Διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης περί Θεού (E)
Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιανουαρίου, 2009
(Κατήχηση από την Παλαιά Διαθήκη)
Σεβ. Ιερεμίου Φούντα Μητρ. Γόρτυνος Μεγαλουπόλεως
Πηγή: Τόμος Δεύτερος. Καλαμάτα 2006.
Αντίδωρον τω Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμω Θέμελη
3. Το ατελές της γνώσεως του Θεού
Όπως το καταλαβαίνουμε, ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη αποκαλυπτόταν κατά διάφορο βαθμό στον καθένα, ανάλογα με την καθαρότητα της ψυχής του. Οι πρωτόπλαστοι Αδάμ και Εύα είχαν πριν από την πτώση τους μεγαλύτερη γνώση του Θεού από αυτήν που είχαν οι απόγονοί τους. Οι Ισραηλίτες είχαν γνώση για τον αληθινό Θεό από την αποκάλυψη βέβαια που δόθηκε σ? αυτούς από τον Θεό δια μέσου των δικαίων Πατριαρχών και Προφητών ενώ οι μεγάλοι φιλόσοφοι, σαν τον Πλάτωνα, για παράδειγμα, δεν είχαν αυτήν την γνώση του αληθινού Θεού. Και ασφαλώς οι Προφήτες είχαν μία πληρέστερη γνώση περί του Θεού από αυτή που είχε ο Ισραηλιτικός λαός, γιατί τους την απεκάλυπτε ο Θεός αυτήν την πληρέστερη γνώση σ? αυτούς τους δούλους του (βλέπε Αμώς 3, 7). Και όσο περνούσαν τα χρόνια και ο Θεός έδινε στους Προφήτες του περισσότερες αποκαλύψεις περί του Εαυτού Του και αυτοί έπειτα τις κήρυτταν στον λαό, γινόταν και σ’ αυτόν τον λαό πληρέστερη η γνώση του Θεού από όσο πριν. Όσο όμως και αν γίνεται μεγαλύτερη η γνώση του Θεού στους ανθρώπους, πάντοτε έχει ένα όριο? δεν είναι πλήρης γνώση, γιατί δεν μπορεί ποτέ να εξιχνιαστεί και να κατανοηθεί ο Θεός από τους ανθρώπους. Η αλήθεια αυτή λέγεται σε όλη την Αγία Γραφή και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Ο Ησαΐας λέγει: «Η σοφία του Θεού είναι ανεξερεύνητη» (40, 28). Βλέπε Και Ψαλμοί 144, 3. Και το βιβλίο του Ιώβ το λέγει καθαρά: Απρόσιτος (= ακατάληπτος) είναι σε μας ο Παντοδύναμος» (37,23). Και άλλου πάλι το ίδιο βιβλίο μας επιπλήττει λέγοντας:
«Νομίζεις ότι μπορεί να νοήσεις τα βάθη του Θεού, να εξιχνιάσεις τα μυστικά του Παντοδύναμου; Είναι ψηλότερα και από τον ουρανό? σαν τι μπορείς να κάνεις; Και είναι πιο βαθιά από τον Άδη? τι μπορείς να μάθεις; Σε έκταση ξεπερνούν την γη και είναι πλατύτερα από την θάλασσα. » (Ιώβ 11,7-9).
Ο Ιώβ πάλι ομολογεί ότι ήδη και αυτά τα φαινόμενα της φύσεως είναι ακατανόητα στους ανθρώπους, τα οποία όμως είναι μία αδύνατη αποκάλυψη του μεγαλείου του Θεού. Και αν αυτά της φύσεως τα φαινόμενα είναι ακατάληπτα, πόσο ακατάληπτος είναι ο Δημιουργός όλων, ο Θεός! Παραθέτουμε μία περικοπή:
«Αυτός (ο Θεός) απλώνει πάνω από τον κενό τον ουρανό και κρεμάει την γη πάνω από το τίποτα. Κλείνει μέσα στα νέφη την βροχή και δεν τα αφήνει να φοβηθούν από το βάρος της. Τον θρόνο του τον σκεπάζει με πικρά μαύρα σύννεφα, με τρόπο που να μη μπορεί να τον δει κανένας. Χάραξε κύκλο γύρω στην επιφάνεια της θάλασσας, και έτσι έβαλε όρια ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Τρέμουν οι στύλοι του ουρανού και συγκλονίζονται από τις απειλές του. Με την ισχύ του υπέταξε την θάλασσα και συνέτριψε την Ραάβ με την αξιωσύνη του. Με την δική του την πνοή καθάρισαν οι ουρανοί και με το δικό του χέρι εξόντωσε το συστρεφόμενο φίδι. Όμως αυτά δεν είναι παρά ελάχιστα από τα μεγάλα έργα του, που την ηχώ τους μόνο ακούσαμε αμυδρά. Το πραγματικό όμως μέγεθος της δύναμης του ποιος θα μπορέσει να το χωρέσει στο νου του;» (Ιώβ 26, 7 – 14).
Παραθέτουμε και μερικά άλλα σχετικά χωρία:
«Πράγματι, Εσύ είσαι Θεός που κρύβεσαι, Θεέ του Ισραήλ και λυτρωτή». (Ησ. 45. 15).
«Δεν μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει το έργο τον Θεού από την αρχή μέχρι το τέλος» (Εκκλ. 3,11).
«Αυτός (ο Θεός) είναι ο Μέγας και υπέρτερος από όλα τα έργα του. Ποιος τον είδε ποτέ για να μπορέσει να τον περιγράψει; Και ποιος μπορεί να τον δοξάσει επάξια:» (Σοφία Σειράχ 43, 28).
Ακόμη και αν ο ίδιος ο Θεός εμφανισθεί σε ένα πρόσωπο, όπως στον Αβραάμ (Γεν. 18,1 και εξής) και στους Προφήτες (Ησ. 6. Ιεζ. 1. Δαν. 7, 9), δεν θα μπορέσει ποτέ το πρόσωπο αυτό να αποκτήσει μία τέλεια γνώση του Θεού. Ο Μωυσής ήταν ο ανώτερος των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και η Εκκλησία μας τον καλεί «θεόπτη». Με αυτόν μίλησε ο Θεός διαφορετικά από ό,τι μίλησε με τους άλλους Προφήτες? με αυτόν μίλησε «ενώπιος ενωπίω, ως ει τις λαλήσει προς τον εαυτού φίλον» (Έξοδος 33, 11). Μίλησε «στόμα κατά στόμα, εν είδει και ού δι αινιγμάτων» και ο Μωυσής «την δόξα Κυρίου είδε» (Αριθμ. 12, 7. 8). Και όπως λέγει το βιβλίο του Δευτερονομίου «ουκ ανέστη έτι προφήτης εν Ισραήλ ως Μωυσής, αν έγνω Κύριος αυτόν πρόσωπον κατά πρόσωπον» (Δευτερονόμιο 34,10). Πώς όμως νοούνται αυτές οι φράσεις φαίνεται από τα όσα λέγονται στις περικοπές Έξοδος 33, 18 – 23. 34, 5 – 10, για τις οποίες μιλάμε παρακάτω.
Ο Μωυσής παρεκάλεσε τον Θεό να του φανερώσει την δόξα του: Εμφάνισόν μοι σεαυτόν»! (Έξοδος 33, 18). Αλλά ο Θεός του είπε ότι δεν μπορεί κανείς να δει το «Πρόσωπό» του, γιατί θα πεθάνει. Γι? αυτό θα δει μόνο τα οπίσθιά του: «Και είπεν (ο Θεός)? Ου δυνήση ιδείν το πρόσωπόν μου? ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπον μου και ζήσεται? Όψει τα οπίσω μου, το δε πρόσωπόν μου ουκ οφθήσεταί σοι”» (Έξοδος 33, 20)! Ο Μωυσής, αφού ζήτησε από τον Θεό με πολύ πόθο να γνωρίσει περισσότερα γι? Αυτόν, ο Θεός του εκπλήρωσε την επιθυμία του αυτή, όσο όμως μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τον Θεό. Γι? αυτό και του είπε ο Θεός «όψει τα οπίσω μου, το δε πρόσωπόν μου ουκ οφθήσεταί σοι». «Πρόσωπο» του Θεού, που δεν μπορεί ο άνθρωπος να δει, είναι η Ουσία του Θεού, η οποία παραμένει απρόσιτη στον άνθρωπο και στον πιο άγιο και σ’ αυτά τα αγγελικά Σεραφείμ. Τα «οπίσω» του Θεού, που μόνο μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος, είναι, κατά την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι Θείες Ενέργειες, δια μέσου των οποίων αποκαλύπτεται και δρα ο Θεός3. Η γνώση μας για τον Θεό είναι ακριβώς έτσι όπως μας το λέγει παραστατικά η Καινή Διαθήκη «δι? εσόπτρου εν αινίγματι» (Α’ Κορινθίους 13, 12). Βλέπουμε δηλαδή σαν σε μετάλλινο καθρέφτη θαμπά και ατελώς, ώστε να μας μένουν πολλά αινίγματα, γιατί ο Θεός είναι «φως οίκων απρόσιτον (= φως, που δεν μπορεί κανείς να πλησιάσει), αν είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται» (Α’ Τιμ. 6,16). Στους δικαίους όμως, ως αμοιβή για την τελειότητά τους, ως «μισθόν οσιότητος», ως «γέρας ψυχών αμώμων», όπως το λέγει η Σοφία Σολομώντος (2, 22), θα δοθεί στην πέρα από τον θάνατο ζωή μία τελειότερη από όση είναι δυνατόν στην παρούσα ζωή γνώση του Θεού. Οι δίκαιοι, όπως λέγει το ίδιο βιβλίο, «θα λάβουν από το χέρι του Κυρίου το στέμμα το λαμπρό, για να βασιλεύσουν δοξασμένοι» (5, 16). Και ο Απόστολος Παύλος, ενώ στην παρούσα ζωή είπε ότι γνωρίζουμε «δι εσόπτρου εν αινίγματι» (Α’ Κορινθίους 13, 12), στον ίδιο στίχο λέγει ότι «τότε», στην άλλη δηλαδή ζωή, οι δίκαιοι θα βλέπουν τον Θεό «πρόσωπον προς πρόσωπον»!
Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.