ΚΑΤ’ ΑΡΧΑΣ, ΚΥΡΙΕ, ΤΗΝ ΓΗΝ ΕΘΕΜΕΛΙΩΣΑΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Μαρτίου, 2016
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΧΑΙΡΕ Η ΓΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΑΣ, ΧΑΙΡΕ ΕΞ ΗΣ ΡΕΕΙ ΜΕΛΙ ΚΑΙ ΓΑΛΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Μαρτίου, 2016
Στη ζωή μας επιζητούμε την αφθονία. Θέλουμε να μην μας λείπει τίποτε και ιδιαιτέρως για τους νεώτερους, για τα παιδιά μας. Και είμαστε πρόθυμοι να ακολουθήσουμε όποιους μας υπόσχονται αυτή την αφθονία. Άλλοτε πάλι αγωνιζόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις, εργαζόμενοι γι’ αυτόν τον σκοπό. Και αισθανόμαστε φτωχή τη ζωή μας όταν τα υλικά μας λείπουν στο βαθμό που το καταναλωτικό πρότυπο της ζωής μας μάς προβάλλει ως το ενδεδειγμένο. Στην εποχή μας η αφθονία έχει περάσει, εκτός από τα αγαθά, στην ανάγκη για ικανοποίηση των επιθυμιών μας. Στην αφθονία των ηδονών. Των θεαμάτων. Των ακροαμάτων. Της μετοχής στα επιτεύγματα του πολιτισμού. Δεν θέλουμε να είναι μόνο το τραπέζι μας γεμάτο, αλλά και η ζωή μας από ευκαιρίες. Τόσο, που κάποτε φτάνουμε στην απληστία.
Στη ζωή της Εκκλησίας μας βλέπουμε ότι ο Θεός καταφάσκει στην ανάγκη του ανθρώπου για αφθονία. Μόνο που ο σκοπός της δεν μπορεί να είναι ο εγωτικός εγκλωβισμός στην αυτάρκειά της, αλλά η γενναιοδωρία στο δίδειν και προσφέρειν. Δεν ευλογεί ο Θεός την αφθονία, για να παραβιάζεται το θέλημά Του, αλλά για να γεύεται ο άνθρωπος τη χαρά της κοινωνίας μαζί Του, τη χαρά της αγάπης με τον άλλο. Γι’ αυτό και η αφθονία είναι αφορμή και ευκαιρία ελεημοσύνης. Εξόδου δηλαδή από τον εαυτό και το εγώ μας και μεταδόσεως της αγάπης με κάθε τρόπο. Ιδίως η αφθονία της καρδιάς, όπως κι αν αυτή εκφράζεται. Με τα συναισθήματα. Την ευαισθησία. Τη δημιουργικότητα. Τον πλούτο της γνώσης. Την πνευματική πρόοδο. Αυτή η αφθονία δίδεται από τον Θεό ως επευλόγηση του ανθρώπινου κόπου, όπως και της ταπείνωσης που ο απλός, ευγνώμων και με επίγνωση του σκοπού και του νοήματος της ζωής άνθρωπος μπορεί να έχει. Δεν αρνείται ο Θεός την αφθονία. Δεν την περιορίζει όμως στα υλικά. Ούτε θέλει να έχουμε άγχος γι’ αυτήν. Είναι εκείνο το παλιό, μα τόσο σοφό ρητό: «πλούσιος εστί ο εν ολίγω αναπαυόμενος». Κι αυτός που μπορεί να γαληνέψει και να αρκεστεί στα λίγα, λαμβάνει από τον Θεό τα πολλά. Την αφθονία της χάριτος. Γιατί μπορεί να δοξολογήσει και να αποδώσει την ευεργεσία σ’ Αυτόν που τον αγαπά. Τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο.
Η Εκκλησία μας, ψάλλοντας τους χαιρετισμούς στην Υπεραγία Θεοτόκο, αναφωνεί: «χαίρε η γη της επαγγελίας, χαίρε εξ ης ρέει μέλι και γάλα». Μας υπενθυμίζει την υπόσχεση, την επαγγελία που ο Θεός έδωσε στους Εβραίους να τους βγάλει από την Αίγυπτο, τη γη της δουλείας, και να τους οδηγήσει στην Χαναάν, τη γη της επαγγελίας. Εκεί το χαρακτηριστικό της ήταν η αφθονία. Το μέλι και το γάλα. Το μέλι ως σημάδι της γλυκύτητας της ζωής, αλλά και της δημιουργικότητας και της εκλεκτικότητας των μελισσών. Και το γάλα, ως σημείο της ζωής, της μητρικής προστασίας που γαλουχεί, ανατρέφει υλικά αλλά και αξιακά το παιδί της. Μόνο που το μέλι και το γάλα δεν το δίνει η γη καθαυτή, αλλά ο Θεός που επιτρέπει την αφθονία της δωρεάς για εκείνους που Τον πιστεύουν, που εξέρχονται από τον εαυτό τους και από την καθημερινή δουλεία της Αιγύπτου και αγωνίζονται δια της ερήμου να φτάσουν στη γη Χαναάν.
Αυτό έκανε η Παναγία. Στο πρόσωπό της εκπληρώθηκε η υπόσχεση του Θεού στην πρώτη Εύα ότι ο απόγονός της θα συντρίψει την κεφαλή του διαβόλου και θα ξαναφέρει όλους τους άλλους απογόνους της στον παράδεισο, δηλαδή στην κοινωνία με τον Θεό που σώζει δια της αναστάσεως. Στο πρόσωπό της τρεφόμαστε με μέλι και γάλα, διότι αυτή γίνεται η γεννήτρια του Μέλιτος του Ουρανού που είναι ο Χριστός, ο Οποίος διαλύει την πίκρα του θανάτου και της αμαρτίας και μας γεμίζει με την γλυκύτητα της αγάπης και της χαράς. Όπως δίνει το γάλα που ανατρέφει τον Χριστό, έτσι μας δίδει το γάλα των αξιών, των πνευματικών ναμάτων, το οποίο μας ανατρέφει δια της αρετής. Μας διδάσκει την υπακοή. Την παρθενία των λογισμών. Την ακτημοσύνη του θελήματος. Την αφοσίωση μέχρι θανάτου. Την αυταπάρνηση. Την πίστη ως εμπιστοσύνη. Την ταπεινή αγάπη. Ό,τι δηλαδή λείπει από το προσκήνιο της καθημερινότητας. Ό,τι, ιδίως στην εποχή μας, αντιμετωπίζουμε ως φτώχεια οι άνθρωποι.
Ακολουθώντας την Υπεραγία Θεοτόκο και παρακαλώντας την, μπορούμε λοιπόν κι εμείς να στοχεύσουμε σε μιαν άλλη αφθονία. Αυτήν της κοινωνίας με τον Χριστό. Μόνο που αυτή προϋποθέτει έξοδο από την εγωτική μας αυτάρκεια. Έγνοια για τον άλλο, τον πλησίον, είτε αυτός είναι οικείος μας, είτε ξένος. Γιατί μόνο η αγάπη στον Θεό κάνει τους πάντες οικείους. Και τότε κι εμείς, ο καθένας με τον τρόπο του, μπορεί να αποκτήσει την ελεήμονα και γενναιόδωρη καρδιά, μην περιμένοντας ανταπόδοση εκ των ανθρώπων, αλλά τον φωτισμό και την δωρεά του Θεού που θα θεραπεύει τα ασθενή μας και θα αναπληρώνει τα ελλείποντά μας. Προϋποθέτει τον εκλεκτικισμό των μελισσών, στον τρόπο που θα βλέπουμε τον κόσμο. Χωρίς να είμαστε αρνητικοί και κινδυνολόγοι, να έχουμε τα κριτήρια που θα μας κάνουν το καλό να κατέχουμε, ό,τι δηλαδή δεν μας χωρίζει από το θέλημα του Θεού. Προϋποθέτει τη δημιουργικότητα των μελισσών, την εργασία, το σχέδιο, την επίγνωση των χαρισμάτων και της αποστολής μας, που είναι να συναντούμε τελικά τον Θεό και όχι να εξασφαλίζουμε την καλοπέραση της ζωής. Να είναι δηλαδή η χαρά γνήσια, διότι θα προέρχεται από την ήρεμη συνείδηση, από την προσφέρουσα καρδιά. Από την γενναιόδωρη διάθεση για αγάπη και συγχωρητικότητα, ό,τι κι αν συναντούμε στη ζωή μας.
Αυτός ο δρόμος χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας. Χρειάζεται υιοθέτηση του παλιού ρητού «πλούσιος εστί ο εν ολίγω αναπαυόμενος» για τα υλικά και συμπλήρωσή του με το «ο τον Θεόν εμπιστευόμενος εις τα πάντα»! Ας φωνάζει και ας επιμένει καταναλωτικά ο πολιτισμός μας. Η αλήθεια και το νόημα βρίσκονται στην καρδιά!
Κέρκυρα, 25 Μαρτίου 2016
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 1821
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Μαρτίου, 2016
Η Ιστορία γράφεται από αυτούς που πρωταγωνιστούν στα μεγάλα γεγονότα. Τις μορφές εκείνες που έχουν τη δυνατότητα να είναι νικητές. Τους ήρωες. Όμως πάντοτε, πίσω από αυτούς, υπάρχουν πρόσωπα τα οποία διαδραματίζουν τον δικό τους ρόλο. Κυρίως οι γυναίκες, οι οποίες σε δύσκολους καιρούς, μολονότι δεν είχαν δικαιώματα όπως εμείς τα εννοούμε, ούτε καν μπορούσαν να μάθουν τα βασικά γράμματα, είχαν ωστόσο αυτό που ονομάζουμε «ήθος ελευθερίας».
Με πρότυπο την Παναγιά, την μάνα του Θεού, η οποία, στολισμένη με τις χάρες της αρετής, της αγάπης, της ταπείνωσης, έκανε την πιο επαναστατική πράξη της Ιστορίας, είπε δηλαδή ΝΑΙ στη σάρκωση του Υιού του Θεού εντός της, έγινε η χώρα του Αχωρήτου, και Τον θήλασε, Τον μεγάλωσε, Τον είδε να κάνει το πρώτο θαύμα μετατρέποντας το νερό σε κρασί στον γάμο της Κανά, Τον συντρόφεψε στα θαύματά Του, αλλά και έφτασε να ζήσει τον πόνο του Σταυρού και της Ταφής, για να καταξιωθεί και της μεγάλης χαράς της Ανάστασης, οι γυναίκες που ακολούθησαν το ήθος της Παναγίας, έκαναν τις δικές τους επαναστάσεις. Ιδίως στα πλαίσια της μεγάλης επανάστασης του Γένους μας, του Αγώνα του 1821.
Οι γυναίκες, οι μάνες ήταν αυτές που κράτησαν ζωντανή την πίστη στο Χριστό και την Παναγία κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Αυτή η πίστη έκανε τους Έλληνες να γνωρίζουν ότι είναι διαφορετικοί από τους Τούρκους και να μην εξισλαμιστούν. Οι γυναίκες ήταν αυτές που κράτησαν ζωντανή την ελληνική μας γλώσσα. Γιατί τη μιλούσαν στα παιδιά τους, τα οποία δεν είχαν τα σχολεία και τα βιβλία που έχουμε σήμερα, και έτσι η μια γενιά έδινε στην άλλη τον τρόπο των Ελλήνων. Οι γυναίκες ψέλλιζαν στα παιδιά το «πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα ‘ ναι» και κρατούσαν ζωντανή τη σπίθα της ελευθερίας. Οι γυναίκες ήταν αυτές που έπαιρναν τα όπλα, όταν χρειάζονταν. Στο Σούλι, στην Μάνη, στα νησιά δεν κρύβονταν στα δύσκολα, αλλά, μαζί με τους άντρες, πάλευαν για να μην υποδουλωθούν.
Κι όταν ήρθε η ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού, πάλεψαν όπως μπορούσαν για την απελευθέρωση του Γένους μας. Άλλες δίνοντας την περιουσία τους, συντηρώντας καράβια, πολεμώντας ή συνεχίζοντας το έργο των αντρών. Άλλες βοηθώντας τους άντρες να μην απελπιστούν από τις δυσκολίες, αλλά να κρατήσουν την ψυχή τους ολόρθη. Άλλες μη μετανιώνοντας που έπρεπε να θάψουν τα νεκρά παιδιά τους, όντας περήφανες που αυτά θυσιάστηκαν για την ελευθερία. Άλλες προτιμώντας τον θάνατο από την ατίμωση και την αναξιοπρέπεια. Άλλες με την προσευχή στην Παναγία, να βοηθά τους αγωνιστές. Άλλες ετοιμάζοντας τις τροφές, παλεύοντας στα χωράφια που οι άντρες είχαν αφήσει λόγω του πολέμου. Όλες νικώντας προκαταλήψεις μιας εποχής που τις ήθελε κλεισμένες στο σπίτι, άβουλες, άμοιρες, σιωπηλές.
Η Ιστορία γράφεται από τους πρωταγωνιστές της. Όμως κανένας Αγώνας δεν κερδίζεται από τους επώνυμους μόνο, τους ένδοξους. Ιδίως ο αγώνας για ελευθερία θέλει όλους να ανοίγουν τον δρόμο για τη νίκη, μικρούς και μεγάλους, άνδρες και γυναίκες, μορφωμένους και απλούς. Μόνο που κάθε αγώνας θέλει αίμα. Θέλει πόνο και θυσία. Και η γυναίκα ξέρει από τη φύση της ότι ο κόπος, η αγωνία, το μοίρασμα, η αγάπη δεν μπορεί, θα δώσουν ζωή!
Σήμερα οι γυναίκες έχουν δικαιώματα, αν και συχνά η κοινωνία δεν τα σέβεται. Όμως η πατρίδα μας καλεί και αυτές και όλους να πρωτοπορήσουν σε νέους αγώνες. Στην αποτίναξη του ζυγού της εξάρτησής μας από το χρήμα και τους ισχυρούς του. Στον αγώνα για παιδεία που θα έχει στόχο ποιότητα και ήθος, εκτός από τις γνώσεις. Στην έγνοια για έναν κόσμο που θα είναι για όλους και όχι για λίγους. Στον αγώνα να κρατήσουμε ζωντανή τη γλώσσα μας, την ιστορία, την παράδοση, την πίστη μας σε έναν Θεό που μας κάνει να βλέπουμε τον κάθε άνθρωπο εικόνα Του. Ιδίως τον ανήμπορο. Αυτόν που οι περιστάσεις της ζωής και τα συμφέροντα τον αφήνουν χωρίς σπίτι, χωρίς πατρίδα, χωρίς ελπίδα.
Χρειαζόμαστε νέες επαναστάσεις σήμερα. Αυτές που θα μας οδηγήσουν σε μια ελευθερία που θα μας κάνει περισσότερο ανθρώπους. Με αγάπη, λογισμό και όνειρο. Το παρελθόν μάς διδάσκει ότι είναι εφικτές αυτές οι επαναστάσεις. Ας τις αναλάβουμε στο μερίδιο που μας αναλογεί!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
(το κείμενο εικονοποιήθηκε από τον π. Γεώργιο Βλάχο, τον οποίο θερμά ευχαριστούμε, στα πλαίσια της σχολικής εορτής του 7ου Γυμνασίου Κέρκυρας)
Δείτε το ως παρουσίαση στη διεύθυνση
https://www.youtube.com/watch?v=iWgCLHZcyBk&feature=youtu.be
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου, 2016
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου
του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Ιεροθέου
Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι Δεσποτικοθεομητορική εορτή. Αυτό σημαίνει ότι είναι Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία.
Η Θεοτόκος Μαρία έχει μεγάλη αξία και σπουδαία θέση στην Εκκλησία, ακριβώς γιατί ήταν το πρόσωπο εκείνο που περίμεναν όλες οι γενεές, και αυτή έδωσε στον Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση. Έτσι, το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το Πρόσωπο του Χριστού. Και η αξία της Παναγίας δεν οφείλεται μόνον στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Γι’ αυτό, η Θεοτοκολογία συνδέεται στενώτατα με την Χριστολογία. Όταν κάνουμε λόγο για τον Χριστό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν που του έδωσε σάρκα, και όταν κάνουμε λόγο για την Παναγία, αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στον Χριστό, γιατί από Αυτόν αντλεί Χάρη και αξία. Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε εν συνδυασμώ με το ότι είναι μητέρα του Χριστού: “Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα”.
Αυτός ο σύνδεσμος Χριστολογίας και Θεοτοκολογίας φαίνεται και στην ζωή των αγίων. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, είναι ότι αγαπούν την Παναγία. Είναι αδύνατον να υπάρχη άγιος ο οποίος δεν την αγαπά.
α’
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: “σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις…”. Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α’, 26-56).
Η λέξη “ευαγγελισμός” αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ’, 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.
Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, το ευαγγέλιο του Θεού είναι πρεσβεία του Θεού και παράκληση στους ανθρώπους δια του σαρκωθέντος Υιού Του. Παράλληλα είναι και η καταλλαγή των ανθρώπων με τον Πατέρα, ο Οποίος δίνει ως μισθό την αγέννητη θέωση σε αυτούς που υπακούουν στον Χριστό. Η θέωση λέγεται αγέννητη γιατί δεν γεννάται, αλλά φανερώνεται στους αξίους. Επομένως, η θέωση που προσφέρεται δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού δεν είναι γέννηση, αλλά φανέρωση δια της ενυποστάτου ελλάμψεως σε αυτούς που είναι άξιοι αυτής της αποκαλύψεως.
Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ. Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία (Ιωσήφ Βρυένιος). Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.
β’
Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία “κεχαριτωμένη”. Της είπε: “Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν” (Λουκ. α’, 28-29). Η Παναγία αποκαλείται “κεχαριτωμένη” και χαρακτηρίζεται “ευλογημένη”, αφού ο Θεός είναι μαζί της.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι’ αυτούς που έφθασαν στην θέωση.
Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθή την επίσκεψη του αρχαγγέλου. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάση στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νού. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νού. Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. Και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού, να δώση την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού.
Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της. Γι’ αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη.
Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος, εκ του πληρώματος των Χαρίτων του Υιού της, προ της συλλήψεως, κατά την σύλληψη και μετά την σύλληψη. Πρό της συλλήψεως το πλήρωμα της Χάριτος ήταν τέλειο, κατά την σύλληψη ήταν τελειότερο, και μετά την σύλληψη ήταν τελειότατο (άγ. Νικόδημος αγιορείτης). Με αυτόν τον τρόπο η Παναγία ήταν παρθένος κατά το σώμα και παρθένος κατά την ψυχή. Και αυτή η σωματική της παρθενία είναι ανώτερη και τελειότερη από την ψυχική παρθενία των αγίων, που επιτυγχάνεται με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος.
γ’
Κανείς άνθρωπος δεν γεννάται απηλλαγμένος από το προπατορικό αμάρτημα. Η πτώση του Αδάμ και της Εύας και οι συνέπειες αυτής της πτώσεως κληρονομήθηκαν σε όλο το ανθρώπινο γένος. Φυσικό ήταν και η Παναγία να μην είναι απηλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι σαφής: “πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού” (Ρωμ. γ’, 23). Στο αποστολικό αυτό χωρίο φαίνεται ότι το αμάρτημα νοείται ως στέρηση της δόξης του Θεού, και ακόμη ότι κανείς δεν είναι απηλλαγμένος από αυτό. Έτσι, λοιπόν, και η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα. Πότε όμως απαλλάχτηκε από αυτό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να ελευθερωθή από σχολαστικές αντιλήψεις.
Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι το προπατορικό αμάρτημα ήταν η στέρηση της δόξης του Θεού, η αλλοτρίωση από τον Θεό, η απώλεια της Θεοκοινωνίας. Αυτό όμως είχε και σωματικές συνέπειες, γιατί στο σώμα του Αδάμ και της Εύας εισήλθε η φθορά και ο θάνατος. Όταν στην Ορθόδοξη Παράδοση γίνεται λόγος για κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος, δεν εννοείται η κληρονόμηση της ενοχής της προπατορικής αμαρτίας, αλλά κυρίως οι συνέπειές της, που είναι η φθορά και ο θάνατος. Όπως όταν αρρωσταίνη η ρίζα του φυτού, αρρωσταίνουν και τα κλαδιά και τα φύλλα, το ίδιο έγινε με την πτώση του Αδάμ. Ασθένησε όλο το ανθρώπινο γένος. Η φθορά και ο θάνατος που κληρονομεί ο άνθρωπος είναι το εύκρατο κλίμα της καλλιέργειας των παθών, και με αυτόν τον τρόπο σκοτίζεται ο νούς του ανθρώπου.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η πρόσληψη από τον Χριστό, με την ενανθρώπησή Του, αυτού του θνητού και παθητού σώματος, χωρίς την αμαρτία, συνετέλεσε στο να διορθωθούν οι συνέπειες του αμαρτήματος του Αδάμ. Θέωση υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη, όπως και φωτισμός του νού, αλλά δεν είχε καταργηθή ο θάνατος, γι’ αυτό και οι θεόπτες Προφήτες πήγαιναν στον Άδη. Με την ενανθρώπηση του Χριστού και την Ανάστασή Του, θεώθηκε η ανθρώπινη φύση και έτσι δόθηκε η δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να θεωθή. Επειδή με το άγιο Βάπτισμα γινόμαστε μέλη του θεωθέντος και αναστημένου Σώματος του Χριστού, γι’ αυτό και λέμε ότι δια του αγίου Βαπτίσματος απαλλάσσεται ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα.
Όταν προσαρμόσουμε αυτά στην περίπτωση της Παναγίας, μπορούμε να καταλάβουμε την σχέση της με το προπατορικό αμάρτημα και την ελευθέρωσή της από αυτό. Η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα, είχε όλες τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου στο σώμα της. Με την είσοδό της στα άγια των αγίων έφθασε στην θέωση. Αυτή όμως η θέωση δεν ήταν αρκετή για την απαλλαγή από τις συνέπειές του, που είναι η φθορά και ο θάνατος, ακριβώς γιατί δεν είχε ενωθή η θεία με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου. Έτσι, την στιγμή που με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση, στην γαστέρα της Παναγίας, η Παναγία πρώτη γεύεται την ελευθέρωσή της από το λεγόμενο προπατορικό αμάρτημα και τις συνέπειές του. Άλλωστε, την στιγμή εκείνη έγινε αυτό που απέτυχε να κάνη ο Αδάμ και η Εύα με τον ελεύθερο προσωπικό τους αγώνα. Γι’ αυτό, η Παναγία την στιγμή του Ευαγγελισμού έφθασε σε μεγαλύτερη κατάσταση από εκείνην στην οποία βρισκόταν ο Αδάμ και η Εύα πριν την πτώση. Αξιώθηκε να γευθή το τέλος του σκοπού της δημιουργίας, όπως θα δούμε σ’ άλλες αναλύσεις.
Γι’ αυτό, για την Παναγία δεν χρειάστηκε να γίνη Πεντηκοστή, δεν χρειάστηκε να βαπτισθή. Αυτό που βίωσαν οι Απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής, που έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού δια του Αγίου Πνεύματος, και αυτό που έγινε σε όλους εμάς κατά το μυστήριο του Βαπτίσματος, έγινε για την Παναγία την ημέρα του Ευαγγελισμού. Τότε απαλλάχθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, όχι με την έννοια ότι απαλλάχθηκε από την ενοχή, αλλά ότι απέκτησε την θέωση στην ψυχή και το σώμα, λόγω της ενώσεώς της με τον Χριστό.
Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να ερμηνευθή και ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ότι την ημέρα του Ευαγγελισμού η Παναγία έλαβε το Άγιον Πνεύμα, το Οποίο την καθάρισε και της έδωσε δύναμη δεκτική της θεότητος του Λόγου, συγχρόνως δε και γεννητική. Δηλαδή, η Παναγία έλαβε από το Άγιο Πνεύμα καθαρτική χάρη, αλλά και δεκτική και γεννητική του Λόγου του Θεού, ως ανθρώπου.
δ’
Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: “Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου” (Λουκ. α’, 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού.
Μερικοί ισχυρίζονται ότι κατά την στιγμή εκείνη όλοι οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και όλη η ανθρωπότητα περίμεναν με αγωνία να ακούσουν την απάντηση της Παναγίας, έχοντας φόβο μήπως αρνηθή και δεν υπακούση στο θέλημα του Θεού. Ισχυρίζονται ότι επειδή κάθε φορά που ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέτοιο δίλημμα, ακριβώς επειδή έχει ελευθερία, μπορεί να πη το ναι ή το όχι, όπως άλλωστε έγινε στην περίπτωση του Αδάμ και της Εύας, το ίδιο μπορούσε να συμβή και στην Παναγία. Αλλά όμως η Παναγία δεν ήταν δυνατόν να αρνηθή, όχι γιατί δεν είχε ελευθερία, αλλά γιατί είχε την πραγματική ελευθερία.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κάνει διάκριση μεταξύ φυσικού και γνωμικού θελήματος. Γνωμικό θέλημα έχει κανείς όταν διακρίνεται για την άγνοια ενός πράγματος, για την αμφιβολία και τελικά για την αδυναμία επιλογής. Πρόκειται για μια αμφιταλάντευση περί του πρακτέου. Φυσικό θέλημα έχει κανείς όταν οδηγήται κατά τρόπο φυσικό, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, χωρίς άγνοια, στην πραγματοποίηση της αλήθειας.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι το φυσικό θέλημα συνδέεται με το “θέλειν”, ενώ το γνωμικό θέλημα με το “πώς θέλειν”, και μάλιστα όταν γίνεται με αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις. Επόμενο είναι ότι το φυσικό θέλημα συνιστά την τελειότητα της φύσεως, ενώ το γνωμικό θέλημα συνιστά την ατέλεια της φύσεως, αφού προϋποθέτει άνθρωπο που δεν έχει γνώση της αλήθειας, δεν είναι βέβαιος γι’ αυτό που πρέπει να αποφασίση.
Ο Χριστός καίτοι είχε δύο θελήματα, λόγω των δύο φύσεων, ανθρωπίνης και θείας, εν τούτοις είχε φυσικό θέλημα, από την άποψη που μελετάμε εδώ καί, βέβαια, δεν είχε γνωμικό θέλημα. Ως Θεός ήξερε πάντοτε το θέλημα του Θεού Πατρός και δεν υπήρχε ποτέ αμφιβολία μέσα Του ούτε αμφιταλάντευση. Αυτό κατά χάριν βιώνεται και από τους αγίους, ιδιαιτέρως από την Παναγία. Επειδή η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση, γι’ αυτό ήταν αδύνατο να αρνηθή το θέλημα του Θεού και να μη συγκατατεθή για την ενανθρώπηση. Είχε την τέλεια ελευθερία, και γι’ αυτό η ελευθερία της ενεργούσε πάντοτε κατά φύσιν και όχι παρά φύσιν. Εμείς επειδή δεν έχουμε φθάσει στην θέωση έχουμε ατελή ελευθερία, το λεγόμενο γνωμικό θέλημα, γι’ αυτό και αμφιταλαντευόμαστε για το πρακτέο. Η ερώτησή της “πώς εσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω” (Λουκ. α’, 34), δείχνει ταπείνωση, αδυναμία της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά και το παράδοξο του πράγματος, επειδή υπήρχαν θαυματουργικές συλλήψεις στην Παλαιά Διαθήκη, όχι όμως ασπόρως.
ε’
Κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού έχουμε άμεση σύλληψη του Χριστού με την δύναμη και ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Σ’ ένα θεοτοκίο ψάλλουμε: “Του Γαβριήλ φθεγξαμένου σοι παρθένε το χαίρε σύν τη φωνή εσαρκούτο ο των όλων Δεσπότης”. Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθησαν μερικές ώρες και ημέρες για να γίνη η σύλληψη, αλλά έγινε ακριβώς εκείνη την στιγμή.
Ο αρχάγγελος Γαβριήλ είπε στον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου. “Μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου, το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου” (Ματθ. α’, 20). Η Παναγία γέννησε κατά άνθρωπο τον Χριστό, αλλά η σύλληψη έγινε εκ Πνεύματος Αγίου.
Ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας αυτήν την φράση, και κυρίως το “γεννηθέν εκ Πνεύματος αγίου”, λέγει ότι κάθε πράγμα που προέρχεται από κάτι άλλο, δηλώνεται με τρεις λέξεις. Η μία είναι το “δημιουργικώς”, όπως ολόκληρη η κτίση δημιουργήθηκε από τον Θεό με την ενέργειά Του. Η άλλη είναι το “γεννητώς”, όπως ο Υιός γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα. Η τρίτη είναι το “φυσικώς”, όπως η ενέργεια βγαίνει από κάθε φύση, ήτοι η λαμπρότητα από τον ήλιο, και γενικότερα η ενέργεια από τον ενεργούντα. Για την σύλληψη του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι η αληθινή έκφραση είναι ότι ο Χριστός συνελήφθη με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος “δημιουργικώς”, και όχι γεννητώς και φυσικώς.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού συνέπηξε για τον Εαυτό του, με τα αγνά και καθαρώτατα αίματα της Θεοτόκου, σάρκα που είναι εμψυχωμένη από λογική και νοερά ψυχή, όχι σπερματικώς, αλλά δημιουργικώς δια του Αγίου Πνεύματος.
Βέβαια, όταν κάνουμε λόγο για σύλληψη του Χριστού στην γαστέρα της Θεοτόκου με την δύναμη και δημιουργική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, δεν πρέπει να απομονώνουμε το Άγιον Πνεύμα από την Αγία Τριάδα. Είναι γνωστόν από την πατερική διδασκαλία ότι κοινή είναι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Η δημιουργία του κόσμου και η αναδημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου έγινε και γίνεται με την κοινή ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Επομένως, όχι μόνον το Άγιον Πνεύμα εδημιούργησε το δεσποτικό σώμα του Χριστού, αλλά και αυτός ο ίδιος ο Πατήρ και ο Υιός, δηλαδή ολόκληρη η Αγία Τριάδα. Η διατύπωση αυτής της αλήθειας είναι ότι ο Πατήρ ευδόκησε την σάρκωση του Υιού Του, ο Υιός και Λόγος του Θεού αυτούργησε την σάρκωσή Του και το Άγιον Πνεύμα την ετελεσιούργησε.
Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε με ησυχία και κρυφιότητα και όχι με κρότο και ταραχή. Κανείς, ούτε από τους αγγέλους ούτε από τους ανθρώπους, μπόρεσε να καταλάβη εκείνη την στιγμή αυτά τα μεγάλα που επετελέσθησαν. Ο Προφητάναξ Δαυίδ προφήτευσε αυτό το γεγονός λέγοντας: “Καταβήσεται ως υετός επί πόκον, ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γήν” (Ψαλμ. οα’, 6). Όπως η βροχή που πέφτει επάνω σ’ ένα ποκάρι από μαλλί δεν προκαλεί θόρυβο, ούτε και καμμιά φθορά, το ίδιο έγινε και κατά τον ευαγγελισμό και την σύλληψη. Ο Χριστός με την σύλληψή Του δεν προκάλεσε θόρυβο ούτε και καμμιά φθορά στην παρθενία της Παναγίας. Γι’ αυτό και η Παναγία ήταν και έμεινε Παρθένος προ του τόκου, κατά τον τόκο και μετά τον τόκο. Είναι τα τρία αστέρια τα οποία ο αγιογράφος σχηματίζει πάντοτε στο μέτωπο και στους δύο ώμους της Παναγίας.
στ’
Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, συνιστά την άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, από την πρώτη στιγμή που ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση υπάρχει θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: “άμα σάρξ, άμα Θεού Λόγου σάρξ”. Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθη ένα διάστημα μετά από την σύλληψη για να θεωθή το ανθρώπινο πρόσλημμα, αλλά αυτό έγινε αμέσως κατά την ώρα της συλλήψεως.
Συνέπεια και συνέχεια αυτού του γεγονότος είναι ότι η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, αφού αυτή γέννησε πραγματικά τον Θεό, τον Οποίο κυοφόρησε εννέα μήνες στην κοιλία της, και όχι έναν άνθρωπο που είχε την Χάρη του Θεού. Γι’ αυτό η Παναγία λέγεται Θεοτόκος και όχι Χριστοτόκος. Το χριστολογικό δόγμα έχει συνέπεια και στο θεοτοκολογικό. Η Παναγία είναι Θεοτόκος, ακριβώς γιατί συνέλαβε εν Αγίω Πνεύματι τον Χριστό.
Αυτό πρέπει να τονισθή, γιατί παλαιά έγινε μεγάλη θεολογική συζήτηση για το αν η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, λόγω υπάρξεως αιρετικών διδασκαλιών, η δε τελική κατοχύρωση της διδασκαλίας ότι η Παναγία εγέννησε Θεό, και ότι αμέσως με την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως υπάρχει θέωσή της, έγινε στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο. Ο αιρετικός Νεστόριος, χρησιμοποιώντας φιλοσοφικούς όρους και ανθρώπινο στοχασμό, υποστήριζε ότι η Παναγία ήταν άνθρωπος και γι’ αυτόν τον λόγο ήταν αδύνατο να γεννήση τον Θεό. Το βρέφος που υπήρχε μέσα της δεν ήταν Θεός, αλλά άνθρωπος. Απλώς ο Θεός “παρήλθεν” ή “συμπαρήλθεν” δια της Θεοτόκου. Βέβαια, υπήρχε πρόβλημα στην θεολογία του για τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύσεων στον Χριστό. Ο Νεστόριος πίστευε ότι η σάρκα του Χριστού ήταν απλώς συνημμένη με την φύση της θεότητος. Ο Λόγος ήταν Θεός, αλλά ήταν συνημμένος με τον άνθρωπο και κατοικούσε μέσα του. Με τέτοιες προϋποθέσεις ονόμαζε την Παναγία Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο.
Όμως, ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και η κάθε φύση ενεργούσε “μετά της θατέρου κοινωνίας” στην υπόσταση του Λόγου. Το θέμα αυτό θα το δούμε όταν θα κάνουμε λόγο για την γέννηση του Χριστού. Εδώ όμως πρέπει να υπογραμμισθή ότι η ανθρώπινη φύση θεώθηκε αμέσως με την ένωσή της με την θεία φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου. Γι’ αυτό η Παναγία είναι και λέγεται Θεοτόκος, αφού γέννησε κατά άνθρωπον τον Θεό.
ζ’
Η άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως από την θεία φύση του Λόγου δεν σημαίνει ότι καταργούνται τα ιδιώματα της ανθρωπίνης φύσεως. Αυτό δείχνει ότι η σύλληψη και κυοφορία, αλλά και η γέννηση του Χριστού έγινε κατά φύσιν και υπέρ φύσιν. Υπέρ φύσιν, γιατί έγινε δημιουργικώς από το Πανάγιο Πνεύμα και όχι σπερματικώς. Κατά φύσιν, γιατί η κυοφορία έγινε κατά τον τρόπο που κυοφορείται το βρέφος.
Υπάρχει όμως ένα σημείο που πρέπει να υπογραμμισθή. Σε κάθε βρέφος υπάρχουν μερικά στάδια, έως ότου έλθη η ώρα να γεννηθή. Κατ’ αρχάς γίνεται η σύλληψη, στην συνέχεια μετά από ένα χρονικό διάστημα ο εξεικονισμός των μελών του σώματός του, έπειτα αναπτύσσεται ολίγον κατ’ ολίγον, και κατά τον βαθμό της αναπτύξεώς του ακολουθεί η κίνηση, και τέλος, όταν ολοκληρωθή, εξέρχεται από την κοιλία της μητέρας του.
Ενώ στο θείο βρέφος έχουμε ολίγον κατ’ ολίγον αύξηση, εν τούτοις δεν παρενεβλήθη διάστημα μεταξύ συλλήψεως και εξεικονισμού των μελών. Ο Μ. Βασίλειος λέγει ρητώς: “ευθύς γαρ τέλειον ήν τη σαρκί το κυοφορούμενον, ου ταις κατά μικρόν διαπλάσεσι μορφωθέν”. Αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι εξεικονίσθησαν τα μέλη του σώματός Του αμέσως, δημιουργήθηκε τέλειος άνθρωπος, αλλά όμως δεν βρέθηκε αμέσως στην διάπλαση των εννέα μηνών. Αναπτυσσόταν ολίγον κατ’ ολίγον, ενώ είχε απαρτισθή το σώμα Του από την αρχή.
η’
Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε από το Πανάγιο Πνεύμα δημιουργικώς και όχι σπερματικώς, γιατί έπρεπε να αναλάβη ο Χριστός την καθαρά φύση που είχε ο Αδάμ προ της παραβάσεως. Βέβαια, ο Χριστός προσέλαβε σάρκα παθητή και θνητή, όπως αυτή έγινε μετά την παράβαση του Αδάμ, για να νικήση την φθορά και τον θάνατο, αλλ’ όμως ήταν άκρως καθαρά και αμίαντος, όπως ήταν προ της παραβάσεως. Έτσι, η σάρκα του Χριστού από απόψεως καθαρότητος ήταν όπως το προ της παραβάσεως σώμα του Αδάμ, από απόψεως δε θνητότητος και φθαρτότητος ήταν το μετά την παράβαση σώμα του Αδάμ.
Επομένως, η σύλληψη έγινε δια του Αγίου Πνεύματος, γιατί ο τρόπος με τον οποίο γεννάται σήμερα ο άνθρωπος (διά του σπέρματος) είναι μετά την παράβαση. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η κίνηση της σαρκός προς γέννηση δεν είναι απηλλαγμένη τελείως της αμαρτίας, γιατί, ενώ ο νούς έχει ταχθή από τον Θεό να ηγεμονεύη τον άνθρωπο, συμπεριφέρεται “ανυποτάκτως” κατά την διάρκεια της κινήσεως της σαρκός. Έτσι, η καθαρά φύση του Χριστού έχει σχέση με την δημιουργική και όχι σπερματική σύλληψη.
Ακριβώς αυτό το γεγονός συνδέεται στενώτατα με το ότι η σύλληψη, κυοφορία και γέννηση του Χριστού από την Παναγία ήταν ανήδονος, άκοπος και ανώδινος. Ο Χριστός, λοιπόν, συνελήφθη, κυοφορήθηκε ως βρέφος και γεννήθηκε ανηδόνως, ακόπως, ανωδίνως. Συνελήφθη ασπόρως για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, για να αναλάβη την καθαρά ανθρώπινη φύση, και δεύτερον, για να γεννηθή αφθόρως και ανωδίνως.
Η Παναγία όπως συνέλαβε τον Χριστό ανηδόνως, χωρίς ηδονή, το ίδιο και τον κράτησε εννέα μήνες στην κοιλία της ακόπως και αβάρως. Δεν αισθανόταν βάρος, παρά το ότι το θείο βρέφος αναπτυσσόταν φυσιολογικά και είχε το βάρος ενός αναπτυσσομένου εμβρύου. Εφαρμόσθηκε έτσι η προφητεία του Προφήτου Ησαΐου: “Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης” (Ησ. ιθ’, 1). Με τον όρο “νεφέλη κούφη” εννοείται η ανθρώπινη σάρκα, που ήταν τόσο πολύ ελαφρά, ώστε δεν προξένησε κανένα βάρος και κόπο στην Παναγία, κατά το διάστημα της εννεαμήνου κυοφορίας.
Η άσπορη και ανήδονη σύλληψη της Παναγίας και η άκοπη κυοφορία συνδέεται στενά με την άφθορη και ανώδινη γέννηση του Χριστού. Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης υπάρχει στενή σχέση μεταξύ ηδονής και οδύνης, αφού κάθε ηδονή έχει συνημμένο και τον πόνο. Ο Αδάμ αισθάνθηκε ηδονή και ακολούθησε ο πόνος σε όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι και τώρα δια της ελευθερώσεως από την ηδονή προέρχεται χαρά στο ανθρώπινο γένος. Η γέννηση του Χριστού δεν έφθειρε την παρθενία της Θεοτόκου, όπως ακριβώς η σύλληψη δεν έγινε με ηδονή, και η κυοφορία με βάρος και κόπο. Εκεί που ενεργεί το Πανάγιο Πνεύμα “νικάται φύσεως τάξις”.
θ’
Η διάρκεια της κυοφορίας της Παναγίας είναι προτύπωση της αδιαλείπτου κοινωνίας που θα έχουν οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού.
Είναι γνωστό και δεδομένο ότι η μητέρα που έχει κυοφορούμενο βρέφος έχει στενή και οργανική σχέση μαζί του. Σύγχρονοι επιστήμονες έχουν αποδείξει ότι το βρέφος επηρεάζεται πάρα πολύ όχι μόνο από την σωματική κατάσταση της μητέρας του, αλλά και από την ψυχολογική της συγκρότηση. Και επειδή το θείο βρέφος συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου, αλλά μεγάλωσε κατά τον φυσικό τρόπο, δηλαδή είχε κοινωνία με το σώμα της Παναγίας, γι’ αυτό και υπάρχει στενή σχέση μεταξύ του Χριστού και της Θεοτόκου. Φυσικά, αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι η Παναγία δίνει το αίμα της στον Χριστό, αλλά και ο Χριστός την Χάρη και ευλογία Του σε αυτήν. Κυοφορούμενος ο Χριστός δεν έπαυσε να βρίσκεται ταυτόχρονα στον θρόνο του Θεού ενωμένος με τον Πατέρα Του και το Άγιον Πνεύμα.
Η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με την θεία φύση ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως, αμέσως από την στιγμή της συλλήψεως. Αυτό σημαίνει ότι πρώτη η Παναγία γεύθηκε τα αγαθά της θείας ενανθρωπήσεως, την θέωση. Αυτό που οι Μαθηταί του Χριστού γεύθηκαν κατά την Πεντηκοστή, και εμείς μετά το Βάπτισμα, κατά την διάρκεια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, όταν κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, και αυτό που θα ζουν οι άγιοι στην Βασιλεία των Ουρανών, το ζούσε η Παναγία από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως και κυοφορίας.
Επομένως, ο Χριστός εννέα ολόκληρους μήνες, μέρα και νύχτα, έτρεφε με το αγιασμένο αίμα Του την Παναγία. Αυτό είναι προτύπωση της αδιαλείπτου θείας Κοινωνίας και της αδιαλείπτου σχέσεως και κοινωνίας των αγίων με τον Χριστό που θα γίνη κυρίως στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό και η Παναγία είναι προτύπωση του μέλλοντος αιώνος. Από αυτό το πρίσμα είναι Παράδεισος.
ι’
Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, μιλώντας για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, προχωρεί και σε μια προσωπική και υπαρξιακή προσέγγιση του γεγονότος αυτού. Γιατί, δεν αρκεί μόνο να εορτάζουμε εξωτερικά τα γεγονότα της θείας ενανθρωπήσεως, αλλά να τα πλησιάζουμε υπαρξιακά και πνευματικά. Γι’ αυτόν τον λόγο συνέλεξε πολλά χωρία αγίων στα οποία γίνεται λόγος γι’ αυτήν την υπαρξιακή προσέγγιση.
Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Προφήτου Ησαΐου: “Δια τον φόβον σου, Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν και ετέκομεν, πνεύμα σωτηρίας σου εποιήσαμεν επί της γής” (Ησ. κστ’, 18). Κατά την ερμηνεία των αγίων Πατέρων σπόρος είναι ο λόγος του Θεού και μήτρα είναι ο νούς και η καρδία του ανθρώπου. Δια της πίστεως ο λόγος του Θεού σπείρεται στην καρδιά του ανθρώπου και την καθιστά έγκυο από τον φόβο του Θεού. Πρόκειται για τον φόβο να μη μείνη ο άνθρωπος μακρυά από τον Θεό. Δια του φόβου αυτού αρχίζει ο αγώνας για την κάθαρση της καρδιάς και την απόκτηση των αρετών, που ομοιάζει με πόνο, ωδίνες τοκετού. Με αυτόν τον τρόπο γεννιέται το πνεύμα της σωτηρίας, που είναι η θέωση και ο αγιασμός.
Η μόρφωση του Χριστού μέσα μας γίνεται με πνευματικές ωδίνες. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: “τεκνία μου, ούς πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν” (Γαλ. δ’, 19). Ωδίνες είναι ο ασκητικός αγώνας, και μόρφωση είναι η θέωση και ο αγιασμός.
Κατά τους αγίους Πατέρας (άγιο Γρηγόριο Νύσσης, άγιο Μάξιμο Ομολογητή, άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο, όσιο Νικήτα τον Στηθάτο κλπ.), αυτό που συνέβη σωματικά στην Παναγία, αυτό γίνεται πνευματικά σε κάθε έναν του οποίου η ψυχή παρθενεύει, δηλαδή καθαρίζεται από τα πάθη. Ο Χριστός, που μια φορά γεννήθηκε κατά σάρκα, θέλει να γεννάται πάντα κατά πνεύμα, από αυτούς που θέλουν, και έτσι γίνεται βρέφος, διαπλάττοντας τον εαυτό του μέσα σ’ εκείνους δια των αρετών.
Η πνευματική σύλληψη και γέννηση γίνεται αντιληπτή από το ότι σταματά η ρύση του αίματος, δηλαδή παύουν να υπάρχουν επιθυμίες για την διάπραξη της αμαρτίας, δεν ενεργούν τα πάθη στον άνθρωπο, μισεί ο άνθρωπος την αμαρτία και θέλει διαρκώς να πράττη το θέλημα του Θεού. Αυτή δε η σύλληψη και γέννηση αποκτάται με την εφαρμογή των θείων εντολών, κυρίως με την επιστροφή του νοός στην καρδιά και με την αδιάλειπτη μονολόγιστη προσευχή. Τότε ο άνθρωπος γίνεται ναός του Παναγίου Πνεύματος.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι ευαγγελισμός του ανθρωπίνου γένους, πληροφορία ότι ενηνθρώπησε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Αυτή η παγκόσμια εορτή πρέπει να συντελέση στην προσωπική εορτή, στον προσωπικό ευαγγελισμό. Πρέπει να δεχθούμε τα προοίμια της σωτηρίας μας, που είναι η μεγαλύτερη είδηση στην ζωή μας.
Σεπτέμβριος 1994.
Από το βιβλίο του «Οι Δεσποτικές εορτές», Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου(Πελαγία) 1995
http://www.pelagia.org/htm/b26.e.i_despotikes_eortes.01.htm
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (25 Μαρτίου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου, 2016
Η Εκκλησία μας εορτάζει στις 25 Μαρτίου τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Για τους Έλληνες είναι διπλή γιορτή, αφού την μέρα αυτή άρχισε η ελληνική επανάσταση του 1821. Εμείς θα σταθούμε μόνο στη θρησκευτική εορτή, του Ευαγγελισμού. Ο Ευαγγελισμός είναι το χαρμόσυνο μήνυμα της θείας ενσάρκωσης, πού με τόσο σαφή τρόπο μας το παρουσιάζει ο ευαγγελιστής Λουκάς στο Ευαγγέλιο του (κεφ. Α’ στίχ. 26-38). Την ήμερα αυτή, ο θεόσταλτος αρχάγγελος Γαβριήλ παρουσιάζεται στην Παρθένο Μαριάμ και της αναγγέλλει ότι θα γεννήσει υιό, τον Ιησού, το Σωτήρα και Λυτρωτή του κόσμου. Η σύλληψη στα σπλάγχνα της Θεοτόκου του Λόγου του Θεού θα γίνει, όπως εξηγεί ο Αρχάγγελος του Θεού, με τρόπο υπερφυσικό, με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Η Παναγία υπακούει στη θεϊκή εντολή και δίνει τη συγκατάθεσή της: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου».
Να σημειώσουμε ότι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου έγινε κατά την Παράδοση τέσσερις μήνες μετά που η Θεοτόκος έφυγε από τον Ναό των Ιεροσολύμων, όπου διέμεινε για δώδεκα έτη. Οι ιερείς του Ναού, πρίν φύγει από το Ναό, την αρραβώνιασαν με τον δίκαιο και σώφρονα Ιωσήφ για σκοπούς προστασίας, ο οποίος ήταν τότε μεγάλης ηλικίας. Αυτός την παρέλαβε και έμεναν στη Ναζαρέτ στο σπίτι του, όπου έλαβε χώρα και ο Ευαγγελισμός.
Το σχέδιο της Θείας Οικονομίας, δηλαδή το σχέδιο του Θεού για σωτηρία του ανθρώπου, εισέρχεται πλέον θα λέγαμε στην τελική του φάση. Η Παρθένος Μαριάμ, η Παναγία μας είναι σκεύος εκλογής του Θεού, για να ενσαρκώσει στα σπλάγχνα της τον Υιό και Λόγο του Θεού. Και τούτο διότι είναι καθαρότατη και μετατρέπεται έτσι σε Ναό του Σωτήρος, κατά την υμνωδία της Εκκλησίας μας. Ο Λόγος του Θεού, ο Δημιουργός και Κύριος πάντων, ο «αχώρητος παντί», χωρείτε στα αγνά σπλάγχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου για να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από τη φθορά και το θάνατο. Η Παναγία δίνει τη συγκατάθεση της, χωρίς την οποία δεν ήταν δυνατόν να γίνει οτιδήποτε. Υπακούει πλήρως στην εντολή του Θεού.
Οι αρχές της εορτής του Ευαγγελισμού δεν είναι επακριβώς γνωστές. Το γεγονός ότι η Αγία Ελένη έκτισε στη Ναζαρέτ Βασιλική, στην οποία περιλαμβανόταν κατά παράδοση ο οίκος της Θεοτόκου, όπου αυτή δέχθηκε τον Ευαγγελισμό, επέδρασε ίσως στη σύσταση τοπικής εορτής. Οι πρώτες μαρτυρίες περί αυτής βρίσκονται στον Άγιο Πρόκλο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, το 430 μ.Χ. και στο Πασχάλιον Χρονικόν (624 μ.Χ.), όπου χαρακτηρίζεται η εορτή του Ευαγγελισμού ως συσταθείσα στις 25 Μαρτίου από τους θεοφόρους Δασκάλους και Πατέρες. Η μεγαλοπρεπής πανήγυρη του Ευαγγελισμού ετελείτο από τους Βυζαντινούς στο ναό των Χαλκοπρατείων, όπου παρίσταντο και οι αυτοκράτορες.
Ως γνωστό η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, λόγω του ότι πάντοτε εμπίπτει εντός της Μ. Τεσσαρακοστής, στερείται προερτίων και μεθεόρτων. Και τούτο διότι η Μ. Τεσσαρακοστή είναι πένθιμη περίοδος και τις καθημερινές δεν τελείται Θ. Λειτουργία. Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει η Ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου ή των Χαιρετισμών προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Ο Ακάθιστος Ύμνος ψάλλεται τμηματικά τις πρώτες τέσσερις Παρασκευές της Μ. Τεσσαρακοστής και ολόκληρος την πέμπτη Παρασκευή της Μ. Τεσσαρακοστής.
Είναι λοιπόν η εορτή του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου μια μεγάλη θεομητορική εορτή. Το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για συντριβή του όφεως, δηλαδή του διαβόλου (βλέπε «πρωτευαγγέλιο»), εισέρχεται πλέον στην τελική του φάση. Ο Υιός και Λόγος του Θεού, με την ελεύθερη συγκατάθεση της Παρθένου, ενσαρκώνεται στα σπλάγχνα της. Ο Θεός λαμβάνει δούλου μορφή για να μας ελευθερώσει από τη δουλεία και τυρρανία του εχθρού.
Ρένος Κωνσταντίνου, Θεολόγος
http://www.imconstantias.org.cy/2050.html
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Στρατηγός Μακρυγιάννης
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου, 2016
«’Έλα στην ζωή μας πίσω, τό στραβό νά κάνεις ίσο», γράφει ό στιχουργός καί ποιητής Νίκος Γκάτσος. Σέ ποιόν άπευθύνεται;
Στον «μπάρμπα Γιάννη Μακρυγιάννη». Τόν ατρόμητο πολέμαρχο, τόν άληΘινό δημοκράτη, τόν πιστό χριστιανό.
Τό πραγματικό του όνομα ήταν ’Ιωάννης Τριαντάφυλλου, αλλά τόν ονόμασαν Μακρυγιάννη γιατί ήταν πολύ ψηλός, μακρύς. Γιάννης Μακρυγιάννης. Ό αγράμματος σοφός! Γεννήθηκε στό μικρό χωριό Αβορίτη Δωρίδος τό έτος 1797. Σέ ηλικία 23 χρόνων μυήθηκε οτή Φιλική Εταιρεία. Συμμετείχε στον άπευλευθερωτικό άγώνα, πολεμώντας πρώτα στήν Ήπειρο καί τήν Ρούμελη καί αργότερα στην Άθήνα καί τόν Μωριά. Μετά τήν απελευθέρωση ύπήρξε πρωταγωνιστής γιά τήν απόκτηση Συντάγματος άπό τό νεοσύστατο Κράτος. Επίσης μετά τόν Αγώνα, σέ μεγάλη ηλικία, μόνος του, αύτοδίδακτος έμαθε λίγη γραφή καί ανάγνωση.
Τό έτος 1853 καταδικάστηκε σέ θάνατο γιά «συνωμοσία» κατά τοϋ Βασιλέως Όθωνος, ή ποινή του στήν συνέχεια μετετράπη σέ ισόβια καί μετά άπό ένα χρόνο αποφυλακίστηκε. Έπί βασιλέως Γεωργίου A’ έγένετο αντιστράτηγος. Πέθανε ειρηνικά, πιστός χριστιανός, τό έτος 1864 στήν Άθήνα, σέ ήλικία 67 χρόνων.
Τό έτος 1846 έγραψε τά «Απομνημονεύματά» του, πολύτιμη ιστορική πηγή, μέ τό «άπελέκητό» του, όπως ό ίδιος τό χαρακτηρίζει, γράψιμό του. ’Ένα έργο μέ γλώσσα απλή, λαϊκή, ολιγογράμματου άνθρώπου, γεμάτο όμως μέ πίστη στόν Θεό, αγάπη γιά τήν Πατρίδα καί σωστές -διαχρονικές ως άπεδείχδη- παρατηρήσεις γιά τά καλά καί τά ελαττώματα της Φυλής μας. Γράφει μία μεγάλη άλήθεια. «Χωρίς αρετή, πόνο εΐς τήν πατρίδα καί πίστη εις τήν Θρησκεία, Έθνη δέν υπάρχουν». Σημειώνει ακόμη μία μεγάλη αλήθεια. «Τό φιλότιμο δέν φτάνει γιά νά πάει κανείς μπροστά». Γιατί; Διότι οί
Ελληνες έχουμε φιλότιμο, άλλά πρέπει ακόμα νά «είμαστε εις τό εμείς καί όχι εις τό εγώ». Ναί, «τούτην τήν Πατρίδα τήν έχουμε ούλοι μαζί καί σοφοί καί αγράμματοι καί στρατιωτικοί καί μικρότεροι άνθρωποι». Δέν έδίστασε νά στηλιτεύσει άρχοντες, συμπολεμιστές καί πολιτικούς, πού οδήγησαν τήν μικρή τότε γεωγραφικά Χώρα μας σέ νέες περιπέτειες. Αγανακτεί καί χωρίς βέβαια νά τό πιστεύει, καθ’ υπερβολήν γράφει: «Αν μας έλεγε κανένας αύτείνη τή λευτεριά όπου γευόμαστε, θά παρακαλούσαμε τόν Θεό νά μάς αφήσει μέ τούς Τούρκους, όσο νά γνωρίσουν οί άνθρωποι τι θά είπή Πατρίδα, τί θά είπή Θρησκεία. τί θά είπή αρετή καί τιμιότη». Αλλού καταγράφει ελαττώματα πού δυστυχώς διέτρεξαν όλον τόν χρόνον άπό έπανασυστάσεως τοϋ Ελληνικού Κράτους, μέχρι σήμερα. «Τίς πρό-σοδες τής Πατρίδας τίς κλέβομεν, άπό ύποστατικά δέν τής άφήνομεν τίποτας, ένα βάνομεν εις τό Ταμεΐον, δέκα κλέβομεν. Άγοράξομεν πρόσοδες, τίς τρώμεν όλες». Γιά τούς ανάξιους τής Εξουσίας γράφει: «Τέτοιοι μπαίνουν εις τά πράγματα, τέτοιους συντρόφους βάνουν. Οί περισσότεροι αγωνιστές καί οί χήρες καί ορφανά δυστυχούν. Πολυτέλεια καί φαντασία γεμίσαμαν. Οί δανεισταί μάς ζητούν τά χρήματά τους, λεπτό δέν τούς δίνομεν καί κάνουν έπέμβασιν εΐς τά πράγματά μας. Καί ποτές δέν βρίσκομεν ΐσιον δρόμον. Ό Θεός νά κάμη τό έλεος Του».
Διαπιστώσεις γιά τήν εποχή του, πού δυστυχώς διαιωνίζονται στόν τόπο μας καί ισχύουν μέχρι καί τίς ήμερες μας. «Ό Θεός νά κάμη τό έλεος Του» καί τό παράδειγμα καί οί παρακαταθήκες τού Μακρυγιάννη καί άλλων σπουδαίων καί αγνών Ελλήνων, άς γίνουν έπί τέλους άποδεκτές άπό εμάς, τούς σημερινούς “Ελληνες, ώστε τό στραβό νά τό κάμωμεν Ίσιο! (http://agiameteora.net/)
Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η γενιά του 1821 και εμείς
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου, 2016
Αργούσε πολύ να ξημερώσει η ασέληνη νύχτα που άπλωσε στη χώρας μας η τουρκική ημισέληνος. Ο λαός μας, που είχε διδάξει τον κόσμο να ζει ελεύθερος, σήκωνε στενάζοντας επί αιώνες τον σκληρό της τυραννίας ζυγό. Ένας λαός που εκπολίτισε και φώτισε με το φως του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού την οικουμένη ζούσε τετρακόσια χρόνια στο πηχτό σκοτάδι της τουρκοκρατίας. Οι απόγονοι του Σωκράτη, του Περικλή, του Μιλτιάδη, του Μεγαλέξανδρου και όλων των αγίων και μαρτύρων της Πίστεώς μας είχαν καταντήσει αξιοθρήνητοι ραγιάδες. Και ζούσαν μέσα στη φρικτή ατίμωση.
Δεν είχαν χάσει όμως τελείως την ελπίδα τους. Βαθιά μέσα τους πίστευαν στο θαύμα της νεκραναστάσεως του Γένους. Η εορτή της Αναστάσεως του Χριστού, που οι Τούρκοι τους επέτρεπαν να γιορτάζουν, γεννούσε και φτέρωνε στις καρδιές τους την ελπίδα και της αναστάσεως του Γένους. Τα τραγούδια της κλεφτουριάς – «ακόμα τούτη την Άνοιξη…ραγιάδες, ραγιάδες»- τροφοδοτούσαν σαν το λάδι το καντήλι την ελπίδα της εθνικής ελευθερίας.
Και η Άνοιξη, που την καρτερούσαν τόσο υπομονετικά, ήλθε στην ώρα της, την ώρα που είχε ορίσει Εκείνος που ρυθμίζει την ιστορία προσώπων και λαών ολόκληρων, Ήταν η ευλογημένη Άνοιξη του 1821.
Τη ροδοδάκτυλη ανατολή της τη σήμανε στις 24 Φεβρουαρίου 1821 με την ιστορική προκήρυξή του ο Αλέξανδρος Υψηλάντης καλώντας τους Πανέλληνες σε ξεσηκωμό και ένοπλο αγώνα κατά των Τούρκων: «Η ώρα ήλθεν, ω άνδρες Έλληνες!… Ας αντηχήσουν λοιπόν όλα τα όρη της Ελλάδος από την τρομεράν κλαγγήν των όπλων μας… είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νεφη την ημισέληνον, δια να υψώσωμεν το σημείον, δι΄ου πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν και ούτω να εκδικήσωμεν την πατρίδα και την ορθόδοξον ημών πίστιν από την ασεβή των βαρβάρων καταφρόνησιν…»
Και δεν άργησε να ανάψει η φωτιά. Ένα μήνα αργότερα ξεσηκώθηκε ο Μοριάς, η Καλαμάτα, η Μάνη, η Πάτρα και με την ευλογία του Παλαιών Πατρών Γερμανού, ανήμερα του Ευαγγελισμού στην Ιερά Μονή της Αγίας Λαύρας, άρχισε επίσημα η εποποιία της εθνικής μας παλιγγενεσίας. Η καταπίεση τόσων αιώνων ξέσπασε και τινάχθηκε σαν λάβα ηφαιστείου και απλώθηκε με τα φλάμπουρα των οπλαρχηγών από άκρη σε άκρη σε όλη τη χώρα. Παντού έπνεε άνεμος ελευθερίας και μια απόφαση δονούσε τις καρδιές όλων: «Ελευθερία ή θάνατος»! Είχε έλθει η ώρα να περάσει πλέον το Γένος μας από τον Γολγοθά του στην ανάσταση!
Η γενια των Ελλήνων του 1821 ευτύχησε να έχει ανάμεσα της γενναία παληκάρια που ρίχτηκαν ατρόμητοι στον υπέρ πάντων αγώνα Πόθος τους να αναστήσουν το Γένος, να γραφεί και πάλι το όνομά «Ελλάς» ανάμεσα στα κράτη του κόσμου.
Και με τη γενναία ορμή τους παρακινούσαν όλους να συμβάλουν στην πραγματοποίηση του μεγάλου αυτού οράματος, χωρίς να υπολογίζουν κανένα κίνδυνο, κανένα κόστος, ούτε την ίδια τους τη ζωή.
Επτά χρόνια πάλευαν γι΄αυτόν τον άγιο σκοπό. Επτά χρόνια μέρα – νύχτα χτυπούσαν σαν άλλα μανιασμένα κύματα τον τεράστιο βράχο της σκλαβιάς, που αντιστεκόταν με την σκληρότητά του. Και τελικά με τις συγκλονιστικές νίκες τους, τη μία μετά την άλλη, στη στεριά και στη θάλασσα, «μέριασε ο βράχος και διάβηκε το κύμα», για να θυμηθούμε τον μεγάλο ποιητή μας τον Βαλαωρίτη. Το «θεριό» που λυσσομανούσε αναγκάσθηκε να παραδεχθεί τη νίκη των ραγιάδων και με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 να αναγνωρίσει και την υπόσταση του ελεύθερου μικρού κράτους της Ελλάδος.
Αιώνια δοξαστικά πρέπει να αναπέμπονται στον Κύριο και Θεό μας, ο Οποίος ανέδειξε την αντρειωμένη εκείνη γενιά του 1821, που με τις θυσίες της ύψωσε και πάλι τη σημαία του Σταυρού στο γαλανό ουρανό της πατρίδας μας.
Η γενιά του 1821 ήταν γενιά πιστών ανθρώπων. Οι καρδιές τους σκιρτούσαν για την αγάπη και λατρεία του Χριστού και νιώθοντας πίκρα και χύνοντας μαύρο δάκρυ για την ατίμωσή τους από τους οπαδούς του Μωάμεθ, άρπαξαν τα άρματα για να πάψει η καταφρόνια του Σταυρού.
Το διεκήρυξε τούτο ο πολέμαρχος βασικός συντελεστής της μεγάλης νίκης Γέρος Μωριά μιλώντας λίγα χρόνια αργότερα στα νιάτα των Αθηνών στην Ακρόπολη: «Παιδιά μου! Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να τη στερεώσετε, διότι όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Να έχετε ομόνοια… Σε σας μένει να ίσασετε και να στολίσευε τον τόπο όπου εμείς ελευθερώσαμε…»
Τα λόγια του θρυλικού Κολοκοτρώνη προβάλλουν ενώπιόν μας, ενώπιον των ηγετών μας αλλά και όλων μας, όλων όσοι αποτελούμε τη σύγχρονη ελληνική γενιά, το μεγάλο και ιερό χρέος μας… Φλογερή αγάπη προς την Πίστη των πατέρων μας και προς την Πατρίδα μας. Χωρίς αυτή την αγάπη θα καταντήσουμε και πάλι θλιβεροί ραγιάδες. Κι αν ζούμε στις μέρες μας πολλά δείγματα ατιμώσεως της χώρας μας διεθνώς, είναι γιατί ορισμένοι ηγέτες μας και αρκετοί Νεοέλληνες ζουν και ενεργούν σαν να μην τους συγκινούν οι έννοιες της Πίστεως και της Πατρίδος και θέλουν να αλλάξουν και την Ιστορία μας.
Αν θέλουμε να ατενίζουμε χωρίς να ντρεπόμαστε, τις ηρωικές μεγάλες μορφές του 1821, πρέπει να ακολουθήσουμε τα ίχνη τους και να μιμούμαστε τις αρετές τους. Είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί στην αληθινή δόξα και στο ανυπέρβλητο και αιώνιο μεγαλείο την Ελλάδα μας! (http://agiameteora.net/)
Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου, 2016
1. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Εὐαγγελισμὸς σημαίνει χαρμόσυνος ἀγγελία. Μία τέτοια χαρμόσυνη ἀγγελία ἔφερε εἰς τὴν Παρθένον Μαριὰμ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν πόλιν τῆς Γαλιλαίας Ναζαρὲτ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, δηλαδὴ τὴν Κυριακήν, μόλις ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, ἀπουσιάζοντος τοῦ Ἰωσὴφ ἐκ τῆς οἰκίας. Ὁ Ἀρχάγγελος εἰσερχόμενος εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ μνηστῆρος Ἰωσὴφ καὶ βλέπων τὴν γεμάτην με ὅλας τὰς πνευματικὰς χάριτας καὶ παρθενικὴν ἁγνότητα Μαριὰμ κατεπλάγη, διὰ τοῦτο καὶ ἀπεκάλεσεν αὐτὴν μὲ τὴν ἁρμόζουσαν λέξιν Κεχαριτωμένην. «Χαῖρε Κεχαριτωμένη» (Λουκ. α´ 28).
Ὁ Εὐαγγελισμὸς πρὸς τὴν Παρθένον Μαρίαν ἔγινεν ὕστερα ἀπὸ τέσσερεις μῆνες ἀπὸ τῆς μνηστείας της μὲ τὸν Ἰωσήφ, ἕξι δὲ μῆνες ἀπὸ τῆς συλλήψεως τῆς στείρας γυναίκας τοῦ ἱερέως Ζαχαρίου Ἐλισάβετ, ὅπως ἀκριβῶς μᾶς γνωρίζει ὁ θεῖος Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς:
«Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυίδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ. Καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· Χαῖρε Κεχαριτωμένη· Ὁ Κύριος μετὰ
σοῦ. Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί. Ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. Καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· μὴ φοβοῦ Μαριάμ· εὖρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. Καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρί, καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσης τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. Εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ. Καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὖτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρα· Ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα. Εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου. Καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος» (Λουκ. α´ 26-38).
Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου εἶναι καὶ εὐαγγελισμὸς τῆς ἰδικῆς μας σωτηρίας, διότι ἀπὸ τὴν ἡμέραν αὐτὴν ἀρχίζει ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Θεοτόκου τὴν 25ην Μαρτίου. Τότε ψάλλεται καὶ τὸ ἑξῆς ἀπολυτίκιον:
Ἦχος δ´.
«Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον, καὶ τοῦ ἀπ᾿ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις· ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, υἱὸς τῆς Παρθένου γίνεται, καὶ Γαβριὴλ τὴν χάριν εὐαγγελίζεται· διὸ σὺν αὐτῷ τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν· χαῖρε κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ».
Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἡ Κεχαριτωμένη κόρη τῆς Ναζαρὲτ Μαριὰμ μένει μόνη. Ἡ ψυχή της μετὰ ἀπὸ τὴν ζωηροτάτην ἐντύπωσιν τοῦ οὐρανίου γεγονότος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, δονεῖται κυριολεκτικά. Τὸ πρωτάκουστον καὶ ἐξαίρετον ἀγγελικὸν μήνυμα ἔχει αἰχμαλωτίσει τὴν καρδίαν της, ἀπασχολεῖ ἡμέραν καὶ νύκτα τὴν σκέψιν της.
Εἰς τὸν Ἰωσὴφ δὲν λέει τίποτε, δι᾿ ὅσα τῆς εἶπε ὁ Ἀρχάγγελος, διότι ἡ παρθενικὴ συστολὴ τῆς ἔκλειε τὸ στόμα καὶ τὰ ἄφησε ὅλα εἰς τὴν πρόνοιαν καὶ μέριμναν τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, ὅπως συμβαίνει εἰς κάθε ἄνθρωπον εἰς παρομοίας περιστάσεις, ἡ Πάναγνος αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην μὲ κάποιον νὰ ὁμιλήση ἐλεύθερα καὶ χωρὶς κανέναν δισταγμόν, νὰ ἐμπιστευθῆ τὰ ἅγια συναισθήματα καὶ τὰ ὑψηλὰ καὶ θεῖα νοήματα ποὺ τὴν διακατέχουν. Ἀλλὰ εἰς ποῖον ὅμως νὰ ἀποκάλυψη τὸ ἱερὸν μυστικόν, τὸ μέγα μυστήριον ποὺ τῆς ἐνεπιστεύθη ὁ οὐρανός;
Ἡ σκέψις της ἐστράφη πρὸς τὴν συγγενῆ της Ἐλισάβετ. Αὐτὴ μόνο θὰ τὴν ἐννοοῦσε καὶ κανεὶς ἄλλος ἀπὸ τὸ περιβάλλον της εἰς τὴν Ναζαρέτ. Ἄλλως τε, ἡ Ἐλισάβετ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν, ὅπως τῆς εἶχε ἀποκαλύψει ὁ Ἄγγελος.
α. Ἡ Θεομήτωρ ἐπισκέπτεται τὴν Ἐλισάβετ
Ἔτσι, λοιπόν, ἡ ἁγία Κόρη τῆς Ναζαρὲτ παίρνοντας τὴν ἄδεια τοῦ Ἰωσὴφ ἀφήνει τὴν Ναζαρὲτ καὶ πορεύεται εἰς τὴν ὀρεινὴν χώραν τῆς Ἰουδαίας. «Ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς (=γρήγορα)» (Λουκ. α´ 39). Ἐκεῖ, μέσα εἰς τὴν οἰκογενειακὴν θαλπωρὴν τοῦ Ζαχαρίου καὶ τῆς Ἐλισάβετ, τῶν συγγενῶν της, μέσα εἰς τὴν μικρὴν προφητικὴν Ἐκκλησίαν τῆς πίστεως, ἐλπίδος καὶ ἀγάπης, ποὺ ἦτο τὸ σπίτι τους, θὰ εὕρη τὴν εὐκαιρίαν ἡ πάναγνος Κόρη νὰ ἀνοίξη τὴν καρδιάν της καὶ νὰ συγχαρῆ τὴν συγγενῆ της διὰ τὴν σύλληψιν υἱοῦ στὰ βαθιὰ γηρατειά της.
Τὸ ταξίδι της ἦτο κοπιαστικὸν καὶ διήρκεσε τρεῖς ἡμέρας περίπου· ἡ Πανάμωμος, ὅμως, ἐβάδισε τὸν δρόμον αὐτὸν μὲ χαρὰν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Θεόν. Καὶ νά τώρα εὑρίσκεται κοντὰ εἰς τὴν συγγενῆ της Ἐλισάβετ. Ἀσπάζεται τὴν συγγενῆ της καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἡ Ἐλισάβετ αἰσθάνεται νὰ σκιρτᾶ τὸ βρέφος εἰς τὴν κοιλιάν της καὶ φωτισμένη ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον μὲ δυνατὴν φωνὴν λέγει πρὸς τὴν Μαριάμ:
«Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;». Διὰ νὰ δικαιολόγηση δὲ τοῦτο, δηλαδὴ διατί ἀπεκάλεσε τὴν Μαριὰμ μητέρα τοῦ Κυρίου λέγει εἰς αὐτήν: «ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησεν ἐν ἀγαλλιάσει τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ μου» (Λουκ. α´ 44). Καὶ συνεχίζει νὰ μακαρίζη τὴν Μαριὰμ λέγουσα: «μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου». Συνεχίζοντας ἡ Ἐλισάβετ λέγει ὅτι ὅλαι αἱ γενεαὶ ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ μακαρίζουν τὴν Μαριάμ, ποὺ ἔγινε πρόξενος τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, διότι διὰ τοῦ ἐξ αὐτῆς γεννηθέντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ θὰ σωθῆ τὸ ἀνθρώπινον γένος ἀπὸ τὴν αἰώνιον φθορὰν τοῦ θανάτου.
Γεμάτη θαυμασμὸν ἡ Παρθενομήτωρ βλέπει ὅτι ἡ Ελισάβετ γνωρίζει τὸ οὐράνιον μυστικόν της. Τὴν βλέπει νὰ ὑποκλίνεται μὲ μεγάλην ταπείνωσιν ἐνώπιόν της, νὰ τὴν ἀναγνωρίζη ὡς μέλλουσα θεομήτορα, νὰ τὴν ἀποκαλῆ «εὐλογημένη ἐν γυναιξὶ» καὶ νὰ ὀνομάζη «εὐλογημένον τὸν καρπὸν τῆς κοιλίας της». Ἀκόμη, νὰ τὴν προσφωνῆ «μητέρα τοῦ Κυρίου της» καὶ μὲ ἀγαλλίασιν ψυχῆς νὰ τὴν χαρακτηρίζη «μακαρία», διότι πρόκειται νὰ γέννηση τὸν Σωτῆρα Χριστόν.
Εἶχε πάρει καὶ ἡ Ἐλισάβετ εὐλογίαν μεγάλην ἀπὸ τὸν πανάγαθον Θεὸν τὴν εὐλογίαν νὰ φέρη εἰς τὸν κόσμον τὸν μέγιστον τῶν προφητῶν. Ἡ εὐλογία ὅμως ποὺ πῆρε ἡ Θεοτόκος νὰ γέννηση τὸν Θεὸν καὶ Σωτῆρα, ὑπῆρξε μοναδική, ἀνεπανάληπτος, ἀληθινὰ οὐράνιος.
Μία ἦτο εἰς τὸν κόσμον «ἡ θεία κύησις» καὶ μία εἶναι εἰς τὴν ἱστορίαν ἡ Θεοτόκος. Πῶς λοιπὸν ἡ Ἐλισάβετ νὰ μὴν φωνάξη μὲ φωνὴν μεγάλην καὶ νὰ μὴ χαιρετίση μὲ χαρὰν καὶ ἔκπληξιν, μὲ θαυμασμὸν καὶ σεβασμόν, τὴν Θεομήτορα;
Αὐτὴν τὴν τιμὴν ἀπολαμβάνει κοντὰ εἰς τὴν Ἐλισάβετ ἡ ἁγία Παρθένος καὶ αὐτὰ τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἀκούει μὲ ἔκπληξιν μεγάλην, προτοῦ προλάβει αὐτὴ νὰ ἀνακοίνωση τίποτε εἰς τὴν συγγενῆ της. Καὶ σκιρτᾶ ἡ ψυχή της καὶ γεμίζει ἡ καρδιά της ἀπὸ θαυμασμὸν καὶ ἀγάπην πρὸς τὸν Σωτῆρα καὶ Θεόν της, ὁ ὁποῖος τόσα μεγαλεῖα ἔκανε εἰς αὐτήν.
Πλημμυρισμένη ἀπὸ θαυμασμὸν καὶ εὐγνωμοσύνην ἡ Παρθένος Μαριὰμ ἀνταπαντᾶ μὲ ἕναν ὕμνον ὑπέροχον πρὸς τὸν Ὕψιστον, τὸν ὁποῖον μᾶς διέσωσε τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ θείου Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ. Ὁ ὕμνος αὐτὸς εἶναι ἡ ἐνάτη ᾠδὴ τῆς χριστιανικῆς Ὑμνολογίας:
«Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρι μου, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσι με πᾶσαι αἱ γενεαί· ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ δυνατὸς καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ, καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεᾶς γενεῶν τοῖς φοβούμενους αὐτόν.
Ἐποίησε κράτος ἐν βραχίονι αὐτοῦ· διεσκόρπισεν ὑπερήφανους διανοίᾳ καρδίας αὐτῶν· καθεῖλε δυνάστας ἀπὸ θρόνων καὶ ὕψωσε ταπεινούς, πεινώντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν καὶ πλουτοῦντας ἐξαπέστειλε κενούς, ἀντελάβετο Ἰσραὴλ παιδὸς αὐτοῦ μνησθῆναι ἐλέους, καθὼς ἐλάλησε πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν, τῷ Ἀβραὰμ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα».
Ὁ ὕμνος αὐτὸς τὸν ὁποῖον ἡ Θεομήτωρ ἀνέπεμψεν, ἀποτελεῖται μὲν ἀπὸ ὀλίγας λέξεις, περιλαμβάνει ὅμως ὅλον τὸ τῆς Οἰκονομίας μυστήριον. Ἀποτελεῖ τὴν ἐπισφράγισιν τῶν παλμῶν καὶ τῶν ἐλπίδων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Παρουσιάζει μὲ ὀλίγας γραμμὰς τὸ ἔργον Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη διὰ νὰ σώση τὸ ἀνθρώπινον γένος. Κάθε λέξις τοῦ ὕμνου κι ὅλες μαζὶ ἔχουν ἔξοχα νοήματα, ὑψηλά, θεῖα καὶ οὐράνια.
Εἰς τὴν ᾠδὴν αὐτὴν τῆς Θεομήτορος δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ἐπιτηδευμένον, τὸ προσποιητόν, τὸ τεχνητόν. Ἡ ἁγνή, ἁγία καὶ ταπεινὴ κόρη τῆς Ναζαρέτ, ἡ Παναγία Παρθένος συνθέτει ἐδῶ θεῖον ποίημα. Τεχνική της εἶναι ἡ θερμὴ εὐσέβειά της, ἡ φωτισμένη πίστις, ἡ βαθύτατη ταπείνωσις, ὁ ὅλος ψυχικός της κόσμος, ὁ τόσον πλούσιος καὶ οὐράνιος· ἐμπνευστής της εἶναι ἡ θεία Σοφία, ἡ πηγὴ καὶ αἰτία κάθε ὑψηλῆς ὑπεργείου ἐμπνεύσεως. Οἱ λέξεις καὶ τὰ νοήματα τῆς Ὠδῆς τῆς Θεοτόκου εἶναι ξεχείλισμα τῶν ἁγνῶν συναισθημάτων, τὰ ὁποῖα διακατέχουν τὴν ψυχήν της καὶ βγαίνουν φυσικά, αὐθόρμητα ἀπὸ μίαν καρδίαν, ἡ ὁποία ἐζυμώθη μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Γραφῆς, μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Ἂς μελετοῦμε καὶ ἂς ψάλλωμεν κι ἐμεῖς τὸν θεῖον αὐτὸν ὕμνον μὲ εὐλάβειαν, διὰ νὰ νοιώθουμε τὴν ὀμορφιάν του, τὴν ἤρεμον μεγαλοπρέπειάν του, μὲ τὰς θαυμαστὰς ἀντιθέσεις του, μὲ τὰς ὡραίας εἰκόνας του, μὲ τὸν ἔξοχον λυρισμόν του.
β. Ἐπιστροφὴ τῆς Θεομήτορος εἰς Ναζαρέτ. Ἐπίσκεψις Ἀγγέλου εἰς Ἰωσήφ.
Ἡ Μαριὰμ ἔμεινε εἰς τὸ σπίτι τῆς ἐξαδέλφης της Ἐλισάβετ τρεῖς μῆνες περίπου καὶ ἐπέστρεψε εἰς τὸ ἰδικόν της εἰς τὴν Ναζαρέτ. Ἡ παράδοσις λέγει ὅτι «ἡμέρᾳ δὲ καὶ ἡμέρᾳ ἡ γαστὴρ αὐτῆς ὠγκοῦτο. Καὶ φοβηθεῖσα ἡ Μαρία ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς, καὶ ἔκρυβεν ἑαυτὴν ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ. Ἦν δὲ ἐτῶν δέκα ἕξ, ὅτε ταῦτα ἐγένετο τὰ μυστήρια». (Πρωτευαγ. ιβ´ 3).
Ὁ μνηστὴρ Ἰωσήφ, ὅταν εἶδε τὴν Μαριὰμ μὲ «τὴν κοιλίαν της ἐξογκωμένην», ἐταράχθη «καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι*, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολύσαι αὐτήν» (Ματθ. α´ 19). Δὲν θέλησε λοιπὸν ὁ Ἰωσήφ, ὡς δίκαιος ποὺ ἦτο, νὰ στιγματίση κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν Μαριὰμ -διότι ὁ νόμος ἦτο αὐστηρός- καὶ ἐσκέφθη νὰ τὴν ἀπολύση κρυφά. Τὴν σκέψιν του αὐτὴν τὴν ματαίωσε ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Ἀγγέλου εἰς τὸν ὕπνον του.
«Ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσήφ, υἱὸς Δαυίδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴ γυναῖκά σου· τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου. Τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν(…). Διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτοτόκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. α´ 20-25).
Ἔτσι, συνεχίζεται τὸ σχέδιον τοῦ Θεοῦ καὶ φθάνουμε εἰς τὴν μεγάλην στιγμὴν τῆς γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.
* Παραδειγματισμὸς = θάνατος διὰ λιθοβολισμοῦ εἰς τοὺς μοιχοὺς καὶ μοιχαλίδας (Δευτερ. κβ´ 20).
2. Η ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ἡ Παρθένος Μαριὰμ εὑρίσκετο εἰς τὸν ἔνατον μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ὅταν ὁ Ρωμαῖος Αὐτοκράτωρ Καίσαρ Αὔγουστος ἐξέδωσε διάταγμα ἀπογραφῆς τῶν κατοίκων τῆς αὐτοκρατορίας του. Ἔτσι, ἡ Παρθένος Μαριὰμ ἦτο ὑποχρεωμένη, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, νὰ ὑπάγη κι αὐτὴ εἰς τὸν τόπον καταγωγῆς της, τὴν Ἰουδαίαν, διὰ νὰ ἀπογραφῆ.
Παραλαμβάνει δὲ αὐτὴν ὁ προστάτης της Ἰωσὴφ καὶ μὲ ὑποζύγιον ποὺ ἦτο τότε τὸ μόνον μέσον μετακινήσεως, τὴν μεταφέρει εἰς τὴν Ἰουδαίαν. Φθάσαντες εἰς τὴν Βηθλεὲμ ἐνύκτωσε καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἀνεζήτησε τόπον, διὰ νὰ περάσουν τὴν βραδιά τους· ὅμως, τόπος δὲν εὑρέθη καὶ κατέληξαν εἰς ἐρημικὴν σπηλιάν, τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποιοῦσαν οἱ κάτοικοι τῆς Βηθλεὲμ ὡς σταῦλον ζώων.
Ἂς παρακολουθήσουμε πῶς ἀκριβῶς ἐξιστορεῖ τὰ γεγονότα ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, λέει, ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πάσαν τὴν οἰκουμένην. Αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου. Καὶ ἐπορεύοντο πάντες ἀπογράφεσθαι, ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυὶδ(…) ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικί, οὔσῃ ἐγκύῳ. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον(…) καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι…» (Λουκ. β´ 1-7).
Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ὀνομάζει τὸν τόπον τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἁπλῶς ὡς «κατάλυμα», δηλαδὴ πανδοχεῖον ποὺ εἶχε καὶ φάτνη ἀλόγων ζώων (Λουκ. β´ 7). Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ὀνομάζει τὸν τόπον αὐτὸν «οἰκίαν» (Ματθ. β´ 11). Τὸ Πρωτευαγγέλιον προσθέτει τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ Γέννησις τοῦ Χριστοῦ συνέβη εἰς ἐρημικὸν μέρος μέσα εἰς ἕνα σπήλαιον κοντὰ εἰς τὴν Βηθλεέμ. Τὴν πληροφορίαν αὐτὴν τοῦ Πρωτευαγγελίου ἐπαναλαμβάνει ὡς παράδοσιν ὁ φιλόσοφος ἀπολογητὴς καὶ μάρτυς Ἰουστῖνος, ὁ ὁποῖος ἐμαρτύρησε τὸ ἔτος 165 μ.Χ.
Ἐκεῖ, λοιπόν, εἰς τὴν Βηθλεέμ, εἰς τὸν σταῦλον τῶν ζώων, λαμβάνει χώραν τὸ μεγαλύτερον ἱστορικὸν γεγονὸς ποὺ κατέπληξε τὴν οἰκουμένην καὶ ποὺ ἀποτελεῖ ἀφετηρίαν λυτρώσεως τῶν ἀνθρώπων. Ἕνας Θεὸς γεννιέται ἀθόρυβα μέσα εἰς μίαν φάτνην ἀλόγων. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει θρόνον τὸν οὐρανὸν καὶ ὑποπόδιον τὴν γῆν. Μέσα εἰς τὸ σκοτάδι ἐκείνης τῆς νύκτας γεννιέται ὁ ὁλόλαμπρος ἥλιος, γιὰ νὰ φωτίση τοὺς ἐσκοτισμένους. Μέσα εἰς τὴν παγερὰν ἐκείνην νύκτα γεννιέται Ἐκεῖνος ποὺ θὰ ζεστάνη τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων καὶ θὰ χάραξη τὸν δρόμον διὰ τὴν σωτηρίαν. Κι ὅμως, διὰ τὸν βασιλέα τῶν βασιλέων δὲν ἐβρεθηκε μιὰ ζεστὴ γωνιά. Καὶ κανείς, δὲν ἐγνώριζε ποῖον θεῖον καὶ οὐράνιον γεγονὸς ἐλάμβανε χώραν εἰς τὴν παγερὰν ἐκείνην νύκτα τοῦ χειμῶνος εἰς τὴν Βηθλεέμ.
Μόνον ὁ οὐρανὸς γνωρίζει. Οἱ Ἄγγελοι καὶ Ἀρχάγγελοι οἱ ὁποῖοι ἀνεβοκατεβαίνουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν εἰς τὴν γῆν ψάλλοντες καὶ μεταφέροντες μηνύματα χαρᾶς. Ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχαν νὰ ἐκπληρώσουν περισσότερον χαρμόσυνον ἔργον ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ κάμνουν τώρα. Καὶ ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχε ἀκουσθῆ τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β´ 14).
Τὸ χαρμόσυνον αὐτὸ γεγονὸς μεταφέρει ἄγγελος Κυρίου εἰς τους εὐσεβεῖς ποιμένας τῆς Βηθλεέμ: «Ἰδοὺ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην… ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ». Ἰδοὺ ἔρχομαι νὰ σᾶς μεταδώσω εὐαγγέλιον μοναδικῆς χαρᾶς… Σήμερον ἐγεννήθηκε γιὰ σᾶς σωτήρ.
Οἱ μόνοι μάρτυρες τοῦ μεγαλυτέρου αὐτοῦ γεγονότος εἰς τὴν ἀνθρωπίνην Ἱστορίαν ἦσαν, εἰς μὲν τὸν οὐρανὸν οἱ ἄγγελοι, εἰς δὲ τὴν γῆν οἱ εὐσεβεῖς ποιμένες τῆς Βηθλεέμ, ἡ Θεοτόκος καὶ ὁ Ἰωσήφ.
«Τὸ ἀπ᾿ αἰῶνος ἀπόκρυφον καὶ ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον…», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας. Τὴν Γέννησιν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν 25 Δεκεμβρίου. Τότε ψάλλομεν τὸ ἀπολυτίκιον:
Ἦχος δ´.
«Ἡ γέννησίς σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ, τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως· ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ σὲ γινώσκειν ἐξ ὕψους ἀνατολήν. Κύριε δόξα σοι».
Καὶ τὸ Κοντάκιον:
Ἦχος γ´.
«Ἡ παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι μετὰ ποιμένων δοξολογοῦσι, μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι· δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός».
3. ΤΟ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Παρθένου Μαριὰμ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ εἶπεν εἰς αὐτὴν ὅτι θὰ συλλάβη εἰς τὴν κοιλίαν της καὶ θὰ γέννηση Υἱόν. Ἡ ἀπάντησις τῆς Μαριὰμ ἦτο: «Πῶς ἔσται τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;» (Λουκ. α´ 34). Πῶς εἶναι δυνατόν, λέγει, νὰ γίνη τέτοιο πράγμα, ἀφοῦ ἄνδρα δὲν γνωρίζω; Καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ Ἀγγέλου: «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ» (Λουκ. α´ 35).
Δηλαδή: Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ποὺ θὰ σὲ καθαρίση ἀπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα καὶ θὰ σὲ ἐξαγιαση, θὰ ἔλθη εἰς σέ, καὶ δύναμις τοῦ Ὑψίστου θὰ ρίψη τὴν δημιουργικὴν καὶ προστατευτικὴν σκέπην καὶ σκιάν της ἐπὶ σοῦ. Δι᾿ αὐτὸ δὲ καὶ τὸ ἀπολύτως ἀναμάρτητον καὶ ἅγιον βρέφος ποὺ κατὰ τὸν ὑπερφυσικὸν αὐτὸν τρόπον θὰ γεννηθῆ, θὰ ἀναγνωρισθῆ ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει: «Καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν (δηλαδὴ ὁ Ἰωσήφ) ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον» (Ματθ. α´ 25). Τὸ «ἕως οὗ» δὲν εἶναι προσδιορισμὸς χρόνου. Τὸ ἀεὶ σημαίνει ὅτι ὁ Ἰωσὴφ οὔτε πρὸ τοῦ τόκου, οὔτε μετὰ τὸν τόκον ἐγνώριζε τὴν Μαριάμ, ἀλλὰ αὐτὴ ἦτο πάντοτε παρθένος, ἀμίαντος καὶ ἄμωμος.
Ἡ Παρθένος Μαριὰμ ἀφοῦ συνέλαβε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἐγέννησε αὐτὸν μετὰ ἐννέα μῆνας χωρὶς παρθενικὴν φθοράν, διότι ὅπως ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ συνελήφθη ἀσπόρως καὶ χωρὶς νὰ γίνη καταληπτόν, ἔτσι καὶ χωρὶς φθορὰν ἐγεννήθη. Καὶ ὅπως ἡ Μαριὰμ ἦτο πρὸ τοῦ τόκου παρθένος, ἔτσι καὶ κατὰ τὸν τόκον καὶ μετὰ τὸν τόκον παρέμεινε παρθένος.
Τὸ ὅτι ἡ Θεοτόκος Μαριὰμ ὡς Παρθένος θὰ ἐγεννοῦσε τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τοῦτο ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τὸ ἐδήλωσε διὰ τοῦ ἀγγέλου εἰς τὸν πατέρα τῆς Μαριὰμ Ἰωακείμ, ὅταν διέμενεν εἰς τὸ ὄρος προσευχόμενος, διὰ νὰ ἀπόκτηση τέκνον, εἰπὼν εἰς αὐτὸν «ὅτι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ὅτι ἡ γυνή σου θὰ γέννηση θυγατέρα, ἡ ὁποία ἐνῶ θὰ εἶναι παρθένος, θὰ γέννηση τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου».
Τὸ ὅτι ἡ Μαριὰμ ἦτο καὶ μετὰ τόκον, δηλαδὴ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ἰησοῦ, παρθένος τὸ ἐδήλωσεν εἰς τους Ἰουδαίους καὶ εἰς ὅλους ποὺ ἤθελαν νὰ μάθουν, ὁ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Χριστοῦ ἱερέας καὶ προφήτης Ζαχαρίας, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ θεῖον Πνεῦμα. Καὶ μάλιστα ὁ Προφήτης Ζαχαρίας, μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, ἔδωκε θέσιν ἐντὸς τοῦ Ναοῦ εἰς τὴν Μαριὰμ εἰς τὰς θέσεις τῶν παρθένων, ὅπως γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος εἰς τὸν λόγον του διὰ τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ (Migne τόμ. 31).
Ὁ Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος εἰς τὸν τρίτον λόγον του διὰ τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Θεοτόκου γράφει σχετικὰ μὲ τὸ ἀειπάρθενον τῆς Μαριάμ, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι ἡ Μαριὰμ συνέλαβε Υἱὸν, ἐκυοφόρησε καὶ ἐγέννησε χωρὶς νὰ ἀποβάλλη τὴν παρθενίαν της. Ὑπῆρξε παρθένος πρὸ τῆς συλλήψεως, παρθένος ἐν τῇ συλλήψει καὶ παρθένος ἐν τῇ γεννήσει. Καὶ ὅπως ἡ Εὔα ἐγεννήθη ἐκ τῆς πλευρᾶς τοῦ Ἀδὰμ καὶ πάλιν ὁ Ἀδὰμ σῶος ἐφυλάχθη, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη ἐκ τῆς Παρθένου Μαριάμ, ἡ ὁποία καὶ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Υἱοῦ αὐτῆς παρθένος παρέμεινε.
Τὸ ὅτι ἡ Θεοτόκος ἦτο καὶ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ἰησοῦ παρθένος, τὸ πληροφορούμεθα ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ἰδίαν. Εἰς τὴν πρὸ τῆς Κοιμήσεώς της προσευχὴν πρὸς τὸν Υἱὸν καὶ Θεόν της, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, λέγει καὶ τὰ ἑξῆς: «Καὶ γεννηθεὶς παρθένον ἐτήρησας». Τὴν ἀειπαρθενίαν τῆς Μαριὰμ μαρτυρεῖ καὶ ἡ ἐνάτη ᾠδή, ἡ ὁποία ψάλλεται σὲ κάθε ἱερουργία, «Τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν». Ἡ ᾠδὴ αὐτὴ ψαλλομένη, ὡς γνωρίζομεν, εὐχαριστεῖ περισσότερον τῶν ἄλλων ὡδῶν τὴν πανάμωμον Δέσποιναν καὶ Ἀειπάρθενον Μαριάμ. Ἐφ᾿ ὅσον, λοιπόν, ἡ Παρθενομήτωρ ὁμολογεῖ περὶ τῆς ἀειπαρθενίας αὐτῆς, πᾶσα ἄλλη μαρτυρία περιττεύει.
Τὸ ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου θαυμάσια ἐξεικονίζουν καὶ τὰ διάφορα τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως ἡ συσχέτισις αὐτῆς μὲ τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν καὶ μὲ τὴν Βάτον τὴν φλεγομένην, ἀλλὰ μὴ καιομένην, ὡς καὶ μὲ τὴν κάμινον τῶν Τριῶν Παίδων τῆς Βαβυλῶνος. Ἕνα τροπάριον λέγει:
«Ἡ θάλασσα μετὰ τὴν πάροδον τοῦ Ἰσραὴλ ἔμεινεν ἄβατος· ἡ ἄμεμπτος μετὰ τὴν κύησιν τοῦ Ἐμμανουὴλ ἔμεινεν ἄφθορος». Καὶ τὸ ἄλλο λέγει:
«Μωσῆς κατενόησεν ἐν βάτῳ τὸ μέγα μυστήριον τοῦ τόκου σου, παῖδες προεικόνισαν τοῦτο ἐμφανέστατα, μέσον πυρὸς ἱστάμενοι καὶ μὴ φλεγόμενοι, ἀκήρατε, ἁγία Παρθένε. Ὅθεν σὲ ὑμνοῦμεν εἰς πάντας τους αἰῶνας». (Ἀκάθιστος Ὕμνος)
Ἐδῶ, λοιπόν, οἱ φυσικοὶ νόμοι ἀλλάσσουν. Ἐδῶ, ὁ δρόμος τῆς παιδοποιΐας εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου διάφορος. Τὰ παμπάλαια ἤθη τῆς γεννήσεως καταβάλλονται διὰ μίαν μόνην φοράν. Τὰ ἀδύνατα ἐδῶ γίνονται δυνατά. Τὰ ἄλυτα εὑρίσκουν λύσιν. Ἡ χάρις νικᾶ τὴν φύσιν. Καὶ ἡ φύσις δουλεύει εἰς τὴν χάριν. Ὁ ἄσαρκος Υἱὸς σαρκοῦται καὶ ἡ Παρθένος γίνεται μήτηρ καὶ παραμένει παρθένος.
4. Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ
Συνηθίζομε νὰ λέμε ὅτι ὁ χαρακτήρας τοῦ ἀνθρώπου γνωρίζεται ἀπὸ τὰ λόγια του, ἀπὸ τὸ βλέμμα του, ἀπὸ τὸ γέλιο, ἀπὸ τὸ βάδισμά του, ἀπὸ τὴν ἐνδυμασίαν του καὶ γενικῶς τὸ ἐξωτερικὸν τοῦ ἀνθρώπου φανερώνει καὶ τὸ ἐσωτερικὸν αὐτοῦ.
Ὁ ἅγιος καὶ πανάμωμος καὶ πανακήρατος χαρακτήρας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας ἐκδηλώνεται δι᾿ ὅλου τοῦ σώματός της· διότι ἔβλεπε κανεὶς εἰς αὐτὴν τὸ σεμνόν, τὸ τερπνόν, τὸ εὐχάριστον καὶ γενικῶς ὅ,τι προξενεῖ τὸν θαυμασμὸν καὶ τὸν σεβασμὸν διότι καὶ τὰ λόγια ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ ἅγιον στόμα της ἦσαν οἰκοδομητικὰ καὶ γεμάτα σύνεσιν. Τὸ γέλιο εἰς τὴν θεόπαιδα κόρην καὶ μητέρα ἦτο σπάνιο. Ἐπὶ τοῦ σιτοχρώμου προσώπου τῆς Παναμώμου Μαριὰμ ὑπῆρχε ἡ ἀφέλεια, ἡ εὐθύτης καὶ γενικὰ ὅ,τι χαρακτηρίζει τὸν σεμνὸν καὶ σεβάσμιον αὐτῆς χαρακτήρα. Οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς της ἦσαν ξανθές, ἡ κεφαλὴ καλλωπισμένη σεμνοπρεπῶς. Τὰ μάτια της εἶχαν θαυμάσιον καὶ σεμνὸν χρωματισμὸν οἱ κόρες τῶν ματιῶν της ἦσαν μελανές· οἱ βλεφαρίδες σεμνές· τὰ φρύδια μελανὰ καὶ τοξοειδῆ· ἡ μύτη εὐθεία καὶ ὁμαλή, τὰ ἄμωμα χείλη της ἐρυθρὰ καὶ ἀνθηρά, καὶ μάλιστα σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε ἐφαίνοντο πάνω σ᾿ αὐτὰ ἡ κοσμιότης καὶ ἡ σεμνότης. (Βλέπε τὸ βιβλίο τοῦ Γ. Φαμελιάρη: «Τῆς Παναγίας τοῦ Κυρίου Μητρός», 1927).
Ὅταν μάλιστα ἡ περικαλὴς καὶ σεμνὴ καὶ πάγκαλος αὐτὴ μητέρα καὶ παρθένος ὠμιλοῦσε, ἡ γλυκύτης ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὰ χείλη της, εὐχαριστοῦσε ἐκείνους ποὺ τὴν ἄκουγαν καὶ ἐκινοῦσε τὸν θαυμασμόν τους. Τὸ στρογγυλὸν καὶ ὠοειδὲς αὐτῆς πρόσωπον ἔδειχνε τὴν πράγματι ἱεροπρεπῆ καὶ θείαν της ἀποστολήν. Τὰ θεοδόχα χέρια τῆς Παρθένου Μαριὰμ καὶ τὰ δάκτυλά της ἦσαν μακρυὰ καὶ ἄφθαστου καλλονῆς, τὰ ὁποῖα οὔτε καὶ αὐτοὶ οἱ φημισμένοι καλλιτέχνες εἶχαν τὴν δυνατότητα νὰ ζωγραφίσουν. Ἡ θεία μητέρα καὶ παρθένος Μαριὰμ ὑπερεῖχεν εἰς τὰ σωματικὰ χαρίσματα ὅλων τῶν πρὸ αὐτῆς παρθένων καὶ μητέρων γυναικῶν.
Διὰ τοῦτο καὶ δὲν εὑρίσκομεν εἰκόνες σεμνότητος ἀφ᾿ ἑνὸς καὶ καλλονῆς ἀφ᾿ ἑτέρου, θυγατέρων ἢ μητέρων, διὰ νὰ συγκρίνωμεν αὐτὰς πρὸς τὴν Θεομήτορα.
Ὅποιος ἔβλεπε τὸ ἄμεμπτον τῆς καλλονῆς καὶ τό σεμνὸν τῆς ἐνδυμασίας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, κατελαμβάνετο ἀπὸ σεβασμὸν καὶ φόβον καὶ μὲ πεποίθησιν μεγάλην ὡμολογοῦσεν ὅτι πράγματι εἶναι ἡ μητέρα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν Διονύσιος ὁ Αρεοπαγίτης, ὁ ὁποῖος κατέβη εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ εἶδε τὴν Θεομήτορα, ἐθαύμασε καὶ εἶπεν ὅτι χωρὶς νὰ γνωρίζη κανεὶς τὴν Θεοτόκον, μόνο ἀπὸ τὴν σωματικήν της θεωρίαν φανερώνεται ὅτι πραγματικὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ.
5. ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΟΥΝ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΣΤΕΡΕΣ ΠΟΥ ΦΕΡΟΥΝ ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ
Πολλὰ καὶ θαυμαστὰ μεγαλεῖα ἔκαμεν ὁ δυνατὸς Κύριος εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, τὰ ὁποῖα οὔτε ὑπῆρξαν οὔτε ὑπάρχουν εἰς καμίαν ἄλλην γυναίκα. Καὶ τὰ μεγαλεῖα αὐτὰ καὶ χαρίσματα, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ὁ παντοδύναμος Θεὸς εἰς τὴν Θεοτόκον, εἶναι ἡ πρὸ τοῦ τόκου, ἐν τῷ τόκῳ καὶ μετὰ τὸν τόκον παρθενία τῆς Θεομήτορος.
Τὰ τρία αὐτὰ χαρίσματα εἰκονίζονται σὲ πολλὲς εἰκόνες τῆς Θεομήτορος μὲ τρεῖς ἀστέρες. Ἕναν ἐπὶ τοῦ μετώπου, ἕναν ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ ὤμου καὶ ἕναν ἐπὶ τοῦ ἀριστεροῦ ὤμου.
Τὰ τρία αὐτὰ ἀστέρια δηλώνουν ὅτι ἡ Θεοτόκος ἦτο^ παρθένος πρὸ τοῦ τόκου, κατὰ τὸν τόκον καὶ μετὰ τὸν τόκον.
6. Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
«Ἀνήγαγον αὐτὸν (τὸν Ἰησοῦν) εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ», σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (β´ 22). Τεσσαράκοντα ἡμέρας ἀπὸ της γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ ἡ Πανάμωμος πηγαίνει εἰς τὸν Ναὸν τῶν Ἱεροσολύμων, διὰ νὰ ἐκπλήρωση τὸν νόμον περὶ καθαρισμοῦ – παρ᾿ ὅτι δὲν εἶχε ἀνάγκη καθαρισμοῦ, ἐφ᾿ ὅσον ἐγέννησεν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου – καὶ συγχρόνως νὰ παρουσίαση καὶ νὰ ἀφιέρωση τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν Θεόν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ Κυρίου, ἡ Θεοτόκος προσέφερε θυσίαν «ἕνα ζεῦγος τρυγόνων ἢ δυὸ νεοσσοὺς περιστερῶν».
Ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὸν Ναὸν ἡ Θεοτόκος μὲ τὸν Ἰησοῦν εἰς τὴν ἀγκάλην της, τοὺς ὑπεδέχθη ὁ δίκαιος καὶ εὐλαβὴς Συμεών, ὁ ὁποῖος ἐπῆρεν εἰς τὴν ἀγκαλιάν του τὸν Ἰησοῦν, εὐχαρίστησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε: «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ» (Λουκ. β´ 29-31).
Ἐν συνεχείᾳ, ὁ δίκαιος Συμεὼν προφήτευσε ὅτι «τὴν καρδίαν τῆς Θεοτόκου θὰ τὴν τρυπήση ρομφαία», δηλαδὴ μία μεγάλη λύπη. Ἡ συνάντησις αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ μετὰ τοῦ δικαίου Συμεὼν εἰς τὸν Ναὸν ὀνομάζεται Ὑπαπαντὴ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὴν 2αν Φεβρουαρίου. Τότε ψάλλεται τὸ Ἀπολυτίκιον:
Ἦχος α´.
«Χαῖρε κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει· εὐφραίνου καὶ σὺ πρεσβῦτα δίκαιε, δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις τὸν ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν ἡμῶν, χαριζόμενον ἡμῖν καὶ τὴν Ἀνάστασιν».
7. Η ΥΠΟ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
Μάγοι ὀνομάζοντο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἄνδρες ποὺ ἠσχολοῦντο μὲ τὰς φυσικὰς καὶ ἀστρονομικὰς ἐπιστήμας. Τρεῖς ἀπ᾿ αὐτούς, κατὰ τὴν παράδοσιν, ἦσαν οἱ Γάσπαρ, Μελχιὼρ καὶ Βαλτάσαρ, οἱ ὁποῖοι ἐξεκίνησαν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἀσίας ἔχοντες ὑπ᾿ ὄψιν τους τὴν προφητείαν τοῦ Πέρσου μάντη Βαλαάμ, ὁ ὁποῖος ἔζησε τὸν δέκατον πέμπτον αἰῶνα π.Χ. Ἡ προφητεία αὐτὴ ἔλεγε: «Ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακώβ, καὶ ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραὴλ καὶ θραύσει τοὺς ἀρχηγοὺς Μωὰβ καὶ προνομεύσει πάντας τοὺς υἱοὺς Σήθ». (Ἀριθμοὶ κδ´ 17)*.
Βλέποντες οἱ Μάγοι εἰς τὸν οὐρανὸν τὸν προαναγγελθέντα ἀστέρα ἐβεβαιώθησαν διὰ τὴν γέννησιν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ὁ ἀστέρας αὐτὸς ἦτο πολὺ διαφορετικὸς ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀστέρας. Δὲν ἀκολουθοῦσε τὴν τάξιν τῶν ἄλλων ἀστέρων, καθ᾿ ὅτι ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ἦτο πολὺ χαμηλὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀστέρας, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲν ἐκινεῖτο ἀπὸ ἀνατολὰς πρὸς δυσμάς, ὅπως ὅλοι οἱ ἀστέρες, ἀλλὰ ἀπὸ βορρᾶ πρὸς νότον καὶ ἀπ᾿ αὐτὸ ἐβεβαιώθησαν διὰ τὴν γέννησιν τοῦ προφητευθέντος μεγάλου Βασιλέως.
Ἀκολούθησαν, λοιπόν, οἱ Μάγοι τὸν ἀστέρα αὐτὸν καὶ ἦλθαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. Τὸν ἐρχομὸν τῶν Μάγων εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸν σκοπὸν τῆς ἐπισκέψεώς τους ἔμαθε ὁ Ἡρώδης. Ἠθέλησε, τότε, νὰ μάθη ἀπὸ τοὺς Μάγους ποῦ ἐγεννήθη ὁ νέος Βασιλέας. Οἱ Μάγοι τὸν πληροφοροῦν ὅτι ἐγεννήθη εἰς Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας. Ἀναστατωμένος ὁ Ἡρώδης ἐζήτησε ἀπὸ τοὺς Μάγους νὰ τὸν ἐνημερώσουν κατὰ τὴν ἐπιστροφήν τους, διὰ νὰ ὑπάγη κι᾿ αὐτὸς νὰ προσκύνηση τὸν νέον βασιλέα.
Οἱ Μάγοι ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ μὲ ὁδηγὸν τὸ φωτεινὸ ἀστέρι ἔφθασαν εἰς τὴν Βηθλεέμ, ὅπου ἀνεκάλυψαν τὴν οἰκίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔμενεν ἡ Παρθένος Μαριὰμ μετὰ τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ. «Καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν καὶ χρηματισθέντες κατ᾿ ὄναρ (=καὶ ἀφοῦ καθωδηγήθησαν μὲ ὄνειρο ἀπὸ τὸν Θεόν) μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρώδην, δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν» (Ματθ. β´ 11-12).
Τὰ πολύτιμα καὶ βασιλικὰ αὐτὰ δῶρα ποὺ προσέφεραν οἱ Μάγοι εἰς τὸν νεογέννητον Ἰησοῦν εἶχαν καὶ συμβολικὸν νόημα. Ὁ χρυσὸς ὡς σύμβολον τῆς βασιλείας τοῦ Κυρίου, ὁ λίβανος σύμβολον τῆς θεότητος τοῦ Κυρίου καὶ ἡ σμύρνα ἐδήλωνε ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος ἔμελλε νὰ ἀποθάνη διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ κόσμου.
Τὸ ἐκπληκτικὸν αὐτὸ γεγονὸς τοῦ ἐρχομοῦ τῶν Μάγων ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἀσίας, διὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν προφητευθέντα Βασιλέα τοῦ κόσμου, τὸν Χριστόν, καθὼς καὶ τὰ ἄλλα θαυμαστὰ γεγονότα ποὺ προηγήθησαν, δηλαδὴ ὁ Εὐαγγελισμός, ἡ γέννησις τοῦ Ἰησοῦ, ἡ συνάντησις μετὰ τοῦ δικαίου Συμεὼν εἰς τὸν Ναόν, ὅλα αὐτὰ δημιουργοῦσαν εἰς τὴν καρδιὰν τῆς Θεομήτορος καὶ Παρθένου Μαριὰμ θαυμασμὸν καὶ ἀγαλλίασιν. «Ἡ δὲ Μαριὰμ (σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστής) πάντα συνετήρει τὰ ρήματα ταῦτα (= τὰ ἐκρατοῦσε ὅλα εἰς τὸν νοῦν της) συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (=καὶ τὰ ἐσκέπτετο) (Λουκ. β´ 19).
* Δηλαδή: «Ἀργότερα θὰ ἀνατείλη ἄστρον ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ, θὰ ἀναδειχθῆ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν καὶ θὰ συντρίψει τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Μωαβιτῶν καὶ θὰ λαφυραγωγήση ὅλους τοὺς ἀπογόνους τοῦ Σήθ» (Ἑρμηνεία Ι.Θ. Κολιτσάρα).
8. Η ΦΥΓΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΤΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟΝ
Οἱ Μάγοι ἀφοῦ προσκύνησαν τὸν νεογεννηθέντα Βασιλέα τοῦ κόσμου Χριστὸν καὶ προσέφεραν τὰ βασιλικὰ δῶρα, ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Βηθλεὲμ διὰ μέσου ἄλλης ὁδοῦ ποὺ δὲν ἐπερνοῦσε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν πατρίδα τους.
Ὁ Ἡρώδης ὅταν εἶδε ὅτι οἱ Μάγοι τὸν ἐνεπαίξαν ἐθύμωσε πολὺ καὶ ἐσκέφθη νὰ θανάτωση ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῆς γύρω περιοχῆς ἀπὸ δυὸ ἐτῶν καὶ κάτω. Πράγμα ποὺ ἔπραξε. Ὅπως μᾶς λέγει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής, ἐθανάτωσεν ὅλα τὰ παιδιὰ «ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν Μάγων» (Ματθ. β´ 16).
Τὰ ἀποκεφαλισθέντα νήπια, κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν, ἔφθανον τὰς δέκα τέσσερις χιλιάδας. Ἡ μνήμη τους ἑορτάζεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μας τὴν 29ην Δεκεμβρίου. Ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς τῶν κρανίων τῶν νηπίων εὑρίσκεται εἰς ὀστεοφυλάκιον τῆς Ἰερουσαλήμ.
Ἀλλὰ πρὶν ὁ Ἡρώδης ἀποφασίση νὰ φονεύση τὰ νήπια, ὁ παντογνώστης Θεὸς στέλνει ἄγγελον εἰς τὸν Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε «ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον» (Ματθ. β´ 13). Σήκω, τοῦ λέγει, πάρε τὸ παιδὶ καὶ τὴν Μητέρα του καὶ φύγε διὰ τὴν Αἴγυπτον καὶ θὰ παραμείνης ἐκεῖ ἕως ὅτου σοῦ εἰπῶ, διότι ὁ Ἡρώδης σκοπεύει νὰ φονεύση τὸ παιδί.
Ὁ Ἰωσὴφ μόλις ἐξύπνησε, παρέλαβε νύκτα τὸ παιδὶ καὶ τὴν μητέρα του καὶ ἀνεχώρησε εἰς τὴν Αἴγυπτον. Παρέμεινε δὲ ἐκεῖ μέχρι ποὺ ἀπέθανεν ὁ Ἡρώδης. Ἔτσι ἐπαληθεύθη «τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου» (Ματθ. β´ 15).
Τὴν εἰς Αἴγυπτον φυγὴν τοῦ Ἰησοῦ προφήτευσεν ὁ προφήτης Ἡσαΐας λέγων: «Ἰδοὺ Κύριος κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης καὶ ἤξει εἰς Αἴγυπτον». Ὁ θεῖος προφήτης «νεφέλην κούφην» ἐννοεῖ τὴν Παρθένον Μαριὰμ ἐπὶ τῆς ὁποίας καθισμένος καὶ εἰς τὴν ἀγκαλιάν της βασταζόμενος ὁ Υἱὸς καὶ Κύριός της ἔφυγεν εἰς Αἴγυπτον, διὰ νὰ ἀποφύγη τὸ παιδοκτόνον ξίφος τοῦ βρεφοκτόνου Ἡρώδου.
Ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἰσῆλθεν εἰς τὴν εἰδωλολατρικὴν πὸλιν τῶν Αἰγυπτίων, τὰ χειροποίητα ἀγάλματα τὰ εὑρισκόμενα μέσα εἰς τους ναοὺς τῶν Αἰγυπτίων κατεκριμνήσθησαν ἀπὸ ἀόρατον δύναμιν καὶ φόβος καὶ τρόμος κατέλαβε τὰ δαιμόνια ποὺ κατοικοῦσαν ἐντὸς τῶν ναῶν. Οἱ Αἰγύπτιοι μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξηγήσουν τὸ φαινόμενον αὐτὸ τῆς πτώσεως τῶν εἰδώλων κατέφυγον εἰς τοὺς μάντεις, διὰ νὰ ἐρωτήσουν τοὺς θεούς τους καὶ τοὺς ἐγγαστρίμυθους, ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὰ δαιμόνια νὰ εἰποῦν εἰς τοὺς Αἰγυπτίους ποία ἡ αἰτία τῆς πτώσεως τῶν χειροποίητων ἀγαλμάτων καὶ ἔτσι τὸ παιδίον Ἰησοῦς καὶ ἡ μητέρα του Μαριὰμ διέμειναν ἀβλαβεῖς εἰς τὴν Αἴγυπτον.
Τὸν σεισμὸν καὶ τὴν πτῶσιν τῶν χειροποίητων εἰδώλων τῆς Αἰγύπτου ἀναγράφει ὁ ἐκκλησιαστικὸς ὑμνογράφος εἰς τὸν ἑνδέκατον οἶκον τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου: «Λάμψας ἐν Αἰγύπτῳ φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας τοῦ ψεύδους τὸ σκότος· τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης, Σωτήρ, μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκε».
Δηλαδή: Ἀφοῦ ἔκανες, Χριστέ, εἰς τὴν Αἴγυπτον νὰ λάμψη τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, ἔδιωξες τὸ σκοτάδι τοῦ ψεύδους (τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας)· γιατὶ τὰ εἴδωλά της, Σωτῆρα, ἐπειδὴ δὲν ὑπέφεραν τὴν δύναμι τῆς παρουσίας σου, ἔχουν πέσει.
Ἐκεῖ, εἰς τὴν Αἴγυπτον ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ μένει διαρκῶς κοντά του ὡς φύλαξ ἄγγελος καὶ μὲ πολλὴν ἀγάπην καὶ ἱερὰν φλόγα τὸν προσέχει, τὸν περιποιεῖται, τὸν μεγαλώνει.
9. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΕΞ ΑΙΓΥΠΤΟΥ
Μετὰ ἀπὸ παραμονὴν τριῶν περίπου ἐτῶν εἰς Αἴγυπτον τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ, τῆς Μητρός του καὶ τοῦ Ἰωσήφ, ὅπως διηγεῖται ὁ Θηβαῖος Ἱππόλυτος, καὶ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἡρώδου, Ἄγγελος Κυρίου διέταξε τὸν Ἰωσὴφ νὰ πάρη τὸ παιδίον καὶ τὴν Μητέρα αὐτοῦ καὶ νὰ ὑπάγη εἰς γῆν Ἰσραήλ, εἰπὼν εἰς αὐτὸν ὅτι «τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδιοῦ», δηλαδὴ ἀπέθανον ὁ Ἡρώδης καὶ πάντες οἱ συνεργασθέντες μαζί του διὰ τὴν δολοφονίαν τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ. Ὁ Ἰωσὴφ ἀμέσως παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴ Μητέρα του καὶ ἦλθε εἰς γῆν Ἰσραήλ.
Ὅταν ἤκουσεν ὁ Ἰωσὴφ ὅτι εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἀντὶ τοῦ Ἡρώδου βασιλεύει ὁ Ἀρχέλαος, ἐφοβήθη νὰ ὑπάγη ἐκεῖ· «χρηματισθεῖς δὲ κατ᾿ ὄναρ (= μὲ ὄνειρο καθωδηγήθηκε ἀπὸ τὸν Θεόν) ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῆ τὸ ρηθὲν (= διὰ νὰ ἐπαλήθευση ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἐλέχθη) διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται» (Ματθ. β´ 23).
Κατῴκησεν, λοιπόν, ἡ Ἁγία οἰκογένεια εἰς τὴν Ναζαρέτ. «Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτό» (Λουκ. β´ 40). Ὁ μικρὸς Ἰησοῦς ἀνεπτύσσετο καὶ ἐμεγάλωνε κάτω ἀπὸ τὸ ἀκούραστο καὶ προσεκτικὸ βλέμμα τῆς Θεοτόκου καὶ ἔχαιρε ἡ ἁγία μητέρα, ὅταν ἔβλεπε τὸν Ἰησοῦν της ν᾿ αὐξάνη καὶ νὰ κραταιοῦται πνεύματι «πληρούμενος σοφίας», κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Εὐαγγελιστοῦ.
Πῶς νὰ μὴ ἀφιέρωση ἡ Ἀειπάρθενος τὴν μητρικήν της καρδίαν εἰς τὴν περίθαλψιν καὶ τὴν ἐπιμελῆ φύλαξιν τοῦ ἀνεκτίμητου αὐτοῦ θησαυροῦ ποὺ τῆς ἐνεπιστεύθη ὁ Θεός; Πῶς νὰ μὴ δώση τὸ πᾶν εἰς τὸν Ἰησοῦν της; Ἤξευρε, ὅτι ὁ Υἱός της δὲν ἦτο ὅπως τὰ πολλὰ παιδιά, ὅσον κι ἂν ἐξωτερικῶς ἦτο ὅμοιός τους. Τὸ ἤξευρε αὐτὸ καλὰ ἡ Θεοτόκος. Ἐγνώριζεν ὅτι τὸ «παιδίον Ἰησοῦς» ἦτο ἡ ἔνσαρκος Σοφία, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ πλέον χαριτωμένον καὶ λατρευτὸν παιδίον ποὺ ἐγνώρισεν ὁ κόσμος. Ἠμποροῦσε νὰ λησμονήση ποτὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου ὅτι «οὗτος (ὁ Χριστός) ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται» καὶ «βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τους αἰῶνας καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος»; (Λουκ. α´ 32-34).
Πολὺ παραστατικὰ περιγράφει τὴν στάσιν τῆς Θεομήτορος πρὸς τὸν Μονογενῆ της Υἱὸν ὁ κατὰ τὸν 5ο αἰῶνα ἐπίσκοπος Σελευκείας Βασίλειος: «Ὅταν εἶδε ἐκεῖνο τὸ βρέφος, γεμάτη ἀπὸ φόβους καὶ πόθους, ἔλεγε πρὸς τὸν υἱόν της: ποίαν ὀνομασίαν κατάλληλον ἠμπορῶ νὰ εὕρω διὰ σέ, παιδίον; Ἀνθρώπου; Ἀλλ᾿ ἔχεις θεϊκὴν τὴν σύλληψιν. Θεοῦ; Ἀλλ᾿ ἔλαβες σάρκα ἀνθρωπίνην. Τί λοιπὸν θὰ κάμω διὰ σέ; Θὰ σὲ θρέψω μὲ γάλα ἢ θὰ σὲ δοξολογήσω; Θὰ σὲ ὑπηρετήσω ὡς μητέρα ἢ θὰ σὲ προσκυνήσω ὡς δούλη; Θὰ σὲ περιπτυχθῶ ὡς υἱὸν ἢ θὰ προσευχηθῶ ὡς εἰς Θεόν; Θὰ σοῦ δώσω γάλα ἢ θὰ σοῦ προσφέρω θυμίαμα; Τί εἶναι τὸ ἄρρητον αὐτὸ θαῦμα, τὸ μέγιστον; ὁ οὐρανὸς εἶναι ἰδικός σου θρόνος καὶ συγχρόνως ὁ ἰδικός μου κόλπος σὲ βαστάζει. Ἦλθες ὁλόκληρος εἰς τὰ κάτω, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθῆς καθόλου ἀπὸ τὰ ἄνω… Ὑμνῶ τὴν φιλανθρωπίαν σου, δὲν ἐρευνῶ τὴν οἰκονομίαν σου».
Ὑπῆρξε, λοιπόν, ἡ Παναγία καὶ ὡς πρὸς αὐτό, παράδειγμα αἰώνιον ἀληθινῆς μητρικῆς στοργῆς, ὑπόδειγμα ἀγάπης καὶ ἀφοσιώσεως δι᾿ ὅλας τὰς μητέρας.
10. Ο ΔΩΔΕΚΑΕΤΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΣ ΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ
«Ὅτε ἐγένετο ἐτῶν δώδεκα, ἀναβάντων αὐτῶν εἰς Ἱεροσόλυμα κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἑορτῆς» (Λουκ. β´ 42). Ὁ Ἰησοῦς διὰ πρώτην φορὰν ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὴν μητέρα του Μαριὰμ εἰς Ἱεροσόλυμα, διὰ νὰ ἑορτάση τὸ Πάσχα. Τὸ Πάσχα ἐτελεῖτο ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων κάθε χρόνο εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἀπελευθερώσεώς τους ἀπὸ τὸν βασιλέα Φαραὼ τῆς Αἰγύπτου.
Ή ἑορτὴ τοῦ Πάσχα ἤρχιζεν ἀπὸ τὸ ἑσπέρας τῆς ΙΔ´ ἡμέρας τοῦ πρώτου μηνός, τοῦ καλουμένου Νισάν, καὶ διαρκοῦσε ἑπτὰ ἡμέρας. Εἰς τὴν ἑορτὴν αὐτὴν τοῦ Πάσχα ποὺ ἐγένετο εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐπήγαιναν κάθε χρόνο ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ Μαριάμ. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἔφθασε εἰς ἠλικίαν δώδεκα ἐτῶν, τὸν ἐπῆραν μαζί τους εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, διὰ νὰ ἑορτάσουν τὸ Πάσχα. Μετὰ τὸ τέλος τῆς ἑορτῆς ἀνεχώρησαν μὲ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς γνωστοὺς διὰ τὴν Ναζαρέτ· ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς διέφυγε τῆς προσοχῆς τῆς μητέρας του Μαρίας, τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῶν γνωστῶν τους καὶ παρέμεινε εἰς Ἱεροσόλυμα. Μετὰ ἀπὸ ὁδοιπορίαν μιᾶς ἡμέρας ἀνεζήτησεν ἡ Παρθένος Μαρία τὸν Ἰησοῦν μεταξὺ τῶν συγγενῶν καὶ γνωστῶν καὶ μὴ εὑροῦσα αὐτὸν ἐπέστρεψε μὲ τὸν Ἰωσὴφ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.
Μετὰ τρεῖς ἡμέρας εὑρίσκουν τὸν Ἰησοῦν νὰ κάθεται ἐντὸς τοῦ Ναοῦ ἀνάμεσα εἰς τοὺς διδασκάλους, ν᾿ ἀκούη καὶ νὰ ἐπερωτᾶ αὐτούς. Οἱ διδάσκαλοι τοῦ Ἰσραὴλ ἀποροῦσαν διὰ τὰς σοφὰς καὶ συνετὰς ἀποκρίσεις τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ, ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «ἐξίσταντο ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν αὐτοῦ» (Λουκ. β´ 47).
Ὅταν εὑρῆκαν τὸν Ἰησοῦν, ἡ Ἁγία Μητέρα του τοῦ λέγει: «τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως;». Διατί μᾶς ἔβαλες σὲ τόση ἀνησυχίαν; Ὁ Ἰησοῦς ἀπεκρίθηκε καὶ εἶπε: «τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με; καὶ αὐτοὶ οὐ συνῆκαν (= δὲν κατάλαβαν) τὸ ρῆμα ὃ ἐλάλησεν αὐτοῖς» (Λουκ. β´ 49-50). Διατί μὲ ἐζητούσατε; τοὺς λέγει. Δὲν ἐγνωρίζατε ὅτι πρέπει νὰ εἶμαι εἰς τὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου; Ἡ ἀπάντησις αὐτὴ τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ ἔκαμε βαθυτάτην ἐντύπωσιν εἰς τὴν Παναγίαν. Καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς συνεχίζων λέγει: «Καὶ κατέβη μετ᾿ αὐτῶν καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, καὶ ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς (…) καὶ Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις». Ἡ δὲ Μητέρα του «διετήρει πάντα τὰ ρήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. β´ 40-52).
Ὅσα συνέβησαν πρὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ καὶ μετὰ ἡ Θεομήτωρ τὰ ἔφερεν εἰς τὸν νοῦν της καὶ μέσα εἰς αὐτὰ εὕρισκε ψυχικὴν τέρψιν καὶ εὐχαρίστησιν ἀνέκφραστον, ἀληθινὴν ἀγαλλίασιν. Γεγονότα ποὺ ἔβλεπε, λόγια ποὺ ἄκουε, τὰ συγκεντρώνει εἰς τὴν μνήμην της, τὰ διατηρεῖ ἐκεῖ, τὰ συγκρίνει, τὰ συνδέει μεταξύ τους καὶ τὰ ἐπαναφέρει διαρκῶς εἰς τὸν νοῦν της. Τὸ μυστήριον τὴν διακατέχει ὁλόκληρην καὶ τὴν ἀπορροφᾶ κυριολεκτικά. Τίποτε δὲν τῆς διαφεύγει. Καὶ ἀπὸ τὰς ὑπέροχους αὐτὰς ἀναμνήσεις, σχηματίζει ἕναν πλούσιον καὶ ἀνεκτίμητον θησαυρόν, τὸν ὁποῖον θὰ μετέδιδε ἀργότερα εἰς τοὺς Ἀποστόλους καὶ διὰ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ θὰ τὸν ἄφηνε αἰώνια κληρονομιὰ εἰς τοὺς πιστούς.
Τί ὑπέροχον, τί ὡραῖον εἶναι νὰ γεμίζουν τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου θεῖα πράγματα, μεγάλαι καὶ εὐσεβεῖς σκέψεις καὶ ἐντυπώσεις! Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γίνεται οὐράνιος. Ὑψώνεται ἀπὸ τὰ χαμηλὰ καὶ κατώτερα καὶ ἁμαρτωλὰ εἰς τὰ ἀνώτερα καὶ οὐράνια. Αὐτὰ τὰ ἀνώτερα καὶ οὐράνια ἀγάπησε ἡ Παναγία Μητέρα καὶ αὐτὰ ἐφύλασσεν εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς της καὶ δι᾿ αὐτὸ ἔγινε μακαρία καὶ ἔμεινε αἰωνία.
11. Η ΘΕΟΜΗΤΩΡ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΟΙΚΟΚΥΡΑΣ
Τὰ τόσον θαυμαστὰ καὶ ἐξαίσια θεῖα μεγαλεῖα ποὺ συνέβησαν εἰς τὴν Θεομήτορα οὐδὲ στιγμὴν ἔκαμαν αὐτὴν νὰ μεγαλαυχήση καὶ νὰ ὑπερηφανευθῆ. Τοὐναντίον, ἐζοῦσε καὶ συμπεριεφέρετο μὲ ταπεινοφροσύνην· μὲ ἐπιμέλειαν πολλὴν καὶ δεξιότητα ἐκτελοῦσε τὰς ἐργασίας τοῦ σπιτιοῦ της. Ἡ Παναγία μας ἡ ὁποία ἦτο τύπος καὶ ὑπογραμμὸς εἰς ὅλα, ὑπῆρξεν ἄριστον ὑπόδειγμα καὶ εἰς τὴν νοικοκυρωσύνην.
Πόσον καθαρὸν καὶ εὐπρεπὲς θὰ ἐκρατοῦσε τὸ σπίτι της! Μὲ τὰ χέρια της ἡ ἁγία οἰκοδέσποινα θὰ ἐτακτοποιοῦσε, θὰ διόρθωνε, θὰ ἐκανόνιζε τὸ πᾶν. Ἡ ἴδια θὰ ἔκαμνε ὅλας τὰς ἐργασίας τοῦ σπιτιοῦ. Μὲ τὰ χέρια της τὰ ἁγιασμένα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐσπαργάνωσε τὸν Χριστόν, τὸν ἐβάστασε νήπιον καὶ τὸν ἐχάιδευε, μὲ αὐτὰ εἰργάζετο καὶ ὑπηρετοῦσε τοὺς πάντας εἰς τὴν οἰκογένειάν της. Ἀλήθεια, πόσο διδακτικὸν εἶναι τὸ γεγονὸς αὐτό!
Ἡ Παναγία Μητέρα ἐργάζεται ὅπως καὶ αἱ πλέον πτωχαὶ μητέρες! Καθαρίζει, μαγειρεύει, ράβει, ὅλα περνοῦν ἀπὸ αὐτήν. Ἔτσι εἶχε μάθει ἀπὸ μικρή. Λέγεται ὅτι ὁ Ἀρχάγγελος τὴν εὑρῆκε, κατὰ τὸν Εὐαγγελισμόν, νὰ γνέθη. Γνωρίζομε ἐκ παραδόσεως ὅτι ἡ Θεοτόκος τὰ ἐνδύματά της ὅπως καὶ αὐτὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ της τὰ ἔκοπτε καὶ ἔραβε μόνη της. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ὡραῖος ἄρραφος χιτὼν ποὺ ἐφοροῦσε ὁ Σωτήρ, ὅταν ὡδηγεῖτο εἰς τὸν Σταυρὸν καὶ διὰ τὸν ὁποῖον οἱ στρατιῶται ἔβαλλον κλήρους, ἦτο ἔργον τῶν χειρῶν τῆς Θεοτόκου.
Ἡ Παρθένος Μαρία, λοιπόν, ὑπῆρξε ἀσφαλῶς ἡ κατ᾿ ἐξοχὴν «οἰκουρὸς»* καὶ φέρει κατὰ τρόπον ὑποδειγματικὸν τὸν τίτλον αὐτόν. Ὑπῆρξε καὶ ὡς νοικοκυρὰ πράγματι ὑπογραμμός. Ὅπως εἰς τὴν ἁγνότητα, τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν ἁγιότητα στέκει ὑπόδειγμα ἐξαίρετον, ἔτσι καὶ εἰς τὴν νοικοκυρωσύνην καὶ τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν σπιτικὴν ζωήν. Νοικοκυρὰ καλή, προσεκτικὴ καὶ πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὡς κόρη καὶ μετὰ ὡς μητέρα καὶ εἰς ὅλην τὴν ζωήν της. Καὶ ἔκαμε τὸ σπίτι της σπίτι «σύμβολον» τὸ ὁποῖον θὰ μένη εἰς τοὺς αἰῶνας ὑπόδειγμα ἱερὸν καὶ διδακτικόν.
Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἀξία πάσης τιμῆς, διότι, ὡς γνωρίζομεν, πολλὲς γυναῖκες, ὅταν λάβουν κάποιον ἀξίωμα ἀμέσως ἐγκαταλείπουν τὰς ἐργασίας τοῦ σπιτιοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας, ἐπειδὴ τὰς θεωροῦν μικροπρεπεῖς διὰ τὸ ἀξίωμά τους. Ὅμως, ἡ ἀληθὴς βασιλομήτωρ Μαριάμ, ἔχουσα τελείαν γνῶσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἀνθρώπου, ἐκτελοῦσε τὶς σπιτικὲς ἐργασίες της μὲ μεγάλην ἐπιμέλειαν, διότι εἶχε ὑπ᾿ ὄψιν της ὅτι καμία ἐργασία δὲν εἶναι ντροπὴ εἰς τὸν ἐργαζόμενον, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν ἔπαυσε νὰ ἐργάζεται πρὸς συντήρησιν τοῦ κόσμου, καθὼς ὁ Κύριος εἶπεν: «Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι» (Ἰωάν. ε´ 17).
Ἡ Παρθένος Μαριάμ, λοιπόν, ὑπῆρξεν τὸ σύμβολον τῆς καλῆς νοικοκυρᾶς, τὸ σύμβολον τῆς καλῆς οἰκογενείας, τὸ σύμβολον τοῦ εὐλογημένου σπιτιοῦ, τὸ παράδειγμα γιὰ ὅλες τὶς κόρες καὶ παρθένες, γιὰ ὅλες τὶς μητέρες τοῦ κόσμου.
* Οἰκουρὸς λέγεται αὐτὸς ἢ αὐτὴ ποὺ φυλάει τὸ σπίτι.
12. Ο ΙΗΣΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΜΟΣΩΤΗΡΙΟΝ ΕΡΓΟΝ ΤΟΥ
Ὅπως εἴδαμε, ἡ Θεοτόκος ὑπῆρξε τὸ σύμβολον τῆς καλῆς νοικοκυρᾶς καὶ τῆς καλῆς οἰκογενείας. Μετὰ μεγάλης στοργῆς καὶ ἀγάπης ἀνέθρεψε τὸν Υἱόν της καὶ Θεόν της μικρὸν Ἰησοῦν. Ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστής, «τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτό». (Λουκ. β´ 40).
Ὁ Ἰησοῦς ἐμεγάλωσε πλέον καὶ ἐπλησίαζε ὁ καιρὸς διὰ νὰ ἀρχίση τὸ κοσμοσωτήριον ἔργον του. Ὁ Ἰωσὴφ εἶχεν ἤδη ἀποθάνει. Ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ ἐξέλεξε τοὺς πρώτους μαθητάς του, ἐγκαταλείπει τὴν Ναζαρὲτ καὶ ἔρχεται εἰς τὴν Καπερναούμ, τὴν πρωτεύουσαν τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐγκαθίσταται ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὴν Μητέρα του. Τὸ κοσμοσωτήριον ἔργον τοῦ Κυρίου ἀρχίζει.
Ἡ Παναγία Μητέρα του μὲ συγκίνησιν καὶ ἐνθουσιασμὸν παρακολουθεῖ τὸν Υἱόν της, ποὺ διδάσκει καὶ σαγηνεύει τὰ πλήθη. Κόσμος διψασμένος ἀκούει τὴν νέαν διδασκαλίαν καὶ ὅλοι κρέμονται ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος διδάσκει «ὡς ἐξουσίαν ἔχων» καὶ ὄχι καθὼς οἱ Γραμματεῖς χλιαρὰ καὶ τυπικά. Ὅλοι ὁμολογοῦν ὅτι «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. ζ´ 46). Ἡ χαρὰ τῆς Θεοτόκου μεγαλώνει βλέπουσα τὸν Υἱόν της νὰ κηρύσση διδασκαλίαν μοναδικήν, νὰ παρουσιάζη «τέρατα καὶ σημεῖα πολλὰ ἐν τῷ λαῷ» καὶ νὰ τὸν παρακολουθοῦν μὲ ἀκράτητον ἐνθουσιασμὸν μυριάδες λαοῦ!
Εὐφραίνεται ἡ ψυχή της καὶ αἰσθάνεται τὴν κατὰ Θεὸν καύχησιν, ὅταν ἀκούει μία γυναίκα νὰ λέγη ἀνάμεσα εἰς τὸ πλῆθος, τὴν ὥραν ποὺ ὁ Κύριος ἐδίδασκε: «Μακάρια ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας» (Λουκ. ια´ 27). Καὶ ὁ Κύριος ἀπαντᾶ: «Ναί, μακάριοι μᾶλλον εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκούουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσουν αὐτόν» (Λουκ. ια´ 28).
Ὅπως δηλ. τὸν ἄκουσε καὶ τὸν ἐφύλαξε ἡ Ὑπεραγία Μητέρα του, ἡ ὁποία διὰ τοῦτο εἶναι πράγματι μακαρία. Καὶ ὅσον ἔβλεπε τὸν Σωτῆρα νὰ κατακτᾶ τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ θεραπεύη κάθε νόσον καὶ νὰ ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ λαοῦ τόσον καὶ ἡ χαρά της ἐμεγάλωνε.
α. Τὸ Θαῦμα ἐν Κανᾶ
Ὁ Ἰησοῦς εὑρέθη μὲ τὴν Μητέρα του καὶ τοὺς Μαθητάς του εἰς τὴν ἀρχαίαν πόλιν Κανά, ἡ ὁποία εἶναι πλησίον τῆς Γαλιλαίας. Ἕνας μελλόνυμφος, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν παράδοσιν, ἦτο μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Σίμων ὁ Κανανίτης, προσκαλεῖ τὸν διδάσκαλόν του καὶ τὴν συνοδείαν του νὰ παρευρεθῆ εἰς τὸν γάμον. Ὁ Ἰησοῦς δέχεται τὴν πρόσκλησιν καὶ τιμᾶ διὰ τῆς παρουσίας του τὸν γάμον. Ἔπραξε τοῦτο, διὰ νὰ γνωρίση εἰς ὅλους μας ὅτι ὁ Θεὸς παρευρίσκεται ἀοράτως εἰς κάθε γάμον, ποὺ νόμιμα τελεῖται καὶ εὐλογεῖ τοὺς προσερχόμενους εἰς αὐτόν.
Πολλοὶ γάμοι ἐγένοντο εἰς τὰς πόλεις τῆς Γαλιλαίας καὶ εἰς τὰς ἄλλας περιοχὰς κατὰ τὴν ἐκεῖ παρουσίαν τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς εἰς κανένα δὲν παρευρέθη παρὰ μόνον εἰς τὸν γάμον τῆς Κανά. Ὁ Εὐαγγελιστὴς χαρακτηριστικὰ γράφει: «Καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ γάμος ἐγένετο ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας… καὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ» (Ἰωάν. β´ 1-11).
Ἡ Θεομήτωρ γνωρίζει ὅτι διὰ τὸν Υἱόν της πάντα εἶναι δυνατά. Διὰ τοῦτο, μόλις εἶδε τὴν ἔλλειψιν τοῦ οἴνου, λέγει εἰς τὸν Ἰησοῦν «οἶνον οὐκ ἔχουσι». Ἡ ἐπέμβασις τῆς Θεομήτορος πρὸς τὸν Υἱόν της ἦτο συγχρόνως καὶ ἀνάμιξις εἰς τὸ λυτρωτικὸν ἔργον του· διὰ τοῦτο ὁ Ἰησοῦς ἀπαντώντας λέγει εἰς τὴν Μητέρα του: «Τί ἐμοὶ καὶ σοί, γῦναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου» (Ἰωάν. β´ 4). Τί κοινὸν ὑπάρχει, τῆς λέγει, μεταξὺ ἐμοῦ ποὺ τώρα ὡς Μεσσίας διαχειρίζομαι τὴν θείαν δύναμιν τοῦ πατρός μου καὶ σοῦ ποὺ μὲ ἐγέννησες ὡς ἄνθρωπον;
Μὲ τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ἤθελε ὁ Ἰησοῦς νὰ τονίση ὅτι ὑπεράνω ὅλων στέκει τὸ ἔργον καὶ τὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός. Ὁ διάλογος αὐτὸς μεταξὺ τῆς Θεομήτορος καὶ τοῦ Υἱοῦ της ἐγένετο μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀγάπην, ἔπρεπε ὅμως νὰ τονισθῆ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐξηρτᾶτο πλέον ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρὸς εἰς τὸ κοσμοσωτήριον ἔργον ποὺ ἄρχισε καὶ οὐδεμία ἄλλη ἐπέμβασις εἶχε θέσιν. Ὅμως, ὡς Υἱὸς Θεοῦ καὶ ὡς ἔχων ἐξουσίαν, ἱκανοποιεῖ τὸ αἴτημα τῆς Πανάγνου Μητέρας του καὶ καλύπτει τὴν ἀνάγκην τοῦ οἴνου μεταβαλλὼν θαυματουργικῶς τὸ ὕδωρ εἰς οἶνον μέσα εἰς τὰς ἕξι ὑδρίας*.
Τὸ θαυμαστὸν αὐτὸ γεγονὸς μετεδόθη εἰς ὅλην τὴν Γαλιλαίαν καὶ τὰ περίχωρα. Βλέποντας ἡ Θεομήτωρ τὸ θαῦμα αὐτὸ τοῦ Υἱοῦ της ἡ χαρά της ἐμεγάλωνε. Ποία ὅμως θλῖψις καὶ ποίος πόνος ἐγέμισε τὴν ψυχήν της, σχεδὸν ἀμέσως, ἀπὸ τὴν πώρωσιν τῶν Ἰουδαίων ἀρχόντων, τὴν μοχθηρίαν, τὸ μίσος, τὴν ζηλοτυπίαν καὶ τὰς δολοπλοκίας τους. Ἦτο δυνατὸν νὰ μὴν πονέση, ὅταν ἄκουε τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Υἱοῦ της νὰ λέγουν ὅτι εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Βεελζεβοὺλ κάμνει τὰ θαυμαστὰ ἔργα;
Ὅπως μᾶς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, ὁ Ἰησοῦς ἐδίδασκε εἰς μίαν οἰκίαν καὶ οἱ ἐχθροί του Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, βλέποντες τὸν ὑπέρμετρον ζῆλον του ὑπὲρ τοῦ Θείου νόμου καὶ τὴν προσπάθειάν του νὰ πείση τοὺς ἀκροατάς του ἵνα πιστεύσουν εἰς τὸν Θεὸν διὰ τὴν σωτηρίαν τους, διέδωσαν εἰς τὴν πόλιν ὅτι ὁ Ἰησοῦς παρεφρόνησε!..
Ἡ Παναγία Μητέρα του ἀπουσίαζε ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν διδασκαλίαν καὶ ὅταν ἔμαθε τὰς συκοφαντίας αὐτὰς κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλυπήθη πολὺ καὶ παίρνοντας μαζί της κι ἄλλους συγγενεῖς της ἐπῆγαν πρὸς συνάντησιν τοῦ Ἰησοῦ. Ὅταν ἔφθασαν ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, ὅπου ἐδίδασκεν ὁ Ἰησοῦς, τὸν ἐφώναξαν. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ὡς Θεὸς γνωρίζων πάντα τὰ συμβαίνοντα, ὅταν τοῦ εἶπαν ὅτι ἡ Μητέρα του καὶ οἱ ἀδελφοί του (δηλ. συγγενεῖς του) τὸν ζητοῦν, τοὺς λέγει, ὅτι Μητέρα του καὶ ἀδελφοί του εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐφαρμόζουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ διεκήρυσσεν ὁ Ἰησοῦς μίαν ἄλλην ἀλήθειαν, τὴν ὑπεροχὴν τῆς πνευματικῆς συγγενείας ἀπέναντι τῆς σαρκικῆς, χωρὶς βεβαίως νὰ περιφρονῆ, νὰ μειώνη καὶ νὰ ἀπορρίπτη τὴν τελευταίαν, ἀλλὰ ἐξαίρει τὴν ἐπικοινωνίαν τῶν ψυχῶν, ἡ ὁποία ἑνώνει ἀληθινὰ καὶ αἰώνια.
* Αἱ ἕξι ὑδρίαι (στάμνες) ἦσαν λίθιναι, δυὸ ἐξ αὐτῶν ὑπάρχουν μέχρι σήμερα εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν τῆς Κανά. (Ἐπίσκεψις τοῦ γράφοντος εἰς τὸν Ναὸν τὸ ἔτος 1981). http://agiameteora.net/
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΚΕΚΟΙΝΩΝΗΚΕ ΣΑΡΚΟΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΟΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου, 2016
Πιστεύουμε σε έναν Θεό που «κεκοινώνηκε σαρκός και αίματος ίνα δια του θανάτου καταργήση τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τούτ’ έστι τον διάβολον» (Εβρ. 2, 14). Ο Ιησούς έγινε άνθρωπος, για να καταργήσει με τον θάνατό του αυτόν που εξουσίαζε τον θάνατο, δηλαδή τον διάβολο. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά της χριστιανικής πίστης και παράδοσης, από κάθε άλλη θρησκεία. Δεν μιλούμε για έναν Θεό απρόσιτο, ο οποίος παρουσιάζεται στον κόσμο δια των απεσταλμένων του ή μεταμορφώνεται εξωτερικά σε άνθρωπο. Δεν πιστεύουμε σε ανθρώπους που ιδρύουν με τη φιλοσοφία και την ασκητικότητά τους θρησκείες, για να καλύψουν τα υπαρξιακά κενά των πολλών, να τους δώσουν γαλήνη, ηρεμία συμφιλίωση με τον θάνατο. Δεν πιστεύουμε σε εγκόσμιες βασιλείες, οι οποίες αποσκοπούν στο να εξουσιάσουν τους ανθρώπους, να τους στερήσουν την ελευθερία, μόνο και μόνο στο όνομα μιας αιώνιας συνέχειας. Δεν πιστεύουμε σε έναν Θεό βοηθητικό των ανθρώπινων προβλημάτων, έναν Θεό εφευρέτη παραδόσεων, ο οποίος περιμένει τα ανθρώπινα πνεύματα για να τους ανταποδώσει το καλό ή τα έργα σύμφωνα με τις διδαχές. Πιστεύουμε σε έναν Θεό που κεκοινώνηκε σαρκός και αίματος. Μετέσχε. Έγινε ένα. Προσέλαβε την σάρκα και το αίμα μας. Αυτόν που μας δημιούργησε και έγινε ένα με το δημιούργημά Του, χωρίς να χάσει την θεϊκή Του φύση, αλλά καθιστώντας την ένα με τη δική μας. Μέγα και παράξενο θαύμα!
Τι σημαίνει όμως για εμάς το ότι ο Θεός κεκοινώνηκε σαρκός και αίματος;
Σημαίνει ότι ακολούθησε όλα τα στάδια της ανθρώπινης ύπαρξης, εκ κοιλίας μητρός. Γεύθηκε την θαλπωρή της μάνας. Καρδιοχτύπησε εντός της. Μοιράστηκε τις αγωνίες της. Συμπορεύτηκε στις χαρές της. Και όταν εξήλθε εξ αυτής, τράφηκε από αυτήν. Έκανε τα πρώτα βήματα. Μοιράστηκε την χαρά της παιδικότητας μ’ αυτήν και τους άλλους. Και την ίδια στιγμή προέκοπτε «σοφία, ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις». Έδειχνε το ξεχωριστό. Την αρχοντιά και την παντογνωσία του Θεού. Όταν δίδασκε τους σοφούς στον ναό σε ηλικία δώδεκα ετών και επιτιμούσε με αυστηρότητα και τρυφερότητα την μάνα και τον Ιωσήφ, γιατί νικιόντουσαν από το ανθρώπινο και δεν αφήνονταν στο θεϊκό. Εργάστηκε ταπεινά «του φαγείν άρτον» δίπλα στον μνήστορα. Και όταν ήρθε η ώρα έδειξε στους ανθρώπους έναν αλλιώτικο δρόμο. Αυτόν της πορείας προς την όντως Αλήθεια που ήταν ο Ίδιος. Αλήθεια που χρειάζεται τροφή πνευματική. Ομιλίες και παραβολές, αλλά και θαύματα, ως σημεία ότι ήταν ο Θεάνθρωπος. Για να καταστήσει την σάρκα πλέον τροφή μας. Κάθε φορά που μετέχουμε στην Θεία Ευχαριστία Τον κοινωνούμε με τη σειρά μας, ως τον Θεάνθρωπο, που μας δίνει άφεση αμαρτιών. Γιατί η αμαρτία είναι κατάσταση της σαρκός. Πηγάζει από το σαρκικό φρόνημα, δηλαδή από τον εντοπισμό του νοήματος της ζωής μας εν τω παρόντι αιώνι. Και η σάρκα Του μας υπενθυμίζει ότι μέσα από την σχέση μαζί Του το φρόνημά μας όπως και η σύνολη ύπαρξή μας όχι απλώς παύουν να κυριαρχούνται από την αμαρτία, δηλαδή την αυτονόμηση από τον Θεό, αλλά αγιάζονται. Και καθιστάμεθα έτσι παιδιά Του. Διότι «ο αγιάζων και οι αγιαζόμενοι εξ ενός πάντες». Εκ του Θεού.
Σημαίνει ότι έδωσε το αίμα Του για να απαλλαγούμε από τον θάνατο. Με το αίμα Του στον Σταυρό νίκησε τον το κράτος έχοντα του θανάτου. Αυτόν που εξουσιάζει τον κόσμο, αλλά και τον θάνατο, δηλαδή τον διάβολο. Ποιο είναι το έργο του διαβόλου; Να διαγράφει από τον νου και την καρδιά μας την έννοια της θυσίας. Να μας στρέφει προς το εγώ μας. Να καθιστά κέντρο της ζωής μας το θέλημά μας. Γι’ αυτό και δεν έχουμε την έγνοια για τους άλλους ως βάση στη ζωή μας. Θεοποιούμε τα δικαιώματά μας. Το δίκιο μας. Τις απολαύσεις και τις επιθυμίες. Τους λογισμούς μας. Γιατί για να δει κανείς τη ζωή αλλιώς, πρέπει να δώσει αίμα. Για να λάβει πνεύμα. Και αίμα βγαίνει από αυτόν που παλεύει να αγαπά. Να ελευθερώνεται από τα πάθη του, όχι για να δοξαστεί και να υπερηφανευθεί αυτοδικαιούμενος, αλλά για να μπορεί να αγαπά περισσότερο. Αυτόν που δεν σκέφτεται το «εγώ», αλλά μέσα από το «του ετέρου» δίνει νόημα και χαρά στο εγώ. Αίμα σημαίνει θυσία. Σημαίνει άσκηση. Σημαίνει παραίτηση. Σημαίνει επίγνωση της αλήθειας. Θέλει το βήμα της Παναγίας. Η οποία παραιτήθηκε από όλα και θυσίασε «εγώ», «δικαιώματα», «τρόπο και πολιτισμό της εποχής», «κοινωνία και κατακραυγή», «νεότητα», «ωριμότητα», τα πάντα για να γίνει εν αυτή το θέλημα του Θεού. Και ο Θεός την αγιάζει δια του Υιού της. και την ίδια στιγμή ο Υιός αγιάζει σύμπασα την ανθρώπινη φύση, προσφερόμενος επάνω στον Σταυρό, για να δείξει ότι ο δρόμος του αίματος λυτρώνει. Και μας αφήνει το αίμα Του , για να το κοινωνούμε στο μυστήριο της Ευχαριστίας «εις ζωήν αιώνιον». Διότι μόνο η αγάπη που βιώνεται στη θυσία δίνει αιωνιότητα. Αυτή είναι που ουδέποτε εκπίπτει. Κι αυτή νικά τον διάβολο. Διότι του ακυρώνει το «εγώ» και την κυριαρχία του. Αντικαθιστά την υπερηφάνεια με την ταπείνωση. Και ελευθερώνει αληθινά όσους υποδουλώνονται τόσο σ’ αυτόν όσο και στο εγώ τους.
Σημαίνει ότι τελικά τίποτε δεν είναι ακατόρθωτο. Κι εδώ είναι η χάρη του μυστηρίου. Να νιώθουμε ότι ο κόσμος δεν κυριαρχείται από την ξηρά λογική. Αυτήν που δίνει μία ερμηνεία με βάση τον νου και τις αισθήσεις. Πορεύεται με γνώμονα τις αλήθειες που παρουσιάζει και που μπορεί να είναι όντως αλήθειες. Όμως το νόημα βρίσκεται στην Μία και Ασύγκριτη Αλήθεια. Αυτή της αγάπης του Θεού για τους ανθρώπους. Αυτής που δεν επαισχύνεται να μας αποκαλεί αδελφούς Του. Δηλαδή συγκληρονόμους της Βασιλείας Του. ίσους μ’ Αυτόν, κατά χάριν. Και τα πάντα μέσα απ’ αυτή τη σχέση παίρνουν άλλο νόημα. Χαράς και δοξολογίας. Αυτού του μεγάλου και μοναδικού «ευχαριστούμε», που βγαίνει από τα βάθη της ύπαρξης. Για όσα καταλαβαίνουμε και για όσα αγνοούμε. Για τις φανερές και αφανείς ευεργεσίες, τις «εις ημάς γεγενημένες». Κι ας πορεύεται ο κόσμος διαφορετικά. Υπό το κράτος και τον φόβο του θανάτου. Που καταπίνει, αλλά δεν μπορεί να κρατήσει. Γιατί το μυστήριο συνεχίζεται, δια της Αναστάσεως. Δια της Βασιλείας. Δια της προσδοκίας.
Εορτάζοντας τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου παρακαλούμε τον Κύριό μας να μας στέλνει τον άγγελό Του κάθε στιγμή της ζωής μας. Να μας υπενθυμίζει ότι στην Εκκλησία το μυστήριο της κοινωνίας σαρκός και αίματος Θεού και ανθρώπων συνεχίζεται. Ότι αγιαζόμαστε και σωζόμαστε και νικάμε φόβους, αγωνίες, διάβολο. Αρκεί να ακολουθούμε τον ελεήμονα και πιστό Αρχιερέα Χριστό, που συγχωρεί. Κι εμάς και τους πάντες. Και έχοντας την Παναγία ως πρότυπό μας να λέμε συνεχώς κι εμείς, καθιστώντας κάθε δυσκολία και δοκιμασία ευκαιρία, το μεγάλο ΝΑΙ στον σαρκωθέντα Κύριο. Κοινωνώντας Τον στην Ευχαριστία και στα πρόσωπα των αδελφών μας, ξεχνώντας, όσο περνά από το χέρι μας, το «εγώ» μας και τις απαιτήσεις του, που μπορεί να δίνουν πρόσκαιρη χαρά, αλλά δε νικούν τον θάνατο.
Κέρκυρα, 25 Μαρτίου 2016
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου, 2016
Αν κάποιος επιχειρήσει να συζητήσει με νέους ανθρώπους για την Ορθοδοξία, συνήθως θα εισπράξει ερωτήματα σχετικά με την αδικία στον κόσμο, τι προσφέρει η Εκκλησία στους ανθρώπους, ποια είναι η περιουσία της και τι απαντάμε στο ερώτημα του θανάτου. Λίγοι θα είναι οι εχθρικοί. Οι περισσότεροι θα είναι αδιάφοροι. Και σίγουρα ελάχιστοι, ίσως μόνο όσοι έχουν γαλουχηθεί από τις οικογένειές τους, θα γνωρίζουν για το τελετουργικό, για τα άμφια, για τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, για τα διάσημα, καθώς αυτά αντιμετωπίζονται ως φολκλόρ, εικόνες ενός μακρινού παρελθόντος που λέει ολοένα και λιγότερα.
Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι οι νέοι είναι ακατήχητοι. Θα αρκεστούν στο να επιρρίψουν ευθύνες στους γονείς, στους δασκάλους και τους θεολόγους διότι στα Θρησκευτικά του σχολείου δεν κάνουν «κατηχητικό», δε διδάσκουν δηλαδή την αυθεντική ορθόδοξη πίστη, και θα αφήσουν την ευθύνη της Εκκλησίας ασχολίαστη. Άλλοι πάλι θα τονίσουν ότι για τον κάθε άνθρωπο έρχεται η ώρα της κλήσης του από τον Θεό, δηλαδή η στιγμή που θα αποφασίσει αν πρέπει να πιστέψει ή όχι. Από κει και πέρα όλα βρίσκουν τον δρόμο τους. Άλλοι πάλι θα ζητήσουν από την ποιμαίνουσα Εκκλησία να λάβει τα μέτρα της. Να εκσυγχρονίσει τον λόγο και τον τρόπο της, παραμένοντας αυθεντική, δηλαδή συντηρητική. Να μην αλλάξει τίποτα αλλά να προσελκύσει τους νέους με αυτό που είναι. Ό,τι όμως δεν απαντά στις νεανικές αναζητήσεις ή στον σύγχρονο τρόπο ζωή, που δεν είναι εγκεφαλικός, σκεπτόμενος, ιδεολογικοποιημένος, αλλά εικονικός, δύσκολα, αν αλλαχτεί ως προς την εμφάνισή του, θα λειτουργήσει προσελκυστικά. Άλλοι πάλι κινδυνολογούν και υπόσχονται ότι ο νέος που θα εισέλθει στην Εκκλησία θα μπολιαστεί με αξίες που θα του λύσουν όλα του τα προβλήματα.
Η ουσιαστική συζήτηση πάντως δείχνει κάτι που χρειάζεται να προσεχτεί. Δεν είναι ο λόγος από μόνος του που ελκύει και πείθει, αλλά το πρόσωπο με το παράδειγμά του. Δεν είναι το πνευματικό οπλοστάσιο της Εκκλησίας που μετρά όσο η αίσθηση του «ανήκειν» που δίνει στους νέους όταν συμμετέχουν στη ζωή της. Αν βρούνε φιλικό περιβάλλον, χώρο στο ναό, στο ενοριακό κέντρο, στα πρόσωπα που διακονούν, αν υπάρχει περιθώριο να έρθουν με τους φίλους και τους οικείους τους, τότε είναι βέβαιο ότι ο λόγος θα αρχίσει να έχει σημασία. Θα φύγει δηλαδή από τα όρια της συνήθειας ή του φολκλόρ και θα γίνει αφόρμηση εσωτερικής αλλαγής, πνευματικότητας.
Χρειάζεται υπομονή η επικοινωνία με τους νέους. Χρειάζεται να αφουγκραζόμαστε τον δικό τους κόσμο. Τι τους δίνει χαρά. Ποιες είναι οι συνήθειές τους. Τι τους ενοχλεί. Η Ορθοδοξία καλείται πρώτα να ακούσει και μετά να μιλήσει. Να αφήσει την εύκολη κηρυγματικότητα και να απλωθεί σ’ αυτό που καίει τις καρδιές: πώς θα υπάρξουν γνήσιες σχέσεις, πως θα διαχειριστούμε τις ήττες μας, πώς θα παλέψουμε με έναν κόσμο που υπόσχεται κόπο, αδικία, ανεργία, θάνατο και ξεγελά με τις τέρψεις των ηδονών και της εικονικής πραγματικότητας. Είναι καιρός λοιπόν για μια άλλη προσέγγιση. Με τόλμη και σχέδιο. Αυθορμητισμό και επίγνωση των πνευματικών μας θησαυρών. Με σεβασμό στην ελευθερία και προσευχή ο κάθε νέος, γιατί πλέον δεν μιλούμε για μαζικότητα, να πει το ΝΑΙ στο κάλεσμα που η πίστη απευθύνει.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια” στο φύλλο της 23ης Μαρτίου 2016
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
O άγιος Παΐσιος για το κάπνισμα.
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Όταν ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης έβλεπε νέους να κρατούν αναπτήρες και πακέτα με τσιγάρα, τούς τα έπαιρνε και τα πετούσε μακριά.
Ένα παιδί του είπε:
– Γέροντα, μολύνετε το δάσος με αυτά που πετάτε.
Ο Γέροντας καθάριζε συχνά την περιοχή του από τα σκουπίδια, αλλά του απάντησε:
Εσύ το άψυχο δάσος σκέφτεσαι περισσότερο ή την ψυχή σου την αθάνατη και το σώμα σου, που είναι ναός του Αγίου Πνεύματος και το φθείρεις με το κάπνισμα;
(Ι. Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Βασιλικά Θεσσαλονίκης 2015, σελ. 491).
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Οἱ Ἅγιοι Ἀββάδες Μαῦροι οἱ ἐν τῇ μονῇ Ἁγίου Σάββα ἀναιρεθέντες
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Πατέρες ἀσκήτευαν στὴ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα, στὴν περιοχὴ τῶν Ἱεροσολύμων καὶ εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἐκεῖ ἀπὸ διάφορα μέρη. Ὅμως Ἄραβες λῃστὲς ἐπιτέθηκαν κατὰ τῆς μονῆς καὶ συνέλαβαν τοὺς Πατέρες αὐτῆς, ποὺ δὲν μπόρεσαν ἢ δὲν θέλησαν νὰ φύγουν.
Καὶ ἀφοῦ τοὺς βασάνισαν μὲ διάφορους τρόπους, γιὰ νὰ ὑποδείξουν στοὺς λῃστὲς τοὺς κρυμμένους θησαυροὺς τῆς μονῆς, τοὺς θανάτωσαν. Ἄλλους τούς ἀποκεφάλισαν, ἄλλους τοὺς τεμάχισαν καὶ ἄλλους τοὺς κατατρύπησαν μὲ τὰ ξίφη τους.
Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, εὐχαριστώντας τὸν Θεὸ καὶ προσευχόμενοι, παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι τὶς μακάριες ψυχές τους στὸν Κύριο, ἀπολαμβάνοντας τὴν αἰώνια ζωὴ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, γιὰ τὴν ὁποία ὑπέμειναν πρόθυμα τοὺς μακροὺς ἀγῶνες τῆς ἀσκήσεως καὶ τὸ μαρτύριο τῆς ἐπίπονης ἀθλήσεως.
Τὴν φρικτὴ ἐκείνη σφαγὴ περιέγραψαν, ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Σαββαΐτης (†13 Ἰουλίου), ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ ὁ Ὅσιος Ἀντίοχος ὁ Πάνδεκτος († 24 Δεκεμβρίου).
Μεταξὺ τῶν ἁγίων Ἀββάδων ἀναφέρεται καὶ ὁ Ὅσιος Θεόκτιστος.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.Ὡς τοῦ Σωτῆροςἁγιόλεκτοι ἄρνες, ἐξωρμημένοι ἐκ χωρῶν διαφόρων, τῇ Ποίμνῃ συνεδράμετε Σάββα τοῦ σοφοῦ· ὅθεν θανατούμενοι, ἀπηνείᾳ βαρβάρων, χαίροντες ἀνήλθετε, πρὸς οὐράνιον μάνδραν, καθάπερ Ὅσιοι καὶἈθληταί, ἐκδυσωποῦντες, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.Τὴν τῶν Ὁσίων θεόληπτον συνοδείαν, ταῖς τῶν Μαρτύρων διαλάμπουσαν ἀκτῖσι, πάντες τοῖς ᾄσμασι στεφανώσωμεν, τοὺς τῷ Χριστῷ τυθέντας, οἷάπερ θεῖα σφάγια· αὐτοὺς γὰρ ὁ Λόγος προσεδέξατο.
Μεγαλυνάριον.Αἵμασιν οἰκείοις μαρτυρικῶς, τοὺς σαυτῶν χιτῶνας, πορφυρώσαντες ἱερῶς, πρὸς ὑπερκοσμίους, ἀνήλθετε ἐπαύλεις, φαιδρῶς κεκοσμημένοι, Πατέρες Ὅσιοι.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠΟΛΥΤΟ
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Γιατί οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να πιστέψουν στη θρησκεία, να ακολουθήσουν τον τρόπο ζωής που αυτή προτείνει, να είναι έτοιμοι να κάνουν θυσίες όσον αφορά στα δικαιώματά τους, την απεριόριστη απόλαυση των ηδονών, την ελευθερία; Είναι μόνο ο φόβος του θανάτου, αυτό που ονομάζουμε υπαρξιακό άγχος, είναι η δύναμη της παράδοσης και της συνήθειας, είναι η ανάγκη να ανήκουμε σε μία κοινότητα ή η ανάγκη να ερμηνεύσουμε τον κόσμο, τη δημιουργία του, το νόημά του, κάτι που η θρησκεία αποδίδει στον Θεό, ως αρχή και ως το τέλος; Είναι η ανταμοιβή στην αιωνιότητα από τον Θεό για την πίστη; Είναι η ανάγκη για αγάπη, για υπέρβαση του εαυτού μας ή η μέθεξη των αισθήσεων που συμμετέχουν σε ένα πνευματικό πανηγύρι, με εικόνες, ήχους, αρώματα, πλησιάσματα των καρδιών και των σωμάτων; Ο σύγχρονος, ορθολογιστής άνθρωπος, ο οιηματίας, αυτός που θεωρεί ότι η ζωή μένει μόνο στο εδώ, στο παρόν, ότι δεν χρειάζεται ο Θεός για να ερμηνευθεί ο κόσμος και το νόημά του, στερείται όλα τα προηγούμενα. Δίνει απαντήσεις μόνο με τον νου και στον εαυτό του. Έτσι η θρησκεία μοιάζει κατάλοιπο του παρελθόντος, φολκλορικός αναχρονισμός, χωρίς πρακτική σημασία, πέρα της διάσωσης κάποιων εθίμων, κάποιων γιορτών χρήσιμων για κοινωνικούς λόγους, χωρίς να αγγίζει την πορεία της ζωής.
Η πίστη όμως έχει εντός της τον χαρακτήρα του Απόλυτου. Στην πίστη δεν χωρούνε αποδείξεις, επιχειρήματα, μέτρο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. Δεν είναι όμως τα επιχειρήματα που σε κάνουν να πιστεύεις, ούτε οι λογικές αποδείξεις. Ο Θεός είναι έτσι το Απόλυτο μέγεθος, το οποίο δεν χωρά σε επιχειρήματα, λέξεις και λόγους. Μόνο βιώνεται κατά τα μέτρα της προσωπικής μας δύναμης, ως Φως, Αγάπη, Ζωή. Βιώνεται ως Πρόσωπο, όπως η πίστη μας δείχνει. Είναι ο Χριστός, για τον Οποίο ο άνθρωπος που πιστεύει καλείται να αντέξει οποιαδήποτε δυσκολία, αρκεί να τον προσεγγίσει, να Τον αποδεχτεί, να Τον αφήσει να ενεργήσει εντός της ύπαρξής του το θαύμα της σωτηρίας. Ο Χριστός της Ορθοδοξίας, για χάρη του Οποίου ο καθένας μας αξίζει να αναλάβει οποιονδήποτε σταυρό, προκειμένου να Τον ακολουθήσει σε έναν δρόμο που όχι μόνο ερμηνεύει τον κόσμο, αλλά και δίνει την όντως ζωή, αυτήν που δεν καταργείται ούτε από τους άλλους, ούτε από τον κόσμο, ούτε από τον θάνατο.
Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Εβραίους, χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Μωυσή, ο οποίος με την πίστη προτίμησε «συγκακουχείσθαι τω λαώ του Θεού ή πρόσκαιρον έχειν αμαρτίας απόλαυσιν, μείζονα πλούτον ηγησάμενος των Αιγύπτου θησαυρών τον ονειδισμόν του Χριστού. απέβλεπε γαρ εις την μισθαποδοσίαν» (Εβρ. 11, 25-26). «Προτίμησε να υποφέρει μαζί με τον λαό του Θεού, παρά ν’ απολαμβάνει την πρόσκαιρη αμαρτωλή ζωή, γιατί θεώρησε μεγαλύτερο πλούτο από τους θησαυρούς της Αιγύπτου τον εξευτελισμό, σαν εκείνον που υπέφερε ο Χριστός, γιατί απέβλεπε στην ανταπόδοση». Ο λόγος αυτός είναι μία υπόμνηση στον καθέναν μας του τι αληθινά η Ορθοδοξία. Δεν είναι η καλοπέραση της αυτάρκειας, η απουσία δοκιμασιών, η αίσθηση ότι θα περάσουμε τη ζωή μας στην άνεση. Είναι η κακουχία με τον λαό του Θεού. Είναι ο ονειδισμός του Χριστού. Είναι η μισθαποδοσία από τον ουρανό.
Κακουχία σημαίνει ετοιμότητα για έξοδο από το βόλεμά μας. Όπως ο λαός του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη βγήκε από τη ζωή της Αιγύπτου στην έρημο του Σινά, πολέμησε για την κατάκτηση της γης της επαγγελίας, αφού πρώτα γεύτηκε την πείνα, τη δίψα, τα τσιμπήματα των φιδιών, την περιφρόνηση των εχθρών, τον πρόσκαιρο ή τον οριστικό χωρισμό από τον ηγέτη του που ήταν ο Μωυσής, την απουσία θαλπωρής, την κατοίκηση σε σκηνές, τον θάνατο στην ξένη γη. Κι όμως, μέσα από την κακουχία κατάφερε τελικά να φτάσει στη γη της επαγγελίας, έχοντας ως πολύτιμη παρακαταθήκη την Κιβωτό της Διαθήκης και τις Δέκα εντολές, δώρα του Θεού που σηματοδότησαν και νοηματοδότησαν τη ζωή του. Ορθοδοξία σήμερα σημαίνει απόφαση για έξοδο από τη ζωή του βολέματος και της άνεσης. Σημαίνει πείνα και δίψα για αλήθεια και περισσότερη πνευματική ζωή και όχι ταύτιση με τη συνήθεια. Σημαίνει έξοδο από το κοσμικό πνεύμα, το οποίο μας κρατά καθηλωμένους σε μία ζωή χωρίς Θεό, με γνώμονα μόνο το συμφέρον μας και τις απολαύσεις. Ορθοδοξία σημαίνει έξοδο από τα δικαιώματά μας, πάλη με τα φίδια των πειρασμών, ετοιμότητα ακόμη και για θάνατο του «εγώ» μας στην ξένη γη του κόσμου, δηλαδή παραίτηση από τα δικαιώματα που ο πολιτισμός μάς προσφέρει.
Ονειδισμός σημαίνει παραίτηση από την εικόνα μας, από το «φαίνεσθαί» μας.Η γνώμη των άλλων ανθρώπων μετρά στη ζωή μας πάρα πολύ. Ενίοτε είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε τα πάντα για να μην χαλάσει αυτή η γνώμη. Φορτωμένοι ματαιοδοξία ακολουθούμε τον συρμό. Έτσι, αφήνουμε και τον Θεό κάποτε και την αλήθεια, εάν δεν είναι η πίστη αποδεκτή από τους πολλούς, είτε τους οικείους μας είτε το ευρύτερο περιβάλλον. Ορθοδοξία όμως σημαίνει να διαλέγουμε την οδό του Θεού, με οποιοδήποτε τίμημα. Να δίνουμε την μαρτυρία της Αλήθειας, ακόμη κι αν αυτή οδηγεί στο μαρτύριο είτε του αίματος είτε της συνειδήσεως, δηλαδή το να καθιστάμεθα αποσυνάγωγοι από τον τρόπο των πολλών. Ορθοδοξία σημαίνει να ακολουθούμε τη συνείδησή μας και να πηγαίνουμε και κόντρα στο ρεύμα, εφόσον χρειάζεται, εφόσον το ζητά ο Χριστός. Αυτό έκανε ο Μωυσής. Εγκατέλειψε τη δόξα της θυγατέρας Φαραώ η οποία τον είχε υιοθετήσει, την θέση του στο βασίλειο των ισχυρών που ήταν η Αίγυπτος και προτίμησε να παλέψει τόσο με τους εχθρούς του λαού του Θεού, όσο και με τους ίδιους τους συμπατριώτες του, οι οποίοι πολλές φορές τον επίκραναν, αρνούμενοι να εμπιστευθούν το Θεό και το θέλημά Του.
Μισθαποδοσία από τον ουρανό είναι η αγιότητα και η ανάσταση. Είναι η αναγνώρισή μας από τον Θεό ότι είμαστε παιδιά Του, διότι εμείς πρώτοι θέλουμε Αυτός να είναι Ο Πατέρας μας. Είναι η υπέρβαση του θανάτου, όπως αυτη μας δίδεται πρώτα με την Ανάσταση του Χριστού και μετά με την δική μας ανάσταση. Κι αυτή έρχεται όταν ελευθερωνόμαστε από τα πάθη μας. Όταν είμαστε έτοιμοι να συγχωρήσουμε όσους μας στενοχωρούν και μας βλάπτουν. Όταν δεν επιτρέπουμε στον ιό της αμαρτίας να μας δηλητηριάσει, λυπούμενοι και απελπιζόμενοι που δεν έρχονται τα πράγματα όπως θέλουμε. Όταν δεν φοβόμαστε τον θάνατο, διότι γνωρίζουμε ότι μας περιμένει ο Χριστός. Αυτός είναι ο δρόμος των Αγίων. Αυτός είναι ο δρόμος της Ανάστασης, που γίνεται αγάπη και ελπίδα. Αυτόν ακολούθησε ο Μωυσής, όταν δεν λογάριασε ούτε την βραδυγλωσσία του ούτε την παντοδυναμία του Θεού, αλλά θέλησε να εμφανισθεί ενώπιόν Του στο Σινά, παρότι ήξερε ότι μπροστά στον Θεό ήταν τίποτα, όταν σήκωσε τα χέρια του κάνοντας το σημείο του Σταυρού για να νικήσουν οι συμπατριώτες του τους Αμαληκίτες μη λογαριάζοντας τη δική του κούραση, όταν ανέχτηκε την αχαριστία τους συγχωρώντας τους και παρακαλώντας και τον Θεό να τους συγχωρήσει, όταν θυσίασε τη χαρά να βρεθεί ο ίδιος στη γη της Επαγγελίας για να μην τιμωρηθεί ο λαός του για την ανυπακοή στον Θεό, όταν δηλαδή παραιτήθηκε από τα πάντα, για να δοθεί στον λαό του η ζωή. Και προγεύθηκε την Βασιλεία του Θεού στο Θαβώρ, συζητώντας με τον Χριστό κατά την Μεταμόρφωση και τιμάται από την Εκκλησία μας ως αναστημένος!
Ορθοδοξία σημαίνει κοινωνία με τον Απόλυτο που είναι ο Χριστός! Αξίζει κάθε κακουχία, κάθε ονειδισμός, κάθε κόπος για να ζούμε εν τη Εκκλησία την Αλήθεια που σώζει και νοηματοδοτεί τα πάντα!
Κέρκυρα, 20 Μαρτίου 2016
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΧΑΙΡΕ ΤΟ ΦΩΣ ΑΡΡΗΤΩΣ ΓΕΝΝΗΣΑΣΑ, ΧΑΙΡΕ ΤΟ ΠΩΣ ΜΗΔΕΝΑ ΔΙΔΑΞΑΣΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Παραπονιόμαστε συχνά ότι η ζωή μας είναι βυθισμένη στο σκοτάδι. Της απελπισίας για τα προβλήματα μας τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, τα οποία μάλιστα αυξάνουν αντί να ελαττώνονται, παρότι παλεύουμε και καταβάλλουμε υψηλό τίμημα. Της μη εκπλήρωσης των επιθυμιών μας, ιδίως αναφορικά με τις ανθρώπινες σχέσεις. Της μη επίτευξης στόχων και ονείρων. Κάποτε σε ένα σκοτάδι πνευματικό, το οποίο έχει να κάνει και με την απουσία ποιότητας στη ζωή μας. Το σκοτάδι συνεπάγεται μοναξιά. Και η μοναξιά είναι σήμα κατατεθέν στη ζωή και την εποχή μας. Άνθρωποι που οι συγκυρίες της ζωής, ο χαρακτήρας τους, αλλά και η αδιαφορία των άλλων τους έχουν καταδικάσει να αισθάνονται και κάποτε να είναι πραγματικά μόνοι.
Στον κόσμο αυτό η Εκκλησία μας αντιπαραβάλλει την Υπεραγία Θεοτόκο. «Χαίρε το Φως αρρήτως γεννήσασα, χαίρε το πώς μηδένα διδάξασα», μας ζητά στους Χαιρετισμούς να αναφωνήσουμε κι εμείς. Μας λέει ότι το Φως που διαλύει το σκοτάδι χρειάζεται να γεννηθεί και την ίδια στιγμή να έχουμε εκείνη την γλυκιά ταπείνωση να μη θέλουμε να διδάξουμε κανέναν για την εμπειρία του Φωτός, αλλά να αφήνουμε το ίδιο το Φως να μιλήσει στις ψυχές και στις ζωές των Άλλων. Το Φως είναι ο Χριστός. Φωτίζει, θερμαίνει, αγιάζει τους πάντας, ανάλογα με την προαίρεσή τους. Μπορεί και να καίει όσους δεν Τον θέλουν. Πάντως δεν περνά απαρατήρητος. Ο Χριστός είναι Φως, άκτιστο και ουράνιο. Την ίδιο στιγμή η παρουσία του Φωτός γεμίζει ελπίδα όσους θέλουν να μη μείνουν στο όποιο σκοτάδι. Γιατί το Φως διαλύει την μοναξιά. Δίνει ελπίδα και χαρά. Η κοινωνία μαζί Του, ακόμη κι αν τα μέτρα μας είναι ασήμαντα, σπιθαμιαία, ανανεώνει. Δίνει μία αλλιώτικη προοπτική στην πορεία της ζωής μας. Ό,τι μπαίνει στην προοπτική του Φωτός, έστω και κατ’ ολίγον, φωτίζεται. Ο άνθρωπος που πιστεύει και ζει τον Χριστό δεν απελπίζεται και δε νικιέται από την απελπισία, δεν απολυτοποιεί τα όνειρα και τις επιθυμίες του. Έχει ήδη ποιότητα στη ζωή του, διότι ο Χριστός μεταμορφώνει τα πάντα εντός της. Κάνει να βλέπουμε τη σχετικότητα εκείνων που νομίζουμε αδιανόητο να μην τα έχουμε. Κάνει να χαιρόμαστε με τα λίγα, τα οποία γίνονται τα πάντα. Μας κάνει να δοξάζουμε τον Θεό ακόμη και για κείνον τον έναν που μας νοιάζεται στη ζωή. Γιατί το Φως μας κάνει να ανοιγόμαστε. Να πραγματοποιούμε εξόδους από τον χαρακτήρα, τον εγωκεντρισμό, την απαίτηση. Να πλησιάζουμε πριν μας πλησιάσουν.
Το Φως όμως γεννιέται. Όπως η Υπεραγία Θεοτόκος το προσέλαβε στην μήτρα της, αρρήτως, με τρόπο που δεν μπορεί να λεχτεί, αλλά ούτε και να προσεγγιστεί από τη λογική μας, όντας η Κεχαριτωμένη, όντας έτοιμη να το δεχτεί, έχοντας καλλιεργήσει την ξεχασμένη για τον κόσμο και τη ζωή κατάσταση της αρετής, όχι ως ηθικής συνήθειας, αλλά ως εμπιστοσύνης στο θέλημα του Θεού και ως προτεραιότητάς Του στη ζωή μας, με ταυτόχρονη αποβολή κάθε πειρασμού κακίας, ταύτισης δηλαδή του είναι μας με συμπεριφορές και βεβαιότητες ότι όλα μας ανήκουν και ότι όλα μπορούμε να τα δοκιμάσουμε, βάζοντας το «εγώ» μας πιο πάνω από την αγάπη του Θεού, τη γνώση μας πιο πάνω από τη Θεογνωσία, έτσι κι εμείς μπορούμε να γεννήσουμε το Φως. Διαλέγοντας τον αγώνα της αρετής. Της ταπείνωσης. Της γνώσης του θεϊκού θελήματος. Της απόφασης να το αναζητούμε πάσας τας ημέρας της ζωής μας. Ακόμη κι αν ο κόσμος ζει στο σκοτάδι, δεσμώτης της πνευματικής άγνοιας και της τύφλωσης από το ίδιον θέλημα. Με ευθύνη, αποφασιστικότητα και άνοιγμα στον ουρανό και την αγάπη. Το αφήνουμε να γεννηθεί μέσα μας όταν κοινωνούμε στην εκκλησιαστική ζωή. Όταν συγχωρούμε. Όταν μοιραζόμαστε το λίγο ή το πολύ. Κι Εκείνο είναι έτοιμο να διαλύσει το σκοτάδι. Γιατί ο Θεός προσφέρεται στον άνθρωπο, αλλά και ο άνθρωπος πρέπει να είναι δεκτικός στην προσφορά.
Η δεικτικότητα συνδέεται με την ταπείνωση. Άλλη μία ξεχασμένη λέξη στους καιρούς μας. «Όλα εξηγούνται, όλα συζητούνται, κανένας μας δεν φταίει», λέει ένα σύγχρονο τραγούδι. Έτσι αυτό που μας καίει είναι η αυτοδικαίωσή μας. Αφού έχουμε λύσεις για τα πάντα και μόνοι μας, αφού γνωρίζουμε πώς οι άλλοι θα είναι αυτό που θέλουμε, ό,τι απομένει είναι να πείσουμε, να επιβάλλουμε, να αποδείξουμε δια της δικής μας διδαχής και να απαιτήσουμε οι προτάσεις και οι λύσεις μας να γίνουν πράξη. Όμως όλα είναι θέμα χαρακτήρα. Ο αταπείνωτος θα συγκρουσθεί, θα νικηθεί από την ματαίωση των βεβαιοτήτων του, θα απογοητευθεί και θα κάνει στόχο ζωής του να είναι αυτός που το θέλημά του θα περάσει. Ένας κόσμος στον οποίο άνθρωποι και λαοί συγκρούονται για να δείξουν ότι γνωρίζουν. Ότι μόνο αυτοί μπορούν να διδάξουν.
«Τι τάχα να ‘χει μείνει, ακόμα να μας καίει;». Για να το βρούμε, χρειάζεται πραότητα και ταπείνωση στην καρδιά. Και η ταπείνωση διδάσκει, διότι στην ταπεινή καρδιά κατοικεί το Φως. Και ο φωτεινός άνθρωπος δε χρειάζεται να βγάζει λόγους. Δε χρειάζεται να διδάσκει, να απαιτεί, να δώσει λύσεις. Βοηθά με αυτό που είναι. Χωρίς θόρυβο. Η Παναγία άλλαξε τον κόσμο και την ιστορία του. Ο ταπεινός άνθρωπος εν τω Φωτί μπορεί να αλλάξει τον δικό του κόσμο, τον έσω άνθρωπο και στη συνέχεια κι άλλους κοντά του. Αρκεί να τον καίει, να νοιάζεται να είναι Φωτεινός. Όχι από επίδειξη και ματαιότητα. Αλλά από πίστη.
Δύσκολοι οι καιροί που ζούμε. Από τον Θεό ζητούμε έτοιμες, μαγικές λύσεις. Από τους ανθρώπους να είναι όπως τους θέλουμε. Από τον εαυτό μας να είναι ευτυχισμένος μέσα από τις επιθυμίες του, που ταυτίζονται τις περισσότερες φορές με τα πρότυπα του κόσμου, εν γνώσει και εν αγνοία. Η Εκκλησία, δια της Υπεραγίας Θεοτόκου, μας καλεί να αφήσουμε το Φως που είναι ο Χριστός να γεννηθεί στις καρδιές μας. Με αρετή και ειδικότερα ταπείνωση να διδαχθούμε, να νικήσουμε το σκοτάδι, να αλλάξουμε, για να αλλάξουν και όλοι όσοι κοντά μας θα βρούνε αντίστοιχα νόημα. Η προσευχή, η άσκηση, πρωτίστως η αγάπη είναι ο τρόπος. Κάθε στιγμή. Νους και καρδιά που παλεύουν να βρούνε την ωριμότητα να αφεθούν στο Φως και όχι να Το εξουσιάσουν. Ας είναι η Χάρη της ο οδηγός.
Κέρκυρα, 18 Μαρτίου 2016
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τι μπορεί να πει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή σε έναν νέο άνθρωπο σήμερα;
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Για τους περισσότερους είναι μία παράδοση, ένα έθιμο. Συνδεδεμένη με τη νηστεία και με έκβασή της την Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, η Σαρακοστή είναι μία συνήθεια που έρχεται από το παρελθόν. Πολλοί νέοι σήμερα νηστεύουν, ακολουθώντας την οικογένειά τους, επιλέγοντας έναν εναλλακτικό τρόπο διατροφής ή επειδή αισθάνονται ότι η νηστεία είναι ένας απόηχος της ανάγκης για Θεό και νόημα ζωής. Άλλοι πάλι εκκλησιάζονται, ιδίως κατά τους Χαιρετισμούς ή τις Κυριακές της Σαρακοστής. Σχεδόν όλοι όμως συνεχίζουν τον τρόπο ζωής τους, χωρίς να συνειδητοποιούν στον λογισμό και στον προβληματισμό τους ότι Σαρακοστή σημαίνει αλλιώτικη πορεία ζωής.
Η οικογένεια, εφόσον έχει πνευματικά βιώματα και νιώθει την ανάγκη μεταλαμπάδευσής τους, μπορεί να δώσει στα παιδιά και τους νέους αφετηρίες σαρακοστιανών εμπειριών. Λιγότερη τηλεόραση και υπολογιστής. Επιμέλεια στην προσευχή. Συζήτηση για το νόημα του κόσμου και της ζωής. Ο Χριστός ως βάση για τη διαχείριση των περιστάσεων, των ανθρώπων, των σχέσεων. Και τη ίδια στιγμή εργασία με τον εαυτό μας. Αίσθηση ότι ο χρόνος της νηστείας δεν είναι μόνο διατροφική αλλαγή, αλλά απόφαση για περισσότερη αγάπη. Για συγχώρεση και ανοχή. Για θέαση του κόσμου μέσα από τη θέση του πλησίον. Αντίσταση στο ήθος ενός πολιτισμού που επιμένει ατομοκεντρικά. Σύνδεση με την εκκλησιαστική κοινότητα μέσω της λατρείας και των εορτών. Μετάνοια για τα μικρότερα ή μεγαλύτερα λάθη.
Και βέβαια χαρά. Αυτή που είναι το τελικό νόημα της Σαρακοστής, όπως και κάθε λειτουργικής περιόδου της ζωής της Εκκλησίας. Δεν είναι καταπίεση η νηστεία, η προσευχή, ο συχνότερος εκκλησιασμός, η συναίσθηση ότι δεν είμαστε τέλειοι, ότι ο κόσμος δεν υπάρχει για να προβάλλουμε τον εαυτό μας αλλά για να αγαπούμε, δηλαδή για να βγαίνουμε από αυτόν. Και η έξοδος δίνει χαρά. Κάποτε φανερή, κάποτε μυστική. Σκοπός της είναι η συνάντηση με τον Χριστό. Η θέα Του στο πρόσωπο του άλλου. Η μεταμόρφωση της καρδιάς. Ό,τι δίνει αληθινό νόημα στη ζωή μας και μας κάνει να μη νικιόμαστε από την έπαρση και το δικαίωμα της κατανάλωσης των πάντων, από την υιοθέτηση του μοιραίου «όλα επιτρέπονται». Και είναι χαρά να μην αισθανόμαστε μόνοι, ακόμη κι αν για τους πολλούς αυτός ο τρόπος είναι κατεξοχήν μοναχικός. Κάποτε παρωχημένος. Η χαρά όμως δε νικιέται από το παρόν, αλλά το αγιάζει και το μεταμορφώνει. Και μας μαζί του.
Η Εκκλησία καλεί ιδιαίτερα τους νέους να δουν πίσω από τις λέξεις των ύμνων, πίσω από το λιτό φως των ιερών ακολουθιών, τα πένθιμα άμφια την προτροπή για μετάνοια, για απελευθέρωση από έναν κόσμο που φωνάζει. Που θεοποιεί εαυτό και πάθη. Που δεν ξέρει να ακούει. Και ο νέος, αυτός δηλαδή που ζητά αυθεντικότητα και αγάπη, μπορεί να βρει στον χρόνο της Σαρακοστής και στον τρόπο της Εκκλησίας τη χαραμάδα από την οποία το φως της πίστης θα περάσει, θα αλλάξει την καρδιά και θα κάνει τον άνθρωπο να μοιάσει του Θεού. Εκείνου που από αγάπη θα σταυρωθεί και θα αναστηθεί. Για να δώσει αιωνιότητα στη χαρά που τόσο μας λείπει και που ο κόσμος την υποκαθιστά με τις ψευδαισθήσεις του.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανού
Πηγή «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Αισιοδοξία είναι το οξυγόνο τ’ Ουρανού
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Η Αισιοδοξία είναι καρπός της Πίστεως στην Αγάπη και στην Προστασία του Θεού.
Ένας φωτισμένος Μοναχός έλεγε:
-Προσέξτε μη σας φορέσει ο Σατανάς τα μαύρα γυαλιά της απαισιοδοξίας και μετά τα βλέπετε όλα μαύρα.
Προσέξτε μη γκρινιάζετε. Η γκρίνια κουράζει αυτούς που ζουν κοντά σας και δυσαρεστεί τον Θεό, γιατί είναι ολιγοπιστία και μαζί αχαριστία. Και πρόσθετε:
-Αρχίζετε την ημέρα σας με προσευχή και με χαμόγελο! Θυμηθείτε ότι αυτό έκαναν οι παλαιότεροι. Στους καθρέπτες και στα προσόψιά τους γράφανε το «Καλήμερα» και το «Δόξα Σοι ο Θεός»! Ξέρανε να ζήσουνε! Μήπως δεν είχανε και τότε βάσανα, αρρώστιες και φτώχεια; Κι όμως τα περνούσαν όλα με ψυχική λεβεντιά!
Ήταν φτωχοί, αλλά αξιοπρεπείς, άρχοντες, έλεγε άλλος μεγάλος σύγχρονος Γέροντας. Είχαν συνεχώς στο στόμα τους και στην καρδιά τους το «Έχει ο Θεός»…!
Γνώριζαν να προσεύχονται,
να καρτερούν
και να νικούν!
«Και να θέλω δεν μπορώ να στενοχωρηθώ. Όταν στενοχωριόμαστε είναι σαν να λέμε στον Θεό:
«Δεν συμφωνώ. Δεν τα κάνεις καλά».
…..Ύστερα είναι κι αχαριστία…….
agiameteora.net/
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Λειτουργία των Προηγιασμένων. Μητροπολίτου Αντινόης Παντελεήμονος
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Απ’ όλους τους λειτουργικούς κανόνες που αναφέρονται στη Μεγάλη Σαρακοστή ένας είναι που έχει αποφασιστική σημασία για τη κατανόησή της, παράδοξο αλλά είναι το κλειδί. Πρόκειται για τον κανόνα που απαγορεύει τη τέλεση της Θείας Λειτουργίας στη διάρκεια της Μ. Σαρακοστής (εκτός Σαββάτου και Κυριακής), με μόνη εξαίρεση τη γιορτή του Ευαγγελισμού αν πέσει από Δευτέρα έως Παρασκευή.
Όμως αυτές τις μέρες ορίζεται να τελείται μια ειδική ακολουθία που ονομάζεται Λειτουργία των “Προηγιασμένων Δώρων”.
Δεν τελείται η Θεία Ευχαριστία στις μέρες της νηστείας γιατί η τέλεσή της είναι πανηγυρική, είναι μια διαρκής κίνηση χαράς. Η Θεία Ευχαριστία σαν μυστήριο και πανηγυρισμός της Βασιλείας, σαν γιορτή της Εκκλησίας, δε συμβιβάζεται με τη νηστεία και δεν τελείται στη διάρκεια της Μ. Σαρακοστής. Τελείται όμως η “Προηγιασμένη”, τα Τίμια Δώρα δηλαδή, έχουν καθαγιασθεί στη Θεία Λειτουργία της Προηγούμενης Κυριακής και φυλάγονται στην Αγία Τράπεζα για να προσφερθούν τις καθημερινές, σαν χάρη και δύναμη της Βασιλείας του Θεού που ενεργεί στον κόσμο, σαν προμηθευτής της “ουσιαστικής τροφή” μας και των όπλων για τον πνευματικό αγώνα μας.
Βρίσκεται στην καρδιά της νηστείας, είναι στ’ αλήθεια το μάννα εξ ουρανού που μας διατηρεί ζωντανούς στο ταξίδι μας μέσα στην έρημο της Μεγάλης Σαρακοστής.
Ανάμεσα στους ύμνους της Μ. Σαρακοστής μια σύντομη προσευχή λέγεται δύο φορές στο τέλος κάθε ακολουθίας από Δευτέρα έως Παρασκευή, (τα Σαββατοκύριακα δεν έχουν το τυπικό της Σαρακοστής).
Αποδίδεται σ’ ένα από τους μεγάλους δασκάλους της πνευματικής ζωής, τον Άγιο Εφραίμ το Σύρο. Να το κείμενο (σε μετάφραση):
Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας φιλαρχίας, και αργολογίας μη μου δώσεις. Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης, χάρισέ μου στο δούλο σου. Ναι Κύριε Βασιλεύ, δώρησαι να βλέπω τα πταίσματά μου και να μη κατακρίνω τον αδελφό μου, γιατί είσαι ευλογημένος σ’ όλους του αιώνες. Αμήν.
Κατέχει μια τόσο σημαντική θέση στην όλη λατρεία της Μ. Σαρακοστής, αυτή η προσευχή του Αγίου Εφραίμ, γατί απαριθμεί μ’ ένα μοναδικό τρόπο, όλα τα αρνητικά και τα θετικά στοιχεία της μετανοίας.
Κανένας δεν μπορεί να παρακολουθήσει ολόκληρο το λατρευτικό κύκλο της Μ. Σαρακοστής. Ο καθένας όμως μπορεί να παρακολουθήσει μερικές έστω ακολουθίες. Δεν υπάρχει καμμία δικαιολογία για κείνους που στη διάρκεια της Μ. Σαρακοστής δεν αυξάνουν το χρόνο για παρακολούθηση και συμμετοχή στη Θεία Λατρεία. Εδώ και πάλι οι προσωπικές συνθήκες οι ατομικές δυνατότητες και αδυναμίες μπορεί να ποικίλουν και να οδηγούν σε διάφορες αποφάσεις. Μπορούμε να προτείνουμε το κατώτατο όριο παρακολούθησης όχι με σκοπό την πνευματικά καταστρεπτική αίσθηση ότι έχουμε εκπληρώσει μια υποχρέωσή μας, αλλά να πάρουμε τουλάχιστον τα στοιχειώδη από το λειτουργικό πνεύμα της Σαρακοστής.
Πρώτα πρώτα θα πρέπει να παρακολουθήσουμε τον Εσπερινό της Κυριακής της Συγγνώμης. Τίποτα περισσότερο από την ακολουθία αυτή δεν φανερώνει το νόημα της Μ. Σαρακοστής, σαν κρίση μετανοίας, συμφιλίωσης, σαν ένα ξεκίνημα όλων μαζί για το κοινό ταξίδι.
Η επόμενη προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην πρώτη εβδομάδα των Νηστειών. Ειδική προσπάθεια πρέπει να γίνει για τη παρακολούθηση τουλάχιστον μια φορά του Μεγάλου Κανόνα του Αγίου Ανδρέα.
Κατόπιν, στην όλη διάρκεια της Μ. Σαρακοστής είναι επιτακτική ανάγκη να δώσουμε ένα τουλάχιστον απόγευμα για να παρακολουθήσουμε τη Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων.
Καμιά αναφορά στις συνθήκες της ζωής, στην έλλειψη χρόνου κλπ., δεν γίνεται δεκτή σ’ αυτό το σημείο. Όλα εξαρτώνται από τα αν παίρνουμε ή όχι στα σοβαρά τη πίστη μας. Αν όμως στερηθούμε και αυτές τις ελάχιστες φορές, τότε στερούμε στον εαυτό μας μια αναντικατάστατη πνευματική έμπνευση και βοήθεια.
agiameteora.net/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
OI ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Η Α΄ Κυριακή είναι η Κυριακή της Ορθοδοξίας. Εορτάζουμε την αναστήλωση των Εικόνων (843μ.Χ) από την Αγία Αυτοκράτειρα Θεοδώρα και τον Πατριάρχη Μεθόδιο.
Θεσπίστηκε από τους Αγίους Πατέρες για να στηρίζει τους πιστούς στην Ορθόδοξη πίστη και να τους προστατεύει από τις αιρέσεις. Περισσότερα από 100 χρόνια κράτησε ο «πόλεμος» αυτός, τον οποίο σταμάτησε η αυτοκράτειρα Θεοδώρα και ο γιος της Μιχαήλ, αναστηλώνοντας τις εικόνες εντός των Ιερών Ναών. Την ανάμνηση αυτής της αναστηλώσεως, με λιτανείες των Εικόνων, εορτάζουμε την ήμερα αυτή, διότι εμείς οι Ορθόδοξοι τιμούμε και δοξάζουμε τους Αγίους, τους Αγγέλους και περισσότερο πάντων την Παναγία μας, αλλά μόνο στον Τριαδικό Θεό προσφέρουμε Λατρεία. Άλλο λατρεία και άλλο τιμή και σεβασμός, ο οποίος δεν απευθύνεται στην εικόνα, αλλά «διαβαίνει επί το Πρωτότυπον».
Η Β΄ Κυριακή έχει αφιερωθεί στον επίσκοπο Θεσσαλονίκης άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, υπερασπιστή και στύλο της ορθόδοξης πίστης κατά την περίοδο των λεγομένων “ησυχαστικών ερίδων” το 14ο αιώνα.
Η Γ΄ Κυριακή είναι η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Το νόημα αυτής της Κυριακής είναι εμφανές: Καθώς βρισκόμαστε στη μέση της Μ. Τεσσαρακοστής, έχουμε αρχίσει να κουραζόμαστε από την πνευματική προσπάθεια (νηστεία, προσευχή). Χρειαζόμαστε λοιπόν βοήθεια και ενθάρρυνση, για να σηκώσουμε τον προσωπικό μας σταυρό. Αυτή τη βοήθεια παίρνουμε ατενίζοντας το Σταυρό του Χριστού, που υψώνεται στο μέσο των ναών και καλούμαστε να τον προσκυνήσουμε.
Η Δ΄ Κυριακή είναι αφιερωμένη στον άγιο Ιωάννη συγγραφέα της Κλίμακας. Η μνήμη του εορτάζεται και την 30η Μαρτίου, αλλά επειδή η Κλίμαξ των λόγων του είναι προσφιλές ανάγνωσμα των πιστών την περίοδο αυτή, επαναλαμβάνεται σήμερα.
Η Ε΄ στην οσία Μαρία την Αιγυπτία. Η μνήμη της εορτάζεται την 1η Απριλίου, προβάλλεται όμως και σήμερα προς διέγερση των ραθύμων και αμαρτωλών εις μετάνοια.
agiameteora.net/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Το Τυπικό κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Στην περίοδο αυτή πραγματοποιούνται πολλές και σημαντικές αλλαγές. Δηλ. στις πέντε νηστίσιμες ημέρες της εβδομάδας, (Δευτέρα έως Παρασκευή), δεν εφαρμόζεται το καθιερωμένο τυπικό: Το πρωί ακολουθία του Μεσονυκτικού και Όρθρου με ή χωρίς Θεία Λειτουργία και το απόγευμα ή ακολουθία του Εσπερινού.
Αιτία των αλλαγών είναι οι νέες ακολουθίες που προστίθενται στην περίοδο αυτή: Η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, που συνήθως τελείται Τετάρτη και Παρασκευή, οι Χαιρετισμοί και το Μέγα Απόδειπνο. Έτσι παρουσιάζονται οι ακόλουθες περιπτώσεις:
α. Το πρωί της Δευτέρας, Τρίτης και Πέμπτης τελούνται:
1) Μεσονυκτικό και Όρθρος,
2) Οι Ώρες (Α’, Γ’, ΣΤ’ και Θ’),
3) Ο Εσπερινός του απογεύματος (στον οποίο, φυσικά, τιμάται ο Άγιος της επόμενης ημέρας).
β. Το πρωί της Τετάρτης και Παρασκευής τελούνται όλα τ’ ανωτέρω και στον Εσπερινό επισυνάπτεται και η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.
γ. Εάν η Προηγιασμένη πρόκειται να τελεσθεί το απόγευμα, τότε η πρωινή ακολουθία αρχίζει κανονικά, σταματά όμως στην ΣΤ’ Ώρα και γίνεται απόλυση.
δ. Η Προηγιασμένη το απόγευμα αρχίζει με την Θ’ Ώρα, (κατά τη διάρκεια της οποίας ο Λειτουργός «παίρνει καιρό», με διαφορετικό τυπικό και ενδύεται πλήρη στολή) και μετά την απόλυση (της Θ’ Ώρας), συνεχίζει με το «Ευλογημένη η Βασιλεία…» οπότε αρχίζει ο Εσπερινός με την Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.
ε. Το απόγευμα των τεσσάρων πρώτων ημερών (Δεύτερα έως Πέμπτη), στη θέση του Εσπερινού τελείται το Μέγα Απόδειπνο.
στ. Εάν το απόγευμα της Τετάρτης τελεσθεί η Προηγιασμένη, το Μέγα Απόδειπνο τελείται συνήθως μετά τη Θεία Λειτουργία (των Προηγιασμένων Δώρων).
ζ. Το εσπέρας της Παρασκευής των πέντε πρώτων εβδομάδων, τελείται στους Ναούς ακόμη μία νέα Ακολουθία: η προσφιλής στο λαό μας ακολουθία, των Χαιρετισμών της Παναγίας στο μέσο του Μικρού Αποδείπνου, κάθε φορά με μία «Στάση», και την πέμπτη εβδομάδα όλες οι Στάσεις μαζί – ολόκληρος ο Ακάθιστος Ύμνος.
Το πλήθος αυτό των Ακολουθιών εναρμονίζεται με το Ορθόδοξο λατρευτικό πνεύμα που θέλει τον πιστό επτάκις της ημέρας να αινεί τον Θεό (Ψαλμ. ριη’, 164), αλλά έρχεται στην καθημερινή πράξη και ζωή σ’ αντίθεση με το σύγχρονο πνεύμα του κόσμου, σύμφωνα με το όποιο ο άνθρωπος όχι μόνο δεν έχει ελεύθερο χρόνο, άλλ’ ούτε και την ανάλογη διάθεση…
Η Εκκλησία πάντως την περίοδο αυτή, γνωρίζοντας την κατάσταση του ανθρώπου, τον βοηθά να βρει το δρόμο του προσφέροντας του τη λύση της συχνότερης συμμετοχής του στη λατρευτική ζωή. Όποτε ευκαιρεί και μπορεί να εξοικονομεί κάποιο χρόνο, να τον διαθέτει στον Θεό και να παρακολουθεί κάποια από τις πολλές Ακολουθίες.
http://agiameteora.net/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Γονείς : συνδημιουργώντας με τον Θεό μια αιώνια ύπαρξη.π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Οι γονείς, με το να φέρνουν παιδιά στον κόσμο, γίνονται συνδημιουργοί με τον Θεό. Δεν είναι δηλαδή αυτοί οι ίδιοι δημιουργοί, αλλά γίνονται συνδημιουργοί με τον Θεό. Συνδημιουργούν με τον Θεό. Ο Θεός δημιουργεί, και έπειτα οι άνθρωποι συνδημιουργούν. Ο Θεός είναι εκείνος που έδωσε την εντολή: «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε…» (Γέν. 1:28), και βάσει αυτής της εντολής πραγματοποιείται η δημιουργία νέων ανθρώπων δια των ανθρώπων.
Μέσα στη φωλιά που λέγεται οικογένεια, ο πατέρας και η μητέρα αξιώνονται από τον Θεό να γίνουν συνδημιουργοί και να αποκτήσουν παιδιά. Δεν γνωρίζω εάν όλοι οι πατέρες και όλες οι μητέρες έχουν συνειδητοποιήσει σε όλο το βάθος αυτό το γεγονός, ότι γίνονται συνδημιουργοί με τον Θεό, καθώς φέρουν στον κόσμο έναν άνθρωπο, που μέχρι χθες δεν υπήρχε. Αυτό το γεγονός είναι ένα βαθύτατο μυστήριο. Βέβαια, το έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ, επειδή διαρκώς το βλέπουμε και διαρκώς το ζούμε. Όπως έχουμε συνηθίσει τον αέρα που αναπνέουμε και δεν σκεπτόμαστε καν ότι υπάρχει· όπως και τόσα άλλα αγαθά. Και αυτό λοιπόν το έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ, ώστε δεν προσπαθούμε να εμβαθύνουμε, όσο το δυνατόν περισσότερο, και να κατανοήσουμε το μέγα αυτό μυστήριο, ότι ο άνθρωπος γίνεται συνδημιουργός με τον Θεό.
Δεν είναι ο άνθρωπος εκείνος που κάνει κάτι μόνος του· είναι ο Θεός ο οποίος κάνει, αλλά όχι πάλι μόνος του ο Θεός. Ο Θεός θέλησε να γίνονται έτσι τα πράγματα, ώστε αυτός να είναι δημιουργός, αλλά και ο άνθρωπος συνδημιουργός. Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, και γονείς που δεν το έχουν καταλάβει και δεν το έχουν συνειδητοποιήσει, δεν μπορούν να φερθούν ανάλογα απέναντι στα παιδιά τους, που είναι δημιουργήματά τους, καθώς συνδημιουργούν με τον Θεό, και δεν μπορούν να πάρουν τη στάση εκείνη που πρέπει να πάρουν. Επομένως, δεν μπορούν να δώσουν την κατάλληλη αγωγή και να εμπνεύσουν τη ζωή που πρέπει στα παιδιά.
Tό παιδί υπάρχει, ως σώμα και ψυχή, από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως. Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Δηλαδή, αυτή η άμορφη μάζα, που υπάρχει από τη στιγμή της συλλήψεως, είναι ο άνθρωπος. Η άμορφη αυτή μάζα, η οποία ακόμη ούτε συνείδηση, θα λέγαμε, έχει ούτε νου ούτε εκδηλώσεις ψυχής έχει, είναι άνθρωπος. Είναι ο άνθρωπος αυτός ο οποίος εμφανίζεται εκείνη τη στιγμή και ο οποίος θα υπάρχει αιωνίως.
Ο άνθρωπος λοιπόν είναι και αυτό που βλέπουμε, και αυτό που είναι μέσα στον άνθρωπο, και το οποίο δεν φαίνεται, αλλά εκδηλώνεται δι’ αυτού που βλέπουμε. Ο άνθρωπος είναι και ψυχή και σώμα· και τώρα και πάντοτε και αιωνίως έτσι θα είναι.
Αυτό το οποίο φαίνεται στον άνθρωπο, αυτό που βλέπουμε στον καθένα, δηλαδή το σώμα, δεν είναι μια φυλακή, όπως δίδασκαν οι Έλληνες φιλόσοφοι. Έτσι φρονούσε ο Πλάτων ο φιλόσοφος. Το σώμα, έλεγε, του ανθρώπου είναι το δεσμωτήριο της ψυχής του, είναι η φυλακή, από την οποία πρέπει ο άνθρωπος να ελευθερωθεί, διότι, αν δεν ελευθερωθεί, θα είναι δυστυχισμένος. Και ο άνθρωπος, έλεγε, θα βρει την ευτυχία του, τη μακαριότητά του, θα βρει τον πραγματικό εαυτό του, όταν ελευθερωθεί από τη φυλακή του και μείνει σκέτος ο αληθινός άνθρωπος που είναι μέσα. Αυτό που βλέπουμε, το σώμα, είναι απλώς ένα κουφάρι.
Η ευαγγελική, η χριστιανική άποψη καθόλου δεν συμφωνεί με τη θέση των αρχαίων φιλοσόφων, ότι δηλαδή το σώμα του ανθρώπου είναι μια φυλακή της ψυχής. Σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία, ο άνθρωπος είναι σώμα και ψυχή. Δεν μπορούμε αυτά τα δύο στοιχεία τόσο απλά, όπως νομίζουμε εμείς, να τα ξεχωρίσουμε. Κατά την άποψη γενικότερα της Αγίας Γραφής και ειδικότερα της Καινής Διαθήκης, ο άνθρωπος είναι ψυχή και σώμα, και δεν μπορούμε να πούμε ότι ως εδώ είναι η ψυχή, και ως εδώ είναι το σώμα.
Ούτε είναι σωστό αυτό το οποίο λέγεται, ότι η ύλη είναι κατά του πνεύματος, και το πνεύμα κατά της ύλης. Και η ύλη είναι του Θεού, και αυτό το οποίο λέγεται πνεύμα είναι του Θεού. Και η ύλη κτίσθηκε, και το πνεύμα κτίσθηκε. Βέβαια, άλλο πράγμα είναι το πνεύμα, και άλλο πράγμα είναι το σώμα. Δεν μπορεί το υλικό, αυτό που πιάνεται, να είναι το πνεύμα, η ψυχή· και δεν μπορεί αυτό που δεν πιάνεται να είναι σώμα. Εν πάση περιπτώσει, και τα δύο είναι δημιουργήματα του Θεού, και τα δύο αποτελούν τον έναν άνθρωπο, όπως τον έφτιαξε ο Θεός, και ο οποίος άνθρωπος έτσι θα υπάρχει για πάντα.
Μόνο για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα χωρίζονται αυτά τα δύο. Με τον θάνατο δηλαδή επέρχεται ο χωρισμός· αλλά είναι ένας αφύσικος χωρισμός, είναι ένας προσωρινός χωρισμός, που διαρκεί από τον θάνατο του καθενός μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία, οπότε θα γίνει η ανάσταση των νεκρών. Τι θα πει ανάσταση των νεκρών; Θα πει ότι συνδέονται τα δύο αυτά στοιχεία, αν μπορούμε να πούμε έτσι, σε ένα, και γίνεται ο ένας ολόκληρος άνθρωπος, ο οποίος έχει μέσα του –φυσικά ο σεσωσμένος– και το Πνεύμα του Θεού, διότι σκέτος ο άνθρωπος είναι κολοβωμένος, είναι κουτσουρεμένος (1).
Αυτό που λέμε έχει μεγάλη σημασία, διότι το μικρό πλασματάκι που είναι ακόμη στην κούνια του ή ακόμη και στην κοιλιά της μάνας του, και το οποίο δεν καταλαβαίνει τίποτε και δεν ξέρει τίποτε, είναι αυτός ο άνθρωπος ο οποίος θα ζήσει αιωνίως. Είναι βέβαια πρώτα σε εμβρυώδη κατάσταση, μετά σε μια κατάσταση νηπιακή, όμως είναι ο άνθρωπος ο οποίος ως σώμα και ως ψυχή, ως ολόκληρος άνθρωπος, θα ζήσει στον αιώνα τον άπαντα. Αυτό το πλασματάκι λοιπόν το μικρό, που δεν καταλαβαίνει, που δεν σκέπτεται, που δεν μπορεί να αντιδράσει έτσι ή έτσι, αυτό ως ολόκληρος μεν άνθρωπος, όχι όμως τελειωμένος –πάντως και στη νηπιακή του κατάσταση είναι ολόκληρος άνθρωπος– δέχεται τον επηρεασμό τού περιβάλλοντος και υφίσταται ανάλογες επιδράσεις, κακές ή καλές.
Αυτά, επαναλαμβάνω, έχουν μεγάλη σημασία, διότι, καθώς θα τα έχουν υπ’ όψιν τους οι γονείς, θα έχουν τον νου τους να προσέχουν πώς μιλούν στο παιδί τους, πώς συμπεριφέρονται, πώς του χαμογελούν, τι μορφασμούς κάνουν, τι στάση παίρνουν. Όλα αυτά, κι αν ακόμη φαίνεται ότι έρχονται σε σχέση και σε επαφή μόνο με το σωματάκι του παιδιού, όμως αφορούν τον όλο άνθρωπο.
(1) Αγ. Συμεών Νέου Θεολόγου, Έργα, Λόγος ΣΤ΄, Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 231-232.
Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, Γονείς και παιδιά, τ. Α’, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2004, σελ. 28-31 (αποσπάσματα).
http://www.koinoniaorthodoxias.org/
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Οι προσδοκίες των γονέων και η αληθινή αγάπη. π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Ο γάμος, όπως μας λέει και ο απόστολος Παύλος, είναι μέγα μυστήριο (Εφ. 5:32). Αυτό φαίνεται ακόμη από τα πρώτα βήματα, από τις πρώτες ημέρες του ανθρώπου. Στην αρχή της Αγίας Γραφής λέγεται σαφώς: «Ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού…» (Γέν. 2:24). Δηλαδή, τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος αποφασίζει να γίνει συνδημιουργός με τον Θεό, φθάνει μέχρι του σημείου να εγκαταλείψει τον πατέρα του και τη μητέρα και να βρει τη γυναίκα του και να δημιουργήσει έτσι οικογένεια. Προ της πτώσεως, αν δηλαδή δεν είχε πέσει ο άνθρωπος, δεν γνωρίζουμε πώς θα ήταν τα πράγματα· όμως, μετά την πτώση έτσι έχουν. Και έρχεται ο Κύριος και ευλογεί με ειδικό μυστήριο τον γάμο, όσο πεζός κι αν είναι σε ορισμένες πτυχές του και σε ορισμένες εκδηλώσεις του.
Πάντως, το βαθύτερο στοιχείο, το κυρίαρχο στοιχείο, η βαθύτερη συνεκτική ουσία στον γάμο –και στη σχέση του ανδρογύνου προς τον Θεό και στη σχέση του ενός προς τον άλλο και στη σχέση των γονέων προς το παιδί, προς τον καρπό που θα γεννηθεί– είναι η αγάπη. Δεν μπορεί δηλαδή να υπάρχει γάμος, να υπάρχει οικογένεια, δεν μπορεί αυτό το γεγονός, αυτό το μέγα μυστήριο να είναι ευλογημένο και να είναι μέσα στον σκοπό του και να εκπληρώνει την αποστολή του, εάν λείπει αυτό το στοιχείο που λέγεται αγάπη.
Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να τονίσω ότι η αγάπη είναι εκείνη η οποία δίνει νόημα στον γάμο, δίνει νόημα στην οικογένεια· η αγάπη είναι εκείνη η οποία λύνει όλα τα προβλήματα. Όχι απλώς η αγάπη, η σκέτη αγάπη, που δεν ξέρω τι νόημα θα της έδινε κανείς, αλλά η αγάπη αυτή του Θεού, που κάνει τον άνθρωπο να δημιουργεί, η αγάπη που ο Θεός φυτεύει μέσα στον άνθρωπο, και η οποία τον κάνει να μην είναι στραμμένος προς τον εαυτό του, αλλά προς τον Θεό και προς τους συνανθρώπους του.
Η εν Χριστώ αγάπη, η αληθινή αυτή αγάπη είναι εκείνη η οποία λύνει όλα τα προβλήματα που παρουσιάζονται, από την πρώτη στιγμή που αποφασίζει κάποιος να δημιουργήσει οικογένεια, αλλά και καθώς αποκτά και μεγαλώνει παιδιά. Η αγάπη όμως, επαναλαμβάνω, η αληθινή, η σωστή, αυτή που βγάζει τον άνθρωπο από τον εαυτό του. Όχι η αγάπη εκείνη η οποία κινεί γη και ουρανό, για να υπηρετηθεί, αλλά η αγάπη εκείνη η οποία «ου ζητεί τα εαυτής» (Α’ Κορ. 13:5), κατά τον απόστολο Παύλο, αλλά βγαίνει από τον εαυτό της και δίνεται στον άλλο.
Όταν λέμε λοιπόν αγάπη, δεν την εννοούμε όπως τη θέλει ο καθένας. Μπορεί κάποιος πατέρας και κάποια μητέρα να περιμένουν με λαχτάρα να έλθει το παιδί στον κόσμο. Αλλά άραγε από αγάπη; Από αληθινή αγάπη; Άραγε με βαθυτάτη συναίσθηση ότι έγιναν συνδημιουργοί με τον Θεό; Άραγε με συναίσθηση ότι θα έλθει ένα επιπλέον πλάσμα στον κόσμο, και ότι το πλάσμα αυτό είναι πρωτίστως πλάσμα του Θεού, και ότι είναι ένα πρόσωπο, ένας άνθρωπος ελεύθερος και όχι δικό τους αντικείμενο, δικό τους κτήμα, κάτι δηλαδή που θα πρέπει οπωσδήποτε να τους ικανοποιήσει και να κάνει τα θελήματά τους;
Πάρα πολλοί είναι οι γονείς οι οποίοι περιμένουν με λαχτάρα πότε θα γεννηθεί το παιδί, για να παίξουν. Βέβαια, το παιδί θέλει και παιγνίδια, θέλει και γέλια, θέλει και χαρές, αλλά στο βάθος όλα αυτά μήπως τα κάνει κανείς –ένας πατέρας, μια μητέρα, μια γιαγιά, ένας αδελφός ή μια αδελφή του πατέρα ή της μητέρας– κινούμενος όχι από αγάπη; Είπαμε, η αληθινή αγάπη είναι ένα δόσιμο εν Χριστώ προς τον Θεό και προς τον άλλο και, εν προκειμένω, στο παιδί. Είναι ένα τέτοιο δόσιμο αυτή η αγάπη τους ή με την αγάπη τους θέλουν να πάρουν; Δηλαδή απλώς διασκεδάζουν ο πατέρας ή η μητέρα ή, γενικότερα, οι συγγενείς και περνούν ευχάριστα τον καιρό τους παίζοντας με το παιδί· αλλά στο βάθος πιθανόν αυτό το παιδί να το βλέπουν σαν ένα αντικείμενο, με το οποίο περνούν ευχάριστα, και όχι ως ένα πρόσωπο, ως ένα πλάσμα του Θεού, που πρέπει να γίνει ολοκληρωμένος άνθρωπος, ισορροπημένος άνθρωπος, που θα έχει, τρόπον τινά, δούναι λαβείν απευθείας με τον Θεό.
Πόσες φορές οι γονείς έχουν καημό να γεννηθεί ένα παιδί, και το παιδί αυτό να μάθει ό,τι δεν μπόρεσαν να μάθουν αυτοί, να σπουδάσει και να γίνει ό,τι δεν μπόρεσαν να γίνουν αυτοί. Το έχουν καημό μέσα τους, και είναι μια πληγή στην ψυχή τους. Πόσες φορές οι γονείς έχουν διάφορα αισθήματα κατωτερότητος, διότι είχαν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και ήθελαν να πετύχουν τούτο και εκείνο και δεν μπόρεσαν –δεν φθάνει να έχεις απλώς ιδέα και να θέλεις κάτι να πετύχεις, αλλά πρέπει και να μπορείς κιόλας– και μετά την αποτυχία είναι βαριά τραυματισμένοι! Αυτό το φέρουν βαρέως και έχουν τον καημό πότε να γεννηθεί το παιδί, ο γιος ή η κόρη, και αμέσως να το αρπάξουν και γρήγορα να το ετοιμάσουν να πετύχει, τουλάχιστον το παιδί τους, εκείνο που δεν πέτυχαν αυτοί, χωρίς να διερωτώνται: «Ο γιος ή η κόρη κάνει γι’ αυτό το πράγμα; Μπορεί; Φθάνουν οι ικανότητές του ως εκεί ή είναι για κάτι άλλο, και έχει δυνάμεις και ικανότητες για κάτι χαμηλότερο, για κάτι μικρότερο;» Για κάτι το οποίο βέβαια δεν θα παίξει κανένα ρόλο στην ικανοποίηση των γονέων, στο να θεραπεύσει τα τραύματα των γονέων, στο να θρέψει, σε τελευταία ανάλυση, τη φιλαυτία τους, την αγάπη του ίδιου του εαυτού τους.
Οι γονείς, πριν γεννηθεί το παιδί, και πολύ περισσότερο αφού γεννηθεί, πρέπει να το βλέπουν ως έναν ξεχωριστό άνθρωπο με το σώμα του και με την ψυχή· και μολονότι έγιναν συνδημιουργοί με τον Θεό για να εμφανισθεί αυτός ο νέος άνθρωπος, δεν είναι δικό τους κτήμα το νέο αυτό πλάσμα.
Το πλάσμα αυτό, ο νέος αυτός άνθρωπος, τρόπον τινά –αν μπορούμε να το πούμε αυτό– ανήκει στον εαυτό του, ανήκει όμως και στον Θεό. Δεν είναι όργανο των γονέων το παιδί, δεν είναι αντικείμενό τους και δεν έρχεται στον κόσμο αυτό για να παρηγορήσει τους γονείς, για να γίνει παιγνίδι των γονέων. Δεν έρχεται στον κόσμο αυτό για να ικανοποιήσει –τις οίδε ποιους– κρυφούς πόθους, για να θεραπεύσει κρυφούς καημούς των γονέων. Έρχεται στον κόσμο αυτό βάσει της εντολής του Θεού: «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε», βάσει της συγκαταθέσεως των γονέων να γίνουν συνδημιουργοί με τον Θεό, από αγάπη μεταξύ τους και από αγάπη προς το νέο πλάσμα· και έρχεται στον κόσμο, για να προστεθεί στα μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, στα μέλη της βασιλείας του Θεού.
Πολλές φορές οι γονείς, ο πατέρας, η μητέρα, δείχνουν υπερβολική αγάπη στα παιδιά τους, αλλά τη δείχνουν κατά έναν τέτοιο τρόπο, και οι εκδηλώσεις τους είναι τέτοιες, που ένα έμπειρο μάτι μπορεί αμέσως να καταλάβει ότι στο βάθος δεν υπάρχει η αγάπη η πραγματική, εκείνη η οποία βγάζει τον άνθρωπο από τον εαυτό του και τον κάνει να δίνεται στον άλλο, αλλά υπάρχει η αγάπη εκείνη που κάνει τον πατέρα και τη μητέρα να χρησιμοποιούν το παιδί τους, όπως είπα πιο μπροστά, σαν ένα αντικείμενο, σαν ένα όργανο, για να ικανοποιηθούν οι ίδιοι.
Οφείλουν λοιπόν οι γονείς να δείξουν στοργή στα παιδιά τους και να τα δεχθούν ως νέα πλάσματα του Θεού και όχι σαν δικά τους αντικείμενα, σαν κτήμα τους. Να δείξουν σ’ αυτά απέραντη στοργή και να τα αποδεχθούν όπως είναι. Να μην περιμένει ο γονέας το παιδί όπως θα το ήθελε, όπως το ονειρευόταν ή όπως θα ανταποκρινόταν καλύτερα στις δικές του προσδοκίες και θα θεράπευε καλύτερα τα δικά του τραύματα, αλλά να το δεχθεί το παιδί έτσι όπως είναι. Και αυτό το πλάσμα, το νέο πλάσμα, που μπορεί να γίνει ένας μεγάλος άγιος με τη χάρη του Θεού, να το βοηθήσουν, ο πατέρας, η μητέρα, να γίνει αυτό που μπορεί να γίνει και όχι αυτό που θα επιθυμούσαν οι ίδιοι.
Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, Γονείς και παιδιά, τ. Α’,
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2004, σελ. 18-32 (αποσπάσματα).
http://www.koinoniaorthodoxias.org/
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Οι άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος. π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2016
Η αποστολική περικοπή της εορτής των αγίων (Εβρ. 13:7-16) αρχίζει με τη φράση: «Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών, οίτινες ελάλησαν υμίν τον λόγον του Θεού». Να θυμάσθε τους προεστώτες σας, οι οποίοι σας κήρυξαν τον λόγο του Θεού.
Δεν μπορούμε κι εμείς σήμερα να μη θυμηθούμε τους δύο μεγάλους ιεράρχες και αγίους της Εκκλησίας μας, που τελούμε τη μνήμη τους. Τον άγιο Αθανάσιο και τον άγιο Κύριλλο. Σύντομα να πούμε δυό λόγια.
Είναι γνωστός και ο άγιος Αθανάσιος και ο άγιος Κύριλλος σ’ όλους τους χριστιανούς, ωστόσο όμως είναι ανάγκη πάντοτε αλλά ιδιαίτερα την ημέρα της μνήμης τους να τους ενθυμούμαστε περισσότερο και να μελετούμε τη ζωή τους. Και οι δύο κατάγονταν από την Αλεξάνδρεια και οι δύο ήταν πατριάρχες Αλεξανδρείας. Ο πρώτος, ο άγιος Αθανάσιος, διάκονος ακόμη, έλαβε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο το 325 στη Νίκαια και έπαιξε εκεί τον πρωτεύοντα ρόλο. Ο άγιος Κύριλλος έλαβε μέρος στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο το 431 στην Έφεσο. Ήταν πρόεδρος της Συνόδου, η οποία κατεδίκασε τον Νεστόριο, ο οποίος έλεγε ότι η Παναγία δεν είναι Θεοτόκος αλλά Χριστοτόκος· δηλαδή γέννησε άνθρωπο.
* * *
Εκείνο που έχει σημασία και που, νομίζω, πρέπει να θυμηθούμε και να σκεφθούμε σήμερα εμείς που τελούμε τη μνήμη τους είναι ότι οι δύο αυτοί άγιοι της Εκκλησίας μας δεν ήταν τυχαίοι άνθρωποι, οι οποίοι βρέθηκαν στην Εκκλησία, βρέθηκαν σε κάποια θέση της Εκκλησίας, για να λύσουν, αν θέλετε, το προσωπικό ή το οικογενειακό τους πρόβλημα, αλλά πίστευσαν στον Χριστό με όλη τους την ψυχή και έδωσαν τον εαυτό τους στον Χριστό, έδωσαν τον εαυτό τους στην Εκκλησία.
Δεν φρόντισαν να κάνουν κάποια καρριέρα και να χρησιμοποιήσουν τις ικανότητές τους και όλα τα χαρίσματα που τους έδωσε ο Θεός κατά κάποιον άλλο τρόπο, αλλά έδωσαν τα χαρίσματά τους και τις ικανότητές τους στον Θεό. Καταρχήν, θα λέγαμε, ένιωσαν ότι ανήκουν στον Θεό. Κάθε άνθρωπος έτσι πρέπει να νιώσει. Όλοι προερχόμαστε από τον Θεό και όλοι ανήκουμε στον Θεό. Είναι μεγάλο, πολύ μεγάλο λάθος, πολύ μεγάλη αμαρτία, ενώ κατάγεται κανείς από τον Θεό, προέρχεται από τον Θεό και ανήκει στον Θεό και σ’ αυτόν πρέπει να καταλήξει, να είναι βέβαια ένας καλός άνθρωπος, αλλά να χρησιμοποιεί τον εαυτό του κάπως αλλιώς, και όχι όπως θέλει ο Θεός. Μεγάλο λάθος αυτό.
Οι άγιοι, όλοι οι άγιοι και ιδιαίτερα οι σημερινοί μας άγιοι, το κατάλαβαν ότι ανήκουν στον Θεό, το ένιωσαν, το πίστευσαν και ενήργησαν ανάλογα. Ούτε προς στιγμή δεν διανοήθηκαν, όπως είπαμε, να χρησιμοποιήσουν τα προσόντα τους για άλλες δουλειές. Όσο δύσκολο κι αν ήταν από πολλές απόψεις, και διότι πολύ τούς εδίωξαν, ιδιαίτερα τον άγιο Αθανάσιο, εκείνοι έδωσαν τον εαυτό τους στον Θεό και τον υπηρέτησαν.
* * *
Και οι δύο άγιοι κατάλαβαν καλά ότι ο άνθρωπος υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο, γιατί τον έφερε ο Θεός, υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο, για να μπει στον δρόμο του Θεού, υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο, για να μπει στον δρόμο της αγιότητος· όχι σε κάποιους άλλους δρόμους. Και οι δύο αυτοί Πατέρες ήταν πρωτίστως και κυρίως άγιοι και ως άγιοι υπηρέτησαν την Εκκλησία και ως άγιοι έκαναν τους αγώνες και ως άγιοι έφεραν εις πέρας τους αγώνες και το έργο που είχαν να κάνουν.
Γνωρίζουμε καλά ότι όλοι οι Πατέρες που έλαβαν μέρος και στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο και στη Β’ και στη Γ’ και στην Δ’ και στην Ε’ και στην ΣΤ’ και στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο ήταν άγιοι και όλοι εορτάζονται ως άγιοι. Διότι μόνο άγιοι μέσα στην Εκκλησία μπορούν να πουν την αλήθεια, μόνο άγιοι μπορούν να παραδώσουν την αλήθεια. Την αλήθεια του Χριστού, την οποία ζουν οι ίδιοι και την παραδίδουν στους επομένους.
Και ο άγιος Αθανάσιος και ο άγιος Κύριλλος ήταν άγιοι. Δεν θα μπορούσαν ποτέ να κάνουν το έργο που έκαναν, αν δεν ήταν άγιοι. Δεν θα μπορούσαν να παίξουν τον ρόλο που έπαιξαν και ο ένας στη δική του Οικουμενική Σύνοδο και ο άλλος, εάν δεν ήταν άγιοι. Και έγιναν άγιοι όχι τυχαία, αλλά διότι το ποθούσε η ψυχή τους. Όπως είπαμε, δεν μετρούσε γι’ αυτούς τίποτε άλλο παρά αυτό: ο Χριστός, η αλήθεια του Χριστού. Μετρούσε γι’ αυτούς η σωτηρία, μετρούσε ο αγιασμός.
* * *
Σήμερα οι χριστιανοί, όπως είπαμε και άλλη φορά, τρέχουν στους αγίους, γιορτάζουν τους αγίους, καταφεύγουν στους αγίους, παρακαλούν τους αγίους, ζητούν τη χάρι των αγίων, αλλά δεν συναντάς χριστιανό που ν’ αγαπά την αγιότητα, να θυσιάζει τα πάντα για την αγιότητα και αυτό να είναι το μέλημά του: πώς θα βρεθεί στον δρόμο αυτό του Θεού, στον δρόμο της αγιότητος, πώς θα σωθεί η ψυχή του και θα τον αγιάσει ο Θεός. Σπάνια να συναντήσεις τέτοιο χριστιανό, και όμως αυτός είναι ο δρόμος μας, αυτή είναι η ζωή μας. Μόνο έτσι μπορούμε να είμαστε χριστιανοί, μόνο έτσι μπορούμε να έχουμε τη Χάρι των αγίων και να τους μιμηθούμε, μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε και τους σημερινούς αγίους και να τους τιμήσουμε αληθινά.
Είθε ο Θεός, αδελφοί μου, κάποτε, ως Θεός που είναι και τα ξέρει όλα και τα μπορεί όλα, να βρει τρόπο να μας ξυπνήσει, να βρει τρόπο να μας βάλει σ’ αυτόν τον δρόμο, να βρει τρόπο να μας κάνει να λαχταρούμε τον αγιασμό μας. «Τούτο γαρ εστι θέλημα του Θεού, ο αγιασμός υμών» (Α’ Θεσ. 4:3). Και με τις πρεσβείες όλων των αγίων και ιδιαίτερα των σημερινών να βαδίσουμε την οδό του Κυρίου, αδελφοί μου, να σωθούμε, να αγιασθούμε, αν θέλετε, να κερδίσουμε –με τη σωστή έννοια– και τη ζωή αυτή και την άλλη, για να ζούμε αιώνια με τον Θεό και με τους αγίους του.
Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «Θέλεις να αγιάσεις;», Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 252.
http://www.koinoniaorthodoxias.org/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »





















