kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Θεομητορικά προσωνύμια τῶν Παρακλητικῶν Κανόνων καί ἡ θεολογική τους ἑρμηνεία: Α-Ω

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιουλίου, 2018

Το όνομα της αειπαρθένου Μαρίας, του ιεροτέρου ανθρωπίνου προσώπου της Ορθοδοξίας, συνοδεύεται από ένα μεγάλο αριθμό προσωνυμιών που της έχουν αποδοθεί.
Η Θεοτόκος κυρίως όμως αποκαλείται Παναγία.Επίσης στον Μικρό και Μεγάλο Παρακλητικό κανόνα υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός θεοτοκωνυμίων, όπως φαίνεται στην αλφαβητική καταγραφή που δημοσιεύουμε:

Α.
Αγαθή
Αγαλλίαμα
Αγνή
Αειμακάριστος
Αειπάρθενος
Αντίληψις θερμή
Αντίληψις καταπονουμένων
Αντίληψις ταχεινή
Αντίληψις οξεία
Αντίληψις θλιβομένων
Απαλλαγή ασθενούντων
Αποτεκούσα Σωτήρα Χριστόν
Άσπιλος
Άχραντος.

B.
Βακτηρία τυφλών
Βοήθεια ταχινή
Βοηθός ορφανών
Βοηθός εν ταις θλίψεσι
Βοηθός των προστρεχόντων εκ πίστεως
Γ.
Γαλήνη χειμαζομένων
Γεννήσασα ευφροσύνης τον Αίτιον
Γεννήσσασα φώς
Γλυκασμός των Αγγέλων

Δ.
Δεξαμένη της χαράς το πλήρωμα
Δέσποινα του κόσμου
Διαλύουσα όχλον πειρασμών
Διώκτης της ζάλης του βίου
Δόξα των Παρθένων
Δοχείον φωτός καθαρόν και άμωμον
Δύναμις αβοηθήτων
Ε.
Ειρήνη πολεμουμένων
Ελαύνουσα επήρειαν δαιμόνων
Ελπίς απηλπισμένων
Ελπίς των πιστών.
Ενδοξοτέρα των Σεραφείμ
Εξαφανίσασα αμαρτίας την λύπην
Επίσκεψις ασθενούντων
Ευφροσύνη εν ταις λύπαις.
Θ.
Θαύμα ακατανόητον
Θεογεννήτρια
Θεομακάριστος
Θεομήτωρ
Θεονύμφευτος
Θεόνυμφος
Θεοτόκος
Θησαυρός σωτηρίας
Θησαυρός αδαπάνητος.
Θρόνος ηλιοστάλακτος
Θύρα μετανοίας.

Ι.
Ιατρός νόσων
Κ.
Καθαρωτέρα λαμπηδόνων ηλιακών
Καθέδρα Βασιλέως
Καταφυγή
Καταφύγιο κόσμου
Καταφύγιο Χριστιανών
Καύχημα
Κεχαριτωμένη
Κλέος μητέρων
Κόρη
Κυήσασα (Χριστόν, Θεόν, Σωτήρα, Λυτήρα νόσων, εύσπλαχνον και Σωτήρα)

Λ.
Λαμπάς άσβεστος
Λιμήν εν ταις ζάλαις
Λοχεύτρια
Λυτρωσαμένη εκ της κατάρας
Λυχνία χρυσή.

Μ.
Μεσιτεία αμετάθετος
Μεσίτρια
Μεταβολή θλιβομένων
Μήτηρ (Δεσπότου Θεού,Θεού,Λόγου,Λυτρωτού,Θεού Υψίστου,Κυρίου)
Μητροπάρθενος.

O.
Οδηγήτρια
Όπλο σωτηρίας

Π.
Πάναγνος
Παναγία
Παναμώμητος
Πανάμωμος
Πανάχραντος
Πανύμνητος
Παράκλησις ξένων
Παράκλησις εν ταις Θλίψεσι
Παραμυθία
Παρθένος
Πηγή αφθαρσίας
Πηγή ελέους
Πλατυσμός εν ταις θλίψεσιν
Πόλις δωδεκάτειχος
Ποταμός ζωής
Πρεσβεία θερμή
Προστασία (ακαταίσχυντος, ανθρωπίνη, θερμή, πιστών, χριστιανών)
Προστατεύουσα (αεί, ταχέως)
Προστάτις (Χριστιανών, ζωής αδικουμένων, εν τοις πειρατηρίοις)
Πύργος χρυσοπλοκώτατος
Ποταμός ζωής
Πύλη Ευσπλαχνίας.
Ρ.
Ρύστις εν τοις κινδύνοις
Σ.
Σεμνή
Σκέπη κραταιά
Σκέπη θεία
Στάμνος (θεία και μανναδόχος)
Στήριγμα
Συντριμμός του θανάτου
Συμμαχία ασθενών
Σωτηρία ψυχών
Σωτηρία των προστρεχόντων εκ πίστεως.

Τ.
Τείχος (απροσμάχητον, ακράδαντον, απόρθητον, καταφυγής)
Τεκούσα (αδιαφθόρως, την αιωνίαν λύτρωσιν, την ειρήνην την πάντα νούν υπερέχουσα, το φώς, τον Κυβερνήτην)
Τετοκυία Φώς
Τιμιωτέρα Χερουβείμ
Τροφή πενομένων
Υ.
Υπεραγία
Υψηλοτέρα ουρανών

Φ.
Φρουρά ασφαλεστάτη
Φυσίζωος.
Χ.
Χαρά θλιβομένων
Χαρά εν ταις λύπαις
Ω.
Ωράϊσμα μητέρων
Θεολογική Ερμηνεία των Θεοτοκονυμίων
IVERON Theotokos, Athos
ΑΓΑΘΗ:
Ο ιερός υμνογράφος αποδίδει το θεοπρεπές αυτό κατηγόρημα στο Πρόσωπο της Θεοτόκου, σαν την κατά χάρη αγαθή,μετά τον κατά φύση αγαθό Θεό. Η Παναγία είναι κατά τους Αγίους της Εκκλησίας το τελειότερο δημιούργημα του Θεού, γι’αυτό και μπόρεσε να δανείσει σάρκα στον «Παντεχνήμονα Λόγο» του Θεού και Υιό της .
AΓΝΗ:
Αγνή σημαίνει καθαρή, άσπιλη, αμόλυντη. Ετυμολογικά η λέξη αγνός παράγεται από την λέξη άγος, με το οποίο χαρακτηρίζεται ό,τι αφιερώνεται στο θείο και επί προσώπων σημαίνει τον ηθικά καθαρό και άξιο του Θεού, εφ’όσον η λέξη χρησιμοποιείται για περιπτώσεις θείας τάξεως. Η Παναγία είναι η «Αγνή» και για την απόλυτη καθαρότητά της και για την ολοκληρωτική της αφιέρωση στο Θεό.
ΑΕΙΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ:
Σύνθετη λέξη από το επίρρημα «αεί» που σημαίνει «πάντοτε, αιώνια, δια παντός» και το επίθετο «μακαριστός», που παράγεται από το ρήμα μακαρίζω. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης διευκρινίζει ότι «μακαριότης εστί, περίληψις παντός αγαθού». Επομένως κατά κυριολεξία μακάριος είναι ο Θεός αλλά και κάθε ένας που κοινωνεί με το θείο. Η μέθεξη της μακαριότητας του Θεού πραγματοποιείται κατά το μέτρο της προσωπικής αγιότητας του ανθρώπου.
Η Θεοτόκος σαν «Αγία αγών μείζων» μετέχει της θείας μακαριότητας στον μεγαλύτερο βαθμό, επειδή δέχτηκε μέσα Της «πάν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς».
ΑΣΠΙΛΟΣ:
Σύνθετη λέξη: α+σπίλος (=κηλίδα).  Σημαίνει αυτή που είναι χωρίς σπίλο,η καθαρή, η ακηλίδωτη, η αμόλυντος Παρθένος Μαρία.
ΑΧΡΑΝΤΟΣ:
Σύνθετη λέξη: α+χραίνω (=μιαίνω). Άχραντος είναι η αμίαντος, η καθαρή Θεοτόκος.
ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ:
Η λέξη γλυκασμός παράγεται από το ρήμα γλυκάζω και σημαίνει γλυκύτητα. Τη λέξη αυτή χρησιμοποιούν οι Προφήτες Αμώς (Aμ..θ,13) και Ιωήλ (Ιωήλ δ,18) για να περιγράψουν την γλυκύτητα που θα ρέει και θα ευφραίνει κάθε κτιστή ύπαρξη κατά την ημέρα Κυρίου, δηλαδή κατά τον καιρό και τον χρόνο που ο Θεός θα συντρίψει ολοσχερώς το κακό. Η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται ως «γλυκασμός των αγγέλων», διότι με την σάρκωση του Θεού-Λόγου στη θεοδόχο γαστέρα Της, κατά κοινή και σύμφωνη γνώμη των Αγίων και αυτή η αόρατη κτίση δηλ.τα αγγελικά τάγματα απέλαβαν την ύψιστη δωρεά και χάρη από τον Θεό. Ενώ μέχρι τότε ήταν δύστρεπτα αλλά όχι και άτεπτα προς το κακό, κατέστησαν πλέον ακίνητα προς αυτό. Έγινε λοιπόν η Αειπάρθενος και για τους Αγίους Αγγέλους η αιτία ανείπωτης γλυκύτητας για την δωρεά του Θεού προς αυτούς, πού έρρευσε από τα παρθενικά Της σπλάχνα.( Ιγνάτιος Θεοφόρος –Ιωάννης Δαμασκηνός P.G.94,872)
ΔΕΣΠΟΙΝΑ:
Σημαίνει την Κυρία, την Ηγεμονίδα, την Βασίλισσα. Και τούτο επειδή:
-αναδείχθηκε Νύμφη Ανύμφευτη του Παντάνακτος Θεού. Νύμφη «εφ΄όσον συνέλαβε και εγέννησε ,πράγμα που προυποθέτει «γάμο» και Ανύμφευτος, εφ’ όσον η σύλληψις του Υιού Της έγινε όχι φυσικώς αλλά εκ Πνεύματος Αγίου»
-αξιώθηκε να καταστεί Μητέρα του Παμβασιλέως Χριστού.
-υψώθηκε στην ύψιστη αξία και τιμή από κάθε άλλο κτίσμα της ορατής και της αόρατης κτίσης, γιατί υποτάχθηκε απόλυτα στη βουλή του Θεού και μετείχε κατά μοναδικό τρόπο στο μαρτύριο της απόλυτης ταπείνωσης του Υιού Της για την σωτηρία του κόσμου.
ΕΝΔΟΞΟΤΕΡΑ ΤΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ:
Τα Σεραφείμ είναι το τάγμα των αγγελικών Δυνάμεων ,που ο Προφήτης Ησαίας είδε γύρω από το θρόνο του Θεού να ψάλλει «μετά φόβου και τρόμου τον Τρισάγιο ύμνο «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ…». Σύμφωνα με τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τα Σεραφείμ είναι ιεραρχικά ο πρώτος αγγελικός χορός. Το όνομά τους σημαίνει «τα φλογερά,τα πύρινα» (Ησ. στ, 1-3)
Η Θεοτόκος είναι ενδοξοτέρα των Σεραφείμ και κατά την φήμη («από του νύν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί») και κατά την μετοχή της στη θεία δόξα,όπως παρατηρεί ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. «Είδες διαφορά της στάσεως. Μάθε από αυτήν και τη διαφορά της θέσεως.Πραγματικά γύρω από το Θεό είναι τα Σεραφείμ, πλησίον δε δίπλα σ΄αυτόν τον ίδιο μόνη η παμβασιλίς, η οποία θαυμάζεται και εγκωμιάζεται από τον ίδιο το Θεό, που είναι σαν να την ανακηρύττει προς τις γύρω του δυνάμεις και να λέγει σύμφωνα με το γραμμένο στο Άσμα Ασμάτων, «πόση καλή είναι η πλησίον μου»;  Είναι φαιδρότερη από το φώς, περισσότερο ανθισμένη από τον Παράδεισο, καλλίτερα στολισμένη από όλο τον κόσμο, ορατό και αόρατο.» (Ομιλία ΝΕ,34-ΕΠΕ)
ΛΟΧΕΥΤΡΙΑ:
Λοχεύτρια είναι η λεχώ,η γυναίκα μετά τον τοκετό, η μητέρα.
Η Παναγία επονομάζεται ως «Θεού λοχεύτρια», επειδή είναι αληθινά Θεοτόκος, Θεομήτωρ. Με το επώνύμιο αυτό τονίζεται ότι πραγματικά ο Θεός «σάρξ εγένετο» εκ της Αειπαρθένου Μαρίας, πέρα από κάθε φαντασία. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατ’αναλογία προς την άσπορο σύλληψη του Κυρίου στην θεοδόχο μήτρα της Παρθένου και την άφθορη κύηση, εφ’όσον ετηρήθησαν «σώα τα σήμαντρα» της παρθενίας Της, και η λοχεία της Θεοτόκου υπήρξε αλόχευτος (οθ΄Κανόνας της ΣΤ Οικ. Συνόδου).
panagiaspros2
ΘΕΟΝΥΜΦΟΣ – ΘΕΟΝΥΜΦΕΥΤΟΣ:
Η Θεοτόκος είναι νύμφη του Θεού αλλά και αυτή που νυμφεύθηκε τον Θεό. Ο Θεός αποκαλύπτεται στην Αγία Γραφή σαν Νυμφίος, που ζητά από την νύμφη (δηλ.τον λαό του) πιστότητα και αποκλειστικότητα.
Η Θεοτόκος ,σαν αειπάρθενος, κατακύρωσε την πλήρη αφιέρωσή της στον Θεό και πραγματοποίησε στον ύψιστο βαθμό τον σκοπό της ορατής και αόρατης δημιουργίας, που είναι η θέωση.
ΘΡΟΝΟΣ ΠΥΡΙΜΟΡΦΟΣ:
Η φωτιά χρησιμοποιείται πολύ συχνά στην Παλαιά Διαθήκη σαν έκφραση της αγιότητας του Θεού και της δόξας Του. Στο βιβλίο του Δανιήλ ο Προφήτης βλέπει τον Άναρχο Θεό («Παλαιός των Ημερών») να κλάθεται θρόνο και «ο θρόνος ωσεί φλόξ πυρός». Αυτή το θαυμαστό όραμα έχει στον νούν του ο υμνογράφος, όταν αποκαλεί την Θεοτόκο «θρόνο πυρίμορφο», διότι πραγματικά υπήρξε ο έμψχος και αληθινός θρόνος του Θεού, εφ’ όσον μέσα Της σαρκώθηκε ο Υιός και Λόγος του Θεού, στον οποίο κατοικεί σωματικά όλο το πλήρωμα της Αγίας Τριάδος. (Κολ. β,9)
ΘΡΟΝΟΣ ΗΛΙΟΣΤΑΛΑΚΤΟΣ:
Πρόκειται για επωνύμιο της Θεοτόκου, στο οποίο δεν κυριαρχεί η φωτιά αλλά το φώς. Οι βιβλικές ρίζες του χαρακτηρισμού αυτού βρίσκονται στην θαυμαστή όραση του Προφήτη Ησαία, όπου είδε τον Θεό να κάθεται σε θρόνο «εκπάλγου δόξης», καθώς και στον ψαλμό πη στιχ.37, που αναφέρεται στην Βασιλεία του Δαβίδ η οποία διαιωνίζεται με τον Ιησού Χριστό. «Και ο θρόνος αυτού ως ο ήλιος». Η Θεοτόκος είναι θρόνος ηλιοστάλακτος του Θεού, γιατί αναπαύεται πλήρως πάνω Της η Θεότητα. Έτσι το πλήθος των θείων χαρισμάτων της σαν ηλιακές ακτίνες λαμπρύνουν υπερκοσμίως την πάνσεπτη μορφή Της και μέσω Αυτής διαχέονται στην ορατή και στην αόρατη κτίση.
Καθέδρα σημαίνει θρόνος. Η Παναγία είναι η καθέδρα πάνω στην οποία «κάθησε η Θεότητα», με την Ενσάρκωση του Χριστού και επιτέλεσε το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου. «Όπου δε κάθηται ο βασιλεύς ,εκεί ο θρόνος ίσταται» (Άγ.Γρηγόριος Παλαμάς, Ομιλία ΝΓ 24, ΕΠΕ)
ΛΑΜΠΑΣ:
Η λαμπάδα σαν σύμβολο είναι συνώνυμη με την έννοια του φωτός. Οι βιβλικές ρίζες του επωνυμίου πρέπει να αναζητηθούν στα προφητικά λόγια του Ησαία. «Για την Σιών πλέον δεν θα σιωπήσω και για την Ιερουσαλήμ δεν θα κρατηθώ, έως ότου η δικαιοσύνη μου λάμψει σαν φώς και η σωτηρία που θα της παράσχω θα ανάψει και θα φωτίσει σαν λαμπάδα.» (ξβ 1).»
Ο χαρακτηρισμός αυτός αποδιδόμενος στην Υπεραγία Θεοτόκο ερμηνεύεται ως εξής.
-Η Θεοτόκος υπήρξε λαμπάδα πάνω στην οποία με την σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού άναψε το άυλο και ανέσπερο φώς της θεότητας, «το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον»
-Η Θεοτόκος με την παναγία ζωή Της, σαν το πλέον εξαίρετο «τέκνο φωτός» σ΄ολόκληρη την λογική δημιουργία αποτελεί το απόλυτο το απόλυτο παράδειγμα της κατά Θεόν ζωής. Είναι το φως που δείχνει το δρόμο της σωτηρίας στον άνθρωπο, για να τον αναδείξει κάτοικο της Νέας Ιερουσαλήμ, της Βασιλείας του Θεού.
ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΘΕΡΜΗ:
Πρέσβυς είναι αυτός που αποστέλλεται για να διαμεσολαβήσει μεταξύ δύο πλευρών και να εξασφαλίσει τα άριστα.Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει πως η Θεοτόκος «έλαβε την σοφία από τον Υιόν, ως Μήτηρ αυτού,δια να ηξεύρη να φιλιώνη τον ουρανόν με την γήν και τον Θεόν με τον άνθρωπο».Η έννοια της πρεσβείας είναι συνώνυμη με αυτή της μεσιτείας ,με την παρατήρηση ότι η δεύτερη είναι θεολογικά ισχυρότερη.
Στο κάθισμα εξαίρεται το μεσιτικό έργο της Δέσποινας του κόσμου και ιδιαίτερα η βοηθητική παρέμβασή της στη ζωή των πιστών τέκνων της ,που μαστίζουν η θλίψη και η κακοπάθεια της ζωής.
Η Θεοτόκος τιμάται σαν θερμή προσευχή προς τον Υιό της για την σωτηρία των μελών της Αγίας Εκκλησίας του. Είναι τείχος προστατευτικό των πνευματικών τέκνων της, που δεν μπορούν να διαλύσουν οι επιθέσεις των δαιμονικών δυνάμεων και των εχθρών της πίστεως. Είναι πηγή, από την οποία αναβλύζει αγάπη και έλεος για τους πιστούς. Είναι το καταφύγιο του κόσμου, όπου προστρέχουν οι πιστοί, για να βρούν αναψυχή και σωτηρία στον δύσκλο αγώνα κατά της αμαρτίας. Είναι τέλος η ταχέως προστατεύουσα, η γοργοεπήκοος, πουακούει γρήγορα τις προσευχές που της απευθύνονται και άμεσα σπεύδει να προστατέψει τους πιστούς από κάθε κίνδυνο που τους περιβάλλει και απειλεί να τους καταστρέψει.
ΠΑΝΑΓΝΟΣ:
Σύνθετη λέξη από τα επίθετα πάν + αγνός. Χαρακτηρίζεται έτσι με ιδιαίτερη έμφαση η απόλυτη καθαρότητα της Θεοτόκου και η ολοκληρωτική αφιέρωσή της στον Θεό.
ΤΙΜΙΩΤΕΡΑ ΤΩΝ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ:
Η λέξη Χερουβείμ ερμηνεύεται σαν «ο ευλογών, ο μεσάζων, ο προσευχόμενος». Τα Χερουβείμ, είναι ένα από τα εννέα αγγελικά τάγματα. Μνημονεύονται στην Αγία Γραφή σαν παραστάτες Θεού και διάκονοι του θελήματός Του. Ο Θεός μνημονεύεται ως «ο καθήμενος επί των Χερουβείμ». Την ασύλληπτη αυτή αξία και τιμή των Χερουβείμ ,μόνη η Θεοτόκος έχει ξεπεράσει, εφ΄όσον ο Θεός δανείστηκε σάρκα από τα αγνά αίματά της για να σκηνώσε σωματικά «πάν πλήρωμα της θεότητας».
ΥΨΗΛΟΤΕΡΑ ΟΥΡΑΝΩΝ:
Με την λέξη ουρανοί στους ύμνους των Παρακλητικών Κανόνων χαρακτηρίζεται η ορατή και η αόρατη κτίση. Η Θεοτόκος, επειδή βρίσκεται στο σύνορο της κτιστής και της ακτίστου φύσεως, είναι υψηλοτέρα των ουρανών, δηλ. ανθρώπων και αγγέλων και ευθύς μετά τον Θεό.
ΦΥΣΙΖΩΟΣ:
Πρόκειται για σύνθετη λέξη: φύω+ζωή. Φυσίζωος είναι αυτός που παράγει και δωρίζει τη ζωή.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η τραγωδία της πίστης: Επτά αιτίες λόγω των οποίων η πίστη εξαντλείται και πεθαίνει

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιουλίου, 2018

velimirovits 016

Η πρώτη αιτία είναι ότι συνηθίζουμε αυτό τον κόσμο και τη ζωή. Όσο μας φαίνεται καινούργιος και ασυνήθιστος αυτός ο κόσμος, η πίστη μας στον Θεό είναι δυνατή. Όμως τη μέρα εκείνη που ο κόσμος θα μας φανεί τελείως παλιός και τελείως συνηθισμένος, η πίστη μέσα μας σβήνει. Όσο περισσότερα βιώνουμε, τόσο περισσότερο συνηθίζουμε αυτό τον κόσμο. Και όσο περισσότερο συνηθίζουμε, τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τη φοβερή και μεγαλειώδη εντύπωση που μας άφησε στην αρχή ο κόσμος. Όποιος μια φορά ανεβεί στις Άλπεις, παραμένει θαμπωμένος από το μοναδικό και απροσδόκητο θέαμα. Ενώ όποιος ζήσει δέκα χρόνια στις Άλπεις, το θέαμα απ’ αυτές όχι μόνο δεν τον θαμπώνει, αλλά του γίνεται βαρετό. Ο αστρονόμος που πρώτη φορά μαθαίνει για το μέγεθος και το πλήθος των άστρων, για την απόσταση μεταξύ τους και για την αλάνθαστη ροή τους, παραμένει μεθυσμένος από τη γοητεία. Όμως, όταν για μερικά χρόνια βλέπει πάντα το ίδιο θέαμα με τη βοήθεια των πιο εξελιγμένων μηχανών, θα του φανούν όλα συνηθισμένα, και από την πρωταρχική γοητεία που ένιωσε δεν θα παραμείνει ούτε σκιά. Πολύ καιρό βλέπουμε το θέατρο του κόσμου, και δε μπορεί η παράξενη και πλούσια παράσταση να μας παρέχει φρέσκο ενδιαφέρον έως το τέλος. Είναι πολύς ο καιρός που ζούμε, για να μην αρχίσουμε να χασμουριόμαστε από ανία. Ενώ από ανία χασμουριόντουσαν οι άνθρωποι και στην κορυφή των Άλπεων και στον κόλπο της Νεάπολης και κάτω από το έναστρο ουράνιο σκέπαστρο της Ινδίας. Όπου όμως κατοικήσει η πλήξη απ’ αυτό τον κόσμο, από εκεί η πίστη στον Θεό φεύγει. Και απ’ όπου η πίστη στον Θεό φεύγει, από εκεί φεύγει και η ψυχική ευθυμία και η ησυχία.

Οι συνηθισμένοι σ’ αυτό τον κόσμο μοιάζουν με αμαθείς στο βασιλικό τραπέζι. Με φόβο και δέος πλησιάζουν οι αμαθείς στο βασιλικό τραπέζι. Κανένας τους δεν αμφιβάλλει για την παρουσία του βασιλιά και για τη βασιλική αξιοπρέπεια του τραπεζιού. Κάθονται· ξεκινούν να τρώνε και να πίνουν όμως από το γλυκό φαγητό και πιοτό σκοτεινιάζουν, και χάνουν από τα μάτια τους και το βασιλιά και τη βασιλική αξιοπρέπεια του τραπεζιού. Αρχίζουν να αρπάζουν φαγητά και ποτά, να σπρώχνονται, να δέρνονται, να αναποδογυρίζουν, να φωνάζουν, να τσακώνονται για την ιδιοκτησία του τραπεζίου και την πρωτιά της θέσης και στο τέλος χασμουριούνται. Η φιλοξενία στο βασιλικό παλάτι τους γίνεται βαρετή. Και εκείνοι παραπονιούνται και απελπίζονται. Και κάνουν τη βασιλική τραπεζαρία υπνοδωμάτιο και το υπνοδωμάτιο στάβλο. Μέχρι που όλα να χάσουν στα μάτια τους το βασιλικό τους χαρακτήρα και η αμάθειά τους να αρχίσει να θριαμβεύει παντού, και στις σκέψεις και στα λόγια και στα έργα των φιλοξενούμενων. Και ο βασιλιάς-οικοδεσπότης στέκει και παρατηρεί και διατάζει το τραπέζι να το γεμίζουν ασταμάτητα. Η μεγάλη ψυχή αισθάνεται την παρουσία του βασιλιά και ντρέπεται για τη συμπεριφορά των αμαθών αδελφών της.

Η μεγάλη ψυχή αισθάνεται σ’ αυτό τον κόσμο πάντα όπως σε αγιότατο και φοβερότατο ναό. Όσο περισσότερο καιρό τέτοια ψυχή στέκει σ’ αυτό το ναό, τόσο ο ναός γι’ αυτήν δεν χάνει τίποτα, αλλά αυξάνεται στην εξαιρετικότητα και τη φοβερή μεγαλειότητά του.

Η δεύτερη αιτία για την αποδυνάμωση και τη νέκρωση της πίστης μέσα μας είναι η υπερφόρτωση του πνεύματος με πολλές μικρές γνώσεις, όπου ταυτόχρονα απουσιάζει η γνώση των γνώσεων. Η γνώση των γνώσεων είναι η γνώση περί Θεού. Οι υπόλοιπες πολλές και μικρές γνώσεις αναφέρονται στα έργα του Θεού, στον οίκο της φύσης και στα έπιπλά του. Η ποσότητα της γνώσης στην εποχή μας είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι σε κάθε άλλη. Στην εποχή μας τρέχουν για την ποσότητα της γνώσης. Την ποιότητα λίγοι την κοιτάζουν. Στο κεφάλι φτιάχνεται τεράστια αποθήκη γνώσεων της χημείας, της φυσικής, της αστρονομίας, της τεχνολογίας, της κοινωνιολογίας, της τεχνικής του χορού και του μαγειρέματος, του παιξίματος οργάνων και του φλερτ. Πολλά κεφάλια είναι ταυτόχρονα ολόκληρα χημικά εργαστήρια και ζωολογικά οικοδομήματα και μουσικά ρεπερτόρια. Πολλά μυαλά είναι πραγματικές εγκυκλοπαίδειες. Όμως, γι’ αυτό πάλι μέσα στα πολλά μυαλά δεν υπάρχει θέση για τον Θεό, για τη μεγάλη γνώση των γνώσεων.

Στις παλιές, απλές εποχές οι άνθρωποι δεν κατείχαν στο πνεύμα τους τόσες πολλές τεχνολογικές αλήθειες, σαν τους ανθρώπους της εποχής μας, αλλά η γνώση των γνώσεων πάντα ήταν ζωντανή και πάντα είχε φανερή θέση. Και στις νέες, σύνθετες εποχές, οι δυνατοί άνθρωποι δεν αφήνουν να τους υπερφορτώσουν πολλές μικρές γνώσεις και δεν αφήνουν τις μικρές γνώσεις να επισκιάσουν τη μεγάλη γνώση.

Σ’ αυτούς που κατανοούν, όλα τα γεγονότα είναι διαφανή, κι έτσι μέσα απ’ όλα τα γεγονότα βλέπουν το κύριο γεγονός στην οικουμένη. Οι οξύνοες μέσω του ενδύματος όλων των κτισμάτων βλέπουν την ουσία και την κύρια κίνηση των πραγμάτων. Ποτέ οι δυνατοί δεν υπήρξαν δυνατότεροι, ούτε οι κατανοούντες καλύτερα κατανοούντες, απ’ ότι στην εποχή μας. Αλλά γι’ αυτό ποτέ οι αδύνατοι δεν υπήρξαν αδυνατότεροι ούτε οι κοντόφθαλμοι ακόμα πιο κοντόφθαλμοι ούτε οι ρηχοί ρηχότεροι, παρά και πάλι στην εποχή μας. Στους δυνατούς, τους κατανοούντες και τους έξυπνους η πίστη στο Θεό συνέχεια υψώνεται πάνω απ’ όλες τις γνώσεις, όλα τα γεγονότα και όλες τις υποθέσεις, αιωρείται γύρω τους πάντα σαν φωτεινή ατμόσφαιρα γύρω από ένα ουράνιο σώμα. Απ’ αυτή την ατμόσφαιρα όλα τα γεγονότα λαμβάνουν ζωή και κίνηση. Χωρίς αυτή την ατμόσφαιρα όλα τα γεγονότα παγώνουν και σκεπάζονται με τη σκιά του θανάτου. Έχει το φεγγάρι ατμόσφαιρα; Δεν είναι τίποτε ακόμα σίγουρα γνωστό, όμως εάν δεν την έχει στα σίγουρα, τότε αυτό μοιάζει με γνώση χωρίς πίστη. Υπάρχουν πάνω του μέταλλα και ιχνοστοιχεία, και υψόμετρα και βαθύπεδα, όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν αναπνέει. Γι’ αυτό και το φεγγάρι τραβιέται πίσω από ζωντανούς πλανήτες, που αναπνέουν και ζουν, σαν μια λαμπερή νεκρική σαρκοφάγος. Τέτοια είναι και η γνώση δίχως πίστη. Και εκείνη είναι μια νεκρική σαρκοφάγος μέσα μας. Και όσο είναι η γνώση μας μεγαλύτερη αλλά δίχως πίστη, τόσο μεγαλύτερος νεκρός κείτεται στην ψυχή μας: ντυμένος, στολισμένος, ευρύς, πλην όμως νεκρός. Κάτω απ’ αυτόν το νεκρό κείτεται καταπιεσμένη και πνιγμένη η πίστη. Μετά από μάταιη μάχη για να σηκωθεί και να τυλίξει τη μεταλλική σαρκοφάγο της γνώσης με την ατμοσφαιρική της φρεσκάδα και ζωηράδα, μετά απ’ όλες τις μάταιες ηρωικές προσπάθειες εκείνη κείτεται στη σκιά του θανάτου. Η τραγωδία της είναι πλήρης. Όμως, μέσα στην τραγωδία της είναι και η δική μας τραγωδία, της ευτυχίας μας, της ηρεμίας μας και της αισιοδοξίας μας.

Η τρίτη αιτία που πάσχει και καταστρέφεται η πίστη μέσα μας, είναι τα ανθρώπινα έργα. Τα έργα μας κονταίνουν το βλέμμα μας και εμείς σταματάμε μόνο σ’ αυτά και δεν κοιτάμε πιο πέρα. Βλέπουμε την επιστήμη μας, το έργο του μυαλού μας, και κοιτάζοντάς το τα μάτια μας τόσο υγραίνουν, ώστε γίνονται ανίκανα να δουν έναν ευρύτερο και φωτεινότερο ορίζοντα. Κοιτάμε τις μεγάλες πόλεις, έργο των χεριών μας, και τα έργα του Θεού γίνονται αόρατα για μας. Η κουλτούρα μας κατέχει τα μάτια περισσότερο από τη φύση, αφού τη φύση στις πόλεις σχεδόν δεν τη βλέπουμε. Ο άνθρωπος ως δημιουργός των πολιτισμικών δημιουργημάτων μας φαίνεται ως ο μόνος δημιουργός μέσα στο σύμπαν. Από τα ψηλά σπίτια μας δεν βλέπουμε το συμπαντικό σπίτι του Θεού. Από τη σκόνη των ανθρώπινων μυρμηγκοφωλιών μας δεν βλέπουμε τον ουρανό. Εμείς συχνά μέσα στην αδικία μας εκτιμούμε περισσότερο το έργο απ’ ό,τι τον εργολάβο. Κοιτάζουμε με θαυμασμό ένα μεσαιωνικό καθεδρικό ναό, και ταυτόχρονα βλέπουμε με περιφρόνηση τους ανθρώπους. Σαν να είναι ο καθεδρικός ναός άξιος μεγαλύτερου θαυμασμού απ’ ό,τι οι δημιουργοί του, οι άνθρωποι.

Εξίσου συχνά κοιτάζουμε με θαυμασμό τη φύση, αλλά το δημιουργό της ούτε που τον θυμόμαστε. Σαν να είναι η ύλη αξιότερη από το δημιουργό της! Ή κοιτάμε τον άνθρωπο μέσα στο ρόλο του σ’ αυτό τον κόσμο και τον θαυμάζουμε περισσότερο απ’ ό,τι Εκείνον που τον έβαλε σ’ αυτό το ρόλο. Απ’ αυτήν την πλάνη προέρχεται η φοβερή τραγωδία της πίστης στις ψυχές μας.

Η πίστη είναι πάντα μια αυστηρή παρατήρηση του δημιουργού πίσω από το δημιούργημα και του εργολάβου πίσω από το έργο. Η πίστη κρατά πάντα την απόλυτη αξία για κάτι ακριβότερο απ’ όλα εκείνα που τα μάτια μπορούν να δουν, τα αυτιά να ακούσουν και τα ανθρώπινα χέρια να φτιάξουν. Γι’ αυτό το λόγο η πίστη στέκει σε αντιπαλότητα μ’ όλες τις δυνάμεις αυτού του κόσμου, που θέλουν να προσθέσουν στο σχετικό την αξία του απολύτου. Η μέγιστη και η φοβερότατη τραγωδία της ζωής γεννιέται εκεί όπου, νικημένη η πίστη, πεθαίνει.

Ως τέταρτη αιτία της τραγωδίας της πίστης σε πολλούς, εγώ τονίζω τις πλάνες των εκπροσώπων της πίστης. Ο καθένας εκτιμά το σπόρο κατά τον καρπό. Εάν ο καρπός είναι πικρός, ποιος μπορεί να αγαπήσει το σπόρο; Ο καλύτερος καρπός της πίστης πρέπει να είναι εκείνοι οι οποίοι βάλανε τον εαυτό τους εξολοκλήρου στην υπηρεσία της πίστης.

Η πίστη είναι σπόρος, ο άνθρωπος αγρός. Όταν σπείρετε ίδια σπορά σε διαφορετικούς αγρούς, διαφορετικούς καρπούς θα φέρει.

Η πίστη είναι σπόρος, ο ιερέας είναι άνθρωπος. Πώς ο ίδιος σπόρος στη διαφορετική γη θα δώσει ίδιους καρπούς; Πράγματι, ο καθένας περιμένει ο ιερέας μιας πίστης να είναι ο καλύτερος καρπός αυτής της πίστης, και κατά τον καρπό εκτιμά και τον σπόρο. Όμως, όλος ο κόσμος μπορεί να ξεγελαστεί σε μια τέτοια εκτίμηση. Αφού υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο ιερέας είναι ο χειρότερος καρπός εκείνης της πίστης την οποία υπηρετεί. Από τον ίδιο σπόρο φυτρώνει σ’ έναν αγρό το λουλούδι, ενώ στον άλλο ζιζάνιο. Πρέπει να εκτιμάται ο σπόρος κατά τον καλύτερο και όχι κατά το χειρότερο καρπό που μπορεί να δώσει. Όταν ο καλύτερος σπόρος πέσει στα αγκάθια, τα αγκάθια τον πνίγουν. Μόνο ο καλός σπόρος στην καλή γη αποδίδει, κατά τα λόγια του Σωτήρα, εκατονταπλάσιο καρπό και καλό καρπό. Η χριστιανική πίστη, σπαρμένη στον καλό αγρό, δίνει τους καλύτερους καρπούς τους οποίους μπορεί η πίστη να δώσει. Όμως, η χριστιανική πίστη σπάρθηκε και στα αγκάθια και στις πέτρες, στα ζιζάνια και στο δρόμο, όπου δεν φυτρώνει ή εάν φυτρώνει δεν μεγαλώνει ή εάν μεγαλώνει δεν φέρνει καρπό ή φέρνει πικρό καρπό. Έδωσε ανθρώπους μεγάλους κατά το χαρακτήρα, Τιτάνες στην αρετή και στο νου, όμως βρίσκεται και σαν μπόλιασμα που δεν έπιασε στα πολλά στυφά και αγκαθωτά δέντρα. Είναι το πεταμένο μαργαριτάρι μπροστά στους ανθρώπους και στα γουρούνια. Οι άνθρωποι μάζεψαν το μαργαριτάρι και το φύλαξαν μ’ όλη τη λάμψη του. Τα γουρούνια ανακάτεψαν το μαργαριτάρι με το καλαμπόκι, το καλαμπόκι το έφαγαν, ενώ το μαργαριτάρι το ποδοπάτησαν μέσα στη λάσπη και με τη μουσούδα το έριξαν μακριά τους σαν πράγμα που δεν τρώγεται. Είναι άφρονες εκείνοι που ποδοπατούν το μαργαριτάρι μέσα στη λάσπη, όμως είναι ακόμα πιο άφρονες εκείνοι που βλέπουν το μαργαριτάρι μπροστά στα γουρούνια, λερωμένο στη λάσπη, και νομίζουν ότι αυτό είναι άμμος και όχι μαργαριτάρι. Κάθε επάγγελμα έχει τους Ιούδες του. Κάθε δουλειά έχει αυτούς που την ντροπιάζουν.

Όμως, πολλοί δεν συλλογίζονται έτσι. Πολλοί βλέπουν έναν άθεο ιερέα και η πίστη μέσα τους νεκρώνεται. Πολλοί βλέπουν έναν κυνικό εξομολόγο και η πίστη μέσα τους αιωρείται σαν φλόγα του κεριού μπροστά στον άνεμο. Πολλοί ακούν για την άθεη συμπεριφορά υψηλών χριστιανικών εκπροσώπων και η αιωρούμενη φλόγα της πίστης στην ψυχή τους νεκρώνεται. Και όταν στη μάχη με τον κρύο άνεμο σβήσει αυτή η φλόγα, η τραγωδία της πίστης είναι πλήρης.

Την πέμπτη αιτία συνιστούν η ψευδοεπιστήμη και η ψευδοθεολογία. Η ψευδοεπιστήμη δημαγωγεί εναντίον της πίστης, και η ψευδοθεολογία δημαγωγεί εναντίον της επιστήμης. Η ψευδοεπιστήμη παίρνει τις χείριστες και πρωτογενείς μορφές της πίστης, αυτές τονίζει σαν πίστη γενικώς, αυτές κριτικάρει και αυτές αρνείται. Η ψευδοθεολογία πάλι έχει μάτια μόνο για καταχρήσεις των επιστημονικών εφευρέσεων και ανακαλύψεων, γενικεύει αυτές τις καταχρήσεις και αρνείται την επιστήμη. Τον τελευταίο αιώνα εξελίχθηκαν σημαντικά οι φυσικές και οι τεχνολογικές επιστήμες. Οι σοβαροί άνθρωποι αυτό το χρησιμοποίησαν για εμβάθυνση, ενώ οι γραφικοί για να κάνουν πιο ρηχή τη ζωή. Λόγω αυτού του πλουτισμού της επιστήμης οι σοβαροί έγιναν σοβαρότεροι, ενώ οι γραφικοί γραφικότεροι. Οι σοβαροί δεν βλέπουν την αλήθεια διπλή, μια στην επιστήμη, μια δεύτερη στην πίστη, αλλά αισθάνονται αρμονία μεταξύ του ενός και του άλλου. Οι γραφικοί απολαμβάνουν τις περιττές φιλονικίες, και τονίζοντας πάντα την αυθάδεια μπροστά στη λογική σκέψη, δημιουργούν αξία για τον εαυτό τους από το ότι με την επιστήμη αντιλέγουν στην πίστη ή, αντίθετα, με την πίστη αντιλέγουν στην επιστήμη.

Η υγιής πίστη δεν αντιλέγει ποτέ προς την πραγματική επιστήμη ούτε η πραγματική επιστήμη αρνείται την υγιή πίστη. Μόνο οι αρρωστημένες μορφές και του ενός και του άλλου είναι υπερβολικές και ακραίες. Η πίστη μου στον Θεό δεν με εμποδίζει στο να αναγνωρίσω και να υιοθετήσω όλη την πραγματική επιστήμη από το άλφα έως το ωμέγα. Η επιστήμη μου όμως λαμβάνει σε διαύγεια και πληρότητα και ορμή, εάν τη φωτίσω και τη ζεστάνω με υγιή πίστη. Να ξέρετε ότι όταν ένας επιστήμονας ξεσηκώνεται εναντίον της πίστης εν ονόματι της επιστήμης, αυτός ξεσηκώνεται εναντίον της χείριστης μορφής της πίστης εν ονόματι της κάλλιστης επιστήμης. Και όταν ένας θεολόγος ξεσηκώνεται εναντίον της επιστήμης εν ονόματι της πίστης, αυτός ξεσηκώνεται ενάντια στη μέγιστη κατάχρηση και μέγιστη επιζήμια μορφή της επιστήμης εν ονόματι της κάλλιστης πίστης. Η καλύτερη επιστήμη όμως στέκει στην τέλεια αρμονία με την καλύτερη πίστη. Ενώ οι κάλλιστοι ποτέ δεν φιλονικούν, οι κάλλιστοι καταλαβαίνονται και αγαπιούνται. Οι μικροί φιλονικούν και τρώγονται, και ηδονίζονται με τη φιλονικία και τις τριβές. Όμως, η φιλονικία και οι τριβές της ψεοδοπίστης και της ψευδοεπιστήμης ταλαντεύουν πολλές άπλες ψυχές στην πίστη. Και όταν ταλαντευτεί, η πίστη τους αγωνίζεται για επιβίωση. Και συχνά ο αγώνας τελειώνει με ήττα της πίστης. Η ήττα της πίστης σημειώνει το θρίαμβο του σκότους και της κακίας μέσα στους ανθρώπους.

Η έκτη αιτία λόγω της οποίας η πίστη μέσα στους ανθρώπους υπομένει ήττα, είναι η κοινωνική αδικία. Ένας άνθρωπος κοιτάζει τον ουράνιο θόλο στολισμένο με πύρινα φώτα και η πίστη του λάμπει και τον ζεσταίνει σαν φλόγα. Όταν όμως κοιτάζει και την αδικία, που κάνει ένας άνθρωπος στον άλλον, η πίστη του μουδιάζει σαν φλόγα κάτω από τη νεροποντή. Κάποια κόμματα των εργατών στον κόσμο, διαμαρτυρόμενα εναντίον της άδικης μοιρασιάς του πλούτου στη γη, βρίσκουν αναγκαίο να διαμαρτύρονται και εναντίον της πίστης. Τούτη η διαμαρτυρία των εργατών ενάντια στην πίστη μέχρι ενός σημείου είναι και δικαιολογημένη. Είναι δικαιολογημένη τόσο όσο αναφέρεται σε διαστρεβλωμένες μορφές της πίστης, που έβαλαν τον εαυτό τους στην ταπεινή υπηρεσία του καπιταλισμού και oι οποίες στηρίζουν μια οφθαλμοφανή οικονομική αδικία, κάτω από την οποία αναστενάζουν και πεθαίνουν χιλιάδες και εκατομμύρια ανθρώπων. Όμως, αυτή η διαμαρτυρία όχι μόνο είναι αδικαιολόγητη αλλά και ανόητη όταν αναφέρεται στην πίστη γενικώς. Είναι αδικαιολόγητη, επειδή είναι άδικη, και ανόητη, επειδή μ’ αυτήν από τον καλύτερο φίλο δημιουργείται εχθρός. Ο καλύτερος φίλος των φτωχών και των καταπιεσμένων σ’ αυτό τον κόσμο είναι η πίστη. Εάν οι φτωχοί και οι καταπιεσμένοι σ’ αυτό τον κόσμο θέλουν να κάνουν έναν επιτυχημένο αγώνα εναντίον των καταπιεστών τους, πρέπει να τον κάνουν στο όνομα του Θεού και της δικαιοσύνης του Θεού. Ένα πράγμα είναι μεγάλο και μεγαλειώδες, όταν ο Θεός είναι η βάση του. Να επικαλούνται την αδελφοσύνη και την ανθρωπιά, χωρίς να πιστεύουν στο Θεό, μπορούν μόνο εκείνοι, που είναι πλανημένοι ή εκείνοι στους οποίους δεν υπάρχει καμία συσχέτιση μεταξύ του μυαλού και της γλώσσας. Να μην πιστεύεις στη δικαιοσύνη του σύμπαντος και να ζητάς τη γήινη δικαιοσύνη είναι το ίδιο με το να μην πιστεύεις, ότι ο ήλιος μπορεί να φωτίσει τη γη και να ζητάς να τη φωτίσει μια απλή πέτρα.

Η κοινωνική αδικία μας στενοχωρεί όλους και μας πονά και μας ρίχνει σε σκοτεινές σκέψεις και κατατρώγει την αισιοδοξία μας και θολώνει το βλέμμα μας προς τον ουρανό. Και μόνο η σκέψη της κοινωνικής αδικίας, κάτω από την οποία μια ανθρώπινη ζωή υποφέρει, μπορεί να έχει την ενέργεια του ανέμου της ερήμου, που όλα μπροστά του τα μαραζώνει. Μπροστά από τούτο τον άνεμο της ερήμου μαραζώνεται και η πίστη μας. Όπως το πράσινο χόρτο που κάτω από το δρεπάνι την ώρα του θερισμού ξεραίνεται και μαυρίζει, έτσι και η πίστη μας μπροστά από το γεγονός της κοινωνικής αδικίας απλώνεται στο νεκροκρέβατο και πεθαίνει.

Γιατί εκείνος που δουλεύει να πεθάνει από την πείνα; Γιατί η ζωή πολλών να είναι ένα παρατεταμένο μαρτύριο, ενώ η ζωή μερικών μια παρατεταμένη γιορτή; Γιατί να υποφέρει ο δίκαιος; Γιατί ο σοφός να είναι παραγκωνισμένος και ταπεινωμένος μπροστά στον ανόητο; Γιατί αυτός που κάνει το αγαθό να βιώνει αχαριστία; Γιατί ο ταπεινός να ζει πάντα στη σκιά του υπερήφανου; Γιατί η ασωτία να έχει τόσο μεγάλες και λαμπερές κατοικίες, ενώ η αρετή να δυσκολεύεται πάντα μέσα στα εργαστήρια των μαραγκών της Ναζαρέτ και στα στενά κελιά; Γιατί τον ήρωα να τον σπρώχνουν με τους αγκώνες τους οι φοβητσιάρηδες πίσω, αφού η θέση του είναι μπροστά; Γιατί όλα αυτά, εάν υπάρχει ο δίκαιος Θεός;

Κάτω από το βάρος τούτων των ερωτήσεων το ψυχικό θάρρος πολλών ξεπέφτει, και όπου δεν υπάρχει θάρρος, δεν υπάρχει ούτε η πίστη. Όταν ξεπέφτει το θάρρος, ξεπέφτει και η πίστη, όταν το θάρρος πεθάνει, πεθαίνει και η πίστη. Το θάρρος και η πίστη πάντα θάβονται στον ίδιο τάφο.

Η έβδομη αιτία της νέκρωσης της πίστης μέσα μας είναι η ευτυχία. Μόνο μεγάλες και δυνατές ψυχές στέκουν και στην ευτυχία με πρόσωπο στραμμένο προς το Θεό. Στις αδαείς ψυχές η ευτυχία είναι η ύψιστη θεότητα την οποία εκείνες προσκυνούν. Μόνο οι αδαείς ψυχές στην ευτυχία είναι άθεες. Αλλά στη δυστυχία κανείς δεν είναι πιο ευσεβής απ’ αυτές. Όμως, και κάποια καλύτερη ψυχή ξεχνιέται στην ευτυχία. Κάποιοι καλοί άνθρωποι τόσο αλλάζουν στην ευτυχία, ώστε οι φίλοι τους δεν μπορούν να τους αναγνωρίσουν. Ένας χαρούμενος άνθρωπος κερδίζει στο λαχείο πολλά χρήματα και γίνεται ξαφνικά θλιμμένος και εκκεντρικός. Μια φτωχή κοπέλα παντρεύεται έναν αριστοκράτη και γίνεται υπερήφανη και περιφρονεί τις παλιές φίλες της. Ένας αγαπητός φίλος παίρνει θέση στην εξουσία και τρελαίνεται. Έναν καλλιτέχνη η δόξα τον κάνει τσαρλατάνο. Εκείνο που με τη θνητή γλώσσα ονομάζεται ευτυχία, συχνά γίνεται η μεγαλύτερη δυστυχία των ανθρώπων. Η γήινη ευτυχία σε πολλούς παίρνει τα μυαλά και σκληραίνει την καρδιά. Άραγε μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία απ’ αυτή την «ευτυχία»; Πρέπει να έχουμε θάρρος στην ευτυχία, όπως και στη δυστυχία. Χρειάζεται θάρρος για να μην παραδοθείς ούτε στην ευτυχία ούτε στη δυστυχία. Σ’ όποιον η ευτυχία γίνει είδωλο, γι αυτόν ο Θεός σταματά να είναι Θεός. Όποιος λιβανίζει την ευτυχία τη δική του -αδιαφορώντας για την ευτυχία των άλλων- με θυμίαμα και λιβάνι, αυτός δεν προσφέρει θυσία στο Θεό. Όποιος νομίζει ότι τα άκρα του κόσμου βρίσκονται στον ορίζοντα της ευτυχίας του, τούτος αγκαλιάζει με τα χέρια του μία ψευδαίσθηση από καπνό. Όποιος μπορεί να γιορτάζει την ευτυχία του εκτός Θεού και χωρίς Θεό, αυτός βιώνει τη σιωπή πριν από την καταστροφή και γελά με γέλιο που θα παγώσει. Διότι όσο η ευτυχία κατοικεί σ’ ένα σπίτι, τόσο η δυστυχία στέκει μπροστά στην πόρτα και περιμένει τη σειρά της. Δεν υπάρχει σπίτι στον κόσμο στο οποίο η δυστυχία δεν θα εισχωρήσει και δεν θα δείξει το αποκαλυμμένο της πρόσωπο.

Αυτές οι επτά αιτίες είναι ικανές, μόνες ή μαζί, να προκαλέσουν την τραγωδία της πίστης. Όταν επτά θάμνοι από αγκάθια φυτρώσουν γύρω από ένα ευγενικό κρίνο και πλέξουν τα κλαριά τους πάνω απ’ αυτό, έτσι ώστε να του κρύψουν τον ήλιο και να του δηλητηριάσουν τον αέρα, τότε ο ευγενικός κρίνος σαπίζει στην υγρασία και πνίγεται στο σκοτάδι. Και ο Θεός από τον ουρανό βλέπει πως πολλοί όμορφοι κρίνοι σαπίζουν και πνίγονται στη γη. Και ο Θεός από ψηλά βλέπει, πως πολλές ψυχές μετατρέπονται σε αγκάθια χωρίς κρίνους. Ο Θεός, πράγματι, και τα αγκάθια χρησιμοποιεί για καλό, όμως αλίμονο σ’ εκείνον που είναι από αγκάθια. Αλίμονο, πρώτα σ’ αυτόν, και αλίμονο, τότε σ’ εκείνους γύρω του. Η ζωή δίχως πίστη είναι η πιο σκοτεινή απ’ όλες τις τραγωδίες. Μπροστά σ’ αυτή την τραγωδία η τραγωδία του Γολγοθά είναι φωτεινή. Εκείνος που με ζωντανή πίστη στην ψυχή υποφέρει και καταστρέφεται, ακόμα και πάνω στο σταυρό του μαρτυρίου του, μοιάζει με ναυτικό στη φουρτουνιασμένη θάλασσα , που μέσα από τα πάθη και το σκοτάδι βλέπει βορινό αστέρι, οπότε δεν χάνει τον προσανατολισμό του. Εκείνος που δίχως πίστη υποφέρει και καταστρέφεται μοιάζει με ναυτικό σε φουρτουνιασμένη θάλασσα, που δεν βλέπει ούτε μια ακτίνα φωτός στο σκοτάδι, ούτε στον εαυτό του, ούτε γύρω του· καταπονεί τα μάτια του για να δει, όμως, όσο περισσότερο τα καταπονεί, τόσο του φαίνεται το σκοτάδι όλο και πιο πυκνό και μαύρο· κουράζει το λαιμό του για να φωνάξει. Όμως ούτε ο ίδιος δεν είναι σε θέση να ακούσει τη φωνή του από το φοβερό θόρυβο γύρω του. Η απελπισία του άπιστου είναι το πιο φρικτό γεγονός σ’ όλους τους καιρούς. Αυτή η απελπισία κρύβεται με κυνισμό, ώστε δεν είναι ορατή για κάθε μάτι. Εάν όλοι οι υγιείς άπιστοι ήξεραν τις ομολογίες όλων των απίστων που ξεψυχούν, στο νεκροκρέβατο θα είχαν βιαστεί όλοι να ξεριζώσουν τα ζιζάνια και τα αγκάθια από την ψυχή τους και να αφήσουν τον πεσμένο κρίνο να σηκωθεί και να αναπτυχθεί και να δημιουργήσει χαρά στην ψυχή τους και να της δώσει χρώμα και ευωδία. Χωρίς τη χαρά, οι άπιστες ψυχές είναι και άχρωμες και δίχως ευωδιά. Οι κρυσταλλωμένες πέτρες είναι πιο αγαπητές στο βλέμμα από τις ψυχές αυτές. Και κάθε πέτρα είναι πιο άξια συλλυπητηρίων από τέτοιες ψυχές. Τι είδους μεγάλα σχέδια ονειρεύεται ο άπιστος; Είναι ψεύτικα τα σχέδια του· αυτός πρέπει καμιά φορά μες στη νύχτα να ομολογήσει στον εαυτό του ότι τα σχέδια του είναι ψέμα. Μπροστά στους άλλους ανθρώπους ίσως και να βάζει μάσκα γι’ αυτό το ψέμα, όμως μπροστά στον ίδιο τον εαυτό του όχι. Όλα τα μεγάλα σχέδια, είτε προσωπικά ή εθνικά ή πανανθρώπινα, εάν δεν βασίζονται στο γρανιτένιο θεμέλιο της πίστης, βασίζονται σε θεμέλιο από κερί. Ζεσταίνει ο ήλιος, το κερί λιώνει και ο μεγάλος πύργος καταρρέει στη γη.

Δώσε μας, Θεέ, λογικό, ώστε ό,τι χτίζουμε πάνω στη πίστη, σε Σένα να το χτίζουμε. Αφού η πίστη σε Σένα, είναι θάρρος για χτίσιμο και φως στο ταξίδι. Δώσε μας το φως Σου στο ταξίδι μας σ’ αυτό τον κόσμο. Κάθε άλλο φως εκτός από Σένα μπερδεύει τις σκέψεις μας και παγώνει τις καρδιές μας. Πηγή ζεστού και ζωοδόχου φωτός, μην εγκαταλείψεις εμάς, τους κουρασμένους και διψασμένους ταξιδιώτες. Εσύ που ανασταίνεις τα νεκρά σώματα και τις νεκρές ψυχές, ρίξε ένα βλέμμα και στο δικό μας νεκροταφείο. Ας καούν από το βλέμμα Σου όλα τα θανατηφόρα και σκοταδοφόρα ζιζάνια μέσα μας και ας αναστηθεί η ζωοφόρος πίστη σε Σένα. Ώστε να είμαστε και μείς άξιοι εργάτες στο μεγάλο εργαστήριο Σου, άξιοι καλεσμένοι στο μεγάλο τραπέζι Σου σ’ αυτόν τον κόσμο, άξιοι του ονόματός Σου, Δημιουργέ μας, υπερήφανοι για την πατρότητά Σου, Πατέρα μας. Αμήν.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το Αντίδωρο και το Πρόσφορο – Τι σημαίνει το καθένα;

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιουλίου, 2018

Το Αντίδωρον είναι ευλογημένος άρτος που βγαίνει από τα πρόσφορα που προσεκόμισαν και προσέφεραν οι πιστοί, προκειμένου να τελεσθεί η Θεία Λειτουργία (γι’ αυτό και ονομασία πρόσφορο, από το ρήμα προσφέρω).
Κατά την ώρα που γίνεται η ακολουθία της προσκομιδής προσφέρονται άρτοι (πρόσφορα), συνήθως τρία ή πέντε για να εξαχθούν οι μερίδες των εννέα ταγμάτων.
Πρώτα εξάγεται ο αμνός που συμβολίζει και τυποί το σώμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Δεύτερον εξάγεται η τριγωνική μερίδα της Θεοτόκου.
Τρίτον εξάγονται οι μερίδες των εννέα ταγμάτων, δηλαδή πάντων και πασών των αγίων της Εκκλησίας (πρόκειται για εννέα τριγωνικές μερίδες).
Τέταρτον εξάγεται η μερίδα υπέρ του οικείου επισκόπου (Πατριάρχου, Αρχιεπισκόπου, Μητροπολίτου για τα δεδομένα της Ελλάδας) και πέμπτον εξάγονται οι μερίδες των ζώντων και κεκοιμημένων, της θριαμβεύουσας και της στρατευμένης Εκκλησίας (πρόκειται για μαργαρίτες, μικρά δηλ. ψίχουλα).
Τα υπόλοιπα των άρτων (προσφόρων) που προσκομίζονται στην Πρόθεση είναι αυτά που ονομάζουμε Αντίδωρα.
Το μέγεθος των Αντιδώρων κατά τη Θεία Λειτουργία δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλο, αλλά τέτοιο που να επαρκεί ώστε να διανέμεται σε όσους δεν μετέλαβαν των αχράντων Μυστηρίων, οι οποίοι, σύμφωνα με τον άγιο Συμεών Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, «πάντες εκείνου (ενν. του Σώματος και Αίματος Χριστού, δηλ. του Δώρου) ικανοί μεταχείν τούτο (δηλ. το αντίδωρον) δίδονται αντ’ εκείνου» (Συμεών Θεσ/νίκης, P.G. 155, 301D), που είναι και το κύριο Δώρον της Εκκλησίας.
Η μετοχή στον αγιασμό του Θεού έρχεται σε κάθε πιστό άνθρωπο μέσα από τα αισθητά και ορώμενα πράγματα.
Ο άνθρωπος ανάγεται στα Θεϊκά μέσα από τα αισθητά. Για τον λόγο αυτό και το Αντίδωρο που είναι μετοχή αγιασμού Θεού γίνεται με τη μετάληψη αυτού του αισθητού άρτου.
Σχετικά ο άγιος Συμεών Θες/νίκης αναφέρει: «Επεί δε και δι’ αισθητών τινών ως σώμα περικειμένοις τον αγιασμόν έδει λαβείν, δια του αντιδώρου γίνεται» (Συμεών Θεσ/νίκης. P.G. 155, 745D).
Η Εκκλησία ορίζει ο πιστός να λαμβάνει κάθε φορά Δώρο, δηλ. το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Η ίδια δεν επιθυμεί όμως και εκείνοι που δεν είναι προετοιμασμένοι για τη μετοχή του Δώρου, να φεύγουν απ’ αυτήν χωρίς να λαμβάνουν κάτι. Είναι το Αντίδωρον μια πράξη αγάπης και φιλανθρωπίας για όλους εκείνους του αναξίους της μετοχής.
Και μπορεί το Αντίδωρο να μην είναι το ίδιο Σώμα του Χριστού, όμως είναι άρτος «ηγιασμένος» γιατί σφραγίστηκε ολόκληρος (ο άρτος) με τη λόγχη και δέχθηκε από το λειτουργούντα και προσκομίζοντα Ιερέα τα άγια λόγια.
Ο άγιος Συμεών Θεσ/νίκης αναφέρει «’Επεί και ηγιασμένος εστί και ούτος άρτος, σφραγιζόμενός τε τη λόγχη, και ιερά δεχόμενος ρήματα» (Συμεών Θεσ/νίκης P.G. 155, 304Α). Πρόκειται περί «δωρεάς θείας πάροχον» (Συμεών Θεσ/νίκης P.G. 155, 304Α).
Το Αντίδωρο τρώγεται εκείνη την ώρα που λαμβάνεται, όταν ο χριστιανός που το λαμβάνει είναι από το πρωί νηστικός. Πάντως κανένας πιστός δεν πρέπει να αναχωρεί από το ναό μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, χωρίς να λάβει το Αντίδωρον από το χέρι του λειτουργούντος Ιερέως.
Είναι κακή συνήθεια να διανέμεται το Αντίδωρο στο παγκάρι από τους Εκκλησιαστικούς Επιτρόπους που είναι λαϊκοί, είτε να λαμβάνεται δι’ αυτοεξυπηρετήσεως από τους ίδιους τους πιστούς. Λαμβάνοντας μόνος του κανείς το Αντίδωρο στερείται της ευκαιρίας να λάβει την ευλογία του Λειτουργούντος Ιερέως.
Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας σημειώνει χαρακτηριστικά: «Οι δε (πιστοί) συν ευλαβεία πάση δέχονται (το Αντίδωρον) και καταφιλούν την δεξιάν, ως αν προσφάτως αψαμένην του Παναγίου Σώματος του Σωτήρος Χριστού και τον εκείθεν αγιασμόν και δεξαμένην και μεταδούναι τοις ψαύουσι δυναμένην» (Νικολάου Καβάσιλα, Εις ερμηνείαν της Θείας Λειτουργίας, κεφ. μστ΄).
Επειδή για το πρόσφορο υπάρχει ο συμβολισμός ότι θεωρείται το σώμα της Παναγίας, για αυτό το σχήμα του προσφόρου είναι στρογγυλό, ομοιάζοντας με την κοιλιά της Παναγίας απ’ την οποία εξάγεται ο Χριστός, ομοίως και το Αντίδωρο συμβολίζει το σώμα της Αειπαρθένου Παναγίας.
Ο ιερέας όταν μοιράζει το Αντίδωρο στους πιστούς λέει την ευχή: «Ευλογία Κυρίου και έλεος έλθοι επί σε», σε κάθε χριστιανό που προσέρχεται. Και με την ευχή αυτή προσφέρει μία ακόμη ευλογία, στις άλλες δύο που είναι αυτό τούτο το Αντίδωρο και ο ασπασμός του χεριού του.
Πολλοί πιστοί ζητούν, κατά την στιγμή που λαμβάνουν την προσωπική τους μερίδα Αντιδώρου από τον Ιερέα, να λάβουν και άλλα περισσότερα Αντίδωρα γιατί θέλουν να μεταλαμβάνουν από αυτό όλες τις ημέρες της εβδομάδας που δεν μπορούν να μετέχουν στην Εκκλησία. Καλή και ευλογημένη αυτή η συνήθεια. Όμως το Αντίδωρον είναι αντί της μετοχής των αχράντων Μυστηρίων στη συγκεκριμένη μέρα, χρόνο και τόπο τελέσεως της Θείας Ευχαριστίας. Μαζί με τον εκκλησιασμό έρχεται ή το Δώρο, ή το Αντίδωρον.
Εκτός του εκκλησιασμού ποια η θέση του;
Ακόμη συνηθίζεται από πολλούς Ιερείς, εξαιτίας παλαιοτέρων συνηθειών από προκατόχους Ιερείς, να μοιράζουν μαζί με το Αντίδωρον τα λεγόμενα «Υψώματα».
Το «Ύψωμα», κατ’ ακρίβειαν της λέξεως, είναι ό,τι υψώνεται από τους άρτους στην Αγία Πρόθεση και προσκομίζεται. Η δικαιολογία από μερίδα κληρικών που διανέμουν «Υψώματα» εστιάζεται στο γεγονός ότι αποτελούν «πνευματικά έπαθλα» για όσους εκ των πιστών ενασχολούνται με τα άγια πράγματα της Εκκλησίας. Η διανομή των «Υψωμάτων» διατείνονται μερικοί ότι δημιουργεί άμιλλα πνευματικού χαρακτήρα.
Άλλοι πάλι εκ των πιστών, σε περιόδους νηστείας βαστούν το λεγόμενο «τριήμερο» και δεν τρώνε για τρεις ημέρες τίποτε άλλο παρεκτός του Αντιδώρου κάθε πρωί ή κατά την Θ΄ Ώρα, δηλ. στις 3 μ.μ.
Όλες αυτές είναι ευλογημένες συνήθειες που προέρχονται από την εκτίμηση της σημασίας και της αξίας που έχει ο ευλογημένος αυτός άρτος της προσφοράς. Ο Μέγας Αγιασμός των Θεοφανείων πίνεται πριν από την λήψη του Αντιδώρου.
Ακόμη υπάρχει η ευλαβική συνήθεια μερικών πιστών να ζητούν το ύψωμα της Θείας Λειτουργίας της Μεγάλης Πέμπτης για ευλογία για όλο το χρόνο. Αυτή η πράξη φαίνεται ότι έχει επιδράσει από την εξαγωγή του αμνού της Μεγάλης Πέμπτης για τη Θεία Κοινωνία των ασθενών. Κι αυτή η συνήθεια εντάσσεται στην απλοϊκή ευλάβεια των πιστών.
Τέλος πρέπει να σημειώσουμε και την σημασία της μετ’ ευλαβείας βρώσεως του Αντιδώρου που δείχνει και τον προσωπικό, κατ’ επίγνωση σεβασμό του εσθιόντος «μετά φόβου Θεού».

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κανένα μονοπάτι όμως δεν έχει νόημα εάν αυτά που μαθαίνουμε δεν τα εφαρμόζουμε στην πράξη.

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουλίου, 2018

agnoia

Κάποτε ζούσε ένας άνθρωπος που του άρεσε να ακούει τη διδασκαλία κάποιου σοφού, ποτέ όμως δεν έμπαινε στον κόπο να κάνει πράξη τα όσα άκουγε.

Όταν ο παπαγάλος του, ο οποίος μπορούσε να μιλάει καλά, τον ρώτησε πού πήγαινε κάθε μέρα, εκείνος απάντησε ότι επιθυμούσε να μάθει περισσότερα για τον Θεό και την ελευθερία. Αυτός ήταν και ο λόγος που πήγαινε να ακούσει τα λόγια του σοφού.

Ο παπαγάλος τότε τον έβαλε να ρωτήσει τον σοφό πώς θα μπορούσε κι εκείνος να απελευθερωθεί

Ο άνθρωπος λοιπόν έκανε την ερώτηση του παπαγάλου στον σοφό, ο οποίος αμέσως έπεσε κάτω στο έδαφος σαν να λιποθύμησε ξαφνικά. Όσοι ήταν μαζεμένοι τριγύρω θύμωσαν πολύ μαζί του που τόλμησε να κάνει μια τέτοια ερώτηση και του ζήτησαν να φύγει αμέσως. Όταν επέστρεψε στο σπίτι, διηγήθηκε στον παπαγάλο όλη την ιστορία. Το επόμενο πρωί βρήκε τον παπαγάλο ακίνητο μέσα στο κλουβί του. Ο άνθρωπος υπέθεσε ότι ήταν νεκρός και άνοιξε το κλουβί για να τον βγάλει έξω.

Ο παπαγάλος πέταξε αμέσως στο κλαδί ενός δέντρου και του είπε: «Ακολούθησα τα λόγια του σοφού και τώρα είμαι ελεύθερος. Καλό θα ήταν να εφαρμόζεις κι εσύ τις οδηγίες του».

Πολλές φορές ακολουθούμε ένα μονοπάτι και το μόνο που κάνουμε είναι να αποθηκεύουμε ως πληροφορίες τα όσα μαθαίνουμε “παπαγαλίζοντας” τη θεωρία του. Κανένα μονοπάτι όμως δεν έχει νόημα εάν αυτά που μαθαίνουμε δεν τα εφαρμόζουμε στην πράξη.

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Λούθηρος

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουλίου, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ΛΟΥΘΗΡΟΣ

Η αρχή του Προτεσταντισμού. Η «διόρθωση» ενός λάθους με ένα μεγαλύτερο λάθος…

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 395-443, 483-494 & 514-527 εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970)
Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις δικές μας. Δεν παρατίθενται οι παραπομπές
ΛΟΥΘΗΡΟΣ: Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑΝ
1517-24
Ι. Τ Ε Τ Ζ Ε Λ
Την 15ην Μαρτίου 1517, ο πάπας Λέων I’ εξέδωσε την περιφημοτέραν από όλας τας συγχωρήσεις. Ήτο λυπηρόν, ακριβώς τώρα, ότι η Μεταρρύθμισις εξερράγη κατά την διάρκειαν μιας αρχιερατείας, η oποία είχε συγκεντρώσει εις την Ρώμην τόσους πολλούς από τους καρπούς, και τόσον πολύ από το πνεύμα της Αναγεννήσεως.
Ο Λέων, υιός του Λαυρεντίου του Μεγαλοπρεπούς, ήτο τώρα ο αρχηγός της οικογενείας των Μεδίκων, η όποια είχεν εκθρέψει την Αναγέννησιν εις την Φλωρεντίαν. Ήτο λόγιος, ποιητής, ευπατρίδης, ευγενής και γενναιόφρων, αγαπών την κλασσικήν φιλολογίαν και την λεπτήν τέχνην. Τα ήθη του ήσαν καλά εις ένα ανήθικον περιβάλλον• η φύσις του έκλινε προς μίαν ευθυμίαν, ευχάριστον και νόμιμον, η οποία έδωσε το παράδειγμα της ευτυχίας εις μίαν πόλιν, η οποία προ ενός αιώνος ευρίσκετο εις κατάπτωσιν και εγκατάλειψιν. Όλα του τα ελαττώματα ήσαν επιφανειακά εκτός της επιπολαιότητός του. Έκαμνε πολύ oλίγην διάκρισιν μεταξύ του καλού της οικογενείας του και του καλού της Εκκλησίας και εσπατάλα τα χρήματα της παπωσύνης χάριν αμφιβόλων ποιητών και πολέμων. Ήτο κατά κανόνα ανεκτικός, απελάμβανε την σάτιραν εναντίον των εκκλησιαστικών εις το «Μωρίας εγκώμιον» του Εράσμου και εφήρμοσε, με μερικάς διακοπάς, την άγραφον συμφωνίαν, δια της οποίας η Εκκλησία της Αναγεννήσεως παρεχώρησε σημαντικήν ελευθερίαν εις τους φιλοσόφους, τους ποιητάς και τους λογίους, οι όποιοι απηυθύνοντο -συνήθως εις την λατινικήν -προς την μορφωμένην μειονότητα, άλλ’ άφηνεν ανενόχλητον την αναντικατάστατον πίστιν των μαζών.
Υιός τραπεζίτου, ο Λέων ήτο συνηθισμένος να εξοδεύη χρήματα ευκόλως και πρό παντός εις βάρος άλλων. Εκληρονόμησε πλήρη παπικά ταμεία από τον Ιούλιον Β’ και τα εξεκένωσε πριν αποθάνη. Ίσως να μην ενδιεφέρετο πολύ δια την ογκώδη βασιλικήν την οποίαν ο Ιούλιος είχε σχεδιάσει και αρχίσει, αλλά η παλαιά εκκλησία του Αγίου Πέτρου δεν ηδύνατο πλέον να επισκευασθή, τεράστια ποσά είχον εξοδευθή δια την νέαν και θα ήτο ατύχημα δια την Εκκλησίαν να αφήση αυτήν την μεγαλειώδη επιχείρησιν να αποτύχη. Ενδεχομένως με κάποιαν απέχθειαν προσέφερε την συγχώρησιν του 1517 εις όλους όσοι θα συνεισέφερον εις τα έξοδα δια την συμπλήρωσιν του μεγάλου αυτού ναού. Οι ηγεμόνες της Αγγλίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας διεμαρτυρήθησαν, ότι ο πλούτος των χωρών των είχεν αποστραγγισθή, αι εθνικαί των οικονομίαι είχον διαταραχθή ένεκα επανειλημμένων εκστρατειών προς συλλογήν χρημάτων δια την Ρώμην. Όπου οι βασιλείς ήσαν ισχυροί, ο Λέων ήτο συγκαταβατικός: συνεφώνησεν όπως ο Ερρίκος Η’ κράτηση το ¼ των συλλεγέντων χρημάτων εις την Αγγλίαν• έκαμεν ένα δάνειον από 175.000 δουκάτα εις τον βασιλέα Κάρολον Α’ (τον μετέπειτα αυτοκράτορα Κάρολον Ε’) έναντι αναμενομένων εισπράξεων εις την Ισπανίαν ο δε Φραγκίσκος Α’ εκράτησε, κατόπιν εγκρίσεως του Λέοντος, μέρος των συλλεγέντων εις την Γαλλίαν χρημάτων. Η Γερμανία είχεν ολιγώτερον ευνοϊκήν μεταχείρισιν, μη έχουσα ισχυράν μοναρχίαν δια να διαπραγματευθή με τον πάπαν• εν τούτοις παρεχωρήθη εις τον αυτοκράτορα Μαξιμιλιανόν το ευτελές ποσόν των 3000 φλωρινίων από τας εισπράξεις και οι Φούγκερ θα ελάμβανον από τα χρήματα τα όποια θα συνελέγοντο τας 20.000 φλωρίνια τα όποια είχον δανείσει εις τον Άλμπρεχτ του Βραδεμβούργου δια να πληρώση τον πάπαν δια την ανάρρησίν του εις τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον της Μάιντς. Δυστυχώς η πόλις αυτή είχε χάσει τρεις αρχιεπισκόπους εντός δέκα ετών (1504 – 14) και είχε πληρώσει δύο φοράς βαρύτατα δικαιώματα αναρρήσεως. Δια να την απαλλάξη από του να πληρώση και τρίτην φοράν, ο Άλμπρεχτ εδανείσθη. Τώρα ο Λέων συνεφώνησε όπως ο νεαρός ιεράρχης διευθύνη την διανομήν των συγχωροχαρτίων εις το Μαγδεμβούργον και την Χάλμπερστατ καθώς και εις την Μάιντς. Ένας πράκτωρ των Φούγκερ συνώδευεν έκαστον ιεροκήρυκα του Άλμπρεχτ, ήλεγχε τας δαπάνας και τας εισπράξεις και εκράτει το κλειδί του χρηματοκιβωτίου όπου εφυλάσσοντο τα χρήματα.1
Ό κυριώτερος πράκτωρ του Άλμπρεχτ ήτο ο Ιωάννης Τέτζελ, ένας Δομινικανός μοναχός, ο όποιος είχεν αποκτήσει ικανότητα και φήμην ως συλλέκτης χρημάτων. Από του 1500 η κυριωτέρα του ασχολία ήτο η διάθεσις των συγχωροχαρτίων. Συνήθως εις τας αποστολάς αυτάς ελάμβανε την βοήθειαν του κλήρου: όταν εισήρχετο εις μίαν πόλιν, μία συνοδεία από ιερείς, άρχοντας και ευσεβείς λαϊκούς, τον υπεδέχετο με σημαίας, λαμπάδας και ψαλμούς και έφερε την βούλλαν της συγχωρήσεως υψηλά επί ενός βελούδινου η χρυσού προσκεφαλαίου, ενώ οι κώδωνες των εκκλησιών ήχουν και τα όργανα έπαιζον.2Εισαγόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπον, ο Τέτζελ προσέφερεν με ένα εντυπωσιακόν τρόπον, πλήρη συγχώρησιν εις εκείνους οι όποιοι θα μετενόουν και θα εξωμολογούντο τας αμαρτίας των και θα συνεισέφερον αναλόγως των μέσων των εις την ανέγερσιν του νέου Αγίου Πέτρου:
Είθε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να δείξη έλεος δια σε και να σε συγχωρήση με την χάριν των αγίων Του παθών. Και εγώ, με την εξουσίαν Του, με την εξουσίαν των αγίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου, και του αγιωτάτου πάπα, η οποία μου εδόθη και μου παρεχωρήθη εις αυτά τα μέρη, σε συγχωρώ και σε απαλλάσσω, πρώτον από πάσαν εκκλησιαστικήν κύρωσιν, κατά οιονδήποτε τρόπον και αν έγινε και έπειτα από όλας σου τας αμαρτίας, παραβάσεις και υπερβασίας, οσονδήποτε φοβεραί και αν είναι, ακόμη και από εκείνας αι οποίαι επιφυλάσσονται δια την γνωμάτευσιν της Αγίας Έδρας και όσον μακράν εκτείνονται αι κλείδες της αγίας Εκκλησίας, σου αναστέλλω πάσαν τιμωρίαν της όποιας είσαι άξιος εις το καθαρτήριον ένεκα αυτών και σε αποκαθιστώ εις τα άγια μυστήρια της Εκκλησίας… και εις την αθωότητα εκείνην και την αγνότητα την οποίαν είχες κατά το βάπτισμα• ούτως ώστε όταν θα αποθάνης, αι πύλαι της τιμωρίας θα είναι κλεισταί και αι πύλαι του παραδείσου της χαράς θα είναι ανοικταί• και αν δεν θα αποθάνης επί του παρόντος, αυτή η χάρις θα παραμείνη εν πλήρει ενεργεία μέχρι του σημείου του θανάτου σου. Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Άγιου Πνεύματος.3
Η θαυμαστή αυτή συμφωνία δι’ ένα πιστόν ευρίσκετο εις αρμονίαν με την επίσημον αντίληψιν περί των συγχωρήσεων δια τους ζώντας. Ο Τέτζελ ευρίσκετο και πάλιν εντός του γράμματος των αρχιεπισκοπικών οδηγιών όταν απήλλασσε της προηγουμένης εξομολογήσεως, εάν ο καταβάλλων τα χρήματα εζήτει την συγχώρησιν δια μίαν ψυχήν εις το καθαρτήριον. Ένας καθολικός ιστορικός λέγει:
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Τέτζελ, συμφώνως προς ό,τι εθεώρει ως εγκύρους οδηγίας του, διεκήρυσσεν ως χριστιανικόν δόγμα ότι δεν απητείτο παρά μόνον μία χρηματική προσφορά δια να επιτύχη κανείς συγχώρησιν δια τους νεκρούς, χωρίς να υφίσταται λόγος μετανοίας και εξομολογήσεως. Εδίδασκεν επίσης, συμφώνως προς την τότε επικρατούσαν γνώμην, ότι μία συγχώρησις ηδύνατο να εφαρμοσθή επί οιασδήποτε ψυχής με αλάθητον αποτέλεσμα. Εκκινών από την προϋπόθεσιν αυτήν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατέληγεν εις την πραγματικότητα να είναι η θεωρία του η εφαρμογή της παροιμίας: «ευθύς ως το χρήμα κουδουνίση εντός του κιβωτίου, η ψυχή θα πηδήση έξω από τας φλόγας του καθαρτηρίου». Η παπική βούλλα δεν έδιδε καμμίαν επικύρωσιν εις την πρότασιν αυτήν. Ήτο μία ασαφής σχολαστική γνώμη… και όχι δόγμα της Εκκλησίας.4
Ό Μυκόνιος, ένας Φραγκισκανός μοναχός, πιθανόν διακείμενος εχθρικώς προς τους Δομινικανούς, ήκουσε τον Τέτζελ και ανέφερε το έτος εκείνο 1517: «Είναι απίστευτον το τί ο αμαθής αυτός μοναχός είπε και εκήρυξε. Έδωσε σφραγισμένος επιστολάς βεβαιούσας ότι ακόμη και αι αμαρτίαι τας οποίας κανείς είχε σκοπόν να κάμη, θα συνεχωρούντο. Ο πάπας, είπεν, έχει μεγαλυτέρου δύναμιν από όλους τους αποστόλους, από όλους τους αγγέλους και τους άγιους, περισσοτέραν ακόμη και από αύτην την Παρθένον Μαρίαν• επειδή όλοι αυτοί είναι υπήκοοι του Χριστού ενώ ο πάπας είναι ίσος με τον Χριστόν».
Τούτο είναι προφανώς υπερβολή, αλλά το ότι ήτο δυνατόν δά δοθή μία τοιαύτη περιγραφή από ένα αυτόπτην μάρτυρα, αποδεικνύει την αντιπάθειαν την οποίαν διήγειρεν ο Τέτζελ. Μία παρομοία εχθρότης διαφαίνεται εις την φήμην, την οποίαν μετά σκεπτικισμού αναφέρει ο Λούθηρος,5 ο όποιος παρουσιάζει τον Τέτζελ ως ειπόντα εις την Χάλλην ότι και αν ακόμη, per impossibile, κάποιος είχε βιάσει την Μητέρα του Θεού, η συγχώρησις θα απέπλυνε το άμάρτημά του. ο Τέτζελ έλαβε πιστοποιητικά από τας πολιτικάς και εκκλησιαστικάς αρχάς της Χάλλης ότι ουδέποτε ήκουσαν αυτήν την ιστορίαν.6 Ήτο ενθουσιώδης πωλητής αλλά όχι τελείως ασυνείδητος.
Θα ηδύνατο να είχε διαφύγει από την ιστορίαν εάν δεν είχε πλησιάσει πάρα πολύ εις τα εδάφη του Φρειδερίκου του Σοφού, εκλέκτορος της Σαξονίας.
Ο Φρειδερίκος ήτο ένας ευλαβής και προβλεπτικός ηγεμών. Θεωρητικώς δεν αντετίθετο εις τας συγχωρήσεις• είχε συγκεντρώσει 19.000 άγια λείψανα εις την εκκλησίαν του πύργου του εις την Βιττενβεργην7 και είχε κανονίσει να εξασφαλίση μίαν συγχώρησιν δια τους προσκυνητάς των• επρομηθεύθη επίσης μίαν άλλην συγχώρησιν δια συνδρομητάς προς κατασκευήν μιας γεφύρας επί του Τοργκάου και είχεν αναθέσει εις τον Τέτζελ να διαφημίση τα πλεονεκτήματα της παπικής αυτής συγχωρήσεως.8 Εν τούτοις είχε κατακρατήσει από τον πάπαν Αλέξανδρον ΣΤ’ (1501) το ποσόν το όποιον είχε συλλεγή εις την Εκλεκτορικήν Σαξονίαν από μίαν συγχώρησιν δια δωρεάς χάριν μιας σταυροφορίας κατά των Τούρκων. Είπεν ότι θα έδιδε τα χρήματα όταν θα επραγματοποιείτο η σταυροφορία. Αυτό δεν έγινε. Ο Φρειδερίκος ο Σοφός εκράτησε τα χρήματα και τα εχρησιμοποίησεν εις το Πανεπιστήμιον της Βιττενβέργης.9 Τώρα, κινούμενος από την επιθυμίαν να μην αφήση τα νομίσματα της Σαξονίας να φυγαθευθούν και ίσως παρακινηθείς από πληροφορίας περί των υπερβολών του Τέτζελ, απηγόρευσε το κήρυγμα της συγχωρήσεως του 1517 εντός των εδαφών του. Αλλά ο Τέτζελ επλησίασε τόσον πολύ εις τα σύνορα, ώστε πολλοί από την Βιττενβέργην διέβησαν τα σύνορα δια να αποκτήσουν την συγχώρησιν. Πολλοί αγορασταί εκόμισαν αυτάς «τας παπικάς επιστολάς» εις τον Μαρτίνον Λούθηρον, καθηγητήν της θεολογίας εις το Πανεπιστήμιον και του εζήτησαν να επιβεβαιώση την αποτελεσματικότητά των. Αυτός ηρνήθη. Ο Τέτζελ επληροφορήθη την αρνησίν του. Κατήγγειλε τον Λούθηρον και έγινεν αθάνατος.
Είχεν υποτιμήσει την μαχητικότητα του καθηγητού. Ο Λούθηρος συνέθεσε ταχέως εις την λατινικήν ενενήντα πέντε θέσεις, τας οποίας ετιτλοφόρησε Disputatio pro declaration virtutis indulgentiarum (Συζήτησις προς διευκρίνισιν της ισχύος των συγχωρήσεων). Δεν εθεώρει τας προτάσεις του αιρετικάς και αναμφιβόλως δεν ήσαν. Εξηκολούθει να είναι ένθερμος καθολικός, ο όποιος ουδόλως εσκέπτετο να βλάψη την Εκκλησίαν. Ο σκοπός του ήτο να αντικρούση τους παραλόγους ισχυρισμούς δια τας συγχωρήσεις και να διορθώση τας καταχρήσεις αι οποίαι εσημειούντο κατά τήν διανομήν των. Ησθάνετο ότι η εύκολος έκδοσις και η εμπορική διανομή συγχωρήσεων εμείωσε την συντριβήν, την οποίαν έπρεπε να προκαλή η αμαρτία, είχε πράγματι καταστήσει την αμαρτίαν ένα ασήμαντον πράγμα, το οποίον ηδύνατο να τακτοποιηθή φιλικώς εις μίαν τράπεζαν λογαριασμών με ένα μεταπράτην συγχωρήσεων. Δεν είχεν ακόμη αρνηθή την παπικήν «εξουσίαν των κλειδών» να συγχωρή αμαρτίας• παρεδέχετο την δύναμιν του πάπα να απαλλάσση τον εξομολογούμενον μενανοούντα από τας επίγειους ποινάς τας όποιας επιβάλλουν οι εκκλησιαστικοί. Αλλά κατά την άποψιν του Λουθήρου, η δύναμις του πάπα να απελευθερώνη ψυχάς από το καθαρτήριον, ή να μειώνη την διάρκειαν της εκεί τιμωρίας των, δεν εξηρτάτο από την δύναμιν των κλειδών –ή οποία δεν εξετείνετο πέραν του τάφου –αλλά από την μεσολαβητικήν επιρροήν των παπικών προσευχών, αι οποίαι πιθανόν να εισηκούοντο και πιθανόν όχι (Θέσις 20 – 22). Επί πλέον, υπεστήριζεν ο Λούθηρος, όλοι οι χριστιανοί μετείχον αυτοδικαίως του θησαυρού της χάριτος, ο όποιος είχε κερδιθή υπό του Χριστού και των αγίων, ακόμη και χωρίς την δωρεάν μιας τοιαύτης συμμετοχής δι’ ενός παπικού συγχωροχαρτίου. Απήλλασσε τους πάπας από την ευθύνην δια τας υπερβολάς των Ιεροκηρύκων αλλά προσέθετε μετά πονηρίας:
«Το αχαλίνωτον αυτό κήρυγμα υπέρ των συγχωρήσεων, καθιστά δύσκολον, ακόμη και δια πεπαιδευμένους ανθρώπους, να εξασφαλίσουν τον οφειλόμενον σεβασμόν προς τον πάπαν… από τας κακοβούλους ερωτήσεις των λαϊκών, όπως π.χ. «Διατί ο πάπας δεν εκκενώνει το καθαρτήριον χάριν της χριστιανικής αγάπης και χάριν της σκληράς ανάγκης των ψυχών αι οποίαι ευρίσκονται εκεί, ενώ απαλλάσσει… μόνον μέρος των ψυχών χάριν του άθλιου χρήματος με το όποιον θα κτίση μίαν εκκλησίαν;» (Θέσις 81 – 82).
Την μεσημβρίαν της 31ης Οκτωβρίου 1517 ο Λούθηρος ετοιχοκόλλησε τας θέσεις του αυτάς εις την κυρίαν πύλην της εκκλησίας του πύργου εις την Βιττενβέργην. Την 1ην Νοεμβρίου εκάστου έτους, την ημέραν των Αγίων Πάντων, εξετίθεντο εκεί τα, λείψανα τα οποία είχον συγκεντρωθή υπό του εκλέκτορος και ανεμένετο να συρρεύση πολύ πλήθος. Η συνήθεια να αναγγέλλονται δημοσία θέσεις τας όποιας ο προτείνων προσεφέρετο να υποστηρίξη εναντίον παντός ο όποιος θα τας αντέκρουε, ήτο παλαιόν έθιμον εις τα μεσαιωνικά Πανεπιστήμια και η θύρα, την οποίαν ο Λούθηρος εχρησιμοποίησε δια την προκήρυξίν του, εχρησιμοποιείτο κανονικώς ως ακαδημαϊκός πίναξ τοιχοκολλήσεως δελτίων. Εις τας θέσεις προσέθεσε και μίαν φιλικήν πρόσκλησιν:
Από αγάπην προς την πίστιν και από την επιθυμίαν να την φέρωμεν εις φώς, αι κατωτέρω προτάσεις θα συζητηθούν εις την Βιττενβέργην υπό την προεδρίαν του αιδεσιμωτάτου πατρός Μαρτίνου Λουθήρου, διδάκτορος των τεχνών και της ιεράς θεολογίας και τακτικού καθηγητού αυτής εις την ιδίαν πόλιν. Δια τούτο παρακαλεί όσους αδυνατούν να παρουσιασθούν και να συζητήσουν προφορικώς να πράξουν τούτο δι’ επιστολής.
Δια να είναι βέβαιος ότι αι θέσεις θα κατενοούντο ευρέως, ο Λούθηρος εκυκλοφόρησε μίαν γερμανικήν μετάφρασίν των εις τον λαόν. Με χαρακτηριστικήν τόλμην απέστειλεν ενα αντίγραφον των θέσεων εις τον αρχιεπίσκοπον Άλμπρεχτ της Μάιντς. Ευγενώς, ευλαβώς και αφελώς, η Μεταρρύθμισις ήρχισε.
II. Η ΕΞΕΛΙΞΙΣ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ
Ποίαι περιστάσεις κληρονομικότητος και περιβάλλοντος είχον διαμορφώσει ένα ασήμαντον μοναχόν, εις μίαν πολίχνην τριών χιλιάδων ψυχών, εις τον Δαυΐδ της θρησκευτικής επαναστάσεως;
Ό πατήρ του Χάνς ήτο ένας αυστηρός, τραχύς, αμείλικτος αντικληρικός• η μήτηρ του ήτο μία δειλή, σεμνή γυναίκα επιδιδομένη πολύ εις τας προσευχάς• και οι δύο ήσαν λιτοί και εργατικοί. ο Χάνς ήτο χωρικός εις την Μαίρα, κατόπιν μεταλλωρύχος εις την Μάνσφελδ• ο Μαρτίνος όμως εγεννήθη εις το Άισλεμπεν την 10ην Νοεμβρίου 1483. Ηκολούθησαν άλλα εξ τέκνα. ο Χάνς και η Γκρέτε επίστευον εις την ράβδον ως εις μαγικόν μέσον κατασκευής καλών ανθρώπων κάποτε, λέγει ο Μαρτίνος, ο πατήρ του τον έδειρε τόσον πολύ ώστε επί μακρόν διάστημα ήσαν κεκηρυγμένοι εχθροί• εις μίαν άλλην περίπτωσιν, επειδή έκλεψεν ένα καρύδι, η μήτηρ του τον εμαστίγωσε μέχρις αίματος• ο Μαρτίνος εσκέφθη βραδύτερον ότι η «αυστηρά και σκληρή ζωή, την οποίαν έκαμα μαζί των, ήτο ο λόγος δια τον οποίον κατέφυγον κατόπιν εις το μοναστήριον και έγινα μοναχός».10
Η εικών της θεότητος, την οποίαν του μετέδωσαν οι γονείς του, αντηνάκλα την ιδικήν των διάθεσιν: ένας σκληρός πατήρ και αυστηρός δικαστής, επιβάλλων μίαν αρετήν χωρίς χαράν, απαιτών συνεχή εξιλασμόν και τελικώς καταδικάζων το πλείστον της ανθρωπότητος εις την αιωνίαν κόλασιν. Οι γονείς του επίστευον εις μαγίσσας, αγγέλους και δαίμονας πολλών ειδών και ειδικοτήτων. ο Μαρτίνος έφερε μαζί του πολλάς από τας δεισιδαιμονίας αυτάς μέχρι τέλους. Μία θρησκεία τρόμου εις ένα οίκον ακάμπτου πειθαρχίας συνετέλεσεν εις την διαμόρφωσιν της νεότητος και της πίστεως του Λουθήρου.
Εις το σχολείον του Μάνσφελδ υπήρχον ακόμη περισσότεροι ράβδοι και περισσοτέρα κατήχησις. Ο Μαρτίνος εξυλοκοπείτο δεκαπεντάκις της ημέρας διότι δεν είχε κλίνει ορθώς ένα όνομα. Εις ηλικίαν δέκα τριών ετών προήχθη εις ένα σχολείον μέσης εκπαιδεύσεως, το όποιον διηυθύνετο και συνετηρείτο από μίαν θρησκευτικήν αδελφότητα εις το Μαγδεμβούργον. Δέκα τεσσάρων ετών μετεγράφη εις το σχολείον του Αγίου Γεωργίου εις το Άιζεναχ και διήλθε τρία σχετικώς ευτυχή έτη κατοικών εις την άνετον οικίαν της φράου Κόττα. ο Λούθηρος ουδέποτε ελησμόνησε μίαν παρατήρησίν της, ότι δεν υπάρχει τίποτε πολυτιμώτερον επϊ της γής δι’ ένα άνδρα από την αγάπην μιας καλής γυναικός. Αυτό υπήρξεν ένα αγαθόν το όποιον εχρειάσθη 42 έτη δια να το κερδίση. Εις την υγιεινοτέραν αυτην ατμόσφαιραν ανέπτυξε το φυσικόν θέλγητρον της νεότητος: υγιής, εύθυμος, κοινωνικός, ειλικρινής. Έψαλλε καλώς και έπαιζε λαγούτον.
Το 1501, ο ευπορήσας πατήρ του τον απέστειλεν εις το Πανεπιστήμιον της Ερφούρτης. Το πρόγραμμα περιεστρέφετο περί την θεολογίαν και την φιλοσοφίαν, η οποία εξηκολούθει να είναι σχολαστική. Αλλά ο νομιναλισμός του Όκκαμ είχε θριαμβεύσει εκεί και προφανώς ο Λούθηρος έλαβεν υπό σημείωσιν την θεωρίαν του Όκκαμ ότι πάπαι και σύνοδοι δυνατόν να πλανώνται. Εύρε τον σχολαστικισμόν υπό οιανδήποτε μορφήν τόσον δυσάρεστον ώστε συνεχάρη ένα φίλον του ως «μή υποχρεωμένον να μανθάνη την κόπρον, η οποία προσφέρεται» ως φιλοσοφία.11 Υπήρχον εις την Ερφούρτην μερικοί ήπιοι ουμανισταί• τον επηρέασαν πολύ ολίγον δεν ενδιαφέρθησαν δι’ αυτόν όταν τον εύρον σοβαρώς απασχολούμενον με τον άλλον κόσμον. Έμαθεν ολίγα ελληνικά και ολιγώτερα εβραϊκά άλλ’ ανέγνωσε τους μεγαλυτέρους Λατίνους κλασσικούς.
Το 1505 έλαβε το πτυχίον του διδάκτορος των τεχνών. Ο υπερήφανος πατήρ του του έστειλεν ως δώρον δια την αποφοίτησίν του, μίαν πολυτελή έκδοσιν του Corpus juris και εχάρη όταν ο υιός του επεδόθη εις την σπουδήν του δικαίου. Αιφνιδίως, μετά πάροδον δύο μηνών τοιούτων σπουδών και προς μεγάλην λύπην του πατρός του, ο 22ετής νέος απεφάσισε να γίνη μοναχός.
Η απόφασις εξέφραζε την αντίθεσιν η οποία υπήρχεν εις τον χαρακτήρα του. Ρωμαλέος μέχρι σημείου αισθησιασμού, προφανώς πλαισιωμένος δια μίαν ζωήν φυσικών ένστικτων και όμως εμποτισμένος από την οικογένειάν του και το σχολείον με την πεποίθησιν ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως αμαρτωλός και ότι η αμαρτία είναι προσβολή εναντίον του παντοδυνάμου και τιμωρού Θεού, δεν κατώρθωσε ποτέ να συμβιβάση εις την σκέψιν ή την διαγωγήν του τας φυσικάς του παρορμήσεις με τας επικτήτους γνώμας του. Διελθών προφανώς δια των συνήθων ερωτικών πειραμάτων και φαντασιών της εφηβείας, δεν ηδύνατο να δεχθή αυτά ως στάδια αναπτύξεως, αλλά τα εβλεπε ως έργα του σατανά ο όποιος ήτο προωρισμένος να παρασύρη τας ψυχάς εις αιωνίαν καταδίκην. Η αντίληψις περί Θεού η οποία του είχε δοθή, δεν περιείχε κανένα στοιχείον τρυφερότητος• η παρήγορος μορφή της Θεοτόκου κατελάμβανε ολίγην θέσιν εις την θεολογίαν αύτην του φόβου ο δέ Ιησούς δεν ήτο ο αγαπών υιός ο όποιος δεν ηδύνατο να αρνηθή τίποτε εις την μητέρα του. Ήτο ο Ιησούς της Δευτέρας Παρουσίας, ο όποιος τόσον συχνά εζωγραφίζετο εις τας εκκλησίας, ο Χριστός, ο οποίος είχεν απειλήσει τους αμαρτωλούς με το αιώνιον πύρ. Η διαρκής σκέψις της κολάσεως εσκότιζεν ένα πνεύμα πολύ εντόνως θρησκευτικόν ώστε να μη δύναται να την λησμονήση εις την κίνησιν και το ρεύμα της ζωής.
Μίαν ημέραν, καθώς επέστρεφεν εις την Ερφούρτην από τον οίκον του πατρός του, (Ιούλιος 1505) κατελήφθη από μίαν τρομεράν καταιγίδα. Ο κεραυνός έλαμψε πλησίον του και εκτύπησεν ένα παρακείμενον δένδρον. Αυτό εφάνη εις τον Λούθηρον ως μία προειδοποίησις εκ μέρους του Θεού ότι εάν δεν έστρεφε την σκέψιν του προς την σωτηρίαν, ο θάνατος θα ηδύνατο να τον καταλάβη απροετοίμαστον και να κολασθή. Πού θα ηδύνατο να ζήση ένα βίον σωτηρίου ευσεβείας ; Μόνον εκεί όπου τέσσαρες τοίχοι θα ηδύναντο να αποκλείσουν και η ασκητική πειθαρχία να καταβάλη τον κόσμον, την σάρκα και τον διάβολον μόνον εις ένα μοναστήριον. Έκαμεν ένα όρκον εις την αγίαν Άνναν ότι αν θα επέζη από αυτήν την καταιγίδα, θα εγίνετο μοναχός.
Υπήρχον είκοσι μοναστήρια εις την Ερφούρτην. Εξέλεξεν ένα, γνωστόν δια την πιστήν τήρησιν των μοναστικών κανόνων, των Αυγουστινιανών Ερημιτών. Συνεκέντρωσε τους φίλους του, έπιε και έψαλε μαζί των δια τελευταίαν, όπως είπε, φοράν και την επομένην έγινε δεκτός ως μαθητευόμενος εις το κελλίον του μοναστηρίου. Εξετέλει τα πλέον ευτελή καθήκοντα με υπερήφανον ταπεινοφροσύνην. Απήγγελλε προσευχάς, επαναλαμβάνων αυτάς μέχρι αυτοϋπνωτισμού, επάγωνεν εις ένα μη θερμαινόμενον κελλίον, ενήστευεν και εμαστιγώνετο με την ελπίδα να εκδίωξη τους δαίμονας από το σώμα του.
 «Ήμουν ευλαβής μοναχός και ετήρουν τόσον αυστηρώς τους κανόνας του τάγματος μου, ώστε…. εάν ποτέ κανείς μοναχός ανέβη εις τους ουρανούς από την μοναχικήν ζωήν, θα έπρεπε και εγώ να υπάγω εκεί… Εάν αυτό θα διήρκει περισσότερο θα είχον αποθάνει από τα βασανιστήρια τα όποια επέβαλλον εις τον εαυτόν μου με τας αγρυπνίας, τας προσευχάς, την ανάγνωσιν και τας άλλας εργασίας».12
Εις μιαν περίπτωσιν, όταν δεν είχεν εμφανισθή επί πολλάς ημέρας, οι φίλοι του εισέβαλον εις το κελλίον του και τον εύρον κείμενον αναίσθητον επί του εδάφους. Είχον φέρει ένα λαγούτον• ο εις το έπαιξεν• ο Λούθηρος συνήλθε και τους ηυχαρίστησε. Τον Σεπτέμβριον του 1506 έδωσε τον αμετάκλητον όρκον της πτώχειας, της αγνότητος και της υπακοής• και τονΜάιον του 1507 εχειροτονήθη ιερεύς.
Οι σύντροφοι του μοναχοί του έδιδον φιλικάς συμβουλάς ένας τον διεβεβαίωνεν ότι το Πάθος του Χριστού είχε πληρώσει δια την αμαρτωλήν φύσιν του ανθρώπου και είχεν ανοίξει εις τον λυτρωμένον άνθρωπον τας πύλας του παραδείσου. Η ανάγνωσις των Γερμανών μυστικιστών συγγραφέων και ιδιαιτέρως του Τάουλερ, του εγέννησε την ελπίδα να γεφύρωση το φρικώδες χάσμα μεταξύ του εκ φύσεως αμαρτωλού ανθρώπου και του δικαίου, παντοδυνάμου Θεού. Έπειτα έπεσεν εις τας χείρας του μία πραγματεία του Ιωάννου Χούςκαι εις την πνευματική του αναταραχήν προσετέθησαν και δογματικαί αμφιβολίαι• ηπόρει διατί
«ένας άνθρωπος ο όποιος ηδύνατο να γράφη τόσον χριστιανικώς και τόσον ισχυρώς; είχε καή επί της πυράς… Έκλεισα το βιβλίον και απήλθον με πληγωμένην καρδίαν».13
Ο Γιόχαν φόν Στάουπιτζ, επαρχιακός αντιπρόσωπος των Αυγουστινιανών Ερημιτών, εκινήθη από πατρικόν ενδιαφέρον δια τον ταραγμένον μοναχόν και του έδωσεν εντολήν να αντικαταστήση τον ασκητισμόν με την προσεκτικήν ανάγνωσιν της Βίβλου και του άγιου Αυγουστίνου. Οι μοναχοί έδειξαν το ενδιαφέρον των, δώσαντες εις αυτόν μίαν λατινικήν Βίβλον, σπάνιον τότε απόκτημα δι’ ένα άτομον.
Μίαν ημέραν του 1508 ή του 1509, του έκαμεν εντύπωσιν μία φράσις της προς Ρωμαίους επιστολής του Παύλου (α’, 17) 
«Ο δέ δίκαιος έκ πίστεως ζήσεται». Αι λέξεις αυταί τον ωδήγησαν βραδέως προς την θεωρίαν, ότι ο άνθρωπος δύναται να «δικαιωθή» – δηλαδή να γίνη δίκαιος και ως εκ τούτου να σωθή από την κόλασιν -όχι δια των καλών έργων, τα όποια ουδέποτε θα ήρκουν δια να εξαλείψουν τας αμαρτίας έναντι μιας απεράντου θεότητος, αλλά μόνον δια της πλήρους πίστεως εις τον Χριστόν και εις τον δι’ αυτού εξιλασμόν της ανθρωπότητος. 
Εις τον Αυγουστίνον ο Λούθηρος εύρε μίαν άλλην ιδέαν, η όποια ανενέωσεν ίσως τους φόβους του -τον προορισμόν- ότι ο Θεός, ακόμη προ της δημιουργίας, είχε προορίσει μερικάς ψυχάς δια την σωτηρίαν και τας υπολοίπους δια την κόλασιν και ότι οι εκλεκτοί είχον επιλεγή με την ελευθέραν θέλησιν του Θεού να σωθούν δια της θείας θυσίας του Χριστού. Από τον έμμονον αυτόν παραλογισμόν έφυγε πάλιν προς την βασικήν του ελπίδα της σωτηρίας δια της πίστεως.
Το 1508, κατόπιν συστάσεως του Στάουπιτζ, μετετέθη εις ένα Αυγουστινιανόν μοναστήριον της Βιττενβέργης και εις την θέσιν του διδασκάλου της λογικής και της φυσικής, έπειτα του καθηγητού της θεολογίας εις το Πανεπιστήμιον. Η Βιττενβέργη ήτο η βορεία πρωτεύουσα -σπανίως η έδρα- του Φρειδερίκου του Σοφού. Ένας σύγχρονος την ονομάζει «πτωχήν, ασήμαντον πόλιν, με ολίγας παλαιάς και άσχημους οικίας». Ο Λούθηρος περιέγραψε τους κατοίκους ως «υπερβολικώς μεθύσους, αγενείς και επιρρεπείς προς τας διασκεδάσεις». Είχον την φήμην, ότι ήσαν οι μεγαλύτεροι πόται της Σαξονίας, η οποία εθεωρείτο ως ή πλέον μέθυσος επαρχία της Γερμανίας. Ένα μίλλιον προς ανατολάς, έλεγεν ο Λούθηρος, ετελείωνεν ο πολιτισμός και ήρχιζεν η βαρβαρότης. Εδώ, κατά το πλείστον, διέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του.
Πρέπει να είχε γίνει κατά την εποχήν αυτήν υποδειγματικός μοναχός, διότι τον Οκτώβριον του 1510, αυτός και ένας άλλος συνάδελφος του μοναχός απεστάλησαν εις την Ρώμην εις κάποιαν αποστολήν δια τους Αυγουστινιανούς Ερημίτας. Η πρώτη του αντίδρασις, όταν αντίκρυσε την πόλιν, υπήρξεν ευλαβές δέος• εγονάτισεν, ύψωσε τας χείρας και είπε : «Σωτηρία εις σέ, ώ αγία Ρώμη !» Εξεπλήρωσεν όλας τας ευλαβείς υποχρεώσεις ενός προσκυνητού, υπεκλίθη ευσεβώς προ των άγιων λειψάνων, ανήλθε την αγίαν κλίμακα επί των γονάτων του, επεσκέφθη πλήθος εκκλησιών και εκέρδισε τόσας πολλάς συγχωρήσεις, ώστε παρ’ ολίγον να ευχηθή να είχον αποθάνει οι γονείς του δια να τους σώση από το καθαρτήριον. Εξηρεύνησε το ρωμαϊκόν φόρουμ, αλλά παρέμεινε προφανώς ασυγκίνητος από την τέχνην της Αναγεννήσεως, με την οποίαν ο Ραφαήλ, ο Μιχαήλ Άγγελος και πλείστοι άλλοι είχον αρχίσει να στολίζουν την πρωτεύουσαν. επί πολλά έτη μετά το ταξείδιον αυτό δεν προέβη εις σχόλια δια την κοσμικότητα του ρωμαϊκού κλήρου η δια την ανηθικότητα, η οποία τότε ήκμαζεν εις την αγίαν πόλιν. Εν τούτοις μετά δέκα έτη και ακόμη περισσότερον, εις τας φανταστικάς αναμνήσεις του τών «Επιτραπεζίων συνομιλιών» κατά το γήρας του, περιέγραψε την Ρώμην του 1510 ως «φρίκην», τους πάπας ως χειροτέρους από τους ειδωλολάτρας αυτοκράτορας και την παπικήν αυλήν ως «υπηρετουμένην εις την τράπεζαν από δώδεκα γυμνάς νεάνιδας».14  Πολύ πιθανώς δεν είχεν επαφήν με τους ανωτέρους εκκλησιαστικούς κύκλους και δεν είχεν άμεσον γνώσιν της αναμφισβητήτως χαλαράς ηθικής των.
Μετά την επάνοδόν του εις την Βιττενβέργην (Φεβρουάριος 1511) προήχθη ταχέως εις την παιδαγωγικήν κλίμακα και έγινεν επαρχιακός γενικός αντιπρόσωπος του τάγματος του. Έδιδε μαθήματα επί της Βίβλου, εκήρυττε κανονικώς εις την ενοριακήν εκκλησίαν και διεξήγε το έργον του αξιώματός του με εργατικότητα και αφοσίωσιν. Ένας διακεκριμένος καθολικός λόγιος λέγει :
Αι επίσημοι επιστολαί του αποπνέουν μίαν βαθείαν μέριμναν δια τους αμφιρρέποντας, μίαν ευγενή συμπάθειαν δια τους πίπτοντας. Δεικνύουν βαθέα ίχνη θρησκευτικού αισθήματος και σπάνιον πρακτικόν πνεύμα, αν και περιέχουν συμβουλάς, αι οποίαι έχουν ανορθοδόξους τάσεις. Η πανώλης, η οποία έπληξε την Βιττενβέργην το 1516, τον εύρε θαρραλέον εις την θέσιν του, την οποίαν, παρά τας ανησυχίας των φίλων του, δεν εγκατέλειψε.15
Βραδέως, κατά την διάρκειαν των ετών τούτων (1512–17), αι θρησκευτικοί του ιδέαι απεμακρύνθησαν από τα επίσημα δόγματα της Εκκλησίας. Ήρχισε να ομιλή… περί της «θεολογίας μας», εν αντιθέσει προς εκείνην η οποία εδιδάσκετο εις την Ερφούρτην. Το 1515, απέδωσε την διαφθοράν η οποία υπήρχεν εις τον κόσμον, εις τον κλήρον, ο οποίος έδιδεν εις τον κόσμον πάρα πολλούς μύθους και αποφθέγματα ανθρωπίνης επινοήσεως και όχι τον κόσμον των Γραφών του Θεού. Το 1516, ανεκάλυψεν ένα ανώνυμον γερμανικόν χειρόγραφον, του οποίου η μυστικιστική ευλάβεια εστήριξε τόσον πολύ την ιδικήν του άποψιν της απολύτου εξαρτήσεως της ψυχής, δια την σωτηρίαν της, από την θείαν χάριν, ώστε το εξέδωσε και το εδημοσίευσεν ως «Theologia Germanica». Ήτοι «Γερμανική Θεολογία». Εμέμφετο τους διαφημιστάς των συγχωρήσεων ως επωφελουμένους της απλοϊκότητος των πτωχών. Εις ιδιωτικήν του αλληλογραφίαν ήρχιζε να ταυτίζη τον αντίχριστον της πρώτης επιστολής του Ιωάννου με τον πάπαν.16 Τον Ιούλιον του 1517, προσκληθείς υπό του δουκός Γεωργίου της Αλβερτίνης Σαξονίας να κηρύξη εις την Δρέσδην, υπεστήριξεν, ότι μόνη η παραδοχή των χαρισμάτων του Χριστού εξησφάλιζε την σωτηρίαν του πιστεύοντος. Ο δούξ παρεπονέθη, ότι μία τοιαύτη έξαρσις της πίστεως μάλλον παρά της αρετής, «θα καθίστα τον λαόν υπερόπτην και επαναστατικόν».17Μετά τρεις μήνας, ο τολμηρός μοναχός επροκάλει ολόκληρον τον κόσμον να συζητήση τας 95 θέσεις, τας οποίας είχε τοιχοκολλήσει εις την εκκλησίαν της Βιττενβέργης.
III. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΜΟΡΦΗΝ
Η ξυλογραφία του Κράναχ του 1520 δύναται λογικώς να μας δείξη τον Λούθηρον του 1517: ένα κουρεμένον μοναχόν μέσου αναστήματος, λεπτόν, με μεγάλους οφθαλμούς με σοβαράν έκφρασιν, μεγάλην μύτην και αποφασιστικόν πώγωνα, ένα πρόσωπον προδίδον όχι εριστικόν αλλά ήρεμον θάρρος και χαρακτήρα. Εν τούτοις ήτο μάλλον δικαία οργή παρά άσκοπος θρασύτης εκείνη η όποια τον ηνάγκασε να γράψη τας θέσεις. Ο τοπικός επίσκοπος δεν είδε τίποτε το αιρετικόν εις αυτάς αλλά συνέστησεν ηπίως εις τον Λούθηρον να μη γράφη πλέον επί του θέματος αυτού επί τι χρονικόν διάστημα. Και ο ίδιος ο συγγραφεύς εστενοχωρήθη κατ’ αρχάς από την μανίαν την οποίαν επροκάλεσε. Τον Μάιον του 1518 είπεν εις τον Στάουπιτζ ότι η πραγματική του φιλοδοξία ήτο να ζήση ένα βίον ηρέμου απομονώσεως. Εξηπάτα τον εαυτόν του• απελάμβανε την μάχην.
Αι θέσεις κατέστησαν το θέμα της συζητήσεως εις την εγγράμματον Γερμανίαν. Χιλιάδες ανέμενον μίαν τοιαύτην διαμαρτυρίαν και η λανθάνουσα επί γενεάς αντικληρική τάσις ηγαλλίασε διότι εύρε μίαν φωνήν. Η πώλησις των συγχωρήσεων υπεχώρησεν. Αλλά πολλοί πρωταγωνισταί ηγέρθησαν δια να δεχθούν την πρόκλησιν. Ο ίδιος ο Τέτζελ, με κάποιαν επαγγελματικήν βοήθειαν, απήντησεν εις 106 Αντι-θέσεις (Δεκέμβριος 1517). Δεν έκαμε παραχωρήσεις η απολογίας αλλά «έδωσε κατά καιρούς μίαν άνευ συμβιβασμών, και μάλιστα δογματικήν, επικύρωσιν εις απλάς θεολογικάς γνώμας, αι οποίαι δεν ήσαν σύμφωνοι με την λογιότητα».18 Όταν η δημοσίευσις αυτή έφθασεν εις την Βιττενβέργην, ένας μεταπράτης ο όποιος την προσέφερε προς πώλησιν εκακοποιήθη από φοιτητάς του Πανεπιστημίου και το απόθεμά του από 800 αντίτυπα εκάη εις την κεντρικήν πλατείαν, ενέργεια την οποίαν ο Λούθηρος κατέκρινε πλήρης χαράς. Απήντησεν εις τον Τέτζελ με ένα «Κήρυγμα περί συγχωρήσεων και χάριτος» καταλήγων με μίαν χαρακτηριστικήν πρόκλησιν:
«Εάν αποκληθώ αιρετικός από εκείνους, των όποιων τα βαλάντια θα υποφέρουν από τας αληθείας μου, δεν ενδιαφέρομαι πολύ δια τας κραυγάς των• διότι μόνον εκείνοι των όποιων η σκοτεινή διάνοια δεν εγνώρισε ποτέ την Βίβλον, λέγουν αυτό».19
Ο Ιάκωβος βάν Χοογκστραίτεν εκ Κολωνίας εξέπεμψε βαρείας ύβρεις κατά του Λουθήρου και εισηγήθη να τον κάψουν επί της πυράς. Ο Γιόχαν Έκ, υποκαγκελλάριος του Πανεπιστημίου της Ινγκολστατ, εξέδωσεν ένα φυλλάδιον «Obelisci» (Μάρτιος 1518), το οποίον κατηγορεί τον Λούθηρον ότι εσκόρπιζε «βοημικόν δηλητήριον» (τάς αιρέσεις του Χούς), και υπενόμευεν όλην την εκκλησιαστικήν τάξιν. Εις την Ρώμην, ο Σύλβεστρος Πριέριας, παπικός λογοκριτής της φιλολογίας, εδημοσίευσεν ένα «Διάλογον» «υποστηρίζων την απόλυτον υπεροχήν του πάπα με εκφράσεις μη υστερούσας εις υπερβολάς, επεκτείνων ιδιαιτέρως την θεωρίαν του μέχρις ενός απαραδέκτου σημείου εις ό,τι άφορα τας συγχωρήσεις».20
Ο Λούθηρος τον αντέκρουσε με ένα λατινικόν βιβλίον «Resolutiones» (Απρίλιος 1518), αντίτυπα του όποιου απέστειλεν εις τον τοπικόν του επίσκοπον και εις τον πάπαν και εις τας δύο περιπτώσεις με διαβεβαιώσεις ορθοδοξίας και υποταγής. Το κείμενον ωμίλει πολύ καλώς περί του Λέοντος Ι’ :

Παρ’ όλον ότι υπάρχουν εις την Εκκλησίαν πολύ πεπαιδευμένοι και πολύ άγιοι άνθρωποι, εν τούτοις είναι η ατυχία της εποχής μας ότι και αυτοί ακόμη… δεν δύνανται να συνδράμουν την Εκκλησίαν… Τώρα έχομεν επί τέλους ένα εξαίρετον ποντίφηκα, το Λέοντα Ι’, του οποίου η ακεραιότης και η πολυμάθεια αποτελούν χαράν όταν τας ακούουν όλοι οι καλοί άνθρωποι. Αλλά τι δύναται να πράξη ο άριστος αυτός των ανθρώπων μόνος, εις μίαν τόσον μεγάλην σύγχυσιν υποθέσεων, αν και ήτο άξιος να βασιλεύση εις καλυτέρους καιρούς ;… Αυτήν την εποχήν είμεθα άξιοι μόνον να έχωμεν πάπας όπως ο Ιούλιος Β’ και ο Αλέξανδρος ΣΤ’… η ιδία η Ρώμη, ναι, η Ρώμη περιοσότερον από όλους, γελά εις βάρος των καλών ανθρώπων• εις ποίον μέρος του χριστιανικού κόσμου ειρωνεύονται ελευθέρως οι άνθρωποι τους καλυτέρους επισκόπους παρά εις την Ρώμην, την πραγματικήν Βαβυλώνα;

Απ’ ευθείας προς τον Λέοντα, εκδηλώνει μίαν ασυνήθη ταπεινοφροσύνην:
Ευλογημένε πάτερ, προσφέρω τον εαυτόν μου γονυκλινή προ των ποδών της αγιότητός σου, με όλα όσα έχω και με ό,τι είμαι. Επίσπευσε, σύντριψε, κάλεσε, ανακάλεσε, έγκρινε, κατάκρινε, όπως θα σου φανή καλύτερον. Θα παραδεχθώ την φωνήν σου ως την φωνήν του Χρίστου, μένουσαν εντός σου και ομιλούσαν δια σού. Εάν  είμαι άξιος θανάτου, δεν θα αρνηθώ να αποθάνω.21
Εν τούτοις, όπως εσημείωσαν οι σύμβουλοι του Λέοντος, αι «Resolutiones» εβεβαίωνον την υπεροχήν μιας οικουμενικής συνόδου επί του πάπα, ωμίλουν καταφρονητικώς δια τα λείψανα και τα προσκυνήματα, ηρνούντο τας περισσευούσας χάριτας των αγίων και απέρριπτον όλας τας προσθήκας, τας οποίας είχον κάμει οι πάπαι κατά τους τρεις τελευταίους αιώνας εις την θεωρίαν και την πράξιν των συγχωρήσεων. Επειδή ήσαν μία βασική πηγή των παπικών εσόδων και ο Λέων είχεν εξαντλήσει όλας τας επινοήσεις του δια να χρηματοδοτή τας φιλανθρωπίας, τας διασκεδάσεις και τους πολέμους του καθώς και το διοικητικόν και οικοδομικόν πρόγραμμα της Εκκλησίας, ο στενοχωρημένος ποντίφηξ, ο οποίος κατ’ αρχάς είχε παραμερίσει την έριδα ως παροδικήν αναταραχήν μεταξύ μοναχών, τώρα ανέλαβε την υπόθεσιν εις τας χείρας του και εκάλεσε τον Λούθηρον εις την Ρώμην (7 Ιουλίου 1518).
Ο Λούθηρος αντεμετώπισε μίαν κρίσιμον απόφασιν. Έστω και αν ο πλέον καλόκαρδος από τους πάπας τον μετεχειρίζετο επιεικώς, θα ηδύνατο να ευρεθή ευγενώς αποστομωμένος και κλεισμένος εις κάποιο ρωμαϊκόν μοναστήριον, δια να λησμονηθή εντός ολίγου από εκείνους οι όποιοι τον επεδοκίμαζον και τον εχειροκρότουν. Έγραψεν εις τον Γεώργιον Σπαλατίν, εφημέριον του εκλέκτορος Φρειδερίκου, υποδεικνύων, ότι οι Γερμανοί ηγεμόνες έπρεπε να προστατεύουν τους πολίτας των από βιαίαν έκδοσιν εις την Ιταλίαν. Ο εκλέκτωρ συνεφώνησεν. Εξετίμα πολύ τον Λούθηρον, ο όποιος είχε κάμει το Πανεπιστήμιον της Βιττενβέργης να ευημερήση• και επί πλέον, ο αυτοκράτωρ Μάξιμιλιανός, βλέπων εις τον Λούθηρον ένα πιθανόν μέσον δια να παίξη εις τας διπλωματικάς διενέξεις με την Ρώμην, συνέστησεν εις τον εκλέκτορα να «φροντίση επιμελώς δι’ αυτόν τον μοναχόν».22
Ακριβώς την ιδίαν εποχήν, ο αυτοκράτωρ είχε συγκαλέσει μίαν αυτοκρατορικήν δίαιταν εις το Άουγκσμπουργκ δια να εξετάση την αίτησιν του πάπα όπως φορολογήση την Γερμανίαν, δια να βοηθήση εις την χρηματοδότησιν μιας νέας σταυροφορίας κατά των Τούρκων. Ο κλήρος (επρότεινεν ο Λέων) θα επλήρωνε το 1/10 και οι λαϊκοί το 1/12 των εισοδημάτων των και ανά πενήντα οικογένειαι θα έδιδον ένα άνδρα. Η δίαιτα ηρνήθη• αντιθέτως, επανέλαβε μετά σταθερότητος τας διαμαρτυρίας, αι οποίαι απετέλουν την δικαιολογίαν της επιτυχίας του Λουθήρου. Κατέδειξεν εις τον παπικόν λεγάτον, ότι η Γερμανία είχε συχνά φορολογηθή δια σταυροφορίας μόνον και μόνον δια να ίδη τα χρήματα χρησιμοποιούμενα δι’ άλλους παπικούς σκοπούς• ότι ο λαός θα αντετίθετο εντόνως εις πάσαν περαιτέρω αποστολήν χρημάτων εις την Ιταλίαν• ότι αι ετήσιαι εισφοραί, τα δικαιώματα διορισμού και τα έξοδα των κανονικών δικών, τα όποια απεστέλλοντο εις την Ρώμην, ήσαν ήδη αφόρητον βάρος και ότι γερμανικοί προσοδοφόροι θέσεις εδίδοντο ως δαμάσκηνα εις Ιταλούς ιερείς. Τοιαύτη θρασεία απόρριψις παπικών αιτήσεων, έλεγεν εις Έκ των αντιπροσώπων, δεν είχε ποτέ σημειωθή εις την γερμανικήν ιστορίαν.23 Παρατηρήσας το στασιαστικόν πνεύμα εις τους πρίγκιπας, ο Μαξιμιλιανός έγραψεν εις την Ρώμην και συνέστησε προσοχήν εις την μεταχείρισιν του Λουθήρου, άλλ’ υπεσχέθη συνεργασίαν δια την καταστολήν των αιρέσεων.
Ό Λέων ήτο διατεθειμένος ή υποχρεωμένος να είναι επιεικής. Πράγματι, ένας διαμαρτυρόμενος ιστορικός αποδίδει τον θρίαμβον της Μεταρρυθμίσεως εις την μετριοπάθειαν του πάπα.24 Ανέστειλε την διατάγην της παρουσιάσεως του Λουθήρου εις την Ρώμην και του έδωσε την εντολήν να παρουσιασθή εις το Άουγκσμπουργκ ενώπιον του καρδιναλίου Καγιετάν και να απολογηθή δια κατηγορίας απειθαρχίας και αιρέσεων. Έδωσεν οδηγίας εις τον λεγάτον του να παραχωρήση εις τον Λούθηρον πλήρη συγγνώμην και αξιώματα εις το μέλλον εάν θα απηρνείτο τας απόψεις του και θα υπετάσσετο• άλλως θα εζητείτο από τας κοσμικάς αρχάς να τον αποστείλουν εις την Ρώμην.25 Κατά την ιδίαν περίπου εποχήν ο Λέων εξήγγειλε την πρόθεσίν του να απονείμη εις τον Φρειδερίκον μίαν τιμήν, την οποίαν ο ευλαβής εκλέκτωρ πρό πολλού επωφθαλμία: το «Χρυσούν Ρόδον», το οποίον οι πάπαι απένεμον εις κοσμικούς ηγεμόνας, τους οποίους ήθελον να τιμήσουν με την υπερτάτην των εύνοιαν. Πιθανώς ο Λέων να προσεφέρθη τώρα να υποστηρίξη τον Φρειδερίκον ως διάδοχον του αυτοκρατορικού στέμματος.26
Εφωδιασμένος με ένα αυτοκρατορικόν διαβατήριον, ο Λούθηρος συνήντησε τον Καγιετάν εις το Άουγκσμπουργκ (12 Οκτωβρίου 1518). Ο καρδινάλιος ήτο άνθρωπος μεγάλης θεολογικής μορφώσεως και υποδειγματικού βίου, αλλά παρεξήγησε την αποστολήν του, θεωρήσας ότι ήτο δικαστής και όχι διπλωμάτης. Όπως αυτός αντελήφθη την υπόθεσιν, επρόκειτο κυρίως περί θέματος εκκλησιαστικής πειθαρχίας και τάξεως: θα έπρεπε να επιτραπή εις ένα μοναχόν να επικρίνη δημοσία τους ανωτέρους του -εις τους οποίους είχεν ορκισθή υπακοήν- και να υποστηρίζη απόψεις καταδικαζομένας υπό της Εκκλησίας; Αρνούμενος να συζητήση το ορθόν ή το πεπλανημένον των ισχυρισμών του Λουθήρου, απήτησε την ανάκλησίν των και την υπόσχεσιν να μη διαταράξη του λοιπού την ειρήνην της Εκκλησίας. Και οι δύο έχασαν την υπομονήν των. Ο Λούθηρος επανήλθεν αυθάδης εις την Βιττενβέργην. Ο Καγιετάν εζήτησεν από τον Φρειδερίκον να τον αποστείλη εις την Ρώμην. Ο Φρειδερίκος ηρνήθη.
Ο Λούθηρος έγραψε μίαν ευφυά έκθεσιν περί της συναντήσεώς των, η οποία εκυκλοφόρησεν εις όλην την Γερμανίαν. Αποστέλλων αυτήν εις τον φίλον του Βέντζελ Λίνκ, προσέθεσε:
«Σου αποστέλλω το ασήμαντον έργον μου, δια να δυνηθής να ίδης εάν δεν έχω δίκαιον να υποθέτω ότι, κατά τον απόστολον Παύλον, ο πραγματικός αντίχριστος κυριαρχεί εις την ρωμαϊκήν αυλήν. Νομίζω, ότι, αυτός είναι χειρότερος από όλους τους Τούρκους»27.
Εις μίαν ηπιωτέραν επιστολήν προς τον δούκα Γεώργιον, εζήτησεν όπως «αναληφθή μία κοινή μεταρρύθμισις εις τα πνευματικά και κοσμικά κράτη»28• Η πρώτη γνωστή χρησιμοποίησις υπ’ αυτού της λέξεως, η οποία επρόκειτο να δώση εις την εξέγερσιν το ιστορικόν της όνομα.
Ο Λέων εξηκολούθησε τας προσπαθείας του δια συμφιλίωσιν. Δια μιας βούλλας της 9ης Νοεμβρίου 1518, απηρνήθη πολλάς από τας υπερβολικάς ιδιότητας των συγχωρήσεων• δεν συνεχώρουν ούτε αμαρτίας ούτε ενοχήν αλλά μόνον τας επίγειους εκείνας τιμωρίας, τας οποίας είχεν επιβάλει η Εκκλησία, όχι οι κοσμικοί ηγεμόνες. Όσον άφορα την απαλλαγήν ψυχών από το καθαρτήριον, η δύναμις του πάπα περιωρίζετο εις τας προσευχάς του, κατά τας όποιας ικέτευε τον Θεόν να εφαρμόση εις μίαν νεκράν ψυχήν το περίσσευμα των χαρίτων του Χριστού και των αγίων. Την 28ην Νοεμβρίου, ο Λούθηρος εδημοσίευσε μίαν έφεσιν κατά της αποφάσεως του πάπα προς μίαν γενικήν σύνοδον. Κατά τον ίδιο μήνα, ο Λέων ανέθεσεν εις τον Κάρλ φόν Μίλτιτζ, ένα νεαρόν Σάξονα ευγενή κατέχοντα εκκλησιαστικόν αξίωμα εις την Ρώμην, να φέρη το «Χρυσούν Ρόδον» εις τον Φρειδερΐκον και να καταβάλη επίσης μίαν ήρεμον προσπάθειαν δια να επαναφέρη τον Λούθηρον, αυτό το «τέκνον του σατανά», εις την υπακοήν.29
Όταν έφθασεν εις την Γερμανίαν, ο Μίλτιτζ κατεπλάγη ευρών την μισήν χώραν να διάκειται εχθρικώς προς την Ρωμαϊκήν Έδραν. Μεταξύ των φίλων του εις το Άουγκσμπουργκ και την Νυρεμβέργην, οι τρεις εκ των πέντε ήσαν υπέρ του Λουθήρου. Εις την Σαξονίαν, το αντιπαπικόν αίσθημα ήτο τόσον ισχυρόν ώστε ηναγκάσθη να αποβάλη όλας τας ενδείξεις ότι ήτο εντεταλμένος του πάπα. Όταν συνήντησε τον Λούθηρον εις το Άλτεμπουργκ (3 Ιανουαρίου 1519), τον εύρε περισσότερον διατεθειμένον να υποταχθή εις την λογικήν παρά εις τον φόβον. Προφανώς κατά το στάδιον τούτο ο Λούθηρος ενδιεφέρετο ειλικρινώς να διατηρήση την ενότητα της δυτικής χριστιανοσύνης. Προέβη εις γενναίας υποχωρήσεις: να τηρήση σιγήν εάν οι αντίπαλοί του θα έπραττον το ίδιον• να γράψη μιαν επιστολήν υποταγής προς τον πάπαν• να αναγνωρίση δημοσία την αξίαν των προσευχών προς τους αγίους, την πραγματικότητα του καθαρτηρίου και την χρησιμότητα των συγχωρήσεων εις ό,τι άφορα την άρσιν των κανονικών ποινών και να συστήση εις τον λαόν μιαν ειρηνικήν υποταγήν εις την Εκκλησίαν εν τω μεταξύ τα πρακτικά της συζητήσεως θα υπεβάλλοντο προς επικύρωσιν εις ένα Γερμανόν επίσκοπον, τον όποιον θα παρεδέχοντο και τα δύο μέρη.30 Ευχαριστημένος ο Μίλτιτζ μετέβη εις την Λειψίαν, εκάλεσε τον Τέτζελ, τον επέπληξε δια τας υπερβολάς του, τον κατηγόρησε δι’ επαιτείαν και ιδιοποίησιν και τον απέπεμψεν. Ο Τέτζελ απεσύρθη εις το μοναστήριόν του και μετ’ ολίγον απέθανε (11 Αυγούστου 1519). Εις την επιθανάτιου κλίνην του έλαβε μιαν ευγενικήν επιστολήν από τον Λούθηρον, η οποία τον διεβεβαίωνεν ότι η πώλησις των συγχωρήσεων ήτο μόνον αφορμή και όχι η αίτια της αναταραχής, «ότι η υπόθεσις δεν είχε αρχίσει με αυτήν την βάσιν αλλ’ ότι το παιδίον είχεν άλλον πατέρα».31
Την 3ην Μαρτίου ο Λούθηρος έγραψε προς τον πάπαν μιαν επιστολήν πλήρους υποταγής. Ο Λέων απήντησεν εις φιλικόν πνεύμα (29 Μαρτίου) προσκαλέσας αυτόν να μεταβή εις την Ρώμην δια να εξομολογηθή και προσφέρας χρήματα δια το ταξείδιόν του.32 Εν τούτοις, με έμμονον αστάθειαν, ο Λούθηρος έγραψεν εις τον Σπαλατίν την 13 Μαρτίου:
«Ευρίσκομαι εις μεγάλην απορίαν και θα ήθελα να μάθω αν ο πάπας είναι ο αντίχριστος η ο απόστολός του».33
Υπό τας υφισταμένας συνθήκας, εθεώρησεν ασφαλέστερον να παραμείνη εις την Βιττενβέργην.
Εκεί η σύγκλητος του Πανεπιστημίου, οι φοιτηταί και οι πολίται ήσαν κατά το πλείστον μέρος υπέρ της υποθέσεώς του. Υπήρξεν ιδιαιτέρως ευτυχής να έχη την υποστήριξιν ενός λαμπρού νέου ουμανιστού και θεολόγου, τον όποιον ο εκλέκτωρ είχε διορίσει το 1518, εις ηλικίαν 21 ετών, να διδάξη ελληνικά εις το Πανεπιστήμιον.
Ο Φίλιππος Σβάρτσερτ (μαύρη γή) είχεν εξελληνίσει το όνομά του εις Μελάγχθων χάρις εις τον θείον του Ρόυχλιν. Ήτο άνθρωπος μικρού αναστήματος, αδυνάτου κράσεως, με διστακτικόν βάδισμα, κοινά χαρακτηριστικά, υψηλόν μέτωπον και δειλούς οφθαλμούς. Ο διανοούμενος της Μεταρρυθμίσεως είχε γίνει τόσον αγαπητός εις την Βιττενβέργην ώστε εις την αίθουσαν της διδασκαλίας εις την οποίαν συνεκεντρούντο πεντακόσιοι έως εξακόσιοι φοιτηταί και ο ίδιος ο Λούθηρος, ο όποιος τον περιέγραψεν ως έχοντα «σχεδόν κάθε αρετήν η όποια είναι γνωστή εις τον άνθρωπου»,34 εκάθητο ταπεινώς μεταξύ των μαθητών του. «Ο Μελάγχθων», έλεγεν ο Έρασμος, «είναι άνθρωπος με λεπτήν φύσιν• ακόμη και οι εχθροί του ομιλούν καλώς δι’ αυτόν».35 Ο Λούθηρος ηγάπα την πάλην ο Μελάγχθων επόθει την ειρήνην και την συνδιαλλαγήν. Κάποτε ο Λούθηρος τον επέπληττεν ως υπερμέτρως μετριοπαθή, άλλα η ευγενεστέρα και ηπιωτέρα πλευρά του Λουθήρου εφαίνετο εις την αμετάπτωτον αγάπην του δι’ ένα άνθρωπον τόσον αντίθετον προς αυτόν και εις την ιδιοσυγκρασίαν και εις την πολιτικήν.
Εγώ έχω γεννηθή δια να πολεμώ και να μάχωμαι με φατρίας και με δαίμονας• δια τούτο τα βιβλία μου είναι θυελλώδη και πολεμικά. Πρέπει να ξερριζώσω τους κορμούς των δένδρων, να κόψω τας ακάνθας και τους τριβόλους, να γεμίσω τους χάνδακας και είμαι ο τραχύς άνθρωπος του δάσους ο όποιος θα άνοιξη δρόμους και θα ετοιμάση τα πράγματα. Αλλά ο Φίλιππος βαδίζει μαλακά και σιωπηλά, καλλιεργεί και φυτεύει, σπείρει και ποτίζει με ευχαρίστησιν, επειδή ο Θεός τον επροίκισε πλουσίως.36
Ένας άλλος καθηγητής της Βιττενβέργης έλαμψε με ζωηρότερον φώς από του Μελάγχθονος. Ο Ανδρέας Μποντενστάιν, γνωστός από τον τόπον της καταγωγής του ως Κάρλστατ, είχεν εισέλθει εις το πανεπιστημιακόν επιτελείον εις ηλικίαν 24 ετών (1504). Τριακονταετής έλαβε την έδραν της Θωμιστικής φιλοσοφίας και θεολογίας. Την 13ην Απριλίου 1517 προηγήθη της ιστορικής διαμαρτυρίας του Λουθήρου, δημοσιεύσας 152 θέσεις εναντίον των συγχωρήσεων. Κατ’ αρχάς αντετίθετο προς τον Λούθηρον αλλά πολύ συντόμως μετεστράφη εις ένθερμον υποστηρικτήν του, «θερμότερος εις το ζήτημα από εμέ», έλεγεν ο μέγας επαναστάτης.37 Όταν οι «Οβελίσκοι» του Έκ επροκάλεσαν τας θέσεις του Λουθήρου, ο Κάρλστατ τας υπερήσπισε με 406 προτάσεις• μια εξ’ αυτών περιελάμβανε την πρώτην ρητήν διακήρυξιν, εις την γερμανικήν Μεταρρύθμισιν, του ανωτέρου κύρους της Βίβλου έναντι των διατάξεων και των παραδόσεων της Εκκλησίας. Ο Έκ απήντησε με μίαν πρόκλησιν εις δημοσίαν συζήτησιν• ο Κάρλστατ εδέχθη προθύμως και ο Λούθηρος έκαμε τας προετοιμασίας. Κατόπιν ο Έκ εδημοσίευσεν ένα κατάλογον από δέκα τρεις θέσεις, τας οποίας προσεφέρθη να αποδείξη κατά την συζήτησιν. Η μία έλεγεν : «Αρνούμεθα ότι η ρωμαϊκή Εκκλησία δεν ήτο υπερτέρα των άλλων εκκλησιών προ της εποχής του Συλβέστρου. Έχομεν πάντοτε αναγνωρίσει τον κάτοχου της έδρας του Πέτρου ως τον διάδοχόν του και τον αντιπρόσωπον του Χρίστου». Δεν ήτο ο Κάρλστατ αλλά ο Λούθηρος εκείνος ο όποιος, εις τας «Resolutiones» είχε τονίσει το σημείον ότι κατά τους πρώτους αιώνας του χριστιανισμού η Ρωμαϊκή Έδρα δεν είχε περισσοτέραν εξουσίαν από πολλούς άλλους επισκόπους της Εκκλησίας. Ο Λούθηρος ησθάνθη ότι επροκαλείτο και ισχυρίσθη ότι αι θέσεις του Έκ του απήλλασσον από τον όρκον του θα σιωπήση. Απεφάσισε να μετάσχη με τον Κάρλστατ εις του θεολογικόν αγώνα.
     Τον Ιούνιον του 1519, οι δύο πολεμισταί μετέβησαν εις την Λειψίαν, συνοδευόμενοι από τον Μελάγχθονα και εξ άλλους καθηγητάς και περιβαλλόμενοι από 200 φοιτητάς της Βιττενβέργης, επιβαίνοντας επί χωρικών αμαξών και ωπλισμένους και θωρακισμένους ως εάν μετέβαινον εις μάχην. Εις την πραγματικότητα εισήρχοντο εις έδαφος εχθρικόν προς τον Λούθηρον. Εις την μεγάλην αίθουσαν με τους τάπητας, του πύγου του Πλάισσενμπουργκ, η οποία ήτο κατάμεστος από αγωνιώντας θεατάς και υπό την προεδρίαν του ορθοδόξου δουκός Γεωργίου της Αλβερτίνης Σαξονίας, ο Έκ και ο Κάρλστατ ήρχισαν την μάχην μεταξύ του παλαιού και του νέου (27 Ιουνίου). Κανείς εις την Λειψίαν δεν ενδιεφέρετο ότι την επομένην επρόκειτο να εκλεγή ένας νέος αυτοκράτωρ εις την Φραγκούρτην επί του Μάιν. Αφού επί ημέρας ο Κάρλστατ υπέφερεν από την υπερτέραν ικανότητα του Εκ εις την επιχειρηματολογίαν, ο Λούθηρος ανήλθεν εις το βήμα ως εκπρόσωπος της Βιττενβέργης. Ήτο λαμπρός και ισχυρός συζητητής αλλά απερισκέπτως ειλικρινής. Ηρνήθη μετ’ εμφάσεως την υπεροχήν του επισκόπου, της Ρώμης κατά τας πρώτας ημέρας του χριστιανισμού και υπενθύμισεν εις το ακροατήριόν του ότι η εκτεταμένη Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία εξηκολούθει να απορρίπτη την υπεροχήν της Ρώμης. Όταν ο Έκ τον κατηγόρησεν ότι η άποψις του Λούθηρου απήχει την άποψιν του Χούς, τον οποίον είχε καταδικάσει η σύνοδος της Κωνσταντίας, ο Λούθηρος απήντησεν ότι ακόμη και αι οικουμενικαί σύνοδοι ήτο δυνατόν να πλανώνται και ότι πολλαί από τας θεωρίας του Χούς ήσαν ορθαί.
Όταν ετελείωσεν αυτή η συζήτησις (8 Ιουλίου), ο Εκ είχεν επιτύχει τον πραγματικόν του σκοπόν, να παρασύρη τον Λούθηρον να εκτεθή εις αίρεσιν. Η Μεταρρύθμισις τώρα επροχώρησε από μίαν δευτερεύουσαν συζήτησιν περί συγχωρήσεων εις μίαν μεγάλην αμφισβήτησιν της παπικής εξουσίας επί της χριστιανοσύνης.
Ό Εκ μετέβη εις την Ρώμην, παρουσίασεν εις την κουρίαν μίαν έκθεσιν επί της συζητήσεως και εισηγήθη τον αφορισμόν του Λουθήρου. Ο Λέων δεν ήτο τόσον βιαστικός• εξηκολούθει να ελπίζη εις κάποιαν ειρηνικήν λύσιν και ευρίσκετο πολύ μακράν από την Γερμανίαν δια να αντιληφθή πόσον είχε προχωρήσει η ανταρσία. Εξέχοντες και σεβαστοί πολίται όπως ο Γιόχαν Χολτσούχερ, ο Λάζαρος Σπέγκλερ και ο Βίλλιμπαλδ Πίρκχαϊμερ, ωμίλουν υπέρ του Λουθήρου• ο Ντύρερ προσηύχετο δια την επιτυχίαν του• οι ουμανισταί εσκόρπιζον σύννεφα φυλλαδίων σατιρίζοντες τον παπισμόν με όλην την υπερβολικήν μαχητικότητα, η όποια εχαρακτήριζε την εποχήν. Ο Ούλριχ φόν Χούττευ, όταν έφθασεν εις το Άουγκσμπουργκ το 1518, έστρεψε τους στίχους του εναντίον της προσκλήσεως του Λέοντος δια την συγκέντρωσιν χρημάτων δια σταυροφορίαν και εξέφρασε την ελπίδα ότι οι συλλογείς θα επέστρεφον εις τον τόπον των με κενούς τους σάκκους των. Όταν έφθασαν αι ειδήσεις δια την συζήτησιν της Λειψίας, εξύμνησε τον Λούθηρου ως τον ελευθερωτήν της Γερμανίας. Από της στιγμής εκείνης ο κάλαμος του υπήρξε ξίφος υπέρ της Μεταρρυθμίσεως. Κατετάγη εις τους ιππότας του Σίκινγκεν – οι όποιοι είχον όρεξιν δι’ επανάστασιν –  και τον έπεισε να παράσχη εις τον Λούθηρον όλην την υποστήριξιν και την προστασίαν την οποίαν ηδύνατο να δώση η ωπλισμένη δύναμίς του. Ο Λούθηρος απήντησε με θερμήν αναγνώρισιν αλλά δεν ήτο διατεθειμένος να χρησιμοποιήση βίαν δια να υπερασπίση το άτομον του.
Τον Μάρτιον του 1520 ο Χούττεν εδημοσίευσεν ένα παλαιόν γερμανικόν χειρόγραφον, γραφέν κατά την εποχήν του αυτοκράτορος Ερρίκου Δ’ (1056 – 1106) και υποστηρίζον τον Ερρίκον κατά του αγώνα του εναντίον του πάπα Γρηγορίου Ζ’. Αφιέρωσε το βιβλίου εις τον νεαρόν αυτοκράτορα Κάρολον Ε’ ως μίαν υπόδειξιν ότι η Γερμανία ανέμενεν από αυτόν να εκδικηθή δια την ταπείνωσιν και την ήτταν του Ερρίκου. Η απελευθέρωσις της Γερμανίας από την Ρώμην, έλεγεν ο Χούττεν, ήτο πλέον επείγουσα από την απόκρουσιν των Τούρκων. «Ενώ οι προπάτορές μας εθεώρουν ανάξιον αυτών να υποταχθούν εις τους Ρωμαίους όταν εκείνοι ήσαν το πολεμικώτερον έθνος του κόσμου, ημείς όχι μόνον υποτασσόμεθα εις τους θηλυπρεπείς αυτούς δούλους της λαγνείας και της πολυτελείας αλλ’ ανεχόμεθα να λεηλατούμεθα δια να ικανοποιήσωμεν τον αισθησιασμόν των».38 Του Απρίλιον του 1520, ο Χούττεν εξέδωσε την πρώτην από δύο σειράς «Gespräche», διάλογους εις στίχους οι οποίοι έπαιξαν ρόλον, αμέσως μετά τα έργα του Λουθήρου, εις την έκφρασιν και την παρόρμησιν της εθνικής επιθυμίας δι’ ανεξαρτησίαν από την Ρώμην. Περιέγραψε την Ρώμην ως ένα «γιγάντιον σκώληκα πίνοντα αίμα» και διεκήρυξεν ότι «ο πάπας είναι ένας λήσταρχος και η συμμορία του φέρει το όνομα Εκκλησία… Η Ρώμη είναι θάλασσα ακαθαρσίας, ένα τέλμα πλήρες βορβόρου, μία απέραντος άβυσσος ανομίας. Δεν θα έπρεπε να προστρέξωμεν εξ όλων των κατευθύνσεων δια να συντονίσωμεν την καταστροφήν της κοινής αυτής κατάρας δια την ανθρωπότητα ;»39. Ο Έρασμος παρεκάλεσε τον Χούττεν να περιορίση την δριμύτητα του ύφους του και του έκαμε μίαν φιλικήν προειδοποίησιν ότι εκινδύνευε να συλληφθή. Ο Χούττεν εκρύβη διαδοχικώς εις τους διαφόρους πύργους του Σίκινγκεν αλλ’ εξηκολούθησε την εκστρατείαν του. Εις τον εκλέκτορα Φρειδερίκον συνέστησε την παραχώρησιν εις κοσμικούς όλης της εκκλησιαστικής περιουσίας και περιέγραψε την εξαίρετον χρήσιν την οποίαν θα ηδύνατο να κάμη η Γερμανία, του χρήματος, το όποιον εστέλλετο κατ’ έτος εις την Ρώμην.40
Αλλά το κέντρον του πολέμου παρέμενεν εις την μικράν Βιττενβέργην. Την άνοιξιν του 1520 ο Λούθηρος εδημοσίευσε, με ολίγας υποσημειώσεις, μίαν «Επιτομήν», εις την οποίαν ανέφερε τας πλέον προσφάτους και αδιαλλάκτους διεκδικήσεις των ορθοδόξων θεολόγων περί της υπεροχής και των εξουσιών των παπών. Ο Λούθηρος αντέκρουσε τα άκρα δια των άκρων:
Εάν η Ρώμη πιστεύη και διδάσκη αυτά εν γνώσει των παπών και των καρδιναλίων (πράγμα το οποίον ελπίζω να μη συμβαίνη) τότε εις τας σελίδας αυτάς διακηρύττω ανεπιφυλάκτως ότι ο αντίχριστος εδρεύει εις τον ναόν του Θεού και βασιλεύει εις την Ρώμην -αυτήν την Βαβυλώνα, ενδεδυμένην εις την πορφύραν- και ότι η ρωμαϊκή κουρία είναι η συναγωγή του σατανά… Εάν η μανία των Ρωμαιοκαθολικών εξακολουθήση κατ’ αυτόν τον τρόπον, δεν υπάρχει άλλη θεραπεία έκτος εάν οι αυτοκράτορες, βασιλείς και πρίγκιπες, περιβεβλημένοι με ισχύν και με όπλα, επιτεθούν εναντίον αυτού του βδελύγματος του κόσμου και διευθετήσουν το ζήτημα όχι πλέον με λόγους αλλά δια του ξίφους… Εάν τιμωρώμεν τους κλέπτας με την αγχόνην, τους ληστάς με την σπάθην, τους αιρετικούς με την πυράν διατί να μη κτυπήσωμεν ακόμη περισσότερον με τα όπλα αυτούς τους άρχοντας της απωλείας, αυτούς τους καρδιναλίους, αυτούς τους πάπας, και όλην αυτηή την υποστάθμην των ρωμαϊκών Σοδόμων τα όποια διέφθειραν ανεπανορθώτως την Εκκλησίαν του Θεού, και να πλύνωμεν τας χείρας μας εις το αίμα των;41
Βραδύτερον, κατά το αυτό έτος, ο Κάρλστατ εξέδωσεν ενα «μικρόν βιβλίον» -De canonicis scripturis libellus– ανυψώνων την Βίβλον υπεράνω των παπών, των συνόδων και των παραδόσεων και τα Ευαγγέλια υπεράνω των Επιστολών. Εάν ο Λούθηρος είχεν άκολουθήσει την τελευταίαν αυτήν γραμμήν, ο προτεσταντισμός θα επηρεάζετο ολιγώτερον από τον Παύλον, τον Αυγουστίνον και τον απόλυτον προορισμόν. Ο libellus είχε προηχηθή της εποχής του αμφισβητών την μωσαϊκήν προέλευσιν της Πεντατεύχου και την πλήρη αυθεντικότητα των Ευαγγελίων. Αλλά ήτο ασθενής εις το κεντρικόν του επιχείρημα: απεφάσισε περί της αυθεντικότητος των βιβλικών κειμένων στηριχθείς εις τας παραδόσεις των πρώτων αιώνων και κατόπιν απέρριψε τας παραδόσεις υπέρ των βιβλίων, τα οποία επιστοποιήθησαν δι’ αυτών.
Ενισχυθείς από την υποστήριξιν του Μελάγχθονος και του Κάρλστατ, του Χούττεν και του Σίκινγκεν, ο Λούθηρος έγραψε προς τον Σπαλατίν (11 Ιουνίου 1520):
Έρριψα τον κύβον. Τώρα περιφρονώ την οργήν των Ρωμαίων όπως και την εύνοιάν των. Δεν πρόκειται να συνδιαλλαγώ μαζί των εις τον αιώνα… Ας καταδικάσουν και ας καύσουν παν ό,τι ανήκει εις εμέ• εις ανταπόδοσιν θα κάμω και εγώ το ίδιον δι’ αυτούς… Τώρα δεν φοβούμαι πλέον και δημοσιεύω ένα βιβλίον εις την γερμανικήν γλώσσαν περί της χριστιανικής ανορθώσεως, στρεφόμενον εναντίον του πάπα, εις γλώσσαν τόσον βιαίαν ως εάν εστρεφόμην κατά του αντιχρίστου.42
IV. ΒΟΥΛΛΑΙ ΚΑΙ ΕΚΡΗΞΕΙΣ
Την 15ην Ιουνίου 1520, ο Λέων I’ εδημοσίευσε μίαν βούλλαν, «Exsurge Domine», η οποία κατεδίκαζε 41 προτάσεις του Λουθήρου, διέτασσε την δημοσία καύσιν των συγγραμμάτων, εις τα οποία περιείχοντο αυταί και προέτρεπε τον Λούθηρον να αποκηρύξη τας πλάνας του και να επανέλθη εις τους κόλπους της Εκκλησίας. Μετά παρέλευσιν εξήντα ημερών, εάν έξηκολούθει να αρνήται να μεταβή εις την Ρώμην και να προβή εις δημοσία απάρνησιν των απόψεών του, θα απεκόπτετο του χριστιανικού ποιμνίου δι’ αφορισμού, θα απεφεύγετο ως αιρετικός από όλους τους πιστούς, όλα τα μέρη όπου θα διέμενε, θα ετίθεντο υπό απαγόρευσιν τελέσεως θρησκευτικών πράξεων και όλαι αι κοσμικαί αρχαί ώφειλον να τον εξορίσουν από τα εδάφη των ή να τον παραδώσουν εις την Ρώμην.
Ο Λούθηρος εσημείωσε το τέλος της περιόδου αυτής της χάριτος δια της δημοσιεύσεως του πρώτου εκ τριών μικρών βιβλίων, τα οποία απετέλουν ένα πρόγραμμα θρησκευτικής επαναστάσεως. Μέχρι τούδε είχε γράψει εις την λατινικήν δια τας διανοουμένας τάξεις• τώρα έγραψεν εις την γερμανικήν –και ως Γερμανός πατριώτης– μίαν «Ανοικτήν επιστολήν προς τους χριστιανούς ευγενείς του γερμανικού έθνους, αφορώσαν την Μεταρρύθμισιν του χριστιανικού καθεστώτος». Περιέλαβεν εις την έκκλησίν του τον «ευγενή νεανίαν» ο οποίος, προ ενός έτους, ειχεν εκλεγή αυτοκράτωρ, ως Κάρολος Ε’ και τον οποίον «μας έδωσεν ο Θεός δια να είναι η κεφαλή μας, γεννήσας ούτω μεγάλας ελπίδας δια το αγαθόν εις πολλάς καρδίας».43 Ο Λούθηρος επετέθη κατά των «τριών τειχών» τα όποια ο παπισμός είχεν εγείρει πέριξ αυτού: την διάκριση μεταξύ του κλήρου και των λαϊκών, το δικαίωμα του πάπα να αποφασίζη επί της ερμηνείας των Γραφών και το αποκλειστικόν του δικαίωμα να συγκαλή μίαν γενικήν σύνοδον της Εκκλησίας. Όλαι αυταί αι αμυντικαί προϋποθέσεις, είπεν ο Λούθηρος, πρέπει να ανατραπούν.
Πρώτον, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ κλήρου και λαού. ο κάθε χριστιανός έχει γίνει ιερεύς δια του βαπτίσματος. Συνεπώς, οι κοσμικοί ηγεμόνες θα πρέπει να ασκούν τας εξουσίας των «χωρίς έγκρισιν η παρεμπόδισιν, αδιακρίτως εάν είναι πάπας, επίσκοπος η ιερεύς, εκείνος τον οποίον αφορούν…  Πάν ό,τι το κανονικόν δίκαιον λέγει αντιθέτως, είναι απεικόνισις της ρωμαϊκής αλαζονείας».
Δεύτερον, έφ’ όσον έκαστος χριστιανός είναι ιερεύς, έχει το δικαίωμα να ερμηνεύη τας Γραφάς κατά την ιδικήν του φώτισιν».45
Τρίτον, η Αγια Γραφή πρέπει να είναι η υπερτάτη αυθεντία δια τα δογματικά και τα πρακτικά ζητήματα και η Γραφή δεν παρέχει καμμία εγγύησιν δια το αποκλειστικόν δικαίωμα του πάπα να συγκαλή σύνοδον. Εάν επιζητή δι’ αφορισμών και απαγορεύσεων να εμποδίση μίαν σύνοδον,
«θα πρέπει να περιφρονώμεν την διαγωγήν του ως ενέργειαν ενός παράφρονος και, στηριζόμενοι εις τον Θεόν, να στρέψωμεν τον αφορισμόν εναντίον του και να τον εξαναγκάσωμεν όπως θα ηδυνάμεθα καλύτερον».46
Πολύ συντόμως έπρεπε να συγκληθή μια σύνοδος• αυτή θα έπρεπε να εξετάση την «φρικώδη» ανωμαλίαν ότι η κεφαλή της χριστιανοσύνης ζη εις μιαν κοσμικήν λαμπρότητα ανωτέραν παντός βασιλέως• θα έπρεπε να θέση τέρμα εις την ιδιοποίησιν γερμανικών προσοδοφόρων αξιωμάτων από Ιταλούς κληρικούς• θα έπρεπε να περιορίση εις το εν εκατοστόν το «σμήνος των παρασίτων» τα οποία κατέχουν εκκλησιαστικάς αργομισθίας εις την Ρώμην και ζούν κυρίως με χρήματα προερχόμενα από την Γερμανίαν.
Μερικοί υπελόγισαν ότι κατ’ έτος άνω των 300.000 γκούλντεν φεύγουν από την Γερμανίαν δια την Ιταλίαν… Ερχόμεθα εδώ εις την ουσίαν του ζητήματος… Πώς γίνεται ήμεις οι Γερμανοί να ανεχώμεθα την τοιαύτην απόσπασιν της περιουσίας μας δια χειρών του πάπα;… Εάν δικαίως απαγχονίζωμεν τους κλέπτας και αποκε-φαλίζωμεν τους ληστάς, διατί επιτρέπομεν εις την ρωμαϊκήν φιλοχρηματίαν να δρα ελευθέρως; Διότι αυτή είναι ο μεγαλύτερος κλέπτης και ληστής ο οποίος ενεφανίσθη ποτέ εις τον κόσμον και μάλιστα με το άγιον όνομα του Χριστού και του αγίου Πέτρου ! Ποιος δύναται να το ανεχθή πλέον ή να σιωπήση;47
Δια ποίον λόγον η γερμανική Εκκλησία να πληρώνη τον αιώνιον αυτόν φόρον εις μίαν ξενην δύναμιν; Ας αποτινάξη ο γερμανικός κλήρος την υποτέλειάν του προς την Ρώμην και ας ιδρύση μιαν εθνικήν Εκκλησίαν υπό την ηγεσίαν του αρχιεπισκόπου της Μάιντς. Τα επαιτικά τάγματα πρέπει να περιορισθούν, εις τους ιερείς θα πρέπει να επιτρέπεται ο γάμος, κανείς δεσμευτικός μοναστικός όρκος δεν θα έπρεπε να δίδεται προ του τριακοστού έτους• έπρεπε να καταργηθούν αι απαγορεύσεις, τα προσκυνήματα, αι λειτουργίαι υπέρ των νεκρών και αι θρησκευτικοί αργίαι (πλήν της Κυριακής). Η γερμανική Εκκλησία θα έπρεπε να συμφιλιωθή με τους Χουσίτας της Βοημίας. Ο Χους εκάη με καταφανή παραβίασιν του διαβατηρίου το οποίον του είχε χορηγήσει ο αυτοκράτωρ. Και οπωσδήποτε
«θα έπρεπε να νικώμεν τους αιρετικούς με βιβλία και όχι με την καύσιν επί της πύρας».48
Το κανονικόν δίκαιον επρεπε να παραμερισθή. Ένα μόνον δίκαιον έπρεπε να υπάρχη, δια τους κληρικούς και δια τους λαϊκούς.
Προ πάντων, θα έπρεπε να εκδιώξωμεν από τας γερμανικός χώρας τους παπικούς λεγάτους με τας «εξουσίας» των –τας οποίας μας πωλούν αντί μεγάλων χρηματικών ποσών– δια να νομιμοποιούν άνομα κέρδη, να λύουν όρκους, υποσχέσεις και συμφωνίας, λέγοντες ότι ο πάπας έχει εξουσίαν να πράττη τούτο, αν και είναι καθαρά απάτη… Και αν δεν υπήρχον άλλαι κακοήθειαι δια να αποδείξουν ότι ο πάπας είναι ο πραγματικός αντίχριστος, αυτή και μόνη θα ήτο αρκετή. Τα ακούεις αυτά, ώ πάπα, όχι αγιώτατε των ανθρώπων αλλά αμαρτωλότατε ; Ω, είθε ο Θεός από τον ουρανόν να συντρίψη ταχέως τον θρόνον σου και να τον βύθιση εις την άβυσσον της κολάσεως !.. Ω Χριστέ, Κύριε μου, κοίταξε κάτω και δώσε να επέλθη η ημέρα της κρίσεώς σου και κατάστρεψε την φωλεάν του διαβόλου εις την Ρώμην!49
Αυτή η απεγνωσμένη επίθεσις ενός ανθρώπου εναντίον μιας δυνάμεως, η οποία επεκράτει εις ολόκληρον την Δυτικήν Ευρώπην, έγινε το φλέγον ζήτημα της Γερμανίας. Επιφυλακτικοί άνθρωποι την εθεώρησαν ως ασυλόγιστον και θρασείαν. Πολλοί την κατέταξαν μεταξύ των ηρωικών πράξεων της γερμανικής ιστορίας. Η πρώτη έκδοσις της ανοικτής επιστολής εξηντλήθη ταχέως και τα τυπογραφεία της Βιττενβέργης ήσαν απησχολημένα με νέας εκτυπώσεις της. Η Γερμανία, όπως και η Αγγλία, ήτο ώριμος δια μιαν έκκλησιν προς τον εθνικισμόν• μέχρι τούδε δεν υπήρχε Γερμανία επί του χάρτου, υπήρχον όμως Γερμανοί, εσχάτως αποκτήσαντες ιδίαν συνείδησιν ως λαός. Όπως ο Χούς είχε τονίσει τον βοημικόν πατριωτισμόν του, όπως ο Ερρίκος Η’ επρόκειτο να απορρίψη όχι το καθολικόν δόγμα αλλά την παπικήν εξουσίαν επί της Αγγλίας, τοιουτοτρόπως και ο Λούθηρος ύψωσε τώρα την σημαίαν τής επαναστάσεως όχι εις τας θεολογικός ερήμους αλλά εις το πλούσιον έδαφος του γερμανικού εθνικού πνεύματος. Οσάκις ο προτεσταντισμός εκέρδισεν, ο εθνισμός εκράτει την σημαίαν.
Τον Σεπτέμβριον του 1520, ο Έκ και ο Ιερώνυμος Αλεάντερ εδημοσίευσαν την βούλλαν του αφορισμού εις την Γερμανίαν. Ο Λούθηρος ανταπήντησε με ένα δεύτερον μανιφέστον, την «Βαβυλώνιον αιχμαλωσίαν της Εκκλησίας» (6 Οκτωβρίου). Απευθυνομένη προς θεολόγους και λογίους, ήτο συντεταγμένη εις την λατινικήν αλλά εντός ολίγου μετεφράσθη και είχε τόσην επίδρασιν επί του χριστιανικού δόγματος όσην είχεν η «Ανοικτή επιστολή» επί της εκκλησιαστικής και της πολιτικής ιστορίας. Όπως οι Εβραίοι είχον υποστή μιαν μακράν αιχμαλωσίαν εις την Βαβυλώνα, τοιουτοτρόπως και η Εκκλησία όπως ιδρύθη υπό του Χριστού και όπως περιγράφεται εις την Καινήν Διαθήκην, υπέστη υπερχιλιετή αιχμαλωσίαν υπό τον παπισμόν εις την Ρώμην. Κατά την διάρκειαν αυτής της περιόδου, η θρησκεία του Χριστού εφθάρη εις πίστιν, εις ηθικήν και εις λατρευτικόν τυπικόν.
Εφ’ όσον ο Χριστός είχε δώσει εις τους αποστόλους του οίνον και άρτον κατά τον Μυστικόν Δείπνον, οι Χουσίται είχον δίκαιον: η Ευχαριστία έπρεπε να παρέχεται υπό τας δύο μορφάς όταν ο λαός το επεθύμει. Ο ιερεύς δεν μετατρέπει τον άρτον και τον οίνον εις το σώμα και το αίμα του Χριστού. Κανεις ιερεύς δεν έχει τοιαύτην μυστηριακήν δύναμιν. Αλλά εις τον ευσεβή μεταλαμβάνοντα, ο Χριστός έρχεται πνευματικώς και ουσιαστικώς όχι δια θαυμαστής τινος μετατροπής παρά του ιερέως αλλά με την ιδικήν Του θέλησιν και δύναμιν. Παρίσταται εις την Ευχαριστίαν μαζί με τον άρτον και τον οίνον, δια συμπαραστάσεως και όχι δια μετατροπης.50Ο Λούθηρος απέρριπτε με φρίκην την έννοιαν ότι κατά την θείαν λειτουργίαν ο ιερεύς προσφέρει τον Χριστόν εις τον Πατέρα του ως θυσίαν δια την συγχώρησιν των αμαρτιών των ανθρώπων, αν και δεν εύρισκε τίποτε το φρικτόν εις την ιδέαν ότι ο θεός επέτρεψεν εις τον άνθρωπον να σταυρώση τον Θεόν ως θυσίαν προς τον Θεόν δια την άφεσιν των ανθρωπίνων αμαρτιών.
Εις τας θεολογικάς αυτάς λεπτολογίας προσέθεσε μερικούς ηθικούς νεωτερισμούς. Ο γάμος δεν είναι μυστήριον, διότι ο Χριστός δεν έδωσε καμμίαν υπόσχεσιν να τον περιβάλη με την θείαν χάριν.
«Οι γάμοι των αρχαίων δεν ήσαν ολιγώτερον ιεροί από τους ιδικούς μας, ούτε οι γάμοι των άπιστων είναι ολιγώτερον αληθινοί».51
Κατά συνέπειαν δεν θα έπρεπε να υπάρχη απαγόρευσις τελέσεως γάμου μεταξύ χριστιανών και μη χριστιανών.       «Όπως ακριβώς δυνάμεθα να τρώγωμεν, να πίνωμεν, να κοιμώμεθα, να βαδίζωμεν… και να εργαζώμεθα μαζί με ενα άπιστον, ένα Εβραίον, ένα Τούρκον η ένα αιρετικόν ούτω θα δυνάμεθα να νυμφευθώμεν ενα από αυτούς. Μη δίδετε προσοχήν εις τον ανόητον νόμον ο οποίος το απαγορεύει… Ένας ειδωλολάτρης είναι εξ’ ίσου άνδρας ή γυναίκα, πλασθέντες από τον Θεόν όπως και ο άγιος Πέτρος, ο άγιος Παύλος ή η αγία Λούκια».52
Μια γυναίκα συζευχθείσα ανίκανον άνδρα θα έπρεπε να επιτρέπεται, εάν και εκείνος συμφωνή, να συνευρεθή με άλλον άνδρα δια να αποκτήση τέκνον και θα έπρεπε να επιτρέπεται να παρουσιάση το τέκνον ως του συζύγου της. Εάν ο σύζυγος αρνηθή την συγκατάθεσίν του, θα πρέπει να δύναται να τον διαζευχθή. Εν τούτοις το διαζύγιον είναι μια ατελείωτος τραγωδία. Ίσως η διγαμία να ήτο προτιμωτέρα.53 Κατόπιν, προσθέτων πρόκλησιν εις την αίρεσιν, ο Λούθηρος κατέληγεν:
«Ακούω μιαν φήμην περί νέων βουλλών και παπικών καταρών, εκπεμπομένων εναντίον μου, εις τας οποίας καλούμαι να ανακαλέσω τας απόψεις μου… Εάν αυτό αληθεύη, επιθυμώ το βιβλίον αυτό να αποτελέση μέρος της απαρνήσεως την οποίαν θα κάμω».54
Η τοιαύτη δηκτική εκδήλωσις έπρεπε να αποτρέψη τον Μίλτιτζ από του να ονειροπολή ακόμη μιαν συμφιλίωσιν. Εν τούτοις επεζήτησε και πάλιν να συναντήση τον Λούθηρον (11 Οκτωβρίου 1520) και τον έπεισε να αποστείλη εις τον πάπαν Λέοντα μιαν επιστολήν διαβεβαιούσαν αυτόν ότι δεν είχεν ουδεμίαν πρόθεσιν να τον προσβάλη προσωπικώς και να του παρουσιάζη με ηρεμίαν την υπόθεσιν της αναμορφώσεως. Ο Λούθηρος, ο 37ετής «χωρικός, υιός χωρικού» (όπως υπερηφάνως απεκάλει ο ίδιος τον εαυτόν του), έγραψε μιαν επιστολήν όχι απολογίας αλλά σχεδόν πατριωτικών συμβουλών προς τον 45ετή κληρονόμον του αγίου Πέτρου και των Μεδίκων. Εξέφραζε τον σεβασμόν του προς τον πάπαν ως άτομον αλλά κατεδίκαζεν άνευ συμβιβασμών την διαφθοράν του παπισμού εις το παρελθόν και της παπικής κουρίας εις το παρόν :
Η φήμη σου και η φήμη του άψογου βίου σου… είναι τόσον γνωσταί και ίστανται πολύ υψηλά ώστε να μη δύναται κανείς να τας προσβάλη… Αλλά η έδρα σου, η οποία ονομάζεται ρωμαϊκή κουρία και δια την οποίαν ούτε συ ούτε κανείς άλλος δύναται να αρνηθή ότι είναι περισσότερον διεφθαρμένη από την Βαβυλώνα και τα Σόδομα του παρελθόντος, και η οποία, όσον δύναμαι να ίδω, χαρακτηρίζεται από μιαν έκλυτον, απελπιστικήν και διαβόητον κακοήθειαν, αυτήν την έδραν πράγματι κατεφρόνησα… Η ρωμαϊκή Εκκλησία κατήντησε το πλέον ακόλαστον άντρον ληστών, το πλέον αναίσχυντον από όλα τα χαμαιτυπεία, το βασίλειον της αμαρτίας, του θανάτου και της κολάσεως… Ανέκαθεν ελυπούμην, εξαίρετε Λέον, διότι έγινες πάπας αυτήν την εποχήν, διότι ήσουν άξιος καλυτέρων ημερών…
Μην ακούεις συνεπώς, αγαπητέ μου Λέον, αυτάς τας σειρήνας αι οποίαι προσπαθούν να σε πείσουν ότι δεν είσαι απλώς ενας άνθρωπος αλλά ένας ημίθεος, ώστε να δύνασαι να διατάσσης… ό,τι θέλεις… Είσαι ένας υπηρέτης των υπηρετών και περισσότερον όλων των ανθρώπων εις μιαν αξιοθρήνητον και επικίνδυνον θέσιν. Μην εξαπατάσαι από εκείνους οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είσαι κύριος του κόσμου… και φλυαρούν ότι έχεις εξουσίαν επί του ουρανού, της κολάσεως και του καθαρτηρίου… Πλανώνται εκείνοι οι οποίοι σε αναβιβάζουν υπεράνω μιάς συνόδου και υπεράνω της καθολικής Εκκλησίας. Πλανώνται εκείνοι οι οποίοι σου αποδίδουν το δικαίωμα να ερμηνεύης τας Γραφάς, διότι υπό την κάλυψιν του ονόματος σου, αυτοί επιζητούν να επιβάλουν την κακοήθειάν των εις την Εκκλησίαν και, αλλοίμονον, δια μέσου αυτών ο σατανάς εισεχώρησεν ήδη βαθέως επί των προκατόχων σου. Εν συντομία, μη πιστεύεις κανένα ο όποιος σε εξυψώνει, πίστευε, εκείνους οι οποίοι σε ταπεινώνουν.55
Μαζί με την επιστολήν αύτην ο Λούθηρος έστειλεν εις τον Λέοντα το τρίτον από τα μανιφέστα του. Το απεκάλει «Μια πραγματεία περί χριστιανικής ελευθερίας» (Νοέμβριος 1520) και ησθάνετο ότι «εκτός εάν απατώμαι, είναι το σύνολον της χριστιανικής ζωής υπό σύντομον μορφήν».56 Εδώ εξέφρασε με ασυνήθη μετριοπάθειαν την βασικήν του θεωρίαν, ότι μόνη η πίστις και όχι τα καλά έργα, κάμνει τον αληθή χριστιανόν και τον σώζει από την κόλασιν. Διότι η πίστις εις τον Χριστόν είναι εκείνη η οποία κάμνει ένα άνθρωπον αγαθόν αι καλαί του πράξεις ακολουθούν αυτήν την πίστιν. «Το δένδρον κάμνει καρπούς, οι καρποί δεν κάμνουν το δένδρον».57 Ένας άνθρωπος, σταθερός εις την πίστιν του προς τον Θεόν και την λυτρωτικήν θυσίαν του Χριστού, απολαμβάνει όχι ελευθερίαν βουλήσεως αλλά την πληρεστέραν ελευθερίαν εν γένει: ελευθερίαν από την ιδίαν του σαρκικήν φύσιν, από όλας τας κακάς δυνάμεις, από την καταδίκην, ακόμη και από τον νόμον διότι ο άνθρωπος του οποίου η αρετή εκπορεύεται αυθορμήτως από την πίστιν του δεν έχει ανάγκην εντολών προς δικαιοσύνην.58 Εν τούτοις αυτός ο ελεύθερος άνθρωπος πρέπει να είναι υπηρέτης όλων των ανθρώπων, διότι δεν θα είναι ευτυχής εάν δεν κάμη πάν ό,τι είναι εις την εξουσίαν του δια να σώση άλλους, όπως και τον εαυτόν του. Είναι ηνωμένος με τον Θεόν δια της πίστεως, προς τους γείτονάς του δια της αγάπης. Πάς πιστεύων χριστιανός είναι και ένας λειτουργών ιερεύς.
Ενώ ο Λούθηρος έγραφε τας ιστορικάς αυτάς πραγματείας, ο Έκ και ο Αλεάντερ ήρχοντο απ’ ευθείας εις επαφήν με την θρησκευτικήν επανάστασιν. Εις το Μάισσεν, το Μέρσεμπουργκ και το Βραδεμβούργον επέτυχον εις την διακήρυξιν της βούλλας του αφορισμού• εις την Νυρεμβέργην εδέχθησαν την αίτησιν συγγνώμης εκ μέρους του Πιρκχάιμερ και του Σπένγκλερ• εις την Μάιντς, ο αχιεπίσκοπος Αλμπρεχτ, αφού ερωτοτρόπησεν επι τι διάστημα με την Μεταρρύθμισιν, απέκλεισε τον Χούττεν από την αυλήν του και εφυλάκισε τους τυπογράφους, οι οπίοι ετύπωσαν τα βιβλία του• εις την Ίνγκολστατ, τα βιβλία του Λουθήρου κατεσχέθησαν και εις την Μάιντς, την Λουβαίν και την Κολωνίαν εκάησαν. Αλλά εις την Λειψίαν, το Τοργκάου και το Νταίμπελν, η τοιχοκολληθείσα βούλλα ερρυπάνθη με λάσπην και εσχίσθη. Εις την Ερφούρτην, πολλοί καθηγηταί και κληρικοί ηνώθησαν εις μιαν γενικήν άρνησιν να αναγνωρίσουν την βούλλαν, οι δε φοιτηταί έρριψαν όλα τα αντίγραφά της εις τον ποταμόν τελικώς, ο Έκ έφυγεν από την σκηνήν του θριάμβου του εν έτος πρίν.59
Ο Λούθηρος κατήγγειλε τον αφορισμόν εις μίαν σειράν πικροχόχων φυλλαδίων, εις ένα εκ των οποίων παρεδέχετο πλήρως τας θεωρίας του Χούς. Την 31ην Αυγούστου 1520, «ως μύγα τολμώσα να απευθυνθή προς τον βασιλέα των βασιλέων», έκαμεν έκκλησιν εις τον αυτοκράτορα, ζητών προστασίαν και την 17ην Νοεμβρίου εδημοσίευσε μίαν τυπικήν έφεσιν από τον πάπαν εις μίαν ελευθέραν σύνοδον της Εκκλησίας.
Όταν έμαθεν, ότι οι παπικοί απεσταλμένοι έκαιον τα βιβλία του, απεφάσισε να απαντήση εμπράκτως. Εδημοσίευσε μίαν πρόσκλησιν προς τους «ευσεβείς και φιλομαθείς νέους» της Βιττενβέργης, να συγκεντρωθούν έξω της πύλης του Έλστερ την πρωίαν της 10ης Δεκεμβρίου. Εκεί έρριψεν ιδιοχείρως την παπικήν βούλλαν εις το πυρ μαζί με μερικά κανονικά διατάγματα και μερικούς τόμους σχολαστικής θεολογίας• με μιαν πράξιν εσυμβόλισε την απόρριψιν του κανονικού δικαίου, της φιλοσοφίας του Ακινάτου και πάσης σχετικής αυθεντίας της Εκκλησίας. Οι φοιτηταί συνεκέντρωσαν μετά χαράς και άλλα βιβλία του αυτού είδους και με αυτά διετήρησαν το πυρ έως αργά το απόγευμα.
Την 1ην Δεκεμβρίου, ο Λούθηρος διεκήρυξεν, ότι κανείς δεν θα ηδύνατο να σωθή… εάν δεν θα απηρνείτο την κυριαρχίαν του παπισμού.60 Ο μοναχός, είχεν αφορίσει τον πάπαν.

V. Η ΔΙΑΙΤΑ ΤΗΣ ΒΟΡΜΣ: 1521
Ένας τρίτος ηθοποιός ανήλθε τώρα επί σκηνής και από της στιγμής αυτής έπαιξεν επί τριάντα έτη σημαντικόν ρόλον εις την σύγκρουσιν των θεολογιών και των κρατών. θα υπεισέλθη εις την διήγησίν μας εις πολλά κεφάλαια.
Ο μέλλων αυτοκράτωρ Κάρολος Ε’ ήρχισε με μίαν βασιλικήν αλλά κηλιδωμένην κληρονομικότητα. Οι εκ πατρός πάππος και μάμμη του ήσαν ο αυτοκράτωρ Μαξιμιλιανός και η Μαρία της Βουργουνδίας, θυγάτηρ του Καρόλου του Τολμηρού. Οι εκ μητρός ήσαν ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα• πατήρ του ήτο ο Φίλιππος ο Ωραίος, βασιλεύς της Καστίλλης εις ηλικίαν 26 ετών, αποθανών 28 ετών. Μήτηρ του ήτο η Ιωάννα η Τρελλή, η οποία εέτρελλάθη όταν ο Κάρολος ήτο εέξαετής και έζησεν έως ότου αυτός έγινε 55 ετών. Εγεννήθη εις την Γάνδην (24 Φεβρουαρίου 1500), ανετράφη εις τας Βρυξέλλας και παρέμεινε Φλαμανδός εις την γλώσσαν και τον χαρακτήρα μέχρις ότου τελικώς απεσύρθη εις την Ισπανίαν ούτε η Ισπανία ούτε η Γερμανία τον συνεχώρησαν. Αλλά εν καιρώ έμαθε να ομιλή γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά και γαλλικά και ηδύνατο να σιωπά εις πέντε γλώσσας. Ο Αδριανός της Ουτρέχτης επεχείρησε να τον διδάξη φιλοσοφίαν με ανυπολόγιστον επιτυχίαν. Από τον αγαθόν αυτόν επίσκοπον, εδέχθη ένα ισχυρόν εμποτισμόν της θρησκευτικής ορθοδοξίας, εν τούτοις απέκτησε περί την μέσην ηλικίαν ένα κρύφιον σκεπτικισμόν από τους Φλαμανδούς συμβούλους και αυλικούς του, μεταξύ των οποίων, μια ερασμιακή αδιαφορία δια τα δόγματα ήτο ιδιαιτέρως δημοφιλής. Μερικοί ιερείς διεμαρτυρήθησαν δια την ελευθερίαν, η οποία επετρέπετο εις τας θρησκευτικός γνώμας εις το περιβάλλον του Καρόλου.61 Έδειξεν αρκετήν ευσέβειαν αλλά εσπούδασεν επιμελώς την τέχνην του πολέμου. Ανέγνωσε τον Κομίν και έμαθεν από παιδικής σχεδόν ηλικίας τα τεχνάσματα της διπλωμαίας και την ανηθικότητα των κρατών.
Μετά τον θάνατον του πατρός του (1506) εκληρονόμησε την Φλάνδραν, την Ολλανδίαν, την Ελευθέραν Κομιτείαν και μιαν διεκδίκησιν επί της Βουργουνδίας. Δεκαπενταετής ανέλαβε την κυβέρνησιν και αφιερώθη εις την διοίκησιν. Δεκαεξαετής έγινε Κάρολος Α’, βασιλεύς της Ισπανίας, της Σικελίας, της Σαρδηνίας, της Νεαπόλεως και της Ισπανικής Αμερικής. Δέκα εννέα ετών απέβλεψεν εις το να γίνη αυτοκράτωρ. Ο Φραγκίσκος Α’ της Γαλλίας επεδίωξε την ιδίαν τιμήν κατά την ιδίαν εποχήν και οι αυτοκρατορικοί εκλέκτορες ηυχαριστήθησαν με τας περιποιήσεις του• ο Κάρολος όμως εδαπάνησε 850.000 φλωρίνια εις τον ανταγωνισμόν και εκέρδισε (1519). Δια να συγκεντρώση το βαρύ αυτό φιλοδώρημα, εδανεισθη 543.000 φλωρίνια από τους Φούγκερ.62 Από της εποχής αυτής ο Κάρολος ήτο δια τους Φούγκερ και οι Φούγκερ δια τον Κάρολον. Όταν εβράδυνε να πληρώση το δάνειον, ο Ιάκωβος Φούγκερ Β’ του έστειλε μίαν έντονον υπόμνησιν:

Είναι εις πάντας γνωστόν ότι η μεγαλειότης σας χωρίς εμέ δεν θα ηδύνατο να αποκτήση την αυτοκρατορικήν τιμήν, όπως δύναμαι να διαπιστώσω από τας γραπτάς βεβαιώσεις όλων των άντιπρο-σώπων… και εις όλα αύτά δεν άπέβλεψα εις το άτομικόν μου όφελος… η εύλαβής μου αίτησις είναι όπως εύαρεστούμενος… διατάξετε να μοΰ έπιστραφοϋν τα χρήματα, τα οποία έπλήρωσα, μαζί με τους σχετικούς τόκους, άνευ περαιτέρω άναβολής.63

Ό Κάρολος εκάλυψε μέρος της υποχρεώσεώς του παραχωρήσας εις τους Φούγκερ μίαν υποθήκην επί των δασμών του λιμένος της Αμβέρσης.64 Όταν οι Φούγκερ κατεστράφησαν σχεδόν από τας τουρκικάς κατακτήσεις εις την Ουγγαρίαν, έσπευσεν εις ενίσχυσίν των δώσας εις αυτούς τον έλεγχον των ισπανικών μεταλλείων.65 Έκτοτε η κλείς μεγάλου μέρους της πολιτικής ιστορίας θα ήτο το Cherchez le banquier.
Ο νεανίας ο οποίος εις ηλικίαν δέκα εννέα ετών ευρέθη να είναι η τιτλούχος κεφαλή όλης της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης εκτός της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Πορτογαλίας και των παπικών κρατών, έφερεν ήδη τα σημεία της ασθενούς υγείας, η οποία επρόκειτο να πολλαπλασιάση τας φροντίδας του. Ωχρός, μικρόσωμος, κοινής εμφανίσεως, με γαμψήν μύτην και οξύν, προκλητικόν πώγωνα, με ασθενή φωνήν και σοβαρόν ύφος, ήτο εκ φύσεως φιλόφρων και προσηνής αλλά πολύ συντόμως, έμαθεν ότι ένας ηγεμών πρέπει να τηρή απόστασιν και ύφος, ότι η σιωπή είναι το ήμισυ της διπλωματίας και ότι μία απροκάλυπτος αίσθησις του χιούμορ αμαυρώνει τον φωτοστέφανον της βασιλικής υποστάσεως. Ο Αλεάντερ, ο οποίος τον εγνώρισε το 1520, ανέφερεν εις τον Λέοντα Ι’: «Ο ηγεμών αυτός φαίνεται αρκούντως προικισμένος με … σύνεσιν υπερτέραν της ηλικίας του και έχει πολύ περισσότερα εις το οπίσθιον μέρος της κεφαλής του από εκείνα τα οποία φέρει επί του προσώπου του».66 Δεν είχε πνευματικήν οξύτητα έκτος μόνον εις την κρίσιν των ανθρώπων -η οποία είναι η μισή μάχη• απλώς ανήρχετο εις το ύψος των κρίσεων τας οποίας αντεμετώπιζεν– αλλά αυτό ήτο πράγματι πολύ. Μια συντηρητική νωχέλεια σώματος και πνεύματος τον εκράτει εις αδράνειαν μέχρις ότου η κατάστασις απήτει απόφασιν• τότε την αντεμετώπιζε με αιφνιδίαν αποφασιστικότητα και εφευρετικήν επιμονήν. Η σοφία ήλθεν εις αυτόν όχι από την φύσιν αλλά από τας δοκιμασίας.
Την 23ην Οκτωβρίου 1520, ο Κάρολος Ε’, συνομήλικος με τον αιώνα του, μετέβη εις το Άαχεν του Καρολομάγνου δια να στεφθή. Ο εκλέκτωρ ανεχώρησε δια να παραστή εις την τελετήν, αλλ’ ηναγκάσθη να σταματήση εις την Κολωνίαν από μιαν προσβολήν ποδάγρας. Εκεί ο Αλεάντερ του παρουσίασε νέαν αίτησιν όπως συλ-ληφθή ο Λούθηρος. Ο Φρειδερίκος εκάλεσε τον Έρασμον και εζήτησε την γνώμην του. Ο Έρασμος υπερήσπισε τον Λούθηρον, ετόνισεν ότι, υπήρχον καταφανείς καταχρήσεις εις την Εκκλησίαν και υπεστήριξεν, ότι δεν έπρεπε να καταπνιγούν αι προσπάθειαι προς θεραπείαν των. Όταν ο Φρειδερίκος τον ηρώτησε ποίαι ήσαν αι κυριώτεραι πλάναι του Λουθήρου, απήντησε : 
«Δύο: προσέβαλε τον πάπαν εις το στέμμα του και τους καλογήρους εις την κοιλίαν των».67
Ημφεσβήτησε την αυθεντικότητα της παπικής βούλλας• του εφαίνετο ασυμβίβαστος προς την γνωστήν ηπιότητα του Λέοντος Ι’.68 Ο Φρειδερίκος επληροφόρησε τον νούντσιον, ότι ο Λούθηρος είχεν υποβάλει έφεσιν και μέχρις ότου γνωσθούν τα αποτελέσματα αυτής, ο Λούθηρος θα παρέμενεν ελεύθερος.
Ο αυτοκράτωρ έδωσε την ιδίαν απάντησιν είχεν υποσχεθή εις τους εκλέκτορας, ως όρον δια την εκλογήν του, ότι ουδείς Γερμανός θα κατεδικάζετο άνευ νομίμου δίκης, διεξαγόμενης εις την Γερμανίαν. Εν τούτοις η θέσις του κατέστησε την ορθοδοξίαν επιτακτικήν. Ήτο πολύ σταθερώτερον εγκατεστημένος ως βασιλεύς της Ισπανίας παρά ως αυτοκράτωρ εις την Γερμανίαν, η οποία διέκειτο δυσμενώς προς την κεντρικήν κυβέρνησιν και ο κλήρος της Ισπανίας δεν ήτο δυνατόν να ανεχθή επί μακρόν ένα μονάρχην, επιεική προς τους αιρετικούς. Επί πλέον, προμηνύετο πόλεμος με την Γαλλίαν• θα διεξήγετο δια το Μιλάνον, το οποίον επρόκειτο να είναι το έπαθλον. Εκεί η υποστήριξις του πάπα θα ήξιζεν ολόκληρον στρατιάν. Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήτο συνδεδεμένη με τον παπισμόν κατά πολλούς τρόπους• η πτώσις του ενός θα ηδύνατο να ζημιώση μεγάλως τον άλλον. Πώς θα ηδύνατο ο αυκράτωρ να κυβερνήση το διεσκορπισμένον βασίλειόν του χωρίς την βοήθειαν της Εκκλησίας εις ηθικήν πειθαρχίαν και πολιτικήν διοίκησιν; Ακόμη και τώρα οι κυριώτεροι υπουργοί του ήσαν κληρικοί. Και είχεν ανάγκην εκκλησιαστικών χρημάτων και εκκλησιαστικής επιρροής δια να προστατεύση την Ουγγαρίαν από τους Τούρκους.
Με αυτά τα ποικίλα προβλήματα κατά νούν και όχι τόσον με την υπόθεσιν ενός ανυποτάκτου μοναχού, ο Κάρολος συνεκάλεσε την αυτοκρατορικήν δίαιταν να συνέλθη εις την Βόρμς. Όταν όμως συνεκεντρώθησαν εκεί (27 Ιανουαρίου 1521) οι επιφανέστεροι ευγενείς και κληρικοί και αντιπρόσωποι των ελευθέρων πόλεων, ο Λούθηρος ήτο το κύριον θέμα της συζητήσεως. Αι δυνάμεις, αι οποίαι δια μέσου ολοκλήρων αιώνων προητοίμαζον την Μεταρρύθμισιν, εκορυφώθησαν τώρα εις μίαν από τας δραματικωτέρας σκηνάς της ευρωπαϊκής ιστορίας. «Το μέγα σώμα των Γερμανών ευγενών», λέγει ένας καθολικός ιστορικός, «επεκρότησε και ενίσχυσε τας προσπαθείας του Λουθήρου».69 Ο ίδιος ο Αλεάντερ ανέφερεν:

Ολόκληρος η Γερμανία έχει εξεγερθή ένοπλος εναντίον της Ρώμης. Όλος ο κόσμος κραυγάζει δια μίαν σύνοδον η οποία πρέπει να συνέλθη επί γερμανικού εδάφους. Αι παπικαί βούλλαι περί αφορισμών περιγελούνται. Πολλοί άνθρωποι έπαυσαν να δέχωνται τας θρησκευτικάς ποινάς… Ο Μαρτίνος εικονίζεται με φωτοστέφανον υπεράνω της κεφαλής του. Ο λαός ασπάζεται αυτάς τας εικόνας. Έχει πωληθή εξ’ αυτών τόσον μέγας αριθμός ώστε δεν δύναμαι να εύρω ούτε μίαν… Δεν δύναμαι να εξέλθω εις τας οδούς διότι οι Γερμανοί φέρουν τας χείρας εις τα ξίφη των και τρίζουν τους οδόντας εναντίον μου. Ελπίζω ο πάπας να μου δώση πλήρη συγχώρησιν και να φροντίση δια τους αδελφούς και τας αδελφάς μου, εάν μου συμβή τίποτε.70

Ο ερεθισμός ενισχύετο από ένα σίφωνα αντιπαπικών λιβέλλων. Μια φορτηγός άμαξα, έλεγε με θλίψιν ο Αλεάντερ, δεν θα επήρκει δια να περιλάβη τα υβριστικά αυτά έντυπα. Από τον πύργον του Εμπερνμπουργκ του Σίκινγκεν, εις απόστασιν ολίγων μιλίων από την Βόρμς, ο Χούττεν εξέπεμψε μιαν μανιώδη επίθεσιν κατά του γερμανικού κλήρου:

Φύγετε, ακάθαρτοι χοίροι ! Απομακρυνθήτε από το ιερόν ανόσιοι μεταπράται ! Μη θίγετε τα θυσιαστήρια με τας μιαράς σας χείρας !… Πώς τολμάτε να εξοδεύετε το χρήμα το οποίον προορίζεται δι’ ιερούς σκοπούς, εις πολυτελείας, διασκεδάσεις και επιδείξεις ενώ τίμιοι άνθρωποι υποφέρουν από πείναν ; Το κύπελλον επληρώθη. Δεν βλέπετε ότι ο άνεμος της ελευθερίας ήρχισε να πνέη;71

Ήτο τόσον ισχυρόν το αίσθημα υπέρ του Λουθήρου, ώστε ο εξομολογητής του  αυτοκράτορος, ο Φραγκισκανός μοναχός Ιωάννης Γκλαπιόν, επλησίασεν ιδιαιτέρως τον εφημέριον του Φρειδερίκον Γεώργιον Σπαλατίν, εις μιαν προσπάθειαν συμφιλιώσεως. Εξεδήλωσε σημαντικήν συμπάθειαν δια τα πρώτα συγγράμματα του Λουθήρου αλλά η «Βαβυλώνιος Αιχμαλωσία» τον έκαμε να αισθάνεται ως εάν τον «είχον μαστιγώσει και ξυλοκοπήσει από κεφαλής μέχρις ονύχων». Υπέδειξεν ότι κανένα σύστημα θρησκευτικής πίστεως δεν ήτο δυνατόν να βασισθή ασφαλώς επί των Γραφών, διότι «η Βίβλος είναι όπως ο μαλακός κηρός, τον οποίον ο καθείς δύναται να συστρέψη και να εκτείνη κατά βούλησιν». Παρεδέχθη την επιτακτικήν ανάγκην δι’ εκκλησιαστικήν αναμόρφωσιν. Πράγματι, προειδοποίησε τον αυτοκρατορικόν του μαθητήν, ότι «ο Θεός θα τον τιμωρήση καθώς και όλους τους ηγεμόνας εάν δεν ελευθερώσουν την Εκκλησίαν από αυτάς τας υπερβολικός καταχρήσεις» και υπεσχέθη ότι ο Κάρολος θα επραγματοποίει τας μεγαλυτέρας μεταρρυθμίσεις εντός πέντε ετών. Ακόμη και τώρα, μετά τας τρομερός αυτάς εκρήξεις του Λουθήρου εθεώρει την ειρήνην δυνατην εάν ο Λούθηρος θα ήθελε να ανακαλέση.72 Ο Λούθηρος, μαθών τούτο εις την Βιττενβέργην, ηρνήθη.
Την 3ην Μαρτίου, ο Aλεάντερ παρουσίασεν εις την δίαιταν μίαν πρότασιν δι’ άμεσον καταδίκην του Λουθήρου. Η δίαιτα διεμαρτυρήθη, ότι ο μοναχός δεν έπρεπε να καταδικασθή άνευ δίκης. Κατόπιν τούτου, ο Κάρολος εκάλεσε τον Λούθηρον να έλθη εις την Βόρμς και να καταθέση σχετικώς με την διδασκαλίαν και τα βιβλία του.
«Δεν έχεις να φοβηθής βίαν ή ενόχλησιν», έγραφε, «διότι έχεις το διαβατήριόν μας».73
Οι φίλοι του Λουθήρου, τον παρεκάλεσαν να μην υπάγη και του υπενθύμισαν το διαβατήριον το οποίον είχε δώσει ο αυτοκράτωρ Σιγισμούνδος εις τον Χούς. Ο Αδριανός εξ’ Ουτρέχτης, ήδη καρδινάλιος Τορτόζα, και μετ’ ολίγον πάπας, απέστειλε μιαν αίτησιν προς τον πρώην μαθητήν του, τον αυτοκράτορα, να αγνοήση το διαβατήριον, να συλλάβη τον Λούθηρον, και να τον αποστείλη εις την Ρώμην.
Την 2αν Απριλίου, ο Λούθηρος ανεχώρησεν από την Βιττενβέργην. Εις την Ερφούρτην, μέγα πλήθος, εις το οποίον συμπεριελαμβάνοντο και σαράντα καθηγηταί του Πανεπιστημίου, τον επευφήμησαν ως ήρωα. Όταν επλησίασεν εις την Βόρμς, ο Σπαλατίν του έστειλε μιαν εσπευσμένην ειδοποίησιν να μην εισέλθη εις την πόλιν αλλά να επιστρέψη το ταχύτερον εις την Βιττενβέργην. ο Λούθηρος απήντησε:
«Και αν ακόμη είναι τόσοι διάβολοι εις την Βόρμς, όσα κεραμίδια είναι εις τας στέγας της, εγώ θα υπάγω εκεί».74
Μια ομάς ιπποτών, εξήλθεν έφιππος να τον προϋπάντηση και να τον συνοδεύση εντός της πόλεως (16 Απριλίου). Οι δρόμοι εγέμισαν από κόσμον μόλις ανηγγέλθη η άφιξίς του και 2.000 άνθρωποι συνεγκεντρώθησαν πέριξ της αμάξης του• όλοι έσπευσαν να τον ιδούν, λέγει ο Αλεάντερ, και αυτός ο Κάρολος παρεμερίσθη εις την σκιάν.
Την 17ην Απριλίου, ο Λούθηρος, με το μοναχικόν τον ράσον, ενεφανίσθη ενώπιον της διαίτης, του αυτοκράτορος, εξ’ εκλεκτόρων, μιας επιβλητικής αυλής από πρίγκιπας, ευγενείς, ιεράρχας και αστούς και του Ιεροονύμου Αλεάντερ, ωπλισμένου με το παπικόν κύρος, με επίσημα έγγραφα και δικανικήν ευγλωττίαν. Επί μιας τραπέζης, πλησίον του Λουθήρου, ήτο μία συλλογή των βιβλίων του. Ο Ιωάννης Έκ –όχι εκείνος της συζητήσεως εις την Λειψίαν, αλλά Ένας αξιωματούχος του αρχιεπισκόπου της Τρίερ– τον ηρώτησεν εάν όλα αυτά ήσαν ιδικαί του συνθέσεις και αν θα απηρνείτο τας αιρέσεις, τας οποίας περιείχον. Δια μιαν στιγμήν, καθώς ίστατο πρό της εξουσίας της αυτοκρατορίας και της εξουσιοδοτημένης δυνάμεως και του μεγαλείου της Εκκλησίας, ο Λούθηρος ησθάνθη το θάρρος του να τον εγκαταλείπη. Απήντησε με χαμηλήν και διστακτικήν φωνήν, ότι τα βιβλία ήσαν ιδικά του αλλ’ όσον άφορα την δευτέραν ερώτησιν, παρεκάλει να του δοθή χρόνος να σκεφθή. Ο Κάρολος του παρεχώρησε μιαν ημέραν.
Επανελθών εις την κατοικίαν του, έλαβε ενα μήνυμα από τον Χούττεν, ο οποίος τον ικέτευε να μείνη σταθερός• επίσης πολλά μέλη της διαίτης ήλθον ιδιαιτέρως δια να τον ενθαρρύνουν. Εφαίνετο, ότι πολλοί κατενόουν, ότι η τελική του απάντησις θα εσημείωνεν ενα σημείον στροφής εις την ιστορίαν.
Την 18ην Απριλίου αντεμετώπισε την δίαιταν με πλήρη εμπιστοσύνην. Η αίθουσα ήτο τώρα τόσον κατάμεστος, ώστε και αυτοί οι εκλέκτορες μετά δυσκολίας έφθασαν εις τας θέσεις των, ενω οι πλείστοι των παρευρισκομένων ίσταντο όρθιοι. Ο Έκ τον ηρώτησεν εάν θα απηρνείτο εν όλω η εν μέρει τα έργα τα όποια είχε γράψει. Απήντησεν, ότι εκείνα τα μέρη, τα οποία επραγματεύοντο τας εκκλησιαστικός καταχρήσεις, ήσαν κατά γενικήν αναγνώρισιν ορθά.
Ο αυτοκράτωρ τον διέκοψε με ενα εκρηκτικόν «όχι!», αλλά ο Λούθηρος εξηκολούθησε και εστράφη και κατ’ αυτού του Καρόλου:
«Εάν ανακαλέσω εις αυτό το σημείον, θα ανοίξω τας θύρας εις περισσοτέραν τυραννίαν και ασέβειαν και το πράγμα θα ήτο πολύ χειρότερον εάν θα εφαίνετο ότι το έκαμα υπό την πίεσιν της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».
Όσον αφορά τα δογματικά μέρη των βιβλίων του, παρεδέχθη να αποσύρη οιονδήποτε θα απεδεικνύετο αντίθετον προς τας Γραφάς. Εις τούτο ο Έκ διετύπωσε λατινιστί μιαν αντίρρησιν, η οποία εξέφραζε σαφώς την άποψιν της Εκκλησίας:

Μαρτίνε, ο ισχυρισμός σου να κριθής από τας Γραφάς είναι εκείνος, τον όποιον επρόβαλλον πάντοτε οι αιρετικοί. Δεν κάμνεις τίποτε άλλο παρά να επαναλαμβάνης τας πλάνας του Ουίκλιφ και του Χούς… Πώς δύνασαι να υποστηρίξης ότι συ είσαι ο μόνος ο οποίος κατανοείς την έννοιαν των Γραφών; θα ήθελες να θέσης την ιδικήν σου κρίσιν υπεράνω της κρίσεως τόσων διασήμων ανδρών και να ισχυρισθής ότι γνωρίζεις περισσότερα από όλους αυτούς; δεν έχεις το δικαίωμα να αμφισβητής την ιερωτάτην ορθόδοξον πίστιν, την οποίαν καθίδρυσεν ο Χριστός, ο τέλειος νομοθέτης, και την εκήρυξαν εις τον κόσμον οι απόστολοι, την εσφράγισαν οι μάρτυρες με την σφραγίδα του αιματός των, την επεβεβαίωσαν αι ιεραί σύνοδοι και την καθώρισεν η Εκκλησία… και την οποίαν ο πάπας και ο αυτοκράτωρ απαγορεύουν να τίθεται υπό συζήτησιν, διότι άλλως αι συζητήσεις δεν θα ετελείωνον ποτέ. Σε ερωτώ, Μαρτίνε –απάντησε ειλικρινώς και χωρίς διακρίσεις– απαρνείσαι ή δεν απαρνείσαι τα βιβλία σου και τας πλάνας τας οποίας περιέχουν;75
Ο Λούθηρος έδωσε την ιστορικήν απάντησίν του γερμανιστί :

Εφ’ όσον η μεγαλειότης σου και αι ευγενείαι σας επιθυμούν μιαν απλήν απάντησν, θα απαντήσω χωρίς διακρίσεις… Εκτός αάν καταδικασθώ από την μαρτυρίαν της Αγίας Γραφής ή από προφανή αιτίαν (δεν παραδέχομαι την εξουσίαν των παπών και των συνόδων διότι έχουν διαψεύσει αλλήλους) η συνείδησίς μου είναι αιχμάλωτος του Λόγου του Θεού. Δεν δύναμαι και δεν απαρνούμαι τίποτε, διότι να στραφώ εναντίον της συνειδήσεως μου δεν είναι ούτε ορθόν ούτε ασφαλές. Ο Θεός ας με βοηθήση. Αμήν. 76

Ο Έκ ανταπήντησεν ότι ουδεμία πλάνη ήτο δυνατόν να αποδειχθή εις τας δογματικός αποφάσεις των συνόδων. Ο Λούθηρος απήντησεν ότι ήτο προπαρεσκευασμένος να αποδείξη τας τοιαύτας πλάνας, αλλά ο αυτοκράτωρ επενέβη αυθαιρέτως:
«Αρκεί, εφ’ όσον ηρνήθη τας συνόδους, δεν θέλομεν να ακούσωμεν τίποτε περισσότερον».78
Ο Λούθηρος επανήλθεν εις το κατάλυμά του κουρασμένος από την πάλην, αλλά πεπεισμένος ότι είχε δώσει καλήν μαρτυρίαν εις εκείνο το οποίον ο Καρλάυλ επρόκειτο να αποκαλέση «την μεγαλυτέραν στιγμήν της νεωτέρας ιστορίας του ανθρώπου»79
Ο αυτοκράτωρ ήτο εξ’ ίσου ταραγμένος με τον μοναχόν. Γεννηθείς εις την πορφύραν και συνηθισμένος εις την εξουσίαν, εθεώρει ως αυτονόητον, ότι το δικαίωμα εκάστου ατόμου να ερμηνεύη την Γραφήν και να δέχεται η να απορρίπτη πολιτικά η εκκλησιαστικά διατάγματα βάσει της ατομικής του κρίσεως και συνειδήσεως, θα υπέσκαπτεν εντός ολίγου αυτά ταύτα τα θεμέλια της κοινωνικής τάξεως, διότι του εφαίνετο ότι αυτή εβασίζετο επί ενός ηθικού κωδικός, ο οποίος με την σειράν του ήντλει την δύναμίν του από την υπερφυσικήν επικύρωσιν της θρησκευτικής πίστεως. Την 19ην Απριλίου εκάλεσε τους ανωτέρους πρίγκιπας εις σύσκεψιν εις τα διαμερίσματά του και παρουσίασεν εις αυτούς μιαν διακήρυξιν πίστεως και προθέσεων, γραμμένην γαλλιστί και προφανώς από τον ίδιον :

Κατάγομαι από μιαν μακράν σειράν χριστιανών αυτοκρατόρων του ευγενούς τούτου γερμανικού έθνους, από τους καθολικούς βασιλείς της Ισπανίας, τους αρχιδούκας την Αυστρίας και τους δούκας της Βουργουνδίας. Όλοι αυτοί υπήρξαν πιστοί μέχρι θανάτου εις την Εκκλησίαν της Ρώμης και υπερήσπισαν την καθολικήν πίστιν και το όνομα του Θεού. Απεφάσισα να ακολουθήσω τα βήματά των. Ένας μόνος μοναχός ο οποίος αντιτίθεται εις όλον τον χιλιετή χριστιανισμον πρέπει να σφάλλη. Δια τούτο είμαι αποφασισμένος να διακινδυνεύσω τας χώρας μου, τους φίλους μου, το σώμα μου, το αίμα μου, την ζωήν μου και την ψυχήν μου… Αφού ήκουσα χθές την πείσμονα υπεράσπισιν του Λουθήρου, λυπούμαι διότι επί τόσον χρόνον ανέβαλλον να ενεργήσω εναντίον του και εναντίον της ψευδούς διδασκαλίας του. Δεν έχω πλέον να κάμω τίποτε δι’ αυτόν. Δύναται να επιστρέψη με το διαβατήριόν του αλλά χωρίς να κηρύξη ή να προκαλέση αναταραχήν. Θα ενεργήσω εναντίον του ως διαβοήτου αιρετικού και σας ζητώ να πράξετε όπως μου υπεσχέθητε.80

Τέσσαρες εκλέκτορες συνεφώνησαν με αυτήν την ενέργειαν. Ο Φρειδερίκος της Σαξονίας και ο Λουδοβίκος του Παλατινάτου απέσχον. Την νύκτα εκείνην –19ην Απριλίου– ανώνυμα πρόσωπα ετοιχοκόλλησαν επί της θύρας του δημαρχείου και εις άλλα σημεία της Βόρμς, πινακίδας φερούσας το γερμανικόν σύμβολον της κοινωνικής επαναστάσεως, το υπόδημα του χωρικού. Μερικοί εκκλησιαστικοί ετρομοκρατήθησαν και παρεκάλεσαν ιδιαιτέρως τον Λούθηρον να κάμη ειρήνην με την Εκκλησίαν, αλλ’ αυτός έμεινε πιστός εις την δήλωσίν του ενώπιον της διαίτης. Την 26ην Απριλίου ήρχισε το ταξείδιόν του δια να επιστρέψη εις την  Βιττενβέργην. Ο Λέων Ι’ έστειλε διαταγάς να γίνη σεβαστόν το διαβατηριόν του.81 Εν τούτοις ο εκλέκτωρ Φρειδερίκος, φοβούμενος ότι η αυτοκρατορική αστυνομία πιθανόν να επεχείρει να συλλάβη τον Λούθηρον μετά την λήξιν της ισχύος του διαβατηρίου του κατά την 6ην Μαΐου, εκανόνισε, με την μετά δυσφορίας δοθείσαν συγκατάθεσιν του Λουθήρου, να του στήση ενέδραν κατά την επιστροφήν του ως δήθεν εκ μέρους ληστών, να τον απαγάγη και να τον κρύψη εις τον πύργον του Βαρτμπουργκ.
Την 6ην Μαΐου ο αυτοκράτωρ παρουσίασεν εις την δίαιταν, η οποία τώρα εμειώθη εις αριθμόν από πολλάς αναχωρήσεις, το σχέδιον του «Διατάγματος της Βόρμς» το οποίον είχεν ετοιμάσει ο Αλεάντερ. Κατηγορεί τον Λούθηρον ότι:

είχε μολύνει τον γάμον, κατεφρόνησε την εξομολόγησιν και απηρνήθη το σώμα και το αίμα του Κυρίου ημών. Κάμνει τα μυστήρια να εξαρτώνται από την πίστιν του δεχομένου αυτά. Είναι ειδωλολάτρης απαρνούμενος την ελευθέραν βούλησιν. Αυτός ο διάβολος με το ράσον του μονάχου συνεσώρευσεν αρχαίας πλάνας εις ενα βρωμερόν μίγμα και επενόησε νέας τοιαύτας. Αρνείται την δύναμιν των κλειδών και ενθαρρύνει τους λαϊκούς να βυθίσουν τας χείρας των εις το αίμα των κληρικών. Η διδασκαλία του, προκαλεί την ανταρσίαν, την διαίρεσιν, τον πόλεμον, τον φόνον, την ληστείαν, την πυρπόλησιν και την κατάρρευσιν της χριστιανοσύνης. Διάγει τον βίον ενός κτήνους. Έκαυσε τα εκκλησιαστικά διατάγματα. Περιφρονεί εξ’ ίσου τον αφορισμόν και το ξίφος. Προκαλεί περισσοτέραν ζημίαν εις την πολιτικήν παρά εις την εκκλησιαστικήν εξουσίαν. Εμοχθήσαμεν με αυτόν αλλά αναγνωρίζει μόνον το κύρος των Γραφών, τας οποίας ερμηνεύει κατά την αντίληψίν του. Του εδώσαμεν είκοσι μιαν ημέρας, από της 15ης Απριλίου… Όταν θα εκπνεύση ο χρόνος ουδείς πρέπει να τον περιθάλψη. Οι οπαδοί του επίσης θα καταδικασθούν. Τα βιβλία του θα σβυσθούν από την μνήμην των ανθρώπων.82
Δύο ημέρας μετά την παρουσίασιν του διατάγματος τούτου ο Λέων Ι’ μετετόπισε την πολιτικήν του υποστήριξιν από τον Φραγκίσκον Α’ εις τον Κάρολον Ε’. Η δίαιτα συνεφώνησε με το διάταγμα και την 26ην Μαΐου ο Κάρολος το εδημοσίευσεν επισήμως. Ο Αλεάντερ εδόξασε τον Θεόν και διέταξε να καούν τα βιβλία του Λουθήρου οπουδήποτε και αν ευρίσκοντο.

VI. ΟΙ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΑΙ
Η διαμονή εις το Βάρτμπουργκ ήτο μια θλιβερά τιμωρία. Ο αρχαίος πύργος, κτισμένος εις την κορυφήν ενός βουνού εις απόστασιν ενός μιλίου από το Αιζεναχ, ήτο κρυμμένος από τον κόσμον όπως και από τον αυτοκράτορα. Επί δέκα σχεδόν μήνας (4 Μαΐου 1521 έως 29 Φεβρουαρίου 1522), ο Λούθηρος διέμεινεν εκεί εις ένα μελαγχολικόν δωμάτιον, εφωδιασμένον με μιαν κλίνην, μιαν τράπεζαν, μιαν θερμάστραν και ένα τεμάχιον ξύλου ως κάθισμα. Μερικοί στρατιώται εφρούρουν το φρούριον, ενας υπηρέτης εφρόντιζε δια την οικίαν και δύο παιδιά υπηρέτουν τον Λούθηρον ως ακόλουθοι. Δια την ευκολίαν του και ίσως χάριν τοπικής προσαρμογής, έβγαλε το ράσον του, περιεβλήθη ιπποτικήν ενδυμασίαν και άφησε γενειάδα. Ήτο τώρα ο Γιούνκερ Γεώργιος. Εξήρχετο εις κυνήγιον αλλά δεν ηυχαριστείτο να φονεύη κονίκλους, όταν τόσοι αντίχριστοι παρέμενον αφόνευτοι. Η οκνηρία και η αυπνία και το πολύ φαγητόν και η μπύρα τον κατέστησαν αρρωστον και παχύν. Ήτο ανήσυχος και εβλασφήμει ως Γιούνκερ «θα επροτίμων να καώ επί αναμμένων ανθράκων», έγραφε, «παρά να σαπίζω εδώ… Θέλω να ευρίσκωμαι εν τω μέσω της πάλης».83 Αλλά ο υπουργός του Φρειδερίκου του συνέστησε να παραμείνη κρυμμένος επί εν έτος μέχρις ότου ψυχρανθή η ζέσις του Καρόλου. Ο Κάρολος, εν τούτοις, δεν κατέβαλε καμμίαν προσπάθειαν να τον εύρη ή να τον συλλάβη.
Κατά την πνευματικήν μόνωσιν του Λουθήρου αι αμφιβολίαι και αι παραισθήσεις τον ετυράννουν. Ήτο δυνατόν, ηπόρει, αυτός να είχε δίκαιον και τόσοι σοφοί να είχον άδικον; Ήτο φρόνιμον να συντρίψη το κύρος της παραδεδεγμένης πίστεως; Μήπως η αρχή της ιδιωτικής κρίσεως προιωνίζετο την άνοδον της επαναστάσεως και τον θάνατον του νόμου; Εάν πιστεύσωμεν την ιστορίαν την οποίαν αφηγείται εις τα ανέκδοτά του, εταράσσετο εις τον πύργον από παραδόξους κρότους, τους οποίους ηδύνατο να εξηγήση μόνον ως δραστηριότητα των δαιμόνων. Διετείνετο ότι είχεν ιδεί τον σατανάν εις πολλάς περιπτώσεις• μιαν φοράν, ο διάβολος έρριπτεν εναντίον του καρύδια.84 Μιαν φοράν, λέγει ένας γνωστός θρύλος, ο Λούθηρος του επέταξε ένα μελανοδοχεϊον αλλά δεν τον επέτυχε.85 Παρηγορείτο γράφων ζωντανάς επιστολάς εις τους φίλους και τους εχθρούς του, συνθέτων θεολογικάς πραγματείας και μεταφράζων την Καινήν Διαθήκην εις την γερμανικήν. Μιαν φορά έκαμεν ένα εσπευσμένον ταξείδιον εις την Βιττενβέργην δια να συγκρατήση μιαν επανάσιασιν.
Η προκλητικότης του εις την Βόρμς και η επιβίωσίς του, είχον δώσει εις τους οπαδούς του μιαν μεθυστικήν έξαψιν. Εις την Ερφούρτην σπουδασταί, τεχνίται και χωρικοί προσέβαλον και κατεδάφισαν σαράντα πρεσβυτέρια, κατέστρεψαν βιβλιοθήκας και λογιστικά βιβλία και εφόνευσαν ένα ουμανιστήν (Ιούνιος 1521). Κατά το φθινόπωρον του ταραχώδους αυτού έτους, οι Αυγουστινιανοί μοναχοί της Ερφούρτης εγκατέλειψαν το μοναστήριόν των, εκήρυξαν την λουθηρανήν πίστιν και κατήγγειλαν την Εκκλησίαν ως «μητέρα του δογματισμού, της αλαζονείας, της φιλαργυρίας, της πολυτελείας, της απιστίας και της υποκρισίας».86 Εις την Βιττενβέργην, καθ’ ον χρόνον ο Μελάγχθων συνέθετε το έργον του «Loci communes rerum theologicarum» (1521) –την πρώτην συστηματικήν έκθεσιν της προτεσταντικής θεολογίας– ο συνάδελφος του καθηγητής Κάρλστατ, τώρα αρχιδιάκονος της εκκλησίας του Πύργου, απήτησεν όπως η λειτουργία γίνεται (εάν θα εγίνετο) εις την τοπικήν γλώσσαν, όπως η ευχαριστία δίδεται εις άρτον και οίνον χωρίς προηγουμένην εξομολόγησιν και νηστείαν, όπως αι θρησκευτικαί εικόνες αφαιρεθούν από τας εκκλησίας και όπως ο κλήρος -μοναχοί και κοσμικοί ιερείς- νυμφεύωνται και αποκτούν τέκνα. Ο Κάρλστατ έδωσε το παράδειγμα νυμφευθείς εις ηλικίαν 40 ετών μιαν δεκαπενταέτιδα κόρην (19 Ιανουαρίου 1522).
Ο Λούθηρος επεκρότησεν αυτόν τον γάμον αλλά, «προς Θεού!» έγραφε «θα δώσουν οι Βιττενβέργιοί μας συζύγους εις μοναχούς;»87 Εν τούτοις εύρε κάτι το ελκυστικόν εις την ιδέαν διότι απέστειλεν εις τον Σπαλατίν (21 Νοεμβρίου 1521) μιαν πραγματείαν «Περί μοναστικών όρκων», υποστηρίζων την κατάργησίν των. Ο Σπαλατίν ανέβαλε την δημοσίευσίν της διότι ήτο απροκαλύπτως ειλικρινής. Παρεδέχετο το σεξουαλικόν ένστικτον ως φυσικόν και ακαταμάχητον και διεκήρυξεν ότι οι μοναστικοί όρκοι ήσαν παγίδες του σατανά, πολλαπλασιάζουσαι τας αμαρτίας. Παρήλθον τέσσαρα έτη μέχρις ότου νυμφευθή και ο ίδιος ο Λούθηρος• η καθυστερημένη εκ μέρους του εκτίμησις της γυναικός δεν έπαιξε προφανώς κανένα ρόλον εις την εγκαινίασιν της Μεταρρυθμίσεως.
Η επανάστασις επροχώρησε. Την 22αν Σεπτεμβρίου 1521, ο Μελάγχθων έδωσε την αγίαν κοινωνίαν εις άρτον και οίνον• εδώ οι Ουτρακβίται της Βοημίας εκέρδισαν μιαν αργοπορημένην νίκην. Την 23ην Οκτωβρίου έπαυσε να ψάλλεται η λειτουργία εις το μοναστήριον του Λουθήρου. Την 12ην Νοεμβρίου, δέκα τρεις μοναχοί απεχώρησαν από το μοναστήριον και εξώρμησαν εις αναζήτησιν συζύγων. Εντός ολίγου μια παρομοία έφοδος θα εξεκένωνε τα μοναστήρια της Γερμανίας. Την 3ην Δεκεμβρίου μερικοί σπουδασταί και κάτοικοι της πόλεως, ωπλισμένοι με μαχαίρας, εισήλθον εις την ενοριακήν εκκλησίαν της Βιττενβέργης, εξεδίωξαν τους ιερείς από τα θυσιαστήρια και ελιθοβόλησαν μερικούς πιστούς οι οποίοι προσηύχοντο προ του αγάλματος της Παρθένου. Την 4ην Δεκεμβρίου, 40 φοιτηταί κατεδάφισαν τα θυσιαστήρια του φραγκισκανικού μοναστηρίου της Βιττενβέργης. Την ιδίαν ημέραν, ο Λούθηρος, εξακολουθών να είναι μετημφιεσμένος εις Γιούνκερ, επεσκέφθη κρυφίως την πόλιν, ενέκρινε τους γάμους των μοναχών αλλά συνέστησεν εις τον κλήρον και τους λαϊκούς να αποφεύγουν την βίαν.
«Ο εξαναγκασμός», είπε, «δεν αποκλείεται αλλά πρέπει να ασκήται από τας αρμοδίας αρχάς».88
Την επομένην επανήλθεν εις Βάρτμπουργκ. Ολίγον χρόνον μετά τα ανωτέρω, απέστειλεν εις τον Σπαλατίν προς δημοσίευσιν μιαν «Σοβαράν έκκλησιν προς όλους τους, χριστιανούς, αποτρέπων αυτούς από πάσαν στάσιν και ανταρσίαν». Εφοβείτο ότι εάν η θρησκευτική επανάστασις επροχώρει πολύ ταχέως ή καθίστατο κοινωνική επανάστασις, θα απεξενούτο από την αριστοκρατίαν και θα κατεστρέφετο. Αλλά αι πρώται της σελίδες επεκρίθησαν ως μια παρακίνησις προς την βίαν:

Φαίνεται πιθανόν ότι υφίσταται κίνδυνος εξεγέρσεως και ότι ιερείς, μοναχοί και ολόκληρον το πνευματικόν συγκρότημα είναι δυνατόν να θανατωθή ή να εκδιωχθή εις εξορίαν, εκτός εάν αναμορφωθούν πλήρως και σοβαρώς. Διότι ο κοινός άνθρωπος μνησικακεί δια τας ζημίας τας οποίας υπέστη εις την περιουσίαν του, εις το σώμα του και εις την ψυχήν του και έχει υποστή πρόκλησιν. Η υπομονή του εδοκιμάσθη πάρα πολύ και τον επεβάρυναν ασυνειδήτως πέραν παντός μέτρου. Ούτε δύναται ούτε θέλει να ανεχθή πλέον αυτήν την κατάστασιν και θα είχε πράγματι σοβαρούς λόγους να στραφή γύρω του με μάστιγας και με ρόπαλα, όπως απειλούν να κάμουν οι χωρικοί. Τώρα, δεν είμαι καθόλου δυσηρεστημένος όταν ακούω ότι ο κλήρος έχει περιέλθει εις τοιαύτην κατάστασιν φόβου και αγωνίας. Ίσως συνέλθουν και μετριάσουν την παράφρονα τυραννίαν των… Θα προχωρήσω ακόμη περισσότερον. Εάν είχον δέκα σώματα και θα ηδυνάμην να επιτύχω τόσην χάριν από τον Θεόν ώστε να τους τιμωρήση (τους κληρικούς) με ήπια μέσα (Fuchsschwanz – την φουντωτήν ουράν της αλώπεκος) δια θάνατον ή εξέγερσιν, θα έδιδον ευχαρίστως τα δέκα σώματά μου να θανατωθούν χάριν των πτωχών χωρικών.89

Παρ’ όλα ταύτα, εξηκολούθησε, δεν συνίσταται εις τα άτομα να χρησιμοποιούν βίαν• η εκδίκησις ανήκει εις τον Θεόν.

Η εξέγερσις είναι παραλογισμός και κατά γενικόν κανόνα ζημιώνει περισσότερον τον αθώον παρά τον ένοχον• ως εκ τούτου καμμία εξέγερσις δεν είναι δικαία, οσονδήποτε καλή και αν είναι η υπόθεσις προς το συμφέρον της οποίας γίνεται. Το κακόν το όποιον προκύπτει από αυτήν υπερβαίνει πάντοτε το ποσόν της αναμορφώσεως η οποία επιτυγχάνεται… Όταν ο Herr Omnes (το ανώνυμον πλήθος) εξαπολύεται, δεν δύναται να διακρίνη τον κακόν από τον αγαθόν κτυπά εις τα τυφλά και τότε η φρικτή αδικία είναι αναπόφευκτος… Η συμπάθειά μου είναι και θα είναι πάντοτε προς εκείνους, εναντίον των οποίων γίνεται η εξέγερσις.90

Η επανάστασις, κατά το μάλλον ή ήττον ειρηνική, εξηκολούθησε. Την ημέραν των Χριστουγέννων του έτους 1521, ο Κάρλστατ ελειτούργησε γερμανιστί με πολιτικήν ενδυμασίαν και εκάλεσεν όλους να μεταλάβουν, λαμβάνοντες τον άρτον εις την χείρα και πίνοντες τον οίνον από το δισκοπότηρον. Κατά τον ίδιον περίπου χρόνον, ο Γαβριήλ Τσβίλλιγκ, ένας από τους ηγέτας της αυγουστινιανής ενορίας, εκάλεσε τους ακροατάς του να καύσουν τας αγίας εικόνας και να κατεδαφίσουν τα θυσιαστήρια, οπουδήποτε θα τα εύρισκον. Την 27ην Δεκεμβρίου ερρίφθη έλαιον εις την πυράν από «προφήτας» ελθόντας από το Τσβικάοα. Η πόλις αυτή ήτο μία από τας πλέον βιομηχανικάς της Γερμανίας και είχε σημαντικόν πληθυσμόν από υφαντάς υπό δημοτικήν κυβέρνησιν αποτελουμένην από εμπόρους εργοδότας. Μια σοσιαλιστική κίνησις μεταξύ των εργατών ενεθαρρύνετο από τας απηχήσεις και τας αναμνήσεις του καταπνιγέντος Θαβωριτικού πειράματος, το οποίον είχεν αναταράξει την γειτονικήν Βοημίαν.
Ο Θωμάς Μύντσερ, πάστωρ της Αγίας Αικατερίνης, εκκλησίας των υφαντών, έγινεν ο ερμηνευτής των επιδιώξεών των και συγχρόνως ένας ενθουσιώδης υποστηρικτής της Μεταρρυθμίσεως. Αντιληφθεις ότι η εξύψωσις της Βίβλου υπό του Λουθήρου ως του μοναδικού κανόνος πίστεως, εδημιούργει το ερώτημα ποίος θα ηρμήνευε το κείμενου, ο Μύντσερ και δύο σύντροφοι του –ο Νικόλαος Στόρχ ο υφαντής και ο Μάρκος Στύμπνερ, ο λόγιος– ανήγγειλαν ότι ήσαν ιδιαιτέρως ενδεδειγμένοι ως ερμηνευταί, διότι ησθάνοντο ότι ενεπνέοντο κατ’ ευθείαν από το Άγιον Πνεύμα. Διεκήρυττον ότι το άγιον αυτό πνεύμα τους ενέπνευσε να αναβάλλουν το βάπτισμα μέχρι της ωριμότητος• διότι το μυστήριον θα ήτο αποτελεσματικόν μόνον δια της πίστεως, η οποία δεν ήτο δυνατόν να αναμένεται από τα βρέφη. Προέλεγον ότι ο κόσμος επρόκειτο πολύ συντόμως να υποστή καταστροφήν κατά την οποίαν όλοι οι ασεβείς άνθρωποι -συμπεριλαμβανομένων ιδιαιτέρως όλων των ορθοδόξων ιερέων– θα εχάνοντο. Κατόπιν η δικαία βασιλεία του Θεού θα ήρχιζεν επί της γης.91 Το 1521 είχε κατασταλή μια εξέγερσις των υφαντών και οι τρεις «Απόστολοι του Τσβικάου» εξωρίσθησαν. Ο Μύντσερ μετέβη εις την Πράγαν, εξεδιώχθη από εκεί και έλαβε μιαν ενορίαν εις το Αλλστετ της Σαξονίας. Ο Στόρχ και ο Στύμπνερ μετέβησαν εις την Βιττενβέργην και κατά την απουσίαν του Λουθήρου, έκαμαν καλήν εντύπωσιν εις τον Μελάγχθονα και τον Κάρλστατ.
Την 6ην Ιανουαρίου 1522, η Αυγουστινιανή κοινότης της Βιττενβέργης διελύθη τελείως. Την 22αν Ιανουαρίου οι οπαδοί του Κάρλστατ υπήρξαν αρκετά ισχυροί εις το δημοτικόν συμβούλιον δια να επιτύχουν την ψήφισιν ενός διατάγματος καθορίζοντος όπως αφαιρεθούν όλαι αι εικόνες από τας εκκλησίας της Βιττενβέργης και απαγορεύοντος την τέλεσιν της θείας λειτουργίας ειμή μόνον κατά τον απλοποιημένον τύπον του Κάρλστατ. Ο Κάρλστατ συμπεριέλαβε και τον σταυρόν μεχαξύ των απηγορευμένων εικόνων και, όπως οι πρώτοι χριστιανοί, απέκλεισε την μουσικήν από τας θρησκευτικός τελετάς. «Οι ηδυπαθείς τόνοι του οργάνου», έλεγεν, «αφυπνίζουν σκέψεις εκ του κόσμου. Όταν θα έπρεπε να σκεπτώμεθα τα πάθη του Χριστού, μας φέρουν εις την μνήμην τον Πύραμον και την Θίσβην… Αφήσατε τα όργανα, τας σάλπιγγας και τους αυλούς εις το θέατρον».92
Όταν οι πράκτορες του συμβουλίου απεδείχθησαν αναβλητικοί εις την αφαίρεσιν των εικόνων, ο Κάρλστατ ωδήγησε τους οπαδούς του εντός των εκκλησιών• αι εικόνες και οι εσταυρωμένοι απεσπάσθησαν από τους τοίχους και οι ανθιστάμενοι ιερείς ελιθοβολήθησαν.93 Αποδεχόμενος την άποψιν των προφητών του Τσβικάου – ότι ο Θεός ομιλεί απ’ ευθείας προς τους ανθρώπους όπως και δια των γραφών και ομιλεί μάλλον προς τους απλούς κατά το πνεύμα και την καρδίαν παρά προς τους σοφούς εις γλώσσας και βιβλία –ο Κάρλστατ, αν και ο ίδιος ήτο λόγιος, διεκήρυξεν ότι τα σχολεία και αι σπουδαί ήσαν εμπόδια δια την ευσέβειαν και ότι οι πραγματικοί χριστιανοί έπρεπε να αποφεύγουν τα γράμματα και την μάθησιν και να γίνωνται αγράμματοι χωρικοί ή τεχνίται. Ένας από τους οπαδούς του, ο Γεώργιος Μώρ, διέλυσε το σχολείον εις το οποίον εδίδασκε και παρεκίνησε τους γονείς να κρατήσουν τα τέκνα των μακράν απο τα γράμματα. Πολλοί σπουδασταί εγκατέλειψαν το Πανεπιστήμιον και μετέβησαν εις τας πατρίδας των να μάθουν μιαν τέχνην, λέγοντες ότι δεν υπήρχε πλέον ανάγκη δια σπουδήν.
Πληροφορηθείς όλα αυτά, ο Λούθηρος εφοβήθη ότι οι συντηρητικοί επικριταί του θα ευρίσκοντο εντός ολίγου δικαιολογημένοι εις τας συχνάς προβλέψεις των, ότι η εκ μέρους του απόρριψις της εκκλησιαστικής εξουσίας θα παρέλυεν όλους τους δεσμούς της κοινωνικής πειθαρχίας. Αδιαφορών δια την απαγόρευσιν του αυτοκράτορας και αφήνων προσωρινώς κατά μέρος πάσαν προστασίαν εκ μέρους του εκλέκτορος εάν ο Κάρολος επεχείρει να τον συλλάβη, ο Λούθηρος εγκατέλειψε τον πύργον του, εφόρεσεν εκ νέου το μοναχικόν του ράσον και επανέλαβε την κουράν και έσπευσεν εις την Βιττενβέργην. Την 9ην Μαρτίου 1522 ήρχισε μιαν σειράν από οκτώ κηρύγματα με τα οποία ανεκάλει αυστηρώς εις την τάξιν το Πανεπιστήμιον, τας εκκλησίας και τους πολίτας. Τώρα απέρριψεν όλας τας εκκλήσεις του δια βιαίας ενεργείας• δεν είχεν αυτός ελευθερώσει εκατομμύρια ανθρώπων από την εκκλησιαστικήν καταπίεσιν χωρίς να υψώση τίποτε άλλο από τον κάλαμόν του;
     «Ακολουθήσατε εμέ», είπεν. «Εγώ υπήρξα ο πρώτος εις τον οποίον ο Θεος ενεπιστεύθη το ζήτημα. Εγώ υπήρξα εκείνος, εις τον οποίον τα πρώτον (απεκάλυψε πως έπρεπε να κηρύσσεται ο λόγος Του προς σας. Δια τούτο εκάματε κακώς να αρχίσετε τοιαύτας ενεργείας χωρίς… πρώτον να με συμβουλευθήτε…94 Δώσατε μου καιρόν… Μη νομίζετε, ότι αι καταχρήσεις περιορίζονται με την καταστροφήν του αντικειμένου, εις βάρος του οποίου γίνεται η κατάχρησις. Οι άνδρες πιθανόν να μεταχειρίζωνται κακώς τον οίνον ή τας γυναίκας. Θα πρέπει λοιπόν να καταργήσωμεν τας γυναίκας και να απαγορεύσωμεν τον οίνον; Ο ήλιος, η σελήνη και οι αστέρες ελατρεύθησαν ως θεοί. Θα πρέπει λοιπόν να τα καταβιβάσωμεν από τον ουρανόν;95      Εκείνοι οι οποίον θα ήθελον να διατηρήσουν τας εικόνας, τα αγάλματα, τους σταυρούς, την μουσικήν η την, λειτουργίαν, δεν θα πρέπει να εμποδισθούν. Ο ίδιος παρεδέχετο τας αγίας εικόνας.96 Εκανόνισεν όπως εις μιαν εκκλησίαν της Βιττενβέργης η λειτουργία τελήται κατά το πατροπαράδοτον τυπικόν. Εις μιαν άλλην, η Θεία Κοινωνία προσεφέρετο εις άρτον μόνον εις το κεντρικόν θυσιαστήριον και εις άρτον και οίνον εις ένα άλλο ευρισκόμενον παραπλεύρως. Ο τύπος, έλεγεν ο Λούθηρος, δεν έχει σημασίαν• σημασίαν έχει το πνεύμα, υπο το οποίον λαμβάνεται η Ευχαριστία.
Ήτο η καλυτέρα και χριστιανικωτέρα εμφάνισίς του εις αυτά τα οκτώ κηρύγματα εις οκτώ ημέρας. Διεκινδύνευσε το παν δια να δυνηθή να επαναφέρη την Βιττενβέργην εις την μετριοπάθειαν και επέτυχεν. Οι προφήται του Τσβικάου επεχείρησαν να τον προσηλυτίσουν εις τας απόψεις των και προσεφέρθησαν, εις απόδειξιν της θείας των εμπνεύσεως, να μαντεύσουν τας σκέψεις του. Εδέχθη την πρόκλησιν• αυτοί απήντησαν ότι ησθάνετο μαν μυστικήν συμπάθειαν προς τας ιδέας των• αυτός απέδωσε την διορατικότηρά των εις τον διάβολον και τους διέταξε να φύγουν από την Βιττενβέργην.
Ο Κάρλστατ, απολυθείς από τας θέσεις του από το ανασυγκροτηθέν δημοτικόν συμβούλιον, έλαβε μιαν θέσιν πάστορος εις Ολαμύντε από του άμβωνος της οποίας κατήγγειλε τον Λούθηρον ως «ένα λαίμαργον εκκλησιαστικόν… τον νέον πάπαν της Βιττενβέργης».97Προηγούμενος των Κουακέρων, ο Κάρλστατ εγκατέλειψε το ένδυμα του κληρικού, εφόρεσεν ένα απλούν φαιόν επανωφόριον, παρητήθη των τίτλων, εζήτει να τον προσφωνούν «Αδελφέ Ανδρέα», ηρνείτο πληρωμήν δια την ιερατικήν του υπηρεσίαν και εκέρδιζε τα προς το ζήν με το άροτρον. Επίσης απηρνήθη την χρήσιν των φαρμάκων, επροτίμα την προσευχήν αντί των θεραπευτικών μέσων, υπεστήριζε την πολυγαμίαν ως βιβλικήν και παρεδέχθη μιαν εντελώς συμβολικήν έννοιαν της Ευχαριστίας. Κατ’ έντολήν του εκλέκτορος, ο Λούθηρος μετέβη εις Όρλαμύντε δια να κηρύξη εναντίον του αλλά εξεδιώχθη από την πόλιν ενώ ερρίπτοντο εναντίον του λίθοι και λάσπη.98 Όταν εξησθένησε η ανταρσία των χωρικών, ο Κάρλστατ, φοβούμενος μήπως συλληφθή ως υποκινητής, εζήτησε καταφύγιον πλησίον του Λουθήρου, ο όποιος του το προσέφερεν. Αφού περιεπλανήθη αρκετά, ο κουρασμένος ριζοσπάστης κατέληξεν ως εις λιμένα, καθηγητής εις την Βασιλείαν και εκεί εύρεν ένα ειρηνικόν θάνατον ως διδάσκαλος το 1541.

VII. ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
Ο Λούθηρος επανέλαβε τον άνισον δρόμον της ζωής του ως ιερεύς εις την ενορίαν του και ως καθηγητής εις το Πανεπιστήμιον. Ο εκλέκτωρ του επλήρωνε 200 γκίλντερ (5.000 δολλάρια 😉 ετησίως, εις τα οποία έκαστος σπουδαστής προσέθετεν ένα μικρόν ποσόν ως δίδακτρα διότι παρηκολούθει τα μαθήματά του. Ο Λούθηρος και ένας άλλος μοναχός, και οι δύο τώρα με ενδυμασίαν λαϊκού, έζων εις το μοναστήριον των Αυγουστινιανών με ένα σπουδαστήν υπηρέτην.
 «Η κλίνη μου δεν εστρώθη επί εν ολόκληρον έτος και εμύριζεν από τον ιδρώτα. Αλλ’ εργαζόμουν όλην την ημέραν και ήμουν τόσον κουρασμένος την νύκτα ώστε έπιπτον εις την κλίνην χωρίς να αισθάνωμαι ότι δεν ήτο εν τάξει».99
Η έντονος εργασία καθίστα την όρεξίν του συγχωρητέαν. «Τρώγω ως Βοημός και πίνω ως Γερμανός, δόξα τω Θεώ, Αμήν».100 Εκήρυττε συχνά αλλά με φιλάνθρωπον βραχύτητα και εις απλήν, ρωμαλέαν γλώσσαν, η οποια εκράτει τους ακροατάς του εις προσοχήν. Η μόνη του ψυχαγωγία ήτο το σκάκι και ο πλαγίαυλος. Αλλά φαίνεται ότι απελάμβανε περισσότερον τας ώρας κατά τας οποίας επετίθετο κατά των «παπιστών». Ήτο ο ισχυρότερος και πλέον αυθόρμητος συζητητής εις την ιστορίαν. Όλα σχεδόν τα συγγράμματά του ήσαν πολεμικά, διηνθισμένα με χιούμορ και εριστικότητα. Άφηνε τους αντιπάλους του να επιτηδεύωνται ανώτερα λατινικά δια να αναγνωσθούν από ολίγους λογίους• και αυτός επίσης έγραφε λατινιστί όταν ήθελε να απευθυνθή εις ολόκληρον την χριστιανοσύνην αλλά αι πλείσται των διατριβών του ήσαν συντεταγμέναι εις την γερμανικήν ή μετεφράζοντο αμέσως εις την γερμανικήν, διότι η επανάστασίς του ήτο εθνικιστική. Κανείς άλλος Γερμανός συγγραφεύς δεν τον έφθασεν εις σαφήνειαν ή δύναμιν του ύφους, εις οξύτητα και κομψότητα φράσεως, εις επιτυχείς – κάποτε ιλαράς – παρομοιώσεις, εις ένα λεξιλόγιον το οποίον είχε τας ρίζας του εις την ομιλίαν του λαού και ήτο σύμφωνον προς το εθνικόν πνεύμα.
Η τυπογραφία με τους σκοπούς της συνέπεσεν ως ένας νεωτερισμός εκ της Θείας Προνοίας, τον οποίον εχρησιμοποίησε με ανεξάντλητον επιδεξιότητα. Υπήρξεν ο πρώτος ο οποίος την έκαμεν όργανον της προπαγάνδας και του πολέμου. Δεν υπήρχον ακόμη εφημερίδες ούτε περιοδικά. Αι μάχαι διεξήγοντο με βιβλία, φυλλάδια, ιδιωτικάς επιστολάς προοριζομένας δια δημοσίευσιν. Υπό την παρόρμησιν της επαναστάσεως του Λουθήρου ο αριθμός των βιβλίων τα οποία εξετυπώθησαν εις την Γερμανίαν ανήλθεν από 180 κατά το 1518 εις 990 κατά το 1524. Τα τέσσαρα πέμπτα εξ’ αυτών ηυνόουν την Μεταρρύθμισιν. Βιβλία, υποστηρίζοντα την ορθοδοξίαν επωλούντο μετά δυσκολίας ενώ τα βιβλία του Λουθήρου ήσαν τα περισσότερον αγοραζόμενα καθ’ όλην την εποχήν αυτήν. Επωλούντο όχι μόνον εις τα βιβλιοπωλεία αλλά και από μεταπράτας και περιοδεύοντας φοιτητάς• 1400 αντίτυπα ηγοράσθησαν εις μιαν πανήγυριν της Φραγκφούρτης. Ακόμη και εις τους Παρισίους το 1520, υπερέβησαν εις πωλήσεις οιονδήποτε άλλο βιβλίον. Ήδη από του 1519 εξήγοντο εις την Γαλλίαν, την Ιταλίαν, την Ισπανίαν, τας Κάτω Χώρας, την Αγγλίαν. «Τα βιβλία του Λουθήρου ευρίσκονται παντού και εις πάσαν γλώσσαν», έγραφεν ο Έρασμος το 1521, «κανείς δεν θα ηδύνατο να πιστεύση εις ποίαν έκτασιν έχει συγκινήσει τους ανθρώπους».101 Η φιλολογική γονιμότης των Μεταρρυθμιστών μετέθεσε την υπεροχήν των δημοσιεύσεων από την νότιον εις την βόρειον Ευρώπην όπου και παρέμεινεν από τότε. Η τυπογραφία συνέβαλεν εις την Μεταρρύθμισιν• ο Γουτεμβέργιος κατέστησε δυνατόν το έργον του Λουθήρου.
Το μεγαλύτερον κατόρθωμα του Λουθήρου ως συγγραφέως υπήρξεν η μετάφρασις της Βίβλου εις την Γερμανικήν. Είχον ήδη γίνει δέκα οκτώ τοιαύται μεταφράσεις αλλά εβασίζοντο επί της Vulgata του Ιερωνύμου, ήσαν πλήρεις λαθών και αδεξίως διατυπωμένοι. Αι δυσκολίαι της μεταφράσεως εκ του πρωτοτύπου ήσαν καταπληκτικοί. Δεν υφίσταντο μέχρι τούδε λεξικά από τα εβραϊκά ή τα ελληνικά εις τα γερμανικά• έκαστη σελίς κειμένου εδημιούργει πλήθος ερμηνευτικών προβλημάτων η δέ γερμανική γλώσσα ήτο ακόμη πρωτόγονος και αδιαμόρφωτος. Δια την Καινήν Διαθήκην, ο Λούθηρος εχρησιμοποίησε το ελληνικόν κείμενον το οποίον είχεν εκδόσει ο Έρασμος το 1516 με μιαν λατινικήν έκδοσιν. Το μέρος τούτο του έργου επερατώθη το 1521 και εδημοσιεύθη το 1522. Μετά παρέλευσιν δώδεκα επί πλέον ετών προσπαθείας, εν μέσω συνεχών θεολογικών ερίδων, βοηθούμενος όμως υπό του Μελάγχθονος και πολλών Εβραίων λογίων, ο Λούθηρος εδημοσίευσε την Παλαιάν Διαθήκην γερμανιστί. Παρά τας φιλολογικός των ατελείας, αι μεταφράσεις αυταί υπήρξαν γεγονότα, τα οποία άφησαν εποχήν. Εγκαινίασαν την γερμανικήν φιλολογίαν και επέβαλον την νέαν γερμανικήν της άνω Σαξονίας –Neuhochdeutsh– ως φιλολογικήν γλώσσαν της Γερμανίας. Εν τούτοις αι μεταφράσεις ήσαν εσκεμμένως μη φιλολογικαί, συντεταγμένοι εις την διάλεκτον του λαού. Με τον συνήθη ζωντανόν τρόπον του, ο Λούθηρος εξήγησε την μέθοδόν του:
«Δεν πρέπει, όπως κάμνουν οι ανόητοι, να συμβουλευώμεθα τα λατινικά γράμματα πώς θα έπρεπε να ομιλούμεν γερμανικά αλλά να ερωτώμεν τας μητέρας εις τας οικίας των, τα παιδία εις τους δρόμους, τους κοινούς ανθρώπους εις την αγοράν… πρέπει να οδηγούμεθα από αυτούς όταν μεταφράζωμεν• τότε θα μας εννοήσουν και θα αντιληφθούν ότι τους ομιλούμεν γερμανιστί».102
Δια τον λόγον τούτον η μετάφρασίς του είχε το ίδιον αποτέλεσμα και γόητρον εις την Γερμανίαν όπως η έκδοσις του βασιλέως Ιακώβου εις την Αγγλίαν ένα αιώνα αργότερα: είχεν απέραντον και ευεργετικήν επίδρασιν επί της εθνικής γλώσσης και εξακολουθεί να είναι το μεγαλύτερον πεζογραφικόν έργον εις την εθνικήν φιλολογίαν. Εις την Βιττενβέργην και κατά την διάρκειαν της ζωής του Λουθήρου ετυπώθησαν 100.000 αντίτυπα της Καινής Διαθήκης του. Εις άλλα μέρη ενεφανίσθησαν περίπου δώδεκα μη εγκεκριμέναι εκδόσεις και παρά τα διατάγματα τα οποία απηγόρευον την κυκλοφορίαν της εις το Βραδεμβούργου, την Βαυαρίαν και την Αυστρίαν, έγινε και παρέμεινε το περισσότερον πωλούμενον βιβλίον εις την Γερμανίαν. Αι μεταφράσεις της Βίβλου συνετέλεσαν, υπό δύο μορφάς ως αποτέλεσμα και ως συντελεστικόν αίτιον, εις την αντικατάστασιν της λατινικής υπό των τοπικών γλωσσών και φιλολογιών, η οποία συνώδευε το εθνικιστικόν κίνημα και η οποία ανταπεκρίνετο εις την ήτταν της οικουμενικής Εκκλησίας εις χώρας, αι οποίαι δεν είχον λάβει και τροποιήσει την λατινικήν γλώσσαν.
Εργασθείς επί τόσον μακρόν χρόνον επί της Βίβλου και κληρονομήσας την μεσαιωνικήν άποψιν περί της θείας προελεύσεώς της, ο Λούθηρος την κατέστησε με αγάπην την εις όλα αυτάρκη πηγήν και κανόνα της θρησκευτικής του πίστεως. Αν και παρεδέχετο μερικάς παραδόσεις μη βασιζομένας επί των Γραφών –όπως το βάπτισμα των βρεφών και την αργίαν της Κυριακής- απέκρουε το δικαίωμα της Εκκλησίας να προσθέτη εις τον χριστιανισμόν στοιχεία μη στηριζόμενα εις την Βίβλον αλλά εις τα ιδικά της έθιμα και την ιδικήν της εξουσίαν, όπως το καθαρτήριον, τας συγχωρήσεις και την λατρείαν της Θεοτόκου και των αγίων.
Η αποκάλυψις του Βάλλα περί της «Δωρεάς του Κωνσταντίνου» (την υποτιθεμένην κληροδοσίαν της Δυτικής Ευρώπης εις τους πάπας) ως μιας χονδροειδούς ιστορικής απάτης, εκλόνισε την πίστιν χιλιάδων χριστιανών εις το αξιόπιστον των παραδόσεων της Εκκλησίας και το αναγκαστικόν κύρος των εκκλησιαστικών διαταγμάτων. Το 1537 ο ίδιος ο Λούθηρος μετέφρασε την πραγματείαν του Βάλλα εις την γερμανικήν. Η παράδοσις ήτο ανθρωπίνη και υπέκειτο εις λάθη αλλά η Βίβλος είχε γίνει παραδεκτή υφ’ ολοκλήρου σχεδόν της Ευρώπης ως ο αλάθητος λόγος του Θεού.
Η λογική επίσης, εφαίνετο ανίσχυρον όργανον όταν παρεβάλλετο προς την πίστιν εις μιαν θείαν αποκάλυψιν. «Ημείς οι δυστυχισμένοι άνθρωποι… επιζητούμεν αλαζονικώς να εννοήσωμεν το ακατανόητον μεγαλείον και το ακατανόητον φως των θαυμασίων του Θεού… Παρατηρούμεν με τυφλούς οφθαλμούς, ως τυφλοπόντικοι, την δόξαν του Θεού».103 Δεν δύνασθε, έλεγεν ο Λούθηρος, να δεχθήτε συγχρόνως την Βίβλον και την λογικήν. Η μία ή η άλλη πρέπει να υποχωρήση:

Όλα τα άρθρα της χριστιανικής πίστεώς μας, την οποίαν ο Θεός μας απεκάλυψεν δια του Λόγου του, είναι ενώπιον της λογικής απολύτως αδύνατα, ανόητα και ψευδή. Τι είναι πλέον παράλογον (σκέπτεται ο πονηρός εκείνος ανόητος) και πλέον αδύνατον από το ότι ο Χριστός μας έδωσε κατά τον Μυστικόν Δείπνον, το σώμα και το αίμα του δια να το φάγωμεν και να το πίωμεν;… η ότι οι νεκροί θα αναστηθούν και πάλιν κατά την ημέραν της κρίσεως; ή ότι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, θα συνελαμβάνετο εις την μήτραν της Μαρίας θα εγεννάτο υπ’ αυτής, θα εγίνετο ανήρ, θα έπασχε και θα απέθνησκεν ένα επαίσχυντον θάνατον επί του σταυρού;…104 Η λογική είναι ο μεγαλύτερος εχθρός εξ’ όσων έχει η πίστις105… Είναι η μεγαλυτέρα πόρνη του διαβόλου… μια πόρνη κατατρωγομένη από έλκη και λέπραν, η οποία πρέπει να καταπατάται υπό τους πόδας μας και να συντρίβεται, αυτή και η σοφία της… Ρίψατε της κόπρον κατά πρόσωπον… πνίξατε την εις το βάπτισμα.106

Ο Λούθηρος κατεδίκαζε τους σχολαστικούς φιλοσόφους διότι έκαμαν πολλάς παραχωρήσεις εις την λογικήν, διότι επεχείρουν να εξηγήσουν τα χριστιανικά δόγματα δια της λογικής, διότι επεζήτουν να εναρμονίσουν τον χριστιανισμόν με την φιλοσοφίαν εκείνου «του κατηραμένου αλαζόνος και αισχρού ειδωλολάτρου» του Αριστοτέλους.107
Εν τούτους ο Λούθηρος έκαμε δύο βήματα προς την κατεύθυνσιν της λογικής: έκαμε το κήρυγμα και όχι την ιεροτελεστίαν, κέντρον του θρησκευτικού τυπικού και κατά τους πρώτους καιρούς της ανταρσίας του διεκήρυξε το δικαίωμα παντός ατόμου να ερμηνεύη τας Γραφάς κατά την γνώμην του. Καθώρισε τον ιδικόν του κανόνα αυθεντικότητος των βιβλίων της Αγ. Γραφής: μέχρι ποίου σημείου συμφωνούν με την διδασκαλίαν του Χριστού;
«Παν ό,τι δεν κηρύττει τον Χριστόν δεν είναι αποστολικόν, έστω και εάν εγράφη από τον άγιον Πέτρον ή τον άγιον Παύλον … ο,τιδήποτε κηρύττει τον Χριστόν, θα είναι αποστολικόν, έστω και αν προέρχεται από τον Ιούδαν, τον Πιλάτον ή τον Ηρώδην»108
Απέρριψε την επιστολήν του Ιακώβου και την απεκάλεσεν «αχυρίνην επιστολήν» διότι δεν ηδύναντο να την συμβιβάση με την θεωρίαν του Παύλου περί δικαιώσεως δια της πίστεως. Ημφεσβήτει την προς Εβραίους επιστολήν διότι εφαίνετο ότι ηρνείτο την εγκυρότητα της μετανοίας μετά το βάπτισμα (υποστηρίζουσα τοιουτοτρόπως τον αναβαπτισμόν) και κατ’ αρχάς εχαρακτήρισε την Αποκάλυψιν ως εν ακατάλυπτον μίγμα υποσχέσεων και απειλών «ούτε αποστολικών ούτε προφητικών.»109 «Το τρίτον Βιβλίον του Έσδρα, το ρίπτω εις τον Έλβαν».110 Αν και στηριζόμενοι επί της λογικής, αι πλείσται εκ των κρίσεών του επί του κανόνος των Γραφών έγιναν παραδεκταί από μεταγενεστέρους βιβλικούς κριτικούς ως ευφυείς και ορθαί.
«Εκ των λόγων των προφητών», έλεγε «κανείς δεν διετυπώθη κανονικώς εγγράφως κατά την ιδίαν εποχήν. Οι μαθηταί και οι ακροαταί των τους συνέλεξαν κατόπιν… Αι Παροιμίαι του Σολομώντος δεν ήσαν έργον του Σο-λομώντος».
Αλλά οι ρωμαιοκαθολικοί αντίπαλοί του αντέλεγον, ότι ο έλεγχος του της αυθεντικότητος και της εμπνεύσεως ήτο υποκειμενικός και αυθαίρετος και προέλεγον, ότι κατά το παράδειγμά του και άλλοι κριτικοί θα απέρριπτον, κατά τας ιδικάς των απόψεις και διαθέσεις, άλλα βιβλικά κείμενα, έως ότου δεν θα απέμενε τίποτε από την Βίβλον ως βάσις της Θρησκευτικής πίστεως.
Με τας αναφερθεισας εξαιρέσεις, ο Λούθηρος υπερήσπισε την Βίβλον ως απολύτως και κατά γράμμα αληθή. Παρεδέχετο, ότι εάν η ιστορία του Ιωνά και του κήτους δεν περιείχετο εις την Βίβλον, θα την περιεγέλα ως μύθον. Το αυτό θα συνέβαινε με τας διηγήσεις περί Εδέμ και του όφεως, περί του Ιησού του Ναυή και του ηλίου. Αλλά, υπεστήριζεν, εφ’ όσον παραδεχόμεθα την Θείαν προέλευσιν της Βίβλου, πρέπει να δεχθώμεν και τας ιστορίας αυτάς μαζί με τας άλλας ως υπό πάσαν έννοιαν πραγματικός. Απέρριπτεν ως μίαν μορφήν αθεϊσμού τας αποπείρας του Εράσμου και άλλων να εναρμονίσουν τας Γραφάς και την λογικήν δι’ αλληγορικών ερμηνειών.111   Αποκτήσας ο ίδιος πνευματικήν ηρεμίαν όχι δια της φιλοσοφίας αλλά δια της πίστεως εις τον Χριστόν, όπως παρουσιάζεται εις τα Ευαγγέλια, προσεκολλήθη εις την Βίβλον ως το τελευταίον καταφύγιον της ψυχής. Εναντίον των ουμανιστών και του θαυμασμού των προς τους ειδωλολάτρας κλασσικούς, προσέφερε την Βίβλον όχι ως απλούν προϊόν της ανθρωπίνης διανοίας, αλλά ως θείον δώρον και παρηγορίαν.   «Μας διδάσκει να βλέπωμεν, να αισθανώμεθα, να αντιλαμβανώμεθα και να κατανοώμεν την πίστιν, την ελπίδα και την φιλανθρωπίαν κατά πολύ διάφορον τρόπον από ό,τι δύναται να κάμη η απλή λογική του ανθρώπου. Και όταν το κακόν μας καταπιέζη, μας διδάσκει πώς αι αρεταί αυταί ρίπτουν φώς εις το σκότος και πώς, μετά την ταλαίπωρον και αθλίαν αύτην παρξίν μας επί της γης, υπάρχει μια άλλη και αιωνία ζωή».112
Ερωτηθείς επί ποίας βάσεως εστήριζε την θείαν έμπνευσιν της Βίβλου, απήντησεν, απλώς επί της ιδίας αυτής διδασκαλίας: κανείς άλλος παρά μόνον εμπνευσμένοι από τον Θεόν άνθρωποι θα ηδύναντο να διαμορφώσουν μιαν τόσον βαθείαν και παρήγορον πίστιν.

VIII. Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ
Αν και η θεολογία του εβασίζετο επί της εμπιστοσύνης εις το γράμμα των Γραφών, η ερμηνεία του ασυναισθήτως διετήρει παραδόσεις του τέλους του Μεσαίωνος. Ο εθνικισμός του τον έκαμε νεωτεριστήν, η θεολογία του ανήκεν εις τον Αιώνα της Πίστεως. Η ανταρσία του εστρέφετο πολύ περισσότερον κατά της ρωμαιοκαθολικής οργανώσεως και τυπικού παρά εναντίον του ρωμαιοκαθολικού δόγματος. Η πίστις του εις πολλά δόγματα διετηρήθη μέχρι τέλους. Ακόμη και εις την ανταρσίαν του ηκολούθησε μάλλον τον Ουίκλιφ και τον Χούς παρά κάποιο νέον σχέδιον: όπως και αι ιδικαί των εξεγέρσεις τοιουτοτρόπως και η του Λουθήρου συνίστατο εις την απόρριψιν του παπισμού, των συνόδων, της ιεραρχίας και παντός άλλου καθοδηγητού της πίστεως έκτος της Βίβλου. Όπως εκείνοι, απεκάλει τον πάπαν αντίχριστον και όπως εκείνοι, εύρε προστασίαν εις το κράτος. Η γραμμή από τον Ουίκλιφ προς τον Χούς και τον Λούθηρον είναι το κύριο νήμα της θρησκευτικής αναπτύξεως από του δεκάτου τετάρτου μέχρι του δεκάτου έκτου αιώνος.
Θεολογικώς η γραμμή εστηρίζετο επί των εννοιών του Αυγουστίνου περί προορισμού και θείας χάριτος, αι οποίαι πάλιν είχον τας ρίζας των εις τας επιστολάς του Παύλου, ο οποίος ουδέποτε είχε γνωρίσει προσωπικώς τον Χριστόν. Σχεδόν όλα τα ειδωλολατρικά στοιχεία εις τον χριστιανισμόν κατέπεσαν όταν ο προτεσταντισμός έλαβε μορφήν• η ιουδαϊκή συμβολή εθριάμβευσεν έναντι της ελληνικής• οι προφήται εκέρδισαν έναντι του Αριστοτέλους των κλασσικών και του Πλάτωνος των ουμανιστών. Ο Παύλος –ακολουθών μάλλον την γραμμήν των προφητών παρά των αποστόλων– εδέχθη τον Ιησούν ως ένα αντίποδα του Αδάμ• η Παλαιά Διαθήκη επεσκίασε την Καινήν. Ο Ιεχωβά εσκότισε την μορφήν του Ιησού.
Η αντίληψις του Λουθήρου περί Θεού ήτο ιουδαϊκή. Ηδύνατο να ομιλή με ευγλωττίαν περί του θείου ελέους και της θείας χάριτος, αλλά πολύ βασικωτέρα εντός αυτού ήτο η εικών του Θεού ως εκδικητού και κατά συνέπειαν του Χριστού ως του τελικού κριτού. Επίστευε, χωρίς να υφίσταται γραπτή μαρτυρία του, ότι ο Θεός είχε πνίξει το σύνολον σχεδόν της ανθρωπότητος εις τον κατακλυσμόν, είχε θέσει πυρ εις τα Σόδομα και είχε καταστρέψει χώρας, λαούς και αυτοκρατορίας με μιαν πνοήν της οργής του και με μιαν κίνησιν της χειρός του. Ο Λούθηρος υπελόγιζεν, ότι «ολίγοι σώζονται, ασυγκρίτως περισσότεροι κολάζονται».113
Η παρήγορος αντίληψις περί της Θεοτόκου ως μεσολαβητού, εξέπεσεν από την ιστορίαν και άφησε την τελικήν Κρίσιν εις όλην την γυμνήν τρομοκρατίαν της δια τους φύσει αμαρτωλούς ανθρώπους. Εν τω μεταξύ, ο Θεός είχε θέσει άγρια θηρία, ζωύφια και διεστραμμένας γυναίκας δια να τιμωρούν τους ανθρώπους δια τας αμαρτίας των. Μερικάς φοράς, ο Λούθηρος υπενθύμιζεν εις τον εαυτόν του, ότι δεν γνωρίζομεν τίποτε περί του Θεού παρά μόνον ότι υφίσταται ένα υπερκόσμιον πνεύμα.
Όταν ένας νεαρός ενοχλητικός θεολόγος τον ηρώτησεν εάν ο Θεός υπήρχε πριν δημιουργηθή ο κόσμος, απήντησε με τον απότομον τρόπον του : «Κατασκεύαζε την κόλασιν δια μερικά αλαζονικά, άστατα και περίεργα πνεύματα, όπως σύ».114
Εδέχθη τον παράδεισον και την κόλασιν ως υφιστάμενα και επίστευεν εις το επικείμενον τέλος του κόσμου.115 Περιέγραφεν ένα παράδεισον με πολλάς απολαύσεις, συμπεριλαμβανομένων και ευνοουμένων σκύλων «με χρυσούν τρίχωμα λάμπον όπως οι πολύτιμοι λίθοι», μια καλόκαρδος παραχώρησις προς τα τέκνα του, τα οποία είχον εκφράσει την θλίψιν των δια την καταδίκην των αγαπητών σκύλων των.116 Ωμίλει με την ιδίαν εμπιστοσύνην όπως ο Ακινάτος, περί των αγγέλων ως ασωμάτων και αγαθοποιών πνευμάτων. Κάποτε παρουσίαζε τον άνθρωπον ως ένα διαρκές μήλον της έριδος μεταξύ αγαθών και πονηρών αγγέλων, εις τας διαφερούσας διαθέσεις και προσπαθείας των οποίων έπρεπε να αποδίδωνται όλαι αι περιπτώσεις της μοίρας του, μια ζωροαστρική εισβολή εις την θεολογίαν του. Παρεδέχετο πλήρως την μεσαιωνικήν αντίληψιν περί διαβόλων περιτρεχόντων την γην, προκαλούντων πειρασμούς, αμαρτίας και δυστυχίας εις τον άνθρωπον και διευκολύνοντας τον δρόμον του ανθρώπου προς την κόλασιν.
«Πολλοί διάβολοι υπάρχουν εις τα δάση, εις τα ύδατα, εις την ερημίαν και εις σκοτεινά μέρη, έτοιμοι να βλάψουν… τους ανθρώπους• μερικοί ευρίσκονται επίσης εις τα πυκνά, μαύρα σύννεφα».117
Μερικά από τα ανωτέρω πιθανόν να ήσαν εν επιγνώσει παιδαγωγική επινόηση βοηθητικών υπερφυσικών φόβων αλλά ο Λούθηρος ωμίλει τόσον οικείως περί διαβόλων ώστε φαίνεται ότι επίστευεν όλα όσα έλεγε περί αυτών.
«Γνωρίζω τον σατανάν πολύ καλώς», έλεγε και εξέθετε λεπτομερώς τας συνομιλίας του μετ’ αυτού.118
Κάποτε εγοήτευε τον διάβολον παίζων τον πλαγίαυλον.119 Άλλοτε ετρόμαζε τον δυστυχή διάβολον απευθύνων προς αυτόν βαρείας ύβρεις.120 Εσυνήθισε να αποδίδη εις τον διάβολον τους ήχους τους οποίους επροκάλουν οι τοίχοι όταν συνεστέλλοντο από το ψύχος της νυκτός, ώστε όταν εξύπνα από τοιούτους ήχους και ηδύνατο με εμπιστοσύνην να συμπεράνη ότι προήρχοντο από τον σατανάν περιφερόμενον εκεί γύρω, ηδύνατο να συνεχίζη τον ύπνον του με ηρεμίαν,121 Απέδιδεν εις διαβολικήν συνεργίαν διάφορα δυσάρεστα φαινόμενα –χάλαζαν, κεραυνούς, πόλεμον, επιδημίας– και εις την θείαυ ενέργειαν όλα τα ευεργετικά γεγονότα.122 Δεν ηδύνατο να εννοήση αυτό το οποίον ονομάζομεν φυσικόν νόμον. Όλαι αι τευτονικαί λαϊκαί δοξασίαι περί του poltergeist, του θορυβοποιού πνεύματος, επιστεύοντο προφανώς ασυζητητί από τον Λούθηρον. Οι όφεις και οι πίθηκοι ήσαν αι ευνοούμεναι ενσαρκώσεις του διαβόλου.123 Η παλαιά δοξασία ότι οι διάβολοι ηδύναντο να κοιμώνται με γυναίκας και να γεννούν παιδία, του εφαίνετο παραδεκτή. Εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν συνέστησεν ότι το παιδίον το όποιον θα εγεννάτο έπρεπε να πνιγή.124Παρεδέχετο την μαγείαν και την μαγγανείαν ως πραγματικότητας και εθεώρει απλούν χριστιανικόν καθήκον την καύσιν των μαγισσών επι της πύρας.125 Πολλαί από αυτάς τας ιδέας επιστεύοντο από τους συγχρόνους του, ρωμαιοκαθολικούς ή διαμαρτυρόμενους. Η πίστις εις την δύναμιν και την πανταχού παρουσίαν των διαβόλων έφθασε κατά τον δέκατον έκτον αιώνα εις μιαν έντασιν η οποία δεν αναφέρεται εις άλλας εποχάς, αυτή δε η απασχόλησις με τον διάβολον εδαιμόνισε κατά πολύ την προτεσταντικήν θεολογίαν.
Η φιλοσοφία του Λουθήρου εσκοτίσθη εν συνεχεία από την πεποίθησιν, ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως κακός και επιρρεπής προς την αμαρτίαν.  Ως τιμωρία δια την παρακοήν του Αδάμ και της Εύας, η θεία εικών απεσπάσθη από την ανθρωπίνην καρδίαν, αφήσασα μόνον φυσικάς κλίσεις.
«Κανείς δεν είναι εκ φύσεως χριστιανός ή ευσεβής… ο κόσμος και αι μάζαι είναι και θα είναι πάντοτε αντιχριστιανικαί… Οι κακοί θα είναι πάντοτε πολυπληθέστεροι των αγαθών».126
«Είμεθα τα τέκνα της οργής», ησθάνετο ο Λούθηρος, «και όλαι αι πράξεις, αι προθέσεις και αι σκέψεις μας δεν βαρύνουν καθόλου εις την πλάστιγγα εναντίον των αμαρτιών μας».127
Εάν εξηρτάτο από τα καλά μας έργα, όλοι θα είμεθα άξιοι της κολάσεως. Δια των «καλών έργων» ο Λούθηρος ηννόει ειδικώτερον τας μορφάς εκείνας της τυπικής ευλαβείας, τας οποίας συνίστα η Εκκλησία: νηστείαι, προσκυνήματα, προσευχαί προς τους αγιους, λειτουργίαι δια τους νεκρούς, συγχωρήσεις, λιτανείαι, δώρα προς την Εκκλησίαν. Περιελάμβανεν όμως και όλα τα «έργα, οιοσδήποτε και αν ήτο ο χαρακτήρ των».128 Δεν ημφεσβήτει την ανάγκην της φιλανθρωπίας και της αγάπης δια μιαν υγιά κοινωνικήν ζωήν αλλά ησθάνετο ότι ακόμη και μία ζωή ευλογημένη με τοιαύτας αρετάς, δεν θα ηδύνατο να κερδίση την αιωνίαν μακαριότητα. «Το Ευαγγέλιον δεν διδάσκει τίποτε περί της αξίας των έργων.* Εκείνος ο οποίος λέγει ότι το Ευαγγέλιου απαιτεί έργα δια την σωτηρίαν, δηλώ απεριφράστως, ότι είνιαι ψεύτης».129 Καμμία ποσότης καλών έργων δεν θα ηδύνατο να εξαλείψη τας αμαρτίας –η κάθε μια των οποίων είναι ύβρις προς την απέραντον θεότητα– και όταν γίνωνται από τους καλυτέρους των ανθρώπων. Μόνον η λυτρωτική θυσία του Χριστού –το πάθος και ο θάνατος του υιού του Θεού- θα ηδύνατο να εξάλειψη τας αμαρτίας του ανθρώπου. Και μόνον η πίστις εις την θείαν ταύτην εξάλειψαν δύναται να μας σώση από την κόλασιν. Όπως ο Παύλος έλεγε προς τους Ρωμαίους, «εάν ομολογήσης εν τω στόματι σου κύριον Ιησούν και πιστεύσεις εν τη καρδία σου, ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση».130 Είναι αυτή η πίστις η οποία «δικαιώνει», κάμνει ένα άνθρωπον δίκαιον παρά τας αμαρτίας του και άξιον δια την σωτηρίαν. Ο ίδιος ο Χριστός είπεν : «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται».131
«Δια τούτο», εσκέπτετο ο Λούθηρος, «θα έπρεπε να είναι η πρωταρχική φροντίς παντός χριστιανού, να αφήση κατά μέρος την εμπιστοσύνην του εις τα έργα και να ισχυροποιή όσον το δυνατόν περισσότερον την πίστιν του και μόνον».132
Και εξηκολούθησεν εις ένα χωρίον το οποίον ετάραξε μερικούς θεολόγους αλλά παρηγόρησε πολλούς αμαρτωλούς.

Ο Ιησούς Χριστός σκύβει και επιτρέπει εις τον αμαρτωλόν να πηδήση επι της ράχεώς του και τοιουτοτρόπως τον σώζει από τον θάνατον… Οποία παρηγορία δι’ ευλαβείς ψυχάς να ενδύωνται Αυτόν κατ’ αυτόν τον τρόπον και να βαρύνωμεν Αυτόν με τας αμαρτίας μου, με τας αμαρτίας σας, με τας αμαρτίας όλης της οικουμένης και να τον θεωρούμεν ότι φέρει όλας μας τας αμαρτίας!.. Όταν βλέπετε ότι αι αμαρτίαι σας προσκολλώνται εις Αυτόν, τότε θα σωθήτε από την αμαρτίαν, τον θάνατον και την κόλασιν. Ο χριστιανισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συνεχής άσκησις εις το αίσθημα ότι δεν έχετε αμαρτίαν παρ’ όλον ότι αμαρτάνετε, αλλά αι αμαρτίαι σας ρίπτονται εις τον Χριστόν. Είναι αρκετόν να γνωρίζετε τον Αμνόν, ο οποίος φέρει τας αμαρτίας του κόσμου. Η αμαρτία δεν δύναται να μας αποσπάση από Αυτόν έστω και αν θα διεπράττομεν χιλίας πορνείας αμερησίως ή άλλους τόσους φόνους. Δεν είναι ευχάριστος είδησις; εάν κάποιος από ημάς είναι πλήρης αμαρτιών, το Ευαγγέλιον έρχεται και του λέγει: Έχε εμπιστοσύνην και πίστευε και του λοιπού αι αμαρτίαι σου συγχωρούνται και δεν υπάρχει τίποτε άλλο δια να κάμη κανείς.133

Πιθανώς τα ανωτέρω να απέβλεπον εις το να παρηγορήσουν και να αναζωογονήσουν μερικάς ευαισθήτους ψυχάς, αι οποίαι ησθάνοντο τας αμαρτίας των βαθέως. Ο Λούθηρος ηδύνατο να ενθυμηθή πώς και αυτός επίσης είχε κάποτε μεγαλοποιήσει το ασυγχώρητον των αμαρτιών του. Αλλά εις πολλούς εφάνησαν ως ομοιάζοντα πολύ με το αποδιδόμενον εις τον Τέτζελ, «ρίψε το νόμισμά σου εις το κυτίον και όλαι αι αμαρτίαι σου θα πετάξουν μακράν». Τώρα η πίστις επρόκειτο να κάμη όλα τα θαύματα τα οποία προηγουμένως ανεμένοντο από την εξομολόγησιν, την συγχώρησιν, την συνεισφοράν και το συγχωροχάρτιον. Ακόμη καταπληκτικώτερον ήτο το χωρίον εις το οποίον ο καλόκαρδος και ενθουσιώδης Λούθηρος εύρεν ένα καλόν λόγον και δι’ αύτην ταύτην την αμαρτίαν. Όταν ο διάβολος μας πειράζη με ενοχλητικήν επιμονήν, είπε, θα ήτο φρόνιμον να υποχωρήση κανείς εις μιαν η δύο αμαρτίας.

Επιζητείτε την συντροφιάν των φίλων σας, πίνετε, παίζετε, συνομιλείτε ευθύμως και διασκεδάζετε. Πρέπει κανείς κάποτε να κάμνη μιαν αμαρτίαν από μίσος και περιφρόνησιν προς τον διάβολον, ούτως ώστε να μη του δίδη την ευκαιρίαν να καθιστά τους ανθρώπους λεπτολόγους δι’ ασήμαντα ζητήματα• εάν κανείς φοβήται πολύ να αμαρτήση, τότε είναι χαμένος… Ω! εάν θα ηδυνάμην να εύρω ένα πραγματικώς καλόν αμάρτημα το οποίον να συνταράξη τον διάβολον!134

Τα εύθυμα αυτά obiter dicta επροκάλουν την παρεξήγησιν. Μερικοί από τους οπαδούς του Λουθήρου τα ηρμήνευσαν ως ανεχόμενα την πορνείαν, την μοιχείαν, τον φόνον. Ένας λουθηρανός καθηγητής ηναγκάσθη να επιστήση την προσοχήν των λουθηρανών ιεροκηρύκων να λέγουν όσον το δυνατόν ολιγώτερα δια την δικαίωσιν δια μόνης της πίστεως.135 Εν τούτοις ο Λούθηρος δια της πίστεως ηννόει όχι απλώς διανοητικήν συμφωνίαν προς μιαν πρότασιν, αλλά ουσιώδη, προσωπικήν συμμετοχήν εις μιαν πρακτικήν πίστιν. Και είχε την πεποίθησιν ότι πλήρης πίστις εις την θείαν χάριν η οποία εδόθη ένεκα του λυτρωτικού θανάτου του Χριστού ηδύνατο να κάμη ένα άνθρωπον τόσον καλόν κατά βάσιν, ώστε καμμία μικρά τρέλλα της σαρκός να μη προκαλή διαρκή ζημίαν. Η πίστις θα επανέφερε τον αμαρτωλόν πολύ συντόμως εις την πνευματικήν υγείαν. Eνέκρινεν εγκαρδίως τα καλά έργα.136 Εκείνο το οποίον ηρνείτο ήτο η αποτελεσματικότης των προς σωτηρίαν.
«Τα καλά έργα» έλεγε, «δεν κάμνουν ένα καλόν άνθρωπον, αλλά ένας καλός άνθρωπος κάμνει καλά έργα».137
Και τι κάμνει ένα άνθρωπον καλόν ; Η πίστις εις τον Θεόν και τον Χριστόν.
Κατά ποιον τρόπον φθάνει κανεις εις μιαν τοιαύτην σωτηρίαν πίστιν; Όχι με την ιδικήν του αξίαν αλλά την αποκτά ως ένα θείον δώρον παρεχόμενον, αδιακρίτως αξίας, προς εκείνους, τους οποίους ο Θεός εξέλεξε δια να σώση. Όπως καθώρισεν ο άγιος Παύλος, ενθυμούμενος την περίπτωσιν του Φαραώ, ο Θεός «άρα ουν ον θέλει ελεεί, ον δε θέλει σκληρύνει».138 Δια του θείου προορισμού οι εκλεκτοί επιλέγονται δια την αιωνίαν ευτυχίαν, οι υπόλοιποι αφήνονται χωρίς την θείαν χάριν και καταδικάζονται εις την αιωνίαν κόλασιν.139

Αυτή είναι η ουσία της πίστεως, να πιστεύη κανείς ότι ο Θεός, ο οποίος σώζει τόσους ολίγους και καταδικάζει τόσους πολλούς, είναι οικτίρμων• ότι είναι δίκαιος Αυτός ο οποίος μας έκαμε κατ’ ανάγκην καταδικασμένους εις την κόλασιν, ούτως ώστε… φαίνεται ότι απολαμβάνει με τα βασανιστήρια των ταλαιπώρων, και είναι άξιος μάλλον μίσους παρά αγάπης. Εάν με οιανδήποτε προσπάθειαν της λογικής θα ηδυνάμην , να εννοήσω πως ο Θεός, ο οποίος δεικνύει τόσην οργήν και αδικίαν, δύναται να είναι οικτίρμων και δίκαιος, δεν θα υπήρχεν ανάγκη της πίστεως.140

Τοιουτοτρόπως ο Λούθηρος, εις την μεσαιωνικήν του αντίδρασιν εναντίον της ειδωλολατριζούσης Εκκλησίας της Αναγεννήσεως, ανέτρεξεν όχι μόνον εις τον Αυγουστίνον αλλά και εις τον Τερτυλλιανόν : Credo quia incredibile• του εφαίνετο αρετή να πιστεύη εις τον προορισμού διότι ήτο πράγμα απίστευτον εις την λογικήν. Εν τούτοις επίστευεν, ότι δια της σκληράς λογικής είχε φθάσει εις το απίστευτον τούτο. Ο θεολόγος ο οποίος είχε γράψει τόσον ευγλώττως περί της «ελευθερίας του χριστιανού ανθρώπου», τώρα (1525) εις μιαν πραγματείαν «De servo arbitrio», υπεστήριζεν ότι αν ο Θεός είναι παντοδύναμος πρέπει να είναι η αιτία όλων των πράξεων, συμπεριλαμβανομένων και των πράξεων του ανθρώπου• ότι αν ο Θεός είναι παντογνώστης προβλέπει τα πάντα και το κάθε τι πρέπει να συμβή όπως το προείδεν ότι συνεπώς όλα τα γεγονότα, δια μέσου του χρόνου, έχουν προκαθορισθή εις την σκέψιν του και είναι μοιραίον να συμβούν. Ο Λούθηρος συνεπέρανεν, όπως ο Σπινόζα, ότι ο άνθρωπος «είναι τόσον εστερημένος ελευθερίας όσον ένα τεμάχιον ξύλου, μια πέτρα, ένας βώλος λάσπη η μια στήλη άλατος».141 Περισσότερον παραδόξως, η ιδία θεία πρόβλεψις στερεί τους αγγέλους, και αυτόν ακόμη τον Θεόν, της ελευθερίας. Και ο ίδιος πρέπει να ενεργήση όπως έχει προβλέψει• η πρόβλεψίς του είναι η μοίρα του. Ένας ημιπαράφρων ηρμήνευσε την θεωρίαν αυτην ad libitum• ένας νεαρός απεκεφάλισε τον αδελφόν του και απέδωσε την πράξιν εις τον Θεόν, του οποίου ήτο ο ανίσχυρος πράκτωρ και ένας άλλος λογικός εφόνευσε την συζυγόν του καταπατήσας αυτήν δια των ποδών του, ανακράζων: «Τώρα εξετελέσθη η θέλησις του Πατρός».142
Τα πλείστα εκ των συμπερασμάτων τούτων ευρίσκοντο ενοχλητικώς συναφή με την μεσαιωνικήν θεολογίαν και εξήχθησαν υπό του Λουθήρου από τον Παύλον και τον Αυγουστίνον με ακλόνητον σταθερότητα. Εφαίνετο διατεθειμένος να παραδεχθή την μεσαιωνικήν θεολογίαν εάν θα ηδύνατο να απαρνηθή την Εκκλησίαν της Αναγεννήσεως• ηδύνατο να ανεχθή τον προορισμόν πολλών κολαζομένων πολύ ευκολώτερον παρά την εξουσίαν των σκανδαλωδώς φορολογούντων παπών. Απέρριπτε τον εκκλησιαστικόν ορισμόν της Εκκλησίας ως αποτελουμένης από την ιεραρχίαν. Την ώριζεν ως την κοινότητα των πιστευόντων εις τον Θεόν και το λυτρωτικόν πάθος του Χριστού. Αλλ’ απήχει παπικά δόγματα όταν έγραφεν:     «Όλοι όσοι επιζητούν και μοχθούν να έλθουν προς τον Θεόν δι’ οιωνδήποτε άλλων μέσων έκτος μόνον δια του Χριστού (όπως οι Εβραίοι, οι Τούρκοι, οι παπισταί, οι ψευδοάγιοι, οι αιρετικοί κ.λ.π.) βαδίζουν εις φοβερόν σκότος και πλάνην και τελικώς θα αποθάνουν και θα χαθούν εις τας αμαρτίας των».143
Εδώ, αναγεννηθείσα εις την Βιττενβέργην, συναντάται η γνώμη του Βονιφατίου Η’ και της συνόδου της Ρώμης (1302) ότι extra ecclesiam nulla salus, «δεν υπάρχει σωτηρία εκτός της Εκκλησίας».
Το πλέον επαναστατικόν στοιχείον εις την θεολογίαν του Λουθήρον ήτο η υπ’ αυτού εκθρόνισις του ιερέως. Εδέχετο τους ιερείς όχι ως απαραιτήτους χορηγούς των μυστηρίων ούτε ως προνομιούχους μεσολαβητάς προς τον Θεόν αλλά μόνον ως υπηρέτας, εκλεγομένους υφ’ εκάστης ενορίας δια να εξυπηρετούν τας πνευματικάς της ανάγκας. Δια του γάμου των και της δημιουργίας οικογενείας, οι ιερείς αυτοί θα απέβαλλον τον φωτοστέφανον της αγιότητος, ο οποίος είχε καταστήσει το ιερατείον τρομακτικώς ισχυρόν. Θα ήσαν «πρώτοι μεταξύ ίσων», αλλά εν ανάγκη, οιοσδήποτε θα ηδύνατο να εκτελέση τα καθήκοντά των, ακόμη και την συγχώρησιν ενός μετανοούντος και απαλλαγήν του από την αμαρτίαν. Οι μοναχοί θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την εγωιστικήν και οκνηράν απομόνωσίν των, να νυμφεύωνται και να εργάζωνται μετά των άλλων. Ο ανήρ εις το άροτρον, η γυνή εις το μαγειρείον, υπηρετούν καλύτερον τον Θεόν από τον μοναχόν ο οποίος επαναλαμβάνει μέχρις αποχαυνώσεως ακαταλήπτους προσευχάς. Όλαι αι προσευχαί έπρεπε να είναι η άμεσος επικοινωνία της ψυχής με τον Θεόν και όχι επίκλησις προς κατά το ήμισυ θρυλικούς αγίους. Η τιμή των αγίων, κατά την κρίσιν του Λουθήρου, δεν ήτο μια φιλική και παρήγορος σχέσις του μονήρους ζωντανού με τον ηγιασμένον νεκρόν• ήτο μια υποτροπή εις την πρωτόγονον πολυθεϊστικήν ειδωλολατρείαν.144
Όσον αφορά τα μυστήρια υπό την έποψιν των ιερατικών τελετουργιών προς παροχήν της θείας χάριτος, ο Λούθηρος περιώρισεν αυστηρώς τον ρόλον των. Δεν περιλαμβάνουν θαυμαστάς δυνάμεις και η αποτελεσματικότης των εξαρτάται, όχι από την μορφήν και τους τύπους των αλλά από την πίστιν του δεχομένου αυτά. Το χρίσμα, ο γάμος, η χειροτονία και η μετάληψις των αχράντων μυστηρίων υπό των αποθνησκόντων είναι τελεταί εις τας οποίας δεν αποδίδεται υπό της Αγίας Γραφής ειδική υπόσχεσις παροχής της θείας χάριτος. Η νέα θρησκεία θα ηδύνατο να κάμη και χωρίς αυτά. Το βάπτισμα έχει την εγγύησιν του παραδείγματος του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού. Η εξομολόγησις θα ηδύνατο να διατηρηθή ως μυστήριον, παρά τας αμφιβολίας ως προς την βάσιν της εις την Αγίαν Γραφήν. * Τα άχραντα μυστήρια προς τους θνήσκοντας είναι ο Μυστικός Δείπνος του Κυρίου η Ευχαριστία. Η έννοια ότι ένας ιερεύς με την μαγικήν δύναμιν των λέξεών του, δύναται να μεταβάλη τον άρτον εις Χριστόν, εφαίνετο εις τον Λούθηρον παράλογος και βλάσφημος. Εν τούτοις, υπεστήριζεν ότι ο Χριστός, με την θέλησίν Του, κατέρχεται από τους ουρανούς και συμπαρίσταται με τον άρτον και τον οίνον του μυστηρίου. Η Ευχαριστία δεν είναι ιερατική μαγεία αλλά ένα θείον και διαρκές θαύμα.145
Η θεωρία του Λουθήρου περί των μυστηρίων, η υπ’ αυτού αντικατάστασις της θείας λειτουργίας δια του Μυστικού Δείπνου και η θεωρία του περί της σωτηρίας δια της πίστεως μάλλον παρά δια των καλών έργων, υπενόμευσε το κύρος του κλήρου εις την Βόρειον Γερμανίαν. Προχωρών περαιτέρω, ο Λούθηρος απέρριψε τα επισκοπικά δικαστήρια και το κανονικόν δίκαιον. Εις την Λουθηρανήν Ευρώπην τα πολιτικά δικαστήρια έγιναν τα μόνα δικαστήρια και η κοσμική εξουσία, η μόνη νόμιμος εξουσία. Οι κοσμικοί ηγεμόνες διώριζον το εκκλησιαστικόν προσωπικόν, ιδιοποιήθησαν την εκκλησιαστικήν περιουσίαν, ανέλαβον τα εκκλησιαστικά σχολεία και την μοναστικήν φιλανθρωπίαν. Θεωρητικώς η Εκκλησία και το κράτος παρέμειναν ανεξάρτητα• εις την πραγματικότητα η Εκκλησία έγινεν υποτελής εις το κράτος. Το λουθηρανικόν κίνημα το οποίον απέβλεπεν εις το να υποτάξη όλην την ζωήν εις την θεολογίαν, ασυναισθήτως, παρά την θέλησίν του, προήγαγεν εκείνην την εισδυτικήν κοσμικοποίησιν, η οποία είναι βασικόν θέμα της νεωτέρας ζωής.

Όταν μερικοί επίσκοποι επεζήτησαν να επιβάλουν σιγήν εις τον Λούθηρον και τους οπαδούς του, αυτός εξέβαλε μιαν οργίλην κραυγήν, η οποία υπήρξε σχεδόν ένα σάλπισμα επαναστάσεως. Εις ένα λίβελλον «εναντίον της κακώς καλούμενης πνευματικής τάξεως του πάπα και των ιπισκόπων» (Ιούλιος 1522), εχαρακτήρισε τους ιεράρχας ως τους «μεγαλύτερους λύκους» εξ όλων, και εκάλεσεν όλους τους καλούς Γερμανούς να τους εκδιώξουν δια της βίας.

Θα ήτο καλύτερον να είχον φονευθή όλοι οι επίσκοποι, να είχον εκριζωθή όλα τα ιδρύματα και τα μοναστήρια, παρά να καταστροφή μια ψυχή, πολύ περισσότερον να χαθούν όλαι αι ψυχαί χάριν της ευτελούς αναξιότητος και της ειδωλολατρείας των. Τι χρειάζονται αυτοί οι οποίοι ζουν εις τας απολαύσεις, τρεφόμενοι από τον ιδρώτα και τον μόχθον των άλλων;… Εάν εδέχοντο τον λόγον του Θεού και επεζήτουν τον πνευματικόν βίον, ο Θεός θα ήτο μαζί των… Αλλά εάν δεν θέλουν να ακούσουν τον λόγον του Θεού αλλά μαίνονται και παλαίουν με αφορισμούς και απαγορεύσεις, με θανατώσεις και με κάθε κακόν, τι άλλο αξίζουν παρά μιαν ισχυράν εξέγερσιν, η οποία θα τους εξάλειψη από του προσώπου της γης; Και ημείς θα γελάσωμεν εάν τούτο συμβή. Όλοι όσοι συνεισφέρουν το σώμα, τα αγαθά και την τιμήν των δια να καταστραφή η κυριαρχία των επισκόπων, είναι τα αγαπητά τέκνα του Θεού και οι αληθείς χριστιανοί.146

Κατά την εποχήν αυτήν επέκρινεν εξ ίσου αυστηρώς το κράτος όπως και την Εκκλησίαν. Ερεθισθείς από την απαγόρευσιν της πωλήσεως ή της κατοχής της Καινής Διαθήκης του εις περιοχάς τελούσας υπό ρωμαιοκαθολικούς ηγεμόνας, έγραψε, το φθινόπωρον του 1522, μιαν πραγματείαν «Περί της κοσμικής εξουσίας: μέχρι ποίου σημείου πρέπει αυτή να υπακούεται». Ήρχισεν αρκετά φιλικώς επικροτών την θεωρίαν του αποστόλου Παύλου περί πολιτικής υπακοής και περί της θείας προελεύσεως του κράτους. Τούτο προφανώς αντέφασκε προς την διδασκαλίαν του περί της τελείας ελευθερίας του χριστιανού ανθρώπου. Ο Λούθηρος εξήγει ότι αν και οι αληθείς χριστιανοί δεν έχουν ανάγκην νόμου και δεν θα χρησιμοποιήσουν τον νόμον ή την βίαν μεταξύ των, πρέπει, να υπακούουν εις τον νόμον, δίδοντες τα καλόν παράδειγμα εις τους πολλούς, οι οποίοι δεν είναι πραγματικοί χριστιανοί, διότι χωρίς τον νόμον η αμαρτωλή φύσις του ανθρώπου θα διέσπα την κοινωνίαν. Εν τούτοις η εξουσία του κράτους έπρεπε να τελειώνη εκεί όπου αρχίζει η βασιλεία του πνεύματος. Ποίοι είναι εκείνοι οι ηγεμόνες, οι οποίοι επιβάλλουν δικτατορικώς το τι πρέπει να αναγιγνώσκη και τι να πιστεύη ο λαός ;

Πρέπει να γνωρίζετε ότι από καταβολής κόσμου, ένας σοφός ηγεμών ήτο πράγματι πολύ σπάνιον είδος• ακόμη περισσότερον ένας ευσεβής ηγεμών. Είναι συνήθως οι μεγαλύτεροι ανόητοι η οι χειρότεροι κακοήθεις επί της γης. Είναι οι δεσμοφύλακες και οι δήμιοι του Θεού και η θεία οργή τους χρειάζεται δια να τιμωρή τους κακούς και να εξασφαλίζη την εξωτερικήν ειρήνην… Θα ήθελα εν τούτοις, με πάσαν ειλικρίνειαν να συστήσω εις τους τυφλωμένους αυτούς ανθρώπους να προσέξουν μιαν μικράν φράσιν του ρστ’ ψαλμού : «Εξεχύθη εξουδένωσις επ’ άρχοντας». Σας ορκίζομαι εις τον Θεόν ότι εάν εκ σφάλματός σας η μικρά αυτή φράσις γίνη πραγματικότης εναντίον σας, είσθε χαμένοι έστω και αν ο καθείς από σας είναι τόσον ισχυρός όσον ο Τούρκος και οι θυμοί και αι μανίαι σας δεν θα σας ωφελήσουν εις τίποτε. Ένα μέγα μέρος έχει ήδη επαληθεύσει. Διότι… ο κοινός άνθρωπος μανθάνει να σκέπτεται, και… η περιφρόνησις των ηγεμόνων συγκεντρώνει οπαδούς μεταξύ του πλήθους και των κοινών ανθρώπων… Οι άνθρωποι δεν πρέπει, οι άνθρωποι δεν δύνανται, οι άνθρωποι δεν θέλουν να υποφέρουν πλέον την τυραννίαν και την αλαζονείαν σας. Αγαπητοί ηγεμόνες και άρχοντες, συνετισθήτε και κατευθύνετε καταλλήλως τους εαυτούς σας. Ο Θεός δεν θα σας ανεχθή πλέον. Ο κόσμος δεν είναι πλέον όπως ήτο όταν εκυνηγούσατε τους ανθρώπους ως εάν ήσαν άγρια ζώα.147

Ένας Βαυαρός καγκελλάριος τον κατηγόρησεν ότι αυτό ήτο μια προδοτική πρόσκλησις προς επανάστασιν. Ο δούξ Γεώργιος το κατεδίκασεν ως σκανδαλώδες και επίεσε τον εκλέκτορα Φρειδερίκον να εμποδίση την δημοσίευσιν. Ο Φρειδερίκος το άφησε να περάση με την συνήθη αταραξίαν του. Τι θα έλεγον οι ηγεμόνες εάν ειχον αναγνώσει την επιστολήν του Λουθήρου προς τον Βέντζελ Λίνκ (19 Μαρτίου 1522);
«Θριαμβεύομεν εναντίον της παπικής τυραννίας, η οποία άλλοτε συνέτριβε βασιλείς και ηγεμόνας• πόσον ευκολώτερον λοιπόν θα καταβάλωμεν και θα ποδοπατήσωμεν και αυτούς τους ηγεμόνας!»148
Ή εάν εβλεπον τον ορισμόν του δια την Εκκλησίαν ;
«Πιστεύω ότι δεν υπάρχει επί της γης, σοφή όπως ο κόσμος, παρά μόνον μια αγία, κοινή χριστινική Εκκλησία, η οποία δεν είναι άλλη από την κοινότητα των αγίων… πιστεύω ότι εις αυτήν την κοινότητα ή χριστιανοσύνην όλα τα πράγματα είναι κοινά και τα αγαθά του ενός είναι και του άλλου και τίποτε δεν ανήκει ως ιδιοκτησία εις κανένα».149
Αυται ήσαν σποραδικαί εκρήξεις και δεν θα έπρεπε να εκλαμβάνωνται κατά γράμμα. Εις την πραγματικότητα ο Λούθηρος ήτο συντηρητικός, ακόμη και αντιδραστικός, εις την πολιτικήν και την θρησκείαν υπό την έννοιαν ότι επεθύμει να επανέλθη εις τας πρώτας μεσαιωνικάς δοξασίας και τρόπους. Εθεώρει τον εαυτόν του ως αναμορφωτήν όχι ως ανανεωτήν. Θα ήτο ευχαριστημένος να διατηρήση και να συνέχιση την αγροτικήν κοινωνίαν την οποίαν είχε γνωρίσει κατά την παιδικήν του ηλικίαν με μερικάς ανθρωπιστικάς βελτιώσεις. Συνεφώνει με την μεσαιωνικήν Εκκλησίαν εις την καταδίκην του τόκου, προσθέτων απλώς, κατά τον εύθυμον τρόπον του, ότι ο τόκος ήτο εφεύρεσις του σατανά. Ελυπείτο δια την αύξησιν του εξωτερικού εμπορίου και απεκάλει το εμπόριον «οικτράν υπόθεσιν»150 και περιεφρόνει εκείνους οι οποίοι έζων με το να αγοράζουν ευθηνά και να πωλούν ακριβά. Κατήγγελλεν ως «φανερούς ληστάς» τους μονοπωλητάς οι οποίοι: συνέπραττον δια να αυξάνουν τας τιμάς. Αι αρχαί θα έκαμνον καλά να αφαιρέσουν από τους τοιούτους ανθρώπους πάν ό,τι έχουν και να τους εκδιώξουν από την χώραν».151
Εθεώρει ότι ήτο πλέον καιρός «να τεθή χαλινός εις το στόμα των Φούγκερ».152 και κατέληγε θλιβερώς εις μιαν έκρηξιν «Περί εμπορίου και τοκογλυφίας» (1524).

Οι βασιλείς και οι ηγεμόνες έπρεπε να βλέπουν αυτά τα πράγματα και να τα απαγορεύουν με αυστηρούς νόμους, αλλά πληροφορούμαι ότι έχουν συμφέροντα εις αυτά και το ρητόν του Ησαΐου επραγματοποιήθη, «Οι άρχοντες σου απειθούσι, κοινωνοί κλεπτών». Κρεμούν κλέπτας οι οποίοι έκλεψαν ενα γκούλντεν ή ήμισυ γκούλντεν αλλά διαπραγματεύονται με εκείνους οι οποίοι ληστεύουν ολόκληρον τον κόσμον… Οι μεγάλοι κλέπται κρεμούν τους μικρούς και, όπως είπεν ο Ρωμαίος συγκλητικός Κάτων, «απλοί κλέπται κείτονται εις τας φυλακάς και εις τα καταναγκαστικά έργα, οι δημόσιοι κλέπται βαδίζουν ελεύθεροι ενδεδυμένοι χρυσά και μεταξωτά ενδύματα. Αλλά τι θα είπη ο Θεός τελικώς δι’ όλα αυτά; Θα κάμη όπως λέγει δια του Ιεζεκιήλ: ηγεμόνας και εμπόρους τον ένα κλέπτην με τον άλλον, θα τους λυώση μαζί όπως τον μόλυβδον και τον ορείχαλκον, όπως όταν καίεται μια πόλις, ούτως ώστε δεν θα υπάρχουν πλέον ούτε ηγεμόνες ούτε έμποροι. Φοβούμαι ότι η εποχή αυτή ευρίσκεται πλησίον.153
Και πράγματι ευρίσκετο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΚΑΤΟΝ ΕΝΑΤΟΝ.  ΛΟΥΘΗΡΟΣ ΚΑΙ ΕΡΑΣΜΟΣ 1517-36
Αφού συνωψίσαμεν τάς οικονομικάς, πολικάς, θρησκευτικάς, ηθικάς και πνευματικάς συνθήκας,αί οποίαι εξεκόλαψαν την Μεταρρύθμισιν, πρέπει εν τούτοις να συγκαταλέξωμεν μεταξύ των θαυμάτων της ιστορίας το ότι εις την Γερμανίαν ένας άνθρωπος συνεκέντρωσεν ασυναισθήτως όλας αυτάς τάς επιρροάς εις μίαν εξέγερσιν, η οποία μετεμόρφωσε μίαν ήπειρον. Δέν χρειάζεται εδώ να υπερβάλωμεν τόν ρόλον του ήρωος αι δυνάμεις της αλλαγής θα εύρισκον άλλην ενσάρκωσιν εάν ο Λούθηρος εξηκολούθει την υπακοήν του. Εν τούτοις η όψις του τραχέος αυτού μοναχού, ισταμένου με αμφιβολίαν και τρόμον και με ακλόνητον αποφασιστικότητα εναντίον των πλέον ωχυρωμένων θεσμών και των πλέον καθιερωμένων συνηθειών της Ευρώπης, δημιουργεί αναβρασμόν και δεικνύει και πάλιν την απόστασιν την οποίαν διήνυσε ο άνθρωπος από την λάσπην ή από τον πίθηκον.
Πώς ήτο αυτή ή ρωμαλέα φωνή τής εποχής του, αυτή ή κορυφή της  γερμανικής ιστορίας; Το 1526 όπως τον εζωγράφισεν ο Λουκάς Κράναχ εις ηλικίαν 43 ετών1, ήτο είς το πάχος. Πολύ σοβαρός με μόνον μίαν ελαφράν ένδειξιν του ρωμαλέου χιούμορ του κόμη σγουρή και ακόμη μαύρη μύτη τεραστία οφθαλμοί μαύροι και λάμποντες οί εχθροί  του έλεγον ότι δαίμονες έλαμπον εντός αυτών. Μία ειλικρινής και ανεπιφύλακτος έκφρασις τον έκαμνεν ακατάλληλον διά την διπλωματίαν. Μία μετεγενεστέρα προσωπογραφία του [1532], επίσης υπό του Κράναχ, δεικνύει τον Λούθηρον ευθύμως παχύν,με ένα πλατύ,γεμάτο πρόσωπο ό άνθρωπος αυτός εχαίρετο να ζή. Το 1524 εγκατέλειψε την μοναστική περιβολήν και ενεδύετο ως λαικός, κάποτε με τα μακρυά ενδύματα του διδασκάλου και άλλοτε με σύνηθες αμπέχονον και πανταλόνια. Δέν παρέλειπε να τά διορθώνη ό ίδιος. Η σύζυγός του παραπονέθη, ότι ό μέγας ανήρ είχεν αποκόψει ένα τεμάχιον από το πανταλόνιον του υίου του διά να εμβαλώση το ιδικόν του.
Είχε νυμφευθή από αδιαφορίαν. Συνεφώνησε με τον απόστολον Παύλον, ότι είναι προτιμότερον να νυμφεύεται κανείς παρά να φλέγεται και διεκήρυττεν ότι ό σεξουαλισμός ήτο έξ ίσου φυσικός και αναγκαίος όπως το φαγητόν2. Διετήρει την μεσαιωνικήν αντίληψιν, ότι ή συνουσία, έστω και εντός του γάμου, ήτο αμαρτία, αλλά  «ό Θεός καλύπτει την αμαρτίαν».3 Κατεδίκαζε τήν παρθενίαν ως παράβασιν του θείου παραγγέλματος αυξάνεσθε και πληθύνεσθε. Εάν «ένας κήρυξ του Ευαγγελίου.. δέν δύναται να ζήση σεμνώς άγαμος, άς λάβη σύζυγον ό Θεός έκαμεν αυτό το έμπλαστρον δι αυτήν την ασθένειαν».4 Εθεώρει την ανθρωπίνην μέθοδον αναπαραγωγής ολίγον παράλογον, τουλάχιστον έκ των υστέρων και έλεγεν, ότι
«εάν ό Θεός με είχε συμβουλευθή είς αυτό το ζήτημα, θα του είχον συστήσει να συνεχίση την γέννησιν των ειδών κατασκευάζων ανθρώπινα όντα έκ λάσπης, όπως είχε γίνει ό Αδάμ».5
Είχε την πατροπαράδοτον και γερμανικήν αντίληψην, ότι ή γυνή ήτο από Θεού προωρισμένη να γεννά τέκνα, να μαγειρεύει, να προσεύχεται καί  να μη κάνει  τίποτε άλλο. «Αποσπάσατε τάς γυναίκας από το νοικοκυρίο των, και δεν είναι άξιαι δία τίποτε».6  
«Εάν αί γυναίκες καταπονηθούν και αποθάνουν από τους τοκετούς, δεν υπάρχει ζημία είς αυτό. Ας αποθνήσκουν, αρκεί να γεννούν δι αυτό έχουν πλασθή».7
Η σύζυγος έπρεπε να προσφέρη είς τον σύζηγόν της αγάπην, τιμήν και υπακοήν αυτός πρέπει να την κυβερνά,αν και με καλωσύνην αυτή πρέπει να περιορίζεται είς την σφαίραν της, τον οίκον. Εκεί όμως δύναται να πράξη μέ τά παιδία πολύ περισσότερα με ένα δάκτυλον, παρά ό ανήρ με δύο γρόνθους.8 Μεταξύ συζύγων «δεν πρέπει να υφίσταται ζήτημα ιδικού μου και ιδικού σου». Όλα τά υπάρχοντά των πρέπει να είναι κοινά.9
Ό Λούθηρος είχε την συνήθη αντιπάθειαν του άρρενος  προς μίαν μορφωμένην γυναίκα.
«Επιθυμώ», έλεγε περί της συζύγου του, «αί γυναίκες, πρίν ανοίξουν το στόμα των,να επαναλαμβάνουν την Κυριακήν προσευχήν».10 Κατέκρινεν όμως τους συγγραφείς εκείνους, οί οποίοι έγραφον σατίρας εναντίον των γυναικών.
«Ό,τι ελαττώματα έχουν αί γυναίκες,πρέπει να τα διορθώνωμεν ιδιαιτέρως,με ευγένειαν…διότι ή γυνή είναι εύθραστον σκεύος».11
Παρά την ωμήν ειλικρίνειάν του περί σεξουαλισμού και περί γάμου, δεν ήτο αναίσθητος είς τά ασθητικά ζητήματα.
«Ή κόμη είναι το ωραιότερον στόλισμα, το οποίον έχουν αί γυναίκες. Είς την αρχαιότητα,αί παρθένοι έφερον την κόμην των λυτήν, εκτός μόνον όταν επένθουν. Μού αρέσει αί γυναίκες να αφήνουν την κόμην των να πίπτη επί της ράχεως των είναΙ ένα πολύ ευχάριστον θέαμα».12 Αυτό έπρεπε να τον κάμη επιεικέστερον προς τον πάπαν Άλεξανδρον ΣΤ΄, ό οποίος ερωτεύθη την λυτήν κόμην της Ιουλίας Φαρνέζε.
Προφανώς, ό Λούθηρος δεν ενυμφεύθη από φυσικήν ανάγκην. Είς μίαν έκρηξιν χιούμορ είπεν, ότι ενυμφεύθη δία να ευχαριστήση τον πατέρα του και είς πείσμα του διαβόλου και του πάπα. Παρήλθε πολύς χρόνος μέχρις ότου το αποφασίση, αλλά κατόπιν δεν εμβράδυνε να το εκτελέση. Όταν, κατά σύστασίν του, μερικαί μοναχαί εγκατέλειψαν το μοναστήρίον των, ανέλαβε να τους εύρη συζύγους. Τελικώς, μόνον μία απέμεινεν άνευ συζύγου, ή Αικατερίνη φόν Μπόρα, μία γυναίκα από καλήν οικογένειαν και με καλόν χαρακτήρα, αλλά ή οποία δέν είχε τίποτε το οποίον θα ηδύνατο να γγενήση άμεσον ερωτικόν πάθος. Είχε στρέψει τάς βλέψεις της πρός ένα νεαρόν σπουδαστήν της Βιττενβέργης από αριστοκρατικήν οικογένειαν. Δέν επέτυχε να τον αποκτήση καί ηναγκάσθη να αναλάβη οικιακήν υπηρεσίαν δία να ζήση. Ό Λούθηρος της υπέδειξεν ένα δόκτορα Γκλάτς ως σύζυγον απήντησεν,ότι ό δρ.Γκλάτς ήτο απαράδεκτος αλλά ό χέρ Άμσντορφ ή ό δόκτωρ Λούθηρος θα ήσαν κατάλληλοι. Ό Λούθηρος ήτο 42 ετών καί ή Αικατερίνη 26 εθεώρησε την διαφοράν τής ηλικίας ως εμπόδιον αλλά ό πατήρ του τον επίεσε να συνεχίση το όναμα της οικογενείας. Τήν 27ην Ιουνίου 1525 ό πρώην μοναχός και ή πρώην μοναχή, έγιναν σύζυγοι.
Ό εκλέκτωρ τους έδωσε το μοναστήριον των Αυγουστινιανών ως κατοικίαν και ηύξησε τον μισθόν του Λούθηρου είς 300 γκίλντερ (7.500 δολλάρια) κατ έτος. Βραδύτερον, ό μισθός του ηυξήθη είς 400 και κατόπιν είς 500. Ό Λούθηρος ηγόρασεν ένα αγρόκτημα, το οποίον ή Κάτη διηύθυνε καί ηγάπα. Εγέννησεν έξ τέκνα καί εφρόντιζε πιστώς δί αυτά καθώς και δι όλας τάς οικιακάς ανάγκας του Μαρτίνου, δί ένα οικιακόν ζυθοποιείον, μίαν λίμνην με ιχθύς, ένα λαχανόκηπον, όρνιθας και χοίρους. Τήν απεκάλει «άρχοντά μου Κάτη» και υπενόει αρκετά από τάς κατά καιρούς θυέλλας του και την πιστήν του απρονοησίαν. Διότι δεν άδιδεν ουδεμίαν σημασίαν είς τά χρήματα και ήτο απερισκέπτως γενναιόδωρος. Δέν εισέπραττε δικαιώματα δία τά βιβλία του άν καί αυτά έκαμαν πλούσιον τον εκδότην του. Αί επιστολαί τού πρός τήν Αικατερίνη ή περί αυτής, αποκαλύπτουν τήν αύξουσα  αγάπην του προς αυτήν και ένα γενικώς ευτυχή γάμον. Επανελάμβανε κατά τον ιδικόν του τρόπον εκείνο το οποίον του είχον είπει όταν ήτο νεαρός:
«Το μεγαλύτερον δώρο του Θεού προς τον άνθρωπον είναι μία ευσεβής, καλή, Θεοφοβουμένη και αγαπώσα τον οίκον της σύζυγος».13 
Ήτο καλός πατήρ, γνωρίζων ως έξ ενστίκτου την ορθήν αναλογίαν της πειθαρχίας και της αγάπης.
«Να τιμωρής εάν πρέπη αλλά μαζί με την ράβδον να δίδης και το ζαχαρωμένον δαμάσκηνον».14
Συνέθετε τραγούδια διά τά τέκνα του και τά έψαλλε μαζί των παίζων συγχρόνως το λαγούτον. Αί επιστολαίς του προς τά τέκνα του συγκαταλέγονται μεταξύ τών κοσμημάτων της γερμανικής λογοτεχνίας. Τό ισχυρόν πνεύμα του, το οποίον ηδύνατο να αντιμετωπίση ένα αυτοκράτορα είς πόλεμον, συνετρίβη σχεδόν από τον θάνατον της προσφιλούς κόρης του Μαγδαληνής είς ηλικίαν 14 ετών. «Ό Θεός» είπε «δέν είχε δώσει είς επίσκοπον τόσον μεγάλο δώρον είς χίλια έτη όπως είχε είς εμέ αυτήν».15 Προσηύχετο νυχθημερόν δία την θεραπείαν της.
«Την αγαπώ πάρα πολύ, αλλά, αγαπητέ Θεέ, εάν είναι ή αγία σού θέλησις νά τήν πάρης θα την αφήσω ευχαρίστως είς σε».16
Καί είς εκείνην είπεν :
«Αγαπητή μου Λένα, μικρή μου κόρη, θα ήθελες νά μείνης εδώ με τόν πατέρα σου· θέλεις να μεταβής είς εκείνον τόν άλλον Πατέρα;»  
«Ναι, αγαπητέ μου πατέρα», απήντησεν ή Λένα «όπως θέλει ό Θεός».
Όταν εκείνη απέθανεν, έκλαυσε πικρώς καί επί μακρόν. Καθώς τήν κατεβίβαζον είς τόν τάφον, τής ωμίλησεν ώς εάν ήτο ζώσα:
«Du Liebes Lenichen θα αναστηθής και θα λάμψης όπως τα άστρα και ο ήλιος. Πόσον παράδοξον είναι νά γνωρίζω ότι ευρίσκεται έν ειρήνη καί τόσον καλά καί έν τούτοις νά λυπούμαι τόσον πολύ!»17
Μή αρκούμενος είς έξ τέκνα, παρέλαβεν είς τό μοναστήριον-οικίαν του μέ τά πολλά δωμάτια, ένδεκα ορφανούς ανεψιούς καί ανεψιάς, τους ανέθρεψεν, εκάθητο είς την τράπεζα μαζί των και συνεζήτει μαζί των ακαταπονήτως. Μερικοί εξ αυτών εκράτησαν προχείρους σημειώσεις των ομιλιών του είς την τράπεζα˙ ο προκύψας όγκος εξ 6.596 παραγράφων συναγωνίζεται τον «Τζόνσον» του Μπόσγουελ και τας καταγραφείσας συνομιλίας του Ναπολέοντος είς βάρος, είς πνεύμα και είς σοφίαν˙ Κρίνοντες τον Λούθηρον πρέπει να ενθυμούμεθα οτι ουδέποτε εξέδωσεν αυτάς τας Τischreden. Ελάχιστοι άνθρωποι ηκούσθησαν τόσον πολύ απο την ανθρωπότητα. Εδώ μάλλον παρά είς τας συζητήσεις του θεολογικού πεδίου μάχης, παρουσιάζεται ο πραγματικός Λούθηρος.
Διακρίνομεν, πρό πάντων, ότι ήτο άνθρωπος και όχι ένα μελανοδοχείον˙ έζη όπως και έγραφε. Κανένας υγιής άνθρωπος δεν θα κατακρίνη την αγάπη του Λούθηρου δια το καλόν φαγητόν και την μπύραν ή δι΄ όλας τας καρποφόρους απολαύσεις τάς οποίας ηδύνατο να του παράσχη η Αικατερίνη Μπόρα. Θα ηδύνατο να είναι περισσότερον συγκρατημένος είς τους λόγους του περί αυτών των πραγμάτων αλλά η συγκράτησις ήλθε με τους πουριτανούς και ήτο άγνωστος είς τους Ιταλούς της αναγεννήσεως όπως και είς τους Γερμανούς της Μεταρρυθμίσεως. Ακόμη και ο λεπτός Έρασμος μας σκανδαλίζει με την ειλικρινή φυσιολογικήν ομιλίαν του. Ο Λούθηρος έτρωγε πολύ αλλά ηδύνατο να τιμωρή τον εαυτό του με μακράς νηστείας. Έπινε πολύ και κατέκρινε τον πότον ώς εθνικόν ελάττωμα˙ αλλά η μπύρα ήτο το ύδωρ της ζωής διά τους Γερμανούς, όπως ο οίνος διά τους Ιταλούς και τους Γάλλους. Το ύδωρ ηδύνατο να είναι κατά γράμμα δηλητήριον εκείνην την απρόσεκτον εποχήν. Εν τούτοις ουδέποτε ηκούσαμεν ότι υπερέβη την ευθυμίαν διά να μεταπέση είς μέθην.
«Εάν ο Θεός δύναται να με συγχωρήση διότι τον εσταύρωσα τελών λειτουργίας επί είκοσι έτη, θα δύναται επίσης να με αναχθή να πίνω απο καιρού είς καιρόν πρός τιμήν του».
Τα ελαττώματα του ήσαν εμφανή. Υπερήφανος εν τω μέσω των συνεχών ταπεινοφρόνων εκφράσεων του, άτεγκτος εναντίον του δόγματος, ασυγκράτητος είς ζήλον, μη παρέχων έλεος ούτε απο ευγένειαν είς τους αντιπάλους του, πιστεύων είς δεισιδαιμονίας ενώ κατεγέλα τάς δεισιδαιμονίας, καταγγέλων την αδιαλλαξίαν και εφαρμόζων αυτήν˙ εδώ δεν έχομεν ένα υπόδειγμα σταθερότητος ή αρετής αλλά ένα άνθρωπον τόσον αποφάσκοντα όσον και η ζωή και καπνισμένον απο την πυρίτιδα του πολέμου.
«Δεν παρημέλησα ποτέ να δαγκώσω τον αντίπαλον μου», ωμολογεί «αλλά ποία είναι η αξία του άλατος εάν δεν αλμυρίζε;».
Ωμίλει περί των παπικών διαταγμάτων ώς περί κόπρου (Dreck), διά τον πάπαν ώς «σποράν του διαβόλου» ή υπασπιστήν του ή ώς αντίχριστον˙ διά τους επισκόπους ώς «larvae», απίστους υποκριτάς, «αμαθείς πιθήκους»˙ περί της χειροντονίας ώς σημειούσης τον άνθρωπον «με το σημείον του θηρίου της Αποκαλύψεως», διά τους μοναχούς ώς χειροτέρους των δημίων και των δολοφόνων ή τουλάχιστον ώς «ψύλλους είς την γούναν του Παντοδυνάμου». Δυνάμεθα να συμπεράνωμεν πόσον απελάμβανε το ακροατήριον του αυτήν την ιλαρότητα.
«Το μόνον μέρος της ανθρωπίνης ανατομίας το οποίον ο πάπας ηναγκάσθη να αφήση χωρίς να το ελέγχη, είναι το οπίσθιον άκρον».
Δια τον καθολικόν κλήρον έγραφεν:
«Ο Ρήνος μόλις επαρκεί διά να πνίξη ολόκληρον την καταραμένην συμμορίαν των Ρωμαίων καταπιεστών… καρδιναλίων, αρχιεπισκόπων, επισκόπωνν και ηγουμένων»˙ ή αν το ύδωρ δεν το επετύγχανεν, «είθε ο Θεός να στείλη επ΄ αυτών την πύρινην βροχήν και το θείον τα οποία κατεύκαυσαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα».
Μας ενθυμίζει την παρατήρησιν του αυτοκράτορος Ιουλιανού: «δεν υπάρχει αγριότερον θηρίον απο ένα θυμωμένον θεολόγον».
Αλλά ο Λούθηρος, όπως ο Κλάιβ, εθαύμαζε την μετριοπάθειαν του.
«Πολλοί νομίζουν, ότι είμαι πολύ σκληρός εναντίον του παπισμού˙ αντιθέτως διαμαρτύρομαι ότι είμαι, δυστυχώς, πολύ μαλακός˙ θα ήθελον να αποπνέω αστραπάς εναντίον του πάπα και του παπισμού και ο κάθε άνεμος να είναι και ένας κεραυνός…˙ Θα καταρώμαι και θα ελέγχω τους κακοήθεις μέχρις ότου κατέλθω είς τον τάφον και ποτέ δεν θα ακούσουν ευγενικόν λόγον απο εμέ… Διότι είμαι ανίκανος να προσευχηθώ εάν συγχρόνως δεν καταρώμαι. Εάν πρέπει να είπω: «Δοξασμένον το όνομα σου», θα πρέπει να προσθέσω, «καταραμένον, κολασμένον, κατησχυμμένον να είναι το όνομα των παπιστών». Εάν θα πρέπει να είπω: «Ελθέτω η βασιλεία σου» πρέπει κατ΄ ανάγκην να προσθέσω, «καταραμένος, κολασμένος, εξουθενωμένος να είναι ο παπισμός». Πράγματι προσεύχομαι κατ΄ αυτόν τον τρόπον καθ΄ εκάστην και προφορικώς και εντός της καρδίας μου, χωρίς διακοπήν… Ουδέποτε εργάζομαι καλύτερον παρά όταν εμπνέωμαι υπό της οργής. Όταν είμαι εξωργίσμενος, δύναμαι να γράψω, να προσευχηθώ και να κηρήξω καλώς διότι τότε ζωογονείται όλη η ιδιοσυγκρασία μου και η διάνοια μου οξύνεται».
Τοιούτον ρητορικόν πάθος ήτο είς την ιδιοσυγκρασίαν της εποχής. «Μερικοί απο τους ιεροκήρυκας και τους λιβελλογράφους εκ της ρωμαιοκαθολικής πλευράς, ομολογεί ο πολυμαθής καρδινάλιος Γκασκιέ, «ήσαν εφάμιλλοι του Λούθηρου είς αυτό το ζήτημα».Το υβρεολόγιον ανεμένετο απο τους πνευματικούς μονομάχους και απελαμβάνετο απο τα ακροατήρια των. Η ευγένεια παρείχε την υποψίαν της ανανδρίας. Όταν η σύζηγος του Λούθηρου τού παρεπονεθη, «αγαπητέ σύζυγε είσαι πολύ αγενής», της απήντησεν: 
«Ένας κλαδίσκος δύναται να κοπή με το τραπεζομάχαιρον αλλά μία δρύς χρειάζεται πέλεκυν». Μια ηπία απάντησιν ηδύνατο να αποτρέψη την οργήν αλλά δεν ηδύνατο να ανατρέψη τον παπισμόν. Ένας άνθρωπος εκλεπτισμένος είς την ευγενικήν ομιλίαν θα υπεχώρει ενώπιον ενός τοιούτου θανασίμου αγώνος. Εγώ έχω χονδρόν δέρμα, χονδρότερον απο τον Έρασμον, δια να αντέχη είς τους παπικούς αφορισμούς και τους αυτοκρατορικούς αποκλεισμούς».
Και αυτό εχρειάσθη ισχυράν θέλησιν. Αυτή ήτο η βασική αρετή του Λουθήρου˙ απο αυτήν απέρρεεν η αυτοπεποίθησις του, ο δογματισμός, το θάρρος και η αδιαλλαξία του. Είχεν όμως επίσης και μερικάς ημέρους αρετάς. Περί την μέσην ηλικίαν του ήτο υπόδειγμα κοινονικότητος και προσηνείας και βράχος δυνάμεως δι΄ όλου όσοι είχον ανάγκην παρηγορίας ή βοηθείας. Δεν απέκτησεν  ύφος, δεν επεδίωξε κομψότητας, ουδέποτε ελησμόνησεν ότι ήτο υιός χωρικού. Αντετάχθη είς την δημοσίευσιν των απάντων του, παρακαλών τους αναγνώστας του να μελετούν αντ΄ αυτών την Βίβλον. Διεμαρτυρήθη εναντίον του χαρακτηρισμού ώς λουθηρανικών, των εκκλησιών εκείνων αι οποίαι ηκολούθουν την κατεύθυνσιν του. Όταν εκήρυττεν, έστρεφε τον λόγον του είς το λεξιλόγιον και το επίπεδον γενικώς του ακροατηρίου του. Το χιούμορ του ήτο αγροτικόν, τραχύ, εύθυμον, εφάμιλλον του Ραμπελαί.
«Οι εχθροί μου εξετάζουν πάν ότι πράττω», παρεπονείτο˙ «εάν αφήσω αέρα είς την Βιττενβέργην αισθάνονται την οσμήν είς την Ρώμην».
«Αι γυναίκες φορούν πέπλα διά  να μη σκανδαλίζουν τους αγγέλους. Εγώ φορώ πανταλόνια διά να μη σκανδαλίζω τάς γυναίκας».
Πολλοί απο ημάς έχουν είπει παρόμοια χονδρά αστεία αλλά δεν έχομεν τόσον αμειλίκτους ρεπόρτερ. Ο ίδιος άνθρωπος ο οποίος έλεγε τα ανωτέρω, ηγάπα την μουσικήν μέχρι λατρείας,συνέθεσε τρυφερούς ή ηχηρούς ύμνους και τους εμελοποίησε διά πολυφωνικήν απόδοσιν,-παραμερίσας πρός στιγμήν την θεολογικήν του προκατάληψιν- η οποία ήδη εχρησιμοποιείτο είς την ρωμαϊκήν Εκκλησίαν.
«Δεν θα εγκατέλιπα το ταπεινόν μουσικόν μου τάλαντον δι΄ οτιδήποτε ,οσονδήποτε μέγα και άν ήτο… Είμαι της γνώμης ,ότι… μετά την θεολογίαν,δεν υπάρχει τέχνη η οποία να δύναται να συγκριθή με την μουσικήν˙ διότι μόνη αυτή, μετά την θεολογίαν, μας δίδει… ανάπαυσιν και χαράν της καρδίας».
Η θεολογία του τον ωδήγησεν είς μίαν επιεική ηθικήν, διότι επίστευεν ότι τα καλά έργα δεν ηδύναντο να εξασφαλίσουν την σωτηρίαν άνευ πίστεως είς την λύτρωσιν του Χριστού ούτε η αμαρτία θα ηδύνατο να εμποδίση την σωτηρίαν, εάν αυτή η πίστις παρέμενεν. Εθεώρει ότι ένα μικροαμάρτημα απο καιρού είς καιρόν, θα ηδύνατο να μας χαροποιή επί της ευθείας και στενής οδού. Βαρυνθείς να βλέπη τον Μελάχθονα να βασανίζεται και να αδυνατίζη απο ζοφεράς ανησυχίας διά μικροεκτροπάς εκ της αγιότητος, τού είπε με έντονον χιούμορ: 
Pecca fortiter: «αμάρτανε δυνατώτερα˙ ο Θεός δύναται να συγχωρήση μόνον ένα γνήσιον αμαρτωλόν», αλλά περιφρονεί τον αναιμικόν καζουϊστήν. 
Εν τούτοις θα ήτο παράλογον να στρέψη κανείς κατηγορίαν κατά του Λουθήρου διά την τυχαίαν αυτή ειρωνείαν. Ένα πράγμα είναι σαφές: ο Λούθηρος δεν ήτο πουριτανός.
«Ο Θεός ο οποίος μας αγαπά, θέλει να τρώγωμεν να πίνωμεν και να είμεθα εύθυμοι».«Ζητώ και δέχομαι την χαράν οπουδήποτε δύναμαι να την εύρω.Γνωρίζομεν τώρα,δόξα τω Θεώ, ότι δυνάμεθα να είμεθα ευτυχείς με την συνείδησιν μας ήσυχον».
Συνίστα είς τους οπαδούς του να χορεύουν και να συμποσιάζουν την Κυριακήν. Ενέκρινε τάς διασκεδάσεις, έπαιζε καλό σκάκι, απεκάλει την χαρτοπαιξίαν αβλαβή απασχόλησιν διά τα ανώριμα πνεύματα, και είπεν ένα σοφόν λόγον διά τον χορόν:
«Οι χοροί έχουν καθιερωθή διά να εκμανθάνεται ομαδικώς η ευγένεια και διά να δημιουργήται γνωριμία και φιλία μεταξύ νέων και νεανίδων˙ εδώ αί σχέσεις των δύνανται να παρακολουθούνται και να δίδεται ευκαιρία δία εντίμους καταλήξεις. Και εγώ ο ίδιος θα ήθελον να πηγαίνω κάποτε είς τους χορούς αλλά οι νέοι θα εχόρευον με ολιγωτέραν ευθυμίαν εάν θα το έπραττον».
Μερικοί προτεστάνται ιεροκήρυκες ηθέλησαν να απαγορεύσουν τα θεατρικά έργα, αλλά ο Λούθηρος ήτο περισσότερον ανεκτικός:
«οι χριστιανοί δεν πρέπει να αποφεύγουν τελείως τάς θεατρικάς παραστάσεις επειδή υπάρχουν μερικάς φοράς είς αυτάς βωμολοχίαι και μοιχείαι˙ διά τους ιδίους λόγους τότε θα έπρεπε να παύσουν να αναγιγνώσκουν και την Βίβλον».
Γενικώς η αντίληψις του Λουθήρου περί της ζωής ήτο χαρακτηριστικώς υγιής και εύθυμος δι΄ ένα άνθρωπον ο οποίος εσκέπτετο ότι
«όλαι αι φυσικαί κλίσεις είναι είτε εκτός του Θεού είτε εναντίον του ,και ότι εννέα ψυχαί εκ των δέκα ήσαν απο Θεού προκαθωρισμέναι δια την αιωνίαν κόλασιν».
Ο άνθρωπος ήτο ασυγκρίτως καλύτερος από την θεολογίαν του.
Η διάνοιά του ήτο ισχυρά αλλ’ ήτο πολύ συσκοτισμένη από τα μιάσματα της νεότητός του, πολύ χρωματισμένη από τον πόλεμον δια να επεξεργασθή μιαν λελογισμένην φιλοσοφίαν. Όπως οι σύγχρονοί του, επίστευεν εις νάνους, μαγίσσας, δαιμόνας, την θεραπευτικήν αξίαν των ζωντανών βατράχων, και εις τα στοιχεία, τα οποία ανεζήτουν νεάνιδας εις τα λουτρά και εις την κλίνην των και τας καθίστων αιφνιδίως εγγύους. Εγελοιοποίει την αστρολογίαν αλλά πολλάκις ωμίλει με την φρασεολογίαν της. Επήνει τα μαθηματικά ως “στηριζόμενα επί αποδείξεων και ασφαλών δοκιμασιών”. Εθαύμαζε την τολμηράν πρόοδον της αστρονομίας αλλά, όπως όλοι σχεδόν οι σύγχρονοί του,  απέρριπτε το σύστημα του Κοπερνίκου ως αντιτιθέμενον προς τας Γραφάς. Επέμενεν ότι η λογική έπρεπε να παραμένη εντός των ορίων τα οποία εχάραξεν η θρησκευτική πίστις.
Αναμφιβόλως, είχε δίκαιον εις την κρίσιν του ότι το αίσθημα μάλλον παρά η σκέψις, είναι ο μοχλός της ιστορίας. Οι άνθρωποι οι οποίοι διαμορφώνουν θρησκείας κινούν τον κόσμον. Οι φιλόσοφοι, ενδύουν εις νέας φράσεις, εις την μίαν γενεάν μετά την άλλην, την υπέροχον άγνοιαν του μέρους, γνωματεύουσαν περί του όλου. Τοιουτοτρόπως ο Λούθηρος προσηύχετο ενώ ο Έρασμος εσκέπτετο, και ενώ ο Έρασμος εκολάκευεν ηγεμόνας, ο Λούθηρος ωμίλει προς τον Θεόν, άλλοτε επιτακτικώς, ως κάποιος ο οποίος είχε πολεμήσει σκληρώς εις τας μάχας του Κυρίου και είχε το δικάιωμα να ακουσθή και άλλοτε ταπεινώς, ως ένα παιδίον χαμένον εις το απέραντο διάστημα. Πεπεισμένος ότι ο Θεός ήτο παρά το πλευρόν του, αντιμετώπισεν ανυπέρβλητα εμπόδια και εκέρδισε.
«Φέρω επάνω μου την κακίαν όλου του κόσμου, το μίσος του αυτοκράτορος, του πάπα και όλης της ακολουθίας των. Λοιπόν, εμπρός, εις το όνομα του Θεού!»
Είχε το θάρρος να προκαλή τους εχθρούς του δίοτι δεν είχε την διανοητικότητα να αμφιβάλλη περί της αληθείας του. Υπήρξεν εκείνο το οποίον έπρεπε να είναι δια να πράξη εκείνο το οποίον έπρεπε να πράξη.

2. ΟΙ ΑΔΙΑΛΛΑΚΤΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ
Είναι διδακτικόν να παρατήρωμεν πώς ο Λούθηρος εκινήθη από την ανεκτικότητα εις το δόγμα εφ’ όσον η δύναμις κια η βεβαιότης του ηύξανον. Μεταξύ των “πλανών”, τας οποίας ο Λέων Ι’, εις την βούλλαν “Exsurge Domine”, κατήγγειλεν εις τον Λούθηρον ήτο ότι “η καύσις των αιρετικών είναι αντίθετος προς το Άγιον Πνεύμα”.

Εις την “Ανοικτήν Επιστολήν προς τους Χριστιανούς ευγενείς” (1520) ο Λούθηρος εχειροτόνησε τον “καθένα ιερέα”, με το δικαίωμα να ερμηνεύει την Βίβλον κατά την δικήν του ατομικήν κρίσην και τα προσωπικά του φώτα, και προσέθετε,

«θα έπρεπε να νικήσωμεν τους αιρετικούς με βιβλία και όχι με την καύσιν». 
Εις το δοκίμιον “Περί της κοσμικής εξουσίας” (1522) έγραφεν:

«Επί της ψυχής ο Θεός δεν δύναται και δεν θέλει να αφήση κανέναν άλλον να κυβερνά παρά μόνον τον εαυτόν του… Θέλομεν να καταστήσωμεν τούτο τόσον σαφές ώστε να κατανοήση ο καθείς και δια να ιδούν οι Γιούνκερ μας, οι πρίγκιπες και οι επίσκοποι, πόσον ανόητοι είναι όταν επιχειρούν να πιέσουν τον λαόν… να πιστεύση το ένα ή το άλλο πράγμα… δεδομένου ότι η πίστις ή η απιστία είναι υπόθεσις της συνειδήσεως του καθενός… Η κοσμική εξουσία θα έπρεπε να περιορισθή εις την διαχείρισιν των ιδικών της υποθέσεων και να επιτρέπη εις τους ανθρώπους να πιστεύουν το ένα ή το άλλο αναλόγως της ικανότητας και της διαθέσεως αυτών και να μην εξαναγκάζη κανένα δια της βίας. Δίοτι η πίστις είναι ελεύθερον έργον, εις το οποίον κανείς δεν δύναται να εξαναγκασθή… η πίστις και η αίρεσις δεν είναι ποτέ τόσον ισχυραί παρά όταν οι άνθρωποι αντιτίθενται προς αυτάς μόνον δια της βίας, χωρίς τον λόγον του Θεού».

Εις μίαν επιστολήν προς τον εκλέκτορα Φρειδερίκον (21 Απριλίου 1524) ο Λούθηρος εζήτησεν ανοχήν δια τον Μύντζερ και άλλους εχθρούς του.

«Δεν θα πρέπει να τους εμποδίσετε να ομιλούν. Πρέπει να υπάρχουν αιρέσεις και ο Λόγος του Θεού πρέπει να αντιμετωπίση μάχας… Ας αφήσωμεν εις τας χείρας του τον αγώνα και την ελευθέραν σύγκρουσιν των πνευμάτων».

Το 1528, όταν άλλοι υπεστήριζον την θανατική ποινήν δια τους αναβαπτιστάς, συνέστησε να τιμωρηθούν μόνον με εξορίαν, εκτός αν ήσαν ένοχοι στάσεως. Ομοίως το 1530 συνέστησεν η ποινή του θανάτου δια βλασφημίαν, να μετριασθή εις εξορίαν. Είναι αληθές ότι ακόμη και κατά την φιλελευθέραν εκείνην εποχήν, ωμίλει ως εαν επεθύμει οι οπαδοί του ή ο Θεός, να πνίξουν ή οπωσδήποτε να εξοντώσουν όλους τους “παπιστάς” – αλλά τούτο ήτο “ρητορική εκστρατείας” η οποία δεν επιστεύετο σοβαρώς. Τον Ιανουάριον του 1521 έγραφε: “Δεν θα ήθελα να υπερασπίζεται το Ευαγγέλιον με βίαν και με φόνους”,
και τον Ιούνιον του ίδιου έτους, επετίμησε τους σπουδαστάς της Ερφούρτης διότι επετέθησαν εναντίον ιερέων -εν τούτοις δεν είχεν αντίρρησιν να “τρομοκρατηθούν” όλιγον δια να διορθώσουν την θεολογίαν των. Τον Μάιον του 1529, κατεδίκασε διάφορα σχέδια δι’ αναγκαστικόν προσηλυτισμόν ρωμαιοκαθολικών ενοριών εις τον προτεσταντισμόν. Μέχρι του 1531 εδίδασκεν ότ

«ούτε δυνάμεθα ούτε πρέπει να εξαναγκάζωμεν οιονδήποτε εις ζητήματα πίστεως».

Αλλά ήτο δύσκολον δι’ ένα άνθρωπον με τον δυναμικόν και θετικόν χαρακτήρα του Λουθήρου, να υποστηρίξη ανεκτικότητα, όταν η θέσις του κατέστη σχετικώς ασφαλής. Ένας άνθρωπος ο οποίος ήτο βέβαιος ότι κατείχε τον Λόγον του Θεού δεν ηδύνατο να ανεχθεί τας αντιρρήσεις προς αυτόν. Η μετάβασις προς την αδιαλλαξίαν ήτο ευκολωτέρα εις ό,τι αφεώρα τους Εβραίους. Μέχρι του 1537, ο Λούθηρος υπεστήριζεν ότι έπρεπε να συγχωρηθούν διότι διετήρουν την πίστην των, «εφ’ όσον οι ανόητοι ιδικοί μας, οι πάπαι, οι επίσκοποι, σοφισταί και μοναχοί, οι χοντροκέφαλοι αυτοί γάιδαροι, μετεχειρίσθησαν τους Εβραίους κατά τοιούτον τρόπον ώστε ο κάθε χριστιανός θα επροτίμα να ήτο Εβραίος. Πράγματι, εάν εγώ ήμουν Εβραίος και είχον ιδεί τοιούτους ηλιθίους και ανοήτους να εξηγούν τον χριστιανισμόν, θα επροτίμων να γίνω χοίρος μάλλον παρά χριστιανός… Θα συνίστων και θα παρεκάλουν τον καθένα να φέρεται ευγενώς προς τους Εβραίους και να τους διδάσκη την Γραφήν, εις την περίπτωσιν αυτήν θα έπρεπε να αναμένωμεν να προσέλθουν προς ημάς».

Πιθανόν ο Λούθηρος να είχεν αντιληφθή ότι ο προτεσταντισμός ήτο από μερικάς απόψεις μια επάνοδος εις τον Ιουδαϊσμόν, με την απόρριψιν του μοναχισμού και της αγαμίας του κλήρου, με την έμφασιν την οποίαν έδιδεν εις την Παλαιάν Διαθήκην, τους προφήτας και τους ψαλμούς και με την παραδοχήν (εξαιρουμένου του Λουθήρου) μιας αυστηροτέρας σεξουαλικής ηθικής από την του ρωμαιοκαθολικισμού. Απεγοητεύθη όταν οι Εβραίοι δεν προέβησαν εις αντίστοιχον κίνησην προς τον προτεσταντισμόν η δε αντίρρησίς του δια την είσπραξιν τόκου, συνέτεινεν εις το να στραφή εναντίον των Εβραίων δανειστών και κατόπιν κατά των Εβραίων γενικώς. Όταν ο εκλέκτωρ Ιωάννης εξεδίωξε τους Εβραίους εκ της Σαξονίας (1537) ο Λούθηρος απέρριψε μιαν έκκλησιν των Εβραίων προς αυτόν όπως μεσολαβήση. Εις τας “Επιτραπεζίους ομιλίας” του, συνήνωνεν “Εβραίους και παπιστάς” ως απιστα καθάρματα… δύο περικνημίδας κατασκευασμένας από το αυτό τεμάχιον υφάσματος. Κατά τα τελευταία έτη της ζωής του κατελήφθη από μανίαν αντισημιτισμού, κατήγγειλε τους Εβραίους ως “έθνος σκληροτράχηλον, άπιστον αλαζονικόν, διεστραμμένον, απαίσιον” και απήτησεν όπως τα σχολεία και αι συναγωγαί των καταστραφούν δια πυρός.

«Οποιοσδήποτε δύναται, ας πετάξει θειάφι και κατράμι επ’ αυτών, εάν κανείς θα ηδύνατο να τους ρίψη το πυρ της κολάσεως, θα ήτο ακόμη καλύτερον… Και αυτό πρέπει να γίνη δια την τιμήν του Κυρίου ημών και του Χριστιανισμού, δια να ίδη ο Θεός ότι είμεθα πράγματι χριστιανοί. Ας διαλυθούν επίσης και ας καταστραφούν αι οικίαι των… Ας αφαιρεθούν από αυτούς τα βιβλία των προσευχών των και τα Ταλμούδ και όλη η Βίβλος των επίσης – ας απαγορευθή, επί ποινή θανάτου, εις τους ραββίνους των ωα διδάσκουν εις το μέλλον. Ας κλείσουν δι’ αυτούς οι δρόμοι των πόλεων και της υπαίθρου. Ας απαγορευθή εις αυτούς να ασκούν τοκογλυφίαν και ας αφαιρεθούν από αυτούς οι θησαυροί των εις χρυσόν και εις άργυρον και ας ασφαλισθούν κάπου αλλού. Και αν όλα αυτά δεν αρκούν, ας τους εκδιώξωμεν ως λυσσώντας σκύλους από την χώραν».

Ο Λούθηρος δεν θα έπρεπε να φθάση εις το γήρας.

Ήδη το 1522 είχε γίνει παπικώτερος των παπών.

«Δεν παραδέχομαι, έγραφεν, ότι η θεωρία μου δύναται να κριθή από οιονδήποτε, ούτε καν από τους αγγέλους. Εκείνος ο οποίος δεν δέχεται την θεωρίαν μου, δεν δύναται να σωθή».

Κατά το 1529 εχάρασσε μερικάς λεπτάς διακρίσεις:

Κανείς δεν πρέπει να εξαναγκάζεται να ομολογή την πίστην αλλά και δεν πρέπει  να επιτρέπεται εις κανέναν να την βλάπτη. Οι αντίπαλοι μας ας προβάλουν τας αντιρρήσεις των και ας ακούσουν τας απαιτήσεις μας. Εαν κατ’ αυτόν τον τρόπο προσηλυτισθούν, έχει καλώς -εαν όχι, ας καρατήσουν την γλώσσαν των και ας πιστεύουν ό,τι θέλουν… Δια να αποφύγωμεν αναταραχάς, δεν θα έπρεπε, κατά το δυνατόν, να ανεχώμεθα αντιθέτους διδασκαλίας.

Εντός του αυτού κράτους. Ακόμη και άπιστοι θα έπρεπε να εξαναγκάζωνται να τηρούν τάς δέκα εντολάς, να πηγαίνουν είς την εκκλησίαν και να συμμορφούνται εξωτερικώς.

Ο Λούθηρος τώρα συνεφώνει με την ρωμαιοκαθολική Εκκλησίαν ότι «οι χριστιανοί απαιτούν βεβαιότητα, συγκεκριμένα δόγματα και ασφαλή Λόγον του Θεού, τον οποίον να εμπιστεύωνται διά να ζήσουν και να αποθάνουν με αυτόν». Όπως η Εκκλησία κατά τους πρώτους αιώνας του χριστιανισμού, διαιρεθείσα και εξασθενήσασα απο το αυξανόμενον πλήθος βιαίων αιρέσεων, ησθάνθη ότι ήτο επιβεβλημένον να καθορίση την πίστιν της και να απομακρύνη όλους τους ταραξίας, τοιουτοτρόπως τώρα ο Λούθηρος, στενοχωρηθείς απο την ποικιλίαν των φιλερίδων αιρέσεων, αι οποίαι εφύτρωσαν απο τον σπόρον της ατομικής κρίσεως, μετεπήδησε βήμα πρός βήμα απο την ανεκτικότητα είς τον δογματισμόν.

«Όλοι οι άνθρωποι έχουν τώρα την αξίωσιν να κάμουν κριτικήν του Ευαγγελίου», παρεπονείτο˙«σχεδόν ο κάθε ξεμωραμένος γέρος ή φλύαρος σοφιστής θα πρέπει, πράγματι,να γίνη διδάκτωρ της θεολογίας».

Ερεθισθείς από τάς προκλήσεις των ρωμαιοκαθολικών ότι είχεν εξαπολύσει μίαν διαλυτικήν αναρχίαν πίστεων και ηθών, κατέληξε συμφωνών με την Εκκλησίαν, ότι η κοινωνική τάξις απήτει κάποιον περιορισμόν είς τάς συζητήσεις, κάποιαν ανεγνωρισμένην αυθεντίαν, η οποία θα εχρησίμευεν ώς «άγκυρα της πίστεως».Τι θα έπρεπε να είναι αυτή η αυθεντία; Η Εκκλησία απήντα ότι έπρεπε να είναι η Εκκλησία, διότι μόνον ένας ζωντανός οργανισμός θα ηδύνατο να προσαρμόση τον εαυτόν του και τάς Γραφάς είς τάς αναποφεύκτους μεταβολάς. Όχι, έλεγεν ο Λούθηρος˙ μοναδική και τελική αυθεντία έπρεπε να είναι η Βίβλος, δεδομένου ότι όλοι αναγνωρίζουν ότι είναι ο Λόγος του Θεού.

Είς το δέκατον τρίτον κεφάλαιον του Δευτερονομίου,του αλαθήτου αυτού βιβλίου, εύρε μίαν ρητήν εντολήν, θεωρουμένην ότι προήρχετο απο το στόμα του Θεού, να θανατώνονται οι αιρετικοί: «και ού φείσεται ο ο φθαλμός σου απ΄ αυτώ, ούκ επιποθήσεις επ΄ αυτώ, ουδ΄ ού μη σκεπάσης αυτόν», έστω και άν ήτο «ο αδελφός σου ή ο υιός σου ή γυνή σου ή εν κόλπω σου… και αι χείρες σου έσονται επ΄ αυτόν έν πρώτοις αποκτείναι αυτόν». Με βάσιν το τρομερόν αυτό ένταλμα, η Εκκλησία ενήργησε κατά τον δέκατον τρίτον αιώνα, εξαφανίσασα τους Αλβιγηνούς˙ η θεία αυτή κατάρα είχε γίνει πιστοποιητικόν εξουσίας διά τάς καύσεις της ιεράς εξετάσεως. Παρά την βιαιότητα των λόγων του, ο Λούθηρος ουδέποτε συνηγωνίσθη την Εκκλησίαν είς αυστηρότητα όταν ενήργει κατά αντιφρονούντων, αλλά ενήργε, εντός του χώρου και των ορίων της εξουσίας του, να τούς επιβάλη σιγήν ειρηνικώς εφ΄ όσον ηδύνατο. Το 1525 επεκαλέσθη την βοήθειαν υφισταμένων διατάξεων λογοκρισίας διά να εμποδίση την εκτύπωσιν των «βλαβερών θεωριών» των Αναβαπτιστών και Ζβιγγλιανών. Το 1530, είς το σχολίον του επι του 82ου ψαλμού, συνέστησεν είς τάς κυβερνήσεις να θανατώνουν όλους τους αιρετικούς οι οποίοι εκήρυττον την επανάστασιν ή εναντίον της ατομικής ιδιοκτησίας και

«εκείνους οι οποίοι διδάσκουν εναντίον της ατομικής ιδιοκτησίας και «εκείνους οι οποίοι διδάσκουν εναντίον ενός σαφούς άρθρου της πίστεως…. όπως είναι τα άρθρα τα οποία μανθάνουν τα παιδία είς την κατήχησιν, όπως π.χ. εάν κανείς θα εδίδασκεν ότι ο Χριστός δεν ήτο Θεός αλλά απλούς άνθρωπος».

Ο Σεβαστιανός Φράνκ εθεώρει ότι υπήρχε μεγαλυτέρα ελευθερία του λόγου μεταξύ των Τούρκων παρά είς τα λουθηρανικά κράτη ο δέ Λέων Γιούντ, ο ζβιγγλιανός, συνετάχθη με τον Κάρλστατ είς το να ονομάση τον Λούθηρον δεύτερον πάπαν. Θα πρέπει, εν τούτοις, να σημειώσωμεν ότι περί τα τέλη του βίου του ο Λούθηρος επανήλθεν είς τα παλαιά του αισθήματα της ανεκτικότητος. Είς το τελευταίον του κήρυγμα συνέστησε την εγκτάλειψιν πάσης προσπαθείας εξαλείψεως των αιρέσεων διά της βίας˙ πρέπει να ανεχώμεθα υπομονητικώς τους ρωμαιοκαθολικούς και τους Αναβαπτιστάς μέχρι της Μελλούσης Κρίσεως, όταν ο Χριστός θα λάβη μέριμναν δι΄ αυτούς.
Άλλοι μεταρρυθμισταί συνηγωνίσθησαν ή υπερέβαλον τον Λούθηρον είς την καταδίωξιν των αιρέσεων. Ο Μπούσερ του Στρασβούργου παρακινεί τάς πολιτικάς αρχάς είς τα προτεσταντικά κράτη να εξοντώσουν όλους εκείνους οι οποίοι επίστευον μίαν «ψευδή» θρησκείαν. Τοιούτοι άνθρωποι, έλεγεν, είναι χειρότεροι απο φονείς˙ ακόμη και αί σύζυγοι και τα τέκνα και τα ζώα των έπρεπε να καταστραφούν. Ο σχετικώς ήπιος Μελάγχθων απεδέχθη της προεδρίαν της κοσμικής Ιεράς Εξετάσεως η οποία κατέπνιξε τους Αναβαπτιστάς είς την Γερμανίαν με φυλακίσεις και θανατώσεις. «Διατί να οικτίρωμεν τοιούτους ανθρώπους περισσότερον απο ότι τους οικτίρει ο Θεός;» ηρώτα, διότι ήτο πεπεισμένος ότι ο Θεός προώριζεν όλους τους Αναβαπτιστάς διά την κόλασιν. Συνέστησεν όπως η μή παραδοχή του βαπτίσματος των νηπίων ή του προπατορικού αμαρτήματος ή της πραγματικής παρουσίας του Χριστού είς την Ευχαριστίαν, τιμωρήται ώς κεφαλαιώδες έγκλημα. Επέμεινεν όπως καταδικασθή είς θάνατον ένας αιρετικός ο οποίος επίστευεν ότι οι ειδωλολάτραι ηδύναντο να σωθούν και ένας άλλος ο οποίος αμφέβαλλεν αν η πίστις είς στον Χριστό ώς λυτρωτήν θα ηδύνατο να μεταβάλη ένα φύσει αμαρτωλόν είς δίκαιον. Επεκρότησε, όπως θα ίδωμεν, την εκτέλεσιν του Σερβέτου. Εζήτησεν απο το κράτος να εξαναγκάσει τον λαόν να προσέρχεται κανονικώς είς τάς προτεσταντικάς ιεροστελεστίας. Απήτησε την απαγόρευσιν όλων των βιβλίων τα οποία αντετίθεντο ή εμπόδιζον την λουθηρανήν διδασκαλίαν. Τοιουτοτρόπως,τα συγγράμματα του Ζβιγγλίου και των οπαδών του είχον επισήμως καταγραφή είς τον κατάλογον των απηγορευμένων βιβλίων είς την Βιττενβέργην. Ενώ ο Λούθηρος ήτο ικανοποιημένος με την εκδίωξιν των ρωμαιοκαθολικών απο τάς περιοχάς αί οποίαι εκυβερνώντο απο λουθηρανούς ηγεμόνας, ο Μελάγχθων ηυνόει σωματικάς ποινάς. Και οι δύο συνεφώνουν ότι η πολιτική εξουσία ήτο υποχρεωμένη εκ καθήκοντος να διαδίδη και να υποστηρίζη τον «νόμον του Θεού», δηλ. Τον λουθηρανισμόν. Εν τούτοις ο Λούθηρος συνεβούλευεν ότι όπου υφίσταντο δύο μερίδες είς ένα κράτος, η μειοψηφία ώφειλε να υποτάσσεται είς την πλειοψηφίαν. Είς ένα χαρακτηριστικώς ρωμαιοκαθολικόν πριγκιπάτον, οι προτεστάνται θα έπρεπε να υποχωρήσουν και να μεταναστεύσουν. Είς μίαν χαρακτηριστικώς προστεσταντικήν  επαρχίαν οι ρωμαιοκαθολικοί ώφειλον να ενδώσουν και να αναχωρήσουν˙ εάν ανθίσταντο, τότε θα έπρεπε να τιμωρηθούν αποτελεσματικώς.
Αι προτεσταντικαί αρχαί, ακολουθούσα ρωμαιοκαθολικά προήγουμενα, παρεδέχθησαν την υποχρέωσιν να τηρούν την θρησκευτικήν συμμόρφωσιν. Είς το Άουγκσμπουργκ (18 Ιανουαρίου 1537) το δημοτικόν συμβούλιον εξέδωσε διάταγμα, διά του οποίου απηγόρευε την ρωμαιοκαθολικήν λατρείαν και εξώριζε μετά οκταήμερον, όλους όσοι δεν θα απεδέχοντο την νέαν πίστιν. Μετά την εκπνοήν της προθεσμίας,το συμβούλιον απέστειλε στρατιώτας να καταλάβουν όλας τάς εκκλησίας και τα μοναστήρια˙ θυσιαστήρια και αγάλματα αφηρέθησαν, ιερείς,μοναχοί και μοναχαί εξωρίσθησαν. Η Φραγκγούρτη επί του Μάιν εξέδωσε παρόμοιον διάταγμα η δέ κατάσχεσις των περιουσιών των ρωμαιοκαθολικών εκκλησιών και η κατάργησις της ρωμαιοκαθολικής λειτουργίας επεξετάθησαν είς όλα τα κράτη τα οποία ηλέγχοντο απο προστεστάντας. Η λογοκρισία του τύπου, η οποία είχεν ήδη καθιερωθή είς τάς ρωμαιοκαθολικάς περιοχάς, έγινε δεκτή και απο τους προτεστάντας˙ τοιουτοτρόπως ο εκλέκτωρ της Σαξονίας Ιωάννης,κατόπιν αιτήσεως του Λουθήρου και του Μελάγχθονος, εξέδωσε (1528) ένα διάταγμα, διά του οποίου απηγόρευε την δημοσίευσιν,την πώλησιν και την ανάγνωσιν της ζβιγγλιανής ή της αναβαπτιστικής φιλολογίας καθώς και το κήρυγμα ή την διδασκαλίαν των θεωριών των, «και οιοσδήποτε πληροφορηθή ότι τούτο γίνεται απο οποιονδήποτε,είτε ξένον είτε γνώριμον του, πρέπει να πληροφορή τους άρχοντας του τόπου ίνα ο δράστης συλληφθή εγκαίρως και τιμωρηθή… Όσοι πληροφορηθούν τοιαύτας παραβάσεις των διαταγών… και δεν παράσχουν τάς δεούσας πληροφορίας θα τιμωρούνται με την απώλειαν της ζωής ή της περιουσίας των».

Ο αφορισμός, όπως η λογοκρισία, υιοθετήθη εκ μέρους των προτεστάντων από τους ρωμαιοκαθολικούς. Η ομολογία του Άουγκσμπουργκ* του 1530 διεκήρυξε το δικαίωμα της Λουθηρανής Εκκλησίας να αφορίζη πάν μέλος αυτής το οποίον θα απέρριπτεν ένα βασικόν λουθηρανικόν δόγμα.Ο Λούθηρος εξήγησεν ότι
«παρ΄ όλον ότι ο αφορισμός είς την παπωσύνην χρησιμοποιείται και υφίσταται απαίσχυντον κατάχρησιν και έχει γίνει ένα απλούν βασανιστήριον, εν τούτοις δεν πρέπει να τον καταργήσωμεν αλλά να κάμνωμεν ορθήν χρήσιν αυτού, όπως διέταξεν ο Χριστός». 

ΙΙ.     ΑΙ ΔΙΑΙΤΑΙ ΔΙΑΦΩΝΟΥΝ   1521 – 41
Όπως η εσωτερική ελευθερία ποικίλει (όταν οι άλλοι παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι) αναλόγως της εξωτερικής ασφαλείας, τοιουτοτρόπως ο προτεσταντισμός, κατά την περίοδο της ασφαλείας του, περιέπεσεν εις την κατάτμησιν εις φατρίας, πράγμα το οποίον εφαίνετο συναφές με τας αρχάς της ατομικής κρίσεως και της υπεροχής της συνειδήσεως. Ήδη το 1525 ο Λούθηρος έγραφεν: «Υπάρχουν σήμερον σχεδόν τόσαι φατρίαι και πίστεις όσαι και κεφαλαί»[12]

Ο Μελάγχθων ήτο απησχολημένος με το να κατευνάζη τον αρχηγόν του και να επινοή διφορούμενας διατυπώσεις διά να συμβιβάζη αντιτιθεμένας βεβαιότητας. Οι ρωμαιοκαθολικοί έχαιρον καταδεικνύοντες τας φιλονεικούσας μεταξύ των προτεσταντικάς φατρίας και προέλεγον ότι η ελευθερία της ερμηνείας και της πίστεως θα ωδήγει εις θρησκευτικήν αναρχίαν, ηθικήν αποσύνθεσιν και ένα σκεπτικισμόν εξ ίσου απεχθή   διά τους προτεστάντας όπως και διά τους καθολικούς. [13] Το 1525, τρεις καλλιτέχναι εξωρίσθησαν από την προτεσταντικήν Νυρεμβέργην διότι ημφεσβήτησαν την θείαν έμπνευσιν της Βίβλου, την πραγματικήν παρουσίαν  κατά την Ευχαριστίαν και την θεότητα  του Χριστού.
Καθ’ ον χρόνον ο Σουλεϊμάν παρεσκεύαζε την εκστρατείαν, η οποία περιέκοψε την Ουγγαρίαν κατά το ήμισυ, μία δίαιτα Γερμανών ηγεμόνων, ιεραρχών και αστών συνήλθεν εις την Σπέγιερ (Ιούνιος 1526) διά να εξετάση το αίτημα των καθολικών όπως το διάταγμα της Βορμς επιβληθή διά καταναγκασμού και την αντιπρότασιν των προτεσταντών ότι η θρησκεία πρέπει  να αφεθή ελευθέρα μέχρις ότου μία σύνοδος υπό γερμανικήν προστασίαν τακτοποιήση τας διαφοράς. Οι προτεστάνται επεκράτησαν και το τελικόν ψήφισμα της διαίτης αυτής καθώρισεν ότι – μέχρις ότου συνέλθη το ως άνω συμβούλιον – έκαστον γερμανικόν κράτος, εις ό,τι αφορά την θρησκείαν, (οφείλει να ζη, να κυβερνά και να συμπεριφέρεται κατά τρόπον, καθ’ ον θα νομίζη ότι ανταποκρίνεται εις την θέλησιν του Θεού και του αυτοκράτορος). Ότι κανείς δεν πρέπει να τιμωρηθή διά προηγούμενα αδικήματα παραβάσεων του διατάγματος της Βορμς. Και ότι ο Λόγος του Θεού θα έπρεπε να κηρύσσσεται από όλα τα μέρη χωρίς το ένα να επεμβαίνη εις τας ενεργείας των άλλων. Οι προτεστάνται ηρμήνευσαν την «προσωρινήν απόφασιν της Σπέγιερ» ως επικυρούσαν την ίδρυσιν λουθηρανικών εκκλησιών, την θρησκευτικήν αυτονομίαν εκάστου τοπικού ηγεμόνος και την απαγόρευσιν της θείας λειτουργίας εις τας λουθηρανικάς περιοχάς. Οι ρωμαιοκαθολικοί απέρριψαν αυτάς τας ερμηνείας αλλά ο αυτοκράτωρ, ευρισκόμενος εις διάστασιν με τον πάπαν, τας απεδέχθη επί του παρόντος ο δε Φερδινάνδος ευρέθη εντός ολίγου εις τοιούτον βαθμόν απησχολημένος με τα ζητήματα της Ουγγαρίας ώστε να μη δύναται να προβάλη αποτελεσματικήν αντίστασιν.

Όταν αποκατέστησεν ειρηνικάς σχέσεις με τον Κλήμεντα, ο Κάρολος επανήλθεν εις την φυσικήν δι’ ένα βασιλέα συντηρητικότητα  και έδωσεν εντολήν εις την δίαιταν της Σπέγιερ να συνέλθη εκ νέου την 1ην Φεβρουαρίου 1529. Υπό την επιρροήν του προεδρεύοντος αρχιδουκός και του απόντος αυτοκράτορος, η νέα συνέλευσις ανεκάλεσε το διάταγμα του 1526 και εξέδωσε ψήφισμα το οποίον επέτρεπε τας λουθηρανικάς ιεροτελεστίας, απήτει όμως την ανοχήν των ρωμαιοκαθολικών ιεροτελεστιών, εις τα λουθηρανικά κράτη, απηγόρευεν απολύτως το λουθηρανικόν κήρυγμα ή λειτουργικόν τυπικόν εις τα ρωμαιοκαθολικά κράτη, επέβαλλε το διάταγμα της Βορμς και έθετεν εκτός νόμου τας αιρέσεις των Ζβιγγλιανών και των Αναβαπτιστών παντού. Την 25ην Απριλίου 1529 η λουθηρανική μειονότης εδημοσίευσε μίαν «διαμαρτυρίαν» διακηρύσσουσα ότι η συνείδησις απηγόρευε την εκ μέρους των αποδοχήν του διατάγματος αυτού. Απηυθύνθησαν προς τον αυτοκράτορα ζητούντες την σύγκλησιν γενικής συνόδου. Εν τω μεταξύ εδήλωσαν ότι θα παραμείνουν πιστοί εις το ψήφισμα της Σπέγιερ αντί οιασδήποτε θυσίας. Ο όρος προτεστάνται απεδόθη υπό των ρωμαιοκαθολικών εις τους υπογράψαντας αυτήν την διαμαρτυρίαν και βαθμηδόν κατέστη συνήθεια να καθορίζωνται δι’ αυτού οι Γερμανοί αποστάται από την Ρώμην.

Εξακολουθών να έχη ανάγκην της γερμανικής ενότητος εναντίον των Τούρκων, ο Κάρολος συνεκάλεσε μίαν άλλην δίαιταν, η οποία συνήλθεν εις το Άουγκσμπουργκ (20 Ιουνίου 1530) υπό την προεδρίαν του. Κατά την διάσκεψιν αυτήν παρέμεινεν εις την κατοικίαν του Αντωνίου Φούγκερ, όστις ήτο τώρα αρχηγός του οίκου ο οποίος τον είχε κάμει αυτοκράτορα. Συμφώνως προς μίαν παλαιάν ιστορίαν, ο τραπεζίτης ηυχαρίστησε τον ηγεμόνα ανάψας πυράν με ένα χρεόγραφον του αυτοκράτορος. [14]  Επειδή οι Φούγκερ ήσαν οικονομικώς σύμμαχοι με τους πάπας, η χειρονομία αυτή πιθανόν να έφερε τον Κάρολον ένα βήμα πλησιέστερα προς τον παπισμόν. Ο Λούθηρος δεν παρέστη διότι εξηκολούθει να διατελή υπό αυτοκρατορικήν απαγόρευσιν και ήτο δυνατόν να συλληφθή ανά πάσαν στιγμήν. Μετέβη όμως εις το Κοβούργον, επί των σαξονικών συνόρων και ευρίσκετο εις επαφήν με την προτεσταντικήν αντιπροσωπείαν δι’ αγγελιοφόρων. Παρωμοίαζε την συνέλευσιν με ένα σμήνος από κάργιες αι οποίαι εφλυάρουν και επτερύγιζον προ των παραθύρων του και παρεπονείτο ότι  «έκαστος επίσκοπος έφερε μαζί του τόσους διαβόλους» ή ψηφοφόρους εις την δίαιταν «όσοι ψύλλοι ευρίσκονται εις ένα σκύλον την ημέραν του Αγίου Ιωάννου».[15]  Προφανώς αυτήν την εποχήν συνέθεσε τον σπουδαιότερον από τους ύμνους του – «Ein feste Burg ist unser Gott» – «ένα δυνατό φρούριο είναι ο Θεός μας».

Την 24ην Ιουνίου ο καρδινάλιος Καμπέτζιο απήτησεν από την δίαιταν την ολοσχερή εξάλειψιν των προτεσταντικών αιρέσεων. Την 25ην ο Χριστιανός Μπάγιερ ανέγνωσεν εις τον αυτοκράτορα και εις μίαν μερίδα της συνελεύσεως την περίφημον Ομολογίαν του Άουγκσμπουργκ, την οποίαν είχε συντάξει ο Μελάγχθων, και η οποία, με μερικάς τροποποιήσεις, επρόκειτο να γίνη η επίσημος ομολογία πίστεως των λουθηρανικών εκκλησιών. Εν μέρει επειδή εφοβείτο πόλεμον εκ μέρους των συνδυασμένων δυνάμεων του αυτοκράτορος και του πάπα εναντίον των διηρημένων προτεσταντών, εν μέρει διότι εξ ιδιοσυγκρασίας έκλινε προς τον συμβιβασμόν και την ειρήνην, ο Μελάγχθων διετύπωσε το έγγραφον (όπως λέγει ένας ρωμαιοκαθολικός λόγιος) εις ένα «αξιοπρεπή, μετριοπαθή και ειρηνικόν τόνον», [16] και προσεπάθησε να μειώση τας διαφοράς μεταξύ των λουθηρανικών και των καθολικών απόψεων. Επεξετάθη επί των αιρέσεων, τας οποίας οι ευαγγελικοί (όπως αυτοαπεκαλούντο οι λουθηρανοί εκ του ότι εστηρίζοντο μόνον εις τα ευαγγέλια και την λοιπήν Κ.Διαθήκην) και οι ρωμαιοκαθολικοί κατεδίκαζον κατά τον ίδιον τρόπον, διεχώρισε την λουθηρανικήν από την ζβιγγλιανικήν μεταρρύθμισιν και άφησε την τελευταίαν να φροντίση μόνη της διά τον εαυτό της. Εμετρίασε τα δόγματα περί προορισμού, «μετουσιώσεως» και δικαιώσεως διά της πίστεως, ωμίλησε μετριοπαθώς περί των εκκλησιαστικών καταχρήσεων, τας οποίας είχε περιορίσει ο προτεσταντισμός. Υπερήσπισε με ευγένειαν την παροχήν της Ευχαριστίας υπό τας δύο μορφάς, την κατάργησιν των μοναστικών όρκων, τον γάμο του κλήρου, και έκαμεν έκκλησιν προς τον καρδινάλιον Καμπέτζιο να δεχθή την Ομολογίαν αυτήν με το ίδιον διαλλακτικόν πνεύμα, με το οποίον είχε συνταχθή.

Ο Λούθηρος εστενοχωρήθη διά μερικάς εκ των παραχωρήσεων άλλ’ έδωσεν εις το έγγραφον την απαραίτητον έγκρισίν του. Ο Ζβίγγλιος απέστειλεν εις τον αυτοκράτορα την ιδικήν του Ratio fidei, διατυπώσας απροκαλύπτως, ότι δεν επίστευσεν εις την πραγματικήν παρουσίαν. Το Στρασβούργον, το Λιντάου, η Κωνσταντία και το Μέμμιγκεν, παρουσίασαν μίαν ιδιαιτέραν ομολογίαν, την Tetrapolitana, εις την οποίαν ο Καπίτο και ο Μπούσερ ηγωνίσθησαν να γεφυρώσουν τα χάσματα μεταξύ της λουθηρανικής, της ζβιγγλιανικής και της ρωμαιοκαθολικής πίστεως.

Η μερίς των άκρων ρωμαιοκαθολικών, υπό την ηγεσίαν του Εκ, απήντησε με μίαν «Διάψευσιν» τόσον αδιάλλακτον, ώστε η συνέλευσις ηρνήθη να την υποβάλη εις τον αυτοκράτορα μέχρις ότου  εχαμήλωσε δύο φοράς τον τόνον της. Μετά την αναθεώρησιν της αυτήν επέμενεν επί της μετουσιώσεως των επτά μυστηρίων, της επικλήσεως των αγίων της αγαμίας του κλήρου, της κοινωνίας με μόνον άρτον και της τελέσεως της λειτουργίας λατινιστί. Ο Κάρολος ενέκρινεν αυτήν την «Διάψευσιν» και διεκήρυξεν, ότι οι προτεστάνται έπρεπε είτε να την αποδεχθούν είτε να αντιμετωπίσουν πόλεμον. Μια ηπιωτέρα μερίς ρωμαιοκαθολικών ήρχισε διαπραγματεύσεις με τον Μελάγχθονα και προσεφέρθη να επιτρέψη την κοινωνίαν εις άρτον και οίνον. Εις αντάλλαγμα, ο Μελάγχθων συνεφώνησεν να δεχθή την εξομολόγηση, τας νηστείας, την επισκοπικήν δικαιοδοσίαν, ακόμη και την παπικήν εξουσίαν, με μερικάς προυποθέσεις. Άλλοι όμως προτεστάνται ηρνήθησαν να προχωρήσουν τόσο πολύ. Ο Λούθηρος διεμαρτυρήθη ότι η παλινόρθωσις της επισκοπικής δικαιοδοσίας θα υπέτασσε τους νέους ιερείς υπό την ρωμαϊκήν ιεραρχίαν και συντόμως θα εξήλειφε την Μεταρρύθμισιν. Βλέποντες, ότι η συμφωνία ήτο αδύνατος, πολλοί προτεστάνται ηγέται ανεχώρησαν διά τας εστίας των.

Την 19ην Νοεμβρίου, η διασπασθείσα δίαιτα εξέδωσε το τελικό της διάταγμα. Όλαι αι φάσεις του προτεσταντισμού κατεδικάζοντο. Το διάταγμα της Βορμς έπρεπε να επιβληθή. Το αυτοκρατορικόν δικαστήριο [ Reichskammergericht ] θα ήρχιζε την λήψιν νομίμων μέτρων εναντίον εκείνων οι οποίοι ιδιοποιήθησαν εκκλησιαστικήν περιουσίαν. Οι προτεστάνται θα έπρεπε να αποδεχθούν την «Διάψευσιν» ειρηνικώς μέχρι τις 15 Απριλίου 1531. Η υπογραφή του Καρόλου έκαμε το «ψήφισμα αυτό του Άουγκσμπουργκ», αυτοκρατορικόν διάταγμα. Πρέπει να είχε φανή εις τον αυτοκράτορα, ότι ήτο το άκρον άωτον της λογικής το να παραχωρήση εις τους αντάρτας έξ μήνας  διά να προσαρμοστούν προς την θέλησιν της διαίτης. Κατά την διάρκειαν της περιόδου αυτής τους παρέσχεν ασυλίαν από το διάταγμα της Βορμς. Κατόπιν, εάν άλλα καθήκοντα θα το επέτρεπον θα ηδύνατο να υποβάλη τας αντιπάλους θεολογίας υπό το υπέρτερον δικαστήριον του πολέμου.

Καθ’ ον χρόνον η δίαιτα συνεδρίαζε πολλά κράτη εσχημάτισαν μία Καθολικήν Ομοσπονδίαν διά την άμυναν και την αποκατάστασιν  της πατροπαραδότου πίστεως. Ερμηνεύοντες τούτο ως πολεμικήν χειρονομίαν, μερικοί προτεστάνται ηγεμόνες και προτεσταντικαί πόλεις, ωργάνωσαν (Μάρτιος 1531) την Σμαλκαλδικήν Ομοσπονδίαν, η οποία έλαβε το όνομά της από την γενέτειρα της θέσιν παρά την Ερφούρτην. Όταν εξέπνευσε η δοθείσα προθεσμία ο Φερδινάνδος, ‘ Βασιλεύς των Ρωμαίων ‘ τώρα, επρότεινεν εις τον Κάρολον να αρχίση πόλεμον. Αλλά ο Κάρολος δεν ήτο ακόμη έτοιμος. Ο Σουλεϊμάν εσχεδίαζεν νέαν επίθεσιν κατά της Βιέννης. Ο σύμμαχος και ομόσπονδος του Σουλειμάν Βαρβαρόσσας, ενήργει επιδρομάς εις την Μεσόγειον, λυμαινόμενος το χριστιανικόν εμπόριον. Ο σύμμαχος του Σουλειμάν Φραγκίσκος της Γαλλίας, ανέμενε να επιτεθή εναντίον του Μιλάνου την στιγμήν κατά την οποίαν ο Κάρολος θα περιεπλέκετο εις έναν γερμανικόν εμφύλιον πόλεμον. Τον Απρίλιον του 1531 αντί να επιβάλη το διάταγμα του Άουγκσμπουργκ, το ανέστειλε και εζήτησε προτεσταντικήν βοήθειαν κατά των Τούρκων. Ο Λούθηρος και οι ηγεμόνες ανταπεκρίθησαν νομιμοφρόνως. Λουθηρανοί και καθολικοί υπέγραψαν την Ειρήνην της Νυρεμβέργης (23 Ιουλίου 1532) υποσχεθέντες ηνωμένην βοήθειαν προς τον Φερδινάνδον και αμοιβαίαν θρησκευτικήν ανοχήν μέχρις ότου θα συνήρχετο μία γενική σύνοδος. Ένας τόσο πολυάριθμος στρατός από προτεστάντας και ρωμαιοκαθολικούς Γερμανούς, από Ισπανούς και Ιταλούς ρωμαιοκαθολικούς συνεκεντρώθη υπό την σημαίαν του αυτοκράτορος εις την Βιέννην, ώστε ο Σουλεϊμάν εύρε τους οιωνούς δυσμενείς και επέστρεψεν εις την Κωνσταντινούπολιν ενώ ο χριστιανικός στρατός, μεθυσμένος από την αναίμακτον νίκην του ελεηλάτει χριστιανικάς πόλεις και οικίας «σκορπίζων μεγαλυτέραν καταστροφίν», έλεγεν ο αυτόπτης Θωμάς Κράνμερ εξ Αγγλίας «από τους Τούρκους». [17]
Ο πατριωτισμός των προτεσταντών έδωσεν εις το κίνημά των νέαν αξιοπρέπειαν και ορμήν. Όταν ο Αλεάντερ, απεσταλμένος και πάλι του πάπα, προσέφερεν εις τους προτεστάντας ηγέτας ακρόασιν εις μίαν γενικήν σύνοδον εάν θα υπέσχοντο υποταγήν εις τας τελικάς αποφάσεις της συνόδου, αυτοί απέρριψαν τας προτάσεις του. Μετά έν έτος (1534) ο Φίλιππος της Έσσης μη λαβών υπ’όψιν την υπό του Λουθήρου καταδίκην πάσης επιθετικής πολιτικής, εδέχθη γαλλικήν βοήθειαν κατά την παλινόρθωσιν του προτεστάντος δουκός Ούλριχ εις την εξουσίαν εις την Βυρτεμβέργην. Η κυριαρχία του Φερδινάνδου ετελείωσεν εκεί. Αι εκκλησίαι ελεηλατήθησαν, τα μοναστήρια εκλείσθησαν και η περιουσία των κατεσχέθη υπό του κράτους. [18] Αι περιστάσεις ηυνόησαν και πάλι τους προτεστάντας – ο Φερδινάνδος ήτο απερροφημένος προς ανατολάς, ο Κάρολος προς δυσμάς. Οι Αναβαπτισταί εσταθεροποίουν προφανώς μίαν κομμουνιστικήν επανάστασιν εις το Μύνστερ. Οι ριζοσπάσται του Γυργκενβουλλενβέφερ κατέλαβον την Λυμπέκ (1535). Οι καθολικοί ηγεμόνες εχρειάσθησαν τώρα προτεσταντικήν βοήθειαν αφ’ενός μεν εναντίον εσωτερικών εξεγέρσεων αφετέρου δε εναντίον των Οθωμανών. Επιπλέον η Σκανδιναβία και η Αγγλία είχον ήδη απαρνηθή την Ρώμην και η ρωμαιοκαθολική Γαλλία επεζήτει την συμμαχίαν της λουθηρανικής Γερμανίας εναντίον του Καρόλου Ε΄.

Ενθαρρυνθείσα από την αυξανομένην αυτήν δύναμιν, η Σμαλκαλδική Ομοσπονδία εψήφισε την συγκρότησιν ενός στρατού εκ 12.000 ανδρών. Όταν ο νεός πάπας Παύλος Γ΄, ηρώτησεν υπό ποίους όρους η Ομοσπονδία θα εδέχετο μίαν γενικήν σύνοδον, απήντησεν ότι θα ανεγνώριζεν μόνον μία σύνοδον η οποία θα συνήρχετο ανεξαρτήτως από τον πάπα και θ απετελείτο από τους εκκλησιαστικούς και τους κοσμικούς ηγέτας της Γερμανίας και θα εδέχετο τους προτεστάντας όχι ως αιρετικούς αλλά ως ομοτίμους συμμετέχοντας. [19]  Απέκλεισεν το αυτοκρατορικόν δικαστήριον και εγνωστοποίησε εις τον καγκελλάριον του αυτοκράτορος ότι δεν θα παρεδέχετο το δικαίωμα των ρωμαιοκαθολικών να διατηρούν εκκλησιαστικάς περιουσίας ή να συνεχίζουν την λατρείαν των εις τα εδάφη των προτεσταντών ηγεμόνων. [20] Τα ρωμαιοκαθολικά κράτη ανεσυγκρότησαν την ομοσπονδία των και απήτησαν από τον Κάρολον πλήρη επιβολή των εξουσιών, αι οποίαι είχον παραχωρηθή εις το Reichskammergericht. Αυτός απήντησε με ευγενείς λόγους αλλά ο φόβος του Φραγκίσκου Α΄εις τα νώτα του τον εκράτησεν επιφυλακτικόν.
Η προτεσταντική πλημμύρα εξηκολούθει να ογκούται. Ένας ρωμαιοκαθολικός ιστορικός λέγει:

Την 9ην Σεπτεμβρίου 1538, ο Αλεάντερ έγραψεν εις τον πάπαν από το Λιντς, ότι η θρησκευτική κατάστασις εις την Γερμανίαν ευρίσκετο σχεδόν εις κατάρρευσιν. Η θεία λατρεία και η παροχή των μυστηρίων είχε κατά το πλείστον σταματήση. Οι κοσμικοί ηγεμόνες, εξαιρουμένου του Φερδινάνδου, ήσαν είτε εντελώς λουθηρανοί ή εμίσουν ασπόνδως τους ιερείς και επωφθαλμίων τας εκκλησιαστικάς περιουσίας. Οι ιεράρχαι εξηκολούθουν να διάγουν την ιδίαν σπάταλον ζωήν όπως και πριν… Τα θρησκευτικά τάγματα έχουν περιορισθή εις το ελάχιστον. Ο κοσμικός κλήρος δεν ήτο πολύ περισσότερος και τόσο ανήθικος και αμαθής ώστε οι ολίγοι καθολικοί τους απέφευγον. [21]

Όταν απέθανε ο καθολικός δουξ της Αλβερτίνης Σαξονίας Γεώργιος, τον διεδέχθη ο λουθηρανός αδελφός του Ερρίκος. Τούτον με τη σειράν του διεδέχθη ο Μαυρίκιος, ο οποίος επρόκειτο να είναι ο στρατιωτικός σωτήρ του προτεσταντισμού εις την Γερμανίαν. Το 1539, ο εκλέκτωρ του Βραδιμβούργου Ιωακείμ Β΄ ίδρυσεν εις την πρωτεύουσαν του, το Βερολίνον, μίαν προτεσταντικήν εκκλησίαν υπερηφάνως ανεξάρτητον και από την Ρώμην και από την Βυττενβέργην. Το 1542, το δουκάτον της Κλέβης, η επισκοπή του Ναουμβούργου, ακόμη και η έδρα του Άλμπρεχτ εις την Χάλλην, προσετέθησαν εις τον προτεσταντικόν κατάλογον με επίκαιρον ανάμειξιν πολιτικής και πολέμου. Το 1543 ο κόμης Έρμαν φον Βηντ,  αρχιεπίσκοπος – εκλέκτωρ της Κολωνίας, εσκανδάλισεν την Ρώμην, μετατραπείς εις λουθηρανόν. Οι προτεστάνται ηγέται είχον τοιαύτην  πεποίθησιν ώστε τον Ιανουάριον του 1540, ο Λούθηρος, ο Μελάγχθων και άλλοι, εξέδωσαν μίαν προκήρυξιν δηλούντες ότι ειρήνη ήτο δυνατό να υπάρξη μόνον εάν ο αυτοκράτωρ και ο καθολικός κλήρος θα απηρνούντο την «ειδωλολατρείαν και την πλάνην» των και θα απεδέχοντο το «καθαρόν δόγμα» της ομολογίας του Άουγκσμπουργκ. Και το έγγραφο εξηκολούθει περαιτέρω: « και αν ακόμη ο πάπας επρόκειτο να μας αναγνωρίση τα δόγματα και τας ιεροτελεστίας μας, ημείς θα εξακολουθήσομεν να είμεθα υποχρεωμένοι να τον μεταχειριζώμεθα ως διώκτην και απόβλητον εφ’ όσον εις τα βασίλειά μας δεν θα απηρνήτο τας πλάνας του».

«Όλα ετελείωσαν με τον πάπαν», είπεν ο Λούθηρος,  «όπως έγινε και με τον θεόν του τον διάβολον» [22]

Ο Κάρολος σχεδόν συνεφώνησε, διότι τον Απρίλιον του 1540, ανέλαβεν την θρησκευτικήν πρωτοβουλίαν από τον πάπαν και προσεκάλεσεν τους καθολικούς και προτεστάντας ηγέτας της Γερμανίας να συγκεντρωθούν εις «χριστιανικήν συγκέντρωσιν» διά να επιδιώξουν και πάλιν μίαν ειρηνικήν τακτοποίησιν των διαφορών των. «Εάν ο πάπας δεν επέμβη αποφασιστικώς», έγραφεν ένας παπικός νούντσιος, « ολόκληρος η Γερμανία θα γίνη λεία του προτεσταντισμού». Εις μίαν προκαταρκτικήν σύσκεψιν εις την Βορμς, μία μακρά συζήτησις μεταξύ του Εκ και του Μελάγχθονος κατέληξεν εις την προσωρινήν παραδοχήν εκ μέρους του προηγουμένως αδιαλλάκτου καθολικού, των ηπίων προτάσεων, αι οποίαι είχον διατυπωθή εις την Ομολογίαν του Άουγκσμπουργκ. [23]

Ενθαρρυνθείς ο Κάρολος, εκάλεσε τας δύο ομάδας εις την Ρατισβόνην [ Regensburg]. Εκεί, υπό την ηγεσίαν του (5 Απριλίου – 22 Μαίου 1541) εσημείωσαν την μεγαλυτέραν των προσέγγισιν προς μίαν διευθέτησιν.

Ο Παύλος Γ΄ είχε ειρηνικάς διαθέσεις και ο κύριος αντιπρόσωπός του, καρδινάλιος Γκάσπαρο Κονταρίνι, ήτο άνθρωπος καλής θελήσεως και πολύ ηθικού χαρακτήρος. Ο αυτοκράτωρ, καταπονούμενος από τας απειλάς εκ μέρους της Γαλλίας και από τας  εκκλήσεις εκ μέρους του Φερδινάνδου διά βοήθειαν εναντίον των επανερχομένων Τούρκων, επεθύμει τόσον εναγωνίως μίαν συμφωνίαν, ώστε πολλοί καθολικοί ηγέται τον υπωπτεύοντο διά προτεσταντικάς τάσεις. Η σύσκεψις συνεφώνησε να επιτραπή ο γάμος εις τους κληρικούς και η θεία κοινωνία εις τα δύο είδη. Αλλά κανένα πνευματικόν τέχνασμα δεν κατόρθωσε να εύρη μίαν διατύπωσιν, η οποία συγχρόνως να επιβεβαιώνη και να αρνήται την θρησκευτικήν υπεροχήν των παπών και την μετουσίωσιν εις την ευχαριστίαν, ο δε Κονταρίνι δεν διασκέδασε καθόλου όταν του ετέθη μία προτεσταντική ερώτησις, εάν ένας ποντικός ο οποίος θα έτρωγε μίαν όστιαν η οποία είχε πέσει κάτω, θα έτρωγεν άρτον ή Θεόν;[24] Η συνέλευσις απέτυχε αλλά ο Κάρολος, σπεύδων προς τον πόλεμον, παρεχώρησε μίαν προσωπικήν υπόσχεσιν προς τους προτεστάντας, ότι δεν θα εδιώκοντο διά την τήρησιν των δογμάτων της Ομολογίας του Άουγκσμπουργκ ή διά την διατήρησιν των κατασχεθεισών εκκλησιαστικών περιουσιών.

Κατά την διάρκειαν των ετών αυτών της έριδος και της αναπτύξεως, η νέα πίστις είχε δημιουργήσει μίαν νέαν εκκλησίαν. Καθ’ υπόδειξιν  του Λουθήρου είχεν αυτοονομασθή ευαγγελική. Είχεν αρχικώς υποστηρίξει μίαν εκκλησιαστικήν δημοκρατίαν, εις την οποίαν έκαστη ενορία θα εξέλεγε τον ιερέα της και θα καθώριζε το τυπικόν και την πίστιν της. Αλλά η αύξουσα εξάρτησίς του από τους ηγεμόνας, τον ηνάγκασε να παραχωρήση τα προνόμια αυτά εις επιτροπάς διοριζομένας από το κράτος και υπευθύνους έναντι αυτού. Το 1525, ο εκλέκτωρ Ιωάννης της Σαξονίας διέταξεν όλας τας εκκλησίας του δουκάτου του να υιοθετήσουν την ευαγγελικήν λειτουργίαν όπως την είχε διατυπώσει ο Μελάγχθων με την έγκρισιν του Λουθήρου. Ιερείς, οι οποίοι ηρνούντο να τπακούσουν, έχανον τας αποδοχάς των, οι δε ισχυρογνώμονες λαικοί, μετά μίαν περίοδον χάριτος, εξωρίζοντο. [25] Και άλλοι λουθηρανοί πρίγκηπες ηκολούθησαν παρομοίας μεθόδους. Ως δογματικόν οδηγόν διά τας νέας εκκλησίας, ο Λούθηρος συνέταξεν ένα πεντασέλιδον «Kleiner Katechismus» [1529], συνιστάμενον από τας δέκα εντολάς, το «σύμβολον» των αποστόλων και βραχείαν ερμηνείαν εκάστου άρθρου. Η κατήχησις αυτή θα εθεωρείτο πολύ ορθόδοξος κατά τους τέσσαρας πρώτους αιώνας του χριστιανισμού.

Οι νέοι ιερείς ήσαν γενικώς άνθρωποι με χρηστά ήθη, γνωρίζοντες καλώς τας Γραφάς, αδιάφοροι διά την ουμανιστικήν μάθησιν και αφοσιωμένοι εις τα καθήκοντά των. Η Κυριακή ετηρείτο ως το «Σάββατον». Εδώ ο Λούθηρος εδέχθη μάλλον την παράδοσιν παρά την Βίβλον. Η «θεία λειτουργία» διετήρησε πολλά από το καθολικόν τυπικόν…θυσιαστήριον, σταυρόν, λαμπάδας, άμφια και τμήματα της λειτουργίας εις την γερμανικήν. Εδόθη όμως μεγαλύτερος ρόλος εις το κήρυγμα και δεν υπήρχον προσευχαί προς την Παρθένον ή προς τους αγίους. Θρησκευτικαί εικόνες και αγάλματα είχον αφαιρεθή. Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική είχε τροποποιηθή εις τρόπον ώστε να φέρη τους πιστούς πλησιέστερον προς τον ιεροκήρυκα διά να τον ακούουν ευκολώτερα. Διά τον λόγον τούτον, αι στοαί έγιναν σύνηθες χαρακτηριστικόν των προτεσταντικών εκκλησιών. Η πλέον ευχάριστος καινοτομία, ήτο η ενεργός συμμετοχή του εκκλησιάσματος εις την μουσικήν της ιεροτελεστίας. Και οι άμουσοι ακόμη αρέσκονται να ψάλλουν και τώρα έκαστος ηδύνατο να ακούη με ευχαρίστησιν την φωνήν του μέσα εις την προστατευτικήν ανωνυμίαν του πλήθους. Ο Λούθηρος έγινε από της μιάς ημέρας εις την άλλην ποιητής και έγραφε διδακτικούς, πολεμικούς και εμπνευσμένους ύμνους μιάς τραχείας και ανδροπρεπούς δυνάμεως, προσαρμοζομένης προς τον χαρακτήρα του. Δεν έψαλλον μόνον εκκλησιαζόμενοι αυτούς και άλλους θρησκευτικούς ύμνους, αλλά και συνήρχοντο κατά την διάρκειαν της εβδομάδος διά να ασκούνται εις δοκιμάς. Πολλαί οικογένειαι τούς έψαλλον κατ’ οίκον. Ένας Ιησουίτης, ο οποίος είχε στενοχωρηθή δι’ αυτό, υπελόγιζεν, ότι «οι ύμνοι του Λουθήρου εφόνευσαν (προσηλύτισαν) περισσοτέρας ψυχάς παρά τα κηρύγματά του». [26]  Η προτεσταντική μουσική της Μεταρρυθμίσεως υψώθη διά να ανταγωνισθή την καθολικήν ζωγραφικήν της Αναγεννήσεως.

ΙΙΙ. Ο ΛΕΩΝ ΤΗΣ ΒΙΤΤΕΝΒΕΡΓΗΣ   1536 – 46
Ο Λούθηρος δεν έλαβεν απ’ ευθείας μέρος εις τας ειρηνιστικάς αυτάς  συσκέψεις των τελευταίων αυτών ετών της ζωής του. Τώρα πλέον ήσαν ηγέται των προτεσταντών οι ηγεμόνες μάλλον παρά οι θεολόγοι, διότι τα ζητήματα αφεώρων πολύ περισσότερον την ιδιοκτησίαν και την εξουσίαν παρά το δόγμα και το τυπικόν. Ο Λούθηρος δεν ήτο κατάλληλος διά διαπραγματεύσεις και είχεν ήδη πολύ γηράσει ώστε να δύναται να πολεμήση με άλλα όπλα εκτός του καλάμου. Ένας παπικός απεσταλμένος τον περιέγραφε το 1535 ως εξακολουθούντα να είναι ρωμαλέος και με εγκάρδιο χιούμορ («η πρώτη ερώτησις την οποίαν μου απηύθυνεν ήτο εάν είχον ακούσει την φήμην, η οποία διεδίδετο εις την Ιταλίαν, ότι ήτο ένας Γερμανός μεθύστακας» [27]). Αλλά το εκτεινόμενον εις όγκον σώμα του εφιλοξένει πολλάς ασθενείας…κακήν χώνευσιν, αυπνίαν, ιλίγγους, κολικούς, λίθους εις τους νεφρούς, εξανθήματα εις τα αυτιά, έλκη, αρθρίτιδα, ρευματισμούς, ισχυαλγίαν και παλμούς της καρδίας. Εχρησιμοποίει αλκοολικά ποτά διά να κατευνάζη τους πόνους του και διά να του φέρουν ύπνον. Εδοκίμαζεν απλώς τα φάρμακα, τα οποία του έδιδον οι ιατροί και επεχείρησε να θεραπευθή με προσευχάς πλήρεις ανυπομονησίας. Αι ασθένειαι επροχώρουν. Το 1537, ενόμισεν, ότι θα απέθνησκεν από τον λίθον και εξέδωσεν ένα τελεσίγραφον προς τον Θεόν:

«Εάν εξακολουθήση αυτός ο πόνος, εγώ θα τρελλαθώ και δεν θα δύναμαι να αναγνωρίσω την καλωσύνην σου». [28]

Η οξυθυμία του ήτο εν μέρει μία έκφρασις των πόνων από τους οποίους υπέφερεν. Οι φίλοι του τον απέφευγον διαρκώς περισσότερον, διότι «κανείς από ημάς», έλεγε με θλίψιν ένας ιερωμένος, «δεν δύναται να αποφύγη την οργήν του και την δημοσίαν μαστίγωσιν», ο δε υπομονητικός Μελάγχθων έκυπτεν υπό τας συνεχείς ταπεινώσεις εκ μέρους του χονδροκομμένου ειδώλου του. Όσον αφορά «τον Οικολαμπάδιον, τον Καλβίνον…και τους άλλους αιρετικούς», έλεγεν ο Λούθηρος, «έχουν τον διάβολον μέσα των, ο διάβολος τους διεπέρασεν, έχουν υπερδιαβολοποιηθή, διεφθαρμέναι καρδίαι και ψευδόμενα στόματα». [29]

Κατέβαλεν έντονον προσπάθειαν να είναι λογικός εις την πραγματείαν του «Περί των συνόδων και των Εκκλησιών» [1539]. Συνέκρινε τας ποικίλας παπικάς υποσχέσεις και αναβολάς μίας γενικής συνόδου με τον ερεθισμόν ενός πεινώντος ζώου, εις το οποίον προσφέρει κανείς τροφήν και του την αρπάζει από το στόμα του. Με αξιόλογον μάθησιν, έκαμε μίαν ανασκόπησιν της ιστορίας των συνόδων και εσημείωσεν, ότι πολλαί εκκλησιαστικαί σύνοδοι συνεκλήθησαν και προηδρεύθησαν από αυτοκράτορας, ένας υπαινιγμός διά τον Κάρολον. Αμφέβαλλεν αν οιαδήποτε σύνοδος, συγκαλουμένη από έναν πάπαν, θα ανεμόρφωνε την κουρίαν. Πριν επικυρώσωμεν την προτεσταντικήν συμμετοχήν εις μίαν εκκλησιαστικήν σύνοδον, «πρέπει πρώτον να καταδικάσωμεν τον επίσκοπον Ρώμης ως τύραννον και να καύσωμεν όλας τας βουλάς και τα διατάγματά του». [30]

Αι πολιτικαί του γνώμαι κατά τα τελευταία του έτη αποδεικνύουν, ότι η σιωπή είναι τρεις φοράς χρυσός μετά το εξηκοστόν. Υπήρξε πάντοτε πολιτικώς συντηρητικός και όταν ακόμη εφαίνετο, ότι ενθάρρυνε την κοινωνικήν επανάστασιν. Η θρησκευτική του ανταρσία εστρέφετο μάλλον κατά της εφαρμογής παρά κατά της θεωρίας. Αντετίθετο προς το υψηλόν τίμημα των συγχωρήσεων και βραδύτερον προς την παπικήν κυριαρχίαν αλλά παρεδέχετο μέχρι τέλους της ζωής του τας δυσκολωτέρας θεωρίας του ορθοδόξου χριστιανισμού -την Τριάδα, την εκ Παρθένου γέννησιν, τον εξιλασμόν, την πραγματικήν παρουσίαν, την κόλασιν– και κατέστησε μερικάς εξ αυτών περισσότερον ακαταλήπτους από πριν. Εθεώρει ότι ο Herr Omnes -ο κ. πλήθος- έχει ανάγκην ισχυράς κυβερνήσεως «ίνα μη ο κόσμος εξαγριωθή, η ειρήνη εξαφανισθή και το εμπόριον…καταστραφή… Ο κόσμος δεν είναι δυνατόν να κυβερνηθή με το κομβολόγιον».[31]

Αλλά όταν η κυβέρνησις διά των κομβολογίων χάση την δύναμιν της, πρέπει να την αντικαταστήση η κυβέρνησις διά του ξίφους. Τοιουτοτρόπως ο Λούθηρος ηναγκάσθη να διαβιβάση εις το κράτος το πλείστον της εξουσίας το οποίον διέθετεν η Εκκλησία. Διά τούτο υπερήσπιζε το θείον δικαίωμα των βασιλέων.

«Η χείρ η οποία κραδαίνει το κοσμικόν ξίφος δεν είναι ανθρώπινη χείρ αλλά η χείρ του Θεού. Είναι Θεός και όχι άνθρωπος, εκείνος ο οποίος απαγχονίζει και συντρίβει επί του τροχού και αποκεφαλίζει και μαστιγώνει. Είναι ο Θεός εκείνος ο οποίος διεξάγει τους πολέμους». [32]

Εις την έξαρσιν αυτή του κράτους ως της μόνης τώρα πηγής τάξεως, ευρίσκονται τα σπέρματα της απολυταρχικής φιλοσοφίας του Χόμπς και του Εγέλου και μία προειδοποίησις περί της αυτοκρατορικής Γερμανίας. Εις τον Λούθηρον, ο Ερρίκος Δ΄ έφερεν τον Ιλδεβράνδην εις την Κανόσσαν.

Καθ’ όσον εγήρασκεν, ο Λούθηρος γινόταν συντηρητικώτερος από τους ηγεμόνας.Ενέκρινεν την επιβολήν καταναγκαστικής εργασίας και βαρέων φεουδαρχικών υποχρεώσεων εις τους χωρικούς, εάν δε κανείς βαρώνος είχε τύψεις συνειδήσεως, ο Λούθηρος τον καθησύχαζε με την δικαιολογίαν ότι εάν δεν επεβάλλοντο τοιαύτα βάρη επί των κοινών ανθρώπων, αυτοί θα κατήντων ανυπόφοροι.[33] Ανέφερεν την Παλαιάν Διαθήκην ως δικαιολογούσαν την δουλείαν.

«Πρόβατα, βόες, δούλοι και δούλαι ήσαν όλοι κτήματα προς πώλησιν εις την διάθεσιν των κυρίων των. Θα ήτο καλόν εάν εξηκολούθουν ακόμη να είναι κατ’ αυτόν τον τρόπον. Διότι άλλως, κανείς δεν δύναται να εξαναγκάση ούτε να δαμάση το δουλικόν πλήθος»[34] 

Ο καθείς έπρεπε να ίσταται με υπομονήν εις την αποστολήν και εις τον δρόμον της ζωής, τον οποίον του επεδίκασεν ο Θεός·

«να υπηρετής τον Θεόν είναι να παραμένης εις την θέσιν όπου εκλήθης, έστω κι αν αυτή είναι τόσον απλή και ευτελής».

Η αντίληψις αυτή περί της κλήσεως έγινε το στήριγμα του συντηρητισμού εις τας προτεσταντικάς χώρας.
Ένας ηγεμών ο οποίος υπήρξε νομιμόφρων υποστηρικτής της προτεσταντικής υποθέσεως, εδημιούργησεν ένα δυσάρεστον πρόβλημα διά τον Λούθηρον το 1539. Ο Φίλιππος της Έσσης ήτο συγχρόνως πολεμοχαρής, ερωτόληπτος και ευσυνείδητος. Η σύζυγός του Χριστίνα της Σαβοίας, ήτο πιστή και γόνιμος αλλά έπασχεν από οφθαλμίαν. Ο Φίλιππος εδίσταζεν να διαζευχθή μίαν τόσον αξίαν σύζυγον αλλά επόθει σφοδρώς την Μαργαρίτα του Σάαλε, την οποίαν είχε συναντήσει ενώ εθεραπεύετο από σύφιλην. [35] Αφού διέπραξεν μοιχείαν δι’ ένα διάστημα, εσκέφθη ότι ευρίσκετο εις κατάστασιν αμαρτίας και πρέπει να απέχη από την θείαν κοινωνίαν. Επειδή τούτο ήτο δυσχερές, συνέστησεν εις τον Λούθηρον ότι η νέα θρησκεία, η οποία τόσα ώφειλεν εις την Παλαιάν Διαθήκην, θα έπρεπε, όπως εκείνη, να επιτρέπη την διγαμίαν, διά την οποίαν, εν τούτοις, η επικρατούσα εκ του νόμου ποινή ήτο ο θάνατος. Μήπως, αυτό δεν ήτο ευπρεπέστερον από τας αλληλοδιαδόχους ερωμένας του Φραγκίσκου Α΄ και φιλανθρωπότερον από την θανατικήν εκτέλεσιν των συζύγων του Ερρίκου Η΄; Ο Φίλιππος κατείχετο υπό τοιαύτης αγωνίας διά την βιβλικήν του λύσιν, ώστε ενεπιστεύθη την παρεκτροπήν του εις το αυτοκρατορικόν, ακόμη και εις το παπικόν στρατόπεδον, εάν οι θεολόγοι της Βιττενβέργης δεν θα ηδύναντο να ίδουν το βιβλικόν φως. Ο Λούθηρος ήτο έτοιμος. Πράγματι, εις την «Βαβυλώνιον Αιχμαλωσίαν» είχε προτιμήσει την διγαμίαν από το διαζύγιον. Είχε συστήσει την διγαμίαν ως την καλυτέραν λύσιν διά τον Ερρίκον Η΄.[ 36] Επίσης πολλοί θεολόγοι του δεκάτου έκτος αιώνος είχον ευρείαν αντίληψιν επί του θέματος.[37] Ο Μελάγχθων δεν συνεφώνει. Εν τέλει συνεφώνησε με τον Λούθηρον ότι έπρεπε να δοθή η συγκατάθεσίς των, αλλ’ ότι έπρεπε να τηρηθή μυστικήν από το κοινόν. Η Χριστίνα συγκατατέθη επίσης υπό τον όρον ότι ο Φίλιππος «ώφειλε να εκπληρώνη τα συζυγικά του καθήκοντα προς αυτήν περισσότερον από πριν». [38] Την 4ην Μαρτίου 1540, ενυμφεύθη την Μαργαρίταν ως πρόσθετον σύζυγον καθ’ όλους μεν τους τύπους αλλά κρυφίως, επί παρουσία του Μελάγχθονος και του Μπούσερ. Ο ευγνώμων λαντγκράβος απέστειλεν εις τον Λούθηρον μίαν άμαξαν φορτωμένην με οίνον ως φιλοδώρημα. [39]  Όταν εκυκλοφόρησεν η είδησις περί του γάμου, ο Λούθηρος διέψευσεν ότι είχε δώσει την συγκατάθεσίν του. «Το κρυφίον ναι», έγραψε, «πρέπει,  χάριν της Εκκλησίας του Χριστού, να παραμείνη ένα φανερόν όχι»[ 40]   Ο Μελάγχθων ησθένησε σοβαρώς, προφανώς από τύψεις και εντροπήν και ηρνείτο να φάγη μέχρις ότου ο Λούθηρος ηπείλησεν ότι θα τον αφορίση. [41] Ο Μελάγχθων, έγραφεν ο Λούθηρος,

«ελυπήθη φοβερά δι’ αυτό το σκάνδαλον αλλά εγώ είμαι τραχύς Σάξων και γέρος χωρικός και το δέρμα μου έχει χονδρύνει αρκετά ώστε να ανέχεται παρόμοια πράγματα». [42]

Εν τούτοις, οι πλείστοι των ευαγγελικών εσκανδαλίσθησαν. Οι καθολικοί διασκέδασαν και εχάρησαν, μη γνωρίζοντες ότι ο ίδιος ο πάπας Κλήμης Ζ΄είχε σκεφθή να επιτρέψη την διγαμίαν εις τον Ερρίκον Η΄. [43] Ο Φερδινάνδος της Αυστρίας εδήλωσεν ότι αν και είχε κάποιαν κλίσιν προς την νέαν θρησκείαν, τώρα την απηχθάνετο. Ο Κάρολος Ε΄, ως αντίτιμον της μη καταδιώξεώς του, απέσπασεν από τον Φίλιππον την υπόσχεσιν να τον υποστηρίξη εις όλας τας μελλοντικάς πολιτικάς διαμάχας.

Ο θυμός του Λουθήρου έγινε φλεγομένη λάβα εφ’ όσον επλησίαζε προς τον τάφον. Το 1545 επετέθη κατά των ζβιγγλιανών ‘ μυστηριακών ‘ με τοιαύτην βεβαιότητα ώστε ο Μελάγχθων εθλίβη διά το διευρυνόμενον χάσμα μεταξύ των προτεσταντών του νότου και του βορρά. Όταν ο εκλέκτωρ Ιωάννης του εζήτησε να τονίση και πάλιν το ζήτημα κατά της συμμετοχής εις σύνοδον, διευθυνομένην από τον πάπαν, ο Λούθηρος εξέπεμψεν ένα λίβελλον «Εναντίον του παπισμού εις την Ρώμην ο οποίος ιδρύθη από τον διάβολον».(1545) εις τον οποίον η εριστική του διάθεσις υπερέβη παν όριον. Όλοι οι φίλοι του εσκανδαλίσθησαν εκτός του ζωγράφου Λουκά Κράναχ, ο οποίος εικονογράφησε το βιβλίον με ξυλογραφίας ασυγκρατήτου σατίρας. Μία εικών παρίστανεν τον πάπαν εποχούμενον χοίρου και ευλογούντα ένα σωρόν κόπρου. Μία άλλη τον είχε αλυσόδετον με τρεις καρδιναλίους επί ικριωμάτων το δε εξώφυλλον παρουσίαζε τον ποντίφηκα επί του θρόνου του περιστοιχιζόμενον από διαβόλους και φέροντα αντί τιάρας, κάλαθον οδοκαθαριστού. Η λέξις «διάβολος» εκαρύκευε το κείμενον. Ο πάπας ήτο

«ο διαβολικώτερος πατήρ»,  «ο Ρωμαίος αυτός ερμαφρόδιτος» και «σοδομίτης πάπας». Οι καρδινάλιοι ήσαν «τα ανεπανορθότως αποπωλότα τέκνα του διαβόλου… αμαθείς γάιδαροι…Θα ήθελε κανείς να τους καταρασθή  ώστε κεραυνός και αστραπή να τους συντρίψουν, το πυρ της κολάσεως να τους κατακαύση, να τους προσβάλουν η πανώλης, η σύφιλις, η επιληψία, το σκορβούτον, η λέπρα, οι δοθιήνες και όλαι αι ασθένειαι»[44]

Απέκρουσεν και πάλιν την έννοιαν ότι η αγία ρωμαική αυτοκρατορία ήτο δώρον των παπών. Αντιθέτως, εθεώρει ότι είχεν έλθει ο καιρός διά την αυτοκρατορίαν να προσαρτήση τα παπικά κράτη.

«Επιπέσατε τώρα, αυτοκράτορ, βασιλεύ, πρίγκηπες, άρχοντες και όλοι όσοι θέλουν να επιπέσουν μαζί σας. Ο Θεός δεν δίδει ευτυχίαν εις οκνηράς χείρας. Και προ παντός αποσπάσατε από τον πάπαν την Ρώμην, την Ρωμανία, το Ουρμπίνο, την Βολωνίαν και όλα οσα έχει ως πάπας, διότι τα απέκτησε με ψεύδη και με τεχνάσματα. Με βλασφημίας και με ειδωλολατρείαν αφήρεσεν και έκλεψεν αυτά επαισχύντως από την αυτοκρατορίαν, τα κατεπάτησε επί τους πόδας του και διά τούτο ωδήγησεν αναρριθμήτους ψυχάς εις την ανταμοιβήν των εις το αιώνιον πυρ της κολάσεως… Διά τούτο θα έπρεπε να συλλάβουν αυτόν τον πάπαν, τους καρδιναλίους του και όλον τον συρφετόν της ειδωλολατρικής και παπικής αγιότητος του, ως βλασφήμους να τους αποσπάσουν την γλώσσαν από το όπισθεν μέρος του λαιμού των και να τους καρφώσουν με την σειράν επί ικριωμάτων». [45]

Ίσως το πνεύμα του να είχεν αρχίσει να εξασθενή όταν έγραψεν αυτό το σάλπισμα προς βιαιότητας. Η βαθμιαία δηλητηρίασις των εσωτερικών οργάνων από τον καιρόν και το φαγητόν και το ποτόν πιθανόν να έφτασε και να προσέβαλε τον εγκέφαλον. Κατά τα τελευταία του έτη ο Λούθηρος είχε χονδρύνει υπερβολικώς, αι παρειαί του εκρέμοντο και η σιαγών του ήτο πολλαπλή. Ήτο ένα ηφαίστειο ενεργητικότητος, ένας ακαταπόνητος Λεβιάθαν, λέγων

«Rast ich, so rost ich». «Εάν αναπαυθώ θα σκουριάσω». [46]

Αλλά τώρα εφαίνοντο επ’ αυτού σημεία κοπώσεως. Περιέγραψε τον εαυτό του (17 Ιανουαρίου 1546) ως «γέροντα, καταρρέοντα, δυσκίνητον, κουρασμένον, ψυχρόν, με ένα μόνον καλόν οφθαλμόν». [47] «Εβαρύνθην τον κόσμον και αυτός εβαρύνθη εμέ» , έγραφεν, [48] όταν δε η βασιλομήτωρ εκλέκτειρα της Σαξονίας του ηυχήθη να ζήση ακόμη 40 έτη, απήντησεν, «Κυρία, προτιμώ να δώσω την πιθανότητα την οποία έχω να υπάγω εις τον παράδεισον, παρά να ζήσω ακόμη 40 έτη». [49]  «Παρακαλώ τον Κύριον να έλθη ταχέως και να με πάρη από εδώ. Ας έλθη, προ πάντων, με την τελευταίαν κρίσιν του. Θα τείνω τον λαιμόν μου, ο κεραυνός θα εκσπάση και θα ησυχάσω» .[50]

Μέχρι τέλους εξηκολούθει να έχη οπτασίας του διαβόλου και από καιρού εις καιρόν αμφιβολίας διά την αποστολήν του.

«Ο διάβολος με πειράζει αρνούμενος ότι από το στόμα μου προέκυψαν μεγάλα αδικήματα και πολλά δεινά. Και με αυτό πολλάκις με φέρει εις αμηχανίαν».[51]

Κάποτε απηλπίζετο διά το μέλλον του προτεσταντισμού: «ευλαβείς δούλοι του Υψίστου γίνονται διαρκώς σπανιώτεροι».[52] Αιρέσεις και φατρίαι αυξάνουν εις αριθμόν και εχθρότητα.

Και «μετά τον θάνατον του Μελάγχθονος θα επακολουθήση θλιβερά κατάπτωσις» εις την νέαν θρησκείαν. [53]

Αλλά κατόπιν το θάρρος του επανήρχετο.
«Έκαμα τον Χριστόν και τον πάπαν να συμπλακούν, και τοιουτοτρόπως δεν ανησυχώ πλέον. Αν και εμπλέκομαι μεταξύ της θύρας και των στροφίγγων και θα συνθλιβώ, το πράγμα δεν έχει σημασίαν. Ο Χριστός θα επικρατήση». [54]

Η διαθήκη του ήρχιζε με χαρακτηριστικάς εκφράσεις:

«Είμαι γνωστός εις τον ουρανόν, εις την γην και εις την κόλασιν».

Έλεγε πως αυτός, ένας «ανάξιος και άθλιος αμαρτωλός», έλαβεν από τον Θεόν την χάριν να διαδώση το Ευαγγέλιον του Υιού Του και πως είχεν επιτύχει να αναγνωρισθή ως «διδάκτωρ της αληθείας, προκαλέσας την απαγόρευσιν του πάπα, του αυτοκράτορος, βασιλέων, πριγκήπων και ιερέων και το μίσος όλων των δαιμόνων». Και κατέληγε:

«Διά τούτο, ως προς την διάθεσιν της πενιχράς μου περιουσίας ας αρκέση η παρούσα μαρτυρία της χειρός μου. Και ας λεχθή: ο δόκτωρ Μαρτίνος Λούθηρος, συμβολαιογράφος του Θεού και μάρτυς του Ευαγγελίου Του, έγραψε τούτο». [55] Δεν αμφέβαλλεν ότι ο Θεός ανέμενε να τον υποδεχθή.

Τον Ιανουάριον του 1546 μετέβη με ψυχρόν καιρόν και άνεμον εις το Άισλεμπεν, την γενέτειράν του, διά να διευθετήση ως διαιτητής μίαν φιλονεικίαν. Κατά την απουσίαν του έστειλε χαριτωμένας επιστολάς εις την σύζυγον του, όπως την 1ην Φεβρουαρίου:

«Σου εύχομαι ειρήνην και χάριν εν Χριστώ και σου στέλνω την πτωχήν, γηραιάν και ανάπηρον αγάπην μου. Αγαπητή Κάτη, ήμουν ασθενής καθ’ οδόν προς το Άισλεμπεν, αλλά αυτό ήτο από ιδικόν μου λάθος…Τόσον ψυχρός άνεμος εφύσα εκ των όπισθεν διά μέσου του πίλου μου επί της κεφαλής μου ώστε ήτο ωσάν να επρόκειτο να παγώση ο εγκέφαλος μου. Αυτό πιθανώς να ενίσχυε τους ιλίγγους μου, αλλά τώρα, δόξα τω Θεώ, είμαι τόσον καλά ώστε αισθάνομαι ισχυρόν πειρασμόν από τας ωραίας γυναίκας και δεν λογαριάζω πόσον αντέχουν αι δυνάμεις μου… Ο Θεός να σε ευλογήση». [56]

Την 17ην φεβρουαρίου εδείπνησεν ευθύμως. Ενωρίς την επομένην πρωίαν ησθένησε με σφοδρούς πόνους εις τον στόμαχον. Εξησθένησε ταχεώς και οι φίλοι οι οποίοι συνεκεντρώθησαν περί την κλίνην του είδον σαφώς ότι ήτο ετοιμοθάνατος.
Ένας από αυτούς τον ηρώτησε,

«Σεβάσμιε πάτερ, θα μείνης σταθερός εις τον Χριστόν και εις την θρησκείαν την οποίαν εκήρυξες;» Απήντησε, «Ναι.»

Κατόπιν μία προσβολή αποπληξίας τον εστέρησε της ομιλίας και κατά την διάρκεια αυτής απέθανε (18 Φεβρουαρίου 1546). Το σώμα του μεταφέρθη εις την Βιττενβέργην και ετάφη εις την Εκκλησίαν του Πύργου, επί της θύρας της οποίας είχεν επικολλήσει τας θέσεις του προ είκοσι εννέα ετών.

Τα έτη εκείνα υπήρξαν από τα κρισιμώτερα της ιστορίας και ο Λούθηρος υπήρξεν η διαπεραστική και κυριαρχούσα φωνή των. Τα ελαττώματά του υπήρξαν πολλά. Του έλειπεν η εκτίμησις του ιστορικού ρόλου, το οποίον είχε παίξει η Εκκλησία εις τον εκπολιτισμόν της βορείου Ευρώπης, εστερείτο κατανοήσεως της δίψης της ανθρωπότητος διά συμβολικούς και παρηγόρους μύθους, του έλειπεν η φιλανθρωπία να ενεργή δικαίως με τους καθολικούς και προτεστάντας αντιπάλους του. Απηλευθέρωσε τους οπαδούς του από ένα αλάνθαστον πάπαν αλλά τους έκαμεν υποτελείς σε ένα αλάνθαστον βιβλίον. Διετήρησε τα πλέον ακατανόητα δόγματα της μεσαιωνικής θρησκείας, ενώ επέτρεψε να καταπατηθή και να σβεστή όλη η ωραιότης της, η οποία υπήρχεν εις τους θρύλους και την τέχνην της και εκληροδότησεν εις την Γερμανίαν ένα χριστιανισμόν όχι αληθέστερον από τον παλαιόν, πολύ ολιγώτερον χαρούμενον και παρήγορον, μόνον τιμιώτερον εις την διδασκαλίαν του και εις το προσωπικόν του. Έγινε σχεδόν εξ ίσου αδιάλλακτος με την Ιεράν Εξέτασιν αλλά οι λόγοι του υπήρξαν τραχύτεροι από τα έργα του. Υπήρξεν ένοχος των πλέον υβριστικών συγγραμάτων εις την ιστορίαν της φιλολογίας. Εδίδαξεν εις την Γερμανίαν το θεολογικόν μίσος, το οποίον έβαψε με αίμα το έδαφος της μέχρι και εκατόν έτη μετά τον θάνατόν του.

Και όμως τα σφάλματά του υπήρξαν η επιτυχία του. Ήτο άνθρωπος του πολέμου διότι αι περιστάσεις φαίνεται ότι απήτουν πόλεμον, διότι τα προβλήματα εναντίον των οποίων επετέθη είχον αντισταθή επί αιώνας εις όλας τας ειρηνικάς μεθόδους. Ολόκληρος η ζωή του υπήρξε μία μάχη εναντίον της εννοίας της ενοχής, εναντίον του διαβόλου, του πάπα, του αυτοκράτορος, του Ζβιγγλίου, ακόμη και εναντίον των φίλων του οι οποίοι θα ήθελον να συμβιβάσουν την ανταρσίαν του και να την κάμουν μίαν αξιοπρεπή διαμαρτυρίαν η οποία θα ηκούετο με ευγένειαν και θα ελησμονείτο επιμελώς. Τί θα ηδύνατο ένας ηπιώτερος άνθρωπος να κάμη εναντίον τόσων εμποδίων και δυνάμεων; Κανείς άνθρωπος με φιλοσοφικόν πνεύμα, καμία επιστημονική διάνοια περιορίζουσα την πίστην εις την απόδειξιν καμία γενναιόψυχος φύσις, προβαίνουσα εις γενναίας παραχωρήσεις προς τον εχθρόν, δεν θα ηδύνατο να ρίψη μίαν τοιαύτην πρόκλησιν συγκλονίσασαν τον κόσμον ή θα ηδύνατο να βαδίση τόσον αποφασιστικώς, εώς εάν εφόρει παρωπίδας, προς τον σκοπόν του. Εάν η θεολογία του προορισμού ήτο εξ ίσου αποκρουστική εις την λογικήν και εις την ανθρωπίνην καλωσύνην όπως οιοσδήποτε μύθος ή θαύμα της μεσαιωνικής πίστεως, διά του πλήρους πάθους αυτού παραλογισμού συνεκίνει τας καρδίας των ανθρώπων. Είναι η ελπίς και ο τρόμος τα οποία κάμνουν τους ανθρώπους να προσεύχωνται και όχι η απόδειξις των πραγμάτων τα οποία είδον.

Είναι αληθές ότι με τα χτυπήματα του τραχέος γρόνθου του συνέτριψεν την δύναμιν της συνηθείας, το κέλυφος της εξουσίας, τα οποία είχον σταματήσει την κίνησιν του ευρωπαικού πνεύματος. Εάν κρίνωμεν το μεγαλείον με την επιρροήν – η οποία είναι η ολιγώτερον υποκειμενική δοκιμασία την οποίαν δυνάμεθα να μεταχειρισθώμεν – δυνάμεθα να κατατάξωμεν τον Λούθηρον, μαζί με τον Κοπέρνικον, τον Βολταίρον και τον Δαρβίνον, ως τας πλέον ισχυράς προσωπικότητας του νεωτέρου κόσμου. Έχουν γραφή περισσότερα δι’ αυτόν παρά δι’ οιονδήποτε άλλον νεώτερον άνθρωπον εκτός του Σαίξπηρ και του Ναπολέοντος. Η επίδρασις του επί της φιλοσοφίας υπήρξεν καθυστερημένη και έμμεσος. Παρεκίνησε τον φιντεισμόν του Καντ, τον εθνικισμόν του Φίχτε, τον θεληματισμόν του Σοπενχάουερ, την εγελειανήν παράδοσιν της ψυχής εις το κράτος. Η επιρροή του επί της γερμανικής φιλολογίας και ομιλίας υπήρξεν τόσον αποτελεσματική και εισδυτική όσον η της Βίβλου του βασιλέως Ιακώβου επί της γλώσσης και των γραμμάτων εις την Αγγλίαν. Κανείς άλλος Γερμανός δεν αναφέρεται εις παραπομπάς τόσον συχνά και με τόσην αγάπην. Με τον Κάρλστατ και άλλους, επέδρασεν επί του ηθικού βίου και των θεσμών του δυτικού ανθρώπου διά της αποσπάσεως από την αγαμίαν του κλήρου και εκχύσεως εις τον κοσμικόν βίον των ενεργητικοτήτων εκείνων αι οποίαι είχον εκτραπή προς τον μοναστικόν ασκητισμόν, την μοναστικήν οκνηρίαν και ευλάβειαν. Η επιρροή του εμειούτο εφ’ όσον επεξετείνετο. Υπήρξε τεραστία εις την Σκανδιναβίαν, προσωρινή εις την Γαλλίαν, εξετοπίσθη από την του Καλβίνου εις την Σκωτίαν, την Αγγλίαν και την Αμερικήν. Αλλά εις την Γερμανίαν υπήρξε κυρίαρχος. Κανείς άλλος διανοούμενος ή συγγραφεύς δεν απετύπωσε τόσον βαθέως την σφραγίδα του εις το γερμανικόν πνεύμα και τον γερμανικόν χαρακτήρα. Υπήρξεν η ισχυροτέρα μορφή εις την γερμανικήν ιστορίαν και οι συμπατριώται του τον αγαπούν περισσότερον διότι ήτο ο πλέον Γερμανός από αυτούς όλους.

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 395-443 & 514-527 εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970 οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Λούθηρος

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουλίου, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ

(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Γ.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ  κζ 20-37 και κα 5-36
Υπόμνημα στο κατά Λουκάν, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 499-508 και 574-589 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας             Θφ = Θεοφύλακτος
Β = Βασίλειος ο Μέγας               Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας            Σγ = Σεβηριανός
Ζ = Ζιγαβηνός                          Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Η = Ησύχιος                             Ω = Ωριγένης

(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
F. Godet, Commentaire sur l’ Evangile de S. Luc 1888 (σημειώνεται με το g).
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Luc, Deuxieme edition      Paris 1921 (σημειώνεται με το L).
Alf. Plummer.   A critical and exegetical commentary on the Gospel according to S. Luc, Fifth edition (1928) (σημειώνεται με το p).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by A. Fausset. Τόμ. II (σημειώνεται με το b)
J. Owen, A Commentary on the Gospel of Luc, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)
ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους
Λουκ. 17,20 Ἐπερωτηθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν Φαρισαίων(1) πότε ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ(2), ἀπεκρίθη αὐτοῖς καὶ εἶπεν· οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως(3),
Λουκ. 17,20 Οταν δε κάποιος από τους Φαρισαίους τον ηρώτησε, πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, απεκρίθη εις αυτούς και είπεν• “η βασιλεία του Θεού δεν έρχεται με εξωτερικήν πομπήν και εντυπωσιακά γεγονότα, ώστε να προκαλή την προσοχήν και παρατήρησιν των ανθρώπων.
(1)   Είναι γνωστό με ποια ανυπομονησία ανέμεναν οι Φαρισαίοι την εμφάνιση της βασιλείας του Μεσσία. Φυσικό λοιπόν ήταν να θέλουν να μάθουν την γνώμη του Ιησού για αυτό. Αναμφίβολα θα δοκίμαζαν μεγάλη χαρά, εάν τον έφερναν σε δύσκολη θέση με το ερώτημά τους αυτό ή αν του αποσπούσαν πλανημένη ή οπωσδήποτε υποκείμενη σε επίκριση γνώμη (g).
(2)   Εφόσον καμία καθορισμένη χρονολογία δεν παρεχόταν στη Γραφή, έπρεπε λοιπόν να παρακολουθούν και να παρατηρούν τα σημεία των καιρών (L). Η ερώτηση που ήδη θέτουν φανερώνει, ότι η βασιλεία αυτή κατά τις ιδέες τους ήταν τελείως εξωτερική και ότι η έλευσή της θα σημειωνόταν με κάποιο μεγάλο και αιφνίδιο θεαματικό χτύπημα (g).
(3)   Παρόλο που το ρήμα παρατηρώ δεν είναι σπάνιο ούτε στην Κ.Δ. ούτε στους Ο΄(μετάφραση της Π.Δ. των 70 μεταφραστών), συναντιέται επιπλέον και στους ιατρούς συγγραφείς για παρατήρηση των συμπτωμάτων των νόσων, παρόλ’ αυτά το ουσιαστικό παρατήρηση είναι λέξη που συναντιέται μόνο μία φορά (p). Σημαίνει ή «με δόξα ανθρώπινη» (Ζ) ή ακριβέστερα, με κάποιο γεγονός που πέφτει στις αισθήσεις· με τρόπο ορατό και αισθητό (g), ώστε και με τα μάτια να μπορεί να παρατηρηθεί (Grimm)· με τέτοιο έκτακτο θέαμα, ώστε να μπορεί κάποιος σιγά σιγά και διαδοχικά να παρατηρήσει το πότε και το εδώ, τον χρόνο και τον τόπο (b).
Δεν έχει η βασιλεία του Θεού εξωτερικές επιδείξεις και εμφανίσεις, όπως τα γήινα κοσμικά βασίλεια, οι επεκτάσεις και επαναστάσεις των οποίων γίνονται αισθητές και οι ειδήσεις για αυτά γεμίζουν τις εφημερίδες. Η είσοδος της βασιλείας του Θεού θα είναι σιωπηλή και αθόρυβη και χωρίς κάποια πομπή. Είναι αξιοσημείωτο, ότι ενώ οι Φαρισαίοι ρωτούν: πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, ο Κύριος δεν απαντά αμέσως στο ερώτημά τους αυτό, αλλά ζητά μάλλον να διορθώσει τις πλανημένες αντιλήψεις τους για την βασιλεία αυτή. Εξάλλου οι επισκέψεις του Θεού δια μέσου των αιώνων έγιναν μυστικά και αιφνίδια.
Οι άνθρωποι, οι απορροφημένοι από τις επιδιώξεις της παρούσας ζωής, δεν αντιλαμβάνονται τις προσεγγίσεις ή και τις ελεύσεις τους. Συγχέουν τα μεγάλα γεγονότα με τα μικρά και μετρούν την σοβαρότητά τους σύμφωνα με τα παχυλά ιδανικά τους. Ο Θεός φανερώθηκε με σάρκα. Γεγονός όμοιο του οποίου δεν είδε ποτέ άλλοτε ο κόσμος και το οποίο επισκίασε όλα τα γεγονότα της ιστορίας. Και όμως δεν επέσυρε την προσοχή του κοινού. Οι κάτοικοι της Βηθλεέμ δεν μπόρεσαν να βρουν τόπο για τον Θείο Επισκέπτη στο κατάλυμα, ο οποίος ξάπλωσε στη φάτνη μεταξύ των αλόγων ζώων. Πράγματι τότε η βασιλεία του Θεού είχε έλθει χωρίς παρατήρηση. Και όταν αυτός, ο οποίος είναι η Κεφαλή και ο Ήλιος της Εκκλησίας, σταυρώθηκε και αναστήθηκε και ίδρυσε την βασιλεία του ως δική του εκκλησία, για πολλά χρόνια παρέμενε άγνωστος ή και παραγνωρισμένος μεταξύ των ανθρώπων. Η βασιλεία του Θεού ήλθε ανάμεσά τους όχι με παρατήρηση.
Λουκ. 17,21 οὐδὲ ἐροῦσιν ἰδοὺ ὧδε ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ(1)· ἰδοὺ γὰρ(2) ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν(3).
Λουκ. 17,21 Ούτε όταν έλθη θα είπουν οι άνθρωποι• Ιδού εδώ είναι η ιδού εκεί είναι. Διότι εις την πραγματικότητα η βασιλεία του Θεού ευρίσκεται μεταξύ σας.
(1)   Εξηγεί εδώ το όχι με παρατήρηση.=Δεν θα πουν οι άνθρωποι· να εδώ ή να εκεί η προσωποποίηση της βασιλείας αυτής, ο Μεσσίας (δ), «το οποίο κάνουν στους γήινους βασιλιάδες» (Ζ).
Όταν έλθει ο Μεσσίας για να θεμελιώσει την βασιλεία του, δεν θα πουν: Να εδώ είναι ο Μεσσίας ή να είναι εκεί, όπως γίνεται όταν κάποιος επίγειος βασιλιάς περιοδεύει για επίσκεψη των διαμερισμάτων της δικαιοδοσίας του, και σε όλων τα στόματα υπάρχουν οι λέξεις: Εκεί είναι ο βασιλιάς, αυτό το μέρος επισκέπτεται τώρα ο βασιλιάς. Διότι όπου είναι ο βασιλιάς, εκεί είναι και η αυλή του. Αλλά ο Χριστός δεν θα έλθει έτσι, ούτε οι λεγεώνες που αποτελούν την σωματοφυλακή αυτού του βασιλιά θα φανούν εδώ ή εκεί.
(2)   Το γαρ σημειώνει τον λόγο για τον οποίο το να εδώ ή να εκεί, δεν μπορεί να γίνει δεκτό (p).
(3)   Ή «βρίσκεται μέσα στις δικές σας προαιρέσεις, και είναι στην εξουσία σας να την λάβετε. Γιατί είναι δυνατόν στον κάθε άνθρωπο, που πέτυχε την εκ μέρους του Χριστού δικαίωση, δηλαδή αυτήν που έχει αποκτήσει σαν πλούτο με την πίστη και έχει καταστεί λαμπρός με κάθε αρετή, να επιτύχει τη βασιλεία των ουρανών» (Κ).
«Η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα σας. Συνεπώς η αρετή έχει ανάγκη μόνον από τη θέλησή μας. Και αυτό βεβαίως, διότι βρίσκεται μέσα μας και από εμάς τους ίδιους αποκτιέται. Η αρετή δηλαδή αποκτιέται όταν η ψυχή επιθυμεί εκ φύσεως τα πνευματικά» (Α).
Ή, μέσα στις καρδιές σας. Μη θεωρείτε αυτήν ως κάτι εξωτερικό· η βασιλεία είναι στην ουσία πνευματική, είναι μέσα στις καρδιές σας, εάν πράγματι έχετε αυτήν (p). Η βασιλεία του Θεού δεν υπόσχεται κυρίως να μεταβάλλει τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής των ανθρώπων, αλλά να ανακαινίσει τις καρδιές τους και την διαγωγή τους. Τότε έρχεται στον καθένα μας, όταν από υπερήφανο και μάταιο, που ήταν στο παρελθόν, μεταβάλλει αυτόν σε ταπεινό, σοβαρό και σώφρονα· όταν αποσπάσει αυτόν από την προσκόλληση στον κόσμο και τις επιθυμίες της σάρκας και στρέψει ολόκληρο το ενδιαφέρον του προς τον ουρανό.
Ο ουρανός, τον οποίο περιμένουμε, είναι α) φως. Αλλά τι ακτινοβολείται από το φως αυτό; Αλήθεια, ειλικρίνεια, δικαιοσύνη. Και αυτό είναι ο ουρανός. Εάν είστε παιδιά του Θεού, θα βασιλεύει στις καρδιές σας ευθύτητα, ακριβής δικαιοσύνη, τέλεια φιλαλήθεια. Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας. Ο ουρανός είναι β) Αρμονία. Εάν αγαπάτε την ενότητα, εάν μισείτε τις διαστάσεις και διχόνοιες, εάν συντελείτε στην εκκλησιαστική ενότητα, τότε η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας. Ο ουρανός είναι γ) Ταπεινοφροσύνη. Κάθε άγγελος εκεί καλύπτει το πρόσωπο και τα πόδια του με τις φτερούγες του. Όποτε βλέπουμε άνθρωπο να έχει ταπεινή ιδέα για τον εαυτό του, μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι η βασιλεία του Θεού είναι μέσα του. δ) σε όλο τον ουρανό είναι εκτάκτως αισθητή η παρουσία του Χριστού, ο οποίος είναι η χαρά και η ευφροσύνη όλων των καρδιών. Αναλόγως λοιπόν του τι είναι ο Χριστός για τον καθένα μας, μπορούμε να πούμε: Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας.
«Διότι τότε βεβαίως λέγεται ότι βασιλεύει στην πραγματικότητα ο Θεός, όταν δεν βιώνεται τίποτα κοσμικό στις ψυχές μας, αλλά σε όλα ζούμε κατά τρόπο υπερκόσμιο» (Θφ).
Πιο σωστή ερμηνεία: η βασιλεία του Θεού είναι ανάμεσά σας στο πρόσωπο εμού του Χριστού και των μαθητών μου. Και έρχεται τόσο λίγο με παρατήρηση, ώστε ενώ βρίσκεται ήδη ανάμεσά σας, εσείς δεν έχετε αντιληφθεί την έλευσή της (έτσι ερμηνεύουν οι L.δ και όλοι σχεδόν οι νεώτεροι ερμηνευτές).
Λουκ. 17,22 Εἶπε(1) δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς(2)· ἐλεύσονται ἡμέραι(3) ὅτε ἐπιθυμήσετε μίαν τῶν ἡμερῶν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἰδεῖν(4), καὶ οὐκ ὄψεσθε(5).
Λουκ. 17,22 Είπε δε προς τους μαθητάς του• “θα έλθουν ημέραι, που θα επιθυμήσετε να ιδήτε, δια να πάρετε θάρρος και ενίσχυσιν στον αγώνα σας, μίαν από τας ημέρας του υιού του ανθρώπου, και δεν θα ίδετε.
(1)   Δες Ματθ. κδ 23,26 και Μάρκ. ιγ 21, με τα οποία είναι εν μέρει παράλληλο το παρόν τμήμα του Λουκά.
(2)   Στους Φαρισαίους ο Κύριος έπρεπε να υπενθυμίσει τον πνευματικό χαρακτήρα της βασιλείας. Παρόλ’ αυτά δεν αποσκοπούσε με όσα είπε να αρνηθεί την ένδοξη και εξωτερική εμφάνιση της βασιλείας αυτής κατά την συντέλεια του κόσμου. Για να αναπτύξει όμως την άλλη αυτή πλευρά της αλήθειας, στρέφεται τώρα προς τους μαθητές του. Η σειρά λοιπόν των ιδεών που αναπτύσσονται έχει ως εξής: Η βασιλεία, με την εξωτερική έννοια, με την οποία δέχονται αυτήν οι Φαρισαίοι, δεν θα έλθει τόσο προσεχώς (στιχ. 22)· και όταν θα έλθει, δεν θα προκληθεί κάποια αβεβαιότητα για την εμφάνισή της (στιχ. 23,24)(g).
(3)   «Προειδοποιεί λοιπόν ότι πριν από την άφιξή του από τους ουρανούς, η οποία θα γίνει κατά τη συντέλεια του κόσμου, θα έλθει θλίψη και διωγμός, ώστε θα επιθυμήσουμε να δούμε μία ημέρα αυτού» (Κ).
Στις αρχές βέβαια θα έχετε μεγάλες επιτυχίες. Αλλά μη νομίζετε, ότι πάντοτε θα γίνεται έτσι. Όχι. Αλλά πρόκειται να διωχτείτε και να διασκορπιστείτε, να φυλακιστείτε και να σας επιβάλλουν σιγή. Έτσι ώστε δεν θα έχετε πάντοτε ευκαιρίες να κηρύττετε το ευαγγέλιο άφοβα και χωρίς αντιδράσεις. Εξωτερικοί διωγμοί και εμπόδια θα περιορίζουν τη δράση σας και θα δυσχεραίνουν αυτήν. Μερικές φορές και η μέσα σας παρουσία του Πνεύματος θα γίνεται λιγότερο αισθητή και η από αυτήν παρηγοριά φειδωλή και λιγότερο πλούσια. Ο επουράνιος Πατέρας μάς καταρτίζει, για να μάθουμε στην πράξη, τι αξία έχουν τα ελέη του, πόσο ισχυρή και ανίκητη είναι η αόρατη δύναμή του, πόσο αδύνατοι είμαστε εμείς και πόσο πρέπει να ταπεινωνόμαστε για τις τυχόν επιτυχίες μας αποδίδοντας αυτές στο Θεό.
(4)   Ή, ημέρες του υιού του ανθρώπου εννοεί αυτές στη γη, «δηλαδή εκείνη κατά την οποία θα ζούμε ακόμη και θα συμβιώνουμε με το Χριστό» (Κ).
«Διότι παρόλο που ήταν μαζί του, δεν ζούσαν όμως τελείως άκοπα και ακίνδυνα… αλλά συγκρινόμενα με τους μελλοντικούς κινδύνους αυτά που τους συνέβαιναν πριν, θα φαίνονται σαν να ήταν πολύ ακίνδυνα» (Θφ)· «βάζοντας δηλαδή σε αντιπαράθεση τα μεγαλύτερα κακά, είναι οπωσδήποτε προτιμητέα τα μικρότερα» (Κ).
Ή, πιο σωστά· μία από τις ημέρες της ένδοξης φανέρωσης του Θεού και Σωτήρα μας (δ)· μία πρόγευση της μελλοντικής δόξας (p)· μία θεία επίσκεψη και εκδήλωση για ενίσχυση της διωκομένης και κουρασμένης εκκλησίας (g).
(5)   Ο στεναγμός και η ευχή: Ω! μία και μόνο ημέρα της δόξας του ουρανού κατά την ώρα αυτή της θλίψης· θα ακουστεί μάταια. Δεν θα δείτε την ημέρα αυτή όχι διότι δεν πρόκειται να έλθει ποτέ, αλλά διότι δεν θα είναι τότε, όταν θα ζητήσετε αυτήν, ο καιρός της έλευσής της (p).
Λουκ. 17,23 καὶ ἐροῦσιν ὑμῖν· ἰδοὺ ὧδε, ἰδοὺ ἐκεῖ(1)· μὴ ἀπέλθητε μηδὲ διώξητε(2).
Λουκ. 17,23 Και θα σας πουν τότε• Ιδού εδώ είναι ο Χριστός, ιδού εκεί είναι ο Χριστός. Μην πάτε και μην ακολουθήσετε αυτόν, που θα σας φέρη την ψευδή αυτήν πληροφορίαν.
(1)   Η ζωηρή αυτή προσδοκία των πιστών, θα προδιαθέσει τους απλούστερους από αυτούς σε ευπιστία (g). Και τότε στις ημέρες εκείνες των θλίψεων θα σας πουν· να εδώ είναι ο Χριστός, να εκεί ο Χριστός (δ).
Δεν υπάρχει κάποια αντίθεση μεταξύ του στίχου αυτού και του στίχου 21. Διότι ο τελευταίος αυτός στίχος αναφέρεται στα σημάδια της πρώτης έλευσης του Κυρίου. Ενώ ο παρών αναφέρεται στα ψευδή σημάδια της δεύτερης έλευσης και παρουσίας και περιλαμβάνει όλες τις άκαιρες και πρόωρες προαναγγελίες για τη δήθεν προσέγγιση της εσχάτης ημέρας= Κάθε προφητεία καθορισμένων χρονολογιών και κάθε βεβαίωση για τοπικές εμφανίσεις πρέπει με πολλή δυσπιστία να ακούγονται (p). «Κανείς, λέει, να μη σας πείσει, ότι ήλθα εδώ ή εκεί» (Θφ).
(2)   Μην πάτε προς αυτόν που λέει τον εαυτό του Μεσσία, ούτε να τον διώξετε, δηλαδή να τον ακολουθήσετε. Το διώκω με την έννοια του έπομαι, ακολουθώ και στους κλασικούς συγγραφείς (δ).
Λουκ. 17,24 ὥσπερ(1) γὰρ(2) ἡ ἀστραπὴ ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπ᾿ οὐρανὸν(3) εἰς τὴν ὑπ᾿ οὐρανὸν λάμπει, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου(4) ἐν τῇ ἡμέρᾳ αὐτοῦ(5).
Λουκ. 17,24 Ο υιός του ανθρώπου θα έλθη κατά την ημέραν της ενδόξου αυτού δευτέρας παρουσίας, θα έλθη όπως ακριβώς η αστραπή φαίνεται έξαφνα και αστράφτει από κάποιαν περιοχήν του ουρανού, λάμπει δε και φωτίζει όλην την έκτασιν κάτω από τον ουρανόν.
(1)   Δες Ματθ. κδ 27.
(2)   Μην πάτε και μην ακολουθήσετε, διότι η έλευση του υιού του ανθρώπου θα είναι όπως η αστραπή αιφνίδια και γενικώς ορατή (p).
«Δεν θα περιοριστεί σε τόπο η δευτέρα παρουσία μου, η λαμπρότερη και ενδοξότερη. Αλλά όπως η αστραπή δεν διαφεύγει την προσοχή, αλλά φαίνεται από το ένα άκρο της γης στο άλλο, έτσι και η δική μου παρουσία θα είναι λαμπρή και ένδοξη και σε κανέναν δεν θα μείνει κρυφή» (Θφ). Δεν τρέχει κανείς εδώ και εκεί για να δει την αστραπή. Η λάμψη της διαχύνεται παντού (g).
(3)   Εξυπακούεται η λέξη χώρας. Μπορεί να συνδεθεί ή με το αστράπτουσα (=αστράπτει κάτω από τον περιοχή του ουρανού δηλαδή από ένα οποιοδήποτε σημείο της ατμόσφαιρας και των νεφών και λάμπει σε όλη την περιοχή της γης και του ορίζοντα κάτω από τα νέφη)(δ) ή μπορεί να συνδεθεί με το λάμπει (p) δηλαδή από το ένα σημείο στο άλλο. Ο Λουκάς αποφεύγει να πει ότι η αστραπή λάμπει από την ανατολή μέχρι τη δύση διότι δεν είναι πάντοτε αυτή η κατεύθυνση της αστραπής (L).
(4)   «Έτσι θα είναι και αυτός φανερός σε όλη την οικουμένη» (Ζ).
(5)   «Ημέρα του λέει αυτήν της δευτέρας παρουσίας του» (Ζ).
Λουκ. 17,25 πρῶτον(1) δὲ(2) δεῖ αὐτὸν πολλὰ παθεῖν καὶ ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης(3).
Λουκ. 17,25 Πριν όμως έλθη με όλην του την δόξαν ως κριτής, πρέπει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού να πάθη πολλά και να αποδοκιμασθή από την γενεάν αυτήν.
(1)   Πριν ακόμη μπει σε εκείνη την δόξα με την οποία πρόκειται να έλθει (b). Νόμιζαν, ότι η βασιλεία του Μεσσία θα ερχόταν με εξωτερική λαμπρότητα. Όχι, λέει, ο Χριστός. Πρέπει μέσω του σταυρού να διαβούμε στον βασιλικό θρόνο.
(2)   Αλλά δεν πρέπει να τον περιμένετε τώρα με δόξα. Τα επικείμενα γεγονότα είναι τελείως διαφορετικά (p). Ο σύνδεσμος «δε» είναι αντιθετικός= πριν έλθει όμως αυτός ως Κριτής ένδοξος, είναι ανάγκη πρώτα κατά την ορισμένη βουλή του Θεού και πρόγνωση (δεῖ=πρέπει) να πάθει πολλά (δ). Πολλά· ονειδισμούς, ντροπή, θάνατο, αυτά είναι τα πολλά. Πρέπει να αποδοκιμαστεί από τη γενιά αυτή των απίστων Ιουδαίων, πριν τον εγκολπωθεί άλλη γενιά πιστών εθνικών. Το ευαγγέλιο πρέπει πρώτα να κατανικήσει μέγιστη αντίσταση και πρωτοφανή εμπόδια ώστε και με αυτό να καταφανεί, ότι η δύναμή του είναι από το Θεό και όχι από ανθρώπους.
«Μη λοιπόν θαυμάσετε, αν θα συμβούν σε σας τέτοια επίπονα, τα οποία να σας φέρουν επιθυμία να είστε μαζί μου. Διότι εγώ ο ίδιος, που πρόκειται να φανώ ως αστραπή, πρώτα πρόκειται να πάθω πολλά και να αποδοκιμαστώ και έτσι να έλθω σε αυτήν την δόξα» (Θφ).
(3)  «Των πονηρών Ιουδαίων» (Ζ), των συγχρόνων του Κυρίου.
Λουκ. 17,26 καὶ(1) καθὼς(2) ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Νῶε οὕτως ἔσται καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις(3) τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου·
Λουκ. 17,26 Και καθώς συνέβη κατά τας ημέρας του Νώε, έτσι θα είναι και κατά τας ημέρας που θα έλθη ο υιός του ανθρώπου.
(1)   Δες Ματθ. κδ 37-39 και τις εκεί σημειώσεις. Στους στίχους 26-30 περιγράφει την κατάσταση του κόσμου, πως θα είναι πριν την έλευσή του. Την ώρα που οι πιστοί θα ποθούν σφοδρά την επάνοδο του Κυρίου, αμεριμνησία και αίσθημα σαρκικής ασφάλειας θα καταπλημμυρίζει την ανθρωπότητα (g).
(2)   Το προηγούμενο «ώσπερ(=όπως ακριβώς)» σημαίνει κάτι το ανάλογο. Το «καθώς» όμως που μπαίνει εδώ δηλώνει ακριβώς το όμοιο (p). Όπως συνέβη στις ημέρες του Νώε, έτσι θα συμβεί και τότε (δ).
(3)   Εδώ σε πληθυντικό και όχι σε ενικό (όπως στο στίχο 24), διότι προηγήθηκε το «στις ημέρες του Νώε» (L).
Λουκ. 17,27 ἤσθιον(1), ἔπινον, ἐγάμουν, ἐξεγαμίζοντο(2), ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε ὁ Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, καὶ ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας(3).
Λουκ. 17,27 Οι άνθρωποι τότε έτρωγαν, έπιναν, διασκέδαζαν, ενυμφεύοντο, έδιδαν εις γάμον τα παιδιά των, μέχρι της ημέρας που εμπήκε ο Νώε εις την κιβωτόν και ήλθεν ο κατακλυσμός και εξωλόθρευσεν όλους.
(1)   Οι παρατατικοί που μπαίνουν χωρίς σύνδεση κάνουν εκτάκτως ζωηρό το λόγο (p).
(2)   Το εξεγαμίζοντο= δίνονταν σε γάμο από τους γονείς τους (g). Δεν τονίζει απλώς το ότι ζούσαν τη συνηθισμένη τους ζωή, αλλά το ότι ήταν εξολοκλήρου απορροφημένοι από τα εξωτερικά πράγματα (p).
Το να τρώμε και να πίνουμε είναι αναγκαίο για διατήρηση της ανθρώπινης ζωής και το κάνουμε γάμο και να δίνουμε σε γάμο απαραίτητο για πολλαπλασιασμό της. Τα νόμιμα και επιτρεπόμενα αυτά έγιναν ολέθρια σε εκείνους λόγω της διάθεσης, με την οποία γίνονταν. Ήταν αυτοί αμέριμνα παραδομένοι στην σαρκική ζωή, ενώ ο κίνδυνος ήταν επί θύραις και για την επικείμενη έλευση του ολέθρου ο Θεός μέσω του Νώε είχε ειδοποιήσει αυτούς. Έτρωγαν, έπιναν και παντρεύονταν, την ώρα που επείγουσα ανάγκη ήταν να νηστεύσουν, να πενθήσουν και να μετανοήσουν. Παρά τις προαναγγελίες του Νώε, παρά τις επανειλημμένες για μετάνοια προσκλήσεις, αυτοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους ασφαλείς, διότι απιστούσαν και διότι θεωρούσαν γελοίο το κήρυγμα περί επικειμένης καταστροφής.
(3)   «Όπως στα χρόνια του Νώε ξαφνικά ήλθε ο κατακλυσμός και τους πήρε όλους, έτσι θα είναι και η παρουσία του» (Θφ).
Λουκ. 17,28        ὁμοίως(1) καὶ ὡς ἐγένετο(2) ἐν ταῖς ἡμέραις Λώτ· ἤσθιον(3), ἔπινον, ἠγόραζον, ἐπώλουν, ἐφύτευον, ᾠκοδόμουν(4)·
Λουκ. 17,28              Θα συμβή ο,τι έγινε και κατά τας ημέρας του Λωτ. Και τότε οι άνθρωποι έτρωγαν, έπιναν, ηγόραζαν, επωλούσαν, εφύτευαν, έκτιζαν χωρίς να σκέπτωνται καθόλου τον Θεόν.
(1)   Ομοίως εξυπακούεται το ρήμα έσται(=θα είναι)= Θα συμβεί στις ημέρες του υιού του ανθρώπου όμοια και όπως έγινε (δ).
(2)   Υπάρχει και η γραφή «καθώς εγένετο», η οποία φαίνεται απλούστερη και φυσικότερη (δ).
(3)   Το «ομοίως» εξηγείται με τα επόμενα, δηλαδή έτρωγαν, έπιναν κλπ. Ήταν δηλαδή απασχολημένοι με τα συνηθισμένα τους έργα (δ).
(4)   Έπρατταν όλα αυτά, διότι με ασφάλεια απέβλεπαν στο μέλλον (L), μολονότι και για αυτούς είχε σταλεί ο Λώτ, όπως πριν ο Νώε κήρυκας δικαιοσύνης σε αυτούς που εξολοθρεύτηκαν από τον κατακλυσμό. «Αλλά όπως ακριβώς αυτούς που στα χρόνια του Νώε και του Λωτ τρυφούσαν και αμεριμνούσαν, τους κατέστρεψε τους μεν ο κατακλυσμός, τους δε η φωτιά και το θειάφι, που κατέβηκαν αιφνίδια από τον ουρανό, έτσι και αυτούς που στη δευτέρα παρουσία θα τρυφούν και θα αμεριμνούν θα τους έλθει αιφνίδιος όλεθρος» (Ζ).
Λουκ. 17,29 ᾗ δὲ ἡμέρᾳ ἐξῆλθε Λὼτ ἀπὸ Σοδόμων(1), ἔβρεξε(2) πῦρ καὶ θεῖον ἀπ᾿ οὐρανοῦ καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας(3).
Λουκ. 17,29 Την ώρα όμως που έφυγεν ο Λωτ από τα Σοδομα, έβρεξε από τον ουρανόν φωτιά και θειάφι και κατέστρεψε όλους.
(1)   Η είσοδος του Νώε στην κιβωτό είναι παράλληλη με την έξοδο του Λωτ για σωτηρία του, η οποία εμπόδιζε την καταστροφή των Σοδόμων, ώστε να μην καταστραφεί μαζί και ο δίκαιος (δ).
(2)   Γενικώς θεωρείται ότι είναι σε ενεργητική φωνή= ο Κύριος ή ο Θεός έβρεξε. Δες Γενεσ. ιθ 24 και Ματθ. ε 45. Αλλά με την έννοια αυτή το ακόλουθο «απ’ ουρανού» θα φαινόταν πλεονασμός. Εφόσον λοιπόν το βρέχω στους μεταγενέστερους Έλληνες βρίσκεται και με ουδέτερη έννοια, πιο φυσικό είναι έτσι να πάρουμε αυτό και εδώ. Έτσι ενισχύεται και ο παραλληλισμός μεταξύ των δύο «απώλεσε» (στιχ. 27 και 29) και των δύο υποκειμένων των κατακλυσμός και πυρ και θείον (g).
Ήλθε ο κατακλυσμός και καταστράφηκε ολόκληρος ο παλαιός κόσμος. Έβρεξε φωτιά και θειάφι και κατέκαψε τους αμαρτωλούς των Σοδόμων. Ο Θεός έχει πολλά βέλη στη φαρέτρα του και χρησιμοποιεί από αυτά κατά βούληση και αρέσκεια, όταν πολεμά εναντίον των αποστατών υπηκόων του, κατά των οποίων πάντοτε ενεργεί δραστικά και αδυσώπητα. Εδώ όμως ειδικά αποσκοπείται να δειχτεί το τρομερό και εκπληκτικό της καταστροφής εκείνων, οι οποίοι απορροφημένοι από την σάρκα και ξένοι σε κάθε σκέψη μετανοίας θεωρούν τους εαυτούς τους σε ασφάλεια.
(3)   «Υπαινίσσεται λοιπόν με τα παραδείγματα αυτά, και με αυτό των ανθρώπων του κατακλυσμού και με αυτό των Σοδομιτών, ότι όταν έλθει ο αντίχριστος θα αυξηθούν στους ανθρώπους οι παράνομες ηδονές και θα είναι λάγνοι και παραδομένοι στις παράνομες ηδονές, το οποίο βεβαίως και ο απόστολος είπε, ότι στις έσχατες ημέρες θα είναι οι άνθρωποι φιλήδονοι μάλλον παρά φιλόθεοι» (Θφ).
Λουκ. 17,30 κατὰ τὰ αὐτὰ ἔσται(1) ᾗ ἡμέρᾳ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται(2).
Λουκ. 17,30 Όμοια με αυτά θα συμβούν και κατά την ημέραν της δευτέρας παρουσίας, που θα φανή με όλην του την δόξαν ο υιός του ανθρώπου.
(1)   Όμοια με αυτά θα συμβούν… Η ομοιότητα λοιπόν αναφέρεται στην έλλειψη φροντίδας των απίστων και στο αιφνίδιο και απροσδόκητο της φανέρωσης του Σωτήρα (δ).
(2)   Τεχνικός όρος που χρησιμοποιείται σε πολλά σημεία της Κ.Δ. για την αποκάλυψη του Κυρίου. Δες Α΄ Κορ. α 7,Β΄ Θεσ. α 7,Α΄ Πέτρ. α 7,13 δ 13 (p). Ο ενεστώτας σημαίνει την εμφάνιση και αποκάλυψη αυτή ως απολύτως βέβαιη και μεταφέρει τον ακροατή με ζωηρότητα στην μεγάλη εκείνη στιγμή. Η λέξη αποκαλύπτεται υπονοεί, ότι ο Ιησούς είναι εκεί, αν και αόρατος, και δεν χρειάζεται παρά να σηκωθεί το παραπέτασμα για να φανερωθεί (g). Μέχρι τη στιγμή εκείνη είναι σκεπασμένος από τα μάτια των ανθρώπων. Τότε όμως με τη μία θα αποκαλυφθεί (p).
Λουκ. 17,31 ἐν ἐκείνῃ(1) τῇ ἡμέρᾳ ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ δώματος καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ, μὴ καταβάτω ἆραι αὐτά, καὶ ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ ὁμοίως μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω(2).
Λουκ. 17,31 Κατά την άλλην δε ημέραν της οργής του Θεού, που δεν θα βραδύνη να έλθη εκείνος που θα ευρίσκεται εις την ταράτσαν και τα πράγματά του θα έχη μέσα στο σπίτι, ας μη κατεβή να τα πάρη. Και εκείνος επίσης που θα ευρίσκεται στο χωράφι, ας μη γυρίση εις την πόλιν.
(1)   Δες Ματθ. κδ 17,18 και Μάρκ. ιγ 15,16 και τις εκεί σημειώσεις. Στους δύο αυτούς συνοπτικούς οι λόγοι αυτοί του Κυρίου αναφέρονται σε σχέση με την φυγή στην καταστροφή των Ιεροσολύμων. Εδώ η φυγή αυτή ούτε ξεκάθαρα εκφράζεται, ούτε υπονοείται. Το κύριο νόημα των λόγων αυτών εδώ είναι, ότι πρέπει ο καθένας να είναι αδιάφορος προς όλα τα κοσμικά συμφέροντα, για να είναι έτοιμος για υποδοχή του υιού του ανθρώπου. Η προειδοποίηση για την φυγή από την Ιουδαία αναφέρεται από τον Λουκά αλλού (κα 21). Δεν υπάρχει λοιπόν ανάγκη να συζητήσουμε, εάν οι λόγοι αυτοί λέχθηκαν από τον Κύριο με γραμματική και κυριολεκτική έννοια, όπως βρίσκονται στους Ματθαίο και Μάρκο, ή με πνευματική έννοια, όπως υπάρχουν εδώ. Ο Κύριος είναι δυνατόν να είπε αυτούς και με τις δύο έννοιες (p).
(2)   Η δευτέρα παρουσία θα έλθει αιφνίδια. Εκείνος λοιπόν που βρίσκεται στο λιακωτό στη στέγη του σπιτιού του, ας μην κατέβει για να πάρει μαζί του και να σώσει από την καταστροφή τα έπιπλά του, αλλά ας εγκαταλείπει τα πάντα, για να ακολουθήσει αδίστακτα τον Κύριο. Και εκείνος που βρίσκεται στον αγρό, ας μην επιστρέψει πίσω (g), από επιθυμία να δει και να σώσει τα πράγματά του στην πόλη (δ). Ας αναμένει ο καθένας τον Κύριο, ελεύθερος από κάθε προσκόλληση στα γήινα (L).
Λουκ. 17,32 μνημονεύετε τῆς γυναικὸς Λώτ(1).
Λουκ. 17,32 Να ενθυμήσθε την γυναίκα του Λωτ.
(1)   «Δηλαδή το πάθημά της. Διότι ενώ ο Θεός μήνυσε στον Λωτ να φύγουν από τα Σόδομα με όλη την οικογένεια, λόγω του θεόσταλτου εμπρησμού που επρόκειτο να πέσει πάνω τους, και ενώ παρήγγειλε να βαδίζουν χωρίς να γυρίσουν πίσω, γύρισε και είδε η γυναίκα του πίσω, και έγινε στήλη άλατος» (Ζ).
Από πόθο των πραγμάτων, τα οποία άφησε στα Σόδομα, στράφηκε να δει τι θα γίνει και μεταβλήθηκε σε στήλη άλατος. Δες Γενεσ. ιθ 26 (δ). Έτσι και κάθε Χριστιανός, του οποίου πρώτη σκέψη κατά την δεύτερη έλευση του υιού του ανθρώπου θα είναι να εξασφαλίσει τα επίγεια αγαθά του, θα αποδειχτεί ανάξιος της βασιλείας του Θεού (p).
Δεν υπήρξε αρκετό για τη γυναίκα του Λωτ, το ότι έφυγε από τα Σόδομα. Ώφειλε να επιμείνει φεύγοντας και να μην στραφεί πίσω. Αυτοί που εγκαταλείπουν τα Σόδομα και τις παλιές συνήθειες, ας βλέπουν μόνο μπροστά και ας προχωρούν διαρκώς μπροστά. Ας μην στρέφονται πίσω, για να μην μπουν στον πειρασμό του να επιστρέψουν πίσω. Ό,τι έπαθε η σύζυγος του Λωτ απετέλεσε διαρκές μνημείο της αποδοκιμασίας του Θεού κατά των αποστατών, οι οποίοι ενώ άρχισαν πνευματικά καταλήγουν στο να εμπνέονται από την σάρκα. Η σύζυγος του Λωτ χάθηκε στην ίδια την οδό της ασφάλειας. «Αυτός που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέχει μην πέσει».
Προσοχή από τις κακές αναμνήσεις του αμαρτωλού παρελθόντος, εφόσον επανέρχονται στη μνήμη, όχι για να προκαλέσουν αισθήματα μετανοίας, αλλά για να αναμοχλεύσουν παλαιές πληγές. Αυτά τα βλέμματα προς τα πίσω, τα οποία δεν προκαλούν ντροπή και συντριβή, είναι εξίσου επικίνδυνα με την ολέθρια στροφή της συζύγου του Λωτ. Προσοχή επίσης απέναντι στις δικαιολογίες και τις αμαρτωλές προφάσεις, τις οποίες συνήθως προβάλλουμε για σφάλματα ή παρεκτροπές του παρόντος και του χρόνου μετά την επιστροφή μας στο Χριστό, χωρίς να φροντίζουμε για επανόρθωσή τους. Τίποτα άλλο δεν αποδυναμώνει την φωνή της συνείδησης, όσο οι δικαιολογίες μας αυτές. Προσοχή και απέναντι στους πειρασμούς εκείνους, οι οποίοι μας κατακυρίευσαν κάποτε και οι οποίοι εκμηδένισαν έστω και πρόσκαιρα τις αγαθές αποφάσεις μας.
Λουκ. 17,33 ὃς ἐὰν ζητήσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι(1), ἀπολέσει αὐτήν(2), καὶ ὃς ἐὰν ἀπολέσῃ αὐτήν(3), ζωογονήσει(4) αὐτήν.
Λουκ. 17,33 Εκείνος που θα ζητήση με την προσκόλλησίν του εις τα υλικά αγαθά, να εξασφαλίση την ζωήν του, θα την χάση. Και εκείνος που θα χάση την ζωήν του, δια να μείνη πιστός στο καθήκον του, εις την πραγματικότητα θα την διατηρήση.
(1)   Υπάρχει και η γραφή περιποιήσασθαι= να διασώσει για τον εαυτό του (Πράξ. κ 28,Α΄Τιμοθ. γ 13)(p). Έχει την ίδια σημασία στο Πράξ. κ 28 με το κτήσασθαι=αποκτήσει, κερδίσει (δ).
(2)   «Όποιος τυχόν ζητήσει να ελευθερώσει την ψυχή του από τους κινδύνους που θα του έλθουν χάριν της ευσέβειας από τον αντίχριστο, θα παραδώσει αυτήν στην απώλεια της μελλοντικής κόλασης» (Ζ).
«Αυτοί που από άνανδρη ψυχή και θέληση αρνήθηκαν την πίστη και απέφυγαν τον άμεσο θάνατο της σάρκας, αυτοί έγιναν φονευτές της ψυχής τους· γιατί θα οδηγηθούν στον άδη» (Κ). Και ειδικότερα εδώ, αυτός που θέλει να σώσει την ψυχή του από το σωματικό θάνατο που προέρχεται από στέρηση και πείνα (διότι αυτό προφασίζεται η φιλοκτημοσύνη ( =η αγάπη του να μαζεύουμε αγαθά)(δ) και προσκολλάται στα υλικά αγαθά και από αυτά εξαρτά τη ζωή και την ευτυχία του, αυτός θα χάσει αυτήν.
(3)   «Αυτό έκαναν οι μακάριοι μάρτυρες, οι οποίοι υπέμειναν τους μέχρι ψυχής και αίματος αγώνες, και έθεσαν τη γνησιότητα της αγάπης τους στο Χριστό, σαν κάποιο στεφάνι πάνω στα κεφάλια τους» (Κ). Και ειδικότερα εδώ εκείνος χάνει τη ζωή του, ο οποίος με άγια αποφασιστικότητα στρέφει αδίστακτα και αυτοστιγμεί τα νώτα από κάθε άλλο, το οποίο δεν είναι ο Κύριος, για να παραδοθεί σε αυτόν ολοκληρωτικά (g).
(4)   Δηλαδή θα διατηρήσει στη ζωή αυτήν (δες Πράξ. ζ 19,Εξοδ. α 17). Χρησιμοποιείται από τους Ο΄ για τις μαίες στην Αίγυπτο, οι οποίες ζωογονούσαν δηλαδή διατηρούσαν στη ζωή τα γεννώμενα αρσενικά των Ιουδαίων (δ).
Λουκ. 17,34 λέγω ὑμῖν, ταύτῃ τῇ νυκτὶ(1) δύο ἔσονται ἐπὶ κλίνης μιᾶς(2), εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται(3)·
Λουκ. 17,34 Σας λέγω δε ότι αυτήν την νύκτα, που θα προηγηθή από την μεγάλην καταστροφήν, δύο θα ευρίσκονται εις ένα κρεββάτι, ο ένας, ο πιστός, θα παραληφθή• και άλλος, ο άπιστος, θα αφεθεί.
(1)   Ή, δεν πρέπει να εκβιάσουμε την λέξη, ώστε από αυτήν να βγάλουμε τη σημασία του μεγάλου τρόμου ή της πραγματικής νύχτας, διότι ο Κύριος δεν θέλησε να σημάνει ότι η έλευσή του θα γίνει σε καιρό νύχτας. Η νύχτα εδώ είναι μέρος της εικόνας, την οποία μεταχειρίζεται ο Κύριος διότι κατά τη νύχτα, οι άνθρωποι βρίσκονται στο κρεβάτι (p).
Ή, «νύχτα ονομάζει τον καιρό της κρίσεως, επειδή, όπως εγώ νομίζω, είναι αφανής και απροσδόκητη η παρουσία του» (Κ).
(2)   Παίρνει δύο στενότατα συνδεδεμένους κατά σάρκα, είτε δηλαδή πατέρα και γιο, είτε συζύγους, είτε αδελφούς ή οικειότατους που κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι (δ). Όταν η κρίση του Θεού επέλθει καταστρεπτική ο Κύριος θα λάβει πρόνοια να προστατεύσει και να διαφυλάξει τους δικούς του, διαχωρίζοντας και διακρίνοντας αυτούς από άλλους, οι οποίοι θα βρίσκονται τότε πολύ κοντά σε αυτούς. Από το ίδιο κρεβάτι ο ένας θα αρπάζεται για να μεταφερθεί σε τόπο ασφαλή, ενώ ο άλλος θα εγκαταλείπεται για να εξαφανιστεί κάτω από τα ερείπια της κοινής καταστροφής.
(3)   Ένας θα παραληφθεί για προϋπάντησή μου, επειδή ανήκει σε μένα, και ο άλλος θα αφεθεί, θα εγκαταλειφθεί στην εξουσία των τιμωρών αγγέλων (δ). Τίποτα εξωτερικά δεν διακρίνει τα πρόσωπα αυτά. Οι εσωτερικές τους όμως διαθέσεις είναι διαφορετικές. Για αυτό και τύχη διαφορετική τους αναμένει. Ό,τι οι άνθρωποι δεν μπορούν να διακρίνουν, ο Θεός το κρίνει σε μια στιγμή. Παραλαμβάνει τον έναν και αποδοκιμάζει τον άλλον (L).
Έξυπνη και η επόμενη ερμηνεία: «με τους δύο πάλι που βρίσκονται πάνω σε ένα κρεβάτι φαίνεται ότι υπαινίσσεται εκείνους που βρίσκονται σε ανάπαυση και πλούτο και είναι ίσοι μεταξύ τους ως προς τις κοσμικές εννοώ απολαύσεις, γιατί το κρεβάτι είναι σύμβολο ανάπαυσης. Όμως ο ένας από αυτούς, λέει, θα παραληφθεί, και ο άλλος αφήνεται. Πώς ή με ποιο τρόπο; Όλοι δηλαδή όσοι έχουν πλούτο και ανάπαυση στην εδώ ζωή δεν έχουν γίνει κακοί και άσπλαχνοι… Εάν κάποιος είναι βέβαια πλούσιος, αλλά καλός και φιλεύσπλαχνος και ορθός στην πίστη, αυτός παραλαμβάνεται» (Κ).
Λουκ. 17,35 δύο ἔσονται(1) ἀλήθουσαι(2) ἐπὶ τὸ αὐτό(3), μία παραληφθήσεται καὶ ἡ ἑτέρα ἀφεθήσεται(4)·
Λουκ. 17,35  Δυο γυναίκες θα είναι που θα αλέθουν μαζί, η μία, η πιστή, θα παραληφθή και θα σωθή, η άλλη θα αφεθή, δια να τιμωρηθή.
(1)   Δες Ματθ. κδ 40,41 και τις εκεί σημειώσεις.
(2)   Η εικόνα αυτή προϋποθέτει ημέρα μάλλον παρά νύχτα και αναφέρεται σε γεγονός, το οποίο και σήμερα ακόμη λαμβάνει χώρα στην Ανατολή σχεδόν κάθε ημέρα (p). Παρόλ’ αυτά οι γυναίκες των Βεδουίνων συνηθίζουν να αλέθουν στη σκηνή και κατά τη διάρκεια της νύχτας (L). Γενικώς με την εικόνα διακηρύττεται, ότι, είτε κοιμούνται οι άνθρωποι, είτε εργάζονται, όταν ο Κύριος έλθει, όσοι βρεθούν προσκολλημένοι στα επίγεια και φθαρτά, θα εγκαταλειφθούν μη λαμβάνοντας μέρος στη χαρά του Μεσσία (p).
(3) =μαζί, στο ίδιο μέρος (δ). Υπήρχαν σε χρήση στους αρχαίους χειρόμυλοι για το στάρι. Όταν η μυλόπετρα ήταν μεγάλη, κινούσαν αυτήν δύο πρόσωπα μαζί (g). Θα διακριθούν και θα χωριστούν οι εκλεκτοί από αυτούς που ζουν πάρα πολύ κοντά τους. Ο Χριστός θα έλθει αιφνίδια και θα βρει το λαό του απασχολημένο με τα συνήθη του έργα στον αγρό και στον μύλο. Ο ένας ή η μία θα παραληφθεί για συνάντηση του Κυρίου στον αέρα· ο άλλος θα εγκαταλειφθεί στο σατανά και τους αγγέλους του, για να κριθεί μαζί τους. Αυτό θα επιβαρύνει την θέση των αμαρτωλών, διότι ενώ άλλοι από ανάμεσά τους θα παραληφθούν για να δοξαστούν, αυτοί που δεν τους μιμήθηκαν εγκαταλείπονται.
Οι εκλεκτοί είναι ίσως άσημοι και περιφρονημένοι στον κόσμο, ως αγρότες ή ως δούλες που αλέθουν στο μύλο. Παρόλ’ αυτά δεν θα λησμονηθούν κατά την ώρα εκείνη ούτε θα παραβλεφθούν. Οι φτωχοί στον κόσμο, εάν είναι πλούσιοι σε πίστη, είναι κληρονόμοι της βασιλείας. Οι εκλεκτοί ακόμη είναι διασκορπισμένοι σε τόπους, όπου δεν θα περίμενε κάποιος να βρει αυτούς, στον αγρό και στο μύλο. Και όμως οι άγγελοι θα τους βρουν. Είναι και αναμιγμένοι με άλλους, συνδεδεμένοι μαζί τους στα ίδια έργα, στην ίδια κοινωνία, στα ίδια σπίτια. Ο Θεός γνωρίζει να διαχωρίσει τον χρυσό από τη σκουριά, το σιτάρι από το άχυρο, το πολύτιμο από το ευτελές.
(4)   Τόσο στην προηγούμενη εικόνα αυτών που κοιμούνται μαζί στο ίδιο κρεβάτι, όσο και στην τωρινή αυτών που συνεργάζονται στον ίδιο χειρόμυλο, υποκρύπτεται η ιδέα, ότι «θα είναι σε αυτούς η εξέταση του τρόπου της ζωής τους πολύ μεγάλη και ακριβής» (Κ) και κανείς ούτε αδελφός, ούτε σύζυγος, ούτε συνεργάτης και φίλος θα μπορέσει να βοηθήσει τον οικείο και αγαπητό του.
Έξυπνη και η εκδοχή: «και με τις γυναίκες που αλέθουν φαίνεται ότι υποδηλώνει αυτούς που ζουν με φτώχεια και πόνους. Αλλά και σε αυτούς τους ίδιους, λέει, υπάρχει μεγάλη διαφορά. Γιατί άλλοι από αυτούς σηκώνοντας το βάρος της φτώχειας με γενναιότητα… αυτοί θα παραληφθούν, επειδή δηλαδή είναι δίκαιοι, ενώ εκείνοι που δεν είναι τέτοιοι, αλλά φοβεροί σε κακουργίες και έργο τους έχουν την κάθε είδους φαυλότητα, θα παραμείνουν για να υποστούν την καταδίκη με τη φωτιά» (Κ).
Λουκ. 17,36  δύο ἐν τῷ ἀγρῷ, εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται(1).
Λουκ. 17,36  Δυο θα είναι στο χωράφι, ο ένας, ο πιστός, θα παραληφθή δια να σωθή, ο άλλος, ο άπιστος, θα αφεθή να τιμωρηθή”.
(1)   Τον στίχο αυτό παραλείπουν όχι μόνο οι αλεξανδρινοί κώδικες αλλά και πολλοί από τους υπόλοιπους μεγαλογράμματους και πολλοί από τους μικρούς και ο μέγας Βασίλειος, Οπτάτος και άλλοι και φαίνεται να μπήκε στο κείμενο ολόκληρος από το Ματθ. κδ 40 (δ). Δες τις εκεί σημειώσεις.
Λουκ. 17,37 καὶ ἀποκριθέντες λέγουσιν αὐτῷ· ποῦ, Κύριε(1); ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ὅπου τὸ σῶμα, ἐκεῖ ἐπισυναχθήσονται καὶ οἱ ἀετοί(2).
Λουκ. 17,37 Απεκρίθησαν δε οι μαθηταί και του είπαν• “που, Κυριε, θα γίνουν αυτά;” ο δε Κυριος τους είπε• “όπου είναι το νεκρόν σώμα, εκεί θα μαζευθούν από διάφορα σημεία του ορίζοντος τα όρνια δια να το καταβροχθίσουν”.
(1)   «Επειδή όμως είπε ότι θα παραληφθεί, χρήσιμα και κατ’ ανάγκη ρωτούν οι μαθητές· Πού, Κύριε;» (Κ) δηλαδή «πού παραλαμβάνονται;» (Ζ)·
Ή, οι μαθητές κατάλαβαν μεν το θα παραληφθεί ότι λέγεται για την παραλαβή των πιστών από τους αγγέλους για συνάντηση του Κυρίου, το «θα αφεθεί» όμως που λέγεται στο τέλος δεν το κατάλαβαν. Και για αυτό ρωτούν: Πού, Κύριε, θα αφεθεί; (δ).
(2)   Δες Ματθ. κδ 28 και τις εκεί σημειώσεις. Λιγότερο πιθανή η ερμηνεία: «όπως ακριβώς όταν βρίσκεται κάτω σώμα νεκρό, όλα τα σαρκοβόρα όρνεα έρχονται πάνω του, έτσι και στον υιό του ανθρώπου, που για μας νεκρώθηκε και έπεσε κάτω, όταν θα φανεί από τον ουρανό, όλοι οι άγιοι θα μαζευτούν» (Θφ)· «όλοι οι αετοί, δηλαδή αυτοί που πετούν ψηλά και βρίσκονται ψηλότερα από τα επίγεια και κοσμικά πράγματα, θα τρέξουν προς αυτόν» (Κ).
Ατυχής και η επόμενη ερμηνεία: Σώμα είναι το όλο ιουδαϊκό έθνος, συγκεντρωμένο στα Ιεροσόλυμα κατά το Πάσχα. Αετοί είναι οι Ρωμαίοι (στον b). Εδώ όμως πρόκειται όχι για την καταστροφή των Ιεροσολύμων, αλλά για την δευτέρα παρουσία.
Πιο σωστή ερμηνεία: Όπου είναι το νεκρό τμήμα των ανθρώπων του κόσμου που μυρίζει άσχημα, αυτών που προσκλίνουν στα φθαρτά και στα γήινα, εκεί και η κρίση του Θεού θα πέσει (p)· εκεί θα είναι και οι άγγελοι οι τιμωροί να παραλάβουν το σώμα που μυρίζει για τιμωρία (δ). Όταν ένας λαός κάνει τον εαυτό του με τις αμαρτίες του πτώμα που βρωμάει και σαπίζει, τίποτα άλλο δεν πρέπει να αναμένει κάποιος παρά να αποστείλει ο Θεός τους αετούς του ανάμεσα σε αυτό για τιμωρία και όλεθρό του. Οποτεδήποτε και οπουδήποτε και αν υπάρχουν οι πονηροί, οι καταδικασμένοι σε απώλεια, θα βρεθούν από την κρίση του Θεού ασφαλώς και ταχέως, όπως και οποιοδήποτε πτώμα οπουδήποτε και αν βρίσκεται πεταμένο ανακαλύπτεται από την όσφρηση των σαρκοφάγων πτηνών και γίνεται λεία τους.
Λουκ. 21,5   Και(1) τινων(2) λεγόντων(3) περὶ τοῦ ἱεροῦ ὅτι λίθοις καλοῖς(4) καὶ ἀναθήμασι(5) κεκόσμηται(6), εἶπε·
Λουκ. 21,5  Και όταν μερικοί από τους μαθητάς έλεγαν δια το ιερόν, ότι είναι στολισμένον με ωραίους λίθους και αφιερώματα, είπε•
(1)   Δες Ματθ. κδ 1-36 και Μάρκ. ιγ 1-32. Η περικοπή αυτή διαιρείται σε 3 μέρη: οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες λέχθηκε η προφητεία (στιχ. 5-7), η προφητεία (σ. 8-28), προτροπή για επαγρύπνηση μαζί με κάποιες χρονολογικές ενδείξεις (στιχ. 29-36).
(2)   Από τους μαθητές (L)
(3)   Ο λόγος σχετικά με τη συγκριτική αξία των προσφερομένων δώρων στο ναό εύκολα μπορούσε να οδηγήσει σε σκέψεις για τη μεγαλοπρέπεια του ναού και των αφιερωμάτων σε αυτό (p). Ήταν άλλωστε απόγευμα (στιχ. 37) και ο ήλιος που έδυε χρύσωνε με τις τελευταίες του ακτίνες τις ιερές οικοδομές (g).
(4)   Η φράση λίθους ωραίους δηλώνει τους λίθους από λευκό μάρμαρο, με τους οποίους, είχε οικοδομηθεί ο ναός (Ιωσήπου Αρχαιολ. XV 11,3)(δ). Κάποιοι από τους λίθους αυτούς ήταν υπερμεγέθεις. Οι στύλοι της στοάς ήταν μονόλιθοι από μάρμαρο ύψους 40 ποδιών. Δες Ιωσήπου Ιουδ. Πολ. V,5,2.
(5)   Τα αφιερώματα, τα δώρα του Ηρώδη και άλλων ηγεμόνων ή ιδιωτών (Β΄Μακκαβ. γ 2-7). Π.χ. η χρυσή άμπελος του Ηρώδη, η οποία είχε ύψος ενός άνδρα (Ιωσήπου Ιουδ. Πολ. 5,5,4. Αρχαιολ. 15,11,3). Για την λέξη ανάθημα δες Β΄Μακκαβ. θ 16,Γ΄Μακκαβ. γ 17. Μόνο εδώ λέγεται στην Κ.Δ. (p). Ο τύπος ανάθεμα μολονότι αρχικά είχε την ίδια σημασία με το ανάθημα κατάντησε σε κακή σημασία, με την οποία και συναντιέται σε πολλά σημεία των επιστολών του Παύλου.
(6)   Όταν μιλάμε για ναό, κυρίως πρέπει να προσελκύει την προσοχή μας η παρουσία του Θεού σε αυτόν και η τάξη και η ευλάβεια, η οποία πρέπει να επικρατεί κατά τις ακολουθίες που τελούνται σε αυτόν για λατρεία του Θεού, και η κοινωνία η οποία πρέπει να υπάρχει μεταξύ του Θεού και του λαού του. Είναι πολύ φτωχό, όταν μιλάμε για ναό η όλη προσοχή μας να ελκύεται από τον εξωτερικό στολισμό του και από την αφθονία των εισοδημάτων του ή τον πλούτο των αφιερωμάτων του. Τα τελευταία αυτά τότε παίρνουν αξία, όταν εμψυχώνονται από την ζωντανή ευλάβεια των λειτουργών και λάτρεων του Θεού στο ναό αυτό.
Λουκ. 21,6  ταῦτα ἃ θεωρεῖτε, ἐλεύσονται ἡμέραι ἐν αἷς οὐκ ἀφεθήσεται λίθος ἐπὶ λίθῳ ὃς οὐ καταλυθήσεται(1).
Λουκ. 21,6  “αυτά που βλέπετε, θα έλθουν ημέραι, κατά τας οποίας δεν θα μείνη πέτρα επάνω εις την πέτρα, που να μη κρημνισθή.
(1)   Προφητεία, η οποία θα φαινόταν παράδοξη σε εκείνους, οι οποίοι ανέμεναν, ότι η βασιλεία του Μεσσία επρόκειτο μετά από λίγο να αρχίσει και ότι η Ιερουσαλήμ θα ήταν το κέντρο της (p). Δες Μάρκ. ιγ 2. Όταν μέσω της πίστης προβλέπουμε, ότι όλη η εξωτερική δόξα και λαμπρότητα οποιουδήποτε είτε κτιρίου μεγαλοπρεπούς, είτε ηγεμόνος ισχυρού πρόκειται να παρέλθει ούτως ή άλλως, δεν θα κολλήσουν ποτέ οι καρδιές μας σε αυτήν, όπως κολλούν οι καρδιές εκείνων, οι οποίοι στερούμενοι του οφθαλμού της πίστης δεν μπορούν να δουν τόσο μακριά.
Λουκ. 21,7  ἐπηρώτησαν δὲ αὐτὸν(1) λέγοντες· διδάσκαλε, πότε(2) οὖν(3) ταῦτα(4) ἔσται καὶ τί τὸ σημεῖον(5) ὅταν μέλλῃ ταῦτα γίνεσθαι;
Λουκ. 21,7  Τον ηρώτησαν δε και είπαν• “διδάσκαλε, πότε λοιπόν θα συμβούν αυτά και ποιό θα είναι το σημείον, που θα φανή, όταν πρόκειται αυτά να πραγματοποιηθούν;”
(1)   Τίποτα δεν υπάρχει στο κείμενο που να μαρτυρεί, ότι το ακόλουθο ερώτημα τέθηκε στον Ιησού κατά την ίδια στιγμή, κατά την οποία ειπώθηκε η προφητεία για την επικείμενη καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Εφόσον όμως είναι αδύνατον να υποθέσουμε, ότι ο λόγος του Κυρίου που ακολουθεί λέχθηκε δημόσια, πρέπει να δεχτούμε, ότι ο Κύριος ήταν τώρα μόνος με τους μαθητές του, το οποίο και επιβεβαιώνεται από τους άλλους συνοπτικούς (g).
(2)   Δέχονται την προφητεία του διδασκάλου αναντίρρητα και ρωτούν ως προς τη χρονολογία, κατά την οποία αυτά θα συνέβαιναν και για την οποία ο διδάσκαλος τίποτα δεν είπε (p).
(3)   Μόριο που υποδηλώνει έκπληξη, συνδυασμένη με συμφωνία (b).
(4)   Αυτό κυρίως αναφέρεται στην καταστροφή του ναού (g). Ίσως οι μαθητές νόμισαν, ότι ο ναός αυτός επρόκειτο να καταρριφθεί, για να δοθεί χώρος για ανέγερση άλλου μεγαλοπρεπέστερου, αντάξιου της βασιλείας του Μεσσία (p).
(5)   Η δεύτερη αυτή ερώτηση δείχνει, ότι οι μαθητές ανέμεναν να βρίσκονται εν ζωή, ώστε θα έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια την καταστροφή (p). Με εμφανή περιέργεια ρωτούν οι μαθητές για τον χρόνο, κατά τον οποίο πρόκειται να συμβεί η από τον Κύριο προφητευμένη ερήμωση και καταστροφή. Είναι βεβαίως φυσικό να επιθυμούμε να γνωρίσουμε τα μέλλοντα να συμβούν. Το ωφέλιμο όμως και το πράγματι σπουδαίο είναι να μάθουμε, ποιο είναι το καθήκον μας και πώς πρέπει να συμπεριφερθούμε σε σχέση με τα μέλλοντα αυτά. Για αυτό ο Κύριος απαντώντας στους μαθητές του σε αυτό κυρίως εμμένει, ζητώντας να διαφωτίσει αυτούς για τους κινδύνους, τους οποίους θα αντιμετωπίσουν και για τα μέτρα, τα οποία πρέπει να πάρουν για να ανταπεξέλθουν εναντίον τους.
Λουκ. 21,8  ὁ δὲ εἶπε(1)· βλέπετε μὴ πλανηθῆτε(2)· πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου(3) λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι καὶ ὁ καιρὸς ἤγγικε(4). μὴ οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν.
Λουκ. 21,8  Αυτός δε είπε• “προσέχετε, μην εξαπατηθήτε από κανένα. Διότι πολλοί θα έλθουν, χρησιμοποιούντες ως ιδικόν των το όναμά μου και θα λέγουν, ότι εγώ είμαι ο Μεσσίας. Μη τους ακολουθήσετε.
(1)   Η προφητεία που εκτείνεται από το στιχ. 8-28 περιγράφει α) τις ταραχές, οι οποίες θα επακολουθήσουν μετά την αναχώρηση του Χριστού, τους ψευδομεσσίες, τους πολέμους, τους διωγμούς (στιχ. 8-19. Δες Μάρκ. ιγ 5-13 και Ματθ. κδ 4-14). β) την καταστροφή της Ιερουσαλήμ (στίχ. 20-24. Δες Μάρκ. στιχ. 14-23, και Ματθ. στίχ. 15-28) και γ) τα σημάδια της επανόδου του υιού του ανθρώπου (στιχ. 25-28. Δες Μάρκ. στίχ. 24-27 και Ματθ. στιχ. 29-31). Μολονότι και στις 3 συνοπτικές αφηγήσεις κατά την ίδια διάταξη προχωρά η προφητεία, δεν μπορούν όμως και στις αφηγήσεις αυτές οι γενικές γραμμές των δύο κύριων γεγονότων μαζί με τα σημάδια τους (η καταστροφή της Ιερουσαλήμ ή και η συντέλεια του κόσμου) πάντοτε να διαχωριστούν και να διακριθούν με σαφήνεια. Μερικοί από τους λόγους αναφέρονται σαφώς στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ· άλλοι πάλι εξίσου σαφώς στην Δευτέρα παρουσία του Κυρίου. Υπάρχουν όμως και μερικοί λόγοι που μπορούν να εφαρμοστούν και στα δύο αυτά γεγονότα (p).
(2)   Η ανυπομονησία κάνει εύκολα αυτόν που βρίσκεται κάτω από την εξουσία της εύπιστο (g). Οπότε ο Κύριος εφιστά την προσοχή των μαθητών του, για να μην πλανηθούν. Το ρήμα πλανιέμαι δεν χρησιμοποιείται πουθενά αλλού στο ευαγγέλιο του Λουκά. Αναφέρεται εδώ όχι σε κάποια απλή πλάνη, αλλά σε ουσιαστική απομάκρυνση από την αλήθεια. Δες Ιω. ζ 47, Α΄Ιω. α 8,β 26,γ 7,Αποκ. β 20,ιβ 9,κ 3-10 κλπ. (p).
Προσέχετε να μην φανταστείτε, ότι θα έλθω εγώ πάλι με εξωτερική δόξα για να καταλάβω θρόνο εγκόσμιου βασιλείου. Όχι· κάτι τέτοιο δεν πρέπει να περιμένετε, διότι η βασιλεία μου δεν είναι από τον κόσμο αυτόν. Είναι αξιοσημείωτο, ότι οι από σφοδρή περιέργεια κινούμενοι και αυτοί που ερευνούν τα του Θεού διατρέχουν τον κίνδυνο να πλανηθούν και πρέπει να προσέχουν. Πόσοι θέλοντας να καθορίσουν χρόνους και καιρούς με βάση τα προφητικά βιβλία εκτροχιάστηκαν σε πλάνες και σε υπολογισμούς γελοίους και ανόητους!
(3)   Το όνομα του Χριστού ή του Μεσσία θα είναι η βάση της αξίωσής τους (p). Γνωρίζετε ότι ο Μεσσίας ήλθε και δεν πρέπει να περιμένετε άλλον τέτοιον. Μην προσέχετε λοιπόν σε κανέναν από τους πλάνους αυτούς. Εάν είμαστε βέβαιοι, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός και ότι η διδασκαλία του είναι του ευαγγελίου του Θεού, οφείλουμε να κλείνουμε τα αυτιά προς όλους τους άλλους ψευδομεσσίες και ψευδοσωτήρες, οι οποίοι με τις κενές θεωρίες τους υπόσχονται να εξασφαλίσουν την ειρήνη και την ευτυχία στον κόσμο. Σε κανένα άλλο όνομα δεν βρίσκεται η σωτηρία παρά μόνο στο όνομα του Ιησού Χριστού.
(4)   Αναμφίβολα η ιστορία αναφέρει ξεκάθαρα την μετά το θάνατο του Κυρίου εμφάνιση ψευδομεσσιών, οι οποίοι ισχυρίζονταν είτε ότι αυτοί οι ίδιοι ήταν οι Μεσσίες, ή ότι ήταν ο Ιησούς που επέστρεψε από τους ουρανούς. Το βλέμμα όμως του Ιησού περιλαμβάνει εδώ την κατάσταση του κόσμου σε όλο τον χρόνο, ο οποίος επρόκειτο να διαρρεύσει από την ανάληψή του μέχρι την δευτέρα παρουσία του. Είναι γνωστό ποιο πλήθος απατεώνων από τον Σίμωνα τον μάγο και τον Βαρκωχέβα μέχρι τους ψευδό
χριστους των ημερών μας ζήτησαν είτε στους κόλπους του Ιουδαϊσμού, είτε στην εκκλησία να κατευθύνουν στο πρόσωπό τους την μεσσιανική προσδοκία (g). Ο p. δεν βλέπει ψευδομμεσίες μεταξύ της ανάληψης και της καταστροφής της Ιερουσαλήμ. Αλλά εάν ο Ιώσηπος δεν αναφέρει το όνομα (Μεσσίας), δηλώνει όμως σαφέστατα το πράγμα (L).
Λουκ. 21,9  ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκαταστασίας(1), μὴ πτοηθῆτε(2)· δεῖ(3) γὰρ ταῦτα γενέσθαι πρῶτον, ἀλλ᾿ οὐκ εὐθέως(4) τὸ τέλος(5).
Λουκ. 21,9  Οταν δε ακούσετε, ότι γίνονται πόλεμοι και αναταραχαί και διασάλευσις της τάξεως, μη ταραχθήτε. Διότι πρέπει, σύμφωνα με το θείον σχέδιον, να γίνουν αυτά πρώτον, αλλά δεν θα έλθη αμέσως το τέλος”.
(1)   =Στάσεις των κατωτέρων κατά των ανωτέρων και εσωτερικές διαιρέσεις, εξαιτίας των οποίων η κατάσταση, δηλαδή η καθεστηκυία τάξη θα διαταραχτεί και θα καταργηθεί (b).
(2)   Μόνο εδώ και στο κδ 37 υπάρχει το ρήμα, και πουθενά αλλού στην Κ.Δ.. Δηλώνει εσωτερική της ψυχής κατάσταση φόβου, ενώ το από τους άλλους δύο συνοπτικούς χρησιμοποιούμενο ρήμα θροείσθε αναφέρεται στην εξωτερική εκδήλωση του φόβου αυτού (L). Άλλοι θα δειλιάσουν και θα φοβηθούν, σεις όμως δεν πρέπει να φοβηθείτε. Ό,τι για τους άλλους θα είναι φόβητρα και σημάδια μεγάλα, αυτά ας μη φοβίζουν εσάς, οι οποίοι μέσω της πίστης βλέπετε ήδη όσα είναι πάνω από τον ουρανό και γνωρίζετε μέσω της πίστης τον θρόνο της κυβέρνησης του εν υψίστοις Θεού, ο οποίος σας προστάτευσε πάντοτε και επέδειξε την πατρική μέριμνα και προστασία του και στις πλέον ασήμαντες λεπτομέρειες της ζωής σας.
(3)   Είναι έτσι ορισμένο από το Θεό (p).
(4)   Μπαίνει μπροστά με έμφαση (p).
(5)   Δεν σημαίνεται το τέλος των ωδίνων που λέγεται στον Ματθαίο (κδ 8), αλλά το «τέλος όλων» (Α΄Πέτρ. δ 7), το τέλος του κόσμου και η έλευση του υιού του ανθρώπου (p).
«Κάποιοι δέχτηκαν ότι οι πείνες και οι μολυσματικές ασθένειες (για τα οποία λέει παρακάτω) και οι άλλες θλίψεις, δεν θα γίνουν μόνο στη συντέλεια, αλλά και στα χρόνια της άλωσης (των Ιεροσολύμων). Διότι και ο Ιώσηπος λέει ότι λόγω της πείνας έγιναν αφόρητες συμφορές… Γενικώς όμως αυτά μπορούμε να τα εννοήσουμε κοινά και για τον καιρό της συντέλειας και για την άλωση, εννοώ τα σχετικά με τις ακαταστασίες και τους πολέμους και τα υπόλοιπα» (Θφ).
Λουκ. 21,10 τότε ἔλεγεν αὐτοῖς(1)· ἐγερθήσεται(2) ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν(3),
Λουκ. 21,10 Και έλεγεν πάλιν εις αυτούς• “θα εξεγερθή και θα επιτεθή το ένα έθνος εναντίον του άλλου και το ένα βασίλειον εναντίον του άλλου βασιλείου.
(1)   Δηλώνεται με τη νέα αυτή εισαγωγή, ότι παρεμβλήθηκε μια μικρή διακοπή πριν ακόμη ο Κύριος ξαναπάρει τον λόγο (b). Και με αυτήν διεγείρει την προσοχή στα σημαντικά λόγια, τα οποία θα πει.
(2)   Τοποθετεί το εγερθήσεται χωρίς σύνδεση για μεγαλύτερη έμφαση (δ).
(3)   Ίσως υπαινίσσεται και τους ανταγωνισμούς του Γάλβα, του Όθωνα, του Βιτελλίου και τους Βεσπασιανού για την κατάληψη του θρόνου μετά το θάνατο του Νέρωνα, οι οποίοι παρέσυραν όλο τον ρωμαϊκό κόσμο σε εμφύλιο πόλεμο σκληρό (L).
Λουκ. 21,11 σεισμοί(1) τε μεγάλοι κατὰ τόπους καὶ(2) λιμοὶ καὶ λοιμοὶ(3) ἔσονται, φόβητρά(4) τε καὶ σημεῖα ἀπ᾿ οὐρανοῦ(5) μεγάλα ἔσται.
Λουκ. 21,11 Και θα γίνουν σεισμοί μεγάλοι εις διαφόρους τόπους και πείνα και επιδημίαι, σημεία που θα προκαλούν φόβον, και άλλα μεγάλα σημεία από τον ουρανόν.
(1)   Αφού περιέγραψε τις γενικές πολιτικές ακαταστασίες, οι οποίες θα προηγηθούν του τέλους, ο Κύριος αναφέρει 4 διαταραχές της φύσης, οι οποίες θα είναι και αυτές προοίμιο του τέλους: σεισμούς δηλαδή, πείνες, λοιμώδεις ασθένειες και τρομακτικά φαινόμενα στον ουρανό (p).
(2)   Υπάρχει και η γραφή «μεγάλοι κατά τόπους λιμοί». Η βυζαντινή γραφή στο κείμενο φαίνεται προτιμότερη, διότι χαρακτηρίζει καλά το συχνό φαινόμενο του πλήθους των σεισμών, που ξεσπά συγχρόνως σε διάφορα σημεία του πλανήτη (g).
(3)   Παρήχηση (L). Είναι αξιοσημείωτο, ότι κατά την εποχή, που επακολούθησε αμέσως μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού, συνέβησαν συμφορές έκτακτες και συσσωρευμένες. Τρομερή πείνα μάστιζε την Ανατολή στα χρόνια του Κλαυδίου. Ηφαίστεια από παλιά σβησμένα εκδήλωσαν νέα δράση. Σεισμός κατέστρεψε πολλές πόλεις της Μ. Ασίας, και ιδιαιτέρως την Λαοδίκεια και Ιεράπολη (g).
(4)   =σημάδια που δημιουργούν φόβο (δ). Είναι του ίδιου είδους με τα σημάδια του ουρανού, για τα οποία λέει αμέσως μετά (L).
(5)   Δεν πρέπει να συγχέονται αυτά με αυτά που αναφέρονται στο στίχο 25 (L). Είναι αυτά εκλείψεις, βόρεια σέλα, κομήτες, βροχές διαττόντων αστέρων, στα οποία τα πλήθη αποδίδουν σημασία απειλητική και προμηνυτική δεινών (g). Για τα καταπληκτικά σημάδια που προηγήθηκαν της άλωσης των Ιεροσολύμων δες Ιωσήπου Ιουδ. Πολ. VI,5,3 (p).
Λουκ. 21,12 πρὸ(1) δὲ τούτων πάντων ἐπιβαλοῦσιν ἐφ᾿ ὑμᾶς τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ διώξουσι(2), παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνας(3) ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου(4)·
Λουκ. 21,12 Αλλά πριν γίνουν όλα αυτά, θα σας συλλάβουν και θα σας καταδιώξουν και θα σας παραδίδουν εις τας συναγωγάς, δια να δικασθήτε και εις τας φυλακάς και θα σας οδηγούν ως υποδίκους εμπρός εις βασιλείς και ηγεμόνας, μόνον και μόνον επειδή πιστεύετε στο όνομά μου.
(1)   Η πρόθεση «προ», βρίσκεται σε έννοια χρονική και όχι για να σημάνει υπεροχή μεγέθους (p).
(2)   Μεταξύ των πρώτων, τα οποία πρέπει να αναμένονται είναι οι διωγμοί (p), οι οποίοι χτύπησαν την εκκλησία από την κούνια της. Άρχισαν στην Ιερουσαλήμ από τις πρώτες ημέρες της ίδρυσης της εκκλησίας. Πρόκειται εδώ προ παντός για τους διωγμούς από το συνέδριο και τις ιουδαϊκές αρχές σε κάθε μέρος, και έπειτα και για όλους τους διωγμούς, οι οποίοι από τότε ακολούθησαν και συνεχίζονται (g).
«Συμπλέκει τους λόγους σχετικά με την συντέλεια με αυτούς για την άλωση» (Θφ).
«Πριν από τον καιρό της συντέλειας κυριεύτηκε η χώρα των Ιουδαίων… και παραδόθηκε ο ναός στη φωτιά, γκρεμίστηκαν τα βασιλικά ανάκτορά τους και έπαυσε η δύναμη της σύμφωνης με το νόμο λατρείας. Όμως πριν συμβούν αυτά, εκδιώχτηκαν από αυτούς οι μακάριοι μαθητές, κλείστηκαν στη φυλακή, οδηγήθηκαν σε άρχοντες, στάλθηκαν σε βασιλιάδες» (Κ).
(3)   «Πράγματι στάλθηκε ο Παύλος στη Ρώμη προς τον Καίσαρα, και παρουσιάστηκε στον Φήστο και στον Αγρίππα» (Κ).
(4)   Οι καταδιώξεις αυτές κατά των διακόνων του ευαγγελίου και των πιστών δεν πρέπει να θεωρούνται μόνο ως δεινά των άδικα καταδιωκομένων, αλλά και ως αμαρτία των διωκτών. Προτού να πέσει εναντίον των τελευταίων αυτών το κρίμα της θείας δικαιοσύνης, θα πληρώσουν αυτοί το μέτρο της αδικίας τους για τους διωγμούς τους κατά των εκλεκτών του Θεού. Αξιοσημείωτο, ότι η καταστροφή ενός έθνους προκαλείται πάντοτε από τις αμαρτίες του. Τίποτα άλλο λοιπόν δεν προκαλεί ασφαλέστερα την καταστροφή αυτή από την αμαρτία των διωγμών κατά του ευαγγελίου. Όταν λοιπόν ο διωγμός κατά του ευαγγελίου και των διακόνων του φθάσει στο μη περαιτέρω, τότε επίκειται και ο ερχομός της κρίσης και τιμωρίας στο έθνος, που έκανε τον διωγμό αυτόν. Περιμένετε την οργή του Θεού να ξεσπάσει σύντομα, όταν η κατά των διακόνων του Κυρίου οργή του κόσμου γίνει ασυγκράτητη.
Λουκ. 21,13  ἀποβήσεται(1) δὲ ὑμῖν εἰς μαρτύριον(2).
Λουκ. 21,13 Ολαι δε αυταί αι μεγάλαι ταλαιπωρίαι θα έχουν ως τελικόν αποτέλεσμα δια σας, να δώσετε την καλήν μαρτυρίαν δι’ εμέ.
(1)   Το αποτέλεσμα των διωγμών και παθημάτων αυτών για σας θα είναι… (p).
(2)   Ή «όλα αυτά που θα κάνουν σε σας θα αποβούν σε σας σε μαρτυρική δόξα» (Ζ)· «σε δόξα μαρτυρίου» (Κ).
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, για μαρτυρία της αθωότητάς σας.
Ή, πιο πιθανή, για μαρτυρία της αλήθειας του ευαγγελίου (p). Πρόκειται για την μαρτυρία, την οποία οι μαθητές θα κάνουν για τον Ιησού ενώπιον των ιουδαϊκών ή ειδωλολατρικών δικαστηρίων, όπως υπήρξαν του Πέτρου στο ναό και ενώπιον του συνεδρίου, του Παύλου στις συναγωγές και ενώπιον των βασιλέων και αρχόντων (g), «για να μην μπορούν να λένε (αυτοί που δεν πίστεψαν) την ημέρα της κρίσης, ότι δεν ακούσαμε το κήρυγμα» (Ζ).
Έτσι αντί ο διωγμός να ανακόψει την πρόοδο του κηρύγματος, θα δώσει την ευκαιρία να ακουστεί αυτό και από τους άρχοντες του εθνισμού, αλλά και στις ίδιες τις επίσημες αίθουσες των δικαστηρίων του. Η έρευνα όμως και εξέταση του ευαγγελίου σε δικαστήριο, όπως και η ανάκριση για τη ζωή και διαγωγή σας, θα καταστούν μαρτυρία λαμπρή για την αλήθειά του και την άμεμπτη ζωή των εργατών του.
Λουκ. 21,14 θέσθε(1) οὖν(2) εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν(3) μὴ προμελετᾶν(4) ἀπολογηθῆναι·
Λουκ. 21,14 Βάλετε, λοιπόν, αυτά, μέσα εις την καρδιά σας, ότι εγώ τα επιτρέπω, ώστε να μη συλλογίζεσθε εκ των προτέρων τι θα απολογηθήτε.
(1)   «Βάλτε τις καρδιές σας, αντί να πει διατεθείτε, πείστε (τις καρδιές σας) ή βάλτε στις καρδιές σας» (Ζ). Όπως στο Πράξ. ε 4 λέγεται για απόφαση, την οποία πρέπει να πάρουν. Η φράση είναι εβραϊκή (Δανιήλ α 8 κλπ.), αλλά εξίσου και ελληνική («θέσθε επί φρεσί(=βάλτε στο νου σας) Όμηρος)(L).
(2)   «Επειδή ήταν απλοί άνθρωποι του λαού και αμαθείς, για να μην ταραχτούν από το ότι επρόκειτο να λογοδοτήσουν σε σοφούς άνδρες, καθόλου, λέει, μην σας νοιάζει για αυτό» (Θφ).
(3)   Κάντε μέριμνά σας το να μη μεριμνάτε· κάντε ιδιαίτερο μέλημα και κόπο σας να μην σας μέλει (b).
(4)   Λέξη που λέγεται μία φορά. Ο Θεός θα στέκεται στο πλευρό σας και θα σας προστατεύει κατά τη διάρκεια της δίκης σας. Είστε τη στιγμή εκείνη οι συνήγοροι του ευαγγελίου του. Συνεπώς αυτός θα σας παράσχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την διεξαγωγή της δίκης, η οποία αφορά στην αλήθειά του. Μην απασχολείστε λοιπόν, όπως θα φροντίζατε και θα θορυβούσασταν προκειμένου για δίκη αποκλειστικά δική σας, που θα απέβλεπε στα υλικά συμφέροντά σας και την οποία καλείστε να διεξάγετε με μόνο τα δικά σας μέσα.
Λουκ. 21,15  ἐγὼ(1) γὰρ(2) δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν(3), ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν(4) οὐδὲ ἀντιστῆναι(5) πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν.
Λουκ. 21,15  Διότι εγώ θα σας δώσω πνεύμα φωτεινόν και σοφίαν, δια να ευρίσκετε ακλόνητα νοήματα και επιχειρήματα, εις τα οποία δεν θα ημπορούν να αντείπουν η να αντισταθούν όλοι οι αντίπαλοί σας.
(1)   Στο Ματθ. ι 20 αυτό αποδίδεται στο Πνεύμα του Πατέρα, ενώ εδώ μιλά ο Κύριος σύμφωνα με την κατάσταση της δόξας του (b). Τότε ο Ιησούς δεν θα είναι στη γη, αλλά θα έχει αναληφθεί με δόξα (g). Μπαίνει μπροστά με έμφαση. Ολόκληρο αυτό θα είναι δική μου φροντίδα (p). Εσείς μεν θα προχωράτε στον αγώνα, αλλά εγώ θα μάχομαι. Εσείς θα ξεστομίζετε τα λόγια, αλλά εγώ θα είμαι αυτός που μιλά (Βέδας).
(2)   «Μη προμελετάτε… διότι θα πάρετε από εμένα σοφία και γλώσσα ακαταμάχητη και ακατανίκητη εναντίον των αντιπάλων σας» (Κ). Θα σας δώσω, αφού θα είμαι πάντοτε αμεσότατα παρών μαζί σας (b).
(3)   «Στόμα μεν λέει τα λόγια, ενώ σοφία τα νοήματα των λόγων» (Ζ).
«Θα πάρετε από εμένα ταυτόχρονα και ευφράδεια και σοφία» (Θφ). Με τη λέξη στόμα δηλώνεται η ικανότητα του να μιλούν (L), «το ανεμπόδιστο της γλώσσας» (Θφ), ενώ με τη λέξη σοφία η εκλογή της ύλης και της μορφής του λόγου (p), το περιεχόμενο του λόγου (δ), «η δύναμη των νοημάτων» (Θφ).
Δεν λέει, ότι θα στείλει άγγελο από τον ουρανό να απολογηθεί για χάρη τους. Θα μπορούσε να πράξει και αυτό. Προτιμά όμως να δώσει σε αυτούς τους ίδιους στόμα και σοφία. Με αυτό τούς τιμά, αφού καλούνται να χρησιμοποιήσουν τις χάριτες, τις οποίες ο Θεός τούς παρέχει, και να γίνονται όργανα, ώστε να δοξάζεται μέσω αυτών ο Θεός. Εγώ θα σας δώσω στόμα και σοφία. Το οποίο συνυπονοεί, ότι ο υποσχόμενος αυτό είναι Θεός, διότι του Θεού προνόμιο είναι να επεμβαίνει αόρατα στις διάφορες περιστάσεις και να δίνει στους δούλους του στόμα και σοφία.
(4)   Το ἀντειπεῖν αναφέρεται στην αδυναμία, στην οποία θα περιέλθουν οι αντίπαλοι, να αναιρέσουν τα λεγόμενα από αυτούς που διώκονται για τον Χριστό για υπεράσπιση των εαυτών τους (g).
(5)   Το ἀντιστῆναι αναφέρεται στην μετά την υπεράσπισή τους ανάληψη επίθεσης από αυτούς που ομολογούν το ευαγγέλιο, όταν με το μαχαίρι του ευαγγελίου θα προσβάλουν τις πλάνες των διωκτών τους (g). Η σοφία λοιπόν είναι δύναμη (b).
Λουκ. 21,16 παραδοθήσεσθε(1) δὲ καὶ(2) ὑπὸ γονέων καὶ συγγενῶν καὶ φίλων καὶ ἀδελφῶν, καὶ θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν(3),
Λουκ. 21,16 Θα παραδοθήτε δε στους διώκτας και εις τα δικαστήρια και από αυτούς ακόμη τους γονείς και συγγενείς και φίλους και αδελφούς και θα θανατώσουν μερικούς από σας.
(1)   «Αφού είπε αυτά και αφού εξασθένισε τον φόβο τους για την αμάθειά τους, προσθέτει και άλλο αναγκαίο και ικανό να τρομάξει τις ψυχές… και προλέγει και για αυτό, ώστε να μην τους έλθει απότομα και τους ταράξει. Διότι είναι φοβερό αυτό όταν αγγίζει την ψυχή, όπως και ο Δαβίδ λέει, ότι Αν ο εχθρός με κορόιδευε, θα το άντεχα· εσύ όμως άνθρωπε ισόψυχε» (Θφ).
(2)   Όχι μόνο από ξένους και μη συγγενείς σας, αλλά και από γονείς (b).
(3)   Τρεις τουλάχιστον από αυτούς που άκουσαν τα λόγια αυτά –ο Ιάκωβος, ο Πέτρος και ο Ανδρέας- υπέμειναν μαρτυρικό θάνατο (p).
Λουκ. 21,17 καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου(1)·
Λουκ. 21,17 Και θα μισήσθε από όλους, διότι θα πιστεύετε στο όνομά μου.
(1)   Ο λόγος αυτός του Κυρίου διατηρήθηκε ο ίδιος και στους τρεις συνοπτικούς (Ματθ. κδ 9,Μάρκ. ιγ 13), συναντιέται επίσης και στον Ιωάννη (ιε 20,21). Επειδή προκάλεσε εντύπωση στους μαθητές χαράχτηκε βαθύτατα στη μνήμη τους (g).
Λουκ. 21,18  καὶ(1) θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται(2)·
Λουκ. 21,18 Αλλά ούτε μία τρίχα από το κεφάλι σας δεν θα χαθή,
(1)   Παροιμιακή φράση (b).
(2)   «Ούτε το ελάχιστο από εσάς δεν θα καταστραφεί» (Θφ). Πώς θα συμβιβαστεί όμως, με το «θα θανατώσουν» του στίχου 16; Ή, δεν θα χαθεί χωρίς την ειδική πρόνοια του Θεού, χωρίς ανταμοιβή, πριν τον καιρό της (b)· «και αν σε κάποιον αφαιρέθηκε κάτι από το σώμα, οπωσδήποτε το υπέστη αυτό επειδή το επέτρεψε ο Θεός· διότι άλλοτε μεν έδειχνε τη δύναμή του, άλλοτε πάλι επέτρεπε στη σάρκα να πάσχει αυτά που είναι φυσικά» (Ζ).
Ή, πιο σωστή ερμηνεία «δεν θα καταστραφεί, αν και θα φανεί στους πολλούς ότι καταστράφηκε… Διότι πρόσεξε που λέει «θα θανατώσουν από εσάς»· θα καταλάβεις δηλαδή κάτι βαθύτερο· ότι δεν θα σας θανατώσουν ολόκληρους, αλλά επειδή είστε διπλοί, από ψυχή και σώμα, δεν θα θανατώσουν τα δύο αλλά από εσάς το ένα θα θανατώσουν, το σώμα εννοώ, ενώ τις ψυχές σας θα τις κερδίσετε με την υπομονή» (Θφ).
Οι ψυχές σας θα παραμείνουν απολύτως σώες· πνευματικά δεν θα υποστείτε τίποτα (p). Η αληθινή προσωπικότητά σας δεν θα βλαφτεί στο παραμικρό (L). Ό,τι και αν σας συμβεί θα βγείτε τελικά από τον αγώνα σώοι και ακέραιοι (g).
Αντιθέτως μάλιστα και οι στο σώμα ερχόμενες βλάβες, εφόσον θα σας συμβαίνουν, διότι ο Θεός, που πάντα προς το συμφέρον σας αποβλέπει, επιτρέπει αυτές, δεν θα είναι πραγματικές βλάβες, αλλά θα καταλήγουν σε ωφέλειά σας. Δεν υπολογίζονται ως ζημιές και ως απώλειες εκείνες, οι οποίες οδηγούν σε αγαθό τέλος και καταλήγουν σε κέρδος και ωφέλεια. Και αν ακόμη σας πάρουν το σώμα σας οι διώκτες σας και αφαιρέσουν ολοτελώς την ζωή σας, δεν χάνετε το σώμα σας, αλλά παραχωρείτε και προσφέρετε αυτό στο Θεό.
Λουκ. 21,19 ἐν τῇ ὑπομονῇ(1) ὑμῶν κτήσασθε(2) τὰς ψυχὰς ὑμῶν.
Λουκ. 21,19 Με την υπομονήν σας κερδίστε τας ψυχάς σας.
(1)   Υπομονή είναι η καρτερία στα παθήματα και τους διωγμούς, χωρίς να υποχωρεί κάποιος ή να χαλαρώνει, ενώ μακροθυμία είναι η ανοχή των ύβρεων και αδικιών, χωρίς να ανταποδίδει κάποιος κάτι για αυτές (p).
(2)   «Σώστε» (Ζ), κάντε κτήμα σας (δ), κερδίστε τις ψυχές σας (p). Η ζωή η αιώνια παριστάνεται εδώ με τις ψυχές (L). Κερδίστε την αιώνια σωτηρία (p). Υπάρχει και η γραφή κτήσεσθε, η οποία φαίνεται πιο αυθεντική.
Αξιόλογη και η επόμενη: Κτήσασθε τις ψυχές σας, τον αληθινό και κυρίως άνθρωπο· φυλάξτε την πάνω στον εαυτό σας εξουσία και κυριαρχία του λογικού· φυλάξτε το εσωτερικό σας από την εμπαθή ταραχή ώστε ούτε λύπη ούτε φόβος να σας τυραννά και να σας αφαιρεί την ειρήνη και την χαρά. Στους δύσκολους καιρούς, στους οποίους τίποτα άλλο δεν είναι εύκολο να διατηρήσουμε, ας φυλάξουμε και ας κρατήσουμε στην κατοχή μας το πολυτιμότερο από όλα, δηλαδή τις ψυχές μας. Με την υπομονή λοιπόν οι ψυχές σας θα διατηρηθούν σε καλή διάθεση και σε ειρηνική κατάσταση.
3) Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του ιουδαϊκού λαού (κα 20-24)
Λουκ. 21,20 ὅταν(1) δὲ ἴδητε κυκλουμένην(2) ὑπὸ στρατοπέδων τὴν Ἱερουσαλήμ(3), τότε γνῶτε ὅτι ἤγγικεν ἡ ἐρήμωσις(4) αὐτῆς.
Λουκ. 21,20 Οταν δε θα ίδετε την Ιερουσαλήμ να περικυκλώνεται από στρατεύματα, τότε μάθετε ότι έφθασε πλέον ο καιρός της ερημώσεώς της.
(1)   Μέχρι τώρα ο Κύριος επέστησε την προσοχή των πιστών κατά των εσπευσμένων μέτρων. Τώρα αντιθέτως ειδοποιεί αυτούς να μην παρασυρθούν από τις φαντασιοπληξίες των φανατικών Ιουδαίων, οι οποίοι θα φανταστούν, ότι ο Θεός θα σώσει με θαύμα την Ιερουσαλήμ, αλλά να σπεύσουν να λάβουν μέτρα ασφαλείας (g).
(2)   Ο ενεστώτας δηλώνει την κύκλωση στην αρχή της και όχι ακόμη ολοκληρωμένη (g)· διότι όταν η κύκλωση αυτή θα έχει συντελεστεί, θα είναι πλέον πολύ αργά (p).
(3)   «Σαφέστατα τώρα αναφέρεται στην άλωση της Ιερουσαλήμ» (Θφ).
(4)   Η λέξη συχνά συναντιέται στους Ο΄, στην Κ.Δ. μόνο εδώ και στα παράλληλα χωρία. Οι μαθητές ανέμεναν την εντός ολίγου δόξα της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας, στην οποία θα εγκαθίστατο ο Μεσσίας και τώρα προλέγεται σε αυτούς η επικείμενη ερήμωσή της (p).
Λουκ. 21,21 τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη(1), καὶ οἱ ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκχωρείτωσαν(2), καὶ οἱ ἐν ταῖς χώραις(3) μὴ εἰσερχέσθωσαν εἰς αὐτήν(4),
Λουκ. 21,21 Τότε όσοι θα ευρίσκονται εις την Ιουδαίαν, ας φεύγουν εις τα βουνά, και όσοι θα είναι μέσα εις την πόλη, ας φεύγουν έξω και μακριά από αυτήν. Και όσοι θα ευρίσκονται εις την ύπαιθρο, να μη εισέλθουν εις την πόλη.
(1)   Αυτολεξεί επαναλαμβάνεται και από τους τρεις συνοπτικούς. Με τη φράση στα όρη εννοούνται οι ορεινές περιοχές της Ιουδαίας (p).
(2)   Και αυτοί που είναι μέσα στην πόλη ας βγουν στην ύπαιθρο, στους αγρούς (δ). Φεύγετε μακριά από την πόλη, από την οποία έφυγε ήδη ο Θεός και απέσυρε την προστασία του. Από εκεί, από όπου φεύγει ο Θεός, πρέπει χωρίς κάποια αναβολή να φεύγουμε και εμείς.
(3)   Αυτοί που ζουν στην ύπαιθρο, αυτοί που μένουν στους έξω αγρούς (δ)· αντιτίθεται στην πόλη (p).
(4)   «Ας μην προσδοκούν, ότι η πόλη επειδή έχει τείχη, θα τους φυλάξει, αλλά ας αναχωρήσουν και αυτοί που θα είναι μέσα στην πόλη» (Θφ).
Λουκ. 21,22 ὅτι ἡμέραι ἐκδικήσεως(1) αὗταί εἰσι τοῦ πληρωθῆναι(2) πάντα τὰ γεγραμμένα(3).
Λουκ. 21,22 Διότι αι ημέραι αυταί είναι ημέραι της δικαίας θείας τιμωρίας, ώστε να εκπληρωθούν έτσι όλα όσα έχουν γραφή δια την καταστροφή του Ισραηλιτικού λαού και της Ιερουσαλήμ.
(1)   Εκδίκηση «για το φόνο του δεσπότη (Χριστού)» (Ζ). Δες από τους Ο΄ τα Δευτερ. λβ 35,Ωσηέ θ 7,Σοφ. Σειρ. ε 7. Αξιοσημείωτο και το περίφημο χωρίο του Ευσεβίου (Εκκλησ. Ιστορ. ΙΙ 23,20), στο οποίο παραθέτει αυτός (όπως και προηγουμένως ο Ωριγένης) τους παρακάτω λόγους του Ιώσηπου που δεν υπάρχουν σε κανένα από τα χειρόγραφα που περισώθηκαν σε μας: «αυτά όμως συνέβησαν στους Ιουδαίους σαν εκδίκηση για τον Ιάκωβο τον δίκαιο, ο οποίος ήταν αδελφός του Ιησού του λεγομένου Χριστού, επειδή ακριβώς αν και ήταν αυτός δικαιότατος, οι Ιουδαίοι τον φόνευσαν» (p).
Τους χρόνους της μακροθυμίας και ανοχής του Θεού διαδέχονται χρόνοι οργής και εκδίκησης. Αυτοί που δεν συγκινούνται από την προς αυτούς ανοχή του Κυρίου και δεν οδηγούνται από την μακροθυμία του σε μετάνοια, αλλά παραμένουν σκληροί, οπωσδήποτε θα αντικρύσουν και την οργή του, η οποία όσο αργότερα έρχεται, τόσο αυστηρότερα και θα εκδηλωθεί.
(2)   Για να εκπληρωθούν.
(3)   «Όλα όσα γράφονται στα βιβλία του Δανιήλ και των άλλων προφητών» (Ζ). Αναφέρεται σε όλες τις περί καταστροφής απειλές που έγιναν στον Ισραήλ, από εκείνες, οι οποίες μέσω του Μωϋσή προκηρύχτηκαν (Λευϊτ. κστ 14 και εξής) μέχρι τις προφητείες του Ζαχαρίου (ια 1-17) και του Μαλαχίου (δ 6)(g).
Λουκ. 21,23  οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις(1)· ἔσται γὰρ τότε ἀνάγκη(2) μεγάλη ἐπὶ τῆς γῆς(3) καὶ ὀργὴ τῷ λαῷ τούτῳ(4),
Λουκ. 21,23  Αλλοίμονον δε εις τας εγκύους και εις αυτάς που θηλάζουν μικρά παιδιά κατά τας ημέρας εκείνας. Διότι θα είναι θλίψις και στέρησις μεγάλη εις την γην, και οργή του Θεού και των ανθρώπων εναντίον του λαού τούτου.
(1)   Από την αρχή του στίχου μέχρι τη λέξη αυτή συναντιέται η φράση αυτολεξεί και στους τρεις συνοπτικούς.
(2)   Ανάγκη=στενοχώρια, δυστυχία (δ). «Διότι πράγματι γυναίκες έτρωγαν τα παιδιά τους, και κοιλιές νεκρών ξέσχιζαν οι εχθροί, και φωτιά βαρβαρική παντού κατέκαιγε και όλα ήταν γεμάτα από αίμα, και νέες τραγωδίες συνέβαιναν, και όλη η οικουμένη γέμισε από τις συμφορές των Ιουδαίων» (Χ).
(3)   Πρέπει να το πάρουμε εδώ με περιορισμένη έννοια, όπως φαίνεται από την ακόλουθη φράση «στον λαό αυτόν» (g). Η φράση αυτή δηλώνει τους Ιουδαίους. Συνεπώς και η πριν από αυτήν («επί της γης») αναφέρεται σε μόνη την Παλαιστίνη και όχι σε ολόκληρη τη γη (p).
(4)   Ο οποίος περιφρόνησε τόσο μεγάλη χάρη ουράνια (b).
Λουκ. 21,24 καὶ πεσοῦνται στόματι μαχαίρας(1), καὶ αἰχμαλωτισθήσονται εἰς πάντα τὰ ἔθνη(2), καὶ Ἱερουσαλὴμ ἔσται πατουμένη(3) ὑπὸ ἐθνῶν(4) ἄχρι πληρωθῶσι καιροὶ ἐθνῶν(5).
Λουκ. 21,24 Και θα πέσουν σφαγμένοι από κοφτερά μαχαίρια, άλλοι δε αιχμάλωτοι και δούλοι θα μεταφερθούν προς πώλησιν εις όλα τα έθνη. Και η Ιερουσαλήμ θα καταπατήται από ξένα έθνη, έως ότου συμπληρωθή ο καιρός που ώρισε ο Θεός, δια την κυριαρχίαν των εθνών επί της Ιερουσαλήμ.
(1)   Στόμα μαχαίρας, είναι εβραϊκός τρόπος ομιλίας (Γενεσ. λδ 26,Δευτερ. ιγ 16 κλπ.). Ποιητικά δηλαδή παριστάνεται το μαχαίρι ως θηρίο που καταβροχθίζει με το στόμα του, την κόψη (για αυτό και δίστομο ονομάζεται το μαχαίρι που έχει δύο κόψεις) τους εχθρούς (δ).
(2)   Πάνω από ένα εκατομμύριο Ιουδαίοι χάθηκαν κατά τη διάρκεια του τρομερού αυτού αγώνα και ενενήντα εφτά χιλιάδες οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Αίγυπτο και τις άλλες επαρχίες του ρωμαϊκού κράτους κατά τον Ιώσηπο (Ιουδ. Πολιτ. VI,9.3)(g).
Οσοδήποτε πάντως και αν θεωρεί ο p υπερβολικούς τους αριθμούς αυτούς, πάντως αναγνωρίζεται από όλους το τρομακτικό μέγεθος της καταστροφής. Οι Ιουδαίοι πλέον δεν θα οδηγηθούν αιχμάλωτοι σε ένα έθνος, όπως άλλοτε, όταν κατακτήθηκαν από τους Χαλδαίους, αλλά σε όλα τα έθνη. Και αυτό θα κάνει τη θέση τους περισσότερο απελπιστική και την εθνική τους αποκατάσταση περισσότερο δύσκολη και απραγματοποίητη. Χωρίς να αφομοιώνονται μαζί με τα υπόλοιπα έθνη, θα παραμένουν ανάμεσα σε αυτά μάρτυρες της δίκαιης οργής του Θεού και της τιμωρίας, την οποία είλκυσαν μόνοι τους πάνω στα κεφάλια τους με τη φωνή των προγόνων τους: «Το αίμα αυτού να πέσει πάνω σε μας και στα παιδιά μας».
(3)   Είναι εντονότερη η περίφραση από το απλό πατηθήσεται (b). Το ρήμα λοιπόν σημαίνει κάτι περισσότερο από την κατοχή. Δηλώνει καταπίεση και συντριπτική κυριαρχία (g).
(4)   Η Ιερουσαλήμ μπήκε συχνότερα κάτω από τα πόδια των εθνών παρά στα χέρια των Χριστιανών. Ρωμαίοι, Σαρακηνοί, Πέρσες και Τούρκοι την ποδοπάτησαν αλληλοδιαδόχως (p).
(5)   Διάφοροι με διάφορους τρόπους ερμήνευσαν αυτό. Ή, οι καιροί οι ορισμένοι ώστε να άρχουν τα έθνη στην Ιερουσαλήμ, ή, οι καιροί, κατά τους οποίους τα έθνη θα παραμένουν στην ειδωλολατρεία, ή, οι καιροί της ανοχής του Θεού προς τα έθνη, οπότε όταν συμπληρωθούν αυτοί θα υπαχθούν και τα έθνη στην οργή του Θεού, ή, οι καιροί να επιστρέψουν τα έθνη στο Θεό, ή, οι καιροί, κατά τους οποίους τα έθνη θα κατέχουν τα προνόμια από τα οποία αποξένωσαν τους εαυτούς τους οι Ιουδαίοι.
Η πρώτη εκδοχή και οι δύο τελευταίες είναι οι καλύτερες και δεν αποκλείουν η μία τις άλλες (p). Με τη φράση καιροί εθνών σημαίνεται η περίοδος κατά την οποία όλα τα έθνη θα επιστρέψουν στο ευαγγέλιο, οπότε και οι Ιουδαίοι θα αποκατασταθούν στη χώρα τους συναποτελούντες μαζί με τους εθνικούς μία ποίμνη κάτω από έναν ποιμένα (ο). «Μέχρι το σημείο αυτό φτάνουν τα σχετικά με την άλωση. Έπειτα πάλι αναφέρει τα σχετικά με τη συντέλεια» (Θφ).
4) Η παρουσία (κα 25-27)
Λουκ. 21,25  Καὶ ἔσται σημεῖα ἐν ἡλίῳ καὶ σελήνῃ καὶ ἄστροις(1), καὶ ἐπὶ τῆς γῆς συνοχὴ(2) ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ(3) ἠχούσης(4) θαλάσσης καὶ σάλου(5),
Λουκ. 21,25  Ως προς δε την δευτέραν παρουσίαν, θα γίνουν πρωτοφανή και καταπληκτικά φαινόμενα στον ήλιον και την σελήνην και τα αστέρια. Εις δε την γην θα καταλάβη τα έθνη μεγάλη στενοχωρία και φόβος και αμηχανία πολλή, καθώς τα τεράστια ορμητικά κύματα της θαλάσσης με θόρυβον πολύν και σάλον θα ορμούν να κατακλύσουν την γην.
(1)   «Διότι αφού η κτίση αλλοιώνεται, εύλογα τα στοιχεία της γίνονται καινούργια» (Θφ).
«Διότι όταν θα παρέλθει η μορφή αυτή του κόσμου, θα φύγουν μαζί του και ο ήλιος και η σελήνη και οι αστέρες… Θα σταματήσει λοιπόν τότε ο ήλιος και η σελήνη, αλλά ούτε τα άστρα θα χρειάζονται τότε, αφού δεν θα υπάρχει νύχτα… και έτσι ο νέος αιώνας θα είναι ανήλιος και ασέληνος και άναστρος, αφού ημέρα που θα καταυγάζει τις άγιες ψυχές θα είναι το δικό μας φως» (Ε).
Στο πνεύμα των μαθητών που συνομιλούν με τον Ιησού η καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του ναού δεν ήταν δυνατόν παρά να είναι ένδειξη της επικείμενης συντέλειας του κόσμου. Έτσι ο Κύριος δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί το γεγονός της καταστροφής της Ιερουσαλήμ, χωρίς να πει και κάποιους λόγους, με τους οποίους θα δηλωνόταν σε ποια σχέση βρίσκεται με αυτό και η συντέλεια του κόσμου. Προχωρά λοιπόν τώρα να μιλήσει και για αυτά που θα γίνουν κατά την συντέλεια. Η ενδιάμεση ιδέα, με την οποία συνδέονται οι στίχοι 24 και 25 είναι αυτή: Και όταν η περίοδος της τιμωρίας για τον Ισραήλ και τη σωτηρία των εθνών περάσει, τότε όμοια με πλοίο, που τρίζει από παντού, πριν ακόμη διαλυθεί σε συντρίμμια ο πλανήτης μας (η οικουμένη) και το ηλιακό μας σύστημα ολόκληρο, θα υποστούν ασυνήθιστους σεισμούς (g). Η λέξη ήλιος θα εκληφθεί κατά γράμμα και κυριολεκτικά, διότι ακολουθούν ξεχωριστά η σελήνη, τα άστρα και η γη (b).
(2)   Η λέξη συναντιέται μόνο εδώ και στο Β΄Κορ. β 4. «Συνοχή εθνών δηλαδή θλίψη» (Θφ). Η λέξη με έννοια φυσική= στενότητα, σύσφιγξη, ενώ με έννοια ηθική= αγωνία (L), στενοχώρια, αδημονία (δ).
(3)   Τα έθνη θα βρίσκονται σε απορία (p). Η αδημονία των εθνών θα συνίσταται στην απορία και αμηχανία και αγνωσία του τι να πράξουν για προφύλαξή τους (δ).
(4)   Υπάρχει και η γραφή ηχούς, οπότε το ηχούσης προήλθε από διόρθωση (δ)
(5)   Ή «νομίζω πως διδάσκει ότι η αρχή της μεταβολής του παντός που θα γίνει τότε, θα αρχίσει από το ότι θα χαθεί το υγρό στοιχείο. Διότι αφού αυτό πρώτα απορροφηθεί ή παγώσει, ώστε να μην ακούγεται πλέον ο ήχος της θάλασσας, ούτε να γίνεται ο σάλος από τα κύματά της λόγω υπερβολικής ξηρασίας, τα υπόλοιπα μέρη του κόσμου θα υποστούν αλλαγή και μεταβολή αφού δεν θα έχουν πλέον τους συνηθισμένους υδρατμούς (=υγρασία) που στέλνεται από το υγρό στοιχείο» (Ε).
Ή, πιο σωστά «η θάλασσα θα βουίζει με ήχους φρικιαστικούς και θα υπάρχει σάλος και ταραχή» (Θφ). Ηχώ είναι ο φοβερός ήχος και θόρυβος των κυμάτων που έρχονται προς την ξηρά εξαιτίας της επερχομένης καταστροφής του κόσμου· ο θόρυβος και ο σάλος της κίνησης της θάλασσας σε φοβερή τρικυμία, που απειλεί να κατακλύσει τη γη (δ)
Λουκ. 21,26 ἀποψυχόντων(1) ἀνθρώπων ἀπὸ φόβου καὶ προσδοκίας(2) τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ· αἱ γὰρ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν(3) σαλευθήσονται(4).
Λουκ. 21,26 Οι άνθρωποι θα παραλύουν και θα χάνουν τας αισθήσεις των και θα είναι σαν νεκροί από τον φόβον δι’ αυτά, που θα βλέπουν, και δια τα άλλα μεγάλα κακά, που θα περιμένουν να επιπέσουν εναντίον της οικουμένης. Διότι αι δυνάμεις, που κρατούν την αρμονίαν του σύμπαντος, θα σαλευθούν και θα κλονισθούν.
(1)   Το αποψυχώ= αποβάλω την ψυχή, πεθαίνω. Εδώ όμως εκφράζει την έννοια του χάνω τις αισθήσεις, λιποθυμώ (δ). Ο Hobart ισχυρίζεται ότι πρόκειται για ιατρικό όρο, αν και στους ιατρούς έχει την έννοια του ριγώ ή είναι κάποιος κατεψυγμένος  (p).
(2)   Από τον φόβο των παρόντων δεινών και από την προσδοκία των απειλούμενων να συμβούν στο μέλλον (b). Ο Ηοbart φέρνει πολλά παραδείγματα από τον Γαληνό, σύμφωνα με τα οποία η λέξη προσδοκία που συναντιέται εδώ μόνο και στο Πράξ. ιβ 11, σημαίνει την αναμονή κακού αποτελέσματος (p).
(3)   Ή, «και οι ίδιοι οι άγγελοι και οι πρώτιστες δυνάμεις θα ταραχτούν και θα εκπλαγούν με τις τόσο φρικιαστικές μεταβολές των πάντων» (Θφ).
Ή, «οι (ουράνιες) δυνάμεις που υπηρέτησαν τον προηγούμενο αιώνα (περίοδο)… και επιστάτησαν στα αισθητά μέρη του σύμπαντος, τότε λοιπόν θα σαλευτούν, μιας και θα τύχουν καλύτερης θέσης» (Ε)· οι αγγελικές δυνάμεις, που συντηρούν τον κόσμο, θα απαλλαχτούν από την φροντίδα αυτή (δ).
Ή, οι κοσμικές δυνάμεις που συγκρατούν το σύμπαν (Meyer,Oosterzee)· «οι δυνάμεις οι αφανείς, από τις οποίες διοικείται όλος ο ουρανός» (Ε).
Ή, τα ουράνια σώματα, οι αστέρες (p).
Η δεύτερη και η τρίτη εκδοχή πιο σοβαρές, χωρίς να αποκλείουν η μία την άλλη.
(4)   Οι ορθολογιστές ισχυρίστηκαν, ότι στην περιγραφή του αυτή ο Κύριος παρουσιάζεται να εξαρτιέται από τα πολυάριθμα αποκαλυπτικά συγγράμματα, που κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη μεταξύ του Ισραήλ και περιέγραφαν τις ωδίνες που θα προηγηθούν από την έλευση του Μεσσία! Αλλά όλα τα χαρακτηριστικά της εικόνας αυτής που παρέχει ο Κύριος συναντιούνται και στην Π.Δ. Δες Ιωήλ β 10,γ 3,4.Ησ. λδ 11,Σοφονίου α 15,Αγγαίου β 6. Οι προφητείες επομένως αυτές χρησίμευσαν ως πηγές και των αποκαλυπτικών συγγραφών, στις οποίες παρέπεμψαν οι ορθολογιστές (g).
Λουκ. 21,27  καὶ τότε ὄψονται(1) τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλῃ(2) μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς(3).
Λουκ. 21,27  Και τότε θα ιδούν τον υιόν του ανθρώπου να έρχεται επάνω εις ολόφωτον νεφέλην με δύναμιν και δόξαν πολλήν.
(1)   Δεν λέει πλέον θα δείτε, αλλά θα δουν. Υπαινίσσεται ίσως ότι αυτοί που άκουγαν την στιγμή εκείνη τους λόγους του Κυρίου δεν θα ζήσουν για να δουν τον Υιό του ανθρώπου (p).
(2)   «Γιατί όμως σε σύννεφο; Γιατί έτσι πάντα φαίνεται ο Θεός. Διότι λέει «σύννεφο και ομίχλη υπάρχει γύρω από αυτόν»… και ένα σύννεφο τον έκρυψε από τα μάτια τους. Και ως Υιός ανθρώπου έρχεται πάνω στα σύννεφα. Έτσι βέβαια τον βλέπει και ο Δανιήλ· έτσι και τότε θα έλθει, όχι κρυφά, αλλά ως Θεός και Κύριος με δόξα που πρέπει στο Θεό» (Κ).
(3)   «Γιατί δεν θα έρθει πια με ταπείνωση, ούτε με τη δική μας μικροπρέπεια, αλλά με δόξα και δύναμη θεότητας. Και στα δύο όμως θα ακούσεις το «πολλής(=με πολλή)· Διότι με πολλή δύναμη και δόξα πολλή θα κάνει τη δεύτερη παρουσία του» (Κ).
Και «θα ανοίξει ο ουρανός και οι πύλες του που είναι από αιώνες κλεισμένες θα ανοίξουν, ώστε να φανούν τα επουράνια και η αιώνια βασιλεία του Θεού να φανεί σε όλους», «όταν ο ίδιος ο υιός του ανθρώπου αφού λάμψει, θα φωτίσει τον νέο αιώνα, ενώ το προηγούμενο σχήμα του κόσμου θα περάσει» (Ε).
Λουκ. 21,28 ἀρχομένων(1) δὲ τούτων γίνεσθαι ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν(2), διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις(3) ὑμῶν.
Λουκ. 21,28 Όταν δε θα αρχίσουν αυτά να γίνωνται, σεις οι πιστοί οπαδοί μου, σηκωθήτε επάνω γεμάτοι ελπίδα και σηκώστε τα κεφάλια σας προς τον ουρανόν όχι με φόβον, αλλά με χαράν και ελπίδα, διότι πλησιάζει πλέον η απολύτρωσή σας.
(1)   «Λέει αυτά προς τους μαθητές όχι επειδή πρόκειται αυτοί να ζήσουν και να παραμείνουν στη ζωή μέχρι τη συντέλεια, αλλά επειδή είμαστε ένα σώμα αυτοί και εμείς, και όσοι μετά από αυτά θα πιστέψουν σε αυτόν μέχρι τη συντέλεια» (Ε).
(2)   «Τότε παίρνοντας τις υποσχέσεις, στις οποίες ελπίζαμε, θα πεταχτούμε όρθιοι αυτοί που ήμασταν σκυμμένοι και θα σηκώσουμε τα κεφάλια οι πριν ταπεινωμένοι» (Ε). Ανακύπτω με την έννοια εδώ του φρονηματίζομαι μετά από κάποια θλίψη (p).
(3)   Κατά την δευτέρα παρουσία. «Η απολύτρωση που προσδοκάμε είναι εκείνη, την οποία και όλη η κτίση προσδοκά σύμφωνα με την αποστολική διδασκαλία» (Ε), η τέλεια απαλλαγή από τα ηθικά και φυσικά κακά και η από τον θάνατο σωτηρία (δ).
«Η τέλεια ελευθερία και των δύο ενωμένων στοιχείων μας, της ψυχής εννοώ και του σώματος. Διότι η πρόθεση «από» αυτό φαίνεται να υπαινίσσεται, την πλήρη απαλλαγή από τη φθορά, την οποία και το σώμα τότε θα δεχτεί» (Θφ).
Λουκ. 21,29 Καὶ εἶπε(1) παραβολὴν αὐτοῖς· ἴδετε τὴν συκῆν καὶ πάντα τὰ δένδρα(2).
Λουκ. 21,29 Είπε δε εις αυτούς και μίαν παραβολήν• “παρατηρήστε την συκιά και όλα τα δένδρα.
(1)   Δες Ματθ. κδ 32-35 και Μάρκ. ιγ 28-32 και τις εκεί σημειώσεις. Το «και είπε» δηλώνει κάποια διακοπή που παρεμβλήθηκε, μετά από την οποία ο Κύριος ξαναπήρε το λόγο (p)
(2)   Μόνος ο Λουκάς προσθέτει τη φράση «και όλα τα δένδρα». Γράφοντας προς τους εθνικούς διατηρεί και λέξεις, οι οποίες είναι χρήσιμες για εκείνους, στους οποίους τα δένδρα της συκιάς είναι άγνωστα (p).
Λουκ. 21,30 ὅταν προβάλωσιν(1) ἤδη, βλέποντες ἀφ᾿ ἑαυτῶν(2) γινώσκετε ὅτι ἤδη ἐγγὺς τὸ θέρος ἐστίν.
Λουκ. 21,30  Όταν έχουν αρχίσει να βγάζουν φύλλα και άνθη, μόνοι σας καταλαβαίνετε και γνωρίζετε ότι το θέρος είναι πλέον κοντά.
(1)   Το ρήμα προβάλλω είναι γενικό και μπορεί να υπονοεί τους καρπούς· αλλά εδώ ο Λουκάς είχε πρόθεση να μιλήσει για τα φύλλα, διότι οι καρποί είναι ένδειξη αυτού του καλοκαιριού, αν όχι και του φθινοπώρου, αφού άλλωστε γίνεται λόγος και για όλα τα δέντρα (L).
«Όπως ακριβώς η συκιά προβάλλει τα φύλλα» (Θφ)· «όπως της συκιάς οι απαλοί κλάδοι και τα φύλλα…» (Ε).
(2)   Χωρίς κάποιος άλλος να σας πληροφορήσει για αυτό (b). Αναφέρεται στην ευκολία, με την οποία ο καθένας μπορεί να βγάλει το συμπέρασμα από την παρατήρηση (L).
Λουκ. 21,31 οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα(1) γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ(2).
Λουκ. 21,31 Ετσι και σεις, όταν ίδετε να γίνωνται αυτά, που σας είπα, να ξέρετε ότι είναι κοντά η βασιλεία του Θεού, η χαρά και η μακαριότης των δικαίων.
(1)   «Ποιά αυτά να γίνονται, αν όχι τα προλεχθέντα; Την Ιερουσαλήμ να πατιέται από τα έθνη, την συμπλήρωση των καιρών των εθνών, τα χρόνια της αποστασίας, τα σημάδια στους φωστήρες και τα άστρα, την συνοχή των εθνών στη γη, την… απορία του ήχου και του σάλου της θάλασσας» (Ε)· και με λίγα λόγια «τα τρομερά γεγονότα και την μεταμόρφωση των πάντων» (Θφ).
(2)   Δεν είναι εξ’ ολοκλήρου συνώνυμο με το προηγούμενο «η απολύτρωσή σας», αλλά εκφράζει την θετική πλευρά του μεγάλου γεγονότος, το οποίο θα απολαύσουν οι μαθητές με το που λυτρωθούν (L).
«Η βασιλεία του Θεού μετά το χειμώνα και τη ζάλη, έρχεται σαν καλοκαίρι για τους δίκαιους» (Θφ). Το είναι κοντά «διδάσκει ότι όταν γίνουν αυτά, δεν έφτασαν ακόμη τα πράγματα στο έσχατο τέλος, αλλά οδεύουν προς το τέλος ήδη, όπως ακριβώς στους καρπούς, οδεύει η συκιά όταν απαλαίνει τα κλαδιά και βγάζει τα φύλλα» (Σχ).
Λουκ. 21,32 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη(1) ἕως ἂν πάντα γένηται.
Λουκ. 21,32 Σας διαβεβαιώνω δε, ότι όσα σας είπα δια την τρομεράν καταστροφήν της Ιερουσαλήμ, θα πραγματοποιηθούν όλα πριν περάση η γενεά αυτή.
(1)   Λιγότερο πιθανή ερμηνεία «γενιά είναι η καινούργια και νέα, την οποία αυτός σύστησε… Λέει δηλαδή ότι θα διαμείνει και θα διαρκέσει ο λαός του και η εκκλησία μέχρι εκείνο τον καιρό όταν θα είναι αυτόπτες σε όλα και θα δουν με τα μάτια τους τις εκπληρώσεις των προφητειών του Σωτήρα» (Ε).
«Επειδή δηλαδή είπε ότι θα γίνουν ταραχές και πόλεμοι και αλλοιώσεις και στοιχείων και πραγμάτων, για να μην θεωρήσει κάποιος, ότι μήπως και ο Χριστιανισμός καταργηθεί, Όχι, λέει· δεν θα περάσει η γενιά αυτή των Χριστιανών» (Θφ).
Πιο σωστά: η γενιά, που ζούσε τότε, όταν ο Κύριος είπε τα λόγια αυτά. Αναφέρεται λοιπόν ο στίχος στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ, που θεωρείται ως τύπος της συντέλειας του κόσμου (p).
Λουκ. 21,33 ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι(1).
Λουκ. 21,33 Ο ουρανός και η γη, που φαίνονται τόσον μόνιμα και ασάλευτα, θα περάσουν και θα λείψουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα περάσουν.
(1)   «Ο ουρανός μεν και η γη θα αλλοιωθούν, οι λόγοι μου όμως και το ευαγγέλιό μου δεν θα καταργηθούν, αλλά θα μείνουν· και αν ακόμη όλα σαλεύονται, η πίστη σε μένα δεν θα εκλείψει» (Θφ). «Αυτό ήδη προφητεύει ταυτόχρονα και την συντέλεια των στοιχείων με το να λέει, ότι είναι αδύνατον τα λόγια μου να περάσουν, αν και τα στοιχεία θα περάσουν» (Σχ).
Λουκ. 21,34 Προσέχετε(1) δὲ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν(2) ὑμῶν αἱ καρδίαι(3) ἐν κραιπάλῃ(4) καὶ μέθῃ καὶ μερίμναις βιοτικαῖς(5), καὶ αἰφνίδιος(6) ἐφ᾿ ὑμᾶς ἐπιστῇ(7) ἡ ἡμέρα ἐκείνη(8)·
Λουκ. 21,34  Προσέχετε δε τους εαυτούς σας, μήπως γίνουν βαρειές οι καρδιές σας από την κραιπάλην και από την μέθην και από τας βασανιστικάς φροντίδας της παρούσης ζωής. Να είσθε άγρυπνοι, μήπως τυχόν πέση επάνω σας άξαφνα η μεγάλη εκείνη ημέρα.
(1)   Στους στίχους 34-36 περιλαμβάνεται ως συμπέρασμα των λεχθέντων προτροπή για την ανάγκη της ακατάπαυστης προσοχής και εγρήγορσης. Δες Ματθ. κδ 42-45 και Μάρκ. ιγ 33-37. Η μορφή της προτροπής αυτής διαφέρει σημαντικά στους συνοπτικούς. Λίγες λέξεις είναι κοινές στους δύο από αυτούς και πολύ λίγες κοινές και στους τρεις (p).
(2)   Δες Λουκ. θ 32 «βεβαρυμένοι από ύπνο» που δηλώνει σαν να πιέζονται από κάποιο βάρος και είναι ανίκανοι να αγρυπνήσουν. Έτσι και εδώ το βαρηθῶσιν= να πιεστούν από την κραιπάλη και μέθη και να γίνουν ανίκανοι να επιτελούν την πνευματική τους λειτουργία, την οποία η ζωή μέσα στη μέθη τελείως παραλύει (δ).
(3)   Η καρδιά εδώ είναι η έδρα του πνεύματος, του προσώπου του ανθρώπου, που οφείλει πάντα πνευματικά να εργάζεται, δηλαδή να καταλαβαίνει το αληθινό, και να αγαπά και να κάνει το αγαθό (δ).
(4)   Δηλώνει «τον πονοκέφαλο από το χθεσινό μεθύσι» (Η)· «την ζαλάδα από τη χθεσινή οινοποσία» (Θωμάς Μάγιστρος). Λέξη που λέγεται μία φορά.
(5)   «Πρέπει να σημειώσουμε όμως, ότι όχι μόνο η μέθη, αλλά και οι μέριμνες του βίου βουλιάζουν την ψυχή και καταποντίζουν το νου» (Ζ) και «μας βάζουν στο να ξεχνάμε τα συμφέροντα» (Σχ.).
«Διεγείρει τους μαθητές ώστε να είναι πάντοτε έτοιμοι και προετοιμασμένοι για την παρουσία του, για την οποία προτρέποντάς μας, έκανε όλους τους λόγους της διδασκαλίας· και διατάζει να είμαστε προσεχτικοί και να γρηγορούμε και να αγρυπνούμε σε όλο το διάστημα της νύχτας της θνητής ζωής, επειδή κανείς δεν ξέρει τον καιρό της συντέλειας» (Ε).
(6) «Διότι δεν έρχεται με παρατήρηση η ημέρα εκείνη, αλλά απροσδόκητη» (Θφ).
(7)   Το ἐφ᾿ ὑμᾶς ἐπιστῇ= έλθει πάνω σας σαν κλέφτης που ενεδρεύει, ενώ η πρόθεση «επί» δηλώνει την εχθρική διεύθυνση, όπως στο Πράξ. δ 1,στ 12 (δ). Έχει μέσα του και την έννοια του αιφνίδιου. Πέσει αιφνίδια εναντίον σας όπως αρπακτικό πτηνό εναντίον άλλου πτηνού (ο).
(8)   «Ο κλέφτης είναι ο καιρός του θανάτου του καθενός» (Ε). Ο κίνδυνος, τον οποίο διατρέχουμε, είναι η ημέρα του θανάτου και της κρίσης να έλθει σε μας αιφνίδια, πιάνοντάς μας αμέριμνους και απροετοίμαστους. Το καθήκον μας απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο είναι να προσέχουμε τους εαυτούς μας, για να μην βαρυνθούν οι καρδιές μας και από φορτία βαριά να γίνουν ανίκανες και ακατάλληλες να ενεργούν ό,τι απαιτείται για προετοιμασία τους για τον θάνατο και την κρίση.
Δύο λοιπόν είναι εκείνα, από τα οποία οι ψυχές μας γίνονται δυσκίνητες και ρέπουν προς τα κάτω: αφ’ ενός η χωρίς μέτρο φροντίδα και ικανοποίηση των ορέξεων του σώματος και των επιθυμιών των αισθήσεων, η οποία αμβλύνει την συνείδηση και έλκει το ενδιαφέρον του έσω ανθρώπου προς τα υλικά και μάταια, αποσπώντας αυτόν από τα πνευματικά και ουράνια, προς τα οποία πρέπει να είναι στραμμένος και για τα οποία πρέπει προ παντός να ενδιαφέρεται· αφ’ ετέρου η ασυγκράτητη επιδίωξη της απόκτησης των αγαθών του κόσμου αυτού, η οποία γεμίζει την ψυχή με το φόρτο μεριμνών και φροντίδων που κρατούν αυτήν σε διαρκή αγωνία και σάλο.
Λουκ. 21,35 ὡς παγὶς(1) γὰρ ἐπελεύσεται ἐπὶ πάντας τοὺς καθημένους(2) ἐπὶ πρόσωπον πάσης(3) τῆς γῆς.
Λουκ. 21,35  Διότι πράγματι σαν παγίδα θα έλθη η ημέρα εκείνη και θα συλλάβη απροετοιμάστους όλους αυτούς, οι οποίοι κάθονται επάνω εις την γην.
(1)   Σύμφωνα με τα αλεξανδρινά χειρόγραφα η στίξη(η θέση της άνω τελείας) συνδέει την φράση «ως παγίς» με τον προηγούμενο στίχο, ενώ το γαρ ακολουθεί στο επελεύσεται ή επεισελεύσεται σύμφωνα με τη γραφή εκείνων των χειρογράφων. Δηλαδή «ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη ὡς παγὶς· ἐπεισελεύσεται γὰρ…».
Παρόλ’ αυτά και η συνηθισμένη στίξη αποδίδει λαμπρή έννοια, διότι η λέξη παγίδα συγκεντρώνει πάνω της όλη την έμφαση.
«Σαν παγίδα δηλαδή θα έλθει η παρουσία του Κυρίου σε όλους όσους είναι στη γη. Όσοι λοιπόν προσέχουν τους εαυτούς τους σώζονται, όπως το ζαρκάδι από το δίχτυ και όπως το πουλί από την παγίδα· όσοι όμως έχουν βαρυνθεί από τη μέθη και κοιμούνται σε θάνατο, πέφτουν σε απροσδόκητο κίνδυνο» (Ε).
(2)   Οι λόγοι αυτού υπενθυμίζουν τα λόγια στο Ησαΐου κδ 17 «φόβος και λάκκος και παγίδα σε εμάς που κατοικούμε στη γη». Πολύ αξιόλογη η παρατήρηση: «Εκείνους παγιδεύει η ημέρα εκείνη, αυτούς που είναι αμέριμνοι και δεν κάνουν τίποτα. Διότι αυτοί είναι που κάθονται και αυτοί παγιδεύονται» (Θφ).
(3)   Χρησιμοποιεί εντονότατες λέξεις «σε όλους… όλης». Δεν πρόκειται πλέον για γεγονός περιορισμένης έκτασης, όπως η καταστροφή των Ιεροσολύμων, αλλά για τη συντέλεια όλου του κόσμου (L).
Λουκ. 21,36 ἀγρυπνεῖτε(1) οὖν ἐν παντὶ καιρῷ(2) δεόμενοι(3) ἵνα καταξιωθῆτε(4) ἐκφυγεῖν(5) πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι καὶ σταθῆναι(6) ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
Λουκ. 21,36  Να είσθε λοιπόν άγρυπνοι και να προσεύχεσθε κάθε ώραν και στιγμήν, να σας δώση ο Θεός χάριν και δύναμιν, δια να αποφύγετε όλα αυτά τα φοβερά, που πρόκειται να γίνουν και να σταθήτε με θάρρος και χαράν εμπρός στον υιόν του ανθρώπου”.
(1)   Το αγρυπνείτε είναι η εικόνα της διαρκούς αναμονής (g). Αγρυπνείτε κατά της αμαρτίας, αγρυπνείτε σε κάθε καθήκον, αγρυπνείτε να επωφελείστε κάθε ευκαιρία για εφαρμογή του αγαθού. Αγρυπνείτε εν αναμονή της έλευσης του Κυρίου, για να σας βρει στην πρέπουσα διάθεση και ώστε με τα πρέποντα συναισθήματα να τον υποδεχτείτε.
(2)   Τα Λουκά ιη 1 και Α΄ Θεσ. ε 17 συνηγορούν υπέρ του να συνδέσουμε το «σε κάθε καιρό» με το δεόμενοι (p).
(3)   Το δεόμενοι δηλώνει την πράξη, η οποία πρέπει να γίνεται κατά τη διάρκεια της αναμονής (g). Να βρίσκεστε σε διαρκή επικοινωνία με το Θεό μέσω της προσευχής. Αδιάλειπτα να προσεύχεστε· να βρίσκεστε πάντοτε σε έξη και διάθεση τού να επιτελείτε το καθήκον αυτό· να έχετε ορισμένες ώρες αφιερωμένες σε αυτό, να προσεύχεστε σε κάθε ευκαιρία και να πλεονάζετε στην προσευχή. Εκείνοι θα καταξιωθούν να ζουν ζωή ύμνων και δοξολογιών στον άλλο κόσμο, όσοι αξιωθούν να ζουν στον παρόντα κόσμο ζωή προσευχής.
(4)   Υπάρχει και η γραφή ίνα κατισχύσητε= για να γίνετε πολύ ισχυροί, για να λάβετε μεγάλη χάρη και δύναμη. Το καταξιωθείτε= για να γίνετε σε όλα άξιοι (δ). Μεγάλο μέρος της καταξιώσεώς μας αυτής εξαρτάται από την αναγνώριση της αναξιότητάς μας. Όσο περισσότερο συναισθανόμαστε, ότι δεν είμαστε άξιοι, τόσο περισσότερο προδιαθέτουμε και προετοιμάζουμε τους εαυτούς μας στο να γίνουμε άξιοι.
(5)   Να διαφύγετε. Το ρήμα αυτό θα μπορούσε να αναφέρεται στη νίκη, την εναντίον της παραπλάνησης από τον κόσμο που περιβάλλει τους πιστούς. Αλλά πρόκειται μάλλον για τη διαφυγή από την κατάκριση, η οποία θα πλήξει αυτούς που δίκαια θα κατακριθούν (g). Σοβαρή όμως και η εκδοχή, κατά την οποία, πάντα= τα ερχόμενα πριν την παρουσία κακά (δ) και μάλιστα ο κίνδυνος των ψυχών από τις παγίδες των έσχατων ημερών (L).
(6)   Ή «να σταθείτε μπροστά στο Χριστό μαζί με τους αγγέλους» (Ζ). Να σταθείτε όρθιοι σε θέση τιμητική (L).
Ή, το ρήμα σταθήναι (όρθιους) μας δίνει να προαισθανθούμε ό,τι καταπληκτικό και τρομακτικό θα προκαλεί η προαναγγελόμενη εμφάνιση του υιού του ανθρώπου. Πρέπει κάποιος να ενισχυθεί από δύναμη υπερφυσική για να μην παραλύσει στη θέα του Υιού του ανθρώπου στη δόξα του και να μην κράξει, Βουνά «πέστε πάνω μας και κρύψτε μας» (g).
Δεν είναι αρκετό να διαφύγουμε αυτά που πρόκειται να γίνουν, αλλά πρέπει και να σταθούμε ενώπιον του υιού του ανθρώπου. Να σταθούμε όχι μόνο δικαιωμένοι ενώπιον αυτού ως κριτού μας, έχοντας θάρρος σε αυτόν, αλλά και παραστάτες του ως Κυρίου μας και διδασκάλου μας, παριστάμενοι πάντοτε στο θρόνο του και υπηρετώντας αυτόν νύκτα και ημέρα στο ναό του (Αποκ. ζ 15), πάντοτε βλέποντας το πρόσωπό του, όπως οι άγγελοι (Ματθ. ιη 10).

ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ – ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουλίου, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ

(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα

Β.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ  ΙΓ 1 – 37
(Υπόμνημα στο κατά Μάρκον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 241-258 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας                   Θφ =Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Β = Βασίλειος ο Μέγας                     β = Βίκτωρ Αντιοχείας
Γν = Γρηγόριος Νύσσης                   Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας                  Σγ = Σεβηριανός Γαβάλων
Ζ = Ζιγαβηνός εις τον Μάρκον         Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζμ = Ζιγαβηνός εις τον Ματθαιον     Ω = Ωριγένης

(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible   St. Mark by S.D.F. Salmond, Edinburgh 1922 (σημειώνεται με το σ).
The International Critical Commentary, Ezra P. Gould, A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Mark, Edinburgh 1921 (σημειώνεται με το γ).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ).
ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους
Μαρκ. 13,1 Καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ ἐκ τοῦ ἱεροῦ(1) λέγει αὐτῷ εἷς τῶν μαθητῶν(2) αὐτοῦ· διδάσκαλε, ἴδε ποταποὶ(3) λίθοι καὶ ποταπαὶ οἰκοδομαί(4).
Μαρκ. 13,1  Και καθώς έβγαιναν από την αυλή του ναού, του ένας από τους μαθητάς του• “διδάσκαλε, κύτταξε, τι ωραία μάρμαρα και πόσον μεγαλοπρεπή κτίρια είναι αυτά”!
(1)   Με τη λέξη ιερό δηλώνει εδώ ολόκληρο τον περίκλειστο χώρο του ναού μαζί με τις αυλές του. Άφησε τις αυλές του ναού ώστε και πάλι, όπως φαίνεται, να επιστρέψει στη Βηθανία. Αυτή ήταν η τελευταία του δημόσια εμφάνιση και έκκληση προς την Ιερουσαλήμ, που έγινε στο θρησκευτικό κέντρο των Ιουδαίων, στο Ναό, γεγονός το οποίο παρουσίασε ζωηρά ο Ματθαίος με τη συγκινητική φράση προς την Ιερουσαλήμ («Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, εσύ που φονεύεις τους προφήτες…» Ματθ. κγ 37-39)(σ).
Όταν ο Χριστός εγκατέλειψε την Ιερουσαλήμ, όλα πλέον σε αυτήν έγιναν κοινά και ακάθαρτα. Αλλά ο Χριστός δεν εγκατέλειψε αυτήν παρά μόνο όταν εγκαταλείφθηκε από αυτήν. Δεν απέρριψε τους κατοίκους της παρά μόνο όταν αυτοί απέρριψαν αυτόν. Άφησε το ναό, αλλά δεν άφησε τους δώδεκα, οι οποίοι ήταν το νέο σπέρμα, από το οποίο θα προερχόταν η εκκλησία του. Αυτοί τον ακολούθησαν και έμειναν μαζί του. Είναι καλό να εγκαταλείπουμε ό,τι ο Χριστός εγκατέλειψε και να μένουμε εκεί, όπου ο Χριστός μένει.
(2)   Αγνοούμε το ποιος ήταν.
(3)   Με θαυμασμό= τι σπουδαίοι· πόσο λαμπροί και μεγάλοι λίθοι και οικοδομές (δ).
(4)   Παρατήρηση που δείχνει πόσο οι διάνοιές τους ήταν γεμάτες από σκέψεις εθνικών φιλοδοξιών σε σχέση και με τη βασιλεία του Μεσσία. Ο ναός είχε έκτακτη μεγαλοπρέπεια και αρχιτεκτονικό μεγαλείο (σ). Ο Ιώσηπος (Αρχαιολ. XV,11,3) μιλά για τις λευκές και μεγάλες πέτρες του ναού κάθε μία από τις οποίες «είχε μέγεθος 25 πήχεις μήκος, 8 ύψος και 12 πλάτος».
Ο Ferguson σύμφωνα με τον γ. δίνει τα ακόλουθα μέτρα: Ο κυρίως ναός εκτεινόταν σε πήχεις 100 επί 60, με εσωτερικό περίβολο έκτασης 120 πήχεων επί 240, και με άλλο εξωτερικό περίβολο έκτασης 400 τετραγωνικών πήχεων. Οι περίβολοι στολίζονταν με στοές και διόδους έκτακτης μεγαλοπρέπειας.
«Επειδή ο Κύριος έλεγε πολλά για την ερήμωση της Ιερουσαλήμ… οι μαθητές του θαυμάζοντας, πώς τέτοια μεγέθη και κάλλη οικοδομημάτων θα αφανιστούν, δείχνουν σε αυτόν αυτήν την τόση μεγαλοπρέπεια του ναού» (Θφ).
Μαρκ. 13,2  καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· βλέπεις ταύτας τὰς μεγάλας οἰκοδομάς(1); οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ μὴ καταλυθῇ(2).
Μαρκ. 13,2  Και ο Ιησούς απήντησε και του είπε• “βλέπεις αυτάς τας μεγάλας οικοδομάς• δεν θα μείνη εδώ πέτρα επάνω εις την πέτραν, που να μη κρημνισθή”.
(1)   Πόσο διαφορετικό είναι το φως, με το οποίο ο Ιησούς βλέπει τα εξωτερικά αυτά σύμβολα της θρησκείας! (σ). Σε αυτόν που έδειξε «την τόση μεγαλοπρέπεια του ναού, ο Ιησούς προαναγγέλλει ότι θα χαθούν αυτά, και τόσο πολύ, ώστε να μην μείνει ούτε πέτρα πάνω στην πέτρα» (Θφ). Πόσο λίγο ο Χριστός εκτιμά την εξωτερική πομπή, όταν δεν υπάρχει σε αυτήν πραγματική καθαρότητα και λαμπρότητα. Ο ναός ήταν πράγματι μεγαλοπρεπής, αλλά η δόξα του είχε μολυνθεί από την αμαρτία των αρχιερέων και του λαού.
(2)   Ρητορική έκφραση και περιγραφή για την καταστροφή που θα συμβεί. Και αν ακόμη τυχόν απέμειναν κάποια ίχνη της αρχικής οικοδομής, ανεπαρκή να μαρτυρήσουν για την γκρεμισμένη και αφανισμένη οριστικά μεγαλοπρέπεια, δεν θα μπορούσαν να παρουσιαστούν για διάψευση της ολοκληρωτικής εκπλήρωσης της προφητείας αυτής του Κυρίου (γ).
Είναι λοιπόν ανάξιο προσοχής αυτό «που κάποιοι λένε ότι απέμειναν πολλά λείψανα από την Ιερουσαλήμ από την παλαιά πόλη» επιχειρώντας «να δείξουν ότι διαψεύστηκε ο Χριστός» (Θφ). Ο Ιώσηπος άλλωστε μαρτυρεί, ότι, όταν ο Τίτος κυρίευσε την Ιερουσαλήμ, όρισε το έργο της καταστροφής και του γκρεμίσματος να συντελεστεί πλήρως από δέκα λεγεώνες. Και ολοκληρώθηκε αυτό σε τέτοιο βαθμό ώστε κανείς επισκεπτόμενος την πόλη δεν θα πίστευε, ότι ο τόπος εκείνος είχε ποτέ κατοικηθεί (Ιουδ. Πολιτ. 7,1,1)(σ).
Επιπλέον «εξιστορείται ότι ο Αίλιος Αδριανός κατέσκαψε την πόλη και το ιερό από τα θεμέλιά τους, ώστε και αυτό στη δική του περίπτωση να εκπληρωθεί, το ότι δηλαδή δεν έμεινε ούτε πέτρα πάνω σε πέτρα» (Θφ).
Η στερεότητα και μεγαλοπρέπεια της κατασκευής του ναού δεν εξασφάλιζαν αυτόν από την καταστροφή, αλλά ούτε προκαλούσαν την συμπάθεια του Ιησού για την επικείμενη ερείπωσή του. Προβλέπει ο Ιησούς με οίκτο πολύ την κατάρρευση πολύτιμων ψυχών και θρηνεί για αυτές αλλά δεν τον βλέπουμε να ρίχνει βλέμμα οίκτου στα ερείπια μεγαλόπρεπης οικίας που μολύνθηκε από την αμαρτία, διότι η εξωτερική μεγαλοπρέπεια και ο πλούτος και η χλιδή καμία αξία δεν έχουν για αυτόν.
Η πρόβλεψη την οποία μας εμπνέει η πίστη, ότι θα εξαφανιστεί όλη η εγκόσμια δόξα, θα μας βοηθήσει στο να μην θαυμάζουμε και υπερτιμούμε αυτήν. Τα ωραιότερα σώματα μετά από λίγο θα μεταβληθούν σε τροφή των σκουληκιών και τα ωραιότερα οικοδομήματα αργά ή γρήγορα θα ερειπωθούν τελείως. Ας μην ελκύονται τα μάτια μας από εκείνα, τα οποία μετά από λίγο δεν θα υπάρχουν και ας μην εκπλησσόμαστε από εκείνα, τα οποία όχι μετά από πολύ με το να αποσυντεθούν ή ερειπωθούν θα προκαλούν την περιφρόνησή μας.
Μαρκ. 13,3  Καὶ καθημένου αὐτοῦ εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν κατέναντι τοῦ ἱεροῦ(1), ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν(2) Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης καὶ Ἀνδρέας(3)·
Μαρκ. 13,3  Και ενώ εκάθητο στο όρος των Ελαιών απέναντι από τον ναόν, τον ηρώτησαν ιδιαιτέρως ο Πετρος, ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης και ο Ανδρέας,
(1)   Τα τείχη του ναού ήταν πολύ κάτω σε σχέση με το όρος των Ελαιών. Συνεπώς το εσωτερικό του ναού έπεφτε ανεμπόδιστα στη θέα των ματιών (b).
(2)   «Ο Μάρκος είπε και τα ονόματα αυτών που ρώτησαν… Διότι πλησίασαν μεν για να μάθουν όλοι· ρώτησαν όμως οι τέσσερεις επειδή είχαν περισσότερο θάρρος. Ρωτούν όμως, ποθώντας να μάθουν όχι τόσο για τον αφανισμό του ναού, όσο για τον καιρό της δευτέρας παρουσίας του. Για αυτό και πλησίασαν ιδιαιτέρως, για να μην γίνει αυτό γνωστό στους Ιουδαίους» (Ζμ).
Ίσως οι μαθητές κατέχονταν από την ιδέα, ότι η καταστροφή του ναού θα ακολουθούνταν και από την καταστροφή του κόσμου. Διότι οι ραββίνοι συνήθιζαν να λένε, ότι ο ναός του θυσιαστηρίου ήταν ένα από τα επτά πράγματα, για τα οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος· και συνεπώς νόμιζαν, ότι αν ο ναός καταστρεφόταν, ποιος λόγος πλέον θα υπήρχε για να εξακολουθεί να υφίσταται ο κόσμος;
(3)   Τηρείται και εδώ η ίδια σειρά των ονομάτων, η οποία είναι και στον κατάλογο της εκλογής των δώδεκα στο Μάρκ. γ 13-16 (γ).
Μαρκ. 13,4 εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα(1) ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον(2) ὅταν μέλλῃ πάντα ταῦτα συντελεῖσθαι;
Μαρκ. 13,4 “Πες μας, πότε θα συμβούν αυτά και ποιό θα είναι το σημείον, όταν πρόκειται όλα αυτά να πραγματοποιηθούν;”
(1)   «Δηλαδή τα σχετικά με το ναό, την καταστροφή… Ο Μάρκος λέει ότι ένα είναι το ερώτημα, για το ναό μόνο… Παρόμοια λέει και ο Λουκάς. Τι μπορούμε να πούμε πάνω σε αυτό; Ότι μία μεν ήταν η ερώτηση, όπως έγραψαν ο Μάρκος και ο Λουκάς· σκοπός όμως των μαθητών ήταν να μάθουν και για τα δύο αυτά, και για την καταστροφή του ναού και για την δευτέρα παρουσία του Χριστού. Επειδή θεωρούσαν δηλαδή, ότι θα γίνουν και τα δύο μαζί ταυτόχρονα, έκαναν μία την ερώτηση και για τα δύο. Ο Ματθαίος όμως αποσαφηνίζοντας τον σκοπό τους, διαχώρισε την ερώτηση στα δύο μέρη» (Ζμ).
(2)   Ένα ορισμένο σημάδι, με το οποίο θα μπορούσαν οι μαθητές να γνωρίσουν ότι τα γεγονότα αυτά πλησιάζουν.
Μαρκ. 13,5 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς ἤρξατο λέγειν αὐτοῖς(1)· βλέπετε(2) μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ(3).
Μαρκ. 13,5  Ο δε Ιησούς απήντησε και ήρχισε να τους λέγη• προσέχετε, μήπως τυχόν κανείς σας παραπλανήση.
(1)   «Κάποιοι τα ερμήνευσαν αυτά με διαφορετικό τρόπο. Άλλοι μεν θεωρούν ότι αυτά ειπώθηκαν για την συντέλεια του αιώνα, άλλοι πάλι για την ερήμωση της Ιερουσαλήμ. Και την μεν πρώτη άποψη υποστηρίζουν ο Απολινάριος και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας· ενώ την δεύτερη ο Τίτος και ο ανάμεσα στους αγίους Ιωάννης ο επίσκοπος της βασίλισσας των πόλεων (ο Χρυσόστομος). Επειδή λοιπόν ο Μάρκος λέει ότι για αυτήν μόνη έκαναν την ερώτηση οι μαθητές, αναγκαστικά και εμείς εδώ κυρίως θα ακολουθήσουμε τους δεύτερους» (β).
(2)   «Φυλάξτε τους εαυτούς σας από την τότε απάτη» (Ζ).
«Άλλο ρώτησαν και άλλο απαντά. Θέλησαν να μάθουν τον καιρό της απώλειας της Ιερουσαλήμ. Αυτός όμως πριν την απώλεια της Ιερουσαλήμ ασφαλίζει την διάνοια αυτών που ρώτησαν. Διότι τίποτα δεν τους ωφελούσε ο καιρός, αν δεν είναι ασφαλείς όσον αφορά την πίστη» (β).
Η απάντηση του Κυρίου δεν ικανοποιεί την περιέργεια των μαθητών, αλλά ζητά να διαφωτίσει τη συνείδησή τους και να προφυλάξει αυτούς από τους ηθικούς κινδύνους που κρεμιούνται από πάνω τους. Είναι σαν να τους έλεγε: Η γνώση των χρόνων και των καιρών δεν σας ωφελεί τίποτα. Ενδιαφερθείτε μάλλον να μάθετε, ποιο είναι το καθήκον σας και πώς πρέπει να προφυλαχτείτε. Και για αυτά σάς μιλώ (Henry).
Στρέφει λοιπόν ο Κύριος τις σκέψεις των μαθητών σε περισσότερο ωφέλιμη και καρποφόρα κατεύθυνση. Η πρώτη τους ανάγκη ήταν να προσέξουν τους εαυτούς τους και τους δικούς τους κινδύνους· τον κίνδυνο της ανυπομονησίας εν μέσω των διωγμών και της ευπιστίας απέναντι σε αγύρτες (σ).
(3)   Αρχικά σημάδια της καταστροφής των Ιεροσολύμων θα ήταν οι διάφοροι ψευδομεσσίες, οι οποίοι θα εμφανίζονταν, από την πλάνη των οποίων ζητά ο Κύριος να ασφαλίσει τους μαθητές (γ).
Μαρκ. 13,6 πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται(1) ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου(2) λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι(3), καὶ πολλοὺς πλανήσουσιν(4).
Μαρκ. 13,6  Διότι πολλοί θα έλθουν παίρνοντες ως ιδικόν των το όνομά μου και λέγοντες, ότι εγώ είμαι ο Μεσσίας, και πολλούς θα πλανήσουν.
(1)   Πράγματι ήλθαν, «όπως ήταν ο Ιούδας, όπως ο Θευδάς, οι οποίοι έλεγαν ότι στάλθηκαν από τον Θεό» (Θφ)· «εμφανίστηκαν τέτοιοι πλάνοι ο Σίμων και ο Μένανδρος, οι Σαμαρείτες και άλλοι» (Ζμ).
(2)   Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, θα ισχυρίζονται, ότι είναι ο από τη Ναζαρέτ προφήτης που αναστήθηκε από τους νεκρούς, όπως ο Ηρώδης και άλλοι νόμισαν για τον Ιησού ότι ήταν ο Ιωάννης ο Βαπτιστής που επανήλθε στη ζωή (σ).
Ή, πιο σωστά, διεκδικώντας όχι το προσωπικό μου όνομα (Ιησούς ο από Ναζαρέτ), αλλά τον επίσημο τίτλο μου ως Μεσσία. Δεν θα ισχυρίζονται ότι είναι ο Ιησούς που αναστήθηκε από τους νεκρούς, αλλά ο καθένας από αυτούς θα αξιώνει, ότι είναι ο Μεσσίας (γ).
«Επειδή λοιπόν αυτά επρόκειτο να γίνουν και πολλοί σφετερίζονταν το όνομα του Χριστού, λέει από τώρα σε αυτούς, προσέξτε μην πλανηθείτε, μήπως σφάλετε εξαιτίας του ίδιου ονόματος» (β).
(3)   Εξυπακούεται το κατηγορούμενο= Εγώ είμαι ο Χριστός (b).
(4)   Οι πλάνοι είναι πιο επικίνδυνοι εχθροί της εκκλησίας από όσο οι διώκτες της. Όταν λοιπόν βλέπουμε να πλανώνται πολλοί, πρέπει να γινόμαστε άγρυπνοι ώστε να προφυλάξουμε και τους εαυτούς μας από την πλάνη.
Μαρκ. 13,7 ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους(1) καὶ ἀκοὰς πολέμων, μὴ θροεῖσθε(2)· δεῖ(3) γὰρ γενέσθαι, ἀλλ᾿ οὔπω τὸ τέλος(4).
Μαρκ. 13,7 Όταν δε ακούσετε πολέμους και ειδήσεις περί πολέμων, μη ταραχθήτε. Διότι σύμφωνα με το σχέδιον του Θεού πρέπει να γίνουν αυτά, αλλ’ ακόμη δεν θα έχη φθάσει το τέλος.
(1)   Ο Κύριος μίλησε πρώτα για τους ψευδομεσσίες. Τώρα έρχεται στις ταραχές εκείνες, οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν από τους ανθρώπους που ζουν σε κρίσιμους καιρούς ως προάγγελοι μεγάλων γεγονότων (γ).
«Θα ακούσετε πολέμους, λέει, τους οποίους και ο Ιώσηπος εξιστορεί ότι έγιναν πριν την άλωση. Διότι όντως επαναστάτησε μεν το έθνος και δεν έδινε τους φόρους στους Ρωμαίους. Αυτοί αφού οργίστηκαν ήλθαν εναντίον τους και έκαναν συνεχείς εφόδους, αλλά δεν έφτασε ακόμη το τέλος της Ιερουσαλήμ» (Θφ).
«Διότι πολλές φορές θα γίνει ανακωχή πολέμου… και πολλές φορές οι Ιουδαίοι θα δείξουν την αχαριστία τους» (β). Δες, τι επακολουθεί σε αυτούς που απορρίπτουν το ευαγγέλιο. Εκείνοι οι οποίοι δεν θέλουν να ακούσουν τους κήρυκες της ειρήνης, θα ακούσουν τους κήρυκες του πολέμου. Ο Θεός κρατά σπαθί έτοιμο να ζητήσει εκδίκηση από αυτούς που πολεμούν την διαθήκη του, την διαθήκη της πραγματικής ειρήνης.
(2)   Μην ταράζεστε εκλαμβάνοντας αυτά ως σημάδια που προαναγγέλλουν το επικείμενο τέλος. Είναι δυνατόν να ακούμε δυσάρεστες και τρομερές ειδήσεις και να μην ταραζόμαστε. Όταν οι καρδιές είναι προσκολλημένες με εμπιστοσύνη στο Θεό, φυλάγονται σε ειρήνη και δεν ταράζονται, ούτε από τις ειδήσεις για πολέμους ούτε από τις εκφοβιστικές διαδόσεις για πολεμικές καταστροφές των πανικόβλητων. Εκείνοι οι οποίοι περιφρονούν τα χαμόγελα και τα θέλγητρα του κόσμου δεν φοβούνται και τις συνοφρυώσεις και τα φόβητρά του.
(3)   Πρέπει αυτά να συμβούν. Όπως έχει σήμερα ο κόσμος, τέτοιες ταραχές και πόλεμοι αποτελούν φυσική και αναγκαία εκδήλωση και συνέπεια της όλης ηθικής κατάστασης του κόσμου. Περιλαμβάνονται όμως και αυτά στο θείο σχέδιο όσον αφορά την πρόγνωση του Θεού για αυτά. Η πίστη, ότι αυτά γίνονται σύμφωνα με την σοφά και καλά προδιατεταγμένη απόφαση του Θεού, που κυβερνά τα πάντα, θα διατηρεί σε ειρήνη τις καρδιές μας ο,τιδήποτε και αν συμβεί. Αυτά πρέπει να συμβούν για κάποιο αγαθό τέλος, το οποίο ο Θεός προέβλεψε. Η παλαιά οικία πρέπει να κατεδαφιστεί -και δεν γίνεται αυτό χωρίς θόρυβο και ανωμαλίες και κινδύνους- για να οικοδομηθεί το νέο μεγαλοπρεπές ανάκτορο. Τα σαλευόμενα πρέπει να μετακινηθούν για να μείνουν τα μη σαλευόμενα (Εβρ. ιβ 27).
(4)   Απαραιτήτως μεν θα συμβούν αυτά, αλλά δεν είναι σημάδια που προαναγγέλλουν το τέλος.
Μαρκ. 13,8 ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ἔσονται σεισμοὶ κατὰ τόπους, καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ ταραχαί(1). ἀρχαὶ ὠδίνων(2) ταῦτα.
Μαρκ. 13,8  Διότι θα εξεγερθή ένα έθνος εναντίου άλλου έθνους και ένα βασίλειον ενάντιον άλλου βασιλείου και θα γίνουν σεισμοί εις διαφόρους περιοχάς και θα συμβούν στερήσεις και πείνες και ταραχές.
(1)    «Δεν έγιναν μόνο πόλεμοι, αλλά και θεόσταλτες πληγές, πείνες και σεισμοί, όπου έδειχνε ολοφάνερα σε αυτούς ο Θεός, ότι αυτός τους πολεμάει» (Θφ).
(2)   Η λέξη ωδίνων ήταν σε κοινή χρήση για δήλωση των συμφορών, οι οποίες θα προηγούνταν της έλευσης του Μεσσία, και ο λόγος της χρήσης αυτού του όρου, που αναφέρεται κυριολεκτικά στον τοκετό, πρέπει να αναζητηθεί όχι μόνο στα δεινά, αλλά και στο περιχαρές γεγονός, το οποίο θα επακολουθούσε στα δεινά αυτά (γ). = Αρχή ωδίνων με τις οποίες η νέα τάξη πραγμάτων, η παλιγγενεσία (Ματθ. ιθ 28), θα γεννηθεί και θα έλθει στο φως (σ).
Αληθεύει όμως ο λόγος και για όλους που αρνούνται το Χριστό και το ευαγγέλιό του, που κατεξοχήν πλήττονται από τις πληγές αυτές της πείνας και των ταραχών και των πολέμων. Πράγματι όταν δούμε την αιώνια αθλιότητα, η οποία τους αναμένει, μπορούμε να πούμε, ότι όλα αυτά δεν είναι παρά αρχή ωδίνων. Αυτές οι εδώ θλίψεις τους, οσοδήποτε σκληρές και ανυπόφορες για αυτούς και αν είναι, είναι αρχή, η συνέχεια της οποίας θα είναι ασύγκριτα χειρότερη.
Μαρκ. 13,9 Βλέπετε δὲ ὑμεῖς ἑαυτούς(1). παραδώσουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια(2) καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς(3) αὐτῶν δαρήσεσθε, καὶ ἐπὶ ἡγεμόνων καὶ βασιλέων(4) σταθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ(5) εἰς μαρτύριον αὐτοῖς(6).
Μαρκ. 13,9 Αυτά όμως θα είναι η αρχή πόνων και δεινών. Αλλά σεις προσέχετε τους εαυτούς σας, διότι θα υποστήτε πολλάς δοκιμασίας• οι εχθροί του Ευαγγελίου θα σας παραδώσουν εις συνέδρια και δημοσία εις τας συναγωγάς των θα σας δείρουν και θα σταθήτε ως κατηγορούμενοι εμπρός εις άρχοντας και βασιλείς ένεκα της πίστεώς σας εις εμέ, δια να μαρτυρήσετε ενώπιον αυτών την αλήθεια του Ευαγγελίου.
(1)   Η φράση «Εσείς τους εαυτούς σας» έχει μέσα της πολλή έμφαση. Μην ενδιαφέρεστε και μην απασχολείστε με τίποτα άλλο. Μόνο προσέξτε τον εαυτό σας (b). «Πολύ κατάλληλα έφερε στη συζήτηση τα δικά τους κακά, που θα έχουν παρηγοριά σε σχέση με τα κοινά» (β).
Παρόλο που είναι δυνατόν να διαφύγετε εσείς τα δεινά αυτά ευκολότερα από όσο αυτοί που αγνοούν και απωθούν το ευαγγέλιο δίπλα σας, προσέξτε τους εαυτούς σας μήπως απομακρυνθείτε από εμένα και το ευαγγέλιο λόγω των διωγμών που θα αντιμετωπίσετε για αυτό. Εάν θα διαφύγετε το σπαθί του πολέμου, σας αναμένει όμως το σπαθί της μεροληπτικής δικαιοσύνης των ανθρώπων, η οποία θα συνενώσει εναντίον σας τις μερίδες του κόσμου που αντιμάχονται μεταξύ τους. Προσέξτε λοιπόν τους εαυτούς σας. Προσέχετε, τι λέτε και τι πράττετε, διότι πολλοί θα έχουν δυσμενή τα βλέμματά τους πάνω σας.
(2)   Δεν πρόκειται εδώ για το μεγάλο συνέδριο των Ιεροσολύμων, αλλά για συνέδρια που θα εδρεύουν κατά τόπους και πόλεις.
(3)   Οι συναγωγές ήταν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια των πόλεων, όπως τα συνέδρια ήταν τα δικαστήρια των δήμων (γ).
(4)   Τα συνέδρια και οι συναγωγές ήταν ιουδαϊκά δικαστήρια, οι ηγεμόνες και βασιλιάδες ήταν εθνικοί άρχοντες. Οι μαθητές θα οδηγούνταν και σε εκείνα και σε αυτούς (γ). Έτσι ο Πέτρος οδηγήθηκε μπροστά στο βασιλιά Ηρώδη (Πράξ. ιβ 1) και ο Παύλος στάθηκε μπροστά στον Φήλικα και τον Φήστο, όπως και μπροστά στον βασιλιά Αγρίππα και τον αυτοκράτορα Νέρωνα (σ).
(5)   Για εμένα· διότι φέρετε το όνομά μου· διότι επικαλείστε αυτό· διότι το κηρύττετε και ενεργείτε θαύματα με αυτό. Ο κόσμος θα μισεί τους μαθητές, οι οποίοι θα τον αγαπούν και θα επιζητούν την ειρήνη του.
(6)   Αυτός θα ήταν ο σκοπός, προς τον οποίο θα απέβλεπε η εμφάνισή τους στα επίγεια δικαστήρια. Θα οδηγούνταν και θα στέκονταν εκεί για να δώσουν μαρτυρία για τον Ιησού και για να παράσχουν την ευκαιρία σε αυτούς που ήταν στα κριτήρια αυτά να μετανοήσουν και να πιστέψουν σε αυτόν (γ.σ).
«Για κατηγορία και έλεγχό τους, για να μην μπορούν να λένε στον καιρό της παγκόσμιας κρίσης, ότι δεν ακούσαμε το κήρυγμα. Διότι τόσο πολύ θα ακούσουν, ώστε και τους κήρυκές του να τους υποβάλλουν στις έσχατες τιμωρίες» (Ζ). Το ευαγγέλιο είναι μαρτυρία σε μας για τον Χριστό και την ουράνια βασιλεία του. Εάν δεχτούμε την μαρτυρία αυτή, θα είναι αυτή μαρτύριο υπέρ μας, διότι θα μας δικαιώσει και θα μας σώσει. Αλλά εάν την απορρίψουμε, θα αποβεί μαρτυρία κατηγορίας εναντίον μας κατά την μεγάλη ημέρα της κρίσης.
Μαρκ. 13,10 καὶ εἰς πάντα τὰ ἔθνη δεῖ(1) πρῶτον κηρυχθῆναι τὸ εὐαγγέλιον(2).
Μαρκ. 13,10 Σύμφωνα ακόμη με το θείον σχέδιον θα κηρυχθή το Ευαγγέλιον προηγουμένως εις όλα τα έθνη.
(1)   Αυτό αποτελεί μέρος του θείου σχεδίου: Πρέπει να γίνει. «Για να μη νομίσουν, ότι οι κίνδυνοι και οι θλίψεις εμποδίζουν το κήρυγμα, λέει ότι και σε όλα τα έθνη πρέπει να κηρυχτεί το ευαγγέλιο και τότε θα αλωθεί η Ιερουσαλήμ. Για το ότι πριν την άλωση κηρύχτηκε το ευαγγέλιο, άκουσε τον Παύλο· Σε όλη τη γη βγήκε η φωνή τους και στα πέρατα της οικουμένης τα λόγια τους. Και αυτό όμως έγινε για περισσότερη κατηγορία των Ιουδαίων, το ότι δηλαδή πριν την άλωση κηρύχτηκε παντού» (Θφ).
«Για το ότι παντού κηρύχτηκε τότε, άκουσε τι λέει ο Παύλος· το ευαγγέλιο κηρύχτηκε σε όλη την κτίση κάτω από τον ουρανό. Το οποίο ήταν και μέγιστο σημάδι της δύναμης του Χριστού, ότι σε είκοσι μόλις χρόνια ο λόγος έφτασε στα πέρατα της οικουμένης» (β). Σε αυτό περίπου το 55 μ.Χ., έτη ολόκληρα πριν την άλωση της Ιερουσαλήμ, ο Παύλος μπορούσε να πει, ότι «από την Ιερουσαλήμ και κυκλικά μέχρι το Ιλλυρικό» είχε κηρύξει πλήρως και τελείως το ευαγγέλιο του Χριστού (Ρωμ. ιε 19) και ότι σκόπευε να μεταβεί και στην Ισπανία (σ).
Αποτελεί μεγάλη ενίσχυση και παρηγοριά για αυτούς που πάσχουν και διώκονται υπέρ του ευαγγελίου η πληροφορία, ότι παρόλο που αυτοί φυλακίζονται και εξορίζονται και σφαγιάζονται, το ευαγγέλιο δεν παρεμποδίζεται στην θριαμβευτική πορεία του. Διατηρεί το έδαφός του, επεκτείνει ολοένα τις κατακτήσεις του και πάντοτε νικά, έως ότου διαλύσει οριστικά τα σκοτάδια του κόσμου και φέρει σε αυτόν ολόκληρο το φως της ουράνιας ημέρας. Τα παθήματα και οι θλίψεις των εργατών του ευαγγελίου, αντί να καταστρέφουν το έργο τους, το στερεώνουν και το προάγουν.
Μαρκ. 13,11 ὅταν δὲ ἀγάγωσιν(1) ὑμᾶς παραδιδόντες, μὴ προμεριμνᾶτε(2) τί λαλήσητε, μηδὲ μελετᾶτε(3), ἀλλ᾿ ὃ ἐὰν δοθῇ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, τοῦτο λαλεῖτε· οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον(4).
Μαρκ. 13,11 Οταν δε σας οδηγήσουν και σας παραδώσουν εις δικαστήρια, μη πολυφροντίζετε και μη στενοχωρείσθε εκ των προτέρων τι θα απολογηθήτε, και μη προμελετάτε τίποτε. Αλλά εκείνο το οποίον θα σας δοθή από τον Θεό και θα έλθη στ νου σας κατά την ώρα εκείνην, αυτό να λέγετε. Διότι δεν θα είσθε σεις, εκείνοι που θα ομιλούν, αλλά το Αγιον Πνεύμα.
(1)   Υπάρχει και η γραφή άγωσι, η οποία φαίνεται και πιο σωστή.
(2)   Εκφραστική λέξη. Μην αφήνετε την προσοχή σας να διασκορπιστεί και να αποσπαστεί μακριά από τα σοβαρά ζητήματα που είναι μπροστά σας (γ). Δηλώνει η λέξη την ανησυχία, που προξενείται από την αγωνιώδη σκέψη για το τι μπορεί να συμβεί ή τι πρέπει να γίνει και να λεχθεί από τους μαθητές (σ).
(3)   Και όχι μόνο να μην κυριεύεστε από πριν από αγωνιώδη φροντίδα και σκέψη, αλλά ούτε ακόμη να προμελετάτε (b).
(4)   Όταν θα φτάσει η ώρα να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους, το Πνεύμα του Θεού θα τους φωτίσει και θα βάλει μέσα σε αυτούς τι πρέπει να πουν (σ). Εκείνοι, τους οποίους ο Θεός διάλεξε και αξίωσε για να γίνουν μάρτυρές του, θα λάβουν από αυτόν και τον αναγκαίο φωτισμό. Η επιτυχία τους δεν θα εξαρτηθεί από τη δική τους σοφία και μελέτη και σκέψη, αλλά από τον φωτισμό τον οποίο θα τους δώσει πλούσιο στην κρίσιμη ώρα το Άγιο Πνεύμα. Όσοι λοιπόν έχουν κληθεί στην διακονία του Κυρίου, ας εξαρτήσουν τους εαυτούς τους εξ’ ολοκλήρου από την βοήθεια του Παρακλήτου.
Μαρκ. 13,12 (1)παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν αὐτούς(2).
Μαρκ. 13,12  Θα παραδώση δε εις θάνατον ο αδελφός τον αδελφό και ο πατέρας το τέκνον και θα επαναστατήσουν τα άπιστα παιδιά εναντίον των ευσεβών γονέων και θα τους θανατώσουν.
(1)   Δες Ματθ. ι 21-35 και τις εκεί ερμηνευτικές σημειώσεις. «Έπειτα πάλι προλέγει σε αυτούς το χειρότερο από όλα, ότι δηλαδή δεν θα έχουν ούτε την από την αγάπη παρηγοριά, αφού θα συμβαίνει εμφύλιος πόλεμος, και θα καταπατούνται οι δεσμοί της οικειότητας και συγγένειας» (β).
(2)   Δεν θα συμπεριφερθούν προς αυτούς εχθρικά μόνο οι κυβερνήσεις των λαών, αλλά και θα γίνουν θύματα και ιδιωτικού διωγμού, ο οποίος θα εξαπολυθεί εναντίον τους και από μέλη των δικών τους οικογενειών (γ). «Λέει λοιπόν αυτό, έτσι ώστε αφού το ακούσουν από πριν να ετοιμαστούν και επομένως να υπομείνουν πιο ανάλαφρα το δεινό» (Θφ).
Μαρκ. 13,13 καὶ ἔσεσθε μισούμενοι(1) ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου(2)· ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος(3), οὗτος σωθήσεται.
Μαρκ. 13,13 Και θα είσθε οι μισούμενοι από όλους τους ασεβείς, επειδή θα πιστεύετε στο όνομά μου. Αλλά, εκείνος που θα υπομείνη έως το τέλος της ζωής του, αυτός θα σωθή.
(1)   Η περίφραση έσεσθε μισούμενοι σημαίνει ότι οι μαθητές όχι μόνο θα μισηθούν, αλλά το εναντίον τους μίσος θα είναι συνεχές, κλήρος της καθημερινής τους ζωής (σ).
(2)   Το πρώτο και τελευταίο τους έγκλημα θα είναι το γεγονός, ότι είναι Χριστιανοί. Δες Α΄Πέτρ. δ 16 (σ). «Τριπλός λοιπόν θα είναι ο πόλεμος, ο από τους δικούς τους, ο από τους πλάνους, ο από τους εχθρούς. Αλλά θα είναι μεγαλύτερη η παρηγοριά. Διότι για το όνομά του όλα αυτά θα συμβούν. Το οποίο ακριβώς από μόνο του, είναι ικανό να ανακουφίσει όλες τις συμφορές λόγω των μελλοντικών ελπίδων» (β).
(3)   Η φράση «εις τέλος» λιγότερο πιθανώς αναφέρεται στο τέλος των δοκιμασιών δηλαδή την καταστροφή των Ιεροσολύμων ή την συντέλεια του κόσμου, στο τέλος και την κατάπαυση των δεινών αυτών· πιο σωστό είναι να θεωρήσουμε αυτήν ότι σημαίνει το πλήρες της υπομονής, την υπομονή που δείχνει ο Χριστιανός μέχρι τέλους και όχι μέχρις ορισμένο μόνο χρόνο της ζωής του (σ).
Ακατάβλητη υπομονή κερδίζει το στεφάνι της δόξας, το οποίο θα αποζημιώσει και με το παραπάνω αυτούς που διώχτηκαν και έπαθαν για όλες τις θυσίες τους. Διότι η σωτηρία, την οποία υπόσχεται εδώ ο Χριστός είναι κάτι πολύ περισσότερο από την λύτρωση από τα δεινά και τις συμφορές. Είναι αιώνια ευλογία και χαρά, προς την οποία όσοι προσβλέπουν με βλέμμα πίστης και ελπίδας οπλίζονται στο να προτιμούν τους διωγμούς και τον ίδιο το θάνατο παρά να ζουν την πρόσκαιρη ζωή μέσα σε ανάκτορα μαζί με τους διώκτες τους.
Μαρκ. 13,14 Ὅταν δὲ ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως(1) τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ὅπου οὐ δεῖ(2) -ὁ ἀναγινώσκων νοείτω(3)- τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν(4) εἰς τὰ ὄρη,
Μαρκ. 13,14  Οταν δε θα ιδήτε το μισητόν και αηδές σίχαμα, που θα επιφέρη την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ, όπως έχει προαναγγελθή από τον προφήτην Δανιήλ, να στέκεται εκεί που δεν πρέπει-κάθε ένας που θα διαβάζη αυτά τα λόγια, ας καταλάβη περί τίνος πρόκειται, τότε όσοι είναι εις την Ιουδαίαν, ας φεύγουν εις τα όρη, δια να κρυβούν.
(1)   Βδέλυγμα της ερημώσεως= Βδέλυγμα που προκαλεί την ερήμωση. Η εκφραστική λέξη βδέλυγμα συναντιέται με την ίδια περίπου έννοια και στο Αποκ. ιζ 4,5, κα 27. Στην Π.Δ. χρησιμοποιείται ειδικά για πράγματα που ανήκουν στην λατρεία των ειδώλων (Δευτερ. κθ 17,Ιεζεκ. ζ 20,Γ΄Βασ. ια 5,Δ΄Βασ. ιστ 3). Η φράση «βδέλυγμα της ερημώσεως» συναντιέται δύο φορές στον Δανιήλ (ια 31, ιβ 11, δες και θ 27).
Ότι τα χωρία αυτά του Δανιήλ είχε υπ’ όψη και ο Σωτήρας, φαίνεται από το Ματθ. κδ 15. Κάποιοι είπαν, ότι με αυτό σημαίνονται οι ρωμαϊκές σημαίες, οι οποίες επειδή έφεραν το ομοίωμα του αυτοκράτορα και για αυτό μιας και ήταν αντικείμενα λατρείας από τους Ρωμαίους στρατιώτες, ήταν βδέλυγμα για τους Ιουδαίους· η επέλαση λοιπόν στο ιερό έδαφος της Ιουδαίας των στρατευμάτων αυτών μαζί με τα εμβλήματά τους, που ερήμωνε την χώρα, αποτελούσε το βδέλυγμα της ερημώσεως. Αλλά οι σημαίες οι Ρωμαϊκές βλέπονταν ήδη προ πολλού όχι μόνο στην αγία Γη, αλλά και στην ίδια την Αγία Πόλη (σ).
Αλλά ούτε και η από τα στρατεύματα αυτά βεβήλωση του Ναού μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ μπορεί να σημαίνεται, αφού άλλωστε και ο Ναός καταστράφηκε κατά την άλωση, αλλά και η βεβήλωση του Ναού σε αυτήν δεν θα ήταν έγκαιρο σημάδι προειδοποίησης για αυτούς που θα βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ, ώστε να προφθάσουν αυτοί να φύγουν στα όρη. Για αυτό πιο σωστή είναι η ερμηνεία, κατά την οποία το βδέλυγμα της ερημώσεως άρχισε με την εγκατάσταση των σικαρίων (=Οι Σικάριοι είναι ένας όρος που εμφανίζεται, στην αμέσως προηγούμενη δεκαετία από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, στο 70 πΧ, με τούς εβραίους Ζηλωτές, που επιχείρησαν να εκδιώξουν τους Ρωμαίους και τους οπαδούς τους από την  Ιουδαία. Οι Ζηλωτές  κατέφευγαν ακόμα και στη δολοφονία να πετύχουν το στόχο τους.  Έκρυβαν sicae, δηλ.  μαχαίρια, από όπου έλαβαν και το όνομά τους «Σικάριοι». Σε λαϊκές συγκεντρώσεις, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του προσκυνήματος στον Ιερό Όρος, μαχαίρωναν τους εχθρούς τους (Ρωμαίους ή συμπαθούντες),  θρηνώντας επιδεικτικά μετά την πράξη τους για  να διαφεύγουν τον εντοπισμό) στο Ναό και της βεβήλωσής του από αυτούς, και είχε τη συνέχειά του στη προέλαση των ρωμαϊκών στρατευμάτων, την πολιορκία της Ιερουσαλήμ και την καταστροφή του ναού.
(2)   Δηλαδή σε τόπο ιερό, όπου το βέβηλο και μιαρό δεν έχει θέση (δ). Απέρριψαν οι Ιουδαίοι το Χριστό σταυρώνοντάς τον έξω από την πόλη σαν βδέλυγμα, αυτόν, ο οποίος θα γινόταν η σωτηρία τους. Και τώρα ο Θεός έφερε πάνω τους βδέλυγμα, το οποίο θα ήταν η καταστροφή και ερήμωσή τους. Όσο μεγαλύτερη είναι η προσφερόμενη σε εμάς από το Θεό σωτηρία, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η καταδίκη μας εάν την απορρίψουμε. Και όσο περισσότερο την περιφρονήσουμε, τόσο περισσότερο θα καταπατηθούμε και θα εξουδενωθούμε.
(3)   Παρενθετική πρόταση του Μάρκου στα λόγια του Σωτήρα που αποσκοπεί να διεγείρει ειδικότερα την προσοχή του αναγνώστη στο σημείο αυτό της προφητείας του Κυρίου. Προφανώς βέβαια ο Μάρκος έβλεπε τότε ότι οι αναγνώστες βρίσκονταν κάτω από την σκιά την οποία έριχνε το γεγονός που πλησίαζε,το οποίο ο Κύριος με τα λόγια του αυτά προφήτευσε (γ). Από εδώ έχουμε και κάποια ένδειξη, ότι ο Μάρκος έγραψε το ευαγγέλιό του πριν το 70 μ.Χ., όταν συντελέστηκε η καταστροφή της Ιερουσαλήμ, και μάλιστα πριν ακόμη αρχίσει η πολιορκία της (σ).
Οι προφητείες δεν είναι εξολοκλήρου σαφείς, είναι όμως κατανοητές σε εκείνους, οι οποίοι μελετούν αυτές με προσοχή και ερευνητικό ενδιαφέρον. Κατανοούνται μάλιστα καλύτερα, όταν κατ’ αρχάς συγκρίνονται μεταξύ τους, και τελικά συγκρίνονται με την έκβασή τους. Όσοι διαβάζουν τη Γραφή, ας προσπαθούν να κατανοούν αυτήν. Ανάγνωση της Γραφής χωρίς κατανόησή της, ελάχιστα ωφελεί. Διότι δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ό,τι δεν κατανοούμε.
(4)   «Φεύγετε. Διότι δεν υπάρχει καμία λοιπόν ελπίδα σωτηρίας για σας. Ούτε μπορείτε να σκεφτείτε ότι θα γίνει κάποια μεταβολή τέτοια, όπως έγινε και προηγουμένως στους πολέμους» (β).
Σε καιρούς εσχάτου κινδύνου δεν είναι μόνο επιτρεπτό, αλλά και επιβεβλημένο καθήκον μας να ζητούμε τη διάσωσή μας με όλα τα αγαθά και τίμια μέσα. Και αν ο Θεός ανοίγει πόρτα διαφυγής, πρέπει να διαφύγουμε, διαφορετικά δεν εμπιστευόμαστε τους εαυτούς μας στην πρόνοια του Θεού αλλά εκπειράζουμε το Θεό. Είναι δυνατόν να υπάρξει καιρός, στον οποίο και εκείνοι, οι οποίοι βρίσκονται στην Ιουδαία, όπου ο Θεός είναι γνωστός και είναι μέγα το όνομά του, οφείλουν να φύγουν στα όρη. Και μόνο όταν φεύγουμε τον κίνδυνο, όσο εξαρτάται από εμάς, χωρίς όμως και να παραβιάζουμε οποιοδήποτε καθήκον, μόνο τότε μπορούμε να έχουμε την πεποίθηση, ότι ο Θεός θα προμηθεύσει σε μας καταφυγή και πύργο σωτηρίας.
Μαρκ. 13,15 ὁ δὲ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβάτω εἰς τὴν οἰκίαν μηδὲ εἰσελθέτω ἆραί τι ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ(1),
Μαρκ. 13,15 Όποιος ευρίσκεται εις την ταράτσα του σπιτιού του, ας μη κατεβή στο σπίτι και ας μη εισέλθη μέσα εις αυτό, δια να πάρη κάτι.
(1)   «Αυτοί λοιπόν που βρέθηκαν στην Ιουδαία ας φεύγουν και αυτός που είναι στο δώμα ας μην επιστρέψει για τίποτα από αυτά που είναι στο σπίτι. Διότι είναι καλό, αν και με γυμνό το σώμα θα μπορούσε να διασωθεί κάποιος» (Θφ).
Στο δώμα του σπιτιού ανέβαιναν με εξωτερική σκάλα. Κατά τις στιγμές λοιπόν του εσχάτου αυτού κινδύνου κατά την κατάβαση από το δώμα με τη σκάλα αυτή δεν δινόταν καιρός σε αυτόν που έφευγε να μπει στο σπίτι για να πάρει από αυτό κάτι χρήσιμο ή αναγκαίο μαζί του (σ).
Μαρκ. 13,16  καὶ ὁ εἰς τὸν ἀγρὸν ὢν μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω ἆραι τὸ ἱμάτιον(1) αὐτοῦ.
Μαρκ. 13,16 Και εκείνος που εργάζεται στο χωράφι, ας μη γυρίση πίσω, να πάρη το εξωτερικό του ένδυμα.
(1)   Το ιμάτιο σε ενικό, δηλαδή το ένα και απαραίτητο εξωτερικό ένδυμα για την διανυκτέρευση στο ύπαιθρο και για τη διαμονή στα βουνά.
Μαρκ. 13,17 οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις(1) ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις.
Μαρκ. 13,17 Αλλοίμονον δε εις τας εγκύους και εις αυτάς που θα θηλάζουν κατά τας ημέρας εκείνας. Θα τους είναι πολύ δύσκολον να τρέξουν και να σωθούν.
(1)   «Γιατί; Διότι αυτές μεν που έχουν παιδιά, κυριευμένες από τη στοργή προς αυτά, δεν θα μπορέσουν να φύγουν, ενώ οι έγκυες, λόγω του βάρους της κυοφορίας, ούτε αυτές θα διαφύγουν εύκολα» (Θφ). Τέτοια είναι η ματαιότητα των ανθρωπίνων πλασμάτων. Είναι δυνατόν να έλθει καιρός, κατά τον οποίο ό,τι ελκύει περισσότερο την στοργή της ανθρώπινης καρδιάς και αναπαύει περισσότερο από καθετί άλλο τα μητρικά σπλάχνα, να γίνεται βάρος δυσβάστακτο και επικίνδυνο.
Μαρκ. 13,18 προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν(1) χειμῶνος(2).
Μαρκ. 13,18 Προσεύχεσθε δε να μη γίνη η φυγή σας εις κακοκαιρίαν του χειμώνος.
(1)   Αρκετά από τα μεγαλογράμματα χειρόγραφα παραλείπουν το «ἡ φυγὴ ὑμῶν». Σύμφωνα με την γραφή αυτή είναι σοβαρή και η ερμηνεία: Προσεύχεστε να μη γίνει η καταστροφή σε χειμώνα και όχι η φυγή τους. Ο λόγος που δίνεται στον επόμενο στίχο («…θλίψη τέτοια που δεν έγινε παρόμοια…») δείχνει αυτό (γ).
(2)   «Αν η φυγή γίνει σε χειμώνα, από την δυσκολία του καιρού θα εμποδιστούν αυτοί που θέλουν να φύγουν» (Θφ). Οι ημέρες κατά τον χειμώνα είναι σύντομες και οι δρόμοι κατεστραμμένοι και λασπώδεις, οπότε και η πορεία γίνεται δύσκολη, ιδιαίτερα για ολόκληρες οικογένειες.
Μαρκ. 13,19 ἔσονται(1) γὰρ αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι θλῖψις(2), οἵα οὐ γέγονε τοιαύτη ἀπ᾿ ἀρχῆς κτίσεως ἧς ἔκτισεν ὁ Θεὸς ἕως τοῦ νῦν καὶ οὐ μὴ γένηται(3).
Μαρκ. 13,19 Διότι όλες οι ημέρες εκείνες θα είναι θλίψις βαρεία και μεγάλη, ομοία προς την οποίαν δεν έχει γίνει από τότε που έκτισε ο Θεός τον κόσμον έως τώρα και ούτε θα γίνη ποτέ.
(1)   Ο στίχος αποτελεί ελεύθερη παράθεση από το Δανιήλ ιβ 1 (σ)
(2)   Αξιόλογη και η απόδοση της λέξης: παρατεταμένη συμφορά (γ)
(3)   Καθόλου παράδοξο, εάν η καταστροφή των Ιεροσολύμων δεν έχει άλλη όμοιά της στην ιστορία. Η αμαρτία τους υπήρξε η μεγαλύτερη από όσες είδε ποτέ ο κόσμος. Κανένα άλλο έγκλημα δεν φθάνει σε ενοχή και βάρος την σταύρωση του Σωτήρα. Και η ποινή λοιπόν που επιβλήθηκε για αυτό δεν ήταν δυνατόν παρά να είναι χωρίς κάποιο άλλο παράλληλο στην ιστορία. Όσο πλησιέστερα είναι προς το Θεό κάποιος λαός σε προστασία και χάριτες και προνόμια, τόσο μεγαλύτερη και βαρύτερη θα πέσει πάνω του η κατάκριση και καταδίκη, εάν καταχραστεί τα προνόμια και τις δωρεές αυτές.
Μαρκ. 13,20 καὶ εἰ μὴ ἐκολόβωσε(1) Κύριος τὰς ἡμέρας(2), οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ(3)· ἀλλὰ(4) διὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς(5) οὓς ἐξελέξατο ἐκολόβωσε(6) τὰς ἡμέρας.
Μαρκ. 13,20 Και εάν ο Κύριος δεν περιώριζε τον αριθμόν των ημερών εκείνων, δεν θα ήτο δυνατόν να σωθή κανένας άνθρωπος. Αλλά προς χάριν των εκλεκτών, που αυτός εξέλεξε και δεν θέλει να ταλαιπωρηθούν πολύ, περιώρισε τας ημέρας εκείνας.
(1)   Το ρήμα χρησιμοποιείται για φυσικό ακρωτηριασμό. Στην Κ.Δ. γίνεται χρήση αυτού μόνο εδώ και στο παράλληλο χωρίο του Ματθαίου με την έννοια του συντομεύω τον χρόνο. Το ρήμα μπήκε σε αόριστο= Η κολόβωση προϋπήρχε στη θεία βουλή (γ). Πριν ακόμη η περίοδος της δοκιμασίας αρχίσει στο σχέδιο του Θεού είχε κολοβωθεί αυτή. «Διότι ο Θεός προγνωρίζοντας ότι από τους Εβραίους πολλοί θα πιστέψουν μετά την άλωση, για αυτό δεν επέτρεψε να αφανιστεί εντελώς το γένος» (Θφ).
(2)   Την περίοδο της δοκιμασίας (σ). Ο αριθμός των ημερών και όχι το μήκος τους κολοβώθηκε (γ). Έκανε τον αριθμό των ημερών λιγότερο, από όσο θα ήταν αυτός εάν καθοριζόταν σύμφωνα με τις αμαρτίες τους· λιγότερο, από όσο σχεδίαζαν οι εχθροί τους, οι οποίοι ήθελαν να τους εξοντώσουν ολοτελώς, εάν ο Θεός, ο οποίος χρησιμοποίησε τους εχθρούς αυτούς για να υπηρετήσουν στη βουλή του, δεν έθετε φραγμούς και όρια στην ορμή τους· λιγότερο από όσο θα φανταζόταν κάποιος, ο οποίος θα έκρινε με βάση ανθρώπινες πιθανότητες.
(3)   «Και αν δεν περιόριζε ο Θεός, δηλαδή αν δεν σταματούσε σύντομα τον πόλεμο των Ρωμαίων, δεν θα σωζόταν καμία σάρκα, δηλαδή δεν θα απέμενε κανείς Ιουδαίος» (Θφ).
(4)   Επαναλαμβάνει τη φράση. Εβραϊκός πλεονασμός, που προσδίδει μεγαλύτερη έμφαση στην ιδέα (σ).
(5)   «Δηλαδή αυτούς από τους Εβραίους που πίστεψαν ή και επρόκειτο ύστερα να πιστεύουν» (Θφ). Στην Π.Δ. η λέξη σημαίνει εκείνους, τους οποίους ο Θεός έθεσε σε ιδιαίτερη σχέση με τον εαυτό του, τον λαό της διαθήκης γενικώς ή τον αληθινό Ισραήλ, ο οποίος ανταποκρίνεται στο σχέδιό του (Ψαλμ. ρδ 6,Ησ. μβ 1,μγ 20,ξε 9).
Εδώ σημαίνει όσους εκλέχτηκαν μέσω της υπακοής του ευαγγελίου ανάμεσα από τον κατά σάρκα Ισραήλ (σ), για να συγκαταριθμηθούν στον νέο Ισραήλ της χάριτος. Σε χρόνους κοινής συμφοράς και ολέθρου ο Θεός φανερώνει την εύνοιά του και την προστασία του στο εκλεκτό κατάλειμμα (υπόλειμμα), που παραμένει πιστό σε αυτόν. Είναι ο πολύτιμος στολισμός του, τον οποίο δεν θα θίξει κανείς· ο ιδιαίτερος θησαυρός του, τον οποίο θα εξασφαλίσει, την ώρα που ο βόρβορος του κόσμου θα εγκαταλειφθεί για λεία και αρπαγή στους λαφυραγωγούς.
(6)   Σε κάθε περίοδο ο Θεός έχει τους εκλεκτούς του, και σε κάθε εποχή για αυτούς κολοβώνει τις ημέρες των δεινών και της δοκιμασίας. Αντί λοιπόν να παραπονιόμαστε ότι τα δεινά μας είναι πολλά και διαρκούν πολύ, ας ευλογούμε το Θεό, διότι για τους εκλεκτούς του δεν άφησε να μας βρουν χειρότερα. Όταν επίσης ο καθένας αποβλέπει στην ενοχή και τις ελλείψεις του, μέσα σε τέτοιες συμφορές θα έχει λόγους και να ευγνωμονεί το Θεό, διότι δεν επιτρέπει η μάστιγα των δεινών να είναι διαρκής, αφού διαρκής είναι και η δυσπείθειά μας. Για τα ελέη και τους οικτιρμούς του Θεού υπάρχουμε ακόμη και δεν έχουμε καταφαγωθεί.
Μαρκ. 13,21 καὶ τότε(1) ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστός, ἰδοὺ ἐκεῖ, μὴ πιστεύετε.
Μαρκ. 13,21 Και τότε εάν κανείς σας πη• να, εδώ είναι ο Χριστός, η ιδού, εκεί είναι, μη το πιστεύσετε.
(1)   Προστίθεται στην στο στίχο 6 προειδοποίηση για την εμφάνιση ψευδομεσσιών κατά την περίοδο που θα προηγηθεί της καταστροφής. Πρόκειται λοιπόν για νέα εμφάνιση ψευδομεσσιών, που συνοδεύεται τη φορά αυτή με σημεία και τέρατα, για αυτό και ο κίνδυνος από αυτούς για αποπλάνηση παρουσιάζεται μεγάλος (γ).
Όσοι δέχτηκαν το Χριστό δεν παρασύρονται από τις παγίδες οποιουδήποτε αντιχρίστου. Αλλά όσοι τον αρνήθηκαν δίκαια εγκαταλείπονται, για να γίνουν λεία και θύματα ασυνείδητων απατεώνων και ψευδοχρίστων.
Μαρκ. 13,22 ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται(1) καὶ δώσουσι σημεῖα(2) καὶ τέρατα πρὸς τὸ ἀποπλανᾶν(3), εἰ δυνατόν(4), καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.
Μαρκ. 13,22 Διότι θα αναπηδήσουν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και θα κάμουν εμπρός στους ανθρώπους σημεία και τέρατα, σημαδιακά και καταπληκτικά έργα, δια να παρασύρουν εις τας πλάνας των, αν είναι δυνατόν, και αυτούς ακόμη τους εκλεκτούς.
(1)   Όταν το ευαγγέλιο της βασιλείας άρχισε να διαδίδεται, ο σατανάς επιστράτευσε όλες του τις δυνάμεις για να το εξαλείψει, νοθεύσει και πλαστογραφήσει. Και ρίχνει στο μέσο ψευδόχριστους και ψευδοπροφήτες που μιμούνται αγύρτικα τις δυνάμεις και τα θαύματα του αληθινού Χριστού και προφήτου. Ο Θεός όμως επέτρεψε και επιτρέπει αυτό για να δοκιμάσει την ειλικρίνεια των μεν, να αποκαλύψει την υποκρισία των δε, και να προκαλέσει σύγχυση σε εκείνους, οι οποίοι απέρριψαν το Χριστό όταν τους προσφέρθηκε.
(2)   Το σημάδι είναι κάτι που δίνεται για απόδειξη κάποιας αξίωσης που προβάλλεται από αυτόν που δίνει το σημάδι.
(3)   Μπορεί να σημαίνει και το αποτέλεσμα και τον σκοπό, αλλά το ακόλουθο «ει δυνατόν» συνηγορεί μάλλον, ότι πρόκειται για τον σκοπό (γ). Ο Ιώσηπος αναφέρει πόσοι ψευδοπροφήτες φάνηκαν, οι οποίοι έπεισαν τα πλήθη να τους ακολουθήσουν στην έρημο, για να δουν εκεί αυτούς να κάνουν σημεία και τέρατα (σ).
(4)   Αλλά δεν θα είναι δυνατόν να τους αποπλανήσουν. Διότι γνωρίζει ο Κύρος τους δικούς του (Β΄Τιμ. β 19), οι οποίοι θα διατηρήσουν την προς αυτόν πίστη, την ώρα που η πίστη κάποιων άλλων θα χάνεται.
Μαρκ. 13,23 ὑμεῖς δὲ βλέπετε(1)· ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν ἅπαντα(2).
Μαρκ. 13,23 Σεις όμως προσέχετε• ιδού, σας τα προείπα όλα.
(1)   Ο σκοπός των ψευδοπροφητών και ψευδομεσσιών θα είναι να αποπλανήσουν από τον ευθύ δρόμο και αυτούς ακόμη τους εκλεκτούς. Αλλά εσείς που είστε εκλεκτοί προσέχετε. Δεν συγκαταριθμείστε στον απροετοίμαστο όχλο, αλλά έχετε προετοιμαστεί και παιδαγωγηθεί από τον διδάσκαλό σας (γ). Βλέπετε, προσέχετε. Γνώριζε ο Χριστός ότι οι μαθητές του ήταν από τους εκλεκτούς, και όμως λέει σε αυτούς: Βλέπετε. Τον εκλεκτό τον κάνει εκλεκτό η προσοχή και εγρήγορση στις διάφορες περιστάσεις και στους διάφορους κινδύνους. Ο Θεός φυλάσσει τους εκλεκτούς, αλλά εκείνοι είναι εκλεκτοί, οι οποίοι προφυλάσσουν και αυτοί τους εαυτούς τους.
(2)   «Κανείς ας μην προφασίζεται άγνοια, αλλά να ασφαλίζεται από την απάτη αυτών» (β). Σας τα είπα από πριν, ώστε και από πριν να οπλιστείτε. Σας είπα όλα όσα υπήρχε ανάγκη να σας προλεχθούν. Και συνεπώς μη δίνετε προσοχή στους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι θα παρουσιάζονται με την αξίωση, ότι είναι σε θέση αυτοί να σας προείπουν περισσότερα από εμένα.
Μαρκ. 13,24 Ἀλλ᾿ ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις(1), μετὰ τὴν θλῖψιν ἐκείνην ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται(2), καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς(3),
Μαρκ. 13,24 Αλλά κατά τας ημέρας εκείνας, ύστερα από την θλίψιν εκείνην, ο ήλιος θα σκοτισθή και η σελήνη δεν θα δώση το φως της.
(1)   «Αφού ολοκλήρωσε τα σχετικά με τα Ιεροσόλυμα, μεταβαίνει λοιπόν στη δική του παρουσία και λέει σε αυτούς τα σημάδια που δεν είναι χρήσιμα σε εκείνους μόνο, αλλά και σε εμάς και τους μετά από εμάς» (β). Μετά τη θλίψη εκείνη θα έλθουν εκείνες οι ημέρες. Συνεπώς το «εκείνην» αναφέρεται σε διαφορετικό γεγονός από εκείνο, στο οποίο αναφέρονται το «εκείναις». Το «εκείνην» αναφέρεται στα γεγονότα, για τα οποία προηγουμένως μίλησε· ενώ το «εκείναις» αναφέρεται στα γεγονότα του εσχάτου καιρού, τα τελευταία από όλα, όπως και στο στίχο 32. Διότι το ερώτημα των μαθητών, στο οποίο ο Κύριος απαντά, συνυπονοεί και το τέλος του κόσμου (b).
Οι μαθητές στην ερώτησή τους που έθεσαν στην αρχή του κεφαλαίου μπέρδεψαν την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και το τέλος του κόσμου, παρασυρόμενοι από την πλάνη, κατά την οποία ο ναός θα παρέμενε χωρίς να καταστραφεί για όσο θα υπήρχε κόσμος. Ο Χριστός διορθώνει την πλάνη αυτή και δείχνει ότι το σε εκείνες τις ημέρες τέλος του κόσμου θα συμβεί μετά τη θλίψη εκείνη και δεν θα συμπέσει με αυτήν. Είναι συνηθισμένο στην προφητική γλώσσα να παρουσιάζονται γεγονότα μεγάλα και βέβαια ως κοντινά και στην πόρτα, όχι μόνο για να τονιστεί το μεγαλείο και η βεβαιότητά τους, αλλά και διότι χίλια έτη στα μάτια του Κυρίου είναι σαν την ημέρα τη χθεσινή.
Ο γ. φρονεί, ότι η από τον στίχο αυτόν προφητεία αναφέρεται στην μετά την πτώση της Ιερουσαλήμ έλευση του υιού του ανθρώπου και την παρέμβασή του στην ιστορία των εθνών· στην εγκαθίδρυση της βασιλείας του Θεού μέσω της Εκκλησίας και την από τον ουράνιο θρόνο άσκηση της δύναμης του Μεσσία για περισυλλογή των εκλεκτών, οι οποίοι στις εκάστοτε γενεές θα περιλαμβάνονται. Με άλλα λόγια πρόκειται για γεγονότα, τα οποία θα συντελεστούν κατά την περίοδο, η οποία άρχισε με την αναχώρηση του Ιησού από τον κόσμο και με την ανάληψη στους ουρανούς, όπου ανέλαβε τις εξουσίες και δυνάμεις του αρχιερατικού και βασιλικού του αξιώματος και από όπου παρεμβαίνει κατ’ επανάληψιν στις κρίσεις της ιστορίας του κόσμου, από τις οποίες κρίσεις η καταστροφή της Ιερουσαλήμ είναι η πρώτη.
Τα σχετικά με τον σκοτισμό του ήλιου και την σάλευση των δυνάμεων του ουρανού δέχεται (ο γ.) ως εκφράσεις δανεισμένες από την αποκαλυπτική γλώσσα και αλληγορία, που χρησιμοποιείται συνήθως στα προφητικά βιβλία της Π.Δ. για δήλωση απλώς μεγάλων μεταβολών και κρίσεων στην ιστορία των εθνών ή στο θείο σχέδιο της σωτηρίας, που δεν έχουν σχέση με την καταστροφή του σύμπαντος και την συντέλεια του κόσμου. Δες Ησ. ιγ 10,Ιεζεκ. λβ 7,8, Αμώς η 9,Ιωήλ β 30,31,γ 15. Αλληγορικά επίσης και όχι κατά γράμμα σύμφωνα με αυτόν, πρέπει να εννοηθούν και τα περί ελεύσεως του Υιού του ανθρώπου σε σύννεφα, όπως νοούνται αντίστοιχες εικόνες και φράσεις και στα χωρία Ψαλμ. 96 1-5,Ησ. ιθ 1, Ψαλμ. ιζ 5-16, Δαν. ζ 13. Τα δε σχετικά με την συγκέντρωση των εκλεκτών από τους αγγέλους, τά αναφέρει στα μέσα και τις μεθόδους με τα οποία ο Μεσσίας στους ουρανούς, χρησιμοποιώντας ως λειτουργικά πνεύματα και τους αγγέλους, οδηγεί τους ανθρώπους στην πίστη και την υπακοή του ευαγγελίου.
Εναντίον των εκδοχών αυτών, που έχουν και κάποιες αξιόλογες πλευρές, θα μπορούσε να αντιταχτεί, ότι για την ανύψωση του Χριστού στο θρόνο του και την εγκαθίδρυση της αιώνιας βασιλείας του και την έναρξη της περισυλλογής των εκλεκτών, για τα οποία μιλά ο γ. δεν χρειάστηκε να αναμείνει ο Χριστός την πτώση της Ιερουσαλήμ. Όταν έπεσε η Ιερουσαλήμ η εκκλησία είχε εγκαθιδρυθεί προ πολλού και το ευαγγέλιο είχε κηρυχτεί σε όλο τον κόσμο.
(2)   Κυριολεκτικά αυτά αναφέρονται στις μεγάλες αναστατώσεις και μεταβολές στο σύμπαν που θα συμβούν πριν την δευτέρα παρουσία, από τις οποίες «προσδοκούμε σύμφωνα με το ευαγγέλιό του» να προέλθουν οι καινούργιοι ουρανοί και η καινούργια γη. Προμηνύματα όμως και προτυπώσεις της μεγάλης εκείνης καταστροφής είναι οι κατά τις διάφορες κρίσεις της ιστορίας σημειούμενες μερικότερες ή γενικότερες καταστροφές, που συνοδεύουν την αόρατη επέμβαση της θείας δικαιοσύνης για τιμωρία του κακού και παιδαγωγία της ανθρωπότητας, μία από τις οποίες καταστροφές και μερικές κρίσεις, εξέχουσα και αρκετά διδακτική και παραδειγματική υπήρξε και η καταστροφή του εθνικού και θρησκευτικού κέντρου του Ισραήλ.
(3)   Η σελήνη έχει το φως της από τον ήλιο, εφόσον αυτός θα σκοτιστεί, και η σελήνη θα παύσει να δίνει το φέγγος της.
Μαρκ. 13,25  καὶ οἱ ἀστέρες ἔσονται ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πίπτοντες(1), καὶ αἱ δυνάμεις αἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(2) σαλευθήσονται(3).
Μαρκ. 13,25  Και τα αστέρια θα ξεφεύγουν από τας τροχιάς των και θα πίπτουν από τον ουρανό και αι δυνάμεις που συγκρατούν την αρμονίαν των ουρανών θα σαλευθούν.
(1)   Και οι αστέρες θα χάσουν το φως τους και θα εξαφανιστούν σαν να έπεσαν από τη θέση τους στο στερέωμα, και θα κλονιστεί και θα καταστραφεί ριζικά η ήδη κανονική τροχιά και κίνησή τους.
(2)   Ή, «θα σαλευτούν οι αγγελικές δυνάμεις, δηλαδή θα εκπλαγούν βλέποντας να γίνεται τόσο μεγάλη μεταβολή και τους συνδούλους τους να κρίνονται» (Θφ), «και την οικουμένη όλη να στέκεται σε φοβερό κριτήριο» (β).
Ή, δυνάμεις στους ουρανούς είναι τα ίδια τα ουράνια σώματα γενικώς επειδή βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο αγγελικών δυνάμεων (σ).
(3)   Ή «θα εκπλαγούν» (Θφ), ή θα μετακινηθούν, θα απαλλαχτούν από τη θέση τους οι αγγελικές δυνάμεις, που παραμένουν στα ουράνια σώματα (δ).
Μαρκ. 13,26 καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου(1) ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις(2) μετὰ δυνάμεως πολλῆς καὶ δόξης(3).
Μαρκ. 13,26 Και τότε θα ιδούν τον υιόν του ανθρώπου να έρχεται μέσα εις ολόφωτα νέφη με δύναμιν και δόξαν πολλήν.
(1)   «Και τότε θα δουν τον Κύριο, ως υιό ανθρώπου, δηλαδή με σώμα» (Θφ), «με σώμα να έρχεται, όπως ακριβώς και αναλήφθηκε» (β). «Διότι αυτό που βλέπεται, είναι οπωσδήποτε σώμα. Αλλά παρόλο που έρχεται ενσώματος ως άνθρωπος, αλλά όμως με δύναμη και δόξα πολλή» (Θφ).
(2)   Η κρίση κατά την μεγάλη εκείνη ημέρα θα ανατεθεί στον υιό του ανθρώπου τόσο για τερματισμό και τελείωση, όσο και για ανταμοιβή του έργου του ως Μεσσία και Λυτρωτή που ανέλαβε για χάρη μας. Θα έλθει λοιπόν τότε σε σύννεφα. Σύννεφο πήρε αυτόν, όταν αναλαμβανόταν στον ουρανό και «έτσι θα έλθει με τον ίδιο τρόπο που τον είδαν οι απόστολοι να πορεύεται στον ουρανό» (Πράξ. α 11). «Να έρχεται μαζί με τα σύννεφα» (Αποκ. α 7), «αυτός που επιβαίνει πάνω στα νέφη» (Ψαλμ. ργ 3) και «κάθεται σε σύννεφο λευκό» (Αποκ. ιδ 14). Όταν ο κόσμος καταστράφηκε με νερό, η κρίση ήλθε με τα σύννεφα του ουρανού, διότι άνοιξαν οι πύλες του ουρανού και η γη κατακλύστηκε. Έτσι θα συμβεί και όταν ο κόσμος καταστραφεί με φωτιά. Ο Χριστός προπορευόταν του Ισραήλ με σύννεφο, το οποίο ήταν φωτεινό ταυτόχρονα και σκοτεινό. Τέτοιο θα είναι και το σύννεφο με το οποίο θα έλθει ο Χριστός κατά την μεγάλη ημέρα. Θα διαχύνει φως και χαρά, αλλά και σκοτάδι και τρόμο.
(3)   Θα έλθει με δύναμη και δόξα αντάξια τόσο του μεγαλείου του προσώπου του, όσο και των σκοπών της έλευσής του. Ότι η Παρουσία και η δεύτερη έλευση παρουσιάζεται στην Κ.Δ. ως αντικειμενικό και πραγματικό γεγονός, που θα συμβεί στο μέλλον, φαίνεται σαφώς και ξεχωριστά από διάφορα χωρία της. Δες Ματθ. κδ 3,37,39, Α Θεσ. γ 13,δ 15,ε 23,Β΄Θεσ. β 1,Ιακ. ε 7 και λοιπά (σ).
Μαρκ. 13,27  καὶ τότε ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ(1) καὶ ἐπισυνάξει τοὺς ἐκλεκτοὺς(2) αὐτοῦ(3) ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς ἕως ἄκρου(4) τοῦ οὐρανοῦ.
Μαρκ. 13,27 Και τότε θα στείλη τους αγγέλους του και θα περιμαζεύση τους εκλεκτούς του από τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος, από το ένα άκρον της γης έως το άλλο άκρον του ουρανού.
(1)   «Βλέπεις ότι και ο Υιός στέλνει τους αγγέλους, όπως ακριβώς και ο Πατέρας; Πού είναι λοιπόν αυτοί που λένε ότι δεν είναι ίσος με τον Θεό και Πατέρα;» (Θφ).
«Διότι λέγοντας ότι θα στείλει τους αγγέλους του ο υιός του ανθρώπου, έδειξε ότι είναι Θεός ο υιός του ανθρώπου. Διότι είναι του Θεού οι άγγελοι και το να τους στέλνει είναι γνώρισμα του Θεού» (β).
(2)   «Θα έλθουν οι άγγελοι μαζεύοντας τους εκλεκτούς, έτσι ώστε αφού αρπαχτούν με τα σύννεφα, να συναντήσουν τον Κύριο» (Θφ).
(3)   Οι εκλεκτοί ήδη παρουσιάζονται ως εκλεκτοί δικοί του, εκλεκτοί του υιού του ανθρώπου. Η ημέρα της επανόδου θα είναι και ημέρα συγκέντρωσης όλων των δικών του και ημέρα φανερώσεως της βασιλείας του. Δες Β΄Θεσ. β 1(σ).
(4)   Με πιο ποιητικό τρόπο εικονίζονται οι εσχατιές της γης ως άκρο γης και συγχρόνως ως άκρο ουρανού, διότι φαίνεται, ότι εφάπτεται σε αυτές η γη με τον ουρανό. Επομένως το απ’ άκρου γης πρέπει να εξηγηθεί: από κάποιο οποιοδήποτε άκρο της γης μέχρι άλλο αντίθετο άκρο του ουρανού, δηλαδή θα μαζέψει όλους ανεξαιρέτως (δ).
Οι εκλεκτοί του Θεού είναι διασκορπισμένοι (Ιω. ια 52). Υπάρχουν πολλοί ή λίγοι σε όλα τα μέρη, σε όλα τα έθνη ως τμήματα σωτήριας ζύμης σε όλο το φύραμα του κόσμου. Αλλά όταν η ημέρα εκείνη της συγκέντρωσης έλθει, δεν θα λείψει ούτε ένας από αυτούς. Η απόσταση του τόπου δεν θα αφήσει κανέναν έξω από τον ουρανό, αφού και τώρα η αγάπη εξουδετερώνει τις αποστάσεις του τόπου και του χρόνου που τους χωρίζουν. Θα μαζευτούν από όλα τα μέρη τα πιο απομακρυσμένα από τον τόπο, όπου το βήμα του Χριστού θα στηθεί. Τόσο εύκολα, τόσο γρήγορα, τόσο άνετα η μεταφορά τους και το μάζεμά τους θα γίνει, ώστε κανείς από αυτούς δεν θα είναι δύσκολο να μεταφερθεί.

Μαρκ. 13,28  Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν(1). ὅταν αὐτῆς ὁ κλάδος ἤδη γένηται ἁπαλὸς(2) καὶ ἐκφύῃ τὰ φύλλα, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος ἐστίν·
Μαρκ. 13,28 Από δε την συκιά μάθετε την παρωμοίωσιν, που θα σας πω. Οταν το κλωνάρι της γίνη απαλό και βγουν τα φύλλα, γνωρίζετε ότι πλησιάζει το θέρος.
(1)   Η παραβολή εδώ είναι μία από τις μερικές παραβολές κατώτερης τάξης, οι οποίες προβάλλονται ως διευκρίνιση ή ως αναλογίες (σ)·= την διευκρίνιση ή αναλογία, η οποία πρέπει να βγει ως συμπέρασμα από το δένδρο της συκιάς (γ).
(2)   Όταν ο χυμός που χύνεται μέσα στο κλαδί κάνει αυτό μαλακό. Η απαλότητα και μαλακότητα αυτή είναι εμφανέστερη στο νέο τμήμα κάθε κλαδιού που παράγεται την άνοιξη από την εισροή του χυμού, από το οποίο και φυτρώνουν τα νέα φύλλα. Δες Ματθ. κδ 32-35, με τους οποίους ταυτίζονται πλήρως οι στίχοι 28-31.
Μαρκ. 13,29 οὕτω καὶ ὑμεῖς(1), ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις(2).
Μαρκ. 13,29 Ετσι και σεις, όταν θα ιδήτε όλα αυτά να πραγματοποιούνται, εννοήσατε ότι είναι κοντά, ότι έφθασε πλέον εις την θύραν και θα πραγματοποιηθή η κρίσις του Θεού.
(1)   Με έμφαση που διακρίνει τον περιορισμένο κύκλο των μαθητών, που υπονοείται από το ὑμεῖς(=εσείς), από τους υπόλοιπους.
(2)   Συνηθισμένη εικονική έκφραση που σημαίνει την άμεση εγγύτητα.
Μαρκ. 13,30 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ(1) αὕτη μέχρις οὗ πάντα ταῦτα(2) γένηται(3).
Μαρκ. 13,30 Σας βεβαιώνω, ότι δεν θα περάση η γενεά αυτή, μέχρις ότου έλθουν όλα όσα σας προείπα.
(1)   Η λέξη χρησιμοποιείται από τον Ιησού πάντοτε για δήλωση ανθρώπων συγχρόνων· για το σύνολο των τότε ζωντανών ανθρώπων.
(2)   «Τα σχετικά με τα Ιεροσόλυμα, με τους πολέμους, τα όσα ειπώθηκαν προηγουμένως, τα οποία είπε ότι θα συμβούν μέχρι την παρουσία του» (β)· για τα οποία στο στίχο 4 από τους μαθητές με την ερώτησή τους ζητήθηκε απάντηση. Όχι όλα όσα περιέλαβε ο Κύριος στην απάντησή του αυτή, αλλά όλα όσα είπε για την καταστροφή του ναού και της Ιερουσαλήμ (σ).
(3)   Αυτά ειπώθηκαν γύρω στο 30 μ.Χ. και πραγματοποιήθηκαν το 70 μ.Χ.
Μαρκ. 13,31 ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται(1), οἱ δὲ ἐμοὶ λόγοι(2) οὐ μὴ παρελεύσονται(3).
Μαρκ. 13,31 Ο ουρανός και η γη θα περάσουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα περάσουν.
(1)   «Πιο πριν δηλαδή τα ακίνητα αυτά στοιχεία, ο ουρανός και η γη θα εκλείψουν, παρά τα δικά μου λόγια θα ξεπέσουν σε κάτι. Διότι όλα όσα είπα θα γίνουν» (Θφ).
«Από εδώ δείχνει έμμεσα ότι είναι ταυτόχρονα και ο δημιουργός του παντός. Επειδή δηλαδή μίλησε για τη συντέλεια… για αυτό έφερε στη μέση τον ουρανό και τη γη, δείχνοντας με πολλή εξουσία για τον εαυτό του ότι είναι ο δεσπότης του παντός» (β).
(2)   Εδώ εννοούνται τα λόγια που ειπώθηκαν για την καταστροφή του Ναού και της Ιερουσαλήμ και το τέλος του κόσμου, και ιδιαίτερα η στον προηγούμενο στίχο διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία δεν θα περάσει η γενιά αυτή μέχρις ότου γίνουν όλα.
(3)   Μπορούμε να οικοδομούμε με μεγαλύτερη πεποίθηση πάνω στο λόγο του Θεού παρά στους στύλους του ουρανού ή στα ισχυρά θεμέλια της γης. Διότι όταν αυτά θα σείονται και θα καταρρέουν, ο λόγος του Χριστού θα παραμένει ισχυρός και απαρασάλευτος. Η εκπλήρωση των προφητειών αυτών είναι δυνατόν να φανεί ότι αργεί, και να παρεμβάλλονται επίσης και γεγονότα που εκ πρώτης όψεως δεν συμφωνούν με αυτήν. Κανείς όμως για αυτό ας μη σκεφτεί, ότι ο λόγος του Χριστού εξέπεσε και διαψεύστηκε.
Παρόλο που δεν εκπληρώθηκε είτε κατά τον χρόνο είτε κατά τον τρόπο, τον οποίο εμείς καθορίζουμε, όμως κατά τον από τον Θεό ορισμένο χρόνο, ο οποίος είναι ο καλύτερος καιρός, και κατά τον από τον Θεό εκλεγμένο τρόπο, ο οποίος είναι και ο άριστος, οπωσδήποτε θα εκπληρωθούν και θα πραγματοποιηθούν. «Στον αιώνα, Κύριε, ο λόγος σου διαμένει, σε γενεά και γενεά η αλήθειά σου» (Ψαλμ. ριη 89).
Μαρκ. 13,32 Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν(1), οὐδὲ οἱ ἄγγελοι(2) ἐν οὐρανῷ, οὐδὲ ὁ υἱός(3), εἰ μὴ ὁ πατήρ.
Μαρκ. 13,32 Ως προς δε την ημέραν εκείνην η την ώραν, κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς ούτε οι άγγελοι που είναι στον ουρανόν ούτε ο Υιός, ειμή μόνον ο Πατήρ.
(1)   Τον ακριβή χρόνο, κατά τον οποίο θα συμβεί η συντέλεια του κόσμου, κανείς δεν τον γνωρίζει. Φυλάχτηκε αυτός κρυμμένος από τον Πατέρα, διότι αυτό είναι ένα από εκείνα, τα οποία ο Πατέρας «έβαλε στη δική του εξουσία» (Πραξ. α 7).
(2)   Η γνώση των αγγέλων αν και ευρεία, δεν είναι απεριόριστη (Εφεσ. γ 10,Α΄Πέτρ. α 12)(σ). «Με το να πει μεν ότι ούτε οι άγγελοι, τους έκλεισε το στόμα, ώστε να μη ζητούν να μάθουν, αυτό το οποίο εκείνοι δεν ξέρουν· με το να πει από την άλλη ούτε ο Υιός, εμποδίζει όχι μόνο να μάθουν αλλά και να ζητήσουν» (β).
(3)   Πολλές προτάθηκαν ερμηνείες: Η πιο σοβαρή: Λέχθηκε αυτό όχι απόλυτα, αλλά αναφορικά με την ανθρώπινη φύση του Χριστού, τόσο μάλλον όσο και στο χωρίο αυτό, βάζει τον εαυτό του ως άνθρωπο πάνω από τους αγγέλους (b).
Με άλλα λόγια «Ως μεν Λόγος γνωρίζει, ως άνθρωπος όμως αγνοεί· διότι του ανθρώπου είναι χαρακτηριστικό το να αγνοεί… Δεν είπε «Ούτε ο Υιός του Θεού γνωρίζει», για να μην φαίνεται η θεότητα ότι αγνοεί, αλλά απλώς είπε «Ούτε ο Υιός», ώστε η άγνοια να είναι στον Υιό που γεννήθηκε από ανθρώπους. Για αυτό και μιλώντας για τους αγγέλους, δεν είπε συνεχίζοντας, ότι ούτε το Άγιο Πνεύμα γνωρίζει, αλλά σιώπησε, δείχνοντας και τα δύο αυτά, ότι δηλαδή εάν το Πνεύμα γνωρίζει, πολύ περισσότερο ο Λόγος, εφ’ όσον είναι Λόγος, γνωρίζει, από τον οποίο (Λόγο) λαμβάνει και το Πνεύμα, και ότι με το να μη μιλήσει για το Άγιο Πνεύμα, φανέρωσε ότι όσον αφορά την ανθρώπινη φύση του έλεγε, ούτε ο Υιός» (Α).
Ως Λόγος όμως γνωρίζει. «Διότι πώς θα αγνοούσε την ημέρα, αν όλα έγιναν από αυτόν και χωρίς αυτόν δεν έγινε τίποτα (Ιω. α 3); Διότι αυτός που δημιούργησε τους αιώνες είναι προφανές ότι δημιούργησε και τους χρόνους· αν όμως τους χρόνους, και την ημέρα. Πώς λοιπόν αγνοεί αυτήν που δημιούργησε;» (β).
«Διότι καθ’ όσον μεν θεωρείται άνθρωπος όπως εμείς, δεν θα μπορούσε να ξέρει αυτά που είναι στον Πατέρα· καθ’ όσον όμως είναι από τη φύση του Θεός και προέρχεται από αυτόν, γνωρίζει οπωσδήποτε και την έσχατη ημέρα, έστω και αν λέει ότι δεν γνωρίζει λόγω της ανθρώπινης φύσης του» (Κ).
«Δεν είναι άρα του Θεού Λόγου η άγνοια, αλλά της μορφής του δούλου, η οποία εκείνο τον καιρό τόσα ήξερε, όσα του αποκάλυψε η θεότητα που κατοικούσε μέσα του» (Κ).
Αξιοσημείωτη και η εκδοχή σε σχέση με τη θεία φύση του Κυρίου που εκφράστηκε ως ακολούθως. «Ούτε ο Υιός θα γνώριζε εάν δεν είχε γνωρίσει ο Πατέρας· δηλαδή η αιτία του ότι ο Υιός γνωρίζει προέρχεται από τον Πατέρα…Η έννοια λοιπόν του χωρίου του Μάρκου είναι η εξής· Για την ημέρα εκείνη ή ώρα κανείς δεν γνωρίζει, ούτε οι άγγελοι του Θεού, αλλά ούτε και ο Υιός θα γνώριζε, εάν δεν γνώριζε ο Πατέρας· διότι από τον Πατέρα είχε δοθεί σε αυτόν η γνώση ήδη εξ’ αρχής». «Ούτε ο υιός γνωρίζει, αν δεν γνωρίζει ο πατέρας. Επειδή όμως γνωρίζει ο Πατέρας, γνωρίζει άρα και ο υιός. Διότι εγώ, λέει, και ο Πατέρας είμαστε ένα» (Ζμ).
«Επειδή γνωρίζει ο Πατέρας, και ο Υιός εννοείται ότι γνωρίζει, η σοφία του Πατέρα, η οποία έχει όλα τα του Πατέρα εκτός από το να είναι αυτό το ίδιο, δηλαδή Πατέρας» (β).
Αρκετά έξυπνη και η επόμενη: «Θέλοντας ο Κύριος να εμποδίσει τους μαθητές από το να ρωτάνε για την ημέρα εκείνη και την ώρα, λέει, ότι ούτε οι άγγελοι, ούτε ο υιός γνωρίζει. Διότι αν έλεγε ότι Γνωρίζω μεν, αλλά δεν θέλω να σας αποκαλύψω, θα τους λυπούσε. Τώρα όμως ενεργεί σοφότερα και εμποδίζει αυτούς τελείως από το να ζητούν να μάθουν και να τον ενοχλούν, με το να πει ότι Ούτε οι άγγελοι, ούτε εγώ γνωρίζω. Από ένα παράδειγμα λοιπόν θα κατανοήσεις το λεγόμενο. Πολλές φορές μικρά παιδιά βλέπουν τους πατέρες τους να κρατούν κάτι στα χέρια, και ζητούν αυτό. Οι πατέρες όμως δεν θέλουν να το δώσουν. Επειδή όμως τα παιδιά κλαίνε μιας και δεν παίρνουν, στο τέλος λοιπόν οι πατέρες κρύβουν εκείνο που κρατούν, και δείχνοντας τα χέρια άδεια στα παιδιά, τα σταματούν από το κλάμα. Έτσι και ο Κύριος, συμπεριφερόμενος σαν σε παιδιά στους Αποστόλους, απέκρυψε την ημέρα. Διότι αν έλεγε ότι γνωρίζω μεν, αλλά δεν λέω, θα λυπούνταν, επειδή δεν θα μάθαιναν από αυτόν» (Θφ).
Η ερμηνεία αυτή συγκρούεται κάπως με την απόλυτη ειλικρίνεια και φιλαλήθεια του Κυρίου. Υπέρ της πρώτης ερμηνείας συνηγορεί και το ότι ιδιαίτερα στο ευαγγέλιο αυτό παρουσιάζεται η όλη θρησκευτική και ηθική ζωή του Ιησού κάτω από τους ανθρώπινους όρους εξάρτησης από τον Θεό ως Πατέρα του. Ο περιορισμός λοιπόν στη γνώση ήταν μόνο ένα μέρος του μεγαλύτερου περιορισμού και της κένωσης, τα οποία υπονοεί η ενανθρώπηση του Λόγου. Εξαιτίας αυτού λοιπόν υποτάχτηκε ο Κύριος και στους συνηθισμένους νόμους της αύξησης -της φυσικής, διανοητικής και ηθικής- για την οποία μιλά η Κ.Δ. (Λουκ β 40,52,Εβρ. ε 8).
Σε αυτού του είδους λοιπόν την άγνοια, που αποδίδεται στον Κύριο, δεν υπάρχει τίποτα το ασυμβίβαστο με την απόλυτη αναμαρτησία του. Υπάρχει πλήθος πραγμάτων αδιάφορων ηθικά, η γνώση ή η άγνοια των οποίων ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους μας κάνει από ηθική άποψη. Το να υποκείμεθα λοιπόν σε μια τέτοια άγνοια, είναι όρος φύσης πλήρως ανθρώπινης (σ).
Μαρκ. 13,33 Βλέπετε(1), ἀγρυπνεῖτε(2) καὶ προσεύχεσθε· οὐκ οἴδατε(3) γὰρ πότε ὁ καιρός ἐστιν(4).
Μαρκ. 13,33 Προσέχετε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε• διότι δεν γνωρίζετε πότε είναι καιρός της παρουσίας του Κυρίου.
(1)   Οι μαθητές αγνοούν την ημέρα και την ώρα. Η άγνοια όμως αυτή έχει πνευματική χρησιμότητα. Θα έπρεπε να είναι κεντρί για άγρυπνη προσοχή και για φιλόπονη άσκηση και καλλιέργεια της διάνοιας, για να γίνει αυτή έτοιμη για υποδοχή του Κυρίου, οποτεδήποτε έλθει (σ).
«Με τρόπο που μας συμφέρει πολύ απέκρυψε ο Θεός την συντέλεια της ζωής είτε την καθολική είτε του καθενός μας, έτσι ώστε, μιας και είναι άδηλο το τέλος, να αγωνιζόμαστε πάντοτε, προσδοκώντας αυτό και φοβούμενοι μήπως έλθει ενώ είμαστε ανέτοιμοι» (Θφ).
(2)   «Εγρήγορση και αγρύπνια να εννοήσεις όχι μόνο την εγκράτεια του ύπνου, αλλά και την κάθε είδους προσοχή και επαγρύπνηση» (Ζμ). Η λέξη αγρυπνώ χρησιμοποιείται αναφορικά τόσο με την εργασία όσο και με την προσευχή. Δες Εβρ. ιγ 17,Εφες. στ 18 (σ)
(3)   «Δεν είπε δεν γνωρίζω, αλλά δεν γνωρίζετε» (β).
(4)   Αγνοούμε την ώρα του θανάτου μας. Μπορούμε να γνωρίζουμε, ότι λίγος ακόμη χρόνος ζωής μάς απομένει, ότι ο καιρός της αναλύσεώς μας έφτασε (Β΄Τιμ. δ 6). Δεν μπορούμε όμως να γνωρίζουμε, πόσο λίγο χρόνο θα ζήσουμε ακόμη, διότι μπορεί να είναι και λιγότερος από όσο φανταζόμαστε. Πολύ δε περισσότερο αγνοούμε τον χρόνο τον ορισμένο για την καθολική κρίση. Και για τα δύο κρατούμαστε σε αβεβαιότητα, ώστε κάθε ημέρα να περιμένουμε αυτόν.
Μαρκ. 13,34 ὡς ἄνθρωπος(1) ἀπόδημος(2), ἀφεὶς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ δοὺς τοῖς δούλοις(3) αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἑκάστῳ τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ τῷ θυρωρῷ(4) ἐνετείλατο ἵνα γρηγορῇ.
Μαρκ. 13,34 Και δια να ενοήσετε καλύτερον, θα συμβή κάτι ανάλογον με ένα ξενητεμένον άνθρωπον, ο οποίος αφήκε το σπίτι του, εξουσιοδότησε τους δούλους του να το χρησιμοποιούν και στον θυρωρόν έδωσε την εντολήν να είναι άγρυπνος και να περιμένη. 
(1)   «Η πρόταση είναι ελλειπτική. Διότι λείπει το «θα είναι». Λέει λοιπόν ότι θα είναι σαν άνθρωπος που ξενιτεύεται» (Ζ).
(2)   =έκδημος, δηλαδή το αντίθετο του ένδημος· αυτός που είναι μακριά από το σπίτι του (δ). Έχουμε εδώ παραβολή μερική, όπως και αυτή στο στίχο 28 από το δέντρο της συκιάς, και με αυτήν παρουσιάζεται πιο ζωηρά η ανάγκη της εγρήγορσης και προσοχής (σ).
«Αυτό εδώ το παράδειγμα αναφέρεται στο Χριστό και τους Χριστιανούς… όπου άνθρωπο μεν υποδηλώνει τον εαυτό του, όπως ειπώθηκε σε πολλές παραβολές, και αποδημία εννοεί την ανάληψη στους ουρανούς· σπίτι του τον παρόντα κόσμο και δούλους του τους Χριστιανούς και το έργο του καθενός είναι η φύλαξη των εντολών του και η εργασία των αρετών» (Ζ).
Στον οικοδεσπότη πρέπει να δούμε τον ίδιο τον Ιησού, που εγκαταλείπει την επίγεια σκηνή της δράσης του και επανέρχεται αργότερα στη γη μετά από ακαθόριστο διάστημα χρόνου (σ).
(3)   Όχι σε έναν αλλά σε όλους τους δούλους μαζί, όπως φαίνεται και από την αντίθεση που υπάρχει στην ακόλουθη λέξη ἑκάστῳ (=στον καθένα)(b).
(4)   Ως προς την ειδική έμφαση στο έργο του θυρωρού ως φύλακα του όλου σπιτιού, αυτή δεν μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο παρά τις διάφορες διακονίες και έργα, που έχουν εμπιστευτεί στους δούλους ή μαθητές του καθενός, κάποιοι από τους οποίους πήραν την εντολή και το έργο του φύλακα και φρουρού (σ).
Μαρκ. 13,35 γρηγορεῖτε οὖν(1)· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται, ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ(2)·
Μαρκ. 13,35 Αγρυπνείτε λοιπόν και προσέχετε, διότι δεν γνωρίζετε πότε ο κύριος του σπιτιού έρχεται, αργά το βραδύ η το μεσονύκτιον η τα χαράματα, όταν θα λαλούν οι πετεινοί η το πρωϊ.
(1)   Η εγρήγορση, το θεμέλιο όλων των καθηκόντων, επιβάλλεται όχι μόνο στον θυρωρό, αλλά και σε όλους τους δούλους (b). Ο πληθυντικός αυτό δηλώνει. Το γρηγορώ υπονοεί όχι μόνο το πιστεύω ότι ο Κύριός μας θα έλθει, αλλά και το ποθώ να έλθει ο Κύριος. Υπονοεί το να σκεφτόμαστε συχνά την έλευσή του και να έχουμε τα βλέμματά μας στραμμένα σε αυτήν σαν να πρόκειται να πραγματοποιηθεί από στιγμή σε στιγμή. Γρηγορώ για την έλευση του Χριστού σημαίνει να διατηρούμε πάντοτε τη διάθεση εκείνη της χάριτος και την ετοιμότητα της διάνοιας, στην οποία θα θέλαμε, όταν ο Κύριος έλθει, να μας βρει.
(2)   Σημαίνονται οι 4 φυλακές της νύχτας (από τις 6 μ.μ.-6 π.μ.) κατά την ρωμαϊκή διαίρεσή της (γ). Δηλαδή το βράδυ, που σημαίνει νωρίς το βράδυ  ή τα μεσάνυχτα ή την ώρα που λαλούν οι πετεινοί δηλαδή σε όρθρο βαθύ (δηλ. στις 3 π.μ.) ή το πρωί αμέσως με την ανατολή του ηλίου (δ).
Αυτό εφαρμόζεται κατά την έλευση του Κυρίου σε μας ιδιαίτερα μεν κατά το θάνατό μας, και έπειτα και κατά τη γενική κρίση. Ο παρών καιρός της ζωής μας είναι σκοτεινή νύχτα συγκρινόμενος με το φως και την λαμπρότητα της άλλης ζωής. Δεν γνωρίζουμε σε ποια φυλακή της νύχτας ο Κύριος θα έλθει σε μας. Θα έλθει όταν θα είμαστε ακόμη νέοι ή κατά την μέση ηλικία ή όταν θα είμαστε γέροντες; Αμέσως με το που γεννιόμαστε, αρχίζουμε να βαδίζουμε προς τον τάφο και τίποτα άλλο δεν μπορούμε να αναμένουμε βεβαιότερο από το θάνατό μας.
Μαρκ. 13,36 μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ(1) ὑμᾶς καθεύδοντας(2).
Μαρκ. 13,36 Αγρυπνείτε, μήπως τυχόν έλθη αιφνιδίως και σας εύρη να κοιμάσθε.
(1)   Η πρόταση εξαρτάται από το γρηγορείτε που εξυπακούεται από τον προηγούμενο στίχο.
(2)   Το «καθεύδοντας» εδώ= να αμελείτε τα αγαθά έργα (δ). Η μεγάλη μας φροντίδα πρέπει να είναι, μήπως, όταν ο Κύριος έλθει, μας βρει κοιμισμένους, επαναπαυόμενους στους εαυτούς μας, απρόσεκτους και ράθυμους στην εργασία των καθηκόντων, να δουλεύουμε στη σωματική άνεση και να μην σκεφτόμαστε την έλευσή του. Η έλευσή του τότε θα είναι αιφνίδια και απροσδόκητη για μας. Θα είναι τρομερή έκπληξη για τους αμέριμνους και κοιμισμένους, διότι θα έλθει για αυτούς σαν κλέπτης τη νύχτα.
Μαρκ. 13,37 ἃ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι(1) λέγω· γρηγορεῖτε(2).
Μαρκ. 13,37 Αυτά δε που λέγω εις σας, τα λέγω εις όλους. Γρηγορείτε.
(1)   «Σε όλους τους Χριστιανούς μέχρι την παγκόσμια συντέλεια» (Ζ). Ό,τι ο Ιησούς είπε προηγουμένως, εφαρμοζόταν ειδικότερα στους Αποστόλους, των οποίων τα καθήκοντα, όπως το του θυρωρού, απαιτούσαν ειδική επαγρύπνηση. Αλλά στη βασιλεία του Θεού η επαγρύπνηση και εγρήγορση αυτή επιβάλλεται σε όλους, παρόλο που ζητείται αυτή ειδικότερα από αυτούς που τους έχουν εμπιστευτεί ιδιαίτερα έργα (γ).
(2)   «Το φώναξε ξανά αυτό δίνοντας έντονη μαρτυρία» (Ζ).

ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ – ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η επί του Όρους Ομιλία του Χριστού (Κατά Ματθαίον κεφάλαια ε-ζ).

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουλίου, 2018

Η επί του Όρους Ομιλία του Χριστού (Κατά Ματθαίον κεφάλαια ε-ζ). Αναλυτική ερμηνεία

(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον,Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 79-145 εκδόσεις «ο Σωτήρ», μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ. (Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας         Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος               φ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος                Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας          Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός    Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης         Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης      DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας
(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the basis of the earlier edition by Prof  W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σηειώνεται με το S)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition      Paris 1923 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειωνεται με το p.)
W. Allen    A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion    La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ. (Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
Ματθ. 5,1 Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους(1) ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος(2), καὶ καθίσαντος(3) αὐτοῦ προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ(4) αὐτοῦ,
Ματθ. 5,1 Οταν δε είδεν ο Ιησούς τα πλήθη, που είχαν έλθει να τον ακούσουν, ανέβη ολίγον εις την πλαγιάν του όρους και αφού εκάθισεν, ήλθαν πλησίον οι μαθηταί του.(μετάφραση Ι.Κολιτσάρα)
(1)   O τελευταίος σ. του προηγουμένου κεφαλαίου αποτελεί το τέλος μεν της περίληψης της δημόσιας δράσης του Κυρίου στη Γαλιλαία και εισαγωγή στην επακολουθούσα επί του όρους ομιλία. Μία συνέπεια της δράσης του Κυρίου ήταν, ότι όχλοι πολλοί ακολούθησαν αυτόν από διάφορα μέρη. Οι όχλοι αυτοί αποτελούσαν ευρύ ακροατήριο για διδασκαλία. Για αυτό ο ευαγγελιστής παρέχει πλούσιο δείγμα του ποια ήταν η διδασκαλία αυτή (p).
(2)   «Ανέβηκε στο όρος το κοντινό» (Ζ). Δεν αναφέρεται το όρος. Όπως και στο ιδ 23 και ιε 29 σημαίνει κάποιο ύψωμα δίπλα στη λίμνη της Γαλιλαίας. Η συρροή ήταν τέτοια ώστε η ακτή της λίμνης δεν ήταν πλέον κατάλληλος τόπος, για να γίνει η διδασκαλία, και ο Κύριος ανέβηκε σε κάποιο οροπέδιο από αυτά που υψώνονταν πάνω από τη λίμνη. Είναι δυνατόν να ήταν αυτό τόπος, στον οποίο ο Κύριος συχνά ανέβηκε κατόπιν μαζί με τους μαθητές του, για αυτό και αυτοί μιλούν για αυτό ως τ ο όρος. Δες και Μάρκ. γ 13,στ 46,Λουκ. στ 12,Ιω. στ 3,15.
(3)   Δείγμα οικειότητας (L), αλλά αυτή ήταν και η συνηθισμένη στάση προκειμένου να εκφωνηθεί μακρός λόγος. Δες Ματθ. ιγ 2,κδ 3,κστ 55 και Λουκ. δ 20 (S).
(4)   Μαθητές εδώ δεν είναι μόνο οι 4 που κλήθηκαν (δ 18-22), ούτε μπορεί να γίνει ακόμη λόγος για τους 12, αλλά η λέξη έχει γενικότερη έννοια (L) δηλώνοντας αυτούς που ακολούθησαν από την αρχή της περιοδείας αυτής, για να διδαχτούν από αυτόν (δ).
«Είδες την πρόοδο της αρετής τους και πόσο βελτιώθηκαν όλοι μαζί; Διότι οι μεν πολλοί έβλεπαν τα θαύματα, αυτοί όμως επιθυμούσαν επί πλέον να ακούσουν κάτι το μεγάλο και υψηλό» (Χ).
Ο Ματθαίος αποσιωπά κάθε ένδειξη για το χρόνο, κατά τον οποίο εκφωνήθηκε η επί του όρους ομιλία. Αλλά είναι προφανώς εσφαλμένο να πει κάποιος, ότι τοποθετεί την ομιλία στην αρχή της δημόσιας δράσης του Κυρίου. Σχετικά με αυτό υπάρχουν δύο αποδείξεις. Πρώτον οι όχλοι, οι οποίοι δεν ήταν δυνατόν να μαζευτούν πριν ακόμη ο Κύριος δράσει για κάποιο χρόνο και πριν ακόμη η φήμη του διαδοθεί σε όλη την Συρία, Περαία, Ιουδαία κλπ. Δεύτερον η διδασκαλία στην επί του όρους ομιλία δεν είναι κάποια στοιχειώδης, αλλά αφορά σε μαθητές προοδευμένους ήδη οι οποίοι έτυχαν προηγουμένως αρκετής διδασκαλίας (p).

Ματθ. 5,2 καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα(1) αὐτοῦ ἐδίδασκεν(2) αὐτοὺς λέγων(3)·
Ματθ. 5,2 Και ανοίξας το στόμα αυτού εδίδασκεν τους μαθητάς και τα πλήθη και έλεγε•
(1)   Η έκφραση «ανοίγω το στόμα» βρίσκεται και στους εθνικούς (μη Ιουδαίους) συγγραφείς, όπως και στην Π.Δ. (Ιώβ γ 1,Ψαλμ. οζ 2,Δαν. ι 16 κλπ) και δηλώνει το άνοιγμα του στόματος για να μιλήσει κάποιος, το οποίο είναι η εξωτερική ένδειξη της απόφασης, την οποία έχει κάποιος για να μιλήσει· ώστε καταντά εδώ στην σημασία: αποφάσισα να σας μιλήσω και επικαλούμαι την προσοχή σας (δ).
(2)   Ο ευαγγελιστής θεωρεί τη διδασκαλία όχι λιγότερο σπουδαία από τις θεραπείες. Για αυτό και στην περίληψη που προηγήθηκε, αναφέρει πρώτα τη διδασκαλία. Και εδώ λοιπόν πρώτα παρέχει λεπτομέρειες για αυτήν και έπειτα μιλά λεπτομερώς για τα θαύματα. «Διότι δεν θεράπευε σώματα μόνο, αλλά διόρθωνε και ψυχές» (Χ).
Και εδώ «μεταφέρθηκε από τη θεραπεία των σωμάτων», την οποία ανέφερε στο προηγούμενο κεφάλαιο «στη θεραπεία των ψυχών. Διότι πάντοτε έτσι έκανε, μεταβαίνοντας από εκείνην σε αυτήν, και πάλι από αυτήν σε εκείνην και παρείχε ποικίλη την ωφέλεια» (Ζ).
Δεν αποτελεί μεγάλης σπουδαιότητας ζήτημα να καθορίσουμε, εάν ο Ματθαίος και ο Λουκάς παρέχουν σε μας διαφορετικές εκθέσεις μίας και της ίδιας ομιλίας, όπως είναι η γνώμη που υποστηρίζεται από πολλούς· ή εκθέτουν δύο όμοιες μεν, αλλά διαφορετικές ομιλίες, που απευθύνθηκαν σε δύο διαφορετικά ακροατήρια σε δύο διαφορετικές περιστάσεις, το οποίο αποτελεί βάσιμη άποψη, που υποστηρίζεται ακόμη.
Το σπουδαίο είναι ότι ομιλία, σαν αυτή που αναφέρεται από τον Ματθαίο και τον Λουκά, δεν χωρά ούτε για μια στιγμή κάποια αμφιβολία, ότι εκφωνήθηκε από τον Κύριο. Το περιεχόμενό της υπερβαίνει τελείως την δύναμη οποιουδήποτε ευαγγελιστή, να επινοήσει αυτήν. Είναι επίσης εξ’ ολοκλήρου δυνατόν ο Κύριος να περιέλαβε σε κάποιο λόγο του ό,τι είχε πει σε άλλη ειδική περίπτωση ή και να επανέλαβε σε ειδική περίπτωση ό,τι είχε πει σε λόγο του παλαιότερο (p).

1) Οι μακαρισμοί (ε 3-12)
Ματθ. 5,3  (1)μακάριοι(2) οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι(3), ὅτι αὐτῶν ἐστιν(4) ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν(5).
Ματθ. 5,3  Μακάριοι και τρισευτιχισμένοι είναι εκείνοι, που συναισθάνονται την πνευματικήν πτωχείαν των, διότι ιδική των είναι η βασιλεία των ουρανών.
(1)   Σημειώθηκαν διάφορες γνώμες ως προς τον ακριβή αριθμό των μακαρισμών. Έχουν αριθμηθεί διαφορετικά από διαφόρους, ως 7 ή 8 ή 9 ή 10 στον αριθμό. Στον Λουκά δεν προκύπτει τέτοιο ζήτημα, διότι έχουμε εκεί 4 μακαρισμούς και 4 ουαί. Όλοι οι υπομνηματιστές συμφωνούν, ότι στους σ. 3-9 έχουμε 7 μακαρισμούς, που παρουσιάζουν περιληπτικά το ιδανικό χριστιανικού χαρακτήρα. Μετά από αυτό επακολουθεί διακήρυξη, ότι οι δεδιωγμένοι επειδή κατέχουν αυτόν τον χαρακτήρα, είναι μακάριοι. Και είναι πθανόν, ότι αποτελεί αυτή ξεχωριστό μακαρισμό. Είναι πολύ μακάριο το να κατέχει κάποιος τον ιδανικό χαρακτήρα. Αλλά είναι μακαριότερο το να διωχτεί κάποιος για τον χαρακτήρα του αυτόν. Ότι όμως αυτός αποτελεί όγδοο μακαρισμό, επειβεβαιώνεται και από το γεγονός, ότι περιλαμβάνεται αυτός στους 4 του Λουκά.
Ως προς τον στίχο 11 «μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι…», επαναλαμβάνεται μεν σε αυτόν η λέξη μακάριοι, αλλά αυτά που ακολουθούν αποτελούν εφαρμογή του προηγούμενου μακαρισμού στους παρόντες μαθητές. Ομοίως δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ξεχωριστός μακαρισμός το Χαίρετε και αγαλλιάσθε…, εφ’ όσον άλλωστε στον σ. αυτόν  δεν χρησιμοποιείται η λέξη μακάριοι, και ο όλος σ. αποτελεί συμπλήρωμα του προηγούμενου σ.. Πάντως οι 8 μακαρισμοί δεν περιγράφουν 8 διαφορετικές κλάσεις ανθρώπων, αλλά 8 διαφορετικά στοιχεία υπεροχής, τα οποία πρέπει να συνδυάζονται σε ένα και το ίδιο άτομο (p).
(2)   Από το μάκος, μάκαρ=μακρός, το οποίο ηλώνει τον μεγάλο και πολύ. Το μεγάλος, όταν λεγόταν ιδίως για θεούς, δήλωνε τον ισχυρό, ο οποίος έχει κατά τρόπο φυσικό όλα τα αγαθά δικά του. Οπότε το μάκαρ κατέληξε ίσο με το ευδαίμων, ευτυχής, το οποίο οι αρχαιότατοι ποιητές πρώτα και κύρια το απέδωσαν στους θεούς τους (δ).
«Μακαριότητα εἶναι… μία περίληψη ὅλων ἐκείνων ποὺ ἐννοοῦμε σχετικὰ μὲ τὸ ἀγαθό. Ἀπ’ αὐτὴ δὲν λείπει τίποτε ἀπ’ ὅσα ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἀγαθὴ ἐπιθυμία… Ἀληθινὰ δὲ μακαριστὴ ὕπαρξη εἶναι τὸ Θεῖο… Μακαριότητα εἶναι ἐκείνη ἡ καθαρὴ ζωή, τὸ ἀνεκδιήγητο καὶ ἀκατάληπτο ἀγαθό, τὸ ἀνέκφραστο κάλλος, αὐτὸ ποὺ εἶναι αυτό το ίδιο ὅλο χάρη καὶ σοφία καὶ δύναμη, τὸ ἀληθινὸ φῶς, ἡ πηγὴ κάθε ἀγαθότητας, ἡ ἀνώτερη ἐξουσία ὅλων, τὸ μόνο ποθητό, αὐτὸ ποὺ πάντα εἶναι τὸ ἴδιο, ἡ παντοτινὴ ἀγαλλίαση, ἡ αἰώνια εὐφροσύνη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ πολλά, κι ὅμως νὰ μὴν ἔχει πεῖ τίποτε τὸ ἰσάξιο» (Γν).
(3)   «Δεν είπε οι φτωχοί στα χρήματα, αλλά οι φτωχοί στο πνεύμα. Διότι δεν είναι μακαριστός αυτός που είναι ταπεινός εξ’ αιτίας κάποιας περίστασης· διότι τίποτα δεν είναι άξιο μακαρισμού από αυτά που δεν τα επέλεξε ελεύθερα κάποιος. Διότι κάθε αρετή χαρακτηρίζεται από την ελεύθερη βούληση» (Ζ).
Φτωχός στο πνεύμα είναι ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, «οι ταπεινοί και συντετριμμένοι στη διάνοια. Διότι πνεύμα εδώ, ονόμασε την ψυχή και την ελεύθερη βούληση» (Χ)·
Ή, πιο σωστά, φτωχοί στο πνεύμα σημαίνει τον χαρακτήρα εκείνων, οι οποίοι αισθάνονται τις μεγάλες τους ανάγκες και την από το Θεό εξάρτησή τους, ο οποίος είναι ο μόνος ικανός να εκπληρώσει ό,τι αυτοί ζητούν (p).
Η φράση «στο πνεύμα» χρησιμοποιείται, για να καταστήσει πνευματική την έννοια του φτωχός και να δώσει έμφαση μάλλον στη θρησκευτική και ηθική παρά στην κοινωνική κατάσταση αυτών που αναφέρονται εδώ. Το πνεύμα τους είναι φτωχό διότι αισθάνονται την ανάγκη της από το Θεό βοήθειας. Στην εσωτερικότερη πνευματική τους ζωή αισθάνονται, ότι έχουν ανάγκη το Θεό (a). Φτωχός και ευσεβής ταυτίζονται στο Ψαλτήρι (S).
Δες και Ησ. ξα 1. Φτωχοί σύμφωνα με τους Ψαλμούς, δεν είναι οι στερούμενοι χρημάτων, αλλά οι ευσεβείς που αισθάνονται τον εαυτό τους να καταπιέζεται στον κόσμο αυτόν, οι οποίοι συναισθανόμενοι την αδυναμία τους αναμένουν το παν από το Θεό (L).
Έτσι ή αλλιώς «φτωχό εδώ ονόμασε τον ταπεινό… Διότι ο ταπεινόφρων πάντοτε φοβάται το Θεό» (Ζ), «εννοεί αυτούς που διδάχτηκαν την επαινετή ταπεινοφροσύνη και ανέλαβαν την πτωχεία στο φρόνημα, σύμφωνα με την εξομοίωση με αυτόν (το Χριστό), που πτώχευσε για εμάς» (Β). «Την εκούσια (=θεληματική) ταπεινοφροσύνη ονομάζει ο Λόγος» (Γν), αυτούς που συναισθάνονται την πνευματική τους φτώχεια και γύμνωση και για αυτό αναζητούν και πρόθυμα τρέχουν προς τον ιατρό Σωτήρα (δ).
(4)   Ενώ στους άλλους μακαρισμούς όλα τα ρήματα είναι σε χρόνο μέλλοντα, στον πρώτο το ρήμα είναι σε ενεστώτα, διότι η βασιλεία, στην οποία θα μπουν οι φτωχοί, υφίσταται ήδη για αυτούς (L).
(5)   Η φράση έχει εδώ την ευρύτατη έννοιά της· δηλαδή, τις ευλογίες και τα προνόμια της βασιλείας αυτής πάνω στη γη και την αιώνια μακαριότητα στη μέλλουσα ζωή (ο).

Ματθ. 5,4  (1)μακάριοι οἱ πενθοῦντες(2), ὅτι αὐτοὶ παρακλήθησονται(3).
Ματθ. 5,4   Μακάριοι είναι όσοι πενθούν διότι αυτοί θα παρηγορηθούν.
(1)   Σε κάποιους απο τους κώδικες προηγείται ο τρίτος μακαρισμός και ακολουθεί ως τρίτος ο δεύτερος. Η μεταβολή φαίνεται να προήλθε από τη σχέση του πρώτου και του τρίτου μακαρισμού σύμφωνα με τον Γρηγόριο Νύσσης «διότι φαίνεται ότι ακολουθεί το ένα το άλλο» δηλαδή η πραότητα την ταπεινοφροσύνη (δ).
(2)   Παράδοξο= «Επειδή όλοι θεωρούσαν μακάριους μεν αυτούς που βρίσκονται στη χαρά, ενώ άθλιους όσους είναι στη θλίψη, κόβει από τη ρίζα της αυτή την αντίληψη, υποδεικνύοντας το αντίθετο» (Ζ).
«Μακάριοι αυτοί που πενθούν, παρόλο βεβαίως που όλοι τους ελεεινολογούν» (Χ).
Ο,τιδήποτε εμποδίζει την πραγματοποίηση της Βασιλείας και συγκρούεται με την πλήρη κυριαρχία του Θεού στη γη, πρέπει να είναι αιτία πένθους σε καθέναν που επιθυμεί να είναι πολίτης νομιμόφρων αυτής της Βασιλείας (p). Έτσι λοιπόν συνδέονται ο πρώτος και ο δεύτερος μακαρισμός.
Ειδικότερα «πενθούντες λέει όχι αυτούς που απλώς πενθούν, αλλά αυτούς που πενθούν για τα αμαρτήματα» (Ζ), «διότι το άλλο εμποδίζεται και πάρα πολύ, το να θρηνούμε δηλαδή για κάτι από τα βιοτικά. Το οποίο ακριβώς λοιπόν και ο Παύλος δήλωνε λέγοντας, ότι «η μεν του κόσμου λύπη έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο, ενώ η κατά Θεόν λύπη έχει ως αποτέλεσμα μετάνοια, η οποία οδηγεί σε σωτηρία και για την οποία δεν μετανιώνει αυτός που την έχει (Β Κορ. ζ 10)». Αυτούς λοιπόν, που πενθούν για τα αμαρτήματά τους, μακαρίζει εδώ και δεν ανέφερε απλώς αυτούς που λυπούνται, αλλά αυτούς που λυπούνται πάρα πολύ. Για αυτό ακριβώς δεν είπε, Αυτοί που λυπούνται, αλλά που πενθούν» (Χ).
«Είπε επίσης «που πενθούν», δηλαδή παντοτινά και όχι μία φορά» (Θφ).
«Και πώς ο Παύλος πάλι είπε «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε;»… Έχει (το πένθος) αυτό συμμέτοχη τη χαρά. Διότι όπως ακριβώς όταν πέσει σφοδρή βροχή συνηθίζεται μετά να γίνεται ηρεμία, έτσι και όταν πέσουν δάκρυα, δημιουργείται γαλήνη και χαρά στην ψυχή» (Ζ).
(3)   «Πού θα παρηγορηθούν; Και εδώ και εκεί» (Χ).
«Εδώ μεν, με την ελπίδα της λύτρωσής τους» (Ζ), αλλά και με εσωτερική παρηγοριά από τον Παράκλητο, «ενώ εκεί, όχι μόνο με την άφεση αυτών, αλλά και με τη μακαριότητα» (Ζ).«Επομένως αν θέλεις να παρηγορείσαι, να πενθείς. Και μη νομίσεις ότι είναι αίνιγμα το λεγόμενο. Διότι όταν ο Θεός παρηγορεί, ακόμη και αν πέσουν πάνω σου βροχή τα λυπηρά, θα είσαι ανώτερος από όλα» (Χ)

Ματθ. 5,5 μακάριοι οἱ πραεῖς(1), ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι(2) τὴν γῆν(3).
Ματθ. 5,5 Μακάριοι είναι οι πράοι και ειρηνικοί, διότι αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη .
(1)   Αυτοί που φέρονται με επιείκεια και ημερότητα προς τους πλησίον και ανέχονται με υπομονή τις ύβρεις και προσβολές των πλησίων, οι ήσυχοι, οι υπομονητικοί (δ). «Αυτοί που έχουν συγκρατημένα τα ήθη τους και είναι απαλλαγμένοι από κάθε πάθος, αυτοί ονομάζονται πράοι επειδή δεν έχουν καμία ταραχή να κατοικεί μέσα στις ψυχές τους» (Β).
«Ο μακαρισμός επιβάλλει τη μετριοφροσύνη και την πραότητα, όχι την πλήρη απάθεια… Μακάριοι, λοιπόν, όσοι δεν είναι ευερέθιστοι από τα εμπαθή σκιρτήματα της ψυχής, αλλά είναι ήρεμοι με τη λογική. Σ’ αυτούς ο λογισμός, σαν άλλο χαλινάρι, ανακόπτει τις ορμές και δεν αφήνει την ψυχή να εκτρέπεται προς την αταξία» (Γν).
Το πράοι δηλώνει γλυκύτητα· είναι η στάση των πτωχών στο πνεύμα απέναντι στους άλλους· είναι αυτοί αγαθοί, επιεικείς, εύκολοι (L).
«Πράοι λέγονται όχι αυτοί που δεν οργίζονται καθόλου· διότι αυτοί είναι αναίσθητοι· αλλά αυτοί που έχουν μεν θυμό, αλλά τον συγκρατούν και οργίζονται όταν πρέπει, όπως είπε και ο Δαβίδ, οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε» (Θφ).
(2)  «Επειδή νομίζεται ο πράος ότι χάνει όλα τα δικά του, το αντίθετο υπόσχεται, λέγοντας ότι αυτός μεν είναι που με ασφάλεια κατέχει τα αγαθά του, αυτός δηλαδή που δεν είναι θρασύς ούτε αλαζόνας· ενώ ο τέτοιος [ο θρασύς και αλαζών] θα χάσει πολλές φορές και όσα κληρονόμησε από τον πατέρα του και την ίδια την ψυχή του» (Χ).
Οι πράοι παρουσιάζονται παντού να υποχωρούν στην φορτικότητα των κατοίκων της γης· και όμως αυτοί θα πετύχουν την κατάκτηση της γης, όχι με το δικό τους χέρι, αλλά μέσω κληρονομίας, με τη βοήθεια του Πατέρα. Δες Αποκ. ε 10 (b).
(3)   «Ποιά γη; Κάποιοι μιλούν για νοητή (=πνευματική) γη. Αλλά δεν είναι αυτό· διότι πουθενά δεν βρίσκουμε στη Γραφή γη νοητή. Αλλά… ορίζει αισθητό έπαθλο… και ανέμιξε τα αισθητά με τα πνευματικά… Εξάλλου και επειδή στην Παλαιά Διαθήκη συνεχώς ο προφήτης έλεγε «οι πράοι θα κληρονομήσουν τη γη» (Ψαλμ. λστ 11), πλέκει τον λόγο με συγγενικές με αυτές λέξεις… Τα λέει όμως αυτά, όχι σταματώντας τις αμοιβές μέχρι τα παρόντα, αλλά παρέχοντας μαζί με αυτά (τα παρόντα) και εκείνα (τα μέλλοντα). Διότι και αν πει κάτι πνευματικό, δεν αφαιρεί τα της παρούσας ζωής· και αν πάλι υπόσχεται κάτι από τα της παρούσας ζωής, δεν σταματά την υπόσχεση μέχρι σε αυτήν τη ζωή» (Χ).
Σε όλους αυτούς τους μακαρισμούς οι ουράνιες ευλογίες συνυπονοούν αμοιβαία και τις επίγειες (b). Ο Ψαλμωδός (λστ 11) λέγοντας «οι πράοι θα κληρονομήσουν τη γη» εννοεί τη γη του Ισραήλ, αλλά στο λόγο του Ιησού η γη αποτελεί σύμβολο (L). Οπότε είναι σοβαρή και η εκδοχή, κατά την οποία γη εδώ είναι εκείνη, της οποίας την κληρονομία ο Θεός υποσχέθηκε στους πατέρες (Γεν. ιβ 7,ιγ 15 κλπ.)· και η υπόσχεση όμως αυτή, όπως και ο ίδιος ο Αβραάμ κατάλαβε αυτήν (Εβρ. ια 9,10) δεν αναφερόταν στην Παλαιστίνη, η οποία ήταν τύπος και αρραβώνας της αληθινής, αλλά στην επουράνια Ιερουσαλήμ, την καινούργια γη, στην οποία και μόνη αναφέρεται και η εδώ φράση του Σωτήρα (δ).
«Εμείς όμως κληρονομούμε την άνω (=ουράνια) πόλη, την επουράνια Ιερουσαλήμ, την εκκλησία των πρωτοτόκων και αυτή λέει ο Σωτήρας ότι είναι η γη, την οποία υποσχέθηκε στους πράους» (Κ).
«Διότι εκείνη η γη, η επουράνια Ιερουσαλήμ, δεν γίνεται λάφυρο αυτών που μάχονται, αλλά προβάλλεται ως κληρονομία μακρόθυμων και πράων ανδρών» (Β).

Ματθ. 5,6  μακάριοι(1) οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες(2) τὴν δικαιοσύνην(3), ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται(4).
Ματθ. 5,6  Μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν δια να αποκτήσουν οι ίδιοι, να επικρατήση δε και στον κόσμον η δικαιοσύνη και η αρετή, διότι αυτοί θα χορτάσουν.
(1)   Ο τέταρτος μακαρισμός είναι πολύ λιγότερο παράδοξος στη μορφή από τους τρεις πρώτους (p).
(2)   «Πρόσεξε με πόση υπερβολή αναφέρει αυτό. Διότι δεν είπε Μακάριοι αυτοί που προσηλώνονται στη δικαιοσύνη, αλλά μακάριοι αυτοί που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη, έτσι ώστε να την εξασκούμε όχι έτσι απλά, αλλά με κάθε επιθυμία» (Χ).
Είναι αξιοσημείωτο ότι μακαρίζεται η πείνα και η δίψα της δικαιοσύνης και όχι η κατοχή της. Το να πιστεύει κάποιος, ότι κατέκτησε τη δικαιοσύνη, όπως και ο Φαρισαίος της παραβολής, είναι απαίσιο. Αλλά και το να γνωρίζει κάποιος ότι στερείται αυτής, δεν είναι αρκετό. Πρέπει να αισθάνεται, ότι δεν έχει αυτήν και να κατέχεται από σφοδρή και επίμονη επιθυμία να την αποκτήσει, για να είναι μακάριος από τον Κύριο. Διότι όταν έχει τέτοια επιθυμία, τότε ασφαλώς θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια για επίτευξή της (p).
(3)   «Ποιά δικαιοσύνη; Ή την αρετή συνολικά (γενικά), ή αυτήν με τη στενότερη έννοια, που είναι αντίθετη από την πλεονεξία» (Χ). Η πρώτη εκδοχή πιθανότερη.
Δικαιοσύνη εδώ δεν είναι ούτε η δικαιοσύνη του Θεού, της οποίας τον θρίαμβο θα εύχονταν οι μακαριζόμενοι, ούτε η δικαιοσύνη την οποία θα ήταν αυτοί διατεθειμένοι να αποδίδουν στους άλλους, αλλά η τελειότητα την οποία ο Θεός δίνει σε όλους εκείνους, οι οποίοι επιθυμούν αυτοί με όλη τους την ψυχή (L).
Αξιόλογη όμως και η εκδοχή σύμφωνα με την οποία δικαιοσύνη= το να απονέμει κανείς στον καθένα ό,τι ανήκει σε αυτόν. Αυτοί λοιπόν που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη είναι όσοι σε καμιά περίπτωση δεν ανέχονται την καταπάτηση και παραβίαση του δικαίου, αλλά εξεγείρονται εναντίον κάθε αδικίας χωρίς να φοβούνται κανέναν προκειμένου να υποστηρίξουν με έργα το δίκαιο (δ).
(4)   Από δικαιοσύνη. Δες Ρωμ. ιδ 17. Αυτή ήταν και η τροφή του Ιησού (Ιω. δ 34 δες και Ματθ. γ 15)(b). Ο χορτασμός αναφέρεται στο μέλλον. Διότι ο πόθος της δικαιοσύνης και τελειότητας είναι πόθος του Θεού και η πείνα λοιπόν και δίψα της δικαιοσύνης θα χορταστεί με την κατοχή του Θεού (L). Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή, θα χορτάσουν δικαιοσύνη, διότι θα δουν τέτοια άκρα δικαιοσύνη να απονέμεται στον καθένα στη βασιλεία του Θεού, ώστε το ζωηρότατο μέσα τους αίσθημα του δικαίου θα ικανοποιηθεί πληρέστατα (δ).

Ματθ. 5,7  μακάριοι οἱ ἐλεήμονες(1), ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται(2).
Ματθ. 5,7  Μακάριοι οι ευσπλαγχνικοί και ελεήμονες, διότι αυτοί θα ελεηθούν.
(1)   «Εδώ μου φαίνεται ότι εννοεί όχι μόνο αυτούς που ελεούν με χρήματα, αλλά και με πράγματα. Διότι είναι ποικίλος ο τρόπος της ελεημοσύνης και πλατιά αυτή η εντολή» (Χ).
Η λέξη ελεήμων συχνά αποδίδεται στην Π.Δ. στο Θεό, συνδυασμένη μάλιστα με τη λέξη οικτίρμων, ιδιαίτερα στους ψαλμούς (πε 15,ρβ 8,ρι 4,ρια 4,ριδ 5,ρμδ 8). Στην Κ.Δ. βρίσκεται μόνο εδώ και στο Εβρ. β 17, όπου αναφέρεται στο Χριστό που έγινε ελεήμων και πιστός αρχιερέας. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο μακαρισμός για την ελεημοσύνη ακολουθεί τον μακαρισμό για τη δικαιοσύνη. Οσοδήποτε μεγάλος και αν είναι ο ζήλος μας για τη δικαιοσύνη, δεν πρέπει να στερείται του στοιχείου του ελέους.
Εάν η δικαιοσύνη είναι ιδίωμα του Θεού, επίσης ιδίωμά του είναι και το έλεος. Και εκείνοι, οι οποίοι έχουν θέσει ενώπιόν τους τη θεία εξοχότητα ως ιδανικό, προς το οποίο τείνουν με διακαή πόθο, δεν πρέπει να λησμονούν, ότι ο Θεός είναι συγχρόνως δίκαιος και ελεήμων. Ο ψαλμωδός περιγράφοντας τον τέλειο άνθρωπο αποδίδει σε αυτόν ακριβώς τον συνδυασμό του ελέους και της δικαιοσύνης (Ψαλμ. ρια 5). Περιορίζουμε όμως το έλεος πολύ, όταν θεωρήσουμε αυτό ως συνώνυμο της συγχώρησης των πταισμάτων των άλλων σε μας (p).
Ο άνθρωπος έχει ανάγκη του θείου ελέους. Οφείλει λοιπόν να συγχωρεί και γενικώς να δείχνει συμπάθεια στις δυστυχίες και τα δεινά των άλλων. Δες Παροιμ. ιζ 5 («αυτός που σπλαγχνίζεται, θα ελεηθεί) και Ιακ. β 13 και προ παντός τον αγαθό Σαμαρείτη (L).
(2)   Θα τύχουν ελέους την ημέρα της κρίσης (S) ιδιαίτερα, αλλά και εδώ.
«Φαίνεται μεν σαν ίση ανταμοιβή, αλλά είναι πολύ μεγαλύτερη από το κατόρθωμα. Διότι αυτοί μεν ελεούν ως άνθρωποι, ελεούνται όμως από το Θεό των όλων. Δεν είναι όμως ίσο το ανθρώπινο έλεος και το θείο, αλλά όση είναι η απόσταση μεταξύ πονηρίας και αγαθότητας, τόσο διαφέρει αυτό από εκείνο» (Χ).

Ματθ. 5,8  μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ(1), ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται(2).
Ματθ. 5,8  Μακάριοι όσοι έχουν καθαράν την καρδίαν, διότι αυτοί θα ίδουν τον Θεόν.
(1)   «Καθαρούς εδώ ονομάζει ή εκείνους που έχουν την συνολική αρετή και η συνείδησή τους δεν τους ελέγχει για κανένα πονηρό ή αυτούς που ζουν με αγνότητα» (Χ),
«αυτοί που με την ένωσή τους με το Θεό που γίνεται μέσω του Υιού με το Πνεύμα, έφυγαν από κάθε αγάπη για τη σάρκα, και απομάκρυναν τελείως την κοσμική ηδονή, και κατά κάποιο τρόπο αρνήθηκαν τη ίδια τους τη ζωή και την αφιέρωσαν μόνο στο να θέλουν το Πνεύμα και έζησαν για το Χριστό καθαρά και ολοτελώς» (Κ).
Υπάρχει και εδώ ο κίνδυνος να περιορίσουμε  την έννοια του έκτου μακαρισμού. Συχνά θεωρήθηκε απλώς και πνευματικό αντίστοιχο και διεύρυνση της εβδόμης εντολής. Η καθαρότητα της καρδιάς με τη στενή αυτή έννοια αποτελεί αναμφιβόλως μέρος της έννοιας αυτού του μακαρισμού, αλλά δεν είναι και το σύνολό του. Ο «άνθρωπος που είναι αθώος στα χέρια και καθαρός στην καρδιά, ο οποίος δεν πήρε στα μάταια την ψυχή του και δεν ορκίστηκε με δόλο στον πλησίον του» (Ψαλμ. κγ 4) είναι ο χαρακτήρας που εννοείται εδώ.
Αυτός είναι αθώος από κάθε κακό, όχι μόνο στα έργα, αλλά και στην πρόθεση. Το μάτι του είναι απλό (Ματθ. στ 22) και δεν εισχωρεί σε αυτόν κάποια επιθυμία να προσβάλλει το Θεό ή τον πλησίον. Καθαρότητα διάνοιας και ειλικρίνεια προθέσεων είναι τα χαρακτηριστικά του (p). Καθαροί στην καρδιά είναι εκείνοι, τους οποίους δεν τύπτει η συνείδηση για κανένα αμάρτημα (Ιε).
(2)   «Αυτός που καθάρισε τελείως την καρδιά του από κάθε εμπαθή διάθεση, μέσα στη δική του ομορφιά βλέπει την εικόνα της θείας φύσης. Διότι είναι ικανή η καθαρότητα της ψυχής να καθρεπτίζει τον Θεό μέσα από τον εαυτό της» (Α).
«Διότι όπως ακριβώς ο καθρέπτης, εάν είναι καθαρός, τότε δέχεται τις αντανακλάσεις, έτσι και η καθαρή ψυχή δέχεται την όψη του Θεού» (Θφ).
«Θα δουν όμως το Θεό, όσο είναι δυνατόν στην ανθρώπινη φύση» (Ζ). «Διότι η θεότητα είναι καθαρότητα και απάθεια και αποξένωση από κάθε κακό… Όταν λοιπόν η σκέψη μέσα σου είναι ανόθευτη από κάθε κακία, ελέυθερη από πάθη και χωρισμένη από κάθε μπολυσμό, είσαι μακάριος, επειδή είσαι καθαρός και με την οξύτητα της όρασης βλέπεις το αθέατο για τους ακάθαρτους. Και επειδή έχει αφαιρεθεί από τα μάτια της ψυχής η υλική λάσπη, μέσα στον καθαρό ουρανό της καρδιάς βλέπεις καθαρά το μακάριο θέαμα» (Γν).
Σαφής γνώση του Θεού θα ακολουθήσει και τώρα σε αυτήν τη ζωή, αλλά θα ολοκληρωθεί στη μέλλουσα ζωή. Δες Α΄Ιω. γ 2,3,6 (b).

Ματθ. 5,9  μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί(1), ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ(2) κληθήσονται(3).
Ματθ. 5,9  Μακάριοι όσοι έχουν ειρήνην μέσα των και προσπαθούν να ειρηνεύουν τους ανθρώπους μεταξύ των, διότι αυτοί θα ανακηρυχθούν υιοί του Θεού.
(1)   «Εδώ σκοπό έχει όχι μόνο να εξαφανίσει τις μεταξύ τους έριδες και τα μίση, αλλά επιδιώκει και κάτι περισσότερο, να συμφιλιώνουν και τους άλλους που φιλονεικούν» (Χ).
Για να ειρηνεύει όμως κάποιος τους άλλους, πρέπει προηγουμένως να «έχει ειρηνεύσει το θέλημα της σάρκας του με το θέλημα της ψυχής του και να έχει υποτάξει το χειρότερο στο καλύτερο» (Ζ).
«Ειρηνοποιός είναι αυτός που δίνει την ειρήνη σε άλλον· δεν θα μπορούσε όμως κάποιος να δώσει σε άλλον, αυτό που δεν έχει ο ίδιος» (Γν).
Ως προς τη σχέση του έκτου και έβδομου μακαρισμού είναι αξιοσημείωτο, ότι έχουμε την ουσία τους σε στενή σύνδεση, αλλά με αντίστροφη σειρά στο Εβρ. ιβ 14. «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους και τον αγιασμό, χωρίς τον οποίο κανείς δεν θα δει τον Κύριο». Η σειρά στον μακαρισμό είναι πιο φυσική. Ο αγιασμός έρχεται πρώτος για δύο λόγους. Δεν μπορεί κάποιος δηλαδή να είναι ειρηνοποιός, εάν ο βίος του δεν είναι από πριν καθαρός και τα ελατήριά του αγνά. Επιπλέον ο αγιασμός δεν πρέπει να θυσιάζεται, ακόμη και όταν πρόκειται να επιτευχθεί η ειρήνη (p).
(2)   «Διότι αυτό έγινε έργο και του Μονογενούς (Υιού), το να ενώσει δηλαδή αυτά που ήταν χωρισμένα και να συμφιλιώσει αυτά που είχαν πόλεμο μεταξύ τους» (Χ).
«Ειρηνοποιοί είναι οι μιμητές της θείας φιλανθρωπίας, αυτοί που δείχνουν στο δικό τους βίο το ιδιαίτερο γνώρισμα της θεϊκής ενέργειας» (Γν).
Ο Μεσσίας είναι ο άρχοντας της ειρήνης και το βασίλειο, το οποίο ήλθε να ιδρύσει είναι βασίλειο ειρήνης. Ο ειδικός αυτός τίτλος «υιοί Θεού» δείχνει ένα από τα μέσα, με τα οποία οι ειρηνοποιοί οφείλουν να ενεργούν· να προσπαθούν δηλαδή να ειρηνεύσουν το καθένα από τα αντιμαχόμενα  μέρη προς τον Θεό, πριν αποπειραθούν να ειρηνεύσουν αυτά μεταξύ τους (p).
Ο μακαρισμός αυτός αντιτίθεται και στην περί Μεσσίου αντίληψη των Ιουδαίων, που φρονούσαν ότι με σειρά επιτυχών πολέμων θα οδηγούνταν από αυτόν στη νίκη και την κυριαρχία (ο).
(3)   Θα είναι υιοί Θεού όνομα και πράγμα (b). Θα ονομαστούν όχι από τον κόσμο, αλλά από τον ίδιο το Θεό και από τον Μονογενή Του. Ο Μεσσίας θα δώσει σε αυτούς «εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού» (Ιω. α 12) και ο Πατέρας θα αναγνωρίσει αυτούς ως τέτοιους, διότι προσπάθησαν να κάνουν τα χωρισμένα μέλη της οικογένειάς του ενωμένα μεταξύ τους (p).
«Για να μη νομίσουν όμως ότι παντού η ειρήνη είναι καλό, πρόσθεσε: Μακάριοι οι δεδιωγμένοι, και τα υπόλοιπα» (Χ).

Ματθ. 5,10  μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι(1) ἕνεκεν δικαιοσύνης(2), ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν(3).
Ματθ. 5,10  Μακάριοι όσοι έχουν διωχθή ένεκα της αρετής και της πίστεώς των, διότι εις αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών.
(1)   Οι επτά πρώτοι μακαρισμοί εκθέτουν τα κύρια χαρακτηριστικά του ιδεώδους χριστιανικού χαρακτήρα και αυτά τα χαρακτηριστικά διαγράφουν σε ευρείες γραμμές τη συμπεριφορά του Χριστιανού απέναντι στο Θεό και τους ανθρώπους. Ο όγδοος μακαρισμός αφορά στη συμπεριφορά των ανθρώπων προς τον Χριστιανό. Η συμπεριφορά και στάση αυτή θα είναι στάση εχθρότητας. Ο αληθινός Χριστιανός είναι βέβαιο, ότι θα διωχτεί και θα επιδειχτεί σε αυτόν ψυχρότητα, περιφρόνηση και χλεύη, εάν όχι και κακομεταχείριση (p).
(2)  «Δηλαδή λόγω της αρετής, της προστασίας τους για τους άλλους, της ευσέβειας» (Χ). «Δικαιοσύνη λοιπόν τώρα ονόμασε κάθε αρετή συνολικά» (Ζ).
(3)   Οι οκτώ μακαρισμοί παρουσιάζονται να αποτελούν  πλήρη παράγραφο που αρχίζει και τελειώνει με την ίδια υπόσχεση «ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Είναι σαφές, ότι η τελευταία αυτή φράση, εμπεριέχει μέσα της όλες τις ευλογίες, τις οποίες υπόσχονται οι 6 ενδιάμεσοι μακαρισμοί (a).
«Εσύ όμως, ακόμη και αν δεν ακούς ότι σε καθέναν από τους μακαρισμούς δίνεται η βασιλεία, μη λυπάσαι· διότι αν και ονομάζει με διαφορετικό τρόπο τις αμοιβές, όμως όλους τους βάζει στη βασιλεία» (Χ).
«Διότι αν και φαίνεται ότι είναι διαφορετικές οι αναφερόμενες αμοιβές λόγω της διαφοράς των ονομασιών, αλλά όμως όλες υπαινίσσονται τη βασιλεία των ουρανών. Διότι όλοι όσοι αξιωθούν αυτών των αμοιβών, θα απολαύσουν και τη βασιλεία των ουρανών» (Ζ).
«Μη νομίζεις λοιπόν ότι το έπαθλο είναι μόνο των φτωχών στο πνεύμα, αλλά και αυτών που πεινούν τη δικαιοσύνη και των πράων και όλων των άλλων γενικώς. Διότι για αυτό χρησιμοποίησε για όλους την λέξη μακάριοι» (Χ).

Ματθ. 5,11  μακάριοί ἐστε(1) ὅταν ὀνειδίσωσιν(2) ὑμᾶς καὶ διώξωσι(3) καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν(4) ῥῆμα(5) καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι(6) ἕνεκεν ἐμοῦ(7).
Ματθ. 5,11  Μακάριοι είσθε, όταν σας εμπαίξουν και σας υβρίσουν οι άνθρωποι, και σας διώξουν και, ψευδόμενοι, είπουν παντός είδους κακολογίας και κατηγορίας ενάντιον σας, επειδή πιστεύετε εις εμέ.
(1)   Εδώ ο Κύριος εφαρμόζει τον όγδοο μακαρισμό στους μαθητές εξηγώντας τον πληρέστερα (p). Θα είστε εσείς οι μαθητές που είστε γύρω μου (δ).
(2)   Με λόγο (b).
(3)   Με πράξη (b).
(4)   «Δηλαδή είτε αγύρτες, είτε πλάνους, είτε διαφθορείς και οτιδήποτε άλλο σας ονομάσουν» (Χ).
(5)   Αυθεντική γραφή χωρίς αυτήν την λέξη.
(6)   «Για να μη νομίσεις, ότι είναι μακάριο απλώς το να δεχεται επίθεση κάποιος με πονηρά λόγια, πρόσθεσε δύο όρους, το να είναι ψευδή τα λεγόμενα και το να λέγονται αυτά εξ’ αιτίας του Χριστού. Διότι αν δεν είναι έτσι αυτά, μάλλον είναι άθλιος αυτός που ακούει κακά λόγια» (Ζ), «επειδή σκανδαλίζει πολλούς» (Θφ).
(7)   Είναι ισοδύναμο με το ένεκεν δικαιοσύνης του όγδοου μακαρισμού (p).
«Τι πιο καινοτόμο θα μπορούσε να υπάρξει από αυτές τις εντολές, όταν αυτά που για τους άλλους είναι αποφευκτέα, αυτά λέει ότι είναι ποθητά, το να πτωχεύει κάποιος, εννοώ, και να πενθεί και να διώκεται και να ακούει κακά;» (Χ).
«Αυτός όμως που έθεσε ως δόγματα πράγματα και φορτικά και αντίθετα στη μέχρι τότε συνήθεια των ανθρώπων, όμως και έπεισε και πείθει σχεδόν όλη την οικουμένη» (Ζ).

Ματθ. 5,12  χαίρετε(1) καὶ ἀγαλλιᾶσθε(2), ὅτι(3) ὁ μισθὸς ὑμῶν(4) πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς(5)· οὕτω(6) γὰρ ἐδίωξαν(7) τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν(8).
Ματθ. 5,12  Χαίρετε και γεμίστε από αγαλλίασιν, διότι η ανταμοιβή σας στους ουρανούς θα είναι μεγάλη και ανυπολόγιστος• έτσι κατεδίωξαν και τους προφήτας τους οποίους ο Θεός είχε στείλει ενωρίτερα από σας.
(1)   Τα ρήματα είναι χωρίς σύνδεση για μεγαλύτερη έμφαση (δ). Η χαρά δεν είναι μόνο συναίσθημα αλλά και καθήκον του Χριστιανού. Δες Φιλιπ. δ 4. Και στις αντιξοότητες είναι η χαρά ο ύψιστος βαθμός και το ισχυρό νεύρο της υπομονής (b).
(2)   Το αγαλλιάω είναι ρήμα της ελληνιστικής από το αγάλλομαι, που συναντιέται συχνά στους Ο΄ (μετάφραση των 70)=σκιρτώ, χαίρομαι πολύ (g). Στους Ο΄ λέγεται αντί για ένα από τα πολυάριθμα εβραϊκά ρήματα, τα οποία εκφράζουν τις εξωτερικές εκδηλώσεις της χαράς (L). Υπερβολικά να χαίρεστε, ώστε και οι άλλοι να αντιλαμβάνονται τη χαρά σας (b).
(3)   Πρέπει να χαίρεστε λόγω της ανταμοιβής, την οποία θα λάβετε (b).
(4)   Η αμοιβή την οποία για τους διωγμούς αυτούς επιφυλάσσει σε σας ο Θεός (δ).
(5)   Δεν αποτελεί ένδειξη τοπογραφική, αλλά καθιερωμένο τρόπο έκφρασης της μακαριότητας κοντά στο Θεό (L).
(6)   «Πώς έτσι; Κοροϊδεύοντας δηλαδή και διώκοντας και λέγοντας κάθε πονηρό λόγο εναντίον τους ψευδόμενοι εξ’ αιτίας του Θεού» (Ζ).
(7)   «Αφού είπε ότι ο μισθός σας θα είναι πολύς, πρόσθεσε και άλλη παρηγοριά λέγοντας, Έτσι καταδίωξαν τους προφήτες τους πριν από εσάς… Μη δηλαδή νομίσετε, λέει, ότι πάσχετε αυτά διότι λέτε και νομοθετείτε κάποια αντίθετα πράγματα… Διότι οι επιβουλές και οι κίνδυνοι δεν οφείλονται στην πονηρία των λεγομένων, αλλά στην κακία των ακροατών… Και μαρτυρεί αυτό όλος ο προηγούμενος χρόνος. Διότι και τους προφήτες άλλους μεν τους λιθοβολούσαν, άλλους δε τους καταδίωκαν και τους προξενούσαν μύρια άλλα κακά, όχι βεβαίως επειδή τους κατηγορούσαν για παρανομία και αντίθεο φρόνημα» (Χ).
(8)   «‘Όταν όμως λέει τους προφήτες τους πριν από εσάς, δείχνει ότι και αυτοί έγιναν ήδη προφήτες» (Χ). «Έτσι εξισώνοντας αυτούς με τους προφήτες, ανόρθωσε το φρόνημά τους» (Ζ).

2) Η χριστιανική ζωή ως αλάτι και φως (ε 13-16)    
Ματθ. 5,13  (1)Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας(2) τῆς γῆς(3)· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ(4), ἐν τίνι ἁλισθήσεται(5); εἰς οὐδὲν ἰσχύει(6) ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω(7) καὶ(8) καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων(9).
Ματθ. 5,13   Σεις οι μαθηταί μου είσθε το άλατι της γης. Αλλά εάν το άλατι χάση αυτήν την ιδιότητά του, με τι άλλο θα αλατισθή; Δεν έχει πλέον καμμίαν αξίαν και εις τίποτε άλλο δεν χρειάζεται, παρά να πεταχθή στον δρόμον και να καταπατήται από τους ανθρώπους.
(1)   Οι 4 στίχοι που ακολουθούν εδώ μπορούν να συνδεθούν ή με τα προηγούμενα, ως συνέχεια των προσόντων, τα οποία πρέπει να έχουν, όσοι θέλουν να μπουν στη βασιλεία των ουρανών, ή με τα επόμενα ως εισαγωγή στα καθήκοντα, τα οποία έχουν αυτοί. Η πρώτη σύνδεση είναι η καλύτερη = Μεγάλη αληθινά είναι η μακαριότητά σας, εάν διωχτείτε για το όνομά μου, αλλά μεγάλη είναι και η ευθύνη σας. Μπορείτε να γίνετε πρόξενοι μεγάλης ωφέλειας στους άλλους, αλλά μπορείτε να αποβείτε και αίτιοι μεγάλης ζημιάς σε αυτούς.
«Αναλαμβάνετε μεγάλα πράγματα» για αυτό «θα χρειαστείτε και μεγαλύτερη προσοχή… Διότι δεν πρέπει να σας φοβίζει το ότι θα ακούτε κακά, αλλά η υποκριτική συμμόρφωσή σας με τις απόψεις των άλλων· διότι τότε θα χάσετε τη δύναμή σας και θα καταπατηθείτε… Αν επειδή φοβηθείτε την κακολογία, προδόσετε τον ζήλο που πρέπει να έχετε, θα πάθετε πολύ χειρότερα και θα σας κακολογούν και θα σας περιφρονούν όλοι» (Χ).
(2)   Υπάρχει και η γραφή «άλα» σύμφωνα με το γάλα.
«Θα είστε το αλάτι των ανθρώπων, παίρνοντας από εμένα δύναμη λογική ώστε να τους συμμαζεύετε και να τους δένετε σφιχτά… και να τους απαλλάσσετε από τη δυσωδία των αμαρτημάτων» (Ζ).
«Διότι το αλάτι έχει αυτήν την ιδιότητα, να προξενεί πόνο και λύπη στους αποχαυνωμένους» (Χ) «με τη διδασκαλία και τους ελέγχους» (Θφ). Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή η ιδέα που εκφράζεται εδώ σχετίζεται με τη χρήση του αλατιού ως προφυλακτικού από τη σήψη. Οι μαθητές είναι στον κόσμο το στοιχείο, το οποίο τον διατηρεί σε υγεία (a) προλαβαίνοντας σε αυτόν την ηθική σήψη.
«Με το να πει δηλαδή: Εσείς είστε το αλάτι της γης, έδειξε… ότι όλη η ανθρώπινη φύση έπαθε σήψη από τα αμαρτήματα… και το να απαλλαχτούν μεν από τη σήψη των αμαρτημάτων, είναι κατόρθωμα του Χριστού· η αποφυγή όμως της επανόδου στην κατάσταση εκείνη, ήταν έργο της φροντίδας και του επίπονου αγώνα εκείνων» (Χ).
Άλλη εκδοχή. Το αλάτι διατηρεί, αλλά προ παντός νοστιμίζει. Κάνει τα εδέσματα ευχάριστα και έτσι ευνοεί τη θρέψη. Έτσι οι μαθητές είναι για την ανθρωπότητα ό,τι και το αλάτι για τις τροφές, το άρτυμα δηλαδή που κάνει αυτά εύγεστα και νόστιμα· δηλαδή οι μαθητές είναι η αρχή της ηθικής ζωής, η οποία μέλλει να εξυψώσει την ανθρωπότητα στην τελειότητα, στην οποία ευαρεστείται ο Θεός (L).
Άλλη εκδοχή που συνδυάζει και τις δύο: Το αλάτι κάνει εύγευστες τις τροφές και προφυλάσσει αυτές από τη σήψη. Κάνει την τροφή νοστιμότερη και υγιεινότερη. Ο μαθητής, του οποίου η ζωή συμμορφώθηκε με τους μακαρισμούς, θα κάνει το ευαγγέλιο πιο ευπρόσδεκτο και ωφέλιμο. Αλλά ο ιδιοτελής και αποστάτης γίνεται κάτι περισσότερο από άχρηστος. Πολλές ουσίες, όταν σαπίσουν είναι χρήσιμες ως λίπασμα. Το αλάτι που έχασε τη δύναμή του ούτε ως λίπασμα χρησιμεύει (p).
Άλλη εκδοχή: Αλάτι της γης= εκείνα τα είδη των αλατούχων υλών, τα οποία ριχνόμενα στη γη ως λίπασμα κάνουν αυτήν γόνιμη και όχι το μαγειρικό αλάτι, το οποίο ριχνόμενο στη γη στερεί αυτήν από την γονιμοποιό της δύναμη (g).
Πιο σωστή η πρώτη ή η τρίτη εκδοχή.
(3)   «Γη εδώ ονόμασε τους ανθρώπους» (Ζ). Κατ’ επέκτασιν αυτό που περιέχει αντί για το περιεχόμενο. «Διότι δεν θα είναι, λέει, διδάσκαλοι της Παλαιστίνης, αλλά όλης της γης» (Χ).
(4)   Μωραίνεται κάποιος = γίνεται μωρός, ανόητος, άχρηστος με πνευματική σημασία· με υλική σημασία = στέρηση της ιδιαίτερης δύναμης που έχει το κάθε πράγμα· και εδώ σημαίνει, όταν το αλάτι χάσει τη στυπτική του δύναμη. Μωραίνεται το αλάτι;
Ή, κάνει αυτήν την υπόθεση ο Σωτήρας όχι ως πραγματική, αλλά ως δυνατή χάριν της συνέπειας· διότι καμία άλλη ουσία δεν υπάρχει που να στύφει το αλάτι· εάν λοιπόν αυτό χάσει την δύναμή του, χάθηκε αυτή για πάντα (δ).
Ή, το αλάτι μπορεί να μολυνθεί και αναμιχτεί με ακάθαρτες και άλλες ξένες ουσίες ώστε να γίνει άχρηστο (a). Πράγματι, είδαν κάποιοι μεγάλες ποσότητες αλατιού που κατά γράμμα πετάχτηκαν στο δρόμο και καταπατούνταν από τους ανθρώπους και τα κτήνη (Thomson, Land and Book σ. 381). Εάν το αλάτι μαζευτεί αμέσως μόλις κρυσταλλοποιηθεί με την εξάτμιση του νερού, είναι καλό και χρήσιμο, αλλά εάν εγκαταλειφθεί εκτεθειμένο στον ήλιο για πολύ, χάνει τη δύναμή του και γίνεται άγευστο (ο).
(5)   Πώς θα αποκατασταθεί σε αυτό η δύναμή του να αλατίζει; (g).
«Δηλαδή, εάν εσείς αποχαυνωθείτε ή χάσετε την ωφέλιμη ποιότητά σας, με ποιό άλλο αλάτι θα αλατιστείτε, δηλαδή θα καρυκευθείτε;» (Ζ).
«Διότι οι μεν άλλοι μύριες φορές αν πέσουν, μπορούν να τύχουν συγγνώμης, ο διδάσκαλος όμως, εάν πάθει αυτό, έχει στερηθεί κάθε απολογίας» (Χ).
(6)   «Σε τίποτα πλέον δε χρησιμεύει» (Ζ). Ισχύω σε κάτι= είμαι ωφέλιμος σε κάτι (g)· καμία δύναμη δεν έχει (δ).
(7)   Μακριά από κάθε οικιακή χρήση (b)· έξω από το σπίτι (δ).
(8)   Και κατά συνέπεια (b).
(9)   «Το οποίο σημαίνει να καταφρονείται από τους ανθρώπους» (Ζ).

Ματθ. 5,14  Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς(1) τοῦ κόσμου(2). οὐ δύναται πόλις(3) κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη(4)·
Ματθ. 5,14  Εσείς είστε το φως του κόσμου. Μία πόλις που είναι κτισμένη επάνω στο όρος, δεν ημπορεί να κρυφθή.
(1)   «Έπειτα τους φέρνει σε άλλο υψηλότερο παράδειγμα. Εσείς είστε το φως του κόσμου… Πρώτα αλάτι και τότε φως» (Χ).
«Φως των ανθρώπων, ώστε να φωτίζετε τα μάτια των ψυχών τους και με το φως της διδασκαλίας και το φως της γνώσεως, να τους καθοδηγείτε στο σωστό δρόμο της ευσέβειας. Δύο λοιπόν υπηρεσίες ανέλαβαν, το να αλατίζουν και το να φωτίζουν. Διότι πρέπει πρώτα κάποιος να απαλλαχτεί από τη σαπίλα και έπειτα να συνετιστεί» (Ζ).
Φως όμως του κόσμου με την κύρια και απόλυτη σημασία είναι ο Σωτήρας (Ιω. η 12) ενώ με σχετική σημασία οι μαθητές (Εφεσ. γ 9), καθώς και όλοι οι πιστοί (Εφεσ. ε 8,Φιλιπ. β 15)(δ). Είναι ηθικά φώτα, διότι μεταδίδουν στους ανθρώπους την ηθική αλήθεια όπως αυτή φανερώθηκε στο Λόγο του Θεού (ο).
«Διότι εγώ μεν άναψα το φως, το να μείνει όμως αναμμένο ας γίνει έργο της δικής σας φροντίδας» (Χ), «έτσι ώστε και στους άλλους να λάμπει η λαμπρότητα της δικής σας ζωής» (Θφ).
(2)   «Πάλι λέει του κόσμου, όχι ενός έθνους, ούτε είκοσι πόλεων, αλλά όλης της οικουμένης» (Χ). Εάν ο Χριστιανός οφείλει να ζει στον κόσμο για να σώζει αυτόν από την ηθική σήψη και κατάπτωση, πρέπει επίσης να ζει και πάνω από τον κόσμο και σε απόσταση από τον κόσμο σαν φως σε υψηλό τόπο που φωτίζει μακριά και ευρέως. Με τη ζωή του θα δείξει ποια είναι η αληθινή ζωή. Ο άνθρωπος του οποίου ο χαρακτήρας αντικατοπτρίζει τους μακαρισμούς, δεν μπορεί να μην ασκήσει εξυγιαντική και φωτιστική επιρροή (p).
(3)   Τρίτη μεταφορά, η οποία όμως δεν είναι παράλληλη με τις άλλες δύο, διότι δεν προαβάλλει κάποιο καθήκον, αλλά εκθέτει γεγονός. Είναι καθήκον των μαθητών να είναι αλάτι και φως· αλλά δεν μπορούν να αποφύγουν το να είναι σαν πόλη που βρίσκεται πάνω σε όρος (p).
«Με αυτά τα λόγια πάλι τους οδηγεί σε ακρίβεια (τελειότητα) ζωής, διδάσκοντάς τους να εχουν την αγωνία ότι θα τους βλέπουν όλοι… Διότι μη δείτε αυτό, λεεει, ότι καθόμαστε εδώ τώρα και είμαστε σε μια μικρή γωνιά· διότι τόσο ολοφάνεροι θα είστε σε όλους σαν πόλη που βρίσκεται πάνω στην κορυφή του βουνού» (Χ).
(4)   Δες και το Λόγιον του Ιησού (Πάπυρος Οξυρύγχου 7) «πόλη που έχει οικοδομηθεί σε κορυφή όρους υψηλού και είναι στηριγμένη, ούτε να πέσει μπορεί ούτε να κρυφτεί». Η εικόνα έρχεται κατά τρόπο φυσικό στη σκέψη σε χώρα όπου τα χωριά βρίσκονται συνήθως σε υψηλές κορυφές. Αυτό ισχύει περισσότερο για την Ιουδαία παρά για τη Γαλιλαία (L). Ίσως από τη θέση, από την οποία εκφωνούσε την επί τους όρους ομιλία ο Κύριος, υπήρχε απέναντι κάποια κωμόπολη, που βρισκόταν μπροστά στη θέα και των ακροατών του (ο).
«Θα είστε περίβλεπτοι, επομένως προσέχετε πώς να ζείτε άμεμπτα για να μην σκανδαλίζετε και άλλους» (Θφ).

Ματθ. 5,15  οὐδὲ καίουσι λύχνον(1) καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον(2), ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν(3), καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ(4).
Ματθ. 5,15  Και όταν ανάπτουν λύχνον οι άνθρωποι, δεν τον θέτουν κάτω από τον κάδον, αλλά επάνω στον λυχνοστάτην, ώστε να φωτίζη όλους εκείνους που ευρίσκονται μέσα στο σπίτι.
(1)   Τεκμήριο από το ισχυρότερο: Εάν οι άνθρωποι δεν βάζουν ποτέ το λυχνάρι κάτω από τον κάδο, πολύ περισσότερο τα ηθικά φώτα που είναι προορισμένα να φωτίζουν όχι ένα σπίτι αλλά τον κόσμο ολόκληρο, δεν επιτρέπεται να κρύβονται (ο). Λύχνος είναι το πήλινο ή γυάλινο αγγείο που έχει μέσα του λάδι και φιτίλι (δ), το οποίο όταν ανάβει φωτίζεται το σπίτι.
(2)   Ρωμαϊκό μέτρο των υλικών, το ένα έκτο του ελληνικού μεδίμνου (δ).
(3)   Είναι νεώτερη ελληνική λέξη αντί για την παλαιότερη λυχνίον= ο λυχνοστάτης (g).
(4)   «Ούτε εγώ αφού άναψα σε σας φως θεογνωσίας, θέλω εσείς να κρύβεστε· αλλά να, σας βάζω στο λυχνοστάτη, εννοώ δηλαδή πάνω στον υψηλό τόπο τη διδασκαλίας, ώστε να φωτίζετε όλους όσους είναι στην οικουμένη» (Ζ).
Κανόνας γενικός: το λυχνάρι έχει λόγο υπάρξεως το να φωτίζει· αυτός είναι και ο προορισμός των μαθητών, εκτός και αν παραλείπουν το καθήκον τους και παύουν να είναι λυχνάρι, οπότε το φως τους δεν ωφελεί κανέναν (L).

Ματθ. 5,16  οὕτω(1) λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν(2) ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων(3), ὅπως(4) ἴδωσιν ὑμῶν(5) τὰ καλὰ ἔργα(6) καὶ δοξάσωσι(7) τὸν πατέρα(8) ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς(9).
Ματθ. 5,16  Το φως λοιπόν έτσι ας λάμψη εμπρός στους ανθρώπους, δια να ίδουν τα καλά σας έργα και δοξάσουν τον Πατέρα σας τον ουράνιον.
(1)   Όπως σε πολλά άλλα χωρία του Ματθαίου (γ 15,ε 12,στ 30,ζ 12,17 κλπ.) το «ούτως» αναφέρεται μάλλον στα προηγούμενα παρά στα επόμενα. Η έννοια είναι: Όπως ένα καλά τοποθετημένο λυχνάρι φωτίζει όλους στο σπίτι, έτσι ας λάμψει… (p).
(2)    «Η καθαρότητα του βίου και του λόγου σας». «Όταν θα εργάζεστε τα καλά, ας λάμψει το από αυτά φως σας» (Ζ). Αναμφίβολα στην ακόλουθη φράση «τα καλά σας έργα» περιλαμβάνεται και το κήρυγμα (Ιω. ι 32) αλλά ο βίος μάλλον παρά τα λόγια που κηρύττονται τονίζεται τώρα από το Χριστό (p).
«Δεν θα μπορέσουν οι κατηγορίες να συσκιάσουν τη λάμψη σας, εάν εσείς ζείτε με ακρίβεια, και έτσι, σαν να πρόκειται να επιστρέψετε όλη την οικουμένη… Να είναι πολλή η αρετή και πλούσια η φωτιά… διότι όταν είναι τόση η αρετή, είναι αδύνατον να κρυφτεί, έστω και αν μύριες φορές προσπαθεί να την κρύψει αυτός που την ασκεί. Η ζωή σας να είναι αδιάβλητη και μην τους δίνετε καμία αφορμή να σας κακολογούν και… κανείς δεν θα μπορέσει να σας επισκιάσει. Και καλά είπε το φως. Διότι τίποτα δεν κάνει τόσο επίσημο τον άνθρωπο όσο η άσκηση της αρετής, έστω και αν μύριες φορές θέλει αυτός να κρύβεται» (Χ).
(3)   Το φως πρέπει να λάμπει μπροστά στους ανθρώπους, το οποίο δεν είναι το ίδιο με το  «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις (να φαίνεστε στους ανθρώπους)» (p). «Να λάμψει μπροστά στους ανθρώπους όχι λόγω ανθρωπαρέσκειας» (Ζ).
«Τι λοιπόν; Μας διατάζεις να ζούμε για επίδειξη και για να αποκτούμε τιμές; Μακριά από μας! Δεν εννοώ αυτό. Διότι δεν είπα· Προσπαθείστε να κάνετε γνωστά τα κατορθώματά σας, ούτε είπα· Δείξτε αυτά, αλλά ας λάμψει το φως σας» (Χ).
(4)   Ο τόνος του μορίου αυτού δεν αναφέρεται τόσο στο να δουν, όσο στο να δοξάσουν (b).
(5)   Όχι εσάς, αλλά τα έργα σας. Το φως, όχι το λυχνάρι (b).
(6)   «Τα έργα τα με πράξεις και λόγους» (Ζ). Η ζωή η χριστιανική είναι συχνά για τον κόσμο η καλύτερη απόδειξη υπέρ της χριστιανικής διδασκαλίας (L).
(7)   Το να πράττουμε για τη δόξα του Πατέρα, ως χορηγού κάθε αγαθού, είναι το τελειότερο ελατήριο (L).
(8)   «Δηλαδή τον Θεό, του οποίου γίνατε γιοι μέσω της πίστης» (Ζ). «Δεν είπε τον Θεό, αλλά τον Πατέρα, διότι ήθελε να ρίξει από τώρα τα σπέρματα της υψηλής καταγωγής που επρόκειτο να τους δοθεί» (Χ).
(9)   Δείχνει ο προσδιορισμός αυτός τον τόπο, στον οποίο ο Θεός με εξαίρετο τρόπο θεωρείται παρών, διότι εκεί εκπληρώνεται το θέλημά του το άγιο. Επειδή λοιπόν εκεί ο Πατέρας μένει, εκεί οφείλουν να έχουν στραμμένα τα μάτια και τα παιδιά (δ).

Το γενικό αντικείμενο του τμήματος αυτού είναι ότι το χριστιανικό ιδεώδες είναι αμέτρητα υψηλότερο από το αντίστοιχο ιουδαϊκό. Αποκλείει κάθε βαθμό αμαρτήματος, ακόμη και στη σκέψη και το συναίσθημα, ενώ το παλαιό ιδεώδες απέκλειε μόνο τις πράξεις και από αυτές εκείνες μόνο, οι οποίες απαγορεύονταν από το νόμο. Η αλήθεια αυτή αποδεικνύεται σε σχέση με το φόνο (21-26), τη μοιχεία (27-30), το διαζύγιο (31-32), τον όρκο (33-37), την εκδίκηση (38-42), την προς τους άλλους αγάπη (43-47)(p).

Ματθ. 5,17  Μὴ νομίσητε(1) ὅτι ἦλθον(2) καταλῦσαι(3) τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας(4)· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι(5), ἀλλὰ πληρῶσαι(6).
Ματθ. 5,17  Μη νομίσετε ότι ήλθα να καταλύσω τον νόμον του Μωϋσέως η την διδασκαλίαν των προφητών. Δεν ήλθα να καταλύσω αυτά, αλλά να τα τηρήσω, να τα εκπληρώσω και να τα ολοκληρώσω εις ένα τέλειον νόμον.
(1)   «Για ποιό λόγο είπε αυτό; Όχι άσκοπα, ούτε μάταια, αλλά επειδή επρόκειτο να νομοθετήσει ανώτερα από τα παλαιά παραγγέλματα… και να χαράξει δρόμο ενός θείου και ουράνιου τρόπου ζωής, για να μην ταράξει το καινούργιο τις ψυχές των ακροατών… χρησιμοποιεί αυτήν την προδιόρθωση. Διότι αν και δεν εκπλήρωναν οι Ιουδαίοι το νόμο, αλλά όμως… ήθελαν τα γράμματα να μένουν ακίνητα και κανείς να μην προσθέτει παραπάνω σε αυτά, ή μάλλον όταν προστίθενταν ανέχονταν τους άρχοντες, αλλά οι προσθέσεις δεν γίνονταν προς το καλύτερο, αλλά προς το χειρότερο» (Χ).
Αξιόλογη και η εκδοχή: Η έκφραση αυτή υπονοεί, ότι ο Κύριος αντιλήφθηκε, ότι υπήρχε κίνδυνος να θεωρήσουν για αυτόν, ότι καταργεί το νόμο και ίσως μερικοί είχαν ήδη πει αυτό, (το οποίο αποτελεί απόδειξη ότι η επί του όρους ομιλία δεν εκφωνήθηκε στην αρχή της δημόσιας δράσης του Κυρίου). Οι Φαρισαίοι ασφαλώς θα έλεγαν αυτό. Διότι ο Κύριος παραθεωρούσε την προφορική παράδοση, την οποία εκείνοι θεωρούσαν ισόκυρη με το νόμο.
Επίσης ερμήνευε το νόμο κατά το πνεύμα του και όχι κατά το νεκρό γράμμα όπως εκείνοι. Περισσότερο από κάθε άλλο όμως, μιλούσε σαν κάποιος που έχει κύρος και εξουσία, ανεξάρτητη από το νόμο. Αλλά ο Κύριος δεν ήταν ένας φανατικός επαναστάτης, αλλά θείος ανορθωτής και μεταρρυθμιστής (p).
(2)   Υπονοεί ευθύς εξ’ αρχής ότι αυτός είναι ο ερχόμενος, ο Μεσσίας (p). Ο Κύριός μας λοιπόν υπήρχε πριν ακόμη έλθει στη γη (b).
(3)   =Αθετώ, ακυρώνω, κηρύττω ότι δεν ισχύει πλέον (δ).
(4)   Τον ηθικό νόμο, που δόθηκε στον Μωϋσή και την ηθική διδασκαλία των προφητών (δ).
(5)   «Δεν το ‘πε μία φορά, ότι δεν καταργώ το νόμο, αλλά και δεύτερη φορά πάλι το ανέφερε και πρόσθεσε και άλλο πιο σπουδαίο· διότι αφού είπε, μη νομίσετε ότι ήλθα να καταργήσω το νόμο, πρόσθεσε, δεν ήλθα να καταργήσω αλλά να συμπληρώσω» (Χ). Η αρνητική και η θετική μορφή της βεβαίωσης προσδίδει έμφαση στη διακήρυξη (ο).
(6)   «Αλλά πώς συμπλήρωσε το νόμο και τους προφήτες, ας το δούμε. Τους προφήτες μεν τους συμπλήρωσε, εκπληρώνοντας με πράξεις όλα όσα προφήτευσαν για αυτόν… ενώ τον νόμο τον συμπλήρωσε με ένα μεν τρόπο, με το να μην παραβεί τίποτα το νόμιμο… και με άλλο τρόπο, με το να προσθέσει σε αυτόν αυτά που του έλειπαν· το οποίο και περισσότερο αρμόζει να εννοήσουμε εδώ. Διότι ενώ ο νόμος εμπόδιζε τα τέλη των αμαρτημάτων, ο Χριστός εμπόδισε και τις αρχές.
Διότι ο φόνος μεν είναι καρπός αμαρτίας, ρίζα όμως αυτής είναι η οργή· και αν κάποιος δεν κόψει τη ρίζα, κάποτε θα καρποφορήσει. Αποδείχτηκε λοιπόν, ότι ήταν ελλιπής η εντολή του να μη φονεύουν· συμπλήρωσε λοιπόν αυτήν ο Χριστός διατάζοντας να μην οργίζονται. Αυτό λοιπόν προχωρώντας θα το βρεις και στις άλλες εντολές» (Ζ).
«Όσα δηλαδή ο νόμος σκιαγράφησε, αυτά ο Κύριος κατά τρόπο τέλειο τα ζωγράφισε. Όπως ακριβώς και ο ζωγράφος δεν καταργεί το σκιαγράφημα, αλλά μάλλον το συμπληρώνει» (Θφ). «Όπως ακριβώς δηλαδή στα σκιαγραφήματα (σκίτσα) που έχουν προσχεδιαστεί στους πίνακες, όταν έρθει η ώρα να μπουν τα κάθε είδους χρώματα, (αυτά τα χρώματα) καθόλου δεν καταστρέφουν τα σκίτσα, αλλά μάλλον τα μετατρέπουν να φαίνονται πιο λαμπρά, κατά τον ίδιο αυτόν τρόπο, λέμε ότι δεν ανατράπηκαν οι σκιές (σκιαγραφήματα) του νόμου, αλλά μάλλον συμπληρώθηκαν κατά τρόπο προοδευτικό που οδήγησε στην αλήθεια» (Κ).
«Αυτό όμως δεν εξουδετερώνει μόνο την αναίδεια των Ιουδαίων, αλλά ράβει και τα στόματα των αιρετικών εκείνων που λένε ότι η Παλαιά Διαθήκη είναι από τον διάβολο» (Χ).

Ματθ. 5,18  ἀμὴν(1) γὰρ λέγω ὑμῖν(2), ἕως ἂν παρέλθῃ(3) ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ(4), ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία(5) οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου(6) ἕως ἂν πάντα γένηται(7).
Ματθ. 5,18  Διότι σας διαβεβαιώ με πάσαν επισημότητα, ότι έως ότου υπάρχη ο ουρανός και η γη, ούτε ένα γιώτα η ένα κόμμα, δεν θα παραπέση από τον νόμον, μέχρι την στιγμήν που όλα θα επαληθεύσουν και θα πραγματοποιηθούν.
(1)   «Το αμήν είναι επίρρημα βεβαιωτικό που λέγεται αντί για το «αληθινά»»(Ζ). Χαρακτηριστικός τρόπος ομιλίας, ιδιαίτερος του Χριστού, που διατηρήθηκε πιστά από τη χριστιανική παράδοση. Εισάγει έκφραση με ειδική έμφαση και σοβαρότητα (S).
Ισοδυναμεί με το επίσημα σας βεβαιώνω (ο). Ο Ιησούς μόνος χρησιμοποιούσε τη λέξη αυτή στην αρχή των προσφωνήσεών του. Κανείς από τους αποστόλους δεν έπραξε έτσι. Στην Κ.Δ. δεν είναι, για να μιλήσουμε με ακρίβεια, όρκος, όπως μερικές φορές στους Ιουδαίους. Διότι είναι συνώνυμο με το ναι και αληθινά. Δες Λουκ. ια 51,κα 3,Ματθ. κγ 36 και Μάρκ. ιβ 43.
Πάντως όμως αποτελεί εντονότατη διαβεβαίωση που αποκλειστικά αρμόζει σε εκείνον, ο οποίος από μόνος του και από την δική του αλήθεια διαβεβαιώνει και λόγω του αξιώματος αυτού που μιλά ισοδυναμεί με όρκο, ιδιαίτερα όταν λέγεται δύο φορές, δηλαδή Αμήν αμήν (b). Εδώ για πρώτη φορά συναντιέται στον Ματθαίο, βρίσκεται όμως σε αυτόν 30 φορές, 13 στον Μάρκο και 6 στον Λουκά (p).
(2)   Η φράση λέγω υμιν, που συχνά χρησιμοποιείται από τον Κύριο και είναι χρακτηριστική σε αυτόν εγκλείει ύψιστο κύρος και δηλώνει συχνά αλήθεια που διακηρύσσεται από αυτόν, η οποία ούτε από την Π.Δ. ούτε από κάποια άλλη πηγή μπορεί σαφώς να αποδειχτεί, αλλά για πρώτη φορά λέγεται από αυτόν από τους απόκρυφους θησαυρούς της σοφίας και γνώσης έτσι ώστε η συμφωνία των ακροατών να μπορεί να βασιστεί σε μόνη τη διαβεβαίωσή του. Οι προφήτες αρκούνταν να λένε: λέει ο Κύριος, οι απόστολοι, έχει γραφτεί, αλλά ο Χριστός σε πρώτο πρόσωπο, εγώ σας λέω (b).
(3)   Το ρήμα παρέλθη αφήνει ακαθόριστο τον τρόπο του τέλους του κόσμου (b). «Η έννοια των επόμενων λόγων είναι η εξής, ότι έως ότου ο κόσμος παραμένει· διότι αυτό δηλώνει το έως ότου παρέλθει ο ουρανός και η γη, δεν θα παρέλθει απραγματοποίητο ούτε το πιο ασήμαντο παράγγελμα του νόμου» (Ζ).
(4)   Ο ουρανός και η γη, το όλο σύστημα της φύσης (b).
(5)   «Με το γιώτα και το κόμμα δήλωσε και το πιο ασήμαντο» (Ζ). Ιώτα είναι το γιώδ το μικρότατο και στοιχειοδέστατο γράμμα του εβραϊκού αλφαβήτου. Αλλά και οι Έλληνες γράφουν από κάτω το ιώτα ή και παραλείπουν το υπογεγραμμένο ιώτα εντελώς (b). Η κεραία είναι ένα σημάδι, σαν απόστροφος, το οποίο έβαζαν οι Εβραίοι πάνω σε κάποια γράμματα για διάκριση από άλλα όμοια. Και στην ελληνική γλώσσα κεραία σημαίνει τόνος (δ). Και τα δύο μοιάζουν με το ελληνικό κόμμα ή την ψιλή.
(6)   Κανένα από τα γράμματα του νόμου δεν θα καταργηθεί πριν το έργο του Θεού φθάσει στο τέρμα του (L).
(7)   Έως ότου το σύνολο του θείου σχεδίου εκπληρωθεί (p).
Ή, έως ότου όλα τα σχετικά με το νόμο πραγματοποιηθούν (a). Εκπληρώθηκαν και θα εκπληρωθούν από τον Ιησού Χριστό, όχι μόνο σε αυτόν αλλά και στους Χριστιανούς (b). Θα επληρωθούν, θα ικανοποιηθούν είτε με την εκπλήρωση από τον Σωτήρα και τους γνήσιους μαθητές του, είτε με την τιμωρία των παραβατών (δ).

Ματθ. 5,19  ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ(1) μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων(2) τῶν ἐλαχίστων(3) καὶ διδάξῃ(4) οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος(5) κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν(6)· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ(7), οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
Ματθ. 5,19  Εκείνος λοιπόν, που θα παραβή μίαν από τας εντολάς αυτάς, που φαίνονται μικραί και ασήμαντοι, και διδάξη έτσι τους ανθρώπους, θα ονoμασθή ελάχιστος εις την βασιλείαν των ουρανών. Εκείνος όμως που θα αγωνισθή να τηρήση όλας τας εντολάς και διδάξη την τήρησιν αυτών και στους ανθρώπους, αυτός θα ανακηρυχθή μέγας εις την βασιλείαν των ουρανών.
(1)   Η αντίθετη λέξη είναι το ποιήση, το οποίο λέγεται μετά από λίγο στον σ. αυτόν (b).
(2)   «Δεν το είπε για τους παλαιούς νόμους, αλλά για αυτούς που ο ίδιος επρόκειτο να νομοθετήσει» (Χ).
(3)   Αυτοί δεν αντιτίθενται συστηματικά προς το νόμο, αλλά παραγνωρίζουν τη σπουδαιότητα των μικρότερων παραγγελμάτων (L). Τηρώντας τις μεγάλες εντολές νίκησαν το κακό στην εξωτερική του εμφάνιση ως πράξη πονηρή, δεν νίκησαν όμως την κακία και την αμαρτία και στην εσωτερική της εμφάνιση ως κακό πάθος και επιθυμία (δ).
(4)   Δεν πρόκειται λοιπόν για αθέτηση από αδυναμία ή επειδή παρασύρθηκε, αλλά για πλήρη παραγνώριση.
(5)   Όπως μεταχειριζόμαστε το λόγο του Θεού, έτσι και ο Θεός θα μας μεταχειριστεί (b). Το ελάχιστος ή σημαίνει «τελευταίος όλων, πάρα πολύ κακός, αυτός που έχει απορριφθεί, το οποίο σημαίνει ότι θα μπει στην κόλαση» (Ζ).
«Το είπε αυτό κατά τρόπο άνετο» (Σχ.π). Ή, δεν θα διωχτεί από τη βασιλεία, αλλά η θέση του σε αυτήν θα είναι λιγότερο ένδοξη (p)· θα αξιωθεί της τελευταίας βαθμίδας της μακαριότητας (δ). Έτσι ερμηνεύουν και ο L, και ο a.
(6)   Η οποία θα ακολουθήσει μετά τη μέλλουσα κρίση.
(7)   «Πρόσεξε πώς είπε, ότι πρέπει πρώτα να πράττει και μετά να διδάσκει και όχι μόνο να πράττει, αλλά και να διδάσκει» (Ζ).
«Διότι πώς θα οδηγήσω άλλον σε δρόμο, που εγώ δεν περπάτησα;» (Θφ).
«Διότι δεν πρέπει να είμαστε χρήσιμοι μόνο στους εαυτούς μας, αλλά και στους άλλους. Διότι δεν είναι ίσος ο μισθός για αυτόν που κατορθώνει κάτι για τον εαυτό του και για αυτόν που προσθέτει και άλλον μαζί του. Όπως ακριβώς δηλαδή το να διδάσκει χωρίς να πράττει καταδικάζει τον διδάσκοντα, «διότι εσύ που διδάσκεις, λέει, άλλον, τον εαυτό σου δεν τον διδάσκεις;», έτσι και το να πράττει μεν, αλλά να μην καθοδηγεί και άλλους ελαττώνει τον μισθό» (Χ).

Ματθ. 5,20  λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἐὰν μὴ περισσεύσῃ(1) ἡ δικαιοσύνη(2) ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων(3), οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
Ματθ. 5,20  Διότι σας λέγω και τούτο• εάν η αρετή σας δεν ξεπεράση πολύ την επιφανειακήν και τυπικήν αρετήν των Γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θα εισέλθετε εις την βασιλείαν των ουρανών.
(1)   Η δικαιοσύνη μας ουδέποτε μπορεί να περισσεύσει, ξεπερνώντας τις απαιτήσεις του νόμου. Αλλά οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι νόμιζαν, ότι η δικαιουσύνη τους περίσσευε από τα παραγγέλματα του νόμου. Είμαστε υποχρεωμένοι να ξεπεράσουμε τη δικαιοσύνη τους (b). Το περισσεύω εδώ είναι αμετάβατο= να περισσεύει, ξεπερνώντας ένα γνωστό όριο, εδώ εννοεί αυτό των γραμματέων και Φαρισαίων (δ).
«Ποιό ήταν το παραπάνω που περισσεύει; Το να μην οργιστεί κάποιος, το να μη δει γυναίκα ακόλαστα» (Χ).
(2)   «Εδώ δικαιοσύνη λέει την αρετή συνολικά» (Χ).
(3)   Δηλαδή περισσότερο από αυτήν των γραμματέων και Φαρισαίων (b).
Ή, «δεν είπε απλώς αυτών που παραβαίνουν, αλλά αυτών που κατορθώνουν· διότι αν δεν κατόρθωναν, δεν θα έλεγε ότι έχουν δικαιοσύνη, ούτε θα σύγκρινε τη αρετή που δεν υπάρχει με αυτήν που υπάρχει» (Χ).
Αλλά «εκείνοι μεν τα τέλη των αμαρτημάτων φυλάσσουν· εσείς όμως και τις αρχές οφείλετε να φυλάσσσετε» (Ζ).
Ή, οι Φαρισαίοι ήταν διδάσκαλοι της ακριβής τήρησης ελαχίστων (L). Παρέβλεπαν τα βαρύτερα του νόμου, δίνοντας το ένα δέκατο και από τον δυόσμο ακόμη και από το άνηθο (Ματθ. κγ 23). Βρίσκονταν σε πλάνη παραγνωρίζοντας και παρερμηνεύοντας την αληθινή φύση της δικαιοσύνης. Αυτή όμως ήταν πλάνη απαίσια, που απέκλειε από τη βασιλεία (p). Τηρούσαν την τελετουργική και τη νομική, αλλά όχι και την ηθική δικαιοσύνη. Οι Φαρισαίοι επέμεναν στις παραδόσεις, ενώ οι γραμματείς ήταν προσκολλημένοι στο γράμμα του νόμου (b).
Η δεύτερη ερμηνεία πιο σοβαρή.

Ματθ. 5,21  (1)Ἠκούσατε(2) ὅτι ἐῤῥέθη(3) τοῖς ἀρχαίοις(4), οὐ φονεύσεις(5)· ὃς δ᾿ ἂν φονεύσῃ, ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει(6).
Ματθ. 5,21  Ηκούσατε ότι ελέχθη από τον Θεόν στους αρχαίους, στους προγόνους σας• Δεν θα φονεύσης• εκείνος που θα φονεύση, θα είναι ένοχος και θα παραπεμθή στο μικρόν επταμελές συνέδριον, που λέγεται κρίσις.
(1)   «Αφού απείλησε λοιπόν αυτούς που παραβαίνουν και υποσχόμενος μεγάλα έπαθλα σε αυτούς που κατορθώνουν και αφού έδειξε ότι δίκαια απαιτεί από εμάς περισσότερο από τα παλαιά μέτρα, αρχίζει τη νομοθεσία λοιπόν όχι κατά τρόπο απόλυτο αλλά με σύγκριση με τις παλαιές εντολές, θέλοντας να αποδείξει δύο πράγματα, ότι και δεν μάχεται τα προηγούμενα (την Π.Δ.) αλλά αντιθέτως νομοθετεί συμφωνόντας και πάρα πολύ με αυτά και ότι σωστά και σε πολύ κατάλληλο χρόνο προσθέτει τα δεύτερα σε εκείνα» (Χ).
(2)   Ακούσατε ότι ειπώθηκε (σ. 21,27,33,38,43) όχι ξέρετε ότι γράφτηκε. Ο Χριστός απευθύνεται σε αγράμματα πλήθη, πολλοί από τους οποίους δεν μπορούσαν ούτε να διαβάσουν ούτε να γράψουν. Συνεπώς η γνώση τους για το νόμο προερχόταν από την δημόσια διδασκαλία στις συναγωγές, όπου το γράμμα του νόμου διαβαζόταν πιστά, αλλά το πνεύμα του ή έλειπε ή συσκοτιζόταν.
(3)   Απρόσωπη μορφή λόγου, στην οποία μεγαλοπρεπώς αντιτίθεται το «εγώ όμως σας λέω» (b).
(4)   «Ειπώθηκε από τον νομοθέτη προς τους αρχαίους Εβραίους» (Ζ). «Δείχνει, ότι έγινε παλαιός ο νόμος» (Θφ).
(5)   Παρατίθεται από το Εξοδ. κ 15,Δευτερ. ε 17, ενώ τα λόγια που ακολουθούν δεν είναι άμεση παράθεση, αλλά περίληψη της διδασκαλίας του νόμου. Δες Εξόδ. κα 12 (a).
«Είναι πολύ καλό που δεν αλλάζει τη σειρά των εντολών, αλλά άρχισε από την πρώτη, από την οποία και ο νόμος άρχισε. Διότι και αυτό δείχνει τη συμφωνία (με την Π.Δ.)» (Χ).
(6)   Σημαίνει και κριτήριο δικαστών, όπως εδώ· αποτελούνταν από 7 άνδρες ανά τις πόλεις της Παλαιστίνης και αντιτίθεται η λέξη κρίση με τη λέξη συνέδριο, το οποίο είχε την έδρα του στα Ιεροσόλυμα (g).

Ματθ. 5,22  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν(1) ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος(2) τῷ ἀδελφῷ(3) αὐτοῦ εἰκῆ(4) ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει(5)· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ῥακά(6), ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ μωρέ(7), ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός(8).
Ματθ. 5,22   Εγώ όμως σας λέγω ότι καθένας που οργίζεται αδίκως και χωρίς σοβαρόν πνευματικόν λόγον ενάντιον του αδελφού του, έχει την ιδίαν ενόχην, όπως εκείνος που δικάζεται δια φόνον στο επταμελές συνέδριον. Εκείνος δε που θα υβρίση τον αδελφόν του και θα του είπη με περιφρόνησιν “ανόητε, τιποτένιε”, είναι ένοχος εγκλήματος βαρυτέρου, από εκείνά που δικάζει το μεγάλο συνέδριον. Εκείνος δε που θα είπη με μίσος στον αδελφόν του “αμυαλε, τρελλέ”, είναι βαρύτατα ένοχος και άξιος να τιμωρηθή με την στον Αδην γέενναν του πυρός.
(1)   «Είδες εξουσία απόλυτη; Διότι ποιος από τους προφήτες μίλησε ποτέ έτσι; Ποιος από τους δίκαιους; Ποιος από τους πατριάρχες; Κανείς, αλλά λένε, αυτά λέει ο Κύριος. Αλλά δεν μιλά έτσι ο Υιός. Διότι εκείνοι ανακοίνωναν τα λόγια του Δεσπότη, ενώ αυτός τα λόγια του Πατέρα» (Χ). «Εγώ λέω· δείχνοντας  το εξουσιαστικό της θεότητας» (Θφ).
(2)   Ο Χριστός δεν καταρρίπτει την παλαιά εντολή αλλά με τη δική του εξουσία προσθέτει ό,τι είναι εξίσου υποχρεωτικό με αυτήν και πρέπει να θεωρείται ότι εμπεριέχεται στο πνεύμα αυτής. «Ρίζα του φόνου είναι ο θυμός. Αυτός λοιπόν που κόβει τη ρίζα, πολύ περισσότερο θα καταστρέψει και τα κλαδιά· ή μάλλον δεν θα τα αφήσει ούτε καν να ξεφυτρώσουν από την αρχή. Δεν νομοθετούσε επομένως αυτά για να καταργήσει το νόμο, αλλά για να τον φυλάξει περισσότερο» (Χ).
(3)   Η ονομασία αυτή δείχνει το απρεπές και το άτοπο του θυμού (b). Αδελφός σύμφωνα με την επικρατούσα στους Ιουδαίους εκδοχή ήταν ο Ισραηλίτης. Αλλά στο σ. 47 ο Κύριος αν και χρησιμοποιεί τη λέξη όπως οι Ιουδαίοι, προσβλέπει σε ευρύτερο ορίζοντα. Ο σ. 47 λοιπόν οδήγησε τους Χριστιανούς να θεωρούν αδελφούς όλους τους ανθρώπους (L).
(4)   Παραλείπεται η λέξη στον βατικανό και σιναϊτικό κώδικα και σε λίγα άλλα χειρόγραφα. Εἰκῆ= παράλογα, χωρίς δίκαιη αιτία (g).
«Προσθέτοντας όμως το «εἰκῆ» δεν απέκλεισε τελείως την οργή, αλλά μόνο την άκαιρη απομάκρυνε, διότι η σε κατάλληλο χρόνο (οργή) είναι ωφέλιμη. Και οργή σε κατάλληλο χρόνο είναι αυτή που γίνεται εναντίον αυτών που ζουν αντίθετα με τις εντολές του Θεού, όταν δηλαδή όχι για εκδίκηση δική μας, αλλά για ωφέλεια αυτών που ζουν με κακό τρόπο, από αγάπη και φιλαδελφία οργιζόμαστε, με την αρμόζουσα ευπρέπεια. Διότι όργίζεσθε, λέει ο Ψαλμός, και μην αμαρτάνετε, δηλαδή να μην φταίτε με το να οργίζεστε, χρησιμοποιώντας με κακό τρόπο την οργή» (Ζ).
«Αλλά οι πολλοί κάνουν το αντίθετο, και γίνονται θηρία κάθε φορά που τυχόν αδικούνται, ενώ παραμένουν χαλαροί και μαλθακοί όταν βλέπουν να ενοχλείται άλλος» (Χ).
(5)   Ο σ. αυτός δεν δείχνει τρεις βαθμούς τιμωρίας πρόσκαιρης ή που επιβάλλεται από ανθρώπους· διότι ούτε η δικαιοδοσία του επαρχιακού δικαστηρίου και του συνεδρίου εκτεινόταν και στην τιμωρία της οργής ούτε η γέεννα, (κοιλάδα κοντά στα Ιεροσόλυμα), ήταν τόπος στον οποίο εκτελούνταν οι ποινές. Η κρίση λοιπόν και το συνέδριο καθορίζονται ως αρμόδια για την οργή και τον λόγο Ρακά, για να δηλωθεί, ότι αυτά αποτελούν τον πρώτο και δεύτερο βαθμό του φόνου και ότι επιφυλάσσεται για αυτά ο πρώτος και ο δεύτερος βαθμός της τιμωρίας στον Άδη· η γέενα όμως του πυρός επιφυλάσσεται για τον τρίτο βαθμό του φόνου, δηλαδή την ύβρη Μωρέ (b).
Η οργή, εφόσον περιορίζεται στο εσωτερικό του ανθρώπου ξεφεύγει από τη δικαιοδοσία κάθε επίγειου δικαστηρίου. Πρέπει λοιπόν η κρίση για την οποία γίνεται εδώ λόγος, να είναι πνευματικό δικαστήριο, όπου ο Θεός θα φανερώσει κάθε μυστικό της καρδιάς (ο). Ο Ιησούς μεταχειρίζεται τους δικαστικούς αυτούς όρους για να σημάνει τιμωρία όλο και πιο αυστηρή στη θεία τάξη. Εκείνος, ο οποίος οργίζεται είναι ήδη ένοχος στην πνευματική τάξη εγκλήματος εξίσου βαριού όπως εκείνο το οποίο θα δίκαζε το τοπικό δικαστήριο της κρίσεως επιβάλλοντας σε αυτό θάνατο κλπ (L).
Εφόσον ο φονιάς ήταν ένοχος στη κρίση, της ποινής που επιβάλλεται στον φονιά, ένοχος κηρύσσεται από τον Σωτήρα και ο οργιζόμενος, ως ένοχος και αυτός στην κρίση.
(6)   Λέξη αραμαϊκή= κενός, δηλαδή άνθρωπος κενός, ανόητος. Αυτή τη λέξη χρησιμοποιούσαν οι Ιουδαίοι στα χρόνια του Χριστού για να περιφρονήσουν κάποιον (g). Αλλά η ακόλουθη ύβρη μωρέ δεν είναι βέβαιο, ότι αποτελεί βαρύτερη ύβρη του ρακά (p).
Για αυτό προβλήθηκε η εκδοχή, κατά την οποία από το «όποιος όμως πει… ρακά», αρχίζει δεύτερη αντίθεση.= Επιπλέον ειπώθηκε στους αρχαίους, όποιος πει στον αδελφό του ρακά θα είναι ένοχος στο συνέδριο. Εγώ όμως σας λέω ότι οποιος πει μωρέ θα είναι ένοχος στη γέενα του πυρός (S). Εναντίον αυτής της εκδοχής αντιτίθεται ότι στο στίχο έχουμε κλίμακα ποινών, κρίση, συνέδριο, γέενα. Επιπλέον είναι αμφίβολο, εάν το συνέδριο θεωρούσε την ύβρη ρακά ως αξιόποινη (p).
Πιο σωστή λοιπόν η εκδοχή: «Είναι μέτριος υβριστικός τοπικός λόγος» (Β).
«Αυτή η λέξη ρακά, δεν είναι σπουδαία ύβρις, αλλά μάλλον δείχνει περιφρόνηση και έλλειψη εκτίμησης εκ μέρους εκείνου που τη λέει» (Χ).
«Κάποιοι λένε ότι το ρακά στη συριακή γλώσσα σημαίνει κατάπτυστος» (Θφ).
(7)   Εδώ δεν υβρίζεται πλέον από περιφρόνηση ο αδύνατος στο νου, αλλά ο νοήμων αδελφός από μίσος και κακία χαρακτηρίζεται μωρός, βλάκας (δ).
Ή, μωρός= ασεβής, διότι ο ασεβής περιφρονεί και παραμελεί αυτά που οδηγούν στη σωτηρία (g). «Αν όμως ο πιστός αδελφός είναι ανόητος, είναι ανόητη και η πίστη του» (Ζ).
(8)   Λέξη που σχηματίστηκε κατά το εβραϊκό γκε-χιννόμ= κοιλάδα του Χιννόμ (F) ή Εννόμ σύμφωνα με τους Ο΄. Ονομαζόταν έτσι μια κοιλάδα νοτιοανατολικά της Ιερουσαλήμ, η οποία ονομάστηκε και κοιλάδα θρήνου, από το θρήνο των μικρών παιδιών, τα οποία ως θυσία ρίχνονταν στους βραχίονες του ειδώλου του Μολόχ, το οποίο προηγουμένως θερμαινόταν έως ότου γινόταν πυρακτωμένο.
Τον τόπο αυτόν ο Ιωσίας τον κήρυξε βέβηλο και μολυσμένο (Δ Βασ. κγ 10) και έριχναν σε αυτόν όχι μόνο όλα τα ακάθαρτα, αλλά και τα πτώματα των ζώων, όπως και τους άταφους που υποβλήθηκαν στην εσχάτη των ποινών εκεί τους έριχναν. Και επειδή για καταστροφή των πτωμάτων, για να μη μολύνεται ο αέρας από τη σήψη του, διαρκώς εκεί χρησιμοποιούνταν φωτιές, συνέβη ώστε ο τόπος αυτός, να ονομαστεί γέενα του πυρός, και έπειτα το όνομα του τόπου αυτού μεταφέρθηκε και στον τόπο εκείνο του άδη, όπου οι ασεβείς πρόκειται να κολαστούν (g).

Ματθ.5,23   (1)Ἐὰν οὖν(2) προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου(3) ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον(4) κἀκεῖ μνησθῇς(5) ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ(6),
Ματθ. 5,23  Εάν λοιπόν προσφέρης το δώρον σου στο θυσιαστήριον και εκεί ενθυμηθής ότι ο αδελφός σου έχει κάτι ενάντιόν σου,
(1)   Στους σ. 23,24 έχουμε την πρώτη εφαρμογή των προηγουμένων, ενώ στους σ. 25,26 την δεύτερη εφαρμογή τους (a).
«Όλα όσα είπε παραπάνω και όσα λέει τώρα και όσα θα πει μετά από αυτό, είναι για την αγάπη, την οποία κατεξοχήν θεωρεί πολύ σπουδαία… Για αυτό και αποκόβωντας πρώτα τα νεύρα της διαμάχης, απομάκρυνε αυτά που καταστρέφουν την αγάπη» (Ζ).
«Ας διακοπεί, λέει, η δική μου λατρεία, για να παραμένει η δική σου αγάπη· διότι και αυτό είναι θυσία, η συμφιλίωση με τον αδελφό» (Χ).
(2)   Επειδή κάθε εναντίον του αδελφού προσβολή είναι άτοπη και αξιοτιμώρητη, για αυτό, εάν προσφέρεις το δώρο σου κλπ.
(3)   Η έννοια είναι, ότι οτιδήποτε και αν πράττετε, έστω και αν επιχειρείτε το καλύτερο και αγιότερο και αναγκαιότερο έργο, αφήστε οτιδήποτε μέχρις ότου συμφιλιωθείτε (b).
(4)   Το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων που βρισκόταν στην εσωτερική αυλή του ναού (F). Ο λαϊκός Ισραηλίτης δεν μπορούσε να βάλει το δώρο του πάνω στο θυσιαστήριο, αλλά μόνο να προσφέρει αυτό στους λευΐτες ή στους ιερείς. Αλλά αυτός που προσφέρει είναι ήδη κοντά στο θυσιαστήριο (L).
Έφερνε αυτό στην εσωτερική αυλή του ναού, αλλά στην αυλή αυτή μπορούσε να μπει μετά την εκπλήρωση ορισμένων διατυπώσεων, δηλαδή πλύσεων και αλλαγής ενδυμάτων (S).
«Δεν είπε, μετά αφού το προσφέρεις ή πριν ακόμη το προσφέρεις, αλλά ενώ το δώρο είναι μπροστά στο θυσιαστήριο και έχει αρχίσει η θυσία… στέλνει να συμφιλιωθεί με τον αδελφό… θέλοντας να δείξει ότι πολύ τιμά την αγάπη και αυτήν θεωρεί ότι είναι η μέγιστη θυσία… και για να κάνει την συμφιλίωση ανάγκη απαραίτητη» (Χ).
(5)   Στην διαξαγωγή κάποιας ιερής τελετής η ανάμνηση διαπραχθέντος αδικήματος προκαλείται φυσικότερα παρά στο θόρυβο των ανθρωπίνων υποθέσεων (b).
(6)   Έχει κάτι εναντίον σου, δηλαδή κάποια δίκαιη και εύλογη κατηγορία και μομφή (δ).
«Ο λόγος λέγεται χωρίς να γίνεται καθορισμός και προς αυτόν που αδίκησε και προς αυτόν που έπαθε κακά. Και αν μεν έπαθες κακώς, συγχώρεσε σε αυτόν την αδικία και συμφιλιώσου· εάν όμως αδίκησες, θεράπευσε την αδικία και μην παραλείψεις τίποτα από όσα οδηγούν στη συμφιλίωση» (Ζ). «Φρόντισε να συμφιλιωθεί αυτός μαζί σου» (Θφ).

Ματθ. 5,24  ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου(1), καὶ ὕπαγε πρῶτον(2) διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου(3), καὶ τότε ἐλθὼν(4) πρόσφερε τὸ δῶρόν σου.
Ματθ. 5,24  άφησε εκεί το δώρον σου εμπρός στο θυσιαστήριον και πήγαινε πρώτον συμφιλιώσου με τον αδελφόν σου και έπειτα έλα να προσφέρης το δώρον σου στον Θεόν.
(1)   «Τα είπε όλα με πολλή έμφαση για να τον φοβίσει και να τον κινητοποιήσει. Διότι αφού είπε, άφησε το δώρο σου, δεν σταμάτησε σε αυτό, αλλά πρόσθεσε, μπροστά στο θυσιαστήριο, προκαλώντας του φρίκη (ρίγος) και από τον τόπο ακόμη» (Χ).
(2)   Μπήκε αντιθετικά με το ακόλουθο «τότε έλα» (b).
(3)   Για να μπορέσεις να συμφιλιωθείς με το Θεό (b).
(4)   Δεν λέει ξαναέλα, διότι η πρώτη έλευση ήταν μάταιη και δεν υπολογίζεται (b).

Ματθ. 5,25  (1)Ἴσθι εὐνοῶν(2) τῷ ἀντιδίκῳ(3) σου ταχὺ(4) ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ(5) μετ᾿ αὐτοῦ, μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ καὶ ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτη(6), καὶ εἰς φυλακὴν βληθήσῃ(7)·
Ματθ. 5,25  Συμβιβάσου και συμφιλιώσου γρήγορα με τον αντίδικόν σου, εφ’ όσον ευρίσκεσαι μάζή του στον δρόμον, που οδηγεί στο δικαστήριον. Πρόλαβε, μήπως σε παραδώση ο αντίδικος στον δικαστήν, και ο δικαστής σε παραδώση ως ένοχον στον εκτελεστήν των ποινών και ριφθής έτσι εις την φυλακήν.
(1)   Ο Σωτήρας εκθέτει το λόγο και δείχνει την αναγκαιότητα της συμφιλίωσης με τον αδικημένο αδελφό με εικόνα έξυπνη παρμένη από την καθημερινή ζωή (δ). Το θέμα είναι το ίδιο όπως και στους σ. 23-24. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για τη συμφιλίωση, αλλά στην πρώτη περίπτωση η συμφιλίωση παρουσιάζεται να επιβάλλεται από την αγάπη, ενώ στη δεύτερη ως λόγος της συμφιλίωσης προβάλλεται η αποφυγή βαριάς δυστυχίας. Η σύγκριση υπονοείται= Όπως σπεύδει κάποιος να συμβιβαστεί με κάποιον δανειστή, έτσι συμφέρει και να συμφιλιώνεται κάποιος (L).
Ο συνεκτικός κρίκος μεταξύ των δύο περιπτώσεων είναι το «ταχύ». Η έχθρα είναι μισητή στο Θεό. Βάλτε λοιπόν τέλος σε αυτήν χωρίς αναβολή (p).
(2)   Ευνοώ=Επιθυμώ καλά για κάποιον, είμαι ευνοϊκά διατεθειμένος (g). «Να καταδέχεσαι μάλλον να αδικείσαι· αυτό σημαίνει το να ευνοείς» (Σχ.π).
(3)   Ο αντίπαλος σε δίκη και δικαστήριο (g). Εδώ εννοείται ο δανειστής με τον οποίο ήλθε κάποιος σε διαμάχη.
(4)   «Δες και εδώ πώς τον πιέζει… πρόσθεσε «γρήγορα» και δεν αρκέστηκε σε αυτό, αλλά και αυτής της ταχύτητας ζήτησε αύξηση λέγοντας, έως ότου είσαι στο δρόμο μαζί του, και με τα λόγια αυτά τον παροτρύνει και του ζητά να βιαστεί πάρα πολύ» (Χ).
(5)   «Το δρόμο που φέρνει προς τον δικαστή» (Ζ).
«Πριν ακόμη φτάσεις στην πόρτα του δικαστηρίου, προτού να σταθείς μπροστά από την έδρα του δικαστή και να βρεθείς πλέον κάτω από την εξουσία του δικαστή» (Χ).
(6)   Λέγεται στην Κ.Δ. και για τους συνοδούς και ακολούθους των αρχόντων ή για τους εκτελεστές των ποινών όπως εδώ (g). Στον κλητήρα που επιβάλλει τις τιμωρίες (δ).
(7)   «Μπορείς τότε να συμφιλιωθείς έστω και πληρώνοντας χρήματα… Διότι είναι καλύτερο να ζημιωθείς παρά να δικαστείς. Διότι αν ζημιωθείς για την αγάπη κερδίζεις τρία κάλλιστα πράγματα, το να μην μπεις στη φυλακή, το να μη ζημιωθείς σε έσχατο βαθμό και το να συμφιλιωθείς με τον εχθρό· αν όμως δικαστείς θα υποστείς τρία αντίθετα κακά, το να μπεις στη φυλακή, το να ξεπληρώσεις και το τελευταίο δίλεπτο και το ότι ούτε έτσι θα συμφιλιωθείς» (Ζ). Αυτή είναι η γενική έννοια της παραβολής στους σ. 25-26.

Ματθ. 5,26  ἀμὴν λέγω σοι, οὐ μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν(1) ἕως οὗ ἀποδῷς(2) τὸν ἔσχατον κοδράντην(3).
Ματθ. 5,26  Σε διαβεβαιώνω ότι δεν θα βγης από εκεί, έως ότου εξοφλήσης και το τελευταίον δίλεπτον.
(1)   «Είναι κάποιοι που ερμηνεύουν τα λόγια με τρόπο αναγωγικό (=ότι αναφέρεται συμβολικά στη μέλλουσα ζωή), το οποίο ο Χρυσόστομος εδώ δεν το δέχτηκε» (Ζ).
«Αυτός που ευνοεί τον αντίδικο πολύ περισσότερο θα ωφελήσει τον εαυτό του, αφού θα απαλλαχτεί από δικαστήρια και δεσμωτήρια και την εκεί ταλαιπωρία» (Χ).
Οι σ. 25-26 αποτελούν σαφώς προειδοποίηση κατά του κινδύνου του να εμφανιστούμε ενώπιον του Θεού κατά την ημέρα της κρίσης χωρίς να έχουμε συμφιλιωθεί (a).
(2)   Το χωρίο πρέπει να ερμηνευτεί μεταφορικά αλλά οι μεταφορές δεν πρέπει να συμπιέζονται (p). Η φράση δείχνει, ότι πρόκειται για χρέος, το οποίο δεν εξοφλήθηκε (S), ενώ τίποτα δε λέγεται για το αν είναι ή δεν είναι δυνατή η πληρωμή του στη φυλακή (p).
(3)   «Κοδράντης είναι δύο λεπτά» (Θφ), το ένα τέταρτο του ασσαρίου, ρωμαϊκό νόμισμα.

Ματθ. 5,27  Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη τοῖς ἀρχαίοις(1), οὐ μοιχεύσεις(2).
Ματθ. 5,27  Ηκούσατε ότι ελέχθη στους αρχαίους• να μη μοιχεύσης.
(1)   Αυθεντική γραφή χωρίς το τοῖς ἀρχαίοις.
(2)   «Και στο νόμο, μετά του ου φονεύσεις βρισκεται το ου μοιχεύσεις. Αφού λοιπόν ολοκλήρωσε την προηγούμενη εντολή προχωρά και στην επόμενη από εκείνην και αφού ρύθμισε το θυμό, μετριάζει και την επιθυμία» (Ζ).
Δες Εξόδ. κ 13,Δευτερ. ε 17. Παρόλο που ο Κύριος δεν προσθέτει μαζί με την εντολή και κάποια περίληψη της ερμηνείας που δινόταν από τους γραμματείς, υπονοείται αυτή. Διότι οι γραμματείς ερμήνευαν αυτήν ότι αναφερόταν μόνο στη μοιχεία με παντρεμένη γυναίκα (S).

Ματθ.5,28   Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων(1) γυναῖκα(2) πρὸς τὸν ἐπιθυμῆσαι(3) αὐτὴν ἤδη(4) ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ(5) αὐτοῦ(6).
Ματθ. 5,28  Εγώ όμως σας λέγω ότι καθένας, ο οποίος βλέπει γυναίκα με την πονηράν επιθυμίαν προς αμαρτίαν, ήδη με την εμπαθή αυτήν ματιάν διέπραξε την αμαρτίαν της μοιχείας μέσα εις την ακάθαρτον καρδίαν του.
(1)   «Δεν είπε ότι τιμωρείται μόνο ο μοιχός, αλλά αυτό που έκανε στην περίπτωση του φονιά, αυτό κάνει και εδώ τιμωρώντας και το ακόλαστο κοίταγμα, για να μάθεις που βρίσκεται η ανωτερότητα σε σχέση με τους γραμματείς» (Χ).
(2)   «Γυναίκα λέει τώρα και την παντρεμένη με άνδρα και τη χωρισμένη και την παρθένα» (Ζ).
(3)   «Όπως ακριβώς στην προηγούμενη εντολή προσθέτωντας το «χωρίς λόγο» διαχώρισε την σε κατάλληλο καιρό οργή από την άκαιρη, έτσι λοιπόν και στην παρούσα εντολή, προσθέτοντας τη φράση «για να την επιθυμήσει» διαχώρισε το χωρίς πάθος κοίταγμα από το εμπαθές. Διότι δεν είπε αυτός που βλέπει απλώς, αλλά αυτός που βλέπει για να επιθυμήσει, δηλαδή αυτός που βλέπει περίεργα, αυτός που βλέπει με εμπάθεια ώστε να επιθυμήσει συνουσία (σεξουαλική ένωση)… Ή, αυτός που βλέπει με αυτόν τον σκοπό, για να επιθυμήσει δηλαδή… Ενώ αυτός που βλέπει περνώντας απλώς ή για κάποια άλλη ανάγκη, είναι ανένοχος» (Ζ).
«Δεν θα επιθυμήσεις, ανάβοντας το πάθος με περίεργο και πονηρό βλέμμα» (Γ).
Αυτός που βλέπει για να επιθυμήσει· δηλαδή «αυτός που κάνει έργο του το να περιεργάζεται τα λαμπρά σώματα και να κυνηγά τα όμορφα πρόσωπα και να τρέφει με τα θεάματα αυτά την ψυχή του και να καρφώνει τα βλέμματά του στα ωραία πρόσωπα… Διότι αυτός που προσπαθεί να βλέπει τα όμορφα πρόσωπα, αυτός κατεξοχήν ανάβει το καμίνι του πάθους και κάνει αιχμάλωτη την ψυχή και γρήγορα έρχεται και στην πράξη… Και απαγορεύει και το ακόλαστο βλέμμα και πριν την πράξη… Διότι αυτός που άναψε μία φορά τη φλόγα, ακόμη και όταν απουσιάζει η γυναίκα που είδε, πλάθει συνεχώς με τη φαντασία του είδωλα αισχρών πραγμάτων και από αυτά προχωρεί πολλές φορές και στην πράξη» (Χ).
«Αυτός αυτομόλησε (=πήγε με το μέρος, συμμάχησε) προς την επιθυμία και πρόδωσε τον εαυτό του στο πάθος, και αν δεν άγγιξε τη γυναίκα με το σώμα, το κανε όμως με την προαίρεση» (Ζ).
«Διότι αν και δεν την άγγιξες με το χέρι, αλλά την ψηλάφισες με τα μάτια» (Χ).
«Μοιχεύει με γυναίκα μέσα στην καρδιά εκείνος, που συμφώνησε με την πράξη, αλλά τον εμπόδισε αυτόν ή ο τόπος ή ο χρόνος ή ο φόβος των ρωμαϊκών νόμων. Ότι όμως πολλοί που δεν διέπραξαν την ασέβεια τιμωρήθηκαν ως μοιχοί εύκολα μπορούν οι πάντες να το πληροφορηθούν από τον Ολοφέρνη (=στρατηγός του Ναβουχοδονόσορα (4ος αιών π.Χ. που επιθύμησε την Ιουδίθ και αποκεφαλίστηκε από αυτήν. Η ιστορία περιγράφεται στο βιβλίο της Π.Δ. Ιουδίθ)… Ομοίως και οι δύο πρεσβύτεροι που είπαν στη Σωσάννα, να! σε επιθυμούμε, παρόλο που δεν έπραξαν αυτό, τιμωρήθηκαν ως μοιχοί» (Α).
«Δεν είναι ένοχος αυτός που επιθύμησε κατά τύχη, αλλά αυτός που από πονηρία προσέλκυσε το πάθος. Διότι το να δημιουργηθεί μεν μέσα μας κάποτε μία τέτοια ορμή αυτό το προκαλεί πολλές φορές και χωρίς να το θέλουμε η ασθένεια που έχει αναμιχτεί με τη φύση μας· το να μην παρασυρθεί όμως κάποιος σαν σε χείμαρρο από την ορμή του πάθους, αλλά κατά τρόπο ανδρείο να αντισταθεί σε αυτή τη διάθεση και να διώξει το πάθος με τους λογισμούς, αυτό είναι έργο της αρετής» (Γν).
«Δεν απαγορεύει απλώς την επιθυμία, αλλά την επιθυμία που δημιουργείται από το βλέμμα… Διότι δεν είπε απλώς όποιος επιθυμήσει. Διότι είναι δυνατόν και σε βουνό να κάθεται κάποιος και να επιθυμεί, αλλά είπε, όποιος βλέπει για να επιθυμήσει, δηλαδή αυτός που μαζεύει μέσα του την επιθυμία» (Χ).
(4)   Με αυτήν ακριβώς την ενέργεια (b).
(5)   «Αυτός ήδη γέμισε την καρδιά του με το πάθος και επομένως με την προαίρεσή του μοίχευσε» (Ζ).
«Διότι οι μεν πράξεις του σώματος από πολλά διακόπτονται, αυτός όμως που αμαρτάνει με την πρόθεση, μαζί με την ταχύτητα των σκέψεων έχει ολοκληρωμένη και την αμαρτία» (Β)
(6)   «Πρέπει να ξέρουμε ότι αυτού του είδους οι εντολές, αν και φαίνονται ότι απευθύνονται σε άνδρες, αλλά βεβαίως αφορούν και τις γυναίκες» (Ζ).
«Διότι παντού βάζει κοινούς τους νόμους» (Χ). «Και η γυναίκα που καλλωπίζεται με σκοπό να παρακινήσει τις επιθυμίες των ακολάστων σε αυτήν, ήδη έχει μοιχευτεί μέσα στην καρδιά της» (Β).
«Και εάν καλλωπίζονται για να αρέσουν σε κάποιους, έστω και αν δεν αρέσουν, όμως εκείνες κέρασαν το φαρμάκι, έστω και αν δεν πίνει κανείς» (Θφ).

Ματθ. 5,29  εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς(1) σκανδαλίζει(2) σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ(3)· συμφέρει(4) γάρ σοι ἵνα ἀπόληται(5) ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμα σου(6) βληθῇ εἰς γέενναν.
Ματθ. 5,29  Εάν δε ο δεξιός σου οφθαλμός νοσή και σε ενοχλή και υπάρχη φόβος να βλάψη όλον το σώμα, βγάλε τον και πέταξέ τον μακρυά από σε. Διότι συμφέρει εις σε να χαθή ένα μέλος του σώματος, παρά να ριφθής μαζή με όλον το σώμα εις την γέενναν του πυρός.
(1)   Το δεξί, κυρίως στην περίπτωση του χεριού είναι κατεξοχήν χρήσιμο και πολύτιμο. Για αυτό και μνημονεύεται και για το μάτι και για το πόδι. Δες Ζαχ. ια 17,Εξόδ. κθ 20 (b). «Είναι από τη φύση του καλύτερο το δεξί από το αριστερό και ξεχωριστό» (Αριστοτ. Περί πορείας των ζώων  4).
«Δεν μιλά για τα μέλη του σώματος· διότι είναι αθώα τα μέλη του σώματος· διότι από την ψυχή οδηγούνται και κινούνται όπου αυτή διατάξει· αλλά οφθαλμό δεξιό ονομάζει κατά κάποιο τρόπο τον δεξιό φίλο που τον αγαπούμε σαν το δεξί μας μάτι· ενώ χέρι δεξί ονομάζει τον δεξιό υπηρέτη που είναι χρήσιμος όπως το δεξί χέρι, και είτε άνδρες είναι είτε γυναίκες» (Ζ).
«Διότι αν μιλούσε για μέλη σωματικά, δεν θα έλεγε για ένα μάτι, ούτε για το δεξί μόνο, αλλά και για τα δύο. Διότι αυτός που σκανδαλίζεται από το δεξί είναι προφανές ότι το ίδιο θα πάθει και από το αριστερό. Για ποιο λόγο λοιπόν είπε το δεξί μάτι και πρόσθεσε και το χέρι; Για να μάθεις ότι δεν μιλά για μέλη σωματικά αλλά για αυτούς που έχουν σχέση μαζί μας. Αν δηλαδή, λέει, αγαπάς κάποιον τόσο πολύ ώστε να τον βάζεις στην ίδια μοίρα με το δεξί μάτι ή νομίσεις για κάποιον ότι είναι τόσο χρήσιμος, ώστε να τον βάζεις στην τάξη του χεριού, και αυτός βλάπτει την ψυχή σου, απόκοψέ τους και αυτούς» (Χ).
Αξιοσημείωτη και η επόμενη ερμηνεία: «Καθώς βαδίζουμε τον δρόμο που είναι χωρίς πλάνη και παρέχει ζωή, ας κόψουμε το μάτι που σκανδαλίζει όχι το αισθητό αλλά το νοητό. Για παράδειγμα, εάν ο επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος, που είναι οφθαλμοί της εκκλησίας, ζουν με κακό τρόπο και σκανδαλίζουν το λαό, πρέπει να τους διώχνουμε. Διότι συμφέρει καλύτερα να μαζευόμαστε χωρίς αυτούς σε οίκο προσευχής, παρά μαζί με αυτούς να μπούμε σαν μαζί με τον Άννα και τον Καϊάφα στη γέενα του πυρός» (Α).
(2)   «Σε σκανδαλίζουν ώστε να σου προκαλούν εμπάθεια» (Ζ). Το ρήμα προέρχεται από τη λέξη σκάνδαλον και σκανδάληθρον, που δηλώνουν το κυρτωμένο ξύλο της παγίδας, πάνω στο οποίο μπαίνει το δόλωμα, όπως επίσης σημαίνει και την ίδια την παγίδα και την πτώση και σύλληψη σε αυτήν… και κάθε εμπόδιο. Στην αλεξανδρινή μόνο γλώσσα και σε αυτήν της Κ.Δ. σημαίνει δίνω αφορμή για πτώση και σύλληψη στην παγίδα της αμαρτίας (δ).
«Με το σκανδαλίζει εννοεί το να ερεθίζει για αμαρτία» (Σχ.π).
(3)   «Και πρόσεξε την έμφαση. Διότι δεν είπε απομακρύνσου, αλλά φανερώνοντας τον έντονο χωρισμό, λέει «βγάλε και πέταξέ το μακριά σου»» (Χ), «ώστε μη τυχόν με το να είναι κοντά σου, σου γίνει πάλι οικείος» (Ζ).
(4)   «Επειδή διέταξε με απότομο τρόπο, δείχνει και το κέρδος που προέρχεται και από τα δύο, και από τα καλά και από τα κακά» (Χ).
(5)   «Διότι αν αυτός που σε βλάπτει με τη φιλία μένει αθεράπευτος, με το να αποκοπεί έτσι και εσένα σε απαλάσσει από την ζημιά και ο ίδιος θα απαλλαχτεί από μεγαλύτερες κατηγορίες, αφού δεν θα τον βαρύνει μαζί με τα δικά του κακά και η ευθύνη της δικής σου απώλειας» (Χ).
(6)   «Αν σου δινόταν η δυνατότητα να διαλέξεις και ήταν ανάγκη ή έχοντας το μάτι σου να ριχτείς μέσα σε ένα χαντάκι και να χαθείς ή να το βγάλεις και να σώσεις το υπόλοιπο σώμα σου, δεν θα δεχόσουν άραγε το δεύτερο;» (Χ).
Η έννοια της όλης μεταφοράς= Το κακό από τον χωρισμό πάρα πολύ αγαπητού και χρήσιμου προσώπου είναι μικρότερο, το κακό όμως από τη συμβίωση μαζί του μέσα σε αμαρτία, είναι αιώνιο και ανεπανόρθωτο. Για αυτό πρέπει να προτιμούμε το πρώτο (δ).

Ματθ. 5,30  καὶ εἰ ἡ δεξιά σου χεὶρ σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον(1) αὐτὴν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν.
Ματθ. 5,30  Και εάν πρόσωπον χρήσιμον εις σε, όπως το δέξι σου χέρι, γίνεται πειρασμός να πέσης εις την αμαρτίαν, κόψε κάθε σχέσιν μαζή του και χωρίσου απ’ αυτό• διότι σε συμφέρει να χαθή ένα από τα μέλη σου και να μη ριφθής μαζή με εκείνον στο πυρ της κολάσεως.
(1)   «Και δεν είπε κόψε, αλλά κόψε τελείως, φανερώνοντας τον πλήρη διαχωρισμό» (Ζ).

Ματθ.5,31  Ἐῤῥέθη δε(1)· ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ(2), δότω αὐτῇ ἀποστάσιον(3).
Ματθ.5,31  Ακόμη ελέχθη, όποιος χωρίση την γυναίκα του, ας της δώση γραπτόν διαζύγιον.
(1)   Αξιοσημείωτη η αλλαγή της φράσης (S).
(2)   Η φράση που ακολουθεί μετά το «ερρέθη δε», αποτελεί πιθανώς περίληψη της επικρατούσας στους γραμματείς ερμηνείας, που βασιζόταν στο Δευτερ. κδ 1-3. Η διάταξη του Δευτερονομίου δεν εγκαθιδρύει διαζύγιο, αλλά διαπραγματεύεται τα σχετικά με αυτό, σύμφωνα με την ισχύουσα ήδη συνήθεια και προβαίνει σε καθορισμούς που τείνουν να περιορίσουν και να αποκλείσουν την κατάχρησή του (S).
«Υπήρχε νόμος παλαιός, αυτός που μισούσε τη γυναίκα του για οποιαδήποτε αιτία, να μην εμποδίζεται να την διώχνει και να βάζει στο σπίτι άλλη αντί για αυτήν» (Χ).
Στο Δευτερονόμιο ως λόγος διαζυγίου αναφέρεται «εάν η γυναίκα του δεν του αρέσει, επειδή βρήκε σε αυτήν άσχημο πράγμα». Επαφιόταν λοιπόν στην εκτίμηση του άνδρα να ορίσει το άσχημο. Από αυτό, διάφορες εκδοχές επικράτησαν στους ραββίνους ως προς το λόγο του διαζυγίου.
Έτσι η μεν σχολή του Σαμμαΐ, με αυστηρότερη εκδοχή ως μόνο λόγο διαζυγίου δεχόταν την πορνεία, ενώ η σχολή του Χιλλέλ ως λόγο διαζυγίου δεχόταν και το ότι η σύζυγος χαλούσε το γεύμα· τέλος ο ραββίνος Άκιβα θεωρούσε ότι επιτρέπεται ο χωρισμός και στην περίπτωση που άλλη ωραιότερη γυναίκα άρεσε σε αυτόν περισσότερο (L).
(3)   «Το οποίο σημαίνει έγγραφο απολύσεως» (Ζ)· «έγγραφο χωρισμού» (Χ). Το αποστάσιο αυτό εκδιδόταν για το συμφέρον της γυναίκας και για πρόληψη συγχύσεων και εγκλημάτων. «Έτσι ώστε μετά από αυτό, αν αυτή παντρευτεί με άλλον άνδρα να μην μπορέσει ο πρώτος να την πάρει πάλι σαν δική του γυναίκα» (Ζ).
«Διότι αν δεν διέταζε αυτό ο νόμος, αλλά επιτρεπόταν να διώξει αυτήν και να φέρει άλλη, έπειτα να φέρει πίσω την προηγούμενη, θα γινόταν πολλή σύγχυση, αφού συνεχώς όλοι θα έπαιρναν ο ένας τη γυναίκα του άλλου… Για αυτό δεν επινόησε μικρή βοήθεια το έγγραφο του χωρισμού. Έγιναν όμως αυτά και για άλλη πολύ μεγαλύτερη κακία. Διότι αν υποχρέωνε κάποιον να κρατά στο σπίτι γυναίκα που την μισούσε, θα την έσφαζε αυτός που τη μισούσε» (Χ)·
«Διότι ήταν πολύ δύσκολοι στη συμφιλίωση οι Ιουδαίοι όχι μόνο προς τις συζύγους, αλλά και προς τα παιδιά» (Ζ). Επιπλέον αν δεν είχε η γυναίκα το έγγραφο χωρισμού κανείς δεν θα τολμούσε να την παντρευτεί φοβούμενος αντεκδίκηση από τον πρώην σύζυγο (L).

Ματθ. 5,32  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ(1) τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου(2) πορνείας(3), ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολελυμένην γαμήσει(4), μοιχᾶται(5).
Ματθ. 5,32  Εγώ όμως σας λέγω ότι όποιος χωρίσει την γυναίκα του χωρίς την αιτίαν της μοιχείας, την σπρώχνει εις την μοιχείαν. Και εκείνος που θα λάβη ως σύζυγον διεζευγμένην γυναίκα, διαπράττει μοιχείαν.
(1)   «Αυτός που διώχνει τη γυναίκα του και αν ακόμη δεν πάρει άλλη, αυτή η ίδια η πράξη του τον κατέστησε υπεύθυνο εγκλήματος, αφού έκανε εκείνην μοιχαλίδα» (Χ), αφού ενώ ζει ο άνδρας της παίρνει αυτή άλλον (δ).
(2)   Το παρεκτός έχει τη σημασία του, παρά μόνο για… (δ). Και η λέξη «λόγου» με την έννοια της αιτίας= παρά μόνο για πορνεία. «Χωρίς την αιτία της πορνείας» (Ζ).
(3)   «Πορνεία εδώ ονόμασε την μοιχεία» (Ζ). Η λέξη ερμηνεύτηκε διαφορετικά, από άλλους μεν ότι σημαίνει την προ του γάμου αμαρτία ή πορνεία, από άλλους δε ότι δηλώνει την μετά το γάμο μοιχεία. Η δεύτερη εκδοχή είναι αυτή που υποστηρίζεται ευρύτερα (S).
Η πράξη των εκκλησιών στη Δύση σε αυτήν την περίπτωση, διαμορφώθηκε σύμφωνα με τη γνώμη του Αυγουστίνου, κατά την οποία «μόνο λόγω μοιχείας επιτρέπεται κάποιος να χωρίζει την μοιχαλίδα σύζυγο, αλλά εφόσον αυτή ζει δεν επιτρέπεται αυτός να πάρει άλλην. Αυτό βρίσκεται με ασάφεια στον Ματθαίο, εκτίθεται όμως από τους άλλους, όπως διαβάζουμε στο Μάρκο και τον Λουκά».
Υπέρ αυτής της εκδοχής τάσσεται σαφώς και ο Τερτυλλιανός (Adv. Marc. IV,34). Επηρεαζόμενος ίσως από την πράξη αυτή της Δυτικής εκκλησίας και ο Βάκων την φράση «παρεκτός λόγου πορνείας» την χαρακτήρισε με βεβαιότητα ως γλώσσα (φράση) που μπήκε κατόπιν στο κείμενο. Αλλά η φράση μαρτυρείται από όλους ανεξαιρέτως τους κώδικες. Για αυτό, πολλοί από τους νεώτερους ερμηνευτές, ιδιαίτερα διαμαρτυρόμενοι, αναγνωρίζουν μεν το αυθεντικό της φράσης αλλά ισχυρίζονται ότι «είναι τελείως απίθανο ο Χριστός να δίδαξε αυτό. Η αληθινή διδασκαλία του Χριστού βρίσκεται στους Μάρκο και Λουκά, κατά τους οποίους ο Κύριος κήρυξε αδιάλυτο το δεσμό του γάμου» (p).
«Η χριστιανική όμως εκκλησία με την εξουσία της να δένει και να λύνει (Ματθ. ιστ 19,ιη 18), πολύ νωρίς έκανε την εξαίρεση ανταποκρινόμενη σε επείγουσα ηθική ανάγκη» (Mc Neile). Δεν θα μπορούσαμε όμως να αποδεχτούμε τις παραπάνω επινοήσεις χωρίς να προσβάλουμε το δόγμα της θεοπνευστίας, και από την άλλη επίσης θα ήταν ελάχιστα σύμφωνο με την επιστήμη της κριτικής των κειμένων να απορρίπτουμε φράση επειδή δήθεν παρεμβλήθηκε, η οποία μαρτυρείται ισχυρότατα (L).
Την σοβαρότητα της τελευταίας αυτής παρατηρήσεως καταλαβαίνει κάποιος, να λάβει υπ’ όψιν ότι προέρχεται από καθολικό, ο οποίος αρνείται το στήριγμα το οποίο οι αναφερόμενες επινοήσεις παρέχουν στην πράξη της εκκλησίας του.
(4)   «Αυτός που παντρεύεται χωρισμένη, με το να πάρει την ξένη έγινε πάλι μοιχός. Διότι μη μου πεις αυτό, ότι δηλαδή την έδιωξε εκείνος· διότι ακόμη και αν διώχτηκε παραμένει να είναι γυναίκα αυτού που την έδιωξε» (Χ).
«Νομοθετώντας όμως αυτά έκανε σώφρονα και τη γυναίκα. Διότι ακούγοντας ότι αν χωρίσει κανείς δεν θα την παντρευτεί, θα αγαπήσει τον άνδρα της και θα τον φροντίσει. Έτσι με το να καταστήσει ενόχους μοιχείας και αυτόν που παράλογα έδιωξε τη γυναίκα του και αυτόν που παντρεύεται την χωρισμένη από άλλον, έδεσε πιο σφιχτά την ειρήνη των συζύγων και αύξησε περισσότερο το να μη μοιχεύουν» (Ζ).

Ματθ.5,33  Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη τοῖς ἀρχαίοις(1), οὐκ ἐπιορκήσεις(2), ἀποδώσεις(3) δὲ τῷ Κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου(4).
Ματθ. 5,33 Παλιν έχετε ακούσει ότι ελέχθη στους προγόνους σας• δεν θα καταπατήσης τον όρκον σου, αλλά ως καθήκον ιερόν προς τον Κυριον θα τηρήσης τας υποσχέσεις και τας μαρτυρίας, που με όρκον ανέλαβες.
(1)   «Για ποιό λόγο δεν ήλθε αμέσως στην κλοπή, αλλά στην ψευδομαρτυρία, προσπερνώντας εκείνην την εντολή; Διότι αυτός μεν που κλέβει κάποτε συμβαίνει και να ορκίζεται, αυτός όμως που δεν ξέρει ούτε να ορκίζεται ούτε να ψεύδεται, πολύ περισσότερο δεν θα προτιμήσει να κλέψει. Επομένως μέσω αυτής, ανέτρεψε και εκείνη την αμαρτία· διότι το ψεύδος προέρχεται από την κλεψιά» (Χ).
Από την άλλη η τέταρτη αυτή διευκρίνιση για τους όρκους μοιάζει περισσότερο με το χωρίο περί διαζυγίου παρά με τα χωρία για το φόνο και τη μοιχεία. Στις περιπτώσεις του φόνου και της μοιχείας ο Κύριος ερμηνεύει το νόμο και δείχνει πόσο αυτός είναι ευρύτερος από όσο οι ραββίνοι υπέθεταν. Στις περιπτώσεις όμως του διαζυγίου και των όρκων ο Χριστός αντιτίθεται προς την ιουδαϊκή παράδοση.
(2)   Το τμήμα του σ. που ακολουθεί αποτελεί πιθανώς περίληψη της επικρατούσας ερμηνείας των γραμματέων χωρίων της Βίβλου όπως τα Εξόδ. κ 7,Λευϊτ. ιθ 12, Αριθμ. λ 3,Δευτερ. κγ 22-24. Επιορκία σημαίνει αθέτηση του όρκου. Και ο ιουδαϊκός νόμος απέβλεπε στο να προασπίσει την ιερότητα του όρκου εναντίον της συχνά μάταιης και αδιάκριτης χρήσης του, η οποία επικρατούσε στους Ιουδαίους (S). Για το ουκ επιορκήσεις δες Λευϊτ. ιθ 12.
(3)   Σαν κάτι που οφείλεται (δ).
(4)   Για το αποδώσεις… τους όρκους σου δες Δευτερ. κγ 21,Ψαλμ. μθ 14,Αριθμ λ 3 (a). «Δηλαδή όταν ορκίζεσαι, να λες αλήθεια» (Θφ).

Ματθ.5,34  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν(1) μὴ ὀμόσαι ὅλως(2)· μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ(3), ὅτι θρόνος ἐστὶ τοῦ Θεοῦ(4).
Ματθ. 5,34 Εγώ όμως σας λέγω, να μην ορκισθήτε καθόλου, ούτε στον ουρανόν, διότι είναι θρόνος του Θεού,
(1)   Οι Ιουδαίοι νόμιζαν, ότι μόνο όρκοι πρέπει να τηρούνται και ότι δεν ήταν δεσμευτικές όλες οι μορφές του όρκου. Ο Χριστός λέει ότι τέτοιες διακρίσεις είναι παράνομες και ότι όλοι οι όρκοι είναι δεσμευτικοί. Επιπλέον ορίζει ότι δεν πρέπει να γίνονται όρκοι, διότι πρέπει να είναι αρκετός ο λόγος του ανθρώπου. Οι όρκοι μπήκαν σε χρήση, διότι συχνά οι άνθρωποι ψεύδονται. Αλλά είναι πλάνη να νομίζει κάποιος ότι το ψεύδος δεν είναι αμαρτία παρά μόνο όταν συνοδεύεται και από όρκο. Οι Ιουδαίοι προχωρούσαν και πέρα από αυτό νομίζοντας, ότι και η ψευδορκία δεν ήταν αμαρτία εκτός εάν ο όρκος δινόταν υπό ειδική μορφή. Δες Ματθ. κγ 16-22.
(2)   Θεωρήθηκε από επίσημους εξηγητές (Ειρηναίο, Ωριγένη, Χρυσόστομο, Ιερώνυμο και μεταγενέστερους ερμηνευτές) ότι με την εντολή του αυτή ο Κύριος απαγορεύει κάθε όρκο στους Χριστιανούς. Αλλά ο Παύλος δεν είναι δυνατόν να θεώρησε τους όρκους ως αμαρτία (Δες Α Θεσ. ε 27), και αληθεύει αυτό και για άλλους συγραφείς της Κ.Δ. (δες Εβρ. στ 13,17,Αποκ. ι 6)(S). Στη βασιλεία των ουρανών κυριαρχεί το κράτος του Θεού και όλοι λένε την αλήθεια.
Οι όρκοι λοιπόν θα αποτελούσαν ανόητη βεβήλωση. Στον κόσμο αυτόν, εφόσον το ψεύδος εξακολουθεί να χρησιμοποιείται τόσο συχνά, γίνεται μερικές φορές αναγκαία και η χρήση του όρκου, και για αυτό και επιτρέπεται αυτή. Ο Θεός ο ίδιος είχε κατά καιρούς αναγνωρίσει την ανάγκη αυτή (Λουκ. α 73,Πράξ. β 30,Εβρ. γ 11,18,δ 3,στ 13-18,ζ 20,21) και έτσι έπραξε και ο Ιησούς, όταν απάντησε στον όρκο που επιβλήθηκε από τον αρχιερέα (Ματθ. κστ 63). Επιπλέον προσέδιδε συχνά μεγαλύτερη δύναμη στα λόγια του με το «αμην αμην λέγω υμιν» και ο Ωριγένης σημειώνει, ότι το αμήν του Χριστού ήταν όρκος (p).
Ο Χριστιανός οφείλει να θεωρεί τον όρκο ως την σπανιότατη και δικαιολογημένη εξαίρεση του αρχικού και αιώνιου κανόνα, και δικαιολογημένη τότε μόνο, όταν υπάρχει πνευματική ανάγκη της πεποίθησης των αδελφών σε κάποια αλήθεια σωτήρια. Η χρήση όμως του όρκου για σαρκικό σκοπό είναι αξιοκατάκριτη (δ).
«Παντού ο Κύριος ακολουθεί τον ίδιο σκοπό προλαβαίνοντας τα αποτελέσματα και κόβοντας την πονηρία από την πρώτη της αρχή. Όπως δηλαδή ο μεν παλαιός νόμος έλεγε ου μοιχεύεσεις, ενώ ο Κύριος λέει ούτε να επιθυμήσεις… έτσι λοιπόν και εδώ, ο μεν νόμος αρκείται στην πιστή τήρηση των όρκων, αυτός όμως διακόπτει την αφορμή της καταπάτησης των όρκων. Διότι αυτός μεν που τηρεί τους όρκους ίσως κάποτε και να σφάλλει χωρίς να το θέλει, αυτός όμως που δεν ορκίζεται έχει ξεφύγει από τον κίνδυνο της επιορκίας (μη τήρησης των όρκων)» (Β).
(3)   «Για να μη νομίσουν, ότι εμπόδισε μόνο το να ορκίζονται κατά του Θεού, εννοώ δηλαδή τη φράση «μα το Θεό», προσθέτει λοιπόν και τα άλλα είδη των όρκων, με τα οποία οι Ιουδαίοι τότε ορκίζονταν. Διότι αυτός που ορκίζεται σε αυτά, ορκίζεται πάλι στο Θεό που γεμίζει αυτά και δεσπόζει σε αυτά» (Ζ).
(4)   «Εσύ όμως πρόσεξε, σε παρακαλώ, πώς τονίζει την αξία των στοιχείων· όχι από την ιδιαίτερη φύση του καθενός, αλλά από τη σχέση τους με το Θεό, σχέση που λέγεται με συγκατάβαση. Επειδή δηλαδή ήταν πολλή η τυραννία της ειδωλολατρείας, για να μην νομιστεί ότι τα στοιχεία είναι τίμια από τον εαυτό τους, ανέφερε αυτήν την αιτία, που μετέβαινε πάλι προς τη δόξα του Θεού. Διότι δεν είπε· «Επειδή είναι καλός και μεγάλος ο ουρανός», ούτε «επειδή είναι χρήσιμη η γη» αλλά «επειδή ο μεν είναι θρόνος του Θεού, ενώ η γη υποπόδιό του» ωθώντας αυτούς από παντού προς τον Δεσπότη» (Χ).

Ματθ.5,35  μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιόν ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ(1)· μήτε εἰς Ἱεροσόλυμα, ὅτι πόλις ἐστὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως(2)·
Ματθ. 5,35 ούτε εις την γην, διότι είναι σαν άλλο υποπόδιον εις τα πόδια αυτού, ούτε εις τα Ιεροσόλυμα, διότι είναι πόλις του μεγάλου βασιλέως Θεού•
(1)   «Είναι προφητικός ο λόγος, ο ουρανός είναι θρόνος μου, ενώ η γη υποπόδιο των ποδιών μου (Ησ. ξστ 1) που δηλώνει ότι ο Θεός γεμίζει τα πάντα. Διότι λέει, δεν γεμίζω εγώ τον ουρανό και τη γη;» (Ιερεμ. κγ 24)(Ζ).
(2)   «Είναι του Δαβίδ η φράση, η πόλη του βασιλιά του μεγάλου (Ψαλμ. μζ 3)» (Ζ). Τα Ιεροσόλυμα ονομάζονται έτσι λόγω του ναού του κτισμένου σε αυτά, στα οποία έχει την έδρα του ο μεγάλος βασιλιάς των Ισραηλιτών δηλαδή ο Ιεχωβά (g).
Οι Ιουδαίοι ηθικολόγοι μερικές φορές δίδασκαν ότι μόνο οι όρκοι, στους οποίους αναφερόταν το όνομα του Θεού ή κάποιο μέρος αυτού, ήταν δεσμευτικοί· οι όρκοι όμως τους οποίους εδώ ο Χριστός παίρνει ως παράδειγμα δεν αναφέρουν το όνομα του Θεού. Αυτοί λοιπόν, εξ’ αιτίας αυτού, ήταν εκείνοι, τους οποίους πολλοί Ιουδαίοι χρησιμοποιούσαν και τους αθετούσαν χωρίς κάποια τύψη. Αυτούς τους όρκους που γίνονταν με επιπολαιότητα, ακόμη και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν επρόκειτο για ψευδορκία, ο Χριστός απαγορεύει απολύτως (p).

Ματθ. 5,36  μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου(1) ὀμόσῃς, ὅτι οὐ δύνασαι μίαν τρίχα(2) λευκὴν ἢ μέλαιναν(3) ποιῆσαι.
Ματθ. 5,36 ούτε εις την κεφαλήν σου να ορκισθής, που είναι δημιούργημα του Θεού, διότι συ δεν μπορείς ούτε μίαν τρίχα να την κάμης μαύρην η άσπρη.
(1)   «Να μην ορκιστείς ούτε τον πιο ασήμαντο και για αυτό και πολύ εύκολο όρκο, εννοώ δηλαδή τον όρκο στο ίδιο σου το κεφάλι» (Ζ). Βαρύτερη λοιπόν είναι η αμαρτία αυτού που ορκίζεται στη ζωή του ή στην ψυχή του (b).
(2)   «Και εδώ πάλι δεν απομακρύνει τον όρκο από το κεφάλι, επειδή θαυμάζει τον άνθρωπο (διότι τότε θα λατρευόταν και ο άνθρωπος), αλλά αναφέρει την δόξα στο Θεό και δείχνει ότι ούτε του εαυτού σου δεν είσαι κύριος και επομένως ούτε των όρκων κατά του κεφαλιού σου… Διότι αν και είναι δικό σου το κεφάλι, η κτίση του ανήκει σε άλλον και τόσο πολύ απέχεις από το να είσαι κύριός του, αφού ούτε το τελευταίο από όλα δεν μπορείς να του κάνεις» (Χ).
(3)   «Δεν είπε, δεν μπορείς να αφαιρέσεις μία τρίχα, αλλά ούτε να αλλάξεις το χρώμα της» (Χ). Σύμφωνα με αυτά θα ερμηνεύσουμε όχι: δεν μπορείς να φτιάξεις μία λευκή τρίχα ή μία μαύρη τρίχα, αλλά: δεν μπορείς να κάνεις μία τρίχα μαύρη από λευκή ή λευκή από μαύρη (δ)· δεν μπορείς να μεταβάλλεις το χρώμα μιας τρίχας.

Ματθ. 5,37  ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ(1)· τὸ δὲ περισσὸν(2) τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ(3) ἐστιν.
Ματθ. 5,37  Ας είναι δε ο λόγος σας αληθινός πάντοτε, ώστε το ναι να είναι ναι και το όχι να είναι όχι. Διότι το παραπάνω από αυτά είναι από τον πονηρόν.
(1)   «Ας είναι ο λόγος σας ο βεβαιωτικός, όταν μεν συμφωνείτε, ναι, όταν πάλι αρνείστε, όχι· και αυτές τις λέξεις μόνο να χρησιμοποιείτε για βεβαίωση αντί για όρκους και τίποτα παραπάνω από το ναι και το όχι» (Ζ). «Όταν διαβεβαιώνεις για τέτοια πράγματα να συμφωνείς και για όσα δεν ισχύουν, ακόμη και αν όλοι οι άνθρωποι σε παρακαλούν, να μην πειστείς ποτέ μαζί τους να δώσεις διαβεβαίωση αντίθετη με την φύση της αλήθειας» (Β).
Υπάρχει μια λεπτή διαφορά ανάμεσα στη φράση του Ματθαίου και αυτήν του Ιακώβου αν και στην ουσία η έννοια είναι η ίδια. Θα ερμηνεύσουμε εδώ, ας είναι ο λόγος σας ναι, το οποίο να ανταποκρίνεται και στο ναι του νου σας, και όχι που να ανταποκρίνεται και στο εσωτερικό σας όχι (δ).
(2)   «Το παραπάνω και αυτό που πλεονάζει, το οποίο είναι ο όρκος» (Χ)= Ό,τι είναι περισσότερο από την απλή άρνηση και αποδοχή, η ένορκη δηλαδή βεβαίωση (δ).
(3)   Η λέξη εδώ είναι γένους ουδετέρου και σημαίνει το πονηρό αφηρημένα (b). Δεν φαίνεται πράγματι εδώ με την λέξη πονηρό να σημαίνεται ο διάβολος (Ιω. η 44), αλλά η πονηρή κατάσταση του κόσμου (L).
Σοβαρή όμως και η ερμηνεία= από τον διάβολο, τον πατέρα του ψεύδους, το οποίο είναι αιτία και αφορμή της δημιουργίας του όρκου (δ). «Και αν ο όρκος είναι από τον διάβολο, πώς ο παλαιός νόμος τον επέτρεψε;» (Ζ).
«Διότι αυτά που λέγονταν τότε ανταποκρίνονταν στην ασθένεια αυτών που δέχονταν τους νόμους» (Χ). «Διότι και ο θηλασμός στα μεν παιδιά αρμόζει, αλλά για τους άνδρες είναι ντροπή» (Θφ).

Ματθ. 5,38  Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη(1), ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ(2) καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος(3)·
Ματθ. 5,38  Ηκούσατε ότι ελέχθη, οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος.
(1)   Η πέμπτη περίπτωση της υπεροχής του χριστιανικού ιδεώδους έχει παρθεί από το νόμο της ταυτοπάθειας, ο οποίος επιβεβαιώθηκε στο Εξόδ. κα 23-25,Λευϊτ. κδ 20,Δευτερ. ιθ 18-21. Εξίσου όμως το πνεύμα της εκδίκησης απαγορευόταν και στην Π.Δ. (Λευϊτ. ιθ 18,Παροιμ. κ 22,κδ 29), όπου η εκδίκηση επιφυλασσόταν στο Θεό (Δευτερ. λβ 35,Ψαλμ. 93 1). Αλλά οι Ιουδαίοι συχνότατα θυμούνταν το γράμμα του νόμου και λίγο σκέφτονταν τους περιορισμούς που επέβαλλε ο νόμος (p).
Αναμφίβολα η εντολή αυτή της ταυτοπάθειας, σύμφωνα με τον αρχικό σκοπό της, ήταν όπως και ο νόμος που αφορούσε στο διαζύγιο περιοριστική μάλλον παρά  για να επιτρέπει (S). Η πρώτη κίνηση αυτού που υβρίστηκε ή αδικήθηκε είναι να ανταποδώσει πολύ περισσότερα. Η εντολή λοιπόν αυτή περιορίζει την εκδίκηση στην ταυτοπάθεια (=παθαίνω τα ίδια). Και ενώ μας φαίνεται σκληρή, στις αρχές συντελούσε σε καταπράϋνση, διότι αυτός που επιτέθηκε άδικα μπορούσε να τύχει χειρότερης μεταχείρισης από όσο το θύμα του (L).
Επιπλέον «είναι κατεξοχήν φιλάνθρωπος αυτός ο νόμος· διότι αυτό το διέταξε, ώστε εξαιτίας του φόβου ότι θα πάθουν τα ίδια, να μη βγάζουν τα μάτια και τα δόντια ο ένας του άλλου οι τότε άνθρωποι, δείχνοντας πολύ μεγάλη λύσσα στο να πληγώνουν ο ένας τον άλλον» (Ζ).
(2)   Θα συμπληρώσουμε με το ρήμα «δώσει», το οποίο υπάρχει στους Ο΄ (δ).
(3)   Εάν ο καθένας οφείλει να θυσιάζει το δίκιο του, η εξουσία όμως δεν έχει το δικαίωμα να παραμελεί κάθετί που συντελεί στη διατήρηση της τάξης και αυτό απαιτεί την τιμωρία αυτών που κάνουν αδικίες (L).
Δεν πρέπει να υποθέσουμε ότι ο Κύριος καταδίκασε τους νόμους οι οποίοι είναι αναγκαίοι για τη διατήρηση της κοινωνίας. Καταδίκασε ο Κύριος όχι την ποινική καταδίωξη των ενόχων αρπαγής και βίας, αλλά το πνεύμα της εκδίκησης. Ο νόμος της βασιλείας των ουρανών δεν είναι φιλαυτία, αλλά αγάπη. Συνεπώς όταν οδηγούν στο δικαστήριο τους παραβάτες για να τιμωρηθούν, εκείνοι οι οποίοι αδικήθηκαν από αυτούς, δεν πρέπει να κυριεύονται από αίσθημα εκδίκησης, αλλά οφείλουν να εκπληρώνουν θλιβερό καθήκον και όχι να ικανοποιούν κάποιο αίσθημα οργής.

Ματθ.5,39  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ(1)· ἀλλ᾿ ὅστις(2) σε ῥαπίσει(3) ἐπὶ τὴν δεξιὰν(4) σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην(5)·
Ματθ. 5,39  Εγώ όμως σας λέγω να μη καταληφθήτε από οργήν και εχθρότητα και να μη αντισταθήτε στον πονηρόν άνθρωπον, αλλά αν κανείς σε ραπίση στο δεξιόν μέρος του πρωσώπου σας, γύρισε και το άλλο μέρος του προσώπου.
(1)   «Πονηρό εδώ κάποιοι μεν λένε αυτόν που χτύπησε, ενώ ο Χρυσόστομος είπε τον διάβολο» (Ζ). Εναντίον της εκδοχής ότι πονηρός εδώ είναι ο διάβολος, προβλήθηκε ότι οφείλουμε να αντιστεκόμαστε εναντίον του διαβόλου σύμφωνα με το Ιακ. δ 7 (L).
Αλλά στην ένσταση αυτή δίνεται η απάντηση: «Τι λοιπόν; Δεν πρέπει να αντιστεκόμαστε στον πονηρό; Πρέπει μεν, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο» (Χ)· «όχι με το να επιτίθεσαι στον αδελφό· διότι αυτή την αντίσταση την εμπόδισε· αλλά με το να μακροθυμείς και να υπομένεις. Διότι ο θυμός δεν σβήνει με το θυμό, όπως ούτε η φωτιά με τη φωτιά» (Ζ).
Σοβαρή και η ερμηνεία, κατά την οποία το «τῷ πονηρῷ» είναι γένους ουδετέρου= το πονηρό και αμαρτωλό στοιχείο στη ζωή που γίνεται πράξη από κάποιο άτομο (a). Παντως εάν πάρουμε αυτό ως αρσενικό θα σήμαινε τον σατανά μάλλον παρά τον πονηρό άνθρωπο (p). Αντιστέκεται λοιπόν κάποιος στον πονηρό, όταν ανταποδίδει βρισιά στη βρισιά (b).
(2)   Η παρούσα πρόταση και οι ακόλουθες σχηματίζουν αντικλίμακα (από τα ισχυρότερα στα ασθενέστερα)= Πράξεις βιαιότητας (39 β), νομικές διαδικασίες (40), επίσημες αξιώσεις (41), απλές αιτήσεις (42)(S).
«Ο Χριστός και για αυτά νομοθέτησε αρχίζοντας μεν από το βαρύτερο και καταλήγοντας στο ελαφρότερο. Διότι βαρύτερο μεν από τα άλλα… είναι η ύβρις εναντίον του σαγονιού επειδή είναι πολύ ντροπιαστική· έπειτα έρχεται η αφαίρεση του χιτώνα και ελαφρότερο από αυτά είναι η αγγαρεία» (Ζ).
Ο Κύριος παρέχει εδώ 5 παραδείγματα. Όλα είναι μεταφορικά. Δεν παρέχουν κανόνες για το πώς να ενεργήσουμε, αλλά δείχνουν, ποια πρέπει να είναι η εσωτερική διάθεση. Για αυτό δεν πρέπει να θεωρήσουμε αυτούς ως κανόνες, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται κ α τ ά  γ ρ ά μ μ α (p).
(3)   «Όπως ακριβώς όταν λέει ότι αυτός που αποκαλεί τον αδελφό του ανόητο θα είναι ένοχος στη γέεννα, δεν το λέει μόνο για αυτήν την λέξη, αλλά και για κάθε κοροϊδία, έτσι λοιπόν και εδώ, δεν νομοθετεί αν μας ραπίζουν να το υποφέρουμε με γενναιότητα, αλλά και οτιδήποτε τυχόν πάσχουμε, να μην αναστατωνόμαστε. Για αυτό και εκεί επέλεξε την χειρότερη βρισιά, και εδώ το πιο ατιμωτικό θεωρούμενο χτύπημα, το χτύπημα στο σαγόνι, που είναι και το πιο υβριστικό» (Χ).
(4)   Ή, το δεξί σαγόνι αναφέρεται ως πιο ευγενές μέλος, παρόλο που πιο φυσικό είναι να χτυπηθεί από το δεξί χέρι αυτού που χτυπά το αριστερό μάγουλο αυτού που χτυπιέται (L).
Ή, εννοείται εδώ το δεξί χέρι που χτυπά με το εξωτερικό χέρι το δεξί μάγουλο και έπειτα το αριστερό μάγουλο με την παλάμη (δ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(5)   «Διατάζει όχι μόνο να μην αμυνόμαστε, αλλά και περισσότερο να παραδίδουμε τον εαυτό μας σε αυτόν που χτυπά και να τον συγκρατούμε με την ανεξικακία και μεγαλοψυχία μας» (Ζ). Πρέπει αυτός που χαστουκίζεται να είναι διατεθειμένος να υπομείνει και άλλες ύβρεις, χωρίς να εκδικηθεί (L).
Καθόλου όμως αποκλείει και τη χρήση του λόγου προς αυτόν που φέρεται έτσι άτοπα, αλλά μάλιστα προϋποθέτει ότι αυτή ακολουθεί μαζί με την μη αντίσταση και εξηγεί τους λόγους και τα αίτια της υποχώρησης, ότι δηλαδή αυτή δεν γίνεται από φόβο, αλλά από αγάπη. Για αυτό και ο Σωτήρας τον δούλο του αρχιερέα που τον χαστούκισε από τυφλό ζήλο, αμέσως τον νουθέτησε (δ).

Ματθ. 5,40  καὶ(1) τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι(2) καὶ τὸν χιτῶνά(3) σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον(3)·
Ματθ. 5,40  Και εις εκείνον που θέλει να σε οδηγήση εις τα δικαστήρια, δια να σου πάρη το υποκάμισον, άφησέ του και το επανωφόρι σου.
(1)   «Θέλει να δείχνουμε αυτήν την ανεξικακία όχι μόνο στα χτυπήματα, αλλά και στα χρήματα. Για αυτό πάλι αναφέρει την ίδια υπερβολή. Διότι όπως ακριβώς εκεί διατάζει να νικάμε με το να πάσχουμε, έτσι και εδώ με το να αφαιρούμαστε περισσότερα από όσα περίμενε αυτός που απαιτεί» (Χ).
(2)   «Δηλαδή εάν κάποιος σε σέρνει σε δικαστήριο και σου δημιουργεί ζητήματα» (Χ).
(3)   «Ιμάτιο λέγεται αυτό που εμείς λέμε πανωφόρι, ενώ χιτώνας είναι το εσωτερικό» (Ζ).
«Αυτό που εμείς λέμε πουκάμισο» (Θφ). Κατά τον δικό μας τρόπο ομιλίας ο χιτώνας ή το πουκάμισο είναι το τελευταίο, από το οποίο θα σκεφτόταν κάποιος να γδύσει κάποιον και να αφαιρέσει από αυτόν. Αλλά για τον φτωχό αγρότη της Παλαιστίνης ο χιτώνας ήταν λιγότερο απαραίτητος από το ιμάτιο, το οποίο μπορούσε και μόνο να φορά, χωρίς να φαίνεται ότι ήταν γυμνός» (L).
Το ιμάτιο ήταν πολυτιμότερο από τον χιτώνα (b), διότι χρησίμευε και ως σκέπασμα τη νύχτα και ως πανωφόρι που κάλυπτε το σώμα την ημέρα. Για αυτό και ο παλαιός νόμος δεν επέτρεπε στον δανειστή να έχει αυτό παρά μόνο την ημέρα. Δες Εξόδ. κβ 26,Δευτερ. κδ 13 (δ). Το τελευταίο αυτό προσδίδει πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην προτροπή αυτή του Σωτήρα (ο). Ακόμη και το ιμάτιο, για το οποίο σε προστατεύει ο νόμος, δώσε το.

Ματθ. 5,41 καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει(1) μίλιον(2) ἕν, ὕπαγε μετ᾿ αὐτοῦ δύο(3)·
Ματθ. 5,41 Και αν κανείς σε αγγαρεύση ένα μίλι πήγαινε μαζή του δύο.
(1)   Το αγγαρεύω βγαίνει από το άγγαρος, η οποία είναι περσική λέξη που δηλώνει τους από τον Κύρο εγκαταστημένους ταχυδρόμους, οι οποίοι μετέβαιναν από την πρωτεύουσα στις επαρχίες και το αντίστροφο για εκτέλεση εντολών του βασιλιά και του κράτους· αυτοί λοιπόν είχαν το δικαίωμα να παίρνουν και με τη βία στους σταθμούς στους οποίους κατέλυαν, κάθετί που ήταν αναγκαίο σε αυτούς για την οδοιπορία αυτή, όπως ζώα, οδηγούς κλπ. Αγγαρεύω λοιπόν= αναγκάζω κάποιον με τη βία σε οποιαδήποτε εργασία ή υπηρεσία. Δες και Ματθ. κζ 32 (δ).
(2)   Πρόκειται για το λατινικό μίλι που ισούνταν με 8 στάδια ή 1478 μέτρα (L) ή γύρω στις 1600 γιάρδες (S).
(3)   «Το να σε αγγαρεύσει σημαίνει το εξής, να σε σύρει άδικα και χωρίς κανένα λόγο και να σε κακοποιεί. Αλλά να είσαι έτοιμος και για αυτό, ώστε να πάθεις και περισσότερα από όσα εκείνος θέλει να κάνει» (Χ).

Ματθ. 5,42  τῷ αἰτοῦντί σε(1) δίδου(2) καὶ τὸν θέλοντα ἀπὸ σοῦ δανείσασθαι(3) μὴ ἀποστραφῇς.
Ματθ. 5,42  Εις εκείνον που έχει πράγματι ανάγκην και σου ζητεί ελεημοσύνην, δίδε με ειλικρινή αγάπην, και μη περιφρονήσης αυτόν, που θέλει να δανεισθή από σε χωρίς τόκον.
(1)   «Προστάζει να μην ξεχωρίζουμε τον άξιο από τον ανάξιο. Διότι από τη στιγμή που ζητά, έχει ανάγκη, όποιος και αν είναι. Επειδή και ο Θεός όλα τα απαραίτητα για τη ζωή σε όλους τους ανθρώπους ομοίως τα πρόσφερε, και σε αγαθούς και σε πονηρούς και σε πιστούς και σε απίστους» (Ζ).
«Ο λόγος μάς προσκαλεί στην κοινωνικότητα και φιλαλληλία και στη φυσική οικειότητα. Διότι ο άνθρωπος είναι πολιτικό (=κοινωνικό) ζώο και συναναστρέφεται με άλλους. Στην κοινή όμως πολιτεία και στην μεταξύ μας συναναστροφή είναι αναγκαίο το να προσφέρουμε εύκολα για επανόρθωση αυτού που έχει ανάγκη» (Β).
Όπως ο Αυγουστίνος απέδειξε, δεν μας παραγγέλλει να δίνουμε ό,τι μας ζητείται, αλλά σε καθέναν ο οποίος μάς ζητά. Μπορούμε να δώσουμε κάποιο σωτήριο λόγο ή να προσευχηθούμε για αυτόν. Ο Χριστός δεν συμφώνησε όταν του ζητήθηκε να παρέμβει στο μοίρασμα κληρονομιάς, αλλά προέβη σε σωτήριο έλεγχο και απειλή (Λουκ. ιβ 13-15).
(2)   Αυθεντική γραφή «δος» που συμφωνεί με το ακόλουθο «μη αποστραφείς». Για τη φράση «σε αυτόν που σου ζητά δίνε» δες Σοφ. Σειρ. δ 4,5 και κθ 2 («Μη απωθείς άνθρωπο, που θλίβεται και ο οποίος σε παρακαλεί. Και μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από πτωχό άνθρωπο. Μη απρστρέψης τα μάτια σου από άνθρωπον, που ευρίσκεται εις ανάγκην, και μη δίδης εις κανένα αφορμήν, να σε καταρασθή»).
(3)   «Τώρα διέταξε να δανείζουμε χωρίς τόκο» (Ζ).
«Αλλού όμως (Λουκ. στ 34) προχωράει το πράγμα ακόμη περισσότερο λέγοντας να δίνουμε σε εκείνους από τους οποίους δεν προσδοκούμε να πάρουμε πίσω» (Χ)

Ματθ. 5,43   Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη, ἀγαπήσεις(1) τὸν πλησίον σου(2) καὶ μισήσεις(3) τὸν ἐχθρόν σου.
Ματθ. 5,43  Ηκούσατε ότι ελέχθη• θα αγαπήσης τον πλησίον σου και θα μισήσης τον εχθρόν σου.
(1)   «Δες πώς έβαλε τελευταίο το αποκορύφωμα των αγαθών. Διότι για αυτό διδάσκει όχι μόνο να δεχόμαστε τα ραπίσματα αλλά να παρέχουμε και το δεξί σαγόνι, επίσης όχι μόνο να δίνουμε μαζί με τον χιτώνα και το ιμάτιο, αλλά και να ακολουθούμε δύο μίλια όποιον μας αγγαρεύει για ένα, για να δεχτούμε το πολύ περισσότερο από αυτά με όλη την ευκολία» (Χ).
(2)   Η φράση αγαπήσεις τον πλησίον σου βρίσκεται στο Λευϊτ. ιθ 18, όπου πλησίον σημαίνει τον ομοεθνή Ισραηλίτη. Η όλη φράση αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου σαφώς αναφέρεται σε κάποια επικρατούσα ερμηνεία των γραμματέων. Οι λέξεις «και μισήσεις τον εχθρόν σου» δεν συναντιούνται έτσι ξεκάθαρα στο νόμο (S).
Το πνεύμα όμως των λέξεων αυτών μπορεί να βγει από άλλες διατάξεις της Π.Δ. Έτσι το Λευϊτ. ιθ 18 μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ότι υπονοεί, ότι η εκδίκηση των αλλοεθνών ήταν επιτρεπόμενη. Ομοίως και τα Δευτερ. κγ 3,κε 19,Β Έσδρ. θ 1,12, τα αναφερόμενα στη συμπεριφορά απέναντι στους Αμμωνίτες, Μωαβίτες, Αμαληκίτες, θα ενθάρρυναν την αντίληψη αυτή. Ο αυστηρός χωρισμός μεταξύ του Ισραήλ και όλων των ειδωλολατρικών εθνών, ο οποίος καθίστατο αναγκαίος για αποφυγή του μολυσμού της ειδωλολατρικής ανηθικότητας, επόμενο ήταν να επιβεβαιώσει την πίστη, ότι ο νομιμόφρων δούλος του Ιεχωβά ήταν υποχρεωμένος να μισεί όλους όσοι ήταν εχθροί και του Θεού και δικοί του.
Και εύκολα μπορούσε να  οδηγηθεί στο φρόνημα, ότι οι δικοί του εχθροί ήταν και του Θεού εχθροί. Παρά ταύτα και αυτοί οι Ιουδαίοι μερικές φορές ξεπέρασαν το αίσθημα αυτό του μίσους προς τους εχθρούς. Δες Ιώβ λα 29,Παροιμ. ιζ 5,κδ 29,Ψαλμ. ζ 4-5,λδ 12-14. Το ζώο του εχθρού επιβαλλόταν να τύχει βοήθειας (Εξόδ. κγ 4,5) και υπήρξαν αυτοί που δίδαξαν, ότι, εάν κάποιος εχθρός και κάποιος φίλος βρίσκονταν σε ανάγκη, ο εχθρός έπρεπε να βοηθηθεί πρώτος, για να νικηθεί το κακό συναίσθημα.
Ο Κύριος διηύρυνε την έννοια του πλησίον. Και έτσι δεν ορίζει νέα εντολή σε αντίθεση με την παλαιά, αλλά το εμφανιζόμενο ως νέο παράγγελμα στην πραγματικότητα περιεχόταν στο παλαιό, αν κάποιος το κατανοούσε σωστά. Το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» καλύπτει τα πάντα, όταν η έννοια του πλησίον ερμηνευτεί σωστά. Διότι ένας άνθρωπος δεν παύει να είναι πλησίον ή αδελφός, επειδή έχει δυσμενείς διαθέσεις προς εμάς.
(3)   Έχει βεβαίως έννοια προστακτικής, αλλά ως παράλληλο του αγαπήσεις, πρέπει όμως να εννοήσουμε αυτό με την έννοια του επιτρέπεται να μισείς. Κανείς συνετός νομοθέτης ή ηθικολόγος δεν είναι δυνατόν να παραγγείλει το μίσος ως εντολή (L).

Ματθ. 5,44  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς(1) ὑμῶν, εὐλογεῖτε(2) τοὺς καταρωμένους(3) ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε(2) τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε(4) ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων(5) ὑμᾶς καὶ διωκόντων(4) ὑμᾶς.
Ματθ. 5,44  Εγώ όμως σας λέγω, αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευλογείτε αυτούς, οι οποίοι σας καταρώνται, ευεργετείτε αυτούς, οι οποίοι σας μισούν, και προσεύχεσθε δι’ εκείνους, οι οποίοι σας υβρίζουν και σας συκοφαντούν και σας καταδιώκουν αδίκως,
(1)   Το εχθρούς μπορούμε να το πάρουμε ότι περιλαμβάνει όλες τις κατηγορίες αυτών που εχουν κακή διάθεση, δηλαδή τον ιδιωτικό, τον εθνικό, τον θρησκευτικό εχθρό (S).
(2)   Το μεν «αγαπώ» αναφέρεται στην εσωτερική αγαθή διάθεση προς τους εχθρούς, ενώ το να ευλογούν αυτούς που τους καταριούνται λέγεται για να εύχονται στο Θεό αγαθά υπέρ αυτών, ενώ το καλώς ποιείτε λέγεται για να δείχνουν με καλά έργα αυτή τη διάθεση (δ). Αγαπάτε, ευλογείτε, καλώς ποιείτε, προσεύχεσθε. Τέσσερεις προτάσεις, οι οποίες πρέπει να διαβαστούν με χιαστό σχήμα, αν και η τρίτη περιλαμβάνεται σχεδόν στην πρώτη ενώ η δεύτερη στην τέταρτη (b).
Η φράση «εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς» όπως καὶ η «τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς» δεν μαρτυρούνται από τον σιναϊτικό κώδικα, τον βατικανό και κάποιους μικρογράμματους, και για αυτό θεωρήθηκαν ότι μπήκαν εδώ από το παράληλο χωρίο του Λουκά.
(3)   Καταριέμαι=επικαλούμαι κακά για κάποιον (g).
(4)   Διώκοντες, δηλαδή θρησκευτικοί διώκτες (S). Όταν οι εχθροί είναι διώκτες, το οποίο αναμφίβολα πρέπει να εννοηθεί για θρησκευτικό διωγμό (δες ε 10-12), εύκολα μπορεί κάποιος να νομίσει, ότι είναι επιτρεπόμενο να τους μισεί ως εχθρούς του Θεού, αφού το θέλημα του Θεού υπερασπίζεται ο διωκόμενος. Και βεβαίως οφείλει κάποιος να εύχεται να παύσουν να διώκουν την αλήθεια, δεν δικαιολογείται όμως να εμφιλοχωρεί κάποιο προσωπικό μίσος, αλλά εφόσον ο διωκόμενος έχει συνείδηση ότι βρίσκεται σε φιλία με το Θεό, να δέεται για χάρη τους. Το παράγγελμα αυτό είναι τόσο σπουδαίο και πρέπει να το παίρνουμε τόσο ακριβώς κατά γράμμα, όσο ο Κύριος έδωσε για αυτό το παράδειγμα (Λουκ. κγ 34), μιμούμενος από τον Στέφανο (Πράξ. ζ 60) (L)
(5)   Επηρεάζω= υβρίζω, προπηλακίζω, συκοφαντώ (g). Να προσεύχεστε για τέτοια πρόσωπα· και με τις προσευχές σας φέρτε ευλογίες για εκείνους, οι οποίοι αφαιρούν από σας τις ευλογίες (b).

Ματθ. 5,45  ὅπως γένησθε υἱοὶ(1) τοῦ πατρὸς ὑμῶν(2) τοῦ ἐν οὐρανοῖς(3), ὅτι(4) τὸν ἥλιον(5) αὐτοῦ(6) ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς(7) καὶ βρέχει(5) ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους.
Ματθ. 5,45  δια να αναδειχθήτε έτσι τέκνα του ουρανίου Πατρός σας. Διότι και αυτός τον ζωογόνον ήλιόν του ανατέλλει εις πονηρούς και αγαθούς και στέλνει την βροχήν στους δικαίους και στους αδίκους.
(1)   «Επειδή ήταν μεγάλη η εντολή και απαιτούσε γενναία ψυχή και πολύ ζήλο, βάζει και μισθό τέτοιο, όσο για κανένα από τα προηγούμενα. Διότι εδώ δεν ανέφερε τη γη, όπως στους πράους, ούτε την παρηγοριά και το έλεος, όπως στους πενθούντες και ελεήμονες, ούτε τη βασιλεία των ουρανών, αλλά αυτό που ήταν πιο φρικτό από όλα αυτά, το να γίνουν όμοιοι με το Θεό, στο βαθμό βεβαίως που είναι λογικό να γίνουν οι άνθρωποι» (Χ).
(2)   «Ο Θεός είναι πατέρας μεν των ανθρώπων, επειδή τους έπλασε… αλλά επίσης και επειδή φροντίζει και προνοεί για αυτούς· διότι είναι ιδιαίτερο γνώρισμα του πατέρα το να φροντίζει και να προνοεί για το παιδί του· υιοί του Θεού γίνονται αυτοί που εξομοιώνονται με αυτόν μέσω της αρετής, όσο είναι δυνατόν σε άνθρωπο· διότι είναι γνώρισμα του γιου να εξομοιώνεται με τον πατέρα του. Για να γίνετε, λέει, υιοί του Θεού όχι ως προς τη φύση, αλλά μέσω της ομοίωσης, με το να αγαπάτε τους εχθρούς σας» (Ζ).
Η αγάπη είναι η ουσία του Θεού· η αγάπη που επεκτείνεται προς τους εχθρούς, κάνει περισσότερο από κάθετί άλλο αυτόν που αγαπά όμοιο με το Θεό· και αφού ο γιος είναι η εικόνα του πατέρα, κάνει η αγάπη αυτή τον άνθρωπο γιο του Θεού (L).
(3)   «Διασκορπίζει πολύ παντού το όνομα των ουρανών, υψώνοντας το φρόνημά τους και από τον τόπο» (Χ).
(4)   «Έπειτα αναφέροντας την ομοιότητα λέει, ότι ανατέλλει τον ήλιο του σε πονηρούς και αγαθούς και βρέχει σε δικαίους και αδίκους. Διότι αυτός, λέει, όχι μόνο δεν μισεί, αλλά και ευργετεί αυτούς που υβρίζουν. Παρόλο που αυτό που γίνεται δεν είναι καθόλου ίσο, όχι μόνο λόγω της υπερβολής της ευεργεσίας αλλά και λόγω της υπεροχής της αξίας. Διότι εσύ μεν καταφρονείσαι από τον ομόδουλό σου, ενώ εκείνος (ο Θεός) από τον δούλο και αυτόν που ευεργετήθηκε μύριες φορές· και εσύ μεν του χαρίζεις μόνο λόγια, προσευχόμενος για αυτόν, ενώ αυτός πράγματα πολύ μεγάλα και θαυμαστά, ανάβοντας τον ήλιο και δίνοντας τις ετήσιες βροχές» (Χ).
(5)   «Με τον ήλιο και τη βροχή δήλωσε όλα τα απαραίτητα για τη ζωή. Διότι από αυτά τα δύο όλα τα προερχόμενα από τη γη γεννιούνται και τρέφονται και αυξάνονται και τελειοποιούνται» (Ζ).
(6)   Αυτός και δημιούργησε και κυβερνά τον ήλιο και έχει αυτόν αποκλειστικά στη δική του δύναμη (b).
(7)   Πονηρούς και αγαθούς-δικαίους και αδίκους, χιαστό σχήμα.

Ματθ. 5,46   ἐὰν γὰρ(1) ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας(2) ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε(3); οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι(4) τὸ αὐτὸ ποιοῦσι;
Ματθ. 5,46   Διότι, εάν αγαπήσετε εκείνους μόνον που σας αγαπούν, ποίαν ανταμοιβήν έχετε να περιμένετε από τον Θεόν; Μηπως και οι τελώναι δεν κάμνουν το ίδιο;
(1)   «Οδηγεί σε αυτό όχι μόνο από το παράδειγμα το σχετικό με το Θεό, αλλά και από το αντίθετο=Αν μεν λοιπόν κάνεις αυτά, στέκεσαι με το μέρος του Θεού, αν όμως εγκαταλείπεις αυτά, με τους τελώνες» (Χ).
(2)   «Δεν είναι αρετή το να αγαπάς αυτόν που σε αγαπά, αλλά φυσική συνέπεια. Διότι και οι τελώνες κάνουν αυτό, στους οποίους δεν υπάρχει ούτε ίχνος αρετής» (Ζ).
(3)   Η φράση «έχουν μισθό» λέγεται για εκείνους, στους οποίους βραβείο επιφυλάσσεται από το Θεό· τους οποίους αναμένει θεία αμοιβή (g). Ποιά ανταμοιβή έχετε από το Θεό; (δ).
(4)   «Τελώνες είναι οι φορολόγοι… Αυτά τα επαγγέλματα κατηγορούνταν πάρα πολύ, ως άδικα και πλεονεκτικά και ασυμπαθή» (Ζ). Οι εισπράκτορες των φόρων, όχι οι αξιωματούχοι οι αποκαλούμενοι στους Ρωμαίους publicani (S).
Στην υπηρεσία των αξιωματούχων αυτών βρίσκονταν οι εισπράκτορες των φόρων, οι οποίοι για τη φιλαργυρία, την σκληρότητα, την δολιότητα περιφρονούνταν όχι μόνο στους Ιουδαίους αλλά και στα άλλα έθνη. Έτσι ο Αρτεμίδωρος (1,23. 4,57) τοποθετεί αυτούς μαζί με τους «κάπηλους και αυτούς που ζουν με αναίδεια και τους ληστές και με ανθρώπους που έκλεβαν στο ζύγι και εξαπατούσαν στους λογαριασμούς», ενώ στον Λουκιανό (νεκυομ. 11) αναφέρονται μαζί στη σειρά «μοιχοί, πορνοβοσκοί (=μαστρωποί, προαγωγοί, κάτοχοι πορνείου) και τελώνες και κόλακες». Στους συνοπτικούς ευαγγελιστές συχνά η ονομασία τελώνες συνδέεται με το αμαρτωλοί (Ματθ. θ 10,Μάρκ. β 15,Λουκ. ε 30,ζ 34,ιε 1) και με τη λέξη πόρνες (Ματθ. κα 31). Δες και τη φράση όπως ο εθνικός και ο τελώνης (Ματθ. ιη 17)(g).

Ματθ. 5,47  καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε(1) τοὺς αδελφούς(2) ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν(3) ποιεῖτε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι(4) οὕτω ποιοῦσιν;
Ματθ. 5,47  Και εάν χαιρετίσετε με εγκαρδιότητα τους φίλους σας τους Ιουδαίους, τι περισσότερον κάμνετε από τους άλλους; Το ίδιο δεν κάμνουν και οι τελώναι;
(1)   Ένδειξη ψυχρότητας είναι και η αποφυγή του χαιρετισμού. Το να χαιρετά λοιπόν κάποιος κάποιον εχθρό, και μάλιστα με τις τρυφερές εκδηλώσεις του ανατολικού χαιρετισμού, ισοδυναμεί με το να συγχωρεί αυτόν από καρδιάς (L). Ασπασμό λοιπόν ονομάζει εδώ τον κατά τη συνάντηση χαιρετισμό, που δείχνει την αμοιβαία των συναντωμένων αγάπη και φιλική διάθεση (δ).
(2)   Αδελφοί εδώ σε αντίθεση με τους εθνικούς ονομάζονται οι ομοεθνείς και ομογενείς, οι Ιουδαίοι όπως και στην Π.Δ. Δες Λευϊτ. κε 35,Αριθμ. κζ 3,Δευτερ. ιε 2,3 (δ)
(3)   Τέτοιο, όπως αρμόζει στους υιούς του Θεού (b). Παραπανω, εξαιρετικό, εξέχον (g).
(4)   Αυθεντική γραφή εθνικοί. Οι εθνικοί αναφέρονται διότι περιφρονούνταν και αυτοί από τους Ιουδαίους ως αμαρτωλοί και μολυσμένοι (δ). Και οι ίδιοι οι εθνικοί χαιρετούν εγκάρδια τους αδελφούς τους, δηλαδή αυτούς που ανήκουν στον ίδιο εθνικό ή θρησκευτικό όμιλο (L).

Ματθ. 5,48  (1)Ἔσεσθε(2) οὖν ὑμεῖς(3) τέλειοι(4), ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν(5) ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν(6).
Ματθ. 5,48   Αγωνισθήτε λοιπόν να γίνετε σεις τέλειοι με την αγάπην προς όλους, όπως τέλειος είναι και ο ουράνιος Πατέρας σας.
(1)   Ο σ. αυτός μπορεί να θεωρηθεί ή ως συμπέρασμα του όλου τμήματος της επι του όρους ομιλίας, που αφορά στη νέα τελειότητα, δηλαδή των σ. 17-47 (L).=Τηρώντας το νόμο όπως συμπλήρωσα αυτόν, ας γίνεστε τέλειοι·
ή, τα συμφραζόμενα φαίνεται να δείχνουν, ότι σημαίνεται εδώ ειδικά η τελειότητα στην αγάπη. Το να αποδίδει κάποιος κακό αντί καλού είναι διαβολικό· το να αποδίδει καλό αντί καλού είναι ανθρώπινο· το να αποδίδει καλό αντί κακού είναι θείο. Το να αγαπάμε όπως ο Θεός αγαπά είναι ηθική τελειότητα και προς την τελειότητα αυτή λέει σε μας ο Χριστός να αποβλέπουμε (p).
Η δεύτερη εκδοχή πιο σωστή.
(2)   Μέλλοντας χρόνος με σημασία προστακτική όπως και στις εντολές (ου φονεύσεις, ου μοιχεύσεις…). Εδώ όμως ο μέλλοντας εκφράζει την σχετικά με τους μαθητές προσδοκία του Σωτήρα = να είστε, όπως προσδοκώ και αναμένω από εσάς (δ).
(3)   Εσείς σε τιμητική αντίθεση με εκείνους (b).
(4)   Το τέλειος εδώ έχει βαθύτερη έννοια από εκείνη την οποία η ίδια λέξη έχει στην Π.Δ. Εκεί σημαίνει βίο δίκαιο, ελεύθερο από ηθικό ολίσθημα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον δίκαιο άνδρα όπως ήταν ο Νώε (Γεν. στ 9) ή ο Ιώβ (Ιώβ α 1)(S). Εδώ τα συμφραζόμενα καθορίζουν την έννοια της λέξης ως τελειότητα στην αγάπη, η οποία ζητά το καλό για όλους τους ανθρώπους (a).
«Αυτοί μεν που αγαπούν όσους τους αγαπούν, είναι ατελείς στην αγάπη· αυτοί όμως που αγαπούν τους εχθρούς, αυτοί είναι τέλειοι» (Ζ). Αλλά οι στην αγάπη τέλειοι, είναι τέλειοι και σε κάθε αρετή, αφού «η αγάπη είναι πλήρωμα του νόμου».
(5)   Η ομοιότητα αυτή του ανθρώπου με το Θεό πρέπει να θεωρείται με σχετική πάντοτε έννοια. «Διότι και εμείς, αν και δεν μπορούμε να γίνουμε όμοιοι με το Θεό κατά την ουσία του, όμως αν βελτιωνόμαστε με την αρετή, μιμούμαστε το Θεό… Το ότι όλα όσα γεννήθηκαν είναι τρεπτά (=μεταβάλλονται), κανείς δεν θα το αρνιόταν, αφού οι μεν άγγελοι έκαναν παράβαση, ο δε Αδάμ παράκουσε και όλοι χρειάζονται τη χάρη του Θεού. Ένα πλάσμα όμως τρεπτό δεν θα μπορούσε να είναι όμοιο με τον άτρεπτο Θεό, όπως ακριβώς ούτε το κτίσμα με τον κτίστη» (Α).
«Και πώς θα μπορούσε να γίνει η μακαριότητα που βλέπουμε στο Θεό να επεκταθεί και στην ανθρώπινη ταπεινότητα… και να μοιάσει ο γήινος με τον ουράνιο, αφού αυτή η φυσική διαφορά δείχνει ότι είναι αδύνατη η μίμηση;… Αλλά είναι σαφής ο λόγος για αυτό. Ότι δηλαδή, το ευαγγέλιο δεν διατάζει να συγκρίνουμε τη θεία με την ανθρώπινη φύση, αλλά να μιμηθούμε στη ζωή τις αγαθές ενέργειες του Θεού όσο είναι δυνατόν. Το να αποξενωθούμε από κάθε κακία, όσο είναι δυνατόν, και να είμαστε καθαροί από τους μολυσμούς της με έργα και λόγια και με τη διάννοια, αυτό είναι πραγματική μίμηση της θείας τελειότητας» (Γν).
(6)   Ο Θεός είναι τέλειος, διότι παρέχει τις εύνοιές του εξίσου σε όλους (a), είναι τέλειος διότι είναι αγάπη.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 6
Ματθ. 6,1 (1)Προσέχετε(2) τὴν ἐλεημοσύνην(3) ὑμῶν μὴ ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι(4) αὐτοῖς· εἰ δὲ μήγε(5), μισθὸν οὐκ ἔχετε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(6).
Ματθ. 6,1   Προσέχετε να μην κάνετε την ελεημοσύνην σας εμπρός εις τα μάτια των ανθρώπων, δια να σας ίδουν και σας θαυμάσουν και να σας επαινέσουν• διότι έτσι δεν έχετε κανένα μισθόν από τον Πατέρα σας τον επουράνιον.
(1)   Ο πρώτος σ.  είναι εισαγωγή στην τριάδα που ακολουθεί (ελεημοσύνη, προσευχή, νηστεία) και δεν πρέπει να περιοριστεί σε μόνη την ελεημοσύνη, για την οποία γίνεται λόγος στους σ. 2-4 (p). Αρχή γενική που διακηρύσσεται εδώ είναι η: Η άσκηση της αρετής δεν πρέπει να είναι πράξη επίδειξης (F).
«Εξορίζει το πάθος το πιο τυραννικό από όλα, την λύσσα και την μανία που γίνεται για την κενή δόξα σε αυτούς που κατορθώνουν κάτι. Διότι από την αρχή μεν δεν μίλησε για αυτό… Διότι δεν γεννιέται αυτόματα αυτή η ασθένεια, αλλά όταν κατορθώσουμε πολλά από τα προστάγματα. Έπρεπε λοιπόν πρώτα να φυτεύσει την αρετή, και τότε να ξεριζώσει το πάθος που επηρεάζει τον καρπό της. Και δες από πού αρχίζει· από τη νηστεία και την προσευχή και την ελεημοσύνη. Διότι σε αυτά κατεξοχήν τα κατορθώματα συνηθίζει να εισέρχεται» (Χ).
(2)   Το «προσέχετε», μπαίνοντας μπροστά δείχνει, πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος. Τα ελατήρια και για τις καλύτερές μας πράξεις μπορούν να νοθευτούν και η σκέψη του να θαυμαστούμε από τους ανθρώπους είναι συχνότατη.
«Και πρόσεξε πώς άρχισε, μιλά σαν να πρόκειται για κάποιο θηρίο που δύσκολα γίνεται αντιληπτό και είναι φοβερό στο να εξαπατήσει όποιον δεν βρίσκεται σε άκρα εγρήγορση… Διότι το θηρίο τρυπώνει κρυφά και σκορπίζει χωρις θόρυβο τα πάντα και χωρίς να το καταλάβουμε όλα όσα έχουμε μέσα στο σπίτι τα πετά έξω» (Χ).
(3)   Αυθεντική και πιο σωστή γραφή: την δικαιοσύνην, η οποία αποτελεί το όλο, του οποίου τρεις διαιρέσεις ακολουθούν αμέσως, δηλαδή η ελεημοσύνη, ως καθήκον ειδικό προς τον πλησίον, η προσευχή ως καθήκον ειδικό προς τον Θεό, και η νηστεία που κατέχει την ίδια θέση αναφορικά με τον εαυτό μας. Οι τρεις αυτές σχέσεις, με το Θεό, με τον πλησίον και με τον εαυτό μας απαριθμούνται συχνά στις Γραφές (b).
Η δικαιοσύνη μας πρέπει να περισσεύει από αυτήν των γραμματέων και Φαρισαίων με την έννοια που εξηγήθηκε στο ε 21-48. Αλλά πρέπει επίσης να διαφέρει και στο είδος από αυτήν των γραμματέων και Φαρισαίων με την αποφυγή της επίδειξης. Η γραφή ελεημοσύνη, οφείλεται στο ότι οι αντίστοιχες εβραϊκές και αραμαϊκές λέξεις απέκτησαν και την έννοια της ελεημοσύνης οπότε το κάνω δικαιοσύνη σύμφωνα με τον εβραϊκό τρόπο ομιλίας μπορεί να σημαίνει και κάνω ελεημοσύνη, εφόσον τα συμφραζόμενα ζητούν μια τέτοια έννοια (a).
Υπάρχει και η γραφή δόσιν. Ο Zahn εισηγείται, ότι οι 3 γραφές είναι διαφορετικές προφορικές μεταφράσεις της ίδιας αραμαϊκής λέξης (p).
(4)   «Αφού είπε να μην κάνουν μπροστά στους ανθρώπους, πρόσθεσε, για να σας δουν» (Χ), «εννοώντας με αυτό· Προσέχτε, να μην κάνετε αυτήν για αυτόν το λόγο μπροστά στους ανθρώπους, για να σας δουν. Διότι αν δεν κάνετε αυτήν για αυτόν τον λόγο, τίποτα δεν εμποδίζει και μπροστά τους να την κάνετε. Διότι ο σκοπός της εξετάζεται, όχι ο τρόπος. Διότι είναι δυνατόν και μπροστά στους ανθρώπους να κάνει κάποιος και να μην το κάνει για επίδειξη, όταν κάποιος δηλαδή το κάνει μόνο λόγω της συμπάθειας για τον άλλον» (Ζ)·
«και είναι επίσης δυνατόν πάλι να μην το κάνει μπροστά στους ανθρώπους, και να το κάνει για να τον δουν. Για αυτό όχι απλώς την πράξη, αλλά τη διάθεση και τιμωρεί και στεφανώνει… Διότι θέλει να διαπλάσει την ψυχή και να την απαλλάξει από κάθε νόσημα» (Χ).
(5)   Αν όμως δεν κάνετε αυτό προσέχτε (δ). Ειδάλλως.
(6)   «Πάλι εξυψώνει το φρόνημά τους, θυμίζοντάς τους τον Πατέρα και τον ουρανό, για να μην τους ελέγξει μόνο με τη ζημιά [δεν έχετε μισθό], αλλά να τους κάνει να ντραπούν και με τη μνήμη αυτού που τους γέννησε» (Χ)· «κάνοντάς τους να ντραπούν διότι ενώ έχουν πατέρα ουράνιο, φρονούν γήινα και συγχρόνως παρακινώντας τους στο να ζουν αντάξια τέτοιου πατέρα» (Ζ).

Ματθ. 6,2  Ὅταν οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃς(1) ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ(2) ποιοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ῥύμαις(3), ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἀμὴν(4) λέγω ὑμῖν, ἀπέχουσι(5) τὸν μισθὸν αὐτῶν.
Ματθ.6,2  Όταν λοιπόν συ κάμνης ελεημοσύνην, μη την διαλαλής παντού διασαλπίζοντάς της, όπως κάμνουν οι υποκριταί εις τας συναγωγάς και τους πλατείς δρόμους, δια να δοξασθούν από τους ανθρώπους. Αληθινά σας λέγω ότι παίρνουν αυτοί ολόκληρον τον μισθόν των.
(1)   «Όχι ότι είχαν σάλπιγγες εκείνοι, αλλά το λέει θέλοντας να δείξει την πολλή τους μανία με την μεταφορά αυτή, διακωμωδώντας και διαπομπεύοντας αυτούς με αυτήν» (Χ).
«Μη σαλπίσεις λέει, αντί να πει μην δημοσιεύσεις ώστε να γίνεις γνωστός στους ανθρώπους. Διότι αυτοί που σαλπίζουν, σαλπίζουν για να ακουστούν από το πλήθος» (Ζ). Το σαλπίζω λοιπόν λέγεται μεταφορικά (p)=κάνω θόρυβο για να ελκύσω την προσοχή (F).
(2)   «Όπως ακριβώς παραπάνω ανέφερε τελώνες και εθνικούς, ντροπιάζοντας με την ποιότητα των προσώπων αυτούς που έπρεπε να τους μιμηθούν, έτσι και εδώ αναφέρει τους υποκριτές… και σωστά είπε υποκριτές· διότι το μεν προσωπείο ήταν ελεημοσύνη, η διάνοιά τους όμως είχε ωμότητα και απανθρωπιά. Διότι δεν ελεούν για τους πλησίον, αλλά για να απολαύσουν αυτοί δόξα· το οποίο ήταν δείγμα έσχατης ωμότητας, ενώ ο άλλος πεθαίνει από την πείνα, αυτοί να ζητούν δόξα και να μη σταματούν τη συμφορά» (Χ).
«Υποκριτές είναι αυτοί που άλλο μεν είναι, άλλο όμως φαίνονται· και αυτοί λοιπόν φαίνονται μεν ελεήμονες, είναι όμως άλλοι» (Θφ).
Ο Κύριος έχει υπ’ όψη τους Φαρισαίους, οι οποίοι αξίωναν ότι ήταν και θεωρούνταν κοινώς υποδείγματα για καθέναν που επιθυμούσε να είναι ακριβής τηρητής του νόμου. Και δεν αναφέρει μεν αυτούς ονομαστικά, αλλά από το κεφ. κγ γίνεται φανερό, ότι αυτοί υπονοούνται και εδώ. Αλλά και χωρίς το κεφ. αυτό, δεν χωρά αμφιβολία, ότι για τους Φαρισαίους πρόκειται. Δες Ματθ. ιε 7,κβ 18 (p).
(3)   Ρύμη είναι επέκταση δρόμου σε πόλη που είναι περιφραγμένη και από τις δύο πλευρές με οικοδομήματα (g). Στο Λουκ. ιδ 21 μπαίνει σε αντίθεση με τις πλατείες. Εδώ όμως φαίνεται να σημαίνει μάλλον πλατιούς δρόμους (ο).
(4)   Ο Κύριος γνωρίζει τα μυστικά των θείων βουλών (b).
(5)   Η πρόθεση «από» στο ρήμα απέχουσι δηλώνει το τελείως, ολοτελώς (δ). Παίρνουν πλήρως την αμοιβή τους και ο Θεός δεν οφείλει σε αυτούς τίποτα (p). «Με το να επαινούνται δηλαδή, πήραν το παν από τους ανθρώπους» (Θφ).

Ματθ. 6,3  σοῦ δὲ ποιοῦντος(1) ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου(2),
Ματθ. 6,3  Συ δε, όταν κάνης ελεημοσύνην, να την προσφέρης με τόσην μυστικότητα, ώστε το αριστερό σου χέρι να μη μάθη το καλό που κάνει το δεξί σου.
(1)   «Αφού είπε πώς δεν πρέπει να κάνουν, δείχνει πάλι πώς πρέπει να κάνουν» (Χ).
(2)   «Πάλι εδώ δεν υπαινίσσεται χέρια, αλλά το είπε αυτό υπερβολικά. Αν είναι δυνατόν, λέει, να αγνοήσεις τον εαυτό σου, φρόντισέ το αυτό με κάθε τρόπο, ακόμη και αν είναι δυνατόν να κρυφτούν τα χέρια που διακονούν» (Χ).
Συνήθως την ελεημοσύνη τη δίνουμε με το δεξί. Χρησιμοποιεί λοιπόν ο Σωτήρας πολύ έξυπνη εικόνα, κατά την οποία μόνο το απαραίτητο της ελεημοσύνης όργανο, όπως είναι το δεξί χέρι, οφείλει να ξέρει μαζί μας ό,τι πράξαμε· ούτε το ίδιο το άλλο χέρι ας μην ξέρει τι κάνει το δεξί (δ). «Αυτός που κάνει κρυφά το καλό και δεν δημοσιεύει αυτό, αλλά ζητά να διαφύγει την προσοχή και του ίδιου του ευεργετουμένου, αυτός είναι για τον οποίο λέει ο Κύριος, να μη γνωρίζει το αριστερό σου τι κάνει το δεξί σου» (Σευήρου).
Σοβαρή και η ερμηνεία: «Με το αριστερό χέρι υπαινίχτηκε αυτούς που μας είναι πολύ κοντινοί και οικείοι. Διότι τίποτα δεν είναι πιο κοντινό και οικείο σε σένα από το χέρι σου. Ούτε αυτοί, λέει, να γνωρίζουν την ελεημοσύνη του δεξιού σου χεριού» (Ζ).
Αξιοσημείωτη και η: «το αριστερό χέρι γνωρίζει το δεξιό και καθήκον έργο, όταν μολύνεται από φιλοδοξία» (Ω).

Ματθ. 6,4  ὅπως ᾖ σου ἡ ἐλεημοσύνη ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου(1) ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ(2).
Ματθ. 6,4  Δια να μείνη έτσι η ελεημοσύνη σου μυστική και άγνωστος• και ο Πατήρ σου, που βλέπει και τα πλέον απόκρυφα έργα, θα σου δώση την αμοιβήν ενώπιον όλου του κόσμου.
(1)   «Ετοιμάζει σε αυτόν μεγάλο και σεμνό θέατρο και δίνει σε αυτόν άφθονα ό,τι ακριβώς επιθυμεί. Διότι, τι θες, λέει. Δες θες να έχεις κάποιους θεατές των πράξεων; Ορίστε λοιπόν, έχεις όχι αγγέλους και αρχαγγέλους αλλά το Θεό των όλων… Αν είναι ανάγκη να κάνεις επίδειξη, πρέπει να επιδεικνύεσαι στον Πατέρα προ πάντων· και μάλιστα πολύ περισσότερο όταν κύριος και του στεφανώματος και της τιμωρίας είναι ο Πατέρας» (Χ).
(2)   «Αν όμως επιθυμείς να έχεις και ανθρώπους θεατές, ούτε αυτής της επιθυμίας σε αποστερεί, αλλά στον κατάλληλο καιρό, αλλά και σου παρέχει αυτό και με μεγαλύτερη υπερβολή. Διότι τώρα μεν αν κάνεις επίδειξη, θα μπορέσεις να επιδειχτείς μόνο σε δέκα και είκοσι ή και εκατό ανθρώπους· αν όμως επιδιώκεις να κρυφτείς τώρα, τότε ο ίδιος ο Θεός θα σε ανακηρύξει, όταν θα είναι παρούσα όλη η οικουμένη… Και τώρα μεν θα σε κατηγορήσουν οι θεατές ως κενόδοξο· όταν όμως σε δουν να στεφανώνεσαι, όχι μόνο δεν θα κατηγορήσουν, αλλά και θα θαυμάσουν όλοι» (Χ).

Ματθ. 6,5  Καὶ ὅταν προσεύχῃ(1), οὐκ ἔσῃ(2) ὥσπερ οἱ ὑποκριταί(3), ὅτι φιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς(4) καὶ ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν(5) ἑστῶτες(6) προσεύχεσθαι, ὅπως ἂν φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν(7).
Ματθ. 6,5  Και όταν προσεύχεσαι, δεν πρέπει να μιμήσαι τους υποκριτάς. Διότι αυτοί ευχαριστούνται και επιδιώκουν να στέκουν όρθιοι και να προσεύχωνται εις τας συναγωγάς και εις τας γωνίας των πλατειών,δια να επιδειχθούν. Αληθινά σας λέγω, ότι παίρνουν έτσι την ανταμοιβήν των.
(1)   Αυθεντική γραφή: όταν προσεύχησθε ουκ έσεσθε ως οι…
(2)   Ο μέλλοντας εδώ όπως και στο ε 48= δεν πρέπει να είσαι τέτοιος (δ).
(3)   «Πάλι και αυτούς τους ονομάζει υποκριτές και πολύ λογικά· διότι προσποιούνται ότι προσεύχονται στο Θεό αλλά κοιτάζουν γύρω τους ανθρώπους και δεν στέκονται όπως οι ικέτες αλλά όπως άνθρωποι καταγέλαστοι. Διότι αυτός που πρόκειται να ικετέψει, αφού τους αφήσει όλους, προς εκείνον μόνο βλέπει, αυτόν που είναι κύριος να δώσει το αίτημα» (Χ).
(4)  Στα χρόνια του Κυρίου δεν υπήρχε εξ’ επαγγέλματος αρχηγός στην προσευχή στις προσευχές στις τελετές των συναγωγών, αλλά το καθήκον αυτό αναλαμβανόταν από κάποιο μέλος της συναγωγής, ο οποίος στεκόταν μπροστά στο κιβώριο (=κουβούκλιο) που περιείχε τα ειλητάρια (παπύρους) του νόμου (S). Οι Φαρισαίοι λοιπόν επεδίωκαν να προΐστανται στην προσευχή στις συναγωγές.
(5)   Πλατεία με την ίδια έννοια όπως και σε μας, οπότε η φράση στις γωνίες των πλατειών= στα άκρα των πλατειών, για να μην ενοχλούνται από τα αχθοφόρα ζώα που περνούσαν από τη μέση τους (L).
Ή, πλατεία εννοείται η οδός, οπότε γωνίες των πλατειών, εκεί όπου οι δρόμοι συναντιούνται (b), τα σταυροδρόμια. Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
Δεν είναι ανάγκη να υποθέσουμε, ότι οι Φαρισαίοι έβγαιναν στις οδούς για να προσευχηθούν, αλλά ότι, όταν σε ώρα προσευχής βρίσκονταν σε κάποια πλατεία, επιδεικτικά εκδήλωναν την αφοσίωσή τους (p). Οι Μωαμεθανοί διατήρησαν στο σημείο αυτό, όπως και σε άλλα, την παλαιά παράδοση της Ανατολής. Όταν σημαίνει ώρα προσευχής, ο μουσουλμάνος, εφόσον βρίσκεται έξω από το σπίτι του, ζητά χαλί και παίρνει τη στάση της προσευχής στραμμένος προς την Μέκκα (L).
(6)   Μάλλον με την έννοια του δικού μας ποζάρω. Δηλώνει την επιτηδευμένη στάση, που αποσκοπεί στο να γίνουν ορατοί (L).
(7)   «Δεν είπε, ότι δεν θα πάρουν μισθό αυτοί, αλλά ότι παίρνουν, δηλαδή ότι θα πάρουν μεν, από αυτούς όμως που επιθυμούν αυτοί… Εφόσον ζητούν την από τους ανθρώπους αμοιβή, δεν θα ήταν δίκαιοι να πάρουν από το Θεό, για τον οποίο δεν έκαναν τίποτα» (Χ).

Ματθ. 6,6  σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ(1), εἴσελθε εἰς τὸν ταμιεῖόν(2) σου, καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ(3), καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει(4) σοι ἐν τῷ φανερῷ.
Ματθ. 6,6  Συ όμως, όταν θέλης να προσευχηθής, προτίμα το ιδιαίτερον δωμάτιόν σου, κλείσε την θύραν και κάμε την προσευχήν σου στον Πατέρα σου, που είναι αόρατος και σαν κρυμμένος. Και ο Πατήρ σου, που βλέπει και τα πλέον απόκρυφα, θα σου αποδώση εις τα φανερά την αμοιβήν σου.
(1)   =Όταν έχεις κατά νου να προσευχηθείς (δ) «Ομοίως και εδώ, αφού είπε πώς δεν πρέπει να κάνουμε, λέει και πώς πρέπει να κάνουμε» (Ζ).
(2)   Δηλώνει στους αρχαίους η λέξη την αποθήκη, το κελλάρι της οικίας και έπειτα το θησαυροφυλάκιο· στους Ο΄και την Κ.Δ. δηλώνει το εσωτερικότερο δωμάτιο του σπιτιού, το ιδιαίτερο δωμάτιο του ύπνου (δ).
«Τι λοιπόν; Σε εκκλησία δεν πρέπει να προσευχόμαστε; Και πάρα πολύ βέβαια, αλλά με τέτοια διάθεση… Διότι και αν ακόμη μπεις στο δωμάτιο και κλείσεις την πόρτα, αλλά το κάνεις αυτό για επίδειξη, τίποτα δεν σε ωφελούν οι πόρτες… Επομένως, και αν ακόμη κλείσεις τις πόρτες, αυτό θέλει να κατορθώσεις πριν το κλείσιμο των πορτών, το να κλείσεις δηλαδή και τις πόρτες του νου. Διότι παντού μεν είναι καλό να απαλλαχτεί κάποιος από την κενοδοξία, κατεξοχήν όμως στην προσευχή» (Χ).
Ο Κύριος δεν καταδικάζει εδώ τη δημόσια λατρεία, αλλά τις ιδιωτικές προσευχές, στις οποίες χωρίς ανάγκη δίνεται δημοσιότητα με σκοπό να επιτευχθεί φήμη για ειδική αγιότητα.
(3)   Ο Θεός και είναι και βλέπει στα κρυφά (b). «Λέει στον Πατέρα σου στα κρυφά, αντί να πει στον αόρατο» (Ζ).
«Επειδή λοιπόν αυτός είναι αόρατος, τέτοια θέλει να είναι και η προσευχή σου» (Χ).
(4)   «Δεν είπε θα σου χαρίσει, αλλά θα αποδώσει. Διότι έκανε τον εαυτό του χρεώστη σε εσένα και με αυτό σου έκανε μεγάλη τιμή» (Χ). Εδώ η έμφαση δεν είναι στο άκουσμα της προσευχής, αλλά στην αμοιβή για την αποφυγή της επίδειξης (a).

Ματθ.6,7  Προσευχόμενοι δὲ μὴ βαττολογήσητε(1) ὥσπερ οἱ ἐθνικοί(2)· δοκοῦσι(3) γὰρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ(4) αὐτῶν εἰσακουσθήσονται.
Ματθ. 6,7  Οταν δε προσεύχεσθε, μη πολυλογείτε και φλυαρείτε όπως κάνουν οι εθνικοί• διότι αυτοί φαντάζονται ότι θα εισακουσθούν χάρις εις την πολυλογίαν των.
(1)   Βαττολογέω και σύμφωνα με αυθεντική γραφή: βατταλογέω α) τραυλίζω, και επειδή αυτοί που τραυλίζουν συνηθίζουν να επαναλαμβάνουν τους ίδιους φθόγγους, σημαίνει β) μιλώντας επαναλαμβάνω τα ίδια, λέω πολλά και μάταια λόγια, φλυαρώ, πολυλογώ. Για αυτό και εδώ εξηγείται με τη λέξη πολυλογία. Το ρήμα αυτό άλλοι μεν το ετυμολογούν από τον Βάττο, βασιλιά της Κυρήνης, ο οποίος λέγεται ότι ήταν τραυλός (Ηροδότ. 4,155), άλλοι από κάποιον Βάττο συγγραφέα μακρών και πολυλόγων ποιημάτων.
Αλλά εάν συγκρίνει κάποιος αυτό με το βατταρίζω, το οποίο έχει την ίδια έννοια, και με το βάρβαρος, θα βρει πολύ πιθανότερο, ότι η λέξη είναι του γένους των ονοματοποιημένων (g), δηλαδή ετυμολογείται από το βατ, ήχο αυτών που ψελλίζουν και τραυλίζουν (δ). Η σιναϊτική συριακή μετάφραση αποδίδει τη λέξη «μη λέτε μπαττάλάθά» δηλαδή ανωφελή, ανόητα (a).
Μη βαττολογήσετε λοιπόν σημαίνει ή μη φλυαρήσετε «βαττολογία εδώ λέει τη φλυαρία, όπως όταν ζητάμε από το Θεό αυτά που δεν ταιριάζουν, δυναστείες και δόξες και το να νικάμε τους εχθρούς και περιουσίες χρημάτων» (Χ) «και τα παρόμοια όσα ούτε την ψυχή ωφελούν, ούτε για τη συντήρηση του σώματος είναι αναγκαία» (Ζ).
Ή, εδώ κυρίως καταδικάζεται η ιδέα ότι ο Θεός για να εισακούσει τις προσευχές μας, είναι ανάγκη να ενοχληθεί και είναι δυνατόν να ενοχληθεί και ότι οι αιτήσεις, εάν επαναληφθούν πολλές φορές, είναι πιθανότερο να εισακουστούν παρά εάν απευθυνθούν μόνο μία φορά. Δες την αντίθεση ανάμεσα στη σύντομη προσευχή του Ηλία (Γ΄Βασ. ιη 36,37) και σε αυτήν των ψευδοπροφητών του Βάαλ, οι οποίοι από το πρωί μέχρι το μεσημέρι επαναλάμβαναν στερεότυπα: Ω Βάαλ άκουσέ μας. Δεν πρέπει να νομίζουμε, ότι οι προσευχές είναι μαγικές επωδοί και ότι μπορεί να επιδράσουν στο Θεό σαν κάποια μαγεία που τον εξαναγκάζει να πράξει ό,τι δεν θέλει να πράξει.
Ο Κύριος δεν καταδικάζει εδώ κάθε επανάληψη στην προσευχή, διότι και ο ίδιος χρησιμοποίησε τα ίδια λόγια πάλι και πάλι στη Γεθσημανή (Ματθ, κστ 44,Μάρκ. ιδ 39), αλλά την δεισιδαιμονική και βέβηλη επανάληψη. Επαναλαμβάνουμε τις ικεσίες μας, όχι για να εξασφαλίσουμε την προσοχή του Θεού, σαν να είναι δυνατόν να μας χορηγήσει στην τρίτη επανάληψη ό,τι αρνήθηκε να μας παράσχει στην πρώτη, αλλά μόνο και μόνο για να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας. Ο Θεός είναι πάντοτε έτοιμος να ακούσει τις ανάγκες των παιδιών του, αλλά τα παιδιά του δεν προσέχουν πάντοτε σε ό,τι λένε, όταν αναφέρουν τις ανάγκες τους μπροστά του (p).
Αξιόλογη η ερμηνεία που συνδυάζει και τις δύο =βαττολογώ σημαίνει φλυαρώ για ασήμαντα και γελοία πράγματα και επαναλαμβάνω τα ίδια (δ).
(2)   «Εδώ γελοιοποιεί τους εθνικούς, κάνοντας σε κάθε περίπτωση τον ακροατή να ντραπεί από την μηδαμινότητα των προσώπων» (Χ). Και οι δικοί τους συγγραφείς, τούς κατηγορούσαν διότι κούραζαν τους θεούς τους (F).
(3)   «Νομίζουν μεν, αλλά όχι σωστά» (Ζ).
(4)   Οι εθνικοί «όχι μόνο ζητούν πράγματα αταίριαστα, αλλά κάνοντας και μακρές τις αιτήσεις για αυτά, νομίζουν ότι πείθουν με το να  μακρολογούν» (Ζ). Ο Αυγουστίνος λέει, ότι η παραγγελία του Κυρίου μας καταφέρεται εναντίον του να λέμε πολλά, όχι εναντίον του να προσευχόμαστε πολύ (ο).

Ματθ. 6,8  μὴ οὖν ὁμοιωθῆτε αὐτοῖς· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν(1).
Ματθ. 6,8  Μη ομοιάσετε λοιπόν με αυτούς• διότι ο Πατήρ σας γνωρίζει από ποιά πράγματα έχετε ανάγκην, πριν του τα ζητήσετε.
(1)   «Και αν ξέρει αυτά που χρειαζόμαστε, για ποιό λόγο πρέπει να προσευχόμαστε; Όχι για να διδάξεις αλλά για να τον λυγίσεις, για να γίνεις οικείος του με τη συνέχεια της προσευχής, για να ταπεινωθείς, για να θυμηθείς τα αμαρτήματά σου» (Χ).
«Έτσι ώστε αφού απομακρυνθούμε από τα βιοτικά να ωφεληθούμε μιλώντας σε αυτόν» (Θφ). «Η προσευχή γαληνεύει και καθαρίζει την καρδιά και κάνει αυτήν ικανότερη να δεχτεί τα θεία δώρα. Ο Θεός είναι πάντοτε έτοιμος να δώσει σε μας το φως του, αλλά δεν είμαστε και εμείς πάντοτε έτοιμοι να το δεχτούμε» (Αυγ. De Serm. Dom ΙΙ,ΙΙΙ 14).
Με την προσευχή ανοίγουμε τους αγωγούς, μέσω των οποίων ευλογίες, οι οποίες είναι πάντοτε έτοιμες, μπορούν να ξεχυθούν (p). Η προσευχή είναι αναγκαία για τον άνθρωπο, όχι για το Θεό. Ο Θεός δεν παρέχει αναγκαστικά τις δωρεές του στα παιδιά του που δεν θέλουν. Εάν τα παιδιά του επιθυμούν αυτά, θα τα ζητήσουν με προσευχή (S)

Ματθ. 6,9  οὕτως(1) οὖν προσεύχεσθε ὑμεῖς(2)· Πάτερ(3) ἡμῶν(4) ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(5)· ἁγιασθήτω(6) τὸ ὄνομά σου(7)·
Ματθ. 6,9  Σεις λοιπόν έτσι να προσεύχεσθε• Πατερ ημών, που είσαι πανταχού παρών, αλλά εξαιρετικά στους ουρανούς κάνεις αισθητήν την παρουσίαν σου, ας αναγνωρισθή η αγιότης σου και ας δοξασθή και ας λατρευθή άξίως το όνομά σου απ’ όλα τα λογικά όντα του ουρανού και της γης.
(1)   Κατά τον τρόπο αυτόν, όχι με τις λέξεις αυτές (a). Ο Κύριος παρέχει εδώ περίληψη όλων των προσευχών, η οποία δεν θέτει σε αχρηστία κάθε άλλη προσευχή, που καλύπτει όμως όλες τις επίγειες και πνευματικές ανάγκες του ανθρώπου και εκφράζει όλους τους ουράνιους πόθους της φιλόθεης ψυχής. Παρέχει επίσης υπόδειγμα και πρότυπο για όλες τις προσευχές, που δείχνει τι είδους προσευχές και με ποιο πνεύμα πρέπει να γίνονται. Η έμφαση στο τμήμα αυτό του σ. πέφτει στο ούτως (έτσι) και στο υμεις (εσείς)= Εσείς τα παιδιά του αληθινού Θεού πρέπει να προσεύχεστε έτσι (p).
(2)   Ο Λουκάς (ια 1-4) παραθέτει αυτήν με άλλα περιστατικά και με συντομευμένη μορφή, πιθανώς διότι ο θείος Διδάσκαλος επανέλαβε αυτήν δύο φορές (F). Στην προσευχή αυτή ο Μεσσίας αποδίδει σε ανθρώπινη γλώσσα τους ανέκφραστους στεναγμούς, με τους οποίους το Πνεύμα προσεύχεται για χάρη μας. Και αν ήταν αλήθεια, ότι για το καθένα από τα αιτήματα της προσευχής μπορούν να βρεθούν παράλληλα στις ιουδαϊκές προσευχές, η προσευχή ως σύνολο θα παρέμενε και πάλι απαράμιλλη. Αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Πραγματικών παράλληλων του «Γενηθήτω το θέλημά σου» και του «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον» αναζητείται ακόμη η εύρεση.
Κάποια επίσης από τα παράλληλα, τα οποία παρουσιάστηκαν για τα άλλα αιτήματα είναι ίσως νεώτερα της Προσευχής και είναι δυνατόν να πάρθηκαν από αυτήν. Θα ήταν παρόλ’ αυτά εκπληκτικό, εάν όλα τα αιτήματα της Κυριακής προσευχής ήταν νέα και εάν στις προσευχές, οι οποίες χρησιμοποιούνταν από το λαό του Θεού, δεν υπήρχε τίποτα το οποίο ο Υιός του Θεού να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει και για την οικοδομή της εκκλησίας του. Η Κυριακή προσευχή είναι ο καρπός της θρησκευτικής πείρας της ανθρωπότητας, η οποία υψώθηκε στο μεσουράνημά της στην πείρα του Υιού του ανθρώπου. Τέτοια λοιπόν προσευχή επόμενο είναι να περιέχει καινούργια και παλαιά.
Ως προς τον αριθμό των αιτημάτων της δεν επιτεύχθηκε συμφωνία, όπως και προκειμένου για τον αριθμό των μακαρισμών. Άλλοι μεν καθορίζουν αυτά σε 5, άλλοι σε 6 και άλλοι σε 7. Ο 7 είναι ελκυστικός αριθμός και επιτυγχάνεται με τον υπολογισμό του αιτήματος «καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν», «ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ» ως δύο αιτημάτων. Τα 6 αιτήματα μειώνονται σε 5, εάν θεωρηθεί το αίτημα «αγιασθήτω το όνομά σου» ως έκφραση ύμνου μάλλον παρά ως αίτημα, σύμφωνα με τον ύμνο Ευλογητός ο Θεός του Ισραήλ. Αλλά η Κυριακή προσευχή άριστα θεωρείται ότι συνίσταται από δύο ίσα μέρη, το καθένα από τα οποία περιλαμβάνει 3 αιτήματα. Και όπως στις 10 εντολές το πρώτο μέρος αναφέρεται στο Θεό και το δεύτερο στον άνθρωπο, έτσι και στην Κυριακή προσευχή με τα πρώτα 3 αιτήματα ζητούμε τη δόξα του ουράνιου Πατέρα μας, ενώ με τα 3 τελευταία ζητούμε τα ωφέλιμα για μας και τους πλησίον μας.
Σε κάθε μία από τις δύο αυτές τριάδες υπάρχει πρόοδος. Στην πρώτη, ο αγιασμός του θείου ονόματος οδηγεί στην έλευση της βασιλείας του Θεού και αυτή πάλι οδηγεί στην τέλεια εκπλήρωση του θείου θελήματος. Στη δεύτερη τριάδα η επίτευξη των αγαθών ακολουθείται από την απομάκρυνση του κακού, του περασμένου, του τωρινού και του μελλοντικού. Η θαυμάσια αυτή αναλογία και ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι τυχαία· και σε οποιαδήποτε έκταση και αν χρησιμοποιήθηκε παλαιό υλικό στην προσευχή, συντέθηκε αυτή στο πνεύμα εκείνου, ο οποίος είπε: «Να, κάνω τα πάντα καινούργια» (Αποκ. κα 5)(p).
(3)   Στην Π.Δ. ο Θεός είναι Πατέρας του ιουδαϊκού έθνους (Δευτ. λβ 6,Ησ. ξγ 16,Ιερεμ. γ 4,19,λα 9,Μαλαχ. α 6,β 10). Στα Δευτεροκανονικά βιβλία της Π.Δ. (Σοφ. Σολ. β 16,ιδ 3,Σοφ. Σειρ. κγ 1,4,να 10,Τωβ. ιγ 4) ονομάζεται και Πατέρας επί μέρους ατόμων. Είναι γεννήματά του, που δημιουργήθηκαν κατ’ εικόνα του και αντικείμενα της στοργικής φροντίδας του. Αλλά η Κ.Δ. προχωρεί πολύ πέρα από αυτό, σε πατρότητα δηλαδή η οποία δεν έγινε ακόμη καθολική, διότι μόνο «όσοι δέχτηκαν αυτόν έδωσε σε αυτούς εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού, όσοι πίστεψαν στο όνομά του» (Ιω. α 12).
«Λέγοντας «Πατέρα» δείχνει σε σένα ποίων αγαθών αξιώθηκες με το να γίνεις υιός Θεού» (Θφ). «Διότι αυτός που είπε Πατέρα το Θεό, με αυτήν τη μία ονομασία, ομολόγησε και άφεση αμαρτημάτων… και δικαιοσύνη και αγιασμό και απολύτρωση και υιοθεσία και κληρονομία και αδελφότητα με τον Μονογενή και του Πνεύματος τη χορηγία» (Χ).
Από αυτό γεννιέται και η υποχρέωση, «ώστε να ζούμε αντάξια ενός τέτοιου πατέρα· διότι αυτός που ζει κακά μεν, αλλά ονομάζει το Θεό πατέρα του, ψεύδεται εναντίον και του Θεού και του εαυτού του» (Ζ).
(4)   «Διδάσκει επίσης να κάνουμε την προσευχή και κοινή χάριν των αδελφών. Διότι δεν λέει ο Πατέρας μου… αλλά ο Πατέρας μας, αναπέμποντας τις προσευχές χάριν του κοινού σώματος και να μην αποβλέπει πουθενά στο δικό του συμφέρον, αλλά παντού στο του πλησίον. Από αυτό επίσης και την έχθρα καταστρέφει και την απελπισία ελαττώνει και τον φθόνο ξεριζώνει και την… αγάπη εισάγει και την ανωμαλία των ανθρωπίνων πραγμάτων εξορίζει… Διότι χάρισε σε όλους μία ευγενική καταγωγή, θεωρώντας άξιο να ονομαστεί ομοίως Πατέρας όλων» (Χ). Ανήκουμε σε μεγάλη οικογένεια και δεν πρέπει να είμαστε ιδιοτελείς στις προσευχές μας.
(5)   «Όταν λέει στους ουρανούς, δεν το λέει για να περικλείσει εκεί τον Θεό, αλλά για να απομακρύνει από τη γη τον προσευχόμενο και να τον κάνει να προσηλωθεί στους υψηλούς τόπους και στις άνω κατοικίες» (Χ).
«Με το να πει στους ουρανούς, σού έδειξε την πατρίδα σου και το σπίτι το πατρικό» (Θφ), «για να καταφρονούμε τα γήινα, σπεύδοντας να ανεβούμε με τη σκάλα των αρετών εκεί, όπου είναι ο πατέρας μας… και ο Θεός λέγεται μεν ότι είναι παντού, κατεξοχήν όμως σε τόπους άξιους, διότι αυτοί οι τόποι είναι περισσότερο δεκτικοί αυτού. Για αυτό λοιπόν λέμε ότι είναι στον ουρανό ο Θεός· διότι είναι καθαρότατος ο τόπος εκείνος, και διότι σε αυτόν βρίσκονται οι άϋλες δυνάμεις (άγγελοι) και τα πλήθη των αγίων, στους οποίους επαναπαύεται» (Ζ).
Αντιτίθεται και με την περί Θεού ιδέα των εθνικών, σύμφωνα με την οποία οι θεοί είχαν την κατοικία τους σε κορυφές γήινων βουνών, όπως ο Όλυμπος. Τη φράση πρέπει να την πάρουμε και ότι συμβολίζει την απανταχού παρουσία του Θεού και την υπερβατικότητά του πάνω από το χώρο και τον τόπο (ο).
(6)   Αγιάζω=κάνω άγιο, καθιστώ ή κηρύττω ιερό ή άγιο, καθιερώνω. Σημαίνει λοιπόν εδώ, κάνω αξιοσέβαστο ή αναγνωρίζω, με ευσέβεια λατρεύω (g).
«Το αγιασθήτω αυτό σημαίνει να δοξαστεί. Διότι την μεν δική του δόξα την έχει ολοκληρωμένη και αναλλοίωτη πάντα. Προστάζει όμως τον προσευχόμενο να θεωρεί άξιο να δοξάζεται ο Θεός και από τη δική μας ζωή… Καταξίωσέ μας, λέει, να ζούμε τόσο καθαρά, ώστε μέσω ημών να σε δοξάζουν όλοι» (Χ).
«Αυτό να κάνουμε βασικό αίτημα της προσευχής, το να μην βλασφημείται δηλαδή με τη δική μου ζωή το όνομα του Θεού, αλλά να δοξάζεται και να αγιάζεται. Μέσα από μένα λοιπόν, λέει, να αγιαστεί το όνομα της δικής σου κυριαρχίας που επικαλέστηκα» (Γν).
«Ας δοξαστεί με τη δική μας ζωή, έτσι ώστε όλοι, βλέποντάς μας, να σε δοξάσουν» (Σχ.π). Η εφαρμογή όμως περιορίζει την έννοια να είναι πιο στενή. Μάλλον με ευρύτερη έννοια πρέπει να το πάρουμε ως εξής: Κάνε (το όνομά σου) γνωστό ως άγιο και δώσε ώστε να σεβαστούμε και εμείς αυτό ως άγιο. Παρακαλάμε, ώστε ο Θεός να αποκαλύψει όλο και πιο πολύ  την αγιότητα του χαρακτήρα του σε μας και να μας κάνει ικανούς να αναγνωρίσουμε την αγιότητά του και να αποδώσουμε σε αυτήν ευλαβή λατρεία και συνειδητή και ταπεινή μίμηση (p).
(7)   Το όνομα του Θεού είναι ακριβώς εκείνος ο τρόπος όρασης, με τον οποίο το απρόσιτο ον φανερώνεται σε μας και με τον οποίο, μάς επιτρέπει να έλθουμε σε σχέσεις μαζί του (L). Το όνομά του εκπροσωπεί τη φύση του, τον χαρακτήρα του, το είναι του, όσο μπορούν αυτά να γίνουν γνωστά (p).

Ματθ. 6,10 ἐλθέτω(1) ἡ βασιλεία σου(2)· γενηθήτω(1) τὸ θέλημά σου(3), ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς(4)·
Ματθ. 6,10  Ας έλθη η βασιλεία σου. Δώσε να εκτελήται το θέλημά σου και εις την γην, με όσην προθυμίαν και ακρίβειαν εκτελείται τούτο στον ουρανόν.
(1)   «Μη μας παραξενεύει το ότι λέγονται τα λόγια αυτά σαν να προστάζουν… λόγω της συνήθειας της Γραφής που έτσι πάντα σχηματίζει τις ευχές. Το γενηθήτω δηλαδή το θέλημά σου το λέει αντί για το· είθε (=μακάρι) να γίνει. Και ελθέτω η βασιλεία σου αντί για το· είθε να έλθει» (Β),
(2)   Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία: «βασιλεία εδώ λέει τη δευτέρα του παρουσία επειδή θα γίνει αυτή με πολλή δόξα» (Ζ).
Ή, η αιώνια βασιλεία του Θεού, η μέλλουσα μακαριότατη ζωή, η οποία προκαλεί την υψίστη ευχή των πιστών που ποθούν να σωθούν από την πονηρία του παρόντος βίου σε ζωή άπειρα μακάρια (δ). «Αυτή η λέξη πάλι φανερώνει παιδί με ευγνωμοσύνη, το να μην προσηλώνεται δηλαδή στα βλεπόμενα, ούτε να θεωρεί τα παρόντα σαν κάτι μεγάλο, αλλά να σπεύδει προς τον Πατέρα και να επιθυμεί τα μελλοντικά» (Χ).
Ή, πιο σωστή ερμηνεία, και οι τρεις ευχές που εκφράζονται στα τρία πρώτα αιτήματα, έχουν χαρακτήρα εσχατολογικό, αλλά δεν αποκλείει αυτός κάποιο ενδιάμεσο χρόνο, προετοιμασία πριν τη συντέλεια (L). Η βασιλεία του Θεού ιδρύθηκε από τον Κύριο και από τότε αναπτύσσεται και εξαπλώνεται. Το αίτημα αυτό ζητά ώστε η πρόοδός της να επισπευτεί με την αύξηση της γνώσης των εντολών του Θεού και της υπακοής σε αυτές. Ζητά ώστε οι αρχές της κυβέρνησης του Θεού να νικήσουν τις αρχές του κόσμου και του πονηρού, κυριαρχώντας πάνω στις καρδιές των ατόμων και των κοινωνιών (p).
«Ας έλθει σε μας η βασιλεία σου, δηλαδή είθε να βασιλευτούμε από εσένα και όχι από το διάβολο, και είθε εσύ να μας πείσεις και υποτάξεις στα δικά σου προστάγματα και όχι εκείνος» (Ζ).
«Ας μη με κατεξουσιάζει ο εχθρός και ούτε να με σύρει αιχμάλωτο με την αμαρτία· αλλά ας έλθει σε μένα η βασιλεία σου, για να φύγει από εμένα… Να διαλυθεί η εχθρική παράταξη… να σταματήσει ο πόλεμος της σάρκας κατά του πνεύματος· να μην είναι το σώμα ορμητήριο του εχθρού της ψυχής· ας κάνει την εμφάνισή της σε μένα η βασιλική δύναμη, το αγελικό χέρι» (Γν).
(3)   «Ας γίνει το θέλημά σου και πάνω στη γη από τους ανθρώπους, όπως γίνεται στον ουρανό από τους αγγέλους, για τους οποίους είπε ο Δαβίδ· «είναι λειτουργοί του, οι οποίοι κάνουν το θέλημά του» (Ψαλμ 102,21)· και θέλημα Θεού είναι οι εντολές του» (Ζ).
Ευχόμαστε «όχι ο Θεός να κάνει ό,τι θέλει, αλλά εμείς να μπορέσουμε να κάνουμε ό,τι ο Θεός θέλει… παρακαλούμε και ζητούμε, να γίνεται σε μας το θέλημα του Θεού» (Κυπριανός).
«Με τη δική σου δύναμη ας κατορθώσω αυτό το αγαθό θέλημα· ομοίως και τη δικαιοσύνη, την ευσέβεια, την αποξένωση από τα πάθη» (Γν).
Πρέπει να γνωρίσουμε το χαρακτήρα του Θεού προτού γνωρίσουμε τι θέλει. Για αυτό το αίτημα αγιασθήτω το όνομά σου προηγείται από το γενηθήτω το θέλημά σου. Δεν μπορούμε να ευχόμαστε, να γίνει το θέλημα κάποιου, όταν αγνοούμε, ποιο είναι το θέλημα αυτό. Η θέληση του Θεού δεν είναι η μόνη στο σύμπαν. Ο Θεός δημιούργησε και άλλες θελήσεις και άφησε αυτές ελεύθερες ακόμη και να αποστατούν από αυτόν.Το όνομα του Θεού δεν θα αγιαστεί γενικώς, ούτε η βασιλεία του θα έλθει πλήρως, εάν οι θελήσεις όλες δεν ενωθούν μαζί του σε ολοκληρωτική συμπάθεια (p).
(4)   «Και πάλι πρόσταξε καθένας από μας που προσευχόμαστε να λαμβάνει πρόνοια για την οικουμένη. Διότι δεν είπε, ας γίνει το θέλημά σου σε μένα ή σε μας, αλλά παντού στη γη, ώστε να καταργηθεί η πλάνη και να φυτευτεί η αλήθεια και να διωχτεί κάθε κακία και να επανέλθει η αρετή και να μην διαφέρει ως προς αυτήν καθόλου ο ουρανός από τη γη» (Χ).
«Όπως ακριβώς γίνεται το θέλημά σου στους θρόνους και τις αρχές και τις εξουσίες και τις κυριότητες (αγγελικά τάγματα) και σε όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις, χωρίς πουθενά η κακία να εμποδίζει την ενέργεια του αγαθού, έτσι και σε μας το αγαθό ας γίνει τέλειο, έτσι ώστε αφού απομακρυνθεί κάθε κακία, να ευοδώνεται εξ ολοκλήρου το θέλημά σου στις ψυχές μας» (Γν).
Οι λόγοι «ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» μπορούν να αναφερθούν στο καθένα από τα τρία πρώτα αιτήματα, όπως αγιασθητω το όνομά σου ως εν ουρανω και επί της γης, ελθέτω η βασιλεία σου ως εν ουρανώ και επί της γης και γενηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης (Catechismus Romanus). Αυτή η σύνδεση αποδίδει εξαιρετική έννοια (p).

Ματθ. 6,11 (1)τὸν ἄρτον(2) ἡμῶν(3) τὸν ἐπιούσιον(4) δὸς ἡμῖν(5) σήμερον·
Ματθ. 6,11  Δώσε μας σήμερα τον άρτον τον καθημερινόν και απαραίτητον δια την συντήρησίν μας.
(1)   «Γνωρίζοντας ότι η μεν αγγελική φύση δεν χρειάζεται τροφή, η ανθρώπινη όμως χρειάζεται αυτήν, διέταξε να ζητάμε το αναγκαίο της φύσης» (Ζ).
«Και τις μεν εντολές ομοίως διατάζει να εκτελούνται και από εμάς, όπως ακριβώς και οι άγγελοι εκπληρώνουν αυτά· συγκαταβαίνει όμως και στην ασθένεια της φύσης μας. Διότι, λέει, απαιτώ τόση ακρίβεια ζωής, όχι όμως απάθεια, διότι δεν το επιτρέπει αυτό η τυραννία της φύσης· διότι χρειάζεται την αναγκαία τροφή» (Χ).
«Διότι δεν ζητά από το Θεό ο άγγελος στις προσευχές τη χορήγηση του άρτου, επειδή έχει τη φύση του ελεύθερη από τέτοιες ανάγκες» (Γν).
(2)   «Πρόσεξε πώς και στα σωματικά υπάρχει πολύ το πνευματικό. Διότι διέταξε να κάνουμε την προσευχή όχι για χρήματα, ούτε για απόλαυση, ούτε για πολυτέλεια ρούχων, ούτε για τίποτα άλλο από τα παρόμοια, αλλά μόνο για ψωμί» (Χ).
Η λέξη άρτος λέγεται γενικά για να δηλώσει κάθε αναγκαίο για τη συντήρηση της ζωής μας. «Τον άρτο δώσε, όχι απόλαυση ούτε πλούτο, ούτε τα στολισμένα με άνθη φορέματα, ούτε χρυσαφικά στολίδια… ούτε ιδιοκτησία χωραφιών… όχι κοπάδια από άλογα και βόδια… αλλά τον άρτο» (Γν).
(3)   «Άρτο «μας», είπε, αντί να πει αυτόν που γίνεται για μας» (Ζ).
(4)   «Η λέξη επιούσιος δεν αναφέρεται από κανέναν από τους Έλληνες ούτε από τους σοφούς, ούτε συνηθίζεται να χρησιμοποιείται από τους απλούς ανθρώπους, αλλά φαίνεται ότι φτιάχτηκε (ως λέξη) από τους ευαγγελιστές» (Ω). Από πού παράγεται η λέξη;
Ή, «επιούσιον ονόμασε τον κατάλληλο για την ο υ σ ί α και ύπαρξη και σύσταση του σώματος» (Ζ). Έτσι ερμηνεύουν και οι Ω, Ιε., Θφ και Γν και πολλοί από τους νεώτερους. Έτσι η ετυμολογία της λέξης είναι από το επί και ουσία=τον άρτο που παίρνουμε για την ύπαρξη, για τη ζωή μας, δηλαδή τον απαραίτητο για την ύπαρξη και ζωή μας (δ). Σπανίως όμως και μάλιστα μόνο στο φιλοσοφικό λόγο η λέξη ουσία έχει την ίδια σημασία με τη λέξη ύπαρξη και ως επί το πλείστον σημαίνει ή την φύση ή τα πλούτη, τα οικεία πράγματα (g).
Ή, επιούσιον σημαίνει «αυτόν που δίνεται για την αυριανή ημέρα» (Σχ.π) από το επιούσα (ημέρα) δεδομένου, ότι η επιούσα ημέρα δεν σημαίνει αναγκαστικά την επομένη ημέρα(=το υπόλοιπο της ημέρας που ακολουθεί), αλλά αυτήν που έρχεται, την ημέρα που ανατέλλει (δες Πλάτ.Κρίτων 44α, Αριστοφ. Εκκλησ. 105 και Λυσ. Κατά Ερατοσθ. 17 όπου επιούσα νυξ=η νύχτα που ήλθε). Αρκεί λοιπόν να υποθέσουμε ότι η προσευχή απευθύνεται το πρωί για το διάστημα της ημέρας που ακολουθεί (L).
Και εάν όμως το επιούσα=η αυριανή, καμία ασυμφωνία δεν επέρχεται με το Ματθ. στ 34 («μη λοιπόν μεριμνήσετε για την αύριο»), ενώ άριστα ανταποκρίνονται μεταξύ τους το επιούσιον και σήμερον, διότι με το αίτημα εκείνη η διάθεση της ψυχής δηλώνεται, η οποία ευλαβικά αρκείται στην τροφή που αρκεί από τη μία στη άλλη ημέρα και όταν ζητά από το Θεό τα αναγκαία δεν ξεπερνά το μέτρο που θεραπεύει την εσχάτη ανάγκη του άμεσου μέλλοντος (g).
Σχετικό και το χωρίο Εξόδου ιστ 4, όπου προκειμένου για το μάννα ορίζεται ώστε ο λαός να μαζεύει μόνο αυτό που αρκεί για τη συντήρηση μίας ημέρας (S). Αλλά και η πληροφορία του Ιερωνύμου, ότι στο ευαγγέλιο το καθ’ Εβραίους χρησιμοποιείται η λέξη μαχάρ= για την επιούσα ημέρα, επιβεβαιώνει την παραπάνω εκδοχή (p). Σύμφωνη με αυτήν και η ερμηνεία «τον επιούσιον δηλαδή τον άρτο της μίας ημέρας» (Χ).
(5)   Το «Δώσε μου» θα αποτελούσε προσευχή, η οποία εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει σε ιδιοτέλεια· το δώσε μας, όταν αισθάνεται κάποιος αυτό αποτελεί εγγύηση κατά της φιλαυτίας. «Είναι δημόσια και κοινή σε μας η προσευχή και όταν παρακαλούμε, παρακαλούμε όχι για έναν, αλλά για όλο το λαό, επειδή όλος ο λαός είμαστε ένα» (Κυπριανός De Dom. Orat. 7)

Ματθ. 6,12  καὶ(1) ἄφες ἡμῖν(2) τὰ ὀφειλήματα(3) ἡμῶν, ὡς(4) καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν(5) τοῖς ὀφειλέταις(6) ἡμῶν·
Ματθ. 6,12   Και συγχώρησε τα βαρύτατα χρέη μας, δηλαδή τας αναριθμήτους αμαρτίας μας, όπως και ημείς συγχωρούμεν εκείνους, οι οποίοι είναι οφειλέται απέναντί μας εξ αιτίας των αδικημάτων που μας έκαμαν.
(1)   Τα αιτήματα που απομένουν αναφέρονται στην αρχή, πρόοδο και τελείωση της πνευματικής μας ζωής σε αυτόν τον κόσμο· και αυτοί που απευθύνουν αυτά ομολογούν όχι μόνο την ανάγκη τους, αλλά και την ενοχή τους, τον κίνδυνό τους και τις δυσκολίες τους (b).
(2)   «Επειδή ξέρει καλά το πόσο εύκολα γλιστρά η φύση μας στην αμαρτία και προγνωρίζοντας, ότι και μετά το λουτρό της αναγέννησης (βάπτισμα) θα αμαρτήσουμε, διατάζει να παρακαλούμε για τα αμαρτήματα, τα οποία ονόμασε οφειλήματα» (Ζ).
«Ότι αυτή η προσευχή ταιριάζει σε πιστούς, και οι νόμοι της εκκλησίας το διδάσκουν και το προοίμιο της προσευχής· διότι όποιος δεν έχει μυηθεί στα μυστήρια δεν θα μπορούσε να αποκαλέσει το Θεό Πατέρα. Αν λοιπόν η προσευχή αρμόζει σε πιστούς… είναι φανερό ότι ούτε μετά το λουτρό (βάπτισμα) δεν αχρηστεύεται το κέρδος της μετανοίας» (Χ).
(3)   «Διότι είναι οφειλή και το αμάρτημα, διότι και αυτό κάνει υπεύθυνο τον άνθρωπο, όπως ακριβώς και το χρέος» (Ζ). Στα Ταργούμ η αραμαϊκή λέξη χομπά=χρέος, χρησιμοποιείται συχνά για δήλωση της αμαρτίας (S). Όλες οι παραβάσεις του καθήκοντος είναι χρέη προς το Θεό (p)· το οφείλημα δηλώνει την στον Θεό οφειλόμενη ικανοποίηση για την παράβαση οποιασδήποτε εντολής του (δ).
(4)   Το «ως» δείχνει σύγκριση, αλλά όχι και ακριβή αναλογία (L). «Δεν είναι ίσο αυτό με εκείνο· διότι εσύ μεν έχοντας ανάγκη συγχωρείς, ενώ ο Θεός μη έχοντας ανάγκη κανενός· εσύ συγχωρείς τον ομόδουλο, ενώ ο Θεός τον δούλο· εσύ όντας υπεύθυνος για αμέτρητα κακά, ενώ ο Θεός όντας αναμάρτητος» (Χ).
(5)   Αυθεντική γραφή αφήκαμεν. Παρουσιάζει την άφεση ως τετελεσμένο γεγονός. Η γραφή αφίεμεν δηλώνει αυτό που γίνεται πάντοτε, τον κανόνα τον οποίο στην πράξη πάντοτε τηρούμε (δ).
(6)   «Διδάσκει και εμάς να συγχωρούμε αυτούς που αμαρτάνουν σε μας, διότι αυτούς ονόμασε οφειλέτες» (Ζ). Συγχωρώ και τα οφειλήματα αυτού=συγχωρώ την ποινή για τα αμαρτήματα ή παρέχω συγγνώμη των αμαρτημάτων (g).
«Αυτό που κατεξοχήν πρέπει να παρατηρήσουμε, είναι το εξής, ότι σε καθένα από τα λεγόμενα [στην Κυριακή προσευχή] αφού ανέφερε ολόκληρη την αρετή, και σε αυτήν περιέλαβε και το να μη μνησικακούμε… δεν αρκέστηκε σε αυτά, αλλά θέλοντας να δείξει πόσο πολύ φροντίζει για αυτό το πράγμα, το βάζει και ιδιαιτέρως, και μετά την προσευχή δεν αναφέρει καμμία άλλη εντολή παρά μόνο αυτήν, λέγοντας το εξής, εάν συγχωρέσετε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, θα τα συγχωρέσει και σε σας ο πατέρας σας ο ουράνιος» (Χ).

Ματθ. 6,13 καὶ μὴ εἰσενέγκῃς(1) ἡμᾶς εἰς πειρασμόν(2), ἀλλὰ ῥῦσαι(3) ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ(4). ὅτι(5) σοῦ(6) ἐστιν ἡ βασιλεία(7) καὶ ἡ δύναμις(8) καὶ ἡ δόξα(9) εἰς τοὺς αἰῶνας(10)· ἀμήν.
Ματθ. 6,13 Και μη επιτρέψεις να περιπέσωμεν εις πειρασμόν, αλλά γλύτωσέ μας από τον πονηρόν. Ζητούμεν δε αυτά από Σε, διότι ιδική σου είναι η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα στους ατελείωτους αιώνας. Αμήν.
(1)   Η κατά γράμμα μετάφραση του αραμαϊκού πρωτοτύπου είναι πιθανώς «και μη ποιήσεις ημάς εισελθείν», όπου το ποιήσεις έχει την έννοια του επιτρέψεις· μην επιτρέψεις να μπούμε· δες Ματθ. κστ 41, Μάρκ. ιδ 38,Λουκ. κβ 40,46. Ο Θεός δεν πειράζει τον άνθρωπο στο κακό (Ιακ. α 13), αλλά η πρόνοιά του επιτρέπει δοκιμασίες σε όλους (Εβρ. δ 15)(S).
Η ζωή είναι γεμάτη δοκιμασίες, από τις οποίες όχι όλες είναι πειρασμοί που ωθούν να πράξουμε ό,τι ο Θεός απαγορεύει. Όλες οι δοκιμασίες όμως είναι ευκαιρίες να πράξουμε το κακό, διότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτές με πνεύμα αποστασίας. Παρόλ’ αυτά κάθε είδος δοκιμασίας πρέπει να γίνεται δεκτό ως αναγκαίο μέσο για ενδυνάμωση των χαρακτήρων μας, διότι δεν μπορεί να υπάρξει αρετή χωρίς πειρασμούς προς το κακό (p).
«Παραχωρεί λοιπόν (ο Θεός) πολλές φορές να μας έρθουν οι πειρασμοί ή για κάθαρση των αμαρτιών μας ή για φανέρωσης της ψυχικής μας ανδρείας, όπως δίδαξε η ιστορία του Ιώβ» (Ζ).
(2)   «Και ο πειρασμός είναι δύο ειδών, ο μεν έχει ηδονή, ο άλλος οδύνη· και ο μεν πρώτος είναι εκούσιος και γεννά τα πάθη, ενώ ο άλλος ακούσιος και εξοντώνει τα πάθη. Τον μεν εκούσιο λοιπόν πρέπει να τον αποφεύγουμε· τον δε ακούσιο να τον απευχόμαστε μεν λόγω της ασθένειάς μας, όταν όμως έλθει να τον υπομένουμε γενναία, σαν καθαρτήριο» (Μάξιμος). Πειρασμός δεν είναι μόνο «κάθε αγώνας που γίνεται από επίδραση του δαίμονα, που έρχεται σε μας με οποιονδήποτε τρόπο, με τον οποίο δοκιμάζεται η ανδρεία της ψυχής μας» (Ζ), αλλά η λέξη περιλαμβάνει και τις δοκιμασίες με την έννοια που χρησιμοποιείται αυτή στα Ιακ. α 2 και Λουκ. κβ 28. Δες και Α΄ Πέτρ. δ 12.
Επειδή όμως η έκβαση κάθε δοκιμασίας είναι αμφίβολη, για αυτό είναι φυσικό να δειλιάζει κάποιος μπροστά σε αυτήν, έστω και αν γνωρίζει ότι από αυτήν μπορεί να προέλθει ως αγαθό αποτέλεσμα η στήριξη στην πίστη και αρετή. Μακάριοι βεβαίως είναι όσοι υπομένουν τις δοκιμασίες (Ματθ. ε 10), αλλά και ο Κύριος ο ίδιος αναγνώρισε ότι η σάρκα είναι ασθενής (Ματθ. κστ 41)(S).
«Εδώ μάς διδάσκει με σαφήνεια την ασημαντότητά μας και περιορίζει την έπαρσή μας, διδάσκοντας να αποφεύγουμε τους αγώνες και να μην ορμούμε σε αυτούς… Διότι αν μεν συρθούμε σε αυτούς πρέπει να σταθούμε γενναία, αν όμως δεν καλούμαστε σε αυτούς, να ησυχάζουμε και να αναμένουμε τον καιρό των αγώνων, για να δείξουμε και την έλλειψη κενοδοξίας και τη γενναιότητα» (Χ).
«Διατάζει λοιπόν να προσευχόμαστε μεν να μην μπούμε σε πειρασμό, αυτός όμως που φροντίζει τις ψυχές μας, άλλοτε μεν παραχωρεί, άλλοτε πάλι εμποδίζει, και τα δύο για το συμφέρον. Για αυτό, αν δεν έρχονται μεν οι πειρασμοί, πρέπει να τους αποφεύγουμε, όταν όμως έρχονται πρέπει να μαστε ανδρείοι, για να δείξουμε και τη μετριοφροσύνη μας και τη γενναιότητά μας» (Ζ).
(3)   Το ρήμα ρύομαι μπορεί να σημαίνει και το διαφυλάσσω, αλλά συνήθως έχει μάλλον την έννοια του απελευθερώνω από κίνδυνο πολύ απειλητικό, αν όχι και από κακό, το οποίο προσέβαλλε ήδη το θύμα του (L).
(4)   «Πονηρό εδώ αποκαλεί τον διάβολο, ορίζοντάς μας να έχουμε με αυτόν ανειρήνευτο πόλεμο και δείχνοντας ότι δεν είναι τέτοιος (πονηρός) από τη φύση του. Διότι η πονηρία δεν είναι συστατικό της φύσης αλλά αποτέλεσμα της προαίρεσης. Κατεξοχήν λοιπόν έτσι ονομάζεται εκείνος λόγω της υπερβολικής κακίας και επειδή έχει ανειρήνευτο πόλεμο με μας, παρόλο που δεν τον έχουμε αδικήσει σε τίποτα. Για αυτό δεν είπε· Σώσε μας από τους πονηρούς, αλλά από τον πονηρό, διδάσκοντάς μας να μην δυσαρεστούμαστε καθόλου με τους πλησίον μας για ό,τι κακό μας κάνουν, αλλά από αυτούς να μεταφέρουμε σε εκείνον την έχθρα, επειδή αυτός είναι αίτιος όλων των κακών» (Χ).
«Διότι δεν μας αδικούν εκείνοι, αλλά ο πονηρός» (Θφ).
Το πονηρού είναι αρσενικό ή ουδέτερο; Στην ελληνική μπορούμε να το πάρουμε είτε ως αρσενικό είτε ως ουδέτερο. Έτσι με έννοια ουδετέρου συναντιέται στα Λουκ. στ 45,Ρωμ. ιβ 9· σημαίνει όμως από την άλλη και το σατανά στα Ματθ. ιγ 19,38,Α Ιω. β 13,14,γ 12,ε 18. Εδώ το «α λ λ ά» ρυσαι…, υπονοεί, ότι το πονηρού είναι αρσενικό. Εάν γενικώς σημαινόταν το πονηρό, θα ανέμενε κάποιος αντί για το αλλά το «και». Οι γνώμες των Ελλήνων Πατέρων, οι οποίες για τέτοιο ζήτημα έχουν μεγάλη βαρύτητα, και των παλαιοτέρων λατίνων Πατέρων καθώς και οι μαρτυρίες των διαφόρων λειτουργιών, ευνοούν ισχυρά, ότι το πονηρού είναι αρσενικό (p).
(5)   Η δοξολογία δεν υπάρχει στυς κώδικες σιναϊτικό, βατικανό, τον κώδικα του Βέζα και τον κώδικα Ζ που χρονολογείται από τον Ε΄ αιώνα, καθώς και σε κάποιους από τους μικρογράμματους, ενώ σε κάποια αντίγραφα βρίσκεται το σχόλιο «το ότι σου εστί κλπ. δεν βρίσκεται σε κάποια (αντίγραφα) μέχρι το αμήν». Ομοίως δεν αναφέρουν αυτήν οι Ωριγένης, Κύριλλος Ιεροσολύμων, Γρηγόριος Νύσσης και κάποιοι άλλοι, ενώ ο Ζιγαβηνός στον θριαμβευτικό κατά Μασσαλιανών αναθεματισμό 7 λέει «το επιφώνημα που προστέθηκε στο τέλος από τους θείους φωστήρες και καθηγητές της εκκλησίας για δόξα της ομοούσιας Τριάδας, το ότι σου εστί κλπ., ούτε να το ακούσουν δεν ανέχονται (οι Μασσαλιανοί)»· από τους λατίνους δεν αναφέρουν αυτήν οι Τερτυλλιανός, Κυπριανός, Ιερώνυμος, Αυγουστίνος.
Από αυτά γεννήθηκαν εύλογες υπόνοιες, ότι είναι λειτουργική προσθήκη που έγινε από αρχαιοτάτων χρόνων και για αυτό υπάρχει και σε αυτήν την συριακή μετάφραση (δ). Επίσης είναι αξιοσημείωτο, ότι στη Διδαχή (VIII) βρίσκεται η δοξολογία με την εξής μορφή· Ότι σου εστίν η δύναμις και η δόξα εις τους αιώνας, οπότε αποσιωπείται η λέξη βασιλεία, ίσως διότι στο δεύτερο αίτημα ζητείται να έλθει η βασιλεία και συνεπώς θεωρήθηκε περιττή η αναφορά της ξανά.
Ο Klein τονίζει το γεγονός, ότι θα ήταν αντίθετο με το αίσθημα και τις ιδέες των Ιουδαίων να τελειώσει η προσευχή με τη λέξη «του πονηρού». Εφόσον λοιπόν η όλη προσευχή έχει συνταχθεί κατά το αναγνωρισμένο ιουδαϊκό σχήμα (πρώτον ύμνος του Θεού, έπειτα αιτήματα, που ακολουθούνται από δοξολογία), είναι φυσικό να υποθέσουμε ότι εξαρχής υπήρχε η πρόθεση να επακολουθεί της προσευχής και δοξολογία. Εφόσον λοιπόν η δοξολογία αυτή είναι δανεισμένη από το Α΄ Παραλ. κθ 11 ο Klein φρονεί, ότι η δοξολογία μπορεί να ανάγεται στον ίδιο τον Κύριο (S).
(6)   «Εννοείται να εκπληρωθούν αυτά που προσευχηθήκαμε, διότι εσύ είσαι βασιλιάς μας και δυνατός σε όλα και δοξασμένος πάντοτε» (Ζ). «Αφού μας προκάλεσε αγωνία με την ανάμνηση του εχθρού και αφού έκοψε από τη ρίζα της όλη τη ραθυμία μας, πάλι δίνει θάρρος και ανυψώνει τα φρονήματα, θυμίζοντας τον βασιλιά, του οποίου είμαστε υπήκοοι και δείχνοντας ότι αυτός είναι δυνατότερος από όλους» (Χ).
(7)   «Επομένως, αν είναι δική του η βασιλεία, κανείς δεν πρέπει να φοβάται, επειδή κανείς δεν υπάρχει που να του αντιστέκεται και να μοιράζεται την εξουσία μαζί του» (Χ).
(8)   «Επομένως και αν άπειρες φορές είσαι αδύνατος, θα είχες δίκιο να έχεις θάρρος, έχοντας τέτοιο βασιλιά, που μπορεί εύκολα να κατορθώνει τα πάντα ακόμη και διαμέσου σου» (Χ).
(9)   «Αλλά μπορεί να σε κάνει και ένδοξο και λαμπρό. Διότι όπως η δύναμή του είναι πολλή, έτσι και η δόξα του ανείπωτη» (Χ).
(10)   «Πάντοτε. Διότι αυτό δηλώνει η φράση εις τους αιώνας» (Ζ). Έως ότου θα υπάρχουν χρόνοι, όπου ο πληθυντικός σημαίνει τις επι μέρους εποχές, από τις οποίες συνίσταται η αιωνιότητα (g).

Ματθ. 6,14  Ἐὰν γὰρ(1) ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα(2) αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος(3)·
Ματθ. 6,14  Πρέπει δε να έχετε υπ’ όψιν σας ότι, αν και σεις συγχωρήτε τα αμαρτήματα που έκαμαν εις σας οι άλλοι, και ο Πατήρ σας ο ουράνιος θα συγχωρήση τα ιδικά σας αμαρτήματα.
(1)   Αναφέρεται στο σ. 12. Δες πόση σημασία έχει το να συγχωρεί κάποιος τον πλησίον. Από όλα τα αιτήματα, μόνο ένα, το πέμπτο, έχει ορισμένο όρο «όπως και εμείς»· ο λόγος αυτού λοιπόν μπήκε στον παρόντα σ. (b).
«Θέλοντας να δείξει, ότι περισσότερο από όλα αποστρέφεται τη μνησικακία και τη μισεί και περισσότερο από όλα αποδέχεται την αρετή την αντίθετη στην κακία αυτή, και μετά την προσευχή, πάλι θύμισε αυτό το κατόρθωμα, οδηγώντας τον ακροατή την υπακοή αυτής της εντολής και από την τιμωρία που περιμένει και από την καθορισμένη τιμή» (Χ).
(2)   Από το ρήμα παραπίπτω, βγαίνω από τον ίσιο δρόμο, πλανιέμαι· δηλώνει κάθε πλάνη, σφάλμα ή αμάρτημα (δ).
(3)   «Για αυτό ανέφερε πάλι τους ουρανούς και τον Πατέρα, ώστε και με αυτό να παρακινήσει τον ακροατή, αν πρόκειται με τέτοιο πατέρα να γίνει σαν θηρίο και παρά την κλήση του στον ουρανό να έχει φρόνημα γήινο και βιοτικό» (Χ).
«Και δες, σε παρακαλώ, υπερβολή φιλανθρωπίας! Εμάς κάνει κύριους της άφεσης των αμαρτημάτων μας» (Ζ).

Ματθ. 6,15  ἐὰν δὲ μὴ(1) ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν(2), οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει(3) τὰ παραπτώματα(4) ὑμῶν.
Ματθ. 6,15  Εάν όμως δεν δώσετε συγχώρησιν στους ανθρώπους δια τα αμαρτήματά των, τότε ούτε ο Πατήρ σας θα συγχωρήση τας ιδικά σας αμαρτίας.
(1)   Η αρνητική αυτή πρόταση καταδεικνύει την απόλυτη ισχύ της συνθήκης αυτής του Θεού (δ).
(2)   Αυθεντική γραφή χωρίς το «τα παραπτώματα αυτών». Τα αντίγραφα, τα οποία αποσιωπούν τις λέξεις αυτές, με μεγαλοπρέπεια υπονοούν, ότι οι εναντίον μας αμαρτίες των ανθρώπων, εάν συγκριθούν με τις εναντίον του Θεού αμαρτίες μας, εκμηδενίζονται (b).
(3)   «Τίποτα δεν μισεί τόσο ο πράος Θεός, όσο την ωμότητα» (Θφ).
(4)   Παραπτώματα εδώ είναι οι απέναντι στο Θεό αμαρτίες μας (L).

Ματθ. 6,16  Ὅταν(1) δὲ νηστεύητε(2), μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ(3) σκυθρωποί(4)· ἀφανίζουσι(5) γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις(6) νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν.
Ματθ. 6,16  Οταν δε νηστεύητε, μη γίνεσθε όπως οι υποκριταί, σκυθρωποί και κατηφείς, διότι αυτοί αλλοιώνουν και μαραίνουν το πρόσωπόν των, δια να φανούν στους άλλους ότι νηστεύουν• αληθινά σας λέγω ότι απολαμβάνουν ολόκληρον τον μισθόν των.
(1)   Το τρίτο παράδειγμα της αντίθεσης μεταξύ της φαρισαϊκής πράξης και του χριστιανικού ιδεώδους αναφέρεται στη νηστεία. Όπως λοιπόν και στις άλλες δύο η επεξηγηματική περίπτωση εισάγεται με το «όταν» και όχι με το «εάν», έτσι και σε αυτήν την τρίτη (p). Παρεμβλήθηκε στο μεταξύ η Κυριακή προσευχή. Συνεπώς όσα λέγονται από τον σ. αυτόν πρέπει να θεωρηθούν ως συνέχεια του σ. 6. Η νηστεία ακολουθεί την προσευχή, διότι στους Ιουδαίους η νηστεία χρησιμοποιούνταν ως μέσο, για να γίνει η προσευχή αποτελεσματικότερη (L).
(2)   Και η νηστεία λοιπόν έχει μεγάλη σημασία για εμάς και δεν αποτελεί μέρος του τελετουργικού νόμου (b). Δεν δημιουργείται αντίφαση ούτε πραγματική δυσκολία από το γεγονός, ότι κατά τον χρόνο αυτόν οι μαθητές δεν νήστευαν (Ματθ. θ 14,Μάρκ. β 18). Ο Κύριός μας γνώριζε, ότι θα νήστευαν μετά το θάνατό του και παρέχει εδώ κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να γίνεται η νηστεία. Επιπλέον το ακροατήριο ήδη είναι μικτό και πολλοί από αυτό ήταν γνήσιοι Ιουδαίοι κατά τη θρησκευτική τους ζωή και για αυτό είχαν ανάγκη διδασκαλίας για τον καθημερινό τους βίο.
(3)   «Υποκριτής λοιπόν είναι αυτός που παίρνει τη μορφή άλλου, όπως για παράδειγμα εάν κάποιος ενώ είναι φτωχός, βάλει το προσωπείο του άρχοντα» (Χ).
Οι Φαρισαίοι έκαναν επίδειξη νηστείας δύο φορές την εβδομάδα, Δευτέρα και Πέμπτη, εκτός των ετήσιων νηστειών, των υποχρεωτικών σε όλους. Έτσι εξηγείται στην παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου η καύχηση του τελευταίου. Ο Κύριος δεν κατακρίνει πουθενά τους Φαρισαίους, διότι νήστευαν, αλλά διότι νήστευαν για επίδειξη (p).
(4)   Σκυθρωπός λέγεται ο σκυθρός στην ώπα (=όψη), ο δύσθυμος, ο περίλυπος, ο στυγνός στην όψη (δ). Στην Κ.Δ. συναντιέται μόνο εδώ και στο Λουκ. κδ 17. Στους Ο΄στα Γεν. μ 7,Σοφ. Σειρ. κε 23 και Δαν. α 10 (a).
«Όταν νηστεύετε μην προσποιείστε την σκυθρωπότητα, όπως αυτοί που προσπαθούν να είναι ωχροί για να αρέσουν στους ανθρώπους» (Ζ). Μην έχετε την όψη κουρασμένη όπως αυτοί που υποφέρουν από πείνα και το ύφος το συντετριμμένο αυτών που μετανοούν (L).
(5)   «Δηλαδή χαλούν, καταστρέφουν» (Χ), «τη φυσική μορφή με την επίπλαστη ωχρότητα» (Ζ). Αφανίζουν με την παραμέληση του καθημερινού ευτρεπισμού του προσώπου με το πλύσιμό του και το άλειμμα των τριχών του κεφαλιού. Εκλεκτό οξύμωρο αφανίζουν-φανούν (b).
(6)   Μετέβαλλαν τη φυσική έκφραση του προσώπου τους προς το χειρότερο, ώστε όλοι όσοι τους γνωρίζουν να ρωτούν για την αιτία και να τους δίνουν αφορμή ανακοίνωσης του λόγου της μεταβολής και στη συνέχεια της καύχησης (δ).

Ματθ. 6,17  σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι(1),
Ματθ. 6,17 Συ όμως, όταν νηστεύης, περιποιήσου την κόμην σου και νίψε το πρόσωπόν σου, όπως συνηθίζεις.
(1)   «Όπως ακριβώς όταν έλεγε να μην ξέρει το αριστερό σου τι κάνει το δεξί σου, δεν μιλούσε για χέρια, αλλά για το ότι πρέπει με ακρίβεια όλα να τα κρύβουμε… έτσι και εδώ, διατάζοντας να αλείφονται, δεν νομοθέτησε να αλειφόμαστε όλοι» (Χ)·
«διότι ούτε αυτός ο ίδιος δεν έκανε αυτό όταν νήστεψε σαράντα ημέρες· αλλά με αυτά κάτι άλλο συμβουλεύει, εννοώ δηλαδή, το να συγκαλύπτουμε την στυγνότητα της νηστείας με το να φαινόμαστε λαμπεροί και χαρούμενοι» (Ζ).
«Αλλά επειδή οι παλαιοί συνήθιζαν να αλείφονται συνεχώς, όταν ευφραίνονταν και χαίρονταν… είπε να αλειφόμαστε, όχι για να κάνουμε οπωσδήποτε αυτό, αλλά έτσι ώστε να φροντίζουμε με κάθε τρόπο και πολλή προσοχή να κρύβουμε το πράγμα αυτό» (Χ). Άλειμμα-νίψιμο όπως έκαναν όταν επρόκειτο να μεταβούν σε κάποιο χαρμόσυνο συμπόσιο (F).

Ματθ. 6,18  ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις(1) νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ(2), καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ.
Ματθ. 6,18  Δια να μη φανής στους ανθρώπους ότι νηστεύεις, αλλά στον Πατέρα σου τον επουράνιον, ο οποίος ευρίσκεται αόρατος παντού και εις τα πλέον απόκρυφα μέρη. Και ο Πατήρ σου, που βλέπει και τα κρυπτά, θα σου αποδώση εις τα φανερά την αμοιβήν σου.
(1)   Δεν συνιστά την απόλυτη μυστικότητα στη νηστεία. Διότι μπορεί να υπάρξουν, όπως και υπάρχουν δημόσιες και κοινές νηστείες. Τα μέλη άλλωστε μιας οικογένειας δεν είναι δυνατόν να αγνοούν τι κάνει ο συγγενής που μένει μαζί τους. Η παραγγελία λοιπόν του Κυρίου αναφέρεται κυρίως στα εσωτερικά ελατήρια (ο).
(2)   Λέγεται ο Θεός ο εν τω κρυπτώ, διότι υπάρχει και βλέπει και εκεί όπου άλλου το μάτι αδυνατεί να εισδύσει (δ). Είναι αόρατος και παρών και σε αυτά τα πιο απόκρυφα μέρη. Αυθεντική γραφή τω εν τω κρυφαίω… και ο βλέπων εν τω κρυφαίω. Αποτελεί ποικιλία του ύφους του μεταφραστή. Θα ήταν δύσκολο να βρούμε την αντίστοιχη αραμαϊκή λέξη (L). Πάντως και σε αυτήν τη γραφή θα υπονοήσουμε εξωτερικά τη λέξη τόπο (=εν τω κρυφαίω τόπω).

Ματθ. 6,19  (1)Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς(2) ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς(3) καὶ βρῶσις(4) ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται(5) διαρύσσουσι καὶ κλέπτουσι(6)·
Ματθ. 6,19  Μη συσσωρεύετε δια τον εαυτόν σας θησαυρούς έδω εις την γην, όπου ο σκόρος και η αποσύνθεσις καταστρέφουν και αφανίζουν, και όπου οι κλέπται διατρυπούν τοίχους και χρηματοκιβώτια και κλέπτουν.
Διάφορες συνδέσεις με τα παραπάνω προτάθηκαν.
Ή, «αφού έβγαλε από την ψυχή το νόσημα της κενοδοξίας, εισάγει στην κατάλληλη ώρα τον λόγο για την ακτημοσύνη. Διότι τίποτα δεν προετοιμάζει τόσο τον άνθρωπο στην αγάπη των χρημάτων, όσο ο έρωτας της κενοδοξίας. Για τη δόξα οι άνθρωποι εφευρίσκουν τα κοπάδια των δούλων, το πλήθος των ευνούχων, τα χρυσοστόλιστα άλογα και τα αργυρά τραπέζια και τα άλλα που είναι περισσότερο καταγέλαστα, όχι για να εκπληρώσουν κάποια ανάγκη, ούτε για να απολαύσουν ευχαρίστηση, αλλά για να επιδειχτούν στους πολλούς» (Χ).
Ή, ο Χριστός έκανε προσεκτικούς τους ακροατές του εναντίον της φαρισαϊκής υποκρισίας. Εφιστά τώρα την προσοχή τους σε άλλο ελάττωμα, το οποίο ήταν κοινό στους Φαρισαίους, τη φιλαργυρία (Λουκ. ιστ 14). Οι Φαρισαίοι ήταν συνήθως πλούσιοι και πρέσβευαν ότι τα πλούτη τους, ήταν αμοιβή του ζήλου τον οποίο έδειχναν στην τήρηση του νόμου. Και ο Χριστός δείχνοντας, ότι η δικαιοσύνη τους δεν ήταν αληθινή δικαιοσύνη, έρχεται τώρα να δείξει, ότι τα πλούτη τους δεν είναι αληθινά πλούτη (p).
Ή, δεν είναι αναγκαίο να αναζητήσουμε κάποια σύνδεση. Αφού ο Κύριος παρουσίασε το χριστιανικό ιδανικό ως τελειοποίηση του νόμου, ο οποίος στο εξής θα είναι ανεπαρκής, εκθέτει τώρα κάποια από τα μεγάλα αξιώματα της χριστιανικής ζωής. Η απόσπαση από τα πρόσκαιρα αγαθά για τον Θεό αποτελεί τη βάση της χριστιανικής ζωής. Η απόσπαση αυτή συνιστάται με δύο συμβουλές υπό μορφή αρνητική: Μη θησαυρίζετε (σ. 19-21). Μη μεριμνάτε (σ. 25 και εξής). Κάθε μία από αυτές διασαφηνίζεται με παραδείγματα (L). Η τελευταία εκδοχή πιο σοβαρή.

(1)   Η πρώτη περικοπή που εκτείνεται από τον σ. αυτόν μέχρι τον σ. 34 δεν έχει κάποιο παράλληλο στον Λουκά στην ομιλία του Κυρίου σε τόπο πεδινό, που αναφέρεται από αυτόν. Το παράλληλο υλικό βρίσκεται στο Λουκά σε 4 διαφορετικά μέρη (Λουκ. ιβ 33,34, ια 34-36,ιστ 13,ιβ 22-31)(p).
(2)   Εδώ εννοούνται τα πράγματα, τα οποία φυλάσσονται στο θησαυρό (δες Ματθ. β 11), τα μαζεμένα πλούτη (g).
(3)   «Το σκουλήκι των χρημάτων που γεννιέται σε πολλούς» (Ζ). Το ζωΰφιο, που τρώει και καταστρέφει τα ρούχα (g)· κοινώς ο σκόρος, η αιτία της καταστροφής που έρχεται από έξω (δ).
(4)   Η λέξη βρώσις σημαίνει αλλού τρώω κάποια τροφή και πιθανώς εδώ σημαίνει την φθορά (από μύγες και άλλα σκουλήκια) των αποθηκευμένων αγροτικών προϊόντων (S).
Ή, «βρώσις είναι η σήψη και η διαφθορά που γίνεται εσωτερικά» (Ζ)· η εσωτερική της καταστροφής αιτία, όπου δηλαδή από μόνα τους τρώγονται, σαπίζουν και καταστρέφονται τα προς τροφήν κυρίως αναγκαία, είτε από σκουλήκια και ζωΰφια που γεννιούνται σε αυτά, είτε από ζυμώσεις (δ).
Ο όλος σ. παρέχει ζωηρή εικόνα της στους κατοίκους της Ανατολής μεθόδου συσσώρευσης πλούτου σε είδη (ρούχα, προϊόντα)(S). Ο πλούτος αυτός θησαυρίζεται στο σπίτι, το οποίο έχει τοίχους από πλίνθους όχι ψημένους, από απλό πηλό, οι οποίοι μπορούν να τρυπηθούν με σκάψιμο από τους κλέφτες (p).
(5)   «Τι λοιπόν; Το χρυσάφι το αφανίζει ο σκόρος; Αν όχι ο σκόρος, αλλά οι κλέφτες» (Χ). «Ο σκόρος μεν και η σαπίλα αφανίζουν τροφές και ρούχα, ενώ οι κλέφτες το χρυσάφι και το ασήμι» (Θφ).
«Τι λοιπόν; Όλους τους έκλεψαν; Και αν όχι όλους, αλλά τους περισσότερους» (Χ). «Και αν όμως δεν κλέβονται όλοι, αλλά όμως αυτό από μόνο του, το να προσηλώνεσαι στη φροντίδα του πλούτου, πώς δεν είναι άθλιο;» (Θφ).
(6)   «Εξ αρχής δείχνει του εδώ θησαυρού την βλάβη και του εκεί την ωφέλεια και από τον τόπο και από τους καταστροφείς του» (Χ).

Ματθ. 6,20  θησαυρίζετε δὲ(1) ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ(2), ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν·
Ματθ. 6,20  Να θησαυρίζετε όμως δια τον εαυτόν σας και να αποταμιεύετε θησαυρούς στον ουρανόν, όπου ούτε ο σκόρος ούτε η σαπίλα αφανίζουν, και όπου οι κλέπται δεν τρυπούν τοίχους και δεν κλέπτουν.
(1)   «Και άλλη προσθέτει σκέψη. Και πρώτον από αυτά που κατεξοχήν φοβόντουσαν, από αυτά τους προτρέπει. Διότι τι φοβάσαι, λέει; Μήπως ξοδευτούν τα χρήματά σου όταν δώσεις ελεημοσύνη; Δώσε λοιπόν ελεημοσύνη, και τότε δεν θα ξοδευτούν» (Χ).
«Αυτά λοιπόν που μοιράζονται στους φτωχούς θησαυρίζονται στον ουρανό… με το να αποταμιεύονται εκεί οι ανταποδώσεις τους και οι αμοιβές, οι οποίες με το να μαζεύονται και να θησαυρίζονται, φυλάγονται με ασφάλεια» (Ζ).
(2)   Για εκείνους λέγεται ότι έχουν θησαυρό στον ουρανό, για τους οποίους ο Θεός αποφάσισε αιώνια σωτηρία. Δες Ματθ. ιθ 21, Μαρκ. ι 21,Λουκ. ιη 22 (g). Πρόκειται για τις πνευματικές αμοιβές, που επιφυλάσσονται στους ουρανούς στους αληθινά ευσεβείς (ο). Οι Ιουδαίοι γνώριζαν καλά ότι: «Αυτός που πράττει τη δικαιοσύνη θησαυρίζει ζωή για τον εαυτό του από τον Κύριο» (Ψαλμοί Σολομώντα θ 9)(L).

Ματθ. 6,21  (1)ὅπου γάρ(2) ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν(3), ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία(4) ὑμῶν.
Ματθ. 6,21   Διότι, όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδία σας.
(1)   «Προσθέτει και άλλη σκέψη, πείθοντας και από αυτήν κατεξοχήν» (Ζ).
(2)   Αναφέρεται στην ιδέα που υπονοείται, ότι η καρδιά πρέπει να είναι προσκολλημένη στο Θεό (L). Ή, πρέπει να θησαυρίζετε στον ουρανό διότι… (δ).
(3)   Αυθεντική γραφή: ο θησαυρός σου, εκεί… και η καρδία σου.
(4)   Καρδία=η έδρα και το κέντρο της πνευματικής ζωής, η διάνοια, η ψυχή, ως πηγή και έδρα των σκέψεων, των επιθυμιών, των πόθων, των ορέξεων, των θελήσεων, των βουλών, των σπουδασμάτων (g).
Ειδικότερα «καρδιά εδώ ονόμασε το νου… Και δεν είναι αυτό μικρή βλάβη της ψυχής, το να προσηλώνεται ο νους της εκεί, μεριμνώντας ολοκληρωτικά για τη φύλαξη του θησαυρού και το να είναι υποδουλωμένος πλήρως σε αυτήν την τυραννία» (Ζ).
«Διότι και αν τίποτα από αυτά [που απειλούν την υπόσατση του επίγειου πλούτου] δεν γίνει, δεν θα υποστείς μικρή βλάβη, με το να είσαι προσηλωμένος στα κάτω, και να γίνεις δούλος από ελεύθερος, και να χάσεις τα ουράνια, και τίποτα από τα υψηλά να μην μπορείς να καταλάβεις, αλλά να τα βλέπεις όλα σαν χρήματα και τόκους και δανείσματα και κέρδη και ανελεύθερες συναλλαγές… Διότι αυτός θα είναι χειρότερος από κάθε ανδράποδο, και θα αποκτήσει για τον εαυτό του τη χειρότερη τυραννία και το σημαντικότερο από όλα, πρόδωσε την ευγένεια του ανθρώπου και την ελευθερία» (Χ).

Ματθ. 6,22  (1)Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός(2)· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς(3) ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν(4) ἔσται·
Ματθ. 6,22  Ο λύχνος, που φωτίζει και εξυπηρετεί το σώμα, είναι το μάτι Εάν λοιπόν το μάτι είναι γερό και καθαρό, όλον το σώμα θα φωτίζεται, θα είναι φωτεινόν
(1)   Η σύνδεση με τα παραπάνω: «Αφού είπε για την αγενή δουλεία του νου, ο οποίος είναι μάτι της ψυχής, θέλει να δείξει πιο φανερά, ότι αυτή η δουλεία του νου είναι καταστροφή της ψυχής. Και παίρνει παράδειγμα το μάτι του σώματος και από αυτό δίνει να καταλάβουμε τα σχετικά με εκείνον (το νου)» (Ζ).
«Αν δηλαδή δεν ξέρεις, λέει, τι τέλος πάντων είναι βλάβη του νου, κατανόησέ το αυτό από τα σωματικά· διότι αυτό ακριβώς που είναι το μάτι για το σώμα, αυτό είναι ο νους για την ψυχή… Διότι όπως ακριβώς αν τυφλωθούν τα μάτια, χάνεται το μεγαλύτερο ποσοστό της ενεργητικότητας των άλλων μελών, αφού σβήστηκε για αυτά το φως, έτσι και όταν καταστραφεί ο νους σου, η ζωή σου θα γεμίσει από μύρια δεινά. Όπως ακριβώς λοιπόν στο σώμα αυτό προσέχουμε, ώστε να έχουμε τα μάτια μας υγιή, έτσι και στην ψυχή το νου» (Χ).
Το νόημα των σ. 22,23α= «Εάν μεν το μάτι σου είναι υγιές, όλο το σώμα σου θα είναι φωτισμένο, αφού θα φωτίζεται από τον δικό του φωταγωγό· εάν όμως το μάτι σου είναι άρρωστο, όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό, αφού δεν θα φωτίζεται από αυτό. Έτσι λοιπόν και το μάτι της ψυχής, ο νους, αν δουλεύει στη φροντίδα του θαμμένου θησαυρού, θα είναι άρρωστο, διότι είναι αρρώστια αυτή η φροντίδα και επομένως έχει σκοτιστεί η ψυχή» (Ζ).
(2)   Το μάτι θεωρείται ως το όργανο, μέσω του οποίου φως μπαίνει μέσα στο σώμα και υπονοείται ότι αυτό αληθεύει και πνευματικά· το μάτι της ψυχής φωτίζει το εσωτερικό της. Δες και Φίλωνος (Περί κοσμοποιΐας 53), «αυτό ακριβώς που είναι ο νους για την ψυχή, αυτό είναι το μάτι για το σώμα» (S).
«Αυτό λοιπόν λέει, ότι εάν προσηλώσεις το νου σου στη φροντίδα των χρημάτων, έσβησες το λυχνάρι, έκανες σκοτεινή την ψυχή σου» (Θφ).
(3)   Επειδή ο λόγος εδώ δεν είναι για τον αισθητό, αλλά για τον εσωτερικό οφθαλμό, το νου, για αυτό ο Σωτήρας μας μιλώντας για την ποιότητα αυτού, μεταχειρίζεται τα επίθετα απλός και πονηρός, τα οποία λέγονται με καθαρά ηθική σημασία (δ). Η μεταφορά του ματιού με ηθική έννοια ήταν συνηθισμένη στους Ιουδαίους, όπου ο αγαθός οφθαλμός σήμαινε γενναία ψυχή, ενώ ο πονηρός ψυχή γεμάτη πλεονεξία και φθόνο (Δευτ. ιε 9,Παροιμ. κζ 20). Ο τρόπος να φυλά κάποιος το μάτι υγιές είναι γενναιόδωρη ελεημοσύνη (Τωβ. δ 7)(p).
Εδώ θα αναμέναμε να λέει αγαθός οφθαλμός σε αντίθεση με το ακόλουθο πονηρός. Αλλά προτιμήθηκε η λέξη απλός για να υποδηλωθεί η έννοια της γενναιοδωρίας στη χρήση του πλούτου για ελεημοσύνη. Δες Παροιμ. ια 25 «ψυχὴ εὐλογουμένη πᾶσα ἁπλῆ», όπου το απλή σύμφωνα με τον προηγούμενο στίχο φαίνεται να σημαίνει γενναιόδωρη· και Ιακ. α 5, όπου το απλά=γενναιόδωρα και Β΄Κορ. η 2,θ 11,Ρωμ. ιβ 8 όπου απλότητα= γενναιοδωρία (a).
(4)   Λάμποντας από το φως (g)· γεμάτο φως, σαν να ήταν ολόκληρο το σώμα μάτι (b).

Ματθ. 6,23  ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς(1) ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν(2) ἔσται(3). εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ(4) σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον(5);
Ματθ. 6,23  Εάν όμως το μάτι σου είναι κατεστραμμένον και ανίκανον να ίδη το φως, όλο το σώμα σου θα είναι βυθισμένο στο σκοτάδι. Εάν λοιπόν το φως, που σου έδωκεν ο Θεός είναι σκοτάδι, τότε το ηθικόν σκοτάδι της ψυχής σου πόσον πυκνόν και αδιαπέραστον θα είναι;
(1)   Εάν είναι σε κατάσταση ασθενείας, ώστε να μην παρέχει πιστή εικόνα των εξωτερικών πραγμάτων (ο).
(2)   Καλυμμένο από σκοτάδι (g).
(3)   Η μεταφορική έννοια του ημιστιχίου: Εάν το μάτι σου είναι πονηρό δηλαδή εάν είσαι φιλάργυρος και πλεονέκτης, φυλάγοντας τον πλούτο σου για τον εαυτό σου, τότε πνευματικό φως δεν μπορεί να διεισδύσει σε σένα (a).
«Αν αφού καταστρέψεις το νου σου, που έχει τη δύναμη να θεραπεύει τα πάθη, με το να καθίσεις δίπλα στο θησαυρό σου, όχι μόνο δεν ωφελήθηκες σε τίποτα αλλά προκαλείς μέγιστη ζημιά και έβλαψες όλη την ψυχή» (Χ).
(4)   Εάν εκείνο το οποίο από τη φύση είναι προορισμένο να παρέχει σε σένα φως, σκοτιστεί, το υπόλοιπο σώμα, το οποίο από τη φύση του είναι σκοτεινό, σε ποιο σκοτάδι δεν θα βυθιστεί (p).
(5)   Πόσο σκοτάδι σε όλο το σώμα (L). Η μεταφορική έννοια: «Εάν ο νους, που δόθηκε για να φωτίζει και να οδηγεί την ψυχή, είναι σκοτάδι, δηλαδή έχει σκοτιστεί πλέον» (Ζ), πόσο σκοτάδι υπάρχει σε σένα!
«Διότι όπως ακριβώς σε κόρη ματιού καθαρή, έρχεται ως υγρό βλαβερό  ο έρωτας των χρημάτων και δημιουργεί πυκνό νέφος», «υπομένουν αυτοί διπλό σκοτάδι και από τη διαστροφή του νου τυφλωμένοι και από την απατηλή θολούρα των φροντίδων τυλιγμένοι. Για αυτό ούτε να διακρίνουν εύκολα δεν μπορούν» (Χ).
«Το σκοτάδι των παθών τότε πόσο θα είναι που θα σκοτίζει την ψυχή, αφού θα σκοτιστεί το φως που ανατέλλει σε αυτήν;» (Ζ). Το ηθικό σκοτάδι πρέπει να φοβούμαστε τόσο περισσότερο από τη φυσική τύφλωση, όσο ο νους ή η ψυχή έχει μεγαλύτερη αξία από το σώμα (ο).

Ματθ. 6,24  (1)Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις(2) δουλεύειν(3)· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται(4) καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει(5). οὐ δύνασθε Θεῷ(6) δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ(7).
Ματθ. 6,24  Κανείς δεν ημπορεί να υπηρετή συγχρόνως δύο κυρίους• διότι η θα μισήση τον ένα και θα αγαπήση τον άλλον η θα προσκολληθή στον ένα και θα καταφρονήση τον άλλο. Και σεις δεν είναι δυνατόν να υπηρετήτε τον Θεόν και τον πλούτον.
(1)   Η σύνδεση με τα παραπάνω: Δεν μπορείτε να θησαυρίσετε θησαυρούς και στη γη και στον ουρανό (S).
Ή, ο Σωτήρας προσθέτει και δεύτερο λόγο, για τον οποίο δεν πρέπει να έχουμε το νου προσηλωμένο στα γήινα· ο υποδουλωμένος σε αυτά απομακρύνεται τελείως από το Θεό (δ). «Η φιλοχρηματία και από τη δουλεία του Θεού μάς βγάζει και στον πλούτο μας υποδουλώνει» (Ζ).
(2)   «Αρχικά λέει δύο κυρίους γενικά και ανώνυμα, για να κερδίσει τη σύμφωνη ομολογία των ακροατών όσον αφορά την αλήθεια αυτού που ειπώθηκε· έπειτα τους αναφέρει και ονομαστικά» (Ζ).
Δύο κυρίους «λέγοντας εδώ, εννοεί δύο που παραγγέλουν τα αντίθετα πράγματα· διότι αν δεν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήταν και δύο· διότι «ήταν μία, λέει, η καρδιά και η ψυχή του πλήθους αυτών που πίστεψαν (Πράξ. 4,32)» και μολονότι ήταν διαιρεμένοι σε πολλά σωματα, αλλά όμως η ομόνοια έκανε τους πολλούς ένα» (Χ).
(3)   Μάλλον με την έννοια του να είναι δούλος· ένας δούλος δεν είναι δυνατόν να αποτελεί ιδιοκτησία δύο κατόχων (S). «Πώς είναι δυνατόν ενώ είναι δούλος δύο αντίθετων κυρίων να τα έχει καλά και με τους δύο;» (Γν).
(4)   Αντέχομαι τινός= σταθερά προσκολλιέμαι σε κάποιον, φροντίζοντάς τον (g).
(5)   Ή τον ένα θα μισήσει και τον άλλο θα τον αγαπήσει, ή θα προσκολληθεί στον έναν και θα καταφρονήσει τον άλλον. Φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι λέει το ίδιο. Η μεταφορά όμως δικαιολογεί πλήρως τη χρήση των δύο διαζευκτικών προτάσεων. Ή θα μισήσει τον πλούτο, οπότε θα αγαπήσει το Θεό, ή θα κρατήσει στερεά τον πλούτο προσκολλώμενος σε αυτόν, οπότε θα καταφρονήσει το Θεό.
(6)   «Να, δήλωσε και ονομαστικά τους δύο κυρίους που ανέφερε» (Ζ).
(7)   «Μαμωνά λέει τον πλούτο, όχι τον διάβολο όπως λένε οι πολλοί» (Σχ.π). Λέξη συροχαλδαϊκή που συναντιέται στα Ταργουμίμ (ερμηνευτικά κείμενα των Εβραίων), αντί για λέξη εβραϊκή, την οποία οι Ο΄ μεταφράζουν πλούτος ή αργύριο. Σύμφωνα με τον Αυγουστίνο η λέξη υπήρχε και στη φοινικική γλώσσα δηλώνοντας το κέρδος (δ).
Προσωποποιείται εδώ ως ανταγωνιστής του Θεού και η πείρα δείχνει, ότι όποιος έκανε τον εαυτό του δούλο του, δεν μπορεί να δουλεύει σε κάποιον άλλον· πολύ περισσότερο δεν μπορεί να αφοσιωθεί στη δουλεία εκείνου, ο οποίος αξιώνει αποκλειστική δουλεία. Προσκόλληση στη δουλεία του χρήματος είναι «η πλεονεξία η οποία είναι ειδωλολατρεία» (Κολ. γ 5)(p).
«Ονόμασε εδώ τον μαμωνά κύριο, όχι επειδή εκ φύσεως είναι κύριος, αλλά εξαιτίας της ταλαιπωρίας αυτών που υποτάσσονται σε αυτόν. Έτσι και την κοιλιά την αποκαλεί Θεό, όχι από το αξίωμα της κυρίας, αλλά από την αθλιότητα αυτών που δουλεύουν σε αυτήν» (Χ).
«Τι λοιπόν; Ο Αβραάμ δεν ήταν πλούσιος; Ο Ιώβ και οι παρόμοιοι με αυτούς;» (Ζ).
«Μην μου πεις, σε παρακαλώ, τους πλούσιους, αλλά αυτούς που ήταν δούλοι στον πλούτο» (Χ). Αυτοί όμως «ήταν μεν πλούσιοι, αλλά δεν ήταν δούλοι του πλούτου, αλλά αυτοί κυρίευαν αυτόν και ξόδευαν αυτόν σε όσους είχαν ανάγκη» (Ζ).

Ματθ. 6,25  Διὰ τοῦτο(1) λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ(2) ὑμῶν τί φάγητε(3) καὶ τί πίητε(4), μηδὲ τῷ σώματι(5) ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν(6) ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος(7);
Ματθ. 6,25  Δια τούτο ακριβώς και σας λέγω, μη φροντίζετε με στενοχωρίαν και αγωνίαν δια την ζωήν σας, δηλαδή δια το τι θα φάγετε και το τι θα πίετε, ούτε και δια το σώμα σας με τι θα ενδυθήτε. Δεν αξίζει η ζωή περισσότερον από την τροφήν και το σώμα από το ένδυμα;
(1)   «Για αυτό. Ποιό; Επειδή τα χρήματα σάς απομακρύνουν από το Θεό» (Θφ)· επειδή η δουλεία του πλούτου είναι ασυμβίβαστη με αυτήν του Θεού, για αυτό αποκόψτε τη ρίζα της πλεονεξίας και της φιλαργυρίας δηλαδή τη μέριμνα για το πώς θα ζήσετε (δ).
(2)   «Μη μεριμνάτε για την ψυχή σας» (Ζ). Προσεχές αντικείμενο του μεριμνώ που συντάσσεται με δοτική και αιτιατική αντικειμένου (δ).
(3)   «Όχι επειδή η ψυχή χρειάζεται τροφή· διότι είναι ασώματη· αλλά μίλησε κατά την κοινή συνήθεια. Διότι αν και δεν έχει ανάγκη τροφής, αλλά όμως δεν θα μπορούσε να μένει στο σώμα, παρά μόνο εάν τρέφεται αυτό» (Χ). Η μέριμνα γίνεται για την ψυχή ως αιτία της ζωής, αλλά η τροφή και το ποτό συντηρούν τη ζωή (δ).
(4)   Αυτό εύκολα αποσιωπήθηκε από τους αντιγραφείς ή εύκολα υπονοήθηκε από εμάς. Ο σ. 31 ζητά την ξεκάθαρη αναφορά του ρήματος πίνω περισσότερο από τον παρόντα στίχο, διότι σε αυτόν αυτοί που μεριμνούν εισάγονται ότι μιλούν οι ίδιοι, ενώ στον παρόντα στίχο ο Κύριός μας μιλά αυτοπροσώπως (b).
(5)   «Δεν είπε απλώς, μη μεριμνήσετε τι θα φάτε και τι θα ντυθείτε, αλλά «για το σώμα» και «για την ψυχή», επειδή από αυτά επρόκειτο να φέρει τις αποδείξεις, οδηγώντας το λόγο με βάση τη σύγκριση» (Χ).
(6)   Λαμβάνεται εδώ η ποσότητα αντί για την ποιότητα (δ). «Περισσότερο λέει το μεγαλύτερο» (Ζ).
(7)   «Αυτός λοιπόν που έδωσε το μεγαλύτερο πώς δεν θα δώσει το μικρότερο; Αυτός που έπλασε την τρεφομένη σάρκα πώς δεν θα δώσει την τροφή;» (Χ).

Ματθ.6 ,26  (1)ἐμβλέψατε(2) εἰς τὰ πετεινὰ(3) τοῦ οὐρανοῦ(4), ὅτι οὐ σπείρουσιν(5) οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας(6) καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν(7) ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον(8) διαφέρετε αὐτῶν;
Ματθ. 6,26  Παρατηρήστε τα πτηνά του ουρανού και ίδετε ότι αυτά ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συγκεντρώνουν τροφάς εις αποθήκας. Και όμως ο Πατήρ σας ο ουράνιος τα τρέφει. Σεις δεν έχετε ασυγκρίτως μεγαλυτέραν αξίαν από αυτά;
(1)   «Για να μην πει κάποιος ότι, και πώς αραγε θα ζήσουμε αν δεν μεριμνούμε για τα αναγκαία, δίνει την λύση σε αυτήν την αντίθεση από το παράδειγμα των πουλιών, τα οποία ενώ δεν μεριμνούν, τα τρέφει ο Θεός» (Ζ).
Φέρνει παράδειγμα τα πουλιά του ουρανού και τα κρίνα του αγρού, για τα οποία ο άνθρωπος δε φροντίζει καθόλου, συχνά μάλιστα και καταδιώκει ή καταστρέφει αυτά, όπως για παράδειγμα τα κοράκια που αναφέρονται στο Λουκ. ιβ 24 (b).
(2)   =Παρατηρήστε με προσοχή· επιστήστε την προσοχή σας.
(3)   «Για να μην λέει κάποιος ότι ωφελούμε όταν μεριμνούμε, τους αποτρέπει και από το ανώτερο και από το κατώτερο· από μεν το ανώτερο, από την ψυχή και το σώμα· από δε το κατώτερο, από τα πτηνά» (Χ).
«Αν και μπορούσε να φέρει το παράδειγμα από ανθρώπους και να πει τον Ηλία και τον Ιωάννη και τους όμοιους με αυτούς, όσοι τίποτα τέτοιο δεν μερίμνησαν· αυτό μεν δεν το έκανε, από τα πτηνά όμως μάλλον αποστόμωσε την αντίθεση που αναφέραμε, θίγοντάς τους ώστε να ντραπούν περισσότερο και αφαιρώντας από τη μέση κάθε πρόφαση» (Ζ)
«και εδώ μιμείται παλαιό νόμο. Διότι και η Π.Δ. και προς την μέλισσα παραπέμπει και προς το μυρμήγκι και προς το τρυγόνι και προς το χελιδόνι» (Χ).
(4)   Δηλώνει το μέρος στο οποίο ζουν= αυτά που πετούν στον αέρα, στην ατμόσφαιρα (b).
(5)   «Δεν είπε, δείτε ότι πετούν τα πουλιά, το οποίο ήταν αδύνατον για τον άνθρωπο, αλλά είπε ότι τρέφονται χωρίς μέριμνα, το οποίο και από εμάς, εάν θέλουμε, είναι εύκολο να κατορθωθεί… Και δεν είπε ότι ούτε εκμεταλλεύονται κάτι, ούτε εμπορεύονται, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς απαράδεκτο» (Χ).
(6)   Τα πτηνά δεν είναι οκνηρά αλλά ελεύθερα από μέριμνα (S). Ο Κύριος δεν αποτρέπει από την προνοητικότητα αλλά από τη μέριμνα, η οποία περισπά και βασανίζει (p).
«Τι λοιπόν; Δεν πρέπει να σπέρνουμε; θα πει κάποιος. Δεν είπε ότι δεν πρέπει να σπέρνουμε, αλλά ότι δεν πρέπει να μεριμνούμε· ούτε ότι δεν πρέπει να εργαζόμαστε, αλλά ότι δεν πρέπει να είναι κάποιος μικρόψυχος και να σχολείται με όλη τη δύναμή του με τις φροντίδες» (Χ), λοιπόν, «αυτό λέει, όχι να μην σπέρνουμε, αλλά να μην είμαστε μικρόψυχοι» (Σχ.π).
(7)   Λέει ο Πατέρας σας, όχι Πατέρας τους (b). Λέει με έμφαση ο πατέρας σας, για να δείξει ότι εξαιτίας της στενής αυτής σχέσης, είναι αδύνατον να τους εγκαταλείψει (δ).
«Τρέφει αυτά ο Θεός, βάζοντας μέσα τους φυσική γνώση ώστε να συλλέγουν τροφές» (Θφ).
(8)   «Δεν είστε εσείς πολύ ανώτεροι από τα πουλιά; Και εάν τα κατώτερα τα τρέφει ο Θεός, πολύ περισσότερο τους ανώτερους» (Ζ). Στον σ. αυτόν το επιχείρημα είναι από το ασθενέστερο στο ισχυρότερο· στον σ. 25 από το ισχυρότερο στο ασθενέστερο (b).

Ματθ. 6,27  (1)τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν(2) δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν(3) αὐτοῦ πῆχυν ἕνα(4);
Ματθ. 6,27   Ποιός δε από σας, όσας πολλάς και μεγάλας φροντίδας και αν καταβάλη, ημπορεί να προσθέση στο ανάστημά του ένα πήχυν;
(1)   Στο σ. αυτό «σιωπώντας για την ψυχή, μιας και αυτή δεν αυξάνεται, μίλησε μόνο για το σώμα, από αυτό δηλώνοντας και εκείνο, ότι δεν το αυξάνει αυτό η τροφή, αλλά η πρόνοια του Θεού» (Χ).
(2)   Η χρήση του μεριμνώ παίρνει στο σ. αυτόν ιδιαίτερο χρωματισμό. Το ρήμα αυτό δεν σημαίνει μόνο ανησυχώ, αλλά και σκέφτομαι, εμβαθύνω, υπολογίζω με φροντίδα (L).
(3)   Ή, ηλικία εδώ λέγεται με τη συνηθισμένη όπως και σε μας έννοια (όπως και στο Ιω. θ 21,23. Εβρ. ια 11) και όχι για να δηλώσει το ανάστημα (όπως στο Λουκ. ιθ 3)(p). Υπάρχει και στους εθνικούς συγγραφείς στη φράση «πήχυιον επί χρόνον» παράδειγμα χρήσης της λέξης πήχυς για δήλωση σύντομου χρονικού διαστήματος (L).
Ή, πιο σωστά, ηλικία=το ανάστημα. Ο παραλληλισμός των σ. υπονοεί, ότι ο παρών σ. ανταποκρίνεται στον σ. 25β, όπως και ο σ. 26 ανταποκρίνεται στο σ. 25α. Πρέπει λοιπόν να αναφέρεται στο ένδυμα του σώματος και συνεπώς εδώ με το ηλικία σημαίνεται το ανάστημα (S).
(4)   Αυτοί που αποδέχονται την εκδοχή ηλικία=όχι το ανάστημα, αναζητούν από τα συμφραζόμενα το ακόλουθο έρεισμα υπέρ αυτής της εκδοχής: Κανείς δεν σκέφτεται να προσθέσει στο ανάστημά του έναν πήχυ, αν και κάποιοι επιχειρούν να προσθέσουν κάποια εκατοστά. Πολλοί όμως φροντίζουν να προσθέσουν όσο γίνεται μεγαλύτερο μήκος στη ζωή τους (p).
Όσοι αποδέχονται την εκδοχή ηλικία=ανάστημα, απαντούν: Η υπερβολή (πήχυν ένα) σκόπιμα μπήκε από τον Σωτήρα για να δείξει το μέγεθος της ανοησίας αυτών που μεριμνούν. Διότι ο καθένας προς τον οποίο θα γίνει η ερώτηση, θα φωνάξει· πήχυ; Αλλά ούτε ένα δάκτυλο δεν μπορεί! (δ). «Αυτό λοιπόν λέει, ότι και αν ακόμη μεριμνάς, τίποτα δεν κάνεις αν δεν θέλει ο Θεός. Γιατί λοιπόν κατά τρόπο περιττό ταλαιπωρείς τον εαυτό σου» (Θφ).

Ματθ. 6,28   καὶ περὶ ἐνδύματος(1) τί μεριμνᾶτε; Καταμάθετε(2) τὰ κρῖνα(3) τοῦ ἀγροῦ(4) πῶς αὐξάνει(5)· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει(6)·
Ματθ. 6,28  Και περί του ενδύματος διατί φροντίζετε με τόσην ανησυχίαν και αγωνίαν; Παρατηρήστε με προσοχήν τα άνθη του αγρού, πως φυτρώνουν και πως αυξάνουν. Ούτε κοπιάζουν ούτε γνέθουν.
(1)   «Αφού είπε για την αναγκαία τροφή και αφού έδειξε ότι ούτε για αυτήν δεν πρέπει να μεριμνούμε, προχωρά λοιπόν στο ελαφρότερο· διότι δεν είναι τόσο αναγκαίο το ένδυμα, όσο η τροφή» (Χ).
(2)   Καταμάθετε=η κατανόηση όπως βγαίνει από την παρατήρηση· παρατηρήστε και καταλάβετε (δ).
(3)   «Κρίνα τώρα ονόμασε τα άνθη» (Ζ). Κρίνα του αγρού είναι τα άγρια άνθη γενικώς (S). Του αγρού, αυτά που φυτρώνουν από μόνα τους στον αγρό (δ). «Δεν μας ελέγχει μόνο από τα χωρίς λογική πτηνά, αλλά και από τα κρίνα που μαραίνονται» (Θφ).
(4)   «Για ποιο λόγο λοιπόν δεν χρησιμοποιεί και εδώ το ίδιο παράδειγμα με το παράδειγμα των ορνίθων, ούτε μας αναφέρει το παγώνι και τον κύκνο; Επειδή θέλει και από τις δύο μεριές να δείξει την υπερβολή, και από την ασημαντότητα αυτών που μετέχουν σε αυτού του είδους την ευπρέπεια, και από τη φιλοτιμία του καλλωπισμού που δόθηκε στα κρίνα. Για αυτό… (πιο κάτω)· δεν ονομάζει πλέον αυτά κρίνα, αλλά χορτάρι αγρού. Και ούτε σε αυτην την ονομασία αρκείται, αλλά πάλι προσθέτει και άλλη ευτέλεια, λέγοντας· Που σήμερα υπάρχει. Και δεν είπε αύριο δεν υπάρχει, αλλά το πολύ πάλι κατώτερο, ότι δηλαδή ρίχνεται στο φούρνο» (Χ).
(5)   Με ποιο τρόπο αυξάνουν και πως από το βλαστό βγαίνει ωραιότατο άνθος, το οποίο ο Σωτήρας χαρακτηρίζει σαν το ένδυμα του φυτού (δ). Αυθεντική γραφή αυξάνουσι… κοπιώσιν… νήθουσιν.
(6)   «Όπως ακριβώς όταν είπε ότι δεν σπέρνουν, δεν κατάργησε τον σπόρο, αλλά την φροντίδα, έτσι και όταν είπε· δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν, δεν αφαίρεσε την εργασία, αλλά την μέριμνα» (Χ).

Ματθ. 6,29  λέγω δὲ(1) ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν(2) ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ(3) αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς(4) ἓν(5) τούτων(6).
Ματθ. 6,29  Και όμως σας λέγω τούτο, ούτε και αυτός ο Σολομών με όλην του την βασιλικήν μεγαλοπρέπειαν και δόξαν δεν εφόρεσε ποτέ ένα τόσον περίλαμπρον ένδυμα ωσαν αυτό, με το οποίον περιβάλλεται ένα από τα ταπεινά αυτά άνθη.
(1)   Το «δε» είναι αντιθετικός σύνδεσμος= Και όμως, αν και αυτά καθόλου δεν κοπιάζουν (δ).
(2)   «Ανέφερε τον Σολομώντα επειδή αγαπούσε την ομορφιά και ήταν σοφός στο να επινοεί καλλωπισμούς» (Ζ).
(3)   Ή, δοξα=η ένδοξη βασιλεία· «σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του. Διότι δεν μπορεί κανείς να πει ότι κάποτε μεν ντυνόταν με παρόμοια, όχι όμως και στη συνέχεια, αλλά, λέει, ότι δεν καλλωπίστηκε με αυτόν τον τρόπο ούτε μία ημέρα· διότι αυτό δήλωσε λέγοντας, «σε όλη τη δόξα του»» (Χ).
Ή, η δόξα λέγεται για τη βασιλική μεγαλοπρέπεια, το λαμπρό ένδυμα κλπ. (g). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(4)   Το «ως» αναφέρεται στη θαυμάσια καλλονή του σχήματος και των χρωμάτων που παρατηρείται και στα πιο μικρά άνθη του αγρού (δ).
(5)   Ένα οποιοδήποτε, όχι δηλαδή ένα ολόκληρο στεφάνι από άνθη (b).
(6)   Η αντωνυμία χρησιμοποιείται σαν να δείχνει (b).

Ματθ. 6,30   Εἰ δὲ τὸν χόρτον(1) τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα(2) καὶ αὔριον(3) εἰς κλίβανον(4) βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως(5) ἀμφιέννυσιν(6), οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς(7), ὀλιγόπιστοι(8);
Ματθ. 6,30   Εάν δε ο Θεός ενδύη με τόσην λαμπρότητα τα χορτάρια του αγρού, που σήμερα υπάρχουν και αύριον ρίπτονται στον φούρνον, δεν θα ενδύση πολύ περισσότερον σας, ολιγόπιστοι;
(1)   Χορτάρι του αγρού είναι το γένος, στο οποίο ανήκουν τα κρίνα ως είδος· χορτάρι του αγρού είναι το άθροισμα όλων των αυτοφυών και άγριων φυτών (δ).
(2)   Το οποίο δηλαδή διαρκεί για σύντομο χρόνο (b).
(3)   Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα που παρεμβλήθηκε (b).
«Πρόσεξε ότι αυξάνωντας την ευτέλεια των κρίνων προχωρώντας τα ονόμασε χορτάρι· και ακόμη περισσότερο λέγοντας, που σήμερα υπάρχει και αύριο ρίχνεται στο φούρνο, τα οποία και τα δύο λέχθηκαν για να αυξήσουν την ευτέλεια» (Ζ).
(4)   «Κλίβανος είναι ο φούρνος των ψωμιών» (Ζ). Δεν λέγεται ότι το χορτάρι ρίχνεται στη φωτιά όπως στο Ιω. ιε 6 (δες Α΄Κορ. γ 12) αλλά στο φούρνο. Όχι λοιπόν απλώς και μόνο για να καεί, αλλά και για κάποια χρησιμότητα (b).
(5)   «Ομοίως για να τονίσει πιο πολύ την ωραιότητα του κάλλους τους, δεν είπε απλώς, ότι τα ντύνει, αλλά ότι έτσι τα ντύνει. Διότι το «έτσι» εδώ δηλώνει αύξηση της ωραιότητας» (Ζ).
(6)   Το αμφιέννυμι είναι τύπος παλαιότερος, που αντικαταστάθηκε στην κοινή με το αμφιάζω ή αμφιέζω (L). «Και εδώ μιλώντας για την πρόνοιά του και δείχνοντας πώς και στα μικρά είναι αριστοτέχνης, λέει ότι το χορτάρι του αγρού το ντύνει» (Χ).
(7)   «Και αυτό έχει πολλή έμφαση, διότι το «εσάς» τίποτα άλλο δεν υπαινίσσεται, παρά το πολυτίμητο και πάρα πολύ αξιόλογο του γένους μας· σαν να έλεγε, εσάς, στους οποίους έδωσε ψυχή, στους οποίους διέπλασε σώμα, για τους οποίους έφτιαξε όλα τα βλεπόμενα, για τους οποίους έστειλε προφήτες και έδωσε νόμο και έκανε τόσα αμέτρητα καλά, για τους οποίους έδωσε τον μονογενή υιό του» (Χ).
«Διότι εάν ο Θεός εκείνα τόσο πολύ τα καλλώπισε, παρόλο που δεν υπήρχε καμία ανάγκη, πόσο μάλλον θα ικανοποιήσει την ανάγκη των δικών σας ρούχων;» (Θφ).
(8)   «Τους μαλώνει με αυτό. Αφού δηλαδή απέδειξε αυτό που ήθελε, τώρα τους μαλώνει ονομάζοντάς τους ολιγόπιστους, επειδή δεν πιστεύουν αδίστακτα, ότι θα τους φροντίσει ο Θεός, και για αυτό μεριμνούν» (Ζ).
«Εδώ χρησιμοποιεί την επιείκεια, κατηγορώντας τους όχι για απιστία αλλά για ολιγοπιστία» (Χ).

Ματθ. 6,31 μὴ οὖν(1) μεριμνήσητε(2) λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα;
Ματθ. 6,31 Λοιπόν μη κυριευθήτε ποτέ από την ανήσυχον μέριμναν και μη λέγετε συνεχώς, τι θα φάγωμεν η τι θα πίωμεν η τι θα ενδυθώμεν;
(1)   Βγάζει το γενικό συμπέρασμα των δύο παραδειγμάτων, τα οποία προηγουμένως ανέφερε (δ).
(2)   Ο χρόνος μέλλοντας δηλώνει την φροντίδα που μία φορά γεννιέται μέσα μας για ορισμένο πράγμα (δ). «Επαναλαμβάνει πάλι το λόγο του να μην μεριμνούμε, επειδή η μέριμνα είναι βίαιο πράγμα και δύσκολα απαλλάσσεται κανείς από αυτήν» (Ζ).

Ματθ. 6,32  πάντα γὰρ ταῦτα(1) τὰ ἔθνη(2) ἐπιζητεῖ(3)· οἶδε γὰρ(4) ὁ πατὴρ(5) ὑμῶν(6) ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε(7) τούτων ἁπάντων.
Ματθ. 6,32  Διότι οι ειδωλολάτραι επιζητούν αποκλεστικά και μόνον αυτά τα φθαρτά αγαθά. Σεις όμως μην κυριεύεσθε από τέτοιες μέριμνες, διότι ο Πατήρ σας ο ουράνιος γνωρίζει ότι έχετε ανάγκην από όλα αυτά, και σαν πανάγαθος, που είναι, θα σας τα δώση.
(1)   Όλα αυτά και τίποτα άλλο (b). «Ουδέποτε αισθάνθηκα πόσο αληθινά είναι τα λόγια αυτά του Ιησού έως ότου διάβασα τους βεδικούς ύμνους, το ευχολόγιο και υμνολόγιο των Ινδών Αρίων… Πάρα πολλοί ύμνοι, ειδικά εκείνοι προς τον Ίντρα, περιέχουν προσευχές μόνο για υλικά αγαθά: για αγελάδες, άλογα, πράσινες βοσκές, καλές συγκομιδές» (Bruce).
(2)   Δηλαδή ο εθνικός κόσμος. Κατά την διάκρισή του από τον ιουδαϊκό (S). «Αναφέρει τους εθνικούς, ελέγχοντάς μας και δείχνοντας ότι απαιτεί από εμάς αναγκαία οφειλή… Ποιου πράγματος θα ήμασταν άξιοι… παραμένοντας στην ευτέλεια των εθνικών και μιμούμενοι την μικροψυχία τους;» (Χ).
(3)   Με επιμονή, έντονα ζητούν (δ). «Τα έθνη επιζητούν αυτά, που όλος ο κόπος τους είναι για την παρούσα ζωή, οι οποίοι δεν νοιάζονται καθόλου για τα μέλλοντα, ούτε έχουν ιδέα για τα ουράνια πράγματα» (Χ), και οι οποίοι εθνικοί δεν έχουν συνείδηση, όπως οι μαθητές του Χριστού, ότι έχουν στον ουρανό πατέρα που φροντίζει για τις ανάγκες τους (F).
(4)   Το γαρ εξηγεί γιατί δεν πρέπει να ανησυχούμε μεριμνώντας και η φράση για τους εθνικούς είναι ένα είδος παρένθεσης (L). Ή, πρώτος λόγος για τον οποίο δεν πρέπει να μεριμνούμε  λέγοντας, τι θα φάμε, είναι ότι τα έθνη επιζητούν αυτά· δεύτερος λόγος είναι ότι ο πατέρας μας ξέρει…
(5)   «Δεν είπε· ξέρει ο Θεός, αλλά ξέρει ο Πατέρας, ώστε να τους οδηγήσει σε μεγαλύτερη ελπίδα. Διότι αν είναι πατέρας και πατέρας τέτοιος, δεν θα μπορέσει να παραβλέψει τους γιους αν βρίσκονται σε έσχατα κακά· από τη στιγμή βεβαίως που ούτε άνθρωποι, που είναι πατέρες, δεν το ανέχονται αυτό» (Χ). Επιχείρημα από την παγγνωσία (ξέρει), την αγαθότητα (ο Πατέρας) και την παντοδυναμία (ουράνιος) του Θεού (b).
(6)   Δικός σας, των οποίων είναι Πατέρας σε εξαιρετικό βαθμό σε σχέση με τους εθνικούς (b).
(7)   «Αυτό που λέει σημαίνει το εξής· μήπως δηλαδή αυτά είναι ασήμαντα για να τα περιφρονήσει; Και όμως ούτε τα σήμαντα περιφρόνησε, όπως δηλαδή στην περίπτωση του χόρτου· στην παρούσα περίπτωση μάλιστα είναι και αναγκαία» (Χ).
«Διότι δεν είναι περιττό το να τρώει κάποιος και να πίνει και να ντύνεται, ώστε να τα παραβλέψει· αλλά είναι χρήσιμα στο σώμα και αναγκαία στη φύση του. Επομένως, αυτό που νομίζεις ότι είναι αίτιο για σένα ώστε να μεριμνάς, αυτό περισσότερο είναι αίτιο του να μη μεριμνάς. Επειδή δηλαδή είναι αναγκαία αυτά, για αυτό κατεξοχήν πρέπει να χουμε θάρρος. Διότι ποιος πατέρας θα ανεχτεί να μη χορηγήσει στα παιδιά ούτε τα αναγκαία;» (Ζ).

Ματθ. 6,33  ζητεῖτε δὲ πρῶτον(1) τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ(2) καὶ τὴν δικαιοσύνην(3) αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται(4) ὑμῖν.
Ματθ. 6,33  Ζητείτε δε κατά πρώτον και κύριον λόγον την βασιλείαν του Θεού και την αρετήν που θέλει από σας ο Θεός, και όλα αυτά τα επίγεια αγαθά θα σας δοθούν μαζή με τα ανεκτίμητα αγαθά της βασιλείας των ουρανών.
(1)   «Αντί να πει: κυρίως και κατ’ εξοχήν» (Ζ). Εκείνος, ο οποίος ζητά αυτό πρώτο, γρήγορα θα ζητήσει αυτό και μόνο (b).
(2)   Αυθεντική γραφή: την βασιλείαν και την δικαιοσύνην αυτού. Υπάρχει και άλλη διατύπωση των λόγων αυτών του Κυρίου στον Κλήμη Αλεξανδρέα και στον Ωριγένη: «Ζητάτε τα μεγάλα και τα μικρά θα σας προστεθούν· ζητάτε τα επουράνια και τα επίγεια θα σας προστεθούν» (Ω περί ευχής ΙΙ και XIV).
(3)  Όχι τη θεία εκδίκηση και ανταπόδωση, την οποία η βασιλεία θα φέρει, όπως ερμηνεύει ο S σύμφωνα με τον  McNeile, αλλά «την κατόρθωση της δικαιοσύνης, δηλαδή της συνολικής αρετής» (Ζ), την τελειότερη δικαιοσύνη, την οποία ήλθε να διδάξει ο Ιησούς (L), την αγαθότητα, την οποία ζητά ο Θεός (g).
(4)   Προστίθημι= προσθέτω σε εκείνο, το οποίο ήδη έχει κάποιος (g). Θα δοθούν τα σωματικά αιτήματα, ως παράρτημα και προσθήκη των πνευματικών (δ). «Δεν είπε, θα σας δοθεί, αλλά θα προστεθεί, για να μάθεις ότι τίποτα από αυτά που δίνονται κατά το παρόν δεν είναι μεγαλύτερο από το μέγεθος των μελλοντικών» (Χ).

Ματθ. 6,34   Μὴ οὖν(1) μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον(2)· ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει(3) τὰ ἑαυτῆς(4)· ἀρκετὸν(5) τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία(6) αὐτῆς.
Ματθ. 6,34   Λοιπόν μη καταληφθήτε ποτέ από την ανήσυχον μέριμναν δια τας ανάγκας της αυριανής ημέρας. Διότι η αύριον θα φροντίση δι’ όσα θα χρειασθήτε κατ’ αυτήν. Εις κάθε ημέραν αρκούν αι ιδικαί της ασχολίαι και τα ιδικά της βάσανα.
(1)   Ο σ. παρουσιάζεται με το οὖν (=λοιπόν) ως το συμπέρασμα της όλης διδασκαλίας σχετικά με το να μη μας περισπούν περισσότερο από όσο πρέπει οι βιοτικές μέριμνες και βάζει σε μας το όριο της αναγκαίας μέριμνας (δ).
(2)   Για την επομένη ημέρα, δηλαδή για πράγματα, τα οποία κατά την επομένη ημέρα θα παρουσιαστούν (g).
«Πρόσταξε να ζητάμε τον άρτο, αλλά πρόσθεσε «τον επιούσιο», και σε αυτό πάλι πρόσθεσε το «σήμερα»· αυτό λοιπόν κάνει και εδώ. Διότι δεν είπε· Μη μεριμνήσετε, αλλά μη μεριμνήσετε για την αυριανή και έτσι και την ελευθερία μάς παρέχει και την ψυχή μας προσηλώνει στα πλέον αναγκαία» (Χ).
(3)  Προσωποποιείται η ημέρα. Δες Ψαλμ. ιη 3 (b). «Όταν βεβαίως λέει, ότι η αυριανή θα μεριμνήσει για τον εαυτό της, δεν τα λέει αυτά εννοώντας ότι η ημέρα θα μεριμνήσει… αλλά θέλοντας να δώσει περισσότερη έμφαση στο λόγο, προσωποποιεί τον καιρό, μιλώντας σε αυτούς σύμφωνα με τη συνήθεια των πολλών» (Χ).
(4)   Αυθεντική γραφή: μεριμνήσει εαυτής. Το μεριμνώ παρόλ’ αυτά συντάσσεται με αιτιατική. (Δες Α΄Κορ. ζ 32 κλπ. και στους κλασσικούς). Μεριμνήσει εαυτής= θα φροντίσει για τον εαυτό της. Μεριμνήσει το εαυτής= «δηλαδή για αυτά που σε αυτήν την ημέρα χρειάζεται ο άνθρωπος» (Ζ). Κάθε ημέρα έχει τις δικές της απαραίτητες φροντίδες, τις οποίες δεν μπορούμε να αποφύγουμε (δ).
(5)   Ο Θεός πράγματι κατανέμει τις αντιξοότητες και ευτυχίες μας δια μέσου όλων των περιόδων της ζωής μας κατά θαυμαστό τρόπο έτσι ώστε να αναμειγνύονται μεταξύ τους (b).
(6)   «Κακία εδώ ονομάζει… την ταλαιπωρία και τον πόνο και τις συμφορές… Διότι τίποτα δεν πονά τόσο την ψυχή, όσο η μέριμνα και η φροντίδα» (Χ). «Δεν εννοεί πονηρία της ημέρας, αλλά τον πόνο και τη φροντίδα μας» (Σχ.π).

Ματθ. 7,1 Μὴ κρίνετε(1), ἵνα μὴ κριθῆτε(2)·
Ματθ. 7,1 Μην κρίνετε για να μην κριθείτε.
Η σύνδεση με τα παραπάνω: Είναι δυνατόν εδώ πάλι ο Χριστός, όπως ίσως στο στ 19-34, να διάλεξε ελάττωμα που επικρατούσε μεταξύ των Φαρισαίων, οι οποίοι κήρυτταν τους εαυτούς του δικαίους. Αυτό λοιπόν αποτελεί έναν από τους κρίκους της συνδέσεως. Αλλά όπως παραπάνω, έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, η καταδίκη που εκφέρεται εναντίον του ελαττώματος αυτού δεν περιορίζεται σε κάποια ιδιαίτερη τάξη μόνο. Η αγάπη του χρήματος είναι επικίνδυνη σε όλους και όχι μόνο στους Φαρισαίους.
Έτσι και το να κατακρίνουμε τον πλησίον. «Νομίζω ότι υπονοεί εδώ και τους Ιουδαίους, οι οποίοι ήταν πικροί κατήγοροι των πλησίον τους για μικρά και μηδαμινά παραπτώματα, ενώ οι ίδιοι έκαναν χωρίς καμία συναίσθηση μεγάλα αμαρτήματα· για αυτό το πράγμα ψέγοντας αυτούς προς το τέλος, έλεγε… Σεις που στραγγίζετε το κουνούπι και καταπίνετε την καμήλα (Ματθ. κγ 24). Πλην όμως ορίζει και κοινό νόμο σχετικά με αυτά» (Χ).
(1)   «Κρίση εδώ να εννοήσεις την κατάκριση. Διότι ερμηνεύοντας ο Λουκάς αυτή τη φράση, είπε· Μην καταδικάζετε, και δεν θα καταδικαστείτε» (Ζ). Μην κρίνετε χωρίς γνώση, αγάπη ή ανάγκη. Ο σκύλος όμως πρέπει να λογαριάζεται ως σκύλος και ο χοίρος ως χοίρος. Δες σ. 6 (b).
«Τι λοιπόν; Αν πορνεύει, λέει κάποιος, να μην πω ότι είναι κακό η πορνεία, ούτε να διορθώσω αυτόν που κάνει ασέλγεια; Διόρθωσέ τον μεν, αλλά όχι σαν αντίπαλος ούτε σαν εχθρός που απαιτεί εκδίκηση, αλλά σαν γιατρός, παρασκευάζοντας φάρμακα. Διότι δεν είπε· Μη σταματήσεις αυτόν που αμαρτάνει, αλλά μην κρίνεις, δηλαδή μη γίνεις πικρός δικαστής» (Χ). «Δεν λέει τώρα για αυτήν την κατάκριση, την φιλάγαθη και διορθωτική» (Ζ).
«Δεν εμποδίζει το να ελέγχουμε, αλλά το να κατακρίνουμε. Διότι ο μεν έλεγχος είναι για ωφέλεια, ενώ η κατάκριση για χλευασμό και περιφρόνηση» (Θφ). Η απαγόρευση εκτείνεται όχι μόνο στην ψευδή ή άδικη κρίση, αλλά και στην φιλοκατήγορη κρίση. Δες Ιακ. δ 12 (S). Αναφέρεται στη δυσμενή γνώμη και κρίση, που προέρχεται από εγωισμό και υπερηφάνεια και κατά συνέπεια είναι ανεπιεικής, άδικη και άσπλαχνη (δ).
(2)   Από το Θεό όπως δείχνει η αμέσως επομένη πρόταση, η οποία μόνο για το Θεό αληθεύει (δ).

Ματθ. 7,2  ἐν(1) ᾧ γὰρ(2) κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε(3), καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ(4) μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν(5).
Ματθ. 7,2  Διότι με την σκληράν και αυστηράν κρίσιν, που κατακρίνετε, θα κατακριθήτε και με το ίδιον μέτρον, που κρίνετε, θα μετρηθή από τον Θεόν και θα κριθή και η ιδική σας ζωή.
(1)   Το ότι μπαίνει μπροστά η πρόθεση «ἐν» πριν το ᾧ είναι χαρακτηριστικό της σημιτικής διαλέκτου, το οποίο αποφεύγει ο Λουκάς στο παράλληλο χωρίο (L).
(2)   Με το «γαρ» εκφέρεται ο λόγος για τον οποίο θα κατακριθούν αυτοί που κατακρίνουν (δ).
(3)   Η έννοια του ημιστιχίου:
«Με την ίδια καταδίκη που καταδικάζεις τον αδελφό, με αυτήν θα κριθείς και εσύ· δηλαδή, αν πολυεξετάζεις και κατακρίνεις το λεπτό του σφάλμα, και τα δικά σου λεπτά θα πολυεξεταστούν και θα κατακριθούν τον καιρό της φοβερής κρίσεως» (Ζ).
(4)   Αυτό το ρητό φαίνεται να αποτελεί ιουδαϊκή παροιμία. Η ιδέα του μέτρου εφαρμόζεται και με ευνοϊκή και με δυσμενή έννοια. Με ευνοϊκή έννοια βρίσκεται στα Λουκ. στ 38, Μάρκ. δ 24. Με δυσμενή εδώ. Η αρχή «μέτρον αντί μέτρου» είναι αρχή της θείας πρόνοιας και κρίσης και δεν πρέπει να συγχέεται με την αρχή της ταυτοπάθειας, η οποία αποτελεί αρχή της ανθρώπινης δικαιοσύνης (S).
(5)   Η έννοια του δευτέρου ημιστιχίου: «Με το ίδιο μέτρο ακριβείας που μετράς τη ζωή του, ότι δηλαδή τόσο ώφειλε να προσέχει, με αυτό θα μετρηθεί και σε σένα η δική σου ζωή… Όση ακρίβεια απαιτείς από αυτόν, τόση θα απαιτηθεί και από εσένα από το Θεό» (Ζ).

Ματθ. 7,3  τί δὲ(1) βλέπεις τὸ κάρφος(2) τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκὸν(3) οὐ κατανοεῖς;
Ματθ. 7,3  Διατί δε βλέπστο μικρόν αχυράκι, που υπάρχει στο μάτι αδελφού σου, και δεν αισθάνεσαι το δοκάρι που είναι στο ιδικόν σου μάτι;
(1)   Αφού ο Κύριος διακήρυξε αρχή γενική με τρόπο αφηρημένο, έρχεται τώρα και συγκεκριμένα να εκθέσει τον τρόπο, με τον οποίο γίνονται τα πράγματα. Κατά φυσικό λόγο ο νους των ακροατών οδηγούνταν στους Φαρισαίους, οι οποίοι ήταν τόσο απαιτητικοί για τις μικροπαρεκτροπές του λαού, και τόσο τυφλοί για τα δικά τους ελαττώματα (L).
(2)   «Λεπτή κεραία ξύλου, ξύλο λεπτό και ξηρό» (Ησύχιος). «Με τη λέξη κάρφος έδειξε το ελάχιστο αμάρτημα» (Ζ). Πάλι χρησιμοποιείται ο ιουδαϊκός παροιμιακός λόγος (S).
(3)   «Με το δοκάρι φανέρωσε το μέγιστο αμάρτημα. Διότι είναι ξύλο μακρόστενο το δοκάρι» (Ζ). Η έννοια του όλου στίχου. «Γιατί το μεν στην ψυχή του αδελφού σου ελαφρότατο σφάλμα το βλέπεις καθαρά, ενώ το βαρύτατο στη δική σου δεν το βλέπεις; Διότι ο καθένας τα δικά του μάλλον ξέρει παρά τα του άλλου, και τα μεγαλύτερα βλέπει μάλλον παρά τα μικρότερα» (Ζ). Το δοκάρι μπήκε εδώ σύμφωνα με λαϊκή υπερβολή για να φανεί η διαφορά μεταξύ των δύο σφαλμάτων, την οποία πολύ εκφραστικά απεικονίζει (δ).

Ματθ. 7,4  ἢ πῶς(1) ἐρεῖς τῷ ἀδελφῷ σου(2), ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος ἀπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου(3), καὶ ἰδοὺ ἡ δοκὸς ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σου(4);
Ματθ. 7,4  Και με τι δικαίωμα θα πης στον αδελφό σου, άφησέ με να βγάλω το αχυράκι από το μάτι σου καθ’ ον χρόνο υπάρχει στο μάτι σου δοκάρι ολόκληρο;
(1)   Δηλαδή πώς αρμόζει σε σένα να πράξεις έτσι; (b). «Πώς θα επιχειρήσεις να θεραπεύσεις αυτόν, ενώ εσύ ο ίδιος κατεξοχήν χρειάζεσαι θεραπεία;» (Ζ).
(2)   Η φιλοκατήγορη διάθεση αποτελεί παραβίαση του νόμου της αγάπης. Δηλώνει, ότι προσέχουμε πολύ τα σφάλματα των άλλων, ενώ πρέπει να προσέχουμε τα δικά μας σφάλματα και επιπλέον ότι δεν έχουμε την πρέπουσα εκτίμηση των σφαλμάτων μας. Εάν γνωρίζαμε πόσο αξιοκατάκριτοι είμαστε εμείς, δεν θα ήμασταν έτοιμοι να μεμφθούμε τους άλλους (p).
(3)   Δηλαδή επίτρεψέ μου να παρατηρήσω και να διορθώσω το σφάλμα σου (δ), το οποίο είναι μικρό σαν κάρφος.
(4)   Και να, εσύ έχεις ανάγκη μεγαλύτερης θεραπείας (δ), μιας και έχεις δοκάρι, δηλαδή σφάλμα τεράστιο στη ψυχή σου.

Ματθ. 7,5  ὑποκριτά(1), ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν(2) ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις(3) ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου(4).
Ματθ. 7,5  Υποκριτά, βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου και τότε θα ίδης καθαρά, ώστε να βγάλης με προσοχήν και αγάπην το αχυράκι από το μάτι του αδελφού σου.
(1)   «Εδώ θέλει να δείξει την πολλή του οργή, την οποία έχει προς αυτούς που πράττουν τέτοια. Διότι βεβαίως, κάθε φορά που θέλει να δείξει ότι το αμάρτημα είναι μεγάλο και ότι θα είναι για αυτό μεγάλη η τιμωρία και η οργή, αρχίζει από ύβρη» (Χ).
«Ονόμασε τον τέτοιο άνθρωπο υποκριτή… διότι με την πρόφαση μεν της διόρθωσης πολυεξετάζει το ξένο σφάλμα, αλλά κάνει αυτό με σκοπό την κατάκριση» (Ζ).
«Διότι αυτού του είδους η κρίση, δε γίνεται από ενδιαφέρον, αλλά από μισανθρωπία· και προβάλλει μεν το προσωπείο της φιλανθρωπίας, αλλά εκπληρώνει έργο εσχάτης πονηρίας… Διότι βεβαίως τον εαυτό του αγαπά κανείς περισσότερο παρά τον πλησίον. Επομένως αν το κάνεις αυτό από ενδιαφέρον, για τον εαυτό σου ενδιαφέρσου πρώτα… Αν όμως αδιαφορείς για τον εαυτό σου, είναι ολοφάνερο ότι και τον αδελφό σου δεν τον κρίνεις από ενδιαφέρον, αλλά επειδή θέλεις να τον εξευτελίσεις» (Χ).
(2)   =Διόρθωσε πρώτα τα σφάλματά σου (ο). «Βλέπεις ότι δεν απαγορεύει το να κρίνει κανείς, αλλά προστάζει πρώτα να βγάζει το δοκάρι από το μάτι, και τότε να διορθώνει τα των άλλων; Διότι βεβαίως κανείς γνωρίζει καλύτερα τα δικά του παρά των άλλων και τα μεγαλύτερα περισσότερο βλέπει παρά τα μικρότερα» (Χ).
(3)   Αμέσως και καθαρά θα δεις. Όρος απαραίτητος της υγιούς και δίκαιης εκτίμησης της ηθικής κατάστασης του πλησίον είναι η δική μας αγαθότητα (δ). Όποιος διόρθωσε πρώτα τον εαυτό του και ζητά ακολούθως να διορθώσει τους άλλους, δεν είναι διεστραμμένος κριτής (b). Ο κακός ουδέποτε μπορεί να είναι δίκαιος κριτής του πλησίον· επειδή τυφλώνεται από τα δικά του αμαρτήματα δεν μπορεί να διαγνώσει την αληθινή έλλειψη του αδελφού (δ).
«Δείχνει λοιπόν ο Κύριος, ότι δεν μπορεί να δει καλά το αμάρτημα του αδελφού αυτός που κάνει μεγάλα αμαρτήματα· διότι αυτός που έχει δοκάρι στο μάτι, πώς θα μπορούσε να δει άλλον που βλάπτεται μέτρια;» (Θφ).
(4)   «Αυτό λοιπόν που πρόσταξε με αυτά που ειπώθηκαν, είναι το εξής· αυτός που είναι υπεύθυνος για μύρια κακά, να μην είναι πικρός δικαστής των σφαλμάτων των άλλων, και μάλιστα όταν αυτά είναι μικρά· δεν καταργεί τον έλεγχο ούτε τη διόρθωση, αλλά απαγορεύει το να αδιαφορεί κανείς για τα δικά του (αμαρτήματα) και να διαλαλεί τα ξένα» (Χ).

Ματθ. 7,6  Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον(1) τοῖς κυσὶ(2) μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας(1) ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων(2), μήποτε καταπατήσωσιν(3) αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν καὶ στραφέντες ῥήξωσιν(3) ὑμᾶς(4).
Ματθ. 7,6  μη δώσετε τα άγια της πίστεως στους σκύλους και μη βάλετε εμπρός στους χοίρους τα πολύτιμα μαργαριτάρια της χριστιανικής αληθείας. Διότι υπάρχει κίνδυνος μεγάλος να καταπατήσουν με τα πόδια των τα μαργαριτάρια μέσα στον βόρβορον και να στραφούν ενάντίον σας, δια να σας κατασπαράξουν.
Σύνδεση με τα παραπάνω: Δεν πρέπει κάποιος να επικρίνει τα ελατώματα των άλλων ούτε να μέμφεται αυτούς, όταν μάλιστα είναι ένοχος. Δεν πρέπει όμως, όταν πρόκειται να ενεργήσει ως μαθητής, και να πλανιέται σε προφανείς περιπτώσεις για τις διαθέσεις του άλλου (L).
(1)   «Άγιο και μαργαριτάρια ονόμασε το μυστήριο της πίστης μας· άγιο μεν επειδή είναι θείο και μαργαριτάρια για τα θεία δόγματα που υπάρχουν σε αυτό» (Ζ). Βάζω τα μαργαριτάρια μπροστά στα γουρούνια, είναι γνωμικό του οποίου η έννοια εδώ είναι: τα αγιότατα και εξοχότατα παραγγέλματα του ευαγγελίου να τα παρέχει κάποιος αναγκαστικά σε ανίερους και διεφθαρμένους ανθρώπους και έτσι να τα βεβηλώνει (g).
Ο στίχος μπορεί να προσαρμοστεί σε πάρα πολλές εφαρμογές (a). Η λειτουργική εκφώνηση, τα άγια τοις αγίοις, ίσως από το χωρίο αυτό να προήλθε. Ήδη στη Διδαχή (κεφ. θ) το χωρίο παρατίθεται σε σχέση με τους αβάπτιστους, ώστε να μη παρέχεται σε αυτούς η θ. ευχαριστία (S).
(2)   «Με τη λέξη σκυλιά υπαινίχτηκε εδώ, αυτούς που ζουν μέσα σε αθεράπευτη ασέβεια και δεν έχουν ελπίδα μεταβολής προς το καλύτερο και με τη λέξη γουρούνια αυτούς που ζουν πάντοτε με ακόλαστη ζωή» (Χ).
«Μη βάλουμε τα μαργαριτάρια μας… μπροστά στους ανθρώπους που οι τρόποι τους είναι σαν των χοίρων» (Α).
Ή, σκυλιά και γουρούνια συμβολίζουν τους αλλοεθνείς και εθνικούς. Για τα σκυλιά δες Φιλιπ. γ 2,Αποκ. κβ 15 (a). Η πρώτη εκδοχή πιο σοβαρή.
(3)   Τα σκυλιά και τα γουρούνια είναι ζώα ακάθαρτα, κατεξοχήν στους Σημίτες, και ευερέθιστα. Εάν ρίξουμε σε αυτά κάποιο πράγμα, το οποίο εκ πρώτης όψεως θα φαινόταν φαγώσιμο, σπεύδουν προς αυτό· αλλά όταν διαψευστεί η ελπίδα τους, ποδοπατούν αυτό, απομακρύνονται από αυτό με περιφρόνηση και επιτίθενται εναντίον εκείνου που τα εξαπάτησε (L).
«Διότι ούτε το γουρούνι ξέρει τι είναι μαργαριτάρι, όπως ακριβώς ούτε οι ασεβείς, ποια είναι τα άγια» (Χ).
Δεν πρόκειται για σχήμα χιαστό, σύμφωνα με το οποίο το μεν καταπατήσουν θα αναφερόταν στα γουρούνια, ενώ το κατασπαράξουν στα σκυλιά. Ρήσσω-ρήγνυμι= θα σχίσουν με τα δόντια, θα βλάψουν όπως μπορούν (δ).
(4)   Η έννοια του στίχου. «Προστάζει να μην παραδίδουμε σε τέτοιους ανθρώπους το μυστήριο των δογμάτων της πίστης» (Ζ).
«Διότι τα άγια εμπαίζονται από εκείνους, επειδή δεν γνωρίζουν ποια είναι η αξία τους· και εκείνοι γίνονται περισσότερο αλαζόνες και οπλίζονται εναντίον μας· διότι αυτό σημαίνει το «μήπως τα καταπατήσουν και αφού στραφούν ξεσχίσουν και εσάς»» (Χ).
«Επειδή δηλαδή δεν μπορούν να καταλάβουν με τρόπο που να αρμόζει στο Θεό τα θεία δόγματα, χρησιμοποιούν αυτά με εμπάθεια· και από αυτό οπλίζονται και διακωμωδούν μεν αυτά, πέφτουν δε πάνω μας με ορμή» (Ζ).
«Μη δώσετε τα άγια στα σκυλιά… μήπως καταπατήσουν αυτά με τα πόδια τους, τους ανόητους λογισμούς και αφού στραφούν, σάς κατασπαράξουν, δημιουργώντας σχίσματα και αιρέσεις» (Α).

Ματθ. 7,7  Αἰτεῖτε(1), καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε(2), καὶ εὑρήσετε, κρούετε(2), καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν(3)·
Ματθ. 7,7  Σεις ζητείτε από τον Θεόν τα πνευματικά και υλικά αγαθά, που σας χρειάζονται και θα σας δοθούν, γυρεύετε και θα βρήτε αυτό το καλόν που θέλετε. Κτυπάτε την θύραν της θείας αγάπης και θα ανοίξη διάπλατα προς χάριν σας.
Η σύνδεση με τα παραπάνω: Αφού δίδαξε ο Σωτήρας την επιείκεια προς τις ελλείψεις των άλλων, έρχεται τώρα να συστήσει την προσοχή στον εαυτό μας και την επίμονη επίκληση της βοήθειας της θείας χάρης, ώστε να συμπληρώσει αυτή τις δικές μας ελλείψεις. Του Χριστιανού γνώρισμα είναι το να μην περιεργάζεται τις ελλείψεις των πλησίον του, αλλά τις δικές του και να ζητά από το Θεό βοήθεια και πνευματικά αγαθά και δωρεές, με τα οποία αυτές διορθώνονται (δ).
«Επειδή… διέταξε τους μαθητές να διορθώνουν και άλλους και να διακρίνουν τους πονηρούς και τους όχι τέτοιους, τα σκυλιά και τα όχι σκυλιά, αλλά είναι πολύ αυτό που είναι κρυμμένο από τους ανθρώπους… στη συνέχεια προσθέτει και το αποκορύφωμα της ευκολίας… την συμμαχία που προέρχεται από τις επίμονες προσευχές» (Χ).
(1)   Αιτείτε, ζητείτε, κρούετε, προστακτική σε ενεστώτα.= «Δείχνει δηλαδή εδώ πώς θα κατορθωθούν αυτά και ότι αυτό θα γίνει με την προσευχή την συνεχή. Διότι είπε «να ζητάτε», εννοώντας πάντοτε, διότι δεν είπε, «ζητείστε» μία φορά» (Θφ).
Δεν πρέπει να παύουμε να προσευχόμαστε και όταν ακόμη δεν δίνεται απάντηση στις προσευχές μας. Τα τρία ρήματα προσδίδουν έμφαση στο παράγγελμα (p).
«Αυτά τα πρόσθεσε για να βεβαιώσει την υπόσχεση, έτσι ώστε, αν δεν πάρεις αμέσως, να μην απομακρυνθείς αλλά να επιμείνεις… Διότι στην περίπτωση μεν των ανθρώπων, εάν επιμείνεις να ενοχλείς με τις παρακλήσεις, τους εξοργίζεις· στην περίπτωση του Θεού όμως, περισσότερο πικραίνεις αυτόν, εάν δεν το κάνεις αυτό. Διότι δοκιμάζει την καρτερία σου και την ένταση, και σε θέλει να ζητάς με επιμονή μαζί και θερμότητα, και οπωσδήποτε θα δώσει» (Ζ).
Ζητάτε δωρεές για ικανοποίηση των αναγκών σας (b). Το αιτώ λέγεται για πνευματικά αγαθά και δωρεές, οι οποίες εξαρτώνται τελείως από τη θεία θέληση και τις οποίες δέχεται παθητικά ο άνθρωπος χωρίς καμία δική του συνεργασία (δ).
(2)   Υποδηλώνουν και τα δύο ρήματα (ζητείτε, κρούετε) και προσπάθεια προσωπική εκ μέρους του ανθρώπου που ζητά και κρούει (L). Το ζητάω λέγεται για πνευματικά αγαθά που αποκτιούνται με την ενέργεια του Θεού και τη συνεργασία του ανθρώπου (δ). Ζητάτε τα κρυμμένα, τα οποία χάσατε, και θα βρείτε επιστρέφοντας από την πλάνη σας. Χτυπάτε όσοι είστε εκτός, για να γίνετε δεκτοί μέσα (b).
«Να χτυπάτε (λέει, σε ενεστώτα διαρκείας), για να δείξει ότι και αν ακόμη δεν ανοίξει αμέσως την πόρτα, πρέπει να παραμένετε στη θέση σας» (Χ).
(3)   «Εάν επιμένουμε λέγοντας: δεν φεύγουμε, έως ότου πάρουμε, θα πάρουμε σίγουρα. Προφανώς βέβαια, εάν ζητάμε τέτοια που και σε αυτόν από τον οποίο ζητάμε να αρμόζουν, και σε εμάς που ζητάμε να συμφέρουν» (Σχ).

Ματθ. 7,8 πᾶς γὰρ(1) ὁ αἰτῶν λαμβάνει(2) καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται.
Ματθ. 7,8 Διότι καθένας, που ζητεί με πίστιν από τον Θεόν, λαμβάνει το καλόν που ζητεί. Και εκείνος που γυρεύει, ευρίσκει και σε καθέναν που κτυπά την θύραν του Θεού, θα του ανοιχθή αυτή.
(1)   Προσθέτει ως την αιτία της αναπόφευκτης εκπλήρωσης των αιτήσεών τους, τον κανόνα της χορηγίας των αγαθών από το Θεό προς όλους που ζητούν εξαιτίας της αγαθότητός του. Θα πάρετε αυτό που ζητάτε διότι ο Θεός ως πατέρας αγαθός δεν κάνει καμία εξαίρεση ούτε προτίμηση και κανένα από τα τέκνα του δεν στερεί από τα αγαθά του και από τις δωρεές του (δ).
(2)   «Αυτός δηλαδή που ενώ ζήτησε δεν πήρε, ή ανάξια ζήτησε, ή δεν επέμεινε, ή χλιαρά ζήτησε. Διότι πρέπει να συνδυαστούν και τα τρία» (Ζ).
«Αν επιμένεις να ζητάς, και αν ακόμη δεν πάρεις αμέσως, οπωσδήποτε θα πάρεις. Διότι για αυτό έχει κλείσει η πόρτα, για να σε προτρέψει στο να χτυπάς· για αυτό δεν σου δίνει αμέσως, για να ζητήσεις. Να επιμένεις λοιπόν να κάνεις αυτά και θα λάβεις οπωσδήποτε» (Χ).

Ματθ. 7,9   ἢ(1) τίς ἐστιν ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος(2), ὃν ἐὰν αἰτήσῃ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἄρτον, μὴ(3) λίθον(4) ἐπιδώσει αὐτῷ;
Ματθ. 7,9   Ποιός άνθρωπος από σας, που θα του ζητήση το παιδί του ψωμί, θα δώση εις αυτό πέτραν;
Ματθ. 7,10  καὶ ἐὰν ἰχθὺν(5) αἰτήσῃ, μὴ ὄφιν(6) ἐπιδώσει αὐτῷ;
Ματθ. 7,10  Και εάν του ζητήση ψάρι, μήπως θα του δώση φίδι;
(1)   Το ή διατηρεί εδώ όλη τη διαζευκτική του δύναμη= Ή, ποιος από σας φέρεται διαφορετικά προς το γιο του; (δ).
Ή, μήπως συμβαίνει διαφορετικά; Επιχείρημα από την ανθρώπινη πραγματικότητα (ο). «Αναφέρει πάλι σκέψη ανθρώπινου πράγματος και από παράδειγμα οδηγεί τον ακροατή να έχει θάρρος για αυτά που είπε» (Ζ).
(2)   Λέγεται για την αντίθεση με το Θεό που αναφέρεται παρακάτω (δ). Σοβαρή και η ερμηνεία: Δηλαδή ένας, ο οποίος δεν στερείται ανθρωπισμού (b).
(3)   Το «μη» περιττεύει, αλλά προστέθηκε, για να αποδώσει στο ρήμα που ακολουθεί τον χαρακτήρα του αδύνατου. Η απάντηση στο «μη» είναι αναγκαστικά αρνητική= μήπως θα δώσει; Όχι βεβαίως (δ).
(4)   Πέτρα, η οποία είναι άχρηστη για τροφή και μοιάζει εξωτερικά με ψωμί (b).
«Επομένως, αν δεν πάρεις, δεν παίρνεις, διότι ζητάς πέτρα· διότι αν και είσαι γιος, δεν αρκεί αυτό για να πάρεις, αλλά και αυτό ακριβώς είναι εκείνο που σε εμποδίζει να πάρεις, το ότι δηλαδή ζητάς, αν και είσαι γιος, αυτά που δεν σε συμφέρουν… Διότι και εσείς, και αν ακόμη είστε πατέρες, περιμένετε να σας ζητήσουν οι γιοι σας, και αν ζητήσουν από σας κάτι ασύμφορο, δεν τους το δίνετε, όπως ακριβώς λοιπόν εάν είναι συμφέρον, συμφωνείτε και το δίνετε» (Χ).
(5)   Ένα παιδί μπορεί ευκολότερα να κάνει χωρίς ψάρι παρά χωρίς ψωμί. Και όμως πετυχαίνει και ψάρι, όταν το ζητήσει (b).
(6)   Το φίδι, που είναι βλαβερό, μοιάζει με ψάρι (b). Ο πατέρας όχι μόνο κάτι ανώφελο (πέτρα) δεν δίνει, αλλά και πολύ περισσότερο ούτε βλαβερό, όπως το φίδι (δ). Ψωμί και ψάρι ήταν τα κύρια είδη τροφής στη Γαλιλαία (S).

Ματθ. 7,11   εἰ οὗν(1) ὑμεῖς(2), πονηροὶ(3) ὄντες, οἴδατε(4) δόματα ἀγαθὰ(5) διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσῳ μᾶλλον ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(6) δώσει ἀγαθὰ(7) τοῖς αἰτοῦσιν(8) αὐτόν;
Ματθ. 7,11  Εάν λοιπόν σεις οι άνθρωποι, που είσθε ατελείς και διεφθαρμένοι από την αμαρτίαν, ξέρετε να δίνετε ωφέλιμα πράγματα εις τα παιδιά σας, πόσον μάλλον ο ουράνιος και πανάγαθος Πατήρ σας θα δώση αγαθά, καλά και ωφέλιμα δώρα, εις εκείνους που του τα ζητούν;
(1)   Ο στίχος αυτός περιέχει το συμπέρασμα των δύο προηγουμένων (δ).
(2)  Ο Χριστός δίκαια εξαιρεί τον εαυτό του και κανέναν άλλον (b). Ο ήρεμος, αλλά και εμφαντικός τρόπος, με τον οποίο ο Χριστός χωρίζει τον εαυτό του από τους ακροατές του στην ειδική αυτή περίπτωση, προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση (p).
(3)   «Τους ονόμασε πονηρούς, όχι κατηγορώντας την ανθρώπινη φύση, αλλά για αντιδιαστολή με την αγαθότητα του Θεού· διότι η ανθρώπινη αγαθότητα σε σχέση με τη θεία, μοιάζει με κακία, και τόσο μεγάλη είναι η διαφορά σε αυτά τα δύο, όση του ανθρώπου με το Θεό» (Ζ).
Πονηροί· λαμπρή μαρτυρία για το δόγμα της προπατορικής αμαρτίας (b). Όλοι οι άνθρωποι όχι μόνο είναι ετερόφωτοι και έχουν ασθενές φως σε σύγκριση με το αρχικό και λαμπρότατο φως της θείας φύσης, αλλά έχουν και το σκιερό τους μέρος, διότι εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος είναι εξαχρειωμένη εικόνα του Θεού (δ).
(4)   Το οίδατε αναφέρεται στο αγαθά δόματα (δ). Ξέρετε να κάνετε διάκριση μεταξύ πέτρας και ψωμιού κλπ (b).
(5)   Αβλαβή και ωφέλιμα (b). Δεν δίνετε πάντοτε ό,τι ζητιέται από εσάς, διότι συχνά τα παιδιά ζητούν και όχι καλά για αυτά, αλλά δίνετε ό,τι είναι αγαθό (p).
(6)   Στον οποίο δεν υπάρχει κάποια πονηρία (b).
(7)   Αγαθά λέει τα καλά, χρήσιμα και ωφέλιμα για αυτόν που ζητά για προκοπή πνευματική και σωτηρία (δ).
(8)   Δηλαδή στα παιδιά του· διότι όπου αρχίζει αληθινή προσευχή, εκεί υπάρχει θεία υϊότητα (b).

Ματθ. 7,12  Πάντα οὖν(1) ὅσα ἂν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι(2), οὕτω(3) καὶ ὑμεῖς ποιῆτε αὐτοῖς(4)· οὗτος(5) γάρ ἐστιν ὁ νόμος(6) καὶ οἱ προφῆται(7).
Ματθ. 7,12  Λοιπόν, όσα θέλετε να κάνουν εις σας οι άνθρωποι, παρόμοια και σεις να κάνετε εις αυτούς. Διότι αυτός είναι ο νόμος και οι προφήται.
Η σύνδεση με τα παραπάνω: Αφού ασχολήθηκε ο Σωτήρας από το ε 17 με την εξέταση και συμπλήρωση σπουδαίων ηθικών διατάξεων και εντολών του νόμου, προβαίνει τώρα στο τέλος αυτής της ομιλίας στην ανακεφαλαίωση του καθενός θέματος και στο συμπέρασμα για το γενικό χαρακτήρα και την ουσία του νόμου (δ). Στο χρυσό κανόνα η επί του όρους ομιλία φθάνει στο κατακόρυφό της· αποτελεί αυτός το επιστέγασμα της όλης ομιλίας (p). Όσα ακολουθούν από το στίχο 13 και εξής αποτελούν τον επίλογο της ομιλίας.
(1)   Το συμπέρασμα για ό,τι ειπώθηκε από την αρχή του κεφαλαίου. Συμπεραίνει και συγχρόνως επανέρχεται στο κεφ. ε 17 (b).
(2)   «Δεν είπε, όσα θες να γίνουν σε σένα από το Θεό, αυτά να κάνεις στον πλησίον, για να μη λες· Και πώς είναι δυνατόν αυτό; Εκείνος είναι Θεός, ενώ εγώ άνθρωπος· αλλά όσα θες να γίνουν σε σένα από τον σύνδουλό σου, αυτά και εσύ να δείξεις στον πλησίον. Τι πιο ελαφρύ υπάρχει από αυτό; Τι πιο δίκαιο;» (Χ).
(3)   Τα ίδια πράγματα με τον ίδιο τρόπο (b).
(4)   «Έτσι να κάνετε αυτά σε αυτούς, όπως θέλετε εκείνους να κάνουν αυτά σε σας, το οποίο είναι το ίδιο με το «να αγαπάς τον πλησίον όπως τον εαυτό σου»» (Ζ).
«Από αυτό είναι ολοφάνερο, ότι η αρετή είναι συνδεδεμένη με τη φύση μας και από μόνοι μας γνωρίζουμε όλοι τα πρέποντα και δεν είναι δυνατόν ποτέ να επικαλεστούμε άγνοια» (Χ).
«Διότι πράγματι, ο νόμος του Θεού και οι προφήτες εκείνα λένε, τα οποία λέει και ο φυσικός νόμος» (Θφ). Η αρνητική μορφή του παραγγέλματος, αυτό που εσύ μισείς στον άλλο μην το κάνεις (Τωβίτ δ 15) φαίνεται να ήταν συνηθισμένη μεταξύ των ραββίνων. Βρίσκεται και στον Ισοκράτη, τον Φίλωνα και τους Στωικούς (p).
Αλλά η θετική μορφή οφείλεται στον Ιησού. Στη μορφή αυτή, ως καρποφόρο θετικό αξίωμα, απαλλαγμένο από περιορισμούς, είναι προφανώς απείρως ανώτερο από την παλαιά αρνητική μορφή.
(5)   Οι τελικοί λόγοι, διότι αυτός είναι ο νόμος και οι προφήτες, ανασκοπούν στο ε 17. Μακριά από το να καταργήσει το νόμο και τους προφήτες, ο Χριστός κηρύττει διδασκαλία που συνοψίζει όλη τη διδασκαλία τους που αναφέρεται στα καθήκοντα του ανθρώπου προς τον άνθρωπο. Ό,τι επιθυμούμε από τον πλησίον μας είναι η αγάπη, αληθινή, σταθερή, διακριτική αγάπη (p).
(6)   Όχι όλος ο νόμος, διότι η ανακεφαλαίωση αυτή αναφέρεται στο μισό κυριότατο του νόμου, την προς τον πλησίον αγάπη, ο όλος όμως νόμος περιλαμβάνει και τις δύο εντολές δηλαδή και την προς τον Θεόν αγάπη (δ). «Ο νόμος λέει· θα αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» (Ζ).
(7)   «Οι προφήτες πάλι πολλά συμβούλεψαν τους Ιουδαίους για την φιλαδελφία» (Ζ).

Ματθ. 7,13   Εἰσέλθετε(1) διὰ τῆς στενῆς πύλης(2)· ὅτι πλατεῖα ἡ πύλη(3) καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς(4) ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν, καὶ πολλοί εἰσιν οἱ εἰσερχόμενοι(5) δι᾿ αὐτῆς(6).
Ματθ. 7,13  Αγωνισθήτε και προσπαθείτε να μπήτε στον δρόμον της αρετής από την στενήν πύλην. Διότι πλατεία μόνον είναι η θύρα και ευρύχωρος ο δρόμος, που εκτρέπει και οδηγεί τον άνθρωπον εις την απώλειαν και πολλοί είναι εκείνοι, που με μεγάλην ευκολίαν εισέρχονται εις αυτήν.
Ο επίλογος της επί του όρους ομιλίας περιλαμβάνει τρία ζεύγη αντιθέσεων, δηλαδή την πλατειά οδό και τη στενή, το αγαθό δέντρο και το σαπρό, την οικοδομή που θεμελιώθηκε στην πέτρα και αυτήν που στηρίχτηκε στην άμμο. Μπορούμε να συνδέσουμε την υποχρέωση που αναφέρεται από τον σ. 13 να μπούμε από τη στενή πύλη, με τον χρυσό κανόνα του σ. 12 με τη σκέψη, ότι η εφαρμογή του κανόνα αυτού είναι πράγματι δύσκολη. Επιπλέον η οδός για την οποία γίνεται εδώ λόγος είναι αυτή που οδηγεί στη βασιλεία, οπότε έτσι επανερχόμαστε και στον επίλογο στην ίδια ιδέα, με την οποία άρχισε ο Κύριος την επί του όρους ομιλία (ε 3). Η οδός στη βασιλεία των ουρανών είναι η δικαιοσύνη, η οποία περιγράφεται στους μακαρισμούς. Μπορούμε άλλωστε αυτά που λέγονται στους στίχους 13-14 να τα μετατρέψουμε και σε μακαρισμό: Μακάριοι αυτοί που ζητούν την στενή οδό της δικαιοσύνης, διότι αυτοί θα βρούν τη βασιλεία των ουρανών (p).
(1)   Κάντε αντικείμενο των σταθερών και έντονων προσπαθειών σας το να μπείτε πράγματι. Αυτό προϋποθέτει, ότι επιχειρούν να βαδίζουν στη στενή οδό. Αξιοσημείωτη η αντιθετική σχέση μεταξύ του εισέλθετε και του εισερχόμενοι στο τέλος του στίχου (b).
(2)   Η πύλη μπήκε πριν την οδό· η πύλη λοιπόν στο στίχο αυτό σημαίνει εκείνο, με το οποίο αρχίζει κάποιος κατά κάποιο τρόπο να ζητά τη σωτηρία της ψυχής του (b). Η βασιλεία των ουρανών συμβολίζεται με ακρόπολη, στην οποία όχι χωρίς δυσκολία μπαίνει κάποιος (F). Η στενή πύλη είναι το σύμβολο της δυσκολίας της εισόδου στην πνευματική κοινωνία του Σωτήρα για τους σαρκικούς ανθρώπους·  πρώτη και μεγάλη δυσχέρεια για τον σωματικό άνθρωπο είναι η απόφαση να μπει στη χριστιανική πνευματική κοινωνία· στενή πύλη λέγεται το σύνολο των συνθηκών της μετάνοιας, της απάρνησης του κόσμου και των επιθυμιών του κόσμου, οι οποίες αποτελούν την πρώτη και απαραίτητη συνθήκη της προσέλευσης στο Χριστό (δ).
«Στενή (ονομάζει την πύλη) διότι προετοιμάζει αυτούς που μπαίνουν στο να πονούν και να ιδρώνουν και να θλίβονται, μέχρις ότου περάσουν από αυτήν, και επειδή δεν χωράει τους παχείς από τις αμαρτίες, λόγω της λεπτότητας που έχει η ακρίβειά της, μέχρις ότου αποβάλλουν το πάχος της αμαρτίας» (Ζ).
(3)   Ο σιναϊτικός κώδικας και κάποιοι μικρογράμματοι όπως και οι Κλήμης Αλεξανδρεύς, Ωριγένης, Ευσέβιος και Ιππόλυτος, παραλείπουν τη λέξη, γράφοντας: πλατεία και ευρύχωρος η οδός. Παρόλο που η γραφή αυτή δεν μαρτυρείται επαρκώς, είναι από την άποψη της έννοιας άριστη.= Για την απώλεια δεν υπάρχει ανάγκη πύλης, αλλά ο πλατύς δρόμος οδηγεί στην απώλεια. Παρόλ’ αυτά η λέξη αυτή έπρεπε αναπόφευκτα να προστεθεί εδώ, για να συμπληρωθεί η εικόνα σύμφωνα με τον στίχο 14 και σύμφωνα με την ανάμνηση της πύλης του Άδη (Σοφ. Σολ. ιστ 13, Ησ. λη 10) (L). Η πλατειά πύλη και η ευρύχωρη οδός είναι έμβλημα της εύκολης ζωής του κόσμου, η οποία δεν απαιτεί κάποια προσπάθεια (F).
(4)   Η εικόνα εδώ των δύο οδών βασίζεται στην Π.Δ. (δες Ιερεμ. κα 8, Δευτ. λ 19). Η έννοια των δύο οδών (της ζωής και του θανάτου) που βασίζεται στο Δευτ. λ 19 άσκησε σημαντική επίδραση και στην εξωκανονική ιουδαϊκή γραμματεία και ίσως, όπως κάποιοι από τους επιστήμονες υποθέτουν, αναμίχθηκε και σε κάποια ιουδαϊκή κατήχηση για τους προσηλύτους, πάνω στην οποία βασίστηκε και το πρώτο μέρος της Διδαχής (των Αποστόλων) όπως και κάποια άλλη από την παλαιά χριστιανική γραμματεία (S).
Οι δύο αυτοί δρόμοι πρέπει να εννοηθούν με έννοια σημιτική για διδασκαλία πρακτική (Πράξ. θ 2), όπως οι δύο δρόμοι της Διδαχής (κεφ. α-στ) και της επιστολής του Βαρνάβα (κεφ. ιη-κ). Είναι η εκλογή μεταξύ της ζωής και του θανάτου (Δευτερ. λ 19) με την τήρηση ή μη των εντολών του Θεού (L).
«Πύλη και δρόμο ονόμασε τη φιληδονία. Πύλη μεν και οδό διότι οδηγεί στην κόλαση· διότι αυτή ονομάζει εδώ απώλεια· την λέει επίσης πλατειά και ευρύχωρη διότι δεν προξενεί κανένα κόπο σε αυτούς που μπαίνουν από αυτήν» (Ζ).
(5)   Δεν υπάρχει ανάγκη να αναζητήσουν και να βρουν αυτήν, διότι αυτόματα πέφτουν στην καταστροφή (b).
(6)   Δηλαδή την οδό (b).

Ματθ. 7,14  ότι(1) στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη(2) ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν(3), καὶ ὀλίγοι(4) εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες(5) αὐτήν(6).
Ματθ. 7,14  Εξ αντιθέτου είναι στενή η θύρα και γεμάτος δυσκολίες και ταλαιπωρίες ο δρόμος, που οδηγεί εις την αιωνίαν ζωήν. Δια τούτο και ολίγοι είναι αυτοί, που τον ευρίσκουν και τον ακολουθούν μέχρι τέλους.
(1)   Στα αντιοχειανά και βυζαντινά και κάποια άλλα χειρόγραφα, υπάρχει η γραφή, τι στενή…!, που αποτελεί ένα είδος θλιβερής αναφώνησης που είναι πιο εκφραστική από το «ότι», το οποίο είναι το λογικό παράλληλο του «ότι» στο στίχο 13 (L).
«Το «τι» το λέει αντί να πει «πολύ»» (Ζ). «Το «τι» είναι θαυμαστικό. Θαυμάζω δηλαδή, πω πω, πόσο είναι στενή!» (Θφ). Η γραφή «ότι» κάνει τον στίχο 14 αιτιολογία της φράσης «πολλοί οι εισερχόμενοι» του στίχου 13.
(2)   Συμπιεσμένη, σφιγμένη σαν στόμιο μεταξύ δύο βράχων ή μεταξύ βράχου και γκρεμού (L). «Η λέξη τεθλιμμένη  δίνει έμφαση στη στενότητα, διότι η οδός είναι τόσο πολύ στενή, ώστε να θλίβεται, δηλαδή να έχει στενότητα χώρου και από τα δύο μέρη ο οδοιπόρος, διότι κάθε παρέκκλιση είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά είναι επικίνδυνη, όπως συμβαίνει πάνω σε γέφυρα, όπου ο ποταμός που ρέει από κάτω υποδέχεται αυτόν που παρεκκλίνει από κάθε πλευρά» (Β).
«Δεν είναι μικρή παρηγοριά και το ότι ονόμασε αυτήν πύλη και οδό. Διότι και από τα δύο είμαστε περαστικοί και δεν είναι μόνιμα» (Ζ).
«Είναι οδός και πύλη· όπως ακριβώς λοιπόν και η άλλη, έστω και αν είναι πλατειά, έστω και αν είναι ευρύχωρη, και αυτή είναι οδός και πύλη. Από αυτά όμως τίποτα δεν είναι μόνιμο, αλλά όλα παρέρχονται, και τα λυπηρά και τα καλά της ζωής» (Χ).
(3)   Την αιώνια ζωή, τη ζωή η οποία είναι πράγματι ζωή (p). «Το ότι καταλήγουν σε αίσιο τέλος (διότι καταλήγουν στη ζωή) είναι ικανό να παρηγορήσει αυτούς που αγωνίζονται. Επομένως και το πρόσκαιρο  των κόπων και το παντοτινό των στεφάνων… θα μπορούσε να αποτελέσει μέγιστη παρηγοριά για τους κόπους» (Χ).
(4)   «Εκεί μεν είναι πολλοί διότι είναι ευχάριστα και χωρίς κόπο· εδώ όμως λίγοι, λόγω της πικρίας και του μόχθου» (Ζ).
«Αλλά δεν πρέπει να προσέχουμε τους πολλούς, ούτε από αυτό να θορυβούμαστε, αλλά να μιμούμαστε τους λίγους και αφού εξοπλίζουμε τους εαυτούς μας από παντού, έτσι να βαδίζουμε αυτήν την οδό» (Χ).
(5)   Αντί για το εισερχόμενοι του προηγούμενου στίχου, σκόπιμα μπήκε το ευρίσκοντες, το οποίο δείχνει ότι η είσοδος από τη θύρα της ζωής προϋποθέτει αναζήτηση και έρευνα για να την βρει κανείς (δ).
(6)   Δηλαδή την οδό (b)

Ματθ. 7,15  Προσέχετε(1) δὲ(2) ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν(3), οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων(4), ἔσωθεν δέ εἰσι λύκοι(5) ἅρπαγες(6).
Ματθ. 7,15  Προσέχετε δε, να μη παρασυρθήτε εις την πλάνην από τους κακούς διδασκάλους και ψευδοπροφήτας, οι οποίοι έρχονται εις σας με το εξωτερικόν ένδυμα του προβάτου, ενώ από μέσα είναι άγριοι και άρπαγες σαν λύκοι.
Η σύνδεση με τα παραπάνω: Η δυσκολία να βρει κάποιος την ευθεία οδό, κατά τρόπο φυσικό φέρνει στο μέσο και την έννοια των οδηγών, οι οποίοι θα έδειχναν αυτήν (ο). Εάν πρέπει να βρούμε την ευθεία οδό, ας προσέχουμε από τους αναξιόπιστους οδηγούς (p).
«Αφού είπε για την οδό προσθέτει και για αυτούς που επιβουλεύονται στο δρόμο, για να είμαστε προσεκτικότεροι και πιο ξάγρυπνοι» (Ζ).
«Επειδή δηλαδή είπε, ότι «λίγοι είναι αυτοί που τη βρίσκουν», τους ξεχωρίζει πάλι από αυτούς που δεν την βρίσκουν μεν, αλλά όμως υποκρίνονται, προτρέποντας να μην προσέχουν μόνο αυτούς που φορούν τα προσωπεία, αλλά αυτούς που βαδίζουν αυτήν πραγματικά» (Χ).
(1)   «Να, μαζί με τους σκύλους και τα γουρούνια υπάρχει και άλλο είδος ενέδρας και σκευωρίας πολύ πιο φοβερό από εκείνο. Διότι εκείνοι μεν είναι αναγνωρισμένοι και φανεροί, ενώ αυτοί είναι κεκαλυμμένοι. Για αυτό και πρόσταξε εκείνους μεν να τους αποφεύγουμε, αυτούς δε να τους εξετάζουμε με προσοχή και ακρίβεια, διότι δεν είναι δυνατόν αυτούς να τους διαπιστώσουμε από την πρώτη επίθεση· για αυτό και έλεγε· «Προσέχετε», για να μας κάνει πιο προσεκτικούς στην αναγνώρισή τους» (Χ).
«Και ας προσέξουμε την ημερότητα του φιλάνθρωπου δεσπότη μας. Διότι δεν είπε, τιμωρήστε τους, αλλά μη βλαφτείτε από αυτούς· μην πέσετε σε αυτούς αφύλακτοι» (Σχ).
(2)   Ενώ προσπαθείτε να μπείτε, προσέχετε από εκείνους, οι οποίοι κλείνουν την οδό από εσάς (b).
(3)   Των οποίων η διδασκαλία είναι διαφορετική από αυτήν των αληθινών προφητών (b). Χριστιανοί ψευδοπροφήτες δεν εμφανίστηκαν παρά μετά το θάνατο του Κυρίου. Δες Α΄Ιω. δ 1. Η Διδαχή (κεφ. ια) γράφει πολλά για την τάξη των προφητών και μιλά και για ψευδοπροφήτες. Ιουδαίους ψευδοπροφήτες υπαινίσσονται τα Πράξ. ιγ 6 και Β΄Πέτρ. β 1. Αυτοί λοιπόν οι Ιουδαίοι ψευδοπροφήτες θα θεωρούνταν φυσικά ως πρωτότυπα και των Χριστιανών ψευδοπροφητών που θα ακολουθούσαν (S).
Με τη λέξη αυτή χαρακτήρισε άριστα ο Κύριος τους Φαρισαίους, αφού άλλωστε κατηγόρησε αυτούς για την υποκρισία και την αρπακτικότητά τους (Ματθ. κγ 25) (L).
«Ψευδοπροφήτες εδώ υπαινίσσεται… αυτούς που έχουν μεν βίο διεφθαρμένο, αλλά φορούν προσωπείο αρετής» (Σχ).
(4)   Δηλαδή με τέτοιο ένδυμα το οποίο θα φορούσαν, εάν ήταν πρόβατα (b). Παίρνουν την εξωτερική μορφή και το σχήμα του προβάτου, την απλότητα και ημερότητα του ζώου αυτού (δ).
(5)   Οι λύκοι για δήλωση των εχθρών του ποιμνίου του Θεού αναφέρονται μεταφορικά στην Π.Δ. (Ιεζ. κβ 27,Σοφον. γ 3. Δες και Ιω. ι 12 και Πράξ. κ 29).
«Αυτό που λέει σημαίνει το εξής· δεν έχουν τίποτα το ήμερο ούτε το γλυκύ· διότι το πρόβατο φτάνει μέχρι το δέρμα· για αυτό και είναι εύκολη η αναγνώριση» (Χ).
(6)   Ονομάζονται άρπαγες διότι με απληστία επιζητούν κέρδος και επιρροή (p). Σκοπός του έργου τους είναι η αρπαγή και η αισχροκέρδια και η απώλεια όσο περισσότερων προβάτων· διότι ο λύκος πνίγει τα πρόβατα όχι μόνο για να φάει, αλλά και για να χορτάσει την αιμοβόρο του και αρπαχτική διάθεση (δ).

Ματθ. 7,16   ἀπὸ τῶν καρπῶν(1) αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε(2) αὐτούς. Μήτι(3) συλλέγουσιν ἀπὸ ἀκανθῶν(4) σταφυλὴν ἢ ἀπὸ τριβόλων(4) σῦκα;
Ματθ. 7,16   Από τους καρπούς των, δηλαδή από τα έργα των, θα τους γνωρίσετε καλά. Μηπως τρυγούν ποτέ από τα αγκάθια σταφύλια η από τα τριβόλια σύκα;
(1)   Ο καρπός συνίσταται σε κάθετί που ο διδάσκαλος βγάζει από την καρδιά του στη γλώσσα του και στη διαγωγή του, σαν κάτι που χύνεται από την εσωτερική του ύπαρξη, όπως το γάλα, το οποίο η μητέρα δίνει από το στήθος της (b).
«Αν και νομίζουν (οι ψευδοπροφήτες) ότι διαφεύγουν την προσοχή, αλλά όμως εύκολα θα ελεγχθούν. Διότι είναι τέτοια η οδός την οποία πρόσταξα να βαδίζουν οι μαθητές μου, επίπονη και δυσπρόσιτη, ώστε να μην μπορούν οι υποκριτές να βαδίζουν σε αυτήν» (Ζ).
«Διότι αν και προφασίζονται ότι επιδεικνύουν σωστή ζωή, αλλά γρήγορα θα αλλάξουν μη θέλοντας να βαδίζουν την επίπονη οδό» (Σχ).
(2)   Γνωρίζω με ακρίβεια, με σαφήνεια (g).
(3)   «Το «μήτι» λέγεται αντί για το «άραγε» ερωτηματικά» (Ζ). Και εδώ, όπως συνήθως, δείχνει την πεποίθηση, την οποία έχει για το αντίθετο από αυτό που ρωτά (δ).
(4)   «Είδος αγκαθιού είναι και η τρίβολος» (Ζ). Αναφέρει δύο από τους χειρότερους θάμνους και δύο από τους άριστους καρπούς, για να καταδείξει το αδύνατο δημιουργίας καλού καρπού από κακή φύση (δ). Για το αγκάθι και τα τροβόλια να λέγονται μαζί δες Γεν. γ 18,Ωσηέ ι 8. Για τον όλο στίχο δες Ιακ. γ 12 (S).

Ματθ. 7,17  οὕτω(1) πᾶν δένδρον(2) ἀγαθὸν(3) καρποὺς καλοὺς ποιεῖ, τὸ δὲ σαπρὸν(4) δένδρον καρποὺς πονηροὺς ποιεῖ.
Ματθ. 7,17  Ετσι και κάθε δένδρον αγαθόν και ήμερον κάμνει καλούς καρπούς, ενώ το σάπιο και βλαμμένο δένδρο κάνει καρπούς επιβλαβείς.
(1)   Βγάζει από τη μερική περίπτωση γενικό συμπέρασμα (L). Η πρόταση αυτή αναφέρεται στην αρνητική απάντηση που εννοείται από την ερώτηση. Δεν συλλέγουν από αγκάθια σταφύλι κλπ. Όπως δηλαδή αληθεύει το μεν, έτσι αληθεύει και το δε (δ).
(2)   Το παράδειγμα από το αγαθό και άχρηστο δέντρο βρίσκεται και στο Ιακ. γ 11,12, όπου έχουμε πιθανώς ηχώ της διδασκαλίας του Χριστού όπως μνημόνευσε αυτήν ο αδελφός του Κυρίου. Και ο ίδιος ο Χριστός φαίνεται, ότι όχι μία φορά χρησιμοποίησε το παράδειγμα αυτό (Ματθ. ιβ 33).
(3)   Κάθε δέντρο που έχει καλή φύση και καλούς χυμούς (δ).
(4)   «Σαπρό λέγεται όχι μόνο το σαπισμένο αλλά και το άχρηστο» (Ζ), ακατάλληλο για χρήση, ανωφελές (g) «κάθετί που δεν εκπληρώνει την ανάγκη του, το λέμε σαπρό» (Χ στην Ομιλ. 4 στην Α Τιμ.).

Ματθ. 7,18  (1)οὐ δύναται(2) δένδρον ἀγαθὸν καρποὺς πονηροὺς ποιεῖν, οὐδὲ δένδρον σαπρὸν καρποὺς καλοὺς ποιεῖν(3).
Ματθ. 7,18  Δεν είναι δε δυνατόν ποτέ δένδρον ήμερον να βγάλη επιβλαβείς καρπούς ούτε σάπιο δένδρο να βγάλη καλούς.
(1)   Αξιοσημείωτη η χαρακτηριστική σημιτική μέθοδος του τρόπου παρουσίασης, πρώτα θετικά (στο σ. 17) και έπειτα αρνητικά (στο σ. 18)(S).
(2)   Όχι μόνο είναι γενικός κανόνας, αλλά και δεν μπορεί να γίνει αλλιώς (L). Κανόνας που δεν επιδέχεται εξαίρεση. «Πρόσεξε ότι δεν είπε ότι δεν θα μπορέσει, αλλά ότι όσο είναι σαπρό, δεν γεννά καλά» (Θφ).
(3)   «Ο Χριστός δεν λέει αυτό, ότι δηλαδή ο πονηρός είναι αδύνατον να μεταβληθεί, ή ο αγαθός δεν μπορεί να αλλάξει, αλλά όσο χρόνο θα συζεί με την πονηρία, δεν θα μπορέσει να παράγει καλό καρπό· διότι είναι μεν δυνατόν, ενώ είναι πονηρός να μεταβληθεί και να γίνει ενάρετος, παραμένοντας όμως στην πονηρία δεν θα παράγει καρπό καλό. Τι λοιπόν; Ο Δαβίδ δεν παρήγαγε καρπό πονηρό αν και ήταν αγαθός; Όχι παραμένοντας αγαθός, αλλά όταν μεταβλήθηκε· διότι εάν διαρκώς παρέμενε αγαθός, δεν θα ήταν δυνατόν να παράγει τέτοιο καρπό· διότι δεν θα τολμούσε να διαπράξει αυτά που διέπραξε, εάν παρέμενε στη συνήθεια της αρετής» (Χ).

Ματθ. 7,19  πᾶν(1) δένδρον(2) μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται(3).
Ματθ. 7,19  Καθε όμως δένδρον, που δεν κάμνει καλόν καρπόν, κόπτεται και ρίπτεται εις την φωτιάν.
(1)   Επαναλαμβάνονται εδώ ακριβώς τα λόγια του Ματθ. γ 2, που περιλαμβάνονται εκεί στο κήρυγμα του Βαπτιστή. «Θύμισε και τα λόγια του Ιωάννη… Διότι και εκείνος τα ίδια έλεγε, αναφέροντας προς αυτούς αξίνα και δέντρο που κόβεται και φωτιά άσβηστη» (Σχ).
(2)   Η αλληγορία συνεχίζεται (b).
(3)   «Επειδή δεν είπε μεν να τους τιμωρούν (τους ψευδοπροφήτες), αλλά μόνο να φυλάγονται από αυτούς, για να ενθαρρύνει εκείνους που βλάπτονταν από αυτούς και για να εκφοβίσει και να μεταβάλλει και αυτούς, τους προέβαλε την εκ μέρους του τιμωρία» (Χ). Απειλεί τους ψευδοπροφήτες με την τιμωρία που τους αναμένει, παρεκβαίνοντας ελαφρά από τη σειρά του λόγου.

Ματθ. 7,20  ἄρα(1) γε ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν(2) ἐπιγνώσεσθε αὐτούς.
Ματθ.7,20  Λοιπόν, δεν είναι δύσκολον να διακρίνετε τους ψευδοπροφήτας και υποκριτάς, διότι θα τους γνωρίσετε πολύ καλά από τα έργα των.
(1)   «Αυτό το «άρα» είναι αποδεικτικό, αντί να πει «οπωσδήποτε». Διότι αφού ανέφερε σειρά παραδειγμάτων και απέδειξε ότι θα αναγνωρίσουν αυτούς, προσθέτει ότι οπωσδήποτε, όπως αποδείχτηκε, θα τους καταλάβετε από τις κακές πράξεις τους» (Ζ).
(2)   Οι ψευδοπροφήτες παρά τα εξωτερικά προσχήματα ευσεβείας, νηστείας, προσευχής, ελεημοσύνης και ίσως και παρά τις διαμαρτυρίες τους για την ορθότητα της πίστης τους, θα αποκαλυφθούν, εάν όχι πάντοτε από τα κακά τους ήθη, τουλάχιστον όμως από τον κακό χαρακτήρα των προσπαθειών τους (L).

Ματθ. 7,21  Οὐ πᾶς(1) ὁ λέγων(2) μοι Κύριε(3) Κύριε(4), εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν(5), ἀλλ᾿ ὁ ποιῶν(6) τὸ θέλημα(7) τοῦ πατρός μου(8) τοῦ ἐν οὐρανοῖς(9).
Ματθ. 7,21  Πρέπει δε να ξέρετε, ότι εις την βασιλείαν των ουρανών δεν θα εισέλθη καθένας, που απλώς με επικαλείται και με προσφωνεί, Κυριε, Κυριε, αλλά εκείνος που εφαρμόζει το θέλημα του ουρανίου Πατρός μου.
Η σύνδεση με τα παραπάνω: Οφείλουμε να προσέχουμε όχι μόνο από την αποπλάνηση που προέρχεται από άλλους (από τους ψευδοπροφήτες), αλλά πολύ περισσότερο πρέπει να προφυλαγόμαστε από την αποπλάνηση που προέρχεται από εμάς τους ίδιους· ψεύτικες ομολογίες μπορεί να είναι χειρότερες από τους ψευδοπροφήτες. «Διότι δεν θα μπει στην απόλαυση των ουρανίων αγαθών καθένας που πιστεύει σε μένα, αν δεν κάνει όσα λέω» (Ζ).
(1)   =Όχι κάθε ένας κλπ (b). Το «όχι καθένας» δεν έχει την ίδια σημασία με το κανένας όπως στο Ματθ. κδ 22, διότι η άρνηση δεν αναφέρεται στο ρήμα, αλλά στο καθένας, το οποίο περιορίζει (L).
(2)   Μπαίνει σε αντίθεση με το ακόλουθο «ο ποιων». Δες Α΄Κορ. θ 27,ιγ 1,2 (b).
(3)   Ο Ιησούς αναγνώριζε, ότι η θεία αυτή ονομασία οφειλόταν σε αυτόν (b). Κάποιες φορές χρησιμοποιήθηκε ο τίτλος αυτός ως φιλοφρονητική μορφή προσφώνησης προς τον Ιησού· αλλά εδώ ο τίτλος έχει την έννοια αυτού που έχει όλη την εξουσία από το Θεό στην έσχατη ημέρα. Δες τον επόμενο σ. (S).
(4)   Επαναλαμβάνεται δύο φορές το Κύριε, για ένδειξη του επίμονου και έντονου της επίκλησης και επομένως του μεγάλου βαθμού της μέσω του νου παραδοχής και αναγνώρισης του Σωτήρα ως Θεού (δ). Είναι δυνατόν να εξαπατούμε τους εαυτούς μας όσον αφορά στην ειλικρίνεια των εκφράσεών μας αφοσιώσεως προς το Χριστό. Μπορεί να είναι αυτές συχνές, ακόμη μάλιστα και θερμές, και όμως να μην έχουν αξία.
(5)   «Διότι δεν αρκεί μόνο η πίστη για τη σωτηρία, αν δεν συνυπάρχει και ζωή άξια της πίστης… Το να ονομάζει όμως κάποιος αυτόν Κύριο, είναι δείγμα μόνο πίστης» (Ζ).
(6)   Υπάρχει αντίθεση ανάμεσα σε αυτό το «ποιῶν» και το «εργαζόμενοι» του σ. 23 (b).
(7)   Το οποίο κηρύττω (b). «Εδώ νομίζω ότι κατηγορεί ιδίως τους Ιουδαίους, οι οποίοι στήριζαν το παν στα δόγματα, και δεν νοιάζονταν καθόλου για τον τρόπο ζωής τους… αλλά δεν έχεις καμμία πλέον ωφέλεια από αυτό, όταν δεν έχεις να επιδείξεις και τον τρόπο της ζωής και τα έργα» (Χ).
(8)   «Και πώς δεν είπε, αλλά αυτός που εκτελεί το θέλημα το δικό μου; Διότι τιμά τον Πατέρα και διότι δεν είναι άλλο το θέλημα του πατέρα από αυτό του υιού» (Ζ). Θέλει λοιπόν με αυτό να δείξει ότι σκοπός της έλευσής του στον κόσμο δεν ήταν η δική του δόξα, αλλά η του Πατέρα που δοξάζεται με την εκπλήρωση του θελήματός του (δ).
(9)   Κανείς λοιπόν που εναντιώνεται στο θέλημα του Θεού δεν θα μπει στους ουρανούς (b).

Ματθ. 7,22  πολλοὶ(1) ἐροῦσί μοι(2) ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ(3)· Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ(4) ὀνόματι(5) προεφητεύσαμεν(6), καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις(7) πολλὰς ἐποιήσαμεν(8);
Ματθ. 7,22  Κατά την μεγάλην και επίσημον εκείνην ημέραν της κρίσεως πολλοί θα μου είπουν• Κυριε, Κυριε, με την πίστιν στο όνομά σου δεν επροφητεύσαμεν και με την δύναμιν του ονόματός σου δεν εδιώξαμεν δαιμόνια και χάρις στο όνομά σου, που επεκαλεσθήκαμεν, δεν εκάμαμεν θαύματα πολλά και μεγάλα;
(1)   «Λέει ακόμη πιο παράδοξο πράγμα, ότι δηλαδή ούτε αυτοί που κάνουν υπερφυσικά έργα και θαύματα δεν θα αξιωθούν αυτής της βασιλείας, εάν έχουν ανάξιο βίο. Διότι να και αυτοί, αν και έκαναν πολλά τέτοια, όμως θα διωχτούν, διότι δεν φρόντισαν τον τρόπο ζωής τους. Πολλοί, λέει, που ξεπέφτουν θα μου πουν αυτά και αυτά» (Ζ).
(2)   «Βλέπεις πώς εισάγει κατά τρόπο απαρατήρητο τον εαυτό του, επειδή υποδεικνύει τον εαυτό του ότι είναι κριτής; Διότι το ότι μεν θα τιμωρηθούν αυτοί που αμαρτάνουν, το φανέρωσε στα προηγούμενα· ποιος όμως είναι αυτός που τιμωρεί, το αποκαλύπτει λοιπόν εδώ. Και δεν είπε φανερά, ότι εγώ είμαι, αλλά είπε πολλοί θα μου πουν, δηλώνοντας και πάλι το ίδιο πράγμα» (Χ).
(3)   «Ημέρα εκείνη είπε αυτήν της κρίσεως, επειδή όλοι την γνωρίζουν και την προσδοκούν» (Ζ). Τεχνική εσχατολογική έκφραση που προήλθε από την προφητική γραμματεία της Π.Δ. Δες Μαλαχ. γ 17-18 (S). Η μεγάλη εκείνη ημέρα, με την οποία συγκρινόμενες όλες οι προηγούμενες ημέρες είναι μηδέν (b).
(4)   Η έμφαση και ο τόνος πέφτουν στη λέξη αυτή και στις τρεις φράσεις. Στο δικό σου (όνομα), δηλαδή αυτό του Κυρίου (b).
(5)   Η τριπλή επανάληψη της φράσης «τῷ σῷ ὀνόματι», η οποία μπαίνει μπροστά σε κάθε μία από τις 3 προτάσεις, δείχνει, ότι μπορούσαν αυτοί να βεβαιώσουν, ότι εξωτερικά απέδωσαν σεβασμό στον Ιησού ως Μεσσία (p). Η δοτική θα μπορούσε να εκληφθεί ως δοτική του οργάνου, το οποίο θα άρμοζε προκειμένου για εξορκισμούς και θαύματα που γίνονται με την επίκληση του θείου ονόματος. Αλλά πώς θα μπορούσε κάποιος να προφητεύσει διαμέσου του ονόματος του Θεού; Πρέπει λοιπόν να δεχτούμε, ότι εδώ το πρώτο ρήμα προφητεύσαμε δίνει τον τόνο και στο υπόλοιπο του στίχου και συνεπώς η έννοια της φράσης στο όνομά σου, είναι: λαμβάνοντας την ιδιότητα των απεσταλμένων του Ιησού (L).
Ή, εάν πάρουμε τη δοτική ως οργανική σημαίνει: μέσω της πίστης στο όνομά σου, με την θεωρητική παραδοχή σου ως Θεού (δ). Οι εκφράσεις της αφοσίωσης στο Χριστό μπορεί να υπήρξαν τόσο θερμές ώστε να επηρέασαν και τους άλλους στο αγαθό, να εκδίωξαν δαιμόνια και να παρήγαγαν θαυμαστά αποτελέσματα. Αλλά όλα αυτά μπορούν να είναι άχρηστα, διότι δεν έγιναν στο πνεύμα εκείνης της αγάπης, χωρίς την οποία κάθε ομολογία, που γίνεται και με τη γλώσσα ακόμη των αγγέλων δεν είναι καλύτερη από το χαλκό που βγάζει ήχο (Α΄Κορ. ιγ 1) (p).
(6)   Διακηρύξαμε με σαφήνεια τα μυστήρια της βασιλείας σου. Πρόσθεσε επίσης: Συγγράψαμε υπομνήματα και ερμηνευτικές παρατηρήσεις σε βιβλία και χωρία της Π. και της Κ.Δ., κηρύξαμε λαμπρούς λόγους κλπ. (b). Το να προφητεύει κάποιος δεν σημαίνει απλώς το να προλέγει τα μέλλοντα, αλλά και το να ερμηνεύει παλαιές προφητείες και το να κηρύττει τη διδασκαλία της Βασιλείας. Ο Παύλος στο Α΄Κορ. ιδ 1,3, εκφράζει την επιθυμία, αν είναι δυνατόν, όλοι οι πιστοί να προφήτευαν (S).
(7)   «Δυνάμεις ονόμασε τα υπερφυσικά έργα και τα θαύματα» (Ζ).
(8)   Η έννοια της ερώτησης είναι: Κύριε, δεν ήμασταν σε στενότατη με σένα σχέση, αφού γίναμε και φορείς και όργανα της δύναμής σου; Γιατί λοιπόν μας αποβάλλεις και μας καταδικάζεις; (δ). «Αλλά εκείνοι μεν θαυμάζουν διότι αν και έκαναν τέτοια θαύματα τιμωρήθηκαν. Εσύ όμως μη θαυμάζεις· διότι η χάρη προέρχεται ολόκληρη από τη δωρεά αυτού που τη δίνει. Εκείνοι όμως δεν πρόσφεραν τίποτα από τους εαυτούς τους· για αυτό και δίκαια τιμωρούνται, επειδή αποδείχτηκαν αχάριστοι και αναίσθητοι προς αυτόν που τους τίμησε έτσι, ώστε αν και ήταν ανάξιοι, να τους δώσει τη χάρη» (Χ).

Ματθ. 7,23  καὶ τότε ὁμολογήσω(1) αὐτοῖς ὅτι οὐδέποτε(2) ἔγνων(3) ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε(4) ἀπ᾿ ἐμοῦ(5) οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν(6).
Ματθ. 7,23  Και τότε εγώ θα βροντοφωνήσω εις αυτούς ενώπιον όλων, ότι ποτέ δεν σας ανεγνώρισα ως ιδικούς μου• φύγετε από εμπρός μου σεις, που εργάζεσθε την ανομίαν.
(1)   Ομολογώ εδώ=φανερά διακηρύσσω, μιλώ ελεύθερα (g)· θα διακηρύξω καθαρά· η λέξη ίσως εκλέχτηκε, διότι πρόκειται για τη στιγμή κατά την οποία ο Ιησούς αναγνωρίζει και διακηρύσσει τους δικούς του σύμφωνα με το Ματθ. ι 32 (L). Μεγάλη εξουσία εκδηλώνεται με τον λόγο αυτόν· δες σ. 29 (b).
(2)   «Το ουδέποτε σας αναγνώρισα, το λέει εννοώντας ούτε τότε όταν θαυματουργούσατε» (Θφ). «Λέει δεν σας ξέρω από πού είστε, όχι διότι είπαν ψέμματα, αλλά διότι τη χάρη του Θεού την χρησιμοποίησαν για τα δικά τους θελήματα» (Β).
(3)   Το «σας γνώρισα» εδώ δεν δηλώνει: γνώρισα τι και ποιοι είστε, αλλά δεν αναγνώρισα εσάς ως μαθητές μου (δ).
«Τώρα μεν νομίζουν ότι είναι φίλοι μου, τότε όμως θα γνωρίσουν, ότι δεν τους έδωσα τη χάρη επειδή ήταν φίλοι… Διότι βέβαια και ο Βαλαάμ ήταν άσχετος και με την πίστη και με τον ενάρετο βίο· αλλ’ όμως ενήργησε σε αυτόν η χάρις για να ευεργετήσει άλλους… Επειδή λοιπόν τότε το κήρυγμα βρισκόταν στην αρχή του και ήταν ανάγκη να κάνει μεγάλη επίδειξη της δύναμής του, πολλοί και από τους ανάξιους έπαιρναν δώρα· αλλά όμως από τα θαύματα αυτά τίποτα δεν κέρδισαν εκείνοι, αλλά και περισσότερο τιμωρούνται» (Χ).
«Το να πάρει χάρισμα Θεού ή κάποια δωρεά και ο ανάξιος, δεν είναι καθόλου παράδοξο. Διότι ο Θεός στον καιρό της αγαθότητάς του και της μακροθυμίας του ανατέλλει τον ήλιό του σε πονηρούς και αγαθούς. Πολλές φορές λοιπόν δίνεται το χάρισμα και για ωφέλεια ή εκείνου του ίδιου που υποδέχεται το χάρισμα, μήπως τυχόν και συγκινηθεί από την αγαθότητα του Θεού και προτραπεί να ενδιαφερθεί ώστε να ευαρεστήσει το Θεό, ή και για ωφέλεια άλλων» (Β).
(4)   Ο Σωτήρας χρησιμοποίησε το ρητό του Ψαλμ. στ 9, το οποίο ο μεταφραστής του ευαγγελίου ελεύθερα μεταφράζει, χρησιμοποιώντας αντί για το απόστητε των Ο΄, το αποχωρείτε (δ).
(5)   Ακόμη μία φορά πρέπει να σημειώσουμε με ποια βασιλική βεβαιότητα μιλά ο Ιησούς για την εξουσία του ως του υπέρτατου Κριτή της ανθρωπότητας και υπονοεί ότι η αποπομπή από την παρουσία του αποτελεί τιμωρία έσχατης βαρύτητας.
(6)   Είναι αξιοσημείωτο και το τι καταδικάζει εδώ ως ανομία. Όχι πράξεις απάτης ή βίας, ή φιληδονίας, αλλά τις θρησκευτικές ομολογίες εκείνων οι οποίοι γνωρίζουν και δεν εκτελούν· οι οποίοι μπορούν να δουν, ίσως επίσης και να αισθανθούν την ωραιότητα της διδασκαλίας και του χαρακτήρα του, και μπορούν να εμπνεύσουν στους άλλους αγάπη για αυτά, την οποία όμως αυτοί δεν έχουν.

Ματθ. 7,24  Πᾶς οὖν(1) ὅστις ἀκούει μου τοὺς λόγους τούτους(2) καὶ ποιεῖ αὐτούς, ὁμοιώσω(3) αὐτὸν ἀνδρὶ φρονίμῳ, ὅστις ᾠκοδόμησε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν πέτραν(4)·
Ματθ. 7,24  Ιδικός μου θα είναι κάθε ένας, ο οποίος ακούει με προσοχήν αυτούς τους λόγους μου και τους εφαρμόζει εις την ζωήν του, και τον οποίον εγώ παρομοιάζω με άνδρα συνέτον και φρόνιμον, που έκτισε το σπίτι του επάνω εις την πέτραν.
(1)   Επειδή από μόνα τα έργα κανονίζεται η σχέση του καθενός με το Θεό (δ), λοιπόν…
(2)   Δηλαδή τα λόγια της ομιλίας που προηγήθηκε (S). Αυτό υπαινίσσεται, ότι η επί του όρους ομιλία, αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο και δεν απαρτίστηκε από αποσπάσματα που εκφωνήθηκαν σε διάφορες περιστάσεις και συγκεντρώθηκαν σε ένα σώμα από τον ευαγγελιστή (ο). Η ασφάλεια ή η κατάρρευση καθενός που άκουσε τα μόλις προ ολίγου λεχθέντα, εξαρτάται από την τήρηση ή μη αυτών. Η αξίωση είναι τρομερή και λέγεται, όπως και πριν, με τέτοια ήρεμη πεποίθηση σαν από διδάσκαλο ο οποίος ούτε κάποια σκιά αμφιβολίας δεν έχει για το κύρος του ή για την ύψιστη σπουδαιότητα για τους ακροατές του του μηνύματος το οποίο φέρνει (p).
(3)   Αυθεντική γραφή: ομοιωθήσεται. Ομοιώσω= θα διακηρύξω αυτόν όμοιο (δ). Θα τον παρομοιάσω. Λιγότερο πιθανή ερμηνεία: «Το να γίνει μεν κάποιος συνετός δεν γίνεται χωρίς τη βοήθεια και έμπνευση του Θεού. Για αυτό λέει· θα τον παρομοιάσω με άνδρα συνετό, αντί να πει θα συμβάλλω και θα βοηθήσω στο να μην πέσουν ούτε να καταστραφούν αυτά που χτίστηκαν από αυτόν. Όσον αφορά τον ανόητο όμως δεν θα τον παρομοιάσω πλέον εγώ, αλλά θα μοιάσει, εννοώντας κατά κάποιο τρόπο ότι ο ίδιος θα είναι αίτιος για τον εαυτό του για τη θρασύτητα και την τιμωρία» (Φώτιος).
(4)   «Πέτρα ονομάζει την ασφάλεια της διδασκαλίας του· διότι τα προστάγματά του είναι ισχυρότερα από την πέτρα και τοποθετούν τον άνθρωπο ψηλότερα από όλα τα ανθρώπινα κύματα· διότι αυτός που φυλάσσει αυτά με ακρίβεια, όχι μόνο θα διασωθεί από τους ανθρώπους που θέλουν να τον βλάψουν, αλλά και από αυτούς τους δαίμονες που τον επιβουλεύονται» (Χ).
Η μεταφορά της οικοδομής είναι ειδικά πετυχημένη. Ο άνθρωπος δεν στήνει κάποια σκηνή για λίγες ώρες ή για λίγες μέρες, με την πιθανότητα να μπορέσει να μετακινήσει αυτήν σε περίπτωση κινδύνου, αλλά χτίζει σπίτι, για να μένει σε αυτό μόνιμα με την βεβαιότητα, ότι μπορεί κάποτε να παρουσιαστεί κίνδυνος. Ο καθένας από εμάς χτίζει τον χαρακτήρα του, και ο χαρακτήρας αυτός είναι το μόνο το οποίο παίρνει κάποιος μαζί του στον άλλο κόσμο. Και η εκλογή, την οποία πρόκειται να κάνει, είναι όχι ανάμεσα στο να χτίσει ή να μην χτίσει, διότι πρέπει να χτίσει κάτι, αλλά ανάμεσα στο να χτίσει καλά ή να χτίσει κακά. Η μόνη όμως οδός του να χτίσει καλά, είναι να χτίσει πάνω στην πέτρα της διδασκαλίας και του παραδείγματος του Χριστού.

Ματθ.7,25  καὶ κατέβη ἡ βροχὴ(1) καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ(2) καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι(3) καὶ προσέπεσον τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ἔπεσε(4)· τεθεμελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν(5).
Ματθ.7,25  και έπεσεν η βροχή και ξεχύθηκαν τα ποτάμια της νεροποντής και εφύσησαν οι ισχυροί άνεμοι και έπεσαν με ορμήν όλα επάνω στο σπίτι αυτό, και αυτό δεν εκρημνίσθη, διότι ήτο στερεά θεμελιωμένον επάνω εις την πέτραν.
(1)   Πάνω στη στέγη του σπιτιού (b).
(2)   Στη βάση του σπιτιού (b).
(3)   Στις πλευρές του πνευματικού μας οικοδομήματος (b). «Βροχή εδώ και ποταμούς και ανέμους ονόμασε μεταφορικά τις ανθρώπινες συμφορές και δυστυχίες, όπως τις συκοφαντίες, τις επιβουλές, τα πένθη, τους θανάτους, τις απώλειες των συγγενών, τους επηρεασμούς από τους ξένους και όλα τα κακά που θα μπορούσε να πει κάποιος στη ζωή» (Χ).
(4)   «Και δες, σε παρακαλώ, αμέσως τους αποστόλους, πάνω στους οποίους ξεχύθηκαν πολλές μεν επιβουλές και ξέσπασαν μύριες κακοκαιρίες συμφορών, αλλά δεν μπόρεσαν να ανατρέψουν τον πύργο της ψυχής τους, αλλά ενώ τα σώματά τους καταστρέφονταν, στο φρόνημα έμεναν απόρθητοι και αήττητοι» (Ζ).
(5)   «Δηλαδή να στηρίζεται στην πίστη του Χριστού, ώστε να μένει ασάλευτος στις βροχές και τους ανέμους και τα χτυπήματα των ποταμών. Διότι την σταθερότητα στους πειρασμούς και σε αυτούς που προέρχονται από τους ανθρώπους και σε αυτούς που στέλνονται από επάνω, μάς την έδειξε ο Κύριος με αυτούς τους λόγους της παραβολής» (Β).

Ματθ. 7 ,26  καὶ πᾶς ὁ ἀκούων μου τοὺς λόγους τούτους καὶ μὴ ποιῶν αὐτοὺς ὁμοιωθήσεται(1) ἀνδρὶ μωρῷ(2), ὅστις ᾠκοδόμησε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ἄμμον(3)·
Ματθ. 7,26   Και καθένας που ακούει αυτούς τους λόγους μου και δεν τους εφαρμόζει, θα είναι όμοιος με μωρόν άνθρωπον, ο οποίος έκτισε το σπίτι του εις την άμμον•
(1)   «Δεν είπε, θα τον παρομοιώσω εγώ, αλλά θα γίνει όμοιος από μόνος του» (Θφ).
(2)   «Σωστά τον ονόμασε ανόητο· διότι τι θα μπορούσε να γίνει πιο ανόητο από κάποιον που χτίζει σπίτι στην άμμο, και υπομένει μεν τον κόπο, αλλά στερείται τον καρπό και την ανάπαυση;» (Χ).
(3)   Η οποία συχνά φαίνεται όμοια με βράχο, αλλά δεν έχει την ίδια στερεότητα (b).
«Αυτό λοιπόν θέλει τώρα να πει, ότι δηλαδή καθένας που έμαθε τις εντολές μου και δεν έχτισε πάνω σε αυτές σαν σε σταθερό θεμέλιο τις πράξεις του, δηλαδή δεν ζει όπως αυτές προτρέπουν, αλλά βαδίζει άλλο δρόμο, είναι ανόητος διότι κουράζεται μάταια· διότι σε καιρό δυσκολίας γίνεται ευάλωτος σε κάθε είδους πειρασμούς» (Ζ).

Ματθ. 7,27  καὶ κατέβη ἡ βροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι(1) καὶ προσέκοψαν(2) τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἔπεσε, καὶ ἦν ἡ πτῶσις αὐτῆς μεγάλη(3).
Ματθ. 7,27  και έπεσε η βροχή και ήρθαν τα ποτάμια και εφύσησαν ισχυροί οι άνεμοι και επέπεσαν με ορμήν στο σπίτι εκείνο, και το σπίτι εκρημνίσθη και η πτώσις του ήταν ολακληρωτική”.
(1)   Είναι σπάνιο ο άνεμος να ανατρέψει κάποιο σπίτι. Αλλά εκτός του ότι ο άνεμος είναι πολλές φορές ασυναγώνιστος συνοδός μεγάλων βροχών, γίνεται μερικές φορές αρκετά βίαιος, ώστε να ρίχνει στέγες, ακόμη και τοίχους από τούβλα όχι ψημένα, όπως συνέβη στην Ιεριχώ το 1912 (L).
(2)   Αντί για το ρήμα προσέπεσον του σ. 25. Η μόνη διαφορά, για την οποία είναι ακριβέστερο εδώ το προσκόπτω, είναι ότι παριστάνει τις χριστιανικές αυτές ιδέες ως πρόσκομμα, ως εμπόδιο στους πειρασμούς, και για αυτό ζητούν αυτοί με κάθε τρόπο την απομάκρυνσή τους από τη μέση (δ).
(3)   Ήταν πράγματι μεγάλη διότι ήταν ολοκληρωτική (b). Το μεγάλη δεν σημαίνει ότι και το οικοδόμημα ήταν μεγάλο, αλλά ότι ολόκληρο το οικοδόμημα κατέπεσε ώστε η κατάρρευση υπήρξε πλήρης.
Επιπλέον «πέφτει προκαλώντας πολλή συμφορά. Διότι ο κίνδυνος δεν είναι για τυχαία πράγματα, αλλά για την ψυχή, για την πτώση από τους ουρανούς και τα αθάνατα εκείνα αγαθά» (Χ).
«Διότι δεν έπεσε από τη δόξα, ούτε από τον πλούτο και κάποια τέτοια άλλη ανθρώπινη ευημερία, αλλά από την πίστη στο Χριστό» (Ζ).
«Με τη φράση «και ήταν η πτώση της μεγάλη», τελειώνει τα καλά αυτά παραγγέλματα με το κατάλληλο τέλος και πείθει τους πάρα πολύ απίστους να αποφεύγουν την κακία επί τη βάση των παρόντων πραγματων» (Χ), Βλέπουμε από το παρόν παράδειγμα, ότι δεν είναι αναγκαίο για κάθε λόγο να καταλήγει σε παρηγορητικό ύφος (b).

Ματθ. 7,28  Καὶ ἐγένετο(1) ὅτε συνετέλεσεν(2) ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους, ἐξεπλήσσοντο(3) οἱ ὄχλοι(4) ἐπὶ τῇ διδαχῇ(5) αὐτοῦ·
Ματθ. 7,28  Οταν δε ετελείωσεν ο Ιησούς τους λόγους αυτούς, τα πλήθη έμειναν έκπληκτα δια την υψηλήν αυτήν διδασκαλίαν του.
(1)  Εβραϊκός τρόπος έκφρασης. «Συνηθίζουν οι Εβραίοι στις αρχές πολλές φορές των διηγήσεων να βάζουν απλώς το «εγένετο»» (Ζ).
(2)   Αυθεντική γραφή: ετέλεσε. Συντέλεσε=τελείωσε ολοκληρωτικά, έφερε στο τέλος, ολοκλήρωσε (g).
(3)   «Επειδή ήταν ελέυθεροι από φθόνο και πονηρία» (Ζ). Ο παρατατικός δηλώνει την διάρκεια του συναισθήματος (δ).
(4)   «Όχι κάποιοι από τους άρχοντες, ούτε από τους γραμματείς, αλλά όσοι ήταν απαλλαγμένοι από κακία και είχαν αμερόληπτη γνώμη» (Χ).
(5)   Ο θαυμασμός του όχλου αιτία είχε πρώτον τη διδασκαλία του (δ).
 
Ματθ. 7,29  ἦν γὰρ(1) διδάσκων(2) αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων(3), καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς(4).
Ματθ. 7,29  Διότι τους εδίδασκε με εξουσίαν και με κύρος, ως τέλειος διδάσκαλος και νομοθέτης και όχι όπως οι γραμματείς.
(1)   «Έπειτα λέει και την αιτία της έκπληξης» (Ζ). Γιατί η διδαχή του τούς εξέπληττε; Διότι…
(2)   ἦν διδάσκων= εξακολουθούσε να διδάσκει, διαρκώς και για πολύ δίδασκε αυτούς με εξουσία (δ).
(3)   «Εκπλήσσονταν κυρίως από την εξουσία του· διότι δεν έλεγε όσα έλεγε, αναφερόμενος σε άλλον, όπως ο προφήτης Μωϋσής, αλλά παντού παρουσιαζόταν ότι αυτός είχε το κύρος από μόνος του· διότι όταν νομοθετούσε, συνεχώς πρόσθετε, εγώ όμως σας λέω. Και υπενθυμίζοντας εκείνη την ημέρα, τον εαυτό του παρουσίαζε ως δικαστή και για τις τιμωρίες και για τις τιμές.
Αν και ήταν φυσικό να θορυβηθούν από αυτό· διότι αν τον λιθοβολούσαν οι γραμματείς και κυριεύονταν από μανία βλέποντάς τον να παρουσιάζει την εξουσία του με τα έργα, πώς δεν ήταν φυσικό να σκανδαλίζονται αυτοί τώρα που φανέρωνε αυτήν μόνο με τα λόγια του, και μάλιστα όταν έλεγε αυτά στην αρχή της αποστολής του και προτού αυτοί να λάβουν πείρα της δύναμής του; Αλλά όμως δεν έπαθαν τίποτα από αυτά. Διότι όταν η ψυχή και η διάνοια έχουν αγαθή διάθεση, εύκολα πιστεύουν στα λόγια της αλήθειας» (Χ).
(4)   Στους οποίους ο λαός ήταν συνηθισμένος και οι οποίοι δεν είχαν καμία εξουσία (b). «Οι γραμματείς αυτά που δίδασκαν τα ανέφεραν στο νόμο και στους προφήτες· δηλαδή ότι ο νόμος προστάζει το τάδε και οι προφήτες λένε τα τάδε» (Ζ)· ή, αναφέρονταν σε κάποια παράδοση ή σε λόγο φημισμένο κάποιου διδασκάλου (p). Αυθεντική γραφή: οι γραμματείς αυτών.

(Π.Ν. Τρεμπέλα. Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον. εκδ. ο Σωτήρ, μετάφραση στα νέα ελληνικά. π. Νικόλαος Πουλάδας)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

O φόβος και η θεραπεία του…

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Ιουνίου, 2018

Ο φόβος

Οι Πατέρες συμπεριλαμβάνουν στα πάθη το φόβο και τις συγγενείς προς αυτόν καταστάσεις, που συνιστούν μορφές ή διαβαθμίσεις του, όπως τη φοβία, το δέος, τον τρόμο και επι­πλέον το άγχος, την αγωνία, την αδημονία. Γενικά, ο φόβος προκαλείται από τον κίνδυνο στέρησης ή πόνου/δοκιμασίας, μέσω της ιδέας ή του αισθήματος ότι θα χάσουμε ή ενδεχομένως θα χάσουμε αυτό, που επιθυμούμε ή αυτό στο οποίο είμαστε προσκολλημένοι.

Ωστόσο, ο φόβος, -που ορίζεται κατ’ αυτό τον τρόπο- είναι δυνατόν ν’ αποτελεί αρετή παρά πάθος. Σημειώνει σχε­τικά ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας: «Ει και πάθος ο φόβος, ως βούλονταί τινες, ότι φόβος εστί πάθος, ουχ ο πας φόβος πά­θος». Πρέπει λοιπόν να διακρίνουμε δύο είδη φόβου.
1) Το πρώτο είδος φόβου, που ο Θεός ενέβαλε στον άν­θρωπο κατά τη δημιουργία του, -συνεπώς ανήκει στην αν­θρώπινη φύση-, έχει διπλή μορφή.

α) Η πρώτη του μορφή είναι μια δύναμη, που συνδέει τον άνθρωπο με την ίδια την ύπαρξή του και τον κάνει να φο­βάται για την απώλεια της ίδιας της ψυχής και του σώματός του. Μέσω αυτού του φόβου στις στοιχειωδέστερες εκδηλώσεις του, ο άνθρωπος προσαρμόζεται στη ζωή και το είναι, ενώ φοβάται ο,τιδήποτε θα ήταν δυνατόν να τα διαβρώσει και να τα καταστρέψει [Σ.τ.μ.: Τη ζωή και το είναι].  Mε την έκφραση «δύναμιν κατά συστολήν του όντος ανθεκτικήν», χαρακτηρίζει το φόβο, ο Αγιος Ιω­άννης Δαμασκηνός και συμπληρώνει ότι θα μπορούσαμε να πούμε, ότι αντιστοιχεί στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, την ορμή της ζωής, την έμφυτη ροπή ότι οφείλουμε να παρα­μείνουμε στο είναι και να διαιωνίσουμε την ύπαρξή μας. Ιδι­αίτερα εκδηλώνεται ως φόβος του θανάτου που συνιστά φυ­σική ροπή, καθώς ο Δημιουργός μάς έδωσε τη ζωή για να τη διατηρήσουμε και η φθορά και ο θάνατος αποτελούν φαινό­μενα αντίθετα στη φύση.

β) Η δεύτερή του μορφή είναι ο «φόβος του Θεού», που στην αρχική βαθμίδα του είναι ο φόβος της θείας τιμωρίας και στην ανώτερη βαθμίδα του ο φόβος της απομάκρυνσης και του αποχωρισμού από το Θεό. Η δεύτερη μορφή φόβου συνδέεται φυσικά με την προηγούμενη: ο προσκολλημένος στη ζωή και το είναι του άνθρωπος, φοβούμενος την απώλειά τους, εάν γνωρίζει την πραγματική φύση τους, τρέμει πιθα­νόν τον χωρισμό από το Θεό, που είναι η αρχή και το τέλος τους, η πηγή και το νόημά τους. Ακόμη υψηλότερα από τη βιολογική ζωή, για τον άνθρωπο που συνειδητοποιεί το θεμέ­λιο της πραγματικότητας, βρίσκεται η εν Χριστώ ζωή, για την απώλεια της οποίας φοβάται. Να γιατί στον πνευματικό άνθρωπο, ο φόβος του Θεού και ο φόβος αυτών που είναι δυ­νατόν να τον χωρίσουν από τον Θεό, -της αμαρτίας και του Πονηροΰ, που οδηγούν στο θάνατο της ψυχής (πρβλ. Ματθ. 10, 28. Λουκ. 12, 5)-, εξαφανίζουν το φόβο του θανάτου. Ο θάνατος της ψυχής είναι ο μόνος, που οφείλει να φοβάται ο άνθρωπος, καθώς του στερεί οριστικά όλη τη ζωή, ενώ ο βιο­λογικός θάνατος μόνο πρόσκαιρα χωρίζει την ψυχή από το σώμα και αποσυνθέτει μόνο τη γήινη και φθαρτή μορφή της ύπαρξης.

2) Το δεύτερο είδος φόβου, το οποίο οι Πατέρες θεωρούν ως πάθος, αποτελεί συνέπεια του προπατορικού αμαρτήμα­τος. Εκδηλώνεται πάντα με τη μορφή αποστροφής, που νιώθει ο άνθρωπος έναντι αυτού που είναι δυνατόν να φθεί­ρει και να καταστρέφει την ύπαρξή του· ο όρος ύπαρξη δεν αναφέρεται όμως στο κατά Θεόν είναι του ανθρώπου, αλλά στο πεπτωκός είναι του, στο οποίο προσκολλάται με τη φι­λαυτία. Εμφανίζεται πάντα πριν από κάθε φόβο θανάτου, αλλά πλέον για διαφορετικό λόγο σε σχέση με την πρώτη μορφή. Λαμβάνει πολυποίκιλες μορφές, και θα ήταν κουρα­στικό να τις απαριθμήσουμε στο σημείο αυτό. Θ’ αναφέρου­με μαζί με τον Αγιο Μάξιμο, για να χαρακτηρίσουμε το συγκεκριμένο φόβο ότι συμμετέχει στα πάθη που οφείλονται στη στέρηση της ηδονής και έρχεται όπως εκείνα ως αποτέ­λεσμα αυτού που η φιλαυτία κατεργάζεται μέσω της οδύνης ψυχής και σώματος: ο άνθρωπος φοβάται μήπως χάσει ένα αισθητό αντικείμενο, η κατοχή του οποίου (πραγματική ή φανταστικά πρόωρη) του παρέχει συγκεκριμένη αισθητή απόλαυση. Φοβάται επίσης και την αιτία της πιθανής απώ­λειας του αντικειμένου. Η ιδέα ή η αίσθηση της πιθανής αυτής απώλειας γεννά στην ψυχή του κατάσταση δυσφορίας και ταραχής, των οποίων τις συνέπειες υφίσταται και στο σω­ματικό πεδίο εξίσου.

Σε όλες τις περιπτώσεις ο φόβος-πάθος αποκαλύπτει πρόσδεση και αγάπη στον κόσμο τούτο: στα αγαθά του, στην αισθητή ηδονή τους, καθώς επίσης και στο συγκεκριμένο τρόπο ζωής, καθώς αυτή η ζωή κατανοείται ως προϋπηρεσία για να φτάσει κάποιος στην απόλαυση. Από τότε είναι δυνα­τόν να επανασυνδέσουμε στη συγκεκριμένη μορφή φόβου, κάθε φόβο θανάτου, που δεν υπήρχε πριν για παράδειγμα, όπως στο πλαίσιο του φυσικού φόβου μπορούμε να συνά­ψουμε το φόβο απώλειας της ζωής, ο οποίος αναγνωρίζεται: α) ως αγαθό που προσφέρεται από το Θεό και προϋπηρεσία για να ενωθούμε μαζί Του, β) ως απώλεια των αισθητών ηδονών του κόσμου, τις οποίες η ζωή επιτρέπει ν’ απολαύ­σουμε. Η βασική αυτή σχέση του πάθους του φόβου και της κοσμικής ζωής, -που κατανοείται και βιώνεται σαρκικά-, αξιολογείται συχνά στο πλαίσιο της διδασκαλίας των ατέ­ρων. Ο Αγιος Ισαάκ γράφει: «Ότε [άνθρωπος] εν τη γνώ­σει και τη πολιτεία του σώματος ίσταται, εκ του θανάτου πτο­είται». Ένα απόφθεγμα αναφέρει: «Ρωτήθηκε ένας Γέρο­ντας: «Γιατί φοβάμαι όταν περπατώ στην έρημο;» Και απάντησε: «Γιατί εξακολουθείς να ζεις»!». Και ένα ακόμη: «Αδελφός ρώτησε ένα Γέροντα: «Γιατί με καταλαμβάνει φό­βος όταν μου τυχαίνει να βγαίνω μόνος τη νύκτα;» Και ο Γέ­ροντας απαντά: «Γιατί η ζωή τού κόσμου εξακολουθεί να έχει αξία για σένα»».
Στο σημείο αυτό φαίνεται ότι ο κατά Θεόν φόβος και ο «κοσμικός» φόβος δε συνιστούν δύο διαφορετικές στάσεις εκ φύσεως, αλλά ουσιαστικά την ίδια διάθεση και στάση, προσανατολισμένη προς δύο διαφορετικούς σκοπούς. Τούτο προκύπτει από τις πατερικές διδασκαλίες, όπου οι δύο σκοποί παρουσιάζονται ως αποκλείοντες ο ένας τον άλλο: αν φο­βόμαστε κάποιο πράγμα του κόσμου αυτού, τούτο συμβαίνει γιατί δε φοβόμαστε το Θεό· αντίστροφα, όποιος φοβάται το Θεό, δεν έχει τίποτε να φοβηθεί: «ο δούλος Κυρίου γενόμενος τον οικείον Δεσπότην και μόνον φοβηθήσεται· ο δε τούτον ούπω φοβούμενος, την εαυτού σκιάν πολλάκις πεφόβηται», γράφει για παράδειγμα ο Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Για το λόγο αυτό εξάλλου οι Πατέρες αναφέρουν ότι ο φόβος-πάθος ευνοείται από την ακαρπία της ψυχής, εξαι­τίας της απώλειας της θείας παρουσίας σ’ αυτήν: «Εφοβήθην ότι γυμνός ειμί», εξομολογείται ο Αδάμ, μετά το αμάρτη­μά του (Γεν. 3, 10).

Όπως όλα τα υπόλοιπα πάθη, ο φόβος παρουσιάζεται από τους Πατέρες ως νόσος. Κύριος λόγος, που μόλις πα­ρουσιάσαμε είναι η διαστροφή της ενάρετης φυσικής διάθε­σης και στάσης σε παρά φύση πάθος. Δευτερεύοντα λόγο συνιστούν οι ταραχές που γεννά ο φόβος.

Κατά πρώτον, ο φόβος αποκαλύπτει παθολογική σχέση του ανθρώπου προς το Θεό. Ο άνθρωπος αποστρέφεται το Θεό, την πηγή της ζωής του, την αρχή και το τέλος τού είναι του, το νόημα της ύπαρξής του και τοποθετεί το κέντρο των μερίμνων του στην αισθητή πραγματικότητα που γίνεται γι’ αυτόν το Απόλυτο: φοβούμενος την απώλεια κάποιου αγαθού του κόσμου και κάποιας αισθητής ηδονής, αντί να φοβάται την απώλεια του Θεού και συνεπώς του ίδιου του εαυτού του, απομακρύνεται τελικά από το Θεό. Όλη η διαδι­κασία του προπατορικού αμαρτήματος, εντοπίζεται και πάλι στη συγκεκριμένη στάση, όπως βλέπουμε μαζί με όλες τις συ­νέπειές της προφανώς.

Ο έμφοβος, όμως δεν έχει λησμονήσει το Θεό μόνο ως αρχή και τέλος τού είναι και του βίου, αλλά και ως νόημα και κέντρο της ύπαρξης: Τον έχει εξίσου απαρνηθεί και αγνοή­σει· έχει αρνηθεί την Πρόνοια και την προστασία, με την οποία περιβάλλει κάθε ύπαρξη. Ο φόβος αποκαλύπτει την παραίσθηση, την οποία έχει ο παραδομένος στον εαυτό του άνθρωπος: να μη μπορεί ή να μη πρέπει να βασίζεται στις δι­κές του δυνάμεις, να αποστερείται της βοήθειας του Θεού. «Ρώτησαν ένα Γέροντα: «Γιατί φοβάμαι διασχίζοντας την έρημο;» Και αυτός απάντησε: «Γιατί νομίζεις ότι είσαι μόνος και δε βλέπεις το Θεό δίπλα σου». Η διδασκαλία του ίδιου του Χριστού έρχεται ν’ ακυρώσει και να διαλύσει την ψευδαίσθηση, υπενθυμίζοντας στον άνθρωπο ότι ο Θεός προνοεί αδιάκοπα γι’ αυτόν (Ματθ. 10, 29-31. Λουκ. 12, 6-7). Ακόμη ο φόβος είναι τεκμήριο και σημείο απώλειας της πίστης στη Θεία Πρόνοια: «Τί δειλοί εστε ούτω; πώς ουκ έχετε πίστιν;» λέγει ο Χριστός στους κατατρομαγμένους από τη θύελλα μα­θητές του (Μάρκ. 4, 36-40). Επιπλέον, ο φόβος εκφράζει απώλεια πίστης και στα πνευματικά αγαθά. Διότι αν ο άνθρωπος είχε συνδεθεί μ’ αυτά, μόνο αυτά θα φοβόταν μή­πως χάσει: «μίαν οδύνην ειδώς, την τούτων [θείων] αποτυχίαν», αναφέρει σχετικά ο Αγιος Μάξιμος. Τα θεία αγαθά είναι πραγματικά τα μόνα, τα οποία έχουν για τον άνθρωπο απόλυτη αξία και ζωτική σημασία. Ο άνθρωπος, που έχει εμπιστοσύνη στο Θεό, γενόμενος μέτοχος της Αναστάσεως του Χριστού και της θείας ζωής, οφείλει να μη φοβάται καμιά επίθεση κατά της ψυχής ή κατά του σώματός του, ούτε ακόμη την επίθεση του θανάτου που σκοτώνει προσωρινά το σώμα, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτε περισσότερο (Ματθ. 10, 28. Λουκ. 12, 4). Όποιος ενώνεται με το Θεό, βρίσκει σ’ Αυτόν την πληρότητα των αγαθών και δε φοβάται μήπως στερηθεί κάποιου αισθητού αγαθού.

Βεβαίως, ο φόβος δεν αφορά μόνο στην έλλειψη πίστης προς τα πνευματικά αγαθά, τα μόνα αληθινά. Ο ίδιος αποδίδει μάταιη πίστη στα αισθητά αγαθά, των οποίων η πραγμα­τικότητα είναι απατηλή και η παρουσία σύντομη όπως του άνθους και της χλόης. Αποτελούν θησαυρούς, που αφανί­ζουν η αποσύνθεση και ο σκόρος και κλέβουν οι κλέφτες (Ματθ. 6, 19. Λουκ. 12, 33). Ο άνθρωπος, αργά ή γρήγορα, χάνει τα αισθητά αγαθά, εξαιτίας του πρόσκαιρου και παρο­δικού χαρακτήρα τους ή λόγω του θανάτου του. Μαζί τους χάνεται και η συνδεδεμένη μ’ αυτά ηδονή, η οποία άλλωστε όπως έχουμε δει, είναι πενιχρή σε σύγκριση με την απόλαυση των αγαθών της Βασιλείας του Θεού. Για το λόγο αυτό ο πεπτωκώς άνθρωπος σφάλλει ως προς την αληθινή ουσία των πραγμάτων και των αισθητών ηδονών στις οποίες προσκολ­λάται. Μάλιστα είναι δυνατόν ο ίδιος να κατέχεται από φό­βο: αν γνώριζε τη φύση των αγαθών, η ενδεχόμενη απώλειά τους θα του ήταν αδιάφορη.

Το γεγονός ότι συνολικά ο φόβος είναι ανωφελής συνιστά ένα ακόμη λόγο εξαιτίας του οποίου παρουσιάζεται ως ασύ­νετη και παράλογη στάση. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να εμπο­δίσει με το φόβο ο,τιδήποτε του συμβαίνει ούτε ν’ αποφύγει τον κίνδυνο ή τη στέρηση που φοβάται, αν υποθέσουμε ότι πράγματι θα επισυμβούν: «Τις εξ υμών μερίμνων δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα;» (Ματθ. 6, 27). Ο Αγιος Ιωάννης Δαμασκηνός στον αναποτελεσματικό φό­βο και την ατελέσφορη μέριμνα, τους οποίους ο Χριστός κατηγορεί με τους λόγους Του, αντιπαραθέτει την ενεργή [Σ.τ.μ.: Ή αποτελεσματική] αμεριμνησία αυτού, που αποθέ­τει τον εαυτό του για τα πάντα στη θεία Πρόνοια.
Η παθολογία του φόβου εμφανίζεται και στο, περισσότε­ρο ή λιγότερο σημαντικό, τμήμα της φαντασίας, το οποίο τον δέχεται γενικά. Με τη φαντασία του ο άνθρωπος παραμορ­φώνει την πραγματικότητα, της αποδίδει διαστάσεις που δεν έχει, μεγεθύνοντας για παράδειγμα τους κινδύνους ή θεωρώ­ντας επικείμενη την απώλεια κάποιου αντικειμένου. Η φα­ντασία όμως προβάλλει και ανύπαρκτες πραγματικότητες: κατασκευάζει, προδικάζει ή και οδηγεί στην αποδοχή ως βέβαιον, -στο παρόν ή το εγγύς μέλλον- γεγονότων που δεν έχουν συμβεί και για τα οποία κανένας αντικειμενικός λόγος δεν εγγυάται την πραγματοποίησή τους.

Ενδεχομένως, η γέννηση και η ανάπτυξη του φόβου, να υπο­κινούνται ή εννοούνται από διάφορα πάθη. Στην πρώτη θέ­ση, η υπερηφανία, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με το φό­βο. Ο Αγιος Συ­μεών ο Νέος Θεολόγος υπενθυμίζει ότι ο φόβος συνδέεται προφανέστατα και με το πάθος τής δειλίας.

Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, ο φόβος είναι δυνατόν να γεννάται από την αμαρτία: «Θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν» (Ρωμ. 2, 9). Οι συγκε­κριμένες θέσεις φαίνεται ότι δεν πρέπει να αναφέρονται μό­νο σ’ όσους υποκρίνονται ότι ζουν σύμφωνα με τις εντολές ή ότι τουλάχιστον τις γνωρίζουν, ενώ τις έχουν παραβεί και κα­τά συνέπεια υφίστανται τον έλεγχο της συνείδησής τους. Πρέπει να εφαρμόζονται και σε όσους, ενώ ζουν έξω από την πίστη, αγνοώντας τους κανόνες και τις εντολές της, έχουν εντούτοις κάποια αόριστη και ασαφή αίσθηση της αμαρτωλότητάς τους. Φαίνεται ακόμη ότι η ισχύς της αμαρτητικής κατάστασης που υποκινεί το φόβο με τη μορφή του άγχους και της αγωνίας είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο το υποκείμενο δεν έχει συνειδητοποιήσει σαφώς το ελάττωμα και το σφάλ­μα του.

Όπως και τα υπόλοιπα πάθη, ο φόβος έχει άμεσα μερίδιο στη δαιμονική ενέργεια, συνδεδεμένος με τους δαίμονες, οι οποίοι συμβάλλουν στην εμφάνισή του, και επωφελούνται πολύ από την παρουσία του, καθώς συνιστά ιδιαίτερα ευνοϊ­κό έδαφος για τη δράση τους. Βρίσκουν στο φόβο το σύμμα­χό τους, παρατηρεί ο Αγιος Διάδοχος υπενθυμίζοντας σύνδεση φόβου και αμαρτίας.

Η θεραπευτική του φόβου: Ο φόβος του Θεού

Ο φόβος και οι καταστάσεις που συνδέονται ενδεχομένως μ’ αυτόν, όπως η δειλία, η ανησυχία, το άγχος, η αγωνία, η φο­βία, έχουν ουσιαστική σχέση, όπως είδαμε, με την προσκόλ­ληση στα αισθητά αγαθά. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να θερα­πευτεί ο άνθρωπος απ’ αυτόν παρά μόνο αν (απο)χωριστεί από τον κόσμο τούτο (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες), αν αποθέσει όλη του τη μέριμνα στο Θεό, με σταθερή την ελπίδα, ότι μέσω της Πρόνοιάς Του, θα φροντίσει για όλες του τις ανάγκες.
Αυτό διδάσκει και ο ίδιος ο Χριστός: «Μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλώμεθα; πάντα γάρ ταύτα τα έθνη επιζη­τεί· οίδε γαρ ο Πατήρ ημών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων. Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν. Μή ουν μερμνήσητε εις την αύριον» (Ματθ. 6, 31-34). Στην ίδια προοπτική ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος συμβουλεύει: «Εάν πιστεύης, ότι ο Θεός πρόνοιάν σου ποιήται, τί μεριμνάς και φροντίζεις περί προσκαίρων, και των της σαρκός σου χρειών; […]. Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και Αυτός σε διαθρέψει. Και ου μη πτοηθής πτόησιν επερχομένην σοι», «έγγισον, φησίν, εις το ελπίσας εις εμέ, και αναπαύη εκ του έργου και του φόβου».

Η έλλειψη πίστης είναι, όπως είδαμε, η πρώτη πηγή του φόβου· αυτός υπάρχει λοιπόν σε καταστολή στην ψυχή του ανθρώπου κατά το μέτρο της πίστης του στο Θεό. Μόνη της η πίστη δεν απελευθερώνει τον άνθρωπο από το φόβο· ο Θεός είναι εκείνος που απαντώντας στην πίστη του, του προσφέρει τη βοήθειά Του και την αρωγή Του.
Ο άνθρωπος οφείλει να ζητήσει τη βοήθεια τούτη μέσω της προσευχής, με την πίστη ότι ο Θεός μπορεί να του την πα­ράσχει και με την ελπίδα ότι θα του την προσφέρει. Πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο δραστικό και αποτελεσματικό φάρ­μακο είναι η «προσευχή του Ιησού» που στρέφεται εναντίον του φόβου και όλων των συγγενών παθών (δειλίας, τρόμου, άγχους, αγωνίας).

Η καρδιακή προσευχή δίνει πραγματικά τη δυνατότητα στον άνθρωπο να παραμένει μόνιμα ενωμένος με το Θεό και ν’ αποκομίζει διαρκώς οφέλη από τη βοήθειά Του· οπότε πλέον καμιά αιτία φόβου δεν μπορεί να τον αιφνιδιάζει. Όσο μάλιστα η προ­σευχή του είναι καθαρότερη, τόσο λιγότερο βιώνει ο άνθρω­πος το φόβο. Η εξαφάνιση του φόβου και των συναφών παθών προκύπτει στην περίπτωση τούτη ως αποτέλεσμα της συνεχούς παρου­σίας της θείας δύναμης στον άνθρωπο χάρη στην αδιάλειπτη προσευχή.
Αντίστοιχα, η θεραπευτική του φόβου προϋποθέτει την απάρνηση του ιδίου θελήματος εκ μέρους του ανθρώπου και την ταπεινόφρονα συμπεριφορά. Ο φόβος, όπως είδαμε, συνδέεται με την υπερηφανία· όσο περισσότερο ο άνθρωπος εμπιστεύεται τις δυνάμεις του, τόσο υποδουλώνεται στο συγκεκριμένο πάθος. Για να καταφέρει να το νικήσει με τη δύ­ναμη του Θεού, για να πάρει τη δύναμη αυτή και να την κρα­τήσει, ο άνθρωπος οφείλει ν’ απαρνηθεί τον εαυτό του, ν’ αναγνωρίσει την ανεπάρκειά του, αλλιώς η ενέργεια του Θε­ού δεν θα μπορέσει να βρεί πεδίο δράσης μέσα του.

Ο άνθρωπος είναι δυνατόν να νικήσει το φόβο και με την αγάπη, η οποία τον εκδιώκει, σύμφωνα με το λόγο του Αγίου Αποστόλου Ιωάννου: «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη αλλά η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ιωάν. 4, 18). Μετά τη διαπίστωση ότι «κατά το μέτρον της ελλείψεως [της αγά­πης], ενυπάρχει φόβος», ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης διδά­σκει σε συμφωνία με τον Αγιο Ιωάννη ότι «ο φόβου χωρίς, αγάπης πεπλήρωται» (Κλίμαξ). Αυτό έχει εφαρμογή στην αγάπη προς τον πλησίον: όποιος αγαπά τον αδελφό του δεν τον φοβάται πλέον. Αφορά όμως ουσιαστικότερα την προς τον Θεό αγάπη που αποκλείει όλες τις μορφές του εγκόσμιου φό­βου και ιδιαίτερα το φόβο του θανάτου, που συχνά βρίσκεται στην κορυφαία θέση (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Μέσω της αγάπης του Θεού, ο άνθρω­πος δέχεται «δύναμιν τινά πεποιθήσεως», που νικά κάθε φό­βο (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Ενώνεται μ’ Αυτόν στον Οποίο υποτάσσονται τα πάντα και τίποτε δεν μπορεί να τον βλάψει (Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Από τώρα και στο εξής, με την αγάπη, ο άνθρωπος ζει, σε στενή σχέση με το Θεό, απομακρυσμένος απ’ όλα τα γήϊνα, τα εξωτερικά ή τα εσωτερικά, – που μπορεί να υποδαυλίσουν το φόβο -, και απολαμβάνει τα πνευματικά αγαθά, τα οποία δεν είναι δυνα­τόν να του τα λεηλατήσει ή να του αφαρπάσει κάποιος.
Πρέπει να υπογραμμιστεί, ωστόσο, ότι αν ο άνθρωπος οφείλει να τείνει στη θεραπεία του πάθους του φόβου, δεν πρέπει πάντως ν’ απορρίπτει κάθε φόβο από την ψυχή του, διότι «ουχ ο πας φόβος πάθος» (ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Στρωματείς). Υπάρχει, όπως είδαμε, ο ενάρετος φόβος, τον οποίο ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο, ως μέσο σωτηρίας, και τον οποίο οι Πατέρες ονομάζουν για το λόγο τούτο «σωτήριον φόβον»· χρησιμοποιούν ακόμη και άλλες παρόμοιες εκφράσεις. Ο συγκεκριμένος φόβος συνι­στά αυτό που η ασκητική παράδοση ονομάζει «φόβον Θε­ού». Ο φόβος-πάθος πρέπει να εξαφανίζεται και να παρα­χωρεί τη θέση του στον ενάρετο φόβο.

Oι δύο μορφές του φόβου του Θεού:
α) Η πρώτη μορφή πηγάζει από το φόβο της θείας κρίσης, τόσο της παρούσας όσο και της μέλλουσας Περιγρά­φεται συχνά από τους Πατέρες με τη χρήση της λέξης «κόλασις». Ο ίδιος ο άνθρωπος καταδικάζει τον εαυτό του, με την αμαρτία, στα βάσανα αυτά· η θεία κρίση απλώς αποκαλύπτει το εύρος της αμαρτίας.
Η πρώτη αυτή μορφή είναι ο «εισαγωγικός φόβος», που χαρακτηρίζει τους αρχάριους. Οι Πατέρες αναφέρουν ότι τρεις αιτίες είναι δυνατόν ν’ αποστρέψουν τον άνθρωπο από το πονηρό και να τον ενώ­σουν με το Θεό: ο φόβος της τιμωρίας, η ελπίδα των μελλό­ντων αγαθών και η αγάπη προς το Θεό. Η τρίτη είναι ίδιον του Θεού και όσων έχουν φθάσει στην ομοίωσή Του· χαρακτηρίζει τους τελείους στους οποίους συγκαταλέγονται όχι πλέον οι δούλοι Του, αλλά οι φίλοι Του και οι υιοί Του (πρβλ. Γαλ. 4, 7). Γράφει ο Αγιος Ιωάννης ο Κασσιανός: Αν λοιπόν κά­ποιος θέλει να φτάσει στην τελειότητα, ξεκινώντας από την πρώτη βαθμίδα, αυτή του φόβου, όντας κυριολεκτικά δουλοπρεπής, […] θ’ ανέλθει προοδεύοντας συνεχώς μέχρι τις υψη­λότερες οδούς της ελπίδας και κατόπιν από εκεί στην τρίτη βαθμίδα, αυτή της αγάπης […]. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν με ζήλο ν’ ανέβουμε από το φόβο στην ελπίδα και από την ελπίδα στην αγάπη του Θεού και των αρετών.
Βλέπουμε ότι όταν οι Πατέρες επιβεβαιώνουν ότι η πρώτη μορφή του φόβου χαρακτηρίζει τους αρχάριους, εννοούν όσους δεν έχουν φτάσει ακόμη στην τελειότητα και δεν είναι ακόμη υγιείς. Επομένως τούτο το φόβο, ακόμη και όσοι έχουν προχωρήσει πνευματικά είναι δυνατόν και οφείλουν να τον δοκιμάζουν (Ο Αγιος ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΉΣ το επιβεβαιώνει συχνά και με ζωντανή ορολογία. Βλ. Κλίμαξ). Χωρίς δισταγμό, ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης λέγει προς τους μοναχούς του: «Ο εισαγωγικός φόβος της καταστάσεως ημών εστίν» (Διδασκαλία).
Πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο με την τέλεια αγάπη, όπως υπογραμμίζουν σκόπιμα ο Απόστολος Αγιος Ιωάννης και οι Πατέρες, οδηγεί το φόβο αυτό στην υποχώρηση [Σ.τ.μ.: Και τελικά στην εξαφάνιση]. Όσο ο άνθρωπος δεν καθαρί­ζεται εντελώς από τα πάθη του, δεν αποκτά την απάθεια και δεν φθάνει στο πλήρωμα της αγάπης, ο φόβος διατηρεί το λό­γο της ύπαρξής του και αποδεικνύεται χρήσιμος.

Όσο η αγάπη δεν έχει φτάσει στην τελείωσή της, ο φόβος έχει λόγο ύπαρξης: συμβάλλει κατά μεγάλο μέρος στην κά­θαρση του ανθρώπου και στην εν συνεχεία απόκτηση της απάθειας, η οποία προϋποθέτει την τελείωση τούτη. Τούτο συμβαίνει σε τέτοιο σημείο, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι χωρίς προηγουμένως να έχει αποκτήσει το συγκεκριμένο φό­βο (η απόκτησή του εξάλλου αφεαυτής συνεπάγεται την κά­θαρση σε κάποιο βαθμό), ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να φτάσει στην τέλεια αγάπη. Κατηγορηματική είναι η διαβε­βαίωση του Αγίου Ισαάκ, που εντοπίζει ιδιαίτερα στο φόβο το δείκτη και τον οδηγό της μετάνοιας, το κυριότερο όργανο της κάθαρσης της ψυχής.
β) Η δεύτερη μορφή του φόβου είναι σύμφυτη με την τέ­λεια αγάπη. Απορρέει από την αγάπη του Θεού, ενώ το πρώτο είδος του φόβου εκτοπίζεται από αυτή. Είναι ο φόβος της αποκοπής ή της απομάκρυνσης από το Θεό, ο φόβος της στέρησης της «δια την αγάπην παρρησίας». Όπως προσ­διορίζει ακριβέστατα ο Κλήμης Αλεξανδρέας «φοβείται τις ου τον Θεόν, αλλά το αποπεσείν του Θεού» (Στρωματείς). Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός περιγράφει διεξοδικότατα το φόβο, αναφέροντας τα χωρία της Αγίας Γραφής που κάνουν σχετική μνεία αυτού: Θεμελιωμένος στην τελειότητα της αγά­πης, θ’ ανέλθει στην αμέσως υψηλότερη και ανώτερη βαθμίδα, το φόβο της αγάπης. Αυτός δεν γεννάται από τη φρίκη ή τον τρόμο της κόλασης ούτε από την επιθυμία της ανταμοι­βής, αλλά από το ίδιο το μεγαλείο της αγάπης. Πρόκειται για το φόβο που προκύπτει ως κράμα του σεβασμού και της τρυ­φερής αγάπης που εκδηλώνει ο γιος για τον πατέρα τον γεμάτο επιείκεια, ο αδελφός για τον αδελφό του, ο φίλος για το φίλο του, η σύζυγος για το σύζυγό της. Δεν υποχωρεί ούτε στα κτυπήματα ούτε στις κατηγορίες· φοβάται μόνο να μη πληγώσει την αγάπη, μη προκαλέσει ακόμη και το μικρότερο και πιο επιπόλαιο τραύμα. Σε κάθε πράξη, ακόμη και σε κά­θε λόγο, τον βλέπουμε σταθερά έκπληκτο από στοργή και ευαισθησία, με τρόμο μήπως η θέρμη και ο ζήλος της αγάπης χλιαρύνουν, έστω και ελάχιστα.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ: Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET (*), ΤΟΜΟΣ Β’, Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία», Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ)  orthognosia.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μέγιστη η ωφέλεια από τα μνημόσυνα! Πότε όμως και πώς και σε ποιούς!

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Ιουνίου, 2018

Μέγιστη η ωφέλεια από τα μνημόσυνα! Πότε όμως και πώς και σε ποιούς!

(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας). 

«Μεγίστην όνησιν πιστεύοντες έσεσθαι…». 

Το λέει γενικά ο θείος Κύριλλος Ιεροσολύμων. Βεβαιώνει δηλαδή ότι προσφέρουμε τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας για όλους τους προκεκοιμημένους, πιστεύοντας ότι πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια κερδίζουν οι ψυχές υπέρ των οποίων «η δέησις αναφέρεται της αγίας και φρικωδεστάτης προκειμένης θυσίας». Λοιπόν και των Αγίων και των Προφητών και των Αποστόλων και των Μαρτύρων οι ψυχές αποκομίζουν ωφέλεια από τη θυσία της Ευχαριστίας, αφού και υπέρ αυτών αυτή προσφέρεται;

Των αδελφών μου και των συγγενών μου και των φίλων μου οι ψυχές, με τους οποίους έζησα μαζί και οι οποίοι πέθαναν πριν από μένα, έχοντας όλοι τις ατέλειες και ελλείψεις τους και τα ψεγάδια από τα ακούσια και τα εκ συναρπαγής αμαρτήματα, το καταλαβαίνω να καρπώνονται οι ψυχές αυτές βοήθεια και έλεος από την ατίμητη θυσία που προσφέρεται γι’ αυτούς. Αλλά να ωφελούνται και οι ψυχές εκείνων οι οποίοι αναμφισβήτητα ευαρέστησαν στον Κύριο και τιμήθηκαν από αυτόν, όπως είναι οι Απόστολοι και οι Προφήτες και οι Μάρτυρες, των οποίων μάλιστα τις πρεσβείες επικαλούμαστε την ίδια στιγμή που τους μνημονεύουμε, αυτό παρουσιάζει ακατανόητο.
Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό. Γι’ αυτό λοιπόν αναφερόμαστε και πάλι στο ωραίο παράδειγμα που μας δίνει ο ιερός Χρυσόστομος, για το οποίο μιλήσαμε και άλλοτε. Όταν δηλαδή ένας βασιλιάς επανέρχεται θριαμβευτής από κάποιον πόλεμο τον οποίο διεξήγαγε νικηφόρα, στη λαμπρή υποδοχή που του γίνεται στην πρωτεύουσα του βασιλείου του από τον λαό που τον επευφημεί, μνημονεύονται τα ονόματα των στρατηγών και των αξιωματούχων που συναγωνίστηκαν μαζί του και συμμετείχαν στα ένδοξα κατορθώματά του. Αναφέρονται όμως και μερικά άλλα ονόματα, αιχμαλώτων αυτά και δεσμίων, που για ορισμένους λόγους προσείλκυσαν τη συμπάθεια και τον οίκτο των νικητών.

Για άλλο σκοπό, λέει ο ιερός Πατήρ, μνημονεύονται τα ονόματα εκείνων που συμπολέμησαν και συναγωνίσθηκαν με τον ένδοξο και νικητή βασιλιά· και με άλλο, τελείως διαφορετικό πνεύμα, μνημονεύονται οι δέσμιοι και οι αιχμάλωτοι. Οι πρώτοι, οι οποίοι διέπρεψαν στο πεδίο της μάχης, μνημονεύονται για να επευφημηθούν άλλη μια φορά και για να αποδοθεί και πάλι δίκαιος έπαινος και τιμή σ’ αυτούς. Οι δεύτεροι, οι οποίοι έχουν ανάγκη της ευσπλαχνίας και των οικτιρμών του μεγάλου βασιλιά, μνημονεύονται για να κερδίσουν την εύνοια και τη χάρη του. Αξιώματα και τιμές ζητούνται από τους πρώτους, έλεος και χάρη για τους δεύτερους.
Μην ξεχνάς, αδελφέ μου, τη θεόπνευστη διαβεβαίωση της προς Εβραίους επιστολής, που μας πληροφορεί για το ότι οι άγιοι Πάντες, μολονότι μέχρι την τελευταία τους πνοή ομολόγησαν την αληθινή πίστη και έλαβαν εγκωμιαστική μαρτυρία γι’ αυτήν ότι ευαρέστησαν στο Θεό, παρ’ όλα αυτά, «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν» (Εβρ. ια’ 39). Δεν απόλαυσαν ακόμη πλήρη και ολοκληρωμένη την αμοιβή που τους ανήκει. Διότι ο Θεός προέβλεψε όλα μαζί τα μέλη της Εκκλησίας, στη συντέλεια του κόσμου και μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, στην κρίση και ανταπόδοση που θα κάνει ο ίδιος, να απολαύσουν το τέλειο και ολοκληρωμένο βραβείο της νίκης τους εναντίον της αμαρτίας. Όλα μαζί τα μέλη ως μια οικογένεια που τιμάται μαζί, και ως ένα αδιαίρετο όλοι Σώμα.

Και στο μεταξύ διάστημα; Έως ότου όλα τα μέλη της Εκκλησίας επισυναχθούν και η στρατευομένη Εκκλησία παύσει να υπάρχει, αφού θα έχει μετατεθεί ολόκληρη στην θριαμβεύουσα Εκκλησία, τι γίνεται; Ο καθένας από τους δικαίους προαπολαμβάνει μόνο και προγεύεται τα μέλλοντα αγαθά. Και δεν παύει βέβαια η θριαμβεύουσα Εκκλησία να είναι «πανήγυρις πρωτοτόκων», πανηγυρική σύναξη των εκλεκτών παιδιών του Θεού. Ε λοιπόν! Στη χαρά την οποία προαπολαμβάνουν οι εκλεκτοί αυτοί στρατιώτες του Θεού, προστίθεται και άλλη χαρά, όταν προσφέρεται και υπέρ αυτών η Θεία Ευχαριστία. Και η πανηγυρική εκείνη σύναξη, παρά το ότι είναι εξολοκλήρου χαρμόσυνη, ανασκιρτά και συναγάλλεται χτυπώντας τα χέρια της. Και αναπέμπει μαζί με την στρατευομένη Εκκλησία τον επινίκιο ύμνο στο Αρνίο το «ως εσφαγμένον», που στέκεται πάνω στο θρόνο του Θεού. Στην ήδη προϋπάρχουσα χαρά προστίθενται και νέα σκιρτήματα αγαλλιάσεως. Και στις πολλές επευφημίες του ουρανίου κόσμου για τη στρατιά του Χριστού που θριαμβεύει στον ουρανό, ακολουθούν και νέα ενθουσιώδη χειροκροτήματα για τη νίκη που έχει συντελεσθεί.

Σε ποιό βαθμό «μεγίστη»;

Πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια πιστεύουμε ότι θα αποκομίσουν οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας από τη θυσία της Ευχαριστίας που προσφέρουμε. «Μεγίστην όνησιν», λέει ο θεοφώτιστος Κύριλλος. Κάτι παρόμοιο διακηρύττει και ο ιερός Χρυσόστομος. Αλλά και η πράξη της Εκκλησίας από παλιά αυτό επιβεβαιώνει. Διότι ακόμη και στις πολύ παλιές Λειτουργίες, οι οποίες ανάγονται στις αρχές του τετάρτου χριστιανικού αιώνα, δεν παραλείπεται το μνημόσυνο αυτό των κεκοιμημένων.

Δημιουργείται όμως το ερώτημα: Σε ποιό βαθμό εκτείνεται η «όνησις» και ωφέλεια αυτή;
Θα έχουμε πάντοτε υπ’ όψιν μας τους θεόπνευστους λόγους του ευαγγελιστού Ιωάννου στους οποίους γίνεται διάκριση μεταξύ «αμαρτίας προς θάνατον» και «αμαρτίας μη προς θάνατον» (Α’ Ιω. ε’ 16) · μεταξύ αμαρτίας δηλαδή που οδηγεί στον πνευματικό θάνατο και αμαρτίας μη θανάσιμης. Κάνοντας τη διάκριση αυτή ο αγαπημένος μαθητής, συνιστά σε κάθε χριστιανό που είδε τον αδελφό του «αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον», να παρακαλεί τον Θεό για χάρη του, με την πεποίθηση ότι ο πανάγαθος Κύριος «δώσει αυτώ ζωήν». Τονίζει όμως στη συνέχεια ο άγιος Ιωάννης ότι «έστιν αμαρτίαν προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».

Θεωρεί με άλλα λόγια όχι απλώς ανώφελο αλλά και από κάποια άποψη απαγορευμένο, για ανθρώπους που έχουν παρεκκλίνει σε αμαρτίες θανάσιμες και εμμένουν συστηματικά σε αυτές χωρίς να εκδηλώνουν κάποιες ενδείξεις μετάνοιας, να προσευχόμαστε να τους δοθεί άφεση γι’ αυτές.
Αυτά βέβαια λέγονται από τον θείο Ευαγγελιστή για αδελφούς που βρίσκονται στη ζωή, τους οποίους ακόμη δεν πήρε ο θάνατος και για τους οποίους συνεπώς υπάρχει η δυνατότητα να μετανοήσουν και επιστρέφοντας με συντριβή στον Κύριο να συγχωρηθούν από αυτόν. Για μια τέτοια επιστροφή αναμφίβολα επιβάλλεται να προσευχόμαστε και να ικετεύουμε τον Κύριο και για χάρη αυτών που αμαρτάνουν θανάσιμα. Την άφεση όμως αυτών των αμαρτιών τους δεν επιτρέπει ο άγιος Ιωάννης να ζητούμε στις προσευχές μας γι’ αυτούς.

Άλλωστε το να προσευχόμαστε και υπέρ των ειδωλολατρών ακόμη, παρακαλώντας τον Θεό να τους φωτίσει και να τους οδηγήσει σε επιστροφή, μας το ζητά ρητώς ο απόστολος Παύλος, όταν συνιστά στον Τιμόθεο να κάνουμε «δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις υπέρ πάντων ανθρώπων», ακόμη και υπέρ των τότε ειδωλολατρών «βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων», των βασιλιάδων και όλων των αρχόντων, οι οποίοι είχαν στάση δυσμενή και εχθρική απέναντι στο χριστιανισμό. Και το δικαιολογεί αυτό ο θεόπνευστος Απόστολος υπενθυμίζοντας ότι ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. β’ 1-4).
Από τους κεκοιμημένους βέβαια αποκλείεται η δυνατότητα επιστροφής και μετάνοιας. Ό,τι συναποκόμισαν μαζί τους φεύγοντας απ’ αυτή τη ζωή, θα τους ακολουθεί σε όλους τους αιώνες. Γι’ αυτό ακριβώς και η Θεία Ευχαριστία δεν προσφέρεται υπέρ αυτών που πέθαναν ενώ ήταν ειδωλολάτρες· αλλ’ ούτε και υπέρ χριστιανών οι οποίοι πέθαναν αποδεδειγμένα μένοντας προσκολλημένοι στην αμαρτία, και η τελευταία πράξη της ζωής τους, που επισφράγισε ολόκληρο τον βίο τους, υπήρξε ολοφάνερη παράβαση του νόμου του Θεού. Ανέκαθεν δηλαδή η Εκκλησία ούτε κήδευσε με εκκλησιαστικές δεήσεις και τιμές, ούτε τέλεσε μνημόσυνα, ούτε ανέγραψε στα δίπτυχα που διαβάζονται κατά τη Θεία Ευχαριστία, χριστιανούς που αυτοκτόνησαν. Ούτε επίσης αυτούς που πέθαναν σε μονομαχία ή ξιφομαχία ή αυτούς που παρεξέκλιναν σε κάποια αίρεση και ανάθεμα και δεν εκδήλωσαν στις τελευταίες τουλάχιστον στιγμές της ζωής τους κάποια διάθεση για μετάνοια. Παραμένει σ’ αυτό το σημείο πιστή στην αποστολική εντολή: «Έστιν αμαρτία προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».
Ποιό συμπέρασμα λοιπόν συνάγεται απ’ όλα αυτά; Ότι η θυσία της Θείας Ευχαριστίας μόνο όταν προσφέρεται για ανθρώπους που δεν αμάρτησαν θανάσιμα, παρέχει την ωφέλεια για την οποία κάνει λόγο ο θείος Κύριλλος. Για ανθρώπους όμως οι οποίοι αμάρτησαν θανάσιμα και πέθαναν χωρίς να μετανοήσουν και επομένως βρίσκονται στην κρίση και καταδίκη του Θεού, γι’ αυτούς ας μην περιμένουμε ποτέ ότι είναι δυνατόν με τη θυσία της Ευχαριστίας να τους μεταθέσουμε από τον Άδη, όπου βρίσκονται, στον Παράδεισο. Παράδεισος και Άδης χωρίζονται μεταξύ τους με χάσμα ανυπέρβλητο. Το βεβαίωσε ο Κύριος ρητώς στη γνωστή παραβολή του όπου παρουσιάζει τον Αβραάμ να λέει στον πλούσιο που βασανιζόταν φοβερά στον Άδη: «Μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσι» (Λουκ. ις’ 26). Ανάμεσά μας υπάρχει μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από εδώ σε σας να μην μπορούν, αλλά ούτε κι όσοι βρίσκονται εκεί, να μπορούν να περάσουν απέναντι σε μας.

Πραγματικά πάρα πολύ μεγάλη η ωφέλεια

Υπάρχουν αμαρτήματα τα οποία διαπράττουμε από άγνοια ή από συναρπαγή, χωρίς δηλαδή να τα έχουμε προμελετήσει. Και ενώ είμαστε ένοχοι γι’ αυτά, άλλα από αυτά έχουν διαφύγει τελείως την προσοχή μας και ούτε καν έχουμε συνείδηση και καμία ιδέα γι’ αυτά, ενώ άλλα τα ξεχάσαμε εντελώς. Και υπάρχουν ακόμη και άλλα τα οποία αγνοούμε ολοκληρωτικά. Διαπράξαμε δηλαδή κάτι ή συνεργήσαμε άμεσα ή έμμεσα στο να γίνει, χωρίς να ξέρουμε ότι γι’ αυτό είμαστε ένοχοι και θα δώσουμε λόγο. Και οι κατηγορίες αυτών των αμαρτημάτων συναπαρτίζουν όλες μαζί βουνά ολόκληρα, κάτω από τα οποία κινδυνεύουμε να ταφούμε και να εξαφανισθούμε, χωρίς να φανεί ούτε ίχνος από εμάς. Είναι πολλά, πάρα πολλά τα αμαρτήματα αυτά. Κάθε ημέρα, κάθε ώρα της ζωής μας έχει τα δικά της, ώστε αν τα δούμε όλα μαζί, όλης της ζωής, να μην είναι εύκολο να αριθμηθούν. Ένα μόνο είναι το ελαφρυντικό για το πλήθος αυτό των αμαρτιών μας που δεν μπορούμε να το αριθμήσουμε. Το ότι οι αμαρτίες αυτές δεν γίνονται με πλήρη τη συμμετοχή της θελήσεώς μας, η οποία όταν πρόκειται για κάποια σοβαρή παράβαση, αντιστέκεται και αντιδρά. Αυτή η αντίδραση και αντίσταση που αντιτάσσει η θέλησή μας απέναντι στα θανάσιμα αμαρτήματα, αποτελεί απόδειξη ότι στο βάθος μας αποστέργουμε την αμαρτία και θα θέλαμε να ήμασταν ελεύθεροι και απαλλαγμένοι από αυτήν.
Αυτό όμως αποτελεί μόνο ελαφρυντικό, όχι όμως και κάτι που φθάνει και είναι αρκετό για να εξαλείψει την ενοχή μας. Είναι θετικό στοιχείο βέβαια για μας και ελκύει την επιείκεια και το έλεος του Θεού. Αλλά αν ο δίκαιος Θεός μας έκρινε σύμφωνα με το νόμο του, ποιος θα μπορούσε να σταθεί όρθιος ενώπιόν του; Αν εκδήλωνε γι’ αυτά τα αμαρτήματα αποστροφή και μίσος, ποιος δεν θα αποστελλόταν από αυτόν στον κατασκότεινο πυθμένα της αβύσσου; Ποιος; Διότι, αδελφέ μου, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει στη ράχη του βαρύ, βαρύτατο φορτίο τέτοιων αμαρτημάτων. Και αυτοί ακόμη που αναγεννήθηκαν και ανακαινίσθηκαν πλήρως από τον Χριστό μέχρι το σημείο να καταλήξουν σε σχετική αναμαρτησία, πέρασαν στην πρώτη περίοδο της ζωής τους από τον δρόμο αυτό των ατελειών και των μη θανάσιμων αμαρτημάτων. Και τώρα, στην κατάσταση αυτή της τελειότητας που τους ανύψωσε η θεία χάρις, θυμούνται τις ατέλειες του παρελθόντος. Και γι’ αυτό ακριβώς και τους ακούμε να παραπονούνται και να ταλανίζουν τους εαυτούς τους· και ένας που αναμφισβήτητα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μεταξύ αυτών, ο απόστολος Παύλος δηλαδή, να φρονεί για τον εαυτό του ότι είναι ο «πρώτος των αμαρτωλών» (Α’ Τιμ. α’ 15).
Και αυτοί μεν που έφθασαν στην κατά το δυνατόν τέλεια αναγέννηση, αυτοί με την ταπείνωση και τη μετάνοιά τους προσείλκυσαν άφθονο το έλεος του Θεού ήδη από την παρούσα ζωή. Και φεύγουν απ’ αυτήν χωρίς να φέρουν μαζί τους καμιά κληρονομιά από τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας. Εμείς όμως; Τα τόσα πλήθη ακόμη των χριστιανών που πεθαίνουν κάθε μέρα; Πόσοι από αυτούς είναι ολοκληρωτικά αναγεννημένοι; Και για πόσους θα μπορούσε να παρασχεθεί η βεβαίωση ότι από τον όγκο αυτό των αμαρτημάτων που έγιναν από άγνοια και συναρπαγή και από το πλήθος των λησμονημένων αμαρτημάτων πέτυχαν να καθαρισθούν και να εξαγνισθούν ήδη απ’ αυτή τη ζωή και πριν να πεθάνουν;
Μεγάλο πλήθος από αυτούς, αγαπητέ μου αναγνώστη, μετενόησε βέβαια και επικαλέσθηκε με πίστη το έλεος του Θεού, δεν πρόφθασε όμως να παραγάγει «καρπούς αξίους της μετανοίας». Δεν πρόφθασε να αποβάλει τελείως τον παλαιό άνθρωπο. Όχι· δεν είναι κατόρθωμα της μιας στιγμής η νέκρωση και η αποβολή του ανθρώπου αυτού, που είναι ζυμωμένος με ολόκληρη την ύπαρξή μας, από τη σύλληψη ακόμη και τη γέννησή μας. Είναι έργο μεγάλο, που απαιτεί αγώνες και προσπάθειες συνεχείς και μακρές· και η μετάνοια αποτελεί μόνο τα πρώτα βήματα και τις πρώτες απόπειρες για την έναρξη του έργου αυτού, στο οποίο η θεία χάρις μας ενδυναμώνει και μας ενισχύει.
Ποιο λοιπόν συμπέρασμα συνάγεται από όλα αυτά; Ότι όλοι μας έχουμε ανάγκη του θείου ελέους και της θείας επιείκειας. Και όσο ετοιμασμένος κι αν φεύγει κανείς από τον κόσμο αυτό, δεν μπορεί να πει ότι δεν χρειάζεται την κάθαρση την οποία παρέχει η θυσία της Ευχαριστίας όταν προσφέρεται υπέρ αυτού. Λοιπόν αυτό ακριβώς είχε υπ’ όψιν του ο θεοφώτιστος Κύριλλος, όταν βεβαίωνε ότι πιστεύουμε «μεγίστην όνησιν έσεσθαι ταις ψυχαίς», ότι δηλαδή πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια θα έλθει στις ψυχές υπέρ των οποίων προσφέρεται η δέηση «της αγίας και φρικωδεστάτης προκείμενης θυσίας».

Ωφέλεια για αμαρτίες μη θανάσιμες

Μόνο λοιπόν σε ανθρώπους που δεν αμάρτησαν θανάσιμα εξασφαλίζει η θυσία της Ευχαριστίας πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια. Από τον Άδη στον Παράδεισο, όπως ήδη είπαμε, δεν μετατίθενται ψυχές που βαρύνονται με αμαρτήματα θανάσιμα, ούτε επιτρέπεται γι’ αυτές να προσφέρεται η άμωμη, η αγνή και άχραντη θυσία του Κυρίου που σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας. Ποιες όμως είναι για τον καθένα μας θανάσιμες αμαρτίες, μόνο ο Θεός το γνωρίζει επακριβώς. Διότι μόνο αυτός εξετάζει και διερευνά τα βάθη των ανθρώπινων καρδιών, τα οποία είναι άγνωστα και καλυμμένα για μας.
Υπάρχουν βέβαια κάποιες ολοφάνερες και χονδροειδείς παραβάσεις του θείου νόμου για τις οποίες εξανίσταται η συνείδηση κάθε μη πωρωμένου ανθρώπου και των οποίων το βάρος δεν δυσκολεύεται να αντιληφθεί και ο πλέον αδαής. Από την άλλη πλευρά πάλι, είναι εξίσου βέβαιο ότι εξαρτάται και από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντελέσθηκε μια παράβαση, αν θα αποβεί ανεπανόρθωτα θανάσιμη γι’ αυτόν που υπέπεσε σ’ αυτήν.
Δεν βεβαίωσε ο Κύριος σαφώς ότι σε όποιον «εδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αυτού»; Και δεν πρόσθεσε, για να το κάνει ζωηρότερο και παραστατικότερο, ότι ο δούλος «ο μη γνους το θέλημα του κυρίου εαυτού, ποιήσας δε άξια πληγών, δαρήσεται ολίγας»; (Λουκ. ιβ’ 48). Ότι δηλαδή ο δούλος που δεν γνώρισε το θέλημα του κυρίου του, αλλά οι πράξεις του είναι άξιες τιμωρίας, θα δεχθεί λίγες μαστιγώσεις; Εξαρτάται επομένως και από τη γνώση την οποία ο καθένας μας έλαβε, σύμφωνα με τις ευνοϊκές περιστάσεις τις οποίες για τον φωτισμό και την πνευματική του καλλιέργεια έφερε σ’ αυτόν ο Θεός. Εξαρτάται και από τις ευμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε και ανατράφηκε και εκπαιδεύτηκε ο καθένας μας. Εξαρτάται και από τον βαθμό της χάριτος ο οποίος του δόθηκε, και από τις θείες δωρεές τις οποίες γεύθηκε και από την πρόοδο στη χριστιανική ζωή την οποία τον αξίωσε η χάρις να πραγματοποιήσει και από την οποία ξέπεσε.
Με άλλα λόγια αλλιώς θα κριθεί ένας χριστιανός και διαφορετικά θα κριθεί ένας άγριος που δεν γνώρισε Χριστό ούτε διδάχθηκε ποτέ την αλήθεια την οποία ο Θεός αποκάλυψε σε μας. Και η ίδια παράβαση και αμαρτία η οποία για τον χριστιανό είναι θανάσιμη, για τον βάρβαρο ενδέχεται να κριθεί από τον Θεό συγγνωστή και άξια συγχωρήσεως. Σύμφωνα με τον ίδιο κανόνα, και ο Φαρισαίος που δεν είχε υποπέσει σε κάποια παράβαση του μωσαϊκού νόμου, κατακρίνεται, ενώ ο τελώνης που ήταν δακτυλοδεικτούμενος από αυτόν και τους ομοίους του ως ένοχος, δικαιώνεται.

Και ο Δημάς, που σε μια περίοδο της ζωής του αξιώθηκε να είναι συνεργάτης του αποστόλου Παύλου, ξεπέφτει και κατακρίνεται μόνο και μόνο διότι σε ημέρες διωγμού δείλιασε και εγκατέλειψε τον Απόστολο για να μην κινδυνεύσει και η δική του ζωή. Και όπως διακηρύττει θεόπνευστα η προς Εβραίους επιστολή, εκείνους οι οποίοι προόδευσαν σε κάποιο βαθμό στην πνευματική ζωή και γεύθηκαν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και φωτίσθηκαν από το κήρυγμα του θείου λόγου, είναι αδύνατον να τους επαναφέρει κανείς σε μετάνοια, αν παρεκτραπούν σε κάποια σοβαρή αμαρτία. Διότι αυτοί με την παρεκτροπή τους αυτή ξανασταυρώνουν και περιφρονούν τον Ιησού Χριστό, ο οποίος έχει μορφωθεί στό εσωτερικό τους από τη θεία χάρη· ήδη μάλιστα με την παρεκτροπή τους αυτή τον αποδιώχνουν από τις καρδιές τους και τον διαπομπεύουν. (Εβρ. ς’ 4-6).
Τι σημαίνουν όλα αυτά, αγαπητέ μου αναγνώστη; Ότι εκτός από ορισμένες σαφείς και ευδιάκριτες περιπτώσεις, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το ποιοι από τους αδελφούς μας που απέρχονται από τον κόσμο αυτό συναποκομίζουν μαζί τους αμαρτίες που έχουν ως συνέπεια τον πνευματικό θάνατο και ποιοι φέρουν το σχετικά ελαφρό φορτίο των οπωσδήποτε συγγνωστών και μη θανάσιμων αμαρτημάτων. Ποια στάση θα έπρεπε να λάβει λοιπόν η Εκκλησία που τελεί και αναφέρει τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας; Ποια στάση θα έπρεπε να λάβει προκειμένου να δεηθεί για προκεκοιμημένα μέλη της για τα οποία δεν είναι μεν απόλυτα βέβαιη ότι έφυγαν από τον κόσμο αυτό με συντριβή και με συναισθήματα ειλικρινούς μετανοίας, δεν έχει όμως και ενδείξεις ότι με κάποια παράβαση θανάσιμη αποξένωσαν τους εαυτούς τους πλήρως από το θείο έλεος; Τη στάση της επιείκειας και της ελπίδας.

Προσφέρει λοιπόν και γι’ αυτούς τη θυσία της Ευχαριστίας, αρκούμενη στο ότι πέθαναν «εν πίστει» προς τον Χριστό και δεν απαρνήθηκαν το όνομα του χριστιανού που τους δόθηκε, το όνομα του μαθητή που εξάρτησε τη σωτηρία του από τον μεγάλο Θεό και Σωτήρα, τον Κύριο Ιησού. Παρακαλεί η Εκκλησία και δέεται και ικετεύει και υπέρ αυτών, προσφέροντας την ατίμητη θυσία της Θείας Ευχαριστίας, που έχει άπειρη ισχύ, «υπέρ πάντων των εν πίστει κεκοιμημένων». Και ρίχνοντας τους πάντες στους οικτιρμούς, στην ευσπλαχνία και στο έλεος του Θεού, αφήνει στην άπειρη φιλανθρωπία του να ενεργήσει για τον διαχωρισμό που από τη δικαιοσύνη και αγιότητά του επιβάλλεται να γίνει. Με αυτό το πνεύμα και με αυτή την ελπίδα δέχεται η Εκκλησία προσφορές και επιτελεί τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας «υπέρ πάντων των εν πίστει αποθανόντων». Με αυτό λοιπόν το πνεύμα· και ποτέ με το πλανεμένο φρόνημα ότι με τις προσφορές και τις Λειτουργίες αυτές επιτυγχάνεται μετάθεση ψυχών που βαρύνονται με θανάσιμα αμαρτήματα, από τον Άδη στους κόλπους του Αβραάμ.

(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας, εκδ. ο Σωτήρ, 2016, σελ. 368-378)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η τιμή στα λείψανα των αγίων! Ιστορική & Δογματική ανασκόπηση.

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Ιουνίου, 2018

Από την Δογματική του Π.Ν. Τρεμπέλα (στη νέα ελληνική γλώσσα).  

1)   Η τιμή προς τους μάρτυρες και τους αγίους εκδηλώθηκε ιδιαιτέρως στα λείψανά τους και σε οποιαδήποτε αντικείμενα ή είδη ρούχων που χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς.
Έτσι αναφέρεται στο Μαρτύριο του Πολυκάρπου, ότι ο ιερός αυτός άνδρας ανέβαλε να βγάλει τα ρούχα του μέχρι τη στιγμή, κατά την οποία ετοιμάστηκε η φωτιά που επρόκειτο να τον δεχτεί, αποφεύγοντας να πράξει αυτό πιο πριν «επειδή πάντοτε καθένας από τους πιστούς βιαζόταν, ποιος θα ακουμπήσει γρηγορότερα το σώμα του». Όταν λοιπόν το τίμιο σώμα του μάρτυρα κάηκε τελείως, οι πιστοί μάζεψαν «τα τιμιότερα και από πολύτιμους λίθους και δοκιμασμένα περισσότερο από χρυσάφι οστά του και τα απόθεσαν όπου ήταν φυσικό», έτσι ώστε συναθροιζόμενοι κατά την επέτειο του θανάτου του να επιτελούν «τη γενέθλια ημέρα του μαρτυρίου του».
Για τον Ιγνάτιο το Θεοφόρο επίσης εξιστορείται ότι όταν ρίχτηκε για τροφή στα θηρία, «μόνο τα πιο σκληρά από τα άγια λείψανά του απέμειναν, τα οποία μεταφέρθηκαν στην Αντιόχεια και κατατέθηκαν σε λινό (=λειψανοθήκη κατασκευασμένη από λινάρι), θησαυρός ανεκτίμητος».
Και σύμφωνα με την μαρτυρία του Χρυσοστόμου τα άγια αυτά λείψανα τα δέχτηκαν οι Αντιοχείς «με στεφάνια», και όχι μόνο αυτοί, «αλλά και όλες οι ενδιάμεσες πόλεις από τη Ρώμη» μέχρι την Αντιόχεια «προέπεμπαν εγκωμιάζοντας τον στεφανωμένο, ανυμνώντας τον αγωνοθέτη, περιγελώντας τον διάβολο».
Από την άλλη ο μεν Ευσέβιος μάς πληροφορεί ότι τον του αδελφοθέου «Ιακώβου θρόνο» φύλαγαν με επιμέλεια οι διάδοχοί του, αποδεικνύοντας έτσι «τι σεβασμό διατηρούσαν και διατηρούν οι παλαιοί και οι σύγχρονοί μας προς τους αγίους άνδρες για την προς αυτούς εύνοια εκ μέρους του Θεού».
Αλλά και ο Αμβρόσιος μαρτυρεί για το ότι οι Χριστιανοί μάζευαν ευλαβικά μαζί με το αίμα και τα καρφιά και τα τιμωρητικά όργανα, που χρησιμοποιήθηκαν από τους δημίους για τελείωση των μαρτύρων (16).
2)  Αυτού του είδους οι εκδηλώσεις, που σημειώθηκαν και σε πολυάριθμες άλλες περιστάσεις, θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως τελείως φυσικές, διότι έχουν τα προηγούμενά τους στη Βίβλο, από τα οποία και ενθαρρύνθηκαν σε αυτές οι αρχαίοι Χριστιανοί. Για αυτό λοιπόν και χρονολογούνται όχι μόνο από τα νεώτερα αλλά και από τα παλαιότατα χριστιανικά χρόνια. Τα από τη Γραφή ερείσματα και προηγούμενα των εκδηλώσεων αυτών προς τα ιερά λείψανα απαριθμούνται και εκτίθενται τόσο στις Αποστολικές Διαταγές, όσο και από τους Πατέρες Μ. Βασίλειο και Κύριλλο Ιεροσολύμων.
Έτσι σύμφωνα με τις Αποστολικές Διαταγές, των πεθαμένων «που ζουν κοντά στο Θεό, ούτε τα λείψανα δεν είναι άτιμα» όπως φαίνεται αυτό από το ότι «ο Ελισαίος ο προφήτης ανέστησε νεκρό μετά το θάνατό του κάποιον που είχε σκοτωθεί από πειρατές της Συρίας. Διότι ήρθε σε επαφή το σώμα του με τα οστά του Ελισαίου και αφού αναστήθηκε έζησε».
Έγινε όμως αυτό, όπως παρατηρεί ο Κύριλλος Ιεροσολύμων«έτσι ώστε να μην τιμηθούν μόνο οι ψυχές των δικαίων», αλλά και τα σώματά τους· επιπλέον επίσης για «να πιστευτεί ότι υπάρχει δύναμη μέσα στα σώματα των δικαίων», αφού «το νεκρό σώμα του προφήτη επιτέλεσε έργο ψυχής και αυτό που πέθανε και κειτόταν έδωσε ζωή στον πεθαμένο και ενώ έδωσε ζωή, αυτό έμεινε ομοίως στους νεκρούς». Προχωρώντας όμως οι Αποστολικές Διαταγές και σε άλλη περίπτωση από τη Γραφή που δείχνει, ότι παρά τις διατάξεις του Μωϋσή σχετικά με λείψανα και νεκρά σώματα που κάνουν ακάθαρτους αυτούς που τα αγγίζουν, των δικαίων τα λείψανα κανένα και σε αυτήν την Π.Δ. δεν μετέδιδαν μολυσμό, σημειώνουν: «Και ο Μωϋσής και ο Ιησούς του Ναυή περιέφεραν τα λείψανα του Ιωσήφ, χωρίς να το θεωρούν αυτό μολυσμό».
Προσθέτει μάλιστα σχετικά και ο Μ. Βασίλειος, ότι, «όταν πέθαιναν ιουδαϊκά, ήταν βδελυκτά τα θνησιμαία· όταν όμως ο θάνατος είναι για το Χριστό είναι τίμια τα λείψανα των οσίων του». Και από μεν τη μωσαϊκή νομοθεσία «λεγόταν στους ιερείς και στους Ναζωραίους το, Δεν θα μιανθείτε με τίποτα που έχει πεθάνει· και το, Εάν κάποιος αγγίξει νεκρό, θα είναι ακάθαρτος έως το απόγευμα, και το, Θα πλύνει τα ρούχα του. Τώρα όμως αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρα παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε στο σώμα» (17).
(3)   Ο Ιεροσολύμων Κύριλλος φέρνει και κάποια εξήγηση αυτής της χάρης, η οποία βγαίνει από τα λείψανα των αγίων, παρατηρώντας, ότι «βρίσκεται κάποια δύναμη μέσα στο σώμα των αγίων λόγω της ενάρετης ψυχής που για τόσα χρόνια κατοίκησε μέσα σε αυτό, της οποίας έγινε το σώμα υπηρέτης», το οποίο ακριβώς υπενθυμίζει και τη βεβαίωση του θείου Παύλου, σύμφωνα με την οποία και «τα σώματά μας είναι μέλη Χριστού» και «είναι ναός του Αγίου Πνεύματος μέσα μας» (18).

Επιπλέον ο Κύριλλος αναφέρεται και στα «μαντήλια του κεφαλιού ή του λαιμού» των Αποστόλων, «που ήταν έξω» από το σώμα τους και μόνο άγγιζαν αυτό, τα οποία από την επαφή αυτή έπαιρναν τόσο μεγάλη δύναμη και χάρη, ώστε «όταν άγγιζαν τα σώματα των αρρώστων σήκωναν τους ασθενείς».
Ο θείος Χρυσόστομος από την άλλη υπενθυμίζοντας την ίδια του Ελισαίου αφήγηση της Γραφής, παρατηρεί σχετικά, ότι όχι μόνο τα σώματα, «αλλά και οι ίδιες οι λάρνακες των αγίων είναι γεμάτες από πνευματική χάρη». Διότι, εάν πριν ακόμη το Άγιο Πνεύμα επισκηνώσει στην Εκκλησία του Χριστού, σε αυτά τα χρόνια της Π.Δ., στην περίπτωση του Ελισαίου «συνέβαινε τούτο και νεκρός που άγγιξε τη λάρνακα έσπασε τα δεσμά του θανάτου και επανήλθε πάλι στη ζωή, πολύ περισσότερο τώρα που είναι αφθονότερη η χάρη, τώρα που είναι περισσότερη η ενέργεια του Πνεύματος», επόμενο είναι εκείνος, ο οποίος «με πίστη» θα απλώσει το χέρι, για να έλθει σε επαφή με θήκη (λάρνακα) που περιέχει άγια λείψανα «θα κερδίσει πολλή δύναμη από εκεί» (19).
(4)  Αυτής άλλωστε της δύναμης και χάρης η εκπόρευση διαπιστωνόταν και επιβεβαιωνόταν από το πλήθος των θαυμάτων, τα οποία λάμβαναν χώρα από την με πίστη προσέλευση στους τάφους των μαρτύρων και αγίων και την ευλαβική επαφή και προσκύνησή τους. Για τα θαύματα αυτά έχουμε αυθεντικές μαρτυρίες που παρέχονται από επίσημους και μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Αμβρόσιος, ο Αυγουστίνος, οι Καππαδόκες και ο Χρυσόστομος.
α)  Έτσι ο μεν Αμβρόσιος σε κάποια επιστολή του (20) επικαλείται την πείρα αυτών που τους στέλνει την επιστολή σχετικά με τα θαύματα, ότι

«γνωρίσατε πάρα πολλούς, ακόμα όμως και με τα ίδια σας τα μάτια είδατε πολλούς, οι οποίοι ελευθερώθηκαν από τους δαίμονες, και επιπλέον οι οποίοι ερχόμενοι να αγγίξουν τα ρούχα των αγίων, αιφνίδια θεραπεύτηκαν από όλα τα δεινά που τους κατείχαν. Τα θαύματα των παλαιών καιρών ανανεώθηκαν, αφότου με την έλευση του Κυρίου Ιησού ξεχύθηκε στη γη αφθονότερη χάρη. Έχετε δει πάρα πολλούς που θεραπεύτηκαν από μόνη τη σκιά των αγίων που έπεσε πάνω τους. Πόσα πανιά κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι! Πόσα ρούχα που τοποθετήθηκαν πάνω σε άγια λείψανα, δεν απέβησαν ιαματικά με μόνη την επαφή και περιζήτητα από όλους. Όλοι ζητούν να αγγίξουν αυτά, έστω και ελαφρά, και όποιος το πέτυχε αυτό, θεραπεύτηκε αμέσως».
β)   Επιβεβαιώνοντας τη μαρτυρία αυτή του Αμβροσίου, που δόθηκε με αφορμή το άνοιγμα των λειψάνων των αγίων Γερβασίου και Προτασίου, αναφέρει και ο Αυγουστίνος διάφορα θαύματα που έγιναν από τη χάρη των παραπάνω αγίων λειψάνων, ένα από τα οποία υπήρξε και η θεραπεία κάποιου τυφλού, που έγινε στα Μεδιόλανα (Μιλάνο) «κατά τη συρροή των πιστών στα σώματα των μαρτύρων Προτασίου και Γερβασίου» (21).
γ)   Από την άλλη ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός αναφερόμενος στην πείρα, την οποία είχαν οι ακροατές του για τη δύναμη, που έβγαινε από τα άγια λείψανα του Κυπριανού, παρατηρεί: «Τα υπόλοιπα ας προστεθούν από εσάς τους ίδιους, την καθαίρεση των δαιμόνων, την θεραπεία των ασθενειών, την πρόγνωση του μέλλοντος, τα οποία όλα μπορεί και το λείψανο του Κυπριανού όταν υπάρχει η πίστη, όπως γνωρίζουν όσοι έλαβαν πείρα και έχουν μεταδώσει το θαύμα και σε εμάς και θα το παραδώσουν και στο μέλλον».

Και αλλού πάλι μιλώντας για τους αποστόλους και τα υπόλοιπα «υπέρ του Χριστού θύματα, οι οποίοι πρόθυμα αγωνίστηκαν εναντίον φωτιάς και σιδήρου και θηρίων και τυράννων», διακηρύττει ότι από αυτούς «δαίμονες διώχνονται και ασθένειες θεραπεύονται» «και αυτών και τα σώματα μόνα έχουν την ίδια δύναμη με τις άγιες ψυχές τους, είτε αγγίζονται είτε τιμώνται. Αυτών και σταγόνες μόνο αίματος και μικρά αντικείμενα του πάθους τους ενεργούν όσα και τα σώματα» (22).
δ)  Ο Γρηγόριος ο Νύσσης επίσης για επικύρωση της βεβαίωσής του, ότι γνώριζε, «ότι έχουν δύναμη τα λείψανα» των μαρτύρων, και ότι αυτός είδε «τις σαφείς αποδείξεις της παρρησίας τους προς το Θεό», αφηγείται τη θεραπεία στρατιώτη κουτσού από τα άγια λείψανα των αγίων Τεσσαράκοντα (23).
ε)   Αλλά αυτός που ιδιαιτέρως τόνισε τις χάριτες και δυνάμεις που ξεχύνονται από τα άγια λείψανα και τις λάρνακές τους, υπήρξε ο θείος Χρυσόστομος. Έτσι ο θείος πατέρας διακηρύττει, ότι «όχι μόνο τα οστά των μαρτύρων, αλλά και οι τάφοι τους και οι λάρνακες πολλή αναβλύζουν την ευλογία». Αλλού πάλι χαρακτηρίζει τα σώματα των αγίων ως ασφαλέστερο οχύρωμα από αδαμάντινο τείχος που τειχίζει την πόλη και «σαν να προβάλλουν από παντού σαν κάποιοι υψηλοί σκόπελοι αποκρούουν όχι τις επιθέσεις αυτών των αισθητών και ορατών εχθρών μόνο, αλλά και τις επιβουλές των αοράτων δαιμόνων και τόσο εύκολα ανατρέπουν και διαλύουν όλη την πανουργία του διαβόλου”. Επιπλέον «και αν ακόμη ο κοινός μας δεσπότης οργίζεται για το πλήθος των αμαρτημάτων, θα μπορέσουμε, προβάλλοντας αυτά τα σώματα, να τον κάνουμε γρήγορα σπλαγχνικό για την πόλη».

Και σε άλλη πάλι περίπτωση τονίζοντας τη δύναμη, την οποία έχουν τα οστά των αγίων παρατηρεί, ότι αυτή «δαίμονες υποτάσσει και βασανίζει και ελευθερώνει όσους έχουν δεθεί από τα πικρότατα εκείνα δεσμά». Και την ώρα που κανένα από τα ορατά και αισθητά δεν βρίσκεται πάνω «στις πλευρές του δαίμονα, φωνές και σπαραγμοί, μαστιγώματα, βάσανα» ακούγονται και σημειώνονται, «επειδή ο δαίμονας δεν αντέχει την θαυμαστή εκείνη δύναμη». Έτσι οι άγιοι «που φόρεσαν τα σώματα» «επικρατούν των ασωμάτων δυνάμεων, και η σκόνη και τα οστά και η τέφρα εξοντώνει τις αόρατες εκείνες φύσεις»(24).
στ)  Τέλος ο Μ. Βασίλειος, πεπεισμένος για το ότι «αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρος παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε μέσα στο σώμα», στο λόγο του στη μάρτυρα Ιουλίττα διακηρύττει για «το τίμιο σώμα» της, ότι «τοποθετημένο στο ωραιότατο προπύλαιο του ναού της πόλης, αγιάζει μεν τον τόπο, αγιάζει όμως και αυτούς που προσέρχονται σε αυτόν» (25)

Παραπομπές
(16) Μαρτύριο Πολυκ.13 και 18 ΒΕΠ.3,24 και 26. Μαρτύρ. Ιγνατίου στο τέλος ΒΕΠ. 2,341.Χρυσοστόμου εις τον Θεοφόρον Ιγνάτιον § 5 Μ. 50,594. Ευσεβ. Εκκλ. Ιστ. 7,19 Μ. 20,681, Αμβροσίου, Exhort. Virginit κεφ. 2 § 9 M.L. 16,354
(17) Αποστ. Διαταγ. ΣΤ 30,5, Β.Ε.Π. 2,116, Δ΄Βασιλ. Ιγ 21, Κυρίλλου Ιεροσ. Κατήχ. 18, § 16, Μ. 33,1036,1037, Εξόδου ιγ 19, Λευϊτ. ια 39,40, Μ. Βασιλείου ομιλία εις τον Ψαλμό ριε § 4, Μ. 30,112.
(18) Κυρίλ. Ιεροσ. Ο.π. . Α΄Κορινθ. Στ 15 και 19.
(19) Κυρίλ. Ιεροσολ. Ο.π. Χρυσοστόμου Εγκώμ εις Ιγνάτιον Θεοφόρον § 5, Μ. 50. 595
(20) ΧΧΙΙ § 9, P.L. 16, 1064.
(21) De civit. XXII 8 § 2. M.L. 41,701
(22) Γρηγορίου Ναζ. Λόγος 24, εις ιερομ. Κυπριανόν § 18, Μ. 35, 1192. Του ιδίου λόγος 4 κατά Ιουλιανού Α § 69, Μ. 35,589.
(23) Λόγος Α εις τους Τεσσαράκοντα μάρτυρας, Μ. 46,784
(24) Χρυσοστόμου Εις μάρτυρας ομιλία, Μ. 50,664, εις μάρτυρας Αιγυπτίους § 1, Μ. 50,694,695. Ομιλία 26 εις την Β΄Κορ. § 5, Μ. 61,583.
(25) Μ. Βασιλ. Ομιλία εις Ψαλμόν ριε § 4, Μ. 30,112. Του ιδίου εις την μάρτυρα Ιουλίττα § 2, Μ. 31,241

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Δογματική τόμος 3, εκδ. ο Σωτήρ, 1979, σελ. 399-402 η μετάφραση στα νέα Ελληνικά έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ελληνική παιδεία και ο πολιτισμός στο Βυζάντιο

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιουνίου, 2018

ἀρχιμ. Κύριλλου Κεφαλόπουλου

Στὴ βυζαντινὴ παιδεία ἡ Ἐκκλησία κατεῖχε σημαντικὸ ρόλο. Τὰ πρῶτα γράμματα τὰ μικρὰ παιδιὰ τὰ μάθαιναν σὲ σχολεῖα ποὺ διατηροῦσε ἡ Ἐκκλησία (ἀνάγνωση, γραφή, γραμματική, ψαλμούς, μουσική, ἱερὰ ἱστορία). Μετὰ τὴ βασικὴ αὐτὴ ἐκπαίδευση ἀκολουθοῦσε ἡ γενικὴ ἐγκύκλιος παιδεία, ὅπου τὰ μεγαλύτερα παιδιὰ διδάσκονταν γραμματική, ρητορική, ποιητική, ἱστορία, φιλοσοφία καὶ μαθηματικά. Ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς διδάσκονταν Ὅμηρο, Ἡσίοδο, Πίνδαρο, κείμενα τοῦ Δημοσθένους, τοῦ Λυσίου, βασικὲς φιλοσοφικὲς ἀρχὲς τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους, παράλληλα μὲ κείμενα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ (Ψαλτήριο, Παροιμίαι Σολομῶντος κ.ἄ.) καὶ τοὺς Πατέρες. Ὅσοι ἐπιθυμοῦσαν ἀνώτερες σπουδὲς μποροῦσαν νὰ φοιτήσουν σὲ πανεπιστημιακὰ ἱδρύματα ποὺ διατηροῦσαν τὸ κράτος καὶ ἡ Ἐκκλησία. Οἱ αὐτοκράτορες μερίμνησαν ἰδιαιτέρως γιὰ τὶς ἀνώτερες σπουδές. Ἤδη ἀπὸ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο εἶχε ἱδρυθεῖ καὶ λειτουργοῦσε στὴν Κων/πολη ἀνώτερο ἐκπαιδευτήριο, τὸ ὁποῖο ἐπὶ Θεοδοσίου Β’ (425) ἀναδιοργανώθηκε καὶ ἔμελλε νὰ ἀποτελέσει κορυφαῖο ἐκπαιδευτικὸ ἵδρυμα πανεπιστημιακοῦ ἐπιπέδου, γνωστὸ ὡς Πανδιδακτήριον, μὲ συνεχῆ λειτουργία ὣς τὴν Ἅλωση τῆς Πόλεως. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι πρὶν ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ Πανδιδακτηρίου ὑπῆρχαν σὲ ἄλλες πόλεις τῆς Αὐτοκρατορίας ἀνώτερες σχολὲς φημισμένες, ὅπως οἱ σχολὲς Φιλοσοφίας καὶ Ρητορικῆς στὴν Ἀθῆνα, τὸ «Μουσεῖον» τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἡ Νομικὴ Σχολὴ τῆς Βηρυττοῦ, ἡ Ἀντιόχεια, ὅπου δίδασκε ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς ρητορικῆς Λιβάνιος.

Διδασκόταν στὸ Πανδιδακτήριον ἑλληνικὴ καὶ λατινικὴ ρητορική, γραμματικὴ καὶ φιλολογία, ἡ νομικὴ ἐπιστήμη καὶ ἡ φιλοσοφία (στὰ πλαίσια τῆς ὁποίας ἐντασσόταν καὶ ἡ ἰατρική, οἱ ἰατροφιλόσοφοι). Ἡ νομοθεσία προέβλεπε κτηριακὴ ὑποδομή, κρατικὴ μισθοδοσία τῶν καθηγητῶν, τίτλους καὶ προνόμια κοινωνικά. Ἡ ἐπιλογὴ τῶν καθηγητῶν γινόταν μὲ αὐστηρὰ κριτήρια ἐπιστημονικῆς γνώσης καὶ ἤθους. Μεγάλες μορφὲς σπούδασαν καὶ ἐδίδαξαν ὡς καθηγητὲς τοῦ Πανδιδακτηρίου, ὅπως ὁ Μέγας Φώτιος, ὁ Λέων ὁ Φιλόσοφος καὶ Μαθηματικὸς (9ος αἰ), ὁ Μιχαὴλ Ψελλός, ὁ μετέπειτα Πατριάρχης Ἰω. Ξιφιλίνος (11ος αἰ), ὁ Εὐστάθιος, μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (12ος αἰ), οἱ Γεώργιος ὁ Ἀκροπολίτης καὶ Θεόδωρος Μετοχίτης, ἀμφότεροι Μεγάγοι Λογοθέτες τοῦ κράτους, ὁ Γεώργιος Σχολάριος, γιὰ νὰ ἀναφέρουμε μερικὰ ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ ὀνόματα.

Ἡ μέριμνα τῶν αὐτοκρατόρων γιὰ τὴ διαρκῆ ἀναβάθμιση τοῦ Πανδιδακτηρίου, ποὺ μὲ τὴν ἀδιάκοπη λειτουργία του ἀπὸ τὸν 4ο ὣς τὸν 15ο αἰ. ἐλάμπρυνε τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ Βυζαντίου, ὑπῆρξε συνεχής. Προστίθενται καὶ νέες ἕδρες. Τὸν 9ο αἰ. τὸ Πανδιδακτήριο μεταφέρεται στὸ ἀνάκτορο τῆς Μαγναύρας καὶ ὑπὸ τὴν ἐποπτεία τοῦ Λέοντος τοῦ Μαθηματικοῦ δίδεται νέα ὤθηση στὴ διδασκαλία τῶν μαθηματικῶν, τῆς γεωμετρίας, τῆς ἀστρονομίας. Τὸν 11ο αἰ. ἱδρύεται ἰδιαίτερη Νομικὴ Σχολὴ στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Μαγναύρας. Παράλληλα, μὲ τὴν παρότρυνση καὶ τὴν ἐνίσχυση τῶν αὐτοκρατόρων ἱδρύονται δημόσιες βιβλιοθῆκες στὶς μεγάλες πόλεις τῆς αὐτοκρατορίας. Τὸ ἐπίπεδο τῆς μόρφωσης στὸ Βυζάντιο παρέμεινε πάντοτε ὑψηλό. Ἡ φήμη τοῦ Πανδιδακτηρίου ὡς ἀνωτέρου μορφωτικοῦ ἱδρύματος ξεπερνοῦσε τὰ ὅρια τῆς αὐτοκρατορίας. Στὴν ὕστερη περίοδο τοῦ Βυζαντίου πολλοὶ Δυτικοευρωπαίοι, κυρίως Ἰταλοί, ἔρχονται στὴν Κων/πολη γιὰ νὰ συμπληρώσουν τὶς σπουδές τους, ἐνῷ πολλοὶ λόγιοι τοῦ Βυζαντίου, καθηγητὲς καὶ δάσκαλοι πανεπιστημιακοί, καταφεύγουν στὴν Δύση καὶ διδάσκουν στὶς ἀκαδημῖες τῆς Ρώμης, τῆς Φλωρεντίας, τῆς Πάδοβας, τοῦ Παρισίου. Ἔτσι, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση, τὸ Πανδιδακτήριο καθίσταται γέφυρα γνώσεως καὶ ἀνθρωπιστικῆς παιδείας μεταξὺ Δύσεως καὶ Ἀνατολῆς.

Αὐτὴ ἡ γόνιμη σύζευξη ἑλληνισμοῦ καὶ χριστιανισμοῦ ὑπῆρξε μία εὐτυχὴς συνάντηση γιὰ τὸν πολιτισμὸ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ διαμόρφωση μίας νέας ἑλληνικότητας τῶν Μέσων Χρόνων. Οἱ Μεγάλοι Καππαδόκες Πατέρες τοῦ 4ου αἰ. εἶχαν φοιτήσει στὶς περίφημες ἐθνικὲς σχολὲς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὰ ἔργα τους εἶναι γεμάτα ἀπὸ παραπομπὲς σὲ κλασσικοὺς συγγραφεῖς. Μάλιστα, ὁ Μέγας Βασίλειος ἔγραψε εἰδικὴ πραγματεία γιὰ τὴν ὠφέλεια τὴν προερχόμενη ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γραμματεία («Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο γραμμάτων», P.G. 31, 564-589).

Ἡ ἐκτίμηση τῆς παιδείας καὶ ἡ ἐνασχόληση μὲ αὐτὴν ἦταν φυσικὸ νὰ ὁδηγήσει σὲ μία τεράστια παραγωγὴ ἔργων θεολογικῶν, φιλοσοφικῶν, λογοτεχνικῶν, μὲ πηγὴ ἐμπνεύσεως τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ πρότυπο φιλολογικὸ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ γραμματεία. Μπροστὰ στὴν ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴν ὀρθὴ πίστη ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες καὶ τὶς κατηγορίες τῶν ἐθνικῶν, ἀναπτύχθηκε μία ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία ποὺ κάλυπτε πολλοὺς τομεῖς: ἀπολογητική, ἀντιρρητική, ἀντιαιρετική, δογματική, ἑρμηνευτικὴ τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ὁμιλητική, κηρυγματική, ρητορική, ὑμνολογία, ποιητική, ἁγιολογική, συναξαριακή, λόγοι ἐπίσημοι, ἐγκωμιαστικοί, πανηγυρικοί, ποιμαντικὲς ἐπιστολὲς κ.ἄ.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶχαν εὐρεῖα μόρφωση, θεολογικὴ καὶ φιλοσοφική, εὐρύτερα ἀνθρωπιστική, καὶ αὐτὸ φαίνεται τόσο ἀπὸ τὶς σπουδές τους ὅσο καὶ ἀπὸ τὰ γραφόμενά τους. Εἶναι γνωστὸν π.χ. ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος εἶχαν φοιτήσει στὴν Ἀθῆνα, καὶ εἶχαν διδάσκαλο τὸν φημισμένο ρήτορα καὶ φιλόσοφο Λιβάνιο, καὶ παράλληλα εἶχαν γνώσεις ἰατρικῆς, ἀστρονομίας, γεωμετρίας. Στὰ κείμενά τους ὑπάρχει πλῆθος παραπομπῶν σὲ ἀρχαίους συγγραφεῖς, ἡ δομή τους θυμίζει ρητορικὰ σχήματα τῶν ρητόρων τῆς ἀρχαιότητας (ὄχι τυχαίως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀπεκλήθη ὡς «ὁ χριστιανὸς Δημοσθένης»). Ὁ Μέγας Βασίλειος «Εἰς τὴν Ἑξαήμερον» περιέχει πολλὰ στοιχεῖα ποὺ φανερώνουν βαθειὰ ἐπιστημονικὴ γνώση τῆς κοσμολογίας καὶ τῆς ἀστρονομίας. Ὁ Συνέσιος, ἐπίσκοπος Πτολεμαΐδος τῆς Κυρήνης, βαθὺς γνώστης τῆς πλατωνικῆς φιλοσοφίας, τῆς ἀριθμητικῆς καὶ τῆς γεωμετρίας, διατηροῦσε ἐπαφὴ καὶ ἀντήλλασσε ἀπόψεις μὲ τὴν ἐθνικὴ Ὑπατία, τὴ μεγάλη μαθηματικὸ τῆς Ἀλεξάνδρειας.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς ἔγραψε χιλιάδες στίχους σὲ ἄπταιστη ὁμηρικὴ γλῶσσα καὶ σὲ ὁμηρικὸ δακτυλικὸ ἑξάμετρο, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης στὰ ἔργα του φανερώνεται βαθὺς γνώστης τῆς φιλοσοφικῆς καὶ ἀνθρωπολογικῆς ὑποστάσεως τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας στὰ δογματικὰ καὶ ἑρμηνευτικά του ὑπομνήματα χρησιμοποιεῖ πλῆθος παραπομπῶν σὲ Ἕλληνες συγγραφεῖς. Μορφωμένοι καὶ λόγιοι ἱεράρχες μερίμνησαν ἰδιαιτέρως γιὰ τὴ διάσωση καὶ τὴ διάδοση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας. Μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε τὸν πατριάρχη Μέγα Φώτιο, τὸν πανεπιστήμονα αὐτόν, τὸν βυζαντινὸν Ἀριστοτέλη, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ὁ Krumbacher, ὁ ὀποῖος μὲ τὴ «Μυριόβιβλό» του διασώζει ἀποσπάσματα ἀπωλεσθέντων ἔργων κλασσικῶν συγγραφέων, ποὺ τὰ παρουσιάζει καὶ τὰ ἀξιολογεῖ φιλολογικά, καὶ μᾶς πληροφορεῖ γιὰ τὸν κάθε συγγραφέα.

Τὸ ἔργο τοῦ Φωτίου συνέχισε ὁ μαθητής του Ἀρέθας, ἐπίσκοπος Καισαρείας (9ος αἰ), ὁ ὁποῖος ὀργάνωσε εἰδικὸ ἐπιτελεῖο καὶ μὲ συνεργάτες του ἐπιδόθηκε στὴ συλλογὴ ἑλληνικῶν χειρογράφων, τὴν ἀντιγραφή τους καὶ παράλληλα τὸν ὑπομνηματισμὸ καὶ τὴν φιλολογικὴ κριτικὴ τῶν κειμένων. Κώδικες μὲ σχόλια τοῦ Ἀρέθα ἀναφερόμενα στὸ σύνολο σχεδὸν τῆς ἑλληνικῆς γραμματείας καὶ οἱ σημειώσεις του στὰ χειρόγραφα ἀποδεικνύουν τὴν εὐρεῖα κλασσικὴ παιδεία καὶ τὸ γνήσιο φιλολογικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες συγγραφεῖς. Τὴν ἴδια ἐποχὴ (9ος αἰ) στὴν Μονὴ Στουδίου ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὀργανώνει εἰδικὸ ἐργαστήριο περισυλλογῆς καὶ ἀντιγραφῆς ἀρχαίων χειρογράφων (βιβλιοθήκη, scriptorium) καὶ τὸ ἴδιο συμβαίνει σὲ πολλὲς μονὲς (Πάτμου, Ἁγίου Ὄρους, Μετεώρων, Ἁγίας Αἰκατερίνης Σινᾶ, μονὲς ποὺ σήμερα κατέχουν τὶς μεγαλύτερες διασωθεῖσες συλλογὲς ἑλληνικῶν χειρογράφων).

Τὸν 12ο αἰ. δεσπόζει ἡ μορφὴ τοῦ ἁγίου Εὐσταθίου, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Κάτοχος σὲ βάθος τῆς κλασσικῆς παιδείας, συνεχίζει τὴ φιλολογικὴ παράδοση τῶν προκατόχων του λογίων ἱεραρχῶν. Τὰ σχόλιά του, τὰ προλεγόμενα καὶ οἱ παρεκβολές του στὰ ὁμηρικὰ ἔπη διατηροῦν τὴν ἐπιστημονική τους ἀξία ὣς τὶς μέρες μας καὶ μελετῶνται ἀπὸ τοὺς σύγχρονους φιλολόγους, ἐνῷ σημαντικὸ γιὰ φιλολογικὴ ἐπιστήμη εἶναι τὸ λεξικογραφικὸ ἔργο τοῦ Σουΐδα (10ος αἰ). Ἀλλὰ καὶ οἱ μεγάλες πόλεις διαθέτουν δημόσιες βιβλιοθῆκες.

Γεώργιος Παχυμέρης, λόγιος κληρικός, θεολόγος, φιλόσοφος, ἱστορικός καὶ μαθηματικός. 1242-131

Ἡ μεγαλύτερη καὶ πλουσιότερη ἦταν αὐτὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀξιόλογες ἀτομικὲς συλλογὲς χειρογράφων διέθεταν καὶ οἱ λόγιοι τῆς ἐποχῆς. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι πολλὰ ἑλληνικὰ χειρόγραφα καταστράφηκαν μὲ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλεως ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους (1204). Ἀλλὰ καὶ ἡ πλειοψηφία τῶν αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου εἶχαν ἀξιόλογη παιδεία καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν συνέγραψαν δικά τους ἔργα. Ὁ Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις, αὐτοκράτωρ τῆς Νικαίας (1254-1258), συνέγραψε θεολογικὲς καὶ φιλοσοφικὲς μελέτες, ἐνῷ τὸ ἀριστούργημά του εἶναι ὁ Μέγας Παρακλητικὸς Κανὼν στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ὁ Ἰωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνὸς (1341-1355) συμμετεῖχε ἐνεργὰ στὴν ἡσυχαστικὴ ἔριδα τῆς ἐποχῆς, στὶς θεολογικὲς συζητήσεις ποὺ ἐγίνοντο, ἐνῷ συνέγραψε πραγματεία ὑπὲρ τῶν ἡσυχαστικῶν ἀπόψεων καὶ κατὰ τῆς κακοδοξίας τοῦ Βαρλαάμ, λόγους ἀντιρρητικοὺς κατὰ Ἰουδαίων καὶ Μωαμεθανῶν, Βυζαντινὴ Ἱστορία σὲ 4 βιβλία. Ἐγκατέλειψε τὸν αὐτοκρατορικὸ μανδύα γιὰ νὰ ἐνδυθεῖ τὸ μοναχικὸ ράσο. Θεωρεῖται ὁ θεολογικότερος τῶν αὐτοκρατόρων.

Ὁ Μανουὴλ Β’ Παλαιολόγος (1391-1425) συνέγραψε καὶ αὐτὸς θεολογικὲς πραγματεῖες (Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος) καὶ ἀντιρρητικοὺς κατὰ τοῦ μωαμεθανισμοῦ, καθὼς καὶ ὕμνους, τροπάρια, προσευχές. Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι στὸ Βυζάντιο ἐπικρατεῖ τὸ πρότυπο τοῦ πεπαιδευμένου βασιλέως, τοῦ αὐτοκράτορος φιλοσόφου, τοῦ ἡγεμόνος ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ διοικητικά του καθήκοντα ἔχει καὶ ἄλλα ἐνδιαφέροντα κοινωνικὰ καὶ ἀνθρωπιστικά. Δίπλα στοὺς αὐτοκράτορες στέκονται ἰσότιμα στὸ πλευρό τους ἀξιόλογες αὐτοκράτειρες μὲ ἀνάλογα πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα. Ἀκόμη καὶ λίγα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση, ὑπάρχουν αὐτοκράτορες Παλαιολόγοι μὲ ἀνθρωπιστικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ θεολογικὲς προσεγγίσεις διαλεγόμενοι μὲ τὴ δυτικὴ σκέψη καὶ τὸ Ἰσλάμ. Τὸ πρότυπο τοῦ ἡγεμόνος ἀνθρωπιστῆ, προστάτη τῶν τεχνῶν καὶ τῶν γραμμάτων, ποὺ θὰ ἐπικρατήσει στὴν Ἰταλικὴ Ἀναγέννηση μὲ τοὺς Μεδίκους, Σφόρτσα κ.ἄ., ἔχει προηγηθεῖ ἱστορικὰ κατὰ πολλοὺς αἰῶνες ἐνσαρκούμενο στοὺς βυζαντινοὺς Ρωμαίους αὐτοκράτορες καὶ μάλιστα σὲ δύσκολες ἱστορικὰ περιόδους.

Νικήτας Χωνιάτης ἤ Ἀκομινᾶτος (περ.1155-1216), ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους ἱστορικοὺς, ὄντας αὐτόπτης μάρτυρας τῆς κατάληψης τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους στὶς 13 Ἀπριλίου 1204.

Νὰ ὑπενθυμίζουμε ἁπλῶς συγκριτικὰ ὅτι στὴ Δύση ἡγεμόνες καὶ βασιλεῖς μεγάλων κρατῶν μετὰ δυσκολίας ἤξεραν πολλὲς φορὲς γραφὴ καὶ ἀνάγνωση. Ὅταν στὴν Ἀνατολὴ ὑπῆρχαν πεπαιδευμένοι λόγιοι αὐτοκράτορες, στὴ Δύση ἐπικρατοῦσε τὸ πυκνὸ σκοτάδι, κοινωνικὸ καὶ πνευματικό, τῶν μαύρων χρόνων τοῦ Μεσαίωνα. Στὴν ἕως τώρα παρουσίαση διαφόρων τομέων τῆς βυζαντινῆς κοινωνίας, διαπιστώσαμε ὅτι αὐτὴ διακρινόταν ἀπὸ ἀξιοζήλευτικη πνευματικὴ καὶ πολιτιστικὴ ζωτικότητα καὶ δημιουργικότητα σὲ ὁλόκληρο τὸ φάσμα της. Ἀκόμη καὶ στὴν ὕστερη φάση τῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ ἐδαφικά, οἰκονομικὰ καὶ στρατιωτικὰ ἦταν ἐξασθενημένη, ἐμφάνιζε ἀξιόλογη πνευματικὴ ἰκμάδα, μία τελευταία Παλαιολόγεια ἀναγέννηση. Μὲ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλεως (1453), ποὺ σηματοδότησε τὸν θάνατο τῆς Αὐτοκρατορίας, δὲν σήμανε ταυτόχρονα καὶ τὸ τέλος τοῦ πολιτισμοῦ της. Τὸ Πατριαρχεῖο Κων/πόλεως καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπετέλεσαν τὸ συνεκτικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τῶν ὑπόδουλων , ποὺ μὲ τὸ θρησκευτικό τους κῦρος καὶ τὴν πνευματική τους ἀκτινοβολία ἐξακολουθοῦν νὰ ἐπηρεάζουν τὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Τὸ Βυζάντιο ἐξακολούθησε νὰ ὑπάρχει καὶ μετὰ τὴν Ἅλωση ὡς πολιτισμός, ὡς πίστη, ὡς τρόπος ζωῆς, ὥστε δικαίως ὁ Ρουμάνος ἱστορικὸς N. Iorga νὰ μιλάει γιὰ «τὸ Βυζάντιο μετὰ τὸ Βυζάντιο» ( Byzance apres Byzance).

Ἀλλὰ καὶ στὴ Δύση τὸ ὕστερο Βυζάντιο μετέδωσε τὴν τελευταία του πνευματικὴ ἀναλαμπή. Λόγιοι λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση κατέφυγαν φυγάδες στὴ Δύση μεταφέροντας μαζί τους χειρόγραφα μὲ ἀρχαιοελληνικὰ κείμενα, ἀναζωπυρώνοντας τὸ ἐνδιαφέρον τῶν Δυτικῶν γιὰ τὴν μελέτη τῶν κλασσικῶν συγγραφέων τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας στὴν σκέψη τοῦ Πλάτωνος καὶ τὴν ἐκμάθηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Λόγιοι ὅπως οἱ Μανουὴλ Χρυσολωρᾶς, Πλήθων Γεμιστός, Βησσαρίων, Δήμ. Χαλκοκονδύλης, Ἰω. Ἀργυροπουλος, Ἰανὸς Λάσκαρις, δίδαξαν σὲ Πανεπιστήμια τῆς Ρώμης, τῆς Πάδοβας, τῆς Φλωρεντίας, τοῦ Παρισίου, τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ φιλοσοφία, συνέβαλαν στὴν ἵδρυση τῆς Πλατωνικῆς Ἀκαδημίας τῆς Φλωρεντίας, συμμετεῖχαν στὴ συγκέντρωση χειρογράφων, τὴν ἀντιγραφή τους καὶ τὴν μετάφραση σὲ ἄλλες γλῶσσες.

Ἔτσι λοιπὸν οἱ λόγιοι αὐτοὶ «φυγάδες», καθὼς σκορπίσθηκαν στὶς χῶρες τῆς Δύσεως, ἔγιναν οἱ φορεῖς τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος καὶ οἱ πρόδρομοι τοῦ κοσμοπολίτικου ἰδεώδους. «Στὴν εὐρωπαϊκὴ σύνθεση τὸ Βυζάντιο, πραγματικὴ «Πρωτο Εὐρώπη», προσέφερε στὴ Δύση μὲ τὸν θάνατό του τὰ ἀνθρωπιστικὰ ἐκεῖνα στοιχεῖα ποὺ διαμόρφωσαν τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τοῦ νεότερου κόσμου (Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, τομ. Ι΄, σελ. 357), βοηθῶντας τὴ Δύση νὰ ἀνακαλύψει ξανὰ τὴν πολιτιστική της ταυτότητα στὴν κληρονομιὰ τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ ἀνθρωπισμοῦ καὶ νὰ προχωρήσει στὴν Ἀναγέννηση τῶν Γραμμάτων καὶ τῶν Τεχνῶν ἀφήνοντας πίσω της τὸν σκοτεινὸ Μεσαίωνα.

Ἀναδημοσίευση ἀπό 11-4-2017  Από enromiosini.gr

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άλλο θάνατος για μία ιδεολογία και άλλο θάνατος για το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού!

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιουνίου, 2018

Άλλο θάνατος για μία ιδεολογία και άλλο θάνατος για το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού!(μέρος Α)

Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που δεν γνωρίζουν, αλλά πιστεύουν ότι είναι αλήθεια. Κανείς δεν πέθανε για κάτι που και γνωρίζει και πιστεύει ότι δεν είναι αλήθεια!
Ως επιχείρημα για την Ανάσταση του Χριστού λέμε οι Χριστιανοί ότι κανείς δεν θα έδινε τη ζωή του για ένα ψέμα. Οι Απόστολοι όμως έδωσαν τη ζωή τους για το Χριστό.

Πολλοί άπιστοι απαντούν ότι και άλλοι έδωσαν και δίνουν τη ζωή τους για μία πίστη, ιδεολογία, ιδανικό κλπ. Οπότε το επιχείρημα της αυτοθυσίας, μας λένε, δεν έχει δύναμη. Μπορούν να το επικαλεστούν οι πάντες!
Υπάρχει όμως μία τεράστια διαφορά. Ένας μουσουλμάνος κλπ, πεθαίνει για το Ισλάμ διότι πιστεύει ότι το Ισλάμ είναι η αλήθεια. Δεν το ξέρει ως αυτόπτης και αυτήκοος με αποδείξεις διότι δεν ήταν εκεί στη σπηλιά που ο Μωάμεθ είδε το πρώτο «όραμα» όπως είπε εκ των υστέρων ο ίδιος. Απλώς το πιστεύει. Του το κήρυξαν και αυτός το πιστεύει. Και για αυτήν την αλήθεια που πιστεύει πεθαίνει.

Αλλά μπορεί κάποιος να αυταπατάται ή να έχει παραπλανηθεί ή εξαπατηθεί κλπ. Άρα η αυτοθυσία του όντως δεν αποδεικνύει τίποτα. Το ίδιο για όλες τις θρησκείες και ιδεολογίες.

Άλλο οι ιδρυτές, άλλο οι οπαδοί! Οι πρώτοι ερευνώνται ιστορικά, όχι οι δεύτεροι!
Οι Απόστολοι όμως είναι τελείως διαφορετική περίπτωση. Δεν πέθαναν για κάτι που πίστεψαν ως αλήθεια. Αλλά για κάτι που ήξεραν! Για ένα γεγονός!
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που «πιστεύουν» ότι είναι αλήθεια. Κανείς όμως δεν πεθαίνει για κάτι που «γνωρίζει», όχι πιστεύει, γνωρίζει ότι δεν είναι αλήθεια. 
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που είναι ψέμα αλλά το πιστεύουν ως αλήθεια. Κανείς δεν πεθαίνει για κάτι που είναι ψέμα και το γνωρίζει καλά ότι είναι ψέμα!
Αν η Ανάσταση δεν είχε γίνει τότε οι μαθητές θα πέθαιναν για κάτι που ήξεραν καλά ότι είναι ψέμα. Αυτό είναι η ύψιστη ανοησία και δεν συνέβη ποτέ εκτός αν κάποιος είναι παράφρων ή πλανήθηκε. Αν οι Απόστολοι ήταν παράφρονες ή πλανήθηκαν είναι βεβαίως ένα επόμενο θέμα προς διερεύνηση.
Άρα δεν μας ενδιαφέρει η αυτοθυσία των οπαδών μιας θρησκείας μέσα στους αιώνες, ούτε καν των πρώτων μαθητών της, συμπεριλαμβανομένου και του Χριστιανισμού. Αυτοί μπορεί κάλλιστα να παραπλανήθηκαν και παρασύρθηκαν από τους ιδρυτές μιας θρησκείας και να την πίστεψαν ως αληθινή έστω και αν δεν είναι.
Μας ενδιαφέρει ο θάνατος των πρώτων αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων μιας θρησκείας, των ιδρυτών της! Αυτοί οι πρώτοι πέθαναν για την πίστη τους; Και εννοούμε θάνατο που θα μπορούσαν να αποφύγουν, όχι θάνατο αναγκαστικό! Αν επέλεξαν οι ίδιοι και μάλιστα με χαρά να υποστούν φρικτά βασανιστήρια ενώ είχαν την επιλογή να τα γλιτώσουν, για τέτοιο θάνατο μιλάμε! Πέθαναν για αυτά τα υπερφυσικά γεγονότα που βεβαίωναν; Διότι μόνο αυτοί γνώριζαν την αλήθεια από πρώτο χέρι. Όχι οι μαθητές τους. Αλλά αυτοί οι δάσκαλοι!
Άρα ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία εκατομμυρίων μαρτύρων Χριστιανών, κατ’ ουσίαν και αντικειμενικά, όντως δεν είναι αποδεικτικό επιχείρημα της Ανάστασης του Χριστού!
Αντιθέτως, ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία των αυτοπτών Αποστόλων για το γεγονός της Ανάστασης είναι αποδεικτικό επιχείρημα, διότι μόνο αυτοί ήξεραν ακριβώς αυτό για το οποίο πέθαιναν. Όχι πίστευαν, αλλά ήξεραν από πρώτο χέρι. Δεν θα πέθαιναν, αυτοί και μόνο αυτοί, για κάτι που, αυτοί και μόνο αυτοί, ήξεραν καλά ότι είναι μύθος, ότι είναι ψέμα, ότι δεν έγινε ποτέ!

(παρακάτω ένας διάλογος του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου με άπιστο νέο)
– (π. Επιφάνιος) Μείζων δέ πάντων των γεγονότων τούτων, ή Ανάστασίς Του. Όλο τό οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στό γεγονός τής Αναστάσεως. Αυτό δεν τό λέω εγώ. Τό λέγει ό Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία ή πίστις ημών». Άν ό Χριστός δέν αναστήθηκε, Όλα καταρρέουν. Ό Χριστός όμως ανέστη, που σημαίνει ότι είναι Κύριος τής Ζωής καί του Θανάτου, άρα Θεός.
– Εσείς τά είδατε όλα αυτά; Πώς τά πιστεύτετε;
– Όχι, εγώ δέν τά είδα. Αλλ’ αυτοί που τά είδαν, δηλ. οι Απόστολοι, τά εβεβαίωσαν καί προσυπέγραψαν αυτήν τήν μαρτυρία τους μέ τό αίμα τους. Ή μαρτυρία της θυσίας της ζωής είναι ή ύψιστη μαρτυρία.
Φέρε μου και σύ κάποιον, πού νά μου πή ότι ό Μαρξ πέθανε και ανέστη και νά πεθάνη γι’ αυτό πού λέει και εγώ θά τόν πιστέψω, ως τίμιος άνθρωπος.
–  Νά σάς πω. Χιλιάδες μαρξιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Γιατί δέν ασπάζεσθε και σεις τόν μαρξισμό;
–  Τό είπες και μόνος σου. Οι μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Δέν πέθαναν γιά γεγονότα. Σέ μιά ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο νά υπεισέλθη πλάνη. Επειδή δέ είναι ίδιον τής ανθρώπινης ψυχής νά θυσιάζεται γιά κάτι πού πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Αυτό δέν μάς υποχρεώνει νά τήν δεχθούμε σάν σωστή. Άλλο νά πεθαίνης γιά ιδέες και άλλο νά πεθαίνης γιά γεγονότα.
Οι Απόστολοι όμως δέν πέθαναν γιά ιδέες. Ούτε γιά τό «αγαπάτε αλλήλους», ούτε γιά τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα.

Και όταν λέμε γεγονός, εννοούμε ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό απ’ αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν «δι’ ά ακηκόασι και εθεάσαντο και αί χείρες αυτών εψηλάφησαν». Και ό Ευαγγελιστής Ιωάννης αυτό ακριβώς λέγει: «ό εωρακώς μεμαρτύρηκε», δηλ. εγώ ό ίδιος πού γράφω αυτά, εγώ ό ίδιος είδα τόν εκατόνταρχο νά λογχίζη τήν πλευράν Του και νά εξέρχεται αίμα και νερό από αυτήν.
Ό Πασκάλ κάμνει έναν πολύ ωραίο συλλογισμό. Λέγει, λοιπόν, ότι μέ τους Αποστόλους συνέβη εν εκ τών τριών: Ή ηπατήθησαν ή μάς εξηπάτησαν ή μάς είπαν τήν αλήθεια….  (βιβλίο: Υποθήκες Ζωής, σελ. 203-206)

Η απαίτηση της Κριτικής για να αναγνωρίσει την εκ νεκρών Ανάσταση του Ιησού ως αναντίρρητο ιστορικό γεγονός είναι, καθώς ήδη είπαμε, η εξής:
«Να θυσίαζαν οι πρώτοι κήρυκες της Ανάστασης κι αυτή τη ζωή τους, υποστηρίζοντας με το αίμα τους τη μαρτυρία τους».
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Εδώ πρέπει τώρα να μελετήσουμε διάφορες περιπτώσεις θανάτου για να ξεχωρίσουμε τη μοναδική κι αξιοθαύμαστη περίπτωση των Αποστόλων του Χριστού.
1.Θάνατος για ιδεολογία
Μπορεί να θανατωθεί ένας άνθρωπος για τις αρχές και την ιδεολογία του, χωρίς με τούτο να συμβαίνει ώστε, κατ’ ανάγκη, οι αρχές κι ιδέες του να είναι αγαθές κι αληθινές. Η ιστορία μας το διδάσκει αυτό, φέρνοντας αρκετά παραδείγματα μαρτύρων, για πολλαπλές αρχές και ιδέες – πολιτειακές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές, – που δεν ήσαν ούτε αγαθές ούτε και αληθινές.
Στην περίπτωση μάλιστα που η θανάτωση είναι αναγκαστική – κατόπιν δικαστικής απόφασης ανέκκλητης – το να δεχθεί ένας το θάνατο, για τις αρχές και τις ιδέες του, δεν προσθέτει με το θάνατό του αυτόν κανένα κύρος σ’ αυτές· γιατί, εφόσον ο θάνατος είναι υποχρεωτικός και με το να τις αρνιόταν δεν θα ξέφευγε τη θανάτωσή του, είναι φυσικό – καθιερωμένο από τον ανθρώπινο εγωισμό – να τις κρατήσει μέχρι θανάτου.
Διαφορετική όμως είναι η περίπτωση όταν ανοίγεται στον μελλοθάνατο η πόρτα να ξεφύγει τον θάνατο εάν θα αρνιόταν τις αρχές αυτές και τις ιδέες του. Εδώ, με το να προτιμήσει αυτός το θάνατο, αποδείχνει ότι σοβαρά τις πιστεύει και μάλιστα τις εκτιμάει περισσότερο απ’ τη ζωή του: Αλλά, και πάλι, εδώ δεν αποδείχνεται με τούτο ότι οι αρχές κι ιδέες του είναι αντικειμενικά αγαθές κι αληθινές. Έχουμε παραδείγματα ανθρώπων ενθουσιαστών ή φανατικών. Έχει κι η πλάνη τους μάρτυρές της, καθώς τους έχει κι η αλήθεια, μας διδάσκει πάλι η Ιστορία· η Βίβλος, μάλιστα, προχωρεί ακόμα πιο πέρα, και μας λέει ότι κι ο σατάν έχει τα θαυματουργά όργανά του, καθώς τα έχει κι ο Θεός (Έξοδος 7/10-12, 20-22, 8/5-7, 17-18. Δευτερονόμιο 13/1-3. 2 Θεσσαλονικείς 2/9-10).
2.Θάνατος για εξωτερικό γεγονός
Προχωρώντας τώρα πιο πέρα, πρέπει να κάνουμε και μια άλλη ακόμα διάκριση· πρέπει να ξεχωρίσουμε μεταξύ «Ιδέας» (φρονήματος) και «Γεγονότος» (εξωτερικού). Διαφέρει η Ιδέα από το Γεγονός· η Ιδέα γεννιέται μες στη Διάνοια, ενώ το γεγονός γεννιέται έξω απ’ τη Διάνοια, κι έρχεται μέσα από τα αισθητήρια του σώματος. Η πρώτη είναι κυρίως υποκειμενική, το δεύτερο είναι κυρίως αντικειμενικό.
Έτσι, ας θεωρήσουμε την περίπτωση ενός μάρτυρα, που προτιμάει να πεθάνει βεβαιώνοντας ένα Γεγονός (όχι Ιδέα), παρά να ξεφύγει το θάνατο με το να το αρνηθεί. Ο θάνατος αυτός έχει αποδεικτική δύναμη για το μαρτυρούμενο γεγονός, μεγαλύτερη από όση θα είχε με ίσους όρους για υποστήριξη μιας Ιδέας· γιατί, καθώς είπαμε, η Ιδέα έχει μέσα της πολλά υποκειμενικά στοιχεία, που μπορεί να γεννήσουν την προκατάληψη, ενώ το εξωτερικό Γεγονός, – όταν αποκλειστεί η περίπτωση ψευδαίσθησης – είναι αντικειμενικό.
Και, αν πολλοί, περισσότεροι από έναν μάρτυρες, προτιμήσουν ελεύθερα το θάνατο για να βεβαιώσουν το ίδιο Γεγονός – όχι όλοι μαζί, αλλά χωριστά σε διάφορους τόπους και διάφορες χρονικές στιγμές – οι θάνατοι αυτοί στο σύνολό τους έχουν πολύ περισσότερη αποδεικτική δύναμη από όση ένας απ’ αυτούς.
Και, εάν επί πλέον ακόμα βεβαιωθεί ότι, όλοι αυτοί προτού χύσουν το αίμα τους ζούσαν επί χρόνια σταθερά κάτω από την επίδραση του Γεγονότος εκείνου, μια καινούρια ζωή που είχε αλλάξει ριζικά την προηγούμενη ζωή τους, μια ζωή αφιερωμένη εξολοκλήρου στο να σώσουν τους συνανθρώπους τους από την πλάνη και την κακία, ανακοινώνοντας σ’ αυτούς για να πιστέψουν το μέγα και σωτήριο Γεγονός, που αυτοί είδαν, άκουσαν και ψηλάφησαν, και γι’ αυτό δούλεψαν αδιάκοπα με ζήλο κι αυταπάρνηση απόλυτη, με σταθερότητα και θάρρος, με μια γαλήνη ενωμένη με δύναμη που ξετύλιξαν μέσα στους ακατάπαυστους και τρομερούς κινδύνους, μ’ ένα ανώτερο και απόλυτα ισορροπημένο πνεύμα, που διαλάμπει από τις λίγες σελίδες που μας άφησαν, απαλλαγμένοι από μυστική έξαρση και φανατισμό, αφιερώνοντας ακόμα και την τελευταία στιγμή προτού χυθεί το αίμα τους για να βεβαιώσουν το Γεγονός· κατόπι από μια τέτοια μεταβολή ζωής, ο εκούσιος θάνατος των μαρτύρων τούτων έχει, για την αμερόληπτη Κριτική – έστω και μόνος του χωρίς άλλες συνοδευτικές αποδείξεις – ένα άπειρο βάρος που δικιολογεί την πλήρη πίστη στο μαρτυρούμενο γεγονός.
3.Μοναδικότητα της μαρτυρίας των αποστόλων
Λοιπόν, τέτοια περίπτωση εκουσίων θανάτων, ανθρώπων μοναδικής ηθικής τελειότητας, για να βεβαιώσουν ένα Γεγονός παγκόσμιας σημασίας, είναι μοναδική στην Παγκόσμια Ιστορία, κι είναι η περίπτωση των Αποστόλων του Χριστού που βεβαιώνουν την Ανάστασή του από τους νεκρούς.

(βιβλίο: Οι αρνητές του υπερφυσικού, Κ. Μεταλληνός, εκδ. Πέργαμος 1987, σελ.104-107)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι απόψεις του Αϊνστάιν για το Θεό και τη θρησκεία

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιουνίου, 2018

Οι απόψεις του Αϊνστάιν για το Θεό και τη θρησκεία

(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169). 

Για τον Αϊνστάιν, όπως συχνά το είχε διευκρινίσει ο ίδιος, η «θρησκεία» ήταν μάλλον μια στάση δέους και θαυμασμού απέναντι στο σύμπαν, γνήσια ταπεινότητα απέναντι στην αρμονία της φύσης, και όχι πίστη σ’ έναν Θεό προσωπικό που μπορεί να κατευθύνει τις ζωές των ανθρώπων.

Γιατί μου γράφεις «ο Θεός πρέπει να τιμωρήσει τους Άγγλους»; Δεν διατηρώ στενές σχέσεις ούτε με τον έναν ούτε με τους άλλους. Βλέπω απλώς με μεγάλη λύπη ότι ο Θεός τιμωρεί τόσο πολλά παιδιά Του για τις πολυάριθμες ανοησίες τους, για τις οποίες όμως μόνο Αυτός ο Ίδιος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος. Κατά τη γνώμη μου, μόνο η ανυπαρξία Του μπορεί να τον δικαιολογήσει.
Επιστολή στον ελβετό συνάδελφό του Edgar Meyer, 2 Ιανουάριου 1915. Προσφέρθηκε από τον Robert Schulmann. Αναφέρεται επίσης στο CPAE Τόμ. 8 (υπό έκδοση).

Κάθε αληθινός ερευνητής της φύσης νιώθει κάποιου είδους θρησκευτική ευλάβεια, επειδή είναι αδύνατον να φανταστεί ότι αυτός είναι ο πρώτος που μελέτησε τα λεπτεπίλεπτα νήματα που συνδέουν όσα αντιλαμβάνεται.
1920. Αναφέρεται στο βιβλίο του Moszkowski, Conversations with Einstein, σελ. 46.

Εφόσον οι ψυχικές μας εμπειρίες συνίστανται από αναπαραγωγές και συνδυασμούς των αισθητηριακών εντυπώσεων, θεωρώ κενή και άνευ νοήματος την έννοια μια ψυχής χωρίς σώμα.
Επιστολή σε κάποια Βιεννέζα, 5 Φεβρουάριου 1921. Αρχείο Αϊνστάιν 43-847. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 40.

Δεν μπορώ να συλλάβω την έννοια ενός προσωπικού Θεού που κατευθύνει άμεσα τις πράξεις των ανθρώπων… Η θρησκευτικότητά μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό μπροστά στο άπειρα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται μέσα από το μικρό κομμάτι της πραγματικότητας… το οποίο είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε.
Επιστολή σε τραπεζίτη του Κολοράντο, Αύγουστος 1927. Αρχείο Αϊνστάιν 48-380. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 66.

Όλα είναι καθορισμένα… από δυνάμεις που δεν τις ελέγχουμε. Είναι καθορισμένα για το έντομο όπως και για το άστρο. Οι άνθρωποι, τα φυτά ή η κοσμική σκόνη —όλα χορεύουν στον μυστηριώδη σκοπό που παίζει από μακριά κάποιος αόρατος αυλητής.
Στην εφημερίδα The Saturday Evening Post, 26 Οκτωβρίου 1929. Αναφέρεται στο βιβλίο του Clark, Einstein, σελ. 346-347.

Πιστεύω στο Θεό του Σπινόζα που αποκαλύπτεται μέσα στην αρμονία του όλου, και όχι σ’ ένα Θεό που ασχολείται με τη μοίρα και τις πράξεις των ανθρώπων.
Τηλεγράφημα σε εβραϊκή εφημερίδα, 1929. Αρχείο Αϊνστάιν 33-272. (Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Σπινόζα, Θεός και υλικός κόσμος είναι αδιάσπαστα. Όσο καλύτερα κατανοεί κανείς το σύμπαν τόσο πλησιάζει το Θεό.)

Όποιος έχει πειστεί απόλυτα για την παγκόσμια ισχύ της αρχής της αιτιότητας δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αποδεχθεί την ιδέα ενός όντος που παρεμβαίνει στη ροή των γεγονότων… Δεν δέχεται ούτε τη θρησκεία του φόβου ούτε την κοινωνική και ηθική θρησκεία. Δεν μπορεί να συλλάβει ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί˙ κι αυτό για τον απλό λόγο ότι οι πράξεις του ανθρώπου καθορίζονται από εσωτερική και εξωτερική αναγκαιότητα, ώστε, στα μάτια του Θεού, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι περισσότερο υπεύθυνος απ’ όσο ένα άψυχο αντικείμενο για τις κινήσεις που εκτελεί… Η ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου πρέπει να βασιστεί αποτελεσματικά στη σύμπνοια, τη μόρφωση, τους δεσμούς και τις ανάγκες της κοινωνίας˙ η θρησκευτική βάση δεν είναι απαραίτητη. Η ανθρώπινη κατάσταση θα ήταν αξιολύπητη αν η αυτοσυγκράτηση οφειλόταν στο φόβο της μετά θάνατον τιμωρίας ή στην ελπίδα της μετά θάνατον ανταμοιβής.
Από το «Θρησκεία και Επιστήμη», The New York Times Magazine, 9 Νοεμβρίου 1930, σελ. 1-4. Στα γερμανικά, στην Berliner Tageblatt, 11 Νοεμβρίου 1930.

Κάθε πράξη και σκέψη του ανθρώπινου γένους σχετίζεται με την ικανοποίηση των εσώτατων αναγκών και με την ανακούφιση του πόνου. Αυτό πρέπει να το έχει κανείς συνεχώς κατά νουν, αν θέλει να κατανοήσει τα πνευματιστικά κινήματα και την ανάπτυξή τους. Το συναίσθημα και η επιθυμία είναι οι κινητήριες δυνάμεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δημιουργίας.
Όπ.π.

Είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσει κανείς αυτό το [κοσμικό θρησκευτικό] συναίσθημα σε κάποιον που δεν το έχει ποτέ αισθανθεί… Οι θρησκευτικές μεγαλοφυΐες όλων των εποχών διακρίθηκαν από αυτό ακριβώς το είδος του θρησκευτικού συναισθήματος, που δεν γνωρίζει ούτε δόγματα ούτε τη σύλληψη του Θεού κατ’ εικόνα του ανθρώπου˙ γι’ αυτό και δεν υπάρχει εκκλησία η οποία να βασίζει την κεντρική διδασκαλία της στο συναίσθημα αυτό… Κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη αποστολή της τέχνης και της επιστήμης είναι να αφυπνίσει αυτό το συναίσθημα και να το κρατήσει ζωντανό σε όσους είναι δεκτικοί.
Για την «κοσμική θρησκεία», ένας ύμνος στην ομορφιά και την αρμονία της φυσικής που έγινε κοινή πεποίθηση των φυσικών.
‘Οπ.π.

Ισχυρίζομαι ότι το κοσμικό θρησκευτικό συναίσθημα είναι το ισχυρότερο και ευγενέστερο κίνητρο της επιστημονικής έρευνας.
‘Οπ.π.

Κατά τη γνώμη μου, οι ωραιότερες υποθέσεις στο βασίλειο της επιστήμης πηγάζουν από ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα… Πιστεύω επίσης ότι αυτό το είδος θρησκευτικότητας… είναι η μόνη δημιουργική θρησκευτική δραστηριότητα της εποχής μας.
Στο Forum 83 (1930), σελ. 373.

Δεν μπορώ να συλλάβω την ιδέα ενός Θεού που ανταμείβει και τιμωρεί τα πλάσματά του, ή διαθέτει θέληση σαν τη δική μας. Δεν μπορώ και ούτε θα ’θελα να διανοηθώ έναν άνθρωπο που επιβιώνει του φυσικού του θανάτου. Ας αφήσουμε τις αδύνατες ψυχές να τρέφουν τέτοιες σκέψεις, από φόβο ή παράλογο εγωισμό.
Από το «Τι πιστεύω», Forum and Century 84 (1930), σελ. 193-194. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 8-11.

Οι πράξεις μας πρέπει να βασίζονται στην —πάντα παρούσα— επίγνωση ότι οι άνθρωποι στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις πράξεις τους δεν είναι ελεύθεροι αλλά κατευθυνόμενοι από την αιτιότητα τόσο όσο η κίνηση των άστρων.
Δήλωση στην Αμερικανική Εταιρεία Σπινόζα, 22 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 33-291.

Η φιλοσοφία είναι σαν μια μητέρα που γέννησε και προίκισε όλες τις άλλες επιστήμες. Δεν πρέπει λοιπόν να γκρινιάζουμε για τη γύμνια και τη φτώχεια της, αλλά μάλλον να ελπίζουμε ότι κάτι από το δικό της δονκιχωτικό ιδανικό θα επιζήσει και μέσα στα παιδιά της, ώστε να μη βυθιστούν στη βαρβαρότητα.
Επιστολή στον Bruno Winawer, 8 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 36-532. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 106.

Δεν μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί τα δημιουργήματά του, που οι προθέσεις του μιμούνται τις δικές μας —με λίγα λόγια, ένα Θεό που είναι απλώς η αντανάκλαση των ανθρώπινων αδυναμιών… Μου φτάνει να ατενίζω το μυστήριο της συνειδητής ζωής που διαιωνίζεται, να συλλογίζομαι τη θαυμαστή δομή του σύμπαντος που αντιλαμβανόμαστε αμυδρά, και να προσπαθώ ταπεινά να κατανοήσω έστω και ένα απειροελάχιστο κλάσμα της ευφυΐας που εκδηλώνεται στη φύση.
Από «Το πιστεύω μου» για τη Γερμανική Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 1932. Αναφέρεται στο βιβλίο του Leach, Living Philosophies, σε λ. 3.

Η οργανωμένη θρησκεία ίσως μπορέσει να ξανακερδίσει ένα μέρος του σεβασμού που έχασε στον τελευταίο πόλεμο, αν αφιερωθεί στην ενεργοποίηση της καλής θέλησης και της ενέργειας των οπαδών της ενάντια στο ανερχόμενο ρεύμα της ανελευθερίας.
The New York Times, 30 Απριλίου 1934. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 205.

Δύσκολα θα βρει κανείς ανάμεσα στα πιο βαθυστόχαστα επιστημονικά πνεύματα κάποιον που να μην διαθέτει το δικό του θρησκευτικό συναίσθημα. Αυτό όμως είναι κάτι διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα του αφελούς ανθρώπου. Για τον δεύτερο, ο Θεός είναι ένα ον από τη φροντίδα του οποίου ελπίζει να ωφεληθεί και του οποίου φοβάται την τιμωρία˙ η εξιδανίκευση του συναισθήματος που νιώθει το παιδί για τον πατέρα του.
Από «Το θρησκευτικό πνεύμα της επιστήμης». Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 40.

Ο επιστήμονας διακατέχεται από την αίσθηση της παγκόσμιας αιτιότητας… Το θρησκευτικό του συναίσθημα παίρνει τη μορφή εκστατικής έκπληξης μπροστά στην αρμονία του φυσικού νόμου, όπου αποκαλύπτεται μια ευφυΐα τόσο ανώτερη ώστε, σε σύγκριση μ’ αυτήν, το σύνολο της συστηματικής σκέψης και οι πράξεις των ανθρώπινων όντων μοιάζουν εντελώς ασήμαντα… Το συναίσθημα αυτό αναμφισβήτητα είναι ανάλογο μ ε εκείνο που διακατείχε τις θρησκευτικές ιδιοφυΐες όλων των εποχών.
Όπ.π.

Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ζωής ή και της ζωής κάθε πλάσματος; Η απάντηση στο ερώτημα ανήκει στη θρησκεία. Ίσως αναρωτηθεί κανείς: Έχει άραγε νόημα να τίθεται μια τέτοια ερώτηση; Η απάντησή μου είναι ότι ο άνθρωπος που θεωρεί δίχως νόημα τη ζωή, τη δική του και των συνανθρώπων του, δεν είναι μόνο δυστυχής αλλά και ανάξιος για ζωή.
Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 11.

Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη, πείθεται ότι τελικά στους νόμους του σύμπαντος εκδηλώνεται ένας νους πολύ ανώτερος από το νου του ανθρώπου… Έτσι η ενασχόληση με την επιστήμη οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα που είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα κάποιου αφελέστερου ανθρώπου.
Επιστολή σε κάποιο παιδί που τον είχε ρωτήσει αν οι επιστήμονες προσεύχονται˙ 24 Ιανουαρίου 1936. Αρχείο Αϊνστάιν 42-601.

Οτιδήποτε θεϊκό και καλό υπάρχει στο σύμπαν πρέπει να το αποκρυπτογραφήσουμε και να το εκφράσουμε εμείς. Δεν μπορούμε να παραμένουμε αδρανείς και να το περιμένουμε από το Θεό.
Συζήτηση καταγεγραμμένη από τον Algernon Black, φθινόπωρο του 1940. Αρχείο Αϊνστάιν 54-834.

Ένας θρησκευόμενος άνθρωπος είναι ευσεβής υπό την έννοια ότι δεν αμφιβάλλει για τη σπουδαιότητα αυτών των υπερπροσωπικών στόχων και σκοπών οι οποίοι δεν απαιτείται ούτε είναι δυνατόν να θεμελιωθούν ορθολογικά.
Nature 146 (1940), σελ. 605.

Η πίστη στο ενδεχόμενο οι κανόνες που ισχύουν στον υπαρκτό κόσμο να είναι ορθολογικοί, δηλαδή κατανοητοί από τη λογική, ανήκει στη σφαίρα [της θρησκείας]. Δεν μπορώ να φανταστώ έναν πραγματικό επιστήμονα χωρίς αυτή τη βαθιά πίστη.
Από το «Επιστήμη και Θρησκεία», γραπτή συμμετοχή σε συμπόσιο που έγινε στη Νέα Υόρκη το 1941 με θέμα τη συμβολή της επιστήμης, της θρησκείας και της φιλοσοφίας στην υπόθεση της αμερικανικής δημοκρατίας. Αρχείο Αϊνστάιν 28-523. Στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 41-49.

Η επιστήμη χωρίς τη θρησκεία είναι χωλή, η θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή.
Όπ.π., σελ. 46. (Η ρήση αυτή ίσως αποτελεί λογοπαίγνιο σχετιζόμενο με τη ρήση του Καντ «Η αντίληψη χωρίς την ενόραση είναι κενή, η ενόραση χωρίς την αντίληψη είναι τυφλή».)

Κυρία πηγή των σημερινών συγκρούσεων ανάμεσα στη σφαίρα της θρησκείας και τη σφαίρα της επιστήμης είναι η έννοια του προσωπικού Θεού.
Όπ.π., σελ. 47.

Στον αγώνα τους για το ηθικό καλό οι θρησκευτικοί δάσκαλοι πρέπει να έχουν το ανάστημα να παραιτηθούν από το δόγμα του προσωπικού Θεού, να παραιτηθούν δηλαδή από αυτή την πηγή φόβου και ελπίδας η οποία στο παρελθόν έδωσε τόση δύναμη στα χέρια των ιερέων.
Όπ.π., σελ. 48.

Όσο περισσότερο εξελίσσεται πνευματικά η ανθρωπότητα, τόσο πιο πολύ βεβαιώνομαι ότι ο δρόμος για την αληθινή θρησκευτικότητα δεν περνάει από το φόβο της ζωής, το φόβο του θανάτου και την τυφλή πίστη, αλλά μέσα από την αναζήτηση της ορθολογικής γνώσης.
Όπ.π. σελ. 49.

Είναι αρκετά πιθανό ότι μπορούμε να κάνουμε σπουδαιότερα πράγματα από τον Ιησού, επειδή όσα είναι γραμμένα γι’ αυτόν στη Βίβλο είναι ποιητικά ωραιοποιημένα.
Αναφέρεται στο άρθρο του W. Hermanns, «Μια συζήτηση με τον Αϊνστάιν», Οκτώβριος 1943. Αρχείο Αϊνστάιν 55-285.

Ο νους δεν μπορεί να συλλάβει καμία ιδέα ανεξάρτητη από τις πέντε μας αισθήσεις [δηλαδή ουδεμία ιδέα οφείλεται σε θεϊκή επιφοίτηση].
Όπ.π.

Δεν πιστεύω ότι η φιλοσοφία και η λογική θα αποτελέσουν οδηγούς του ανθρώπου στο εγγύς μέλλον. Θα παραμείνουν όμως το ωραιότερο ιερό καταφύγιο των ολίγων εκλεκτών.
Επιστολή στον Benedetto Croce, 7 Ιουνίου 1944. Αρχείο Αϊνστάιν 34-075. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 122.

Διαβάζω συχνά τη Βίβλο, ωστόσο το αυθεντικό κείμενο μου είναι απρόσιτο.
Επιστολή στον Η. Friedmann, 2 Σεπτεμβρίου 1945, αναφερόμενος στο γεγονός ότι δεν γνώριζε την εβραϊκή γλώσσα. Αναφέρεται στο βιβλίο του Pais, Subtle Is the Lord, σελ. 38.

Είναι αυτό… το συμβολικό περιεχόμενο των θρησκευτικών παραδόσεων που πιθανότατα έρχεται σε σύγκρουση με την επιστήμη… Έχει επομένως ζωτική σημασία για τη διατήρηση της αληθινής θρησκείας να αποφεύγονται τέτοιες συγκρούσεις, όταν προκύπτουν από ζητήματα που δεν είναι πράγματι καθοριστικά για την επιδίωξη των θρησκευτικών στόχων.
Δήλωση στη Λέσχη Λιμπεραλιστών Ιερέων, Νέα Υόρκη. Δημοσιεύτηκε στο The Christian Register, Ιούνιος 1948.

Η στάση μου απέναντι στο Θεό είναι η στάση ενός αγνωστικιστή. Είμαι πεπεισμένος ότι κάποιος που γνωρίζει την πρωταρχική σημασία των ηθικών αρχών για τη βελτίωση και τον εξευγενισμό της ζωής δεν χρειάζεται την ιδέα ενός νομοθέτη, ειδικά ενός νομοθέτη που βασίζεται στην ανταμοιβή και την τιμωρία.
Επιστολή στον M. Berkowitz, 25 Οκτωβρίου 1950. Αρχείο Αϊνστάιν 59-215.

Μόνο «θρησκευτική» μπορώ να χαρακτηρίσω την εμπιστοσύνη στην ορθολογική φύση της πραγματικότητας —ορθολογική στο μέτρο που είναι προσιτή στην ανθρώπινη λογική. Όταν απουσιάζει το συναίσθημα αυτό, η επιστήμη εκφυλίζεται σε πεζό εμπειρισμό.
Επιστολή στον Maurice Solovine, 1 Ιανουάριου 1951. Αρχείο Αϊνστάιν 21-474,80-871. Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Letters to Solovine, σελ. 119.

Η απλή έλλειψη πίστης σ’ έναν προσωπικό Θεό δεν αποτελεί φιλοσοφία.
Επιστολή στον V.T. Aaltonen, 7 Μαΐου 1952, σχετικά με τη γνώμη του ότι η πίστη σ’ έναν προσωπικά Θεό είναι καλύτερη από τον αθεϊσμό. Αρχείο Αϊνστάιν 59-059.

Το συναίσθημά μου είναι θρησκευτικό στο βαθμό που με διαποτίζει η επίγνωση ότι το ανθρώπινο πνεύμα αδυνατεί να κατανοήσει βαθύτερα την αρμονία του σύμπαντος˙ αρμονία που εμείς προσπαθούμε να τη διατυπώσουμε με «νόμους της φύσης».
Επιστολή στην Beatrice Frohlich, 17 Δεκεμβρίου 1952. Αρχείο Αϊνστάιν 59-797.

Η ιδέα ενός προσωπικού Θεού μου είναι εντελώς ξένη και τη θεωρώ ακόμη και αφελή.
Όπ.π.

Η υπόθεση της ύπαρξης ενός αθέατου όντος… δεν διευκολύνει να κατανοήσουμε την ευταξία που συναντάται στον αισθητό κόσμο.
Επιστολή σε φοιτητή από την Αϊόβα, που τον είχε ρωτήσει «Τι είναι Θεός;»˙ Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 59-085.

Δεν πιστεύω στην αθανασία του ατόμου και θεωρώ ότι η ηθική είναι αποκλειστικά ανθρώπινο μέλημα που δεν υποκινείται από κάποια υπεράνθρωπη αρχή.
Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 36-553. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Αν ο Θεός δημιούργησε όντως τον κόσμο, σίγουρα η πρωταρχική του έγνοια δεν ήταν να κάνει το δημιούργημά του εύκολα κατανοητό σε μας.
Επιστολή στον David Bohm, 10 Φεβρουάριον 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 8-041.

Θεωρώ ότι η Κοινωνία των Φίλων είναι η θρησκευτική κοινότητα με τα υψηλότερα ηθικά πρότυπα. Όσο γνωρίζω, δεν έκαναν ποτέ ανήθικους συμβιβασμούς και πάντοτε καθοδηγούνται από τη συνείδησή τους. Νομίζω δε ότι η επιρροή τους, ιδιαίτερα στα διεθνή πράγματα, είναι ωφέλιμη και αποτελεσματική.
Επιστολή στον A. Chappie. Αυστραλία 23 Φεβρουαρίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 59-405. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Nathan και Norden. Einstein on Peace, σελ. 510.

Δεν πιστεύω σε έναν προσωπικό Θεό˙ ποτέ δεν το αρνήθηκα, πάντοτε το εξέφραζα με σαφήνεια. Αν υπάρχει κάτι μέσα μου που μπορεί να θεωρηθεί θρησκευτικό, αυτό είναι ο απεριόριστος θαυμασμός για τη συγκρότηση του κόσμου όπως αποκαλύπτεται από την επιστήμη.
Επιστολή σε θαυμαστή, 22 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 39-525. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 43.

Είμαι βαθιά θρησκευόμενος μη πιστός… Τούτο εκφράζει ένα μάλλον νέο είδος θρησκείας.
Επιστολή στον Hans Muesham, 30 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 38-434.

Δεν προσπαθώ να φανταστώ το Θεό. Μου αρκεί να στέκομαι με δέος μπροστά στη συγκρότηση του κόσμου, στο βαθμό που μπορούμε να την εκτιμήσουμε, βασιζόμενοι στις ανεπαρκείς αισθήσεις μας.
Επιστολή στον S. Flesh, 16 Απριλίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 30-1154.

Ουδέποτε απέδωσα στη φύση πρόθεση, σκοπό ή οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ανθρωπομορφικό. Αυτό που βλέπω στη φύση είναι μια μεγαλόπρεπη κατασκευή που μόνο με πολύ ατελή τρόπο μπορούμε να την κατανοήσουμε και η οποία πρέπει να γεμίζει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο με ένα συναίσθημα ταπεινότητας. Πρόκειται για ένα συναίσθημα γνήσια θρησκευτικό που δεν έχει καμία σχέση με το μυστικισμό.
1954 ή 1955. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Η ηθική αξία του ανθρώπου δεν μετριέται από το ποιες είναι οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αλλά μάλλον από το ποια συγκινησιακά ερεθίσματα δέχθηκε από τη φύση κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Στην Αδελφή Margrit Goehner, Φεβρουάριος 1955. Αρχείο Αϊνστάιν 59-831.

Η επιστημολογία χωρίς επαφή με την επιστήμη καταλήγει να είναι σχήμα κενό. Η επιστήμη χωρίς επιστημολογία είναι —αν μπορεί να διανοηθεί κανείς κάτι τέτοιο— πρωτόγονη και θολή.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Schilpp, Albert Einstein: Philosopher- Scientist, σελ. 5.

Έτσι ανέπτυξα… μια βαθιά θρησκευτικότητα που όμως τελείωσε απότομα στην ηλικία των δώδεκα ετών. Διαβάζοντας εκλαϊκευμένα επιστημονικά βιβλία απέκτησα σύντομα τη βεβαιότητα ότι το μεγαλύτερο μέρος των ιστοριών της Βίβλου δεν μπορεί να είναι αληθινό… Η δυσπιστία μου απέναντι σε κάθε είδους αυθεντία μεγάλωσε μέσα απ’ αυτή την εμπειρία… κι αυτή τη στάση δεν την εγκατέλειψα ποτέ.
Όπ.π., σελ. 9.

Εκεί πάνω βρισκόταν αυτός ο τεράστιος κόσμος που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς, τα ανθρώπινα όντα, και στέκεται μπροστά μας σαν ένας μεγάλος, αιώνιος γρίφος, ο οποίος, μερικώς τουλάχιστον, είναι προσιτός στην παρατήρηση και τη σκέψη μας. Η ενατένιση αυτού του κόσμου μου έγνεψε σαν απελευθέρωση, και σύντομα παρατήρησα ότι πολλοί άνθρωποι που είχα μάθει να τους εκτιμώ και να τους θαυμάζω είχαν βρει εσωτερική ελευθερία και ασφάλεια στην αφοσιωμένη ενασχόλησή τους μ’ αυτόν.
Όπ.π., σελ. 95.

Δεν είναι όλα στη φιλοσοφία τόσο μελιστάλαχτα γραμμένα; Ίσως κάτι στην αρχή φαίνεται σαφές, όταν όμως το ξανακοιτάξεις, έχει εξαφανιστεί. Απομένει μόνο το χαρτί.
Αναφέρεται στο βιβλίο των Rosenthal-Schneider, Reality and Scientific Truth, σελ. 90.

Οι απόψεις μου συγγενεύουν με του Σπινόζα: θαυμασμός για την ομορφιά και πίστη στη λογική απλότητα της τάξης και της αρμονίας που μπορούμε να αντιληφθούμε με τρόπο ταπεινό και ατελή μόνο. Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι από την ατελή μας γνώση και κατανόηση και ότι πρέπει να θεωρούμε τις αξίες και τις ηθικές υποχρεώσεις αποκλειστικά ανθρώπινα προβλήματα.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Hoffmann, Albert Einstein: Creator and Rebel, σελ. 95.

Η θρησκεία μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό προς το απεριόριστα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται στις μικρότατες λεπτομέρειες τις οποίες είμαστε ικανοί να αντιληφθούμε με την εύθραυστη και αδύναμη νόησή μας. Αυτή η βαθιά συναισθηματική βεβαιότητα για την παρουσία μιας ανώτερης λογικής δύναμης, που αποκαλύπτεται στο ακατανόητο σύμπαν, συνιστά τη δική μου ιδέα του Θεού.
Αναφέρεται στη νεκρολογία της εφημερίδας The New York Times, 19 Απριλίου 1955.

(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επιστημονική Ημερίδα της ΠΕΘ στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα: «Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα Θρησκευτικά: Νέα δεδομένα – προοπτικές»

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουνίου, 2018

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων διοργανώνει την Κυριακή 10 Ιουνίου 2018 και ώρα 18:00 στην Ακαδημία Αθηνών, Επιστημονική Ημερίδα με θέμα: «Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα Θρησκευτικά: Νέα δεδομένα – προοπτικές».

http://www.petheol.gr/nea/programma-prosklesetesepistemonikesemeridastespethmethemaoiapophaseistousymboulioutesepikrateiasgiatathreskeutikaneadedomenaprooptikes

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Μεγάλοι Επιστήμονες μιλούν για το Θεό

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουνίου, 2018

Σημείωση: Όλες οι πηγές και οι ακριβείς παραπομπές σε αυτές παρατίθενται στα βιβλία που αναφέρονται στη Βιβλιογραφία στο τέλος.

Πλάτων
«Ο Θεός αεί γεωμετρεί»
«Ο Θεός έπλασε τον κόσμο κατά θεία αρμονία, όπως αυτή εκφράζεται με την μουσική κλίμακα»

Νικόλαος Κοπέρνικος, 1473-1543
(ιερέας, υποστηρικτής του ηλιοκεντρικού συστήματος)

– «Η αστρονομία είναι η κορυφή όλων των πνευματικών τεχνών και πρέπει να θεωρείται η περισσότερο ευγενής ενασχόληση του ελεύθερου ανθρώπου, από όλους τους κλάδους των μαθηματικών. Όπως είναι ίδιον όλων των ευγενών τεχνών να προφυλαχτούν από την κακία, το δε ανθρώπινο πνεύμα να ασχολείται με καλύτερα πράγματα, αυτό η αστρονομία πρέπει να το πραγματοποιήσει σε μεγαλύτερο βαθμό. Και τούτο διότι δίδει μεγάλη απόλαυση στο πνεύμα. Διότι ποιος δεν διαβλέπει την εσωτερική και πληρεστάτη τάξη, που κατευθύνεται από τη θεία σοφία και δεν ωθείται προς τα υψηλά και δεν οφείλει να θαυμάζει τον Αρχιτέκτονα όλων των πραγμάτων, στον οποίο υπάρχει η ύψιστη μακαριότης και κάθε καλό;»

Σερ Φράνσις Μπέικον 1561-1626

– «μικρή μόνον πόσις από το ποτήριο της φιλοσοφίας οδηγεί ίσως στην αθεΐα· ισχυρότερες όμως ροφήσεις επανάγουν στη θρησκεία»

– «Μόνον η ημιμάθεια απομακρύνει από το Θεό, ενώ η αληθής επιστήμη οδηγεί εις Αυτόν»

– «Ο Θεός δεν κάνει θαύματα για να πείσει τους αθέους, γιατί και τα συνηθισμένα έργα του, μπορούν να πείσουν»

– «Ότι υπάρχει Θεός και κυβερνά πάντα, ότι είναι παντοδύναμος και σοφός και αγαθός (πάντων προνοητής, ότι αμείβει τις πράξεις εκάστου και προσήκει να λατρεύεται, όλα αυτά εννοούνται από τον φυσικό νου και αποτελούν το περιεχόμενο της φυσικής θεολογίας»

– «Του όλου βίου πρέπει να δεσπόζει η αγάπη, η μετά προθυμίας αφοσίωση στο κοινό αγαθό, που επιτάσσεται και από το φυσικό νόμο και από το Ευαγγέλιο· αυτή ανυψώνει τον άνθρωπο στο Θεό και πορίζει στην ψυχή την υπέρτατη ευγένεια»

– «Οι ανακαλύψεις είναι κατά κάποιο τρόπο νέες δημιουργίες και απομιμήσεις των θείων έργων»

Κέπλερ Ιωάννης, 1571-1630,
(ονομάστηκε ο «Νομοθέτης του Ουρανού»)

– «Θεωρώ ως διάταξη της θείας Πρόνοιας το ότι ακριβώς κατά την άφιξή μου (πλησίον του Τύχωνος Μπράχε) είχε ερευνηθεί ο Άρης. Δια της κινήσεως του αστέρος τούτου οφείλουμε να φθάσουμε στα απόρρητα της αστρονομίας ή να μείνουμε σε διαρκή άγνοια» (έγραψε το 1609)

– «Θεωρώ ως δικαίωμα, μάλιστα ως καθήκον να ερευνώ κατά τρόπο προσεκτικό τους αριθμούς τις μάζες, τα βάρη και τον κανόνα, κατά τον οποίο ο πάνσοφος Δημιουργός δημιούργησε τα πάντα. Διότι τα μυστικά του σχεδίου του δεν είναι τέτοια, ώστε να είναι απαγορευμένη η έρευνά τους, αλλά πολύ περισσότερο μας παρουσιάζονται ως ένα κάτοπτρο εμπρός στους οφθαλμούς μας, εις τρόπον ώστε, όταν τα εξετάζουμε, να διαβλέπουμε κάπως την καλωσύνη και την σοφία του Δημιουργού».

– «Έχασα πολύ χρόνο σ’ αυτή την αναζήτηση, σ’ αυτό το παιχνίδι με τους αριθμούς, αλλά δεν μπορούσα να βρω μία τάξη ούτε στις αριθμητικές αναλογίες ούτε στις αποκλίσεις αυτών των αναλογιών. Τελικά σε μία τελείως ασήμαντη ευκαιρία πλησίασα στην πραγματικότητα(…). Προσευχόμουν πάντοτε στο Θεό να κάνει να πετύχουν τα σχέδιά μου, αν αυτό που είχε πει ο Κοπέρνικος ήταν αληθινό» (στον Πρόλογο του Mysterium Cosmographicum 1597)

– «Μέγας ο Κύριος ημών και μεγάλη η ισχύς αυτού και της συνέσεως αυτού ουκ έστιν αριθμός. Αινείτε αυτόν οι ουρανοί, αινείτε αυτόν ήλιος, σελήνη και πλανήται, εν πάση αισθήση προς το κατανοείν, εν πάση γλώσση προς το προσφωνείν τον Δημιουργόν σας. Αινείτε αυτόν ουράνιαι αρμονίαι, αινείτε αυτόν οι αυτήκοοι των εξαιρέτων αρμονιών. Αίνει και συ ψυχή μου, Κύριον τον Δημιουργόν σου, έως υπάρχω. Ότι εξ’ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα, και τα αισθητά και τα νοερά· τόσο εκείνα τα οποία αγνοούμε, όσο και εκείνα τα οποία γνωρίζουμε-ελαχίστη μερίς εκείνων. Διότι μέχρι τώρα τα περισσότερα είναι επέκεινα. Ατώ ο αίνος, η τιμή και η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμην» (επίλογος στο έργο του «Αρμονία του Κόσμου»)

– «Οι ουράνιες κινήσεις δεν είναι τίποτα άλλο από ένα αιώνιο τραγούδι για πολλές φωνές. Δεν πρέπει να απορούμε λοιπόν αν ο άνθρωπος, μιμούμενος τον Δημιουργό του, ανακάλυψε επί τέλους την τέχνη του άσματος, που δεν γνώριζαν οι αρχαίοι» (στο βιβλίο Η αρμονία του Κόσμου 1618)

– «Μέχρις εδώ φθάνει ό,τι μπόρεσα να νοήσω περί του δημιουργικού έργου του Θεού. Τώρα δε έχω καθήκον να απομακρύνω οφθαλμούς και χείρας από το χειρόγραφον, να τα υψώσω εις τον ουρανόν για να ικετεύσω ευλαβώς και ταπεινώς τον Πατέρα των ουρανίων φώτων. Ω Συ, ο οποίος διεγείρεις εις ημάς τον πόθο προς το φυσικό φως της γνώσεως· Συ, ο οποίος στρέφεις ημάς προς το φως των αστέρων, για να μας βοηθήσεις και οδηγήσεις εις το κράτος της δόξης σου. Σε ευχαριστώ, Κύριε Θεέ μου, διότι με αναζωογονείς δια των θαυμασίων έργων σου και διότι αγάλλομαι από τα έργα των χειρών σου»

– «Είμαι Χριστιανός· διδάχτηκα την πίστη από τους γονείς μου. Την ενστερνίστηκα ερευνώντας συνεχώς και με καθημερινά ερωτήματα τα θεμέλιά της και κρατώ σ’ αυτήν. Δεν έμαθα ποτέ να υποκρίνομαι. Παίρνω την πίστη στα σοβαρά και δεν παίζω μαζί της» (επιστολή του 1598)

– «Όλοι είμεθα (και μάλιστα εγώ) εφήμεροι. Εγώ, πράγματι, σπεύδω δια να δημοσιεύονται αυτά όσο το δυνατόν ταχύτερα, προς δόξαν Θεού, δι όποιον θέλει εκ τους βιβλίου της φύσεως να γνωρίζει τον εαυτό του. Όσο περισσότερο μετά ταύτα οι άλλοι ήθελον οικοδομήσει επ’ αυτών, τοσούτω μάλλον θα χαίρω· διόλου δεν θα φθονώ. Αυτά ηυχήθην εις τον Θεόν. Αυτήν την βεβαίων γνώμην έχω. Ήθελον να ήμην θεολόγος. Επί πολύ ελυπούμην δι’ αυτό. Ιδού όμως ότι ο Θεός δοξάζεται πλέον εις την αστονομίαν δι’ εμού. Τέλος δε μετά του Πέτρου αναφωνώ:»Έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί εγώ»» (επιστολή στον Μαίστλιν)

– «(να πετύχω) ώστε η πίστη περί της δημιουργίας των πραγμάτων στερεώνεται με αυτό το εξωτερικό στήριγμα, ώστε να γίνεται γνωστή η φύση του δημιουργικού νου και αποδεικνύεται σε μας καθημερινά μεγαλύτερη η ανεξάντλητη Εκείνου σοφία. Εις τρόπον ώστε ο άνθρωπος να μετρά τις δυνάμεις του νου του και να νοεί με τον ακριβή κανόνα, αφού ο Θεός έχει κτίσει τα πάντα εις όλον τον κόσμο με γνώμονας ποσότητας, και αυτόν ακόμη τον νου, ο οποίος εδόθη εις τον άνθρωπον και ο οποίος τοιαύτα συλλαμβάνει» (επιστολή)

– «Όταν εργάζομαι μέσα στην δημιουργία, είναι σαν να αγγίζω τον Θεό με τα χέρια μου»

– «Οι αστρονόμοι ως ιερείς του Θεού εις το βιβλίον της επιστήμης, πρέπει να έχουν σταθερώς στο νου τους όχι τη δόξα του δικού τους λογικού, αλλά πέρα από κάθε τι άλλο την δόξα του Θεού» (επιστολή στον Herwart)

– «Εάν ο νους γυμνωθεί από τις ιδέες των θείων πραγμάτων, καταλήγει σε απλές αρνήσεις»

– «Η επιθυμία μου είναι να δυνηθώ να διακρίνω το Θεό, τον οποίο ευρίσκω παντού εις τον εξωτερικόν κόσμον, κατά τον ίδιο τρόπο και εντός του εαυτού μου» (στο Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, W.Durant τόμος Ζ σελ. 658-659)

– «Η αστρονομία έχει μία νόθο θυγατέρα, την αστρολογία, αλλά αυτή οφείλει να τρέφει τη μητέρα της!». «(η αστρολογία) είναι το μωρόν (ανόητο) θυγάτριον της ευϋπολήπτου και γνωστικής μητρός αστρονομίας»

– «Όταν ζούσα μετρούσα τα ουράνια, τώρα τα έρημα σκοτάδια.
Από το Θεό ήλθε το πνεύμα, δεν το σκιάζει η μαύρη γη»
(επίγραμμα στον τάφο του, το οποίο συνέταξε ο ίδιος)

Γαλιλαίος 1564-1642

– «Ο θείος αρχιτέκτων εδημιούργησε πρώτον τον Ήλιον και επόρισε σε αυτόν θέση πάγια, έπειτα δεν εσχημάτισε πόρρω εν τω χώρω τους πλανήτες και αφήκεν αυτούς από της θέσεώς τους εκείνης να φέρωνται περί τον έλκοντα Ήλιον… Ούτω πίπτοντας τους πλανήτας απεμάκρυνεν εν τινί στιγμή ο Θεός, έκαστον αυτων, από της τοιαύτης κινήσεως και έδωκε τροχιά κυκλική»

– «Πρέπει να σας πω κάτι, το οποίο άκουσα από έναν διάσημο εκκλησιαστικό άνδρα της εποχής μου, τον Καρδινάλιο Βαρόνιο: «Πρόθεση του Αγίου Πνεύματος είναι να μας διδάξει πώς πηγαίνει ένας προς τον ουρανό, και όχι πώς κινούνται οι ουρανοί»

– «Η φιλοσοφία είναι γραμμένη σε αυτό το μεγάλο βιβλίο, το οποίο βρίσκεται αδιαλείπτως μπροστά στα μάτια μας (εννοώ το Σύμπαν), αλλά δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε, αν δεν μάθουμε πρώτα τη γλώσσα και αν δεν συλλάβουμε τους χαρακτήρες, με τους οποίους είναι γραμμένο. Είναι γραμμένο στη γλώσσα των μαθηματικών και οι χαρακτήρες είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα, χωρίς τα οποία είναι ανθρωπίνως αδύνατον να κατανοήσουμε έστω και μια λέξη από αυτό και χωρίς αυτά κάποιος περιπλανιέται άσκοπα μέσα σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο» (στο έργο του Il Saggiatore 1623)

– «Τείνω να πιστεύω πως η αυθεντία της Αγίας Γραφής έχει στόχο να πείσει τους ανθρώπους για αυτές τις αλήθειες, που είναι απαραίτητες για τη σωτηρία τους και οι οποίες, απέχοντας πολύ από το να κατανοηθούν από τον άνθρωπο, δεν μπορούν να γίνουν αξιόπιστες με κάθε μάθηση ή οποιοδήποτε άλλο μέσο, παρά με την αποκάλυψη από το άγιο Πνεύμα. Όμως το να λένε πως ο Θεός, που μας προίκισε με αισθήσεις, λογική και κατανόηση, δεν μας επιτρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε και επιθυμεί να μας γνωστοποιήσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τούτη τη γνώση, την οποία είμαστε σε θέση να αποκτήσουμε από μόνοι μας μέσω αυτών των δυνατοτήτων, αυτό μου φαίνεται αδύνατο να το πιστέψω, ιδιαίτερα όσον αφορά εκείνες τις επιστήμες, για τις οποίες η Αγία Γραφή περιέχει ελάχιστα αποσπάσματα και ποικίλα συμπεράσματα. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει με την αστρονομία, για την οποία αναφέρονται τόσο λίγα, που ακόμη και οι πλανήτες δεν απαριθμούνται όλοι» (Επιστολή προς τον Καστέλι)

– «Δεν αισθάνομαι υποχρεωμένος να πιστεύω ότι, ο ίδιος εκείνος Θεός, ο οποίος μας επροίκισε με νόηση, λογική και διάνοια θέλησε να παραιτηθούμε από τη χρήση του» (Παγκόσμιος Ιστορία Πολιτισμού, Will Durant τόμος Ζ σελ. 666)

– «Η Αγία Γραφή και τα φαινόμενα της φύσης προχωρούν ομοίως από τον ιερό Λόγο, η πρώτη ως υπαγόρευση του Αγίου Πνεύματος και τα δεύτερα ως ο παρατηρητικός εκτελεστής των εντολών του Θεού» (Letter to the Grand Duchess)

– «(μετά την καταστροφή της όρασής του το 1638). Αυτό το σύμπαν, το οποίο έχω διατρέξει χίλιες φορές,… έχει περιοριστεί τώρα στον ελάχιστο χώρο του σώματός μου. Έτσι το θέλησε ο Θεός· για αυτό πρέπει να το αποδεχτώ και εγώ» (Παγκόσμιος Ιστορία Πολιτισμού, Will Durant τόμος Ζ σελ. 671)

Καρτέσιος 1596-1650
(μαθηματικός, φυσικός και φιλόσοφος)

– «Εκ του ότι υπάρχω και έχω την παράστασιν όντος τελειοτάτου, συνάγω εναργέστατα (=ξεκάθαρα) την ύπαρξη του Θεού».

– «Σκέπτομαι, άρα υπάρχω».
«Σκέπτομαι, άρα υπάρχει Θεός»

– «Εάν υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, που δεν είναι αρκετά πεπεισμένοι για την ύπαρξη του Θεού και της ψυχής τους, ας μάθουν ότι όλα τα άλλα πράγματα, για τα οποία νομίζουν ίσως ότι είναι βεβαιότεροι, όπως ότι έχουν σώμα και ότι υπάρχει η Γη και οι αστέρες και τα παρόμοια, είναι λιγότερο βέβαια».

– «Ο Θεός όταν με δημιούργησε έθεσε μέσα μου αυτήν την ιδέα, για να είναι αυτή, ωσάν το σήμα του Δημιουργού, χαραγμένη επί του έργου του… Θέλω να εξετάσω, εάν εγώ ο ίδιος που έχω αυτήν την ιδέα του Θεού, θα μπορούσα να υπάρχω, εάν δεν υπήρχε Θεός. Και διερωτώμαι, πόθεν θα είχα την ύπαρξή μου; Είναι φανερό ότι δεν οφείλω την ύπαρξή μου εις τον εαυτόν μου, διότι εάν ήμουν ικανός να δώσω εις τον εαυτόν μου ύπαρξιν, θα έδινα ταυτόχρονα όλες τις τελειότητες που μου λείπουν… Μήπως προέρχομαι από τους γονείς μου; Αλλά δεν είναι αυτοί που με διατηρούν ή με καθιστούν ον σκεπτόμενο. Εάν εξακολουθήσω έτσι σκεπτόμενος, από αιτίας εις αιτίαν, θα βρω την τελευταία αιτία· και η αιτία αυτή είναι ο Θεός»

– «Το γενικό αίτιο της κινήσεως δεν δύναται να είναι κανένα άλλο προφανώς, παρά ο Θεός, ο οποίος εις την αρχή εδημιούργησε ταυτοχρόνως ύλη και κίνηση και ηρεμία αυτής, ώστε να διατηρούνται εις τον κόσμον τόσο πολλές καταστάσεις κινήσεως και ηρεμίας, όπως αρχικώς τις είχε δημιουργήσει».

– «Ο Θεός υπάρχει· και το συμπέρασμα αυτό δεν είναι λιγότερο σαφές και προφανές από το ότι ο αριθμός δύο είναι άρτιος. Αλλά εις την περίπτωσιν αυτήν πρέπει να είμαστε απαλλαγμένοι από κάθε προκατάληψη, να έχουμε τη δύναμη να αποσπάσουμε το πνεύμα μας από τις αισθήσεις μας, και την δύναμη να απαλλαγούμε από την αλαζονεία και από το πνεύμα της αντιφάσεως»

– «Η ύπαρξη δεν μπορεί πλέον να διαχωρίζεται από την έννοια του Θεού, όπως δεν μπορεί να διαχωριστεί από την έννοια του τριγώνου το γεγονός, πως οι γωνίες του τριγώνου ισούνται με δύο ορθές γωνίες»

Σερ Φράνσις Μπέικον 1561-1626

– «Μόνον η ημιμάθεια απομακρύνει από το Θεό, ενώ η αληθής επιστήμη οδηγεί εις Αυτόν»

– «Ο Θεός δεν κάνει θαύματα για να πείσει τους αθέους, γιατί και τα συνηθισμένα έργα του, μπορούν να πείσουν»

Πασκάλ Βλάσιος, Blaise Pascal 1623-1662,
(μέγας μαθηματικός και φιλόσοφος)

– «Όχι μόνο δεν γνωρίζουμε το Θεό παρά μόνο δια του Ιησού Χριστού, αλλά ούτε και τον εαυτό μας γνωρίζουμε χωρίς τον Ιησού. Δεν γνωρίζουμε τη ζωή, τον θάνατο, παρά μόνο δια του Ιησού. Μακράν του Ιησού δεν γνωρίζουμε ούτε τι είναι η ζωή μας, ούτε ο θάνατος, ούτε ο Θεός, ούτε ο εαυτός μας. Χωρίς την Γραφή, η οποία έχει τον Ιησού Χριστό ως αντικείμενο, δεν γνωρίζουμε τίποτα και δεν βλέπουμε παρά σκότος και σύγχυση εις την φύσιν του Θεού και εις την ιδίαν μας φύσιν».

– «Κανείς δεν είναι ευτυχής σαν τον αληθινό Χριστιανό, ούτε λογικός, ούτε ενάρετος, ούτε αγαπητός»

– «Υψώνω τα χέρια προς τον ελευθερωτή μου, ο οποίος αφού προφητεύτηκε επί τέσσερις χιλιάδες χρόνια, ήλθε να πεθάνει και να πεθάνει για μένα στη γη, στο χρόνο και υπό τις συνθήκες που είχαν προφητευτεί· και με την χάρη του περιμένω τον θάνατο με ειρήνη, με την ελπίδα ότι θα ενωθώ μαζί του αιωνίως. Αλλά και ζω παρόλ’ αυτά με χαρά, είτε μέσα στα αγαθά που ευαρεστείται να μου δίνει, είτε μέσα στα δυσάρεστα που μου στέλνει για το καλό μου και που με έμαθε να υποφέρω με το παράδειγμά Του»

– «Η φύση παρουσιάζει τελειότητες, για να δείξει ότι είναι εικόνα Θεού, και ελαττώματα, για να δείξει ότι δεν είναι παρά μονάχα εικόνα του»
(Σκέψεις (416) σελ. 162, εκδ. Καστανιώτη)

Μπόϋλε, R. Boyle, 1627-1691
(ο πατήρ της αναλυτικής χημείας)
– «Το Ευαγγέλιο περιλαμβάνει πράγματι και αναπτύσσει ολόκληρο το μυστήριο της λυτρώσεως του ανθρώπου, τόσο, όσο είναι αναγκαίο να γνωρίσουμε για να σωθούμε».

– «Όλα τα βιβλία του κόσμου, ακόμη και τα άριστα μεταξύ αυτών, συγκρινόμενα με την Αγία Γραφή, δεν είναι παρά πλανήτες, που έχουν όλο το φως και όλη την αίγλη τους από τον Ήλιο».

– «Η γενικότερη θεώρηση των πραγμάτων γίνεται με το φως της φύσεως και τελειοποιείται από την πληροφορία των Γραφών»

– «Όση θαυμαστή καλλιτεχνία και αν έχει επιδείξει ο Θεός ανά το σύμπαν, δεν μπορούν να την κατανοήσουν τα μάτια που κλείνουν πεισμόνως και την προσβάλλον με το να μην κρίνουν αξίως αυτό που βλέπουν. Τα ζώα κατοικούν εις τον κόσμον και τον απολαμβάνουν· ο άνθρωπος, να θέλει να κάνει κάτι περισσότερο, οφείλει να τον μελετά και να τον αποπνευματώνει»

– «Ο Θεός έχοντας άπειρη γνώση και δημιουργός όντας του λογικού μας είναι αδύνατον να υποθέσουμε ότι μας αναγκάζει να παραδεχτούμε αντιφάσεις».

– «Είναι δύσκολο να δώσουμε μία ικανοποιητική έκθεση των φυσικών φαινομένων, χωρίς να παραδεχτούμε έναν Δημιουργό Νουν»

– «Η θεώρηση του μεγέθους, του κάλλους και των κανονικών κινήσεων των ουρανίων σωμάτων· η εξαιρετική κατασκευή των ζώων και των φυτών· προς τούτοις ένα πλήθος άλλων φαινομένων της φύσεως και η υποταγή των περισσότέρων εξ’ αυτών εις τον άνθρωπον οδηγούν αυτόν ως λογικό πλάσμα να συμπεράνει ότι αυτό το μεγάλο, ωραίο, κανονικό και από πολλών απόψεων θαυμαστόν σύστημα πραγμάτων, το οποίο ονομάζουμε κόσμο, κατασκευάστηκε από έναν Δημιουργό εις ύψιστον βαθμόν ισχυρόν, σοφόν και αγαθόν· αυτό δύσκολα μπορεί να το αρνηθεί ένας νοήμων και απροκατάληπτος μελετητής»

Λάϊμπνιτς 1646-1716
(φυσικομαθηματικός και φιλόσοφος)

– «Ο Θεός ευχαριστείται εις τους περιττούς αριθμούς»

– «Ο Ιησούς Χριστός, ο θείος Ιδρυτής της καθαροτέρας και φωτισμένης θρησκείας… τελειώνων εκείνο το οποίο είχε αρχίσει ο Μωϋσής, θέλησε να μην είναι η θεότης το αντικείμενο μόνο του φόβου και του σεβασμού μας, αλλά ακόμη της αγάπης μας και της στοργής μας. Έτσι έκανε τους ανθρώπους ευτυχείς εκ των προτέρων και τους έδινε εδώ, εις την γη μία πρόγευση της μελλούσης μακαριότητας. Διότι δεν υπάρχει τίποτα τόσο ευχάριστο, όσο το να αγαπά κανείς κάτι που είναι άξιο αγάπης. Αγάπη είναι η ψυχική διάθεση, που μας κάνει να βρίσκουμε ευχαρίστηση στις τελειότητες εκείνου που αγαπάμε. Δεν υπάρχει δε τίποτα τελειότερο από τον Θεόν, τίποτε πλέον αξιαγάπητο. Για να τον αγαπήσεις, αρκεί να ατενίζεις τις τελειότητές του· πράγμα εύκολο, διότι βρίσκουμε μέσα μας τις ιδέες εκείνου. Οι τελειότητες του Θεού είναι εκείνες της ψυχής μας, αλλά εκείνος τις κατέχει χωρίς όρια. Είναι ένας ωκεανός, από τον οποίο δεν έχουμε πάρει παρά σταγόνες. Υπάρχει μέσα μας κάποια δύναμη, κάποια γνώση, κάποια αγαθότης· αλλά υπάρχουν αυτές ολόκληρες στο Θεό. Η τάξις, οι αναλογίες, η αρμονία μάς ενθουσιάζουν· δείγματα αυτών είναι η ζωγραφική και η μουσική· ο Θεός είναι η πάσα τάξις, τηρεί πάντοτε την ακρίβεια των αναλογιών, κάνει την παγκόσμια αρμονία· όλη η ωραιότης είναι μία έκχυσις των ακτίνων του» (Πρόλογος στο Δοκίμιον Θεοδικίας)

– «Λόγος περί συμφωνίας πίστεως και λογικής. …. Την διάκρισιν μεταξύ εκείνου που είναι υ π έ ρ  λ ό γ ο ν (υπέρλογο) και εκείνου που είναι π α ρ ά  λ ό γ ο ν (παράλογο)… Διότι εκείνο που είναι παρά λόγον είναι εναντίον προς τις αλήθειες τις απολύτως βέβαιες και αναγκαίες· και εκείνο που είναι υπέρ λόγον είναι αντίθετο μόνο με τα συνήθη δεδομένα της πείρας ή της αντίληψης. Δια τούτο εκπλήσσομαι ότι υπάρχουν άνθρωποι του πνεύματος, οι οποίοι πολεμούν αυτήν την διάκριση… Είναι ασφαλώς πολύ καλά θεμελειωμένη. Μία αλήθεια είναι υπέρ λόγον, όταν ο νους μας (ή και κάθε νους δημιουργημένος)δεν μπορεί να την κατανοήσει· και τέτοια είναι κατά τη γνώμη μου, η Αγία Τριάς, τέτοια είναι τα θαύματα που είναι έργα μόνου του Θεού, όπως επί παραδείγματι η Δημιουργία… Αλλά μία αλήθεια δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ αντίθετη με τη λογική… Δεν υπάρχουν λόγοι, όσο και αν φαίνονται τέτοιοι, οι οποίοι να αντιτίθενται κατά της πίστεως, δηλαδή κατά της βεβαιότητος ή εναντίον της εμπιστοσύνης εις τον Θεόν, με την οποία μπορούμε και πρέπει να πούμε ότι ο Θεός έπλασε τα πάντα όπως πρέπει. Οι ενστάσεις δεν είναι διόλου άλυτες. Δεν περιέχουν παρά προκαταλήψεις και αληθοφάνειες, οι οποίες αναιρούνται από λόγους ασυγκρίτως ισχυρότερους.. Δεν έχουμε ανάγκη να απαρνηθούμε τη λογική για να ακούσουμε την πίστη, ούτε να βγάλουμε τα μάτια μας για να δούμε καθαρά, όπως έλεγε η βασίλισσα Χριστίνα· αρκεί να απορρίψουμε τις συνήθεις επιπόλαιες και επιφανειακές γνώσεις μας, όταν αυτές είναι αντίθετες προς τα μυστήρια. Μία τέτοια απόρριψη δεν είναι διόλου αντίθετη  στη λογική, εφόσον και εις τα φυσικά κόμη πράγματα βγαίνουμε πολύ συχνά από την απάτη των εξωτερικών δια της εμπειρίας ή δια λόγων ανωτέρων… Η πίστη θριαμβεύει εναντίον των ψευδών λόγων με λόγους ισχυρούς και ανώτερους, οι οποίοι μας κάνουν να την εγκολπωθούμε»

 – «Από την υπέρτατη τελειότητα του Θεού συνάγεται ότι, όταν δημιούργησε το σύμπαν, διάλεξε το καλύτερο δυνατό σχέδιο, που περιλάμβανε την μεγαλύτερη ποικιλία, σε συνδυασμό με την μεγαλύτερη δυνατή τάξη· την καλύτερη ρύθμιση ως προς την κατάσταση, τον τόπο και τον χρόνο· το μεγαλύτερο δυνατό αποτέλεσμα με τα απλούστερα μέσα· την περισσότερη δύναμη, γνώση, ευτυχία και καλοσύνη στα δημιουργήματα, που ήταν δυνατόν να χωρέσει το σύμπαν. Διότι, αφού όλα τα δυνατά πράγματα έχουν δικαίωμα στην κατανόηση του Θεού να υπάρχουν, αναλόγως του βαθμού τελειότητάς τους, αποτέλεσμα όλων αυτών των δικαιωμάτων πρέπει να είναι αυτός ο τελειότερος δυνατός υπάρχων κόσμος» Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, Will Durant τόμος Η σελ. 753)

– «Αρχίζω πάντοτε ως φιλόσοφος, αλλά τελειώνω πάντοτε ως θεολόγος» (ο.π. σελ. 757)

– «Πιστεύω ότι ακριβώς εκεί πρέπει να αναζητήσουμε την αρχή όλων των υπάρξεων και των νόμων της φύσης· επειδή ο Θεός μας προτείνει πάντα το καλύτερο και το πιο τέλειο. Εκείνος δεν κάνει τίποτα τυχαία και δεν μοιάζει με μας, στους οποίους μερικές φορές διαφεύγει αυτό που είναι το καλύτερο. Όλοι εκείνοι που βλέπουν τη θαυμαστή δομή των ζώων καταλήγουν να γνωρίσουν τη σοφία του δημιουργού των πραγμάτων· και εκείνους που έχουν κάποιο συναίσθημα ελέους και μια κάποια ευαισθησία για την αληθινή φιλοσοφία, εγώ τους συμβουλεύω να μην ακούνε τις θεωρίες κάποιων υποτιθέμενων δυνατών πνευμάτων, σύμφωνα με τα οποία βλέπουμε γιατί έχουμε μάτια, χωρίς τα μάτια να έχουν γίνει για να βλέπουμε» (στο «Μεταφυσικός Διάλογος»)

– «Και ο Θεός είναι ένας τεχνίτης, ο οποίος διαθέτει επαρκείς ικανότητες για να δημιουργήσει μια μηχανή χίλιες φορές πιο ευφυή από εκείνη του σώματός μας, χωρίς να χρησιμοποιήσει τίποτα άλλο παρά κάποιο αρκετά απλό υγρό, το οποίο θα έχει δημιουργηθεί έτσι ώστε να αρκούν οι συνήθεις νόμοι της φύσεως για να το αναπτύξουν όπως πρέπει, με σκοπό να παράγουν ένα αποτέλεσμα τόσο θαυμαστό· αλλά είναι αλήθεια, επίσης, ότι αυτό δεν θα συνέβαινε αν ο δημιουργός της φύσης δεν ήταν Θεός» (ο.π.)

– «Έτσι το σύμπαν είναι με κάποιο τρόπο πολλαπλασιασμένο τόσες φορές όσες είναι και οι ουσίες και η δόξα του Θεού πολλαπλασιάζεται και αυτή με τον ίδιο τρόπο από τις τόσες παραστάσεις –όλες διαφορετικές- του έργου του. Μπορούμε επίσης να πούμε ότι κάθε ουσία με κάποιο τρόπο φέρει μέσα της τον χαρακτήρα της άπειρης σοφίας και της παντοδυναμίας του Θεού και ότι τον μιμείται όσο μπορεί» (ο.π.)

Νεύτων Ισαάκ 1643-1727
(ο «πατήρ της φυσικής και της ουρανίου μηχανικής»)

– «Είναι τυφλός εκείνος που δεν βλέπει αμέσως στην αρίστη και σοφοτάτη διάταξη των όντων, την άπειρη σοφία και αγαθότητα του παντοδυνάμου Δημιουργού, μωρός δε (=ανόητος) εκείνος που δεν τον ομολογεί»

– «Ο Θεός κυβερνά όλα τα πράγματα και γνωρίζει όλα τα πράγματα, που υπάρχουν και εκείνα που μπορεί να υπάρξουν… Είναι παρών σε όλους τους τόπους, είναι περισσότερο ικανός με τη θέλησή του να κινήσει τα σώματα δια του απεριορίστου και ομοιομόρφου αισθητηρίου του και δια του τρόπου αυτού να διαμορφώσει και αναμορφώσει τα μέρη του σύμπαντος, παρ’ όσον εμείς με τη θέλησή μας μπορούμε να κινούμε τα μέρη του δικού μας σώματος» (στο έργο του Οπτικά)

– «Γιατί εκείνος ήταν [ο Θεός], που τα δημιούργησε [τα άτομα] για να τα θέσει σε τάξη. Και, εφ’ όσον το έκανε αυτό, δεν είναι φιλοσοφικό να αναζητούμε οποιαδήποτε άλλη Προέλευση του Κόσμου ή να παριστάνουμε πως προέκυψε από το Χάος με τους Νόμους της Φύσης μόνο» (στο έργο του Οπτικά)

– «Το εξαιρετικώς ωραίο αυτό σύστημα του Ηλίου, των πλανητών και των κομητών, είναι δυνατόν να προέλθει μόνο από τη σκέψη και την κυριαρχία μίας σκεπτομένης και παντοδυνάμου Yπάρξεως. Και αν τα σταθερά άστρα αποτελούν κέντρα άλλων, παρόμοιων συστημάτων, τότε πρέπει όλα αυτά, αφού δημιουργήθηκαν από έναν σοφό συμβουλάτορα, να υπόκεινται στην κυριαρχία του Ενός…Το Ον αυτό κυβερνά τα πάντα, όχι ως ψυχή του κόσμου, αλλά ως Κύριος επί πάντων… Ο Θεός είναι παντοδύναμος και πανταχού παρών και δια της υπάρξεώς του παντού και πάντοτε δημιουργεί τον χρόνο και τον χώρο» (στο έργο Principia)

– «Σίγουρα ανήκει στη φυσική φιλοσοφία, το να πραγματευόμαστε το Θεό από τα φαινόμενα της φύσης» (στο έργο Principia)

– «Το Σύμπαν υπάρχει. Δια της υπάρξεως αυτής παρουσιάζεται ως γεγονός θαυμαστόν, το οποίο προϋποθέτει μίαν άπειρον δύναμιν μέσα εις αυτό. Μία ολότητα μεγαλύτερη οποιουδήποτε μέρους. Μία ενότητα διατηρούσα και συνθέτουσα όλους τους κόσμους εις ένα. Το θαύμα δεν συνίσταται εις την έλλειψιν συνδετικών κρίκων από αιτίου εις αίτιον, αλλ’ εις αυτήν ταύτην  την ύπαρξη της αλυσίδας των φαινομένων. Αυτή αποτελεί το απύθμενο μυστήριο, το αδιαμφισβήτητο θαύμα που γνωρίζουμε, το οποίο μας ανάγει στις ιδιότητες του Θεού» (στο έργο του «Principia» Αρχαί)

– «Εις την κανονικήν κίνηση των πλανητών και των δορυφόρων τους, εις την κατεύθυνση αυτών, εις το σχέδιό τους, εις τον βαθμόν της ταχύτητας ενός εκάστου εξ’ αυτών υπάρχει η σφραγίδα κάποιου σκοπού η μαρτυρία της ενεργείας μιας αιτίας, η οποία δεν είναι ούτε τυφλή ούτε τυχαία, αλλά εξόχως επιδέξια στην μηχανική και την γεωμετρία Μη αμφιβάλλετε περί τούτου. Είναι παράλογο να υποθέσει κανείς ότι η τυφλή ανάγκη δεσπόζει εις το σύμπαν, διότι η τυφλή ανάγκη, πάντοτε η ίδια, δεν είναι δυνατόν να παραγάγει την ποικιλία τω πραγμάτων, την οποία βλέπουμε. Είναι βέβαιο ότι οι παρούσαι κινήσεις των πλανητών δεν είναι δυνατόν να προέρχονται εκ μόνης της ενεργείας της έλξεως. Δια να λάβουν κίνησην περιστροφικήν περί τον ήλιον, χρειάζεται θείος βραχίων να ωθήσει αυτούς επί της εφαπτομένης της τροχιάς τους» ( επιστολή στον Bentley)

– «Υπό την άποψιν αυτήν, δύναται κανείς να πει ότι ο Θεός κατά τη δημιουργία του κόσμου ήταν πάντοτε παρών και του έδωσε μία ορισμένη διάταξη. Πράγματι ο Θεός εξέλεξε τον τελειότερον κόσμο, δηλαδή εκείνον ο οποίος συγχρόνως παρουσίαζε την μεγαλυτέρα απλότητα και με τις προϋποθέσεις πλουσιοτέρων εν αυτώ φαινομένων, όπως θα είχε μία γεωμετρική γραμμή, την οποία ευκόλως θα κατασκεύαζε και της οποίας οι ιδιότητες θα ήταν πολλές και αξιοθαύμαστες. Με την παρομοίωση αυτή δεν θέλω να παρουσιάσω μία εικόνα της θείας σοφίας, η οποία δεν μπορεί να περιγραφεί πλήρως και να υποδείξω, τι δύναται να προσφέρει το πνεύμα μας εις την μεγάλη αυτήν αλήθεια».

– «Η αντίληψη ότι ο κόσμος είναι μία γιγάντια μηχανή, που προχωρεί χωρίς την παρέμβαση του Θεού, όπως ένα ρολόι που συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς του ωρολογοποιού τη συμβολή, είναι η αντίληψη του υλισμού και της μοιρολατρίας, και τείνει (υπό το πρόσχημα ότι καθιστά το Θεό μια υπερκόσμια διάνοια) να αποκλείσει στην πραγματικότητα τη Θεία Πρόνοια και την κυριαρχία του Θεού στον κόσμο»

– «Δεν γνωρίζω πώς μπορεί να φαίνομαι εις τον κόσμον. Εγώ όμως βλέπω τον εαυτό μου ως ένα παιδί, που παίζει εις την παραλία και διασκεδάζει βρίσκοντας πότε-πότε ένα περισσότερο λείο βότσαλο ή ένα όστρακο ωραιότερο από τα συνηθισμένα, ενώ ο μέγας ωκεανός της αλήθειας εκτείνεται εντελώς ανεξερεύνητος μπροστά μου»

– «Εάν είδα μακρύτερα από άλλους άνδρες, αυτό οφείλεται στο ότι στάθηκα επάνω εις τους ώμους γιγάντων»

– «Φυσική, φυλάξου από την Μεταφυσική»

– «Εδώ κείται ο Ισαάκ Νεύτων,- που με το μέγα πνεύμα του ερεύνησε πλανήτες, – των κομητών τις τροχιές, των θαλασσών πλημμύρες. – Πρώτος αυτός ανέλυσε τις φωτεινές ακτίνες – και των χρωμάτων έδωσε εικόνες εξαίσιες. – Την Φύσιν εμελέτησε και αρχαίες συγγραφές – και επιμελώς εισέδυσε σε Ιερές Γραφές. – Με τη ζωή, τα έργα του μάς έδειξε το δρόμο, – πώς να τιμάμε και εμείς τον θείο πλαστουργό – πιστοί στο Ευαγγέλιο, βιβλίο ιερό. – Χαρά στο γένος των θνητών τέτοια στολίδια να έχει»
(Επιγραφή στον τάφο του Νεύτωνος)

Λινναίος Κάρολος, Linnaeus, 1707-1778
(ο πατήρ της συστηματικής Βοτανικής)

– «Σκοπός της δημιουργίας του κόσμου είναι η θαυμαστή γνώσις του Θεού, όπως αυτός αποκαλύπτεται εις τα έργα της φύσεως γνωριζόμενος μόνον υπό του ανθρώπου».

– «Είδα πάρα πολλά από τα θαυμάσια έργα του Δημιουργού, εις τα οποία ευρήκα την μεγαλυτέραν χαράν μου, όσον κανείς θνητός πριν από εμέ».

 – «Όταν παρατηρούμε το πτέρωμα των πτηνών και την απαράμιλλη κατασκευή τους, βλέπουμε ότι δεν υπάρχει φτερό που να μην μαρτυρεί ότι κατασκευάστηκε από τον μεγάλο Καλλιτέχνη με εξαιρετική τέχνη. Ολόκληρη η σύντομη ζωή μας δεν φτάνει για να ερευνήσουμε τον μηχανισμό τους και να αποκαλύψουμε τη σοφία που κρύβουν».

– «Η φυσική ιστορία είναι μία θεία επιστήμη. Αποκαλύπτει όχι μόνο την αιτία της δημιουργίας του ανθρώπου, αλλά ακόμη του υποδεικνύει τον ορθό δρόμο προς την γνώση της μεγαλειότητος του Δημιουργού, της πανσοφίας του, της παντοδυναμίας του, της παγγνωσίας και ευσπλαγχνίας του, χωρίς την οποία γνώση δεν θα απολάμβανε ο άνθρωπος τα προνόμια, για τα οποία τον δημιούργησε ο Θεός… Ας μην κλείνουμε λοιπόν τα μάτια της ψυχής εμπρός εις το έργο του Θεού, αλλά ας οδηγούμεθα από αυτά στο να θαυμάζουμε τον Τεχνίτη! Δια τούτο θέλουμε να αναγγέλλουμε τα θαυμάσιά σου, ω Κύριε, και είθε το ανθρώπινο γένος να διηγείται την θαυμαστή δύναμή σου! Η θεώρηση της φύσεως χαρίζει μία πρόγευση της ουρανίου ευδαιμονίας, μία διαρκή χαρά της ψυχής και μία αρχή για το πλήρες ξεδίψασμά της, που θα είναι η υψηλότερη κορυφή της ανθρώπινης ευτυχίας».

– «Ο ήλιος φωτίζει τα σώματα, η σοφία τις ψυχές. Ο κόσμος είναι ένα ανάκτορο της σοφίας του Υψίστου. Ο Θεός άναψε κάθε μία ψυχή με το δικό του πυρ. Έτσι λάμπουν όλοι οι άνθρωποι με την σοφία του εις αυτό το θέατρο, όπως ο Θεός τους έπλασε. Μερικούς τους έκανε μεγάλα φώτα, άλλους μικρά»

– «Τι το ιδιαίτερον έχει ο άνθρωπος; Μάλιστα, έχει κάτι το ιδιαίτερο· δεν είναι εις θέσιν μόνο να ακούει, να βλέπει, να οσφραίνεται, να γεύεται και να αισθάνεται, όπως τα ζώα, αλλά είναι ικανός να συλλαμβάνει την θαυμαστή σχέση όλων των φυσικών πραγμάτων, να παρατηρεί τις ιδιαίτερες ιδιότητές τους και από εκεί να υψώνεται προς τον υψηλό και αξιοθαύμαστο Τεχνίτη τους».

– «Ήλθα εις αυτόν τον κόσμον για να θαυμάζω τον Θεό, τον παντογνώστη και παντοδύναμο εν τη μεγαλειότητί του»

Ούλερ Λεονάρδος- Euler 1707-1783
(ο μεγαλύτερος μαθηματικός της εποχής του)

– «Η τελειότης της διανοίας έγκειται εις την γνώσιν της αλήθειας… που έχει ως κύριο θέμα τον Θεό. Και όπως η διάνοια δεν θα μπορούσε να είναι εις ευτυχεστέραν κατάσταση παρά μόνο όταν κάνει συνεχείς προόδους εις την γνώσιν του Θεού και των έργων του, κατά παρόμοιο τρόπο και η θέληση δεν θα μπορούσε να βρεθεί εις ευτυχεστέραν διάθεση παρά όταν φτάσει εις απεριόριστη υποταγή εις το θείον θέλημα»

– «Όλη μας η ευτυχία καταλήγει εις τον Θεόν· η παραβίαση του νόμου του αναγκαστικώς θα μας σπρώξει εις το κακόν… Δεν υπάρχει τίποτε, το οποίο να είναι ικανό να κάνει τον άνθρωπο τελείως ευτυχισμένο, παρά μόνον: πρώτον μία επαρκής γνώση του θελήματος του Θεού και δεύτερον μία τελεία υποταγή της θελήσεως του ανθρώπου εις την θείαν θέλησιν».

– «Η ανάσταση του Ιησού Χριστού, είναι ένα αδιαφιλονείκητο γεγονός, και ένα παρόμοιο θαύμα δεν μπορεί να είναι παρά έργο του Θεού και μόνον, έπειτα δεν από αυτό είναι αδύνατον να υπάρχουν αμφιβολίες για την θεότητα της αποστολής του Σωτήρος. Κατ’ ακολουθίαν η διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων του είναι θεία. Και επειδή ο σκοπός της τείνει προς την αληθινή μας ευτυχία, μπορούμε να πιστέψουμε με τη σταθερότερη πεποίθηση όλες τις υποσχέσεις, τις οποίες μας δίνει το Ευαγγέλιο, τόσο για αυτήν τη ζωή, όσο και για τη μέλλουσα και να θεωρήσουμε τη χριστιανική θρησκεία έργο του Θεού που σχετίζεται με τη σωτηρία μας. Δεν είναι ανάγκη να δώσουμε περισσότερη έκταση εις αυτές τις σκέψεις, αφού είναι αδύνατον, εις όποιον έχει άπαξ πεισθεί δια την ανάσταση του Χριστού, να διατηρήσει την παραμικρή αμφιβολία για την θειότητα της Αγίας Γραφής»

Βενιαμίν Φραγκλίνος 1706-1790
(εφευρέτης του αλεξικέραυνου και Αμερικανός πολιτικός)

– «Με τη βοήθεια του Θεού εφέρθην κατά το μακρό διάστημα της ζωής μου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κανείς δεν έχει το διακαίωμα να πει: ο Βενιαμίν Φραγκλίνος με αδίκησε»

– «Χάσαμε έναν γονέα, φίλο ανεκτίμητο και προσφιλή. Αλλά αυτή είναι η θέληση του Θεού· τα σώματά μας να απορρίπτονται, όταν η ψυχή πρόκειται να εισέλθει στην αληθινή ζωή. Η ύπαρξή μας επί της γης μόλις αξίζει το όνομα ζωή… Γιατί λοιπόν να μην χαίρουμε, όταν ένα νέο άτομο καλείται στην αιωνιότητα, να γίνει μέλος της ευτυχισμένης κοινωνίας των αθανάτων;»

– «Ενθάδε κείται το σώμα του Βενιαμίν Φραγκλίνου, τυπογράφου, ως περικάλυμμα παλαιού βιβλίου, με σχισμένα τα φύλλα, με σβησμένα τα γράμματα και το επιχρύσωμά του, βορά των σκωλήκων. Δεν θα χαθεί όμως το κείμενο του βιβλίου, διότι θα αναφανεί, όπως πιστεύει, εις νέαν έκδοση, ωραιότερη, διορθωμένη και αναθεωρημένη από τον Ποιητή» (λόγια στην επιτάφια πλάκα του τα οποια συνέταξε ο ίδιος)

– «Νέε, σε συμβουλεύω να καλλιεργήσεις τη γνωριμία σου με την Αγία Γραφή και να πιστεύεις αδίστακτα στα διδάγματά της. Αυτό αποτελεί το ασφαλές συμφέρον σου»

– «Κύριοι! Ας προσευχόμαστε. Έφθασα σε μια μεγάλη ηλικία, και όσο περισσότερο ζω, τόσο καθαρότερα βλέπω ότι η υπόθεση της ανθρωπότητας διευθύνεται από τον Θεό… Πώς μπορεί μια χώρα να στηριχτεί και να ενισχυθεί χωρίς τη βοήθειά Του; Η Αγία Γραφή μας βεβαιώνει ότι, εάν μη Κύριος οικοδομήσει οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες»

Lavoisier 1743-1794
(ο πατήρ της νεώτερης Χημείας)

«Ερωτούμε τη φύση σε κάθε στιγμή και αυτή μας απαντά μία φορά τον αιώνα και με μία μόνο λέξη»

Έρσελ Β. Herschel William 1738-1822
(αστρονόμος που ανακάλυψε πολλούς δορυφόρους πλανητών)

«Όσο περισσότερο ευρύνεται το πεδίο της επιστήμης, τόσο πολυαριθμότερες γίνονται οι αποδείξεις περί υπάρξεως παντοδύναμης δημιουργικής Πανσοφίας»

Λαεννέκ, Laennec Rene 1781-1826
(ο διασημότερος γιατρός του ΙΘ αιώνος)

– «Οι φιλοδοξίες μου είναι ελάχιστες. Αρκεί να μπορώ να ζήσω, για να γίνω ωφέλιμος εις τους άλλους. Όλα τα άλλα είμαι βέβαιος πως δεν έχουν καμία αξία. Η περιουσία, η δόξα, οι πλέον λαμπρές επιτυχίες δεν μπορούν να ικανοποιήσουν την καρδιά του ανθρώπου. Επέστρεψα εις Εκείνον, ο οποίος μόνος μπορεί να δώσει την αληθινή ευτυχία. Η δόξα του κόσμου χάνεται, η αλήθεια του Κυρίου μένει εις τον αιώνα».

