kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου:Περί απροσπαθείας

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Οκτωβρίου, 2014

Κλίμαξ”
ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Περί απροσπαθείας
1. Εκείνος που αγάπησε πραγματικά τον Κύριον και επεζήτησε αληθινά να κερδήση την μέλλουσα βασιλεία, εκείνος πού απέκτησε πραγματικό πόνο για τα αμαρτήματά του και ζωντανή ενθύμησι της κολάσεως και της αιωνίου κρίσεως, εκείνος που ξύπνησε αληθινά μέσα του τον φόβο του θανάτου του, δεν θα αγαπήση πλέον ούτε θα ενδιαφερθή ούτε θα μεριμνήση καθόλου για χρήματα ή για κτήματα ή για τους γονείς του ή για επίγειο δόξα ή για φίλους ή για αδελφούς ή για τίποτε το γήϊνο. Αλλά αφού αποτινάξη από επάνω του και μισήση κάθε επαφή και κάθε φροντίδα για όλα αυτά, επί πλέον δε και πρίν απ΄όλα αφού μισήση και την ίδια την σάρκα του, ακολουθεί τον Χριστόν γυμνός και αμέριμνος και ακούραστος, ατενίζοντας πάντοτε στον ουρανό και αναμένοντας την έξ ύψους βοήθεια, καθώς το είπε ένας Άγιος: «Εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου» (Ψαλμ. ξβ΄9).
Και καθώς το είπε πάλι ο αείμνηστος εκείνος Προφήτης: «Εγώ δε ούκ εκοπίασα κατακολουθών σοι και ημέραν ή ανάπαυσιν ανθρώπου ούκ επεθύμησα, Κύριε» (Ιερεμ. ιζ΄16).
2. Είναι μεγάλη εντροπή, αφού εγκαταλείψαμε όλα τα προηγούμενα, μετά την κλήσι που μας έκανε ο Κύριος και όχι κανείς άνθρωπος, να φροντίζωμε για κάτι άλλο, το οποίο δεν μπορεί να μας φανή χρήσιμο την ώρα της μεγάλης μας ανάγκης, δηλαδή του θανάτου μας.
Αυτό εννοούσε ο Κύριος, όταν ωμίλησε για τον άνθρωπο που «εστράφη είς τα οπίσω και δεν είναι εύθετος είς την βασιλείαν των ουρανών» (Λουκ. θ΄62).
3. Ο Κύριος, επειδή γνωρίζει πόσο εύκολα γλυστρούμε εμείς οι αρχάριοι και επιστρέφομε στον κόσμο, εάν συναναστρεφώμεθα ή έστω συναντώμεθα με κοσμικούς, απήντησε σ΄αυτόν που του είπε, «επίτρεψόν μοι απελθείν και θάψαι τον πατέρα μου»: «Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς» (Ματθ. η΄ 22).
4. Μετά την αποταγή μας οι δαίμονες μας παρακινούν να μακαρίζωμε τους κοσμικούς πού τυχόν είναι ελεήμονες και εύσπλαγχνοι, και να ελεεινολογούμε τον εαυτό μας, διότι δήθεν τον εστερήσαμε από αυτήν την αρετή.
Ο δε σκοπός των εχθρών μας είναι, με αυτήν την νόθο ταπείνωσι να μας ξαναφέρουν στον κόσμο ή, αν παραμείνωμε μοναχοί, να μας κατακρημνίσουν στην απόγνωσι.
5. Είναι δυνατόν να εξευτελίζωμε τους κοσμικούς από οίηση, όπως επίσης να τους εξουθενώνωμε απόντας, για να πολεμούμε την απόγνωσι και να αποκτούμε περισσότερο θάρρος και ελπίδα.
6. Ας ακούσωμε τι είπε ο Κύριος στον νέον εκείνο πού είχε τηρήσει όλες σχεδόν τις εντολές: «Ένα σου λείπει, να πωλήσης τα υπάρχοντά σου, να τα δώσης στους πτωχούς και να γίνης εσύ πτωχός πού θα δέχεται ελεημοσύνες» (πρβλ. Ματθ. ιθ΄ 21).
7. Όσοι επιθυμούμε να τρέχωμε με ταχύτητα (στον δρόμο της ασκήσεως), ας στοχασθούμε καλά, ότι ο Κύριος όσους ζουν στον κόσμο τους έκρινε και τους εχαρακτήρισε σαν ζωντανούς νεκρούς, λέγοντας σε κάποιον: «Άφησε τους νεκρούς του κόσμου να θάψουν τους νεκρούς κατά το σώμα» (πρβλ. Ματθ. η΄ 22).
8. Σε τίποτε δεν εμπόδισε ο πλούτος εκείνον «τον πλούσιον νεανίσκον» να προσέλθη στο βάπτισμα. Πλανώνται λοιπόν μερικοί πού ισχυρίζονται ότι χάριν του βαπτίσματος ο Κύριος τον διέταξε να πωλήση τον πλούτο του. Η μαρτυρία αυτή ας είναι αρκετή για μας, σαν μεγίστη απόδειξις της δόξης της μοναχικής μας πολιτείας.
9. Εκείνοι που ζουν στον κόσμο και λυώνουν στις αγρυπνίες, τις νηστείες, τους κόπους και τις κακουχίες, όταν αναχωρήσουν από τους ανθρώπους προς την μοναχική ζωή, σαν σε κάποιο δοκιμαστήριο ή στάδιο, όλη αυτή την προηγούμενη άσκησί τους, την νοθευμένη και επιφανειακή, δεν την συνεχίζουν πλέον [1].
10. Έχω ιδεί πολλά και διάφορα φυτά αρετών, φυτευμένα μέσα στον κόσμο, που εποτίζονταν από τον βόρβορο του υπονόμου της κενοδοξίας και εσκαλίζονταν από το πνεύμα της επιδείξεως και ελιπαίνονταν με το λίπασμα των επαίνων. Τα ίδια όμως αυτά φυτά, όταν μεταφυτεύθηκαν σε γη έρημο και άβατο από κοσμικούς, και άνυδρο, χωρίς το βρωμερό νερό της κενοδοξίας, αμέσως εξεράθηκαν. Διότι δεν ήταν δυνατόν αυτά τα υδροχαρή φυτά να καρποφορήσουν σε σκληρά και άνυδρα γυμναστήρια.
11. Όποιος εμίσησε τον κόσμο, αυτός εγλύτωσε από την λύπη. Ενώ εκείνος πού έχει «προσπάθεια» (= η μετά πάθους προσκόλλησις, η δέσμευσις του συναισθήματος σε κάτι) σε κάποιο από τα υλικά και ορατά, δεν έχει λυτρωθή ακόμη από την λύπη. Διότι πώ αν μη λυπηθή, όταν στερηθή εκείνο που αγαπά;
12. Σε όλα μας χρειάζεται πολλή νήψις. Ιδιαίτερα δε ας δοθή μεγάλη προσοχή στην επομένη περίπτωση: Είδα πολλούς μέσα στον κόσμο, οι οποίο με τις βιοτικές μέριμνες, φροντίδες, συζητήσεις, έρευνες και αγρυπνίες εγλύτωσαν από την μανία της σαρκικής επιθυμίας. Όταν όμως, απηλλαγμένοι από κάθε μέριμνα, έγιναν μοναχοί, εμολύνθηκαν ελεεινά από τις ορμές και τα κινήματα της σαρκός.
13. Ας προσέχωμε καλά τον εαυτό μας, μήπως πλανηθούμε και ενώ πιστεύομε ότι βαδίζομε την στενή και τεθλιμμένη οδό, εν τούτοις ευρισκόμεθα στην πλατεία και ευρύχωρο.
Τα σημεία πού θα σου δείχνουν ότι βαδίζεις την στενή οδό είναι:
Η θλίψις της κοιλίας, η ολονύκτιος στάσις στην προσευχή, το μετρημένο νερό, το λιγοστό ψωμί, το καθαρτικό ποτό της ατιμίας, οι χλευασμοί, οι περιγέλωτες, οι εμπαιγμοί, η εκκοπή του ιδίου θελήματος, η υπομονή στις συγκρούσεις με τους άλλους, το να μη γογγύζεις όταν σε περιφρονούν, να βιάζης τον εαυτό σου να υπομένη τις ύβρεις, να υπομένης γενναία όταν οι άλλοι σε αδικούν, να μην αγανακτής όταν καταλαλούν είς βάρος σου, να μην οργίζεσαι όταν σε εξευτελίουν, να ταπεινώνεσαι όταν σε κατακρίνουν. Μακάριοι όσοι βαδίζουν την προηγούμενη οδό, «ότι αυτών έστιν η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. ε΄ 3).
14. Κανείς δεν θα εισέλθη στεφανωμένος στον ουράνιο νυμφώνα, εάν δεν έχη κάνει την πρώτη, την Δευτέρα και την τρίτη αποταγή. Την αποταγή δηλαδή πρώτον όλων των πραγμάτων και των ανθρώπων και αυτών των γονέων του, δεύτερον την εκκοπή του ιδίου θελήματος, και τρίτον την αποταγή της κενοδοξίας που επακολουθεί την υπακοή.
15. «Εξέλθετε εκ μέσου αυτών, και αφορίσθητε, και ακαθαρσίας κόσμου μη άπτεσθε, λέγει Κύριος» (πρβλ. Ησ. νβ΄ 11). Διότι ποιος από αυτούς έκανε ποτέ θαύματα; ποιος ανέστησε νεκρούς; ποιος εξεδίωξε δαίμονες; Κανείς! Όλα αυτά είναι των μοναχών βραβεία, πού δεν μπορεί να τα επιτύχη ο κόσμος. Διότι αν μπορούσε, τότε θα ήταν περιττή η άσκησις, δηλαδή η αναχώρησις από τον κόσμο.
16. Όταν μετά την αποταγή μας οι δαίμονες μας φλογίζουν την καρδιά με την ενθύμησι των γονέων και των αδελφών μας, τότε εμείς ας οπλισθούμε εναντίον τους με την προσευχή, και ας πυρώσωμε τον εαυτό μας, με τη σκέψι του αιωνίου πυρός, ώστε με την ενθύμησι αυτού να κατασβέσωμε την παράκαιρη φλόγα της καρδιάς μας.
Εκείνος που νομίζει ότι έχει «απροσπάθεια» (= η απαλλαγή από την «προσπάθεια») για ένα οποιοδήποτε πράγμα, αισθάνεται όμως λύπη στην καρδιά του όταν το στερηθή, αυτός απατάται τελείως.
17. Όσοι νέοι έχουν μανιώδη ροπή στους σαρκικούς έρωτες και την τρυφή, και επιθυμούνν ν΄ακολουθήσουν την μοναχική πολιτεία, ας φροντίσουν να γυμνασθούν με πολλή νήψι και προσοχή, και να μάθουν να απέχουν από κάθε τρυφή και κακία, μήπως γίνουν σ΄αυτούς «τα έσχατα χείρονα των πρώτων» (Ματθ. ιβ΄ 45)
18. Το λιμάνι μπορεί να γίνη εξ ίσου αιτία και σωτηρίας και κινδύνων. Αυτό το γνωρίζουν όσοι διαπλέουν την νοητή θάλασσα του μοναχικού βίου. Θα είναι δε ελεεινό το θέαμα να ιδή κανείς αυτούς που εσώθηκαν από το πέλαγος, να ναυαγήσουν μέσα στο λιμάνι
Βαθμίς δευτέρα! Σύ πού τρέχεις να σωθής, μιμήσου τον Λώτ και όχι την γυναίκα του, και φεύγε!
από το βιβλίο “Κλίμαξ”
Ι.Μ.Παρακλήτου
[1] Γιατί προηγούμενη άσκησίς τους χαρακτηρίζεται νοθευμένη και επιφανειακή; Διότι δεν είχε τα στοιχεία της γνησιότητος, δεν είχε εγκριθή από εμπείρους πνευματικούς Πατέρες, αλλά προερχόταν και εσχετιζόταν με την αυτοϊκανοποίηση, το «ίδιον θέλημα», το κρυφό πάθος της κενοδοξίας, την επιθυμία του ανθρωπίνου επαίνου.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Χειμώνας τοῦ 1941 – 1942

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Οκτωβρίου, 2014

Ἡ πεῖνα καί ἡ δυστυχία τοῦ χειμῶνα 1941 -1942κυρίαρχοι ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τῆς ἑλληνικῆς γῆς
Του Κωνσταντίνου Ερρίπη, θεολόγου – Καρδιολόγου
«Ἡ πεῖνα καί ἡ δυστυχία τοῦ χειμῶνα 1941 -1942 κυρίαρχοι ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τῆς ἑλληνικῆς γῆς. Τά ἀμφιμασχάλια τῶν Ἐπιτελείων καί οἱ πορφυροί χιτῶνες τῶν στρατηγῶν, ἄν μή τι ἄλλο, διστακτικά. Οἱ πολιτικοί ἀρχηγοί, ἀναγορεύοντας σ’ ἐθνικό κεφάλαιο τήν ποδάγρα τους, ψιθύριζαν ζαρωμένοι στούς φίλους: «Σωφροσύνη καί ὑπακοή».
Ἡ κεφαλαιοκρατία δέν εἶχε ἀρχίσει ἀκόμη νά κάνη ἐθνικό ἀγώνα μέ σοσιαλδημοκρατικό περιεχόμενο κι ἀντικομμουνιστικούς σκοπούς – τό πατριωτικό τους μένος ἐξύπνησε μόνο ὕστερα ἀπό τή διαρπαγή τῶν μαγαζιῶν – καί τά ράσα, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, εἶχαν ἀναθέσει στίς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου τή φροντίδα γιά τή σωτηρία τοῦ χριστεπώνυμου λαοῦ …»
(Δόξα, ἐφημ. τῆς ΠΕΑΝ, φύλ. 32, 4 Φεβρουαρίου 1944. ἀπό τό βιβλίο: «Κίτσος Μαλτέζος» Πέτρος Στ. Μακρής – Στάϊκος  ἔκδ. Ὠκεανίδα  Ἀθήνα 2000  σελ. 105).

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἡ Ἁγία Σκέπη

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Οκτωβρίου, 2014

Ὁμιλία τοῦ π. Ἀρσενίου Κατερέλου
Σήμερα, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, ἀγαπητοί μου προσκυνηταί, ὡς γνωστόν, ἑορτάζει τήν Σκέπην τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἀφορμή καί αἰτία τῆς καθιερώσεως αὐτῆς τῆς Θεομητορικῆς μεγάλης ὄντως ἑορτῆς ἐστάθη ἕνα ὑπερφυές ὅραμα, τό ὁποῖο εἶδε ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διά Χριστόν σαλός. Αὐτό τό ὅραμα, περιληπτικά, ἔχει ὡς ἑξῆς:
Στήν νότια πλευρά τοῦ ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν, ὑπῆρχε τό παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Σοροῦ, ὅπου ἐκεῖ ἐφυλάσσοντο ἡ Ἐσθῆτα, ὁ Πέπλος καί μέρος τῆς Ζώνης τῆς Θεοτόκου. Ἐκεῖ λοιπόν, στό παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Σοροῦ, σέ μία ὁλονυκτία, πῆγαν κάποτε, ὁ μακάριος Ἀνδρέας μέ τόν μαθητή του Ἐπιφάνιο. Κατά τήν διάρκεια ἐκείνης τῆς ἀγρυπνίας, ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ”βλέπει”, μέ τήν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ πνευματική του ὅρασι, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο νά προχωρῆ, ἀπό τίς βασιλικές πύλες πρός τό Ἅγιο Θυσιαστήριο. 
Φαινόταν, ὅπως ἀναφέρεται στόν θαυμαστό καί σπανιώτατο βίο τοῦ Ὁσίου Ἀνδρέα – οἱ περιπτώσεις τῶν διά Χριστόν σαλῶν εἶναι ὄντως μετρημένες στά δάχτυλα, διότι ὁ διά Χριστόν σαλός εἶναι μία πολύ σπανία καί εἰδική περίπτωσις Ἁγίου -, φαινόταν λοιπόν ἡ Παναγία Μητέρα μας πολύ ὑψηλή καί εἶχε λαμπρή, λαμπρότατη, τιμητική συνοδεία λευκοφόρων Ἁγίων.  Ἄλλωστε, ὅραμα ἦταν, πού σημαίνει, ὅτι….ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶχε μετασχηματισθῆ, στά μάτια τοῦ Ὁσίου Ἀνδρέα, σέ αὐτές τίς μεγάλες διαστάσεις, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ πάντα. 
Εἰς τό ὅραμα, ἀνάμεσα στούς ἐκεῖ φαινομένους Ἁγίους ἐξεχώριζαν ὁ Τίμιος Πρόδρομος ὁ Βαπτιστής τοῦ Χριστοῦ, καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ὁ Εὐαγγελιστής, πού ἐστέκοντο ἔνθεν καί ἔνθεν, δηλ. δεξιά καί ἀριστερά, τῆς Θεοτόκου. Ὁπότε βλέπομε, ἀμέσως-ἀμέσως, ὅτι εἰς τό ὅραμα αὐτό παρίστατο ἡ τριάδα τῶν κατ᾽ ἐξοχήν παρθένων τῆς Ἀνατολικῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 
Διότι εἰς τό πέρασμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, ἀγαπητοί μου προσκυνηταί, εἶναι ἀμέτρητη, ἀναμφισβήτητα, ἡ χορεία τῶν κατά Θεόν παρθένων. Ὅμως, τιμῆς ἕνεκεν, ὅλως ἐξαιρέτως, αὐτοί οἱ τρεῖς – ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ὁ Τίμιος Πρόδρομος καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος – ἔχουν τόν τίτλο τοῦ κατ᾽ ἐξοχήν παρθένου.
Ἀπό τούς λευκοφόρους, εἰς τό ὅραμα αὐτό, ἄλλοι προπορεύονταν καί ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν, ψάλλοντας ὕμνους καί ᾄσματα πνευματικά, τά ὁποῖα αὐτά, ἐννοεῖται, ὅτι ὀντολογικά, δέν ὑποπίπτουν στίς ἀνθρώπινες αἰσθήσεις καί δυνατότητες. 
Αὐτά ὑποπίπτουν στίς ἀνθρώπινες αἰσθήσεις, μόνον ἐάν καί ὅταν καί ὅσον ὁ Θεός τό ἐπιτρέψη, καί στόν βαθμό, τόν ποιοτικό καί ποσοτικό, πού θά τό ἐπιτρέψη καί ὅταν, βέβαια, ἐννοεῖται, ὑπάρχη κάποιος λόγος.  
 Ὅταν ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἐπλησίασε στόν ἄμβωνα, εἶπε ὁ Ὅσιος στόν Ἐπιφάνιο: «Βλέπεις παιδί μου, τήν Κυρία καί Δέσποινα τοῦ κόσμου;» «Ναί, τίμιε πάτερ», ἀποκρίθηκε ὁ νέος. Στό ὅραμα, ἡ Θεοτόκος, εἶχε ἐν τῷ μεταξύ γονατίσει καί προσευχόταν γιά πολλή ὥρα. Παρακαλοῦσε τόν Θεό καί Υἱό Της γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου καί ἔρραινε μέ δάκρυα τό ἅγιο πρόσωπό Της. 
Μετά τήν δέησι, εἰσῆλθε στό Θυσιαστήριο, ὅπου προσευχήθηκε γιά τούς πιστούς πού ἀγρυπνοῦσαν.
Ὅταν ὡλοκλήρωσε τήν δέησί Της, ἔβγαλε ἀπό τήν ἄχραντη κεφαλή Της τό ἀστραφτερό, μεγάλο καί ἐπιβλητικό Της μαφόριο καί, μέ μία κίνησι χαριτωμένη καί ταυτόχρονα σεμνή, τό ἅπλωσε, μέ τά πανάγια καί πανάχραντα χέρια Της, σάν σκέπη, ἐπάνω στό ἐκκλησίασμα. 
 ”Μαφόριο” εἶναι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τό ἔνδυμα τῆς Θεοτόκου, πού, τρόπον τινά ὁμοιάζει μέ ἐσάρπα, ἀλλά καλύπτει καί τήν κεφαλή, καί τό ὁποῖο συνήθως στήν Ἁγιογραφία, εἰκονίζεται μέ βαθύ κόκκινο χρῶμα.
Ἔτσι λοιπόν ἁπλωμένο, τό ἔβλεπαν καί οἱ δυό τους, ἐπί πολλήν ὥρα, νά ἐκπέμπη δόξα θεϊκή, σάν ἤλεκτρο. Καί λέμε ”σάν”, γιατί ὅλα αὐτά τά ὁράματα δηλ., δέν περιγράφονται ἀκριβῶς. Εἰδικά μάλιστα οἱ θεϊκές ἐμπειρίες τοῦ ἀκτίστου Φωτός δέν περιγράφονται καθόλου. 
Αὐτό ἄλλωστε τό μήνυμα, δίνει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στίς ἐπιστολές του, ὅταν λέγη ”οἶδα ἄνθρωπον πρό ἐτῶν δεκατεσσάρων ἁρπαγέντα ἕως τρίτου οὐρανοῦ, ἐντός τοῦ σώματος, ἐκτός τοῦ σώματος, οὐκ οἶδα” . Αὐτό τό ”οὐκ οἶδα”,  τό δέν γνωρίζω δηλ., τά λέγει ὅλα… Σημαίνει δηλ., ὅτι αὐτά δέν περιγράφονται καί αὐτό ἀκριβῶς, τό ἀπερίγραπτο εἶναι ἕνας δείκτης τῆς ὑγιοῦς καί ἔγκυρης θεοφάνειας τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ὅτι δηλ. αὐτό δέν περιγράφεται μέ λόγια. Γιατί, μεταξύ τῶν ἄλλων μηνυμάτων, πού ἤθελε νά ἐκπέμψη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἦταν ὅτι αὐτές οἱ ἄκτιστες ἐμπειρίες δέν περιγράφονται καθόλου μέ κτιστά ἀνθρώπινα λόγια. 
Ὅταν δέ, μετά τήν δέησι ὑπέρ τοῦ σύμπαντος κόσμου καί ὅλως ἐξαιρέτως ὑπέρ τῶν ἀγρυπνούντων, ἡ Παναγία μας ἄρχισε νά ἀνεβαίνη στόν Οὐρανό, ἄρχισε, ταυτόχρονα, καί ἡ Ἁγία Σκέπη, σιγά-σιγά, νά συστέλλεται καί, λίγο-λίγο, νά χάνεται.
Ὅλην αὐτήν τήν ὀπτασία τήν εἶδε καί ὁ Ἐπιφάνιος, ὁ μαθητής τοῦ Ὁσίου Ἀνδρέα, ἐννοεῖται μέ τήν δύναμι καί τήν μεσιτεία τοῦ Γέροντά του, τοῦ Ὁσίου Ἀνδρέα.
Σέ αὐτό τό θαυμαστό ὅραμα, φαίνεται, γιά ἄλλη μία φορά, ἡ παρρησία κατ᾽ ἀρχάς, καί ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας μας, πού ὄντως εἶναι διαχρονικά, πνευματική Μητέρα ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Εἶναι πνευματική Μητέρα ὅλων μας.
Ἔλεγε ὁ Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ὅτι ὅποιος δέν ἔχει αἰσθανθῆ τήν παρηγοριά καί τήν προστασία τῆς Θεοτόκου, ὄχι κατά φάντασίαν, ἀλλά ἐξ ἀντικειμένου ἐμπειρικά δηλ., μοιάζει μέ τά παιδιά τοῦ ὀρφανοτροφείου, πού δέν ἔχουν αἰσθανθῆ τήν ζεστασιά, τήν στοργή καί τήν φροντίδα τῆς μάνας τους. 
Αὐτόν τόν σοφόν λόγο τοῦ Γέροντα, ὁ ὁποῖος Γέρων, ἐννοεῖται, ὅτι εἶχε ὁ ἴδιος πλεῖστες ὅσες αἰσθητές ἀντιλήψεις τῆς Παναγίας μας, θά μπορούσαμε νά τόν διασκευάσωμε λίγο καί νά ποῦμε, ὅτι ὅποιος πραγματικά δέν ἔχει βιώσει στήν ζωή του τήν αἰσθητή βοήθεια τῆς Παναγίας μας, μοιάζει μέ κάποιον, πού, ἐνῶ ἔχει τήν καλύτερη τῶν καλυτέρων μητέρα, δέν τήν ἀφήνει, μέ τήν στάσι του καί τήν συμπεριφορά του, νά τοῦ τό δείξη καί νά τοῦ τό ἐξωτερικεύση. Καί αὐτό, μπορεῖ νά γίνεται σέ τέτοιο βαθμό, πού καί ὁ ἴδιος αὐτός ἄνθρωπος νά καταλήξη, σέ κάποια στιγμή, νά πιστεύση, ὅτι δέν ἔχει μία τέτοια φιλόστοργη καί ἱκανή μητέρα, πού μπορεῖ πάντα νά τόν προστατεύη, ἤ ὅτι δέν ἔχει καθόλου μητέρα. Πρᾶγμα πού δυστυχῶς, γενικά συμβαίνει σέ μᾶς τούς Χριστιανούς καί πού εἶναι πολύ χειρότερο ἀπό τοῦ νά εἶσαι πραγματικά ὀρφανός. 
Διότι, στήν περίπτωσι τῆς ὀρφάνειας, ἐκτός τῶν ἄλλων, δέν φταῖς καθόλου προσωπικά, ὑπό κανονικές συνθῆκες. Ἐνῶ, ὅταν ἔχης ὡς Χριστιανός αὐτήν τήν Μητέρα, ἀλλά ἀποποιῆσαι θεληματικά τό νά ἔχης τέτοια Μητέρα, τότε γίνεσαι ὀρφανός, ἐν δυνάμει, θεληματικά χωρίς στήν πραγματικότητα νά εἶσαι, καί, τότε, ὅλο τό μερίδιο τῆς εὐθύνης ἀναλογεῖ σέ σένα, ἄνθρωπέ μου. Καί μετά, ψάχνεις ἀλλοῦ γιά ἄλλες ἀσφάλειες, ἀνθρώπινες, καί προστασίες, γιά νά καλύψης τό ὑπαρξιακό σου κενό, ὅλες τίς φοβίες σου καί ὅλα τά συναφῆ καί, στό τέλος, ἀπό τίς πολλές ἀσφάλειες, νοιώθεις, τελικά, μεγαλύτερη προσωπική ἀνασφάλεια σέ ὅλα σου τά ἐπίπεδα. Τί κρῖμα!
Ἔτσι, ἐνῶ, ἄνθρωπέ μου, εἶσαι βασιλόπαιδο, καταντᾶς τελικά, νά εἶσαι ρακένδυτος. Ἐνῶ εἶσαι ”θεός κατά Χάριν”, ἐνῶ σοῦ χαρίζεται δωρεάν ἡ υἱοθεσία ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, καταντᾶς νά καταλήγης ἀπόπαιδο, ἄσωτος υἱός, παιδί τοῦ Διαβόλου, ἤ μᾶλλον ὀρθότερα, θῦμα τοῦ φθονεροῦ καί ἀρχεκάκου ὄφεος, πού ποτέ δέν ἔχει παιδιά, καί ὁ ὁποῖος ψάχνει μόνο γιά θύματα καί δέν πιάνεται φίλος οὔτε καί μέ αὐτούς πού τόν ὑπηρετοῦν νύχτα-μέρα. Ὦ τῆς παρανοϊκότητος, ὦ τῆς ἀστοχίας, ἤγουν τῆς ἁμαρτίας, γιατί αὐτό θά πῆ ”ἁμαρτία” ἀστοχία.
Ἕνα ἄλλο τώρα σημεῖο, ἕνα μήνυμα πού ἀπορρέει ἀπό τό σήμερα ἑορταζόμενο ὅραμα τῆς Ἁγίας Σκέπης, εἶναι ἡ δύναμις καί ἡ ἀσφάλεια τῆς πνευματικῆς πατρότητος μέσα στήν Ὀρθόδοξη Παράδοσι καί Ἱστορία. 
Πλεῖστα ὅσα εἶναι τά παραδείγματα ἀπό τούς βίους τῶν Ἁγίων καί τῶν ἐν γένει ἀγωνιστῶν στό σκάμμα τῆς ἀρετῆς καί ἰδιαίτερα, τῆς ὑπακοῆς, ὅπου μέ τίς εὐχές τῶν Γεροντάδων, μέ τήν στενή ἤ μέ τήν εὐρύτερη ἔννοια, πολλοί ὑποτακτικοί καί μαθηταί κατώρθωσαν πράγματα θαυμαστά καί ὑπερφυσικά, τά ὁποῖα διαφορετικά, χωρίς δηλ. τήν ἐπίκλησι τῆς μεσιτείας τῶν Γεροντάδων καί τῶν πνευματικῶν πατέρων τους, θά ἦσαν ἀδύνατα, ἀκατόρθωτα καί ἀδιανόητα. 
Τί νά πρωτοθυμηθοῦμε!  
Ἄς ἀναφέρωμε τήν περίπτωσι τοῦ Ἁγίου Νέστορος, μιᾶς καί τόν ἑωρτάσαμε μόλις χθές. Τί ἔκανε ὁ Ἅγιος; Τότε, στήν ἐποχή του, ὑπῆρχε κάποιος εἰδωλολάτρης ὀνόματι Λυαῖος, ὁ ὁποῖος μέ τό φοβερό παρουσιαστικό του – ἦταν σωματώδης – καί τήν δρᾶσι του, ἔδινε τιμή καί ἔπαινο στόν εἰδωλολάτρη βασιληᾶ Μαξιμιανό. Ἦταν, ἄς τό ποῦμε καί ἔτσι, τρόπον τινά ”σύμβολο” τῆς δυνάμεως τοῦ βασιληᾶ. Αὐτός, σέ ἕνα ἀπό τά ἀγωνίσματα τοῦ Πεντάθλου, στήν πάλη, ἐνίκα καί ἐφόνευε πολλούς ἀνθρώπους – ἄς μή κάνωμε σχόλια τώρα γιά τό ”᾽ἐφόνευε”, τί ἀγωνίσματα δηλ. ὑπῆρχαν…
Ὁ Ἅγιος Νέστωρ λοιπόν, πού ἦταν Χριστιανός ἐν τῷ κρυπτῷ, ἐπειδή ἴσως δέν τοῦ εἶχε, μέχρι τότε, δοθῆ κάποια σχετική τρανταχτή ἀφορμή γιά νά ἀποκαλυφθῆ τό ἐσωτερικό του ἐν Χριστῷ πιστεύω, ὅταν ἔμαθε τήν μάταιη καύχησι τοῦ εἰδωλολάτρη βασιληᾶ Μαξιμιανοῦ, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ εἰδωλολάτρη Λυαίου,  δέν ἄντεχε αὐτήν τήν μάταιη καύχησι τῶν εἰδωλολατρῶν καί θέλοντας νά γνωρίσουν οἱ πάντες τήν δύναμι τῆς πίστεως, θέλοντας νά γίνη γνωστή σέ ὅλους ἡ δύναμις τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ δηλ., πῆγε σέ ἐκεῖνο τό λουτρό πού ἦταν φυλακισμένος ὁ Ἅγιος Δημήτριος καί ἐζήτησε, ἀπό τόν ἅγιο Δημήτριο πού εὑρίσκετο στήν φυλακή, τήν εὐλογία, τήν ἐνδυνάμωσι καί τήν συγκατάθεσί του – προσέξτε τήν λέξι ”συγκατάθεσι” – γιά νά ἀγωνισθῆ ἐναντίον τοῦ Λυαίου. 
Καίτοι ὁ Ἅγιος Νέστωρ ἦτο πολύ πιό ἀνίσχυρος ἀπό τόν Λυαῖο, καί νά τόν νικήση, ὄχι φυσικά μέ τήν δική του δύναμι, ἀλλά μέ τήν δύναμι τοῦ Χριστοῦ, χωρίς αὐτό νά σημαίνη ὅτι δέν θά ἐξαντλοῦσε τήν δική του μικρή ἀνθρώπινη δύναμι, μικρή, σέ σχέσι μέ τήν ἀνθρώπινη δύναμι  τοῦ Λυαίου. 
Οὐσιαστικά, ἐπρόκειτο περί μιᾶς διαμάχης μεταξύ τοῦ Χριστοῦ ἐνάντια στήν πλάνη τῶν εἰδώλων, ἐνάντια στήν παγιωμένη τότε εἰδωλολατρεία, ἡ ὁποία τότε ὑπερίσχυε στήν περιρέουσα ἀτμόσφαιρα, περί μιᾶς διαμάχης μεταξύ τῶν «μωρῶν» καί ἀνισχύρων (Χριστιανῶν) ”οὕς ἐξελέξατο” ὁ Θεός, ὅπως λέγει ἡ Γραφή, ”ἵνα καταισχύνῃ τούς σοφούς καί ἰσχυρούς τῆς γῆς”. Καί τοῦτο, ἐπειδή ἡ σοφία τῶν ἀνθρώπων μπροστά στήν σοφία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα τεράστιο μηδενικό. 
Τότε, ὁ Ἅγιος Δημήτριος, κάνοντας τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, στό μέτωπο τοῦ Ἁγίου Νέστορος, εἶπε πρός αὐτόν εὐλογῶντας τον καί προφητεύοντας: «Ὕπαγε». 
Πήγαινε. «Καί τόν Λυαῖον θέλεις νικήσει καί ὑπέρ Χριστοῦ θέλεις μαρτυρήσει»! Ὅπερ, μετ᾽ οὗ πολύ, σέ λίγο δηλ., καί ἐγένετο, ἐφ᾽ ὅσον, ὁ Ἅγιος Νέστωρ εὐθύς, παρακαλῶ, μόλις ἐπλησίασε τόν Λυαῖο, ρίπτοντας τό ἐπανωφόρι του, ἔκραξε, μέ πίστι ἀκράδαντη, καί ἐξωτερικά, ἀλλά κυρίως ἐσωτερικά, καί, προσέξτε παρακαλῶ, τί εἶπε ὁ Ἅγιος Νέστωρ: « Ὁ Θεός τοῦ Δημητρίου βοήθει μοι». Ὄχι ἁπλῶς ”ὁ Θεός” δηλ., ἀλλά ὁ Θεός τοῦ Δημητρίου, ἐκείνου δηλ. πού μοῦ ἔδωσε τήν εὐλογία καί τήν συγκατάθεσι! «Ὁ Θεός τοῦ Δημητρίου βοήθει μοι».
 Τί σύντομη, ἀλλά καί τί δυνατή προσευχή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Καί μέ αὐτήν τήν ἐπίκλησι καί προσευχή, κατάφερε, μέ τό πρῶτο μάλιστα χτύπημα μέ τό ἐγχειρίδιό του, νά χτυπήση στήν καρδιά, μέ μιᾶς, τόν γιγαντόσωμο καί πολύ πιό δυνατό Λυαῖο καί νά τόν ρίψη νεκρό κατά γῆς. 
Μία παρένθεσις: Πολύ πιό εὔκολα θά συντρίψη ὁ Χριστός, διαχρονικά, ὅταν ἔλθη τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὅλους τούς ἐχθρούς τῆς ἀληθείας, ὅλους αὐτούς πού νύχτα-μέρα μάχονται τόν Χριστό, καί ὄχι μόνο σήμερα πού εἶναι τό κακό σέ ἔξαρσι, ἀλλά ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κάϊν,  γιατί ἀπό τότε, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κάϊν, πού σκότωσε τόν ἀδελφό του Ἄβελ, ἄρχισε νά ἐνεργῆται τό μυστήριο τῆς ἀνομίας καί νά διαιωνίζεται, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο, πού λέγει ὅτι τό μυστήριο τῆς ἀνομίας ”ἤδη ἐνεργεῖται ἐν τῷ κόσμῳ”. 
Θά συντρίψη λοιπόν ὁ Χριστός πολύ πιό εὔκολα, χωρίς καμμία προσπάθεια θά λέγαμε, χωρίς καμμία ἰδιαίτερη κίνησι, ὅλους τούς ἐχθρούς τῆς Ἀληθείας, ὅλους αὐτούς πού, νύχτα-μέρα, πυρετωδῶς, ἔχοντας κοσμική ἐξουσία καί δύναμι – τί κρῖμα γι᾽ αὐτούς -, ὑπηρετοῦν δουλοπρεπῶς καί ἀνοήτως, τό μυστήριο τῆς ἀνομίας, τό μυστήριο τοῦ Διαβόλου, τό μυστήριο τοῦ Ἀντιχρίστου.
Αὐτό εἶναι τό ἕνα παράδειγμα, ἀπό τούς βίους τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καί τοῦ Ἁγίου Νέστορος, εἰς τό ὁποῖο φαίνεται ἡ δύναμις τῆς πνευματικῆς πατρότητος, ὅπως φαίνεται καί στό σημερινό σήμερα ἑορταζόμενο ὅραμα τῆς Ἁγίας Σκέπης, ἀπό τό ὁποῖο δίδεται ἡ πρώτη ἀφορμή γιά νά μιλήσωμε γιά τό θέμα τῆς πνευματικῆς πατρότητος. 
Ἀλλά, νά μή νομισθῆ ὅτι αὐτό τό φαινόμενο τῆς πνευματικῆς πατρότητος συναντᾶται μόνο εἰς τόν χῶρο τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἤ εἰς τόν χῶρο τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Ἄς ἀναφέρωμε καί κάτι ἀπό τόν χῶρο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γιά νά φανῆ αὐτή ἡ μεγάλη ἀλήθεια, ἡ ὁποία φαίνεται καί στό Δευτερονόμιο, ἐκεῖ πού λέγει ”ἐπερώτησον τόν πατέρα σου καί ἀναγγελεῖ σοι”, ἀλλά καί σέ πολλές ἄλλες συνάφειες. Ἀλλά, καί γιά νά φανῆ ἡ ἑνότητα τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἄς ἀναφέρωμε μόνο μία περίπτωσι, τήν περίπτωσι τοῦ Προφήτου Ἐλισαίου. Δέν θά τήν ἀναλύσωμε πολύ, γιά νά μή πᾶμε ἀλλοῦ τόν λόγο.
Ὡς γνωστόν ἀγαπητοί μου προσκυνηταί, ὁ Προφήτης Ἐλισαῖος εἶχε κρατήσει γιά εὐλογία τήν μηλωτή τοῦ διδασκάλου του, τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ, ὁ ὁποῖος πρίν ”ἀναληφθῆ”, ἐσταμάτησε τήν ροή τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνη, τόν ὁποῖο διεπέρασε μαζί μέ τόν μαθητή του, τόν Προφήτη Ἐλισαῖο, ἀβρόχοις ποσί. Δηλ., διεπέρασαν τόν ποταμό Ἰορδάνη καί δέν ἐβράχησαν. Ἀμέσως μετά, ὁ Προφήτης Ἠλίας ”ἀνελήφθη” μέ τό φθαρτό του σῶμα – ὄχι μέ ἄφθαρτο σῶμα, ὅπως ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία -, ὄχι εἰς τόν Οὐρανόν, ἀλλά, ὅπως λέγει τό κείμενο, ”ὡς εἰς οὐρανόν”, πού σημαίνει, ὅτι ὁ Προφήτης Ἠλίας εὑρίσκεται μέ τό φθαρτό του σῶμα ποῦ; Κανείς δέν ξέρει. Πάντως, ὄχι εἰς τόν πνευματικό Οὐρανό, διότι δέν ἔχει πάρει ἀκόμη τό ἄφθαρτο σῶμα του.
Μία φορά, ὅταν μᾶς ρώτησε ὁ Γέροντας Παΐσιος ”ποῦ βρίσκεται ὁ Προφήτης Ἠλίας καί τί κάνει;”, ἐμεῖς δέν ξέραμε φυσικά τί νά τοῦ ἀπαντήσωμε. Καί μᾶς εἶπε ἀστειευόμενος, ἀλλά καί σοβαρολογῶντας, μέ τό ἁγιασμένο, ὠφέλιμο καί σοφό χιοῦμορ του: «Τροχάει τά μαχαίρια»! Ἑτοιμάζεται δηλ. ὅταν θά ἔλθη ἡ ἐποχή τοῦ Ἀντιχρίστου. Ἄγνωστο, βέβαια, πότε.
Ὅταν λοιπόν, μετά τήν ”ἀνάληψι” τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ, ὁ Ἐλισαῖος ἔπρεπε ἐκ νέου νά περάση τόν Ἰορδάνη, μόνος τώρα, χωρίς τόν διδάσκαλό του, ἐκτύπησε μέ τήν μηλωτή τοῦ Γέροντά του, τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ, τό ὕδωρ τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνη, ἀλλά δέν ἐσχίσθη τό ὕδωρ, ὅπως εἶχε γίνει λίγο πιό πρίν, ἀπό τόν ἴδιο τόν Προφήτη Ἠλία, πρίν φυσικά ”ἀναληφθῆ” ”ὡς εἰς οὐρανόν”. 
Τότε, τί εἶπε ὁ Ἐλισαῖος; Ἀκοῦστε παρακαλῶ: «Ποῦ εἶναι ὁ Θεός Ἠλιοῦ;» τοῦ πατρός μου δηλ.!  Τί φοβερός λογος!  Καί, ἀφοῦ εἶπε αὐτό, ξαναχτύπησε ἐκ δευτέρου τά νερά τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνη καί, τότε, καί μόνον τότε, ἄνοιξαν τά νερά τοῦ ποταμοῦ, (ὅπως τότε στήν Ἐρυθρά Θάλασσα, ἐπί Μωϋσέως), μέ τίς εὐχές τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ, τοῦ Γέροντα τοῦ Προφήτου Ἐλισαίου, καί ἔτσι τότε μόνο μπόρεσε καί πέρασε ὁ Προφήτης Ἐλισαῖος στήν ἀπέναντι ὄχθη, ἐκ δευτέρου, τόν ποταμό Ἰορδάνη, ὡς διά ξηρᾶς, σάν νά ἦταν δηλ. χωρίς νερό ὁ ποταμός.
Αὐτή ἡ ἱστορία, ἔχει καί κάποια συγκινητική καί θαυμάσια συνέχεια, γεμάτη νόημα, ὅπως λέγει τό ἱερό κείμενο: ”Καί τότε ἐννόησαν οἱ υἱοί τῶν Προφητῶν, πού ἦσαν ἐκεῖ εἰς τήν Ἰεριχώ, καί εἶπαν: «Ἀνεπαύθη τό πνεῦμα τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ ἐπί τόν Ἐλισαῖον»”. Καί τόσο ἐσεβάσθησαν τόν Ἐλισαῖο οἱ υἱοί τῶν Προφητῶν, ὥστε αὐτοί ἐξῆλθαν πρός συνάντησί του, ”ἀγαλλομένῳ ποδί” θά λέγαμε ἐμεῖς, καί τόν προσεκύνησαν, προσέξτε, ἕως εἰς τήν γῆν. 
Τί σεβασμό καί τί εὐλάβεια εἶχαν πρός τόν Προφήτη Ἐλισαῖο…! Γιατί; Ἐπειδή ἐννόησαν, ἐπείσθησαν καί διεπίστωσαν μέ αὐτό τό θαυμαστό γεγονός, ὅτι ἀνεπαύθη τό πνεῦμα τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ ἐπί τόν Ἐλισαῖον. Τόν προσεκύνησαν ἕως εἰς τήν γῆν, διότι, τό ξαναλέμε, ἐννόησαν, ὅτι εἶχε ἀναπαυθῆ τό πνεῦμα τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ ἐπί τό τέκνον αὐτοῦ, τόν Προφήτη Ἐλισαῖο. 
Τό εἴπαμε καί τό ξαναείπαμε γιά νά δείξωμε τί σημασία δίνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, διαχρονικά, ἀλλά καί ἡ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας μας, εἰς τό νά ἀναπαύσωμε, πνευματικά, ἀλλά καί κάποιες φορές, κατά κυριολεξίαν, τόν Γέροντά μας. Τί μεγάλη, ὄντως, εὐλογία καί ἐφόδιο εἶναι αὐτό. Καί πόσο ὁ Θεός εὐαρεστεῖται καί, κάποιες φορές, ἐκδηλώνει τήν εὐαρέσκειά Του, καί μάλιστα, πολλές φορές, σέ βαθμό χαρακτηριστικό, πού νά μήν ἐπιδέχεται καμμία ἀμφισβήτησι, ὅταν κάποιος ἀναπαύη, καί μέ τήν στενή, καί μέ τήν εὐρεῖα ἔννοια, τόν Γέροντά του.   
Πόσα, ἀλήθεια, περιστατικά ὑπάρχουν στούς βίους τῶν Ἁγίων μας, στά Γεροντικά, κλπ., πού διατρανώνουν αὐτήν τήν ἀλήθεια καί, ἰδιαίτερα, κάποιες φορές, μέ τόν τρόπο πού γίνεται ὁ ἀποχωρισμός, τί προηγεῖται αὐτοῦ τοῦ ἀποχωρισμοῦ, τί λόγια, τί νουθεσίες, τί γεγονότα, ὑπέρ πᾶσαν ἔννοιαν καί προσδοκίαν, ὄντως.
Ἔτσι λοιπόν, γιά νά ἐπανέλθωμε στό ἀρχικό μας θέμα, ἀπό τό ὁποῖο ἀντλοῦμε ὅλα αὐτά τά ἐξαίσια πνευματικά μηνύματα, μέ τίς εὐχές τοῦ Ὁσίου Ἀνδρέα, ὁ μαθητής του Ἐπιφάνιος ἠξιώθη νά δῆ τό ὅραμα τῆς Ἁγίας Σκέπης.
Ἐμεῖς ὅμως σήμερα, μέ ἀφορμή τό σημερινό θαυμαστό καί ὑπερφυές γεγονός τῆς Ἁγίας Σκέπης, θά θέλαμε εἰς τήν ἀγάπη σας, νά στρέψωμε καί κάπου ἀλλοῦ τόν λόγο. 
 Εἶναι τό σημεῖο ἐκεῖνο, ὅπου κανείς  εὔκολα διαπιστώνει, ὅτι ἀνάμεσα σέ ἕνα τόσο εὐλαβές πλῆθος, πού εἶχε πάει ἐκεῖ εἰς τήν ὁλονυκτία καί ἄοκνα ἀγρυπνοῦσε ὅλην τήν νύχτα στόν τότε πάνσεπτο καί ἱστορικό ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν – καί ὅταν λέμε ”ὁλονυκτία” δέν ἐννοοῦμε μέχρι τίς 1.00 τό πρωΐ, ἀλλά ὅ,τι λέγει ἡ λέξις: ”ὁλο-νυκτία” -,  μόνον ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας, καί δι᾽ εὐχῶν του ὁ μαθητής του ὁ Ἐπιφάνιος, μόνον αὐτοί, εἶδαν, μέ τήν πνευματική τους αἴσθησι, ἐκεῖνο τό μοναδικό καί ὑπέρλογο ὅραμα τῆς Ἁγίας Σκέπης. Αὐτό τό συμπέρασμα σαφῶς βγαίνει ἀπ᾽ ὅ,τι ἀναφέρεται σχετικά στόν βίο τους.
Καί στό σημεῖο αὐτό, ἄς ἀναφέρωμε ἐν παρενθέσει, ὅτι αὐτό ἀκριβῶς τό ὅραμα ἐστάθη ἡ αἰτία γιά νά καθιερωθῆ ἡ ἑορτή τῆς Ἁγίας Σκέπης τήν 1η Ὁκωβρίου σέ ὅλο τό πανορθόδοξο οἰκουμενικό πλήρωμα. Βέβαια, ὀρθῶς, ἀξίως καί δικαίως ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τήν ἔχει μεταφέρει τήν 28η Ὀκτωβρίου, λόγῳ τῶν θαυμαστῶν γεγονότων καί τῶν θαυματουργικῶν ἐπεμβάσεων τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στόν ἑλληνοϊταλικό πόλεμο, στό ἑλληνοϊταλικό μέτωπο, τοῦ 1940, ἀλλά καί μετά ἀπό αὐτό. Αὐτά, τά θεωροῦμε γνωστά.  
Καί, γιά νά ἐπανέλθωμε, στό ὅραμα τῆς Ἁγίας Σκέπης φαίνεται ξεκάθαρα, πῶς τά πνευματικά φαινόμενα καί γεγονότα εἶναι τελικά, ὄντως ὑπέρ αἴσθησιν, ὑπέρ λόγον καί ὑπέρ ἔννοιαν καί γι᾽ αὐτόν τόν λόγο ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δέν γίνονται ἀντιληπτά ἀπό τίς ἀνθρώπινες αἰσθήσεις, γιατί εἶναι πάνω ἀπό τίς παντός εἴδους ἀνθρώπινες δυνατότητες. 
Αὐτή ἡ ἀλήθεια, ἔστω καί συνεσκιασμένα, πού τελικά δέν εἶναι καί τόσο συνεσκιασμένα, ἀλλά ἐμεῖς λόγῳ τῆς πνευματικῆς μας ρηχότητος ἴσως τίς πιό πολλές φορές μᾶς διαφεύγουν ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα ὅμως εἶναι διάχυτα καί στήν Ἁγία Γραφή. Τί νά πρωτοαναφέρωμε….
Ἄς ἀνατρέξωμε στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Εὐαγγελιστή, στό σημεῖο ἐκεῖνο, στό Εὐαγγέλιό του, ἐκεῖ πού λέγει ὁ Χριστός τά ἑξῆς. Θά σᾶς τό διαβάσω ἀπό τό κείμενο: «”Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται. Καί τί εἴπω; Πάτερ, σῶσον με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης. Ἀλλά, διά τοῦτο ἦλθον εἰς τήν ὥραν ταύτην. Πάτερ, δόξασόν σου τό ὄνομα”. Ἦλθεν οὖν φωνή ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λέγουσα ”καί ἐδόξασα καί πάλιν δοξάσω”. 
Ὁ οὖν ὄχλος ὁ ἑστώς καί ἀκούσας ἔλεγε βροντήν γεγονέναι. Ἄλλοι ἔλεγον ”ἄγγελος αὐτῷ λελάληκεν”. Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καί εἶπεν: ”Οὐ δι᾽ἐμέ αὕτη ἡ φωνή γέγονε, ἀλλά δι᾽ ὑμᾶς”».
Ἐνῶ λοιπόν ἦλθε φωνή ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ, σαφής φωνή λέγουσα ”καί ἐδόξασα καί πάλιν δοξάσω”, δηλ. ἐγώ ὁ Θεός ἐδόξασα τό ὄνομά μου, διά τῆς μέχρι τοῦδε ἐν μέσῳ τοῦ Ἰσραήλ δράσεώς σου – διότι, ἀπευθύνεται σέ εὐθύ λόγο στόν Υἱό, ὡς ἄνθρωπο – καί πάλιν θά δοξάσω ἐννοῶντας, διά τοῦ ἐνδόξου Πάθους καί τῆς Ἀναστάσεώς σου καί διά τῆς ἐξαπλώσεως τοῦ Εὐαγγελίου εἰς τά ἔθνη. 
Δηλ., καί εἶχε ἤδη δοξασθῆ τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μέ τήν διδασκαλία καί μέ τά θαύματα, πού μέχρι τότε εἶχε κάνει ὁ Χριστός καί εἶχαν μείνει ὅλοι ἄναυδοι καί ἔκθαμβοι, εἰδικά ὁ ἁπλός ὄχλος, ὁ ἁπλός λαός, ἀλλά καί θά ἐδοξάζετο πιό πολύ ὁ Θεός, ὅταν θά ἐπακολουθοῦσαν τά ”ποιητικά τῆς σωτηρίας”, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, πού εἶναι, κυρίως, ἡ Σταύρωσις, ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ἀνάληψις τοῦ Χριστοῦ εἰς τούς Οὐρανούς. 
Κατόπιν λοιπόν τῆς φωνῆς αὐτῆς, ὁ πολύς κόσμος, ὁ ὄχλος, ὁ λαός, πού ἐστέκετο ἐκεῖ καί ἄκουσαν τόν ἦχο τῆς θεϊκῆς φωνῆς, δέν μπόρεσαν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νά ξεχωρίσουν τά θεϊκά λόγια. Ἄλλοι ἔλεγαν, ὅτι ἔγινε βροντή, ἐνῶ ἀκούστηκε ἐκείνη ἡ ξεκάθαρη θεϊκή φωνή, δηλ. τό ”καί ἐδόξασα καί πάλιν δοξάσω”, καί εἴπαμε τί ἐσήμαιναν ὅλα αὐτά, ὅτι θά ἐδόξαζετο ξάνα ὁ Χριστός, μέ τήν Ἀνάστασί Του καί διά τῆς ἐξαπλώσεως τοῦ Εὐαγγελίου εἰς τά ἔθνη. Κάποιοι λοιπόν ἄκουσαν – ἐξέλαβαν – τήν φωνή σάν νά ἔγινε κάποια βροντή. Ἄλλοι ἄκουγαν κάτι τό διαφορετικό – δέν ξέρομε τί ἀκριβῶς – καί, ὡς ἐκ τούτου, ἐνόμιζαν ὅτι κάποιος ἄγγελος ὡμίλησε στόν Χριστό.
Ὅλα αὐτά προφανῶς δέν σημαίνουν, ὅτι ὑπῆρχε κάποια ἀκουστική βλάβη καί διαφοροποίησις στήν ἀκουστική ἱκανότητα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ᾽ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἐπέτρεπε καί παραχωροῦσε, ἄλλοι μέν νά ἀκοῦν ἔτσι καί ἄλλοι ἀλλιῶς, ποικίλλα πράγματα, ἀλλά νά μήν ἀκοῦν, πάνω καί πέρα ἀπό ὅλα, ξεκάθαρα ἐκείνην τήν φωνή. 
Ἀνάλογα πνευματικά φαινόμενα συμβαίνουν σέ πλεῖστες ὅσες ἄλλες συνάφειες καί γεγονότα, ὅπως συνέβη μέ τόν Χριστό, μετά τήν Ἀνάστασί Του, σέ κάποια ἀπό τίς ἐμφανίσεις Του, ἀναφέρεται ἐκεῖ, σέ κάποιο ἀπό τά ἑωθινά Εὐαγγέλια πού διαβάζομε κάθε Κυριακή πρωΐ, ὅτι ”οἱ μέν προσεκύνησαν αὐτόν, οἱ δέ ἐδίστασαν”. Ἄλλοι, δηλ., ἅμα τῇ ὁράσει, ἀμέσως ἐννόησαν καί ἐπείσθησαν ὅτι ἦτο ὁ ἀναστάς Χριστός, ἄλλοι ὅμως, γιά λόγους παρομοίους μέ ἐκείνους πού προανεφέραμε, ἐπειδή δηλ. τόν ἔβλεπαν κάπως διαφορετικά, ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, – κάπως ἀλλιῶς – ἐδίσταζαν νά προσκυνήσουν ἀμέσως, ἐπειδή δέν εἶχαν ἀκόμη πεισθῆ, μέ τίς ἀνθρώπινές τους αἰσθήσεις ὅτι ἦταν ὁ ἀναστημένος Χριστός. 
Ἐν συνεχείᾳ ὅμως, ὁ Θεός ἐπέτρεπε νά Τόν ἐννοήσουν μέ τόν α´ ἤ β´ τρόπο, ὅπως συνέβη μέ τούς δύο Ἀποστόλους κατά τήν πορεία τους πρός τούς Ἐμμαούς, ὅπου μετά τόν διάλογο πού εἶχαν μέ τόν Χριστό καί τό κόψιμο τοῦ ψωμιοῦ πού ἔκανε ”διηνήχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί καί ἔγνωσαν ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου”, ὅτι ἦτο ὁ Χριστός (ε´ ἑωθινό Εὐαγγέλιο) κλπ…
Ὁ Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, μᾶς ἔλεγε, ὅτι μπορεῖ σέ ἕναν χῶρο νά εὑρίσκωνται κάποια ἄτομα καί ὁ ἕνας νά βλέπη κάποιον Ἅγιο, ἐάν εἶναι σέ μέτρα ἐννοεῖται, ἐνῶ ἕνας ἄλλος νά μή τόν βλέπη, ἀλλά, ἐπί παραδείγματι, νά ἀκούη μόνον τήν φωνή του, ἤ ἕνα μέρος τῆς φωνῆς του. Ἕνας τρίτος νά μή βλέπη, οὔτε τόν Ἅγιο, οὔτε νά ἀκούη τήν φωνή του, οὔτε ἕνα μέρος τῆς φωνῆς του, ἤ ἔστω κάποιον οὐράνιο ἦχο, ἀλλά νά αἰσθάνεται μόνο μία εὐωδία, ἤ ἕνα μέρος τῆς εὐωδίας, ἤ κάτι ἀνάλογο, χωρίς νά βλέπη ἤ νά ἀκούη τίποτε, οὔτε φωνή, οὔτε Ἅγιο. 
Καί, ἕνας τέταρτος, ὅπως καί ἄλλοι, νά μήν ἀντιλαμβάνωνται τίποτε, ἤ νά ἀντιλαμβάνωνται κάτι τό διαφορετικό ἀπό τά προηγούμενα πού ἀνεφέραμε, χωρίς ὅλα αὐτά νά σημαίνουν, ὅτι π.χ. ὁ τελευταῖος, πού δέν ἀντιλαμβάνεται τίποτε, πάντα, ὑποχρεωτικά, εἶναι κατωτέρας πνευματικῆς καταστάσεως. Τίποτε δέν εἶναι ἀπόλυτο στήν πνευματική ζωή.
Ἄπειρες εἶναι οἱ περιπτώσεις καί τά αἴτια τῶν πνευματικῶν φαινομένων. Ἀξιομνημονευτέον, νομίζομε, ὅτι εἶναι ἐδῶ τό ὅραμα πού εἶδε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πηγαίνοντας πρός τήν Δαμασκό γιά νά διώξη τούς Χριστιανούς, ὡς ἐχθρός δηλ. τοῦ Χριστοῦ, μέχρι τότε, ὁ Σαούλ. Ὄχι, βέβαια, ἐκ κακῆς προθέσεως, ἀλλά λόγῳ τῆς ἀγνοίας πού εἶχε καί λόγῳ τῆς ἀγάπης του πρός τίς ἰδικές του ἰουδαϊκές παραδόσεις.
Τί λέγουν σχετικά οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων; Ὅτι, ξαφνικά, τόν περιέλουσε θεῖο Φῶς, χωρίς δηλ. νά τό περιμένη, χωρίς νά τό ἀναζητήση, ἀφοῦ οὔτε κἄν ἤξερε ὅτι ὑπάρχει – ἄρα πῶς νά τό ἀναζητήση; Ἄλλωστε, ἐδίωκε τόν Χριστό. Παρά ταῦτα, ὅμως, ἔτσι ἔκρινε ἡ Θεία Πρόνοια, πού προεγνώριζε ὅτι ὁ Σαούλ ἦτο σκεῦος ἐκλογῆς καί ὅτι θά ἐβάσταζε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἰς τά ἔθνη. 
Ἔτσι, τόν περιέλουσε, αἴφνης, θεῖο Φῶς, ἄστραψε δηλ. γύρω του τό οὐράνιο Φῶς καί, λόγῳ τῆς ἐκθαμβωτικῆς Του λάμψεως, ὁ Σαούλ ἔπεσε κατά γῆς καί ἄκουσε τήν φωνή τοῦ Χριστοῦ λέγουσα τό περίφημο ”Σαούλ, Σαούλ, τί μέ διώκεις;” Ποιοῦ Χριστοῦ; Ἐννοεῖται, τοῦ ἀναληφθέντος Χριστοῦ. 
Ἐννοεῖται ἐπίσης, ὅτι ὁ μετέπειτα Παῦλος δέν πίστευε, μέχρι τότε, ὅτι ὁ Χριστός ἦταν ὁ σαρκωμένος Θεός, διότι, διαφορετικά, δέν θά τόν κατεδίωκε. Ἔτσι, ὅταν, ἀπορημένος ὁ Σαούλ, ὁ Σαῦλος, ὁ ὁποῖος τά εἶχε χαμένα καί εἶχε γοητευθῆ, εἶχε τρομάξει, μέ τήν καλή ἔννοια, ἀπό ἐκεῖνο πού ἔβλεπε καί τόν εἶχε καταλάβει θάμβος καί ἔκστασις, ρώτησε ”ποιός εἶσαι, Κύριε;”, ἡ φωνή, οὐρανόθεν, τοῦ εἶπε: «Ἐγώ εἰμί, ὁ Ἰησοῦς, ὅν σύ διώκεις». 
Τί ἁγία, θεϊκή, γεμάτη ἀγάπη μέ τήν καλή ἔννοια εἰρωνεία! «…Ὅν σύ διώκεις». Δηλ., «ἐγώ εἶμαι ὁ Χριστός, τόν ὁποῖον ἐσύ καταδιώκεις». Σάν νά τοῦ ἔλεγε, καί, μέσῳ ἐκείνου σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅτι πολεμῶντας τούς Χριστιανούς πολεμοῦσε τόν ἴδιο τόν Χριστό.
 Διότι, ἐννοεῖται, ὅτι ὅποιος πολεμάει τούς Χριστιανούς μέ τόν α´ ἤ β´ τρόπο, οὐσιαστικά, πολεμάει τόν ἴδιο τόν Χριστό. Καί γιά νά τό προχωρήσωμε – καλή εὐκαιρία αὐτή – ὅποιος πολεμάει ὁ,τιδήποτε ἐδίδαξε ὁ Χριστός, πολεμάει τόν ἴδιο τόν Χριστό. Καί, ὅποιος πολεμάει ὁ,τιδήποτε ὑπάρχει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ στήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι ἰσόκυρος καί ἰσοστάσιος μέ τήν Ἁγία Γραφή, τόν Χριστό πολεμάει. Γιά παράδειγμα, ὅποιος πολεμάει τόν Μοναχισμό, οὐσιαστικά εἶναι θεομάχος καί χριστομάχος.
Ἐπανερχόμενοι στό ὅραμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στόν δρόμο του πρός τήν Δαμασκό, εὐθύς πιό κάτω λέγει τό ἱερό κείμενο, ὅτι οἱ ἄνδρες πού τόν συνώδευαν  – ἐδῶ δίνομε τώρα σημασία, γιατί αὐτό τό σημεῖο ἔχει σχέσι μέ τό θέμα μας – ”καί ἦσαν συνοδεύοντες τόν Σαούλ”, στόν ἀγῶνα του ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν ἐννοεῖται, ἐστέκοντο μέ ἀνοιχτό τό στόμα καί ἄφωνοι – ἔτσι λέγει τό κείμενο σέ ἐλευθέρα μετάφρασι. Ἄκουγαν μέν τήν βοή καί τόν ἦχο τῆς φωνῆς, χωρίς ὅμως νά ξεχωρίζουν τίς λέξεις. Ἄκουγαν δηλ. μία βοή, ἄκουγαν τόν ἦχο αὐτῆς τῆς φωνῆς, ἀλλά δέν μποροῦσαν νά ξεχωρίσουν ἐπακριβῶς ὅλες αὐτές τίς θαυμάσιες λέξεις, οἱ ὁποῖες εἶχαν λεχθῆ ἀπό τόν δεδοξασμένο Χριστό πρός τόν Σαῦλο, ἀλλά οὔτε ἔβλεπαν καί κανέναν. 
Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὁ μέν Παῦλος ἐτυφλώθη, ἐγοητεύθη, τόν κατέλαβε φόβος καί δέος καί, κυριολεκτικά, παρέλυσε ἀπό αὐτό τό θεῖο Φῶς. Ἀλλά, πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα, ἄκουγε ξεκάθαρα καί διαπεραστικά τήν φωνή τοῦ δεδοξασμένου Χριστοῦ, ἐνῶ οἱ συνοδοιπόροι του, οἱ ἄνδρες του, οἱ μέχρι τότε συνκαταδιώκοντες τούς Χριστιανούς, ἐνῶ ἄκουγαν τόν ἦχο τῆς φωνῆς, καί, ὡς ἐκ τούτου, ἐννόησαν, θέλοντες καί μή, ὅτι κάτι τό ὑπερφυσικό ἐλάμβανε χώρα, ὅμως δέν μποροῦσαν νά ξεχωρίσουν τά λόγια τοῦ Χριστοῦ. Καί, ὅπως ἀφήνει τό κείμενο, ἐμμέσως πλήν σαφῶς, νά ἐννοηθῆ, οὔτε ἀντελήφθησαν τό ἄκτιστο θεῖο Φῶς, τό οὐρανόθεν ἀποσταλέν, ἐκχυθέν καί ἀποκαλυφθέν, τό ὁποῖο ἦτο περιαστράπτον μόνο γιά τόν Ἀπόστολο Παῦλο! 
Νομίζω, ὅτι τό προαναφερθέν παράδειγμα εἶναι πάρα πολύ χαρακτηριστικό γιά τό θέμα τό ὁποῖο ἐξετάζομε σήμερα, εἰς τήν ἀγάπη σας.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἕνας μπορεῖ, καί νά αἰσθάνεται, καί νά κολυμπάη στό θεῖο Φῶς καί νά τό ἐκπέμπη ὁλικῶς ἤ μερικῶς – νά ἐκπέμπη δηλ. ἐκεῖνο τό Φῶς πού ἔχει μέσα του -, νά τό ἐκπέμπη ἐξ ὁλοκλήρου ἤ ποσοστιαίως, νά τό ἐκπέμπη πρός τά ἔξω σάν ἕνας πνευματικός καθρέπτης. Γιατί οἱ Ἅγιοι τί ἦσαν; Ἦσαν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν καθαρίσει τό ἐσωτερικό τους, καί, ὡς ἐκ τούτου, ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς τους, ὄντας καθαρός, ἐξέπεμπε τό θεῖο Φῶς πού ἔπεφτε ἐπάνω τους. Μποροῦσε δηλ. το θεῖο Φῶς νά ἀντανακλασθῆ, ἐφ᾽ ὅσον ἦταν καθαρός ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς τους. 
Σέ κάποιες περιπτώσεις, μπορεῖ, λοιπόν, κάποιος καί νά αἰσθάνεται, καί νά κολυμπάη στό θεῖο Φῶς, καί νά τό ἐκπέμπη, ὁλικῶς ἤ μερικῶς, πρός τά ἔξω, ἤ γενικῶς σέ ὅλους πρός κάθε κατεύθυνσι, ἤ καί μόνο πρός κάποιον ἤ πρός κάποια συγκεκριμἐνα πρόσωπα καί ἀποκλειστικῶς πρός αὐτά. Δηλ., νά μή βλέπουν τό φῶς του ὅλοι, ἀλλά νά τό βλέπουν ἕνας, δύο, τρεῖς, ἀνάλογα. Οἱ περιπτώσεις εἶναι ἀπειράριθμες.
Ἀναφέρει ὁ Γέρων Ἰωακείμ Σπετσιέρης ὁ Ἁγιορείτης, ὅτι εἶχε δῆ στά Ἱεροσόλυμα, τόν Ἅγιο Ἀρσένιο τόν Καππαδόκη, – πού ἐβάπτισε τόν γνωστό μας π. Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη, – νά ἀστράφτη, καί τόσο ἐγοητεύθη, πού ζητοῦσε διακαῶς ἀπό τούς παρευρισκομένους νά πάρη πληροφορίες περί τοῦ ἀνδρός. ”Ποιός εἶναι αὐτός ὁ ἱερέας, ἀπό ποῦ εἶναι, κλπ.” Τόσο, μά τόσο πολύ εἶχε γοητευθῆ. Κι αὐτή ἡ μαρτυρία τοῦ Γέροντος Ἰωακείμ Σπετσιέρη, πού ἦτο ἄνθρωπος λόγιος καί μεγάλης πνευματικῆς ἐμβέλειας, ἔχει ἰδιαίτερη σημασία, μέ τήν ἔννοια, ὅτι εἶναι μία πληροφορία διαφορετικῆς φύσεως ἀπό ἐκεῖνες πού συνέλλεξε ὁ π. Παΐσιος ἀπό διάφορους Φαρασιῶτες, πού ἄλλοι εἶχαν μόνο ἀκούσει καί ἄλλοι εἶχαν προλάβει καί εἶχαν ζήσει τόν Ἅγιο Ἀρσένιο τόν Καππαδόκη. Αὐτή εἶναι μία περίππτωσι… 
Μπορεῖ ὅμως κάποιος ἄλλος, νά ἔχη αἴσθησι τοῦ ἀκτίστου Φωτός, νά ἔχη κυριολεκτικά παραλύσει ἀπό τήν ὑπερβολική δόσι θεϊκῆς ἡδονῆς καί οἱ ἄλλοι, γύρω του, νά μή ἀντιλαμβάνονται ἀπολύτως, μά ἀπολύτως, τίποτε. 
Ὑπάρχουν βέβαια καί περιπτώσεις μεταξύ τῶν ἄλλων, πού κάποιος χωρίς ὁ ἴδιος νά αἰσθάνεται ἐκείνη τήν στιγμή τό θεῖο Φῶς, κάποιος ἄλλος, ἤ κάποιοι ἄλλοι νά τόν βλέπουν ἐξαστράπτοντα, ἤ νά τόν βλέπουν ἀλλοιωμένο ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ – ἐξαρτᾶται, καί τί εἴδους μορφή – νά εὑρίσκεται δηλ. σέ ἄλλη πνευματική διάστασι χωρίς ὁ ἴδιος, ἐκείνη τήν στιγμή, νά καταλαβαίνη τίποτε – δέν ξέρομε γιά ποιόν λόγο, ἴσως, εἴτε γιά νά εἶναι πρός τούς ἄλλους πιό φυσικός, εἴτε γιά νά μήν ἔχη κάποια συστολή καί ντροπή, ἀπό ταπείνωσι, γιατί ὅσοι ἔχουν αὐτές τίς καταστάσεις δέν θέλουν, ἐννοεῖται, ὁ Θεός νά τούς δοξάζη. 
Πολλές εἶναι οἱ παρόμοιες περιπτώσεις πού ἀναφέρονται στό Γεροντικό, ὅπως π.χ. ἡ περίπτωσις ἑνός μοναχοῦ, πού παρακαλοῦσε τόν Θεό νά μή τόν δοξάση καθόλου ἐπί τῆς γῆς, μᾶλλον τό ἀντίθετο νά τοῦ συμβῆ. Ἐκεῖνον, χωρίς νά τό καταλαβαίνη, ὅταν περπατοῦσε κάποιες φορές, οἱ ἄλλοι τόν ἔβλεπαν μέ θεϊκό Φῶς, νά τόν περιβάλλη ἐκεῖνο τό Φῶς, πού προανεφέραμε εἰς τήν ἀγάπη σας, χωρίς δηλ. ὁ ἴδιος νά τό ἀντιλαμβάνεται ἐκείνη τήν στιγμή, ἄν καί ἄλλες στιγμές ὁ ἴδιος εἶχε τήν ἐμπειρία καί τήν αἴσθησι αὐτοῦ τοῦ θεϊκοῦ Φωτός, χωρίς, βέβαια, αὐτό πού λέμε νά εἶναι ἀπόλυτο. 
Τώρα, γιά ποιούς λόγους γίνεται αὐτό ἔτσι; Ὁ Θεός μόνο ξέρει ὅλους τούς λόγους καί τίς αἰτίες, τό γιατί δηλ. συμβαίνει νά μή καταλαβαίνη ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ὅτι κάτι ὑπερφυσικό τοῦ συμβαίνει, τήν στιγμή πού οἱ ἄλλοι τόν βλέπουν νά τόν περιβάλλη θεῖο Φῶς.
Βλέπετε, λοιπόν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τί ἀμέτρητα καί γοητευτικώτατα μυστήρια κρύβει ἡ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Γι᾽ αὐτό, ποτέ, μά ποτέ δέν πρέπει νά αἰσθανώμεθα πνευματική αὐτάρκεια. Διότι, αὐτό εἶναι ἕνας ἄχαρος καί κρύος εὐσεβισμός καί μία καθηκοντολογία, ἐπειδή  ὅλα αὐτά εἶναι δείκτης πνευματικῆς στειρότητος, γιά νά μή ποῦμε καί τυφλότητος. Διότι, ὅσο κανείς ἀγωνίζεται, τόσο  διευρύνονται οἱ πνευματικοί του ὁρίζοντες, καί ὅσο αὐτοί οἱ πνευματικοί προσωπικοί του ὁρίζοντες διευρύνονται, τόσο περισσότερο εἶναι εἰς θέσιν νά ἀντιληφθῆ τήν πνευματική του πτωχεία. Ὧδε ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ, ὧδε τό μεγαλεῖο τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς Ὀρθοδόξου πνευματικότητος.
Καί, ἐπειδή αὐτά μᾶς ἀρέσουν νά τά ἀκοῦμε, ποτέ νά μή ξεχνᾶμε, ὅτι ὁ μοναδικός μας στόχος δέν εἶναι, οὔτε τά θεῖα Φῶτα, οὔτε κάποια ἀπό αὐτά πού ἀνεφέραμε. Ἐμεῖς, ἐδῶ, τά ἀνεφέραμε κυρίως γιά νά δοῦμε πόσο πίσω εἴμαστε καί αὐτό εἶναι ἕνα κίνητρο γιά ταπείνωσι, ἔστω τῶν ἀρχαρίων. 
Ποτέ ὅμως νά μή ξεχνᾶμε, ὅτι ὁ μοναδικός μας στόχος δέν πρέπει νά εἶναι ἄλλος, ἀπό τί; Ἀπό τήν ἀπέκδυσι τοῦ παλαιοῦ μας ἀνθρώπου ἀπό ὅλα αὐτά τά πνευματικά ἐσωτερικά φίδια, τά ὁποῖα μᾶς περιζώνουν, ἤ μᾶλλον, βγαίνουν ἀπό μέσα μας, καί τά ὁποῖα πρέπει, πρῶτα μέ τόν ἀγῶνα, νά βγοῦν στήν ἐπιφάνεια καί, μετά, ἡ θεία Χάρις, μακροπρόθεσμα, νά τά θανατώση. Γιατί ὁ Χριστός εἶναι Ἐκεῖνος πού θά τά θανατώση. Ἀλλά, ἐμεῖς πρέπει νά ὑποστοῦμε τίς ὀδυνηρές συνέπειες αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἐν Χριστῷ ἐγχειρήσεως. 
Ὁ Χριστός εἶναι ὁ νικῶν, ἀλλά δέν εἶναι ντροπή νά τό ποῦμε – καί αὐτό συμβαίνει στούς Ἁγίους – ὅτι οἱ Ἅγιοι ὑποφέρουν, δείχνουν δηλ. τήν προαίρεσί τους – καί αὐτό ἔχει ἀξία, διότι, ἄν δέν τήν ἔδειχναν δέν θά εἶχε καμμία ἀξία ἡ στεφάνωσίς τους, διότι διαφορετικά ὁ Θεός θά ἦταν προσωπολήπτης, ὅπερ ἄτοπον. 
Δίνουν, λοιπόν τήν προαίρεσί τους, ὑποφέρουν κατά Θεόν, ὅπως θέλει ὁ Θεός, διακριτικῶς καί εὐστόχως – διότι μπορεῖ νά ὑποφέρης, ἀλλά αὐτό νά μήν εἶναι κατά Θεόν – ἀλλά ὁ Χριστός εἶναι Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, τελικά, νικᾶ. Τό ἕνα δηλ. δέν ἀναιρεῖ τό ἄλλο.
Γιά τήν ἀπέκδυσι λοιπόν τοῦ παλαιοῦ μας ἀνθρώπου, πρέπει νά ταπεινώσωμε τόν ἐγωκεντρισμό τοῦ σώματός μας, τήν σαρκολατρεία, τά πάθη τῆς σαρκός τά ἀτελείωτα, τήν γαστριμαργία, ὅλα τά τῆς πορνείας κ.λ.π. δέν εἶναι ντροπή νά τά λέμε ὅλα αὐτά, ἄλλωστε προηγουμένως ἀνεφέραμε τούς τρεῖς ἐξόχους παρθένους τῆς Ἐκκλησίας μας, γιατί ἡ παρθενία καί ἡ ἁγνεία, στήν Ὀρθόδοξη Παράδοσι, δέν ἐξαντλεῖται μόνο σέ κάποιες πράξεις – ἐντολές, πού πολλές φορές αὐτές δέν τίς τηροῦμε ὅπως πρέπει, ἀλλά εἶναι καί ἡ ἁγνότης τῶν αἰσθημάτων, τῶν λογισμῶν, καί δέν ἔχει τελειωμό ὅλη αὐτή ἡ κατάστασις. 
Γιά ὅσους δέν τό ξέρετε, ἀναφέρομε, ὅτι ἐδῶ, στήν γειτονιά μας, ὁ π. Ἰάκωβος Τσαλίκης, ὅταν πήγαινε στήν Ἀθήνα καί ἀναγκαζόταν ὁ γιατρός, γιά θέματα ὑγείας, νά δῆ γιά λίγο τό στῆθος του, ἠσθάνετο, ἄκουσον, ἄκουσον, ὅτι ἐπόρνευε – ἔτσι τό ἔνοιωθε ὁ ἄνθρωπος καί ἔτσι τό ἀναφέρομε – ἐπειδή ὁ γιατρός τοῦ κοιτοῦσε λίγο τό στῆθος του. Αὐτό, ἐμεῖς τώρα, νά μή τό ἑρμηνεύσωμε μέ τά δικά μας τά μυαλά, ἁπλῶς νά θαυμάσωμε τήν ἀρετή τοῦ ἀνδρός. Αὐτό τό ἔλεγε δημόσια καί μέ συναίσθησι, μέ πόνο, παρακαλῶ. 
Ἔλεγε δηλ., ὅτι ”μέ ταπείνωσε ὁ Θεός καί πηγαίνω στήν Ἀθήνα καί κάθε φορά πού πηγαίνω στήν Ἀθήνα πορνεύω”! Καί ἐννοοῦσε αὐτό δηλ. – νά μή πάη τό μυαλό μας κάπου ἀλλοῦ. 
Ἤ, σέ ἄλλη περίπτωσι, συνέβαινε σέ κάποιους ἀσκητές καί ἡσυχαστές, ὅταν ἔφευγε ὁ νοῦς τους ἀπό τήν νοερά προσευχή, πρᾶγμα σπάνιο, ἠσθάνοντο ὅτι ἐπόρνευαν, μέ τήν ἔννοια, ὅτι ἔφευγε ὁ νοῦς τους, ἡ πνευματική τους καρδία, ἀπό τήν ἐπαφή πού συνέχεια εἶχαν μέ τό πνευματικό κέντρο, πού εἶναι ὁ Θεός.
Αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Ἀλλά, ἐμεῖς πρέπει, σιγά-σιγά, νά ξεκινήσωμε μέ τό νά χτυπᾶμε τά πάθη τῆς σαρκός, γιατί αὐτό εἶναι τό πρῶτο βῆμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, μέ τήν νηστεία, γιατί χωρίς νηστεία δέν γίνεται τίποτε – ἀλλά πρέπει ἡ νηστεία νά εἶναι σωστή – καί στήν συνέχεια νά μετέλθωμε ὅλα τά ὑπόλοιπα ἀσκητικά ὅπλα. Διότι, ἀπαιτεῖται ἀπό ὅλους, καί ἀπό τούς λαϊκούς, καί ἀπό τούς ἐγγάμους, καί ἀπό τούς ἡλικιωμένους, καί ἀπό τούς νέους, ἀσκητική ζωή μέ διάκρισι. Πρέπει ὅλοι νά εἴμαστε ἀσκητές.
 Δέν ἔχει ἔννοια ὁ Χριστιανός νά μήν εἶναι ἀσκητής, διότι δέν εἶναι τότε Χριστιανός, ἀφοῦ εἶναι ἐχθρός τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Τί λέγουν ὁ ἀπ. Παῦλος καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, στήν Ἁγία Γραφή, περί αὐτῶν; Ἄς μή τά ἀναλύσωμε τώρα. Ἀπαιτεῖται νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, ὑπακοή σέ διακριτικό πνευματικό, γιά νά διακρίνωμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά νά διακρίνωμε πῶς πρέπει νά ἀγωνισθοῦμε, ἐπειδή ἐμεῖς δέν ἔχομε τήν διάκρισι τῶν πνευμάτων και τῶν λογισμῶν. Πρέπει δηλ. νά χτυπήσωμε τόν ἐγωκεντρισμό τοῦ πνεύματός μας, ὥστε νά ἀφήσωμε ὅλα τά ἁμαρτωλά μας θελήματα. Γιά μᾶς δέ τούς μοναχούς, πολλές φορές ἀπαιτεῖται νά ἐγκαταλείψωμε καί τά φυσικά μας θελήματα, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καί πράγματα που δέν εἶναι αὐτά καθ᾽ ἑαυτά ἁμαρτωλά, ὅταν μᾶς τό ζητάη ὁ Γέροντάς μας, ἤ ὅταν ἐμεῖς, θεληματικά, τόν ρωτᾶμε κάτι καί ἐκεῖνος ἔτσι κρίνει ὅτι πρέπει νά κάνωμε. 
Καλό δηλ. εἶναι νά ἀφήνωμε καί τά φυσικά μας θελήματα, πού δέν εἶναι, αὐτά καθ᾽ ἑαυτά, ἁμαρτωλά. Αὐτό, βέβαια, ἰσχύει, ἐπαναλαμβάνομε, μόνο γιά μοναχούς. Νά κάνωμε αὐτήν τήν σαφεστάτη διάκρισι, γιατί πολλά παρατράγουδα συμβαίνουν καί στόν τομέα αὐτόν.
Καί, γενικῶς, ὅπως ἔλεγε καί ὁ π. Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης, κυρίως γιά μοναχούς, ὁ ὑποτακτικός, ἐκτός ἀπό τά ἁμαρτωλά θελήματα πού πρέπει νά ἀφήνη, πρέπει νά πηγαίνη – κοιτᾶξτε τί χαριτωμένα τό ἔλεγε – ”μέ τά νερά” τοῦ Γέροντά του. Ὅπως δηλ. τό ξύλο, ὅταν τό κόβουμε, ἔχει τά νερά του καί πρέπει νά πηγαίνωμε μέ τά νερά του κατά τήν κατεργασία του, ἔτσι καί ὁ ὑποτακτικός πρέπει νά πηγαίνη πάντα, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, μέ τά ”νερά” τοῦ ἑκάστοτε Γέροντά του.
Αὐτό εἶναι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἄς μή κρυβώμαστε, ἐκεῖνο πού, κυρίως, λείπει ἀπό τούς συγχρόνους, καλούς, κατά τά ἄλλα, Χριστιανούς, δηλ. τό κατά Θεόν σταυρικό φρόνημα, τό θεληματικό ἑκούσιο θάψιμο τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ μας, ἤ, καλύτερα τῶν παθῶν μας, γιά νά βροῦμε –  καί μόνο ἔτσι θά βροῦμε καί θά λαμπικάρωμε – τόν χαμένο καί κατακερματισμένο ἑαυτό μας.  Μόνο δηλ. ἔτσι θά γνωρίσωμε τήν χαρά, τήν ἀληθινή, τήν πνευματική χαρά, «τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν», ὄχι χαρά συναισθηματική ἤ διανοητική, ἀλλά τήν ὀντολογική ὑπαρξιακή ἐν Θεῷ χαρά καί θεϊκή ἡδονή, θά γνωρίσωμε δηλ. τήν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, μέσα ἀπό τήν ἀνάστασι τῆς ψυχῆς μας.  
Διότι, πολλές φορές, δυστυχῶς, κάνομε μέν ὅ,τι κάνομε γιά τόν Χριστό, ἀπό ἀγάπη στόν Χριστό προσπαθοῦμε, προσφέρομε, κουραζόμαστε, κάνομε ἐλεημοσύνη, προσευχές, συμμετέχομε σέ διάφορες ἐκδηλώσεις, σέ προσκυνήματα, σέ ἀγρυπνίες… 
Ὅλα λοιπόν αὐτά εἶναι καλά καί ἅγια, ὅταν τά κάνωμε, γιατί, πολλές φορές, οὔτε αὐτά κάνομε. Ἀλλά, τό μέγα μας καί ὀλέθριο δυστύχημα – νά ποῦμε, κάποιες φορές, νά ποῦμε, πολλές φορές; Κύριος οἶδε – εἶναι ὅτι, ἀνεξάρτητα, ἄς τό ποῦμε ἔτσι, σέ τί συχνότητα ἀγωνιζόμαστε, ποιοτικῶς καί ποσοτικῶς, ἀνεξάρτητα μέσα ἀπό ποιό πρίσμα προσβλέπομε στόν Χριστό, ἀπό ποιό πόστο ὑπηρετοῦμε τήν ἁγία Του Ἐκκλησία, ἀπό τό ποῦ ἐκλήθημεν, ἀπό τό τί κλίσι ἔχομε, τί ἐπιλέξαμε δηλ., εἴτε εἴμαστε λαϊκοί, εἴτε εἴμαστε μοναχοί, ἔγγαμοι, ἄγαμοι, μεγάλοι, νέοι, κλπ., παρά τόν ὑποτιθέμενο ἀγῶνα μας, ὅταν δηλ. καί ἐάν ὑπάρχη. 
Τελικά, ἀντί νά ἀγωνιζώμαστε ἀλύπητα, μέ «μῖσος ἄμισον», καί μέ αὐτομεμψία, κατά τοῦ παλαιοῦ ἡμῶν ἀνθρώπου, κατά τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἑαυτοῦ μας, ὅλως περιέργως – τί κακός ἐσωτερικός πνευματικός μηχανισμός ἀμύνης εἶναι αὐτός; – ”ἀγωνιζόμαστε” καί ἀγωνιοῦμε πῶς, τελικά, παρά ταῦτα, νά περισώσωμε, τήν κατάλληλη στιγμή, τά γλυκόπικρα τερτίπια τῶν ποικίλων καί δυσκολοδιακρίτων παθῶν μας. 
Θέλομε, δηλ., νά περισώσωμε τό φίλαυτο ἐγώ μας, ὅταν προκύπτουν οἱ κατάλληλες συγκυρίες, οἱ κατάλληλες στιγμές, οἱ ἀδικίες δηλ., τά διάφορα γεγονότα, ἀρκεῖ νά ἁρπάξωμε τίς εὐκαιρίες. Δηλ., ἀντί νά χτυπήσωμε τόν ἑαυτό μας, νά κόψωμε τό θέλημά μας, νά ζητήσωμε νά μάθωμε πράγματι τί θέλει ὁ Θεός καί νά μή γλυκαινώμαστε ἀπό διάφορες ἄλλες ἐμπαθεῖς κινήσεις τοῦ ἑαυτοῦ μας, εἴτε ἐξ ἀριστερῶν, εἴτε καί ἐκ δεξιῶν, γιατί κι ἐμεῖς οἱ μοναχοί, πολλές φορές, ἐπηρεαζόμαστε ἀπό ἐπαίνους τοῦ κόσμου, καί κατά βάθος θέλομε τόν ἔπαινο τοῦ κόσμου, δέν θέλομε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἄν καί νομίζωμε ὅτι τό θέλομε. Καί πολλά ἄλλα, ἀτελείωτα… Καί γι᾽ αὐτό ἀποτυγχάνομε, καί σέ προσωπικό ἐπίπεδο, καί σέ γενικώτερο ἐπίπεδο. Κρίμα, κρίμα, κρίμα…
Καί μετά, κάνομε ἀναλύσεις καί συσκέψεις, ἄμεσα, ἔμμεσα, μέ τόν ἑαυτό μας, μέ τούς γνωστούς μας, γιά νά βροῦμε τίς αἰτίες, ἔξω ἀπό τόν ἐμπαθῆ καί ταλαίπωρο ἑαυτό μας, ἐνῶ οἱ πλεῖστες ὅσες αἰτίες εἶναι μόνο μέσα στόν ἑαυτό μας. Ἐάν, ὅμως, ὑποτεθείσθω, ὑπάρχουν καί ἄλλες αἰτίες, ἐκτός τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἄν τίς ἐκμεταλλευθοῦμε, μέ τήν καλή τήν ἔννοια, ὅλα αὐτά θά ἀποτελέσουν τό μεγαλύτερο κίνητρο καί τήν μεγαλυτέρα γενεσιουργό αἰτία τῆς προσωπικῆς μας προόδου καί προσωπικῆς μας ἐν Χριστῷ ἐνηλικιώσεως.
Καί, γιά νά μιλήσωμε πιό συγκεκριμένα, μπορεῖ νά προσκυνᾶμε μέ πίστι καί εὐλάβεια τίς εἰκόνες ὅλων τῶν Ἁγίων ὅμως, ἄν δέν ἀφηνώμαστε στό πανάγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὔτε μιμούμαστε στήν πρᾶξι τό φρόνημα τῶν Ἁγίων, αὐτό δέν ἐπαρκεῖ. Μάλιστα δέ, ἐάν ἐπί παραδείγματι κάποιο παιδί μας ἔχει ὄντως τίς προϋποθέσεις καί θελήση νά μιμηθῆ πράγματι τήν ζωή ἑνός Ἁγίου, πού ἐμεῖς οἱ ἰδιοι ἀπό μικρό παιδί τοῦ μαθαίναμε νά προσκυνάη τόν Ἅγιο, τοῦ διαβάζαμε τόν βίο του…  
Ἄν αὐτό τό παιδί ἔχη τίς προϋποθέσεις, καί θελήση νά μιμηθῆ τήν ζωή τοῦ Ἁγίου  πολλές φορές, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, μέ διάφορες καλοστημένες και εὐσεβοφανεῖς δικαιολογίες, προσπαθοῦμε νά τό ἀποτρέψωμε, ἄν ὄχι ἄμεσα, πάντως ἔμμεσα καί νά τοῦ στρέψωμε τήν προσοχή σέ ἄλλα πνευματικά σκάμματα τά ὁποῖα ὅμως, εἶναι πολύ ὑποδεέστερα ποιοτικά, ἀπό τήν ἐπιλογή πού θά ἤθελε νά κάνη τό παιδί μας. Κι ἔτσι, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, λίγο-πολύ, γινόμαστε τρόπον τινά θεομάχοι, ἐπειδή ἐμποδίζομε τό ἔργο τοῦ Κυρίου. Ὁ Θεός, βέβαια, νά μᾶς ἐλεήση. 
Δηλ., πάλι νά τό γενικεύσωμε, ”κλωτσᾶμε” στήν πρᾶξι τίς εὐκαιρίες πού εἴτε μᾶς στέλνει ὁ Θεός, εἴτε μᾶς συμβαίνουν ἀπό τίς ἀδικίες τῶν ἄλλων… Βέβαια, μεταξύ σοβαροῦ καί ἀστείου, «δόξα τῷ Θεῷ» πού ὑπάρχουν καί αὐτές οἱ  ἀρνητικές συγκυρίες, ἄν καί δέν θά ἔπρεπε νά ὑπάρχουν. Ἀλλά ἀφοῦ ὑπάρχουν ὅλα αὐτά, εἶναι τελικά ἕνα πλούσιο ὑλικό πού μπορεῖ νά χρησιμοποιηθῆ ἀπό ἐμᾶς πρός χάριν τῆς πνευματικῆς μας προόδου, τό ὁποῖο ὅμως ἀφίνομε νά πηγαίνη χαμένο. Καί μετά ἀπό τήν ἄλλη, προσπαθοῦμε, ματαίως καί ἀνεπιτυχῶς, νά προσφέρωμε στό γεώργιο τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μέ τόν λογισμό μας, σύμφωνα μέ τόν ἐμπαθῆ ἑαυτό μας, σύμφωνα μέ ὅ,τι ἀρέσει σέ μᾶς, καί ὄχι ὅπως ὁ Θεός θά ἤθελε, ἄν καί μᾶς ἔδωσε εὐκαιρίες νά καταλάβωμε, ὅτι ἔτσι θά ἤθελε ὁ Θεός νά πράξωμε. 
Ἀλλά, δυστυχῶς, κινούμεθα ὅπως μᾶς ἀρέσει καί ὀρθώνομε ἕνα τεῖχος ἀνάμεσα σέ μᾶς καί στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐθελοτυφλῶντας, χωρίς δηλ. νά ἔχωμε δικαιολογίες καί ἐλαφρυντικά. Διότι, ἐκτός τῶν ἄλλων, βάζομε, πάνω καί πέρα ἀπό ὅλα, τήν δική μας ἐμπαθῆ λογική, γιατί δέν θέλομε νά σταυρώσωμε τόν ἑαυτό μας, τήν ἀδυναμία μας, τά πάθη μας. Καί λέμε ὅτι ”ἐγώ ἔχω αὐτήν τήν ἱκανότητα”, δῆθεν, ἐνῶ αὐτό εἶναι μία ἀδυναμία, ἕνα πάθος. Διότι, καί τό πιό καλό πρᾶγμα, ὅταν δέν γίνεται σωστά, ὅταν ἔχωμε ἐξάρτησι ἀπό αὐτό, τί εἶναι; Οὐσιαστικά, εἶναι ἕνα πάθος. Πόσῳ μᾶλλον, ὅλα τά ὑπόλοιπα…
Σκεφθεῖτε, ἐπί παραδείγματι, κατά τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἔλαβε χώρα ἡ θαυμαστή ἁλιεία, πού ὅλην τήν νύχτα ψάρευαν οἱ Μαθηταί τοῦ Χριστοῦ καί δέν μπόρεσαν νά πιάσουν κανένα ψάρι, ἐνῶ, στήν ἀρχή δέν ὑπῆρχε κανένα ψάρι στά δίχτυα τους, μετά, κατόπιν τῶν ρημάτων τοῦ Χριστοῦ, κάνοντας ὑπακοή, ξαναέρριξαν τά δίχτυα καί γέμισαν ἀπό ψάρια, τόσο, πού ἐκόντευαν νά σπάσουν τά δίχτυα τους ἀπό τά πολλά  ψάρια. 
Σκεφθεῖτε λοιπόν, ὅταν μετά ἀπό αὐτό τό ὑπερφυσικό γεγονός, πού τούς προέτρεψε  ὁ Χριστός, νά ἀφήσουν τά ψάρια καί νά τόν ἀκολουθήσουν εὐθέως, σκεφθεῖτε νά τοῦ ἔκαναν οἱ Μαθηταί, κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ καί νά τοῦ ἔλεγαν «κρίμα, αὐτό εἶναι μεγάλη σπατάλη, νά πᾶνε τά ψάρια χαμένα,  πρῶτα Χριστέ μου νά πουλήσωμε τά ψάρια, πού παρ᾽ ἐλπίδα καί ἐξ αἰτίας σου πιάσαμε, καί ἔπειτα νά σέ ἀκολουθήσωμε»! 
Ὅταν διατάζη καί προτρέπη ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δέν ὑπάρχει ”ἀλλά”, δέν ὑπάρχει δικαιολογία, δέν ὑπάρχει δεύτερη κουβέντα, δέν ὑπάρχει κανένας ὀρθολογισμός, ὅσο εὐσεβοφανής καί νά εἶναι.  Ἀπαιτεῖται, δηλ., πάνω ἀπ᾽ ὅλα, ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό. 
Ἄλλο παράδειγμα: Ἄς ἀναλογισθοῦμε, τί ἐμπιστοσύνη ἔδειξε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, στό ”ἐν τούτῳ νίκα”. Ὅταν δηλ., σάν τόν Ἀπόστολο Παῦλο, εἶδε τό ὅραμα μέ τόν Σταυρό, καί τίς λέξεις ”μέ αὐτόν νά νικᾶς”, μέ τό σύμβολο δηλ. τοῦ Σταυροῦ. Βέβαια, αὐτό, τώρα, σ᾽ ἐμᾶς, δέν κάνει καί τόσο αἴσθησι καί ἐντύπωσι – καί μοιραῖα καί δικαιολογημένα, ἴσως, καί ἀναπόφευκτα, θά λέγαμε -, γιατί, ἐνθυμούμενοι τό ”ἐν τούτῳ νίκα”, αὐτόματα, στό πίσω μέρος τοῦ μυαλοῦ μας, ξέρομε τήν τελική ἔκβασι τῶν γεγονότων πού ἀναφέρονται στόν Μέγα Κωνσταντῖνο, πῶς δηλ. πράγματι, μετά, ἐνικοῦσε μέ τήν δύναμι τοῦ Σταυροῦ. 
Ὅμως, τότε, ὁ ὄντως Μέγας Κωνσταντῖνος δέν ἐγνώριζε τήν μελλοντική ἔκβασι τῶν γεγονότων, οὔτε ἐζήτησε ἐγγυήσεις ἤ ὁ,τιδήποτε ἄλλο γιά νά κάμψη γόνυ στό θεῖο πρόσταγμα, γιατί τότε, τό ”ἐν τούτῳ νίκα”, μέ τήν ἀνθρώπινη λογική, ἐφαίνετο ἀμφίβολο καί ὄχι βέβαιο. Καί σέ αὐτό ἔγκειται ἡ ἀρετή του, στήν ἐμπιστοσύνη δηλαδή πού ἔδειξε τότε, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, στό ὄντως θεῖο πρόσταγμα, κάτω δηλ. ἀπό ἐκεῖνες τίς συνθῆκες, τίς ἐμπειρίες καί τίς γνωστικές δυνατότητες.
Βέβαια, πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα, παμμέγιστο παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ περίπτωσις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, πού εἶπε ἐκεῖνο τό περίφημο ”ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου”. Δέν εἶπε δηλ. στόν Ἀρχάγγελο ”πῶς εἶναι δυνατόν  νά κυοφορήσω, χωρίς νά φαίνωμαι στό Νόμο ὅτι ἔχω ἄντρα”, ἐφ᾽ ὅσον ὁ ὑπόλοιπος κόσμος ἀγνοοῦσε ὅλα τά ὑπερφυῆ, τά ὁποῖα ἔλαβαν χώρα κατά τόν Εὐαγγελισμό Της, πού μέ τρόπο δηλ. ὑπερφυσικό συνέλαβε τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ μέσα στά ἄχραντα σπλάγχνα Της. Ἤ, δέν εἶπε ἡ Παναγία ”τί θά πῆ ὁ κόσμος γιά μένα;” 
Διότι, οὔτε στήν Παναγία εἶχαν δοθῆ οἱ ἀπαιτούμενες ἐγγυήσεις, πού θά ζητοῦσε κάθε λογικός καί συνετός καί σώφρων ἄνθρωπος… Ἀλλά, καί πέραν τούτου, ἡ Παναγία, ἀργότερα, ὄντως καί θεληματικῶς καί προθύμως ὑπέστη, καί τί δέν ὑπέστη, γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, μέχρι καί στήν Αἴγυπτο ἔφθασε, προκειμένου νά γίνη, θεληματικά, τό κατ᾽ ἐξοχήν ὄργανο τῆς θείας εὐδοκίας γιά τήν σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου, καί τῶν ἀνθρώπων, καί τῶν ἀγγέλων καί γιά τόν ἀνακαινισμό ὁλοκλήρου τῆς κτίσεως.
   Αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἴχαμε νά ποῦμε μέ ἀφορμή τήν σημερινή μεγάλη ἑορτή τῆς Ἁγίας Σκέπης, αὐτά ἔγιναν τότε, ἐπί βασιλέως Λέοντος τοῦ Σοφοῦ, καί ἀνάλογα θαυμαστά γεγονότα γίνονται καί θά γίνωνται, διαχρονικά, μέσα στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, γιατί ἡ Παναγία πάντα σκεπάζει καί θά σκεπάζη τούς πραγματικούς Χριστιανούς. Ἄλλωστε, ἰσάξια γεγονότα, ἔλαβαν χώρα καί κατά τό Ἔπος τοῦ 40. 
Ὅμως, ἀντί ἐπιλόγου, καί ὄχι ἀπαισιοδοξίας ἕνεκεν, ἀλλά γιά να ἔχωμε κίνητρο γιά νά μετανοοῦμε μιά ὁλόκληρη ζωή, ἄς ἀναφέρωμε τό ἑξῆς σχετικά πρόσφατο γεγονός, πού ἀφορᾶ τήν προσφάτως ἀνακηρυχθεῖσα Ἁγία Σοφία,  στήν Δυτική Μακεδονία.
Κάποτε ἐθεάθη ἄκρως συγκινημένη καί λυπημένη, καί, ὅταν ἐρωτήθη γιά ποιόν λόγο αἰσθανόταν ἔτσι, ἀπεφάνθη ἡ Ἁγία Σοφία, λέγουσα, ὅτι εἶδε τήν Παναγία Μητέρα μας νά κλαίη καί νά λέη στήν Ἁγία μεταξύ τῶν ἄλλων, τά ἑξῆς. Ἀκοῦστε τί σοβαρός λόγος ἐλέχθη: «Ἔφυγε ἡ παρθενία ἀπό τήν Ἑλλάδα». Εἶπε κι ἄλλα ἡ Παναγία, πού γιά λόγους διακρίσεως δέν πρέπει νά τά ἀναφέρωμε καί τά ὁποῖα εἶναι ἐξ ἴσου σοβαρά. Σημειωτέον, ὅτι αὐτό ἔλαβε χώραν πρίν τό 1974, γιατί τότε ἐκοιμήθη ἡ Ἁγία Σοφία.
Σκεφθεῖτε δηλ., τί θά ἔλεγε ἡ Παναγία μας σήμερα, ἐν ἔτει 2012, μετά ἀπό ὅλα τά σημερινά μας ”κατορθώματα”. Γιατί, κάθε ἄλλο παρά κατορθώματα εἶναι, καί σέ προσωπικό ἐπίπεδο, καί σέ ἐθνικό ἐπίπεδο, καί σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο, καί σέ πανορθόδοξο ἐπίπεδο. Τί γίνεται μέ τόν Οἰκουμενισμό, μέ τό α´, μέ τό β´….. Τά ξέρετε. 
Καί τοῦτο, διότι ἡ σημερινή κοινωνία εἶναι, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, θεληματικά μία ἀσκεπής πνευματικά κοινωνία, εἶναι μία χωρίς οὐράνια σκέπη ἁμαρτωλότατη κοινωνία καί ἀκάλυπτη σέ ὅλες τίς μορφές τῶν πνευματικῶν καταιγίδων κ.λ.π. Καί τοῦτο, διότι δέν καταφεύγομε ἔμπρακτα, καί ὡς ἄτομα, καί ὡς κοινωνία, στήν ὁλόφωτη καί ἀκατάλυτη Σκέπη τῆς Παναγίας Μητέρας μας. 
Ὀψόμεθα. Καί ἐλπίζομε.
Εὔχομαι, διά πρεσβειῶν Της, νά ἀνανήψωμε πνευματικά. Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται, καί μόνο ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται. Καί τότε, καί προσωπικά, καί καθολικά, νά εἴμαστε ὑπερβέβαιοι, ὅτι θά γνωρίσωμε καί θά βιώσωμε, ἀπό αὐτήν τήν ζωή, ἀπό ἐδῶ καί τώρα, τήν κραταιά Της καί ἀπόρθητη Ἁγία Σκέπη. 
Καί, τότε, πάντα τά ὑπόλοιπα, γιά τά ὁποῖα τόσο ἀγωνιοῦμε, ”προστεθήσεται ἡμῖν”, σύμφωνα μέ τό ἀψευδές καί προφητικό στόμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν. Γένοιτο!
Εὐχαριστῶ πάρα πολύ. Νά εὔχεσθε, καί νά μέ συγχωρῆτε, πού, λόγῳ τῆς δικῆς σας μεγάλης προθυμίας καί προσοχῆς, ἄθελά μας, μακρύναμε τόν λόγο. 
Νά εἶσθε ὅλοι καλά.
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
(Ἑσπερινή ὁμιλία στήν Ἱ. Μονή Ἁγ. Νικολάου  28-10-2012)

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η προετοιμασία για άμυνα της VIII μεραρχίας και η ιστορική νύχτα της 27ης προς 28η Οκτωβρίου 1940 στον τομέα ευθύνης της

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Οκτωβρίου, 2014

Πρόλογος – Το ελληνικό αμυντικό δόγμα στα βόρεια σύνορα 
Το Μεσοπολεμικό Ελληνικό αμυντικό δόγμα ως το καλοκαίρι του 1939 προετοίμαζε τις Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις για μια πιθανή επίθεση από την Βουλγαρία, που παρέμενε η μοναδική σταθερά αναθεωρητική δύναμη στην περιοχή των Βαλκανίων. Όλα τα αμυντικά κονδύλια που είχαν εγκριθεί, διατέθηκαν για την οχύρωση της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου – την περίφημη γραμμή Μεταξά – μια αλυσίδα απόρθητων φρουρίων που λίγο έλειψε να σταματήσουν ακόμη και τις πανίσχυρες Γερμανικές τεθωρακισμένες μεραρχίες στην εισβολή του 1941. Για τον τομέα των συνόρων με την Αλβανία δεν υπήρχε πρόβλεψη αμυντικής θωράκισης καθώς η γειτονική χώρα, ασχέτως φιλοδοξιών και προθέσεων δεν αποτελούσε ρεαλιστικό επιθετικό κίνδυνο για την Ελλάδα.
Η Ήπειρος προμαχούσα έναντι της Ιταλικής απειλής
Αυτή η κατάσταση άλλαξε δραματικά μετά την εύκολη κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία το καλοκαίρι του 1939. Παρά τις επίσημες Ιταλικές διαβεβαιώσεις για τις αγνές προθέσεις έναντι της Ελλάδας, το Γ. Ε. Σ. αμέσως ξεκίνησε μια προσπάθεια εκπόνησης ενός πρόχειρου σχεδίου αμύνης έναντι μιας πιθανής Ιταλικής επίθεσης, ενώ ενέκρινε κάποια μικρά κονδύλια για την οχύρωση της Ελληνο-Αλβανικής μεθορίου. Ψυχή της προσπάθειας αυτής αναδείχθηκε ο υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, διοικητής της VIII μεραρχίας Ηπείρου, ένας ικανότατος στρατιωτικός
ηγήτωρ και μελλοντικός ήρωας των πρώτων Ελληνικών αμυντικών επιτυχιών έναντι της Ιταλικής επίθεσης. Ο Κατσιμήτρος είχε λάβει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία με τον βαθμό του Λοχαγού, όπου είχε διακριθεί και τραυματιστεί σοβαρά. Είχε βαθιά γνώση του πολέμου και των απροσδόκητων δυσκολιών που ανέκυπταν τόσο στα χαμηλά επίπεδα διοίκησης όσο και στα ανώτερα. 
Η μονάδα του Κατσιμήτρου στον Ελληνικό στρατιωτικό σχεδιασμό του ΓΕΣ όπως τον είχε εγκρίνει ο ίδιος ο Παπάγος, σε περίπτωση Ιταλικής επίθεσης, όφειλε να επιβραδύνει όσο περισσότερο μπορούσε την Ιταλική προέλαση ώσπου να ολοκληρωθεί η Ελληνική επιστράτευση και να μπει στον αγώνα ο κύριος όγκος του Ελληνικού στρατού. Όμοια αποστολή είχε και το απόσπασμα Δαβάκη στον τομέα της Πίνδου, όμως εκεί οι δυνατότητες ήταν πολύ περιορισμένες λόγω των μικρών δυνάμεων στον τομέα (μόλις 3 τάγματα!). Ο Κατσιμήτρος διοικούσε την VIII μεραρχία στην περιοχή από το 1938 και είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις τόσο με τους ιφυσταμένους του και τους στρατιώτες του, όσο και με τον τοπικό πληθυσμό. Ηπειρώτης ο ίδιος (η καταγωγή του ήταν από τα Άγραφα), είχε αποφασίσει να μην δώσει στο εχθρό ούτε σπιθαμή εδάφους και να προτάξει αντίσταση μέχρι θανάτου στον τομέα του Καλπακίου, ορεινό σημείο που δέσποζε σε όλη την τοποθεσία και αποτελούσε μια άριστη εκ φύσεως οχυρή γραμμή για άμυνα. Ο Κατσιμήτρος πίστευε ότι η κύρια Ιταλική ενέργεια θα στρεφόταν εναντίον της τοποθεσίας αυτής και αποφάσισε να τα επικεντρώσει τις προσπάθειες του εκεί.
Η κατασκευή των οχυρώσεων και η προετοιμασία του τομέα στο Καλπάκι

Έτσι, χρησιμοποιώντας την κρατική επιχορήγηση που είχε διατεθεί για τον σκοπό αυτό (μόλις 82 εκατομμύρια δρχ), ανέσκαψε όλη αυτή την περιοχή δημιουργώντας αμυντικές πτυχώσεις, ενώ δημιούργησε με μεγάλη τέχνη κρυφά οχυρά σημεία όπου έκρυψε το πυροβολικό του και σήμανε όλες τις τοποθεσίες που θεωρούσε ως πιθανότερες για την συγκέντρωση του εχθρού. Αρωγοί στην προσπάθεια αυτή υπήρξαν όλοι οι κάτοικοι της περιοχής που εκτός από εθελοντική εργασία πρόσφεραν και ότι άλλο μπορούσαν (άλογα κτλ) για να διευκολυνθεί το έργο της προετοιμασίας του εδάφους.
Ο ίδιος ο Κατσιμήτρος επισκεπτόταν συχνά τις μονάδες της μεραρχίας από την Κακαβιά ως την Πρέβεζα, και με ομιλίες του προς τα στελέχη και τους οπλίτες προσπαθούσε να τους τονώσει το ηθικό και να εξάψει τον πατριωτισμό τους. Γνώριζε άριστα την μορφολογία του εδάφους και την ψυχολογία των κατοίκων του και χρησιμοποιούσε τις γνώσεις αυτές για να βελτιστοποιήσει την άμυνα του έναντι της Ιταλικής επιβουλής.
Σημαντικό ρόλο στην όλη προσπάθεια διαδραμάτισε ο συνταγματάρχης Μαυρογιάννης διοικητής του πυροβολικού της μεραρχίας, ένας αληθινός σκαπανέας της Ηπείρου, ο οποίος ανέπτυξε μια ακαταπόνητη δραστηριότητα σε όλη την περιοχή τοποθετώντας τα πυροβόλα του ακόμη και σε ορεινές σπηλιές, καμουφλάροντας όλα τα σημεία έναντι του φόβου της υπεροπλίας της Ιταλικής αεροπορίας. Μέσα σε λίγους μήνες όλος ο τομέας είχε σκαφτεί και διαμορφωθεί κατάλληλα για άμυνα, με αντιαρματικές τάφρους, συρματοπλέγματα, ναρκοπέδια και πολυβολεία. Όλος ο νομός της Ηπείρου βρισκόταν σε ένα πολεμικό οργασμό πολλούς μήνες πριν την ιταλική εισβολή. Ήδη τον Αύγουστο του 1939 έγινε μια πρώτη επιστράτευση στους κατοίκους της περιοχής και μια δεύτερη τελική τον Αύγουστο του 1940 μετά τον άνανδρο τορπιλισμό της Έλλης”, όταν πια ο Ελληνο-ιταλικός πόλεμος φαινόταν επικείμενος.
Στις 24 Αυγούστου το ΓΕΣ έστειλε εκ νέου διαταγές στον Κατσιμήτρο μέσω του συνταγματάρχη Γεώργιου Γρίβα (μετέπειτα αρχηγού της “Χ” και της ΕΟΚΑ), στις οποίες εκ νέου προσπαθούσε να περάσει το πνεύμα της κλιμακωτής επιβράδυνσης της αναμενόμενης Ιταλικής επίθεσης στον ηγήτορα της VIII μεραρχίας, μέχρι να εμπλακούν και οι υπόλοιπες δυνάμεις στον Αγώνα. Η λογική τους προέβλεπε και πιθανή υποχώρηση ώστε να μην αποκοπεί η VIII μεραρχία, την οποία καλούσαν να σώσει την τιμή των Ελληνικών όπλων. Πολλοί στρατιωτικοί αναλυτές εκ των υστέρων χαρακτήρισαν τις διαταγές ηττοπαθείς και ανεφάρμοστες, ο γράφων θα τις προσδιόριζε ως μια προσπάθεια ρεαλιστικής προσέγγισης για την αντιμετώπιση ενός ισχυρότερου αντιπάλου. Ο Κατσιμήτρος πάντως 

είχε πάρει τις αποφάσεις του και αναδείχθηκε, κατά την γνώμη μου, ως η κυριότερη μορφή του έπους του 1940, καθώς αν δεν κατάφερνε να αναχαιτίσει τις πρώτες Ιταλικές επιθέσεις, ίσως όλα να είχαν εξελιχθεί πολύ δυσμενέστερα για τον Ελληνικό στρατό. 
Η νύχτα της 27ης προς 28η Οκτωβρίου στον τομέα της VIII μεραρχίας 
Την τελευταία εβδομάδα του Οκτωβρίου, η VIII μεραρχία ήταν πλήρως επιστρατευμένη με τους Ηπειρώτες να αποτελούν κατά 4/5 την δύναμη της. Το ιστορικό βράδυ της 27ης προς 28η Οκτωβρίου, ένα από τα ιστορικότερα της σύγχρονης Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, οι Ελληνικές προφυλακές της μεραρχίας κατέγραψαν ασυνήθιστη κίνηση στον απέναντι Ιταλικό τομέα. Το νέο αμέσως μεταφέρθηκε στην διοίκηση της μεραρχίας τηλεφωνικά. Ο Κατσιμήτρος λαμβάνει τα αγωνιώδη τηλεφωνήματα των προφυλακών, αλλά πριν ενημερώσει την Αθήνα περιμένει τον Μαυρογιάννη. Αυτός λίγο πριν τα μεσάνυχτα επιστρέφει στο διοικητήριο και ενημερώνει τον υποστράτηγο ότι η Ιταλική επίθεση είναι θέμα λίγων ωρών.
Ο Κατσιμήτρος αμέσως ενημερώνει τον αντισυνταγματάρχη Κορόζη του Γ.Ε.Σ. για τις εξελίξεις και την επικείμενη Ιταλική επίθεση. Τον διαβεβαιώνει ότι “…..μπορεί να μην έχω το ανάστημα του στρατάρχου Πεταίν, όστις κατά το 1916 αμυνόμενως σθεναρώς στο Βερντέν είπε ότι δεν θα περάσουν οι Γερμανοί, αλλά δύναμαι να σας διαβεβαιώσω εν πλήρει πεποιθήσει ότι δεν θα περάσουν οι Ίταλοι από το Καλπάκι.”. Αμέσως μετά ο Κατσιμήτρος θέτει σε συναγερμό τηλεφωνικά όλες τις μονάδες προκαλύψεως και τα παραμεθόρια φυλάκια διατάσσοντας επιφυλακή και ασθενή άμυνα μέχρι το βασικό σημείο αντίστασης. Είναι άξιο λόγου το γεγονός ότι εκείνο το βράδυ όλες οι τηλεφωνικές συνδέσεις, παρά τον φόρτο επικοινωνίας, δούλεψαν άψογα φαινόμενο πρωτοφανές για Ελλάδα ακόμη και για την εποχή μας.

Επίλογος – η απόρριψη του Ιταλικού τελεσιγράφου – Πόλεμος! 
Ο Κατσιμήτρος αποσύρθηκε για να κοιμηθεί στην κλίνη του στις 01.00 το πρωί, ο ύπνος του όμως έμελλε να είναι βραχύς. Μόλις δύο ώρες μετά ένας ηλικιωμένος άνδρας κάπου σε ένα προάστιο της Αθήνας, φορώντας πυζάμες λόγω του περασμένου της ώρας, με ελαφρά τρεμάμενα χέρια θα παραλάβει το ιταμό Ιταλικό τελεσίγραφο και θα προφέρει τις περίφημες Γαλλικές λέξεις: “Alors, c’ est la guerre”. Λίγο μετά, στις 04.00 τα ξημερώματα, το τηλέφωνο του Κατσιμήτρου θα κροταλίσει, με αυτό τον μονότονο κλασικό ήχο που έκαναν οι τηλεφωνικές συσκευές εκείνης της εποχής. Από την άλλη άκρη του σύρματος θα ακουστεί η βραχνή φωνή του Κορόζη που μεταφέρει τις διαταγές του Παπάγου…”…Πόλεμος! ο πρόεδρος της κυβερνήσεως Ιωάννης Μεταξάς απέρριψε ιταλικόν τελεσίγραφον….”.
Στις 05.30, μίση ώρα πριν λήξει το άνανδρο τελεσίγραφο, η νύχτα έγινε μέρα στους τομείς προκαλύψεως της VIII μεραρχίας. Ένα φράγμα πυρός κατέκαψε τον Ελληνικό τομέα, ενώ ακούγονταν οι ερπίστριες των Ιταλικών τεθωρακισμένων της μεραρχίας “Κενταύρων” που πλησίαζαν. Τα Ιταλικά βομβαρδιστικά με τις χαμηλές πτήσεις τους και τους βομβαρδισμούς τους συμπλήρωναν την κόλαση πυρός και οι Έλληνες οπλίτες λαμβάνουν το βάπτισμα του πυρός μέσα 
σε ένα κολασμένο δαντικό σκηνικό. Δεν σάστισαν όμως, αλλά συμπτύχθηκαν κανονικά, όπως προέβλεπε το σχέδιο που είχε εκπονήσει το επιτελείο της μεραρχίας, προς τις κύριες γραμμές Ελληνικής αντίστασης. Οι γέφυρες του ποταμού Αωού ανατινάσσονται για να επιβραδύνουν την Ιταλική προέλαση και ήδη καταγράφονται οι πρώτες Ελληνικές επιτυχίες, όπως στο ύψωμα του Αηδονοχωρίου, όπου ο ταγματάρχης Βερσής(*) με έναν λόχο και μια πυροβολαρχία θα θερίσει τους προελαύνοντες Ιταλούς και θα καταστρέψει δύο τεθωρακισμένα.
Το ΈΠΟΣ του 1940 έχει ξεκινήσει….
(*) Ο ταγματάρχης Βερσής θα αυτοκτονήσει ενώπιον των οπλιτών του, όταν θα γίνει η συνθηκολόγηση το 1941, γιατί δεν άντεχε να παραδώσει τα πυροβόλα του στον εχθρό. Το τελετουργικό της θυσίας, όπως το περιγράφει ο υποστράτηγος Ι. Α. Βερνάρδος:
“Το V Σύνταγμα Πυροβολικού παρέδωσε τα πυροβόλα και τον οπλισμό του εις το χωρίον Σταυράκι. Η ταχύπτερος φήμη έφερε μέχρις ημών την νύκτα της επομένης, ότι ο ταγματάρχης πυροβολικού Βερσής Κωνσταντίνος, διοικητής μοίρας πυροβολικού, ετίμησε, κατά τρόπον μεγαλειώδη, το υπερήφανον όπλον του. Όταν, δηλαδή, έλαβε την διαταγή να παραδώση τα πυροβόλα του, συνεκέντρωσεν τους άνδρας της μοίρας του με μέτωπον προς νότον, προς την αιώνιαν Ελλάδα. Διέταξε και πάντες έψαλαν τον Εθνικό μας Ύμνον, και κατόπιν, αφού ησπάσθη τα πυροβόλα του, έδωσε διαταγήν και τα συνέτριψαν με δυναμίτιδα. Κι ενώ ακόμη το έδαφος εσείετο από τας εκρήξεις, ο Βερσής, στηρίξας το περίστροφόν του εις τον δεξιόν του κρόταφον, ηυτοκτόνησε”. (Ι.Α. Βερνάρδου “Τρεμπεσίνα”, σελ. 176. Εκδόσεις Ν. Αλικιώτης και Υιοί).
Επίμετρον 


Η Ημερήσια Διαταγή του Χρ. Κατσιμήτρου στις 28/10/1940
Αξιωματικοί και οπλίται της Ογδόης Μεραρχίας,
Ο Πρέσβης της Ιταλίας εν Αθήναις εζήτησεν από την Κυβέρνησιν ημών να διέλθη ο Ιταλικός Στρατός δια του εδάφους μας. 
Η Κυβέρνησις απέρριψε την αίτησιν ταύτην και διέταξε αντίστασιν μέχρις εσχάτων. Ήδη διανοίγεται το στάδιον της εκτελέσεως του υπέρτατου προς την πατρίδα καθήκοντος δια αντιστάσεως, μέχρι εσχάτων συμφώνως προς το σχέδιον ενεργείας.
Αξιωματικοί και οπλίται της Ογδόης Μεραρχίας αμυνθήτε του Ιερού Πατρίου εδάφους μετά φανατισμού εναντίον του επιδρωμέως όστις θέλει να προσβάλη ημάς ύπουλως και άνανδρως.
Αναμνησθήτε των ενδόξων παραδόσεων του Έθνους μας και πολεμήσατε μετά λύσσης κατά του ανάδρου εχθρού όστις τόσον ατίμως και άναδρως θέλει να προσβάλη τούτο.
Δείξατε εις αυτόν ότι είμεθα εις θέσιν να δώσουμεν την δέουσαν απάντησιν όπως έδωσαν οι Πρόγονοί μας εις τους επιδρομείς Πέρσας. Ο Θεός ας βοηθήσει τον Τίμιον υπέρ Πατρίδος αγώνα μας και ας ευλογήσει τα όπλα μας διότι θα αγωνισθώμεν υπέρ βωμών και εστιών και υπέρ της ελευθερίας μας.
Με την πεποίθησιν ακράδαντον υπέρ της νίκης αναφωνώ μεθ’ ημών.
Ζήτω, το Έθνος!
Ζήτω, η Πατρίς!
Ζήτω, ο Στρατός!
Η Ημερήσια Διαταγή του Χρ. Κατσιμήτρου στις 30/10/1940 
ΕΠΙΤΕΛ. ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΙΙΙ. ΓΡΑΦ. ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ Αριθ. Πρωτ. 30904 
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΑΤΑΓΗ 
” Λήξαντος του προκαλυπτικού αγώνος, από σήμερον η Μεραρχία κατέχει την ωργανωμενην τοποθεσίαν δι’ όλων των δυνάμεών της. Επί της τοποθεσίας ταύτης θα δοθή ο αποφασιστικός αγών προς τον εχθρόν. 
Ο αγών θα διεξαχθή μετά πείσματος και επιμονής ακαταβλήτου.
Άμυνα καρτερά επί των θέσεών μας μέχρις εσχάτων. 
Ουδεμία ιδέα εις ουδένα να υπάρχη περί υποχωρήσεως. 
Μέχρι τούδε τα προκαλυπτικά τμήματα συνεπτύσσοντο συμφώνως τω σχεδίω Υποχωρητικού Ελιγμού. Ήδη πάντες, από του Στρατηγού Διοικητού της Μεραρχίας μέχρι και του τελευταίου στρατιώτου, θα αγωνισθώμεν επί των θέσεών μας. 
Και εν ανάγκη θα πέσωμεν όλοι υπερασπιζόμενοι αυτά…” 
Πηγές
Αλέξανδρος Ζαούσης, Οι δύο Όχθες 1939-1945, εκδόσεις Παπαζήση 
Δημήτριος Λιμνιάτης, Αντιστράτηγος ε.α. , Το έπος του 1940 και ο υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, (Περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη», τ. 352, Οκτ. 1997)
Άγγελος Τερζάκης «Η Ελληνική Εποποιία 1940-1941», Αθήνα 1964.
γράφει ο Φιλίστωρ 
http://pheidias.antibaro.gr/1940/photos.htm
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 
http://infognomonpolitics.blogspot.gr/2014/10

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πότε γιορτάζει το όνομα Νεφέλη;

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Οκτωβρίου, 2014

Αγία Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου
Την απάντηση την έδωσε στις 27.10.14 ο μητροπολίτης Προικονήσου Ιωσήφ στην εκπομπή του “Μυστικός Κήπος”, που μεταδίδεται από το ραδιοσταθμό της Πειραϊκής Εκκλησίας κάθε Δευτέρα, ώρα 1 – 2 το μεσημέρι: το όνομα Νεφέλη γιορτάζει στις 28 Οκτωβρίου.
Η Νεφέλη της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ένα από τα πιο αγνά και συμπαθή πρόσωπα των αρχαίων μύθων, ήταν Ωκεανίδα και μητέρα του Φρίξου και της Έλλης, που όμως ο πατέρας τους, ο βασιλιάς Αθάμας, ξαναπαντρεύτηκε την Ινώ. Τα παιδιά της σώθηκαν από τις ραδιουργίες της μητριάς τους πετώντας στον ουρανό με το περίφημο χρυσόμαλλο κριάρι, αλλά δυστυχώς η Έλλη έπεσε στη θάλασσα που προς τιμήν της ονομάστηκε Ελλήσποντος (πόντος, δηλ. θάλασσα, της Έλλης – η ιστορία γνωστή).
Οι χριστιανοί έχουμε μια άλλη Νεφέλη, το πιο αγνό και αγαπημένο πρόσωπο του κόσμου, που συμβάλλει καθοριστικά στη δική μας σωτηρία (ημών, των σύγχρονων ορφανών), δηλαδή στο πέταγμά μας προς τον ουρανό: την Παναγία.
Η Παναγία συνδέεται σε συμβολικό επίπεδο με τη φωτεινή νεφέλη (=σύννεφο) που έστειλε ο Θεός να σκεπάζει το λαό των Εβραίων κατά τα χρόνια του ταξιδιού τους στην έρημο, με οδηγό το Μωυσή, όταν έφυγαν από την Αίγυπτο για να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, τη Χαναάν. Όπως πολλά στοιχεία αυτής της ιστορίας είναι προτυπώσεις γεγονότων της ζωής του Χριστού ή της Εκκλησίας (π.χ. το πέρασμα από την Ερυθρά Θάλασσα προτυπώνει το πέρασμα από το θάνατο στο ζωή μέσω της ανάστασης του Χριστού, αλλά και το βάπτισμα – το χάλκινο φίδι μέσω του οποίου οι Εβραίοι θεραπεύονταν από τα δαγκώματα των φιδιών, προτυπώνει τον τίμιο σταυρό, το ίδιο και τα υψωμένα χέρια του Μωυσή στον πόλεμο με τους Αμαληκίτες κ.λ.π. – η άφλεκτος βάτος, μέσω της οποίας ο Θεός μίλησε στο Μωυσή προτυπώνει επίσης την Παναγία κ.λ.π.), έτσι και η νεφέλη προτυπώνει την Παναγία.
Οι προτυπώσεις στην Παλαιά Διαθήκη είναι ένα είδος προφητείας, στην οποία πραγματικά πρόσωπα ή γεγονότα συμβολίζουν κάτι που θα συμβεί στο μέλλον. Η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη προτυπώσεις του Χριστού, της Παναγίας και της χριστιανικής ζωής. Μερικές τις επισήμανε και ο ίδιος ο Χριστός (π.χ. Ματθ. 12, 38-40, Ιωάνν. 3, 14-17).

Η Παναγία εικονιζόμενη ως Νεφέλη από το ίδρυμα “Αγία Σκέπη” του ιερού ναού Αγίου Δημητρίου της ομώνυμης συνοικίας των Αθηνών (εδώ). Γύρω της οι Απόστολοι (οι μαθητές του Χριστού), ενώ δίπλα της από δεξιά ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και αριστερά ο προφήτης και βασιλιάς Δαβίδ.

Αναφορές της Παναγίας ως Νεφέλης έχουμε στην υμνογραφία μας. Θυμάμαι τις εξής:
Α) Στον “κανόνα των Χαιρετισμών”, ένα υπέροχο μουσικό και ποιητικό έργο που έγραψε ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές όλων των εποχών (κι ας γεννήθηκε στη Σικεία), ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος, το οποίο ψάλλεται πριν τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, ο ποιητής απευθύνεται στην Παναγία και της λέει “Νεφέλη ολόφωτε, η τους πιστούς απαύστως επισκιάζουσα” (= που σκεπάζεις διαρκώς τους πιστούς).
Β) Στους ίδιους τους Χαιρετισμούς, έργο ενός άλλου μεγάλου μας ποιητή και μουσικού, του αγίουΡωμανού του Μελωδού, λέει: “Χαίρε, σκέπη του κόσμου, πλατυτέρα νεφέλης” (= χαίρε, σκέπασμα του κόσμου, πλατύτερο από τη νεφέλη – εννοεί εκείνη την αρχαία νεφέλη της ερήμου).
Γ) Το απολυτίκιο (το πιο επίσημο τροπάριο) της γιορτής της Αγίας Σκέπης, δηλ. της προστασίας που προσφέρει η Παναγία στον κόσμο (η οποία στην Ελλάδα γιορτάζεται 28 Οκτωβρίου λόγω των πολλών εμφανίσεων της Παναγίας στον πόλεμο του 1940), λέει:
“Της σκέπης σου, Παρθένε, ανυμνούμεν τας χάριτας, ήν ως φωτοφόρον νεφέλην εφαπλοίς υπέρ έννοιαν (= απλώνεις πάνω μας με τρόπο ασύλληπτο από τον ανθρώπινο νου), και σκέπεις τον λαόν σου νοερώς εκ πάσης των εχθρών επιβουλής…”.

Εικ. από εδώ

Και σε άλλα τροπάρια της εορτής γίνεται αναφορά στην Παναγία ως προστατευτική νεφέλη πάνω από τους ανθρώπους.
Χρόνια πολλά κι ευλογημένα στις Νεφέλες, λοιπόν, και ευχόμαστε να έχουν πάντα ξεχωριστά στη ζωή τους την ευλογία και τη σκέπη της Παναγίας, της φωτοφόρου Νεφέλης μας.

Ελληνοαμερικάνικη εικόνα της αγίας Σκέπης (από εδώ)
*****

Εικ.: Το όραμα της Αγίας Σκέπης που είδε στην Κωνσταντινούπολη ο άγιοςΑνδρέας ο διά Χριστόν σαλός (κάτω δεξιά στην εικ.), εξ αιτίας του οποίου καθιερώθηκε η γιορτή της Αγίας Σκέπης (1 Οκτωβρίου – στην Ελλάδα, όπως είπαμε, 28 Οκτωβρίου). 

http://o-nekros.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αγία Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου εν Βλαχερνώ και επέτειος του «ΟΧΙ» +28 Οκτωβρίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Οκτωβρίου, 2014

ΕικόναΔιαβάζουμε: «Τῇ αὕτῃ ἡμέρᾳ τὴν ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας ἤτοι τοῦ ἱεροῦ αὐτῆς Μαφορίου, τοῦ ἐν τῷ σορῷ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν, ὄτε ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς κατεῖδεν ἐφηπλωμένην αὐτὴν ἄνωθεν καὶ πάντας τοὺς εὐσεβεῖς περισκέπουσαν».
Λόγω των πολλών θαυμάτων από την Παναγία, που ανέφεραν οι Έλληνες στρατιώτες στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο το 1940, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με απόφασή της το 1952, καθιέρωσε να εορτάζεται η Άγια Σκέπη της Θεοτόκου αντί για την 1η Οκτωβρίου, στις 28 Οκτωβρίου.

Η εορτή της Άγιας Σκέπης της Θεοτόκου η οποία τελούνταν από παλαιότατων χρόνων την 1η Οκτωβρίου, ήταν ανάμνηση του θαύματος το οποίο είδε ο Όσιος Ανδρέας. Κατά τη διάρκεια μιας αγρυπνίας στο παρεκκλήσι της «Αγίας Σορού» του ναού των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη, ο Όσιος Ανδρέας είδε την Θεοτόκο να προχωράει από τις βασιλικές πύλες προς το θυσιαστήριο ανάμεσα σε λευκοφορους άγιους, από τους οποίους ξεχώριζαν ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Όταν έφθασε στο θυσιαστήριο γονάτισε και προσευχόταν για πολλή ώρα, κλαίγοντας και παρακάλωντας τον Υιό της για την σωτήρια του κόσμου. Όταν ολοκλήρωσε την δέησή της, έβγαλε από το κεφάλι της το αστραφτερό μαφόριο, που φορούσε και με μία κινήση το άπλωσε σαν σκεπή επάνω από το εκκλησίασμα. Έτσι απλωμένο το έβλεπε για αρκετή ώρα ο Όσιος Ανδρέας μαζί με τον Επιφανιο, που τον συνόδευε. Όσο φαινόταν εκεί η Θεοτόκος, φαινόταν και η ιερή εσθήτα να σκορπίζει τη Χάρη της. Όταν εκείνη άρχισε να ανεβαίνει προς τον ουρανό, άρχισε και η Θεία Σκέπη να συστέλλεται και σιγά – σιγά να χάνεται. Το ιερό αυτό μαφόριο που φυλασσόταν εκεί συμβόλιζε την Χάρη και την προστασία που παρέχει η Παναγία στους πιστούς.
Zoom in (real dimensions: 599 x 823)

ΕικόναἈπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Σκέπης σου Παρθένε ἀνυμνοῦμεν τὰς χάριτας, ἣν ὡς φωτοφόρον νεφέλην ἐφαπλοῖς ὑπὲρ ἔννοιαν, καὶ σκέπεις τὸν λαόν σου νοερῶς, ἐκ πάσης τῶν ἐχθρῶν ἐπιβουλῆς· σὲ γὰρ σκέπην καὶ προστάτιν καὶ βοηθόν, κεκτήμεθα βοῶντές σοι· δόξα τοῖς μεγαλείοις σου Ἁγνή, δόξα τῇ θείᾳ σκέπῃ σου, δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου προμηθείᾳ Ἄχραντε.
Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ’. Θεοτόκε Ἀειπάρθενε.
Θεοτόκε Ἀειπάρθενε, τὴν ἁγίαν σοῦ Σκέπην, δι’ ἧς περισκέπεις, τοὺς εἰς σὲ ἐλπίζοντας, κραταιὰν τῷ Ἔθνει σου καταφυγὴν ἐδωρήσω‧ ὅτι ὡς πάλαι καὶ νῦν θαυμαστῶς ἡμᾶς ἔσωσας, ὡς νοητὴ νεφέλη, τὸν σὸν λαὸν περιβαλοῦσα. Διὸ δυσωποῦμεν σε, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὥσπερ νεφέλη ἀγλαῶς ἐπισκιάζουσα, τῆς Ἐκκλησίας τὰ πληρώματα Πανάχραντε, ἐν τῇ πόλει πάλαι ὤφθης τῇ Βασιλίδι. Ἀλλ’ ὡς σκέπη τοῦ λαοῦ σου καὶ ὑπέρμαχος, περισκέπασον ἡμᾶς ἐκ πάσης θλίψεως, τοὺς κραυγάζοντας· Χαῖρε Σκέπη ὁλόφωτε.

ΕικόναΜεγαλυνάριον.
Σκέπης σου τρυγῶντες τὰς δωρεάς, καὶ τὰς καθ’ ἑκάστην, Θεονύμφευτε παροχάς, ὑμνοῦμεν Παρθένε, τὴν σὴν μεγαλωσύνην, τὴν πρὸς ἡμᾶς σου πρόνοιαν, μεγαλύνοντες.
Ὁ Οἶκος
Ἄνωθεν ἐφαπλοῦσα, τὴν ἁγίαν σοῦ Σκέπην, Παρθένε Θεοτόκε Μαρία, σκέπεις καὶ σῴζεις τὸν σὸν λαόν, καθ’ ὥραν σε Ἁγνὴ ἐπιβοώμενον• νῦν δὲ σου τὰ θαυμάσια, εὐγνωμόνως ὑμνεῖ κραυγάζων•
Στίχος
Σκέπη σου, Ἁγνή, σκέπεις καὶ περιθάλπεις τοὺς πίστει ἀφορῶντας πρὸς σέ, Παρθένε. Μητρὸς Θεοῖο Σκέπη Ἑλλάδα θειόφρονα καλύπτει.
Zoom in (real dimensions: 294 x 424)
ΕικόναΧαῖρε τοῦ κόσμου ἡ Σωτηρία
Χαῖρε Ἑλλάδος ἡ προστασία.
Χαῖρε τῶν Ἀγγέλων παράδοξον θέαμα
Χαῖρε τῶν ἀνθρώπων ἀκλόνητον ἔρεισμα.
Χαῖρε Μήτηρ Ἀειπάρθενος τοῦ Παντάνακτος Χριστοῦ
Χαῖρε σκέπη καὶ ἀντίληψις τοῦ λαοῦ σου τοῦ πιστοῦ.
Χαῖρε ὅτι ἐφάνης σκέπουσα τὸ σὸν Ἔθνος
Χαῖρε ὅτι παρέχεις νίκας τῷ στρατοπέδῳ.
Χαῖρε πηγὴ πλουσίας χρηστότητος
Χαῖρε λαμπὰς Θεοῦ ἀγαθότητος.
Χαῖρε δι’ ἧς τοὺς ἐχθροὺς ἐκνικῶμεν
Χαῖρε πρὸς ἣν καθ’ ἑκάστην βοῶμεν•
Χαῖρε Σκέπη ὁλόφωτε.
http://xristianos.gr

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μέγαν εὕρατο ἐv τοῖς κιvδύvοις

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Οκτωβρίου, 2014

Μέγαν εὕρατο ἐv τοῖς κιvδύvοις, σὲ ὑπέρμαχοv, ἡ οἰκουμένη, Ἀθλοφόρε τὰ ἔθνη τροπούμενον. Ὡς οὖν Λυαίου καθεῖλες τὴν ἔπαρσιν, ἐν τῷ σταδίῳ θαῤῥύvας τὸν Νέστορα, οὕτως Ἅγιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Δρ Γεώργιος Κρίππας στην εφημερίδα «δημοκρατία»: «Τα νέα Θρησκευτικά οδηγούν σε δρόμους προσηλυτισμού»

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Οκτωβρίου, 2014

Δρ Γεώργιος Κρίππας στην εφημερίδα «δημοκρατία»: «Τα νέα Θρησκευτικά οδηγούν σε δρόμους προσηλυτισμού»

Ο διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου Γεώργιος Κρίππας αντιδρά στις αλλαγές

(με εξώδικο στους αρμοδίους)

Η μορφή του μαθήματος των Θρησκευτικών, καθώς και οι διάφορες θέσεις που διατυπώνονται για τον τρόπο διδασκαλίας του, δημιουργούν κατά καιρούς συγκρούσεις ανάμεσα στους θεολόγους. Από τη μια, υπάρχουν οι εκπεφρασμένες απόψεις όσων υποστηρίξουν θερμά το νέο σύστημα διδασκαλίας του μαθήματος, το οποίο, όπως σημειώνουν, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη νέα κοινωνική πραγματικότητα στην Ελλάδα των δεκάδων χιλιάδων αλλοδαπών και αλλόθρησκων μαθητών.

Από την άλλη, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το μάθημα θα πρέπει να μην έχει αυτόν τον χαρακτήρα, αλλά ο βασικός άξονας της διδασκαλίας του να αναφέρεται κυρίαρχα στους Έλληνες μαθητές. Ένα άλλο σημείο τριβής είναι το δικαίωμα απαλλαγής των μαθητών που επικαλούνται λόγους συνείδησης. Και γι’ αυτό το θέμα όμως φαίνεται να υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις. Πριν από λίγες μέρες ο διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου Γεώργιος Κρίππας, με επιστολή του στη «δημοκρατία», υπενθύμισε τις νομικές θέσεις που εκφράζει εδώ και χρόνια και δημοσιεύτηκαν μεταξύ των άλλων στο επιστημονικό περιοδικό «Επιθεώρησις Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου».

Ο κ. Κρίππας αναφέρει ότι με τη νέα ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών επιδιώκεται «η άσκηση αξιόποινου προσηλυτισμού». Μιλώντας στη «δημοκρατία» ανέφερε τα εξής: «Για τον χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών μπορεί κάποιος να πληροφορηθεί από το άρθρο 16 παράγραφος 2 του Συντάγματος για την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία και το άρθρο 1 του νόμου 1566 του 85, ο οποίος είναι ο βασικός νόμος περί εκπαιδεύσεως. Έχω εκδώσει μια ειδική μονογραφία που παραθέτει τι μάθημα διδάσκεται σε άλλες χώρες της Ε.Ε. Εκεί διδάσκεται μάθημα αντίστοιχο προς την επικρατούσα εκεί θρησκεία. Υπάρχει όμως και ακόμα ένα στοιχείο. Όλοι οι εγκληματολόγοι, Έλληνες και ξένοι (κάποιοι από τους οποίους μάλιστα είναι άθεοι), υποστηρίζουν ότι η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών της αναγνωρισμένης θρησκείας είναι απαραίτητη, γιατί εμπεριέχει και στοιχεία ηθικής διδασκαλίας και αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα εγκληματικών ενεργειών. Ο διαπρεπής εγκληματολόγος Φέρυ, ο οποίος ήταν άθεος αλλά έντιμος, τα αναφέρει αυτά. Όσο για το χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών στην Ελλάδα, πρέπει να πω ότι δεν υπάρχει τέτοιου είδους μάθημα πολυθρησκευτικό σε άλλη χώρα της Ε.Ε. Έχω κάνει επί χρόνια λεπτομερή έρευνα στο εξωτερικό και έχω παραθέσει τα στοιχεία στα έργα μου. Τονίζω λοιπόν ότι δεν υπάρχει σε κανένα κράτος μάθημα πολυθρησκευτικό. Ως προς το πρόγραμμα που ετοιμάζεται, ρητώς ομολογείται ότι δια αυτού επιδιώκεται ένα είδος προσηλυτισμού. Αυτό το επισήμανα και στους αρμοδίους και έστειλα εξώδικο δήλωση δια δικαστικού κλητήρα τον περασμένο Ιούλιο. Ο οδηγός εκπαιδευτικού αναφέρει επί λέξει: “Οι μαθητές είναι ανάγκη να μη διαποτίζονται σε μια θρησκευτική άποψη, οπότε το προτεινόμενο πρόγραμμα σπουδών τους προσφέρει ευκαιρίες να μελετήσουν και να στοχαστούν επάνω σε διαφορετικές θρησκευτικές και φιλοσοφικές θεωρήσεις”».

Τι ισχύει για την απαλλαγή που ζητούν κάποιοι μαθητές

Ο κ. Κρίππας συνεχίζει ως εξής: «Υπάρχει μια διάταξη του αστικού κώδικα, το άρθρο 1518, η οποία αναφέρει ότι, εφόσον ο μαθητής είναι ανήλικος, αποφασίζουν επί των πάντων οι γονείς. Οι γονείς λοιπόν αποφασίζουν τι υπηκοότητα θα πάρει, σε ποιο σχολείο θα γραφτεί, ποια θρησκεία θα μάθει. Επομένως εδώ παραβιάζεται και συγκεκριμένη διάταξη μεταξύ γονέων και τέκνων. Εγώ δηλώνω ότι είμαι πρόθυμος να τα ανακαλέσω όλα αυτά σε όποιον μου αποδείξει ότι είναι επιστημονικά αβάσιμα. Επίσης σημειώνεται από αυτούς που επιδιώκουν να εισαχθεί το μάθημα αυτό, ότι η Ελλάς οφείλει να το εισαγάγει γιατί δεσμεύεται από διεθνείς συμβάσεις και υποχρεωτικές συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αυτό είναι ανακριβές εντελώς. Δεν υπάρχει καμία διεθνής σύμβαση που να επιβάλλει στην Ελλάδα τι μάθημα θα διδάξει, οι δε συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν είναι υποχρεωτικές».

Ως προς το ζήτημα της απαλλαγής μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών, ο κ. Κρίππας τόνισε: «Το ζήτημα της απαλλαγής των μαθητών το έχει λύσει η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων με την απόφαση 115 του 2012. Σε απόσπασμα της απόφασης αναφέρεται: “Ο ισχύων καταστατικός χάρτης της χώρας μας επιβάλλει την υποχρέωση και το καθήκον στο κράτος να εξασφαλίσει στους μαθητές, εκτός από τη γενική παιδεία, και την ανάπτυξη τη εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζεται σε επαρκή βαθμό η διδασκαλία του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος. Ο ειδικότερος αυτός σκοπός της παιδείας υλοποιείται με την πρόβλεψη του μαθήματος των Θρησκευτικών ως υποχρεωτικού μαθήματος του σχολικού προγράμματος, σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας”. Η απόφαση αυτή, παραπέμπουσα σε δική μου μελέτη, αναφέρει ότι, εάν ο ορθόδοξος ζητήσει να απαλλαγεί, επικαλούμενος λόγους συνείδησης, διαπράττει -ψευδή δήλωση ενώπιον δημοσίας Αρχής και διώκεται ποινικώς από τον νόμο 1599 του 86. Ο δε διευθυντής του σχολείου, εάν δεχθεί την απαλλαγή και αυτή την ψευδή δήλωση, διώκεται και αυτός ποινικώς. Αναφέρεται μάλιστα στον νόμο ότι “πας δημόσιος υπάλληλος δεχόμενος ψευδή δήλωση τιμωρείται δια φυλακίσεως έξι μηνών”. Επομένως η απόφαση αυτή μπορεί να είναι του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, αλλά ισχύει για όλη την Ελλάδα».

Από τον Κώστα Παππά

Από την εφημερίδα «δημοκρατία», Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=11715:dr-georgios-krippas-stin-efimerida-dimokratia-ta-nea-thriskeftika-odigoyn-se-dromous-prosilytismoy&Itemid=202

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πως γίνεται η αγιοκατάταξη;

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Οκτωβρίου, 2014

Εικόνα

Ποια διαδικασία υπάρχει ώστε να γίνει αγιοκατάταξη στην Εκκλησία;

Δια το θέμα αυτό έχουμε δυο λαμπρές μελέτες, οι οποίες στηρίζονται σε πλούσια βιβλιογραφία του παρελθόντος. Τη μελέτη του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χρυσοστόμου (Α΄) Παπαδοπούλου (1868-1938), «Περί της Ανακηρύξεως Αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» και τη μελέτη του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Αθηνών κ. Αμίλκα Αλιβιζάτου (1887-1969), «Η αναγνώρισις των Αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία». Με βάση τις δυο αυτές μελέτες, έχοντας υπ’ όψη και άλλες δευτερεύουσες, θα διαπραγματευθούμε και εμείς το ανωτέρω θέμα.
Κατ’ αρχήν η Ορθόδοξη Εκκλησία, δια της ανακηρύξεως ή -κατά το πιο ορθό- αναγνωρίσεως των αγίων, δεν αγιοποιεί αλλά αναγνωρίζει την αγιότητα που υπάρχει και μαρτυρείται από την εν γένει Εκκλησία. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, δεν έχουμε επίσημες και γραπτές πράξεις ανακηρύξεως των αγίων από την αρχαία Εκκλησία, διότι δεν χρειαζόταν σε καμμιά περίπτωση επίσημη πράξη για την αγιοποίηση.
Οι πρώτοι, που έτυχαν στην Εκκλησία της τιμής της αναγνωρίσεως της αγιότητάς τους, ήταν οι μάρτυρες, τους οποίους τιμούσαν αμέσως μετά τον θάνατό τους. Και αυτό γινόταν, διότι το μαρτύριο είναι βάπτισμα «όπερ δευτέροις ρύποις ού μολύνεται», κατά τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο. Ομοίως τιμούσαν και τους ομολογητές, οι οποίοι άνευ θανάτου μεν αλλά «εν μέσω πολλών βασάνων και καταπιέσεως», ομολογούσαν την πίστη τους. Φυσικά οι μάρτυρες και οι ομολογητές δημιουργούνταν στους διωγμούς, κατά την διάρκεια των οποίων η Εκκλησία στερείται την εξωτερική ειρήνη. Από αυτό όμως δεν έπεται ότι οι άγιοι του Θεού ανήκουν μόνο σ’ αυτές τις δυο τάξεις. Σε κάθε εποχή, είτε με διωγμούς είτε με ειρήνη, εμφανίζονται οι αναντίρρητα δοκιμασμένοι και αγιασμένοι, οι όσιοι πατέρες, οι ποιμένες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, «οι των ομολογητών και μαρτύρων αναίμακτοι ζηλωταί και στεφανίται και λόγοις και πράγμασι» κατά την έκφραση του πατριάρχου Φιλοθέου Κοκκίνου (P.G. 151,755).
Η αναγνώριση αυτή όλων των ανωτέρω αγίων, ακόμη και των τελευταίων, ήταν πάντοτε αυθόρμητη και σε καμμιά τυπική μορφή δεν υπαγόταν. Καμμιά δηλαδή πράξη της εκκλησιαστικής αρχής δεν χρειαζόταν, αλλά αυθόρμητα κλήρος και λαός έδειχναν την τιμή τους προς αυτόν που αναγνωριζόταν άγιος από την συνείδηση της Εκκλησίας. Σε περιπτώσεις μάλιστα, στις οποίες ο επίσκοπος ή ο κλήρος έσπευδε στην ανακήρυξη κάποιου αγίου, χωρίς να συνεπιμαρτυρεί όλη η συνείδηση της Εκκλησίας, τότε η ανακήρυξη έμενε πράξη κενή περιεχομένου (βλέπε Αλιβιζάτου… σ. 26, υποσημείωση 1).
Η αναγνώριση στην αρχή είχε τοπικό χαρακτήρα. Αντί άλλων πράξεων ενεγράφοντο απλώς τα ονόματα των αγίων εις τα Μαρτυρολόγια – Αγιολόγια, Συναξάρια, Μηνολόγια ή Δίπτυχα. Ανάλογα δε με την φήμη και σημασία του τιμωμένου αγίου, η τιμή ελάμβανε γενικώτερο χαρακτήρα, μέχρις ότου υιοθετείτο αυτή σιγά-σιγά απ’ ολόκληρη την Εκκλησία.
Αναγνώριση γινόταν μερικές φορές και με επίσημη συνοδική πράξη της Εκκλησίας, όχι όμως πάντοτε, και μάλιστα όταν επρόκειτο να γενικευθεί η τιμή τους, να εισαχθεί δε αυτή και στην Μεγάλη Εκκλησία, όπως μας πληροφορεί ο Πατριάρχης Φιλόθεος σε όσα γράφει για τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά (P.G. 151, 693-716).
Έτσι ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο άγιος Γεράσιμος ο νέος ο ασκητής της Κεφαλληνίας, ο άγιος Διονύσιος ο εν Ζακύνθω, η αγία Φιλοθέη η Αθηναία, ο Γρηγόριος ο Ε΄, ο Άγιος Νικόδημος και άλλοι αναγνωρίσθηκαν ως άγιοι δια Συνοδικής Πράξεως.
Παρ’ όλα αυτά όμως, η πράξη αυτή δεν καθιερώθηκε ως κανόνας πλέον δια την επίσημη αναγνώριση των αγίων, ούτε τηρήθηκε μεταγενέστερα ως απαραίτητη. Αντίθετα οι διάφοροι νεομάρτυρες, (οι οποίοι δεν είναι και λίγοι) αναγνωρίστηκαν χωρίς καμμιά επίσημη αναγνώριση. Εκτός απ’ αυτό όμως και όσοι αναγνωρίστηκαν άγιοι με επίσημη Συνοδική Πράξη, είχαν ήδη τιμηθεί ως άγιοι υπό του λαού. Έτσι ο Γρηγόριος Παλαμάς, πριν την αγιοποίησή του, είχε τιμηθεί ως άγιος στην Θεσσαλονίκη, στο Άγιο Όρος και στη Καστοριά, όπου κτίστηκε και ναός προς τιμή του. Ο Αθανάσιος ο Πάριος, που έζησε τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, συνέγραψε πραγματεία υπό τον τίτλο «ότι οι νεομάρτυρες είναι άγιοι και πρέπει να τιμώνται ως τοιούτοι και άνευ κανονικής διαγνώσεως της Μεγάλης Εκκλησίας». Επίσης είναι γνωστό ότι ο περίφημος Κοσμάς ο Αιτωλός αναγνωρίσθηκε άγιος άνευ επεμβάσεως του Πατριαρχείου, περιληφθείς στα συναξάρια το 1819.
Σε περιπτώσεις επίσημης αναγνωρίσεως αγίων παρατηρούμε, όπως και σε πολλά άλλα, μάλιστα δε στους μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως χρόνους, την επίδραση της πράξεως της Λατινικής «εκκλησίας», η οποία από του 11ου αιώνος ακολουθεί ιδιότυπη διαδικασία αγιοποιήσεως.
Η πράξη αυτή της Λατινικής «εκκλησίας» επέδρασε περισσότερο στην ρωσική Εκκλησία, όπου έχουμε αντίστοιχη διαδικασία με την Λατινική και η οποία απαιτεί -εκτός των άλλων- και την άδεια του Τσάρου (sic) για να αναγνωρισθεί κανείς ως άγιος.
Αναγνώριση Αγίων σήμερα
Σήμερα την διαδικασία αναγνωρίσεως των Αγίων την βλέπουμε αποκρυσταλλωμένη στην απάντηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τον Μητροπολίτη Ρουμανίας Μύρωνα, ο οποίος εζήτησε να μάθει ποια διαδικασία έπρεπε να ακολουθείται δια την αναγνώριση των Αγίων.
Οι αρχές που ακολουθούνται δια την αναγνώριση ενός αγίου κατά την απάντηση είναι οι εξής·
1ον) Εξέλεγξις στοιχείων αγιότητος υπό Συνόδου.
2ον) Αυτή περιττεύει περί προσώπων ήδη αναγνωρισμένων ως αγίων.
3ον) Κατά την ανακήρυξιν γίνεται σχετική εκκλησιαστική πράξη.
4ον) Η πράξις της ανακηρύξεως υπογράφεται πανηγυρικώς εν τω ναώ, γενομένης και της προσηκούσης εκκλησιαστικής τελετής ως εξής· Κατερχομένης δηλαδή απάσης της Συνόδου εις τον ναόν και τιθεμένου εν τω μέσω του ευαγγελίου, ψάλλονται τα τροπάρια «Ευλογητός εί Χριστέ ο Θεός ημών…», «΄Οτε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε…» κ.τ.λ.. Είτα αναγιγνώσκεται και υπογράφεται υπό πάντων των της γενικής Συνόδου μελών, άτινα παρίστανται, η πράξις της αγιοποιήσεως κ.λ.π..
5ον) Επί των αξιολογοτέρων αγίων συντάσσεται και ιδιαιτέρα ακολουθία.
6ον) Αναγκαία εστί η ανακομιδή των λειψάνων αν σώζονται και το χρίσμα αυτών δια του αγίου Μύρου.
Από τα ανωτέρω σημεία το σπουδαιότερο είναι το 2ον από το οποίο φαίνεται σαφώς ποια ήταν η πράξη και παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τα υπόλοιπα στοιχεία, τα οποία υποδεικνύει η πατριαρχική σύνοδος, είναι είτε μεταγενέστερα είτε πρόχειρα συνταχθέντα δια την ανάγκη της απαντήσεως, μερικά δε εξ αυτών, όπως περί ανάγκης ανακομιδής λειψάνων, χρίσεως δι’ αγίου Μύρου (πράγμα το οποίο απαγορεύει ο μζ΄ αποστολικός και ιη΄ Καρθαγένης κανών) είναι ερανισμένα από το άρθρο της Encyclopedie catholique στο οποίο περιγράφεται η πράξη της ρωσικής Εκκλησίας.
Συμπέρασμα
Η αναγνώριση «των υπό του Θεού δεδοξασμένων προσώπων των ευαρεστούντων Αυτώ και της κατατάξεως αυτών εις τον χορόν των Αγίων εγίνετο, γίνεται και οφείλει να γίνεται κατά αδιάκοπον και εν τουτω παράδοσιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας υπό της γενικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως ποιμένων τε και ποιμενομένων άνευ άλλης ετέρας πρωτοβουλίας και επισήμου επεμβάσεως της εκκλησιαστικής αρχής». Βεβαίως η εκκλησιαστική αρχή δύναται και πρέπει δι’ ειδικής πράξεως να καθορίζει μερικές λεπτομέρειες που ακολουθούν την αγιοποίηση κάποιου, μάλιστα τελετουργικής φύσεως (ως η διάταξη εορτής αγίου)· επ’ ουδενί όμως λόγω η εκκλησιαστική αρχή δύναται να προβαίνει εξ αποκλειστικής της πρωτοβουλίας εις την ανακήρυξη αγίου, διότι αυτό δεν είναι έργο αποκλειστικά αυτής, αλλά της εν γένει συνειδήσεως της Εκκλησίας.
Προϋποθέσεις και τυπικοί καθορισμοί της αναγνωρίσεως
Οι προϋποθέσεις οι οποίες απαιτούνται δια να γίνει κάποιος άγιος ή κατά την έκφραση του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Νεκταρίου «τα μαρτύρια της αληθούς εν ανθρώποις αγιότητος» είναι, κατά το ίδιο πατριάρχη, τέσσερα. «Ορθοδοξία άμωμος, αρετών κατόρθωσις απασών, εν αίς έπεται η περί την πίστιν μέχρις αίματος αντικατάστασις και τέλος η παρά Θεού επίδειξις σημείων υπερφυών τε και θαυμάτων».
Στις ανωτέρω προϋποθέσεις ο καθηγητής κ. Α. Αλιβιζάτος προσθέτει και τις εξέχουσες υπηρεσίες προς τον Χριστιανισμό, που προσέφεραν ορισμένοι άγιοι, όπως ο Μέγας Κωνσταντίνος, η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα και άλλοι. Η προϋπόθεση όμως αυτή, κατά τη γνώμη μας, δεν μπορεί να αποτελέσει τεκμήριο αγιότητας, αν χωρισθεί από την καθόλου ζωή και δράση του αγίου.
Η διατήρηση ακεραίου και αλύτου του σώματος των μαρτύρων ή των αγίων δεν είναι απαραίτητος, ούτε είναι και πάντοτε δείγμα αγιότητας (Κ. Δεληκάνη, Μητροπολίτου Κυζίκου, Πατριαρχικά έγγραφα, τόμος Γ΄, Κων/πολις 1905, σ. 136,7). Η Εκκλησία δε τιμά και τα λείψανα των αγίων που δεν διατηρούνται ακέραια, όπως επίσης και τους αγίους των οποίων δεν σώζονται λείψανα.
Βιβλιογραφία
1) Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου (αρχιεπισκόπου Αθηνών, 1923-1938) «Περί της ανακηρύξεως Αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» (1934).
2) Αμίλκα Αλιβιζάτου, «Η αναγνώρισις των Αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» (1948), «Θεολογία» 19 (1941-48), σ. 18-52.
3) «Η ανάδειξις αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» ( Έκθεσις Συνοδικής Επιτροπής κ.λ.π.), «Ορθοδοξία» Κων/πόλεως, 6 (1931), σσ. 281-287.
4) Ξηρουχάκη Αγαθάγγελου «Ανακήρυξις Αγίων εν τη Ρωμαϊκή Εκκλησία», «Εκκλησιαστικός Φάρος» 32 (1933) σσ. 79-86.
5) Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος «Ανακήρυξις Αγίων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία», ανάτυπο από «Γρηγόριο Παλαμά».
6) Θ.Η.Ε. Άρθρο «Ανακήρυξις Αγίων», τόμος 1ος, 272-273, υπό αρχιμ. Ιερωνύμου Κοτσώνη, καθηγητού Α.Π.Θ. (μετέπειτα αρχιεπισκόπου Αθηνών, 1967-1973).

Μελέτιος Απ. Βαδραχάνης
Αρχιμανδρίτης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Μυροβλύτης και θαυματουργός Άγιος Δημήτριος. (Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Οκτωβρίου, 2014

1. Ένα από τα πολλά θαύματα του μεγαλομάρτυρος αγίου Δημητρίου είναι το γεγονός ότι ήταν στρατηγός της Θεσσαλονίκης, όχι μόνον κατά τη διάρκεια της ζωής του, αλλά και μετά από την κοίμησή του. Πολλοί άνθρωποι αισθάνθηκαν – και μέχρι σήμερα αισθάνονται! – την παρουσία του στη Θεσσαλονίκη, ιδίως σε καιρούς μεγάλων δοκιμασιών και συμφορών. Ο άγιος προστατεύει εμφανώς την πόλη, αποσοβεί καταστροφές, απωθεί επίδοξους εισβολείς και συντρέχει όλους, όσοι επικαλούνται το όνομά του.
Ιδού ένα θαυμάσιο παράδειγμα της ασυνήθιστης παρέμβασής του σε ανθρώπους εν ανάγκαις: Κάποτε επιτέθηκαν στην πόλη οι βάρβαροι, αλλά δεν κατάφεραν να την εκπορθήσουν. Εξοργισμένοι τότε ξεχύθηκαν και λεηλάτησαν τους οικισμούς της υπαίθρου και, μεταξύ άλλων, συνέλαβαν αιχμάλωτες δύο όμορφες κόρες τις οποίες προσέφεραν ως λάφυρο στον αρχηγό τους.
Οι κοπέλες αυτές έτυχε να γνωρίζουν καλά την τέχνη του κεντήματος. Βλέποντας ο αρχηγός τα κεντήματά τους, είπε: «Μαθαίνω ότι υπάρχει ένας μεγάλος θεός στην περιοχή σας, ο Δημήτριος· λένε ότι κάνει μεγάλα θαύματα. Να κεντήσετε σ’ αυτό το ύφασμα το πρόσωπό του!». Οι κοπέλες του είπαν ότι ο άγιος Δημήτριος δεν είναι Θεός, άλλα ο υπηρέτης του Θεού και υπερασπιστής των χριστιανών. Στην αρχή αρνήθηκαν να κεντήσουν το πρόσωπο του αγίου· όταν όμως ο αρχηγός τις απείλησε με θάνατο, εκτέλεσαν τη διαταγή του, ολοκληρώνοντας μάλιστα το χειροτέχνημά τους την ημέρα μνήμης του αγίου Δημητρίου.

Την παραμονή της εορτής κοίταξαν το κέντημα οδυρόμενες. Έκλαιγαν, επειδή έπρεπε να περάσουν αυτή τη μεγάλη ημέρα σκλαβωμένες κι επειδή ήταν αναγκασμένες να παραδώσουν την κεντημένη εικόνα του αγαπημένου τους αγίου σ’ έναν ασεβή βάρβαρο. Προσεύχονταν θερμά στον άγιο Δημήτριο να τις συγχωρήσει.
Τότε εμφανίστηκε σ’ αυτές, έφιππος, ο ίδιος ο άγιος με το άλογό του και τις πήρε μαζί του, όπως άλλοτε ένας άγγελος ήρθε και άρπαξε τον προφήτη Αββακούμ. Τις έφερε στη Θεσσαλονίκη και τις έβαλε μέσα στην εκκλησία του. Εκείνη τη στιγμή τελείτο μια μεγαλοπρεπέστατη ολονύκτια αγρυπνία και πλήθη Θεσσαλονικέων είχαν συρρεύσει εκεί.
Όταν έμαθαν για τη θαυματουργική διάσωση των πιστών κοριτσιών, όλοι σύσσωμοι δόξαζαν και ανυμνούσαν τον Θεό και τον άγιο Δημήτριο, τον ένδοξο στρατηγό και υπηρέτη του Υψίστου.

2.Το γεγονός ότι οι άγιοι του Θεού ζουν περιβεβλημένοι δόξα μεγάλη και κλέος εν τοις ουρανοίς, το γνωρίζουν οι Ορθόδοξοι χριστιανοί, όχι απλώς με τη λογική τους, αλλά με την αληθινή βοήθεια των αγίων και τις επισκέψεις τους σε ανθρώπους. Πράγματι, οι άγιοι εμφανίζονται κατά περιόδους ώστε οι άνθρωποι να τους δουν και να τους ακούσουν κατά καιρούς, μόνον για να τους δουν ή να τους ακούσουν άλλοτε πάλι, χωρίς να γίνονται ορατοί ούτε ακουστοί, επηρεάζουν τις σκέψεις μας, τις διαθέσεις και τις ενέργειες μας.
Ανάμεσα στα πολλά θαύματα του αγίου Δημητρίου αναφέρεται και το εξής: κάποιος νέος άνδρας ονόματι Ονησιφόρος είχε διοριστεί νεωκόρος στην εκκλησία του αγίου Δημητρίου, στη Θεσσαλονίκη.

Βασικό του καθήκον ήταν να φροντίζει για τα κεριά και τις λαμπάδες. Αυτός όμως άρχισε να κλέβει κεριά, να τα παίρνει στο σπίτι του και υστέρα να τα μεταπωλεί. Του εμφανίστηκε ο ίδιος ο άγιος Δημήτριος και του μίλησε: «Αδελφέ Ονησιφόρε, δεν είναι ευάρεστη σ’ εμένα η ενέργειά σου να κλέβεις τα κεριά. Με αυτή τήν πράξη βλάπτεις άλλους και κυρίως τον εαυτό σου. Σταμάτησέ την και μετανόησε!».
Ο Ονησιφόρος φοβήθηκε, ντράπηκε και πράγματι, για κάποιο διάστημα, σταμάτησε να κλέβει κεριά. Ύστερα όμως από λίγο ξεχάστηκε και ξανάρχισε να κλέβει. Κάποιο πρωί ήρθε ένας επιφανής άνδρας και έφερε μερικά μεγάλα κεριά στον τάφο του αγίου Δημητρίου, τα άναψε, προσευχήθηκε και μετά έφυγε. Ο Ονησιφόρος πλησίασε στα κεριά και άπλωσε το χέρι του με πρόθεση να τα πάρει· εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούστηκε μια φωνή βροντερή, σαν κεραυνός: «Κάνεις τα ίδια πάλι:». Σαν κεραυνόπληκτος ο Ονησιφόρος σωριάστηκε καταγής κι έμεινε αναίσθητος. Αργότερα ήλθε στην εκκλησία ένας προσκυνητής και τον βρήκε έτσι: τον σήκωσε απ’ το δάπεδο και αφού ξαναβρήκε τις αισθήσεις του σιγά-σιγά, ο νεωκόρος διηγήθηκε όλα όσα του είχαν συμβεί. Οι πάντες έμειναν κατάπληκτοι και δόξασαν τον Θεό!

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος»-Οκτώβριος, εκδ. Άθως»

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Επίκληση και ο Καθαγιασμός (Επισκ. +Διονυσίου Λ. Ψαριανού)

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Οκτωβρίου, 2014

«Έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον λατρείαν, και παρακαλούμεν σε και δεόμεθα και ικετεύομεν· κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα.»

(Σου προσφέραμε ακόμα αυτή τη λογική και αναίμακτη λατρεία και σε παρακαλούμε και δεόμαστε και ικετεύουμε· στείλε από ψηλά το Άγιο Πνεύμα σου επάνω σ’ εμάς κι επάνω σ’ αυτά εδώ τα δώρα.)

Η Πεντηκοστή είναι μια γενική σύναξη των μαθητών του Ιησού Χριστού «ομοθυμαδόν έπη τω αυτώ». Τότε ήλθε το Άγιο Πνεύμα κι από τότε για πάντα μένει στην Εκκλησία. Είναι ο «άλλος παράκλητος», που συνεχίζει το έργο του Υιού και «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας». Όταν ο Ιησούς Χριστός, ιερέας και θύμα, τέλεσε την πρώτη θεία Λειτουργία, έλεγε στους μαθητές· «τούτό μου εστί το σώμα…τούτο εστί το αίμα μου,..». Τώρα η εκκλησιαστική λειτουργική σύναξη επαναλαμβάνει διηγηματικά τα θεία λόγια κι ύστερα ζητάει από το Θεό Πατέρα να καταπέμψει το Άγιο Πνεύμα, για να καθαγιάσει τα δώρα της θυσίας. Μετά τον μυστικό δείπνο, η πρώτη Λειτουργία της Εκκλησίας έγινε την ημέρα της Πεντηκοστής, όπου ήλθε το Άγιο Πνεύμα. Από τότε η Λειτουργία του μυστικού δείπνου συνεχίζεται σε κάθε σύναξη των πιστών «ομο­θυμαδόν επί τω αυτώ».

Η ευχή της αναφοράς συνεχίζεται. Όλο και πιό πολύ ανεβαίνοντας σαν τον Μωϋσή, κι αφήνοντας τον εαυτό του να σκεπάζεται μέσα στο θείο γνόφο του μυστηρίου, ο λειτουργός ιερέας λέει· «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, τον σταυρόν, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας..,». Με την ανάμνηση λοιπόν αυτής της σωτήριας εντολής και όλων όσα έγιναν για μας, που είναι ο σταυρός, ο τάφος, η τριήμερη ανάσταση, η ανάληψη στους ουρανούς, η καθέδρα στα δεξιά του Πατέρα, η δεύτερη και ένδοξη πάλι παρουσία .. Η θεία Λειτουργία είναι η ανάμνηση όλου του μυστηρίου της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του κόσμου, που κορυφώνεται στο θάνατο του Υιού, στην ανάσταση και στην ανάληψη, με την προσδοκία της δεύτερης και ένδοξης παρουσίας του Χριστού.

Αλλά ο λόγος της ευχής, καθώς θα πρέπει να το προσέξαμε, μένει ανανταπόδοτος. Ο λειτουργός λοιπόν συνεχίζει τήν ανάγνωση σε υψηλότερο τώρα τόνο· «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα». Σε κάθε καιρό και για όλες τις ευεργεσίες, σου προσφέραμε αυτά τα δώρα, που είναι δικά σου από εκείνα που μας δίνεις εσύ. Τα δώρα για τη θεία Λειτουργία είναι αναφορά και προσφορά του ανθρώπου και όλης της κτίσεως προς το Θεό· η κτίση, που είναι δημιουργία του Θεού, προσφέρεται στο δημιουργό της και πάλι δίνεται από το Θεό στον άνθρωπο, θεία χάρη και δωρεά, για την πνευματική του ζωή, Η θεία Λειτουργία είναι η αποκατάσταση του ανθρώπου και της κτίσεως, που έπεσε κι αυτή μαζί με τον άνθρωπο και εξαιτίας του ανθρώπου. Πριν από την πτώση των πρωτοπλάστων, η ζωή του κόσμου, που δημιουργήθηκε από το Θεό, και μάλιστα του ανθρώπου που είναι συγκεφαλαίωση όλης της δημιουργίας, ήταν μια αληθινή και αδιάκοπη λειτουργία· όλα αναφέρονταν και προσφέρονταν στο Θεό, ως λειτουργία και λατρεία, για να δοθούν πάλι και να χαριστούν από το Θεό στον άνθρωπο, ως θεία χάρη, για την αληθινή και αθάνατη ζωή του ανθρώπου.

Η εκφώνηση του λειτουργού είναι πάλι εδώ μια σχισμή και μια θύρα, που ανοίγεται στο λαό, για να δει, να εισέλθει και να λάβει μέρος στην τελετουργία του μυστηρίου. «Τα σα εκ των σων…» εκφωνεί ο λειτουργός, κι ο λαός αποκρίνεται· «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σοι ευχαριστούμεν Κύριε, και δεόμεθά σου, ο Θεός ημών». Τον ιερότατο αυτό ύμνο του λαού στο πιο κεντρικό σημείο της θείας Λειτουργίας, ένας βυζαντινός τον εξηγεί ως ύμνο προς την Αγία Τριάδα· «Σε υμνούμε, τον Θεό και Πατέρα· σε ευλογούμε, τον Υιό και Λόγο, σε ευχαριστούμε, το Άγιο Πνεύμα». Ο Θεός Πατέρας είναι εκείνος, προς τον οποίο γίνεται η αναφορά· ο Υιός και Λόγος είναι εκείνος, που θυσιάζεται «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας»· το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο, που τελετουργεί τη θυσία της Εκκλησίας. Τα πάντα, και τη θεία Λειτουργία, ενεργεί «ο Πατήρ δι’ Υιού εν ΑγΙω Πνεύματι».

Ο λαός ψάλλει το «Σε υμνούμεν…», και «ο ιερεύς κλινόμενος επεύχεται» και συνεχίζει την ευχή της αναφοράς· «Και κάμε αυτόν τον άρτο τίμιο σώμα του Χριστού σου· κι αυτόν τον οίνο, που είναι μέσα σε τούτο το ποτήριο, τίμιο αίμα του Χριστού σου· αφού τα μεταβάλεις με το Άγιο Πνεύμα σου.» Σ’ αυτή την υπέρτατη στιγμή ο λαός συμμετέχει με τη σιωπή· ο ίδιος ο λειτουργός απαντά και επισφραγίζει το λόγο με το «Αμήν».

Δεν θέλουμε ούτε και μπορούμε να παραθέσουμε εδώ την διδασκαλία των ιερών Πατέρων σχετικά με τον καθαγιασμό και την μεταβολή των τιμίων δώρων. Ο άγιος Ιουστίνος την βλέπει όπως την επέλευση του Αγίου Πνεύματος στην Παρθένο Μαρία και τη σάρκωση του θείου Λόγου. Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τη σχετίζει με την δημιουργία του κόσμου. Αλλά είναι αρκετό να επαναλάβουμε τα λόγια του Καβάσιλα, που συνοψίζουν την πατερική διδασκαλία και εκφράζουν την πίστη της Εκκλησίας. Ο λειτουργός, «το φρικτόν εκείνο διηγησάμενος δείπνον», έπειτα δέεται και ικετεύει να έλθει το Άγιο Πνεύμα και να μεταβάλει τον άρτο και τον οίνο στο σώμα και το αίμα του Ιησού Χριστού. Μετά από αυτές τις ευχές και τα ιερά λόγια, «το πάν της ιερουργίας ήνυσται και τετέλεσται, και τα δώρα ηγιάσθη και η θυσία απηρτίσθη και το μέγα θύμα και ιερείον, το υπέρ του κόσμου σφαγέν, επί της ιεράς τραπέζης οράται κείμενον». Το «ήνυσται και τετέλεσται» είναι φράση από τη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και θέλει να πει πως, μετά την επίκληση, όλα έγιναν και τελείωσαν. Γιατί, καθώς κατηχεί ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων· «ό,τι αγγίζει το Άγιο  Πνεύμα αγιάζεται  και μεταβάλλεται».

Η ευχαριστιακή μεταβολή πραγματοποιείται με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που εκπορεύεται από τον Πατέρα και πέμπεται στον κόσμο από τον Υιό. Έτσι τώρα και στη θεία Λειτουργία, κατά έναν τρόπο, που δεν μπορούμε να τον εκφράσουμε, με την παρουσία και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται στο σώμα και το αίμα του Χριστού, που έλαβε σύσταση «εκ Πνεύματος Αγίου» και γεννήθηκε από την αγία Παρθένο, που απέθανε κι αναστήθηκε κι αναλήφθηκε στον ουρανό και κάθεται «εν δεξιά του Πατρός». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όσα εμείς τώρα θέλουμε να πούμε, τα συνοψίζει στα εξής· «Ο μετά πίστεως βλέπων την μυστικήν τράπεζαν και τον εν αυτή προτιθέμενον άρτον της ζωής, αυτόν ορά τον ενυπόστατον Λόγον του Θεού, σάρκα δι’ ημάς γενόμενον και σκηνώσαντα εν ημίν».

Κλείνοντας, χωρίς βέβαια και να εξαντλήσαμε το θέμα, που δεν εξαντλείται, θέλομε να θίξουμε ένα πρακτικό και τελετουργικό ζήτημα. Πρέπει τάχα να γονατίζει ο λειτουργός κατά την ώρα της επίκλησης και του καθαγιασμού; Παρατηρείται εδώ μια ακαταστασία, ακόμα και μεταξύ του λαού, που πολλοί θαρρούν πως, όταν ακούσουν «Τα σα έκτων σων…», πρέπει να πέσουν στα γόνατα, κι όταν ακόμα είναι Κυριακή. Δεν θέλουμε να επικαλεσθούμε ιερούς κανόνες και κείμενα των ιερών Πατέρων, που ομιλούν ρητά γι’ αυτό το πράγμα, ούτε να στηριχθούμε στη μαρτυρία της εικονογραφίας, γιατί σε καμιά τοιχογραφία δεν βλέπομε να λειτουργούν γονατιστοί οι ιερείς. Αλλά νομίζουμε πως δεν αξίζει να χανόμαστε στα τέτοια. Ως προς τους λειτουργούς η παράδοση είναι «επικεκυφότως ποιείν τον ιερέα την θείαν μυσταγω­γία». Και ως προς το λαό γνωστά είναι τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου, ότι «το όρθιον σχήμα της προσευχής προτιμώντες οι θεσμοί της Εκκλησίας ημάς εξεπαίδευσαν». Ας προσέχουμε λοιπόν σε ό,τι γίνεται εκείνη την υπέρτατη στιγμή κι ας περιορίζουμε όσο πιο πολύ μπορούμε τις κινήσεις μας, που μάλλον μας απασχολούν το πνεύμα και δεν μας αφήνουν απερίσπαστους να δεχθούμε επάνω μας τη θεία χάρη. Γιατί αυτό δέεται και παρακαλεί ο λειτουργός, να έλθει το Άγιο Πνεύμα πρώτα σε όλη τη σύναξη κι ύστερα και στα προκείμενα δώρα· «κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα». Αμήν.

Όλη η Εκκλησία.

«Εξαιρέτως της παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας.»

(Ξεχωριστά για την Παναγία, άχραντη, υπερευλογημένη, ένδοξη κυρία μας Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία.)

Στην αγία Τράπεζα τώρα είναι το σώμα και το αίμα του Κυρίου, και δεν μένει παρά στο τέλος να κοινωνήσουν οι πιστοί, «ώστε γενέσθαι τοις μεταλαμβάνουσιν εις νήψιν ψυχής, εις άφεσιν αμαρτιών, εις κοινώνίαν του Αγίου σου Πνεύματος, εις βασιλείας ουρανών πλήρωμα, εις παρρησίαν την προς σε, μη εις κρίμα ή εις κατάκριμα». Η ευχή, που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι απευθύνεται προς το Θεό Πατέρα, στο σημείο αυτό εδώ κάνει λόγο για τα αποτελέσματα της θείας Κοινωνίας· το σώμα και το αίμα του Κυρίου να γίνουν σ’ εκείνους που μεταλαβαίνουν για την ειρήνη της ψυχής τους, για την άφεση των αμαρτιών τους, για να λάβουν τις δωρεές του Αγίου σου Πνεύματος, για να πάρουν θέση στη βασιλεία των ουρανών, για να έχουν παρρησία ενώπιον σου κι όχι για να αμαρτήσουν και να κατακριθούν. Δηλαδή το ευχαριστια­κό μυστήριο δεν είναι το ίδιο ένα τέλος, αλλά ένα μέσον για μια πνευματική πραγματικότητα μεγαλύτερη από τα μυστήρια, «ων μετάσχοντες», καθώς γράφει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, «την ζωοποιόν και αγιαστικήν δύναμιν του Χριστού εισδεχόμεθα».

Η ευχή της αναφοράς συνεχίζεται και μετά την επίκληση και τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων. Αλλά τώρα σε κάποιο άλλο τόνο και, θα λέγαμε, προς άλλη κατεύθυνση. Έως εδώ η ιεροτελεστία είχε μια κίνηση ανοδική· τώρα έχουμε την αίσθηση πως αρχίζουμε σιγά-σιγά να κατεβαίνουμε. «Τελούμε τη θεία Λειτουργία για όλους τους Αγίους της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και για κάθε ψυχή δικαίου ανθρώπου, που πέθανε με πίστη.»

Στο σημείο αυτό η ευχή είναι σαν ένα προσκλητήριο της Εκκλησίας, στο οποίο είναι παρόντες όλοι οι Άγιοι της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Για να δείξει, γράφει ο Θεόδωρος επίσκοπος Ανδίδων, «ότι ένας είναι ο Θεός, και εκείνων και τούτων, εκείνος που ευαρεστήθηκε προαιώνια να κάνει τούτο το μυστήριο· όλοι, και εκείνοι κι εμείς, με το δικό του τραύμα γιατρευτήκαμε και για όλους μας χύθηκε το αίμα του.» Στις στρατιωτικές τελετές, όταν γίνεται προσκλητήριο των πεσόντων, ένας φωνάζει με τη σειρά τα ονόματα κι ένας άλλος απαντά· «Απών έπεσεν υπέρ πατρί­δος». Αλλά στην Εκκλησία δεν υπάρχουν απόντες, γιατί δεν υπάρχουν νεκροί. Ο ίδιος ό Ιησούς Χριστός το βεβαιώνει ότι «ουκ εστίν ο Θεός, Θεός νεκρών, αλλά ζώντων». Ένας άλλος ερμηνευτής της θείας Λειτουργίας λέει εδώ τα εξής·  η θεία Λειτουργία είναι πρόσκληση και σύναξη όλων των Αγίων στο δείπνο και το τραπέζι του Χριστού.

«Εξαιρέτως της Παναγίας, αχράντου…», ξεχωριστά της άχραντης Παναγίας. Η χαμηλόφωνη ανάγνωση του λειτουργού τώρα γίνεται ηχηρή εκφώνηση, ξεχωρίζοντας την υπεραγία Θεοτόκο και δίνοντας σ’ αυτή την πρώτη θέση μέσα σε όλους τους Αγίους. Η ύπεραγία Θεοτόκος κατά το ανθρώπινο είναι η ρίζα αυτής της θυσίας. Στη θεία Ευχαριστία κοινωνούμε το σώμα και το αίμα, που από αυτήν πήρε ο ενανθρωπήσας θείος Λόγος· η σάρκα του Κυρίου είναι σάρκα της Θεοτόκου, κι ας μη σκανδαλισθεί κανείς μ’ αυτό τον τολμηρό λόγο, γιατί δεν είναι δικός μας, αλλά του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου. Η μητέρα του Χριστού είναι και δική μας μητέρα, αφού εμείς είμαστε αδελφοί του Υιού της, καθώς εκείνος καταδέχεται να μας ονομάζει αδελφούς του. Η παρθένος Μαρία είναι η «κεχαριτωμένη» και η «ευλογημένη εν γυναιξί», καθώς την ονόμασε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, και το «Θεοτόκος» είναι η βάση της Ορθοδοξίας. Η τρίτη οικουμενική Σύνοδος εδογμάτισε ότι ομολογούμε πως η αγία Παρθένος είναι Θεοτόκος, γιατί πραγματικά ο θείος Λόγος σαρκώθηκε κι έγινε άνθρωπος, που «εκ πνεύματος Αγίου» κυοφορήθηκε μέσα της και γεννήθηκε απ’ αυτήν.

Στο «Εξαιρέτως…» αποκρίνεται ο λαός και συμμετέχει ενεργότερα στην ιεροτελεστία· ο χορός ψάλλει το «Άξιον εστίν…», που είναι ένας από τους επίσημους ύμνους της θείας Λειτουργίας.            Ο χορός ψάλλει τον ύμνο της Θεοτόκου κι λειτουργός συνεχίζει να διαβάζει χαμηλόφωνα την ευχή της αναφοράς. Η Εκκλησία απονέμει, τιμή στους Αγίους και τους έχει πρεσβευτές προς το Θεό και προστάτες της ζωής των πιστών. Αλλά το μνημόσυνο των Αγίων στη θεία Λειτουργία είναι κι αυτό μια έκφραση ευχαριστίας στο Θεό· γιατί, καθώς εξηγεί πάλι ο Καβάσιλας, οι Άγιοι είναι αφορμή στην Εκκλησία για να ευχαριστεί τον Θεό. Γι’ αυτούς λοιπόν ευχαριστεί τώρα στη θεία Λειτουργία…Και δεν εύχεται γι’ αυτούς ο ιερέας, αλλ’ αυτός έχει ανάγκη να στηρίζεται στις δικές τους ευχές.

Η ευχή της αναφοράς και της ευχαριστίας προς τον Θεό Πατέρα συνεχίζεται, κι ο λειτουργός περνάει τώρα στη μνημόνευση όλων των κεκοιμημένων· τους μνημονεύει έναν, έναν με τα ονόματά τους, και τελειώνει· «και ανάπαυσέ τους, Θεέ μας, όπου λάμπει το θείο και ανέσπερο φως σου». Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει εδώ τα εξής· «Δεν νομοθετήθηκε από τους Αποστόλους στην τύχη, να μνημονεύονται δηλαδή στη θεία Λειτουργία εκείνοι που έφυγαν· ήξεραν ότι γίνεται σ’ αυτούς πολύ κέρδος και πολλή ωφέλεια. Γιατί, όταν στέκεται ολόκληρο εκκλησίασμα και υψώνει τα χέρια του μαζί με όλους τους ιερείς, κι όταν επάνω στην αγία Τράπεζα είναι η φρικτή θυσία, πώς λοιπόν, όταν για όλους αυτούς παρακαλούμε, δεν θα μας ακούσει ο Θεός;». Ύστερα από τους κεκοιμημένους έρχονται οι ζώντες, ο κλήρος και ο λαός, όλη η καθολική Εκκλησία, και τελευταία οι πολιτικοί άρχοντες, στα χέρια των οποίων είναι η ειρήνη και η ασφάλεια του λαού. Η ειρήνη και η πολιτική και κοινωνική ευστάθεια στον κόσμο είναι η παντοτινή προσευχή της Εκκλησίας.

Στην ερμηνεία της θείας Λειτουργίας ο Καβάσιλας γράφει· «Διά των μυστηρίων η Εκκλησία σημαίνεται». Ο λόγος του Αποστόλου, ότι η Εκκλησία είμαστε «σώμα Χρίστου και μέλη εκ μέρους», είναι η πραγματικότητα στη θεία Λειτουργία· εκεί φαίνεται τι είναι πραγματικά η Εκκλησία, ως το σώμα του Χριστού, στο οποίο ο καθένας από εμάς είμαστε ένα μέλος. Το μνημόνευμα των Αγίων, των κεκοιμημένων και των ζώντων, αμέσως μετά τον καθαγιασμό είναι ένα γενικό προσκλητήριο της Εκκλησίας. Μέσα στο άγιο δισκοπότηρο είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού και οι μερίδες των Αγγέλων και των Αγίων, των κεκοιμημένων και των ζώντων και όλων όσοι είμαστε στη σύναξη και όλων των πιστών σ’ όλο τον κόσμο. Στη μέση όλων, στα δεξιά του Χριστού η υπεραγία Θεοτόκος, την οποία ξεχωριστά μνημονεύει ο Λειτουργός· «Εξαιρέτως της παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας». Αμήν.

(Επισκ. +Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 3337-352)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

To εγκώμιο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στον Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλήτη.

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Οκτωβρίου, 2014

Αρχιμ. Εφραίμ Ξηροποταμηνού

«Εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου ο Θεός, λίαν εκραταιώθησαν αι αρχαί αυτών».

Με αυτόν τον στίχον του Δαβίδ αρχίζει ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Γρηγόριος ο Παλαμάς το εγκώμιό του στον Μυροβλύτη άγιο, που σαν Μεγαλομάρτυς ανήκει και αυτός στις «αρχές», δηλαδή στην ηγεσία των Αγίων και Φίλων του Θεού.

«Εγώ με πολλή τιμή περιβάλλω τους φίλους σου, Θεέ μου, μεγάλη εξουσία και παρρησία έχουν εκείνοι που προεξάρχουν μεταξύ τους», θα λέγαμε κι εμείς σήμερα, δίνοντας όμως στα ίδια αυτά λόγια του Προφητάνακτος πολύ πιο ευρύ περιεχόμενο. Διότι για μάς Φίλοι του Θεού είναι και οι δύο Άγιοι, και ο εγκωμιάζων και ο εγκωμιαζόμενος, αλλά ακόμη και οι φίλοι των Φίλων του Θεού, ο φιλάγιος και Παναγιώτατος Ποιμενάρχης κύριος Παντελεήμων με το ευλαβές του ποίμνιο, που με τον θείο ζήλο τους για την τιμή και τον έπαινο των όντως μεγάλων Αγίων της Αποστολικής Μητροπόλεως δεν παύουν από του να επισύρουν άθελα επάνω τους τον δίκαιο έπαινο και την αγάπη της στρατευόμενης αλλά και της θριαμβευούσης Εκκλησίας του Χριστού.

Ο λόγος του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίο πρέπει σήμερα να παρουσιάσουμε ανταποκρινόμενοι σε τιμητική πρόσκληση του Παναγιωτάτου, πρέπει, σύμφωνα με εσωτερικά τεκμήρια, να εκφωνήθηκε από τον Άγιο σε ένα από τα έτη της αρχιερατείας του στη Θεσσαλονίκη, κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου και μάλιστα μετά το Ευαγγέλιο της πανηγυρικής Θείας Λειτουργίας μέσα στον πάνσεπτο τούτο ναό, και αποτελεί άριστο δείγμα του εορταστικού εγκωμιαστικού λόγου, στο οποίο ανήκει.

«Ο μεν πόθος μάς παρακινεί να μιλήσουμε ανάλογα με τη δύναμή μας, και η περίσταση απαιτεί τον επίκαιρο λόγο, και το οφειλόμενο χρέος βιάζοντας μας δεν μάς αφήνει να θαυμάσουμε άνευ λόγων το υπέρ λόγον μεγαλείο του Μάρτυρος», λέγει κάπου στην αρχή του λόγου του ο Άγιος.

Η μακρά παράδοσις του εορτασμού της μνήμης του Αγίου Δημητρίου στην Θεσσαλονίκη φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο τυπικό, το οποίο εγνώριζε καλά ο Άγιος Γρηγόριος, μια και είχε ζήσει αρκετό διάστημα σ’ αυτήν, ακόμη και πριν αρχιερατεύσει. Αυτό το τυπικό φαίνεται ότι καθόριζε το περιεχόμενο της ομιλίας του, και αυτό τον κάνει να αισθάνεται λίγο περιορισμένος.

Θα ήθελε ίσως, παίρνοντας μόνον αφορμή από τον Μάρτυρα, να επιμείνει σε πνευματικά θέματα, όμως είναι υποχρεωμένος να αναφέρει, όπως κάθε χρόνο, τα απαραίτητα, μα πασίγνωστα πια μαρτυρολογικά στοιχεία, πράγμα που τον κάνει να σκεφθεί λίγο και την δυνατότητα της σιωπής.

Τελικά όμως, όπως φαίνεται στην συνέχεια, καταφέρνει να τα συγκεράσει όλα, και αγιολογία και ηθική διδασκαλία και θεολογία και ρητορεία και ερμηνευτική, σε έναν αριστοτεχνικό εγκωμιαστικό λόγο, απόλυτα ισορροπημένο και απαλλαγμένο από το πολύ σύνηθες σε τέτοια έργα στοιχείο της υπερβολής.

Θα ήταν μάταιο, νομίζουμε, μέσα στα πλαίσια μιας σύντομης ομιλίας να επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε έστω και εν περιλήψει ολόκληρο τον ειρμό και το περιεχόμενο του λόγου. Όσο για λογοτεχνική ανάλυση και αξιολόγηση, που οπωσδήποτε ξεφεύγει τις δυνατότητες μας, αρκούμεθα να εκφράσουμε ευλαβικά το θαυμασμό μας για τα «κάλλη του φθέγματος» του θείου Γρηγορίου του Παλαμά που του προσετέθησαν από τη θεία Πρόνοια, για να διατυπώσει επάξια «τα βάθη του Πνεύματος» που «εξεζήτησε» και αυτός, όπως ακριβώς και ο συνώνυμος του Θεολόγος. Ας μάς επιτραπεί λοιπόν να μεταφέρουμε κατ’ εκλογήν ορισμένες μόνο από τις βασικές τοποθετήσεις του λόγου παρατρέχοντας τα πάμπολλα  ευρήματα και τούς βιβλικούς παραλληλισμούς, που ίσως μόνο μια δόκιμη μετάφραση θα μπορούσε να αποδώσει.

Ήδη εκ προοιμίων, αλλά και πολύ συχνά στη μετέπειτα ροή του λόγου, ο Άγιος Γρηγόριος επιμένει στα πολλαπλά χαρίσματα της αγιότητος του Δημητρίου. Η μετά ευχαριστίας αποστέρηση της κατά κόσμον ευτυχίας και δόξης τον κατατάσσουν μεταξύ των δικαίων, με τους οποίους όμως συγκρινόμενος —και μάλιστα με τον Ιώβ— βρίσκεται πολύ ανώτερος. Αξιώθηκε και προφητικής χάριτος, όπως φαίνεται από τους λόγους του προς το Νέστορα, που ευλαβικά μάς διέσωσε η παράδοση: «Και τον Λυαίον νικήσεις και υπέρ Χριστού μαρτυρήσεις». Η προ του μαρτυρίου Ιεραποστολική του δράσις στη Θεσσαλονίκη από την επίσημη μάλιστα θέση του υπάτου, αλλά και η μετά θάνατον δια των θαυμάτων του Αγίου μεταστροφή ολοκλήρου της πόλεως στο Χριστιανισμό είναι μάρτυρες της αποστολικής χάριτος και αξίας που του εδόθη. Η παρθενία του και η άμεμπτη προ του μαρτυρίου ζωή του τον κατατάσσουν αυτοδικαίως και στις τάξεις των όσιων. Η «σπουδή της σοφίας» και «η περί λόγους παιδεία», που τον κοσμούσαν σαν ανώτατο αξιωματούχο του κράτους, του δίδουν το χρίσμα του διδασκάλου. Μάλιστα στον «ωρατίωνα», τον κοντό εκείνο αγορευτικό μανδύα που φορούσαν στους ώμους οι Ρωμαίοι αξιωματούχοι, και στον υπατικό δακτύλιο του, που μετά το μαρτύριό του άρχισαν να θαυματουργούν στα χέρια του Λούπου, ο Γρηγόριος δεν κρύβει πώς βλέπει κάποιο συμβολισμό της «μυστικώς δεδομένης διδασκαλικής αξίας και προεδρίας». Μόνη η ορατή Ιεροσύνη του λείπει φαίνεται να υπονοεί η φράση: «…μόνος ή πάνυ μετ’ ολίγων τα πάντα τελεί». Ιδιαίτερα στο θέμα της παρθενίας του Αγίου Δημητρίου επανέρχεται πολλές φορές ο παρθένος και μοναχός Παλαμάς, το ειδικό όμως αυτό θέμα έχει έξαντλήσει ολόκληρο συνέδριο που διοργανώθηκε μέσα στον Ιερό τούτο χώρο.

Με τη σειρά μας θα λέγαμε πως η συνάντηση αυτή όλων των γνωρισμάτων της αγιότητος σε ένα και το αυτό πρόσωπο είναι χαρακτηριστικό όλων των άλλων Αγίων της Εκκλησίας μας. Και για να μην πάμε πολύ μακριά, ο βίος του ίδιου του μεγάλου Παλαμά, τον αποδεικνύει όχι μόνον όσιο και διδάσκαλο και Ιεράρχη, αλλά και προφήτη και απόστολο και μάρτυρα τη προαιρέσει. επαληθεύεται και πάλι το ότι μόνον ένας μεγάλος μπορεί να καταλάβει και παινέσει επάξια έναν μεγάλο.

Ένα άλλο κεντρικό σημείο του λόγου είναι ο παραλληλισμός του Αγίου  Δημητρίου με τον Χριστό, η επισήμανση δηλαδή στο πρόσωπο του Μεγαλομάρτυρος ενός «τύπου Χριστού μετά Χριστόν», αν είναι δυνατόν να λεχθεί κάτι τέτοιο. Το στοιχείο αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Βέβαια για κάθε άγιο ισχύει το του Αποστόλου Παύλου: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Στον Άγιο Δημήτριο όμως όλα τα βιογραφικά στοιχεία με αφορμή και αφετηρία τη λόγχευση της πλευράς συντείνουν σε μία όχι μόνο μυστική, αλλά και εξωτερική εξεικόνιση του Χριστού στο πρόσωπό του: Το νεανικό της ηλικίας, η παρθενία, η διδασκαλική δράση που επιστεγάζεται από το εκούσιο μαρτύριο, η τετρωμένη πλευρά που γίνεται πηγή μύρου και ιάσεων, ο εξιλαστικός χαρακτήρας που παίρνει το μαρτύριο του Αγίου υπέρ μιας ολοκλήρου πόλεως είναι στοιχεία που πολύ νωρίς επεσημάνθησαν και ίσως πήραν τις ανάλογες λατρευτικές προεκτάσεις, ενώ μεταγενέστερα επί του αγίου Συμεών αποκρυσταλλώνονται πλέον λειτουργικά και υμνογραφικά σε ακολουθίες και ύμνους σαν αυτούς που ακούγονται ιδιαίτερα κατά τους όρθρους όλης αυτής της εβδομάδος μέσα στον εφέστιο τούτο του Μεγαλομάρτυρος .

Ειδικά, ο Άγιος Γρηγόριος, εκτός από την εφαρμογή ορισμένων χριστολογικών χωρίων και τύπων της Παλαιάς Διαθήκης που κάνει στον Άγιο Δημήτριο, αναφερόμενος και στην πολλαπλή λόγχευση της πλευράς του, την θεωρεί αναπλήρωση των «υστερημάτων των θλίψεων του Χριστού» κατά τον Απόστολο Παύλο, η οποία γίνεται από τους Αγίους υπέρ του Σώματος Του που είναι η Εκκλησία.

«Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς». Τα ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία του μάρτυρος και το σύντομο μαρτύριό του θέτουν πάντοτε σε δοκιμασία την φιλοπράγμονα διάθεση των περί τα συναξαριακά ενασχολούμενων ευλαβών, όπως ακριβώς και εκείνου του Αγιορείτη ασκητή Βιταλίου, που αναφέρεται στις διηγήσεις των θαυμάτων του Αγίου. Να η απορία του, όπως την συνοψίζει ο αφηγητής του θαύματος Σταυράκιος: «Αφού τόσο σύντομος ήταν ο μαρτυρικός αγώνας του και ακαριαίο το μαρτύριό του και μόνη η πλευρά του επλήγη, τι ήταν αυτό που του προεξένησε την τόση αφθονία των μύρων;» Υπάρχουν πολλοί μάρτυρες που και περισσότερα και δριμύτερα και πιο μακροχρόνια βάσανα υπέμειναν και παρθένοι ήσαν και ίσως να ετελειώθησαν και με λόγχευση της πλευράς κατά μίμησιν του Χριστού. Τι είναι εκείνο που ανέδειξε μεγαλομάρτυρα και οικουμενικό θαυματουργό τον Δημήτριο;

«Επί τω Δημητρίω ακραιφνώς τα πάντα συνέδραμον» σπεύδει να απαντήσει ο ρητορικότατος Σταυράκιος, προτού διηγηθεί το σχετικό θαύμα που έπεισε τελικά στην πράξη τον Βιτάλιο. Στο σημείο αυτό ο θείος Γρηγόριος αισθάνεται ότι έχει να πει περισσότερα. Και εδώ μόνος αυτός μπορεί να καταλάβει και να ερμηνεύσει τον Μάρτυρα βάσει της δικής του εμπειρίας. Να λοιπόν πώς εξηγεί αυτός εκείνο το «ακραιφνώς» του Σταυρακίου: «Γιατί ούτε στο νου του, λέγει, δεν καταδέχθηκε ποτέ να βάλει (ο Άγιος) κάτι από τα μη θεοσεβή, ούτε ξεκίνησε να κάνει καμιά πράξη όχι θεάρεστη. Αλλά αφού φύλαξε αμίαντη στον εαυτό του τη Θεία Χάρη του κατά Χριστόν βαπτίσματος, είχε πάντοτε το θέλημά του σύμφωνο με τον νόμο του Κυρίου». Και λίγο πιο κάτω: «(Ο Δημήτριος) ήταν ωραίος, όχι μόνον κατά τον έξω αισθητό άνθρωπο, αλλά πολύ περισσότερο κατά τον εσωτερικό και αόρατο, τον οποίο βλέποντας ο καρδιογνώστης Θεός τόσο αιχμαλωτίσθηκε από το νοερό κάλλος του, ώστε να ευδοκήσει να σκηνώσει μέσα σ’ αυτόν και να αποτελέσει ένα πνεύμα με αυτόν, και ξεκινώντας από εκεί να τον κάνει ολόκληρο θείο».

Ο Δημήτριος δηλαδή είχε φθάσει διά της νήψεως ήδη και προ του μαρτυρίου στην τελειότητα και στη θέωση και έτσι, κατά την ανεξερεύνητη βουλή του Θεού, δε χρειαζόταν παρά ένα σύντομο μαρτύριο, με το οποίο σαν άλλος πνευματικός στάχυς θα θεριζόταν, για να συναχθεί στις ουράνιες αποθήκες. Τα φοβερά βασανιστήρια από τα όποια έπρεπε να περάσουν άλλοι μάρτυρες υποβασταζόμενοι από την Χάρη του Θεού, για να δοκιμασθεί έτσι και να ατσαλωθεί η προαίρεσή τους, δεν χρειαζόταν στον Δημήτριο, γιατί αυτός, όπως λέγει ο θείος Παλαμάς «πριν ή γνώναι το κακόν, έξελέξατο το αγαθόν». Με την νηπτική εργασία, η οποία ήταν θεοδίδακτος, είχε καταστεί τόσο τέλειος κατά την προαίρεση, ώστε ο πειράζων, μη βλέποντας καμμιά πιθανότητα επιτυχίας, μετά τον πρώτο ανιχνευτικό πειρασμό του σκορπιού, δεν τόλμησε να επιστρέψει από φόβο μήπως πολλαπλασιάσει τους στεφάνους του Μάρτυρος.

Όλα αυτά βέβαια δεν αναφέρονται επί λέξει στο εγκώμιο και ας μάς συγχωρήσει ο Άγιος Γρηγόριος! Πιστεύουμε όμως πως διερμηνεύουμε εκείνα στα οποία αυτός δεν μπόρεσε να επεκταθεί περιορισμένος από την περίσταση και «σχήμα του λόγου», όπως λέγει. Στον περίφημο όμως δεύτερο λόγο του στα Εισόδια, που συνέγραψε μέσα στο οικείο περιβάλλον της ησυχίας του Αγίου Όρους, μάς δίνει ένα άλλο πιο εκτεταμένο παράδειγμα αυτού του είδους της «Νηπτικής ερμηνείας».

Εξηγεί δηλαδή ο μύστης της Θεοτόκου Γρηγόριος ότι εκείνο που έκανε την Παρθένο άξια να γίνει Μητέρα του Θεού ήταν η τελειότητα της προαιρέσεως της, στην οποία έφθασε διά της νήψεως και της Ιεράς ησυχίας στο διάστημα της παραμονής της μέσα στον Ναό.

«Πολιά δε έστιν φρόνησις άνθρώποις και ηλικία γήρως βίος άκηλίδωτος». Ένα πολύ χαρακτηριστικό γνώρισμα της αγιότητος του Δημητρίου, το οποίο φαίνεται να υπογραμμίζει ιδιαίτερα ο Άγιος Γρηγόριος, είναι το νεαρόν της ηλικίας του. Τον ονομάζει «νεανίαν απαλόν», «νέον έτι κομιδή» και «στεφανίτην έκ ου». Το γεροντικό του φρόνημα όμως τον έκανε διδάσκαλο και εμψυχωτή όχι μόνον του Νέστορος, του οποίου την νεότητα και ο ίδιος ο Μαξιμιανός λυπήθηκε αλλά και πάντων των «εύσεβεΐν αίρουμένων», οι οποίοι ασχέτως ηλικίας κατέφευγαν στην υπόγεια εκείνη στοά, όπου δίδασκε ο Μάρτυς και η οποία γι’αυτό τον λόγο, όπως υποστηρίζει ο Άγιος, έδωσε το όνομα «Καταφυγή» στον ναό της Θεοτόκου που αργότερα κτίστηκε επάνω της.

«Αγαθόν ανδρί όταν άρη τον ζυγόν αυτού εκ νεότητος αυτού». Απόδειξη ο Δημήτριος, ο Νέστωρ, ο ίδιος ο Παλαμάς. Η νεότητα έχει λαμπρά παραδείγματα προς μίμηση. Οι μεγαλύτεροι ας μην σπεύδουμε πάντοτε να προδικάζουμε το νεανικό ενθουσιασμό. Χρειάζονται ισχυρά αντίδοτα, για να καταπολεμηθεί η σημερινή γενική δηλητηρίαση. Η αγιότητα, η θυσία, το μαρτύριο είναι τα μόνα ικανά να μεταμορφώσουν τον κόσμο. Η Εκκλησία θεμελιώθηκε με το αίμα του Χριστού πάνω στους τάφους και τα λείψανα των Μαρτύρων. Χωρίς θυσία, αδύνατη η αλλαγή και η μεταμόρφωσις.

Αλλά ας επανέλθουμε στα λόγια του Παλαμά: «Μου έρχεται, λέγει, να πω για τον Δημήτριο εκείνο που λέγει ο θείος Παύλος για τον Χριστό: Αποδεικνύει την αγάπη του σ’ εμάς ο Μέγας Δημήτριος με το ότι ενώ ήμασταν ακόμη ασεβείς, αυτός «κατά καιρόν υπέρ ασεβών απέθανε» , κατά χάριν βέβαια και μίμησιν του Δεσπότου του. Και ολόκληρη η πόλις αύτη «κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου αυτού»6.

Και συνεχίζει αντιδιαστέλλοντας την πρώην ειδωλολατρική και ασεβή Θεσσαλονίκη με το περίφημο κέντρο της Βυζαντινής ευσέβειας που αυτός γνώριζε, τους μεγάλους και περικαλλείς ναούς του, την πολυθρύλητη ευλάβεια των κατοίκων του, τα μύρα και τα θαύματα του Άγιου Δημητρίου που σαν ποταμός πλημμύριζαν την οικουμένη.

Ιερή νοσταλγία καταλαμβάνει την κάθε ευλαβική ψυχή διαβάζοντας αυτές τις γραμμές του θείου Γρηγορίου. Άδειες σήμερα οι μαρμάρινες μυροδόχες λεκάνες στην κρύπτη του μαρτυρίου του…

Τα θραυσμένα πήλινα «κουτρούβια» του μύρου, αρχαιολογικά ευρήματα μέσα στις βιτρίνες…

Αποξενωμένος από την θεία λατρεία ο αρχικός χώρος του μαρτυρίου και του τάφου του… Ισχνή η ακοή των θαυμάτων του… Αναμφίβολα, πολλούς Δημητρίους χρειάζεται σήμερα η Θεσσαλονίκη, για να την «καταλλάξουν» πάλι με τον Θεό. Ένα νέο είδος ειδωλολατρίας την καταδυναστεύει.

Τι φταίει; Ας μάς επιτραπεί λίγη ακόμη αγιολογική φιλοπραγμοσύνη. Γιατί στην Αίγινα, στα νησιά του Ιονίου και άλλου διαλαλούνται καθημερινά τόσα θαύματα; Σε τι υστερεί ο δικός μας άγιος; Η αίτια πρέπει να βρίσκεται σε μας. Εκείνος έκανε και συνεχίζει να κάνει ό,τι υπαγορεύει η αγάπη της θείας ψυχής του διά της υπέρ των Θεσσαλονικέων ικεσίας του προς Θεόν. Εκείνος επέτυχε να του δοθεί η άδεια να επιστρέψει στους συμπατριώτες του. Μοναχικός μάς περιμένει ώρες ατελείωτες κάθε μέρα στη λάρνακά του να έλθουμε να του εκμυστηρευθούμε ευλαβικά τους πόνους και τα αιτήματά μας. Ο σεπτός ποιμενάρχης κάνει κι αυτός το χρέος του. Ακολουθώντας την προτροπή που κάνει στο τέλος του λόγου του ο εν αγίοις προκάτοχός του Γρηγόριος και μιμούμενος τον επίσης προκάτοχό του Άγιο Συμεών «πολυπλασιάζει» την πανηγύρι στον Μεγαλομάρτυρα και προσπαθεί με κάθε μέσο να ενισχύσει την ευλάβεια του ποιμνίου του προς αυτόν. Σε μάς απομένει να τον ακολουθήσουμε.

 

Και διά να καταλήξουμε την ομιλία μας πάλι με τους λόγους του Αγίου Γρηγορίου, ας παρακαλέσουμε να αξιωθούμε, με την προς Θεόν Ικεσία και πρεσβεία του αγίου ένδοξου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, και «της ατελεύτητου των σωζομένων πανηγύρεως εν ουρανοίς, ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις συν τώ ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

ΤΕΥΧΟΣ 5  Σεπτέμβριος – Οκτωβριος 1989

1. Ομιλία εκφωνηθείσα στον Ι. Ναό του Αγίου Δημητρίου στην Θεσσαλονίκη στις 23-10-1984

2. Μετάφρασις της ομιλίας στυής έχουν πρόσφατα δημοσιευθή στα βιβλία:

Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά, Άπαντα τα έργα, τ. 11, σ. 163 κ. εξ., Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας 79, Θεσσαλονίκη 1986.

Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Λόγοι: α) Εις τα Εισόδια της Θεοτόκου β) Εις τον Άγιον Δημήτριον. Έκδοσις Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου, Άγιον Όρος 1987, σ. 55 κ.εξ. (“…μεταγλωτισθείς εις το απλούν υπό ανωνύμου”).

3. Βλ. Ι. Φουντούλη, “Μεγάλη Εβδομάς” του Αγίου Δημητρίου, Κείμενα Λειτουργικής 17, Θεσσαλονίκη 1979

4. βλ. Ιωακείμ ‘Ιβηρίτου, Ιωάννου Σταυρακίου, Λόγος είς τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου, Μαχεδονιχά τ. 1, θεσσαλονίκη 1940, σ. 351 κ. εξ.

5. πρβλ. Ρωμ. ε’ 6

6. πρβλ. Ρωμ. ε’ 10

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η τιμή του Αγίου Δημητρίου στους Σλάβους,Βουλγάρους και Ρώσους.

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Οκτωβρίου, 2014

῾Η παραδοσιακὴ ἁγιολογικὴ φιλολογία γνωρίζει τρία εἴδη ἔργων ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἀθλοφόρο Δημήτριο, ὅπως παρατήρησε καὶ ὁ F. Halkin. ῾Η ἁγιολογικὴ φιλολο­γία περι­λαμβάνει Μαρτύρια (Passiones), Θαύματα (Miracula), καὶ ᾿Εγκωμιαστικοὺς Λόγους (Laudationes). Στὰ ἔργα αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ προσθέσουμε ὄχι μόνο τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους ἀλλὰ καὶ τὰ θρησκευτικὰ λαϊκὰ ἄσματα.

Οἱ πηγὲς αὐτὲς εἶναι πλούσιες σὲ ὑλικὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο φαίνεται ὄχι μόνο ἡ εὐρεία διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δη­μητρίου στὸν ἑλληνικὸ χῶρο, ἀλλὰ καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς Σλά­βους. ῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου εἶναι γνωστὴ καὶ στὴ Δύση.

᾿Απὸ ἕνα Μαρτύριο ποὺ γράφηκε ἀπὸ ἀνώνυμο συγ­γραφέα, ἔχουμε ὑλικὸ ἀναγόμενο στὰ τέλη τοῦ πέμπτου ἢ ἀρχὲς τοῦ ἕκτου αἰώνα. Στὸ Μαρτύριο αὐτὸ ὑπάρχουν πλη­ροφορίες ποὺ ἀναφέρονται στὴν κοινωνικὴ ζωὴ τῆς Θεσσα­λονίκης καὶ στὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Οἱ ἱστο­ρικοὶ στέκονται μὲ ἐνδιαφέρον στὸ κείμενο αὐτὸ γιατὶ βρί­σκουν ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες, ποὺ διαφωτίζουν πλευ­ρὲς τῆς Θεσσαλονίκης ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρουν.

Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ περιέχουν θρύλους καὶ μιλοῦν γιὰ τὰ θαύματα τοῦ ῾Αγίου, ἀποτελοῦν βασικὴ πηγὴ γνώσεως τῆς ῾Ιστορίας τῶν Σλάβων καὶ τῶν Βουλγάρων. Τὸ ὑλικὸ τῶν βιβλίων αὐτῶν ἀποτέ­λε­σε ἀντικείμενο ἔρευνας ἐπειδὴ ἀπ᾿ αὐτὰ (τὰ βιβλία) πληρο­φορούμαστε γιὰ τὴ στρατιωτικὴ ὀργάνωση, τὴν τοπο­γρα­φία τῆς πόλεως, ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὸν τεχνικὸ πολε­μικὸ ἐξ­οπλισμὸ στὴ Βαλκανική. Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” εἶναι τρία. Τὸ πρῶτο γράφηκε ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσ­σαλο­νί­κης ᾿Ιωάννη στὰ τέλη τοῦ ἕκτου ἢ ἀρχὲς τοῦ ἑβδόμου αἰώ­να. ᾿Απο­τελεῖται ἀπὸ δέκα τρεῖς διδακτικοὺς λόγους καὶ δι­αι­­ρεῖται σὲ δέκα πέντε κεφάλαια. Τὸ δεύτερο βιβλίο ἀποτε­λεῖται ἀπὸ ἕξι διαλέξεις, ποὺ κάθε μία διηγεῖται κι ἕνα θαῦ­­μα. ῾Ο συγ­γραφέας τοῦ βιβλίου αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀκόμη γνω­στός. Πιθα­νότατα πρόκειται γιὰ κληρικό. Κατὰ τὶς νεό­τερες ἐκδοχὲς ὁ συγγραφέας τοῦ δευτέρου αὐτοῦ βιβλίου εἶναι δυ­νατὸν νὰ εἶναι ὁ ἐπίσκοπος ᾿Ιωάννης, ποὺ πῆρε μέρος στὴν ἕκτη Οἰ­κουμενικὴ Σύνοδο τὸ 680 στὴν Κων­σταντινούπολη, ἐπὶ Κων­σταντίνου Πωγωνάτου.

Μὲ τὸ συγ­γραφέα τοῦ βι­βλί­ου αὐτοῦ ἀσχολήθηκαν ὁ G. Byei, ὁ Th. Tafel, ὁ E. Murelt καὶ ὁ V. Laurent. Τὸ τρίτο βιβλίο τῶν “Θαυμάτων” εἶναι ἔργο μετα­γενέστερο τοῦ δεκάτου αἰώνα, καὶ δὲν ἐνδιαφέρει ἰδιαίτερα τοὺς Σλάβους ἱστορικούς.

Τὰ “Θαύματα” τοῦ ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης παρ­έχουν πληροφορίες γιὰ τὶς σλαβικὲς ἐπιδρομὲς καὶ γιὰ τὴν κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση. Οἱ πληροφορίες ποὺ παρέχουν τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” συμπληρώνονται κι ἀπ᾿ ἐκεῖνες τοῦ Παρισινοῦ 1517 ὑπὸ τὸ ὄνομα ᾿Ιωάννης, ἀρχι­επίσκοπος Θεσσαλονίκης. Μὲ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτὸ κεί­μενο ἀσχολήθηκε ἰδιαιτέρως ὁ P. Lemerle, ὁ ὁποῖος τελικῶς ἐξ­έδω­σε τὸ κείμενο ἐκ τοῦ κώδικα. ᾿Εκτὸς ἀπὸ τοὺς παραπάνω ἐρευνητές, μὲ τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” καὶ τὴ χρονολό­γη­ση τῶν σλαβικῶν ἐπιδρομῶν, ἀσχολήθηκαν ὁ O. Tafrali, ὁ H. Gelzer, ὁ F. Uspenski, ὁ I. Burmov, ὁ St. Maslev καὶ ἄλλοι. ᾿Απὸ τοὺς ἡμετέρους ἀξίζει νὰ ἀναφέ­ρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Ε. Χρυσουλόπουλου, καὶ προσφάτως τοῦ Παναγιώτη Χρήστου.

Γιὰ τὴ διάδοση καὶ ἑδραίωση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων καὶ εἰδικότερα μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἰδιάζουσα σημασία ἔχουν ὁ Βίος τοῦ Κυρίλλου καὶ τοῦ Μεθοδίου, ἕνας Κανόνας στὸν ἅγιο Δημήτριο, γραμ­μένος ἀπὸ τοὺς δύο Θεσσαλονικεῖς ἀδελφούς, καὶ ἕνα ᾿Εγ­κώμιο τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ᾿Αχρίδος.

Μεταγενέστερη ἐπεξεργασία τῶν “Θαυμάτων” καὶ τοῦ ἀρχαίου Μαρτυρίου ποὺ ἀναφέραμε, ἔγινε ἀπὸ τὸν ᾿Ανα­στά­σιο Βιβλιοθηκάριο τὸν ἔνατο αἰώνα, πρὸς χάρη τοῦ Φράγκου αὐτο­κράτορα Καρόλου Calvus στὴ λατινική. ῾Η ἐπεξεργα­σία αὐτὴ τοῦ ᾿Αναστασίου εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Δύση. ᾿Επίσης τὰ κεί­μενα τοῦ Συμεὼν Μεταφραστῆ (10ος αἰ.), τοῦ Νικήτα, ἀρ­χιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (12ος αἰ.), τοῦ ᾿Ιωάννου Σταυ­ρακίου (13ος αἰ.), τοῦ Κωνσταντίνου ᾿Ακροπολίτου (13ος – 14ος αἰ.), τοῦ Συ­μεών, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (15ος αἰ.) καὶ τοῦ Μάρ­κου Εὐγενικοῦ (15ος αἰ.), συμπληρώνουν τὶς πληροφορίες τῶν “Θαυμάτων”. ᾿Ιδιαίτερα ἐνδιαφέρουσες εἶναι οἱ πληροφορίες τοῦ Νικήτα Χωνιάτη, τοῦ Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, τὸ ἐπί­γραμμα τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος, τὰ νομίσματα καὶ οἱ σφραγίδες, καὶ τέλος ἕνας ἀπόκρυφος Βίος καὶ δύο Λόγοι τοῦ Γρηγορίου Τσαμπλάκ. Τὰ παραπάνω κείμενα, μαζὶ μὲ τὶς σφραγίδες καὶ τὰ νομίσματα, διαφωτίζουν τὴν περίοδο τῆς δημιουργίας τοῦ Δευτέρου Βουλγαρικοῦ Κράτους, σὲ σχέ­ση μὲ τὸ σφετερισμὸ τοῦ ἁγίου ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους. Πλού­­σιες ἐπίσης παραδόσεις βρίσκει ὁ ἐρευνη­τὴς καὶ στὰ ἔργα ἐκεῖνα ποὺ ἀναφέρονται στὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Ρωσία.

᾿Απὸ τὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ μᾆς πληροφοροῦν γιὰ τὴν εὐρεία διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ῾Αγίου στὸ σλαβικὸ κό­σμο καὶ ἰδιαίτερα μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἐγείρονται ὁρι­σμένα προ­βλήματα. Τὰ προβλήματα ἀναφέρονται στὶς σχέ­σεις Σλάβων καὶ ῾Ελλήνων κατὰ τὴ μακρὰ περίοδο ἀπὸ τὸν 6ο ἕως τὸν 15ο αἰώνα. Εἰδικότερα γιὰ τοὺς Βουλγά­ρους πρέπει νὰ ἀνα­­φερθοῦμε καὶ στὴν περίοδο τῆς τουρκο­κρατίας, κατὰ τὴν ὁποία ἀσκεῖ μεγάλη ἐπίδραση ὁ “Θησαυ­ρός” τοῦ Δαμασκη­νοῦ Στουδίτου (16ος αἰ.) μεταξὺ τῶν Σλάβων, ὅπως ἐπίσης καὶ στὰ λοιπὰ φιλολογικά τους κεί­μενα.

Οἱ πληροφορίες ποὺ παρέχουν οἱ ἀρχαιότερες πηγὲς καὶ οἱ ὁποῖες ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὴν ἀρχαιολογικὴ σκα­πάνη καὶ τὴν ἔρευνα, δὲν ἀφήνουν σήμερα καμμιὰ ἀμφιβο­λία περὶ τῆς καταγωγῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ τὴ Θεσ­σαλονίκη, στὴν ὁποία γεννήθηκε γύρω στὸ 280 μ.Χ. καὶ στὴν ὁποία μαρτύρησε κατὰ τὸν μεγάλο διωγμὸ τοῦ Διο­κλητιανοῦ.

Οἱ πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι ἡ λαμπρὰ καὶ ἐπιφανὴς πό­λη τῆς Μακεδονίας, ἡ κορυφὴ τῆς Θεσσαλίας, ἡ “ὑπεριδρυμέ­νη καὶ ὑπερέχουσα πάσης ἄλλης”, ἡ Θεσσαλονίκη, εὐτύ­χησε νὰ εἶναι ἡ γενέτειρα τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Σ᾿ αὐτὴν τὴν πόλη γεννήθηκε καὶ ἀναγεννήθηκε μὲ τὸ θεῖο λουτρὸ τοῦ βαπτί­σματος. Εὐθὺς ἀμέσως, ἔχοντας καὶ τὸ χάρισμα τοῦ λόγου, ἐμφανίζεται καὶ διδάσκει στοὺς Θεσσαλονικεῖς. Διδά­σκει ὄχι μὲ φόβο, ὅπως ἀναφέρουν οἱ πηγές, μήπως τὸν καταγ­γεί­λουν καὶ συλληφθεῖ ἢ μήπως χάσει τὸ ὑψηλό του ἀξίωμα, μὲ τὸ ὁποῖο τὸν περιβάλλει ἡ ρωμαϊκὴ πολι­τεία, ἀλλὰ εὐ­θαρσῶς. Διδάσκει ὄχι τὴ νύκτα στὶς γωνίες κρυ­πτό­μενος, ἀλλὰ τὴ μέρα “εὐπαρουσιάστως μηδεμίαν ἀνθρω­πί­νην δόξαν λογι­ζόμενος”.

Στὴ διδασκαλία του ὁ Δημήτριος εἶναι γλυκύς, ἑλκυ­στικός, πειστικότατος. Διαλύει τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων· ἀπο-κρούει τὶς κακοδοξίες, ἀνοίγει τὸ δρόμο πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο ἴδιος ἐπισφραγίζει τὴ ζωή του μὲ τὴ θυσία του. ῾Ομολογεῖ μὲ θάρρος τὴν πίστη του μπροστὰ στὸν ἔκπληκτο Μαξιμιανό· ὑπομένει ἀγογγύστως τὰ πρῶτα βασανιστήρια καὶ τέλος δέχεται τὸ μαρτύριο “χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος”, διότι καταξιώνεται νὰ διωχθεῖ ὑπὲρ τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας του. Προσφέρει τὴν πλευρά του καὶ χύνει τὸ αἷμα του, μιμούμενος ἔτσι τὸ πάθος τοῦ Χρι­στοῦ. ᾿Απὸ τὴ λογχισμένη πλευρά του τρέχει αἷμα, μὲ τὸ ὁποῖο ποτίζει τὸ ἀγλαόκαρπο δένδρο τῆς ᾿Εκ­κλησίας.

῾Η ὕπαρξη ναοῦ ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὴν πρώϊμη Κωνστάντεια ἐποχή, μαρτυρεῖ γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ ἀπέδιδαν οἱ Θεσσαλονικεῖς στὸν συμπατριώτη τους μάρτυρα. ᾿Αργότερα ὁ ἔπαρχος τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ Λεόντιος, ἀφοῦ θεραπεύτηκε ἀπὸ βαρειὰ νόσο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Δημητρίου, ἀνήγειρε ναὸ πρὸς τιμὴ τοῦ μάρτυρα γύρω στὰ 412-413.

῾Ο δοξάσας τὸν Θεὸ ἀντιδοξάζεται ἀπ᾿ Αὐτόν. ῾Ο λύ­χνος δὲν κεῖται πολὺ ὑπὸ τὸν μόδιο, ἀλλὰ τοποθετεῖται “ἐπὶ τῇ λυχνίᾳ” γιὰ νὰ λάμπει καὶ φωτίζει πρὸς πᾆσα κατεύ­θυν­ση. ῎Ετσι συνδέεται μὲ τὴ γενέτειρά του, τὴ Θεσσαλο­νίκη, μὲ τὰ προβλήματα τοῦ ῾Ελληνισμοῦ καὶ ἀποβαίνει ὑπέρμα­χος τῆς ᾿Ορθοδοξίας. ᾿Ακόμη πολὺ γρήγορα ἡ τιμή του δια­δίδεται στὸν κόσμο τῶν Σλάβων συνδεόμενη ἰδιαι­τέρως μὲ τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς Ρώσους. ῎Ετσι, ἡ ἐπί­δραση τῶν ῾Ελλήνων ἐπὶ τῶν Σλάβων διὰ τοῦ ἁγίου Δημη­τρίου, εἶναι μεγάλη.

῏Ηταν φυσικὸ ὁ ἅγιος Δημήτριος νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴν πόλη στὴν ὁποία γεννήθηκε καὶ στὴν ὁποία μιμήθηκε μὲ πά­θος τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ. Οἱ Θεσσαλονικεῖς κατα­φεύ­γον­τας στὸ “θεοπάροχο” μνῆμα του, τὸν περικαλῆ ναό του, παρα­καλοῦσαν τὸν μεγαλομάρτυρα συμπατριώτη τους νὰ πρεσβεύ­ει στὸ Θεὸ γιὰ τὴν σωτηρία τους.

Σπανίως ἅγιος συνέδεσε τὴ μνήμη του τόσο πολὺ μὲ τὶς περιπέτειες καὶ ἀγωνίες τῆς πατρίδος του, ὅσο ὁ ἅγιος Δημήτριος. Στὶς ἀλλεπάλληλες ἐπιθέσεις τῶν Σλάβων καὶ ᾿Α­βάρων, ᾿Αράβων καὶ Βουλγάρων, ὁ ἅγιος Δημήτριος πρω­τ­α­γω­νιστεῖ καὶ προστατεύει τὴν πόλη του ἀπὸ τοὺς ἐπι­δρο­μεῖς. Βαρβαρικὲς φάλαγγες ἐπιτίθενται κατὰ καιροὺς μὲ μα­νία. ῾Ως ἄμμος τῆς θαλάσσης, ἀναφέρουν οἱ πηγές, ἐμφα­νί­ζονται οἱ ἐχθροί. Καταλαμβάνουν περιοχὲς τῆς Θρά­κης καὶ τῆς Μακεδονίας. Πλησιάζουν μὲ ἀκάθεκτη ὁρμὴ πρὸς τὴ Θεσ­σαλονίκη, κυριεύουν φρούρια καὶ προάστεια τῆς πόλεως. Πάνοπλοι οἱ ἐχθροὶ προετοιμάζονται γιὰ τὴν τελικὴ ἔφοδο κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ κάτοικοι ζητοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου βοήθεια. Παρακαλοῦν τὸ Θεὸ μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Δημητρί­ου νὰ μὴν πέσουν στὰ χέρια τῶν ἀλλοπίστων. ῎Εφιππος τότε ἐμφανίζεται ὁ ῞Αγιος, διατρέχοντας τὰ τείχη, καὶ συν­τρίβει μὲ δόρυ τοὺς ἐπιτιθε­μένους. Τὰ σχέδια τῶν ἐχθρῶν ματαιώνονται. ῾Ο Θε­ὸς τοῦ Δημητρίου διατηρεῖ τὴν πόλη “ἀτάραχον” καὶ “ἄτρω­τον”. Οἱ Θεσσαλονικεῖς δέχονται τὴ σωτηρία τους “θεόθεν”.

Σ᾿ ἄλλες περιπτώσεις, κρίσιμες γιὰ τὴν πόλη, ὁ ἅγιος Δημήτριος ἀποδεικνύεται ἐπίσης προστάτης. ᾿Απαλ­λάσσει ἀπὸ λιμοὺς καὶ ἀσθένειες τὴν πόλη του καὶ τὴ διατηρεῖ “ἐν εὐ­ταξίᾳ”.

᾿Απὸ μεταγενέστερες ἱστορικὲς πηγές, ὁ ἅγιος Δη­μή­τριος παρουσιάζεται νὰ θρηνεῖ ὅταν ἡ πόλη πέφτει στὰ χέ­ρια τῶν ᾿Αγαρηνῶν. ᾿Αποκαλεῖ τὴ Θεσσαλονίκη “πόλιν του”. “῾Εάλω μοι ἡ πόλις” λέγει θλιμμένος στὸν ἅγιο ᾿Αχίλ­λειο, “ἑάλω μοι παραδοθεῖσα εἰς ἀφανισμόν. Βεβήλωταί μοι ὁ να­ός· κατεπατήθη τὰ ἱερὰ ποσὶ βεβήλοις”.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἀποβαίνει γιὰ τοὺς Θεσσαλο­νι­κεῖς “ἀκριβὴς φρουρός”, φύλαξ ἄυπνος, τεῖχος ἄσειστο κατὰ τῶν βαρβάρων, φιλόπολις καὶ κηδεμών, πολιοῦχος καὶ προϊστά­μενος. ῾Η Θεσσαλονίκη ἀναδεικνύεται μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς πρεσβεῖες τοῦ μεγαλομάρτυρος, “θεοφύλακτος”, “θεοφρούρητος”, “θεόσωστος”.

᾿Αργότερα σὲ μέρες χαλεπές, σὲ στιγμὲς κρίσιμες γιὰ τὴν πόλη, οἱ πνευματικοὶ αὐτῆς ὁδηγοί, παρότρυναν τοὺς Θεσ­σαλονικεῖς νὰ θυμοῦνται τὶς εὐεργεσίες τοῦ μάρτυρος καὶ νὰ μιμοῦνται τὸ βίο του· νὰ ἀσκοῦνται στὴν ἀρετή, γιὰ νὰ ἔ­χουν τὸ θάρρος, ὑψώνοντας τὴ φωνή τους, νὰ ἀναφωνοῦν· “῾Ο Θεὸς τοῦ Δημητρίου βοήθει ἡμῖν”.

῾Ο τάφος τοῦ μάρτυρος μεταβάλλεται μὲ τὸν καιρὸ σὲ θαυματοφόρο τόπο. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γίνεται χορηγὸς ἀγα­θῶν. Πολλοὶ ποὺ προστρέχουν μὲ πίστη, λαμβάνουν τὴ θερα­πεία τους ἀπὸ νόσους, ἐνῶ ταυτόχρονα, εὐαγγελίζονται τὴν παρουσία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἅγιος Δημή­τριος ἀπο­βαίνει γιὰ ὅλους τοὺς πιστοὺς “σῖτος τῶν πει­νόντων”, “ἰα­τρὸς τῶν ἀσθενῶν”, “λυτρωτὴς τῶν αἰχμα­λώ­των”, “μεσίτης”.

Αὐτοκράτορες ὅπως ὁ ᾿Ιουστινιανὸς καὶ ὁ Μαυρίκιος, πιστεύουν ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ κράτους θὰ ἦταν βεβαία, ἂν εἶχαν καὶ τὴν προστασία τοῦ ἁγίου Δημητρίου, διὰ τῆς πα­ρ­ουσίας μέρους τῶν ἁγίων λειψάνων του. Ζητοῦν εὐλαβικὰ μέ­ρος τῶν λειψάνων του, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Δημήτριος δὲν τὸ ἐπι­­τρέ­πει, γιατὶ θέλει τὸ λείψανό του νὰ διατηρηθεῖ ἀκέ­ραιο. ῎Αλλοι ἀποδίδοντας τὶς νίκες τους κατὰ τῶν ἐχθρῶν στὸν ῞Αγιο, τὸν τιμοῦν μὲ δωρεές, ὅπως ὁ ᾿Ιουστινιανὸς Β¢, ἢ μὲ ἐπιγράμματα καὶ ἀφιερώματα, ὅπως ὁ ᾿Ισαάκιος Β¢ ὁ ῎Αγγελος, ἐνῶ μεταφέρεται ἡ εἰκόνα του στὴν Κωνσταντι­νούπολη γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῆς πόλεως. Πλῆθος ναῶν ἀνε­γείρονται πρὸς τιμὴν τοῦ ῾Αγίου καὶ πολλὲς εἰκόνες ἀνευ­ρί­σκονται σ᾿ ὅλα τὰ μέρη τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας “ὑπο­μνήματα ζήλου” πρὸς τὸν μάρτυρα.

Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Φραγκοκρατίας, ἂν καὶ τὸ ἔ-θνος παρουσιάζει σημεῖα κάμψεως καὶ μελανὰ σύννεφα ἐμ­φανίζονται στὸν ὁρίζοντα, δημιουργοῦνται νέες τάσεις, ποὺ συντελοῦν στὴ δημιουργία τοῦ Νέου ῾Ελληνισμοῦ. Τὶς τάσεις αὐτὲς τὶς βρίσκουμε καὶ στὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ ἀφιερώ­νον­ται στὸν ἅγιο Δημήτριο, γιὰ νὰ ὑπογραμμισθεῖ, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος κόσμησε τὴν ῾Ελλάδα μὲ νίκες καὶ δόξασε τοὺς ῞Ελληνες. ῾Ελλάδα γιὰ τὸ Νικόλαο Καβάσιλα εἶναι ὅλη ἡ αὐτοκρα­τορία καὶ ῞Ελληνες οἱ κάτοικοι αὐτῆς.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἐμψυχώνει τοὺς ῞Ελληνες κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας. Αὐτὸ διαπιστώνεται ἀπὸ τὴν πίστη τῶν ῾Ελλήνων, ὅπως ἀποτυπώνεται στὰ μετα­βυ­ζαντινὰ κείμενα, στὰ ὁποῖα βρίσκουμε τὰ αἰτήματα τῶν ῾Ελ­λήνων γιὰ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοὺς ᾿Αγαρηνούς. ῾Ο ἅγιος Δημή­τριος ἐμπνέει καὶ τοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ 1821 στὸν τιτάνιο ἀγώνα τους κατὰ τῶν Τούρκων. ῾Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης θεωροῦσε τὸν ἅγιο Δημήτριο προστάτη του. Τέλος, δὲν εἶναι τυχαῖο καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου τοῦ 1912, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ πολιούχου της.

Τὰ γεγονότα ποὺ παραθέτουν οἱ πλούσιες πηγὲς ἀπο­δεικνύουν ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἀπέβη προστάτης ὄχι μόνο τῆς πατρίδας του ἀλλὰ καὶ τῆς χώρας ἁπάσης, ἁπάν­των τῶν ῾Ελλήνων καὶ τῆς ῾Ελλάδος. Τὸ δέκατο τέταρτο αἰώνα, σύμ­φωνα μὲ τὰ λεγόμενα τοῦ Νικολάου Καβάσιλα ἀλλὰ κι ἄλλες πηγές, ὅπως ἔδειξαν ἄλλοι ἐρευνητὲς τῆς περιόδου αὐτῆς, ἡ αὐτοκρατορία εἶναι πλέον ῾Ελληνική. Οἱ κάτοικοί της ῞Ελ­ληνες. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι ῞Ελλην.

Κατὰ τὶς πλούσιες πηγὲς ὁ ἅγιος Δημήτριος δὲν ὑπῆρ­ξε μόνο προστάτης καὶ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς “χώρας ἁπάσης”, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀποφασιστικὸς πολέμιος τῶν αἱρέσε­ων καὶ διδάσκαλος τῆς ᾿Ορθοδοξίας.

῾Ο καθαρὸς καὶ ἄμεμπτος βίος του, τὸ διδακτικό του χάρισμα, μὲ τὸ ὁποῖο κήρυττε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ διέλυε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ συνέτριβε τὶς αἱρετικὲς κακοδο­ξίες, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ “χριστομίμητο” μαρτύριό του, ἀπε­τέλεσε γιὰ τοὺς ὑπέρμαχους τῆς ᾿Ορθοδοξίας, πηγὴ ἐμπνεύ­σεως. ᾿Εγκωμιαστὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὑπεύθυνοι ποιμε­ν­άρχες, ἀντιμετωπίζοντας πολλὲς καὶ ποικίλες αἱρέσεις, ποὺ συγκλόνιζαν τὴν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης, ἔθεταν στὸ στόμα τοῦ μάρτυρος τὴν ὀρθὴ τῆς ᾿Εκκλησίας διδασκαλία. ῎Ετσι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐμφανίζεται παρὼν σὲ μεταγενέστερες ἐποχές, πολὺ μετὰ τὸ μαρτυρικό του θάνατο, ν᾿ ἀντιμετωπίζει θεολογικὲς καὶ χριστολογικὲς αἱρέσεις, ἐνῶ ταυτόχρονα διετύπωνε τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀλή­θεια, ὅπως αὐτὴ εἶχε διατυπωθεῖ στὶς Οἰκουμενικὲς Συν­όδους. ῎Αλλοτε πάλι, ὑμνογράφοι ὅπως ὁ Ρωμανὸς ὁ Με­λω­δὸς καὶ ἄλλοι, ἔχοντας ὑπόψη τους τὸ φωτεινὸ παρά­δειγμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὸ βίο του καὶ τὸ μαρ­τύριό του στοιχεῖα πρὸς καταπολέ­μηση φοβερῶν γιὰ τὴν ἐποχή τους κακοδοξιῶν. ᾿Αργότερα οἱ φωτιστὲς τῶν Σλά­βων Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, Θεσσα­λονικεῖς ῞Ελληνες ἀδελ­φοί, μετα­φέροντας τὴ λαμπάδα τῆς πίστεως στὴ Μοραβία καὶ ἀντιμετωπίζοντας πολλαπλὲς δυ­σκολίες, ἔστρεφαν νοσταλ­γικὰ τὰ βλέμματά τους πρὸς τὸ ναὸ τοῦ Δημητρίου γιὰ νὰ ἀν­τλήσουν δύναμη καὶ θάρρος. ῎Ετσι μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ῾Αγίου συμπα­τριώτη τους, οἱ δύο ἀδελφοὶ κρα­τοῦσαν ψηλὰ τὸ λάβαρο τῆς ᾿Ορθοδοξίας ποὺ κινδύνευε ἀπὸ τοὺς Λατίνους. Κατὰ τὸ 14ο αἰ., ὅταν ἡ ᾿Ορθοδοξία ἀ­γω­νιζόταν κατὰ τοῦ σχολα­στικισμοῦ, ἡσυχαστὲς πατέρες, μὲ πρῶτο τὸν ἅγιο Γρηγό­ριο τὸν Παλαμᾆ, ἀρχιεπίσκοπο Θεσ­σαλονίκης, ἀπέδιδαν στὸ μεγαλομάρτυρα μοναχικὲς ἀρετὲς γιὰ νὰ ἐξάρουν τὸν ὀρθόδοξο μοναχισμὸ καὶ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ποὺ βάλλονταν ἀπὸ τοὺς σχολαστικούς.

Διδάσκαλο καὶ προφήτη ἀποκαλεῖ τὸν ἅγιο Δημή­τριο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, ἐπειδὴ δίδαξε τὴν ὀρ­θόδοξη πίστη καὶ ἐνέπνευσε τοὺς διδασκάλους τῆς πίστεως. Κήρυκα τῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ᾿Ορ­θοδοξίας ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ἐνῶ ὁ ἅγιος Νι­κόδημος ὁ ῾Αγιορεί­της τὸν ἀποκαλεῖ καταλύτη τῶν αἱρέ­σεων.

῾Η Θεσσαλονίκη, δεύτερη πόλη μετὰ τὴν Κωνσταντι­νούπολη, ἀναπτύχθηκε σὲ πολιτιστικὸ κέντρο στὰ Βαλκά­νια. Οἱ Σλάβοι, ἐρχόμενοι σὲ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ῞Ελληνες, εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ δημιουργήσουν “μιὰ δεύτερη Θεσσαλονί­κη” μὲ ἀνάλογες παραδόσεις ποὺ ὑπῆρχαν στὴν πόλη τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

Τὰ δύο βιβλία τῶν “Θαυμάτων” ποὺ περιγράφουν τὶς ἐπιδρομὲς τῶν ᾿Αβαροσλάβων, ἐμφανίζουν τὸν ἅγιο Δημή­τριο πρωταγωνιστή, ἐπεμβαίνοντα καὶ σώζοντα τὴν πατρίδα του. ῾Η πεποίθησις αὐτὴ ποὺ καλλιεργήθηκε καὶ βιώθηκε ἀπὸ τὸ λαό, γινόταν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καὶ πίστη τῶν Σλά­βων ἐπιδρομέων. Οἱ πόλεμοι κατὰ τῶν ῾Ελλήνων καὶ ἡ ἐπέμ­βαση τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὑπὲρ τῆς πατρίδος του, ἔπαιρ­ναν χαρακτήρα θρησκευτικό. Οἱ Σλάβοι μὲ τὶς ἐπιδρομές τους κατέστρεφαν ναοὺς καὶ ἐπέφεραν φοβερὲς δηώσεις. Οἱ χρι­στιανοὶ ἐπικαλούμενοι πρῶτα τὸ Θεὸ καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, συνέβαλαν στὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς θρησκείας μεταξὺ τῶν Σλάβων καὶ φυσικὰ τῆς τιμῆς τοῦ ῾Αγίου. Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” μιλοῦν γιὰ περιπτώσεις μεμονωμένων Σλάβων ποὺ ἀσπάσθηκαν τὴ χρι­στιανικὴ θρησκεία, τιμών­τας στὴ συνέχεια τὸν μάρτυρα Δη­μήτριο.

῾Η διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων, πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἔγινε καὶ σὲ ὁμαδικὲς περι­πτώσεις. ῞Οσοι κάτοικοι εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ ἀπὸ τὸν Χα­γᾆ­νο κατὰ τὸν δεύτερο σλαβικὸ πόλεμο καὶ μεταφέρ­θη­καν στὴν Παννονία δὲ λησμόνησαν τὴν πίστη τους. ῞Ολοι αὐτοὶ μετέδιδαν καὶ τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴν Παννο­νία καὶ στὴ Δαλματία. Στὸ Σίρμιο, στὰ μέσα τοῦ 11ου αἰ., ὑπῆρχε μοναστήρι στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐνῶ στὶς σερβι­κὲς χῶρες ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται ἐκκλη­σίες καὶ μονα­στή­ρια στὸ ὄνομά του. ᾿Απὸ τὶς περιοχὲς αὐτές, ἡ τιμὴ τοῦ μάρ­τυρος μεταδόθηκε ἀργότερα καὶ στοὺς Μαγυάρους. ᾿Απὸ ἱστο­ρικοὺς λέγεται ὅτι οἱ Σλάβοι ποὺ ἡττήθηκαν στὸ Στρυ­μό­να ἀπὸ τὸν ᾿Ιουστινιανὸ Β¢, εἶχαν ἀκούσει γιὰ τὴν προ­στα­σία τοῦ ἁγίου Δημητρίου πρὸς τοὺς πατριῶτες του, τοὺς Θεσσαλονικεῖς. Στὶς ἀγαθὲς ἐπι­δράσεις τῶν ῾Ελλήνων ἐπὶ τῶν Σλάβων καὶ στὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρί­ου μεταξὺ αὐτῶν, ἀναφέρεται καὶ ὁ ᾿Ιωάννης Καμενιάτης.

Τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων ἑδραίωσαν οἱ δύο ῞Ελληνες Θεσσαλονικεῖς ἀδελφοί, Κύριλ­λος καὶ Μεθόδιος. ᾿Απὸ τὸ Βίο τοῦ Μεθοδίου καταφαίνεται ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὸν ἅγιο συμπα­τριώ­τη τους. Στὸ 15ο κεφάλαιο τοῦ Βίου τοῦ Μεθοδίου ἀνα­φέ­ρεται ὅτι ὁ Μεθόδιος ἀφοῦ συμπλήρωσε τὸ ἔργο τῆς μετα­φράσεως τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, “ἀπέδωκεν εἰς τὸν Θεὸν τὴν κατ᾿ ἀξίαν δόξαν καὶ τιμήν, διότι ἐχάρισε αὐτῷ τὴν χάριν καὶ τὴν δύναμιν τούτου”. ᾿Επίσης “μετὰ τοῦ κλήρου αὐτοῦ ἐτέλεσε τὴν θείαν λειτουργίαν πανηγυρίσας τὴν μνή­μην τοῦ ἁγίου Δημητρίου”.

Στοὺς δύο ἀδελφοὺς ἀποδίδεται ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς καὶ ἕνας Κανόνας στὸν ἅγιο Δημήτριο. Στὴν ἐνάτη ὠδὴ τοῦ Κα­νόνος ἐκφράζεται μὲ ὡραιότατο λυρικὸ τρόπο ἡ νο­σταλγία τῶν δύο ἱεραποστόλων γιὰ τὴν πατρίδα τους, τὴ Θεσσαλο­νίκη. ᾿Απὸ τὸ περιεχόμενο τοῦ Κανόνα φαίνεται, ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ διαδίδοντας τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημη­τρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων ἐνεφάνιζαν αὐτὸν ὄχι μόνον ὡς ἅγιο προστάτη τῆς πόλης, ἀλλὰ καὶ ὡς “ἥλιον” ποὺ μὲ τὴν ὀρθόδοξη διδα­σκαλία του κατεφώτισε τοὺς ἀνθρώπους, δια­λύοντας κάθε πλάνη. ᾿Επίσης στὸν Κανόνα ἐπαναλαμβά­νε­ται ὅτι ὁ ῞Αγιος ὑπῆρξε πρόμαχος τῆς ῾Αγίας Τριάδος, δι­δασκαλία ποὺ δὲ στερεῖται σημασίας, ἀφοῦ ὅλα τὰ ἀρ­χαῖα Μαρτύρια θέλουν τὸν ἅγιο Δημήτριο διδάσκαλο τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Οἱ δύο ἱεραπόστολοι τῶν Σλάβων, διαδί­δοντας τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ μορφώνοντας ὀρθόδοξα τὸ λαὸ ἀντι­μετώπιζαν πολλὰ προβλήματα. ᾿Απὸ τὴ μιὰ πλευρὰ ἔπρεπε νὰ ξεπεράσουν τοὺς ἀντιφρονοῦντες στὸ τριαδικὸ δόγμα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τοὺς Λατίνους ποὺ ὑποστήριζαν τὴν προσθή­κη τοῦ Filioque στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι οἱ δύο ἀ­δελ­φοὶ εἶχαν ὑποστεῖ δει­νὰ ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς “τριγλωσ­σίας”. Γνωρίζοντας ὅμως ὅτι οἱ πηγὲς καὶ τὰ ἐγκώμια πρό­βαλλαν τὸν ῞Αγιο ὡς διδάσκαλο καὶ ὑπέρ­μαχο τῆς ᾿Ορθο­δο­ξίας, ἦταν φυσικῶς ἑπόμενο νὰ συνεχίσουν τὴν παράδοση. Νὰ διδάξουν δηλ. καὶ στοὺς Σλάβους ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν ὑπέρμα­χος τῆς ῾Αγίας Τριάδος καὶ τῆς ᾿Ορθοδόξου πί­στεως.

Στὸν Κανόνα δὲν παραλείπεται ἀκόμη νὰ τονισθεῖ ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν πολὺ ὀνομαστὸς μεταξὺ τῶν βαρ­βάρων καὶ μάλιστα ἐκείνων ποὺ εἶχαν ἐπιτεθεῖ κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης. ᾿Αργότερα ὁ Νικόλαος Καβάσιλας θὰ τονίσει σὲ ἐγκώμιό του ὅτι ὁ συμπατριώτης του ἔπειθε ὅλους, ῞Ελ­ληνες καὶ βαρβάρους, μὲ τὴ διδασκαλία του. ᾿Εὰν λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι ὁ Καβάσιλας δὲν ἀναφέρεται μόνο στὴν ἐπο­χὴ ποὺ ἄκμασε ὁ ῞Αγιος, ἀλλὰ σ᾿ ὅλη τὴ δημι­ουρ­γηθεῖσα παράδοση ποὺ θέλει τὸν ἅγιο Δημήτριο διδάσκα­λο τῆς ᾿Ορ­θοδοξίας καὶ ἐπίσης ὅτι ὁ μεγάλος αὐτὸς θεολό­γος χρησι­μοποιεῖ τὰ ὀνόματα “῞Ελλην” καὶ “῾Ελλάς” μὲ ἐθνικὴ πιὰ σημασία, καὶ μὲ τὴ λέξη “῾Ελλάς” ἐννοεῖ ὁλόκληρη τὴν αὐτο­κρατορία, βάρβαροι εἶναι ὅλοι οἱ κατὰ καιροὺς ἐχθροὶ τῶν ῾Ελλήνων καὶ συνεπῶς καὶ οἱ Σλάβοι.

Εἰδικότερα, στὴ Βουλγαρία ἡ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τῶν ἁγίων Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου. ῾Ο ἡγεμόνας τῶν Βουλγά­ρων Βόρις, καθὼς ἦταν διορατικὸς καὶ ἱκανός, διέβλεπε ὅτι ἡ θρησκεία τῶν συμπατριωτῶν του ἐκπροσωποῦσε τὸ σκότος, ἐνῶ ἡ χριστιανικὴ θρησκεία τὸ πνευματικὸ φῶς. Γνωρίζον­τας ἐπίσης ὅτι οἱ γύρω του πολιτισμένοι λαοὶ ἦταν χριστια­νοί, ἀποφάσισε ν᾿ ἀσπασθεῖ τὴ χριστιανικὴ πίστη. ῎Ετσι πί­στευε ὁ Βόρις πὼς μποροῦσε ἡ χώρα του νὰ εἰσέλθει στὸν κύκλο τῶν πολιτισμένων λαῶν. ῾Ωστόσο φο­βοῦνταν μήπως ἡ νέα θρησκεία ἀποβεῖ γιὰ τοὺς Βουλγά­ρους ἀμφίστομο μα­χαίρι. Πίστευε δηλ. ὅτι ἐνῶ θὰ μποροῦσε μὲ τὴ νέα θρη­σκεία νὰ συνενώσει τοὺς πρωτοβουλγάρους καὶ Σλάβους, ταυτόχρονα ζοῦσε μὲ τὴν ἀγωνία μήπως ἀπο­δεχόμενος τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, θὰ ἐξυπηρετοῦνταν τὰ συμφέροντα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.

῾Η δημιουργία τοῦ Βουλγαρικοῦ κράτους εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ γεγονότα τῆς μεσαιωνικῆς ἱστορίας. Σπουδαῖο ρόλο στοὺς στόχους καὶ τὶς ἐπιδιώξεις τοῦ Βόρι­δος διεδραμάτισε ὁ Κλήμης, ἐπίσκοπος ᾿Αχρίδος. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ διδασκάλου του Μεθοδίου τὸ 885, ὁ Κλήμης ἐπέστρεψε στὴ Βουλγαρία καὶ βρῆκε τοὺς ὁμοφύλους του σὲ κρίσιμη κατάσταση. Τὸ Βουλγαρικὸ ἔθνος εἶχε ἤδη δεχθεῖ τὸ Χριστιανισμὸ πρὶν ἀπὸ εἴκοσι χρόνια (864). ῾Η διάδοση ὅμως τῆς νέας θρησκείας προχωροῦσε μὲ βραδὺ ρυθμό. Αἰ­τία τῆς βραδύτητας αὐτῆς ἦταν ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ἡ ἔλ­λειψη βιβλίων γραμμένων στὴ βουλγαρικὴ γλῶσσα.

῾Ο Κλήμης ἐργάστηκε μὲ ζῆλο καὶ ἀπέκτησε 3500 μα­θητές. Διέδωσε τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀνήγειρε ναούς, καὶ ἵ­δρυσε σχολεῖα. Μεταξὺ τῶν ἔργων τοῦ Κλήμεντος δια­σώζε­ται μέχρι σήμερα καὶ ἕνα ᾿Εγκώμιο στὸν ἅγιο Δημή­τριο. ᾿Απὸ τὸ κείμενο αὐτό, ποὺ χαρακτηρίζεται κείμενο μεγάλης ἱστορικῆς σημασίας, φαίνεται ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγί­ου Δημη­τρίου εἶχε διαδοθεῖ μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἀφοῦ ἐν ὀνό­μα­τι τοῦ μεγαλομάρτυρος, συνετελεῖτο ἡ καταπολέ­μηση τῆς εἰ­δωλολατρίας. Στὸ ᾿Εγκώμιο αὐτὸ ὁ ἅγιος Δημήτριος ὑ­μνεῖ­ται ὡς διδάσκαλος τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ ὡς ἀληθινὸς ὁμολο­γητὴς τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Δύο ἀκόμη διδακτικοὶ λόγοι εἶχαν ἐκδοθεῖ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κλή­μεντος, οἱ ὁποῖοι ἀργό­τερα, τὸν δέκατο πέμπτο αἰώνα, χρη­σιμοποιήθηκαν ὡς λό­γοι ἐγκωμιαστικοὶ γιὰ τὸν ἅγιο Δη­μήτριο. ῾Η ἐξύμνηση τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὡς διδασκάλου τῆς ᾿Ορθοδοξίας γίνεται ἐξ ἐπιδράσεως τῶν ἀρχαίων Μαρτυρίων τοῦ ῾Αγίου καὶ τῆς προ­βολῆς τοῦ μάρτυρος ἀπὸ τοὺς δύο ῞Ελληνες ἀδελφούς, Κύριλλο καὶ Μεθόδιο.

῎Ετσι, μὲ τὴν καθιέρωση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημη­τρί­ου στὴ Βουλγαρία, ἀγωνιστοῦ κατὰ τῆς πλάνης καὶ ὑπερ­μάχου τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας, ὁ ῞Αγιος ἀπέβαινε λαμ­πρὸ παράδειγμα χριστιανικῆς πίστεως. Κατόπιν, μὲ τὴν ἵδρυ­ση τῆς Σχολῆς τῆς ᾿Αχρίδος, πρὸς τὴν ὁποία ἀπεστάλη ὁ Κλήμης ἀπὸ τὸν Συμεών, βασιλέα τῶν Βουλγάρων (893-927), φαίνεται ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου διαδιδόταν καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Βουλγαρίας. Στὶς μέρες τοῦ Συ­με­ὼν Βούλγαροι ἱερεῖς πήγαιναν στὸ Κίεβο, ὅπως τοῦτο μαρ­τυρεῖται ἀπὸ παλιὰ βουλγαρικὰ χρονικά, καὶ διέδιδαν τὴν τιμὴ τοῦ μεγαλομάρτυρος.

᾿Αναφερόμενοι στὶς τεταμένες σχέσεις ῾Ελλήνων καὶ Βουλ­­γάρων ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Σαμουήλ, παρατηροῦμε τὰ ἑξῆς: Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Βασίλειος Β¢ ταπείνωσε τοὺς Βουλ­γάρους τὸ 1014, ἀφοῦ προηγουμένως ἦλθε στὴ Θεσσα­λονί­κη καὶ ζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ μάρτυρος. Πρωτεργάτης τῶν Βουλ­γάρων κατὰ τῶν ῾Ελλήνων ἦταν ὁ γιὸς τοῦ Σαμουὴλ Γαβρι­ήλ-Ραδομῖρος. ῾Ο Σταυράκιος ἀποκαλεῖ τὸν Ραδομῖ­ρο “ἄν­δρα θηριώδη”, “μανιακόν”, “φόνιον τὴν γνώμην”, ἐνῶ ὁ Κων­­σταντῖνος ᾿Ακροπολίτης “δυσώδη”, “κακοῦ κό­ρακος ὠόν”, “ἔκ­γονον ἐχίδνης”, καὶ “γέννημα θηρὸς ἀτίθα­σον”. ῾Ο ἅγιος Δη­μήτριος ποὺ ἄκουσε τὴν ἐπίκληση τῶν συμπατριωτῶν του “Σῶσον Δημήτριε”, ἔσπευσε πρὸς βοή­θεια τῆς πόλεως. Τότε ἐμφανίσθηκε ἔφιππος νὰ φονεύει τὸν Ραδομῖρο. Εἶναι ἀπο­δεκτὸ ὅτι ὁ Ραδομῖρος φονεύτηκε ἀπὸ τὸν ἐξάδελφό του ᾿Ιωάννη, τὸν ἀποκαλούμενο Βλαδι­σλάβο ἢ ᾿Ααρών. Στὸν εἰ­κονογραφικὸ κύκλο ὑπάρχει ἀνά­λογη παράσταση, ποὺ ἐμφα­νίζει τὸν ἅγιο Δημήτριο νὰ φονεύει ἔφιππος τὸν Ραδομῖρο. Οἱ Βούλγαροι μέχρι τὴν ὁριστικὴ καὶ ἀποφασιστική του ἐξ­έγερση τὸ 1186 ἔκαναν καὶ ἄλλες προσπάθειες, ἀλλὰ ἀπέ­τυχαν.

Οἱ πρωτεργάτες τῆς βουλγαρικῆς ἐπαναστάσεως “ὁμο­γενεῖς καὶ ταυτόσποροι” ᾿Ασὲν Α¢ καὶ Πέτρος, κατὰ τὸν Νι­κήτα Χωνιάτη, παρουσιάστηκαν στὸν αὐτοκράτορα ᾿Ισαάκιο Β¢ ῎Αγγελο καὶ ἀπαίτησαν ἴση στρατολογικὴ μεταχείριση. Μετὰ τὴν ἀποτυχία τους ἐπέστρεψαν στὸ Τύρ­νοβο καὶ ἐκεῖ μελετοῦσαν τὸν τρόπο δράσεως καὶ ἐκδική­σεως τῶν ῾Ελλή­νων. Τὰ γεγονότα ποὺ στὸ μεταξὺ μεσολά­βησαν τοὺς βοή­θη­σαν στὶς ἐνέργειές τους. ῾Ο αὐτοκράτορας ᾿Ισαάκιος Β¢ ῎Αγ­γελος (1185-1195) βρῆκε τὴν αὐτοκρα­τορία σὲ δυσχερῆ θέ­ση. Οἱ Νορμανδοὶ εἶχαν καταλάβει τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1185 τὸ Δυρράχιο καὶ στὶς 24 Αὐγούστου τοῦ ἑπόμενου ἔτους τὴ δεύτερη πόλη τῆς αὐτοκρατορίας, τὴ Θεσσαλονίκη. Τὸ γεγο­νὸς αὐτὸ θεωρήθηκε ἐξαιρετικὰ ση­μαντικό. ᾿Ενέπνευσε τοὺς δύο ἀδελφούς, Πέτρο καὶ ᾿Ασέν, νὰ προχωρήσουν στὸ ἐγχεί­ρημά τους. Αὐτοὶ ἡγήθηκαν τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος. Οἱ δύο ἀδελφοὶ γνώριζαν ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἦταν διαδεδομένη τόσο στὴ Βουλγαρία ὅσο καὶ στὴ Ρωσία. ῎Ηξευραν ἀκόμη ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος θεωροῦνταν προ­στά­της τῆς Θεσσαλονί­κης τιμούμενος ἀπὸ ὅλη τὴν αὐτοκρα­το­ρία. ᾿Επίσης γνώ­ριζαν ὅτι ὁ μεγαλομάρτυρας ἦταν ἕνας ῞Αγι­ος οἰκουμενι­κὸς τιμώμενος ἀπὸ τοὺς ᾿Ορθοδόξους. Οἱ ἁγιο­γραφίες τοῦ μάρτυρος καὶ τὰ ἀνάγλυφα ποὺ σώζονται ἀπὸ τὸν ἑνδέκατο αἰώνα καὶ στὴ Βουλγαρία, ἀποτελοῦν ἀπό­δειξη τῆς εὐρύ­τατα διαδεδομένης τιμῆς του στὴ Βουλγαρία.

῾Η Θεσσαλονίκη ὅμως, τὴν ὁποία ἐπὶ αἰῶνες προστά­τευε ὁ ῞Αγιος, ἔπεσε στοὺς Νορμανδούς. Τὸ ἐξαιρετικὸ αὐτὸ γεγονὸς φρόντισαν νὰ ἐκμεταλλευθοῦν κατάλληλα οἱ δύο πρωτεργάτες. Διέδιδαν ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐγκατέ­λειψε τὴ Θεσσαλονίκη καὶ τοὺς ῞Ελληνες ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους καὶ ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἔστειλε προστάτη ἑνὸς ὑπόδουλου λαοῦ, ποὺ πίστευε στὸ Χριστὸ καὶ ἦταν ὀρθό­δοξος. Τὸ σφε­τερισμὸ αὐτὸ ἐξυπηρετοῦσαν καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Θεσσαλο­νι­κεῖς μὲ ὅσα πίστευαν ἢ ἔλεγαν, ὅτι ὁ ῞Αγιος καὶ ἡ Πανα­γία τοὺς ἐγκατέλειψαν ἐξ αἰτίας τῶν ἀνομιῶν τους.

῾Ο Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, ποὺ περιγράφει τὴν ἅ­λωση τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Νορμανδοὺς, εἶχε προειδο­ποι­ή­σει τοὺς συμπατριῶτες του ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος θὰ τοὺς ἐγκατέλειπε, ἂν δὲν μετανοοῦσαν. Οἱ Θεσσαλονικεῖς αἰσθάν­θηκαν τὴν ἐγκατάλειψη αὐτὴ μετὰ τὴν ἅλωση. Καὶ ὁ Μι­χαὴλ Χωνιάτης, στὴ Μονωδία του θρηνεῖ τὴ Θεσσαλονίκη γιὰ τὴν ἅλωση ἀπὸ τοὺς Νορμανδούς. ῾Η Θεσσαλονίκη ἦταν μιὰ εὐδαίμων πόλη, γιατὶ εἶχε κοντά της τὸν καλό της ποι­μένα, τὸν καθηγητή της, τὸν σοφό, τὸν “σωτῆρα”, τὸν πολι­οῦχο, τὸν πρόβολο καὶ κίονα, τὸν ἅγιο Δημήτριο. Μετὰ τὴν ἅλωση, λέγει ὁ Χωνιάτης, ἡ πόλη ἔμεινε χήρα, χωρὶς προ­στάτη, γυμνὴ ἀπὸ προστασία.

῏Ηταν, λοιπόν, πολὺ φυσικὸ οἱ Βούλγαροι νὰ ἐκμε­ταλλευθοῦν τὰ γεγονότα. Γρήγορα-γρήγορα ἀνήγειραν ναὸ στὸ Τύρνοβο στὸ ὄνομα τοῦ μάρτυρος, φροντίζοντες ἔτσι μὲ τὴν ἀναζωπύρωση τοῦ θρησκευτικοῦ καὶ ἐκκλησια­στικοῦ φρο­νήματος νὰ ἐπιτύχουν τοὺς στόχους τους. ῾Ο Νι­κήτας Χω­­νιάτης, ποὺ ἀφηγεῖται τὴν ἐξέγερση τῶν ᾿Ασενο­βιτῶν, μιλάει γιὰ τὸν τρόπο ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ ἁγίου Δη­μητρίου, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἐξεγέρθηκαν οἱ Βούλγαροι. Γιὰ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τοῦ Τυρνόβου προσκλήθηκαν τρεῖς ῞Ελληνες μητροπολίτες, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Βι­δύνης. Οἱ μητροπολίτες αὐτοί, ποὺ δὲ γνώριζαν τὶς προθέ­σεις τῶν ἐπαναστατῶν, ὄχι μόνον ὑπο­χρεώθηκαν νὰ καθ­αγιάσουν τὸ ναό, ἀλλὰ κυρίως νὰ χει­ροτονήσουν κάποιο Βα­σίλειο καὶ νὰ τὸν ἀνυψώσουν σὲ ἀρχιεπίσκοπο Τυρνόβου. ῾Ο Βασίλειος στὴ συνέχεια ἔστεψε τὸν ᾿Ασὲν βασιλέα τῶν Βουλ­­γά­ρων. ᾿Επειδὴ ἡ χειροτονία τοῦ Βασιλείου ἦταν πράξη βί­ας, φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ Βούλ­γαροι, ἔκαναν διπλὴ ἐπα­νά­σταση. Πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστική.

Οἱ ἐξεγερθέντες κατέλαβαν ὅλη τὴν παραδουνάβια Βουλ­­γαρία. Κάτω ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ κυριαρχία ἔμειναν μόνο μερι­κὲς πόλεις ποὺ ἦταν καλὰ ὀχυρωμένες. ῾Ο ᾿Ισα­άκιος κατὰ τὴν ἀντεπίθεσή του πῆρε μερικὰ φρούρια, πιθανότατα καὶ στὸ Τύρνοβο. ᾿Απὸ ἕνα ἐπίγραμμα τοῦ Θεοδώρου Βαλ­σαμώνα φαίνεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας βρῆκε τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τὴν ὁποία οἱ Βούλγαροι εἶχαν χρησιμο­ποιήσει κατὰ τὴν ἐξέγερσή τους.

᾿Απὸ τὸ ἐπίγραμμα ποὺ φέρει τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ισα­ακί­ου φαίνεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας ἀνέλαβε ἀντεπίθεση κατὰ τῶν Βουλγάρων ἐπικαλούμενος τὴν προστασία τοῦ ἀθλοφό­ρου. ῾Ο αὐτοκράτορας ἀποκαλεῖ τὸν ἅγιο Δημή­τριο “προ­στάτην μέγαν ἐν ταῖς κατ᾿ ἐχθρῶν συμπλοκο­στρα­τηγίαις”. Θέτοντας τὸν ἅγιο Δημήτριο ὁ αὐτοκράτορας προστάτη του, λέγει, ὅτι δὲν ἰδιοποιεῖται τὸν ἅγιο ἀπὸ φθόνο. Καὶ ἀπὸ τὸ ἐπίγραμ­μα αὐτὸ διαπιστώνει ὁ μελε­τητὴς ὅτι ὁ ἅγιος Δη­μήτριος εἶχε εἰσέλθει στὴ ζωὴ ὁλό­κληρης τῆς αὐτοκρατορίας μὲ τὴν ὁποία εἶχε συνδεθεῖ.

᾿Αποφασιστικὸς συνεχιστὴς τῶν δύο ἀδελφῶν Πέτρου καὶ ᾿Ασὲν Α¢ ὑπῆρξε ὁ τρίτος ἀδελφός τους ᾿Ιωάννης ἢ ᾿Ιω­αννίτζης, γνωστὸς μὲ τὸ ὄνομα Καλογιάννης ἢ Σκυλο­γιάν­νης. ῾Ο Καλογιάννης προχώρησε ἀκόμη περισσότερο στὶς προσ­δοκίες τῶν Βουλγάρων. ᾿Απευθύνθηκε πρὸς τὸν πάπα ᾿Ιννοκέντιο Γ¢ καὶ ζήτησε νὰ τοῦ ἀποδοθεῖ τὸ τσα­ρικὸ στέμ­μα καὶ νὰ ἀναγνωρισθεῖ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς ᾿Εκ­κλησίας. ᾿Επί­σης ζήτησε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Τυρνόβου νὰ λάβει τὴν πατρι­αρχικὴ ἀξία.

᾿Επὶ Καλογιάννη τὸ Βουλγαρικὸ κράτος διηύρυνε τὰ ὅριά του. Αὐτὰ ἐπεκτάθηκαν πρὸς δυσμάς, νότια καὶ νοτιο­δυτικὰ καὶ συμπεριέλαβε τὴ Μακεδονία μὲ τὰ Σκόπια, τὴν ᾿Αχρίδα καὶ τὴ Βέροια. ῾Ο Καλογιάννης ἦταν ἡγεμόνας τῶν Βουλγάρων, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Κωνσταντινούπολη βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Φράγκων. Οἱ ῞Ελληνες αἰσθά­νονταν τὴν ἀνάγκη νὰ ἀγωνισθοῦν καὶ νὰ ἀνασυστήσουν διὰ τοῦ δεσποτάτου τῆς ᾿Ηπείρου τὴν αὐτοκρατορία. ῾Ο Καλο­γιάννης ὅμως ἦταν τὸ μεγάλο ἐμπόδιο. ῞Υστερα ἀπὸ πολλές του ἐπιτυχίες ἐπιχείρησε νὰ καταλάβει καὶ τὴ Θεσσαλονίκη. Πέθανε ὅμως ἀπὸ πλευρίτιδα τὸ 1206. Οἱ ῞Ελληνες ἀπέδω­σαν τὸ θάνατό του σὲ θεία δίκη. ᾿Ενῶ ὁ ᾿Ακροπολίτης μι­λά­ει γιὰ νόσο ἀπὸ τὴν ὁποία πέθανε ὁ Καλογιάννης, ὁ Σταυ­ράκιος παραδίδει τὰ ἑξῆς· λίγο πρὶν ἐπιτεθεῖ ὁ Καλο­γιάννης κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ἅγιος Δημήτριος “ἔφιπ­πος ἐφ᾿ ἵπ­που λευκοῦ τῷ βουλγαράνακτι φαίνεται καὶ και­ρίαν ἀκον­τί­ζει παρὰ χρῆμα τὸν ἄθλιον”. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅπως καὶ πολλὰ ἄλλα, εἰσῆλθε στὸν εἰκονογραφικὸ κύκλο τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

῾Ο ἀνταγωνισμὸς Βουλγάρων καὶ ῾Ελλήνων, κατὰ τὴν ἱστορικὴ αὐτὴ φάση, ἀπεικονίζεται στὰ νομίσματα καὶ τὶς σφραγίδες. Οἱ Βούλγαροι τσάροι μιμοῦνται τοὺς βυζαντι­νοὺς στὴν κοπὴ νομισμάτων. Φέρουν τὰ ἴδια διακριτικὰ ποὺ φέ­ρουν καὶ οἱ βυζαντινοί, φέρουν δηλ. σταυρό, λάβαρο, σφαί­ρα κ.ἄ. ῎Εχοντας κι αὐτοὶ προστάτη τους τὸν ἅγιο Δη­μή­τριο, ἀντέγραφαν τοὺς ῞Ελληνες καὶ ὡς πρὸς τὴν κατα­σκευὴ σφραγίδων καὶ νομισμάτων. ῾Η μορφὴ τοῦ ἁγί­ου Δη­μητρίου κυριαρχεῖ. Στὰ νομίσματα στὴ μιὰ πλευρὰ εἰκονί­ζεται ὁ ῞Αγιος καὶ στὴν ἄλλη οἱ βασιλεῖς.

᾿Απὸ τοὺς ἡγεμόνες τῆς ᾿Ηπείρου διακρίθηκε ἰδιαι­τέ­ρως ὁ Θεόδωρος Α¢ ῎Αγγελος Κομνηνὸς Δούκας, ἐπειδὴ εἶχε ἐπιτυχίες καὶ κατὰ τῶν Λατίνων καὶ κατὰ τῶν Βουλ­γάρων. ῾Η Συνοδικὴ Πράξη μὲ τὴν ὁποία ἀναγορεύτηκε ὁ Θεόδω­ρος αὐτοκράτορας, λέγει ὅτι ἔγινε “ρύστης μετὰ Θεὸν καὶ σωτὴρ ἡμέτερος” καὶ ὅτι “ὑπὲρ ἀφανισμοῦ μὲν τελείου τῶν καταπολεμησάντων ἡμᾆς ἀθέων Λατίνων, ἔτι δὲ καὶ τῶν ἐκ τοῦ Αἴμου Σκυθῶν” ἀγωνίστηκε μὲ γενναιό­τητα. ᾿Απὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Θεοδώρου ὑπάρχουν νομίσματα, μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. ᾿Ανάλογα νομίσματα ἔκοψαν καὶ οἱ Βούλ­γαροι. Τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ ὡς πρὸς τὶς σφραγίδες. Στὶς σφραγίδες εἰκονίζεται ἄλλοτε ὁ βασιλιὰς ᾿Ασὲν Β¢ καὶ ἄλλοτε ὁ Μπορὺλ (1207-1218). Δίπλα στοὺς Βουλγάρους βασιλεῖς εἰκονίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος. Σὲ χρυσὲς σφραγίδες μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ᾿Ασὲν Β¢ ὁ βασιλιὰς εἰκονίζεται ὄρθιος φέροντας πλούσια ἐνδύματα καὶ στέμμα. Στὸ δεξιό του χέρι κρατεῖ λάβαρο, ἐνῶ ἡ ἐπιγραφὴ χαρα­κτηρίζει τὸν ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢, “βασιλέα Βουλγάρων καὶ ῾Ελ­λήνων”. Στὴν ἄλλη πλευρὰ κά­θεται ὁ ἅγιος Δημήτριος πάνω σὲ θρόνο φέροντας φωτο­στέφανο. ῾Η χρυσὴ αὐτὴ σφραγίδα ἔχει ἰδιάζουσα σημασία γιατὶ σ᾿ αὐτὴν εἰκονίζεται ὁ ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢, ὁ ὁποῖος νίκησε τὸν Θεόδωρο. ῞Οπως εἶναι γνωστὸ ὁ Θεόδωρος φιλοδοξοῦσε ν᾿ ἀνακτήσει τὴν Κωνσταντινούπολη. ῎Ετσι ὁ ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢ μποροῦσε πιὰ σὰν θριαμβευτὴς νὰ ἀναγορεύεται “βασιλεὺς Βουλγάρων καὶ ῾Ελλήνων”. Καταβάλλεται δηλ. μιὰ προσπά­θεια ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, ἐπειδὴ σημείωσαν κάποιες ἐπι­τυχίες, σφετερι­ζόμενοι τὸν ἅγιο Δημήτριο, νὰ δημιουργήσουν Νέα Ρώμη, τῆς ὁποίας κέντρο νομίζουν ὅτι μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ Τύρνοβο.

Στὴν περίοδο τῆς δημιουργίας τοῦ δευτέρου Βουλ­γα­ρι­κοῦ κράτους, οἱ Βούλγαροι ἐπιδιώκουν νὰ στηριχθοῦν ἀκόμη περισσότερο στὸν ἅγιο Δημήτριο. Γύρω στὰ 1335 ὁ πατρι­άρχης Τυρνόβου Θεοδόσιος, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς ἀντι­λή­ψεις μιᾆς ἰσχυρῆς βουλγαρικῆς κινήσεως, ἔπαυσε νὰ μνημο­νεύει στὰ Δίπτυχα τὸ ὄνομα τοῦ Οἰκουμενικοῦ πα­τριάρχη καὶ νὰ παίρνει τὸ ἅγιο μύρο ἀπὸ τὴν Κωνσταν­τι­νούπολη. ᾿Αντὶ γιὰ ἅγιο μύρο χρησιμοποίησε μύρο ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἁγίου Δημητρίου. ῎Ετσι καὶ μὲ τὴν πράξη αὐτὴ ὁ ἅγιος Δημήτριος χρησιμο­ποιήθηκε ἀκόμη μιὰ φορὰ γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν συμφε­ρόντων τῶν Βουλ­γάρων. ῾Ο πατριάρχης Θεοδόσιος εἶχε ἐπι­σκεφθεῖ τὴ Θεσσα­λονίκη, ὅταν ἀκόμη ἦταν μοναχός, γνώρι­ζε τὸ στενὸ σύνδε­σμο τῶν Θεσσαλονικέων μὲ τὸν Πολιοῦ­χο τους καὶ γι᾿ αὐτὸ χρησιμοποίησε τὸ μύρο του. ῾Υπὸ τὴν αὐτὴ ἐπίδραση τελών­τας καὶ ὁ πατριάρχης Εὐθύμιος μετέ­φρασε τὸ Βίο τοῦ ἁγί­ου Δημητρίου.

Μὲ ὅσα ἀναπτύξαμε, φαίνεται, ὅτι οἱ Βούλγαροι, κατὰ τὴ δημιουργία καὶ ἑδραίωση τοῦ δευτέρου κράτους τους, αἰσθάνθηκαν τὴν ἀνάγκη νὰ στηρίξουν καλὰ τὶς ἐπι­διώξεις τους. Τότε ἔρριψαν καὶ τὴν ἰδέα περὶ καταγωγῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ σλαβικὴ οἰκογένεια.

Σὲ χειρόγραφο τοῦ δέκατου ἕκτου αἰώνα τῆς πα­τρι­αρχικῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Κάρλοβιτς βρέθηκε ἕνας Βίος τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ τὸν ἐκδό­τη του K. RadcÚenko ὡς ἀπόκρυφος. ῾Ο ἀπόκρυφος αὐτὸς Βίος τοῦ ἁγίου Δημητρίου χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν δέκατο τέταρτο αἰώνα. ῎Αξια προσοχῆς εἶναι τὰ ἑξῆς σημεῖα: α) ῾Ο ἄριστος σύνδεσμος τῆς οἰκογενείας τοῦ Δημητρίου καὶ τοῦ ἴδιου μὲ τοὺς κορυφαίους ᾿Αποστόλους Πέτρο καὶ Παῦλο. β) ῾Ο το­νισμὸς σὲ τρία καὶ περισσότερα σημεῖα τοῦ κειμέ­νου, ὅτι οἱ ᾿Απόστολοι κήρυτταν τὸν τριαδικὸ Θεό. 3) ῾Ο ἐνταφιασμὸς τοῦ σώματος τοῦ Δημητρίου μετὰ τὸ μαρτύριο ἔγινε ἐντὸς φρέατος, καὶ 4) ῾Η καταγωγὴ τοῦ πατέρα τοῦ Δημητρίου ἀπὸ βουλγαρικὴ οἰκογένεια. ᾿Ακόμη, ὁ πατέρας τοῦ Δημη­τρίου κατεῖχε τὴν πρώτη θέση στὴ Θεσσαλονίκη. ᾿Εκεῖνο ποὺ ἀξίζει νὰ ὑπογραμμισθεῖ δὲν εἶναι τόσο ὁ “ἀναχρονι­σμός” καὶ οἱ “συγχύσεις” ποὺ ὑπάρχουν στὸ Βίο αὐτό, ὅπως παρατήρησαν τόσο ὁ K. RadcÚenko καὶ ἡ ῾Ηλιάδου, οὔτε πάλι οἱ ἄλλες λεπτομέρειες γιὰ τὴ διδασκα­λία τοῦ ἁγίου Δη­μη­τρίου, ἀλλὰ ἡ “πληροφορία” ὅτι ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Δη­­μητρίου ἦταν Βούλγαρος. ῞Υστερα ἀπ᾿ ὅσα εἴπαμε γιὰ τὶς προσπάθειες τῶν Βουλγάρων νὰ σφετερισθοῦν τὸν ἅγιο Δη­μήτριο, δὲν δυσκολευόμαστε νὰ ἐξηγήσουμε τὸν “θρύλο” αὐτό. Οἱ Βούλγαροι, ἀφοῦ προ­σπάθησαν νὰ οἰκειοποιηθοῦν τὸν ἅγιο Δημήτριο καὶ νὰ τὸν ἐμφανίσουν προστάτη τους, δὲ δίστασαν νὰ πλάσσουν τὸ μύθο τῆς καταγωγῆς του ἀπὸ Βούλ­γαρο πατέρα. Τὸ ἴδιο ἄλλωστε ἔκαναν καὶ περὶ τῆς κατα­γωγῆς τῶν Θεσσα­λονικέων ἀδελφῶν Κυρίλλου καὶ Με­­θοδίου.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος βρίσκεται στὸ ἐπίκεντρο τοῦ βίου τῶν χειμαζομένων Βουλγάρων, κατὰ τὰ χρόνια τῆς τουρκο­κρα­τίας. Τοῦτο διαπιστοῦται ἀπὸ τὰ φιλολογικὰ κείμενα τῆς περιόδου αὐτῆς. ῾Ο ῞Αγιος ἀποβαίνει γιὰ τοὺς δεινοπαθοῦν­τες σύμβολο ἀγωνιστῆ καὶ μάρτυρος, ὅπως ἄλλωστε τὸ ἴδιο συνέβη νωρίτερα γιὰ τοὺς ῞Ελληνες. Οἱ ὑπόδουλοι Βούλγα­ροι ἔστρεψαν τὰ βλέμματά τους στὸ παρελθὸν προσπαθών­τας ν᾿ ἀντλήσουν δυνάμεις καὶ θάρρος ἀπὸ τὴν ῾Ιστορία τους. ῞Ολως ἰδιαιτέρως ζητοῦσαν τὴν προστασία τῶν ἁγί­ων τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποβαίνει πηγὴ κάθε εὐλογίας.

Σὲ χειρόγραφους Βίους καὶ Λόγους περὶ ἁγίου Δημη­τρίου, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτή, βρίσκει ὁ με­λετητὴς ἀρκετὲς παραλλαγές. Στοὺς μεταφρασμένους Βί­ους τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀναφέρονται πολλὰ γνωστὰ ση­μεῖα ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα Μαρτύρια, τὰ “Θαύματα” καὶ τὰ ᾿Εγκώμια. ῾Υ­π­άρχουν ὅμως καὶ τὰ στοιχεῖα ποὺ ὀφείλονται στοὺς μετα­φραστές. Σὲ χειρόγραφους κώδικες τῆς ᾿Εθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Σόφιας, τῆς ᾿Εθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Φιλιππουπόλεως, τῆς Βιβλιοθήκης τῆς ῾Ι. Συνόδου στὴ Σό­φια, τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ρίλας, καὶ σ᾿ ἄλλες Βιβλιοθῆκες τῆς Βουλγαρίας ὑπάρ­χουν μεταφρασμένοι λόγοι τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου ἀπὸ τὸ ἔργο του “Θησαυρός”. ᾿Απὸ τὴ μελέτη τῶν χειρογράφων διαπιστώνει ὁ ἐρευνητὴς ὅτι πολλὲς μετα­φράσεις εἶναι πι­στὲς πρὸς τὸ κείμενο, ἐνῶ ἄλλες περιέχουν νεώτερα στοιχεῖα καὶ περιγράφουν ἐπεισόδια ποὺ δὲν ὑπάρχουν στὰ πρωτό­τυπα κείμενα. ῾Ο “Θησαυρός”, ἐπειδὴ εἶχε ἠθικοθρησκευτικὸ χαρακτήρα καὶ ἦταν γραμμένος σὲ ἁπλὴ γλῶσσα, βρῆκε εὐ­ρεία ἀπήχηση καὶ εἶχε μεγάλη διά­δοση ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ δέ­κατου ἕκτου αἰώνα ὡς καὶ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ δέκατου ἔνατου στὴ Βουλγαρία.

Οἱ πρῶτες μεταφράσεις τοῦ “Θησαυροῦ” στὴ Βουλ­γα­ρία, ποὺ ἔγιναν στὴ μονὴ τῆς Ρίλας, ὅπως ἔδειξε σὲ εἰδική της μονογραφία ἡ Petkanova-Toteva, περιορίζον­ταν σὲ μιὰ κατὰ λέξη ἀπόδοση τοῦ ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου στὴ βουλ­γα­ρική. ᾿Αργότερα ὅμως οἱ μεταγενέστερες μετα­φράσεις πα­ρου­­σιάζουν παραλλαγὲς ποὺ ὀφείλονται στὸν ἐλεύθερο τρό­πο τῆς ἐργασίας τῶν μεταφραστῶν. ῎Ετσι δη­μιουργήθηκε ἕνα φιλολογικὸ εἶδος, τὰ “Δαμασκηνάρια”, ποὺ δὲ σημαίνει πάν­τοτε συλλογὴ λόγων καὶ ἔργων τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἀλλὰ συλ­λογὲς ποὺ ἔχουν ποικίλο πιὰ περιε­χόμενο. Στὶς συλλογὲς αὐτὲς ἐκφράζονται οἱ πόθοι τῶν Βουλγάρων. Σήμερα Βούλ­γαροι ἱστορικοὶ ἀναζητοῦν στὰ κείμενα αὐτὰ νὰ βροῦν τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς μορφω­τικῆς τους ἀναγεννήσεως, ὁμο­λογώντας ἔτσι τὴ μεγάλη ἐπί­δραση τῶν ἑλληνικῶν κειμένων.

Σὲ παραλλαγὲς τοῦ Βίου τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐκτὸς τῶν γνωστῶν στοιχείων, γίνεται λόγος γιὰ διαφύλαξη δύο εἰ­κόνων, τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας, ἀπὸ τοὺς γονεῖς τοῦ Δημητρίου, κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ. Μπρο­στὰ στὶς εἰκόνες αὐτὲς ὁ Δημήτριος διδάσκεται ἀπὸ τοὺς γονεῖς του νὰ ἐκδηλώνει εὐλάβεια. ῾Η παραλλαγὴ αὐτὴ γιὰ ἀπό­κρυ­ψη εἰκόνων ἐκφράζει τὸν θρησκευτικὸ πόθο τῶν Βουλ­γάρων νὰ διατηροῦν εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγί­ων κρυ­φὰ πρὸς προσκύνησή τους. Στὰ χρόνια τῆς Τουρκο­κρατίας οἱ Τοῦρκοι κατεδάφιζαν μεγάλους ναοὺς καὶ μονα­στήρια, ἐνῶ δὲν ἐπέτρεπαν τὴν ἐπισκευή τους. ῾Η ἀπαγό­ρευση αὐτὴ γινόταν ἀκόμη πιὸ αὐστηρή, ὅσες φορὲς οἱ Βούλγαροι ἐξ­εγείρονταν κατὰ τῶν Τούρκων. Πολὺ κρίσιμη ἦταν ἡ περί­οδος κατὰ τὸ δέκατο ἕβδομο αἰώνα, ὅταν κατε­δαφίστηκαν ὁλόκληρα μοναστήρια καὶ ναοί. Τὰ φιρμάνια ὅμως ποὺ ἐκ­δίδονταν τότε δὲν ἔθιγαν τὴν ἁγιογραφία. ῾Η φιλοτέχνηση ἁγίων εἰκόνων ὡς οἰκιακὴ ἐργασία καὶ ἡ ζω­γραφικὴ δὲν ἀπα­γορεύονταν. Σπουδαῖα κέντρα στὰ ὁποῖα διατηρήθηκαν κειμήλια, καὶ στὰ ὁποῖα γράφηκαν Βίοι ἁγί­ων, Χρονικά, σημειώσεις, ἦταν τὰ πιὸ ἀπομακρυσμένα μο­ναστήρια.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι γιὰ τὸ βουλγαρικὸ λαὸ ὁ ἀπελευθερωτὴς ὅλων καὶ εἰδικότερα τῶν “δούλων” (ὑπη­ρε­τῶν). ῾Ο ῞Αγιος εἰσέρχεται στὸν κοινωνικὸ βίο τῶν Βουλ­γά­ρων. Στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου ὅλοι οἱ “δοῦλοι” ἀπελευ­θερώνονταν καὶ συνῆπταν νέες συμβάσεις γιὰ ἕνα ἀκόμη χρό­νο μὲ παλι­οὺς ἢ νέους κυρίους. Οἱ συμφωνίες αὐτὲς γίνον­ταν σὲ μεγά­λα παζάρια. ῾Η παράδοση λέγει πὼς θεσπίστηκε ἡ μέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὡς ἡμέρα ἀπελευ­θερώσεως τῶν δούλων, γιατὶ ὁ ἅγιος Δημή­τριος ἦταν ὁ κατ­εξοχὴν ἐλευθε­ρωτὴς τῶν αἰχμαλώτων. ῾Η περὶ ἀπελευθε­ρώ­σεως ἡμέρα τῶν ὑπηρετῶν πιθανὸν νὰ προῆλθε ἐξ ἐπιδρά­σεως μιᾆς παραλ­λα­γῆς ποὺ ἀφοροῦσε στὴν ἀπελευθέρωση δύο κοριτσιῶν, ὅπως θὰ δοῦμε λίγο παρακάτω.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος μαζὶ μὲ ἄλλους ἁγίους εἰσέρ­χεται στὰ λαϊκὰ θρησκευτικὰ ἄσματα. ᾿Απ᾿ αὐτὰ καταφαί­νεται γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ὁ στενὸς σύνδεσμος τῶν ἁγίων μὲ ὅλα τὰ προβλήματα τοῦ λαοῦ, ἢ ἀκριβέστερα ὁ πόθος τοῦ λαοῦ νὰ συνδέσει τὰ προβλήματά του μὲ τοὺς ἁγίους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ χειμαζόμενος λαὸς προσδοκεῖ βοήθεια. Οἱ περισ­σότερο ἀγαπημένοι ἅγιοι εἶναι ὁ ἅγιος Γεώργιος, ὁ ἅγιος Θεόδωρος, οἱ ᾿Απόστολοι, οἱ Προφῆτες, ὁ βαπτι­στὴς ᾿Ιωάν­νης, καὶ ἰδιαιτέρως ὁ ἅγιος Δημήτριος.

Θρησκευτικὰ ἄσματα τονίζουν, ὅτι ὁ ἅγιος Δημή­τριος συνεπικουρεῖ στὴν ἀνέγερση ναῶν ποὺ τόσο πολὺ ποθοῦσαν οἱ Βούλγαροι. ῎Αλλοτε πάλι τονίζεται, ὅτι ὁ ἴδιος οἰκοδομεῖ ναούς, ἱκανοποιώντας ἔτσι ἕνα βαθὺ πόθο τοῦ βουλγαρικοῦ λαοῦ νὰ ἔχει ἐκκλησίες. Εἶναι πολὺ φυσικὸ νὰ δεχθοῦμε ἐπη­ρεασμὸ τῶν ἀσμάτων αὐτῶν ἀπὸ τὸ “Θησαυ­ρό”, ὅπου ὑ­π­άρ­χουν ἀνάλογα στοιχεῖα γιὰ ἀνοικοδόμηση ναῶν.

Σ᾿ ἄλλα λαϊκὰ θρησκευτικὰ ἄσματα ὁ ἅγιος Δημή­τρι­ος φέρεται νὰ εἰσέρχεται στὸν ἀγροτικὸ βίο τῶν Βουλ­γά­ρων. ᾿Εξαίρεται ἡ ἰδιαίτερη φιλία ποὺ ἔχουν οἱ ἅγιοι Πέ­τρος καὶ Δημήτριος. Οἱ δύο ἅγιοι ἀλληλοαγαπῶνται καὶ ἀλληλοεκτιμῶνται, γιατὶ οἱ γιορτές τους συμπίπτουν σὲ ἐπο­χὲς ποὺ εὐεργετοῦνται ἰδιαίτερα οἱ γεωργοί. Στὴ γιορτὴ τοῦ ἁγίου Πέτρου, τὸν ᾿Ιούνιο, ὑπάρχει ἄφθονο σιτάρι, ἐνῶ στοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἄφθονο κρασί. ῾Η ἀγάπη τοῦ ἁγίου Δημη­τρίου πρὸς τοὺς γεωργοὺς φαίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλο ᾆσμα, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ ἅγιος δείχνει τὴν ἀγάπη του πρὸς τὰ ποί­μνια τοῦ ἁγίου Γεωργίου καὶ συμβάλλει στὴν εὐη­μερία τῶν ἀγροτῶν. ῞Οτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς ἀ­γρότες, φαίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλο ᾆσμα. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος, μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἀναζητεῖ καὶ φονεύει τὴ Λάμια, ποὺ προξενοῦσε μεγάλο κακό. ῾Η Λάμια, λέγει τὸ λαϊκὸ αὐτὸ τρα­γούδι, καταβρόχθιζε ὅ,τι ἔβρισκε. Εἶχε καταβροχθίσει τρεῖς χῶρες τῆς Βαλκανικῆς, δηλ. τὴ Βλα­χία, τὴ Μολδαβία καὶ τὴ Θράκη μὲ τὴ Φιλιππούπολη. Σκο­πός της ἦταν νὰ κατα­βροχθίσει καὶ ἄλλες χῶρες, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Δημήτριος τὴν ἐξ­όντωσε καὶ τὴ διαμέλισε σὲ τρία. ᾿Απὸ τὰ μέρη αὐτὰ ἔρ­ρευ­σαν τρεῖς ποταμοί. ᾿Απὸ τὸν ἕνα ἔρρευσε σῖτος, ἀπὸ τὸ δεύ­τερο οἶνος καὶ ἀπὸ τὸν τρίτο μέλι καὶ γάλα. ῾Ο ἅγιος Δημή­τριος μοίρασε τὸ σιτάρι στοὺς γεωργούς, τὸ κρασὶ στοὺς ἀμπελουργοὺς καὶ τὸ μέλι μὲ τὸ γάλα στοὺς ποιμένες. Προ­φανῶς ἡ Λάμια θὰ ἦταν κάποια συμφορὰ ποὺ ἔπληξε τὶς ἀναφερθεῖσες περιοχὲς καὶ ἡ ὁποία μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ῾Αγίου ἤρθη.

Στὰ λογοτεχνικὰ κείμενα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ὁ ἅγιος Δημήτριος χρησιμοποιεῖται καὶ γιὰ τὸ ἐθνικιστικὸ κίνημα τῶν Βουλγάρων. ῞Οπως εἶναι γνωστὸ τὸ ἔργο τοῦ Παϊσίου Χελανδαρινοῦ γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ βουλγαρικοῦ λαοῦ, ἐνῶ στερεῖται ἱστορικῆς ἀξίας, ἐνέπνευσε ὅμως τὸν Οὑγγρορῶσο ᾿Ιούλιο Βενελίνο, ὁ ὁποῖος στὴ Μόσχα τὸ 1829 δημοσίευσε τὸ ἔργο του “Οἱ ἀρχαῖοι καὶ οἱ νῦν Βούλγαροι”. Οἱ Βούλ­γαροι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀνακρίβειες καὶ ψευδο­λογίες τοῦ Βενελίνου μποροῦσαν νὰ χρησιμοποιήσουν στὰ φι­λολογικά τους κείμενα ἀνάλογες ἀνακρίβειες. ῎Ετσι, στοὺς Βί­ους περὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ποὺ γράφονται καὶ κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, ἀναφέρεται ἐκ νέου ὅτι ὁ ἅγιος Δημή­τριος καταγόταν μὲν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸ οἰκογένεια ὅμως σλαβικὴ καὶ μάλιστα βουλγαρική. Προφανῶς στὴ σύν­ταξη τῶν κειμένων αὐτῶν περὶ ἁγίου Δημητρίου συνέβαλε καὶ ὁ ἀπόκρυφος Βίος τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰώνα. Προ­κει­μέ­νου μάλιστα νὰ γίνουν πιστευτὲς οἱ “πληροφορίες”, περὶ κατα­γω­γῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ οἰκογένεια σλαβική, οἱ συν­τάκτες τῶν Βίων ἀναφέρονται γενικῶς στὸν ᾿Ιωάννη, ἀρχι­επίσκοπο Θεσσαλονίκης, τὸ Συμεὼν Μετα­φραστή, τὸν ᾿Ιωάν­νη Καμενιάτη καὶ ἄλλους. ᾿Επίσης ἐντύπωση κάνει στὸν ἀνα­γνώστη ὅτι ὅλοι οἱ ἐπιδρομεῖς Σλάβοι κατὰ τῆς Θεσσα­λο­νίκης ἦσαν Βούλγαροι καὶ ὁ ἐξοπλισμός τους ἦταν βουλ­γαρικός.

Σὲ μεταγενέστερα χειρόγραφα, ἀπὸ τὸ δέκατο τέταρ­το ὡς τὸ δέκατο ἕβδομο αἰώνα, ὑπάρχουν μεταφρά­σεις βυ­ζαντινῶν κειμένων σχετικὲς μὲ τὸν ἅγιο Δη­μήτριο. Τέτοια κείμενα ὀφείλουν τὴν ὕπαρξή του σὲ Λόγο τοῦ ἀρχι­επι­σκό­που ᾿Ιωάννη (7ος αἰ.), Λόγο τοῦ Γεωργίου Σκυλίτση, τοῦ Γρη­γορίου τοῦ Παλαμᾆ, καὶ ἀπὸ ἀνωνύμους. ᾿Απὸ τὴν ἐπα­φὴ αὐτὴ ἔχουμε τὴ μετάφραση τῶν “Θαυμά­των” τοῦ Σταυ­ρακίου. ῾Η μετάφραση αὐτὴ ἔγινε ἀπὸ τὸ Βλαδισλάβο Γραμ­ματικό.

Μεγάλη ἐπίδραση ἄσκησε τὸ ῞Αγιο ῎Ορος στὰ μονα­στήρια τῆς Βαλκανικῆς. Στὴ Βουλγαρία ὑπάρχει ἕνα ἁγιο­ρειτικὸ ἀποτύπωμα (ἀχνάρι) ἀπὸ τὸ 1810 στὸ ὁποῖο ἐμφα­νίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος στὴν παραδοσιακή του μορ­φὴ νὰ διαπερνάει μὲ τὸ δόρυ του τὸν Καλογιάννη. ῾Ο θρύλος ἀνα­φέρει ὅτι ὁ Καλογιάννης ἦταν ἐγκαταλελειμμένο παιδὶ τῆς Βουλγαρίας ποὺ τὸ συμμάζεψαν οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλο­νί­κης. Μεγαλώνοντας ὅμως ἄρχισε νὰ κάνει λη­στεῖες, γι᾿ αὐτὸ τὸν τιμώρησε ὁ ἅγιος Δημήτριος.

Τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου συνδέεται στενότατα μὲ τὸ ρωσικὸ λαὸ κυρίως μετὰ τὸν ἑνδέκατο αἰώνα. Στὴν προμογγολικὴ περίοδο τῆς Ρωσικῆς ῾Ιστορίας ὁ ῾Ιεροσλάβος, πρίγκηπας τοῦ Κιέβου (1054-1078), ἐπέβαλε τὸ ὄνομα Δη­μήτριος στὰ μέλη τῆς δυναστείας του. ῾Ο ἴδιος ὁ πρίγκηπας ἔκτισε τὸ ἀρχαιότερο μοναστήρι στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δη­μητρίου τὸ 1054. ᾿Ακόμη ὑπάρχουν σφραγίδες τοῦ ῾Ιερο­σλά­βου μὲ ἑλληνικὲς ἐπιγραφὲς πάνω ἀπὸ τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Νέα περίοδος περαιτέρω ἑδραιώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἐγκαινιάζεται ἀπὸ τὸν Vsevo­lod Γ¢. Αὐτὸς ὅταν ἦταν ἀκόμη παιδὶ εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὴν Κων­σταντινούπολη. ῍Αν ἐπισκέφτηκε καὶ τὴ Θεσσαλονίκη δὲν τὸ γνωρίζουμε. ῾Ως πρίγκηπας (1176-1212) ἀνήγειρε καθεδρικὸ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, στὴν πόλη Βλαδιμήρ. Σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη Ρώσων χρονογράφων, κατὰ τὴν περί­οδο τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος ΣΤ¢ τὸ 907, ὁ Ρῶσος πρίγ­κηπας ᾿Ολὲγ ἐπιτέθηκε κατὰ τῆς Κωνσταντι­νουπόλεως, ἰσχυ­ριζόμενος ὅτι εἶχε συνεργὸ τὸν ἅγιο Δημή­τριο. ῾Η παρα­τή­ρηση ὅτι ὁ θρύλος αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι μεταγενέστερος καὶ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν κιεβικὴ περίοδο τῆς Ρωσίας, μὲ βρίσκει σύμφωνο.

῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ μεσαιωνικὴ Ρωσία, ἐνισχύεται ἀπὸ πολλὰ ἁγιολογικὰ ἔργα. ῎Αλλα ἀπ᾿ αὐτὰ ἔχουν μεταφραστεῖ ἀπὸ ἑλληνικὰ καὶ ἄλλα εἶναι πρωτό­τυ­πα. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γίνεται ὁ πιὸ δημοφιλὴς ἅγιος τοῦ Κιέβου κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Βόριδος καὶ τοῦ Γκλέμπ, παι­διὰ τοῦ ἁγίου Βλαδιμήρου. Τὸ 1015 οἱ δύο αὐτοὶ πρί­γκη­πες μαρτύ­ρησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους. ῾Ο χρονογράφος παραλ­ληλίζει τοὺς δύο πρίγκηπες μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ῾Η πόλη Vysh­gorod κοντὰ στὸ Κίεβο, ὅπου τάφηκαν ὁ Βό­ρις καὶ Γκλέμπ, ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς χρονογράφους “Μία δεύτερη Θεσσα­λονίκη”.

Στὴ Ρωσία, κατὰ τὰ δύσκολα χρόνια τῶν ταταρικῶν ἐπιδρομῶν καὶ εἰσβολῶν, ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου προσ­λαμβάνει ἐθνικὴ σημασία. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι ὁ προσ­τάτης ἅγιος τῶν Ρώσων ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ τρα­γούδια καὶ τὰ κείμενα. ῾Ο καθηγητὴς D. Obolensky ἀναφέ­ρεται στὰ λαογραφικὰ στοιχεῖα γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει τὴν εὐρεία διάδο­ση ποὺ εἶχε ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Ρωσία. ᾿Επίσης ἀναφέρεται καὶ στὸ σλαβικὸ ἐκεῖνο κείμενο, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο δύο κορίτσια εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ ἀπὸ κάποιο εἰδω­λολάτρη στρατηγὸ καὶ τὰ ὁποῖα ὑπο­χρεώθηκαν νὰ κεντή­σουν, παρὰ τὴ θέλησή τους, τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Μὲ τὴν ἐπέμβαση ὅμως τοῦ ῾Αγίου τὰ κορίτσια ἐλευθερώ­θη­καν καὶ βρέθηκαν θαυματουργικῶς στὴ Θεσσαλονίκη. Τέτοιο κείμενο δὲν ὑπάρχει στὴν ἑλληνική. Χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ δέκατο ἕκτο αἰώνα. Στὴ μελέτη μας “῾Ο ῞Αγιος Δημήτριος εἰς τὴν ῾Ελληνικὴν καὶ Βουλγα­ρικὴν παράδοσιν”, εἴχαμε ἀνα­φερθεῖ στὸ θρύλο αὐτὸ καὶ ἐκθέσαμε τὴν ἄποψη ἐκείνη ποὺ θέλει ἡ παράδοση αὐτὴ νὰ ἀπηχεῖ νίκες τοῦ πρίγκηπα Δη­μητρίου ᾿Ιβάνοβιτς Δόνσκιϊ, δηλ. τὴ μάχη μεταξὺ Ρώσων καὶ Τατάρων ὑπὸ τὸν Χὰν Μάμαν, ποὺ διεξήχθηκε τὴν 8η Σε­πτεμβρίου 1350 στὸν παραπόταμο τοῦ Δὸν Νεπριάβντι. Τότε, στὴν παραπάνω ἐργασία μας, εἴχαμε παρατηρήσει ὅτι, ἐπειδὴ γίνεται λόγος στὸ θρύλο γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, δὲ θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἀναφερόταν στὶς μάχες καὶ στὶς νίκες τῶν Ρώ­σων κατὰ τῶν Τατάρων. ῞Υστερα ὅμως ἀπ᾿ ὅσα εἴπαμε γιὰ τὴ “δεύτε­ρη Θεσσαλονίκη” ποὺ οἱ Ρῶσοι προσπάθησαν νὰ δημιουρ­γήσουν, ὁ θρύλος δὲν ἀποκλείεται πράγματι ν᾿ ἀπηχεῖ τὶς παραδόσεις ποὺ ἐπεσήμανε ὁ καθηγητὴς D. Obo­lensky.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὴν ἴδια εὐρεία διάδοση λαμ­βάνει ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ στὴ Σερβία, ὅπου κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δυναστείας τῶν Δουσὰν ἡ βασιλικὴ ἐξουσία παρουσιάζεται ἰσχυρὴ καὶ σὲ ψηλὸ ἐπί­πεδο. Παρα­τηρεῖται ἡ ἴδια ἅμιλλα μὲ τὴ βυζαντινὴ αὐτο­κρατορία, ὅπως ἔκαναν οἱ Βούλγαροι. ῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἐξυψώ­νε­ται ἀκόμη περισσότερο καὶ πλουτίζεται μὲ νέα στοιχεῖα. ᾿Αντι­γράφονται Βίοι καὶ Λόγοι τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἄλλοτε ἀκριβεῖς καὶ ἄλλοτε μὲ παραλλαγὲς ποὺ ἐξυπηρετοῦν σκοπι­μότητες.

Κατακλείοντας τὴ μεγάλη αὐτὴ περίοδο, ἀπὸ τὸν ἕκτο ὡς τὸ δέκατο πέμπτο αἰώνα, ἐπισημαίνουμε τὴν εὐ­ρεία διά­δοση ποὺ προσέλαβε ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Βουλ­γαρία, τὴ Ρωσία, τὴ Σερβία, ἀκόμη καὶ στὴ Ρου­μανία. ῾Η διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὶς χῶ­ρες αὐτὲς συνδέεται μὲ τὴν μεγάλη ἐπίδραση τοῦ ἑλληνι­σμοῦ στὶς χῶ­ρες αὐτές, τόσο πολὺ ὥστε πόλη στὴ Ρωσία νὰ ὀνομάζεται “δεύτερη Θεσσαλονίκη”. Τὰ βασικότερα κέντρα τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐκτὸς τῆς Θεσσαλονίκης, εἶναι τὸ Σίρμιο, ἡ ᾿Αχρίδα, τὸ Βλαδιμήρ, καὶ τὸ Τύρνοβο.

Νέα λαμπρὰ περίοδος ἐξάρσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου ἐγκαινιάστηκε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος τοῦ Β¢. Εὐθὺς μετὰ τὴν ἐνθρόνισή του στὴν ῾Ιερὰ Μητρόπολη Θεσ­σαλονί­κης τὸ 1974 ἐνδιαφέρθηκε νὰ συγκεντρώσει ὅ,τι ἐγρά­φη περὶ τὸν ῞Αγιο Πολιοῦχο τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ Α¢ Θεο­λογικὸ Συν­έδριο ποὺ ὀργάνωσε ἀναφέρετο στὸν ἅγιο Δη­μήτριο καὶ τὸ μοναχικὸ ἰδεῶδες. ᾿Ακολούθως, ἀναζωπύ­ρω­σε τὶς ἑορτές του στὴ Θεσσαλονίκη, συνεορτάζοντας τὸν ἅγιο Δημήτριο στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου μὲ τὴν Παναγία, ὅπως θέλουν μεγάλοι ἐγκωμιαστές του. ᾿Εκεῖνο ὅμως ποὺ ἐλάμ­πρυνε τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι ἡ ἐπανακομιδὴ τῶν χαριτοβρύτων λειψά­νων τοῦ μεγαλομάρτυρος τὸ 1980.

Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ μεγαλομάρτυρος ἁγίου Δημη­τρί­ου ἀνακάλυψε στὴν κρύπτη τοῦ ἀββαΐου τοῦ Σὰν Λο­ρέντζο ῍Ιν Κάμπο τῆς ᾿Ιταλίας ἡ βυζαντινολόγος-ἀρχαιο­λόγος Μα­ρία Θεοχάρη. Σχετικὴ ἀνακοίνωση ἔκανε ὁ ἀκα­δημαϊκὸς ᾿Ανα­στάσιος ᾿Ορλάνδος στὶς 15/6/1978 στὴν ᾿Ακαδημία ᾿Αθη­νῶν. Εὐθὺς ἀμέσως κινήθηκε δραστηρίως ὁ μητροπολίτης Θεσσα­λονίκης Παντελεήμων ὁ Β¢ καὶ πέτυχε ἀρχικὰ τὴν ἐπι­στρο­φὴ τῆς ἁγίας κάρας (᾿Οκτώβριος 1978) καὶ ὕστερα ὁλοκλή­ρου τοῦ λειψάνου (24/4/1980).

῾Η ἐπανακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων χαροποίησε ὁλό-κληρο τὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα ποὺ εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ πλη­ροφορηθεῖ ὅτι ὁ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὑπέρ­μα­χος τῆς ᾿Ορθοδοξίας βρίσκεται σωματικῶς στὸν ῾Ιερὸ Ναό του. ῎Εκτοτε καὶ μέχρι σήμερα ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ συρρέ­ουν στὸ Ναό του ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου γιὰ νὰ προ­σκυνήσουν τὰ χαριτόβρυτα λείψανά του.
ΠΗΓΗ.ΙΜΘ  –

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο όσιος Σεραφείμ για το διορατικό χάρισμα

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Οκτωβρίου, 2014

« – Γέροντα, τόλμησε τότε να πει ο ηγούμενος Αντώνιος, η ψυχή του ανθρώπου είναι ανοικτή μπροστά σας όπως ένα πρόσωπο μπροστά στον καθρέπτη. Παρετήρησα ότι, χωρίς να ακούσετε τις λύπες και τα προβλήματα αυτού του προσκυνητού, του τα είπατε όλα.  
Κι ενώ ο όσιος σιωπούσε, ο ηγούμενος συνέχισε·
– Τώρα βλέπω ότι ο νους σας είναι τόσο καθαρός, ώστε τίποτα δεν μένει κρυφό στην καρδιά του πλησίον.
– Μη μιλάς έτσι, χαρά μου, είπε ο όσιος φέρνοντας το δεξί του χέρι στα χείλη του συνομιλητού. Η καρδιά του ανθρώπου είναι ανοικτή μόνο στον Κύριο. Καρδιογνώστης είναι μόνο ο Θεός.
– Πως όμως, μπάτουσκα, είπατε στον έμπορο ό,τι χρειαζόταν, χωρίς να του κάνετε ούτε μια ερώτηση;
– Ο άνθρωπος αυτός, όπως και τόσοι άλλοι, εξήγησε ο όσιος, με επισκέφθηκε σαν δούλο Θεού. Εγώ ο αμαρτωλός Σεραφείμ έτσι σκέπτομαι, ότι είμαι δηλαδή αμαρτωλός δούλος του Θεού. Ό,τι λοιπόν με διατάζει ο Κύριος, αυτό μεταδίδω σε όποιον μου ζητά κάτι ωφέλιμο.Την πρώτη σκέψη που μου έρχεται, τη θεωρώ υπόδειξη του Θεού και τη λέω στον συνομιλητή μου. Δεν γνωρίζω τι γίνεται μέσα στην ψυχή του, πιστεύω όμως ότι αυτό μου το υποδεικνύει το θέλημα του Θεού για την ωφέλειά του. Υπάρχουν και περιστατικά, για τα οποία δεν καταφεύγω στο θέλημα του Θεού, αλλά στη λογική μου, επειδή μου φαίνονται απλά. Σε τέτοιες περιπτώσεις γίνονται πάντοτε λάθη. Τελειώνοντας ο όσιος την πολύ παραινετική και αποκαλυπτική αυτή συζήτηση, που μας μετέδωσε ο ίδιος ο ηγούμενος Αντώνιος, είπε·
– Όπως το σίδερο στο αμόνι, έτσι παρέδωσα τον εαυτό μου και το θέλημά μου στον Κύριο και Θεό. Όπως αρέσει σε Εκείνον, έτσι πράττω. Δικό μου θέλημα δεν έχω. Ό,τι είναι αρεστό στον Θεό, αυτό και μεταδίδω».
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Βίος Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ»,
Ι. Μ Παρακλήτου, σελ. 193-194).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΗΛΑΥΝΕΤΟ ΥΠΟ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΟΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΕΡΗΜΟΥΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΛΟΥΚΑ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Οκτωβρίου, 2014

              Οι άνθρωποι σήμερα πιστεύουμε ότι το κακό είναι αποτέλεσμα των δικών μας λανθασμένων επιλογών ή το θεωρούμε μία περίπου φυσική κατάσταση, την οποία δύσκολα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε. Ιδιαίτερα στις ανθρώπινες σχέσεις, το κακό είναι μία κατάσταση που συναντούμε στους άλλους ανθρώπους όταν βλέπουμε ότι δεν συμπεριφέρονται όπως εμείς θα θέλαμε, όταν βλέπουμε ότι δεν έχουν αγάπη, όταν κοιτάζουν το συμφέρον τους, όταν λειτουργούν με μικρότητα. Απέναντι στο κακό συνήθως δύο απαντήσεις βρίσκουμε: η μία έχει να κάνει με το νόμιμο, τη χρήση δηλαδή από την πλευρά μας των μέσων που η ανθρώπινη κοινωνία έχει δοκιμάσει να εφαρμόσει προκειμένου το κακό να μην επικρατήσει. Και αυτά έχουν να κάνουν με την έννοια της δικαιοσύνης. Το κακό ταυτίζεται με την αδικία. Οι νόμοι αποκαθιστούν την δικαιοσύνη και την τάξη σε μία κοινωνία. Έτσι καταφεύγουμε στη συνδρομή τους, προκειμένου να μην επικρατήσει το άδικο στη ζωή. Τα αποτελέσματα βεβαίως δεν είναι πάντοτε όπως θα τα θέλαμε. Από την μία δεν είναι βέβαιο ότι κι εμείς δεν έχουμε αδικία και κακό στη σκέψη μας και στη συμπεριφορά μας έναντι των άλλων και από την άλλη, συνήθως ο νόμος είναι υπέρ του ισχυρού ή εκείνου που γνωρίζει να τον ερμηνεύει με τέτοιο τρόπο που να επιβάλλει το δικό του θέλημα. Ο δεύτερος τρόπος είναι η απομάκρυνση από εκείνον που πράττει το κακό. Καταλαβαίνουμε ότι δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μία κακή στάση ζωής, μία κακή συμπεριφορά και επιλέγουμε να αποστασιοποιηθούμε από τον εκφραστή της.
                Στην πνευματική ζωή το κακό δεν είναι απρόσωπο. Ξεκινά από τον εφευρέτη του που είναι ο διάβολος. Ο Θεός δεν δημιούργησε το κακό. Αυτό έρχεται ως αποτέλεσμα επιλογής, τόσο των πνευματικών υπάρξεων όπως είναι ο διάβολος και οι δαίμονες, όσο και ημών των ανθρώπων. Το κακό έγκειται στον χωρισμό της ύπαρξης από το Θεό και την αγάπη Του και την επιλογή της αυτοθεοποίησης. Αυτή η στάση ζωής οδηγεί στην ουσιαστική μοναξιά τον άνθρωπο. Και δεν είναι μόνο η μοναξιά σε σχέση με το Θεό. Είναι και η μοναξιά σε σχέση με τον κόσμο. Ο αυτοθεοποιημένος άνθρωπος δεν μπορεί να έχει γνήσια κοινωνία με τον πλησίον. Είναι παραδομένος στην ιδιοτέλεια. Βλέπει υποτιμητικά, ως αντικείμενο τον συνάνθρωπό του. Θέλει τους άλλους για την προσωπική του ευχαρίστηση, για να επιβεβαιώνουν την εξουσία του. Μεταμφιέζεται ακόμη και σε ταπεινό, για να πετύχει την δόξα των ανθρώπων με κάθε τρόπο. Στην πράξη όμως ζει μία εσωτερική έρημο. Είναι γυμνός από διαρκή χαρά και αρκείται στις στιγμιαίες ηδονές που του δίνουν την ψευδαίσθηση της ικανοποίησης, στην ουσία όμως τον κρατούν στο μνήμα της απουσίας της αγάπης. «Ελαύνεται υπό του δαίμονος εις τας ερήμους» της ακοινωνησίας (Λουκ. 8, 29). Και στην ουσία βιώνει το κακό με τέτοιον τρόπο που αλυσοδένεται σ’ αυτό, χωρίς να μπορεί να ελευθερωθεί αληθινά, ακόμη κι αν δείχνεται ελεύθερος.
                Έναν τέτοιο δαιμονισμένο συναντά ο Κύριός μας στην περιοχή των Γαδαρηνών. Αυτόν που δεν μπορούσε να έχει σχέση με τους ανθρώπους και ζώντας στην έρημο είχε εγκλωβιστεί στον εαυτό του, τον οποίο είχε παραδώσει στην κυριαρχία του δαιμονικού πνεύματος. Ο Κύριός μας τον θεραπεύει πρώτα από τη παρουσία του δαίμονος, στη συνέχεια από την ακοινωνησία με τους ανθρώπους και, τέλος, από τον εγωκεντρισμό που τον έκανε να σκέφτεται μόνο τον εαυτό του, οδηγώντας τον να γίνει διαπρύσιος κήρυκας της σωτηρίας που έλαβε. Και η παρουσία του Χριστού δείχνει σε όλους μας πώς τελικά μπορούμε να νικήσουμε το κακό στη ζωή μας. Διότι άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο υποτασσόμαστε σ’ αυτό. Άλλος με την ιδιοτροπία του, άλλος με την υπερηφάνειά του, άλλος με την τυφλή εμπιστοσύνη στον εαυτό του, άλλος με την παράδοση στο πνεύμα του δαιμονόπληκτου πολιτισμού μας, ο οποίος μας οδηγεί στην αυτοθεοποίηση, χάρις στους ποικίλους τρόπους  με τους οποίους ο άνθρωπος μπορεί να εξουσιάσει τον κόσμο, τον χρόνο και τον συνάνθρωπο. Η παρουσία του Χριστού δίνει ζωή στον ταλαιπωρημένο από το κακό. Τον επαναφέρει στην κοινωνία με το Θεό και τον συνάνθρωπο. Και τον κάνει να υπερβαίνει την μοναξιά. Δια της αγάπης που δίνει η κοινωνία με το Θεό. Και δια της ελευθερίας, που μέσω αυτής της κοινωνίας επιτυγχάνεται.
                Όσο και να προσπαθούμε δια των νόμων ή δια της απομάκρυνσης να αποφύγουμε το κακό, διαπιστώνουμε ότι ακόμη κι αν έρχεται κάποια επιτυχία, είναι πρόσκαιρη. Κι αυτό διότι το κακό συνεχίζει να επιτίθεται με άλλους τρόπους και μέσω άλλων προσώπων, δομών, καταστάσεων. Πρωτίστως όμως μέσω του ίδιου του εαυτού μας. Ας εμπιστευθούμε το Χριστό, για να μπορέσουμε να νικήσουμε την έρημο της μοναξιάς στην οποία το κακό μας ρίχνει. Και αφήνοντας Εκείνον να θεραπεύσει τις αμαρτίες μας, αλλά και όντας έτοιμοι να καθίσουμε «παρά τους πόδας» του Κυρίου (Λουκ. 8, 35) θα μπορέσουμε να βρούμε τα ρούχα της ανοικτής καρδιάς, την σύνεση του νου που αναγνωρίζει τι σημαίνει το θέλημα του Θεού και την επιθυμία να διατρανώσουμε την χαρά και την ευλογία που ο Χριστός μάς προσφέρει. Ας αντιτάξουμε στη δύναμη του κόσμου και του πολιτισμού την επιθυμία της εξόδου μας από την έρημο του εγωισμού, της χρήσης του άλλου, της ιδιοτέλειας, της αυτοθεοποίησης. Αυτή είναι η οδός της Εκκλησίας. Αυτή είναι η οδός των Αγίων μας, οι οποίοι, όπως ο άγιος Δημήτριος, αφού έζησαν την γνήσια κοινωνία με το Χριστό, μοιράστηκαν τη ζωή τους διατρανώνοντας την ευλογία του Θεού και καθοδηγώντας πλήθος ανθρώπων στην αληθινή ζωή, βγάζοντάς τους από την οδό του κακού, ακόμη κι αν το τίμημα ήταν το μαρτύριο. Η δωρεά της αιωνιότητας όμως τελικά δείχνει ότι το κακό δεν έχει, αν εμπιστευθούμε το Χριστό, καμία δύναμη. Να ποια είναι η αληθινή παρηγοριά στην ζωή και στους καιρούς μας!
Κέρκυρα, 26 Οκτωβρίου 2014
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περί του γογγυσμού κατά του Θεού

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Οκτωβρίου, 2014

Περί του γογγυσμού κατά του Θεού

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΟΓΓΥΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Την προηγούμενη Κυριακή προσπάθησα να αποκαλύψω το μεγαλείο και το βάθος του λόγου του αποστόλου Παύλου που τον εαυτό του ονομάζει σπονδή στη Θυσία. Σας έλεγα για τις αμέτρητες συμφορές και τα βάσανα που υπόφερε σ’ όλη τη ζωή του για τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο οποίος προσφέρθηκε Θυσία για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Συμπληρώνοντας αυτά που σας έλεγα τότε, για τα παθήματα του μεγάλου αυτού αποστόλου, θα σας πω τώρα και τι υπέφερε σε μία πόλη της Μακεδονίας, στους Φιλίππους, για το κήρυγμά του. Με την καταγγελία κάποιων, που δεν τους άρεσε το κήρυγμά του, οι άρχοντες της πόλης έδωσαν διαταγή να τον ραβδίσουν και μετά τον έριξαν στη φυλακή και έσφιξαν τα πόδια του στο τιμωρητικό ξύλο. Έχασε τότε το θάρρος του ο απόστολος; Άρχισε να κλαίει; Ασφαλώς όχι. Κατά τα μεσάνυχτα ο Παύλος μαζί με το συνεργάτη του, το Σίλα, έψαλαν ψαλμούς, δοξολογώντας το Θεό. Θα μπορούσε ο Παύλος με μία μόνο λέξη να αποφύγει τους ραβδισμούς, να βγει από τη φυλακή και ακόμα και να τρομάξει τους άρχοντες, αρκεί να τους έλεγε ότι είναι Ρωμαίος πολίτης. Όμως δεν το έκανε. Προτίμησε τον εξευτελισμό για το όνομα του Χριστού και χαιρόταν με όλη την καρδιά του για τις μαστιγώσεις και τις πληγές, διότι αυτά συνέβαλαν στην επιστροφή του δεσμοφύλακα και της οικογένειάς του στην πίστη στο Χριστό. Να θυμόμαστε πάντα πόσο εμείς φοβόμαστε τις μαστιγώσεις και τις πληγές ενώ, αντίθετα, πόσο ο μεγάλος αυτός διάκονος του Θεού χαιρόταν γι’ αυτά. Χαιρόταν κάθε φορά που μπορούσε να γίνει σπονδή στη Θυσία.

Και στη σημερινή αποστολική περικοπή διαβάζουμε ακόμα πιο παράξενο λόγο του αποστόλου Παύλου από την επιστολή του Προς Κολοσσαείς; «Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ υμών και ανταναπληρώ τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ του σώματος αυτού, ο έστιν η εκκλησία» (Κολ. 1, 24).

Ακούτε πώς χτυπά ή καρδιά του μεγάλου αποστόλου; Ακούτε πώς αυτός θεωρεί ότι υστερεί σε παθήματα που υπομένει για την Εκκλησία του Χριστού, που είναι το Σώμα Του. Όχι μόνο χωρίς καθόλου να γογγύζει, υπομένει όλα τα αμέτρητα παθήματα αλλά διψά και για περισσότερα. Ω, Κύριε! Και εμείς, οι αδύνατοι χριστιανοί, πόσο φοβόμαστε τους ονειδισμούς, τις θλίψεις και τα παθήματα! Είναι δυνατόν να βρεθεί έστω και ένας μεταξύ μας που θα ζητούσε να πληθυνθούν αυτά; Εκείνος, όμως, διψούσε γι’ αυτά τα παθήματα, για να μορφωθεί ο Χριστός στις καρδιές των εθνικών, στους οποίους κήρυττε ακούραστα το Ευαγγέλιο.

Ας θυμηθούμε και έναν άλλο λόγο του μεγάλου Παύλου: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (Α’ Κορ. 11, 1). Να μιμηθούν τον απόστολο Παύλο στη δίψα του για τα παθήματα του Χριστού μπορούν, βέβαια, πολύ λίγοι άνθρωποι, αυτοί που έλαβαν τα πλούσια χαρίσματα του αγίου Πνεύματος. Οι απλοί όμως χριστιανοί μπορούν να ευαρεστήσουν και αυτοί το Θεό και να έχουν μισθό απ’ Αυτόν αλλά μόνο με την αγόγγυστη υπομονή των θλίψεων που τους στέλνονται από το Θεό. Να θυμόμαστε όλοι μας τα λόγια του μεγάλου αποστόλου Παύλου από την επιστολή του προς Εβραίους: «Υιέ μου, μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδέ εκλύου υπ΄ αυτού ελεγχόμενος, ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται, ει παιδείαν υπομένετε, ως υιοίς υμίν προσφέρεται ο Θεός· τις γαρ εστίν υιός ον ου παιδεύει πατήρ; ει δε χωρίς εστε παιδείας, ης μέτοχοι γεγόνασι πάντες, άρα νόθοι εστέ και ουχ υιοί.» (Έβρ. 12, 5-8).

Συχνά ρωτούν οι άνθρωποι γιατί, για ποιο λόγο, Κύριος ο Θεός τους στέλνει θλίψεις και πολλές φορές και πολύ σοβαρές δοκιμασίες; Είναι πολύ σημαντικό για τον κάθε χριστιανό να καταλάβει ότι οι θλίψεις μάς αποστέλλονται κατά το θέλημα του Θεού, το πάντοτε αγαθό και σωτήριο. Τις περισσότερες φορές μάλιστα στέλνονται όχι σαν τιμωρίες, για τις αμαρτίες μας, αλλά για να επαναπροσδιορίσουμε τους δρόμους μας και τις καρδιές μας ή σαν απάντηση στα αιτήματα που απευθύνουμε στο Θεό. Οι άνθρωποι πολλές φορές περιμένουν από το Θεό να πραγματοποιήσει αυτά που ζητούν στις προσευχές τους με ένα τρόπο που οι ίδιοι θεωρούν ότι είναι ο καλύτερος. Ο Θεός, όμως, συχνά άπαντα στις δεήσεις τους με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο και όχι μ’ αυτόν που θα ήθελαν ή θα φαντάζονταν.

Αν ζητάνε, για παράδειγμα, να τους χαρίσει ο Θεός ταπείνωση, φαντάζονται ότι σιγά-σιγά μέρα με τη μέρα η ταπείνωση υπό την ευεργετική επίδραση του Θεού θα μεγαλώνει στις καρδιές τους. Ο Κύριος όμως συχνά το κάνει με έναν διαφορετικό τρόπο• τους στέλνει ένα απροσδόκητο σκληρό χτύπημα το οποίο πληγώνει την υπερηφάνεια και τον εγωισμό τους και τους ταπεινώνει. Συχνά ο Θεός μάς στέλνει κάποια ασθένεια και εμείς παραπονιόμαστε και καθόλου δεν σκεφτόμαστε ότι τις περισσότερες φορές αυτή είναι μια μεγάλη ευεργεσία του Θεού,είναι ίσως η απάντηση του Θεού στις προσευχές μας, με τις οποίες τον παρακαλούμε να δυναμώσει την πίστη μας.

Δεν γνωρίζετε ότι πολλές φορές ο Κύριος μάς στέλνει φοβερές σωματικές ασθένειες και πληγώνει το σώμα μας για να μας δυναμώσει πνευματικά; Αυτό έγινε και με τον όσιο Ποιμένα τον Πολύαθλο, ο οποίος ασκήτευε στη μονή των Σπηλαίων και όλη τη ζωή του βρισκόταν στο κρεββάτι του πόνου υποφέροντας από μία αθεράπευτη ασθένεια και μ’ αυτό τον τρόπο έφτασε στην αγιότητα. Άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δίνουν μεγάλη σημασία στα γήινα αγαθά, ζητάνε από τον Κύριο να αυξηθούν τα πλούτη τους. Και ο Κύριος τους απαντά με την καταστροφή των κτημάτων τους ή με πυρκαγιές και μ’ αυτόν τον τρόπο τους αποστρέφει από την προσκόλληση στα γήινα και από τη φιλαργυρία και έτσι διορθώνει τις αποκλίσεις τους από τη σωστή οδό, την οποία μας διδάσκουν οι μακαρισμοί.

Ο Θεός φέρεται σε μας σαν σε πραγματικούς υιούς Του, τους οποίους τιμωρεί για το καλό τους. Τις θλίψεις που μας στέλνει ο Κύριος εμείς πρέπει να τις υποδεχόμαστε έτσι όπως μας το λέει ο άγιος απόστολος Πέτρος: «Ταπεινώθητε ουν υπό την κραταιάν χείρα του Θεού, ίνα υμάς υψώση εν καιρώ.» (Α’ Πετρ. 5, 6). Αν δεν μπορούμε, παρ’ όλες τις προσπάθειές μας, να κατανοήσουμε για ποιο λόγο μάς στέλνονται από το Θεό οι θλίψεις, τότε ας ταπεινωθούμε κάτω από το δυνατό χέρι του Θεού και θα μας ανυψώσει στον κατάλληλο καιρό, για να καταλάβουμε τους δρόμους Του με τους οποίους μας οδηγεί σ’ αυτόν το σκοπό. Πρέπει με πολλή ταπείνωση και χωρίς τον παραμικρό γογγυσμό να δεχόμαστε όλες τις δοκιμασίες και τις θλίψεις, που μας στέλνονται από το Θεό, έχοντας την ταπεινή πεποίθηση ότι μ’ αυτά ο Θεός μας κατευθύνει και όχι ότι ξεσπά επάνω μας την οργή Του. Διότι ο ίδιος διά του στόματος του προφήτη Ησαΐα είπε: «Δεν είμαι πια μ’ αυτό οργισμένος» (Ήσ. 27, 4). Ενώ εμείς, συνήθως, νομίζουμε ότι ο Κύριος είναι οργισμένος μαζί μας και γι’ αυτό μας στέλνει τις θλίψεις. Όχι. Πάντοτε να θυμάστε ότι στο Θεό δεν υπάρχει οργή. «Ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ίω. 4, 8). Και η τέλεια αγάπη είναι ξένη προς την οποιαδήποτε αδικία.

Αλλά πολλές φορές, όταν ο Θεός μάς δίνει ένα σοβαρό χτύπημα, διά του οποίου μάς ταπεινώνει για να μάς υψώσει αργότερα, εμείς γογγύζουμε κατά του Θεού. Καταλαβαίνετε, όμως, πόσο βαριά αμαρτία είναι ο γογγυσμός κατά του Θεού; Όταν γογγύζουμε κατά του Θεού, αυτό σημαίνει ότι Τον θεωρούμε άδικο, θεωρούμε ότι Αυτός δεν μάς φέρεται σωστά και θα έπρεπε να μάς φερθεί κατά έναν διαφορετικό τρόπο. Όμως δεν είναι βαριά αμαρτία να κατηγορούμε το Θεό για αδικία και να Τον συκοφαντούμε; Βλέπετε, λοιπόν, πόσο βαριά αμαρτία είναι ο γογγυσμός κατά του Θεού. Γι’ αυτό «εν φόβω τον της παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε» (Α’ Πέτρ. 1, 17). Πρέπει να προσέχουμε πολύ τα λάθη και τα εμπόδια στην πορεία μας προς τη Βασιλεία των Ουρανών. Αλλά περισσότερο απ’ όλα τα άλλα πρέπει να φοβόμαστε να μην παραβαίνουμε τη μεγάλη εντολή του Χριστού: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε»(Μτ. 7, 1). Και γογγυσμός κατά του Θεού δεν είναι μόνο κρίση του Θεού αλλά και κατάκρισή Του.

Ας αφήσουμε την κρίση αυτή σ’ εκείνους τους δυστυχείς ανθρώπους που εκούσια καταστρέφουν τον εαυτό τους. Τους οποίους ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός δεν τους διορθώνει ούτε τους τιμωρεί, επειδή είναι αδιόρθωτοι και αθεράπευτοι. Εμείς μόνο να ζητάμε την βοήθειά Του για το δρόμο της σωτηρίας μας, να Τον δοξολογούμε και να Τον τιμούμε πάντοτε μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Άγιο Πνεύμα. Αμήν.

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ
ΤΟΜΟΣ Α’

ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ”
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

impantokratoros.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τη γενναιοδωρία σου ποτέ μην την δείχνεις στον κενόδοξο. (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Οκτωβρίου, 2014

“Ο κενόδοξος όσο σκυφτός είναι στους ανωτέρους τόσο θρασύς και απάνθρωπος γίνεται προς τους κατωτέρους
Υπάρχει προσκύνηση αγία που γίνεται από ταπείνωση, από σεβασμό προς τον πλησίον, από σεβασμό προς την εικόνα του Θεού, από σεβασμό προς τον αδελφό του Χριστού.
Και υπάρχει προσκύνηση ψυχοκτόνα, προσκύνηση υστερόβουλη, προσκύνηση ανθρωπάρεσκη και συνάμα μισάνθρωπη, προσκύνηση θεομίσητη.
Είναι η προσκύνηση που ζήτησε ο σατανάς από τον Θεάνθρωπο με αντάλλαγμα όλα τα βασίλεια του κόσμου και τη λαμπρότητά τους.
Προσεκτικά παρατήρησε όσους σε προσκυνούν. Το κάνουν άραγε από σεβασμό προς τον άνθρωπο; Το κάνουν από αγάπη και ταπείνωση;
Ή μήπως η προσκύνησή τους αφενός ικανοποιεί τη δική μας υπερηφάνεια και αφετέρου αποβλέπει στο δικό τους πρόσκαιρο συμφέρον;
Μεγάλε της γης! Προσεκτικά παρατήρησε και συνετά συλλογίσου. Μπροστά σου σέρνονται η υποκρισία, το ψέμα, η κενοδοξία.
Αυτοί που σε προσκυνούν, όταν πετύχουν τον σκοπό τους θα σε χλευάσουν και με την πρώτη ευκαιρία θα σε προδώσουν.
ΤΗ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΙΑ ΣΟΥ ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΤΗΝ ΔΕΙΧΝΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΕΝΟΔΟΞΟ!
Ο ΚΕΝΟΔΟΞΟΣ ΟΣΟ ΣΚΥΦΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΤΟΣΟ ΘΡΑΣΥΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΩΤΕΡΟΥΣ ΤΟΥ.
Πώς θα καταλάβεις τον κενόδοξο;
Από την ιδιαίτερη ικανότητα και επίδοσή του στην κολακεία, την ιδιοτελή προθυμία του για εξυπηρετικότητα, το ψέμα και γενικά τη φαυλότητα και τη χαμέρπεια.
—————————————————————————————————–
Οι επιπόλαιοι κριτές συχνά θεωρούν ταπεινό έναν υποκριτή και τιποτένιο που επιδιώκει να αρέσει στους ανθρώπους. Αυτός όμως στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια άβυσσος κενοδοξίας.
Απεναντίας υπερήφανο θεωρούν εκείνον που δεν αποζητά επαίνους ή αναγνώριση από τους ανθρώπους και γι΄ αυτό δεν σέρνεται δουλικά μπροστά τους. Αυτός είναι αληθινός υπηρέτης του Θεού.
Έχοντας γνωρίσει τη θεϊκή δόξα που αποκαλύπτεται μόνο στους ταπεινούς, οσφράνθηκε τη δυσοσμία της ανθρώπινης δόξας κι έφυγε μακριά της.
Την ψυχή που πετά ψηλά, την ψυχή που ελπίζει στα ουράνια, την ψυχή που περιφρονεί τα φθαρτά αγαθά του κόσμου, την ψυχή που δεν γνωρίζει τη φτηνή δουλοπρέπεια και τη χαμέρπεια των ανθρώπων εσφαλμένα την αποκαλούμε υπερήφανη επειδή δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις των παθών μας…
Αυτό που θεωρείς υπερηφάνεια δεν είναι παρά η αγία ταπείνωση.
Η ταπείνωση είναι ευαγγελική διαδασκαλία και αρετή, είναι το μυστικό ένδυμα και η μυστική δύναμη του Χριστού.
Ντυμένος την ταπείνωση ήρθε ανάμεσά μας ο Θεός.
Όποιος από τους ανθρώπους ντυθεί την ταπείνωση γίνεται όμοιος με τον Θεό!».
——————————–

Αποσπάσματα από το βιβλίο: ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Β΄, σελ. 382-4
Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα λειτουργικά έκτροπα που συνδέονται με τα μνημόσυνα

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Οκτωβρίου, 2014

Τελευταία τείνει να επικρατήσει μια συνήθεια ισοπεδώσεως της Παραδόσεως. Έτσι είθισται ορισμένοι από τούς πιστούς μας κατά τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων τους να μην προσκομίζουν στο ναό κόλλυβα αλλά αντί αυτών κουλουράκια, πίτες και διάφορα γλυκίσματα. Αντί του πρόσφορου να προσκομίζουν έτοιμα βιομηχανοποιημένα πρόσφορα. Αντί του προσφερομένου κόκκινου οίνου να προσκομίζουν λευκό οίνο. Αντί της πατερικής φιλανθρωπίας να εμφανίζεται μια τάση επιδείξεως και δωρεάς προ σωματεία και ιδρύματα όχι με σκοπό
τη χριστιανική βοήθεια. 

Στην ίδια σειρά τείνουν να ξεχασθούν και πολλές άλλες ακόμα παραδοσιακές συνήθειες, όπως: συνεχείς μνημονεύσεις των κεκοιμημένων κατά τις Θειες Λειτουργίες· ψυχωφέλιμες επισκέψεις στα κοιμητήρια αφ’ ενός μεν για τη φιλοσόφιση του μυστηρίου του θανάτου και αφ’ ετέρου δε για την κοινωνία μετά των κεκοιμημένων μας· προσφορά προσφόρων καθ’ όλη τη διάρκεια του εκκλησιαστικού έτους ιδιαιτέρως δε κατά τα ψυχοσάββατα· δωρεές και φιλανθρωπίες στα εκκλησιαστικά καθιδρύματα και τέλος τακτική τέλεση θείων Λειτουργιών, Τρισαγίων και προσευχών.
Συνηθίζεται σήμερα το κόλλυβο να ανατίθεται στα γραφεία μνημοσύνων και οι συγγενείς να εφησυχάζουν ότι εκτελούν το χρέος προς τον κεκοιμημένο τους. Οι ναοί, όταν τελούνται μνημόσυνα τείνουν να μοιάζουν με ανθόκηπους. Υπάρχει μια συνήθεια Δυτικής προελεύσεως να ωραιοποιείται ο θάνατος ή με οποιοδήποτε τρόπο να περνά απαρατήρητος από τους ζωντανούς ανθρώπους. Η συνήθεια αυτή των μεγάλων στολισμών πρέπει να περικοπεί και να επικρατήσει το πατερικό μέτρο.

Ειδικότερα, χρειάζεται μια επιστροφή στην παράδοση που συνίσταται στη γνώση των τελουμένων κατά τα μνημόσυνα καθώς και στην ωφέλεια που πρέπει κι επιβάλλεται να κομίζουν πρωτίστως οι μεν κεκοιμημένοι μας από αυτά, δευτερευόντος δε και οι επιτελούντες αυτά.
Στα παραπάνω πρέπει να τονίσουμε και τη σημασία της συμμετοχής των συγγενών των κεκοιμημένων στη Θεία Ευχαριστία, η οποία συνδέεται άρρηκτα με το μυστήριο της μετανοίας.
Δυστυχώς, συνηθίζεται σήμερα πολλοί από τους πιστούς μας όταν πρόκειται να τελέσουν το μνημόσυνο συγγενών τους, να μην προσέρχονται από νωρίς στο ναό, όπου τελείται το μνημόσυνο αλλά να παρίστανται την τελευταία στιγμή που θα διαβαστεί μόνο το δικό τους μνημόσυνο. Με αυτό τον τρόπο παραβλέπεται ένας βασικός παράγοντας που ορίζει ότι η τέλεση του μνημοσύνου συνδέεται άρρηκτα με την προσφορά της αναιμάκτου Ευχαριστίας υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων. Αυτό πάλι έχει σαν προϋπόθεση ότι το μνημόσυνο πρέπει να συνδυάζεται με προσευχή και προετοιμασία, για την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, δηλαδή κοινωνία του Ποτηρίου μέσα στο όποιο συνευρίσκεται η αληθινή κοινωνία των ζώντων και των κεκοιμημένων εν ονόματι του εν Τριάδι θεού μας.
Όταν λοιπόν έχουμε μνημόσυνο, οφείλουμε κυρίως για τον κεκοιμημένο μας να βρισκόμαστε από νωρίς στο ναό, να προσευχόμαστε υπέρ αναπαύσεως του καθ’όλη τη διάρκεια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας και οπωσδήποτε να συμμετέχουμε σ’αυτό.
Ακόμη και οι φίλοι και γενικότερα οι προσκεκλημένοι στα μνημόσυνα οφείλουν να καταθέσουν ως προσφορά την προσευχή τους, για την ανάπαυση του κεκοιμημένου φίλου τους. Σήμερα συνηθίζουν πολλοί να περιμένουν έξω από το ναό, μέχρι να φθάσει η ώρα να αρχίσει η ακολουθία του μνημόσυνου. Όταν δε αρχίσει το μνημόσυνο παρατηρείται ένας στιγμιαίος συνωστισμός, ποιος θα πρωτοβρεθεί πιο κοντά στο κόλλυβο και ιδιαιτέρως πιο κοντά στα συγγενικά πρόσωπα του κεκοιμημένου, για να δείξει ότι είναι συνεπής σ’ αυτήν την εκδήλωση συμπαθείας, όπως είθισται τελευταίως να αποκαλείται το μνημόσυνο.
Όμως το μνημόσυνο έχει ως σκοπό τελέσεως του την προσφορά της προσευχής για την ανάπαυση του κεκοιμημένου. Εάν γίνεται κατά τον τρόπο πού παραπάνω περιγράψαμε μόνο δηλ. ως μια εκδήλωση κοινωνικού χρέους, τότε καμιά ωφέλεια δεν αποκομίζει ο κεκοιμημένος για τον όποιο και τελείται το μνημόσυνο και φυσικά ούτε και οι συμμετέχοντες ωφελούνται από αυτό.
Ένα ακόμη στοιχείο που πολλές φορές τείνει να γίνει συνήθεια εις βάρος της ωφελείας των μνημοσύνων είναι και οι αναξίως προσερχόμενοι στα άχραντα μυστήρια. Πολλοί εκ των συγγενών του κεκοιμημένου συμμετέχουν στα άχραντα μυστήρια μόνο για το θεαθήναι και για τα «μάτια του κόσμου». Τη συνήθεια αυτή τη στηλιτεύουν πολλοί από τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας και υπάρχουν και ιεροί κανόνες που απαγορεύουν την χωρίς προετοιμασία Θεία Μετάληψη.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι γίνεται με τους «απολειφθέντες» την Κυριακή από την εκκλησία;

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Οκτωβρίου, 2014

Και τι γίνεται με αυτούς που απουσιάζουν την Κυριακή από την εκκλησία; 
Όλοι αυτοί είναι για την κόλαση και δεν υπάρχει γι’ αυτούς σωτηρία;
 Ας δούμε πως αντιμετωπίζει η Εκκλησία τους απόντες. Κανένας δεν είναι για την κόλαση. Όλοι είμαστε για τον παράδεισο και, αν θέλουμε, μπορούμε να τον κερδίσουμε.
Πρόσεξε τώρα, αδελφέ μου, τα παρακάτω, για να θαυμάσεις τη φιλανθρωπία τους Θεού.
 Εάν εξετάσουμε τους ανθρώπους από την εξωτερική τους στάση, θα δούμε ότι μερικοί απουσιάζουν δικαιολογημένα και μερικοί αδικαιολόγητα.
 Ποιοι απουσιάζουν δικαιολογημένα; 
 Είναι οι ασθενείς, οι γιατροί, οι νοσηλευτές, οι μητέρες που έχουν μωρά παιδιά ή είναι έγκυοι, οι οικογένειες που έχουν ασθενείς στο σπίτι ή ηλικιωμένα άτομα που δεν μπορούν να μείνουν μόνα τους, και πολλές άλλες περιπτώσεις που είναι ανάγκη να απουσιάσουν από την ιερή σύναξη της Εκκλησίας.  Πολλές φορές αυτοί επιθυμούν τόσο πολύ να βρίσκονται στην εκκλησία, που είναι σαν να είναι παρόντες. 
Παρακολουθούν τη θεία Λειτουργία από το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση και όσο μπορούν συμμετέχουν στη θεία Λειτουργία. Αυτοί, αν και απουσιάζουν, ωφελούνται περισσότερο από αυτούς που είναι σωματικά στην εκκλησία αλλά το μυαλό τους τρέχει εδώ και εκεί και δεν συγκεντρώνεται στη λατρεία.
 Πόσο συγκινητικό είναι το ότι η αγία μας Εκκλησία τους θυμάται και τους μνημονεύει στη θεία Λειτουργία! 
«Μνήσθητι, Κύριε, του περιεστώτος λαού, και των δι’ ευλόγους αιτίας απολειφθέντων, και ελέησον αυτούς και ημάς κατά το πλήθος του ελέους σου». 
θυμήσου, Κύριε, με ευσπλαχνία τον λαό σου που βρίσκεται αυτή την ώρα στο ναό και αυτούς οι οποίοι δικαιολογημένα απουσιάζουν και δεν ήλθαν, και ελέησε και αυτούς και εμάς σύμφωνα με το πλήθος του ελέους σου.
 Τώρα τι να πούμε γι’ αυτούς που δεν ανήκουν σ’ αυτήν την κατηγορία; 
Γι’ αυτούς που απουσιάζουν από αμέλεια και αδιαφορία; 
Πρώτα να πούμε με πόση στοργή τους αντιμετωπίζει η Εκκλησία και ύστερα ποιο είναι το καθήκον μας προς αυτούς.
 Η αγία μας Εκκλησία, για να μας βοηθήσει να εκκλησιαζόμαστε, καθώς έχει εξουσία από τον Θεό, αφορίζει αυτούς που απουσιάζουν αδικαιολόγητα. 
Πρόσεξε όμως, αδελφέ μου, για να καταλάβεις το νόημα αυτού του αφορισμού.
Ένας κανόνας της έκτης Οικουμενικής Συνόδου, ο 80ος, ορίζει, όποιος απουσιάζει επί τρεις συνεχείςΚυριακές χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος, να αφορίζεται, δηλαδή να αποκόπτεται από την Εκκλησία και να μην έχει κοινωνία με τους άλλους πιστούς. 
Αλήθεια, πόσο φιλάνθρωπος είναι ο κανόνας αυτός!
 Δεν αφορίζει εκείνον που απουσιάζει μία ή δύο Κυριακές χωρίς σοβαρό λόγο. Του δίνει προθεσμία. Αν απουσιάσει και Τρίτη Κυριακή, τότε τον τιμωρεί. 
Έχει επομένως στη διάθεσή του τρεις εβδομάδες να σκεφθεί και να μετανοήσει. Και κάτι άλλο σημαντικό.
Δεν τον αφορίζει η Εκκλησία. Ο ίδιος με τον να απομακρύνεται από την Εκκλησία αφορίζει τον εαυτό του. 
Η Εκκλησία, για να μας βοηθήσει να καταλάβουμε πόσο επιζήμιο είναι να απουσιάζουμε από την ιερή σύναξη, έβαλε τον κανόνα αυτόν. 
Για να καταλάβουμε ότι δεν είναι ασήμαντη η απουσία μας από την Εκκλησία.
 Μερικοί από αυτούς που απουσιάζουν αδικαιολόγητα προβάλλουν και την εξής αστήρικτη δικαιολογία:  
«Τι να κάνω στην Εκκλησία; 
Τα ίδια και τα ίδια ακούω πάντοτε. 
Εκτός αυτού δεν καταλαβαίνω αυτά που ακούω, διότι η γλώσσα είναι αρχαία».
 Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος απαντάει στις προφάσεις αυτές και μας λέγει:
«Πώς θέλεις να καταλάβεις, αν δεν φροντίσεις να ασχοληθείς και να μελετήσεις αυτά που λέγονται στην Εκκλησία; 
Όσο περισσότερο συχνάζεις στην εκκλησία, τόσο περισσότερο θα τα καταλαβαίνεις. 
Δεν είναι λοιπόν ο λόγος που απουσιάζεις ότι δεν καταλαβαίνεις, αλλά ότι δεν ενδιαφέρεσαι να καταλάβεις». 
Σήμερα υπάρχουν τόσα ερμηνευτικά βοηθήματα και ο καθένας μπορεί να τα προμηθευθεί.
 Πάλι ο ιερός Χρυσόστομος με τρεις λέξεις μας υποδεικνύει το χρέος μας απέναντι αυτών που απουσιάζουν: «Αναζήτησον τον απολειφθέντα», μας λέει. 
Ψάξε να βρεις αυτόν που απουσιάζει
Πόσο μας ελέγχουν αυτές οι τρεις λέξεις….!!!!!
 http://eikonografies.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΗΤΟΥ) (2)

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Οκτωβρίου, 2014

Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽ (Β´ Τιμ. 2, 8)
α. Τόν ῾καλόν στρατιώτην ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ μεγαλομάρτυρα καί μυροβλήτη ἅγιο Δημήτριο πού τιμᾶ ἐνδόξως σήμερα ἡ ᾽Εκκλησία μας φωτίζει τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, παρμένο ἀπό τήν ποιμαντική λεγόμενη ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου τήν Β´ πρός Τιμόθεον. ῞Οσα προτρεπτικά λέει ὁ ἀπόστολος γιά τόν μαθητή καί συνεργάτη του ἅγιο Τιμόθεο τά βλέπουμε ἐφαρμοσμένα ἤδη στόν ἅγιο Δημήτριο: ἡ δύναμή του ἦταν ἡ χάρη τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κακοπάθησε ὡς καλός στρατιώτης ᾽Εκείνου, ἀθλήθηκε νόμιμα, ἡ διαρκής μνήμη του ἦταν ὁ ἀναστημένος ᾽Ιησοῦς Χριστός. Κι ἡ ᾽Εκκλησία μας βεβαίως τά στοιχεῖα αὐτά πού μᾶς ὁδηγοῦν στή σωτηρία μας μᾶς τά προβάλλει ἔντονα, προκειμένου νά κρίνουμε τόν ἑαυτό μας πάνω σ᾽ αὐτά καί νά πορευόμαστε ἀντιστοίχως στή ζωή μας. Κατεξοχήν μάλιστα ἡ μνήμη μας πρέπει νά εἶναι διαρκῶς στόν ἀναστημένο ἀπό τούς νεκρούς ᾽Ιησοῦ Χριστό καί ἀπόγονο τοῦ Δαβίδ. ῾Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽.
β. 1. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος δέν μᾶς καλεῖ μέσω τῆς προτροπῆς του στόν ἅγιο Τιμόθεο νά μνημονεύουμε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς ἕνα πρόσωπο τῆς ἱστορίας γιά παιδαγωγικούς σκοπούς. ῾Η προτροπή του δηλαδή δέν ἔχει τήν ἔννοια μίας ἀνάμνησης πού ἀναπλάθει ἀπό τό παρελθόν ἕνα πρότυπο γιά παραδειγματισμό, ὅπως τό βλέπουμε νά συμβαίνει στίς διάφορες ἐπετείους σπουδαίων ἱστορικῶν γεγονότων ἤ ἀκόμη καί στή μνήμη τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας. Κι αὐτό γιατί μία τέτοια μνημόνευση σημαίνει ὅτι τό πρόσωπο ἤ τό γεγονός ἀνήκει στό παρελθόν κι ἐπειδή ἔχει κάποια ἰδιαίτερη ἀξία θέλουμε νά τό προβάλλουμε ὡς καθοδηγητικό στοιχεῖο καί γιά τή δική μας ζωή στό παρόν.
῾Η προτροπή τοῦ ἀποστόλου ἔχει πολύ μεγαλύτερο βάθος κι ἐκφράζει τήν πίστη τοῦ ἴδιου καί τῆς ᾽Εκκλησίας γιά τό ποιός εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός καί ποιά εἶναι ἡ σχέση μας μέ ᾽Εκεῖνον. ῾Ο ᾽Ιησοῦς Χριστός πού πρέπει νά μνημονεύουμε εἶναι ὁ ῾ἐγηγερμένος ἐκ νεκρῶν᾽, δηλαδή εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού μέ τήν ἀνάστασή Του φανέρωσε τή θεότητά Του ὡς Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, καί ταυτοχρόνως εἶναι τέλειος ἄνθρωπος ὡς καταγόμενος ῾ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος καλεῖ νά μνημονεύουμε ᾽Εκεῖνον πού εἶναι ζωντανός καί διαρκῶς παρών στή ζωή μας καί τή ζωή σύμπαντος τοῦ κόσμου, συνεπῶς καλεῖ νά ἔχουμε ἀνοικτά τά μάτια τῆς πίστης, γιά νά βλέπουμε τήν πραγματικότητα πού ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία: τόν Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο πού μᾶς προσέλαβε στόν ῾Εαυτό Του καί μᾶς ἕνωσε μέ τόν Θεό.
2.  Μέ ἄλλα λόγια ἡ μνημόνευση αὐτή τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ τήν αὐτονόητη ἐν πίστει κίνηση τοῦ μέλους τῆς ᾽Εκκλησίας, τοῦ βαπτισμένου καί χρισμένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ζώντας τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ὕπαρξή του ὡς ἐνδεδυμένος ᾽Εκεῖνον – ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽ – Τόν ἀναπνέει ὅπως ἀναπνέει κανείς τόν ἀέρα γιά νά ζήσει. ῞Οταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σημειώνει ὅτι πρέπει νά μνημονεύουμε περισσότερο τόν Θεό ἀπό τό νά ἀναπνέουμε – ῾μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον᾽ -, δηλαδή ἡ μνημόνευσή του εἶναι περισσότερο κι ἀπό θέμα ζωῆς καί θανάτου, αὐτό ἀκριβῶς σημειώνει: χωρίς Χριστό δέν ὑπάρχει ἀληθινή καί πραγματική ζωή. Χωρίς Χριστό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ζωντανό πτῶμα. Τήν ἴδια ἔννοια ἔχει καί τό ῾ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε᾽ πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σέ κάποια ἄλλη ἐπιστολή του.
Κι εἶναι περιττό βεβαίως νά τονίσουμε καί πάλι ὅτι μία τέτοια μνημόνευση ὡς ἀναγκαία γιά τήν ἴδια τήν πνευματική ζωή προϋποθέτει τήν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ πιστός δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναφερθεῖ στόν Κύριο ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ἄν δέν τόν φωτίζει ἐν προκειμένῳ τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Μόνον ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τή χάρη ᾽Εκείνου φθάνει στό ὑπέρ φύσιν σημεῖο πίστης καί ἀποδοχῆς τῆς θεανθρωπότητάς Του, κάτι πού ἐξόχως σημειώνει ὁ ἀπόστολος: ῾Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽.  ῎Ετσι ἡ μνημόνευση τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κατά τόν ἀπόστολο, εἶναι ἡ  ἐπιβεβαίωση τῆς ὕπαρξης στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν καθοδηγεῖ νά βιώνει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς Πατέρα: τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ᾽ παραπέμπει εὐθέως στό ῾ἀββᾶ ὁ Πατήρ᾽.
3. Τά παραπάνω ἐξηγοῦν εὔκολα  γιατί ἡ ᾽Εκκλησία μας ἀπαρχῆς μέ τούς ἁγίους θεοπνεύστους Πατέρες της θεώρησε ὅτι ἡ κατεξοχήν προσευχή πού συμπυκνώνει κάθε προσευχή της καί συνιστᾶ μία συνοπτική ὁμολογία πίστης της εἶναι τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ ἤ μέ τήν πιό ἀνεπτυγμένη μορφή του τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν᾽. Σ᾽ αὐτήν τή μονολόγιστη λεγόμενη προσευχή ἔχουμε τήν ἐπακριβή ἐπιβεβαίωση τῆς προτροπῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου: μνημονεύουμε καί ἐπικαλούμαστε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ὁ ῾Οποῖος ἦλθε στόν πεσμένο στήν ἁμαρτία κόσμο, προκειμένου νά μᾶς σώσει. Τό ἔλεός Του εἶναι ἡ ἀπάντηση στή διαστροφή τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μάλιστα συναίσθηση αὐτῆς καί τοποθεῖται ἐν ταπεινώσει ἀπέναντί Του. Γι᾽ αὐτό καί ὄχι μόνο στίς ἀκολουθίες τῆς ᾽Εκκλησίας ἀλλά καί σέ κάθε ἐπίπεδο τῆς ζωῆς τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ συνοδεύει ὄχι μόνο τόν μοναχό – ἡ ῾ἀποκλειστικότητα᾽ αὐτή δέν συνάδει πρός τήν ἐκκλησιαστική πίστη – ἀλλά καί τόν κάθε βαπτισμένο χριστιανό. Σέ διαφωνία πάνω στό θέμα αὐτό γιά παράδειγμα ἑνός μοναχοῦ μέ τόν  μεγάλο Πατέρα τῆς ᾽Εκκλησίας ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἐν ἀντιθέσει πρός τόν μοναχό ὑποστήριζε ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ εἶναι γιά ὅλους τούς πιστούς μικρούς καί μεγάλους, ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίστηκε στόν μοναχό γιά νά τοῦ πεῖ ὅτι ἡ ἀλήθεια βρίσκεται στόν ἅγιο Γρηγόριο.
4. Τό μόνο πού ἀπαιτεῖται νά κατανοήσουμε οἱ πιστοί εἶναι ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται κατά τρόπο ἐξωτερικό καί τυπικό. Οἱ ῾τεχνικές᾽ τῆς εὐχῆς τοῦ Χριστοῦ ἤ ἡ ἐπανάληψη τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του σάν κάτι τό μαγικό πόρρω ἀπέχουν ἀπό αὐτό πού ζεῖ ἡ ᾽Εκκλησία μας καί λέει ὁ ἀπόστολος. ῾Η μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ὅπως εἴπαμε, καί μέ θερμότητα ἀγάπης πρός τό πανάγιο πρόσωπό Του. ῾Η ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό, τόν ᾽ἐξ Οὗ καί δι᾽ Οὗ καί εἰς ῞Ον τά πάντα ἔκτισται᾽, θέτει σέ ἐνέργεια κατά τρόπο αὐξητικό τή χάρη τῆς μνήμης Του καί ἡ ἀγάπη αὐτή ἀποτελεῖ τό ῾κλειδί᾽ τῆς συνεχοῦς ἐπανάληψης τοῦ ὀνόματός Του. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ μνήμη Του καί ἡ ἀδιάκοπη ἐπίκλησή Του προϋποθέτει τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Πιστός πού ἐπικαλεῖται τόν Κύριο χωρίς νά ὁδεύει κατά τίς ἐντολές Του, κατεξοχήν τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπό του, μᾶλλον δουλεύει σέ ἀλλότριο δεσπότη καί ὄχι στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο λόγος τοῦ μεγάλου Πατέρα ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ ἐν προκειμένῳ εἶναι καταπέλτης: ῾᾽Εκεῖνος πού μπόρεσε νά ἀποκτήσει τήν τέλεια ἀγάπη καί νά ρυθμίσει σύμφωνα μέ αὐτήν ὄλην τή ζωή του, αὐτός ἐπικαλεῖται τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽ (4η ἑκατ. Περί ἀγάπης).
γ. Δέν ὑπάρχει πιό ἰσχυρό ὅπλο στά χέρια μας ἀπό ῾τό ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα᾽ τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζοντας καί τή δική του ζωή μᾶς παρακινεῖ σ᾽ αὐτό, ἡ ᾽Εκκλησία μας τό ἔχει ὡς τόν πιό μεγάλο καί ὑπερθαύμαστο θησαυρό της, τό θεμέλιο τῆς ὕπαρξής της. ῎Ας μάθουμε νά ἀναπνέουμε Αὐτόν πού συνιστᾶ τήν ἴδια τή ζωή μας καί ῾τήν ψυχή τῆς ψυχῆς μας᾽ (ὅσιος Μακάριος). Τότε θά μάθουμε ἐμπειρικά τό τί σημαίνει δύναμη πίστης καί φανέρωση τῆς Βασιλείας Του ἤδη ἀπό τόν κόσμο αὐτόν.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΗΤΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Οκτωβρίου, 2014

Μήν οὖν ἐπαισχυνθῇς τό μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν
(Β´ Τιμ. 1, 8)
α. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ἀπό τήν Β´ πρός Τιμόθεον ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶναι ἐν σχέσει πρός τόν ἅγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο. ῾Η ζωή τοῦ ἁγίου ὑπῆρξε μία ζωή μαρτυρίας καί ὁμολογίας τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, τέτοιας πού κατέληξε καί στό δικό του αἱματηρό μαρτύριο, κάτι πού σημειώνει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ἐπιστολή γιά τή δική του πορεία, στή μίμηση τῆς ὁποίας καλεῖ καί τόν μαθητή του Τιμόθεο. Ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔτσι μέ τό συγκεκριμένο ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ὑπομνηματίζει θά λέγαμε τή ζωή τοῦ ἁγίου Δημητρίου καί εἶναι σάν νά μᾶς λέει ὅτι ὁ ἅγιος πορεύτηκε σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, γενόμενος μιμητής καθ᾽ ὅλα τῆς ζωῆς του. Ἡ προτροπή μάλιστα τοῦ ἀποστόλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο ῾νά μήν ντρέπεσαι νά ὁμολογεῖς τόν Κύριό μας᾽ (῾μή ἐπαισχυνθῇς τό μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν᾽) ἔχει σπουδαία σημασία ἰδίως γιά τήν ἐποχή μας.
β. 1. Τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀποστόλου γιά τόν Τιμόθεο εἶναι νά μή χάσει τή ζωντανή σχέση του μέ τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο Χριστός εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὅπως θά τό σημειώσει ἀμέσως παρακάτω, γι᾽ αὐτό καί ἡ προτροπή του στήν πραγματικότητα συνιστᾶ ὑπενθύμιση στόν Τιμόθεο γιά προσωπική καί ἄμεση στάση του ἔναντι τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ. Γιατί αὐτό; Διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε πεῖ ὅτι ῾πᾶς ὅς ἄν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ αὐτόν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ῞Ος δ᾽ ἄν ἀρνήσηταί μοι ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι κἀγώ αὐτόν᾽. ῎Ετσι ἡ ὁμολογία πίστεως στόν Χριστό ἀφενός ἀποτελεῖ ὅρο γιά νά εἴμαστε δικοί Του καί νά εἰσέλθουμε δικαιωμένοι δι᾽ Αὐτοῦ στή Βασιλεία τοῦ Πατέρα Του, ἀφετέρου προϋποθέτει πώς κέντρο βάρους γιά τόν πιστό εἶναι ὄχι ὁ κόσμος μέ τίς ἐπιθυμίες του, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μέ ἑτοιμότητα μάλιστα θυσίας καί τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς πρός χάρη Του, ἀφοῦ ὁ κόσμος διάκειται ἐχθρικά πρός τόν Κύριο καί τήν πίστη Του.
2. ῾Η προτροπή ὅμως τοῦ ἀποστόλου πρός τόν Τιμόθεο νά μή ντρέπεται γιά τήν πίστη του στόν Χριστό φανερώνει ταυτοχρόνως ἔμμεσα καί τόν ἀπόλυτο ρεαλισμό τοῦ ἀποστόλου. Γνωρίζει ὁ ἀπόστολος ὅτι ὡς ἄνθρωπος ὁ Τιμόθεος ἐνόψει μάλιστα τοῦ ἐχθρικά διακείμενου κόσμου  μπορεῖ νά δειλιάσει. ῎Εχει ὑπόψη του πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, ὅπου ἄνθρωποι τῆς πίστεως τελικῶς ὑποχώρησαν εἴτε ἀρνούμενοι τήν πίστη εἴτε κρυπτόμενοι κάτω ἀπό τόν μανδύα τῆς ἀδιαφορίας. Ἡ περίπτωση χριστιανῶν γιά παράδειγμα, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἐπιστολή του πρός τούς Γαλάτες, εἶναι μία τέτοια περίπτωση, κατά τήν ὁποία παρουσιάζονταν κάποιοι ὑπέρμαχοι τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ, ἁπλῶς καί μόνον ῾ἵνα μή τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται᾽. Λοιπόν ὁ ἀπόστολος καλεῖ τόν μαθητή του σέ θαρραλέα ὁμολογία τῆς πίστεώς του, ὑπενθυμίζοντάς του μάλιστα ὅτι ἀφενός τήν πίστη του αὐτή τήν εἶδε ὁ Τιμόθεος ἐνσαρκωμένη ὄχι μόνο στόν ἴδιο, ἀλλά καί στήν ἁγία γιαγιά του Λωΐδα καί τήν ἁγία μητέρα του Εὐνίκη, ἀφετέρου ῾ὁ Θεός οὐκ ἔδωκεν ἡμῖν πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽, Πνεῦμα τό ὁποῖο ἤδη ἔχει λάβει ὁ Τιμόθεος ἀπό τό βάπτισμά του καί τήν ἱερωσύνη του. 
3. ῎Ετσι ὁ ἀπόστολος σχετίζει ἄμεσα τή μαρτυρία καί τήν ὁμολογία τῆς πίστεως στόν Χριστό μέ τό μαρτύριο ὑπέρ ᾽Εκείνου. Δέν ὑπάρχει οὔτε ὑποψία στόν ἅγιο Παῦλο ὅτι μπορεῖ ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ νά συνιστᾶ μία θεωρία ἤ μία ἰδεολογία πού ἐξαντλεῖται μόνο στά λόγια χωρίς νά ἀγκαλιάζει τή ζωή. Καί πῶς θά μποροῦσε νά συμβεῖ τοῦτο, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπέκλεισε τήν κατάσταση αὐτή, ὅπως γιά παράδειγμα μέ τόν λόγο του ῾οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου᾽; ῾῾Ο ποιήσας καί διδάξας᾽ εἶναι πάντοτε αὐτός πού δικαιώνεται καί σώζεται, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἄλλος μεγάλος ἀπόστολος ᾽Ιάκωβος ὁ ἀδελφόθεος ἔχει χαρακτηρίσει τήν κατάσταση αὐτή ὡς σχεδόν δαιμονική. Διότι ῾καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι᾽, ἀλλά βεβαίως δέν πράττουν. Ἡ ἴδια μάλιστα ἡ ζωή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀποτελεῖ τήν ἄμεση ἐπιβεβαίωση γιά τόν Τιμόθεο τῆς ἀλήθειας αὐτῆς. Ὁ ἀπόστολος καταρχάς εἶναι φυλακισμένος γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ εὐαγγελίου Του: αὐτή εἶναι ἡ αἰτία ῾δι᾽ ἥν πάσχει᾽ αὐτός, ἐνῶ καλεῖ τόν μαθητή του καί ἐκεῖνος ῾νά εἶναι ἕτοιμος νά κακοπαθήσει μαζί του κι ὁ Θεός θά τοῦ δώσει τή δύναμη᾽.
4. Ἡ τελευταία φράση τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι ὁ Θεός θά δώσει τή δύναμη στόν Τιμόθεο γιά τό μαρτύριο πού θά ὑποστεῖ λόγω τῆς μαρτυρίας του γιά τόν Χριστό πηγαίνει παραπέρα τόν λόγο του. Καί ἡ πίστη στόν Χριστό δηλαδή ὡς ὁμολογία καί μαρτυρία γι᾽ Αὐτόν καί ἡ πίστη ὡς μαρτύριο καί κακοπάθεια ὑπέρ Αὐτοῦ συνιστοῦν χαρισματική κατάσταση. Δέν εἶναι οἱ ἀνθρώπινες δυνάμεις μέ ἄλλα λόγια πού καθιστοῦν κάποιον ἀληθινό χριστιανό, ἀλλά ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού βρίσκει ἁπλῶς ἑτοιμότητα διάθεσης καί καρδιᾶς ἀπό πλευρᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Διαφορετικά, μία ὁμολογία ἤ ἕνα μαρτύριο, βασιζόμενα στίς ἀνθρώπινες δυνατότητες, πού σημαίνει σ᾽ ἕνα ὑπερφίαλο ἐγώ: ῾ἐγώ μπορῶ καί τά καταφέρνω μόνος μου᾽, μπορεῖ νά θεωροῦνται ἡρωϊκές ἴσως καταστάσεις, δέν χαρακτηρίζονται ὅμως χριστιανικές κι οὔτε γίνονται ἀποδεκτές ἀπό τόν Θεό, διότι προφανῶς ἐλλείπει τό βασικότερο στοιχεῖο χριστιανοσύνης πού εἶναι ἡ ἀγάπη. Δέν λέει τυχαῖα γιά παράδειγμα ὁ ἀπόστολος καί πάλι Παῦλος ὅτι ῾ἐάν παραδώσει κάποιος καί τό σῶμα του γιά νά καεῖ λόγω τῆς πίστης του, δέν ἔχει ὅμως ἀγάπη, δέν ὑπάρχει ὠφέλεια ἀπό τή θυσία του αὐτή᾽. Κι ἔρχεται ἀκριβῶς ὁ ἀπόστολος νά διατυπώσει τήν ἀλήθεια αὐτή ξεκάθαρα καί σέ ἄλλο σημεῖο τῶν ἐπιστολῶν του. ῾῾Ημῖν ἐδόθη οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν᾽. Μᾶς δόθηκε σάν χάρισμα ἀπό τόν Θεό, λέει, ὄχι μόνο νά πιστεύουμε σ᾽ Αὐτόν, ἀλλά καί νά πάσχουμε γιά χάρη Του. ῎Ετσι στή δωρεά τῆς μαρτυρίας καί τοῦ μαρτυρίου του ὁ χριστιανός πάντοτε βρίσκεται στό σημεῖο ῾μηδέν᾽ ἀπό πλευρᾶς δικῆς του. ῾Η ταπείνωση δηλαδή ἀποτελεῖ τό μόνιμο βάθρο πάνω στό ὁποῖο κινεῖται, διατηρώντας μέ τόν τρόπο αὐτό τήν ἤδη ὑπάρχουσα χάρη πού ἔχει.
γ. Ἡ προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου – προτροπή  τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου – νά μή ντρέπεται ὁ Τιμόθεος νά ὁμολογεῖ τήν πίστη του ἰσχύει ἀσφαλῶς διαχρονικά. Καί τοῦτο γιατί σέ ὅλες τίς ἐποχές τό ἀντίχριστο πνεῦμα ὑπάρχει παρόν σέ μεγάλο βαθμό, ἰδίως δέ στήν ἐποχή μας πού λόγω τῆς αὐξημένης ὑποκρισίας της ξέρει νά παίρνει πολυποίκιλες μορφές. Καί σήμερα χρειάζεται τόλμη καί θάρρος νά ὁμολογήσει κανείς τήν χριστιανική πίστη του, ἀρκεῖ βεβαίως νά ἔχει ῾δέσει᾽ τήν ὕπαρξή του μέ τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, πού σημαίνει νά βρίσκεται σέ ἑτοιμότητα νά ῾πάθει ὑπέρ Αὐτοῦ᾽. Προϋπόθεση γι᾽ αὐτό εἶναι ὁ βαθμός ἐκκλησιαστικότητάς μας, δηλαδή ὁ βαθμός τῆς ροῆς μέσα μας τοῦ ποταμοῦ τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως. ῞Οσο μένουμε στά λόγια τῶν ἀποστόλων ἐν ᾽Εκκλησίᾳ, τόσο μένουμε ἐν Χριστῷ, τόσο Τόν φανερώνουμε  ἐν τοῖς πράγμασι καί τοῖς λόγοις. Τό σημερινό παράδειγμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου μάλιστα γίνεται καθοριστικό ὅριο τῆς πορείας αὐτῆς. Γιατί καί ὁ ἅγιος ζοῦσε τήν παράδοση τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού τόν ὁδήγησε κατά φυσικό τρόπο καί στή μαρτυρία γιά τόν Χριστό καί στό μαρτύριο γιά χάρη Του.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Οκτωβρίου, 2014

Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ῾Ο δέ εἶπε: Λεγεών᾽ (Λουκ. 8, 30)
α. Γνωστό τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, τό ὁποῖο ἡ ᾽Εκκλησία μας τό ἐπαναφέρει καί μέσω τοῦ ἁγίου Ματθαίου ἄλλη Κυριακή, προκειμένου προφανῶς νά τονισθεῖ ἡ κεντρική ἀλήθεια τῆς πίστεως ὅτι ὁ Κύριος ἦλθε στόν κόσμο ῾ἵνα λύσῃ τά ἔργα τοῦ διαβόλου᾽.  ῾Ο Κύριος συγκεκριμένα πηγαίνει στή χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, ὅπου ἔρχεται ἀντιμέτωπος μέ τή φοβερή κατάσταση πού εἶχαν δημιουργήσει σ᾽ ἕναν ταλαίπωρο ἄνθρωπο τά δαιμόνια, τόν ὁποῖο καί ἀπαλλάσσει ἀπό τήν καταδυναστεία τους, γιά νά ὁδηγηθεῖ τελικῶς αὐτός σέ δοξολογική ἀνάληψη ἱεραποστολικοῦ ἔργου.  Ὁ διάλογος μάλιστα πού διαμείβεται μεταξύ τοῦ Κυρίου καί τοῦ δαιμονισμένου ἀνθρώπου εἶναι ἐξόχως ἐνδιαφέρων. ῾Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ῾Ο δέ εἶπε: Λεγεών᾽.
β. 1. Δέν εἶναι τυχαία βεβαίως ἡ ἐρώτηση τοῦ Κυρίου. Τόν ἐρωτᾶ καταρχάς ὄχι διότι δέν γνώριζε ἀσφαλῶς ὁ παντογνώστης τόν ἄνθρωπο –  γι᾽ αὐτόν ἄλλωστε βρέθηκε στή χώρα του – ἀλλά διότι ἤθελε νά προκαλέσει τό δαιμόνιο ἤ μᾶλλον τά δαιμόνια νά φανερώσουν τήν ἀδυναμία τους ἐνώπιόν Του. Κι ἀκόμη τόν ἐρωτᾶ γιά τό ὄνομά του, διότι τό ὄνομα σέ ὅλους τούς λαούς, ἰδιαιτέρως ὅμως στούς ῾Εβραίους, ἦταν καί εἶναι κατεξοχήν δηλωτικό  τοῦ χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἴδιου θά λέγαμε τοῦ βάθους καί τοῦ ἐσώτερου πυρήνα τῆς προσωπικότητάς του, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος μέ τόν τρόπο αὐτόν πίεζε τά δαιμόνια νά φανερωθοῦν, ὥστε νά ἀποκαλυφθεῖ ἡ τραγωδία τοῦ ὑπό κατάληψη αὐτῶν εὑρισκομένου ἀνθρώπου: ὁ δαιμονισμένος δέν ἦταν ὁ ἑαυτός του. ῎Αλλοι ἔκαναν ῾κουμάντο᾽ στήν ψυχοσωματική ὕπαρξή του.
2. Κι ἐδῶ ἀκριβῶς πρέπει νά σταθοῦμε περισσότερο. Συνηθίζουμε εἶναι ἀλήθεια νά ἐπικεντρώνουμε τήν προσοχή μας στά ἐξωτερικά συμπτώματα τοῦ δαιμονισμοῦ του: τίς τάσεις αὐτοκαταστροφῆς καί καταστροφῆς τῶν ἄλλων, τήν ἀντικοινωνικότητά του, τήν ἔλλειψη ὁποιασδήποτε αἰδοῦς, ἀλλά μέ τήν ἐρώτηση τοῦ Κυρίου φανερώνεται ἡ κόλαση τήν ὁποία βιώνει ὁ τραγικός αὐτός ἄνθρωπος. ῾Ο δαιμονισμένος δέν ἔχει ταυτότητα. Ξένες καί ἐχθρικές πρός αὐτόν καί τούς ἄλλους δυνάμεις τόν διακατέχουν καί τόν προσδιορίζουν, οἱ ὁποῖες δέν τοῦ ἐπιτρέπουν οὔτε νά σκεφτεῖ ὅπως πρέπει οὔτε νά ἐπιθυμεῖ τά ὀρθά καί δίκαια οὔτε κἄν νά αἰσθάνεται ὡς ἄνθρωπος. Πρόκειται λοιπόν γιά μία ψυχική κατάσταση πλήρους ἀλλοιώσεώς του πού μόνο ἡ νέκρωση καί ἡ ἀπώλεια μποροῦν νά τήν χαρακτηρίσουν. ῎Αν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος χαρακτήρισε ἔτσι τήν κατάσταση στήν ὁποία βρέθηκε ὁ ἄσωτος τῆς ὁμώνυμης παραβολῆς Του – ῾νεκρός  καί ἀπολωλός᾽ – πολύ περισσότερο ἰσχύει τοῦτο κι ἐδῶ: νά ζεῖ καί νά ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά σέ κατάσταση κυριολεκτικά θανάτου καί πνευματικῆς ἀνυπαρξίας. Διότι εἶναι ἀποκομμένος ἀπό τόν Θεό, ἀπό τόν συνάνθρωπο, ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό.
3. Τή χαμένη, νεκρή, διεστραμμένη καί γι᾽ αὐτό τραγική αὐτήν κατάσταση, σημειώνει ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ εὐαγγελιστής στήν ᾽Αποκάλυψή του, θά ζοῦν δυστυχῶς οἱ ἄνθρωποι πάντοτε καί διαχρονικά, ἰδιαιτέρως στούς χρόνους τοῦ ἀντιχρίστου πρό τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του, ὅταν θά ἐπιλέγουν τρόπο ζωῆς ἀντίθετο πρός τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ. ῞Οσο ὁ ἄνθρωπος θά ἐναντιώνεται πρός τόν Θεό καί τό ἅγιο θέλημά Του, τόσο καί θά ὑποδουλώνεται στόν ἀντικείμενο, τόν σατανᾶ, μέ ἀποτέλεσμα νά ζεῖ μία κόλαση, θεωρώντας ὅτι ζεῖ ἕναν ῾παράδεισο᾽. Αὐτή εἶναι ἡ τραγωδία τοῦ ἀποκομμένου ἀπό τόν Χριστό ἀνθρώπου: νά βρίσκεται στά ῾νύχια᾽ τοῦ κατεξοχήν ἐχθροῦ του, νά τρέφεται ὁ ἐχθρός αὐτός, ὁ διάβολος, ἀπό τίς σάρκες τοῦ ὑποτακτικοῦ καί δούλου του, καί νά νομίζει ὅτι ῾λατρεύει τῷ Θεῷ᾽. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τόν Πονηρό ὡς ῾ἀνθρωποκτόνον᾽ ἀπαρχῆς, πού σημαίνει ὅτι χαρά τοῦ Πονηροῦ εἶναι νά ταλαιπωρεῖ τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ, κατεξοχήν δέ τόν ἄνθρωπο. Καί πρῶτο θῦμα του εἶναι ὁ ἴδιος ὁ δοῦλος του. Πῶς ἄλλωστε εἶναι δυνατόν ἀπό ῾δένδρον σαπρόν᾽ νά βγεῖ καλός καρπός; ῾Ο Πονηρός διάβολος συμπεριφέρεται πάντοτε μέ τόν τρόπο πού γνωρίζει: νά μεταφέρει τή δυστυχία του καί στούς ἄλλους.
4. Τή φοβερή αὐτή ἀλήθεια βεβαίως ἀγωνίζεται ὁ διάβολος νά τήν ἀποκρύπτει ἀπό τούς ἀνθρώπους, κυρίως δέ ἀπό τούς δικούς του. Κατά παραχώρηση μάλιστα τοῦ Θεοῦ – προκειμένου νά ἀποκαλύπτονται οἱ ἀληθινοί πιστοί ἀπό τούς ψευδεῖς – παρουσιάζει τά πράγματα ἐντελῶς διαφορετικά: ὡραιοποιημένα καί φανταχτερά. Κι αὐτό τό ζοῦμε ἔντονα στήν ἐποχή μας εἴτε μέ τήν ἔξαρση τοῦ λεγόμενου σατανισμοῦ εἴτε μέ τήν προβολή τοῦ διαβόλου ὡς τάχα σωτήρα τοῦ κόσμου ἀκόμη καί μέσα ἀπό τραγούδια καί ἀπό ῾λαμπρές᾽ εἰκόνες εἴτε  μέ τήν ἐξαγγελία ὅτι αὐτός εἶναι ὁ δυνατός μπροστά στόν ῾ἀδύναμο᾽ ἐσταυρωμένο. Καί δυστυχῶς ὑπάρχουν ἀφελεῖς πού πιστεύουν τά ψεύδη αὐτά καί καταστρέφονται, ὅπως βεβαίως ὑπάρχουμε καί οἱ πολλοί ἄλλοι πού μπορεῖ ἴσως νά μήν τά δεχόμαστε, ἀλλά νά μήν ἀντιδροῦμε ὅπως πρέπει, ἀφήνοντας τά ῾δαιμονικά᾽ αὐτά νά φαίνεται ὅτι κυριαρχοῦν.
5. ῾Η ἀλήθεια εἶναι βεβαίως πέρα ἀπό αὐτά καί τήν μαρτυρεῖ πάντοτε ἡ ᾽Εκκλησία μας. Μᾶς καλεῖ νά θυμόμαστε καί κυρίως νά ζοῦμε ἀδιάκοπα αὐτό πού σημαίνει τό ὄνομά μας: τό γενικό τοῦ χριστιανοῦ καί τό συγκεκριμένο πού πήραμε κατά τή βάπτισή μας. Διότι τό ἀληθινό ὄνομα πρωτίστως κάθε πιστοῦ εἶναι τό ῾χριστιανός᾽. ῞Ολοι γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἀπάντηση τῶν ἁγίων μαρτύρων τῆς πίστεώς μας κατά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν, ὅταν τούς ρωτοῦσαν γιά τό ὄνομά τους, ἦταν: ῾χριστιανός εἶναι τό ὄνομά μου᾽. ῎Ηξεραν οἱ ἅγιοι ὅτι ἡ ἔνταξή τους στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ χριστιανικότητά τους ἔκτοτε ἦταν ὅ,τι ἀνώτερο καί ἱερότερο ὑπῆρχε στή ζωή τους, αὐτό πού πράγματι χάραζε καί χαρακτήριζε τήν ὕπαρξή τους. Τό κέντρο βάρους τους ἦταν ὁ Χριστός καί ὄχι ὁτιδήποτε ἐπίγειο, ὅσο σπουδαῖο καί μεγάλο κι ἄν φάνταζε αὐτό. Γι᾽ αὐτό καί κατέθεταν καί τήν ἴδια τή ζωή τους. Κι ἔπειτα καί τό βαπτιστικό μας ὄνομα: εἶναι τό ὄνομα τοῦ ἁγίου μας, τό ὁποῖο καί αὐτό παραπέμπει στόν ἴδιο τόν Κύριο, τοῦ ῾Οποίου ἄλλωστε μιμητής ὑπῆρξε  ὁ ἅγιος καί γι᾽ αὐτό καί ἅγιασε. Εἴτε λοιπόν μέ τό ὄνομα χριστιανός εἴτε μέ τό ὄνομα τοῦ ἁγίου μας θυμόμαστε ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, εἰκόνες δικές Του, ναοί τοῦ ἁγίου Του Πνεύματος. Κι αὐτό δέν εἶναι φαντασία, ἀλλά ἡ ἀληθινή πραγματικότητα. ῞Οπως ὁ δαιμονισμένος ζοῦσε δυστυχῶς τήν ξενική κατοχή χωρίς ὄνομα δικό του, τό ἴδιο κι ἐμεῖς ἐκ τοῦ ἀντιθέτου: ζοῦμε τήν κατοχή μας ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τόν Θεό μας, ὁ ῾Οποῖος ὅμως μᾶς ἐλευθερώνει (῾οὗ τό Πνεῦμα Κυρίου ἐκεῖ καί ἐλευθερία᾽) καί μᾶς κάνει νά νιώθουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ, μέ διαρκή μέσα μας τήν κραυγή: ῾᾽Αββᾶ, ὁ Πατήρ!᾽. Νά νιώθω παιδί τοῦ Θεοῦ καί νά Τόν προσφωνῶ ῾Πατέρα᾽ εἶναι αὐτό πού μοῦ προσφέρει τό ὄνομά μου. Τό χριστιανικό ἀσφαλῶς ὄνομά μου καί ὄχι ὁποιοδήποτε περίεργο, παράδοξο, ὑποκοριστικό τέτοιο πού λειτουργεῖ ἐντελῶς κατά ἀποπροσανατολιστικό τρόπο.
γ. Νά καλλιεργοῦμε τή συναίσθηση τῆς ἀξίας τῆς χριστιανικῆς πίστεώς μας, νά καλλιεργοῦμε τή συναίσθηση αὐτοῦ πού δηλώνει τό χριστιανικό ὄνομά μας. Καί κυρίως: νά μάθουμε γιά τή ζωή τοῦ ἁγίου μας, ὥστε νά τόν νιώθουμε πιό κοντά μας καί πιό οἰκεῖο μας. Κατεξοχήν ὅμως νά τόν ἀκολουθοῦμε στήν κατά Χριστόν πολιτεία του. Τότε ἡ κραυγή μας στόν Κύριο καί σ᾽ ἐκεῖνον θά φέρνει τήν ἄμεση ἀπάντησή τους καί τήν παρουσία τους. 
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »