“Ελένη” του Γ. Σεφέρη – Ανάλυση

Γιώργος Σεφέρης

“Ελένη”

1. Ποια είναι η τεχνοτροπία του ποιήματος; Να δικαιολογήσετε την άποψή σας.

Η Ελένη αποτελεί ένα από τα ωριμότερα δείγματα της σεφερικής μυθικής μεθόδου. Η μυθική τεχνική είναι ένα ποιητικό τέχνασμα που επιτρέπει να γίνεται το παρελθόν παρόν του ποιητή ή του ποιήματος. Έτσι ο ιστορικός χρόνος αποφορτίζεται από τις υποκειμενικές και κοινωνικές συμβάσεις και επιτρέπει να γίνεται παραλληλισμός και ταύτιση του παρελθόντος με το παρόν, πράγμα που οδηγεί τη σκέψη να ανάγεται από το ειδικό στο γενικό, το παγκόσμιο και το διαχρονικό (διατηρώντας όμως τη συγκίνηση από το συγκεκριμένο μύθο). Στο συγκεκριμένο ποίημα χρησιμοποιείται μια παραλλαγή του μύθου της Ελένης, που βοηθά τον ποιητή να εκφράσει την αγωνία του για τον παραλογισμό των θεών και των ανθρώπων που οδηγούνται στον πόλεμο από μια ασήμαντη, ανύπαρκτη αιτία, για το ανώφελο, το μάταιο των θυσιών.

2. Πετυχαίνει, κατά τη γνώμη σας ο ποιητής να εναρμονίσει το μύθο με την πραγματικότητα στο ποίημα; Αν ναι, με ποιο τρόπο; Σε ποιους στίχους διακρίνεται ευκρινέστερα ο ίδιος ο ποιητής;

Ο ποιητής πετυχαίνει να εναρμονίσει το μύθο με την πραγματικότητα στο ποίημα. Σ’ αυτό τον διευκολύνει ο ίδιος ο μύθος, στην παραλλαγή που επέλεξε να υιοθετήσει, με τις πολλούς παραλληλισμούς που επιτρέπει με το παρόν του ποιητή. Κατ’ αρχήν ο τόπος του μύθου ταυτίζεται με τον τόπο του παρόντος του ποιητή. Έπειτα ο ποιητής φροντίζει να θυμίζει σ’ όλη την έκταση του ποιήματος την παρουσία του, κάνοντας ευδιάκριτη τη δική του φωνή πίσω από τη φωνή του Τεύκρου. Μέσα από το προσωπείο του Τεύκρου ο Σεφέρης ψηλαφεί την κατάσταση και εκθέτει περασμένα γεγονότα για να κάνει νύξη του παρόντος από όπου και ξεκινάει η έμπνευσή του. Μ’ αυτόν τον τρόπο η σύγχρονη πραγματικότητα υποβάλλεται διαρκώς πίσω από τη μυθική πραγματικότητα, για να την υπερκεράσει στο τέλος του ποιήματος, όπου ο ποιητής μας ανάγει ευκρινέστερα από το ειδικό στο γενικό, καθιστώντας ευδιάκριτο το συμβολισμό του. Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο εξάλλου “Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες” μας επιστρέφει σε κάθε στροφή στο παρόν του ποιητή.

Και η δομή ακόμη του ποιήματος υποβοηθά την ταύτιση του παρόντος με το παρελθόν. Ο ποιητής ξεκινά από το παρόν, από μια νύχτα αγρύπνιας στις Πλάτρες, περνά στο μύθο, αφήνοντας τον Τεύκρο να συγχωνεύσει τη φωνή του στη δική του και ξαναγυρνά, σε σχήμα κύκλου, στο παρόν, αφού στους τελευταίους στίχους υπερισχύει και πάλι η δική του φωνή.

Οι χρόνοι του ποιήματος είναι τρεις: του ποιητή (παρόν), του Τεύκρου (παρελθόν), των αναμνήσεων του ήρωα που αποτελούν δύο βαθύτερα επίπεδα του παρελθόντος (ο χρόνος συνάντησης με την Ελένη και ο χρόνος του πολέμου). Υπολανθάνει όμως και ένας τέταρτος χρόνος: ο ενοποιημένος χρόνος του Τεύκρου και του ποιητή. Αυτή η κίνηση μέσα στο χρόνο πραγματώνει την ταύτιση του χθες με το σήμερα, του ήρωα με τον ποιητή.

  1. Οι μύθοι έχουν συνήθως ένα επιμύθιο, δηλαδή ένα συμπέρασμα. Ποιο είναι το επιμύθιο στο συγκεκριμένο ποίημα; Πώς μπορεί να συσχετιστεί το επιμύθιο του ποιήματος με την ιστορική πραγματικότητα της Κύπρου;

Το επιμύθιο, η πρόθεση του ποιητή και το μήνυμα που λαμβάνει ο αναγνώστης από το ποίημα είναι ότι οι πόλεμοι, οι αγώνες και οι θυσίες των ανθρώπων για ιδανικά είναι μάταια, καθώς τα ιδανικά αυτά αποδεικνύονται απατηλά και άλλες αιτίες, ανούσιες και κενές κρύβονται πίσω από τους πολέμους. Πίσω από τους πολέμους κρύβονται πάντα “καινούριες τρέλες των ανθρώπων ή των θεών”.

Αυτό αποδεικνύεται και στην περίπτωση της Κύπρου. Όσο κρατούσε ο Β Παγκόσμιος πόλεμος οι Αγγλοι διακήρυσσαν ότι πολεμούν για την ελευθερία, για την ανθρωπιά, για την αυτοδιάθεση των λαών. Όμως τη χρονιά που δημοσιεύεται το ποίημα, εννέα χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου, εξακολουθούν να κρατούν την Κύπρο σκλαβωμένη, ενώ οι Έλληνες είναι έτοιμοι να ξαναπολεμήσουν, τώρα κατά των Αγγλων, για τα ίδια ιδανικά. Ο ποιητής λοιπόν αναρωτιέται: για ποιο λόγο χύθηκε τόσο αίμα; Ποιο νόημα είχαν οι θυσίες; Μήπως όλα ήταν μια απάτη; Αυτοί που ήταν συμπολεμιστές μας σ’ εκείνο τον πόλεμο απαρνούνται τώρα το δίκαιο αίτημα της απελευθέρωσης της Κύπρου. Μάταια λοιπόν πολεμήσαμε για τα ιδανικά της ελευθερίας;

  1. Ποιος είναι ο ρόλος του στίχου “Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες” μέσα στο ποίημα;

Το ποίημα αρχίζει με το στίχο “Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες”. Ο στίχος αυτός ακούγεται τρεις φορές. Από την άποψη αυτή αποτελεί ένα σταθερό ποιητικό μοτίβο (= κάτι που επαναλαμβάνεται με την ίδια ακριβώς μορφή). Το ποιητικό αυτό μοτίβο δεν είναι -αρχικά τουλάχιστον- αυθαίρετο. Προέρχεται από την αντικειμενική πραγματικότητα: “τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες”. Ακόμα, λειτουργεί ως αρμός και έτσι επιτυγχάνονται οι θεματικές μετατοπίσεις χωρίς να εξαφανίζεται ο ειρμός του ποιήματος. Στη συνέχεια όμως ξεπερνά και το λειτουργικό ρόλο του αρμού και το αηδόνι μετουσιώνεται σε ένα είδος μούσας του ποιητή “αηδόνι ποιητάρη” σε ένα σημείο αναφοράς στο δραματικό μονόλογο του Τεύκρου. Ίσως πάλι δεν πρέπει να θεωρήσουμε την επιλογή του αηδονιού τόσο τυχαία. Το πουλί αυτό είναι το σύμβολο της μουσικής τελειότητας αλλά και του πόνου, όπως τουλάχιστον έχει περάσει στις παραδόσεις του λαού μας (“δακρυσμένο πουλί”) ένας χώρος που ο Σεφέρης σέβεται απόλυτα.

Ο Σεφέρης έβαλε το στίχο μέσα σε εισαγωγικά. Η λεπτομέρεια αυτή φανερώνει ότι ο στίχος δεν ανήκει στον ποιητή, αλλά αποτελεί ποιητικό δάνειο. Συγκεκριμένα ο Σεφέρης θα πρέπει να δανείστηκε το στίχο από την προφορική παράδοση της Κύπρου και να τον αξιοποίησε ποιητικά στη δική του γραφή. Προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορεί και το γεγονός ότι ο στίχος είναι ιαμβικός 15σύλλαβος.

Εκτός από τα προαναφερόμενα γνωρίσματα, ο στίχος αυτός έχει και άλλες δύο ακόμα λειτουργίες μέσα στη συνολική ποιητική γραφή:

  • Καθορίζει πρώτα τον ποιητικό χώρο μέσα στον οποίο θα αναπτυχθεί η ποιητική δράση (στενός ποιητικός χώρος: οι Πλάτρες – ευρύτερος ποιητικός χώρος: η Κύπρος)
  • Παράλληλα υποδηλώνει μια κατάσταση “αγρύπνιας”. Ο Τεύκρος δηλαδή (καλύτερα: ο άνθρωπος και ο ποιητής Σεφέρης), που βρίσκεται εξόριστος στην Κύπρο, ταλαιπωρημένος από την προσωπική αλλά και την καθολικότερη ανθρώπινη περιπέτεια, συμβολίζει την όρθια, την άγρυπνη και αφυπνισμένη ποιητική συνείδηση. Ξέροντας δηλαδή την πικρή αλήθεια, ότι ένας ολόκληρος πόλεμος με χιλιάδες νεκρούς (για τον Τεύκρο ο Τρωικός, για το Σεφέρη ο Β παγκόσμιος) έγινε για ένα τίποτα, μένει άγρυπνος, σε μια κατάσταση πνευματικής και ποιητικής εγρήγορσης, και στοχάζεται πάνω στη μοίρα του ανθρώπου.

Και τα δύο αυτά στοιχεία υποβοηθούν και διευκολύνουν τη σύνδεση και το πέρασμα του ποιήματος από το μυθικό στοιχείο στο παρόν του ποιητή.

  1. “Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη βήματα και χειρονομίες…”: ποιο είναι το νόημα του στίχου;

Τα αηδόνια δεν αφήνουν τον ποιητή να κοιμηθεί μια νύχτα στις Πλάτρες. Η παρατήρηση αυτή αναφέρεται στην αντικειμενική πραγματικότητα, μια πραγματική νύχτα αγρύπνιας του ποιητή. Το αηδόνι όμως έτσι γίνεται η αιτία που κινητοποιεί την έμπνευση του ποιητή και ταυτόχρονα τη μνήμη του (και τη μνήμη του Τεύκρου). Η φωνή του αηδονιού είναι τυφλή (αφού ο ποιητής δεν το βλέπει, αλλά μόνο το ακούει), ωστόσο κινεί τη μνήμη του ποιητή και φέρνει στην επιφάνεια πρόσωπα του χτες (βήματα και χειρονομίες), που ήταν ξεχασμένα στο υποσυνείδητο, ξεθωριασμένα (νυχτωμένη μνήμη). Ακόμη εκδηλώσεις αγάπης (δε θα τολμούσα να πω φιλήματα), αν και ο ποιητής δεν τολμά να ισχυριστεί πως καταφέρνει πράγματι να τις φέρει στην επιφάνεια (αφού αυτές προϋποθέτουν ουσιαστική ανθρώπινη επαφή και ως εκ τούτου “ξημερωμένη” και όχι νυχτωμένη μνήμη.

  1. Τι νομίζετε ότι εννοεί ο ποιητής με “το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας”;

Το ψηλάφισμα στα ενδότερα, στις αναμνήσεις του ποιητή, φέρνει στην επιφάνεια “το τρικυμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας”, σκηνή που προέρχεται από τις πολεμικές εμπειρίες του Τευκρου – ποιητή και αποκαλυπτει την άγρια και σκληρή πλευρά του πολέμου, που αφαιρεί από τον άνθρωπο την αυτονόητη αξία του και τον μετατρέπει σε εμπόρευσιμο προϊόν, σε σκλάβο. Ίσως πίσω από την εικόνα της “ξαγριεμένης σκλάβας” να μπορουμε να διακρίνουμε την σκλαβωμένη Κυπρου, που την εποχή εκείνη εικονιζόταν ως σκλαβωμένη γυναίκα δεμένη με αλυσίδες.

  1. Γιατί υποστηρίζεται ότι ο Τεύκρος είναι μια personna (προσωπείο) του Σεφέρη;

Πίσω από τη φωνή του Τευκρου μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τη φωνή του ανθρώπου και ποιητή Σεφέρη. Ο Σεφέρης χρησιμοποιεί τον Τευκρο ως προσωπείο για να υποβάλλει πίσω από την επικάλυψη του μυθου τα δικά του βιώματα που παρουσιάζουν πολλές αναλογίες με τα βιώματα του ήρωά του ( όπως ακριβώς πίσω από τα γεγονότα του Τρωικου πολέμου υποβάλλει τη συγχρονη τραγωδία του Β Παγκοσμίου πολέμου και τη διάψευση των ελπίδων των αγωνιστών του σκλαβωμένου νησιου). Έτσι πίσω από τα βιώματα του Τευκρου μπορουμε να ανιχνευσουμε στοιχεία από τη ζωή και συναισθήματα του ίδιου του ποιητή. Έτσι, στους στίχους 4­5 πίσω από τη φωνή του ξενιτεμένου Τευκρου διακρίνουμε τη νοσταλγία και το βαθυ πόνο του ίδιου του ποιητή για την πατρίδα του (τη Σμυρνη), που ξέρει ότι την έχασε παντοτινά (στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές/ αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν). Στους στίχους 11-12 πίσω από τις περιπλανήσεις του Τευκρου (Τροία, Αίγυπτος, Κυπρος) μπορεί να ακουσει κανείς το Σεφέρη να μιλά για τις δικές του περιπέτειες και περιπλανήσεις. Οι τρέλες των ανθρώπων και των θεών για τις οποίες μιλά ο Τευκρος (τρωικός πόλεμος), έχουν το τραγικό τους αντίστοιχο και στη ζωή του ποιητή (μικρασιατική καταστροφή, Β Παγκόσμιος πόλεμος). Η επιπλέον αντιστοίχιση δεν έχει νόημα, αφου σ’ όλο το ποίημα ο ποιητής υποβάλλει τις δικές του εμπειρίες και σκέψεις για τη συγχρονη πραγματικότητα μέσα από φωνή και τις εμπειρίες του Τευκρου.

  1. Γιατί το φεγγάρι παρομοιάζεται με την Αφροδίτη στο στίχο 17;

Η Αφροδίτη, συμφωνα με το μυθο της γέννησής της, αναδυθηκε από τον αφρό της θάλασσας και τα κυματα την έφεραν στην Πάφο της Κυπρου. Έτσι και το φεγγάρι ανατέλλει στη θάλασσα σαν την Αναδυόμενη Αφροδίτη. Πέρα όμως από την εξωτερική αυτή αναλογία, το φεγγάρι εδώ, όπως και η Αφροδίτη έχουν βαθυτερη σχέση με την Ελένη και με όλο το συμβολισμό του ποιήματος, φαίνεται να αισθητοποιουν την απάτη και την παραποίηση της αλήθειας. (Η Αφροδίτη, εκτός από την ομορφιά, ιδιότητα που ανακαλεί την ομορφιά της Ελένης, συμβολίζει και την απάτη, το δόλο). Το φως του φεγγαριού εδώ δίνει μια ψεύτικη εικόνα της πραγματικότητας, γιατί μέσα στο μισόφωτο και στις σκιές παραποιεί τα χρώματα, τα σχήματα και τους όγκους και παραπλανά. Το ίδιο νόημα, της παραπλάνησης και της απάτης έχει και η εικόνα της επισκίασης των αστερισμών (του Τοξότη και του Σκορπιού) από το φεγγάρι. (Στο Σεφέρη οι αστερισμοί αποτελούν ένα ευανάγνωστο αλφαβητάρι, που βοηθούν στον προσανατολισμό. Το φεγγάρι λοιπόν εδώ, που κρύβει τους αστερισμούς, αποπροσανατολίζει και εξαπατά. ) Το φεγγάρι λοιπόν παραποιεί την αληθινή όψη των πραγμάτων και κάνει τον Τεύκρο να αναρωτηθεί πού βρίσκεται η αλήθεια, ποια είναι η πραγματικότητα, και του θυμίζει συνειρμικά την προσωπική του ιστορία. Έτσι μας εισάγει ο ποιητής στο θέμα του δόλου και της απάτης που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια.

  1. Η λέξη “αλήθεια” συναντάται έξι φορές στο ποίημα. Τι θέλει άραγε να δείξει με αυτή την επανάληψη ο ποιητής;

Ο ποιητής (όπως και ο Τεύκρος του μύθου) βλέπει την απατηλή όψη της πραγματικότητας. Τα ιδανικά για τα οποία πολέμησαν οι Έλληνες, οι θυσίες, όλα φαντάζουν μάταια μπροστά στην αποκάλυψη της εξαπάτησης και του δόλου. Αυτό επιφέρει σύγχυση στην ψυχή του, συναισθηματική κατάσταση που τον οδηγεί στο εναγώνιο ερώτημα “Πού είναι η αλήθεια”; Η λέξη αυτή επανέρχεται ξανά 2 φορές στα χείλη της Ελένης που αποκαλύπτει το δόλο των θεών και την εξαπάτηση των Αχαιών. Και άλλες τρεις φορές συναντάται στους καταληκτικούς στίχους, που δηλώνουν την αμφιβολία του ποιητή για τη διαφοροποίηση της κατάστασης στο μέλλον. Από όλα αυτά φαίνεται ότι η εμμονή του ποιητή στη λέξη υπαγορεύεται από την κεντρική της θέση στο μήνυμα που θέλει να μεταδώσει ο ποιητής. Το ποίημα ξεκινά ακριβώς από αυτό το εναγώνιο ερώτημα του ποιητή για την ύπαρξη της αλήθεις (που μένει αναπάντητο, όπως όλα τα μεγάλα ερωτήματα που θέτει ο άνθρωπος)

  1. Πώς νιώθει ο Τεύκρος όταν συνειδητοποιεί ότι τόσο αυτός όσο και οι συμπολεμιστές του στην Τροία έπεσαν θύματα μιας απάτης που είχε σκηνοθετηθεί τέλεια από τους θεούς;

Η αντίδραση του Τεύκρου στην αποκάλυψη της αλήθειας από την Ελένη κυμαίνεται από την υποταγή στη μοίρα “Έτσι το θέλαν οι θεοί” ως την αμφισβήτηση του θείου “Τι ναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;” Αρχικά δοκιμάζει έκπληξη από την αποκάλυψη, κάτι που φαίνεται από το στίχο ” -ποιος θα τόλεγε-” και από τις κινήσεις του και τις προσπάθειές του να επιβεβαιώσει την παρουσία της “την άγγιξα, μου μίλησε”. Η αρχική αυτή έκπληξη όμως γρήγορα μεταβάλλεται σε αγανάκτηση και οργή, καθώς αναλογίζεται όλα τα μάταια χρόνια του πολέμου, τις απώλειες των συμπολεμιστών, όλα τα θύματα του πολέμου. Και η πληγή γίνεται βαθύτερη όταν σκέφτεται τον αδερφό του και την αυτοκτονία του, που στάθηκε και η αιτία του εκπατρισμού του και της άδικης μοίρας του. Όλα αυτά τελικά τον οδηγούν στην αμφισβήτηση του θείου. Και είναι φυσικό, αφού οι θεοί όχι μόνο δεν αποτρέπουν τον παραλογισμό των ανθρώπων αποδίδοντας δικαιοσύνη, αλλά είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για το δόλο και την απάτη.

  1. Ποια επίθετα αποδίδει ο ποιητής στο αηδόνι; Ποια η σημασία τους;

Ο ποιητής δίνει στο αηδόνι κατά την ανάπτυξη του ποιήματος διάφορους χαρακτηρισμούς:

στίχος 2 : αηδόνι ντροπαλό. Ο χαρακτηρισμός δικαιολογείται από τη συνήθεια του αηδονιού να κελαηδά κρυμένο στις φυλλωσιές των δέντρων “μες στον ανασασμό των φύλλων”

στίχος 6: τυφλή φωνή: τυφλή, αφού ο ποιητής δε μπορεί να το δει, παρά μόνο να το ακούσει.

στίχος 23: αηδόνι ποιητάρη: Εδώ αρχίζει να διαφαίνεται ότι ο ποιητής βλέπει στο αηδόνι τη μούσα του, την έμπνευσή του. Το παραβάλλει με τους ποιητάρηδες, τους λαϊκούς τραγουδιστές της Κύπρου.

στίχος 54: δακρυσμένο πουλί: Ο χαρακτηρισμός υπάρχει ήδη στην Ελένη του Ευριπίδη και από κει τη δανείζεται ο ποιητής (δακρυόεσσα). Μπορούμε να προσθέσουμε ωστόσο ότι το αηδόνι, από την ποιητική παράδοση, που αντιμετωπίζει με σεβασμό ο Σεφέρης, θεωρείται ως ο τραγουδιστής του πόνου. Εξάλλου, ο Τεύκρος -ποιητής εδώ, μετά την εξιστόρηση των τραγικών αναμνήσεών του από τον πόλεμο, μόνο μια τέτοια θρηνητική διάθεση θα μπορούσε να έχει εδώ.

  1. Σύμφωνα με το ποίημα, πώς οι εξω-ανθρώπινοι παράγοντες μπορούν να καθορίσουν τη μοίρα των ανθρώπων; Ποια περιθώρια ελεύθερης βούλησης υπάρχουν στο ποίημα;

Οι τραγικές περιπέτειες των ανθρώπων μέσα στο ποίημα φαίνεται να αποδίδονται σε εξω-ανθρώπινους παράγοντες, στη μοίρα, στη θέληση των θεών. Οι άνθρωποι εξαπατημένοι, μέσα στην τραγική άγνοιά τους, γίνονται πιόνια τους, και θυσιάζονται για στόχους και ιδανικά που αποδεικνύονται μάταια και απατηλά, “ένα πουκάμισο αδειανό, μια Ελένη”. Η αναφορά στους εξωανθρώπινους παράγοντες μπορεί να επισημανθεί στους στίχους 12 “καινούριες τρέλες των ανθρώπων ή των θεών”, 39 “έτσι το θέλαν οι θεοί”, 59 “τον παλιό δόλο των θεών”. Ωστόσο ο Σεφέρης αφήνει μεγάλα περιθώρια και στην ανθρώπινη βούληση. Το μερίδιο της ανθρώπινης ευθύνης είναι ικανό σε ποσότητα ώστε να γεννά προβληματισμούς “τ’ είναι θεός; τι μη θεός;”. Αλλωστε και η ίδια η μοίρα είναι το μερίδιο, το “μοιράδι” που έχει ο καθένας στη ζωή και αυτό διαμορφώνεται όχι μόνο από εξωανθρώπινες δυνάμεις αλλά και από τις ίδιες τις πράξεις “Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης/ το ριζικό μου ενός ανθρώπου που ξαστόχησε” (στίχοι όπου διαφαίνεται η προσωπική ευθύνη του ανθρώπου, που καθορίζει τη μοίρα του). Οι στίχοι όμως όπου είναι πιο ευδιάκριτα τα περιθώρια της ανθρώπινης βουλησης είναι οι 58-59 ” αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι δε θα ξαναπιάσουν /τον παλιό δόλο των θεών”. Είναι φανερό εδώ ότι ο ποιητής εξαρτά το μέλλον από τους ανθρώπους και τη βουλησή τους. Εξάλλου στο στίχο 12 μίλησε για “καινουριες τρέλες” όχι μόνο των θεών, αλλά και των ανθρώπων. Η σεφερική μυθολογία θέλει τον άνθρωπο φερόμενο μεν, αλλά όχι υποταγμένο.

  1. Ποιο αίσθημα δημιουργούν οι στίχοι 48-49; Τι κοινό έχουν με το “πουκάμισο αδειανό”;

Οι στίχοι είναι γεμάτοι από κουφια ομορφιά, άδειοι από περιεχόμενο σε μεγάλη αντίθεση και πλήρη διάσταση με τους προηγουμενους, όπου η πραγματική Ελένη γεμάτη αισθησιασμό και ζωντάνια κυριαρχεί με την παρουσία της. Μ’ αυτους τους στίχους δίνεται η ιδέα ότι όλα πήγαν χαμένα, όλα ήταν μάταια, χωρίς νόημα και χωρίς καμιά δικαίωση.

  1. Ποια κοινά στοιχεία με την τραγωδία υπάρχουν στο ποίημα:

α. Η τραγικότητα του Τευκρου: η τραγική μοίρα του, που σημαδευεται από την εξορία του, ορίστηκε όχι από τον ίδιο, αλλά από εξωγενείς παράγοντες. Αλλά το τραγικότερο είναι ότι η αιτία της εξορίας του, ο θάνατος του αδερφου του, συνέβη σ’ ένα πόλεμο που έγινε για απατηλές αιτίες, και θα μπορουσε εξ αρχής να αποφευχθεί. Ωστόσο το ποίημα, όπως συμβαίνει και στην αρχαία ελληνική τραγωδία, δεν παραγνωρίζει και την ελευθερη βουληση του ανθρώπου στον καθορισμό της μοίρας του. β. Η δραματοποίηση της αφήγησης: επιτυγχάνεται με το τέχνασμα του αηδονιου, που δίνει την εντυπωση διαλόγου (αν και εκπίπτει εξ ανάγκης σε μονόλογο του Τευκρου)

Πηγή : https://www.scribd.com/doc/45054316/%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%A1%CE%93%CE%9F%CE%A3-%CE%A3%CE%95%CE%A6%CE%95%CE%A1%CE%97%CE%A3-%CE%95%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B7

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3291

Το Μοιρολόγι της Φώκιας του Αλ. Παπαδιαμάντη – Ανάλυση

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Το μοιρολόγι της φώκιας

«Η επί γης ευτυχία είναι στιγμούλα,

και η στιγμούλα αυτή ένα σκαλοπάτι

για να περάσεις από το άλλο μέρος,

το μέρος του θανάτου»

Ο. Ελύτης

Α. Γραμματολογικά στοιχεία

Το διήγημα αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πατρίς στις 13 Μαρτίου 1908, τρία σχεδόν χρόνια πριν από το θάνατο του συγγραφέα (3 Ιανουαρίου 1911). Οι περισσότεροι από τους μελετητές του Παπαδιαμάντη θεωρούν «Το μοιρολόγι της φώκιας» ως το αρτιότερο και το καλύτερο από τα διηγήματά του, ενώ πολλοί φτάνουν να το χαρακτηρίσουν ως «το αριστούργημα της παγκό-σμιας φιλολογίας». Οι δύο τελευταίοι στίχοι του ποιήματος με το οποίο ο συγ-γραφέας τελειώνει το διήγημα: «Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου» είναι χαραγμένοι στην προτομή του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο.

Β. Ο τίτλος

  • προκαλεί αναγνωστικό ξάφνιασμα, καθώς δεν αναφέρεται στο βασικό γεγονός, αλλά σε κάτι «δευτερεύον» και εξωλογικό (πέρασμα από τη συμβατική λογική σε μιαν άλλη «λογική», καθαρά ποιητική),
  • προσελκύει το ενδιαφέρον με την παράδοξη φράση,
  • διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον έως το τέλος,
  • προβάλλει όχι το ρεαλιστικό στοιχείο (επιβεβαίωση του πνιγμού) αλλά το λυρικό του μοιρολογιού.

Γ. Δομή – Ενότητες

Ενότητες

Πλαγιότιτλοι

α’ ενότητα: «Κάτω από το κρημνόν … εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού». Το μοιρολόγι της γρια-Λούκαινας και το τραγούδι της φλογέρας.
β’ ενότητα: «Μια γολέτα… την παρουσία της». Η περιγραφή της γολέτας και της φώκιας – η εμφάνιση και το μοιραίο ατύχημα της Ακριβούλας.
γ’ ενότητα: «Καθώς είχε… μέχρι το τέλος». Η επιστροφή της γριάς Λούκαινας στο σπίτι – το μοιρολόγι της φώκιας για το άτυχο κοριτσάκι.

Δ. Η ιστορία (ο μύθος)

Το διήγημα εξελίσσεται σε μια παραλία της Σκιάθου, το Κοχύλι, στα τέλη του 19ου αιώνα. Εκεί κατευθύνεται μια μαυροφορεμένη γριά, η Λούκαινα (lugeo= θρηνώ). είναι μια χαροκαμένη μάνα, που έχει χάσει πέντε παιδιά και τον άντρα της. Έχει και δυο γιους ξενιτεμένους, που σπάνια τη θυμούνται. Ζει στο νησί  μαζί με την οικογένεια της μοναδικής κόρης που της έχει απομείνει. Ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει τη γριά-Λούκαινα σε μια στιγμή της καθημερινής της ζωής. Καθώς ο ήλιος δύει, αυτή φορτωμένη μ’ έναν μπόγο από μάλλινα σεντόνια κατηφορίζει το μονοπάτι για να πάει να τα πλύνει στη θάλασσα. Όσο η γριά Λούκαινα πλένει τα χράμια της, ένας βοσκός από την άλλη μεριά, κοντά στο κοιμητήρι, τραγουδάει με τη φλογέρα του ένα τραγούδι συνοδεύοντας το κοπάδι του.

Παράλληλα, μια γολέτα (ιστιοφόρο σκάφος) κάνει βόλτες μέσα στο λιμάνι, χωρίς να μπορεί να βγει από τον κάβο και μια φώκια, μαγεμένη από το τραγούδι του βοσκού, βγαίνει στα ρηχά και παίζει με τα κύματα. Στη συνέχεια παρουσιάζεται η Ακριβούλα, η εννιάχρονη εγγονή της γριάς Λούκαινας, που έρχεται να βρει τη γιαγιά της και να της κάνει παρέα. Μαγεμένη και αυτή από τη μουσική του βοσκού αναζητά τη γιαγιά της, χάνεται όμως μέσα στα βράχια και παίρνει ένα απόκρημνο μονοπάτι. Η νύχτα έχει πέσει. Η Ακριβούλα γλιστράει, πέφτει στη θάλασσα και πνίγεται. Κανείς δεν την ακούει εξαιτίας της μουσικής. Ακούγεται μόνο ένα πλατάγισμα στο οποίο κανείς δε δίνει σημασία.

Η γρια-Λούκαινα έχει στο μεταξύ τελειώσει το πλύσιμο και ανηφορίζει για να επιστρέψει στο σπίτι της.  Ακούει το πλατάγισμα αλλά το παρερμηνεύει. Η φώκια όμως βρίσκει το κοριτσάκι πνιγμένο και αρχίζει να το μοιρολογεί, μ’ ένα μοιρολόγι που ένας ψαράς του νησιού, γνώστης της γλώσσας της φώκιας, το έκανε τραγούδι.

Ε. Η συγγραφική σκηνογραφία της αφήγησης

I. O χώρος – η περιγραφή

Στην αρχή της πρώτης ενότητας καθορίζεται με ακρίβεια και με ιδιαίτερα λεπτομερή τρόπο ο συγκεκριμένος χώρος στον οποίον εξελίσσεται η αφηγηματική δράση. Πρόκειται για αναλυτική περιγραφή (περιγραφή-θέαμα) ανοιχτού χώρου, παραθαλάσσιου και απόκρημνου. Ο χώρος, όπως συμβαίνει πάντα στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, είναι κι αυτός συγκεκριμένος: όχι κάποια ακρογιαλιά, κάτω από κάποιο γκρεμό, αλλά «κάτω από τον κρημνόν… όπου κατέρχεται το μονοπάτι. Το αρχίζον από το νερόμυλο του Μαμογιάννη, όπου αντικρίζει τα Μνημούρια… «το Κοχύλι».

Αυτή η σκηνογραφική επιλογή του συγγραφέα, καθώς μάλιστα οι λεπτομέρειές της περιγράφονται αναλυτικά, δε λειτουργεί ουδέτερα και ανεξάρτητα ως προς τα πρόσωπα. Αντίθετα, προ-ρυθμίζει όχι μόνο τη θέση του καθενός αλλά και την έλλειψη ή, καλύτερα, την ολική απουσία κάθε άμεσης επαφής και επικοινωνίας ανάμεσα στα πρόσωπα. Παράλληλα, προ-ρυθμίζει τη στάση, τις συμπεριφορές, τις αντιδράσεις αλλά και τη μοίρα των προσώπων και πιο πολύ της Ακριβούλας. Τελικά, ο χώρος εισβάλλει στη λογική της ορατής δράσης, συλλειτουργεί με αυτήν και με τα πρόσωπα και παράγει νοήματα.

Η περιγραφή αυτού του χώρου, αναλυτική μέχρι την άκρα λεπτομέρεια, δε συνιστά ένα απλό διακοσμητικό στοιχείο ή ένα αφηγηματικό παραγέμισμα. Γίνεται, τελικά, μια δρώσα «παρουσία», που φθέγγεται με τη σιωπή της, με άρρητους και μη λεκτικούς τρόπους, το δικό της λόγο και τη δική της λογική. Από την άποψη αυτή, ο χώρος, ως συνολικό σκηνικό, εμπλέκεται άμεσα, δραστικά και με κρίσιμο τρόπο στη ροή και τη λογική της αφηγηματικής ύληςž συσσωματώνεται, δηλαδή και συλλειτουργεί μέσα στη συνολική οικονομία και οργάνωση της αφήγησης.

Η αφηγημένη δράση συντελείται, λοιπόν, σ’ έναν ελάχιστο και περιορισμένο χώρο που γειτνιάζει με ένα νεκροταφείο (τα «μνημούρια») του μικρού νησιού. Εντούτοις, όλα τα πρόσωπα που κινούνται σ’ αυτόν τον ελάχιστο χώρο, δεν έχουν όχι μόνο καμιά λεκτική επικοινωνία αλλά ούτε καν και οπτική επαφή. Η «επικοινωνία» τους είναι αποκλειστικά ηχητική-ακουστική. Το κάθε πρόσωπο μοιάζει να λειτουργεί και να κινείται ερήμην του άλλου, γεγονός που ίσως υποδηλώνει πως άνθρωποι και πράγματα, ενώ πορεύονται μοναχικά, τελικά εντάσσονται μέσα σ’ έναν αέναο και νομοτελειακό ρυθμό, που δείχνει τη ζωή, ακόμη και ως αμέριμνη παιδικότητα, να λειτουργεί παγιδευτικά και σύμφυτη με το θάνατο.

II. Ο χρόνος

Ο χρόνος της ιστορίας είναι προγενέστερος από το χρόνο της αφήγησης, διανθίζεται από αναδρομικές διηγήσεις και είναι συγκεκριμένος: το ηλιοβασίλεμα, «το θάμβος του ήλιου». Αυτήν την ώρα διάλεξε η γριά Λούκαινα, ένα από τα πρόσωπα του διηγήματος, να κατέβει στην παραλία να πλύνει τα ρούχα της και ουσιαστικά ο χρόνος του διηγήματος ξεκινά με την παρουσίασή της στο σκηνικό, το οποίο δεν αλλάζει. Επιλέγεται δηλαδή η πιο γλυκιά στιγμή της μέρας, που όμως, στο ξαφνικό της γύρισμα από το φως στο σκοτάδι και μέσα στη μουσική μαγεία του αυλού, παγιδεύει τη ζωή και την οδηγεί κι αυτή από το φως στο σκότος του θανάτου.

Ο χρόνος κινείται με αργότατους ρυθμούς πένθιμου εμβατηρίου. Ο βοσκός «είχε καθίσει» σε μια πλαγιά και παίζει τη φλογέρα του και μια γολέτα πλέει με δυσκολία μέσα στο λιμάνι αφού «δεν έπαιρναν τα πανιά της και δεν έκαμπτε ποτέ τον κάβο τον δυτικό». Η κίνηση είναι αργή και η αίσθηση των πραγμάτων βαριά.

Το αφήγημα καθώς εξελίσσεται στον ίδιο χώρο και μέσα σε ελάχιστο χρόνο, παρουσιάζει το χαρακτηριστικό της ενότητας του χώρου και του χρόνου.

ΣΤ. Τα πρόσωπα

Σ’ αυτόν τον περίγυρο κινούνται τα δρώντα πρόσωπα του διηγήματος (τα τρία πρώτα ως φυσικά πρόσωπα και τα δύο τελευταία ως συμβατικά):

  1.          i.       Η γρια-Λούκαινα (lugeo = πενθώ): γριά φτωχή, χαροκαμένη, συγκατοικεί με τη μια της κόρη. Έχει δυο γιους ξενιτεμένους. Μετέχει στην πλοκή στο κατέβασμά της για το πλύσιμο και στο ανέβασμά της προς το σπίτι.
  2.         ii.       Η Ακριβούλα: η εννιάχρονη εγγονή της  γριάς, θέλει να παίξει στα κύματα, γι’ αυτό κατεβαίνει να συναντήσει τη γιαγιά της.
  3.        iii.       Ο βοσκός: υπάρχει στο σκηνικό αλλά δε φαίνεται. Ακούγεται κυρίως η μουσική της φλογέρας του, η οποία, άθελά του, λειτουργεί σαν παγίδα.
  4.       iv.       Η φώκια, που αν και δεν είναι πρόσωπο, συμπεριφέρεται σαν «πρόσωπο»:  θέλγεται από τον ήχο της φλογέρας και μετά τον πνιγμό της Ακριβούλας τη μοιρολογεί.
  5.        v.       Η γολέτα, που κι αυτή, αν και δεν είναι πρόσωπο, λειτουργεί σαν «πρόσωπο» παγιδευμένο στα δικά του αδιέξοδα.

Εκτός από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, στο αφήγημα γίνεται λόγος και για άλλα, μη δρώντα πρόσωπα:

  • τα πέντε χαμένα παιδιά της γριας-Λούκαινας
  • ο άντρας της
  • τα δύο ξενιτεμένα παιδιά της
  • η κόρη της
  • τα έξι εγγόνια
    • οι περαστικοί ξωμάχοι που επιστρέφουν από τα χωράφια τους (σκιώδης παρουσία)
    • ο ψαράς που «μετέφρασε» το μοιρολόγι.

Ζ. Η λειτουργία των ήχων

Αν, προς το παρόν, παραβλέψουµε τις λεπτοµέρειες που συνθέτουν την αφηγηµατική ύλη, ο συνολικός µύ-

θος, ως γενική σύλληψη, δίνει την εντύπωση ότι εξελίσ­σεται ως µια έκφραση ή, καλύτερα, ως µια λειτουργία ήχων. Συγκεκριµένα, ο πρώτος ήχος, ως θλιβερό και πονεµένο µέλος, είναι το µοιρολόγι της γριας-Λούκαι­νας. Είναι ήχος και µέλος για πολλούς θανάτους που συνθέτουν την προσωπική ιστορία της βασανισµένης και βασανιζόµενης γερόντισσας.

Ο δεύτερος ήχος, ως µουσική µαγεία αυτός µέσα στην όµορφη δειλινή ώρα, είναι το αµέριµνο µέλος από το σουραύλι του βοσκού. Ανταµώνουν έτσι ο δραµατι­κός ήχος του θανάτου και ο ανάλαφρος και γλυκός ήχος της ζωής. Ευρηµατική ηχητική συλλειτουργία που µε τον πιο απλοϊκό τρόπο θυµίζει πόσο εύκολα από την αµεριµνησία, µε τη δίσηµη έννοια της λέξης, περνάει κανείς από τη µια κατάσταση στην άλλη, από τη ζωή στο θάνατο. Έτσι, ίσως, µε έναν έστω και κάπως αόριστο τρόπο, προοικονοµείται και ο πνιγµόςτης Ακρι­βούλας.

Ο τρίτος ήχος δεν είναι µέλος. Είναι προάγγελος και γεγονός θανάτου: µια κραυγή, ένα απλό «µπλούµ», που άφησε το σώµα της Ακριβούλας, καθώς έπεφτε στη θά­λασσα. Και αυτός ο ήχος του θανάτου που προκαλεί­ται, ενώ ακούγεται ο άλλος ο αµέριµνος ήχος του βο­σκού, δείχνει και πάλι πόσο εύκολα περνάµε από τη µαγεία της ζωής στο έρεβος του θανάτου.

Ο τέταρτος στη σειρά ήχος είναι και πάλι θλιβερό επιθανάτιο µέλος, µοιρολόγι. Η θρηνούσα τώρα δεν εί­ναι ανθρώπινη ύπαρξηž είναι µια φώκια. Η παρουσία της στο µύθο, για να µην προκληθεί αναγνωστικό και αφηγηµατικό ξάφνιασµα, έχει προοικονοµηθεί πριν από το γεγονός του πνιγµού της Ακριβούλας. Αυτή, βέβαια, η ένθετη αλλά έντεχνα συσσωµατωµένη παρουσία της φώκιας στη ροή της αφήγησης, συνιστά και το κορυ­φαίο αφηγηµατικό εύρηµα.

Ο πνιγµός όµως της Ακριβούλας δεν έγινε αντιλη­πτός από τη γρια-Λούκαινα. Αυτό τον ήχο του θανά­του, αυτό το «µπλούµ» ενός µικρού σώµατος που πέφτει στη θάλασσα, τον παρερµηνεύει: ο βοσκός, σκέφτηκε, «κείνος ο Σουραυλης … ρίχνει βράχια στο γιαλό…». Έτσι, σχεδόν φυσικά και αβίαστα, µέσα απ’ την άγνοια της Λούκαι­νας, το µοιρολόγι για το χαµό της Ακριβούλας περνάει σε µια µη ανθρώπινη ύπαρξη. Η φώκια θα θρηνήσει κι αυτޞ θα πει το πικρό τραγούδι για την ανθρώπινη ζωή.

Ας συµµαζέψουµε κάπως αυτή την τετράπτυχη και τετραπλή συµφωνία των ήχων που απαρτίζει το διήγη­µα. Η αφήγηση αρχίζει µε µοιρολόγι και µε κύκλιο τρό­πο καταλήγει σε µοιρολόγι. Ανάµεσα σ’ αυτά τα δύο ακραία νήµατα του µύθου, το εναρκτήριο και το κατα­ληκτικό, ακούγεται το µέλος του βοσκού και ο ήχος του θανάτου της Ακριβούλας. Η γρια-Λούκαινα, γεµάτη η ίδια από θανάτους, δεν κατανοεί τον ήχο και την κραυ­γή ενός άλλου θανάτου. Από την άλλη µεριά, ο βοσκός, παίζοντας µε το σουραύλι του, γίνεται ακούσιος πρό­ξενος θανάτου. Και η εγγονή της γριας-Λούκαινας, η Ακριβούλα, αυτή που δεν υποψιάζεται το θάνατο ως διαρκή παρουσία στη ζωή, τον γεύεται αναίτια και τρα­γικά. Αυτό είναι συνολικά το ευρηµατικά οργανωµένο «παιχνίδι» της αφήγησης ή, καλύτερα, το «παιχνίδι» που µας στήνει η ίδια η ζωή.

Από τα τέσσερα πρόσωπα (ως «πρόσωπο», έστω και συµβατικά, λαµβάνεται και η φώκια) που εµπλέκονται στη ροή της αφήγησης, η γρια-Λούκαινα είναι µόνο πα­ρελθόν-παρελθόν θανάτων και πικρών ξενιτεµών. Ο βοσκός είναι µια έκφραση και µια στιγµιαία παροντική λειτουργία. «Σκιαγραφείται» µόνο ως µουσικός ήχος ή, έστω, ως «σηµαδιακός κι αταίριαστος», αλλά χωρίς καµιά διάσταση παρελθόντος. Είναι µόνο «παρόν», δηλαδή παρουσία που λειτουργεί αποκλειστικά µέσα στο «τώ­ρα» της αφήγησης. Ο µελωδικός όµως ήχος από το σου­ραύλι του, ως έκφραση µουσικής µαγείας, συντελεί στην προώθηση του µύθουž ρυθµίζει δηλαδή τη συνολι­κή οικονοµία και τη ροή της αφηγηµατικής ύλης. Από την άποψη αυτή, η µουσική µαγεία από το σουραύλι του βοσκού λειτουργεί ως στοιχείο πλοκής του µύθου. Φυσικοποιεί  και προβάλλει το γεγονός του πνιγµού ως στοιχείο που ο αναγνώστης το προσλαµβάνει και το προσδέχεται ως κάτι που συµβαίνει «κατά το εικός», δηλαδή ως ένα στoιχείο που η λογική νοµοτέλεια της αφήγησης το προβάλλει µε τρόπο φυσικό και αβίαστο.

Το τρίτο πρόσωπο, η Ακριβούλα, είναι µια δεύτερη στιγµιαία παρουσία ζωής. Δεν έχει, βέβαια, παρελθόν. Μαγεύεται µόνο και θέλγεται από το ‘τώρα’, από το στιγµιαίο παρόν της ζωής και έτσι, παγιδευόµενη µέσα σε µια στιγµή µουσικής µαγείας, χάνει οριστικά και την ίδια τη µαγεία της ζωής. Η φώκια, το τέταρτο «πρό­σωπο» του µύθοu, µοιρολογεί αυτή την ξαφνική και απρόσµενη απώλεια ζωής.

Έτσι, τελικά, τα τέσσερα πρόσωπα της αφηγηµένης ιστορίας µοιράζονται, ανά δύο, σε οµόλογα ζεύγη: η γρια-Λούκαινα, ως λειτουρ­γία µοιρολογιού, αντιστοιχεί στη φώκιហη Ακριβούλα, ως αµέριμνη παιδικότητα και αφέλεια, αντιστοιχεί στο βοσκό. Παράλληλα, όταν διασπαστούν τα οµόλογα ζεύ­γη, δηµιουργούνται άλλα, αντίρροπα τώρα και αντιθε­τικά: η γρια-Λούκαινα αντιρροπεί µε το βοσκό, το µοι­ρολόγι δηλαδή µε το αµέριµνο τραγούδι της ζωήςž η ίδια πάλι, ως πολύπαθη εµπειρία και γνώση του θανά­του, αντιρροπεί µε την Ακριβούλα, που ενσαρκώνει την πλήρη άγνοια του θανάτου.

Πάντως, από όλα τα στοιχεία της αφήγησης το µό­νο που δεν παράγει ήχο, ούτε χαρίεντα, όπως ο βοσκός, ούτε θλιβερό, όπως τα δύο µοιρολόγια ή το «µπλούµ» του θανάτου, είναι φυσικά η γολέτα. Μέσα στην ολική άπνοια, που δε φουσκώνει τα πανιά της, µοιάζει να πα­ραπέµπει σε ανθρώπινη ύπαρξη. Καθώς η γολέτα «βολ­ταντζάρει» σε αµήχανους και αδιέξοδους κύκλους µέσα στο λιµάνι, θυµίζει άνθρωπο παγιδευµένo στα δικά του αδιέξοδα. Από την άποψη αυτή, η γολέτα οµορροπεί κάπως με την Ακριβούλα, γιατί και η τευελυταία, χάνοντας το δρόμο της ζωής, εμπλέκεται στα αδιέξοδα του απότομου βράχου.

Η. Τα δύο μοιρολόγια

Στο διήγηµα ακούγονται δύο µοιρολόγια. Το ένα εί­ναι στην αρχή (πρώτη παράγραφος) και το άλλο προς το τέλος. Έτσι, φαίνεται καθαρά ότι το αφήγηµα αρ­χίζει µε µοιρολόγι και κλείνει επίσης µε µοιρολόγι. Η υποτυπώδης δηλαδή αφηγηµατική δράση διαγράφει την πλήρη τροχιά της ανάµεσα σε δύο µοιρολόγια.

Όµως τα δύο µοιρολόγια, συγκρινόµενα µεταξύ τους, παρουσιάζουν ουσιώδεις διαφορές. Το πρώτο λέ­γεται από τη γρια-Λούκαινα και είναι θρήνος για τα πέντε της παιδιά, που τα έχασε πριν από πολλά χρό­νια, όταν η ίδια ήταν ακόµη νέα. Το µοιρολόγι αυτό µάς ανάγει σε ένα µακρινό «τότε». Η αναγωγή σ’ αυ­τό το «τότε» λειτουργεί µέσα στο αφήγηµα ως µια σύ­ντοµη αναδροµή στο παρελθόν, καθώς η γρια-Λού­καινα αναθυµάται τα παιδιά που της θέρισε «ο χάρος ο αχόρταστος». Το µοιρολόγι, βέβαια, για τα πέντε παιδιά δε µοιάζει αυθαίρετο και δεν είναι «ξένο σώµα» µέσα στη συνολική οικονοµία του αφηγήµατος. Η γρια­Λούκαινα, καθώς κατέβαινε το µονοπάτι για τη θάλασ­σα, αντίκρισε τα «Μνηµούρια», «το αλώνι του Χάρου», τον «κήπο της φθοράς», δηλαδή το νεκροταφείο. Ή­ταν, λοιπόν, πολύ φυσικό, αντικρίζοντας τα «µνηµού­ρια» να ξυπνήσουν µέσα της η µνήµη και ο πόνος για τα χαµένα παιδιά. Εξάλλου, αυτός ο βαθύς πόνος α­πό τους αλλεπάλληλους θανάτους (έχει χάσει και τον άντρα της), από τον ξενιτεµό των αγοριών και από το γεγονός ότι έχει αποµείνει σχεδόν µόνη στη ζωή να υπηρετεί την κόρη της, είναι το πρωταρχικό στοιχείο που εκφράζει τη σκληρή δοκιµασία της γρια-Λούκαι­νας και το βασανισµό της τη ζωή.

Το δεύτερο µοιρολόγι δε λέγεται από ανθρώπινη ύπαρξηž λέγεται από µια φώκια. Η Ακριβούλα χάθηκε στη θάλασσα χωρίς να γίνει αντιληπτή από κανέναν. Μόνο η φώκια βρήκε «το µικρόν πνιγµένον σώµα της πτωχής Ακριβούλας και ήρχισε να το περιτριγυρίζει και να το µοιρολογά». Αυτός ο θρήνος της φώκιας δε µας ανάγει, όπως το πρώτο µοιρολόγι, σ’ ένα µακρινό «τότε». Μας κρα­τάει, αντίθετα, στο δραµατικό «τώρα» της αφήγησης. Δε λέγεται µε ανθρώπινη λαλιܞ θα έµενε ακατανόη­το, αν δε βρισκόταν ο γέροντας ψαράς να το µεταφέ­ρει στη γλώσσα των ανθρώπων. Ο Παπαδιαµάντης, µ’ αυτή τη «μεταφορά» του µοι­ρολογιού από την άφωνη γλώσσα της φώκιας στη φω­νούµενη ανθρώπινη λαλιά, καταργεί την τυπική λογι­κή της αφήγησης (εύλογα ερωτήµατα: πού άκουσε ο ψαράς το µοιρολόγι; Πώς γνωρίζει τη «γλώσσα» της φώκιας; Ερωτήµατα που θέτει µια συµβατική-τυπική λο­γική). Καταργώντας ο Παπαδιαµάντης αυτή την τρέ­χουσα «λογική», ανάγεται σε ένα µετα-λογικό και ποιη­τικό επίπεδο, στο οποίο πλέον λειτουργεί µια ποιητι­κή σύλληψη των γεγονότων. Και είναι γνωστό ότι η ποιητική σύλληψη και θεώρηση του κόσµου δεν προ­σεγγίζεται και δεν κατανοείται µε τους κανόνες της τρέχουσας συµβατικής λογικής.

Το µη λογικό, ενδεχοµένως και το παράλογο, δηλαδή αυτό που δεν υπακούει στην τρέχουσα και τη συµβα­τική λογική, αλλά στο λόγο και τη «λογική αταξία» της ποίησης, είναι το καταληκτικό µέρος του µύθου: η «µε­τάφραση» του µοιρολογιού της φώκιας, η µεταφορά του από την άφωνη γλώσσα της φώκιας ρε ανθρώπινα λόγια από έναν ψαρά. Το γεγονός δηλαδή του θανάτου, ο ίδιος ο θάνατος, ως σκληρή άρνηση και ακύρωση της ζωής, σκοτεινός και ανεξήγητος, δε βιώνεται ούτε και εξηγείται µε τα µέτρα της κοινής λογικής. Ο θάνατος, τελικά, ως αταξία της ζωής, βιώνεται µέσα από τη λο­γική και την «αταξία» της ποίησης. Γιατί, βέβαια, η ποί­ηση ως έκφραση και λόγος είναι µια αταξία. Μόνο που αυτή η αταξία καθιερώνεται µε τη σειρά της ως µια καινούρια και πρωτοφανέρωτη τάξη, που έχει όµως τη δική της λογική.       

Θ. Οι πολλαπλές αντιθέσεις (η λογική των αντιφάσεων)

Με τη φράση «λογική των αντιφάσεων» εννοούμε δύο τουλάχιστον στοιχεία που η κειμενική τους σύζευξη δημιουργεί ισχυρή αντιθετική κλίμακα. Κανονικά, στο επίπεδο της τυπικής λογικής, τα δύο αυτά στοιχεία αλληλοαναιρούνταιž η θέση του ενός προκαλεί αυτόματα την άρση του άλλου. Στο επίπεδο όμως της κειμενικής λειτουργίας, όπως αυτή αναπτύσσεται στο διήγημα, τα δύο αντιτιθέμενα στοιχεία, κατά το σχήμα της «λογικής των αντιφάσεων», δεν αλληλοαναιρούνται. Αντίθετα, συνυπάρχουν και δημιουργούν μια συλλειτουργούσα συζυγία των αντιθέτων, συνθέτοντας ένα άρρηκτο ζεύγος, που μέσα του συνυπάρχει το «συν» μιας θέσης και το «πλην» μιας άρσης. Η περίπτωσή του θυμίζει το ανάλογης λογικής σεφερικό σχήμα: «αγγελικό και μαύρο φως».

Στο κείµενο συνυπάρχουν και συλλειτουργούν πολ­λά αντιθετικά στοιχεία. Όλα µαζί συνεκφράζουν τη ζωή στην ολότητά της: στη χαρούµενη αλλά και στην πένθιµη διάσταση. Οι βασικότερες από αυτές τις α­ντιθετικές κλίµακες, που δηµιουργούν και τις χρωµα­τικές εναλλαγές αλλά και την ποιητική ποικιλία στην αφήγηση, είναι οι ακόλουθες:

α) Ο χώρος που περιγράφεται αναλυτικά στο αφήγη­µα, είναι τα «Μνηµούρια». Είναι το «αλώνι του Χά­ρου», µια διαρκής παρουσία θανάτου µέσα στο δειλινό τοπίο. Όµως αυτός ο τόπος θωπεύεται α­πό τις στερνές ακτίνες του ήλιου που βασιλεύει. Τα µνήµατα των νεκρών γίνονται «λάμπovτα»: το σκότος του θανάτου και το φως της ζωής που συ­νυφαίνονται. Η πικρή αίσθηση του θανάτου τυλιγ­µένη σ’ ένα ειδυλλιακό δειλινό φως.

β) Μέσα στο πένθιµο τοπίο, όπου κυριαρχούν ως µακάβριο θέαµα τα ποικίλα «του θανάτου λάφυρα», ακούγεται ο χαρούµενος ήχος από τη φλογέρα του βοσκού: το πένθος του θανάτου συνυπάρχει αντιθετικά µε το πρόσχαρο τραγούδι της ζωής.

γ) Εξάλλου, το µοιρολόγι της Λούκαινας, που µέσα του ακούγεται ο βαθύς πόνος για τους πολλούς θανάτους, συνυπάρχει, έστω και για λίγο, µε το τραγούδι της φλογέρας. Δύο διαφορετικοί ήχοι, ο ένας του θανάτου (= µοιρολόγι) και ο άλλος της ζωής (= η µουσική της φλογέρας), δηµιουργούν έ­να τρίτο αντιθετικό ζεύγος.

δ) Η κραυγή του θανάτου της µικρής Ακριβούλας πνί­γεται και αυτή µέσα στον ήχο του αυλού. Η τελευ­ταία απελπισµένη φωνή της ζωής που χάνεται, δεν ακούγεται, γιατί σβήνει µέσα στο χαρούµενο τρα­γούδι του βοσκού: η ζωή που χάνεται και η ζωή που συνεχίζεται.

ε) Η αθώα παιδική ύπαρξη της Ακριβούλας, ψάχνο­ντας να βρει το µονοπάτι της σωτηρίας και της ζω­ής, χάνεται τελικά µέσα σ’ ένα αιχµηρό τοπίο. Το µονοπάτι, που νόµισε ότι είναι ο δρόµος της ζωής, έγινε τελικά ο δρόµος του θανάτου.

στ) Η φώκια θρηνεί το πνιγµένο σώµα της Ακριβούλας. Το µοιρολόγι µιας µη ανθρώπινης ύπαρξης για έ­ναν άδικο θάνατο. Την ίδια, όµως, σχεδόν στιγµή αυ­τό το ίδιο πνιγµένο σώµα θα αποτελέσει την ευω­χία της φώκιας στο εσπερινό της δείπνο.

Ι. Συσχέτιση των όσων συμβαίνουν…

              … στη ΘΑΛΑΣΣΑ                     και           … στη ΣΤΕΡΙΑ
Καράβι Βοσκός
Πάει τους επιβάτες όπου θέλει ή θέλουν.

Επιπλέει.                                              

(…) εξακολουθεί να βολταντζάρει…

Πάει τον εαυτό του και τα πρόβατα όπου θέλει.

Επιβιώνει.

(…) εξηκολούθει να φυσά…

Φώκια Λούκαινα
(…) ήλθε παραέξω…

Πάει όπου θέλει.

Μοιρολογά.

Ήρθε στα ρηχά.

Πάει όπου πρέπει.

Μοιρολογά.

Κατέβηκε στα κύματα.

Τάφος Ακριβούλας Κοιμητήρι
◆ Η Ακριβούλα πάει κατευθείαν στη θάλασσα, χωρίς να περάσει από το κοιμητήρι. Όλοι πάνε στο κοιμητήρι. Αυτό με τον καιρό τους πάει στη θάλασσα.
Ήχος: μπλουμ Ήχος: φλογέρα
◆ Τραγική ειρωνεία: Η Λούκαινα θεωρεί ότι είναι πέτρα. Η παγίδα για την Ακριβούλα και για τη Λούκαινα.
Ήλιος Ακριβούλα
◆ Αναπόφευκτο να δύσει. Μοιραίο να δύσει (να πεθάνει).
Γιοι χαμένοι Γιοι – Άντρας
◆ Στη θάλασσα και μέσω της θάλασσας αλλού. Χαμένοι στο χώμα.

ΙΑ. Οι πολλαπλές παγιδεύσεις

Η συνολική αφήγηση στηρίζεται στην παράθεση και τη συνύπαρξη πολλών στοιχείων που λειτουργούν παγιδευτικά για τη µικρή Ακριβούλα. Κάποια από αυ­τά τα στοιχεία πρώτα τη γοητεύουν και µετά την ε­γκλωβίζουν στη µαγεία τους, µέχρι που, τελικά, την παγιδεύουν. Κάποια άλλα λειτουργούν µόνο ως στοι­χεία παγίδευσης.

Συγκεκριµένα, ο ήχος από τη φλογέρα του βο­σκού λειτουργεί πρώτα ως στοιχείο που µαγεύει και γοητεύει την Ακριβούλα. Την παρασύρει ο γλυκός ή­χος του αυλού και αλλάζει δρόµο, για να ακούσει τη γλυκιά μελωδία. Όταν χόρτασε να ακούει τη φλογέ­ρα, καθώς άρχισε να πέφτει το πρώτο μούχρωμα, πα­γιδεύτηκε μέσα στο σύθαμπο και πήρε λάθος δρό­μο.

Όλα όμως τα άλλα στοιχεία (το απόκρημνο του τοπίου, το πέσιμο της νύχτας, η αθωότητα του κορι­τσιού, ο ήχος της φλογέρας που πνίγει την απελπι­σμένη κραυγή της Ακριβούλας) λειτουργούν ως πολ­λαπλές παγιδεύσεις για την Ακριβούλα, που, τελικά, χάνεται στο αδιέξοδο του γκρεμού και της αφέγγα­ρης νύχτας. Μέσα, βέβαια, στο απλοϊκό νήμα της α­φήγησης και στα πολλά στοιχεία που παγιδεύουν το αθώο κορίτσι, κρύβεται μια συγκεκριμένη αντίληψη: σε όλες τις στιγμές μας, ακόμη και τις πιο ευφρόσυ­νες (όπως αυτές της Ακριβούλας την ώρα που άκουγε τη φλογέρα), η χαρά και ο πόνος, η ζωή και ο θά­νατος συνυπάρχουν άρρηκτα και όλα, τελικά, καταλή­γουν στην παγίδευση του ανθρώπου μέσα στο δίχτυ του πόνου και του βασανισμού.

ΙΒ. Η γολέτα

Υπάρχει μια αναλογία και μια ομοιότητα ανάμεσα στην Ακριβούλα και στο μοτίβο της γολέτας, που συ­ναντάμε δύο φορές μέσα στο κείμενο. Η Ακριβούλα, ως ανθρώπινη ύπαρξη αθωότητας, εγκλωβίζεται μέσα στα πολλά παγιδευτικά στοιχεία που την πολιορκούν. Η γολέτα εγκλωβίζεται και παγιδεύεται μέσα στο «κλειστό» λιμάνι. Σηκώνει τα πανιά της αλλά η άπνοια κρατάει τη γολέτα και, τελικά, την παγιδεύει μέσα στο λιμάνι, που γίνεται το αδιέξοδό της. Αυτή είναι η εξω­τερική ομοιότητα και αναλογία ανάμεσα στην Ακρι­βούλα και τη γολέτα.

Πέρα όμως από την εξωτερική ομοιότητα, υπάρ­χει και κάτι άλλο. Υποφώσκει η αίσθηση ότι η ζωή, μέ­σα στις ελάχιστες δειλινές στιγμές, εκφράζεται στη διπλή της διάσταση: τη μαγευτική και την άλλη, που σε παγιδεύει. Γολέτα και Ακριβούλα γυροφέρνουν ό­μοια, η καθεμιά στο δικό της αδιέξοδο, σαν να ‘χουν χάσει τον προσανατολισμό τους στη ζωή. Κι αυτή η απώλεια του προσανατολισμού, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Ακριβούλας, βεβαιώνει τη γνώμη του Οδυσσέα Ελύτη: «Η επί γης ευτυχία είναι στιγμούλα, και η στιγμούλα αυτή ένα σκαλοπάτι για να περάσεις από το άλλο μέρος, το μέρος του θανάτου».

ΙΓ. Το μοτίβο της επανάληψης

Εξάλλου, μετά τον πνιγμό της Ακριβούλας, η γρια­-Λούκαινα «εξηκολούθησε τον δρόμον της. Κι η γολέ­τα εξηκολούθει ακόμη να βολταντζάρη εις τον λιμένα. Κι ο μικρός βοσκός εξηκολούθει να φυσά τον αυλόν εις την σιγήν της νυκτός».

Αυτή η τριπλή επανάληψη του ίδιου ρήματος (ξηκολούθησε, εξηκολούθει, εξηκολούθει), μια φορά για τη γρια-Λούκαινα, την άλλη για τη γολέτα και την τρίτη για το βοσκό, υποδηλώνει κάτι το ιδιαίτερα ση­μαντικό: η ζωή, μετά τον πνιγμό της Ακριβούλας, συ­νεχίζεται σχεδόν μηχανικά, μέσα σε μια δική της επα­ναλαμβανόμενη νομοτέλεια, που κρύβει, τελικά, και την ουσία της ανθρώπινης ζωής:

  • η γρια-Λούκαινα συ­νεχίζει το δικό της δρόμο, φορτωμένη την αβασταγή της, δηλαδή τα ατέλειωτα βάσανα (= η πικρή και βα­σανισμένη πλευρά της ζωής).
  • Η γολέτα συνεχίζει να είναι παγιδευμένη στο δικό της αδιέξοδο (= η αδιέ­ξοδη και η παγιδευτική όψη της ζωής).
  • Ο βοσκός συνεχίζει να παίζει τη φλογέρα του μέσα στη νύχτα (= η αμέριμνη και η ευθυμούσα διάσταση της ζωής).

Όλα, τελικά, συνεχίζουν να κινούνται στον ίδιο, ε­παναλαμβανόμενο ρυθμό της ζωής, σαν να μην έχει τίποτα αλλάξει. Και μέσα σ’ αυτό τον αέναο ρυθμό α­πό βάσανα, αδιέξοδα, παγιδεύσεις και ελάχιστες στιγ­μές χαράς και ευφροσύνης, με τον οποίο κινείται η ζωή, ο Παπαδιαμάντης εκφράζει τη δική του βιοθεω­ρία, τη δική του αντίληψη και αλήθεια για τα ανθρώ­πινα. Αυτή η αντίληψη δηλώνεται, σχεδόν αξιωματικά και απόλυτα, στο καταληκτικό δίστιχο του μοιρολο­γιού της φώκιας: τα βάσανα, τα πάθια και οι καημοί του κόσμου δεν έχουν τελειωμό. Αυτή η αντίληψη πάει να γίνει το κυρίαρχο και προεξέχον νόημα του κειμένου.

ΙΔ. Το μοιρολόγι της φώκιας

Οι στίχοι με τους οποίους τελειώνει το διήγημα είναι φυσικά του Παπαδιαμάντη. Στους πρώτους ακούμε τον απόηχο από το τραγούδι του Άριελ στην «Τρικυμία του Σαίξπηρ»:

«Πέντε οργιές του βάθου κείτεται ο πατέρας σου

τα κόκκαλά του γίνανε κοράλλια

μαργαριτάρια εκείνα που ήταν μάτια του.

κάθε τι φθαρτό του δεν εχάθη,

μια θαυμάσια αλλαγή έχει πάθει

σπάνια κι ακριβά του τα ‘καμε η θάλασσα…».

(«Τρικυμία», Πρ. Α’ σκ. 2 – Μετάφραση Β. Ρώτα).

Οι στίχοι του Παπαδιαμάντη είναι ένας φιλοσοφικός στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη μοίρα. Ο θρήνος της φώκιας υπερβαίνει το ρεαλισμό του διηγήματος και αποκρύπτει την προσωπική συγκίνηση του συγγραφέα προκαλώντας όμως ένα βαθύτερο υπαινιγμό στον αναγνώστη. Πολλές φορές ο Παπαδιαμάντης επανέρχεται στο θέμα του θανάτου αθώων παιδιών, όπως στα «Τραγούδια του θεού» με το θάνατο της Κούλας και στην «Τελευταία βαφτιστικιά» η οποία πνίγεται στο πηγάδι. Η σύζευξη της σκληρής πραγματικότητας μ’ ένα στοιχείο φανταστικό – ποιητικό μετριάζει το αφόρητο κλίμα που δημιούργησε η ρεαλιστική περιγραφή. 

Η κατακλείδα του μοιρολογιού της φώκιας «Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό // τα πάθια και οι καημοί του κόσμου» εκφράζει την αλήθεια που μάταια προσπαθούμε να αρνηθούμε: η ζωή μας είναι μια φουρτούνα, μια θαλασσοταραχή διαποτισμένη από βάσανα και συμφορές. Όμως ο Παπαδιαμάντης και στις πιο σκοτεινές του ώρες δεν απελπίζεταιž αντλεί ψυχική δύναμη από την πίστη του στο Θεό έχοντας φτάσει στην άκρα του ωριμότητα, ότι η ευτυχία είναι στιγμιαία, δε διαρκεί.

ΙΕ. Το είδος και η τεχνική της αφήγησης

þ Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη. Ο αφηγητής είναι έξω από τη δράση (ετεροδιηγητικός). Πρό­κειται για αφηγητή-παντογνώστη, που γνωρίζει και πα­ρακολουθεί απ’ έξω τα πράγματα και μας τα αφηγεί­ται.

þ Η αφηγημένη δράση, που είναι σχεδόν υποτυπώ­δης, εξελίσσεται ομαλά και ευθύγραμμα. Υπάρχει μό­νο μια στοιχειώδης εξωτερική δράση: ο ερχομός της Λούκαινας στη θάλασσហη φυγή από το σπίτι της Α­κριβούλας, που ακολουθεί την ίδια σχεδόν πορεία με τη γρια-Λούκαινហο βοσκός που παίζει τη φλογέρα τουž η γολέτα που «βολταντζάρει» μέσα στο λιμάνιž η παγίδευση στο βραχώδη χώρο και ο πνιγμός της Α­κριβούλας στη θάλασσα. Το κεντρικό, βέβαια, περι­στατικό είναι αυτός ο πνιγμός. Όλα τα άλλα στοιχεία «δράσης» μοιράζονται πριν και μετά τον πνιγμό της Α­κριβούλας.

þ Η έλλειψη όμως πλοκής αναπληρώνεται από ένα είδος εσωτερικής δράσης. Σ’ αυτήν ανήκουv η «καθή­λω-ση» της γρια-Λούκαινας στις μνήμες πόνου, θανά­των και ξενιτεμώνž η «καθήλωση» του βοσκού στο α­μέριμνο παίξιμο της φλογέραςž η «καθήλωση» της γο­λέτας στο αδιέξοδο του λιμανιού. Και όλα αυτά τυλιγ­μένα σε διάσπαρτα περιγραφικά στοιχεία, που περιέ­χουν το ποιητικό μέρος του κειμένου. Ο χώρος, οι δει­λινές στιγμές, τα «μνημούρια» που γίνονται λάμποντα, το μικρό κορίτσι που αποπλανάται από τη μαγεία της μουσικής, η παίζουσα φώκια, η γολέτα με τα άσπρα πανιά. Ένας απλοϊκός αλλά και τραγικός μύθος, δοσμένος και τυλιγμένoς μέσα σε μια όχι φωναχτή αλλά υποβλητική ποιητική ατμόσφαιρα. O πεζός λόγος που λίγο θέλει να μεταπέσει σε ποιητικό γεγονός, που όμως συνυφαίνεται με τη ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας και της ζωής.

ΙΣΤ. Τα εκφραστικά μέσα του διηγήματος

I. Το ύφος είναι άλλοτε πένθιμο, σοβαρό, μελαγχολικό και άλλοτε ανάλαφρο. Κι ενώ όλα όσα υπάρχουν μέσα στην αφήγηση είναι απλά, καθημερινά και ρεαλιστικά, χωρίς πρωτοτυπία ή μεγαλοπρέπεια, ένας αιθέρας αγιοσύνης, ποίησης και μαγείας περιβάλλει τα θέματα μ’ ένα μοναδικό τρόπο. Οι λέξεις, η σύνδεση των προτάσεων, η θέση των εικόνων, η αλληλουχία των γεγονότων και ίσως και κάτι άλλο απροσδιόριστο που συνέχει όλ’ αυτά, αυτό είναι η μαγεία του Παπαδιαμάντη. Μυστηριώδης και μαγευτική είναι η ατμόσφαιρα του διηγήματος που διαπνέεται από έντονη ποιητικότητα και λυρισμό.  ένα ποίημα σε πεζό λόγο.

II. Η γλώσσα του διηγήματος είναι η γνωστή «Παπαδιαμάντεια» γλώσσα, πολύ προσωπική και αναγνωρίσιμη από τη μίξη στοιχείων καθαρεύουσας, δημοτικής και τη χρήση αρχαϊσμών. Ο λόγος είναι μακροπερίοδος και αρκετά πυκνός αλλά προσεγμένος στην επιλογή των λέξεων και στην απόδοση των περιγραφομένων προσώπων και τοπίων. Πολλές καταστάσεις και ενέργειες αισθητοποιούνται με βασικό στοιχείο έκφρασης τις εικόνες και τη χρήση πολλών επιθέτων.

ü Χαρακτηριστικά επίθετα: θαλασσοφαγωμένον, πανδέγμονα, θορυβώδη, σημαδιακός, ενtριβής, αχόρταστος, πένθιμον, χθαμαλού, φαιδρόν κ.ά.

ü Ρήματα ενέργειας και κίνησης, που σχηματίζουν ομοιοτέλευτο: επροσπάθησε, εγύρισε, εδοκίμασε, εγλίστρησε κ.ο.κ.

ü Πρωτότυπα ουσιαστικά: ανακομιδάς, αμφιλύκη, πλαταγισμός, γεννοβόλια, αβασταγή, μαρσίπιον.

ü Παρομοιώσεις: φύκια είναι τα στεφάνια της, κοχύλια τα προικιά της.

ü Μεταφορές: δακρύζει από τον βράχον, αλώνι του Χάρου, κήπος της φθοράς, είχε θερίσει ο Χάρος, λάφυρα του θανάτου κ.ά.

ü Προσωποποιήσεις: οι ακτίνες εθώπευον το κοιμητήρι, μια γολέτα έκανε βόλτες, ο Χάρος ο αχόρταστος, εχόρτασε ν’ ακούη, να ξυπνά τους πεθαμένους.

ü Εικόνες: Ολόκληρο το διήγημα στηρίζεται σε εικόνες οπτικοακουστικές, στατικές και κινητικές. Χαρακτηριστικές είναι οι εικόνες που αναφέρονται στην περιγραφή του τοπίου (στην 1η ενότητα), οι εικόνες της γολέτας, της φώκιας και της Ακριβούλας (2η ενότητα), που διακρίνονται για την κινητικότητά τους, και οι εικόνες με τη μεγαλύτερη πυκνότητα της 3ης ενότητας, που είναι κυρίως ηχητικές και περιέχουν μεγάλη τραγική ειρωνεία, καθώς υπεισέρχεται και ο σχολιασμός του συγγραφέα με τη χρήση του εσωτερικού μονόλογου.

ΙΖ. Ποιητική πρόθεση

Η πρόθεση του Παπαδιαµάντη δεν αποσκοπεί στο να προβάλει τόσο το γεγονός του πνιγµού όσο, κυρίως, στο να το υποτάξει και αυτό στην ευρύτερη λογική της αφήγησης: να καταδείξει, δηλαδή, µέσα στον αέναο ρυθµό των πραγµάτων, την ταυτό­χρονη συλλειτουργία ζωής και θανάτου. Από την άπο­ψη αυτή, ο πνιγµός της Ακριβούλας, εξεταζόµενος και θεωρούµενος ως «γυµνό» γεγονός, διατηρεί την αυτονο­µία του και προβάλλεται ως δραµατική προεξοχή της συνολικής αφήγησης. Αν, όµως, ο πνιγµός θεωρηθεί, όπως και πρέπει, ως ένα επιµέρους στοιχείο της γενι­κότερης αφηγηµατικής λογικής και ιδεολογίας, αυτόµα­τα αποκτά και µια διαφορετική λειτουργία: γίνεται ή, καλύτερα, µεταβάλλεται σε ένα εύγλωττο σήµα, για να καταφανεί η ευρύτερη παπαδιαµαντική λογική των αντιφάσεων: εκεί που «παίζει» η ζωή, εκεί «παίζει» και ο θάνατος.

ΙΗ. Τελική αποτίμηση

Ο Παπαδιαμάντης στο αποκορύφωμα της πνευματικής και συγγραφικής του ωριμότητας, «παντρεύοντας» τα αντίθετα και τα αντιφατικά, απεικονίζει στο «Μοιρολόγι της φώκιας», ως απόσταγμα και του προσωπικού του βίου, το διφυές νόημα της ανθρώπινης ζωής: αγγελικό και μαύρο φωςž ζωή και θάνατος σε άρρητη συμπόρευση.

Βιβλιογραφία

  1. Παρίσης Ν., Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τρία Διηγήματα, εκδ. Μεταίχμιο
  2. Χριστόπουλος Δ., Αναλύσεις Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Τ. Β’ Πεζογραφία, εκδ. Ρώσση
  3. Στεφανίδης Γ. – Τσακρής Π., Ο λόγος των ποιητών, εκδ. Πατάκη

Πηγή : https://www.scribd.com/doc/44186120/%CE%A4%CE%BF-%CE%BC%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%86%CF%8E%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CF%82#download

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3290

Μεσσιανισμός : Θεματικοί Κύκλοι Έκθεσης Γ’ Λυκείου

ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ
Είναι η πίστη στο μελλοντικό ερχομό ενός μεσσία, δηλαδή ενός χαρισματικού ηγέτη, ενός  προσώπου με εξαιρετικές ικανότητες, που θα εμφανιστεί ως  σωτήρας  σε πολιτικό ή εθνικό επίπεδο και θα λυτρώσει το λαό ή το έθνος από τα προβλήματά του.
 
Πρόκειται για την προσδοκία της μελλοντικής έλευσης ενός σωτήρα, που θα λυτρώσει τον κάθε άνθρωπο, χωρίς ο τελευταίος να χρειάζεται να αυτενεργήσει και να διαφοροποιηθεί από τη μάζα. Κατ’ επέκταση οδηγεί τα άτομα στη μοιρολατρία και στην παθητικότητα, διαιωνίζοντας επομένως την εξουσία των κρατούντων.
Είναι μια βαθύτατα συντηρητική αντίληψη, η οποία έχει ως βασικό της χαρακτηριστικό το ότι κάθε πολίτης δεν μπορεί να επωμιστεί τις ευθύνες που απορρέουν από την κοινωνική του ένταξη, είτε γιατί δεν είναι ικανός να το επιτύχει, είτε επειδή έχει να αντιπαλέψει με υπέρτερες δυνάμεις που εύκολα θα τον συντρίψουν, είτε επειδή δεν αξίζει τον κόπο αυτή η πάλη, αφού η σωτηρία θα έρθει από μόνη της.
Έτσι αναμένει την έλευση του εγκόσμιου σωτήρα, ο οποίος είναι χαρισματικός, ή έχει τις κατάλληλες διασυνδέσεις, ώστε να μπορεί να αναλαμβάνει τις ευθύνες των άλλων. Μέχρι τη στιγμή της σωτηρίας, επομένως, απραξία , υπομονή , υποχωρήσεις ή και μικρό «βόλεμα», εφόσον αφήνεται απρόσωπα και τεχνιέντως από τη μια να πλανάται το ανέφικτο της λύσης των προβλημάτων κάτω από τις κρατούσες συνθήκες και χωρίς την έξωθεν βοήθεια και από την άλλη να υποφώσκει η υπόσχεση μιας ιδιαίτερης τύχης και μεταχείρισης εκείνου που αδρανεί και ξέρει να σκύβει υπομονετικά το κεφάλι.
 
ΑΙΤΙΑ ΕΔΡΑΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΥ
 
  Α) Στον τρίτο κόσμο
     Ο μεσσιανισμός ιδιαίτερα εμφανίζεται σε χώρες της Ανατολής, των οποίων οι κάτοικοι έχουν εθιστεί στην αναμονή της έξωθεν σωτηρίας, είτε από τη θρησκεία σε συνδυασμό με τα ανελεύθερα πολιτικά καθεστώτα – συνήθως θεοκρατικά, που επικρατούν. Αναφέρεται βεβαίως σε ανθρώπους χωρίς συγκροτημένη προσωπικότητα, στην ουσία χωρίς καθόλου πρόσωπο, αφού στη θέση του κυριαρχεί το ομοιόμορφο προσωπείο που μοιράζουν οι εξουσίες. Στηρίζεται στην καλλιέργεια του φόβου απέναντι σε κάτι συντριπτικά ισχυρότερο σ’ αυτή ή στην άλλη ζωή. Η εμφάνιση του μεσσιανισμού οφείλεται στην αμάθεια και στις προκαταλήψεις των ανθρώπων που σκόπιμα συντηρούνται και διαρκώς τροφοδοτούνται στις περιπτώσεις λαών, όπως αυτοί που αναφέρθηκαν.
 
Β) Στο δυτικό κόσμο
Η εμφάνιση του μεσσιανισμού οφείλεται:
·        Στην αμάθεια και στις προκαταλήψεις των ανθρώπων.  Όπως στην περίπτωση των χωρών της ανατολής απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η αμάθεια του λαού και ο εγκλωβισμός του σε προκαταλήψεις, έτσι και στο δυτικό κόσμο οι μεσσιανικές αντιλήψεις βρίσκουν πρόσφορο έδαφος σε πληθυσμούς με επιφανειακή γνώση , με αποδυναμωμένη κριτική ικανότητα, που αναζητούν το μέλλον τους σε αστρολόγους , μέντιουμ και διαφόρους «γκουρού» . Έτσι πολλών ειδών «μεσσίες» , από πολλούς χώρους ( τον αθλητικό, το χώρο της μόδας, της τεχνολογίας, της τέχνης, εκτός από τους παραδοσιακούς της πολιτικής και της θρησκείας) διαγκωνίζονται να εγγυηθούν ένα καλύτερο αύριο βυθίζοντας τους αφελείς περισσότερο στην πλάνη τους και καθιστώντας τους έρμαια δεκτικά σε κάθε είδους εκμετάλλευση.
·        Στην τάση των ανθρώπων να αναζητούν τη λύση των προβλημάτων τους, στηριζόμενοι στις ικανότητες ενός χαρισματικού ηγέτη.
·        Στην παθογένεια του εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο αδυνατεί να δημιουργήσει ισχυρή προσωπικότητα στους μαθητές. Έτσι δεν  μπορούν να βιώσουν τον εαυτό τους ως ενεργητικό φορέα των δυνατοτήτων τους και καθίστανται ευάλωτοι σε:
 Ηγεσίες που επιδιώκουν την πολιτική αναρρίχηση μέσω της χειραγώγησης των πολιτών και της συνακόλουθης εξαπάτησής τους.
 Θρησκευτικές αντιλήψεις που προωθούν ηγέτες από τον αντίστοιχο χώρο.
·         Στην έλλειψη πολιτικής συνείδησης και συμμετοχικών δημοκρατιών. Η ανασφάλεια  του ανώριμου και μη συνειδητοποιημένου πολιτικά ατόμου, που δε βασίζεται στις δυνατότητές του και κυρίως στη δύναμη της συλλογικής προσπάθειας για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του, υποθάλπει συστηματικά το μεσσιανισμό.
·         Στην  αρνητική λειτουργία της πολιτικής ζωής, στην οποία κυριαρχούν:
T   Η προσωπική ιδιοτέλεια,
T  Ο αρχηγισμός και η αρχομανία,
T  Η δημαγωγία και ο λαϊκισμός και
T  Η υπέρμετρη φιλοδοξία των ηγετών.
·        Στην άσκηση πατερναλιστικής πολιτικής, η οποία αναθρέφει πολίτες- νήπια, που αδυνατούν να κατανοήσουν το μέγεθος της προσωπικής -πολιτικής τους ευθύνης.
Στη νοθευμένη θρησκευτική συνείδηση των ανθρώπων, που αντικαθιστά τις γνήσιες, μεταφυσικές ανησυχίες τους με μοιρολατρικές στάσεις ζωής. Οι συντηρητικές θρησκευτικές τάσεις  θέτοντας διαρκώς αυστηρά όρια και πλαίσια εντός των οποίων απαρέγκλιτα οφείλει να κινείται το άτομο, αναπτύσσοντας ένα σύστημα καθηκόντων και εργασιών που πρέπει να επιτελεί , ώστε να είναι αρεστό στο θείο, συνθλίβουν κάθε δημιουργική διέξοδο και , το χειρότερο, δημιουργούν πλέγμα ευθυνών και ενοχών που το καθυποτάσσει.   Έτσι το άτομο αποδυναμωμένο αναμένει το «μεσσία» να σώσει τον κόσμο και σε ακραίες περιπτώσεις χρίζει τον εαυτό του μεσσία, φτάνοντας καμιά φορά ακόμη και την αυτοδικία (έτσι εξηγούνται περιπτώσεις «θρησκευτικών αρχηγών» ή και «αιρέσεων» ή ακόμη και «τρομοκρατών» που σπεύδουν να τιμωρήσουν τους «αμαρτωλούς» ή τους «καταπιεστές»). Αν πάλι αυτό το ενεργούμενο άτομο νομίσει ή πεισθεί πως έχει διακρίνει κάπου τον «μεσσία» τον ακολουθεί πιστά σε ό, τι του ζητήσει. Η περίπτωση της επικράτησης των ναζί στη Γερμανία δεν είναι πολύ μακριά από τα παραπάνω.
·        Στην  αίσθηση του αδιεξόδου που προκαλούν τα σοβαρά κοινωνικοοικονομικά προβλήματα. Στο αίσθημα της πίεσης που βιώνουν οι περισσότεροι άνθρωποι υπό το βάρος των παραπάνω προβλημάτων και στη συνακόλουθη αδυναμία να χαράξουν αυτοδύναμα την πορεία της ζωής τους.
·        Τα ελεγχόμενα από πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα Μ.Μ.Ε. προβάλλουν με την τεχνική του εξωραϊσμού ηγεσίες μεσσιανικού τύπου. Επιπλέον, επιδιώκουν τη συνεχή προβολή συγκεκριμένων προσώπων μέσω της μυθοποιητικής παρουσίασής τους. Ο σύγχρονος άνθρωπος που τρέχει να προλάβει τις ραγδαίες εξελίξεις , που βρίσκεται πελαγωμένος μέσα στον κυκεώνα της υπερπληροφόρησης, συχνά μην ξέροντας τι να πιστέψει και πώς να δράσει θεωρεί πιο εύκολο να αφήσει κάποιον άλλο να τον σώσει και ακολουθεί πειθήνια ένα σύγχρονο «μεσσία».
 
Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΥ.
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ
Αδρανοποιεί την κριτική στάση του ατόμου απέναντι στα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα.
 
ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ
 Δημιουργεί άτομα ανασφαλή, ψυχολογικά εξαρτημένα, χωρίς εμπιστοσύνη στις δυνατότητές τους.
 Εντείνει την εσωτερική ανασφάλεια, την αβεβαιότητα και το άγχος για το μέλλον.
 
ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΤΟΜΟΥ
Υποβιβάζει την αξία και αυτονομία του ατόμου ως ελεύθερου και αυτεξούσιου όντος, ως ανεξάρτητης προσωπικότητας, που καθορίζει τη ζωή και τις επιλογές του. Ο άνθρωπος θα απωλέσει την πίστη του στον εαυτό του και θα χαρακτηρίζεται από παθητικότητα και μοιρολατρία. Δημιουργεί δύσκαμπτες συνειδήσεις ανθρώπων, αφού αυτοί στηρίζονται σε ιδεοληψίες περί έξωθεν σωτηρίας, που ναρκοθετούν τη διάθεση συνεργασίας μεταξύ των πολιτών. Και αυτό γιατί δεν είναι λίγοι εκείνοι που αντιλαμβάνονται εγωιστικά τον εαυτό τους ως εκλεκτό, που έχει επιλεγεί για να σώσει τον εαυτό του και τους άλλους. Διαμορφώνει πνευματικά υποδουλωμένους  ανθρώπους, φανατικούς και μισαλλόδοξους,  που αναζητούν από τους άλλους να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί από την ένταξή τους σε μια πολιτικά οργανωμένη κοινωνία. Συνεπώς λαμβάνει χώρα η προφανής αλλοτρίωση της προσωπικότητας του ατόμου και ευνοείται η επικράτηση της μαζοποίησης.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ
 Δημιουργεί και παγιώνει μία ανώτερη κοινωνική ιεραρχία, που αποτελείται από  λίγους που αυτοχαρακτηρίζονται ηγέτες-μεσσίες, ενώ  το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα υποβιβάζεται στο ρόλο των εκτελεστικών οργάνων.
Καθιστά  δύσκαμπτες τις συνειδήσεις των ανθρώπων, αφού αυτοί στηρίζονται σε ιδεοληψίες περί έξωθεν σωτηρίας, που ναρκοθετούν τη διάθεση συνεργασίας μεταξύ των πολιτών. Και αυτό γιατί δεν είναι λίγοι εκείνοι που αντιλαμβάνονται εγωιστικά τον εαυτό τους ως εκλεκτό, που έχει επιλεγεί για να σώσει τον εαυτό του και τους άλλους.
      ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ
Δημιουργεί άβουλα, πειθήνια άτομα, υπηκόους και όχι πολίτες.  Περιστέλλει τη διάθεση συμμετοχής στα κοινά.  Το άτομο αποδέχεται την αντιδημοκρατική λειτουργία της πολιτικής, εκχωρώντας στην πολιτική ηγεσία το δικαίωμα να αποφασίζει «για το λαό», «εν ονόματι του λαού» και όχι «με το λαό».  Μαζοποιεί τους  πολίτες και τους καθιστά ευάλωτους στη συνθηματολογία, στον  κενό λόγο και στην παραπλανητική ρητορεία.   Ευνοεί την επικράτηση αυταρχικών-ολοκληρωτικών καθεστώτων ή αρχηγικών, προσωποπαγών κομμάτων. Η καλλιέργεια κλίματος πολιτικής αδράνειας  καταλύει ουσιαστικά τη δημοκρατία προετοιμάζοντας το έδαφος για την επιβολή καθεστώτων που καταπιέζουν και αντιμετωπίζουν αυταρχικά τον πολίτη. Η δημοκρατία στηρίζεται στη συμμετοχή, στο ενδιαφέρον για τα κοινά και στο κλίμα συνεργασίας μεταξύ των πολιτών ό, τι δηλαδή ακριβώς τορπιλίζεται από την επικράτηση του μεσσιανισμού. Ακόμη και η περίπτωση καλλιέργειας της αντίληψης του εκλεκτού, του «σωτήρα» που καταφεύγει στην αυτοδικία αναλαμβάνοντας το ρόλο του τιμωρού είναι τελείως αντίθετη με το δημοκρατικό φρόνημα, αφού χρησιμοποιεί βία, καταργεί τους νόμους που στηρίζουν τη δημοκρατία και υποθάλπει τη γένεση «τυράννων». Είναι επίσης προφανής η σχέση του μεσσιανισμού με το εθνικισμό, όπως και με το ρατσισμό που αποτελούν εχθρούς του δημοκρατικού πολιτεύματος
 
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
      Καλλιέργεια της τόσο βολικής υποκουλτούρας ,ώστε να επαναπαύεται και να αποπροσανατολίζεται ο λαός με τα υποκατάστατα της τέχνης ,μένοντας μακριά από τα γνήσια δημιουργήματά της που θα τον οδηγήσουν στην πνευματική του ανέλιξη. Από την άλλη , όσον αφορά τους δημιουργούς αποθάρρυνση με αποτέλεσμα την καλλιτεχνική και πολιτιστική δυσπραγία, εν αναμονή του «πεφωτισμένου» καλλιτέχνη, που θα ηγηθεί της προσπάθειας για την αναζήτηση διεξόδου από το πολιτιστικό τέλμα. 
 
 
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ ΕΞΑΛΕΙΨΗΣ ΤΟΥ ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΥ
Πρωτίστως, κρίνεται απαραίτητη η ανθρωπιστική παιδεία, που μπορεί να διαμορφώσει ελεύθερες, δημοκρατικές συνειδήσεις και αυτόνομες προσωπικότητες. Χρειάζεται ενίσχυση της παιδείας, ώστε να γίνει συνείδηση στους ανθρώπους ότι ο Μεσσίας μπορεί να αναγνωριστεί μόνο από εκείνους που έχουν ασκηθεί στην αναζήτηση του Ωραίου, του Αγαθού και του Αληθινού. Μόνο η ανθρωπιστική παιδεία μπορεί να δημιουργήσει ανθρώπους  που έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και να αναπτύσσουν πρωτοβουλίες, χωρίς να αναμένουν έξωθεν σωτήριες επεμβάσεις. Απαιτείται από το εκπαιδευτικό σύστημα, η καλλιέργεια της σκέψης, της αυτοβουλίας και υιοθέτηση κριτικής στάσης απέναντι σε κάθε μεσσιανική αντίληψη.
Ο πολίτης πρέπει να συνειδητοποιήσει το πραγματικό περιεχόμενο του μεσσιανισμού και των αρνητικών συνέπειών του. Εν τέλει, η σωτηρία έρχεται μόνο ως αποτέλεσμα προσωπικής πλήρωσης και όχι ως αποτέλεσμα αυτοπαραίτησης.
    Στην πολιτική του μεσσιανισμού,  ο «φωτισμένος» αρχηγός του κόμματος που επειδή προβάλλεται ως «ταλαντούχος» τον εμπιστευόμαστε και τον αφήνουμε να μας οδηγεί και να αποφασίζει για τις τύχες μας χωρίς εμείς να συμμετέχουμε. Στα προσωποπαγή κόμματα οι αρχηγοί συχνά προβάλλονται ως Μεσσίες. Μπορεί το ρόλο του αρχηγού –μεσσία να τον παίζει μια πολιτική ομάδα ή ακόμη και ένα κόμμα που αναλαμβάνει να δρα πριν από μας για μας.Συχνά επίσης ομάδες αναλαμβάνουν το ρόλο του τιμωρού που θεωρούν ότι «σώζουν» τον κόσμο, την πολιτική, τις αξίες ή την αξιοπρέπεια των συμπολιτών τους από αυτούς που θέλουν να τα βλάψουν. Η τρομοκρατία και ο μεσσιανισμός έχουν στενή σχέση. Απαιτείται η δημοκρατική οργάνωση της πολιτείας, που θα ευνοεί την ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης και την ανάληψη πολιτικής και κοινωνικής δράσης, ώστε να αποτρέπεται η λαϊκιστική, δημαγωγική και μεσσιανικού τύπου άσκηση της πολιτικής. Πρέπει να ενισχυθούν οι συμμετοχικοί πολιτικοί θεσμοί, που θα καθιστούν τους ανθρώπους ικανούς να σκεφτούν, να κατανοούν τις ευθύνες τους και την αξία της συμμετοχής. Η συμμετοχή του πολίτη σε συλλογικές δραστηριότητες, κρίνεται απαραίτητη ,ώστε να αντιληφθεί:
þ Τη δύναμή του, όταν ενεργοποιείται από κοινού με τους άλλους.
þ Πως τα προβλήματα αντιμετωπίζονται με συλλογικές προσπάθειες και όχι με τη μεσσιανική παρέμβαση ηγεσιών.
 Η πνευματική ηγεσία οφείλει να:
þ  Αποκαλύπτει τον πραγματικό ρόλο των ηγετών που εμφανίζονται ως μεσσίες, καθώς και τα μέσα που χρησιμοποιούν.
þ Καλλιεργεί τη δημοκρατική συνείδηση των πολιτών.
 
Ο ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ
 
  Ο μεσσιανισμός στηρίχτηκε στην πίστη μιας εκ βάθρων ανατροπής και  εκφράστηκε με τον ιουδαϊκό προφητισμό, τη Δευτέρα Παρουσία, την Αποκάλυψη, τη βασιλεία των δικαίων, την επανάσταση, ή, σήμερα πλέον, με την τεχνολογική εσχατολογία του μετανθρώπου και της βιοτεχνολογίας που, σύμφωνα με τις επαγγελίες της, θα μας προσφέρει την αθανασία! Μεσσιανικά όνειρα και προφητείες συνόδεψαν όλες τις μεγάλες ιστορικές απόπειρες ανατροπής του status quo: τις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τα εξισωτικά κοινωνικά κινήματα (κομμουνισμός), τα επεκτατικά αποικιοκρατικά ρεύματα, όπως αυτά της Δύσης μετά τον 12ο αιώνα, τα ακραία εθνικιστικά ρεύματα, όπως ο ναζισμός ή  ο σιωνισμός, που ευαγγελίζονται την κυριαρχία μιας περιούσιας φυλής και , τέλος σύγχρονα ρεύματα όπως ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός.
      Σε κάθε εποχή, τα μεγάλα μεσσιανικά ρεύματα έπαιρναν ποικίλες μορφές και εκδηλώνονταν με πολλαπλές εκφάνσεις. Ο μεσσιανισμός, στη Δύση, εκφράστηκε τόσο με τη σοβαρή θεολογική εκδοχή του, όσο και με το λαϊκό μεσσιανισμό. Οι δοξασίες για τη Δευτέρα Παρουσία χαρακτηρίζουν ολόκληρη την περίοδο του ύστερου Μεσαίωνα και της πρώτης Αναγέννησης και τροφοδοτούν τις σταυροφορίες και τις επιδρομές κατά της χριστιανικής και της ισλαμικής Ανατολής. Λόγιος και λαϊκός, ο μεσσιανισμός θα καταλήξει στην πίστη για τη μεσσιανική αποστολή του “λευκού δυτικού ανθρώπου”.   
        Οι Ισπανοί σταυροφόροι και ιεροεξεταστές έκαψαν τους Ινδιάνους, οι Πορτογάλοι τους Απω-ασιάτες και οι Αγγλογάλλοι  αποπειράθηκαν να  “εκπολιτίσουν” τους Αφρικανούς. Η πίστη του αμερικανικού προτεσταντισμού στη μεσσιανική αποστολή των Αμερικανών θα συνεχίζει να εκφράζεται πολλαπλά: από την εξολόθρευση των Ινδιάνων έως τις ατομικές βόμβες της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι και την “εξολόθρευση” των Ταλιμπάν. Η πλέον παροξυστική μορφή του ευρωπαϊκού ρατσισμού, ο ναζισμός, θα τροφοδοτηθεί από το μεσσιανικό όνειρο του χιλιετούς Ράιχ των Αρείων.
        Ο ιουδαϊκός μεσσιανισμός, η αρχέγονη μήτρα του μεσσιανισμού, για 3.000 χρόνια, θα διατηρεί την ελπίδα και την ταυτότητα ενός λαού, αρχίζοντας από τον Μωϋσή, περνώντας από τον Ησαΐα και το Δανιήλ, θα πυροδοτεί εξεγέρσεις, όπως των Μακκαβαίων και του Μπαρ Χοκμπά, φθάνοντας μέχρι τη σύγχρονη “επιστροφή” στη Σιών με την αποικιοκρατία και την πίστη στη φυλετική και πνευματική ανωτερότητα του περιούσιου λαού.
      Ο κομμουνιστικός μεσσιανισμός θα επιχειρήσει να εκκοσμικεύσει τη μεσσιανική προσδοκία και με φορέα την “καθολική τάξη” των προλεταρίων να οδηγήσει όχι πλέον στο βασίλειο του Θεού, αλλά της ισότητας επί της γης, αίροντας κάθε “πόνο και οδυρμό”. Και όλοι γνωρίζουμε, ιδιαίτερα όσοι συμμεριστήκαμε αυτό το όνειρο, τόσο τις μεγάλες κατακτήσεις (επέκταση των ελευθεριών) αλλά και τις απογοητεύσεις που έφερε αυτό το όραμα (κατάρρευση του υπαρκτού κομμουνισμού). 
        Σήμερα η ανθρωπότητα –παρόλο που συνεχίζουν να επιβιώνουν μορφές του πολιτικο-θρησκευτικού μεσσιανισμού, όπως ο ισλαμισμός– βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα μορφή μεσσιανισμού, τον τεχνολογικό. Μια και η θρησκευτική μεσσιανική προσδοκία έχει εξασθενίσει και η κοινωνική δοκίμασε ένα ισχυρότατο πλήγμα, ο νέος Μεσσίας θα είναι η τεχνολογία η οποία θα απαντήσει σε όλες τις προσδοκίες μας. Αυτός ο τεχνολογικός μεσσιανισμός θα εκφράζεται με τις προσδοκίες της έλευσης του μετανθρώπου αλλά και θα χρησιμοποιεί, για να πείσει  στοιχεία ανορθολογικά, μυστικιστικά, ή ακόμα και… γελοιογραφικά.
        Στην Αμερική, πάνω από το 50% του πληθυσμού πιστεύει στα UFO και στην παρουσία των εξωγήινων ανάμεσά μας. Ο Θεός γίνεται ένας τεχνολογικός Θεός ή μια ανώτερη νοημοσύνη που από το διάστημα “καθοδηγεί” την ανθρώπινη δραστηριότητα. Η “θρησκεία” του New Age είναι ακριβώς αυτή η απόπειρα ενός συγκρητισμού ανάμεσα στο θρησκευτικό συναίσθημα και στον τεχνολογικό μεσσιανισμό. 
       Στη σημερινή Ελλάδα, σε μια εποχή βαθύτατης κρίσης και παρακμής, δεν είναι καθόλου τυχαίο πως, απέναντι στα αδιέξοδα, αρκετοί Έλληνες στρέφονται προς την αρχαιότητα –γεγονός που θα μπορούσε να έχει και θετικές πλευρές– ενώ ορισμένοι αποπειρώνται όχι απλώς να επιστρέψουν στο “δωδεκάθεο” αλλά και να συνδυάσουν αυτή την επιστροφή με τα UFO, τους εξωγήινους και τα “διαστημόπλοια” των αρχαίων Ελλήνων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο τεχνολογικός μεσσιανισμός αποκτάει μυθολογική και… χιουμοριστική χροιά. 

Επίσης, η σημερινή δημοκρατία του Μεγάλου Αδελφού και ο φανατισμός που προωθούν οι θρησκείες παραπλανούν, αλλοιώνουν και παραμορφώνουν τα πάντα, συσκοτίζοντας ακόμη περισσότερο την θολή αλήθεια στο μυαλό της νεολαίας, ενώ θέτουν σε κίνδυνο την εύθραυστη ειρήνη στον πλανήτη μας.

Πηγή : http://filologikesidees.blogspot.gr

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3289

Επιστήμη- Τεχνολογία : Θεματικοί Κύκλοι Έκθεσης Γ’ Λυκείου

ΕΠΙΣΤΗΜΗ- ΡΟΛΟΣ /ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ

Επιστήμη είναι η ορθολογική έρευνα του επιστητού με συγκεκριμένες μεθόδους, όπως η παρατήρηση, το πείραμα, η υπόθεση και η επαγωγή, καθώς και το σύνολο των τεκμη ριωμένων γνώσεων που απορρέουν από αυτή. Οι γνώσεις οργανώνονται σε διάφορους τομείς (επιμέρους κλάδοι των επιστημών) και με αυτές οι επιστήμονες επιχειρούν να ερμηνεύσουν τα φαινόμενα της φύσης και της κοινωνίας (φυσικοθετικές και κοινωνικές επιστήμες) ή την ανθρώπινη συμπεριφορά (ανθρωπιστικές επιστήμες).

ΡΟΛΟΣ  ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Καθοριστικός είναι ο ρόλος των επιστημών στην ιστορία του ανθρώπινου γένους, για τί άλλαξαν τις συνθήκες ζωής και την πορεία του πολιτισμού. Η επιστήμη, ως συντελεστής πνευματικής απελευθέρωσης και πολιτιστικής προόδου του ανθρώπου, επιδιώκει:

  • Να κατανοήσει το κοσμικό μυστήριο και να απαντήσει στα αιώνια ερωτήματα του ανθρώπου για τη ζωή και τον κόσμο, ανακαλύπτοντας τη βέβαιη και αντικειμενική αλήθεια, αυτή που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.
  • Να διευρύνει τους πνευματικούς ορίζοντες του ανθρώπου συμβάλλοντας στην απαλλαγή του από την άγνοια, τις δεισιδαιμονίες και τις προκαταλήψεις και να απο σαφηνίσει την ανθρώπινη συμπεριφορά, συντελώντας στην αυτογνωσία και την αυτοβελτίωση.
  • Να ερμηνεύσει το φυσικό περιβάλλον και να κατανοήσει τους νόμους που διέπουν

τη λειτουργία του, συμβάλλοντας στην προστασία του και στην απελευθέρωση του        ανθρώπου από τους περιορισμούς που θέτει η φύση.

  • Να απαλλάξει τον άνθρωπο από τις ασθένειες, αυξάνοντας το μέσο όρο ζωής και βελτιώνοντας την ποιότητα της (Ιατρική, Γενετική).
  • Να εξασφαλίσει την καλυτέρευση των συνθηκών της καθημερινής ζωής και της ερ γασίας, παρέχοντας αγαθά και ανέσεις που ελαφρύνουν τη ζωή του ατόμου.
  • Να κατανοήσει τη δομή και τη λειτουργία της κοινωνίας και να συντελέσει στη βελ τίωση των θεσμών της (οικογένεια, εκπαίδευση, οικονομία, δημοκρατία κ.ά.), ώστε να ικανοποιούνται αποτελεσματικότερα οι κοινωνικές ανάγκες.

Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ

Ως ειδικός σε ένα συγκεκριμένο πεδίο της επιστημονικής έρευνας, αλλά και ευρύτερα ως πνευματικός άνθρωπος που κατευθύνει την κοινωνία, ο επιστήμονας επιβάλλεται να:

  • Αναζητά τη γνώση, διαθέτει άριστη κατάρτιση στο αντικείμενο του αλλά και ευρύτε ρη παιδεία, ώστε να αποφεύγει την πνευματική μονομέρεια.
  • Θέτει φραγμούς και όρια στην επιστημονική έρευνα με γνώμονα την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, του περιβάλλοντος και της ζωής.
  • Αναλαμβάνει την ευθύνη για την παραγόμενη γνώση. Οφείλει να αναρωτιέται σε ποιον παρέχει τη γνώση, με ποια μέσα την παράγει και για ποιο σκοπό θα χρησιμο ποιηθεί.
  • Συνεργάζεται με άλλους επιστήμονες για την επίλυση των σύγχρονων προβλημάτων σε προγράμματα που υπηρετούν την ειρήνη, την ευημερία, την υγεία και την προ στασία της φύσης, ώστε η επιστήμη να γίνεται κοινωνικό λειτούργημα.
  • Διαφωτίζει την κοινή γνώμη για τη συνετή χρησιμοποίηση των επιτευγμάτων της επι στήμης, εξηγεί τη σημασία και τους πιθανούς κινδύνους που απορρέουν από αυτά.
  • Αντιστέκεται στην κερδοσκοπία, τις οικονομικές πιέσεις και τις «σειρήνες» της δό ξας και της δημοσιότητας. Η ηθική συγκρότηση, η εντιμότητα, η αξιοπρέπεια και η συνέπεια λόγων και έργων διακρίνουν τον υπεύθυνο επιστήμονα.

—ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Η επιστημονική γνώση αποτελεί ένα ισχυρότατο όπλο στα χέρια του σύγχρονου ανθρώπου. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιστημονική πρόοδος αντί να υπηρετεί τις ανάγκες της ανθρωπότητας, προσανατολίζεται στην εξυπηρέτηση τεράστιων οικονομικών συμφερόντων ή πολιτικών σκοπιμοτήτων, με συνέπεια να παρεκκλίνει από τους ανθρωπιστικούς της σκοπούς. Φαινόμενα που πιστοποιούν την παραπάνω διαπί στωση είναι:

1. Στράτευση της επιστημονικής γνώσης σε πολεμικούς εξοπλισμούς – κίνδυνος για την ειρήνη

Η δύναμη της επιστημονικής γνώσης χρησιμοποιείται στα πλαίσια του διεθνούς ανταγωνισμού για την εξασφάλιση της υπεροπλίας. Έτσι, τα κράτη κατευθύνουν την επιστημονική έρευνα στην παραγωγή όλο και πιο φονικών όπλων μαζικής κατα στροφής, υπονομεύοντας την ειρήνη στον πλανήτη.

2.    Οικολογικό πρόβλημα

Η επιστημονική γνώση πολλαπλασιάζει την παρέμβαση του ανθρώπου στο περιβάλ λον με την αλόγιστη βιομηχανική ανάπτυξη και την υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων, με συνέπεια να διαταράσσεται η οικολογική ισορροπία.

3.    Κερδοσκοπική διαχείριση του επιστημονικού πλούτου

Σημαντικοί κίνδυνοι απορρέουν από την κερδοσκοπική διαχείριση και την οικονο μική εκμετάλλευση των επιστημονικών ανακαλύψεων, ιδιαίτερα στον τομέα της Γε νετικής. Για παράδειγμα, η εξάπλωση των γενετικά τροποποιημένων προϊόντων εξα σφαλίζει τεράστια κέρδη στις επιχειρήσεις, αλλά εγκυμονεί πιθανούς κινδύνους για την υγεία. Επιπλέον, η παραγωγή εμβρύων για «ανθρώπινα ανταλλακτικά» αποτελεί μια χαρακτηριστική ζοφερή πιθανότητα.

4.    Κλωνοποίηση

Η επιστημονική πρόοδος απελευθερώνει τρομακτικές δυνάμεις τις οποίες ο άνθρω πος αδυνατεί να τιθασεύσει. Η παρέμβαση του ανθρώπου στο έργο της φύσης (δη μιουργία ανθρώπινων κλώνων, προκαθορισμός ανθρώπινων χαρακτηριστικών κ.ά.) είναι πιθανό να έχει ανεξέλεγκτες επιπτώσεις, αφού η ανθρώπινη αλαζονεία μπορεί να ανοίξει «το κουτί της Πανδώρας» και η Νέμεση (τιμωρία) να διαδεχτεί την Ύβρη (αλαζονεία).

5.    Πολιτική εκμετάλλευση της επιστημονικής γνώσης

Η επιστημονική γνώση γίνεται συχνά όπλο χειρισμού της κοινής γνώμης (προπα γάνδα, διαφήμιση), μέσο παραβίασης των ατομικών ελευθεριών (επόπτευση ιδιωτι κής ζωής) και μέσο προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (ψυχολογικός εξανα γκασμός, βασανιστήρια κ.ά.).

6.    «Επιστήμη για την επιστήμη»/πνευματική μονομέρεια

Η επιστημονική πρόοδος αντιμετωπίζεται ως αυτοσκοπός, ενώ είναι απλώς ένα μέσο. Η αντίληψη αυτή, σε συνδυασμό με την εξειδίκευση, καθιστά τον επιστήμονα μονο μερή και τον απομονώνει από την κοινωνική ζωή και τα προβλήματα, με αποτέλεσμα να λειτουργεί περισσότερο ως επαγγελματίας παρά ως πνευματικός άνθρωπος με κοινωνική αποστολή.

ΤΡΟΠΟΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΩΝ / Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Αποτελεί, λοιπόν, επιτακτική ανάγκη για την ανθρωπότητα ο προσανατολισμός της επιστημονικής προόδου σε ανθρωπιστικούς σκοπούς, ώστε να αποφύγουμε τους παρα πάνω κινδύνους που απειλούν το μέλλον των σύγχρονων κοινωνιών. Γι’ αυτό απαιτείται:

  • Η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, η ανάδειξη και η κατανόηση των κινδύνων, εφόσον η επιστημονική πρόοδος μάς αφορά όλους.
  • Ο καθορισμός των ορίων και των μέσων της επιστημονικής έρευνας από τη δημο κρατική πολιτεία και τους διεθνείς οργανισμούς με τη θέσπιση διεθνούς νομοθετι κού πλαισίου, που θα διασφαλίζει τον αυστηρό έλεγχο των ερευνητικών κέντρων και τη διαφάνεια.
  • Η πολιτική βούληση των κυβερνήσεων και η διεθνής συνεργασία, για να προστατευ τεί η κοινωνία από τον κίνδυνο της ανεξέλεγκτης κερδοσκοπίας των επιχειρήσεων και του τυχοδιωκτισμού ανεύθυνων επιστημόνων.
  • Η υιοθέτηση από την ίδια την επιστημονική κοινότητα δεοντολογικών κανόνων και η μέριμνα για την εφαρμογή τους στα πλαίσια των επιστημονικών ερευνών.
  • Η υπευθυνότητα του επιστήμονα και η συμμετοχή του σε προγράμματα που υπηρε τούν την ειρήνη, την προστασία του περιβάλλοντος και αποβλέπουν στην αντιμετώ πιση των παγκόσμιων προβλημάτων (υποσιτισμός, ασθένειες, πόλεμοι κ.ά.).
  • Η ολοκληρωμένη παιδεία και η ηθική συγκρότηση του επιστήμονα: εντιμότητα, συ νέπεια, ανιδιοτέλεια, συναίσθηση της κοινωνικής του αποστολής.

Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ

Η ευθύνη του επιστήμονα ανάγεται σε δυο ρόλους που καλείται να διαδραμα τίσει ως ειδήμων – φορέας επιστήμης και ως πνευματικός άνθρωπος. Οι επιλο γές του και η δράση του έχουν επομένως διττή κατεύθυνση, διπλή κοινωνική ευθύνη.

Α. Ως επιστήμονας

1.    Στο αντικείμενο εργασίας του / στην επιστήμη του:

  • Ανανέωση γνώσεων μέσα από αδιάλειπτη ενημέρωση.
  • Δεκτικότητα στο καινούργιο και αποφυγή απολυτότητας και δογματισμού.
  • Χρησιμοποίηση ορθολογικών μεθόδων στο επιστημονικό του έργο.
  • Πνεύμα αναζήτησης και σπόρος αμφιβολίας ως προς την ορθότητα των γνώσεων.
  • Σεβασμός στις κατακτήσεις του παρελθόντος χωρίς να αισθάνεται δέσμιος του (να τολμά, να καινοτομεί).
  • Συνεργασία και όχι ανταγωνισμός με τους συναδέλφους του.
  1. Στη χρήση των επιστημονικών πορισμάτων:
  • Να μην υπηρετεί τον πόλεμο.
  • Να συνεργεί στην αποκατάσταση της διαταραχής της οικολογικής ισορ ροπίας.
  • Να εκλαϊκεύει τις γνώσεις του και να γνωστοποιεί τους πιθανούς κινδύνους.
  • Να μην παραπληροφορεί.
  • Να αντιστέκεται στη στράτευση και στο δόγμα «επιστήμη για την επιστήμη».
  • Να μην υπηρετεί οικονομικά συμφέροντα ούτε την ανθρώπινη ματαιοδοξία (υπέρογκες υλικές απολαβές, δόξα κ.ά.).
  • Να μην παραβιάζει δικαιώματα (βλέπε «Διλήμματα του σύγχρονου επιστή μονα»).
  • Να ενημερώνεται για τους σκοπούς που επιδιώκουν να πετύχουν όσοι χρη σιμοποιούν τη γνώση του, να προβλέπει / προεικάζει.
  • Τελικά, οφείλει να προσφέρει ανυστερόβουλα τις γνώσεις του υπηρετώ ντας το καθολικό συμφέρον.

Β. Ως πνευματικός Άνθρωπος

  • Άνθρωπος μορφωμένος, με κύρος, ευαισθησία, κοινωνική προβολή.
  • Να ευαισθητοποιεί την κοινή γνώμη και να δίνει διεξόδους.
  • Να στέκεται κριτικά έναντι κάθε εξουσίας.
  • Να είναι θεματοφύλακας των ανθρώπινων δικαιωμάτων και να καταγγέλλει κάθε παραβίαση αυτών.
  • Να αγωνίζεται για την ειρήνη και την ισότητα.
  • Να διαφωτίζει και να αφυπνίζει το λαό.
  • Να στρέφει τον κόσμο στην ψυχαγωγία.
  • Να μορφώνει τον απλό πολίτη και να τον απαλλάσσει από στερεότυπα και προκαταλήψεις.
  • Να τον απεγκλωβίζει από τον καταναλωτισμό και τη μονομέρεια.
  • Να μάχεται για την επικράτηση του ανθρωπισμού, της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας.
  • Να αγωνίζεται για τη διαφύλαξη της εθνικής ταυτότητας κ.ά.

ΕΓΓΕΝΗ ΕΦΟΔΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ

  • Επειδή η επιστήμη αναπτύσσεται αλματωδώς, απαιτείται κατάρτιση και παρακολούθηση των εξελίξεων (δεν μπορεί να επαφίεται μόνο στις πανεπι στημιακές σπουδές).
  • Ανθρωπιστικό πνεύμα: για να υπηρετήσει τον άνθρωπο, οφείλει να στρέφε ται σε δράσεις που δικαιώνουν την αποστολή του ανθρώπου στη ζωή και όχι να δικαιώνει το δόγμα «επιστήμη για την επιστήμη».
  • Κριτική ματιά και ανήσυχο πνεύμα: ξεχωρίζει το αληθές από το αληθοφα νές, προχωρά σε νέες κατακτήσεις, δεν εφησυχάζει στην αυθεντία.
  • Εντιμότητα και αξιοπρέπεια: δεν υπηρετεί συμφέροντα, δεν εγκλωβίζεται στην ανθρώπινη ματαιοδοξία (καριέρα, χρήματα).
  • Ψυχική καλλιέργεια: ευγένεια, θάρρος και τόλμη («Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία»).
  • Πνεύμα συνεργασίας: η ισχύς εν τη ενώσει και διάθεση κοινωνικής προ σφοράς.
  • Λόγο υπεύθυνο, αρθρωμένο και τεκμηριωμένο: είναι ανάγκη να πείθει τον κόσμο.
  • Συνέπεια λόγων και έργων: μόνο έτσι θα κερδίσει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων.
  • Υψηλή αίσθηση καθήκοντος: απαραίτητο εφόδιο στον αγώνα για το κοινό καλό μέσα από την επιστήμη του.

Επισήμανση: Μέγιστη κοινωνική ανάγκη αποτελεί η συνειδητοποίηση ότι ο επιστήμονας δεν είναι μόνο για τα εργαστήρια, αλλά και για τη ζωή (ενεργός συμμετοχή).

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ: ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βήματα παλινόρθωσης

  • Πρώτο: Όχι απάρνηση της τεχνολογικής και επιστημονικής προόδου ούτε αναζήτηση για άλλοθι ή για «αποδιοπομπαίους τράγους», όπως π.χ. απόδοση ευθύνης στη μηχανή ή περιορισμός της έρευνας (δικτατορία στην επιστήμη).
  • Δεύτερο: Συνειδητοποίηση των δραματικών επιπτώσεων, της διάστασης και της έκτασης του προβλήματος και αντίσταση στη μοιρολατρική αποδοχή της πραγματικότητας.
  • Τρίτο: Με κριτική ματιά να εντοπίσουμε τη ρίζα της κακοδαιμονίας που συ νίσταται στη μονομέρεια της ανάπτυξης, στην ηθικοπνευματική καθίζηση.
  • Η λύση: Βαθιά μεταβολή της δομής του κοινωνικού μας συστήματος· σύνδε ση της προόδου με ποιοτικές παραμέτρους, έτσι ώστε κέντρο να αποτελεί ο άνθρωπος, η ευτυχία του.

Βιβλιογραφία

Σ.Ι Καργάκου “Θέματα Σύγχρονου Προβληματισμού”

Φ.Π. Χατζηθωμά -Π.Ν. Αλέφαντου “Εκθέσεις Ιδεών και αναλύσεις εννοιών”

Γ.Σ. Κωτσαδάμ “Εκθέσεις , Δοκίμια Σύγχρονου Προβληματισμού”

Ι.Μ. Μπαχαράκη “Θεμέλιο στην έκθεση ιδεών”

Ε. Τσουρέα “Θέματα σύγχρονου προβληματισμού-Δοκίμια”

Χ.Α. Μπάλτα “Εκθέσεις σύγχρονου προβληματισμού”

Θ. Μάνδαλος “Έκθεση-Δοκίμιο”

Ν. Καμαργιάρης-Α.Σερπάνου “Κοινός Νους”

Α.&Σ. Μητσέλος “Έκφραση΄Εκθεση”

 

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3288

“Ορέστεια”, Θέατρο “Τέχνης”, 1982


View on YouTube

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3287

Σύντομη Ιστορία της Φιλοσοφίας

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Ίωνες (Προσωκρατικοί) Φιλόσοφοι

Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία γεννήθηκε στην Ιωνία, στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, όπου άνθησαν οι κυριότερες και αρχαιότερες αποικίες. Γι’ αυτό, οι πρώτοι Έλληνες που ασχολήθηκαν με τη φιλοσοφία ονομάστηκαν Ίωνες φιλόσοφοι. Επίσης, είναι γνωστοί και ως προσωκρατικοί και ακόμη ως φυσικοί φιλόσοφοι, επειδή ασχολήθηκαν με τη φύση και οι σπουδαιότεροι από αυτούς έγραψαν βιβλία με τίτλο «Περί φύσιος».
Ο πρώτος από αυτούς ήταν ο Θαλής από τη Μίλητο, ο οποίος θεωρούσε πρώτη αρχή του σύμπαντος το νερό. Η ακμή του τοποθετείται γύρω στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Ακολουθούν ο Αναξιμένης, ο οποίος υποστήριζε ότι αρχή των πάντων ήταν ο αέρας, και ο Αναξίμανδρος, ο οποίος θεωρούσε ως αρχή των πάντων το «άπειρον». Ο Ηράκλειτος διατύπωσε τη θεωρία «της των πάντων ροής», σύμφωνα με την οποία όλα στον κόσμο μεταβάλλονται, μολονότι επιφανειακά μένουν τα ίδια. Αρχή των όντων θεωρεί τη φωτιά. Στα στοιχεία νερό, αέρα και φωτιά των παραπάνω φιλοσόφων ο Εμπεδοκλής από τον Ακράγαντα της Σικελίας πρόσθεσε και ένα τέταρτο, το χώμα, και έτσι δημιουργήθηκε η θεωρία των τεσσάρων στοιχείων (τα τέσσαρα ριζώματα), η οποία έπαιξε σημαντικό ρόλο, ιδιαίτερα στην αρχαία ιατρική. Ο Πυθαγόρας από τη Σάμο έδρασε στην Κάτω Ιταλία, όπου ίδρυσε μία πολιτικοφιλοσοφική αδελφότητα. Σημαντική θέση στη φιλοσοφία του κατείχαν οι αριθμοί. Σημαντικότατη, επίσης, υπήρξε η σχολή των Ελεατών, οι οποίοι, αντίθετα με τον Ηράκλειτο, υποστήριζαν ότι ο κόσμος μένει ενιαίος και αμετάβλητος, παρά τις φαινομενικές εξωτερικές αλλαγές. Τέλος, ο Αναξαγόρας από τις Κλαζομενές είναι περισσότερο γνωστός από την εισαγωγή της ιδέας του νου ως αιτίας της κίνησης των στοιχείων, κάτι που αντικατέστησε τις έννοιες «φιλότης» και «νείκος» του Εμπεδοκλή.
Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι για πρώτη φορά επέβαλαν την άποψη ότι όλα πρέπει να εξηγούνται με τη λογική, χωρίς τη βοήθεια της θρησκείας ή της μαγείας.

Σοφιστές

Αντικείμενο έρευνας αποτελούσε για τους φυσικούς φιλοσόφους η φύση, μέρος της οποίας ήταν και ο άνθρωπος. Στο δεύτερο όμως μισό του 5ου αι. π.Χ. οι σοφιστές και ο Σωκράτης στρέφουν το ενδιαφέρον τους στον άνθρωπο και στα προβλήματά του. Πρώτοι οι σοφιστές, με κυριότερο εκπρόσωπό τους τον Πρωταγόρα από τα Άβδηρα της Θράκης, ασχολούνται με τα προβλήματα του ανθρώπου και θέτουν τις βάσεις της ηθικής και της πολιτικής. Πολλοί από αυτούς είναι θιασώτες του δημοκρατικού πολιτεύματος, ιδιαίτερα ο Πρωταγόρας, ο οποίος δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως ο «πρώτος θεωρητικός της δημοκρατίας». Κύριο αντικείμενό τους ήταν η γλώσσα και οι διάφοροι θεσμοί της ανθρώπινης κοινωνίας. Αντίθετα με τους προσωκρατικούς, οι σοφιστές στηρίζονταν περισσότερο στα δεδομένα της εμπειρίας, ενώ η μέθοδος που χρησιμοποιούσαν ήταν η επαγωγική, δηλαδή προχωρούσαν από τα ειδικά προς τα γενικά.

Σωκράτης

Στο προοδευτικό πνεύμα που εισήγαγαν οι σοφιστές συνάντησαν τεράστια αντίδραση, ιδιαίτερα από το Σωκράτη και το μαθητή του τον Πλάτωνα. Ο Σωκράτης δεν ασχολήθηκε με τη συστηματική διδασκαλία, δε διατύπωσε κάποια σαφώς καθορισμένη φιλοσοφική θεωρία, ούτε συνέγραψε κάποιο έργο. Απλώς πλησίαζε τους νέους στην αγορά και στα γυμναστήρια, έπιανε συζήτηση μαζί τους και τους υπέβαλλε τέτοιες ερωτήσεις, οι οποίες τους επέτρεπαν να αναγνωρίσουν την άγνοιά τους. Παρ’ όλα αυτά όμως δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι δεν υπήρξε άλλος φιλόσοφος ο οποίος να άσκησε τόσο μεγάλη επίδραση στους μεταγενέστερους στοχαστές.
Ο Σωκράτης δεν είχε διαμορφωμένη διδασκαλία. Τα μόνα δόγματα που μπορούν να αποδοθούν με απόλυτη βεβαιότητα σε αυτόν είναι ο ορισμός, η έννοια, το σωκρατικό παράδοξο «ουδείς εκών κακός», το οποίο τονίζει την τεράστια σημασία της γνώσης στην ηθική πράξη, και ίσως η θέση ότι είναι προτιμότερο να αδικείσαι παρά να αδικείς.

Πλάτων

Ο Πλάτων (428/7-348/7), ο οποίος διατέλεσε μαθητής του Σωκράτη, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους όλων των εποχών, αν όχι ο μεγαλύτερος. Βέβαια το φιλοσοφικό του έργο δε χωρίζεται ρητά σε διαλεκτική ή λογική, φυσική και ηθική –μια διαίρεση που εισήγαγε λίγα χρόνια αργότερα ο μαθητής του Ξενοκράτης–, αλλά καλύπτει όλες αυτές τις περιοχές της φιλοσοφίας. Πρόκειται για το πρώτο φιλοσοφικό σύστημα, το οποίο αναφέρεται σε όλο το φάσμα της γνώσης και της πραγματικότητας, κάτι που καθιστά τον Πλάτωνα, μαζί με το μαθητή του Αριστοτέλη, ιδρυτή της μεταφυσικής του δυτικού κόσμου. Το 387 π.Χ. ίδρυσε δική του φιλοσοφική σχολή με την επωνυμία Ακαδημία. Τέλος, πρέπει να προστεθεί ότι, εκτός από κορυφαίος φιλόσοφος, υπήρξε και εξαίρετος τεχνίτης του λόγου σε τέτοιο βαθμό, ώστε μερικοί διάλογοί του να θεωρούνται λογοτεχνικά αριστουργήματα.
Μέθοδος του Πλάτωνα, όπως και του Σωκράτη, ήταν η διαλεκτική, η οποία στην αρχή νοούνταν ως διαλογική συζήτηση προς εύρεση της αλήθειας, αλλά στη συνέχεια σήμαινε την αληθή πραγματικότητα, τον κόσμο των Ιδεών. Η επιστήμη, η αληθής γνώση, δεν αποκτάται με τις αισθήσεις, αλλά μόνο με τη νόηση. Η μάθηση είναι ανάμνηση. Η Φυσική ασχολείται με τα φαινόμενα, με τον κόσμο και με τον άνθρωπο, που αποτελεί μέρος του. Αντικείμενό της αποτελεί και η κοσμική ψυχή, καθώς και η ψυχή του ανθρώπου, η οποία αποτελείται από το ανώτερο μέρος, το λογικό, και το κατώτερο, που διαιρείται σε θυμοειδές και επιθυμητικό. Στην ηθική εμπίπτουν οι πράξεις του ανθρώπου. Σκοπός αυτών των πράξεων ήταν για όλους τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους η ευδαιμονία, της οποίας όμως το νόημα διέφερε στον καθένα από αυτούς. Για τον Πλάτωνα αυτή σήμαινε την απόλυτη γνώση, στην οποία φτάνει κανείς μέσω του έρωτα. Είναι η θέαση των ιδεών, ο θεωρητικός ή φιλοσοφικός βίος.
Συνέχεια της ηθικής αποτελεί η πολιτική. Τις απόψεις του γι’ αυτήν ο Πλάτων τις παραθέτει στο σπουδαιότερο από τους διαλόγους του, την «Πολιτεία». Ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στην ολοκλήρωση της ύπαρξής του μόνο μέσα από τη ζωή της πόλης και οι πολίτες χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, τους άρχοντες-φιλοσόφους, τους φύλακες και τους δημιουργούς-χειρώνακτες.
Ο Πλάτων προσπάθησε να ξεπεράσει από τη μία τη σχετικοκρατία του Πρωταγόρα και από την άλλη την ακινησία του όντος του Παρμενίδη, αλλά ξέφυγε από τον αισθητό κόσμο σε έναν άλλο υπερβατό και έτσι έγινε ο πρώτος ιδεαλιστής φιλόσοφος.

Αριστοτέλης

Ο Αριστοτέλης (384-322/1) από τα Στάγειρα της Μακεδονίας διατέλεσε επί είκοσι χρόνια μαθητής του Πλάτωνα. Είναι ο δεύτερος μεγάλος φιλόσοφος της αρχαιότητας και υπήρξε δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ίδρυσε δική του σχολή, τον Περίπατο. Τα έργα του που μας σώθηκαν δεν προορίζονταν για το ευρύ κοινό, με άλλα λόγια δεν ήταν «δημοσιευμένα», όπως οι διάλογοι του Πλάτωνα, αλλά αποτελούσαν σημειώσεις από τα μαθήματά του. Αυτά αποτελούν σύνθεση θεωρητικής και πρακτικής δυναμικής και χαρακτηρίζονται από μεγάλο ενδιαφέρον για τα εμπειρικά φαινόμενα. Ενώ για τον Πλάτωνα η αληθής γνώση δεν είναι δυνατό να νοηθεί χωρίς τα μαθηματικά (ιδεαλισμός), ο Αριστοτέλης προσανατολίζεται προς τη φυσιογνωστική και ιστορική εμπειρία (εμπειρισμός). Η φιλοσοφία χρωστά στον Αριστοτέλη την εξέλιξή της στους επιμέρους κλάδους της. Η κυριότερη συνεισφορά του υπήρξε η θεμελίωση της Μεταφυσικής, η οποία είναι η έρευνα για το «όντως ον», με την οποία συνδέεται η αναζήτηση για το ανώτερο ον, το «θείον». Ο κόσμος δε χωρίζεται, όπως στον Πλάτωνα, σε αισθητό και νοητό, αλλά είναι ενιαίος, μία αμοιβαία ενέργεια του πνεύματος και της ύλης.
Κέντρο της κίνησης και της τάξης αυτού του κόσμου είναι ο θεός ως νόηση που νοεί τον εαυτό της (νόησις νοήσεως). Ο θεός εδώ δεν είναι δημιουργός, αλλά αυτό προς το οποίο τείνουν όλα τα πράγματα, ενώ ο ίδιος είναι ακίνητος (το ακίνητον κινούν). Η καθαρή θεωρία φέρνει τον άνθρωπο κοντά στο θείο και γι’ αυτό οι θεωρητικές επιστήμες στέκονται πάνω από την ηθική και την πολιτική, καθώς και από τις τέχνες.
Στην ηθική του πρωτεύουσα θέση κατέχει το πρόβλημα της ουσίας της αρετής, η οποία νοείται ως το μέσον ανάμεσα σε μια υπερβολή και σε μια έλλειψη. Την υψηλότερη θέση κατέχουν οι διανοητικές αρετές.
Στο «Όργανον» περιλαμβάνονται εκείνα τα έργα στα οποία ο Αριστοτέλης αναπτύσσει τη λεγόμενη «τυπική λογική» με τόσο μεγάλη ενάργεια, ώστε αργότερα ο Καντ υποστήριξε ότι αυτή μετά το Σταγειρίτη φιλόσοφο δεν έκανε καμιά πρόοδο. Σε αυτήν εξετάζεται η εσωτερική αναγκαία σχέση ανάμεσα στη σκέψη και στην ύπαρξη έτσι, ώστε η αριστοτελική κατηγορία π.χ. είναι ταυτόχρονα θεμελιώδης μορφή της σκέψης και ταυτόχρονα θεμελιώδης δομή του είναι.

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Η Στοά, φιλοσοφική σχολή των ελληνιστικών χρόνων (3ος αι. π.Χ.-2ος αι. μ.Χ.) διακρίνεται σε Αρχαία (Ζήνων, Κλεάνθης, Χρύσιππος), Μέση (Παναίτιος και Ποσειδώνιος) και Νέα Στοά (Σενέκας, Επίκτητος και Μάρκος Αυρήλιος). Οι Στωικοί ρίχνουν το βάρος στην ηθική και προτείνουν ένα υπόδειγμα ζωής. Ιδεώδες τους είναι ο σοφός ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με τη λογική, ζει σύμφωνα με τη φύση, κυριαρχεί στα πάθη του, υπομένει τον πόνο με «στωική» απάθεια και αταραξία και εξαρτά την ευδαιμονία του μόνο από την αρετή.
Άλλη φιλοσοφική σχολή των ελληνιστικών χρόνων είναι του Επίκουρου (4ος-3ος αι. π.Χ.). Η ατομιστική-ηδονιστική του ηθική στηρίζεται στο γνωσιολογικό αισθητισμό, τον οποίο ο Επίκουρος ανέπτυξε παραπέρα με βάση τον ατομισμό του Δημόκριτου. Με λογική στάθμιση των ηδονών και αυτοκυριαρχία είναι δυνατό ο σοφός να επιτύχει την αταραξία και την ψυχική ηρεμία. Οι θεοί ζουν, επίσης, σε κατάσταση αταραξίας και δεν ενδιαφέρονται για τον κόσμο και για τα ανθρώπινα.
Την ίδια περίπου περίοδο αναπτύχθηκε και ο σκεπτικισμός (Πύρρων από την ΄Ηλιδα, Τίμων από το Φλιούντα, Φίλων από τη Λάρισα, στους οποίους ενδεχομένως μπορούν να προστεθούν οι φιλόσοφοι της Ακαδημίας Αρκεσίλαος και Καρνεάδης) και αργότερα, από τον 3ο ως τον 5ο αι., ο νεοπλατωνισμός (Πλωτίνος, Πρόκλος κ.ά.).

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΑΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Κατά το μεσαίωνα αναπτύσσεται κατά κύριο λόγο η θρησκευτική φιλοσοφία και μεγάλη επίδραση επίσης ασκεί στη Δύση η φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Κυριότερη μορφή είναι ο Θωμάς Ακινάτης, φιλόσοφος και θεολόγος του 13ου αι. μ.Χ., ο οποίος άσκησε, μαζί με τον Αυγουστίνο (354-430), τη μεγαλύτερη επίδραση στην ανάπτυξη της φιλοσοφικής-θεολογικής σκέψης των επόμενων αιώνων.
Οι λόγιοι πρόσφυγες που καταφεύγουν από την Κωνσταντινούπολη στη Δύση συμβάλλουν στην αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων στην Ευρώπη. Αυτή την περίοδο η σπουδή των έργων του Αριστοτέλη υποχωρεί και τη θέση τους καταλαμβάνει ο πλατωνισμός, ιδιαίτερα στην Ιταλία με τους Τζ. Μπρούνο, Τ. Καμπανέλα κ.ά.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Στο 17ο αιώνα κυριαρχεί το ενδιαφέρον για την ανθρώπινη φύση και για τον εξωτερικό κόσμο, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο το Γαλιλαίο. Την ίδια εποχή αρχίζει να οργανώνεται η πνευματική ζωή με την ίδρυση Ακαδημιών και την καθιέρωση επιστημονικών συγκεντρώσεων.
Αυτό τον αιώνα ο Άγγλος πολιτικός και φιλόσοφος Φ. Μπέικον (1501-1626) γίνεται ο εισηγητής της πειραματικής φιλοσοφίας. Με το έργο του «Novum organum» επιχειρεί, απέναντι στην αριστοτελική-σχολαστική επιστήμη, να συντάξει μια νέα ιδέα της γνώσης και την ταξινόμηση των επιστημών. Υποστηρίζει ότι η εμπειρία είναι η βάση της επιστήμης. Η γνώση γι’ αυτόν είναι η δύναμη που ασκείται επάνω στη φύση προς όφελος του ανθρώπου. Η θεμελιώδης σύλληψη της φύσης από τον Μπέικον είναι άμεσα εξαρτημένη από τις αρχαίες ελληνικές έννοιες για τη φύση.
Ο Ντεκάρτ (1596-1650) δίνει μεγάλη βαρύτητα στη μεταφυσική. Η γνωστή του φράση «cogito, ergo sum» (σκέφτομαι, άρα υπάρχω), πάνω στην οποία στήριζε τη φιλοσοφία του, έδωσε μία αποφασιστική στροφή στη νεότερη φιλοσοφία. Ενώ αμφιβάλλει για τα πάντα, εντούτοις, αυτό δεν ισχύει για την ίδια την αμφιβολία, με άλλα λόγια για τη σκέψη. Η φράση του Ντεκάρτ «cogito, ergo cogitare est» (σκέφτομαι, επομένως υπάρχει η σκέψη) δεν αφορά στο ίδιο το είναι, αλλά στη σκέψη. Η φιλοσοφία του άσκησε τεράστια επίδραση στους μεταγενέστερους στοχαστές.
Ο Γάλλος φιλόσοφος, μαθηματικός και φυσικός Πασκάλ πίστευε ότι η βεβαιότητα του ανθρώπινου λογικού δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί μόνο με τα μαθηματικά, τα οποία αποτελούν την πιο τέλεια μέθοδο επιστημονικής σύλληψης της τάξης της φύσης. Επίσης, υποστήριζε ότι αυτά δεν μπορούν να μας προσφέρουν ασφαλή γνώση για τον άνθρωπο, την ύπαρξή του και τις πράξεις του. Τις απαντήσεις σε αυτά τα θέματα μπορούμε να τις αναζητήσουμε μόνο στη μεταφυσική.
Ο Άγγλος φιλόσοφος Χομπς (1588-1679) πρότεινε μια νομιναλιστική-ρασιοναλιστική φιλοσοφική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η σκέψη παρομοιάζεται με υπολογισμό. Τη μεγαλύτερη επίδραση άσκησε η φυσιοκρατική του θεωρία για την κοινωνία και την πολιτεία. Στη «φυσική κατάσταση» υπάρχει «πόλεμος όλων εναντίον όλων». Σε αυτόν βάζει τέλος η κρατική συνθήκη, με την οποία αρχίζει να υπάρχει το κράτος και έτσι όλοι υποτάσσονται στο σύγχρονο «Λεβιάθαν».
Ο σπουδαιότερος φιλόσοφος των Κάτω Χωρών είναι ο Μπ. Σπινόζα (1632-1677). Μπορεί να χαρακτηριστεί ως ρασιοναλιστής. Ξεκινώντας από τον Ντεκάρτ και το νεοπλατωνισμό, διατύπωσε μια πανθεϊστική θεωρία της αναγκαιότητας. Ηθικό του ιδεώδες είναι η απελευθέρωση από το ζυγό των παθών με την καθαρή ενόραση των αναγκαίων νόμων του «είναι», τους οποίους ο Σπινόζα με μία αυστηρά μαθηματική μέθοδο αντλεί από την ουσία του θεού. Σύμφωνα με αυτόν υπάρχει μόνο μία ουσία, η οποία είναι αιτία του εαυτού της, έχει αναγκαία ύπαρξη και είναι αιώνια· μέσα σ’ αυτήν υπάρχουν τα πάντα και χωρίς αυτή, δεν είναι δυνατό να νοηθεί τίποτε. Αυτή είναι ο θεός.
Ο Λάιμπνιτς (1646-1716), φιλόσοφος, μαθηματικός, φυσικός και διπλωμάτης από τη Γερμανία μπορεί να χαρακτηριστεί ως το πιο καθολικό πνεύμα του 17ου αιώνα. Στόχος του ήταν ο συμβιβασμός των αντιθέσεων τόσο στον τομέα της θρησκείας όσο και της πολιτικής. Ο ίδιος ήταν προτεστάντης, αλλά αγωνίστηκε για την ένωση των Εκκλησιών. Στη φιλοσοφία επιχείρησε τη σύνθεση της μεσαιωνικής θεολογικής σκέψης με τη σύγχρονή του φυσική επιστήμη και μηχανική. Σχεδόν συγχρόνως και ανεξάρτητα από τον Νεύτωνα, ανέπτυξε το διαφορικό και τον ολοκληρωτικό λογισμό (απειροστικός λογισμός).
Η μεγαλύτερη συνεισφορά του στη φιλοσοφική σκέψη, που οδήγησε στο διαφωτισμό, είναι η «μοναδολογία» του. Σε αυτήν προσπάθησε να ξεπεράσει τις φιλοσοφικές θέσεις του Ντεκάρτ και του Σπινόζα. Πίστευε ότι ο κόσμος είναι ένα σύστημα «αρχικών δυνάμεων» (μονάδες). Πρόκειται για έσχατες απλές ουσίες χωρίς μορφή και σχήμα, οι οποίες, ανεξάρτητα η μία από την άλλη και μη δεχόμενες καμιά εξωτερική επίδραση, αντικατοπτρίζουν τον πραγματικό κόσμο, ο οποίος περιλαμβάνει τα πιο απλά όντα, φυτά και ζώα, μέχρι και τον άνθρωπο, το λογικό ον. Στην κορυφή αυτής της σειράς βρίσκεται η θεϊκή μονάδα, ο θεός, ο οποίος δεν μπορεί να επέμβει στην πορεία της φύσης. Η θεοδικία του Λάιμπνιτς είναι οπτιμιστική: ο κόσμος που υπάρχει είναι ο καλύτερος δυνατός, το κακό που υπάρχει σ’ αυτόν εξουδετερώνεται από την αρμονία του σύμπαντος.
Ο Άγγλος Τζ. Λοκ (1632-1704) υπήρξε ο πρωτεργάτης του διαφωτισμού στη χώρα του. Είναι ο κύριος εκπρόσωπος του εμπειρισμού. Σε αντίθεση με τον Ντεκάρτ, απορρίπτει τις έμφυτες ιδέες. Η γνώση στο σύνολό της προέρχεται από την εσωτερική ή την εξωτερική εμπειρία (αίσθηση, σκέψη).
Η ηθική του Λοκ είναι ευδαιμονιστική, ενώ η φιλελεύθερη θεωρία του για την πολιτεία είναι ατομιστική. Η φιλοσοφία του άσκησε τεράστια επίδραση στο Λάιμπνιτς και στον Καντ.

Στο 18ο αιώνα, τον αιώνα του διαφωτισμού, εμπίπτει η σκέψη του Νεύτωνα, η οποία ασκεί τεράστια επίδραση στην εποχή του και αργότερα. Στο α’ μισό αυτού του αιώνα έδρασε ο Άγγλος φιλόσοφος Τζ. Μπέρκλεϊ (1684-1753), ο οποίος ίδρυσε τον υποκειμενικό ιδεαλισμό, σύμφωνα με τον οποίο οι πνευματικές μονάδες αποτελούν τη μόνη πραγματικότητα. Η φύση ως χώρος του σωματικού-αισθητού είναι κάτι το πραγματικό μόνο ως παράσταση (ιδέα) και στηρίζεται στην παράσταση του θεού. Ο θεός ως η ύψιστη πνευματική ουσία δημιουργεί τις πνευματικές μονάδες και τις παραστάσεις τους για τη φύση.
Κύριος εκπρόσωπος της φιλοσοφίας του διαφωτισμού στη Γερμανία ήταν ο Βολφ (1679-1754). Είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στη γνωστική ικανότητα του ανθρώπινου λογικού και στη σημασία της στην καθημερινή ζωή.
Στα μέσα του 18ου αιώνα τοποθετείται η ακμή του Άγγλου φιλοσόφου και ιστορικού Ντ. Χιουμ (1711-1776), του κυριότερου εκπροσώπου του αγγλικού διαφωτισμού, καθώς και του κύριου ιδρυτή του θετικισμού και του ψυχολογισμού. Η ανθρώπινη σκέψη δεν έχει, κατά το Χιουμ, τίποτε το αυτόματο. Οι ιδέες είναι «αντιλήψεις», οι οποίες γίνονται δεκτές με λιγότερο ζωντανό τρόπο. Επίσης, η έννοια της ουσίας, η ιδέα του θεού και οι ηθικές ιδέες κατατεμαχίζονται από την ψυχολογική κριτική αυτού του φιλοσόφου. Η ψυχή δεν είναι τίποτε άλλο από μια «δέσμη» παραστάσεων.
Στην ίδια περίοδο βρίσκεται η ακμή του Βολταίρου, ο οποίος ασχολήθηκε με τη φύση, τον άνθρωπο και την κοινωνία, καθώς επίσης με την ιστορία και την ανεξιθρησκία. Στο ίδιο κλίμα εντάσσεται και ο Γαλλοελβετός συγγραφέας, κριτικός του πολιτισμού και φιλόσοφος Ζαν Ζακ Ρουσό (1712-1778). Όλες τις αδυναμίες που υπάρχουν στους ανθρώπους και στον κόσμο τις απέδιδε στις επιβλαβείς επιδράσεις της κοινωνίας, της επιστήμης και της τέχνης. Σημασία έχουν μόνο οι νόμοι της φύσης και της καρδιάς. Η συνείδηση είναι η μόνη αξιόπιστη σε ό,τι αφορά το καλό και το κακό. Η ύπαρξη του θεού είναι η αιτία της κίνησης και της τάξης του κόσμου, αλλά το θεό μπορούμε να τον συλλάβουμε μόνο με την καρδιά.
Στο έργο του «Κοινωνικό συμβόλαιο» ο Ρουσό υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος από τη φύση είναι ελεύθερος, αλλά η κοινωνία τον δεσμεύει με νόμους και γι’ αυτό το κράτος πρέπει να διαμορφωθεί έτσι, ώστε ο καθένας να υπακούει μόνο στον εαυτό του. Αυτό είναι δυνατό να συμβεί μόνον αν η κρατική βία είναι έκφραση του «κοινωνικού συμβολαίου».
Στα τέλη του 18ου αι. δεσπόζει η μεγάλη μορφή του Γερμανού φιλοσόφου Ι. Καντ (1724-1804), με τον οποίο ξεκινά ο γερμανικός ιδεαλισμός και η γερμανική φιλοσοφία επιτυγχάνει την παγκόσμια αναγνώριση. Το έργο του αποτελεί σημαντικό σταθμό στην ιστορία της φιλοσοφίας του δυτικού κόσμου, με κυριότερο το σύγγραμμά του «Η κριτική του καθαρού λόγου». Η κριτική όλων των θεωριών της μεταφυσικής πριν από αυτόν, την οποία χαρακτήριζε ως δογματική, όπως και η προσπάθεια στοχασμού πάνω στα θεμέλια της μεταφυσικής και της γνώσης γενικότερα, αποτελεί την πρώτη θεμελιώδη εξέταση της φιλοσοφίας του δυτικού κόσμου. Ενώ, όμως, αργότερα ο νεοκαντιανισμός θεωρεί τη φιλοσοφία του Καντ ως μια προσπάθεια ανατροπής της μεταφυσικής, σήμερα ο Καντ προβάλλει ως μεταφυσικός, μια και είχε προσπαθήσει να θέσει τις βάσεις για «κάθε μελλοντική μεταφυσική, η οποία θα μπορούσε να εμφανίζεται ως επιστήμη».
Στις αρχές του 19ου αι. παρατηρείται η ανάπτυξη της ιδεολογίας και η παρακμή της, καθώς και η εμφάνιση της εκλεκτικής πνευματοκρατίας στη Γαλλία. Η σκοτική φιλοσοφική σχολή αντιπαρατάσσει την κίνηση της «υγιούς ανθρώπινης λογικής» απέναντι στη συνδυαστική ψυχολογία του Πρίστλεϊ και στο σκεπτικισμό του Χιουμ, ενώ στην Αγγλία οι Μπένθαμ και Στιούαρτ Μιλ γίνονται εισηγητές του ωφελιμισμού, μιας φιλοσοφικής-ηθικής θεωρίας, η οποία ταυτίζει το ηθικό με το ωφέλιμο, δηλαδή με αυτό που είναι απαραίτητο για την ευημερία του ανθρώπου. Ο ωφελιμισμός έχει κριτήριο το αποτέλεσμα και όχι την ηθικότητα. Αντίθεση σε αυτό το σύστημα αποτελεί ο ρομαντισμός του Κόλριτζ και του Καρλάιλ.
Ο Γερμανός φιλόσοφος Φίχτε (1762-1814), στηριζόμενος στην υπερβατική σύνθεση του Καντ, υποστηρίζει ότι η γνώση, γενικά, πηγάζει από την καθαρή ενέργεια του «εγώ», το οποίο νοείται απολύτως. Έτσι ο κριτικός ιδεαλισμός του Καντ γίνεται υποκειμενικός. Σύμφωνα με τις τρεις αρχές της θεωρίας της επιστήμης, πρώτα το «εγώ» θέτει τον εαυτό του (θέσις), έπειτα το «μη εγώ» (αντίθεσις) και τέλος υπάρχει η σκέψη της ενέργειάς του, το «εγώ» και το «μη εγώ». Για το «καθαρό εγώ» (καθαρή θέληση) ο κόσμος δεν είναι τίποτε άλλο από αισθητοποιημένο υλικό του καθήκοντος, στο οποίο μπορεί να επιβεβαιωθεί η ηθική πράξη, οπότε το εγώ επιστρέφει στον εαυτό του.
Ο επίσης Γερμανός φιλόσοφος Χέγκελ (1770-1831) στα πρώιμα έργα του διαχωρίζει τη θέση του με το διαφωτισμό, τον Καντ και το Φίχτε. Μετά την απαλλαγή του από τη φιλοσοφική επίδραση του Σέλιγκ, παρουσιάζει στα κύρια έργα του ένα από τα σπουδαιότερα συστήματα φιλοσοφίας του δυτικού κόσμου. Βάση του κόσμου και αρχή του συστήματος αυτού του φιλοσόφου είναι το απόλυτο (ιδέα, κοσμικός λόγος, θεός), το οποίο χωρίζεται στην εξής τριάδα: 1. με την απόλυτη ιδέα «καθαυτή και για τον εαυτό της» που συνιστά αντικείμενο της Λογικής, 2. με την πραγμάτωση του απόλυτου στο «διαφορετικό» του, δηλαδή στη φύση, που αποτελεί αντικείμενο της φυσικής φιλοσοφίας και 3. το απόλυτο στην επάνοδό του από το «διαφορετικό» στον εαυτό του, δηλαδή ως πνεύμα, που αποτελεί αντικείμενο της ιστορίας του πνεύματος.
Η φιλοσοφία του Χέγκελ, με τη βοήθεια του νεοεγελιανισμού, παρέχει στη σύγχρονη σκέψη μία θεμελιώδη και αναντικατάστατη μέθοδο ανάλυσης. Αργότερα, στην αποσύνθεση του εγελιανισμού συντέλεσε η χρήση του από την αριστερά.
Πάλι στη Γερμανία, στο περιθώριο των μετακαντιανών, μπορούμε να αναφέρουμε τον Γκαίτε, το Σλάιερμάχερ, το Σοπενχάουερ κ.ά. Αυτή την εποχή στη Γαλλία αναπτύσσεται η κοινωνική φιλοσοφία του Φουριέ, ενώ στην Ιταλία ο ιταλικός ιδεαλισμός.
Στα τέλη του 19ου αιώνα και της αρχές του 20ου ο Άγγλος Τζ. Στιούαρτ Μιλ και ο Γάλλος Ογκ. Κοντ ιδρύουν το θετικισμό, σύμφωνα με τον οποίο βάση κάθε φιλοσοφίας είναι η ψυχολογία, ενώ η μοναδική πηγή γνώσης είναι η εμπειρία. Η τυπική στο θετικισμό έννοια της προόδου υπάρχει στη θεωρία του Κοντ για τα τρία στάδια της εξέλιξης της ανθρωπότητας, το θεολογικό, το μεταφυσικό και το θετικιστικό-επιστημονικό. Οι κύριοι εκπρόσωποι της εξελιξιαρχίας είναι ο Άγγλος Σπένσερ και ο Δαρβίνος.
Ο Καρλ Μαρξ την ίδια εποχή (1818-1883) δεν είχε την πρόθεση να διατυπώσει κάποια θεωρία για την οικονομία, το σοσιαλισμό ή την ιστορία της φιλοσοφίας, αλλά περισσότερο τον ενδιέφερε να ιδρύσει μία κίνηση, η οποία απέβλεπε σε μία εικόνα του ανθρώπου που θα είχε στόχο την πραγμάτωσή της με έναν ανυποχώρητο αγώνα.
Η πνευματοκρατία, σύμφωνα με την οποία το πνεύμα αναγνωρίζεται ως η μόνη πραγματικότητα, αναπτύχθηκε στη Γαλλία και βρήκε την οριστική της έκφραση στον Μπερξόν (1859-1941), ο οποίος θεωρείται ο κύριος εκπρόσωπος της «φιλοσοφίας της ζωής» (Lebensphilosophie), που συνέβαλε στη διαμόρφωση της υπαρξιακής φιλοσοφίας. Με αυτόν τον όρο εννοούμε μία περιεκτική έννοια που αναφέρεται σε φιλοσοφικές κατευθύνσεις, οι οποίες συμφωνούν στο ότι με τη λέξη «ύπαρξη» δεν εννοούμε αυτό που υπάρχει γενικά, αλλά την πραγματοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Αναπτύχθηκε από τον κλονισμό που δημιούργησε ο α’ παγκόσμιος πόλεμος και την επίδραση του Κίρκεγκορ γύρω στα 1930 και πέρασε στην πρωτοπορία όλων των φιλοσοφικών ρευμάτων. Εκπρόσωποί του είναι ο Μ. Χάιντεγκερ, του οποίου η φιλοσοφία αποτελεί μετάβαση από τη φαινομενολογία του Χούσερλ στην υπαρξιακή φιλοσοφία (το ερώτημα για την ύπαρξη του ανθρώπου προηγείται από το ερώτημα για την ουσία του), ο Κ. Γιάσπερς, ο πιο σπουδαίος υπαρξιακός φιλόσοφος μετά το Χάιντεγκερ στο γερμανόφωνο χώρο, ο Μπερντιάγιεφ, τον οποίο ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός τον οδήγησε από το μαρξισμό σε μια θρησκευτική κοσμοθεωρία, ο Ζαν Πολ Σαρτρ, κύριος εκπρόσωπος της υπαρξιακής φιλοσοφίας στη Γαλλία, κ.ά.
Ο Χούσερλ, ιδρυτής της φαινομενολογίας, επιχείρησε, ενάντια στον εμπειρισμό και τον ψυχολογισμό, να αποκαταστήσει τη φιλοσοφία ως a priori «ισχυρή επιστήμη».
Ο Γ. Τζέιμς υπήρξε ιδρυτής του πραγματισμού, ενώ ο αμερικανός Τζ. Ντιούι με βάση αυτήν τη θεωρία ερεύνησε τον κύκλο ζωής του ατόμου, ο οποίος περικλείει όλα εκείνα που είναι ωφέλιμα στον καθένα, καθώς επίσης και τον κύκλο της κοινωνίας. Από τη μεταφυσική αυτών των δύο επηρεάστηκε ο Άγγλος φιλόσοφος, μαθηματικός, κοινωνιολόγος και αντίπαλος του χριστιανισμού Ράσελ, ο οποίος στην αρχή της σταδιοδρομίας του είχε μιμηθεί τον Πλάτωνα και αργότερα κατέληξε σε ένα νεοθετικιστικό ρεαλισμό και επιστημονισμό, χωρίς όμως να κατορθώσει να ιδρύσει σχολή που να ασκήσει επίδραση.
Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι δύο κύριες φιλοσοφικές τάσεις της εποχής μας είναι η φιλοσοφία της ύπαρξης και η νεότερη μεταφυσική του όντος. Ομαδοποιήσεις, όμως, σαν και αυτή μπορεί να αποδειχθούν αυθαίρετες, επειδή τους φιλοσόφους της κάθε ομάδας τους χαρακτηρίζουν βαθιές διαφορές. Έτσι κάτω από τη «φιλοσοφία της ύλης» μπορούμε να κατατάξουμε τις θεωρίες του Ράσελ, των νεοθετικιστών καθώς και των μαρξιστών, ενώ στη «φιλοσοφία της ζωής» τις θεωρίες των Ντιούι και Κλαγκ. (..) (Βλέπε: Εγκυκλοπαίδεια «Μαλλιάρης-παιδεία» κ.α.)

Πηγή : http://www.sakketosaggelos.gr

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3285

Φιλοσοφικές Σχολές

Σχολές_φιλοσοφίας_

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3283

Ξενοφῶντος, «Κύρου Ἀνάβασις», Γ Ι 38-42

Ἄνευ γὰρ ἀρχόντων οὐδὲν ἂν οὔτε καλὸν οὔτε ἀγαθὸν γένοιτο ὡς μὲν συνελόντι εἰπεῖν οὐδαμοῦ, ἐν δὲ δὴ τοῖς πολεμικοῖς παντάπασιν. ἡ μὲν γὰρ εὐταξία σῴζειν δοκεῖ, ἡ δὲ ἀταξία πολλοὺς ἤδη ἀπολώλεκεν. ἐπειδὰν δὲ καταστήσησθε τοὺς ἄρχοντας ὅσους δεῖ, ἢν καὶ τοὺς ἄλλους στρατιώτας συλλέγητε καὶ παραθαρρύνητε, οἶμαι ἂν ὑμᾶς πάνυ ἐν καιρῷ ποιῆσαι. νῦν γὰρ ἴσως καὶ ὑμεῖς αἰσθάνεσθε ὡς ἀθύμως μὲν ἦλθον ἐπὶ τὰ ὅπλα, ἀθύμως δὲ πρὸς τὰς φυλακάς· ὥστε οὕτω γ᾽ ἐχόντων οὐκ οἶδα ὅ,τι ἄν τις χρήσαιτο αὐτοῖς, εἴτε νυκτὸς δέοι εἴτε καὶ ἡμέρας. ἢν δέ τις αὐτῶν τρέψῃ τὰς γνώμας, ὡς μὴ τοῦτο μόνον ἐννοῶνται, τί πείσονται, ἀλλὰ καὶ τί ποιήσουσι, πολὺ εὐθυμότεροι ἔσονται.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

«ἐν δὲ δὴ τοῖς πολεμικοῖς παντάπασιν»: παντάπασιν (επίρρημα) = εντελώς «ὡς μὲν συνελόντι εἰπεῖν οὐδαμοῦ»: ὡς συνελόντι εἰπεῖν = για να μιλήσω σύντομα (απόλυτο απαρέμφατο) «ἡ δὲ ἀταξία πολλοὺς ἤδη ἀπολώλεκεν»: ἀπόλλυμι και ἀπολλύω = χάνω, καταστρέφω εντελώς, φονεύω, ερημώνω ἀπόλλυμαι = χάνομαι, καταστρέφομαι «ἐπειδὰν δὲ καταστήσησθε τοὺς ἄρχοντας»: καθίσταμαι = εγκαθίσταμαι, γίνομαι καθίσταμαι τοὺς ἄρχοντας = (δι)ορίζω άρχοντες, αρχηγούς «ἢν καὶ τοὺς ἄλλους στρατιώτας συλλέγητε»: συλλέγω = συναθροίζω, συγκεντρώνω «καὶ παραθαρρύνητε»: παραθαρρύνω = ενθαρρύνω «οἶμαι ἂν ὑμᾶς πάνυ ἐν καιρῷ ποιῆσαι»: πάνυ = πολύ πάνυ ἐν καιρῷ ποιῶ = ενεργώ πολύ σωστά / κατάλληλα στην περίσταση «νῦν γὰρ ἴσως καὶ ὑμεῖς αἰσθάνεσθε»: αἰσθάνομαι = καταλαβαίνω αἰσθάνομαι + αιτιατική = ακούω, μαθαίνω, νιώθω, εννοώ «ὡς ἀθύμως μὲν ἦλθον ἐπὶ τὰ ὅπλα»: ἔρχομαι ἐπὶ τὰ ὅπλα = έρχομαι στο στρατόπεδο «ὡς μὴ τοῦτο μόνον ἐννοῶνται»: ἐννοέω-ῶ = διαννοούμαι, συλλογίζομαι, θυμάμαι ἐννοέω-ῶ + γενική = παρατηρώ ἐννοέω-ῶ + απαρέμφατο = έχω στο νου μου να ἐννοέομαι-οῦμαι = σκέφτομαι «πολὺ εὐθυμότεροι ἔσονται»: ὁ, ἡ εὔθυμος, τὸ εὔθυμον = αυτός που έχει καλή διάθεση, ο τολμηρός, ο θαρραλέος

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Χωρίς αρχηγούς λοιπόν δεν μπορεί να γίνει τίποτα ούτε ωραίο ούτε καλό, για να μιλήσω σύντομα, σε καμία περίπτωση, ιδίως δε στις πολεμικές επιχειρήσεις αυτό αποκλείεται εντελώς. Γιατί η πειθαρχία φαίνεται πως σώζει, ενώ η έλλειψη πειθαρχίας έχει καταστρέψει ως τώρα πολλούς. Αλλά αφού ορίσετε όσους αρχηγούς πρέπει, εάν συγκεντρώσετε και τους άλλους στρατιώτες και τους ενθαρρύνετε, νομίζω ότι θα ενεργήσετε πολύ σωστά / κατάλληλα στην περίσταση. Διότι τώρα ίσως και εσείς αντιλαμβάνεστε πόσο απρόθυμα ήρθαν στο στρατόπεδο, πόσο απρόθυμα και στις φρουρές. Επομένως καθώς βρίσκονται σ΄ αυτή την κατάσταση (ενν. οι άνδρες) δεν γνωρίζω σε τι θα μπορούσε κανείς να τους χρησιμοποιήσει είτε χρειαστεί κατά τη νύχτα είτε και κατά την ημέρα. Αν όμως κάποιος μεταστρέψει τις σ κέψεις τ ους, γ ια ν α μ ην σ κέφτονται μ όνο α υτό, τ ι δ ηλαδή θ α π άθουν α λλά κ αι τ ι θ α κ άνουν, θ α έ χουν π ολύ καλύτερη διάθεση (περισσότερο θάρρος).

 

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3277

Η Πλατωνική Αλληγορία του Σπηλαίου


View on YouTube

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3276

Τραγούδι των Ελληνόφωνων Χωριών της Κάτω Ιταλίας


View on YouTube

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3273

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση