kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Αρχεία για 'ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ'

Τι χρειαζόμαστε τον Χριστό όταν δεν μας λείπει τίποτα;

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ SUPER DEAL ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια τα Χριστούγεννα μας θυμίζουν ένα μεγάλο παζάρι, συμφωνία, ανταλλαγή. Ανταλλάσσουμε το Χριστό με εικόνες, αγαθά, δώρα, ρεβεγιόν, διακοπές, ξεκούραση, ταξίδια, βόλτες, ταινίες, τραγούδια και ό,τι άλλο το καταναλωτικό μυαλό μας σκέφτεται. Η Εκκλησία μπορεί να φωνάζει ότι Χριστούγεννα χωρίς Χριστό δεν έχουν νόημα, ωστόσο περισσότερο βλέπουμε το Χριστό της φάτνης ή τραγουδάμε το Χριστό της Άγιας Νύχτας και ελάχιστα ζούμε το Χριστό της πίστης, το Χριστό ως Σωτήρα μας.
Αναρωτιέμαι τι σημαίνει Χριστός – Σωτήρας. Δεν ξέρω αν είμαστε πολλοί αυτοί που το ψάχνουμε. Για να υπάρξει Σωτήρας, χρειάζεται να θέλουμε να σωθούμε από κάτι και να διαλέξουμε Κάποιον που να μας σώσει. Η Εκκλησία λέει ότι έχουμε ανάγκη να σωθούμε από το θάνατο, το κακό, την αμαρτία. Τίποτε από αυτά δεν βλέπω να αγγίζει τη ζωή μας.
Ο θάνατος για μας τους νέους είναι πολύ μακριά ή έτσι θέλουμε να πιστεύουμε. Άλλωστε, έχουμε όνειρα, θέλουμε να χαρούμε τη ζωή μας, μας φτάνουν τα βάσανα του σχολείου, του Πανεπιστημίου, των σχέσεων που έχουμε και μας ταλαιπωρούν διότι δε μας δίνουν και κανένα ουσιαστικό νόημα ή αυτών που θα θέλαμε να έχουμε, αλλά κανείς δε μας δίνει σημασία.
Το κακό είναι σχετικό. Ξέρουμε ότι το έχουν οι μεγάλοι, όταν καταστρέφουν το περιβάλλον, όταν κάνουν πολέμους, όταν λένε ψέματα, όταν δε ρωτάνε τη γνώμη μας, όταν είναι υποκριτές. Εμείς, άλλωστε, ικανοποιούμε τις επιθυμίες μας και όλοι όσοι μιλούν για μας, η τηλεόραση, η διαφήμιση, οι φίλοι μας, θεωρούν ότι είναι δικαίωμά μας και καλά κάνουμε. Όσο για τους γονείς μας, αυτοί μας δίνουν χρήματα για να μη μας λείψει τίποτα και μας αγοράζουν ό,τι η καταναλωτική μας κοινωνία προσφέρει, για να μη αισθανόμαστε μειονεκτικά.
Η αμαρτία είναι παλιομοδίτικη αντίληψη περί ηθικής. Άλλωστε, το βλέπουμε στην τηλεόραση και το ακούμε από κάποιους καθηγητές μας ότι αυτοί που μιλούν για ηθική, δηλαδή οι παπάδες, είναι χειρότεροι υποκριτές από όλους. Ας αφήσουν τα πλούσια άμφιά τους και ας δώσουν χρήματα στους φτωχούς πρώτα και μετά ας έρθουν να μας μιλήσουν για αμαρτία. Άλλωστε, «ουδείς αναμάρτητος» και έχουμε χρόνο γι’ αυτά, αν έχουν κάποια αξία.
Από τι να σωθούμε λοιπόν, που δεν μας λείπει τίποτα;
Σωτήρες υπάρχουν σήμερα πολλοί. Είναι οι ωραίες ιδέες, είναι οι ήρωες των περιπετειών στον κινηματογράφο, είναι ο φίλος που θα με βοηθήσει να αντιγράψω στο μάθημα που δεν ξέρω, είναι εκείνος που θα μ’ ακούσει στο καρδιοχτύπι μου ή όταν γευτώ το πούλημα από τον «δικό» μου ή τον «κολλητό» μου, αυτός που θα δώσει κέφι στη ζωή μου με το τραγούδι του, την ομορφιά του, που θα με κάνει μέλος στο fan club του, είναι ο πρόεδρος που θα κάνει τη μεγάλη μεταγραφή και η ομαδάρα θα πατήσει τους εχθρούς.
Άρα, γιατί να επιλέξω να με σώσει ο Χριστός;
Μ’ αρέσουν τα χριστουγεννιάτικα έθιμα, όπως και οι γιορτές γενικά. Με κάνουν να αισθάνομαι πιο πολλή αγάπη, να θέλω να βοηθήσω ένα φτωχό, με φέρνουν πιο κοντά στους γονείς, τ’ αδέρφια, τους φίλους μου, μοιράζομαι δώρα, καταναλώνω. Ξεχνώ το μέσα μου κενό. Ξεχνώ όλα εκείνα τα μικρά ή μεγάλα που με κάνουν να μελαγχολώ ή να φοβάμαι. Έστω και για λίγο. Μπορώ να επιδείξω τα ρούχα μου, τα αρώματά μου, την διάθεσή μου, τη μάσκα που κρύβει το αληθινό μου πρόσωπο. Γι’ αυτό και λυπάμαι όταν ξαναγυρίζω στο πρόγραμμα, στη ρουτίνα, όταν το δέντρο ξεστολίζεται κι όταν οι μάσκες ξαναμπαίνουν στο κουτί μαζί με τα φώτα και τα στολίδια.
Τελικά, μάλλον κάτι μου λείπει.
Άμα το ψάξεις, θα δεις ότι από το Super Deal των Χριστουγέννων λείπει η πραγματική αγάπη. Λείπει το νόημα που θα με κάνει να νιώθω ότι αξίζει η ζωή μου κάτι παραπάνω από μια επιθυμία, ένα αγαθό, ένα δώρο. Λείπει η δύναμη που χρειάζεται για να δω τον εαυτό μου όπως στ’ αλήθεια είναι και όχι σε σύγκριση με τους άλλους. Λείπει η χαρά που θα κρατήσει παραπάνω από μια γιορτή. Λείπει εκείνη η σχέση που δεν θα είναι για μια νύχτα ή ένα μήνα, αλλά θα με ανεχτεί για μια ζωή, θα μ’ αγαπήσει και θα μου απλώσει το χέρι ώστε να μην πέσουν τίτλοι τέλους. Λείπει εκείνη η παρέα που δεν θα την ενώνει το πρόσκαιρο του σχολείου, του Πανεπιστημίου, του έρωτα, της διασκέδασης, αλλά θα μένει ζωντανή όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Η Εκκλησία μου λέει ότι ο Χριστός είναι Εκείνος που μου τα δίνει όλα αυτά. Ο Χριστός που κοινωνώ στη λειτουργία των Χριστουγέννων αλλά και κάθε Κυριακή. Ο Χριστός που με συγχωρεί για όλες τις αμαρτίες μου, για όλα τα ελαττώματά μου, για όλες μου τις αποτυχίες. Ο Χριστός που μου μαθαίνει να συγχωρώ φίλους κι εχθρούς. Ο Χριστός που με συναντά στη λύπη και τη χαρά. Ο Χριστός που με σώζει από το να υπάρχω μόνο για να καταναλώνω και με κάνει να υπάρχω για να αγαπώ.
Ο Χριστός φανερώνει το αληθινό μου πρόσωπο. Είναι το Φως που φωτίζει το μέσα μου. Είναι το νόημα που ομορφαίνει τη ζωή μου. Είναι η πίστη που με βοηθά να συνεχίσω. Είναι το Παιδί που με κρατά παιδί. Είναι Αυτός που γεννήθηκε για μένα.
Το Χριστό της Εκκλησίας θα ΄θελα να συναντήσω. Όχι όμως μόνος μου. Γιατί ξέρω ότι λίγο πολύ, όλοι θα θέλαμε να Τον βρούμε. Ας Τον ψάξουμε λοιπόν στη ζωή της Εκκλησίας. Ας τολμήσουμε να Τον γνωρίσουμε. Κι ας είναι η Γέννα Του μια καινούρια αρχή στη ζωή μας. Μαζί και μαζί Του!

Πηγή: περιοδικό ΒΗΜΑΤΑ της Ιεράς Μητροπόλεώς Κερκύρας (τεύχος 4 )

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θέλουμε τὴν μαγεία ἢ την χαρὰ τῶν Χριστουγέννων;

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου 2015

Περιμένουμε μὲ λαχτάρα τὰ Χριστούγεννα.

Ἆραγε, πῶς θέλουμε νὰ τὰ ἑορτάσουμε; Κοσμικὰ ἢ πνευματικά; Ἐξαρτᾶται ἀπό τὸ τί τελικὰ ζητᾶμε. Τὴν μαγεία τους, γιὰ τὴν ὁποία τόσα πολλὰ κάνει ἡ «διεθνὴς τῶν πονηρῶν» ἢ τὴν χαρὰ τους, ὅπως θέλει ἡ Ἐκκλησία μας; Ἀλλ΄ ἂς πάρουμε τὰπράγματα μὲ τὴν σειρά τους…

Ἀσφαλῶς τὰ Χριστούγεννα ἔχουν νόημα βαθύτατα πνευματικό, ἅγιο καὶ σωτήριο. Γιατί μ’ αὐτὰ δὲν ἑορτάζουμε ἕνα ὁποιοδήποτε γεγονός, ὡς καὶ ἐθνικὸ ἀκόμη, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴν ἐμφάνιση, μὲ σάρκα καὶ ὀστᾶ τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ κι ἀνάμεσά μας. Μᾶς τίμησε ἰδιαίτερα μὲ τὴν ἐπίσκεψή Του αὐτή, ὑπέροχα, ἀνυπέρβλητα, μοναδικά, καθὼς ἕνωσε τὴν δική μας ἀνθρώπινη φύση μὲ τὴν δική Του τὴν Θεϊκή. Ἔτσι ἔχουμε τὴν ἐμφάνιση τοῦ Θεανθρώπου στὴν ἱστορία. Τὴν ἕνωση τοῦ κτιστοῦ πλάσματος, μὲ τὸν ἴδιο τὸν Ἄκτιστο Πλάστη καὶ Θεό. Σκοπὸς δὲ αὐτῆς τῆς Θείαςπαρέμβασης, εἶναι ἡ Θέωση τοῦ ἀνθρώπου.Ὁπότε μὲ τὰ Χριστούγεννα δὲν κάνουμε τίποτ’ ἄλλο τελικά, ἀπ’ τὸ νὰ ζοῦμε τὴν ἀνάδημιουργία μας, τὴν ἀνάπλασὴ μας ἀπ’ τὸ κατάντημα, στὸ ὁποῖο μᾶς ὁδήγησε ἡ ἁμαρτία, ὥστε νὰ ἐπανέλθουμε πάλι στὴν προτέρα μας κατάσταση. Νὰ γιατί τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων εἶναι τὸ πλέον χαρμόσυνο καὶ τόσο ἐλπιδοφόρο ἄγγελμα τῆς ἱστορίας. Καὶ δὲν εἶναι ἄλλο, ἀπ αὐτὸ τοῦ ἀγγέλου κατὰ τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς ποιμένες: «Εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὃς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαυίδ» (Λουκ. β΄,11). Δηλαδή, σᾶς ἀναγγέλλω χαρὰ μεγάλη, ἡ ὁποία θὰ εἶναι γιὰ ὅλο τὸν λαό, ὅτι γεννήθηκε σήμερα γιὰ σᾶς στὴν πόλη τοῦ Δαυίδ, σωτήρας, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Χριστὸς ὁ Κύριος.

Συνεπῶς, ὅταν ἀποδίδουμε στὰ Χριστούγεννα τὸ πραγματικό τους νόημα, κι ὅταν τὰ ἑορτάζουμε ὅπως πρέπει, δηλαδὴ πνευματικά, τότε ἐπιτυγχάνεται καὶ ὁ μέγας σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἡ ἕνωσή μας μὲ Αὐτόν, ἡ Θέωσή μας καὶ καταργεῖται τὸ ἔργο τοῦ διαβόλου, ἀκυρώνονται τὰ σκοτεινὰ σχέδια του, ἀπομονώνεται, χάνεται ἀπʼ τὴν ζωή μας!

* * *

Εἶναι ἑπόμενο, λοιπόν, ὅπως πολέμησε τοῦ Χριστοῦ τὴν γέννηση ὡς γεγονότος (ἀπ’ τὸ νὰ μὴ βρίσκεται πανάρετη γυναίκα, γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ νὰ γίνει μητέρα Του, πράγμα ποὺ ἔγινε τελικὰ μὲ τὴν Παναγία, ὡς τοὺς διωγμοὺς μὲ τὴν σφαγὴ τῶν νηπίων ἀπʼ τὸν Ἡρώδη), ἔτσι καὶ τὴν πολεμᾶ ἀδιάκοπα ἔκτοτε ὡς ἑορτῆς. Πάρα πολλὰ ἔγιναν στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐξιστορήσουμε. Μόνο δυὸ λόγια θὰ ἀναφέρουμε καὶ κάποια ἁπλὰ παραδείγματα.

Ἄλλοι ἔγραψαν μυθολογίες γιὰ τὰ Χριστούγεννα, ἄλλοι τὰ παρερμήνευσαν γιατί δὲν θέλησαν νὰ τὰ βιώσουν κι ἄλλοι προσπάθησαν νὰ τὰ καταργήσουν μὲ κρατικὲς διαταγές, μία τακτικὴ ποὺ ὀνομάστηκε «Ἡρωδισμός»!

Πολλὰ ἔκαναν ἐπ’ αὐτοῦ οἱ αἱρέσεις (ὅπως ἡ φοβερότερη ὅλων ὁ Δοκητισμός, ὁ Μονοφυσιτισμὸς κ.λπ.), διάφοροι φιλόσοφοι (ὅπως ὁ Ἀνσέλμος τὸν 11ο αἰώνα), πολλοὶ ἄθεοι κι ἐχθροί τῆς Πίστης (ὅπως ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης) κ.λπ. Τὸν περασμένο αἰώνα στὴν κομμουνιστικὴ ΕΣΣΔ (Ρωσία κλπ.) εἶχαν ἀπαγορευτεῖ τὰ Χριστούγεννα ἀπὸ τὸ 1917 μέχρι τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽80, ὁπότε καὶ κατέρρευσε τὸ καθεστώς! Ὅταν δὲ κυβερνοῦσε ὁ Στάλιν, τὰ Χριστούγεννα εἶχαν ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὰ… Σταλινούγεννα, μὲ τὴν ἑορτὴ δηλαδὴ τῆς δικῆς του γέννησης!

Ἀλλʼ ἡ χειρότερη πολεμικὴ ὅλων, εἶναι αὐτὴ τῆς ἐκκοσμίκευσης τῶν Χριστουγέννων! Πρόκειται γιὰ ἕνα ἑορτασμὸ ὄχι πνευματικό, ὅπως τὸν ἀναφέραμε, ἀλλὰ κοσμικό, ἐντελῶς κοσμικὸ ὅσο γίνεται… Ἕνα τρόπο ποὺ μεταβάλλει τὸ μέγα ὑπερκόσμιο γεγονός, σὲ ἐγκόσμιο καὶ καθαρὰ ὑλιστικό! Οὔτε λόγος νὰ γίνεται γιὰ πνευματικὴ προετοιμασία, δηλαδὴ νηστεία, μετάνοια, ἐξομολόγηση, Θεία Κοινωνία, προσευχή, Θεία Λειτουργία, ἀλλὰ καὶ ἔμπρακτη ἀγάπη, συγχωρητικότητα, καλοσύνη, ἐλεημοσύνη καὶ στοργὴ στὸν συνάνθρωπο, γιὰ σκέψεις καὶ ἀποφάσεις πνευματικές. Λόγος νὰ γίνεται μονάχα γιὰ τὰ ρεβεγιόν, τὰ στολίδια, τὰ φαγητά, τὰ γλέντια, τοὺς χορούς, τὰ ξενύχτια, τὰ ταξίδια καὶ μάλιστα τὰ ἐξωτικά, τὰ δῶρα, τὶς χαρτοπαιξίες, τὰ πάσης μορφῆς θεάματα καὶ διασκεδάσεις, τὶς κάθε εἴδους ἀπολαύσεις καὶ ἡδονές! Ὅλα τους τόσο κοσμικά, ὅλα τους ἀντιπνευματικά, ὅλα τους πτυχὲς τῆς «ὡραίας ζωῆς», καὶ ὄχι τῆς Οὐράνιας Ζωῆς, ποὺ ζητᾶ ἀπὸ μᾶς ὁ Χριστός. Καμμία σχέση μὲ τὸν «Θεοπρεπῆ» ἑορτασμό, ὅπως τὸν προσδιορίζει ἡ Ἐκκλησία. Φθάσαμε νὰ κατανοοῦμε πὼς ἔρχονται Χριστούγεννα, ἀπὸ τὶς στολισμένες βιτρίνες τῶν ἐμπόρων, ἀπὸ τὰ φωτάκια, ποὺ ἀναβοσβήνουν στὸ μπαλκόνι τοῦ διπλανοῦ μας, ἀπ’ τὰ ἔλατα, ποὺ πωλοῦνται στοὺς δρόμους, ἀπὸ κάποιες προσκλήσεις σὲ γεύματα καὶ τὰ λεγόμενα «ἑορταστικὰ» προγράμματα τῆς τηλεόρασης, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς ἐκδηλώσεις τοῦ κόσμου…

Ὅποτε μιλᾶμε γιὰ ἀπολυτοποίηση τῆς ὕλης, γιὰ τὴν ἄκρατη κοσμικότητα, γιὰ τὴν ἀπόρριψη κάθε πνευματικῆς πλευρᾶς τῶν πραγμάτων, μιλᾶμε γιὰ Χριστούγεννα χωρὶς Χριστό! Γιὰ ἕνα «πνεῦμα Χριστουγέννων» ὅπως λένε «μαγικό», δηλαδὴ δαιμονικό! Τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, μὲ λογικὴ καὶ μέτρο καὶ στὸβαθμὸ ποὺ μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα, δὲν τὰ ἀπορρίπτουμε βέβαια. Ὅμως ἕπονται, δὲν προηγοῦνται, οὔτε καὶ ἀπολυτοποιοῦνται στὴ ζωή μας. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στὸν Σατανᾶ, ποὺ τὸν πείραζε στὴν ἔρημο, τούτη ἦταν: «Οὐκ ἐπʼ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρω πος…». Χόρτασε, ἐκεῖ στὴν ἔρημο πάλι, τοὺς «πεντακισχίλιους» ἀλλὰ καὶ τοὺς «τετρακισχίλιους», ἀφοῦ γεύτηκαν πλήρως καὶ ἐπὶ ἡμέρες τὰπνευματικὰ ἀγαθὰ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια Του τὴν παρουσία, δηλαδὴ ἀφοῦ Τὸν γεύτηκαν πλήρως. Κι αὐτὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ἦταν στὸ βαθμὸ καὶ τὸ εἶδος ποὺ ἔπρεπε. Τίποτ’ ἄλλο! Μέσα σ’ αὐτὴ τὴ λογικὴ δὲν εἶναι δομημένα καὶ τὰ δικά μας Ἑλληνορθόδοξα ἔθιμα;

Ὁ Ἐ. Μορὲν στὸ βιβλίο του «Πνεῦμα τῶν καιρῶν» ἀναφέρει πολὺ εὔστοχα: «Ἡ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ καταναλώσει τὰ πάντα καὶ ἡ καταναλωτικὴ κοινωνία δὲν μπορεῖ οὔτε καὶ θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ δώσει τὰπάντα»! Συνεπῶς τί ἀπαιτεῖται;

* * *
Τὸ πράγμα δὲν εἶναι καθόλου ἁπλό! Γιατί σήμερα, κατὰ τρόπο ἀπόλυτα ὀργανωμένο καὶ μὲ πολὺκομπασμό, ἐπιχειρεῖται τόσο μὲ τὴν «Παγκοσμιοποίηση» ὅσο καὶ τὴν κίνηση τῆς «Νέας Ἐποχῆς», ποὺ τὴν προωθεῖ παντοῦ, ἡ προβολὴ εἰδωλολατρικῆς ἀτμόσφαιρας στοὺς ἑαυτούς μας, στὰ σπίτια μας καὶ τὶς κοινωνίες μας καὶ ἡ καθιέρωση τῆς ἀντίληψης πὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ὁ Σωτήρας μας! Νὰ γιατί αὐτοὶποὺ πέφτοντας θύματα σ’ αὐτὴ τὴ διαδικασία, χάνουν τελείως τὸ νόημα τῆς ἑορτῆς, δὲν τὰ ἑορτάζουν πνευματικὰ, ἀλλ’ ἐντελῶς κοσμικά, ὁπότε καὶ στὸ τέλος δὲν νοιώθουν τὴ χαρὰ τῶν Χριστουγέννων,ἀλλὰ τὴν μελαγχολία καὶ τὴ θλίψη. Θὰ δοῦμε καὶ ἐφέτος τὶς ἐφημερίδες νὰ ἔχουν τίτλους σὰν αὐτούς: «Ἡ μελαγχολία τῶν γιορτινῶν ἡμερῶν», «Πῶς νὰ ἀποφύγετε τὴ μελαγχολία τῶν ἑορτῶν», «ΤὰΧριστούγεννα τῆς μελαγχολίας», «Ἑορταστικὴ κατάθλιψη» κ.λπ.!

Λοιπόν, ἂς προετοιμαστοῦμε ὅσο καλύτερα γίνεται γιὰ τὰ πνευματικὰ Χριστούγεννα. Μᾶς εἶναιἀπαραίτητη ἡ εὐφροσύνη τους. Τότε θὰ δοῦμε μέσα μας νὰ γεννιέται ὁ Χριστός…ΧΡΙΣΤ

(Περισσότερα βλέπετε στὸ βιβλίο “ΟΧΙ ΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ Ν. ΕΠΟΧΗΣ”)

Κ. Γ. Παπαδημητρακόπουλος

Ορθόδοξος Τύπος, 21/12/2012

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἡ καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων (Ὁμιλία Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Νοεμβρίου 2015

1. Τά γεγονότα ἐκεῖνα πού ἀποτελοῦσαν στό παρελθόν ἀντικείμενο ἀγωνιώδους στοχασμοῦ γιά τούς πατριάρχες, καί οἱ προφῆτες τά προφήτευαν, καί οἱ εὐσεβεῖς ἐπιθυμοῦσαν νά τά δοῦν, ἐπαληθεύτηκαν καί πραγματοποιήθηκαν σήμερα· ὁ Θεός –δηλαδή- παρουσιάστηκε στή γῆ μέ ἀνθρώπινο σῶμα καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους.
Ἄς χαιρόμαστε, λοιπόν, καί ἄς πανηγυρίζουμε μέ ἀγαλλίαση ἀγαπητοί μου. Γιατί, ἄν ὁ Ἰωάννης (ὁ Πρόδρομος) πού βρισκόταν στήν κοιλιά τῆς μητέρας του, ἀνασκίρτησε ὅταν ἡ Μαρία ἐπισκέφτηκε τήν Ἐλισάβετ, πολύ περισσότερο ἐμεῖς, πού εἴδαμε ὄχι τή Μαρία, ἀλλά τόν ἴδιο τό Σωτῆρα μας πού γεννήθηκε σήμερα, πρέπει νά σκιρτᾶμε καί νά πανηγυρίζουμε, νά νιώθουμε θαυμασμό καί κατάπληξη γιά τήν ἀσύλληπτη οἰκονομία (σχέδιο) τοῦ Θεοῦ πού ὑπερβαίνει κάθε (ἀνθρώπινο) λογισμό. Γιατί σκέψου, πόσο σπουδαῖο εἶναι νά βλέπεις τόν ἥλιο νά κατεβαίνει ἀπ᾿ τόν οὐρανό καί νά βαδίζει πάνω στή γῆ, καί ἀπό ἐκεῖ νά στέλνει τίς ἀκτίνες Του σέ ὅλα τά δημιουργήματα. Καί ἄν θά προκαλοῦσε ἔκπληξη σ᾿ ὅλους ἐκείνους πού θά ἔβλεπαν νά συμβαίνει αὐτό μέ τόν αἰσθητό…
ἥλιο, σκέψου, σέ παρακαλῶ, καί συλλογίσου τώρα, πόσο μεγαλειῶδες εἶναι νά βλέπουμε τόν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης νά ἀποστέλλει ἀπό τό ἀνθρώπινο σῶμα Του τίς ἀκτίνες Του καί νά φωτίζει τίς ψυχές μας.
Ἀπό καιρό κι ἐγώ ἐπιθυμοῦσα νά μάθω γιά τήν ἡμέρα αὐτή (τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ). Και ὄχι νά τή μάθω μόνο ἐγώ, ἀλλά μαζί μέ πολλούς ἀνθρώπους. Καί εὐχόμουν πάντοτε νά εἶναι τόσο γεμάτος ὁ τόπος τῆς συγκεντρώσεως, ὅπως τόν βλέπουμε νά εἶναι αὐτή τή στιγμή. Ἡ ἐπιθυμία μου, λοιπόν, ἐκπληρώθηκε καί πραγματοποιήθηκε. Καί ἐνῶ δέν πέρασαν οὔτε δέκα χρόνια ἀπό τότε πού πληροφορηθήκαμε καί ἔγινε γνωστή σ᾿ ἐμᾶς ἡ ἡμέρα αὐτή, ὅμως ἔγινε μέ τό δικό σας ζῆλο τόσο σπουδαία, σάν νά μᾶς παραδόθηκε ἀπό τό Θεό πρίν ἀπό πολλά χρόνια. Γιαυτό καί δέν θά ἔσφαλε κανείς ἄν τήν ὀνόμαζε καί νέα καί παλαιά μαζί. Νέα, γιατί πρίν ἀπό λίγο τή γνωρίσαμε, παλαιά καί ἀρχαία, γιατί ἔγινε γρήγορα συνομήλικη μέ τίς πιό παλαιές, κι ἔφτασε στήν ἴδια ἡλικία μ᾿ ἐκεῖνες. Ὅπως, δηλαδή, τά χυμώδη καί καρποφόρα φυτά ἀναπτύσσονται καί καρποφοροῦν σέ πολύ μικρό χρονικό διάστημα ἀπ᾿ τή στιγμή πού θά φυτευθοῦν, ἔτσι καί ἡ ἡμέρα (ἡ ἑορτή) αὐτή, πού ἦταν γνωστή στούς χριστιανούς τῆς Δύσης ἀπό παλαιά, καί σέ μᾶς ἔγινε γνωστή τώρα κι ὄχι πρίν ἀπό πολλά χρόνια, τόσο γρήγορα διαδόθηκε καί καρποφόρησε, ὅσο μπορεῖτε νά δεῖτε τώρα, πού γέμισε ὁ αὐλόγυρος καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσφυκτικά γεμάτη ἀπό τό πλῆθος τῶν συγκεντρωθέντων. Τήν ἀμοιβή, λοιπόν, τήν ἀντάξια πρός τό μεγάλο ἐνδιαφέρον σας, νά τήν περιμένετε ἀπό τό Χριστό, πού σήμερα γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος. Ἐκεῖνος θά σᾶς ἀμείψει ὁπωσδήποτε γιά τήν προθυμία σας αὐτή. Γιατί ἡ ἀγάπη καί τό ἐνδιαφέρον σας γιά τούτη τήν (ἑόρτιο) ἡμέρα εἶναι πολύ μεγάλη ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης πού νιώθετε γιά τόν γεννηθέντα (Χριστό). Ἄν πρέπει ὅμως κι ἐμεῖς οἱ συνάνθρωποί σας κάτι νά προσφέρουμε, θά προσφέρουμε ὅ,τι μποροῦμε, ἤ μᾶλλον ὅσα ἐπιτρέψει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ νά ποῦμε γιά τή δική σας ὠφέλεια.
Τί ἐπιθυμεῖτε λοιπόν ν᾿ ἀκούσετε σήμερα; Μά τί ἄλλο παρά γιά τήν ἡμέρα αὐτή πού ἑορτάζουμε. Γιατί γνωρίζω καλά, ὅτι ἀκόμη καί σήμερα πολλοί λογομαχοῦν μεταξύ τους, καί ἄλλοι μέν κατακρίνουν, ἄλλοι δέ ὑποστηρίζουν τήν ἑορτή αὐτή. Καί γίνεται παντοῦ πολλή συζήτηση γιά τήν ἡμέρα αὐτή, καί ἄλλοι τήν κατηγοροῦν ὅτι εἶναι καινούρια καί πρόσφατη καί θεσπίστηκε τώρα τελευταῖα, ἐνῶ ἄλλοι τήν ὑπερασπίζονται ὅτι εἶναι παλαιά καί ἀρχαιότατη, ἀφοῦ ἤδη οἱ προφῆτες προφήτευσαν τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ καί ἀπό πολλά χρόνια ἦταν γνωστή καί σπουδαία γιά ὅσους κατοικοῦν ἀπό τή Θράκη μέχρι τά Γάδειρα.
Ἐμπρός, λοιπόν, ἄς μιλήσουμε γι᾿ αὐτά. Γιατί ἄν, ἐνῶ ἀκόμη ὑπάρχει ἀμφισβήτηση γύρω ἀπ᾿ τήν ἑορτή αὐτή, τήν τιμᾶτε τόσο, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ἄν γίνει πιό γνωστή, θά εἶναι πολύ μεγαλύτερο τό ἐνδιαφέρον γι᾿ αὐτή, γιατί ἡ ἀποσαφήνιση πού θά γίνει μέ τήν ὁμιλία, θά αὐξήσει τό σεβασμό σας πρός αὐτή. Ἔχω λοιπόν νά προβάλω τρεῖς ἀποδείξεις, μέ τίς ὁποῖες θά μάθουμε σίγουρα, ὅτι αὐτή εἶναι ἡ ἐποχή πού γεννήθηκε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός Λόγος. Καί γι᾿ αὐτές τίς τρεῖς ὑπάρχει μία ἀπόδειξη, τό ὅτι ἡ ἑορτή κατέστη γνωστή τόσο γρήγορα κι ἔφτασε σέ τόσο ὕψος μεγαλοπρέπειας καί δόξας. Κι ἐκεῖνο πού ἔλεγε ὁ Γαμαλιήλ σχετικά μέ τή χριστιανική διδασκαλία, ὅτι «ἄν προέρχεται ἀπό ἀνθρώπους, θά ἐξαφανισθεῖ, ἄν ὅμως προέρχεται ἀπό τό Θεό, δέν μπορεῖτε νά τήν ἐξαφανίσετε, καί προσέξτε μήπως φανεῖτε καί Θεομάχοι» (Πράξ. 5, 38-39), αὐτό θά ἔλεγα κι ἐγώ γιά τούτη τήν ἡμέρα, ὅτι ἐπειδή δηλαδή ὁ Θεός Λόγος ἐκ τοῦ Θεοῦ προέρχεται, γιαυτό ὄχι μόνο δέν ἐξαφανίστηκε ἡ ἑορτή αὐτή, ἀλλά καί γίνεται μεγαλοπρεπέστερη καί γνωστότερη χρόνο μέ τό χρόνο. Γιαυτό καί ἡ χριστιανική διδασκαλία κατέκτησε ὅλη τήν οἰκουμένη μέσα σέ λίγα χρόνια, ἄν καί αὐτοί πού τήν κήρυξαν παντοῦ ἦταν σκηνοποιοί, ψαράδες, ἀγράμματοι καί ἁπλοϊκοί ἄνθρωποι. Μά τό ὅτι ἐκεῖνοι πού τήν κήρυξαν δέν ἦταν σπουδαῖοι, δέν δυσκόλεψε τή διάδοσή της, γιατί ἡ δύναμη τοῦ περιεχομένου της ἦταν ἰσχυρότερη ἀπ᾿ ὅλα, καί ἐξουδετέρωνε ὅλα τά ἐμπόδια δείχνοντας τή δύναμή της.
Ὁ Χριστός γεννήθηκε στή Βηθλεέμ.
2. Ἄν ὅμως κάποιος ἀπ᾿ αὐτούς πού δημιουργοῦν ἔριδες, δέν παραδέχεται ὅσα εἶπα, μπορῶ νά προβάλω καί δεύτερη ἀπόδειξη. Ποιά εἶναι αὐτή; Εἶναι ἐκείνη πού βγαίνει ἀπ᾿ ὅσα διαβάζουμε μές στά Εὐαγγέλια γιά τήν ἀπογραφή. Λέει, λοιπόν, ὁ Εὐαγγελιστής: «Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες βγῆκε διάταγμα ἀπό τόν Καίσαρα Αὔγουστο νά ἀπογραφεῖ ὅλη ἡ οἰκουμένη. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ἀπογραφή πού ἔγινε ὅταν διοικητής τῆς Συρίας ἦταν ὁ Κυρήνιος. Καί πήγαιναν ὅλοι νά ἀπογραφοῦν, καθένας στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του. Πῆγε καί ὁ Ἰωσήφ ἀπό τή Γαλιλαία, ἀπό τήν πόλη Ναζαρέτ, στήν Ἰουδαία στήν πόλη τοῦ Δαβίδ, πού τό ὄνομά της εἶναι Βηθλεέμ, γιατί (ὁ Ἰωσήφ) καταγόταν ἀπ᾿ τήν οἰκογένεια καί τή φυλή τοῦ Δαβίδ, γιά νά ἀπογραφεῖ μαζί μέ τή Μαρία τή μνηστή του, πού ἦταν ἔγκυος. Μόλις ὅμως αὐτοί ἔφτασαν ἐκεῖ, ἦρθε ἡ ὥρα νά γεννήσει αὐτή. Καί γέννησε τόν Υἱό Της τόν πρωτότοκο, καί τόν σπαργάνωσε καί τόν ἔβαλε νά κοιμηθεῖ μές στή φάτνη, γιατί δέν εἶχαν τόπο στό κατάλυμα»(Λουκ. 2, 1-7). Ἀπ᾿ αὐτά γίνεται φανερό πώς (ὁ Χριστός) γεννήθηκε κατά τήν πρώτη ἀπογραφή. Καί εἶναι δυνατό, ὅποιος ἐπιθυμεῖ νά γνωρίζει μέ ἀκρίβεια, νά ἐρευνήσει τούς ἀρχαίους δημόσιους κώδικες τῆς Ρώμης καί νά μάθει τό χρόνο τῆς ἀπογραφῆς. Θά ᾿λεγε ὅμως κάποιος: Καί τί μᾶς ἐνδιαφέρει, ἀφοῦ εἴμαστε μακριά ἀπό τή Ρώμη καί ποτέ δέν τήν ἐπισκεφτήκαμε; Ἄκου ὅμως καί μήν ἀμφισβητεῖς, γιατί παραλάβαμε τήν ἡμέρα αὐτή ἀπό ἐκείνους πού γνωρίζουν ὅλα αὐτά μέ ἀκρίβεια καί διαμένουν σ᾿ αὐτή τήν πόλη. Γιατί ἐκεῖνοι πού μένουν ἐκεῖ, γιορτάζουν πρίν ἀπό πολλά χρόνια καί ἀπό παλιά παράδοση, κι αὐτοί τώρα μᾶς τήν γνώρισαν. Οὔτε ἄλλωστε ὁ Εὐαγγελιστής μᾶς ἀνέφερε ἄσκοπα τήν ἐποχή ἐκείνη, ἀλλά σκόπιμα μᾶς τό φανέρωσε, γιά νά μᾶς κάνει γνωστή τήν ἡμερομηνία αὐτή καί νά μᾶς καταδείξει τό σχέδιο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ Αὔγουστος δέν ἔβγαλε τότε αὐτό τό διάταγμα ἀπό δική του θέληση οὔτε μέ δική του πρωτοβουλία, ἀλλά ὁ Θεός τοῦ τό ἔβαλε στό νοῦ του, γιά νά τόν κάνει νά ὑπηρετήσει ἀκόμη καί παρά τή θέλησή του τή γέννηση τοῦ Μονογενοῦς. Καί πῶς αὐτό –θά διερωτόταν κανείς- συντελεῖ σ᾿ αὐτό τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ; Δέν εἶναι οὔτε μικρό οὔτε τυχαῖο αὐτό, ἀγαπητέ, ἀλλά πολύ μεγάλο καί ἕνα ἀπό τά ἀναγκαῖα καί τά σπουδαῖα. Ποιό λοιπόν εἶναι αὐτό; Ἡ Γαλιλαία εἶναι περιοχή τῆς Παλαιστίνης καί ἡ Ναζαρέτ πόλη τῆς Γαλιλαίας. Καί ἡ Ἰουδαία ἐπίσης εἶναι κάποια περιοχή πού ἔτσι τήν ὀνομάζουν οἱ κάτοικοί της, καί ἡ Βηθλεέμ εἶναι πόλη τῆς Ἰουδαίας. Ὅλοι οἱ προφῆτες προφήτευσαν πώς ὁ Χριστός θά ἔρθει ὄχι ἀπό τή Ναζαρέτ, ἀλλά ἀπ᾿ τή Βηθλεέμ, καί ὅτι ἐκεῖ θά γεννηθεῖ. Νά λοιπόν, τί λένε οἱ Γραφές: «Καί σύ Βηθλεέμ πού ἀνήκεις στήν περιοχή τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα, δέν εἶσαι ἡ πιό ἀσήμαντη ἀπ᾿ τίς κυριώτερες πόλεις τῆς Ἰουδαίας· γιατί ἀπό σένα θά προέλθει ὁ ἡγεμόνας πού θά διδάξει καί θά ὁδηγήσει τό λαό μου τόν Ἰσραήλ» (Ματθ. 2, 6). Καί οἱ Ἰουδαῖοι πού ρωτήθηκαν τότε ἀπό τόν Ἡρώδη, ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός, τοῦ ἀνέφεραν αὐτή τή μαρτυρία. Γι᾿ αὐτό καί ὅταν ὁ Φίλιππος εἶπε: «Βρήκαμε τόν Ἰησοῦ ἀπό τήν Ναζαρέτ», καί τόν ρώτησε ὁ Ναθαναήλ: «Εἶναι δυνατόν νά προέλθει κάτι καλό ἀπό τή Ναζαρέτ», ὁ Χριστός εἶπε γιαυτόν: «Νά ἕνας πραγματικός Ἰσραηλίτης πού δέν ἔχει πονηρία μέσα του» (Ἰωάν. 1, 35-47. Ἀλλά, θά ρωτοῦσε κανείς, γιατί ἐπαίνεσε ὁ Χριστός τό Ναθαναήλ; Γιατί δέν παρασύρθηκε ὁ Ναθαναήλ ἀπ᾿ τήν ἀναγγελία τοῦ Φιλίππου, καί γνώριζε μέ σαφήνεια καί ἀκρίβεια ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔπρεπε νά γεννηθεῖ στή Ναζαρέτ οὔτε στή Γαλιλαία, ἀλλά στήν Ἰουδαία καί μάλιστα στή Βηθλεέμ, ὅπως κι ἔγινε. Ἐπειδή, λοιπόν, ὁ μέν Φίλιππος δέν τό πρόσεξε, ὁ δέ Ναθαναήλ ὡς νομομαθής ἀπάντησε σύμφωνα πρός τούς λόγους τῆς ἀνωτέρω προφητείας, γνωρίζοντας ὅτι δέ θά ἔλθει ὁ Χριστός ἀπό τή Ναζαρέτ, γιαυτό ὁ Χριστός εἶπε: «Νά ἕνας πραγματικός Ἰσραηλίτης πού δέν ἔχει πονηρία μέσα του». Γιαυτό καί κάποιοι Ἰουδαῖοι ἔλεγαν στό Νικόδημο:«Ἐρεύνησε καί δές, ὅτι δέ γεννήθηκε προφήτης στή Γαλιλαία» (Ἰωάν. 7, 5). Καί ἀλλοῦ πάλι· «ὁ Χριστός δέν θά ἔλθει ἀπό τήν κώμη Βηθλεέμ, ἀπ᾿ τήν ὁποία ἦταν κι ὁ Δαβίδ; » (Ἰωάν. 7, 42). Καί ὅλοι εἶχαν τήν ἴδια γνώμη, ὅτι σίγουρα ὁ Χριστός ἔπρεπε ἀπό ἐκεῖ νά ἔλθει (ἀπ᾿ τήν Ἰουδαία) καί ὄχι ἀπ᾿ τή Γαλιλαία. Ἐπειδή, λοιπόν, ὁ Ἰωσήφ καί ἡ Μαρία, πού ἦταν κάτοικοι τῆς Βηθλεέμ, τήν ἐγκατέλειψαν καί ἐγκαταστάθηκαν στή Ναζαρέτ, ὅπου καί διέμειναν (πράγμα βέβαια πού συμβαίνει συνήθως σέ πολλούς ἀνθρώπους, νά ἐγκαταλείπουν, δηλαδή, τίς πόλεις πού γεννήθηκαν καί νά διαβιοῦν σέ ἄλλες πόλεις στίς ὁποῖες δέ γεννήθηκαν), κι ἔπρεπε ὁ Χριστός νά γεννηθεῖ στή Βηθλεέμ, βγῆκε διάταγμα, πού καί χωρίς τή θέλησή τους τούς ἀνάγκαζε νά πᾶνε σ᾿ αὐτή τήν πόλη, γιατί ἔτσι εἶχε προνοήσει ὁ Θεός. Γιατί ὁ νόμος πού ἀπαιτοῦσε ἀπ᾿ τόν καθένα νά ἀπογραφεῖ στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τούς ἀνάγκασε νά ξεσηκωθοῦν ἀπό ἐκεῖ, ἐννοῶ ἀπό τή Ναζαρέτ, καί νά ἔλθουν στή Βηθλεέμ γιά νά ἀπογραφοῦν. Ἀκριβῶς αὐτό ὑπονοοῦσε καί ὁ Εὐαγγελιστής ὅταν ἔλεγε:«Πῆγε καί ὁ Ἰωσήφ ἀπό τή Γαλιλαία, ἀπό τήν πόλη Ναζαρέτ στήν Ἰουδαία, στήν πατρίδα τοῦ Δαβίδ, γιά νά ἀπογραφεῖ μαζί μέ τή μνηστή του πού ἦταν ἔγκυος. Καί συνέβη, ὅταν αὐτοί ἦταν ἐκεῖ, νά συμπληρωθοῦν οἱ μέρες πού θά γεννοῦσε ἡ Μαρία, καί γέννησε τό γιό της τόν πρωτότοκο» (Λουκ. 2, 4-7).
Ἡ ἡμερομηνία Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.
3. Εἶδες, ἀγαπητέ, τήν οἰκονομία (σχέδιο) τοῦ Θεοῦ, πού ρυθμίζει τά ζητήματά Του μέ τό νά χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανά Του τούς πιστούς καί τούς ἀπίστους; Κι αὐτό γιά νά μάθουν οἱ ἄπιστοι πόσο ἀξίζει ἡ εὐσέβεια καί πόση εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ μέν ἀστέρας ὁδήγησε τούς Μάγους ἀπό τήν Ἀνατολή, τό δέ διάταγμα ἔφερε τή Μαριάμ στόν τόπο πού προφήτευσαν οἱ προφῆτες ὅτι θά εἶναι ἡ πατρίδα τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό αὐτό μαθαίνουμε ὅτι καί ἡ Παρθένος καταγόταν ἀπό τό γένος τοῦ Δαβίδ. Ἀφοῦ ἦταν, δηλαδή, ἀπό τή Βηθλεέμ, εἶναι προφανές ὅτι ἦταν καί ἀπό τήν οἰκογένεια καί τή φυλή τοῦ Δαβίδ. Αὐτό καί προηγουμένως μᾶς τό δήλωσε ὁ Εὐαγγελιστής μέ ὅσα ἔλεγε: «Πῆγε καί ὁ Ἰωσήφ ἀπό τή Γαλιλαία μαζί μέ τή Μαρία, γιατί ἦταν ἀπ᾿ τή γενιά καί τή φυλή τοῦ Δαβίδ» (Λουκ. 2, 4). Ἐπειδή, λοιπόν, γνωρίσαμε τό γενεαλογικό δένδρο τοῦ Ἰωσήφ (Βλέπε Ματθ. 1, 1-16), τούς προγόνους ὅμως τῆ Μαρίας κανένας δέν μᾶς τούς ἀπαρίθμησε ὅπως τούς προγόνους τοῦ Ἰωσήφ, καί γιά νά μήν ἀμφιβάλλεις καί ρωτᾶς: ἀπό ποῦ φαίνεται ὅτι καί αὐτή (ἡ Μαρία) κατάγεται ἀπό τό γένος τοῦ Δαβίδ; ἄκουσε: «Τόν ἕκτο μῆνα ἀπέστειλε ὁ Θεός τόν ἄγγελο Γαβριήλ σέ μιά πόλη τῆς Γαλιλαίας, τῆς ὁποίας τό ὄνομα ἦταν Ναζαρέτ, σέ μιά παρθένο μνηστευμένη μέ ἕναν ἄνθρωπο τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἦταν Ἰωσήφ, καί καταγόταν ἀπ᾿ τή γενιά τοῦ Δαβίδ» (Λουκ. 1, 26-27). Τή φράση «καταγόταν ἀπ᾿ τή γενιά τοῦ Δαβίδ», πρέπει νά θεωρήσουμε πώς εἰπώθηκε γιά τήν Παρθένο. Αὐτό λοιπόν ἔγινε φανερό καί μέ αὐτά. Γιαυτό ἐκδόθηκε καί τό διάταγμα καί ἡ ἀπόφαση αὐτή, γιά νά ὁδηγηθοῦν αὐτοί στή Βηθλεέμ. Μόλις ἔφτασαν στήν πόλη, ἀμέσως γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς. Γιαυτό καί τόν ἔβαλαν νά πλαγιάσει στή φάτνη ὡς βρέφος, γιατί συγκεντρώθηκαν τότε πολλοί ἀπό πολλά μέρη καί κατέλαβαν τά καταλύματα καί δημιούργησαν μεγάλη ἔλλειψη χώρου. Γιαυτό καί οἱ Μάγοι ἐκεῖ τόν προσκύνησαν. Γιά νά σᾶς προσφέρω ὅμως μία σαφέστερη καί πειστικότερη ἀπόδειξη, σᾶς παρακαλῶ νά μέ προσέξετε λίγο περισσότερο· γιατί θέλω νά σᾶς διηγηθῶ μεγάλη ἱστορία καί νά σᾶς διαβάσω παλαιούς νόμους, ὥστε μέ ὅλα αὐτά νά καταλάβετε καλύτερα αὐτά πού τώρα λέω.
Ὑπῆρχε στούς Ἰουδαίους κάποιο παλαιό ἔθιμο. Ἀλλά καλύτερα νά μεταφερθοῦμε ἀκόμα παλαιότερα, ὅταν ὁ Θεός λύτρωσε τούς Ἑβραίους ἀπό τά βάσανα καί τή βάρβαρη τυραννία τῶν Αἰγυπτίων. Βλέποντάς τους ὅτι ἦταν ἀκόμη ἀρκετά ἀσεβεῖς καί ὅτι τούς συγκινοῦσαν τά ὑλικά πράγματα καί ὅτι θαύμαζαν τήν ὀμορφιά καί μέγεθος τῶν ναῶν, τούς ἔδωσε ἐντολή νά χτίσουν ναό, πού νά ξεπερνᾶ ὅλους τούς ναούς τῆς γῆς ὄχι μόνο στήν πολυτέλεια τῶν ὑλικῶν, οὔτε στήν ποικιλία τῆς τέχνης, ἀλλά καί στό σχῆμα τῆς οἰκοδομῆς. Καί ὅπως ὁ φιλόστοργος πατέρας πού βρῆκε τό γιό του, ὁ ὁποῖος γιά πολύ καιρό συναναστράφηκε μέ ἁμαρτωλούς, διεφθαρμένους καί ἄσωτους ἀνθρώπους καί ἀπόλαυσε πολλές ἁμαρτίες, τοῦ προσφέρει ἁπλόχερα τά πάντα μέ σύνεση καί πολλή λεπτότητα, ὥστε νά μή στενοχωριέται ἐνθυμούμενος τά περασμένα οὔτε καί νά τά νοσταλγήσει, ἔτσι καί ὁ Θεός, βλέποντας τούς Ἰουδαίους νά συγκινοῦνται ἀπό τά ὑλικά πράγματα, προσφέρει σ᾿ αὐτούς ἀφθονία ἀγαθῶν γιά νά μήν ἐπιθυμήσουν τήν κατάσταση ἤ τά ἀγαθά τῶν Αἰγυπτίων. Καί τούς βάζει νά κατασκευάσουν τό ναό ὅμοιο μέ τόν κόσμο ὅλο, τόν αἰσθητό καί τό νοητό. Ὅπως δηλαδή ὑπάρχει γῆ καί οὐρανός καί μεταξύ τους τό διάστημα τοῦ στερεώματος, κατά τόν ἴδιο τρόπο ἔδωσε ἐντολή νά κατασκευασθεῖ κι ὁ ναός. Καί ἀφοῦ χώρησε σέ δύο τό ναό αὐτό καί τοποθέτησε στή μέση τό καταπέτασμα, ἐπέτρεψε νά μπαίνουν ὅλοι στό τμῆμα πού εἶναι ἔξω ἀπό τό καταπέτασμα, στό τμῆμα ὅμως πού εἶναι μετά ἀπό αὐτό, ἀπαγόρευσε σέ ὅλους νά μπαίνουν ἐκτός ἀπό τόν ἀρχιερέα. Καί ὅτι δέν ἀποτελοῦν δική μου φαντασία αὐτά, ἀλλ᾿ ὅτι κατασκευάσθηκε ὁ ναός κατά τό πρότυπο τοῦ σύμπαντος, πρόσεξε τί λέει ὁ Παῦλος ἀναφερόμενος στό Χριστό, πού ἀνέβηκε στόν οὐρανό: «ὁ Χριστός δέν εἰσῆλθε σέ ἅγια καμωμένα ἀπό ἀνθρώπους, πού εἶναι ἀπομίμηση τῶν ἀληθινῶν» ( Ἑβρ. 9, 24), δείχνοντας ἔτσι ὅτι τά ἐπίγεια ἅγια ἦταν ἀπομίμηση τῶν ἀληθινῶν. Καί γιά τό ὅτι τό καταπέτασμα χώριζε τά Ἅγια τῶν ἁγίων ἀπό τά ἐξωτερικά ἅγια, ὅπως ὁ οὐρανός χωρίζει ὅσα βρίσκονται πάνω ἀπ᾿ αὐτόν ἀπ᾿ ὅλα ὅσα βρίσκονται πρός τό μέρος μας, πρόσεξε πῶς κι αὐτό ὑποδηλώνεται μέ τό νά χαρακτηρισθεῖ ὁ οὐρανός ὡς καταπέτασμα. Μιλώντας (ὁ Παῦλος) γιά τήν ἐλπίδα, ὅτι δηλαδή ἀποτελεῖ ἀσφαλή καί ἀκλόνητη ἄγκυρα γιά τή ζωή μας, πρόσθεσε: «αὐτή εἰσέρχεται στό ἐσώτερο μέρος τοῦ καταπετάσματος, ἐκεῖ πού εἰσῆλθε γιά νά μᾶς ἀνοίξει τό δρόμο ὁ Ἰησοῦς, δηλαδή πάνω ἀπό τόν οὐρανό» (Ἑβρ. 6, 19-20). Βλέπεις, λοιπόν, ὅτι ὀνόμασε τόν οὐρανό καταπέτασμα;
Ἔξω ἀπό τό καταπέτασμα βρισκόταν ἡ λυχνία, καί ἡ τράπεζα, καί ὁ χάλκινος βωμός, πάνω στόν ὁποῖο προσφέρονταν θυσίες καί ὁλοκαυτώματα. Ὄπισθεν τοῦ καταπετάσματος καί στό ἐσωτερικό μέρος τοῦ ναοῦ βρισκόταν ἡ κιβωτός, καλυμμένη σ᾿ ὅλη τήν ἐπιφάνειά της μέ χρυσάφι, περιέχουσα μέσα της τίς πλάκες πού ἦταν γραμμένη ἡ διαθήκη (οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ), τή χρυσή στάμνα (μέ τό μάννα) καί τό ραβδί τοῦ Ἀαρών πού βλάστησε θαυματουργικά· μαζί μέ τήν κιβωτό βρισκόταν καί ὁ χρυσός βωμός, ὄχι γιά θυσίες καί ὁλοκαυτώματα, ἀλλά μόνο γιά θυμίαμα. Καί σέ ὅλους ἐπιτρεπόταν νά εἰσέρχονται στό ἐξωτερικό μέρος, στό ἐσωτερικό ὅμως μέρος μόνο στόν ἀρχιερέα. Γιά ὅλα αὐτά θά σᾶς παρουσιάσω πάλι τή μαρτυρία τοῦ Παύλου, πού λέγει περίπου τά ἑξῆς: «Γίνονταν λατρευτικές τελετές καί στήν πρώτη σκηνή καί στό κοσμικό, στό ἅγιο, μέρος τοῦ ναοῦ» (Ἑβρ. 9, 1). Ὀνομάζει κοσμικό μέρος τοῦ ναοῦ αὐτό πού βρισκόταν ἔξω ἀπό τό καταπέτασμα, ἐπειδή ἐπιτρεπόταν στόν καθένα νά εἰσέρχεται ἐλεύθερα· «Σ᾿ αὐτό βρισκόταν ἡ λυχνία καί ἡ τράπεζα καί ἡ πρόθεση τῶν ἄρτων. Στό ἐσώτερο μέρος τοῦ καταπετάσματος βρισκόταν μιά σκηνή πού ὀνομαζόταν Ἅγια τῶν ἁγίων, μέσα στήν ὁποία βρίσκονταν τό χρυσό θυμιατήριο, ἡ κιβωτός τῆς διαθήκης, καλυμμένη σ᾿ ὅλη της τήν ἐπιφάνεια μέ χρυσάφι. Μές στήν κιβωτό βρίσκονταν ἡ χρυσή στάμνα πού περιεῖχε τό μάννα, ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών πού βλάστησε καί οἱ πλάκες τῆς διαθήκης. Πάνω ἀπ᾿ αὐτή βρίσκονταν Χερουβίμ ἔνδοξα πού φύλαγαν τό θυσιαστηρίο. Κι ἔτσι ὅπως ἦταν κατασκευασμένα αὐτά, στή μέν πρώτη σκηνή εἰσέρχονταν πάντοτε οἱ ἱερεῖς καί ἐκτελοῦσαν τά σχετικά μέ τή λατρεία, στή δεύτερη ὅμως εἰσήρχετο μιά φορά τό χρόνο μονάχος ὁ ἀρχιερέας, ὄχι χωρίς αἷμα, πού τό προσφέρει γιά τόν ἑαυτό του καί τίς ἀκούσιες ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ» (Ἑβρ. 9, 2-7). Βλέπεις, λοιπόν, ὅτι σ᾿ αὐτό εἰσέρχεται καί μόνος ὁ ἀρχιερέας καί γιά μία καί μόνη φορά τό χρόνο;
4. Ποιά σχέση, ὅμως, ἔχουν αὐτά, θά ρωτοῦσε κανείς, μέ τήν ἡμέρα γιά τήν ὁποία μιλᾶμε; Ἀναμείνατε λίγο ἀκόμη καί μήν ἀνησυχεῖτε. Γιατί ἀπό τήν κορυφή σκάβουμε τήν πηγή καί βιαζόμαστε νά φτάσουμε στήν ἄκρη της, ὥστε μέ εὐκολία νά γίνουν φανερά ὅλα αὐτά σέ σᾶς. Καλύτερα ὅμως, γιά νά μή γίνει ἡ ὁμιλία μου δυσνόητη γιά πολλή ὥρα καί ἀποβεῖ σέ βάρος σας ἡ μεγάλη διάρκειά της, νά σᾶς πῶ τώρα τήν αἰτία πού μέ ἔκανε νά ἀναφέρω ὅλα αὐτά. Ποιά εἶναι, λοιπόν, ἡ αἰτία; Ὅταν ἡ Ἐλισάβετ ἦταν ἕξι μηνῶν ἔγκυος γιά νά γεννήσει τόν Ἰωάννη τότε ἄρχισε ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Μαρίας. Ἄν μάθουμε λοιπόν ποιός ἦταν ἐκεῖνος ὁ ἕκτος μήνας, θά ξέρουμε καί πότε ἄρχισε ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Μαρίας. Ἔπειτα, ἀφοῦ μάθουμε πότε ἄρχισε ἡ ἐγκυμοσύνη, θά ξέρουμε καί τό χρόνο τῆς γεννήσεως (τοῦ Χριστοῦ), ἀφοῦ μετρήσουμε ἐννιά μῆνες ἀπό τή σύλληψη.
Πῶς θά μάθουμε, λοιπόν, ποιός ἦταν ὁ ἕκτος μήνας τῆς ἐγκυμοσύνης τῆς Ἐλισάβετ; Ἄν μάθουμε ποιός ἦταν ὁ μήνας πού ἔγινε ἡ σύλληψη. Ἀλλά μέ ποιόν τρόπο θά μάθουμε ποιός ἦταν ὁ μήνας πού συνέλαβε; Ἄν μάθουμε ποιά ἐποχή ὁ σύζυγός της Ζαχαρίας πληροφορήθηκε ἀπό τόν ἄγγελο τή χαρμόσυνη εἴδηση. Καί αὐτό πῶς θά τό μάθουμε; Ἀπό τίς θεῖες Γραφές. Ὅπως μᾶς λέει τό ἱερό Εὐαγγέλιο, ὁ ἄγγελος ἔφερε τήν χαρμόσυνη εἴδηση στό Ζαχαρία ἐνῶ αὐτός βρισκόταν στά Ἅγια τῶν ἁγίων καί τοῦ ἀνακοίνωσε τή γέννηση τοῦ Ἰωάννη. Ἄν λοιπόν ἀποδειχθεῖ μέ σαφήνεια ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ὅτι μόνο μία φορά τό χρόνο εἰσήρχετο ὁ ἀρχιερέας στά Ἅγια τῶν ἁγίων, καί μονάχος, καί πότε, καί ποιό μήνα τοῦ χρόνου γίνεται ἡ μοναδική αὐτή εἴσοδος, θά εἶναι ἀπόλυτα γνωστός καί ὁ χρόνος πού δόθηκε ἡ χαρμόσυνη εἴδηση (στό Ζαχαρία).
Ὅτι λοιπόν μιά φορά τό χρόνο εἰσήρχετο στά Ἅγια τῶν ἁγίων, καί ὁ Παῦλος τό ἔκανε γνωστό καί ὁ Μωυσῆς αὐτό ἀκριβῶς φανερώνει μέ τά ἑξῆς λόγια: «Καί μίλησε ὁ Κύριος στό Μωυσῆ καί τοῦ εἶπε· πές στόν ἀδελφό σου τόν Ἀαρών νά μήν εἰσέρχεται κάθε ὥρα στό Ἅγιο πού βρίσκεται στό ἐσώτερο μέρος τοῦ καταπετάσματος καί νά μήν πηγαίνει μπροστά στό θυσιαστήριο πού εἶναι πάνω στήν κιβωτό τοῦ μαρτυρίου, γιά νά μή τιμωρηθεῖ μέ θάνατο». Καί πάλι: «Κανείς Ἰσραηλίτης δέν θά βρίσκεται στή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου, ὅταν θά εἰσέρχεται ὁ Ἀαρών στά Ἅγια τῶν ἁγίων γιά νά κάνει τήν ἐξιλέωση αὐτή μέχρι πού νά ἐξέλθει. Ὁ Ἀαρών θά κάνει τήν ἐξιλέωση γιά τόν ἑαυτό του, γιά τήν οἰκογένειά του καί γιά ὅλο τό λαό τοῦ Ἰσραήλ. Καί θά κάνει τήν ἐξιλέωση στό θυσιαστήριο πού βρίσκεται μπροστά στόν Κύριο»(Λευϊτ. 16, 1. 17).
Τό ὅτι λοιπόν δέν εἰσήρχετο στά Ἅγια τῶν ἁγίων συχνά, οὔτε ὅταν ἦταν μέσα ἐπιτρεπόταν νά ἐπικοινωνήσει κανείς μαζί του, ἀλλά ἔπρεπε νά στέκεται ἔξω ἀπό τό καταπέτασμα, εἶναι γνωστό ἀπ᾿ ὅσα ἀναφέρθηκαν. Ἤδη τά γνωρίζεται ὅλα αὐτά μέ κάθε ἀκρίβεια. Μένει, λοιπόν, νά ἀποδείξω ποιός ἦταν ὁ καιρός πού εἰσήρχετο στά Ἅγια τῶν ἁγίων καί ὅτι αὐτό τό ἔκανε μονάχος μιά φορά τό χρόνο. Ἀπό ποῦ ὅμως διαφαίνεται αὐτό; Ἀπό τό ἴδιο αὐτό βιβλίο. Γιατί τό λέγει μέ τά ἑξῆς λόγια: «κατά τόν ἕβδομο μῆνα, στίς δέκα τοῦ μηνός, θά ταπεινώσετε τίς ψυχές σας καί καμία ἐργασία δέ θά κάνετε κατά τή διάρκειά της, οὔτε ὁ προσήλυτος πού βρίσκεται μαζί σας. Γιατί τήν ἡμέρα αὐτή θά γίνει ἐξιλαστήρια προσευχή γιά σᾶς, γιά νά σᾶς καθαρίσει ἀπ᾿ ὅλες τίς ἁμαρτίες σας. Θά καθαρισθεῖτε μπροστά στόν Κύριο. Ἀπόλυτη ἀργία καί ἀνάπαυση θά ἔχετε αὐτή τήν ἡμέρα καί θά ταπεινώσετε τίς ψυχές σας. Αὐτό θά εἶναι αἰώνιο ἔθιμό σας. Καί θά κάνει τήν ἐξιλαστήρια προσευχή ἐκεῖνος πού θά τόν κάνουν ἱερέα, ἐκεῖνος πού θά κριθεῖ τέλειος γιά τήν ἐκτέλεση τῶν ἱερατικῶν καθηκόντων μετά τόν πατέρα του. Καί θά φορέσει τήν ἁγία στολή του, καί θά κάνει ἐξιλαστήρια προσευχή στό Ἅγιο τοῦ ἁγίου, καί στή σκηνή τοῦ μαρτυρίου καί στό θυσιαστήριο, καί θά κάνει ἐξιλαστήρια προσευχή γιά τίς ἁμαρτίες τῶν ἱερέων καί γιά ὅσους βρίσκονται στή συναγωγή. Καί διατηρεῖτε αἰώνια τό ἔθιμο αὐτό, νά κάνετε γιά τό λαό τοῦ Ἰσραήλ θυσία πού νά ἐξιλεώνει τό Θεό γιά ὅλες τίς ἁμαρτίες τους. Μιά φορά τό χρόνο θά γίνεται αὐτό, ὅπως ὅρισε ὁ Κύριος στό Μωυσῆ» (Λευϊτ. 16, 29). Ἐδῶ ὁμιλεῖ γιά τήν ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας. Γιατί τότε ἦταν πού ὁ ἀρχιερεύς εἰσήρχετο μία φορά τό χρόνο. Αὐτό βέβαια καί ὁ ἴδιος τό φανέρωσε λέγοντας:«Μία φορά τό χρόνο θά γίνεται αὐτό».
5. Ἀφοῦ λοιπόν ὁ ἀρχιερέας εἰσήρχετο μονάχος στά Ἅγια τῶν ἁγίων κατά τήν ἡμέρα τῆς σκηνοπηγίας, ἄς ἀποδείξουμε τώρα ὅτι παρουσιάστηκε ὁ ἄγγελος στό Ζαχαρία, ὅταν αὐτός βρισκόταν στά Ἅγια τῶν ἁγίων. Γιατί σ᾿ αὐτόν μόνο παρουσιάστηκε ὅταν ἔκανε τήν προσφορά τοῦ θυμιάματος, καί ὁ ἀρχιερέας ποτέ ἄλλοτε δέν εἰσέρχεται μονάχος, παρά μόνο τότε. Καί τίποτε δέ μᾶς ἐμποδίζει νά δώσουμε προσοχή καί στά ἑξῆς λόγια: «Ζοῦσε στήν ἐποχή τοῦ βασιλιᾶ τῆς Ἰουδαίας Ἡρώδη κάποιος ἱερέας, πού τό ὄνομά του ἦταν Ζαχαρίας, καί ἡ γυναίκα του ἦταν ἀπόγονος τοῦ Ἀαρών καί ὀνομαζόταν Ἐλισάβετ» (Λουκ. 1, 5). «Ὅταν ὁ Ζαχαρίας ἐκτελοῦσε τά ἱερατικά του καθήκοντα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μέ τή σειρά τῆς ἐφημερίας τῶν ἱερέων, ἔπεσε σ᾿ αὐτόν, κατά τή συνήθεια τῆς ἱερατικῆς ὑπηρεσίας, ὁ κλῆρος νά θυμιάσει καί νά εἰσέλθει στό ναό τοῦ Κυρίου. Ὁλόκληρο δέ τό πλῆθος τοῦ λαοῦ προσευχόταν ἔξω κατά τήν ὥρα πού (ὁ Ζαχαρίας) πρόσεφερε τό θυμίαμα» (Λουκ. 1, 8-10). Θυμήσου τώρα, ἀγαπητέ μου τή μαρτυρία πού λέγει: «Καί κανείς δέν θά βρίσκεται μέσα στή σκηνή τοῦ μαρτυρίου, ὅταν ἐκεῖνος εἰσέλθει στά Ἅγια τῶν ἁγίων γιά νά κάνει ἐξιλαστήρια προσευχή, μέχρι πού νά ἐξέλθει». «Τότε ἐμφανίστηκε σ᾿ αὐτόν ἄγγελος τοῦ Κυρίου, πού στεκόταν στά δεξιά τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος» (Λουκ. 1, 11). Δέν εἶπε τοῦ θυσιαστηρίου πού προσφερόταν θυσία, ἀλλά τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος. Γιατί τό ἐξωτερικό θυσιαστήριο ἦταν γιά θυσίες καί ὁλοκαυτώματα, ἐνῶ τό ἐσωτερικό γιά θυμίαμα. Συνεπῶς ἀπ᾿ αὐτό καί ἀπό τό γεγονός ὅτι μόνο σ᾿ αὐτόν παρουσιάστηκε, καί ἐπειδή καθώς μᾶς λέγουν οἱ Γραφές, ὁ λαός βρισκόταν ἔξω καί τόν περίμενε, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι εἰσῆλθε στά Ἅγια τῶν ἁγίων. «Καί ταράχτηκε ὁ Ζαχαρίας ὅταν τόν εἶδε καί τόν κατέλαβε φόβος. Τοῦ εἶπε δέ ὁ ἄγγελος· “μή φοβᾶσαι Ζαχαρία, γιατί ἡ προσευχή σου ἔχει εἰσακουσθεῖ καί ἡ γυναίκα σου ἡ Ἐλισάβετ θά σοῦ γεννήσει γιό καί θά τόν ὀνομάσεις Ἰωάννη”. Καί ὁ λαός ἀνέμενε τό Ζαχαρία καί ἀποροῦσαν γιατί ἀργοποροῦσε πολύ στό ναό. Ὅταν βγῆκε, τούς ἔκανε νοήματα καί δέν μποροῦσε νά τούς μιλήσει» (Λουκ. 1, 12-22). Βλέπεις, λοιπόν, πώς ἦταν πίσω ἀπό τό καταπέτασμα; Τότε λοιπόν ἔλαβε τή χαρμόσυνη εἴδηση. Καί αὐτό ἔγινε τήν ἡμέρα τῆς Σκηνοπηγίας καί τῆς νηστείας, γιατί αὐτό δείχνει ἡ φράση «ταπεινώσατε τίς ψυχές σας».Ἑορτάζεται δέ ἡ ἑορτή αὐτή ἀπό τούς Ἰουδαίους στά τέλη τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου, ὅπως κι ἐσεῖς τό γνωρίζετε μέ βεβαιότητα. Γιατί τότε ἐξεφώνησα τούς πολλούς καί μακρούς λόγους κατά τῶν Ἰουδαίων, ἐπικρίνοντας τήν παράκαιρη νηστεία τους. Τότε λοιπόν συνέλαβε καί ἡ Ἐλισάβετ, ἡ σύζυγος τοῦ Ζαχαρία· καί ἔκρυβε τήν ἐγκυμοσύνη της πέντε μῆνες λέγοντας: «αὐτό μοῦ ἔκανε ὁ Κύριος κατά τήν ἡμέρα πού ἀποφάσισε νά μέ ἀπαλλάξει ἀπό τή ντροπή πού εἶχα μεταξύ τῶν ἀνθρώπων» (Λουκ. 1, 25). Τώρα, λοιπόν, εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμή νά ἀποδείξω ὅτι ὅταν αὐτή βρισκόταν στόν ἕκτο μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης της γιά νά γεννήσει τόν Ἰωάννη, ἡ Μαρία ἔλαβε τή χαρμόσυνη ἀγγελία ὅτι θά μείνει ἔγκυος. Μόλις λοιπόν τήν ἐπισκέφθηκε ὁ Γαβριήλ τῆς εἶπε: «Μή φοβᾶσαι Μαριάμ γιατί βρῆκες χάρη ἀπό τό Θεό. Θά μείνης ἔγκυος καί θά γεννήσεις γιό καί θά τόν ὀνομάσεις Ἰησοῦ» (Λουκ. 1, 30-31). Ἐπειδή ὅμως ἐκείνη ταράχτηκε καί ζήτησε νά μάθει τόν τρόπο πού θά γίνει αὐτό, τῆς ξαναμίλησε ὁ ἄγγελος καί τῆς εἶπε: «Πνεῦμα Ἅγιο θά ἔλθει σ᾿ ἐσένα καί δύναμη τοῦ Ὑψίστου θά σέ προστατεύσει· γιαυτό καί τό Ἅγιο πού θά γεννηθεῖ θά ὀνομαστεῖ Υἱός Θεοῦ. Καί ἡ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου, συνέλαβε κι αὐτή γιό στά γεράματά της καί αὐτή πού θεωρεῖται στεῖρα, βρίσκεται τώρα στόν ἕκτο μήνα της, γιατί κανένα πράγμα δέν εἶναι ἀκατόρθωτο ἀπό τό Θεό»(Λουκ. 1, 35-37). Ἄν λοιπόν ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Ἐλισάβετ ἄρχισε μετά τό Σεπτέμβριο, καθώς ἔχει ἀποδειχθεῖ, πρέπει νά μετρήσουμε ἕξι μῆνες μετά ἀπ᾿ αὐτόν. Εἶναι οἱ μῆνες αὐτοί· Ὀκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, Ἰανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος.
Μετά λοιπόν τόν ἕκτο μῆνα (πού ἔμεινε ἔγκυος ἡ Ἐλισάβετ) ἄρχισε ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Μαρίας. Ἑπομένως ἄν μετρήσουμε ἐννιά μῆνες μετά ἀπ᾿ αὐτόν θά φθάσουμε σ᾿ αὐτόν τόν τωρινό γιά τόν ὁποῖο μιλᾶμε. Ὁ πρῶτος λοιπόν μήνας τῆς συλλήψεως τοῦ Κυρίου εἶναι ὁ Ἀπρίλιος πού ἀντιστοιχεῖ στόν Ξανθικό, μετά τόν ὁποῖο ἀκολουθοῦν οἱ Μάϊος, Ἰούνιος, Ἰούλιος, Αὔγουστος, Σεπτέμβριος Ὀκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, ὁ μήνας στόν ὁποῖο βρισκόμαστε καί ἑορτάζουμε τήν ἡμέρα αὐτή. Καί γιά νά γίνει περισσότερο κατανοητό αὐτό πού ὑποστηρίζω, θά ἐπαναλάβω, στήν ἀγάπη σας, μέ συντομία πάλι τά ὅσα λέω. Μία φορά τό χρόνο εἰσήρχετο μονάχος ὁ ἀρχιερέας στά Ἅγια τῶν ἁγίων. Καί πότε γινόταν αὐτό; Τό μήνα Σεπτέμβριο. Τότε λοιπόν εἰσῆλθε ὁ Ζαχαρίας στά Ἅγια τῶν ἁγίων. Τότε τοῦ ἔστειλε καί ὁ Θεός τή χαρμόσυνη εἴδηση τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰωάννη. Βγῆκε λοιπόν ἀπ᾿ ἐκεῖ καί ἄρχισε ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς γυναίκας του. Μετά τό Σεπτέμβριο καί ὅταν ἡ Ἐλισάβετ βρισκόταν στόν ἕκτο μήνα, πού εἶναι ὁ Μάρτιος, ἄρχισε ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Μαρίας. Ἄν μέτρησουμε λοιπόν ἀπό τόν Ἀπρίλιο ἐννιά μῆνες θά φθάσουμε σ᾿ αὐτόν τό μῆνα πού γεννήθηκε ὁ Κύριός μας Ἱησοῦς Χριστός.
Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ.
6. Σᾶς κατέστησα γνωστά μέχρι τώρα ὅλα τά σχετικά μέ αὐτή τήν ἡμέρα. Ἀφοῦ ἀναφέρω ἀκόμη ἕνα, θά τελειώσω τήν ὁμιλία μου καί θά δώσω τή θέση μου στόν κοινό δάσκαλο γιά τά σημαντικότερα. Ἐπειδή λοιπόν πολλοί εἰδωλολάτρες, ὅταν ἀκούσουν ὅτι ὁ Θεός γεννήθηκε μέ ἀνθρώπινη μορφή, μᾶς περιγελοῦν καί μᾶς προσβάλλουν, καί ἐνοχλοῦν καί στενοχωροῦν πολλούς ἁπλοϊκούς χριστιανούς, εἶναι ἀνάγκη καί σέ κείνους καί στούς ἄλλους πού στενοχωροῦνται νά ἀπευθυνθῶ, ὥστε ποτέ στό ἑξῆς νά μή θορυβοῦνται παρασυρμένοι ἀπό ἀνοήτους ἀνθρώπους καί γιά νά μήν τούς ἐνοχλοῦν οἱ κοροϊδίες τῶν ἀπίστων. Γιατί καί τά μικρά παιδιά πολλές φορές γελοῦν ὅταν ἐμεῖς συζητᾶμε γιά σπουδαῖα ζητήματα καί ἀσχολούμαστε μέ σοβαρές ὑποθέσεις. Τό γέλιο ὅμως δέν εἶναι ἀπόδειξη ὅτι εἶναι γελοῖα αὐτά πού κοροϊδεύει κανείς, ἀλλά ἀπόδειξη τῆς ἀνοησίας αὐτοῦ πού τά κοροδεύει. Αὐτό βέβαια μποροῦμε νά ποῦμε καί γιά τούς εἰδωλολάτρες, πώς ἐπειδή εἶναι περισσότερο ἀνόητοι κι ἀπ᾿ τά παιδιά, κοροϊδεύουν ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα πρέπει κανείς νά νιώθει θαυμασμό καί μεγάλο σεβασμό, ἐνῶ, ἀντίθετα, σέβονται καί ὑποστηρίζουν ἐκεῖνα πού εἶναι πραγματικά γελοῖα. Ἀλλά καί τά δικά μας πού ἐκεῖνοι τά κοροϊδεύουν, ἐξακολουθοῦν νά παραμένουν σεβαστά καί δέν ζημιώνει καθόλου τή δόξα τους τό ὅτι τά κοροϊδεύουν ἐκεῖνοι. Τά δικά τους ἀντίθετα ἄν καί τά ὑποστηρίζουν μέ κάθε τρόπο, δείχνουν τή δική τους κατωτερότητα. Ἀλήθεια, δέν εἶναι σημάδι τῆς πιό μεγάλης παραφροσύνης τό ὅτι αὐτοί (οἱ εἰδωλολάτρες) πού εἶναι ἐπιρρεπεῖς στό νά εἰσάγουν τούς θεούς τους σέ ξύλα καί σέ βράχους καί σέ τιποτένια ξόανα, καί τούς κλίνουν ἐκεῖ μέσα σάν σέ δεσμωτήριο, νά νομίζουν ὅτι οὔτε κάνουν οὔτε λένε τίποτε ἀξιοκαταφρόνητο, ἐμᾶς δέ νά κατηγοροῦν γιατί λέμε ὅτι ὁ Θεός κατασκεύασε γιά τόν ἑαυτό του, διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ναό καί εὐεργέτησε μέ τόν τρόπο αὐτό τήν οἰκουμένη; Ἀλλά εἶναι κατηγορία αὐτή; Γιατί ἄν εἶναι ὑποτιμητικό νά κατοικήσει ὁ Θεός μέσα σέ ἀνθρώπινο σῶμα, εἶναι πολύ χειρότερο νά κατοικήσει μέσα σέ βράχους καί σέ ξύλα, μάλιστα τόσο πιό πολύ ὑποτιμητικό ὅσο κατώτερα εἶναι σέ σύγκριση μέ τόν ἄνθρωπο ὁ βράχος καί τό ξύλο, ἐκτός βέβαια κι ἄν ἔχουν τή γνώμη πώς ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε κατώτεροι ἀπό τά ἄψυχα αὐτά ἀντικείμενα. Γιατί αὐτοί τολμοῦν νά καταβιβάζουν τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ σέ γάτες καί σέ σκύλους, καί πολλοί αἱρετικοί σέ ἀκόμη κατώτερα ὄντα. Ἐμεῖς ὅμως τέτοιο δέ λέμε, οὔτε θά ἀνεχόμασταν ποτέ νά ἀκούσουμε. Ἐμεῖς μόνο τοῦτο ὁμολογοῦμε, ὅτι ὁ Χριστός ἔλαβε ἀπό παρθενική μήτρα σῶμα ἅγιο καί καθαρό, ἀμόλυντο ἀπό κάθε ἁμαρτία καί ἐπανέφερε στήν πρώτη του κατάσταση τό δημιούργημά Του. Ἀλλά ἐκεῖνοι καί οἱ Μανιχαῖοι, πού ἀσεβοῦν κατά τόν ἴδιο τρόπο μ᾿ αὐτούς, πιστεύουν ὅτι ὁ Θεός κατοικεῖ σέ σκύλους, πίθηκους καί ἄλλα ζῶα (ἀφοῦ ὑποστηρίζουν ὅτι ὅλα αὐτά ἔχουν ψυχή ἀπό τή θεϊκή οὐσία), καί δέ φοβοῦνται οὔτε ντρέπονται νά ὑποστηρίζουν γιά μᾶς αὐτά, λέγοντας πώς ἔχουμε ἀντιλήψεις πού δέ ταιριάζουν στό Θεό, γιατί δέν ἀνεχόμαστε οὔτε καί νά σκεφθοῦμε κάτι ἀπό αὐτά. Ἐμεῖς ὅμως ὑποστηρίζουμε αὐτό πού ἔπρεπε καί ἅρμοζε στό Θεό, ὅτι δηλαδή ἀφοῦ ἦλθε κατά τόν τρόπο τῆς γεννήσεως αὐτῆς, ἀποκατέστησε τό δημιούργημά του. Πές μου, λοιπόν, ἄνθρωπε, ποιά εἶναι ἡ γνώμη σου; Ἐνῶ ἀπό τή μιά ὑποστηρίζεις πώς ἡ ψυχή τῶν φονιάδων καί τῶν μάγων προῆλθε ἀπό τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀπ᾿ τήν ἄλλη τολμᾶς νά μᾶς κατακρίνεις, ἐπειδή τίποτε ἀπό αὐτά δέν ἀνεχόμαστε, οὔτε ἀντέχουμε νά τό ἀκοῦμε νά λέγεται, ἀλλά καί θεωροῦμε ἀσεβεῖς ἐκείνους πού ἁπλῶς τά ἀναφέρουν. Ἐμεῖς ὑποστηρίζουμε τοῦτο, ὅτι ὁ Θεός κατασκεύασε γιά τόν ἑαυτό του ναό ἀμόλυντο καί μέ τόν τρόπο αὐτό ἔφερε στή ζωή τή δική μας τό πολίτευμα τῶν οὐρανῶν.
Καί πῶς δέν θά ἄξιζε νά τιμωρηθεῖτε μέ ἄπειρους θανάτους καί γιά τά ἐγκλήματα πού μᾶς κατηγορεῖτε καί γιά τίς ἀσέβειες πού συνεχίζετε νά διαπράττετε; Γιατί ἄν, ὅπως ἰσχυρίζεσθε ἐσεῖς, εἶναι ἀνάρμοστο στό Θεό νά κατοικήσει σέ σῶμα καθαρό καί ἀμόλυντο, εἶναι πολύ πιό ἀνάρμοστο νά ἐνοικήσει στό σῶμα τοῦ μάγου, τοῦ τυμβωρήχου, τοῦ ληστῆ, τοῦ πίθηκου καί τοῦ σκύλου, καί ὄχι στό ἅγιο καί ἁγνό σῶμα πού τώρα κάθεται δεξιά τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Πατρός. Γιατί ποιά βλάβη ἤ ποιά προσβολή θά πάθαινε ὁ Θεός ἀπό τήν οἰκονομία αὐτή; Δέν βλέπετε αὐτόν ἐδῶ τόν ἥλιο τοῦ ὁποίου τό σῶμα εἶναι αἰσθητό καί φθαρτό καί μεταβλητό ἀντικείμενο, ἔστω κι ἄν ἀπείρως στενοχωροῦνται οἱ εἰδωλολάτρες καί οἱ Μανιχαῖοι μέ τό νά τά ἀκοῦνε αὐτά; Καί ὄχι μονάχα ὁ ἥλιος, μά καί ἡ γῆ, καί ἡ θάλασσα, καί ὅλη γενικά ἡ ὁρατή φύση ὑπόκειται στή φθορά. Ἄκουε τόν Παῦλο πού τό διακηρύττει μέ αὐτά τά λόγια: «στή ματαιότητα ὑποτάχτηκε (ἡ κτίση), ὄχι μέ τή θέλησή της, ἀλλά ἐπειδή τήν ἀνάγκασε ἐκεῖνος πού τήν ὑπέταξε, μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἀπελευθέρωσής της» (Ρωμ. 8, 20). Ἔπειτα γιά νά δηλώσει τί σημαίνει ἡ ὑποταγή στή ματαιότητα, πρόσθεσε: «ὅτι καί αὐτή θά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τή δουλεία τῆς φθορᾶς, γιά νά εἰσέλθει στήν ἔνδοξη ἐλευθερία τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 8, 21). Ὥστε τώρα ἡ φύση εἶναι μεταβλητή, εἶναι φθαρτή. Γιατί ὅταν λέμε ὅτι ἕνα πράγμα εἶναι ὑποταγμένο στή φθορά, δέν ἐνοοῦμε τίποτε ἄλλο, παρά ὅτι εἶναι φθαρτό. Ἀφοῦ λοιπόν ὁ ἥλιος, πού εἶναι σῶμα φθαρτό, ρίχνει παντοῦ τίς ἀκτίνες του καί ἐρχόμενος σέ ἐπαφή μέ βορβόρους, ἀκαθαρσίες καί μέ πολλά ἄλλα τέτοια πράγματα δέ χάνει τίποτε ἀπό τήν καθαρότητά του λόγω τῆς ἐπαφῆς του μέ τά σώματα αὐτά, ἀλλά καί πάλι ἀνακαλεῖ τίς ἀκτίνες του καθαρές, ἀφοῦ μεταδώσει ἀπό τή δική του λαμπρότητα σέ πολλά ἀπό τά ἀντικείμενα πού δέχτηκαν τίς ἀκτίνες του, χωρίς νά παίρνει οὔτε τό ἐλάχιστο ἀπό τή δυσωδία καί τήν ἀκαθαρσία, πολύ περισσότερο ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Κύριος τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων, ὄχι μόνο δέ μολύνθηκε μέ τό νά προσλάβει καθαρή (ἀνθρώπινη) σάρκα, ἀλλά καί αὐτή τήν ἴδια τήν ἔκανε καθαρότερη καί ἁγιότερη.
Γνωρίζοντας, λοιπόν, ὅλα αὐτά κι ἔχοντας στό νοῦ μας τούς λόγους ἐκείνους: «Θά κατοικήσω μέσα σ᾿ αὐτούς καί θά βαδίσω ἀνάμεσά τους» (Λευϊτ. 26, 12), καί ἀλλοῦ: «Ἐσεῖς εἶστε ναός τοῦ Θεοῦ καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ μέσα σας» (Α´ Κορ. 3, 16), ἄς ἀπαντᾶμε κι ἐμεῖς σέ κείνους καί ἄς ἀποστομώνουμε τούς ἀσεβεῖς, καί ἄς αἰσθανόμαστε χαρά γιά τά ἀγαθά μας δοξάζοντας τό Θεό γιά τήν τόσο μεγάλη συγκατάβαση, καί ἄς ἀποδώσουμε σ᾿ Αὐτόν, ὅσο μποροῦμε, τήν τιμή καί τήν ἀνταμοιβή πού τοῦ ἀξίζει. Ἐμεῖς ὅμως καμιά ἀνταμοιβή δέν μποροῦμε νά δώσουμε στό Θεό παρά μόνο τή σωτηρία μας καί τή σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, καί τή φροντίδα μας γιά τήν ἀρετή.
Πῶς πρέπει νά προσερχόμαστε στή θεία Κοινωνία.
7. Ἄς μή γινόμαστε, λοιπόν, ἀχάριστοι στόν Εὐεργέτη μας, ἀλλά ἄς τοῦ προσφέρουμε ὅλοι, ὅσο μποροῦμε, τά πάντα, δηλαδή πίστη, ἐλπίδα, ἀγάπη, σωφροσύνη, ἐλεημοσύνη, φιλοξενία. Καί γιά ὅ,τι κατά τό παρελθόν σᾶς παρακίνησα, γι᾿ αὐτό θά σᾶς παρακινήσω καί τώρα καί δέ θά πάψω ποτέ νά σᾶς παρακινῶ. Ποιό εἶναι αὐτό; Ὅταν πρόκειται νά προσέλθετε στή φρικτή καί ἱερή Τράπεζα καί τήν ἱερή μυσταγωγία τῆς θείας Εὐχαριστίας, κάνετε τοῦτο μέ φόβο καί μέ τρόμο, μέ καθαρή συνείδηση, μέ νηστεία καί προσευχή, χωρίς νά ἐνοχλεῖτε καί νά χτυπᾶτε καί νά σπρώχνετε τούς γύρω σας. Γιατί αὐτό δείχνει πολύ μεγάλη ἀπερισκεψία καί ὄχι τυχαία περιφρόνηση. Γιαυτό σέ ὅσους συμπεριφέρονται ἔτσι ἐπέρχονται μεγάλες τιμωρίες καί ποινές.
Σκέψου, ἄνθρωπε, σέ ποιά θυσία πρόκειται νά προσεγγίσεις, σέ ποιό θυσιαστήριο πλησιάζεις, καί θυμίσου ὅτι ἐνῶ εἶσαι χῶμα καί στάχτη, μεταλαμβάνεις Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Καί ὅταν τύχει νά σᾶς καλέσει στό τραπέζι του κάποιος βασιλιάς, συμμετέχετε μέ σεβασμό, λαμβάνοντας ἀπό τά παρατιθέμενα φαγητά μέ κοσμιότητα καί ἡσυχία. Ἐνῶ ὅταν σᾶς προσκαλεῖ ὁ Θεός στήν Τράπεζά Του καί σᾶς προσφέρει τόν Υἱό Του, τή στιγμή κατά τήν ὁποία παραστέκονται μέ φόβο καί τρόμο ἀγγελικές δυνάμεις, καί τά Χερουβίμ σκεπάζουν τά πρόσωπά τους, καί τά Σεραφίμ ψάλλουν μέ τρόμο, Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος, Κύριος, ἐσύ, πές μου, φωνάζεις καί προξενεῖς θόρυβο μπροστά σ᾿ αὐτή τήν πνευματική τράπεζα; Δέν γνωρίζεις, ὅτι τή στιγμή ἐκείνη ἡ ψυχή σου πρέπει νά εἶναι γεμάτη μέ γαλήνη; Πολλή γαλήνη καί ἡσυχία εἶναι ἀπαραίτητη, ὄχι ὀργή καί ταραχή. Γιατί αὐτά κάνουν ἀκάθαρτη τήν ψυχή πού προσέρχεται. Ποιά συγνώμη θά μποροῦσε νά ὑπάρξει γιά μᾶς, ἄν ὕστερα ἀπό τίς τόσες ἁμαρτίες μας δέν εἴμαστε ἀπαλλαγμένοι ἀπ᾿ αὐτά τά παράλογα πάθη μας οὔτε τή στιγμή πού προσερχόμαστε (νά κοινωνήσουμε); Καί γενικά, τί πιό ἀναγκαῖο ὑπάρχει ἀπό αὐτά πού προσφέρονται στήν Ἁγία Τράπεζα; Ἤ τί μᾶς ἀπασχολεῖ ὥστε νά ἀφήσουμε τό μυστήριο καί βιαστικοί νά σπεύσουμε ἀλλοῦ; Μή, σᾶς παρακαλῶ καί σᾶς ἱκετεύω, ἄς μήν προκαλέσουμε ἐναντίον μας τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ. Αὐτό πού βρίσκεται μπροστά μας εἶναι φάρμακο σωτήριο γιά τίς πληγές μας, εἶναι πλοῦτος ἀστείρευτος πού μᾶς προσφέρει τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ἄς προσέλθουμε, λοιπόν, μέ φόβο καί ἄς εὐχαριστήσουμε τό Θεό, ἄς προσπέσουμε μέ συντριβή ἐξομολογούμενοι τίς ἁμαρτίες μας, ἄς κλάψουμε ἀπό λύπη γιά τίς ἁμαρτίες μας, ἄς κάνουμε πολλή ὥρα τήν προσευχή μας στό Θεό. Κι ἀφοῦ μέ τόν τρόπο αὐτό ἐξαγνιστοῦμε, μέ κατάλληλη προσοχή καί τάξη ἄς προσέλθουμε στό μυστήριο σάν νά παρουσιαζόμαστε μπροστά στό Βασιλέα τῶν οὐρανῶν. Καί ἀφοῦ δεχθοῦμε τήν ἁγνή καί ἅγια θεία Εὐχαριστία, ἄς τήν ἀσπαστοῦμε, ἄς τήν ἐναγκαλιστοῦν οἱ ὀφθαλμοί μας καί ἄς ἀναθερμάνουμε τό λογικό μας, ἔτσι ὥστε ἡ συγκέντρωση γύρω ἀπό τή θυσία νά μήν ἀποβεῖ σέ καταδίκη καί κατάκρισή μας, ἀλλά σέ ψυχική γαλήνη, σέ ἀγάπη, σέ ἀρετή, σέ συμφιλίωση μέ τό Θεό, σέ σταθερή εἰρήνη καί βάση γιά μυριάδες ἀγαθά, γιά νά ἐξαγιάσουμε τούς ἑαυτούς μας ἀλλά καί τούς πλησίον μας νά ὠφελήσουμε.
Γιαυτά συνεχῶς ὁμιλῶ καί δέ θά παύσω νά ὁμιλῶ. Γιατί ποιό τό ὄφελος νά προστρέχετε ἄσκοπα ἐδῶ καί νά μή μαθαίνετε τίποτα τό ὠφέλιμο; Ποιό τό κέρδος ἄν διαρκῶς μιλᾶμε γιά τά εὐχάριστα; Σύντομη εἶναι, ἀγαπητοί μου, ἡ παρούσα ζωή καί ἄς προσέξουμε, ἄς ἀνοίξουμε τά μάτια μας, ἄς συγκεντρώσουμε τόν ψυχικό μας κόσμο, ἄς ἐπιδείξουμε γνήσιο τό ἐνδιαφέρον μας γιά ὅλους, ἄς γίνουμε εὐσεβεῖς σέ ὅλα. Καί εἴτε εἶναι ἀνάγκη νά ἀκοῦτε τό θεῖο κήρυγμα, εἴτε νά προσέρχεσθαι στή θεία Κοινωνία, εἴτε κάνετε ὁτιδήποτε ἄλλο, μέ φόβο καί μέ τρόμο Θεοῦ νά τό κάνετε γιά νά μήν προκαλέσετε μέ τήν ἀδιαφορία σας τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ. Γιατί λέγει ἡ Γραφή: «Καταραμένος εἶναι ἐκεῖνος πού μέ ἀδιαφορία ἐκτελεῖ τό καθῆκον του πρός τό Θεό» (Ἱερεμ. 48, 10). Ὁ θόρυβος καί ἡ ὀργή ἀποτελοῦν μεγάλη προσβολή γιά τή θεία Κοινωνία. Εἶναι ἡ μεγαλύτερη περιφρόνηση νά προσφέρεις μολυσμένο τόν ἑαυτό σου στό Θεό. Ἄκουσε τί λέει γιά τούς ἀνθρώπους αὐτούς ὁ Ἀπόστολος: «Ὅποιος καταστρέφει τό ναό τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός θά τόν καταστρέψει» (Α´ Κορ. 3, 17). Νά μήν ἐξοργίζουμε λοιπόν τό Θεό ἀντί νά συμφιλιωνόμαστε μαζί Του, ἀλλά νά ἐπιδεικνύουμε ὅλο μας τό ἐνδιαφέρον, ὅλη τή σεμνότητά μας καί τήν ψυχική μας γαλήνη καί νά προσερχόμαστε μέ προσευχή καί συντετριμμένη καρδιά γιά νά μπορέσουμε μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο νά ἐξιλεώσουμε τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί νά ἀποκτήσουμε τά ἀγαθά πού μᾶς ὑποσχέθηκε, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖο μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ δύναμη καί ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θα έρθουν τα Χριστούγεννα;

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Νοεμβρίου 2015

Genisis 2

Μα τι ερώτηση είναι αυτή; Και βέβαια θα έρθουν τα Χριστούγεννα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία! Κάθε χρόνο δεν έρχονται; Κόντρα στο ημερολόγιο θα πάμε; Ακούς εκεί! Όλοι το ξέρουνε ότι θα έρθουν τα Χριστούγεννα.

Και το πιο μικρό παιδί ξέρει ότι στις 25 Δεκεμβρίου, κάθε χρόνο, έχουμε Χριστούγεννα. Θα στολίσουμε το σπίτι. Θα φτιάξουμε δέντρο. Θα μας κάνουν δώρα συγγενείς και φίλοι.

Και οι μαθητές ξέρουν ότι έχουμε Χριστούγεννα. Αποτελεί το ορόσημο ότι πέρασε η μισή χρονιά. Από το Σεπτέμβριο τα περιμένουν οι μαθητές τα Χριστούγεννα. Θα στολίσουμε το σπίτι. Θα φτιάξουμε δέντρο. Θα μας βάλουν καθηγητές και δάσκαλοι εργασίες και διάβασμα. Θα προλάβουμε να ξεκουραστούμε και λίγο…
Και οι φοιτητές το ξέρουν ότι έχουμε Χριστούγεννα. Θα γυρίσουμε σπίτι μας. Θα στολίσουμε το σπίτι. Θα φτιάξουμε δέντρο. Θα μας περιποιηθεί η οικογένειά μας, που της λείψαμε πολύ. Θα πρέπει να δούμε τόσους γνωστούς και φίλους. Και ίσως να διαβάσουμε και λίγο, εξεταστική έρχεται.
Και οι νοικοκυρές το ξέρουν ότι έχουμε Χριστούγεννα. Τόσες δουλειές τις περιμένουν. Να καθαρίσουν, να μαγειρέψουν… Να χορτάσουν τα παιδιά τους στο σπίτι. Να δουν τα ξενιτεμένα τους φοιτητόπουλα.
Και οι εργαζόμενοι το ξέρουν ότι έχουμε Χριστούγεννα. Θα πάρουν το δώρο τους, θα πάρουν την άδειά τους, θα ξεκουραστούν, θα ταξιδέψουν, θα ξενοιάσουν.
Και οι κοσμικοί το ξέρουν ότι έχουμε Χριστούγεννα. Πρέπει να προλάβουν να κλείσουν τραπέζι για τα ρεβεγιόν, να ψωνίσουν, να βγουν, να σχολιάσουν.
Και να μη θέλεις, θα το καταλάβεις ότι ήρθαν τα Χριστούγεννα. Όπως κάθε χρόνο. Δεν είναι δυνατόν φέτος να μην έρθουν τα Χριστούγεννα. Θα το καταλάβεις από την ένταση γύρω σου. Πολύ τρέξιμο έχουν πια αυτά τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα που κάνουμε κάθε χρόνο. Γιατί κάθε χρόνο έχουμε Χριστούγεννα.
Μέσα όμως σ’ όλο αυτό το τρέξιμο, σ’ όλη αυτήν την ένταση και τη σιγουριά, είναι πολύ σημαντικό να σταθούμε λίγο. Να σταματήσουμε να τρέχουμε για όλα. Ακόμα και κάνοντας τη βόλτα μας και τα ψώνια μας στην Ερμού, να σταθούμε και να μπούμε λίγο μέσα στον ‘Αγιο Νικόλαο. Και σε όποια εκκλησία βρεθεί μπροστά μας. Γιατί κάτι μας φωνάζει. Κι αν δε σταθούμε να αφουγκραστούμε, δεν πρόκειται να το ακούσουμε. Μέσα στα γέλια και τις φωνές, μέσα στο θόρυβο των βημάτων μας, μέσα στα κάλαντα και τα τραγούδια, θα πνιγεί, θα τη χάσουμε. Πρέπει να σταθούμε λίγο, να ακούσουμε και να σκεφτούμε.
Χριστός γεννάται…
Εξαιρετικό!
Επανάσταση!
Η θεϊκή, και τόσο ανθρώπινη, και τόσο ασύλληπτη, και τόσο σωτήρια, στιγμή της ενανθρώπισης.
Κι αν τα καταφέρεις και σταθείς, και σκεφτείς, και το συλλάβεις αυτό το νόημα… μετά θα αρχίσεις να τρέχεις χειρότερα από πριν!
Και πώς να τρέξεις; Το έδαφος χάνεται κάτω από τα πόδια σου. Ούτε κάλαντα ακούς, ούτε γέλια, ούτε φωνές, ούτε βήματα. Μα τι κάνει αυτός ο κόσμος και τραγουδά, και γελά, και φωνάζει, και τρέχει; Εξακολουθείς να βρίσκεσαι μέσα σε όλη αυτή την τρέλα, μια άλλη τρέλα όμως σε έχει συνεπάρει. Μια λέξη που στάθηκες για λίγο να τη σκεφτείς και όλα άλλαξαν. Ενανθρώπιση. Στην αρχή απόρησες (τι είναι αυτό;), μετά αναρωτήθηκες (να είναι αυτό;), μετά θαύμασες (Τι είναι αυτό;!), μετά τρόμαξες (πω, πω…).
Κι όλα άλλαξαν. Κι όλοι άλλαξαν.
Αλλιώς κοιτάς το σώμα σου, όλη την ύπαρξή σου…
Αλλιώς κοιτάς τους γύρω σου.
Κοιτάς τα χέρια σου και αναρωτιέσαι. Είναι χέρια ίδια μ’ αυτά που ευλόγησαν, που βάπτισαν, που γιάτρεψαν, που μοίρασαν τόσο απλόχερα.
Κοιτάς τα πόδια σου και αναρωτιέσαι. Είναι πόδια ίδια μ’ αυτά που περπάτησαν το δρόμο της σωτηρίας και του μαρτυρίου.
Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και βλέπεις το στόμα σου, στόμα ίδιο μ’ αυτό που είπε μήνυμα αξεπέραστο, λόγια παρηγοριάς και ιστορίες για μια ζωή άλλη.
Βλέπεις τα μάτια σου, μάτια ίδια μ’ αυτά που κοίταξαν τον κόσμο με τόση, μα τόση αγάπη.
Αλλιώτικα μοιάζουν όλα τώρα.
Αλλιώς αντιλαμβάνεσαι και τον Θεό. Λίγο σε μπερδεύει αυτή η ενανθρώπιση. Μα είναι δυνατόν; Τόσο κοντά μου; Τόσο δικός μου; Κομμάτι δικό του εγώ;
Καλά είναι τα Χριστούγεννα. Ως ορόσημο χρονικό. Ως περίοδος οικογενειακών συγκεντρώσεων και φιλικών συνάξεων. Ως χρόνος για διασκέδαση και για ξεκούραση.
Αλλά για σταθείτε λίγο…

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Χριστούγεννα! Είσαι σίγουρος/η;

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Νοεμβρίου 2015

Genisis

Δεν είναι λίγες οι φορές που ταυτίζουμε τα Χριστούγεννα με λέξεις όπως: γιορτές, δώρα, κάλαντα, διακοπές, γλυκίσματα, στολισμένοι δρόμοι, βιτρίνες κλπ. Και φαίνεται σαν να λείπει ο ίδιος ο Χριστός από τη μεγάλη γιορτή! Όμως, η αλήθεια θα επιμένει κάθε χρόνο πως Χριστούγεννα σημαίνει: Ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος.

Ο Υιός του Θεού πήρε την ανθρώπινη φύση και έγινε άνθρωπος. Η ενέργεια αυτή του Θεού είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο που αμάρτησε. Καθώς ο ευαγγελιστής Ιωάννης διαβεβαιώνει «τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε μας έστειλε τον Μονογενή Υιό του, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώνια». Ο Υιός του Θεού πήρε την ανθρώπινη φύση για να την αποκαταστήσει και να την τελειοποιήσει.

Τί γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα; Το ότι «ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός»! Μας λέει δηλαδή η Εκκλησία: Σήμερα ο Θεός γίνεται κάτι που ποτέ δεν ήταν, δηλ. άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος κάτι που ποτέ δεν ήταν, δηλ. θεός, όμοιος με τον Θεό.
Όταν πια κανείς άλλος τρόπος δεν υπήρχε, αφού ο άνθρωπος, αλλοτριωμένος από τον Θεό, είχε ρημάξει κάθε ελπίδα να πλησιάσει ο ίδιος τον Δημιουργό του, σαν έφθασε το πλήρωμα του χρόνου, ο Υιός του Θεού γίνεται υιός του ανθρώπου, για να μεταβάλει τους υιούς των ανθρώπων σε υιούς του Θεού. Ο Θεός εγκαταλείπει την αξιοπρέπεια Του, είναι ο «ανυπερήφανος Θεός», που αδειάζει τους ουρανούς και κατέρχεται στον κόσμο για να λυτρώσει τον υπερήφανο και αλαζόνα άνθρωπο. Ο Χριστός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση για να την γιατρέψει, διότι μόνο εκείνο που ενώνεται με τον Θεό, αυτό και σώζεται.
Ο Χριστός γίνεται πια η αλήθεια μας, όλη η αλήθεια για τον Θεό, αλλά και όλη η αλήθεια για τον άνθρωπο. Ο Ιησούς είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο λυτρωτής του ανθρώπινου γένους, αλλά και ο προσωπικός λυτρωτής του καθενός ξεχωριστά. «Ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ»: αυτή η διαβεβαίωση του αγγέλου προς τους ποιμένες για τον προσωπικό χαρακτήρα της σωτηρίας που έφερε ο Χριστός, φανερώνει πως τώρα όλοι μπορούμε να γεφυρώσουμε το χάσμα που μας αποξενώνει από τον Θεό –συνεπώς και από τον συνάνθρωπο. Ο αναμενόμενος Μεσσίας είναι πια ανάμεσά μας. Η προσδοκία των εθνών, η γλυκιά ελπίδα του περιούσιου λαού, το κήρυγμα των προφητών, όλα δίνουν τη θέση τους σ’ Εκείνον, που είναι η εκπλήρωση της υπόσχεσης για έναν καινούριο κόσμο και τον καθαγιασμό της ανθρώπινης ύπαρξης.
Κατά τη θεία ενανθρώπηση ενώθηκε η θεία και η ανθρώπινη φύση. Ο Χριστός, λαμβάνοντας την ανθρώπινη σάρκα έγινε σε όλα όμοιος με μας εκτός από την αμαρτία. Η θεία φύση του Κυρίου με την ενανθρώπηση δεν έπαθε καμία αλλαγή, ενώ αντίθετα η ανθρώπινη φύση, χάρη στην ένωσή της με τη θεία, τελειοποιήθηκε. Η ένωση αυτή είναι παντοτινή, δηλ. η ανθρώπινη φύση μένει αιώνια ενωμένη με τη θεία φύση στο πρόσωπο του Χριστού.
Γιορτάζουμε, λοιπόν, Χριστούγεννα. Κι όμως πολλές φορές αναρωτιόμαστε: Πού είναι ο Χριστός; Νιώθουμε να απουσιάζει Εκείνος από τη μεγάλη γιορτή. Ξέρετε, έχουμε γεμίσει αυτές τις μέρες με τόσα πολλά –με τόσα περιττά- που για τον Ενανθρωπήσαντα Θεό της αγάπης πολλές φορές δεν υπάρχει τόπος στη ζωή μας.
Εκείνο που χρειάζεται είναι να καταλάβουμε πως ο Χριστός «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου». Όπως όλα τα γεγονότα της ζωής του Χριστού, έτσι και η γέννηση Του υπερβαίνει τον χρόνο και την ιστορία, γίνεται λειτουργικό γεγονός, πραγματικότητα σημερινή και αιώνια της Εκκλησίας και κατάκτηση των πιστών παιδιών της, διαρκές εσωτερικό βίωμα όλων εκείνων που επιθυμούν να γιορτάσουν αληθινά Χριστούγεννα.
Μας χρειάζεται να πάμε στη Βηθλεέμ! Να ξαναβρούμε το μήνυμα που κρύβει η μεγάλη γιορτή, να αναζητήσουμε το «παιδίον Ιησούς», να συνοδοιπορήσουμε με τους απλοϊκούς ποιμένες και τους σοφούς μάγους στην προσκύνηση του νεογέννητου, να αναρωτηθούμε και να ρωτήσουμε «πού γεννήθηκε ο σωτήρας του κόσμου;», να ακολουθήσουμε το ολοφώτεινο αστέρι να μας δείχνει το δρόμο προς τη νοητή Βηθλεέμ, που δεν είναι άλλη από την εορταστική τράπεζα της Εκκλησίας, τη χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία. Ο ερχομός του Χριστού στον κόσμο δεν προσφέρεται για ιδεολογικές, φιλοσοφικές ή έστω ρομαντικές προεκτάσεις. Η Ενσάρκωση βιώνεται ως αναζήτηση και ολοκλήρωση του ανθρώπου, του πληγωμένου ανθρώπου, που όμως στο πρόσωπο του Χριστού βλέπει ποιος πρέπει αληθινά να είναι, αντικρίζει την αδιάψευστη αλήθεια της ανθρωπιάς του, τον προορισμό και την καταξίωσή του.
Έτσι, Χριστούγεννα σημαίνει να συναντήσουμε τον νεογέννητο Ιησού στην κατανόηση και την αγάπη με τους γύρω μας, στη γενναία αυτοκριτική και την ειλικρινή εξομολόγηση, στη συμμετοχή μας στη λατρεία της Εκκλησίας. Χριστούγεννα σημαίνει να αφιερώσουμε χρόνο στον Χριστό, που είναι ο αληθινός φίλος των παιδιών και των νέων, να μάθουμε για τη γέννησή Του, να χαρούμε για το μονάκριβο δώρο της λύτρωσης που έφερε στον κόσμο. Χριστούγεννα σημαίνει να δούμε τον νεογέννητο Χριστό στα μάτια του φοβισμένου πρόσφυγα, του άνεργου, του άστεγου, του εξαρτημένου, του κάθε κουρασμένου διαβάτη με τον οποίο ο Χριστός έχει απόλυτα ταυτιστεί. Χριστούγεννα σημαίνει το «Ευχαριστώ» που ακόμη δεν είπαμε στο φίλο που μας βοήθησε, το «Συγνώμη» που δεν καταφέραμε να ψελλίσουμε, η «Καλημέρα» που δεν ανταποδώσαμε, η πέτρινη καρδιά μας που ακόμη δεν σπάσαμε, το χαμόγελο που στερήσαμε σε όσους το είχαν ανάγκη. Χριστούγεννα σημαίνει τη χαρά να μοιράζεσαι ό,τι έχεις αλλά και ό,τι είσαι.
Κι αυτό θα είναι τελικά το μεγαλύτερο δώρο των Χριστουγέννων σε όλους μας. Να γιορτάσουμε Χριστούγεννα μαζί με τον Χριστό! Να γιορτάσουμε Χριστούγεννα και να παρών στη μεγάλη γιορτή και ο ίδιος ο Χριστός, να είναι παρών και στη δική μας ψυχή! Καλά, ευλογημένα και κυρίως αληθινά Χριστούγεννα!

π. Συμεών

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΓΕΡΘΗΤΕ ΚΑΙ ΜΗ ΦΟΒΕΙΣΘΕ (ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Αυγούστου 2015

            Μπροστά σε ένα ξεχωριστό γεγονός, το οποίο υπερβαίνει την δύναμη του νου για κατανόηση και ερμηνεία, ο άνθρωπος αισθάνεται περιέργεια, θαυμασμό και φόβο.Περιέργεια διότι είναι κάτι το οποίο δεν έχει ξαναζήσει, μπορεί μεν να έχει ακούσει από άλλους αλλά ο ίδιος δεν ήταν μέχρι τότε μάρτυράς του, με αποτέλεσμα να θέλει να μάθει περισσότερα γι’  αυτό και να σχηματίσει γνώμη προσωπική, να προσλάβει γνώση.  Θαυμασμό διότι δεν  μπορεί να το ερμηνεύσει με τις δικές του δυνάμεις και επομένως εξέρχεται του εαυτού του για να συμμετάσχει στο γεγονός και την ίδια στιγμή νιώθει εντός του απορία πώς είναι δυνατόν να είναι μάρτυράς του, πώς του επιτράπηκε μια τέτοια χάρη.  Φόβο, διότι ό,τι μας ξεπερνά εκ των πραγμάτων δεν μπορεί παρά να μας υπενθυμίζει την σμικρότητά μας, το πεπερασμένο των δυνατοτήτων μας, αλλά και την αδυναμία μας να αντισταθούμε στην ένταση του βιώματος, το οποίο μας ρίχνει χαμαί, και μας κάνει να φοβόμαστε για το τι μέλλει γενέσθαι σε μας, αν θέλουμε να αλλάξει η ζωή μας και πώς θα είναι πραγματικά μετά από αυτό. Ένα μοναδικό γεγονός γεννά ταραχή στην καρδιά μας, μόλις περάσει η απόλυτη έντασή του. Είναι η μνήμη του που μας συνταράσσει, είναι η αίσθηση ότι δεν θα το ξαναζήσουμε, κάποτε είναι και η αγωνία να μην μας ξανασυμβεί διότι ο εαυτός μας δεν ήταν έτοιμος ή δεν μπορεί να το αντέξει ξανά.

                Τέτοια γεγονότα στα οποία στεκόμαστε εκστατικοί είναι το μυστήριο της αγάπης και το μυστήριο του θανάτου. Είτε συμμετέχουμε σ’ αυτά, είτε γινόμαστε μάρτυρές τους στη ζωή των άλλων, τα δύο αυτά μυστήρια γεννούν περιέργεια, θαυμασμό και φόβο. Τόσο η αγάπη, όσο και ο θάνατος δεν οικειοποιούνται μέσα από περιγραφές βιβλίων ή εικόνων, αλλά γίνονται προσιτά στον άνθρωπο όταν εκείνος τα βιώνει. Διότι αφήνουν την δυνατότητα διαμόρφωσης προσωπικής γνώμης και πρόσληψης  άμεσης γνώσης, όχι απλώς ικανοποιώντας την εκ φύσεως περιέργειά μας, αλλά δίνοντάς μας την ευκαιρία να εξερευνήσουμε τις διαστάσεις και τις δυνατότητές της ίδιας μας της φύσης. Η ζωή σε όλες της τις μορφές και δυνατότητες αποτυπώνεται στην αγάπη και τον θάνατο. Αυτό γεννά θαυμασμό και απορία. Πώς έχουμε προικισθεί με την δυνατότητα να κατανοούμε τι σημαίνουν αγάπη και θάνατος και να εκφράζουμε αυτή την κατανόησή μας όχι απλώς με περιγραφές και λόγους, αλλά με την μετοχή όλης μας της ύπαρξης στα συμβεβηκότα τους;  Όταν αγαπούμε, εξερχόμαστε του εαυτού μας, ανοιγόμαστε στον άλλο, ο οποίος γίνεται σημείο αναφοράς μας. Διψούμε για κοινωνία και διαπιστώνουμε ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Ενεργοποιούμε όλο μας τον εαυτό, σώμα και ψυχή, και το πρόσωπό μας εξίσταται διαπιστώνοντας ότι δεν υπάρχει μόνο για τον εαυτό του. Όταν βλέπουμε τους άλλους να πεθαίνουν, βιώνουμε την αδυναμία της κοινωνίας. Ο άλλος μπορεί να παραμένει σημείο αναφοράς για μας, όμως εκείνος δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Δεν μετρά η βούλησή του, η δική του δίψα για κοινωνία, η διάθεσή του. Νέκρωση των πάντων επάνω του.  Πώς εν μιά ροπή κάτι τέτοιο είναι εφικτό;  Και στα δύο γεγονότα ο φόβος έρχεται να συνοδεύσει τα βιώματα. Στην αγάπη ότι αυτό που ζούμε μπορεί να μην κρατήσει ή να μην είναι επαρκές. Ότι ο χρόνος και η ποιότητά του μπορεί να μην φτάσουν, διότι τόσο εμείς όσο και τα πρόσωπα που αγαπούμε και μας αγαπούνε είναι πεπερασμένα. Η αγάπη φαίνεται  μία διαδικασία δοκιμής, πρόσκαιρης πληρότητας, η οποία εύκολα μπορεί να κορεστεί. Την ίδια στιγμή ο θάνατος των άλλων μάς υπενθυμίζει τον δικό μας θάνατο, την μοναδική βεβαιότητα ότι ο χρόνος και η κακία ή η απροσεξία των άλλων θα νικήσουν την  ποιότητα των χαρισμάτων μας, την μοναδικότητα του προσώπου μας,  ακόμη κι αν αντισταθούμε με όλες μας τις δυνάμεις και με όλα τα μέσα τα οποία ο νους και ο πολιτισμός μας έχουν δημιουργήσει.

              Υπάρχει όμως και ένα τρίτο μυστήριο, το οποίο μας ξεπερνά. Είναι αυτό του μυστηρίου της φανέρωσης του Θεού στον κόσμο και στον άνθρωπο. Είναι το θαύμα τού να διαπιστώνουμε ότι υπάρχει  Θεός και μάλιστα όταν βλέπουμε το είδος τη μορφής Του.  Όταν διαπιστώνουμε ότι νους, καρδιά, πνεύμα, σώμα, ολόκληρη η ύπαρξή μας μπορεί να ατενίσει φανερά ή μυστικά κάτι από το μεγαλείο του Θεού, ένα ίχνος της δόξας Του. Και είναι αυτή η προσωπική γνώμη και γνώση ένα γεγονός που μας βοηθά να εξερευνήσουμε τις δυνατότητες της ίδιας μας της φύσης. Διότι μέσα από την θέα του μυστηρίου του Θεού συνειδητοποιούμε Ποιος είναι ο Δημιουργός και την ίδια στιγμή ο Ανακαινίζων ημάς. Και γεννιέται έτσι ο θαυμασμός  για το μέγεθος της Αγάπης. Διότι ο Θεός αγάπη εστί. Και η δόξα Του καταυγάζεται μέσα στην αγάπη Του, η οποία γίνεται δημιουργική. Και είμαστε εμείς τα δημιουργήματά Του. Οφείλουμε την ύπαρξή μας στην αγάπη του Θεού. Οφείλουμε την δυνατότητα της αιωνιότητας στην αγάπη του Θεού. Οφείλουμε την δυνατότητα της βιώσεως του Φωτός και της Χαράς που έχουν διάρκεια και δεν είναι πρόσκαιρα γεγονότα στην αγάπη του Θεού. Την ίδια στιγμή αυτή η αποκάλυψη εντός μας, ότι ο Θεός είναι Προσωπικός, ότι αγάπη εστί, και ότι τα πάντα επάνω μας είναι δωρεές αυτής της αγάπης, γεννά φόβο. Διότι το θέλημά μας προτάσσει της αγάπης Του την αγάπη για τον εαυτό μας. Για το δικό μας θέλημα. Το εγώ μας, το οποίο δεν βλέπει το πεπερασμένο του, αλλά υποκύπτει στον πειρασμό ότι θα υπάρχει για πάντα. Ότι μπορεί και μόνο του να τα καταφέρει. Ότι μπορεί να υποτάξει τους πάντες στις επιθυμίες του, εξουσιάζοντάς τους.Ότι μπορεί να ζήσει χωρίς τον Δημιουργό και Ανακαινίζοντα. Αλλά, ακόμη κι αν δεν σκεφτόμαστε και δε ζούμε έτσι, διαπιστώνουμε ότι είμαστε μικροί, αδύναμοι και υποταγμένοι στο χρόνο και στη φθορά για να ατενίσουμε το πρόσωπο του Ζώντος Θεού, να Τον κρατήσουμε εντός μας, όπως επίσης και ότι Εκείνος δεν υποτάσσεται στις δικές μας επιθυμίες, αλλά πορεύεται ανερμήνευτα για την δική μας λογική. Διότι βλέπει τα πάντα στον ρου του μέλλοντος και της αιωνιότητας και όχι με γνώμονα το παρόν, το οποίο αποτελεί την δική μας παράσταση.

                Το μυστήριο του Θεού έζησαν οι τρεις μαθητές, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, στο όρος Θαβώρ, στο οποίο συνανήλθαν με τον Κύριο Ιησού, καθιστάμενοι μάρτυρες της Μεταμορφώσεώς Του. Είδαν το πρόσωπό Του να λάμπει όπως ο ήλιος και τα ιμάτιά Του να γίνονται λευκά όπως το φως (Ματθ. 17,2). Και συνειδητοποιώντας μέσα τους τι είχε γίνει, εκτός από την περιέργεια για το Ποιος ήταν τελικά ο Διδάσκαλός τους,  ένιωσαν και  τον θαυμασμό για την δική Του δόξα, για την συνομιλία Του με τον Μωυσή και τον Ηλία, για την χάρη που η όλη εμπειρία εξέπεμπε, για την αγάπη και την πληρότητα που ένιωθαν προσλαμβάνοντες φως από το Φως. Την ίδια στιγμή όμως ένιωσαν και τον φόβο, καθώς έγιναν μάρτυρες της γνώσεως ότι ο Θεός είναι Τριαδικός δια της νεφέλης και της πατρικής φωνής. Το μυστήριο ξεπερνούσε τις δικές τους δυνάμεις, τα όριά τους. Δεν είναι μόνο ότι δεν θα άντεχαν να συνεχίζουν να το ζούνε. Είναι και το ότι κατάλαβαν πόσο μικροί, υποταγμένοι στον χρόνο, στη φθορά και την αμαρτία ήταν. Είναι και ο φυσικός φόβος του μικρού απέναντι στον Μεγάλο, όταν η αγάπη του μικρού δεν είναι τόσο πλήρης, αλλά μέσα της είναι αναμεμειγμένη με βιώματα συμφέροντος, υποταγής και αβεβαιότητας για το Ποιος είναι τελικά αυτός τον οποίο αγαπούνε.

               Γι’  αυτό και ο Χριστός πλησιάζει τους μαθητές, τους αγγίζει και τους λέει: «Εγέρθητε και μη φοβήσθε» (Ματθ. 17, 7). Σηκωθείτε και μη φοβόσαστε. Αυτός είναι ο λόγος του Κυρίου και προς όλους μας όταν έχουμε εντός μας το μυστήριο του Τριαδικού Θεού. Ας εγερθούμε από την παράδοση στο θέλημά μας. Από την πρόσκαιρη περιέργεια. Από έναν θαυμασμό που δεν γίνεται βίωμα και επίγνωση της αλήθειας την οποία καλούμαστε να βιώσουμε και που είναι ο Ίδιος. Ας μην φοβηθούμε ότι θα χάσουμε τον Θεό ή δεν θα είμαστε ικανοί γι’  Αυτόν, διότι η δική Του αγάπη έξω βάλλει τον φόβον. Ας εργαστούμε για να Τον αγαπήσουμε έτι περισσότερο. Και την ίδια στιγμή ας αφήσουμε το μυστήριο εν τη Εκκλησία να φωτίσει τις καρδιές μας και να τις οδηγήσει στην δίψα για αιώνια συνάντηση μαζί Του. Για να προσλάβουμε φως εκ Φωτός που είναι ο Ίδιος. Και μέσα από την σχέση μαζί Του και τα άλλα δύο μυστήρια της ζωής, η αγάπη και ο θάνατος, θα φωτιστούν κι αυτά. Η αγάπη θα αποκτήσει διάρκεια διότι δεν θα είναι το « εγώ»  μας, το οποίο θα απειλεί να την καταρρακώσει, αλλά  η δίψα για έξοδο από αυτό, για θυσία και αφιέρωση. Και ο θάνατος, δια της αναστάσεως, δεν θα είναι ο ακατανίκητος εχθρός, αλλά η στάση και το πέρασμα για την αιώνια συνάντηση με Εκείνον σε όλη Του την δόξα.

                Εορτάζει η Εκκλησία μας την Μεταμόρφωση του Κυρίου μας στην ακμή του θέρους. Και μας υπενθυμίζει ότι η περιέργεια, ο θαυμασμός, ο φόβος μπροστά Του δεν πρέπει να παραμένουν βιώματα του παρόντος χρόνου, άλλοτε χρήσιμα, άλλοτε αγχωτικά, αλλά τρόπους με τους οποίους θα αφήσουμε τον μεταμορφωθέντα Χριστό  να βοηθήσει να μεταμορφωθεί και η δική μας ζωή. Διότι αυτοί οι τρόποι αποκαλύπτουν την αγάπη Του, την μόνη έκφραση αληθινής δύναμης. Αρκεί να Τον συνοδεύουμε εν τω Θαβωρείω όρει της Εκκλησίας, στον τρόπο της οποίας ο Δημιουργός και ο Ανακαινίζων   νεοποιεί και την δική μας ύπαρξη, αφήνοντας κατά μέρος  ό,τι μας χωρίζει από Αυτόν. Ο παρών χρόνος είναι η πρόγευση. Κατεβαίνοντας από το όρος, όπως οι μαθητές, μπορούμε πλέον να γνωρίζουμε τον αληθινό προορισμό μας. Και η συνάντηση μαζί Του θα δώσει νόημα σε κάθε έργο μας, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο θα βλέπουμε τον πολιτισμό, τη ζωή, την εποχή μας. Είναι το ελλείπον ήθος, το οποίο μας δίδει ελπίδα νίκης κατά της φθοράς. Ο καθένας μας ας δώσει την δική του απάντηση.

Κέρκυρα, 6 Αυγούστου 2015

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πεντηκοστή-Ψυχοσάββατο

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Μαΐου 2015

Ὁ Χριστὸς «ἐπεξηγώντας» στοὺς Σαδδουκαίους τὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν ἔλεγε ὅτι εἶναι Θεὸς τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακὼβ καὶ «οὐκ ἔστιν Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων» (Ματθ. 22, 32). Αὐτὴ τὴν διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ ἀκολουθώντας ἡ Ἐκκλησία ἔθαπτε τοὺς βιολογικὰ νεκροὺς Χριστιανοὺς ἔξω ἀπὸ τὸν ναό, ἐντός τοῦ ὁποίου τελοῦσε τὰ μυστήρια καὶ ἰδιαιτέρως τὴν Εὐχαριστία θεωρώντας ὅτι «παρὰ τῷ Θεῷ πάντες ζῶσι».

Τὰ ψυχοσάββατα καὶ τὰ μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων (ὅταν τελοῦνται μὲ τὸν σωστὸ τρόπο) εἶναι ἡ οὐσιαστικότερη φανέρωση τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Μέσα στὴν Ἐκκλησία οἱ ἄνθρωποι ἀγωνίζονται νὰ πάψουν νὰ εἶναι μονάδες, τμήματα, μέλη καὶ προσπαθοῦν νὰ ἑνωποιηθοῦν στὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Νὰ γίνουν ἀδέρφια. Νὰ γίνουν ἕνα σῶμα. Νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸ ἀποσπασματικὸ καὶ νὰ γίνουν ὁλοκληρία. Νὰ βιώσουν τὰ λόγια τῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν Πατέρα ὅταν παρακαλεῖ γιὰ τοὺς μελλοντικοὺς Χριστιανοὺς (ποὺ θὰ ὑπάρξουν ἀπὸ τοὺς λόγους τῶν ἀποστόλων): «νὰ εἶναι ἕνα ὅπως ἐμεῖς (Πατὴρ καὶ Υἱὸς) εἴμαστε ἑνωμένοι καὶ νὰ ἑνωθοῦν μαζί μας γιὰ νὰ πιστεύσει ὁ κόσμος ὅτι Σὺ μὲ ἔστειλες» (Ἰω 17, 21).
Αὐτὸ τὸ ἔργο, τῆς ἑνώσεως μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μεταξύ μας, γιορτάζουμε στὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς. Τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Ἅγιος Παράκλητος ἔρχεται μὲ τὴν Πεντηκοστὴ στὸν κόσμο καὶ στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ ὁδηγήσει τοὺς ἀνθρώπους στὴν ἀλήθεια τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ ὁ ὁποῖος κάνει δύσκολη τὴν ἑνότητα.
Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο φωτίζει καὶ ἁγιάζει τὶς καρδιὲς ὥστε νὰ μάθουν νὰ ἀγαποῦν καὶ ἔτσι νὰ μοιάσουν τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ κέντρο τοῦ κύκλου. Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ ἀκτίνες τοῦ κύκλου. Ὅσο πορευόμαστε πρὸς τὸ κέντρο τοῦ κύκλου τόσο πλησιάζουμε καὶ μεταξύ μας. Ἐγγίζοντας πρὸς τὸν Χριστὸ «ἐν ταυτῷ» ἐγγίζουμε καὶ πρὸς ἀλλήλους. Τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ φωτίζει σ’ αὐτὴν τὴν διπλὴ πορεία ἐνδυναμώνοντάς μας στὸν κόπο τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὴν ἐγωιστική μας αὐταπάτη. Μένοντας στὸν ἐγωισμό, μένουμε μόνοι. Ἀκίνητοι σὲ αὐταπάτη ἀεικινησίας. Ἀπλησίαστοι καὶ ἀδιάφοροι. Ξένοι. Μὲ μία καρδιὰ ποὺ γίνεται σιγὰ-σιγὰ «λίθινη». Ὁ Θεὸς μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, διὰ τοῦ προφήτη Ἰεζεκιήλ, κραυγάζει: «Δῶστε μου τὴν πέτρινη καρδιά σας καὶ θὰ τὴν κάνω σάρκινη» (Ἰεζ. 36, 26). Σὲ μᾶς μένει νὰ ἀνταποκριθοῦμε. Ἂν ναί, τότε θὰ ΄ρθεῖ καὶ θὰ κατοικήσει μέσα μας καὶ θὰ γεμίσει ἡ καρδιά μας ἀπὸ τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. 5, 22).
Ὅταν, λοιπόν, αὐτά, ἔστω καὶ κατ’ ἀρχὰς καὶ ἐν μέρει, ἀρχίσουν νὰ ὑπάρχουν στὰ μέλη-χριστιανοὺς τῆς Ἐκκλησίας, τότε ἀρχίζει νὰ σαρκώνεται τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Τότε οἱ Χριστιανοί, μέσα στὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ τὴν ὁποία Ἐκεῖνος τοὺς ἔδωσε καὶ γιὰ τὴν ὁποία χαίρουν• ἀγαποῦν καὶ νοιάζονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Γίνονται ἀδέρφια. Ἀποχτοῦν κοινότητα σκέψης καὶ τρόπου. Γίνονται κοινότητα σὲ ὅλα, στὴν χαρά, στὴν θλίψη, στὶς ἀνάγκες, στὴν ἄνεση. Τότε οἱ ἀρετὲς ποὺ φυτρώνουν σιγὰ-σιγὰ στὴν καρδιὰ ἀρχίζουν νὰ καρποφοροῦν καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι (δικοί μας καὶ ξένοι) γίνονται ἀδέρφια μας.

Γνωρίζοντας τὴν ἀδυναμία καὶ τὸ τρεπτὸ τῆς φύσεως οἱ χριστιανοὶ ἀγωνίζονται γιὰ ὅσο γίνεται μεγαλύτερη μετοχὴ στὴν χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὄχι μηχανικά, μὲ μόνη τὴν μετοχὴ στὰ μυστήρια, ἀλλὰ οὐσιαστικά. Μὲ τὴν βοήθεια τῶν μυστηρίων, στὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὸν ψυχοσωματικὸ ἐγωισμὸ ποὺ ἐμποδίζει τὴν ἀγάπη καὶ ἀνακόπτει τὴν πορεία πρὸς τὴν ἀδερφό.
Στὴν γιορτὴ λοιπὸν τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς ποὺ εἶναι φανέρωση τοῦ τρόπου τῆς Ἐκκλησίας, οἱ χριστιανοὶ (τὴν παραμονὴ) προσεύχονται γιὰ τοὺς ἀδερφούς τους ποὺ ἔχουν φύγει ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ ἔχουν περάσει στὴν κατάσταση ποὺ προσδιορίζεται μόνον ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
Στὸ μέτρο ποὺ κάποιος ἔγινε μέτοχος τῶν ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ, τόσο Τοῦ μοιάζει, τόσο ἄνεση ἔχει στὴν σχέση μαζί Του. Οἱ μάρτυρες καὶ οἱ Ἅγιοι, μεγάλη· οἱ ὑπόλοιποι χριστιανοί, ἀνάλογα. «Ἀστὴρ ἀστέρος, διαφέρει ἐν δόξῃ». Ἀτυχῶς κάποιοι, πολὺ λίγο ἢ καὶ ἐπικίνδυνα λίγο, ὥστε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ νὰ εἶναι γι’ αὐτοὺς ξένο ἢ καὶ ἐνοχλητικό!
Ἔρχεται λοιπὸν τώρα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ προσεύχεται μὲ τὴν Εὐχαριστία τὴν παραμονὴ τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς, (ποὺ εἶναι ἡ γιορτὴ τῆς δυνατότητος τῆς ἀνθρώπινης ἀλλαγῆς), καὶ παρακαλεῖ τὸν Κύριο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, τὸν Δεσπότη Χριστό, γιὰ ὅλους ὅσοι βρίσκονται ἐνώπιόν Του: Νὰ παραβλέψει ἀδυναμίες. Νὰ συγχωρήσει λάθη. Νὰ παραγράψει ἁγνοήματα. Νὰ δώσει ζωή. Νὰ φέρει ἐλπίδα ἀναπαύσεως.
Ἡ Ἐκκλησία παρακαλεῖ καὶ ἱκετεύει. Ὁ Χριστὸς θέλει. Ἡ τραγωδία εἶναι ὅτι ἴσως κάποιος δὲν ἐπιθυμεῖ καμμιὰ ἀλλαγή… Ἀκόμα καὶ τὴν ἑπομένη μετὰ τὸ ψυχοσάββατο ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅλη ἡ Ἐκκλησία γονατιστὴ παρακαλεῖ γιὰ ὅσους ἔχουν φύγει «Δέξου Κύριε δεήσεις καὶ ἱκεσίες καὶ ἀνάπαυσε ὅλους τοὺς γονεῖς, τοὺς ἀδερφούς, τὰ τέκνα ὅλων καὶ κάθε ἄνθρωπο, ὅλους ὅσους ἔχουν πεθάνει, στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ…».
Ἡ συμμετοχή μας λοιπὸν στὴν γιορτὴ ἂς γίνει μία προσπάθεια κατανόησης τῆς σχέσης μας μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα (κάθαρση-φωτισμό). Μετοχὴ στὰ χαρίσματά του ποὺ μόνον στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχουν καὶ δίνονται. Ἀγάπη γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τοὺς ἀδερφούς μας δηλαδή, ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους.
Κάποια στιγμὴ καὶ μεῖς θὰ χρειαστοῦμε αὐτὴ τὴν ἀγάπη.
Μὲ ἀγάπη καὶ εὐχὲς
ὁ ἐφημέριος
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Βάπτιση στις προφητείες.

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου 2015

Απόσπασμα από τον λόγο του αγίου Γρηγορίου Νύσσης«Λόγος εις τα Φώτα», που βρίσκεται στην σειρά ΕΠΕ, τόμος 10, σελ. 387-391

Ας δούμε όμως τώρα τι είπαν και φώναξαν οι προφητείες. Ο Ησαίας φώναξε λέγοντας·«Λούσασθε, καθαροί γένεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών»Ο Δαβίδπάλι· «Προσέλθετε προς αυτόν και φωτίσθητε και τα πρόσωπα υμών ου μη κατισχυνθή». Ενώ ο Ιεζεκιήλ, γράφοντας σαφέστερα από τους δύο και πιο καθαρά, δίνει την καλή υπόσχεση· «Και ράνω εφ’ υμάς καθαρόν ύδωρ και καθαρισθήσεσθε από πασών των ακαθαρσιών υμών και από πάντων των ειδώλων υμών καθαριώ υμάς και δώσω υμίν καρδίαν καινήν και Πνεύμα καινόν δώσω υμίν και αφελώ την καρδίαν την λιθήνην εκ της σαρκός υμών και δώσω υμίν καρδίαν σαρκίνην και το Πνεύμα μου δώσω εν υμίν». Αλλά και ο Ζαχαρίας πολύ παραστατικά προφητεύει και για τον Ιησού ντυμένο με το ρυπαρό ιμάτιο της δουλικής δική μας σάρκας· ξεντύνοντάς τον όμως από το θλιβερό ρούχο του φορά την καθαρή και λαμπρή στολή, διδάσκοντάς μας με την εικόνα αυτήν, ότι όλοι εμείς με το βάπτισμα του Ιησού, αποθέτοντας τις αμαρτίες μας σαν φόρεμα φτωχικό και πολυμπαλλωμένο, φορούμε το ιερό και πανέμορφο φόρεμα της παλιγγενεσίας. Που έχει καταλληλότερη θέση κι εκείνος ο λόγος του Ησαία που απευθύνει στην έρημο,«ευφράνθητι έρημος διψώσα, αγαλλιάσθω έρημος και ανθείτω ως κρίνον, και εξανθήσει και αγαλλιάσεται τα έρημα του Ιορδάνου»; Είναι φανερό ότι δεν ευαγγελίζεται την ευφροσύνη σε τόπους άψυχους και αναίσθητους, αλλά με την έρημο κάνει μεταφορά στην ξηραμένη κι αμελημένη ψυχή, όπως ακριβώς κι ο Δαδίβ, όταν λέει, «Η ψυχή μου ως γη ανυδρός σοι». Και πάλι· «Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ισχυρόν τον ζώντα». Και ο Κύριοςπάλι στο Ευαγγέλιο λέγει· «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω», και προς την Σαμαρείτιδα· «Πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήσει πάλιν, ος δ’ αν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήσει εις τον αιώνα». Και η τιμή του Καρμήλου, δηλαδή η χάρη του Πνεύματος, αποδίδεται στην ψυχή που μοιάζει με την έρημο. Επειδή δηλαδή ο Ηλίας ζούσε στον Κάρμηλο (και το βουνό έγινε ονομαστό και φημίστηκε χάρη στην αρετή εκείνου που κατοικούσε σ’ αυτό), ενώ ο Ιωάννης ο Βαπτιστής που ακτινοβολούσε το πνεύμα του Ηλία αγίαζε τον Ιορδάνη, γι’ αυτό ο προφήτης νομοθετούσε ότι η τιμή του Καρμήλου θα δοθεί στο ποτάμι. Ακόμη μετέφερε στο ποτάμι και τη δόξα του Λιβάνου από τη σύγκριση με τα ψηλά του δέντρα. Όπως δηλαδή εκείνος ο Λίβανος έχει σπουδαία αφορμή θαυμασμού αυτά τα δέντρα, που βλασταίνει και τρέφει, έτσι και ο Ιορδάνης δοξάζεται αναγεννώντας και βλασταίνοντας ανθρώπους στον Παράδεισο του Θεού. Τα δέντρα αυτά, κατά το λόγο των Ψαλμών, ανθούν πάντοτε και φουντώνουν από αρετές, τα φύλλα τους δεν πέφτουν και όταν ο Θεός δεχτεί στην ώρα του τον καρπό τους θα χαρεί σαν αγαθός φυτοκόμος που ευφραίνεται με τα ίδια του τα έργα. Ο θεσπέσιος πάλι Δαβίδπροφητεύοντας και για τη φωνή, που άφησε ο Πατέρας από τον ουρανό για τον Υιό που βαπτιζόταν, για να οδηγήσει όσους άκουαν στο φυσικό αξίωμα της θεότητας, ενώ ως τότε ήταν στραμμένοι στην αισθητή ευτέλεια του ανθρώπου, έγραψε στο γνωστό βιβλίο του·«Φωνή Κυρίου επί των υδάτων, φωνή Κυρίου εν μεγαλοπρέπεια». Αλλά στο σημείο αυτό πρέπει να σταματήσω τις μαρτυρίες από τις θείες Γραφές. Γιατί ο λόγος μπορεί να συνεχιστεί στο άπειρο, αν θέλει κανένας εκλέγοντας το καθένα να τα παραθέσει σ’ ένα βιβλίο.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΑΛΑΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΟΙΚΕΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου 2015

Οι άνθρωποι στη ζωή μας έχουμε ανάγκη να δώσουμε την καρδιά μας σε κάποιον ή κάποιους τους οποίους εμπιστευόμαστε και αγαπούμε. Είναι εκείνοι οι οποίοι έχουν αποδείξει το ενδιαφέρον τους για εμάς, έχουν μοιραστεί μαζί μας όχι μόνο τα συναισθήματα, αλλά και τις χαρές και τις λύπες μας, είναι εκείνοι τους οποίους αισθανόμαστε ότι είναι οι οικείοι μας, οι δικοί μας άνθρωποι. Πρωτίστως όμως αισθανόμαστε ως δικούς μας εκείνους με τους οποίους έχουμε φυσική συγγένεια. Προς τους γονείς μας και προς τα παιδιά μας αισθανόμαστε απέραντη οικειότητα, εμπιστοσύνη, αγάπη.Με όσους και να συνδεθούμε στη ζωή μας, δύσκολα η οικειότητα προς αυτούς μπορεί να αντιπαραβληθεί με την οικειότητα προς τους φυσικούς συγγενείς μας. Μόνο η αγάπη μπορεί να δημιουργήσει νέους δεσμούς, χωρίς να καταλύσει όμως ουσιαστικά τους παλαιότερους.
                Η επιθυμία και η βίωση της οικειότητας υπάρχει  διότι οι άνθρωποι έχουμε δημιουργηθεί κατ’ εικόνα Θεού και ομοίωσίν Του. Η σχέση αγάπης που υπάρχει ανάμεσα στα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και η οποία περιγράφεται με την φράση  «ο Θεός αγάπη εστί» (Α’ Ιωάν. 4,8), δωρίζεται σε εμάς τους ανθρώπους. Βεβαίως η αγάπη των Προσώπων της Αγίας Τριάδος είναι πλήρης, ανεξάντλητη, τελεία και δεν πηγάζει από  ανάγκη. Είναι δηλαδή συμπεπλεγμένη με την ελευθερία, η οποία και αυτή μας δωρήθηκε από τον Τριαδικό Θεό ως εξίσου πολύτιμο δώρο.  Εκ της φύσεως μας, εκ της θεϊκής μας καταγωγής,  οι άνθρωποι ελάβαμε και κληθήκαμε να πορευόμαστε στη ζωή μας ζώντας αυτό το μυστήριο της αγάπης και της ελευθερίας. Να είμαστε τέκνα Θεού και την ίδια στιγμή να στρεφόμαστε προς τους άλλους για να βιώνουμε την υιότητα και την αδελφοσύνη ως ευλογημένες δωρεές της αγάπης του Θεού. Γι’ αυτό και ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας διδάσκει:  «Ίδετε ποταπήν αγάπην δέδωκεν  ημίν ο Πατήρ ίνα τέκνα Θεού κληθώμεν. Δια τούτο ο κόσμος ου γινώσκει ημάς, ότι ουκ έγνω Αυτόν. Νυν τέκνα Θεού εσμέν, και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα. Οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα Αυτόν καθώς εστί. Και πας ο έχων ελπίδα ταύτην επ’ Αυτώ αγνίζει εαυτόν, καθώς Εκείνος αγνός εστί» (Α’ Ιωάν. 3, 1-3). Κοιτάξτε με πόση αγάπη μας αγάπησε ο Πατέρας! Η αγάπη Του είναι τόσο μεγάλη, ώστε να ονομαστούμε παιδιά του Θεού. Γι’ αυτό ο κόσμος δεν μας καταλαβαίνει, γιατί δε γνωρίζει το Θεό Πατέρα. Τώρα είμαστε παιδιά του Θεού. Τι πρόκειται να γίνουμε στο μέλλον  δεν έχει ακόμη φανερωθεί. Ξέρουμε όμως πως όταν ο Χριστός φανερωθεί στη δευτέρα Παρουσία Του, θα γίνουμε όμοιοι με Εκείνον, γιατί θα Τον δούμε όπως πραγματικά είναι. Όποιος λοιπόν με εμπιστοσύνη στο Χριστό έχει αυτή την ελπίδα, προετοιμάζεται. Καθαρίζει τον εαυτό του από την αμαρτία, έχοντας ως πρότυπό την καθαρότητα Εκείνου.
                Την πληρότητα της θεϊκής δόξας θα την βιώσουμε κατά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας. Όμως σε εορτές όπως τα Θεοφάνεια, βλέπουμε κατά τον πενιχρό τρόπο των αισθήσεών μας, και των σωματικών και των πνευματικών, τον τρόπο αυτής της δόξας. Διαπιστώνουμε ότι ο Θεός είναι Τριαδικός. Ο Χριστός βαπτίζεται στον Ιορδάνη έχοντας προσλάβει την ανθρώπινη φύση. Μολονότι Θεάνθρωπος δεν αρνείται τίποτε από τα ανθρώπινα, δίχα αμαρτίας. Το Άγιο Πνεύμα, εν είδει περιστεράς, έρχεται προς Αυτόν. Και ακούγεται η φωνή του Θεού Πατρός να λέει τόσο προς τον Πρόδρομο, όσο και προς τους παρευρισκομένους, αλλά και προς όλη την ανθρωπότητα: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ηυδόκησα» (Ματθ. 3,17). Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, Αυτός είναι ο εκλεκτός μου, σ’ Αυτόν ευαρεστούμαι.
 Με την φανέρωση αυτή αποκαλύπτεται το Μυστήριο της Αγάπης και της Ελευθερίας του τριαδικού Θεού. Η ελευθερία αποκαλύπτεται στην ύπαρξη τριών Προσώπων  με κοινές και διαφορετικές ιδιότητες, τα οποία συμπορεύονται και συνεμφανίζονται. Ο Πατήρ έχει Υιό. Υπάρχει μεταξύ τους η σχέση Πατρότητος και Υιότητος. Το Άγιο Πνεύμα είναι έτερο πρόσωπο σε σχέση με τον Πατέρα και τον Υιό. Ανακαινίζει και φωτίζει την κτίση, εκπληρώνοντας το θέλημα του Πατρός και δείχνει τον Υιό στους ανθρώπους. Ο Υιός γίνεται άνθρωπος, για να δώσει στους ανθρώπους την αγάπη του Θεού στην πληρότητά της, που είναι η ανακαίνιση της ανθρώπινης ύπαρξης από τη φθορά και το θάνατο. Και τα τρία Πρόσωπα φανερώνονται στον κόσμο, δείχνοντας την ενότητα, που πηγάζει από την ελευθερία και την αγάπη μεταξύ Τους. Και την ίδια στιγμή στη νέα ανθρωπότητα, στη νέα οικουμένη μετέχει σύμπασα η κτίση. Γι’ αυτό και ο Υιός εισέρχεται στον Ιορδάνη ποταμό. Τον αγγίζει ο έσχατος και κορυφαίος των προφητών, ένας άνθρωπος, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, στο πρόσωπο του οποίου φανερώνεται η ευλογία την οποία λαμβάνει όλη η ανθρωπότητα, να μπορεί να ψαύει τον Λυτρωτή Θεό. Να αγιάζεται μέσω της κοινωνίας μαζί του, γιατί εμείς, στο μυστήριο της Ευχαριστίας δεν αγγίζουμε απλώς τον Χριστό, αλλά καθιστάμεθα οικείοι Του, καθώς Εκείνος κατοικεί εντός της υπάρξεώς μας. Και την ίδια στιγμή να λαμβάνει την αγάπη Του ως μέγιστη δωρεά. Και τα νερά, ο ουρανός, τα πάντα λαμπαδοφεγγούν μετέχοντας στη χαρά του νέου ξεκινήματος.
Δεν υπάρχουν πλέον μυστικά ανάμεσα στο Θεό και τους ανθρώπους. Για το Θεό όλοι είμαστε παιδιά Του. Και την ίδια στιγμή καλούμαστε να ανταποκριθούμε στην κίνηση αυτή της οικειότητας που ο Θεός μας προσφέρει. Νικώντας την φθορά και τον θάνατο. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ιορδάνης ποταμός πηγάζει από δύο πηγές, την Ιόρ και την Δαν, εξ ου και το όνομα «Ιορδάνης» και χύνεται στη Νεκρά θάλασσα. Αυτός ο ποταμός είναι τύπος του θνητού ανθρώπινου γένους, το οποίο, όπως ο Ιορδάνης, έχει δύο πηγές προέλευσης: τον Αδάμ και την Εύα, που με την επιλογή τους να χρησιμοποιήσουν την ελευθερία τους αρνούμενοι την αγάπη προς το Θεό και ακολουθώντας την οδό της θεοποίησης του εαυτού τους, κατέληξαν στο θάνατο, στην άβυσσο του Άδη, στη νεκρότητα. Σ’ αυτόν τον Ιορδάνη εισέρχεται ο Χριστός για να αναστρέψει την πορεία προς τη νέκρωση, την πορεία προς τη Νεκρά θάλασσα. Γι’ αυτό και ο Ιορδάνης «εστράφη εις τα οπίσω». Έτσι και το ανθρώπινο γένος, αν βαπτιστεί στο ύδωρ εν Πνεύματι Αγίω και εισέλθει στην Εκκλησία, επανερχόμενο ελεύθερα στην αγάπη και την κοινωνία με το Θεό, αναστρέφει την πορεία προς το θάνατο.  Οδηγείται στην ανάσταση και τη νέα ζωή που δίνει ο Χριστός.
Αν πιστεύουμε στον Τριαδικό Θεό, ξεκινά για μας μία οικειότητα, παλαιά και νέα. Η παλαιά έχει να κάνει με την αποδοχή εντός μας ότι είμαστε παιδιά του Θεού, όπως πλαστήκαμε εξ αρχής. Η νέα έχει να κάνει με τη νίκη κατά του θανάτου, στην οποία τα πάντα συμμετέχουν, στο Φως της Εκκλησίας στον παρόντα χρόνο και στο Φως της αιώνιας κοινωνίας με το Πρόσωπο του Χριστού, Τον Οποίο θα δούμε όπως ακριβώς είναι στην Δευτέρα Παρουσία.  Η παλαιά οικειότητα έχει να κάνει με την αγάπη προς εκείνους με τους οποίους συνδεόμαστε εξ φύσεως είτε επειδή έχουμε επιλέξει να τους αγαπούμε. Η νέα οικειότητα έχει να κάνει με το άνοιγμα της καρδιάς μας και της ζωής μας προς όλους τους ανθρώπους, εχθρούς και φίλους. Αυτό που ο κόσμος δεν μπόρεσε και ίσως δεν θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει, διότι παραμένει στην κατάσταση του παλαιού Ιορδάνη. Πορεύεται χωρίς Θεό στη ζωή του. Μπορεί και εμείς να μην θέλουμε να εμπιστευθούμε, να οικειωθούμε, να αγαπήσουμε όλους τους ανθρώπους, παραμένοντας δέσμιοι του παλαιού ανθρώπου. Σύμπασα όμως η ζωή της Εκκλησίας, η οποία ξεκινά από το άγιο Βάπτισμα και τελειούται στην μετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι ένας συνεχής αγώνας να ζήσουμε το μυστήριο της αγάπης και της ελευθερίας, το οποίο μας δωρήθηκε.
Αυτή ας είναι και η ευχή μας και ο αγώνας μας στην μεγάλη εορτή της του Κυρίου Θεοφανίας.
Κέρκυρα, 6 Ιανουαρίου 2014
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΤΟΙΜΑΣΑΤΕ ΤΗΝ ΟΔΟΝ ΚΥΡΙΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου 2015

 
     Οι άνθρωποι δεν έχουμε μάθει από καρδίας να αποδεχόμαστε προσταγές. Συνήθως θέλουμε εμείς να ελέγχουμε τον εαυτό μας και τη ζωή μας και θα προτιμούσαμε εμείς να είμαστε εκείνοι που προστάζουμε τους άλλους.  Η προσταγή άλλωστε έχει την έννοια ότι ο προστάζων είναι ο κύριος και ο προσταζόμενος ο διακονών, ο δούλος, ο υπηρέτης, ο υφιστάμενος. Οι περισσότεροι άνθρωποι εργάζονται στη ζωή τους για να έρθει εκείνη η ώρα στην οποία να μπορούν να είναι όχι απλώς κύριοι του εαυτού τους, αλλά να αποδεικνύουν την εξουσία τους δίδοντας προστάγματα και σε άλλους. Η εξουσία δεν συνδέεται συνήθως με την διακονία, αλλά με την κυριαρχία εις βάρος των άλλων. Και μετέρχονται ενίοτε οι άνθρωποι κάθε μέσο, προκειμένου να εξουσιάσουν. Ακόμη και το ψέμα.
Υπάρχει κι ένα άλλο είδος προσταγής, η οποία έχει να κάνει με την πνευματική πορεία του ανθρώπου. Είναι τα προστάγματα του Θεού, τα οποία έχουν την μορφή της προτροπής, της ελεύθερης πρόσκλησης στον άνθρωπο να ακολουθήσει έναν δρόμο αγάπης, αλήθειας και κοινωνίας. Γιατί αυτή ήταν, είναι και θα είναι η οδός του Κυρίου (Μάρκ. 1, 3). Όχι η οδός της εξουσίας, της τυφλής κυριαρχίας, η οποία αποσκοπεί στο να καθυποτάξει τον άνθρωπο σε έναν τρόπο που δεν λαμβάνει υπόψιν την ανθρώπινη προσωπικότητα και αποστραγγίζει την ανθρώπινη ελευθερία, αλλά μία οδός καλοσύνης, η οποία αποσκοπεί στο να δώσει στον άνθρωπο νόημα και σκοπό και, την ίδια στιγμή, αιωνιότητα. Μόνο που η αιωνιότητα δεν μένει στις προσταγές- προσκλήσεις καθ’  αυτές, αλλά γίνεται σύνδεση και κοινωνία με ένα πρόσωπο, αυτό του Χριστού.
Ο Χριστός δεν μας εξουσιάζει, αλλά μας αγιάζει. Δεν περιφρονεί την ελευθερία μας, αλλά την αναδεικνύει.  Δεν μας καλεί σε έναν δρόμο υποταγής και σκοταδισμού, αλλά σε έναν δρόμο φωτός και αγάπης. Και είναι η κοινωνία μαζί Του εν τη Εκκλησία, διότι αυτή διασώζει τον δρόμο Του, η εγγύηση και η ασφάλεια για όλους μας, εφόσον θελήσουμε να Τον ακολουθήσουμε. Γι’  αυτό και οι όποιες προσταγές Του, είναι παροτρύνσεις αγάπης. Μας δείχνουν ότι υπάρχει το Φως, αρκεί να το αναζητούμε και να ελπίζουμε σ’ Αυτό. Και γνωρίζει να μας περιμένει. Ακόμη κι αν Τον αρνούμαστε στη ζωή μας, Εκείνος μας δίδει όλες τις ευκαιρίες, μέχρι το τέλος, να επιστρέψουμε σε Εκείνον. Αρκεί η καρδιά μας να είναι καλοπροαίρετη.
Ας σταθούμε λίγο στην έννοια της οδού του Κυρίου. Είναι μία οδός καλοσύνης, σε έναν κόσμο γεμάτο σκληρότητα, αντιπαραθέσεις, κακία, αμαρτία. Είναι μία οδός φαινομενικά αδύναμη και απορριπτέα για τους πολλούς που θέλουν άμεσα αποτελέσματα στη ζωή τους. Είναι μία οδός  που ζητά έξοδο από τον εαυτό μας, συγχωρητικότητα και, την ίδια στιγμή, αλήθεια και στις σκέψεις και στους λόγους και στα έργα μας.  Είναι μία οδός αγάπης, η οποία στρέφεται προς τον πλησίον και ζητά είτε δια της προσευχής, είτε δια της προσφοράς αγαθών, είτε δια της νομής των χαρισμάτων και εκείνος να ζήσει την χαρά και το φως.  Είναι μία οδός κοινωνίας, τόσο με το Θεό όσο και με το συνάνθρωπο, όχι οδός ατομοκεντρισμού και εγωλατρίας ή αδιαφορίας για το σύνολο, αλλά μία οδός η οποία, ακόμη κι αν ο εαυτός μας δεν βρίσκει αυτό που θέλει, αισθάνεται την ανάγκη για υπευθυνότητα έναντι των πολλών. Μέσα στο σύνολο σώζεται ο άνθρωπος. Μέσα στο σύνολο έχει αξία το πρόσωπο. Και η Εκκλησία αποτελεί την αυθεντική έκφραση της συλλογικότητας, η οποία καταξιώνει τα χαρίσματα και την προσωπικότητα του καθενός.
Ζούμε σε μία εποχή από την οποία απουσιάζει η αίσθηση της αποστολής να ετοιμάσουμε την οδό του Κυρίου. Αυτή την είχαν οι προφήτες στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης, με κορυφαίο εκφραστή τους τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Μόνο που για να ετοιμάσουν την οδό του Κυρίου δεν αρκούνταν στους λόγους, στον ζήλο, στην έμπνευση, στην διδαχή της αλήθειας. Έκαναν αυτά πράξη και με τα έργα τους. Την ασκητικότητα και την λιτότητα στην διατροφή τους. Την απόσυρσή τους στην έρημο, δηλαδή στην προσευχή και στην αναζήτηση του Θεού. Το θάρρος τους και την αποφασιστικότητά τους να διακηρύξουν την αλήθεια, ακόμη και με τίμημα το μαρτύριό τους. Αυτή την αποστολή την κληροδότησαν σε όλους εμάς τους χριστιανούς, οι οποίοι μετέχουμε στο προφητικό αξίωμα του Κυρίου μας, δηλαδή στην ευθύνη για διδαχή του θελήματος του Θεού σε όλους. Και αυτό το θέλημα βαπτίζει στο φως τον άνθρωπο, αγιάζει το πρόσωπο και το σύνολο και γίνεται αφετηρία ενός άλλου ήθους:  αυτού της καλοσύνης, της αγάπης και της αλήθειας, της κοινωνίας με Θεό και πλησίον.
 Η προσταγή «ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου» είναι μία παρότρυνση ελπίδας.Υπάρχει αυτή η οδός. Και είμαστε κεκλημένοι όλοι να αγωνιστούμε να την ετοιμάσουμε. Πρώτα στις καρδιές μας και στη συνέχεια στη ζωή όλων. Όχι με πνεύμα εξουσιαστικό, αλλά με τρόπο καλοσύνης. Και την ίδια στιγμή αυτό να ζητούμε από την κοινωνία. Από τους άρχοντες της ζωής μας. Από όσους είμαστε υποχρεωμένοι να συναναστραφούμε μαζί τους. Να ενδιαφέρονται να επικρατήσει η καλοσύνη, η αγάπη, η αλήθεια, η γνήσια κοινωνία, με πνεύμα διακονίας και όχι με αλαζονεία και υποταγή στο κακό. Αν ετοιμαστεί η οδός του Κυρίου, τότε και η κοινωνία μας θα πορεύεται προς αυτήν, ενώ τα πολλά προβλήματά μας θα βρούνε απαντήσεις. Ο καθένας μας ας λειτουργήσει λιγότερο με προσταγές και περισσότερο με εργασία γι’  αυτήν την οδό. Και ο Ισχυρότερος όλων μας (Μάρκ. 1, 7) θα δώσει το φως και τον αγιασμό Του και σε μας και στον κόσμο μας.  
 Κέρκυρα, 4 Ιανουαρίου 2015     
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γρηγορίου Νύσσης.Ομιλία στην ημέρα των Φώτων.

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου 2015

        Τώρα αναγνωρίζω το κοπάδι μου, σήμερα βλέπω τη συνηθισμένη εκκλησία, σήμερα που, μισώντας και την απασχόλησή με τις σαρκικές φροντίδες, τρέξατε όλο το πλήρωμα για να λατρεύσετε το Θεό. Και γεμίζει ο λαός ασφυκτικά μέσα το ναό φτάνοντας ως τα ιερά άδυτα, αλλά γεμίζει και τον εξωτερικό χώρο στα προαύλια, όσος δεν μπορεί να χωρέσει μέσα σύμφωνα με την εικόνα των μελισσών, που άλλες δουλεύουν μέσα κι άλλες βομβούν απ’ έξω απ’ την κυψέλη. Έτσι λοιπόν, παιδιά μου, να κάνετε και μη χάνετε ποτέ το ζήλο σας αυτόν. Συγκινούμαι, ομολογώ, ως ποιμένας και θέλω καθισμένος σ’ αυτή την υψηλή σκοπιά να βλέπω γύρω μου στους πρόποδες συναγμένο το ποίμνιό μου. Κι αν μου συμβαίνει αυτό, γεμίζω από προθυμία θαυμαστή και επεξεργάζομαι μ’ ευχαρίστηση το λόγο μου, όπως οι βοσκοί τα ποιμενικά τους τραγούδια. Όταν όμως συμβαίνει διαφορετικά και σας παρασύρει η εξωτερική πλάνη, όπως πρόσφατα κάνατε την περασμένη Κυριακή, δυσαρεστούμαι πολύ και προτιμώ τη σιωπή. Σκέφτομαι να φύγω από δω κι αναζητώ το όρος Κάρμηλο του προφήτη Ηλία ή ένα ακατοίκητο βράχο. Γιατί όσοι είναι κυριευμένοι από λύπη αγαπούν τη μοναξιά και την ερημία. Τώρα όμως, βλέποντάς σας με όλη την οικογένειά σας να είστε όλοι συγκεντρωμένοι στην πανήγυρη, θυμάμαι το λόγο του προφήτη, που από παλιά ο Ησαΐας αναφώνησε, υμνώντας την καλλίτεκνη και πολύτεκνη Εκκλησία του Χριστού. «Ποιοί είναι αυτοί;», λέει˙ «έρχονται καταπάνω μου σαν σύννεφα και σαν περιστέρια με τα μικρά τους».1   Μαζί μ’ αυτό και εκείνο: «είναι στενός ο τόπος για μένα, κάνε μου τόπο για να κατοικήσω».2   Αυτά όρισε η δύναμη του Πνεύματος για την πολυάνθρωπη Εκκλησία του Θεού, που έμελλε πολλά χρόνια αργότερα «να γεμίσει όλη την οικουμένη απ’ άκρη σε άκρη».3

Έφτασε λοιπόν ο καιρός κι έφερε μαζί του τη μνήμη αγίων μυστηρίων που καθαίρουν τον άνθρωπο, που καθαρίζουν και τη δύσκολη αμαρτία της ψυχής και του σώματος και επαναφέρουν στο αρχικό κάλλος, που διαμόρφωσε σ’ εμάς ο αριστοτέχνης Θεός. Και γι’ αυτό ο μυημένος λαός που έχετε δοκιμάσει τα αγαθά της ημέρας μαζευτήκατε και φέρατε μαζί σας κι αυτόν που δεν τα έχει δοκιμάσει, σαν πατέρες φρόνιμοι που οδηγούν μ’ επιμέλεια και προσοχή τους αμύητους στην τέλεια κατανόηση της ευσέβειας. Εγώ χαίρομαι και με τους δύο μαζί˙ με όσους έχετε βαπτισθεί, γιατί λάβατε τον πλούτο της μεγάλης δωρεάς˙ με όσους δε βαπτιστήκατε ακόμα, γιατί ελπίζετε μια καλή προσδοκία, άφεση των ευθυνών σας, ελευθέρωση από τα δεινά, οικείωση με το Θεό, παρρησία ελεύθερη, αντί δουλική ταπείνωση ισοτιμία με τους αγγέλους. Γιατί αυτά και ό,τι επακολουθεί σ’ αυτά σας εγγυάται και σας δίνει η χάρη του βαπτίσματος. Γι’ αυτό αφήνοντας τα άλλα θέματα των Γραφών για άλλες ευκαιρίες, ας παραμείνομε στο σκοπό μας, αφιερώνοντας ανάλογα με τη δύναμή μας στην εορτή όσα της ταιριάζουν και προσφέρονται. Η κάθε μια πανήγυρη απαιτεί το δικό της. Έτσι το γάμο τον τραγουδάμε με επιθαλάμια, στο πένθος λέμε τους επικήδειους θρήνους που συνηθίζονται, σε υποθέσεις συζητούμε σοβαρά, στις διασκεδάσεις διώχνομε το πνίξιμο και την ένταση της ψυχής, και κάθε περίπτωση την τηρούμε καθαρή από τα άσχετα πράγματα.

Γεννήθηκε λοιπόν ο Χριστός πριν από λίγες ημέρες, αυτός που έχει γεννηθεί πριν από κάθε αισθητή και νοητή ουσία. Βαπτίζεται σήμερα από τον Ιωάννη, για να αποκαθάρει τον γεμάτο ρύπους άνθρωπο, να φέρει το Πνεύμα από τον ουρανό και ν’ ανυψώσει τον άνθρωπο στους ουρανούς, για να σηκωθεί αυτός που έχει πέσει και να ντροπιαστεί εκείνος που τον έριξε (και μη θαυμάσεις αν ο Θεός έδειξε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για μας), για να πραγματοποιήσει ο ίδιος τη σωτηρία του ανθρώπου. Γιατί με πολλές προσπάθειες μας επιβουλεύτηκε ο κακούργος, μας σώζει όμως ο δημιουργός μας με τη φροντίδα του. Και ο κακούργος και φθονερός, που άνοιξε κατά του γένους των ανθρώπων το δρόμο της αμαρτίας, βρήκε άξιο όργανο και προκάλυμμα της γνώμης του το φίδι, ο ακάθαρτος μπήκε στο όμοιό του, αυτός που προτιμούσε τα γήινα και χθόνια κατοίκησε στο ερπετό. Ο Χριστός όμως που επανορθώνει την κακία εκείνου, αναλαμβάνει τέλειο τον άνθρωπο και σώζει τον άνθρωπο και γίνεται για όλους τύπος και χαρακτήρας, για να αγιάσει την απαρχή κάθε πράξης και να κληρονομήσει στους δούλους του το ζήλο του παραδομένου μυστηρίου βέβαιο και αναμφίβολο. Το βάπτισμα λοιπόν είναι κάθαρση αμαρτιών, άφεση των σφαλμάτων μας, αιτία ανακαινισμού και αναγέννησης, την αναγέννηση όμως να τη θεωρήσεις νοητή, όχι ότι τη βλέπομε με τα μάτια. Γιατί βέβαια δε θα μεταβάλομε, όπως θέλει ο Εβραίος Νικόδημος με τη μη πνευματική σκέψη του, το γέροντα σε παιδί ούτε το ρυτιδιασμένο ασπρομάλλη σε απαλό νέο ούτε θα επαναφέρομε τον άνθρωπο στην κοιλιά της μητέρας του, αλλά εκείνον που έχει σημαδευτεί από τις αμαρτίες κι έχει παλιώσει από τις κακές πράξεις, τον επαναφέρομε με την βασιλική χάρη στην αθωότητα του βρέφους. Όπως δηλαδή το παιδί μόλις γεννηθεί είναι ελεύθερο από εγκλήματα και τιμωρίες, έτσι και το παιδί της αναγέννησης δεν έχει για ποιο κακό ν’ απολογηθεί, αφού με βασιλική χάρη έχει απαλλαγεί από τις ευθύνες του. Αυτή βέβαια την ευεργεσία δεν τη χαρίζει το νερό (γιατί το νερό θα ήταν το ανώτερο στοιχείο της φύσης), αλλά η προσταγή του Θεού και η επιφοίτηση του Πνεύματος που φτάνει μυστικά στη δική μας ελευθερία, ενώ το νερό συντελεί στο να φανεί η κάθαρση. Επειδή δηλαδή συνηθίσαμε το σώμα μας που λερώθηκε  από λεκέδες και λάσπες να το πλύνομε με νερό και να το κάνομε καθαρό, γι’ αυτό χρησιμοποιούμε το νερό και στη μυστική αυτή πράξη, για να δηλώσομε την άυλη λαμπρότητα με το αισθητό στοιχείο. Ή καλύτερα ας επιμείνομε και σε λεπτότερη ανάλυση σχετικά με το βάπτισμα, σα να έχομε αρχίσει από κάποια πηγή που είναι το παράγγελμα της Γραφής.

«Αν κάποιος δε γεννηθεί», λέει, «από νερό και Πνεύμα, δεν μπορεί να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών».4  Γιατί απαιτούνται και τα δύο και δε θεωρήθηκε ότι είναι αρκετό μόνο το Πνεύμα για να ολοκληρωθεί το βάπτισμα; Ο άνθρωπος είναι σύνθετος και όχι απλός, όπως ακριβώς γνωρίζομε, και γι’ αυτό στο διπλό αυτό σύζευγμα ορίστηκαν για τη θεραπεία του τα συγγενή και όμοια φάρμακα, για το ορατό σώμα το αισθητό νερό, και την  αόρατη ψυχή το αφανές Πνεύμα, που το καλούμε με πίστη και έρχεται με τρόπο άρρητο. Γιατί «το Πνεύμα πνέει όπου θέλει κι ακούς τη φωνή του, αλλά δεν ξέρεις από πού έρχεται και που πηγαίνει».5 Ευλογεί και το σώμα που βαπτίζεται και το νερό που βαπτίζει. Γι’ αυτό να μην περιφρονήσεις το θείο λουτρό ούτε να το εξευτελίσεις σαν κάτι κοινό επειδή χρησιμοποιεί το νερό. Γιατί αυτό που ενεργεί είναι μεγάλο κι από εκείνο γίνονται τα τελούμενα θαυμαστά. Εξάλλου και το άγιο αυτό θυσιαστήριο που στεκόμαστε γύρω του είναι μια κοινή στη σύστασή του πέτρα που δε διαφέρει σε τίποτε από τις άλλες πλάκες που διακοσμούν τους τοίχους και ομορφαίνουν τα δάπεδα˙ επειδή όμως αγιάστηκε για την λατρεία του Θείου και δέχτηκε και την ευλογία, έγινε τράπεζα αγία, θυσιαστήριο άχραντο, που δεν το αγγίζει πια ο καθένας, παρά οι ιερείς μόνο κι αυτοί με φόβο και ευλάβεια. Ο άρτος πάλι είναι ψωμί, αλλά όταν τον εξαγιάζει το μυστήριο, λέγεται και είναι σώμα Χριστού. Έτσι και το μυστικό λάδι, έτσι και το κρασί˙ ενώ έχουν μικρή αξία πριν από την ευλογία, αποχτά καθένα από αυτά μετά τον αγιασμό τους ιδιαίτερη ενέργεια.

Η ίδια δύναμη του Λόγου κάνει και τον ιερέα σεβαστό και τιμημένο, που αποχωρίζεται από την κοινή σχέση του με τους πολλούς με την καινή ευλογία που έλαβε. Χτες δηλαδή και προχτές ήταν ένας από τους πολλούς και ξαφνικά παρουσιάζεται οδηγός των λαών, προκαθήμενος, διδάσκαλος της πίστης, μυσταγωγός αοράτων μυστηρίων. Κι αυτά τα κάνει χωρίς να μεταβληθεί καθόλου το σώμα του ή η μορφή του, αλλά κατά το φαινόμενο είναι εκείνος που ήταν, έχει όμως μεταμορφωθεί η αόρατη ψυχή του με μια αόρατη δύναμη και χάρη προς το καλύτερο. Κατά τον ίδιο τρόπο όταν σκεφτείς πολλά πράγματα θα τα δεις ευκαταφρόνητα κατά το φαινόμενο, αλλά οι ενέργειές τους είναι μεγάλες, όταν μάλιστα αναλογιστείς τα συγγενή και όμοια με το ζητούμενο από την Παλαιά Διαθήκη. Το ραβδί του Μωυσή ήταν από ξύλο καρυδιάς, τί άλλο από ένα ξύλο κοινό, που το  κόβει ο καθένας και το κρατά και το δουλεύει ανάλογα με το σκοπό που το θέλει και το ρίχνει κατά το κέφι του στη φωτιά; Όταν όμως ο Θεός θέλησε να επιτελέσει με το ραβδί αυτό τα υψηλά και ανώτερα από λόγο θαύματα, το ξύλο μεταβαλλόταν σε φίδι˙ κι αλλού πάλι χτυπώντας τα νερά άλλοτε έκανε το νερό αίμα6  κι άλλοτε ανάβρυζε γόνο βατραχιών7˙ κι αλλού έκοβε τη θάλασσα και τη χώριζε ως το βυθό χωρίς τα νερά να συρρέουν από τη μια και την άλλη.8   Όμοια κι ενός από τους προφήτες η προβιά, ενώ ήταν δέρμα, έκανε τον Ελισσαίο αφήγημα της οικουμένης.9  Το ξύλο πάλι του σταυρού είναι η σωτηρία των ανθρώπων, ενώ όπως ακούω είναι σανίδα μουριάς, ενός δέντρου περιφρονημένου και κατώτερου από τα πιο πολλά. Επίσης ο θάμνος  του βάτου έδειξε στο Μωυσή το Θεό,10  το λείψανο πάλι του Ελισσαίου ανάστησε κάποιο νεκρό11  και ο πηλός έδωσε το φως στον τυφλό από την κοιλιά της μάνας του.12   Όλα αυτά είναι υλικά άψυχα και αναίσθητα, έγιναν όμως μέσα για τα μεγάλα θαύματα, όταν δέχτηκαν τη δύναμη του Θεού. Με την ίδια σειρά των συλλογισμών αν και το νερό είναι νερό και τίποτε άλλο, ανανεώνει τον άνθρωπο στη νοητή αναγέννηση, ενώ η χάρη από τον ουρανό το ευλογεί.

Αν πάλι κάποιος που διστάζει κι αμφιβάλλει κι ενοχλεί υποβάλλοντας συνέχεια ερωτήσεις και ζητώντας εξηγήσεις, πώς το νερό και η μυσταγωγία που γίνεται μ’ αυτό αναγεννά, θ’ απαντήσω σ’ αυτόν με όλο μου το δίκιο. Παράστησέ μου τον τρόπο της σωματικής γέννησης και θα σου εκθέσω κι εγώ τη δύναμη της αναγέννησης της ψυχής. Θα μιλήσεις ίσως με τον τρόπο απόδοσης αιτίας˙ το σπέρμα ως αιτία κάνει τον άνθρωπο. Άκουσε τώρα κι εμένα, ότι το νερό που ευλογείται καθαίρει και φωτίζει τον άνθρωπο. Αν πάλι μου αντιπροβάλεις το πώς, θα σου φωνάξω κι εγώ δυνατότερα˙ Πώς γίνεται άνθρωπος η υδαρής και άμορφη ουσία; Και προχωρώντας ο λόγος μ’ αυτόν τον τρόπο σ’ όλη την κτίση θα δοκιμαστεί σε κάθε πράγμα. Πώς έγινε ο ουρανός, πώς η γη, πώς η θάλασσα, πώς το κάθε πράγμα; Γιατί ο λογισμός των ανθρώπων σταματώντας μπροστά στην απορία να βρει, καταφεύγει στη φράση αυτή σα να ήταν κάθισμα για τους αδύνατους στη πεζοπορία. Και για να συντομεύσω, παντού η δύναμη και η ενέργεια του Θεού είναι ακατάληπτη και ανεξήγητη˙ δίνει εύκολα την ύπαρξη σε όσα θέλει, μας κρύβει όμως τη λεπτομερή γνώση της λειτουργίας της. Γι’ αυτό και ο  μακάριος Δαβίδ, όταν στάθηκε κάποτε κι έστρεψε το νου του στη μεγαλοπρέπεια της κτίσης και γέμισε η ψυχή του από  άπειρο θαυμασμό, διατύπωσε εκείνο που επαναλαμβάνουν όλοι˙ «πόση μεγαλοσύνη, Κύριε, δείχνουν τα έργα σου˙ όλα τα δημιούργησες με σοφία».13  Τη σοφία δηλαδή την κατανόησε, δε βρήκε όμως τον τρόπο λειτουργίας της σοφίας.

Αφού εγκαταλείψομε λοιπόν την πάνω από την ανθρώπινη δύναμη πολυπραγμοσύνη, ας επιζητήσομε μάλλον εκείνο, που δείχνει έστω και μερική κατανόηση. Για ποιό λόγο γίνεται με το νερό  η κάθαρση και ποιά η ανάγκη να γίνονται οι τρεις καταδύσεις; Αυτό λοιπόν που και οι πατέρες δίδαξαν και ο δικός μας νους σκέφτηκε και παραδέχτηκε είναι τούτο. Γνωρίζομε ότι ο κόσμος αποτελείται από τέσσερα στοιχεία, σ’ όλους γνωστά ακόμα κι αν αποσιωπηθούν τα ονόματά τους. Κι αν πρέπει να πω τα ονόματά τους για τους απλούστερους, αυτά είναι η φωτιά και ο αέρας, η γη και το νερό. Ο Θεός λοιπόν και σωτήρας μας ολοκληρώνοντας τη για χάρη μας οικονομία, κατέβηκε στο τέταρτο από αυτά, τη γη, για να κάνει τη ζωή ν’ ανατείλει από εκεί. Εμείς, παραλαμβάνοντας το βάπτισμα για να μιμηθούμε τον Κύριο και διδάσκαλο και οδηγό μας, δε θαπτόμαστε βέβαια στη γη (γιατί αυτή γίνεται κάλυμμα του φυσικώς νεκρωμένου σώματος καλύπτοντας την ασθένεια και τη φθορά της φύσης μας), αλλά ερχόμαστε στο συγγενικό με τη γη στοιχείο, το νερό και σ’ εκείνο κρυβόμαστε, όπως ο Σωτήρας στη γη, και αυτό κάνοντάς το τρεις φορές, εξεικονίζομε με τον εαυτό μας την τριήμερη χάρη της ανάστασης. Και δεν τα κάνομε αυτά παίρνοντας το μυστήριο σιωπηλά, αλλά επικαλούμαστε κατ’ αυτό τις τρεις άγιες υποστάσεις, στις οποίες πιστέψαμε και στις οποίες ελπίζομε, από τις οποίες έχομε και το ότι υπάρχομε και το ότι θα ξαναζήσομε.

Ίσως δυσανασχετείς εσύ που μάχεσαι με θράσος τη δόξα του Πνεύματος και ζηλεύεις για το σεβασμό του Παρακλήτου εκ μέρους των ευσεβών. Πάψε να συμπλέκεσαι μαζί μου κι αντιστάσου στους λόγους του Κυρίου, αν μπορείς, που νομοθέτησαν την επίκληση αυτή κατά το βάπτισμα. Τί λέει λοιπόν το παράγγελμα του Κυρίου; «Βαπτίζοντάς σους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος».14   Γιατί «στο όνομα του Πατέρα»; Επειδή είναι αρχή των πάντων. Γιατί «στο όνομα του Υιού»; Επειδή είναι αρχή των πάντων. Γιατί «στο Πνεύμα το άγιο»; Επειδή τελειοποιεί τα πάντα. Σκύβομε λοιπόν το κεφάλι στον Πατέρα, για να μας αγιάσει. Σκύβομε στον Υιό, για να επιτύχομε το ίδιο. Σκύβομε και στο άγια Πνεύμα, για να γίνομε ότι είναι και λέγεται. Δεν υπάρχει διαφορά αγιασμού, ότι τάχα ο Πατέρας αγιάζει περισσότερο, λιγότερο ο Υιός και λιγότερο από τους δύο το άγιο Πνεύμα. Γιατί λοιπόν κομματιάζεις τις τρεις υποστάσεις σε διαφορετικές φύσεις και δημιουργείς τρεις θεούς ανόμοιους μεταξύ τους, ενώ από όλους δέχεσαι μια και την αυτή χάρη;

Επειδή όμως τα παραδείγματα κάνουν πάντα πιο παραστατικό το λόγο σ’ αυτούς που ακούνε, θέλω να ελέγξω τη γνώμη όσων βλασφημούν, διασαφηνίζοντας με τα γήινα και τα ταπεινά τα μεγάλα και όσα δεν συλλαμβάνει η αίσθηση. Αν σου τύχαινε να υποστείς τη συμφορά της αιχμαλωσίας και να ζήσεις κοντά στους εχθρούς και να είσαι δούλος και να ταλαιπωρείσαι και να στενάζεις για την παλιά ελευθερία που είχες και ξαφνικά κάποιοι που έγιναν γνώριμοί σου, πολίτες της χώρας των κυρίων σου και των τυράννων, σε ελευθέρωναν από τη σκλαβιά που σε πίεζε δίνοντας ίσο μερίδιο λύτρων ο καθένας και μοιράζοντας εξίσου τη δαπάνη μεταξύ τους, άραγε, τυχαίνοντας αυτή τη χάρη, δε θα έβλεπες όμοια και τους τρεις ως ευεργέτες και θα απέδιδες τα λύτρα σε τρία ίσα μέρη, αφού το ενδιαφέρον τους για χάρη σου και η δαπάνη ήταν κοινή, αν βέβαια είσαι δίκαιος κριτής της ευεργεσίας;

Αυτά όσα μπορεί να πει ένα παράδειγμα. Γιατί δεν είναι τώρα σκοπός μου να σας απευθύνω τη διδασκαλία της πίστης μας. Ας επιστρέψουμε όμως στην παρούσα περίπτωση και το θέμα που μας απασχολεί. Βρίσκω ότι τη δωρεά του βαπτίσματος δεν την κήρυξαν τα ευαγγέλια που γράφτηκαν μετά το σταυρό, αλλά και πριν από την ενανθρώπηση του Κυρίου σε όλα τα μέρη της η Παλαιά Διαθήκη προτύπωσε την εικόνα της αναγέννησής μας, χωρίς βέβαια να την παρουσιάζει με ολοκάθαρη μορφή, αλλά προσημαίνοντας τη φιλανθρωπία του Θεού με αινίγματα. Κι όπως υπήρχαν προαγγελίες για τον αμνό και προφητείες για το σταυρό, έτσι υπήρχε και πρακτικό και λογικό μήνυμα για το βάπτισμα. Ας υπενθυμίσομε στους φίλους του καλού τις προτυπώσεις. Γιατί ο καιρός της εορτής απαιτεί τη μνήμη τους ως απαραίτητη.

Η Άγαρ,15   η δούλη του Αβραάμ, που και ο Παύλος αναφέρει μιλώντας αλληγορικά στους Γαλάτες, όταν διώχτηκε από το σπίτι του κυρίου της εξαιτίας της οργής της Σάρρας (είναι φοβερό για τις νόμιμες γυναίκες να υποπτεύονται σχέση της δούλης τους με τον κύριο του σπιτιού), η Άγαρ πλανιόταν έρημη μέσα στην ερημιά έχοντας στην αγκαλιά της μικρό που θήλαζε, τον Ισμαήλ. Της έλειψαν κάποτε τα εφόδιά της κι έφτασε κι αυτή στα πρόθυρα του θανάτου και το παιδί πριν από αυτή (γιατί το νερό που είχε στον ασκό τελείωσε επειδή ούτε ήταν δυνατό η συναγωγή να έχει αυτάρκεια ζωής, αυτή που ως τότε ζούσε στους τύπους της αέναης πηγής). Τότε κατά παράδοξο τρόπο παρουσιάζεται άγγελος και της δείχνει ένα πηγάδι με ζωντανό φρέσκο νερό και παίρνοντας από κει νερό σώζει τον Ισμαήλ. Πρόσεξε λοιπόν τύπο μυστικό, πώς ευθύς από την αρχή η σωτηρία γι’ αυτόν που χάνεται πραγματοποιείται με ζωντανό νερό που δεν υπήρχε πρώτα, αλλά παραχωρήθηκε κατά χάρη από άγγελο.16

Και πάλι ύστερα από χρόνια έπρεπε να γίνει ο γάμος του Ισαάκ, που για χάρη του διώχτηκε και ο Ισμαήλ με τη μητέρα του από την πατρική εστία. Στάλθηκε λοιπόν ο υπάλληλος του Αβραάμ ως προξενητής για να βρει σύζυγο στον Ισαάκ και βρίσκει τη Ρεβέκα στο πηγάδι. Και ο γάμος που ήταν να δώσει τη γενιά του Χριστού έλαβε και την αρχή του και την πρώτη συμφωνία κοντά στο νερό. Αλλά και ο ίδιος ο Ισαάκ, όταν επιστατούσε στα κοπάδια του πατέρα του, σε όλα τα σημεία της ερήμου άνοιγε πηγάδια, που τα έφραζαν οι αλλόφυλοι και τα παράχωναν ως προτύπωση των μεταγενέστερων ασεβών, όσοι εμπόδιζαν τη δωρεά του βαπτίσματος και άνοιγαν στόμα κατά της αλήθειας πολεμώντας την. Οι μάρτυρες όμως και οι ιερείς νίκησαν στο άνοιγμα πηγαδιών και η δωρεά του βαπτίσματος κατάκλυσε όλη την οικουμένη.17

Σύμφωνα με αυτό το νόημα του λόγου και ο Ιακώβ πηγαίνοντας προς τη μνηστεία του συναντά απροσδόκητα τη Ραχήλ στο πηγάδι. Μεγάλη πέτρα έκλεινε το πηγάδι, που πολλοί βοσκοί μαζί μαζεύονταν και την έβγαζαν κι έτσι έπαιρναν νερό αυτοί και τα κοπάδια τους. Ο Ιακώβ όμως κύλησε μόνος του την πέτρα και ποτίζει τα πρόβατα της μελλούσης μνηστής του. Το πράγμα αποτελεί υπαινιγμό και σκιά του μέλλοντος. Ποιός ήταν ο λίθος που έκλεινε το πηγάδι, παρά ο ίδιος ο Χριστός, για τον οποίο λέει ο Ησαΐας «και θα βάλω τα θεμέλια της Σιών λίθο ακριβό, πολύτιμο, εκλεκτό»;18   Επίσης κι ο Δανιήλ˙ «λατομήθηκε πέτρα χωρίς ανθρώπου χέρι»,19  δηλαδή ο Χριστός γεννήθηκε χωρίς σύμπραξη ανδρός. Όπως δηλαδή είναι πρωτάκουστο και παράδοξο ν’ αποκοπεί μια πέτρα δίχως λατόμο και λιθουργικά εργαλεία, έτσι είναι πέρα από κάθε θαύμα να δούμε παιδί από παρθένα που δεν έχει νυμφευτεί. Ήταν λοιπόν πάνω στο πηγάδι ο νοητός λίθος, ο Χριστός που σκέπαζε στα βάθη και στο μυστήριο το λουτρό της αναγέννησης, που ήθελε πολύν καιρό ακόμα όπως σκοινί πολύ μακρύ για να βγει στην επιφάνεια. Και κανένας δεν αποκύλισε την πέτρα παρά μονάχα ο Ισραήλ, που σημαίνει, «νους που βλέπει το Θεό». Αλλά και αντλεί το νερό και ποτίζει τα πρόβατα της Ραχήλ, δηλαδή αποκάλυψε κρυμμένο μυστήριο και δίνει ζωτικό νερό στο κοπάδι της Εκκλησίας. Πρόσθεσε ακόμα και τα τρία ραβδιά του Ιακώβ.20   Όταν έφερε τα τρία ραβδιά κοντά στην πηγή, από τότε ο ειδωλολάτρης Λάβαν έγινε φτωχός, ενώ πλούσιος με πολλά κοπάδια έγινε ο Ιακώβ. αλληγορικά μπορούμε να ερμηνεύσομε το Λάβαν με το διάβολο και τον Ιακώβ με το Χριστό. Γιατί μετά το βάπτισμα ο Χριστός σήκωσε όλο το κοπάδι του Σατανά και το έκανε δικό του πλούτο.

Ο μέγας πάλι Μωυσής όταν ήταν βρέφος χαριτωμένο και ακόμα θήλαζε έπεσε στην κοινή και σκληρή απόφαση,21   που πήρε ο απάνθρωπος Φαραώ κατά των αρσενικών παιδιών. Τον άφησαν λοιπόν στις όχθες του ποταμού όχι γυμνό, αλλά σε κιβώτιο (γιατί έπρεπε να ήταν ο τόπος του νόμου που ήταν σε κιβωτό) κοντά στο νερό. Γιατί ο νόμος γειτονεύει με τη χάρη και τα παροδικά ραντίσματα των Εβραίων που επρόκειτο λίγο αργότερα να πάρει τη θέση τους το τέλειο και θαυμαστό βάπτισμα.22   Και όπως νομίζει ο θεσπέσιος Παύλος κι ο ίδιος ο λαός που πέρασε την Ερυθρά θάλασσα ευαγγελιζόταν τη σωτηρία με το βάπτισμα. Πέρασε ο λαός και ο Αιγύπτιος βασιλιάς βούλιαξε μαζί με το στρατό του23   και δίνονταν για το μυστήριο έμπρακτη προφητεία. Γιατί και τώρα, όποτε ο λαός έρθει στο λουτρό της παλιγγενεσίας, φεύγοντας από την κακοποιό αμαρτία Αίγυπτο, ο ίδιος ελευθερώνεται και σώζεται, ενώ ο διάβολος μαζί με τους υπηρέτες του, εννοώ τα πονηρά πνεύματα, σκάζει από τη λύπη του κι αφανίζεται, γιατί θεωρεί συμφορά τη σωτηρία των ανθρώπων.

Είναι αυτά αρκετά βέβαια για να στηρίξουν την ανάπτυξή μου αυτή, αλλά ο φίλος του καλού δεν πρέπει ν’ αμελήσει και τα εξής. Αφού έπαθε πολλά, όπως μάθαμε, ο λαός των Εβραίων και πέρασε τη βασανιστική περίοδο της ερήμου, δε χάρηκε τη γη της επαγγελίας, μέχρι που με οδηγό του τον Ιησού και της ζωής του κυβερνήτη και με την κατεύθυνση εκείνου έφθασε στον Ιορδάνη.24   Και ο Ιησούς, που έριξε τις δώδεκα πέτρες στο ποτάμι,25   είναι φανερό ότι προεικόνιζε τους δώδεκα μαθητές τους υπηρέτες του βαπτίσματος. Και η θαυμαστή ιερουργία του θεσβίτη γέροντα26,  που υπερβαίνει κάθε ανθρώπινο νου, τι άλλο μπορεί να προμηνά στην πράξη, παρά την πίστη στον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο Πνεύμα και την απολύτρωσή μας; Επειδή δηλαδή όλος ο λαός των Εβραίων, καταπατώντας την προγονική του ευσέβεια, ξέπεσε στην πλάνη της πολυθεΐας και ο βασιλιάς Αχαάβ ήταν παίγνιο της ειδωλολατρίας, έχοντας κακή σύντροφο της ζωής του και παμμίαρη δασκάλισσα της ασέβειας την διαβόητη Ιεζάβελ, ο προφήτης, αφού εμφορήθηκε από τη χάρη του Πνεύματος, πήγε να συναντήσει τον Αχαάβ, και μπροστά στα μάτια του βασιλιά και όλου του λαού αντιπαρατέθηκε στους ιερείς του Βάαλ σε αγώνα θαυμαστό και καταπληκτικό. Τους πρότεινε να θυσιάσουν το βόδι χωρίς φωτιά και τους παρουσίασε καταγέλαστους και αξιολύπητους, καθώς προσεύχονταν και φώναζαν χωρίς αποτέλεσμα στους ανύπαρκτους θεούς. Τέλος, αφού επικαλέστηκε κι εκείνος το δικό του αληθινό Θεό, πραγματοποίησε με τρόπο θαυμαστό με πολλά και καταπληκτικά σημεία τον αγώνα που είχε προτείνει. Διότι έφερε δηλαδή απλώς τη φωτιά από τον ουρανό στα ξερά ξύλα με την προσευχή, αλλά έδωσε εντολή στους υπηρέτες και πρόσταζε να φέρουν πολύ νερό. Κι αφού άδειασε τρεις φορές τους κουβάδες επάνω στις σχίζες, άναψε με την προσευχή του τη φωτιά μέσα από το νερό κι έτσι με τη φυσική εναντιότητα των στοιχείων, που κατά παράδοξο τρόπο ενώθηκαν σε φιλία και συνεργασία, φανέρωσε με το παραπάνω τη δύναμη του ίδιου του Θεού.

Αυτά βέβαια μας προανήγγειλε ο Ηλίας με σαφήνεια με την θαυμαστή εκείνη θυσία του για τη μυσταγωγία του βαπτίσματος που θα τελούσαμε αργότερα. Γιατί η φωτιά άναψε όταν χύθηκε το νερό για τρίτη φορά, για να δηλωθεί ότι, όπου υπάρχει το «μυστικόν ύδωρ», εκεί υπάρχει και το Πνεύμα που αναφλέγει το θερμό, το όμοιο με φωτιά, που καίει τους ασεβείς και φωτίζει τους πιστούς. Αλλά βέβαια και ο μαθητής του Ελισσαίος, όταν ήρθε σ’ αυτόν ικέτης ο Ναιμάν ο Σύρος, που είχε νοσήσει από λέπρα, έλουσε μέσα στον Ιορδάνη και καθαίρει τον άρρωστο με τη γενική χρήση του νερού, αλλά και με το ιδιαίτερο βάπτισμα μέσα στο ποτάμι προϋποδήλωνε το μελλοντικό.27  Γιατί από τα ποτάμια μόνο ο Ιορδάνης δέχτηκε την αρχή του αγιασμού και της ευλογίας και σαν από κάποια πηγή με τη δική του προτύπωση σκορπούσε σ’ όλον τον κόσμο τη χάρη του βαπτίσματος. Αυτά είναι τα ενεργά και πρακτικά μηνύματα της παλιγγενεσίας μας με το βάπτισμα.

Ας δούμε όμως τώρα τι είπαν και φώναξαν οι προφητείες.

Ο Ησαΐας φώναζε λέγοντας˙ «λουσθείτε, γίνετε καθαροί, αφαιρέσετε τις πονηρίες από τις ψυχές σας».28   Ο Δαβίδ πάλι˙ «πλησιάστε σ’ αυτόν και φωτιστείτε και τα πρόσωπά σας δε θα καταντροπιαστούν».29   Ενώ ο Ιεζεκιήλ, γράφοντας σαφέστερα από τους δύο και πιο καθαρά, δίνει την καλή υπόσχεση˙ «θα σας ραντίσω με νερό καθαρό και θα καθαριστείτε από κάθε ακαθαρσία και από όλα τα είδωλά σας θα σας καθαρίσω και θα σας δώσω νέα καρδιά και πνεύμα νέο˙ θα αφαιρέσω την πέτρινη καρδιά από τη σάρκα σας, θα σας δώσω καρδιά σάρκινη και θα δώσω για να έχετε μέσα σας το πνεύμα μου».30 Αλλά και ο Ζαχαρίας πολύ παραστατικά προφητεύει και για τον Ιησού ντυμένο με το ρυπαρό ιμάτιο της δουλικής δικής μας σάρκας˙ ξεντύνοντάς τον όμως από το θλιβερό ρούχο του φορά την καθαρή και λαμπρή στολή,31   διδάσκοντάς μας με την εικόνα αυτήν, ότι όλοι εμείς με το βάπτισμα του Ιησού, αποθέτοντας τις αμαρτίες μας σαν φόρεμα φτωχικό και πολυμπαλλωμένο, φορούμε το ιερό και πανόμορφο φόρεμα της παλιγγενεσίας.

Πού έχει καταλληλότερη θέση κι εκείνος ο λόγος του Ησαΐα που απευθύνει στην έρημο, «γέμισε από ευφροσύνη έρημος διψασμένη, ας αναγαλλιάσει η έρημος κι ας ανθήσει όπως το κρίνο˙ θα γεμίσουν λουλούδια και θα αναγαλλιάσουν οι ερημιές του Ιορδάνη»;32   Είναι φανερό ότι δεν ευαγγελίζεται την ευφροσύνη σε τόπους άψυχους κι αναίσθητους, αλλά με την έρημο κάνει μεταφορά στην ξεραμένη κι αμελημένη ψυχή, όπως ακριβώς κι ο Δαβίδ, όταν λέει, «η ψυχή μου σε παρακαλεί σαν γη δίχως νερό».33  Και πάλι˙ «η ψυχή μου ένιωσε τη δίψα του Θεού του ισχυρού, που ζει».34   Και ο Κύριος πάλι στο Ευαγγέλιο λέγει˙ «αν κάποιος διψά, ας έρχεται σ’ εμένα κι ας πίνει».35  Και στη Σαμαρείτιδα˙ «όποιος πίνει από αυτό το νερό θα διψάσει πάλι, όποιος όμως πιεί από το νερό που θα του δώσω εγώ, δε θα διψάσει στον αιώνα».36  Και η τιμή του Καρμήλου, δηλαδή η χάρη του Πνεύματος, αποδίδεται στην ψυχή που μοιάζει με την έρημο.37  Επειδή δηλαδή ο Ηλίας ζούσε στον Κάρμηλο (και το βουνό έγινε ονομαστό και φημίστηκε χάρη στην αρετή εκείνου που κατοικούσε σ’ αυτό), ενώ ο Ιωάννης ο βαπτιστής που ακτινοβολούσε το πνεύμα του Ηλία38   αγίαζε τον Ιορδάνη, γι’ αυτό ο προφήτης νομοθετούσε ότι η τιμή του Καρμήλου θα δοθεί στο ποτάμι.

Ακόμη μετέφερε στο ποτάμι και τη δόξα του Λιβάνου από τη σύγκριση με τα ψηλά του δέντρα. Όπως δηλαδή εκείνος ο Λίβανος έχει σπουδαία αφορμή θαυμασμού αυτά τα δέντρα, που βλασταίνει και τρέφει, έτσι και ο Ιορδάνης δοξάζεται αναγεννώντας και βλασταίνοντας ανθρώπους στον Παράδεισο του Θεού. Τα δέντρα αυτά, κατά το λόγο των Ψαλμών,39   ανθούν πάντοτε και φουντώνουν από αρετές, τα φύλλα τους δεν πέφτουν και όταν ο Θεός δεχτεί στην ώρα του τον καρπό τους θα χαρεί σαν αγαθός φυτοκόμος που ευφραίνεται με τα ίδια του τα έργα. Ο θεσπέσιος πάλι Δαβίδ προφητεύοντας και για τη φωνή, που άφησε ο Πατέρας από τον ουρανό για τον Υιό που βαπτιζόταν, για να οδηγήσει όσους άκουαν στο φυσικό αξίωμα της θεότητας, ενώ ως τότε ήταν στραμμένοι στην αισθητή ευτέλεια του ανθρώπου, έγραψε στο γνωστό βιβλίο του˙ «η φωνή του Κυρίου αντιλαλεί πάνω στα κύματα, η φωνή του Κυρίου η μεγαλόβροντη».40  Αλλά στο σημείο αυτό πρέπει να σταματήσω τις μαρτυρίες από τις θείες Γραφές. Γιατί ο λόγος μπορεί να συνεχιστεί στο άπειρο, αν θέλει κανένας εκλέγοντας το καθένα να τα παραθέσει σ’ ένα βιβλίο.

Εσείς όμως όλοι, όσοι σας στολίζει το κόσμημα της παλιγγενεσίας κι έχετε καύχημά σας το σωτήριο ανακαινισμό σας, δείξτε μου μετά τη μυστική χάρη την αλλαγή των τρόπων σας και τη διαφορά του στολισμού σας προς το καλύτερο να μου τη γνωρίσετε με την καθαρότητα της ζωής σας. Από όσα βέβαια βλέπουν τα μάτια δεν αλλάζει τίποτε και τα σωματικά χαρακτηριστικά παραμένουν αμετάβλητα˙ ούτε μεταλλάζει η διαμόρφωση της ορατής φύσης, χρειάζεται όμως οπωσδήποτε μια απόδειξη σαφής, με την οποία θ’ αντιληφθούμε τον νεογέννητο άνθρωπο, διακρίνοντας με κάποια φανερά σημάδια το νέο από τον παλαιό. Αυτά νομίζω είναι οι εκούσιες κινήσεις της ψυχής, με τις οποίες χωρίζοντας τον εαυτό της από τις παλιές συνήθειες και βαδίζοντας νεότερο δρόμο ζωής θα διδάξει με σαφήνεια τους γνωστούς της ότι έγινε τελείως διαφορετική από ό,τι ήταν, χωρίς να σέρνει κανένα γνώρισμα της παλιάς κακίας της. Και είναι ο τρόπος της μεταμόρφωσης αυτός, αν πεισθείτε σ’ εμένα και φυλάξετε το λόγο μου σαν νόμο. Ο πριν από το βάπτισμα άνθρωπος ήταν ακόλαστος, πλεονέκτης, άρπαγας των ξένων πραγμάτων, υβριστής, συκοφάντης κι ό,τι άλλο όμοιο και σύμφωνο μ΄ αυτά. Ας γίνει τώρα κόσμιος, φρόνιμος, αρκούμενος στα δικά του και μεταδίδοντας από αυτά και στους φτωχούς, φίλος της αλήθειας, που ξέρει να τιμά, να είναι ευπροσήγορος, να κάνει γενικά κάθε αξιέπαινη πράξη. Όπως το σκότος με το φως διαλύεται και αφανίζεται το σκοτάδι με την επικράτηση του λευκτού χρώματος, έτσι και ο παλαιός άνθρωπος αφανίζεται όταν τον στολίσουν τα έργα της δικαιοσύνης. Βλέπεις με ποιό  τρόπο και ο Ζακχαίος41   με τη μεταβολή της ζωής του σκότωσε τον τελώνη ανταποδίδοντας σε όσους είχε αδικήσει διπλά εκείνα που τους είχε πάρει και μοίρασε τα υπόλοιπα στους φτωχούς, που προηγουμένως τα είχε αποθησαυρίσει από τους φτωχούς που είχε καταπιέσει. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος, άλλος τελώνης, ασκώντας την ίδια τέχνη με το Ζακχαίο, ευθύς μετά την κλήση του άλλαξε τη ζωή του όπως μια προσωπίδα.42   Ο Παύλος ήταν διώκτης,43  αλλά μετά τη χάρη έγινε απόστολος, σηκώνοντας για χάρη του Χριστού βαριές αλυσίδες ως απολογία του και δείγμα μετάνοιας για τα άδικα δεσμά που έλαβε από το νόμο και τα εφάρμοζε κατά των ευαγγελίων.

Τέτοια έπρεπε να είναι η αναγέννηση, έτσι να κόβεται η συνήθεια στην αμαρτία, έτσι να πολιτεύονται οι υιοί του Θεού. Γιατί ονομαζόμαστε μετά το βάπτισμα παιδιά εκείνου. Και γι’ αυτό έπρεπε να εξετάσουμε μ’ ακρίβεια τα ιδιώματα του Πατέρα μας, ώστε, πλάθοντας και διαμορφώνοντας τον εαυτό μας προς την ομοιότητα του Πατέρα μας, να φαινόμαστε γνήσια παιδιά εκείνου που μας κάλεσε στην κατά χάρη υιοθεσία. Είναι εξευτελιστική κατηγορία ο νόθος και πλαστός που διαψεύδει με τα έργα του την πατρική ευγένεια. Γι’ αυτό νομίζω και ο ίδιος ο Κύριος στα Ευαγγέλια, ορίζοντάς μας τους κανόνες του βίου, χρησιμοποιεί προς τους μαθητές του τα γνωστά λόγια˙ «κάνετε καλό σε όσους σας μισούν, προσεύχεστε για όσους σας κάνουν κακό και σας καταδιώκουν, για να γίνετε παιδιά του ουράνιου Πατέρα σας˙ γιατί ανατέλλει τον ήλιο σε πονηρούς και αγαθούς και βρέχει για τους δικαίους και τους άδικους».44  Τότε γίνονται, λέει, παιδιά του, όταν αποτυπώσουν την ομοιότητα της πατρικής αγαθότητας με τους λογισμούς τους στη φιλανθρωπία προς τους συνανθρώπους τους.

Γι’ αυτό και μετά το αξίωμα της υιοθεσίας μας επιβουλεύεται και ο διάβολος εντονότερα με ακονισμένο φθονερό μάτι, όταν βλέπει την ομορφιά του νεογέννητου ανθρώπου να σπεύδει στην ουράνια πολιτεία, από την οποία ξέπεσε εκείνος. Ξεσηκώνει εναντίον μας πύρινους τους πειρασμούς, επιδιώκοντας να λαφυραγωγήσει και το δεύτερο στολισμό, όπως την προηγούμενη στολή. Όταν όμως αντιληφθούμε τις προσβολές του πρέπει να λέμε στον εαυτό μας τον αποστολικό λόγο˙ «όσοι βαπτιστήκαμε στ’ όνομα του Χριστού, βαπτιστήκαμε στο θάνατό του».45   Κι αν γίναμε σύμμορφοι του θανάτου του, είναι νεκρή οπωσδήποτε η αμαρτία, αφού τη διαπέρασε η λόγχη του βαπτίσματος, όπως εκείνο τον πόρνο ο ζηλωτής Φινεές.46  Φεύγε λοιπόν από μας, ανονόμαστε. Γιατί θέλεις και νεκρό να ταράζεις αυτόν που είχε συνταχθεί μαζί σου παλαιά, αυτόν που από παλαιά είχε χάσει τις αισθήσεις του για τις ηδονές. Ο νεκρός δεν αγαπά τα σώματα, ο νεκρός δεν γίνεται αιχμάλωτος του πλούτου, ο νεκρός δε συκοφαντεί, ο νεκρός δεν ψεύδεται, δεν αρπάζει όσα δεν του ανήκουν, δε βρίζει όσους συναντά. Ο βίος του ρυθμίστηκε για την άλλη ζωή˙ διδάχτηκε να περιφρονεί τα εγκόσμια, να προσπερνά τα γήινα και να σπεύδει προς τα ουράνια όπως ο Παύλος τονίζει ρητά, ότι «γι’ αυτόν έχει σταυρωθεί ο κόσμος κι αυτός για τον κόσμο».47   Αυτοί είναι πραγματικά οι λόγοι της αναγεννημένης ψυχής, αυτές είναι οι διαβεβαιώσεις του νεοφώτιστου ανθρώπου, που θυμάται την ομολογία του που έκανε προς το Θεό, όταν δεχόταν το μυστήριο, υποσχόμενος ότι θα περιφρονεί κάθε τιμωρία και κάθε ηδονή για χάρη της αγάπης του.

Φτάνουν αυτά που αφιέρωσα στην σημερινή ιερή εορτή, που  κάνοντας τον κύκλο του ο χρόνος μας την έφερε με τις τακτές περιόδους. Είναι καλό όμως τώρα ν’ αποθέσω στο φιλάνθρωπο χορηγό της πελώριας αυτής δωρεάς το λόγο μου, αντεισφέροντας γι’ ανταπόδοση τόσο μεγάλων πραγμάτων λίγα λόγια μονάχα. Εσύ  είσαι, Κύριε, αληθινά η καθαρή και αιώνια πηγή της αγαθοσύνης, που δίκαια μας αποστράφηκες, αλλά φιλάνθρωπα μας ελέησες˙ μας μίσησες και συμφιλιώθηκες μαζί μας, μας καταράστηκες και μας ευλόγησες, μας εξόρισες από τον παράδεισο και μας ξανακάλεσες πάλι σ’ αυτόν, μας εξέντυσες από τα φύλλα της συκιάς την αταίριατη κάλυψη και μας φόρεσες φόρεμα πολύτιμο˙ άνοιξες το δεσμωτήριο κι άφησες τους καταδικασμένους, μας ράντισες με καθαρό νερό και μας καθάρισες από κάθε ρύπο. Δε θα ντραπεί πια ο Αδάμ στην πρόσκλησή σου,48  ούτε θα κρυφτεί στους θάμνους του παραδείσου από τους ελέγχους της συνείδησής του, ούτε θα γυροφέρνει τον παράδεισο η φλογίνη ρομφαία κάνοντας αδιάβατη την είσοδο σ’ αυτούς που πλησιάζουν, αλλά όλα για χάρη μας, εμάς που είμαστε κληρονόμοι της αμαρτίας, μετατράπηκαν σε χαρά. Έγινε βατός ο παράδεισος και ο ίδιος ο ουρανός για τον άνθρωπο, ενώθηκε συμφιλιώθηκε η εγκόσμια κτίση με την υπερκόσμια κατά της οποίας από παλιά η πρώτη στασίαζε, και οι άνθρωποι ομονοήσαμε με τους αγγέλους, αποδίδοντας με ευλάβεια την ίδια μ’ εκείνους προσκύνηση στο Θείο.

Γι’ αυτά όλα ας ψάλομε στο Θεό τον ύμνο της χαράς, που ένα στόμα κατευθυνόμενο από το Πνεύμα διατύπωσε προφητικά στο παρελθόν˙ «ας νιώσει αγαλλίαση η ψυχή μου για τον Κύριό μου˙ μου φόρεσε φόρεμα σωτηρίας και μου έβαλε χιτώνα ευφροσύνης˙ μου έβαλε στεφάνι όπως σε γαμπρό και στολίδια όπως σε νύφη».49  Και οπωσδήποτε αυτός που στόλισε τη νύφη είναι ο Χριστός, που είναι, ήταν και θα είναι ευλογημένος τώρα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Ησ. 60, 8. Ψαλμ. 41, 3.
  2. Ησ. 49, 20. Ιω. 7, 37.
  3. Δευτ. 28, 64 Ιω. 4, 13.
  4. Ιω. 3, 5 Ησ. 35, 2.
  5. Ιω. 3, 8.                                                Λουκά 1, 17.
  6. Εξ. 4, 3˙ 7, 17                                                 Ψαλμ. 1, 3.
  7. Εξ. 8, 6 Ψαλμ. 28, 3.
  8. Εξ. 14, 21.                                          Λουκά 19, 18.
  9. Δ΄ Βασ. 2, 14-15.                                             Ματθ. 9, 9.
  10. Εξ. 3, 2 Πράξ. 9, 1.
  11. Δ’. Βασ. 13, 21 Ματθ. 5, 44 -45.
  12. Ιω. 9, 1-7 Ρωμ. 6, 3.
  13. Ψαλμ. 103, 24 Αρ. 25, 8 ε.
  14. Ματθ. 28, 19. Γαλ. 6, 14.
  15. Γαλ. 4, 22. Γεν. 21, 9 ε. Γεν. 3, 8 – 24.
  16. Γεν. 24, 15 ε. Ησ. 61, 10.
  17. Γεσ. 29, 9 ε.
  18. Ησ. 28, 16
  19. Δαν. 2, 45.
  20. Γεν. 30, 37 ε.
  21. Εξ. 1, 22 ε.
  22. Α’. Κορ. 10, 1-2
  23. Εξ. 14, 21 ε.
  24. Ιησ. Ναυή 3, 1
  25. Ιησ. Ναυή 4, 3.
  26. Γ’. Βασ. 18, 22 ε.
  27. Δ’. Βασ. 5, 1 ε
  28. Ησ. 1, 16.
  29. Ψαλμ. 33, 6
  30. Ιεζ. 36, 25-27
  31. Ζαχ. 3, 3 ε.
  32. Ησ. 35, 1-2
  33. Ψαλμ. 142, 6.

Η/Υ επιμέλεια: Σοφίας Μερκούρη, Ελένης Χρήστου.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σχέση Μικρού και Μεγάλου Αγιασμού κατά τους Κολλυβάδες και δει κατά τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου 2015

Με τη ευκαιρία της μεγάλης δεσποτικής εορτής των Θεοφανείων και της κατ’ αυτήν τελέσεως του Μεγάλου Αγιασμού, επιθυμούμε ν’ αναφερθούμε στη σχέση αυτή του Μεγάλου, ως λέγεται, Αγιασμού, προς τον αποκαλούμενο Μικρό Αγιασμό, ο οποίος τελείται σε κάθε άλλη περίπτωση π.χ. Πρωτομηνιά, εγκαινισμούς οίκων, καταστημάτων κ. ά., με σκοπό να συμβάλλουμε στη αποφυγή των πολλών παρανοήσεων, αλλά και στην εξάλειψη των λανθασμένων απόψεων και εθιμικών διατάξεων σχετικά με τη σύγκριση των δύο Αγιασμών και την χρήση τους.
Οδηγό σ’ αυτήν την προσπάθεια θα έχομε έναν από τους κυριώτερους εκπροσώπους της Φιλοκαλικής αναγέννησης του 18ου αιώνος, του κινήματος δηλ. των Κολλυβάδων, των Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, ο οποίος είχε ασχοληθεί με το θέμα εκτενώς.
Στην «Έκθεσή» του ο Άγιος Αθανάσιος, τονίζει ότι ο Μεγάλος Αγιασμός έχει α) Δύναμη λουτρού παλιγγενεσίας και β) τελείται μία φορά το χρόνο, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ως συμβολική ανάμνηση της δωρεάς της Θείας αναγεννήσεως από τον Χριστό. (Εδώ πρέπει να σημειώσουμε, ότι και την παραμονή των Θεοφανείων επεκράτησε από πολύ νωρίς να τελείται ο Μεγάλος Αγιασμός για πρακτικούς κυρίως λόγους, αλλά και αυτή η τέλεση εντάσσεται στην εορτή των Θεοφανείων και κατά συνέπεια δεν θεωρείται ως δεύτερη και ανεξάρτητη).
Από την άλλη πλευρά ο λεγόμενος Μικρός Αγιασμός: α) τελείται στις νουμηνίες (αρχή του μήνα), αλλά και κάθε φορά που κρίνεται απαραίτητο, χωρίς ιδιαίτερα αυστηρές ρυθμίσεις, β) παρέχει πλούτο ιαματικής δύναμης για κάθε ασθένεια, σωματική ή ψυχική και γ) φαίνεται ότι αρχίζει να εξαπλώνεται, ως αγιασματική ακολουθία, από το θαύμα το οποίον συνέβη στο Ναό της Θεοτόκου Ζωοδόχου Πηγής, όπως ο Άγιος Αθανάσιος αναφέρει.
Επομένως, όπως γίνεται αντιληπτό, η διάκριση η οποία παρατηρείται, έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και δεν υπονοεί, αλλ’ ούτε σε καμιά περίπτωση συνιστά ουσιαστική διάκριση η διαφοροποίησή τους. Αν επιχειρήσουμε μάλιστα μια ερευνητική μελέτη στις ακολουθίες του Μικρού και του Μεγάλου Αγιασμού, θα διαπιστώσουμε, ότι όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, επιβεβαιώνονται πλήρως. Κατ’ αρχήν πρέπει να σημειώσουμε, ότι υπάρχει εμφανής ομοιότητα στις δύο Ακολουθίες αφού και στις δύο τελείται Αγιασμός ύδατος.
Στον Μεγάλο Αγιασμό παρατηρούμε, πως τόσο τα τροπάρια, που τον συνοδεύουν («Φωνή Κυρίου επί των υδάτων…» ), όσο και τα αναγνώσματα από τις Προφητείες του Ησαΐου, έχουν έντονο συμβολικό χαρακτήρα της τέλεσής του σε ανάμνηση του Βαπτίσματος του Χριστού και εξ’ αυτού παρουσιάζουν έντονο τον χαρακτήρα της Δεσποτικής εορτής. Σε αντίθεση ο Μικρός Αγιασμός διαφέρει σ’ αυτό το σημείο, αφού η συνοδευτική υμνογραφία, περιέχει τροπάρια αφιερωμένα στη Θεομήτορα.
Στην μεγάλη εκτενή Δέηση και των δύο ακολουθιών δίδεται η πνευματική έννοια του λουτρού της παλιγγενεσίας («υπέρ του αγιασθήναι το ύδωρ τούτο τη επιφοιτήσει και δυνάμει και ενεργεία του Αγίου Πνεύματος …, του καταφοιτήσαι εν τοις ύδασι τούτοις την καθαρτικήν της υπερουσίου Τριάδος ενέργεια, …, του δωρηθήναι αυτοίς την χάριν της απολυτρώσεως, την ευλογίαν του Ιορδάνου, …., του γενηθήναι το ύδωρ τούτο αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, εις ίασιν ψυχής τε και σώματος και προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον…» κ. α.), αλλά από τη Ιστορία της λατρείας μας είναι γνωστό ότι ο Αγιασμός των Θεοφανείων επηρέασε μορφολογικά, την ακολουθία του Μικρού Αγιασμού και κατά συνέπειαν θεωρούμε αυτές τις ομοιότητες αυθεντικά στοιχεία της ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού, τα οποία συμπλήρωσαν, αργότερα την ακολουθία που επιβλήθηκε από την ανάγκη τελέσεως Αγιασμού εκτός της εορτής των Θεοφανείων.
Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούμαστε και από το περιεχόμενο των ευχών του καθαγιασμού του ύδατος, που ακολουθούν.
Στο μεγάλο Αγιασμό έχομε μια νοηματική συνέχεια με την εκτενή Δέηση, που προηγείται, αφού ο Ιερεύς αιτείται επευχόμενος τον καθαγιασμόν του ύδατος, ώστε αυτό να γίνει: «Αφθαρσίας πηγή, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσητον, αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον. ΄Ινα απάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό προς καθαρισμόν ψυχών και σωμάτων, προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον». Και μετά τη δεύτερη επίκληση το αγιασμένο ύδωρ, θα παρέχει «τοις τε απτομένοις, τοις τε χριομένοις, τοις τε μεταλαμβάνουσιν τον αγιασμόν, την ευλογίαν, την κάθαρσιν, την υγείαν».
Στις καθαγιαστικές ευχές του Μικρού Αγιασμού, η Θεία Χάρη δια της μεταλήψεως και του ραντισμού του αγιασμένου ύδατος χορηγεί την ευλογία που αποσμήχει τους ρύπους των παθών και θεραπεύει τις ασθένειες της ψυχής και του σώματος και καταπέμπεται σ’ αυτό η ευλογία και η χάρη των ιαμάτων, ώστε να καταξιωνόμαστε να δεχόμαστε την απολύτρωση των ψυχικών και σωματικών πόνων.
Κατά συνέπειαν, αντιλαμβανόμαστε ότι ενώ στο Μικρό Αγιασμό δίδεται έμφαση στην ίαση των ψυχικών και σωματικών ασθενειών, στον Μεγάλο Αγιασμό, καίτοι υπάρχει και αυτό το αίτημα με παρόμοια άλλα, κυριαρχεί πλήρως η ευλογία της φύσεως των υδάτων με το βάπτισμα του Κυρίου, με όλο το βάρος και τις συνέπειες που έχει αυτή η αναμνηστική λειτουργική παρουσία ενός τέτοιου πραγματικού και σωτηριώδους γεγονότος για τη ζωή του όλου σώματος της Εκκλησίας, αλλά και του κάθε πιστού χωριστά. Αποτελεί την αναδημιουργία της ύλης και δι’ αυτής του κόσμου εν Χριστώ. Γι’ αυτό και επαξίως ονομάζεται λουτρόν παλιγγενεσίας. Γιατί το αγιασμένο ύδωρ των Θεοφανίων δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το αγιασμένο νερό του βαπτίσματος, στο οποίο βαπτίζεται ο Τίμιος Σταυρός σε αναπαράσταση του βαπτίσματος του Χριστού και το οποίο αντλούσαν οι πιστοί πριν το βάπτισμα των κατηχουμένων, ως ευλογία, λόγος για τον οποίον θεσπίστηκε η τέλεση του Μεγάλου Αγιασμού. Μάλιστα ο Μεγάλος Αγιασμός διατήρησε την τέλεσή του μέσα στη Θεία λειτουργία, όπως τελούνταν τόσο το Βάπτισμα, όσο και τα άλλα μυστήρια στους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες, ενώ ο Μικρός Αγιασμός τελείται καθ’ οιανδήποτε στιγμή και περίσταση, χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς.
Η σύντομη αυτή αναδρομή στο περιεχόμενο των δύο Ακολουθιών, κάνει εμφανή μια τιμητική και καθαρά και μόνον συμβολικήν υπεροχή του Μεγάλου Αγιασμού έναντι του Μικρού, αφού υπερέχει η συμβολική ανάμνηση του αγιασμού της υλικής κτίσεως από τον Κύριο και θεωρείται ως αφετηρία αγιασμού των πάντων σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δικαιολογείται ο παραδοσιακός χαρακτηρισμός του μεν ως Μεγάλου του δε ως Μικρού Αγιασμού. Εξ άλλου, όπως παρατηρήσαμε, η ακολουθία του Μικρού Αγιασμού είναι φανερά επηρεασμένη από την ακολουθία του Μεγάλου και ως μεταγενέστερη αυτής, χωρίς να υπονοείται σε καμία περίπτωση διαφοροποίηση της αγιαστικής χάριτος των δύο Αγιασμών ή της μετοχής τους από τους πιστούς.
Αρχιμανδρίτης
ΣΩΤΗΡΙΟΣ Ν. ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ, ιεροκήρυξ
—————————————————–
Βλ. Ι Μ. Φουντούλη,, Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας Δ΄, Αθήναι 1994, σ.200
Του ιδίου Κείμενα Λειτουργικής, τ. Β΄Θέματα Ευχολογίου, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 92, 105-106.
Του ιδίου, Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας Δ΄, Αθήναι 1994, σ. 203
apfilipposgrammatikous

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θεολογική θεώρηση τῆς ἐννοίας τῶν Χριστουγέννων.

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Δεκεμβρίου 2014

Ὅταν ἐπιθυμεῖς κάτι νά γνωρίσεις, αὐτό προϋποθέττειὅτι δέν τό ξέρεις
Ὁ ἄνθρωπος φύσει ὀρέγεται τοῦ εἰδέναι.
Ὅταν ἐπιθυμεῖς κάτι νά γνωρίσεις, αὐτό προϋποθέττει ὅτι δέν τό ξέρεις.
Ἀφοῦ δέν τό ξέρεις, πῶς τό ἀναζητᾶς;
Ἄρα:
Ὑπάρχει τό ἀρχέτυπο αὐτοῦ τοῦ ἀγνώστου ἐντυπωμένο στήν ὑπόστασή σου καί ἐσύ τό ἀγνοεῖς.
Στήν Ἑλληνική γλῶσσα:
ἀ-λήθεια = ἀ-λήθη = ὄχι λησμονιά. Δηλαδή δέν ξεχνῶ αὐτό πού ἐνυπάρχει μέσα μου καί ἐπιθυμῶ νά τό ἀνακαλέσω στήν μνήμη μου.
Χριστούγεννα λοιπόν εἶναι:
Ἡ ἐπαναφορά στήν μνήμη μου τῆς ἀρχέτυπης ἀνάμνησης τῆς σχέσης μου μέ τήν Ἀρχήν τῶν ὄντων.
Ἡ ἐπανασύνδεσή μου μέ τό θεῖον μέσα ἀπό τήν βιωματική ἀνάκληση τῆς μνήμης.
Ἡ ἐπαναγέννηση τοῦ Θεοῦ ἐντός μου.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η κατά σάρκα του Χριστού Οικονομία (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Δεκεμβρίου 2014

Σχετικά με τη συγκαταβατική ενσάρκωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τα όσα προσφέρθηκαν εξαιτίας της σ’ αυτούς που τον εμπιστεύτηκαν αληθινά και σχετικά με την αιτία που ο Θεός, αν και μπορούσε να ελευθερώσει με ποικίλους άλλους τρόπους το ανθρώπινο γένος από την υποταγή στο διάβολο, προτίμησε να χρησιμοποιήσει αυτή τη συγκαταβατική τακτική.

Μπορούσε, οπωσδήποτε, ο προαιώνιος και απεριόριστος και παντοκράτορας Λόγος και παντοδύναμος Υιός του Θεού, και χωρίς ο ίδιος να περιβληθεί την ανθρώπινη φύση, να απαλλάξει τους ανθρώπους από την υποτέλεια στο θάνατο και την υποδούλωση στο διάβολο, γιατί όλα υπακούουν στις εντολές του και το καθετί εξαρτιέται από τη θεϊκή εξουσία του, όλα έχει τη δύναμη να τα ενεργεί και, σύμφωνα με τον Ιώβ, τίποτε δε βρίσκεται έξω από τις δυνατότητές του, άλλωστε, απέναντι στην απόλυτη υπεροχή του δημιουργού, η δύναμη αντίστασης των δημιουργημάτων χρεοκοπά, κανένα δεν είναι ισχυρότερο από τον Παντοκράτορα.
Όμως, αυτή η τακτική σωτηρίας, δηλαδή με την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, ήταν η πιο προσαρμοσμένη στη δική μας φύση, την ανθρώπινη αδυναμία μας κι ακόμα ήταν η πιο αντάξια του Θεού που την εφάρμοζε μια και χαρακτηριζόταν από το στοιχείο της δικαιοσύνης, χωρίς το οποίο καμιά ενέργεια του Θεού δεν πραγματοποιείται. «Δίκαιος γαρ ο Θεός, και δικαιοσύνας ηγάπησε, και ουκ έστιν αδικία εν αυτω», όπως λέει κι ο ψαλμωδός Προφήτης.
Ο άνθρωπος εγκατέλειψε το Θεό πρώτος και, κατά συνέπεια, δίκαια εγκαταλείφθηκε από το Θεό, τότε κατέφυγε, με τη θέλησή του, στον αρχηγό της κακίας, που τον είχε παρασύρει με τις δόλιες αντίθεες συμβουλές του, δίκαια, πάλι, κατά συνέπεια, παραδόθηκε σ’ αυτόν, έτσι εισχώρησε στον κόσμο ο θάνατος, ως αποτέλεσμα του φθόνου του πονηρού και με την άδεια, τη δίκαιη, του αγαθού Θεού. Και ο θάνατος, εξαιτίας της υπερβάλλουσας κακότητας του αρχηγού της κακίας διπλασιάστηκε, κοντά σε κείνον που προσκολλήθηκε στην ανθρώπινη φύση, προστέθηκε κι ο άλλος που αυτός ο ίδιος ο διάβολος βίαια τον προξενεί.
Επειδή, λοιπόν, η υποταγή στο διάβολο και η παράδοση στο θάνατο επήλθε ως δίκαιη συνέπεια, έπρεπε και η επάνοδος του ανθρώπινου γένους στην ελευθερία και τη ζωή να συντελεστεί από το Θεό πάλι ως δίκαιη συνέπεια. Και δεν ήταν μόνο η παράδοση του ανθρώπου στο φθονερό εχθρό του, που πρόκυψε ως συνέπεια της θείας δικαιοσύνης, ήταν και το γεγονός ότι ο ίδιος ο διάβολος, που αποξενώθηκε από τη δικαιοσύνη του Θεού και επεδίωξε άδικα να εξουσιάζει και να μην υπακούει πουθενά και να καταπιέζει, βρισκόμενος σε διάσταση με τη δικαιοσύνη, χρησιμοποίησε τη δύναμή του ενάντια στον άνθρωπο.
Ο Θεός, λοιπόν, θεώρησε ότι προείχε να νικηθεί πρώτα ο διάβολος με τη δικαιοσύνη, με την οποία έχει ανοιχτή διαμάχη, και κατόπιν να νικηθεί με τη θεϊκή υπεροχή, δηλαδή με την ανάσταση και τη μέλλουσα κρίση. Γιατί αυτή είναι η σωστή σειρά, να προηγείται η δικαιοσύνη από τη δύναμη, αυτό αρμόζει αληθινά στη θεϊκή αγαθή διακυβέρνηση του κόσμου, όχι στην καταπιεστική επιβολή: να ακολουθεί η δύναμη, αφού πρώτα επιβληθεί η δικαιοσύνη.
Και, όπως ο διάβολος, ο παμπάλαιος φονιάς του ανθρώπου, ξεσηκώθηκε εναντίον μας από φθόνο και μίσος, έτσι κι ο ζωοδότης μπήκε στη μάχη με το μέρος μιας από άπειρη αγαθότητα κι αγάπη για τον άνθρωπο. Και όπως εκείνος, χωρίς να του έχει παρασχεθεί το δικαίωμα, έβαλε σκοπό του να καταστρέψει το πλάσμα του Θεού, έτσι κι ο πλάστης, έχοντας αντίθετα, κάθε δικαίωμα, αποφάσισε να σώσει το δημιούργημά του. Και όπως εκείνος πέτυχε με την αδικία και τη δολιότητα να καταγάγει νίκη και να γκρεμίσει τον άνθρωπο από το θεοδώρητο αξίωμά του, έτσι κι ο ελευθερωτής με δικαιοσύνη και σοφό σχέδιο επέφερε την πανωλεθρία του αρχηγού της κακίας και την ανακαίνιση του ανθρώπου.
Λοιπόν, ο Θεός απέφευγε να χρησιμοποιήσει, πράγμα που μπορούσε, τη δύναμη, ώσπου να προχωρήσει στην απόδοση της δικαιοσύνης, πράγμα που ήταν αναγκαίο. Έτσι άλλωστε φάνηκε ξεκάθαρα η δύναμη της δικαιοσύνης, αφού προτιμήθηκε ως τακτική από τον παντοδύναμο που κανένας δεν μπορεί να τον νικήσει. Απ’ αυτό μάλιστα θα ‘πρεπε και οι άνθρωποι να παραδειγματιστούν, ώστε να ζουν με δικαιοσύνη την επίγεια ζωή τους, ώστε στην αιώνια ζωή της αθανασίας ν’ αναλάβουν τη δύναμη και να μη τη χάσουν ποτέ.
Κι ακόμα έπρεπε ο διάβολος που τότε νίκησε τον άνθρωπο, να νικηθεί από τη νικημένη ανθρώπινη φύση και να κατατροπωθεί αυτός που με τόση πανουργία παγίδευσε τον άνθρωπο. Γι’ αυτό το σκοπό χρειαζόταν απαραίτητα να υπάρξει ένας άνθρωπος αναμάρτητος. Όμως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. «Ουδείς γαρ, λέει η Γραφή, αναμάρτητος, ουδ’ αν μία ημέρα η ζωή αυτού» και «τις καυχήσεται αγνήν έχειν την καρδίαν;»
Μονάχα ο Θεός, κανένας άλλος, δεν μπορεί να είναι αναμάρτητος. Γι’ αυτό ακριβώς ο Θεός Λόγος, ο γεννημένος από το Θεό ευθύς απ’ την αρχή της ύπαρξής του, και πάντοτε ενωμένος μ’ Αυτόν (δεν είναι δυνατό να υπάρξει η να εννοηθεί ποτέ Θεός στερημένος λόγου) και ουδέποτε διαχωρισμένος απ’ Αυτόν, ο ένας υπαρκτός Θεός (το αντιφέγγισμα του ήλιου δεν είναι άλλον φως διαφορετικό απ’ τον ήλιο και οι ηλιακές ακτίνες δεν είναι άλλοι ήλιοι), γι αυτό, λοιπόν, ο μόνος αναμάρτητος Υιός και Λόγος του Θεού καθίσταται γιος ανθρώπου, χωρίς βέβαια, να αλλάζει τίποτε ως προς τη θεότητά του, μένοντας, όμως, ακηλίδωτος ως προς την ανθρώπινή του ιδιότητα.
«Ος, όπως προφήτευσε ο Ησαϊας, αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματί αυτού». Και όχι μόνο αυτό, αλλά και κείνος που δε «συνελήφθη εν ανομίαις» και δεν «εκυήθη εν αμαρτίαις» καθώς διαπιστώνει, μιλώντας για τον εαυτό του, ή μάλλον για ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, ο Δαβίδ στους Ψαλμούς. Γιατί η επανάσταση της σάρκας έχει ως αυτόματη συνέπεια την καταδίκη που είναι και λέγεται φθορά.
Αυτή η επανάσταση αν και δε γίνεται με τη θέληση του ανθρώπου, αν και φανερά βρίσκεται σε αντίθεση με τους νόμους της νόησης και παρά το γεγονός ότι τιθασεύεται από τους ενάρετους και προσανατολίζεται μόνο προς τον τομέα δημιουργίας παιδιών, έτσι ή αλλιώς σπρώχνει τον άνθρωπο προς τη φθορά και δεν είναι παρά έφεση για ικανοποίηση των παθών αυτού που δε συνειδητοποίησε την τιμή που αξιώθηκε η φύση μας από το Θεό, αλλά εξομοιώθηκε με τα κτήνη.
Γι αυτό και δε γεννήθηκε, απλώς Θεός ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά και από Παρθένο επίλεκτη και απαλλαγμένη από βρώμικους σαρκικούς λογισμούς, σύμφωνα με τους προφήτες, γεννήθηκε από Παρθένο στη μήτρα της οποίας επέφερε τη σύλληψη όχι κάποια σαρκική όρεξη, αλλ’ ο ερχομός του Αγίου Πνεύματος. Αυτό που συνέβηκε ήταν η υποδοχή και η αποδοχή του ουράνιου χαρμόσυνου μηνύματος, όχι υπόκυψη και δοκιμή στη γεμάτη πάθος σαρκική επιθυμία.
Μακριά από κάθε τέτοια εμπειρία, η σύλληψη έγινε μέσα στην πνευματική ευφροσύνη και την επικοινωνία με το Θεό. «Ιδού γαρ η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», απάντησε η άσπιλη Παρθένος στον άγγελο που της έφερε το μήνυμα της χαράς, συνέλαβε και γέννησε. Προκειμένου έτσι ο νικητής του διαβόλου, όντας άνθρωπος – θεάνθρωπος να κατάγεται, βέβαια, από το ανθρώπινο γένος, να μη μετέχει όμως στην κληρονομούμενη αμαρτία. Αυτός μόνος απ’ όλους τους ανθρώπους να συλληφθεί χωρίς να συντρέχει το γεγονός της παρακοής, μόνος αυτός να μπει στη μήτρα της μητέρας του χωρίς να μεσολαβήσει η εμπαθής ηδονή της σάρκας και οι βρώμικες επιθυμίες που χαρακτηρίζουν τη μιασμένη από την παρακοή ανθρώπινη φύση.
Προκειμένου έτσι ο Χριστός να υπάρξει τέλεια απαλλαγμένος από κάθε μόλυνση που μεταδίδεται στους απογόνους, με αποτέλεσμα να μην έχει καμιά ανάγκη κάθαρσης ο ίδιος, και να δέχεται τα πάντα με σοφία για χάρη μας. Και έτσι να γίνει ο ολοκληρωτικά νέος Άνθρωπος και να παραμείνει νέος πραγματικά κι αταλάντευτα, χωρίς καθόλου να παλιώνει πάλι, και να ανοικοδομήσει, προσφερόμενος ο ίδιος ως θεμέλιο και ως όργανο, τον παλιό Άνθρωπο και να τον διατηρήσει πάντα νέο, μια και μπορεί να διώξει μακριά κάθε στοιχείο παλιό και φθαρμένο.
Γιατί και κείνος, ο πρώτος Άνθρωπος δημιουργήθηκε καταρχήν πεντακάθαρος και ήταν νέος ωσότου με τη θέλησή του ακολούθησε το διάβολο και εκτράπηκε στις σαρκικές ηδονές και ξέπεσε μες το βούρκο της αμαρτίας με αποτέλεσμα να παλιωθεί και να κατρακυλήσει στην παραφθορά της φυσικής του κατάστασης.
Γι’ αυτό ο Κυβερνήτης του κόσμου δεν ανακαινίζει τον άνθρωπο, παράδοξα, μόνο με κάποια εξωτερική ενέργεια του, αλλά τον προσλαμβάνει και τον αγκαλιάζει. Και δεν ανορθώνει μόνο και ξαναστεριώνει την ανθρώπινη φύση, αλλά και την περιβάλλεται με τρόπο απερίγραπτο και ενώνεται και ταυτίζεται μαζί της, και γεννιέται συγχρόνως Θεός και άνθρωπος από γυναίκα βέβαια, ώστε να πάρει πίσω της φύση του που ο ίδιος έπλασε κι ο πονηρός με τη συμβουλή του τού έκλεψε, παρθένο όμως, για να καταστήσει τον άνθρωπο νέο, γιατί αν γεννιόταν με σπέρμα ανδρός, θα έφερνε την κληρονομιά της αμαρτίας και δε θα ήταν καινούριος άνθρωπος, δε θα ήταν ο αρχηγός και χορηγός της ζωής εκείνης που ποτέ δεν παλιώνει, δε θα κατάφερνε, αν άνηκε στην παλιά ξεπεσμένη κατάσταση, να προσλάβει ολόκληρη τη διαφανή θεότητα και να καταστήσει τη σάρκα ανεξάντλητη πηγή αγιασμού τόσο, ώστε να ξεπλύνει και να καθαρίσει πλέρια το μολυσμό των προπατόρων και να επαρκέσει για τον εξαγιασμό και όλων των επιγόνων. Γι’ αυτό ακριβώς, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος ο Κύριος, νικημένος από την αγάπη του για μας, θέλησε να μας σώσει και να μας αναπλάσει, με το να γεννηθεί τέλειος άνθρωπος όπως και μεις, μένοντας όμως συγχρόνως αναλλοίωτα Θεός.
(Πηγή: Χ.Φ.Ε.)  : alopsis

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης για τη Γέννηση του Ιησού Χριστού.

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Δεκεμβρίου 2014

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΡΟΝΤΑΔΟΥ 
Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014 Ακολουθία του Εσπερινού 
Θεολόγος – Καθηγητής: κ. Καρατζάς Κων/νος
Οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης για τη Γέννηση του Ιησού Χριστού.
Αδελφοί μου, εδώ και ένα περίπου μήνα έχουμε εισέλθει σε μια σημαντική και ιδιαίτερα πνευματική περίοδο της λειτουργικής μας ζωής. Πρόκειται, όπως όλοι γνωρίζουμε, για την περίοδο εκείνη, η οποία διαρκεί συνολικά 40 ημέρες και που ως στόχο έχει την πνευματική μας προετοιμασία για ένα πολύ σημαντικό γεγονός από την ζωή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Σωτήρα όλης της ανθρωπότητας.
Και ποιο είναι τώρα το σημαντικό εκείνο γεγονός από τη ζωή του Κυρίου ημών Χριστού για το οποίο προετοιμαζόμαστε; Πρόκειται, αδερφοί μου, για την Γέννηση του Χριστού, την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει κάθε χρόνο στις 25 Δεκεμβρίου. Η Δεσποτική αυτή εορτή κατέχει ιδιαίτερη θέση μέσα τόσο στο Εκκλησιαστικό ημερολόγιο, όσο και στην ζωή των πιστών. Θεωρείται μάλιστα, μετά από εκείνην του Πάσχα, ως η δεύτερη σημαντικότερη εορτή της Ορθοδοξίας.
Έτσι, λοιπόν, το αποψινό μας κήρυγμα έχει ως θέμα του τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης για τη Γέννηση του Ιησού Χριστού. Ποιοι ήταν, όμως, οι προφήτες και ποιος ήταν ο ρόλος τους στην κοινωνία της Παλαιάς Διαθήκης, στην κοινωνία του αρχαίου Ισραήλ;
Για τη διδασκαλία και το έργο των Προφητών μαθαίνουμε από τα 19 βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης που φέρουν το όνομά τους. Οι προφήτες πάντα κήρυτταν προφορικά μπροστά στους ανθρώπους που τους άκουγαν. Αργότερα, είτε οι ίδιοι είτε οι μαθητές τους κατέγραψαν πολλά απ’ αυτά τα κηρύγματα. Οι πιο γνωστοί σε μας Προφήτες είναι ο Ηλίας, στον οποίο είναι αφιερωμένες πάμπολλες βουνοκορφές της πατρίδας μας, καθώς και ο Ησαΐας, ο λεγόμενος Προφήτης του μυστηρίου του Γάμου.
Συχνά, ωστόσο, ακούμε σε συνεντεύξεις (στην τηλεόραση, το ραδιόφωνο κ.ά.) να ζητούν από ανθρώπους να κάνουν προβλέψεις, π.χ. για τα αποτελέσματα των εκλογών ή ενός αθλητικού αγώνα. Μερικοί, όταν απαντούν, αρχίζουν με την έκφραση αν και δεν είμαι προφήτης…. Όπως φαίνεται, δηλαδή, για πολλούς σύγχρονους ανθρώπους προφήτης είναι ένας άνθρωπος που διαβάζει το μέλλον και προλέγει τι θα συμβεί. Όμως, η Αγία Γραφή, το ιερότερο βιβλίο της Εκκλησίας, μάς περιγράφει τελείως διαφορετικά το ρόλο και το έργο των Προφητών.
Πιο συγκεκριμένα, οι Προφήτες έδρασαν από τον 9ο μέχρι και τον 6ο π. Χ. αιώνα. Πρόκειται για κάποιες μοναδικές προσωπικότητες, οι οποίες έζησαν σε μια εποχή κρίσης και παρακμής για τους Ισραηλίτες. Μια εποχή που ξεκίνησε από τη διάσπαση του βασιλείου του Σολόμωντα μέχρι την πτώση της Ιερουσαλήμ στα χέρια των Βαβυλωνίων. Στα χρόνια λοιπόν αυτά της κρίσης ο Θεός δεν εγκατέλειψε το λαό του και το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. Γι’ αυτό κάλεσε τους Προφήτες, τους χάρισε τη βαθιά γνώση του θελήματός του και τους όρισε μια μεγάλη αποστολή: να κάνουν γνωστό το θέλημά του στους ανθρώπους. 
Οι Προφήτες, λοιπόν, αποστέλλονταν να μεσολαβήσουν ανάμεσα στον αληθινό Θεό και τους ανθρώπους. Όμως, ένα τέτοιο έργο δεν ήταν εύκολο! Γι’ αυτό και κάποιοι στην αρχή δίσταζαν. Τελικά, ωστόσο, όλοι εμπιστεύονταν απόλυτα το Θεό, ξεπερνούσαν τους φόβους τους και βροντοφώναζαν με τόλμη το θέλημά του. Πάντοτε άρχιζαν το κήρυγμά τους με τα λόγια: Τάδε λέγει Κύριος… ή Λόγος Κυρίου… .
Βέβαια, οι προφήτες δεν αρκούνταν στο να ελέγχουν αυστηρά και να προειδοποιούν το λαό. Ταυτόχρονα, με κάθε λόγο τους υπενθύμιζαν ότι ο Θεός ως στοργικός πατέρας νοιάζεται για όλους τους ανθρώπους, όσο κι αν αυτοί τον ξεχνούν. Γέμιζαν παρηγοριά τις ψυχές των Ισραηλιτών. Τους διαβεβαίωναν ότι ο Θεός συνεχίζει το σχέδιό του για τη σωτηρία του κόσμου. Έστρεφαν το βλέμμα των ανθρώπων και προς ένα μέλλον μακρινό. Άνοιγαν μπροστά τους ένα παράθυρο ελπίδας, μιλώντας για την εποχή του Μεσσία. Τότε που ο Θεός θα θεραπεύσει, θα παρηγορήσει και θα φωτίσει τα πάντα. Αυτό το μήνυμα της σωτηρίας μάλιστα το απηύθυναν όχι μόνο στους συμπατριώτες τους, αλλά και στις μεταγενέστερες γενιές και σ’ όλη την ανθρωπότητα.
Ενδεικτικά θα αναφέρουμε την προφητεία του Ησαΐα, ο οποίος εξαιτίας της σαφήνειας των μεσσιανικών του προφητειών έχει χαρακτηριστεί Ευαγγελιστής προφήτης ή πέμπτος Ευαγγελιστής. Ο Ησαΐας λοιπόν τον 8ο π. Χ. αιώνα προφήτεψε την εκ Παρθένου Γέννηση του Χριστού με τα εξής λόγια: Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ (Ησ. 7,14), δηλαδή Να, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιό και θα τον ονομάσεις Εμμανουήλ (που σημαίνει ο Θεός είναι μαζί μας).
Τον ίδιο αιώνα ο Προφήτης Μιχαίας είπε για τη Γέννηση του Χριστού στη Βηθλεέμ της Παλαιστίνης: Αλλά από σένα Βηθλεέμ … αν και είσαι από τις πιο μικρές πόλεις του Ιούδα, εγώ θα κάνω να προέλθει εκείνος που θα γίνει άρχοντας του Ισραήλ… Όταν έρθει εκείνος, θα τους οδηγήσει και θα τους προστατέψει με τη δύναμή μου… Θα ζήσουν με ασφάλεια, γιατί όλοι οι λαοί της γης θ’ αναγνωρίσουν τη μεγαλοσύνη του. Αυτός θα φέρει την ειρήνη (Μιχ. 5,1- 4).
Λίγο αργότερα, στις αρχές του 6ου π. Χ. αιώνα ο Προφήτης Δανιήλ προσδιόρισε επακριβώς το χρόνο του ερχομού του Χριστού στη γη λέγοντας: Εβδομήντα εβδομάδες διορίστηκαν για το λαό σου, και για την άγια πόλη σου, ώστε να συντελεστεί η παράβαση, και να τελειώσουν οι αμαρτίες, και να γίνει εξιλέωση για την ανομία, και να εισαχθεί αιώνια δικαιοσύνη, και να σφραγιστεί η όραση και η προφητεία και να χριστεί ο Άγιος των αγίων. Γνώρισε, λοιπόν, και κατάλαβε, ότι, από την έκδοση του προστάγματος για να ανοικοδομηθεί η Ιερουσαλήμ, μέχρι του Χριστού τού Ηγήτορα, θα είναι επτά εβδομάδες, και 62 εβδομάδες … (Δαν. 9, 24 – 25). 
Καλά Χριστούγεννα να περάσετε, αδερφοί μου, και με χαρά να υποδεχθούμε όλοι μαζί και με ελπίδα το νέο έτος, το 2015.
Γένοιτο!

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Δεκεμβρίου 2014

…Ἡ ἀπομάκρυνση τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν Δημιουργό του εἶχε δυσάρεστες συνέπειες στὴ ζωή του. Ὅμως ὁ Θεὸς δὲν ἐγκατέλειψε τὸ πλάσμα του. Στὸν κατάλληλο χρόνο στέλνει στὴ γῆ τὸν μονογενῆ του Υἱὸ, γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο. «Ὁ Θεὸς ἐπὶ γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαρούχ, γ´ 38). Ὁ ἀόρατος γίνεται ὁρατός, ὁ ἀπρόσιτος προσιτός, ὁ Θεὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Μέγα καὶ παράδοξον τὸ μυστήριον. Ἦλθε στὴ γῆ ὄχι ὅπως αὐτὸς μποροῦσε, ἀλλὰ ὅπως ἐμεῖς μπορούσαμε νὰ τὸν δοῦμε καὶ νὰ τὸν καταλάβουμε. 
Γι᾿ αὐτὸ ἔγινε ἄνθρωπος μὲ σάρκα γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσει καλύτερα μὲ μᾶς. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει χαρακτηριστικὰ : «Πῶς ἔγινε τοῦτο τὸ ἐκπληκτικὸ καὶ ἀξιοθαύμαστο; Ἕνεκα τῆς δικῆς Του ἀγαθότητος καὶ ὅπως ἕνας βασιλέας βγάζει τὴν βασιλικὴ στολὴ καὶ σὰν ἁπλὸς στρατιώτης ρίχνεται στὴ μάχη, γιὰ νὰ μὴ ἀναγνωρισθεῖ ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ καὶ ἔτσι πετύχει τὴ νίκη, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς ἦρθε μὲ ἀνθρώπινη μορφή, γιὰ νὰ μὴν ἀναγνωρισθεῖ καὶ ἀποφύγει ὁ ἐχθρός τη σύγκρουση μαζί του, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴ φοβίσει τοὺς ἀνθρώπους, γιατὶ ἦρθε γιὰ νὰ τοὺς σώσει καὶ λυτρώσει».
Τελικὰ μία εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ ἐξήγηση τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διατυπώνει πολὺ καθαρὰ αὐτὴ τὴν ἐξήγηση. «Διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην, ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς», «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη». Μαζὶ μὲ τὸν μεγάλο Ἀπόστολο κάθε πιστὸς βλέπει πίσω ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ καὶ κοσμοσωτήριο γεγονὸς τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου τὴν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Ἀγάπη ποὺ ἔφθασε μέχρι τὸ Σταυρό.
Περιμένουμε τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς γεννήσεως. Καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἀναμένει τὴν ἀνταπόκριση τῆς δικῆς μας ἀγάπης. Μᾶς ἀγάπησε, νὰ τὸν ἀγαπήσουμε καὶ μεῖς. Νὰ τοῦ ἀνοίξουμε τὴν καρδιὰ καὶ τὴ ζωή μας. Νὰ συνδεθοῦμε μαζί του. Εἶναι ἀσφαλῶς ἡ μεγαλύτερη δωρεὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Τὰ φετεινὰ Χριστούγεννα ἂς εἶναι ἡ ἀπαρχὴ μιᾶς νέας ζωῆς γεμάτη ἀπὸ τὴ Χάρη καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ…
ΑΡΧΙΜ.ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ

theomitoros.blogspot.com

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΕΣ ΕΠΟΠΤΑΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΤΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου 2014

 Το μεγάλο ερώτημα πολλών ανθρώπων και ιδιαιτέρως νέων, είναι πώς αποδεικνύεται η ύπαρξη του Θεού. Μπορεί να γνωρίζουμε τι λέει η Εκκλησία για τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, διότι μέσω Αυτού μπορούμε να γνωρίσουμε την ύπαρξη του Θεού Πατέρα και την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο, να σπουδάζουμε μικρότερες ή μεγαλύτερες λεπτομέρειες της ζωής Του, να συμμετέχουμε στη ζωή της πίστης μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας, όμως ο ορθολογιστής εαυτός μας πάντοτε θέτει αυτό το μεγάλο ερώτημα: είναι αλήθεια όλα αυτά όσα μαθαίνουμε ή ακούμε να λέγονται για το Χριστό; γιατί οι αισθήσεις μας δεν βιώνουν την ύπαρξή Του; Γιατί η Εκκλησία στους αιώνες προσπαθεί να δείξει την παρουσία Του, αλλά τα αφήνει όλα τελικά στην προσωπική πίστη του καθενός;  Είναι η πίστη η τελική απάντηση λοιπόν;
                Ο απόστολος Πέτρος, με αφορμή το ερώτημα αυτό, κάνει μία αναφορά στον προβληματισμό αυτό: «ου γαρ σεσοφισμένοις μύθοις εξακολουθήσαντες εγνωρίσαμεν υμίν την Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δύναμιν και παρουσίαν, αλλ’ επόπται γενηθέντες της εκείνου μεγαλειότητος» (Β’ Πέτρ. 1, 16). Δε βασιστήκαμε σε περίτεχνους μύθους για να σας γνωστοποιήσουμε την δυναμική έλευση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Έχουμε δει με τα ίδια μας τα μάτια το μεγαλείο Του.  Ο αποστολικός λόγος είναι σπουδαίος, διότι μεταθέτει το ερώτημα από το προσωπικό στοιχείο του καθενός, στη δυνατότητά μας να εμπιστευθούμε εκείνους που είδαν το Χριστό και την δόξα Του. Η εποχή μας βεβαίως έχει θεοποιήσει το «εγώ» του καθενός μας, με αποτέλεσμα να μην μας αφήνει να πειστούμε στον λόγο άλλων που έζησαν την όντως Αλήθεια της παρουσίας του Χριστού.  
Όμως εδώ ισχύει το παράδοξο. Ενώ όλοι μας αποδεχόμαστε τη γνώση της Ιστορίας, της Φυσικής, της Τεχνολογίας και της Τεχνικής χωρίς να έχουμε πειραματιστεί ή ερευνήσει πάνω σ’ αυτήν, διότι εμπιστευόμαστε όλους όσους το έχουν κάνει, όταν έρχεται η ώρα για την πίστη στο Χριστό, αρνούμαστε να δείξουμε εμπιστοσύνη στους «επόπτες της αυτού μεγαλειότητος», σα να πρόκειται για ανύπαρκτους ανθρώπους, σα να μην είναι εκείνοι οι οποίοι όχι μόνο εγκατέλειψαν τη ζωή τους, αλλά και την θυσίασαν τελικά για να διακηρύξουν απανταχού της γης το μήνυμα της ύπαρξης αυτής της μεγαλειότητος, όχι για αργύριο ή χρυσίο ή για θεραπεία του εγωισμού τους και της σαρκός τους, αλλά για κακοπάθεια και θάνατο. Μόνο άνθρωποι που έζησαν την δόξα του Χριστού θα μπορούσαν να επιλέξουν μία ζωή αφιέρωσης και αυταπάρνησης για να διακηρύξουν την εμπειρία και την πίστη τους και να ανοίξουν έναν δρόμο που δε νικήθηκε ούτε από εξουσίες, ούτε από πολιτισμούς, ούτε από ανθρώπινες γνώσεις, ούτε από μαρτύριο, ούτε από τον θάνατο κάθε μορφής.
Εδώ βρίσκεται και η απάντηση στο «γιατί η πίστη;». Διότι πρόκειται για την εμπειρία όλων εκείνων που έζησαν και καταθέτουν Αυτόν που έζησαν. Δεν ανακάλυψαν απλώς μία γνώση. Άκουσαν την φωνή του Θεού Πατρός στο όρος Θαβώρ να αναγγέλλει ότι «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εις όν εγώ ευδόκησα» (Β’ Πέτρ. 1, 17) και την ίδια στιγμή διαπίστωσαν «καθώς ηδύναντο» «την τιμήν και την δόξαν»  την οποία ο Χριστός έλαβε από τον Πατέρα Του την στιγμή της Μεταμορφώσεώς Του και σπεύδουν να μας κοινοποιήσουν την εμπειρία του βιώματός  τους, ως την χαρά της κοινωνίας μαζί του την οποία δεν μπορούν να κρατήσουν μόνο για τον εαυτό τους, αλλά θέλουν να γίνει η ημέρα η οποία «θα διαυγάσει και θα ανατείλει φωσφόρος εν ταις καρδίαις ημών» (Β’ Πέτρ. 1, 19).
Αυτά τα τρία στοιχεία, η τιμή, η δόξα και η φωνή είναι που βίωσαν οι μαθητές στο Θαβώρ, συναναστρεφόμενοι τον Υιό και Λόγο του Θεού. Τιμή στην ανθρώπινη φύση, η οποία καταξιώνεται να ζήσει την ένωση με την θεία. Δόξα στην ανθρώπινη φύση, η οποία γίνεται φως, δηλαδή λάμπει από όπου και να την κοιτάξει κάποιος, καθαρή από πάθη και έγνοιες και λογισμούς, και την ίδια στιγμή αντανακλά χαρά, αιωνιότητα και ζωή στον καθένα. Και φωνή που βεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για μία οπτασία, ένα κατασκεύασμα της ανθρώπινης φαντασίας, έναν οραματισμό που πηγάζει από την πολλή αγάπη ή από την επιθυμία για δικαίωση του εαυτού μας, αλλά για την αποκάλυψη του Θεού Πατρός ότι στο πρόσωπο του Χριστού έχει υιοθετήσει τον κάθε άνθρωπο και η αγάπη του Θεού δε νικιέται από τις διαστάσεις του κόσμου και του χρόνου, αλλά είναι αιώνια.
Η εορτή της Μεταμορφώσεως γίνεται ευκαιρία να ξανακοιτάξουμε την πίστη μας. Πόσο εμπιστευόμαστε τα βιώματα των Αποστόλων και των Αγίων, οι οποίοι ανά τους αιώνες άφησαν στην άκρη κάθε κοσμικό μέτρο και άπλωσαν τις καρδιές τους προς τον Θεό εν τω προσώπω του Κυρίου μας. Έλαβαν Τον Ίδιο ως Φως στο μυστήριο της Ευχαριστίας. Τον συνάντησαν στο πρόσωπο του πλησίον τους. Τον ένιωσαν να καθοδηγεί τις συνειδήσεις τους στην διαρκή μετάνοια. Τον προσέλαβαν καθώς ξεδιψούσαν ακούγοντας   τις φωνές που μιλούσαν γι’ Αυτόν. Τον προσδοκούσαν στην εσχάτη ώρα του τέλους της εδώ ζωής και αναφωνούσαν «Ναι, έρχου Κύριε».  Γι’ αυτό και ζούσαν την μεταμόρφωση της καρδιάς τους συνεχώς στη ζωή της Εκκλησίας. Στη ζωή δηλαδή που συνεχίζει το βίωμα και την εμπειρία όλων όσων γεύτηκαν την Μεταμόρφωσή Του ως τιμή, δόξα και φωνή αγάπης.
 Μία τέτοια εμπειρία μπορεί να μοιάζει αδιανόητη για τον άνθρωπο που κρίνει τα πάντα μόνο με το δικό του εγώ. Όμως αποτελεί τον δρόμο του χριστιανού που εμπιστεύεται. Γι’ αυτό και η γιορτή της Μεταμόρφωσης αποτελεί τελικά την πρόσκληση και την πρόκληση να ξαναδούμε πόση εμπιστοσύνη έχουμε στον Λόγο ως  Φως, που θα μας βγάλει από κάθε σκοτάδι. Πόσο από τον χρόνο της ζωής και της καρδιάς μας θα αφιερώσουμε στον Κύριο της δόξης. Και θέλει άνοδο στο όρος Θαβώρ που είναι η ζωή της Εκκλησίας, για να αφήνουμε κατά μέρος κάθε βιοτική μέριμνα και ηδονή που μας ξεγελά, χωρίς τελικά να μας φωτίζει. 
Κέρκυρα, 6 Αυγούστου 2014
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί νηστεύουμε την Μεγάλη Τεσσαρακοστή (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Ιουλίου 2014

Για πιο λόγο νηστεύουμε τις σαράντα αυτές ημέρες; Την παλαιά εποχή πολλοί πιστοί προσέρχονταν στα μυστήρια χωρίς καμιά προετοιμασία και μάλιστα κατά την εποχή που ο Χριστός τα συνέστησε. Αντιλαμβανόμενοι οι πατέρες την παρακαλούμενη βλάβη από την απροετοίμαστη προσέλευσι, αφού συγκεντρώθηκαν καθιέρωσαν σαράντα ημέρες νηστείας, προσευχών, ακροάσεως του θείου λόγου και συνάξεων, ώστε, αφού καθαρισθούμε όλοι μας με κάθε επιμέλεια και με προσευχές και με ελεημοσύνη και με νηστεία και με ολονύκτιες παρακλήσεις και με δάκρυα μετανοίας και με εξομολόγησι και με όλα τα άλλα, να προσέλθουμε έτσι στην Θεία Κοινωνία με καθαρή κατά το δυνατό συνείδηση.

Και ότι μ αὐτὸ κατώρθωσαν μεγάλα πράγματα, συνηθίζοντας μας με την συγκατάβασι αυτή στην νηστεία, γίνεται φανερό από το εξής: Αν εμείς όλο τον χρόνο επιμείμουμε να φωνάζουμε και να κηρύσσουμε την νηστεία, κανείς δεν προσέχει στα λόγια μας· αν όμως έλθη ο καιρός της νηστείας της Τεσσαρακοστής, τότε, χωρίς κανείς να προτρέπη ούτε και να συμβουλεύη και ο πιο νωθρός αφυπνίζεται και ακολουθεί την προτροπή και την συμβουλή, που επιβάλλει ο καιρός.

Αν λοιπόν σε ρωτήση ο Ιουδαίος και ο ειδολάτρης, για ποιόν λόγο νηστεύεις , μη πης, ότι νηστεύεις για το Πάσχα η για την θυσία του Σταυρού, γιατί θα του δώσης μεγάλη αφορμή για αντεκλίσεις. Γιατί δεν νηστεύουμε για το Πάσχα ούτε για τον Σταυρό, αλλά για τα δικά μας αμαρτήματα, επειδή πρόκειται να προσέλθουμε στα μυστήρια· γιατί το Πάσχα δεν είναι αιτία νηστείας ούτε πένθους, αλλά υπόθεσης ευφροσύνης και χαράς. Γιατί ο Σταυρός συνέτριψε την αμαρτία, έγινε καθάρσιο της οικουμένης, έγινε αιτία συμφιλιώσεως και εξαλείψεως της πολυχρόνιας έχθρας, άνοιξε τις πύλες του ουρανού, έκανε τους εχθρούς φίλους, επανέφερε στον ουρανό, τοποθέτησε στα δεξιά του θρόνου του Θεού την ανθρώπινη φύσι και μας πρόσφερε αμέτρητα άλλα πνευματικά αγαθά. Δεν πρέπει λοιπόν να πενθούμε ούτε να θλιβώμαστε, αλλά να αγαλλώμαστε και να χαιρώμαστε. Γι αυτό και ο Παύλος λέγει ̇ «Σε μένα ας μη συμβή να καυχηθώ για τίποτε άλλο, παρά μόνο για τον σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού» (Γαλ. 6,14). Και πάλι ̇ «Ο Θεός δείχνει την αγάπη του προς εμάς με το ότι, αν και ήμασταν αμαρτωλοί, ο Χριστός πέθανε για μας» (Ρωμ. 5,8). Κάτι παρόμιο λέγει και ο Ιωάννης ̇ «Γιατί τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο» (Ιω. 3,16). Πες όμως, πως; Αφού άφησε κατά μέρος όλα τα άλλα, ανέφερε τον σταυρό. Γιατί, αφού είπε, «τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο», πρόσθεσε, «ώστε έδωσε τον Μονογενή Υιο του να σταυρωθή, ώστε να μη χαθή ο καθένας που πιστεύη σ αὐτὸν, αλλά να έχη ζωή αιώνια» (Ιω. 3,16). Αν είναι λοιπόν ο Σταυρός αφορμή αγάπης και καύχημα, ας μη λέμε, ότι πενθούμε γι αυτόν. Γιατί δεν πενθούμε για εκείνον – μη γένοιτο – αλλά για τα δικά μας αμαρτήματα. Γι” αυτό νηστεύουμε.

(Κατά Ιουδαίων, Λόγος Γ , ΕΠΕ 34,176 – 180. PG 48,722)

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Λόγος στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος (Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Μαΐου 2014

Η μεγάλη γιορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου μας δίνει την αφορμή να θυμηθούμε τα λόγια του Κυ­ρίου μας Ιησού Χριστού:

«Ου πιστεύεις ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί εστι; Τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, απ’ εμαυτού ου λα­λώ, ο δε πατήρ ο εν εμοί μένων αυτός ποιεί τα έργα. Πι­στεύετέ μοι ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί. ει δε μη, διά τα έργα αυτά πιστεύετέ μοι» (Ιωάν. 14, 10-11).

Μεγάλα και αμέτρητα ήταν τα θαύματα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: με ένα μόνο λόγο του ανέστησε την κόρη του Ιαείρου, του αρχισυναγώγου, τον γιο της χήρας της Ναΐν, ακόμα και τον Λάζαρο, ο οποίος ήταν στον τάφο τέσσερεις ολόκληρες ημέρες. Με ένα λόγο του μόνο επιτίμησε τους ανέμους και τα κύματα της λίμνης Γεννησαρέτ και έγινε απόλυτη γαλήνη. Με πέντε ψωμιά και δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ανθρώπους, χωρίς γυναίκες και παιδιά, και με τέσσερα ψωμιά τέσσερεις χιλιάδες.

Ας θυμηθούμε πως κάθε μέρα θεράπευε τους ασθενείς, γιατρεύοντας κάθε είδους ασθένεια, έδιωχνε τα πονηρά πνεύματα από τους δαιμονιζομένους. Πως ξαναέδινε την όραση στους τυφλούς και την ακοή στους κουφούς με ένα μόνο άγγιγμά του. Δεν φτάνουν αυτά;

Όλα αυτά όμως δεν ήταν αρκετά για τους ανθρώπους οι οποίοι τον ζήλευαν, για τους ανθρώπους για τους οποίους ο μέγας προφήτης Ησαΐας είπε:

«Ακοή ακούσετε και ου συνήτε, και βλέποντες βλέψετε και ου μη ίδητε. επαχύνθη γαρ η καρδία του λαού τούτου, και τοις ωσί βαρέως ήκουσαν, και τους οφθαλμούς αυτών εκάμμυσαν, μήποτε ίδωσι τοις οφθαλμοίς και τοις ωσίν ακούσωσι και τη καρδία συνώσι και επιστρέψωσι, και ιάσομαι αυτούς» (Ματθ. 13, 14-15).

Σε όλα αυτά, τα οποία όμως δεν ήταν αρκετά για τους βαρήκοους ανθρώπους και με τα συσκοτισμένα μάτια, πρόσθεσε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός το μέγα θαύμα της Μεταμορφώσεώς Του στο όρος Θαβώρ. Σ’ αυτόν, που έλαμψε με ένα εκθαμβωτικό θείο φως, εμφανίστηκαν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Μωυσής και ο Ηλίας και προσκύνησαν τον δημιουργό του νόμου. Με φόβο και τρόμο έβλεπαν το θαυμαστό αυτό θέαμα οι εκλεκτοί απόστολοι Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης. Και μετά από τη νεφέλη, που τους σκέπασε, ακούστηκε η φωνή του Θεού:

«Ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα. αυτού ακούετε» (Ματθ. 17, 5).

Οι άγιοι απόστολοι κήρυξαν σ’ όλο τον κόσμο, ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι «αληθώς, του Πατρός το απαύγασμα».

Ο κόσμος ολόκληρος, όταν το άκουσε, θα έπρεπε να γονατίσει μπροστά στον Κύριο Ιησού Χριστό και να προσκυνήσει τον Αληθινό Υιό του Θεού.

Θα έπρεπε η εμφάνιση στο Θαβώρ των δύο πιο μεγάλων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και η προσκύνηση του Κυρίου Ιησού Χριστού κατά την μεταμόρφωσή του, να κλείσει για πάντα τα βδελυρά χείλη των γραμματέων και των φαρισαίων, οι οποίοι μισούσαν τον Κύριο Ιησού και τον θεωρούσαν παραβάτη του νόμου του Μωυσή. Αλλά και μέχρι σήμερα δεν πιστεύουν οι Εβραίοι ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας.

Όχι μόνο οι Εβραίοι δεν τον πιστεύουν, αλλά και για πολλούς χριστιανούς όλο και περισσότερο θαμπώνει το θείο φως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ακόμα μικρότερο γίνεται το μικρό ποίμνιο του Χριστού για το οποίο το θείο φως του Χριστού λάμπει με την ίδια δύναμη με την οποίαν έλαμψε στους αποστόλους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη τότε στο όρος Θαβώρ.

Όμως να μην απελπιζόμαστε, επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είπε:

«Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον. ότι ευδόκησεν ο πατήρ υμών δούναι υμίν την βασιλείαν» (Λκ. 12, 32).

Η απιστία μεταξύ των λαών έλαβε ανησυχητικές διαστάσεις και το φως του Χριστού επισκιάστηκε από το σκοτεινό νέφος της αθεΐας. Σήμερα πιο συχνά από ποτέ ενθυμούμαστε το φοβερό λόγο του Χριστού:

«Πλην ο Υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;» (Λκ. 18, 8).

Να μην απελπιζόμαστε όμως, επειδή Εκείνος, λέγοντας για τα σημεία της δευτέρας παρουσίας του, είπε:

«Αρχομένων δε τούτων γίνεσθαι ανακύψατε και επάρατε τας κεφάλας υμών, διότι εγγίζει η απολύτρωσις υ­μών» (Λκ. 21, 28).

Να είναι, λοιπόν, η ζωή σας τέτοια ώστε την φοβερή ημέρα της Κρίσεως να μπορέσουμε να σηκώσουμε το κεφάλι μας και όχι να το σκύψουμε βαθειά απελπισμένοι. Αμήν.

(Αγ. Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, «Λόγοι και ομιλίες», τ. Α΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σ. 58)

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΥΠΑΠΑΝΤΗ: ΕΟΡΤΗ ΔΥΝΑΜΕΩΣ ΖΩΗΣ ΑΚΑΤΑΛΥΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Φεβρουαρίου 2014

   Η εορτή της Υπαπαντής δεν είναι γνωστή στους περισσότερους ανθρώπους. Αλλά ακόμη κι όσοι την γνωρίζουν μένουν στην σύνδεση   με τον Χριστό ως βρέφος, την εκπλήρωση των διατάξεων του μωσαϊκού νόμου από τον Κύριο σχετικά με την επίσκεψή Του στο Ναό των Ιεροσολύμων και την συνάντησή Του με τον Συμεών, την προφητεία του γέροντα ιερέα σχετικά με το ότι ο Κύριος θα είναι «σημείον αντιλεγόμενον» και την προετοιμασία της Παναγίας ότι την καρδιά της θα διέλθει ρομφαία (Λουκ. 2, 22-40). Ο Απόστολος Παύλος δίνει μία άλλη διάσταση στην εορτή, πέρα από τα γεγονότα στη συγκεκριμένη τους μορφή. Αναφέρει στην προς Εβραίους επιστολή του την συνάντηση του Θεού με τον άνθρωπο στο πρόσωπο του Χριστού και την ίδια στιγμή το ξεκίνημα μία νέας πορείας για τον άνθρωπο, την θρησκεία, τον κόσμο μέσα από αυτή τη συνάντηση.

                Ο Παύλος υπενθυμίζει ένα γεγονός της Παλαιάς Διαθήκης: την συνάντηση του Αβραάμ με τον Μελχισεδέκ. Μετά από μία νίκη του Αβραάμ στην περιοχή του Χοδολογόμορ και την συντριβή των εχθρών του, ο Αβραάμ επισκέπτεται την βασιλιά της Σαλήμ Μελχισεδέκ (Γεν. 14, 17-20), ο οποίος ήταν ιερέας του Θεού και την ίδια στιγμή ήταν «απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος, μήτε αρχήν ημερών, μήτε τέλος ζωής έχων» (Εβρ. 7,3).  Ο Μελχισεδέκ ευλογεί τον Αβραάμ και εκείνος του προσφέρει το ένα δέκατο από τα λάφυρα που είχε αποκομίσει από την νίκη του, παρότι ο Μελχισεδέκ δεν ανήκε στην κατηγορία των ιερέων που ακολουθούσε συγκεκριμένη τάξη, συνέχεια, διαδοχή. Δεν ήταν μέλος του θρησκευτικού ιερατείου. Διακονούσε τον αληθινό Θεό, δεν ήταν όμως ενταγμένος στην ιουδαϊκή θρησκεία. Και την ίδια στιγμή κανείς δεν γνώριζε ποιες ήταν οι ρίζες του, ποιοι οι γονείς του, ούτε πότε γεννήθηκε ούτε αν και πότε πέθανε. Ο Θεός είχε ορίσει να υπηρετούν θρησκευτικά τους Ιουδαίους  όσοι κατάγονταν από την γενιά του Λευί. Αυτοί  συμπεριλαμβάνονται στο πρόσωπο του Αβραάμ,   παρότι δεν είχαν υπάρξει ακόμη, αφού ο Λευί ήταν γιός του εγγονού του Αβραάμ, του Ιακώβ. Εντούτοις, παρότι ο Αβραάμ  είχε απευθείας σχέση με το Θεό, υπήρξε κι αυτός ιερέας του Θεού και την ίδια στιγμή ο κομιστής της Διαθήκης του Θεού, της συμφωνίας για την  γη της Επαγγελίας,  σε σχέση με τον Μελχισεδέκ είναι «το έλαττον», το οποίο «ευλογείται χωρίς πάσης αντιλογίας υπό του κρείττονος» (Εβρ. 7, 7).
                Ο Παύλος επισημαίνει ότι ο Χριστός είναι ιερέας «εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ» (Εβρ. 7, 17) και δεν ακολουθεί την συνέχεια της λευιτικής, της θρησκευτικής ιερωσύνης. Είναι και ο Ίδιος «απάτωρ», ως προς την ανθρώπινη φύση Του. «Αμήτωρ», ως προς τη Θεϊκή Του φύση. «Αγενεαλόγητος», ως προς την ιερωσύνη Του, καθώς βγαίνει από την ανθρώπινη σειρά, δεν είναι μέλος θρησκείας, αλλά ούτε και ιδρυτής της, γιατί ο Χριστός δεν θέλησε να δημιουργήσει ένα σύστημα που θα μιλά για τον Θεό και θα Τον δείχνει με ορισμένες τελετές, αλλά ήταν ο Ίδιος ο Θεός που έγινε άνθρωπος και συναντά τον άνθρωπο όχι μόνο στα πρόσωπα των ιερέων, αλλά στον καθέναν που θέλει να Τον συναντήσει. Γι’ αυτό και στην χριστιανική παράδοση η ιερωσύνη δεν είναι προνόμιο μίας φυλής, μίας κάστας, μίας συγκεκριμένης ομάδας ανθρώπων, αλλά δίδεται σε όλους τους πιστούς κατά την στιγμή του Βαπτίσματος και του Χρίσματος, καθώς μετέχουμε στο «τρισσόν αξίωμα του Κυρίου», το βασιλικό, το ιερατικό και το προφητικό, ενώ ακόμη και η ιερωσύνη ως συγκεκριμένη και συνεχής διακονία του σώματος του Χριστού δίδεται σε όσους έχουν κλήση από το Θεό και όχι σε όσους είναι συνεχιστές παραδόσεων και γενεών. Την ίδια στιγμή ο Χριστός δεν έχει αρχή ούτε τέλος, γιατί είναι «Συνάναρχος τω Πατρί»  και «της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος».
                       Επομένως, ο Χριστός συναντά τον άνθρωπο όχι στην βάση  της «κατά νόμον σαρκικής εντολής», «αλλά κατά δύναμιν ζωής ακαταλύτου» (Εβρ. 7, 16). Δεν υπάρχει σύμφωνα με τις επιταγές του ανθρώπινου νόμου, αλλά με τη δύναμη που δίνει μία ζωή χωρίς τελειωμό. Έτσι, χωρίς να απορρίπτει τις θρησκευτικές διατάξεις, γι’ αυτό και ο Ιωσήφ και η Παναγία θα Τον πάνε στο Ναό, δίδει σ’ αυτές ένα νέο περιεχόμενο. Ο Νόμος δεν δυναστεύει τη ζωή του ανθρώπου, αλλά γίνεται παιδαγωγός. Η θρησκεία, επομένως, λειτουργεί παιδαγωγικά για τον καθέναν. Μιλά για τον Θεό και με τις διατάξεις της βοηθά τον καθένα να συνειδητοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να πορευτεί κατά το θέλημα του Κυρίου. Όμως δεν αρκεί η ένταξη του ανθρώπου στην θρησκεία, εάν δεν αγωνιστεί να προσλάβει αυτήν την δύναμη της ακατάλυτης ζωής που η σχέση πρόσωπο προς πρόσωπο με τον Χριστό δίδει.
                Η συνάντηση του Χριστού με τον Συμεών μας δείχνει τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να προσλάβουμε την όντως Ζωή. Είναι η αναφορά και η προσφορά στο Θεό του κόσμου και της ζωής, των αγαθών που ο Θεός και ο κόπος μας δίνουν, η απάρνηση της αυτάρκειας και της χρήσης των πάντων προς δικό μας όφελος, είναι η ευχαριστία για όσα μας δίδονται, διότι αυτό σημαίνει ιερωσύνη. Είναι η πίστη στις επαγγελίες του Θεού, όπως αυτές αποτυπώνονται στο Ευαγγέλιο και την ζωή και την παράδοση της Εκκλησίας και τις βίωσαν οι πριν από εμάς, με τους οποίους δεν μας συνδέουν μόνο γενεαλογίες γένους, φυλής, ιστορίας, διατάξεων (οι οποίες έχουν ως ρίζα τους τα ανθρώπινα), αλλά η  γενεαλογία της πίστης. Είναι η πρόσληψη του Χριστού μέσα από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ως κοινωνία ζωής και αιωνιότητας. Κάθε φορά που κοινωνούμε μοιάζουμε με τον γέροντα Συμεών. Δεν παίρνουμε απλώς το Χριστό στα χέρια μας, αλλά Εκείνος αγιάζει την σύμπασα ύπαρξή μας, καθιστώντας την Σώμα και Αίμα Του και την ίδια στιγμή αθανατίζοντάς την.
                Ο γέροντας Συμεών ο Θεοδόχος αναφώνησε «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα», όταν δέχτηκε στα χέρια του τον Χριστό. Με τα λόγια αυτά σφράγισε την χαρά που πλημμύρισε την ύπαρξή του καθώς ένιωσε ότι εκπληρώθηκε ο σκοπός της ζωής του, μέσα σε μία στιγμή, για την οποία προετοιμαζόταν όλη του την ζωή.  Αν κάποιος στάθμιζε την διακονία του Θεού στην τήρηση των διατάξεων του νόμου και την αφιέρωσή του στον Ναό με την στιγμή της συνάντησης με το Χριστό θα έλεγε ότι μόνο το τέλος άξιζε. Για να φτάσει όμως να είναι έτοιμος για το τέλος, παιδαγωγήθηκε και παιδαγώγησε.  Αυτή ας είναι και η δική μας ζωή μέσα στην Εκκλησία. Η παιδαγωγία από την μία, αλλά και την ίδια στιγμή η δίψα για συνεχή κοινωνία με το Θεό στο πρόσωπο του Κυρίου μας. Ο Συμεών γεύθηκε την χαρά μία φορά και στη συνέχεια ξεκίνησε το ταξίδι στην αιωνιότητα. Εμείς έχουμε την ευλογία να γευόμαστε την χαρά κάθε φορά που κοινωνούμε τον Χριστό. Και είναι αυτή η συνάντηση η αφετηρία μιας ζωής που ξεπερνά τα πλαίσια και τα όρια της θρησκείας, χωρίς να την απορρίπτει.
Η εποχή μας  έχει περιθωριοποιήσει την θρησκεία και έχει διακηρύξει τον θάνατο του Θεού. Δεν έχει να προσδοκά όμως καμία συνάντηση με την όντως Ζωή. Κι αυτή είναι η απουσία νοήματος και την ίδια στιγμή η απουσία της γνήσιας χαράς. Έχει υποβιβάσει την ιερωσύνη σε θρησκευτική τελετουργία, κατάλοιπο παράδοσης και παρελθόντος, αρνούμενη ακόμη και την παιδαγωγία. Η γιορτή της Υπαπαντής μας υπενθυμίζει τα μηνύματα  της ζωής που γεύεται την συνάντηση με τον Θεό. Ας οικειωθούμε την χαρά και την ευλογία κι ας γίνει η πορεία μας πορεία αναφοράς και ευχαριστίας, πίστης και πρόσληψης του Χριστού. Για να έχει νόημα και να μη νικιέται από τίποτε και από κανέναν. Ούτε καν από τον θάνατο.
Κέρκυρα, 2 Φεβρουαρίου 2014  
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Ιανουαρίου 2014

Η ὑπαπαντή: τύπος τῆς χριστιανικῆς ζωῆς
῾Η ἑορτή τῆς ῾Υπαπαντῆς τοῦ Κυρίου, κατά τήν ὁποία ὑπαντᾶται, δηλαδή συναντᾶται ὁ Κύριος ὡς τεσσαρακονθήμερο βρέφος μέ τόν δίκαιο γέροντα Συμεών στόν Ναό τῶν ῾Ιεροσολύμων κατά παρακίνηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, μπορεῖ νά θεωρηθεῖ τύπος ὅλης τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Διότι σέ ὅλες τίς φάσεις τῆς συναντήσεως αὐτῆς διαβλέπουμε τά στοιχεῖα τῆς συναντήσεως τοῦ Χριστοῦ μέ τόν κάθε ἄνθρωπο.
Τρεῖς φάσεις μποροῦμε νά διακρίνουμε στό γεγονός: τήν πρώτη, πού τό ῞Αγιον Πνεῦμα παρακινεῖ τόν γέροντα Συμεών νά ἔρθει στόν Ναό. Τή δεύτερη, πού συναντᾶται ὁ γέροντας μέ τόν Χριστό καί Τόν παίρνει στά δικά του χέρια, γιά νά ξεσπάσει στόν εὐχαριστήριο ὕμνο ῾Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλόν Σου, Δέσποτα…᾽ – κάτι πού ἀδιάκοπα ἔκτοτε ἐπαναλαμβάνουμε στό τέλος τῆς ἑσπερινῆς ἀκολουθίας. Καί τήν τρίτη, πού σχετίζεται ἀκριβῶς μέ τό περιεχόμενο τοῦ ὕμνου αὐτοῦ: ἡ συνάντηση μέ τόν Χριστό ὁδηγεῖ τόν Συμεών σέ ἀποκάλυψη τῆς ἁγίας συνειδήσεώς του, κύριο γνώρισμα τῆς ὁποίας εἶναι ἡ προσδοκία μέ λαχτάρα καί τοῦ ἴδιου τοῦ θανάτου λόγω τελείας αγάπης του πρός τόν Θεό.
Στήν πρώτη φάση πράγματι μποροῦμε νά δοῦμε τόν ἑαυτό μας: κανείς δέν ἔρχεται στό ῾῾Ιερόν᾽, στήν ᾽Εκκλησία μετά τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου, χωρίς τήν παρακίνηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ῾Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, λέει ὁ Χριστός, ἐάν μή ὁ Πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽. ᾽Από τόν Θεό κινούμενοι προχωροῦμε πρός τόν Θεό. ῾᾽Εν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς᾽. Κι αὐτό σημαίνει πώς ἡ ἔνταξή μας στήν ᾽Εκκλησία συνιστᾶ πάντοτε ἕνα ἁγιοπνευματικό γεγονός, ὄχι μόνο μέ τή διαδικασία τοῦ βαπτίσματος καί τοῦ χρίσματος, ἀλλά καί μέ τήν προετοιμασία μας γι᾽ αὐτά.
Στήν ᾽Εκκλησία ὄντας ἐν Πνεύματι, σάν τόν Συμεών, προσδοκοῦμε τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ. Καί πρέπει νά ἔχουμε τά μάτια μας ἀνοικτά, γιά νά μποροῦμε νά διακρίνουμε τήν παρουσία Του. Καί Τήν διακρίνουμε ἐν πολλοῖς σέ τρία κυρίως ἐπίπεδα: Πρῶτον· στήν ῾κλᾶσιν τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου᾽, δηλαδή στή Θεία Εὐχαριστία κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔρχεται γιά νά γίνει μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του ὄχι ἁπλῶς μέρος τῆς ἀγκαλιᾶς μας, ἀλλά τό κέντρο τῆς καρδιᾶς καί τῆς ὕπαρξής μας, συνεπῶς νά προσδιορίσει τή ζωή μας καί νά τήν ὁδηγήσει σέ θέωση. Δεύτερον· στό πρόσωπο τοῦ κάθε συνανθρώπου μας. ῾Ο κάθε συνάνθρωπός μας, κατά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ᾽Αποστόλων, δέν εἶναι ἐπιφανειακά ἕνας ἄλλος, ἀλλά ὁ ἀδελφός τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου καί μία δική Του μυστική παρουσία. ῾᾽Εφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε᾽. ῎Ετσι ἡ κάθε συνάντησή μας μέ τόν ὁποιονδήποτε συνάνθρωπό μας μπορεῖ ν᾽ ἀποκτήσει τή δυναμική τοῦ γεγονότος τῆς ὑπαπαντῆς τοῦ Χριστοῦ. Καί τρίτον· στήν προσμονή πιά τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του. ῾Ο πιστός τῆς ᾽Εκκλησίας, ζώντας ἤδη τόν Κύριο ἀπό τώρα: στή Θεία Εὐχαριστία καί στή βίωση τῆς ἀγάπης, περιμένει μέ λαχτάρα τό τέλος τῆς συναντήσεως, τήν ὁλοκλήρωση καί τήν τελειοποίησή της. Κι αὐτό θά γίνει μέ τόν ἐρχομό ᾽Εκείνου στή Δευτέρα Του Παρουσία. Τό ῾ἔρχου, Κύριε ᾽Ιησοῦ᾽ τῆς ᾽Αποκαλύψεως τοῦ ᾽Ιωάννου εἶναι, ὅπως πολύ σωστά ἔχει εἰπωθεῖ, ἡ κραυγή τοῦ συνειδητοῦ χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος νιώθει ὅτι αὐτό πού ζεῖ στή ζωή αὐτή δέν εἶναι τό τέρμα, ἀλλά ἡ πρόγευσή του.
᾽Ακριβῶς γι᾽ αὐτό ὁ θάνατος δέν τόν τρομάζει πιά. Καταργήθηκε ἀπό τόν Χριστό καί καταργεῖται καί στήν ὕπαρξη τοῦ πιστοῦ, ἀφοῦ ὁ πιστός ζεῖ τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἀπό τή συνάντησή του μέ ᾽Εκεῖνον. Τό ῾νῦν ἀπολύεις᾽ λοιπόν γίνεται καί τό αἴτημα τοῦ χριστιανοῦ, ὁπότε καί ἡ τρίτη φάση τῆς ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἀπό τόν Συμεών – ἡ ὑπέρβαση τοῦ φόβου τοῦ θανάτου – βιώνεται καί πάλι ἀπό αὐτόν.
Στό γεγονός τῆς ὑπαπαντῆς καθρεπτίζουμε τή ζωή μας. ῞Ορος ἀπαραίτητος ὅμως ἡ οἰκειοποίηση ἀπό ἐμᾶς καί τοῦ τρόπου ζωῆς τοῦ δικαίου Συμεών. ῞Οπως ἐκεῖνος γιά νά ἔχει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί νά συναντηθεῖ μέ τόν Χριστό ζοῦσε ἁγία καί δικαία ζωή, ἔτσι κι ἐμεῖς: ἔχοντας τό προνόμιο τῆς ἔνταξής μας ἤδη στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μέ τό βάπτισμα, ἄν δέν τό ἐνεργοποιοῦμε μέ τή δικαία ζωή μας, δηλαδή μέ τή συνεπή τήρηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, δέν θά μποροῦμε νά βλέπουμε καί νά συναντοῦμε τόν Χριστό ἐκεῖ πού σημειώσαμε: στή Θεία Εὐχαριστία, στά πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν μας. Κι αὐτό γιατί ἄρνηση ὑπακοῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ σημαίνει παγίωση μέσα μας τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας καί λατρεία συνεπῶς μόνο τοῦ ἑαυτοῦ μας
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποιες είναι οι Δεσποτικές και ποιες οι Θεομητορικές εορτές;

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Ιανουαρίου 2014

Οι Δεσποτικές εορτές

Από τις εορτές της Εκκλησίας ονομάζομε Δεσποτικές, εκείνες που συνδέονται με τα λυτρωτικά γεγονότα της ζωής του Ιησού Χριστού και μας θυμίζουν «τους ποταμούς των χαρίτων και ευεργεσιών, τους οποίους εξέχεεν εις τον κόσμον ο Μονογενής Υιός του Θεού δια της ενσάρκου Του οικονομίας» (Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης). Οι Δεσποτικές εορτές αποτελούν τον κεντρικό άξονα της λατρευτικής ζωής μας. Η Εκκλησία τελώντας τις εορτές αυτές ξαναζεί τα λυτρωτικά γεγονότα σαν ένα αιώνιο παρόν. Οι ψυχές των πιστών γεμίζουν ευγνωμοσύνη, κατάνυξι και ελπίδα των ουρανίων.
Οι Δεσποτικές εορτές
  • Η Περιτομή του Ιησού Χριστού
  •  Τα Θεοφάνεια
  •  Η Υπαπαντή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
  •  Η μετά βαΐων και κλάδων υποδοχή του Κυρίου εις Ιεροσόλυμα
  •  Τα Άγια Πάθη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
  •  Η Ανάστασις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
  •  Η Ανάληψις του Κυρίου
  •  Η Πεντηκοστή
  •  Του Αγίου Πνεύματος
  •  Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος
  •  Η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού
  •  Η Γέννησις του Σωτήρος Χριστού
Αναλυτικά 
Η ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Οι Θεοφώτιστοι Πατέρες της Εκκλησίας κανόνισαν, να εορτάζεται την πρώτη του έτους η Περιτομή του Χριστού, για να μας θυμίσουν βασικά πράγματα της πνευματικής ζωής και να μας βοηθήσουν να πάρωμε σωστές αποφάσεις εν όψει του νέου έτους.
Η περιτομή των Εβραίων, στην οποία υποβλήθηκε, κατά συγκατάβασιν, και ο Θεάνθρωπος Χριστός, ήταν ένας τύπος του Χριστιανικού Βαπτίσματος. Όπως οι Εβραίοι με την περιτομή έκοβαν και πετούσαν την «ακροβυστίαν της σαρκός», έτσι και μείς στο Βάπτισμα αποβάλλομε και πετάμε τον «παλαιό» άνθρωπο της αμαρτίας, και «ενδυόμεθα», φοράμε τον νέο, τον αναγεννημένο άνθρωπο. Πρέπει τώρα στην αρχή του νέου έτους να θυμηθούμε, ότι είμαστε βαπτισμένοι Χριστιανοί, δηλαδή αναγεννημένοι άνθρωποι, και να αποφασίσωμε να ζήσο­με σαν αναγεννημένοι άνθρωποι.
Η Ευαγγελική περικοπή της Εορτής μας μιλάει με λίγα περιεκτικά λόγια, για το πώς ζούσε ο Χριστός από την παιδική ηλικία μέχρι τα τριάντα Του χρόνια, για να μας υποδείξη, πώς πρέπει να ζούμε κι’ εμείς σαν βαπτισμένοι ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Μας λέει, ότι το «παιδίον Ιησούς» «εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, και χάρις Θεού ην επ’ αυτό» (Λουκά β’ 40). Μας λέει ακόμη, ότι «προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις» (Λουκά β’ 52). Μας διδάσκει δηλαδή, ότι σαν Χριστιανοί που έχομε σκοπό να αυξηθούμε πνευματικά και να φθάσωμε σε ωριμότητα, «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφεσ. δ’ 13), πρέπει όπως ο Χριστός: α) Να «κραταιούμεθα πνεύματι». Να αυξάνωμε την αγωνιστικότητά μας κατά της αμαρτίας και να ασκούμε τη θέλησί μας προς το αγαθό, καλλιεργώντας τις αρετές, β) Να προκόπτωμε και να «πληρούμεθα» σοφίας με καθημερινή μελέτη και συχνή ακρόασι του λόγου του Θεού. γ) Να προκόπτωμε «χάριτι παρά Θεώ» μετέχοντας συχνά και συνειδητά στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας και δ) Να προκόπτωμε «χάριτι παρά ανθρώποις», οι οποίοι βλέποντας τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος στη ζωή μας θα ωφελούνται.
Ο νέος χρόνος δεν θα γίνη ευτυχισμένος με ευχές μόνο, αλλά με αγώνα να προκόψωμε «σοφία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις», όπως ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός.
ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος είχε σαν αποστολή από το Θεό, να προετοιμάση τους ανθρώπους να δε­χθούν το Λυτρωτή Χριστό. Και τους προετοίμαζε κηρύττοντας μετάνοια και βαπτίζοντας στον Ιορδάνη ποταμό εκείνους, που εκφράζοντας τη μετάνοιά τους εξομολογούνταν κατά το βάπτισμα τις αμαρτίες τους.
Πήγε και ο αναμάρτητος Σωτήρας να βαπτισθή. Ο Πρόδρομος έφριξε: «Κύριε, εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από Σένα, και έρχεσαι Εσύ να Σε βαπτίσω;» Βρισκόταν μπροστά σε μια ακατανόητη συγκατάβασι του αναμαρτήτου Κυρίου Του. Η συγκατάβασι όμως αυτή είχε κάποιο σκοπό, όπως και κάθε λόγος ή πράξι του Θεανθρώπου.
Πρώτον είχε φθάσει το «πλήρωμα του χρόνου» για ν’ αρχίση ο Ιησούς το δημόσιο λυτρωτικό έργο Του. Και θέλησε ο Θεός Πατήρ να διακηρύξη επίσημα την έναρξι του Μεσσιακού έργου, δείχνοντας στους ανθρώπους το Λυτρωτή τους. Η διακήρυξι έγινε με τη φωνή του Πατρός εξ ουρανού: «Ούτος εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» και με την έλευσι του Αγίου Πνεύματος εν είδει περιστεράς πάνω στον Ιησού.
Δεύτερον ο Θεός θέλησε για πρώτη φορά ν’ αποκα­λύψη το μέγα μυστήριο της τριαδικότητάς Του, για να δείξη ότι ο Ιησούς που βαπτιζόταν θα δίδασκε στους ανθρώπους την τέλεια αποκάλυψι της Αλήθειας. Έτσι ο Πατήρ φανερώθηκε με τη φωνή απ’ τους ουρανούς, ο Υιός φανερώθηκε σαρκωμένος να βαπτίζεται, και το Άγιο Πνεύμα φανερώθηκε εν είδει περιστεράς, να κατεβαίνη στο Μεσσία Χριστό.
Τρίτον ο αναμάρτητος συγκατέβη να βαπτισθή, διότι όπως είπε στον Πρόδρομό Του «ούτω πρέπον εστί πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην». Ήθελε να δώση παράδειγμα εφαρμογής όλων των εντολών του Θεού. Αν Αυτός ο αναμάρτητος ταπεινώθηκε και βαπτίσθηκε σαν αμαρτωλός, επειδή ήταν θέλημα Θεού να βαπτίζωνται οι άνθρωποι, πόσο μάλλον εμείς πρέπει να τηρούμε όλες τις εντολές του Κυρίου;
Διδασκόμαστε από τη συγκατάβασι του Θεανθρώπου κι’ εμείς, να πιστεύωμε ορθά στο Θεό. Να πιστεύωμε ότι ο Θεός είναι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, «Τριάς ομοούσιος και αχώριστος». Να πιστεύωμε ακόμη, ότι μέσα στον κυκεώνα των ετεροδιδασκαλιών της εποχής μας ένας είναι ο Διδάσκαλος απόλυτης εμπιστοσύνης: Ο Ιησούς Χριστός, που ο ίδιος ο Θεός συνιστά: «Αυτού ακούετε». Διδασκόμαστε επίσης να είμαστε λεπτολόγοι ως προς την τήρησι των εντολών του Κυρίου. Όλες οι εντολές, χωρίς διάκρισι, είναι αξιοσέβαστες και τηρητέες.
Ας αναβαπτισθούμε κι’ εμείς στον Ιορδάνη. Ας αναβαπτισθούμε ως προς την ορθή πίστι, ως προς την εμπιστοσύνη προς τον μοναδικό Σωτήρα και Λυτρωτή και ως προς τον αγώνα για την εφαρμογή των εντολών Του. Τα Θεοφάνεια ας γίνουν ένα νέο ξεκίνημα, να γίνωμε καλλίτεροι.
Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Περιγράφοντας ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης την ιερή σκηνή της υποδοχής του νηπίου Ιησού και Μητέρας Του από το γέροντα Συμεών και την προφήτιδα Άννα λέει: «Η Παρθένος φαίνεται γεμάτη θεία χάρι, και σαν να την ελαφρώνη το θείο βρέφος, αντί να τη βαραίνη. Το θείο βρέφος φαίνεται ωραιότερο από κάθε άνθρωπο και χαρούμενο στην αγκαλιά της μητέρας του. Ο γέροντας Συμεών με δυναμωμένα τα πόδια από τη χάρι του Θεού προϋπαντά το παντοδύναμο βρέφος, το αγκαλιάζει και με δυνατή φωνή ζητάει την απόλυσί του από τη ζωή. Η δε Άννα ξεχνώντας τα γηρατειά της δοξολογεί και ευχαριστεί τον Θεό». Ας υποδεχθούμε κι εμείς τον «νηπιάσαντα Θεόν» και ας διδαχθούμε από τον ερχομό Του στη γη.
Ποιος ήταν πραγματικά το βρέφος Ιησούς; Ένα τροπάριο του Κανόνος της εορτής, που έγραψε ο Άγιος Κοσμάς, επίσκοπος Μαϊουμά, απαντάει: «Ο πρωτότοκος και προαιώνιος Υιός του Θεού, φάνηκε στη γη πρωτότοκος και μόνος υιός παρθένου μητέρας». Ήταν λοιπόν το βρέφος εκείνο ο ίδιος ο Υιός του Θεού και Θεός, που γεννήθηκε πριν από κάθε κτίσμα από τον Πατέρα Θεό! Και όπως ο προφήτης Ησαΐας είδε το Θεό ένδοξο σε θρόνο, έτσι και ο Θεοδόχος Συμεών είδε τον Υιό και Λόγο του Πατρός σαν σε θρόνο στα άχραντα χέρια της Παρθένου! Το θείο βρέφος όμως ήταν και «πρωτότοκος υιός κόρης παρθένου». Ήταν δηλαδή και «υιός ανθρώπου», άνθρωπος τέλειος, όπως όλοι μας, εκτός αμαρτίας. Ώστε το βρέφος ήταν ο Θεάνθρωπος Κύριος!
Αλλά γιατί ο Υιός του Θεού και Θεός, έγινε άνθρωπος και νήπιο; Ο υμνωδός απαντάει: «Επέφανεν τω Αδάμ χείρα προτείνων». Ο Αδάμ, δηλαδή ο άνθρωπος, έγινε με την απάτη του διαβόλου ανόητος κατά το νου, σαν νήπιο. Για να τον διορθώση λοιπόν ο Πανάγαθος έγινε νήπιο, όχι κατά το νου σαν τον Αδάμ, αλλά κατά την ανθρώπινη φύση και ηλικία. Για να φωτίση άρα τον σκοτισμένο άνθρωπο, και για να τον βοηθήση να ανδρωθή και προοδεύση πνευματικά, έγινε ο Θεός νήπιο. Και ακόμα για να τον αναστήση από το θάνατο της αμαρτίας με το Βάπτισμα και τη ζωή της αρετής.
Ο «νηπιάσας» Υιός του Θεού μας παρακινεί να πά­ψουμε να είμαστε πνευματικά νήπιοι και να ανδρωθούμε. Πότε είμαστε πνευματικά νήπιοι; Όταν ταλαντευόμαστε ως προς το Ορθόδοξο «πιστεύω» μας, σαν το καλάμι που φυσάει ο άνεμος (Εφεσ. 4, 14) και παρασυρόμαστε εύκολα από τις ψευδολογίες και πλάνες των αιρετικών ανθρώπων. Όταν ακόμη είμαστε υλόφρονες και σαρκικοί, και ζούμε σαν να μη υπάρχη ψυχή και ανώτερη ζωή μας. Μας καλεί να αναστηθούμε από τον ύπνο της νηπιότητος, και ν’ ακολουθήσουμε Αυτόν, τον «πρωτότοκον εκ των νεκρών». Ο Χριστός μας απλώνει το χέρι. Ας μη του αρνηθούμε το δικό μας.
Η ΜΕΤΑ ΒΑΪΩΝ ΚΑΙ ΚΛΑΔΩΝ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Καθώς βρισκόμαστε στα πρόθυρα των Παθών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, πρέπει να ξεκαθαρίσωμε, ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε θύμα τραγικό της κακίας των ανθρώπων, αλλά θύμα της αγάπης Του για τον άνθρωπο. Η Θυσία του Ιησού ήταν μια θεληματική και εξουσιαστική πράξι του Παντοδύναμου Βασιλέως Χριστού για τη σωτηρία μας. Αυτό αποκαλύπτεται στην περιγραφή της θριαμβευτικής εισόδου Του στα Ιεροσόλυμα από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη.
Ο Ευαγγελιστής μας πληροφορεί, ότι ο ταπεινός Ιησούς επέτρεψε στην περίπτωσι αυτή, να τον υποδεχθή ο λαός με τα «βαΐα των φοινίκων» και με τα λόγια: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ». Οι Ιουδαίοι υποδέχτηκαν τον Κύριο σαν νικητή και τροπαιούχο, σαν νικητή του θανάτου, αφού πρόσφατα είχε αναστήσει το Λάζαρο. Τον υποδέχτηκαν με λόγια του 118ου Ψαλμού, λόγια Μεσσιακά, που ταιριάζουν σε βασιλέα. Και η Γραφή το βεβαιώνει: «Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεεται…». Βασιλεύς λοιπόν ο μετέπειτα σταυρωθείς Ιησούς.
Ο Χριστός μπήκε στα Ιεροσόλυμα πάνω σε «πώλον όνου», πάνω σ’ ένα νεαρό ακαβαλίκευτο γαϊδουράκι. Προτύπωσε έτσι τη μελλοντική βασιλική κυριαρχία Του πάνω στα ακάθαρτα μέχρι τότε και αγύμναστα στην ευσέβεια ειδωλολατρικά έθνη, που εικονίζονται από το «ονάριον». Χωρίς να το καταλάβουν το προφήτεψαν και οι Φαρισαίοι: «Ίδε ο κόσμος οπίσω αυτού απήλθεν» (Ιωάν. ιβ’ 19). Το προείπε και ο Κύριος, όταν λίγο μετά την είσοδό Του στα Ιεροσόλυμα Τον επισκέφθηκαν μερικοί Έλληνες, σαν αντιπρόσωποι των εθνών: «Ελήλυθεν η ώρα, ίνα δοξασθή, ο υιός του ανθρώπου». Βασιλεύς και των εθνών λοιπόν ο Ιησούς Χριστός.
Η βασιλική ιδιότητα του Κυρίου πρέπει να μας προβληματίση, εν όψει μάλιστα και της Μεγάλης Εβδομάδος. Είναι βασιλεύς της ζωής μας ο Χριστός; Κυριαρχεί στην καρδιά, στη σκέψι, στις πράξεις και στα λόγια μας; Ή μήπως βασιλιάς μας είναι το χρήμα, η δουλειά μας, οι απολαύσεις της ύλης, τα κόμματα, ο αθλητισμός; Αν ισχύη το τελευταίο, ας κλάψουμε τη Μεγάλη Εβδομάδα, κι ας κάνουμε αποφασιστική στροφή στη ζωή μας. Αν δεν το κάνουμε, θα πάθουμε ό,τι οι Ιουδαίοι της εποχής του Κυρίου. Επειδή απέρριψαν τον Χριστό σαν βασιλέα και σωτήρα τους, ο Θεός τους εγκατάλειψε. Τους αφαίρεσε όλα τα προνόμια του περιουσίου λαού. Τους πήρε την ιερωσύνη και τους προφήτες. Γκρέμισε τον Ιουδαϊσμό και έδωσε όλα τα προνόμια στο νέο λαό Του, τους Χριστιανούς.
Ας μετανοήσουμε λοιπόν και ας προχωρήσουμε προς την Αγία Κοινωνία με τη λαχτάρα, να θρονιαστή μόνιμα στο σώμα και την ψυχή μας, και στη ζωή μας ολόκληρη ο Χριστός, σαν βασιλεύς και Κύριός μας.
ΤΑ ΑΓΙΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Το θείο δράμα κορυφώνεται με τη σταύρωσι του Κυρίου. Ταυτόχρονα κορυφώνεται και η έκφρασι της αγάπης του Θεού για τον αποστάτη άνθρωπο. Ο σαρκωθείς Θεός βρίσκεται καρφωμένος στο Σταυρό σαν ληστής. Η θεία «κένωσι» στο υπέρτατο σημείο. Το θείο δράμα συγκλονίζει, αλλά και διδάσκει.
Λίγο πριν τη σταύρωσι ο Ιησούς εξαντλημένος σωματικά από τα γεγονότα της προηγούμενης νύκτας και σηκώνοντας ηρωικά το ασήκωτο φορτίο της κατάφωρης αδικίας, μεταφέρει αγόγγυστα και χωρίς λέξι παραπόνου το βαρύ σταυρό Του. Θεληματικά και με άφατη υπομονή πορεύεται το δρόμο του μαρτυρίου Του.
Καρφωμένος τώρα πάνω στο σταυρό και υποφέροντας φρικτούς πόνους, ο Ιησούς στρέφει το βλέμμα στη μητέρα Του, που έστεκε κάτω απ’ το σταυρό γεμάτη οδύνη: «Γύναι, ίδε ο υιός σου». Ιωάννη, «ιδού η μήτηρ σου». Πόση αγάπη θα είχε ο Θεάνθρωπος, για να βρη το κουράγιο να φροντίση για τον πόνο της μητέρας Του!
Η υπέρτατη Θυσία φθάνει στο τέλος της. Ο Ιησούς βγάζει δυνατή εξουσιαστική κραυγή: «Τετέλεσται». Τίποτε απ’ όσα ο Πατέρας μου ανέθεσε να κάνω δεν μένει ατελείωτο. Και μετά κλίνοντας την κεφαλή, για να εκ­φράση την μέχρι θανάτου υπακοή στον Πατέρα, παραδίδει θεληματικά το πνεύμα.
Καθώς η Μεγάλη Εβδομάδα μας θυμίζει τον τρόπο που ο Θεάνθρωπος βάδισε προς το μαρτύριο, μας υποδεικνύει προβάλλοντας το ασύγκριτο παράδειγμά Του, πώς πρέπει να σηκώνωμε κι εμείς τον προσωπικό μας σταυρό. Μας διδάσκει να τον σηκώνωμε αγόγγυστα, χωρίς μεμψιμοιρίες, με υπομονή, σαν θέλημα Θεού, στο οποίο οφείλομε υπακοή μέχρι θανάτου. Μας διδάσκει ότι πρέπει να βρίσκωμε τη δύναμη, να ξεχνάμε το δικό μας πόνο και να φροντίζωμε ν’ ανακουφίσωμε και τον πόνο του πλησίον μας. Αν πάρωμε την απόφασι έτσι να πολιτευόμαστε στο εξής, η απόφασί μας αυτή θα είναι η καλλίτερη συμμετοχή στο Πάθος του Κυρίου μας.
Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Μυριόστομη φωνή δονεί κάθε Πάσχα τον αέρα απ’ άκρου σ’ άκρο της Ελληνικής γης και κάθε Χριστιανικής ορθόδοξης χώρας: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας». Είναι η φωνή που εκφράζει τη βαθειά πεποίθησι όλων των Ορθοδόξων, ότι ο Ιησούς Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών και μας χάρισε λύτρωσι, ελπίδα, νέα ζωή. Και πράγματι:
Η Ανάστασι του Χριστού επιβεβαίωσε το λυτρωτικό Του έργο. Πρόσφερε πάνω στο σταυρό την υπέρτατη Θυσία, παραδίδοντας θεληματικά σαν θύτης την αναμάρτητη ανθρώπινη φύσι Του σε σφαγή «δια την ημετέραν σωτηρίαν». Με την Ανάστασί Του απέδειξε, ότι η Θυσία Του έγινε δεκτή και έτσι λυτρωθήκαμε από τις καταδικαστικές μέχρι τότε αμαρτίες μας.
Με την εκ νεκρών Ανάστασί Του ο Χριστός έγινε «απαρχή των κεκοιμημένων» (Α’ Κοριν. ιε’ 20), ο πρώτος από τους νεκρούς που αναστήθηκε, όχι προσωρινά, αλλά «εις ζωήν αιώνιον». Αυτό μας γεμίζει ελπίδα και μας βεβαιώνει, ότι τόσο εμείς, όσο και οι προσφιλείς μας που έφυγαν από τη ζωή αυτή θα αναστηθούμε εν Χριστώ «εν τη παρουσία αυτού».
Η Ανάστασι του Κυρίου έγινε ακόμη η αιτία της πνευματικής μας αναστάσεως από τη ζωή αυτή. Στο Βάπτισμα γίναμε συμμέτοχοι του θανάτου του Χριστού, αλλά και συμμέτοχοι της Αναστάσεώς Του, ώστε όπως «ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών… ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. στ’ 4). Στο Βάπτισμα σταυρώθηκε και θανατώθηκε ο «παλαιός άνθρωπος» της αμαρτίας, και αναστήθηκε ένας νέος άνθρωπος, που είναι καλεσμένος να ζήση νέα, αναγεννημένη, πνευματική ζωή.
Ας ψάλουμε κι εμείς το «Χριστός ανέστη» με ευγνωμοσύνη για τη λύτρωσι που μας χάρισε με την Ανά­στασί Του ο Σωτήρ, αλλά και με τη σταθερή απόφασι να ζήσωμε στο εξής σαν αναστημένες υπάρξεις, «αξίως της κλήσεως ης εκλήθημεν».
 
Η ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Με τον Ευαγγελισμό γιορτάσαμε την «κατάβασι» του Θεού Λόγου από τον ουρανό στη γη. Με την Ανάληψι γιορτάζομε την «ανάβασι» του σαρκωθέντος Θεού Λόγου από τη γη στον ουρανό. Κατά τον Ευαγγελισμό. ο Θεός Λόγος «κατέβηκε» κρυφά και γυμνός από την ανθρώπινη σάρκα, με την Ανάληψι «ανέβηκε» φορώντας την ανθρώπινη σάρκα, φανερά και με δόξα. Αλλά ποιο είναι το νόημα αυτής της «αναβάσεως»;
«Ανελήφθη εν δόξη ο των αγγέλων βασιλεύς» για να μας στείλη τον «άλλον Παράκλητον», που είχε υποσχεθή (Ιωάν. ιστ’ 7), το Άγιο Πνεύμα. Ο Χριστός πρόσφερε τη λύτρωσι και σωτηρία στον κόσμο, αλλά χρειαζόταν να έλθη το Άγιο Πνεύμα για να μεταδώση τη Χά­ρι της σωτηρίας στον κάθε πιστό προσωπικά, με τους 7 κρουνούς της Θείας Χάριτος, τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας.
Η ανθρώπινη φύσι με την αποστασία του προπατορικού αμαρτήματος είχε γίνει το «απολωλός πρόβατον» της παραβολής. Ο Χριστός όμως ήλθε και βρήκε τον πλανεμένο άνθρωπο και τον έβαλε στην πνευματική «μάνδρα», την Εκκλησία και τον Παράδεισο. Με την Ανάληψί Του δε, μετέφερε στους «ώμους» την πρώην πλανεμένη και τώρα πια σωσμένη ανθρώπινη φύσι, που την αντιπροσώπευε η αναμάρτητη ανθρώπινη φύσι Του, και την κάθισε στο θρόνο του Θεού. Τί τιμή! Έτσι με την Ανάληψί Του ο Χριστός, έγινε η «απαρχή» της Θεώσεως των πιστών Χριστιανών.
«Ον τρόπον κατείδετε Χριστόν ανερχόμενον, ούτω σαρκί ελεύσεται δίκαιος πάντων κριτής» (τροπάριο του Κανόνος της Εορτής). Με την Ανάληψί Του δηλαδή ο Κύριος μας υπενθύμισε, ότι θα έλθη κάποτε πάλι «εν σαρκί» για να κρίνη τον κόσμο, και να εξετάση πώς αξιοποιήσαμε το δώρο της σωτηρίας που μας έδωσε. Η σκέψι αυτή της Κρίσεως πρέπει να μας διεγείρη σε περισσότερο αγώνα.
Ο Χριστός ανέβηκε στον ουρανό και λάμπει τώρα στο θρόνο του Θεού πιο πολύ κι’ απ’ τον ήλιο. Έτσι θα λάμπουν στη Βασιλεία των ουρανών και όσοι με τη βοήθεια της θείας Χάριτος αγωνίζονται από τη ζωή αυτή να καθαρίσουν και να θεώσουν τον εαυτό τους.
Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ
«Πεντηκοστήν εορτάζομεν και Πνεύματος επιδημίαν και προθεσμίαν επαγγελίας…».Η εκπλήρωσι της υποσχέσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ότι μετά την Ανάληψί Του θα στείλη το Άγιο Πνεύμα στους μαθητές Του, πραγματοποιήθηκε κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Καθώς ήταν συγκεντρωμένοι στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, ήχος δυνατός σαν τον άνεμο που φυσάει πλημμύρισε τον τόπο, και το Άγιο Πνεύμα σαν πύρινες γλώσσες κατέβηκε και επεφοίτησε στον καθένα χωριστά. Έγινε αυτό που είχε προφητεύσει ο Πρόδρομος. Βαπτίσθηκαν οι μαθητές «εν Πνεύματι Αγίω και πυρί» (Λουκά γ 16).
Η επιφοίτησι του Αγίου Πνεύματος είχε αξιοθαύμαστα αποτελέσματα. Οι μέχρι τότε δειλοί μαθητές του Χριστού έγιναν «λέοντες πυρ πνέοντες». Οι αγράμματοι έγιναν σοφώτεροι των σοφών. Και όχι μόνο οι Απόστολοι, αλλά και όλοι οι μαθητές του Χριστού σε κάθε εποχή. Το Άγιο Πνεύμα επιφοιτά σ’ αυτούς με το Βάπτισμα, το Χρίσμα και τα άλλα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας, και τους αναγεννάει, τους ενισχύει, τους αγιάζει, τους σώζει. Εξειδικεύει το δώρο της σωτηρίας, που χάρισε ο Χριστός με το λυτρωτικό Του έργο στην ανθρωπότητα.
Το Άγιο Πνεύμα φανερώθηκε σαν φωτιά. Σημάδι ότι Αυτός που επεφοίτησε δεν ήταν μια απρόσωπη δύναμι, όπως λένε οι αιρετικοί, αλλά ο ίδιος ο Θεός, που είναι «πυρ καταναλίσκον». ο Άγιον Πνεύμα είναι βέβαια πηγή Χάριτος, αλλά σε όσους πλησιάζουν τα μέσα της Χάριτος αυτής -τα ιερά Μυστήρια- με ταπείνωσι και ευλάβεια. Για τους ασεβείς, αδιαφόρους και αθεοφόβους είναι φωτιά, διότι «φοβερόν το εμπεσείς εις χείρας Θεού ζώντος».
Ας προσευχηθούμε σήμερα με φόβο Θεού: «Πνεύμα Άγιον, Παράκλητε αγαθέ, μη φλέξης ημάς, αλλ’ ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και σώσον ημάς».
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Από τη στιγμή της πτώσεως των πρωτοπλάστων ο αποστάτης άνθρωπος βρισκόταν σε πόλεμο με τον Πλάστη του. Ήλθε όμως ο Χριστός και σταμάτησε την έχθρα με το Αίμα που έχυσε στο Σταυρό. Και όπως μετά τους μακροχρόνιους πολέμους οι αντίπαλοι ανταλλάσσουν εγγυήσεις, έτσι και μετά την ειρήνη που έφερε ο Θεάνθρωπος, η μεν ανθρωπότητα έστειλε ενέχυρο στον ουρανό την αναμάρτητη ανθρώπινη φύσι του Χριστού, ο δε Θεός έστειλε στη γη εγγύησι της σωτηρίας μας το Άγιο Πνεύμα Του, που λατρεύουμε πάντοτε και προσκυνάμε ιδιαίτερα σήμερα.
Ήλθε το Άγιο Πνεύμα κατά την Πεντηκοστή και γέμισε τον κόσμο με τα ουράνια χαρίσματά Του: α) Μας αναγεννάει δια του Βαπτίσματος, του «λουτρού της παλιγγενεσίας και ανακαινώσεως Πνεύματος Αγίου» (Τίτον γ’ 5). Με το Βάπτισμα γινόμαστε επίγειοι άγγελοι και με τη Χάρι που παίρνομε από τις άλλες πηγές της Χάριτος, τα ιερά Μυστήρια, τροφοδοτούμαστε, ώστε να ζήσωμε σαν ανακαινισμένες υπάρξεις, β) Μας χαρίζει το μέγα δώρο της ιερωσύνης. Αυτό δίνει στην Εκκλησία τους ποιμένες και διδασκάλους, επισκόπους, πρεσβύτερους και διακόνους, που τελούν τα Μυστήρια, κηρύττουν το λόγο του Θεού, ποιμαίνουν την Εκκλησία και «ορθοδόξως θεολογούν», γ) Μας χαρίζει κάθε αγαθό. Μας οδηγεί σε συναίσθησι των αμαρτιών μας και μετάνοια. Μας φωτίζει στη γνώσι του θείου θελήματος και παρακινεί στην εφαρμογή του. Μας δίνει ζωή αληθινή και ειρήνη (Ρωμ. η’ 6). Μας δίνει θάρρος και δύναμι στις δυσκολίες και έτσι πλάθει τους Μάρτυρες. Γεννάει στην ψυχή τις αρετές: «Αγάπην, χαράν, ειρήνην, μακροθυμίαν, χρηστότητα, αγαθωσύνην, πίστιν, πραότητα, εγκράτειαν» (Γαλάτ. ε’ 22).
Ας μένωμε πάντα στο πλευρό των ποιμένων της Εκκλησίας, που τους κατέστησε ποιμένες το Πνεύμα το Άγιον. Ας αποκρούωμε πάντα με βδελυγμία κάθε απόπειρα υποκαταστάσεώς τους από αιρετικούς ή Καίσαρες του κόσμου τούτου.
Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος χορηγούνται με αφθονία, αλλά σε όσους έχουν «δεκτικήν επιτηδειότητα» και αγωνίζονται να καθαρθούν από τα πάθη και να καλλιεργήσουν τις αρετές. Γι’ αυτό «ας σηκωθώμεν και ημείς επάνω από τα γήινα… και από κάθε πάθος. Τότε η ψυχή μας ως καθαρός καθρέπτης θα τραβήξει τας ακτίνας του Αγίου Πνεύματος… και έτσι παίρνοντας σαν αρραβώνα την χάριν του Αγίου Πνεύματος… θα αξιωθώμεν να την απολαύσωμεν τελειοτέραν κατά την μέλλουσαν ζωήν» (Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης).
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
Λίγο καιρό πριν το Πάθος Του ο Κύριος πήρε τους τρεις προκρίτους μαθητές Του, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και ανέβηκαν στο όρος Θαβώρ. Εκεί μπροστά στα έκθαμβα μάτια τους μεταμορφώθηκε. Το πρόσωπό Του έλαμψε όπως ο ήλιος και τα ρούχα Του έγιναν λευκά σαν το χιόνι. Οι μαθητές έγιναν για λίγο ικανοί, να δουν το υπερκόσμιο άκτιστο φως της θεϊκής δόξας, να ξεχύνεται από το εσωτερικό του Χριστού. Με τη Μεταμόρφωσί Του ο Κύριος θέλησε να δώση στους μαθητές Του, και γενικά σε όλο τον κόσμο, ένα μήνυμα.
Ο άνθρωπος πλάσθηκε από τον Τριαδικό Θεό «κατ’ εικόνα» Του. Οι πρωτόπλαστοι είχαν αγγελοειδείς ψυχές. Αλλά και τα σώματά τους μέσα στον επίγειο παράδεισο ακτινοβολούσαν την εσωτερική λαμπρότητα και το μεγαλείο της ψυχής τους. Αλλά η επανάστασι κατά του Θεού με την παράβασι της εντολής Του αλλοίωσε τον άνθρωπο. Η αμαρτία μαύρισε και παραμόρφωσε την λαμπρή εικόνα του Θεού. Ο «βραχύ τι παρ’ αγγέλους ηλαττωμένος» άνθρωπος έγινε σατανοειδής. Αλλά ο Πανάγαθος Πλάστης δεν θέλησε ν’ αφήση το πλάσμα Του έτσι παραμορφωμένο. «Έκλινεν ουρανούς και κατέβη». Ο Υιός του Θεού φόρεσε την αμαυρωμένη ανθρώπινη φύσι και με το όλο λυτρωτικό Του έργο την καθάρισε και ελάμπρυνε. Να το μήνυμα της Μεταμορφώσεως: Ήλ­θε ο Υιός του Θεού στον κόσμο, για να μεταμορφώση και δοξάση την παραμορφωμένη από την αμαρτία ανθρώπινη φύσι μας.
Ο Χριστός «κατέλιπεν ημίν υπογραμμόν». Έδειξε ότι μπορούμε και έχομε προορισμό υψηλό από τη ζωή αυτή, να μεταμορφωθούμε και να θεωθούμε. Η ζωή των αγίων αποδεικνύει αυτή την αλήθεια. Οι άγιοι έγιναν μέτοχοι της θείας ζωής. Έγιναν ζωοποιοί, καθώς ανάσταιναν νεκρούς. Έκαναν υπερφυσικά έργα, θαύματα. Έλαμπαν σαν τον ήλιο την ώρα της προσευχής τους. «Ηρπάγησαν έως τρίτου ουρανού», ενώ ζούσαν ακόμη στον κόσμο αυτό. Αυτές τις εμπειρίες ας ποθήσωμε κι’ εμείς. Μην αφήνωμε τις αμαρτίες να αμαυρώνουν τη μεταμορφωμένη και αγγελοειδή μορφή, που πήραμε στο Βάπτισμα. Αντίθετα ας αναλάβωμε σκληρό και αδιάκοπο αγώνα κατά των παθών και για την απόκτησι των αρετών, ώστε μέρα με τη μέρα να «μεταμορφούμεθα από δόξης εις δόξαν, καθάπερ από Κυρίου Πνεύματος» (Β’ Κορ. γ’ 18).
Με την αμαρτία ο κατά χάριν Θεός, ο άνθρωπος, γίνεται διάβολος. Με την αρετή και τον αγώνα για τη θέωσι ο άνθρωπος γίνεται θεός. Την κατάκτησι αυτής της κορυφής ας οραματιζώμαστε.
Η ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Η Εκκλησία υψώνει στις 14 Σεπτεμβρίου τον Τίμιο Σταυρό, όπως κάνει κάθε χρόνο από το 325 μ.Χ., τότε δηλαδή που μετά την εύρεσί του από την Αγία Ελένη ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Μακάριος ύψωσε θριαμβευτικά το Τίμιο Ξύλο. Υψώνοντας δε η Εκκλησία το Σταυρό μας θυμίζει, όσα σπουδαία απεργάστηκε μ’ αυτόν σαν όργανο ο Χριστός.
Ένας ύμνος της Εορτής της Υψώσεως μας λέει: «Όταν ο Μωυσής διέγραψε με το ραβδί του το σημείο του σταυρού, διαίρεσε την Ερυθρά Θάλασσα και πέρασε σώος ο Ισραηλιτικός λαός. Όταν μετά διέγραψε και πάλι το σημείο του σταυρού, τα νερά ενώθηκαν και έπνιξαν το Φαραώ και το στρατό του». Το προφητικό αυτό γεγονός της ιστορίας του περιουσίου Ισραηλιτικού λαού κατά την προχριστιανική εποχή, είχε βαθειά συμβολική αναφορά στο πρόσωπο και το έργο του Σωτήρος Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός, ο νέος Μωυσής, πήρε το νέο περιουσίο λαό, τη χριστιανική Εκκλησία, από τη δουλεία του διαβόλου και της αμαρτίας, και τους χάρισε με όπλο το Σταυρό την πνευματική ελευθερία και τη σωτηρία. Με το ίδιο όπλο νικήθηκαν ο διάβολος και οι δαίμονες (ο πνευματικός «Φαραώ» και οι «στρατιώτες» του).
Ο Σταυρός λοιπόν υπήρξε το όργανο της σωτηρίας μας και γι’ αυτό είναι το «αήττητον όπλον», που διώχνει κάθε σατανική επιρροή και ελευθερώνει τον πιστό. Δίκαια επομένως τον προσκυνάμε, όπως άλλωστε διατάσσει και η Γραφή: «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού» (Ψαλμός 98, 5). Και πολύ ορθά σε κάθε περίπτωσι κάνομε το σημείο του σταυρού, σαν φυλακτήριο κατά των δαιμόνων.
Η Εκκλησία προβάλλοντας τον Τίμιο Σταυρό, μας προτρέπει δια στόματος του Αγίου Κυρίλλου επισκόπου Ιεροσολύμων: «Βάλε πρώτο και δυνατό θεμέλιο στη ζωή σου τον Εσταυρωμένο Χριστό και το Σταυρό Του, και πάνω εκεί οικοδόμησε όλο το υπόλοιπο οικοδόμημα της πίστεως».
Η ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
«Σήμερον ο Χριστός εν Βηθλεέμ γεννάται εκ Παρθένου». Μυστήριον ξένον. Δεν γεννιέται ένας απλός άνθρωπος, ή έστω ο πιο σπουδαίος άνθρωπος. Γεννιέται ο ίδιος ο Θεός σαν άνθρωπος. Με τη Γέννησι του Χριστού ο «Θεός εφανερώθη εν σαρκί», μας λέει η Γραφή (Α’ Τιμόθ. γ’ 16). Ο Υιός του Θεού έγινε και υιός ανθρώπου. Ακατάληπτο το γεγονός. Ακολουθώντας όμως τις διηγήσεις της Γραφής μπορούμε να ψηλαφήσωμε το λόγο, για τον οποίο συνέβη η Σάρκωσις του Λόγου.
Από το βιβλίο της Γενέσεως της Παλαιάς Διαθήκης μαθαίνομε, ότι μέσα στον επίγειο παράδεισο, την Εδέμ, οι πρωτόπλαστοι ζούσαν σε άμεση κοινωνία με τον Θεό.
Του μιλούσαν, κι Εκείνος τους μιλούσε και τους ευλογούσε. Ήταν η προπτωτική κατάστασι της ανθρωπότητος.
Η πτώσι όμως των πρωτοπλάστων χάλασε αυτή τη σχέσι, που είχαν με το Θεό Πατέρα τους. Διαβάζομε στο βιβλίο της Εξόδου ότι, όταν οι Ισραηλίτες έφθασαν στο όρος Σινά και ο Μωυσής ανέβηκε να πάρη τις πλάκες του Νόμου, ο λαός διατάχτηκε να μείνη μακρυά από το όρος επί ποινή θανάτου. Η σχέσι λοιπόν του Θεού με τους ανθρώπους μετά την αποστασία δεν ήταν φιλική. Ο Θεός προστάτευε από συγκατάβασι το πλάσμα Του, αλλά ο άνθρωπος δεν είχε πια παρρησία. Έτρεμε το Θεό, δεν τολμούσε να Τον κοιτάξη.
Έτσι κύλησαν οι αιώνες, μέχρι που ήλθε «το πλήρωμα του χρόνου», και σαρκώθηκε ο Υιός του Θεού. Ο τέλειος Θεός έγινε άνθρωπος. Περπάτησε στους δρόμους μας, μίλησε μαζί μας, γιάτρεψε τις αρρώστιες μας, κήρυξε πλήρη την Αλήθεια. Τέλος σταυρώθηκε και θυσιάστηκε για χάρι μας. Να λοιπόν ο λόγος της Σαρκώσεως: Επειδή ο άνθρωπος είχε χάσει την επαφή και την παρρησία του απέναντι στο Θεό, ο Θεός έγινε άνθρωπος για να αποκαταστήση την χαμένη κοινωνία. Από εχθρούς Του μας έκανε φίλους Του και πάλι.
Αλλά και για έναν άλλο λόγο ο Θεός «εφανερώθη εν σαρκί». Διαβάζομε στην Αποκάλυψι του Ιωάννου, ότι στη Βασιλεία των ουρανών ο Κύριος θα σκηνώση μεταξύ των ανθρώπων (κεφάλ. κα’ 3). Δεν θα υπάρχη πια πόνος, θάνατος και πένθος. Ο Θεός θα φωτίζη τα σύμπαντα και οι δικοί Του θα Τον βλέπουν «πρόσωπον προς πρόσωπον» (Α’ Κορινθ. ιγ’ 12). Ο Θεός επομένως έγινε άνθρωπος, για να οδηγήση τον άνθρωπο σ’ έναν νέο Παράδεισο, ανώτερο από τον πρώτο, όπου θα υπάρχη άμεση επικοινωνία με το Θεό, και άρα ατελείωτη και αναλλοίωτη ευτυχία.
Ο Χριστός είναι ο «Εμμανουήλ», ο μεθ’ ημών Θεός. Ο Υιός του Θεού που σαρκώθηκε και μας έδωσε τη δυνατότητα να Τον πλησιάσωμε, αλλά και να ενωνώμαστε μαζί Του με τη Θεία Ευχαριστία και τα άλλα Μυστήρια. Αυτή η σχέσι θα γίνη τέλεια στην αιωνιότητα. Ο Θεός ήλθε κοντά μας. Εμείς κάνομε τίποτε για να Τον πλησιάσωμε;

Οι Θεομητορικές εορτές
Κατά τις εορτές αυτές φέρνομε στο νου μας τη σεπτή μορφή της Υπεραγίας Θεοτόκου και εμπνεόμαστε από το υπέροχο παράδειγμα αρετής εκείνης που την μακαρίζουν όλες οι γενεές και την τιμούν οι άγγελοι και οι Αρχάγγελοι σαν «τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν των Σεραφείμ».

Ακόμη την παρακαλούμε να μεταφέρη τα αιτήματά μας στον Υιό και Θεό της, όπως τότε στο γάμο της Κανά που γεμάτη κατανόησι για το πρόβλημα των νεονύμ­φων είπε στον Κύριο: «Οίνον ουκ έχουσι». Και γνωρίζο­με ότι η Παναγία θα μας ακούση, γιατί είναι μητέρα μας, από τότε που ο σταυρωμένος Υιός της την έδειξε με το βλέμμα στον Ιωάννη -και άρα σε κάθε μαθητή Του κάθε εποχής- και είπε: «Ιδού η μήτηρ σου».
Επίσης κατά τις Θεομητορικές εορτές δεχόμαστε μέσα από τα μηνύματα των εορτών αυτών και την προτροπή της Παναγίας, να υπακούμε στον Κύριο. «Ό,τι αν λέγη υμίν ποιήσατε», είπε κάποτε στους υπηρέτες η Θεοτόκος. Το ίδιο λέει και σε μας. Έτσι τιμώντες με τις εορτές της την Θεομήτορα οδηγούμαστε προς τη λατρεία του Σωτήρος μας, πράγμα στο οποίο αποβλέπουν οι Θεομητορικές εορτές.
Οι Θεομητορικές εορτές
  • Ο Ευαγγελισμός (25 Μαρτίου)
  •  Της Ζωοδόχου Πηγής (Παρασκευή της Διακ/σίμου)
  •  Η Κατάθεσις της Τιμίας Εσθήτος της Υπεραγίας Θεοτόκου (2 Ιουλίου)
  •  Η Κοίμησις της Θεοτόκου (15 Αυγούστου)
  •  Η Κατάθεσις της Τιμίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου (31 Αυγούστου)
  •  Το Γενέσιον της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου)
  •  Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου (28 Οκτωβρίου)
  •  Τα Εισόδια της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου)
  •  Η Σύναξις της Υπερ. Θεοτόκου (26 Δεκεμβρίου)
Αναλυτικά

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ (25 Μαρτίου)
«Αρχήν και κεφάλαιον» όλων των εορτών ονομάζει τον Ευαγγελισμό ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Διότι έγινε αρχή όλων των αγαθών και διότι από τον Ευαγγελισμό εξαρτώνται όλες οι δεσποτικές εορτές. Όπως η ρίζα του φυτού είναι η αιτία του κορμού, αλλά και των κλάδων και των λουλουδιών και των καρπών, έτσι και ο Ευαγγελισμός για τις άλλες εορτές. Γιορτάζουμε την Πεντηκοστή, γιατί προεορτάσαμε την Ανάληψι. Γιορ­τάζομε την Ανάληψι, γιατί πιο μπροστά προεορτάσαμε την Ανάστασι. Και πριν από αυτήν την Σταύρωσι, και πιο πριν τη Βαϊοφόρο. Πιο μπροστά την ανάστασι του Λαζάρου και ακόμη πιο πριν τη Μεταμόρφωσι. Γιορτά­ζομε τη Μεταμόρφωσι, διότι προεορτάσαμε τα Θεοφάνεια και πιο πριν την Υπαπαντή και τη Γέννησι του Σω­τήρος. Γιορτάζομε δε τη Γέννησι, διότι γιορτάζομε πριν απ’ όλα τον Ευαγγελισμό.
α) Είναι δε τόσο σπουδαίος ο Ευαγγελισμός, διότι κατ’ αυτόν συνέβη το κοσμοσωτήριο γεγονός της σαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, αλλά και γιατί έγιναν σπουδαία πράγματα και από ανθρωπίνης πλευράς, από της πλευράς της Θεοτόκου. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός που έγραψε τον Κανόνα των ύμνων της εορτής, κάνει ένα παραλληλισμό μεταξύ της πρωτόπλαστης Εύας και της Θεοτόκου, για να τονίση την ανεκτίμητης αξίας συμβολή της Παναγίας στον Ευαγγελισμό: «Της Εύας νυν δι’ εμού καταργείσθω κατάκριμα, αποδότω δι’ εμού το οφείλημα σήμερον». Η Εύα πλάσθηκε από την πλευρά του Αδάμ. Ο Θεός ύπνωσε τον Αδάμ, του πήρε ανωδύνως μία πλευρά, συμπλήρωσε σάρκα και οστά και έπλασε έναν άλλο τέλειο άνθρωπο, την Εύα. Η Εύα λοιπόν χρωστούσε στον Αδάμ τη σωματική της υπόστασι. Ήλθε τώρα η απόγονος της Εύας Θεοτόκος και πλήρωσε το χρέος αυτό προς τον άνδρα. Πώς; Δανείζοντας τη σάρκα της για να σαρκωθή ο Υιός του Θεού. Όπως τότε από την πλευρά του Αδάμ πλάσθηκε τέλειος άνθρωπος, έτσι τώρα από τη σάρκα της Παρθένου πλάσθηκε εκ Πνεύματος Αγίου τέλειος άνθρωπος, ο Θεάνθρωπος Χριστός. Όπως τότε η Εύα δημιουργήθηκε όχι με νόμο φυσικό, αλλά μόνο από την πλευρά του ανδρός, έτσι και τώρα ο Χριστός γεννήθηκε από τη Θεοτόκο, χωρίς τη συνέργεια ανδρός. Όπως τότε ο Αδάμ δάνεισε χωρίς πόνους τη σάρκα του, έτσι και τώρα η Παρθένος χωρίς πόνους γεννάει το Θεάνθρωπο. Σώος έμεινε ο Αδάμ μετά την αφαίρεσι της πλευράς, άφθορη και παρθένος έμεινε και η Θεοτόκος μετά τη Γέννησι του Σωτήρος.
β) «Η εμή προμήτωρ δεξαμένη την γνώμην του όφεως, τρυφής της θείας εξωστράκισται διόπερ καγώ δέδοικα τον ασπασμόν τον ξένον σου, ευλαβουμένη τον όλισθον». Η πρωτόπλαστη Εύα άκουσε το διάβολο που της είπε, ότι παρακούοντας το Θεό θα γίνουν σαν θεοί και τιμωρήθηκε με την απώλεια του Παραδείσου. Έδειξε εμπιστοσύνη στο διάβολο και ανυπακοή στο Θεό. Η Παρθένος όμως διόρθωσε την πτώσι της Εύας. Εκφράζοντας την απορία της προς τον Αρχάγγελο έδειξε, ότι δεν ήταν εύπιστη, αλλά φυλαγόταν από ολισθήματα αμαρτίας. Με τη συγκατάθεσί της δε προς την κλήσι του Θεού («Ιδού η δούλη Κυρίου») έδειξε την υπακοή της στο θείο θέλημα. Η Παρθένος έγινε πνευματική πρόγονος τέκνων υπακοής προς τον Κύριο.
γ) «Της Εύας νυν δι’ εμού καταργείσθω κατάκριμα». Τί αποτέλεσμα είχε η παρακοή της Εύας; Να εξορισθή κι’ αυτή και ο Αδάμ από τον Παράδεισο και να καταδικασθή να γεννάη με λύπες και στεναγμούς. Να όμως που η Παρθένος κατήργησε την καταδίκη της Εύας, της γυναικός… Η εγκυμοσύνη της ήταν χωρίς βάρος και κόπο και ο τοκετός της χωρίς ωδίνες. Η Θεοτόκος άκουσε από τον άγγελο το «Χαίρε» και πραγματικά χάρηκε χαρά ανεκλάλητη, που έγινε σκήνωμα του ίδιου του Θεού, που γέννησε και μεγάλωσε Εκείνον που ήλθε να καταρ­γήση το θάνατο και τη λύπη. Αλλά και τον Παράδεισο άνοιξε η Θεοτόκος για όλους, αφού έφερε στον κόσμο το Σωτήρα των ανθρώπων.
«Εκ γυναικός τα φαύλα» είπε κάποτε ο διάδοχος του θρόνου του Βυζαντίου Θεόφιλος στην Εικασία. Κι’ εκείνη με ετοιμότητα απάντησε: «Και εκ γυναικός τα κρείττονα». Η Θεοτόκος ήταν αυτή η γυναίκα. Αυτή διέλυσε το χρέος της γυναικός προς τον άνδρα, έγινε τέκνον υπακοής προς τον Κύριο, κατήργησε την καταδίκη του ανθρώπου και έφερε στη γη το Σωτήρα. Ας την ευγνωμονούμε ισοβίως γι’ αυτά τα δώρα.
ΤΗΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ (Παρασκευή της Διακαινησίμου)
Αμέτρητα είναι τα θαύματα της Παναγίας σ’ όλες τις εποχές και σ’ όλους τους τόπους και ιδιαίτερα στα σεπτά προσκυνήματα, όπου φυλάσσονται οι θαυματουργές εικόνες της η Παναγία της Τήνου, η Μαλεβή, το Άξιον εστί, η Πορταΐτισσα, η Μυρτιδιώτισσα, η Φανερωμένη. Την Παρασκευή της Διακαινησίμου εβδομάδος γιορτάζομε τα πάμπολλα θαύματα που απεργάστηκε η Θεοτόκος σ’ ένα ιερό προσκύνημα έξω από την Κωνσταντινούπολη, όπου υπάρχει η θαυματουργή πηγή νερού και Ναός της Παναγίας, της Ζωοδόχου Πηγής όπως ο­νομάσθηκε. Ο Ναός αυτός οικοδομήθηκε από τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου και εγκαινιάσθηκε κάποια Παρασκευή του Πάσχα.
Οι πιστοί δίκαια ονόμασαν την Παναγία Ζωοδόχο Πηγή, αφού αυτή «ζωήν την ενυπόστατον εκύησεν», δηλαδή γέννησε Αυτόν, που είναι «η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή». Γεννώντας το Χριστό η Θεοτόκος έγινε η πύλη, δια μέσου της οποίας εισήλθε στον νεκρό από τα αμαρτήματα κόσμο η αληθινή και ενυπόστατη Ζωή. Ει­σήλθε Εκείνος που ήλθε στους ανθρώπους «ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν».
Αλλά η Θεοτόκος είναι Ζωοδόχος Πηγή και διότι υπήρξε πηγή αρετής και αιώνιας ζωής, λόγω της στενής επαφής της με το Θεό. «Αύτη εστιν η αιώνιος ζωή ίνα γινώσκωσι σε τον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν». Κανείς άλλος δεν υπήρξε τόσο κοντά στο Θεό από την Παναγία. Γι’ αυτό και ήταν ανυπέρβλητη η αρετή της, η αγάπη, η ταπεινοφροσύνη, η υπακοή στο Θεό, η πίστι, η υπομονή της.
Ακόμη η Παρθένος ονομάσθηκε από τη χριστιανική ευσέβεια Ζωοδόχος Πηγή, γιατί είναι για τους πιστούς πηγή ζωής και βοηθείας χάρις στην πανίσχυρη πρεσβεία της προς τον Κύριο. Κανείς πιστός που προσφεύγει στην Παναγία πιστεύοντας, ότι θα μεσολαβήση για να ικανοποιηθούν τα πνευματικά και υλικά του αιτήματα, δεν φεύγει ανικανοποίητος.
Όταν λοιπόν «τα νέφη των λυπηρών» καλύπτουν τη ζωή μας, να μη διστάζωμε να προσφεύγωμε στη Μητέρα μας. Σαν μητέρα είναι έτοιμη να μεσιτεύση στοργικά για μας, αλλά και σαν Ζωοδόχος Πηγή είναι ικανή να δώση λύσι στα προβλήματά μας. Φθάνει κι εμείς ν’ αγωνιζώμαστε να την ευχαριστήσωμε μιμούμενοι το παράδειγμά της. Όπως εκείνη βρήκε την αληθινή Ζωή κοντά στο Θεό, έτσι κι εμείς να μοχθούμε να μένωμε σταθεροί στην οδό της αρετής και κοινωνίας με τον Ζωοδότη Κύριο.
Κατά τη διήγησι της Παλαιάς Διαθήκης όταν ο λαός του Θεού πορευόταν μέσα στην έρημο και διψούσε, ο Θεόπτης Μωυσής χτυπούσε με το ραβδί του την πέτρα κι αυτή ανέβλυζε ζωογόνο νερό. Έτσι και οι χριστιανοί που πορεύονται μέσα στην έρημο του συγχρόνου κόσμου, έχουν την πέτρα-Ζωοδόχο Πηγή να τους φέρνη με την πρεσβεία της τη Θεία Χάρι που σώζει.
Η ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΕΣΘΗΤΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (2 Ιουλίου)
Η τιμία εσθής ή μαφόριον ή πέπλος της Παναγίας είχε μεταφερθή από τους πατρικίους Γάλβιο και Κάνδιδο από τα Ιεροσόλυμα, όπου φυλασσόταν από μία ευλαβή χριστιανή, στην Κωνσταντινούπολι. Εκεί ο βασιλεύς Λέων οικοδόμησε Ναό στις Βλαχέρνες και κατέθεσε εντός του με περισσή ευλάβεια το ιερό κειμήλιο μαζί με την αγία ζώνη της Θεοτόκου, για να προσκυνούνται από τους πιστούς. Το γεγονός αυτό τιμάμαι στις 2 Ιουλίου. Από τότε η αγία εσθής λιτανευόταν κατά τις μεγάλες εορτές και κατά τις εκστρατείες.
Οι ορθόδοξοι χριστιανοί, αντίθετα προς τους αιρετικούς (Χιλιαστές, Προτεστάντες), σεβόμαστε και τιμάμε όχι μόνο τους αγίους, αλλά και τα άγια λείψανά τους, τις εικόνες τους και τα αντικείμενα ακόμη που είχαν οι άγιοι όσο ζούσαν στον κόσμο αυτό, όπως την αγία εσθήτα και την αγία ζώνη της Παναγίας. Τα τιμάμε δε και τα προσκυνούμε, διότι «αυτός που αγγίζει λείψανο μάρτυρος γίνεται κοινωνός της θείας Χάριτος που κατοικεί στο σώμα του αγίου» (Μέγας Βασίλειος). Απόδειξι δε ότι τα λείψανα και τα αντικείμενα των αγίων είναι φορείς της θείας Χάριτος, είναι τα θαύματα που έγιναν και γίνονται δια μέσου αυτών. Και νεκρός αναστήθηκε, όταν ακούμπησε το λείψανο του Προφήτου Ελισσαίου (Δ’ Βασιλειών ιγ’ 21). Η σκιά του Αποστόλου Πέτρου και μαντήλια του Αποστόλου Παύλου γίνονταν μέσα θαυματουργικών ιάσεων και εκδιώξεως δαιμονίων (Πράξεων ε’ 15 και ιθ’ 11). Αμέτρητα θαύματα μαρτυρούνται στα ιερά προσκυνήματα της Παναγίας της Τήνου, του Αγίου Σπυρίδωνος, του Αγίου Γερασίμου και των άλλων αγίων της Εκκλησίας μας. Τα πραγματοποιεί η Θεία Χάρις «για να μη τιμώνται μόνο οι ψυχές των δικαίων και αγίων, αλλά να πιστέψωμε ότι υπάρχει και στα σώματά τους δύναμι, και όταν ακόμη είναι νεκρά. Υπάρχει δε αυτή η θεία δύναμι μέσα σ’ αυτά, γιατί κατοίκησαν εκεί επί χρόνια άγιες ψυχές, τις οποίες υπηρέτησαν τα άγια σώματα» (Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων).
«Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την οικουμένην εστήριξεν». Ας τιμάμε λοιπόν κι εμείς ορθοδόξως την Παναγία και τους αγίους, προσπαθώντας κυρίως να μιμηθούμε την αξιοθαύμαστη πολιτεία τους.
Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (15 Αυγούστου)
Κατά την Παράδοσι όταν κοιμήθηκε η Θεοτόκος, συγκεντρώθηκαν θαυματουργικά στη Γεθσημανή οι Απόστολοι, που βρίσκονταν σε διάφορα μέρη της οικουμένης μαθητεύοντας «πάντα τα έθνη», και κήδευσαν το σώμα της μητέρας του Κυρίου. Το αειπάρθενο σώμα κηδεύθηκε, ενώ την καθαρή ψυχή της παρέλαβε ο Υιός Της στη Βασιλεία των ουρανών. Την ιερή αυτή σκηνή απεικονίζει και η Ορθόδοξη εικονογραφία, ενώ την εκφράζει και ποιητικά το εξαποστειλάριο της Εορτής: «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθ­σημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα».
Η Παναγία μας δίδαξε με την αγία ζωή της και την αφοσίωσί της στο Χριστό, μας διδάσκει και με την Κοίμησί της. Όπως εκείνη προσευχήθηκε και ζήτησε να κηδευθή το σώμα της Χριστιανοπρεπώς και να πάη η ψυχή της κοντά στον Υιό και Θεό της, έτσι κι εμείς πρέπει να προσευχώμαστε να είναι τα τέλη της ζωής μας «ανώδυνα και ειρηνικά», χωρίς πόνο και θλίψι, αλλά και χωρίς διάστασι από το Θεό και τους αδελφούς μας Χριστιανούς. Ακόμη να είναι τα τέλη της ζωής μας «χριστιανά και ανεπαίσχυντα», να μη μας βρη δηλαδή ο θάνατος στην αμαρτία, αλλά στην αρετή και στη μετάνοια, ώστε να σταθούμε με παρρησία μπροστά στο φοβερό βήμα του Κριτή.
«Απόστολοι εκ περάτων κηδεύσατέ μου το σώμα», ευχήθηκε η Θεοτόκος. Εμείς όμως πέρα από του να ευχώμαστε να έχωμε χριστιανά τέλη, οφείλομε προηγουμένως να «κηδεύσωμε» ένα άλλο σώμα, το «σώμα της αμαρτίας», τον παλαιό άνθρωπο, που δε νεκρώθηκε τελείως κατά το Βάπτισμα, αλλά φωλιάζει μέσα μας. Αυτός ο κακός εαυτός μας με την υπερηφάνεια και τα άλλα πάθη ξεσηκώνεται από το διάβολο, μόλις χαλαρώσομε τον αγώνα τον πνευματικό, και μας ρίχνει στην αμαρτία. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να προσευχώμαστε εκτενώς στον Κύριο, ώστε με τις πρεσβείες της Θεοτόκου, των Αποστόλων και όλων των αγίων και με τον προσωπικό μας αγώνα να «κηδευθή» και νεκρωθή ο άνθρωπος της διαφθοράς, που οδηγείται από το διάβολο, και να «μας πα­ραλάβη το πνεύμα» ο Χριστός, εμπνέοντάς μας δηλαδή την «εν Χριστώ» ζωή.
Εάν επιτύχω με την κατά Χριστόν ζωή, τότε ο θάνατος του σώματός μας δεν θα είναι παρά «μετάστασις» από την εν Χριστώ ζωή του παρόντος στην αιώνια ζωή, όπου θριαμβευτικά εισήλθε και η Θεοτόκος με την κοίμησί της.
Η ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (31 Αυγούστου)
Κατά την Παράδοσι μια ευσεβής Χριστιανή φύλαγε στα Ιεροσόλυμα σαν πολύτιμα κειμήλια την εσθήτα και τη ζώνη της Παναγίας. Κάποτε ο βασιλεύς Αρκάδιος μετεκόμισε τα κειμήλια στην Κωνσταντινούπολη και τα εναπέθεσε σε μία πολυτελή θήκη, την αγία Σορό. Όταν αργότερα έγινε βασιλεύς ο Λέων, συνέβη να κυριευθή από ακάθαρτο δαιμόνιο η σύζυγός του Ζωή. Έβγαλαν τότε από τη θήκη την αγία ζώνη, η οποία παρά τη μεσολά­βησι εκατοντάδων ετών έμενε ανέπαφη σαν νεοϋφασμένη, και διά του Πατριάρχου την ακούμπησαν στην βασίλισσα που θεραπεύθηκε. Μετά με ευχαριστήριους ύμνους στη Θεοτόκο κατέθεσαν και πάλι την αγία ζώνη στη Σορό. Αυτήν την κατάθεσι εορτάζομε στις 31 Αυγούστου.
Ένα ένδυμα έγινε όργανο της θείας Χάριτος. Όχι όμως ένα οποιοδήποτε ένδυμα, αλλά εκείνο που ανήκε στην Παναγία και το φορούσε στο άγιο σώμα της η τι­μιωτέρα των Χερουβείμ. Η ζώνη της έγινε όργανο της Χάριτος, επειδή και το σώμα που τη φορούσε υπήρξε δοχείο της θείας χάριτος. Το γεγονός αυτό δείχνει κάτι πολύ σπουδαίο για τη Χριστιανική ζωή. Δείχνει, ότι η αγιότητα δεν είναι κάτι που αφορά μόνο την ψυχή του ανθρώπου αλλά και το σώμα του. Ολόκληρη η ζωή μας, όλη η ψυχοσωματική μας ύπαρξι, πρέπει να είναι αγία, και όχι τμήμα μόνο αυτής της ζωής. Δεν γίνεται π.χ. να είμαστε σεμνοί στην Εκκλησία, ενώ αντίθετα στο δρόμο, ή στη θάλασσα, ή στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους να είμαστε άσεμνοι. Δεν γίνεται να προσεύχεται η ψυχή μας και σε άλλη ώρα να πορνεύη το σώμα. Δεν γίνεται ν’ αγωνιζώμαστε να είναι η ψυχή μας αγνή, ενώ τα μάτια κοιτάνε πονηρά. Αυτός ο διχασμός αποκαλύπτει την υποκρισία μας, και τελικά, ό,τι καλό επιθυμεί η ψυχή το χαλάει η σαρκική και κοσμικόφρων ζωή.
Γι’ αυτό προσπάθειά μας ας είναι, να κάνωμε τις ψυχές αλλά και τα «σώματα ημών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ». Να κάνωμε τα σώματά μας πραγματικούς ναούς του Αγίου Πνεύματος. Να δοξάζωμε και να υπηρετούμε το Θεό με την ψυχή και με το σώμα, με τα λόγια, με το ντύσιμο, με τον τρόπο βαδίσματος, με το που θα πάμε, τί θα δούμε, τί θ’ ακούσωμε. Έτσι θα μιμηθούμε την Παναγία, που και η ζώνη της ακόμη είχε ιαματική δύναμι, αφού ακουμπούσε στο άγιο σώμα της.
ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (8 Σεπτεμβρίου)
Προορισμός και κύριο μέλημα κάθε Ορθοδόξου Χριστιανού είναι να κατακτήση τη Βασιλεία των ουρανών. είναι να γίνη από τη ζωή αυτή γνήσιος και συνειδητός πολίτης αυτής της Βασιλείας διά μέσου της τηρήσεως των εντολών του Θεού και της Χάριτος των Μυστηρίων. Γι’ αυτό και κατά κανόνα οι μνήμες των αγίων συμπίπτουν με την ημέρα της κοιμήσεώς τους. Επειδή κατά την ημέρα αυτή οι άγιοι εισήλθαν πανηγυρικά και μεγαλόπρεπα στην αιώνια ζωή και Βασιλεία, αφού προηγουμένως αγωνίστηκαν μέχρι θανάτου για να ζουν σαν μέλη της Βασιλείας. Άλλα και όταν γιορτάζωμε τη γέννησι ενός αγίου -όπως σήμερα τη γέννησι της Θεοτόκου- το κάνομε, διότι αυτός εργάσθηκε και συνετέλεσε στο να έλθη η Βασιλεία του Θεού. Έτσι η γέννησι της Παναγίας «χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη», επειδή από αυτήν βγήκε ο Θεάνθρωπος Χριστός, ο οποίος «εδωρήσατο ημίν ζωήν την αιώνιον».
Αφού λοιπόν πρέπει στη ζωή μας να έχη πρωταρχική σημασία η Βασιλεία του Θεού, οφείλομε στη γη αυτή να ζούμε όχι για να τρώμε, να πίνωμε και να απολαμβάνωμε τα εφήμερα αγαθά, αλλά για να αγωνιζώμαστε να είμαστε καλοί πολίτες της Βασιλείας του Θεού, καλοί Χριστιανοί. Το λίγο χρόνο της επίγειας ζωής πρέπει να μη τον σπαταλήσωμε με τα γήινα μόνο, αλλά να φροντίσωμε και για τα επουράνια και αιώνια.
Αυτό αποτελεί βίωμα των Ορθοδόξων. Βίωμα που εκφράζεται στον τονισμό της ονομαστικής εορτής του κάθε Χριστιανού. Ο εορτασμός των γενεθλίων είναι ξενόφερτη συνήθεια, που δείχνει κοσμικό φρόνημα, προσκόλλησι και προτίμηση των γήινων από τα επουράνια, γι’ αυτό και δεν συνηθίζεται στην Ορθοδοξία. Εμείς προτιμάμε την ονομαστική εορτή, διότι μας θυμίζει το Βάπτισμα, κατά το οποίο πήραμε επίσημα το όνομά μας. Όταν εορτάζωμε την ονομαστική μας εορτή, εορτάζομε ουσιαστικά την είσοδό μας στην Εκκλησία, τη Βασιλεία του Θεού. Μερικοί μάλιστα Χριστιανοί έχουν την αγία συνήθεια την ημέρα αυτή να εκκλησιάζωνται, να κοινωνούν και να ευφραίνωνται που είναι πολίτες της Βασιλείας του Θεού, της Εκκλησίας.
Το μήνυμα του ερχομού της Βασιλείας του Θεού που εμήνυσε το Γενέθλιο της Θεοτόκου, ας μας παρακινήση σε μεγαλύτερη συνέπεια στις απαιτήσεις αυτής της Βασιλείας.
 Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (28 Οκτωβρίου)
Ο ορθόδοξος Χριστιανικός λαός μας έχει βαθειά πεποίθησι, ότι η Παναγία είναι «θερμή προστάτις και βοηθός» κάθε πιστού, και «ετοίμη αντίληψις των προστρεχόντων» εις αυτήν. Γι’ αυτό ονομάζει τη Θεοτόκο Γοργοεπήκοο και της έχει αφιερώσει ωραιότατες ικετευτικές Ακολουθίες, όπως το Μεγάλο και το Μικρό Παρακλητικό Κανόνα. Αλλά ο λαός μας πιστεύει, ότι η Παναγία είναι και προστάτις ολοκλήρου του Ελληνικού έθνους και αποδίδει τις νίκες και τη σωτηρία του πολλές φορές στις θαυματουργικές επεμβάσεις της Θεοτόκου. Οι γενναίοι Βυζαντινοί πρόγονοί μας έβλεπαν τη Θεοτόκο να τους οδηγή στα τείχη της Βασιλεύουσας και να τρομάζη τους εχθρούς. Στίφη βαρβάρων Αβάρων απο­κρούσθηκαν θαυματουργικά από αμάχους χάρις στην Παναγία, που οι Βυζαντινοί ωνόμασαν «Υπέρμαχο Στρατηγό», και της αφιέρωσαν τον Ακάθιστο Ύμνο. Και σε άλλες περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας έγινε αισθητή η προστασία της Παναγίας: Στην Επανάστασι του 21 αλλά και στο δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ότι μια φούχτα πεινασμένοι και με πόδια σαπισμένα από τα κρυοπαγήματα Έλληνες νίκησαν τις στρατιές των Ιταλών το 40 δεν ήταν ένα θαύμα της Παναγίας, που τιμώρησε τους Ιταλούς για τον άνανδρο τορπιλισμό της Έλλης στο λιμάνι της Τήνου; Γι’ αυτό και ο Ελληνικός λαός κάνει κάθε χρόνο γιορτή στις 28 Οκτωβρίου, για να υμνήση τη Θεοτόκο για τη Σκέπη της προς τους Έλληνες.
Η Θεομητορική αυτή εορτή διδάσκει κάτι βασικό για μας. Ότι το μικρό και ολιγάριθμο έθνος μας επιβίωσε μέσα στους αιώνες και κάτω από τρομερές επιβουλές λαών δυνατωτέρων και πολυαριθμοτέρων όχι μόνο χάρις στις αρετές των Ελλήνων, τη φιλοπατρία και τον ηρωισμό. Επιβίωσε κυρίως χάρις στην προστασία του Θεού και την τεράστια προσφορά της Εκκλησίας. Αν η Εκκλησία δεν διατηρούσε και στις πιο σκοτεινές ακόμη περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας αναμμένη τη λαμπάδα της πίστεως και ακμαία την εθνική συνείδησι, και αν ο Θεός διά της Θεοτόκου δεν υπεράσπιζε τα ελληνικά όπλα και τους δίκαιους αμυντικούς αγώνες δεν θα υπήρχαμε σαν λαός. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς βρισκόμαστε στα πρόθυρα της ενοποιήσεως με άλλους λαούς της Ευρώπης. Αν θέλωμε να επιβιώσωμε σαν λαός είναι ανάγκη να διατηρήσωμε την εθνική μας ταυτότητα, αλλά και τον σύνδεσμό μας με την ορθόδοξη πίστι και την Εκκλησία. Η Χάρις του Θεού και η ακοίμητη προστασία της Παναγίας μπορούν να μας κάνουν να μεγαλουργήσωμε. Σ’ αυτούς λοιπόν τους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, που όλες οι σκοτεινές δυνάμεις πασχίζουν να μας αποχρωματίσουν σαν Έλληνες και σαν ορθόδοξους, εμείς ας αγωνιστούμε να μη χάσωμε τους πολύτιμους πνευματικούς θησαυρούς που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας. Έτσι η Σκέπη της Παναγίας θα εξακο­λουθήση να μας προστατεύη από τον εθνικό αφανισμό.
ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (21 Νοεμβρίου)
Οι ευσεβείς Ισραηλίτες Ιωακείμ και η σύζυγός του Άννα υπέμεναν καρτερικά για πολλά χρόνια τον «ονειδισμόν της ατεκνίας». Δεν απελπίζονταν όμως και με πόθο ψυχής ζητούσαν από τον Κύριο ένα παιδί, το οποίο, αφού θα ήταν δώρο του Θεού, σαν δώρο θα το αφιέρωναν στον Κύριο. Η κόρη που τους έδωσε ο Θεός, αίροντας θαυματουργικά την στειρότητα της Άννας, ήταν δώρο και στους ευσεβείς γονείς της και προς την ανθρωπότητα όλη: Η Παρθένος Μαρία, η μελλοντική μητέρα του Λόγου του Θεού, που θα σαρκωνόταν. Εκπληρώνοντας το τάμα τους οι γονείς της Παρθένου την αφιέρωσαν στα τρία της χρόνια στο Ναό του Θεού. Οι ιερείς με πομπή εισήγαγαν την Μαρία στα Άγια των Αγίων, όπου έζησε με προσευχή και μελέτη βιώνοντας την παρουσία του Θεού, που την προετοίμαζε για το μεγάλο έργο της. Την είσοδο της Παναγίας στο Ναό γιορτάζομε κατά την εορτή των Εισοδίων.
Ο Ναός του Θεού έγινε για την Παρθένο πηγή ζωής, εμπνεύσεως, πνευματικής καλλιέργειας. Αν εκείνος ο Ναός, που ήταν τύπος και σκιά, έγινε πηγή τέτοιας ωφέλειας, πόσο μεγαλύτερη είναι η ωφέλεια από το Χριστιανικό ναό, την Εκκλησία! Εκεί αναγεννιόμαστε με το Βάπτισμα, εκεί παίρνομε τα θεία χαρίσματα με το Χρίσμα, εκεί κοινωνούμε την ουράνια τροφή της θείας Ευχαριστίας, εκεί καθαριζόμαστε από τους ρύπους της αμαρτίας με την Εξομολόγησι, εκεί διδασκόμαστε το λόγο του Θεού, εκεί κατηχούμεθα, εκεί μελετάμε μαζί με άλλους Χριστιανούς τη Γραφή και προσευχόμαστε από κοινού. Η Εκκλησία είναι το λιμάνι μας, η τροφός μας, το κέντρο της ζωής μας! Η απουσία από αυτήν είναι σταδιακός θάνατος, η τακτική όμως παρουσία είναι ζωή και πηγή κάθε καλού.
Αλλά η Παναγία έγινε η «κλίμαξ δι’ ης κατέβη ο Θεός» γιατί προετοιμάστηκε και εμπνεύσθηκε όχι μόνο από τη φοίτησί της στο Ναό, μα και από τους ευσεβείς γονείς της. Ο Ιωακείμ και η Άννα ήταν άνθρωποι αρετής. Δεν έλεγαν μόνο, αλλά και έπρατταν το Νόμο του Θεού. Η Παρθένος είχε μπροστά στα μάτια της δυο υποδείγματα αγιότητος. Έτσι δημιουργήθηκαν οι ευνοϊκές προϋποθέσεις για να καρποφορήση η Θεία Χάρις στην πνευματικά εύφορη ψυχή της Θεομήτορος. Ακόμη οι γονείς της Παναγίας ήταν εκείνοι που την οδήγησαν και αφιέρωσαν στο Ναό, γνωρίζοντας καλά ότι την εμπιστεύονται στα χέρια του Θεού, κοντά στον οποίο υπάρχει ασφάλεια και χαρά.
Οι σημερινοί λοιπόν χριστιανοί γονείς που κυριεύονται από αγωνία για τα παιδιά τους, βλέποντας τις επαναστατικές τάσεις της νεολαίας και την απομάκρυνσί της από τα πατροπαράδοτα, ας μιμηθούν τους γονείς της Θεοτόκου. Ας δίνουν στα παιδιά τους όχι μόνο λόγια, αλλά και παράδειγμα ζωής. Ας τα διδάξουν από μικρά το θέλημα του Κυρίου, ας τα μάθουν να προσεύχωνται, να εκκλησιάζωνται, να εξομολογούνται, να πηγαίνουν στο Κατηχητικό. Έτσι μόνο, θα δρέψουν αγαθούς καρπούς στη ζωή των παιδιών τους.
Η Παρθένος με τα Εισόδια και το παράδειγμά της μας λέει: «Άφετε τα παιδία -και τους εαυτούς σας- ελθείν» προς τον Κύριο και την εκκλησία Του. Εκεί υπάρχει ασφάλεια, πνευματική προκοπή και σωτηρία.
Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (26 Δεκεμβρίου)
Στο σοφά καθωρισμένο εορτολόγιο της Εκκλησίας μας παρατηρείται, ότι συχνά μετά από μία Δεσποτική εορτή, αφιερωμένη στο πρόσωπο και το έργο του Σωτή­ρος Χριστού, ακολουθεί μία Θεομητορική εορτή, αφιερωμένη στη Μητέρα του Θεανθρώπου. Έτσι μετά τα Πάθη και την Ανάστασι του Χριστού γιορτάζομε τη Ζωοδόχο Πηγή, μετά τη Μεταμόρφωσι έχομε την Κοίμησι της Θεοτόκου και μετά τα Χριστούγεννα τη Σύναξι, δηλαδή την Ευχαριστιακή συγκέντρωσι των πιστών προς τιμήν εκείνης που υπηρέτησε στο μέγα θαύμα της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.
Η σύνδεσι αυτή Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών εκφράζει το στενό σύνδεσμο, που υπήρχε ανάμεσα στο Χριστό και στη μητέρα Του. Σ’ όλες τις μεγάλες στιγμές της ζωής του Κυρίου παρουσιάζεται στο πλευρό Του σιωπηλή και πιστή η μητέρα Του. Στην υπερφυσική σύλληψι κατά τον Ευαγγελισμό, στη Γέννησι, στην Περιτομή, στο Σταυρό, στην ταφή. Παντού όπου Εκείνος πήγαινε, η Θεοτόκος ακολουθούσε «και συνετήρει πάντα…. συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής». Αλλά και μετά την Ανάστασι και μέχρι την Ανάληψι του Κυρίου στους ουρανούς η Παναγία ήταν μεταξύ εκείνων που είδαν τον Αναστάντα, Του μίλησαν και Τον άκουσαν. Αυτόν τον ισχυρό σύνδεσμο μεταξύ του Κυρίου και της Θεοτόκου φανερώνει και η εικονογραφία της Εκκλησίας μας, η οποία κατά κανόνα σ’ όλες τις εικόνες της Παναγίας την παριστάνει μαζί με τον Υιό της.
Το μήνυμα λοιπόν που μας δίνει η Υπεραγία Θεοτόκος μέσω της εορτής της Συνάξεώς της είναι, ότι σαν ορθόδοξοι Χριστιανοί οφείλομε να έχωμε στενό σύνδεσμο με τον Σωτήρα μας Χριστό. Κανένα και τίποτε να μη βάζωμε πάνω από το Χριστό στη ζωή μας. Αυτός να είναι ο Αρχηγός και Κύριός μας. Αυτόν να ποθούμε να συναντήσωμε κάθε μέρα και ώρα με την προσευχή και τη μελέτη του λόγου Του. Η σφοδρότερη επιθυμία μας να είναι να δεχθούμε μέσα μας το Σώμα και το Αίμα Του με τη Θεία Μετάληψι. Να τρέχωμε συχνά στον πνευματικό ν’ αποθέσωμε το βρώμικο ρούχο της αμαρτίας και να ενδυθούμε το Χριστό με την άφεσι. Το θέλημά Του ν’ αγωνιζώμαστε σε κάθε βήμα να τηρήσωμε. Σ’ όλες τις μεγάλες στιγμές της ζωής μας Αυτός να ποθούμε πρώτα να είναι παρών: Στο Γάμο μας, στη Βάπτισι των παιδιών μας, παντού.
Η Παναγία με το στενό σύνδεσμό της με τον Υιό και Θεό της εξυψώθηκε και αξιώθηκε να γίνη «τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα των Σεραφείμ». Επομένως κι εμείς αν πάρωμε σύντροφο και κυβερνήτη του πλοίου της ζωής μας τον Κύριο Ιησού Χριστό, θα πλεύσωμε με ασφάλεια προς το ακύμαντο λιμάνι της αιώνιας ζωής, όπου «οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του Πατρός αυτών».
http://www.impantokratoros.gr

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »