Γ.Ιωάννου : Η σύγχρονη ιστορία της Θεσσαλονίκης μέσα από τα μάτια του

ΓIΩPΓOΣ ANAΣTAΣIAΔHΣ
Kαθηγητής Πολιτικής Ιστορίας στο Τμήμα Νομικής του ΑΠΘ

«Πρέπει να ζούμε και να ξαναζούμε την ιστορία μας (…). Η πόλη αυτή -η Θεσσαλονίκη- που είναι και κάτι άλλο από την Αθήνα, και εκφράζει μια άλλη περιοχή και έχει άλλη ζωή, άλλη ιστορία, άλλο πνεύμα που απορρέει από διαφορετικές ιστορικές και κοινωνικές διαδικασίες – πρέπει να γίνει περισσότερο σεβαστή από τους πνευματικούς ανθρώπους της, οι οποίοι μαζί με την υψηλή τέχνη τους, καλό είναι να διασώζουν πότε-πότε και μερικά δείγματα του παλμού της (…) Σιγά σιγά επιβάλλεται να αγγίξουμε τις πληγές μας. Να τα πούμε όλα και να τα πούμε τώρα και να μην αφήσουμε τίποτε…»

(Γ. Ιωάννου)

Η ANAΓNΩΣH των κειμένων του Γιώργου Ιωάννου (Γ. Ι.) και όχι μόνο των πεζογραφημάτων του αλλά και των συνεντεύξεων του σε περιοδικά και εφημερίδες νομίζω ότι μπορεί να αποδειχθεί πολλαπλά χρήσιμη και ερεθιστική για τον ερευνητή της σύγχρονης ιστορίας (και ιδίως της «μικρο-ιστορίας») της Θεσσαλονίκης: Τα κείμενα αυτά θέτουν επί τάπητος, ως μεθοδολογικό προαπαιτούμενο, το αίτημα μιας επαναπροσέγγισης των σχέσεων ιστοριογραφίας και λογοτεχνίας.

Ασφαλώς το λογοτεχνικό έργο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρωτογενές ιστορικό υλικό. Μπορεί όμως θαυμάσια να αξιοποιηθεί για να αντλήσουμε στοιχεία για την ατμόσφαιρα και το χρώμα της εποχής και το συγκεκριμένο βλέμμα των ανθρώπων που τη βιώνουν. Δεν θα μας «πει» π.χ. το πεζογράφημα του Γ. Ι. πότε ακριβώς και από ποιους και με ποιο σκοπό έγινε μια συγκέντρωση το 1944 στην πλατεία Αγ. Σοφίας. Θα μας δώσει όμως υλικό για να αναπλάσουμε το «κλίμα» της, τον «ήχο» και τον «απόηχό» της. Μέσα από τα κείμενα που παρέχουν το έναυσμα για μια νέα προσέγγιση, από την σκοπιά της Τοπικής Ιστορίας, στο έργο των λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης: του Γ. Βαφόπουλου, του Ν. Γ. Πεντζίκη, του Β. Βασιλικού, του Τ. Καζαντζή, του Ντ. Χριστιανόπουλου, του Ν. Μπακόλα κ.ά., αναδεικνύεται μια διαφορετική θεώρηση του παρελθόντος. Μια οπτική που το ενδιαφέρον της δεν εστιάζεται στο πολιτικό προσκήνιο και στα «έργα και τις ημέρες» των «επιφανών» της εξουσίας, αλλά στο πνεύμα και στις ουσιώδεις «λεπτομέρειες» της καθημερινής ζωής των «αφανών». Εντοπίζεται δηλ. σε περιοχές του ιστορικού βίου ζωτικές και εν τούτοις αρκετά παραμελημένες από την επίσημη ιστοριογραφία: Στις συνοικίες, στις γειτονιές, στους δρόμους, σ’ όλους τους τόπους που χρωματισμένοι με την «ιστορική βαφή» που τους κάνει να ταξιδεύουν στον χρόνο σχηματίζουν μια «άλλη» πόλη και δεν λειτουργούν ως διάκοσμος, ως ντεκόρ, αλλά ως ζωντανοί οργανισμοί που μετέχουν στο ιστορικό γίγνεσθαι, ο καθένας με το δικό του στίγμα και τη δική του «γλώσσα».

Τέλος, ο συνήθως πληκτικός και άνυδρος ιστοριογραφικός λόγος μετατρέπεται χάρις στη σμιλεμένη γραφή του Γ. Ι. σε μια διαδρομή όχι μόνο συναρπαστική αλλά και παιδαγωγική.

Προσωπικές μαρτυρίες

Ο Γ. Ι. διασώζει και αναδεικνύει, μέσα από προσωπικές μαρτυρίες και με αίσθηση της εποχής, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες στιγμές από την καθημερινή ζωή και τον σφυγμό της πόλης στις μέρες της Kατοχής, του διωγμού των Εβραίων, της απελευθέρωσης και του Εμφύλιου Πολέμου. Εύγλωττα είναι τα παρακάτω επιλεγμένα αποσπάσματα:

B «Στην πλατεία της Αγίας Σοφίας κατέληγαν όλα τα αφρισμένα ποτάμια (την ημέρα της απελευθέρωσης). Από την οδό της Αγίας Σοφίας κατέβαιναν, σαρώνοντας τις γειτονιές, τα παιδιά του Κουλέ Καφέ, του Αγίου Παύλου, της Ακροπόλεως, της Κασσάνδρου. Το Τσινάρι, Εσκί-Ντελίκ, Προφήτης Ηλίας, Διοικητήριο κατέβαιναν στη Βενιζέλου. (…) Από το Βαρδάρι πάλι ερχόταν ξυπόλητη, ρακένδυτη, πειναλέα, σπαρταρώντας από ενθουσιασμό, η Ραμόνα, η Επτάλοφος, ο Παλιός Σταθμός, η Νεάπολη, η Σταυρούπολη, ενώ αντίθετα από ανατολικά καταφτάναν μέσα σε σκόνη και αλαλαγμό, με τρομπέτες, παντιέρες, λάβαρα και χωνιά η Τούμπα – «Τούμπα – Στάλινγκραντ» έλεγαν μόνοι τους – «η Αγία Φωτεινή, η Ευαγγελίστρια, η Τριανδρία, η Καλαμαριά». («Η παραπεταμένη απελευθέρωση»: «Το δικό μας αίμα».

B «Το μπλόκο σε μας έγινε τον Απρίλη (του ’43), ο Μάρτης πέρασε μέσα στην αγωνία της αναμονής. Κάθε νύχτα καθισμένοι οι μεγάλοι γύρω από το τραπέζι του σαλονιού σιγοέψελναν μέχρι τα ξημερώματα. Eνα πρωϊνό άρχισαν να ουρλιάζουν τα μεγάφωνα ενός μαύρου αυτοκινήτου της προπαγάνδας, ιδιαίτερα μισητού (…). «Oλοι οι Εβραίοι στις πόρτες, έτοιμοι για αναχώρηση!» (…) Οι Εβραίοι ετοιμάζονταν μέσα σε απερίγραπτο πανικό. Εντούτοις όμως βρήκαν το κουράγιο να βράσουν εκείνη τη στιγμή αυγό και να ταΐσουν ένα μικρό αγόρι, 3-4 χρόνων που είχαν (…) Και μετά αγκαλιές, φιλιά, όρκοι και δάκρυα. Από κάτω το μεγάφωνο ούρλιαζε και απειλούσε …». («Το δικό μας αίμα»).

B «Από τα κάγκελα με την σαλκιμιά και τους κισσούς (του πανεπιστημιακού κτηρίου) πιανόμασταν όταν στον εμφύλιο, περνούσαν καθημερινά, το απόγευμα ιδίως, πλήθος κηδείες με στρατιωτικές μουσικές και βηματισμό, τραβώντας για την Ευαγγελίστρια. Οι μυστικοί που έζωναν τις κηδείες αλλά και οι επίσημοι μας στραβοκοιτούσαν, όμως εμείς νιώθαμε κάτι σαν λιγοθυμιά, βλέποντας τα φέρετρα με τους συνομηλίκους μας (…). Η Θεσσαλονίκη τότε ήταν η μεγαλύτερη στρατιωτική βάση της χώρας. Στρατός, χακί, παντού στρατοδικεία, μπλόκα, έρευνες, ταυτότητες, χειροβομβίδες ακόμη και νυκτερινοί βομβαρδισμοί από τα αντάρτικα κανόνια. Θυμάμαι πως μετά απ’ αυτόν τον βομβαρδισμό πήγαμε ξαγρυπνησμένοι πρωί-πρωί για μάθημα (…) Με τα ακαλαίσθητα γυμνά λαμπιόνια στην ίδια σειρά, η πόλη έμοιαζε με απέραντο χασάπικο χωρίς πελατεία …». («Το δικό μας αίμα»).

Tο έτος-κλειδί 1916

Ο Γ. Ι. αναζητεί τις ρίζες και τις συνιστώσες του πνευματικού κλίματος της πόλης. Θέλει μια πλήρη εξήγηση για την πικρή διαπίστωση που κάνει για τη σημερινή Θεσσαλονίκη: «… Τα χτίσαμε και τα τσιμεντάραμε όλα. Δεν έμειναν ανάσες. Δεν έμειναν πρασιές, ανάμεσα στα εμπορικά και δημοσιοϋπαλληλικά βολέματά μας».

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι οι περιγραφές του Γ. Ι. για την οργάνωση και την πολυσήμαντη λειτουργία ορισμένων κατηχητικών και άλλων θρησκευτικών οργανώσεων της πόλης και οι νύξεις για τις διασυνδέσεις της ηγεσίας τους με τις δυνάμεις της Κατοχής, τη δεξιά του Εμφυλίου και αργότερα με τη Δικτατορία. Ασφαλώς χρειάζεται μια ειδική διερεύνηση και, όπως σωστά επισημαίνει «… είναι σφάλμα που δεν λογαριάζεται ούτε καν εξετάζεται η επιρροή των οργανώσεων αυτών στην διαμόρφωση της σημερινής κοινωνίας».

Στο κείμενο «Θεσσαλονικέων ύπνος και ξύπνος» (: «Η πρωτεύουσα των προσφύγων») ο Γ. Ι. καταγράφει μια σειρά από αιτίες ιστορικές, κοινωνικές, ψυχολογικές που εξηγούν τη διαφορετική πολιτική σκέψη και πράξη των ανθρώπων της πόλης και τον παραγκωνισμό τους από τις θέσεις-κλειδιά της δημόσιας διοίκησης. Oπως εύστοχα παρατηρεί ο Γ. Ι. η περίοδος του 1916 όταν η Θεσσαλονίκη έγινε ουσιαστικά πρωτεύουσα του κράτους, είναι μια περίοδος που δεν την ξέρουμε καλά αν και έχει μεγάλη σημασία για την εξέλιξη και τη μοίρα του τόπου μας. Εδώ λοιπόν θα πρέπει να αναζητηθούν οι ρίζες της ανύπαρκτης ή υποβαθμισμένης συμμετοχής των Θεσσαλονικέων στη δημόσια ζωή της χώρας.

«Μετά τη θριαμβευτική αναχώρηση της κυβέρνησης του Βενιζέλου για την Αθήνα, έμεινε στη Θεσσαλονίκη σημαντικό μέρος μέσων και κατώτατων στελεχών που είχαν άλλωστε εγκατασταθεί για καλά πια εδώ στη γη αυτή της επαγγελίας ή τις «νέες χώρες» όπως τις έλεγαν οι ίδιοι (…). Αυτοί καθοδήγησαν εδώ πάνω τη διοίκηση μέχρι τον πόλεμο του ’40 κι ακόμη πιο πέρα και την οδήγησαν κατά τρόπο υποδειγματικά αυστηρό για τους γηγενείς. Οι πραγματικοί κίνδυνοι αλλά και οι άλλοι που καλλιεργούσαν προς όφελός τους αυτοί, μαζί βέβαια με τους στρατιωτικούς, τους αστυνομικούς, τους εκκλησιαστικούς, βοηθούσαν ώστε να δημιουργηθεί εδώ μια κατάσταση αυστηράδας, που όταν ξεμακρυνθείς λιγάκι και διαπιστώσεις την ελαστικότητα με την οποία εφαρμόζεται το ίδιο πράγμα στην πρωτεύουσα ή αλλού, μένεις κατάπληκτος για τη διαφορά και πιστεύω ότι αυτό το μουντό πνεύμα συνεχίζεται γι’ αυτό και έχω γράψει με κάποια υπερβολή ότι στην Αθήνα εφευρίσκονται οι νόμοι και στη Θεσσαλονίκη εφαρμόζονται (…). Η μόνιμη αυτή μιζέρια διαπότισε τον πληθυσμό της πόλης ως προς τη συμπεριφορά του, τον έκανε περιορισμένο, με ψαλιδισμένα και πολύ κοντινά όνειρα – δουλειά, σπίτι, σπουδές για τα παιδιά και κρυφές πολιτικές πεποιθήσεις. Δηλαδή ίσα ίσα να στεκόμαστε».

Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς σ’ όλη την έκταση με τις απόψεις αυτές εκείνο που χρειάζεται να τονιστεί εδώ είναι η σύγκριση, η ανταγωνιστική σχέση Αθήνας και Θεσσαλονίκης που επεξεργάζεται ως εργαλείο προσέγγισης ο Γ. Ι. Μια παράμετρος που πολύ λίγο έχει χρησιμοποιηθεί απ’ ό,τι ξέρω στην ελληνική ιστοριογραφία αν και έχει παίξει το ρόλο της ιδίως στους δύο διχασμούς.

Oσα αλλιώς θα χαθούν

Γράφοντας για τη συγκατοίκηση, τον παλιό συγχρωτισμό των ανθρώπων της πόλης ο Γ. Ιωάννου μας παραδίδει μια χαρακτηριστική εικόνα για τις καταβολές της καθημερινής Θεσσαλονίκης των προσφύγων:

«… Φέρνω τώρα στο νου μου μια συγκεκριμένη προπολεμική γειτονιά και θυμούμαι όσο μπορώ τους ανθρώπους που περιείχε. Είχε οικογένειες από τη Σμύρνη, την Πέργαμο, την Πάνορμο, τη Σηλύβρια, τη Ραιδεστό, την Κεσσάνη, τις Σαράντα Εκκλησιές, την Ανδριανούπολη (…) τη Φιλιππούπολη, τη Βάρνα, το Μοναστήρι, το Κρούσοβο, τη Γευγελή, την Κορυτσά ακόμα και το Πλοέστι. (…) Εκεί μέσα εκυοφορείτο η σημερινή Θεσσαλονίκη, η νέα μορφή της, η νοοτροπία της και ο ψυχισμός της. Μέσα σ’ εκείνα τα στριμώγματα γεννήθηκε πανίσχυρο το όνειρο της όσο το δυνατό πιο ξεχωριστής και ανεξάρτητης στέγασης και μέσα σ’ εκείνη την καταπάτηση και την ισοπέδωση των ατόμων, η ζωηρότερη επιθυμία για σπουδές και οικονομική αποκατάσταση…».

Oπως ο ίδιος παρατηρεί σχετικά με τα πεζογραφήματά του: «… δεν είναι κείμενα που προσπαθούν να δώσουν την ιστορία (…) αλλά μια μικρή καταβολή, γιατί βλέπω ότι αυτά τα πολύτιμα πράγματα πάνε να χαθούνε (…) καμμιά ιστορία δεν τα πιάνει (…). Απέφυγα με επιμέλεια κάθε ιστορικό θέμα που δεν ήταν του καιρού μου. Προσπάθησα να δω τα γεγονότα που έζησα και που δεν έπιασε ούτε ο τύπος της εποχής μου. Και δεν είναι που θα χαθούν αυτά καθ’ εαυτά, θα χαθεί και το πνεύμα της εποχής».

Επιζητώντας να εκπολιορκήσει το ανθρώπινο μυστήριο αυτής της πόλης, ο Γ. I., μέσα από μια γραφή, συχνά κινηματογραφική («…γράφοντας, σκέφτομαι, πλάνα» θα πει ο ίδιος) προσπαθεί να αιχμαλωτίσει τον χρόνο διότι όπως τονίζει: «…Καμιά φωτογραφία και καμιά ταινία δεν μπορεί να αποτυπώσει αυτή την παλιά μορφή της Θεσσαλονίκης και της ζωής μέσα σ’ αυτήν, όπως ένα κείμενο».

Η προσπάθεια του Γ. Ι. να αποθησαυρίσει και να προβάλει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της ιστορικής φυσιογνωμίας της Θεσσαλονίκης εφοδιάζει τους αναγνώστες του με την απαιτούμενη ευαισθησία και τους τροφοδοτεί με άφθονα ερεθίσματα για νέες ανιχνεύσεις στους δημιουργικούς δρόμους που χάραξε και άνοιξε με το έργο του.

Πηγή : http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathglobal_1_13/02/2005_1283741

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2095

Αφήστε μια απάντηση

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση