kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούνιος 24, 2011

Ό όσιος πατήρ ημών Αθανάσιος γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς τής Πάρου τό 1772 καί έλαβε τα πρώτα γράμματα στην πατρίδα του καθώς και σε διάφορα σχολεία που υπήρχαν στα νησιά. Διαπνεόμενος από διάπυρο ζήλο νά εμβαθύνει τις γνώσεις του, γράφτηκε τό 1745 στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή τής Σμύρνης, όπου φοίτησε επί εξι χρόνια. Από κει μετέβη στην Άθωνιάδα Ακαδημία πού είχε ιδρυθεί στο Άγιον Όρος με σκοπό νά συνδέσει την εγκυκλοπαιδική διδασκαλία με την Όρθόδοξη παράδοση, όπως αυτή διασωζόταν ακέραια στο Αγιώνυμον Όρος. Χάρις στην διδασκαλία δύο μεγάλων σοφών τής εποχής, οί όποίοι διετέλεσαν διαδοχικά διευθυντές του ιδρύματος αυτού, του Νεόφυτου Καυσοκαλυβίτη και του Ευγένιου Βούλγαρη, ό Αθανάσιος ικανοποίησε την ακόρεστη δίψα του γιά γνώση. ‘Αρίστευσε σε όλους τους τομείς, κυρίως όμως στην μελέτη τών Γραφών και στο κήρυγμα. Έγινε καθηγητής (1757) και καθώς ή φήμη του σύντομα ξεπέρασε τά σύνορα του Άθω, του εμπιστεύθηκαν την διεύθυνση τής Σχολής τής Θεσσαλονίκης. Στην θέση αυτή διέλαμψε τέσσερα χρόνια (1758-1762), όχι μόνο με την διδασκαλία του, αλλά και μέ τϊς ομιλίες του πού έπαλλαν από πίστη καί εμπιστοσύνη στον Θεό και μέ τις οποίες κέρδισε την αγάπη του λαού. Όταν ή σχολή έκλεισε λόγω μιας επιδημίας πανώλης μετέβη στην Κέρκυρα, όπου γύρισε ξανά στα θρανία με σκοπό νά ολοκληρώσει τις γνώσεις του στην φιλοσοφία, την φυσική και την ρητορική με δάσκαλο τον Νικηφόρο Θεοτόκη, έναν από τους πλέον καλλιεργημένους ανθρώπους της Εκκλησίας στην εποχή του. Κλήθηκε κατόπιν στό Μεσολόγγι για νά διδάξει στην Παλαμαία Σχολή που ίδρυσε ό συμμαθητής και φίλος του Παναγιώτης Παλαμάς και συνέβαλε τά μέγιστα στην ανάπτυξη του ιδρύματος αυτού πού διέλαμψε μέχρι την Επανάσταση του 1821.

Τό 1771 ορίστηκε διευθυντής της Αθωνιάδος από τό Πατριαρχείο και επί εξί χρόνια διαδέχθηκε τον Ευγένιο Βούλγαρη. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, παρά τις αντιστάσεις πού προέβαλε ή ταπεινοφροσύνη του, από τον άγιο Μακάριο Κορίνθου [17 Απρ.], ό όποιος διέμενε τότε στον Άθω, και συνεισέφερε από κοινού με τον άγιο Νικόδημο [14 Ίουλ.] στην έκδοση των πηγών της ‘Ορθόδοξης πνευματικότητος πού προωθούσε ό άγιος ιεράρχης και ή οποία δικαίως ονομάστηκε «Φιλοκαλική αναγέννηση». Γι αυτό και όταν ξέσπασε ή διένεξη γύρω από τό θέμα της τέλεσης των μνημοσυνών την Κυριακή και της συχνής Κοινωνίας, συντάχθηκε με ολόψυχο ζήλο στό πλευρό εκείνων πού ονομάσθηκαν περιφρονητικά «κολλυβάδες»: του αγίου Μακαρίου, του αγίου Νικόδημου, του Ιακώβου Πελοποννήσου, του Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτη, του Χριστόφορου Προδρομίτη και του Αγάπιου Κύπρου. Ή διένεξη αυτή ξεπερνούσε τις τελετουργικές λεπτομέρειες. Επρόκειτο στην ουσία γιά την υπεράσπιση της εκκλησιαστικής παραδόσεως από τό έκκοσμικευμένο πνεύμα πού είχε την προέλευση του στην Ευρώπη του Διαφωτισμού και πού είχε αρχίσει νά εξαπλώνεται σε ορισμένους κύκλους της ελληνικής ελίτ της Κωνσταντινουπόλεως. Οικτρά συκοφαντημένοι, οι κολλυβάδες καθαιρέθηκαν και έξορίσθηκαν σε πολλά μέρη. Δεν έπαυσαν ωστόσο νά ομολογούν την Πίστη και τις παραδόσεις πού είχαν παραληφθεί από τους αβίους Πατέρες και ό εκτοπισμός τους στάθηκε, από θεία Πρόνοια, αφορμή νά γεννηθεί ίνα βαθύ κίνημα πνευματικής ανανέωσης στην Θεσσαλία, την Ήπειρο, την Πελοπόννησο και πρωτίστως στά νησιά του Αιγαίου.

Μετά την καθαίρεση του, ό όσιος Αθανάσιος έγραψε μία σφύζουσα από δύναμη απολογία, τόσο πειστική ώστε τελικά αθωώθηκε (1777). Λίγο αργότερα αποκαταστάθηκε στό λειτούργημα του και κλήθηκε νά αναλάβει ξανά την διεύθυνση της Σχολής της Θεσσαλονίκης, ή όποια είχε άρχίσει νά επαναλειτουργεί (1778-1786). Του πρότειναν μάλιστα νά αναλάβει την διεύθυνση τής Πατριαρχικής Σχολής Κωνσταντινουπόλεως με την υπόσχεση νά χειροτονηθεί επίσκοπος, εκείνος όμως αρνήθηκε κατηγορηματικά και δήλωσε ότι αντί τής δόξας καί των υλικών πλεονεκτημάτων προτιμούσε την ησυχία τής μοναχικής πολιτείας καί την διακονία του λαού του Θεού στην πατρίδα του. “Ετσι παραιτήθηκε καί απέπλευσε γιά την Πάρο. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού πληροφορήθηκαν την κήρυξη του ρωσοτουρκικού πολέμου, οπότε τό καράβι υποχρεώθηκε νά σταματήσει στην Χίο. Ό Αθανάσιος αποσύρθηκε σέ μονίδριο του νησιού, περιμένοντας εκεί στην ησυχία την κατάλληλη στιγμή γιά νά συνεχίσει τό ταξίδι του. Σύντομα όμως τον ανακάλυψαν οί κάτοικοι τής Χίου καί του ζήτησαν νά αναλάβει την διεύθυνση τής σχολής τους. Παρά την σθεναρή άρνηση του, κατάφεραν νά τον πείσουν νά διδάξει τουλάχιστον ρητορική μέχρι τό πέρας του πολέμου. Καθώς ό πόλεμος συνεχιζόταν, δίδαξε επίσης δογματική θεολογία και Λογική. Ή διδασκαλία του γνώρισε τέτοια επιτυχία, ώστε όταν τελείωσε ό πόλεμος οί κάτοικοι με την υποστήριξη τών εκκλησιαστικών ‘Αρχών κατάφεραν νά νικήσουν τις αντιστάσεις του άνθρωπου του Θεού. Υπακούοντας στο σχέδιο τής θείας Πρόνοιας, ό Αθανάσιος ανέλαβε μέχρι τό 1812 την διεύθυνση τής Φιλοσοφικής Σχολής τής Χίου, την οποία έφερε σέ τέτοιο ύψος ώστε ή φήμη της απλώθηκε παντου καί εκατοντάδες μαθητές συνέρρεαν από όλα τά μέρη τής Ελλάδος, όπως καί από την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, ακόμη καί από την Αρμενία. Δίδασκε εκεί Λογική, Μεταφυσική, Θεολογία, Ρητορική καί Ηθική, κυρίως όμως ήταν ό ίδιος ζωντανό παράδειγμα τής τέλειας ευαγγελικής πολιτείας.

Φθάνοντας σέ βαθιά γεράματα, μπόρεσε νά αποσυρθεί σέ ένα μικρό μοναστήρι, μαζι μέ κάποιος παλιούς μαθητές, γιά νά βρει επιτέλους την ησυχία πού τόσο έπιθυμούσε σέ όλη του την ζωή. Συνέγραψε εκεί πολλά πονήματα, πού συμπλήρωσαν τον κατάλογο τών έργων του, τον όποιο απαρτίζουν κυρίως απολογητικές πραγματείες μέ στόχο την υπεράσπιση τής Όρθοδόξου παραδόσεως από τις δυτικές επιρροές. Φλογερός ζηλωτής τής παράδοσης, ό Αθανάσιος είχε βασικό του μέλημα νά διασώσει την Όρθόδοξη αντίληψη τής Πίστεως, πού ομολογείται μέ την αυτοθυσία, καί αυτός είναι ό λόγος πού υπήρξε ένας από τους πλέον δραστήριους υπέρμαχους τής τιμής τών νεομαρτύρων. Ένώ συνέγραφε ένα βιβλίο μέ τον τίτλο Περί της προς τον Θεόν αγίας Πίστεως καϊ περί τον τίς εστίν η αληθής φιλοσοφία, προσβλήθηκε από κρίση αποπληξίας καί λίγες ήμερες αργότερα, στις 24 Ιουνίου 1813, παρέδωσε έν είρήνη την ψυχή του στον Θεό. Τα μονα πράγματα πού βρέθηκαν στην κατοχή του ήταν ένα φτωχό φθαρμενο ρούχο, μία λάμπα κι ένα μελανοδοχείο.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Εκδόσεις Ίνδικτος

http://vatopaidi.wordpress.com/2011/06/24//

Αφήστε μια απάντηση