kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η Επίκληση και ο Καθαγιασμός (Επισκ. +Διονυσίου Λ. Ψαριανού)

Συγγραφέας: kantonopou στις Οκτώβριος 26, 2014

«Έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον λατρείαν, και παρακαλούμεν σε και δεόμεθα και ικετεύομεν· κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα.»

(Σου προσφέραμε ακόμα αυτή τη λογική και αναίμακτη λατρεία και σε παρακαλούμε και δεόμαστε και ικετεύουμε· στείλε από ψηλά το Άγιο Πνεύμα σου επάνω σ’ εμάς κι επάνω σ’ αυτά εδώ τα δώρα.)

Η Πεντηκοστή είναι μια γενική σύναξη των μαθητών του Ιησού Χριστού «ομοθυμαδόν έπη τω αυτώ». Τότε ήλθε το Άγιο Πνεύμα κι από τότε για πάντα μένει στην Εκκλησία. Είναι ο «άλλος παράκλητος», που συνεχίζει το έργο του Υιού και «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας». Όταν ο Ιησούς Χριστός, ιερέας και θύμα, τέλεσε την πρώτη θεία Λειτουργία, έλεγε στους μαθητές· «τούτό μου εστί το σώμα…τούτο εστί το αίμα μου,..». Τώρα η εκκλησιαστική λειτουργική σύναξη επαναλαμβάνει διηγηματικά τα θεία λόγια κι ύστερα ζητάει από το Θεό Πατέρα να καταπέμψει το Άγιο Πνεύμα, για να καθαγιάσει τα δώρα της θυσίας. Μετά τον μυστικό δείπνο, η πρώτη Λειτουργία της Εκκλησίας έγινε την ημέρα της Πεντηκοστής, όπου ήλθε το Άγιο Πνεύμα. Από τότε η Λειτουργία του μυστικού δείπνου συνεχίζεται σε κάθε σύναξη των πιστών «ομο­θυμαδόν επί τω αυτώ».

Η ευχή της αναφοράς συνεχίζεται. Όλο και πιό πολύ ανεβαίνοντας σαν τον Μωϋσή, κι αφήνοντας τον εαυτό του να σκεπάζεται μέσα στο θείο γνόφο του μυστηρίου, ο λειτουργός ιερέας λέει· «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, τον σταυρόν, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας..,». Με την ανάμνηση λοιπόν αυτής της σωτήριας εντολής και όλων όσα έγιναν για μας, που είναι ο σταυρός, ο τάφος, η τριήμερη ανάσταση, η ανάληψη στους ουρανούς, η καθέδρα στα δεξιά του Πατέρα, η δεύτερη και ένδοξη πάλι παρουσία .. Η θεία Λειτουργία είναι η ανάμνηση όλου του μυστηρίου της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του κόσμου, που κορυφώνεται στο θάνατο του Υιού, στην ανάσταση και στην ανάληψη, με την προσδοκία της δεύτερης και ένδοξης παρουσίας του Χριστού.

Αλλά ο λόγος της ευχής, καθώς θα πρέπει να το προσέξαμε, μένει ανανταπόδοτος. Ο λειτουργός λοιπόν συνεχίζει τήν ανάγνωση σε υψηλότερο τώρα τόνο· «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα». Σε κάθε καιρό και για όλες τις ευεργεσίες, σου προσφέραμε αυτά τα δώρα, που είναι δικά σου από εκείνα που μας δίνεις εσύ. Τα δώρα για τη θεία Λειτουργία είναι αναφορά και προσφορά του ανθρώπου και όλης της κτίσεως προς το Θεό· η κτίση, που είναι δημιουργία του Θεού, προσφέρεται στο δημιουργό της και πάλι δίνεται από το Θεό στον άνθρωπο, θεία χάρη και δωρεά, για την πνευματική του ζωή, Η θεία Λειτουργία είναι η αποκατάσταση του ανθρώπου και της κτίσεως, που έπεσε κι αυτή μαζί με τον άνθρωπο και εξαιτίας του ανθρώπου. Πριν από την πτώση των πρωτοπλάστων, η ζωή του κόσμου, που δημιουργήθηκε από το Θεό, και μάλιστα του ανθρώπου που είναι συγκεφαλαίωση όλης της δημιουργίας, ήταν μια αληθινή και αδιάκοπη λειτουργία· όλα αναφέρονταν και προσφέρονταν στο Θεό, ως λειτουργία και λατρεία, για να δοθούν πάλι και να χαριστούν από το Θεό στον άνθρωπο, ως θεία χάρη, για την αληθινή και αθάνατη ζωή του ανθρώπου.

Η εκφώνηση του λειτουργού είναι πάλι εδώ μια σχισμή και μια θύρα, που ανοίγεται στο λαό, για να δει, να εισέλθει και να λάβει μέρος στην τελετουργία του μυστηρίου. «Τα σα εκ των σων…» εκφωνεί ο λειτουργός, κι ο λαός αποκρίνεται· «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σοι ευχαριστούμεν Κύριε, και δεόμεθά σου, ο Θεός ημών». Τον ιερότατο αυτό ύμνο του λαού στο πιο κεντρικό σημείο της θείας Λειτουργίας, ένας βυζαντινός τον εξηγεί ως ύμνο προς την Αγία Τριάδα· «Σε υμνούμε, τον Θεό και Πατέρα· σε ευλογούμε, τον Υιό και Λόγο, σε ευχαριστούμε, το Άγιο Πνεύμα». Ο Θεός Πατέρας είναι εκείνος, προς τον οποίο γίνεται η αναφορά· ο Υιός και Λόγος είναι εκείνος, που θυσιάζεται «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας»· το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο, που τελετουργεί τη θυσία της Εκκλησίας. Τα πάντα, και τη θεία Λειτουργία, ενεργεί «ο Πατήρ δι’ Υιού εν ΑγΙω Πνεύματι».

Ο λαός ψάλλει το «Σε υμνούμεν…», και «ο ιερεύς κλινόμενος επεύχεται» και συνεχίζει την ευχή της αναφοράς· «Και κάμε αυτόν τον άρτο τίμιο σώμα του Χριστού σου· κι αυτόν τον οίνο, που είναι μέσα σε τούτο το ποτήριο, τίμιο αίμα του Χριστού σου· αφού τα μεταβάλεις με το Άγιο Πνεύμα σου.» Σ’ αυτή την υπέρτατη στιγμή ο λαός συμμετέχει με τη σιωπή· ο ίδιος ο λειτουργός απαντά και επισφραγίζει το λόγο με το «Αμήν».

Δεν θέλουμε ούτε και μπορούμε να παραθέσουμε εδώ την διδασκαλία των ιερών Πατέρων σχετικά με τον καθαγιασμό και την μεταβολή των τιμίων δώρων. Ο άγιος Ιουστίνος την βλέπει όπως την επέλευση του Αγίου Πνεύματος στην Παρθένο Μαρία και τη σάρκωση του θείου Λόγου. Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τη σχετίζει με την δημιουργία του κόσμου. Αλλά είναι αρκετό να επαναλάβουμε τα λόγια του Καβάσιλα, που συνοψίζουν την πατερική διδασκαλία και εκφράζουν την πίστη της Εκκλησίας. Ο λειτουργός, «το φρικτόν εκείνο διηγησάμενος δείπνον», έπειτα δέεται και ικετεύει να έλθει το Άγιο Πνεύμα και να μεταβάλει τον άρτο και τον οίνο στο σώμα και το αίμα του Ιησού Χριστού. Μετά από αυτές τις ευχές και τα ιερά λόγια, «το πάν της ιερουργίας ήνυσται και τετέλεσται, και τα δώρα ηγιάσθη και η θυσία απηρτίσθη και το μέγα θύμα και ιερείον, το υπέρ του κόσμου σφαγέν, επί της ιεράς τραπέζης οράται κείμενον». Το «ήνυσται και τετέλεσται» είναι φράση από τη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και θέλει να πει πως, μετά την επίκληση, όλα έγιναν και τελείωσαν. Γιατί, καθώς κατηχεί ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων· «ό,τι αγγίζει το Άγιο  Πνεύμα αγιάζεται  και μεταβάλλεται».

Η ευχαριστιακή μεταβολή πραγματοποιείται με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που εκπορεύεται από τον Πατέρα και πέμπεται στον κόσμο από τον Υιό. Έτσι τώρα και στη θεία Λειτουργία, κατά έναν τρόπο, που δεν μπορούμε να τον εκφράσουμε, με την παρουσία και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται στο σώμα και το αίμα του Χριστού, που έλαβε σύσταση «εκ Πνεύματος Αγίου» και γεννήθηκε από την αγία Παρθένο, που απέθανε κι αναστήθηκε κι αναλήφθηκε στον ουρανό και κάθεται «εν δεξιά του Πατρός». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όσα εμείς τώρα θέλουμε να πούμε, τα συνοψίζει στα εξής· «Ο μετά πίστεως βλέπων την μυστικήν τράπεζαν και τον εν αυτή προτιθέμενον άρτον της ζωής, αυτόν ορά τον ενυπόστατον Λόγον του Θεού, σάρκα δι’ ημάς γενόμενον και σκηνώσαντα εν ημίν».

Κλείνοντας, χωρίς βέβαια και να εξαντλήσαμε το θέμα, που δεν εξαντλείται, θέλομε να θίξουμε ένα πρακτικό και τελετουργικό ζήτημα. Πρέπει τάχα να γονατίζει ο λειτουργός κατά την ώρα της επίκλησης και του καθαγιασμού; Παρατηρείται εδώ μια ακαταστασία, ακόμα και μεταξύ του λαού, που πολλοί θαρρούν πως, όταν ακούσουν «Τα σα έκτων σων…», πρέπει να πέσουν στα γόνατα, κι όταν ακόμα είναι Κυριακή. Δεν θέλουμε να επικαλεσθούμε ιερούς κανόνες και κείμενα των ιερών Πατέρων, που ομιλούν ρητά γι’ αυτό το πράγμα, ούτε να στηριχθούμε στη μαρτυρία της εικονογραφίας, γιατί σε καμιά τοιχογραφία δεν βλέπομε να λειτουργούν γονατιστοί οι ιερείς. Αλλά νομίζουμε πως δεν αξίζει να χανόμαστε στα τέτοια. Ως προς τους λειτουργούς η παράδοση είναι «επικεκυφότως ποιείν τον ιερέα την θείαν μυσταγω­γία». Και ως προς το λαό γνωστά είναι τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου, ότι «το όρθιον σχήμα της προσευχής προτιμώντες οι θεσμοί της Εκκλησίας ημάς εξεπαίδευσαν». Ας προσέχουμε λοιπόν σε ό,τι γίνεται εκείνη την υπέρτατη στιγμή κι ας περιορίζουμε όσο πιο πολύ μπορούμε τις κινήσεις μας, που μάλλον μας απασχολούν το πνεύμα και δεν μας αφήνουν απερίσπαστους να δεχθούμε επάνω μας τη θεία χάρη. Γιατί αυτό δέεται και παρακαλεί ο λειτουργός, να έλθει το Άγιο Πνεύμα πρώτα σε όλη τη σύναξη κι ύστερα και στα προκείμενα δώρα· «κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα». Αμήν.

Όλη η Εκκλησία.

«Εξαιρέτως της παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας.»

(Ξεχωριστά για την Παναγία, άχραντη, υπερευλογημένη, ένδοξη κυρία μας Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία.)

Στην αγία Τράπεζα τώρα είναι το σώμα και το αίμα του Κυρίου, και δεν μένει παρά στο τέλος να κοινωνήσουν οι πιστοί, «ώστε γενέσθαι τοις μεταλαμβάνουσιν εις νήψιν ψυχής, εις άφεσιν αμαρτιών, εις κοινώνίαν του Αγίου σου Πνεύματος, εις βασιλείας ουρανών πλήρωμα, εις παρρησίαν την προς σε, μη εις κρίμα ή εις κατάκριμα». Η ευχή, που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι απευθύνεται προς το Θεό Πατέρα, στο σημείο αυτό εδώ κάνει λόγο για τα αποτελέσματα της θείας Κοινωνίας· το σώμα και το αίμα του Κυρίου να γίνουν σ’ εκείνους που μεταλαβαίνουν για την ειρήνη της ψυχής τους, για την άφεση των αμαρτιών τους, για να λάβουν τις δωρεές του Αγίου σου Πνεύματος, για να πάρουν θέση στη βασιλεία των ουρανών, για να έχουν παρρησία ενώπιον σου κι όχι για να αμαρτήσουν και να κατακριθούν. Δηλαδή το ευχαριστια­κό μυστήριο δεν είναι το ίδιο ένα τέλος, αλλά ένα μέσον για μια πνευματική πραγματικότητα μεγαλύτερη από τα μυστήρια, «ων μετάσχοντες», καθώς γράφει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, «την ζωοποιόν και αγιαστικήν δύναμιν του Χριστού εισδεχόμεθα».

Η ευχή της αναφοράς συνεχίζεται και μετά την επίκληση και τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων. Αλλά τώρα σε κάποιο άλλο τόνο και, θα λέγαμε, προς άλλη κατεύθυνση. Έως εδώ η ιεροτελεστία είχε μια κίνηση ανοδική· τώρα έχουμε την αίσθηση πως αρχίζουμε σιγά-σιγά να κατεβαίνουμε. «Τελούμε τη θεία Λειτουργία για όλους τους Αγίους της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και για κάθε ψυχή δικαίου ανθρώπου, που πέθανε με πίστη.»

Στο σημείο αυτό η ευχή είναι σαν ένα προσκλητήριο της Εκκλησίας, στο οποίο είναι παρόντες όλοι οι Άγιοι της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Για να δείξει, γράφει ο Θεόδωρος επίσκοπος Ανδίδων, «ότι ένας είναι ο Θεός, και εκείνων και τούτων, εκείνος που ευαρεστήθηκε προαιώνια να κάνει τούτο το μυστήριο· όλοι, και εκείνοι κι εμείς, με το δικό του τραύμα γιατρευτήκαμε και για όλους μας χύθηκε το αίμα του.» Στις στρατιωτικές τελετές, όταν γίνεται προσκλητήριο των πεσόντων, ένας φωνάζει με τη σειρά τα ονόματα κι ένας άλλος απαντά· «Απών έπεσεν υπέρ πατρί­δος». Αλλά στην Εκκλησία δεν υπάρχουν απόντες, γιατί δεν υπάρχουν νεκροί. Ο ίδιος ό Ιησούς Χριστός το βεβαιώνει ότι «ουκ εστίν ο Θεός, Θεός νεκρών, αλλά ζώντων». Ένας άλλος ερμηνευτής της θείας Λειτουργίας λέει εδώ τα εξής·  η θεία Λειτουργία είναι πρόσκληση και σύναξη όλων των Αγίων στο δείπνο και το τραπέζι του Χριστού.

«Εξαιρέτως της Παναγίας, αχράντου…», ξεχωριστά της άχραντης Παναγίας. Η χαμηλόφωνη ανάγνωση του λειτουργού τώρα γίνεται ηχηρή εκφώνηση, ξεχωρίζοντας την υπεραγία Θεοτόκο και δίνοντας σ’ αυτή την πρώτη θέση μέσα σε όλους τους Αγίους. Η ύπεραγία Θεοτόκος κατά το ανθρώπινο είναι η ρίζα αυτής της θυσίας. Στη θεία Ευχαριστία κοινωνούμε το σώμα και το αίμα, που από αυτήν πήρε ο ενανθρωπήσας θείος Λόγος· η σάρκα του Κυρίου είναι σάρκα της Θεοτόκου, κι ας μη σκανδαλισθεί κανείς μ’ αυτό τον τολμηρό λόγο, γιατί δεν είναι δικός μας, αλλά του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου. Η μητέρα του Χριστού είναι και δική μας μητέρα, αφού εμείς είμαστε αδελφοί του Υιού της, καθώς εκείνος καταδέχεται να μας ονομάζει αδελφούς του. Η παρθένος Μαρία είναι η «κεχαριτωμένη» και η «ευλογημένη εν γυναιξί», καθώς την ονόμασε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, και το «Θεοτόκος» είναι η βάση της Ορθοδοξίας. Η τρίτη οικουμενική Σύνοδος εδογμάτισε ότι ομολογούμε πως η αγία Παρθένος είναι Θεοτόκος, γιατί πραγματικά ο θείος Λόγος σαρκώθηκε κι έγινε άνθρωπος, που «εκ πνεύματος Αγίου» κυοφορήθηκε μέσα της και γεννήθηκε απ’ αυτήν.

Στο «Εξαιρέτως…» αποκρίνεται ο λαός και συμμετέχει ενεργότερα στην ιεροτελεστία· ο χορός ψάλλει το «Άξιον εστίν…», που είναι ένας από τους επίσημους ύμνους της θείας Λειτουργίας.            Ο χορός ψάλλει τον ύμνο της Θεοτόκου κι λειτουργός συνεχίζει να διαβάζει χαμηλόφωνα την ευχή της αναφοράς. Η Εκκλησία απονέμει, τιμή στους Αγίους και τους έχει πρεσβευτές προς το Θεό και προστάτες της ζωής των πιστών. Αλλά το μνημόσυνο των Αγίων στη θεία Λειτουργία είναι κι αυτό μια έκφραση ευχαριστίας στο Θεό· γιατί, καθώς εξηγεί πάλι ο Καβάσιλας, οι Άγιοι είναι αφορμή στην Εκκλησία για να ευχαριστεί τον Θεό. Γι’ αυτούς λοιπόν ευχαριστεί τώρα στη θεία Λειτουργία…Και δεν εύχεται γι’ αυτούς ο ιερέας, αλλ’ αυτός έχει ανάγκη να στηρίζεται στις δικές τους ευχές.

Η ευχή της αναφοράς και της ευχαριστίας προς τον Θεό Πατέρα συνεχίζεται, κι ο λειτουργός περνάει τώρα στη μνημόνευση όλων των κεκοιμημένων· τους μνημονεύει έναν, έναν με τα ονόματά τους, και τελειώνει· «και ανάπαυσέ τους, Θεέ μας, όπου λάμπει το θείο και ανέσπερο φως σου». Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει εδώ τα εξής· «Δεν νομοθετήθηκε από τους Αποστόλους στην τύχη, να μνημονεύονται δηλαδή στη θεία Λειτουργία εκείνοι που έφυγαν· ήξεραν ότι γίνεται σ’ αυτούς πολύ κέρδος και πολλή ωφέλεια. Γιατί, όταν στέκεται ολόκληρο εκκλησίασμα και υψώνει τα χέρια του μαζί με όλους τους ιερείς, κι όταν επάνω στην αγία Τράπεζα είναι η φρικτή θυσία, πώς λοιπόν, όταν για όλους αυτούς παρακαλούμε, δεν θα μας ακούσει ο Θεός;». Ύστερα από τους κεκοιμημένους έρχονται οι ζώντες, ο κλήρος και ο λαός, όλη η καθολική Εκκλησία, και τελευταία οι πολιτικοί άρχοντες, στα χέρια των οποίων είναι η ειρήνη και η ασφάλεια του λαού. Η ειρήνη και η πολιτική και κοινωνική ευστάθεια στον κόσμο είναι η παντοτινή προσευχή της Εκκλησίας.

Στην ερμηνεία της θείας Λειτουργίας ο Καβάσιλας γράφει· «Διά των μυστηρίων η Εκκλησία σημαίνεται». Ο λόγος του Αποστόλου, ότι η Εκκλησία είμαστε «σώμα Χρίστου και μέλη εκ μέρους», είναι η πραγματικότητα στη θεία Λειτουργία· εκεί φαίνεται τι είναι πραγματικά η Εκκλησία, ως το σώμα του Χριστού, στο οποίο ο καθένας από εμάς είμαστε ένα μέλος. Το μνημόνευμα των Αγίων, των κεκοιμημένων και των ζώντων, αμέσως μετά τον καθαγιασμό είναι ένα γενικό προσκλητήριο της Εκκλησίας. Μέσα στο άγιο δισκοπότηρο είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού και οι μερίδες των Αγγέλων και των Αγίων, των κεκοιμημένων και των ζώντων και όλων όσοι είμαστε στη σύναξη και όλων των πιστών σ’ όλο τον κόσμο. Στη μέση όλων, στα δεξιά του Χριστού η υπεραγία Θεοτόκος, την οποία ξεχωριστά μνημονεύει ο Λειτουργός· «Εξαιρέτως της παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας». Αμήν.

(Επισκ. +Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 3337-352)

Αφήστε μια απάντηση