Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Δεκεμβρίου, 2017

Θεολογική ερμηνεία του Άστρου της Βηθλεέμ
Τι ήταν το αστέρι αυτό που είδαν οι Μάγοι και τους οδήγησε τελικά στον Ιησού Χριστό;
Ήταν ένα φυσικό αστέρι ή ήταν κάτι το υπερφυσικό; Όπως και πολλοί ερμηνευτές της Εκκλησίας σε πολλές περιόδους αναφέρουν, αυτό δεν πρέπει να ήταν ένα φυσικό αστέρι, διότι πρώτον άλλοτε κινούνταν και άλλοτε σταματούσε. Επίσης, πιθανότατα φαινόταν ακόμα και κατά την ημέρα, ενώ γνωρίζουμε ότι ακόμη και η Σελήνη κρύβεται από τις ακτίνες του Ηλίου. Ένας άλλος λόγος, πολύ σημαντικός, είναι ότι καθοδηγούσε τους Μάγους και μάλιστα με πολύ μεγάλη ακρίβεια. Δεν μπορεί ένα αστέρι που βρίσκεται ψηλά στο στερέωμα να υποδείξει τη θέση ενός σπιτιού και μάλιστα τον τόπο όπου βρισκόταν ένας άνθρωπος. Ο αστέρας όμως αυτός «προήγεν αυτούς έως ελθών έστη επάνω ου ήν το παιδίον» Σταμάτησε ακριβώς πάνω από το Χριστό, που σημαίνει ότι έπρεπε να έχει κατέβει πολύ χαμηλά για να μπορεί να προσδιορίσει τόπο με τόσο μεγάλη ακρίβεια.
Τι λοιπόν θα μπορούσε να είναι αυτός ο Αστέρας;
Ο πρώτος εκκλησιαστικός συγγραφεύς, ο οποίος ασχολήθηκε με το «άστρο» της Βηθλεέμ, ήταν ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (28; – 113/114 μ.Χ.). Στην προς Εφεσίους επιστολή του γράφει: «Με ποιο τρόπο έκανε φανερή την παρουσία του (ο Μεσσίας); Έλαμψε στον ουρανό ένα άστρο, του οποίου η ανείπωτη λάμψη προξένησε απορία, διότι ήταν μεγαλύτερη από των άλλων αστεριών, τα οποία παρόλο που το περιστοίχησαν, μαζί με τον Ήλιο και την Σελήνη, έλαμπαν λιγότερο από αυτό». Ο επίσκοπος Αντιοχείας και μάρτυρας της χριστιανικής πίστης υποστηρίζει, στην προαναφερθείσα επιστολή του, ότι ήταν ένα φυσικό φαινόμενο, το οποίο όμως, αφήνει να εννοηθεί, ότι η εμφάνισή του ήταν ένα Θεϊκό σχέδιο και όχι αποτέλεσμα φυσικών νόμων.
Ο Ωριγένης θεωρεί το άστρο «καινούργιο που δεν μοιάζει σε κανένα από τα συνηθισμένα(άστρα), ούτε τα απλανή, ούτε αυτά που βρίσκονται στις κατώτερες σφαίρες» Κατά Κέλσου, Α΄,LVIII, 15, σ.112, τόμ. Β΄, ΒΕΠΕΣ. O Ευσέβιος Καισαρείας σημειώνει, πως ήταν «ξένος και όχι συνηθισμένος (αστέρας), ούτε ένας από τους πολλούς και γνώριμους … αλλά από όλους πιο καινούργιος» Ευαγγελική Απόδειξη, Θ΄, Ι, 15 και Αποσπάσματα, τ. 28, σελ. 105. Ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης, ο οποίος έζησε τον 5οαιώνα, κάνει λόγο για την «βοήθεια του αστέρα στο οδήγημα των Μάγων», ο οποίος αστέρας «ακολουθούσε νέα παράδοξη τροχιά» ακριβώς για να επιτελέσει τον σκοπό του που ήταν η άφιξη των Μάγων στο μέρος που βρίσκονταν ο νεογέννητος Χριστός P.G. 78, A΄ Επιστολή, 396.
Άλλοι Πατέρες, προχωρώντας ακόμα πιο πέρα, επειδή σύμφωνα με τα όσα λέει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, το άστρο κινούνταν με λογικό τρόπο, αφού συγχρονίζονταν με την στάση και την πορεία των Μάγων, εκτός από την αποδοχή πως πράγματι το αστέρι αυτό ήταν κάτι το καινούργιο, το θεωρούν κατ’ ουσία μία θεία δύναμη η οποία ενδύεται την αστρική μορφή της. Η δύναμη αυτή, λένε, δεν μπορεί παρά να είναι άγγελος.
Αυτό ακριβώς σημειώνει στα υπέροχα έπη του, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, τα οποία δυστυχώς δεν έτυχαν της αναγνώρισης που τους έπρεπε, λόγω του δύσκολου αρχαϊκού μέτρου που χρησιμοποιούσε ο μεγάλος αυτός Πατέρας:
«Ας σωπάσει για την μεγάλη δόξα του Θεού ο άγγελος αστέρας
ο οποίος οδήγησε τους μάγους από την Ανατολή στην πόλη,
όπου ο Χριστός, γιος ανθρώπου αλλά άφθαρτος στον χρόνο έλαμψε:
γιατί δεν ήταν κάποιος από αυτούς για τους οποίους μίλησαν
οι Αστρολόγοι, αλλά ξένος που δεν είχε προηγουμένως εμφανιστεί» P.G.38, 463.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (344 – 407 μ.Χ.) στην έκτη ομιλία του στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, γράφει: «Διότι βεβαίως δεν ήταν αυτό ένα από τα πολλά άστρα, μάλλον δεν ήταν καν άστρο, όπως εγώ τουλάχιστον νομίζω, αλλά κάποια αόρατη δύναμη που πήρε αυτή την μορφή».
Στη συνέχεια, αναπτύσσει τέσσερα λογικά επιχείρηματα, με τα οποία υποστηρίζει, ότι δεν επρόκειται περί άστρου, αλλά για μία υπερφυσική δύναμη: «Έδινε την εντύπωση αυτή, (ότι ήταν υπερφυσικό φαινόμενο) πρώτον, από την πορεία του. Διότι δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρχει κάποιο άστρο που να ακολουθεί αυτήν την οδό· αλλά κι αν ακόμα αναφέρεις τον Ήλιο ή την Σελήνη, ή όλα τα άστρα, τα βλέπουμε να ακολουθούν πορεία από τα ανατολικά προς τα δυτικά· αυτό όμως κατευθυνόταν από βορρά προς νότο· διότι αυτή είναι η θέση της Παλαιστίνης σε σχέση με την Περσική χώρα.
Δεύτερον, αυτό είναι δυνατόν να το αντιληφθεί κανείς και από το χρονικό διάστημα (της εμφάνισής του). Δηλαδή δεν φαινόταν κατά την νύκτα, αλλά μέρα-μεσημέρι, ενώ έλαμπε ο Ήλιος· πράγμα το οποίο δεν είναι χαρακτηριστικό της δύναμης ενός άστρου, αλλά ούτε και της Σελήνης· αυτή λοιπόν που υπερέχει τόσο πολύ απ’ όλα τα άστρα, με την εμφάνιση του ηλιακού φωτός, αμέσως κρύβεται και εξαφανίζεται. Αυτό (το άστρο) δε με την υπερβολική δική του λαμπρότητα ενίκησε ακόμη και τις ηλιακές ακτίνες, αφού αποδείχθηκε λαμπρότερο από εκείνες και έλαμψε πιο έντονα με τόσο φως.
Τρίτον, από το γεγονός ότι εμφανιζόταν και κρυβόταν ξανά. Διότι στον δρόμο προς την Παλαιστίνη φαινόταν ότι τους καθοδηγούσε· όταν όμως έφθασαν στα Ιεροσόλυμα, κρύφθηκε· έπειτα πάλι όταν άφησαν τον Ηρώδη, αφού του εξήγησαν τον λόγο για τον οποίον ήρθαν και επρόκειτο να φύγουν, εμφανίστηκε ξανά· γεγονός το οποίο δεν έχει να κάνει με την κίνηση των άστρων, αλλά με κάποια έλλογη δύναμη. Ούτε βεβαίως είχε κάποια ιδιαίτερη πορεία, αλλά όταν έπρεπε να πορευτούν αυτοί τους καθοδηγούσε· όταν έπρεπε να σταματήσουν, στεκόταν, φροντίζοντας πάντα για ό,τι ήταν αναγκαίο· όπως ακριβώς και ο στύλος της νεφέλης που έστηνε και ξεσήκωνε το στρατόπεδο των Ιουδαίων (στην πορεία τους στην έρημο), όταν χρειαζόταν.
Τέταρτον, από τον τρόπο που έδειχνε θα μπορούσε να το αντιληφθεί κανείς αυτό ξεκάθαρα. Διότι δεν έδειχνε τον τόπο μένοντας επάνω· ούτε βέβαια ήταν δυνατόν σ’ αυτούς (Μάγους) έτσι να το αντιληφθούν· αλλά το έκανε αυτό κατεβαίνοντας κάτω. Μάθετε λοιπόν ότι τόπο τόσο μικρό και όσον είναι φυσικό να κατέχει μία καλύβα, πολύ περισσότερο δε όσον τόπο είναι φυσικό να κατέχει το σώμα μικρού παιδιού, δεν ήταν δυνατόν και σε άστρο ακόμη να το γνωρίζει. Επειδή βεβαίως ήταν άπειρο το ύψος, δεν μπορούσε έτσι να επισημάνει τόπο στενό και να τον κάνει γνωστό σε όσους ήθελαν να τον δουν. Και αυτό μπορεί κανείς να το αντιληφθεί και από την Σελήνη, η οποία αν και υπερτερεί τόσο από τα άστρα, σ’ όλους που κατοικούν στην οικουμένη, και που είναι διασκορπισμένοι σε τόσο μεγάλο γεωγραφικό πλάτος, σ’ όλους φαίνεται ότι είναι κοντά. Πως λοιπόν το άστρο, πες μου, έδειχνε τόπο τόσο στενό της φάτνης και της καλύβας, εάν δεν κατέβαινε κάτω, αφήνοντας το ύψος εκείνο, και δεν στεκόταν πάνω από το κεφάλι του παιδιού; Αυτό βεβαίως υπονοώντας και ο ευαγγελιστής έλεγε: «ιδού, το άστρο οδήγησε αυτούς, μέχρις ότου ήλθε και στάθηκε πάνω από το σημείο όπου ήταν το παιδί».
Την άποψη αυτή του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, περί υπερβατικότητας δηλαδή του «άστρου» της Βηθλεέμ, υπεστήριξαν ο Καισάριος (; – 365 μ.Χ.), ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (328 – 390 μ.Χ.), συμφώνως προς τον οποίο το «άστρο» ήταν άγγελος, ο επίσκοπος Ταρσού Διόδωρος (330; – 392; μ.Χ.), ο μοναχός Επιφάνιος (1015 μ.Χ.), ο άγιος Νεκτάριος μητροπολίτης Πενταπόλεως (1846 – 1920) κ.ά Επίσης, στο σύνολο σχεδόν των αποκρύφων βιβλίων της Καινής Διαθήκης υποστηρίζεται η ως άνω ερμηνεία.
Το Αραβικό απόκρυφο Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού, δέχεται πως ένας άγγελος πήρε την μορφή του άστρου και οδήγησε τους Μάγους:
«Eademque hora apparuit illis angelus in forma stellae illius quae
antea dux itineris ipsis fuerat».
δηλαδή
«Και εκείνη την ώρα εμφανίστηκε σ’ αυτούς άγγελος με την μορφή
εκείνου του αστεριού που νωρίτερα είχε γίνει σ’ αυτούς οδηγός».
Tischendorf, Evangel. infantiae, κεφ. VII, σελ. 174.
Όμοια διήγηση έχουμε και στο απόκρυφο Συριακό χειρόγραφο « S» που διηγείται πως:
«άγγελος στάλθηκε στην Περσία. Αυτός φάνηκε με τη μορφή
λαμπερού αστέρα και φώτισε όλη τη γη της Περσίας … και
ακολούθως οδήγησε τους βασιλείς της Περσίας στα Ιεροσόλυμα»
-
Peeters, Apocryphes II, Evangile de l’ Enfance, redactions
Syriaques et armenienns, Παρίσι 1914, β΄ έκδ., 1924, σελ. 3
Αλλά και η υπόλοιπη Εκκλησιαστική Παράδοση δεν μένει αμέτοχη στο ασυνήθιστο και καινοφανές αυτό γεγονός, υποστηρίζοντας πως το άστρο των Χριστουγέννων που οδήγησε της Μάγους, ήταν κάτι το ξεχωριστό και καινούργιο, μη έχοντας ουδεμία σχέση με τα υπαρκτά ουράνια σώματα. Έτσι ο υμνογράφος Κοσμάς, 8ος αιώνας, βεβαιώνει σε Χριστουγεννιάτικο τροπάριο του:
«Εξαίσιο δρόμο βλέποντας οι μάγοι,
ασυνήθιστο νέο άστρο, νεοεμφανιζόμενο,
υπερλάμποντας στον ουρανό
αποδείκνυε τον Χριστό βασιλέα,
στη γη Βηθλεέμ γεννηθέντα
για την σωτηρία μας»
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω γράφει και ο Κωνσταντίνος Καλοκύρης, καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, στο βιβλίο του «Από τον κύκλο των μεγάλων εορτών», σελ. 125, που αποτέλεσε και την κύρια πηγή του παρόντος άρθρου: «Εδώ, θα έλεγε κανείς ότι, όταν οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς και οι Υμνογράφοι ονομάζουν τον αστέρα της Βηθλεέμ «καινόν» (Ωριγένης) ή «πάντων καινότερον» Ευσέβιος δεν υπενθυμίζουν άραγε, (προλέγουν;) τις απόψεις των αστρονόμων των τελευταίων αιώνων οι οποίοι θεωρούν τον αστέρα ως ένα «nova» ή «supernova» κ.τ.π;»

Ο υπέροχος Ρωμανός ο Μελωδός στο Κοντάκιο «Η Παρθένος σήμερον» σημειώνει και αυτός πως κρύβεται κάποια δύναμη πίσω από το αστέρι, υπονοώντας βέβαια άγγελο: «αστήρ μεν εστίν εις το φαινόμενον, δύναμις δε τις προς το νοούμενον».
Εκτός βέβαια από τους Πατέρες, Εκκλησιαστικούς Συγγραφείς και Υμνογράφους και η Ορθόδοξη Τέχνη δέχτηκε το άστρο ως άγγελο. Από τις πολλές απεικονίσεις κυρίως την Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή περίοδο ενδεικτικά αναφέρομε μερικές. Το ψηφιδωτό του 8ου αιώνα στην Santa Maria in Cosmedin Ρώμηςόπου ο σκηπτούχος άγγελος στέκει μπροστά από την Παρθένο που κρατάει το βρέφος Χριστό και υποδεικνύει στους Μάγους την μητέρα και το τέκνο που αναζητούσαν (βλ. εικόνα).
Tέλος παραθέτουμε την άποψη δύο (Σ. Θεοδοσίου και Μ. Δανέζης) συγχρόνων Ελλήνων καθηγητών αστροφυσικής στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, με την οποία συνάδουμε και η οποία είναι αποδεκτή και από άλλους συγχρόνους και παλαιούς συναδέλφους τους: «Από τις μέχρι σήμερα υπάρχουσες προσπάθειες, αλλά και τις πιθανές αστρονομικές υποθέσεις για την φύση του άστρου της Βηθλεέμ, καμία εν γένει δεν φαίνεται να συμφωνεί απόλυτα με την ευαγγελική αφήγηση του Ματθαίου για το έκτακτο αυτό γεγονός. Η οποιαδήποτε προσπάθεια να δοθεί οπωσδήποτε μία επιστημονική εξήγηση δεν έχει στην ουσία κάποια σοβαρά θεμελιωμένη επιστημονική βάση και έρεισμα και σχεδόν όλες στηρίζονται σε εικασίες. Σήμερα, οι υποθέσεις για να εξηγηθεί η φύση του άστρου της Βηθλεέμ είναι πολλές και επιστημονικοφανείς, εν τούτοις μάλλον «μειώνουν» και περιθωριοποιούν τον υπερβατικό και υπερφυσικό χαρακτήρα του έκτακτου αυτού γεγονότος. Αρκετοί ορθολογιστές ερευνητές, μη θέλοντας να παραδεχθούν κατ’ ουδένα τρόπο την ύπαρξη υπερφυσικού παράγοντα στον κόσμο, καταφεύγουν σε συνδυασμούς των φυσικών-ιστορικών γεγονότων και μ’ αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να εκβιάσουν μία φυσιοκρατική ερμηνεία σε κάποιο καθαρά υπερβατικό γεγονός».
Μπορούσε αυτό το άστρο να έχει σχέση με το άκτιστο φως, όπως αυτό εμφανίσθηκε στο όρος Σινά κατά την παράδοση του Δεκαλόγου και στη Μεταμόρφωση του Χριστού; Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός σημειώνουν πως ο αστέρας της Βηθλεέμ δεν ήταν αστέρας, αλλά άγγελος Κυρίου. Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ιωσήφ Βρυέννιος θεωρεί ότι ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Οι αγγελικές δυνάμεις είναι ετερόφωτες, αντανακλούν δηλαδή το άκτιστο φως με το οποίο έρχονται σε επαφή (όπως, για παράδειγμα, ο άγγελος που βρισκόταν έξω από τον τάφο του Χριστού μετά την Ανάσταση «ην δε η ιδέα αυτού ως αστραπή και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών (Ματθ. κη’ 3). Δεν αποκλείεται, λοιπόν, ο αστέρας της Βηθλεέμ να ήταν άγγελος Κυρίου, όπως υποστηρίζουν Πατέρες της Εκκλησίας, ή απλώς να ήταν η παρουσία του άκτιστου θείου φωτός στο μοναδικό γεγονός της εναθρωπήσεως του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Υιού και Λόγου του Θεού. Ό,τι και να συνέβαινε, η παρουσία του αστέρος της Βηθλεέμ ήταν ένα υπερφυσικό γεγονός, που διηκόνησε και αυτό, όπως και όλη η κτίση, αλλά και η ανθρωπότητα το μυστήριο της Σαρκώσεως του Σωτήρος Χριστού.
Αν παρόλα αυτά κάποιος πιστός ή μη αναρωτηθεί, τι ήταν τελικά το άστρο των Χριστουγέννων που οδήγησε τους Μάγους, πιστεύουμε η καλύτερη απάντηση βρίσκεται κρυμμένη στα λόγια που χάραξε ο ποιητής μας Γιώργος Δροσίνης:
«Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
ποιος δεν το ξέρει;
Των Μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα
λάμπει τ’ αστέρι
Κι όποιος το βρη μες στ’ άλλα αστέρια
ανάμεσα και δεν το χάση
σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το
μπορεί να φθάση!»
ΠΗΓΕΣ
. 1. Από το κύκλο των μεγάλων εορτών, Κωνσταντίνου Καλοκύρη
-
Πηγαί της Χριστιανικής Αρχαιολογίας, Κωνσταντίνου Καλοκύρη
-
Καινή Διαθήκη, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδας
-
Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», Διονύσης Σιμόπουλος «Τι ήταν το άστρο της Βηθλεέμ»
-
.Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ
https://missionanatolis.wordpress.com/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Δεκεμβρίου, 2017

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
«Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Στὴ µετάφραση τῶν Ἑβδοµήκοντα ἡ λέξη «ἐκκλησία» δηλώνει τὴν σύναξη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ (Ἰσραήλ), καὶ τὴν πρωτοσυναντᾶµε κατὰ τὴν περίοδο τῆς συνάψεως τῆς Διαθήκης τοῦ Σινᾶ (βλ. Δευτ. ΛΑ´ 30: «καὶ ἐλάλησε Μωυσῆς εἰς τὰ ὦτα πάσης ἐκκλησίας τὰ ρήµατα τῆς ᾠδῆς ταύτης ἕως εἰς τέλος»). Οἱ Ἑβδοµήκοντα µεταφράζουν τὴν ἑβραϊκὴ λέξη «καχὰλ» (qahal), ἡ ὁποία περιγράφει τὴν συγκέντρωση τοῦ λαοῦ γιὰ λατρευτικὴ πράξη. Στὶς ἑβραϊκὲς γραφὲς χρησιµοποιεῖται καὶ ὁ ὅρος «ἐντὰχ» (édah), ἡ ὁποία µεταφράζεται μὲ τὸν ὅρο «συναγωγὴ» (βλ. Δευτ. Ε´ 22: «Ταῦτα τὰ ρήµατα ἐλάλησε Κύριος πρὸς πᾶσαν συναγωγὴν ὕµων ἐν τῷ ὄρει ἐκ μέσου τοῦ πυρός»). Αὐτοὶ οἱ δύο ὅροι, ἐκκλησία καὶ συναγωγή, χρησιµοποιοῦνται σχεδὸν ὡς ταυτόσηµοι στὰ κείµενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
. Εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ ὅρος ἐκκλησία, τόσο στὴν ἑλληνικὴ γραµµατεία ὅσο καὶ στὴν ἰουδαϊκή, σήµαινε συνέλευση, στὴ μὲν ἑλληνικὴ ὡς πράξη λαοῦ (τοῦ Δήµου) γιὰ νὰ ληφθοῦν ἀποφάσεις πολιτικοῦ περιεχοµένου, στὴν δὲ ἰουδαϊκὴ ὡς πράξη θρησκευτικοῦ περιεχοµένου τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
. Στὴν Καινὴ Διαθήκη τὸ περιεχόµενο τοῦ ὅρου διαφοροποιεῖται, ἕως καὶ ἀνατρέπεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀνάγει τὴν Ἐκκλησία στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Τώρα ἡ ἐκκλησία δὲν εἶναι µιὰ σύναξη, µιὰ συνέλευση, ἔστω ὅσων ἔχουν κοινὴ πίστη καὶ κοινὸ προσανατολισµό, ἀλλὰ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Κι ἐπειδὴ τὰ µέλη αὐτοῦ τοῦ σώµατος εἶναι συνδεδεµένα μὲ τὸν Χριστό, συνδεδεµένα µάλιστα μὲ ἐνέργειες ποὺ χορηγεῖ τὸ Ἅγιο Πνεύµα, γι᾽ αὐτὸ τὸ ὀνοµάζουµε µυστικὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ.
. Ἐνῶ λοιπὸν ὁ ὅρος “ἐκκλησία” στὴν ἑλληνικὴ καὶ ἰουδαϊκὴ παράδοση εἶναι εὔκολο νὰ προσδιοριστεῖ καὶ νὰ ὁριστεῖ (σύναξη ἢ συµβούλιο τοῦ Δήµου ἢ τοῦ λαοῦ τῶν πιστῶν), στὴ χριστιανικὴ παράδοση δὲν ὑπάρχει ὁρισµὸς ὅσον ἀφορᾶ στὸ περιεχόµενο τοῦ ὅρου, τουλάχιστον μέχρι τὴν ἐµφάνιση τοῦ σχολαστικισµοῦ (12ος αἰ.), γιατί μὲ τὴν εἴσοδο στὴν ἱστορία τοῦ γεγονότος τῆς Πεντηκοστῆς ἡ Ἐκκλησία γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς βιουµένη πραγµατικότητα, ἀκριβῶς γιατί ἡ σχέση τῶν πιστῶν μὲ τὸν Χριστὸ ἐνεργεῖται σὲ ὑπαρξιακὸ (ὀντολογικὸ) ἐπίπεδο καὶ ὄχι σὲ πολιτικὸ ἢ ἠθικό.
. Μὲ βάση τὰ ὅσα ἀναφέρθηκαν, θὰ µπορούσαµε νὰ θέσουµε τὸ ἐρώτηµα πῶς καὶ ποῦ γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας, πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐµεῖς ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας. Τὸ ἐρώτηµα προϋποθέτει βέβαια µιὰ ἐλεύθερη ἀπόφαση (ἢ πρόθεση) ἑκάστου πιστοῦ νὰ ζήσει τὴν πραγµατικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι γιὰ νὰ µάθει γι᾽ αὐτὴν ἀλλὰ γιὰ νὰ µετάσχει σ᾽ αὐτήν. Ἂς θυµηθοῦµε, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὅτι γιὰ ἀρκετοὺς αἰῶνες λειτουργοῦσε µιὰ «µυστηριακὴ πειθαρχία» γιὰ ὅσους µετεῖχαν στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία ἀπαγόρευε στοὺς χριστιανοὺς νὰ µιλοῦν ἢ νὰ κοινοποιοῦν στοὺς ἐκτὸς ὅ, τι ἀφοροῦσε στὰ λεγόµενα ἢ τεκταινόµενα στὶς ἱερὲς συνάξεις (βλ. Μ. Ἀθανασίου, Ἀπολογητικὸς Β, ΙΑ 2: «οὐ χρεῖ τὰ µυστήρια ἀµυήτοις τραγῳδεῖν, ἵνα µὴ Ἕλληνες μὲν ἀγνοοῦντες γελῶσι, κατηχούµενοι δὲ περίεργοι γενόµενοι σκανδαλίζωνται».
. Ἡ µονοσήµαντη ἀπάντηση στὸ ἐρώτηµα δὲν εἶναι εὔκολη, γιατί ἀπὸ πολὺ νωρὶς (3ος αἰώνας) ἐµφανίστηκαν καὶ διαµορφώθηκαν δύο τάσεις, συνήθως αὐτονοµηµένες, μέσῳ τῶν ὁποίων βιώνεται τὸ µυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ μία ἀντιλαµβάνεται τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας ὡς μία διαρκῆ ἄσκηση ποὺ ἀποβλέπει στὴν ἐσωτερικὴ κάθαρση τοῦ πιστοῦ καὶ ποὺ ἐπιτρέπει τὴν «καλὴν ἀλλοίωσιν» τῆς φύσεως (τὸν φωτισµὸ τοῦ νοὸς ἢ τῆς καρδίας), ἄσκηση ποὺ ἐνεργεῖται κατ᾽ ἐξοχὴν στὶς κοινότητες τῶν µοναχῶν καὶ ποὺ ἐµπεριέχει ἐπίσης ἕνα διαρκῆ πόλεµο ἐναντίον τῶν παθῶν καὶ τῶν δαιµονικῶν ἐνεργειῶν. Ἡ ἄλλη ἀντιλαµβάνεται αὐτὴ τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας ὡς µετοχὴ στὴν πράξη τῆς θείας Εὐχαριστίας, πράξη στὴν ὁποία γιὰ νὰ φτάσει ὁ πιστὸς χρειάζεται ἐπίσης διαρκῆ ἄσκηση, ποὺ θὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, κατάσταση ποὺ τὴν ὀνοµάζουµε «µυστήριον τῆς υἱοθεσίας».
. Οἱ δύο αὐτὲς ὁδοὶ δὲν ἔπαψαν μέχρι σήµερα συχνὰ νὰ «συγκρούονται», παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐµφανίστηκαν συνθέσεις, μὲ κορυφαῖες αὐτὲς ποὺ πρότειναν ὁ ἅγιος Μάξιµος Ὁµολογητής (6ος αἰώνας) καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαµᾶς (14ος αἰώνας), οἱ ὁποῖες συµποσοῦνται στὴν ἑξῆς μία: ἡ ὁδὸς τῆς σωτηρίας βρίσκεται στὴ σύνθεση ἀσκήσεως καὶ θείας Λειτουργίας.Ἐνδιαφέρουσα εἶναι καὶ ἡ περίπτωση τῆς συνθέσεως ποὺ ἐµφανίστηκε τὸν 11ο αἰώνα μὲ τὴν καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, σύµφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ αὐτόνοµη ἔκφραση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους μέσῳ τῆς ἄσκησης ἢ μέσῳ τῆς θεωρίας (θεολογίας) ἢ μέσῳ τῆς µετανοίας ὡς ἔµπρακτης ἀγάπης πρὸς τὸν ἑαυτό, πρὸς τὸν πλησίον καὶ πρὸς τὸν Θεό, εἰσάγει µιὰ διακινδύνευση καὶ µιὰ σύγχυση, ἐνῶ ἡ σύνθεση καὶ τῶν τριῶν αὐτῶν ἐπὶ μέρους ὁδῶν ὁδηγεῖ στὴν ἐγχρίστωση καὶ θεογνωσία.
. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ναὶ μὲν δὲν µποροῦµε νὰ ὁρίσουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κάνει περιττῶς καὶ ἐσφαλµένως ἡ σχολαστικὴ θεολογία ἔχοντας ἐπηρεάσει τὰ δογµατικά µας ἐγχειρίδια, περισσεύουν ἐν τούτοις οἱ ἀναφορὲς ποὺ τὴν περιγράφουν καὶ τὴν προσδιορίζουν. Πρόκειται γιὰ µιὰ εἰκονολογικὴ προσέγγιση βιουµένης πραγµατικότητας. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καταθέτει µερικὲς εἰκόνες ποὺ ἀναφέρονται στὴν Ἐκκλησία ὡς σχέση τῶν πιστῶν µαζί του:
α) ἄµπελος καὶ κλήµατα («Ἐγώ εἰµι ἡ ἄµπελος, ὑµεῖς τὰ κλήµατα» [Ἰωάν. ιε´ 5])
β) οἰκοδοµὴ («ἐπὶ ταύτην τὴν πέτραν [= τὴν ὁµολογία πίστεως] οἰκοδοµήσω µου τὴν ἐκκλησίαν» [Ματθ. ιϛ´ 18], καὶ ἐµµέσως «λίθον ὃν ἀπεδοκίµασαν οἱ οἰκοδοµοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας» [Ματθ. κα´ 42])
γ) ποίµνη («Ἐγώ εἰµι ὁ ποιµὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐµὰ καὶ γινώσκοµαι ὑπὸ τῶν ἐµῶν» [Ἰωάν. ι´ 14]) .
. Στὴν θεολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου θὰ ἐπαναληφθεῖ ἡ εἰκόνα τῆς οἰκοδοµῆς, ποὺ εἰσήγαγε ὁ Χριστός, καὶ θὰ ἀναπτυχθεῖ περισσότερο («ἐποικοδοµηθέντες ἐπὶ τῷ θεµελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐν ᾧ πᾶσα ἡ οἰκοδοµὴ συναρµολογουµένη αὔξει εἰς ναὸν ἅγιον ἐν Κυρίῳ ἐν ᾧ καὶ ὑµεῖς συνοικοδοµεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύµατι» [Ἐφεσ. β´ 20-22]). Κυρίως ὅμως θὰ εἰσαχθεῖ καὶ θὰ ἀναπτυχθεῖ ἡ εἰκόνα τοῦ σώµατος, τοῦ ὁποίου µέλη εἶναι οἱ πιστοὶ καὶ κεφαλὴ ὁ Χριστὸς («πάντα ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ, καὶ αὐτὸν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ ἐκκλησίᾳ ἥτις ἐστὶ τὸ σῶµα αὐτοῦ, τὸ πλήρωµα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουµένου [Ἐφεσ. α´ 22]), εἰκόνα ποὺ παγιώθηκε ὡς ἀκριβέστερη ὅλων καὶ ἔγινε οἰκεία στὴν πατερικὴ θεολογία, ἡ ὁποία θεµελίωσε τὴν ἀντίληψη τοῦ µυστικοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Μάλιστα, στὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολή, συνδέοντας τὴν εἰκόνα τοῦ σώµατος μὲ τὴν γαµήλια σχέση στοὺς ἀνθρώπους, εἰσάγει καὶ τὴν εἰκόνα τῆς γαµήλιας σχέσης Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας («καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ρήµατι, ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν ἐκκλησίαν, µὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ᾽ ἵνα ᾖ ἁγία καὶ ἄµωµος» [Ἐφεσ. ε´ 26-27]).
. Σ᾽ αὐτὴ τὴν εἰκόνα τῆς γαµήλιας σχέσης Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας θὰ στηρίξει καὶ θὰ ἀναπτύξει ὁ συγγραφέας τῆς Ἀποκαλύψεως τὴν θεολογία ἑνὸς θείου ἔρωτα, σύµφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἀποστέλλει τὸν Υἱό του γιὰ νὰ λυτρώσει τὴ Γυναίκα (= Ἐκκλησία) καὶ νὰ τὴν συνάψει μὲ τὸν Νυµφίο Χριστό, ὁ ὁποῖος ὡς ἐσφαγµένο Ἀρνίο τὴν περικλείει στὴν ἀγκαλιά του καὶ ἑνώνεται µαζί της («Χαίρωµεν καὶ ἀγαλλιώµεθα καὶ δῶµεν τὴν δόξαν αὐτῷ, ὅτι ἦλθεν ὁ γάµος τοῦ ἀρνίου, καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἡτοίµασεν ἑαυτήν» [Ἀποκ. ιθ´ 7]).
«Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Στὸ προηγούμενο ὑπογραµµίσαµε ὅτι δὲν ἔχει διατυπωθεῖ ὁλοκληρωµένος ὁρισµὸς γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας – καὶ πάντως δὲν ἔχει διατυπωθεῖ ἀπὸ τὴ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση, ἀφοῦ τὸ περιεχόµενό της ἀναδυόταν µέσῳ µιᾶς βιουμένης πραγµατικότητας. Ὡστόσο, ἀναπτύχθηκε µιὰ θεολογία γιὰ τὴν προσέγγιση αὐτῆς τῆς ταυτότητας µέσῳ εἰκονολογικῆς γλώσσας ποὺ ἀντλεῖ τὸ περιεχόµενό της ἀπὸ τὸ µέλλον, ἀπὸ τὴν κατάσταση τῆς ἐρχοµένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Κυριαρχοῦσα εἰκόνα ποὺ µᾶς ἐπιτρέπει νὰ προσεγγίζουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ «σώµατος», καὶ µάλιστα µὲ τὴν ἐξειδίκευση «σῶµα Χριστοῦ». Τί θὰ µποροῦσε, λοιπόν, νὰ σηµαίνει ἡ ἔκφραση: «ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ»;
. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ διατύπωση αὐτὴ πρωτοεισάγεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὴν Α´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ τοῦ προκειµένου νὰ καταγγείλει τὶς φυγόκεντρες τάσεις ποὺ ἐµφανίζονταν στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν, ἰδιαίτερα στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη, τονίζοντας ὅτι: «Ὑµεῖς δὲ ἐστε σῶµα Χριστοῦ καὶ µέλη ἐκ µέρους» (Α´ Κορ. ιβ´ 17), ἀφοῦ προηγουµένως ἔχει ἐπισηµάνει: «ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶµα οἱ πολλοὶ ἐσµεν οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου µετέχοµεν» (Α´ Κορ. ι´ 17). Ἕνα ἔτος ἀργότερα θὰ ἐπεξεργαστεῖ αὐτὴ τὴν εἰκόνα, ὅσον ἀφορᾶ στὴν Ἐκκλησία, στὴν πρὸς Ρωµαίους ἐπιστολή: «καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη. ἔχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι». (Ρωµ. ιβ´ 4-8), ἀναπτύσσοντας τὴν ἱεραρχικὴ καὶ χαρισµατικὴ δοµὴ τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειτουργηµάτων, ποὺ ναὶ µὲν ἀναδεικνύουν τὴν ἑτερότητα, διασώζουν ὅμως τὴν ἑνότητα.
. Ἡ πληρέστερη ὅμως περιγραφὴ τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ ἀναπτύσσεται στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολή. Ἐκεῖ, ἀφοῦ θεµελιώσει τὴν ἑνότητα τῶν µελῶν τοῦ σώµατος στὴ µία καὶ µοναδικὴ πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλεῖται («εἷς Κύριος, µία πίστις, ἓν βάπτισµα, εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ὑµῖν»), ἀφοῦ ἐπίσης ἀναδείξει τὴν ἑτερότητα ἑνὸς ἑκάστου τῶν πιστῶν («ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡµῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ µέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ»), ἀφοῦ ἐπίσης ὑπογραµµίσει τὴ διάκριση τῶν λειτουργηµάτων («Καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς µὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιµένας καὶ διδασκάλους»), κορυφώνει τὴν περιγραφὴ γιὰ νὰ δηλώσει τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας («πρὸς τὸν καταρτισµὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδοµὴν τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ, µέχρι καταντήσωµεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς µέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώµατος τοῦ Χριστοῦ»). Γι᾽ αὐτὸ καὶ µπορεῖ τώρα νὰ εἰσαγάγει τὸ στοιχεῖο ἐκεῖνο ποὺ ἀνάγει τὴν Ἐκκλησία σὲ θεῖο γεγονός, ἀφοῦ ἀντλεῖ τὴν ὕπαρξή της καὶ τὴν ἑνότητά της ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος τῶν πιστῶν («ἀληθεύοντες δὲ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός, ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶμα συναρμολογούμενον καὶ συμβιβαζόμενον διὰ πάσης ἁφῆς τῆς ἐπιχορηγίας κατ᾽ ἐνέργειαν ἐν μέτρῳ ἑνὸς ἑκάστου μέρους τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος ποιεῖται εἰς οἰκοδομὴν ἑαυτοῦ ἐν ἀγάπῃ» (βλ. Ἐφεσ. δ´ 4-16 passim). Στὴν ἴδια ἐπιστολὴ ἀνάγει αὐτὴ τὴ σχέση σώµατος καὶ κεφαλῆς σὲ νυµφικὴ σχέση Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας: «ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώµατος» (Ἐφεσ. ε´ 23).
. Δύο ἀκόµη ἀναφορὲς στὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ ὑπάρχουν στὴν πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολή, οἱ ὁποῖες κατ᾽ οὐσίαν ἀποτελοῦν ἐπαναλήψεις ὅσων ἀναπτύχθηκαν στὶς προηγούµενες καταγραφές, ἴσως ἐµφαντικότερα, µιᾶς καὶ ἔχουν ἀποφθεγµατικὸ χαρακτήρα: α) «Καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τῆς ἐκκλησίας» (Κολ. α´ 18), καὶ β) « Νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία» (Κολ. ι´ 24).
. Σύµφωνα µὲ τὴ θεολογία τοῦ Παύλου, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα γεγονός, µιὰ κατάσταση ποὺ συµβαίνει. Ἔρχεται ἀπὸ τὴν αὐγὴ τῆς ἱστορίας, δρᾶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ, καὶ πορεύεται πρὸς τὰ ἔσχατα ἔρχεται ἀπὸ τὴν πρώτη βούληση τοῦ Θεοῦ («ποιήσωµεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡµετέραν καὶ καθ᾽ ὁµοίωσιν», Γέν. Α´ 26) καὶ πορεύεται πρὸς τὴ Βασιλεία του, µὲ µέγα σταθµὸ τὴν παρουσία καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Μέλη της εἶναι οἱ φίλοι του, στὴ µὲν προχριστιανικὴ πορεία της οἱ δίκαιοι τῆς Π. Διαθήκης (βλ. Ἰακ. β´ 23: «ἐπίστευσε δὲ Ἀβραὰµ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην, καὶ φίλος Θεοῦ ἐκλήθη», καὶ Ἔξ. ΛΓ´11 : «καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον»), στὴ δὲ χριστιανικὴ πορεία της τὰ βαπτισµένα µέλη της, ζῶντες καὶ τεθνεῶτες (βλ. τὴ δήλωση τοῦ Χριστοῦ: «ὑµεῖς φίλοι µού ἐστε, […] ὑµᾶς δὲ εἴρηκα φίλους» (Ἰωάν. ιε´ 14-15). Ὅλοι αὐτοὶ οἱ φίλοι τοῦ Νυµφίου ἀποτελοῦν µέλη σώµατος ποὺ κεφαλή του εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι τὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ, ὡς σῶµα τῆς Ἐκκλησίας, λαµβάνει ὑπόσταση ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
. Τὰ µέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἅγια, ἐπειδὴ µὲ τὸ βάπτισµα λαµβάνουν τὴ σφραγίδα τῆς θείας χάρης, καὶ ἡ ἑνότητά τους πηγάζει ἀπὸ αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ µία θεία χάρη («εἷς Κύριος, µία πίστις, ἓν βάπτισµα»). Καὶ ἡ ζωὴ τῶν πιστῶν εἶναι µία διαρκὴς πορεία πρὸς µία ἁγιότητα ποὺ τοὺς εἶναι δοσµένη οὕτως ἢ ἄλλως, ἀλλὰ ποὺ χρειάζεται νὰ εἶναι πάντα ἐνεργός. Ἤ, ὅπως δηλώνουν τὰ ἁγιολογικά µας κείµενα, µία πορεία πτώσεων καὶ ἀναστάσεων, µὲ κυρίαρχο ὅπλο καὶ µέσο τὴν µετάνοια. Ἐνδιαφέρον καὶ σηµαντικὸ εἶναι ἐπίσης νὰ γνωρίζουµε ὅτι ἡ ἑνότητα τῶν µελῶν τοῦ σώµατος δὲν αἴρει τὴ µοναδικότητα ἑνὸς ἑκάστου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μποροῦµε ἑποµένως νὰ ἀντιληφθοῦµε τὴ δυναµικὴ τῆς σχέσης ἀνάµεσα στοὺς πολλοὺς καὶ στὸν ἕνα ἕκαστο, ἀλλὰ ἐπίσης ἀνάµεσα στοὺς πολλοὺς καὶ στὸν Ἕνα, τὸν Χριστό.
. Τὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ θὰ τὴν παραλάβει ἡ πατερικὴ θεολογία καὶ θὰ οἰκοδοµήσει σ᾽ αὐτὴν τὴ διδασκαλία της γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διατύπωση ἀπαντᾶται στοὺς ἁγίους Κλήµη Ρώµης καὶ Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας (τέλη 1ου καὶ ἀρχὲς 2ου αἰ.). Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος (µέσα 2ου καὶ ἀρχὲς 3ου αἰ. χαρακτηρίζει τὴν Ἐκκλησία «µέγα καὶ ἔνδοξον σῶµα Χριστοῦ», ὁ Μ. Ἀθανάσιος τὴν προσδιορίζει ὡς «πνευµατικὸ σῶµα» καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος ὡς «πνευµατικὴ σάρκα». Στὰ “Ἀσκητικά” του ὁ Μ. Βασίλεως ὑπογραµµίζει τὴν ἁρµονία καὶ τὸ ἀστασίαστον αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ποὺ φυλάσσεται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος: «Ταύτης τῆς τάξεως ἐν πνευµατικῷ συστήµατι φυλασσοµένης, δειχθήσεται, ὅτι ὄντως ἐσµὲν σώµα Χριστοῦ, καὶ µέλη ἐκ µέρους, τὴν ἁρµονίαν τῆς συναφείας καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλους ἀστασίαστον ἕνωσιν διαπαντὸς φυλάττοντες» (Ἀσκητικά, PG 31,1421).
. Τὸν 13ο ὅμως αἰ, ποὺ ἔχουµε τὴν εἴσοδο τοῦ σχολαστικισµοῦ (ὁ ὁποῖος µᾶς ταλαιπωρεῖ µέχρι σήµερα καὶ µᾶς σκοτεινιάζει τὴν ἀληθινὴ ἐκκλησιαστικὴ ζωή µας), εἰσάγεται τὸ ἐπίθετο «µυστικὸς» καὶ ἐµφανίζεται ἡ διατύπωση «µυστικὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ» (corpus Christi mysticum), ἀντὶ τῆς διατύπωσης «µυστηριακὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ» (corpus Christi mysteriacum ἢ mystericum) ποὺ εἶχε εἰσαγάγει ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων (4ος αἰ.). Ἡ καινοτοµία αὐτὴ δὲν εἶναι ἀµελητέα, γιατί µετακινεῖ τὸ περιεχόµενο τῆς Ἐκκλησίας σὲ µιὰ ἀόρατη, κρυφὴ ἀντίληψη. Ἀντὶ νὰ σηµαίνει τὸ σῶµα τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ «κέκρυπται» σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ, εἰσάγει τὴν ἀντίληψη µιᾶς ἀτοµικιστικῆς ἑνώσεως τῶν ἀνθρώπων µὲ τὸν Θεό, εἴτε µὲ τὴν ἁγιάζουσα χάρη εἴτε µὲ τὴ χάρη τοῦ προορισµοῦ, χωρὶς δηλαδὴ τὴ σχέση καὶ τὴν ἀνάγκη µιᾶς ὁρατῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὴ Μεταρρύθµιση µάλιστα ἡ Ἐκκλησία ἔγινε ἀντιληπτὴ ὡς ἄσαρκη καὶ ἀόρατη, ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἱεραρχίας, δράσεως ἢ ὀργανώσεως –οὔτε κἂν µυστηρίων.
. Θὰ συνεχίσουµε ὅμως τὴν ἐξέταση τοῦ περιεχοµένου τῆς εἰκόνας τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ.
«Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Στὸ παρὸν ἄρθρο θὰ προσεγγίσουµε τὶς συνέπειες ποὺ ἱδρύονται ἀπὸ τὴν ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ:
. α) Ἡ ἑνότητα τῶν πολλῶν μὲ ἕναν ἕκαστο καὶ ἀντίστροφα: Σύµφωνα μὲ τὴν περιγραφὴ ποὺ μᾶς παρέχει ὁ ἀπόστολος Παῦλος («Ὑµεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ µέρους», Α´ Κορ. ιβ´ 27) καὶ στὴν πρὸς Ρωµαίους («καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη, Ρωμ. ιβ´ 4-5), ἡ ἔνταξη τῶν πολλῶν στὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ (τὴν Ἐκκλησία) ἀναδεικνύει ἑνότητα τῶν µελῶν µεταξύ τους καὶ μὲ τὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος (τὸν Χριστό), διαφυλάσσοντας συγχρόνως τὴν ἑτερότητα ἑκάστου μέλους. Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι ἡ ἑτερότητα ἑκάστου πιστοῦ, τὸ µοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο τοῦ προσώπου του, ἀναδύεται ἀκριβῶς λόγῳ τῆς σχέσης μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Τέτοια ὑπαρξιακοῦ περιεχοµένου σχέση ἱδρύεται μὲ τὸ βάπτισµα ἑκάστου πιστοῦ, μὲ τὸ ὁποῖο καταργοῦνται οἱ φυσικὲς σχέσεις (οἰκογενειακές, φυλετικὲς ἢ κοινωνικὲς) καὶ ἐγκαινιάζονται οἱ πνευµατικές, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι µιὰ νέα, μὴ βιολογικὴ γέννηση, δι᾽ ὕδατος καὶ Πνεύµατος, μᾶς εἰσάγει σὲ νέο τρόπο ὕπαρξης. Αὐτὴ ἡ νέα πραγµατικότητα λαµβάνει περιεχόµενο ἀπὸ τὴ µέλλουσα Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ νοηµατοδοτεῖ τὸν παρόντα βίο τῶν πιστῶν. Ψηλαφεῖται ὡς πραγµατικότητα καὶ ὡς νέα βιωτή, ναὶ µὲν στὴ ζωὴ ἑκάστου πιστοῦ, κυρίως ὅµως στὴν ἔκφρασή της ἐντὸς τῆς θείας Λειτουργίας.
. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἀπὸ τὰ ἀποστολικὰ χρόνια ὣς σήµερα, στὴν θεία Λειτουργία προσερχόµαστε ἀφήνοντας πίσω τὶς µέριµνες τοῦ βίου («πᾶσαν τὴν βιωτικὴν ἀποθώµεθα µέριµναν … »), ἀλλὰ καὶ τὴν ἀτοµικότητα μας. Ὑπόβαθρο ἀλλὰ καὶ ἐνεργούµενο στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη εἶναι ἡ ἑνότητα τῶν πολλῶν στὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος στὴν θεία Λειτουργία ἐκφέρεται σὲ πληθυντικὸ ἀριθµὸ (µὲ δύο ἐξαιρέσεις: α) τὴν µυστικὴ εὐχὴ τοῦ ἱερέα πρὸς τὸν Χριστό, νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ λειτουργήσει ὡς ὁ Χριστὸς ἀναµεσά μας: «ἱκάνωσόν µε […] ἱερουργῆσαι τὸ ἅγιον καὶ ἄχραντόν σου σῶµα σου καὶ τὸ τίµιον αἷµα», καὶ β) τὸ Σύµβολο τῆς Πίστεως ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύηση ἑνὸς ἑκάστου γιὰ τὴν ἔγκυρη παρουσία του στὸ εὐχαριστιακὸ δεῖπνο. Αὐτὸ ἐπίσης σηµαίνει ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ πιστοῦ δὲν εἶναι ἀτοµική, ἀλλὰ ἐνεργεῖται µέσῳ σχέσης μὲ τοὺς πολλούς, καὶ βέβαια τῶν πολλῶν σὲ σχέση μὲ τὸν ἕνα Χριστό. Ἡ διατύπωση τοῦ ἀποστόλου Ἰωάννου εἶναι ἐξαιρετικὰ εὔστοχη στὸ σηµεῖο αὐτό: «Καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔχοµεν ἀπ᾽ αὐτοῦ, ἵνα ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἀγαπᾷ καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ» (Α´ Ἰωάν. δ´ 21).
. β) Ἡ σχέση τῶν µελῶν τοῦ σώµατος (τῶν πιστῶν) μὲ τὴν κεφαλὴ (τὸν Χριστό): Ἡ ἁγιότητα ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς πολίτες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἀντλεῖται ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα πρὸς τοὺς πιστοὺς χαρίζεται, εἶναι δωρεὰ τοῦ Χριστοῦ σὲ ὅσους ἐπιθυµοῦν νὰ Τοῦ ἀνήκουν. Πρόκειται γιὰ συνθήκη ποὺ τὴν ζοῦµε µέσα στὴ θ. Λειτουργία καὶ γνωρίζουµε τὴν σηµασία της, δεδοµένης τῆς ἁµαρτωλότητάς μας καὶ τῆς ροπῆς τῆς φύσης μας πρὸς τὴν ἀµαρτία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅταν ὁ ἱερέας ὑψώνει τὰ τίµια Δῶρα, γιὰ νὰ μᾶς προσκαλέσει στὴν κοινωνία μὲ τὸν Χριστό, ἐπισηµαίνει: «Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις», γιὰ νὰ λάβει τὴν ἐνσυνείδητη ἀπάντησή μας ὅτι ἅγιος εἶναι ἕνας καὶ µόνον: «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστὸς … ». Δὲν προσερχόµαστε στὴν θ. Κοινωνία μὲ ἀπαιτήσεις ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἀντικειμενικὲς πρακτικὲς εὐσέβειας καὶ ἀρετῆς, ἀλλὰ ἀποδεχόµενοι αὐτὴ τὴν δωρεὰ ποὺ μᾶς παρέχει ἡ ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ κρίσιμο στοιχεῖο ποὺ θὰ ἐπιτρέψει στὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν θεία χάρη, τὴν θεία υἱοθεσία, εἶναι ἡ ἄσκηση τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀρετῆς ἑκάστου πιστοῦ, ἔστω καὶ ὡς πρόθεση («… καὶ τὴν πρόθεσιν ἐπαινεῖ», ἐπισηµαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστοµος). Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁµολογητής (Πρὸς Θαλάσσιον, Λ´, PG 90, 369Α) ὑπογραµµίζει ὅτι «διὰ τὴν ἀλήθειαν ἐστιν ἡ ἀρετή, ἀλλ᾽ οὐ διὰ τὴν ἀρετὴν ἡ ἀλήθεια».
. Αὐτὰ ὅλα σηµαίνουν ὅτι μὲ τὸ βάπτισµά του κάθε πιστὸς ἐντάσσεται στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο τὸν ὁδηγεῖ ὡς μέλος του στὴν ἕνωση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ στὸν ἁγιασµό του. Ὁ Χριστὸς ἁγιάζει τὸ σῶµα του καὶ κατὰ συνέπεια κάθε μέλος του. Στὴν πρώτη χριστιανικὴ περίοδο ἡ Ἐκκλησία ὑποδεχόταν τὸν νεοφώτιστο, τὸν ἔχριε μὲ τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος (Χρῖσµα) καὶ τὸν ἕνωνε διὰ τῆς θ. Κοινωνίας μὲ τὸν Χριστό. Τὸ Βάπτισµα δηλαδὴ δὲν εἶναι ἰδιωτικὴ ὑπόθεση ποὺ ἀφορᾶ στὴ φυσικὴ οἰκογένεια (µὲ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους), ὅπως φαίνεται νὰ γίνεται σήµερα, ἀλλὰ ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας. Μετὰ τὴ βάπτιση κάθε πιστὸς αὐξάνει καὶ σώζεται ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ὡς μέλος τοῦ σώµατος Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὴν κεφαλή του, τὸν Χριστό: «Εἰς οἰκοδοµὴν τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ, µέχρι καταντήσωµεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς µέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώµατος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. δ´ 12-13).
. γ) Τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ λειτουργήµατα ἐντὸς αὐτοῦ: Εἶναι γνωστὴ ἡ περιγραφὴ τῶν διακονηµάτων ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ ἀναπτύξει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐντάσσοντας ἕκαστο μέλος τοῦ σώµατος Χριστοῦ σὲ συναρµογὴ μὲ τὰ ἄλλα μέλη καὶ τελικὴ ἀναφορὰ στὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τὸν Χριστό: «καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη. ἔχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι.» (Ρωµ. ιβ´ 4-8). Αὐτὴ ἡ περιγραφὴ ἐπαναλαµβάνεται, κατὰ κάποιο τρόπο, καὶ στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολή του, μὲ σαφῆ ἀναφορὰ στοὺς λειτουργοὺς τῆς Ἐκκλησίας, σ αὐτὸ ποὺ ὀνοµάζουµε «Ἱεραρχία»: «Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. [ … ] Καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους» (δ´ 7 καὶ 11). Ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας συµβάλλουν στὴν αὔξηση τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ κάθε πιστὸς ἀντλεῖ ἀπὸ τοὺς ἄλλους νόηµα ὕπαρξης. Λαὸς καὶ κλῆρος συνεργάζονται σ᾽ αὐτὴ τὴν ἁγιαστικὴ αὔξηση. Εἶναι λάθος νὰ ἀποµονώνουµε τὴν Ἐκκλησία ὡς ὑπόθεση τῶν κληρικῶν καὶ µάλιστα νὰ ἀντιπαρατιθέµεθα σὲ µιὰ τέτοια Ἐκκλησία, ποὺ τὴν ἀντιλαµβανόµαστε σὰν νὰ μὴν τῆς ἀνήκουµε. Κλῆρος καὶ λαὸς εἴµαστε μέλη τοῦ ἑνὸς καὶ µόνου σώµατος τοῦ Χριστοῦ, ὅλοι ἀµαρτωλοὶ ποὺ πορευόµαστε πρὸς τὴν ἁγιότητα, ἐπειδὴ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ὁ Χριστός, εἶναι ἅγιος.
. Ἐπίκαιρες ὡς πρὸς τὸ θέµα μας θεωρῶ δύο καταγραφὲς ποὺ παραθέτει ὁ Ζήσιµος Λορεντζάτος στὸ ἔργο του Collectanea
α) τὴν 192: «Ἡ Ἐκλησία εἶναι κλῆρος καὶ λαός. Ὅπως µέσα στὸ λαὸ ὑπάρχουν παλιάνθρωποι, ἔτσι καὶ µέσα στὸν κλῆρο ὑπάρχουν παλιάνθρωποι. Γιὰ τοῦτο βαφτιστήκαµε Χριστιανοί: γιὰ νὰ ἔχοµε τὴ δυνατότητα νὰ δοκιμάσοµε (ἂν θέλοµε) νὰ πάψοµε νὰ εἴµαστε παλιάνθρωποι ἢ µοναχὰ ἄνθρωποι ἁµαρτωλοί. Κάθε φορὰ ποὺ ἀκούω σκάνδαλα στὸν κλῆρο («τῶν ἡµετέρων ἁµαρτηµάτων») προσπαθῶ νὰ μὴν κάνω διάκριση ἀπὸ σκάνδαλα ποὺ ἀκούω στὸ λαὸ («τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοηµάτων»). Ἡ Ἐκκλησία εἶναι αὐτὴ ποὺ στεγάζει καὶ τὰ µὲν καὶ τὰ δέ, µιὰ ποὺ στὴν Ἑλλάδα ὅλοι οἱ κάτοικοι εἶναι Ὀρθόδοξοι. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μᾶς στεγάζει ὅλους, μὲ τὰ ἐλαττώµατά μας ἢ τὶς παλιανθρωπιές μας -καὶ τὰ προτερήµατά μας, ἂν ἔχοµε- ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ὑποσχεµένη δυνατότητα νὰ πάψοµε ἀποτελεσµατικὰ νὰ εἴµαστε παλιάνθρωποι ἢ µοναχὰ ἄνθρωποι ἁµαρτωλοὶ καὶ νὰ ἐπωφεληθοῦµε (ἂν θέλοµε) ἀπὸ τὸ θεοτικὸ «ἀµέτρητον ἔλεος». Τί σκάνδαλα στὸν κλῆρο, τί σκάνδαλα στὸ λαό, σκάνδαλα δικά μας εἶναι καὶ τὰ δυό, σκάνδαλα τοῦ κόσµου τούτου. Πῶς ἔλεγε ὁ Πλάτωνας; “Αἰτία ἑλοµένου, θεὸς ἀναίτιος”».
. καὶ
β) τὴν 895: «Ἔφυγε καὶ ὁ Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ τελευταῖος ἀπὸ τοὺς Γέροντες -πνευµατικοπαίδι μὲ τὴν ἀράδα του καὶ αὐτὸς τοῦ Ἀρσενίου ἀπὸ τὰ Φάρασα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας (ἀπὸ τὰ Φάρασα καὶ αὐτὸς)- ποὺ ἀξιώθηκα νὰ διαβάσω βιβλίο του ἢ νὰ γνωρίσω στὴ ζωή µου. Νὰ ἔχει τὴν εὐχή του ὁ κόσµος ὅλος καὶ ἰδιαίτερα οἱ Ὀρθόδοξοι, ὅσοι θέλουν, γιὰ τὸν ἕνα ἢ γιὰ τὸν ἄλλο λόγο, νὰ διορθώσουν ἐκεῖνοι τὴν Ἐκκλησία ἀντὶ νὰ διορθώσει ἡ Ἐκκλησία ἐκείνους. Ἀμήν!».
. Λόγος ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ προαιώνια βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως ὁ Θεὸς εἶναι κοινωνία προσώπων ἀσυγχύτως καὶ ἀδιαιρέτως, τὸ ἴδιο τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κοινωνία προσώπων. Ἡ Ἐκκλησία σώζει τὸν κόσµο μὲ αὐτὸ ποὺ εἶναι: σῶμα Χριστοῦ. Κι ἂν δεχόµαστε ὅτι ὁ Χριστὸς σώζει τὸν κόσµο, τὸ δεχόµαστε γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι Ἐκκλησία. Εἶναι ματαιοπονία, καὶ µάλιστα παγιδευτική, νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ Χριστὸς τὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος. Διάσταση µεταξύ τους δὲν ὑπάρχει. Ἡ κεφαλὴ «ἐκτρέφει καὶ θάλπει» τὸ σῶµα, καὶ τὸ σῶμα ζωογονεῖται ἀπὸ τὴν κεφαλή. Οὔτε ἡ ἀµαρτία, ἐγγενὴς ροπὴ τῆς ἀνθρώπινης φύσης, µπορεῖ νὰ διαιρέσει τὸ σῶμα ἀπὸ τὴν κεφαλή. Ἡ θεραπεία τῆς ἁµαρτίας (ἢ ἀπὸ τὴν ἁµαρτία) συντελεῖται ἐντὸς τοῦ σώµατος, ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας.
«Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Νομίζω ὅτι ἔχει γίνει κατανoητό, ἀπὸ ὅσα εἴπαµε μέχρι τώρα, ὅτι τὸ «σωµα Χριστοῦ» εἶναι τὸ σῶµα ἑνὸς λαοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἑνότητα προκύπτει ἀπὸ τὴ σχέση τῶν µελῶν του µεταξύ τους καὶ ὅλων μὲ τὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τὸν Χριστό. Ὅταν λοιπὸν µιλᾶµε γιὰ Ἐκκλησία, ἐννοοῦµε ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ θεο-ίδρυτο σῶµα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ἱδρύθηκε µὲν τὴν ἡµέρα τὴ µεγάλη τῆς Πεντηκοστῆς, λαµβάνει ὅμως ὑπόσταση ἀπὸ τὸ μέλλον, ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίνεται παροῦσα ἐδῶ καὶ τώρα μέσα στὴν θεία Εὐχαριστία.
. Ἐὰν δεχθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ ἁγίου Μαξίµου ὅτι «εἰκών ἐστι τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία Ἐκκλησία … (Μυσταγωγία, Α´, 77), µἐ ἐξειδικευµένη μάλιστα ἀναφορὰ στὴ θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία προσεγγίζει ὡς οὐσιώδη µετοχή μας στὴ ζωὴ τῆς τριαδικῆς θεότητας, τότε δικαιούµαστε νὰ παρακολουθήσουµε τὰ τελούµενα -καλύτερα, τὰ συµβαίνοντα- στὴν εὐχαριστιακὴ μας σύναξη, καὶ νὰ ποῦµε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ὁρατὸς τόπος, στὸν ὁποῖο πραγµατοποιεῖται ἡ συναγωγὴ τῶν διεσκορπισµένων τέκνων τοῦ Θεοῦ εἰς ἓν διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἡ σύναξη αὐτὴ ἐνεργεῖται ἐντὸς τῆς Ἱστορίας, ὡς πράξη ὅμως συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ θεία Βασιλεία, ξανακάνει τὴν Ἱστορία Ἱερή, συνδέοντας κατὰ συνέπεια ἕκαστο μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ ἄλλα μέλη του, καὶ συγχρόνως μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Τὰ συµβαίνοντα (τὸ γεγονὸς) ποὺ ἀναδεικνύει αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὸ βιώνουµε στὴ θεία Εὐχαριστία, κατὰ τὴν ὁποία, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Χριστό, ὁ οὐράνιος Πατέρας ἀποδέχεται τὴν προσφορὰ τῆς Δηµιουργίας ἐκ μέρους μας ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς τροφῆς μας (ψωµὶ καὶ κρασί, τὴν µεταβάλλει σὲ σῶµα καὶ αἷµα τοῦ Υἱοῦ Του καὶ µᾶς «ἀντικαταπέµπει» τὴν ἴδια τὴν Δηµιουργία του ἐγχριστωµένη, δηλαδὴ ὡς θεία Βασιλεία, καθιστώντας μας μέλη της.
. Μιὰ τέτοια ἐπισήµανση, ποὺ ἀντιλαµβάνεται τὴ θεία Εὐχαριστία ὡς τὴν κύρια ἔκφραση τοῦ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, παρουσιάζεται κατὰ τὸν 14ο αἰ. ἀπὸ τὸν Νικόλαο Καβάσιλα, σήµερα ἅγιο της Ἐκκλησίας. Ὁ Καβάσιλας δείχνει νὰ ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν σταδιακὴ εἴσοδο τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ στὴ θεολογία, ποὺ προσπαθεῖ νὰ διατυπώσει ὁρισµοὺς γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ, ὅπως ἔχουµε πεῖ, ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων ὁρισµὸς τῆς Ἐκκλησίας ὣς τὸν 13ο αἰώνα, ἀφοῦ τὴν Ἐκκλησία τὴν ἀντιλαµβάνονταν ὡς βιούµενη πραγµατικότητα. Πράγµατι, µετὰ τὸν 13ο αἰ. ἀρχίζει νὰ ἐπηρεάζει τὴν θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας ἕνα ρεῦµα σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀναπτύχθηκε στὴ δυτικὴ θεολογία, τὸ ὁποῖο, παρὰ τὶς σποραδικὲς ἀντιδράσεις καὶ ἀντιστάσεις, κατέκλυσε τελικὰ τὴ θεολογία μας, ὅπως τουλάχιστον ἐµφαίνεται στὰ ἐγχειρίδια τῶν τελευταίων αἰώνων. Γιὰ παράδειγµα, καὶ σὲ σχέση μὲ τὸ θέµα μας, ἀναφέρω ὅτι στὰ δογµατικὰ ἐγχειρίδια (περιλαµβανοµένων τῶν γνωστῶν Ὁµολογιῶν τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰ.), ἡ θ. Εὐχαριστία γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ µυστήρια ποὺ διαµορφώνουν τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, καὶ ἐξετάζεται σχεδὸν αὐτόνοµα (ὅπως καὶ καθένα ἀπὸ τὰ ἄλλα «µυστήρια»), μὲ ἔµφαση σὲ ἕναν ἀναγκαστικὸ αὐτοµατισµὸ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσµατα.
. Ἀντιδρώντας στὸ ρεῦµα τοῦ σχολαστικισµοῦ, ὁ Καβάσιλας ἐπεχείρησε νὰ ἀναγνωρίσει τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας ὡς γεγονότος ποὺ συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ ἔργο του Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν συνοψίζει τὴ θεολογία τῶν Πατέρων (ὅπως ἀνάλογα ἔκανε τὸν 8ο αἰ. ὁ Ἰωάννης Δαµασκηνὸς στὸ ἔργο του Ἔκθεσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως). Ἡ ἰδιάζουσα συµβολὴ τοῦ Καβάσιλα συνδέεται μὲ διατυπώσεις ποὺ ὑποκρύπτουν λανθάνουσα ἀντίδραση στὰ ρεύµατα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀπειλοῦν νὰ ἀλλοιώσουν τὸ ὀρθόδοξο ἦθος. Οἱ διατυπώσεις του, ὄχι µόνον στὸ ἔργο ποὺ ἀναφέραµε ἀλλὰ καὶ στὸ ἄλλο ἔργο του, ποὺ φέρει τὸν τίτλο Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἀναδεικνύει τὴ σχέση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας μέσῳ τῶν ἑξῆς ἀναφορῶν:
α) Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὰ «µυστήρια»: «ἡ Ἐκκλησία σηµαίνεται ἐν τοῖς µυστηρίοις» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´, 6). Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἀπαιτεῖ µιὰ οὐσιώδη ἐπισήµανση: ἡ λέξη «µυστήρια» (στὸν πληθυντικὸ) στὴ λειτουργική μας παράδοση σηµαίνει τὸ ἕνα µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας (βλ. τὴ διατύπωση στὸ κείµενο τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Χρυσοστόµου, στὴν εὐχὴ πρὸ τοῦ χερουβικοῦ ὕµνου: « … δὸς αὐτοῖς πάντοτε µετὰ φόβου καὶ ἀγάπης λατρεύειν σοί, ἀνενόχως καὶ ἀκατακρίτως µετέχειν τῶν ἁγίων σου µυστηρίων καὶ τῆς ἐπουρανίου σου βασιλείας ἀξιωθῆναι», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς µεγάλης Εἰσόδου: «τῶν προσενεγκόντων καὶ δι᾽ οὓς προσήγαγον καὶ ἡµᾶς ἀκατακρίτους διαφύλαξον ἐν τῇ Ἱερουργίᾳ τῶν θείων σου µυστηρίων», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς Κυριακῆς προσευχῆς: «Καταξίωσον ἡµᾶς µεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν µυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευµατικῆς τραπέζης», στὴν ἐκφώνηση τοῦ διακόνου µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καὶ ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ µυστηρίων, ἀξίως εὐχαριστήσωµεν τῷ Κυρίῳ», στὴν εὐχαριστήρια εὐχὴ µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Εὐχαριστουµεν σοι, Δέσποτα φιλάνθρωπε, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν ἡµῶν, ὅτι καὶ τῇ παρούσῃ ἡµέρᾳ κατηξίωσας ἡµᾶς τῶν ἐπουρανίων σου καὶ ἀθανάτων µυστηρίων». Μποροῦµε λοιπὸν νὰ ἐπαναδιατυπώσουµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Καβάσιλα: ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ «µυστήριο» τῆς θείας Εὐχαριστίας.
β) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι παροῦσα ὡς σῶµα Χριστοῦ, ὅπως αὐτὸ ἱερουργεῖται στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, γι᾽ αὐτὸ καὶ σηµαίνεται ὡς Κυριακὸ σωµα, σῶµα τοῦ Κυρίου, ὑπὸ διττὴ ἔννοια, ἀφ᾽ἑνὸς τὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ ἁγιασµένο ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης σῶµα Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο καλούµαστε νὰ «φᾶµε» («σῶµα Χριστοῦ µεταλάβετε … »): «Τὴν τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίαν, εἴ τις ἰδεῖν δυνηθείη [ … ] οὐδὲν ἕτερον ἢ αὐτὸ µόνον τὸ Κυριακὸν ὄψεται σῶµα [ … ] Διὰ ταῦτα οὐδὲν ἀπεικὸς [= τίποτε τὸ παράλογο ἢ ἀταίριαστο] ἐνταῦθα διὰ τῶν µυστηρίων τὴν ἐκκλησίαν σηµαίνεσθαι» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´ 2-3). Εἶναι φανερὸ ὅτι γιὰ τὸν Καβάσιλα Ἐκκλησία καὶ θεία Λειτουργία ταυτίζονται.
γ) Ὅλα τὰ ἄλλα λεγόµενα «µυστήρια» (Βάπτισµα, Χρίσµα, Ἱερωσύνη κλπ.) συνδέονται μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι σ᾽ αὐτὴν ἀναφέρονται καὶ ἐξ αὐτῆς λαµβάνουν τὸ περιεχόµενό τους: «Διὰ ταῦτα καὶ τοῖς ἄλλοις µυστηρίοις τὸ τελείοις εἶναι παρέχεται µόνη τελετῶν ἡ Εὐχαριστία» (Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς,4). Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι τὰ µυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἑξῆς ἕνα: ἡ θεία Εὐχαριστία. Ἄλλες ἁγιαστικὲς ἢ θεραπευτικὲς πράξεις µποροῦν ἐπίσης νὰ ὀνοµάζονται «µυστήρια», µόνο καὶ µόνο γιατί συνδέονται μὲ τὴν θεία Εὐχαριστία.
. Ἂν θελήσουµε, λοιπόν, νὰ γνωρίσουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ, ὁ ἀσφαλέστερος δρόµος εἶναι νὰ γίνουµε μέτοχοι τῆς θείας Λειτουργίας. Νὰ γνωρίσουµε σηµαίνει νὰ σχετισθοῦµε. Ἔτσι ἀντιλαµβάνεται ἄλλωστε τὴν «γνώση» ἡ Ἁγία Γραφή, ἔτσι ἐπίσης τὴν ἀντιλαµβάνεται ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς θυµηθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διατυπώνεται στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο: «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑµᾶς» (Ἰωάν. η´ 32), ποὺ σηµαίνει, συνδεθεῖτε μὲ τὴν ἀλήθεια, δηλαδὴ μὲ τὸν Χριστὸ (βλ. «ἐγώ εἰµι ἡ ἀλήθεια … »), καὶ ὁ Χριστὸς θὰ σᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἀµαρτία καὶ τὸν θάνατο. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει συνδέοµαι κατὰ ὑπαρξιακὸ τρόπο μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ συνδέοµαι σηµαίνει ἐλευθερώνοµαι ἀπὸ τὰ δεσµὰ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.
. Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ποῦµε ὅτι ὑπάρχει ταύτιση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας, κάτι ποὺ ὁ λαὸς ἀντιλαµβάνεται, ὅταν λέει «πάω στὴν Ἐκκλησία», ἐννοώντας πάω στὸν ναὸ γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει παραδίδοµαι στὸ εἶναι της. Καὶ παραδίδοµαι στὸ εἶναι της σηµαίνει σχετίζοµαι μὲ τὰ μέλη της, ὅλα τὰ μέλη της, ζῶντες καὶ τεθνεῶτες, ποὺ εἶναι μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα βῆµα ἀκόµη ἂν προχωρήσουµε, µποροῦµε νὰ ποῦµε ὅτι ὡς ἐνεργὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ γινόµαστε Ἐκκλησία. Ἡ ἀληθὴς ὕπαρξή μας ἀναδύεται καὶ ἀναπαύεται στὸν τρόπο τῆς σχέσης, µίας σχέσης μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ καὶ µίας σχέσης ἐπίσης μὲ τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀντιλαµβανόµαστε ὡς Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ἔχουµε ἀνάγκη ἑνὸς ἐξειδικευµένου ὁρισµοῦ. Εἴπαµε, ἡ Ἐκκλησία γνωρίζεται ὡς βιούµενη πραγµατικότητα.
«Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».
Ἕνα κορυφαῖο θέµα ποὺ θὰ µπορούσαµε νὰ προσεγγίσουµε, στὸ πλαίσιο τῶν ὅσων καταθέσαµε μέχρι τώρα, ὅσον ἀφορᾶ στὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, εἶναι τὸ θέµα τῆς ἁγιότητας. Τί σηµαίνει «ἅγιος» στὸν ἐκκλησιαστικό μας βίο καὶ πῶς οἰκειοποιεῖται ἕνας πιστὸς τὴν ἁγιότητα;Ὅλοι γνωρίζουµε ὅτι ἡ ἁγιότητα εἶναι ὁµόλογη ἔννοια μὲ τὴ σωτηρία, δηλαδὴ ἀποτελεῖ τὸ τέλος µιᾶς ὁδοιπορίας ἑκάστου πιστοῦ, ἑνὸς τέλους ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνοµάζει «στέφανο τῆς δικαιοσύνης» («τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισµαι, τὸν δρόµον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί µοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει µοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ»«, Β´ Τιμ. δ´ 7-8).
. Ἀλλά, τί σηµαίνει ἀκριβῶς ἁγιότητα; Ἡ ἔννοια «ἅγιος» εἰσάγεται καὶ ἀναδύεται στὴ θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, συνδεδεµένη κατ᾽ ἀρχὴν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν θεότητα. Ὁ μόνος καὶ ἀποκλειστικὰ ἅγιος εἶναι ὁ Θεός, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι μία ἑτερότητα ὡς πρὸς τὰ ὄντα καὶ τὴν κατάσταση τοῦ πεπτωκότος κόσµου. Εἶναι κάτι τὸ ξεχωριστό, ἢ µᾶλλον κάποιος ξεχωριστὸς ἀπὸ τὰ δηµιουργήµατα. Ἡ ἴδια ἡ ἑβραϊκὴ λέξη (κοντὲς / qodes) παράγεται ἀπὸ μία ρίζα ποὺ σηµαίνει «κόβω», «χωρίζω», σηµαίνει ἐποµένως τὸν ξεχωριστό. Μὲ τὴ λέξη αὐτὴ προσδιορίζεται στὴν ἰουδαϊκὴ γραµµατεία ἡ μία καὶ μόνη ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Σὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα μετέχουν ὅσοι καὶ ὅσα συνδέονται μὲ τὸν Θεό, ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας λαός, ἕνας τόπος, ἕνα ἀντικείµενο, ἢ μία ἐνέργεια. Εἶναι γνωστὸ τὸ περιστατικὸ ποὺ συνδέεται μὲ τὴ φλεγοµένη καὶ µὴ καιοµένη βάτο· ὅταν ὁ Μωυσῆς πλησιάζει νὰ δεῖ αὐτὸ τὸ παράδοξο φαινόµενο, ἀκούει τὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἐπισηµαίνει ὅτι πρέπει νὰ βγάλει τὰ ὑποδήµατά του, γιατί ὁ τόπος εἶναι ἅγιος («ὡς δὲ εἶδε Κύριος ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων· Μωυσῆ, Μωυσῆ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστι; ὁ δὲ εἶπε· μή ἐγγίσῃς ὧδε. λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστί.», Ἔξοδ. γ´4-5). Ἑποµένως ἡ ἁγιότητα λαµβάνει περιεχόµενο ἀπὸ τὴν πηγή της, τὸν Θεό, καὶ τελειοῦται στὴ σχέση μὲ τὸν Θεό, ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὴ θεία ἀποκάλυψη «Καὶ ἔσεσθε ἅγιοι, ὅτι ἅγιος ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑµῶν [ … ] Ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑµᾶς» (Λευ. κ´ 7 -8), ἀποκάλυψη τὴν ὁποία θὰ ἐπαναλάβει ὁ ἀπόστολος Πέτρος: «Ἀλλὰ κατὰ τὸν καλέσαντα ὑµᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰµι» (Α´ Πέτρ. α´ 15-16). Ὅ,τι ἀκυρώνει αὐτὴ τὴ μετοχὴ στὴν ἁγιότητα, εἶναι ἁµαρτία.
. Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἀποδίδεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὰ μέλη τοῦ λαοῦ του, εἴτε στὰ μέλη τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ὡς λαοῦ τοῦ Θεοῦ (Παλαιὰ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὴν περιτοµή, εἴτε στὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ (Καινὴ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὸ βάπτισµα. Αὐτὴ ἡ ἱδρυτικὴ ἁγιότητα δὲν δίδεται μὲ ἀξιολογικὰ κριτήρια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνέπεια ἐπιλογῆς ἑκάστου πιστοῦ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὴν ἀποστολικὴ περίοδο ὅλοι οἱ βαπτισµένοι εἶναι ἅγιοι, ὅπως μαθαίνουµε ἀπὸ τὶς Πράξεις καὶ τὶς ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων (βλ. µεταξὺ ἄλλων· «Ἐγένετο δὲ Πέτρον διερχόµενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν», Πράξ. θ´ 32 « … πᾶσι τοῖς ἁγίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τοῖς οὖσιν ἐν Φιλίπποις», Φιλ. α´ 1 «τοῖς ἐν Κολοσσαῖς ἁγίοις καὶ πιστοῖς ἀδελφοῖς ἐν Χριστῷ», Κολ. α´ 2).
. Ὑπάρχει ὅμως, ἐντὸς τῆς ἱστορίας, ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ ἀναφέροµαι στὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς. Ἔκτοτε, ἡ ἁγιότητα ἐγκαθίσταται ἐντὸς τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται κατάσταση ὑπαρξιακῆς τάξεως. Ἡ κεφαλὴ τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ὡς ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν ἅγιος, καὶ μάλιστα κατὰ τὴ θεανθρώπινη ὑπόστασή του. Ὁ ἴδιος, στὴ λεγόµενη ἀρχιερατικὴ προσευχή Του, διατυπώνει αὐτὴ τὴ νέα κατάσταση ποὺ ἐγκαινιάζει: «Ἐγὼ ἁγιάζω ἐµαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασµένοι» (Ἰωάν. ιζ´ 19-24). Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἐκχέεται πρὸς τὰ μέλη τοῦ σώµατός του διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Κατ᾽ ἀρχὴν μὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα σφραγίζεται ἕκαστος πιστὸς μὲ τὸ Βάπτισµα καὶ τὸ Χρίσµα, συνθήκη ποὺ διατυπώνει ὁ ἱερεύς: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύµατος Ἅγιου», καὶ ἀνανεώνεται συνεχῶς γιὰ καθέναν, ποὺ παραµένει μέλος τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Θέλω νὰ πῶ, καὶ νὰ ὑπογραµµίσω μάλιστα, ὅτι αὐτὴ ἡ ἁγιότητα δὲν ἔχει ἠθικὸ περιεχόµενο, ἀλλὰ ὑπαρξιακό, δηλαδὴ ἀναφέρεται στὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἐγκαινιάζει μία ὁδό, τὴν «ὁδὸ Κυρίου». Τὸ μέγα θέµα, θέµα ζωῆς, εἶναι νὰ διατηροῦµε αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ἐνεργό, παρὰ τὶς συνεχεῖς πτώσεις μας καὶ τὴν ἐγγενῆ ροπὴ τῆς φύσης μας πρὸς τὴν ἁµαρτία. Μὴν ξεχνᾶµε ὅτι ἡ ζωὴ ἑκάστου πιστοῦ διακρίνεται ἀπὸ τὴ δυναµικὴ παρουσία τῆς μετάνοιας.
. Ἰδιαίτερα αὐτὸ τὸ µυστήριο τῆς ἁγιότητας ἐνεργεῖται μέσα στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὴν ἀπόλυση (καὶ πέραν αὐτῆς) ἀποτελεῖ φανέρωση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ (βλ. τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο «Λέγω γὰρ ὑµῖν ὅτι οὐ µὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήµατος τῆς ἀµπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ» (Λουκ. κβ´ 18). Ἄλλωστε, ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ κατάσταση ἐντὸς τῆς θείας Βασιλείας, ὅπως ἐξαγγέλλει ἡ ἐναρκτήρια φράση «Εὐλογηµένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος». Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος συγκροτεῖ τὸ ὅλον τῆς ἱερᾶς συνάξεως καὶ διανέµει τὰ δῶρα πρὸς τὰ ἅγια μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ κατὰ τὴν εὐχὴ τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς ζητᾶµε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα νὰ μᾶς ἑνώσει ἐν Ἁγίῳ Πνεύµατι: «κατάπεµψον τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ᾽ ἡµᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείµενα δῶρα … ». Ἐὰν ἐµεῖς, ὡς λαὸς ἅγιος Θεοῦ, δὲν παραδοθοῦµε στὴν παρουσία τοῦ Πνεύµατος, κάθε περαιτέρω βηµατισµὸς μένει μετέωρος. Καὶ ἀκόµη πιὸ δυναµικά, ὁ ἱερέας μᾶς καλεῖ, μετὰ τὸν καθαγιασµὸ καὶ τὴ μεταβολὴ τῶν Δώρων μας σὲ σῶµα καὶ αἷµα Χριστοῦ, νὰ προσέλθουµε σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ ὡς ἅγιοι: «Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις». Ἀσφαλῶς γνωρίζουµε ὅτι εἴµαστε ἁµαρτωλοί, ὅτι δὲν εἴµαστε ἅγιοι, ὅτι ἕνας μόνον ἅγιος ὑπάρχει, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστὸς … ». Τὴν ἀποδεχόµαστε ὅμως αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ποὺ μᾶς προσφέρεται ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς σφράγισε κατὰ τὸ βάπτισµά μας, ποὺ ἀνανεώνεται διαρκῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, καὶ προσερχόµαστε στὴ θεία Κοινωνία. Ἀποδεχόµαστε δηλαδὴ τὸ µυστήριον τῆς θείας υἱοθεσίας, δυνάµει τῆς συµµετοχῆς μας στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Μὴν ξεχνᾶµε, ὅτι μὲ τὴν προσέλευσή μας στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη ἔχουµε καταθέσει τὴν προαίρεσή μας νὰ εἴµαστε πολίτες τῆς θείας Βασιλείας.
. Μιλᾶµε λοιπὸν γιὰ µιὰ ἁγιότητα ποὺ μᾶς ἔχει σφραγίσει, ὅταν βαφτιστήκαµε, ὅταν δηλαδὴ προσχωρήσαµε στὴν κοινότητα ποὺ ἐγκαθιδρύθηκε τὴν ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Πνεύµατος, ἀλλὰ ἐπίσης μιλᾶµε γιὰ μιὰ ἁγιότητα ἀπὸ τὴν ὁποία συνεχῶς ἀποµακρυνόµαστε λόγῳ τῆς ἀµαρτωλότητάς μας. Γι᾽ αὐτὸ ἀντιλαµβανόµαστε τὴ ζωή μας ὡς ἕνα διαρκῆ ἀγώνα, ἤ, γιὰ νὰ χρησιµοποιήσω τὴν καταστατικὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου λέξη, ὡς διαρκῆ μετάνοια. Ἡ μετάνοια, ποὺ τόσο χαρακτηριστικὰ περιγράφεται στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ἢ στὴν περίπτωση τοῦ Πέτρου (ποὺ μετὰ τὴν τριπλῆ ἄρνηση «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσεν πικρῶς»), εἶναι ἡ πιὸ «τρυφερή», ἡ πιὸ φιλάνθρωπη συνθήκη ποὺ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τὸν βίο μας. Μέσῳ αὐτῆς ἡ ἁγιότητα εἶναι διαρκῶς παροῦσα, ἀκόµη κι ὅταν τραγικὰ βιώνουµε τὴν ἀπουσία της.
« Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Ἡ ὁδὸς Κυρίου ὡς ὁδὸς σωτηρίας (β´ μέρος)
. Ὁ Ψαλμικὸς στίχος: «γνώρισόν µοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσοµαι, ὅτι πρὸς σὲ ᾖρα τὴν ψυχήν µου» (Ψαλµ. ΡΜΒ, 8), ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς οὐσιώδεις διδασκαλίες τῆς Π. Διαθήκης. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἔχει 4-5 κεφάλαια πάνω στὴ θεολογία τῆς ὁδοῦ Κυρίου. Θὰ ἔλεγα, μάλιστα, ὅτι τὸ 35ο κεφάλαιο τοῦ Ἠσαΐα εἶναι ἡ σύνοψη ὅλης τῆς διδασκαλίας, γιὰ νὰ µὴν πῶ ἡ σύνοψη ὅλης τῆς Π. Διαθήκης, γιὰ νὰ µὴν πῶ ἡ σύνοψη ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Περιγράφει τὴ νέα δηµιουργία, αὐτὴ ποὺ καινουργεῖ τὸν κόσµο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, μιὰ ἄλλη μέρα, ἕναν ἄλλο καιρό, ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς: «Εὐφράνθητι, ἔρηµος διψῶσα, ἀγαλλιάσθω ἔρηµος καὶ ἀνθήτω ὡς κρίνον» – ἡ ἔρηµος νὰ γίνει ἄνθος, ὅλη ἡ ἔρηµος. Ἤ, παρακάτω λέει: «ἐκεῖ ἔσται ὁδὸς καθαρὰ καὶ ὁδὸς ἁγία κληθήσεται. Αὐτὸς ὁ δρόµος εἶναι ἅγιος, καὶ οὐ µὴ παρέλθῃ ἐκεῖ ἀκάθαρτος, οὐδὲ ἔσται ἐκεῖ ὁδὸς ἀκάθαρτος· οἱ δὲ διεσπαρµένοι πορεύσονται ἐπ᾽ αὐτῆς καὶ οὐ µὴ πλανηθῶσι» (Ἠσ. ΛΕ´1 καὶ 7-8). Τὰ διεσκορπισµένα τέκνα τοῦ Θεοῦ (αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ παρουσιάζεται μέσα στὴν Ἁγία Γραφή), μόνον ἂν βροῦν αὐτὸν τὸν δρόµο, θὰ πάψουν νὰ εἶναι διασκορπισµένα καὶ δὲν θὰ πλανηθοῦν, ἂν ἀκολουθοῦν αὐτὸν τὸν δρόµο. Ἐκεῖ ἀπέδρα, ὀδύνη, λύπη, στεναγµός.
. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ὁδὸς θεώσεως ἔχει στάδια, ἀπὸ τὴ νηπιότητα στὴν ὡριμότητα. Σύµφωνα μάλιστα μὲ μιὰ ἔξοχη διατύπωση τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἔπρεπε ὁ ἄνθρωπος πρῶτα νὰ δηµιουργηθεῖ, καὶ ἐν συνεχείᾳ κατὰ στάδια νὰ αὐξηθεῖ, νὰ ἀνδρωθεῖ, νὰ πληθυνθεῖ, νὰ ἐνισχυθεῖ, νὰ δοξαστεῖ καὶ τελικὰ νὰ φτάσει στὴ θέα τοῦ Θεοῦ, θέα ποὺ γεννάει τὴν ἀφθαρσία («Ἔδει δὲ τὸν ἄνθρωπον πρῶτον γενέσθαι, καὶ γενόµενον αὐξῆσαι, καὶ αὐξήσαντα ἀνδρωθῆναι, καὶ ἀνδρωθέντα πληθυνθῆναι, καὶ πληθυνθέντα ἐνισχύσαι, καὶ ἐνισχύσαντα δοξασθῆναι, καὶ δοξασθέντα ἰδεῖν τὸν ἑαυτοῦ δεσπότην. Θεὸς γὰρ ὁ μέλλων ὁρᾶσθαι, δράσις δὲ Θεοῦ περιποιητικὴ ἀφθαρσίας» (Εἰρηναίου, Κατὰ αἱρέσεων 4,38, 3, PG 7, 1108C).
. Στὸ σηµεῖο αὐτὸ ἀνοίγω παρένθεση, γιὰ νὰ ἐπισηµάνω ὅτι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περὶ ἀρετῆς εἶναι ἐναρµονισµένη μὲ τὴν ἀντίστοιχη θεολογία τῆς ἀρχαιοελληνικῆς (Σημ. «Χρ. Βιβλ.»: στὸ περιοδ. “Ἐφημέριος” γράφεται «ἀρχαιολογικῆς») παράδοσης, ἀφοῦ τρεῖς αἰῶνες πρὶν τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἐπιτυγχάνεται, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὄσµωση τῶν δύο προσεγγίσεων, μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς σοφιολογικῆς λεγοµένης γραµµατείας (Σοφία Σολοµῶντος, Ἐκκλησιαστής, Παροιμίες, Σοφία Σειράχ).
. Πράγµατι, στὴν Π.Δ. ἡ τετρακτὺς τῶν ἀρετῶν ἐµφανίζεται στὰ βιβλία Σοφία Σολοµῶντος καὶ Δ´ Μακκαβαίων, ποὺ γράφτηκαν κατὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους (3ος-2ος αἰ. π.Χ.). Σοφία Σολ. η´,7: «καὶ εἰ δικαιoσύνην ἀγαπᾷ τις, οἱ πόνοι ταύτης εἰσὶν ἀρεταί· σωφρoσύνην γὰρ καὶ φρόνησιν ἐκδιδάσκει, δικαιοσύνην καὶ ἀνδρείαν, ὧν χρησιµώτερον οὐδέν ἐστιν ἐν βίῳ ἀνθρώποις». Καὶ Δ´ Μακ. α´16: «τῆς δὲ σοφίας ἰδεαι καθεστήκασιν φρόνησις καὶ δικαιοσύνη καὶ ἀνδρεία καὶ σωφροσύνη».
. Ὁ Ἰουδαῖος φιλόσοφος Φίλων, ποὺ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 1ου π.Χ. αἰ. καὶ πέθανε στὰ μέσα τοῦ 1ου µ.Χ. αἰ., ἀντιλαµβάνεται τὴν ἀγαθότητα ὡς τὴ γενικὴ ἀρετή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπορρέουν οἱ τέσσερις συγκεκριµένες πλατωνικὲς ἀρετές. Γιὰ τὸν Φίλωνα ἡ ἀγαθότητα χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπο ποὺ διασώζει τὴν εἰκόνα τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ (Φίλων, Ἀλληγοριῶν Α´, 64,1): «Διὰ τούτων βούλεται τὰς κατὰ μέρος ἀρετὰς ὑπογράφειν· εἰσὶ δὲ τὸν ἀριθµὸν τέτταρες, φρόνησις, σωφροσύνη, ἀνδρεία, δικαιοσύνη. Ὁ µὲν δὴ μέγιστος ποταµός, οὗ αἱ τέτταρες ἀπόρροιαι γεγόνασιν, ἡ γενική ἐστιν ἀρετή, ἣν ἀγαθότητα ὠνοµάσαµεν, αἱ δὲ τέτταρες ἀπόρροιαι αἱ ἰσάριθµοι ἀρεταί». Καὶ (Φίλων, Πρεσβεία πρὸς Γάιον, 128, 4): «Γενικαὶ µὲν γὰρ εἰσὶν ἀρεταὶ τέσσαρες, φρόνησις, ἀνδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη· τούτων δ᾽ ἡγεµονὶς ἑκάστη καὶ βασιλίς ἐστι, καὶ ὁ κτησάµενος αὐτὰς ἄρχων καὶ βασιλεὺς εὐθέως, κἂν µηδεµιᾶς ὕλης εὐπορῇ».
. Τὸν 2ο αἰ. π.Χ. παρουσιάζεται στὸ βιβλίο Δ´ Μακκαβαίων, τὸ ὁποῖο γράφτηκε κατ᾽ εὐθείαν στὰ ἑλληνικὰ καὶ ἀνήκει στὰ δευτερο-κανονικὰ βιβλία τῆς Π.Δ., τὸ θέµα τῶν ἀρετῶν ὡς θεµέλιο τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Εἶναι ὅμως ἐνδιαφέρον νὰ ὑπογραµµίσουµε, ὅτι στὸ βιβλίο αὐτὸ γίνεται σύνδεση τῆς ὁδοῦ τῆς ἀρετῆς, ὅπως ἔχει ἀναπτυχθεῖ στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση (Π. Διαθήκη) ὡς ὑπακοὴ στὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν ἀρετῶν, ὅπως ἔχουν ἀναπτυχθεῖ στὴν ἀρχαιοελληνικὴ παράδοση. Ὁ ἄγνωστος συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου ἐντάσσει τὸ θέµα τῶν ἀρετῶν στὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας: «Φιλοσοφώτατον λόγον ἐπιδείκνυσθαι μέλλων, εἰ αὐτοδέσποτός ἐστι τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισµός, συµβουλεύσαιµ᾽ ἂν ὑµῖν ὀρθῶς, ὅπως προθύµως προσέχητε τῇ φιλοσοφίᾳ» (Δ´ Μακ. α´1). Στρέφεται, λοιπόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεολογία τῆς Π.Δ. καὶ στὴ φιλοσοφία τῶν Ἑλλήνων. Εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, καὶ ὅπως εἴπαµε, ἡ ὄσµωση ἑλληνισµοῦ καὶ ἑβραϊκῆς παράδοσης ἔχει ἀρχίσει. Αὐτὸ θὰ προετοιµάσει τὸ ἔδαφος, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ ἡ ἑλληνικὴ ὁρολογία βασικὸ ἐργαλεῖο στὸ κήρυγµα τῆς Ἐκκλησίας.
. Ὁ λόγος περὶ ἀρετῶν τοῦ Πλάτωνα θὰ ἐνσωµατωθεῖ στὴ φιλοσοφία τῶν Ἰουδαίων τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, γιὰ νὰ προσληφθεῖ ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεµελιώδης βάση, ἐπάνω στὴν ὁποία θὰ ἀναπτύξουν τὰ γνωρίσµατα καὶ τὴν πορεία τοῦ πνευµατικοῦ βίου. Κλείνει ἡ παρένθεση. Μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας θὰ µπορούσαµε νὰ ποῦµε ὅτι τὸ θέµα τῆς διὰ βίου ἄσκησης ἔλαβε πνευµατικὸ περιεχόµενο, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι προσδιόρισε πλέον τὸν πνευµατικὸ βίο τοῦ χριστιανοῦ, ὥστε νὰ µποροῦµε νὰ μιλᾶµε γιὰ πνευµατικὴ ζωὴ ἐννοώντας ἀσκητικὴ ζωὴ – καὶ ἀντίστροφα. [Ὑπενθυµίζω ὅτι στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας οἱ ὅροι «πνευµατικὸς» καὶ «πνευµατικότης», ἀναφέρονται στὴν παρουσία τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος.]
. Τὸ πρῶτο σηµαντικὸ στοιχεῖο, ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἄσκηση, εἶναι ἡ συνεχὴς καὶ διαρκὴς μετάνοια. Ἡ μετάνοια ὄχι μὲ τὴν ἠθική της διάσταση, ἀλλὰ ὡς τάση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀλλάξει τὸν τρόπο τοῦ νοεῖν (θὰ λέγαµε σήµερα, νὰ ἀλλάξει νοοτροπία). Μιὰ τέτοια συνεχὴς μετάνοια προϋποθέτει καὶ μιὰ συνεχῆ ἐγρήγορση τοῦ ἀνθρώπου, μιὰ συνεχῆ προσοχή του, ὥστε νὰ βρίσκεται πάντα στὸν δρόµο πρὸς τὴ γνώση-σχέση. Τελικὰ ἡ μετάνοια (ἡ διαρκὴς μετάνοια) εἶναι μιὰ προσοχὴ (διαρκὴς προσοχὴ) τοῦ ἀνθρώπου νὰ µὴν ξεφύγει ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ ὀνοµάζαµε σπουδαῖο. Νὰ µὴν ἀφεθεῖ στὸ µὴ σπουδαῖο, στὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ µὴ σπουδαῖα τῆς ζωῆς.
. Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ποὺ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσης χαρακτηρίζεται ἀκριβῶς ὡς ἀσκητική, δηλαδὴ ἐµπεριέχει μιὰ διαρκῆ ἄσκηση, ἢ καλύτερα διαρκεῖς ἀσκήσεις, πνευµατικὲς καὶ σωµατικές. Μὲ τὶς ἀσκήσεις αὐτές, δηλαδὴ τὴν προσευχή, τὴ νηστεία, τὶς πράξεις ἀρετῶν, τὸν ἔλεγχο τῶν λογισµῶν, τὴ συµµετοχὴ στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες, ὅπου σπουδάζουµε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, προετοιµαζόµαστε συνεχῶς γιὰ νὰ µποροῦµε νὰ λαµβάνουµε μέρος στὴν θ. Εὐχαριστία. Ἑποµένως, μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή μας, τὴν ὁποία θὰ µπορούσαµε νὰ τὴν ὀνοµάσουµε ἠθικὸ βίο, ἢ καλύτερα χριστιανικὸ βίο, προετοιµαζόµαστε προκειµένου νὰ δεχθοῦµε ἐντός μας τὸν Χριστὸ ὥστε νὰ συντελεσθεῖ ἡ θεραπεία τῆς φύσης μας.
. Ἤδη, στὴ θεολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου περιγράφεται αὐτὸς ὁ χριστιανικὸς βίος ὡς διαρκὴς ἄσκηση, μὲ σκοπὸ τὸ τελικὸ κέρδος τῆς μετὰ τοῦ Χριστοῦ σχέσης: «Ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν µὴ νοµίµως ἀθλήσῃ» (Β´ Τιµ. β´ 5), μὲ τὸ «νοµίµως» νὰ προσδιορίζει τὴν παρουσία τοῦ θελήµατος τοῦ Θεοῦ. Στὴν πραγµατικὴ εὐσέβεια ὁδηγεῖ ἡ διαρκὴς ἄσκηση, ποὺ ὀνοµάζεται καὶ «γυµνασία»: «Γύµναζε δὲ σεαυτὸν πρὸς εὐσέβειαν· ἡ γὰρ σωµατικὴ γυµνασία πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ὠφέλιµος, ἡ δὲ εὐσέβεια πρὸς πάντα ὠφέλιµός ἐστιν, ἐπαγγελίαν ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς µελλούσης» (Α´ Τιµ. δ´ 7-8). Καὶ ἐπίσης, αὐτὴ ἡ γυµνασία συν-τείνει στὴ δυνατότητα διάκρισης καλοῦ καὶ κακοῦ: «Πᾶς γὰρ ὁ μετέχων γάλακτος ἄπειρος λόγου δικαιοσύνης νήπιος γάρ ἐστι· τελείων δὲ ἐστὶν ἡ στερεὰ τροφή, τῶν διὰ τὴν ἕξιν τὰ αἰσθητήρια γεγυµνασµένα ἐχόντων πρὸς διάκρισιν καλοῦ τε καὶ κακοῦ» (Ἑβρ. ε´ 13-14).
. Ὑπάρχει ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἀσκητικὴ παράδοση καὶ πρακτικὴ ἀναπτύχθηκε σὲ κύκλους ἀσκητῶν καὶ πέρασε στοὺς κύκλους τῶν κοινοβιατῶν, ἑποµένως ἀφορᾶ σὲ µοναχοὺς καὶ ὄχι λαϊκούς. Ἡ ἀντίληψη αὐτή, κατὰ τὴ γνώµη µου, ἑδράζεται στὴν ἀπουσία βαθιᾶς πίστης. Ἡ καλλιέργεια τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς ἀφορᾶ σὲ ὅλους. Ὁ ἔλεγχος τοῦ οἰκείου θελήµατος, ὁ ἔλεγχος τῶν παθῶν καὶ κατ᾽ ἐπέκτασιν ἡ καταπολέµηση τῶν κακῶν λογισµῶν, εἶναι ὁδὸς ποὺ ἀφορᾶ σὲ κάθε ἄνθρωπο, εἴτε µοναχὸ εἴτε κοσµικό.
«Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ
. Ἡ Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο δηλώνει μιὰ σαφῆ ἀνθρωπολογία. Ἂν µάλιστα προσθέσουµε τὸν στόχο αὐτῆς τῆς ἀνθρωπολογίας, ὁ ὁποῖος δηλώνεται μὲ τὸν ὅρο «ὁµοίωσις» –«Ποιήσωµεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡµετέραν καὶ καθ᾽ ὁµοίωσιν» (Γέν. α´ 26)– τότε ἀντιλαµβανόµαστε ὅτι ἡ σχέση ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ ἀνάγεται σὲ σχέση ὑποστατική. Μὲ ἁπλουστευτικὴ διατύπωση, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ πορευθεῖ ἀπὸ τὸ κατ᾽ εἰκόνα στὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν. Ἡ εἰκόνα εἶναι θεµελιῶδες στοιχεῖο τῆς φύσης καὶ τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου, γι᾽ αὐτὸ δὲν µπορεῖ νὰ ἐξαφανιστεῖ. Μπορεῖ νὰ µείνει ἀδρανής, νὰ λησµονηθεῖ ἡ ὕπαρξή της, νὰ «ἀµαυρωθεῖ» κατὰ τὴν πατερικὴ ἑρµηνευτική, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ ὑπάρχει. Ἀνὰ πᾶσα στιγµὴ ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ τὴν κάνει ἐνεργό, νὰ ἐπιστρέψει στὴ δυναµική της, νὰ τὴν κάνει παροῦσα. Ἔτσι καταλαβαίνουµε τὴν ἐπιµονὴ τῶν Προφητῶν, ποὺ καλοῦν σὲ μετάνοια, ἔτσι καταλαβαίνουµε τὸ κήρυγµα τοῦ τελευταίου Προφήτη, τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. γ´ 2). Ἑποµένως, ἡ ἀπουσία τῆς εἰκόνας δηλώνει ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἐνῶ ἡ παρουσία της δηλώνει σωτηρία τῆς ἀνθρώπινης φύσης.
. Ἡ ὕπαρξη τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ φανερώθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὡς Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ καλεῖ ἕκαστο τῶν πιστῶν νὰ τὴν κάνει φανερὴ στὴ ζωή του διὰ τῆς ἐνσωµατώσεώς του στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ, προσδιορίζει τὸ περιεχόµενο τοῦ ἀληθοῦς ἀνθρώπου, ὅπως αὐτὸ ἐνεργεῖται στὸν παρόντα βίο καὶ ὅπως θὰ ἀποκαλυφθεῖ στὴ μέλλουσα θεία Βασιλεία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀντιλαµβάνεται τὸν ἕκαστο πιστὸ ὄχι μὲ γνωρίσµατα τοῦ παρόντος κόσµου, ἀλλὰ μὲ γνωρίσµατα τῆς θείας Βασιλείας, μὲ γνωρίσµατα ἁγιότητας. Κάθε ἄνθρωπος δυνάµει εἶναι ἅγιος, καὶ ὡς ἅγιος καλεῖται νὰ λάβει μέρος στὴ γιορτὴ τῆς Βασιλείας, στὸ γαµήλιο δεῖπνο ποὺ ἐνεργεῖται ὡς θεία Εὐχαριστία. Ὅταν ὁ Χριστὸς μᾶς καλεῖ νὰ ἀγαπήσουµε τὸν πλησίον μας, ἀκόµη καὶ τὸν ἐχθρό μας, μᾶς καλεῖ νὰ ἀγαπήσουµε αὐτὴ τὴν ἐν δυνάµει ἁγιότητα σὲ κάθε ἄνθρωπο, δηλαδὴ νὰ τιµήσουµε τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ φέρει κάθε ἄνθρωπος ὡς δηµιούργηµά του. Ἡ ἀξιολόγηση καὶ ὁ διαχωρισµὸς τῶν ἀνθρώπων σὲ καλοὺς καὶ κακούς, σὲ ἁµαρτωλοὺς καὶ δικαίους, ἐνῶ ἐκ πρώτης ὄψεως δείχνει νὰ εἶναι εὐλογοφανής, πρέπει νὰ εἶναι συγχρόνως ἀµφισβητήσιµη, ἂν δεχθοῦµε τὴν κρίσιµη ἀξιολόγηση ποὺ ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Μποροῦµε, π.χ. νὰ θυµηθοῦµε τὴν περίπτωση τοῦ ληστῆ, ὁ ὁποῖος μὲ τὶς συνθῆκες τῆς τότε πραγµατικότητας λογίζεται ὡς κακὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ μὲ τοὺς ὅρους τῆς μετανοίας του λογίζεται ὡς ἅγιος. Αὐτὸ τὸ μαθαίνουµε μετὰ τὸν θάνατό του ἀπὸ μαρτυρία αὐτοπτῶν μαρτύρων -τῶν Ἀποστόλων- ποὺ μᾶς πληροφοροῦν γιὰ τὴν κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Ἐνδιαφέρον ἔχει, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ναὶ µὲν καταδικάζει τὴν ἁµαρτία, ἀλλὰ ἀποφεύγει νὰ καταδικάσει τὸν ἁµαρτωλό, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς δυναµικῆς ποὺ ἔχει θεµελιωθεῖ μὲ τὴ μετάνοια, μὲ ἐξαίρεση τὴν αἵρεση. Βλ. τὴν ἱστορία τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνα, ὅπως περιγράφεται στὸ Γεροντικό: «Ἔλεγον περὶ τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνος, ὅτι ἀπῆλθόν τινες πρὸς αὐτόν, ἀκούσαντες ὅτι μεγάλη διάκρισιν ἔχει καὶ θέλοντες δοκιµάσαι αὐτὸν εἰ ὀργίζεται, λέγουσιν αὐτῶ· σὺ εἶ Ἀγάθων; ἀκούοµεν περὶ σοῦ ὅτι πόρνος εἶ, καὶ ὑπερήφανος· ὁ δὲ εἶπεν ναί, οὕτως ἔχει καὶ λέγουσιν αὐτῷ· σὺ εἶ Ἀγάθων ὁ φλύαρος καὶ κατάλαλος; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰµι· λέγουσιν πάλιν· σὺ εἶ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός; καὶ ἀπεκρίθη· οὔκ εἰµι αἱρετικός· καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν λέγοντες· εἰπὲ ἡµῖν διατὶ τοσαῦτα εἴποµέν σοι, καὶ κατεδέξω, τὸν δὲ λόγον οὐκ ἐβάστασας; λέγει αὐτοῖς· τὰ πρῶτα, ἐµαυτῷ ἐπιγράφω· ὄφελος γάρ ἐστι τῇ ψυχῇ µου· τὸ δὲ αἱρετικός, χωρισµός ἐστιν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ οὐ θέλω χωρισθῆναι ἀπὸ Θεοῦ· οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐθαύµασαν τὴν διάκρισιν αὐτοῦ, καὶ ἀπῆλθον οἰκοδοµηθέντες».
. Ἡ ἔννοια τῆς εἰκόνας εἰσάγει δρόµο σχέσης μὲ τὸν Θεό, ποὺ δὲν νοεῖται μὲ ἀντικειµενικοὺς ὅρους, ἀλλὰ μὲ βιωµατικούς. Αὐτὸ σηµαίνει τὴ λειτουργία γλώσσας, ποὺ ὀνοµάζουµε εἰκονολογική, καὶ ποὺ ἀρνεῖται νὰ ἐξαντλήσει τὴν ἀλήθεια τῶν πραγµάτων καὶ τῶν προσώπων στὰ ὅρια μιᾶς λογικῆς ἢ συνωσθηµατικῆς διατύπωσης, ἀνοίγοντας οὐσιαστικὰ τὴν ἀλήθεια στὴ δυναµικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Οὐσιαστικὰ μιλᾶµε γιὰ τὴ δυνατότητα γνώσεως τοῦ Θεοῦ ὡς σχέσεως μαζί του. Ἤδη ἀπὸ τὴν Π.Δ., εἰσάγεται τὸ θέµα τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὸν Δεκάλογο τίθεται ὡς ὅρος ἡ ἀποτροπὴ τῆς εἰδωλικῆς λατρείας: «οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁµοίωµα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς» (Ἔξ. Κ´ 4), ἐνῶ κατὰ τὴν ἀναλυτικὴ ἐπεξεργασία του ἡ ἀποτροπὴ διατυπώνεται καὶ λεπτοµερῶς: «Ἐπικατάρατος ἄνθρωπος, ὅστις ποιήσει γλυπτὸν καὶ χωνευτόν, βδέλυγµα Κυρίῳ, ἔργον χειρῶν τεχνιτῶν, καὶ θήσει αὐτὸ ἐν ἀποκρύφῳ» (Δευτ. ΚΖ´ 15). Ἔτσι θεµελιώθηκε ἡ ἀνεικονικὴ παράδοση στὴ θεολογία τοῦ Ἰσραήλ.
. Ἀκόµη καὶ στὶς θεοφάνειες ποὺ περιγράφονται στὴν Π.Δ. εἶναι ἐµφανὴς ἡ ἀδυνατότητα γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος γίνεται ἀντιληπτὸς μέσῳ εἰκόνων: φῶς, πῦρ, αὔρα λεπτή, ἦχος. Ἀναφέρω ἰδιαίτερα τὴ θεοφάνεια τοῦ Μωυσῆ, ὅταν αὐτὸς ζήτησε νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ: «Καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Κύριον […] ἐµφάνισόν µοι σεαυτὸν γνωστῶς, ἵνα ἴδω σε […] Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν […] ἐγὼ παρελεύσοµαι πρότερός σου τῇ δόξῃ µου καὶ καλέσω τῷ ὀνόµατί µου, Κύριος ἐναντίον σου καὶ ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω. Καὶ εἶπεν οὐ δυνήση ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν µου· οὐ γὰρ µὴ ἴδη ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν µου καὶ ζήσεται. Καὶ εἶπε Κύριος· ἰδοὺ τόπος παρ᾽ ἐµοί, στήσῃ ἐπὶ τῆς πέτρας· ἡνίκα δ᾿ ἂν παρέλθῃ ἡ δόξα μου, καὶ θήσω σε εἰς ὀπὴν τῆς πέτρας καὶ σκεπάσω τῇ χειρί μου ἐπὶ σέ, ἕως ἂν παρέλθω· καὶ ἀφελῶ τὴν χεῖρα, καὶ τότε ὄψει τὰ ὀπίσω μου, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ὀφθήσεταί σοι.» (Ἔξ. ΛΓ´, 12-23). Ὅµως, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσω τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, µοῦ προσφέρεται ἡ δυνατότητα νὰ γνωρίσω τὸ θεληµά Του, ἑξαιρετικῶς μέσῳ τῶν θείων ἀποκαλύψεων, ἢ νὰ παρατηρήσω τὶς ἐνέργειές του μέσα στὴ Δηµιουργία καὶ νὰ ἐµβαθύνω στὸ περιεχόµενό τους. Ἡ σπουδὴ αὐτὴ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀποβλέπει ὄχι μόνον στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἑποµένως στὴν ἐπίγνωση τῆς ὁδοῦ τῆς θεογνωσίας, μιᾶς ὁδοῦ ποὺ ἀναπτύσσει τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.
. Ἡ θεολογία τοῦ Ἰσραήλ, μέσῳ τοῦ Νόµου ποὺ ὑποµνηµατίζει τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, καὶ μέσῳ τῶν Προφητῶν, ποὺ τὸ κήρυγµά τους ὁριοθετεῖ καὶ ἀξιολογεῖ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου καλώντας τον νὰ µείνει συνδεδεµένος μὲ τὸν Θεό, ἢ καταγγέλλοντας τὴν ἀποστασία του, προετοιµάζει τὴν ἔκπληξη ποὺ θὰ ἐµφανιστεῖ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστὸς θὰ ἐµφανιστεῖ ὡς ἡ ἀπάντηση τῶν δύο ἐρωτηµάτων τοῦ Μωυσῆ, τὰ ὁποῖα συγκεφαλαιώνουν ὅλα τὰ περὶ Θεοῦ ἐρωτήµατα τῶν ἀνθρώπων: α) ποιό εἶναι τὸ ὄνοµά σου, β) δεῖξε µου τὸ πρόσωπό σου. Ὡς ἑνιαῖο ἐρώτηµα διατυπώνεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Φίλιππο λίγο πρὶν τὸ Πάθος: «Κύριε, δεῖξον ἡµῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡµῖν». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπαντᾶ: «Τοσοῦτον χρόνον µεθ᾽ ὑµῶν εἰµι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; Ὁ ἑωρακὼς ἐµὲ ἑώρακε τὸν πατέρα» (βλ. Ἰω. ιδ´ 8-9). Στὴν ἀρχιερατική του προσευχή, ὁ Χριστὸς θὰ συνοψίσει τὸ ἔργο του: «Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνοµα τοῖς ἀνθρώποις» (Ἰω. ιζ´ 6). Ἡ φανέρωση τοῦ ὀνόµατος τοῦ Πατρὸς ἔχει ὑπαρξιακὸ περιεχόµενο, ἀφοῦ ἀποκαλύπτεται ὡς σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, διὰ τῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Πατρός: «Καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνοµά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ, καγὼ ἐν αὐτοῖς» (Ἰω. ιζ´ 26). Τὴν θεολογία αὐτὴ περὶ γνώσεως τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς σχέσεως μὲ τὸν Χριστὸ θὰ ἀναπτύξει ἰδιαίτερα ὁ Ἀπ. Παῦλος, θεολογία ποὺ θὰ γίνει τὸ θεµέλιο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸν τὸν µὀναδικὸ Υἱό, ὡς νέο Ἀδάµ, καλούµαστε νὰ ἐνδυθοῦµε, ὥστε νὰ γνωριστοῦµε μὲ τὸν Δηµιουργό μας («… καὶ ἐνδυσάµενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούµενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾽ εἰκόνα τοῦ κτίσαντoς αὐτόν», Κολ. γ´ 10).
. Ὁ Χριστός, ὡς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ µοναδικὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐξασφαλίζει τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν ὄντων καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν ἑνότητα τῆς θείας δηµιουργίας ἀνακαινίζοντάς την. Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ κατὰ τὶς μαρτυρίες τῶν Ἀποστόλων ἀναγόµαστε στὴν κατάσταση τῆς θείας υἱοθεσίας, γινόµαστε κοινωνοὶ τῆς θεότητας, κατὰ τὴν ἐπισήµανση τοῦ ἀποστόλου Πέτρου: «ἵνα […] γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσµῳ ἐν ἐπιθυµία φθορᾶς» (Β´ Πέτρ. α´ 4), δηλαδὴ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ.
«Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Ἀπὸ τὸ κατ᾽ εἰκόνα στὸ καθ᾽ ὁμοίωσιν
. Στὸ περασµένο σηµείωµα ἐξετάσαµε τὴ βιβλικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἀνθρωπολογία, ἡ ὁποία ἀντιλαµβάνεται τὸν ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Μένει νὰ δοῦµε πῶς ἀπὸ τὸ ὑπαρκτικὸ κατ᾽ εἰκόνα θὰ φτάσουµε στὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν, αὐτὸ ποὺ μὲ ἄλλη ὁρολογία ὀνοµάζουµε θέωση, καὶ μάλιστα, κατὰ βιβλικὴ διατύπωση, ὀνοµάζουµε κοινωνία μὲ τὴ θεία φύση, ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Πέτρο: «ἵνα […] γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσµῳ ἐν ἐπιθυµίᾳ φθορᾶς» (Β´ Πέτρ. α´ 4). Διευκρινίστηκε μάλιστα ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ τριαδικότητα ὡς κοινωνία προσώπων, δηλαδὴ ὡς ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη ἑποµένως εἶναι συστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἐνῶ κάθε διαστροφὴ ἢ ἀλλοίωση αὐτῆς τῆς θεµελιώδους συνθήκης τοῦ βίου του ὀφείλεται σὲ διαµεσολάβηση, εἴτε τὴν ἀντιλαµβανόµαστε ὡς ἐνέργεια δαιμονικῶν δυνάµεων, εἴτε ὡς ἐπήρεια τοῦ περιβάλλοντος, εἴτε ὡς ἀσθένεια τῆς φύσεως. Ἂν μάλιστα δεχτοῦµε τὸ τελευταῖο, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται γιὰ ἀσθένεια τῆς φύσεως, τότε πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ τρόπος θεραπείας της, ὥστε ἡ ἀνθρώπινη φύση νὰ ἐπανεύρει τὴν ἀρχῆθεν συστατική της κατάσταση, ἤ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὸ ἀρχαῖο κάλλος (βλ. τὴ διατύπωση ποὺ κατατίθεται στὸ δεύτερο Εὐλογητάριο τῆς Νεκρώσιμης Ἀκολουθίας: «Ὁ πάλαι μέν, ἐκ µὴ ὄντων πλάσας με, καὶ εἰκόνι σου θείᾳ τιμήσας, παραβάσει ἐντολῆς δὲ πάλιν με ἐπιστρέψας εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην, εἰς τὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν ἐπανάγαγε, τὸ ἀρχαῖον κάλλος ἀναµορφώσασθαι») .
. Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀνέλαβε νὰ πραγµατοποιήσει ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεώς του. Ἡ ἀνθρώπινη φύση, τὴν ὁποία ἀνέλαβε καὶ μὲ τὴν ὁποία ἑνώθηκε ὑποστατικά, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀνθρώπινη φύση, ποὺ ὡς εἰκόνα Θεοῦ δηµιουργήθηκε, καὶ μάλιστα μὲ τὴν παγίωση τῆς ὁµοιότητας, τὸ «καθ᾽ ὁµοίωσιν». Εἶναι μιὰ θεωµένη φύση τώρα ἐν Χριστῷ, μιὰ σώα φύση, χωρὶς τὴν παρουσία ὁποιουδήποτε λάθους, δηλαδὴ ἁµαρτίας. Ὁ Χριστός, ὡς νέος Ἀδάµ, ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ τὰ Εὐαγγέλια, καινουργεῖ τὴν παλαιότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τῆς ὑποχείριας στὸν θάνατο, καὶ εἰσάγει στὴν ἱστορία τὸν νέο ἄνθρωπο, τὸν ἀπαλλαγµένο ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο.
. Τὸ ἐρώτηµα, ποὺ τίθεται τώρα, εἶναι ἡ ἀναζήτηση καὶ ἡ πραγµατοποίηση ἐνσωµάτωσης ἑκάστου ἀνθρώπου σ᾽ αὐτὴ τὴ νέα πραγµατικότητα, ἑποµένως ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση. Θὰ ἔµενε ἐλλιπὴς ἡ διαπίστωση ὅτι ὁ ἄνθρωπος φέρει στὴ φύση του ἀνεξίτηλη τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ ἀµαυρωµένη, ἐὰν δὲν συµπληρώναµε τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἐκφραστεῖ καὶ θὰ ἐνεργηθεῖ αὐτὴ ἡ εἰκόνα, πῶς δηλαδὴ θὰ γίνει ἐνεργὸς καὶ θὰ ἀκυρώσει τὶς στρεβλώσεις καὶ τὶς συγχύσεις. Καὶ στὸ σηµεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναφερθοῦµε στὴν παρουσία τῶν θείων καὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν τῆς θεότητας ἐντὸς τῆς Δηµιουργίας, ἡ πρόσκτηση τῶν ὁποίων ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου θὰ θεραπεύσει τὰ ἀσθενῆ καὶ θὰ ἀναπληρώσει τὰ ἐλλείποντα, ὁδηγώντας τὴν ἀνθρώπινη φύση σὲ ἐγχρίστωση.
. Τί εἶναι ὅμως οἱ ἐνέργειες, ὅταν ἀναφερόµαστε σὲ θεῖες καὶ ἄκτιστες ἐνέργειες; Πρόκειται γιὰ δυνάµεις τῆς θεότητας, τὶς ὁποῖες ἀντιλαµβανόµαστε ἐν συνόλῳ, ἂν καὶ συχνὰ ἐµφανίζονται ἐπιµερισµένες. Προέρχονται ἀπὸ ὅλη τὴν τριαδικὴ θεότητα καὶ εἶναι μεθεκτές, δηλαδὴ µπορεῖ νὰ τὶς προσλαµβάνει ἕκαστος τῶν πιστῶν. Ὑπάρχουν οὕτως ἢ ἄλλως στὴ δηµιουργία, καὶ καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπιτρέψει τὴ σχέση μαζί τους. Νὰ ἐπιτρέψει σηµαίνει νὰ προετοιμάσει τὸν ἑαυτό του, ὥστε αὐτὲς οἱ ἐνέργειες νὰ διαποτίσουν τὴν ὕπαρξή του. Ἔτσι θεµελιώνεται ἡ διὰ βίου ἄσκηση, πνευµατικὴ καὶ σωµατική, καὶ ἀναδύεται ἡ εὐθύνη γιὰ τὴ σωτηρία στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐν ἐλευθερίᾳ ἀναλαµβάνει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας του. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρίσµα ἀντιλαµβανόµαστε τὴν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ: «εἴ τις θέλει ὀπίσω µου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω µοι» (Ματθ. ιϛ´ 24). Τὸ κρίσιμο ἑποµένως θέµα εἶναι νὰ ἐπιτρέψουµε στὶς θεῖες καὶ ἄκτιστες ἐνέργειες νὰ διαποτίσουν τὴν ὕπαρξή μας, ἔργο στὸ ὁποῖο ὅσοι ἐπιτυχῶς εὐδοκίµησαν, ὁδηγήθηκαν στὴν ἁγιότητα.
. Οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ περιγράφονται στὴ βιβλικὴ ἀποκάλυψη ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατ᾽ ἀρχὴν ὡς θεία βούληση, ἐν συνεχείᾳ ὡς δηµιουργὸς δύναµη καὶ τελικὰ ὡς θεία Πρόνοια. Διὰ τῶν ἐνεργειῶν του ὁ Θεὸς γίνεται γνωστὸς στοὺς ἀνθρώπους, στοὺς φίλους του, στὸ λαό του. Ἔχουµε μάλιστα καὶ περιγραφὲς θεοφανειῶν: λόγος, ἦχος, αὔρα, φῶς κ.λπ. Πρέπει ὅμως νὰ ἐπισηµανθεῖ ὅτι τὰ στοιχεῖα αὐτὰ δὲν προέρχονται ἀπὸ κτιστὲς πηγές, ἀλλὰ φέρουν χαρακτήρα ὑπερβατικό. Π.χ., ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δηλώνεται ἢ ἀκούγεται ὡς ἀποκάλυψη τοῦ Υἱοῦ του –αὐτὸς εἶναι ποὺ ὁµιλεῖ στοὺς Προφῆτες. Ἀνάλογα, τὸ φῶς εἶναι ἄκτιστο, καὶ τὶς περισσότερες φορὲς δηλώνει παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἀκόµα καὶ ἡ λεπτὴ αὔρα, ποὺ ἀντιλαµβάνεται ὁ προφήτης Ἠλίας ὡς παρουσία Θεοῦ, ἔχει ἄκτιστη προέλευση. Τὶς περισσότερες μάλιστα φορὲς οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ γίνονται ἀντιληπτὲς ὡς ἐνδιάθετη αἴσθηση. Ἐπίσης, μέσῳ τῶν αἰσθήσεων ἀντιλαµβανόµαστε τὰ ἀποτελέσµατα τῶν θείων ἐνεργειῶν, καὶ ἔτσι πρέπει νὰ προσεγγίζουµε τὶς ἐξαγγελίες τῶν Προφητῶν ἢ τῶν Ἀποστόλων, ὅπως τὴ δήλωση τῶν τελευταίων, ὅτι εἶναι μάρτυρες ὅσων εἶδαν, ὅσων ἄκουσαν καὶ ὅσων ψηλάφησαν («ὃ ἀκηκόαµεν, ὃ ἑωράκαµεν τοῖς ὀφθαλµοῖς ἡµῶν, ὃ ἐθεασάµεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡµῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς», Α´ Ἰωάν. α´1).
. Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ περίπτωση ποὺ περιγράφει τὸ εὐαγγέλιο ὡς θεραπεία τῆς αἱµορροούσας γυναίκας, ὅπου ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δηλώνει ὅτι ἀντιλήφθηκε μιὰ δύναµη νὰ ἐξέρχεται ἀπ᾽ αὐτόν: «Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ». (Λουκ. η´ 45-46).
. Ἡ παρουσία αὐτῶν τῶν θείων δυνάµεων, ποὺ ὀνοµάζουµε ἄκτιστες ἐνέργειες, δηλώνονται ἐπίσης ὡς θεία Πρόνοια ἢ θεία Χάρη. Εἶναι παροῦσες καὶ στὴν ὑλικὴ δηµιουργία, ἀλλὰ καὶ στὸ λογικὸ πλήρωµα τῆς γῆς, δηλαδὴ στὸν ἄνθρωπο. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον μὲ νοητὸ τρόπο, ἀλλὰ καὶ μὲ ὁρατό. Ὄχι μόνον ἐκτὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θεία Χάρη ὑπάρχει εἴτε τὸ ξέρουµε εἴτε δὲν τὸ ξέρουµε, εἴτε τὸ ἀντιλαµβανόµαστε εἴτε δὲν τὸ ἀντιλαµβανόµαστε. Δὲν γεννιέται ξαφνικά, ἀπὸ τὸ µηδέν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ συνδράµει τοὺς εὐσεβεῖς καὶ μετὰ νὰ παύσει νὰ ὑπάρχει. Δὲν εἶναι κτιστή, γιὰ νὰ γίνεται καὶ νὰ ἀπογίνεται. Εἶναι δύναµη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ θεότητα καὶ εἶναι παροῦσα διαρκῶς. Ἐνεργεῖ στὸν ἄνθρωπο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀποδέχεται, εἴτε μεµονωµένα εἴτε ὡς λαὸς τοῦ Θεοῦ.
. Ἐὰν ἔτσι εἶναι τὰ πράγµατα, τότε καταλαβαίνουµε γιατί ὁ Ψαλµωδὸς ἀναφωνεῖ: «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώµατά σου, Κύριε τῶν δυνάµεων» (Ψαλµ. ΠΓ´ [83] 2). Ὁ τόπος τοῦ Θεοῦ, τὰ σκηνώµατά του, µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ἢ ἕνας λαός. Τόπος τοῦ Θεοῦ µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα µωρό, ἕνας ἐνήλικας, ἕνας πρεσβύτης. Τόπος τοῦ Θεοῦ µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα σπουργίτι, ἕνα πετούµενο, τὰ πάντα, γιατὶ ὁ Κύριος διαποτίζει τὰ πάντα μὲ τὶς δυνάµεις του, εἶναι ὁ Κύριος τῶν δυνάµεων. Ἐνῶ ἐὰν ἡ θεία Χάρη εἶναι κτιστή, ὅπως τὴν ἑρµηνεύει ἡ δυτικὴ θεολογία, τότε ὑπάρχει μία συναλλαγὴ μὲ τὴ θεότητα. Γιὰ νὰ µπορέσω νὰ ἐπιτύχω τὴν παρουσία τῆς θείας Χάρης, πρέπει νὰ πληρώσω. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔχουµε τὴν ἀνάπτυξη τῶν συµπλεγµάτων ἐνοχῆς στὴ Δύση. Εἶµαι ἀµαρτωλός, ἄρα «πληρώνω» καὶ ἀποκαθιστῶ τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ.
. Γιὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ Θεὸς γίνεται παρὼν ἄλλοτε ὡς «ὁ ἐνεργῶν ἐν ἡµῖν […] ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας» (Φιλ. β´ 13), καὶ ἄλλοτε ὡς «ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἡ ἐνεργουµένη ἐν ἐµοὶ ἐν δυνάµει» (Κολ. α´ 29). Κυρίως ὅμως, γιὰ τὸν Παῦλο, ὁ Χριστὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ συγκεφαλαιώνει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς δύναµη καὶ σοφία: «Χριστὸς Θεοῦ δύναµις καὶ Θεοῦ σοφία» (Α´ Κορ. α´ 24).
«Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας (Α´)
. Γνωρίζουμε ὅτι ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, καὶ ὅτι ἱδρυτικὴ πράξη θεωρεῖται ἡ σταυρική Του θυσία. Νοεῖται μάλιστα ὡς σηµεῖο αὐτῆς τῆς ἱδρυτικῆς πράξης ἡ ἔκχυση ἀπὸ τὸ σῶµα τοῦ αἵµατος καὶ ὕδατος, ὅταν ὁ Ρωµαῖος στρατιώτης τοῦ τρύπησε τὴν πλευρὰ μὲ τὸ δόρυ του, γιὰ νὰ διαπιστώσει ὅτι εἶναι νεκρός: «Ἀλλ᾽ εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷµα καὶ ὕδωρ» (Ἰω. ιθ´ 34). Κατὰ τὴν πατερικὴ ἑρµηνεία, ἀναδύθηκαν τὰ δύο µυστήρια, ποὺ μᾶς συνδέουν μὲ τὸν Χριστό, τὸ Βάπτισµα καὶ ἡ θεία Εὐχαριστία. Αὐτὰ συνιστοῦν τὸ θεµελιῶδες κριτήριο ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀνήκουµε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Κατὰ τὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γενέθλιος ἡµέρα της νοεῖται ἡ ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁπότε ἐπεδήµησε τὸ Ἅγ. Πνεῦμα, γιὰ νὰ παραµείνει στὴν ἱστορία ὡς συνεχιστὴς τοῦ ἔργου τῆς θείας Οἰκονοµίας ἐνεργουµένη ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτὴ ἡ παρουσία ἐγγυᾶται τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν διαφυλάττει ἀπὸ τὴν αἵρεση ἢ τὸ σχίσµα. Θὰ ἐξετάσουµε ἐδῶ τὸ ἔργο τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος μὲ βάση τὶς καταθέσεις ποὺ ὑπάρχουν στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο.
. Ἡ πρώτη ἀναφορὰ γίνεται στὸ 3o κεφάλαιο, ὅπου ἐκτίθεται ὁ διάλογος τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὸν Νικόδηµο, στὸν ὁποῖο ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ προϋποθέτει «ἄνωθεν» γέννηση «ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύµατος». Στὸν στ. 8 προσδιορίζει ὅτι στοιχεῖο τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος εἶναι ἡ ἐλευθερία: «Τὸ πνεῦµα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ᾽ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἔστι πᾶς ὁ γεγεννηµένος ἐκ τοῦ Πνεύµατος».
. Μὲ τὴ λέξη «πνεῦµα» οἱ Ο´ μεταφράζουν τὴν ἑβραϊκὴ λέξη «ρουὰχ» ἢ «νέφες», ποὺ σηµαίνει ἀέρας, ἀναπνοή, ἄνεµος (spiritus στὰ λατινικά). Ὀνοµάζουµε λοιπὸν Πνεῦμα τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς θεότητας, γιατί δὲν µποροῦµε νὰ προσδιορίσουµε τὴ δράση του. Ἔχει τέτοιου περιεχοµένου ἐλευθερία, ὥστε ποτὲ δὲν µπορεῖς νὰ προκαθορίσεις τὴν πορεία του. Μιλᾶµε ἑποµένως γιὰ ἐλευθερία χαοτική. Τὴν ἐλευθερία αὐτὴ προσδιορίζει μόνο ἡ σχέση, εἶναι ἐλευθερία ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴ σχέση καὶ ἀναπαύεται στὴ σχέση. Καθένας ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ἔχει ἐλευθερία νὰ ἐνεργεῖ χωρὶς προσδιορισµοὺς καὶ προκαθορισµούς. Δὲν ξέρεις ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ ποῦ πάει ὁ ἅγιος, διότι εἶναι παρουσία ἐλευθερίας, καὶ ἐπειδὴ σχετίζεται μὲ τὸ Πνεῦμα εἶναι παρουσία ἀγάπης. Τὴν ἴδια τὴν ἀγάπη δὲν µπορεῖς νὰ τὴν προσδιορίσεις ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ ποῦ πάει, ὅταν εἶναι ἀγάπη βαθιά, πραγµατικὴ ἀγάπη. Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὀνοµάζει καὶ Παράκλητο, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ συµπαραστάτη: «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦµα τὸ ἅγιον ὃ πέµψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόµατί µου, ἐκεῖνος ὑµᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑποµνήσει ὑµᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑµῖν» (Ἰω. ιδ´ 26).
. Στὸ 14ο κεφάλαιο ἐπανέρχεται τὸ εὐαγγέλιο ἀναλυτικότερα στὸ ἔργο τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος. Εἶναι τὸ πρόσωπο ποὺ θὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν ἀνάληψή του στὸν τόπο τοῦ Θεοῦ. «Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐµὰς τηρήσατε, καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑµῖν, ἵνα μένει µεθ᾽ ὑµῶν εἰς τὸν αἰῶνα, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσµος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτό· ὑµεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ᾽ ὑµῖν μένει καὶ ἐν ὑµῖν ἔσται» (ιδ´ 15-17). Τώρα ὁ Ἰησοῦς ἀποκαλύπτει στοὺς μαθητές του τὴν παρουσία τοῦ Πνεύµατος εἰς τὸ διηνεκές, μετὰ τὴν Ἀνάληψή του. Ἄλλες τρεῖς φορές, ἐκτὸς αὐτῆς, συναντῶνται ἀναφορὲς τοῦ Χριστοῦ στὸ Ἅγ. Πνεῦµα: α) «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέµψω ὑµῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐµοῦ» (ιε´ 26) β) «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑµᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (ιϛ´ 13) γ) μετὰ τὴν Ἀνάσταση: «Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦµα ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁµαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (κ´ 22-23). Μέσῳ αὐτῶν τῶν ἀναφορῶν περιγράφεται ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ θὰ γεννηθεῖ τὴν ἡµέρα τὴ μεγάλη τῆς Πεντηκοστῆς.
. Προϋπόθεση κοινωνίας μὲ τὸ Ἅγ. Πνεῦμα τίθεται ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ ἡ βιοτὴ τῶν πιστῶν σύµφωνα μὲ τὶς ἐντολές του. Αὐτὴ ἡ προϋπόθεση ἐνιδρύει σχέση μὲ τὸν Χριστό, καὶ αὐτὴ ἡ σχέση ὑψώνεται σὲ θεία υἱοθεσία ἐξ αἰτίας τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος, ποὺ τὴν τρέφει καὶ τὴν διατηρεῖ. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ διακρίνεται ἀπὸ ὅποιο ἄλλο πνεῦµα καθοδηγεῖ τὸν κόσµο («ὃ ὁ κόσµος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτὸ» ιδ´17), ὅτι δηλαδὴ ἂν δὲν εἶσαι μὲ τὸν Θεό, δὲν µπορεῖς νὰ γνωρίσεις τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ παραδοθεῖς στὶς δυνάµεις του καὶ στὶς ἐνέργειές του, καὶ μάλιστα μὲ ἐσωτερικὴ ἐµπειρία τῆς παρουσίας του («γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ᾽ ὑµῖν μένει καὶ ἐν ὑµῖν ἔσται»). Ὁ ἀνθρώπινος πολιτισµὸς βρίθει ἰσχυρισµῶν, ὅτι ἕνα πνεῦµα καθοδηγεῖ καὶ ἐµπνέει μεγάλους µύστες, ποὺ ἱδρύουν θρησκεῖες ἢ φιλοσοφίες, ὅπως ὁ «δαίµων» τὸν Σωκράτη ἢ ὁ «φωτισµὸς» τὸν Βούδα. Ὁ Ἰωάννης διευκρινίζει στὴν Α´ Ἐπιστολή του ὅτι πρόκειται γιὰ «πνεῦµα πλάνης»: «Ὁ γινώσκων τὸν Θεὸν ἀκούει ἡµῶν· ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἀκούει ἡµῶν. Ἐκ τούτου γινώσκοµεν τὸ πνεῦµα τῆς ἀληθείας καὶ τὸ πνεῦµα τῆς πλάνης» (Α´ Ἰω. δ´6).
. Στὸ 15ο κεφάλαιο ὁ Εὐαγγελιστὴς παραθέτει τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, ὅτι τὸ Πνεῦμα θὰ διδάξει καὶ θὰ ἑρµηνεύσει ὅσα ἐπὶ τρία χρόνια ἄκουγαν καὶ ἔβλεπαν οἱ μαθητές, ἀλλὰ δὲν κατανοοῦσαν: «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦµα τὸ ἅγιον, ὃ πέµψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόµατί µου, ἐκεῖνος ὑµᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑποµνήσει ὑµᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑµῖν» (ιε´ 26). Ἡ κατανόηση τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεων τοῦ Ἰησοῦ δὲν ἦταν αὐτονόητη γιὰ τοὺς μαθητές του, κυρίως τὸ ἀποκαλυπτικό τους στοιχεῖο, διότι, κατὰ τὴν εὐαγγελικὴ ρήση, «οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦµα Ἅγιον» (ζ´ 39). Ἐνδεικτικὸ εἶναι τὸ κήρυγµα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου μετὰ τὴν ἐπιδήµηση τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Τὸ περιεχόµενό του κατανόησαν ἄνθρωποι διαφορετικῶν γλωσσικῶν καὶ πολιτιστικῶν παραδόσεων. Ἐκείνη τὴν ἡµέρα μιλήθηκε ἡ γλῶσσα τῆς Πεντηκοστῆς, στοὺς ἀντίποδες τῆς γλώσσας τῆς Βαβέλ.
. Τὸ «σχῆµα» ποὺ παρουσιάζει ὁ Ἰησοῦς στοὺς μαθητές του εἶναι: Θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος, αὐτὸ εἶναι τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας. Αὐτὸς θὰ σᾶς πεῖ ὅλη τὴν ἀλήθεια. Δὲν θὰ σᾶς τὴν πεῖ ἀπὸ μόνος του, ἀλλὰ ἐκ μέρους µου, διότι ἡ ἀλήθεια εἶµαι ἐγώ. Οὐσιαστικὰ θὰ σᾶς συνδέσει µ᾽ ἐµένα. Δίνοντάς σας ἐµένα τὸ Πνεῦμα, σᾶς δίνει τὸν Πατέρα, γιατί ἐγὼ ὑπάρχω, ἐπειδὴ ὑπάρχει ὁ Πατέρας, ἐγὼ ἀπὸ τὸν Πατέρα τὰ ἔχω πάρει ὅλα. Μιλάει γιὰ τὸ µυστήριο τῆς υἱοθεσίας ἀναφερόµενος στὸ ἔργο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως ἀναπτύσσεται στοὺς δύο τελευταίους στίχους τοῦ 15ου κεφαλαίου: «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέµψω ὑµῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐµοῦ καὶ ὑµεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ᾽ ἀρχῆς µε᾽ ἐµοῦ ἐστε» (ιε´ 26-27). Ἀποκαλύπτονται δηλαδὴ οἱ σχέσεις Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, Χριστοῦ καὶ μαθητῶν, μαθητῶν καὶ κόσµου, εἰσάγοντας τὴ δυναµικὴ παρουσία τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος, τὸ ὁποῖο θὰ ἐπαληθεύσει τὴ δύναµη τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ ἐνδυναµώσει τοὺς μαθητὲς γιὰ τὸ ἔργο τῆς ἀποστολῆς τους.
. Ὁ Χριστὸς ὀνοµάζει τὸ Ἅγ. Πνεῦμα «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι ἀφηρηµένη ἔννοια ποὺ παραπέµπει ἁπλῶς σὲ ἀλήθεια ποὺ ἀντιτίθεται στὸ ψεῦδος. Προσδιορίζει τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴ δήλωσή του, ἄλλωστε, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια («Ἐγώ εἰµι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴ» ιδ´6). Ἑποµένως τὸ «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας» εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀποκαλύπτει τὸν Χριστό, ποὺ μὲ τὴν Ἀνάληψή του βρίσκεται πλέον εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός, ὡς Θεάνθρωπος βέβαια, καὶ τὸν ξαναφέρνει δοξασµένο ἀναµεσά μας καὶ μᾶς συνδέει μὲ αὐτόν.
. Τὸ Ἅγ. Πνεῦμα τὸ λαµβάνουµε κατὰ τὸ βάπτισµά μας. Ὑπάρχει ἡ ὡραία προσευχὴ πρὸς τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ποὺ λέει: «ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡµῖν». Τὸ λαµβάνουµε σηµαίνει ὅτι τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ἔρχεται ἐντός μας, ὅλο καὶ ὄχι ἁπλῶς οἱ δυνάµεις του ἢ οἱ δωρεές του. Ἔρχεται καὶ μᾶς «σφραγίζει», ὥστε νὰ θεραπευθεῖ ἡ φύση μας καὶ νὰ συνδεθοῦµε μὲ τὸν Υἱό, ποὺ θὰ μᾶς συνδέσει μὲ τὸν Πατέρα καὶ ἔτσι νὰ πραγµατοποιηθεῖ τὸ µυστήριο τῆς θείας υἱοθεσίας.
«Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Γνωρίζουμε (καὶ ἀποδεχόμαστε) ὅτι αἰτούμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου εἶναι ἡ σωτηρία τῆς φύσης μας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς φθορᾶς καὶ τῆς σύγχυσης (τοῦ θανάτου). Ἑπομένως ἀναφερόμαστε σὲ θεραπεία (ἀλλαγὴ) τῆς φύσης μας ἀπὸ ἐνδημοῦσα κατάσταση ἀσθενείας. Τέτοια θεραπεία καθίσταται δυνατὴ λόγῳ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ θεότητα συνδέθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Καθένας πλέον ποὺ συνδέεται μὲ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει νέα γέννηση, νὰ ὑπάρξει δηλαδὴ ὡς νέος ἄνθρωπος. Τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς θὰ συνδεθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ὄχι κατὰ συμβολικὸ ἢ ἠθικὸ τρόπο, ἀλλὰ κατὰ ὑπαρξιακό. Αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ τὸν ἀναλύουν οἱ Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Μᾶς λένε λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ παραδοθοῦμε στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ («ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ»), βαπτιστοῦμε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, λάβουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς μέλη ἑνὸς νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, «τρῶμε καὶ πίνουμε» τὸν Χριστὸ καὶ γινόμαστε κοινωνία μαζί του, κοινωνοῦμε μὲ τὴ δική του θεωμένη ἀνθρώπινη φύση («Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» – Ἰωάν. ϛ´ 56). Στὴ θεία Λειτουργία δὲν κάνουμε ἀναπαράσταση γεγονότος, ποὺ κάποτε συνέβη καὶ τὸ θυμόμαστε, ἀλλὰ δημιουργοῦμε ἀπὸ τὸ μηδέν, ἐπαναλαμβάνουμε οὐσιαστικὰ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴ θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἀρχή. Μπορεῖ νὰ συνδέεται μὲ τὴν προηγούμενη θεία Λειτουργία, γιατί καὶ σ᾽ αὐτὴν τὸ ἐπιχειρήσαμε, ἀλλὰ δὲν τὸ πετύχαμε τελειωτικά, δὲν φτάσαμε στὸ ἔσχατο τέλος. Ἡ μνήμη παραμένει, γι᾽ αὐτὸ καὶ λαχταρᾶμε νὰ πᾶμε στὴν ἑπόμενη θεία Λειτουργία. Ἡ μία Κυριακὴ διαφέρει ἀπὸ τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ σ᾽ αὐτὸ τὸ ζεῦγος μνήμης καὶ λαχτάρας. Τί γίνεται ἐκεῖ στὴ θεία Λειτουργία; Μαζευόμαστε ὡς μέλη σώματος, ὄχι ὡς ἄτομα, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς ἀμπέλου καὶ τῶν κλημάτων, ποὺ ἀνέπτυξε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς τὰ κλήματα ποὺ θὰ συνδεθοῦν μὲ τὴν ἄμπελο (τὸν Χριστὸ) καὶ θὰ μείνουν ζωντανὰ καὶ καρποφοροῦντα. Μαζευόμαστε κουβαλώντας ὅλη τὴ Δημιουργία μαζί μας. Ὄχι μόνο τὴ διάθεσή μας, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴ φύση μας. Τὴ Δημιουργία τὴν προσάγουμε μέσα ἀπὸ τὰ σύμβολα τοῦ ψωμιοῦ καὶ τοῦ κρασιοῦ. Καὶ ὅλα αὐτά, ἡμῶν συμπεριλαμβανομένων, ἀρχίζουμε νὰ τὰ ἀναγάγουμε στὸν Πατέρα, γιὰ νὰ τὰ κάνει Χριστό, νὰ ἐπαναληφθεῖ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ καλούμαστε ἐμεῖς νὰ ἐπαναλάβουμε τὴ λέξη τῆς Θεοτόκου: γένοιτο! Ὅμως, τίποτε δὲν γίνεται ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, ἐὰν δὲν μᾶς συγκροτεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς κοινότητα, ὡς λαό, ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ τὰ ἐπιτύχουμε, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀκριβῶς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Πᾶμε, ὅπως λέει καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος, νὰ θεραπευτοῦμε, νὰ θεραπεύσουμε τὴ φύση μας (βλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, ΚΔ´, PG 91, 704A: «Τῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ σχολάζειν, καὶ μὴ ἀπολιμπάνεσθαι ποτὲ τῆς ἐν αὐτῇ τελουμένης ἁγίας συνάξεως […] διὰ τὴν ἀοράτως ἀεὶ παροῦσαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάριν […] καὶ ἕκαστον τῶν εὑρισκομένων μεταποιοῦσαν τε καὶ μετασκευάζουσαν, καὶ ἀληθὲς μεταπλάττουσαν ἐπὶ τὸ θειότερον […] κἂν αὐτὸς μὴ αἰσθάνηται, εἴπερ τῶν ἔτι κατὰ Χριστὸν νηπίων ἐστι καὶ εἰς τὸ βάθος τῶν γενομένων ὁρᾶν ἀδυνατεῖ») Ἔχοντας αὐτὸ ὑπ᾽ ὄψη μας, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε γιατί ὁ Χριστὸς μιλεῖ γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Παρακλήτου, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
. Στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο προαγγέλλεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ (σὲ δύο χωρία) ἡ διαρκὴς παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία, μετὰ ἀπὸ τὴ δική του Ἀνάληψη: στὸ ιδ´16 («Καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα καὶ ἄλλον Παράκλητον δώσει ἡμῖν, ἵνα μένει μεθ᾽ ἠμῶν εἰς τὸν αἰώνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας»), παράλληλα μὲ τὸ ιδ´ 26 («Ὁ δὲ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ἡμᾶς διδάξει πάντα»), καὶ στὸ ιε´ 26 («Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ἠμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ»). Στὸ δεύτερο ἡ ἀναφορὰ εἶναι πιὸ συγκεκριμένη γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί περιγράφεται τὸ ἔργο ποὺ θὰ ἐπιτελέσει. Μὲ τὴν πρόταση μάλιστα «συμφέρει ἡμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ἰωάν. ιϛ´ 7), ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν ἐπιδημία τοῦ Πνεύματος, προβάλλεται τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου ὡς ἑνιαία καὶ διαρκὴς μέριμνα τοῦ Θεοῦ: ὁ Πατὴρ ἀποστέλλει τὸν Υἱὸ νὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ τὴν καινουργήσει, ἔργο ποὺ ὁ Υἱὸς τὸ ἐπετέλεσε μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του καὶ τὴν Ἀνάσταση, καὶ ὁ Υἱὸς ἀποστέλλει τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενο Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ παραμείνει ἐντὸς τῆς ἱστορίας καὶ νὰ βοηθήσει στὴν ἀνάπτυξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εἴσοδος καὶ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν ἱστορία ἀποκαλύπτει τὰ πεπραγμένα της («ἐλέγξει τὸν κόσμον»), ὄχι γιὰ νὰ τὸν βραβεύσει ἢ νὰ τὸν τιμωρήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν φωτίσει, ὥστε νὰ παύσει νὰ ἐναντιώνεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐναρμονίσει τὸ θέλημά του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἁμαρτία, τὴν ἔλλειψη ἢ τὴν ἀπουσία πίστεως δηλαδή, ὥστε νὰ γίνει δυνατὴ ἡ θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς φθορᾶς της. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν πραγματικὴ δικαιοσύνη ὡς κατάσταση, ἢ μᾶλλον ἀποκατάσταση τῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό, τώρα ποὺ ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ Χριστὸς ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, συνέδεσε στὸ πρόσωπό του τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο καὶ ἄνοιξε τὸν δρόμο τῆς θεραπείας καὶ ἀποκατάστασης ἑνὸς ἑκάστου, ὥστε νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴ δυναστεία ἑνὸς διαρκοῦς θανάτου. Θὰ ἀποκαλύψει ἐπίσης τὸ τέλος τοῦ ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου καὶ τὴν ἀνατολὴ νέας πραγματικότητας ὡς κοινωνίας ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ.
. Συνηθίσαμε νὰ μιλᾶμε γιὰ κρίση τοῦ κόσμου, τῆς ἱστορίας, τῶν ἀνθρώπων, μὲ ὅρους δικανικούς, γιὰ νὰ μὴν πῶ τιμωρητικούς. Ξεχνᾶμε ὅτι ὁ βιβλικὸς ὅρος «κρίση» ἐμπεριέχει τὴν ἔννοια τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς δικαίωσης. Ἡ πραγματικὴ κρίση ἐνεργεῖται λόγῳ τῆς παρουσίας τοῦ ἀληθοῦς – ἡ παρουσία κρίνει. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Παρακλήτου κρίνει, δηλαδὴ ξεχωρίζει: εἶσαι μὲ τὴ ζωὴ ἢ εἶσαι μὲ τὸν θάνατο;Ἤδη ἔχει πεῖ ὁ Ἰησοῦς ὅτι μέχρι νὰ ἔρθει ἀνάμεσά μας ὡς Θεάνθρωπος, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤξεραν ὅτι βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό: «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν» (Ἰωάν. ιε´ 22). Τώρα εἶναι ὑπεύθυνοι γιὰ τὴ στάση τους. Τὸ ἴδιο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀρχίζει ἡ εὐθύνη. Ἔχω εὐθύνη γιὰ αὐτὸ ποὺ εἶμαι. Καὶ αὐτὸ λέγεται κρίση. Ὁ Χριστὸς ὑπογράμμισε: «Οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ´ 47). Ἡ γνώση περὶ Θεοῦ δὲν προσεγγίζεται μὲ νοητικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ μέσῳ σχέσης μὲ τὸν Θεό. Ἡ γνώση πηγάζει ἀπὸ σχέση. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ νοητικὲς δυνάμεις καὶ λειτουργίες, ἀκόμη ἀκόμη καὶ οἱ νοοτροπίες, δὲν λειτουργοῦν θετικὰ στὴν ὁδὸ τῆς θεογνωσίας (πολλὲς φορὲς ἀρνητικά), ἀλλὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι εἶναι ὑποβοηθητικὴ ἡ λειτουργία τους· εἶναι ἡ πρώτη τροφή, γιὰ νὰ ἐπικαλεστῶ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ διακρίνει μεταξὺ ἐπὶ μέρους καὶ τέλειας γνώσης «ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην», Α´ Κορ. ιγ´ 12). Τὸ Πνεῦμα θὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸν πραγματικὸ Χριστό, συνδέοντάς μας μαζί Του. Τὸν Χριστὸ τὸν γνωρίζεις τρώγοντάς τον καὶ πίνοντάς τον, κοινωνώντας μαζί του. Αὐτὴ εἶναι γνώση βιούμενη, ὄχι μεταδιδόμενη. Τὰ ρήματα καὶ τὰ πράγματα ποὺ σοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Χριστὸς ἔχουν μυσταγωγικὸ χαρακτήρα. Τελικὰ τὸν Χριστὸ τὸν «γνωρίζεις» ὄχι μὲ τὴ σπουδὴ (ἔστω τῆς Ἁγίας Γραφῆς), οὔτε μόνον χάρη σὲ εὐσεβεῖς πόθους, οὔτε μιμούμενος τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ γῆς (μίμηση Χριστοῦ), οὔτε χάρη στὶς καλὲς διαθέσεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ παραδίδεσαι στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ σὲ συνδέει μαζί του, σὲ εἰσάγει στὴν ἀλήθεια του («ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»). Βέβαια, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀποδίδεσαι σὲ διαρκῆ ἄσκηση (διὰ βίου), ὥστε νὰ εἶναι καθαρὴ ἡ ὕπαρξή σου γιὰ νὰ δεχτεῖ τὶς ἐνέργειές του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπογραμμίζει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας» (βλ. Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς).
«Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»
Ὁ Ἑρμᾶς, χριστιανὸς συγγραφέας τῶν ἀρχῶν τοῦ 2ου αἰ., παραθέτει στὸ ἔργο του Ποιμὴν τὴν ἑξῆς ἀποκαλυπικὴ εἰκόνα: «Ἀπεκαλύφθη δέ μοι, ἀδελφοί, κοιμωμένῳ, ὑπὸ νεανίσκου εὐειδεστέτου λέγοντός μοι· Τὴν πρεσβυτέραν, παρ᾽ ἧς ἔλαβες τὸ βιβλίδιον, τίνα δοκεῖς εἶναι; Ἐγώ φημι· Τὴν Σίβυλλαν. Πλανᾶσαι, φησίν, οὐκ ἔστιν. Τίς οὖν ἐστιν; φημί. Ἡ Ἐκκλησία, φησίν. Εἶπον αὐτῷ· Διατί οὖν πρεσβυτέρα; Ὅτι, φησίν, πάντων πρώτη ἐκτίσθη· διὰ τοῦτο πρεσβυτέρα, καὶ διὰ ταύτην ὁ κόσμος κατηρτίσθη» (Ποιμήν, Ὅρασις β´, ΙV). Ἡ διατύπωση μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἐννοήσουμε τὴν Ἐκκλησία ὡς πραγματικότητα ποὺ προϋπάρχει τοῦ κόσμου καὶ ἀποτελεῖ τὴ συνθήκη τοῦ κόσμου. Μ᾽ ἄλλα λόγια, ὁ κόσμος δημιουργήθηκε γιὰ νὰ εἶναι Ἐκκλησία. Μᾶς ἐπιτρέπει ἐπίσης νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία, συνδεδεμένη μὲ τὴν τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ, προσδιορίζει ἐπίσης τὴν τριαδικότητα τοῦ ἀνθρώπου, συνθήκη ποὺ διατυπώνεται μὲ τὸν ὅρο «κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν». Προχωρώντας ἕνα βῆμα ἀκόμα, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν Ἐκκλησία ὡς τὸν τόπο καὶ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν ἐν Χριστῷ, ζωὴ ποὺ ὁρίζεται ὡς ἀγάπη («ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι»). Μὲ τὸ ὄνομα μάλιστα «Ἄνω Ἱερουσαλὴμ» ἀντιλαμβανόμαστε τὴν Ἐκκλησία νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὰ ἔσχατα (βλ. Ἀποκ. κα´ 2: «Καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἱερουσαλὴμ καινὴν εἶδον καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ»), ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ μιὰ σύνδεση πρωτολογίας καὶ ἐσχατολογίας, ἢ καὶ νὰ συμπεραίνουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸ ὅλον τοῦ κόσμου. Ἀσφαλῶς ἡ ἀνταρσία δείχνει νὰ διαταράσσει τὴν ἁρμονία τῆς δημιουργίας, σὲ σκοτεινοὺς μάλιστα αἰῶνες (αἰῶνες τῆς ἀγνωσίας καὶ τῆς σύγχυσης) δείχνει νὰ «ἀκυρώνει» τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ μυστήριο ὅμως τῆς θείας Οἰκονομίας θὰ ξαναφέρει στὸ προσκήνιο τὴ σύνδεση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἐξαιρέτως μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ ἐμφανίσει τὴν Ἐκκλησία ὡς δυναμικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ πορεύεται πρὸς τὴν ἐσχάτη Βασιλεία, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ποὺ διαταράχθηκε (καὶ διαταράσσεται) ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὥστε νὰ «καταντήσουν» νὰ εἶναι «τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός».
. Ἀντιλαμβανόμαστε τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου ὡς ἀγαπητικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐκφράζει τὴν βούλησή του νὰ κοινωνήσει μὲ τὸν ἄνθρωπο, στὸν ὁποῖο τὰ πάντα χαρίζονται. Πρόκειται γιὰ διαρκῆ κίνηση δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν δημιουργία του καὶ τὸ πλήρωμά της. Ὡς κίνηση δωρεᾶς δὲν ἐμπεριέχει συναλλαγὴ ἢ ἀνταλλαγή, δεδομένης ἄλλωστε τῆς διαφορᾶς τῶν φύσεων, τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης. Εἶναι μία κίνηση ποὺ χαρίζεται στὴν κτιστὴ φύση, στὸν ἄνθρωπο, χωρὶς ὁ Θεὸς νὰ ζητεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο κάποιο ἀντάλλαγμα, ἐκτὸς τῆς ἐλεύθερης θέλησής του νὰ κοινωνεῖ μὲ τὸν Θεό, γιατί οὕτως ἢ ἄλλως ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ δώσει ὁποιοδήποτε ἀντάλλαγμα ἔναντι αὐτῆς τῆς δωρεᾶς. Στὴν ἱερὴ γλώσσα αὐτὴ ἡ κίνηση ὀνομάζεται θεία Χάρη. Ἑπομένως ὀνομάζουμε θεία Χάρη τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Πῶς γίνεται ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ὥστε ὁ δεύτερος νὰ γίνεται κοινωνὸς θείας φύσεως; (βλ. Β´ Πέτρ. α´ 4: «ἵνα γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως»). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμειχθεῖ ἡ φύση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι γιατί δὲν θέλει ἢ γιατί δὲν εἶναι σωστό, ἀλλὰ γιατί εἶναι πέραν τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἡ φύση τῆς θεότητας δὲν ἀναμειγνύεται μὲ τὴ φύση τῆς ἀνθρωπότητας, καὶ εὐρύτερα μὲ τὴν κτιστὴ φύση. Αὐτὸ λοιπὸν μὲ τὸ ὁποῖο ἑνώνεται ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ φύση τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ οἱ ἐνέργειές της, ἤ, νὰ τὸ πῶ μὲ μιὰ ἄλλη λέξη, οἱ δυνάμεις τῆς φύσεως. Ἡ φύση ἔχει δυνάμεις καὶ αὐτὲς τὶς δυνάμεις τὶς ὀνομάζουμε ἐνέργειες – ἄκτιστες ἐνέργειες. Τὸ ἄκτιστον ἐκχέει αὐτὲς τὶς ἐνέργειές του μέσα στὴν κτίση, στὸ κτιστόν. Τὸ κτιστὸν συνδέεται ἤ, ἂν θέλετε, διαποτίζεται ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες. Ἡ παρουσία αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν μεταποιεῖ τὸ κτιστὸν σὲ μὴ θνητόν, σὲ μὴ φθαρτόν. Τὸ ἀφθαρτοποιεῖ, τοῦ ἀφαιρεῖ τὴν κίνησή του πρὸς τὴν ἀνυπαρξία, πρὸς τὸ μηδέν.
. Αὐτὲς οἱ ἐνέργειες, ποὺ διαποτίζουν τὸ κτιστόν, δὲν εἶναι ἐνέργειες ἀφηρημένες, οὔτε εἶναι δυνάμεις κτιστές, ὅπως εἶναι π.χ. ἡ μαγνητικὴ δύναμη ἢ ἡ δύναμη τοῦ ἠλεκτρισμοῦ. Ἂν ἀκουμπήσεις μία ἠλεκτρικὴ πηγὴ θὰ σὲ διαποτίσει ἡ ἐνέργεια τοῦ ἠλεκτρισμοῦ, εἴτε τὸ θέλεις εἴτε δὲν τὸ θέλεις. Ἀντίθετα, οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ πηγάζουν ἀπὸ προσωπικὴ ὑπόσταση καὶ ἔχουν ἀπαραίτητο στοιχεῖο τὸν διάλογο, τὴ σχέση, τὴν ἀπόκριση. Αὐτὸ στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα τὸ ὀνομάζουμε «ἐλευθερία» ἤ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω μιὰ λειτουργικὴ ἔκφραση, «προαίρεση». Τί σημαίνει ὅτι προαιροῦμαι, ὅτι θέλω νὰ ἀποδεχθῶ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες; Τὸ «θέλω» δὲν εἶναι μιὰ παθητικὴ στάση, εἶναι μιὰ στάση ἐνεργητική. Πρέπει δηλαδὴ καὶ ἐγὼ τὶς δικές μου κτιστὲς φυσικὲς ἐνέργειες νὰ τὶς ἐνεργοποιήσω πρὸς τὰ ἔξω. Νὰ φύγω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου καὶ νὰ βρεθῶ «ἐκτὸς ἑαυτοῦ», πρὸς τὸν ἄλλον. Αὐτὸ τὸ ὀνομάζουμε στὴ νηπτική μας παράδοση ἔκσταση (ἀπὸ τὸ «ἐξίσταμαι», βγαίνω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου). Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία υἱοθετεῖ τώρα τὴν πρώτη κίνηση ποὺ ἀνέφερα, τὴν κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό, ἀφοῦ τὴν «διορθώνει», δίνοντάς της ἰδιαίτερο περιεχόμενο: κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεὸ σημαίνει ἀπάντηση στὴν κίνηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο (βλ. Γαλ. δ´ 9: «γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ»). Κι αὐτὸ εἶναι τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
. Ὅταν λέμε ὅτι ἔργο τῆς θεμελιωμένης καὶ ἱδρυμένης ἀπὸ τὸν Θεὸ Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν, ἀναφερόμαστε κατ᾽ οὐσίαν σὲ μία σχέση. Ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν εἶναι ἡ παρουσία μιᾶς σχέσης. Τὴ σχέση αὐτὴ οἱ νηπτικοὶ Πατέρες ὀνομάζουν «ἐρωτική». Ἡ σχέση αὐτὴ περιλαμβάνει τὴν κίνηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἀπάντηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό. Ὑπάρχουν κείμενα ποὺ μιλοῦν γι᾽ αὐτὴ τὴ σχέση, ὅπως εἶναι ἡ Κλίμαξ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου ἢ τὰ ποιήματα τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου ἢ τὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Μιλᾶμε γιὰ μία διαλεκτικὴ σχέση θείου καὶ ἀνθρώπινου ἔρωτα.
. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φτάσει ὁ ἄνθρωπος νὰ νικήσει τὴν ἐντός του φθορά, τὴν φυσική του δηλαδὴ φθορά, ἂν δὲν ἀπαντήσει ἐνεργητικά, ἂν δηλαδὴ δὲν κινητοποιήσει μέσα του ὅλες του τὶς ἐνέργειες σὲ μία φορὰ πρὸς τὸ θεῖο. Μιὰ τέτοια κίνηση ἀσφλῶς σημαίνει μιὰ ὑπερβολικὰ ἔντονη δυναμικὴ γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Στὴν ἀνθρώπινη ὅμως καθημερινότητα ὑπάρχουν οἱ πολλὲς ἥσυχες στιγμές. Ἡ Ἐκκλησία καταφάσκει σὲ αὐτὲς τὶς πολλὲς ἥσυχες στιγμὲς καὶ τὶς ἐντάσσει μέσα στὴ δική της Λειτουργία, κατὰ τρόπο ὥστε μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια μας αὐτὴ τὴν καθημερινότητα νὰ ψηλαφοῦμε σιγὰ-σιγὰ αὐτὸν τὸν ἁγιασμό. Μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, μέσα δηλαδὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, βαπτιζόμαστε, μυρωνόμαστε, κοινωνοῦμε, ἐνδεχομένως θεραπευόμαστε, ἐνδεχομένως παντρευόμαστε, ἐνδεχομένως ἀποφασίζουμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν ἱερὸ κλῆρο. Τέτοιες πράξεις ποὺ ἁγιάζουν ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς καθημερινότητάς μας τὶς ὀνομάζουμε καὶ «μυστήρια». Βέβαια ὅλες οἱ πράξεις τῆς Ἐκκλησίας –ὅπως π.χ. ἡ προσευχὴ τῆς κοινότητας, ἡ κατάθεση μιᾶς πράξης ἀγάπης, ἡ ἄσκηση– ὅλες αὐτὲς εἶναι ἁγιαστικὲς πράξεις, ποὺ ἐμπεριέχουν στοιχεῖα μυστηρίου. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι κι αὐτὲς οἱ πράξεις ποὺ συνηθίζουμε νὰ ὀνομάζουμε «μυστήρια» καὶ οἱ ὁποῖες ἐπιτρέπουν στὸν ἄνθρωπο σιγά-σιγὰ νὰ μαθαίνει νὰ διαλέγεται μὲ τὸν Θεό, ὀργανώνοντας τὴ ζωή του γύρω ἀπὸ τὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό. Τὰ «μυστήρια» διδάσκουν στὸν ἄνθρωπο νὰ ἐνεργοποιεῖ σωστὰ τὶς ἐνέργειές του, νὰ τὶς κατευθύνει ὡς σωστὴ ἀπάντηση πρὸς τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες ποὺ ζητοῦν νὰ τὸν διαποτίσουν. Γιατί ὑπάρχει πάντα ὁ κίνδυνος ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχει ἀγαθὴ πρόθεση καὶ νὰ θέλει νὰ ἐνεργοποιεῖ τὶς ἐνέργειές του πρὸς τὸ θεῖο, ἀλλὰ ἂν δὲν διδαχθεῖ τὴν ὁδὸ τῆς θεογνωσίας, αὐτὲς νὰ μὴν κατευθύνονται πρὸς τὸ θεῖο, νὰ χάνονται, νὰ σκορπίζονται.
Περιοδ. «Ἐφημέριος», ἀρ. τ. 1, Ἰαν.- Φεβρ. 2015
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Δεκεμβρίου, 2017

Η αγανάκτηση μπορεί να έχει σχέση με την οργή, τον θυμό, την κακία, τη νευρικότητα και τη δυσανασχέτηση. Υπάρχει δίκαια και δικαιολογημένη οργή, που φέρνει αγανάκτηση, κάποτε ιερή αγανάκτηση, από αναβρασμό ψυχής που εθίγη. Έξαψη φοβερή, που εκδηλώνεται δημόσια, από αγανακτισμένους, που διαμαρτύρονται με διάφορους τρόπους, μερικές φορές και ακραίους, γιατί τους ενέπαιξαν, τους είπαν ψέματα, τους ξεγέλασαν και τους απάτησαν.
Πρόκειται για αιφνίδια, αυθόρμητη, γενική εκδήλωση κατακραυγής, ξέσπασμα δυνατού θυμού, θύελλα αποδοκιμασίας, σφοδρή, παρατεινόμενη, δυνατή φούρκα. Σκάνδαλα ταγών και ισχυρών προκάλεσαν έναυσμα, οξυθυμία, παροξυσμό πείσματος αντιδραστικού, αποκορύφωση διαμαρτυριών, υπερένταση, εξαγρίωση, μένος και επιθετικότητα. Έτσι ήλθε διέγερση παθών, έξαψη απαιτήσεων. Χιλιάδες άνθρωποι ξέσπασαν σε οργή, χολώθηκαν από την ανεντιμότητα, την ιταμότητα, την κενή φλυαρία, τις ψεύτικες υποσχέσεις, τα μισόλογα, τα ανειλικρινή χαμόγελα. Η όλη αδιόρθωτη κατάσταση έφερε βίαιη αντίδραση, ανέβασε το αίμα στο κεφάλι. Ο τόσος βρασμός ψυχής, ο παροξυσμός του πνεύματος, το πνίξιμο από το δίκιο, το σκάσιμο από το κακό, ξεχείλισε το ποτήρι. Δυστυχώς για αρκετούς πολιτικούς ακόμη πέρα βρέχει.
Η αγανάκτηση καθημερινά φουντώνει, δεν παύει, δεν μαζεύεται πια. Ο θυμός δεν παύει. Η υπομονή εξαντλήθηκε. Δεν υπάρχει πλέον ανοχή. Δεν μπορεί άλλο να τα καταπίνει όλα. Απηύδησε και απόκαμε ο κόσμος από τα παχιά λόγια, τις πολλές υποσχέσεις, τα καμώματα των πολιτικών. Κουράστηκε, βαρέθηκε, πόνεσε, απογοητεύτηκε και απόκαμε. Μπούχτισε, σιχάθηκε, δυσφόρησε, δυσανασχέτησε και κατέβηκε στους δρόμους. Άφησε την πολυθρόνα και την τηλεόραση. Κάτι είναι κι αυτό. Αδημονεί, λαχταρά, καίγεται η καρδιά του να δει μιαν άσπρη μέρα. Δεν τον χωρά ο τόπος του. Δεν βλέπει την ώρα για μια ουσιαστική αλλαγή. Κάθεται στα κάρβουνα, τον κυνηγούν δαίμονες, σκέφτεται το μέλλον των παιδιών του, το κατάντημα της αγαπημένης του πατρίδας. Κάθεται ο νεοέλληνας σε αναμμένα κάρβουνα, σε καρφιά, τρώει τα νύχια του, παίρνει ψυχοφάρμακα. Εξαντλήθηκε το κουράγιο. Τα περιθώρια στένεψαν πολύ. Βαρέθηκαν απεριόριστα. Δεν αντέχουν άλλο. Δεν πάει άλλο πια. Κάτι σημαντικό πρέπει γρήγορα να γίνει.
Η βία δεν είναι ό,τι το καλύτερο. Ειρηνικά, προσεκτικά, με γνώση, φιλότιμο, μεράκι, ενδιαφέρον έμπνευση, μελέτη και μόχθο, θα πρέπει η Ελλάδα να οδηγηθεί σε αναγέννηση. Να μάθουμε να ζούμε και με πιο λίγα. Να διαβάσουμε το ευαγγέλιο της εγκράτειας. Να γίνουμε τις δύσκολες αυτές ώρες πιο φιλάνθρωποι. Να ακούμε και τον άλλο. Να μην καπελωθεί η διαμαρτυρία από κανέναν. Να μη πέσει η αγανάκτηση στο κενό. Να γίνει εφευρετική, δημιουργική και αποτελεσματική.
Περάσαμε και άλλες μεγάλες μπόρες και δεν χαθήκαμε. Έχουμε δώσει εξετάσεις υπομονής και ανδρείας και κερδίσαμε. Ας μην αποκάμουμε και το βάλουμε εύκολα κάτω. Η ελληνική μεγαλοψυχία και η ελληνική φερεπονία θα φέρει πλούσια και πολύτιμα δώρα για τη δόλια πατρίδα μας, που την εξαπάτησαν μερικοί και θα πρέπει να λογοδοτήσουν. Ό,τι έγινε έγινε. Ο Θεός είναι μεγάλος. Δυστυχώς, μια ώρα κατάλληλη η Εκκλησία σιωπά. Δίχως να φλυαρεί, θα μπορούσε να καταθέσει λόγο υπεύθυνο, καίριο, σημαντικό και παρήγορο. Η αγανάκτηση πάντως, πιστεύουμε και ελπίζουμε, κάτι καλό θα φέρει στον ταλαίπωρο τόπο μας. Μακάρι, άμποτε, είθε…

Πηγή:
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Δεκεμβρίου, 2017

Όσοι είμαστε χριστιανοί αισθανόμαστε αρκετά έως πολύ περιθωριοποιημένοι από την πραγματικότητα της ζωής και του πολιτισμού, την στιγμή που θα θελήσουμε να κάνουμε πράξη τις εντολές του Ευαγγελίου, να φανερώσουμε την πίστη μας στον Χριστό και στις δυσκολίες της ζωής και στην ηρεμία της. Οι άνθρωποι θεωρούμε, και εύλογα, ότι καλούμαστε να ανήκουμε στο σύνολο στο οποίες οι συγκυρίες, ο χρόνος, ο οικείοι μας επέλεξαν να ανήκουμε. Ακόμη κι αν πάρουμε αποφάσεις δυναμικές, με περιεχόμενό τους την ριζική αλλαγή της πορείας της ζωής μας, ανατρέποντας την ένταξή μας, ηθελημένη και αθέλητη, στις ομάδες που είχαμε μάθει να συμμετέχουμε, και πάλι θα αναγκαστούμε να συμβιβαστούμε στις νέες ομάδες που θα επιλέξουμε είτε να διαμορφώσουμε είτε να ενταχθούμε. Κανείς μας δεν μπορεί να ζήσει μόνος του. Όταν βάζουμε την χριστιανική μας ιδιότητα μπροστά, διαπιστώνουμε ότι είναι ακόμη πιο δύσκολη η ένταξη και όχι μόνο σε ομάδες εκτός της εκκλησιαστικής πραγματικότητας. Και εντός της Εκκλησίας ή θα αναγκαστούμε να είμαστε όπως όλοι όσοι ακολουθούν κάποιες νόρμες, κάποια πρότυπα, κάποιες ταμπέλες, ή θα υποχρεωθούμε να παραμείνουμε μοναχικοί.
Στα λόγια όμως όσων αγάπησαν και ακολούθησαν τον Χριστό υπάρχει μία αίσθηση δόξας εάν οικειωθούμε τον δρόμο της πίστης. Η δόξα συνοδεύεται από την υπόσχεση, την πρόγευση και την προσμονή. Έχει άμεση σύνδεση με την Βασιλεία του Θεού, στην οποία όποιος ενταχθεί έχει ήδη νικήσει την μοναχικότητα, την απόρριψη των άλλων, τους φόβους του, έχει αποφασίσει να αγαπήσει και να αγαπηθεί και, κυρίως, να αφεθεί στην αγάπη του Θεού που είναι η μεγαλύτερη δόξα. «Όταν ο Χριστός φανερωθή, η ζωή ημών, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη» (Κολοσ. 3, 4). «Όταν ο Χριστός, που είναι η αληθινή ζωή μας, φανερωθεί, τότε κι εσείς θα φανερωθείτε μαζί Του δοξασμένοι στην παρουσία Του».
Ο αποστολικός λόγος έχει ακριβώς αυτά τα τρία στοιχεία που συνοδεύουν την δόξα. Η δόξα δεν είναι κάτι πρόσκαιρο, αλλά αιώνιο. Δεν είναι αυτόνομη, αλλά συνδέεται άμεσα με τον Χριστό, πηγάζει από Εκείνον. Δόξα σημαίνει φως και ελπίδα. Σημαίνει ένα βήμα πιο πάνω από την έγνοια της καθημερινότητας, της αναγνώρισης από τους ανθρώπους, της κάλυψης της φιλοδοξίας, διότι αυτές είναι δόξες εφήμερες, που μας κάνουν να διατρέχουμε τον κίνδυνο να ταυτιστούμε με το παρόν, με τις δικές μας δυνάμεις, να ξεχάσουμε ότι μόνο ο Χριστός σώζει. Η δόξα είναι άλλωστε ένας πειρασμός που μας κάνει να μετριόμαστε με την αλήθεια. Και δεν έχει να κάνει με τους υπερβολικά χαρισματικούς μόνο. Ανάγκη για δόξα, για τον έπαινο και την αναγνώριση της αξίας μας, ιδίως και σε σχέση με τους άλλους, έχουμε όλοι οι άνθρωποι οι οποίοι παλεύουμε να πετύχουμε στην ζωή, στην οικογένεια, στις σχέσεις μας, στις ιδέες μας, στην εργασία μας, στην πολιτική, σε όλους τους τομείς της ζωής. Όμως αυτή η δόξα δεν λυτρώνει, μόνο τονώνει τον εγωισμό μας και δεν κρατά για πάντα, γρήγορα μαραίνεται και παρέρχεται. Αντίθετα, η δόξα της παρουσίας του Θεού στην ζωή μας δίνει αγάπη, φως, ελπίδα και μας κρατά χαρούμενους αληθινά. Μας κάνει να αντέχουμε την όποια περιφρόνηση και την ίδια στιγμή εργαζόμαστε το όνομα του Θεού να δοξάζεται.
Η δόξα συνοδεύεται από την υπόσχεση. Ότι ο Χριστός δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ, αλλά θα βρίσκεται μαζί μας όλες τις ημέρες της ζωής μας. Από τη υπόσχεση ότι εφόσον τιμούμε το όνομα Του, εφόσον παλεύουμε πνευματικά, πιστεύουμε, αγωνιζόμαστε Εκείνος να φαίνεται και να είναι η οδός, η αλήθεια και η ζωή των ανθρώπων, τότε Αυτός θα μας δοξάσει δίνοντάς μας την χαρά της αποδοχής από εκείνους που κατανοούν τι σημαίνει να αγαπά κάποιος τον Θεό, θα μας δώσει την δωρεά της αγιότητας. Και αποδοχή σημαίνει εμπιστοσύνη. Σημαίνει απόφαση για συνοδοιπορία. Σημαίνει πορεία αληθινή, η οποία απαλύνει την απουσία των πολλών από την ζωή μας, την ειρωνεία και το μαρτύριο που συνοδεύει την πίστη μας. Και ενώ οι πολλοί μας περιφρονούν και μας απορρίπτουν, η χαρά υπάρχει στην καρδιά μας αναλλοίωτη, γιατί ο Χριστός είναι μαζί μας και στα ευχάριστα και στα λυπηρά.
Η δόξα συνοδεύεται από την πρόγευση. Προγευόμαστε την δόξα του Χριστού, την δόξα της αγιότητας, στην ζωή της Εκκλησίας και ιδίως στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Την στιγμή που κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Θεανθρώπου Χριστού μετέχουμε στην θεία φύση κατά χάριν. Αγιάζεται η ύπαρξή μας. Αν έχουμε επίγνωση της κλήσης μας τότε η καρδιά μας παίρνει κουράγιο και χαρά. Συνειδητοποιούμε ότι ο Χριστός δεν έγινε απλώς άνθρωπος, αλλά μας δίνεται ως αγαπημένος και μας καλεί στην αγάπη Του. Είναι μοναδική ευλογία και τιμή να αισθανόμαστε ότι ο Θεός μας αγαπά. Η θεία κοινωνία δεν είναι επιβράβευση για τη ηθική μας καθαρότητα, ούτε την προϋποθέτει, διότι δεν υπάρχει άνθρωπος καθαρός από ρύπου. Προϋποθέτει όμως την απόφαση για μετάνοια. Τον σεβασμό στον Θεό. Την χαρά να είμαστε παιδιά Του, επειδή ο Ίδιος το θέλησε. Την χαρά να συναντούμε τον πλησίον μας, που για εκείνον Χριστός ενανθρώπισε. Γι’ αυτό και η μετοχή στο μυστήριο της Ευχαριστίας είναι πρόγευση της δόξας του Θεού. Διότι στην αιωνιότητα θα ζούμε αυτήν την χαρά όχι ως τροφή υλική, ούτε ως ευκαιρία να αλλάξουμε εντός μας, να δούμε την ζωή με τα πνευματική μάτια, αλλά ως κοινωνία πρόσωπον προς πρόσωπον με τον Χριστό και τους αγίους, δηλαδή μέσω της μετοχής μας στην μεγάλη πνευματική οικογένεια των προσώπων της Βασιλείας του Θεού.
Η δόξα όμως είναι και προσμονή. Δεν έρχεται αμέσως, αλλά χρειάζεται την υπομονή μας και εκείνο το αίσθημα ότι ο Θεός δεν μας ξεχνά. Ότι ακόμη κι αν φαίνεται μακριά μας είναι δίπλα μας. Ότι πλησιάζει μέσα στον χρόνο η στιγμή που θα Τον συναντήσουμε ενώπιος ενωπίω. Και όπως όταν προσμένουμε κάποιον να μας επισκεφθεί, δεν μένουμε στην παθητικότητα ότι επειδή δεν μπορούμε να εκπληρώσουμε κάθε επιθυμία του, δεν χρειάζεται να κάνουμε κάτι, αλλά βάζουμε τα δυνατά μας να είναι όλα όσο καλύτερα γίνεται, ακόμη και φτωχικά, έτσι και στην σχέση μας με τον Χριστό η προσμονή της δόξας δεν μας κάνει παθητικούς , αλλά έτοιμους να διαθέσουμε τον χρόνο μας για Εκείνον, όσο αυτό είναι εφικτό. Χρόνος προσευχής. Χρόνος αγάπης στον πλησίον. Χρόνος εκκλησιασμού. Χρόνος κάθαρσης. Χρόνος μελέτης του λόγου Του. Θυσία, μεγάλη ή μικρή, δεν έχει σημασία, γιατί μόνο έτσι η προσμονή της δόξας δεν μας κάνει να μελαγχολούμε και να νικιόμαστε από το ότι δεν την ορίζουμε εμείς.
Ας είμαστε ενεργά μέλη του σώματος του Χριστού. Ας μην φοβόμαστε την περιφρόνηση των πολλών, αλλά ας αντιτάσσουμε την προσευχή γι’ αυτούς, την δική μας άσκηση και την πίστη που γίνεται αγάπη και υπομονή. Δεν μας ζητά ο Χριστός να αποκοπούμε από τον κόσμο και τον πολιτισμό, αλλά να μην νικηθούμε από το πνεύμα του πονηρού, της άρνησης, της δικαιολογίας, της προσποίησης. Δεν θα είμαστε μόνοι μας, αλλά η δόξα Του, εντός της εκκλησιαστικής ζωής, θα μας αγιάσει, θα μας φωτίσει, θα δώσει σκοπό στην ζωή μας!
Κέρκυρα, 17 Δεκεμβρίου 2017
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Δεκεμβρίου, 2017

«Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες-ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια-ισχύουν οι παμπάλαιες απόψεις. Ποτέ αγκαλιά. Αφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα μέχρι να τους κοπεί η ανάσα δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους. Ας κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά» (Κική Δημουλά).
Τι σημαίνει στους καιρούς μας το «τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου»; Οι μεγαλύτεροι, κάποτε φανερά, κάποτε αδιόρατα, απαιτούν από τα παιδιά τον σεβασμό της συμμόρφωσης με τις ιδέες τους, με τα θέλω τους, με έναν καθορισμό ζωής όπως οι ίδιοι, ως έμπειροι, σοφοί και με την δικαιολογία της δεδομένης αγάπης, μπορούν να διαλέξουν γι’ αυτά. Οι νεώτεροι θέλουν ελευθερία. Θέλουν από τους μεγαλύτερους στήριξη, οικονομική και ψυχολογική, χωρίς όμως οι μεγάλοι να ανακατεύονται στις αποφάσεις τους. Οι μεγάλοι επικαλούνται την αξία του σεβασμού. Οι νεώτεροι απαντούν: «τον σεβασμό δεν τον δικαιούσαι, τον κερδίζεις». Και όλα μοιάζουν δύσκολα σε τέτοιες σχέσεις.
Άλλοτε οι μεγαλύτεροι είναι αδιάφοροι. Προσανατολισμένοι στην καριέρα τους και έτοιμοι να καλύψουν όλες τις απαιτήσεις των νεώτερων, έρχεται η στιγμή που διαπιστώνουν ότι δεν υπάρχει γέφυρα επικοινωνίας. Μόνο ένα απέραντο θέλω. Και όταν αυτό το θέλω δεν μπορεί να εκπληρωθεί, τότε έρχεται η εγκατάλειψη. Γονιός σημαίνει να είσαι χρήσιμος στο παιδί σου. Αν δεν μπορείς ή γίνεσαι βάρος γι’ αυτό, τότε το παιδί κάνει την ζωή του.
Νεώτεροι και μεγαλύτεροι στις σχέσεις μας έχουμε να παλέψω με το θέλω μας. Δεν είναι εύκολη η ισορροπία που δίνει η αγάπη. Αυτή άλλωστε έρχεται όταν πέρα από το θέλω υπάρχει ένας δεσμός εμπιστοσύνης. Οι γονείς εμπιστεύονται τα παιδιά τους, ακόμη κι αν κάνουν λάθη, χωρίς να απεμπολούν την ευλογία της συμβουλής. Τα παιδιά εμπιστεύονται τους γονείς ως τους μόνους που μπορούν να πούνε την αλήθεια, γιατί αγαπούνε. Η αγάπη κάνει τον γονέα να μην θέλει να επιβάλλει στο παιδί «για το καλό του» ό,τι κρίνει σωστό, όταν πλέον αυτό έχει μπει σε ηλικία που η ελευθερία του προηγείται. Η αγάπη κάνει το παιδί να ακούει με προσοχή τον γονέα, διότι η πείρα της ζωής δίνει φώτιση που είναι απαραίτητη.
Η αγάπη χαράσσει τα όρια. Ο μεγάλος καλείται να είναι πιο υπομονετικός στην δίψα του νεώτερου για έλεγχο της ζωής του. Να κάνει περισσότερη προσευχή στον Θεό και να περιμένει, όχι για να δικαιωθεί, αλλά για να πειστεί ο νεώτερος για το τι είναι πραγματικά καλό γι’ αυτόν, ίσως και μέσα από τις απαραίτητες περιπέτειες. Η αγάπη τελικά γεννά ωριμότητα.
Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει την «αντιπελάργωση». Οι νεώτεροι πελαργοί, στην αποδημία του χειμώνα, βάζουν στα φτερά τους τους πατεράδες τους, για να ξεκουραστούν από το μακρινό ταξίδι, ανταποδίδοντας με ευγνωμοσύνη το ότι τους γέννησαν και τους έμαθαν να πετούνε. Οι γονείς ας αγκαλιάσουν τα παιδιά τους, ας τα ρωτούν για την ζωή τους, ας είναι δίπλα τους. Τα παιδιά ας ανταποδίδουν την αγκαλιά και την στοργή, μέχρι το τέλος. Γιατί οι μεγάλοι έχουν ανάγκη με την σειρά τους όχι τον σεβασμό της υποταγής, αλλά τον σεβασμό της καρδιάς που ευγνωμονεί για τα πολλά και τα λίγα, ξέρει πότε χρειάζεται να ακούει και στα «όχι» της ακόμη δεν κλείνει πόρτες. Τιμά, όποιος αγαπά!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» Στο φύλλο της Τετάρτης 13 Δεκεμβρίου 2017
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Δεκεμβρίου, 2017

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και εντυπωσιακά θαύματα που έκανε ο Άγιος Σπυρίδωνας είναι αυτό της συνομιλίας του με την νεκρή κόρη του Ειρήνη. Από την πλευρά του Αγίου ήταν μία κίνηση αγάπης, προκειμένου η κόρη του να του αποκαλύψει πού είχε φυλάξει ένα κόσμημα απαραίτητο σε μια γυναίκα που της το είχε εμπιστευθεί πριν η Ειρήνη πεθάνει. Την κρυψώνα μόνο η νεκρή γνώριζε και το κόσμημα ήταν απαραίτητο στην φτωχή γυναίκα, για να θρέψει τα παιδιά της. Και ο Άγιος νικά την σιωπή του θανάτου, με τη αγάπη. Την ίδια ακριβώς αγάπη που αποπνέει το «αείζωο σώμα» του μέχρι τους καιρούς μας. Σιωπηλός ο Άγιος, προσφέρει νόημα και ελπίδα σε όλους όσους έχουμε ανάγκη το μυστικό όχι της υλικής φροντίδας, αλλά της όντως ζωής, αυτής που νικά το πρόσκαιρο και την αδηφαγία του θανάτου!
Ο Άγιος μιλά στην νεκρή κόρη του και αυτή του απαντά. Η αγάπη νικά τον θάνατο. Ο Άγιος μιλά και σε μας, τους σύγχρονους νεκρωμένους από την αμαρτία, από την εκζήτηση της παραπλανητικής αφθονίας, της ηδονής που δεν πηγάζει από την αγάπη του προσώπου, αλλά από την θέαση του άλλου ως αντικειμένου. Τους νεκρωμένους από τον εγωκεντρισμό που δεν ξέρει να υποχωρεί, να ανέχεται, να συγχωρεί. Τους νεκρωμένους από την αίσθηση ότι μπορούμε χωρίς Θεό. Άραγε, θα μπορέσουμε να του απαντήσουμε;
Η Ειρήνη υπέδειξε στον Άγιο και πατέρα της το μυστικό, λέγοντας ΝΑΙ, ακόμη και από τον τάφο, στην αγάπη. Έδειξε ότι η αληθινή αγάπη ουδέποτε νεκρούται. Ότι ο άνθρωπος που πιστεύει στον Χριστό, καν αποθάνη, ζήσεται. Και ο λόγος της έγινε παρηγορία στην γυναίκα που χρειαζόταν την φανέρωση του μυστικού. Η αγάπη γίνεται άνοιγμα. Υπερβαίνει το μέτρο του εαυτού, των ορίων μας. Αρκεί να υπάρχει ο Άγιος και πατέρας στην ζωή μας. Αυτός που θα μας οδηγήσει στον Χριστό. Που θα τον εμπιστευθούμε όχι για να γίνουμε οπαδοί του ή εκζητητές δωρημάτων τα οποία δεν θα αλλάξουν ριζικά την ζωή μας, αλλά θα μας βοηθήσουν πρόσκαιρα να αισθανόμαστε ότι τα χατίρια μας γίνονται. Γιατί μόνο η πίστη που ριζώνει στις καρδιές γίνεται αφετηρία μεταμόρφωσης.
Μπορούμε κι εμείς να υποδείξουμε τα μυστικά μας στον Άγιο και στην Εκκλησία. Κι αυτά έχουν να κάνουν με τα πάθη και τις αμαρτίες που μας κάνουν να δείχνουμε καλοί, ενώ η καρδιά μας πάσχει. Να φαίνεται ότι πιστεύουμε, ενώ στην πρώτη δυσκολία τα γιατί μας κυνηγούν. Μπορούμε εν μετανοία να αποκαλυφθούμε και να γίνουμε διάφανοι στο φως της ειρήνευσης και της ελπίδας. Αυτό που πηγάζει από τον λυτρωτή Χριστό. Τον Θεό του Αγίου και δικό μας. Αυτόν που διά του θανάτου Του μας έδωσε «άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον».
Ας μην περιμένουμε την παγωνιά του θανάτου. Ας κάνουμε τον Άγιο οδοδείκτη, φίλο και πατέρα προς τον Χριστό. Και νεκροί μεν όντες τη αμαρτία, ας ζωοποιηθούμε στην Εκκλησία. Στην συνάντηση των προσώπων που μέσα από την αλήθεια βρίσκουν σωτηρία.
Πρέσβευε υπέρ ημών!
Κέρκυρα, 12 Δεκεμβρίου 2017
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2017

Εκκλησία και κρατική εξουσία
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.
Οι Χριστιανοί ως μέλη της Εκκλησίας πολιτογραφούνται στην βασιλεία του Θεού. Η βασιλεία όμως του Θεού «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου»[1]. Και οι Χριστιανοί, ενώ βρίσκονται στον κόσμο αυτόν, έχουν το πολίτευμα στους ουρανούς[2]. Εκεί είναι ο τόπος της τελικής αναφοράς τους και από εκεί προέρχονται οι αρχές της επίγειας συμπεριφοράς τους. Χωρίς να παύουν να είναι πολίτες της επίγειας πατρίδας τους και να συναναστρέφονται με όλους τους ανθρώπους, είναι «συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού»[3]. Η παράδοξη αυτή κατάσταση προσδιορίζει ανάλογα και την θέση τους απέναντι στην κρατική εξουσία.
Η θέση των Χριστιανών απέναντι στην κρατική εξουσία καθορίζεται σε γενικές γραμμές με την απάντηση που έδωσε ο Χριστός στο ερώτημα των Φαρισαίων και των Ηρωδιανών, αν επιτρέπεται να πληρώνουν φόρο στον Καίσαρα. Ο Χριστός, πριν απαντήσει στο ερώτημα, ζήτησε να του παρουσιάσουν ένα νόμισμα. Όταν το πήρε, ρώτησε: «Τίνος η εικών αύτη και η επιγραφή»; Εκείνοι απήντησαν: «Καίσαρος». Τότε τους είπε: «Απόδοτε ούν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ»[4].
Χαρακτηριστικό εδώ είναι ότι η απάντηση του Χριστού δεν καλύπτει μόνο την ερώτηση, αλλά επισημαίνει και κάποιο καινούργιο στοιχείο, που είναι προφανώς και το ουσιωδέστερο. Η ερώτηση που υποβλήθηκε περιοριζόταν στο θεμιτό ή μη της καταβολής φόρου στον Καίσαρα. Η απάντηση του Χριστού προχωρεί περισσότερο και επισημαίνει την υποχρέωση που υπάρχει απέναντι στον Θεό. Με τον τρόπο αυτόν προβάλλεται το ουσιωδέστερο· το «εν ου εστι χρεία»[5].
Εξετάζοντας αναλυτικότερα την απάντηση του Χριστού προς τους Φαρισαίους και τους Ηρωδιανούς παρατηρούμε τα εξής. Σε αυτήν χρησιμοποιείται το ρήμα «αποδίδωμι», που σημαίνει επιστρέφω κάτι στον κύριό του[6]. Ο άνθρωπος δηλαδή καλείται να επιστρέψει κάτι που δεν του ανήκει· κάτι που δεν είναι δικό του. Αλλά σε τελευταία ανάλυση ο άνθρωπος δεν έχει τίποτε δικό του. Ο Απόστολος Παύλος παρατηρεί: «Τι έχεις ο ουκ έλαβες; Ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών;»[7]. Όλα όσα έχει ο άνθρωπος προέρχονται από τον Θεό. Όταν λοιπόν προσφέρει κάτι στον Θεό, δεν το «δίδει», αλλά το «αποδίδει», δηλαδή το επιστρέφει στον Κύριό του. Αυτό κάνει και όταν προσφέρει στον Θεό ολόκληρη την ύπαρξή του, που δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» του. Επιστρέφει το δημιούργημα στον Δημιουργό του. Αποδίδει την εικόνα στο αρχέτυπό της.
Στην απάντηση όμως του Χριστού γίνεται λόγος και για απόδοση πραγμάτων στον Καίσαρα. Εδώ άλλωστε αναφερόταν και η ερώτηση. Ποια είναι λοιπόν αυτά; Στην αφήγηση ως πράγματα του Καίσαρα παρουσιάζονται τα νομίσματα. Αυτά είναι που έχουν την εικόνα και την επιγραφή του. Έτσι δικαιολογείται και η καταβολή του φόρου. Αυτό όμως δεν είναι καινούργιο. Και αυτοί που ρωτούσαν τον Χριστό δεν αρνούνταν την καταβολή του φόρου. Το καινούργιο λοιπόν βρίσκεται στο «απόδοτε τα του Θεού τω Θεώ». Όλο το βάρος πέφτει στο δεύτερο αυτό σκέλος της απαντήσεως, με το οποίο και τοποθετούνται τα πράγματα στην σωστή τους θέση.
Βέβαια και το πρόβλημα της σχέσεως του ανθρώπου με την κρατική εξουσία δεν είναι ασήμαντο, ιδίως όταν πρόκειται για εξουσία που εκλέγεται και με την ψήφο του. Πρωταρχική όμως σπουδαιότητα έχει η σχέση με τον Θεό. Αυτή συνεπάγεται καθολική αυτοπροσφορά, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει ουσιαστική ελευθερία από κάθε συμβατική αρχή και εξουσία. Έτσι οι υποχρεώσεις προς τον Καίσαρα τοποθετούνται σε δεύτερη μοίρα. Είναι συμβατικές και παροδικές, όπως και η εξουσία του Καίσαρα. Εδώ λοιπόν δεν υπάρχει μόνο αναγνώριση αλλά και άρνηση της εξουσίας. Την αναγνώρισή της μαρτυρεί η αποδοχή πραγμάτων που ανήκουν στον Καίσαρα. Και την άρνησή της φανερώνει η τελική αναφορά των πάντων στον Θεό. Όλα ανήκουν στον Θεό, από τον οποίο και προέρχονται.
Η χρησιμοποίηση του χωρίου αυτού για την υποστήριξη της υποχρεώσεως των Χριστιανών να πειθαρχούν στην κρατική εξουσία αρχίζει με τους Απολογητές[8]. Η άποψη αυτή είναι βέβαια σωστή, αλλά δεν εξαντλεί το νόημα του χωρίου, ενώ η επίκλησή του για δικαιολόγηση της υποταγής της Εκκλησίας στο κράτος το παρερμηνεύει. Εφόσον όλα ανήκουν στον Θεό, σε αυτόν ανήκει και η εξουσία του Καίσαρα, όπως και ο ίδιος ο Καίσαρας. Δεν υπάρχει τίποτε, που να προέρχεται από άλλη αρχή και να μην ανήκει δικαιωματικά στον Θεό. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, παρατηρεί ο Τερτυλλιανός, ανήκει περισσότερο στους Χριστιανούς και όχι στους ειδωλολάτρες, εφόσον ο Θεός των Χριστιανών είναι ο Κύριος όλων, και αυτός παραχωρεί την εξουσία στον κόσμο[9].

Το κράτος υπάρχει για να υπηρετεί την κοινωνία και όχι για να την καταδυναστεύει
Ο Καίσαρας, δηλαδή ο φορέας της κρατικής εξουσίας, είναι κατά την χριστιανική διδασκαλία απλός διαχειριστής της εξουσίας που ανήκει στον Θεό. Αν δεν έχει την συναίσθηση αυτήν, τότε άρχει «κατά δόκησιν»[10]. Με την συναίσθηση της αναφοράς στον Θεό βοηθείται ο φορέας της κρατικής εξουσίας να παραμένει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, ενώ χωρίς αυτήν οι πιθανότητες για κατάχρηση και απολυταρχική άσκηση της εξουσίας είναι προφανείς. Όπως εύστοχα παρατηρήθηκε, το κράτος έχει πάντα την τάση να ξεπεράσει τα όριά του και να γίνει ολοκληρωτικό. Η τάση για θεοποίηση του Καίσαρα είναι αιώνια. Εκδηλώθηκε στην μοναρχία, αλλά μπορεί να εκδηλωθεί εξίσου και στην δημοκρατία ή τον κομμουνισμό[11]. Οι κίνδυνοι που απορρέουν από την τάση αυτήν, όπως και οι αποπροσανατολισμοί που μπορούν να προκληθούν, είναι φανεροί.
Ξεχωρίζοντας ο Χριστός «τα του Καίσαρος» και «τα του Θεού» περιορίζει τον Καίσαρα και την εξουσία του μέσα στον κόσμο. Δηλαδή τα «εκκοσμικεύει». Με τον τρόπο αυτόν έχουμε την εκκοσμίκευση του κράτους, που έχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα για τον χριστιανικό τρόπο θεωρήσεώς του. Η εκκοσμίκευση αυτή δικαιώνει την δημοκρατία, όπως και το «κράτος δικαίου», που μετά από πολλούς αιώνες διαμορφώθηκαν στην Δύση.
Η εκκοσμίκευση του κράτους έρχεται σε αντίθεση προς κάθε απολυτοποίησή του η θεοποίηση των αρχόντων του, που επικρατούσε στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Κύριος είναι μόνο ο Θεός. Η κρατική εξουσία είναι συμβατική και ανήκει στον κόσμο που θα καταργηθεί. Το ίδιο ισχύει και για τους κοσμικούς άρχοντες. Παραταύτα και χριστιανοί άρχοντες θέλησαν σε αρκετές περιπτώσεις να επέμβουν στα εκκλησιαστικά πράγματα, προκαλώντας έτσι την αντίδραση των εκπροσώπων της Εκκλησίας. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των εικονομάχων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, που προκάλεσαν την αντίδραση της Εκκλησίας απέναντί τους και την υπόμνηση των ορίων της εξουσίας τους[12]. Τέλος υπάρχουν και οι περιπτώσεις καπηλεύσεως της θρησκευτικής πίστεως για την επιβολή απολυταρχικής εξουσίας εν ονόματι του Θεού, που είναι και οι χειρότερες.
Η κρατική εξουσία παρουσιάζεται ως συνεκτικός δεσμός μέσα στην διασπασμένη ανθρωπότητα. Η άσκηση της εξουσίας προνοήθηκε από τον Θεό ως διακόνημα για τον περιορισμό του κακού και την προστασία του καλού[13]. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και οι επιμέρους άρχοντες είναι όργανα του Θεού. Το θέλημα του Θεού το εκφράζει η ύπαρξη της εξουσίας και όχι ο οποιοσδήποτε φορέας της[14]. Η θέση αυτή της Εκκλησίας στηρίζει την ελεύθερη και υπεύθυνη επιλογή των φορέων της εξουσίας, πράγμα που χαρακτηρίζει και το γενικότερο πνεύμα της δημοκρατίας, αλλά δεν τους βλέπει ως μεσσίες[15].
Το κράτος δεν ταυτίζεται με την κοινωνία. Υπάρχει ως θεσμός, για να την υπηρετεί και όχι να την καταδυναστεύει. Αυτό ισχύει ιδίως για το κράτος δικαίου, όπου κυριαρχούν το σύνταγμα και οι νόμοι. Κάθε θεσμός όμως προσλαμβάνει ως ένα βαθμό υπερβατικό χαρακτήρα. Έτσι άλλωστε λειτουργεί και ως συνεκτικός δεσμός στην κοινωνική ζωή. Η υπερβατικοποίηση μάλιστα του κράτους προβάλλεται μερικές φορές σε μεταφυσικές διαστάσεις. Αλλά και όταν αυτή περιορίζεται στην εγκοσμιότητα, δεν παύει να υπερβαίνει την κοινωνία. Και η υπεροχή του αυτή ερμηνεύει την τάση του προς απολυτοποίηση.
Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τους Χριστιανούς να υποτάσσονται στην εξουσία, γιατί προέρχεται από τον Θεό[16]. Αυτό δεν σημαίνει εξαγιασμό της εξουσίας, αλλά παραδοχή της χρησιμότητάς της για την περιστολή του κακού. Όπως ο θάνατος παραχωρήθηκε από τον Θεό ως ευεργεσία, για να μη μένει ο άνθρωπος αιωνίως στην αμαρτία, έτσι παραχωρήθηκε και η εξουσία, για να μην υπάρχει αναρχία και ατομική αυθαιρεσία. Η εξουσία δεν εκχριστιανίζεται, όπως δεν εκχριστιανίζεται και ο θάνατος. Με τον Χριστό όμως νικιέται κάθε κοσμική εξουσία, όπως και ο θάνατος.
Ο Χριστός ελευθερώνει από την εξουσία, όπως και από τον θάνατο. Η ελευθερία αυτή έχει εσχατολογικό χαρακτήρα[17]. Όσο ο πιστός ξενοδοχείται στον κόσμο αυτόν που θα καταργηθεί, δεν ζεί με πληρότητα την ελευθερία, αλλά υπόκειται στην εξουσία, όπως και στον θάνατο. Ως πολίτης όμως της βασιλείας του Θεού είναι ήδη ελεύθερος από την εξουσία, όπως και από τον θάνατο. Η φύση της ελευθερίας του Χριστιανού προσδιορίζει και την φύση της υποταγής του στην κρατική εξουσία. Η υποταγή αυτή είναι σχετική. Ο Χριστιανός δεν είναι δούλος του κόσμου ή των αρχόντων του κόσμου. Είναι παιδί του Θεού και πολίτης της βασιλείας του. Τελικός κριτής του δεν είναι ο οποιοσδήποτε κοσμικός άρχοντας αλλά ο Θεός. Αυτό δεν μειώνει τις ευθύνες και υποχρεώσεις του στον κόσμο, αλλά στηρίζει την ελευθερία του. Η αναγνώριση κυριότητας ανθρώπου σε άνθρωπο είναι χριστιανικώς απαράδεκτη[18]. Οι κοσμικοί άρχοντες δεν δικαιούνται να είναι δυνάστες. Η εξουσία τους είναι περιορισμένη και συμβατική.

Οι αληθινοί Χριστιανοί «πείθονται τοις ωρισμένοις νόμοις, και τοις ιδίοις βίοις νικώσι τους νόμους»
Η πειθαρχία στην κρατική εξουσία έχει τα όριά της. Νοείται ως υποταγή στις απαιτήσεις του κοινού καλού[19]. Η πειθαρχία αυτή δεν δικαιολογεί την καταστρατήγηση του θείου θελήματος. Όταν οι απαιτήσεις των κρατούντων έρχονται σε αντίθεση προς το θέλημα του Θεού, ο Χριστιανός οφείλει να πειθαρχεί στον Θεό και όχι στους ανθρώπους[20]. Έτσι ο καθορισμός των ορίων της κρατικής εξουσίας δεν εγκαταλείπεται στην αυθαιρεσία των φορέων της, αλλά ελέγχεται από τους πιστούς εν ονόματι του Θεού.
Ο Χριστιανός δεν εγκλωβίζεται στον σεβασμό των νόμων της κοινωνικής συμβιώσεως, αλλά τους υπερβάλλει. Το ιδεώδες του δεν είναι να γίνει «καλός καγαθός» πολίτης, αλλά να τελειωθεί κατά το πρότυπο του Χριστού και να γίνει θεός κατά χάρη. Η επιδίωξη του σκοπού αυτού δεν κατορθώνεται με την συμμόρφωση προς το φυσικό ή το θετικό δίκαιο, αλλά με την τήρηση των εντολών του Χριστού, που υπερβάλλουν κάθε δίκαιο. Οι αληθινοί Χριστιανοί «πείθονται τοις ωρισμένοις νόμοις, και τοις ιδίοις βίοις νικώσι τους νόμους»[21]. Αν όμως παρόλα αυτά συμβαίνει να πολεμούνται και να διώκονται, οι διωγμοί και τα μαρτύρια γίνονται αφορμές ομολογίας και μαρτυρίας για την δόξα του Θεού[22].
Με την επικράτηση του Χριστιανισμού και την αναγνώριση της Εκκλησίας από το κράτος δόθηκαν σε αυτήν ορισμένα προνόμια και δημιουργήθηκαν ανάλογες υποχρεώσεις. Η Εκκλησία απέκτησε κεντρική θέση στην κοινωνική ζωή, πράγμα που είχε σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις. Η ζωντανή παρουσία της στην δημόσια ζωή εμπλουτίζει την κοινωνία με το πνεύμα της χριστιανικής αγάπης και εμποδίζει την επικράτηση της βίας και της πολιτικής αυθαιρεσίας, πράγμα που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την πολιτική ζωή. Αλλά και η εκτροπή του πληρώματος ή των εκπροσώπων της από την αποστολή τους δημιουργεί σοβαρά προβλήματα. Η εκτροπή αυτή δεν πραγματοποιείται μόνο όταν η Εκκλησία συμπεριφέρεται ως όργανο της πολιτικής εξουσίας, αλλά και όταν επιχειρεί να την αντικαταστήσει, ή ακόμα και όταν εγκαταλείπει την κοινωνία στην πολιτική αυθαιρεσία.
Η αποφυγή των ακροτήτων αυτών είναι απαραίτητη και η ύπαρξή τους συχνά οδυνηρή. Όταν μάλιστα η Εκκλησία έρχεται σε αντίθεση με την εξουσία του κράτους, είτε καταγγέλλοντας άδικους νόμους είτε καυτηριάζοντας πολιτικές αυθαιρεσίες, οι εξωτερικοί όροι είναι άνισοι. Αλλά αυτό δεν πρέπει να την εμποδίζει να ελέγχει τα πράγματα, χωρίς να παύει να διακρίνει τα πρόσωπα και να τρέφει προς αυτά την χριστιανική αγάπη.
Γενική υποχρέωση των Χριστιανών είναι η υποταγή από αγάπη[23]. Αυτή πραγματοποιείται απέναντι στον Θεό, τον πλησίον και τους κοσμικούς άρχοντες. Η υποταγή στον Θεό πρέπει να είναι απόλυτη και καθολική, ενώ η υποταγή στον πλησίον και στους φορείς της κρατικής εξουσίας σχετική. Η υποταγή στον Θεό πρέπει να γίνεται για όλα. Η υποταγή αυτή βιώνεται σωστά ως υπακοή, δηλαδή ως αυτεξούσιος συντονισμός του θελήματος με το θείο θέλημα. Η υποταγή στον πλησίον χρειάζεται για την διατήρηση της αδελφικής αγάπης. Τέλος η υποταγή στους κοσμικούς άρχοντες και την κρατική εξουσία βιώνεται περισσότερο ως πειθαρχία, που έχει σκοπό την κοινωνική ευταξία[24].
Διάφορες εξάλλου είναι και οι μορφές με τις οποίες εμφανίζεται η κρατική εξουσία. Ο Max Weber διακρίνει τρεις βασικούς τύπους εξουσίας: α) Την νόμιμη ή γραφειοκρατική, β) την παραδοσιακή και γ) την χαρισματική. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της νόμιμης ή γραφειοκρατικής εξουσίας είναι ότι στηρίζεται στο θετικό δίκαιο και την γραφειοκρατία. Η διαμόρφωση της εξουσίας του τύπου αυτού συνδέεται με την εκλογίκευση της κοινωνικής ζωής και την εκβιομηχάνιση. Η παραδοσιακή εξουσία στηρίζεται στην ιερότητα του παρελθόντος. Ιδιαίτερη σπουδαιότητα για τον τύπο αυτόν της εξουσίας έχουν τα ήθη, τα έθιμα, η ιερότητα των θρησκευτικών παραδόσεων κ.τ.λ. Τέλος η χαρισματική εξουσία στηρίζεται στο φυσικό χάρισμα που υπάρχει ή πιστεύεται ότι υπάρχει στο συγκεκριμένο πρόσωπο που ασκεί την εξουσία. Αυτονόητο βέβαια είναι ότι στην ιστορία δεν έχουμε ποτέ αμιγείς τύπους εξουσίας, αλλά επικράτηση των βασικών γνωρισμάτων του ενός ή του άλλου τύπου[25]. Οι δύο τελευταίοι τύποι εξουσίας κυριαρχούσαν στο παρελθόν, και αυτούς είχαν κυρίως υπόψη οι ιεροί συγγραφείς και οι Πατέρες της Εκκλησίας, ενώ ο πρώτος τύπος παρουσιάζεται περισσότερο κατά τους νεώτερους χρόνους. Γι’ αυτό είναι επόμενο να χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα για την ενεργοποίηση της προσωπικής ευθύνης μέσα στην σύγχρονη μορφή του κράτους.

«Όταν αφανίζεται το πρόσωπο, αφανίζεται η οικογένεια, η κοινωνία και μαζί της κάθε ηθική αρχή ή αξία»
Ο Διαφωτισμός, που επηρέασε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ζωής, προκάλεσε και στον τρόπο θεωρήσεως της κρατικής εξουσίας βασικές αλλαγές, οι οποίες ενεργοποιήθηκαν κυρίως με την Γαλλική Επανάσταση. Έτσι καταργήθηκε η ελέω Θεού εξουσία, επικράτησε ο φιλελευθερισμός, προωθήθηκε ο αυτοπεριορισμός του κράτους και θεμελιώθηκε η έννοια του κράτους δικαίου, όπου κυριαρχεί ο νόμος και όχι το πρόσωπο που ασκεί την εξουσία. Βάσεις των νέων αυτών αντιλήψεων υπήρξαν οι χριστιανικές αρχές της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης με εκκοσμικευμένο πλέον χαρακτήρα, που είχε και σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις.
Την αναθεώρηση της κρατικής εξουσίας ώθησε στις έσχατες συνέπειές της η κομμουνιστική θεωρία, που είδε το κράτος ως εξουσιαστικό όργανο της κυρίαρχης τάξεως και θέλησε να δημιουργήσει την παγκόσμια αταξική κοινωνία, που δεν είναι τελικά τίποτε άλλο, παρά ένας εκκοσμικευμένος παράδεισος. Κι ενώ η απόλυτη αυτή αναζήτηση του κομμουνισμού οδήγησε στην δικτατορική εξουσία που τελικά κατέρρευσε, η επιδίωξη του φιλελευθερισμού, που είχε μεγαλύτερη ιστορική αντοχή, μετεξελίχθηκε στον σύγχρονο νεοφιλελευθερισμό. Ο νεοφιλελευθερισμός, όπως άλλωστε και ο κομμουνισμός, δεν αποτελεί απλώς κάποια νέα οικονομική θεωρία, αλλά νέα ιδεολογία. Αυτή με την σειρά της οδήγησε σε έναν αδιόρατο απρόσωπο ολοκληρωτισμό, που διαδόθηκε με την παγκοσμιοποίηση και αποκάλυψε εξελικτικά τον απάνθρωπο χαρακτήρα της.
Ο νεοφιλελευθερισμός, παρά την δελεαστική σύνδεσή του με το όνομα της ελευθερίας, διαπνέεται από πνεύμα ανελευθερίας και πλήρους απαξιώσεως του προσώπου. Η ελευθερία που διατείνεται ότι προασπίζεται περιορίζεται στην ελευθερία της διακινήσεως του χρήματος και της λειτουργίας των αγορών. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του νεοφιλελευθερισμού είναι πρωτίστως η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου σε βάρος της παραγωγικής οικονομίας, των κρατικών κυβερνήσεων, αλλά και των διεθνών ενοτήτων που υπερκαλύπτουν τα εθνικά κράτη, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση[26].
Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση διαμορφώθηκε με την συμβολή δύο διαμετρικώς αντίθετων πολιτικών συστημάτων· του Κομμουνισμού και του Καπιταλισμού. Τα δύο αυτά συστήματα συμφωνούσαν σε κάτι· στον αφανισμό του ανθρώπου ως προσώπου. Γι’ αυτό, παρά τις διαμετρικά αντίθετες αφετηρίες τους, κατέληξαν στο ίδιο αποτέλεσμα· στην παγκοσμιοποίηση. Ήταν βεβαια αδύνατο να προσεγγίσει και πολύ περισσότερο να καταλήξει οποιοδήποτε από τα συστήματα αυτά στην παγκοσμιότητα· στην πραγματική δηλαδή ενοποίηση και συναδέλφωση των ανθρώπων.
Τελικά η παγκοσμιοποίηση της εποχής μας όχι μόνο δεν συνέβαλε στην ανοικοδόμηση μιάς πανανθρώπινης κοινωνίας, αλλά και συνετέλεσε στον ευρύτερο κατακερματισμο και την βαθύτερη αλλοτρίωσή της, γιατί προσέβαλε τον πυρήνα της, το ανθρώπινο πρόσωπο. Όταν αφανίζεται το πρόσωπο, αφανίζεται η οικογένεια, αφανίζεται η κοινωνία και μαζί της κάθε ηθική και κοινωνική αρχή ή αξία. Όλα γίνονται απρόσωπα, αυτόνομα και ανεύθυνα. Για καταστάσεις ή πράγματα που όλοι είναι συνυπεύθυνοι, κανείς δεν αναλαμβάνει ευθύνη. Και για όσα γίνονται μέσα στο σύστημα κανείς δεν μετανοεί. Η ηθική αποσπάται από το πρόσωπο και ανάγεται στις πρακτικές του συστήματος. Ακόμα περισσότερο, χρησιμοποείται ως μέσο και όργανο του συστήματος.
Με την προώθηση της παγκοσμιοποιήσεως και την εκχώρηση εθνικών δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων σε διεθνείς ενότητες αμβλύνοται εθνικές διαφορές, αλλά και προκαλούνται γενικότερες τριβές και αντιθέσεις. Παραμερίζονται τοπικές συνήθειες, αλλά και εισάγονται νέες άσχετες ή και αντίθετες προς τις τοπικές παραδόσεις. Το φαινόμενο αυτό δημιουργεί διπλή πρόκληση στην Εκκλησία. Την προκαλεί να μεριμνήσει από την μία μεριά για την ενότητα των ανθρώπων, και από την άλλη για την διάσωση της προσωπικής ιδιαιτερότητας και την διατήρηση της ταυτότητάς τους μέσα σε έναν κόσμο αστάθειας και αβεβαιότητας.
……………………………………….
[1] Ἰω. 18, 36.
[2] Βλ. Φιλιπ. 3,20.
[3] Ἐφεσ. 2,19.
[4] Ματθ. 22,20-1. Μάρκ. 12,17. Λουκ. 20,25.
[5] Βλ. Λουκ. 10, 42.
[6] Βλ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον 70,2, PG 58,656.
[7] Α΄ Κορ. 4,7.
[8] Βλ. Ἰουστίνου, Ἀπολογία 1,17.
[9] Βλ. Τερτυλλιανοῦ, Ἀπολογητικὸς 33.
[10] Βλ. Μάρκ. 10,42.
[11] Βλ. Ν. Μπερδιάγιεφ, Βασίλειο τοῦ Πνεύματος καὶ βασίλειο τοῦ Καίσαρος (μετάφρ. Β. Γιούλτση), Θεσσαλονίκη 22002, σ. 90-91.
[12] «Οὐ βασιλέων ἐστὶ νομοθετεῖν τῇ Ἐκκλησίᾳ… Βασιλέων ἐστὶν ἡ πολιτικὴ εὐπραξία· ἡ δὲ ἐκκλησιαστικὴ κατάστασις, ποιμένων καὶ διδασκάλων». Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Περὶ εἰκόνων 2,12, PG 94,1296CD.
[13] Βλ. Ρωμ. 13,3 κ.ἑ.
[14] «Τὸ ἀρχὰς εἶναι, καὶ τοὺς μὲν ἄρχειν, τοὺς δὲ ἄρχεσθαι, καὶ μηδὲ ἁπλῶς καὶ ἀνέδην ἅπαντα φέρεσθαι, ὥσπερ κυμάτων τῇδε κἀκεῖσε τῶν δήμων περιαγομένων, τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας ἔργον εἶναί φημι. Διὰ τοῦτο οὐκ εἶπεν· οὐ γάρ ἐστιν ἄρχων εἰ μὴ ὑπὸ Θεοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ πράγματος διαλέγεται». Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τὴν πρὸς Ρωμαίους 23,1, PG 60,615.
[15] «Μὴ πεποίθατε ἐπ’ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία». Ψαλμ. 145,3.
[16] «Πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω. Οὐ γάρ ἐστιν ἐξουσία εἰ μὴ ὑπὸ Θεοῦ· αἱ δὲ οὖσαι ἐξουσίαι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τεταγμέναι εἰσίν». Ρωμ. 13,1. Πρβλ. καὶ Α΄ Τιμ. 2,1-2. Καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος γράφει: «Ὑποτάγητε οὖν πάσῃ ἀνθρωπίνῃ κτίσει διὰ τὸν Κύριον· εἴτε βασιλεῖ, ὡς ὑπερέχοντι, εἴτε ἡγεμόσιν, ὡς δι’ αὐτοῦ πεμπομένοις εἰς ἐκδίκησιν μὲν κακοποιῶν, ἔπαινον δὲ ἀγαθοποιῶν». Α΄ Πέτρ. 2,13-4.
[17] Βλ. Α΄ Κορ. 15,22-6. Πρβλ. καὶ Ματθ. 17,24-7.
[18] «Πῶς οὖν ἀλλοτρίας ζωῆς κύριος ὁ τῆς ἰδίας ἀλλότριος»; Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς Μακαρισμοὺς 1, ἔκδ. W. Jaeger, Gregorii Nysseni, Opera, τόμ. 8, 2, PG 44,1205D.
[19] Βλ. Ρωμ. 13,1 κ.ἑ.
[20] «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις». Πράξ. 5,29. Καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς σημειώνει: «Οἱ ἀρχόμενοι μόνα τοῖς ἄρχουσιν ὀφείλετε πείθεσθαι, ὅσα μὴ τὴν ἐπηγγελμένην ἡμῖν ἐλπίδα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀφαιρεῖται». Ὁμιλία 42,8, ἔκδ. Σ. Οἰκονόμου, σ. 14.
[21] Πρὸς Διόγνητον 5,10.
[22] «Μὴ γάρ τις ὑμῶν πασχέτω ὡς φονεὺς ἢ κλέπτης ἢ κακοποιὸς ἢ ὡς ἀλλοτριοεπίσκοπος· εἰ δὲ ὡς Χριστιανός, μὴ αἰσχυνέσθω, δοξαζέτω δὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ μέρει τούτῳ». Α΄ Πέτρ. 4,15-6.
[23] Βλ. Ἐφεσ. 5,21.
[24] «Ὑποτασσώμεθα καὶ Θεῷ καὶ ἀλλήλοις καὶ τοῖς ἐπὶ γῆς ἄρχουσι· Θεῷ διὰ πάντα, διὰ τὴν φιλαδελφίαν ἀλλήλοις, δι’ εὐταξίαν τοῖς ἄρχουσι· καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳπερ ἂν ὦσιν ἡμερώτεροι καὶ χρηστότεροι». Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 17,7, PG 35,972D-73A.
[25] Βλ. M. Weber, Wirtschaft und Gesellschaft, Tübingen 51972, σ. 124 κ.ἑ.
[26] Βλ. Π. Νικολόπουλου, «Νεοφιλελευθερισμὸς καὶ πνευματικὴ ἐλευθερία», Σύναξη 131(2014), σ. 34.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2017

Κατά τον ηγούμενο της ιεράς μονής Γρηγορίου αρχιμανδρίτη Γεώργιο, ο Γέροντας Γεράσιμος υπήρξε «μοναχός ταπεινός, βιαστής της βασιλείας των ουρανών, υπερορών σαρκός και των της σαρκός, προσευχητικός, πράος, γλυκύς, προσηνής, φιλόθεος και φιλάνθρωπος, διδακτικός, συγχωρητικός, ευκατάνυκτος, άγρυπνον έχων το όμμα της ψυχής, αυστηρός στον εαυτό του και συγκαταβατικός στους συνανθρώπους του».
Γεννήθηκε το 1905 στη Δρόβιανη της Β. Ηπείρου. Από τον πατέρα του πήρε την αυστηρότητα προς τον εαυτό του και από τη μητέρα του τη βαθιά, άδολη και ανυπόκριτη θρησκευτική ευλάβεια. Σύχναζε στην εκκλησία του χωριού του και στα εξωκλήσια των βουνών. Είχε επίδοση στα γράμματα, γιατί ήταν ευφυής και είχε καλή μνήμη. Τη βασική του μόρφωση έλαβε στον Πειραιά και την Αθήνα, όπου γνώρισε και τον άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως. Από τον Πειραιά έφυγε με πλοίο για το Άγιον Όρος το 1923.
Μετέβη στην Καλύβη του Τίμιου Προδρόμου στη σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης υπό τον Γέροντα Μελέτιο. Περί του τόπου μονασμού του γράφει αργότερα ο ίδιος: «Εις την ΒΑ υπώρειαν του αγιωνύμου και ουρανογείτονος Άθωνος, εν τη ηγιασμένη τούτου ερήμω επί φαραγγώδους κλιτύος, ευρίσκεται η Ιερά Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης. Αύτη αποτελείται εκ δέκα ασκητικών καλυβών ή ησυχαστηρίων, ένθα αρνησίκοσμοι και λιτοδίαιτοι μονασταί, ασκούμενοι τον καλόν της κατά Χριστόν ζωής αγώνα, καλλιεργούσιν εμπόνως το γλυκύτατον μέλι της ασκητικής αρετής και ουρανίου φιλοσοφίας». Μετά ένα έτος ευδόκιμης δοκιμής κείρεται μοναχός.
Μετά μία πενταετία αναχωρεί ο Γέροντάς του για τον κόσμο και μένει μόνος στην έρημο. Η παρουσία του Θεού τού γίνεται πιο αισθητή τότε. Μόνη παρηγοριά του η προσευχή και η μελέτη. Μελετούσε συνέχεια, αχόρταγα, προσεκτικά. Μετά μία εικοσαετία απέκτησε μία μικρή συνοδεία καλών πατέρων. Ο μακάριος Γέροντας δίδασκε και με τη σιωπή και με τον λόγο του. Τη σιωπή θεωρούσε «μητέρα σοφωτάτων εννοιών». Ο λόγος ήταν πάντα προσεγμένος, ωραίος, διδακτικός και ψυχωφελής. Οι φιλοξενούμενοι κατεγοητεύοντο από τη συνομιλία μαζί του. Θυμάμαι κι εγώ ο αρχάριος τις συζητήσεις μας και ως λαϊκός και ως μοναχός, στο μπαλκόνι του, στο γραφείο του, στο πλοίο, στο ναό. Έλεγε: «Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει ότι το μόνον το οποίον αδυνατεί να πράξει ο Παντοδύναμος Θεός είναι το να ενωθεί με τον ακάθαρτον άνθρωπον. Εις αυτό αδυνατεί».

Εκεί όμως που αναδείχθηκε κι έγινε παντού γνωστός είναι η υμνογραφία του. Να πως περιγράφει την αρχή του έργου του περί το 1926: «Όταν συνέταξα τον πρώτο κανόνα της Παναγίας, τον είδε ο μακαρίτης ο Γέροντας ο δικός μου· ήξερε λίγα γράμματα. Πολύ ωραίος είπε. Τον πήγα στον Καλλίνικο στα Κατουνάκια. Ήταν έγκλειστος σαράντα χρόνια, με νοερά προσευχή, με θείο φωτισμό και τον συμβουλευόμουν. Λίγα γράμματα γνώριζε, αλλά είχε πείρα μεγάλη και χάρη Θεού. Άλλωστε «ερώτησον τους πρεσβυτέρους σου και ερούσι σε». Λέει ο Καλλίνικος, «είναι άριστος ο κανών, αλλά ένα σου λέω: ταπείνωση, ταπεινοφροσύνη. Πρόσεχε καλά μην σε πολεμήσει ο διάβολος». Υμνογραφεί κατόπιν επισταμένης μελέτης και πολλής προσευχής. Λέγει πάλι ο ίδιος: «Ό,τι κάνω το οφείλω εις την προσευχήν. Προ της εργασίας θα κάνω μίαν προσευχήν ένθερμον, αυτοσχέδιον μεν, αλλά θερμοτάτην, η οποία ενεργεί και επενεργεί και φέρει ό,τι αποτέλεσμα ωραίον φέρνει. Προσευχή, το παν. Μη στηριζόμαστε στην εξωτερικήν σοφίαν· στα μέτρα. Είναι ένας ψυχρός λόγος. Ο ψυχρός αυτός λόγος πρέπει να γίνει ζωντανός. Και ζωντανός θα γίνει μόνον διά της προσευχής». Το πλούσιο υμνογραφικό του έργο υπολογίζεται σε περισσότερες από 2000 ιερές ακολουθίες. Πολλοί πολλά έγραψαν περί αυτού και του έργου του και πολλοί τον τίμησαν και τον βράβευσαν γι’ αυτό, τον σπουδαίο αυτόν Υμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Όπως διηγούνται οι υποτακτικοί του είχε παρακαλέσει την Παναγία
να έχει τα λογικά του έως τέλους για να μην κουράσει κανένα. Πράγματι είχε διαύγεια μέχρι την τελευταία αναπνοή του. Είπε τρεις φορές: «Άγιε Νεκτάριε, βοήθει μοι» και εξέπνευσε. Μία γλυκύτητα ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, νόμιζες πως κοιμόταν γαληνά. Ανεπαύθη στις 7.12.1991. Ο βιογράφος του Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης τον χαρακτηρίζει· σεμνό και άριστο υμνογράφο, σπάνια προσωπικότητα και αληθινό άνθρωπο του Θεού. Ο αρχιμανδρίτης Γεώργιος Χρυσοστόμου λέει ότι ο Γέροντας ήταν εξέχουσα μορφή τού αγιορειτικού μοναχισμού, κορυφαία, διάσημη, χαρισματική και μοναδική. Έφυγε με τ’ όνομα του θαυματουργού αγίου Νεκταρίου στα χείλη του, στον οποίο είχε συνθέσει μία από τις ωραιότερες ιερές ακολουθίες του.
Πήγες – Βιβλιογραφία:
Πάσχου Β. Π., «Υμνηπόλος εράσμιος», Ο Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης, Άγιον Όρος 1992. Θεοκλήτου Διονυσιάτου μοναχού, Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1997. Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, Υμνήτωρ, Βέροια 2001. Χρυσοστόμου Γεωργίου αρχιμ., Ο Υμνογράφος Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης και οι Ακολουθίες του σε Αγίους της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1995. Του αυτού, Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, Μία σύγχρονη μορφή του Αγίου Όρους, Βέροια 2002.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ.1315-1323 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2017

Του Πρωτοπρ. Π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
Ο άγιος Αμβρόσιος γεννήθηκε στα Μεδιόλανα γύρω στο 340 μ.Χ. Σπούδασε ρητορική, φιλοσοφία και νομικά. Ήταν άνθρωπος ενάρετος και δίκαιος και είχε συμπεριφορά άμεμπτη, ακόμη και πριν την βάπτισή του. Εξασκώντας δε το επάγγελμα του δικαστή προσπαθούσε να αποδίδη δικαιοσύνη χωρίς διακρίσεις σε πρόσωπα και αξιώματα. Η αξιοθαύμαστη και θεάρεστη ζωή και πολιτεία του ήλκυσε το έλεος του Θεού, το οποίο τον «κατεδίωξε» και τον αξίωσε να βαπτισθή και να γίνη ζωντανό μέλος της Εκκλησίας Του. Σε σύντομο, σχετικά, χρονικό διάστημα έλαβε όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης, ήτοι έγινε Διάκονος, Πρεσβύτερος και Επίσκοπος Μεδιολάνων. Ως Επίσκοπος διακρίθηκε για την θυσιαστική του αγάπη προς το ποίμνιό του, αλλά και για τους αγώνες του εναντίον των αιρέσεων. Το γνωστό από την ιστορία περιστατικό, που έλαβε χώραν ανάμεσα στον άγιο Αμβρόσιο και τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, αναδεικνύει την πνευματική ανδρεία του αγίου και την προσήλωσή του στην πίστη των Πατέρων του. Δεν επέτρεψε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να εισέλθη στον Ιερό Ναό, παρά μόνον όταν εκείνος μετάνιωσε ειλικρινά για τους φόνους τους οποίους έκανε στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης.
Ο άγιος Αμβρόσιος είχε ειρηνικό τέλος. «Ετελειώθη εν ειρήνη» το έτος 397, σε ηλικία 57 ετών. Ο βίος και η πολιτεία του μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:
Πρώτον. Η απονομή δικαιοσύνης, από τα εντεταλμένα από την νόμιμη πολιτεία όργανα, είναι κάτι το πολύ σημαντικό για την εύρυθμη λειτουργία των ανθρωπίνων κοινωνιών. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη, όμως, αν και είναι απαραίτητη, εν τούτοις διαφέρει κατά πολύ από την δικαιοσύνη του Θεού, η οποία ταυτίζεται με την αγάπη Του και σκοπόν έχει την διόρθωση και σωτηρία του ανθρώπου και όχι την τιμωρία του. Ο ιερός Χρυσόστομος μιλώντας για την δικαιοσύνη του Θεού λέγει ότι αυτή είναι η αγάπη Του, που «εποίησε τον Υιό του αμαρτία και εδικαίωσε τους αμαρτωλούς ανθρώπους. Ενώ η δικαιοσύνη των ανθρώπων ενώπιον του Θεού είναι «ως ράκος αποκαθημένης»». Έπειτα ο Θεός, επειδή είναι απαθής (=χωρίς πάθη), δεν είναι προσωπολήπτης, δηλαδή δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, ανάλογα με τα υλικά αγαθά η τα αξιώματα που έχουν, αλλά ενώπιόν Του είναι όλοι ίσοι. Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρονται και όλοι εκείνοι που αγαπούν τον Θεόν και προσπαθούν να πολιτεύονται σύμφωνα με το θέλημά Του.
Για να είναι κανείς σε θέση να κρίνη και να δικάζη δίκαια, θα πρέπη να είναι ο ίδιος ελεύθερος από τα πάθη, τα οποία προξενούν τις κοινωνικές ανωμαλίες και παρανομίες, και έτσι να μπορή να αγαπά αληθινά. Επειδή όμως αυτό είναι, σίγουρα, δύσκολο, καλόν θα είναι, τουλάχιστον, ο δικάζων, προκειμένου να κρίνη και να αποφασίζη κατά το δυνατόν δικαιότερα, να σκέπτεται και τα δικά του πάθη και λάθη και να τοποθετή τον εαυτό του στην θέση αυτού που δικάζεται. Παράλληλα, θα πρέπη να προσπαθή να τον κρίνη σύμφωνα με το πνεύμα, και όχι με το γράμμα του νόμου.
Η απόδοση δικαιοσύνης είναι δύσκολο και υπεύθυνο έργο και θα πρέπη να γίνεται με σοβαρότητα, φόβο Θεού, προσευχή και προσοχή, για να αποφεύγονται μεγάλα και σοβαρά λάθη. Η ανθρώπινη ζωή είναι δώρο του Θεού και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να την καταστρέφη με την επιπολαιότητα, τα πάθη και τα λάθη του. Η προτροπή της Αγίας Γραφής «δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της γης», προς εκείνους που έχουν επωμισθή το σοβαρό και υπεύθυνο έργο της απονομής δικαιοσύνης, παραμένει πάντοτε επίκαιρη.
Δεύτερον. Στο Απολυτίκιο του αγίου Αμβροσίου αναγράφονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «δογμάτων ακρίβειαν μυσταγωγείς τους πιστούς…». Δηλαδή διδάσκεις τους πιστούς να τηρούν τα δόγματα της Εκκλησίας με ακρίβεια.
Τα δόγματα της Εκκλησίας είναι οι αλήθειες της πίστεως, όπως αποκαλύφθηκαν από τον Τριαδικό Θεό και διατυπώθηκαν από τους αγίους Πατέρας στις Οικουμενικές Συνόδους. «Ονομάζονται δε και όροι, επειδή αποτελούν τα όρια μεταξύ αληθείας και πλάνης» (Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος). Η διδασκαλία των αληθειών της πίστεως είναι ιερουργία και μυσταγωγία, όπως ακριβώς είναι και η ακριβής τήρηση των δογμάτων, αφού συνδέονται άμεσα με την αληθινή λατρεία του Τριαδικού Θεού. Παράλληλα προφυλάσσουν τον πιστό από την πλάνη των αιρέσεων και τον βοηθούν να παραμένη μέσα στην Εκκλησία και επομένως να ευρίσκεται στην σωστή προοπτική για την απόκτηση ζωντανής κοινωνίας με τον Τριαδικό Θεό. Οι άγιοι γνωρίζουν από την πείρα τους ότι κάθε περέκκλιση από τα δόγματα σημαίνει απώλεια της οδού της Θεοκοινωνίας, καθώς και της υπαρξιακής ελευθερίας, ήτοι της κυριαρχίας επί των παθών, που επιτυγχάνεται με την βίωση του τρόπου ζωής που προσφέρει η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Το δόγμα συνδέεται άμεσα με το ήθος και τον τρόπο ζωής του καθενός, ο οποίος ζη και πολιτεύεται σύμφωνα με αυτά που πιστεύει. Τα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ο τρόπος ζωής όλων εκείνων, οι οποίοι αγωνίζονται να επιτύχουν τον προσωπικό τους αγιασμό. Αποτελούν δε πηγή έμπνευσης και αιτία της αυθεντικής αγάπης, η οποία συνδέεται άμεσα με την ακρίβεια των δογμάτων. Γι’ αυτό και σε θέματα πίστεως και λατρευτικής ζωής δεν χωρούν συναισθηματισμοί και διάφορες άλλες αρρωστημένες καταστάσεις, επειδή άλλο πράγμα είναι η αγάπη προς τους αιρετικούς, που πρέπει να υπάρχη, αφού δεν μισεί κανείς τους ασθενείς, αλλά την ασθένειά τους, και άλλο η μετοχή στην λατρεία και την θεία Κοινωνία, που προϋποθέτει το να είναι κανείς μέλος της Εκκλησίας.
Τα δόγματα είναι πηγή ζωής και μεταγγίζουν την ζωή εκείνη που νικά τον θάνατο και γεννά την αυθεντική αγάπη, την υπαρξιακή ελευθερία και την αληθινή δικαιοσύνη. Όταν κανείς χάνη τα τρία αυτά μεγάλα αγαθά και κυρίως την αγάπη, τότε ψάχνει να βρη το δίκαιό του, αγνοώντας, βέβαια, ότι το βρίσκει αληθινά, όταν το θυσιάζη χάριν του «πλησίον».
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2017

Οι μαθητές που ετοιμάζονται για τις Πανελλήνιες σχεδόν κάθε Κυριακή γράφουν διαγώνισμα. Τα φροντιστήρια και όσοι κάνουν ιδιαίτερα «σέβονται» τον εαυτό τους και δεν μπορούν να αφήσουν την Κυριακή εκτός του προγράμματος των μαθητών. Αλλά και όσοι ασχολούνται με την διασκέδαση των ανθρώπων, με την έξοδό τους, τον καφέ, το φαγητό, το ποτό τους είναι αυτονόητο ότι την Κυριακή περιμένουν. Τώρα πλέον έχει καταργηθεί και η κυριακάτικη αργία των εμπορικών καταστημάτων. Η μισή κοινωνία περιμένει την άλλη μισή την Κυριακή για να της προσφέρει υπηρεσίες, να ζήσει, να κερδίσει…
Η γενιά των γονέων των σημερινών υποψηφίων, όταν έδινε Πανελλήνιες, θεωρούσε αδιανόητο η Κυριακή να μην είναι ελεύθερη. Τα διαγωνίσματα γράφονταν το Σάββατο, εναλλάξ με την Έκθεση. Η Κυριακή είχε ιερότητα. Ακόμη κι αν δεν πήγαινες εκκλησία, ήταν μέρα αλλαγής ρυθμού. Ακόμη κι αν το απόγευμα ήταν αφιερωμένο στο διάβασμα, έφτανε το αλλιώτικο κυριακάτικο πρωινό ώστε η ημέρα να είναι γιορτή. Σήμερα είναι ευκαιρία εργασίας και κατανάλωσης. Σημεία των καιρών.
Έχουμε συμβιβαστεί ως κοινωνία με το γεγονός ότι το ήμισυ των συνανθρώπων μας δεν τηρεί την εντολή της Γραφής «μία ημέρα να είναι αφιερωμένη στον Κύριο τον Θεό σου». Βοηθούμε μάλιστα αποφασιστικά προς αυτή την κατεύθυνση. Απέχουμε από τον εκκλησιασμό κανονίζοντας άλλες δραστηριότητες, αθλητικές, πολιτισμικές, εκδρομικές, κοινωνικές, φυσιολατρικές. Έχουμε ήσυχη την συνείδησή μας όταν χτυπά η καμπάνα, διότι νιώθουμε τόσο κουρασμένοι και δικαιούμαστε την συνέχεια του ύπνου. Δεν καταλαβαίνουμε ότι αν η Κυριακή δεν ξεκινά από τον ναό, τότε ήδη έχει απο-ιεροποιηθεί. Γιατί να μην πάμε για ψώνια μετά; Γιατί να μην πιούμε έξω τον καφέ μας ή να μην φάμε το φαγητό μας εκτός του σπιτιού μας; Γιατί να μη είναι η πιο εκκοσμικευμένη ημέρα της εβδομάδας, η οποία ξεκινά από το Σαββατόβραδο του ξενυχτιού, ενίοτε και της αμαρτίας;
Η οικονομία ζητά η Κυριακή να είναι ημέρα κατανάλωσης. Θεωρεί υποκρισία να ανοίγουν τα μαγαζιά μετά την ώρα του εκκλησιασμού. Κι αν τηρήσει την ρήτρα αυτή, οι εργαζόμενοι είναι από νωρίς εκεί. Η Κυριακή είναι η ευκαιρία να κάνουμε τις δουλειές που δεν προλάβαμε την εβδομάδα, όχι η ημέρα που μαζευόμαστε στο τραπέζι ως οικογένεια, η μέρα της συνάντησης και της ενότητας, αλλά μία ακόμη συνέχεια του τρόπου ζωής που ξεχνά Θεό και πλησίον.
Η Εκκλησία δεν αντέδρασε ιδιαίτερα στο άνοιγμα των καταστημάτων και τις Κυριακές. Δεν αντιδρά όταν τα παιδιά κάνουν μάθημα την Κυριακή, ούτε φωνάζει, έστω και βοώσα εν ερήμω, στους γονείς ότι χωρίς ιερή μέρα, δεν υπάρχει ζωή που να γίνεται ιερή. Καταλαβαίνει το άγχος των παιδιών που πρέπει να προετοιμασθούν για τις εξετάσεις. Το άγχος των οικογενειών που πρέπει να συμπληρώσουν τα ψώνια που δεν έκαναν την εβδομάδα. Το άγχος των ανθρώπων να κάνουν κάτι διαφορετικό τις Κυριακές. Δεν τόνισε ότι ο μόνος λόγος εργασίας της Κυριακής είναι η ανάγκη της αγάπης. Η μάνα που μαγειρεύει. Ο εργαζόμενος στα νοσοκομεία, στην συγκοινωνία, όπου υπάρχει ωφέλεια. Δεν επέμεινε, αν δε γίνεται αλλιώς, όλα να ξεκινούν μετά την λειτουργία. Τουλάχιστον να λειτουργούνται μικροί και μεγάλοι, να ανταλλάσσουν το άγχος με την εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Την μόνη που σε κάνει να νικάς τον χρόνο!
Η ευθύνη και πάλι είναι προσωπική…
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 6 Δεκεμβρίου 2017
Κατηγορία ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2017

«Είναι πονηρές οι μέρες» (Εφεσ. 5, 16). Αυτός ο αποστολικός λόγος δεν φαίνεται να έχει χάσει το περιεχόμενό του, παρότι πέρασαν περίπου δύο χιλιάδες χρόνια από την στιγμή που γράφτηκε. Είναι πονηρές οι μέρες διότι οι άνθρωποι παραμένουμε «άσοφοι», «άφρονες» και «άσωτοι». Οι άνθρωποι κάνουμε τις μέρες και τους καιρούς να είναι πονηροί. Δεν μας φταίνε οι εποχές. Ίσως ούτε και ο πολιτισμός καθαυτός, διότι εμείς τον δημιουργούμε και, κυρίως, εμείς τον ακολουθούμε. Ίσως δεν μας φταίει και ο ίδιος ο πονηρός, από τον οποίο παρακαλούμε, κάθε φορά που αναφωνούμε την Κυριακή Προσευχή, να μας γλιτώσει ο Θεός. Να μην μας κάνει όπως εκείνος και να μην του επιτρέπει να μας ταλαιπωρεί, συναντώντας τον χαρακτήρα μας και ενισχύοντάς μας να παραμένουμε «άσοφοι», «άφρονες» και «άσωτοι». Ο λόγος της πίστης δεν έχει να κάνει με τα όρια του χρόνου. Οι άνθρωποι, ενώ καλούμαστε να προχωρούμε προς τα μπρός, εντούτοις γυρίζουμε γύρω από τον εαυτό μας και γι’ αυτό ο πονηρός, επειδή δεν βρίσκει τον άνθρωπο σε κίνηση προς τον Θεό, τον καταβάλλει. Ο πολιτισμός και το περιβάλλον μας στην ουσία συνδράμουν αυτό που ο χαρακτήρας μας επιζητεί. Μεθούμε με το κρασί της ευχαρίστησης και ξεχνούμε την χαρά που δίνει το Άγιο Πνεύμα. Μένουμε στο πρόσκαιρο και αδιαφορούμε για το αιώνιο, είτε θεωρούμε ότι πιστεύουμε στον Θεό είτε όχι.
«Άσοφοι» οι άνθρωποι. Ο σοφός δεν μόνο ο μορφωμένος ή ο έμπειρος της ζωής. Είναι αυτός που αναζητεί τον Θεό και με την καρδιά και με την διάνοια, δηλαδή με όλη του την ύπαρξη. Είναι αυτός που προσπαθεί να ζήσει και όχι απλώς να ανακαλύψει το νόημα του χρόνου, το νόημα της ύπαρξης, κυρίως την συνέχειά της μετά τον θάνατο. Είναι αυτός που πίσω από κάθε γεγονός, πίσω από κάθε πρόσωπο, πίσω από την επιτυχία ή την αποτυχία, ακόμη και τον καιρό στον οποίο ζει και που δεν διάλεξε ο ίδιος, καθώς δεν ρωτήθηκε από τους γεννήτορές του αν ήθελε να γεννηθεί ή όχι και να μεγαλώσει σε τέτοιο περιβάλλον, βλέπει την πρόνοια του Θεού. Την αγάπη του Θεού και στα ευχάριστα και στα λυπηρά, ιδίως στα δεύτερα. Σοφός είναι αυτός που ξέρει ότι όσο χρόνο κι αν του δώσει ο Θεός, δεν φτάνει για να τον ανακαλύψει, διότι οι δυνάμεις μας είναι πεπερασμένες. Μπορεί όμως να κάνει αρχή αγάπης τόσο προς τον ουρανό όσο και προς την γη, τόσο προς τον Θεό όσο και προς τον πλησίον. Να λύσει τα προβλήματα των ανθρώπινων σχέσεων μέσα από το πρίσμα του Ευαγγελίου, μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας, από την οδό της αγιότητας, διότι με αυτόν τον τρόπο επικοινωνεί ο Θεός με τον καθέναν μας. Μέσα από την Εκκλησία και όχι μέσα από το ατομικό μας θέλημα. Οι σοφοί του κόσμου τούτου, όταν δεν πιστεύουν, όταν δηλαδή δεν εμπιστεύονται την αγάπη του Θεού και το Πρόσωπό Του, φανερώνονται άσοφοι. Ακόμη κι αν το συνειδητοποιούν, το νόημα του χρόνου είναι σισύφειο γι’ αυτούς. Μοιάζει με εκείνον τον αρχαίο ήρωα που κουβαλούσε μία πέτρα στην κορυφή ενός βουνού και πάνω που πίστευε ότι έχει εκπληρώσει την αποστολή του, η πέτρα ξανακυλούσε και έπρεπε να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Έτσι μοιάζουν και οι άσοφοι αυτού του κόσμου. Επενδύουν στην γνώση, στην πρόοδο, στην επιστήμη, στα επιτεύγματα, κυρίως στο «εγώ», διαπιστώνουν όμως ότι όλα αυτά είναι τόσο μάταια, που πάνω που ευχαριστιούνται τις νίκες, τις δόξες, τις ανακαλύψεις τους, πρέπει να ξεκινήσουν από την αρχή, διότι όλα αυτά είναι μάταια, πεπερασμένα και αλλάζουν. Κυρίως, δεν νοηματοδοτούν το τέλος και δεν βοηθούν στο να είναι όλα μία νέα αρχή, όχι αγωνίας, αλλά χαράς κι αγάπης διότι στο κουβάλημα της πέτρας δεν είμαστε μόνοι μας, καθώς υπάρχει Θεός!
«Άφρονες» οι άνθρωποι, χωρίς σωφροσύνη. Δεν είναι μόνο η ηθική φθορά που μας διακατέχει. Το ότι θέλουμε να κάνουμε ό,τι μας δικαιώνει. Είναι και ότι επενδύουμε στην ύλη. Ότι δεν βλέπουμε την αλήθεια που είναι ο Χριστός και νομίζουμε πως ό,τι χτίζουμε με τις δικές μας αλήθειες είναι αρκετό. Δεν είναι μόνο τα απότομα τινάγματα που κάνουμε, οι διακυμάνσεις εξαιτίας της δίψας μας για ηδονή. Η αστάθειά μας. Το ότι δεν έχουμε ελεύθερη προσωπικότητα αλλά συχνά αγόμαστε και φερόμαστε από τα θέλω μας. Είναι και το γεγονός ότι αν διαγράψουμε τον Θεό από την ζωή μας ή Τον αφήσουμε στην άκρη, τότε φαινομενικά το «εγώ» μας ελευθερώνεται, όμως η αμαρτία που συνοδεύει αυτή την ελευθερία μας παγιδεύει και μας καταστρέφει. Διότι γεννά μία ασυνείδητη ύβρη εντός μας, ότι είμαστε μόνοι μας θεοί. Ότι έχουμε σ’ όλα δίκιο. Ότι οι άλλοι οφείλουν να δούνε την ζωή όπως εμείς την βλέπουμε. Ύλη και δικαιώματα μας κάνουν να ξεχνούμε τα όρια της ζωής. Παλεύουμε να είμαστε αυτό που θέλουμε, αλλά λησμονούμε ότι χωρίς Θεό πάντοτε κάτι θα μας λείπει.
«Άσωτοι» οι άνθρωποι. Διαγράφουμε από την ζωή την ηθική και τη αρετή. Τους κανόνες και τα όρια. Την επίγνωση ότι ο εαυτός μας δεν είναι αυτάρκης. Προχωρούμε σα να ζούμε για πάντα. Μακριά από το σπίτι του Θεού-Πατέρα που είναι η Εκκλησία. Αλλοτριώνοντας το περιεχόμενο της περιουσίας που μας εμπιστεύθηκε. Μετατρέποντας την αγάπη προς Εκείνον και προς τον πλησίον σε αγάπη μόνο για το εγώ μας. Την ελευθερία από το κακό και τα πάθη σε δόξα των παθών. Τον νου μας από ευλογία για να παρατηρούμε τον κόσμο και να δοξάζουμε τον Θεό για την ομορφιά της ζωής, σε όργανο ανταρσίας εναντίον του Θεού και απόρριψής Του. Την συνείδηση της ύπαρξης και της φωνής του Θεού εντός μας σε φίμωση του αγαθού και παράδοση στο θέλημά μας. Υπάρχω για μένα. Οι άλλοι είναι οι υπηρέτες μου. Η αμαρτία είναι δικαίωμα και η διάπραξή της ευχαρίστηση. Όποιος θέλει να μας περιορίσει, δεν ξέρει τι είναι καλό για μας.
«Αι ημέραι πονηραί εισί». Η απουσία του Θεού, το έλλειμμα πίστης και ελπίδας είναι σημάδι της πονηρότητας των καιρών. Μόνο που η επιλογή είναι δική μας, εάν θα παραμείνουμε σ’ αυτή την κατάσταση ή με την παρουσία του Χριστού στις καρδιές μας θα γίνουμε «τέκνα φωτός». Ο δρόμος περνά και πάλι μέσα από την Εκκλησία.
Κέρκυρα, 3 Δεκεμβρίου 2017
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2017

“Normies” είναι τα άτομα που χρησιμοποιούν δημοφιλή μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social) και πιστεύουν τις απόψεις που είναι «δημοφιλείς». Δεν σκέφτονται οι ίδιοι για τον εαυτό τους, απλά, αν κάτι θεωρείται “ok”, το δέχονται. Οι normies ενδιαφέρονται περισσότερο για την γνώμη του «προτύπου» της κοινωνίας απ’ ό, τι για τις πραγματικές αξίες ή πεποιθήσεις. Οι normies είναι βασικά οι «κανονικοί» (normal), μέσοι, καθημερινοί, “social” άνθρωποι. Ο όρος έγινε δημοφιλής από ακτιβιστές της alt-Right και διαδικτυακούς οπαδούς του Trump, που έφτιαξαν και ολόκληρο «κράτος» (Kekistan) και ολόκληρη «θρησκεία» (του «θεού» Kek) για να τρολάρουν τους liberal και να γελοιοποιήσουν την πολιτική ορθότητα. «Ο λαός του Kekistan ζητεί να απελευθερωθεί από την μακροχρόνια καταπίεση των normies!», φώναζαν σε διαδήλωση.
Του Silas Reynolds (Identity Dixie) / ΚΟ
Πολύ συχνά περιβάλλομαι από normies. Είμαι τρομερά συγκλονισμένος από την απόλυτη ηλιθιότητά τους σε καθημερινή βάση. Και μιλώ για σοβαρή έλλειψη γνώσης για τα πιο βασικά θέματα και έννοιες. Για να είμαι δίκαιος, για πολλά από αυτά τα θέματα έχουν χειραγωγηθεί σχολαστικά από τους ινστρούχτορες της εποχής, αλλά χρειάζονται κυριολεκτικά λίγα δευτερόλεπτα για να επιβεβαιώσουν την βασική κοινή λογική. Ο Αιώνιος Normie είναι τόσο αποβλακωμένος και κοιμισμένος που δεν θα μου προξενούσε εντύπωση αν κάποιος ξεκινούσε συζήτηση μαζί μου για το αν ο ουρανός είναι γαλανός. Μερικά παραδείγματα από τις τελευταίες ημέρες.
Τώρα, πριν παραθέσω κάποια παραδείγματα της normie ανοησίας, επιτρέψτε μου να σας πω ότι οι normies μου δεν είναι τα τυπικά πλάσματα που θα συναντήσεις σε ένα πολυκατάστημα Wal-Mart. Οι περισσότεροι είναι εκπαιδευμένοι σε κολέγια ή τουλάχιστον έχουν λάβει ιδιωτική σχολική εκπαίδευση (για να ξεφύγουν από τις χαρές της «διαφορετικότητας», αν και δεν θα το παραδεχτούν ποτέ). Έχουν δουλειές μεσαίας κατηγορίας, το δικό τους όχημα και μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους (μερικοί είναι αιώνιοι ενοικιαστές). Κάποιοι είναι ακόμη και στρατιωτικοί και επιχειρηματίες. Είναι είτε οι κλασσικοί κεντροδεξιοί είτε οι τυπικοί κεντροαριστεροί. Είναι, ουσιαστικά, οι τυπικοί «προοδευτικοί» αστοί λευκοί της μεσαίας τάξης. Οι εργάτες είναι πολύ πιο ξύπνιοι από αυτούς.
Όπως όλοι οι normies, δεν ανησυχούν τρομερά για το τι συμβαίνει στον κόσμο γύρω τους. Δεν δίνουν μεγάλη προσοχή στις ειδήσεις, εκτός και αν υπάρχει κάτι που έχει γίνει trendy στο Facebook. Σίγουρα δεν παρακολουθούν τις τοπικές ειδήσεις ούτε διαβάζουν εφημερίδα. Μπορούν να διαβάσουν διάφορες «ειδησεογραφικές» ιστοσελίδες, αλλά για λίγο. Πιθανότερο είναι να διαβάσουν το σατιρικό The Onion παρά «σοβαρή» δημοσιογραφία. Για να είμαι ειλικρινής, οι περισσότεροι δεν διαβάζουν ούτως ή άλλως, εκτός εάν απαιτείται για την δουλειά τους. Ρωτήστε ένα normie κάτω των 30, ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που διάβασε και περιμένετε την απάντηση. Θα δείτε ένα κενό βλέμμα που ακολουθείται από ένα “Δεν την βρίσκω πραγματικά να διαβάζω”.
Αν ψάχνουν κάτι που έχει “νόημα”, συνήθως σχετίζεται με τα ακόλουθα έξι θέματα: τηλεόραση, ταινίες, gaming, τα παιδιά τους (άνθρωποι ή κατοικίδια), τη δουλειά τους ή την “αθλητική” τους ομάδα. Μόνο ένα από αυτά τα πράγματα έχει πραγματικά νόημα. Δεν χρειάζεται να τους ρωτήσετε για να τους ελέγξετε, μπορείτε απλά να ακολουθήσετε τα σχόλιά τους και τι ακολουθούν στο Facebook.
Το καλοκαίρι βρέθηκα σε μια παραλία με κάποιους normies. Θα παραδεχτώ ότι μου αρέσουν και εμένα κάποιες τηλεοπτικές σειρές. Πείτε με cuck, αλλά βλέπω Game of Thrones. Ποία είναι όμως η διαφορά μεταξύ εμένα και ενός normie; Δεν μπορώ να περάσω έξι ώρες να μιλάω γι’ αυτό. Αυτοί όλο για αυτό ήθελαν να μιλάνε. Μετά θα μιλάνε για άλλες εκπομπές του Netflix. Και μόλις τελειώσουν από την τηλεόραση θα αρχίσουν να μιλάνε για ταινίες. Αν μείνει χρόνος θα πούνε και για ό,τι «κουραστικό» και αληθινό έχει απομείνει.
Το αντιλαμβάνομαι. Η τηλεόραση είναι μια μορφή διαφυγής, δεν αποτελεί έκπληξη το να κλειδώνεις τον εαυτό σου στο διαμέρισμά σου και να παρακολουθείς τηλεόραση όλο το Σαββατοκύριακο. Βέβαια, ο εγκέφαλός σου αρχίζει και σαπίζει, γεγονός που εξηγεί γιατί οι normies αποδεικνύονται πρακτικά καθυστερημένοι όταν πρόκειται για πράγματα που έχουν να κάνουν με λογική κρίση.
Για παράδειγμα, μιλούσα με κάποιους normies σχετικά με τα βασικά δεδομένα της ζωής, συγκεκριμένα, για την εγκυμοσύνη των γυναικών. Και συγκεκριμένα για μια φίλη μου (που δεν ήταν παρούσα), που έφτανε την ηλικία των 35 ετών. Συνηθίζω να λέω, περισσότερο ως προειδοποίηση για τις νεότερες θηλυκές normies, ότι η ικανότητα της γυναίκας να μείνει έγκυος γίνεται πιο δύσκολη μετά από τα 35, και υπάρχουν περισσότεροι κίνδυνοι στην μεγαλύτερη γυναίκα. Θεωρώ ότι αυτά είναι αρκετά βασικά πράγματα. Σκέφτηκα ότι διδάσκουν το βιολογικό ρολόι στο σχολείο. Υπέθεσα ότι οι normies μου θα συμφωνούσαν τουλάχιστον με αυτό.
Αλλά είχα λάθος.
«Αυτό δεν είναι αλήθεια. Οι μεγαλύτερες γυναίκες μπορούν να κάνουν παιδιά. Ήξερα μια γυναίκα που έκανε ένα παιδί στα 50 της», πετάχτηκε μια normie.
Απάντησα, «ακούγεται σαν μια απόκλιση, είναι πολύ δύσκολο να κάνεις παιδιά στη μέση ηλικία. Και αν το κάνεις, μπορεί να υπάρχουν προβλήματα με το παιδί».
«Διαφωνώ, στην πραγματικότητα, είναι πολύ πιο δύσκολο για τις γυναίκες στα 20 να μείνουν έγκυες σε σύγκριση με τις γυναίκες στα 40. Μου αρέσει να υποστηρίζω αυτά τα πράγματα», είπε με χαμόγελο.
Τους είπα απλώς πηγαίνετε στο Google και ελάτε να τα ξαναπούμε. Ποτέ δεν το έκαναν, αλλά θεώρησαν ότι αυτές βγήκαν νικήτριες από την συζήτηση. Δεν ήθελα να γίνω σπαστικός και τις παράτησα. Προηγουμένως μου είπαν ότι πιθανότατα δεν θα παντρευτούν ποτέ ούτε θα κάνουν παιδιά.
Δεν είναι απλώς η ανθρώπινη αναπαραγωγική φύση που δεν ταιριάζει σε ένα normie, είναι και η βασική ιστορία. Κάποτε τέθηκαν βασικά ερωτήματα (που μερικές φορές σχετίζονταν με την αμερικάνικη ιστορία) σε normies. Μερικές από τις απαντήσεις ήταν οι εξής:
Οι Ρωμαίοι ήταν Έλληνες.
Σίγουρα ο Αννίβας ο Καρχηδόνιος ήταν μαύρος. Αφού ήταν από την Αφρική.
Δεν ήξερα ότι οι Βρετανοί υποστήριζαν την δουλεία.
Οι ΗΠΑ δεν βασίστηκαν ποτέ στη δουλεία.
Ο Thomas Jefferson δεν είχε δούλους, ούτε και ο George Washington.
Οι Νότιοι δολοφόνησαν έξι εκατομμύρια σκλάβους.
Πότε τελείωσε ο Β΄ ΠΠ;
Ο Χίτλερ ήθελε να εισβάλει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Θα μιλούσαμε γερμανικά αν είχαν κερδίσει τον πόλεμο.
Από τους νόμους Jim Crow σκοτώθηκαν έξι εκατομμύρια μαύροι.
Πολεμήσαμε στην Κορέα;
Πλήρης ιστορικός αναλφαβητισμός και κολοσσιαία παρανόηση. Ναι, αυτός είναι normie. Επιθετικός και υπερήφανος, ο normie θα ορμήσει σε μια συζήτηση με τις γνώσεις και την αξιοπρέπεια ενός μαθητή τρίτης δημοτικού. Δεν θα με πείραζε τόσο πολύ, αν δεν ήταν τόσο προκλητικοί.
Τελικά, η δουλειά μας είναι να ξυπνήσουμε τον Αιώνιο Normie πριν η χώρα μας καταντήσει σαν το Λος Άντζελες στο Blade Runner. Δεν είναι εύκολη δουλειά. Οι σημερινοί normies είναιχαζοί και είναι εθισμένοι στην πολιτική ορθότητα (πρόσφατα ένας μου είπε να μην χρησιμοποιήσω τον όρο “πόρνη”, αλλά “εργάτρια του σεξ”, γιατί δεν είναι «επικριτικός»).
Όπως είπε ο γέρος μου, «Αν ήταν εύκολο, ο καθένας θα μπορούσε να το κάνει». Γι’ αυτό είμαστε εδώ, μάγκες. Είμαστε οι μόνοι που μπορούν να το κάνουν.
ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / πηγή
http://redskywarning.blogspot.gr/2017/11/normies.html
Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2017

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία το μεγαλύτερο καύχημα και ο πιο πολύτιμος θησαυρός της είναι οι Άγιοί Της. Δεν υπάρχει περίοδος στην ανθρώπινη ιστορία που να μην υπάρχουν άγιοι. Οι άγιοι πιστοποιούν στο πρόσωπό τους ενσάρκως την παρουσία του Αγίου Πνεύματος σε κάθε γενεά. Έτσι, σήμερα ξημερώνει για την Ορθοδοξία μας μία μεγάλη μέρα. Κατά συγκυρία ευτυχή, η Εκκλησία μας τιμά την ημέρα κοίμησης 4 σύγχρονων οσιακών μορφών. Ας δούμε εν συντομία τα κεντρικότερα σημεία της αγίας βιοτής των:
1. Γέρων Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης
Ο Γέροντας Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας Ευβοίας. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευάγγελος. Στο σχολείο φοίτησε μόνον δύο χρόνια. Η ασθένεια του δασκάλου και η φτώχεια της οικογένειάς του τον έσπρωξαν να εργασθεί βόσκοντας τα λίγα ζώα της. Λίγο αργότερα, περίπου εννέα χρονών παιδάκι, εργάστηκε στο ανθρακωρυχείο της περιοχής και μετά στο παντοπωλείο ενός γνωστού της οικογένειας, στον Πειραιά. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διώρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του.
Όταν ήταν 8 ετών, βρήκε ένα φυλλάδιο με το βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, το οποίο διάβαζε συλλαβιστά. Ο βίος του αγίου συγκίνησε το μικρό βοσκό και θέλησε να τον μιμηθεί. Έτσι, γύρω στα δώδεκα χρόνια του, ξεκίνησε μόνος του κρυφά για το Άγιο Όρος και στο πλοίο συνάντησε τον μετέπειτα Γέροντά του, ιερομόναχο Παντελεήμονα, τον πνευματικό, που ασκήτευε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου στη Σκήτη Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους.
Σ΄ αυτόν τον Γέροντα και τον αυτάδελφό του μοναχό Ιωαννίκιο, ο νεαρός δόκιμος έκανε χαρούμενη και άκρα υπακοή και έτσι σε λίγα χρόνια αξιώθηκε να καρεί μοναχός. Λόγω της θερμής πίστης του, της υπακοής και της άσκησής του, τον επισκέφθηκε η θεία Χάρη και απέκτησε σε νεαρή ηλικία το χάρισμα της διοράσεως.
Στο Άγιον Όρος ασθένησε από πλευρίτιδα γύρω στα 18 του χρόνια και οι γέροντές του τον έστειλαν σε μοναστήρι στην Εύβοια για θεραπεία. Εκεί τον γνώρισε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Πορφύριος και αφού διαπίστωσε την πνευματική του προκοπή, τον χειροτόνησε ιερέα σε ηλικία 20 ετών. Μετά από ένα μικρό διάστημα ο Μητροπολίτης της περιοχής τον κατέστησε πνευματικό και έτσι έθεσε στην υπηρεσία των πιστών το χάρισμα της διοράσεως. Με το χάρισμα αυτό, ο νεαρός ιερομόναχος και πνευματικός Πορφύριος βοηθούσε τους ανθρώπους να γλιτώσουν από διάφορες πλεκτάνες του πονηρού, να καταλάβουν τί γίνεται στην ψυχή τους και να εργασθούν για τη σωτηρία τους.
Το 1940 διορίστηκε εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών, στην οδό Σωκράτους, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Σ΄ αυτή τη θέση παρέμεινε συνολικά 33 χρόνια, εξομολογώντας τους ασθενείς και άλλους, προσευχόμενος, συμβουλεύοντας και συχνά θεραπεύοντας με την προσευχή και τη Χάρη του Θεού ασθενείς που ζητούσαν τη βοήθεια του.
Το 1950 νοίκιασε το εγκαταλελειμμένο μοναστηράκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων στην Πεντέλη και μέχρι το 1978 καλλιεργούσε την περιοχή του. Το 1979 εγκατεστάθηκε στο Μήλεσι Αττικής, κοντά στον Ωρωπό, όπου άρχισε, αφού έλαβε τις νόμιμες άδειες, να κτίζει το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ΄ αυτό δεχόταν επισκέπτες κάθε κατηγορίας και τηλεφωνήματα από όλα τα μέρη του κόσμου, για διάφορα προβλήματα και συμβούλευε, ευχόταν, εξομολογούσε και θεράπευε τις ψυχές και πολλές φορές και τα σώματα των ανθρώπων.
Τον Ιούνιο του 1991, προαισθανόμενος το τέλος του, και μή θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 2 Δεκεμβρίου παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο.
Οι διδαχές του παραμένουν πολύτιμες παρακαταθήκες για τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο της εποχής μας. Με τη βαθιά αγάπη και τη διάκριση που τον χαρακτήριζε, τα λόγια του αποτελούν αληθινές σανίδες παρηγοριάς στις μέρες μας. Η διεισδυτική του ματιά και η μεγάλη του φιλανθρωπία προσφέρουν ξεχωριστές διαστάσεις στη σύγχρονη Ποιμαντική.
2. Γέρων Αμβρόσιος, πνευματικός μονής Δαδίου
Γεννήθηκε στο χωριό Λαζαράτα της Λευκάδος το 1914. Το κοσμικό του όνομα ήταν Σπυρίδων Λάζαρης. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και η οικογένειά του πολύτεκνη. Από μικρός ο ίδιος χαρακτηριζόταν για την ηρεμία του χαρακτήρα του και την αγάπη του προς την Εκκλησία. Δεν μπόρεσε να μορφωθεί γιατί ο πατέρας του έλειπε στον πόλεμο και ο ίδιος βοηθούσε τη μητέρα του στις αγροτικές δουλειές του σπιτιού.
Όταν εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία, θέλησε να πάει στο Άγιο Όρος, αλλά δεν ήξερε τον τρόπο. Με την καθοδήγηση, όμως, ενός νέου έφτασε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί ο συνοδός του τού είπε: “Εδώ, θα μείνεις, Σπύρο. θα γίνεις μοναχός, θα κάνεις υπομονή και υπακοή στο γέροντα” κι αμἐσως εξαφανίστηκε. Ο Σπύρος κατάλαβε ότι επρόκειτο για άγγελο Κυρίου, παρέμεινε στο μοναστήρι και σε ηλικία 25 ετών έγινε μοναχός με το όνομα Χαρίτων.
Ένα βράδυ ο ηγούμενος λέει στο μοναχό Χαρίτωνα να διαβάσει την Ενάτη. Εκείνος, καθώς ήταν αγράμματος, προσπάθησε να διαβάσει, αλλά είχε μεγάλη δυσκολία. Ο ηγούμενος αγανάκτησε και τον έδιωξε λέγοντάς του επιτιμητικά να πάει στο κελλί του. Το ίδιο βράδυ, ενώ προσευχόταν, εμφανίστηκε η Παναγία και τον βοήθησε να μάθει το ψαλτήρι από μνήμης.
Ένα καλοκαίρι εργαζόταν στον κήπο της Μονής. Βλέποντας μία συκιά και επειδή πεινούσε, ανέβηκε στο δένδρο, για να φάει σύκα. Στο Άγιο Όρος οι μοναχοί δεν επιτρέπεται να τρώνε τίποτε εκτός τραπέζης, γιατί θεωρείται λαθροφαγία. Έφαγε μερικά σύκα, αλλά γλίστρησε και έπεσε από το δέντρο. Αν και είχε πέσει από το πρωί, οι άλλοι μοναχοί αφού τον αναζήτησαν, τον βρήκαν μόνο το απόγευμα στο περιβόλι πεσμένο κάτω να πονάει πολύ. Τον έβαλαν πάνω σε μια πόρτα και τέσσερα άτομα μαζί – καθώς ήταν σωματώδης – τον μετέφεραν στο κελλί του. Όπως διηγείται ο ίδιος: «Ενώ βρισκόμουν στο κρεβάτι και πονούσα, απέναντι έβλεπα το παρεκκλήσι των Αγίων Αναργύρων και τους παρακαλούσα να με βοηθήσουν. Εμφανίζονται τότε δύο γιατροί με λευκές μπλούζες και προσπάθησαν να βάλουν το πόδι μου στην θέση του. “-Τράβα Κοσμά”, έλεγε ο ένας. “-Κράτα από εδώ Δαμιανέ”, έλεγε ο άλλος. Και σε πέντε λεπτά οι πόνοι εξαφανίστηκαν και έγινα καλά»!
Στο μοναστήρι βρίσκονταν τότε πέντε νέοι μοναχοί και ένας ηλικιωμένος γέροντας. Κάποιοι από αυτούς σκέφτηκαν ότι θα ήταν καλό να αλλάξουν τον γέροντα. Το έμαθε ο γέροντας και ζήτησε την απομάκρυνσή τους. Με τη συνοδεία της αστυνομίας ο μοναχός Χαρίτων εκδιώχθηκε στη Μονή Χιλανδαρίου. Εκεί είχε πάρα πολλές δυσκολίες και πέρασε αρρώστιες, που τον ανάγκασαν να έρθει στον κόσμο. Πήγε, λοιπόν, στον Γέροντα Πορφύριο, ο οποίος τον συμβούλευσε να πάει στην ερειπωμένη Μονή Δαδίου στη Φθιώτιδα. Εκεί βρήκε μόνο αρουραίους, φίδια και άγρια ζώα. Ο Γέροντας Πορφύριος του υπέδειξε: «Κάθισε εδώ, κάνε υπομονή και υπακοή και ο Θεός θα σε βοηθήσει».
Αμέσως επιδόθηκε στην ανασύσταση της Μονής, η οποία έγινε στη συνέχεια γυναικεία. Ο τότε Μητροπολίτης Φθιώτιδος Αμβρόσιος εξετίμησε τον γέροντα και τον έκανε ιερομόναχο, δίνοντάς του, μάλιστα, το δικό του όνομα.
Κάποτε χτύπησε το πόδι του, πήγε στο νοσοκομείο, όπου του έβαλαν πλατίνα στο γοφό. Πονούσε, όμως, πολύ. Ο τότε Μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός τον πήρε στην Ελβετία να τον δούνε εκεί οι γιατροί. Εκεί διαπιστώθηκε ότι στην πρώτη επέμβαση, του έβαλαν 1 εκατοστό πλατίνα μεγαλύτερη με αποτέλεσμα να χρειαστεί νέο χειρουργείο, για να μειώσουν την πλατίνα. Όταν έγινε αυτό και ετοιμαζόταν για εξιτήριο, του ζητήθηκαν γενικές εξετάσεις, τις οποίες έκανε. Τότε, βρέθηκε στον αριστερό του νεφρό πέτρα μεγάλη όσο ένα πορτοκάλι και έτσι παρέμεινε για νέα εγχείριση.
Διηγείται ο Γέροντας: «Ενώ ήμουν μόνος στο δωμάτιο, εμφανίστηκε ένας μοναχός. Βγήκαμε, λοιπόν, μαζί στο μπαλκόνι και καθίσαμε για να μιλήσουμε. Κάπου 15 λεπτά μιλούσαμε και του είπα για τα χειρουργεία και για τον λίθο στο νεφρό. Τότε ο μοναχός μου είπε: ’’Είμαι ο Άγιος Νεκτάριος και ήρθα να σε δω. Ήμουν και εγώ φιλάσθενος και παρέδωσα την ψυχή μου στο «Αρεταίειο» νοσοκομείο. Άντεξα τις συκοφαντίες και την ασθένεια, κάνοντας υπομονή. Ο Θεός μου έδωσε χάρη μεγάλη για την υπομονή που έκανα’’. Μετά με άγγιξε και έφυγε. Όταν έφυγε ο Άγιος Νεκτάριος μου ήρθε διάθεση ούρησης και ούρησα σε ένα μικρό λεκανάκι Τότε βγήκε μαζί με τα ούρα και μία πέτρα σε μέγεθος μικρού πορτοκαλιού. Τότε με μία χαρτοπετσέτα την πήρα και την έβαλα στο συρτάρι του κομοδίνου.
Την επόμενη θα γινόταν η εγχείριση. Έρχεται ο Ελβετός γιατρός και μου λέει: «Ετοιμάσου για το χειρουργείο». Εγώ του απάντησα ότι δεν χρειάζομαι χειρουργείο. Άνοιξα το συρτάρι και του έδειξα την πέτρα. Όταν την είδε ο γιατρός, είπε· «Εσείς οι Ορθόδοξοι έχετε ζωντανή πίστη, εμείς την νοθεύσαμε”. Το χειρουργείο δεν έγινε και ή πέτρα παρέμεινε στο γραφείο του Ελβετού γιατρού, για χρόνια πολλά».
Του άρεζε η ησυχία και η αφάνεια, γι’ αυτό και δεν απέκτησε μεγάλη συνοδεία από μοναχές. Μάλιστα, ούτε στο χωριό, στο Δαδί, τον ήξεραν καλά καλά. Και εκεί δεν κατέβαινε παρά σπάνια. Ήταν στο Μοναστήρι, έκανε πρακτικές εργασίες, ήταν ο εφημέριος της Μονής και ασχολήθηκε πολύ με την ευχή. Είχε όμως μεγάλη χάρη. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Εγώ αγράμματος άνθρωπος είμαι και έρχονται εδώ τόσοι άνθρωποι μορφωμένοι, καθηγητές πανεπιστημίου, και ανοίγει ο νους μου και τους λέω τόσα πράγματα, που απορώ πως τα λέω».
Κοιμήθηκε την ίδια μέρα, ακριβώς 15 χρόνια μετά, που κοιμήθηκε ο Γέροντας Πορφύριος, στις 2 Δεκεμβρίου 2006, σε ηλικία 92 ετών.
3. Γέρων Κλεόπα Ηλίε
Γεννήθηκε στο χωριό Σούλιτσα του νομού Botosani της Ρουμανίας στις 10 Απριλίου του 1912 και βαπτίσθηκε Κωνσταντίνος. Όπως ανέφερε ο ίδιος, οι γονείς του ήταν ζωντανό παράδειγμα χριστιανικής ζωής και το σπίτι τους ήταν μια κατ΄ οίκον εκκλησία. Έτσι, τα πέντε από τα δέκα παιδιά της οικογένειάς του ακολούθησαν το μοναχικό βίο.
Όταν ήταν νεογέννητος, αρρώστησε σοβαρά. Επειδή δύο άλλα αδέλφια του είχαν ήδη πεθάνει σε νηπιακή ηλικία, η μητέρα του τον πήγε στον ερημίτη Κόνωνα Georgescu, πνευματικό στην Cozancea και με τη βοήθειά του η Παναγία θεράπευσε τον μικρό Κωνσταντίνο.
Το 1929 εισήλθε μαζί με έναν ακόμη αδελφό του στην Ιερά Σκήτη Sihastria, όπου μόναζε ήδη ένας μεγαλύτερος αδελφός τους. Αρχικά στάλθηκε στη βοσκή των προβάτων της σκήτης, διακόνημα που τον γέμιζε με μεγάλη πνευματική χαρά. Αφού υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία (1935-1937), εκάρη μοναχός στην ίδια σκήτη.
Ο ζήλος του στις εργασίες της σκήτης οδήγησε το γηραιό ηγούμενό της να τον διορίσει αναπληρωτή ηγούμενο το 1942, ενώ το 1944 εξελέγη ηγούμενος. Στα τέλη του ίδιου έτους χειροτονήθηκε διάκονος και στις αρχές του επόμενου, πρεσβύτερος. Αμέσως επιδόθηκε στην ανακαίνιση της σκήτης και το 1947 μόλις, πέτυχε την ανύψωσή της από εξαρτηματική σε ανεξάρτητη Μονή.
Με την άνοδο των κομμουνιστών στην εξουσία, συνελήφθη και ανακρίθηκε για 5 ημέρες στο Targu Neamt, αλλά πολύ σύντομα αφέθηκε ελεύθερος. Για να αποφύγει τα προβλήματα με τις αρχές κρύφτηκε σε μια ξύλινη καλύβα βαθιά στο δάσος, 6 χλμ. μακριά από το μοναστήρι. Σε 6 μήνες όμως επανήλθε στη θέση του.
Με απόφαση του Πατριάρχη Ιουστινιανού μεταφέρεται στις 30 Αυγούστου 1949 μαζί με 30 μοναχούς από τη Μονή Sihastria στη Μονή Slatina-Suceava και γίνεται ηγούμενός της, καθιστώντας τη σύντομα στο πιο οργανωμένο μοναστήρι της Ρουμανίας. Τα προβλήματα με το καθεστώς όμως δεν έλειψαν. Αντιμετωπίζοντας διαρκείς έρευνες και συλλήψεις, αναγκάστηκε να ζήσει σε σκληρές συνθήκες στα βουνά Stânişoarei μαζί με τον ιερομόναχος Αρσένιο Papacioc. Τελικά θα επιστρέψει το 1956 στη Sihastria.
Το 1959 ψηφίστηκε ειδικό διάταγμα, με το οποίο εκδιώχθηκαν από τα μοναστήρια πάνω από 4000 μοναχοί και μοναχές. Ο ίδιος πιέστηκε από τις αρχές να αποβάλει το μοναχικό σχήμα και να περιοριστεί στο σπίτι του. Όπως πολλοί άλλοι μοναχοί, αρνήθηκε και αποσύρθηκε -για τρίτη φορά- στα βουνά της Μολδαβίας.
Το 1964 η πολιτική απέναντι στην Εκκλησία έγινε ηπιότερη, οπότε μπόρεσε να επιστρέψει στη Μονή. Παρέμεινε εκεί για 34 χρόνια ως πνευματικός των μοναχών και πολλών λαϊκών που έρχονταν από όλη τη χώρα και το εξωτερικό, για πνευματική καθοδήγηση.
Κοιμήθηκε οσιακά στις 2 Δεκεμβρίου 1998. Στα τέλη του 2005, η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρουμανίας πληροφόρησε τους πιστούς ότι έχει αρχίσει να μαζεύει στοιχεία για την επίσημη αγιοκατάταξη του μακαρίου Γέροντος Κλεόπα – ήδη αγίου στην συνείδηση πάρα πολλών πιστών.
4. Γέρων Ελπίδιος Νεοσκητιώτης
Γεννήθηκε το 1913 στη Λευκωσία και το κοσμικό του όνομα ήταν Αλέξανδρος. Ήταν δίδυμος αδελφός του Ιερομάρτυρος Φιλουμένου, που μαρτύρησε το 1979 στην Παλαιστίνη.
Τα δύο αδέλφια είχαν μάθει από νωρίς την προσευχή και τη μελέτη πατερικών βιβλίων. Κάποτε εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ από το βίο του οσίου Ιωάννου του Καλυβίτου και σε ηλικία μόλις 14 ετών έφυγαν κρυφά από τους γονείς τους για την Ιερά Μονή Σταυροβουνίου. Μέσα στο πνευματικά ανθηρό κλίμα της Μονής και υπό τη φωτισμένη καθοδήγηση του πνευματικού π. Κυπριανού, μυήθηκαν στο πνεύμα της ανατολικής μοναστικής παράδοσης.
Το αυστηρό πρόγραμμα της Μονής κλόνισε όμως επικίνδυνα την υγεία τους και μετά από 6 χρόνια πήγαν στην Παλαιστίνη και έγιναν τακτικά μέλη της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος. Το 1937 ο π. Ελπίδιος χειροτονήθηκε διάκονος και το 1940 πρεσβύτερος, ενώ το ίδιο διάστημα ολοκλήρωσε την εγκύκλιο παιδεία του. Υπηρέτησε σε πολλές θέσεις του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων (Ηγούμενος της Μονής του Προδρόμου, Τιβεριάδα, Πατριαρχικός Έξαρχος στη Ναζαρέτ, όπου έλαβε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου).
Τό 1947 προσελήφθη στην υπηρεσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και απεστάλη για μια πενταετία στη Μοζαμβίκη. Κατόπιν έζησε στην Αθήνα, όπου και έλαβε το Πτυχίο της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου (1952-1956). Από το επόμενο έτος υπηρέτησε ως προϊστάμενος του Ι.Ν. Αγίων Πάντων Λονδίνου, ενώ συγχρόνως παρακολούθησε μαθήματα Ερμηνείας Καινής Διαθήκης και Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Βασιλικό Κολλέγιο. Το 1959 διορίσθηκε από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας Έξαρχος του Θρόνου, πρώτα στην Οδησσό και κατόπιν στην Ελλάδα. Ύστερα από πολλές παρακλήσεις και προτροπές, επανήλθε στην πατρίδα του ως ιεροκήρυκας της Επαρχίας Πάφου και μετά Ηγούμενος της Μονής Μαχαιρά.
Δεν έμεινε όμως και εκεί για πολύ. Έτσι, επέστρεψε εις την Ελλάδα και ανέλαβε την εφημερία του θεραπευτηρίου του Ερυθρού Σταυρού για 6 χρόνια. Ο ζήλος και η διακονία του παρέμειναν για πολλά χρόνια στη μνήμη των ασθενών και του προσωπικού. Το βαθύ πνευματικό του έργο συνεχίστηκε κατόπιν στον Ι.Ν. Αγίας Τριάδος Αμπελοκήπων όπου μετετέθη. Στο μεταξύ, σπούδασε και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου.
Όταν, τέλος, αποσύρθηκε από την ενεργό υπηρεσία, πραγματοποίησε αυτό που για δεκαετίες διακαώς επιθυμούσε: την αμεριμνησία της ησυχαστικής ζωής. Ασκήτευσε, έτσι, στη Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους, ύστερα από ενύπνια υπόδειξη της Παναγίας.
Η αλήθεια είναι πως καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν παρέλειψε ποτέ τα μοναχικά του καθήκοντα. Από μαθητής ακόμα, συνήθιζε να απομονώνεται τελώντας τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Κάποτε, μάλιστα, όταν στο νοσοκομείο διογκώθηκαν οι υποχρεώσεις του, ζητούσε μέσα στην απλότητά του από την αδελφή του και τους ανεψιούς του να διαβάζουν από ένα μικρό κομμάτι της ακολουθίας του, ενώ από τα πνευματικά του τέκνα (ιδίως τις αδελφές νοσοκόμες), να κάνουν λίγες μετάνοιες, για να συμπληρωθεί ο κανόνας του.
Στο αγιορείτικο κελλί του, πάλι, συνήθιζε να διαβάζει παρακλήσεις για όλο τον κόσμο, και εξορκισμούς και ευχές για όλους τους μοναχούς της Σκήτης και του Αγίου Όρους. Στις μετακινήσεις του ήθελε να ταξιδεύει μόνος του για να λέει απερίσπαστος την ευχή.
Οι συνασκητές του διηγούνται ότι γνώριζε με λεπτομέρειες το μαρτύριο του αδελφού του Φιλουμένου εις την Παλαιστίνην, καθώς άκουγε τούς δαρμούς του και τον ίδιο να του φωνάζει, «αδελφέ μου, με σκοτώνουν!». Άλλοτε ευλόγησε το λιγοστό φαγητό μιας φτωχής οικογένειας και αυτό υπερπερίσσευσε. Θαύματα διηγούνται, ακόμη, και κατά τη θητεία του στον Ερυθρό Σταυρό.
Προτίμησε πάντοτε τη ζωή της αφάνειας και της διάκρισης και ποτέ δεν προκάλεσε κανέναν. Όταν στο τέλος της επίγειας ζωής του αρρώστησε βαριά, ήταν εκείνος που ανέπαυε όσους αδελφούς τον επισκέπτονταν για να τον αναπαύσουν. Κοιμήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1983.
Ας έχουμε την ευχή όλων τους!
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2017

Σήμερα, 2 Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας τιμά έναν όσιο ο οποίος ζούσε ανάμεσά μας πριν από τρεις δεκαετίες· είναι ο όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης.
Ο άγιος αυτός γέροντας φανερώνει σε όλους μας ότι κάθε εποχή η Εκκλησία έχει μέσα της ξεχωριστούς ανθρώπους και διαψεύδει εκείνους που θεωρούν ότι μόνο τα παλιά χρόνια ζούσαν άγιοι. Ο άγιος Πορφύριος έζησε μέσα στον κόσμο και σήμερα ζουν και μιλούν γι΄ αυτόν πολλοί άνθρωποι που τον γνώρισαν από κοντά. Έτσι, γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή τους μέσα στον κόσμο, που είναι γραμμένα σε βιβλία. Πρέπει να γνωρίζεις ότι κάθε άγιος που έχει την προσωνυμία «όσιος», ήταν στη ζωή του μοναχός, καλόγερος. Σε πολλές περιπτώσεις, όπως και του αγίου που γιορτάζουμε σήμερα, ήταν και ιερομόναχος, δηλαδή είχε δεχθεί το μυστήριο της ιεροσύνης.
Όπως ακόμη, πιθανόν, πρόσεξες, δίπλα στο όνομά του υπάρχει η διευκρίνιση «Καυσοκαλυβίτης». Δεν πρόκειται για το επίθετό του, αλλά προσδιορίζει το μέρος εκείνο στο οποίο έγινε μοναχός, αλλά και έφυγε από τον κόσμο αυτό. Τα Καυσοκαλύβια είναι μια περιοχή στα νότια του Αγίου Όρους. Ακόμα, η Εκκλησία μας αποκαλεί τον Άγιο με τα προσωνύμια «διορατικό» αλλά και «θαυματουργό». Για να δούμε με συντομία γιατί συμβαίνει αυτό.
Ο άγιος Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στην Εύβοια και στο βάπτισμα του δόθηκε το όνομα Ευάγγελος. Ήταν περίπου 16 χρονών όταν πήγε στα Καυσοκαλύβια, και άρχισε την υπακοή της μοναχικής ζωής κοντά σε δύο γέροντες. Δέχτηκε τη μοναχική κουρά και άλλαξε το όνομά του, όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλους τους νέους μοναχούς , που αφήνουν τον κόσμο και εγκαθίστανται στο Άγιο Όρος· τώρα ονομαζόταν Νικήτας.
Μια μέρα, που οι γεροντάδες του έλειπαν, βγήκε από την εκκλησιά και κάθισε να τους περιμένει. Πήγε και κάθισε στην πεζούλα κι αγνάντευε από κει τη θάλασσα. Ήταν η ώρα που συνήθως έρχονταν κι ο πάτερ Νικήτας άρχισε να τους γυρεύει με το βλέμμα του. ψάχνοντας τις φιγούρες τους ανάμεσα στων μονοπατιών τα βράχια.
Στην πρώτη κιόλας ματιά τους είδε. Ήταν φορτωμένοι και οι δυο τους και κατέβαιναν τα «Μαρμαρένια τα σκαλιά», πηγαίνοντας προς το κελί τους. Ο πάτερ Νικήτας πετάχτηκε πάνω απ΄ τη χαρά του.
– Έρχονται στα «Μαρμαρένια τα σκαλιά», φώναξε κι έκαμε να φύγει τρέχοντας για να τους ανταμώσει, για να τους ξεκουράσει από το βάρος που κουβαλούσαν, μα δεν πρόλαβε δυο βήματα να κάνει και, σαστισμένος, στάθηκε εκεί που ήταν.
– Στα «Μαρμαρένια τα σκαλιά»; αναρωτήθηκε μονάχος. Μα τούτα βρίσκονται πίσω από το βουνό κι εγώ τα βλέπω μπρος μου ολοκάθαρα, λες και γίνηκαν οι βράχοι διάφανοι σαν τζάμι.
Ο πάτερ Νικήτας άλλη σκέψη δεν έκανε, άλλη λέξη δεν είπε, παρά άρχισε να τρέχει όσο μπορούσε πιο γρήγορα, για να τους ανταμώσει. Μια κοίταζε ζαλισμένος τα πόδια του, να δει αν πατούνε στου μονοπατιού τον δρόμο, και την άλλη, όταν σήκωνε το κεφάλι, έβλεπε τους γέροντές του πού ακριβώς ήταν.
Πρώτος τον είδε να έρχεται από μακριά ο παπα-Ιωαννίκιος.
– Με τη μυρωδιά μάς κατάλαβε ότι ερχόμαστε κι άνοιξε τα φτερά του να μας προλάβει; είπε ξαφνιασμένος.
Ο πάτερ Νικήτας έσκυψε λαχανιασμένος και πήρε την ευχή τους και μεμιάς φορτώθηκε στους δυο του ώμους τα δισάκια τους. Άρχισαν οι τρεις τους να προχωρούν στο στενό το μονοπάτι.
– Πώς το ήξερες ότι ερχόμαστε, του λέει ψιθυριστά ο παπα-Παντελεήμων.
– Γέροντα, δεν ξέρω πώς α σου το εξηγήσω. Ενώ ήσασταν πίσω από το βουνό, εγώ σας είδα φορτωμένους να κατεβαίνετε στα «Μαρμαρένια σκαλοπάτια» κι έτρεξα. Το βουνό ήταν σαν τζάμι κι έβλεπα από πίσω.
Ο πνευματικός, δίχως να σηκώσει το κεφάλι του από το μονοπάτι και δίχως το βήμα του να χαλάσει, του απάντησε:
– Καλά, καλά, μη δίνει σημασία σ΄ αυτά. Ούτε και να το πεις πουθενά.
Κι άλλα τέτοια «διορατικά» φαινόμενα φαίνεται πως του συνέβαιναν.
Κατά την προσταγή του γέροντα ο πάτερ Νικήτας δεν τα έδινε σημασία. Μονάχα έμαθε σιγά-σιγά να ζει μ΄ αυτά κι όλα να του φαίνονται απλά και φυσικά όσο απλή και φυσική ήταν η παρουσία του Θεού στη ζωή του. Κι ας νικούσε με τούτα τα χαρίσματα τη φύση, τον χρόνο, τα γεγονότα του σήμερα, του χθες , του αύριο.
Αλλά ο νεαρός μοναχός αρρώστησε κι οι γέροντες τον έστειλαν πίσω στην πατρίδα του. Εκεί, στην Εύβοια, ήταν 21 ετών όταν χειροτονήθηκε ιερέας και πήρε το όνομα με το οποίο έγινε γνωστός· Πορφύριος. Τα πνευματικά του χαρίσματα άρχισαν να αποκαλύπτονται γρήγορα και πολύς κόσμος ερχόταν να εξομολογηθεί σ΄ αυτόν.

Ο γιος μου γεννήθηκε πρόωρα και είχε σοβαρό αναπνευστικό πρόβλημα. Έτρεξα αμέσως στον Γέροντα, για τον οποίο είχα ακούσει τόσα και τόσα εκπληκτικά πράγματα και του ζήτησα να μεσιτεύσει στον Θεό να δοθεί μια λύση στο πρόβλημα του παιδιού μου. Μπαίνοντας στο δωμάτιο όπου βρισκόταν, ένιωσα ότι βρισκόμουν μπροστά σ΄ έναν άνθρωπο ο οποίος ζούσε κατά Θεόν. Του είπα το πρόβλημα κι αυτός αμέσως μου είπε:
– Να πας αυτή τη στιγμή να βρεις τους γιατρούς και να τους πεις ν΄ αφήσουν το οξυγόνο στο παιδί σου, να μην του το αφαιρέσουν. Πάντως το παιδί σου θα γίνει καλά, δεν θα πάθει απολύτως τίποτε.
Πράγματι, είπα στην προϊσταμένη ν΄ αφήσουν το οξυγόνο. Η απάντησή της ήταν:
– Αυτό είναι δουλειά δική μας. Εμείς γνωρίζουμε πόσο πρέπει ν΄ αφήσουμε το οξυγόνο στο παιδί και πότε πρέπει να το αφαιρέσουμε.
Το είπα και στον γιατρό, ο οποίος συμφώνησε με την προϊσταμένη. Πήγα σπίτι μου και στις δωδεκάμισι το βράδυ με ειδοποίησαν να πάω επειγόντως στο νοσοκομείο, γιατί η κατάσταση της υγείας του παιδιού μου ήταν πολύ σοβαρή. Εκεί μου ανακοίνωσαν ότι το παιδί μου είχε αιμορραγία στους πνεύμονες κι ότι οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε. Κι αυτό έγινε διότι είχαν αφαιρέσει το οξυγόνο από το παιδί, παρά το ότι τους είχα παρακαλέσει για το αντίθετο. Έτρεξαν τότε οι συγγενείς μου, που ήταν εκεί, έφεραν έναν ιερέα, βαπτίσαμε στο παιδί στον αέρα και του δώσαμε το όνομα του αγίου Στυλιανού.
Τότε έγινε το δεύτερο θαύμα. Από εκείνη τη στιγμή το παιδί μου έγινε τελείως καλά· δηλαδή, πραγματοποιήθηκε και το δεύτερο, που μου είπε ο Γέροντας: «Το παιδί σου θα γίνει τελείως καλά, δε θα πάθει τίποτε».
Ο Άγιος τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα έζησε με πολλές ασθένειες. Αλλά πάντα ήταν στη διάθεση όσων έρχονταν και ζητούσαν τη βοήθειά του. Να πώς μας μεταφέρεται μια διήγηση του Οσίου:
Ήλθε και με συνάντησε μια άγνωστη, ευγενική κυρία. Μόλις με είδε με ρώτησε: «Εσείς είστε ο πατέρας Πορφύριος;». Και με το «ναι» που της είπα, έπεσε τα πόδια μου, τα αγκάλιασε σφιχτά και άρχισε να τα φιλάει! Και με κλάματα και ικετευτικές φωνές, που ακούγονταν σε μεγάλη απόσταση, ζητούσε να της κάνω καλά το ετοιμοθάνατο παιδί της! Ήταν τέτοιες οι φωνές της γυναίκας, που ράισαν την καρδιά μου! Η πίστη της ήταν τόσο μεγάλη, που με έκανε να δακρύσω από τη συγκίνηση! Έτσι αυθόρμητα, χωρίς καν να το σκεφτώ, σήκωσα ψηλά τα χέρια μου και ζήτησα από τον Κύριο να τη λυπηθεί και να θεραπεύσει το παιδί της. Η απάντηση ήταν άμεση και θετική! «Σήκω», της λέω. «Μην κλαις. Το παιδί σου έγινε καλά! ». Εκείνη όμως εξακολουθούσε να φιλά τα πόδια μου και να με ικετεύει να θεραπεύσω το παιδί της. Δεν εννοούσε να σταματήσει με τίποτε. Κατέβαλα μεγάλες προσπάθειες να την πείσω ότι το παιδί της είχε γίνει καλά, αλλά του κάκου… Εκείνη φώναζε πιο δυνατά: «Άγιε πατέρα, σώσε το παιδί μου! Το πήγα σε όλα τα κράτη του κόσμου, στους καλύτερους καθηγητές, στα μεγαλύτερα νοσοκομεία και κανείς δεν μπόρεσε να το γιατρέψει. Κανείς δεν μπόρεσε να μου δώσει ίχνος ελπίδας για ζωή! Όλοι μου είπαν ότι σύντομα θα πεθάνει… Το παιδί μου πεθαίνει! Βοήθησέ το, Άγιε του Θεού!».
Όταν την είδα σ΄ αυτήν την κατάσταση, τη λυπήθηκε η ψυχή μου. Έσκυψα και την έπιασα από τους ώμους και με όλη μου τη δύναμη προσπάθησα να τη σηκώσω όρθια, μα στάθηκε αδύνατο. Στο μεταξύ της επαναλάμβανα ότι το παιδί της έγινε καλά. Εκείνη δεν άκουγε, επειδή έκλαιγε και φώναζε συνεχώς. Ίσως και να μην πίστευε ότι της έλεγα αλήθεια. Και μάλλον το δεύτερο συνέβαινε. Γιατί όταν με τη φώτιση του Θεού ανέφερα και το όνομα του παιδιού της, που ούτε το γνώριζα ούτε μου το είπε κανείς, τότε σηκώθηκε αμέσως επάνω και μου φιλούσε τα χέρια και συνεχώς με ευχαριστούσε με δάκρυα που έτρεχαν ποτάμι από τα κατακόκκινα μάτια της.
Πράγματι, το θαύμα έγινε! Το παιδί της είχε γίνει καλά. Όταν επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, βρήκε το παιδί της υγιές! Οι γιατροί που το εξέτασαν, το βρήκαν εντελώς καλά! Η ασθένειά του είχε εξαφανιστεί. Το παιδί έζησε! Οι γιατροί παραδέχτηκαν ότι είχε γίνει μεγάλο θαύμα.
Εκατοντάδες είναι τα περιστατικά θεραπείας που είναι καταγεγραμμένα από αυτούς που ευεργετήθηκαν και θεραπεύτηκαν από την ενέργεια της Χάριτος που ενεργούσε μέσα από αυτόν τον Άγιο Γέροντα. Κι όμως, αυτός που βοηθούσε όλους αυτούς που προσέτρεχαν δεν θέλησε να προσευχηθεί ποτέ για την θεραπεία των δικών του ασθενειών. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν τυφλός.
Το 1991, ίσως προγνωρίζοντας ότι έφτανε το τέλος της επίγειας ζωής του, θέλησε να μεταφερθεί στα Καυσοκαλύβια, εκεί όπου είχε αρχίσει τη μοναχική ζωή του. Σύμφωνα με την επιθυμία του η κοίμησή του ανακοινώθηκε μετά την ταφή του. Έφυγε από τον κόσμο αυτόν ψιθυρίζοντας: «Ἳνα ὧσιν ἕν», που θα πει «να είναι όλοι ένα». Ήταν 2 Δεκεμβρίου του 1991.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2017

Εκοιμήθη 2 Δεκεμβρίου 1991
Ο Όσιος Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας Ευβοίας και βαπτίσθηκε Ευάγγελος. Στο σχολείο φοίτησε μόνον δύο χρόνια. Η ασθένεια του δασκάλου και η φτώχεια της οικογένειάς του τον έσπρωξαν να εργασθεί βόσκοντας τα λίγα ζώα της. Λίγο αργότερα, περίπου εννέα χρονών παιδάκι, εργάστηκε στο ανθρακωρυχείο της περιοχής και μετά σ΄ ένα παντοπωλείο γνωστού της οικογένειας, στον Πειραιά. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διόρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του.
Στα χέρια του οκτάχρονου τσοπανόπουλου είχε φτάσει ένα φυλλαιάκι με τον βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, το οποίο διάβαζε συλλαβιστά. Αυτός ο Άγιος είχε συγκινήσει τον μικρό Ευάγγελο και του είχε δημιουργήσει τον πόθο να τον μιμηθεί. Έτσι, γύρω στα δώδεκα χρόνια του, ξεκίνησε μόνος του κρυφά για το Άγιον Όρος και στο πλοίο συνάντησε τον μετέπειτα Γέροντά του, ιερομόναχο Παντελεήμονα, τον πνευματικό, που ασκήτευε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου στη Σκήτη Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους.
Σ΄ αυτόν τον Γέροντα και τον αυτάδελφό του μοναχό Ιωαννίκιο, ο νεαρός δόκιμος έκανε χαρούμενη και άκρα υπακοή και έτσι σε λίγα χρόνια αξιώθηκε να καρεί μοναχός και να μάθει έμπρακτα τα μυστικά της πνευματικής ζωής.
Αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης του στον Χριστό και στους γέροντές του, της υπακοής και της ασκήσεως του, ήταν να τον επισκεφθεί η Χάρη του Θεού και να του δοθεί σε νεαρή ηλικία το χάρισμα της διοράσεως, δηλαδή της δυνατότητας να βλέπει, όταν η Χάρη του Θεού ενεργούσε, τα αόρατα πράγματα ή πνεύματα ή γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος και μερικές φορές και τα μέλλοντα.
Στο Άγιον Όρος ασθένησε από πλευρίτιδα γύρω στα 18 του χρόνια και οι γέροντές του τον έστειλαν σε μοναστήρι στον κόσμο για θεραπεία. Σ΄ αυτό το μοναστήρι στην Εύβοια τον γνώρισε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Πορφύριος και αφού διεπίστωσε ότι ο Θεός τον είχε επισκιάσει με τη Χάρη Του, τον χειροτόνησε ιερέα σε ηλικία 20 ετών. Μετά από ένα μικρό διάστημα ο Μητροπολίτης της περιοχής τον κατέστησε πνευματικό και έτσι έθεσε στην υπηρεσία των πιστών το χάρισμα της διοράσεως, με το οποίο ο Θεός είχε χαριτώσει τον δοΰλο του Πορφύριο. Με το χάρισμα αυτό, ο νεαρός ιερομόναχος και πνευματικός Πορφύριος βοηθούσε τους ανθρώπους να γλιτώσουν από διάφορες πλεκτάνες του πονηρού, να καταλάβουν τί γίνεται στην ψυχή τους, να μην πιστεύουν στις άπατες των μαγισσών που με το πρόσχημα οτι θα τους λύσουν τα μάγια τους απομυζούσαν τις οικονομίες τους, να διαπιστώνουν και να θεραπεύουν τις σωματικές τους ασθένειες και τα αίτια τους και γενικά να δούν και να καταλάβουν πράγματα που θα τους βοηθούσαν στη ζωή τους.
Το 1940 διορίστηκε εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών, στην οδό Σωκράτους, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Σ΄ αυτή τη θέση παρέμεινε 33 χρόνια, εξομολογώντας τους ασθενείς και άλλους, προσευχόμενος, συμβουλεύοντας και όχι λίγες φορές θεραπεύοντας με την προσευχή και τη Χάρη του Θεού ασθενείς που ζητούσαν τη βοήθεια του. Παρ΄ όλον δε ότι έκρυβε επιμελώς τα χαρίσματα του, είχε γίνει γνωστός σε κάποιον σχετικώς περιορισμένο αριθμό πιστών που σιγά-σιγά μεγάλωνε.
Το 1950 νοίκιασε το εγκαταλελειμμένο μοναστηράκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων στην Πεντέλη και μέχρι το 1978 καλλιεργούσε την περιοχή του. Το 1979 εγκατεστάθηκε στο Μήλεσι Αττικής, κοντά στον Ωρωπό, όπου άρχισε, αφού έλαβε τις νόμιμες άδειες, να κτίζει το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ΄ αυτό δεχόταν επισκέπτες κάθε κατηγορίας και τηλεφωνήματα από όλα τα μέρη του κόσμου, για διάφορα προβλήματα και συμβούλευε, ευχόταν, εξομολογούσε και θεράπευε τις ψυχές και πολλές φορές και τα σώματα των ανθρώπων.
Τον Ιούνιο του 1991, προαισθανόμενος το τέλος του, και μή θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωΐ της 2-12-1991 παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του. Εκεί ετάφη σε έναν απλό καλογερικό τάφο με την παρουσία μόνο των συμμοναστών του, διότι είχε παραγγείλει από μεγάλη ταπείνωση να αναγγελθεί η κοίμησή του μόνον μετά την ταφή του. Τώρα σ΄ αυτόν τον τάφο αναπαύεται άλλος μοναχός, τα δε λείψανα του Γέροντος Πορφυρίου κατ΄ εντολήν του προς τους υποτακτικούς του, έχουν αποκρύβει σε απρόσιτο μέρος.
Τα κύρια χαρακτηριστικά του
Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεών του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του, το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.
Τα ουσιώδη
Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ενταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.
Α) Η Ένταξη Στην Εκκλησία
Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό, το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.
Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο εδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.
Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.
Β) Η Αγάπη
Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο, στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.
Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθοΰμε μερικά:
– Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μή χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι. Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.
– Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέριά σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.
– Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.
Γ) Η Χαρά
Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον άγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος (μακάριόν έστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν, Πράξ. 20,35). Έτσι ζούσε ο Γέροντας στη χαρά που κανείς, ούτε οι πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ίω. 4,18) και γι΄ αυτό λέει σε μια ηχογραφημένη συνομιλία του με έμφαση και με γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ο φίλος, ο αδελφός (ο Χριστός)…! Πώς το φωνάζει αυτό όμως…! και πόσο…! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό…! Πολύ βάθος! Δηλαδή είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»
Δ) Η Αθανασία
Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση. Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, …προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί… Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια…»
Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας, σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς, ειρήνης και αθανασίας.
Γένοιτο, Κύριε, δι΄ ευχών του δούλου Σου Πορφυρίου. Αμήν.
Πηγή: Γεωργίου Αρβανίτη, Τ. Προέδρου Εφετών, Ο Γέρων Πορφύριος Ο Καυσοκαλυβίτης, Σελ. 134-139, Τεύχος 2ο, Περιοδικό Πεμπτουσία, Απρίλιος – Ιούλιος 2000 Πηγή: agioritikesmnimes.blogspot.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2017

Ο Γέροντας Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας Ευβοίας και βαπτίσθηκε Ευάγγελος. Στο σχολείο φοίτησε μόνον δύο χρόνια. Η ασθένεια του δασκάλου και η φτώχεια της οικογένειάς του τον έσπρωξαν να εργασθεί βόσκοντας τα λίγα ζώα της. Λίγο αργότερα, περίπου εννέα χρονών παιδάκι, εργάστηκε στο ανθρακωρυχείο της περιοχής και μετά σ΄ ένα παντοπωλείο γνωστού της οικογένειας, στον Πειραιά. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διόρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του.
Στα χέρια του οκτάχρονου τσοπανόπουλου είχε φτάσει ένα φυλλαιάκι με τον βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, το οποίο διάβαζε συλλαβιστά. Αυτός ο Άγιος είχε συγκινήσει τον μικρό Ευάγγελο και του είχε δημιουργήσει τον πόθο να τον μιμηθεί. Έτσι, γύρω στα δώδεκα χρόνια του, ξεκίνησε μόνος του κρυφά για το Άγιον Όρος και στο πλοίο συνάντησε τον μετέπειτα Γέροντά του, ιερομόναχο Παντελεήμονα, τον πνευματικό, που ασκήτευε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου στη Σκήτη Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους.
Σ΄ αυτόν τον Γέροντα και τον αυτάδελφό του μοναχό Ιωαννίκιο, ο νεαρός δόκιμος έκανε χαρούμενη και άκρα υπακοή και έτσι σε λίγα χρόνια αξιώθηκε να καρεί μοναχός και να μάθει έμπρακτα τα μυστικά της πνευματικής ζωής.
Αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης του στον Χριστό και στους γέροντές του, της υπακοής και της ασκήσεως του, ήταν να τον επισκεφθεί η Χάρη του Θεού και να του δοθεί σε νεαρή ηλικία το χάρισμα της διοράσεως, δηλαδή της δυνατότητας να βλέπει, όταν η Χάρη του Θεού ενεργούσε, τα αόρατα πράγματα ή πνεύματα ή γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος και μερικές φορές και τα μέλλοντα.

Στο Άγιον Όρος ασθένησε από πλευρίτιδα γύρω στα 18 του χρόνια και οι γέροντές του τον έστειλαν σε μοναστήρι στον κόσμο για θεραπεία. Σ΄ αυτό το μοναστήρι στην Εύβοια τον γνώρισε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Πορφύριος και αφού διεπίστωσε ότι ο Θεός τον είχε επισκιάσει με τη Χάρη Του, τον χειροτόνησε ιερέα σε ηλικία 20 ετών. Μετά από ένα μικρό διάστημα ο Μητροπολίτης της περιοχής τον κατέστησε πνευματικό και έτσι έθεσε στην υπηρεσία των πιστών το χάρισμα της διοράσεως, με το οποίο ο Θεός είχε χαριτώσει τον δοΰλο του Πορφύριο. Με το χάρισμα αυτό, ο νεαρός ιερομόναχος και πνευματικός Πορφύριος βοηθούσε τους ανθρώπους να γλιτώσουν από διάφορες πλεκτάνες του πονηρού, να καταλάβουν τί γίνεται στην ψυχή τους, να μην πιστεύουν στις άπατες των μαγισσών που με το πρόσχημα οτι θα τους λύσουν τα μάγια τους απομυζούσαν τις οικονομίες τους, να διαπιστώνουν και να θεραπεύουν τις σωματικές τους ασθένειες και τα αίτια τους και γενικά να δούν και να καταλάβουν πράγματα που θα τους βοηθούσαν στη ζωή τους.
Το 1940 διορίστηκε εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών, στην οδό Σωκράτους, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Σ΄ αυτή τη θέση παρέμεινε 33 χρόνια, εξομολογώντας τους ασθενείς και άλλους, προσευχόμενος, συμβουλεύοντας και όχι λίγες φορές θεραπεύοντας με την προσευχή και τη Χάρη του Θεού ασθενείς που ζητούσαν τη βοήθεια του. Παρ΄ όλον δε ότι έκρυβε επιμελώς τα χαρίσματα του, είχε γίνει γνωστός σε κάποιον σχετικώς περιορισμένο αριθμό πιστών που σιγά-σιγά μεγάλωνε.
Το 1950 νοίκιασε το εγκαταλελειμμένο μοναστηράκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων στην Πεντέλη και μέχρι το 1978 καλλιεργούσε την περιοχή του. Το 1979 εγκατεστάθηκε στο Μήλεσι Αττικής, κοντά στον Ωρωπό, όπου άρχισε, αφού έλαβε τις νόμιμες άδειες, να κτίζει το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ΄ αυτό δεχόταν επισκέπτες κάθε κατηγορίας και τηλεφωνήματα από όλα τα μέρη του κόσμου, για διάφορα προβλήματα και συμβούλευε, ευχόταν, εξομολογούσε και θεράπευε τις ψυχές και πολλές φορές και τα σώματα των ανθρώπων.
Τον Ιούνιο του 1991, προαισθανόμενος το τέλος του, και μή θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωΐ της 2-12-1991 παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του. Εκεί ετάφη σε έναν απλό καλογερικό τάφο με την παρουσία μόνο των συμμοναστών του, διότι είχε παραγγείλει από μεγάλη ταπείνωση να αναγγελθεί η κοίμησή του μόνον μετά την ταφή του. Τώρα σ΄ αυτόν τον τάφο αναπαύεται άλλος μοναχός, τα δε λείψανα του Γέροντος Πορφυρίου κατ΄ εντολήν του προς τους υποτακτικούς του, έχουν αποκρύβει σε απρόσιτο μέρος.
Τα Κύρια Χαρακτηριστικά Του
Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεών του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του, το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.
Τα Ουσιώδη
Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ενταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.
α) Η ένταξη στην Εκκλησία
Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό, το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.
Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο εδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.
Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.
β) Η αγάπη
Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο, στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.
Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθοΰμε μερικά:
– Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μή χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι. Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.
– Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέριά σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.
– Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.

γ) Η χαρά
Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον άγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος (μακάριόν έστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν, Πράξ. 20,35). Έτσι ζούσε ο Γέροντας στη χαρά που κανείς, ούτε οι πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ίω. 4,18) και γι΄ αυτό λέει σε μια ηχογραφημένη συνομιλία του με έμφαση και με γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ο φίλος, ο αδελφός (ο Χριστός)…! Πώς το φωνάζει αυτό όμως…! και πόσο…! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό…! Πολύ βάθος! Δηλαδή είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»
δ) Η αθανασία
Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση. Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, …προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί… Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια…»
Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας, σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς, ειρήνης και αθανασίας.
Γένοιτο, Κύριε, δι΄ ευχών του δούλου Σου Πορφυρίου. Αμήν.

Πηγή: Γεωργίου Αρβανίτη, Τ. Προέδρου Εφετών, Ο Γέρων Πορφύριος Ο Καυσοκαλυβίτης, Σελ. 134-139, Τεύχος 2ο, Περιοδικό Πεμπτουσία, Απρίλιος – Ιούλιος 2000
Οι Φωτογραφίες Προέρχονται Από Το Αρχείο Του Συγγραφέα.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2017

Πρόκειται για ένα φωτεινό αστέρι, για θεοφόρο πατέρα, για αληθινό άνθρωπο, για σύγχρονο όσιο. Ο βίος και οι λόγοι του θέλγουν, ελκύουν, συναρπάζουν κάθε φιλόθεη ψυχή. Είναι ιδιαίτερα μεγάλη η ευλογία που ασπασθήκαμε το χέρι του, σκύψαμε κάτω από το άγιο πετραχήλι του κι ακούσαμε τις χαριτωμένες διδαχές του στη νεότητά μας.
Γεννήθηκε το 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης Καρυστίας της Εύβοιας από πολύτεκνους, φτωχούς και ευσεβείς γονείς. Από μικρός μπήκε στη βιοπάλη. Μόλις δώδεκα ετών έφυγε για το Άγιον Όρος. Υποτάχθηκε στους κατά σάρκα αδελφούς Παντελεήμονα και Ιωαννίκιο, αυστηρούς Γέροντες της Καλύβης του Αγίου Γεωργίου της σκήτης των Καυσοκαλυβίων. Μετά διετή δοκιμή και πρόθυμη υπακοή εκάρη μοναχός. Από τότε αισθάνθηκε ότι ο Θεός του δώρισε το διορατικό χάρισμα. «Μ’ ένα βλέμμα», έλεγε, «που έριχνα στον Γέροντα μου και τον κοιτούσα στα μάτια καταλάβαινα τι ήθελε και τι τον ανέπαυε».
Σοβαρή ασθένεια τον έκανε να εγκαταλείψει μετά επταετία από της εισόδου του στον Άθωνα τα πάντερπνα Καυσοκαλύβια. Για μία δωδεκαετία παρέμεινε στη μονή του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών Εύβοιας ως εφημέριος και Πνευματικός. Από το 1940 ανέλαβε καθήκοντα ταπεινού και ακούραστου εφημερίου στην Πολυκλινική Αθηνών. Επί τριάντα χρόνια διακόνησε εκεί τον πονεμένο, ταλαιπωρημένο, ταραγμένο, ανήσυχο και τσακισμένο άνθρωπο. Το 1955 εγκαταστάθηκε στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων Πεντέλης. Εκεί τον γνωρίσαμε για πρώτη φορά, μετά από ένα Εσπερινό, ένα χειμώνα, δίπλα στη σόμπα-βαρέλι, με το πετραχήλι του, τον σκούφο του, τ’ άσπρα του γένεια, σκυμμένο να μου σφίγγει τον σφυγμό και να μου λέει πειστικά: «Όσο πιο πολύ θ’ αγαπάς τον Χριστό, τόσο λιγότερο θ’ αμαρτάνεις»!
Το 1979 πήγε στο Μήλεσι Ωρωπού, για να χτίσει μοναστήρι. Παρά τα γηρατειά του, τις ασθένειες και την τύφλωση κατόρθωσε την ανοικοδόμηση της μονής, που την αφιέρωσε στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Ο Χριστός ήταν το παν στη ζωή του, όπως συχνά πειστικά έλεγε. Το Μήλεσι έγινε ιδιαίτερα αγαπητός τόπος για πολλούς πονεμένους. Ο παππούλης παρηγορούσε και βοηθούσε τους ανθρώπους όσο μπορούσε πιο πολύ, με τη θερμή προσευχή του, τη διακριτική συμβουλή του, την πλούσια χάρη του, που συγκινούσε τον κόσμο.
Παρελθόν και μέλλον γίνονταν παρόν για τον αξιομακάριστο Γέροντα. Έβλεπε μακρά, κάτω από τη γη, στη θάλασσα και τον ουρανό. Μιλούσε με μία βεβαιότητα που ενθουσίαζε και κατένυσσε. Είχε άπειρες γνώσεις, μεγάλη σοφία, βιωματική εμπειρία. Έβλεπε πέρα από τα φαινόμενα. Το βάθος των καρδιών, την κλήση και κλίση του ανθρώπου, τις εφέσεις, τις δυνατότητες, τις ανάγκες και τα όρια του καθενός. Επρόκειτο ασφαλώς περί σπανίου, αξιοθαύμαστου και πολυτάλαντου Γέροντος. Σε μοναχές έλεγε που υπάρχει νερό, που βρίσκονται κρυμμένα άγια λείψανα. Η προσευχή του θαυματουργούσε. Παρελθόν και μέλλον γίνονταν για εκείνον παρόν. Δεν έλεγε όμως ποτέ που υπάρχει πετρέλαιο ή φυλαγμένοι θησαυροί …
Επιθυμία του ήταν να τελειώσει τον βίο του εκεί που παιδί άρχισε τη μοναχική του ζωή. Επέστρεψε λοιπόν στην Καλύβη του Αγίου Γεωργίου των αγαπημένων του Καυσοκαλυβίων. Εκοιμήθη οσιακά το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου του 1991. Οι τελευταίοι του λόγοι ήταν όλοι «ίνα ώσιν εν».
Ετάφη στο κοιμητήρι της σκήτης. Μετά τριετία έγινε η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του. Οι μαθητές του την έκαμαν απροειδοποίητα νύχτα και τα έκρυψαν. Ο χαρισματούχος Γέροντας Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, επαναλαμβάνουμε, πως αποτελεί σπάνια μορφή οσιότητος των καιρών μας. Δύσκολα συναντά κανείς τέτοιες ιερές μορφές.
Η ευχή του ας μας συνοδεύει. Πρόκειται πράγματι για ορόσημο αγιότητος στον σύγχρονο κόσμο. Συνήθιζε συχνά να μιλά για την αγάπη, την ταπείνωση, την ελευθερία, τη μεγαλοσύνη και ωραιότητα του Χριστού. Ήταν ένας χριστοκήρυκας, ένας χριστοφόρος, ένας χριστοποιημένος…
Γέροντα εύχου και υπέρ ημών των αναξίων και αθλίων, που κάτι σημαντικό δεν κάναμε ακόμη για τη σωτηρία της ψυχής μας.
Πήγες – Βιβλιογραφία:
Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου Ιερομ., Βίος και Λόγοι, Χανιά 2003. Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής, Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης. Ορόσημο αγιότητος στον σύγχρονο κόσμο, Χανιά 2008.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ.1307-1314 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2017

«Ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα» λένε πολλοί έχοντας αυτή την πεποίθηση ως δικαιολογία για την σύναψη εξωσυζυγικών σχέσεων. Ότι έχουν ανάγκη από κάποια αλλαγή στην ζωή τους. Ότι δεν πειράζει. Ότι η κοινωνία δείχνει κατανόηση. Ότι κάνεις τον άλλο να ζηλέψει και να δείξει περισσότερη προσοχή. Ότι «οι παντρεμένοι έχουν ψυχή». Ότι δικαιούνται να περάσουν καλά, χωρίς την ρουτίνα της συζυγικής καθημερινότητας. Το δόγμα επεκτείνεται και στις σχέσεις που δεν έχουν φτάσει ακόμη στον γάμο. Ζευγάρια τα οποία δεν είναι σίγουρα για τους εαυτούς τους γίνονται ευάλωτα σε πειρασμούς παράλληλων σχέσεων. Αρκεί μια τυχαία γνωριμία ή μία μικρή περίοδος κρίσης ή μία απερισκεψία.
Το πρόβλημα έγκειται στην αδιαφορία για τις συνέπειες της απιστίας. Δεν είναι μόνο το «ου μοιχεύσεις», το οποίο διατρανώνει η Παλαιά Διαθήκη, αλλά και επιβεβαιώνει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο. Η συνείδηση φιμώνεται μπροστά στην ευχαρίστηση της στιγμής. Κάποτε η απιστία γίνεται και τιμωρία στην φαινομενική αδιαφορία ή στην ιδιορρυθμία του άλλου. Το σώμα δίνεται αντί για την ανοχή της αγάπης. Άλλωστε το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε», από ένας μικρός σταυρός, σήμερα έχει γίνει επιλογή μη ελκυστική. Δικαιωματική η εποχή μας. Πώς θα μπορούσε να στηρίξει δρόμους στους οποίους, χάριν της αγάπης, παραιτούμαστε από πολλά;
Οι καιροί μας ακόμη τείνουν να διαγράψουν στην προοπτική των πολλών την ματιά και την τρυφερότητα. Οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε να κοιτάξουμε τους άλλους στα μάτια, ιδίως αυτούς με τους οποίους σχετιζόμαστε. Κοιτώ στα μάτια σημαίνει αφοσιώνομαι, θαυμάζω, εμπιστεύομαι, παλεύω να αντέξω. Η ματιά σήμερα εμφορείται συνήθως από λαγνεία, από πονηριά. Δεν βλέπω τον άλλο ως σύνολο, ως ολόκληρη ύπαρξη, ως ψυχή και σώμα, αλλά εντοπίζω το ενδιαφέρον μου στην όψη και στη σάρκα. Η ματιά γίνεται αδηφάγα, καταναλωτική. Με σαγηνεύει η ηδονή που ο άλλος μου υπόσχεται και όχι η κοινωνία μαζί του, η οποία προϋποθέτει αγάπη, μοίρασμα, υπομονή και στόχο ενότητας μέχρι τέλους. Το ίδιο συμβαίνει και με την τρυφερότητα. Οι άνθρωποι έχουμε μάθει να απαιτούμε από τους άλλους την προσοχή τους, όχι όμως να τους την δίνουμε με ευγένεια και λεπτότητα. Δεν βλέπουμε τι απασχολεί τους άλλους, αλλά μόνο τα δικά μας. Δεν είμαστε έτοιμοι να ανεχτούμε, να φανερώσουμε αυτό που μας ενοχλεί στον άλλον, ακόμη και τις πληγές μας, και να παλέψουμε μέσω της αγάπης και της δικής του βοήθειας να γιατρευτούμε. Ένας λόγος αγάπης έχει μοναδική αξία. Ένα ευχαριστώ. Η απόφαση τα συμπεράσματα να μην είναι βιαστικά. Κι έτσι οι σχέσεις φθείρονται και η ευκολία του επόμενου ή του παράλληλου βήματος γίνεται ελκυστική.
Νέοι και μεγαλύτεροι σήμερα δεν αισθανόμαστε ότι ιδίως στις σχέσεις μας πειραζόμαστε από τον πονηρό, διότι περιθωριοποιήσαμε τον Θεό, τους νόμους Του, την οδό της αγάπης και της αφοσίωσης. Είναι εύκολη η απιστία διότι μάθαμε να είμαστε στραμμένοι στο εγώ μας και λησμονούμε ότι η χαρά της συνάντησης και της συνύπαρξης δεν συγκρίνεται με την ευχαρίστηση του εφήμερου. Ότι το να θέλουμε πάντοτε να κοιτούμε στα μάτια τον άλλο, χωρίς να ντρεπόμαστε θα είναι πάντοτε απότοκο της συνείδησης που ο Θεός έβαλε μέσα μας και δεν φεύγει. Η οδός της Εκκλησίας είναι το αντίδοτο. Και το φάρμακο της συγχώρεσης μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά. Πρωτίστως όμως η αγάπη!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» Στο φύλλο της Τετάρτης 29 Νοεμβρίου 2017
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2017

Συχνά οι χριστιανοί αναρωτιόμαστε: γιατί οι άνθρωποι μάς θεωρούν αναχρονιστικούς; Τι ζητά η πίστη μας να κάνουμε και φαίνεται τόσο παρωχημένο, προκαλεί αδιαφορία στους πολλούς, αφήνει την Εκκλησία ως συνήθεια του χτες, ανάμνηση των εορτών; Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της χριστιανικής ζωής που φαντάζουν τόσο απόμακρες από την καθημερινή μας ζωή; Ποιο είναι το εμπόδιο να τις βιώσουμε;
Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Εφεσίους, μας περιγράφει κάποιες από αυτές τις προϋποθέσεις, για να μπορέσουμε να ζήσουμε με τρόπο αντάξιο Εκείνου που μας κάλεσε στην νέα ζωή. «Αξίως περιπατήσαι της κλήσεως ης εκλήθητε» (Εφεσ. 4, 1). Τέτοιες είναι:
Πρώτον πάσα ταπεινοφροσύνη. Ο χριστιανός καλείται στην ζωή του να εμπιστεύεται τον Θεό και το θέλημά Του. Ακόμη και τα χαρίσματά του, ακόμη και τις επιτυχίες και την πρόοδό του, ακόμη και την πνευματικότητα την οποία παλεύει να έχει και να βιώσει, να μην την αποδίδει στον εαυτό του και το εγώ του, αλλά να την θεωρεί δώρο Θεού. Έτσι προφυλάσσεται από την υπερηφάνεια, στοιχείο της εποχής μας, αλλά και κάθε εποχής, πειρασμός τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουμε συνεχώς όταν αναζητούμε το δίκαιο, την δόξα, την εξουσία.
Δεύτερον πάσα πραότητα. Είναι η καλοσύνη που έχει λείψει από την καθημερινή μας ζωή. Η καλή διάθεση έναντι του άλλου, από τον οποίο σήμερα έχουμε μόνο απαιτήσεις. Γι’ αυτό και η διάθεσή μας είναι επιθετική. Η καλοσύνη συνεπάγεται να μπορούμε να τον ακούμε. Και να προσπαθούμε είτε να ικανοποιήσουμε το αίτημά του είτε να του εξηγήσουμε ποιο είναι το όφελός του, χωρίς να οργιστούμε, χωρίς να απογοητευτούμε από αυτόν, ακόμη κι αν δεν είναι όπως τον θέλουμε.
Τρίτον μετά μακροθυμίας. Είναι η συγχωρητικότητα που κι αυτή μας δυσκολεύει. Πεπεισμένοι ότι ο εαυτός μας δεν μπορεί να ανέχεται υποτίμηση και προσβολές, λησμονούμε ότι απέναντι στον Θεό είμαστε οφειλέτες και ότι με το να θυμόμαστε το κακό που μας έκαναν ή νομίζουμε ότι μας έκαναν οι άλλοι άνθρωποι δεν ακολουθούμε τον δρόμο της πίστης. Η κοινωνία μας στηρίζεται στην εκδίκηση, στην τιμωρία, στο μίσος, τουλάχιστον στην πολιτική, στον αθλητισμό, στην καθημερινότητα του Διαδικτύου. Η χριστιανική ζωή αντιτάσσει την μακροθυμία, η οποία καταπραΰνει τα πάθη και γλυκαίνει την πορεία μας, ενώνοντας και όχι χωρίζοντας.
Τέταρτον η ανοχή εν αγάπη αλλήλων. Κάτι που λησμονούμε όταν ισχυριζόμαστε ότι αγαπάμε, είναι η ανεκτικότητα. Η ανοχή απέναντι στα αρνητικά του άλλου. Στην συμπεριφορά του. Στα θέλω του. Στην υπερβολή. Ακόμη και στην εχθρότητα και στην κακία. Κυρίως όμως στα μικροεμπόδια, τις μικροταραχές της καθημερινότητας, τους λογισμούς που μας φορτώνουν με βάσανα και μας κάνουν κακοδιάθετους απέναντι στους άλλους. Η ανοχή απέναντι στην διαφορετικότητα, η οποία είναι πρωτίστως ευλογία, διότι μας κάνει να βλέπουμε πού μπορούμε να πατήσουμε για να συμπληρώσουμε αυτό που μας λείπει, αλλά και σε τι πρέπει να παλέψουμε για να διορθωθούμε τόσο εμείς, όσο και ο άλλος. Γιατί η ανοχή είναι η βάση για τον διάλογο. Για έναν έλεγχο αγαπητικό που χρειαζόμαστε όλοι μας. Είναι η βάση για τη συνύπαρξη, η οποία στηρίζεται στη υπομονή και την αυθεντική αγάπη. Όπως μας ανέχεται ο Θεός, έτσι κι εμείς καλούμαστε να ανεχόμαστε τους άλλους.
Πέμπτον η ενότητα που δίνει το Άγιο Πνεύμα με την ειρήνη που συνδέει τους ανθρώπους μεταξύ τους. Για να προχωρούμε ενωμένοι, χρειάζεται να είμαστε ειρηνικοί. Για να βρούμε τη ειρήνη, όπως λέει ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, χρειάζεται να θέτουμε συνεχώς στον εαυτό μας το ερώτημα: «Πού βρίσκομαι;». Αυτό σημαίνει μία διαρκή απόπειρα αυτοκριτικής και αυτογνωσίας, να μην παίρνουμε την ζωή μας με ελαφρότητα, να μην λησμονούμε ότι αν η καρδιά μας δεν έχει ειρηνική πορεία, τότε είμαστε έτοιμοι να έχουμε διαμάχες με τους άλλους για το ποιος θα επικρατήσει. Ειρήνη και ενότητα δίνονται από το Άγιο Πνεύμα. Και η παρουσία του Αγίου Πνεύματος, τόσο στην ζωή της Εκκλησίας, όσο και στην καθημερινή μας πραγματικότητα, μας ευλογεί και μας αγιάζει και κάνει την ζωή μας αλλιώτικη.
Πόσο αναχρονιστικά είναι αυτά τα χαρακτηριστικά της χριστιανικής ζωής; Πόσο μακριά από την ευτυχία που όλοι οι άνθρωποι αναζητούμε, μας οδηγούν; Η απάντηση φαίνεται αυτονόητη, δεν είναι όμως, διότι περνά από μία μεγάλη ανατροπή νοοτροπίας. Από την συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος εν τω πονηρώ κείται. Και σ’ αυτά τα στοιχεία ο πειρασμός αντιτάσσει την συνεχή προτροπή της αυτοθέωσης. Ότι ο άνθρωπος μπορεί από μόνος του να διαμορφώσει την ζωή του, τόσο την προσωπική, όσο και την κοινωνική, χωρίς Θεό. Με κριτήριο την δική του σκέψη. Με κριτήριο τον πολιτισμό, ο οποίος, παρότι έχει ρίζες και βάσεις χριστιανικές, έχει αποδώσει μεγαλύτερη βάση στην εξουσία, τον υλισμό, την ματαιότητα του χρόνου και αρνείται έμπρακτα, προτείνοντας συνεχώς αδηφάγες της σωτηρίας επιλογές, την χριστιανική πίστη.
Είναι καιρός ο καθένας από εμάς να δει και να βρει ε κριτήριο την προσωπική του ευθύνη για την ζωή την απάντηση στα αρχικά ερωτήματα. Μόνοι μας δεν είμαστε, διότι συνεχώς ο Θεός περιμένει. Είναι έτοιμος να εισέλθει στην καρδιά μας. Εκφράζει την αγάπη Του, ακόμη και στις δυσκολίες. Και αναμένει την συνεχή μας επιστροφή.
Κέρκυρα, 26 Νοεμβρίου 2017
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2017

Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος γράφει ως εξής για εκείνους που δημιουργούν ταραχή μέσα στην εκκλησία και που αποχωρούν από την εκκλησία πριν ολοκληρωθεί η Θεία Λειτουργία του Θεού:
“Μερικοί δεν πλησιάζουν την Θεία Κοινωνία τρεμάμενοι αλλά με ταραχή, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον, πυρωμένοι από θυμό, φωνασκούντες, μαλώνοντες, σπρώχνοντες τον διπλανό τους, γεμάτοι ταραχή. Περί αυτού σας έχω μιλήσει πολλές φορές και δεν θα παύσω να μιλώ για αυτό…
Δεν βλέπετε την τάξη στην συμπεριφορά στους παγανιστικούς Ολυμπιακούς αγώνες, όταν ο “Ταξιθέτης” περνά μέσα από την αρένα φορώντας στεφάνι στο κεφάλι, ντυμένος με μακρύ ένδυμα, κρατώντας ραβδί στο ένα χέρι, καθώς ο κήρυκας αναγγέλλει να γίνει ησυχία και τάξη; Δεν είναι χυδαίο, εκεί – όπου κυβερνά ο διάβολος – να γίνεται τόση ησυχία και εδώ, που ο Χριστός μας προσκαλεί σε Αυτόν τον Ίδιον, να γίνεται τόση φασαρία; Στην αρένα, ησυχία – και στην εκκλησία, αναστάτωση! Γαλήνη στην θάλασσα, και φουρτούνα στο λιμάνι!
Όταν σας προσκαλούν σε γεύμα, δεν πρέπει να αποχωρείτε πριν από τους άλλους, παρ’ ότι έχετε χορτάσει πριν από τους άλλους, και εδώ, που τελείται το γεμάτο δέος μυστήριο του Χριστού, και ενώ ακόμη συνεχίζουν οι ιερατικές πράξεις, εσύ φεύγεις εν μέσω αυτών και εξέρχεσαι; Πώς μπορεί να συγχωρηθεί αυτό; Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί αυτό;
Ο Ιούδας, μόλις εκοινώνησε στον Μυστικό Δείπνο εκείνη την τελευταία βραδιά, έφυγε βιαστικός ενώ οι υπόλοιποι παρέμειναν στο τραπέζι. Βλέπετε, ποίων το παράδειγμα ακολουθούν εκείνοι που βιάζονται να αποχωρήσουν πριν από την τελευταία ευχαριστία;”
Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2017

Μερικοί ρωτούν γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων και των ζώντων στις προσευχές που κάνουμε γι’ αυτούς. Ο Θεός σαν παντογνώστης που είναι, δεν ξέρει τα ονόματά τους και τις ανάγκες τους;
Όμως αυτοί που μιλούν και σκέπτονται έτσι, ξεχνούν ότι την προσευχή δεν την κάνομε για ενημέρωση του Θεού. Φυσικά ο Θεός δεν έχει ανάγκη τέτοιας ενημερώσεως. Άλλη είναι η σημασία αυτής της προσευχής.
Προσευχόμεθα υπέρ των ζώντων και των μεταστάντων και τους μνημονεύουμε με τα ονόματά τους, για να δείξουμε, ότι τους αγαπάμε με όλη μας την καρδιά.
Γιατί δεν είμαστε απλώς συγγενείς ή φίλοι ή γνωστοί, αλλά «αλλήλων μέλη». Μέλη της Μιάς Εκκλησίας, του Ενός Μυστικού Σώματος του Χριστού.
Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη μηχανική και απαθή μνημόνευση των ονομάτων και στην ολοκάρδια προσευχή. Το ένα απέχει από τον άλλο, όσο ο ουρανός από τη γη.
Η προσευχή πρέπει να είναι ειλικρινής εκδήλωση αγάπης. Η αγάπη είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Γι’ αυτό ο Θεός τη δέχεται. Και γι’ αυτό την περιμένει! Η αγάπη για τους ζώντες και κεκοιμημένους αδελφούς μας είναι χρέος.
Το πρώτο από όλα. Κάθε λέξη στην προσευχή, κάθε λέξη που πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς, έχει πολλή δύναμη: «Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη», λέγει η Αγία Γραφή.
Και αν έχει τόση μεγάλη σημασία η μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων σε οποιαδήποτε προσευχή, πόσο μεγαλύτερη σημασία και αξία έχει, όταν μνημονεύονται τα ονόματα στην ιερότερη προσευχή, στη Θεία Λειτουργία; Στη Θεία Λειτουργία ο ιερέας επισφραγίζει τη μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων με τα λόγια «Απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου τω αίματί Σου τω αγίω».
Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Νοεμβρίου, 2017

Έγινε μόδα! Επικράτησε ως τάση και ίσως έφτασε πλέον να γίνει εξάρτηση, εθισμός, που οδηγεί σε ψυχικές ασθένειες. Ήταν η λέξη της χρονιάς του 2013, όμως δυο χρόνια μετά όχι μόνο δεν ξεπεράστηκε, αλλά φαίνεται πως έγινε… εμμονή. Selfie σημαίνει αυτοπορτρέτο ή αυτοφωτογράφιση. Όσοι ακόμα θυμάστε την ευγενική παράκληση κάποιων τουριστών – ή και του εαυτού σας να σας τραβήξουν φωτογραφία μπροστά σε κάποιο αξιοθέατο, δεν είστε απλώς πάνω από 50 χρονών(!), είστε εκτός εποχής.
Όχι τόσο διότι οι φωτογραφικές μηχανές άλλαξαν. Διότι έγιναν ψηφιακές και έχουν άπειρες δυνατότητες σε σχέση με τις παλιές. Οι εποχές άλλαξαν. Οι άνθρωποι. Τώρα, τους άλλαξε η τεχνολογία, ή αυτοί την χρησιμοποίησαν για να «ζήσουν» την αλλοτρίωσή τους; Μεγάλο θέμα. Γεγονός είναι ότι τώρα κέντρο δεν είναι κάποιο αξιοθέατο, κάποιο τοπίο, κάποιο μνημείο με σκοπό τη δυνατότητα της διατήρησης στη μνήμη μέσω της απαθανάτισής του. Όχι. Τώρα κέντρο είναι ο άνθρωπος. Το εγώ μας! Πρέπει να είμαστε μέσα στη φωτογραφία κι εμείς, αλλιώς τι νόημα έχει; Και σταδιακά αποδοκιμάζεται και η παρέα και η ομάδα και προτιμάται μόνο ο εαυτός μας.Αυτό είναι το selfies. Η μοναχική αυτοφωτογράφισή μας. Είτε προεκτείνοντας το χέρι με την φωτογραφική, το smartphone ή το tablet προς τα μπροστά, είτε χρησιμοποιώντας έναν καθρέφτη ως βοήθημα, κάποια webcam, ή τα πιο σύγχρονα μοδάτα εξαρτήματα που κάνουν πιο εύκολη τη χρήση της κάμερας από κάποια απόσταση ή θέση.Και όλο αυτό ξεκινάει αρχικά σαν αστείο, έτσι, για να γίνεται «χαβαλές» στην παρέα, κι έπειτα γίνεται μόδα, επιδημία, καθώς ο ένας μιμείται τον άλλο, και στο τέλος εξάρτηση, εθισμός και μανία.Ειδικά στις ηλικίες μεταξύ 14 – 18 χρόνων κάνει κυριολεκτικά θραύση.
Και βέβαια ούτε είναι, ούτε και θα πρέπει να εξετασθεί αυτόνομα. Έχει να κάνει με την ψηφιακή εποχή μας και τα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης», το Facebook, το Twitter, το Instagram και το Snapchat, ενώ οι κατασκευαστικές εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, τα i-phone και τα Samsung Galaxy συναγωνίζονται ποιο μοντέλο θα έχει την ευκρινέστερη μπροστινή κάμερα.Τι είναι όμως αυτό που ωθεί τους ανθρώπους και ειδικά τους νέους να αυτό-φωτογραφίζονται και να αναρτούν διαρκώς τις προσωπικές τους στιγμές και το πορτρέτο τους στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης;Ζούμε στην εποχή των likes. Και οι νέοι ζητούν διαρκώς την επιβεβαίωση, την αποδοχή των άλλων. Κάθε φορά που κάποιο σχόλιό τους κάνει να νιώθουν υπέροχοι, μοναδικοί, ότι «μετράνε» στα μάτια των άλλων, δεν τρέφεται απλώς ο ναρκισσισμός τους, ποτίζεται το δένδρο της αυτοπροβολής τους, κι εκείνοι, γοητευμένοι από την ανταπόκριση των άλλων, συνεχίζουν να ανεβάζουν φωτογραφίες κάποτε και πιο περίεργες, πιο προκλητικές, εκθέτοντας τον εαυτό τους με μοναδική επιδίωξη την αποδοχή. Αυξάνουν την αυτοπεποίθησή τους. Χωρίς να σκέφτονται ότι βαδίζουν τον κατήφορο που ίσως τους οδηγήσει σε κάποια ψυχική ασθένεια ή τους καταστήσει θύματα του cyber bullying.
Αρκετές φορές υποκρύπτεται η μεγάλη επιθυμία των νέων για την ένταξή τους σε κάποια ομάδα και την αποδοχή τους από αυτήν. Μάλιστα δεν αποκλείεται κίνητρό τους να είναι κάποια διαταραχή δυσμορφίας την οποία αισθάνονται ότι έχουν.Ίσως να θέλουν να δείξουν προς τα έξω ότι έχουν μια «γεμάτη ζωή», αν μπορούν να προβάλλουν ότι πέρασαν από κάποιο κοσμοπολίτικο μέρος, κάθισαν σε κάποιο επώνυμο μαγαζί, βρέθηκαν σαν παρέα με κάποιους επώνυμους ή έστω κοινωνικά αποδεκτούς ανθρώπους. Προκαλούν έτσι τον θαυμασμό ή και τη ζήλεια των άλλων.
Τελικά είναι απλή μόδα ή η φανέρωση της ασθένειας της εποχής μας; Είναι η δυνατότητα που μας χαρίζει η τεχνολογία ή η ανασφάλειά μας και η χαμηλή αυτοεκτίμηση που μας καλύπτει αυτή; Είναι απλώς ο πειραματισμός με την εικόνα μας ή η κάλυψη του εσωτερικού μας κενού μέσω του ναρκισσισμού και της αναζήτησης της φαντασιωσικής «τέλειας» εμφάνισής μας; Είναι ένα είδος αυτοεξερεύνησης και κοινωνικού πειραματισμού6 που προσπαθεί να εκτοπίσει τη μοναξιά μας και τις φοβίες μας;Τι είναι αλήθεια; Αν δεν καλοξέρουμε και δεν το έχουμε ψάξει βαθύτερα και δεν έχουμε καταλήξει υπεύθυνα και ειλικρινά, μήπως θα ήταν καλύτερα να μην το υιοθετούμε στη ζωή μας , έτσι απερίσκεπτα και άκριτα, μόνο και μόνο επειδή είναι μόδα και το κάνουν όλοι;
ΑΤΤΙΚΟΣ
Από το μηνιαίο περιοδικό «Η Δράση μας», Τεύχος 533, Νοέμβριος 2015, Η/Υ επιμέλεια Νεκταρίας Κυριακούλη.tideon.org
Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »