kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Νηστεία: Ίσον ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2015

 Για τους νέους που δυσκολεύονται να νηστέψουν

Νηστεία, μία παράξενη λέξη!
Θυμίζει στέρηση, παραίτηση από το δικαίωμά μας να φάμε ό, τι θέλουμε, να ζήσουμε όπως θέλουμε, θυμίζει απαγόρευση, παλαιότερες εποχές. Στους περισσότερους φαίνεται αστείο να βάζεις περιορισμούς στον εαυτό σου.
«Γιατί», ρωτούν, σε μια εποχή που όλα επιτρέπονται. Ποιο είναι το νόημα;
Κι όμως πίσω από την αλλαγή του φαγητού κρύβεται ένας άλλος τρόπος ζωής. Αφάνταστα νεανικός και επαναστατικός. Παραιτούμαστε από τα δικαιώματά μας, γιατί αγαπάμε Εκείνον περισσότερο απ’ όλα. Αλλάζουμε την τροφή μας γιατί κάνουμε υπακοή στα λόγια Του, στο παράδειγμα Του, ως μία μικρή ανταπόκριση στην θυσία Του.
Κάνουμε αντίσταση στο ρεύμα των πολλών, όχι γιατί εμείς είμαστε οι καλοί, αλλά γιατί θέλουμε να τους σκεφτόμαστε και να ζούμε γι’ αυτούς.
Γιατί μόνο όποιος μαθαίνει να παραιτείται από τα δικαιώματά του, μπορεί να αγαπήσει πραγματικά τον άλλο, γιατί μπορεί να του δώσει, να του προσφέρει χωρίς να νοιαστεί να πάρει απ’ αυτόν.
Γιατί όποιος ξέρει ότι μπορεί να ζήσει χωρίς κρέας, γάλα, τυρί, αυγό, ξέρει ότι μπορεί να ζήσει και χωρίς εγωισμό, χωρίς να τα θέλει όλα δικά του.
Ξέρει ότι μπορεί ν’ αγαπήσει και να προσευχηθεί για τον άλλο, ότι μπορεί να τον ακούσει θυσιάζοντας τον χρόνο του, μπορεί να νοιώσει την καημό του, να αξίζει το δάκρυ του, να χαρεί με το χαμόγελό του.
Και είναι δύσκολο να νηστέψεις, όχι μόνο από φαγητό, αλλά και απ’ ό, τι σε χωρίζει από τον Χριστό και τον άλλο, που είναι η αμαρτία και το ψέμα.
Δεν είναι δύσκολο ν’ αφήσεις το μίσος και την κακία κατά μέρος, αρκεί να το ζητήσεις απ’ Αυτόν που σ’ αγαπά. Αρκεί να βάλεις αρχή προσπάθειας στην ζωή σου, σα να ξεκινάει τώρα. Αρκεί να μην πεις «δεν θα ξεχωρίσω», «δεν θέλω να με ειρωνευτούν», «δεν πειράζει, έχω χρόνο». Αρκεί να νοιώσεις ότι «είναι κάτι» να το παλέψεις. Κι έχει νόημα γιατί είναι η παράδοσή μας, είναι η ιστορία μας και νηστεύοντας κρατάς κάτι που ισχύει 2000 χρόνια τώρα. Γίνεσαι συνεχιστής μιας κίνησης ζωής προς Αυτόν που μας δίνει τη Ζωή.
Ξέρω ότι δεν είμαι μόνος μου στον αγώνα μου αυτό, ξέρω ότι είσαι και συ μαζί μου, κι είμαστε κι άλλοι. Γιατί μέσα από την νηστεία και την γιορτή βρίσκουμε το κλειδί της πίστης που ξεκλειδώνει την ψευτιά του σήμερα. Το κλειδί της αγάπης που δίνει αλλιώτικο νόημα στην ζωή μας. Και ξέρω ότι θέλεις αυτό το νόημα.
Γιατί πιστεύεις, γιατί ο Θεός υπάρχει μέσα σου.

Καλή Σαρακοστή!

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Παραβολή του ασώτου: σχόλιο για τον πρεσβύτερο υιό

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2015

Άσωτος  υιός

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου.

Άνθρωπός τις είχε δύο υιούς.
Το 15ο κεφάλαιο του Ευαγγελιστού Λουκά χριστιανοί μου, περιλαμβάνει εκτός από την παραβολή του Ασώτου που ακούσαμε σήμερα και άλλες δύο πιο μικρές.
Η πρώτη του απολωλότος προβάτου και η δευτέρα της απολυμένης δραχμής. Οι δυο μικρές αυτές παραβολές παρουσιάζουν την θεϊκή πλευρά της χάριτος του Θεού. Την αγάπη δηλαδή του Θεού που αναζητά και ψάχνει να βρει τον αμαρτωλό άνθρωπο για να τον σώσει.
Ενώ στην τρίτη παραβολή του Ασώτου, την σημερινή, που ακούσαμε, παρουσιάζεται η ανθρώπινη πλευρά, δηλαδή η καλλιέργεια της αληθινής μετάνοιας στην καρδιά του αμαρτωλού, και η έμπρακτη αλλαγή της ζωής του.

Η παραβολή του Ασώτου διαιρείται σε δύο μέρη.
Στο πρώτο μέρος έχουμε το νεώτερο γιο, που κατασπαταλά την περιουσία του Πατρός του στην ασωτία. Ουσία, μας λέγει το Ευαγγελικόν ανάγνωσμα. Ουσία λοιπόν είναι ο νους του ανθρώπου που είναι προικισμένος και συνενωμένος με ένα πλήθος από πνευματικά χαρίσματα και τα οποία δυστυχώς τις περισσότερες φορές σπαταλώνται και χαραμίζονται στην ικανοποίηση των διαφόρων παθών μας.

Ο νεώτερος λοιπόν υιός, ο Άσωτος, είναι ο απολωλός που ευρέθη και ο νεκρός που ανέζησε.
Στο δεύτερο μέρος της ίδιας παραβολής έχουμε την απαράδεκτη διαγωγή του μεγαλυτέρου γιου, του πρεσβυτέρου. Πολλές φορές, ήθελα όλα αυτά τα 25 τόσα χρόνια, που είμαι εδώ στην Αγία Βαρβάρα, να ασχοληθούμε κάποτε και με την διαγωγή του πρεσβυτέρου γιού. Συνήθως δεν ασχολούμεθα μ’ αυτόν, γιατί όλο το βάρος το ρίχνουμε στην αγάπη του Θεού, στην άπειρη αγάπη και ευπλαχνία, στην άπειρη μακροθυμία και φιλανθρωπία Του προς το νεώτερο γιό, που επιστρέφει αληθινά μετανοημένος στο Πατρικό σπίτι.

Στο σπίτι όμως της αγάπης, δηλαδή στην σιγουριά και στην ασφάλεια της θεϊκής προστασίας και αγκαλιάς, ζούσε και ο πρεσβύτερος γιός. Αλλά είναι αυτός που πιστεύει ότι δεν είναι άσωτος και αμαρτωλός σαν τον αδελφό του. Είναι όπως θα λέγαμε σήμερα ο καλός χριστιανός.
Είπε : Τοσαύτα έτη δουλεύω Σοι, και ουδέποτε, – προσέξτε τη λέξη, ουδέποτε – την εντολήν Σου παρήλθον. Δηλαδή, χρόνια και χρόνια πολλά σου δουλεύω, παραμένοντας πιστός και ηθικός μέχρι σήμερα, αγνός και καθαρός, χωρίς ποτέ να παραβώ τις εντολές σου. Και όμως τον βλέπομε να παρουσιάζεται με έντονη την σκληροκαρδία. Μέσα του δεν έχει αγάπη. Είναι αυτός που ενσαρκώνει το γράμμα των νόμων και των εντολών του Θεού και όχι το πνεύμα τους, το πνεύμα της αγάπης. Είναι αυτός που δεν έφυγε απ’ το πλευρό του πατέρα του. Είναι σα να λέμε ότι αυτός ο χριστιανός ο Τάδε, δεν λείπει ποτέ από την Εκκλησία, ούτε Κυριακή, ούτε καθημερινή γιορτή, ούτε και απ’ το πανηγύρι της ενορίας του, ούτε και κάποιες φορές και από μεγάλους εσπερινούς.

Ο μεγάλος γιός της παραβολής όπως είπαμε, δεν παρήκουσε ποτέ, μα ποτέ τις εντολές του πατρός του. Είναι σα να λέμε, ότι ο αυτός ο χριστιανός, επαναλαμβάνω ο Τάδε, για να τον φέρνουμε στα μέτρα μας, είναι ηθικός, ευσεβής, δίκαιος.. Δεν είναι κλέφτης, δεν λέγει ψέματα, δεν κατακρίνει, δεν συκοφαντεί, δεν είναι τσιγκούνης, δεν βλαστημάει, δεν ξενυχτάει, δεν διασκεδάζει αμαρτωλά. Αντιθέτως μάλιστα νηστεύει, ελεεί, προσεύχεται, εκκλησιάζεται, καμαρώνει ότι συμμετέχει στα μυστήρια, και με δυο λόγια μοιάζει μ’ έναν τέλειο άνθρωπο.

Στην παραβολή όμως του Ασώτου, βλέπουμε αυτόν τον προκομμένο γιο, να είναι τόσο σκληρόκαρδος και άσπλαχνος, ώστε να αγανακτεί και εναντίον του πατρός του για την αγάπη που έδειξε στον παραστρατημένο αδελφό του που επέστρεψε όμως μετανοημένος και συντετριμμένος. Και είναι τόση μεγάλη η αγανάκτησίς του και ο θυμός του, ώστε αφενός μεν δεν θέλησε να μπει στο σπίτι και αφετέρου, προσέξτε το παρακαλώ, προσέξτε το, τον Πατέρα Του Θεόν ΔΕΝ Τον προσφώνησε με τ’ όνομά Του, ΔΕΝ τον είπε «Πατέρα». Ρίξτε μια ματιά στη σχετική σημερινή παραβολή και θα το διαπιστώσετε.
Αγανάκτησε λοιπόν ο μεγαλύτερος γιός για την απέραντη αγάπη και μακροθυμία που έδειξς ο Θεός Πατέρας στον αμαρτωλό αδελφό του.
Αγανάκτησε γιατί ο Πατέρας αποκαθιστά στην προτέρα τιμητική του θέση τον Άσωτο αδελφό του.
Αγανάκτησε γιατί ξανάκανε τον μετανοημένο Άσωτο αδελφό του παιδί Του, και συγκληρονόμο στα αγαθά, όλα τα αγαθά του Ουρανού.
Τι αποδεικνύουν όμως όλα αυτά αδελφοί μου; Ότι είναι και αυτός ένας πεινασμένος για αληθινή ευτυχία. Ένας δυστυχισμένος μέσα στην σκληροκαρδία του. Ένας κακομοίρης μέσα στην Εκκλησία.
Μπορεί να έμεινε στο πλευρό του Πατέρα του. Μπορεί να σεβάστηκε τις εντολές Του. Μπορεί να εφαίνετο ο καλός και φρόνιμος γιος μπροστά στα μάτια συγγενών και φίλων και πρότυπο ηθικής μέσα στην κοινωνία. Αλλά, υπάρχει ένα αλλά, που δηλώνει ότι μέσα του δεν είχε αγάπη, δεν είχε την αγάπη του Θεού Πατέρα του. Δεν είχε την βροχίζουσα αγάπη όπως μας την διδάσκει η Καινή Διαθήκη, και όπως μας την απέδειξε με την ζωή Του ο Υιός του Θεού, ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Χριστός, που έφτασε μέχρι θυσίας και Σταυρικού θανάτου. Τα είχε όλα ο πρεσβύτερος ο γιός. Τα είχε όμως τυπικά, ξηρά και άγονα. Γι’ αυτό και δεν είχε αγάπη.
Άρα, ήτο σκληρόκαρδος, άσπλαχνος, υπερήφανος, εγωιστής. Πίστευε, πολύ πίστευε στην αυτοδικαίωση.

Μπορεί αδελφοί μου, εγώ προσωπικά, ο πατήρ Στέφανος, να μιλώ με αγγέλους και αγίους, αν όμως δεν έχω αγάπη και σπλάχνα οικτιρμών είμαι κύμβαλο αλαλάζον, ντενεκές ξεγάνωτος.
Μπορεί να προφητεύω, ή και να έχω χαρίσματα προορατικά, – γιατί μας κολλάνε και κάτι τέτοιες ρετσινιές.
Μπορεί ακόμα να έχω τόση δυνατή πίστη ώστε στο όνομα του Χριστού να μετακινώ όρη, να θεραπεύω λεπρούς, τυφλούς, καρκινοπαθείς, ακόμα και νεκρούς να ανασταίνω. Αν όμως δεν έχω αγάπη και ευσπλαχνία στην καρδιά, όπως και δεν έχω, δεν είμαι τίποτα. Και αν ακόμα μοιράσω όλα τα υπάρχοντά μου, την περιουσία μου ολόκληρη, και παραδώσω το σώμα μου στη φωτιά για να καεί και δεν έχω αγάπη και μακροθυμία, αγάπη και καλοσύνη, αγάπη και ευγένεια ψυχής, όλες αυτές οι θυσίες δεν θα με ωφελήσουν σε τίποτα.
Αυτά μας βεβαιώνει ο αγιογραφικός λόγος του Αποστόλου Παύλου, στην πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή, στο 13ο κεφάλαιό του, στον ύμνο της αγάπης, που τα λόγια αυτά τα πήρα και τα έβαλα στον εαυτό μου γιατί αυτά και μου αξίζουν.

Και αν τέλος χριστιανοί μου εφαρμόσουμε και τηρήσουμε όλες τις εντολές του Ευαγγελίου και της Αγίας Γραφής, και δεν πιστεύουμε στο βάθος βάθος της καρδιάς μας ότι είμεθα αχρείοι δούλοι, τότε ΔΕΝ θα σωθούμε, δεν θα δούμε Παράδεισο, δεν θα κληρονομήσουμε την Βασιλεία των Ουρανών.

Χριστιανοί μου, δεν μας σώζουν οι τύποι, αλλά η ουσία.
Δεν μας σώζουν τα καλά έργα, αλλά η ταπείνωσις.
Δεν μας σώζουν οι ψευτονηστείες και οι βιαστικές μας προσευχές, αλλά η αληθινή μετάνοια και τα δάκρυά της.
Δεν μας σώζουν οι δήθεν αρετές που καλλιεργούμε αλλά το ταπεινό φρόνημα, η συντριβή και η μετάνοια, άλλωστε κάθε αρετή ως ράκος αποκαθιμένης, κατά τον προφήτη.
Δεν μας σώζει τίποτα παρά μόνον η αγάπη που ξέρει καθημερινά να θυσιάζεται, ακόμα και για τους εχθρούς.
Έτσι χριστιανοί μου απ’ τη σημερινή παραβολή δεν θα μιμηθούμε τον Άσωτο που αμαρτάνει, αλλά τον Άσωτο που αληθινά μετανοεί. Δεν θα μιμηθούμε επίσης την σκληροκαρδία και υπερηφάνεια του μεγαλυτέρου γιού, αλλά το παράδειγμα του Θεού Πατρός που είναι ολόκληρος αγάπη, σπλάχνα οικτιρμών, Πανάγαθος, μακρόθυμος, πολυέλεος και παντελεήμων,

Αμήν.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ὁ βίος τῆς ὁσίας Ξένιας Ἁγ. Πετρούπολης

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2015

9340

Αυτόν τον πρώτο Μακαρισμό της επί του Όρους ομιλίας του Κυρίου μας “Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών” μπορούμε να τον αποδώσουμε πλήρως στην ευλογημένη δούλη του Θεού Ξένη, την δια Χριστόν σαλή. Ανήκε σ’ αυτούς που είναι “πτωχοί τω πνεύματι” και τα σαράντα πέντε χρόνια της ασκητικής της ζωής δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια απόκτηση του Αγίου Πνεύματος και μία καθίδρυση της Βασιλείας των ουρανών στην καρδιά της.

“Εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”. Εδώ αναπαύεται το σώμα της δούλης του Θεού, Ξένης Γκριγκόριεβνα, συζύγου του αυτοκρατορικού πρωτοψάλτου, συνταγματάρχου Ανδρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ. Χήρα σε ηλικία 26 ετών, μία προσκυνήτρια για 45 χρόνια, έζησε 71 χρόνια. Ήταν γνωστή με το όνομα Ανδρέα Φεοντόροβιτς”.
Αυτά γράφονται στο λακωνικό επιτύμβιο πάνω στον τάφο της μακαρίας Ξένης, γραμμένα από ένα άγνωστο πρόσωπο. Καμμιά λαϊκή διήγηση, καμμιά ανάμνηση ανθρώπων, ούτε γραπτές πηγές δεν μας προμηθεύουν πληροφορίες σχετικά με τους γονείς της, την ανατροφή της, την παιδεία της ή άλλη κοινωνική δραστηριότητα. Όμως μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Ξένη Γκριγκόριεβνα δεν ήταν από χαμηλή οικογένεια. Ο σύζυγός της Ανδρέας Φεοντόροβιτς είχε τον βαθμό του συνταγματάρχου και ήταν πρωτοψάλτης στην βασιλική αυλή. Η θέση αυτή ήταν μια πολύ υψηλή κοινωνική θέση και έδινε δόξα και υλική απολαβή.

Ήταν νέοι. Είχαν αγάπη μεταξύ τους. Υπηρέτησαν και οι δύο στην βασιλική αυλή, έκαναν το γάμο τους, καλούσαν φιλοξενουμένους στο σπίτι τους και αυτοί οι ίδιοι πήγαιναν ως φιλοξενούμενοι σε άλλα σπίτια. Αυτά οι άνθρωποι τα ονομάζουν “καλή τύχη” και φαινόταν ότι τίποτε στο ανδρόγυνο αυτό, τον Ανδρέα και την Ξένη, δεν θα έδινε τέλος σ’ αυτή τους τη χαρά. Αλλά ξαφνικά ένα φοβερό χτύπημα, σαν κεραυνός εν αιθρία, ο αναπάντεχος θάνατος του αγαπημένου συζύγου, κεραυνοβόλησε την Ξένη Γκριγκόριεβνα. Τόσο πολύ καταβλήθηκε αυτή από θλίψη για τον θάνατο του συζύγου της, ώστε στους πολλούς φαινόταν ότι έχασε τα λογικά της. Έτσι νόμισαν οι συγγενείς της, οι φίλοι της και οι γνωστοί της.

Πραγματικά η συμπεριφορά της Ξένης μετά το θάνατο του συζύγου της ήταν πολύ περίεργη. Κατά πρώτον άρχισε να βεβαιώνη όλους όσους την περιτριγύριζαν ότι ο σύζυγός της δεν πέθανε, αλλά ότι πέθανε αυτή. Φόρεσε τα ρούχα του νεκρού συζύγου της και άρχισε να ονομάζη τον εαυτό της Ανδρέα Φεοντόροβιτς.

Οι συγγενείς της την θεώρησαν περισσότερο για παράφρονα , όταν αυτή άρχισε να μοιράζη την περιουσία της στους φτωχούς και όταν έδωσε το σπίτι της στην Παρασκεύα Ατόνοβα. Οι ενδιαφερόμενοι για την περιουσία της συγγενείς της στράφηκαν στις αρχές και ζήτησαν από αυτές να λάβουν μέτρα εναντίον μιας τέτοιας διάθεσης της κληρονομιάς της από αυτήν. Μετά από αυτήν την αναφορά των συγγενών οι αρχές την κάλεσαν και αφού συζήτησαν μαζί της, συμπέραναν ότι ήταν πολύ καλά στα λογικά της και είχε επομένως κάθε δικαίωμα να κάνη ό,τι ήθελε την περιουσία της.

Τί συνέβηκε πράγματι με την Ξένη Γκριγκόριεβνα; Ασφαλώς συνέβηκε μέσα της μια πλήρης πνευματική αντιστροφή, πού, κατά τα ίδια της τα λόγια, η Ξένη Γκριγκόριεβνα Πέτροβα είχε πεθάνει!…Βάζοντας τα ρούχα του συζύγου της και παίρνοντας το όνομά του ήταν , κατά τη γνώμη της, σαν να παρατεινόταν η δική του ζωή στο πρόσωπό της για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του με τη δική της αφιερωμένη στο Θεό ζωή. Τώρα αυτή παρουσίαζε τον εαυτό της στον κόσμο με την πιο δύσκολη υπηρεσία του Θεού ως “κατά Χριστόν τρελλή”.

Ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης λέγει: “Υπάρχει μια αληθινή, πραγματική ζωή και μια φαινομενική, ψεύτικη ζωή. Το να ζης για να τρως, να πίνης, να ντύνεσαι, για να απολαμβάνης και να γίνεσαι πλούσιος, το να ζης γενικά για εγκόσμιες χαρές και φροντίδες, αυτό είναι μια φαντασία. Το να ζης όμως για να ευχαριστής τον Θεό και τους άλλους, για να προσεύχεσαι και να εργάζεσαι με κάθε τρόπο για την σωτηρία των ψυχών τους, αυτή είναι πραγματική ζωή. Ο πρώτος τρόπος ζωής είναι ακατάπαυστος πνευματικός θάνατος. Ο δεύτερος είναι ακατάπαυστη ζωή του πνεύματος.”(Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, Περί της εγκοσμίου ζωής) .
Από αυτό βλέπουμε ότι το “χτύπημα” που “χτύπησε” την δούλη του Θεού Ξένη ήταν μια ώθηση από την μη πραγματική ζωή στην ζωή του Πνεύματος.

Η μακαρία Ξένη, που ήταν πλούσια πρώτα έζησε τώρα μια φτωχική, πολύ φτωχική ζωή. Δεν είχε πραγματικά που να κλίνη την κεφαλή της. Για σκέπη της είχε τον μελαγχολικό βροχερό ουρανό της αγίας Πετρούπολης, ενώ για κρεβάτι της είχε το υγρό γυμνό έδαφος. Περνούσε τις νύχτες της προσευχόμενη γονατισμένη στο γυμνό έδαφος των χωραφιών. Αυτό το μαρτυρούσαν η αστυνομία και οι κάτοικοι, που την ανακάλυψαν, γιατί είχαν την περιέργεια να μάθουν που εξαφανιζόταν τις νύχτες. Κάποτε κάποιος αστυνομικός την παρακολούθησε και την είδε να κλίνη τα γόνατά της σ’ ένα ανοιχτό χωράφι και να προσεύχεται. Άρχισε να προσεύχεται από το βράδυ και δεν σηκώθηκε μέχρι το πρωΐ. Κατά τη διάρκεια των προσευχών της έκανε μετάνοιες σε όλες τις διευθύνσεις προσευχόμενη για όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς.

Κατά την ημέρα συνήθως γύριζε γύρω στους δρόμους της αγίας Πετρούπολης. Τα κουρελιασμένα ρούχα της δύσκολα την σκέπαζαν- μια κόκκινη φούστα και μια πράσινη ζακέτα. Στα πόδια της είχε χαλασμένα παπούτσια και γύρω από το κεφάλι της είχε δεμένο ένα παλιό μαντήλι. Ακόμα και κατά τον βαρύ χειμώνα δεν φορούσε ζεστά ρούχα και παπούτσια, αν και η καλωσύνη του λαού της πρόσφερε πολλά απ’ αυτά. Σε όλες τις περιόδους του έτους την έβλεπαν ντυμένη στα ίδια κουρέλια. Το κρύο στην αγία Πετρούπολη ήταν δυνατό και διαπερνούσε τα κόκκαλα. Αλλά η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που χύνεται με αφθονία στους αγίους του Θεού, τους έκανε να νικούν τους νόμους της φύσεως. Αυτή η Χάρη του Αγίου Πνεύματος έδινε ζεστασιά και δύναμη στη μακαρία Ξένη.Όλοι αγαπούσαν αυτήν την ήσυχη, την ήρεμη, την ταπεινή και την ευγενική δούλη του Θεού Ξένη. Πολλοί την λυπούνταν και της έδιναν ελεημοσύνη, αλλά αυτή δεν την έπαιρνε. Εάν δεχόταν κανένα μικρό κέρμα, αμέσως το έδινε σε κάποιον φτωχό ζητιάνο.

Όταν κτιζόταν μια Εκκλησία στο νεκροταφείο Σμόλενσκ, τη νύχτα η μακαρία Ξένη έσερνε λίθους με τα αδύνατα χέρια της ως την κορυφή των τοίχων του οικοδομήματος. Με αυτό που έκανε έγραφε το όνομά της για πάντα στο βιβλίο των μνημοσύνων με την δέηση “υπέρ των μακαρίων και αειμνήστων κτητόρων του αγίου οίκου τούτου”. Οι κτίστες παραξενεύονταν βλέποντας τους λίθους στην κορυφή. “Από που βρίσκονται αυτοί οι σωροί των λίθων κάθε πρωΐ;” έλεγαν. Αλλά κατάλαβαν έπειτα ότι βοηθός τους ήταν η μακαρία Ξένη.

Αυτά που γράψαμε μέχρι τώρα γι’ αυτούς τους κόπους και τους αγώνες της μακαρίας Ξένης τα γνωρίζουμε από το συναξάριο του λαού. Πόσα όμως άλλα άγνωστα για μας θα υπάρχουν γι’ αυτή τη θαυμαστή οσία, που είναι όμως γνωστά μόνο στο Θεό;

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είπε: “Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι” (Μάρκ.8,34). Με ταπείνωση, με υπομονή και χαρά η μακαρία Ξένη σήκωσε με προθυμία και αυταπάρνηση τον σταυρό της πνευματικής πενίας και αντί να σκέπτεται το δικό της συμφέρον έκλεισε στην καρδιά της όλους τους “γείτονές” της με τις δυστυχίες τους, τις ανάγκες τους, τις φροντίδες και τις λύπες τους. “Γείτονές” της, εικονικώς ομιλούντες, ήταν όλοι οι κάτοικοι της αγίας Πετρούπολης.

Η μακαρία Ξένη, όταν περπατούσε στον δρόμο, από όλες τις μεριές, από όλα τα αμάξια που περνούσαν άκουγε να φωνάζουν: “Ανδρέα Φεοντόροβιτς, σταμάτα. Θέλω να σε πάρω στο αμάξι μου έστω και για λίγα βήματα”. Και όταν έμπαινε σε κάποιο αυτοκίνητο, το εισόδημα του αυτοκινήτου αυτού την ημέρα εκείνη ήταν πολύ μεγάλο. Η μακαρία Ξένη προτιμούσε να κάθεται σε αυτοκίνητα ανθρώπων που είχαν ανάγκη βοηθείας. Εάν μιλούσε με κανέναν που ήταν στενοχωρημένος, αμέσως αυτός καταπραϋνόταν και του ερχόταν μια θαυματουργική βοήθεια. Όταν θώπευε ένα άρρωστο παιδάκι, αμέσως αυτό γινόταν καλά. Οι έμποροι την παρακαλούσαν να πάρη κάτι ως δώρο ή τουλάχιστον να μπη στο κατάστημά τους. Ήξεραν ότι εκείνη τη μέρα οι δουλειές τους θα πήγαιναν πολύ καλά και τα κέρδη τους θα ήταν πολλά.

Η μακαρία Ξένη έλαβε από τον Θεό και το προορατικό χάρισμα. Κάποτε, το έτος 1764, ταράχτηκε πολύ και ξέσπαγε κάθε μέρα σε δάκρυα. Οι άνθρωποι την ρωτούσαν την αιτία που κλαίει και αυτή απαντούσε: “Αίμα, αίμα, αυλάκι από αίμα!”. Τότε όλοι ήταν ανήσυχοι για το τί άραγε θα συνέβαινε. Αλλά τρεις εβδομάδες αργότερα οι πολίτες της αγίας Πετρούπολης έμαθαν τί εσήμαιναν τα λόγια της. Από την ρωσική ιστορία γνωρίζουμε ότι η προσπάθεια του αξιωματικού Μίροβιτς να ελευθερώση τον αιχμάλωτο βασιλέα Ιβάν Αντώνοβιτς, που ήταν φυλακισμένος στο φρούριο Schlusselburg, απέτυχε και ο Ιβάν Αντώνοβιτς φονεύθηκε.

Στις 24 Δεκεμβρίου 1761, την παραμονή της Γεννήσεως του Χριστού, η μακαρία Ξένη περιερχόταν τους δρόμους της πρωτεύουσας και έλεγε στον καθένα να κάνη τηγανίτες. Την επομένη μέρα ακούστηκε το φοβερό νέο: η αυτοκράτειρα Ελισάβετ Πέτροβα πέθανε ξαφνικά. Οι τηγανίτες θα ήταν για την αγρυπνία, που η προικισμένη με το προορατικό χάρισμα οσία Ξένη προφήτευσε. Τέτοιες περιπτώσεις που εκδηλωνόταν το προορατικό χάρισμά της και περιπτώσεις βοηθειών που πρόσφερε στον λαό με το χάρισμά της αυτό, έχουμε πολλές.
Ο αγώνας των δια Χριστόν σαλών ήταν δύσκολος. Οι άγιοι μοναστικοί πατέρες και ασκητές έφυγαν από τους πειρασμούς αυτού του κόσμου στην έρημο και στα δάση και έλαβαν την αμοιβή των κόπων τους στους ουρανούς και το φωτοστέφανο της αγιότητάς τους στη γή. Όμως οι μακάριοι δια Χριστόν σαλοί δεν άφησαν τον κόσμο και με την εμφάνιση της σαλότητας έκρυβαν τους πνευματικούς αγώνες, μη θέλοντες να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως δίκαιους ανθρώπους, αλλά ως τρελλούς.

Η δούλη του Θεού Ξένη είδε καθαρά την δυσκολία αυτού του αγώνα των κατά Χριστόν σαλών και για να προετοιμάση πνευματικώς την ψυχή της, εξαφανίστηκε από την αγία Πετρούπολη για οκτώ χρόνια. Πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτό ήταν το πρώτο στάδιο της επί σαράντα πέντε χρόνια αφιερώσεώς της. Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας είχε αξιόπιστη πληροφορία ότι η μακαρία Ξένη για την πνευματική της τελείωση εδαπάνησε αυτά τα χρόνια μεταξύ των Στάρετς προετοιμάζοντας τον εαυτό της για τον δύσκολο αγώνα των δια Χριστόν σαλών και ήταν κάτω από την πνευματική τους καθοδήγηση.
Πού ήταν οι Στάρετς; Ίσως ήταν στο Hermitage ή σ’ ένα από τα μοναστήρια που αυτόν τον καιρό είχαν Στάρετς, μαθητές του Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Ύστερα από οχτώ χρόνια πάλι ξαναγύρισε στην πατρίδα της, την αγία Πετρούπολη, και δεν την ξανάφησε στα άλλα τριάντα επτά χρόνια της ζωής της σ’ αυτόν τον κόσμο.
Ήρθε τέλος η στιγμή που έληξαν οι αγώνες της. Η μακαρία Ξένη εγκατέλειψε τον πρόσκαιρο κόσμο και εισήλθε στον αιώνιο. Υποθέτουν ότι αναπαύθηκε μεταξύ των ετών 1806 και 1814. Δεν υπάρχει ακριβής πληροφορία σχετικά με αυτόν τον χρόνο και είναι αδύνατο να καθορίσουμε ακριβώς την χρονολογία του θανάτου της. Γνωρίζοντας την αγάπη και τον σεβασμό με τον οποίο την περιέβαλε ο κόσμος μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι η κηδεία της είχε μεγάλη επισημότητα και ότι πολύς κόσμος θα συγκεντρώθηκε, για να της δώση τον τελευταίο χαιρετισμό.

Αμέσως μετά την κηδεία της οι θαυμαστές άρχισαν να παίρνουν χούφτες χώμα από τον τάφο της. Ο αριθμός των προσκυνητών αύξανε κάθε μέρα. Ο σωρός του χώματος στον τάφο της συνέχεια ελαττωνόταν. Τελικά τοποθετήθηκε στον τάφο της μια πέτρινη πλάκα, αλλά και αυτήν την έσπαζαν κομμάτια και την αφαιρούσαν. Τελικά τοποθετήθηκε πάνω στον τάφο της μια πλάκα από γρανίτη με την επιγραφή που είπαμε στην αρχή και έπειτα χτίστηκε στον τάφο της ένα εκκλησάκι με τις προσφορές των πιστών. Πολλοί πιστοί άρχισαν να γράφουν στους τοίχους του ναϋδρίου διάφορα αιτήματα, ώστε αναγκάστηκαν να τον χρωματίσουν. Οι ιερείς έκαναν παννυχίδες στο ναό από νωρίς το βράδυ μέχρι αργά το πρωΐ.

Τα χέρια των αθεϊστών δεν σεβάστηκαν τον τόπο της αναπαύσεως της αγίας. Γι’ αυτό τα παράθυρα ήταν κλειστά με σανίδες και η είσοδος ήταν κλειστή, αλλά ο δρόμος προς το νεκροταφείο Σμόλενσκ ήταν πάντοτε ανοιχτός. Νέοι και γέροι πήγαιναν στο παρεκκλήσιο, ψιθύριζαν τα αιτήματά τους για βοήθεια και έσκυβαν στο έδαφος κοντά στον τάφο.
Και η μακαρία Ξένια τους βοηθούσε όλους.
(Αναδημοσίευση από το περιοδικό “Ορθόδοξη Ζωή”, Μάρτιος 1981)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ερημοποίηση της ψυχής

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2015

Πάλι στην επικαιρότητα η ερημοποίηση της γης. Αλλά κοντά σ`αυτή την ερημοποίηση έρχεται και μια δεύτερη ακόμα πιο φοβερή: Η ερημοποίηση της γης από την ανθρώπινη ζωή. Δεν είναι υποκρισία, όταν από τη μια μεριά έχουμε κινητοποιήσεις για την προστασία του περιβάλλοντος και από την άλλη στραγγαλισμό και δολοφονία της αθώας κυοφορούμενης ζωής; Βεβαίως να προστατευθούν οι βιότοποι. Έχουμε κινητοποιήσεις από διεθνείς Οργανισμούς για τις χελώνες, τα δελφίνια, τις φάλαινες. Αλλά είναι προτιμότερες οι φάλαινες και οι χελώνες και τα άγρια θηρία από την ανθρώπινη ζωή στα μητρικά σπλάχνα;
Δεν αποτελεί αντιφατικότητα, όταν ο Αμαζόνιος γίνεται το επίκεντρο διαμαρτυριών από όλο τον κόσμο και η ανυπεράσπιστη κυοφορούμενη ζωή αφήνεται να κατακρεουργείται από επίορκους γιατρούς; Βρισκόμαστε μπροστά σ`ένα έγκλημα πρωτοφανούς αγριότητος. Αν είναι έγκλημα να καταστρέφεται η γη, είναι μικρότερο να δολοφονείται η ανθρώπινη ζωή; Πίσω από την ερημοποίηση της γης, ας αναζητήσουμε την ερημοποίηση της ψυχής.
από το ορθόδοξο περιοδικό ” ΖΩΗ” 
eorakamen.blogspot.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ΛΟΥΚΑ – ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΚΑΙ Ο ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2015

Ένας από τους πιο ωραίους συμβολισμούς στην παραβολή του ασώτου υιού είναι και αυτός του δαχτυλιδιού, το οποίο ο Πατέρας δίδει εντολή να δοθεί στον νεώτερο υιό του, όταν επιστρέφει από το «ζην ασώτως». «Δότε δακτύλιον εις την χείρα αυτού» (Λουκ. 15, 22) είναι ο πατρικός λόγος. Προφανώς και ο ο άσωτος φορούσε δαχτυλίδι όταν έφυγε από το σπίτι του Πατέρα του. Το έχασε όμως ή το πούλησε προκειμένου να επιβιώσει στην μακρινή χώρα , όπου απεδήμησε για να ζήσει ελεύθερα, όπως πίστεψε, χωρίς την κοινωνία με τον Πατέρα. Και με την επάνοδό του στο πατρικό σπίτι, ο Πατέρας του προσφέρει αυτό το συμβολικό στοιχείο, για να δείξει και σε εκείνον και σε εμάς τρία χαρακτηριστικά, τα οποία είναι πολύτιμα για όλους.
                Το δαχτυλίδι συμβολίζει τη σφραγίδα του Πατέρα, το οικόσημο της οικογένειας στην οποία ο άσωτος έχει αποφασίσει να επανενταχθεί. Ο άσωτος επέλεξε αρχικά να διακόψει την κοινωνία με το σπίτι αυτό και με το Πρόσωπο στο οποίο το σπίτι ανήκει. Μόνο που δεν έλαβε υπόψιν ότι το σχήμα του σπιτιού δεν έχει ιδιοκτήτη με την έννοια της αποκλειστικότητας, αλλά η ιδιοκτησία διαχέεται σε εκείνους που έχουν γνήσια κοινωνία ως παιδιά μαζί του. Αυτό δηλώνει ο πατέρας με δύο κινήσεις στην παραβολή. Όταν του δίδει «το επιβάλλον μέρος της ουσίας» (Λουκ. 15,12) χωρίς να διαμαρτυρηθεί για το αίτημα του παιδιού του, χωρίς να αγωνιστεί να το μεταπείσει για το ολοφάνερα εσφαλμένο του αιτήματος και της επιλογής του, χωρίς να οχυρωθεί πίσω από το δικαίωμα του ιδιοκτήτη. Αλλά και όταν ο πρεσβύτερος υιός θα διαμαρτυρηθεί για την ευεργεσία του Πατέρα προς το νεώτερο, τότε και πάλι Εκείνος θα αναφωνήσει με τρυφερότητα και ένα αδιόρατο παράπονο: «τέκνον, συ πάντοτε μετ’ εμού ει, και πάντα τα εμά σα εστί» (Λουκ.15,31).  Ο Θεός είναι ο δημιουργός και ο ιδιοκτήτης της ζωής και της ύπαρξής μας, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος. Για το Θεό όμως δεν υφίσταται τέτοιο δικαίωμα, όπως ξεκάθαρα μας λέει η παραβολή. Μας έπλασε εν αγάπη και ελευθερία και αυτή είναι η σφραγίδα Του επάνω μας. Να μας ανήκει ό,τι έχει ο Ίδιος, δηλαδή ο κόσμος, η κτίση, οι υπηρέτες -άγγελοι και πρωτίστως η σχέση Του μαζί μας. Σημείο της διάχυσης της ιδιοκτησίας το δαχτυλίδι, με το οποίο και Εκείνος μας δείχνει ότι μας αναγνωρίζει ως παιδιά και συγκληρονόμους και συνιδιοκτήτες της Βασιλείας του, αλλά και μας υπενθυμίζει ότι αυτή η σφραγίδα της αγάπης και της ελευθερίας είναι πάντοτε επάνω μας, εφόσον κι εμείς θέλουμε να είμαστε κοντά Του, θέλουμε να είμαστε μέλη του σώματός Του, που είναι η Εκκλησία.
                Το δαχτυλίδι είναι σημείο των ελεύθερων ανθρώπων και όχι των δούλων.Όταν οι άνθρωποι παντρευόμαστε δίδουμε ο ένας δαχτυλίδι στον άλλο όχι για να δείξουμε την δέσμευση ή την υποταγή ή την στέρηση της ελευθερίας μας, αλλά το αντίθετο ακριβώς. Ότι μέσα στη σχέση είμαστε ελεύθεροι να αγαπούμε και έχουμε επιλέξει την αγάπη ως την οδό της κοινής μας ζωής. Το σύμβολο αυτό πηγάζει από τη ζωή με το Θεό. Ο Θεός μας ελευθερώνει από τη ζωή των παθών, από την καταδίκη «του βόσκειν χοίρους» και «γεμίσαι την κοιλίαν από των κερατίων ων εσθίουσιν οι χοίροι» (Λουκ. 15, 15-16), όταν εμείς έχουμε αποφασίσει ότι η μετάνοια, η αλλαγή νοοτροπίας, η επιστροφή μας στη σχέση μαζί Του μας απελευθερώνει και όχι η ζωή μακριά Του. Και τότε λαμβάνουμε ως σημείο το δαχτυλίδι αυτό, το οποίο επιβεβαιώνει την απόφαση της ελευθερίας η οποία δεν γίνεται απομάκρυνση, αλλά μετάνοια, παραιτείται από τον εγωκεντρισμό του δικαιώματος να ζούμε όπως θέλουμε και γίνεται η υπακοή στο θέλημα του Θεού, το οποίο εκφράζεται με τόση αγάπη και τόσο σεβασμό στις πνευματικές μας πληγές, που υπερβαίνει πάσαν προσδοκίαν. Σημείο της ελευθερίας από τα πάθη και της μετανοίας το δαχτυλίδι,συνοδεύεται από την βρώση του σιτευτού μόσχου, δηλαδή του Χριστού, και του ευφρανθήναι, δηλαδή την μετοχή μας στη Θεία  Λειτουργία, που μας δίδει την χαρά, η οποία γίνεται διαρκής.
                Το δαχτυλίδι είναι το σύμβολο των ουρανίων χαρισμάτων, των καρπών του Αγίου Πνεύματος, τα οποία ο άνθρωπος λαμβάνει ως δωρεά από τον Θεό όταν ζει την ζωή της Εκκλησίας. Ο Θεός δεν μας αφήνει τραυματισμένους, ταπεινωμένους, γυμνούς στη ζωή και την κοινωνία μαζί Του. Δεν μας αφήνει προς παραδειγματισμό να φέρουμε τα σημεία της πτώσης και της απομακρύνσεώς μας από Εκείνον, αλλά μας αποκαθιστά σε μία κοινωνία στην οποία μας θέλει όσο το δυνατόν άξιούς του, δηλαδή παιδιά Του. Το δαχτυλίδι είναι ο αρραβώνας του Πνεύματος, το οποίο μας υιοθετεί και μας δίδει την δυνατότητα να χαιρόμαστε με την τα χαρίσματά Του, την πίστη, την ειρήνη, την χαρά, την μακροθυμία και κυρίως την αγάπη. Ο Θεός μας θέλει στολισμένους με την αγιότητα. Μας θέλει λαμπρούς. Ανταποκρίνεται στο αίτημα της επιστροφής μας, που γίνεται στην ουσία η προσευχή μας και μας δείχνει ότι κοντά Του δεν θα μας λείψει η χαρά την οποία αναζητήσαμε και αναζητούμε στην απομάκρυνση από την κοινωνία μαζί Του. Μόνο που αυτή η χαρά είναι πρωτίστως πνευματική. Πηγάζει από την δυνατότητα της κοινωνίας με το Καθαρό και το Παντέλειο Πρόσωπό του, μόνο που δεν μας εξουδενώνει, αλλά μας στολίζει. Και η χαρά αυτή γίνεται αιώνια, καθώς η Βασιλεία Του μας κρατά στην μετάνοια.
                Η καθημερινότητά μας γίνεται μία συνεχής απομάκρυνση από την κοινωνία με το Θεό είτε δια της αμαρτωλότητας είτε δια της εργασίας στον αγρό του κόσμου.Όπως ο νεώτερος υιός άφησε τον Πατέρα για να βρει την τερπνότητα μακριά Του, έτσι και ο πρεσβύτερος υιός δεν είχε την χαρά της κοινωνίας με τον πατέρα, δεν είχε καταλάβει πώς ο Πατέρας σκεπτόταν και δρούσε, διότι ο νους του ήταν μόνο στον εαυτό του, στην περιουσία, στην εργασία, στους φίλους του, στην κατάκριση των άλλων. Έτσι όταν διαπιστώνει ότι άλλη εικόνα είχε για το Πρόσωπο του Πατέρα, αρνείται την κοινωνία μαζί Του, αρνείται να είναι μέλος της οικογένειας. Αρνείται την μετάνοια του αδερφού του. Αρνείται τελικά και την μετοχή στα χαρίσματα του Πνεύματος, που η γιορτή που κάνει ο Πατέρας δείχνει.
Ο Χριστός μας υποδεικνύει δια της στάσεως του πρεσβυτέρου υιού ότι το δαχτυλίδι της σχέσης δεν είναι εύκολο να το κρατήσει κανείς. Και η ανάγνωση της παραβολής την περίοδο του Τριωδίου μας υπενθυμίζει ότι έχουμε ανάγκη επαναπροσδιορισμού του Ποιος και Τι είναι ο Πατέρας μας και πώς βλέπουμε τη ζωή στην Εκκλησία. Το δαχτυλίδι το οποίο μας δόθηκε στο βάπτισμα είναι στα χέρια μας. Είναι όμως δική μας ευθύνη να χαιρόμαστε βλέποντάς το και έχοντας του επάνω μας ή να το αφήσουμε ή να το θεωρήσουμε σημείο σκλαβιάς  και να αρνηθούμε την κοινωνία με τον Δωρητή. Ο εγωκεντρισμός του να ζητάμε την ιδιοκτησία μας με την ιδέα ότι δεν είμαστε καλά στο σπίτι του Πατέρα μας, με την ιδέα ότι δεν μπορούμε να συνυπάρξουμε με τους άλλους που δεν φέρονται όπως εμείς θα θέλαμε, με την ιδέα ότι η χαρά βρίσκεται στην εκκοσμικευμένη κοινωνία, αποτελούν λόγους απεμπόλησης της χαράς του δαχτυλιδιού.  Όμως ο Πατέρας πάντοτε περιμένει και είναι έτοιμος να μας το ξαναδώσει. Αυτή ήταν, είναι και θα είναι η Θεϊκή Αγάπη που νοηματοδοτεί αληθινά τη ζωή μας.
Κέρκυρα, 8 Φεβρουαρίου 2015     
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή τοῦ Ἀσώτου. Τὸ μαῦρο πουλί. (†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Φεβρουαρίου, 2015

Κυριακή τοῦ Ἀσώτου (Λουκ. ιε΄ 11-32)
Τὸ μαῦρο πουλί.
«Καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». (σελ.224-228)

(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

Μόνον ὁ Κύριος, ὁ θεῖος καὶ ἀνυπέρβλητος διδάσκαλος, ἠμποροῦσεν ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, νὰ ζωγραφίσῃ μὲ τὸσον χτυπητὰ χρώματα, μὲ τέτοιες δραματικὲς φράσεις, μὲ τόσην ἀριστουργηματικὴν ἀληθινὰ πλοκὴν τὰς συνεπείας τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ νεωτέρου παιδιοῦ τῆς συγκλονιστικῆς Παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου.
Καθὼς ἠκούσαμεν σήμερα τὸ Ἱ. Εὑαγγέλιον, ἐνόμιζες, ὅτι ἐζωντάνευαν ἐμπρός σου τὰ πρόσωπα, ὅτι ἦταν ἕτοιμα νὰ σοῦ ὁμιλήσουν. Ὁ δυστυχὴς ἄσωτος!…..
Ἀκουμπισμένος στὸ φτωχικό του ραβδί, στὴ σκιὰ κάποιου δένδρου, μέσα στὴν παγερή του μόνωσι, βλέπει τὴ σημερινὴ εἰκόνα τῆς ζωῆς του. Θλιμμένος, πονεμένος νοσταλγὸς ρίχνει τὴν καυτερή του τὴ ματιὰ στὰ περασμένα…. Τότε ἦταν ἀληθινὸς πρίγκηψ, ἐλεύθερος, χρυσοκέντητος, χορτᾶτος, ἀξιοπρεπὴς κύριος μέσα σὲ ὁλόκληρη στριὰ προθύμων ὑπερητῶν.
Τώρα ὅμως!….. Ἀλλοίμονον! Χοιροβοσκός, ἔρημος, κουρελιασμένος, πεινασμένος μέσα σὲ μιὰ ἀγέλη λασπωμένων καὶ βρωμερῶν χοίρων.

«Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν»…

Ἔτσι χαρακτηρίζει ὁ Κύριος τὴν ἀλλαγή του. Τ ώ ρ α ὁ ἄνθρωπος συνῆλθε. Μέχρι σήμερα ἦταν σὲ κατάστασι παραφροσύνης, σὲ πυρετὸ καὶ πνευματικὸ παραλήρημα. Τώρα βλέπει τὴν πραγματικότητα. Τώρα καταλαβαίνει, ὅτι εἶναι ἕνα διαμάντι πεταμένο, χωμένο στὴ λάσπη. Καὶ ξυπνάει. Καὶ συνέρχεται. Βέβαια μετὰ τὴν συμφοράν. Μετὰ τὸ ἐγκληματικὸ σκόρπισμα τῶν ἀγαθῶν.
Διότι πράγματι ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας, ἡ ζωὴ χωρὶς Θεόν, εἶναι ἕνα τρομερὸ σκόρπισμα:

1.Ὑ λ ι κ ῶ ν ἀ γ α θ ῶ ν.

Κοίταξε τὸν ἄσωτον. Ἔχει χρήματα πολλά. Εἶναι ἡ πατρικὴ περιουσία, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ τὴ διαθέσῃ ὅπως θέλει. Καὶ ἀρχίζει τὸ «ξεφάντωμα». Διασκεδάσεις· σπατάλες· δῶρα σὲ γνωστούς· ταξίδια πολυδάπανα· σκόρπισαμ ἀφειδώλευτο χρημάτων…. «Ζῶν ἀσώτως! Μέσα στὶς δυὸ αὐτὲς λέξεις, ποὺ εἶπεν ὁ Κύριος, πόσα ὄργια δὲν κρύπτονται, πόσα πάθη καὶ λάθη, πόσοι βόθροι ἀνθόσπαρτοι, πόσαι χυδαιότητα, ποία πτῶσις ψυχῆς! Ἀλλὰ ἡ ζωὴ ἀπαιτεῖ χρήματα. Καὶ ὁ ἄσωτος δίδει χωρὶς δυσκολίαν. Ἕως ὅτου μίαν ἡμέραν…. τελειώνουν. Καταλαμβάνεται τότε ἀπὸ ἀγωνίαν καὶ φρίκην· Ἀλλ’ εἶναι πλέον, ἀργά, πολὺ ἀργά!
Το ἴδιον ὅμως συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς σημερινοὺς ἀσώτους. Πόσαι περουσίαι δὲν ἐσπαταλήσθησαν ἀπὸ ἄσωτα παιδιὰ πλουσίων γονέων! Πόσαι κληρονομίαι δὲν ἐξηνεμίσθησαν σὲ διάστημα ἐλάχιστον! Πόσα παιδιὰ μεγάλων οἰκογενειῶν, μὲ ὄνομα, μὲ ἱστορίαν, δὲν κατέληξαν πάμπτωχοι, θλιβερὰ ἀπομεινάρια μιᾶς παλαιᾶς ζωῆς λαμπρότητος καὶ μεγαλείου!…. Ἔτσι γίνεται, ἀγαπητέ μου, πάντα. Ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας εἶναι ρουφήχτρα ἀνικανοποίητη. Καταπίνει τοὺς κόπους ἐτῶν καὶ τὰς αἱματηρὰς προσπαθείας τιμίων γονέων, ὅταν τὰ παιδιὰ των πιασθοῦν στὸ ἀπαίασιο δίχτυ της.
Καί ὅμως, τὶ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν μὲ τὰ χρήματα αὐτά! Πόσες πληγὲς νὰ κλείσουν! Πόσα δάκρυα νὰ στεγνώσουν. Πόσες χαρὲς νὰ δημιουργήσουν. Πόσα δράματα νὰ προλάβουν…. Πόσα…!

2. Σ κ ό ρ π ι σ μ α π ν ε υ μ α τ ι κ ω ν ἀ γ α θ ῶ ν.

Ἀλλ’ ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας σκορπάει καὶ ἄλλα σοβαρώτερα ἀγαθὰ καὶ κεφάλαια.

α) Τὴν ἀτομικὴν ἀξιοπρέπειαν.

Μιὰ ματιὰ πάλις εἰς τὸν «ἄσωτο». Ἀπὸ πρίγκηψ, χοιροβοσκός. Ἀπὂ τὸ παλάτι, στὴ βοσκή. Πῶς κατήντησε! Ἀλλὰ τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς συγχρόνους ἀσώτους. Πόσοι νέοι δὲν κατερράκωσαν τὸ κῦρος των ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἁμαρτωλῆς των ζωῆς; Πόσοι δὲν ἔγιναν πλαστογράφοι, κλέπται, καταχρασταί, διὰ νὰ ἡμποροῦν νὰ χαρτοπαίξουν, νὰ διασκεδάζουν εἰς πολυτελῆ κέντρα, νὰ ξοδεύουν χάριν ἐπιδείξεως; Πόσοι δὲν ἐκλείσθησαν εἰς φυλακὰς, πόσοι δὲν ἔγιναν ἐρείπια κοινωνικά, ὅλοι αὐτοὶ θύματα τῆς ἀσώτου ζωῆς;

β) Τὴν οἰκογενειακὴν τιμήν.

Οἰκουγένειαι ἔπειτα μὲ ὑπόληψιν κοινωνικὴν, μὲ «φίρμες», μὲ ὑψηλὲς γνωριμίες, ἐβυθίσθησαν εἰς τὸ πένθος καὶ τὸ ὄνειδος, διότι τὰ παιδιὰ των, ἀγόρια ἤ κοπέλλες, ἐπῆραν τὸν κατήφορον καὶ ἐσπίλωσαν τὴν τιμὴν τῆς οἰκογενείας καὶ ἐκόλλησαν στὸ σπίτι τῶν μελανὴ κηλῖδα, ποὺ δὲν θὰ σβήσῃ ποτέ…. Καὶ κοκκινίζει ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα ἀπὸ ἐντροπὴν διὰ τὴν ζωὴν τοῦ «ἐξειλιγμένου» νέου τῆς οἰκογενείας ἤ τῆς «ὑπερμοντέρνας» νέας, ποὺ θεώρησαν ἀφόρτηον σκλαβιὰν τὴν ἠθικὴν τοῦ Εὐγγελίου καὶ τὴν ἁγνότητα τῆς χριστιανικῆς ζῶης.

γ) Τὰ διανοητικὰ χαρίσματα.

Πόσοι νέοι μὲ ἱκανόητητες σοβαρές, μὲ ταλέντα θαυμάσια, μὲ δυνατότητες ἐξελίξεως ἐξαίρετες δὲν ἐχάθησαν ἐξ αἰτίας τῆς ἁματωλῆς των ζωῆς; Μέσα εἰς τὸ στριβίλισμα τῆς ἀνηθικότητος, ποῦ νὰ βροῦν τὴν δύναμιν καὶ τὸν καιρὸν νὰ μελετήσουν, νὰ καλλιεργήσουν τὰ προσόντα των, νὰ ἀνεβοῦν ὑψηλότερα; Ἐχάθησαν χιλιάδες νέων μέχρι σήμερα μέσα εἰς τὰ βρωμόνερεα τῆς ἁμαρτίας καὶ ἐμαράθηκαν ἀπὸ ἔλλειψι πνευματικῆς δροσιᾶς μπουμπούκια, ποὺ μποροῦσαν νὰ γίνουν τριαντάφυλλα.
Καὶ περίμεναν οἱ δυστυχεῖς γονεῖς νὰ ἰδοῦν τὰ παιδιὰ των εὐτυχισμένα, γιὰ νὰ χαροῦν κι’ αὐτοὶ στὰ γηρατειά των, ἀφοῦ σ’ ὅλην τὴν ζωὴ των ἐπόνεσαν καὶ ἔκλαψαν γι’ αὐτὰ τὰ παιδιά…. Οἱ δυστυχεῖς γονεῖς! Τί τραγικὴ διάψευσις ἐλπίδων! ….

δ) Τὰ ψυχικὰ προτερήματα.

Μὲ τέτοιες συνθῆκες πῶς κατόπιν νὰ μὴ γίνῃ τὸ σκόρπισμα τῶν ψυχικῶν ἀρετῶν; Νέοι καὶ νέαι, ποὺ παρουσίαζαν ψυχικὲς ἀρετὲς καὶ ἔδιδαν διὰ τὸ μέλλον χρυσὲς ἐλπίδες ἀπὸ τότε ποὺ ἄρχισαν τὸ κατρακύλισμα, σιγανὸ στὴν ἀρχή, γοργότερα ἀργότερα, παρουσίασαν διαστροφήν.
Ἐχάθησαν τὰ ὡραῖα ἐκεῖνα ψυχκά των σκιρτήματα. Ἐπονηρεύθηκαν. Ἔφυγεν ἡ ἀθῳότης τῶν ματιῶν των. Ἐσκλαβώθηκαν πλέον στὸ κακό. Κουρέλια καὶ αἰχμάλωτοι τῆς ἁμαρτίας, φτερὰ στὸν ἄνεμο, τρέχουν πίσω ἀπὸ κάθε ψεύτικη χαρά, γιὰ νὰ γεμίσουν τῆς ψυχῆς των τὸ βαθὺ καὶ τὸ μεγάλο κι ἀποσμέτρητο κενό. Νυχτωμένοι στρατοκόποι, τριγυρνᾶνε στὰ «σοκάκια» ἀχόρταγοι, ἀνικανοποίητοι, μὲ τὴν πικρία στὴν ψυχή, μὲ τὸ μαχαίρι τῆς ἀπελπισίας στὴν καρδιά των.
Κι’ ἔτσι ἀνίκανοι πιὰ νὰ ἰδοῦν τὴ ζωὴ μὲ καθαρὸ μάτι, τίς πιὸ πολλὲς φορὲς τερματίζουν βίαια τὴ ζωή τους καὶ χάνονται γιὰ πάντα, ἐνῷ θὰ μποροῦσαν νὰ κερδίσουν τὰ πάντα. Κατὰ μίαν στατιστικὴν 1200 κοπέλλες αὐτοκτονοῦν τὸν χρόνο, μόνον στὴν Ἀθήνα!
Πόσα ἔπειτα ἀγόρια… Πόσοι καὶ πόσες σ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα!
Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι θύματα τῆς ζωῆς χωρὶς Θεόν…. Τοὺς ἠθέλησεν ὁ Θεὸς ἀγγέλους καὶ αὐτοὶ γίνονται σκουλήκια, ποὺ σέρνονται καὶ γλύφουν τὸ βοῦρκο, τὴ σαπίλα…. Κρῖμα!

3. Φ ύ λ α κ ε ς, γ ρ η γ ο ρ ε ι τ ε!

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα. Ὕπουλη, προκλητική, ἀπατηλή, προδοτική. Ἁπλώνει τὰ δίχτυα της μὲ μαεστρίαν. Σ’ ὅλους, ἰδίως εἰς τοὺς νέους, ποὺ ἔχουν πολλὴν ὁρμήν, ἀλλὰ ὁλίγην πεῖραν.
Καὶ οἱ ταλαίπωροι παρασύρονται ἀπὸ τὴν λάμψιν της.
Θὰ ἤθελε σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας νὰ πῇ κάτι στοὺς νέους, ἀμφοτέρων τῶν φίλων.
Νέοι! Μὴ παρασύρεσθε ἀπὸ τὰ ἐξωτερικά, ἀπὸ τὰ φανταχτερὰ θέλγητρα τῆς ἁμαρτίας. Πίσω ἀπὸ τὰ φῶτα τὰ πολλὰ, τὰ βαρύτιμα παραπετάσματα, τὶς μουσικὲς καὶ τὶς κοσμικὲς ἐμφανίσεις, κρύβονται πολλάκις δράματα μυστικὰ καὶ ἀφανέρωτα. Μὴ γοητεύεσθε σὰν τὴ φτωχὴ πεταλούδα, ποὺ τριγυρνάει διαρκῶς γύρω ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς λαμπάδας, καὶ, στὸ τέλος, βρίσκει τὸν θάνατο. Ἡ ζωὴ εἶναι ἀγών. Μιὰ φορὰ ὁ καθένας μας τὸν κάνει.
Ἤ τὸν χάνομεν ἤ τὸν κερδίζομεν. Καὶ τότε χάνομε ἤ κερδίζομεν τὸ πᾶν…. Ἀλήθεια, τὸ πᾶν!

Ἀγαπητοί,
Εἶναι σὲ κάποια χώρα ἕνα μαῦρο πουλί, ποὺ τρώγει μόνον στρείδια. Ψάχνει καὶ τὰ βρίσκει. Πῶς ὅμως νὰ τ’ ἀνοίξῃ; Ἄκουσε τί κάνει. Τὰ παίρνει στὰ νύχια του. Ἀνεβαίνει ψηλὰ καὶ κοιτάζει ποῦ ὑπάρχουν βράχοι. Ἀφήνει τότε τὰ στρεῖδια καὶ πέφτουν. Χτυποῦν στὰ βράχια. Καὶ σπάζουν. Καὶ ἀνοίγουν. Καὶ τὸ πουλὶ ἤσυχο τρώγει τὸ περιεχόμενο. Καταλαβαίνεις τό νόημα. Ἡ ἁμαρτία εἶναι τὸ πουλί αὐτό. Μᾶς παίρνει στὰ φτερὰ της καὶ πετᾶμε σὲ κόσμους ἀπατηλῆς εὐτυχίας. Καὶ ἔρχεται ἡ ὥρα ποὺ μᾶς ρίχνει ἀπὸ τὰ ὕψη τῶν φανταστικῶν κόσμων στὶς βραχώδεις ἐκτάσεις τῆς καταστροφῆς…. Καὶ γινόμεθα τότε τραγικὰ συντρίμμια.
Ἀδελφέ μου! Ἀκούω τὸ φρικιαστικὸ πλατάγισμα τοῦ μαύρου αὐτοῦ πουλιοῦ. Πετάει γύρω μας. Πρόσεξε τί παραγγέλλει ὁ Θεός·
-Παιδί μου φυλάξου, πολύ, ἀπὸ τὸ μαῦρο πουλί.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Φεβρουαρίου, 2015

«Ούτος ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε και απολωλώς και ευρέθη» (Λουκ. 15, 24).
α. Η παραβολή του ασώτου θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της Καινής Διαθήκης δεδομένου ότι 1) φανερώνει το ποιος είναι ο Θεός που απεκάλυψε ο Κύριος Ιησούς Χριστός (στο πρόσωπο του πατέρα της παραβολής βλέπουμε τον Ουράνιο Πατέρα μας), 2) δείχνει την κατάσταση του ανθρώπου προ Χριστού και μετά Χριστόν, κι ακόμη την κατάσταση του ανθρώπου έστω και μετά Χριστόν ανάλογα με τη σχέση την οποία έχει με Εκείνον: μακριά ή κοντά Του.
β. 1. Ο Κύριος χαρακτηρίζει την κατάσταση της ασωτίας, δηλαδή της απομάκρυνσης από τον Θεό, ως νέκρωση και απώλεια. Κι ευλόγως:  αφού πηγή της ζωής είναι ο ίδιος ο Θεός, άρα όποιος είναι κοντά στον Θεό ζει, όποιος απομακρύνεται από Αυτόν χάνεται και νεκρώνεται. Κι εννοείται βεβαίως ότι λέγοντας κοντά ή μακριά από τον Θεό δεν εννοούμε τοπική προσέγγιση ή απόσταση, αλλά ζωή σύμφωνη με το άγιο θέλημά Του ή όχι.
2. Έτσι απαρχής καταλαβαίνουμε δύο πράγματα: (α) μπορεί κάποιος να είναι νεκρός, ενώ είναι ζωντανός, (β) μπορεί να είναι ζωντανός, ενώ είναι νεκρός. Τι σημαίνει αυτό; Για το πρώτο: μπορεί κανείς να ζει βιολογικά, να εργάζεται, να διαπρέπει ίσως μέσα στον κόσμο, κι όμως για τον Θεό και τη Βασιλεία Του να είναι χαμένος και νεκρός: μία ζωή εν θανάτω. Διότι βεβαίως δεν θέλει τον Θεό  και το θέλημά Του – μία κατάσταση που είχε διατυπώσει ο Κύριος με τον γνωστό λόγο Του: «άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς». Για το δεύτερο: μπορεί κάποιος να έχει πεθάνει κι όμως να ζει μέσα στο φως του Θεού ως υπήκοος Εκείνου. Τέτοιοι άνθρωποι δεν είναι οι άγιοί μας; Κι αυτό σημαίνει ότι οι άγιοι και οι δίκαιοι του Θεού είναι πολύ πιο παρόντες και ζωντανοί ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων από ό,τι όλος ο υπόλοιπος κόσμος.
3. Τη ζωοποίηση και εύρεση του ανθρώπου πέτυχε και πετυχαίνει πάντοτε ο Χριστός. Αυτός ήλθε «ζητήσαι και σώσαι το απολωλός», ο Οποίος ως «ο καλός ποιμήν» αφήνει τα ενενήντα εννέα πρόβατα και ψάχνει για το ένα το χαμένο. Το ίδιο υπαινίσσεται και η σημερινή παραβολή, όταν βάζει ο Κύριος τον Πατέρα να περιμένει καθημερινά τον άσωτο υιό του έξω από το σπίτι, που σημαίνει ότι η αγάπη του Πατέρα συνοδεύει και αναζητά τον υιό του χωρίς διακοπή. Έτσι ο μη χριστιανός, ο άνθρωπος των άλλων θρησκειών, ο άθεος ακόμη, όπως βεβαίως και ο χριστιανός που χάνεται πολλές φορές μέσα στις αμαρτίες του είναι τα πρόβατα που ψάχνει ο Χριστός. Στην κάθε απομάκρυνσή μας δηλαδή από τον Θεό, στην κάθε συνεπώς ασωτία μας, έχουμε Εκείνον να μας αναζητεί και να αδημονεί προκειμένου να μας εύρει. Διότι είναι ο Πατέρας μας γεμάτος στοργή και αγάπη απέναντί μας. Κανείς λοιπόν ακόμη και στην πιο μεγάλη πτώση του στην αμαρτία δεν είναι μόνος. Συμπάσχει μαζί του ο Κύριος, «εφευρίσκοντας» τρόπους ανανήψεως και μετανοίας του.
4. Προϋπόθεση όμως να βρεθούμε και να ζήσουμε και πάλι είναι ακριβώς να μετανοήσουμε: να καταλάβουμε την κατάντια μας και να στραφούμε σ’ Εκείνον. «Εις εαυτόν ελθών…αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου». Εκείνος μας θεωρεί δικούς Του και μας αγαπά. Χρειάζεται κι εμείς να θελήσουμε να Τον συναντήσουμε. Η εύρεσή μας και η ζωή μας εξαρτάται και από εμάς. Κι όλοι γνωρίζουμε ότι η συνάντηση του ασώτου ανθρώπου με τον Θεό γίνεται μέσα μας και στην Εκκλησία. Δηλαδή έδαφος συνάντησης είναι η καρδιά μας, όταν όμως υπάρχει το χαρισματικό πλαίσιο της κοινότητας με τους άλλους, δηλαδή η Εκκλησία. Κι αυτό θα πει ότι η συνάντηση με τον Χριστό έχει και προσωπικό-ατομικό χαρακτήρα, αλλά ταυτοχρόνως και κοινωνικό-εκκλησιαστικό. Μαζί με τους άλλους, αλλά και μέσα στην καρδιά μας.
5. Κατά συνέπεια τονίζεται έτσι μία μεγάλη αλήθεια: η ασωτία μας λόγω των αμαρτιών μας είναι τελικώς ασωτία του ίδιου του νου μας. Ο νους μας είναι αυτός που ως κέντρο της ύπαρξής μας χάνει τον τόπο συνάντησης με τον Θεό, την καρδιά, διαχεόμενος μέσω των αισθήσεων στις διάφορες αμαρτωλές καταστάσεις του κόσμου, με αποτέλεσμα τη νέκρωση και την απώλειά του. Από την άποψη αυτή κάθε φορά που δεν έχουμε τον νου μας μαζεμένο μέσα μας νήφοντα και σε εγρήγορση, συνεπώς περιφερόμενο τήδε κακείσε έχουμε επιβεβαίωση και της δικής μας ασωτίας. Γι’ αυτό και η προσευχή, ιδίως η μονολόγιστη λεγόμενη «Κύριε Ιησού Χριστέ», όπως και η μελέτη του λόγου του Θεού βοηθούν κατεξοχήν στην εύρεση του αληθινού εαυτού μας, τη βίωση της όντως ζωής μας. Διότι ακριβώς συνάζουν τον νου μέσα μας. 
γ. Την παραβολή του ασώτου δεν πρέπει να την δούμε ως μία διδασκαλία του Κυρίου για κάποιους άλλους. Οι κάποιοι άλλοι είμαστε εμείς οι ίδιοι, πρωτίστως οι χριστιανοί, αφού όλοι τελικώς με διαφόρους τρόπους αμαρτάνουμε, συνεπώς ασωταίνουμε ζώντας τον πνευματικό θάνατό μας. Ο Κύριος όμως μας περιμένει πάντοτε. Η αγκαλιά Του είναι μονίμως ανοιγμένη για τον καθένα μας, αρκεί να στραφούμε εν μετανοία σ’ Αυτόν. Η Σαρακοστή συνιστά, όπως όλοι γνωρίζουμε και λέμε, την κατεξοχήν πρόκληση της σωτήριας αυτής επιστροφής μας.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το Τριώδιο και ολόκληρη η Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Φεβρουαρίου, 2015

Τριώδιο! Μία περίοδος δυστυχώς παρεξηγημένη από τους περισσότερους… Μία λέξη η οποία ακούγοντας την, φέρνει στο μυαλό μας, το καρναβάλι, την διασκέδαση, το φαγοπότι, το ξεφάντωμα… Μήπως όμως Τριώδιο δεν είναι τίποτε απ΄ όλα αυτά; Μήπως δεν έχουμε πάρει στα σοβαρά αυτήν την Κατανυκτική Εκκλησιαστική περίοδο και νομίζουμε ότι το Τριώδιο και όλη η προ του Πάσχα περίοδος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, και αποτελεί μία ευκαιρία για να εκτονωθούμε, να διασκεδάσουμε, και να γυρίσουμε στην συνέχεια στις διάφορες φροντίδες και ασχολίες μας; Όχι!!!

Τριώδιο δεν σημαίνει τίποτε απ΄ όλα αυτά. Το Τριώδιο και ολόκληρη η Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα η «Εορτή των Εορτών». Και όπως όταν κάποιος ξεκινάει ένα ταξίδι, πρέπει να ξέρει που πηγαίνει, έτσι συμβαίνει και με το Τριώδιο. Είναι το ταξίδι εκείνο που Κυριακή με Κυριακή μας οδηγεί στην νύχτα της Αναστάσεως «την Σωτήριο, τη Φωταυγή, και Λαμπροφόρο»

Ξεκινά λοιπόν σήμερα το πνευματικό ταξίδι του Τριωδίου, και από χθες στον Εσπερινό εμφανίσθηκε στα αναλόγια το Λειτουργικό βιβλίο της Σαρακοστής που λέγεται Τριώδιο. Στο βιβλίο αυτό περιλαμβάνονται όλες οι Ακολουθίες από την σημερινή Κυριακή μέχρι και το Μεγάλο Σαββάτο πριν την τελετή της Ανάστασης. Παράλληλα με τους ύμνους που ψάλλονται από το βιβλίο αυτό, διαβάζονται στους Ναούς και οι σχετικές περικοπές από το Ευαγγέλιο οι οποίες είναι αφιερωμένες στο Θεμελιώδες γεγονός της μετάνοιας και της επιστροφής μας κοντά στον Χριστό κάτι που αποτελεί την ουσία και το νόημα ολόκληρης της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου αναφέρεται στην Παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου και τονίζει ότι η ταπείνωση είναι η απαραίτητη ηθική αξία την οποία πρέπει να καλλιεργήσουμε, αφού Εκείνος ο οποίος μας την δίδαξε την εφάρμοσε πρώτος με το παράδειγμα Του, γενόμενος ο ίδιος Άκρα Ταπείνωση επάνω στο ξύλο του Σταυρού. Η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου μας θυμίζει τον Πατέρα Εκείνον που υπακούοντας στο θέλημα του γιου του, του δίνει την περιουσία που του ανήκε, για να την ξοδέψει ασυλλόγιστα και να καταλήξει έρημος, φτωχός, γυμνός και πεινασμένος και να επιζητήσει και πάλι την πατρική στοργή και αγκαλιά. Στο πρόσωπο του Πατέρα διακρίνουμε τον Εύσπλαχνο Θεό, και στο πρόσωπο του ασώτου υιού διακρίνουμε τους εαυτούς μας, οι οποίοι ζητούμε την ελευθερία μας μακριά και έξω από την Εκκλησία και που επαναστατούμε έναντι του Θεού καθημερινά επειδή νοιώθουμε ότι η ζωή μας κοντά Του μας πνίγει και μας υποτιμά.

Ευτυχώς που η αγκαλιά του Εσταυρωμένου Πατέρα μας είναι μόνιμα ανοικτή και μας περιμένει για να μας γιατρέψει τις πληγές που μας προξενεί η αμαρτία και η απομόνωση από Εκείνον. Ενώ στις δύο προηγούμενες Κυριακές μάθαμε ότι πρέπει να ταπεινωθούμε και να επιστρέψουμε στον Θεό, την Κυριακή των Απόκρεω θυμόμαστε την μέλλουσα Κρίση από Την οποία δεν θα μπορέσει να ξεφύγει κανείς. Είναι μία προειδοποίηση η Ευαγγελική Περικοπή της Κυριακής της Αποκριάς για το Δικαστήριο που θα μας δοξάσει η θα μας καταδικάσει. Και φτάνουμε στην Κυριακή της Τυρινής όπου από τα χείλη του Χριστού μας ακούμε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εκ μέρους του Θεού συγχώρηση των σφαλμάτων μας, είναι η συγχωριτικότητα που θα δείξουμε απέναντι σε κείνους που έσφαλαν και η επιστροφή στην αγάπη, την ενότητα, στην σύμπνοια,στην αδελφοσύνη,στην αλληλοκατανόηση.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν αδελφοί μου, ότι η περίοδος αυτή είναι ένα σχολείο μετάνοιας στο οποίο κάθε Χριστιανός οφείλει να μπαίνει κάθε χρόνο για να καταφέρνει να εμβαθύνει, στην πίστη του, να την επανεκτιμήσει, και ν΄ αλλάξει την ζωή του. Είναι η περίοδος αυτή μία υπέροχη προσκυνηματική πορεία προς τις πηγές της Πίστης μας, είναι μία καινούργια ανακάλυψη του Ορθόδοξου τρόπου ζωής. Η Εκκλησία μας με τις κατανυκτικές ακολουθίες της περιόδου αυτής μας βοηθά στο να ανακαλύψουμε Το νόημα Της.

Εύχομαι όλοι εμείς να καταλάβουμε ότι Τίποτα δεν είναι τόσο όμορφο, τόσο βαθύ, και τόσο πλούσιο σε έμπνευση όσο αυτό που η Εκκλησία μας, μας προσφέρει από σήμερα που μπήκαμε στην Ευλογημένη αυτή περίοδο η οποία ήδη από σήμερα άρχισε να ευωδιάζει το αναστάσιμο άρωμα μέσα από τον Ζωοδόχο Τάφο του Νεκραναστημένου Σωτήρα μας. Αμήν.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γλωσσάριο Τριωδίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Φεβρουαρίου, 2015

ΤΡΙΩΔΙΟ: Ἐκκλησιαστικὴ περίοδος ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ τὴν Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου ἕως τὴν Κυριακή τοῦ Πάσχα. Ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό της, ἀπὸ τὸ ὁποῖο παίρνει καὶ τὸ ὄνομά της, εἶναι ὅτι κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ οἱ Κανόνες ποὺ ἀπαρτίζουν τὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες ἀποτελοῦνται ἀπὸ τρεῖς ὠδὲς καὶ ὄχι ἐννιά, ὅπως συμβαίνει μὲ ὅλους τούς ὑπόλοιπους Κανόνες. Εἶναι πλήρης ἀκολουθιῶν, προσφαίροντας στοὺς πιστοὺς πολλὲς εὐκαιρίες λειτουργικῆς ἐμπειρίας. Εἶναι περίοδος κατάνυξης καὶ προετοιμασίας γιὰ τὸ Ἃγιο Πάσχα καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Δὲν ἐκτείνεται πάντα στὴν ἴδια περίοδο τοῦ ἔτους μία καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ Πάσχα.
ΚΥΡΙΑΚΕΣ: Ὅλες οἱ Κυριακές τοῦ Τριωδίου ἔχουν μία συγκεκριμένη ὀνομασία καὶ ἀποτελοῦν μία ἀλληλουχία μεστὴ νοημάτων καὶ μηνυμάτων. Μὲ τὴ σειρά, οἱ Κυριακές τοῦ Τριωδίου εἶναι:
Διαβάστε πληροφορίες γιά τήν περίοδο τοῦ Τριωδίου…

Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου
Κυριακή τοῦ Ἀσώτου
Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω
Κυριακή τῆς Τυροφάγου
Α’ Νηστειῶν: Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας
Β’ Νηστειῶν: Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Γ’ Νηστειῶν: Κυριακὴ Σταυροπροσκυνήσεως
Δ’ Νηστειῶν: Ἰωάννου τῆς Κλίμακος
Ε’ Νηστειῶν: Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας
Κυριακὴ τῶν Βαΐων

ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ: Ἡ “Σαρακοστή”, ὅπως ἁπλὰ λέγεται, εἶναι ἡ 40νθήμερη περίοδος ἀπὸ τὴν Α’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν μέχρι καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων. Εἶναι περίοδος αὐστηροτάτης νηστείας καὶ πνευματικοῦ ἀγώνα.

ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ: Κάθε Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν ἀπόγευμα τελεῖται ἑσπερινός. Λέγεται “κατανυκτικὸς” γιατί περιέχει τροπάρια καὶ ὕμνους μετανοίας, ἐνῶ τὸ ψαλτικὸ ὕφος εἶναι λιτὸ χωρὶς ἐξάρσεις. Ὁ πρῶτος, μάλιστα (ὁ ὁποῖος τελεῖται τὴν Κυριακή τῆς Τυροφάγου τὸ Ἀπόγευμα), λέγεται “ἑσπερινός τῆς συγχώρησης” γιατί τότε οἱ πιστοὶ ζητοῦν συγχώρεση ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο γιὰ πιθανὰ παραπτώματά τους, ὥστε νὰ εἰσέλθουν ἐλεύθεροι στὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς.

ΜΕΓΑ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ: Ἡ ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου τελεῖται καθημερινὰ ἀπὸ τὸν καθένα μας, στὸ χῶρο ποὺ ἐπιθυμοῦμε, σὰν προσωπική μας προσευχή. Γιὰ τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς, ὅμως, ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει νὰ τελεῖται στοὺς Ὀρθόδοξους Ναοὺς κάθε ἀπόγευμα τὸ “Μέγα Ἀπόδειπνο”, τὸ ὁποῖο εἶναι ἐπαύξηση τοῦ μικροῦ μὲ ὄμορφους καὶ κατανυκτικοὺς Κανόνες (ὕμνους). Ἐκεῖ ψάλλεται ὁ ὑπέροχος ὕμνος: “Κύριε τῶν δυνάμεων μεθ’ἠμῶν γενοῦ. Ἄλλὸν γὰρ ἐκτός Σου βοηθὸν ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν. Κύριε τῶν δυνάμεων ἐλέησον ἠμᾶς”.

Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΔΩΡΩΝ: Κάθε Θ.Λειτουργία εἶναι γεγονὸς χαρμόσυνο, ἀναστάσιμο. Τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τὴν Θ.Λειτουργία τοῦ Μ.Βασιλείου μόνο τὶς Κυριακές, γιὰ νὰ ἐπιτείνει τὴν ἀτμόσφαιρα κατάνυξης καὶ μετανοίας ποὺ ὑπάρχει αὐτὴ τὴν περίοδο. Ἐπειδή, ὅμως, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ τροφὴ τοῦ χριστιανοῦ, ἡ μητέρα Ἐκκλησία φρόντισε νὰ τοῦ τὴν παρέχει μὲ μία “εἰδικὴ” Θ.Λειτουργία, τὴ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, στὴν ὁποία δὲν γίνεται καθαγιασμὸς ἄρτου καὶ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Κυρίου, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴ Θ.Κοινωνία Σῶμα καὶ Αἷμα καθαγιασμένο κατὰ τὴν Θ.Λειτουργία τῆς προηγούμενης Κυριακῆς.

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ: Εἶναι μία ἀκολουθία ποὺ τελεῖται κάθε Παρασκευὴ ἀπόγευμα καὶ εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Θεοτόκο. Συνήθως τελεῖται μαζὶ μὲ μικρὸ ἀπόδειπνο ἢ ἑσπερινό. Στοὺς χαιρετισμοὺς ψάλλεται ὁ ἐξαίσιος Κανόνας τοῦ Ἰωσὴφ “Ἀνοίξω τὸ στόμα μου…”, ἐνῶ ἀπαγγέλλονται οἱ 24 (6 κάθε φορᾶ ἐπὶ 4 ἑβδομάδες) κατ’ ἀλφάβητο οἶκοι τῆς Θεοτόκου (“Ἄγγελος προτοστάτης…, Βλέπουσα ἡ ἁγία…, Γνῶσιν ἄγνωστον… κτλ), ἔργο τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ μελωδοῦ.

ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ: Τὴν Τετάρτη μετὰ τὴν Δ’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν τελεῖται ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Κανόνα. Ο Μ.Κανόνας εἶναι ἕνα ἀριστούργημα θεολογίας καὶ ποίησης ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 300 περίπου τροπάρια.

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ: Τὴν πέμπτη Παρασκευὴ τῶν Νηστειῶν τελεῖται ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου (στὶς τέσσερις προηγούμενες ἔχει τελεστεῖ ἡ ἀκολουθία τῶν “Χαιρετισμῶν”). Στὴν ἀκολουθία αὐτὴ ἀπαγγέλονται καὶ οἱ 24 οἶκοι τῆς Θεοτόκου (βλ. “Χαιρετισμοί”), ἐνῶ ἡ συχνὴ ἐπανάληψη τοῦ “Τὴ ὑπερμάχω” μᾶς ὑπενθυμίζει τὴ διὰ τῆς Θεοτόκου θαυματουργικὴ διάσωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους τὸ 626 μ.Χ. Τότε οἱ κάτοικοι τῆς Κωνσταντινούπολης εἶχαν συνθέσει καὶ ψάλει ὄρθιοι τὸν ὑπέροχο αὐτὸ ὕμνο, γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὴν προστάτιδα τοῦ Ἔθνους μας, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή του Ασώτου: Δεν αρκεί η νοσταλγία του Παραδείσου, χρειάζεται η έμπρακτη μετάνοια

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Φεβρουαρίου, 2015

Ἄσωτος σημαίνει μὴ σωζόμενος. Ἀλλὰ ὁ ἄσωτος τῆς παραβολῆς σώθηκε. Καὶ σώθηκε, ὅταν ἐγκατέλειψε τὶς ἀσωτίες, ὅταν ἐπέστρεψε στὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος τὸν ἀγαποῦσε, ἀκόμη κι ὅταν ἐκεῖνος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ κοντά του. Καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ πατέρα ἦταν σίγουρα μεγαλύτερο, ὅταν ὁ γιός του βρισκόταν σὲ ξένη γῆ. Ἔτσι εἶναι συχνὰ οἱ γονεῖς· χαίρονται, ὅσο τὰ παιδιά τους εἶναι κοντά, καὶ πονοῦν, ἀγωνιοῦν γι’ αὐτά, ὅταν ἐκεῖνα τοὺς ἐγκαταλείπουν. Πικραίνονται, μὰ περιμένουν…

Δὲν τὸν μάλωσε, ποὺ ζήτησε τὴ μισὴ κληρονομιά· δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ ἀνοίξῃ τὰ φτερά του καὶ νὰ πετάξῃ· γνώριζε καλύτερα ἀπὸ τὸν καθένα τὸν παρορμητισμὸ καὶ ἴσως τὴν ἐπιπολαιότητα τοῦ γιοῦ του παιδιόθεν καὶ πιθανῶς νὰ ὑποψιαζόταν τὸν οἰκονομικό του καὶ κοινωνικὸ κατήφορο, ὅμως δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ φύγῃ, κι ἂς καταλάβαινε ὅτι ὅλα τὰ χρήματα ποὺ ἔδινε στὸν γιό του ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἦταν χαμένα. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν περίμενε στὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ· κι ὅταν τὸν εἶδε, ἔτρεξε νὰ τὸν καταφιλήσῃ. Δὲν ὑπολόγισε οὔτε τὰ παλιά, οὔτε τὰ καινούρια ἔξοδα. Ἦταν ὁ ἕνας γιός του, πολύτιμη περιουσία του ποὺ χάθηκε καὶ ξανακερδίθηκε.
Περιουσία τοῦ Θεοῦ εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι, ἀδελφοί μου. Καὶ αὐτὴν τὴν περιουσία ἔρχεται ὁ διάβολος νὰ κλέψῃ καὶ νὰ ἀτιμάσῃ. Περιουσία ἀνεκτίμητη, μὲ τὴν ὁποία τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθῇ, γιατὶ εἶναι αἰώνια καὶ ποτὲ δὲν χάνει τὴν ἀξία της, ἀκόμη κι ἂν βρεθῇ ἀνάμεσα σὲ ἀκαθαρσίες. Αὐτὴν τὴν περιουσία τὴν πανάκριβη ὁ Θεὸς τὴν ἀντάλλαξε μὲ τὸν μονάκριβο θησαυρό Του, τὸν Συνάναρχο καὶ μονογενῆ Υἳό Του, ἔτσι ὥστε νὰ τὴν ἀποθησαυρίσῃ στὰ μέχρι τότε ἄδεια ταμεῖα τοῦ οὐρανοῦ.
Ὁ εὔσπλαχνος πατέρας προσκαλεῖ σὲ πανηγύρι τοὺς φίλους καὶ συγγενεῖς. Παραθέτει πλούσιο τραπέζι μὲ ὀρχήστρα καὶ χορό. Τέτοιο πανηγύρι γίνεται καὶ στὸν οὐρανό, ὅταν ἕνας ἁμαρτωλὸς ἐπιστρέφῃ στὸν Θεό Πατέρα. Καὶ τὰ πανάκριβα ῥοῦχα, τὸ πολύτιμο δαχτυλίδι, τὰ καινούρια ὑποδήματα, ἔρχονται νὰ ἐπιβεβαιώσουν ὅτι ἡ πατρικὴ ἀγάπη εἶναι συνεχὴς καὶ ἀληθινή, ὅπως τέτοια εἶναι καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν καθένα μας. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἕνας παράγοντας ποὺ καθορίζει, ἂν αὐτὴ ἡ ἀγάπη θὰ μείνῃ ἀνεκμετάλλευτη ἢ ἂν θὰ ἀξιοποιηθῇ πρὸς ὄφελος τοῦ ἀγαπημένου· κι αὐτὸς ὁ παράγοντας εἶναι ἡ ἔμπρακτη ἀπόφαση. Ναί! ἔμπρακτη ἀπόφαση νὰ ἐπιστρέψουμε μὲ μετάνοια πρὸς τὸν Θεὸ χρειαζόμαστε, ἀδελφοί μου, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε αὐτὴν τὴν ἀγάπη· ἔμπρακτη ἀπόφαση ποὺ ξεκινᾶ, μόλις ἔλθῃ ὁ ἄσωτος ἑαυτός μας «εἰς ἑαυτόν» μέσα στὴ λάσπη τῶν χοίρων παθῶν καὶ τὰ ξυλοκέρατα τῆς ἡδονῆς, καὶ φτάνει ἕως τὸν μόσχο τὸν σιτευτό.
Δὲν ἀρκεῖ νὰ νοσταλγοῦμε τὸν παράδεισο· ἡ ζωή μας, ἡ σωτηρία μας, χρειάζεται κίνηση, ὤθηση, ἀνακατεύθυνση. Ὁ ἄσωτος νοσταλγοῦσε τὴν ἀσφάλεια καὶ θαλπωρὴ τοῦ πατρικοῦ του σπιτιοῦ, ἀλλὰ ὅσο ἔβοσκε χοίρους, ἡ νοσταλγία δὲν τὸν χόρταζε. Βουτῆξτε, ἀδελφοί μου, τὸ παξιμάδι τῆς νοσταλγίας τοῦ παραδείσου στὸ λασπωμένο τσάϊ τῆς ἁμαρτίας καὶ θὰ δῆτε ὅτι αὐτὸ ποὺ θὰ μείνῃ στὸ στόμα θὰ εἶναι ἡ ἀπαίσια γεύση τῆς λάσπης. Ὅσο μένουμε στὴ βρωμιὰ τῆς ἁμαρτίας, δὲν μᾶς καθαρίζει ἡ λαχτάρα τοῦ παραδείσου. Θέλει ἕνα ἀποφασιστικὸ «κλίκ», ἕνα γενναῖο δευτερόλεπτο, μιὰ μεγαλειώδη στιγμὴ τοῦ χρόνου, γιὰ νὰ γίνῃ ἡ καλὴ ἀρχή. Ἀπὸ‘κεῖ καὶ πέρα τὸ τέρμα εἶναι κοντά. Ὁ Θεὸς συντέμνει τὴν διαδρομή, ἁπλώνει τὰ χέρια Του, τρέχει καὶ ἀγκαλιάζει τὰ χαμένα παιδιά Του.
Ὁ ἄσωτος μᾶλλον δὲν ἤξερε καλὰ τὸν πατέρα του· δὲν περίμενε ὅτι θὰ τὸν δεχόταν ὡς υἱό, οὔτε ἦταν σίγουρος ὅτι θὰ τὸν δεχόταν ὡς μίσθιο, ὡς ἔμμισθο ἐργάτη, γιατὶ δὲν εἶπε: «ὁ πατέρας μου σίγουρα θὰ μὲ δεχθῇ ὡς ἕνα τῶν μισθίων του», ἀλλὰ «θὰ τοῦ ζητήσῳ νὰ μὲ κάνῃ ἔμμισθο ἐργάτη του». Ἴσως νὰ εἶχε κατὰ νοῦ νὰ ἐπιστρέψῃ μέσα ἀπὸ τὴν ἔμμισθη ἐργασία ὅσα εἶχε πρὶν ἀπαιτήσῃ, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν εἶναι βέβαια ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο θέλει νὰ γυρίσῃ σπίτι· εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἡ προσωπικὴ ἀνάγκη τῆς ἐπιβίωσης, τὸ θλιβερὸ γεγονὸς ὅτι «λιμῷ ἀπόλλυται». Οἱ χριστιανοὶ δὲν γνωρίζουμε καλὰ τὸν Θεό. Ἔχουμε ἐπιφυλάξεις καὶ ἐνδοιασμοὺς γιὰ τὴν ἀγάπη Του, νομίζουμε πώς, ἂν ἐπιστρέψουμε κοντά Του, θὰ μᾶς ἐπιπλήξῃ, θὰ μᾶς ζητήσῃ νὰ δουλέψουμε ὡς ἐργάτες Του, θὰ ἀπαιτήσῃ νὰ πληρώσουμε στὸ ἀκέραιο τὰ χρέη μας. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν ζητᾶ τίποτε ἄλλο, παρὰ μονάχα καὶ μόνο νὰ βρεθοῦμε κοντά Του, ὄχι γιὰ δικό Του ὄφελος, ὡς ἐκτὸς πάσης ἀνάγκης, ἀλλὰ γιὰ ὄφελος δικό μας.
Ἐμπρὸς λοιπόν, ἂς σηκωθοῦμε ἀπὸ τὴν λάσπη τῆς ἁμαρτίας, ἂς ἀφήσουμε τὰ ξυλοκέρατα τῶν χοίρων ἡδονῶν, τῶν χειρόνων παθῶν, κι ἂς λάβουμε τὴν ἔμπρακτη ἀπόφαση, τὴν ἀπόφαση γιὰ ἔμπρακτη μετάνοια καὶ ἐπιστροφή μας πρὸς Ἐκεῖνον, ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ, μᾶς συγχωρεῖ, μᾶς ξαναδέχεται ὡς υἱούς Του.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η περίοδος και οι Κυριακές των Απόκρεω

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Φεβρουαρίου, 2015

Ἰωάννου Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
Καθηγητοῦ Παν/μίου Θεσσαλονίκης

«Ὁ δημιουργός τῶν ἄνω καί τῶν κάτω,
τρισάγιον μέν ὕμνον ἐκ τῶν ἀγγέλων,
τριῴδιον δέ παρ᾽ ἀνθρώπων δέχου».

Μέ τούς στίχους αὐτούς προοιμιάζονται τά συναξάρια τῆς περιόδου τοῦ Τριῳδίου. Ὁ οὐράνιος καί ὁ ἐπίγειος κόσμος, οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι, συνάπτονται σέ κοινή συμφωνία. Οἱ ἄγγελοι ψάλλουν στόν δημιουργό των, τόν «δημιουργό τῶν ἄνω», τόν τρισάγιο ὕμνο. Μαζί μέ αὐτούς ἑνώνονται καί οἱ φωνές τῶν ἀνθρώπων, πού ἔρχονται καί αὐτοί νά ψάλουν στόν δημιουργό των, τόν «δημιουργό τῶν κάτω», τριῳδίους ὕμνους.

Ἀπό αὐτούς τούς τριωδίους ὕμνους, τά «τριῴδια», ἔλαβε τό ὄνομά της ἡ μεγάλη περίοδος τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, πού κινεῖται μαζί μέ τό Πάσχα καί τό περιβάλλει σάν προεόρτιος καί μεθέορτος περίοδος. Γιατί ὅλο αὐτό τό τμῆμα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους παλαιότερον ἐχαρακτηρίζετο μ᾽ αὐτό τό ὄνομα: «Τριῴδιον».

Ἀνάλογα δέ μέ τόν ἰδιαίτερο χαρακτῆρα του τό διέκριναν σέ «Τριῴδιον κατανυκτικόν», ἀπ᾽ ἀρχῆς μέχρι τοῦ Πάσχα, καί «Τριῴδιον χαρμόσυνον», ἀπό τοῦ Πάσχα μέχρι τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πάντων, πού κατακλείει τόν κύκλο τῶν κινητῶν ἑορτῶν.

Τριῴδιο δέ λέγεται ἀπό τήν ἀρχαιοπρεπῆ συνήθεια, πού διετηρεῖτο κατά τήν περίοδο αὐτή, νά μή ψάλλωνται καθημερινῶς κατά τήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου καί οἱ ἐννέα ᾠδές τοῦ Ψαλτηρίου, καί ἑπομένως καί ὁλόκληροι ἐννεαῴδιοι Κανόνες, ἀλλά μόνο τρεῖς ᾠδές, ἡ η’ καί ἡ θ’ καί μία ἀπό τίς προηγούμενες κατά τήν σειρά τῶν ἡμερῶν.

Αὐτός ὁ ἀρχαῖος τρόπος τῆς ψαλμῳδίας διετηρήθη ἐν μέρει μόνον μέχρι σήμερα, καί μάλιστα μόνον γιά τίς καθημερινές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Γιά τίς ἄλλες ἡμέρες ἐπεκράτησε τό νεώτερο ἔθος, νά στιχολογοῦνται καί οἱ ἐννέα ᾠδές ἀκριβέστερα οἱ ὀκτώ, γιατί ἡ δευτέρα παραλείπεται) καί νά ψάλλωνται ἐννεαῴδιοι (ἀκριβέστερα ὀκταῴδιοι) Κανόνες.

Ἔτσι τό ὄνομα «Τριῴδιον» τελικά διετηρήθη μόνο γιά τό ἀρχαῖο «κατανυκτικόν Τριῴδιον», γιά τήν πρό τοῦ Πάσχα δηλαδή περίοδο. Καί πάλι καί ἐδῶ ὄχι κυριολεκτικῶς.

Ὅπως δέ χαρακτηριστικά γράφει ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος στόν πρόλογο τῶν συναξαρίων τοῦ Τριῳδίου: «Καταχρηστικῶς Τριῴδιον ὀνομάζεται· οὐ γάρ ἀεί τριῴδια ἔχει. Καί γάρ ὁλοτελεῖς κανόνας προβάλλεται, ἀλλ᾽ οἷμαι ἀπό τοῦ πλεονάζοντος τήν ἐπωνυμίαν λαβεῖν». Αὐτά γιά τήν ὀνομασία τοῦ Τριῳδίου.

Ἡ σημερινή περίοδος τοῦ Τριῳδίου, οἱ ἀκολουθίες τῆς ὁποίας περιλαμβάνονται στό ὁμώνυμο λειτουργικό βιβλίο, περιλαμβάνει τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, πού εἶναι καί ὁ ἀρχικός της πυρίνας, τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή καί τήν προπαρασκευαστική της περίοδο, πού κοινῶς λέγεται περίοδος τῶν Ἀπόκρεω. Αὐτή ἡ τελευταία θά ἀποτελέσῃ τό ἀντικείμενο, μέ τό ὁποῖο θά ἀσχοληθοῦμε (…).

Τρεῖς Κυριακές ἀποτελοῦν τά προπύλαια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς: Ἡ Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, ἡ Κυριακή τοῦ Ἀσώτου καί ἡ Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω.

Ἡ τελευταία ἑβδομάς, πού εἰσάγεται μέ τήν Κυριακή τῆς Ἀποκρέω, εἶναι τό προοίμιο τῆς νηστείας τῆς Τεσσαρακοστῆς, γιατί κατ᾽ αὐτήν ἀπαγορεύεται, σύμφωνα μέ τίς ἐκκλησιαστικές διατάξεις, ἡ βρῶσις τοῦ κρέατος. Εἶναι ἡ Τυρινή ἑβδομάς ἤ ἑβδομάς τῆς Τυροφάγου. Κατά τήν ἑβδομάδα αὐτήν ἀρχίζει ἡ ψαλμῳδία τῶν τριῳδίων κανόνων.

Ἡ τελευταία αὐτή Κυριακή, ἡ Κυριακή τῆς Ἀποκρέω, εἶναι καί παλαιοτέρα ἀπό τίς προηγουμένες. Τίς δύο ἄλλες τίς προσέθεσαν ἀργότερα, τήν Κυριακή τοῦ Ἀσώτου κατά τόν Ϛ’ αἰῶνα καί τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου ἕνα περίπου αἰῶνα ὑστερώτερα. Ὁ σκοπός τῆς προσθήκης εἶναι φανερός. Νά δημιουργηθῇ δηλαδή μία περίοδος προπαρασκευῆς καί προετοιμασίας γιά τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἕνα εἶδος προπυλαίου στό ὅλο οἰκοδόμημα τῶν κινητῶν ἑορτῶν.

Ἤ, ὅπως γράφει ὁ Ξανθόπουλος, «ὥσπερ τις προγυμνασία καί παρακίνησις τοῖς ἁγίοις Πατράσιν ἐπενοήθησαν, ὥστε παρασκευασθῆναι καί ἑτοίμους ἡμᾶς γενέσθαι πρός τούς πνευματικούς ἀγῶνας τῶν νηστειῶν, τήν ἐξ ἔθους μυσαράν ἕξιν ἀπολιπόντας».

Ἔγιναν δέ τρεῖς οἱ προπαρασκευαστικές αὐτές ἑβδομάδες γιά νά ἀπαρτισθῇ ὁ ἱερός ἀριθμός τῆς ἁγίας Τριάδος, τό τρία, βάσει τοῦ ὁποίου οἰκοδομεῖται ὁλόκληρο τό σύστημα τῆς λατρείας μας. Καί τῶν τριῶν Κυριακῶν ἡ ἀκολουθία πλέκεται γύρω ἀπό τήν εὐαγγελική περικοπή, πού διαβάζεται κατά τήν Θεία Λειτουργία.

Κατά τήν πρώτη Κυριακή ἀναγινώσκεται ἡ παραβολή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου (Λουκ. 18, 10-14), τήν δευτέρα ἡ παραβολή τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ (Λουκ. 15, 11-33) καί τήν τρίτη τό εὐαγγέλιο τῆς Μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 21, 31-46).

Ἄς ἰδοῦμε μία-μία χωριστά τίς Κυριακές αὐτές.

Μέ τήν πρώτη Κυριακή, τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, ἀνοίγει ἡ ἱερά πύλη τοῦ Τριῳδίου. Δέν μποροῦσε νά εὑρεθῇ καταλληλότερο θέμα, πού νά συνδυάζῃ κατά ἕνα τόσο πλήρη τρόπο τούς ἐπί μέρους σκοπούς τῆς περιόδου αὐτῆς. Τό Τριῴδιο σημειώνει μία ἱερά περίοδο τοῦ ἔτους ἀφιερῳμένη στόν Θεό στήν σύντονο λατρεία καί προσευχή, στήν νηστεία καί στά ἀγαθά ἔργα.

Ἡ προσευχή ὅμως, ἡ νηστεία καί ἡ δικαιοσύνη τοῦ ἐπιφανειακά δικαίου, κενοδόξου ὅμως καί ὑπερηφάνου Φαρισαίου, ἀποδοκιμάζονται ἀπό τόν Θεό. Ἀντιθέτως δικαιώνεται ὁ ἁμαρτωλός καί ἄδικος, ἀλλά μετανοημένος καί συντετριμμένος Τελώνης, πού κτυπᾷ τό στῆθός του καί ταπεινά ἐπικαλεῖται τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ: «Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».

Αὐτόν λοιπόν τόν τύπο τῆς ὀρθῆς προσευχῆς θέτει στό στόμα τοῦ πιστοῦ ἡ Ἐκκλησία στήν ἔναρξι τῆς περιόδου τῆς προσευχῆς. Καλεῖ τούς πιστούς νά μή προσευχηθοῦν μέ ὑπερηφάνεια, «φαρισαϊκῶς», ἀλλά μέ ταπείνωσι, «τελωνικῶς», γιατί, κατά τό λόγιο τοῦ Κυρίου, «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται». Τά θέματα αὐτά ἐπαναλαμβάνονται σ᾽ ὅλους τούς ἤχους καί σέ ποικίλες ποιητικές ἐπεξεργασίες ἀπό τήν ὑμνογραφία τῆς ἡμέρας.

Παραθέτουμε τό πρῶτο τροπάριο τῶν στιχηρῶν τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ α’ ἤχου, πού εἶναι καί τό πρῶτο τροπάριο τοῦ Τριῳδίου:

«Μή προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί,
ὁ γάρ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται·
ταπεινωθῶμεν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τελωνικῶς,
διά νηστείας κράζοντες·
Ἱλάσθητι ἡμῖν, ὁ Θεός, τοῖς ἁμαρτωλοῖς».

Τό θέμα τῆς δευτέρας Κυριακῆς εἶναι συναφές πρός τό θέμα τῆς πρώτης. Ἐδῶ τό δίδει ἡ παραβολή τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ. Προβάλλεται τήν Κυριακή αὐτή τό ἐνθαρρυντικό παράδειγμα τοῦ ἁμαρτωλοῦ νέου, πού, ἐνῷ σπαταλᾷ τήν πατρική περιουσία «ζῶν ἀσώτως», δέν ἀπελπίζεται, δέν συντρίβεται ἀπό τό βάρος τῶν συμφορῶν, δέν περιέρχεται σέ ἀπόγνωσι. Ἀλλά ἐπιστρέφει πρός τόν εὔσπλαγχνο πατέρα ταπεινωμένος, μετανοημένος, ζητῶντας τό ἔλεος καί τήν συγγνώμη Του. Καί τοῦ ἀπευθύνει θερμή ἱκεσία: «Πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου…».

Τό παράδειγμα τῆς μετανοίας καί τῆς ὀρθῆς ἐν συντριβῇ καρδίας προσευχῆς, ἐνσαρκωμένο στόν ἄσωτο τῆς παραβολῆς, προβάλλει καί πάλι ἡ Ἐκκλησία πρός μίμησιν καί καλεῖ τά ἄσωτα παιδιά τοῦ Πατέρα, ὅλους μας, νά γυρίσωμε στήν ἀγκαλιά τοῦ Πατέρα ζητῶντας συγγνώμην γιά νά λάβωμε ἄφεσι, ὅπως ἐκεῖνος.

«Ἄσωτος εἴ τις, ὡς ἐγώ, θαρρῶν ἴθι,
θείου γάρ οἴκτου πᾶσιν ἤνοικται θύρα».
«Ὅποιος εἶναι ἄσωτος, ὅπως ἐγώ,
ἄς ἔλθῃ μέ θάρρος, γιατί
ἡ θύρα τῆς θείας εὐσπλαγχνίας
ἔχει ἀνοίξει γιά ὅλους.»

Τήν θερμή ἐξομολόγησι τοῦ ἀσώτου υἱοῦ θέτει στό στόμα τοῦ πιστοῦ ὁ ποιητής τοῦ Δοξαστικοῦ τῶν Αἴνων: «Ἀγαθέ Πατέρα, ἀπομακρύνθηκα ἀπό κοντά Σου·μή μέ ἐγκαταλείψῃς καί μή μέ δείξῃς ἄχρηστο γιά τήν βασιλεία Σου. Ὁ παμπόνηρος ἐχθρός μέ ξεγύμνωσε, μοῦ ἀφῄρεσε τόν πλοῦτο. Τά χαρίσματα τῆς ψυχῆς μου τά διεσκόρπισα ἀσώτως. Γι᾽ αὐτό σηκώνομαι καί ἐπιστρέφω σ᾽ Ἔσένα καί Σοῦ φωνάζω· Σύ πού εἶσαι τόσο σπλαγχνικός, ὥστε γιά μένα ἅπλωσες τά χέρια Σου στόν Σταυρό γιά νά μέ λυτρώσῃς ἀπό τό φοβερό θηρίο, τόν διάβολο, καί γιά νά μέ στολίσῃς μέ τήν παλαιά μου λαμπρή στολή, δέξου με ἄν ὄχι σάν παιδί σου, τοὐλάχιστον σάν ὑπηρέτη Σου».

Τό τροπάριο εἶναι ἰδιόμελο τοῦ πλ. β’ ἤχου:

«Πάτερ ἀγαθέ,
ἐμακρύνθην ἀπό σοῦ, μή ἐγκαταλείπῃς με
μηδέ ἀχρεῖον δείξῃς τῆς βασιλείας σου.
Ὁ ἐχθρός ὁ παμπόνηρος ἐγύμνωσέ με
καί ἦρε μου τόν πλοῦτον.
Τῆς ψυχῆς τά χαρίσματα ἀσώτως διεσκόρπισα.
Ἀναστάς οὖν ἐπιστρέψας πρός σέ ἐκβοῶ·
Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου,
ὁ δι᾽ ἐμέ ἐν σταυρῷ τάς ἀχράντους σου χεῖρας ἁπλώσας,
ἵνα τοῦ δεινοῦ θηρός ἀφαρπάσῃς με
καί τήν πρώτην καταστολήν ἐπενδύσῃς με,
ὡς μόνος πολυέλεος».

Ἡ προτροπή πρός μετάνοιαν γίνεται πιό ἔντονος στήν τρίτη καί τελευταία προπαρασκευαστική Κυριακή, τήν Κυριακή τῆς Ἀποκρέω. Ὡς μέσο προτροπῆς πρός μετάνοιαν γιά τήν ἀφύπνησι καί τῶν πιό ραθύμων ψυχῶν χρησιμοποιεῖται τώρα τό αἴσθημα τοῦ φόβου. Φόβου πρό τῆς δικαίας κρίσεως τοῦ Θεοῦ κατά τήν «φοβεράν καί ἀδέκαστον παρουσίαν» τοῦ Χριστοῦ. Τήν τρομερά σκηνή περιγράφει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα καί ἡ ὅλη ὑμνογραφία τῆς ἡμέρας.

Ὅπως δέ ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Νικηφόρος Ξανθόπουλος στό Συναξάριο: «Ταύτην οἱ θειότατοι Πατέρες μετά τάς δύο παραβολάς ἔθεντο, ὡς ἄν μή τις τήν ἐν ἐκείναις τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν μανθάνων, ἀμελῶς διάγῃ λέγων· Φιλάνθρωπός ἐστιν ὁ Θεός, καί ὅταν τῆς ἁμαρτίας ἀναχωρήσω, ἑτοίμως ἔχω τό πᾶν ἀνύσαι. Ταύτην τήν φοβεράν ἡμέραν ἐνταῦθα κατέταξαν, ἵνα διά τοῦ θανάτου καί τῆς προσδοκίας τῶν ἐσομένων δεινῶν, φοβήσαντες τούς ἀμελῶς διακειμένους, πρός ἀρετήν ἐπαναγάγωσι, μή θαρροῦντας εἰς τό φιλάνθρωπον μόνον, ἀλλ᾽ ἀφορᾶν, ὅτι καί δίκαιός ἐστι κριτής καί ἀποδίδωσιν ἑκάστῳ κατά τά ἔργα αὐτοῦ».

Ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά τροπάρια τῆς ἡμέρας εἶναι τά στιχηρά προσόμοια τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β’ ἤχου κατά τό «Ὅλην ἀποθέμενοι»:

«Ὅταν μέλλῃς ἔρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι,
Κριτά δικαιότατε, ἐπί θρόνου δόξης σου καθεζόμενος,
ποταμός πύρινος πρό τοῦ σοῦ βήματος καταπλήττων ἕλκει
ἅπαντας,
παρισταμένων Σοι τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων, ἀνθρώπων
κρινομένων τε
φόβῳ καθ᾽ ἅ ἕκαστος ἔπραξε·τότε ἡμῶν φεῖσαικαί μοίρας
καταξίωσον, Χριστέ,
τῶν σωζομένων, ὡς εὔσπλαγχνος, πίστει δυσωποῦμέν σε».

«Βίβλοι ἀνοιγήσονται, φανερωθήσονται πράξεις
ἀνθρώπων ἐπίπροσθεν τοῦ ἀστέκτου βήματος·
διηχήσει δέ ἡ κοιλάς ἅπασα φοβερῷ βρύγματι
τοῦ κλαυθμῶνος πάντας βλέπουσα τούς ἁμαρτήσαντας
ταῖς αἰωνιζούσαις κολάσεσιτῇ κρίσει τῇ δικαίᾳ σου
παραπεμπομένους καί ἄπρακτα κλαίοντας, οἰκτίρμον·διό σε
δυσωποῦμεν, ἀγαθέ· Φεῖσαι ἡμῶν τῶν ὑμνούντων σε, μόνε
πολυέλεε».

«Ἠχήσουσι σάλπιγγες καί κενωθήσονται τάφοι
καί ἐξαναστήσεται τῶν ἀνθρώπων τρέμουσα φύσις ἅπασα·
οἱ καλά πράξαντες ἐν χαρᾷ χαίρουσι, προσδοκῶντες μισθόν
λήψεσθαι·
οἱ ἁμαρτήσαντεςτρέμουσι δεινῶς ὀλολύζοντες, εἰς κόλασιν
πεμπόμενοι
καί τῶν ἐκλεκτῶν χωριζόμενοι.
Κύριε τῆς δόξης, οἰκτείρησον ἡμᾶς ὡς ἀγαθός
καί τῆς μερίδος ἀξίωσον τῶν ἠγαπηκότων σε».

«Κλαίω καί ὀδύρομαι ὅταν εἰς αἴσθησιν ἔλθω
τό πῦρ τό αἰώνιον, σκότος τό ἐξώτερον
καί τόν τάρταρον, τόν δεινόν σκώληκα,
τόν βρυγμόν αὖθίς τε τῶν ὀδόντων καί τήν ἄπαυστον
ὀδύνην μέλλουσαν ἔσεσθαι τοῖς ἄμετρα πταίσασι
καί σέ τόν ὑπεράγαθον γνώμῃ πονηρᾷ παροργίσασιν·
ὧν εἷς τε καί πρῶτος ὑπάρχω ὁ ταλαίπωρος ἐγώ,
ἀλλά, κριτά, τῷ ἐλέει σου σῶσόν με, ὡς εὔσπλαγχνος».

Ὅπως οἱ βυζαντινοί ζωγράφοι στόν Νάρθηκα τῶν Ναῶν γύρω ἀπό τήν βασιλική πύλη ζωγράφιζαν τήν σκηνή τῆς δευτέρας παρουσίας, ἔτσι καί οἱ ὑμνογράφοι στό πρόπυλο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μ᾽ ὅλα τά ζωηρά χρώματα τοῦ ποιητικοῦ των χρωστῆρος ζωγραφίζουν τήν φοβερά κρίσι. Ἡ πύλη σέ λίγο θά ἀνοίξῃ. Ποιός πιστός δέν θά θελήσῃ νά εἰσέλθῃ «εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου του;»

Ἀπό τό βιβλίο «ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ» Ἰωάννου Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
Καθηγητοῦ Παν/μίου Θεσσαλονίκης
Ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Παιδαγωγική του Αγίου Νεκταρίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Φεβρουαρίου, 2015

Οἱ δράστες πού ἔφθασαν στό γραφεῖο τοῦ Διευθυντῆ τῆς Ριζαρείου Σχολῆς, ᾽Επισκόπου Πενταπόλεως Νεκταρίου, ἀπό τούς παιδονόμους  μέ τήν καταγγελία τῆς ῾βαρείας παραβάσεως τοῦ κανονισμοῦ᾽ ἦταν τέσσερις. Τούς ἔλεγαν Σωφρόνη, Παπαχρήστου, Λελεδάκη καί Περιτζόγλου.

Φαίνονταν ἀγριεμένοι, ροδοκόκκινοι, ἕτοιμοι νά ὑποστοῦν τίς συνέπειες τίς ἀνταρσίας.
᾽Εκείνη τήν στιγμή ἔγραφε ῾παραινετικήν ἐπιστολήν πρός φίλον ἀδελφόν ἱερομόναχον᾽. Ξαφνιάστηκε μέ τόν θόρυβο. ῾Ο κονδυλοφόρος ξέφυγε ἀπό τά δάχτυλα, ἡ πένα πέταξε μιά σταγόνα μελάνι στό χαρτί.
– Πρός τί ὁ θόρυβος, τί συνέβη;
– Κύριε σχολάρχα, Σεβασμιώτατε… μέ συγχωρεῖτε, ἀπό δῶ ὁ Παπαχρήστου μέ εἶπε εἰς ἐπήκοον ολων σφετεριστή, δηλαδή κλέφτη.
– Εἶναι δυνατόν, ἀληθεύει; Σιγορώτησε ἤρεμος.
– Ψέμματα λέει… μοῦ ὕβρισε τήν πατρίδα. Εἶπε ὅτι ἐμεῖς οἱ Μετσοβίτες εἴμαστε Τουρκόγυφτοι καί τρῶμε νύχτα-μέρα γιαούρτι.
– Σοβαρῶς;
– Νά σᾶς πῶ, πετάχτηκε ὁ τρίτος. Νά σᾶς πῶ τήν ἀλήθεια. Δέν τοῦ ἔδωσε νά διαβάσει κάποια φυλλάδα, κάποιο περιοδικό…
– Ποῖον περιοδικόν;
– ῎Οχι περιοδικό…βιβλίο.
– Ποῖον βιβλίον;
– Τό ἡμερολόγιο τοῦ Σκόκου.
– Πῶς βρέθηκε εἰς τήν Σχολήν τό ῾Ημερολόγιο τοῦ Σκόκου;
– Δέν εἶναι ὁλόκληρο…εἶναι φύλλα-φύλλα. Τό πέρασε κρυφά ὁ Περιτζόγλου.
– Κι ἐσύ διατί κατηγορεῖσαι;
– Αὐτός, κύριε διευθυντά, πετάχτηκε κι ἔλαβε τόν λόγο ὁ παιδονόμος, αυτός εἶναι ὁ καθαυτό ὑποκινητής τῆς φασαρίας. Τούς ἐρέθιζε μέ τρόπο καί τούς ἔσπρωξε νά χτυπηθοῦν, γιά νά γελάει.
᾽Ακολούθησε σιγή.
Γύρισε, τούς κοίταξε στά μάτια ἕναν-ἕναν. Τούς κοίταξε μέ τά μεγάλα γαλανά μάτια του, χλωμός, βουβός, πικραμένος.
– Αὐτά ὅλα τά ὁποῖα ἐκάματε, ἄρχισε σιγά-σιγά νά λέει, μέ λυποῦν βαθύτατα. Μέ ἀναγκάζουν νά τιμωρήσω τόν ἑαυτό μου.
– Τόν ἑαυτό σας, κύριε σχολάρχα; ἔκανε καταγεμᾶτος ἀπορία ὁ παιδονόμος.
– Μάλιστα. Νά τιμωρήσω τόν ἑαυτόν μου εἰς ἀπεργίαν πείνης. Κύριε παιδονόμε, ἀπό ταύτην τήν μεσημβρίαν θά εἰδοποιήσετε τόν μάγειρον ἐπί τρεῖς ἡμέρας νά μήν μοῦ ἀποστέλλει φαγητόν. ᾽Εξηγήθημεν; Τήν ὥρα τοῦ φαγητοῦ θά προσεύχομαι διά τήν ἀνωμαλίαν.
– Μάλιστα.
– Μέ λυποῦν, παιδιά μου, μέ λυποῦν… σεῖς, αὐριανοί ἱερεῖς τοῦ ᾽Υψίστου! Πηγαίνετε, παρακαλῶ, καί εἴθε ὁ Κύριος νά ἀποστείλει ἔλεος καί φωτισμόν… εἴθε νά σᾶς συγχωρήσει.
᾽Απόμειναν ἄναυδοι. ᾽Απόμειναν νά τόν κοιτάζουν. Τά μάτια του μέσα στήν σοβαρότητα καί τήν συντριβή τους τόξευαν κάτι τό ἀνομολόγητο, κάτι τό μεγαλειῶδες.
– Πηγαίνετε… ξανάκουσαν τήν φωνή του. Καί παρακαλῶ μέχρι τῆς μεσημβρίας νά ἔχετε πλήρως συμφιλιωθεῖ. Διότι ἄλλως θά συνεχίσω τήν τιμωρίαν.
Τά πόδια κινήθηκαν, τά παπούτσια σύρθηκαν στό πάτωμα. Βγῆκαν ἀπό τό γραφεῖο ἕνας-ἕνας σκυφτοί, κατακίτρινοι, συνεπαρμένοι ἀπό φόβο καί δέος.
Τό μεσημέρι καί οἱ τέσσερις δέν φάνηκαν στήν τράπεζα, δέν ἔβαλαν μπουκιά στό στόμα. Κλείστηκαν στίς κάμαρές τους κι ἔκλαψαν. ῎Εκλαψαν ὅσο ποτέ στήν ζωή τους᾽.
 (᾽Από τό βιβλίο τοῦ Σ. Χονδρόπουλου, ῾Ο ἅγιος τοῦ αἰώνα μας, σσ. 146-148).

1. ῾Η ῾κοσμική᾽ παιδαγωγική: ἀμνηστεία ἤ αὐστηρή τιμωρία.

῾Ο κοσμικός ἄνθρωπος, μπροστά στό παραπάνω γεγονός τῆς συμπλοκῆς τῶν μαθητῶν, θά ἀντιδροῦσε μ᾽ ἕνα διπλό ἀντιθετικό τρόπο: ἤ θά προσπαθοῦσε νά ἀμνηστεύσει τούς ἔνοχους μαθητές – νά ξεχάσουμε τό γεγονός – ἤ θά προέβαινε σέ αὐστηρή καί παραδειγματική τιμωρία, ῾γιά νά μάθουν᾽. Πράγματι. Καί οἱ δύο ἀπόψεις ὡς τάσεις παιδαγωγικές μποροῦν νά ἐπισημανθοῦν στήν σύγχρονη ἐποχή.
῾Υπάρχουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι δέν πρέπει νά τιμωροῦνται τά παιδιά, ἔστω κι ἄν ἔχουν προβεῖ σέ ἐνέργειες ἀξιόποινες, διότι κάτι τέτοιο δέν βοηθᾶ στήν ὁλοκλήρωση τῆς προσωπικότητάς τους. Πολύ συχνά μάλιστα ἀκούγεται ἡ φράση ὅτι ῾δέν πρέπει νά δημιουργοῦμε στά παιδιά ψυχικά τραύματα᾽. Κι ἕνα τέτοιο ψυχικό τραῦμα γι᾽ αὐτούς εἶναι καί ἡ ὁποιαδήποτε τιμωρία τους. ῾Η πρόταση τήν ὁποία κάνουν γιά τίς κακές ἐνέργειες τῶν παιδιῶν εἶναι νά τά ἀφήσουμε ἐλεύθερα, χωρίς νά ἐπεμβαίνουμε στήν ζωή τους. ῾Παιδιά εἶναι, θά βροῦνε μόνα τόν δρόμο τους᾽ ὑποστηρίζουν.
῾Η ἄποψη αὐτή πού ἦταν καί ἡ κυριαρχοῦσα μέχρι τήν ἐποχή μας κρίνεται ὡς ἀνεύθυνη καί οὐτοπική. ᾽Ανεύθυνη, γιατί ἀπαλλάσσει τούς μεγαλυτέρους ἀπό τήν εὐθύνη πού ἔχουν γιά τήν διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν καί τῶν νέων – βολεύει  ἐ μ ᾶ ς  ἡ παιδαγωγική αὐτή -, οὐτοπική, γιατί δέν λαμβάνει καθόλου ὑπόψη της ὅτι καί στά παιδιά ὑπάρχει ἡ ροπή πρός τό κακό καί τό πονηρό, ὁπότε εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπέμβαση τῶν μεγαλυτέρων διά τῆς ἀγωγῆς, ἰδιαιτέρως στήν περίπτωση παρεκτροπῆς τους ἀπό τόν σωστό δρόμο. Δυστυχῶς,  τά ἀρνητικά ἀποτελέσματα τῆς παιδαγωγικῆς αὐτῆς τά ζοῦμε μέ ἰδιαίτερη ὀξύτητα στήν ἐποχή μας: χουλιγκανισμός, κατάλυση κάθε αὐθεντίας, ἔλλειψη σεβασμοῦ. Τό μόνο ἄλλωστε πού εἰσπράττουν οἱ θιασῶτες τῆς τάσεως αὐτῆς εἶναι ἡ ἀνυποληψία τους καί ἀπό τούς ἴδιους τούς νέους.
Στόν ἀντίποδα, βρίσκονται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μπροστά καί στό παραμικρό παραστράτημα τῶν παιδιῶν καί τῶν νέων προτείνουν ῾δραστικές καί ἀποτελεσματικές᾽ λύσεις. Κι οἱ λύσεις αὐτές εἶναι ἡ αὐστηρή τιμωρία τους. Γιά τούς ὑποστηρικτές τῆς παιδαγωγικῆς αὐτῆς ἡ τιμωρία καί ὁ νόμος εἶναι τό μόνο πού μπορεῖ νά συνετίσει τά παιδιά καί νά τα κρατήσει στόν ἴσιο δρόμο.
Δυστυχῶς, καί ἡ παιδαγωγική αὐτή δέν εἶναι ὀρθή, γιατί παραθεωρεῖ τήν ψυχή τοῦ παιδιοῦ καί τοῦ νέου, τά ἀντιμετωπίζει ὡς ζῶα καί πάνω ἀπό ὅλα στερεῖται ἀγάπης. Τό μόνο λοιπόν πού ἐγείρει ἡ στάση αὐτή εἶναι ἡ ἀντίδραση καί ἡ ἐπανάσταση. ῾Η ῾παιδαγωγική᾽ αὐτή πού ἐπικράτησε σέ παλαιότερες ἐποχές, δυστυχῶς δέν εἶναι ἄμοιρη τῆς νεώτερης ἀσύδοτης παιδαγωγικῆς πού ἀναφέραμε προηγουμένως. Αὐτή τήν γέννησε καί τήν ἐξέθρεψε.

2. ῾Η παιδαγωγική τοῦ ἁγίου: ἀντιστροφή κριτηρίων.

Στό περιστατικό ὅμως μέ τόν ἅγιο Νεκτάριο βλέπουμε μία ἐντελῶς διαφορετική νοοτροπία καί στάση, μία ἄλλη παιδαγωγική. ᾽Αντιμετωπίζει ὁ ὅσιος τό πρόβλημα μέ σοβαρότητα. Διαπιστώνει τό ἄτοπο καί τήν ἐκτροπή τῶν μαθητῶν. Δέν τό ὑποβαθμίζει οὔτε τό ἀμνηστεύει. Αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη ἐπιβολῆς τιμωρίας. ᾽Αλλά μεταβάλλει τό ῾ἀντικείμενο᾽ τῆς τιμωρίας. Δέν τιμωρεῖ τούς ἐνόχους, τιμωρεῖ τόν ἑαυτό του. Καί τοῦτο γιατί νιώθει ὁ ἴδιος ὑπεύθυνος γιά ἐκείνους πού ἔχει τήν εὐθύνη τῆς διαπαιδαγωγήσεώς τους. Εἶναι ὁ Δάσκαλος καί ὁ Διευθυντής τους, δηλαδή ἡ κεφαλή τους. ᾽Από ἐκεῖ πρέπει νά ἀρχίσει. ῾Η στάση του εἶναι γεμάτη ἀπό ἀγάπη.
Μά γνωρίζει ὅτι ἡ τιμωρία του εἶναι καί ἡ μεγαλύτερη τιμωρία τῶν μαθητῶν του. Γιατί τούς δημιουργεῖ πρόβλημα συνειδησιακό. Τούς κάνει νά νιώσουν ἐνοχή καί τύψεις. Τούς φέρνει σέ ψυχικό ἀναβρασμό πού θά ξεσπάσει σέ μετάνοια. Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός του. Δέν ἔχει νόημα μία τιμωρία πού θά ὁδηγήσει σέ σκλήρυνση τῶν ψυχῶν. ᾽Εκεῖνο πού μετράει εἶναι ἡ μεταστροφή τῶν ψυχῶν, τό μαλάκωμα τῆς καρδιᾶς. Καί τό καταφέρνει.
Θυμίζει ἡ περίπτωση τήν παρόμοια ἀντίδραση πολλῶν ἄλλων ἁγίων, ὅπως γιά παράδειγμα καί τοῦ συγχρόνου ἁγίου Γέροντα π. Πορφυρίου. Σέ λεωφορεῖο εὑρισκόμενος δέν δέχεται νά καθίσει στήν θέση νεαροῦ, ὁ ὁποῖος πιεζόταν νά σηκωθεῖ ἀπό ὀργισμένους γεροντοτέρους. Παρέμεινε ὄρθιος, γιατί ἔλεγε ὅτι μέ τήν στάση του αὐτή θά κάνει νά ξυπνήσει καί ἡ συνείδηση τοῦ νεαροῦ.

3. ῾Η Νεκτάρειος παιδαγωγική: ἡ μόνη ἀποτελεσματική.

῎Ετσι ἡ παιδαγωγική τοῦ ἁγίου εἶναι καί ἡ πιό δραστική καί ἀποτελεσματική παιδαγωγική. ᾽Εμπνεόμενη ἀπό τήν ἀγάπη πρός τά παιδιά ἀνοίγει τίς καρδιές τους μέ ἀποτέλεσμα νά νιώσουν αὐτά τήν ἐνοχή τους, καθώς εἴπαμε, καί νά μετανοήσουν. Αὐτός δέν εἶναι ὁ στόχος κάθε ἀγωγῆς; ῾Η ἐπίδραση στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου; ῾Ο ἅγιος εἶναι παιδαγωγός καί δάσκαλος, μέ ὅλη τήν σημασία τῆς λέξεως: πάσχει καί συμπάσχει μέ τούς μαθητές του. Καί τό παράδειγμά του ἀποτελεῖ τό πιό εὔγλωττο κήρυγμα, τήν πιό καλή νουθεσία. ῾Η παιδαγωγική τοῦ ὁσίου κερδίζει διαχρονικά τούς μαθητές του.
῾Οἱ μαθητές, ἕνας-ἕνας᾽, συνεχίζει στό βιβλίο του γιά τόν ἅγιο ὁ Χονδρόπουλος, ῾κατέβασαν μέσα τους τίς αἰχμηρές λόγχες, μάλαξαν τήν σκληρία τῆς καρδιᾶς, ἔπιασαν σιγά-σιγά νά ῾κάμπτωνται᾽, νά γίνονται διαφορετικοί. ῎Επισαν νά προσέχουν, νά δέχονται τήν ῞Αγια Χάρη… ῾Οπουδήποτε τοῦτο συμβεῖ, σέ ὁποιοδήποτε ἵδρυμα ἤ σχολεῖο σχηματιστεῖ μιά γνώμη γιά ἕναν δάσκαλο ἤ γιά ἕναν προϊστάμενο, ἡ κατάσταση μονιμοποιεῖται. Γιατί τό ἀνώνυμο πλῆθος, οἱ μαθητές πού φεύγουν καί οἱ ἄλλοι πού ἔρχονται, δέχονται καί δίδουν τήν πληροφορία ἀπό στόμα σέ στόμα καί σχηματίζουν πεποίθηση, πού βεβαιώνεται φυσικά μέ τήν ἐξέταση καί τήν πράξη καί τραβάει συνέχεια᾽ (σελ. 148).

4. ῾Η παιδαγωγική τοῦ ἁγίου: παιδαγωγική τοῦ Χριστοῦ καί ὅλων τῶν ἁγίων.

῾Η στάση αὐτή τοῦ ἁγίου Νεκταρίου δέν ἀποτελεῖ ἐφεύρημα δικό του. Δέν εἶναι ἀποτέλεσμα κάποιου φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ. ᾽Αποτελεῖ συνέχεια τῆς στάσεως τοῦ ἴδιου τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πίστεως, τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ᾽Εκεῖνος ἦλθε στόν κόσμο ὄχι νά τόν καταδικάσει γιά τίς ἁμαρτίες του, ἀλλά νά τόν σώσει ἀπό αὐτές. ῾Οὐ γάρ ἀπέστειλε ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ, ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ᾽.  Καί τόν ἔσωσε, καθώς πῆρε πάνω Του τίς ἁμαρτίες του. ῾Ο Χριστός εἶναι ῾ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου᾽. Μέ τήν σταυρική Του ἰδίως θυσία κατήργησε τήν ἁμαρτία καί μᾶς ἄνοιξε καί πάλι τόν Παράδεισο. Αύτή ἦταν ἡ τιμωρία τοῦ Θεοῦ στήν ἔνοχη ἀνθρωπότητα: νά τήν θεραπεύσει ἀπό τό τραῦμα της, ῾τιμωρώντας᾽ τόν υἱό Του.
῎Ετσι ὁ ἅγιος Νεκτάριος φανερώνει καί μέ τό περιστατικό αὐτό τήν ἁγιότητά του. ῎Ισως καί μόνο τό γεγονός αὐτό, ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ, θά ἦταν ἀρκετό, γιά νά καταλάβουμε τόν πλούσια ἀρδευόμενο ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ψυχικό του κόσμο. ῾Ο ἅγιος δέν ἦταν παρά ἕνα ῾μίμημα᾽ Χριστοῦ. ῾Η ἀγκαλιά του ἦταν ἡ ὁρατή φανέρωση τῆς ἀγκαλιᾶς τοῦ Θεοῦ πρός τόν ταλαιπωρημένο ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπο.
Αὐθόρμητα κι ἐμεῖς μαζί μέ τόν προφήτη κραυγάζουμε: ῾Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ᾽!

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η σημαντικότητα του εκκλησιασμού

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Φεβρουαρίου, 2015

Ἐγώ ἐπιμένω σέ ὅλους, νά πηγαίνουν, ἄν ὄχι σέ ὅλες τίς ἀκολουθίες, τουλάχιστον στήν θεία λειτουργία. Καί ἄν συμβεῖ κάποιος νά μήν πηγαίνει στή θεία λειτουργία, οὔτε πού κάθομαι νά συνομιλήσω μαζί του! Γιατί δέν ἔχω νά τοῦ πῶ τίποτε! Γιά παράδειγμα:

Κάποιος, ὅταν τόν ρώτησα τί κάνει τήν ὥρα πού θά ἔπρεπε νά βρίσκεται στήν ἐκκλησία, μοῦ ἀπάντησε: «Βλέπω τηλεόραση»! Καί τότε τοῦ εἶπα: «Πρόσεξε, αὐτό σημαίνει ὅτι μπροστά σου ἔχεις τήν τηλεόραση, ἐνῶ στό Θεό ἔχεις γυρίσει τήν πλάτη σου. Ἄλλαξε λοιπόν. Πήγαινε στήν ἐκκλησία, ὥστε νά ἔχεις μπροστά σου τό Θεό, καί πίσω σου τήν τηλεόραση».
Οἱ ἄνθρωποι πολλές φορές κάνουν ἀπρόσεκτα κάποια πράγματα. Ἄν ρωτήσεις κάποιον, γιατί δέν πηγαίνει στήν ἐκκλησία, σπάνια θά ἀκούσεις ὅτι δέν πιστεύει καί γι᾿ αὐτό δέν πηγαίνει στήν ἐκκλησία. Στήν πραγματικότητα ὅμως, αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού δέν πηγαίνει στήν ἐκκλησία.

Δέν πηγαίνει, γιατί:

• δέν ἔχει τόση πίστη, ὅση τοῦ χρειάζεται, γιά νά πάει στήν ἐκκλησία·

• δέν ἔχει τόση πίστη, ὅση χρειάζεται, γιά νά παραμείνει στήν ἐκκλησία·

• δέν ἔχει τόση πίστη, ὅση χρειάζεται, γιά νά παρακολουθεῖ τίς ἀκολουθίες τῆς ἐκκλησίας.
 

Δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει πρόοδος πνευματική χωρίς ἔργα τῆς πίστης. Ἡ πίστη αὐξάνει μέ τά ἔργα τῆς πίστης.

• Ἄν οἱ πιστοί νηστεύουν, τότε καί οἱ λιγότερο πιστοί πρέπει νά νηστεύουν, γιά νά ἔχουν ἔμπρακτη πίστη πού θά τούς ἐνισχύει στήν πίστη.

• Ἄν οἱ πιστοί πηγαίνουν στήν ἐκκλησία, πρέπει καί ὁ λιγότερο πιστός νά πάει, γιά νά ἔχει, ἔστω, μία παρουσία στήν ἐκκλησία!

Κάποιος μοῦ εἶπε:
«Πάτερ, μοῦ λέτε νά πηγαίνω στήν ἐκκλησία. Ἀλλά δέν μπορεῖτε νά φανταστεῖτε, πόσες κακές σκέψεις, πόσα μολυσμένα πράγματα κουβαλάω μέσα μου».
Ξέρω ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι πολύ διαφορετικοί.
Ἀλλά ξέρω καί ὅτι, χωρίς νά πηγαίνεις ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἡ δωρεά καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, δέν μπορεῖς νά δεχτεῖς χάρη Θεοῦ. 
Ἑπομένως: Νά πηγαίνεις ὅπως εἶσαι, ὅσο καί ἄν οἱ σκέψεις σου εἶναι μολυσμένες, ὅσο καί ἄν εἶναι κατώτερες! Νά πηγαίνεις. Διότι μόνον ἔτσι μπορεῖ νά ἔλθει ὁ καιρός πού θά καθαρίσει τό μυαλό σου καί δέ θά ἔχεις πιά τίς βρώμικες σκέψεις πού ἔχεις τώρα μέσα σου.
 
Ἡ συμμετοχή στίς ἱερές ἀκολουθίες εἶναι μία διδασκαλία, εἶδος σχολείου! Μόνο ὅταν φοίτησα στή Θεολογική Σχολή διαπίστωσα, τί θησαυροί ὑπάρχουν στίς ἱερές ἀκολουθίες.

Γέρων Θεόφιλος Παραϊάν

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἀναστάσεις ζώων στούς βίους τῶν Ἁγίων

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Φεβρουαρίου, 2015

Σουλτάνα Λάμπρου, Λέκτωρ Θεολογικῆς Σχολή Α.Π.Θ.

Άλογος φύση και ανάσταση

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο στο τέλος της δημιουργίας, αφού πρώτα δημιούργησε ολόκληρο τον άλλον κόσμο, τον έπλασε όμως «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» Του, «ουχ ως απόβλητος εν εσχάτοις απορριφθείς αλλ’ ως άμα τη γενέσει βασιλεύς είναι των υποχειρίων προσήκων»1.

Ο άνθρωπος αν και πολύ κατώτερος στη δύναμη από τα άλογα ζώα, ωστόσο είναι διορισμένος βασιλεύς των αλόγων και των αψύχων και με το λογικό που κατέχει δύναται να υψωθεί μέχρι και τον ουρανό2. Η δημιουργία του κόσμου από τον Θεό προ της πλάσεως του ανθρώπου απέβλεπε στην ετοιμασία του βασιλείου, του οποίου ηγεμών επρόκειτο να εγκατασταθεί ο άνθρωπος3. Η άλογος κτίση αποκτά την αξία της μόνο ως έργο του Δημιουργού και αναφέρεται στον Θεό και στον άνθρωπο, που είναι η εικόνα Του στον κόσμο. Ο κόσμος δεν αποτελεί αυτοαξία και αυτοσκοπό, δημιουργήθηκε με σκοπό  να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον άνθρωπο στις ποικίλες ανάγκες του, στην διακονία του οποίου βρίσκεται το νόημα της υπάρξεώς του, διότι η ιστορία αυτού προσδιορίζει την ιστορία και την μοίρα του κόσμου4. Η κυριαρχία του ανθρώπου στην κτίση δεν έχει μόνο δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις, του δόθηκε η εντολή του «εργάζεσθαι αυτόν (κόσμον) και φυλάσσειν»5, να προστατεύει δηλαδή και να αγαπά την δημιουργία, να συμβιώνει αρμονικά μαζί της.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν ότι ο άνθρωπος αποτελεί κρίκο μεταξύ του Θεού και του υλικού κόσμου, ενσωματώνοντας ως είδος «μικρόκοσμου» ολόκληρο την υλική δημιουργία, τον «μακρόκοσμο» και συνδέοντάς την με τον Θεό6. Η αρμονική όμως σχέση του ανθρώπου και της φύσεως διαταράχθηκε με την πτώση των πρωτοπλάστων. Έπαψε πλέον ο άνθρωπος να αποτελεί το κέντρο, όπου ενώνονται το φυσικό και το θεϊκό στοιχείο. Το «καλά λίαν»7 της δημιουργίας αλλοιώθηκε πρωτογενώς στον άνθρωπο και μέσω αυτού, ως κακό, φθορά, εξαχρείωση και θάνατος πέρασε και σ’ ολόκληρο την κτίση. Οι συνέπειες της πτώσεως δεν περιορίσθηκαν μόνο στο ανθρώπινο γένος, αλλά επεκτάθηκαν και στην άλογο κτίση. Η κτίση υποτάχθηκε στην ματαιότητα, στην φθορά και αναμένει την απελευθέρωση από την δουλεία της φθοράς, συστενάζουσα και συνωδίνουσα μετά του πεπτωκότος και αμαρτάνοντος ανθρώπου8. Ο φυσικός κόσμος οδηγήθηκε σε κατάσταση πτώσεως και αποστασίας και τα ζώα άρχισαν να αρνούνται την υποταγή στον άνθρωπο9. Ο δε άνθρωπος εμμένοντας στην αμαρτία αντιμετωπίζει την κτίση ωφελιμιστικά με αποτέλεσμα να αυξάνεται επικίνδυνα η έλλειψη αγάπης και σεβασμού προς τη φύση και να συμβάλλει στην εκμετάλλευση και τη φθορά της. Δεν την αντιμετωπίζει πλέον ως ιερέας που οφείλει να την αναφέρει στον Δημιουργό, αλλά ως δυνάστης και καταστροφέας10.
Η συμφιλίωση του ανθρώπου με την άλογο κτίση επανακτάται με την εν Χριστώ ανακαίνιση του ανθρώπου και την αποκατάσταση της προς τον Θεόν κοινωνίας του. Ο Χριστός ενηνθρώπησε για να λυτρώσει τον άνθρωπο και να τον αποκαταστήσει στην αρχέγονο προπτωτική του κατάσταση11. Η σωτηρία του ανθρώπου βέβαια και όχι του κόσμου είναι ο τελικός στόχος της θείας οικονομίας. Ο κόσμος αποτελεί το αναγκαίο πλαίσιο για την πνευματική τελείωση και σωτηρία του ανθρώπου με τελικό σκοπό την δόξα του Θεού. Η μοίρα του κόσμου ακολουθεί την ιστορία του ανθρώπου και αν δεν υπάρξει πνευματική αναστροφή και διάσωση του ανθρώπου, η διάσωση της δημιουργίας καθίσταται αδύνατος. Ο Θεός έγινε άνθρωπος, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή , διότι δια του ανθρώπου μόνον η φύσις δύναται να αποκτήσει την ενότητα με το Θεό, και με την Ανάσταση του Σωτήρα φανερώνεται ότι η φύσις μπορεί να έχει την αιωνιότητα μόνο στην ένωση του Θεού με τον άνθρωπο12.
Κατά το σχέδιο του Θεού η παρούσα ζωή δεν αποτελεί τον αιώνιο του ανθρώπου κλήρον, αποτελεί προσωρινό στάδιο αγώνος με σκοπό την επικάρπωση των αγαθών της μελλούσης. Η σκοπιμότητα της υπάρξεως στον κόσμο των ζώων δεν υπερβαίνει τα όρια της παρούσης ζωής13. Είναι σαφές σύμφωνα με την Αγία Γραφή και την Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι ο κόσμος θα οδηγηθεί εις το τέλος του. Η συντέλεια του κόσμου συμπίπτει με την ανάσταση των νεκρών και την καθολική κρίση και δεν πρόκειται περί εξαφανίσεώς του, αλλά περί ανακαινίσεως και ανανεώσεώς του. Ο άγιος Μαρτίνος σε συζήτηση που είχε με ειδωλολάτρη του είπε ότι μόνο οι άνθρωποι έρχονται σε κρίση και ανασταίνονται και όχι τα άλογα ζώα14. Όμως επειδή η κτίση εξαιτίας του ανθρώπου έγινε φθαρτή εξαιτίας αυτού θα καταστεί άφθαρτη, θα ακολουθήσει την ευμορφία και την φύση των ανισταμένων ανθρωπίνων σωμάτων15. Αυτήν την τελική ανακαίνιση του κόσμου κατανοεί και προγεύεται ο άνθρωπος μέσα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Με την ευχαριστιακή προσφορά και χρήση της ύλης μεταμορφώνεται η κτίση, αφού με δικά της στοιχεία ιερουργείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Θαύματα ανάστασης ζώων

Ο άνθρωπος που πορεύεται στην κατά Χριστόν τελείωση, όταν δεχθεί την χάρη του Θεού, καθίσταται πηγή αγιασμού ολοκλήρου της φύσεως. Ο κόσμος επηρεάζεται από την συμπεριφορά του ανθρώπου και παρουσιάζεται γαληνεμένος και υπάκουος ενώπιον ισορροπημένων πνευματικών ανθρώπων. Η μελέτη των βίων των αγίων καθιστά ευδιάκριτη την σχέση σεβασμού των αγίων προς την φύση και αντίστροφα. Πολλές και ποικίλες αφηγήσεις είναι γνωστές περί των ζώων, αγρίων θηρίων μάλιστα, τα οποία ήταν στενά συνδεδεμένα με τους αγίους και βρίσκονταν σε αρμονική και πιστή σχέση μαζί τους, τους υπάκουαν και τους υπηρετούσαν άγρια θηρία, όπως λιοντάρια, αρκούδες, κροκόδειλοι κ.α.  οι άγιοι αντιμετωπίζουν την κτίση σε σχέση με τον Θεό. Ζώντας την προπτωτική κατάσταση διατηρούν αρμονική σχέση με όλη την κτίση. Νοιώθουν τους στεναγμούς και τις οδύνες της κτίσεως.

Στους βίους των αγίων αναφέρονται αναστάσεις ζώων, που βέβαια ενεργούνται έχοντας συγκεκριμένο σκοπό πάντα υψηλό και ανώτερο. Οι άγιοι παρεμβαίνουν φυσικά θανατώνοντας τα ζώα, όταν αυτά στρέφονται εναντίον του ανθρώπου και του προξενούν καταστροφές, η ανασταίνοντάς τα, όταν καθίστανται απαραίτητα προς ανακούφιση του πόνου και της ταλαιπωρίας των αφεντικών τους.

Στην φυλακή, όπου ευρίσκονταν φυλακισμένος ο άγιος Γεώργιος από τον συγκάθεδρο του Διοκλητιανού, τον Μαγνέντιο, προσήλθε ο γεωργός Γλυκέριος παρακαλώντας τον άγιο να αναστήσει τον βούν, που του ήταν απαραίτητος στην εργασία του. Η ανάσταση του ζώου που ενήργησε ο άγιος Γεώργιος οδήγησε τον ειδωλολάτρη Γλυκέριο σε άφοβη ομολογία πίστης στον Θεό των Χριστιανών, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη και το μαρτύριό του16. Ο Γλυκέριος εγκατέλειψε την προτέρα πίστη του και κατέστη ουσιαστικά κληρονόμος της αιωνίου ζωής χάριν του θαύματος που ενεργήθη. Ο άγιος Μαρτίνος, επίσκοπος Φραγκίας, όδευε προς επίσκεψη χώρας που κατοικούσαν ειδωλολάτρες για να διδάξει τον Χριστιανισμό. Στον δρόμο συνάντησε έναν από τους κατοίκους της χώρας, ο οποίος καθόταν πάνω στο νεκρό ονάριό του και συλλογιζόταν το πόσο μάταια ήταν η διδασκαλία των Χριστιανών. Δεν μπορούσε να κατανοήσει το πώς του νεκρού ανθρώπου το σώμα, που θα φθαρεί στη γη, είναι δυνατόν να αναστηθεί άφθαρτο. Ο άγιος του μίλησε για την παντοδυναμία του Θεού και ο ειδωλολάτρης ζήτησε, για να πιστέψει, να αναστηθεί το ονάριό του. Παρ’ όλο που ο άγιος του δίδαξε ότι μόνο οι άνθρωποι έρχονται σε κρίση και ανασταίνονται και όχι τα άλογα ζώα, ο ειδωλολάτρης επέμενε να αναστηθεί το ονάριό του για να πεισθεί. Ο άγιος Μαρτίνος έστρεψε το βλέμμα του προς τον ουρανό, ύψωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε: «Κύριε ο Θεός μου, ο αίτιος σωτηρίας γενόμενος πάσιν ανθρώποις, ανάστησον και τούτο το ζώον, προς επιστροφήν και επίγνωσιν του ανθρώπου τούτου, διότι δια τούτου του θαύματος θέλει γνωρίσει την παντοδυναμίαν σου και πιστεύσει εις σε». Το ονάριο αμέσως αναστήθηκε και περπάτησε. Το θαύμα αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πιστέψουν και να βαπτισθούν Χριστιανοί όλοι οι κάτοικοι εκείνης της χώρας17.

Τον άγιο Μόδεστο, πατριάρχη Ιεροσολύμων, αξίωσε ο Θεός να ενεργήσει άπειρα θαύματα Μεταξύ τούτων λέγεται πως όταν τα ζώα κάποιου Ιεροσολυμίτη ψόφησαν από το νερό πηγής που δηλητηρίασε φίδι, συνεργεία του δαίμονος, ο άγιος, μετά από προσευχή , τα ανέστησε, θανάτωσε το φίδι και φανέρωσε τον δαίμονα στους παρευρισκομένους18. Άλλωστε πάλι διερχόμενος το κέντρο της Ιερουσαλήμ συνάντησε φτωχό να θρηνεί την δυστυχία του, επειδή ψόφησε ο μόσχος του. Ο Μόδεστος τον λυπήθηκε και, αφού προσευχήθηκε, ανέστησε το ζώο. Η φήμη των θαυμάτων του διαδίδονταν στην πόλη πιστοποιώντας την αγιότητα του αρχιεπισκόπου και τη χάρη που έλαβε από τον Θεό19. Τα θαύματα ανάστασης οδήγησαν Ιουδαίους στην πίστη στο πρόσωπο του Ιησού, στο όνομα του οποίου επιτελούνταν φανερώνοντας την θεία Του δόξα, έγιναν όμως η αιτία να κατηγορηθεί ο άγιος ως μάγος, να συλληφθεί και να μαρτυρήσει (335μ.Χ.). Ο άγιος Μόδεστος θεωρείται προστάτης των γεωργών και ιατρός των ζώων.

Ο άγιος Σίλβεστρος, πάπας Ρώμης, σύμφωνα με την παράδοση κατήχησε  και βάπτισε τον Μ. Κωνσταντίνο. Οι Εβραίοι κατηγόρησαν στη μητέρα του Μ. Κωνσταντίνου, την αγία Ελένη, τον άγιο ως υπεύθυνο της πλάνης του Χριστιανισμού, στην οποία είχε πέσει ο Κωνσταντίνος. Ο βασιλιάς ζήτησε από τη μητέρα του να έλθει στη Ρώμη συνοδευομένη από τους σοφώτερους διδασκάλους των Εβραίων, με σκοπό να διαλεχθούν με τους Χριστιανούς επισκόπους. Ανάμεσα στους Φαρισαίους, που πήγαν στη Ρώμη, ήταν ένας μάγος ο Ζαμβρής. Ο άγιος Σίλβεστρος διαλέχθηκε μαζί τους και επειδή τους κατατρόπωσε, ο Ζαμβρής ζήτησε από τον βασιλιά να αποδείξουν τη δύναμη του Θεού τους με έργα. Παρακάλεσε και έφεραν μπροστά του τον αγριώτερο ταύρο. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ο Θεός του φανέρωσε μαγικές λέξεις, με τις οποίες μπορούσε να θανατώσει το ζώο και προκάλεσε τον άγιο να φανερώσει τη δύναμη του Θεού του κατά τον ίδιο τρόπο. Ο Ζαμβρής, λοιπόν, με έπαρση πλησίασε τον ταύρο, ψιθύρισε τις μαγικές του λέξεις και αμέσως το ζώο έπεσε νεκρό. Οι Ιουδαίοι χάρηκαν και περιγελούσαν τον άγιο. Ο Σίλβεστρος ανέβηκε σε τόπο υψηλό και, αφού πρώτα κήρυξε ότι ο Ιησούς Χριστός γιατρεύει κάθε ασθένεια, εγείρει νεκρούς και δεν δίνει τον θάνατο, ζήτησε από τον Ζαμβρή να αναστήσει το ζώο, για πιστεύσουν στο θεό του. Ο μάγος όμως δήλωσε μπροστά στο βασιλιά την αδυναμία του να κάμει κάτι τέτοιο. Ενώ ο άγιος βεβαίωσε ότι, επικαλούμενος το όνομα του Ιησού Χριστού, θα το αναστήσει. Οι Ιουδαίοι υποσχέθηκαν να πιστέψουν στον Χριστό, αν συμβεί κάτι τέτοιο, νομίζοντας αυτό ως αδύνατο να επιτευχθεί. Τότε ο άγιος γονάτισε, ύψωσε προς τον ουρανό τα χέρια του και τα μάτια του και προσευχήθηκε κλαίγοντας. Έπειτα σηκώθηκε και μεγαλόφωνα παρακάλεσε τον Ιησού Χριστό να αναστήσει το ζώο, για να πιστεύσουν όλοι οι παρευρισκόμενοι. Στη συνέχεια στράφηκε προς τον ταύρο και του φώναξε, στο όνομα του Ιησού Χριστού, να σηκωθεί και να ημερεύσει. Ο ταύρος σηκώθηκε και ο άγιος τον ελευθέρωσε. Οι Ιουδαίοι και οι άρχοντες, πέφτοντας στα πόδια του αγίου, ζητούσαν να τους βαπτίσει. Ομοίως προσκύνησαν τον άγιο ο βασιλιάς και η βασίλισσα. Ο άγιος Σίλβεστρος, αφού κατήχησε Ιουδαίους και ειδωλολάτρες, τους βάπτισε Χριστιανούς20.

Σκοπός επιτέλεσης των θαυμάτων ανάστασης ζώων

Ο ρόλος του θαύματος21, είναι βασικής και ουσιώδους σημασίας. Η σπουδαιότητα του ρόλου του έγκειται στο ότι το θαύμα αποδεικνύει ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι κάποια υποκειμενική θρησκευτική εμπειρία, αλλά η ίδια η παρουσία του Θεού στην ιστορία, το θαύμα καθιστά ευληπτότερη την είσοδο του κόσμου στη Θεία Αποκάλυψη. Τα θαύματα επισυμβαίνουν χάριν ακριβώς τονισμού της αγάπης του δημιουργού και έλξεως της προσοχής του ανθρώπου προς το σχέδιο της σωτηρίας αυτού. Η ουσία του θαύματος δεν έγκειται στο καταπληκτικό του γεγονότος καθ’ εαυτό, αλλά στο ότι το θαύμα οδηγεί σε συνάντηση μετά του Θείου.

Τα θαύματα ανάστασης ζώων, που προαναφέρθησαν, ενεργούνται με σκοπό να ωθήσουν η να στηρίξουν στην προς τον Χριστό πίστη, στο όνομα του οποίου επιτελούνται φανερώνοντας την θεία Του δόξα, συγχρόνως δε να φανερώσουν την ιδιότητα κι’ αποστολή των αγίων, επιβεβαιώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το περιεχόμενο της διδασκαλίας τους, της οποίας αποτελούν προϋπόθεση, συνύφανση και προέκταση. Η εσωτερική διάθεση και συγκεκριμένα η βούληση του ανθρώπου να δει το θαύμα αποτελεί σημείο αξιοπρόσεκτο για τον άγιο, ίσως μάλιστα αποτελεί την προϋπόθεση για την μετέπειτα πίστη του23. Το θαύμα συνιστά πρόκληση την δημιουργία του σπινθήρος της πίστεως. Ωστόσο η πίστη δεν εκβιάζεται δια του θαύματος, διότι τότε καθίσταται εξ απόψεως θρησκευτικής άνευ αξίας και ουσιαστικού περιεχομένου23, αλλά αποτελεί προσωπική απόφαση, η οποία οδηγεί στην ζωή της αληθείας, στην πλήρη προσοικείωση της εν Χριστώ απολυτρώσεως.

Οι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες της θαυματουργίας των αγίων καλούνται δια της εμπειρίας του θαύματος να αποδεχθούν η να απορρίψουν τούτο, ως άτομα υπεύθυνα δια την ορθή εκτίμηση της πράξεως που τελέσθηκε υπερφυσικώς. Αναγκάζονται να πάρουν στάση θετική η αρνητική απέναντι στην πίστη των Χριστιανών. Τόσο προκλητικό είναι το θαύμα αφ’ ενός ως προς το ανήκουστο του μεγέθους του και αφ’ ετέρου λόγω της συνδεδεμένης με αυτό παραβιάσεως των επικρατούντων θρησκευτικών θεσμών, ώστε να μην είναι δυνατόν παρά να ταχθεί κανείς υπέρ η κατά του προσώπου που το ενεργεί. Με αποτέλεσμα κάποιοι να μένουν εγκλωβισμένοι στις κοινωνικές και θρησκευτικές τους δεσμεύσεις τους αρνούμενοι οποιανδήποτε μετατροπή, ενώ κάποιοι άλλοι να γίνονται κληρονόμοι της αιωνίου βασιλείας δεχόμενοι ως μόνον αληθινό Θεό τον Ιησού Χριστό.

 
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
 
1. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί κατασκευής του ανθρώπου 2, PG 44, 133A.
2. ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Εις την Εξαήμερον Ομ.6,1, PG 29, 117D-120A.
3. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Η σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου, [Πατερικά], Θεσσαλονίκη 19973, σελ. 67. Του ιδίου. «Ο σκοπός και η χρήση του κόσμου κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας», Πρακτικά Συμποσίου με θέμα Ορθοδοξία και φυσικό περιβάλλον (3-4 Απριλίου), Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 34.
4. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις Γέν.Ομ.6,5-6, PG 53,60.Πρβλ. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Η σωτηρία, ένθ’ ανωτ.,σελ63. Του ιδίου, Ορθοδοξία και Οικολογία, [Καιρός], Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 9. Βλ. σχετ. ΒΑΣ. ΓΙΟΥΛΤΣΗ, «Κοινωνικές συνέπειες της οικολογικής καταστροφής», Πρακτικά συμποσίου ένθ’ ανωτ., σελ.53.
5. Γεν. 2,15.
6. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί ψυχής και αναστάσεως, PG 46, 286 «Λέγεται φησί, παρά των σοφών μικρός τις είναι κόσμος ο άνθρωπος, ταύτα περιέχων εν εαυτώ τα στοιχεία οις το παν συμπεπλήρωται» και ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Περί των εν Χριστώ δύο θελημάτων 15, PG95, 144B «Ο άνθρωπος τοίνυν μικρόκοσμός εστιν, έχει γαρ και ψυχήν και σώμα, και μέσος έστηκε νου και ύλης, σύνδεσμος γαρ εστιν ορατής και αοράτου, ήτοι αισθητής τε και νοητής κτίσεως¨». Βλ. σχετ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ, μητροπολίτου Περγάμου, «Θεολογική θεώρηση του οικολογικού προβλήματος», Πρακτικά συμποσίου, ένθ’ ανωτ., σελ 34. ΧΡ. ΒΑΝΤΣΟΥ, Η μέριμνα της Εκκλησίας για την προστασία του περιβαλλοντος, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 16.
7. Γεν. 1,31.
8. Ρωμ. 8, 20 και 22,»τη γαρ ματαιότητι η κτίσις υπετάγη, ουχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα, επ’ ελπίδι», ¨οίδαμεν γαρ ότι η κτίσις στενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν».
9. ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος Ηθικός 1,2, Sources Cretiennes 122 (1966) 190. Βλ. σχετ. ΣΩΤ. ΜΠΑΛΑΤΣΟΥΚΑ, Οι άγιοι και το φυσικό περιβάλλον, (Διδακτορική διατριβή) Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 51.
10. ΓΕΩΡ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, «Εκκλησία και οικολογική κρίση», Άνθρωπος και περιβάλλον, [Συνάντηση 3], Πάφος 1994, σελ. 59.
11. ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος Ηθικός 1,2.3.4, Sources Cretiennes 122 (1966) 190-198.
12. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Περί διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου προς Θωμάν ηγιασμένον, PG 91, 1304D1308C.
13. Πρβλ. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, η σωτηρία, ένθ’ ανωτ., σελ 139.
14. ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ, Νέον Εκλόγιον, σελ.137. ΜΑΤΘ. ΛΑΓΓΗ (εκδ.), Μέγας συναξαριστής, τόμ. ΙΑ’, σελ. 402- 403.
15. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις Ρωμαίους Ομιλ. 14, 4-5, PG 60, 529-530 «’Ελευθερωθήσεται γαρ’, φυσίν, ‘από της δουλείας της φθοράς’ , τουτέστιν, ουκέτι έσται φθαρτή, αλλά ακολουθήσει τη του σώματος ευμορφία του σου. Ώσπερ γαρ γενομένου φθαρτού, γέγονε φθαρτή και αύτη, ούτως αφθάρτου καταστάντος και αυτή ακολουθήσει και έψεται πάλιν, όπερ ουν και δεικνύς επήγαγεν ‘Εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού’». ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος Ηθικός 1,5, Sources Cretiennes 122 (1966) 218, « Η γαρ άπασα κτίσις, ως είρηταί μοι πολλάκις, ανακαινισθείσα, συν αυτώ παραδείσω όλη γενομένη πνευματική, εις άυλον και άφθαρτον, άτρεπτόν τε και αΐδιον και νοερόν μετασκευασθήσεται οικητήριον».
16. ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ, Μαρτύριον αγίου Γεωργίου του τροπαιοφόρου 20-21, PG 115, 156B-D. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Β’ ΑΥΤΟΚΡ., Μηνολόγιον 3, PG 117, 420B . ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΚΥΠΡΙΟΥ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,Λόγος εις τον άγιον Γεώργιον 35, PG 142, 333B. ΑΓΑΠΙΟΥ ΚΡΗΤΟΣ, Νέος Παράδεισος , σελ. 125, Synax. CP, στ. 625. «Μαρτύριον αγίου Γεωργίου», Αγιορειτική Βιβλιοθήκη 21 (1956) 215-216. Μηναίον Απριλίου, σελ.95. AASS Aprilii III, σελ. 121. ΜΑΤΘ. ΛΑΓΓΗ, Μέγας Συναξαριστής, τομ. Δ’ σελ. 476. ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ, Συναξαριστής, τομ. Β’ σελ. 21. ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ,Συναξαριστής, τομ. Δ’, σελ. 263. ΠΟΠΗ ΧΑΛΚΙΑ-ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Οι άγιοι Γεώργιοι, σελ. 26-27.
17. ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ, Νέον Εκλόγιον, σελ. 137. ΜΑΤΘ.ΛΑΓΓΗ, Μέγας Συναξαριστής, τομ. ΙΑ’, σελ. 402-403.
18. Μηναίον Δεκεμβρίου, σελ. 112. ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ, Συναξαριστής, τόμ. Β’, σελ. 336.ΠΟΠΗ ΧΑΛΚΙΑ-ΣΤΕΦΑΝΟΥ, Οι άγιοι της Χίου, σελ. 368. Νέον Χιακόν Λειμωνάριον, σελ. 165.
19. ΚΩΝ. ΔΟΥΚΑΚΗ, Μέγας Συναξαριστής, τόμ. Δ’,σελ431. ΜΑΤΘ. ΛΑΓΓΗ, Μέγας Συναξαριστής, τόμ.ΙΒ’, σελ. 522.
20. ΑΓΑΠΙΟΥ ΚΡΗΤΟΣ, Νέος Παράδεισος, σελ. 265-266. Βλ. σχετ. Synax.CP, στ. 366. . ΜΑΤΘ. ΛΑΓΓΗ, Μέγας Συναξαριστής, τόμ. Α’, σελ. 73. ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ, Συναξαριστής, τόμ Γ’, σελ.15.
21. Για την θεολογική σημασία του θαύματος βλέπε σχετικές μελέτες: ΣΕΡ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ, Τα θαύματα του Κυρίου, Αθήνα 19402. ΑΘ. ΔΕΛΗΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, Το θαύμα Συμβολή εις την σύγχρονον απολογητικήν του Χριστιανισμού, εν Αθήναις 1971. ΧΡ. ΚΑΡΑΚΟΛΗ. Η θεολογική σημασία των θαυμάτων στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, Θεσσαλονίκη 1997. ΣΟΥΛΤ. ΛΑΜΠΡΟΥ, Αναστάσεις νεκρών στους βίους των αγίων, [Διπλωματική εργασία], Θεσσαλονίκη 1998.
22. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΙΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ότι ουκ ακίνδυνον τοις ακροαταίς το σιγάν τα λεγόμενα εν Εκκλησία Ομ. PG 51, 106, ‘Η γαρ των σημείων επίδειξις χειραγωγεί σε προς την της πίστεως θεωρίαν’.
23. Αυτή την σημασία έχουν τα λόγια που απευθύνει ο Κύριος στον τυφλό εκ γεννητής, Ιω 9,39: ‘Εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένονται’.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οἱ Νεομάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας, πρότυπο μετανοίας.

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Φεβρουαρίου, 2015

φιλοθεη P1310095

Μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει σήμερα τή μνήμη τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος Φιλοθέης τῆς Ἀθηναίας, τοῦ λαμπροῦ αὐτοῦ ἄστρου τῆς εὐσεβείας, πού ἀνέτειλε στά σκοτεινά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, γιά νά σκορπίσει τήν θεία εὐσπλαγχνία στόν σκλαβωμένο λαό, καί νά φέρει στήν ὁδό τῆς ἀρετῆς πλῆθος ψυχῶν. Στόν θαυμαστό Βίο τῆς ἁγίας Φιλοθέης, ἀναφέρεται ὅτι ἐκτός ἀπό τό μοναστήρι της, ἡ Ἁγία ἵδρυσε καί μιά ὁλόκληρη σειρά ἀπό φιλανθρωπικά ἱδρύματα: νοσοκομεῖο, πτωχοκομεῖο καί γηροκομεῖο, διάφορα ἐργαστήρια, καί κυρίως, σχολεῖα, στά ὁποῖα τά παιδιά τῆς Ἀθήνας μποροῦσαν νά λάβουν χριστιανική μόρφωση. Προίκισε ἐξάλλου τά ἱδρύματα αὐτά μέ κτήματα καί μετόχια γιά νά τούς ἐξασφαλίσει πόρους καί προκειμένου νά ἔχει τή δυνατότητα νά ἀσκεῖ γενναιόδωρα τό φιλανθρωπικό της ἔργο. Ἔτσι ἡ μονή τῆς ἁγίας Φιλοθέης ἔγινε γιά τήν Ἀθήνα πηγή θείων εὐλογιῶν, λιμάνι καταφυγῆς τῶν θλιβομένων καί ἑστία ἀναζωπύρωσης τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσης. Ἡ ἴδια ἡ Ἁγία διακονοῦσε καί φρόντιζε προσωπικά τούς φτωχούς καί τούς ἀρρώστους πού κατέφευγαν στή Μονή της. Προσέφερε ἐπίσης ἄσυλο σέ ὁρισμένους χριστιανούς αἰχμαλώτους, πού εἶχαν δραπετεύσει ἀπό τά ἀφεντικά τους προκειμένου νά διαφυλάξουν τήν πίστη καί τήν ἀρετή τους. Κι αὐτό τό ἔκανε ἡ Ἁγία, περιφρονώντας τούς κινδύνους γιά ἀντίποινα. Αὐτό ὅμως στάθηκε ἀφορμή γιά τούς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι περικύκλωσαν τό μοναστήρι, συνέλαβαν τήν ἁγία καί τήν ἔσυραν βίαια στόν δικαστή, πού τήν ἔρριξε σέ σκοτεινή φυλακή καί τήν κάλεσε ἐπιτακτικά νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη της στόν Χριστό ἤ νά θανατωθεῖ. Ἡ Ἁγία τότε ὁμολόγησε μέ παρρησία ὅτι ὁ βαθύτερος πόθος της ἦταν νά μαρτυρήσει γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Δέν ἦταν ὅμως θέλημα Θεοῦ, ἐκείνη τή στιγμή νά συμβεῖ αὐτό, ἀφοῦ, χάρη στήν ἐπέμβαση τῶν χριστιανῶν προκρίτων, ἀφέθηκε ἐλεύθερη. Ἀπό ἐκείνη ὅμως τή στιγμή, δυναμωμένη ἀπό τήν παραπάνω δοκιμασία, πολλαπλασίασε τόν ζῆλο της στά ἀποστολικά ἔργα καί τούς ἀσκητικούς ἀγῶνες. Ἡ συνεχιζόμενη ἀκτινοβολία της στό λαό προκάλεσε τό μίσος τῶν κατακτητῶν, οἱ ὁποῖοι κατέφθασαν στό μοναστήρι τῆς Ἁγίας κατά τή διάρκεια μιᾶς ἀγρυπνίας καί κακοποίησαν τόσο ἀπάνθρωπα τήν Ἁγία κτυπώντας την μέ ραβδιά, ὥστε τήν ἄφησαν ἡμιθανή στό ἔδαφος. Ἡ ὁσία Φιλοθέη ὑπέμεινε τίς συνέπειες τῶν τραυμάτων της μέ θαυμαστή καρτερία καί παρέδωσε στόν Κύριο τήν μαρτυρική ψυχή της, σάν σήμερα, στίς 19 Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 1589. Εἴκοσι ἡμέρες μετά ἀπό τήν κοίμηση τῆς ἁγίας Φιλοθέης, ὁ τάφος της εὐωδίαζε, ἐνῶ, ὅταν μετά ἀπό ἕνα χρόνο ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τοῦ ἱεροῦ λειψάνου της, ἐκεῖνο βρέθηκε ἄφθαρτο καί ἀκέραιο. Ἐπιπλέον, ἀπ᾿ αὐτό πήγαζε εὐωδιαστό μύρο⋅ τρανή καί λαμπρή ἀπόδειξη τῆς θεάρεστης καί ἐνάρετης πολιτείας της, πρός δόξαν καί αἶνον τοῦ Θεού καί καύχημα τῆς ὀρθόδοξης πίστης. Τό ἱερό λείψανο τῆς ἁγίας Φιλοθέης φυλάσσεται σήμερα στόν Μητροπολιτικό Ναό τῶν Ἀθηνῶν. Σήμερα, ἐπίσης, ἑορτάζουμε καί τή μνήμη ἑνός Ἁγιορείτου, αὐτή τή φορά ἁγίου, τοῦ ἱερομάρτυρος Νικήτα, πού μαρτύρησε στίς κοντικές μας Σέρρες, στίς 19 Φεβρουαρίου τοῦ 1809. Ἡ νεότερη ἔρευνα βέβαια ἔδειξε ὅτι ὁ ἅγιος Νικήτας μαρτύρησε στίς 4 Ἀπριλίου τοῦ 1808. Ὁ ἅγιος Νικήτας τιμᾶται ὡς ὁ πολιοῦχος τῆς πόλεως τῶν Σερρῶν. Ὁ λόγος τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου αὐτοῦ νεομάρτυρος, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος ἀνέφερε, ἦταν «νά χύσῃ τό αἷμα του διά τήν ἀγάπην τοῦ γλυκυτάτου του Ἰησοῦ», ὁ ὁποῖος ἔχυσε τό αἷμα Του γιά τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, ἡ ἀπόφαση τοῦ Νικήτα ἦταν νά μιμηθεῖ τόν Χριστό καί νά χύσει καί ἐκεῖνος τό δικό του αἷμα δεχόμενος μαρτυρικό θάνατο. Ἀναφέρεται στόν Βίο του ὅτι ἀμέσως μετά τό μαρτύριό του, ἕνα οὐράνιο φῶς ἦλθε νά λαμπρύνει τό σῶμα τοῦ ἁγίου Νικήτα, πού ἔκτοτε κατέστη πηγή πλήθους θαυμάτων. Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή, τόσο τῆς ἁγίας Φιλοθέης ὅσο καί τοῦ ἁγίου Νικήτα, καθώς καί τήν εὐχή ὅλων τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας, τῶν ὁποίων τό μήνυμα ἀπό τήν μαρτυρική ζωή τους, θά προσπαθήσουμε νά μεταφέρουμε ἀπόψε στήν ἀγάπη σας. Ἔχοντας ἤδη εἰσέλθει στήν ψυχοσωτήριο περίοδο τοῦ Τριωδίου καί εὑρισκόμενοι στό κατώφλι τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τόν κατ᾿ ἐξοχήν καιρό τῆς μετανοίας ὅλων μας καί τῆς ἐπιστροφῆς μας στίς ὁδούς τοῦ Κυρίου, πιστεύουμε ὅτι ἡ προβολή τῶν Νεομαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς πρότυπα πίστεως, πνευματικοῦ ἀγῶνος καί κυρίως, μετανοίας, θά ἀποτελέσει ἕνα ἀκόμη ἐφαλτήριο γιά νέες πνευματικές ἀναβάσεις καί ἕνα προσάναμμα πού εὐχόμαστε νά ὑποδαυλίσει τήν ψυχή μας στόν θεῖο ἔρωτα. Οἱ ἅγιοι Νεομάρτυρες τοῦ Γένους Κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας καί σέ ἐποχές, «ὅπου ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος ἔλειψεν· ὅταν ἡ πίστις ἠσθένησεν· ὅταν ἡ ἐλπίς ὀλιγόστευσεν· ὅταν ἡ ἀρετή ἐξέλιπε καί ἡ κακία ἐπερίσσευσεν· ὅταν ὁ νόμος ἠπράκτησε… ἡ ἀνομία ἐπληθύνθη, ἡ δέ ἀγάπη ἐψύγη κατά τόν λόγον τοῦ Κυρίου…», ὅπως μέ ἔμφαση σημειώνει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, σ᾿ αὐτή λοιπόν τή δύσκολη ἐποχή, ἕνα καί μόνο ἀνάχωμα καί μία μόνη δύναμη, μποροῦσε νά ἀνακόψει τό κύμα τοῦ ἀφελληνισμοῦ καί τοῦ βίαιου ἤ καί ἀθρόου μερικές φορές ἐξισλαμισμοῦ πού συνεχῶς διογκονώταν⋅ μιά δεινή κατάσταση πού γνωρίζουμε ὅτι ἦταν ἀποτελέσματα τῆς μακραίωνης σκλαβιᾶς, τῆς βίας, καί τῆς παντοειδοῦς καταπίεσης τῶν Ρωμηῶν ἀπό τούς ὀθωμανούς κατακτητές. Αὐτό τό ἀνάχωμα καί ἡ δύναμη ἦταν οἱ ἅγιοι Νεομάρτυρες. Αὐτό τό νέφος τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων, μέ τό μαρτυρικό τους τέλος, λειτούργησε ἀφυπνιστικά γιά τούς ταλαιπωρημένους καί τρομοκρατημένους ὑπόδουλους Ἕλληνες, δυνάμωσε τήν πίστη τους καί δημιούργησε πολλά προβλήματα στά τουρκικά σχέδια νά ἀλλοιώσουν τήν ἐθνική συνείδηση τῶν σκλαβωμένων Ἑλλήνων. Οἱ Νεομάρτυρες, ἐκτός ἀπό τήν χάρη καί εὐλογία πρός τούς πιστούς ἀναπτέρωναν καί στήριζαν τίς ἐλπίδες τους. Ἦταν ἡ περίτρανη ἀπόδειξη πώς ὅσο δυνατός καί ἀδυσώπητος καί νά ἦταν ὁ κατακτητής, δέν μποροῦσε μέ καμμία δύναμη νά ὑποδουλώσει τίς ψυχές τῶν ὀρθόδοξων Ρωμιῶν.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΤΑΠΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΦΙΛΙΠΠΩΝ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΘΑΣΟΥ, ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ κου ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ.
19 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2014

https://fdathanasiou.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΙΟΣ ΦΩΤΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Φεβρουαρίου, 2015

ΑΓΙΟΣ ΦΩΤΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ,
ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
Από την Υμνολογία της εορτής του εν Αγίοις Πατρός ημών Φωτίου,
Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Μεγάλου και Ομολογητού.

«τὴν τῆς αἱρέσεως καθεῖλες ἔπαρσιν, διελέγξας προσθήκην τε, τὴν ἐν τῷ Συμβόλῳ»
«Ὅτε ἐπινεύσει θεϊκῇ, μέγας τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας, προεχειρὶσθης Ποιμήν, καὶ τὴν τῆς αἱρέσεως καθεῖλες ἔπαρσιν, διελέγξας προσθήκην τε, τὴν ἐν τῷ Συμβόλῳ, τότε ἡ ὁμήγυρις πιστῶν ἐκρότησε, χεῖρας ἐν χαρᾷ ἐκβοῶσα, δόξα σοι Τριὰς Παναγία, δόξα σοι Τριὰς ἡ Ὁμοούσιος».
«Λαλήσας εἰς ὕψος βλασφημίαν, τῆς Δύσεως δράκων ὁ δεινός, τοῖς λόγοις σου πεφίμωται, φωστὴρ θεοειδέστατε· διὸ καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀξιοχρέως τιμῶμέν σε».
«Φῶς τὸ τριλαμπὲς τῆς ὑπερθέου, Τριάδος ἐν σοὶ σκηνῶσαν φῶς σε δεύτερον, ἔδειξε φωτίζοντα, δῆμον μὲν Ὀρθόδοξον, αἱρετικὴν δὲ φάλαγγα Πάτερ ἀμβλύνοντα, καὶ Κύριον ὑμνεῖτε βοῶντα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».
«Τοῦ ἐπὶ γῆς Ἑωσφόρου, φυσιωθέντος δεινῶς, καὶ θρόνον αὐτοῦ θέντος, ὑπεράνω τῶν ἄστρων, πρῶτος σὺ ζηλώσας ὡς Μιχαήλ, ἀνεβόησας ἔνδοξε· Στῶμεν καλῶς στῶμεν πάντες ἐν ταῖς σεπταῖς, τῶν Πατέρων παραδόσεσι».
«Χαίροις ὁ λαμπρότατος τῆς Χριστοῦ, Ἐκκλησίας μύστης, Ὀρθοδόξων προασπιστής, κακοδόξων μάστιξ, Ἱεραρχίας κλέος, ὁ μέγας θεοφάντωρ, Φώτιε Ἅγιε».
Από το συναξάριο του Αγίου :
«Καὶ οἵους μὲν ἀγῶνας διήνυσεν ὁ τρισόλβιος ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως κατὰ Μανιχαίων καὶ Εἰκονομάχων καὶ ἄλλων αἱρετικῶν, καὶ πρὸ πάντων κατὰ τῆς τότε πρῶτον ἀναφανείσης Παπικῆς αἱρέσεως, ἧς τὸνἀρχηγὸν καὶ τοῦ Λατινικοῦ σχίσματος πατέρα, Νικόλαον τὸν ἀλάστορα Ῥώμης Πάπαν, γραφικαῖς καὶ πατρικαῖς ἀποδείξεσιν ἐξελέγξας, καὶ ἐνδίκως καθελών, τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας συνοδικῶς ἐξωστράκισε, τῷ ἀναθέματι παραπέμψας· οἵους δὲ διωγμοὺς καὶ κινδύνους, οἵας δὲ ἐπιβουλὰς καὶ καταδρομάς, οἵας δὲ καὶ τὰς κακώσεις καὶ τὰς ἀπανθρώπους βασάνους ὑπέστη χριστομιμήτως ὁ καρτερόψυχος θεορρήμων, ὁ στερρὸς καὶ τὴν ψυχὴν ἀδαμάντινος Ἱεράρχης, ὑπὸ τῶν Σχισματικῶν Λατίνων, καὶ τῶν τῆς αἱρέσεως τοΰ Παπισμοῦ θιασωτῶν, ἀνθρώπων κακούργων καὶ ψευδολόγων, ἀνθρώπων παρανόμων, ἀνοσίων καὶ μιαιφόνων, ἡ κατ’ αὐτὸν εἰς πλάτος ἱστορία διέξεισι».
Πρωτοπρεσβύτερος Αναστάσιος Γκοτσόπουλος

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μην πεις ότι απέκτησες αρετή χωρίς πόνο.

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Φεβρουαρίου, 2015

Μην πεις ότι απέκτησες αρετή χωρίς πόνο.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Δώδεκα τρόποι για να μειώσετε τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Φεβρουαρίου, 2015

Υπολογίζεται ότι σήμερα από 8,2 εκατομμύρια άνθρωποι χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους από καρκίνο παγκοσμίως, εκ των οποίων τα 4 εκατομμύρια είναι πρόωροι θάνατοι ατόμων ηλικίας μεταξύ 30 και 69 ετών.
Σύμφωνα με τους ογκολόγους, οι υγιεινές επιλογές είναι το κλειδί για να επιτευχθεί ο στόχος της παγκόσμιας μείωσης των πρόωρων θανάτων από χρόνιες μη μεταδοτικές ασθένειες κατά 25% μέχρι το 2025.

12 τρόποι για να μειώσετε τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου:

1- Μην καπνίζετε. Αποφεύγετε οποιαδήποτε μορφή καπνού.
2- Κάντε το σπίτι σας χώρο ελεύθερο καπνού. Υποστηρίξτε τις πρακτικές απαγόρευσης του καπνίσματος στο χώρο εργασίας σας.
3- Δραστηριοποιηθείτε για να αποκτήσετε και να διατηρήσετε ένα υγιές σωματικό βάρος.
4- Επιδιώξτε να είστε σωματικά δραστήριοι στην καθημερινή ζωή σας. Περιορίστε το χρόνο που περνάτε καθιστοί.
5- Ακολουθείστε μια υγιεινή διατροφή:
• Τρώτε άφθονα δημητριακά ολικής αλέσεως, όσπρια, λαχανικά και φρούτα.
• Περιορίστε τα τρόφιμα με υψηλή θερμιδική αξία (τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη ή λίπος) και αποφεύγετε  τα ποτά με ζάχαρη.
• Αποφύγετε τα επεξεργασμένα κρέατα, περιορίστε το κόκκινο κρέας και τα τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι.
6- Αν πίνετε αλκοόλ οποιουδήποτε τύπου, περιορίστε την κατανάλωση του. Το να μην πίνετε οινοπνευματώδη είναι το καλύτερο για την πρόληψη του καρκίνου.
7- Αποφύγετε την παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο, ειδικά των παιδιών. Προστατευτείτε από τον ήλιο. Μην χρησιμοποιείτε  μεθόδους τεχνητού μαυρίσματος.
8- Στο χώρο εργασίας, προστατεύετε τον εαυτό σας από καρκινογόνες ουσίες, ακολουθώντας τις οδηγίες υγιεινής και ασφάλειας.
9- Μάθετε αν στο σπίτι σας είστε εκτεθειμένοι σε υψηλά επίπεδα ακτινοβολίας από φυσικής προέλευσης ραδόνιο. Αναλάβατε  δράση για να μειώσετε τα υψηλά επίπεδα ραδονίου.
10- Για τις γυναίκες:
•    Ο θηλασμός μειώνει τον κίνδυνο της μητέρας να εμφανίσει καρκίνο. Εάν μπορείτε,  θηλάσετε το μωρό σας.
•    Η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (ΘΟΥ) αυξάνει τον κίνδυνο ορισμένων μορφών καρκίνου. Περιορίστε τη χρήση της ΘΟΥ.
11- Βεβαιωθείτε ότι τα παιδιά σας συμμετέχουν στα προγράμματα εμβολιασμού για:
•    την ηπατίτιδα Β (για τα νεογνά)
•    τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (για τα κορίτσια).
12- Πάρτε μέρος σε οργανωμένα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου του καρκίνου για τον :
•    καρκίνο του παχέος εντέρου (άνδρες και γυναίκες)
•    τον καρκίνο του μαστού (γυναίκες)
•    τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας(γυναίκες).
Πηγή: Ελληνική Αντικαρκινική Εταιρεία

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πρέπει να τελειώσουν τα παιχνίδια με το μάθημα των Θρησκευτικών

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Φεβρουαρίου, 2015

Θρησκευτικά: Πρέπει να τελειώσουν τα παιχνίδια

Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων

Λίγες ώρες πριν αναλάβει την ευθύνη για τη Δημοτική και Μέση Εκπάιδευση ο αναπληρωτής Υπουργός Τάσος Κουράκης, ο απερχόμενος Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Ανδρέας Λοβέρδος προέβη – επιτέλους- στη σωστή ρύθμιση για τις απαλλαγές από το μάθημα των Θρησκευτικών. Ουσιαστικά εφήρμοσε την απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, με την οποία ορίζεται ότι δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα έχουν μόνον οι αλλόθρησκοι (πχ Μουσουλμάνοι) και οι ετερόδοξοι (πχ Προτεστάντες) μαθητές και σαφώς όχι οι Ορθόδοξοι. Δίδεται έτσι μία λύση στο πρόβλημα, το οποίο δημιούργησε η σύσταση του 2007 του τότε Συνηγόρου του Πολίτη Γ. Καμίνη και την οποία το Δικαστήριο έκρινε παράνομη με βάση το Σύνταγμα και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Το ερώτημα είναι αν ο κ. Κουράκης θα σεβασθεί την εγκύκλιο Λοβέρδου άρα και τη δικαστική απόφαση ή θα επαναφέρει τη σύγχυση, δίδοντας στον καθένα το δικαίωμα απαλλαγής.

Η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου είναι τελεσίδικη, διότι εξεδόθη κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αποτελεί νίκη των Θεολόγων των Χανίων, οι οποίοι είχαν προσφύγει και γενικότερα της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων, η οποία σήμερα υπό νέα και μαχητική Διοίκηση δίνει τη μαρτυρία της υπέρ ενός ελληνορθοδόξου σχολείου προσαρμοσμένου στις σύγχρονες ανάγκες. Η εν λόγω απόφαση δεν μένει μόνον στο ζήτημα των απαλλαγών, αλλά υπεισέρχεται και στην ουσία του θέματος, δηλαδή στο περιεχόμενο του μαθήματος. Ορίζει, λοιπόν, ρητά και κατηγορηματικά ότι: Η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι υποχρεωτική καθώς και η παρακολούθησή του από τους μαθητές, οι οποίοι ανήκουν στην «κατ’ Ανατολάς Ορθόδοξον Εκκλησίαν» για την ανάπτυξη της θρησκευτικής τους συνειδήσεως. Γίνεται, δηλαδή, άμεση αναφορά στο άρθρο 16, παρ. 2 του Συντάγματος περί των σκοπών της Παιδείας και έτσι το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι είναι συνταγματική επιταγή η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ορθοδόξων μαθητών, προεχόντως δε, κατά τη χριστιανική διδασκαλία.

Τη διατύπωση του Δικαστηρίου περί Ορθοδόξου Χριστιανικού περιεχομένου του μαθήματος την θεωρώ εξίσου ή και περισσότερο σημαντική από τη ρύθμιση των απαλλαγών. Διότι στην κοινωνία μας και ειδικά στον χώρο της Παιδείας διεξάγεται έντονος διάλογος μεταξύ διαφορετικών απόψεων περί του μαθήματος. Συγκεκριμένα.

Η Πανελλήνιος Ένωσις Θεολόγων και η πλειοψηφία των διδασκόντων Θεολόγων τάσσεται υπέρ του ομολογιακού μαθήμτος, δηλαδή με Ορθόδοξο Χριστιανικό περιεχόμενο. Επικαλούνται το Σύνταγμα, την ελληνορθόδοξη παράδοση του λαού μας, τις δικαστικές αποφάσεις όπως την προαναφερθείσα, την ευρωπαϊκή πρακτική και κυρίως τους παιδαγωγικούς λόγους. Το  μάθημα των Θρησκευτικών είναι το μόνο που έχει απομείνει με ηθοπλαστικό περιεχόμενο. Από αυτό τα παιδιά μας θα πάρουν πρότυπα και τα πρότυπα αυτά δεν μπορούν να είναι άλλα από τον Χριστό, τους Αγίους, τους Πατέρες και τη διδασκαλία τους.

Μία άλλη άποψη είναι αυτή του Πιλοτικού Προγράμματος για το μάθημα, την οποία υποστηρίζει μία μικρή ομάδα Θεολόγων. Στην προσπάθειά τους να περιορίσουν τις απαλλαγές προτείνουν ένα πολυθρησκευτικό μάθημα, το οποίο τελικά θα μπερδεύει τα παιδιά με λίγη δόση Ορθοδοξίας, Καθολικισμού, Ισλάμ, Βουδισμού κλπ. Αποτέλεσμα η πλήρης έλλειψη προτύπων και η αποκοπή από την ελληνορθόδοξη ταυτότητά μας.

Μία τρίτη άποψη είναι αυτή που υποστηρίζεται στις επίσημες θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την Παιδεία, δηλαδή η εισαγωγή Θρησκειολογικού μαθήματος με ξερές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις. Η πρόταση αυτή συγκρούεται με το Σύνταγμα και με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες τα Θρησκευτικά έχουν ομολογιακό περιεχόμενο και βασίζονται στην επικρατούσα θρησκεία. Τώρα που τα πρώην κομμουνιστικά κράτη επαναφέρουν τα Ορθόδοξα Θρησκευτικά, εμείς θα τα καταργήσουμε για να ικανοποιηθούν ορισμένοι ψευδοπροοδευτικοί;

Στην εποχή της οικονομικής και πνευματικής κρίσης τα Ελληνόπουλα χρειάζονται την Ορθόδοξη Χριστιανική αγωγή. 

Δημοκρατία,03/02/2015

http://aktines.blogspot.gr/2015/02/blog-post_27.html

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σχέση πίστεως και αναζήτησης σημείων (Χρυσόστομος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Φεβρουαρίου, 2015

Απόσπασμα από την ΚΔ’ (24) ομιλία του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, ΕΠΕ 13, σελ. 373-377. Ο ιερός Χρυσόστομος εξετάζει το θέμα της πίστης και της αναζήτησης σημείων, βάζοντας τα πράγματα στην θέση τους. Να σημειώσουμε εδώ, ότι ο ιερός Πατέρας δεν αναφέρεται γενικά στα σημεία, αλλά στην αναζήτηση αυτών προκειμένου να πιστέψει κάποιος. Το σημείο έχει και αυτό την θέση του στην Χριστιανική πίστη, είτε ως αρχή αφορμής για να οδηγηθεί κανείς στην διδασκαλία, είτε ως επισφράγισμα της πίστεως (χωρίς αυτό να είναι απόλυτο). Αυτό όμως που προέχει είναι η πίστη που είναι «εξ ακοής» (Ρωμαίους 10:17) και όχι «εκ της οράσεως».

«Ως δε ην εν τοις Ιεροσολύμοις εν τω Πάσχα εν τη εορτή, πολλοί επίστευασαν εις αυτόν»(Ιωάννης, 2:23).

Από τους τότε ανθρώπους άλλοι μεν επέμεναν στην πλάνη, άλλοι παραδέχονταν την αλήθεια, αλλά και μερικοί από αυτούς επειδή μόνο λίγο κατείχαν αυτήν, πάλι εξέπιπταν από αυτήν. Αυτούς υπαινισσόμενος ο Χριστός, τους συνέκρινε με σπόρους, οι οποίοι δεν βρίσκονται στο βάθος, αλλά ριζοβολούν πάνω από την επιφάνια του εδάφους και οι οποίοι, είπε, θα καταστραφούν ταχέως. Αυτούς υπενθυμίζει επίσης ο Ευαγγελιστής εδώ όταν λέγει:  «Ως ην εν τοις Ιεροσολύμοις εν τω Πάσχα εν τη εορτή, πολλοί επίστευσαν εις αυτόν, θεωρούντες αυτού τα σημεία, α εποίει. Αυτός δε ο Ιησούς ουκ επίστευεν εαυτόν αυτοίς»Σταθερότεροι ήσαν εκείνοι οι μαθητές του, οι οποίοι παρακινήθηκαν να προσέλθουν όχι μόνο από τα θαύματα, αλλά και από την διδασκαλία. Διότι τους μεν αφελέστερους προσέλκυαν τα θαύματα, τους λογικότερους οι προφητείες και η διδασκαλία. Όσοι λοιπόν δελεάστηκαν από την διδασκαλία, αυτοί ήσαν σταθερότεροι από εκείνους, οι οποίοι ακολούθησαν ένεκα θαυμάτων. Αυτούς μακάριζε και ο Χριστός λέγων: «Μακάριοι οι μη ιδόντες, και πιστεύσαντες» (Ιωάννης 20:29). Αλλά ότι αυτοί δεν ήσαν αληθινοί μαθητές, αποδεικνύει και αυτό που πρόσθεσε. Διότι λέγει ο Ευαγγελιστής, «Αυτός ο Ιησούς ουκ επίστευεν εαυτόν αυτοίς». Γιατί; «Δια το γινώσκειν πάντα, και ότι ου χρείαν είχεν, ίνα τις μαρτυρήση περί του ανθρώπου· αυτός γαρ εγίνωσκε τι ην εν τω ανθρώπω». Και αυτό που λέει, σημαίνει τούτο: Δεν πρόσεχε εις τα εξωτερικά λόγια, διότι διείσδυε σε αυτές τις καρδιές και εισχωρούσε στην διάνοια και μολονότι γνώριζε καλώς τον πρόσκαιρο ζήλο τους, δεν θεωρούσε αυτούς ως τέλειους μαθητές και δεν εμπιστεύονταν σε αυτούς όλα τα δόγματα, διότι δεν πίστευαν ακόμα με βεβαιότητα. Αλλά η γνώση εκείνων, τα οποία βρίσκονται στην καρδιά των ανθρώπων είναι έργο μόνο του Θεού, ο οποίος έπλασε τις καρδιές. «Συ επίστασαι καρδίας μονώτατος» (Γ’ Βασιλειών, 8:39). Δεν είχε λοιπόν ανάγκη μαρτύρων, για να γνωρίσει την διάνοια των δικών του πλασμάτων. Για αυτό δεν είχε εμπιστοσύνη στην πρόσκαιρη πίστη τους. Διότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, ενώ δεν γνωρίζουν τίποτε ούτε από τα παρόντα, ούτε από τα μέλλοντα, τα λέγουν και τα παραδίδουν όλα χωρίς φόβο σε εκείνους που τους πλησιάζουν με δόλο και που πρόκειται μετ’ ολίγον να απομακρυνθούν. Αλλά ο Χριστός δεν έκανε έτσι. Διότι γνώριζε σαφώς όλα τα απόρρητά τους. Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν και σήμερα πολλοί, οι οποίοι έχουν όνομα πιστού, αλλά είναι ευμετάβλητοι στην πίστη και ασταθείς. Για αυτό ο Χριστός ούτε τώρα εμπιστεύεται τον εαυτό του, αλλά αποκρύπτει τα περισσότερα. Όπως ακριβώς εμείς έχουμε εμπιστοσύνη όχι στους απλά φίλους, αλλά στους γνήσιους έχουμε θάρρος, έτσι και ο Θεός. Άκουσε λοιπόν τι λέει ο Χριστός στους μαθητές του. «Ουκ έτι υμάς λέγω δούλους· υμείς γαρ φίλοι μου εστέ». Από πού και γιατί; «Ότι πάντα, όσα ήκουσα παρά του Πατρός, απεκάλυψα υμίν» (Ιωάννης, 15:14). Για αυτό δεν έδινε τα σημεία στους Ιουδαίους που τα ζητούσαν, διότι τα ζητούσαν για να τον δοκιμάσουν. Επομένως, το να ζητά κανείς σημεία είναι ίδιον αυτών που θέλουν να δοκιμάσουν και τότε και τώρα. Διότι και τώρα υπάρχουν αυτοί που τα ζητούν και λέγουν: Γιατί δεν γίνονται και σήμερα σημεία; Διότι, αν είσαι πιστός, όπως πρέπει να είσαι, και αν αγαπάς τον Χριστό, όπως πρέπει να τον αγαπάς, δεν έχεις ανάγκη από σημεία. Γιατί αυτά δίδονται στους απίστους. Γιατί, θα ρωτήσεις, δεν δόθηκαν στους Ιουδαίους; Βεβαίως δόθηκαν. Εάν όμως ενίοτε δεν τα έλαβαν, όταν τα ζητούσαν, αυτό συνέβη, επειδή τα ζητούσαν όχι για να απαλλαγούν από την απιστία, αλλά για να επιβεβαιώσουν την πονηρία.

exprotestant

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ΛΟΥΚΑ (ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ) – Η ΔΙΚΑΙΩΣΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Φεβρουαρίου, 2015

Σκοπός της ζωής των ανθρώπων είναι η δικαίωση, η καταξίωση. Ο καθένας από εμάς, όταν θέτει έναν στόχο, βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο, όπως επίσης και όταν βλέπει τη ζωή του, τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους, την εργασία του, την αποστολή του, αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπιστεί τον εαυτό του και το όραμά του, την προσπάθειά του, τις επιλογές του ενώπιον των άλλων. Η απόρριψή του από αυτούς θεωρείται πλήγμα για την αξιοπρέπειά του. Η απόρριψή του εκ του αποτελέσματος, δηλαδή η αποτυχία στην εκπλήρωση των στόχων, προκαλεί λύπη. Εύκολα ο άνθρωπος επιρρίπτει τις ευθύνες στους άλλους και στις περιστάσεις της ζωής που δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν και να συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων του. Δύσκολα ο άνθρωπος κρίνει τον εαυτό του για να διαπιστώσει τι έφταιξε από δικής του πλευράς. Μόνο όμως η γνήσια αυτοκριτική, η οποία έχει να κάνει με αυτό που ονομάζουμε «ταπείνωση», αποτελεί την βάση όχι για την δικαίωση του ανθρώπου, αλλά για την επανεκτίμηση των στόχων που θέτει, της συμπεριφοράς του έναντι των άλλων, του αν εργάστηκε όσο χρειαζόταν για την δικαίωσή του. Κυρίως όμως η ταπείνωση βοηθά τον άνθρωπο, ακόμη κι αν έκανε αυτό που μπορούσε, να παραδεχτεί ότι υπάρχει μία άλλη δύναμη, ένα άλλο σχέδιο, μία άλλη πρόνοια στη ζωή που επιτρέπει ή όχι την επίτευξη των όσων ο άνθρωπος επιδιώκει.
Αν αυτά ισχύουν για την ανθρώπινη ζωή, εξίσου ισχύουν και για την πνευματική ζωή. Αυτήν που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέτουμε ως προτεραιότητα της ύπαρξής μας. Τον αγώνα μας δηλαδή εναντίον του κακού στις ποικίλες μορφές του. Τον αγώνα για την βίωση της αρετής. Τον αγώνα που πηγάζει από την σχέση μας με το Θεό, την εμπιστοσύνη μας σ’ Αυτόν και στις εντολές Του. Την επιθυμία να μην είναι ο εαυτός μας μόνο η έγνοιά μας, αλλά και η αγάπη για τους άλλους που καταξιώνει αληθινά τη ζωή μας. Και στην πνευματική ζωή υπάρχει η ανάγκη για δικαίωση. Για σωτηρία. Για μετοχή στη Βασιλεία του Θεού. Για ένα σημάδι της αγάπης του Θεού, για την παρουσία Του στις καρδιές και τη ζωή μας. Και δεν είναι εγωιστικό αυτό. Είναι η ανάγκη της ατελούς φύσης μας να λάβει Πνεύμα, για να μεταμορφωθεί και να οικειωθεί την χαρά της αιωνιότητας.
Αυτή η ανάγκη για δικαίωση διαφαίνεται ιδιαίτερα στην παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου, με την οποία η Εκκλησία μας εισάγει στην πιο κατανυκτική λειτουργική περίοδο του χρόνου, που είναι το Τριώδιο. Οι δύο ανθρώπινοι τύποι πηγαίνουν στο ναό, για να ανοίξουν την καρδιά τους στο Θεό. Ο ένας έχει κάθε λόγο να αισθάνεται δικαιωμένος για την ζωή την οποία έχει επιλέξει. Τηρεί επ’ ακριβώς τις εντολές του Θεού. Δεν είναι όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι που είναι παραδομένοι στην αποστασία από το θείο θέλημα. Κυρίως, δεν είναι όπως ο τελώνης, η προσωποποίηση της αμαρτωλότητας. Δεν είναι μόνο γενική η κρίση του Φαρισαίου, αλλά και ειδική. Έχει μέτρο σύγκρισης τόσο την ζωή του κόσμου, όσο και την ζωή συγκεκριμένων συνανθρώπων του που βρίσκονται μαζί του στο ναό. Από την άλλη, ο τελώνης δεν βρίσκει κανένα επιχείρημα που να τον κάνει να αισθάνεται δικαιωμένος έναντι του Θεού. Προφανώς αποδέχεται πλήρως τα όσα ο Φαρισαίος του καταμαρτυρεί. Και εξετάζοντας τον εαυτό του μόνο η κραυγή  «ο  Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (Λουκ. 18, 13) μπορεί να εξέλθει από το στόμα του. Και θα χτυπήσει το στήθος του, ως ένδειξη πένθους για τη ζωή του.
Ένας άνθρωπος που αισθάνεται κατά πάντα δικαιωμένος. Και ένας άνθρωπος που αισθάνεται να μην έχει τίποτε να παρουσιάσει στο Θεό, τίποτε που να δίνει στο Θεό μία μικρή αφορμή  ευσπλαχνίας για το πρόσωπό του. Και όμως, ο λόγος του Χριστού είναι ξεκάθαρος. «Κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον  αυτού ή γαρ εκείνος» (Λουκ. 18, 14). Ο τελώνης έφυγε για το σπίτι του αθώος και συμφιλιωμένος με το Θεό, ενώ ο Φαρισαίος όχι. Η ταπείνωση δικαιώνει. Η επίγνωση ότι δεν είναι τελικά τα έργα μας που μας σώζουν, αλλά η μετάνοια, η ανάθεση της ζωής μας στο έλεος του Θεού, η αποφυγή της κατάκρισης εις βάρος των άλλων, που εκφράζονται με το να στεκόμαστε στην άκρη, με το να κοιτούμε χαμηλά και όχι με αυθάδεια προς τα πάνω και η παράθεση του εαυτού μας στα χέρια του Θεού.
Τελικά δεν χρειάζεται να αγωνιούμε για την δικαίωσή μας, μας λέει ο Χριστός. Χρειάζεται να βλέπουμε τα λάθη και τα πάθη μας, όχι για να απελπιζόμαστε, αλλά για να καταφεύγουμε στο ναό του Θεού, στον τρόπο της Εκκλησίας και εν τη ταπεινώσει μας ο Κύριος θα μας θυμηθεί. Δύσκολος ο δρόμος αυτός, διότι σκοντάφτει στην επιθυμία του εγώ μας να βρει αποδοχή. Ο Θεός δίδει την δικαίωση, μας λέει ο Χριστός. Ας μην την επιδιώκουμε από τους ανθρώπους, ό,τι κι αν κάνουμε. Ας έχουμε επίγνωση της ζωής, της αμαρτωλότητας, της απομάκρυνσής μας από τις εντολές του Θεού και ας επιζητούμε το έλεός Του. Κι ας έρχεται αυτή η στάση σε ρήξη με την αγωνία μας να αποδείξουμε στον εαυτό μας και στους άλλους ότι αξίζουμε. Ο Θεός μας γνωρίζει. Οι άλλοι, επειδή έχουν και οι ίδιοι αυτό το σαράκι της αυτοδικαίωσης, ακόμη κι αν μας αναγνωρίσουν, στην ουσία θα μας έχουν δεύτερους σε σχέση με τον εαυτό τους. Η αναγνώριση θα είναι στα λόγια. Ενίοτε γεννά ζήλεια, μίσος, φθόνο. Κάποτε μπορεί να γεννά αγάπη και θαυμασμό. Είναι όμως ευμετάβολη κατάσταση. Από το «Ωσαννά» περνά στο «σταύρωσον». Διότι όταν περιμένουμε την δικαίωση από τους ανθρώπους, θα αγωνιζόμαστε για να αρέσουμε σε εκείνους και αυτός ο δρόμος οδηγεί στην πνευματική κατάρρευση της υπερηφάνειας. Αλλά και ενώπιον του Θεού δεν μπορούμε να καυχηθούμε ότι δικαιωνόμαστε. Το πλήθος των αμαρτιών μας δεν το επιτρέπει. Ας επιλέξουμε την οδό της ταπείνωσης και Εκείνος θα μας δώσει και την άφεση και την τελική δικαίωση του ελέους Του, που είναι ο φωτισμός και η χαρά από την παρουσία του Πνεύματος στη ζωή μας. Αυτή που πηγάζει από την βίωση των λόγων Του: «ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 18, 14). Και ας πηγαίνουμε κόντρα στο ρεύμα της εποχής και των πολλών.
Κέρκυρα, 1 Φεβρουαρίου 2015      
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἡ κοινωνία τῆς ἐρήμου καί ἡ ἐρημία τῶν πόλεων

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Ιανουαρίου, 2015

μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου

Βρισκόμαστε, ἀγαπητοί μου, στήν ἐποχή πού προφήτευσε ὁ ἅγιος, πώς ὁ ἄνθρωπος θά κάνει ἡμέρες δρόμο γιά νά βρεῖ ἕναν ἄνθρωπο καί σάν τόν συναντήσει θά τόν ἀσπάζεται ὡς ἀδελφό του. Τοῦτο παράδοξα συμβαίνει προτοῦ πραγματοποιηθεῖ ἀκριβῶς, ὅπως τό λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὕστερα ἀπό ἕναν, ἄς ποῦμε, ἐπερχόμενο τρίτο παγκόσμιο πόλεμο.

Μόνος ὁ σημερινός ἄνθρωπος ἄγχεται, ἀγωνιᾶ, πάσχει, ταλαιπωρεῖται καί ταλαιπωρεῖ. Γιατί; Μιά κάποια ἀπάντηση θά προσπαθήσει νά δώσει ἡ παροῦσα ὁμιλία μεταφέροντας τό ἄρωμα τῆς κοινωνίας τῆς ἐρήμου στήν ἐρημία τῶν συγχρόνων μεγαλουπόλεων.
 Μοναξιά εἶναι ἡ ἀδυναμία ἐπαφῆς καί ἐπικοινωνίας. Ἡ ἀνικανότητα νά δημιουργηθεῖ καί νά ὑπάρξει δεσμός, σχέση μέ τούς ἄλλους. Ὁ σύγχρονος πολιτισμός καί οἱ δομές τῆς σημερινῆς κοινωνίας, τά τηλεκατευθυνόμενα ἀπό τήν προπαγάνδα μέσα ἐπικοινωνίας, ἀκόμη καί τά παιχνίδια τῶν παιδιῶν, ὁδηγοῦν στήν κοινωνική ἀλλοτρίωση στήν πολιτική ἀποξένωση στήν ἀτομική ἀπομόνωση, καθώς ἀναφέρει σύγχρονος μελετητής (Δασκαλάκης Γ.Δ.). Ὁ ἄνθρωπος ἔτσι, ἀπό νωρίς ἀρχίζει νά διακατέχεται ἀπό αἴσθημα βαρειᾶς ἀδυναμίας καί ὀκνηρίας, νά χάνει τό νόημα τῆς ζωῆς καί τόν σκοπό της, νά ζεῖ δίχως ἰδανικά καί κανόνες, συνεχῶς νά ὑποπτεύεται καί ν’ ἀμφιβάλλει.

Μόνος καί ἀνασφαλής, ἀνήσυχος καί ἀκατάστατος, ἰδιαίτερα ὁ σημερινός νέος, προσπαθεῖ ν’ ἁπλώσει γέφυρες, νά ὑψώσει σημεῖα, νά φωνάξει. Δίχως ὁδηγό ἤ μέ κακούς ὁδηγούς ἀπογοητεύεται σύντομα καί γίνεται σκληρός κι ἐπιθετικός, πιόνι ἐκμεταλλευτῶν πολιτικῶν ἤ ἀρχομανῶν ἀναρχικῶν. Κι ὁ πόθος γιά ἐλευθερία γίνεται ὁ πικρός θάνατος τῆς ἐλευθερίας του. Συμβιβαζόμενοι οἱ νέοι, αὐτοί πού ἔλεγαν πώς ποτέ καί μέ κανένα δέν θά συμβιβαστοῦν, καταφεύγουν σ’ ἐξεγέρσεις καί καταλήψεις, γίνονται ἐπαναστάτες στήν προσπάθειά τους ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπό τό βάρος τῆς μοναξιᾶς τους, δίχως νά ἐννοοῦν πώς ὑποδουλώνονται τώρα βαρύτερα. Δυστυχῶς ὅλα τοῦτα συμβαίνουν κι ἐκεῖ πού ποτέ δέν θά τό περίμενες σέ νέους μέ καλή μόρφωση, σπάνια εὐφυΐα, δύναμη καί ταλέντο. Ἀνικανοποίητος ὁ νέος αὐτός ἀπό τήν ὑλική εὐδαιμονία καί τή συχνή ὑποκρισία τῶν μεγαλυτέρων του, ἀγωνίζεται γιά μιά ἁπλότητα στή ζωή, γιά μιά ποιότητα γιά ἕνα ἀνώτερο ὕφος, μά δέν βάζει τό νερό στό αὐλάκι πού πρέπει.

Ἡ τέχνη συνήθως κάνει τήν ἐμφάνισή της μ’ ἔνδυμα λίαν ἀπομονωτικό κι ἀντί νά φωτίζει καί ν’ ἀνοίγει παράθυρα πρός τούς ἄλλους καί τόν οὐρανό σέ κλείνει καί σέ σκοτίζει περισσότερο. Ὁ ἀπομονωμένος ἄνθρωπος δέν θ’ ἀργήσει νά παραμιλᾶ, νά μιλᾶ μέ τ’ ἄλογα ζῶα, τίς σκιές, τούς νεκρούς. Εἶναι πιά βαρειά κι ἀνίατα ἀσθενής. Ἡ μελαγχολία, ἡ κοσμοφοβία, ἡ καχυποψία ἔφεραν τήν ψυχοπάθεια. Ἕνας ἀπό τούς ἐπιτυχέστερους χαρακτηρισμούς τοῦ αἰώνα μας εἶναι, ὡς ὁ αἰώνας τῶν ψυχιάτρων. Σύμφωνα μέ περσινή στατιστική τοῦ Παγκοσμίου Ὀργανισμοῦ Ὑγείας περισσότερα ἀπό 400 ἑκατομμύρια ἄτομα στόν κόσμο πάσχουν ἀπό κατάθλιψη. Ἀπό αὐτά περίπου 400.000 κάθε χρόνο αὐτοκτονοῦν. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι ἡ στατιστική ἀφορᾶ τίς λεγόμενες προηγμένες χῶρες! Ὁ ἄνθρωπος μόνος κι ἔρημος μαστίζεται ἀδυσώπητα ἀπό τόν ἐγωϊσμό καί τήν ὑπερηφάνεια, πού εἶναι οἱ φυσικοί γονεῖς τῆς μοναξιᾶς του.

Ἄν αὐτοί εἶναι οἱ γονεῖς τῆς μοναξιᾶς τότε ἡ ἀληθινή ταπείνωση, παρά τήν ὅποια κακομεταχείριση καί φθορά τῆς λέξεως ἀπό τούς ταπεινόλογους, εἶναι τό κλίμα πού δέν τήν ἀφήνει νά εὐδοκιμήσει. Ἰδού πώς λαλεῖ ἡ καλή μητέρα, ἡ ἄριστη φιλόσοφος καί θεολόγος ἔρημος περί τῆς φονεύτριας τῆς μοναξιᾶς, τῆς ἁγίας ταπεινώσεως καί τῶν κεκοσμημένων γνησίων τέκνων της.

Ὁ ταπεινός ἄνθρωπος, κατά τόν ἀββᾶ Ποιμένα, εἶναι ἀναπαυμένος σ’ ὅποιον τόπο κι ἄν καθίσει. Αὐτός πού μικραίνει τόν ἑαυτό του σέ ὅλα, θά ὑψωθεῖ πάνω ἀπ’ ὅλους, λέει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ. Καί συνεχίζει ἡ γλυκεία καί διακριτική γλώσσα του. Μίσησε τήν τιμή, γιά νά τιμηθεῖς. Ἐκεῖνος πού τρέχει πίσω ἀπό τήν τιμή, φεύγει ἡ τιμή ἀπό μπροστά του. Ἄν καταφρονεῖς ὑποκριτικά τόν ἑαυτό σου γιά νά ταπεινωθεῖς, θά σέ φανερώσει ὁ Θεός.

Στό Γεροντικό ἀναφέρεται πώς ταπεινόφρων δέν εἶναι αὐτός πού αὐτοεξευτελίζεται καί ταπεινολογεῖ, ἀλλά ἐκεῖνος πού ὑπομένει μέ χαρά τίς ἀτιμίες πού προέρχονται ἀπό τόν πλησίον. Καί σέ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρεται πώς ἐκεῖνον πού τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι περισσότερο ἀπ’ ὅσο ἀξίζει ζημιώνεται, ἐκεῖνος ὅμως, πού δέν τόν τιμοῦν καθόλου οἱ ἄνθρωποι, θά δοξαστεῖ στούς οὐρανούς ἀπό τόν Θεό. Ὁ ἀββᾶς Ποιμήν συμβουλεύει: Ἡ ὁποιαδήποτε στενοχώρια, πού θά σοῦ συμβεῖ, θά νικηθεῖ μέ τή σιωπή. Μαζί του συμφωνεῖ κι ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας. Μέχρις ὅτου ἠρεμήσει ἡ καρδιά σου μέ τήν προσευχή, μήν κάνεις καμιά ἐξήγηση μέ τόν ἀδελφό σου. Μελετώντας τίς γραφές τῶν ἁγίων πατέρων τῆς ἐρήμου παρατηρεῖ εὔκολα κανείς μιά σύμπνοια, μιά εὐγένεια, μιά ἀνθρωπιά, μιά κατανόηση, μιά σοφία. Στάλες ἁγιοπνευματικές ὅπου ἄνθισαν στήν ἀπρόσιτη ἄνυδρη ἔρημο, ὕστερα ἀπό ἀγῶνες μακρούς κι ἔδωσαν ἄνθη πού εὐωδίασαν κοινωνίες ἀνθρώπων ἀπόλυτα δοσμένων στόν Θεό κι εὐωδιάζουν ἀκόμη τίς ψυχές πού πράγματι διψοῦν.

Ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας, ὁ μέγας νοῦς, σημειώνει μέ ἰδιαίτερη χάρη καί λεπτότητα: Αὐτός πού ταπεινώνεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καθίσταται ἱκανός νά ὑπομένει κάθε προσβολή. Ὁ ταπεινός δέν ἐνδιαφέρεται τί λένε οἱ ἄλλοι γι’ αὐτόν. Ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ὑποφέρει γιά τόν Θεό, αὐτός εἶναι ἄξιος ν’ ἀποκτήσει τήν εἰρήνη.

Ὁ ἀββᾶς Μᾶρκος, στό μεγάλο κι ἐνδιαφέρον αὐτό κεφάλαιο τῶν σχέσεών μας μέ τόν ἑαυτό μας καί μέ τούς ἄλλους, πού καθημερινῶς σκουντουφλᾶμε, προχωρεῖ καί σημειώνει χαρακτηριστικά: Ὅταν ἀντιληφθεῖς μέσα σου τή σκέψη νά σοῦ ὑπαγορεύει ἀνθρώπινη δόξα, νά γνωρίζεις καλά πώς ἡ σκέψη αὐτή σοῦ ἑτοιμάζει ντροπή. Κι ἄν δεῖς κάποιον νά σ’ ἐπαινεῖ ὑποκριτικά, νά περιμένεις τήν ἴδια στιγμή καί τήν κατηγορία ἀπό μέρους του. Καί συνεχίζει μέ τόλμη χειρούργου ὁ ψυχοανατόμος ἀββᾶς: Ὅταν δεῖς κάποιον νά κλαίει γιά τίς πολλές προσβολές πού τοῦ ἔγιναν, νά γνωρίζεις πώς ἐπειδή κυριεύθηκε ἀπό λογισμό κενοδοξίας, θερίζει χωρίς νά τό αἰσθάνεται τούς καρπούς τῶν κακῶν τῆς καρδιᾶς του. Ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἡδονή, λυπᾶται γιά τίς κατηγορίες καί τήν κακομεταχείριση, ἀντίθετα ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό λυπᾶται γιά τούς ἐπαίνους καί τίς λοιπές πλεονεξίες. Ἡ ταπείνωσή μας κρίνεται ἀπό τή συκοφαντία. Μή νομίσεις πώς ἔχεις ταπείνωση, τονίζει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ, ὅταν δέν ἀνέχεσαι τήν παραμικρή κατηγορία. Ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς προχωρεῖ πιό ψηλά: Αὐτόν πού σ’ ἐνέπαιξε ἤ σέ στενοχώρησε ἤ σέ ζημίωσε ἤ ὁτιδήποτε κακό σοῦ ἔκανε, νά τόν θυμηθεῖς ὡς ἰατρό σου. Ὁ Χριστός τόν ἔστειλε γιά νά σέ θεραπεύσει, μή λοιπόν τόν θυμᾶσαι μέ θυμό. Κι ὁ Εὐάγριος εὐεργέτες του θεωροῦσε τούς κακολόγους του.

Ἔχουν μεγάλη σημασία τά παραπάνω ἀναφερόμενα ἀπό τούς θεόσοφους αὐτούς ἰατρούς τῆς ἐρήμου στό θέμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ. Τό νά πεῖ κανείς πώς αὐτά ἀναφέρονται ἀπό μοναχούς καί μόνο γιά μοναχούς, τό λιγότερο εἶναι ἀρκετά ἐπιπόλαιος. Γιατί, ὅπως πολύ καλά ἀντιλαμβάνεσθε καί παρατηρεῖτε, ἀποτέλεσμα ἀταπείνωτου φρονήματος, ἀποτυχημένων ἤ λαθεμένων διαπροσωπικῶν σχέσεων, ἀνικανοποίητων ἐγωϊσμῶν, ἀνενέργητων φιλοδοξιῶν, κενοδοξίας, καυχησιολογίας, ἐπαινοθηρίας, φιλαυτίας κι ἐπιθυμίας δικαιώσεως καί διαφημίσεως εἶναι ἡ ἐπιδημία τῆς μοναξιᾶς.

Βεβαίως ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη μοναξιά. Μά αὐτή δέν εἶναι καθόλου ἀρρωστημένη. Εἶναι ὁ φυσικός χωρισμός τῶν μοναχῶν ἀπό τόν κόσμο. Δίχως νά ἔχουν διόλου μίσος γιά τούς ἀνθρώπους, νά ἔχουν ἀπαιτήσεις ἀπό τούς ἄλλους. Ἡ μοναξιά τους εἶναι δημιουργική. Ὄχι πώς δέν τούς ἐνδιαφέρουν οἱ ἄλλοι πώς εἶναι ἀνώτεροί τους αὐτοί, δέν ἔχουν κανένα κοινό σημεῖο. Μά θά ἐπανέλθουμε στό σημεῖο αὐτό.

Εἶναι δυνατή ἡ μοναξιά ν’ ἀρρωστήσει καί νά ἐξουθενώσει τόν ἄνθρωπο. Μά ἡ ἀγάπη εἶναι πιό κραταιή, νά γιάνει καί ν’ ἀναστήσει τόν κόσμο ὅλο. Ἡ ἀκατανίκητη ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιά ἐπικοινωνία πρέπει νά διοχετευθεῖ σωστά. Πρῶτα-πρῶτα πρέπει νά πιάσουμε κάποτε κουβέντα μέ αὐτόν τόν ἄγνωστο ἑαυτό μας. Κουβέντα εἰλικρινῆ, τίμια, θαρρετή. Νά βροῦμε στά βάθη μας τήν κριμένη ἀθωότητα τῶν παιδικῶν μας χρόνων. Κουβέντα πρόσωπο πρός πρόσωπο, δίχως προσωπεῖο, μέ τόν ἕνα, μόνο, ἀληθινό, ζωντανό φίλο, Πατέρα Θεό. Κουβέντα μέ τούς ἄλλους, τούς ὅποιους, τούς χειρότερους, τούς καλύτερους, τούς πλησίον, τούς μακράν, τούς ἀδελφούς μας ἐν Κυρίῳ. Ἔτσι διαλύονται οἱ ἱστοί τῆς μοναξιᾶς, φωτίζονται τ’ ἄδυτα κι ἀνήλια ὑπόγεια τῶν καρδιῶν, σπάει τό καβούκι τοῦ ἐγώ, χαίρεται ὁ ἄνθρωπος, ἐλευθερώνεται, ζωογονεῖται, ἀναπνέει, ζεῖ, ἀρνεῖται τή μοναξιά τοῦ ἄθλιου ἐγωϊσμοῦ. Ἀλήθεια μέ πόσα λίγα κι ἁπλά μέσα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ζεσταθεῖ, νά ξαναενωθεῖ μέ ὅλο τόν κόσμο. Δέν χρειάζεται νά ψάξει κανείς πολύ γιά νά ξαναβρεῖ τήν ἐλπίδα, τήν ἀνάταση, τ’ ἀνείπωτα πανηγύρια τῆς καρδιᾶς, τίς ἑορτές τῶν ἑορτῶν καί τίς πανηγύρεις τῶν πανηγύρεων.

Ὑπάρχει καί μιά ἄλλη μοναξιά, ζωηφόρα καί χαριτόδοτη. Μιά μοναξιά πού ἀξίζει πολύ νά τῆς ἀφιερώσει κανείς ἀρκετό χρόνο. Ἕνα ἀποσυρμό ἀπό τή βουή τοῦ πλήθους μέ τήν τόση διάχυση, περίσπαση κι ἐξωστρέφεια ἀνωφελῆ. Μιά μοναξιά ὑγιῆ, ὡραία, καλή. Μακριά ἀπό τή μορφή ἐπικοινωνίας ἐκείνη τή συνεχῆ μέ τούς πολλούς, γιά νά μή μείνουμε ποτέ μέ τόν ἕνα, τόν ἑαυτό μας, καί νά μήν ἀναχθοῦμε, ἀπό φόβο, δειλία ἤ ἀγνωσία, στόν Ἄλλο, τόν πάντα Ἀναμένοντα, τόν Ἕνα, τόν Ἐνανθρωπήσαντα Θεό Λόγο. Νά βροῦμε τόν τρόπο, τόν τόπο, τήν ὥρα, τόν χρόνο γι’ αὐτή τήν ἱερή στιγμή, γι’ αὐτή τήν ἄλλη ἐπικοινωνία. Μέ γνώση, μέ τάξη, μέ πρόγραμμα. Δέν μιλᾶμε γιά μιά διαφυγή μερικῶν, ἀρκετῶν, ἀπό τίς πολλές τους ἀσχολίες γι’ ἀνάπαυλα, θέα τοῦ ἡλιοβασιλέματος καί τοῦ ἔναστρου οὐρανοῦ. Τούς ρομαντικούς αὐτούς βιαστικά τούς ἀντιπαρερχόμαστε. Τούς χαιρετοῦμε ὡς κουρασμένους πού ξεκουράζονται ἀλλ’ ὄχι ὡς πνευματικούς ἀνθρώπους, ὅπως ἴσως θέλουν νά ὀνομάζονται. Δέν μιλᾶμε γι’ αὐτούς πού καμώνονται πώς αὐτοσυγκεντρώνονται μέ τεχνικές ἀμφίβολης προελεύσεως καί ἀποτελεσματικότητος ἤ ἄλλους πού ἀφιερώνουν λίγο χρόνο σέ φευγαλέες κι ἐπιπόλαιες ὀνειροπολήσεις καί νομίζουν πώς μετανοοῦν, γιά κάποια συντριβή πού εἶχαν, ἐνθυμούμενοι τ’ ἀτοπήματά τους στό ταξίδι πού εἶχαν στό παρελθόν τους. Πρόκειται μᾶλλον γιά ψεῦτες φυγάδες τῆς ζωῆς, ὀνειροπαρμένους καί φαντασιόπληκτους. Οὔτε, ἐπιτρέψτε μας νά ποῦμε, ἀναφερόμαστε στούς ἀγαθούς, ὅσο τολμηρά ἀφελεῖς ἐκείνους πού νομίζουν πώς ζοῦν τήν πνευματική ζωή καί τήν ἱερά ἡσυχία, σεργιανίζοντας μ’ ἕνα κομποσχοίνι στό χέρι, σέ ἀκρογιαλιές καί πλαγιές ὡραίων βουνῶν, ἀκούοντας καλή μουσική ἔχοντας τά νέα βιβλία, τή γαστέρα πεπληρωμένη καί συντροφιά τούς φίλους πού δέν φέρνουν ἀντιρρήσεις. Κι ἀκόμη αὐτούς πού κάνουν πνευματικό τουρισμό ἐπισκεπτόμενοι καί ἱερούς τόπους καί συνομιλώντας μέ παρρησία μέ ἁγίους ἀνθρώπους, μά πού δέν βγαίνουν διόλου ποτέ ἀπό τό θέλημά τους. Συγχωρέστε μας παρακαλοῦμε, μά φοβόμαστε πώς δέν εἴμαστε καθόλου ὑπερβολικοί.

Ἀναφερόμαστε, ἀγαπητοί μου, στήν ἁγία ἐκείνη ἡσυχία, πού ἀξίζει κάθε κόπος καί μέριμνα γιά νά δώσουμε τή σημαντική αὐτή εὐκαιρία στόν ἑαυτό μας καί μέσα στή θορυβώδη αὐτή πολιτεία καί μέσα στό ἄστατο σπιτικό μας καί μέ αὐτά τά χάλια τῆς ζωῆς μας καί τοῦ χαρακτήρα μας. Ἀνάγκη πᾶσα νά ἐλευθερωθοῦμε στήν ἁγία αὐτή μοναξιά. Χρειάζεται ἄσκηση, ὑπομονή, μόχθος, μέχρι νά σβήσουν τά σκοτάδια πού μᾶς κουράζουν στήν ἐργασία αὐτή. Νά βροῦμε τίς ρίζες καί τά ὅρια τῆς ὑπάρξεώς μας. Νά μάθουμε νά προσευχόμαστε. Νά γίνει ἡ σιωπή, πηγή, βροντή, σιντριβάνι, φῶς, καθώς λέει ὁ γλυκύτατος ποιητής ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος.

Χρειάζεται ἀγρύπνια, ἐγρήγορση συνεχής, ἀκινησία, γαλήνη. Ὁ Θεός εἶναι πλάι μας. Αὐτός μέ ὁδηγεῖ. Σ’ αὐτόν ὁδηγοῦμαι. Τί ἔχω νά φοβηθῶ; Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα. Μέ στηρίζουν σέ αὐτό τό θαῦμα ἡ Παναγία καί ὅλοι οἱ ἅγιοι.

Ἐντός αὐτῆς τῆς θείας μοναξιᾶς, ἀπαλλάσσομαι ἀπό τό προσωπεῖο πού ἀναγκάσθηκα νά φορέσω ἤ μοῦ φόρεσαν. Ἤμουν τρομοκρατημένος καί κάθε βράδυ πήγαινα καί σέ ἄλλη συγκέντρωση, ἄλλη ὁμάδα, γιατί, ἔπρεπε κάπου νά ἐνταχθῶ, ἀλλάσσοντας συνεχῶς προσωπεῖο. Ἐνδοσκαφώντας βιώνω, συνειδητοποιῶ, αἰσθάνομαι παιδί τοῦ Θεοῦ, βρίσκω, ἀποκαλύπτω τήν ταυτότητά μου, τό πρόσωπό μου, τό μοναδικό κι ἀνεπανάληπτο. Παρατηρῶ τίς κινήσεις τῶν παθῶν. Βλέπω καί βρίσκω τά ὅριά μου, τά τάλαντά μου, τίς δυνατότητές μου, λυτρώνομαι ἀπό τίς πλάνες, τούς φανατισμούς, τό ὑπέρμετρο, τό ὑποτονικό.

Θέλει δυνατή βούληση ὁ ἄνθρωπος γιά νά ὁδηγήσει τά βήματά του σέ τακτά διαστήματα στό ἅγιο αὐτό βῆμα τῆς αὐτογνωσίας καί θεογνωσίας. Γιατί ἡ μοναξιά αὐτή εἶναι ἐντρύφηση γιά τούς δυνατούς καί φόβος γιά τούς ἀδύναμους. Τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ βήματος ἐξέρχεται κανείς μέ λιγότερη ἀτομικότητα, μέ περισσότερη ἀγάπη γιά τούς ἄλλους, μέ δύναμη γιά μεγαλύτερους ἀγῶνες, μέ νωπά τά δάκρυα γιά τόν πόνο τῶν ἀδελφῶν του. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ ποτέ νά εἶναι μόνος, δέν μπορεῖ ποτέ νά πάσχει ἀπό μοναξιά. Ἔχει διάλογο μέ τόν ἑαυτό του, ὅταν εἶναι μόνος καί μέ τόν Θεό του. Μέσα ἀπό τήν σπαρακτική μοναξιά τοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τά τσαλαπατήματα πού τοῦ ἔκαναν ἀπρόσεκτοι στό δρόμο, στό λεωφορεῖο, στήν ἐργασία, στό σχολεῖο, πατήματα πού πέρασαν στήν ψυχή του, ὑψώνεται ἀπό τά βάθη φωνή πού σχίζει νέφη κι ἔρχεται στόν Τριαδικό Θεό, πού πάντα ἀκούει καί πάντα ἀπαντάει.

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μόνο νά θερμαίνει τή φωνή του γνωρίζει, νά χαίρεται πού στέκεται δεύτερος, νά εἶναι φίλος καί μέ τόν ξένο, ν’ ἀρκεῖται στό ὀλίγο, νά κουράζεται στό πολύ, νά πλένει μέ δάκρυα τούς ἄπληστους, τούς ἄσωτους, δίχως κανένα παράπονο, καμιά δυσαρέσκεια, ἀκόμη κι ὅταν τόν ἐγκαταλείπουν αὐτοί πού ποτέ δέν θά τό περίμενες: συγγενεῖς, φίλοι, ὁμοϊδεάτες.

Μακριά ἀπό τήν τύρβη, τήν ἀγορά καί τή σύγχυση, στό ταμεῖο σου, πού τό διάλεξες ἀβίαστα κι ἐλεύθερα, φαίνεται νά μή προσφέρεις τίποτε στούς ἄλλους, νά εἶναι μιά πράξη ἐγωϊστική, μόνο γιά τόν ἑαυτό σου, τή στιγμή μάλιστα πού οἱ ἄλλοι λένε σ’ ἔχουν ἀνάγκη καί πάσχουν ἀπό τήν ὀδυνηρή μοναξιά. Αὐτά, ὅπως θά ἔχετε ἀκούσει, προσάπτουν καί στούς μοναχούς. Ἡ πρώτη αὐτή ἐντύπωση δέν εἶναι ἀκριβής. Ἡ μοναξιά αὐτή εἶναι ἔργο ἐπίπονο, θέλει δύναμη, ἡρωϊσμό, ἐπιμονή. Εἶναι ἐργασία μακρά κι ἀτελείωτη, πού κάποτε μπορεῖ νά εἶναι καί προεργασία γιά μιά ἐπιστροφή σέ αὐτούς πού ἀφήσαμε ἔξω ἀπό τό κελλί μας, δίχως αὐτό βεβαίως νά εἶναι ὁ σκοπός τοῦ μονασμοῦ μας.

Ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀκόμη καί οἱ πιό φλογεροί ἱεραπόστολοι, κι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στήν ἐπίγεια ζωή του ἔζησαν τό μυστήριο τῆς θείας αὐτῆς μοναξιᾶς. Ἤ οἱ μεγάλες ἐκεῖνες μορφές τῶν Προφητῶν τῆς Π. Διαθήκης Μωυσῆς, Ἠλίας, Ἠσαΐας καί Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος.

Ἐπανερχόμενοι στόν κόσμο τοῦ αἰώνα μας τόν βρίσκουμε τραγικά μόνο, ἀπελπισμένο, ἀπαισιόδοξο, νά τά ἔχει συγκρούσει, παρ’ ὅλες τίς προσπάθειές του γιά κάτι ἄλλο, μέ ὅλους καί ὅλα, συναδέλφους, γονεῖς, φίλους, παιδιά, βιβλία, μαθήματα, ἐργασίες καί προπαντός μέ τόν ἑαυτό του καί τόν Θεό, πού αὐτοῦ ποτέ δέν τοῦ μίλησε, δέν τοῦ εἶπε τίποτε. Ἡ πιό σκληρή μοναξιά εἶναι νά εἶσαι πλάι στή σύζυγό σου καί νά μή μπορεῖς νά τῆς μεταδώσεις τά αἰσθήματά σου, τήν ἴδια στιγμή πού ἕνα μήνυμα μεταδίδεται ἀπό τή μιά ἤπειρο στήν ἄλλη, νά ὑπάρχουν πολυετῆ μυστικά μεταξύ τῶν συζύγων, νά εἶναι ἄγνωστος κι ἀνύπαρκτος ὁ διάλογος τῶν παιδιῶν μέ τούς γονεῖς, τούς δασκάλους, τούς κληρικούς. Δέν ὑπάρχει πιό ἄγρια μοναξιά ἀπό μιά οἰκογένεια νά κάθεται ὧρες ἀμίλητη μπροστά στήν τηλεόραση. Βρισκόμαστε σέ δύσκολα ἔτη. Ἡ μοναξιά σέ ἔξαρση. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει χαθεῖ. Ὁ Θεός δέν μιλᾶ.

Μέσα σέ αὐτή τήν ἐρημία τῶν πόλεων, τή φαινομενική σιωπή καί ἀπουσία τοῦ Θεοῦ καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά συνάξει τούς λογισμούς του, νἄλθει στά συγκαλά του, ὅπως λέει ὁ λαός, ν’ ἀφήσει τήν τόση κοσμική δραστηριότητα καί ν’ ἀπέλθει στό προσκυνητάρι του ἄλαλος, γυμνός, νήπιο, γιά νά μπορέσει ὁ Θεός νά τοῦ μιλήσει, νά τόν ντύσει, νά τόν ἀνδρώσει. Ἡ μοναξιά του τότε θά γίνει ἀπελευθερωτική καί θά αἰσθάνεται πλήρης. Μόνο μιά τέτοια ριζική μοναξιά ὁδηγεῖ σέ μιά ριζική σύλληψη τοῦ Θεοῦ, πού καταργεῖ κάθε δισταγμό, ἀμφιβολία καί ταλαιπωρία.

Μέσα στήν ἱερή μοναξιά βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος ν’ ἀντικρίζει τήν ὑπαρξιακή του πενία καί τόν φόβο τοῦ θανάτου, πού αὐτή προκαλεῖ. Ἔτσι θέτει ὡς λύση τή φυγή, τήν ἀναβολή, ἠσυχάζοντας ἔτσι τόν πανικόβλητο ἑαυτό του μπροστά στό μέγα κενό πού συναντᾶ ἐντός του. Ἀρχίζει τότε ἕνα τρεχαλητό ἀσταμάτητο, πού ἐξαντλεῖται σέ συνεχεῖς κοινωνικές ὑποχρεώσεις, διασκεδάσεις ποικίλες καί προγράμματα ὑπεραπασχολήσεων, ὥστε οἱ ἄλλοι καί τά πράγματα, οἱ ἐργασίες καί οἱ ὑπερωριακές ἀπασχολήσεις, νά γίνονται κάλυμμα τῆς μεγάλης ἐνδείας του. Καί αὐτό πού εἴμαστε ἐμεῖς εἶναι ὅλος ὁ κόσμος· περιφέρεται, στροβιλίζεται, καταταλαιπωρεῖται, ἐρωτοτροπεῖ μέ τό ἄσπρο καί τό μαῦρο, μάχεται σπαράσσεται, ἐξοντώνεται.

Ἡ δουλειά γίνεται δουλεία, ἡ ἀγωνία τοῦ εὔκολου καί πολλοῦ κέρδους νόσος ἀνίατη καί βασανιστική. Ὁ φόβος γιά τό μέλλον αἰτία πλεονεξίας, φιλαργυρίας, θησαυρισμοῦ, ἐξόδου ἀπό τό μέτρο, λησμονιά τοῦ Θεοῦ. Ἰδού πώς ὁ ἀββᾶς Μάρκος ὁμιλεῖ περί τοῦ πῶς ὁ ἄνθρωπος δέν θά γίνει δοῦλος τῆς δουλειᾶς, ἀλλά ἐλεύθερος δοῦλος τοῦ Θεοῦ: Ὅποιος ἀποβάλλει τήν ἀνήσυχη μέριμνα γιά τά πρόσκαιρα κι ἐλευθερωθεῖ ἀπό κάθε ἀνάγκη θά δώσει ὅλη τήν πίστη του στόν Θεό καί τά αἰώνια ἀγαθά. Ὁ Κύριος δέν ἀπαγόρευσε τήν ἀπαραίτητη καθημερινή φροντίδα γιά τή σάρκα μόνο μᾶς ὑπέδειξε ν’ ἀσχολούμεθα μόνο μέ τή σημερινή ἡμέρα. Τό νά περιορίσουμε τά πολλά στά ἀπολύτως ἀναγκαῖα μέ προσευχή κι ἐγκράτεια εἶναι δυνατόν, μά νά τά παραβλέψουμε εἶναι ἀδύνατον. Συνοψίζοντας τά τοῦ διακριτικοῦ καλάμου τοῦ ἀββᾶ Μάρκου, θά παρακαλούσαμε νά εἴχαμε τήν προσοχή σας πιό τεταμένη σ’ ἕνα λεπτό σημεῖο πού ἀπασχολεῖ πολλούς πιστούς. Τίς ἀπαραίτητες ὑπηρεσίες, πού μᾶς ἐπιβάλλονται, πρέπει ὁπωσδήποτε νά τίς δεχόμαστε, ν’ ἀφήνουμε ὅμως τίς ἄσκοπες ἀπασχολήσεις, γιά νά προτιμᾶμε τήν προσευχή, ὅταν μάλιστα αὐτές μᾶς παρασύρουν στήν πολυτέλεια καί τήν πλεονεξία τῶν χρημάτων. Γιατί ὅσο μπορέσει κανείς νά περιορίσει, μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ αὐτές τίς ἀπασχολήσεις καί περικόψει τό ὑλικό πού τίς τροφοδοτεῖ, τόσο καί περισσότερο συμμαζεύει τό νοῦ του ἀπό ἀνήσυχες περιπλανήσεις. Ἄν πάλι κανείς ἀπό ὀλιγοπιστία ἤ ἀπό κάποια ἀσθένεια δέν μπορεῖ νά τό κάνει αὐτό, τουλάχιστον ἄς γνωρίσει καλά τήν ἀλήθεια κι ἄς προσπαθεῖ, ὅσο μπορεῖ, νά μέμφεται τόν ἑαυτό του γιά τήν ἀδυναμία αὐτή καί τή νηπιακή κατάσταση στήν ὁποία ἀκόμη βρίσκεται. Γιατί εἶναι πολύ προτιμότερο νά δώσουμε λόγο στόν Θεό γιά παραλείψεις, παρά γιά πλάνη καί ὑπερηφάνεια. Τό ἐπαναλαμβάνουμε. Γιατί εἶναι πολύ προτιμότερο νά δώσουμε λόγο στόν Θεό γιά παραλείψεις, παρά γιά πλάνη καί ὑπερηφάνεια.

Παίζεται ἕνα δράμα στόν ἄνθρωπο πού μέ ἔνταση συνεχῶς ἐξέρχεται τοῦ ἑαυτοῦ του γιά νά βρεῖ τήν ἀνάπαυση καί τήν πληροφορία πού ἐντός του θά βρεῖ. Εἶναι ἀλήθεια πώς ἐπιστρέφοντας στόν ἑαυτό του πρέπει νά εἶναι ἕτοιμος νά φιλοξενηθεῖ κατ’ ἀρχάς σ’ ἕναν τόπο ξένο ὅπου ὅμως ἐκεῖ θά βρεῖ τήν ἰδιαιτερότητα τοῦ προσώπου του καί θά τή ζήσει. Ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀληθινή ἀνθρώπινη μοναξιά, πού πηγή της ἔχει τή γνώση τῆς ἰδιαιτερότητός μας. Ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀποφασίζει, μετρᾶ, ἀναλαμβάνει τίς εὐθύνες του. Ἡ μυστική αὐτή ἐμπειρία τοῦ τί εἴμαστε, τί μποροῦμε νά κάνουμε, τί θέλουμε καί τί ζητᾶμε, εἶναι μιά συνταρακτική καί καίρια στιγμή τῆς ζωῆς μας. Ἐντός αὐτῆς τῆς ἡσυχίας σωζόμαστε, σώζουμε τό πρόσωπό μας, σώζουμε τήν ἀγάπη ἀπό τόν παρασυρμό καί τόν διασυρμό μιᾶς ἄθεης, ἀπρόσωπης, προσωρινῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη, ὅπως εἴπαμε, νικᾶ τή μοναξιά τοῦ ἐγώ καί φέρνει τό φῶς τοῦ ἐμεῖς.

Κουρασμένοι ἀπό τίς ματαιότητες, τίς πικρότητες, τό πηγαινέλα, τίς ἄχαρες χαρές πού γέμισε ἡ ζωή μας ἄς ἔλθουμε στήν πηγή τήν εὐλογημένη αὐτῆς τῆς μοναξιᾶς γιά νά ξεδιψάσουμε ὅσο θέλουμε. Ἄν δέ μείνουμε ἑκούσια καί ὑπεύθυνα μόνοι, θά γνωρίσουμε τά πάντα καί θ’ ἀγνοοῦμε τόν ἑαυτό μας. Σ’ ἕνα κόσμο σάν τόν κόσμο μας, πού κυβερνοῦν οἱ σοφιστές, οἱ σοφοί ἐξορίστηκαν, ἡ αἰδώς ἀπωλέσθη πού κυβερνιέται ἀπό τό ψεῦδος καί τήν ἀπάτη, μέ ἀποτέλεσμα ἡ ἱστορία μας νά παραχαράσσεται, τό Εὐαγγέλιο νά παρερμηνεύεται, τά σχολικά ἐγχειρίδια νά διαπλάθουν μαριονέτες τῶν ἰδεῶν τῶν ἑκάστοτε κρατούντων, ἡ γλῶσσα νά κατακρεουργεῖται κι ὁ σεβασμός τῆς παραδόσεως, τοῦ ἤθους καί τῆς ὀρθοστασίας ν’ ἀναζητοῦνται ματαίως μετά τοῦ ἀπολεσθέντος κάλλους τοῦ ὕφους τῶν Ἑλλήνων, πού θέλουν ἐλευθερία δίχως ἀρετή καί τόλμη. Μόνη τελικῶς καταφυγή στῶν καιρῶν μας τόν πιθηκισμό καί τή δυτικοπληξία, τόν εὐσεβισμό καί τόν ἀνώδυνο κοινωνικό νεοχριστιανισμό, στήν ἄγνοια τῆς ζωηφόρου ἱερῆς Παραδόσεως τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἔθνους τό στήσιμο τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ καθενός ὅπου μπορεῖ. Αὐτή εἶναι ἡ καλύτερη μορφή ἀντιστάσεως στήν κατρακύλα καί τόν ἀποχρωματισμό. Τό νά μένει κανείς θεληματικά μόνος σέ μιά κοινωνία πού τόν θέλει νά τή χειροκροτεῖ καί νά τόν συγχωνεύει εἶναι πράξη ἡρωϊκή. Λέγετε ἀδελφοί μου, «μή μου ἅπτου», στόν κόσμο πού τήν ἀπάτη θεωρεῖ εὐφυΐα καί τήν τιμιότητα ὀλιγόνοια.

Εἶναι πολλοί κρυμμένοι πού σᾶς ἀκολουθοῦν καί σᾶς ἐνισχύουν μέ τίς δικές τους προσευχές. Μοναχοί τῶν ὀρέων, δοσμένοι ὅλοι στόν Θεό, πού ἀγρυπνοῦν γιά σᾶς, πού σκέπτονται καί σᾶς πολύ καί σᾶς μελετοῦν καί μνημονεύουν κι ἄς μή σᾶς μιλοῦν κι ἄς μή τούς εἴδατε, σιωπηλοί καί ἔγκλειστοι, ζῶντες καί κεκοιμημένοι, μέ ὑψωμένα τά χέρια, μέ γόνατα καί δάχτυλα πού ἔβγαλαν κάλους ἀπό τίς μετάνοιες, πού τήν ὀσφύ τους ἔχουν πάντα κυρτωμένη στόν Θεό τοῦ Ἐλέους, τῆς Ἀγάπης καί τῆς Συγγνώμης.

Φτιάχνοντας ὁ ἄνθρωπος τόν ἐσωτερικό του κόσμο γίνεται ἀπρόσβλητος στίς ὀργανωμένες ἐπιθέσεις τοῦ κακοῦ, ἄφοβος σέ ὅποια φοβέρα, προσβολή καί ὕβρη κι ἄν ἀκούσει. Ἐναποθέτοντας κανείς πᾶσα τή ζωή του στά πόδια τοῦ Θεοῦ, παρακαλώντας τον γι’ αὐτή τήν ὑπεύθυνη καί σωστή ζωή πού θέλει νά ζήσει, θά φωλιάσει ἡ ζεστασιά τῆς βεβαιότητας μιᾶς γλυκύτατης παραμυθίας, ἡ καρδιά θ’ ἀποκτήσει ἀφάνταστο εὖρος, ὁ ἄνθρωπος τότε προγεύεται τήν ἀθανασία, δέν εἶναι πιά ποτέ μόνος, μά παρέα μέ τόν Χριστό καί τούς φίλους του, τούς ἁγίους. Ἡ ἐσωτερική τότε αὐτάρκεια τοῦ ἀνθρώπου φυγαδεύει ἀμέσως καί βίαια τή μοναξιά. Ὁ ἄνθρωπος ὁ πιστός δέν συνθλίβεται ἀπό ἕνα ἀπρόσωπο, ἄκοσμο κόσμο, τή βουή τῶν μηχανῶν, τό φραγγέλιο τῶν νόμων, τήν παντοδυναμία τῆς τεχνικῆς, τῶν διαστημικῶν κατακτήσεων, τῶν ἠλεκτρονικῶν ἐγκεφάλων, τῶν ἐχθρικῶν καί ἀνάπηρων κοινωνιῶν, τῶν βάρβαρων καί μαζοποιημένων πολιτειῶν. Τό χνῶτο τοῦ Θεοῦ πού ἄγγιξε τόν πιστό στίς ὧρες τίς σιγῆς του θά τόν κάνει δυνατό ν’ ἀνταπεξέρχεται τή μηδενισμένη ζωή, τήν ἀνεξάντλητη μοναξιά τοῦ κόσμου μέ τό θρυμματισμένο πρόσωπο. Ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχει ὕστερα ἀπό μιά προσωπική σχέση τῆς ὑπάρξεώς του μέ τόν Θεό. Οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς καί τά ρήγματά της ξεπερνιοῦνται τώρα εὔκολα. Τό κενό ἐξαφανίζεται καί ἡ μοναξιά δύει. Στίς θωπεῖες τῆς ἀγκάλης τοῦ Θεοῦ ἀλλά καί τίς ἐπιπλήξεις, ὁ ἄνθρωπος ἰσορροπεῖ καί ἡ ἀγωνία τῆς ὑπάρξεως παύει.

Εἶπαν πώς ὁ κάθε ἄνθρωπος κουβαλᾶ τή μοναξιά του. Ὁ σαλός ἔχει μιά ἐπικίνδυνη μοναξιά. Ὁ ἀσθενής μιά ἐναγώνια μοναξιά. Ὁ ἄδικος πλούσιος μιά πικρή ὅσο ἄσχημη μοναξιά. Μά ὁ πιστός ἔχει μιά μόνιμη, ἀγιάτρευτη καί κορυφαία μοναξιά: πῶς θά σωθεῖ. Συνηθίζουμε νά λέμε ἡ μοναξιά τοῦ ἀπόβραδου, τοῦ πένθους, τῆς ξενιτειᾶς. Κι ὁ καθένας τήν κάθε μιά περίπτωση τήν ἀντιμετωπίζει κατά πῶς δύναται. Μά ἐμεῖς, μπροστά στό αἰώνιο αἴνιγμα τῆς ὑπάρξεως, οἱ υἱοί τοῦ Θεοῦ, κατά χάριν καί κατά μέθεξιν, οἱ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν, τά φωτόμορφα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, πότε θά τολμήσουμε νά ριψοκινδυνεύσουμε ἕνα ἀποτίναγμα τῶν ἰδεῶν καί τῶν πολλῶν συζητήσεων καί νά σταθοῦμε ἐνώπιοι ἐνωπίῳ μέ μιά ἀπόφαση γιά μιά ριζική τῆς ζωῆς μας ἀλλαγή; Μέχρι πότε θά περιστρεφώμεθα, θά περιτριγυρίζουμε περί τό θέμα καί ποτέ δέν θά εἰσερχόμεθα ἐντός; Δέν ἔχουμε δυστυχῶς πολλά περιθώρια. Οἱ κινήσεις μας εἶναι συνεχῶς παλινδρομικές κι ἀμφιταλαντευόμενες. Μιλᾶμε περί Θεοῦ καί τόν Θεό δέν τόν γνωρίζουμε. Τόν ἐπιθυμοῦμε καί δέν τόν ἔχουμε. Προχωρᾶμε πρός αὐτόν καί τήν τελευταία στιγμή βρίσκουμε ἕνα παραπόρτι κι ὁλοταχῶς τοῦ ξεφεύγουμε. Ἀγαπᾶμε κακῶς, ὑπέρ τοῦ δέοντος τόν ἑαυτό μας. Εἴμαστε ἀξιοδάκρυτοι, ἀδικαιολόγητοι, νωχελεῖς. Δέν τόν ἀντέχουμε τόν Θεό. Τόν φοβόμαστε, τόν κοροϊδεύουμε, δηλαδή κοροϊδευόμαστε, κι εἴμαστε πλήρεις ὡραίων καί πειστικῶν προφάσεων. Φθάνουμε νά ἀγαποῦμε τό ψέμα μας, νά μή ντρεπόμαστε, οὔτε κἄν νά μή τό δικαιολογοῦμε. Ὅμως κι ὁ Θεός δέν κουράζεται διακριτικά νά μᾶς κυνηγᾶ καί νά μᾶς θυμίζει τήν παρουσία του, στούς πόνους καί τίς χαρές μας, στά λάθη καί τίς νίκες μας.

Εἶναι ἀναγκαῖο ὁ πιστός νά ξαναρχίσει τήν ὁδό τοῦ Κυρίου. Ἄς ἀφήσει τά πλήθη ν’ ἀλαλάζουν, μή τόν κανακεύουν κι ἐπηρεάζουν οἱ λόγοι τους. Ἡ ὁδός του εἶναι στενή, ἀνηφορική, μαρτυρική καί μοναχική μά σωτήρια, ὅπως σαφῶς τό δήλωσε. Πρέπει ἐπιτέλους κάποτε ὁ πιστός νά προσκολληθεῖ μέ ἀγάπη στά ἀπαραίτητα καί οὐσιαστικά γιά τήν προσωπική του ὕπαρξη, λησμονώντας ἀποφασιστικά κι ἀμετάκλητα τά δευτερεύοντα καί περιττά. Ὁ λόγος τῆς Ἀποκαλύψεως εἶναι φοβερός. Τούς χλιαρούς θά τούς ἐμέσω, λέει ὁ Θεός. Τό ρῆμα πού χρησιμοποιεῖ εἶναι λίαν δηλωτικό τῆς ἀπέχθειάς του πρός τούς δίψυχους. Ἡ συντροφιά τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό εἶναι χαρά γιά τόν πρῶτο καί ἡ μεγαλύτερη ἐλευθεροποιός μακαριότητα γιά τόν δεύτερο. Ἡ γνωριμία καί συμφιλίωσή μας μέ τόν Θεό δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀποκομμένη ἀπό αὐτή τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τῶν ἀδελφῶν μας. Αὐτά πᾶνε πάντα ἀντάμα. Ὁ φίλος τοῦ Θεοῦ εἶναι φίλος καλός τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν ἄλλων, δίχως σέ αὐτές τίς σχέσεις νά ὑπάρχει ἔπαρση, ἀπομονωτισμός, ἡ ἡδονή τῆς αὐτολατρείας, ἡ φιλοθεΐα νά γίνει φαρισαϊκή καί ἡ φιλανθρωπία καθηκοντολογία. Τό ἄνοιγμα αὐτό πρός τίς τρεῖς πλευρές γίνεται σύμμετρα, ἰσορροπημένα, μέ γνώση, ἐλευθερία κι ἀγάπη. Ἡ παθολογική ἀγάπη πρός τόν ἑαυτό μας καί τούς ἄλλους εἶναι ἐμπόδιο τῶν σχέσεών μας μέ τόν Θεό, λέγει ὁ μεγαλόπνοος ἀββᾶς Ἠσαΐας, διδάσκαλος τῆς ἐρήμου τοῦ 4ου αἰώνα.

Ὁ Κικέρων ἔλεγε: Μεγάλη πολιτεία, μεγάλη μοναξιά! Τή ρήση του ἐπαναλαμβάνουν ἀγωνιωδῶς μυριάδες στόματα σήμερα. Αὐτή ἡ μοναξιά, ἡ βαριεστιμάρα, ἡ χαλαρότητα, ἡ χλιαρότητα, ἡ ὑποτονικότητα, ἡ βραδύτητα, ἡ συνεχής μελλοντολογία, δίχως νά κάνεις σήμερα τίποτε, ἡ ἀνικανοποίηση, ὁ κορεσμός, τό αἴσθημα φυγῆς, ὁ ἀντιηρωϊσμός, στήν ἀσκητική γραμματεία ὀνομάζονται ἀκηδία καί μαστίζει ἀλύπητα καί συχνά καί κάθε ἀπρόσεκτο μοναχό. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ μέγας αὐτός Βυζαντινός Θεολόγος, νά πῶς μιλᾶ γι’ αὐτή: Ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς τίς σκλαβώνει καί μαζί κι ἀμέσως φουντώνει ὅλα σχεδόν τά πάθη, γιατί ἀπ’ ὅλα τα πάθη εἶναι τό πιό βαρύ. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ὁ βαθύς αὐτός γνώστης καί τῶν λεπτότερων κινήσεων τῆς ψυχῆς, σέ μοναχούς πού τοῦ ζήτησαν πληροφορίες, τή χαρακτηρίζει μέ βαρειά λόγια: Εἶναι χαλάρωση τῆς ψυχῆς, ξεστράτισμα τοῦ νοῦ, ἀμέλεια τῆς ἀσκήσεως, μίσος τοῦ μονασμοῦ, κοσμικῶν μακαρίστρια, ἀσέβεια τοῦ Θεοῦ, λησμονιά τῆς προσευχῆς. Ὁ Εὐάγριος ἀναφέρει πώς ἡ ἀνυπόφορη αὐτή ψυχική κατάσταση κάνει τό θύμα της νά μή ξέρει τί νά κάνει, νά βλέπει νά μήν περνᾶ ἡ ὥρα, πότε θά ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ φαγητοῦ, πού ἀργεῖ. Ὁ Ἀντίοχος, πού ἔζησε τόν 7ο αἰώνα, γίνεται πιό παραστατικός καί ἀκριβής: Ἡ κατάσταση αὐτή σοῦ φέρνει ἀγωνία, ἀπέχθεια γιά τόν τόπο πού μένεις, ἀλλά καί πρός τούς ἀδελφούς σου καί γιά κάθε ἐργασία καί γι’ αὐτή τήν Ἁγία Γραφή ἀηδία καί συνεχῆ χασμουρητά. Ἀκόμη σέ κάνει νά πεινᾶς καί νά στριφογυρίζεις, πότε θά ’ρθει ἡ ὥρα τοῦ φαγητοῦ. Καί ἀφοῦ ἀποφασίσεις νά πάρεις ἕνα βιβλίο, νά διαβάσεις λίγο, τό παρατᾶς, κι ἀρχίζεις νά ξύνεσαι καί νά κυττᾶς ἀπ’ τά παράθυρα καί πάλι λίγο διαβάζεις, μετά, μετρᾶς τίς σελίδες καί βλέπεις τούς τίτλους τῶν κεφαλαίων. Τέλος παρατᾶς τό βιβλίο καί κοιμᾶσαι, καί ἀφοῦ λίγο κοιμηθεῖς πάλι σηκώνεσαι. Κι αὐτά ὅλα τά κάνεις γιά νά περνᾶ ἡ ὥρα… Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρει πώς εἶναι πολύ βαρύς καί σκληρός αὐτός ὁ πόλεμος γιά τούς μοναχούς. Καί ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέει πώς τό πάθος αὐτό μπορεῖ νά σέ πάει στόν βυθό τοῦ ἅδη.

Ὁ πατερικός Ντοστογιέφσκυ δίδοντας μιά λύση βάζει στά χείλη τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ νά μᾶς πεῖ πώς πρέπει νά καταστήσουμε τούς ἑαυτούς μας ὑπεύθυνους γιά τίς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ αἴσθηση αὐτή γιά τή σωτηρία μας μέσῳ τῶν ἄλλων μᾶς δίνει νά καταλάβουμε πώς ἡ ἀγάπη δέν ἐξαντλεῖται μόνο νά δίνει τό καλό, ἀλλά νά κάνει δικές της τίς ἀγωνίες καί τούς πόνους τῶν ἄλλων. Οἱ μοναχοί καθημερινῶς προσεύχονται ὑπέρ τῆς σωτηρίας παντός τοῦ κόσμου. Πλασμένοι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ εἴμαστε ὅλοι δικοί του, εἴμαστε ἀδέλφια, παιδιά του. Ἡ μοναξιά καταργεῖται ἐν Θεῷ. Εἴμαστε ὅλοι «ἀλλήλων μέλη» κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο. Ἔτσι οἱ ἁμαρτίες καί οἱ ἀρετές μας ἔχουν ἐπίδραση καί στούς ἄλλους, ἀφοῦ ὅπως εἴπαμε, εἴμαστε μέλη ἑνός σώματος. Ἡ ἀκηδία γίνεται ἀφορμή ἐντονώτερης προσευχῆς, οἱ δυσκολίες εὐκαιρία ὡριμάνσεως καί προόδου πνευματικῆς.

Μέ τήν ἐλπίδα πώς δέν γινόμαστε κουραστικοί θά ἐπαναλάβουμε πώς ἡ φυγή ἐκ τοῦ κόσμου, ἐντός ἤ ἐκτός αὐτοῦ πού τόσο ἔχει κατηγορηθεῖ ὡς λιποταξία, εἶναι πράξη γενναία καί ἀπαραίτητη, πράξη ἀντιστάσεως στόν ἰσοπεδωτισμό πού σαρώνει τά πάντα. Μέσα τήν ἁγία ἡσυχία βρίσκοντας ὁ ἄνθρωπος τήν αὐθεντικότητά του, τήν ὡραιότητα τῆς μοναδικότητας τοῦ προσώπου του ξεχωρίζει ἀπό τήν ἐκφυλισμένη μάζα. Κονταροχτυπημένος ἀπό τόν Θεό ἐπανέρχεται στά κοινά ζωηρότερος καί δυνατώτερος γιά δημιουργία καί ὁλοκάρδια προσφορά.

Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἁλώνιος: Ἄν δέν πεῖ στήν καρδιά του ὁ ἄνθρωπος ὅτι ἐγώ μόνος καί ὁ Θεός εἴμαστε σ’ αὐτόν τόν κόσμο, δέν θά βρεῖ ποτέ ἀνάπαυση. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει πώς ἡ ἡσυχία στή μοναξιά δέν εἶναι μικρή διδασκαλία ἀρετῆς. Καί ἀλλοῦ σημειώνει ὁ χρυσορρήμων ποταμός: Ὅπου κι ἄν εἶσαι, μπορεῖς νά στήσεις τόν βωμό σου. Μόνο καθαρή προαίρεση νά δείξεις καί οὔτε ὁ τόπος σ’ ἐμποδίζει, οὔτε ὁ καιρός καί χωρίς νά γονατίσεις καί χωρίς τό στῆθος σου νά κτυπήσεις καί τά χέρια σου στόν οὐρανό νά ὑψώσεις, τή διάνοιά σου μόνο νά ἔχεις θερμή καί τότε εἶσαι ὅλος ἀπηρτισμένος. Δέν ἐνοχλεῖται ἀπό τόν τόπο ὁ Θεός, ἕνα μόνο ζητᾶ διάνοια θερμή καί ψυχή πού ἐπιθυμεῖ τή σωφροσύνη. Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος στίς πνευματικές του ὁμιλίες γίνεται πιό στοργικός: Κι ἄν πτωχεύσεις ἀπό πνευματικά ἀγαθά, λύπη καί πόνο συνεχῆ νά ἔχεις, γιατί εἶσαι ἔξω ἀπό τή βασιλεία Του καί σάν τραυματισμένος φώναζε στόν Κύριο καί ζήτα Του γιά ν’ ἀξιωθεῖς καί σύ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Παρακάτω σημειώνει: Κλαίει ὁ Θεός καί οἱ ἅγιοι ἄγγελοι τίς ψυχές πού δέν χορταίνουν μέ οὐράνια τροφή. Καί συνεχίζει μέ τ’ ἀξιοσημείωτα καί ἀξιομνημόνευτα: Ὅλα εἶναι πολύ εὔκολα σ’ αὐτούς πού θέλουν νά μεταμορφωθοῦν ψυχικά, μόνο ν’ ἀγωνίζεται κανείς νά γίνει φίλος καί εὐάρεστος στόν Θεό καί θά λάβει πεῖρα καί αἴσθηση τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν καί μακαριότητα ἀνέκφραστη καί ἀληθινά μεγάλο θεῖο πλοῦτο.

Ἄγευστος ὁ ὁμιλῶν τελείως τῶν πνευματικῶν αὐτῶν καταστάσεων θά ἔπρεπε μᾶλλον νά σιωπᾶ καί νά ἐργάζεται στή φίλη ἔρημο τό ξερίζωμα τῶν παθῶν. Ὁ ὁμιλητὴς ὅμως θέλει ν’ ἀναφέρεται σέ ἀνθρώπους πού εἶδε κι ἄκουσε, κατοίκους τῆς ἱερᾶς ἀθωνικῆς χερσονήσου, τῶν ἤρεμων πλαγιῶν τῶν πενιχρῶν καλυβῶν, τῶν ταπεινῶν κελλίων, ὅπου ζοῦν τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Μοναχοί χαρισματοῦχοι καί οὐρανότρωτοι, χριστοφόροι καί θεοφιλεῖς, λάτρεις τῆς ἡσυχίας, τῆς μονώσεως, ἐργάτες βροντεροί τῆς σιωπῆς, μόνοι μά δίχως μοναξιά, πού στή μοναξιά τους θυμοῦνται τίς μοναξιές ὅλου τοῦ κόσμου καί τίς ὧρες πού ἀκούσια ἄλλοι πάσχουν ἀπό ἀϋπνίες κι ἄλλοι ξαγρυπνοῦν ἀνούσια, ἀνέστιοι καί ἀνέραστοι, σέ τόπους ξένους, αὐτοί ἑκούσια ἀγρυπνοῦν προσευχόμενοι, ὑπέρ ὑγείας, σωτηρίας, ἐλέους καί θείας βοηθείας σύμπαντος τοῦ κόσμου.

Ὁ περιβόητος ἀσκητής τοῦ Ἄθω Χατζη-Γεωργης, στό θαυμάσιο βιβλίο ἑνός σύγχρονου ἐρημίτου, πού πρόσφατα κυκλοφόρησε, ἀναφέρεται ὡς πιστός φίλος τῆς ἡσυχίας τῶν σπηλαίων, τῆς ἐρήμου, φιλότιμος ἀγωνιστής, μεγάλος νηστευτής, ὅπου τήν ἀνάπαυση ἔβρισκε στήν ἀγρυπνία, τήν προσευχή καί τή μόνωση. Ἡ ἔρημος δέν τόν ἀγρίεψε μά τόν ὀμόρφυνε πιό πολύ. Γράφει ὁ σεβαστός βιογράφος του: Ὁ Χατζη-Γεωργης εἶχε πολλή ἀγάπη γιά ὅλους, ἄδολη. Ἦταν πάντοτε εἰρηνικός, ἀνεξίκακος καί συγχωροῦσε. Εἶχε μεγάλη καρδιά, γι’ αὐτό ὅλα καί ὅλους τούς χωροῦσε, ὅπως ἦταν. Εἶχε ἐξαϋλωθῆ κατά κάποιον τρόπο. Ζώντας τήν ἀγγελική ζωή, ἔγινε Ἄγγελος καί πέταξε στούς Οὐρανούς, διότι δέν κρατοῦσε τίποτε, οὔτε ψυχικά πάθη οὔτε ὑλικά πράγματα. Ὅλα τά πετοῦσε, γι’ αὐτό καί πέταξε ψηλά.

Ὁ Κατουνακιώτης ἡσυχαστής Γέροντας Γεράσιμος ἔκαμε 17 ἔτη –σημειώνει συνασκητής του– εἰς τήν κορυφή τοῦ Προφήτου Ἡλιοῦ παλεύων μέ δαίμονας καί κεραυνιζόμενος ἀπό τούς καιρούς, ἔμεινε ἄσειστος στύλος ὑπομονῆς. Εἶχε τά δάκρυα συνεχῆ. Γλυκαινόμενος μέ τή μελέτη τοῦ Ἰησοῦ ἐξετέλεσε τόν ἀμέριμνον καί ἡσύχιον βίον του.

Ὁ ἐπίσης Κατουνακιώτης ἡσυχαστής Καλλίνικος ἀγάπησε τόν πόνο, τόν κόπο καί τήν ἡσυχία ὑπέρμετρα. Νιβόταν μέ τόν ἱδρώτα καί τά δάκρυά του. Τά τελευταῖα 45 ἔτη τῆς ζωῆς τοῦ τά ἔζησε ἔγκλειστος προσευχόμενος ἀδιαλείπτως. Τό πρόσωπό του ἔφθανε νά λάμπει σάν τοῦ Μωυσῆ κατερχόμενου ἀπό τό Σινᾶ.

Καθώς ἐπίσης ὁ πνευματικός Ἰγνάτιος, ὅπου ἔκλεινε τά παντζούρια τοῦ κελλιοῦ του γιά νά μήν βλέπει τόν ἐρχομό τῆς ἡμέρας καί νά συνεχίζει τήν προσευχή του. Τόν κάθε ἐπισκέπτη του τόν παρακαλοῦσε λέγοντας: Ἀγάπησε τόν Θεό πού σέ ἀγάπησε. Λησμονοῦσε νά πλυθεῖ, νά χτενιστεῖ, νά φάει καί τό κομποσχοίνι δέν τό ἄφηνε. Σάν ἔχασε τό φῶς του ἔγινε πιό φωτεινός. Εὐωδίαζε ἐν ζωῇ, εὐωδίασε καί μετά τήν κοίμησή του. Ὁ ὀνομαστός Μικραγιαννανίτης παπα-Σάββας ὁ Πνευματικός τή δύναμή του ἀντλοῦσε ἀπό τίς καθημερινές ἔνδακρεις θεῖες λειτουργίες του, ὅπου μνημόνευε ἐπί τρεῖς ὧρες χιλιάδες ὀνόματα καί ἀπό τίς ὁλονύκτιες στάσεις του.

Αὐτή εἶναι ἡ κοινωνία τῆς ἐρήμου σιωπηλή, προσευχομένη, γαληνιῶσα, μακαρία. Δέν προσπαθήσαμε νά ὡραιοποιήσουμε ἰδανικές καταστάσεις ἐξαιρέσεων. Αὐτή εἶναι ἡ ζωή τῆς ἐρήμου. Βεβαίως ἐάν ἕνας μοναχός δέν ἔχει μιά ἔντονη πνευματική ζωή καί μιά συνεχῆ ἐγρήγορση θά περιπέσει σέ μύριους πειρασμούς, ἡ ἀκηδία θά τόν ὁδηγήσει στήν ἀπομόνωση καί τότε θά γίνει περίγελως ἀγγέλων καί δαιμόνων, κτηνώδης καί θηριώδης, χειρότερος τοῦ χειροτέρου κοσμικοῦ καί ἡ ἐρημία τῆς ἐρήμου ἀβάσταχτη.

Οἱ πόλεις γίνονται ὅλο καί πιό ἔρημες καί θά γίνονται κι οἱ ἔρημοι θά πολίζονται καί κανείς ἀμετανόητος δέν θά δύναται νά ἐμποδίζει τή μετάνοια τῶν θελόντων, τήν ἱκεσία τῶν πιστῶν, τή δέηση τῶν πενήτων. Οὐδείς δύναται νά ἐμποδίζει τόν κάθε ἐλεύθερο ν’ αὐτοφυλακίζεται, νά αὐτοεξορίζεται, νά ζεῖ τό μυστήριο τοῦ ζῶντος Θεοῦ, τό θαῦμα μέσα στό μαρτύριο καί τήν ταπείνωση, ἐκεῖ ὅπου πάντα ἀνθεῖ τό ὀρθόδοξο βίωμα. Ἐντός τῆς σιγῆς, τῆς σιωπῆς καί τῆς προσδοκίας, ζωντας τήν ὑπέρβαση τοῦ χριστιανισμοῦ, πού ἔγκειται, ὄχι στήν ἐξαφάνιση τοῦ κακοῦ, ἀλλά στήν τίμια παραδοχή τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τῶν ἄλλων, βιώνοντας τήν πενία τοῦ πλούτου, τόν πλοῦτο τῆς πενίας, τήν ὑγεία τῆς ἀσθένειας, τήν εὐλογία τῆς δοκιμασίας, τή δύναμη τῆς ἀδυναμίας, τή χαρά τῆς ὑπομονῆς, τή νίκη τῆς ἧττας, τήν τιμή τῆς ἀδοξίας, τήν ἐλευθερία τοῦ ἐγκλεισμοῦ, τή μεγαλειότητα τῆς σμίκρυνσης, τήν ἀντίσταση στόν θάνατο, τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ, τή θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Καί τοῦτα κανείς ἄς ἀναμένει ὄχι ἀπό τήν ἐξουσία τῶν ἀρχῶν τοῦ κόσμου, ἀλλά ἀπό τήν ἐξουσία ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ μας, καί τή δημιουργία ὑγιῶν καί φωτεινῶν μικρῶν ἑστιῶν, πού ὀνομάζονται ἐκκλησία, κελλί, ἐργαστήρι, γραφεῖο, αἴθουσα, δωμάτιο. Ἔτσι ἡ ἐρημία τῶν πόλεων θά συνεχίζει νά ὑπάρχει, ἀλλά δέν θά περνᾶ στήν καρδιά. Ἔτσι ἀλλάζει ὁ κόσμος. Ἔσωθεν καί ὄχι ἔξωθεν καί ἄνωθεν. Μή θεωρεῖται μεγάλος ὁ ἱεραπόστολος τῆς Ἀφρικῆς καί ὁ κάθε ἐφευρέτης. Μέγας εἶναι ὁ μικρός πού ὑπομένει τήν παραφροσύνη, τήν ἀδικία, τόν κατατρεγμό, τόν πόνο τοῦ πλησίον καί τόν δικό του. Μεγαλύτερος εἶναι, κατά τόν ἀββᾶ Ἰσαάκ, αὐτός πού γνώρισε καί νίκησε τά πάθη του ἀπό αὐτόν πού ἀνασταίνει νεκρούς.

Ὅλοι ὅσοι ἀναζητοῦν τή λύτρωση ἀπό τό ἄγχος, τή θλίψη, τό κενό καί τή μοναξιά καλοῦνται ἀπροφάσιστα νά κλείσουν μιά συνάντηση, ἕνα ραντεβοῦ, ἄν θέλετε, ἐπιτέλους, μέ τόν ἑαυτό τους, ἕνα ραντεβοῦ ὁπωσδήποτε μέ τόν Θεό καί τότε ἄς θυμηθοῦν καί τήν ἐλαχιστότητά μας, πού προσπάθησε νά μή σᾶς κουράσει μά νά πού δυστυχῶς, φαίνεται, δέν τά κατάφερε. Ἀδαής πολύ ὑπάρχων μετέβαλε ὁ ὁμιλητής τό βῆμα σέ ἄμβωνα καί μάλιστα ἐνώπιον φωτισμένων καί διακεκριμένων προσώπων

(«Ἡ κοινωνία τῆς ἐρήμου καί ἡ ἐρημία τῶν πόλεων» Τὸ πρῶτο κεφάλαιο ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ΠΡΩΤΟ βιβλίο, τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου, Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθῆναι 1987)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »