική συνείδηση, όμως, που δίνουν οι γονείς στα παιδιά τους δεν μπορεί κανένα Υπουργείο και κανέναν σχολείο και κανένα Πρόγραμμα να καταργεί ή να αλλοιώνει κατά το δοκούν. Οι νόμοι ισχύουν στη χώρα αυτή όσο και αν ορισμένοι το αγνοούν.
β) Δεν ανέμενε η πολιτεία το Πρόγραμμα του ΕΣΠΑ για τα θρησκευτικά για να κατοχυρώσει ή να εφαρμόσει τη δυνατότητα και το δικαίωμα σε όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά του σχολείου να μορφώνονται και να παρακολουθούν όλα τα μαθήματα που προβλέπονται στις βαθμίδες της εκπαίδευσης, μεταξύ αυτών και τα Θρησκευτικά. Αυτό ήδη παρέχεται στους μαθητές του ελληνικού σχολείου και σε κανένα παιδί δεν αίρεται αυτό το δικαίωμα.
γ) Δίπλα σε αυτό το δικαίωμα, όμως, υπάρχει και το δικαίωμα της ανεξιθρησκίας και της θρησκευτικής ελευθερίας, που δίνει το δικαίωμα σε όσους μαθητές να δηλώνουν νόμιμα, μέσω των κηδεμόνων τους, ότι δεν είναι ορθόδοξοι αλλά άθεοι, αλλόθρησκοι ή αλλόδοξοι, να μην πιέζονται να παρακολουθούν το μάθημα, αλλά αν το επιθυμούν να απαλλάσσονται και να παρακολουθούν σ αυτήν την ώρα κάποιο άλλο.
δ) Η επιτυχής έως σήμερα ανοικτή διδασκαλία του ΜτΘ, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι τα αλλόθρησκα ή αλλόδοξα ή αυτά που δηλώνουν άθεα παιδιά, ενώ δικαιούνται να απαλλαγούν από τα θρησκευτικά, αυτά μένουν εκουσίως σε ποσοστό συντριπτικό 99% και παρακολουθούν, εξετάζονται και βαθμολογούνται στο μάθημα και, ποτέ δεν υπήρξαν ούτε διαμαρτυρίες ούτε αιτήματα ούτε ενστάσεις αυτών των ίδιων ή των γονέων τους.
Η διάθεση αυτή των μαθητών που εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία και τα ποσοστά των μη-απαλλαγών είναι ήδη εδώ και χρόνια και κάθε χρόνο γνωστή στο Υπουργείο Παιδείας και στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής και φυσικά στους συντάκτες του Προγράμματος. Αυτοί που αποφάσισαν να συντάξουν ένα τέτοιο τερατώδες σε ποιότητα πολυθρησκειακό Πρόγραμμα, και που αναστάτωσαν και δίχασαν τον θεολογικό κόσμο –και όχι μόνον- με μη ορθόδοξες και μη ορθές από πλευράς παιδαγωγικής δεοντολογίας θέσεις οφείλουν να απαντήσουν και να πουν με επιχειρήματα:
α) Σε ποιες επίσημες έρευνες ή παιδαγωγικές θεωρίες βασίζεται η μείξη των θρησκειών και των θρησκευτικών εννοιών και σε ποια ευρωπαϊκή χώρα υιοθετήθηκε και εφαρμόστηκε ένα τέτοιο ακατάλληλο πρόγραμμα;
β) Γιατί ίσχυσε μόνον στα θρησκευτικά και δεν χρησιμοποιήθηκε και σε ένα άλλο μάθημα του Νέου Σχολείου, η νέα αυτή μορφή δόμησης των περιεχομένων, που δεν λαμβάνει υπόψη το πνευματικό επίπεδο των παιδιών και αναμειγνύει, μάλλον σκόπιμα, σχεδόν σε κάθε διδακτική ενότητα, γνώσεις και πληροφορίες που αφορούν στο περιεχόμενο ενός σχολικού μαθήματος;
γ) Έχουν υπόψη τους οι συντάκτες του νέου ΠΣ κάποια αιτήματα μαθητών ή των κηδεμόνων τους, που είναι είτε ορθόδοξοι είτε άθεοι, αλλόθρησκοι ή αλλόδοξοι, που ζητούν, αντί του ορθοδόξου μαθήματος, να διδάσκονται ένα πολυθρησκειακό μάθημα;
δ) Ποια συγκεκριμένα και επιστημονικά αιτήματα ή ανάγκες εξυπηρετεί η σύνταξη ενός τέτοιου πολυθρησκειακού Προγράμματος Θρησκευτικών, που με τη μορφή αυτή απευθύνεται υποχρεωτικά σε όλους τους μαθητές;
ε) Μήπως έχουν στα χέρια τους κάποια εμπειρική έρευνα που απευθύνθηκε στους μάχιμους Θεολόγους και δικαιώνει την επιλογή της πολυθρησκειακής δομής της διδασκαλίας από το Δημοτικό έως το Λύκειο;
ζ) Έχουν υπόψη τους ότι στην περίπτωση που θα εφαρμοζόταν το Πρόγραμμά τους, πολλές χιλιάδες ορθοδόξων μαθητών θα ζητούσαν απαλλαγή από αυτό; Ή πιστεύουν ότι η ορθόδοξη συνείδηση έπαυσε να αποτελεί χαρακτηριστικό των εκατομμυρίων Ελλήνων πιστών Χριστιανών;
η) Ερεύνησαν, εάν το εγχείρημά τους συμφωνεί με το νομικό καθεστώς της Ελλάδος;
θ) Εάν δεν υπάρχουν στοιχεία που να στοιχειοθετούν θεολογικά, παιδαγωγικά, νομικά και κοινωνικά την αλλαγή του ισχύοντος Αναλυτικού Προγράμματος και των βιβλίων του 2003-2006, τότε αυτή η αλλαγή είναι απόλυτα παράνομη, ύποπτη και φυσικά, επιλήψιμη, όπως, επίσης, επιλήψιμη είναι και η πιλοτική εφαρμογή και διδασκαλία του σε μαθητές και η πείσμονη προσπάθεια όλων εκείνων που προσπαθούν να παραπλανήσουν και να το επιβάλουν στην κατά τη συντριπτική της πλειονοψηφία ελληνική νεολαία.
Οι ίδιοι πάντως οι συντάκτες των νέων Προγραμμάτων του Δημοτικού – Γυμνασίου του (2011) – (αναθεωρημένο το 2014) και του Λυκείου (2015) δέχονται πως στα διδακτικά βιβλία, που διδάσκονται έως σήμερα με το ισχύον ΑΠΣ[44], «η θρησκευτική ύλη προσεγγίζεται με πνεύμα διαλόγου, ελευθερίας και καταλλαγής, χωρίς ομολογιακή εμμονή, κατηχητισμό, φανατισμό ή μισαλλοδοξία», πώς «η προσπάθεια του 2003 αναδεικνύει ένα ΜτΘ, που βοηθά στην κατανόηση της Παράδοσης και εκφράζει τον θρησκευτικό πολιτισμό μας και τον διάλογο με τον θρησκευτικά «άλλον» και «διαφορετικό». Πώς, λοιπόν, από τη μια εξυμνούν το ισχύον ΑΠΣ του 2003, το οποίο, μάλιστα, οι ίδιοι συνέταξαν και αναγνωρίζουν την πλήρη λειτουργικότητά του[45] και από την άλλη επιτίθενται με μανία εναντίον του επιδιώκοντας την κατάργησή του;
Πώς είναι δυνατόν να καταργούν το δικό τους δημιούργημα, προκειμένου να στηρίξουν το δικαίωμα στην ετερότητα[46], ενώ οι ίδιοι ομολογούν ότι το ισχύον ΑΠΣ σέβεται την ετερότητα, δηλ. τις πεποιθήσεις και το πρόσωπο κάθε μαθητή. Είναι βέβαιο ότι πρόκειται όχι για απλή αντίφαση, αλλά για παραλογισμό, διότι, αφενός ισχυρίζονται ότι επιδιώκουν, με το νέο ΠΣ, να λύσουν ένα ήδη λυμένο πρόβλημα με το ισχύον Πρόγραμμα και, αφετέρου, προφασίζονται ότι αυτό που κάνουν το κάνουν, διότι σέβονται την ετερότητα και το δικαίωμα των αλλόθρησκων μαθητών, τη στιγμή που αυτό που τους προσφέρουν ως διδασκαλία δεν είναι η θρησκεία τους, αλλά ένα μείγμα (9) διαφορετικών θρησκευτικών εκδοχών!! Σέβεσαι κάποιον, όταν σέβεσαι το πιστεύω του, όχι ένα μείγμα διαφορετικών θρησκειών που θέλεις να του επιβάλεις.
Γνωρίζουν και πώς οι συντάκτες τι θέλουν οι αλλόθρησκοι μαθητές; Έλαβαν υπόψη ότι ελεύθερα και αβίαστα ζητούν και συμμετέχουν, εδώ και χρόνια, σχεδόν όλοι οι εν λόγω μαθητές, στη διδασκαλία του ισχύοντος ορθοδόξου Προγράμματος; Εξέτασαν, αν το πολυθρησκειακό ΠΣ, που αυτοί μεθοδευμένα συνέταξαν, το θέλουν και θα το παρακολουθήσουν οι εν λόγω μαθητές; Διότι, όπως φαίνεται, το ενδιαφέρον τους γι’ αυτούς του μαθητές δεν είναι ειλικρινές.
Ισχυρίζονται ότι στόχος τους είναι να προσφέρουν στους διαφορετικούς μαθητές το θρησκευτικό τους δικαίωμα, στην πραγματικότητα, όμως, τους προσφέρουν ένα δικαίωμα, όπως το αντιλαμβάνονται και το εννοούν οι συντάκτες, δηλαδή, όχι τη διδασκαλία της θρησκείας εκάστου μαθητή –αφού ομιλούν για σεβασμό των θρησκευτικών δικαιωμάτων του διαφορετικού- αλλά μια πολυθρησκειακή θρησκεία και μάλιστα υποχρεωτικά.
Η αλήθεια είναι ότι οι «διαφορετικοί μαθητές» είναι απλώς μία μεθοδευμένη πρόφαση. Ο στόχος του νέου ΠΣ είναι η κατάργηση της ορθόδοξης συνείδησης και ταυτότητας των ορθοδόξων μαθητών μέσω της κατάργησης της ορθόδοξης διδασκαλίας τους στο σχολείο και η επιβολή της πολυθρησκείας που θα προετοιμάσει την πανθρησκεία για όλους τους μαθητές ορθοδόξους και μη. Και αυτό, διότι, τελικά, προκειμένου να επιτύχουν την επιθυμητή κατ’ αυτούς σύγκλιση, από την μια πλευρά αλλοιώνουν το περιεχόμενο του ισχύοντος ΜτΘ για τους Ορθόδοξους μαθητές, ενέργεια απαράδεκτη, μη θεολογική, παράνομη και αντισυνταγματική και, αφετέρου, διαστρέφουν τη θρησκευτική συνείδηση και των μεν και των δε μέσω της πολυθρησκείας που επιβάλλουν για όλους.
Για ποιο Θεό κάνει λόγο το ΠΣ;
Οι συντάκτες του ΠΣ συνεξετάζουν τον Χριστιανισμό και έξι θρησκείες ως «ποικιλία θρησκευτικών προσανατολισμών»[47], ως «θρησκευτικό φαινόμενο στην ποικιλομορφία του»[48]. Δεν τους απασχολεί όμως καθόλου το θέμα της σύγχυσης και της δεκτικότητας των μαθητών και γι’ αυτό δεν ενδιαφέρονται για το ερώτημα, ποιος, τελικά, είναι ο αληθινός Θεός, μέσα σε αυτό το ανάμεικτο πάνθεον, που θέλουν να διδάσκεται στο σχολείο.
Θα έπρεπα να λάβουν υπόψη, όμως, ότι μια τέτοια νεφελώδης διδασκαλία υπηρετεί τη σκόπιμη εκκοσμικευμένη αντίληψη της Νέας Εποχής, η οποία το «πνεύμα διαλόγου, ελευθερίας και καταλλαγής» και το ενδιαφέρον για τον διαφορετικό, το χρησιμοποιεί για να μην υπάρχει ξεκάθαρη αντίληψη για τον Θεό! Το ΠΣ συσκοτίζει περίτεχνα την αντίληψη των μικρών μαθητών για το ποιος είναι ο δικός τους Θεός και Λυτρωτής, που σώζει τον άνθρωπο, καθώς και ποια είναι η αληθινή κοινωνία μαζί Του. Η ξεκάθαρη ορθόδοξη απάντηση, η απάντηση και η αλήθεια της δικής τους πίστεως σ’ αυτό το ερώτημα χαρακτηρίζεται «ομολογιακή εμμονή, κατηχητισμός, φανατισμός ή μισαλλοδοξία»[49] και, φυσικά, αποκλείεται ή δίδεται υποχρεωτικά, κουτσουρεμένη, αλλοιωμένη και προπαντός αναμεμειγμένη και σχετικοποιημένη μαζί με το τι πιστεύουν όλες οι γνωστές θρησκείες! Αυτή η ποικιλία όχι απλώς δεν προσφέρει τίποτα στα παιδιά αλλά επιπλέον τους καταστρέφει με την προκαλούμενη σύγχυση και αυτό που πιστεύουν.
Σ’ αυτή τη λογική κινούνται όλες οι Θ.Ε.:
Για παράδειγμα, στη Γ΄ Δημοτικού, στη Θ.Ε. «Η χαρά της γιορτής»[50], μεταξύ των βασικών θεμάτων, οι μαθητές διδάσκονται ν’ αναγνωρίζουν «σύμβολα και ονόματα του Θεού» από τον Χριστιανισμό, τον Ιουδαϊσμό, το Ισλάμ και τον Ταοϊσμό, ως να πρόκειται γιατο ίδιο πρόσωπο. Ακολουθούν συγκρητιστικές ασκήσεις με ζωγραφιές, κατασκευές κουτιών, πόστερ, όπου τοποθετείται παράλληλα ή στον ίδιο χώρο, συνολικά το θρησκειακό υλικό από τον Χριστιανισμό και τις θρησκείες[51]. Η συνολική και χωρίς διάκριση των διαφορών ενασχόληση και επεξεργασία με αυτήν την θρησκειακή ποικιλία οδηγεί τα μικρά παιδιά στο ψευδές συμπέρασμα, ότι ο Χριστιανισμός και οι θρησκείες είναι όμοιες και ότι ο Θεός γενικά και αόριστα είναι συστατικό στοιχείο και της πίστεώς τους και των θρησκειών, αφού κάθε θρησκεία έχει κι έναν τουλάχιστον Θεό.
Αυτή η εντύπωση εμπεδώνεται και σε άλλες Θ.Ε., όπως για παράδειγμα:
Στη Θ.Ε. της Δ΄ Τάξης Δημοτικού: «Όταν οι άνθρωποι προσεύχονται»[52], όπου οι μαθητές καλούνται να ερευνήσουν «τους τρόπους προσευχής των μονοθεϊστικών θρησκειών στους τόπους λατρείας του θεού». «Να παρουσιάσουν στην τάξη χώρους προσευχής (τζαμιά, ναούς, βωμούς, παγόδες κ.α.) και εικόνες ανθρώπων που προσεύχονται από όλο τον κόσμο. Τις εντάσσουν σε ένα κολλάζ με αντίστοιχες φωτογραφίες και σύμβολα», αναζητώντας τον Θεό!.
Στη Θ.Ε. της Α΄ Γυμνασίου: «Μονοθεϊστικές θρησκείες Ιουδαϊσμός και Ισλάμ»[53] οι μαθητές διδάσκονται πως η Σαρία είναι «Νόμος του Θεού στην ανθρωπότητα».
Στη Θ.Ε. της Β΄ Γυμνασίου: «Μπορούν οι άνθρωποι να εικονίζουν τον Θεό;»[54], εξετάζεται η απεικόνιση του Θεού στο Χριστιανισμό, στον Ιουδαϊσμό, το Ισλάμ και τις Ανατολικές θρησκείες. Όλα μαζί τα ονομάζει «θρησκευτικές παραδόσεις».
Εκ των ανωτέρω είναι ευκρινές, ότι το ΠΣ θεωρεί ως ένα και τον ίδιο Θεό, αφενός τον Θεό των Χριστιανών και αφετέρου τους Θεούς όλων των θρησκειών και αυτό τελικά αντιλαμβάνονται και προσλαμβάνουν τα μικρά παιδιά.
Ποιος είναι ο Χριστός για το ΠΣ;
Το ΠΣ, δέσμιο της πολυθρησκειακής του ιδεολογίας, «θολώνει τα νερά» – αποκρύπτει, σκόπιμα, τη θεμελιώδη αλήθεια της χριστιανικής πίστης, πως ο Χριστός είναι ο μόνος Θεάνθρωπος και Σωτήρας του κόσμου. Κατά περίπτωση, είτε την αποσιωπά[55], είτε αναφέρεται μεν στη θεϊκή του φύση, χωρίς να κάνει όμως λόγο στη μοναδικότητά της, είτε αντί της θεϊκής τονίζει την ανθρώπινη φύση του[56], είτε μειώνει την εικόνα που αποκομίζουν οι μαθητές για τη Θεότητά του, εμφανίζοντάς Τον ως δάσκαλο μεταξύ των φιλοσόφων – δασκάλων των θρησκειών[57], είτε τονίζει δευτερεύουσες έννοιες του θέματος, για να αποσιωπήσει εκείνες που παραπέμπουν στην μοναδικότητα της εν Χριστώ σωτηρίας[58], είτε αφήνει να εννοηθεί το ενδεχόμενο, να ανέδειξαν τον Χριστό οι μεσσιανικές προσδοκίες[59], κάτω από τις συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες.
Συγκεκριμένα, στη Θ.Ε. της Γ΄ Δημοτικού: «Κυριακή – Μια σημαντική ημέρα της εβδομάδας[60], ενώ το θέμα προσφέρεται, ως ευκαιρία, για να γνωρίσουν τα μικρά παιδιά την ημέρα που είναι αφιερωμένη στον Αναστάντα εκ νεκρών Κύριο, καθώς και τη Θεία Λειτουργία στον Ναό, ως χώρο συνάντησης μαζί Του και με τους συνανθρώπους τους κ.ά., αντ’ αυτών, το ΠΣ αποσπά την προσοχή των μαθητών στις ημέρες αργίας, στους «χώρους, τις λατρευτικές τελετές και τα αντικείμενα λατρείας των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών», ζητώντας από τα παιδιά να εκφράσουν «διαθέσεις γνωριμίας και σεβασμού προς άλλες θρησκευτικές πρακτικές». Τα μένει στα παιδιά; Ότι η Κυριακή, τελικά, είναι, κατά το ΠΣ, μία «αργία για όλους τους μαθητές» [61].
Έτσι, αντιστοιχεί τη Θεία Λειτουργία της Κυριακής και τα τελούμενα στον Ναό, με τις τελετουργίες του Σαββάτου των Εβραίων και της Παρασκευής των Μουσουλμάνων, και αναφέρεται σ’ αυτές λεπτομερώς. Στον Οδηγό Εκπαιδευτικού, επίσης, η Θεία Ευχαριστία ονομάζεται «θρησκευτική τελετουργία»[62] το δε κέντρο βάρους μετακινείται από το πρόσωπο του Κυρίου σε εξωτερικά και πρακτικά θέματα. Με τη λογική αυτή, στο ΠΣ προτείνεται να κληθούν τα μικρά παιδιά, μέσω των διερευνητικών δραστηριοτήτων τους, να ερευνήσουν το θέμα: «ο ρόλος των κληρικών, των ιμάμηδων, των ραβίνων και των πιστών στη διάρκεια της προσευχής στους τόπους λατρείας», ως να έχει την ίδια σημασία και ερμηνεία.
Το ίδιο συμβαίνει στη Θ.Ε. της ΣΤ΄ Τάξης Δημοτικού: «Η Θεία Ευχαριστία: Πηγή και κορύφωση της ζωής της Εκκλησίας»[63]. Ενώ τα «Βασικά θέματα» της διδακτικής ενότητας αφορούν στη Θεία Λειτουργία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εξετάζονται λατρευτικές πράξεις στη ζωή άλλων θρησκειών, ως αντίστοιχες, ενώ στις ομαδικές διερευνητικές δραστηριότητες βλασφημείται η Θεία Κοινωνία, διότι αντιμετωπίζεται ως ψωμί και κρασί που χρησιμοποιείται, επίσης, σε άλλα δόγματα και θρησκείες. Το ΠΣ αποφεύγει συστηματικά να εξηγήσει ότι ο Χριστός με τη συμμετοχή στη Θ. Ευχαριστία, σώζει, ολοκληρώνει και αγιάζει τον άνθρωπο ή ότι του χαρίζει την αιώνια ζωή. Αντ’ αυτών το ΠΣ στις ομαδικές διερευνητικές δραστηριότητες αναφέρει ως επενέργειες της Θ. Ευχαριστίας ό,τι ισχύει και για τις θρησκευτικές τελετές των θρησκειών, παρά το γεγονός ότι αυτές έχουν διαφορετικό σκοπό και περιεχόμενο, κάνει δηλαδή στο ΠΣ λόγο για τη συμπάθεια, την αγάπη, το έλεος, τη συμβουλή, την παρηγοριά, την εμπιστοσύνη κ.ά. που, γενικά, υπάρχουν και στις θρησκείες.
Στη Θ.Ε. της Γ΄ Τάξης Δημοτικού: «Ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός» [64], αναγνωρίζεται μεν ο Χριστός, ως Θεάνθρωπος για τους Χριστιανούς, αλλά δεν υπάρχει ενδεικτική αναφορά στα θαύματα και κυρίως στην Ανάσταση, ώστε να στηριχτεί στη συνείδηση των παιδιών η μοναδικότητα της θεϊκής του φύσης. Απλώς τη θίγει τόσο ελάχιστα και ανάβαθα, που χάνεται μέσα το πλήθος των άλλων πληροφοριών. Αντιθέτως, γίνεται διπλή αναφορά στη συμπεριφορά εκείνων που τον εχθρεύονταν.
Στην Θ.Ε. της Ε΄ Τάξης Δημοτικού: «Μαθητές και δάσκαλοι»[65], το ΠΣ προσπερνά τη μοναδικότητα του «Θεανθρώπου» και αποπροσανατολίζει τους μαθητές, εξετάζοντας τον Ιησού Χριστό ως δάσκαλο, παράλληλα με τον Βούδα, τον Λάο Τσε και τον Μωάμεθ, ενώ αντίστοιχα παραθέτει, δίπλα στην «επί του Όρους Ομιλία», τις παραβολές και τις νουθεσίες προς τους μαθητές του Χριστού, κάποια αποφθέγματα των θρησκευτικών αρχηγών. Αν λάβουμε δε υπ’ όψιν μας πως ο Βούδας και ο Λάο Τσε θεοποιήθηκαν, μήπως η εν λόγω παράλληλη παρουσίαση αφήνει την υποψία πως κι ο Χριστός θεοποιήθηκε[66], εφόσον, μάλιστα, κατά το ΠΣ, ήρθε ως εκπλήρωση των ανθρώπινων προσδοκιών;
Στην Θ.Ε. της Γ΄ Τάξης: «Γιορτάζοντας το Πάσχα»[67], το ΠΣ «αναγνωρίζει την αγάπη ως βασική ιδέα των αφηγήσεων του Πάθους, το δε «Πάσχα», ως «τη γιορτή της Αγάπης του Χριστού». Η αγάπη παρουσιάζεται ως σημείο αναφοράς σχεδόν όλων των θρησκειών, αλλά η ουσιώδης διαφορά είναι ότι, σύμφωνα με το λόγο του Χριστού, η αγάπη αφενός είναι προσωπικό στοιχείο αφετέρου είναι το ίδιο το θεϊκό πρόσωπο και δεν είναι μία ιδέα, όπως συμβαίνει στις θρησκείες και τις κοσμοθεωρίες. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τονίζει ότι το κύριο μήνυμα της Σταυρικής Θυσίας και της Ανάστασης του Χριστού είναι η συγχώρεση του ανθρώπου και η νίκη του θανάτου, γεγονότα μοναδικά που συνδέονται με το πρόσωπο και το έργο του Κυρίου, τα οποία, επίσης, παραλείπονται από το ΠΣ.
Στη Θ.Ε. της Ε΄ Δημοτικού: Αποστολές για την «καλή είδηση»[68], ο τίτλος αμβλύνει στη συνείδηση των μαθητών τη σημασία της Ανάστασης, που έχει ως επίκεντρο το πρόσωπο του Χριστού και σκοπό την αιώνια ζωή ολόκληρου του κόσμου. Το «Χριστός Ανέστη» αντιμετωπίζεται απλά ως «καλή είδηση για όλο τον κόσμο». Επιπλέον, πέρα από οποιαδήποτε φαντασία, το ΠΣ γελοιοποιεί και βλασφημεί την Ανάσταση του Χριστού, διότι, μεταξύ των «Ομαδοσυνεργατικών Δραστηριοτήτων», προτείνονται οι ασκήσεις: «Αν έφτιαχνα ένα δελτίο με καλές ειδήσεις σήμερα. (Στόχος: η αξιολόγηση των ειδήσεων που παρουσιάζονται στα δελτία, όπου π.χ. το 80% αφορούν βία και lifestyle)», «TPS: Πότε κάποιος αναλαμβάνει μια αποστολή;», «Σύγχρονες αποστολές με σκοπό τη σωτηρία του κόσμου[69].
Στη Θ.Ε. της Β΄ Γυμνασίου: Ποιος είναι ο Θεός των Χριστιανών; «Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;» [70] δίνεται βαρύτητα στις «προσδοκίες» του Ισραήλ και όχι στις «προφητείες» των Προφητών, οι οποίοι μίλησαν θεόπνευστα, με τη σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος για το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. Δεν ανέδειξαν ωστόσο τον Χριστό ως Θεάνθρωπο και Σωτήρα του κόσμου οι ανθρώπινες «προσδοκίες», αλλά αυτό ήταν το προαιώνιο θέλημα του Θεού. Η σωτηρία είναι έργο της αγάπης του Θεού και όχι έργο της ανθρώπινης προσδοκίας. Είναι Σωτήρας, ανεξαρτήτως των «προσδοκιών».
Αυτήν την αλήθεια αποκάλυψαν λεπτομερώς και με απόλυτη ακρίβεια οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη, γι’ αυτήν έδωσε μαρτυρία ο Θεός Πατέρας στη ζωή του Χριστού, αυτήν φανερώνει και βεβαιώνει το Πανάγιο Πνεύμα στη ζωή της Εκκλησίας. Την ίδια αλήθεια επιβεβαίωσε ο Χριστός με τη διδασκαλία και τα θαύματά του. Κορυφαίο όλων η Ανάσταση του Λαζάρου, που δείχνει και θυμίζει στους ανθρώπους την αλήθεια της «κοινής Ανάστασης». Ταυτοχρόνως, το γεγονός αυτό αποτελεί αδιάψευστη ιστορική μαρτυρία, πως ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι ο Κύριος της ζωής, ο Σωτήρας του κόσμου. Αυτά τα λίγα, αλλά σημαντικά, παραλείπονται.
Έτσι, η μοναδικότητα του Χριστού απουσιάζει, ως κύριο και βασικό θέμα, από το ΠΣ, ενώ αφήνεται να εννοηθεί το ενδεχόμενο να ανέδειξαν ή να θεοποίησαν τον Χριστό οι μεσσιανικές προσδοκίες, σύμφωνα με γνωστή θεωρία. Μια τέτοια περίπτωση, ταυτίζεται με την άρνηση της Θεότητας του Χριστού, αφού ο Χριστός δεν γεννιέται πραγματικά με την Θεία ενσάρκωση αλλά είναι δημιούργημα της προσμονής κάποιων ανθρώπων. Στο ΠΣ έχει χαθεί ο προσανατολισμός, οπότε βασιλεύει η απόλυτη σύγχυση.
Στη Θ.Ε. της Γ’ Γυμνασίου: «Πού είναι ο Θεός;» Η οδύνη του σύγχρονου κόσμου και το αίτημα της σωτηρίας από το κακό[71], το ΠΣ ψάχνει ακόμη πού είναι ο Θεός, χωρίς καν να έχει διακρίνει, ποιος είναι Εκείνος τον οποίο αναζητά. Γι’ αυτό και δεν πρόκειται να τον βρει, όσο κι αν ψάξει. Διότι δεν είναι δυνατό να συνδυάζονται και να συνδέονται τα ανόμοια, δηλαδή η πρόσκληση του Χριστού για τη σωτηρία των ανθρώπων, το κισμέτ του Ισλάμ, η γιόγκα του Ινδουισμού και η νιρβάνα του Βουδισμού, σε μια μεθόδευση το ΠΣ να μετατρέψει τον Χριστιανισμό σε θρησκεία και να τον αναμείξει με τις θρησκείες, θεωρώντας τον ως μία από αυτές.
Το ΠΣ έχει αναγάγει σε μείζον θέμα τη διδασκαλία των θρησκειών σε βάρος της σωτήριας αλήθειας που αποκάλυψε ο Χριστός. Σε παιδιά της Ε’ Τάξης Δημοτικού ο ΟΕ, αναφερόμενος στο θέμα της σωτηρίας από το κακό γράφει: Οι μαθητές Καθώς συνειδητοποιούν ότι “κανείς δεν πέφτει μόνος του”, καλούνται να αναμετρηθούν με το πρόβλημα του κακού – αλλά και το αίτημα της σωτηρίας στις πανανθρώπινες και συμπαντικές του διαστάσεις. Σε αυτή την κρίσιμη και επίπονη διαδρομή συνδράμουν καθοδηγητικά και ερμηνεύονται κριτικά κείμενα από τη Βιβλική-Χριστιανική γραμματεία αλλά και τα μεγάλα θρησκευτικά συστήματα του Ισλάμ, του Ινδουισμού και του Βουδισμού. Μέσα από τη μελέτη ιδρυτικών κειμένων της αλλά και άλλων θρησκειών, ακόμη μέσα από την αντιπαραβολή τους με διατυπώσεις από τον χώρο της τέχνης και τα κοινωνικά αιτήματα, καλούνται οι μαθητές να συνταχθούν στον αγώνα, ώστε να κρατηθεί ζωντανή η ελπίδα για τη σωτηρία και την ακεραιότητας της ύπαρξης»[72].
Άλλα προβλήματα του νέου ΠΣ:
Στον ΠΣ εντοπίζονται προβλήματα σχεδόν σε κάθε Θεματική Ενότητα. Υπάρχουν λίγες ΘΕ, που δεν συμφύρονται τα ετερόκλητα χαρακτηριστικά των θρησκειών. Το ανερμήνευτο είναι πως το θέμα που αναφέρεται σε κάποιες μη πολτοποιημένες ενότητες, λίγες σελίδες παρακάτω, παρουσιάζεται ως συνονθύλευμα θρησκειακών ιδεών, οπότε το όποιο όφελος θα μπορούσαν ν’ αποκομίσουν οι μαθητές χάνεται μέσα στην προκαλούμενη σύγχυση. Ενδεικτικά, στην Θ.Ε. της Γ΄ Γυμνασίου: Ελπίδα και αγώνας για τη μεταμόρφωση της ζωής και του κόσμου[73] το ΠΣ προσπαθεί να δώσει την ορθόδοξη άποψη, ενώ στην επόμενη Θ.Ε. της ίδιας Τάξης: Από την αρχή μέχρι το τέλος του κόσμου[74] επαναφέρει την κοινή παρουσίαση στοιχείων από τις θρησκείες και τον Χριστιανισμό σε μεγάλο αριθμό θεμάτων, πράγμα που επιτείνει την υπάρχουσα σύγχυση.
Λόγω της συνεξέτασης του Χριστιανισμού με τις θρησκείες, στρεβλώνονται θέματα, προκειμένου να παρουσιαστούν συνδυαστικά: Π.χ. το ορθόδοξο βάπτισμα, ως αντίστοιχο των τελετών ενηλικίωσης των εβραίων και των μουσουλμάνων[75]. Οι χριστιανοί άγιοι με τα ιερά πρόσωπα θρησκειών[76], ως να μην είναι η αγιότητα καρπός του Αγίου Πνεύματος, αλλά ανθρώπινη κατάκτηση. Να σημειωθεί, πως όσον αφορά τις θρησκείες, τα ιερά πρόσωπα εμπλέκονται, επίσης, σε μαγικές τέχνες και λατρείες.
Στο ΠΣ συνεξετάζονται, επίσης, η Αγία Γραφή μαζί με τα ιερά βιβλία των θρησκειών, δηλ. η αλήθεια του Θεού μαζί με τις μαγείες[77], τους μύθους και τις δεισιδαιμονίες γεγονός που, επίσης, αποτελεί βλασφημία. Οι άγιοι αναφέρονται στην ίδια κατηγορία με τους ασκούμενους στη γιόγκα και το διαλογισμό, ενώ η μετάνοια, η νηστεία, η άσκηση της Σαρακοστής θεωρούνται κοινοί τόποι με τη νηστεία, το διαλογισμό και τη γιόγκα του Ινδουισμού και του Βουδισμού[78].
Στη Θ.Ε., της ΣΤ΄ Δημοτικού: Από τους Χριστιανούς της χώρας μας στους Χριστιανούς του κόσμου[79], οι Ορθόδοξοι αντιμετωπίζονται το ίδιο με τους Ετερόδοξους, που αριθμούν σαφώς λιγότερα μέλη, προετοιμάζονται δηλαδή οι μικροί μαθητές να αποδεχτούν το νέο καθεστώς. Οι οικουμενιστικές ιδέες είναι διάσπαρτες, η δε Ορθοδοξία και οι αιρετικές ομάδες ονομάζονται «χριστιανικές παραδόσεις». Δεν διακρίνονται δηλαδή οι αιρέσεις από τον ορθόδοξο Χριστιανισμό.
Στη Θ.Ε. της Α΄ Γυμνασίου: «Πώς παίρνονται οι αποφάσεις»[80], το ΠΣ αναφέρεται στους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι, όμως, αντιμετώπισαν τα προβλήματα των αιρέσεων και, ως γνωστόν, καταδίκασαν τις ειδωλολατρικές αντιλήψεις και λατρείες, καθώς και τις αιρέσεις, ενώ το ΠΣ τις συνδυάζει. Το ΠΣ εξουσιοδοτεί τον εαυτό του να χειρίζεται τις αλήθειες της ορθόδοξης πίστης και των θρησκειών κόβοντας, ράβοντας, συνταιριάζοντας, χρησιμοποιώντας άφθονα γραφικά χωρία, παράλληλα με χωρία βιβλίων θρησκειών, αποσιωπώντας ή μειώνοντας τη σημασία ενός γεγονότος, θεολογώντας, ταυτίζοντας – ισοπεδώνοντας, προβάλλοντας… και όλα αυτά αυθαίρετα, χωρίς τον απαιτούμενο σεβασμό ούτε στην εν Χριστώ Αποκάλυψη, ούτε στην τοπική θεολογική Παράδοση ούτε στην επιστημονική αλήθεια που αφορά στην εξέταση των θρησκειών.
Το ΠΣ οδηγεί στο συγκρητισμό:
Στο νέο ΠΣ γίνεται μια προσπάθεια να ερμηνευτεί η θρησκεία με ένα ανθρωποκεντρικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Προγράμματος, ο άνθρωπος ανέκαθεν αναζητά να αναφέρεται και να λατρεύει εκείνο που θεωρεί ως ιερό. Η πίστη του αυτή αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και δημιουργίας πολιτισμού. Γι’ αυτό το νέο Πρόγραμμα σημειώνει ότι «μια σύγχρονη θεώρηση του ΜτΘ καλείται, εκτός των άλλων, να εστιάσει στην ιστορική, κοινωνική και ανθρώπινη διάσταση των θρησκειών και της θρησκευτικής πίστης, αναδεικνύοντας, σχολιάζοντας και προσεγγίζοντας τη θρησκεία ως διαχρονική πηγή έμπνευσης για τον πολιτισμό όσο και άντλησης προσωπικού αλλά και συλλογικού υπαρξιακού νοήματος, που συνιστά συνεκτικό ιστό κοινωνικών συσσωματώσεων αλλά και αφορμή κοινωνικών εντάσεων. Μ’ ένα λόγο, καλείται να προσεγγίσει, να παρουσιάσει και να αναδείξει τη θρησκεία ως κινητήρια δύναμη της πορείας, της εξέλιξης, των τροπών αλλά και των ανατροπών της ανθρώπινης ιστορίας, όπως και της συγκρότησης, της ανάπτυξης, της αυτοσυνειδησίας και της αυτοπραγμάτωσης κάθε ανθρώπου χωριστά».[81] Στον ΟΔ.ΕΚΠ., επίσης, διευκρινίζεται πως «στη θρησκευτική αναζήτηση και εμπειρία επιβεβαιώνεται η ανάγκη του ανθρώπου να υπερβεί τον εαυτό του και να αναφερθεί σε κάτι έξω από αυτόν»[82].
Αυτή η θεώρηση είναι λανθασμένη, διότι στηρίζεται στην άποψη πως ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός των θρησκειών και των όποιων θρησκειακών αντιλήψεων, προκειμένου να ικανοποιήσει το φόβο του και να νιώσει ασφάλεια και παρηγοριά στις αντιξοότητες του βίου. Αυτή η άποψη θεωρεί τον άνθρωπο δημιουργό του εκάστοτε Θεού και όχι τον Θεό δημιουργό του ανθρώπου και του κόσμου, αποκλείοντας έτσι το γεγονός πως υπάρχει προαιωνίως ο Θεός και Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου και του ανθρώπου, ο Οποίος θέτει αυτήν την αναζήτηση στις ψυχές όλων ως παιδιών του, ως σφραγίδα ανεξίτηλη της συγγένειας με Αυτόν και ως προϋπόθεση της εν ελευθερία κοινωνίας μαζί Του εκ μέρους του ανθρώπου.
Έτσι, το ΠΣ δεν διακρίνει τον αληθινό Θεό από τον θεό που επινοείται και, αντίστοιχα, δεν διακρίνει την πίστη στον αποκαλυφθέντα Χριστό από τον χώρο των θρησκειών, των δοξασιών και των κοσμοθεωρήσεων, αφού είναι, σύμφωνα με τις αντιλήψεις που προωθεί, ισότιμες και ισόκυρες με τον Χριστιανισμό.
Με βάση την ανωτέρω τακτική, οι μαθητές διδάσκονται πως, γενικά, όλες οι θρησκείες αναφέρονται σε θεό ή θεούς, οικοδομούν ναούς, αναπέμπουν προσευχές, αναφέρονται σε ιερείς, σέβονται βιβλία, αντικείμενα, τόπους, οριοθετούν τη ζωή τους με βάση τον θεϊκό νόμο, εορτάζουν θρησκευτικές γιορτές, χρησιμοποιούν το φως, το νερό, τα λουλούδια, προσφέρουν τους καρπούς της γης, έχουν αντιλήψεις για τις αξίες της ζωής και τη μετά το θάνατο κατάσταση, λαχταρούν τη σωτηρία. Με άλλα λόγια, το νέο Πρόγραμμα δίνει την εντύπωση ότι όλες οι θρησκείες – φυσικά και ο Χριστιανισμός που είναι μία από αυτές- λειτουργούν αδιάκριτα με την ίδια λογική και την ίδια στοχοθεσία. Στο πλαίσιο αυτό, «κάθε θρησκεία λειτουργεί για τα μέλη της ως πηγή ελπίδας για τη σωτηρία, αιτία προσωπικής δέσμευσης και συλλογικής πορείας…»[83],ενώ «ο θεραπευτικός και συμφιλιωτικός ρόλος των θρησκειών θεωρείται δεδομένος»[84].
Αυτές οι θέσεις, πρακτικά, σημαίνουν, πως το ΠΣ δέχεται και διδάσκει στους μαθητές ότι ο Χριστιανισμός είναι ισάξιος με κάθε θρησκεία. Επομένως, οπουδήποτε και αν ανήκει κάποιος και οτιδήποτε κι αν πιστεύει, ελπίζει, θεραπεύεται και σώζεται.
Είναι προφανές πως οι ανωτέρω απόψεις του ΠΣ έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη αυτοαποκάλυψη και διδασκαλία του Χριστού, πως είναι ο Υιός του Θεού[85], ο μόνος Θεάνθρωπος και Σωτήρας[86], η οδός και η αλήθεια και η ζωή[87], η ανάσταση[88], και το φως του κόσμου[89].
Αντίθετα με την πίστη του Χριστιανισμού, επίσης, το ΠΣ, στο «Πλαίσιο Βασικών Αρχών» του, αν και απευθύνεται σε ορθόδοξους μαθητές, θεωρεί προκλητικά πως «το ΜτΘ… χρειάζεται να προσανατολίσει το ενδιαφέρον των μαθητών στην ποικιλία των θρησκευτικών δυνατοτήτων και ηθικών αντιλήψεων που ανιχνεύονται στις θρησκευτικές εμπειρίες και να ενθαρρύνει τους μαθητές, ώστε να ευαισθητοποιηθούν προς τη θρησκεία[90] …», ν’ ανακαλύψουν το χώρο της θρησκείας[91].
Οι θρησκείες δεν αντιμετωπίζονται ως κλειστά συστήματα ομολογιών, πεποιθήσεων και τελετουργικών τυπικών, αλλά ως ποικιλία θρησκευτικών προσανατολισμών[92]. Αυτό διαπιστώνεται τόσο από τη συνεξέταση των ετερόκλητων χαρακτηριστικών, όσο και από τις πρακτικές ασκήσεις. Για παράδειγμα, οι μαθητές «βρίσκουν από το διαδίκτυο και παρουσιάζουν στην τάξη χώρους προσευχής (τζαμιά, ναούς, βωμούς, παγόδες κ.ά.) και εικόνες ανθρώπων που προσεύχονται από όλο τον κόσμο. Τις εντάσσουν σε ένα κολλάζ με αντίστοιχες φωτογραφίες και σύμβολα[93] ή «φτιάχνουν ένα κολλάζ-ψηφιδωτό, χρησιμοποιώντας υλικό από όσο περισσότερα πράγματα μάθαμε τη φετινή χρονιά/– εκτός από τον Χριστιανισμό – και για τις άλλες ομολογίες /θρησκείες (φωτογραφίες ναών, ονόματα κοινοτήτων, σύμβολα και χρώματα θρησκειών, αγάλματα, εικόνες κ.ά.)· στο κέντρο γράφουν ένα σύνθημα/τίτλο ενότητας που θα συναποφασίσουν»[94].
Ωστόσο, αυτά τα χαρακτηριστικά[95], ενώ φαίνονται τυπικά κοινά μεταξύ των θρησκειακών χώρων, έχουν εντελώς διαφορετικό ή αντίθετο νόημα, περιεχόμενο και σκοπό. Γι’ αυτό είναι σωστό να γνωρίζονται κατά τη λειτουργία τους εντός του οικείου πνευματικού, πολιτισμικού και ιστορικού γίγνεσθαι. Η συνεξέταση τυπικά όμοιων, αλλά ουσιαστικά διαφορετικών θρησκειακών δεδομένων, δεν είναι επιστημονικά δόκιμη, ενώ οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα και στο συγκρητισμό.
Ειδικότερα, η διαφορά Χριστιανισμού και θρησκευμάτων ως προς την αρχή προέλευσης και την εμπειρία του Θεού είναι προφανής. Γι’ αυτό, σύμφωνα με την Ορθόδοξη θεολογία, η προαναφερθείσα σύγκλιση στο ΠΣ είναι συγκρητιστική, παντελώς απαράδεκτη – όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:
|
Η πηγή της Πίστης |
προσδιορίζει – εμπνέει
τις αξίες και τις συμπεριφορές |
|||
| Χριστιανισμός | Ο Τριαδικός
Θεός |
Αποκαλύπτεται
στον άνθρωπο, σώζει εν Χριστώ. |
Χριστοκεντρική
η κοινωνία – πίστη «εν τη Εκκλησία». |
=> σταθερές αρχές
συμπεριφορές: πνευματικός αγώνας με πρότυπο τον Χριστό |
| Θρησκεύματα: | Ο άνθρωπος | επινοεί μυθικά
τον θεό – θεούς.
|
θρησκεία: μύθοι, δαίμονες,
μαγικο-θρησκευτικές θεωρήσεις και πρακτικές, παραδόσεις, συγκρητισμός. |
Û Αξίες, συμπεριφορές
ανάλογες με τις εκάστοτε επινοήσεις και αντίστροφα.
|
| Η κοινωνία με τον αληθινό Θεό είναι το ουσιαστικό ζητούμενο και κριτήριο αξιολόγησης αξιών και συμπεριφορών. | ||||
Η ευθύνη των συντακτών του ΠΣ είναι τεράστια. Διότι με τις συγκρητιστικές ιδέες του ΠΣ οδηγούνται οι μαθητές στο να χάσουν τη σαφή διάκριση ανάμεσα στο Χριστιανισμό και τις ειδωλολατρικές επινοήσεις, και να τις βλέπουν πλέον «ανοικτά» και σχετικιστικά. Από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι εύκολα για τη μύηση στην πολυθρησκεία.
Άλλωστε οι πλείστοι στόχοι των προσδοκώμενων επαρκειών του νέου ΠΣ για τις επιμέρους τάξεις ενέχουν αυτήν τη προοπτική:
Για την Ε’ Δημοτικού:
Οι μαθητές μαθαίνουν «να επισημάνουν ανθρωπιστικές και ηθικές αξίες στις διδασκαλίες άλλων θρησκειών»[96].
Για την ΣΤ’ Δημοτικού:
· Γνωρίζουν και αξιολογούν τη ζωή και το έργο ιερών και σημαντικών προσώπων άλλων θρησκειών.
· Ανακαλύπτουν το περιεχόμενο και το νόημα των γιορτών στον Χριστιανισμό και στις άλλες θρησκείες, καθώς και τη σημασία τους για τη ζωή των ανθρώπων.
· Κατανοούν τον ιστορικό και συμβολικό χαρακτήρα της Αγίας Γραφής και άλλων ιερών κειμένων, ανακαλύπτουν τα ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα της σύνταξής τους, καθώς και την πολλαπλή λειτουργικότητά τους (επικοινωνία, αφήγηση και μνήμη, διαμόρφωση συλλογικής ταυτότητας).
· Διαπιστώνουν τη σημασία και την ανάγκη του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού διαλόγου»[97].
Την ίδια πολυθρησκειακή κατεύθυνση έχουν και οι γενικοί στόχοι της Α’ Γυμνασίου, όπου οι μαθητές ενθαρρύνονται και καθοδηγούνται:
· Να γνωρίσουν και να αξιολογήσουν τη ζωή και τη δράση σημαντικών προσώπων του Χριστιανισμού καθώς και άλλων θρησκειών.
· Να γνωρίσουν βασικές πτυχές του Ισλάμ και του Ιουδαϊσμού (θρησκευτικά γεγονότα, γιορτές, λατρεία, τρόπος ζωής, αξίες και στάσεις ζωής) και να συνειδητοποιήσουν τις σχέσεις των δύο θρησκειών με τον Χριστιανισμό.
· Να προσεγγίσουν διδασκαλίες, αναζητήσεις και εμπειρίες από τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου και να αναγνωρίσουν αξίες και σύστοιχες στάσεις ζωής.
· Να αναπτύξουν ενδιαφέρον για τη μελέτη τόσο της θρησκευτικής τους ιδιοπροσωπίας όσο και άλλων θρησκειών.
· Να καλλιεργήσουν στάσεις αποδοχής και σεβασμού προς τη θρησκευτική και πολιτισμική ετερότητα»[98].
Το ΠΣ προσηλυτίζει στην πολυθρησκεία:
Από τη μελέτη του ΠΣ, καθώς και του «Οδηγού Εκπαιδευτικού» αποδεικνύεται ότι το ΠΣ ασκεί προσηλυτισμό στα μικρά παιδιά. Αποδομεί από τις ψυχές τους την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τα μυεί σ’ όλη την προαναφερθείσα συγκεχυμένη γνώση, τις πολυθρησκευτικές αντιλήψεις και αξίες, που «όλως τυχαία» συμπίπτουν με τις αντιλήψεις – επιδιώξεις της Νέας Εποχής για τον 21ο αιώνα.
Στο ΠΣ, επίσης, χρησιμοποιείται μεθοδευμένα το ψευδές πρόσχημα ότι «ένα ΜτΘ, το οποίο περιορίζει τη γνώση των μαθητών αποκλειστικά και μόνο στη δική τους θρησκευτική παράδοση έχει πλέον φτάσει στα όριά του»[99], θεωρώντας έτσι την ορθόδοξη πίστη μονοθρησκευτική και ξεπερασμένη, σύμφωνα με τις θέσεις της Νέας Εποχής και άλλων διαθρησκειακών και πανθρησκειακών θεωριών. Στη θέση της προτείνει «καταρχάς, διευρυμένη γνώση “γύρω από τις θρησκείες” αλλά και τις θρησκευτικές και μη θρησκευτικές κοσμοθεωρήσεις που νοηματοδοτούν τον ανθρώπινο βίο» [100].
Στο Οδηγό Εκπαιδευτικού γράφει, πως «το ΜτΘ βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πρόκληση:… «Να υπερβεί τη μονοφωνία και την όποια ομολογιακή φυσιογνωμία του, συμπεριλαμβάνοντας όλους τους μαθητές του ελληνικού σχολείου, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους» [101]. Γι’ αυτό, στο ΠΣ «η θρησκευτική μάθηση που παράγεται, στο πλαίσιο του ΜτΘ, επιχειρεί την υπέρβαση της θρησκευτικής απολυτότητας (συμμόρφωση με χριστιανικές αξίες)»… και κινείται σε μια κατεύθυνση συνονθυλεύματος, «βοηθώντας» τους μαθητές «να αναγνωρίσουν και να κατανοήσουν τη λειτουργία και τις επιδράσεις της θρησκείας στη ζωή τους – προσωπική και κοινωνική»[102].
Τα ανωτέρω αποσπάσματα αποτελούν προφανή προσηλυτιστική ενέργεια για τους μαθητές, οι οποίοι βρίσκονται σε απόλυτη ηλικιακή αδυναμία να κρίνουν και να αξιολογήσουν τις τυχόν χριστιανικές αρχές που έχουν πάρει από την οικογένεια με τις νέες πολυθρησκειακές αξίες που τους προσφέρει το νέο ΠΣ. Όπως περιγράφουν τα κείμενα, στόχος του ΠΣ είναι να πάψουν οι ορθόδοξοι μαθητές να προσανατολίζονται στην ορθόδοξη πίστη, να υπερβούν τη θρησκευτική τους δέσμευση, να μην συμμορφώνονται στις χριστιανικές αξίες, να αμφισβητούν και να απεμπολούν τις οικογενειακές αρχές τους, να εμπιστευθούν και να προσλάβουν τις πολυθρησκειακές αξίες του ΠΣ. Ο Οδηγός Εκπαιδευτικού περιγράφει σε αρκετά σημεία πώς γίνεται αυτή η πρόσληψη του νέου πολυθρησκευτικού ΜτΘ.
Είναι εντυπωσιακό ότι το ΠΣ από τα πρώτα μαθήματα στην Γ΄ δημοτικού περνάει το μήνυμα της ευνοϊκής διάθεσης και του σεβασμού όχι προς τον ετερόθρησκο, αλλά προς τις «θρησκευτικές πρακτικές»,[103] χωρίς τα μικρά παιδιά να τις γνωρίζουν καν ή να έχουν τα απαραίτητα κριτήρια, προκειμένου να τις αξιολογήσουν να τις υιοθετήσουν ή να τις απορρίψουν. Το ΠΣ ξεπερνά τα όρια της καλώς εννοούμενης γνωριμίας και σεβασμού προς τον ετερόθρησκο και προχωρεί βήμα – βήμα στη μύηση των χριστιανών μαθητών στην πολυθρησκεία.
Ο στόχος της πρόσληψης είναι η μύηση σε άλλες θρησκευτικές αντιλήψεις και μεθοδεύεται μέσα στη σχολική ζωή από την πρώτη επαφή του μαθητή με το ΠΣ. Στον Οδηγό Εκπαιδευτικού περιέχονται οδηγίες προς τους εκπαιδευτικούς πως θα την επιτύχουν. Καταρχήν, ο δάσκαλος «χρειάζεται να διαμορφώσει «όρους «ανοίγματος» των μαθητών στον κόσμο της θρησκείας από τον οποίο προέρχονται. Συνακόλουθα ο δάσκαλος δεν χρειάζεται να βιαστεί να αναδείξει τις ομοιότητες, αλλά να ενθαρρύνει τους μαθητές να αφήσουν για λίγο τον δικό τους κόσμο, προκειμένου να πλησιάσουν τον καινούργιο και -ίσως- παράξενο, να ενισχύσει τη διαισθητική τους προσέγγιση στα πράγματα, έτσι ώστε να θελήσουν οι ίδιοι να κάνουν ένα άλμα για να καλύψουν την ιστορική και πολιτιστική απόσταση, που υπάρχει ανάμεσα στους ίδιους και στη νέα γνώση»[104]. Εδώ είναι καταλυτική η λειτουργία των «κατάλληλων» διδακτικών πρακτικών και δραστηριοτήτων για να παραπλανηθούν τα μικρά παιδιά.
Σε αυτή την κατεύθυνση, «το νέο ΠΣ προτείνει διδακτικές προσεγγίσεις που δεν αρκούνται στο να κεντρίσουν το ενδιαφέρον ή να περιοριστούν σε θεωρητικές κατανοήσεις, αλλά συνιστούν δραστηριότητες, οι οποίες δημιουργούν για τους μαθητές εμπειρίες που αφυπνίζουν τον νου, την καρδιά και την ψυχή τους· δηλαδή, εμπειρίες με νόημα, καθώς πρόκειται για δραστηριότητες που εμπλέκονται με ζητήματα ταυτότητας, προσωπικών σχέσεων, κρίσεων, και σημασιών και αναδεικνύουν ερωτήματα εξαιρετικά προσωπικά» [105].
Στην κατεύθυνση αυτή, όπως ρητά αναφέρουν οι οδηγίες, «ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να σχεδιάσει και να οργανώσει δημιουργικές δ ρ α σ τ η ρ ι ό τ η τε ς και σ τ ρ α τ η γ ι κ έ ς δ ι α λ ό γ ο υ , που δίνουν την ευκαιρία στους μαθητές να εκφραστούν προσωπικά, να τολμήσουν να κινηθούν προς τον άλλον χωρίς προκαταλήψεις και να εξετάσουν διαφορετικές ιδέες και εκδοχές για την αλήθεια» [106].Οι γνώσεις συνδέονται με τα ενδιαφέροντά και τις ανάγκες των μαθητών αλλά και «με τον εσώτερο εαυτό τους, τις αντιλήψεις τους για τη ζωή, τη σχέση τους με τους άλλους και τον εαυτό τους, τους φόβους, τις επιφυλάξεις, τις ανασφάλειες και τις προσδοκίες. Τα περιεχόμενα, δηλαδή, τίθενται με τρόπο που απαιτεί την ολιστική εμπλοκή του εαυτού του μαθητή στη μαθησιακή διεργασία. Οι μαθητές, εξάλλου, έχουν ευκαιρίες για προσωπική διερεύνηση και νοηματοδότηση όσων μαθαίνουν»[107].
Ακόμη αναφέρεται ότι «οι μαθητές παροτρύνονται να γνωρίσουν τη γλώσσα και την εμπειρία των πιστών, καθώς και τον τρόπο ζωής τους, να ερμηνεύσουν και να κατανοήσουν τον τρόπο ζωής του «άλλου», να μελετήσουν ζητήματα και ερωτήματα που πηγάζουν από αυτόν τον τρόπο. Όλα αυτά όμως οι μαθητές δεν τα κάνουν «“από έξω”, ως ουδέτεροι παρατηρητές ή έχοντας παραμερίσει τις δικές τους προϋποθέσεις. Σε μια τέτοια περίπτωση, ούτε πραγματική ενσυναίσθηση ούτε προσωπικά επεξεργασμένη μάθηση είναι δυνατόν να υπάρξει. Αυτό μπορεί να συμβεί, μόνον αν οι προσωπικές ιδέες, σκέψεις, πεποιθήσεις και εμπειρίες τους προσκληθούν να συμμετάσχουν σε ένα ειλικρινή διάλογο και σε αλληλεπίδραση με τις ιδέες, τις σκέψεις, τις πεποιθήσεις και τις εμπειρίες που έχουν οι πιστοί της θρησκείας, την οποία μελετούμε. Στη διάρκεια αυτής της διεργασίας, αναπόφευκτα θα γίνουν συγκρίσεις και θα αναδειχθούν αντιθέσεις και διαφορές μεταξύ του τρόπου ζωής του μαθητή και του τρόπου ζωής που μελετά. Ωστόσο, σε ένα περιβάλλον διαλόγου και ευαίσθητων διδακτικών προσεγγίσεων, όλα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν ως ευκαιρίες για ξεκαθάρισμα “συγκρουσιακών” θρησκευτικών ζητημάτων, ανακάλυψη κοινών αναγκών, υπέρβαση στερεότυπων και σεβασμός της διαφορετικότητας. Ό, τι δηλαδή με μια πρώτη ματιά φαίνεται απόλυτα διαφορετικό και ξένο μπορεί τελικά να οδηγεί τους μαθητές σε διευρυμένες κατανοήσεις της θρησκείας, σε αποδοχή του “άλλου” και επαφή μαζί του» [108].
Στο ΠΣ διευκρινίζεται πως οι μαθητές και οι μαθήτριες χρειάζονται μάθηση “μέσα από τη θρησκεία”, η οποία θα τους επιτρέψει να συνομιλήσουν με τη ζωντανή πραγματικότητα που αυτή αντιπροσωπεύει σήμερα…»[109]. Γι’ αυτόπροσκαλούνται «σε μια υπαρξιακή συνομιλία με το περιεχόμενο όλων των Βασικών θεμάτων της Θ.Ε.»προκειμένου να βρουν «προσωπικό νόημα» σ’ αυτά[110]. Σε άλλο σημείο τονίζεται ότι όλα όσα μαθαίνουν: «αναφέρονται σε όλες τις πλευρές της προσωπικότητας, επιχειρώντας να συμπεριλάβει όχι μόνον τις ορατές και ρητές αλλαγές που βιώνουν οι μαθητές αλλά και τις αθέατες και υπόρρητες»[111] .
Το ΠΣ χειραγωγεί τις συνειδήσεις των μικρών παιδιών:
Όλα τα ανωτέρω, στην πράξη, σημαίνουν πως το ΠΣ χειραγωγεί την πνευματικότητα των μαθητών και κάνει κατήχηση και μύηση. Καλεί τα παιδιά να γνωρίσουν σε βάθος το συγκρητιστικό του μόρφωμα και να αποχτήσουν προσωπικό σύνδεσμο. Ταυτοχρόνως, το ΠΣ διεισδύει ανεπαίσθητα στον ψυχικό και πνευματικό τους κόσμο. Ξεθωριάζει έτσι η πίστη των ορθόδοξων μαθητών και, σταδιακά, γίνεται η μύηση στις διδασκαλίες των θρησκειών[112]. Το ΠΣ ελέγχει, μ’ αυτόν τον τρόπο, ακόμη και τις λεπτές κινήσεις στα μύχια της ψυχής τους.
Αυτήν τη μεθόδευση ο Οδηγός Εκπαιδευτικού προσπαθεί να την παρουσιάσει ως ανταπόκριση «στο φυσικό ενδιαφέρον των μαθητών για μια γνώση που φέρνει κοντά τους το άγνωστο, το μακρινό, το διαφορετικό άλλων λαών» [113], χωρίς να αποδεικνύει πώς είναι δυνατόν, παιδιά οκτώ ετών να έχουν ενδιαφέρον να διδαχτούν γνώσεις, αλλοιωμένες και αυθαίρετα συνδυασμένες, από έξι θρησκειακούς χώρους. Το ΠΣ θεωρεί πως έτσι, δικαιολογεί τη διδασκαλία της πολυθρησκείας. Βέβαια, έμμεσα παραδέχεται ότι όλο αυτό το ομογενοποιημένο συνονθύλευμα θα δυσκολεύσει τους μαθητές, αλλά θεωρεί πως «χρειάζεται οι μαθητές να ασκούνται στην αντιφατικότητα και στην πολυσημία των θρησκευτικών ζητημάτων» [114].
Κατά τα άλλα, το ΠΣ προσδοκά οι μαθητές να δομήσουν «οι ίδιοι τη μάθησή τους»[115], όχι να δεχθούν ή να υιοθετήσουν αξίες και πρότυπα αλλά να διαμορφώσουν αξίες και στάσεις ζωής επιλέγοντας αυτοί οι ίδιοι, με τη βοήθεια του διδάσκοντα, τι θα πάρουν και τι θα αφήσουν από τις θρησκείες ως ατομικές πλέον αξίες[116]. Μεταξύ των γενικών σκοπών και προσανατολισμών του ΜτΘ στο νέο ΠΣ είναι «να συνεισφέρει δημιουργικά στον ελεύθερο και υπεύθυνο αυτοπροσδιορισμό της προσωπικής ταυτότητας των μαθητών» [117]. «Ο θρησκευτικός γραμματισμός στοχεύει στην κριτική ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών με τις γνώσεις, τις αξίες και τις στάσεις ζωής που παρέχει για τις θρησκείες και από τις θρησκείες, εφαρμόζοντας μια διερευνητική, ερμηνευτική και διαλογική μαθησιακή προσέγγιση» [118].
Πρόκειται για συνεχείς αναλήθειες. Δεν γίνεται προσπάθεια να διατηρήσουν οι μαθητές την προσωπική τους συνείδηση και ταυτότητα, διότι αυτή καταλύεται μέσα στο ομογενοποιημένο συγκρητιστικό, πολυθρησκειακό μάθημα, αποδεικνύοντας πως ένα ΜτΘ, που δε σέβεται την ετερότητα του Τριαδικού Θεού, δεν σέβεται επίσης την ετερότητα του ανθρώπου. Στρεβλώνει την αλήθεια χάριν των επιδιώξεών του. Οι μαθητές, επίσης, δε δομούν τη μάθησή τους, ούτε διαμορφώνουν αξίες και στάσεις ζωής, διότι το ΠΣ τους αφαιρεί κάθε αληθινό κριτήριο, οι δε προσφερόμενες γνώσεις είναι σκόπιμα κομμένες και ραμμένες στα μέτρα και στους στόχους του. Το νέο ΠΣ όπως αναφέρεται, «προτείνει διδακτικές προσεγγίσεις που δεν αρκούνται στο να κεντρίσουν το ενδιαφέρον ή να περιοριστούν σε θεωρητικές κατανοήσεις, αλλά συνιστούν δραστηριότητες, οι οποίες δημιουργούν για τους μαθητές εμπειρίες που αφυπνίζουν τον νου, την καρδιά και την ψυχή τους· δηλαδή, εμπειρίες με νόημα, καθώς πρόκειται για δραστηριότητες που εμπλέκονται με ζητήματα ταυτότητας, προσωπικών σχέσεων, κρίσεων και σημασιών και αναδεικνύουν ερωτήματα εξαιρετικά προσωπικά»[119].
Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, είναι εκείνο που ομολόγησε ένας από τους συντάκτες του ΠΣ σε εκπαιδευτική ημερίδα Θεολόγων καθηγητών, με θέμα «Διάλογος για το Μάθημα των Θρησκευτικών: Το παράδειγμα του Νέου Προγράμματος Σπουδών»[120]. Είπε μεταξύ άλλων: «Πρέπει να μάθεις σ’ αυτά τα παιδιά ότι ο σεβασμός είναι το μάθημα της συνύπαρξης. Πρέπει να μάθεις σ’ αυτά τα παιδιά ότι να έχεις τη δική σου ταυτότητα, την πολλαπλή δική σου ταυτότητα, που θα αλλάξει σε πολλά της στοιχεία στη διάρκεια της ζωής σου, δεν θα πρέπει να την φρενάρει κάθε φορά και να τη σοκάρει το ότι περνάει από τη μια στην άλλη, στην τρίτη κατάσταση ηλικίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, έγγαμου ή όχι βίου, φιλοσοφικών επιλογών, επαγγελματικών δυνατοτήτων. Αυτή είναι η καρδιά του μαθήματος των Θρησκευτικών, η υπόθεση εργασίας στις θρησκείες και τις φιλοσοφικές επιλογές».
Εξ όλων όσων αναφέρθησαν συνάγεται αβίαστα, ότι το νέο ΠΣ επιλέχθηκε να παίξει από την πλευρά του ένα επικουρικό ρόλο στο σκηνικό της Νέας Εποχής. Με το προσχηματικό ενδιαφέρον που επιδεικνύεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την εξάλειψη της βίας, την ειρηνική συνύπαρξη των λαών, το σεβασμό στο διαφορετικό, επιδιώκεται να διαβρωθούν οι συνειδήσεις των μικρών μαθητών, η πατροπαράδοτη πίστη τους, οι αρχές και οι αρετές που εμπνέει και ο πολιτισμός που δημιουργεί. Να καλλιεργηθούν έτσι ώστε να μεταβάλουν εύκολα τον ορθόδοξο προσανατολισμό τους και να αμβλύνουν τις αντιστάσεις τους, όπως υπονοείται στο νέο ΠΣ: «Να μη σοκάρονται να περνάνε από τη μια στην άλλη κατάσταση». Να διευκολύνονται, ακόμη κι αν πρόκειται για τη σεξουαλική τους αποχαύνωση και τη διάλυση της οικογένειας ή την αλλαγή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, υπακούοντας στα εκάστοτε προστάγματα της Νέας Εποχής (New Age).
Είναι γνωστό πως οι στόχοι της Νέας Εποχής διευκολύνονται τα μέγιστα, όταν ο άνθρωπος χάσει τον προσανατολισμό και το σκοπό της ζωής του. Η δε επικράτηση ενός πανθρησκειακού μορφώματος – με τη σύγχυση που δημιουργεί – διευκολύνει τα μέγιστα, την επικράτηση της Νέας Τάξης Πραγμάτων για τον 21ο αιώνα· διότι ο άνθρωπος, χάνοντας σταδιακά τη διάκριση της αλήθειας για το Θεό, χάνει, επίσης, τις απορρέουσες απ’ Αυτόν αρχές και αντιστάσεις έναντι του κακού, καθώς και την πολιτιστική του ιδιοπροσωπία. Το έργο αυτό σχεδιάζεται να υπηρετήσει πλέον στο χώρο του ελληνικού σχολείου το νέο ΠΣ για τα Θρησκευτικά .
Στοιχεία προσηλυτισμού στο ΠΣ
Είναι πασιφανές πως το ΠΣ δεν είναι μόνο, συνολικά αντιφατικό και παιδαγωγικά ακατάλληλο, αλλά είναι, επίσης, και επικίνδυνο· διότι διακριτικά διεισδύει και ελέγχει τις πνευματικές και ψυχικές λειτουργίες των μικρών μαθητών, ποδηγετώντας τους να αφομοιώσουν, χωρίς επίγνωση, τις μπερδεμένες πολυθρησκειακές ιδέες από τις οποίες εμφορείται· αυτές στη συνέχεια μπορούν να γίνουν ο τρόπος σκέψης και ζωής, η νέα ηθική και θρησκευτική τους συνείδηση. Πρόκειται για το αδίκημα του προσηλυτισμού σε άλλη πίστη και αυτό αφορά σε ανήλικους μαθητές, οι οποίοι δεν διαθέτουν τις γνώσεις και την κρίση να προστατευθούν, και, φυσικά, δεν υποψιάζονται το αδίκημα σε βάρος τους.
Αυτό το αδίκημα συντελείται παραπλανητικά και παντοιοτρόπως: μέσα από τα «Βασικά θέματα», τις βιωματικές, τις ομαδοσυνεργατικές / διερευνητικές δραστηριότητες, καθώς και εκείνες της δημιουργικής έκφρασης, ιδιαιτέρως δε μέσα από το παιχνίδι, τη μουσική την εικόνα. Γενικά αυτό υλοποιείται με κάθε προσφερόμενο μέσο στο σχολείο, θεσμό που εμπιστεύονται οι μαθητές και, μάλιστα, από εκείνους, οι οποίοι θα έπρεπε να διδάσκουν την αληθινή και όχι την αλλοιωμένη γνώση και να προστατεύουν τους μαθητές τους από τη σύγχυση κι όχι να τη δημιουργούν οι ίδιοι.
Οι συντάκτες του ΠΣ δεν έχουν, καθώς φαίνεται, συνειδητοποιήσει ότι οι ορθόδοξοι χριστιανοί μαθητές ανήκουν στους γονείς τους, οι οποίοι οδήγησαν τα βήματά τους στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Δηλαδή, εν Αγίω Πνεύματι, ανήκουν στον Ιησού Χριστό, ο οποίος με το πανάγιο Αίμα Του ζει και αγιάζει την Εκκλησία. Οι μαθητές σαφώς δεν είναι στη δικαιοδοσία των συντακτών του ΠΣ, για να έχουν δικαίωμα να τους οδηγήσουν στην πανθρησκεία.
Ο Χριστός δεν συσχετίζεται με τους φιλοσόφους-δασκάλους των θρησκειών. Το πρόσωπό του είναι μοναδικής σημασίας για τη σωτηρία του κόσμου, επειδή Εκείνος είναι ο μοναδικός Θεάνθρωπος και Σωτήρας. Η αντίληψη να θεωρείται αυτή η μοναδική σχέση ως έκφραση μονοφωνίας, είναι αντιχριστιανική.
Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΜΑΣ:
Το ΠΣ είναι δομημένο με πολυθρησκειακή δομή. Πρέπει να συνταχθεί εξ αρχής νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών, το οποίο να διδάσκει χωριστά το Χριστιανισμό, με βάση την οντολογία και κοσμοθεωρία του και αντίστοιχα τις θρησκείες με τις δικές τους θέσεις. Ειδικότερα, στο Λύκειο οι μαθητές μπορούν να επεξεργαστούν, με κριτική σκέψη, τις προσφερόμενες γνώσεις. Για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο μπορεί να υπάρξει απλή πληροφόρηση για το θρησκευτικό φαινόμενο και τις θρησκείες, σε ολιγάριθμες ξεχωριστές θεματικές ενότητες στο τέλος του βιβλίου. Η σύνταξη του νέου ΑΠΣ πρέπει να γίνει, έχοντας ως βάση το ΑΠΣ του 2003 και τα βιβλία του 2003-2006, με τις απαιτούμενες διορθώσεις, βελτιώσεις και τον εμπλουτισμό τους με παιδαγωγική και διδακτική μεθοδολογία. Αυτή η εξ΄ αρχής σύνταξη νέου ΠΣ θα είναι μία ενωτική προσπάθεια, που θα πραγματοποιηθεί, αφού συσταθεί μεικτή θεολογική Επιτροπή Παιδείας, χωρίς αποκλεισμούς, με την παρουσία σε αυτήν του Υπουργείου Παιδείας, της Εκκλησίας, των Θεολογικών Σχολών, της ΠΕΘ, και οπωσδήποτε θεολόγων εμπειρογνωμόνων εξειδικευμένων στην Παιδαγωγική και διδακτική του ΜτΘ.
Με τον δέοντα σεβασμόν
Ασπαζόμεθα την δεξιάν Σας
Για το ΔΣ της ΠΕΘ
Ο Πρόεδρος Ο Γενικός Γραμματέας
Κωνσταντίνος Σπαλιώρας Παναγιώτης Τσαγκάρης
Δρ Θεολογίας Mr Θεολογίας
[1] Συντμήσεις: ΠΣ= Πρόγραμμα Σπουδών 2014 ΟΔ.ΕΚΠ.= Οδηγός Εκπαιδευτικού 2014 ΜτΘ = Μάθημα των Θρησκευτικών Θ.Ε. = Θεματική Ενότητα
[2] Υπουργική Απόφαση 113714/Γ2 3-10-2011, ΦΕΚ β 2335/2011.
[9] Απόφαση 115/2012, σ. 24.- Σταθμό στην ιστορία του μαθήματος των Θρησκευτικών αποτελεί η ομόφωνη απόφαση 115/2012, σ. 24, του Διοικητικού Εφετείου Χανίων. Η απόφαση θεμελιώνεται στις επιταγές του Συντάγματος, των νόμων της Ελληνικής Πολιτείας, των Διεθνών Συμβάσεων, των σχετικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ως και του Συμβουλίου της Επικρατείας της χώρας μας. Η απόφαση, με πληρότητα αιτιολογιών και σαφήνεια και με ευκρισία, αντιμετώπισε, ως κεντρικό, το καίριο για την Παιδεία ζήτημα της απαλλαγής των μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών, δεχθείσα ότι δικαίωμα απαλλαγής έχουν αποκλειστικά και μόνον όσοι μαθητές δεν είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Η απόφαση ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών θα είναι σύμφωνη με τις αρχές το Ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος. Η απόφαση, ως Ακυρωτική, έχει ισχύ για όλη την Ελληνική Επικράτεια, δεν εφεσιβάλλεται, η δε εφαρμογή της είναι υποχρεωτική για το Υπουργείο Παιδείας.
[11] ΠΣ, σ. 13, ΟΔ.ΕΚΠ., σ. 36.
[13] ΠΣ, σ. 12. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι συντάκτες του νέου ΠΣ αναφέρονται με αυτές τις εκφράσεις για την ορθόδοξη διδασκαλία στους μαθητές, θεωρώντας την ως «ιδεολογικό εγκιβωτισμό σε απολυτοποιημένες ερμηνείες και στάσεις ζωής»
[14] ΟΔ. ΕΚΠ., σ. 59. Το ερώτημα είναι πώς και γιατί οι συγκεκριμένοι ορθόδοξοι θεολόγοι, οι οποίοι λόγω ειδικών συγκυριών τοποθετήθηκαν υπεύθυνοι για να καταρτίσουν ένα νέο ΠΣ στο μάθημα των θρησκευτικών, θεωρούν την ορθόδοξη παράδοση και διδασκαλία και κυρίως τη συμμόρφωση των μαθητών στις χριστιανικές αρχές και στα χριστιανικά πρότυπα ωςθρησκευτική απολυτότητα που πρέπει μέσω του ίδιου του μαθήματος να ξεπεραστεί, δηλαδή να απορριφθεί.
[16] ΠΣ, σ. 11, ΟΔ.ΕΚΠ., σ. 36.
[17] Τη διευκρίνιση αυτή έδωσαν οι εμπειρογνώμονες του τομέα της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στην Ευρώπη, η κ. ClaudiaLenz και ο κ. Peter Schreiner, ως βασικοί ομιλητές, στην ημερίδα που διοργάνωσε η Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης, σε συνεργασία με το Συμβούλιο της Ευρώπης, το The European Wergeland Centre και τον Παγκρήτιο Σύνδεσμο Θεολόγων στις 15 Μαΐου 2015, με θέμα: «Οι θρησκευτικές και μη θρησκευτικές πεποιθήσεις στη διαπολιτισμική εκπαίδευση», στο Κολυμπάρι Χανίων. Η εισήγησή τους είχε θέμα: «Εισαγωγή στην προβληματική της Ημερίδας ως προς την εφαρμογή των Οδηγιών (Recommendation) του Συμβουλίου της Ευρώπης και του “Signposts”. Έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί η Οδηγία (Recommendation CM/Rec(2008)12) ως υποχρεωτική, ενώ σύμφωνα με το Καταστατικό του Συμβουλίου της Ευρώπης, οι «Συστάσεις» του δεν είναι σε καμία περίπτωση υποχρεωτικές διά κανένα κράτος και ούτε μπορεί να γίνουν, διότι το κάθε κράτος μέλος έχει διαφορετικό καθεστώς-σχέση για τα θρησκευτικά θέματα. Όσον αφορά δε το «Signposts», πρόκειται για προσωπική άποψη μιας μικρής ομάδας, η δε άποψη αυτή δεν έχει υιοθετηθεί από κανένα έγκυρο όργανο, διεθνές ή ευρωπαϊκό. Αυτό που ισχύει στη Νορβηγία είναι η απόφαση Folgero, την οποία επικαλείται η απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων.
Είναι φανερό ότι οι λόγοι αλλαγής του προσανατολισμού του ΜτΘ σχετίζονται με «οδηγίες πλεύσης» από εκπροσώπους κέντρων εκτός Ελλάδος, τα οποία εδώ και δεκαετίες υπηρετούν αυτές τις ιδέες και επιδιώκουν να γίνουν ο νέος προσανατολισμός του ΜτΘ και μέσω αυτού, αυτός ο προσανατολισμός να περάσει στους πολίτες του 21ου αιώνα (Βλ. ΟΔ. ΕΚΠ. σ.10-24, 42-47 κ.α.).
Από την ιδεολογία των χώρων προέλευσης των επιστημόνων γίνονται αντιληπτές χαρακτηριστικές γραμμές των θεωριών τους, καθώς και των Προγραμμάτων που διοργανώνουν. Για παράδειγμα, το κέντρο ”The European Wergeland Centre” το οποίο χρηματοδοτεί σειρά προγραμμάτων με θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη διαπολιτισμική εκπαίδευση, το ολοκαύτωμα, το ρατσισμό, την ομοφοβία, τις θρησκευτικές διακρίσεις κ.α. χρωστά το όνομά του στον Νορβηγό ποιητή Henrik Wergeland, ο οποίος πάλεψε για θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης, για να επιτραπεί η είσοδος των Εβραίων στην χώρα του και για τη θρησκευτική ανοχή, ενώ είχε κάνει μία μίξη όλων των θρησκειών: Βουδισμού, Ινδουισμού, Χριστιανισμού, Στωικών φιλοσόφων κ.α. όπως φαίνεται από τα γράμματα και από τα ποιήματά του, κυρίως, από το ποίημά του Creation, Man and theMessiah. Στο ποίημα αυτό ο Χριστός δεν ταυτίζεται με τον Μεσσία… Απλώς έφερε το μήνυμα της αγάπης. Το κέντρο χρηματοδοτείται από πλούσιους πολίτες, προφανώς ανθρώπων που συμμερίζονται τις ιδέες και τους σκοπούς του, καθώς και από το Συμβούλιο της Ευρώπης, για την προώθηση των προγραμμάτων του.
Υπάρχουν και άλλα παρόμοια κέντρα, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση για τις Θρησκείες του Κόσμου στην Εκπαίδευση (EAWRE). Είναι μια ανεξάρτητη ένωση μελετητών και εκπαιδευτικών, η οποία προάγει θέματα που σχετίζονται με τις θρησκείες παγκοσμίως και ενισχύει τον πολυθρησκειακό προσανατολισμό της εκπαίδευσης. Άλλοι φορείς είναι: Το Ευρωπαϊκό Φόρουμ για τη Θρησκευτική Εκπαίδευση στα σχολεία (EUFRES), η Διεθνής Ένωση για το μάθημα των Θρησκευτικών που προωθεί τις προτεσταντικές αντιλήψεις) για το ΜτΘ (IV), η Arigatou International κ.ά.
Λογικό είναι οι επιστήμονες που συνεργάζονται με τα κέντρα αυτά – εκ των οποίων οι περισσότεροι έχουν σπουδάσει προτεσταντική θεολογία, αλλά και οποιαδήποτε άλλη επιστήμη – να εργάζονται σε Προγράμματα για τη διάδοση των ανωτέρω ιδεών στην Ευρώπη και στον κόσμο. Ένα τέτοιο Πρόγραμμα είναι και το ΠΣ του 2011 που αναθεωρήθηκε το 2014. Το καίριο ζήτημα είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί, χωρίς ίχνος ορθόδοξων βιωμάτων, χωρίς γνώση της ορθόδοξης Θεολογίας, οργανώνουν Προγράμματα με Έλληνες, που είναι θεολόγοι ή έχουν σπουδάσει άλλες ειδικότητες, και επιδιώκουν να ρυθμίζουν τον προσανατολισμό και την εξέλιξη του ορθόδοξου ΜτΘ. Τις ιδέες και τα αποτελέσματα των προσπαθειών αυτών των Οργανισμών διαπιστώνονται στο υπό εξέταση ΠΣ 2014.
Εκ των ανωτέρω είναι προφανές, αλλά και ερμηνεύεται, γιατί ενώ υπήρχε το ΑΠΣ του 2003, το οποίο ήταν λειτουργικό και αποδεκτό από όλους, προχώρησαν στο εν λόγω πολυθρησκειακό μόρφωμα, προκειμένου να υλοποιήσουν τους στόχους της Νέας Εποχής.
[20] Γαλ. 3, 28: «οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ».
[21] Ακόμη και σε εμπόλεμη περίοδο, παρά την απόλυτη πτωχεία τους, οι Έλληνες, με βάση την Ορθόδοξη συνείδησή τους, μοιράστηκαν το ελάχιστο φαγητό με κάθε κατατρεγμένο και έσωσαν τη ζωή αλλοεθνών, διακινδυνεύοντας τη δική τους.
[22] Ματθ. 5, 43-45: «᾿Ηκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου. ᾿Εγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς, ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους».
[23] Σύμφωνα με το άρθρου 1 του ισχύοντος Νόμου 1566/1985, άρθρ. 1, παρ. α, σκοπός της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης είναι εκτός των άλλων να «υποβοηθάει τους μαθητές να εμπνέονται από αγάπη προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης» και με το άρθρο 6 παρ. β «να συνειδητοποιούν την βαθύτερη σημασία του ορθοδόξου χριστιανικού ήθους …. ». Βλ. και Απόφαση Διοικητικού Εφετείου 115/2012, σ. 15-16.
[25] Διάταξη του άρθρου 13 του Συντάγματος: “1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. 2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται.”.
Διάταξη του άρθρου 16 [παρ. 2] του Συντάγματος: “Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες”.
Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης της 4ης Νοεμβρίου 1950: “Περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών”, που κυρώθηκε το πρώτον με τον νόμο 2329/1953 [φ. 68, Α] και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 [φ. 256, Α] και έχει, ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ, με το μεν άρθρο 9 κατοχυρώνει το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, με το άρθρο δε 2 του Α΄ προσθέτου πρωτοκόλλου, ορίζει ειδικότερα τα εξής: “Ουδείς δύναται να στερηθεί του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή. Παν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων, όπως εξασφαλίζωσιν της μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην, συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις”.
Άρθρο 9 της ΕΣΔΑ: «1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας, το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως, ή συλλογικώς δημοσία ή κατ’ ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας, και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. 2. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων».
Άρθρο 2 του 1ου Πρόσθετου Πρωτόκολλου ΕΣΔΑ: «Ουδείς δύναται να στερηθή του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή. Παν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσι την μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις.
Άρθρο 18 §4 ΔΣΑΠΔ 4. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση να σέβονται την ελευθερία των γονέων ή των νόμιμων κηδεμόνων, να φροντίζουν για τη θρησκευτική και ηθική αγωγή των παιδιών τους σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους.
[26] Βλ. συνημμένο, Σημεία της Απόφασης 115/2012 που αναφέρονται στο Ορθόδοξο μάθημα, τα βιβλία και τις ώρες διδασκαλίας.
[27] Απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων 115/2012, σ. 24.
[28] Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, Νόμος 590/77 άρθρο 2, άρθρο 9. Βλ. Γεωργίου Η. Κρίππα, Το ατομικόν δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας της Εκκλησίας να καθορίζει η ιδία την ύλην του ΜτΘ, Ορθόδοξος Τύπος, 20 και 27/12/2013 http://aktines.blogspot.gr/2013/12/blog–post_6068.html http://aktines.blogspot.gr/2013/12/blog–post_27.html.
[31] ΟΕ, σ. 256. Είναι σαφές ότι οι συντάκτες επιδιώκουν την αλλαγή της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών έτσι ώστε αυτή να μην σχετίζεται με την εκκλησία και να μην είναι ορθόδοξη εκκλησιαστική. Για αυτό με εύσχημο τρόπο αναφέρεται ότι στο σχολείο, με το νέο τους ΠΣ και το νέο παιδαγωγικό σκοπό, στα θρησκευτικά θα καλλιεργείται μια άλλη θρησκευτική συνείδηση διαφορετική από την εκκλησιαστική.
[39] ΦΕΚ 303/13-03-2003, τ. Β’ και ΦΕΚ 406/5-5-1998 (Υπουργική απόφαση Γ2/2289/26-3-1998).
[40] ΠΣ, σ. 17., όπου αποδεικνύεται ότι οι συντάκτες του ΠΣ δέχονται, πόσο σημαντικό θέμα είναι η οικεία θρησκευτική παράδοση για την καλλιέργεια της ταυτότητας και της ιδιοπροσωπίας του ελληνορθόδοξου Χριστιανού: «Η θρησκεία είναι βασική διοικούσα του πολιτισμού ενός λαού, περιλαμβάνει και νοηματοδοτεί ουσιώδη πολιτιστικά γεγονότα της ζωής του, συγκροτεί και χαρακτηρίζει την πολιτισμική ταυτότητά του» (ΠΣ σ.13). Αν οι εν λόγω συντάκτες, όμως, πίστευαν αληθινά αυτά που οι ίδιοι γράφουν, θα έπρεπε να σεβαστούν την ορθόδοξη πίστη και να μην τη συμφύρουν με θρησκευτικά πρότυπα και χαρακτηριστικά ξένα προς τον τοπικό πολιτισμό, αλλά να βρουν τον τρόπο, όπως τον είχαν βρει και στο ισχύον Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών να παραθέτουν σε ξεχωριστές διδακτικές ΘΕ κάποια στοιχεία και για τις άλλες θρησκείες. Η μείξη και ο ακταρμάς των θρησκειών που κάνουν αποτελεί άλλο ένα σημείο στο οποίο εντοπίζεται η πρόθεση εξαπάτησης εκ μέρους των συντακτών του ΠΣ. Πολύ δε περισσότερο προξενεί εντύπωση η αδιαλλαξία, το πείσμα και η εμμονή που επιδεικνύουν ως απάντηση σε όσες κριτικές ασκούνται για το θέμα του συνονθυλεύματος!
[85] Μτ. 3, 17 Μκ. 1, 1 Ιω. 11, 27 κ.α.
[86] Λκ. 2, 11 Ιω. 4, 42 Πρ. 5, 31 Φιλ. 3, 20 κ.α.
[95] ΠΣ, σ. 23, όπου «προσεγγίζεται η θρησκεία αυτή καθεαυτή· δηλαδή, πρόκειται για μια σταδιακή χαρτογράφηση και αναγνώριση των βασικών εξωτερικών χαρακτηριστικών της. Στη βαθμίδα αυτή παρέχονται αφηγηματικά στοιχεία γύρω από τα πρόσωπα, τα έθιμα, τα σύμβολα, τις παραδόσεις, την ιστορία, τα μνημεία, την κοινωνική και πολιτιστική ζωή των θρησκευτικών παραδόσεων».
[111] ΠΣ, σ. 31, ΟΔ.ΕΚΠ., σ. 45-46.
[120] Την ημερίδα διοργάνωσε το Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης, στις 12/03/2014 http://www.youtube.com/watch?v=b–l9PdauGog#t=194.
http://www.petheol.gr/nea/analytikoypomnematespethgiataproblematatouanatheoremenouprogrammatosspoudon2014pouestalestenierasynodotesierarchiastesekklesiastesellados
Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πρόταση της ΠΕΘ προς την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαρτίου, 2016
Αθήνα, 8 Μαρτίου 2016
Αριθμ. Πρωτ.: 37
Προς
Τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμον, Πρόεδρον και άπαντες τους Ιεράρχες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος
ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΕΝΩΣΕΩΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Μακαριώτατε,
Άγιοι Αρχιερείς,
Με μεγάλη χαρά και ικανοποίηση δεχθήκαμε και δεχόμαστε το ενδιαφέρον της Εκκλησίας μας για το μάθημα των Θρησκευτικών, που εκδηλώνεται έμπρακτα με τη συζήτηση των θεμάτων, που άπτονται του χριστιανικού χαρακτήρα και του περιεχομένου του μαθήματος και ο οποίος διεξάγεται στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο πλαίσιο του ισχύοντος Καταστατικού χάρτη της Εκκλησίας, του Συντάγματος, των νόμων και της νομολογίας.
Γνωρίζετε τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το μάθημα των Θρησκευτικών από «έσωθεν» και «έξωθεν» προερχόμενους σχεδιασμούς, που επιχειρούν την απομάκρυνσή του από τον Χριστοκεντρικό του στόχο.
Θα σας παρακαλούσαμε, στο πλαίσιο της θεάρεστης προσπάθειάς σας να συμβάλλετε Συνοδικά στην επίλυση των προβλημάτων αυτών, να αποδεχθείτε τη συνεισφορά μας σε αυτόν τον διάλογο, εάν και όπου αυτή κριθεί αναγκαία.
Μέλη της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων, (Πανεπιστημιακοί και μάχιμοι εκπαιδευτικοί) έχουν πολυετή εμπειρία και ειδικές γνώσεις και σπουδές στα αντικείμενα της Παιδαγωγικής και της Διδακτικής του μαθήματος των Θρησκευτικών και μπορούν να συνεισφέρουν στην απαιτούμενη Θεολογική – Παιδαγωγική και Διδακτική γνωσιοθεωρία για μια πραγματική ορθόδοξη χριστιανική αναβάθμιση του μαθήματός μας.
Με τον δέοντα σεβασμόν
Ασπαζόμεθα την δεξιάν Σας
Για το ΔΣ της ΠΕΘ
Ο Πρόεδρος Ο Γενικός Γραμματέας
Κωνσταντίνος Σπαλιώρας Παναγιώτης Τσαγκάρης
Δρ Θεολογίας Mr Θεολογίας
http://www.petheol.gr/nea/protasetespethprostenierasynodotesierarchiastesekklesiastesellados
Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου ενώπιον της Ιεραρχίας για το μάθημα των Θρησκευτικών(9/3/2016)
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαρτίου, 2016
Εἰσήγηση
Ἐνώπιον τῆς ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
τήν 9ην Μαρτίου 2016, μέ θέμα:
Τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στήν Ἐκπαίδευση
Μ α κ α ρ ι ώ τ α τ ε Π ρ ό ε δ ρ ε,
Σ ε β α σ μ ι ώ τ α τ ο ι Ἱ ε ρ ά ρ χ α ι,
Εὐχαριστῶ τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμο καί τά Μέλη τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου πού μοῦ ἀνέθεσαν νά ἀσχοληθῶ μέ τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στήν Μέση Ἐκπαίδευση καί στήν συνέχεια νά εἰσηγηθῶ τό θέμα στήν παροῦσα Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Νά ὑπογραμμίσω ὅτι ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος μοῦ ἀνέθεσε νά εἰσηγηθῶ τό θέμα σέ κοινή Συνεδρίαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μέ τούς Κοσμήτορας καί τούς Προέδρους τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, καί μέ τούς δύο Προέδρους τῶν Συλλόγων τῶν Θεολόγων, ἤτοι τήν Πανελλήνια Ἕνωση Θεολόγων (ΠΕΘ) καί τόν Πανελλήνιο Θεολογικό Σύνδεσμο «Καιρός», παρόντος καί τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου τῆςἹερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κ. Θεοδώρου Παπαγεωργίου. Ἡ εἰσήγηση αὐτή υἱοθετήθηκε ἀπό τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο καί ὡς πρός τό περιεχόμενο καί ὡς πρός τήν πρόταση.
1. Ἡ κοινή Συνεδρίαση μεταξύ τῆς Δ.Ι.Σ. καί θεολόγων καθηγητῶν
Στήν εἰσήγησή μου πού πραγματοποιήθηκε στήν κοινή Συνεδρίαση μεταξύ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῶν προαναφερθέντων καθηγητῶν-θεολόγων ἀναλύθηκε, ὅσον τό δυνατόν πληρέστερα στό πλαίσιο μιᾶς εἰσήγησης, τό θέμα τῆς διδασκαλίας τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, τόσο τοῦ ἰσχύοντος Προγράμματος ὅσο καί τοῦ νέου προτεινομένου Προγράμματος Σπουδῶν.
Ἡ εἰσήγηση συμπεριελάμβανε τέσσερεις ἑνότητες.
Στήν πρώτη ἑνότητα ἔγινε ἀνάλυση γιά τήν κατά καιρούς συζήτηση τοῦ θέματος τῶν Θρησκευτικῶν στήν Ἱερά Σύνοδο. Πράγματι, πάντοτε, ἀλλά ἰδιαιτέρως τά τελευταῖα χρόνια τό θέμα συνεζητεῖτο στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, ἀναγνώσθηκαν ἐμπεριστατωμένες εἰσηγήσεις Ἱεραρχῶν, ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος διοργάνωνε ἐπανειλημμένες συσκέψεις μεταξύ τῶν μελῶν της καί τῶν καθηγητῶν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν καί τῶν Θεολογικῶν Συλλόγων, διοργάνωσε δέ καί Ἡμερίδα ὅπου μελετήθηκε τό θέμα. Ὅμως ἐνῶ συζητοῦσε τό θέμα τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, ἐν τούτοις δέν εἶχε λάβει κάποια συγκεκριμένη ἀπόφαση.
Στήν δεύτερη ἑνότητα ἔγινε ἀνάλυση τοῦ θέματος τοῦ περιεχομένου τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν.
Κατ’ ἀρχάς ἀναλύθηκαν οἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (3356/1995 καί 2176/1998) καί τοῦ Διοικητικοῦ Ἐφετείου Χανίων (115/2012), μέ τίς ὁποῖες ἑρμηνεύθηκε τό Σύνταγμα πού ἀναφέρεται «στήν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς συνείδησης», ὅπως γράφεται στό 16 ἄρθρο του καί τό σημαντικό εἶναι ὅτι ἑρμηνεύθηκε τό ἄρθρο αὐτό τοῦ Συντάγματος σέ σχέση μέ τό 13ο ἄρθρο γιά τόν σεβασμό τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως καί τό ἄρθρο 3 πού χαρακτηρίζει τό ὀρθόδοξο δόγμα ὡς «ἐπικρατοῦσα Θρησκεία», πού σημαίνει ὅτι «ἡ συντριπτική πλειοψηφία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πρεσβεύει τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία».
Εἰδικότερα ἡ Ἀπόφαση τοῦ Διοικητικοῦ Ἐφετείου Χανίων ἀποφάνθηκε ὅτι τό Μάθημα Θρησκευτικῶν ὅπως διδάσκεται μέ τά ἰσχύοντα βιβλία κινεῖται μέσα στήν πλαίσια τοῦ πλουραλισμοῦ, τῆς πολυφωνίας καί τῆς πολυπολιτισμικότητας καί ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι μαθητές δέν μποροῦν νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ὅσους λόγους καί ἄν ἐπικαλεσθοῦν, ἀλλά ἐπιτρέπεται νά ἀπαλλαχθοῦν μόνον, ὅπως ἀποφάνθηκε καί τό Σ.τ.Ε., οἱ ἄθρησκοι, οἱ ἀλλόθρησκοι ἤ ἑτερόδοξοι μαθητές μέ αὐστηρῶς προδιαγραφόμενες προϋποθέσεις.
Ἔπειτα, ἀναλύθηκε ὅτι δέν ἰσχύουν οἱ χαρακτηρισμοί πού ἔχουν δοθῆ ὅτι τό ἰσχύον μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν εἶναι κατηχητικό-ὁμολογιακό καί ὅτι τό νέο προτεινόμενο Πρόγραμμα εἶναι θρησκειολογικό ἤ ὑπερβαίνει τόσο τόν κατηχητικό ὅσο καί τόν θρησκειολογικό χαρακτήρα. Στήν πραγματικότητα τό μάθημα, πού διδάσκεται στούς μαθητές εἶναι γνωσιολογικό, πολιτισμικό, μέ θρησκειολογική ἀναφορά, ἐνῶ τό προτεινόμενο Πρόγραμμα εἶναι περισσότερο διαθρησκειακό καί μερικοί τό χαρακτηρίζουν καί συγκρητιστικό, πράγμα τό ὁποῖο ὅσοι τό ἐκπόνησαν τό ἀρνοῦνται.
Στήν συνέχεια ἔγινε ἀνάλυση τόσο τῶν βιβλίων τά ὁποῖα διδάσκονται σήμερα στά Σχολεῖα τῆς Μέσης Ἐκπαίδευσης ὅσο καί τοῦΠρογράμματος Σπουδῶν στήν Στοιχειώδη καί Μέση Ἐκπαίδευση. Ἐπίσης, παρουσιάσθηκαν τά πλεονεκτήματα καί μειονεκτήματα καί τῶν δύο αὐτῶν Προγραμμάτων.
Ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά κατέληξα στήν ἑξῆς συνθετική πρόταση, πού τελικά ἔγινε ἀποδεκτή:
«Ἡ πρότασή μου, λοιπόν, εἶναι νά ἐπικεντρωθῆ τό ἐνδιαφέρον στό τρέχον Πρόγραμμα μέ τήν δική του θεματική μεθοδολογία, στόὁποῖο ὅμως νά γίνουν μερικές βελτιώσεις, ἐντάσσοντάς το στά σύγχρονα παιδευτικά δεδομένα, ὁπότε νά εἰσαχθοῦν σέ κάθε βιβλίο –ὄχι σέ κάθε μάθημα– μερικά κεφάλαια θρησκειολογικά, ἀνάλογα μέ τήν θεματολογία τοῦ βιβλίου, ἀφοῦ ὅμως δοθῆ προτεραιότητα στήν ὀρθόδοξη παράδοση, τήν ὁποία ἀκολουθεῖ ἡ πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἀλλά καί νά χρησιμοποιηθοῦν ὡς ἐφαρμογές καί τά καλά στοιχεῖα τοῦ Νέου Προγράμματος Σπουδῶν.
Αὐτή ἡ πρόταση εἶναι σύμφωνη μέ τό Σύνταγμα, τίς ἀποφάσεις τῶν Ἀνωτάτων Διοικητικῶν Δικαστηρίων τῆς Χώρας μας καί τῆς εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς. Ὡστόσο, μόνον οἱ ἑτερόδοξοι, ἑτερόθρησκοι καί οἱ ἄθρησκοι ἔχουν τό συνταγματικό δικαίωμα νά ζητήσουνἀπαλλαγή ἀπό τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, γιά λόγους θρησκευτικῆς συνειδήσεως, μέ τήν ὑποχρέωση ὅμως νά διδαχθοῦν ἄλλο μάθημα».
Νομίζω ὅτι ἔχετε ὅλοι λάβει γνώση αὐτῆς τῆς εἰσηγήσεως, διότι ἔχει δημοσιευθῆ εὐρύτατα καί ἔγινε σχετική συζήτηση. Ἁπλῶς νάἀναφέρω ὅτι τόσο ἡ εἰσήγηση ὅσο καί ἡ πρόταση ἔγινε ὁμοφώνως ἀποδεκτή ἀπό τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο. Συγχρόνως ἐπαινέθηκε ἀπ’ὅλους τούς παρευρισκομένους Κοσμήτορες καί Προέδρους τῶν Τμημάτων τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, ὅπως καί τοῦ Προέδρου τῆς Πανελλήνιας Ἕνωσης Θεολόγων μέ τίς σχετικές παρατηρήσεις, τίς ὁποῖες ἔκανε ὁ καθένας. Πάντως, οἱ ἀνωτέρω προφορικῶς καί μέ γραπτά κείμενα τά ὁποῖα κατέθεσαν στήν Ἱερά Σύνοδο τόνισαν ὅτι κινοῦνται στήν ἴδια προοπτική. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Πανελλήνιου Θεολογικοῦ Συνδέσμου Καιρός διατύπωσε τίς ἀπόψεις του καί ὑποστήριξε τό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν, τό ὁποῖο, ὅπως εἶπε, δέν εἶναι μέν τέλειο, ἀλλά πολύ καλό καί ὁ καθηγητής πού θά τό διδάξη, θά τό βελτιώση. Σημαντική παρέμβαση ἔκανε καί ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Καισαριανῆς, Πρόεδρος τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐκπαιδεύσεως καί Ἐπιμορφώσεως τοῦ ἘφημεριακοῦΚλήρου, ὁ ὁποῖος τόνισε ὅτι ἡ πρόταση αὐτή εἶναι ἀποδεκτή ἀπ’ ὅλους.
2. Τό «Ἀναλυτικό Πρόγραμμα» καί τό «Πρόγραμμα Σπουδῶν»
Κατά καιρούς διάβαζα τά ὅσα γράφονταν γύρω ἀπό τό Μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, μάλιστα ὅταν ἤμουν Συνοδικός Ἀρχιερεύς, τήν περίοδο 2009-2010, ἔγινε καί σχετική συζήτηση στήν Ἱερά Σύνοδο. Τελευταῖα, ὅμως, ἡ συζήτηση αὐτή ἔλαβε διαστάσεις, διατυπώθηκαν δύο συγκεκριμένες προτάσεις καί διοργανώθηκαν διάφορα Συνέδρια, ὑποστηρίζοντας τίς ἀπόψεις τῶν διοργανωτῶν τους.
Πρόσφατα, ὅταν ἔγινε μιά σχετική συζήτηση τόν Δεκέμβριο τοῦ 2015 στήν Ἱερά Σύνοδο, τῆς ὁποίας ἔχω τήν τιμή νά εἶμαι μέλος, καί διέβλεψα τήν ἀνησυχία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου καί τῶν Μελῶν τῆς Συνόδου γιά τόν παρατεινόμενο θόρυβο γύρω ἀπό τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν διετύπωσα μερικές ἀπόψεις ἀπό τίς πρῶτες ἐντυπώσεις μου πούἀπεκόμισα ἀπό τήν μελέτη τῶν βοηθημάτων τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στήν Μέση Ἐκπαίδευση. Τά ἴδια, βεβαίως, ἰσχύουν καί γιά τά βιβλία τῶν Θρησκευτικῶν στήν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Ἔτσι, ἡ Ἱερά Σύνοδος μοῦ ἀνέθεσε νά εἰσηγηθῶ τό θέμα σέ κοινή Συνεδρίαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μέ τούς Θεολόγους Καθηγητές, ὅπως προαναφέρθηκε.
Στό σημεῖο αὐτό, κρίνω σκόπιμο νά κάνω τήν διάκριση μεταξύ τοῦ «Ἀναλυτικοῦ Προγράμματος» καί τοῦ «Προγράμματος Σπουδῶν». Σέ κείμενο τοῦ Ἰωάννου Φύκαρη, καθηγητοῦ τῆς Διδακτικῆς Μεθοδολογίας τοῦ Παιδαγωγικοῦ Τμήματος Δημοτικῆς Ἐκπαίδευσης τοῦΠανεπιστημίου Ἰωαννίνων, μέ θέμα «Δομική προσέγγιση τοῦ νέου Προγράμματος Σπουδῶν τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στόἑλληνικό Σχολεῖο: Κοινωνικο-διδακτικοί προσδιορισμοί καί ἐρωτήματα», ἀνευρίσκει κανείς σημαντικές παρατηρήσεις γιά τό θέμα αὐτό.
Στήν ἀρχή τοῦ ἐπιστημονικοῦ αὐτοῦ κειμένου τίθεται τό ἐρώτημα: «Ἀναλυτικό Πρόγραμμα» ἤ «Πρόγραμμα Σπουδῶν»; Καίἀναλύεται διεξοδικά ἡ διαφορά μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο τύπων διδασκαλίας.
Μέ τόν ὅρο «Ἀναλυτικά Προγράμματα» πού ἰσχύουν μέχρι τώρα καί βάσει αὐτῶν ἐγράφησαν τά βιβλία τά ὁποῖα διδάσκονται καί σήμερα οἱ μαθητές, «νοεῖται ὁ λεπτομερής σχεδιασμός συγκεκριμένης διδασκαλίας, ἡ ὁποία βασίζεται σέ τεκμηριωμένους καί σαφῶς διατυπωμένους στόχους μάθησης, πού βρίσκονται σέ πλήρη συνάρτηση μεταξύ τους καί ἡ πραγμάτωσή τους μπορεῖ νά ἐλεγχθεῖ».Ἀντίθετα, τό Πρόγραμμα Σπουδῶν σχετίζεται μέ τό «Πρόγραμμα Διαδικασίας», τό ὁποῖο «παύει νά εἶναι ἀναλυτικό ἀλλά γενικευτικοῦχαρακτήρα, μέ γενικές προσεγγίσεις καί πολυεπίπεδες ἐπιλογές, πού ὑπερβαίνει τήν τυποποίηση καί καθίσταται περισσότερο Πρόγραμμα μάθησης ἤ ὅπως ὁρίζεται στήν παιδαγωγική ἐπιστήμη “Πρόγραμμα Σπουδῶν”». Αὐτό σημαίνει ὅτι τό Πρόγραμμα Σπουδῶν διαφοροποιεῖται ἀπό τά ἕως τώρα ὑπάρχοντα «Ἀναλυτικά Προγράμματα».
Γενικά, τό «Πρόγραμμα Σπουδῶν» στηρίζεται στήν θεωρία τῆς «κοινωνικῆς ἀναδόμησης». Ἔτσι, «ἡ κυρία στόχευση τῆς θεωρητικῆς αὐτῆς τεκμηρίωσης εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση τῶν “ἀνεπιθύμητων” πτυχῶν τῆς κουλτούρας μιᾶς κοινωνίας καί τῆς ἀντικατάστασής τους μέἄλλες, περισσότερο κατά τήν περίπτωση “ἐπιθυμητές”. Ἐπιχειρεῖται οὐσιαστικά ἡ ἀναδόμηση τῆς κουλτούρας, ἔτσι ὥστε οἱ μαθητές νάἐπιτύχουν τήν ἐξυπηρέτηση τῶν ἀναγκῶν πού προκαλοῦνται, προωθοῦνται ἤ ἀναδεικνύονται στήν ἑκάστοτε κοινωνία ἀναφορᾶς».
Ὁ καθηγητής Φύκαρης ἐπισημαίνει ὅτι «ἄλλο εἶναι ἡ πολυπολιτισμική ἀποδοχή καί ἄλλο εἶναι ἡ ἀναδόμηση τοῦ πολιτισμικοῦ προφίλ μιᾶς κοινωνίας ἤ ἑνός ἔθνους». Ἄλλο εἶναι «ἡ ἀποδοχή τῆς “διαφορετικότητας”, ὡς σύνολο ἰδιαίτερων χαρακτηριστικῶν, πού πρέπει νά λαμβάνονται ὑπόψη ἀπό τό ἐκπαιδευτικό σύστημα καί τόν ἐκπαιδευτικό, καί ἄλλο ἡ ὁλική ἀνατροπή τῶν δομικῶν χαρακτηριστικῶν τῆς κοινωνίας, στήν ὁποία ἐπιθυμεῖ νά ἐνταχθεῖ τό ἄτομο, τό ὁποῖο φέρει ἰδιαίτερα κοινωνικά ἤ πολιτισμικά χαρακτηριστικά».
Στό κείμενο αὐτό γίνεται μιά εὐρύτερη ἀναφορά στό γιατί γίνεται αὐτή ἡ ἀλλαγή, καί γιατί τό Ἵδρυμα Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς τοῦὙπουργείου Παιδείας Ἔρευνας καί Θρησκευμάτων πέρασε ἀπό τό «Ἀναλυτικό Πρόγραμμα» πού ἴσχυε μέχρι τώρα στό «Πρόγραμμα Σπουδῶν», συγχρόνως δίνει σημαντικά παραδείγματα ἀπό τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν, πού δείχνει αὐτήν τήν ἀλλαγή. Ἐπισημαίνει δέ ὅτι: «Ἐξ ἀφορμῆς ὅλων αὐτῶν τῶν ἐξελίξεων ἐπισημάνθηκε καί ἐπισημαίνεται ἐντός τοῦ νέου ΠΣ τοῦ ΜτΘ ὅτι ἡ θρησκεία ἀποτελεῖμιά προσωπική ἐμπειρία καί, ὡς ἐκ τούτου, προτείνεται ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος νά μήν δομεῖται στή βάση τῆς “ἀντικειμενικῆς” τῆς Βίβλου καί τῶν Δογμάτων, ἀλλά πάνω στίς “ὑποκειμενικές” ἐμπειρίες ζωῆς τῶν μαθητῶν».
Μελέτησα καί τά δύο αὐτά Προγράμματα καί κατέληξα σέ μερικές παρατηρήσεις.
Τά ἰσχύοντα βιβλία τῶν Θρησκευτικῶν γιά τά Δημοτικά καί τά Γυμνάσια συγγράφηκαν μέ τό Ἀναλυτικό Πρόγραμμα πού εἶχεἐκπονηθεῖ τό 2003 καί εἰσήχθησαν στά σχολεῖα τά ἔτη 2005-2007, δηλαδή σχετικά πρόσφατα. Ἀλλά τό ἔτος 2010-2011 οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας προχώρησαν στήν ἐκπόνηση νέων Προγραμμάτων, πού δέν εἶναι ἀναλυτικά, ἀλλά θεματικά καίἐφαρμόσθηκαν πιλοτικά σέ 68 Γυμνάσια στήν Ἐπικράτεια, τό ἔτος 2011-2014. Αὐτό σημαίνει ὅτι τώρα διδάσκεται σέ ὅλα τά Γυμνάσια τό ἰσχύον Πρόγραμμα καί ἐπίκειται αὐτό πού ἐφαρμόσθηκε πιλοτικά νά ἐπεκταθῆ σέ ὅλα τά Γυμνάσια τῆς Χώρας. Τό ἴδιο συμβαίνει γιά τό Πρόγραμμα στά Δημοτικά Σχολεῖα.
Τά βιβλία τῶν Θρησκευτικῶν πού ἰσχύουν σήμερα γιά τά Λύκεια συγγράφηκαν τό ἔτος 1999 ἀπό ἱκανούς καί γνωστούς θεολόγους,ὅπως οἱ: Γκότσης, Μεταλληνός, Φίλιας, Μόσχος, Δρίτσας, Παπαλεξανδρόπουλος, Μπέγζος, Παπαθανασίου.
Ὅμως, τό ἔτος 2015 ἐκπονήθηκε τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν γιά τά Λύκεια, τό ὁποῖο δέν ἔχει ἀκόμη ἐφαρμοσθῆ πιλοτικά σέ κάποιονἀριθμό Λυκείων καί δέν γνωρίζω ποιά εἶναι ἡ πρόθεση καί ὁ σκοπός τῶν ὑπευθύνων τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας γιά τά περαιτέρω, δηλαδή ἄν θά ἐφαρμοσθῆ πιλοτικά σέ μερικά Λύκεια καί στήν συνέχεια νά γενικευθῆ ἡ ἐφαρμογή του σέ ὅλα τά Λύκεια.
Θά πρέπει, ἐπίσης, νά σημειωθῆ ὅτι ἐνῶ τό ἰσχύον Πρόγραμμα, χωρίς νά ἀξιολογηθῆ ἀρκούντως ἀπό μαθητές, θεολόγους Καθηγητές, Σχολικούς Συμβούλους, γιά νά ἀπορριφθῆ ὡς ἀκατάλληλο –ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων ΠεριφερείαςἨπείρου Τριαντάφυλλος Σιούλης, διδάκτωρ Φιλολογίας-θεολόγος– ἐν τούτοις ἐκπονήθηκαν νέα Προγράμματα Σπουδῶν, καί γιά ὅλα τά μαθήματα, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, καί ἐντάχθηκαν στό ΕΣΠΑ τό 2010, καί σύμφωνα μέ τήν δημοσίευση «δράσεις γιά τό “νέο Σχολεῖο” (Σχολεῖο 21ου αἰῶνος): Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν Πιλοτική-Ἐφαρμογή-Γενίκευσηἐφαρμογῆς», ἔχει προϋπολογισμό 113.919.001, 06 Εὐρώ».
Διαβάζοντας, λοιπόν, καί τά δύο Προγράμματα (τό ἰσχύον καί τό νέο) αἰσθάνθηκα μερικές ἐκπλήξεις.
Ἡ πρώτη ἔκπληξη ἦταν ὅτι τό ἰσχύον Ἀναλυτικό Πρόγραμμα δέν εἶναι ὁμολογιακό-κατηχητικό, ὅπως διατείνονται μερικοί, ἀλλά εἶναι γνωσιολογικό, πολιτισμικό μέ θρησκειολογική προοπτική. Συγκεκριμένα, ἡ θεματολογία τῶν βιβλίων τῶν Θρησκευτικῶν εἶναι ἡ ἑξῆς: Α΄ Γυμνασίου «Παλαιά Διαθήκη, προϊστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ»∙ Β΄ Γυμνασίου: «Καινή Διαθήκη, ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί τό ἔργο του»∙ Γ΄Γυμνασίου: «Θέματα ἀπό τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας»∙ Α΄ Γενικοῦ Λυκείου: «Ὀρθόδοξη πίστη καί λατρεία»∙ Β΄ ΓενικοῦΛυκείου: «Χριστιανισμός καί Θρησκεύματα»∙ Γ΄Γενικοῦ Λυκείου: «Θέματα Χριστιανικῆς ἠθικῆς».
Διαβάζοντας κανείς τά περιεχόμενα τῶν βιβλίων αὐτῶν παρατηρεῖ ὅτι ὑπάρχει μιά ἱστορική διάρθρωση τῆς ὕλης, μιά μεθοδολογία πού ἀναπτύσσεται στήν ἱστορική ἐξέλιξή της, καθώς ἐπίσης ἀναπτύσσονται τά θέματα μέ ρεαλισμό, πλουραλισμό καί μέ ἄνοιγμα σέἄλλες ἀπόψεις. Πλήρη ἀνάλυση τῶν περιεχομένων ἔκανα στήν προηγούμενη εἰσήγησή μου στήν κοινή Συνεδρίαση Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου καί Καθηγητῶν Θεολογικῶν Σχολῶν καί Θεολογικῶν Συλλόγων.
Τό Ἰνστιτοῦτο Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καί Θρησκευμάτων στήν συνοπτική ἱστορική ἀναδρομή τῆς πορείας τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, γράφει γιά τά ἰσχύοντα ἀναλυτικά Προγράμματα, τά ὁποῖο γράφηκαν μέ βάση τίς ἀρχές τῆςἐκπαιδευτικῆς μεταρρύθμισης τοῦ 2003.
«Ἡ σκοποθεσία τῶν νέων ΑΠ παρουσιάζεται ἀρκετά ἐκσυγχρονισμένη, ἀφοῦ ἀναδεικνύει τή συμβολή τοῦ Χριστιανισμοῦ στή συνοχή τοῦ σύγχρονου κόσμου καί στήν ποιότητα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς∙ ἐπιδιώκει τήν εὐαισθητοποίηση καί ἔμπρακτη δέσμευση τῶν μαθητῶν ἀπέναντι στούς σύγχρονους κοινωνικούς προβληματισμούς∙ ὑπογραμμίζει τόν ὑπερφυλετικό, ὑπερεθνικό καί οἰκουμενικό χαρακτήρα τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος, τίς διαπιστώσεις γύρω ἀπό τήν πολυπολιτισμική, πολυφυλετική καί πολυθρησκευτική δομή τῶν σύγχρονων κοινωνιῶν καί, τέλος, καταλήγει στή συνειδητοποίηση τῆς ἀνάγκης γιά διαχριστιανική καί διαθρησκειακήἐπικοινωνία. Τό ΜτΘ ἀπομακρύνεται ἀπό τόν κατηχητικό χαρακτήρα του καί μετατρέπεται σέ ἕνα μάθημα ἐγκεντρισμένο μέν στήνὈρθόδοξη παράδοση ἀλλά μέ σαφῆ γνωσιακό, μορφωτικό καί παιδαγωγικό χαρακτήρα. … Στά διδακτικά αὐτά βιβλία (Δημοτικοῦ καί Γυμνασίου πού γράφτηκαν ἀπό τό 2003 ἕως τό 2006) ἡ θρησκευτική ὕλη προσεγγίζεται μέ πνεῦμα διαλόγου, ἐλευθερίας καί καταλλαγῆς, χωρίς ὁμολογιακή ἐμμονή, κατηχητισμό, φανατισμό ἤ μισαλλοδοξία».
Ἑπομένως, κακῶς καί παραπλανητικῶς ἰσχυρίζονται μερικοί ὑπέρμαχοι τῆς ἀλλαγῆς στό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν ὅτι τό ἰσχύον Πρόγραμμα προσδιορίζεται ἀπό τό κατηχητικό καί ὁμολογιακό περιεχόμενο.
Ἡ δεύτερη ἔκπληξη ἦταν ὅτι τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν δέν εἶναι θρησκειολογικό, ὅπως ὑποστηρίζουν ἄλλοι, ἀλλά διαθρησκειακό,ἐμπνεόμενο ἀπό τήν συγκριτική θρησκειολογία, ἐνῶ ἄλλοι τό χαρακτηρίζουν συγκρητιστικό καί ἀπό τούς δημιουργούς του θεωρεῖται κατ’ ἐξοχήν βιωματικό. Κατά τήν γνώμη μου, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ βιωματική ἐμπέδωση, προσεγγίζει σέ πολύ μεγάλο βαθμό μεθοδολογικά αὐτό πού γίνεται στήν κατήχηση, δηλαδή τήν ἐφαρμογή θρησκευτικῶν πρακτικῶν.
Εἶναι ἐκφραστικό ἕνα παράδειγμα: Στήν Α΄Λυκείου, ὅπου γίνεται λόγος γιά προσευχή, καί ἐπιλέγεται ἡ βιωματική μέθοδος, γράφεται: «Μέ ἀφορμή ἕνα κομποσχοίνι καί μία ἱστορία ἀπό τό γεροντικ΄ό, ἀκολουθεῖ “κατευθυνόμενος διάλογος” γιά τήν προσευχή ὡςἐπικοινωνία καί γιά τήν ἀδιάλειπτο προσευχή. Τίθεται ἡ ἐρώτηση ἄν κάτι ἀνάλογο ὑπάρχει καί σέ ἄλλες θρησκεῖες καί ἄν ἡ προσευχή εἶναι συστατικό γνώρισμα τῆς θρησκείας (ἰδίως τῶν μυστικῶν ἐκδοχῶν της)».
Διαβάζοντας κανείς τά Προγράμματα τοῦ νέου Σχολείου, πού προβάλλεται ὡς Σχολεῖο τοῦ 21ου αἰώνα, βλέπει μερικά θετικά στοιχεῖα, δηλαδή παρουσιάζονται μερικές ἐσωτερικές πλευρές τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Γιά παράδειγμα∙ γιά τήν διδασκαλία τῆς ὀρθοδόξου εἰκόνας ὡς ἐνδεικτικές δραστηριότητες προτείνονται ἡ προβολή ἐπιλεγμένων σκηνῶν ἀπό τίς ταινίες τοῦ Ἀντρέϊ Ταρκόφσκι, «Ἀντρέϊ Ρουμπλιώφ», τοῦ Γιάννη Σμαραγδῆ «El Greco», τῆς Μαρίας Χατζημιχάλη-Παπαλιοῦ «Ἐγώ, ὁ Πανσέληνος, ἕνας φανταστικός βίος». Ἐπίσης, προτείνεται τό «Βαλιτσάκι τοῦ Βυζαντινοῦ ζωγράφου.Ἀνακαλύπτοντας τά ὑλικά του», «Ἡ προετοιμασία τοῦ ἁγιογράφου, σύμφωνα μέ τίς προτροπές τοῦ Φώτη Κόντογλου», «Ἡπαρουσίαση τῶν εἰκονογραφικῶν κύκλων ἀπό τό εἰκονικό Μουσεῖο τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στήν Ὁρμύλια Χαλκιδικῆς», κ.ἄ. (Β΄ Γυμνασίου). Αὐτά εἶναι θετικά, ἀλλά τό πρόβλημα ὅμως εἶναι ὅτι ἀναμειγνύονται ταυτόχρονα στό ἴδιο μάθημαἀπόψεις ὅλων τῶν Θρησκειῶν καί αὐτό προκαλεῖ σύγχυση.
Ἐπίσης, πρέπει νά ἐπισημανθῆ ὅτι τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν, ὅπως ἔχει ὑποστηριχθῆ, δέν προβλέπεται νά ἔχη βιβλία, ἀλλά προτείνεται ἕνα εὐρύ φάσμα ὑλικοῦ, ἀπό τό ὁποῖο θά ἀντλήση ὁ καθηγητής θεολόγος καί θά τό προσαρμόση στήν κάθε τάξη. Ἔτσι,ἀφήνεται ὁ καθηγητής ἐλεύθερος στό νά προσαρμόζη τό θέμα ἀνάλογα μέ τούς μαθητές. Ἔχω ὅμως τήν πληροφορία ὅτι ὑπάρχει σκέψη νά γραφοῦν βιβλία.
Πρός ἐπιβεβαίωση τῶν ἀνωτέρω θέλω νά σημειώσω ὅτι τόν τελευταῖο καιρό διάβασα μιά σημαντική διατριβή τῆς Ἰωάννας Κομνηνοῦ,ἡ ὁποία κατά τόν καθηγητή Κωνσταντῖνο Δεληκωσταντῆ «εἶναι πιστοποιημένη ἐκπαιδεύτρια ἐνηλίκων, ἔχει πολυετῆ ἐμπλοκή στήνἐπιμόρφωση ἐκπαιδευτικῶν καί εἶναι μέλος ἐπιτροπῶν ἀξιολόγησης ἐκπαιδευτικοῦ ἔργου σέ ἐθνικό καί εὐρωπαϊκό ἐπίπεδο». Ἡδιατριβή αὐτή ἔχει τόν τίτλο «Ἡ εὐρωπαϊκή διάσταση τῆς σχολικῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς» καί ἀναφέρεται στήν θρησκευτική ἀγωγή καί τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν ὅπως διδάσκεται σέ δεκαέξι Εὐρωπαϊκές χῶρες καί στήν Ἑλλάδα.
Στό πρῶτο μέρος τῆς διατριβῆς γίνεται ἀναφορά στήν θρησκευτική ἀγωγή πού ἐπικρατεῖ στήν Εὐρώπη καί γίνεται μιά ἐπισκόπηση «τῆς παρουσίας τῆς θρησκείας στήν Εὐρώπη καί τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖον ἡ θρησκεία συνδέεται μέ τήν ἐξέλιξη τοῦ Εὐρωπαϊκοῦπολιτισμοῦ». Στό δεύτερο μέρος ἀναφέρεται διεξοδικά στήν «εὐρωπαϊκή διάσταση τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν» καί ἀναλύει «ὅτι οἱ διδακτικές προσεγγίσεις εἶναι τόσες, ὅσες καί οἱ χῶρες πού ἀναφέρονται». Φαίνεται ὅτι τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στήν Εὐρώπη ἔχει ἕνα διαπολιτιστικό περιεχόμενο καί τά ἐκπαιδευτικά συστήματα ἀνταποκρίνονται «στίς ἀνάγκες τοῦ πληθυσμοῦ πού δένἦταν πιά οὔτε πολιτιστικά οὔτε θρησκευτικά ὁμοιογενής». Καί στό τρίτο μέρος τῆς διατριβῆς γίνεται ἀνάλυση τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στήν Ἑλλάδα, ἰδιαίτερα γίνεται ἔρευνα στά σχολικά ἐγχειρίδια «τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐκπαίδευσης πού γράφτηκαν μέ βάση τίς ἀρχές τῆς ἐκπαιδευτικῆς μεταρρύθμισης τοῦ 2003», δηλαδή ἀναφέρεται στά βιβλία τά ὁποῖα διδάσκονται σήμερα μέ τόἰσχύον πρόγραμμα οἱ μαθητές τοῦ Δημοτικοῦ καί τοῦ Γυμνασίου.
Τό σημαντικό εἶναι ὅτι στήν διατριβή αὐτή ἀποδεικνύεται μέ σημαντικά στοιχεῖα ὅτι τά βιβλία τά ὁποῖα διδάσκονται σήμερα στήνὑποχρεωτική ἐκπαίδευση στήν Ἑλλάδα ἀνταποκρίνονται πλήρως στήν εὐρωπαϊκή προοπτική. Αὐτό σημαίνει ὅτι στά σχολικά αὐτάἐγχειρίδια προωθεῖται «ἡ πολλαπλή ταυτότητα, ἐθνική, εὐρωπαϊκή, παγκόσμια, πολιτιστική, θρησκευτική» καί μάλιστα «σέ μιά δυναμική ἀλληλεπίδραση μεταξύ τους». Ἐπίσης, μέ τά βιβλία αὐτά προάγεται «ἡ κοινωνική συνοχή μέσα ἀπό τόν διάλογο μέ τήν διαφορετικότητα», «ἐνισχύεται ἡ κοινωνική κατανόηση», «στιγματίζεται ἡ κοινωνική ἀδικία, ἡ βία, ὁ ρατσισμός καί ὁ θρησκευτικός φανατισμός», ἀλλά καί «ἐνισχύονται ἡ ἀδελφοσύνη καί ἡ ἀλληλεγγύη πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους».
Τό συμπέρασμα τῆς διατριβῆς εἶναι: «Ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στήν Ἑλλάδα, σύμφωνα μέ τίς ἀλλαγές πούἔγιναν κατά τήν ἐκπαιδευτική μεταρρύθμιση τοῦ 2003, ἔχει ἀναδείξει σέ σημαντικό βαθμό τήν εὐρωπαϊκή διάσταση τῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος, γιατί θεωροῦμε ὅτι συμβάλλει ἀποφασιστικά στήν δημιουργία ἐνεργῶν καί ὑπευθύνων πολιτῶν, πού θά σκέφτονται καί θά ἐνεργοῦν μέ βάση κοινά ἀποδεκτές ἀνθρωπιστικές ἀξίες, τόν σεβασμό τῶν δημοκρατικῶν διαδικασιῶν καί τήν περιφρούρηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων».
Ἀπό τήν ἔρευνα αὐτή διαπιστώνεται ὅτι τά ἐγχειρίδια τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται σήμερα γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στά Σχολεῖα ἀνταποκρίνονται πλήρως στίς σύγχρονες ἀπαιτήσεις τῶν εὐρωπαϊκῶν προγραμμάτων καί ἑπομένως κακῶς ὑποστηρίζεται ἀπό μερικούς ὅτι πρέπει νά ἀντικατασταθοῦν γιατί δῆθεν εἶναι ὁμολογιακά καί κατηχητικά βιβλία. Ἡ ἄποψη αὐτή εἶναι ἀντιεπιστημονική καί ἐνδεχομένως παραπλανητική.
Τό ἐνδιαφέρον τῆς ὅλης διατριβῆς εἶναι ὅτι παρουσιάζονται τά τρία μοντέλα διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στά Σχολεῖα πού κυριαρχοῦν στήν Εὐρώπη.
Τό πρῶτο μοντέλο εἶναι τό ὁμολογιακό, τό ὁποῖο χαρακτηρίζεται ὡς «διδασκαλία τῆςθρησκείας» πού συνδέει τήν διδασκαλία μέ τήν πίστη μιᾶς ἤ πολλῶν θρησκειῶν. Εἶναι ἕνα μοντέλο τό ὁποῖο διαμορφώνει τήν προσωπική ταυτότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά δέν διακρίνει τήν διαφορά μεταξύ τοῦ σχολικοῦ μαθήματος καί τῆς κατήχησης, ὅπως γίνεται σέ μιά πολυπολιτισμική κοινωνία.
Τό δεύτερο μοντέλο διδασκαλίας εἶναι τό θρησκειολογικό, πού χαρακτηρίζεται ὡς «μαθαίνοντας γιά τήν θρησκεία». Πρόκειται γιά περισσότερο ἀνθρωπιστικό καί θρησκειολογικό μάθημα, παρά ὁμολογιακό. Τά παιδιά βοηθοῦνται στό «νά κατανοήσουν τή σύγχρονη πλουραλιστική, διαπολιτισμική καί πολυθρησκευτική κοινωνία».
Τό τρίτο μοντέλο διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν εἶναι περισσότερο τόπολυπολιτισμικό-ἠθικό πού χαρακτηρίζεται ὡς «μαθαίνοντας ἀπό τήν θρησκεία», ὅταν οἱ μαθητές «δέν μαθαίνουν μιά θρησκεία (ὁμολογιακό μοντέλο) ἤ πολλές θρησκεῖες (θρησκειολογικό μοντέλο), ἀλλά μέσα ἀπό τίς δικές τους ἐμπειρίες καί ἀναζητήσεις ἀντιμετωπίζουν κριτικά τό θρησκευτικό φαινόμενο καί διαμορφ΄ώνουν τήν προσωπική τους ἄποψη καί κατανόηση τοῦ κόσμου.
Ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτά, φαίνεται ὅτι τά βιβλία τά ὁποῖα εἶναι ἀκόμη σέ χρήση στήν Ἑλλάδα –στήν Στοιχειώδη καί τήν ΜέσηἘκπαίδευση– προσδιορίζονται κυρίως ἀπό τόν δημιουργικό συνδυασμό τοῦ πρώτου καί τοῦ δευτέρου μοντέλου καί ἀνταποκρίνονται στίς σύγχρονες ἐκπαιδευτικές ἀνάγκες στήν Ἑλλάδα, ὅπως προσδιορίζονται ἀπό τήν εὐρωπαϊκή προοπτική. Ἀντίθετα, τό προτεινόμενο Πρόγραμμα Σπουδῶν στό Δημοτικό-Γυμνάσιο καί τό Λύκειο ἀναφέρεται στό τρίτο μοντέλο, «μαθαίνοντας ἀπό τήν θρησκεία».
Σέ ἄλλο κείμενό της ἡ ἴδια ἐρευνήτρια, ἔχοντας ἐπιστημονική ἐπάρκεια στό ἀντικείμενο αὐτό, ἀναλύει διεξοδικά τό προτεινόμενο Πρόγραμμα Σπουδῶν στήν Μέση Ἐκπαίδευση καί σημειώνει ὅτι ἐφαρμόζει τό τρίτο μοντέλο τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, ἐνῶἐν τῷ μεταξύ στήν Εὐρώπη καί ἰδιαίτερα στό Ἡνωμένο Βασίλειο ἔχουν ἐντοπισθῆ τά μειονεκτήματα αὐτοῦ τοῦ συστήματος καί ἔχει γίνει κριτική ἀπό εἰδικούς ἐπιστήμονες. Ἑπομένως, στήν σύνταξη τῶν νέων Προγραμμάτων Σπουδῶν γιά τά Θρησκετικά στήν Ἑλλάδα στά πλαίσια τοῦ νέου Προγράμματος Σπουδῶν, διαπιστώνονται διάφορα προβλήματα.
Μεταξύ αὐτῶν τῶν προβλημάτων εἶναι «ἡ θολή ἐννοιολόγηση τῆς θρησκείας», ἀλλά καί «ὁ τρόπος ἀνάπτυξης τῶν χρησιμοποιημένωνἐννοιῶν», καί ὅπως παρατηρεῖται «ἡ ἐπιφανειακή καί πρόχειρη διασύνδεση τῶν ἐννοιῶν στίς διάφορες θρησκεῖες ἀναδεικνύει ἕναἐπιπρόσθετο πρόβλημα, αὐτό τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ». Ἑπομένως, τό τρίτο αὐτό μοντέλο θρησκευτικοῦ μαθήματος, ὅπωςἔχει παρατηρηθῆ, δημιουργεῖ «σύγχυση στόν μαθητή», καί ἕνα «θολό τοπίο» καί ταυτόχρονα δημιουργεῖ μιά «ἀτομική θρησκεία», «ὅπου ὁ καθένας ἐπιλέγει ἀπό κάθε θρησκεία ὅ,τι θέλει καί δημιουργεῖ τή δική του θρησκεία».
Ἡ ἴδια, μάλιστα, ἦταν ἀξιολογήτρια γιά τά ἀναλυτικά Προγράμματα τοῦ Λυκείου πού ἐκπονήθηκαν τό 2015, στήν πενταμελῆἘπιτροπή, καί δέν ἐνέκρινε τά Προγράμματα αὐτά, καταγράφοντας τίς ἐπιστημονικές της ἀπόψεις σέ σχετικό ἄρθρο.
Ὁ καθηγητής Κωνσταντῖνος Δεληκωνσταντῆς στό βιβλίο του μέ τίτλο «Ἡ σχολική θρησκευτική ἀγωγή» καί ὑπότιτλο «Μεταξύ παιδαγωγικῆς καί θεολογίας» ἀναφέρει τόν Hans Küng πού κάνει λόγο γιά «μετασχηματισμό τῆς θρησκείας», γιά «ἐξατομίκευση» καί «πλουραλιστικοποίηση» τῆς θρησκευτικότητας, πού «προχωρεῖ μέ ὅλο καί πιό γρήγορους ρυθμούς». Αὐτό δίνει στόν ἄνθρωπο τήν δυνατότητα «νά ξεφεύγει ἀπό τή θεσμοποιημένη καί τυποποιημένη θρησκεία, νά βρίσκει τόν δικό του δρόμο καί τίς δικές τουἀπαντήσεις». Μέ αὐτή τήν νοοτροπία οἱ ἄνθρωποι κατασκευάζουν μιά «ἰδιωτική θρησκεία» «ἀνάλογα μέ τίς ἀνάγκες τους, μέ πολλά γνήσια θρησκευτικά ἀλλά καί παραθρησκευτικά ἤ ψευδοθρησκευτικά στοιχεῖα».
Ὁ Hans Küng παρατηρεῖ: «Ἡ θρησκεία “χρησιμοποιεῖται” σύμφωνα μέ τό νόμο τῆς ἀγορᾶς, ἤ μᾶλλον σύμφωνα μέ τό νόμο τοῦσουπερμάρκετ. Οἱ ἄνθρωποι ἐπιλέγουν, αὐτοεξυπηρετοῦνται ἀνάλογα μέ τίς προκαθορισμένες πνευματικές τους ἀνάγκες. Φτιάχνει ὁκαθένας τό δικό του πρότυπο, κατά τό δοκοῦν. Ἐπιλέγει καί ἀπορρίπτει. Καί ἀφοῦ ἔχει ἀπορρίψει κάτι, συνεχίζει νά ἀναζητᾶ νέες προσφορές. Καί οἱ προσφορές εἶναι ὄντως πολυάριθμες».
Ἕνας γνωστός μου καθηγητής τῶν Θρησκευτικῶν στό Γυμνάσιο, ὁ ὁποῖος ἐκπαιδεύτηκε στό προτεινόμενο Πρόγραμμα Σπουδῶν καί τό ἐφήρμοσε στήν πράξη, ἔχει ἐπισημάνει τά μειονεκτήματα αὐτοῦ τοῦ συστήματος γράφοντας:
«Τά μειονεκτήματα τοῦ νέου Προγράμματος Σπουδῶν εἶναι: α) Ἡ ἐννοιολογική σύγχυση πού θά προκύψη στά παιδιά ἀπό τήν σύγκριση ταυτοχρόνως πολλαπλῶν ἰδεολογιῶν, θρησκειῶν, φιλοσοφικῶν ρευμάτων∙ β) ὁ διδακτικός αὐτοσχεδιασμός σέ πλαίσιοἡμιμάθειας ἀπό τήν στιγμή πού δέν ὑπάρχουν ἱκανές πηγές νά βοηθοῦν τούς διδάσκοντες∙ γ) ἡ ἀντικατάσταση ἐπιστημονικῶνἀπόψεων γιά τά θρησκευτικά φαινόμενα ἀπό τά ὑποκειμενικά βιώματα πού προκύπτουν σέ κάθε παιδί γιά τά θρησκευτικά θέματα στό πλαίσιο τοῦ γνωσιολογικοῦ σχετικισμοῦ καί τῆς ἀπροϋπόθετης βιωματικῆς πρόσληψης κάθε πληροφορίας∙ δ) ἡ κατάργηση κάθεἱστορικῆς λογικῆς στό πλαίσιο μιᾶς ἑλκυστικῆς παρουσίασης τῆς θρησκείας, ἡ ὁποία μεταπηδᾶ ἀπό τό ἕνα θέμα στό ἄλλο, ἀπό τόν ἕνα αἰῶνα στόν ἄλλο μέ περισσή εὐκολία, καταργώντας τά ἱστορικοφιλολογικά δεδομένα, πού θά δημιουργήση μιά ἰδιότυπη σύγχυση».
Ὅταν διαβάση κανείς τά Προγράμματα Σπουδῶν πού προτείνονται γιά τά Θρησκευτικά τοῦ Δημοτικοῦ-Γυμνασίου καί τοῦ Λυκείου, τότε μπορεῖ νά σταχυολογήση πολλά παραδείγματα πού ἐπιβεβαιώνουν τό διαθρησκειακό καί συγκρητιστικό περιεχόμενό τους.
Ἤδη ἀπό τήν Γ΄Τάξη τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου παρατηρεῖται αὐτή ἡ προοπτική. Ἐνῶ θά περίμενε κανείς οἱ μαθητές τῆς Γ΄Τάξης τοῦΔημοτικοῦ Σχολείου, ἡλικίας 9-10 ἐτῶν, νά μάθουν τήν παράδοση τῆς χώρας τους καί νά τήν ἑρμηνεύουν, εἶναι ὑποχρεωμένοι νά μαθαίνουν ταυτοχρόνως καί ἄλλες παραδόσεις. Καί ἐνῶ θά περίμενε κανείς ἀκόμη καί οἱ μετανάστες σέ αὐτήν τήν μικρή ἡλικία, οἱὁποῖοι θέλουν νά γνωρίσουν τήν παράδοση τῆς χώρας πού τούς φιλοξενεῖ καί πολλοί ἀπό αὐτούς νά ἐνσωματωθοῦν σέ αὐτήν τήν παράδοση, ἐν τούτοις δέχονται ἄλλες πολυπολιτισμικές πληροφορίες καί ἀποπροσανατολίζονται.
Γιά παράδειγμα, στήν Γ΄Τάξη τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου τά πρῶτα τρία δίωρα ἀφιερώνονται στήν ἑνότητα «ζοῦμε μαζί», ὅπου γίνεται λόγος γιά τό θέμα «οἱ ἄλλοι καί ἐγώ», χρησιμοποιοῦνται διηγήσεις ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως γιά τόν Ἠσαῦ-Ἰακώβ, τόν Ἰωσήφ καί τά ἀδέλφια του, τόν Δαβίδ καί τόν Σαούλ, τόν Δαβίδ καί τόν Ἰωνάθαν καί ἀπό τήν Καινή Διαθήκη γιά τήν παραβολή τοῦ καλοῦΠοιμένα καί τοῦ σπλαχνικοῦ Πατέρα. Ὅμως στά ἀμέσως ἑπόμενα τρία δίωρα μέ τίτλο «ἡ χαρά τῆς γιορτῆς» γίνεται λόγος γιά τίς γιορτές τῶν Χριστιανῶν, τίς γιορτές τῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου, ὅπως τῶν Ἑβραίων καί τῶν Μουσουλμάνων, ἀναγνωρίζονται τά σύμβολα καί τά ὀνόματα τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν Χριστιανισμό, τόν Ἰουδαϊσμό, τόν Μουσουλμανισμό, τόν Ἰνδουϊσμό, τόν Ταοϊσμό καί τόν Βουδισμό, καί τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ τῶν Μουσουλμάνων καί τῶν Ἑβραίων.
Ἑπομένως, ἤδη ἀπό τήν Γ΄ Τάξη τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου γίνεται λόγος γιά ἕξι Θρησκεῖες καί ἄν προσθέσουμε καί τίς Ὁμολογίες,ἀνέρχονται σέ ἐννέα Θρησκεῖες καί Ὁμολογίες. Μάλιστα, προτείνεται στίς ἐνδεικτικές δραστηριότητες νά βρίσκουν τά παιδιά τούς πολιούχους ἁγίους τῶν ἑλληνικῶν πόλεων, τήν εἰκόνα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τά σύμβολα τῶν ἄλλων θρησκειῶν καί κάθε μαθητής πρέπει νά ἐπιλέγη ἕνα ἀπό αὐτά, νά τά χρωματίζη ὅπως θέλει, στό βάθος νά ἀκούγεται ἡ ἀνάλογη μουσική καί στήν συνέχεια νάἐκφράζουν γύρω ἀπό τά χρώματα πού διάλεξαν τά συναισθήματα καί τίς σκέψεις τους κ.π.ἄ. Καί αὐτά θά γίνονται στήν ἡλικία τῶν 9-10 ἐτῶν.
Τό ἴδιο συνεχίζεται καί στήν Α’ Γυμνασίου. Στίς πρῶτες ἑνότητες γίνεται ἀναφορά στήν ἐμφάνιση καί ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας, τήν συνάντηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ μέ τόν Χριστιανισμό, τήν πρόταση τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας μπροστά στά ἐρωτήματα γιά τήν ζωή.Ἀμέσως μετά ἀκολουθοῦν πέντε δίωρα γιά τίς μονοθεϊστικές θρησκεῖες Ἰουδαϊσμό καί Ἰσλάμ, ὅπου γίνεται λόγος γιά τίς γιορτές, γιά τά πρόσωπα, γιά τούς ἀρχηγούς τους, γιά τό ὅτι ὁ Ἀλλάχ εἶναι «ἐλεήμων καί φιλεύσπλαχνος, ὁ κύριος τοῦ κόσμου», γιά τόν Τζελαλαντίν Ρουμί, πού εἶναι ὁ ὑμνητής τοῦ «ἠγαπημένου». Στήν συνέχεια γίνεται λόγος γιά τίς θρησκευτικές ἀναζητήσεις τῆς μακρινῆς Ἀνατολῆς, καί οἱ μαθητές μαθαίνουν γιά τόν Ἰνδουϊσμό, γιά τόν Βουδισμό, γιά τόν Ταοϊσμό, γιά τόν Κομφουκιανισμό, καί γιά πρόσωπα, κείμενα καί ἀξίες τῶν Θρησκειῶν αὐτῶν.
Ἡ ἴδια τακτική ἐφαρμόζεται καί στό Λύκειο, ἀλλά μέ τήν διερευνητική καί κυρίως τήν «βιωματική» μέθοδο. Γιά παράδειγμα: Στήν Α΄ Λυκείου καί στήν ἑνότητα «ἐπικοινωνία» (3ο δίωρο), ἀκούγεται ἕνα τραγούδι ἤ παραμύθι ἤ λογοτεχνικό ἀφήγημα μέ θέμα τήνἐπικοινωνία, παίζεται ἕνα θεατρικό παιχνίδι καί ἀναλύοντας τό θέμα χρησιμοποιεῖται «ἡ προσευχή, ἡ λατρεία, ἡ θεογνωσία καί ἡθεολογία ὡς ἐπικοινωνία στόν Χριστιανισμό καί σέ ἄλλες θρησκευτικές παραδόσεις», «οἱ μαθητές κυκλικά μελετοῦν διάφορες ὄψειςἐπικοινωνίας μέ τόν Θεό καί συμπληρώνουν ἐρωτήσεις σέ φύλλο ἐργασίας: μυστικιστικά ρεύματα (θεῖος ἔρωτας κλπ.), Ἆσμα Ἀσμάτων, προσευχή, πίνακας ζωγραφικῆς, τραγούδι, ἀσκητισμός (σέ διάφορες θρησκεῖες)». Ἔτσι, τό ἐκπαιδευτικό ὑλικό πού προτείνεται νά συλλεγῆ ἀπό ἱστοσελίδες εἶναι βουδιστές μοναχοί, ἰνδουϊσμός-μοναχισμός, κινέζοι μοναχοί, ὀρθόδοξοι ἀσκητές, Σούφι-Δερβίσηδες.
Ὁ καθηγητής Ἰωάννης Φύκαρης κάνει μιά σημαντική παρατήρηση, ὅτι ὁ μαθητής χαρακτηρίζεται μέ τήν λέξη αὐτή –μαθητής– «διότι τώρα μαθαίνει συστηματοποιώντας καί κατ’ ἐπέκταση κατανοώντας τήν ἐπίσημα θεσμοθετημένη γνώση». Συγχρόνως ὅμως ὁ κάθε μαθητής «βρίσκεται σέ ἕνα ἀναπτυξιακό ἐπίπεδο διαμόρφωσης δεδομένων, θέσεων καί ἀπόψεων». Ἑπομένως, «δέν ἔχει ἀκόμη διαμορφώσει πλήρη συνείδηση τῶν δεδομένων τόσο τῆς ἀτομικότητάς του, ὅσο καί τοῦ περιβάλλοντός του, ἀλλά καί τοῦ κόσμου γενικότερα». Ἀλλά καί ὅσες ἀπόψεις ἔχει σχηματοποιήσει ἔχουν «τό στοιχεῖο τοῦ εὐμετάβλητου καί γιά τόν λόγο αὐτό τό Σχολεῖοὀφείλει ἐξελικτικά νά συμβάλει στήν ἀποσαφήνιση τῶν διαστρεβλωμένων ἤ συγκεχυμένων ἀπόψεων πού ἔχει στήν σκέψη του ὁ κάθε μαθητής». Αὐτό δείχνει τήν ὑπευθυνότητα μέ τήν ὁποία πρέπει νά διακρίνεται ὁ καθηγητής καί βεβαίως τήν παρουσίασηἐπιστημονικοῦ ἐκπαιδευτικοῦ προγράμματος στούς μαθητές.
3. Ὁ «θρησκευτικός γραμματισμός»
Τό Πρόγραμμα Σπουδῶν σχεδιάσθηκε καί στηρίχθηκε πάνω στήν βασική ἀρχή τοῦ λεγομένου «θρησκευτικοῦ γραμματισμοῦ».
Ὁ ὅρος γραμματισμός εἶναι μεταφορά τοῦ ἀγγλικοῦ ὅρου literacy, ὁ ὁποῖος σημαίνει «ἱκανότητα ἀνάγνωσης καί γραφῆς, στοιχειώδης παιδεία, μόρφωση, παιδεία». Στήν οὐσία ξεκινᾶ ἀπό τήν μεθοδολογία τῆς γλώσσας καί δηλώνει τό πῶς τά γράμματα μιᾶς γλώσσαςἑνώνονται καί ἀποτελοῦν τίς λέξεις καί τίς προτάσεις καί πῶς μαθαίνει κανείς τήν γλώσσα. Εἶναι γνωστόν ὅτι πρῶτα διδασκόμαστε τήν γλώσσα τῆς οἰκογένειας στήν ὁποία γεννηθήκαμε, τήν λεγομένη μητρική γλώσσα, καί ἔπειτα μαθαίνουμε καί ἄλλες γλῶσσες πού συναντᾶμε στό περιβάλλον μας. Καί γνωρίζουμε ὅτι κάθε γλώσσα ἔχει τά δικά της γράμματα καί δέν μπορεῖ κανείς νά λάβη γράμματαἀπό διάφορες γλῶσσες καί νά καταρτίση μιά ἄλλη τρίτη γλώσσα.
Στό θέμα τῆς διδασκαλίας τοῦ Θρησκευτικοῦ Μαθήματος στήν λέξη γραμματισμός προστίθεται καί ἡ λέξη θρησκευτικός, ὁπότε γίνεται λόγος γιά «θρησκευτικό γραμματισμό».
Ὁ ἐπίκουρος καθηγητής Σχολικῆς Παιδαγωγικῆς καί Διδακτικῆς Μεθοδολογίας τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν τοῦ Τμήματος Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης Ἀθανάσιος Στογιαννίδης σέ κείμενό του μέ τίτλο «Ὁ Θρησκευτικός Γραμματισμός στό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν γιά τό Μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στό Ἑλληνικό Λύκειο. Μιά κριτική προσέγγιση στό ἔργο τοῦ Andrew Wright» δίνει σημαντικές πληροφορίες γιά τό θέμα τοῦ θρησκευτικοῦ γραμματισμοῦ.
Ὁ «θρησκευτικός γραμματισμός» εἶναι μιά θεωρία πού ἀνέπτυξε ὁ Andrew Wright καί ἀναφέρεται στό πολυθρησκευτικό μοντέλο πούἀναπτύχθηκε στήν Μεγάλη Βρετανία στήν δεκαετία τοῦ ’90 «στόν ἀντίποδα τῆς φιλελεύθερης θεώρησης τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς» τοῦ Robert Jackson. Ἔτσι, ὑπάρχουν δύο θεωρίες γύρω ἀπό τήν θρησκευτική ἀγωγή τῶν μαθητῶν, ἡ μία εἶναι ἡ «φιλελεύθερη θρησκευτική ἀγωγή» καί ἡ ἄλλη εἶναι ὁ «θρησκευτικός γραμματισμός».
Κατά τήν «φιλελεύθερη θεώρηση τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς», τήν ὁποία ἀνέπτυξε ὁ Robert Jackson, ἡ ὕψιστη φιλελεύθερη ἐκδοχή τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς εἶναι «ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου καί ἡ ἀνοχή ἀπέναντι στό διαφορετικό, ἐνῶ οἱ ἐπιμέρους πεποιθήσεις πού καλλιεργοῦν οἱ θρησκευτικές παραδόσεις εἶναι δευτερεύουσας σημασίας». Σύμφωνα μέ αὐτήν τήν θεώρηση ὅλες οἱ θρησκευτικές παραδόσεις ἔχουν κοινά καί ὅμοια χαρακτηριστικά, πού ἐκφράζουν αὐτήν τήν κοινή ἐμπειρία.
Ὁ Andrew Wright ὅμως ἀντιτάχθηκε σέ αὐτήν τήν «φιλελεύθερη θρησκευτική ἀγωγή», διότι αὐτό τό μοντέλο «ὁδηγεῖ στόν συγκρητισμό καί τελικά στήν ἀδυναμία ἑνός οὐσιαστικοῦ διαπολιτισμικοῦ διαλόγου», διότι τόσο ἡ ἐλευθερία ὅσο καί ἡ ἀνοχή στόνἄλλον «εἶναι ἀξίες, οἱ ὁποῖες ἀλλιῶς ἑρμηνεύονται στόν Χριστιανισμό, διαφορετικά στό Ἰσλάμ καί μέ ἄλλο τρόπο στόν Βουδισμό».
Ἔτσι, ὁ Andrew Wright ἀνέπτυξε τό μοντέλο τοῦ «θρησκευτικοῦ γραμματισμοῦ», τό ὁποῖο ἔχει τρεῖς βασικούς στόχους. Ὁ πρῶτος, νάἀναπτύξη τήν δεξιότητα, ὥστε «οἱ μαθητές νά συνειδητοποιοῦν καί νά διατυπώνουν τά βασικά στοιχεῖα τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων πού ἀποδέχονται». Ὁ δεύτερος στόχος εἶναι «οἱ μαθητές νά παρουσιάζουν τεκμηριωμένα τούς λόγους, γιά τούς ὁποίουςἔχουν ἐπιλέξει συνειδητά νά ἀσπάζονται τήν χ ἤ ψ θρησκευτική πεποίθηση». Καί ὁ τρίτος στόχος εἶναι ἡ ἀνάπτυξη στήν δεξιότητας,ὥστε οἱ μαθητές «νά διαλέγονται ἐπιχειρηματολογώντας μέ διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις». Ἄν ὁ ὅρος «γραμματισμός» μεταφρασθῆ μέ τήν λέξη «ἀλφαβητάρι», τότε ὁ ὅρος «θρησκευτικός γραμματισμός» τοῦ Wright «ἐπιδιώκει νά ὁδηγήσει στό νά οἰκειωθοῦν οἱ μαθητές, πρῶτον, τό ἀλφαβητάρι τῆς πίστης τους, δεύτερον, τό ἀλφαβητάρι γιά τήν σημασία πού ἔχει ἡ πίστη στήν ζωή του, τρίτον, τό ἀλφαβητάρι τοῦ διαλόγου μέ τήν πίστη τοῦ ἄλλου».
Αὐτό σημαίνει ὅτι σύμφωνα μέ τήν θεωρία τοῦ «θρησκευτικοῦ γραμματισμοῦ» ὁ μαθητής μαθαίνει «τό ἀλφάβητο» τῆς δικῆς του πίστης, διακρίνει τήν ὀρθόδοξη πίστη ἀπό τήν πίστη ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν, ἔστω καί ἄν ἔχουν τίς ἴδιες βασικές ἀρχές, δηλαδή πιστεύουν στόν Χριστό, καθώς ἐπίσης μαθαίνει τό «ἀλφάβητο» τῶν ἄλλων Θρησκειῶν, διακρίνει καί τήν πίστη τῶν ἀνθρώπων πού ἀνήκουν σέ ἄλλες Θρησκεῖες. Μέ ἄλλα λόγια ὁ μαθητής πού δέχεται μιά θρησκευτική ἀγωγή σύμφωνα μέ τόν «θρησκευτικό γραμματισμό» δέν ἀναμειγνύει «τά ἀλφάβητα» ὅλων τῶν Θρησκειῶν γιά νά δημιουργήση μιά «κοινή γλώσσα», ἐφόσον δέν νοεῖταιἕνας κοινός θρησκευτικός γραμματισμός γιά ὅλες τίς Θρησκεῖες.
Ἕνας ἄνθρωπος πού θεωρεῖται θρησκευτικά «ἐγγράμματος» σημαίνει: Πρῶτον, ἔχει κατανοήσει, στά βασικά τους στοιχεῖα, τήνἱστορία, τά κεντρικά-ἱερά κείμενα, τήν πίστη, τίς πρακτικές τῶν θρησκειῶν, ὅπως αὐτά ἀναδεικνύονται καί ἐξελίσσονται μέσα σέ συγκεκριμένα κοινωνικά, ἱστορικά καί πολιτιστικά περιβάλλοντα. Δεύτερον, ἔχει ἀναπτύξει τήν ἱκανότητα νά διακρίνη τίς θρησκευτικές προεκτάσεις σέ πολιτικές, κοινωνικές καί πολιτισμικές ἐκφράσεις, ὅπως ἐκφράζονται σέ χρόνο καί χῶρο. Συνεπῶς, ὄχι μόνο κάθε θρησκεία ἔχει τή δική της «ἀνάγνωση», ἀλλά αὐτή κατανοεῖται μέσα σέ συγκεκριμένο πολιτικό, κοινωνικό καί πολιτισμικό συγκείμενο, μέ χρονικές καί χωρικές συνιστῶσες.
Ἑπομένως, ἄλλο εἶναι ἡ «φιλελεύθερη θεώρηση τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς», ὅπως τήν παρουσίασε ὁ Robert Jackson, καί ἄλλο εἶναι ἡθεωρία τοῦ «θρησκευτικοῦ γραμματισμοῦ», ὅπως τήν ἀνέπτυξε ὁ Andrew Wright.
Διαβάζοντας τά εἰσαγωγικά γιά τό Πρόγραμμα Σπουδῶν στά θρησκευτικά τοῦ Λυκείου στό θέμα τοῦ «θρησκευτικοῦ γραμματισμοῦ» φαίνεται ὅτι δέν ἀκολουθεῖται ἡ μέθοδος τοῦ «θρησκευτικοῦ γραμματισμοῦ» ὅπως τήν ἀνέπτυξε ὁ Andrew Wright, ἀλλά γίνεται μιά «ἰδιότυπη μείξη δύο ἀφετηριακά ἀντίθετων θεωρήσεων» καί κατά τήν ἄποψή μου, πού μπορεῖ νά εἶναι ὑπερβολική, περισσότερο φαίνεται ὅτι ἀκολουθῆται ἡ «φιλελεύθερη ἐκδοχή τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς» καί ὄχι ὁ «θρησκευτικός γραμματισμός». Ὑπάρχουν πολλά παραδείγματα, πού μέ ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα αὐτό, ἀλλά λόγῳ ἐλλείψεως χώρου δέν τά ἀναφέρω.
Ἁπλῶς νά σημειώσω ὅτι στήν φιλοσοφία τοῦ Προγράμματος Σπουδῶν γράφεται: «Ὁ θρησκευτικός γραμματισμός ἀποτελεῖ μέρος τῶν “πολυγραμματισμῶν” μέ τήν ἔννοια πού ἀποδίδεται σήμερα στόν ἐπιστημονικό γραμματισμό. Ὁ ἐπιστημονικός γραμματισμόςἀπαρτίζεται ἀπό τά κοινά στοιχεῖα τῶν διαφόρων γραμματισμῶν τῶν ἐπιμέρους ἐπιστημονικῶν κλάδων, ὅπως ἡ Ἱστορία (History literacy), τά μαθηματικά (Mathematics literacy), ἡ Γεωγραφία (Geography literacy), ἡ τεχνολογία (Technology literacy), οἱἠλεκτρονικοί ὑπολογιστές (Computer literacy) κ.ἄ.».
Σέ ἄλλο σημεῖο γράφεται: «Ὁ Stephen Prothero, στό βιβλίο του μέ τίτλο “Religious Literacy”, χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο κατ’ ἀναλογία τοῦπολιτιστικοῦ γραμματισμοῦ τοῦ Hirsch καί ἀναφέρει ὅτι στόχος του “εἶναι νά βοηθήσει τούς πολίτες νά συμμετέχουν πλήρως στήν κοινωνική, πολιτική καί οἰκονομική ζωή τοῦ ἔθνους καί σέ ἕνα κόσμο στόν ὁποῖο ἡ θρησκεία μετράει”. Συνεπῶς, ὁ θρησκευτικός γραμματισμός εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό τό νά γνωρίζει κάποιος γιά τή θρησκεία τοῦ ἄλλου, ἂν καί αὐτό θεωρεῖται σημαντικό βῆμα. Τό σπουδαῖο εἶναι νά μάθει νά σέβεται τή θρησκεία τῶν ἄλλων καί νά ἀντιλαμβάνεται τή συνεισφορά τους στήν κοινωνική ζωή. Μάλιστα, ὑποστηρίζεται ἡ ἄποψη ὅτι ἕνας τύπος θρησκευτικοῦ γραμματισμοῦ πού θά ἀποφεύγει τά λάθη τῆς ὁμολογιακῆς καί τῆς μήὁμολογιακῆς προσέγγισης, μπορεῖ καί πρέπει νά προωθηθεῖ σέ κοινά σχολεῖα, ὄχι μόνο γιά νά ὑπάρχει ἕνας συμβιβασμός, ἀλλά γιατί εἶναι ἀπαραίτητος σέ μιά φιλελεύθερη ἐκπαίδευση».
Διαβάζοντας αὐτό τό ἀπόσπασμα καί προσέχοντας τίς φράσεις «νά γνωρίζη κάποιος γιά τήν θρησκεία τοῦ ἄλλου», καί «νάἀντιλαμβάνεται τήν συνεισφορά τους στήν κοινωνική ζωή» καί ἀκόμη ὅτι «ὁ θρησκευτικός γραμματισμός» «εἶναι ἀπαραίτητος σέ μιά φιλελεύθερη ἐκπαίδευση» καί ὅτι ὁ μαθητής πρέπει νά «ἀποφεύγει τά λάθη τῆς ὁμολογιακῆς καί τῆς μή ὁμολογιακῆς προσέγγισης»,ἀντιλαμβάνεται ὅτι πρόκειται γιά μιά μείξη μεταξύ τῶν δύο θεωρήσεων τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς πού ἀναφέρθηκαν προηγουμένως καί ἴσως προσεγγίζει τήν «φιλελεύθερη θεώρηση τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς» πού βρίσκεται στόν ἀντίποδα τοῦ «θρησκευτικοῦγραμματισμοῦ».
Αὐτό φαίνεται καί ἀπό μιά ἑπόμενη ἑνότητα, στήν ὁποία γράφεται:
«Ἡ θρησκευτική ἐκπαίδευση στό σχολεῖο χρειάζεται, διότι προσφέρει τή “θρησκευτική” γλώσσα καί τή γραμματική της πού εἶναι πολύτιμα ἐφόδια αὐτο-γνωσίας, αὐτο-προσδιορισμοῦ, αὐτο-βελτίωσης καί αὐθυπέρβασης, σέ σχέση μέ τούς ἄλλους. Συγχρόνως, προσφέρει τίς ἱκανότητες καί δεξιότητες γνωριμίας, ἐπικοινωνίας καί ἀλληλοκατανόησης μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί ἀνάλυσης καί ἑρμηνείας τῆς ἱστορίας καί τοῦ πολιτισμοῦ. Δέν ἀποτελεῖ μία ἱστορική, ἁπλῶς, ἀναφορά στήν παρουσία τῆς θρησκείας στή ζωή καί στόν κόσμο, ἀλλά μία ἐπικοινωνιακή καί βιωματική ἐμπειρία γιά μιά ζωή».
Κατά τόν καθηγητή Ἀθανάσιο Στογιαννίδη, στόν «θρησκευτικό γραμματισμό», ὅπως παρατηρεῖται στό Νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στό Λύκειο στήν Ἑλλάδα, «αὐτό πού ἐξετάζεται δέν εἶναι οἱ θρησκεῖες, ἀλλά τό θρησκευτικό φαινόμενο», «δέν εἶναι ἡ πολυπλοκότητα τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου, ἀλλά ἡ κοινότητα τῆς θρησκευτικῆς ἐμπειρίας». Καί ὁκαθηγητής παρατηρεῖ: «Εἶναι, πραγματικά ἄξιο ἀπορίας, πῶς εἶναι δυνατόν, οἱ συντάκτες τοῦ ἐν λόγῳ προγράμματος νά ἐπικαλοῦνταιὡς θεωρητικά τους θεμέλια τήν φαινομενολογική-διερμηνευτική καί φιλελεύθερη προοπτική πού ὑποστηρίζει ὁ Robert Jackson, καί ταυτόχρονα τό μοντέλο τοῦ Θρησκευτικοῦ Γραμματισμοῦ, τό ὁποῖο ἀνέπτυξε ὁ Wright, καί τό ὁποῖο εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετο μέ τό μοντέλο τῆς φαινομενολογικῆς θεώρησης».
Ἔχοντας ὑπ’ ὄψη ὅλα αὐτά ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἡ θεωρία τοῦ «θρησκευτικοῦ γραμματισμοῦ», ὅπως τήν ἀνέπτυξε ὁ Andrew Wright, περισσότερο πλησιάζει στά ἰσχύοντα βιβλία πού γράφηκαν βάσει τῶν Ἀναλυτικῶν Προγραμμάτων, ἐνῶ ἡ θεωρία τοῦ«φιλελευθερισμοῦ στήν θρησκευτική ἀγωγή» ἐπηρεάζει ἐν πολλοῖς τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν, μέ τό ὁποῖο γίνεται προσπάθεια νά βρεθοῦν τά κοινά σημεῖα ὅλων τῶν θρησκειῶν καί νά δημιουργηθῆ μιά «ἰδιωτική θρησκευτική πίστη», δηλαδή εἶναι περισσότερο «διαθρησκειακός γραμματισμός». Ἄλλωστε, αὐτό δείχνει ἡ φράση ὅτι ὁ μαθητής πρέπει νά ἀποκτήση πολύτιμα ἐφόδια «αὐτογνωσίας», «αὐτοπροσδιορισμοῦ», «αὐτοβελτίωσης», καί «αὐθυπέρβασης» «σέ σχέση μέ τούς ἄλλους».
4. Ἡ ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου
Μελετώντας, λοιπόν, τά Προγράμματα (τό ἰσχύον καί τό προτεινόμενο) τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στήν Ἐκπαίδευση καί διαβάζοντας χιλιάδες σελίδες, στίς ὁποῖες καταγράφονται διάφορες ἀπόψεις, κατέληξα στήν πρόταση νά λάβη συγκεκριμένη θέση ἡΔιαρκής Ἱερά Σύνοδος, ἤτοι νά παραμείνη ὡς βάση ὑπόθεσης ἐργασίας τό ἰσχύον Ἀναλυτικό Πρόγραμμα, μέ τά βιβλία τῶν Θρησκευτικῶν πού ὑπάρχουν σήμερα.
Βέβαια, γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει μιά ἄποψη, πού λέγεται καλοπροαίρετα, ὅτι θά πρέπει νά ζητήσουμε ἀπό τήν Πολιτεία τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν νά ἀποκτήση τόν ὁμολογιακό-κατηχητικό χαρακτήρα. Ὅμως αὐτό δέν εἶναι εὔκολο νά πραγματοποιηθῆ, ἀφοῦ ποτέ στήν Ἑλλάδα τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν δέν ἦταν ὁμολογιακό-κατηχητικό. Καί τότε πού τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν πλησίαζε περισσότερο στό λεγόμενο ὁμολογιακό, στήν πραγματικότητα εἶχε στοιχεῖα ἀπό τήν σχολαστική θεολογία (Ἄνσελμος Καντερβουρίας – Θωμᾶς Ἀκινάτης) καί τήν προτεσταντική θεολογία. Ἔπειτα, ἡ Ἐκκλησία τήν κατήχησή της δέν μπορεῖ νά τήν ἐμπιστευθῆ νά τήν διδάσκουν ἄνθρωποι πού δέν τούς γνωρίζει καί δέν τούς ἐμπιστεύεται. Τό ὁμολογιακό-κατηχητικό μάθημα ὅπου ὑπάρχει στόν Εὐρωπαϊκό χῶρο εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν συγκρούσεων μεταξύ τῶν Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν καί δέν ἔχει σχέση μέ τήν Ὀρθόδοξη θεολογία.
Ἡ Ἐκκλησία μέ τά Κατηχητικά της μπορεῖ νά βοηθήση καί νά προσφέρη στά παιδιά πού ζοῦν μέσα στόν χῶρο της ὀρθόδοξη -ἐκκλησιαστική παιδεία καί νά τά μορφώση κατά Χριστόν μέσα στά πλαίσια τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως.
Πάντως, ἡ πρόταση πού κατέθεσα καί ἔγινε ἀποδεκτή στό σύνολό της ἀπό τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, ὡς κατάλληλη γιά τήν περίοδο αὐτή, σχολιάσθηκε ἀρνητικῶς ἀπό μερικούς συντηρητικούς κύκλους. Ὅμως, αὐτοί ἀγνοοῦν ἤ παραθεωροῦν ὅτι τό ἰσχύον Ἀναλυτικό Πρόγραμμα ἔχει σέ μεγάλο ποσοστό θρησκειολογικά στοιχεῖα, ἔχει πολλές φιλελεύθερες ἀπόψεις σέ ἐκκλησιαστικά θέματα καί ὅτι δέν μπορεῖ νά εἰσαχθῆ στά Σχολεῖα κατηχητικό καί ὁμολογιακό μάθημα, γιατί αὐτό θά ἔχη καί ἄλλες συνέπειες, ἤτοι θά ζητήσουν καί ὅσοιἀνήκουν σέ ἄλλες θρησκεῖες ἤ ὁμολογίες νά εἰσαχθοῦν ὁμολογιακά βιβλία ἤ θά αὐξηθοῦν οἱ αἰτήσεις ἀπαλλαγῆς ἀπό τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν.
Στό Δελτίο Τύπου τῆς 13ης Ἰανουαρίου ἐ.ἔ. δημοσιεύθηκε ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Μέ βάση αὐτήν τήν ἀπόφαση συνετάγηἔγγραφο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πρός τόν Ὑπουργό Παιδείας, Ἔρευνας καί Θρησκευμάτων. Ἐπειδή τό Δελτίον Τύπου εἶναι γνωστό, θά δημοσιοποιήσω τό ἔγγραφο πρός τόν Ὑπουργό Παιδείας πού ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Κύριε Ὑπουργέ,
Μέ Συνοδική Ἀπόφαση ἡ ὁποία ἐλήφθη στή Συνεδρία τῆς 13ης μηνός Ἰανουαρίου τ.ἔ., σᾶς γνωρίζουμε ὅτι ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος τῆςἘκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κατόπιν ἐνδελεχοῦς μελέτης τῶν ζητημάτων πού τέθηκαν τόν τελευταῖο καιρό γύρω ἀπό τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ἀποφάσισε νά σᾶς γνωστοποιήσει σχετικές της ἐνέργειες καί τίς ἀντίστοιχες θέσεις.
Κατόπιν τῶν πρόσφατων δηλώσεών σας γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ἀλλά καί τήν ἔναρξη τοῦ Ἐθνικοῦ Διαλόγου γιά τήν Παιδεία, ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος συνῆλθε σέ ἀπογευματινή Συνεδρίαση τήν 12.1.2016 ἀπό κοινοῦ μέ τούς Κοσμήτορες καί Προέδρους τῶν Τμημάτων τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν Ἀθηνῶν καί Θεσσαλονίκης, καθώς καί ἐκπροσώπους τῶνἐπιστημονικῶν Ἑνώσεων τῶν Θεολόγων, γιά νά συζητήσουν τό θέμα τῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στή ΜέσηἘκπαίδευση. Στή Συνεδρίαση εἰσηγήθηκε τό θέμα ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος, ὁὁποῖος ἐπικέντρωσε τήν εἰσήγησή του στό χαρακτήρα καί τό περιεχόμενο τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, παρουσίασε τά δύο Προγράμματα Σπουδῶν ἐπί τῶν ὁποίων γίνεται συζήτηση (τό ἰσχύον καί τό πιλοτικό Ἀναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδῶν), καί κατέληξε σέ συνθετική πρόταση, κατά τήν ὁποία πρέπει νά ἐπικεντρωθεῖ ἡ προσπάθεια στή βελτίωση τοῦ ἰσχύοντος Προγράμματος Σπουδῶν μέ προσθῆκες σέ ἐπιστημονική βάση ἀπό τά καλά στοιχεῖα τοῦ πιλοτικοῦ Ἀναλυτικοῦ Προγράμματος Σπουδῶν. Οἱ παριστάμενοιἐκπρόσωποι τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν καί οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἑνώσεων τῶν Θεολόγων ἐπαίνεσαν τήν εἰσήγηση ὡς συγκροτημένη καί κατάλληλη γιά τήν περίσταση.
Στήν Συνεδρίαση τῆς Διαρκοῦς Συνόδου τῆς 13.1.2016 κατόπιν ἐκτενοῦς συζήτησης μεταξύ τῶν Συνοδικῶν Ἀρχιερέων ἐπί τῆς πρότασης τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου, καθώς καί τῶν ὅσων ἀκούσθηκαν ὡςἀπόψεις τῶν φορέων πού παρευρέθησαν στήν ἀπογευματινή Συνεδρία τῆς 12.1.2016, ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀπεδέχθη τήν ἀνωτέρω εἰσήγηση καί κατέληξε στά ἑξῆς:
1. Ἡ διαδιδόμενη ἄποψη ὅτι τά βιβλία τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν εἶναι κατηχητικά καί ὁμολογιακά εἶναι ἐσφαλμένη ἕως καί παραπλανητική. Ὁ χαρακτήρας τῶν σύγχρονων βιβλίων στή χώρα μας εἶναι γνωσιολογικός καί πολιτιστικός μέ θρησκειολογική κατεύθυνση. Ἤδη ἡ διδακτική ὕλη γιά τούς νέους τῆς μετεφηβικῆς ἡλικίας εἶναι σημαντικά ἐμπλουτισμένη στίς τάξεις τοῦ Λυκείου μέ γνωστικό ὑλικό γιά ἄλλα θρησκεύματα καί δόγματα καί μέ εὐκαιρίες προβληματισμοῦ γιά τίς θρησκευτικές καί ἠθικές διαστάσεις σύγχρονων προβλημάτων (π.χ. σχέσεις δύο φύλων, οἰκογένεια, βιοϊατρική, ἀλλοτρίωση, ὑποτίμηση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ναρκωτικά, κοινωνία τῆς πληροφορίας, οἰκολογικό πρόβλημα).
2. Τό γεγονός ὅτι στό σημερινό μάθημα προηγεῖται ἡ παροχή γνώσεων γύρω ἀπό τήν ὀρθόδοξη θρησκευτική παράδοση τοῦ τόπου δέν σημασιοδοτεῖ διαδικασία κατηχήσεως τῶν ὀρθοδόξων μαθητῶν ἤ προσηλυτισμοῦ τῶν μή ὀρθοδόξων μαθητῶν, καθώς τό μάθημα δένἀπευθύνεται μόνο σέ ὀρθόδοξους μαθητές. Ἰσχυρισμοί περί δῆθεν ὁμολογιακοῦ χαρακτῆρα τοῦ μαθήματος ἐκκινοῦν ἀπό ἀρνητική προϊδέαση γιά τό ἴδιο τό μάθημα καί τό ρόλο τῶν ἐκπαιδευτικῶν, ἐπιστημόνων θεολόγων, ὡς φορέων θρησκευτικοῦ μισσιοναρισμοῦμέσα στό ἑλληνικό σχολεῖο. Ἐξάλλου, ὁ ἀντικειμενικός χαρακτήρας τοῦ μαθήματος δέν θίγεται ἀπό τήν κατά προτεραιότητα παράθεση τῆς Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς παράδοσης, ἀφοῦ κατ’ ἀνάγκην τό μάθημα πρέπει νά λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τά τοπικά, ἱστορικά, θρησκευτικά καί πληθυσμιακά συμφραζόμενα τῆς ἑλληνικῆς σχολικῆς τάξης, ἀλλά καί τόν στόχο τῆς ὁμαλῆς ἔνταξης τοῦ μαθητῆ,ἀσχέτως θρησκεύματος, στήν ἑλληνική κοινωνία, ἡ ὁποία κατά πλειοψηφία ἀσπάζεται τό Ὀρθόδοξο Χριστιανικό δόγμα.
3. Παλαιές καί πρόσφατες ἀποφάσεις διοικητικῶν δικαστηρίων, πού ἑρμηνεύουν τά σχετικά ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἀποφαίνονταιὁμόφωνα ὑπέρ τῆς ὑποχρεωτικῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν μέ κύρια βάση τήν ὀρθόδοξη χριστιανική παράδοση καί μέ δικαίωμα ἀπαλλαγῆς γιά ὅσους δέν εἶναι ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Παράλληλα, ὅπως ἔχει ἐξηγήσει τό Εὐρωπαϊκό ΔικαστήριοἈνθρωπίνων Δικαιωμάτων, τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ὅπως καί ὅλα τά σχολικά μαθήματα, πρέπει νά διέπεται ἀπό τίς ἀρχές τῆςἀντικειμενικότητας καί τοῦ πλουραλισμοῦ, ἀλλά οἱ ἀρχές αὐτές δέν παραβιάζονται μόνο καί μόνο ἐπειδή τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν ἀναφέρεται κατά κύριο λόγο στήν κυρίαρχη θρησκευτική παράδοση τοῦ οἰκείου κράτους, ἱκανοποιώντας καί τήνἐπιθυμία τῶν γονέων τῶν μαθητῶν.
4. Ἡ παρέλευση μερικῶν ἐτῶν ἀπό τότε πού ἐγράφησαν τά βιβλία πού διδάσκονται στήν Μέση Ἐκπαίδευση δικαιολογεῖ τήνἐπικαιροποίησή τους. Παραμένοντας στήν ἴδια μεθοδολογία τοῦ ἰσχύοντος Προγράμματος Σπουδῶν, ὅσον ἀφορᾶ στήν ἱστορικήὀργάνωση τῆς ὕλης, εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξουν προσθῆκες, οἱ ὁποῖες διευρύνουν τό θρησκειολογικό, ἰδεολογικό καί πολιτιστικό πεδίο τῆς ὕλης μέ σκοπό τήν ἐπαύξηση τῆς μορφωτικῆς ἀξίας καί συμβολῆς του στήν ἐκπαίδευση τῶν νέων. Προτείνεται αὐτές οἱ προσθῆκες νά γίνουν στό τέλος κάθε βιβλίου, ὥστε οἱ μαθητές, τῶν ὁποίων ἡ πλειοψηφία ἀνήκει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά καί ὅσοι μήὀρθόδοξοι μαθητές ἐπιθυμοῦν νά ἀποκτήσουν γνώσεις γιά τήν θρησκευτική καί πολιτιστική παράδοση τοῦ τόπου μας, νά ἀποκτήσουν συγκροτημένη εἰκόνα.
5. Στήν ἐποχή μας, κατά τήν ὁποία ἰσχυροποιοῦνται φονταμενταλιστικές ἀπόψεις ἄλλων θρησκειῶν καί ἀντικοινωνικές τάσεις διαφόρων παραθρησκευτικῶν φαινομένων καί ἐπικίνδυνων σεκτῶν, ἡ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἡ ὁποία διακρίνεται γιά τήν ἀγάπη, τήν ἀνεκτικότητα, τήν εἰρηνική διάθεση καί εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπό φονταμενταλισμούς καί ρατσισμούς, θά βοηθήσειἀρκούντως καί στήν κοινωνική συνοχή. Στό θέμα αὐτό δέν πρέπει νά ἐπικρατοῦν οἱ ἀγκυλώσεις τοῦ παρελθόντος. Τό σχολεῖο καί ἡσχολική κοινότητα δέν εἶναι χώρος ἐπιβεβαίωσης καμίας πολιτικῆς συνθηματολογίας, τά σχολικά μαθήματα δέν μποροῦν νά διαχωρίζονται σέ «προοδευτικά» καί «συντηρητικά», οὔτε ἐπιτρέπεται ἡ διεξαγωγή ὁποιουδήποτε ἄτυπου δημοψηφίσματος φρονημάτων στήν πλάτη τῶν μαθητῶν, ὅπως ἐπιχειρήθηκε μέ τίς ὑποσχέσεις περί ἀναιτιολόγητης ἀπαλλαγῆς ἀπό αὐτό.
Μέ στόχο τήν ἀναλυτική παρουσίαση τῶν ὅσων ἀνωτέρω ἐτέθησαν, ἀποστέλλεται συνημμένως στήν παροῦσα ἐπιστολή καί ἡἀναλυτική εἰσήγηση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου, ἔγκριτου ἐπιστήμονα θεολόγου καί συγγραφέα, πρός τόν σκοπό ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὡς μητέρα καί πνευματική τροφός, νά συμβάλει στόν Ἐθνικό Διάλογο γιά τήν παιδεία καί τή λήψη τῶν σχετικῶν ἀποφάσεων ἀπό τό Ὑπουργεῖο σας, τή συνεργασία μέ τό ὁποῖο ἄλλωστε ὡς πρός τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν ἐπιβάλλει καί ὁ Καταστατικός Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (ἄρθρο 9 παρ. 1 περ. ε΄ Ν. 590/1977). ἩἘκκλησία τῆς Ἑλλάδος προτίθεται νά συνεργαστεῖ περαιτέρω, στή βάση τῆς ἐπιστημονικῆς βελτίωσης τοῦ ὑπάρχοντος μαθήματος καί τῆς στήριξης τῶν καθηγητῶν του. Ἀντιτίθεται στήν κατάργηση καί ἀντικατάστασή του ἀπό ἕνα μάθημα «γεωγραφίας τῶν θρησκειῶν»ἤ «θρησκευτικοῦ ἐγκυκλοπαιδισμοῦ» μέ κάποια ἁπλῶς ἰδιαίτερη παρουσίαση τῆς παρουσίας τῆς Ὀρθοδοξίας στόν ἑλλαδικό χῶρο. Ἡἰδέα τῆς ποσοτικῆς ἐξίσωσης τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς παράδοσης μέ τίς ἄλλες θρησκευτικές παραδόσεις, ὥστε νά γίνει τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν «πολιτικά ὀρθότερο» κινεῖται μακράν τῶν νομικῶν δεσμεύσεων καί ἐκπαιδευτικῶν στόχων τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος (ἄρθρο 16 παρ. 2) καί τῆς κείμενης νομοθεσίας (ἄρθρα 1 Ν. 1566/1985, 1 παρ. 2 περ. γ΄ Ν. 4186/2013) σέ χώρα μέἰσχυρά πλειοψηφοῦντες τούς ὀρθοδόξους χριστιανούς, συγκεκριμένο πολιτιστικό κεφάλαιο καί δεδομένη θρησκευτική ἱστορία καί συγχρονία τοῦ Λαοῦ μας.
Ἐν κατακλεῖδι ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀποφάσισε ὡς πρότασή της πρός τό Ὑπουργεῖο Παιδείας, Ἔρευνας καί Θρησκευμάτων ὡς πρός τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, νά ἐπικεντρωθεῖ τό ἐνδιαφέρον στό ἰσχύον Πρόγραμμα Σπουδῶν μέ τήν δική του θεματική μεθοδολογία, στό ὁποῖο ὅμως θά γίνουν μερικές βελτιώσεις, ἐντασσοντάς το στά σύγχρονα παιδευτικά δεδομένα, ὁπότε νά εἰσαχθοῦν σέ κάθε βιβλίο -ὄχι σέ κάθε μάθημα- μερικά κεφάλαια θρησκειολογικά, ἀνάλογα μέ τήν θεματολογία τοῦ βιβλίου, ἀφοῦ ὅμως δοθεῖ προτεραιότητα στήν ὀρθόδοξη παράδοση, τήν ὁποία ἀκολουθεῖ ἡ πλειοψηφία τῶν ἑλλήνων πολιτῶν, ἀλλά καί νά χρησιμοποιηθοῦν ὡς ἐφαρμογές καί τά καλά στοιχεῖα τοῦ Νέου Προγράμματος Σπουδῶν.
Μέ τήν πεποίθηση ὅτι θά ἀποδώσετε τήν ἁρμόζουσα βαρύτητα στή σαφῆ καί συγκεκριμένη πρόταση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου,ἀνταποκρινόμενος θετικά, σᾶς εὐχαριστοῦμε ἐκ τῶν προτέρων, εὐχόμενοι ὁ Θεός νά σᾶς εὐλογεῖ καί νά σᾶς ἐνισχύει στά εὐθυνοφόρα καθήκοντά σας».
Ἔτσι, μέ ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου συγκροτήθηκε Ἐπιτροπή ἀπό τούς Μητροπολίτες Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ.Ἱερόθεο, Καστορίας κ. Σεραφείμ, Σερρῶν καί Νιγρίτης κ. Θεολόγο καί τόν Νομικό Σύμβουλο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κ. Θεόδωρο Παπαγεωργίου πού ἐπισκεφθήκαμε τόν Ὑπουργό Παιδείας, Ἔρευνας καί Θρησκευμάτων κ. Νίκο Φίλη καί τοῦ ἐπιδώσαμε ἔγγραφο μέ τήν ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
Ἔγινε εὐρύτατη συζήτηση μεταξύ τῆς Ἐπιτροπῆς μας καί τοῦ Ὑπουργοῦ Παιδείας, Ἔρευνας καί Θρησκευμάτων κ. Νικολάου Φίλη, παρόντων τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως Θρησκευμάτων κ. Γεωργίου Καλαϊτζῆ καί τοῦ Προέδρου τοῦ Ἰνστιτούτου Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς κ. Γερασίμου Κουζέλη, καί ἀπό τήν συζήτηση διεφάνη ὅτι ὑπάρχει διαφορετική ἀφετηρία καί προοπτική. Ἡ Ἱερά Σύνοδοςἀπεφάσισε νά προτείνη τήν παραμονή τοῦ ἰσχύοντος Προγράμματος Σπουδῶν καί νά γίνουν μερικές προσαρμογές, ὥστε τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν νά γίνη ὑποχρεωτικό γιά ὅλους, ἐκτός ἀπό ἐκείνους πού θέλουν νά ζητήσουν ἀπαλλαγή, καταγράφοντας ὅμως τούς λόγους τῆς ἀπαλλαγῆς, ἐνῶ τό Ὑπουργεῖο Παιδείας προτίθεται νά ἐφαρμόση τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν, στό ὁποῖο νά γίνουν μερικές βελτιώσεις.
Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος θεώρησε ὅτι τό θέμα αὐτό εἶναι μεῖζον, γιατί συνδέεται μέ τήν θρησκευτική-ἐκκλησιαστική ἀγωγή τῶν μαθητῶν πού εἶναι ὀρθόδοξοι, καί γι’ αὐτό ἀποφάσισε νά τό φέρη στήν Ἱεραρχία, ὥστε ἡ ἀπόφαση νά εἶναι ὑπεύθυνη καί συλλογική.
Ἑπομένως, ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἁρμόδια νά λάβη συγκεκριμένη ἀπόφαση γιά τό Μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν.
Ἡ συνθετική τῶν διαφόρων ἀπόψεων ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου εἶναι:
«Νά ἐπικεντρωθῆ τό ἐνδιαφέρον στό τρέχον Πρόγραμμα μέ τήν δική του θεματική μεθοδολογία, στό ὁποῖο ὅμως νά γίνουν μερικές βελτιώσεις, ἐντάσσοντάς το στά σύγχρονα παιδευτικά δεδομένα, ὁπότε νά εἰσαχθοῦν σέ κάθε βιβλίο –ὄχι σέ κάθε μάθημα– μερικά κεφάλαια θρησκειολογικά, ἀνάλογα μέ τήν θεματολογία τοῦ βιβλίου, ἀφοῦ ὅμως δοθῆ προτεραιότητα στήν ὀρθόδοξη παράδοση, τήνὁποία ἀκολουθεῖ ἡ πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἀλλά καί νά χρησιμοποιηθοῦν ὡς ἐφαρμογές καί τά καλά στοιχεῖα τοῦ Νέου Προγράμματος Σπουδῶν».
parembasis.gr
Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τι αποφάσισε για το μάθημα των Θρησκευτικών στη Δεύτερη Συνεδρία της η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος(9 Μαρτίου 2016)
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαρτίου, 2016
Δεύτερη Συνεδρία
της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος
(9/3/2016).
Συνήλθε την Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016, στη δεύτερη ημέρα της εκτάκτου Συγκλήσεώς της, η Ιερά Συνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, στην Αίθουσα Συνεδριών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.
Κατά την πρωινή Συνεδρία, μετά την προσευχή, ανεγνώσθη ο Κατάλογος των συμμετεχόντων Ιεραρχών και διεπιστώθη η απουσία των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευσταθίου, Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου κ. Ιεροθέου, Παροναξίας κ. Καλλινίκου και Μυτιλήνης, Ερεσσού και Πλωμαρίου κ. Ιακώβου, εχόντων την προς τούτο άδειαν της Ιεράς Συνόδου.
Κατόπιν επικυρώθηκαν τα Πρακτικά της χθεσινής Συνεδρίας.
Ακολούθως, σύμφωνα με την Ημερησία Διάταξη, ανέγνωσε την εισήγησή του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου με θέμα: «Περί της Διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών εν τη Στοιχειώδη και Μέση Εκπαιδεύσει», το οποίο αποτελεί συνέχεια της εισηγήσεώς του στην κοινή Συνεδρίαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου μετά των Κοσμητόρων των δύο Θεολογικών Σχολών και των Προέδρων των Τμημάτων αυτών καθώς και των Προέδρων της ΠΕΘ και του «ΚΑΙΡΟΥ».
Στην εισήγησή του ο Σεβασμιώτατος ανέπτυξε τέσσερα σημεία. Πρώτον, ενημέρωσε τους Ιεράρχες για όσα ελέχθησαν στην ως άνω κοινή Συνεδρίαση και ότι έγινε αποδεκτή η εισήγησή του από τους παρόντες.
Δεύτερον, διασαφήνισε την διαφορά μεταξύ του Αναλυτικού Προγράμματος που ισχύει ως σήμερα και του Προγράμματος Σπουδών που προτείνεται. Πρόκειται για δύο διαφορετικά συστήματα θρησκευτικής αγωγής. Τρίτον, ανέπτυξε την έννοια του «θρησκευτικού γραμματισμού», ο οποίος θεωρείται ως βάση του νέου Προγράμματος Σπουδών. Είναι μέθοδος που εισήχθη στην Βρετανία, αλλά μεταφέρθηκε και στην Ελλάδα με διαφορετικό τρόπο. Και τέταρτον, παρουσίασε διεξοδικά την απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου του Ιανουαρίου του 2016, η οποία απεστάλη ως πρόταση της Ιεράς Συνόδου στο Υπουργείο Παιδείας, Ερεύνης και Θρησκευμάτων, καθώς επίσης διάβασε το έγγραφο της Ιεράς Συνόδου προς τον Υπουργό Παιδείας.
Η πρόταση αυτή είναι συνθετική των δύο διαφορετικών θέσεων, η πλέον ρεαλιστική στις σύγχρονες συνθήκες δεδομένου ότι το ισχύον πρόγραμμα δεν έχει ομολογιακό και κατηχητικό χαρακτήρα, και έχει ως εξής:
«Να επικεντρωθή το ενδιαφέρον στο τρέχον Πρόγραμμα με την δική του μεθοδολογία, στο οποίο όμως να γίνουν μερικές βελτιώσεις, εντάσσοντάς το στα σύγχρονα παιδευτικά δεδομένα, οπότε να εισαχθούν σε κάθε βιβλίο – όχι σε κάθε μάθημα – μερικά κεφάλαια θρησκειολογικά, ανάλογα με την θεματολογία του βιβλίου, αφού όμως δοθή προτεραιότητα στην ορθόδοξη παράδοση, την οποία ακολουθεί η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, αλλά και να χρησιμοποιηθούν ως εφαρμογές και τα καλά στοιχεία του Νέου Προγράμματος Σπουδών».
Μετά το πέρας της τεκμηριωμένης αυτής εισηγήσεως, η οποία διελάμβανε και επιστημονικά στοιχεία, ειλημμένα από την επιστήμη της διδακτικής μεθοδολογίας και από επιστημονικές μελέτες περί του αντικειμένου της διδασκαλίας του Μαθήματος των Θρησκευτικών στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, διεξήχθη ευρύτατη συζήτηση και έγινε αποδεκτή η πρόταση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου για «την υποχρεωτικότητα του μαθήματος των Θρησκευτικών, την τήρηση των ωρών διδασκαλίας στο τρέχον πρόγραμμα και τον Ορθόδοξο χαρακτήρα του».
Εν συνεχεία, η Ιεραρχία ομοφώνως ενέκρινε την απόφαση της Δ.Ι.Σ., όπως αυτή είχε διατυπωθεί στο υπ’ αριθμ. 881/391/22.02.2016 έγγραφό της προς τον αξιότιμο Υπουργό Παιδείας και αποφάσισε όπως η Επιτροπή διαλόγου με το Υπουργείο Παιδείας για το μάθημα των Θρησκευτικών απαρτισθεί από τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες: Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου κ. Προκόπιο, Ηλείας κ. Γερμανό και Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ και τους Ελλογιμωτάτους Καθηγητές: α) κ. Αθανάσιο Στογιαννίδη, Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Σχολικής Παιδαγωγικής και Διδακτικής Μεθοδολογίας του Μαθήματος των Θρησκευτικών, β) κ. Ιωάννη Φύκαρη, Καθηγητή της Διδακτικής Μεθοδολογίας του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, γ) κ. Κωνσταντίνο Σπαλιώρα, Δρα Θεολογίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πρόεδρο Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων, Διευθυντή Γυμνασίου δ) κ. Ιωάννα Κομνηνού, Δρα Θεολογίας, Καθηγήτρια του Α’ Πειραματικού Λυκείου Αθηνών.
Η Ιεραρχία ομοφώνως αποφάσισε όπως οι ήδη υποβληθείσες παρατηρήσεις των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών και εκείνες οι οποίες εγγράφως θα υποβληθούν και όσα κατά την συζήτηση συμπληρωματικά διατυπώθηκαν, μελετηθούν από τα Μέλη της Αντιπροσωπείας που θα εκπροσωπήσουν την Εκκλησία της Ελλάδος, θα παρουσιασθούν προς ψήφιση σε συγκλιθησόμενη έκτακτη Ιεραρχία, η οποία θα λάβει και τις τελικές αποφάσεις.
Διευκρινίζεται ωσαύτως ότι κατά την Συνεδρία της 8ης Μαρτίου, αφού ανακοινώθηκε η σύνθεση της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, λαβών τον λόγο ο Σεβ. Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης κ. Συμεών υπέβαλε την παραίτησή του από Μέλος της Αντιπροσωπίας.
Ακολούθως, αφού τέθηκε το ερώτημα περί του τρόπου αναπληρώσεως των παραιτουμένων Μελών, απε-φασίσθη κατά πλειοψηφίαν, όπως οι αναπληρωτές των παραιτουμένων η δι’ ετέρους λόγους κωλυομένων Μελών της Αντιπροσωπίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, λαμβάνονται κατά πρεσβεία εκ των Μελών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της επομένης, ήτοι της 160ης Συνοδικής Περιόδου. Εν συνέχεια υπέβαλαν την παραίτησή τους τρία εκ των εχόντων πρεσβεία Μέλη της επομένης συνθέσεως της Δ.Ι.Σ., ο Σεβ. Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ. Νικόλαος, δια λόγους διαφωνίας προς τον τρόπον επιλογής των προσώπων και οι Σεβ. Μητροπολίτες Μάνης κ. Χρυσόστομος και Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ, δια λόγους συνειδήσεως.
Εν τέλει απεφασίσθη όπως τον Σεβ. Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης κ. Συμεών αναπληρώσει ο Σεβ. Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κ. Εφραίμ, ο οποίος απεδέχθη την πρόταση.
http://www.petheol.gr/nea/tiapophasisegiatomathematonthreskeutikonstedeuteresynedriateseierasynodostesierarchiastesekklesiastesellados9martiou2016
Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΥΡΙΝΗΣ Ματθ.6, 14-21
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαρτίου, 2016
Η χριστιανική πίστη είναι μια οδός ζωής – ένας δρόμος που συνεχίζεται όσο ζει ο άνθρωπος. Σ’ αυτό το δρόμο ο άνθρωπος αντιμετωπίζει ένα κόσμο γεμάτο από αλλαγές και μεταβολές με αιφνιδιασμούς και απρόοπτα. Χρειάζεται προσοχή γιατί δεν ξέρει κανείς τι θα βρεθεί μπροστά του. Πάντα ελλοχεύει κάποιος κίνδυνος.
Αυτή η πορεία έχει την ομορφιά της γιατί κρατά τον πιστό ξύπνιο και πρόθυμο να συναντήσει το αναπάντεχο.
Η συνεχής αυτή πορεία παρουσιάζει και τη μεγαλύτερη δυσκολία, ακόμη κι’ όταν είναι πορεία προς την ελευθερία. Έτσι είναι. Η συνεχής πορεία κουράζει, το άγνωστο τρομάζει, έστω και αν είναι η γη της επαγγελίας.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τον χριστιανό. Η ζωή με τη μορφή της αδιάκοπης πορείας προς την τελειότητα τον φοβίζει και τον κάνει να νοιώθει ανέστιος και πάροικος. Η αλήθεια αυτή που έκανε τους αποστόλους και τους πιστούς των πρωτοχριστιανικών χρόνων να νοιώθουν έτοιμοι για κάθε κίνδυνο, έγινε βάρος για πολλούς σήμερα.
Οι περισσότεροι προτιμάμε τη σιγουριά της επίγειας πόλης, παρά την προσδοκία της μέλλουσας.
Δεν μιλάμε για τους υλιστές, γιατί αυτοί δεν γνώρισαν ποτέ την ομορφιά του ουρανού, γιατί βυθίστηκαν από νωρίς στο τέλμα. Μιλάμε για όσους ξεκίνησαν και κάπου λιγοψύχησαν. Αυτοί πιάστηκαν στην παγίδα της «θρησκευτικότητας». Διατηρούν τους εξωτερικούς τύπους και μετέβαλαν την «ὁδόν Κυρίου» σ’ έναν τύπο που έχει ως σκοπό να διασφαλίσει την πρόσκαιρη ζωή τους από επικίνδυνες αλλαγές για την επισφαλή εσωτερική τους ισορροπία. Έτσι η πίστη αντί να είναι ο τελικός του σκοπός γίνεται μέσον. Και τελικά αυτή η παραποιημένη πίστη, που καλύπτεται από το ιμάτιο της «θρησκευτικότητας» γίνεται μια παγίδα και ένας κίνδυνος που κρατά τον άνθρωπο δέσμιο και ανίκανο να συνεχίσει την πορεία του προς τη Βασιλεία Του Θεού.
Μια τέτοια καθαρή εικόνα μας δίνει η σημερινή ευαγγελική διήγηση.
Ο Ιησούς φέρνει τρία παραδείγματα που δείχνουν που ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος της «θρησκευτικότητας» δηλ. της μεταβολής της πορείας σε στασιμότητα.
Το πρώτο είναι η προσευχή του ανθρώπου. Λίγο νωρίτερα ο Χριστός είχε διδάξει στους μαθητές την Κυριακή προσευχή. Πρόκειται για ένα περιεκτικό κείμενο που αποφεύγει τη φλυαρία και δεν είναι μόνο σύντομο, αλλά είναι και νέο ως προς το περιεχόμενό του. Ο Χριστιανός ζητάει από τον Θεό βασικά δύο πράγματα : τον ερχομό της βασιλείας Του και την συγχώρηση των ανομιών του ανθρώπου.
Ο κίνδυνος όμως της «θρησκευτικότητας» παραμονεύει παντού, ακόμα και την ώρα της προσευχής. Εδώ παρουσιάζεται με τη μορφή της αποκοπής από την ζωή του ανθρώπου. Κι’ αυτό ακριβώς επισημαίνει ο Χριστός. Η προσευχή είναι δραστική και σωστή τότε μόνον, όταν συνοδεύεται από συγχώρεση για τους ανθρώπους που μας έβλαψαν. Η προσευχή είναι το σημείο που δεν μπορούν να μας πειράξουν οι άλλοι. Κι’ εδώ ακριβώς βρίσκεται η παγίδα. Να μεταβάλλουμε την προσευχή σε εξωπραγματική πράξη, στατική, έξω από τις σχέσεις μας με τους άλλους.
Αυτό ακριβώς τον κίνδυνο, δηλ. τη μεταβολή της ζωντανής επικοινωνίας με το Θεό σε μια θρησκευτική πράξη αποκομμένη από τη ζωή. Αυτόν τον κίνδυνο επισημαίνει ο Χριστός.
Αλλά δεν περιορίζεται στο να δείξει τον κίνδυνο , δείχνει και πως μπορούμε να τον αποφύγουμε : με την αίτηση συγνώμης από όσους βλάψαμε, απ’ όσους χωρίσαμε με το μίσος από την κοινωνία. Η κοινωνία με τον Θεό είναι δραστική, μόνο αν αποκαταστήσουμε την κοινωνία μας με τους συνανθρώπους μας, χωρίς να ρωτάμε αν έχουν εκείνοι το φταίξιμο. Διαφορετικά η προσευχή μας γίνεται φαρισαϊκή.
Το δεύτερο παράδειγμα είναι η νηστεία που αρχίζει αύριο. Η νηστεία είναι θεσμός, που εύκολα μπορεί να γίνει η αιτία για εξωτερική ικανοποίηση του ανθρώπινου εγωισμού, για μια ψεύτικη υπεροχή απέναντι σ’ αυτούς που δεν νηστεύουν.
Στην εποχή του Χριστού οι φαρισαίοι διακρίνονται για την τήρηση της νηστείας και την διατυμπάνιζαν για να τονίσουν την υπεροχή τους.
Ο Xριστός καταδικάζει τη μεταβολή της νηστείας από ένα μέσο ανάνηψης σε αυτοσκοπό, σε αυτοπροβολή της ατομικότητάς του. Η νηστεία είναι ένα μέσο εγκράτειας και δυνατότητας για κοινωνικό έργο. Είναι πρόσκληση για φιλανθρωπική δράση και η ανθρώπινη ματαιοδοξία τη μετέβαλε σε τόπο και τύπο αυτοδικαίωσης. Όποιος υποκύψει στην παγίδα της «θρησκευτικότητας» μεταβάλλει την νηστεία σε εγωιστική προβολή, σε διακριτικό διάφραγμα που ξεχωρίζει την δική του ευσέβεια από την ασέβεια των πολλών. Έτσι αντί να ενώνει, χωρίζει τους χριστιανούς.
Ο Χριστός φέρνει και ένα τρίτο παράδειγμα που δείχνει πόσο εύκολα ξεγελιέται ο άνθρωπος και μεταβάλλει την συνεχή πορεία σε στάση και αδιέξοδο.
Είναι το ερώτημα που βρίσκεται ο θησαυρός του ανθρώπου. Εδώ φαίνεται πόσο βαθειά είναι ριζωμένος ο χριστιανισμός του. Γιατί η καρδιά μας βρίσκεται εκεί, όπου βρίσκεται και ο θησαυρός μας.
Εδώ η απόκλιση γίνεται ευκολότερα, γιατί συνδέεται με την καθημερινή μας ζωή. Θησαυρός είναι αυτό που θεωρούμε πολύτιμο, αυτό που παρακαλάμε το Θεό να μας δώσει, αυτό που κυνηγάμε με τον κόπο μας. Κι’ αυτό δεν είναι πολλές φορές η «βασιλεία του Θεού και η δικαίωση» αλλά κάποιο εγκόσμιο αγαθό. Η θρησκευτικότητα δεν φαίνεται να παίζει κάποιο ρόλο εδώ. Η προσκόλληση στα επίγεια φαίνεται να μην συνδέεται με την θρησκευτικότητα, έστω των τύπων. Κι’ όμως φαίνεται πως κι’ αυτό είναι δυνατό. Γι’ αυτό άρχισε να επινοεί θεωρίες για την χρησιμότητα του πλούτου, για τον έπαινο του καλού χριστιανού με επίγεια αγαθά, για τη χριστιανική διαχείρισή του κ.α.
Κι’ όλα αυτά για να μην χάσει από τα χέρια του αυτό που υποκαθιστά το Θεό, τον επίγειο θησαυρό του. Κάνει τα αδύνατα δυνατά για να συνδυάσει την πίστη του με την ειδωλολατρία του. Αρκείται σε μια ψεύτικη – υποτονική θρησκευτικότητα, αρκεί να έχει την βεβαιότητα του θησαυρού του.
Και τα τρία παραδείγματα έχουν κοινά γνωρίσματα. Δείχνουν πόσο εύκολα λησμονεί ο άνθρωπος την πορεία και παραμένει σ’ ένα πρόσκαιρο παρόν. Συγχρόνως όμως δείχνουν και πόσο αισθάνεται την ανάγκη να μείνει σ’ επαφή με το Θεό. Αυτός ο εσωτερικός διχασμός του εκφράζεται με μια ρηχή θρησκευτικότητα , που όχι μόνο διαλύει, αλλά επιτείνει το πρόβλημα. Δεν μπορεί κανείς να δουλεύει συγχρόνως σε δυο Κυρίους.
Η ψεύτικη θρησκευτικότητα τον εμποδίζει να δει καθαρά και τον δένει σε μια γωνιά με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Έτσι όμως μένει μόνος μέσα στην έρημο, αδύναμος και ανασφαλής.
Η παγίδα και ο κίνδυνος της θρησκευτικότητας των τύπων και του εγωισμού δεν είναι γνώρισμα μόνο του φαρισαϊσμού. Παραμένει δίπλα μας κάθε στιγμή έτοιμη να μας προσβάλλει πνευματικά.
Γι’ αυτό η εκκλησία μας καλεί σε συνεχή εγρήγορση. Σε πνευματική νήψη. Ιδιαίτερα τώρα την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής που η νηστεία είναι αληθινή, όταν συνοδεύεται από συνεχή νήψη ψυχής, από αγάπη και συγνώμη για τους άλλους, από αληθινή νηστεία, από αποχή όχι μόνο τροφής αλλά και παθών.
π.Γ.Στ.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαρτίου, 2016
Πολλοί, και όχι μόνο φιλόλογοι, προβληματίζονται σχετικά με το πόσο καλά κατέχουν και χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα οι νέοι μας. Ιδίως οι έφηβοι μιλούν δια των εικόνων ή των μικρών μηνυμάτων. Χρησιμοποιούνgreeklish. Η ορθογραφία τους είναι προβληματική. Ακόμη και υποψήφιοι Πανελλαδικών Εξετάσεων, αλλά και φοιτητές δεν είναι σε θέση να παραγάγουν ένα γλωσσικώς ικανοποιητικό κείμενο. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα η πολιτεία θεώρησε σκόπιμο να αφήσει εκτός της ύλης των Πανελλαδικών Εξετάσεων τη Λογοτεχνία, ενώ οποιαδήποτε αναφορά σε γλωσσική καχεξία θεωρείται από μερίδα διανοουμένων κινδυνολογική. Δε συζητούμε για ποίηση και μελέτη λογοτεχνικών βιβλίων από τους νεώτερους. Η αίσθηση είναι ότι το ποσοστό που ασχολείται είναι απελπιστικά μικρό.
Η Εκκλησία δικαίως προβληματίζεται τα τελευταία χρόνια για το μάθημα των Θρησκευτικών και τη θέση του στη σχολική ζωή. Δεν ασχολείται όμως καθόλου με τη γλώσσα μας, τόσο την αρχαία όσο και τη νέα ελληνική. Αδιαφορώντας για την μακραίωνη παράδοση των Πατέρων, οι οποίοι ήταν άριστοι χειριστές της γλώσσας, τόσο αναφορικά με τα σημαίνοντά της, τις λέξεις και τη σύνταξη, όσο και με τα σημαινόμενά της, τις έννοιες, τις ιδέες, τη διδαχή, όπως επίσης και για το γεγονός ότι κατά τους δίσεκτους χρόνους της Τουρκοκρατίας τα όσα σχολεία υπήρξαν στελεχώθηκαν κυρίως από κληρικούς, οι οποίοι κράτησαν ζωντανή τη γλώσσα μας, ο σύγχρονος προβληματισμός στην καλύτερη των περιπτώσεων φθάνει μέχρι το αν θα πρέπει να μεταφραστούν τα λειτουργικά κείμενα στα νέα ελληνικά και το αν η εκκλησιαστική γλώσσα είναι ιερή σε ό,τι αφορά στις λέξεις, ενώ συνήθως η έγνοια είναι μηδενική.
Τι θα μπορούσε να κάνει η Εκκλησία για τη γλώσσα που μαθαίνουν, κατακτούν και χρησιμοποιούν οι νέοι;
Να ευαισθητοποιήσει την κοινωνία μας. Να επισημάνει ότι μπορεί το Διαδίκτυο να κυριαρχεί και η ευκολία στην επικοινωνία να καθιστά την αγγλική ως την πλέον εύχρηστη, όμως ο πατριωτισμός μας και η ανάγκη να διατηρήσουμε την ταυτότητά μας μάς καλούν να αντισταθούμε. Να ζητήσει και να βοηθήσει τους κληρικούς να έχουν και γλωσσική ποιότητα στον λόγο και στο κήρυγμά τους. Να τονίσει την αξία των βιβλικών και λειτουργικών κειμένων. Να οργανώσει σε μία τουλάχιστον ενορία κάθε Μητροπόλεως ειδικά μαθήματα μελέτης κειμένων που θα βοηθήσουν νεώτερους και μεγαλύτερους να έρθουν σε επικοινωνία με τη γλώσσα μας σε διάφορες χρονικές περιόδους της παράδοσής της. Να προχωρήσει στην έκδοση πατερικών κειμένων, όπως του περίφημου λόγου του Μεγάλου Βασιλείου «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» και να τα διανείμει στις κατηχητικές συνάξεις. Να θεσπίσει διαγωνισμούς μελέτης εκκλησιαστικών και λογοτεχνικών κειμένων, για να ενθαρρυνθούν οι νεώτεροι να διαβάσουν και να καλλιεργηθούν. Να μην μείνει μόνο στην έγνοια για το μάθημα των Θρησκευτικών, αλλά να ζητήσει από την πολιτεία μεταρρυθμίσεις και στα προγράμματα σπουδών που θα περιλαμβάνουν περισσότερη κλασσική παράδοση.
Αγωνιούμε για τον επαπειλούμενο θρησκευτικό αποχρωματισμό της κοινωνίας μας, ιδίως με την διαφαινόμενη παραμονή στην πατρίδα μας χιλιάδων μουσουλμάνων. Πόσο όμως συμμεριζόμαστε τον κίνδυνο για περαιτέρω γλωσσικό αφελληνισμό, ο οποίος αναπόφευκτα θα οδηγήσει και σε αποχριστιανοποίηση; Πίστη και γλώσσα είναι οι όψεις της παράδοσης που κρατούν την ταυτότητά μας ζωντανή. Ας σταματήσουμε να είμαστε αποχαυνωμένοι από τον προσανατολισμό μόνο στην οικονομική όψη της κρίσης.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύεται στην εφημερίδα « Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 9 Μαρτίου 2016
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η εικονογραφημένη ιστορία της εικόνος «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ»
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαρτίου, 2016
Κατὰ τὴν Σκήτην τοῦ Πρωτάτου, τὴν εὑρισκομένην εἰς τὰς Καρυάς, ἐκεῖ πλησίον, ἐν τῇ τοποθεσίᾳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Παντοκράτορος, εἶναι λάκκος μεγάλος, ὅστις ἔχει κελλία διάφορα. Εἰς ἓν λοιπὸν τῶν κελλίων τούτων, ἐπ᾿ ὀνόματι τιμώμενον τῆς Κυρίας Θεοτόκου τῆς Κοιμήσεως, ἐκατοίκει ἕνας Ἱερομόναχος Γέρων καὶ ἐνάρετος μετὰ ἄλλου ὑποτακτικοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο συνήθεια νὰ γίνεται ἀγρυπνία κάθε Κυριακὴν εἰς τὴν ρηθεῖσαν τοῦ Πρωτάτου Σκήτην, κατὰ τὸ ἑσπέρας ἑνὸς Σαββάτου, θέλων νὰ ὑπάγῃ ὁ προρρηθεὶς Γέροντας εἰς τὴν ἀγρυπνίαν λέγει τῷ μαθητῇ αὐτοῦ: «Τέκνον, ἐγὼ μὲν ὑπάγω διὰ νὰ ἀκούσω τὴν ἀγρυπνίαν, ὡς σύνηθες· σὺ δὲ μεῖνον εἰς τὸ κελλίον καὶ ὡς δύνασαι, ἀνάγνωθι τὴν Ἀκολουθίαν σου». Καὶ οὕτως ἀπῆλθεν.
Ἀφ᾿ οὗ δὲ ἡ ἑσπέρα παρῆλθεν, ἰδοὺ κρούει τις τὴν θύραν τοῦ Κελλίου, ὁ δὲ Ἀδελφὸς ἔδραμε καὶ τὴν ἄνοιξε καὶ βλέπει, ὅτι ἦτο ξένος μοναχός, ἄγνωστος εἰς αὐτόν, ὅστις εἰσελθὼν ἔμεινεν εἰς τὸ κελλίον τὴν νύκτα ἐκείνην.
Ἐν τῇ ὥρᾳ δὲ τοῦ Ὄρθρου, ἀναστάντες, ἔψαλλον καὶ οἱ δυὸ τὴν Ἀκολουθίαν· ὅταν δὲ ἦλθον εἰς τὴν Τιμιωτέραν, ὁ μὲν ἐντόπιος Μοναχὸς ἔψαλλε μόνον τὴν «Τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, Σὲ μεγαλύνομεν», δηλαδὴ τὸν παλαιὸν ὕμνον τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Ποιητοῦ, ὁ δὲ ξένος ἐκεῖνος Μοναχός, κάμνοντας ἄλλην ἀρχὴν τοῦ ὕμνου, ἔψαλλεν οὕτως: «Ἄξιον ἔστιν, ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν Ἀειμακάριστον καὶ Παναμώμητον καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν». Εἶτα ἐσύναψε καὶ τὴν «Τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, Σὲ μεγαλύνομεν».
Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ ἐντόπιος Μοναχός, ἐθαύμασε, καὶ λέγει πρὸς τὸν φαινόμενον ξένον: «Ἡμεῖς μόνον ψάλλομεν «Τὴν Τιμιωτέραν», τὸ δὲ Ἄξιόν ἐστινοὐδέποτε ἠκούσαμεν, οὔτε ἡμεῖς οὔτε οἱ πρωτήτεροι ἀπὸ ἡμᾶς. Ἀλλὰ παρακαλῶ σε, ποίησον ἀγάπην, καὶ γράψον καὶ εἰς ἐμένα τὸν ὕμνον τοῦτον διὰ νὰ ψάλλω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Θεοτόκον». Ὁ δὲ ἀποκριθείς, «φέρε μοι, τοῦ λέγει, μελάνι καὶ χαρτὶ διὰ νὰ τὸν γράψω». Ὁ δὲ ἐντόπιος ἀπεκρίθη πρὸς αὐτόν· «Δυστυχῶς, δὲν ἔχω οὔτε μελάνι, οὔτε χαρτὶ διὰ νὰ τὸ γράψης». Καὶ ὁ φαινόμενος ξένος, «Φέρε μοι, τοῦ εἶπε, μίαν πλάκα».
Ὁ δὲ Μοναχὸς δραμών, εὗρε πλάκα καὶ τοῦ τὴν ἔφερε. Λαβὼν δὲ ταύτην ὁ ξένος, ἔγραψεν ἐπάνω εἰς αὐτὴν μὲ τὸν ἑαυτοῦ δάκτυλον τὸν ρηθέντα ὕμνον, τὸ «Ἄξιόν ἐστι», καὶ ὢ τοῦ Θαύματος! τόσον βαθέως ἐχαράχθησαν τὰ γράμματα ἐπάνω εἰς τὴν σκληρὴν πλάκα, ὡσὰν νὰ ἐγράφησαν ἐπάνω εἰς τὸν πηλὸν ἁπαλώτατον. Εἶτα λέγει τῷ Ἀδελφῷ· «Ἀπὸ τῆς σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς οὕτω νὰ ψάλλετε καὶ ἐσεῖς, καὶ ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι». Ἦτο γὰρ ἅγιος Ἄγγελος, ἀπεσταλμένος παρὰ τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ ἀποκαλύψη τὸν ἀγγελικὸν ὕμνον τοῦτον, καὶ τῇ Μητρὶ τοῦ Θεοῦ πρεπωδέστατον, μᾶλλον δὲ ἦτο ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ὡς ρηθήσεται ἐν τοῖς ἐπομένοις.
Ἀφοῦ δὲ ἦλθεν ἀπὸ τὴν ἀγρυπνίαν ὁ Γέροντας καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ κελλίον, ἀρχίζει ὁ ὑποτακτικὸς αὐτοῦ νὰ ψάλλῃ τὸ «Ἄξιον ἔστιν», καθὼς ὁ Ἄγγελος αὐτῷ παρήγγειλε, καὶ δείχνει εἰς τὸν Γέροντά του καὶ τὴν ρηθεῖσαν πλάκα μὲ τὰ ἀγγελοχάρακτα γράμματα. Ὁ δέ, ταῦτα ἀκούσας καὶ ἰδών, ἔμεινεν ἐκστατικὸς διὰ τὸ τοιοῦτον θαυμάσιον. Καὶ λοιπὸν λαβόντες καὶ οἱ δυὸ τὴν ἀγγελοχάρακτον ἐκείνην πλάκα, ἀπῆλθον εἰς τὸ Πρωτάτον τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς γέροντας τῆς Κοινῆς Συνάξεως, ἐδιηγήθησαν εἰς αὐτοὺς ἅπαντας τὰ γενόμενα·
οἱ δὲ δοξάσαντες ὁμοφώνως τὸν Θεὸν καὶ εὐχαριστήσαντες τὴν Κυρίαν ἡμῶν Θεοτόκον διὰ τὸ παράδοξον τοῦτο, εὐθὺς ἀπέστειλαν τὴν πλάκα εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, πρός τε τὸν Πατριάρχην καὶ τὸν Βασιλέα, σημειώσαντες εἰς αὐτοὺς διὰ γραμμάτων ἅπασαν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ τοιούτου θαυματουργήματος.
Ἀπὸ τότε δὲ καὶ ὕστερα, ὁ μὲν ἀγγελικὸς αὐτὸς ὕμνος διεδόθη εἰς ὅλην τὴν Οἰκουμένην διὰ νὰ ψάλλεται εἰς τὴν Θεομήτορα ἀπὸ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους· ἡ δὲ ἁγία εἰκὼν τῆς Θεοτόκου, ἡ εὑρισκόμενη εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ κελλίου ἐκείνου, ἐν ᾧ τὸ τοιοῦτον γέγονε θαῦμα, μετεφέρθη ἀπὸ τοὺς Πατέρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Πρωτάτου, καὶ εἰς αὐτὴν εὑρίσκεται ἕως σήμερον, ἐνθρονισμένη ἐπὶ τοῦ Ἱεροῦ Συνθρόνου, ἑντὸς τοῦ Ἁγίου Βήματος, ἐπειδὴ καὶ ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος ταύτης ἐψάλη τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ Ἀγγέλου ὁ ὕμνος οὗτος.
Τὸ δὲ κελλίον ἐκεῖνο ἔλαβε τὴν ἐπωνυμίαν: «Ἄξιον ἔστιν»· καὶ ὁ λάκκος ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ κελλίον εὑρίσκεται, ὀνομάζεται ἀπὸ ὅλους ἕως σήμερον: «Ἄδειν, ὃ ἐστὶ ψάλλειν», διότι εἰς αὐτὸν τὸν πρῶτον ἐψάλη ὁ ἀγγελικὸς καὶ Θεομητοροπρεπὴς οὗτος ὕμνος.
Ὅτι δὲ τὸ θαῦμα τοῦτο εἶναι πολλὰ παλαιὸν καὶ ὅτι ὁ Ἄγγελος, ὅστις ἐφάνη, ἦτο ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, μαρτυρεῖ καὶ τὸ ἐν τοῖς τετυπωμένοις Μηναίοις γεγραμμένον, κατὰ τὴν ἑνδεκάτην του Ἰουνίου Μηνὸς οὕτω: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἡ Σύναξις τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ ἐν τῷ Ἄδειν». Ἐπειδὴ δέ, ὡς φαίνεται, ἐν τῇ ἑνδεκάτῃ του Ἰουνίου ἠκολούθησε τὸ τοιοῦτον θαυμάσιον, τούτου χάριν οἱ τότε Πατέρες ἐτέλουν Σύναξιν καὶ λειτουργίαν κατ᾿ ἐνιαυτὸν εἰς τὸν ρηθέντα λάκκον, τὸν ἐπονομαζόμενον Ἄδειν, εἰς μνήμην τοῦ θαύματος, τιμῶντες καὶ δοξάζοντες, τὸν Ἀρχάγγελον Γαβριήλ, ὅστις καθὼς ἀπαρχῆς ἕως τέλους ἐστάθη ὁ ἔνθεος ὑμνολόγος τῆς Θεοτόκου καὶ τροφεὺς καὶ διακονητὴς καὶ χαροποιὸς αὐτῆς εὐαγγελιστὴς οὕτως ὑπηρέτησε καὶ εἰς τὸ νὰ ἀποκαλύψη τὸν ὄντως Θεομητορικὸν τοῦτον ὕμνον, ὡς αὐτῷ μόνῳ κατὰ πάντα πρεπούσης τῆς τοιαύτης διακονίας.
Καὶ πάλαι μὲν ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων Θεὸς ἔδωκε τὰς δέκα ἐντολὰς εἰς τοὺς Ἑβραίους, γεγραμμένας μὲ τὸν αὑτοῦ δάκτυλον ἐπάνω εἰς τὰς δυὸ λιθίνας πλάκας, τώρα δὲ ὁ Ἄρχων τῶν τοῦ Θεοῦ Ἀγγέλων ἔδωκεν εἰς ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους τὸν πλέον γλυκύτατον καὶ ἐρασμιώτερον ὕμνον τῆς Μητρὸς τοῦ Θεοῦ, γεγραμμένον εἰς λιθίνην πλάκα μὲ τὸν ἀρχαγγελικὸν αὐτοῦ δάκτυλον.
Βλέπε δὲ πῶς ἐπληρώθη ἡ προφητεία τοῦ Θείου Γαβριὴλ ὁποῦ εἶπεν, ὅτι νὰ ψάλλωσι τὸν ὕμνον τοῦτον ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι· διότι τόσον κοινὸς καὶ ποθεινὸς ἐγένετο ὁ Ἀρχαγγελοσύνθετος οὗτος ὕμνος εἰς ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους, ὥστε καὶ αὐτὰ τὰ μικρὰ παιδάρια τῶν Χριστιανῶν ἠξεύρουν καὶ τὸν ψάλλουν μεφαλοφώνως τὴν σήμερον, μὲ μεγάλην χαρὰν τῆς καρδίας των, εἰς δόξαν τῆς Θεοτόκου, ἧς ταῖς Ἁγίαις πρεσβείαις ἀξιωθείημεν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἀμήν.
https://fdathanasiou.wordpress.com/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Βάσει ποιου νόμου θα κριθούν όλες οι φυλές της Γης; (Γέρων Κλεόπας Ηλίε)
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαρτίου, 2016
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει ότι βάσει τεσσάρων νόμων θα κριθούν οι άνθρωποι κατά το φοβερό εκείνο δικαστήριο.
α) Όσοι έζησαν από του Αδάμ μέχρι της παραδόσεως του νόμου στο όρος Σινά, θα κριθούν από τον Χριστό με βάση το νόμο της συνειδήσεως, που δόθηκε στον άνθρωπο από τη γέννησή του, και ονομάζεται ηθικός νόμος της φύσεως. Με τη βοήθεια της συνειδήσεως, που είναι η φωνή του Θεού στον άνθρωπο, καθένας γνωρίζει ποιο είναι καλό και ποιο είναι κακό. Με το νόμο αυτό κυβερνήθηκε ο κόσμος μέχρι του Μωϋσέως.
β) Ο δεύτερος νόμος με τον οποίο θα κριθούν οι προ Χριστού άνθρωποι και όλοι όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, είναι ο νόμος των κτισμάτων ολοκλήρου της δημιουργίας, η οποία είναι πάντοτε ενώπιον μας και μας λέγει ότι τα πάντα κατασκευάσθηκαν τόσο θαυμαστά από ένα αόρατο και παντοδύναμο Νου, το Θεό. Ο ορατός κόσμος, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, είναι το σχολείο των λογικών ψυχών, είναι το άγραφο βιβλίο όλων των ανθρώπων.
γ) Ο τρίτος νόμος, κατά τον οποίο θα κριθούν μόνο οι Εβραίοι, είναι ο γραπτός νόμος του Μωϋσέως, ο οποίος δόθηκε σε αυτόν στο όρος Σινά.
δ) Ο τέταρτος νόμος, της Χάριτος ή του Ευαγγελίου, δοσμένος σ’ εμάς από τον Χριστό, βάσει του οποίου θα κριθούν όλοι οι χριστιανικοί λαοί.
Εάν κάποιος αρνηθεί το χριστιανικό Βάπτισμα, γίνεται αποστάτης και, αν δεν μετανοήσει, δε συγχωρείτε στον αιώνα, ενώ στη Μέλλουσα Κρίση θα τιμωρηθεί σκληρότερα από έναν ειδωλολάτρη, ο οποίος δε γνώρισε τον Χριστό. Οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι οι ειδωλολάτρες δε θα μπορέσουν να έλθουν εύκολα στην πίστη του Χριστού, διότι δεν εγνώρισαν τον Θεό.
Επίσης λέγουν ότι, όσοι αμάρτησαν απέναντι του νόμου της Χάριτος σαν χριστιανοί, βαρύτερα και σκληρότερα θα παιδευθούν από τους ειδωλολάτρες εκείνους που έσφαλαν κατά το φυσικό νόμο.
Γέρων Κλεόπας Ηλίε, από το βιβλίο: «Γεροντικό Ρουμάνων Πατέρων» (Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»).
Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τί ονομάζουμε Ψυχοσάββατο
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαρτίου, 2016
«Δεῦτε πρό τέλους πάντες ἀδελφοί,
τόν χοῦν ἡμῶν βλέποντες,
καί τῆς φύσεως ἡμῶν τό ἀσθενές,
καί τήν εὐτέλειαν ἡμῶν,
καί τό τέλος ὀψώμεθα…»
Το Σάββατο πριν από την Κυριακή τής Απόκρεω, λέγεται «Σάββατο τῶν Ψυχῶν» ή «Ψυχοσάββατο». Είναι το πρώτο από τα δυο Ψυχοσάββατα του έτους (το δεύτερο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής).
Ο λόγος που η Εκκλησία μας καθιέρωσε το Σάββατο των Ψυχών, παρ’ ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι διότι πολλοί αδελφοί μας κατά καιρούς απέθαναν σέ μικρή ηλικία ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα, ή σέ πολέμους, ή στα όρη και τούς κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτωχείας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσύνων, «οἱ θεῖοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι θέσπισαν τό μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων Χριστιανῶν».
Την μνήμη του θανάτου υπενθυμίζει σήμερα η Εκκλησία μας σ’ εκείνους πού έρχονται για το Ψυχοσάββατο στην Εκκλησία. Στην Ιερά Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας Κληρικοί και Λαϊκοί προστρέξαμε και αυτό το Ψυχοσάββατο με τα κόλλυβα στις Εκκλησίες και βρεθήκαμε στα Κοιμητήριά μας, με μόνο μέλημα την προσευχή για τούς νεκρούς μας, επικαλούμενοι το άπειρο έλεος του Θεού, έχοντας κατά νου τα λόγια του αγίου Αθανασίου τού Μεγάλου:
«Μήν ἀρνεῖσαι νά προσφέρεις λάδι καί νά ἀνάβῃς κεριά στόν τάφο του, ἐπικαλούμενος Χριστόν τόν Θεόν, καί ἄν ἀκόμα ὁ κοιμηθείς τελείωσε εὐσεβῶς τή ζωή του καί τοποθετήθηκε στόν οὐρανό. Γιατί αὐτά εἶναι εὐπρόσδεκτα ἀπό τόν Θεό καί προσκομίζουν μεγάλη τήν ἀνταπόδοσή Του, γιατί το λάδι καί το κερί είναι θυσία και ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἐξιλέωση.»
Η δε αγαθοεργία φέρνει τελικά προσαύξηση με κάθε αγαθή ανταπόδοση. Ο σκοπός του προσφέροντος, για την ψυχή κοιμηθέντος, είναι ίδιος με τα όσα κάνει όποιος έχει μικρό παιδί άρρωστο και αδύναμο, για το οποίο προσφέρει στον ιερό Ναό κεριά, θυμίαμα και λάδι με πίστη και τα χαρίζει όλα για το παιδί του.
Τα κρατάει και τα προσφέρει με τα χέρια του, σαν να τα κρατάει και να τα προσφέρῃ το ίδιο το παιδί, ακριβώς δηλαδή όπως γίνεται όταν στο Βάπτισμα αποκηρύσσεται ὁ σατανάς από τον Ανάδοχο για λογαριασμό του νηπίου.
Παρομοίως πρέπει να θεωρείται και όποιος πέθανε πιστός στον Κύριο, ότι κρατάει και προσφέρει τα κεριά και το λάδι, και όλα όσα προσφέρονται για τη λύτρωσή του.
Έτσι με τη χάρη τού Θεού η προσπάθεια πού γίνεται με πίστη δε θα πάει χαμένη.
Να είστε σίγουροι ότι οι θείοι Απόστολοι και οι θεοδίδακτοι Διδάσκαλοι και οι θεόπνευστοι Πατέρες, αφού πρώτα ενώθηκαν με το θείο και φωτίσθηκαν, καθόρισαν με τρόπο θεάρεστο τίς Λειτουργίες, τίς προσευχές και τίς ψαλμωδίες, πού γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη εκείνων πού πέθαναν.
Και όλα αυτά μέχρι σήμερα, πάντα με τη χάρη του φιλάνθρωπου Θεού, αυξάνονται και συμπληρώνονται σ’ όλα τα σημεία του ορίζοντος για να δοξάζεται και να εξυμνείται ὁ Κύριος των κυρίων και Βασιλεύς των βασιλευόντων».
π. Ιωάννης Σουρλίγγας
http://www.pemptousia.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο εκχριστιανισμός των Βουλγάρων και των Σέρβων
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαρτίου, 2016
To έτος 863, οι Θεσσαλονικείς αδελφοί Μεθόδιος και Κύριλλος, γιοι του δρουγγάριου Λέοντος, στάλθηκαν αρχικά στη Μεγάλη Μοραβία, μετά από πρόσκληση του Μοραβού ηγεμόνα Ροστισλάβου ή Ρόστισλαβ (Rostislav, 846-869), και στη συνέχεια σε άλλες σλαβικές χώρες για να διαδώσουν τον Χριστιανισμό.
O Βόρης Α΄, το 864 καταπατώντας την τριακονταετή ειρήνη του Ομουρτάγκ με το Βυζάντιο, που εν τω μεταξύ είχε παραταθεί σιωπηρά, επιτέθηκε κατά των βυζαντινών κτήσεων της Μακεδονίας και της Άνω Αλβανίας, ενώ κατέλαβε και την οχυρή πόλη Λυχνίτιδα, την κατοπινή Αχρίδα ή Οχρίδα. Εντούτοις, επειδή φοβόταν την οργή των Βυζαντινών, που έκαναν επίδειξη ισχύος κατά μήκος της βυζαντινοβουλγαρικής μεθορίου, έστειλε πρεσβεία στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ (842-867), τον γιο του Θεόφιλου και της Θεοδώρας, από τον οποίο ζήτησε να γίνει ανάδοχός του και να τον βαπτίσει χριστιανό.
Η συμβολή του Μεθόδιου και του Κύριλλου ήταν κεφαλαιώδους σημασίας. Αρχικά δημιούργησαν το λεγόμενο κυριλλικό αλφάβητο[1] και την κυριλλική γραφή, και στη συνέχεια μετέφρασαν στη σλαβονική γλώσσα την Αγία Γραφή και άλλα λειτουργικά βιβλία. Το έργο τους είχε τεράστια επίδραση στον πολιτισμό των Σλάβων. Η ενέργεια αυτή του Ροστισλάβου και η συμμαχία του με τους Βυζαντινούς είχε ως άμεσο στόχο την αντίστοιχη φραγκοβουλγαρική συμμαχία μεταξύ του Βόρη Α΄ και του ηγεμόνα των Ανατολικών Φράγκων Λουδοβίκου Β΄ του Γερμανικού (Lugwig der Deutsche, 804-876), που στρεφόταν εναντίον των Μοραβών.
Μετά από τις ενέργειες αυτές των Μοραβών και των Βυζαντινών, ο Βόρης Α΄ θορυβήθηκε, φοβήθηκε πολύ για τον θρόνο του και γι’ αυτό τον λόγο έσπευσε να υποβάλλει το αίτημα για τη βάπτισή του στον Βυζαντινό αυτοκράτορα. Ο Μιχαήλ Γ΄ το δέχτηκε και –ως ανάδοχός του– τού έδωσε και το όνομά του (864). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο πρώτος εκχριστιανισθείς ηγεμόνας των Βουλγάρων, ήταν ο Βόρης Α΄, που έλαβε το χριστιανικό όνομα Μιχαήλ. Τη βάπτιση του Βόρη/Μιχαήλ ακολούθησε η «υποχρεωτική» βάπτιση όλης της βουλγαρικής αριστοκρατίας, αφού 52 ισχυροί βογιάροι που αντέδρασαν αποκεφαλίστηκαν… Δηλαδή, το παράδειγμα του βασιλιά τους ακολούθησαν οι Βούλγαροι, άλλοι με τη θέλησή τους και άλλοι με εξαναγκασμό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιβλήθηκε ο Χριστιανισμός ως επίσημη θρησκεία στη Βουλγαρία. Η Βουλγαρική Εκκλησία είχε την αμέριστη συμπαράσταση του Οικουμενικού πατριάρχη Φωτίου, ο οποίος έβλεπε, σε όλες αυτές τις ενέργειες, επέκταση της επιρροής του Βυζαντίου στις σλαβικές χώρες. Πράγματι, το 865, με πρώτο Αρχιεπίσκοπο τον Ιωσήφ, ιδρύθηκε η χριστιανική Εκκλησία της Βουλγαρίας, που τέθηκε υπό την άμεση εποπτεία και επιρροή του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.
Έως την αρχή της δυναστείας των Μακεδόνων, που δημιουργήθηκε αμέσως μετά τη δολοφονία του Μιχαήλ Γ΄ (867), από τον Βασίλειο Α΄ τον Μακεδόνα (867-886), το Βυζάντιο βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση, καθώς είχε να αντιμετωπίσει πολλούς εξωτερικούς εχθρούς. Αρχικά τους Πέρσες και ύστερα τους Άραβες, τους Βούλγαρους, τους Ρως και τους Σαρακηνούς πειρατές. Παρ’ όλα αυτά η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν πολύ δυνατή και μπορούσε να τους αντιμετωπίσει όλους… Στη Δύση ο πάπας συμμάχησε με τους Φράγκους, ενώ στο εσωτερικό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, είχε ξεσπάσει η Εικονομαχία, αυτή η έντονη θρησκευτική διαμάχη που δίχασε το Βυζάντιο.
Η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήλπιζε ότι με τον εκχριστιανισμό των Βουλγάρων και στη συνέχεια των άλλων Σλάβων, και ιδιαιτέρως των Σέρβων, θα είχε στα βόρεια σύνορά της χριστιανούς ηγεμόνες, οι οποίοι θα βρίσκονταν είτε υπό την εξουσία της είτε υπό την άμεση επιρροή της ως υποτελείς της. Γι’ αυτό τον λόγο την ίδια περίοδο, δηλαδή κατά τον ένατο αιώνα, έγινε μια προσπάθεια από το Βυζάντιο για τον εκχριστιανισμό των Σέρβων. Η προσπάθεια αυτή ολοκληρώθηκε κατά την περίοδο της βασιλείας του αυτοκράτορος Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνος (867-886), του ιδρυτή της Μακεδονικής δυναστείας. Οι ενέργειες αυτές βοήθησαν τους Σέρβους να αναπτύξουν καλύτερες σχέσεις με το Βυζάντιο, να οργανώνονται σιγά σιγά –σύμφωνα με τα πρότυπα της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας– και να επιζητούν την εθνική και κρατική τους οντότητα, την οποία τελικά θα επιτύχουν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, κατά τον 11ο και 12ο αιώνα.
Ο εκχριστιανισμός των Σέρβων
Κατά την περίοδο των εικονομαχικών ερίδων που κατατάραξαν τη χριστιανική ηρεμία στο Βυζάντιο (727-843) πολλοί εικονόφιλοι μοναχοί είχαν καταφύγει στις περιοχές των Σέρβων. Εκεί λειτούργησαν ως κήρυκες του Ευαγγελίου τόσο με τη λιτή και ασκητική τους ζωή όσο και με το ένθερμο κήρυγμά τους.
Μετά την ιεραποστολή των Θεσσαλονικέων αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου στη Μοραβία (862-863) και τη μεγάλη ιεραποστολή στη Βουλγαρία (864), με εμπνευστή τον πατριάρχη Φώτιο, οργανώθηκε και η ιεραποστολή στους Σέρβους, όταν βασίλευε στη Ράσκα ο Μούτιμιρ (850-891). Η ιεραποστολή αυτή ολοκληρώθηκε, σε ευρεία κλίμακα, κατά την περίοδο του Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνος (867-886), όπως μαρτυρείται από τον εγγονό του, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ τον Πορφυρογέννητο (P.G. 109, 226 κ. εξ., 113, 252 κ.εξ.). Πραγματικά, στο Περί Θεμάτων (De Administrando Imperio) βιβλίο του, αναφέρει για τους Σέρβους τα εξής:
Σέρβλοι δε τη των Ρωμαίων διαλέκτω δούλοι προσαγορεύονται όθεν και σέρβουλα η κοινή συνήθεια τα δουλικώς φησίν υποδήματα και τζερβουλιακούς τους τα ευτελή και πενιχρά υποδήματα φορούντας. Ταυτήν δε την επωνυμίαν έσχον οι Σέρβλοι δια το δούλοι γένεσθαι του βασιλέως των Ρωμαίων (3.14, 32-153)[2].
Ο Ν. Μοσχόπουλος στο σχετικό λήμμα στο Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ήλιος (1957), όσον αφορά τα σχόλια του Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου, γράφει κατά λέξη τα εξής:
Βλέπουμε ότι ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος δίδει μίαν ετυμολογίαν του εθνικού ονόματος «Σέρβος», την οποίαν αν δεν δεχθώμεν απολύτως δεν δυνάμεθα να μη προσεγγίσωμεν προς την λατινικήν λέξιν servus (δούλος) και προς την γαλλική serf, ήτοι δουλοπάροικος, και να μη αναφέρωμεν ότι και οι Τούρκοι ιστορικοί αρχικώς Σιρφ ωνόμασαν τους Σέρβους, κατόπιν δε Σιρπ. Επίσης δεν δυνάμεθα να μην παρατηρήσωμεν ότι και το εθνικόν «Σλαύος» (και κατά τους Βυζαντινούς «Σκλαβηνός»), έχει πολύ μεγάλην ομοιότητα προς το «σκλάβος», esclave γαλλιστί, ιταλιστί schiavo και αγγλιστί slave, τα οποία όλα σημαίνουν δούλος (τόμος 14ος, σελ. 573).
Τελικά, οι Σέρβοι, μετά από αλλεπάλληλες ιεραποστολές, πάντα υπό την αιγίδα του Βυζαντινού αυτοκράτορα και του πατριάρχη, εκχριστιανίστηκαν και εντάχτηκαν στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως.
Μετά τον εκχριστιανισμό τους, ο εκκλησιαστικός βίος των Σέρβων οργανώθηκε με άξονα τις περιοχές της Ράσκας και της Ζέτας, που διατήρησαν τους δεσμούς τους με το Βυζάντιο προκειμένου να εξουδετερώσουν την επεκτατική πολιτική του βουλγαρικού κράτους κατά τον 10ο αιώνα. Για διάφορους λόγους όμως καθυστέρησε για αρκετό καιρό η ανάπτυξη κέντρων πολιτισμού στους Σέρβους. Αυτό ίσως να οφειλόταν στη δομή των κοινωνιών τους, ή πιθανότατα στην τότε ένδεια του λαού, που ενδιαφερόταν να επιζήσει και δεν είχε ούτε τα μέσα ούτε τις δυνατότητες να αναπτύξει πολιτισμό και τέχνες τη συγκεκριμένη περίοδο.
[1] Ουσιαστικά, προσάρμοσαν το ελληνικό κεφαλαιογράμματο αλφάβητο στις φωνητικές απαιτήσεις της σλαβικής γλώσσας. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη τους στις 11 Μαΐου: Κυρίλλου και Μεθοδίου Ισαποστόλων.
[2] Αυτό ήταν λογικό: Ο Κωνσταντίνος ήταν αυτοκράτορας, πορφυρογέννητος, μορφωμένος και εκλεπτυσμένος, ηγέτης της ισχυρότερης αυτοκρατορίας της εποχής του. Πώς αλλιώς θα έβλεπε τις νομαδικές φυλές, άξεστων και αμόρφωτων γεωργοκτηνοτρόφων, που είχαν εγκατασταθεί στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας του;
Παρατήρηση: Το παρόν κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το νεοεκδοθέν βιβλίο του Αν. Καθηγητή του Παν/μίου Αθηνών, Στράτου Θεοδοσίου, «ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΣΛΑΒΟΙ – H ιστορική πορεία των βαλκανικών κρατών από την κάθοδο των σερβικών φύλων στα Βαλκάνια έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης»
Στράτος Θεοδοσίου, Καθηγητής Ιστορίας & Φιλοσοφίας της Αστρονομίας Πανεπιστημίου Αθηνών
http://www.pemptousia.gr
Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ιερομόναχος Εφραίμ Κατουνακιώτης (1912 – 14/27 Φεβρουαρίου 1998)
Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Φεβρουαρίου, 2016
Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου
Ο Γέροντας Ιωσήφ Βατοπεδινός (+2009), που τον γνώριζε καλά, γράφει περί αυτού, δίχως υπερβολή: «Μέσα στην αγιορειτική συνείδηση η μορφή του Γέροντος Εφραίμ του Κατουνακιώτου έχει χαραχθεί ως οσιακή. Η ζωή του ήταν ένα συνεχές μαρτύριο συνειδήσεως. Δεν μελέτησε μόνο τους Πατέρες, αλλά τους ακολούθησε και εφάρμοσε με ακρίβεια στη ζωή του τη διδασκαλία τους. Ιδιαίτερα καθοδηγήθηκε από τον πνευματικό του πατέρα, Γέροντά μας Ιωσήφ τον Ησυχαστή. Δεν άσκησε μόνο την μαρτυρική υπακοή, αλλά έγινε και ο χαρισματούχος υποτακτικός. Βίωσε την πληρότητα της θείας Χάριτος από τα πρώτα ασκητικά του βήματα. Έτσι ο λόγος του απλός, αλλά βιωματικός· δίχως εξωτερική καλλιέπεια, αλλά “άλατι ηρτυμένος” ήταν αποδεκτός, ιδιαίτερα από τους Αγιορείτες πατέρες, ως νόμος και κανόνας για την ορθή πορεία της μετανοίας».
Γεννήθηκε στο Αμπελοχώρι Θηβών το 1912. Από μικρός αγάπησε τα κομποσχοίνια, τις μετάνοιες, τις αγρυπνίες, τα μοναστήρια. Οι γονείς του κατέληξαν μοναχοί. Οι αποτυχίες της νεότητάς του ήταν για να τον οδηγήσουν στο Άγιον Όρος, όπου θα πετύχαινε. Το 1933 ήλθε στα εράσμια Κατουνάκια, στην Καλύβη του Οσίου Εφραίμ του Σύρου. Εκάρη μοναχός, μετά ένα έτος, από τον Γέροντα Εφραίμ († 1934) με το όνομα Λογγίνος. Το 1935 εκάρη μεγαλόσχημος από τον παπα-Νικηφόρο († 1973) με το όνομα Εφραίμ. Το 1936 χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς. Οι Γέροντές του, παρότι ήταν αυστηροί, σκληροί και δύσκολοι, τους έκανε πάντοτε απερίεργη υπακοή.
Σταθμός στην πνευματική του πορεία υπήρξε η γνωριμία του με τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (+1959), που εξελίχθηκε σε ισχυρό πνευματικό σύνδεσμο, αφού τον μύησε στα μυστικά της νοεράς προσευχής. Προσευχόμενος είδε με χαρά τρεις αγγέλους. Έτρεξε να το πει στον Γέροντα Ιωσήφ, που του είπε: «Αυτό παιδί μου είναι το πρώτο σκαλί. Αυτή είναι η χάρις. Από ’δω και πέρα άλλη πνευματική αμφίεση, άλλοι ορίζοντες, άλλη τροφή πνευματική, άλλη προσευχή σε περιμένουν. Αυτό πολλοί μοναχοί το περιμένουν χρόνια και λίγοι το γεύονται. Κι εσένα τόσο γρήγορα σου το ’δωσε ο Θεός!». Άλλοτε προσευχόμενος ο Γέροντας Ιωσήφ του είπε: «Παιδί μου, δεν έχεις απλώς καθαρότητα ψυχής, αγνεία έχεις».
Εκεί που διακρίθηκε και χαριτώθηκε ήταν η σαραντάχρονη υπακοή του. Έλεγε: «Αυτός ο οποίος κάνει υπακοή στον Γέροντά του, μιμείται τον Χριστό, ο οποίος έκανε υπακοή στον Πατέρα Του. Και υποχρεούται κατά συνέχειαν ο Θεός να ευλογήσει εκείνον ο οποίος τον μιμείται…
Πολλές φορές κι εμείς, να πούμε, ως Γέροντες, μπορεί να κάνουμε κι ένα λάθος. Εσύ όμως που θα κάνεις υπακοή, θα σου βγει σε καλό, δεν θα σου βγει σε κακό. Ποτές η υπακοή δεν βγαίνει σε κακό, διότι είναι μίμησις Χριστού». Λέγουν πως ο παπα-Εφραίμ έφθασε εκεί που έφθασε, ψηλά, λόγω της μεγάλης υπακοής του. Το πιο αγαπητό του θέμα ήταν να μιλά περί υπακοής και περί προσευχής. Αυτά θυμάμαι, μας έλεγε, όταν πρωτοπήγαμε στα Κατουνάκια, ζώντος του Γέροντός του Νικηφόρου, στον οποίο έκανε άκρα υπακοή, παρότι είχε αμνησία.
Γηροκόμησε με σεβασμό, αγάπη, προθυμία, υπομονή και υπακοή τους τέσσερις Γεροντάδες του, για τους οποίους προσευχήθηκε κι έκλαψε πολύ και πληροφορήθηκε τη σωτηρία τους. Δεν μπορούσε να βαστά το παραμικρό βάρος στην καρδιά του, διότι δυσκολευόταν να προσευχηθεί και να λειτουργήσει. Πρώτος έβαζε μετάνοια συγχωρήσεως, συναδελφώσεως κι έλεγε ευχάριστα και αδυσκόλευτα το τρισευλογημένο «ευλόγησον». «Με την κατάκριση φεύγει η χάρη, έλεγε, με την υπακοή έρχεται πλούσια η ευλογία του Παναγάθου Θεού».
Έλεγε: «Και στη χαρά και στη λύπη ήρεμος και κόσμιος εξωτερικά, συγκρατημένος εσωτερικά. Χόρτασα από τα γλυκύτατα νάματα του Παραδείσου και φρόντισα να μην το πάρω επάνω μου. Ήπια από τα πικρότατα ύδατα της κολάσεως, αλλά φρόντισα να μην καταποθώ από την απόγνωση». Πειρασμοί, ανέχειες, δυσχέρειες, ασθένειες δεν τον κατέβαλαν ποτέ. Η Παναγία τον έκανε καλά από σοβαρή ασθένεια εκζέματος που τον ταλαιπωρούσε χρόνια. Την τελευταία του εικοσαετία απέκτησε συνοδεία και βρήκε μικρή ανάπαυση. Το τελευταίο έτος ασθένησα σοβαρά πάλι κι έμεινε κατάκοιτος.
Όταν κάποτε του είπε κάποιος πως τον θεωρούν άγιο, απάντησε: «Αλίμονο από τους άγιους που η φήμη τους έφτασε στην Αθήνα. Υπάρχουν πραγματικά άγιοι που βρίσκονται μέσα στις πόλεις, τις πολυκατοικίες και τα χωριά. Έτυχε να γνωρίσω πολλούς τέτοιους αγίους που ζούνε στον κόσμο… Με στενοχωρεί να βλέπω ανθρώπους να θεοποιούν συνανθρώπους τους, και χριστιανούς να απαιτούν από σένα να γίνεις κοσμοδιορθωτής. Δεν βρίσκομαι σε σχέση εχθρότητας με τους ανθρώπους που περνούν από ’δω, αλλά κάτι που ο ίδιος χρειάζομαι και που ίσως κι αυτοί για το ίδιο να ψάχνουν, είναι η σιωπή και η ησυχία».
Προσευχόμενος αναχώρησε του παρόντος μάταιου βίου στις 14/27-2-1998. Γράφει ένας ιερομόναχος: «Έβλεπα κοιμώμενον έναν όσιον ανήκοντα πλέον εις την χορείαν των Αγιορειτών Πατέρων και ηυχαρίστησα τον Θεόν και τον Γέροντα που με αγάπησε και χαρακτήρισε την ζωήν μου με την ιδικήν του. Τέλος, το σώμα του εδέχθη η μητέρα γη, αγιαζόμενη υπ’ αυτού, την δε αγίαν του ψυχήν υπεδέχθη χαίρουσα η χορεία πάντων των οσίων των εν ασκήσει διαλαμψάντων, των οποίων η μνήμη την ημέραν εκείνη ήρχιζε με τον Εσπερινό, διά να εορτάση ούτω ο όσιος μετά των οσίων. Εις ημάς άφησε μνήμην και υπόδειγμα ενάρετου ησυχαστικής ζωής, ζωής Αγιορείτου μοναχού και νοσταλγικήν ανάμνησιν του σεπτού του προσώπου…».
Ήταν πράγματι ένας μεγάλος αγωνιστής, θεοφώτιστος και χαριτωμένος, ευλογημένος και μακάριος, ακέραιος, ακριβοδίκαιος, άψογος και καθαρός. Όπως είπαν «μετά την οσιακή του κοίμηση, άδειασαν τα Κατουνάκια…».
Πηγές – Βιβλιογραφία:
Τάσου Μιχαλά, Άθως, όρος άγιο, πολιτεία ανθρώπινη, Αθήνα 1981, σ. 46. Ιωσήφ Κατουνακιώτου ιερομ., Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, Άγιον Όρος 2000. Ιωσήφ Βατοπεδινού μοναχού, Ο χαρισματούχος υποτακτικός Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, Άγιον Όρος 2001. Γρηγορίου Δοχειαρίτου αρχιμ., Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας, Άγιον Όρος 2011, σσ. 414-423.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Γ΄, εκδ. Μυγδονία σ. 1429-1437.
http://www.pemptousia.gr/2016/02/ieromonachos-efrem-katounakiotis-1912-14-fevrouariou-1998/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πότε πρέπει να διαβάζεται η Αρτοκλασία στους ιερούς Ναούς;
Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Φεβρουαρίου, 2016
Πρόκειται για ξεχωριστή ακολουθία που εσφαλμένα σήμερα, στους περισσότερους ιερούς Ναούς, έχει ενταχθεί στο τέλος της ακολουθίας του Όρθρου ή, ακόμη χειρότερα, μέσα στη Θεία Λειτουργία, πολλές δε φορές και πριν το τέλος της. Η ακολουθία της Αρτοκλασίας διαβάζεται στο πέρας του Μεγάλου Εσπερινού, και δη των Ολονυκτιών!
Αυτό άλλωστε μας συμμαρτυρεί η εκκλησιαστική μας Ιστορία και η Λειτουργική μας Παράδοση. Ποτέ δεν εντάχθηκε μέσα στα πλαίσια άλλης ακολουθίας ή και της Θείας Λειτουργίας , έστω και με την πρόφαση της δικαιολογίας ότι συνέβαινε για να είναι παρόντες όσοι έκαμναν και προσέφεραν αυτά τα ¨δώρα¨ του άρτου! Ειδικά δε σήμερα, η συνήθεια να διαβάζεται η Αρτοκλασία στο πέρας της Θείας Λειτουργίας και πριν την απόλυσή της, επειδή τότε, ενδεχομένως, έχουν προσέλθει οι προσφέροντες τα ¨δώρα ταύτα¨ ή επειδή προτάσσεται χρονικά το σημείο ένεκα του αυξημένου αριθμού του εκκλησιάσματος σε σχέση με άλλη ώρα, και μόνον αυτό, αποφαίνεται περίτρανα ότι δεν κατεχόμαστε από ουδεμία λειτουργική σύμπνοια και εκκλησιαστική αγωγή!Προσοχή λοιπόν! Στο πέρας του Μεγάλου Εσπερινού η Αρτοκλασία και ποτέ άλλοτε!
Δημήτριος Π. Λυκούδης
http://theomitoros.blogspot.gr/
Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

