– «Είθε ο Θεός της ευσπλαγχνίας εμπρός εις τον οποίον θα παρουσιαστώ μετ’ ολίγον, να σας ευλογεί, αγαπητέ μου πατέρα. Ολοένα και περισσότερο προσπαθώ να καθαρίσω την ψυχή μου και με τη χάρη του Κυρίου επιθυμώ να βρεθώ την στιγμή αυτή κοντά του»

Βόλτα Αλέξανδρος, Volta Α. 1745-1827
(μεγάλος εφευρέτης στον τομέα του ηλεκτρισμού).

– «Πάντοτε εκράτησα και κρατώ ως μοναδική, αληθινή και αλάθητη την αγία χριστιανική θρησκεία και ευχαριστώ το Θεό παντοτινά που μου έδωσε αυτήν την υπερφυσική πίστη… Παρόλ’ αυτά, δεν παραμέλησα να χρησιμοποιήσω τα μέσα, έστω τα ανθρώπινα, που θα μου στερέωναν αυτήν την πίστη και να απομακρύνω όλες τις αμφιβολίες που προβάλλουν και θέτουν εις πειρασμόν. Ούτω πως εμελέτησα προσεκτικά τα θεμέλιά της και αναζήτησα εις την μελέτη βιβλίων, τόσο απολογητικών, όσο και αντιθέτων, τα υπέρ και τα κατά. Από όλα αυτά πηγάζουν τα επιχειρήματα τα πλέον ισχυρά, που την καθιστούν πολύ πιστευτή, ακόμη και εις την ανθρώπινη λογική, εις τρόπον ώστε κάθε σώος νους δεν μπορεί παρά να την εγκολπωθεί και να την αγαπήσει. Είθε μία τοιαύτη ομολογία, που επιθυμώ να γνωσθεί από όλους- διότι «ουκ επαισχύνομαι το Ευαγγέλιον»- να παράγει καλούς καρπούς!»

Λαπλάς Π. Laplace P, 1749-1827
(Γάλλος αστρονόμος και μαθηματικός)

– «Αυτό που γνωρίζουμε είναι ένα κάτι το πολύ μικρό, αλλά εκείνο, που αγνοούμε, είναι μέγιστο!» (το έγραψε πάνω από το κρεββάτι του)

– «όσο μεγαλύτερη και ευρύτερη γίνεται η περιοχή των εξερευνήσεων, τόσο περισσότερο μεγαλώνουν τα σύνορα του αγνώστου» (παρατίθεται από τον G. Gamow)

– «Προσεύχομαι εις τον Θεόν, δια να φρουρεί την ζωήν σου. Έχε Τον πάντοτε παρόντα εις τον νου σου, όπως τον πατέρα σου και την μητέρα σου…» (επιστολή στο γιο του 17/7/1809)

– «Η πιθανότης ενός τοιούτου γεγονότος (=δημιουργίας από τύχη) είναι μία στα τρισεκατομμύρια των δυνατών περιπτώσεων. Το ηλιακό σύστημα δεν είναι αποτέλεσμα τύχης, πράγμα που αποτελεί πιθανότητα πολύ μεγαλύτερη των περισσοτέρων ιστορικών γεγονότων».

– «Τέτοια φαινόμενα, τόσο έκτακτα, δεν είναι δυνατόν να προέκυψαν κατά τύχη. Υπολογίζοντες μαθηματικώς την πιθανότητα αυτών βρίσκουμε ότι η πιθανότης αυτή είναι μία στις 200 τρισεκατομμύρια δυνατές περιπτώσεις τουλάχιστον. Επομένως αυτά δεν είναι αποτέλεσμα τύχης, πράγμα που αποτελεί πιθανότητα κατά πολύ μεγαλύτερη των περισσοτέρων ιστορικών γεγονότων για τα οποία κανείς δεν αμφιβάλλει. Επομένως οφείλουμε να πιστεύουμε, τουλάχιστον με την ίδια πεποίθηση, ότι κάποια αιτία διηύθυνε τις κινήσεις των πλανητών» (Exposition du systeme du Monde, 1796 σ. 449)

Νταίβυ, Davy Humphry 1778-1829
(μεγάλος Άγγλος χημικός και φυσικός, ο πατήρ της ηλεκτροχημείας).

– «Κατά τη νεότητά μου ήμουν σκεπτικιστής. Νομίζω δ ότι αυτή είναι η περίπτωση των περισσοτέρων νέων που σπούδασαν και συζήτησαν λίγο και συνήθισαν να θέτουν κάποια μαθηματική στρυφνότητα εις τον τρόπο της σκέψεώς τους. Αλλά παρατηρώντας την φύση των νοητικών ιδιοτήτων των ζώων εν συγκρίσει με αυτές του ανθρώπου και εξετάζοντας τα θαυμάσια του ενστίκτου έγινα πιστός. Μου ήλθε μία ημέρα η ιδέα ότι το ένστικτο έχει αντικατασταθεί εις τον άνθρωπον από την ενέργεια του Θεού εις τας ψυχάς μας και με αυτήν την πεποίθηση η πίστη ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο… Ο αληθής χημικός βλέπει την ενέργεια του Θεού σε όλες τις ποικίλες μορφές του εξωτερικού κόσμου».

– «Δεν φθονώ κανέναν δι’ οιονδήποτε δώρο της καρδιάς ή του νου, είτε αυτό ονομάζεται μεγαλοφυΐα, είτε ικανότης και φαντασία. Εάν όμως επρόκειτο να εκλέξω, θα προτιμούσα από όλα τα άλλα δώρα την πίστη ευσεβούς καρδιάς. Αυτή κάνει τον βίο σχολή αγιότητας, πλάττει νέες ελπίδες, και όταν χαθεί κάθε γήινη ελπίς, διαχύνει τις λαμπρές της ακτίνες επάνω εις τον μαρασμό και την καταστροφή της επιγείου ύπαρξης. Η πίστη είναι εκείνη που προκαλεί ζωή από τον θάνατο και ύμνο ανάμεσα από τα ερείπια. Αυτή μπορεί να κάνει τα βασανιστήρια και το σταυρό της αισχύνης ουρανίους οδηγούς προς τον παράδεισο· ακόμη και εκεί όπου ο άνθρωπος των αισθήσεων και ο δειλός βλέπει μόνο σκοτάδι, καταστροφή και απόγνωση, η πίστη μπορεί να γεμίσει το πνεύμα με την πρόγευση ενός κόσμου ειρήνης και αιώνιας χαράς, προς τον οποίο κάτω από φοίνικες και αμαράντους βαδίζει η φάλαγγα των νικητών και των μακάρων»»

Λαμάρκ, J.B Lamarck 1744-1829

– «Ο άνθρωπος, αν θεωρήσουμε μόνο το σώμα του, θα ήταν δυνατόν να κατάγεται από τους ανωτέρους πίθηκους, τους ονομασθέντας δια τούτο ανθρωποειδείς, αλλά το λογικό του τον ανεβάζει πολύ υψηλότερα από τα νοήμονα ζώα, του δίδει μία θέση ξεχωριστή και αποδεικνύει ότι η καταγωγή του είναι διαφορετική από εκείνη των ζώων».

– «Είπαν ότι η φύση είναι ο Θεός. Παράξενο πράγμα! Έκαναν σύγχυση μεταξύ του ωρολογίου και του ωρολογοποιού, του έργου και του τεχνίτου. Ασφαλώς η ιδέα αυτή είναι συνεπής και δεν έχει κανένα βάθος. Η δύναμη που δημιούργησε τη φύση δεν έχει αναμφιβόλως όρια, δεν μπορεί να υποταχτεί στο θέλημά της και είναι ανεξάρτητη από κάθε νόμο. Μόνη αυτή μπορεί να μεταβάλλει την φύση και τους νόμους της· μόνη αυτή μπορεί να τους εκμηδενίσει».

– «Η φύση χωρίς να είναι μία διάνοια, χωρίς να είναι ένα ον, αλλά μία τάξις πραγμάτων που αποτελούν μία δύναμη παντού υποταγμένη εις νόμους, η φύσις, λέγω, δεν είναι Θεός. Είναι το υπέροχο προϊόν της παντοδυνάμου θελήσεώς του… Ο άνθρωπος που μελετά το παιχνίδι των φυσικών δυνάμεων θαυμάζει, ας πω μεν, τις θείες κινήσεις, διότι η θέληση του Θεού εκφράζεται παντού με την εκτέλεση των νόμων της φύσεως, εφ’ όσον αυτοί οι νόμοι προέρχονται από αυτόν»

Cuvier Γεώργιος, 1769-1832
(ο πατήρ της Παλαιοντολογίας)

– «Τα τελειότερα ζώα είναι απείρως κατώτερα του ανθρώπου ως προς τις νοητικές ικανότητες».

– «Ας αφήσουμε την ειδωλολατρική αρχαιότητα και ας ανοίξουμε το Ευαγγέλιο… Ιδού τι διαβάζουμε εις το ιερόν Βιβλίον: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου… και τον πλησίον σου ως σεαυτόν· εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται»

Αμπέρ Ανδρέας, Ampere 1775-1836
(διάσημος Γάλλος φυσικός)

– «Πόσο δυστυχής είμαι!… Εάν όμως διατηρούσα ακέραιες τις χριστιανικές μου πεποιθήσεις, ω! τότε δεν θα είχα πέσει μέσα εις αυτό το βάραθρον» (επιστολή στον J. Bredin)

– «Προσεύχου δι’ εμέ, ζήτησε δι’ εμέ την δύναμη να προσευχηθώ. Προσπάθησε, αγαπητέ μου, να μου δείξεις την αλήθεια. Προσπάθησε να με σηκώσεις από το βάραθρο στο οποίο πίπτω» (επιστολή στον J. Bredin)

– «Μέσα στη φύση, μπορούμε να βλέπουμε τα έργα του Δημιουργού και από αυτά να φτάνουμε στην γνώση Αυτού και στις θείες του ιδιότητες. Ο Θεός κρύπτεται στα «έργα των χειρών του» σαν τις πραγματικές κινήσεις των άστρων, οι οποίες κρύβονται πίσω από τις φαινομενικές»

– «Η πίστη είναι ένα δώρο του Θεού, στηρίζεται όμως και πάνω εις την θέληση του ανθρώπου προς επιστροφήν εις την Εκκλησία του Σωτήρος. Η θύρα είναι πάντοτε ανοικτή εις τους «ταπεινούς τη καρδία»… Και εν τούτοις εκλήθης, όπως και εγώ. Ηρνήθης όμως. Ανέβαλες και ο Κύριος επέρασε. Μα είσαι λοιπόν Χριστιανός ή εχωρίσθης από το σώμα της Εκκλησίας, η οποία είναι ο θεματοφύλαξ της Αληθείας επί της γης… Σε χαιρετώ και είθε ο Κύριος να σε επαναφέρει εις τους ώμους του, όπως το απολωλός πρόβατον» (επιστολή στον Οζανάμ)

– «Να εργάζεσαι εν πνεύματι προσευχής. Να ερευνάς πάντοτε με το ένα μάτι, ώστε το άλλο να καταγοητεύεται διαρκώς από το αιώνιο φως. Να ακούς μόνο με το ένα αυτί, για να είναι το άλλο πάντοτε έτοιμο να υποδέχεται τους γλυκείς και μελωδικούς ήχους του ουρανίου σου Φίλου…»

– «Θεέ μου, όλες οι επιστήμες, όλες οι ανακαλύψεις, όλα αυτά που ο κόσμος θαυμάζει, δεν είναι τίποτα. Η μόνη και αιώνια αλήθεια είναι η αλήθεια του Θεού… Ω, πόσο η ψυχή μου είναι τώρα πλέον ενωμένη με το Θεό και με το Χριστό. Ευλόγησέ με, Θεέ μου!»

– «Αντιλαμβάνομαι τώρα περισσότερο από άλλοτε τον Χριστιανισμό ως θρησκεία αφιερώσεως, θρησκεία αγάπης, θρησκεία εις την οποίαν οφείλουμε να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις» (στο τέλος της ζωής του)

Γκάους, K. Gauss 1777-1855
(κατά κάποιους ο μεγαλύτερος μαθηματικός όλων των αιώνων)
.
– «Υπάρχει εις τον κόσμον αυτόν απόλαυση του νου, ο οποίος ικανοποιείται εις την επιστήμην, και απόλαυση της καρδιάς, η οποία ανακουφίζει τον άνθρωπο από τους μόχθους και τις ταλαιπωρίες. Εάν όμως υποτεθεί ότι το έργο του υπερτάτου Όντος είναι να φέρει εις την ζωήν πλάσματα, δια να καλλιεργούν τις απολαύσεις αυτές και να εξαφανιστούν έπειτα από 80 ή 90 χρόνια, το σχέδιο θα ήταν ελεεινό. Ας υποτεθεί ότι η ψυχή ζούσε 80 ή 90 χιλιάδες χρόνια. Εάν επρόκειτο κάποτε να εξαφανιστεί, το χρονικό αυτό διάστημα είναι απλή στιγμή, αφού επι τέλους θα περάσει. Και όμως η ψυχή μας τείνει προς την αθανασία και το άπειρο. Από αυτό πρέπει να δεχτεί κανείς την γνώμη υπέρ της οποίας, εκτός από την αυστηρή επιστημονική θεμελίωση, τόσο πολλά άλλα συνηγορούν· ότι δηλαδή εκτός από τον υλικό αυτό κόσμο, υπάρχει και καθαρώς πνευματικός κόσμος, προορισμένος να μας παράσχει την ικανοποίηση των ευγενεστάτων και ισχυροτάτων εφέσεών μας. Του κόσμου δε αυτού θα γίνουμε μέτοχοι».

– «Σου εύχομαι να είσαι καλά, αγαπητέ μου. Πρέπει το όνειρο που ονομάζουμε ζωή να σού είναι γλυκύτερο. Να είναι πρόγευση της αληθινής ζωής εις την καθαυτό πατρίδα μας, εις την οποία το ζων πνεύμα δεν θα φέρει την αλυσίδα του σώματος, την σκευοθήκη του χώρου, την μάστιγα των γηίνων πόνων και όπου δεν θα το πιέζουν οι πειρασμοί των μικροτάτων μας αναγκών και επιθυμιών. Ας φέρουμε με θάρρος και χωρίς γογγυσμό το φορτίο μέχρι τέλους, χωρίς να λησμονούμε καθόλου εκείνον τον υψηλότερο σκοπό. Θα είμεθα γεμάτοι χαρά, όταν θα σημαίνουν οι τελευταίες ώρες της ζωής μας, για να αποθέσουμε το φορτίο, και θα βλέπουμε να φεύγει από πάνω μας κάθε τι το φθαρτό»

Κωσύ Αυγουστίνος, A. Cauchy 1789-1857
(ο μεγαλύτερος μαθηματικός 19ου αιώνος και κατηχητής νέων).

– «Είμαι Χριστιανός· δηλαδή πιστεύω εις την θεότητα του Ιησού Χριστού, μαζί με τους Μπραγιέ (T.Brahe), Καρτέσιο, Κοπέρνικο, Νεύτωνα, Φερμά, Λάϊμπνιτς, Πασκάλ, Ούλερ (Euler)…, μαζί με όλους τους μεγάλους γεωμέτρες, φυσικούς και αστρονόμους των περασμένων αιώνων… που τίμησαν περισσότερο από κάθε άλλον την επιστήμη, την φιλοσοφία, την φιλολογία και οι οποίοι ελάμπρυναν τις ακαδημίες μας».

– «Οι πεποιθήσεις μου είναι αποτέλεσμα όχι παιδικών προλήψεων, αλλά μιας βαθύτερης μελέτης»

– «Δεν βλέπω εις τι θα με έβλαπταν οι πεποιθήσεις μου αυτές. Απ’ εναντίας αισθάνομαι ότι, αν έχανα το άγιο δώρο της πίστεως, η ψυχή μου, η οποία δεν θα ήξερε πλέον τι να πιστεύει και τι να φοβάται, θα ήταν ανήσυχη και ταραγμένη από την σκέψη της υπάρξεως μιας μελλούσης ζωής και θα εκυμαίνετο εις μάτην εδώ και εκεί, χωρίς να βρίσκει εις το μέλλον ούτε την ελαχίστη γαλήνη. Και η ανησυχία αυτή της ψυχής και η αβεβαιότης της σκέψεως είναι εκείνη που προκαλεί την αηδία προς την ζωή, που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και εις την αυτοκτονία»

– «Δεν φοβάμαι μήπως θορυβηθώ από τις αναζητήσεις σας. Θα τις προκαλώ αδιακόπως, θα τις ενθαρρύνω με τις προσπάθειές μου και τις προσυχές μου· δεν θα φοβηθώ μήπως η αλήθεια αντιτίθεται προς τον εαυτό της, ούτε ότι τα γεγονότα και τα δεδομένα, που μαζεύετε, μπορούν να είναι αντίθετα προς την Αγία Γραφή (…). Είμαι βυθισμένος στη μελέτη της ανθρώπινης επιστήμης και ιδιαιτέρως εκείνης που λέγεται θετική επιστήμη, και αναγνωρίζω διαρκώς και περισσότερο την αλήθεια των λόγων του Βάκωνος: ότι, αν ολίγη φιλοσοφία μας κάνει απίστους, πολλή φιλοσοφία μας οδηγεί να γίνουμε Χριστιανοί. Είδα ότι όλες οι επιθέσεις εναντίον της αλήθειας που αποκάλυψε  ο Θεός, έδωσαν νέες αποδείξεις υπέρ της αλήθειας»

Φαρανταίυ Μιχαήλ, Faraday,1791-1867
(ένας από τους διασημότερους φυσικούς)

– «Όταν το πνευματικώς και το ηθικώς καλόν υπάρχει συνηνωμένον σε ένα ον, ομολογώ ότι το ον αυτό επλάσθη κατ’ εξοχήν για να εμφανίζει και να δείχνει την δόξα του Θεού εις την δημιουργία»

– «Η έννοια και ο σεβασμός του Θεού φθάνουν εις το πνεύμα μου δια μέσου οδών τόσο ασφαλών, όσο εκείνες που μας οδηγούν σε αλήθειες του φυσικού κόσμου»

Sir James Simpson 1811-1870
(εφεύρεση χλωροφορμίου)

– «Η μεγίστη ανακάλυψη, την οποία επραγματοποίησα ποτέ, ήταν ότι υπήρξα ένας μεγάλος αμαρτωλός και ο Ιησούς Χριστός ένας θαυμάσιος Σωτήρ και λυτρωτής»

Μάγερ Ιούλιος, Mayer 1814-1878,
(μέγας φυσικός του ΙΘ΄αιώνος)

– «Ο Έλλην σοφός Αναξαγόρας εδέχθη ως την τελικήν αιτίαν όλων των φαινομένων της κινήσεως μία ανωτέρα οντότητα, η οποία γνωρίζει τα πάντα, τον Νουν, ο οποίος κατά βάσιν συμπίπτει με τον Λόγον του ευαγγελιστού Ιωάννου… Τον αιώνιον αυτόν Λόγον ουδέποτε θα εμπιστευόμην να υποβληθεί εις μίαν κριτικήν έρευναν, για να κριθεί με ανθρώπινα μέτρα».

– «Το πρώτον και βασικόν αίτιον των πραγμάτων είναι μία ουσία, η οποία θα μένει αιωνίως ανεξερεύνητος από την ανθρωπίνη νόηση- και αυτή είναι η Θεότης».

– «Από τα βάθη της καρδιάς μου αναφωνώ: μία ορθή φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά προπαίδεια για τη χριστιανική θρησκεία».

– «Με όλη μου την ψυχή βεβαιώνω ότι η αληθινή φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά μόνο προπαρασκευαστική για τη χριστιανική θρησκεία. Οι φυσικές αλήθειες έχουν τέτοια σχέση με τη χριστιανική αλήθεια, οποίαν τα ρυάκια και οι ποταμοί προς τον ωκεανόν».

– «Η αλήθεια είναι καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν αιώνια και το Αιώνιον ούτε να οριστεί δύναται ούτε και να αποδειχτεί… Ο Θεός όμως έχει ως γνωστόν εις το πρόσωπον της ανθρωπότητος ένα πολύ βραδυπορούντα μαθητήν!»

Τζ. Μάξουελ, J. Maxwell 1831-1879
(μεγαλοφυής Σκώτος φυσικός)

– «Θεέ παντοδύναμε, Συ που δημιούργησες τον άνθρωπο κατά την δική σου εικόνα και του έδωσες την ζώσα λογική ψυχή, ώστε να Σε αναζητεί και να στέκεται υπεράνω των δημιουργημάτων σου, δίδαξέ μας να ερευνούμε τα έργα των χειρών σου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υποτάσσουμε τα επίγεια προς ιδικήν μας χρήση και να ενισχύουμε το λογικό μας, δια να το θέτουμε εις την δική σου υπηρεσία. Βοήθησέ μας να δεχώμεθα τους λόγους σου και να πιστεύουμε εις Εκείνον, τον Οποίον έστειλες για να μας δώσει την επιστήμη του ελέους και την άφεση των αμαρτιών μας»

– «Η ανθρωπίνη προσωπικότης και κατά την φύσιν και κατά τον προορισμό της βρίσκεται πολύ πέραν των ορίων της επιστημονικής σφαίρας».

– «Εις τας ημέρας μας τα ηλιακά συστήματα είναι τόσο τέλεια κατά τον αριθμό, τια διαστάσεις και το βάρος, όσο ήταν και κατά τη στιγμή της δημιουργίας. Οι αναλοίωτες ιδιότητές τους μας διδάσκουν ότι η ακρίβεια των υπολογισμών μας, η αλήθεια των κρίσεών μας και η εντιμότης των πράξεών μας, τα οποία θεωρούμε ως τα ευγενέστερα ιδιώματα του ανθρώπου, μας ταιριάζουν, διότι είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του Όντος, το οποίο εις την αρχή εδημιούργησε όχι μόνο τον ουρανό και τη γη, αλλά και την ύλη, από την οποία έλαβαν αυτά υπόσταση»

Δαρβίνος Κάρολος 1809-1882

– «Το ζήτημα εάν υπάρχει Δημιουργός Κυβερνήτης  του Σύμπαντος είναι εντελώς ξεχωριστό. Και εις το ερώτημα αυτό απαντούν καταφατικώς τα μεγάλα πνεύματα, τα οποία έζησαν ανά τους αιώνας» (στο «Περί της καταγωγής του Ανθρώπου»)

– «Και οι δύο (πράξεις) της γενέσεως, τόσο του είδους, όσον και των ατόμων, είναι, εντελώς κατά τον ίδιο τρόπο, μέρη εκείνης της μεγάλης λογικής σειράς των γεγονότων, τα οποία με κανένα τρόπο δεν μπορεί να δεχτεί το πνεύμα μας ως αποτέλεσμα τυφλής τύχης» (στο Η Καταγωγή του ανθρώπου)

– «…οι μορφές οι ολοένα πιο ωραίες και πιο θαυμαστές [ως προϊόν] διαφόρων δυνάμεων… που εμφυσήθηκαν αρχικά από τον Δημιουργό σε λίγες μορφές ή μόνον σε μία» (Η Καταγωγή των Ειδών, τόμος 2, σελ. 207)

– «Το περί θρησκευτικών πεποιθήσεών μου ζήτημα σπουδαίο είναι μόνον για μένα τον ίδιο. Επειδή όμως με ερωτάτε, απαντώ, ότι στο ζήτημα αυτό οι γνώμες μου μεταβάλλονται πολλές φορές. Αν κάποιος πρέπει να ονομάζεται θεϊστής, εξαρτάται από τη σημασία που δίνουμε σε αυτήν τη λέξη· αλλά ούτε και κατά την εποχή των πιο μεγάλων μου ταλαντεύσεων υπήρξα άθεος, δηλαδή άνθρωπος που αρνείται την ύπαρξη του Θεού» (γραπτή απάντηση στην Εφημερίδα της Αυγούστης το 1883)

Κρόνεκερ Λέοπολντ 1823-1891
(Γερμανός μαθηματικός)

– «Ο Θεός δημιούργησε τους ακέραιους αριθμούς· όλα τα άλλα είναι έργα του ανθρώπου»

Κούμερ Ε., Kummer, 1810-1893
(μεγάλος Γερμανός μαθηματικός)

– «Δεν μπορώ να φανταστώ άλλον χώρο, παρά εκείνον τον οποίο μας έδωσε ο αγαπητός Θεός»

– «Η φράση του Λάιμπνιτς «ότι ο Θεός αρέσκεται εις τους περιττούς αριθμούς» εκφράζει την συνείδηση του ότι, το κράτος των μαθηματικών με την εντελώς άπειρη πολλαπλότητα του περιεχομένου του, δεν είναι ανθρώπινο έργο, αλλά παρουσιάζεται ενώπιόν μας ως δημιουργία του Θεού τόσο αντικειμενική, όσο και η εξωτερική φύση»

Παστέρ Λουδοβίκος, Pasteur L. 1822-1895
(μέγας χημικός και βιολόγος)

– «Ο Θεός θέλησε, όπως δια των επιμόνων εργασιών μου προσθέσω ένα λιθαράκι εις το οικοδόμημα των γνώσεών μας επί των βαθέων μυστηρίων της ζωής και του θανάτου» (γράμμα στον πατέρα του)

– «Όσο περισσότερο ασχολούμαι με την σπουδή της φύσεως, τόσο περισσότερο εκπλήττομαι με τα έργα του Δημιουργού. Κατά τας εν τω εργαστηρίω μου εργασίας προσεύχομαι»

– «Η επιστήμη οφείλει να περιορίζεται στην παρατήρηση των γεγονότων και να μην υπερπηδά τον κύκλο της πραγματικότητας· αλλά δεν δύναμαι να εννοήσω, για ποιο λόγο οι οπαδοί της θετικής φιλοσοφίας αγωνίζονται να αποκλείσουν από τη μελέτη της ανθρώπινης διάνοιας, το σπουδαιότερο όλων των γεγονότων, την θετικοτέραν όλων των γνώσεων, την ιδέα του Απείρου… Το ύψος των ανθρωπίνων πράξεων εξαρτάται από τις ιδέες, από τις οποίες αυτές εμπνεύστηκαν. Ευτυχής εκείνος, ο οποίος φέρει μέσα του το θείον, την ιδέα του καλού, το ιδεώδες της τέχνης, της επιστήμης, της πατρίδος, το ιδεώδες των αρετών του Ευαγγελίου. Αυταί είναι αι ζώσαι πηγές των μεγάλων έργων, οι οποίες φωτίζονται από τις ακτίνες του Απείρου… Διερωτώμαι εν ονόματι ποίας νέας φιλοσοφικής ή επιστημονικής ανακάλυψης δυνάμεθα να εκριζώσωμεν από την ανθρώπινη ψυχή αυτές τις υψηλές ενασχολήσεις; Τις θεωρώ αιώνιες» ( στις 27-4-1882)

– «Θα έλθει ημέρα που θα γελούν δια την βλακείαν της συγχρόνου φιλοσοφίας»

– «Η αυτόματη γένεση των μικροσκοπικών όντων αποτελεί χίμαιρα. Όχι! Σήμερα δεν υπάρχει καμία γνωστή περίπτωση κατά την οποία μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι μικροσκοπικά όντα ήλθαν στον κόσμο χωρίς σπέρματα και γονείς που να ήταν όμοια με τα όντα αυτά. Αυτοί που διατείνονται την ύπαρξη της αυτομάτου γενέσεως, τούς έχει περιπαίξει η φαντασία τους ή εξαπατήθηκαν από κακώς επιχειρηθέντα πειράματα, στα οποία υπήρχαν σφάλματα που δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν ή τα οποία δεν μπόρεσαν να αποφύγουν». «Παν ζων εκ ζώντος»

– «Η επιστήμη δεν πρέπει να ανησυχεί καθόλου για τις φιλοσοφικές συνέπειες των εργασιών της. Αν με την πρόοδο των πειραματικών ερευνών μου επετύγχανα να αποδείξω ότι η ύλη μπορεί να οργανωθεί μόνη της σε κύτταρο ή σε έμβρυο ον θα το διεκήρυσσα αμέσως με την δικαιολογημένη υπερηφάνεια ενός εφευρέτου, ο οποίος έχει τη συνείδησή του ήσυχη, ότι έκαμε μία σπουδαιοτάτη ανακάλυψη. Και αν με προκαλούσαν θα προσέθετα: τόσο το χειρότερο για εκείνους των οποίων οι αρχές, οι θεωρίες και τα συστήματά τους δεν συμφωνούν με την αλήθεια των φυσικών γεγονότων! Με την ίδια αυτή υπερηφάνεια σας είπα και προ ολίγου, απορρίπτοντας τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι αντίπαλοί μου στο να καταρρίψουν τα συμπεράσματά μου: Στη σημερινή κατάσταση της επιστήμης η θεωρία της αυτομάτου γενέσεως είναι μία χίμαιρα. Και με την ίδια ανεξαρτησία της γνώμης μου προσθέτω: τόσο το χειρότερο για εκείνους των οποίων οι φιλοσοφικές ή πολιτικές τους αρχές παρεμποδίζονται αό τις μελέτες μου!»

– « «Η επιστήμη δεν έχει ούτε θρησκεία ούτε πατρίδα» επιγραφή για την οποία ο Παστέρ ειπε: «Αν η επιστήμη δεν έχει ούτε θρησκεία ούτε πατρίδα, οι επιστήμονες όμως έχουν και θρησκεία και πατρίδα»

– «Θα έδινα ευχαρίστως όλη μου τη δόξα ως επιστήμονας για ένα ψίχουλο από τη δόξα του Μεγάλου Αντωνίου, ο οποίος δεν ήξερε ούτε να διαβάζει».

Lapparent 1839-1908
(Γάλλος γωολόγος και ακαδημαϊκός)

– «Εάν έπρεπε να συνοψίσω σε σαράντα γραμμές τα πορίσματα της γεωλογίας, θα αντέγραφα το κείμενο της Γενέσεως, δηλαδή την ιστορία της Δημιουργίας όπως την έγραψε ο Μωϋσής»

Λίστερ Ιωσήφ, Lister, 1827-1912
(ο πατήρ της χειρουργικής)

– «Δεν διστάζω διόλου να είπω ότι κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ της θρησκείας του Ιησού Χριστού και οποιουδήποτε γεγονότος επιστημονικώς αποδεδειγμένου»

Πουανκαρέ Ερρίκος, H. Poincare 1854-1912
(μέγας Γάλλος μαθηματικός και φυσικός, χαρακτηρίστηκε ο «ζων εγκέφαλος των θετικών επιστημών»)

– «Δεν γνωρίζω να έχει ποτέ στεγνώσει η επιστήμη ένα δάκρυ από αυτά που έρχονται από την καρδιά… Πώς να κατευνάσει την απέραντη δίψα για ασφάλεια και δικαιοσύνη, που η ανθρωπότης λαχταρά; Η μόνη φωνή που την έχει ειρηνεύσει είναι εκείνη, που κατέβηκε μία ημέρα από το Όρος και ξεχύθηκε σε όλο τον κόσμο λέγοντας: «Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται. Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται»

Thomas Edison 1847-1931
(Αμερικανός εφευρέτης και επιχειρηματίας. Από τις γνωστότερες εφευρέσεις του είναι το μικρόφωνο, ο φωνόγραφος και ο ηλεκτρικός λαμπτήρας)

– «Δεν έχουμε καν αρχίσει να καταλαβαίνουμε ούτε το ένα τοις εκατό για το ενενήντα εννέα τοις εκατό από οτιδήποτε»

Ντε Λωναίη Λουδοβίκος, Louis de Launey,1860-1936,
(ένας από τους μεγαλύτερους γεωλόγους του κόσμο)

– «Ο Ιησούς είναι ο Θεός της αγάπης, ο Σωτήρ. Ο Εσταυρωμένος. Πέρασε πια η εποχή που οι έξυπνοι περιγελούσα τη Βίβλο, τον Χριστιανισμό, διότι δεν δεχόταν να ντυθεί την περούκα του ψευδοπολιτισμού. Δεν ζούμε πλέον στους χρόνους που νόμιζαν ότι όλα μπορούν να τα εξηγήσουν με τις αλγεβρικές εξισώσεις… Δεν ζούμε πλέον στην εποχή που επειδή η μεταφυσική δεν ήταν προσιτή στον ορθολογισμό, έπρεπε να ξεχάσουμε τη μεταφυσική… Ο Χριστός δίδει τη νίκη και τη χαρά στους πιστούς, μάλιστα δε σε όσους τον δέχονται με πίστη και ζητούν από αυτόν παρηγοριά… Χαίρονται τη λύτρωση που τους χάρισε ο μεγάλος Ελευθερωτής τους: ο Εσταυρωμένος Ιησούς, ο Σωτήρ τους, ο Αδελφός τους»

– «Η συνετή και ορθοφρονούσα επιστήμη σταματά ευσεβώς εις την σφαίρα της πίστεως»

G. Marconi 1874-1937
(βραβείο Νόμπελ 1909 για την ασύρματη τηλεγραφία)

– «Η επιστήμη μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει πολλά πράγματα, και προ πάντων το μεγαλύτερο από όλα τα μυστήρια, το μυστήριο της υπάρξεώς μας. Ποιοι είμαστε; Από πού ερχόμαστε; Για ποιο σκοπό ερχόμαστε στη ζωή; Από τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος άρχισε να σκέφτεται, επεδόθη εις την έρευνα των προβλημάτων αυτών, και όμως αυτά μέχρι σήμερα μένουν άλυτα. Διακηρύττω με υπερηφάνεια ότι είμαι πιστός. Πιστεύω στη δύναμη της προσευχής. Πιστεύω σε αυτό όχι μόνο ως πιστός Χριστιανός, αλλά συγχρόνως και ως επιστήμων»

– «Κάθε άνθρωπος της επιστήμης γνωρίζει ότι υπάρχουν μυστήρια άλυτα. Μόνο η πίστη σε μία Ανώτερη Ύπαρξη, πίστη η οποία ζητά την υπακοή μας, μας δίνει θάρρος να αναλαμβάνουμε με γενναιότητα την σπουδή των μυστικών της ζωής. Με τη βοήθεια του Θεού, ο οποίος θέτει τόσο τις μυστηριώδεις δυνάμεις της φύσης στη διάθεση της ανθρωπότητας, μπόρεσα να ετοιμάσω αυτό το όργανο, το οποίο δίνει στους πιστούς όλου του κόσμου την ευκαιρία να ακούσουν τους λόγους του Αγίου Πατρός (=του Πάπα)» (κατά την εγκατάσταση Ραδιοφωνικού σταθμού στο Βατικανό στις 12-2-1931)

– «Όταν ο Μαρκόνι εισήγαγε εις την ραδιοφωνία τα βραχέα κύματα, οι πρώτες φράσεις που εξέπεμψεν ήταν: «Γενηθήτω το θέλημά σου-ρύσαι ημας από του πονηρού».

Καρρέλ Αλέξης, Carrel A, 1873-1944,
(Γάλλος βιολόγος και φυσιολόγος παγκοσμίου φήμης, Νόμπελ 1912, συγγραφέας του «Ο άνθρωπος, αυτός ο άγνωστος»)

– «Οι τεχνικές μέθοδοι συλλαμβάνουν μόνο εκείνο που έχει διαστάσεις και βάρος. Δεν καταλαβαίνουν παρά μόνο τα πράγματα που είναι τοποθετημένα μέσα στο χώρο και τον χρόνο. Είναι ανίκανες να καταμετρήσουν την ματαιότητα, το μίσος, τον έρωτα, την ωραιότητα, την ανάταση της θρησκευτικής ψυχής προς τον Θεό, τις ονειροπολήσεις του σοφού και του καλλιτέχνη»

– «Η αληθινή προσευχή, μακράν του να είναι ξερή απαγγελία τυπικών ευχών, εκδηλώνεται με κάποια διάθεση μυστική, όπου η συνείδησή μας, το εγώ μας, συγχωνεύεται με το Θεό. Η κατάσταση αυτή δεν είναι φύσεως διανοητικής. Και για αυτό παραμένει απρόσιτη και ακατάληπτη στους φιλοσόφους και επιστήμονες. Έτσι και το αίσθημα του ωραίου και της αγάπης δεν κατανοούνται με την αναδίφηση των βιβλίων και με μελέτες θεωρητικές. Οι απλοί άνθρωποι αισθάνονται τον Θεό τόσο φυσικά, όσο και τη θερμότητα του ήλιου ή το άρωμα του άνθους. Αλλά ο Θεός, που είναι τόσο προσιτός στον άνθρωπο, που ξέρει να αγαπά, είναι απρόσιτος σε εκείνον, ο οποίος ξέρει μόνο να κατανοεί».

– «Δια της προσευχής ο άνθρωπος συναντά τον Θεό και ο Θεός ενοικεί εις τον άνθρωπο. Η προσευχή είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη του κρατίστου μέρους της οντότητάς μας. Δεν πρέπει λοιπόν να θεωρούμε την προσευχή σαν μία πράξη, στην οποία επιδίδονται μόνο οι αδύνατοι κατά το πνεύμα, οι πτωχοί και οι άνανδροι. «Είναι ντροπή να προσευχόμαστε», έλεγε ο Νίτσε. Στην πραγματικότητα δεν είναι περισσότερο ντροπή να προσευχόμαστε από το να τρώμε, να πίνουμε, να αναπνέουμε. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη του Θεού, όπως έχει ανάγκη από το νερό και το οξυγόνο»

Sir Arthur Eddington (1882-1944)
(μεγάλος Άγγλος αστροφυσικός)

– «Συμφωνήσαμε να λέμε ότι οι σχέσεις των φυσικών φαινομένων οφείλονται σε ένα άγνωστο σε μας υπόστρωμα. Αλλά γιατί να μην λέμε ότι το σύνολο των αποτελεσμάτων των συναγομένων εκ των μετρήσεων, αναφέρεται σε κάτι που έχει πνευματική φύση και του οποίου εμείς γνωρίζουμε την χαρακτηριστική ιδιότητα του σκέπτεσθαι; Μου φαίνεται ότι κάθε άλλη εξήγηση είναι παράλογη».

– «Απαλλαγείτε από την ιδέα, ότι οι νόμοι της φύσης μπορούν να καταργήσουν τη θρησκεία. Η επιστήμη σήμερα διακηρύττει ότι ο Θεός είναι πραγματικότης. Αλλά με αυτό δεν περιορίζουμε την σημασία της πραγματικότητας στην έννοια, υπό την οποία λέγομεν, ότι τα άτομα της ύλης είναι πραγματικότης. Η περί της πραγματικότητος του Θεού βεβαιότης μας είναι συναίσθηση της αναγκαίας σχέσεως του Θεού προς το σύμπαν».

– «Δεν είναι καθόλου ορθό να υποστηρίξουμε με υποθέσεις την Θρησκεία, απέναντι της Φυσικής, διότι η επιστήμη μπορεί να πλανάται. Τούτο εξηγεί, γιατί εγώ δέχομαι την ουσιώδη αλήθεια της Θρησκείας, επειδή παρέχει εχέγγυα»

– «Εκείνο που μας απομένει πραγματικά να κάνουμε, είναι μία αντίθετη επέκταση προς τα οπίσω, προς το παρελθόν, για να διαισθανθούμε και να φανταστούμε μία αμυδρή εικόνα που μας δίνουν οι τωρινές αντιλήψεις της Φυσικής. Η εξέταση της αρχής του κόσμου μάς παρέχει ανυπέρβλητες δυσκολίες σε περίπτωση που δεν θα συμφωνήσουμε να την θεωρήσουμε ειλικρινά ως υπερφυσική. Και ίσως πρέπει σε αυτό να περιοριστούμε» (The Expanding Universe,1944 p. 126)

J.A Fleming 1849-1945
(διάσημος Άγγλος ηλεκτρολόγος μηχανικός και μεγάλος εφευρέτης)

– «Το να λέμε ότι μόνη της η εξέλιξη παρήγαγε ή κατεύθυνε το σύμπαν προς την σημερινή του κατάσταση, ισοδυναμεί με το να αναγνωρίσουμε στην ύλη δύναμη αυτορρυθμίσεως, να της αποδώσουμε τις ιδιότητες Διάνοιας και να την κάνουμε δημιουργό θεότητα έξω από αυτό που απλώς είναι, δηλαδή έξω από το όνομα μιας λειτουργίας, που παρακολουθούμε, ή ενός γεγονότος. Η βιβλική ιδέα είναι πολύ περισσότερο ικανοποιητική και επαρκής. Σε αυτήν, η πηγή της δυνάμεως, η οποία διεγείρει και παράγει την σκέψη με την επίδραση και του εξωτερικού κόσμου, τοποθετείται σε μία υπέρτατη και ανεξάρτητη Διάνοια, που δεν ταυτίζεται ούτε με τις δικές μας δυνάμεις ούτε με τον εξωτερικό κόσμο υπό πανθεϊστική έννοια»

– «Η βασική αλήθεια της εξ’ αποκαλύψεως θρησκείας, είναι σαν μία ανακοίνωση που έχει γίνει σε μας και λέγεται στη φιλολογία Βίβλος. Θα ήταν αδύνατον να συλλέξουμε μαζί 66 βιβλία (το σύνολο δηλαδή των βιβλίων της Αγίας Γραφής) από μία άλλη κλασική κοσμική φιλοσοφία, που να έχουν τόσο αξιοσημείωτη σχέση, και αυτό αποδεικνύει ότι ο πραγματικός συγγραφέας τους δεν ήταν απλώς ο επί μέρους συγγραφέας, αλλά κάποια Υπέρτατη Λογική ή Διάνοια που οδηγεί τους συγγραφείς αυτούς προς ένα ορισμένο σκοπό»

– «Εν ολίγοις το φυσικό Σύμπαν είναι μάλλον μία Σκέψη παρά ένα Πράγμα· και η Σκέψη προϋποθέτει και απαιτεί Ένα που Σκέπτεται».

σερ Τζαίιμς Τζηνς J. Jeans 1877-1946
(από τους διασημότερους φυσικομαθηματικούς όλων των εποχών)

– «Από την εσωτερική μαρτυρία της αρμονίας της Δημιουργίας του, ο Δημιουργός του Σύμπαντος φαίνεται ότι είναι τέλειος μαθηματικός»

– «… Ο μαθηματικός Kronecker ήταν νομίζω εκείνος που είπε, ότι στην αριθμητική ο Θεός έκανε τους ακέραιους αριθμούς, ενώ ο άνθρωπος όλα τα άλλα· υπό το ίδιο πνεύμα μπορούμε να προσθέσουμε, ότι στη φυσική ο Θεός δημιούργησε τα μαθηματικά και ο άνθρωπος έκανε όλα τα άλλα»

– «Πρέπει να παραδεχτούμε, ότι η επιστήμη δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα πει τίποτα το οριστικό για τα ζητήματα της ανθρωπίνης υπάρξεως και του ανθρωπίνου προορισμού».

– «Η σύγχρονη επιστήμη μας αναγκάζει να θεωρήσουμε ότι ο Δημιουργός εργάζεται εκτός χρόνου και χώρου, που είναι μέρος της δημιουργίας του, ακριβώς όπως και ο ζωγράφος είναι έξω από τον μουσαμά τον οποίο ζωγραφίζει. Η αντίληψη αυτή είναι σύμφωνη με το συμπέρασμα του Αυγουστίνου. «Όχι εν χρόνω, αλλά μετά του χρόνου (=μαζί με το χρόνο) έπλασε ο Θεός τον κόσμο»

– «Τους φυσικούς Νόμους μπορούμε να τους κατανοήσουμε ως ιδέες ενός παγκοσμίου Πνεύματος. Η ομοιομορφία της Φύσεως αποκαλύπτει την εσωτερική συνέπεια του Πνεύματος τούτου… Το Σύμπαν είναι μία όχι-μηχανική πραγματικότητα. Το Σύμπαν μοιάζει με μια μεγάλη Σκέψη μάλλον παρά με μια μεγάλη μηχανή… Η αισθητή ύλη παρουσιάζεται ως δημιουργία και αποκάλυψη του Πνεύματος. Διαπιστώνουμε, ότι το Σύμπαν εμφανίζει ίχνη μιας σχεδιαζούσης ή ελεγχούσης Δυνάμεως» (In Unerforschtes Gebiet (1986)

Μαξ Πλάνκ, Max Planck, 1858-1947
(«ο θεμελιωτής της συγχρόνου φυσικής» βραβείο Νόμπελ(1918)

– «Οπουδήποτε και οσοδήποτε βαθειά και αν προσηλώσουμε τα βλέμματά μας, πουθενά δεν βρίσκουμε καμία αντίφαση μεταξύ της θρησκείας και των φυσικών επιστημών· αντίθετα μάλιστα, στα κρισιμότερα ακριβώς σημεία βρίσκουμε πλήρη συμφωνία. Θρησκεία και φυσικές επιστήμες δεν αποκλείουν η μία την άλλη, όπως φοβούνται μερικοί, αλλά συμπληρώνουν και καθορίζουν η μία την άλλη. Την πλέον χειροπιαστή απόδειξη δια το ευσυμβίβαστο θρησκείας και φυσικής μάς δίδει, και κριτικώς ακόμη εξεταζόμενον, το ιστορικό γεγονός, ότι οι μεγαλύτεροι φυσιοδίφες όλων των εποχών, άνδρες όπως ο Κέπλερ, ο Νεύτων, ο Λάιμπνιτς, ήταν εμποτισμένοι από βαθειά θρησκευτική πίστη»

– «Μόνο ένα ιδεώδες Πνεύμα είναι σε θέση να επισκοπεί επάνω σε όλους τους φυσικούς παράγοντες και έχει την ικανότητα να γνωρίζει και να μπορεί να προβλέπει όλα τα φυσικά φαινόμενα. Αυτό το Πνεύμα δεν πρέπει να το ταυτίζουμε με τον εαυτό μας, αλλά οφείλουμε να υποτασσόμαστε σε Αυτό και να πιστεύουμε σε Αυτό. Επιστημονικώς η ύπαρξή του ούτε αποδεικνύεται ούτε απορρίπτεται, αλλά από την παραδοχή της υπάρξεώς του πρακτικώς πηγάζει η πραγματοποίηση αυστηράς ετεραρχίας σε όλα τα γεγονότα του φυσικού και πνευματικού κόσμου. Υπό το φως της παγγνωσίας του σκεπτόμαστε και ενεργούμε εμείς οι άνθρωποι κατά ορισμένους νόμους πάντοτε, που είναι σε Αυτό μόνον γνωστοί. Τούτο δε δεν έρχεται σε αντίθεση με τη συνείδηση της δικής μας ελεύθερης βούλησης»

– «Η θρησκεία μαζί με τις φυσικές επιστήμες διεξάγουν από κοινού αγώνα εναντίον του σκεπτικισμού αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου εναντίον του δογματισμού, εναντίον της απιστίας και της δεισιδαιμονίας. Και το σύνθημα εις αυτόν τον αγώνα τους υπήρξε πάντοτε και θα είναι: Προς τον Θεόν».

«Η νεώτερη Φυσική έχει τώρα σε μεγάλη υπόληψη αυτή την παλαιά αλήθεια: Υπάρχουν πραγματικότητες, που είναι ανεξάρτητες από τις αισθήσεις μας και υπάρχουν προβλήματα και επίμαχα ζητήματα για τα οποία οι πραγματικότητες αυτές έχουν για εμάς αξία πολύ μεγαλύτερη από όση έχει ο πλούσιος θησαυρός ολόκληρου του αισθητού σε μας κόσμου (1932)»

Lecomte Du Nouy 1883-1947
(Διακεκριμένος Γάλλος φυσικοχημικός και βιολόγος)

– «Δυστυχώς πολλοί εκπρόσωποι της επιστήμης που κάνουν επάγγελμα το να περιφρονούν την φιλοσοφία και να υποβιβάζουν τη μεταφυσική, νομίζουν ότι μπορούν να καταργήσουν τα αντικείμενα της μεταφυσικής δείχνοντας ότι αυτά τα αντικείμενα –Θεός, ψυχή κλπ.- δεν έχουν θέση μέσα στο μαθηματικό πρότυπο ενός ζητήματος… Ο άνθρωπος έχει μόνο ορέξεις, ένστικτα, πάθη, περιέργεια. Και όμως ούτε τα μεν ούτε τα δε μπορούν να εξηγήσουν τις μεγάλες πράξεις του ανθρώπου, τια αρετές, τις θυσίες, τους μάρτυρες. Υπάρχει στους μεγαλύτερους θεόπνευστους, στους αγίους, στους προφήτες, των οποίων η επίδραση εξακολουθεί από αιώνων να είναι αισθητή, υπάρχει σε όλους αυτούς ένα στοιχείο που διαφεύγει την αντίληψή μας. Δεν μπορούμε να ζητήσουμε από την επιστήμη να υψώσει την ηθική στάθμη της ανθρωπότητας»

– «Πρέπει όμως να ενθυμούμεθα ότι αγνοούμε, και ίσως θα αγνοούμε πάντοτε, κάθετί το οποίο έχει σχέση μεταξύ του μυστηριώδους και υποθετικού σύμπαντος»

Edward Milne 1896-1950
(Άγγλος  θεωρητικός αστροφυσικός και μαθηματικός)

– «Ο κόσμος έχει αρχή, αλλά της στιγμής εκείνης δεν μπορούμε να έχουμε εμπειρία. Εκεί εάν θέλουμε, μπορούμε να εξιχνιάσουμε τον δάκτυλο του Θεού στην θεία πράξη της δημιουργίας»

– «Η δική μας προσπάθεια αν και δίνει απάντηση (υποκειμενική) στις ερωτήσεις «πώς», «πού», «πότε», δεν δίνει καμία απάντηση στο «γιατί». Δεν γνωρίζω εάν έχουμε την άδεια να ρωτήσουμε, «γιατί έγινε το σύμπαν;». Αλλά εκείνος που αισθάνεται ότι επιτρέπεται να τίθεται η ερώτηση αυτή, μπορεί νομίμως να απαντήσει στο «γιατί», θέτοντας το όνομα του Θεού. Ο φυσικός και ο κοσμολόγος χρειάζονται το Θεό, για να τον θέσουν ως δημιουργό του κόσμου, ενώ στον βιολόγο ο κόσμος παρουσιάζεται ότι έγινε επί τη βάσει θείου σχεδίου. Για τον άνθρωπο όμως, που είναι πολύ περισσότερο ή βιολόγος ή κοσμολόγος, τον προικισμένο με νου και αθάνατη ψυχή, ο Θεός είναι εκείνος τον οποίο χρειάζεται πάντοτε σε όλες τις περιστάσεις της ζωής του»

– «Δεν μπορούμε να κάνουμε προτάσεις για την κατάσταση που επικρατούσε στην αρχή· στη θεία πράξη της δημιουργίας ο Θεός είναι απαρατήρητος και αμάρτυρος»

A. C Morrison 1888-1951
(ακαδημαϊκός αμερικανός χημικός. Διετέλεσε πρόεδρος της Ακαδημίας των Θετικών Επιστημών της Νέας Υόρκης)

– «Το πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως περιέχει την πραγματική ιστορία της Δημιουργίας και η ουσία του δεν μεταβλήθηκε με τις γνώσεις που απέκτησαν οι άνθρωποι από τότε… Οι διαφορές παρουσιάζονται επάνω σε λεπτομέρειες, οι οποίες δεν είναι άξιες λογομαχίας… Μπορεί η επιστήμη να προσάψει κανένα ψεγάδι στη σύντομη αυτή ιστορία της δημιουργίας (όπως εκτίθεται στη Γένεση); Η ιστορία του κόσμου τυπωμένη σε λίγες γραμμές! Το υπόλοιπο είναι λεπτομέρειες. Αντιμετωπίζοντας την απλότητα της αλήθειας την οποία εκθέσαμε, ας μην ερίζουμε πάνω σε λεπτομέρειες σχετικές με την μετάφραση ή την ανθρώπινη παρεμβολή ή με το ερώτημα πώς ο Θεός έκανε το έργο του ή πώς έλαβε αρχή ο χρόνος. Ποιος γνωρίζει; Τα γεγονότα έγιναν δια μέσου των αιώνων και είναι γεγονότα».

– «Υποθέστε ότι παίρνετε 10 δεκάρες και τις σημειώνετε με τους αριθμούς από το 1 έως το 10. Τις ρίχνετε στην τσέπη σας και τις ανακατεύετε για πολύ ώρα. Τώρα δοκιμάστε να τις ανασύρετε κατά συνέχεια από το 1 έως το 10, επαναφέροντας και πάλι κάθε κέρμα στην τσέπη σας. Η πιθανότητα να βγάλετε τον αριθμό 1, είναι 1 στις 10 περιπτώσεις. Η πιθανότης να βγάλετε το 1 και το 2, κατά σειρά, θα ήταν 1 προς 100. Η πιθανότης να βγάλετε το 1,2 και το 3, κατά συνέχεια, θα ήταν μία στις χίλιες. Η πιθανότης να ανασύρετε 1,2,3 και 4, κατά σειρά, θα ήταν μία στις 10.000 και ούτω καθεξής μέχρις ότου η πιθανότης να ανασύρετε από το 1 έως το 10, κατά σειρά, θα έφτανε τον απίστευτο μαθηματικό τύπο 1 επί 10  δισεκατομμύρια!»

R. Millikan 1868-1953
(Διάσημος Αμερικανός φυσικός, βραβείο Νόμπελ 1923)

 – «Υποθέτω ότι η μέλλουσα πρόοδος του ανθρωπίνου γένους θα παρουσιάσει κάποια στενή αναλογία με τη μέλλουσα κυκλοφορία της Βίβλου»

– «Θρησκεία και επιστήμη είναι (…) οι δύο μεγάλες αδελφές, οι οποίες έχουν σύρει και διαρκώς έλκουν το ανθρώπινο γένος προς τα εμπρός και τα επάνω. Και οι δύο είναι αναγκαίως στενώς συνδεδεμένες (…). Οι δύο λέξεις συνείδηση και γνώση συνδέονται με τις λέξεις θρησκεία και επιστήμη» »

Άλμπερτ Αϊνστάιν 1879-1955
στο βιβλίο Εγώ ο Άλμπερτ Αϊνστάιν,Alice Calaprice, σελ. 158 εκδ. Κάτοπτρο όπου και οι ακριβείς πηγές.
Σημείωση: Ο Αϊνστάιν δήλωνε ξεκάθαρα ότι δεν πιστεύει σε προσωπικό Θεό με την έννοια της χριστιανικής πίστης)

– «Όλα είναι καθορισμένα… από δυνάμεις που δεν τις ελέγχουμε. Είναι καθορισμένα για το έντομο όπως και για το άστρο. Οι άνθρωποι, τα φυτά ή η κοσμική σκόνη- όλα χορεύουν στον μυστηριώδη σκοπό που παίζει από μακριά κάποιος αόρατος αυλητής»

– «Ισχυρίζομαι ότι το κοσμικό θρησκευτικό συναίσθημα είναι το ισχυρότερο και ευγενέστερο κίνητρο της επιστημονικής έρευνας» (οπ.π. σελ. 159)

– «Ο επιστήμονας διακατέχεται από την αίσθηση της παγκόσμιας αιτιότητας… Το θρησκευτικό του συναίσθημα παίρνει τη μορφή εκστατικής έκπληξης μπροστά στην αρμονία του φυσικού κόσμου, όπου αποκαλύπτεται μία ευφυΐα τόσο ανώτερη, ώστε, σε σύγκριση με αυτήν, το σύνολο της συστηματικής σκέψης και οι πράξεις των ανθρωπίνων όντων μοιάζουν εντελώς ασήμαντα… Το συναίσθημα αυτό αναμφισβήτητα είναι ανάλογο με εκείνο που διακατείχε τις θρησκευτικές ιδιοφυΐες όλων των εποχών» (οπ.π. σελ. 161)

– «Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ζωής ή και της ζωής κάθε πλάσματος; Η απάντηση στο ερώτημα ανήκει στη θρησκεία. Ίσως αναρωτηθεί κανείς: Έχει άραγε νόημα να τίθεται μια τέτοια ερώτηση; Η απάντησή μου είναι ότι ο άνθρωπος που θεωρεί δίχως νόημα τη ζωή, τη δική του και των συνανθρώπων του, δεν είναι μόνο δυστυχής αλλά και ανάξιος για ζωή» (οπ.π. σελ. 162)

– «Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη, πείθεται ότι τελικά στους νόμους του σύμπαντος εκδηλώνεται ένας νους πολύ ανώτερος από το νου του ανθρώπου… Έτσι η ενασχόληση με την επιστήμη οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα που είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα κάποιου αφελέστερου ανθρώπου» (οπ.π. σελ. 162)

– «Η σχετικότητα είναι καθαρά επιστημονικό ζήτημα και δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκεία» (οπ.π. σελ. 177)

– «Είναι δύσκολο να κρυφοκοιτάξεις τα τραπουλόχαρτα του Θεού. Μα ούτε για μια στιγμή δεν μπορώ να πιστέψω ότι… θα διάλεγε να παίξει ζάρια με τον κόσμο» (οπ.π. σελ. 182)

– «Ένα πράγμα διδάχτηκα στη μακρόχρονη ζωή μου: ολόκληρη η επιστήμη μας, όταν συγκριθεί με την πραγματικότητα, μοιάζει πρωτόγονη και παιδιάστικη- και όμως, είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε» (οπ.π. σελ. 187)

– «Οι φυσικές έννοιες είναι ελεύθερες δημιουργίες του πνεύματος και δεν προκύπτουν, όπως συχνά νομίζεται, αναγκαίως από τις σχέσεις μας με τον έξω κόσμο. Στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε την πραγματικότητα μοιάζουμε με κάποιον, που προσπαθεί να καταλάβει τον μηχανισμό ενός κλειστού ρολογιού. Αυτός βλέπει το απέξω: την πλάκα, τους δείχτες που κινούνται, ακούει το τικ-τακ, αλλά στο εσωτερικό του δεν μπορεί να εισέλθει. Εάν έχει κάποια ικανότητα θα επινοήσει, ίσως, κάποιο μηχανισμό, με τον οποίο λειτουργεί το ρολόι, που βλέπει, αλλά ποτέ δεν θα είναι βέβαιος, ότι οι ιδέες του είναι μοναδικές, με τις οποίες εξηγούνται οι παρατηρήσεις του. Διότι ποτέ δεν θα είναι σε θέση να ελέγξει τις ιδέες του με βάση τους πραγματικούς μηχανισμούς» (Αϊνστάιν, L.Infeld,Die Evolution der Physik (1987),40))

– «Ποτέ δεν βρήκα τίποτα στην επιστήμη μου, που να μπορώ να αντιτάξω στη Θρησκεία».

– «Όσο οι νόμοι των Μαθηματικών αναφέρονται στην πραγματικότητα δεν είναι βέβαιοι, και όσο είναι βέβαιοι δεν αναφέρονται στην πραγματικότητα»

– «Οι σοβαροί διάκονοι της επιστήμης είναι οι μόνοι βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι» (στο Religion and Science p. 40)

G.G Abbot,
(διάσημος Αμερικανός αστροφυσικός και γεωφυσικός)

– «Ολόκληρος ο κόσμος αποτελεί ένα ρολόι εφοδιασμένο με μικρούς τροχούς, με ελατήρια, με δείκτες, που σημειώνουν τις ώρες, και με όλα τα άλλα πολύπλοκα μέρη, τα οποία τόσο καλά γνωρίζουμε. Μολονότι στο ρολόι δεν γίνεται πουθενά αισθητή η παρουσία του ανθρώπου, ούτε σε πολλά μίλια μακριά δεν σημειώνεται η ύπαρξη κάποιας κατοικίας, δεν μπορεί παρά να εξαχθεί το συμπέρασμα: Η σαφής μαρτυρία του πολυπλόκου μηχανισμού, που αποβλέπει σε έναν ευφυή και μεγαλειώδη σκοπό, απαιτεί δε την προγενεστέρα ύπαρξη μιας Υπέρτατης Διάνοιας, η οποία σκέφτεται, σχεδιάζει και δημιουργεί τον μηχανισμό αυτόν. Το ρολόι δεν θα μπορούσε με άλλο τρόπο να έλθει εις ύπαρξιν χωρίς αυτή την Διάνοια».

– «Την αιώνια ζωή δεν είναι περισσότερο δύσκολο να την παραδεχτούμε, παρ’ ότι αισθανόμαστε για τα μυστήρια που βλέπουμε σε όλα τα γύρω μας πράγματα. Αλήθεια, δεν μπορούμε να το καταλάβουμε αυτό, όπως το κάνουμε για τους αστέρες, αλλά δεν υπάρχει καμία απόδειξη (κανένας λόγος) για να αρνηθεί κανείς αυτό. Έστω και αν ακόμη ένας από τους πεθαμένους θα ερχόταν για να μας πει, ότι δεν υπάρχει μία τέτοια πραγματικότητα – η πέραν του τάφου ζωή»

Carl Jung,1875-1961
(Ελβετός ψυχίατρος)

– «Το πρόβλημα του ψυχικώς πάσχοντος, κατά συγκρίτως ανώτερον λόγον ανήκει εις τον πνευματικόν, παρά εις τον ιατρόν. Αλλά ο άρρωστος επισκέπτεται τις περισσότερες περιπτώσεις πρώτα τον ιατρόν, διότι νομίζει ότι είναι σωματικά ασθενής και επειδή ορισμένα συμπτώματα νευρώσεως μπορούν τουλάχιστον να κατευναστούν με φάρμακα… Από 30 χρόνια τώρα έχω πελατεία από όλες τις πολιτισμένες χώρες της γης… Από όλους τους ασθενείς μου που δεν υπερέβησαν την μέση ηλικία δηλ. το 35ο έτος, δεν υπάρχει ούτε ένας του οποίου το τελικό πρόβλημα δεν ήταν η θρησκευτική του τακτοποίηση. Ναι, καθένας τελικά πάσχει, διότι έχασε εκείνο που όλες οι ζωντανές θρησκείες όλων των εποχών έδωσαν στους πιστούς τους. Και κανείς δεν θεραπεύτηκε πραγματικά, αν δεν πέτυχε πάλι την θρησκευτική του τακτοποίηση… Είναι επείγουσα ανάγκη να δώσουν τα χέρια ο πνευματικός και ο ψυχίατρος, για να υπερνικήσουν το γιγαντιαίο αυτό πνευματικό πρόβλημα»(1937)

Κόντον Αρθούρος, A. Compton 1892-1962
(Αμερικανός φυσικός βραβείο Νόμπελ 1927)

– «Αξίζει περισσότερο ο άνθρωπος από τα αστέρια και τους γαλαξίες; Το σπουδαίο και το σοβαρό οποιουδήποτε πράγματος εξαρτάται από το ενδιαφέρον του ενός, που κρίνει και αποφασίζει για αυτό. Ρωτήστε μία μητέρα, εάν θα ήθελε να ανταλλάξει το νεογέννητο παιδί της με το λαμπρότερο αστέρι του ουρανού. Επίσης, εάν το παιδί αυτό συνέβαινε να είναι ένας Νεύτων (ο Νεύτων είναι ο πατήρ της Ουρανίου Μηχανικής), αυτό θα άξιζε για τους αστρονόμους περισσότερο από πολλούς γαλαξίες αστέρων. Κατόπιν αυτών, ποιός είναι εκείνος ο οποίος θα πει ότι ο άνθρωπος είναι δημιούργημα που δεν ελκύει το ενδιαφέρον του Θεού; Δεν είναι λογικό να παραδεχτούμε, ότι ο σκεπτόμενος Δημιουργός πρέπει να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα σκεπτόμενα δημιουργήματα;»

– «Ο καταπληκτικός κόσμος του ατόμου δείχνει… προς την ιδέα ότι υπάρχει Θεός» (New York Times, 27-3-1931,p. 27)

Lemaitre Georges abbe 1894-1966
(Βέλγος ιερέας κοσμολόγος και αστρονόμος εισηγητής της θεωρίας της μεγάλης έκρηξης)

– «Η θεωρία (της μεγάλης έκρηξης) αφήνει ελεύθερο τον υλιστή να αρνηθεί κάθετί το υπερβατικό… Για τον πιστό αποκλείει αυτή κάθε απόπειρα να την οικειοποιηθεί για τον Θεό, ακριβώς όπως το «κτύπημα δακτύλου» του Laplace ή το «δάκτυλον του Θεού που θέτει εις κίνηση τον αιθέρα» του Jeans. Αυτό συμφωνεί με το του Ησαΐου, ο οποίος λέει ότι « ο Θεός κρύπτεται», κρύπτει τον εαυτό του μέσα εις την έναρξη της δημιουργίας»

Duhamel Georges, Ντυαμέλ Γ. 1884-1966
(Διάσημος Γάλλος γιατρός πρόεδρος της ιατρικής Ακαδημίας 1960)

– «Όλοι οι άνθρωποι ζητούν στα σκοτεινά το Θεό, την αιώνια ζωή, έστω και αν είναι κυνικοί, σκεπτικιστές, ανάγωγοι, αναίσθητοι»

Φοχτ, Vogt H 1890- 1968
(Γερμανός αστροφυσικός καθηγητής)

– «Τα αστρικά συστήματα και ο κόσμος ολόκληρος έχουν την ιστορία τους. Δεν προήλθαν από την αιωνιότητα, αλλά δημιουργήθηκαν και ακολουθούν μία ορισμένη εξέλιξη… Ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει αφ’ εαυτού. Έχει ανάγκη ενός αιτίου, το οποίο δεν χρειάζεται άλλο αίτιο… Ο σύνδεσμος του ανθρώπου με την υπερφυσική Δύναμη αποτελεί την ουσία της θρησκείας και για αυτό, το χαρακτηριστικότερο διακριτικό σημείο ενός θρησκεύοντος ανθρώπου είναι, ότι πιστεύει εις μία υπερκόσμια Δύναμη, εις έναν παντοδύναμο Θεόν… Φυσική και αληθής Θρησκεία εις ουδεμίαν περίπτωσιν ευρίσκονται εις αντίθεσιν, αλλά συμπληρώνουν η μία την άλλη» »

Gamow G, Γκάμοβ Γεώργιος, 1904-1968
(διάσημος φυσικός-κοσμολόγος)

– «Στο σκοτεινό προγαλαξιακό παρελθόν διαπιστώνουμε μία ανάλαμψη μεταφυσικής προελεύσεως»

Κ. Κιπενχόϋερ, Kiepenheuer 1910-1975
(διάσημος Γερμανός αστρονόμος)

–  «Κάθε αστρονομική εικόνα του κόσμου, όταν αυτή είναι αποτέλεσμα ειλικρινούς πράγματι κόπου και μόχθου, διηγείται υπό μίαν γενική έννοια, τόσο ακριβώς το έργο του Θεού, όπως η ιστορία της Γενέσεως της Αγίας Γραφής, η οποία εγράφη δι ανθρωπίνης χειρός»

Χάϊζενμπεργκ Β, Heisenberg Werner 1901-1975,
(από τους μεγαλύτερους συγχρόνους φυσικούς όλου του κόσμου εισηγητής της «αρχής της αβεβαιότητας». Νόμπελ 1932 για την δημιουργία της Κβαντομηχανικής)

– «Από την εποχή της περίφημης δίκης του Γαλιλαίου διατυπωνόταν συνεχώς η αντίληψη, ότι η επιστημονική αλήθεια που προκύπτει από τις φυσικές επιστήμες, δεν μπορεί να συνδυαστεί με τη θρησκευτική ερμηνεία του κόσμου. Μολονότι όμως εγώ είμαι πλήρως πεπεισμένος περί του ότι δεν μπορεί να προσβληθεί η αλήθεια, την οποία εις την σφαίρα της διατυπώνει η φυσική επιστήμη, ποτέ εν τούτοις δεν μπόρεσα να απορρίψω την θρησκευτική πίστη, τάχα ως ένα μέρος μιας ξεπερασμένης πεποιθήσεως της ανθρωπότητας, ένα μέρος από το οποίο πρέπει να παραιτηθούμε για το μέλλον. Έτσι, κατά τη διάρκεια της ζωής μου, χρειάστηκε πάντοτε να σκεφτώ περί της σχέσεως των δύο τούτων πνευματικών κόσμων της Πίστεως και της Επιστήμης. Διότι περί της αλήθειας εκείνου, το οποίο οι δύο αυτοί κόσμοι μάς δείχνουν, δεν μπόρεσα ποτέ να αμφιβάλλω…
Ο Θεός, περί του οποίου κάνουμε τώρα λόγο, είναι Θεός της τάξης και δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι μόνο ο Θεός προς τον οποίο απευθυνόμαστε στις θλίψεις μας και στον οποίο στηρίζουμε τη ζωή μας. Ή, ίσως μπορούμε να πούμε, ότι η επιστημονική μέθοδος κατευθύνει την προσοχή μας προς το ένα μέρος της θείας δραστηριότητας και για αυτό υπάρχει ο κίνδυνος να χάσουμε τη μεγάλη συνοχή του όλου, της εικόνας της ολότητας του Σύμπαντος (σε ομιλία του το 1973)»

– «Η πρώτη γεύση από το ποτήρι της Φυσικής ομοιάζει με αθεΐα, αλλά στο βάθος του ποτηριού περιμένει ο Θεός»

Βέρνερ φον Μπράουν 1912-1977
(ο διάσημος κατασκευαστής πυραύλων)

– «Και ο ωραίος αυτός πλανήτης, η Γη, είναι εξίσου μέρος της βασιλείας του Θεού, όπως και οι κενές εκτάσεις γύρω μας, όπως και όλοι οι άλλοι αστέρες και πλανήτες του σύμπαντος. Αυτός ενεφύσησε εις τις καρδιές μας την περιέργεια περί των γύρω μας κόσμων και Αυτός μάς κατέστησε ικανούς να αποκτήσουμε την επιστημονική γνώση και τεχνική ικανότητα προς ικανοποίησιν αυτής. Εάν ο Θεός ήθελε πραγματικά να παραμείνουμε επί της γης, είμαι βέβαιος, ότι θα είχε θέσει έναν ανυπέρβλητο φραγμό και θα είχε αποθαρρύνει όλες μας τις προσπάθειες να τον υπερβούμε. Αλλά δεν υπάρχει απόδειξη περί φραγμού… Εμπιστεύθηκε στον άνθρωπο ολόκληρη την δημιουργία»

– «Πιστεύω ότι η εξερεύνηση του Διαστήματος θα βελτιώσει την ύπαρξη του ανθρώπου επί της γης, ηθικώς και πνευματικώς. Όσο περισσότερα μαθαίνουμε περί της Δημιουργίας, τόσο περισσότερα θα γνωρίζουμε για τον Δημιουργό. Το πνεύμα του ανθρώπου είναι εμποτισμένο με την δίψα για την τελική αλήθεια και η εξερεύνηση του Διαστήματος αντιπροσωπεύει τον ανθρώπινο νουν, που εργάζεται στο ζενίθ των γνώσεών του. Καθ’ όσον οι γνώσεις μας για τη λειτουργία του απέραντου και μεγαλειώδους Σύμπαντος αυξάνουν, δεν είναι δυνατόν παρά να αυξάνεται και ο σεβασμός μας για τον Δημιουργό του», (συνέντευξη 1967 στην Ελλάδα)

– «Η επιστήμη και η θρησκεία δεν είναι ανταγωνίστριες, αλλά αδελφές. Και οι δύο εμβαθύνουν στην υψίστη αλήθεια. Η επιστήμη βοηθά στο να αποκαλύψει περισσότερα περί του Δημιουργού δια μέσου της Δημιουργίας του… Όσο περισσότερο εμβαθύνουμε στην έρευνα του Διαστήματος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίστη μας…»

«Οσονδήποτε και αν εργάζεται ο άνθρωπος στον επιστημονικό κόσμο, τίποτα δεν μπορεί να πετύχει άνευ της πίστεως. Εάν η πίστη προώθησε και βοήθησε κάποιον στην ζωή, κυττάξετε εμένα». «Βέβαια έρχονται περίοδοι αμφιβολίας αι αμηχανίας και διερωτώμαι εάν βρίσκομαι στο σωστό δρόμο. Στις περιπτώσει αυτές αντλώ δυνάμεις καθώς ζητώ και παίρνω βοήθεια από το Θεό»

– «Γνωρίζω ότι καμμία επιστημονική εφεύρεση δεν θα φέρει αναγκαστικά μία αλλαγή στη σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ένας επιστήμων βλέπει τη σφραγίδα του Θεού παντού όπου και αν κυττάξει»

– «Ο λόγος για τον οποίο πιστεύω στο Θεό, είναι σαφής. Το κάθε τι στον κόσμο είναι κατασκευασμένο με τάξη και οργάνωση και προϋποθέτει έναν κατασκευαστή, ένα σχεδιαστή. Το Σύμπαν περικλείει τόση τάξη, τόση τελειότητα και ακρίβεια, ώστε δεν μπορεί παρά να ναι αποτέλεσμα θεϊκού σχεδίου. Πρέπει να υπάρχει πίσω του σίγουρα, ένας Δημιουργός. Για μένα δεν υπάρχει άλλος δρόμος» (σε ερώτηση της New York Journal American)

Paul Dirac 1902-1984,
(βραβείο Νόμπελ 1933, διάσημος Άγγλος θεωρητικός φυσικός)

– «Αν οι πιθανότητες για την εμφάνιση της ζωής εκ του μηδενός ήταν ελάχιστες, μηδαμινές, τι άλλο μπορεί να είναι παρά μία απόδειξη του ότι έπρεπε να υπάρχει ένας Δημιουργός, που από το τίποτα κατασκεύασε το Σύμπαν; Αν η πιθανότητα για την εμφάνιση της ζωής επί του πλανήτου μας ήταν 1: 10 εις την εκατοστήν, τότε είναι εντελώς απίθανο το ότι θα μπορούσε ποτέ να προκύψει ζωή, χωρίς να υπάρχει Θεός (ομιλία το 1972)»

A. Kastler 1902-1984
(Γάλλος φυσικός βραβείο Νόμπελ, γράφει το 1976 δεν δηλώνει πιστός)

– «Ας υποθέσουμε ότι ανακαλύπτουμε ένα αυτόματο εργοστάσιο παραγωγής αλουμινίου στην αδιόρατη πλευρά της Σελήνης. Τι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε; Θα ήταν λογικό να σκεφτούμε, ότι η τύχη έχει μαζέψει τα μόρια με τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργήσουν ένα τέτοιο αυτόματο εργοστάσιο; Κανένα πνεύμα δεν θα δεχόταν αυτην την ερμηνεία. Λοιπόν μέσα σε ένα ζωντανό οργανισμό βρίσκουμε ένα σύστημα απείρως πιο πολύπλοκο από ένα αυτόματο εργοστάσιο. Το να θέλουμε να δεχτούμε, ότι η τύχη δημιούργησε αυτόν τον οργανισμό μού φαίνεται παράλογο. Εάν υπάρχει ένα πρόγραμμα, δεν καταλαβαίνω πρόγραμμα χωρίς προγραμματιστή…»

Γκρασσέ Πέτρος, P. Crasse, 1895-1985
(Γάλλος βιολόγος)

– «Το ανθρώπινο Σύμπαν περιέχει πραγματικότητες στις οποίες ο επιστήμων δεν έχει, και μάλλον δεν θα έχει ποτέ, σημεία αμέσου προσπελάσεως… Πιστεύω στο μη επιστητό (σε εκείνο που δεν καταλαβαίνω) σημαίνει ότι αναγνωρίζω την ατέλεια του ανθρώπου, σημαίνει ότι αποδέχομαι με ταπεινωσύνη την ύπαρξή μου, σημαίνει δεν αμαρτάνω από περίσσεια εμπιστοσύνης στα δεδομένα των αισθήσεων και της συνειδήσεως. Σημαίνει ίσως ακόμη, ότι ελπίζω σε έναν κόσμο καλύτερο, που δεν είναι ο δικός μας και όπου το πνεύμα υπάρχει και ενεργεί κατά κυρίαρχο τρόπο»

– «Είμαι αισιόδοξος και πιστεύω ότι ο άνθρωπος θα προχωρήσει καλά. Διότι αλλιώς θα κατασκευάσουμε τέρατα… Είναι εντελώς βέβαιο, ότι αύριο θα παραγάγουμε ανθρώπινα τέρατα… Αυτό είναι εντελώς ανήθικο… Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να πειραματίζεται με το ενδεχόμενο της δημιουργίας τεράτων… Αποκλείεται να κάνουμε τον πειραματισμό αυτόν (=εξωτερική βιοχημική επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό), δια διαφόρους λόγους. Ο πρώτος εξ’ όλων, που αποκλείει να υποστηρίξω τούτο, είναι ότι είμαι Χριστιανός. Αυτό σημαίνει ότι πιστεύω εις την αξίαν του ανθρώπου και για αυτό δεν πιστεύω στο ανακάτωμα του ανθρώπου» (σε δημόσια συζήτηση στο Παρίσι 1974)

– «Η τύχη είναι το μέτρο της αγνοίας μας!» (διάλεξη στην Αθήνα 1-4-1975)

– «Η ζωή απορρέει από μία οργάνωση, μία ισορροπία… Τάξη σε όλα τα επίπεδα, άτομα, μόρια, μικρομόρια, οργανίδια, όργανα. Αληθινά η ζωή είναι ο θρίαμβος της αρμονίας»

Lecomte Henri
(Γάλλος βοτανολόγος μέλος της Παρισινής Ακαδημίας των Επιστημών)

– «Ο ανταγωνισμός μεταξύ επιστήμης και θρησκείας υπάρχει μόνο στο πνεύμα εκείνων, που επιμόνως το θέλουν. Εις την πραγματικότητα η επιστήμη και η θρησκεία εξελίσσονται με τα ίδιά των μέσα εις εδάφη, τα οποία είναι ουσιωδώς διαφορετικά. Το να θέλει κανείς να αντιτάσσει την μία κατά της άλλης, αποδεικνύει απλώς ότι τις παραγνωρίζει»

Τουρνιέ Παύλος, Paul Tournier 1898-1986
(διάσημος Ελβετός γιατρός)

– «Και εμείς οι γιατροί έχουμε δύο χέρια. Το δυνατό χέρι της τεχνικής, του χειρουργού, του καρδιολόγου, που σώζει τη ζωή δια της τεχνικής. Αλλά έχουμε και ένα χέρι αριστερό για να παρηγορούμε τους ανθρώπους στις δοκιμασίες τους. Πάντοτε τείνουμε να φέρουμε σε αντίθεση το ένα χέρι απέναντι στο άλλο. Υπάρχουν άνθρωποι θρησκευόμενοι, που αρνούνται την επιστήμη εν ονόματι της πίστης. Και υπάρχουν άνθρωποι που λατρεύουν την δύναμη της τεχνικής και απορρίπτουν το Θεό εν ονόματι της δυνάμεως. Όλη μου την ζωή την αφιέρωσα στο να ενώσω αυτά που φέρουν σε αντίθεση. Και να δείξω στους πιστούς ότι από τον Θεό έρχεται η τεχνική δύναμη των σοφών ιατρών. Και να δείξω στους ιατρούς, ότι δεν θα ήταν δυνατοί αν ο Θεός δεν τους έδινε τη δύναμη. Έτσι δεν κληθήκαμε να θέσουμε σε αντίθεση το δεξί χέρι απέναντι στο αριστερό, αλλά να τα ενώσουμε. Και όταν ενώσουμε τα δύο χέρια, αυτό είναι το σημείον προσευχής»

– «Γιατί λοιπόν η Βίβλος ομιλεί πάντοτε περί Θεού «ζώντος»; Ακριβώς διότι ο Θεός τον Οποίο μας αποκαλύπτει δεν είναι ο Θεός των φιλοσόφων· είναι έξω χρόνου και τόπου, αρχή όλων των πραγμάτων, η υψίστη έννοια του λογισμού μας. Είναι μία ζώσα προσωπικότης, η οποία επερωτά, η οποία εισέρχεται στον άνθρωπο δια του Αγίου Πνεύματος. Ταυτοχρόνως η Βίβλος μας αποκαλύπτει τι είναι η προσωπικότης, ο άνθρωπος· είναι η ύπαρξη με την οποία ο Θεός ομιλεί, με την οποία ο Θεός με τον τρόπο αυτόν εισέρχεται σε προσωπική σχέση»

Sir Eccles John, Έκλες Ιωάννης,1903-1997
(Νόμπελ νευροψυχοφυσιολογίας)

– «Οι πιθανότητες να έγινε ο κόσμος από μόνος του είναι 400 χιλιάδες τρισεκατομμύρια προς μία».

– «Αγωνίστηκα όλη μου τη ζωή να καταλάβω τη φύση της υπάρξεως, τη φύση του ιδίου του εαυτού μου και αυτό είναι η πρώτη μου πραγματικότητα… Δεν πήρα όμως καμία σαφή απάντηση, αλλά το μυστήριο, ο θαυμασμός αυξήθηκε, εάν οι άνθρωποι ήθελαν να πάρουν μία απάντηση του μυστηρίου του εαυτού τους, αυτή θα είναι η απάντηση της θρησκείας (γράφει το 1979)».

– «Εάν κυττάξετε τα περισσότερα σύγχρονα βιβλία που γράφουν περί εξελίξεως δεν θα βρείτε τίποτα περί της σκέψεως και της συνειδήσεως. Οι συγγραφείς τους υποθέτουν ότι όλα αυτά ήλθαν αυτομάτως με την εξέλιξη του εγκεφάλου. Αλλά αυτό δεν είναι απάντηση (γράφει το 1981)»

– «Εγώ ο ίδιος έχω την ζωντανή και ισχυρή πίστη, ότι είναι ανοικτό εμπρός μας το μέλλον. Αυτός, ο όλος κόσμος δεν είναι ακριβώς το πεδίο, στο οποίο τρέχουμε και δεν τρέχουμε χωρίς σκοπό… Ο καθένας μας μπορεί να εργάζεται με πίστη για μερικά αφαντάστως υπερφυσικά ζητήματα. Οφείλουμε να δώσουμε όλα όσα μπορούμε, για να παίξουμε το μέρος μας στο υπέροχο αυτό δράμα. Έπειτα θα περιμένουμε με γαλήνη και χαρά για τις μελλοντικές αποκαλύψεις όλων εκείνων των πραγμάτων και των αγαθών, που επιφυλάσσονται μετά τον θάνατο (γράφει το 1981)»

Sir Fred Hoyle 1915-2001
(διάσημος Άγγλος αστρονόμος, δεν ήταν θρησκευόμενος)

– «Για να αποφύγουμε το ζήτημα της δημιουργίας θα ήταν απαραίτητο να είναι όλη η ύλη του Σύμπαντος άπειρης ηλικίας, πράγμα που δεν μπορεί να συμβαίνει… Το υδρογόνο μετατρέπεται σταθερά σε ήλιο και σε άλλα στοιχεία… Πώς γίνεται, λοιπόν, να αποτελείται το Σύμπαν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από υδρογόνο; Αν η ύλη ήταν άπειρης ηλικίας, αυτό θα ήταν εντελώς αδύνατον. Συνεπώς διαπιστώνουμε ότι, εφόσον το Σύμπαν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν είναι δυνατόν να παρακαμφθεί το ζήτημα της δημιουργίας» (στο «Η Φύση του Σύμπαντος»)

– «Μια ερμηνεία των δεδομένων βάσει κοινής λογικής, υποδηλώνει πως κάποια υπέρ-διάνοια έχει παίξει με την φυσική, καθώς και την χημεία και την βιολογία, και πως δεν υφίστανται τυφλές δυνάμεις στην φύση που να είναι αξιόλογες. Οι αριθμοί που προκύπτουν από τον υπολογισμό των δεδομένων, μου φαίνονται τόσο συγκλονιστικοί, ώστε να τοποθετούν αυτό το ενδεχόμενο σχεδόν εκτός έρευνας.» (Hoyle, F. 1982. The Universe: Past and Present Reflections. Annual Review of Astronomy and Astrophysics: 20:16.)

– «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει επιστήμονας, ο οποίος θα ερευνούσε τις ενδείξεις σχετικά με τις συνέπειες που έχουν οι νόμοι της πυρηνικής φυσικής πάνω στη διαμόρφωση του εσωτερικού του αστέρων, και δεν θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι σχεδιάστηκαν εκ προθέσεως. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε τα φαινομενικά τυχαία τεχνάσματά μου αποτελούν μέρος ενός βαθύτερου σχεδίου. Εάν όχι, τότε έχουμε επιστρέψει και πάλι στην αρχή μιας τερατώδους ακολουθίας τυχαίων γεγονότων» (αναφέρεται στο Barrow and Tipler, Principle, σελ. 22)

Gould Stephen Jay, 1941-2002
(διάσημος παλαιοντολόγος βιολόγος, δήλωνε άθεος)

– «Να το πω για όλους τους συναδέλφους μου για εκατομμυριοστή φορά: Η επιστήμη δεν μπορεί με τις νόμιμες μεθόδους της να κρίνει το θέμα της εποπτείας της φύσης από το Θεό. Δεν μπορούμε ούτε να το επιβεβαιώσουμε ούτε να το αρνηθούμε αυτό. Αν κάποιοι από το σινάφι μας (εννοεί και τον Richard Dawkins, αθεϊστή)  κάνουν δηλώσεις ότι ο Δαρβινισμός καταργεί το Θεό θα βρω την κ. McInerney (δασκάλα του Gould) να τους δώσει με τη βέργα στα δάχτυλα. Η επιστήμη μπορεί να δουλέψει μόνο με νατουραλιστικές εξηγήσεις. Δεν μπορεί ούτε να βεβαιώσει ούτε να αρνηθεί άλλου είδους ενεργούντες (όπως ο Θεός) σε άλλες σφαίρες (το βασίλειο της ηθικής, για παράδειγμα). Ξεχάστε τη φιλοσοφία για ένα λεπτό. Η απλή εμπειρία των τελευταίων 100 ετών θα αρκούσε. Ο Δαρβίνος ο ίδιος ήταν αγνωστικιστής (έχοντας χάσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις με τον τραγικό θάνατο της αγαπημένης του κόρης), αλλά η μεγάλη Αμερικανίδα Βοτανολόγος Asa Gray, που ευνοούσε τη φυσική επιλογή και έγραφε ένα βιβλίο με τον τίτλο Darwiniana, ήταν μία αφοσιωμένη Χριστιανή. Προχωρήστε 50 χρόνια μπροστά: ο Charles D. Walcott που ανακάλυψε τα απολιθώματα των Burges Shale ήταν ένας πεπεισμένος δαρβινιστής και εξίσου σταθερός Χριστιανός που πίστευε ότι ο Θεός είχε ορίσει τη φυσική επιλογή για να οικοδομήσει την ιστορία της ζωής σύμφωνα με τα σχέδια και τις προθέσεις Του. Προχωρήστε για άλλα 50 χρόνια στους δύο μεγαλύτερους εξελικτικούς της γενιάς μας: ο G.G. Simpson ήταν ένας ανθρωπιστής αγνωστικιστής, ο Theodosius Dobzhansky είναι ένας πιστός Ρώσος Ορθόδοξος. Ή οι μισοί από τους συναδέλφους μου είναι φοβερά βλάκες ή αλλιώς ο δαρβινισμός είναι πλήρως συμβατός με τις παραδοσιακές θρησκευτικές πίστεις- και εξίσου συμβατός με την αθεΐα».
(στο  Η Γλώσσα του Θεού, Francis S. Colins, εκδ. Παπαζήση 2009 σελ. 148 όπου και η παραπομπή)

Francis Crick 1916-2004
(Άγγλος βιολόγος βραβείο Νόμπελ 1962, δήλωνε άθεος)
– «Υπάρχει κάποια ανώτερη δύναμη, που κατευθύνει τη ζωή και τη συμπεριφορά των ζωϊκών συστημάτων και που δεν μπορεί να εξηγηθεί με τις επιστημονικές δοξασίες μας»

Peacock Arthur, Πίκοκ Άρθουρ 1924-2006
(βιοχημικός και αγγλικανός ιερέας)

– «από την ύπαρξη του είδους του σύμπαντος που στην πραγματικότητα έχουμε, στο φως των φυσικών επιστημών, [είναι προσήκον] να συναγάγουμε την ύπαρξη ενός Δημιουργού Θεού ως της πιο καλής εξήγησης για πάντα τα υπάρχοντα» (Theory for a Scientific Age… p. 134)

Rοbert Jastrow, 1925-2008
(Αστρονόμος φυσικός κοσμολόγος)

– «Δεν είναι ζήτημα ενός άλλου έτους, μιας άλλης δεκαετίας εργασίας, μιας άλλης μετρήσεως ή μιας άλλης θεωρίας. Αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι η Επιστήμη δεν θα μπορέσει ποτέ να ανασύρει τον πέπλο του μυστηρίου της δημιουργίας»

– «Για τον επιστήμονα που έχει ζήσει με πίστη στη δύναμη της αιτίας, η ιστορία τελειώνει όπως ένα κακό όνειρο.
Έχει αναρριχηθεί στο όρος της αγνοίας.
Είναι έτοιμος να κατακτήσει την υψηλότερη κορυφή.
Και καθώς σκαρφαλώνει στον τελευταίο βράχο, τον υποδέχεται μια ομάδα θεολόγων, που είναι καθισμένοι εκεί από αιώνες»!
(Robert Jastrow,Cod and the Astronomers, Warner books,April 1980, σ. 105)

Weizsaecker C, Βάϊτσζαίκερ Κάρολος, 1920-2015,
(αστροφυσικός)

– «…Αγωνιζόμεθα, διότι έχουμε όλοι αγωνίες και ανησυχίες. Δεν πρέπει να έχουμε καμία αγωνία. Όταν θα έλθει ο Παράκλητος, το Πνεύμα της αληθείας, θα μας οδηγήσει όλους εις πάσαν την αλήθειαν. Αυτό γίνεται κάθε ημέρα αναμεταξύ μας· μπορεί να γίνεται, αν εμείς ανοίξουμε. Και γίνεται. Στον κόσμο αυτόν θα έχετε αγωνία, αλλά θα παρηγορηθείτε, διότι εγώ νίκησα τον κόσμο. Αυτό είναι γεγονός» (σε ομιλία του σε Ναό το 1974)

– «Η σημερινή επιστήμη, ως επιστήμη, γνωρίζει τι δεν γνωρίζει. Για αυτό η επιστήμη είναι συγκρατημένη και επιφυλακτική ενώπιον γενικών απόψεων αναφερομένων εις την ουσίαν όλων των όντων… Έχουμε ενώπιόν μας μία ύψιστη επιστημονική θέση, κατά την οποία, να το ομολογήσουμε ειλικρινά, επιστήμη σημαίνει επίσης, ό,τι δεν γνωρίζει κανείς. Θέτουμε ερωτήματα, στα οποία πρέπει να παραδεχτούμε, ότι, όπως σήμερα σκεπτόμαστε επιστημονικώς, δεν δυνάμεθα να απαντήσουμε»

– «Για μένα πραγματικά ο Χριστιανισμός δεν είναι μια διδασκαλία περί θεϊσμού, ή κάτι παρόμοιο, αλλά κατά πρώτο και κύριο λόγο είναι η επι του Όρους ομιλία του Κυρίου. Εάν ένας στραφεί προς το κήρυγμα αυτό, ίσως να πει, ότι προσπαθεί να είναι Χριστιανός»

A. Penzias 1933-…
(διάσημος ραδιοαστρονόμος ραδιοφυσικός, Νόμπελ 1978 για την ανακάλυψη της ακτινοβολίας του υποβάθρου, του «απόηχου» της αρχικής «μεγάλης έκρηξης»)

– «Εκείνο που με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι αν το σύμπαν είναι πεπερασμένο ή άπειρο, αν συνεχώς διαστέλλεται ή αν αιωνίως θα υφίσταται διαστολές και συστολές, αν με άλλα λόγια το σύμπαν δεν έχει σκοπό, αν έγινε τυχαία, όπως πέφτουν τα ζάρια. Αλλά νομίζω ότι τα δεδομένα που έχουμε στα χέρια μας τώρα δείχνουν σαφώς ότι η ύλη του σύμπαντος δεν είναι αρκετή για να υπόκειται αιωνίως σε αναπάλσεις. Το επιχείρημά μου και η θέση μου είναι ότι, από τα ακριβή και καλά δεδομένα που έχουμε, δεν θα ήθελα τίποτα άλλο να πω, παρά ό,τι αναφέρεται στα πέντε βιβλία της Γενέσεως του Μωϋσέως, τους Ψαλμούς και τη Βίβλο στο σύνολό της» (A. Penzias ραδιοαστρονόμος Νόμπελ 1978)

Stephen Hawking

– «Η αρχική κατάσταση του σύμπαντος πρέπει να είχε πράγματι πολύ προσεκτικά επιλεγεί, αν το μοντέλο της θερμής μεγάλης εκρήξεως ήταν σωστό ως την αρχή του χρόνου. Θα ήταν πολύ δύσκολο να εξηγήσει κανείς γιατί το σύμπαν έπρεπε να είχε αρχίσει τη ζωή του μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο, εκτός αν το θεωρήσει σαν έργο ενός Θεού, ο οποίος ήθελε να ημιουργήσει όντα σαν κι εμάς»

– «Η επιστήμη, εφ’ όσον η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας είναι ορθή, μπορεί να προβλέψει ότι το Σύμπαν πρέπει να είχε μία αρχή, αλλά δεν μπορεί να προβλέψει πώς το σύμπαν άρχισε. Γι’ αυτό κάποιος θα έπρεπε να επικαλεστεί τον Θεό» (Black Holes… 1994)

– «Πάνω στο ερώτημα· πώς συμβαίνει ώστε εμείς και το σύμπαν να υπάρχουμε; Αν βρούμε την απάντηση στο ερώτημα, αυτό θα είναι ο τελικός θρίαμβος του ανθρωπίνου λογικού. Διότι τότε θα γνωρίσουμε τον νου του Θεού» (A brief History… 1989)

– «Οι φυσικοί νόμοι μπορεί να είχαν θεσπιστεί αρχικά από τον Θεό. Φαίνεται όμως, ότι ο Θεός άφησε το Σύμπαν να αναπτύσσεται σύμφωνα με αυτούς και δεν παρεμβάλλεται πια στην εξέλιξή του. Αλλά πώς επέλεξε την αρχική κατάσταση, το αρχικό σύνολο των χαρακτηριστικών του Σύμπαντος; Ποιες ήταν οι οριακές συνθήκες στην αρχή του χρόνου; Μια πιθανή απάντηση είναι, ότι ο Θεός επέλεξε το αρχικό σύνολο χαρακτηριστικών του Σύμπαντος για κάποιους λόγους, που δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα τους καταλάβουμε ποτέ» (Το χρονικό του χρόνου σελ. 187)

– «Εάν είχε το Σύμπαν κάποια αρχή, θα έπρεπε και να παραδεχτούμε ότι εδημιουργήθη από κάποιον Δημιουργό» (A brief History… 1988)

– «Μία θεωρία υπάρχει μόνο στη σκέψη μας και δεν έχει καμμία άλλη υπόσταση… Συνεπώς, η κάθε θεωρία της Φυσικής είναι προσωρινή, διότι παριστάνει μόνο μία υπόθεση: ουδείς δε μπορεί ποτέ να την αποδείξει»

M. Rees 1942-…
(κοσμολόγος άρθρο του το 1981)

– «Το γεγονός ότι από τις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες της δομής του αρχικού Σύμπαντος μπόρεσε να προκύψει τελικά η ζωή, μόνο σαν τύχη η θεία Πρόνοια μπορεί να χαρακτηριστεί»

Paul Davies, 1946-….
(Άγγλος φυσικός)

– «Οι αριθμητικές συμπτώσεις, θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν απόδειξη ενός σχεδίου. Ο λεπτός και επακριβής καθορισμός των τιμών των φυσικών σταθερών, που είναι αναγκαίος, ώστε οι ποικίλοι και διάφοροι κλάδοι της φυσικής να μπορούν να συνταιριάζονται με τόση επιτυχία, θα μπορούσε να αποδοθεί στο Θεό»

– «Αν οι νόμοι της Φυσικής καταργούνται στη μαθηματική ανωμαλία, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά εξήγηση με τους όρους αυτών των νόμων. Για τον λόγο αυτό, αν κάποιος επιμένει να αναζητεί την αιτία της Μεγάλης Εκρήξεως, η αιτία αυτή πρέπει να βρίσκεται πέρα από τη Φυσική» (The Mind of God 1993)

– «Η σύγχρονη φυσική και η σύγχρονη κοσμολογία αντέχουν μία βασανιστική υπόθεση: ότι θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε πώς όλες οι φυσικές δομές μέσα στο σύμπαν έχουν έλθει στην ύπαρξη αυτομάτως, σαν ένα αποτέλεσμα φυσικών διεργασιών. Δεν έχουμε πλέον ανάγκη για έναν Δημιουργό με την παραδοσιακή έννοια. Όμως, αν και η επιστήμη είναι πιθανόν να εξηγήσει τον κόσμο, σε μας μένει ακόμη να εξηγήσουμε την επιστήμη. Οι νόμοι που δίνουν στο σύμπαν τη δυνατότητα να έλθει στην ύπαρξη αυτομάτως παρουσιάζονται να είναι το προϊόν ενός υπερβολικά ευφυούς σχεδίου» (Superforce 1990)

– «Σημαίνουν αυτές οι απόψεις (=για αυτογένεση του Σύμπαντος) ότι η ύπαρξη του Σύμπαντος μπορεί επιστημονικά να «εξηγηθεί», χωρίς να είναι αναγκαίος ένας Θεός;».

– «Μπορούμε να θεωρήσουμε το Σύμπαν σαν ένα κλειστό σύστημα, που έχει την αιτία της υπάρξεώς του μόνο στον εαυτό του;… Πόθεν προέρχονται, όμως, οι Νόμοι, δια των οποίων το Σύμπαν φροντίζει δι’ εαυτό, αλλά και για τη δική του γένεση;» (Der Plan Gottes, ss. 78-79)

– «Πολλοί επιστήμονες, και αυτοί οι εισηγητές της Θεωρίας της Σταθεράς Καταστάσεως (του σύμπαντος), αισθάνονται ότι καταργώντας τη μεγάλη έκρηξη θα είχαν μια για πάντα απορρίψει την ανάγκη κάθε είδους υπερφυσικής ερμηνείας για το σύμπαν. Σε ένα σύμπαν που δεν έχει καμιά αρχή, δεν υπάρχει καμιά ανάγκη για ένα γεγονός δημιουργίας ή για έναν δημιουργό» (The Mind of God 1993,Penguin Books, Λονδίνο 1984, σελ. 56 )

– «Το ίδιο το γεγονός ότι το σύμπαν είναι δημιουργικό και ότι οι νόμοι έχουν επιτρέψει να αναδυθούν πολύπλοκες δομές και να αναπτυχθούν μέχρι το σημείο σχηματισμού συνείδησης- με άλλα λόγια, ότι το σύμπαν έχει οργανώσει την ίδια την αυτεπίγνωσή του- αποτελεί για μένα ισχυρή ένδειξη ότι κάτι συμβαίνει πίσω απ’ όλα αυτά… Μοιάζει σαν κάποιος να έχει ρυθμίσει λεπτομερώς τους αριθμούς της φύσης, προκειμένου να συνθέσει το Σύμπαν… Η εντύπωση (ύπαρξης) σχεδιασμού είναι συντριπτική.» (Davies, P. 1988. The Cosmic Blueprint: New Discoveries in Nature’s Creative Ability To Order the Universe. New York: Simon and Schuster, p.203.)

Φρέντκιν Έντουαρντ 1934-…
(ηλεκτρονικός επιστήμων)

– «Το σύμπαν αποτελεί ενσάρκωση προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, που έχει σχεδιαστεί έτσι, ώστε να μπορεί να εξασφαλίσει την απάντηση στο ερώτημα για την ίδια του τη δημιουργία… Τι μπορούμε να πούμε για τον ίδιο τον υπολογιστή; Από τι αποτελείται αυτός; Τι τον ενεργοποιεί; Ποιος, ή τι, τον κινεί; Πώς και γιατί άρχισε να κινείται;… Δεν έχω θρησκευτικές πεποιθήσεις. Δεν ξέρω τι υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει. Μου φαίνεται όμως, πως το συγκεκριμένο σύμπαν, όπου ζούμε, έχει δημιουργηθεί από κάποια διάνοια (1990)»

H. Reeves, Ρήβς 1932-…
(διευθυντής Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών Γαλλίας)

– «Βλέπουμε και διαπιστώνουμε στο Σύμπαν να υπάρχει μία αρμονία. Να εξελίσσονται τα γεγονότα του Σύμπαντος και να παρουσιάζονται σαν ένα κομμάτι κλασσικής μουσικής».

– «Δεν πρέπει να ζητάμε πολλά από την επιστήμη. Όταν περιμένουμε πολλά από αυτήν, συχνά είναι απατηλή. Είναι το πρόβλημα του όλου πολιτισμού της Δύσεως από τον 16ο αιώνα, όταν σκεφτεί κανείς πάνω στα ίχνη του Καρτεσίου και του Γαλιλαίου, ότι η επιστήμη θα φέρει την ευτυχία του ανθρώπου. Αυτό το πίστευαν για πολύ χρονικό διάστημα. Όλος ο 18ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την ιδέα της προόδου. Επιστεύετο ότι η πρόοδος ήταν συνυφασμένη με την επιστήμη. Θα είχαμε τότε το τέλος του σκοταδισμού. Επίστευαν επίσης ότι πέρασε η περίοδος της θρησκείας και ήλθαμε στην περίοδο της επιστήμης… Ότι η επιστήμη ξεπέρασε τη θρησκεία. Καταλάβαμε όμως καλά ότι η επιστήμη δεν αντικατέστησε τίποτα· σήμερα η θρησκεία είναι πιο ζωντανή παρά ποτέ άλλοτε. Εξάλλου η επιστήμη παρουσίασε τόσα πολλά προβλήματα που βρίσκονται προς λύση· παράδειγμα η περίπτωση του πυρήνα του ατόμου (σε συνέντευξη στο περιοδικό Construit 25-8-1982)»

Schopper H. Σόπερ,
(καθηγητής Γενικός Διυθυντής στο CERN στη Γενεύη)

– «Ένας τέτοιος διάλογος θρησκείας και επιστήμης είναι δυνατόν να γίνει σήμερα, διότι διαρκώς και περισσότερο παρουσιάζεται ότι η αντικειμενική πραγματικότητα (όπως την παρουσίασαν ο Γαλιλαίος και ο Νεύτων ως βάση των θετικών επιστημών) δεν αποκλείει καθόλου την υπερβατική πραγματικότητα της πίστεως. Ακόμη περισσότερο. Οι ανακαλύψεις οι σχετικές με τα φαινόμενα των σωματίων της πλοκής της ύλης, οι νόμοι της φύσεως και η τάξις που κυβερνά το υλικό σύμπαν αποκαλύπτουν πολύ περισσότερο μία ερμηνεία του ανωτάτου και υπερβατικού Όντος, παρά εκείνη την οποία μας δίνει η καθαρά υλιστική θεώρηση του κόσμου (1982)»

St. Weinberg, 1933-…
(διάσημος Αμερικανός θεωρητικός φυσικός Νόμπελ 1979)

– «Είναι σχεδόν αναγκαστικό για τους ανθρώπους να πιστεύουμε ότι έχουμε κάποια ειδική σχέση με το σύμπαν, ότι η ανθρώπινη ζωή δεν είναι ακριβώς ένα λίγο ή πολύ κωμικό αποτέλεσμα μιας αλυσίδας τυχαίων συμβάντων, που φθάνουν πίσω στα πρώτα τρία λεπτά, αλλά ότι έχουμε κατά κάποιο τρόπο δημιουργηθεί από την αρχή»

– «Μερικοί κοσμολόγοι ελκύονται φιλοσοφικά από το πρότυπο του παλλομένου σύμπαντος, ειδικά διότι, όπως και το πρότυπο της σταθεράς καταστάσεως, αποφεύγει με ωραίο τρόπο το πρόβλημα της Γενέσεως» (The first three minutes, σελ. 148, 1984)

Μιχαήλ Παπαγιάννης
(Κοσμήτωρ Αστροφυσικής Πανεπιστημίου Boston)

– «Πόσο ένδοξο τέλος μιας μακράς για τα ανθρώπινα δεδομένα πορείας, που άρχισε σαν μία εκρηγνυόμενη πύρινη σφαίρα φωτονίων και στοιχειωδών σωματιδίων, επειδή όμως ήταν προικισμένη από τον Δημιουργό με τους κατάλληλους θεμελιώδεις νόμους, οδήγησε στη ζωή και είναι προορισμένη να οδηγήσει τελικά στη θέωση των κατοίκων της!»

J. Polkinghorne 1930-…
(Άγγλος Θεωρητικός φυσικός στοιχειωδών σωματιδίων, μέλος Βασιλικής Εταιρείας, καθηγητής Μαθηματικής Φυσικής του Κέμπριτζ 1968-1979, πρόεδρος του Κολεγίου της Βασίλισσας στο Κέμπριτζ από το 1989, χειροτονήθηκε ιερέας της Αγγλικανικής Εκκλησίας το 1982)

– «Επομένως, πιστεύω πως με την ακριβή ρύθμιση των φυσικών νόμων, η οποία κατέστησε δυνατή την εξέλιξη συνειδητών όντων, λαμβάνουμε από την επιστήμη έναν πολύτιμο, αν και έμμεσο, υπαινιγμό, πως πίσω από την κοσμική ιστορία υπάρχει κάποιο θεϊκό νόημα και κάποιος θεϊκός σκοπός. Κατά τη γνώμη μου, η επιστήμη είναι δυνατή και η κοσμική ιστορία υπήρξε γόνιμη, επειδή το σύμπαν στο οποίο κατοικούμε είναι αποτέλεσμα δημιουργίας. Επί της ουσίας, περί αυτού πρόκειται (Επιστήμη ή Θεός, εκδ. Τραυλός σελ.126,1997)»

– «Οι δαρβινικές ιδέες παρέχουν μία γενική εποπτεία της εξελισσόμενης ιστορίας ενός γόνιμου κόσμου, αλλά παραμένει βεβαίως άγνωστο το κατά πόσο θα μας πουν ολόκληρη την ιστορία. Αντί να επαναλάβω αυτές τις υποθέσεις άλλη μια φορά, προτιμώ να στραφώ σε άλλες, πιο διαδεδομένες, επιστημονικές απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες η σύγχρονη επιστήμη δεν είναι καθόλου απρόθυμη να προβεί σε μια μεταφυσική αναγνώριση της ύπαρξης νοήματος και σκοπού πίσω από την συμπαντική ιστορία» (Επιστήμη ή Θεός σελ.109,1997)

– «Το «λογισμικό» της ζωής δεν μπορεί να «τρέξει» σε κανέναν παλαιού τύπου «υπολογιστή» (πιστεύω πως υπάρχει κάτι το ουσιαστικό στην ιδιαίτερή μας ενσάρκωση και απορρίπτω οποιαδήποτε αυστηρή αναλογία με υπολογιστές), ασφαλώς όμως υπάρχει η δυνατότητα ύπαρξης μιας νέας «ύλης», στην οποία μπορούμε να μετενσαρκωθούμε κατά την ανάστασή μας. Από πού θα προέλθει αυτή η «ύλη»; Νομίζω ότι θα είναι η μετασχηματισμένη ύλη του παρόντος κόσμου, την οποία ο Θεός θα διασώσει από τη μοίρα της αποσύνθεσης. Το σύμπαν θα πεθάνει, αλλά επειδή ο Θεός ενδιαφέρεται για αυτό, θα αναστηθεί ακριβώς όπως και εμείς θα αναστηθούμε εκ νεκρών. Ουσιαστικά, οι δύο μοίρες αποτελούν μία. Αυτή η Χριστιανική ελπίδα, όπως εκφράζεται από τον Απόστολο Παύλο, είναι ότι θα υπάρξει μια νέα δημιουργία μαζί με τη λύτρωση της παλαιάς δημιουργίας από την απογοήτευση και τη ματαιότητα (Ρωμαίους η 18-25,Β Κορινθίους ε 17), στην οποία μετέχουμε όλοι» (ο.π. σελ. 135)

– «Τελικά, όσο περισσότερο κατανοούμε το σύμπαν, τόσο πιο άσκοπο αποδεικνύεται (φράση του Steven Weinberg στο The First three Minutes: όσο πιο κατανοητό φαίνεται το σύμπαν, τόσο περισσότερο μοιάζει να στερείται σκοπού) ή μήπως αποκτά ολοένα και περισσότερο τον χαρακτήρα ενός κόσμου πραγματικού, τόσο γεμάτου σημασία για μας που μέσα του αισθανόμαστε σαν στο «σπίτι μας» και όχι μοναχικά πλάσματα που θλίβονται για τον παραλογισμό του; Το ένστικτό μου ως επιστήμονα μου υπαγορεύει να αναζητήσω μια εύλογη κατανόηση και πιστεύω ότι είναι η θρησκευτική μου πίστη εκείνη η οποία με καθιστά ικανό να τη βρω… Η αλήθεια της ανάστασης του Χριστού αποτελεί, για μένα, ένα πραγματικό έσχατο ζήτημα» (ο.π. σελ. 135-136)

– «Το μυστήριο της πολλαπλώς διαστρωματωμένης πραγματικότητας ενός κόσμου που χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από τάξη, ομορφιά και ηθική, παραμένει. Τι είναι αυτό που συνενώνει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά; Μια πιθανή απάντηση, συνεκτική και ικανοποιητική από διανοητική άποψη -και δεν λέω τίποτα περισσότερο απ’ αυτό- μας παρέχεται από την πίστη στο Θεό. Η πραγματικότητα είναι πολλαπλώς διαστρωματωμένη επειδή είναι δημιουργία. Πίσω από την επιστημονική τάξη του σύμπαντος βρίσκεται η Νόηση του Δημιουργού. Πίσω από την ανθρώπινη εμπειρία της ομορφιάς βρίσκεται η χαρά του Δημιουργού στη δημιουργία. Πίσω από τις ηθικές μας ενοράσεις βρίσκεται η κρίση της καλής και τέλειας βούλησης του Δημιουργού.
Ουσιαστικά, πιστεύω ότι η μεγαλύτερη όλων των Ενοποιημένων Θεωριών, η πραγματική Θεωρία του Παντός, παρέχεται από την πίστη στο Θεό» (ο.π. σελ. 149)

Richard Dawkins,
(βιολόγος αθεϊστής)

– «…Εκείνο που θέλω κυρίως από μια θεωρία της εξέλιξης είναι να εξηγεί το σχηματισμό των πολύπλοκων, καλοσχεδιασμένων μηχανισμών, όπως η καρδιά, τα χέρια, τα μάτια και ο ηχοεντοπισμός. Κανείς, ούτε ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της επιλογής ειδών, δεν πιστεύει ότι αυτή μπορεί να εξυπηρετήσει τον παραπάνω σκοπό» (Ο τυφλός Ωρολογοποιός σελ. 413)

Frank J. Tipler 1947-…
(Φυσικομαθηματικός κοσμολόγος)
– «…Ποτέ δεν φαντάστηκα όταν άρχισα την καριέρα μου ως φυσικός, ότι κάποια μέρα θα έγραφα, ως φυσικός, ότι οι ουρανοί υπάρχουν και ότι ο καθένας από εμάς θα απολάμβανε ζωή μετά το θάνατο. Αλλά εδώ γράφω ό,τι ο νεαρός εαυτός μου θα θεωρούσε ως επιστημονική ανοησία. Εδώ στέκομαι σαν ένας φυσικός, δεν μπορώ να κάμω άλλο». (The Physics of Immorality σελ. 11.)

Gunter Ewald 1929-…
(φυσικομαθηματικός Γερμανός)

– «Η διαπίστωση του Hawking καταλήγει σε μια ταυτολογία: Το Σύμπαν υπάρχει, διότι υπάρχει. Έτσι όμως ελάχιστα βοηθούμαστε. Το ερώτημα, διατί με τη γένεση των Κβάντων του Κόσμου μας γεννήθηκαν και οι Νόμοι της Φυσικής, της Χημείας και της Βιολογίας, παραμένει αναπάντητο (1998)»

Francis S. Collins, 1950-…
(εξέχων γενετιστής, επικεφαλής του Σχεδίου Ανθρώπινου Γονιδιώματος, στο βιβλίο του «η Γλώσσα του Θεού»)

– «Λοιπόν εδώ είναι το κεντρικό θέμα αυτού του βιβλίου: Σε αυτή τη σύγχρονη ανάπτυξη της κοσμολογίας, της εξέλιξης και του ανθρώπινου γονιδιώματος, υπάρχει ακόμη η δυνατότητα μιας απόλυτα ικανοποιητικής αρμονίας ανάμεσα στην επιστημονική και τη θρησκευτική αντίληψη για τον κόσμο; Απαντώ με ένα ηχηρό ΝΑΙ. Κατά την αντίληψή μου δεν υπάρχει καμία αντίφαση στο να είναι κανείς γνήσιος επιστήμονας και άνθρωπος που πιστεύει σ’ ένα Θεό, ο οποίος ενδιαφέρεται προσωπικά για τον καθένα μας. Η δικαιοδοσία της επιστήμης είναι να ερευνά την φύση. Του Θεού η δικαιοδοσία βρίσκεται στον πνευματικό κόσμο, ένα βασίλειο που δεν μπορεί να εξερευνηθεί με τα εργαλεία και τη διάλεκτο της επιστήμης. Πρέπει να εξεταστεί με την καρδιά, με το νου και την ψυχή. Και ο νους πρέπει να βρει τρόπο να συμπεριλάβει και τα δύο βασίλεια» (σελ. 20-21)

– «… Σε άλλο μέρος του προκλητικού του βιβλίου (=ο Θεός και οι αστρονόμοι), ο Jastrow γράφει: «Τώρα βλέπουμε πως η αστρονομία οδηγεί σε μια βιβλική άποψη της προέλευσης του κόσμου. Οι λεπτομέρειες διαφέρουν, αλλά τα ουσιώδη στοιχεία της αστρονομικής και βιβλικής περιγραφής της Γενέσεως είναι τα ίδια. Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στον άνθρωπο, άρχισαν ξαφνικά και απότομα σε μια ορισμένη στιγμή στο χρόνο, με μια λάμψη φωτός και ενέργειας». Οφείλω να συμφωνήσω. Το Big Bang κραυγάζει για μια θεία εξήγηση. Επιβάλλει το συμπέρασμα ότι η φύση είχε μια ορισμένη αρχή. Δεν μπορώ να δω πώς η φύση θα μπορούσε να δημιουργήσει τον εαυτό της. Μόνο μια υπερφυσική δύναμη που είναι έξω από το χώρο και το χρόνο μπορεί να το έχει κάνει αυτό» (σελ. 68)

– «… Ένας άλλος διακεκριμένος Φυσικός, ο Freeman Dyson, αφού ανασκοπήσει αυτή τη σειρά των «αριθμητικών τυχαίων συμπτώσεων»  συμπεραίνει: «Όσο πιο πολύ εξετάζω το σύμπαν και τις λεπτομέρειες της αρχιτεκτονικής του, τόσο περισσότερες ενδείξεις βρίσκω ότι το σύμπαν κατά κάποιο τρόπο γνώριζε ότι θα έλθουμε» (σελ. 75)

– «Για μένα ως πιστό, η ανακάλυψη της σειράς του ανθρώπινου γονιδιώματος είχε μία πρόσθετη σημασία. Αυτό το βιβλίο ήταν γραμμένο στη γλώσσα του DNA με την οποία ο Θεός μίλησε στη ζωή για να υπάρξει. Αισθάνθηκα μια επιβλητική αίσθηση δέους αναδιφώντας αυτό το σπουδαιότερο από όλα τα βιολογικά κείμενα» (σελ. 112)

– «Η επιστήμη δεν απειλείται από το Θεό, ενθαρρύνεται. Ο Θεός με κάθε βεβαιότητα δεν απειλείται από την επιστήμη. Αυτός την έκανε δυνατή» (σελ. 201)

Άρης Πατρινός,
(βιολόγος που βοήθησε στην αποκρυπτογράφηση του DNA το 2000)

– «Είμαι απλώς ένας από τους πολλούς εργάτες, που κατάφεραν αυτό το εκπληκτικό επίτευγμα. Αισθανθήκαμε όλοι την ώρα εκείνη, ότι βαδίζαμε στα ίχνη του Θεού. Ήταν μια μοναδική στιγμή, γιατί ανοίξαμε το πρώτο αντίτυπο του βιβλίου της ζωής» (στην εφημεριδα Αδέσμευτος Τύπος 29-6-2000 σελ 13)

Gingerich Owen, Όουεν Γκινγκεριχ 1930-…,
(διάσημος αστρονόμος του Χάρβαρντ, συγγραφέας του «Το Σύμπαν του Θεού» 2006)

– «Το Σύμπαν δημιουργήθηκε ηθελημένα και με σκοπό και αυτή η πεποίθηση δεν παρεμβαίνει στις υποθέσεις της επιστήμης»

Άρθουρ Λ. Σάβλοφ
(Καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, 1981 Βραβείο Νόμπελ Φυσικής)

– «Μου φαίνεται πως, όταν είμαστε αντιμέτωποι με τα θαύματα της ζωής και του σύμπαντος, πρέπει να αναρωτηθούμε «γιατί» και όχι μόνο «πώς». Οι μόνες δυνατές απαντήσεις είναι θρησκευτικές… Εντοπίζω μια ανάγκη για Θεό μέσα στο σύμπαν και μέσα στην ίδια την ζωή μου…»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Οι θεμελιωταί των επιστημών, αρχιμ. Ηλία Μαστρογιαννοπούλου, εκδ. «Ζωή» 1962
2) Το σύμπαν η ζωή και ο άνθρωπος, Κωτσάκη Δημητρίου, Ομοτίμου Καθηγητού πανεπιστημίου Αθηνών, εκδ. «Ζωή» 1986
3) Η προέλευση της Ζωής και η επιστήμητου ιδίου
4) Οι πρωτοπόροι της Επιστήμης και η Γένεσις του κόσμου, του ιδίου
5) Η κοσμοθεωρία του Υλισμούτου ιδίου
6) Είμαστε μόνοι στο διάστημα; του ιδίου
7) Το μεγάλο πρόβλημα Θεός και κόσμοςτου ιδίου
8) Το αστρονομικό σύμπαν, Δημιουργία ή Τύχητου ιδίου
9) Πώς βλέπει σήμερα η επιστήμη το Σύμπαντου ιδίου
10) Η συγκρότηση του Σύμπαντοςτου ιδίου
11) Η επιστήμη ομιλεί, εκδ. «Ζωή», 1979
12) Ομιλούν οι σοφοί περί Θεού, εκδ. «Ζωή» 1980
13) Ομιλούν οι σοφοί περί Χριστιανισμού, εκδ. «Ζωή» 1979
14) Ομιλούν οι σοφοί περί Ψυχής, εκδ. «Ζωή» 1982
15) Οι μεγάλοι μπροστά στον πόνο, εκδ. Ζωή 1987
16) Γιατί δεν είμαι άθεος, Γεωργίου Μελέτη, εκδ. «Ζωή» 1994
17) Η Χριστιανική Πίστις εις τον αιώνα της ΕπιστήμηςΝ.Π. Βασιλειάδη, εκδ. «ο Σωτήρ» 1982
18) Αρχή και τέλος του Κόσμου, Κοσμολογία και Αγία Γραφή, αρχιμ. Αστερίου Χατζηνικολάου, εκδ. «ο Σωτήρ» 2001,
19) Ο άνθρωπος μέσα στο σύμπαναρχιμ. Αστερίου Χατζηνικολάου, εκδ. «ο Σωτήρ» 1996
20) Ο Δαρβίνος και η θεωρία της εξελίξεωςΝ.Π. Βασιλειάδη, εκδ. «ο Σωτήρ» 1995
21) Θεός και Θρησκεία στις Φυσικές ΕπιστήμεςΜέγας Λ. Φαράντος, εκδ. Έννοια,2008
22) Εγώ ο Άλμπερτ Αϊνστάιν… Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο 1998
23) Η Γλώσσα του ΘεούFrancis S. Collins, εκδ. Παπαζήση 2009
24) Η αυταπάτη του Dawkins ;, AlisterMc Grath, εκδ. Ουρανός 2008
25) Πασκάλ ΜπλέζΣκέψεις, εκδ. Καστανιώτη
26) Επιστήμη ή ΘεόςJ. Polkinghorne, εκδ. Τραυλός,
27) Ο Γαλιλαίος στη φυλακή, Μύθοι για την επιστήμη και τη θρησκεία, επιμέλεια Ronald L. Numbers, εκδ. Λογείον2011
28) Είναι ο Θεός μαθηματικός; Μάριο Λίβιο, εκδ. Ενάλιος 2014
29) Παγκόσμιος Ιστορία του ΠολιτισμούWill Durant τόμος Ζ σελ.
30) Παγκόσμιος Ιστορία του ΠολιτισμούWill Durant τόμος Η
31) Ανθολογία της ΦιλοσοφίαςUbaldo Nicola, εκδ. Ενάλιος 2007
32) Η Φιλοσοφία της Αναγεννήσεως και η θεμελίωσις της Νεωτέρας ΦυσικήςΛογοθέτου Κ. ΟΕΣΒ, 1955

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουνίου, 2018

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Α.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ  κδ 1-44 – κε 31-46
(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 421-436 και 447-452 εκδόσεις «ο Σωτήρ», μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας                 Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος                       Θφ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος                        Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας                  Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός            Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης                Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης             DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας

(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the basis of the earlier edition by Prof  W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σημειώνεται με το S)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition      Paris 1923 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειώνεται με το p).
W. Allen    A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion    La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους

Ματθ. 24,1        Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐπορεύετο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ(1)· καὶ προσῆλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτῷ τὰς οἰκοδομὰς τοῦ ἱεροῦ(2).
Ματθ. 24,1        Και καθώς εξήλθεν ο Ιησούς και έφευγεν οριστικώς πλέον από τον ναόν, τον επλησίασαν οι μαθηταί δια να του δείξουν τας ωραίας οικοδομάς του ναού.
Τα δύο αυτά κεφάλαια περιλαμβάνουν τον μεγάλο εσχατολογικό λόγο του Κυρίου, ο οποίος μπορεί να διαιρεθεί όπως ακολούθως: 1) κδ 1-3 αφορμή του λόγου, 2) 4-14, συμβάντα που θα προηγηθούν από την τελική αποστασία, 3) 15-28, η θλίψη που θα προηγηθεί από την δεύτερη έλευση, 4) 29-31 η δεύτερη έλευση, 5) 32-51 προτροπές για εγρήγορση, 6) κε 1-46 τρεις παραβολές που διεγείρουν την προσοχή για εγρήγορση και επιμέλεια, όπου στην τρίτη περιγράφεται η τελική κρίση (a.S).
Η γραμματεία της εποχής που προηγήθηκε και επακολούθησε στη γέννηση του Χριστού δείχνει, ότι οι διάνοιες πολλών Ιουδαίων ασχολούνταν με ενδιαφέρον για το τέλος του κόσμου, το οποίο πιστευόταν ότι πλησίαζε. Το ενδιαφέρον αυτό είχε δύο πηγές: από τη μία τις παρερμηνευόμενες προφητείες των ψαλμωδών και των προφητών και ειδικά του Δανιήλ και του Ιεζεκιήλ, και από την άλλη κάποια στοιχεία εθνικών θρησκειών και ειδικά της θρησκείας των Περσών. Τις αντιλήψεις αυτές των συγχρόνων του ο Κύριος είχε υπ’ όψη, όταν δίδασκε για τις έσχατες ημέρες τους μαθητές. Και βεβαίως δεν ήταν δυνατόν παρά να υιοθετήσει τη διδασκαλία που απέρρεε από τους ψαλμούς και τους προφήτες.
Για αυτό λοιπόν την αποκαλυπτική παράδοση περί εσχάτων χρόνων, την καθάρισε και την κατέστησε πνευματική, αφού την απάλλαξε από τα παχυλά στοιχεία, με τα οποία οι σύγχρονες ιουδαϊκές αντιλήψεις είχαν παραμορφώσει αυτήν, προσδίδοντας χρωματισμό πολιτικό και σαρκικό στις λεπτομέρειες της κρίσης που πλησίαζε. Σύμφωνα με τις επικρατούσες τότε αντιλήψεις ο Μεσσίας ως πράκτορας του Ιεχωβά θα εμφανιζόταν πάνω στα σύννεφα επικεφαλής θριαμβευτικού πλήθους, για να καταρρίψει τις ρωμαϊκές αρχές και να ιδρύσει το βασίλειό του, ένα από τα χαρακτηριστικά του οποίου θα ήταν ένα αδιάκοπο δείπνο, στο οποίο θα παρακάθονταν οι απόγονοι του Αβραάμ πάνω σε θρόνους δόξας. Από τις σαρκικές αυτές αντιλήψεις είναι απαλλαγμένα τα αποκαλυπτικά χωρία των ευαγγελίων. Η χρησιμοποιούμενη όμως σε αυτά γλώσσα είναι συμβολική σε μεγάλο μέρος και δεν πρέπει να εκληφθεί κατά γράμμα (p)

1) Προφητεία της καταστροφής του ναού (κδ 1-3)

(1)   Αυθεντική γραφή: ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ ἐπορεύετο, οπότε το «από του ιερού» εξαρτάται από το εξελθών και μένει το επορεύετο αόριστο· βάδιζε κατ’ ευθείαν προς το όρος των ελαιών. Ιερόν= ο ναός και ο περίβολός του με όλα τα υπόλοιπα κτίσματα (L).
(2)   «Επειδή δηλαδή είπε ότι «ο οίκος σας θα ερημωθεί» και προφήτευσε σε αυτούς προηγουμένως πάρα πολλές συμφορές, ακολούθως οι μαθητές όταν άκουσαν αυτά, από έκπληξη μάλλον, τον πλησίασαν για να του δείξουν το κάλλος του ναού, και επειδή απορούσαν, εάν πράγματι θα εξαφανιστούν τόσο ωραία πράγματα και πολυτελή υλικά και ποικίλα απερίγραπτα καλλιτεχνήματα» (Χ).

Ματθ. 24,2        ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ βλέπετε(1) ταῦτα πάντα(2); ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀφεθῇ ᾧδε λίθος ἐπὶ λίθον, ὃς οὐ καταλυθήσεται(3).
Ματθ. 24,2        Ο δε Ιησούς τους είπεν• “δεν βλέπετε με θαυμασμόν όλα τα ωραία αυτά κτίρια; Σας διαβεβαιώνω, ότι δεν θα μείνη εδώ πέτρα επάνω στην πέτρα, που να μη μεταβληθή εις συντρίμματα”.
(1)   «Δεν τα βλέπετε όλα αυτά και θαυμάζετε και μένετε κατάπληκτοι;» (Χ). «Ρωτά πρώτα αυτούς, δεν βλέπετε όλα αυτά τα θαυμαστά;» (Ζ).
(2)   Οι οικοδομές του ιερού ως σύνολο δεν ήταν δυνατόν να φανούν παρά από κάποιο ύψος του όρους των Ελαιών και από κάποια τοποθεσία αυτού, από την οποία έβλεπαν συγχρόνως ολόκληρη την πόλη (L).
(3)   «Δεν τους μιλά πλέον απλώς για ερήμωση, αλλά προφητεύει ολοκληρωτικό τον αφανισμό» (Χ). «Λένε όμως κάποιοι, ότι και όμως, σε κάποια μέρη, αφέθηκε λίθος πάνω σε λίθο ο οποίος δεν γκρεμίστηκε. Προς τους οποίους λέμε και εμείς με τη σειρά μας, ότι όλα αυτά τα αξιοθαύμαστα που τους έδειξε ο Κύριος γκρεμίστηκαν μέχρι θεμελίων σύμφωνα με την δεσποτική απόφαση. Αλλά και αν έμεινε κάποιο λείψανο από τους Ρωμαίους, και αυτό από τους επόμενους γκρεμίστηκε, για να μεταφερθεί σε άλλες οικοδομές» (Ζ).
Άλλωστε ο Κύριος «το είπε αυτό υπαινισσόμενος την ολοκληρωτική καταστροφή του οικοδομήματος και κάνοντας το λόγο υπερβολικό» (Θφ).

Ματθ. 24,3        καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὄρους(1) τῶν ἐλαιῶν προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ κατ᾿ ἰδίαν(2) λέγοντες· εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται(3), καὶ τί τὸ σημεῖον(4) τῆς σῆς παρουσίας(5) καὶ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος(6);
Ματθ. 24,3        Και ενώ αυτός εκάθητο στον όρος των Ελαιών, τον επλησίασαν οι μαθηταί ιδιαιτέρως και του είπαν• “πες μας, πότε θα γίνουν αυτά και ποιό θα είναι το σημείον, που θα προαναγγέλη την ένδοξον παρουσίαν σου και το τέλος του κόσμου;”
(1)   Από όπου ο ναός ήταν ορατός και όπου ήταν προορισμένο να αρχίσουν οι κατά της Ιερουσαλήμ πολιορκητικές επιχειρήσεις (b). Οι προηγούμενοι λοιπόν λόγοι ειπώθηκαν τη στιγμή που ο Κύριός μας απομακρυνόταν από το ναό. Υπερπηδώντας ο Κύριος τον χείμαρρο Κεδρών και ανεβαίνοντας πάνω στο όρος των ελαιών, κάθισε (F).
(2)   «Πλησίασαν ιδιαιτέρως, για να μην γίνει αυτό γνωστό στους Ιουδαίους» (Ζ).
(3)   «Ρωτούν επιθυμώντας πολύ να μάθουν όχι τόσο για τον αφανισμό του ναού, όσο για τον καιρό της δευτέρας παρουσίας του» (Ζ). Η ερώτηση των μαθητών κατ’ ουσίαν είναι αυτή: Πότε η Ιερουσαλήμ και ο ναός της θα καταστραφεί και ποια σημεία θα προηγηθούν της έλευσής σου η οποία θα γίνει για τελική αποκατάσταση των πραγμάτων, η οποία μπορεί να αποκληθεί το τέλος του παρόντος κόσμου; (ο).
(4)   Το σημάδι με το οποίο θα γνωρίσουμε την επικείμενη αμέσως παρουσία σου (δ). Σημάδια συχνά προστέθηκαν σε προφητείες σπουδαίων συμβάντων. Για αυτό και η ερώτηση των μαθητών, που αφορούσε στο σημάδι του καιρού εκείνου (b).
(5)   Εδώ για πρώτη φορά στο ευαγγέλιο συναντιέται η λέξη, η οποία μόνο στον Ματθαίο από τους ευαγγελιστές βρίσκεται και μόνο στο κεφάλαιο αυτό, όπου 4 φορές χρησιμοποιείται (στίχοι 3,27,37,39). Συναντιέται σε όλες τις επιστολές του Παύλου, εκτός από τις ποιμαντικές. Φαίνεται να ήταν σχεδόν τεχνικός όρος για δήλωση της έλευσης του Χριστού με δόξα, που εισήχθη σε κοινή χρήση, κάποιο χρόνο πριν ακόμη τα 4 ευαγγέλια συγγραφούν. Υπονοεί, ότι η επάνοδος του Μεσσία με δόξα δεν θα είναι όπως η πρώτη, μεταβατική και προσωρινή, αλλά θα εγκαινιάσει μόνιμη και διαρκή παρουσία. Η φράση δευτέρα παρουσία δεν συναντιέται στη Γραφή, αλλά βρίσκεται στον Ιουστίνο (p).
(6)   Δες ιγ 40,49. «Επειδή νόμισαν, ότι η καταστροφή του ναού και η δευτέρα παρουσία του Χριστού θα γίνουν και τα δύο μαζί ταυτόχρονα, έκαναν την ερώτηση και για τα δύο» (Ζ).

2) Συμβάντα που θα προηγηθούν του τέλους (κδ 4-14)

Ματθ. 24,4  καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς(1)· βλέπετε μή τις ὑμᾶς(2) πλανήσῃ.
Ματθ. 24,4  Και απεκρίθη ο Ιησούς και τους είπε• “προσέχετε μήπως τυχόν σας πλανήση κανείς.
(1)   «Δεν απάντησε τίποτα σε αυτές τις ερωτήσεις, αλλά προηγουμένως τούς λέει εκείνα, τα οποία πρώτα έπρεπε αυτοί να μάθουν, διότι αυτά επρόκειτο να τους συναντήσουν πριν από εκείνα που ρωτούσαν» (Ζ).
(2)   Αυτό λέχθηκε όχι τόσο προς τους Αποστόλους, οι οποίοι εντός ολίγου θα έπαιρναν το Άγιο Πνεύμα, όσο προς ολόκληρο το ποίμνιο των πιστών, τους οποίους εκείνη την στιγμή εκπροσωπούσαν οι Απόστολοι, έτσι ώστε οι πιστοί αυτοί να μην παραπλανηθούν από τους μέγιστους κινδύνους, στους οποίους θα ήταν εκτεθειμένοι (b).
«Διότι, λέει, θα είναι διπλός ο πόλεμος, και ο εκ μέρους των απατεώνων και ο εκ μέρους των εχθρών» (Χ).

Ματθ. 24,5  πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται(1) ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου(2) λέγοντες(3), ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, καὶ πολλοὺς πλανήσουσι(4).
Ματθ. 24,5  Διότι πολλοί θα έρθουν με το ιδικόν μου όνομα και θα λέγουν• εγώ είμαι ο Χριστός και θα παρασύρουν πολλούς στον δρόμον της πλάνης.
(1)   Στην αρχή θα έλθουν ψευδόχριστοι· στο μέσο θα έλθουν ψευδοπροφήτες (σ.11) και στο τέλος και οι δύο (σ. 22,24). Διπλό κλιμακωτό (b). Ο Ιώσηπος μιλά για κάποιον Αιγύπτιο ψευδοπροφήτη, ο οποίος στην ηγεμονία του Φήλικος παρέσυρε 30.000 προς το όρος των Ελαιών, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων κατασφάχτηκε ή αιχμαλωτίστηκε κατά την σύγκρουση με τους Ρωμαίους στρατιώτες. Μιλά επίσης για τον Θευδά. Ο Σίμων ο μάγος, ο Δοσίθεος και άλλοι μπορούν να μνημονευτούν μεταξύ των συγχρόνων (εκείνη την εποχή) απατεώνων (ο).
(2)   Δεν θα λένε ότι στάλθηκαν από εμένα, αλλά ότι ο καθένας από αυτούς είναι ο Μεσσίας (b). Θα έλθουν αξιώνοντας τον τίτλο του Μεσσία (p), φέροντας το όνομα του Μεσσία (δ).
(3)   «Και λέγοντας ο καθένας ότι εγώ είμαι ο Χριστός» (Ζ).
(4)   Το κύριο σημείο δεν είναι τόσο η μέθοδός τους, με την οποία θα απατούν, όσο η μεγάλη τους επιτυχία, διότι θα πλανήσουν πολλούς (p).

Ματθ. 24,6  μελλήσετε(1) δὲ ἀκούειν πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων(2)· ὁρᾶτε μὴ θροεῖσθε(3)· δεῖ(4) γὰρ πάντα γενέσθαι(5), ἀλλ᾿ οὔπω ἐστὶ τὸ τέλος(6).
Ματθ. 24,6  Θα ακούσετε δε πολέμους και φήμες περί πολέμων, που γίνονται μακράν. Προσέχετε, μη ταράσσεσθε, νομίζοντες ότι αυτά είναι σημεία του τέλους. Διότι πρέπει όλα να πραγματοποιηθούν, αλλά ακόμα δεν θα έλθη το τέλος.
(1)   Ή, η προφητεία αυτή αναφέρεται σε ολόκληρη την εποχή την μετά Χριστόν (δ).
Ή, «νόμιζαν οι μαθητές ότι μαζί με την καταστροφή (των Ιεροσολύμων) θα συμβεί και η συντέλεια… Διότι το ότι έτσι σκέπτονταν, μάθε το από την ερώτησή τους. Τι δηλαδή ρώτησαν; Πότε θα γίνουν αυτά; Δηλαδή, πότε θα καταστραφούν τα Ιεροσόλυμα; Και ποιο είναι το σημάδι της παρουσίας σου και της συντέλειας του αιώνα; Αυτός όμως δεν απάντησε τίποτα αμέσως στην ερώτησή τους αυτή, αλλά προηγουμένως λέει εκείνα τα κατεπείγοντα και τα οποία έπρεπε πρώτα να μάθουν. Διότι ούτε για τα Ιεροσόλυμα είπε κάτι αμέσως, ούτε για τη δευτέρα παρουσία του, αλλά για τα κακά που θα συναντούσαν ευθύς αμέσως» (Χ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(2)   Ή, «πολέμους λέει αυτούς που θα γίνονταν στα Ιεροσόλυμα» (Χ), «ενώ ακοές πολέμων εννοεί αυτές που ακούγονταν στις άλλες πόλεις των Ιουδαίων, τους οποίους πολέμους εξιστορεί ο Ιώσηπος ότι έγιναν πριν την άλωση των Ιεροσολύμων» (Ζ).
Ή, αναφέρεται γενικώς στους πολέμους που θα συμβούν σε ολόκληρη την μετά Χριστόν εποχή. Διότι αυτή είναι η παντοτινή κατάσταση της ανθρωπότητας που ζει μέσα στην αμαρτία και την αδικία· διότι ο πόλεμος είναι παιδί της αδικίας (δ).
(3)   Το ρήμα θροέομαι είναι ιδιαιτέρως εύστοχο εδώ, διότι το θρόος παράγεται από το θρέω, το οποίο σημαίνει φωνάζω ή μιλώ με θόρυβο (b). «Μην πτοηθείτε σαν να έφτασε ήδη το τέλος» (Ζ).
(4)   Στα Ευαγγέλια και τις Πράξεις το «δεῖ (=πρέπει)» χρησιμοποιείται συχνά για αυτό που αποφασίστηκε από το Θεό (p). Πρέπει να εκπληρωθούν όλες οι αποφάσεις του Θεού για τιμωρία των αμαρτωλών (δ).
(5)   Ή, «πρόκειται να γίνουν όλα τα σχετικά με αυτούς τους πολέμους» (Ζ).
Ή, «πρέπει να γίνουν όλα, όσα προείπα εγώ, και η έφοδος των πειρασμών σε τίποτα δεν θα διακόψει τα όσα ειπώθηκαν από εμένα· αλλά θα συμβεί μεν θόρυβος και ταραχή, τίποτα όμως δεν θα διασαλεύσει τα προφητικά λόγια μου» (Χ). Μάλλον η πρώτη ερμηνεία πιο σωστή.
(6)   Ή, το τέλος του κόσμου (δ)= «διότι δεν θα συμβεί ταυτόχρονα μαζί με την κατασκαφή της Ιερουσαλήμ και η κοινή συντέλεια» (Θφ) ή, «η καταστροφή του ναού και της πόλης» (Ζ).

Ματθ. 24,7  ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν(1), καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ λοιμοὶ καὶ σεισμοὶ κατὰ τόπους(2)·
Ματθ. 24,7  Διότι θα ξεσηκωθή το ένα έθνος ενάντιον του άλλου έθνους, και το ένα βασίλειον εναντίον του άλλου βασιλείου και θα συμβούν στερήσεις και πείνες και επιδημικές αρρώστιες και σεισμοί εις διαφόρους τόπους.
(1)   Ή, «τα έθνη που συμμαχούν με τους Ρωμαίους εναντίον των εθνών που συμμαχούν με τους Ιουδαίους και οι βασιλείες που συμπράττουν με τους Ρωμαίους εναντίον αυτών που συμπράττουν με τους Ιουδαίους. Και για αυτό θα γίνουν δυνατοί πόλεμοι ανάμεσά τους» (Ζ).
Ο Alford από πληροφορίες του Ιώσηπου και του Φίλωνα αναφέρεται στις ταραχές των Ιουδαίων στην Αλεξάνδρεια, την σφαγή 50.000 Ιουδαίων στην Σελεύκια και κάποια παρόμοια επανάσταση κοντά στην Ιόππη (ο).
Ή, αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό των εσχατολογικών περιγραφών το ότι ο παγκόσμιος πόλεμος θα προαναγγείλει το τέλος (S) και συνεπώς οι πόλεμοι αυτοί δεν είναι μόνο αυτοί που θα προηγηθούν από την καταστροφή των Ιεροσολύμων, αλλά και οι προ του τέλους του κόσμου. Δες Αποκ. κεφάλαια στ και η (δ).
(2)   Υπήρξαν πάντοτε λιμοί (=πείνες) και λοιμοί (=επιδημίες) και σεισμοί, αλλά όχι τόσο πυκνοί όπως τώρα (b). Ή, «στα μέρη των Ιουδαίων» (Ζ), ή απλώς τοπικούς, διότι εάν είχαν γενικό χαρακτήρα, μπορούσαν να καταστρέψουν τον κόσμο (δ).
Η επί Καίσαρος Κλαυδίου πείνα, που διήρκεσε αρκετά χρόνια, υπήρξε ένας από τους λιμούς αυτούς που έπληξε όχι μόνο την Ιουδαία αλλά και τις γειτονικές χώρες. Και επιδημίες σημειώθηκαν, μία από τις οποίες κατά τον Ιώσηπο ερήμωσε την Βαβυλώνα επί Καλιγούλα και άλλη που αναφέρεται από τον Τάκιτο έπληξε την Ιταλία γύρω στο 66 μ.Χ. Αλλά και σεισμοί αναφέρονται. Ένας κατά τον Τάκιτο έγινε στα χρόνια του Κλαυδίου. Στη Μ. Ασία άλλος στα χρόνια του Νέρωνα κατέστρεψε πολλές πόλεις. Η Πομπηΐα επίσης καταστράφηκε από παρόμοια φυσική έκρηξη (ο).

Ματθ. 24,8   πάντα δὲ ταῦτα ἀρχὴ ὠδίνων(1).
Ματθ. 24,8  Όλα όμως αυτά θα είναι αρχή των ταλαιπωριών και πόνων.
(1)   Ή, παριστάνει την εποχή της παρουσίας του σαν τη γέννηση του νέου κόσμου, ενώ τις πληγές και τιμωρίες αυτές σαν αρχή των πόνων του τοκετού, οι οποίοι θα εξακολουθήσουν μέχρις ότου συμπληρωθεί το μέτρο της οργής του Θεού (δ).
«Όπως ακριβώς δηλαδή οι πόνοι έρχονται στην έγκυο και έτσι γεννάει, έτσι και ο τωρινός αιώνας μετά τις συγχύσεις και τους πολέμους θα γεννήσει τα μελλοντικά» (Θφ).
Ή, «αυτά θα είναι αρχή των κακών, προοίμια των συμφορών, που θα έλθουν στους Ιουδαίους» (Ζ). Το ωδίνων ίσως να μην κρύβει την ιδέα των πόνων του τοκετού, οι οποίοι προηγούνται μιας ευτυχέστερης εποχής. Η λέξη μπορεί να σημαίνει απλώς πόνους χωρίς την ιδέα του τοκετού. Πράγματι μερικές φορές χρησιμοποιείται για δήλωση των αγωνιών του θανάτου, όπως στο Ψαλμ. ιζ 5, ριδ 3 (p). Μπορεί λοιπόν εδώ να σημαίνει δεινά βιαιότατα (F).

Ματθ. 24,9  τότε(1) παραδώσουσιν ὑμᾶς εἰς θλῖψιν(2) καὶ ἀποκτενοῦσιν ὑμᾶς(3), καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν(4) διὰ τὸ ὄνομά μου(5).
Ματθ. 24,9 Τότε θα σας παραδώσουν εις θλίψεις και βασανιστήρια και θα σας φονεύσουν, και θα είσθε οι μισούμενοι από όλα τα έθνη, διότι θα πιστεύετε και θα κηρύττετε το όνομά μου.
(1)   Ο Κύριος προχωρά ήδη από τα φυσικά σημάδια στα σημάδια του ηθικού κόσμου (ο). «Τότε. Πότε; Πριν την αποστασία… Διότι πολλά δεινά προκάλεσαν τότε μετά την ανάληψη του Σωτήρα οι Ιουδαίοι στους Αποστόλους· άλλοτε μεν τους παρέδιδαν στους αρχισυναγώγους για να τους βασανίσουν, άλλοτε πάλι τους οδηγούσαν στους βασιλιάδες, όπως στον Ηρώδη και στον Αγρίππα και στους ηγεμόνες και στους στρατηγούς των πόλεων» (Ζ).
Αλλά η αποστολική εποχή χρησιμεύει ως τύπος και σύμβολο και εικόνα όλων όσων θα συμβούν μετά από αυτά μέχρι την παρουσία του Σωτήρα μας, και για αυτό σε αυτήν την εποχή αποκαλυπτικά αποδίδονται όλα όσα θα γίνουν μέχρι την φανέρωση του Σωτήρα (δ).
(2)   Λέξη που έχει ευρεία σημασία και χρησιμοποιείται συχνά στους ψαλμούς για να δηλώσει τις δοκιμασίες των δούλων του Θεού (L).
(3)   Μερικούς από εσάς (b). «Αυτό το λέει για μόνους όσους πρόκειται να φονευτούν εξ’ αιτίας της κακεντρέχειας των Ιουδαίων, όπως ήταν ο Στέφανος και ο Ιάκωβος, ο αδελφός του Ιωάννου και όποιος άλλος τυχόν» (Ζ). Αναφέρεται σε κάποιους από τους Αποστόλους, αλλά και από τους μελλοντικούς κήρυκες και πιστούς γενικά (δ).
(4)   Υπονοεί την μετέπειτα ανάπτυξη και διάδοση του Χριστιανισμού (S). Θα είστε μισητοί «από συγγενείς, από φίλους, από ομόφυλους, από γνωστούς, από ξένους, από άρχοντες, από αρχομένους, και για να μιλήσουμε απλά από όλους όσους είναι ξένοι με το κήρυγμα» (Ζ). «Προλέγει τα κακά που θα συμβούν, δίνοντας θάρρος στους μαθητές με το να τα προλέγει. Διότι το απροσδόκητο συνηθίζει να φοβίζει και να ταράζει. Εξομαλύνει λοιπόν από πριν τον φόβο με το να προφητεύει τα μελλοντικά δεινά» (Θφ).
Η χριστιανική θρησκεία έχει κάτι το ιδιαίτερο· μισείται από τον διεφθαρμένο κόσμο, ο οποίος ανέχεται όλες τις άλλες θρησκείες και συστήματα (b).
(5)   «Εξ’ αιτίας μου» (Ζ).

Ματθ. 24,10 καὶ τότε σκανδαλισθήσονται(1) πολλοὶ(2) καὶ ἀλλήλους(3) παραδώσουσι καὶ μισήσουσιν ἀλλήλους(3).
Ματθ. 24,10  Και τότε θα κλονισθούν πολλοί εις την πίστιν και θα παραδώσουν στους διώκτας ο ένας τον άλλον και θα μισηθούν μεταξύ των.
(1)   Θα υποστούν ναυάγιο στην πίστη τους (b).
(2)   Θα αποστατήσουν.
(3)   Αυτό είναι το πιο δυσάρεστο από όλα (b).
«Αυτό είναι μεγαλύτερο κακό, όταν ο πόλεμος είναι και εμφύλιος· διότι πολλοί ψευδάδελφοι παρουσιάστηκαν. Είδες που είναι τριπλός ο πόλεμος, από τους πλάνους, από τους εχθρούς, από τους ψευδαδέλφους» (Χ).
Δεν εννοεί, ότι τα θύματα θα ανταποδώσουν κακό αντί κακού (L).

Ματθ. 24,11 καὶ πολλοὶ ψευδοπροφῆται(1) ἐγερθήσονται(2) καὶ πλανήσουσι πολλούς(3),
Ματθ. 24,11 Και πολλοί ψευδοπροφήται θα ξεπροβάλλουν και θα παρασύρουν εις την πλάνην πολλούς.
(1)   Δηλαδή ψευδοδιδάσκαλοι. Δες Α΄ Ιω. δ 1 και Διδαχή κεφ. VI,ΧΙ 8 (S).
(2)   Ο χρόνος Μέλλοντας είναι αποκαλυπτικός και δεν σημαίνει ότι θα παρουσιαστούν από το Θεό (L).
(3)   «Διότι οι παρόμοιοι άνθρωποι είναι ψευδαπόστολοι, εργάτες δόλιοι, που μετασχηματίζονται σε Αποστόλους Χριστού» (Χ).

Ματθ. 24,12  καὶ διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν(1) ψυγήσεται(2) ἡ ἀγάπη(3) τῶν πολλῶν(4).
Ματθ. 24,12  Και επειδή θα έχη πληθυνθή η αμαρτία και η κακία, θα κρυώση η αγάπη των πολλών.
(1)   Η περιφρόνηση και παράβαση του νόμου, η κακότητα, η διαφθορά (g).
(2)   Χαρακτηριστικό της αγάπης είναι η θερμότητα και η φλόγα (b). Αυτό δεν σημαίνει απροκάλυπτη αποστασία, αλλά απλώς κατάπτωση της πνευματικότητας, ψυχρότητα και σχετική αδιαφορία για τα θρησκευτικά καθήκοντα (ο).
(3)   Πρέπει να είναι η προς τον Θεό αγάπη, η μεγάλη εντολή που περιλαμβάνει και την προς τον πλησίον αγάπη (L). Η ψύξη της προς το Θεό αγάπης θα επιφέρει και την επικράτηση της ιδιοτέλειας και του εγωισμού. Για αυτό λοιπόν «δεν θα έχουν ούτε την παρηγοριά που προέρχεται από την αγάπη» (Χ).
«Θα γίνουν σαν θηρία οι άνθρωποι, ώστε δεν θα τους απομένει κάποια ικμάδα αγάπης ούτε για τους πολύ δικούς τους» (Θφ).
Ανομία και αγάπη δύο αντίθετα. Διότι πλήρωμα του νόμου είναι η αγάπη (b).
(4)   Του πλήθους των κοινών και συνηθισμένων και κατ’ όνομα Χριστιανών (δ).

Ματθ. 24,13 ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος(1), οὗτος σωθήσεται.
Ματθ. 24,13  Εκείνος όμως, ο οποίος κατά το διάστημα των δοκιμασιών αυτών θα δείξη μέχρι τέλους υπομονήν, αυτός θα σωθή.
(1)   Έως ότου μπει τέλος στα δεινά αυτά (g). Μέχρι τέλους του πειρασμού (b). «Αυτός που μέχρι τέλους υπομένει και καρτερικά αντέχει και δεν υποχωρεί μπροστά σε αυτά που του έρχονται» (Θφ). Ή, και πιθανότερο αναφέρεται στο πλήρες της υπομονής.

Ματθ. 24,14 καὶ κηρυχθήσεται(1) τοῦτο(2) τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ(3) εἰς μαρτύριον(4) πᾶσι τοῖς ἔθνεσι, καὶ τότε ἥξει τὸ τέλος.
Ματθ. 24,14   Και θα κηρυχθή αυτό το Ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού εις όλην την οικουμένην, ώστε να είναι η καλή μαρτυρία προς σωτηρίαν δι’ όλα τα έθνη, και τότε θα έλθη το τέλος.
(1)   «Από εδώ δίδαξε, ότι κανένα από τα δεινά δεν θα νικήσει το κήρυγμα» (Ζ). Παρά τους εξωτερικούς διωγμούς και τις εσωτερικές προδοσίες το ευαγγέλιο εξακολουθεί να διαδίδεται (p).
(2)   Ή, το ευαγγέλιο της βασιλείας του Θεού, του οποίου δηλαδή μέρος αποτελεί και η εσχατολογική αυτή προφητεία (δ). Ή, το ευαγγέλιο, το οποίο ο Ιησούς τότε κήρυττε (b), το ευαγγέλιο, όπως σας αναγγέλλω αυτό τη στιγμή αυτή δηλαδή την προσεχή εγκαθίδρυση της βασιλείας του Θεού πάνω στα ερείπια του παλαιού ιουδαϊκού καθεστώτος (L).
(3)   Ή, σε όλο τον κόσμο γενικά και τα έθνη και όχι μόνο το ρωμαϊκό κράτος (δ).
Ή, σε όλο τον ρωμαϊκό κόσμο (L). Εξαρτάται από την έννοια την οποία θα αποδώσουμε στο «θα έλθει το τέλος». Εάν πάρουμε αυτό ως «το τέλος όχι της συντέλειας αλλά των Ιεροσολύμων» (Χ), τότε το σε όλη την οικουμένη= σε όλο το ρωμαϊκό κράτος.
«Για το ότι πριν την άλωση των Ιεροσολύμων κηρύχτηκε το ευαγγέλιο, άκουσε τι λέει ο Παύλος· «σε όλη τη γη έφθασε η φωνή τους»· και πάλι «του ευαγγελίου που κηρύχτηκε σε όλη την κτίση κάτω από τον ουρανό»»(Χ).
(4)   Για μαρτυρία της απολύτρωσης που έγινε από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό έτσι ώστε εάν τα έθνη δεν πιστέψουν, να είναι αναπολόγητα (F).
«Θα είναι για μαρτυρία εκείνων που δεν πίστεψαν· δηλαδή για έλεγχο, για κατηγορία. Διότι εκείνοι που πίστεψαν θα είναι μάρτυρες κατηγορίας εναντίον εκείνων που δεν πίστεψαν και θα τους καταδικάσουν» (Χ).
«Για να μην μπορούν να λένε την ημέρα της κρίσεως, ότι δεν άκουσαν το κήρυγμα» (Ζ).
«Για αυτό λοιπόν μετά την κήρυξη του ευαγγελίου σε όλη την οικουμένη καταστρέφονται τα Ιεροσόλυμα, ώστε να μην έχουν ούτε σκιά απολογίας όσοι ήταν αχάριστοι. Διότι αυτοί που είδαν τη δύναμή του να λάμπει παντού και να κατακυριεύει αστραπιαία την οικουμένη, ποια συγχώρηση θα ήταν δυνατόν να έχουν πλέον, παραμένοντας στην ίδια αχαριστία τους;» (Χ).

3) Η ερήμωση της Ιουδαίας (κδ 15-28)

Ματθ. 24,15 Ὅταν οὖν(1) ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως(2) τὸ ῥηθὲν διὰ Διανιὴλ τοῦ προφήτου(3) ἑστὼς ἐν τόπῳ ἁγίῳ -ὁ ἀναγινώσκων νοείτω(4)-
Ματθ. 24,15   Όταν λοιπόν θα ιδήτε το μισητόν και αηδές σύχαμα, που θα επιφέρη την ερήμωσιν και τον όλεθρον της Ιερουσαλήμ, όπως έχει προφητευθή από τον Δανιήλ, να στέκεται στον άγιον τόπον-κάθε αναγνώστης ας καταλάβη καλά αυτό•
(1)   Αναφέρεται στο «θα έλθει το τέλος» που είναι αμέσως παραπάνω (δ). Εάν το τέλος= «θα έλθει στους Ιουδαίους ο παντελής αφανισμός» (Ζ), με το ακόλουθο οὖν (=λοιπόν) έρχεται ο Κύριος να δώσει τα σημάδια με τα οποία θα προειδοποιηθούν οι πιστοί για τον χρόνο της έλευσης του τέλους αυτού. Εάν όμως το τέλος= το τέλος του κόσμου, του οποίου τύπος είναι το τέλος των Ιεροσολύμων, τότε το οὖν= επειδή αργεί ακόμη το τέλος του κόσμου, δίνω σε σας τώρα σημάδια του για εσάς μερικού τέλους, της καταστροφής των Ιεροσολύμων (δ).
(2)   Κάτι βδελυκτό (μισητό, σιχαμερό), το οποίο προκαλεί την ερήμωση. Το βδέλυγμα της βεβήλωσης επακολουθήθηκε από το βδέλυγμα της ερήμωσης (b). Η φράση στο Δανιήλ ια 31,ιβ 11 και θ 27. Σύμφωνα με κάποιους ερμηνευτές βδέλυγμα ερημώσεως = οι ζηλωτές και σικάριοι που κυρίευσαν το ιερό (66 μ.Χ.) με αρχηγό τον Ελεάζαρο και το καταμόλυναν όπως κανείς ποτέ εθνικός δεν έκανε (δ). Για αυτούς ο Ιώσηπος (Ιουδ. Πολ. IV,6,3) γράφει: «αυτά αφού τα παρέβησαν οι ζηλωτές έκαναν να εκπληρωθεί η προφητεία εναντίον της πατρίδας» (L). Σύμφωνα με άλλους ερμηνευτές «βδέλυγμα είναι ο ανδριάντας του Τίτου, τον οποίο αφού κυρίευσε την πόλη, έστησε στα άδυτα του ναού» (Ζ).
Αλλά ο μεν ναός αμέσως μετά την άλωση της πόλης κατακάηκε (δ), και δεν συμβιβάζονται επίσης με την εκδοχή αυτή όσα λέγονται στους στίχους 16-18. Σύμφωνα με άλλους, τόπος άγιος = η Ιουδαία και η Παλαιστίνη ως σύνολο (p), και όχι ο ναός ή τα άγια των αγίων, διότι θα ήταν πολύ αργά πλέον να φύγουν οι κάτοικοι της Ιουδαίας μετά την βεβήλωση του ναού. Τόπος άγιος = μία ορισμένη θέση έξω και κοντά στην αγία Πόλη, και ακριβώς η θέση εκείνη, την οποία ο Κύριος τη στιγμή αυτή αγίαζε λέγοντας τους λόγους του εκείνους. Και βδέλυγμα της ερημώσεως είναι το ρωμαϊκό στράτευμα, το αποτελούμενο από όλα τα έθνη και η σημαία του οποίου θεωρούνταν ως είδωλο (b).
Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή η φράση πρέπει να ερμηνευτεί = όταν δείτε τα ρωμαϊκά στρατεύματα, τα οποία θα φέρουν την ερήμωση, να στέκονται στον άγιο τόπο του όρους των Ελαιών. Η πρώτη και η τρίτη εκδοχή είναι πιο σοβαρές.
(3)   «Τους παρέπεμψε στον Δανιήλ» (Χ), «που προφήτευσε για αυτού του είδους το βδέλυγμα» (Ζ). Οι λόγοι αυτοί του Δανιήλ αναφέρονταν κατά τους Αλεξανδρινούς Ιουδαίους στον Αντίοχο τον Επιφανή που βεβήλωσε το ναό. Δες Α΄ Μακ. α 54. Εάν δεχτούμε αυτό, τότε ο Κύριος προλέγει εδώ και δεύτερη εκπλήρωση του προφητικού αυτού λόγου. Η από τον Αντίοχο βεβήλωση ήταν κάποια προτύπωση της από τους Ρωμαίους σιχαμερής βεβήλωσης (ο).
(4)   Το «ἀναγινώσκων νοείτω» είναι προσθήκη στα λόγια του Σωτήρα· είτε του Ματθαίου είτε του μεταφραστή που αποσκοπεί να καταδείξει, ότι το σημάδι αυτό του Σωτήρα, το βδέλυγμα της ερήμωσης στεκόταν ήδη σε τόπο άγιο (δ). = Όλοι οι αναγνώστες πρέπει ήδη να είναι άγρυπνοι, διότι η από τον Κύριο προφητευμένη καταστροφή είναι κοντά (p).

Ματθ. 24,16  τότε(1) οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ(2) φευγέτωσαν(3) ἐπὶ τὰ ὄρη(4),
Ματθ. 24,16  Τότε, όταν θα δήτε αυτήν την βεβήλωσιν του ιερού, όσοι ευρίσκονται εις την Ιουδαίαν, ας φύγουν εις τα βουνά, δια να κρυβούν.
(1)   «Τότε, όταν το βδέλυγμα στηθεί» (Ζ). «Για αυτό μου φαίνεται ότι εννοεί τα στρατόπεδα (των Ρωμαίων)» (Χ).
(2)   Όσοι είναι στην Ιουδαία χώρα, αυτοί δηλαδή που κατοικούν στις πόλεις της (δ).
(3)   «Αφού δεν θα έχουν καμία ελπίδα σωτηρίας με το να περιμένουν» (Ζ).
(4)   Τα όρη στην Ιουδαία παρείχαν πολλά σπήλαια και τόπους για απόκρυψη. Δες Α΄Μακ. β 28 (S).

Ματθ. 24,17   (1)ὁ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβαινέτω ἆραι(2) τὰ ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ(3),
Ματθ. 24,17  Όποιος είναι επάνω εις την ταράτσα, ας μη κατεβή στο σπίτι, δια να πάρη τα πράγματά του, αλλά ας φύγη αμέσως.
(1)   Ο τρομερός κίνδυνος από την εισβολή των εθνικών θα είναι τόσο μεγάλος, ώστε ούτε στιγμή δεν πρέπει να χάνεται, όταν δοθεί το σύνθημα του κινδύνου (p).
(2)   Διότι αν θελήσει να σώσει αυτά κινδυνεύει μαζί τους να χαθεί (δ).
(3)   Δεν υπάρχει καιρός να σώσει τα υπάρχοντά του (S). Ας φεύγει και αυτός από το δώμα ή από την εξωτερική σκάλα ή από τις στέγες (δ), χωρίς να κατέβει καθόλου από το δώμα, αλλά από εκεί να μεταπηδά στα γειτονικά δώματα και από αυτά στα άλλα που βρίσκονται κοντά έως ότου φθάσει στα τείχη της πόλης (ο).

Ματθ. 24,18  καὶ ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ μὴ ἐπιστρεψάτω(1) ὀπίσω ἆραι τὰ ἱμάτια(2) αὐτοῦ(3).
Ματθ. 24,18 Και εκείνος που με το πουκάμισο εργάζεται στο χωράφι, ας μη γυρίση πίσω να πάρη τα ενδύματά του.
(1)   «Διότι εάν αυτοί που είναι μέσα φεύγουν, πολύ περισσότερο οι έξω δεν πρέπει να καταφεύγουν εκεί» (Σχ).
(2)   Αυθεντική γραφή το ιμάτιον= αναφέρεται στην εργασία στον αγρό με μόνο τον χιτώνα. Έχει λοιπόν ανάγκη αυτός, προκειμένου να φύγει την απειλή του κινδύνου, να πάρει και το ιμάτιό του (δ). «Είναι προτιμότερο να σωθούν με γυμνό το σώμα λοιπόν» (Χ).
(3)   «Υπαινισσόμενος την αναπόφευκτη υπερβολή των συμφορών, λέει, ότι πρέπει να φεύγουν χωρίς επιστροφή, χωρίς να φροντίζουν για κανένα από τα υπάρχοντα της οικίας, ούτε ρούχα ούτε άλλα σκεύη» (Θφ).

Ματθ. 24,19   οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις(1) ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις.
Ματθ. 24,19  Αλλοίμονο δε εις τας εγκύους και εις όσας θα θηλάζουν μικρά παιδιά κατά τας ημέρας εκείνας, διότι δεν θα τους είναι εύκολον να τρέξουν να σωθούν.
(1)   «Στις μεν έγκυες διότι θα είναι βραδυκίνητες και δεν θα μπορούν να φύγουν εύκολα, επειδή θα κουβαλάνε το φορτίο του εμβρύου» (Χ)· «διότι είναι επιβαρυμένες από το βάρος των εμβρύων» (Ζ).
«Στις άλλες που θηλάζουν, διότι θα κατέχονται από τον δεσμό της συμπάθειας προς τα παιδιά τους, αλλά δεν θα μπορούν να διασώσουν μαζί με τον εαυτό τους και εκείνα. Διότι τα χρήματα και τα ρούχα είναι εύκολο να τα καταφρονήσουν και να προνοήσουν για αυτά» (Χ)·
«το να γίνει όμως η έγκυος ανάλαφρη και αυτή που θηλάζει να απορρίψει το παιδί της που θηλάζει, είναι εντελώς αδύνατον λόγω του δεσμού της φύσης. Αλίμονο λοιπόν σε αυτές που εύκολα θα τις πιάσουν και θα τις σκοτώσουν μαζί με τα έμβρυα και τα παιδιά που θηλάζουν» (Ζ). Με το ουαί δεν εκφέρει απαγόρευση κατά της γεννήσεως τέκνων, αλλά προφητεία αθλιότητας (b).

Ματθ. 24,20  προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος(1) μηδὲ σαββάτῳ(2).
Ματθ. 24,20  Προσεύχεσθε δε να μη γίνη η φυγή σας αυτή εις καιρόν χειμώνος ούτε εις ημέραν Σαββάτου.
(1)   Με αυτό σημαίνεται όχι απλώς η εποχή τους έτους, αλλά η κατάσταση του καιρού (b). «Γιατί όχι σε χειμώνα; Λόγω της δυσκολίας από τον καιρό» (Χ). Βεβαίως ο χρόνος και η εποχή, κατά την οποία θα συνέβαιναν αυτά, ήταν ήδη καθορισμένα από το Θεό, πάντοτε όμως τακτοποιήθηκαν αυτά όχι άσχετα με τις προσευχές των πιστών, τις οποίες τώρα ο Κύριος παραγγέλλει και τις οποίες ο Θεός είχε προΐδει. Οι προσευχές αυτές προγνώστηκαν πριν από όλους τους αιώνες από τον Θεό και επέδρασαν στο θείο σχέδιο (ο).
(2)   «Όχι το Σάββατο λόγω του νόμου που δεν επέτρεπε να βαδίζουν το Σάββατο παραπάνω από τα καθορισμένα βήματα» (Ζ). Μεταγενέστερες παραδόσεις επέτρεπαν μόνο 2.000 πήχεις, πέντε ή έξι στάδια κατά τον Ιώσηπο (Ιουδ. Πολιτ. 5,2,3, Αρχαιολ. 20,8,6) (δ).
«Είναι φανερό και από εδώ, ότι αν και τα λόγια αυτά τα απηύθυνε προς τους Αποστόλους, αλλά βεβαίως προς τους Ιουδαίους απέβλεπαν αυτά» (Ζ).
Οι πρώτοι Χριστιανοί των Ιεροσολύμων, πιστοί ακόμη στο νόμο, τηρούσαν το Σάββατο (L). Υποδηλώνουν τα λόγια αυτά ότι το ευαγγέλιο γράφτηκε σε χρόνο, κατά τον οποίο το Σάββατο τηρούνταν ακόμη από τους εξ’ Ιουδαίων Χριστιανούς (p).

Ματθ. 24,21 ἔσται(1) γὰρ τότε θλῖψις μεγάλη(2), οἵα οὐ γέγονεν ἀπ᾿ ἀρχῆς κόσμου ἕως τοῦ νῦν οὐδ᾿ οὐ μὴ γένηται(3).
Ματθ. 24,21  Και θα φύγετε τότε με μεγάλην βίαν και τρόμον, διότι θα συμβή θλίψις τόσον μεγάλη, ομοία προς την οποίαν ούτε έχει γίνει από την αρχήν του κόσμου έως τώρα ούτε και θα γίνη.
(1)  Ο Σωτήρας εδώ αποκαλυπτικά μιλώντας, μιλά για την τότε μερική θλίψη ως τύπο της γενικής μεγάλης θλίψης που θα προηγηθεί από την παρουσία του (δ). Η άμεση επαλήθευση των λόγων αυτών έγινε στην άλωση των Ιεροσολύμων από τον Τίτο.
(2)   «Όποιος βρει τα συγγράμματα του Ιωσήπου θα πληροφορηθεί» (Ζ).
«Ούτε μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι επειδή ήταν χριστιανός ο άνθρωπος (ο Ιώσηπος) εξόγκωσε την τραγωδία· διότι ήταν Ιουδαίος και μάλιστα κατ’ εξοχήν Ιουδαίος και ζηλωτής… Τι λέει λοιπόν αυτός; Ότι τα δεινά εκείνου του πολέμου υπερέβαλαν κάθε προηγούμενη τραγωδία και ότι ποτέ δεν είχε βρει το έθνος παρόμοιος πόλεμος. Διότι τόσο μεγάλη ήταν η πείνα, ώστε και οι ίδιες οι μητέρες να φθάνουν να τρώνε τα παιδιά τους, και να γίνονται μάχες για αυτό» (Χ).
(3)   «Πρόσεξε την υπερβολή των κακών, όταν τα κακά εκείνα είναι χειρότερα όταν συγκριθούν όχι μόνο με τα δεινά του προηγούμενου χρόνου, αλλά και με όλο τον χρόνο που ακολουθεί. Διότι ούτε σε ολόκληρη την οικουμένη, ούτε σε όλους τους αιώνες, αυτούς που πέρασαν και αυτούς που θα έλθουν, θα μπορέσει κανείς να ισχυριστεί ότι συνέβησαν τόσο μεγάλα δεινά» (Χ). Αυτό αληθεύει για μεν την Ιουδαία τοπικά, γενικά όμως και καθολικά για τον κόσμο κατά την εποχή την προ της δευτέρας παρουσίας (δ).

Ματθ. 24,22  καὶ εἰ μὴ ἐκολοβώθησαν(1) αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι(2), οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ(3)· διὰ δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς(4) κολοβωθήσονται αἱ ἡμέραι(5) ἐκεῖναι.
Ματθ. 24,22  Και εάν δεν ωλιγόστευαν αι ημέραι εκείναι, δεν θα εσώζετο κανένας άνθρωπος εις την περιοχήν εκείνην. Αλλά χάριν των εκλεκτών θα περιορισθή ο αριθμός των ημερών εκείνων της τρομεράς θλίψεως.
(1)   «Αν δεν ελαττώνονταν οι ημέρες εκείνες κατ’ οικονομίαν από το Θεό» (Ζ).
(2)   «Ημέρες εννοεί τις ημέρες του πολέμου και της πολιορκίας εκείνης» (Ζ).
«Αν κρατούσε παραπάνω, λέει, ο πόλεμος των Ρωμαίων κατά της πόλης, όλοι οι Ιουδαίοι θα αφανίζονταν» (Χ). Μπορεί να αναφέρεται και στον περιορισμό της περιόδου του κράτους του αντιχρίστου (S).
(3)   «Λέει κάθε σάρκα αντί να πει καμία» (Ζ). «κάθε σάρκα εννοεί ιουδαϊκή. Και οι εντός και οι εκτός της πόλεως» (Χ).
«Δεν θα ξέφευγε τον θάνατο καμία ιουδαϊκή σάρκα. Διότι όλοι θα φονεύονταν και οι εντός και οι εκτός· οι μεν από την πείνα, οι δε από την επιδημία· άλλοι πάλι από ξίφος και από κάθε είδους τρόπους θανάτου» (Ζ).
(4)   «Εκλεκτούς ονομάζει τους εξ’ Ιουδαίων πιστούς» (Ζ), «αυτούς που ξεχώρισαν ανάμεσα σε αυτούς» (Ζ). Δεν θα κατέστη δυνατόν όλοι οι Χριστιανοί να διαφύγουν από τα Ιεροσόλυμα. Όπως μπορεί κάποιος να εικάσει, πολλοί ασθενείς, γέροντες και φτωχοί θα έμειναν από ανάγκη. Κάποιοι επίσης θα έμειναν από ζήλο, για να κηρύξουν κατά την κρίσιμη αυτή στιγμή το ευαγγέλιο στους συμπολίτες τους (ο). Οι εκλεκτοί, είτε αυτοί που ήδη επέστρεψαν (στο Θεό) είτε αυτοί που θα επιστρέψουν στο μέλλον, είτε και αυτοί που δεν γεννήθηκαν ακόμη, είναι αναμιγμένοι με το υπόλοιπο της ανθρωπότητας (b).
(5)   Για τους εκλεκτούς «ταχύτερα έπαυσε τον πόλεμο, για να μην χαθούν μαζί με τους απίστους, αλλά μάλλον έτσι ώστε και κάποιοι από τους απίστους να σωθούν μαζί με αυτούς» (Ζ).

Ματθ. 24,23  τότε(1) ἐάν τις ὑμῖν(2) εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστὸς ἢ ὧδε, μὴ πιστεύσητε(3)·
Ματθ. 24,23  Τότε εάν κανείς σας πη• Ιδού ο Χριστός είναι εδώ η εκεί, μη πιστεύσετε.
(1)   Ή, κατά τον χρόνο της πτώσης της Ιερουσαλήμ (b). Κατά την εποχή εκείνη της μεγάλης θλίψης, δηλαδή της μερικής και της γενικής που προτυπώνεται από αυτήν (δ).
Ή, «με το «τότε» δηλώνει όχι όσα θα συμβούν αμέσως μετά από αυτά, αλλά εκείνα που θα συμβούν στον καιρό κατά τον οποίο πρόκειται να γίνουν, όσα θα πει… Αφού προσπέρασε όλο το χρόνο που θα μεσολαβήσει από την άλωση των Ιεροσολύμων μέχρι τις αρχές της συντέλειας του κόσμου, αναφέρεται στον λίγο πριν τη συντέλεια χρόνο» (Χ).
«Επομένως αυτό που λέει σημαίνει το εξής· Τότε, δηλαδή όταν πρόκειται να έλθει ο αντίχριστος» (Θφ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(2)   «Φαίνονται και αυτά ότι ειπώθηκαν προς τους Αποστόλους, επαληθεύονται όμως στους Χριστιανούς που θα ζουν τότε» (Ζ).
(3)   Διότι από τον χρόνο εκείνο ο υιός του ανθρώπου δεν θα φανεί μέχρι την δεύτερη έλευσή του (b). Πιστευόταν γενικώς, ότι ο Μεσσίας θα εμφανιζόταν κατά τον καιρό της έσχατης συμφοράς, για αυτό και ο λαός παρείχε ευκολόπιστο το αυτί του σε αγύρτες και απατεώνες (ο).

Ματθ. 24,24 ἐγερθήσονται(1) γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται(2) καὶ δώσουσι σημεῖα(3) μεγάλα καὶ τέρατα(4), ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν(5), καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.
Ματθ. 24,24  Διότι θα αναφανούν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και θα δώσουν μεγάλα σημεία και θα κάμουν καταπληκτικά έργα, ώστε να πλανήσουν, εάν είναι δυνατόν, και αυτούς ακόμη τους εκλεκτούς.
(1)   «Αντί να πει θα έλθουν» (Ζ). Λέει τον λόγο για τον οποίο δεν πρέπει να πιστέψουν.
(2)   Ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες δεν πρέπει να μπερδεύονται (S). Οι ψευδομεσσίες αυτοί θα συνοδεύονται από ψευδοπροφήτες, οι οποίοι θα είναι μαθητές τους και απόστολοί τους (L). «Και πριν την άλωση των Ιεροσολύμων είπε ότι θα υπάρξουν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες, αλλά αυτοί, οι πριν τη δευτέρα παρουσία του θα είναι πολύ χειρότεροι από αυτούς τους πριν την άλωση των Ιεροσολύμων» (Ζ).
(3)   Αναφέρεται στην αιτία που προκαλεί αυτό, την υπερφυσική δύναμη= σημάδι που μαρτυρεί θεία δύναμη.
(4)   Δηλώνει την προκαλούμενη στους ανθρώπους εντύπωση και τον φόβο που τους εμπνέει το σημάδι. Τα θαύματα αυτά θα μπορούσαν μάλλον ως ψευδή να χαρακτηριστούν. Είναι ξεκάθαρος ο χαρακτήρας τους σε σχέση με τα αληθινά θαύματα, των οποίων εκείνα θα είναι χονδροειδής και γελοία απομίμηση (ο).
(5)   «Αν θα μπορούσε να γίνει δυνατόν σε αυτούς. Από αυτούς τους ψευδόχριστους ένας είναι και ο λεγόμενος αντίχριστος, του οποίου προφήτες θα είναι οι αναφερόμενοι αυτοί ψευδοπροφήτες» (Ζ).

Ματθ. 24,25   Ἰδοὺ(1) προείρηκα(2) ὑμῖν.
Ματθ. 24,25   Ιδού σας τα προείπα, ώστε να λάβετε τα μέτρα σας.
(1)   «Δίνει μαρτυρία για να τους ασφαλίσει» (Ζ).
(2)   Ο παρακείμενος δηλώνει την εξακολούθηση του αποτελέσματος· τα προείπα έτσι ώστε, όταν γίνουν, κανείς από σας να μην εξαπατηθεί από αυτά (δ).

Ματθ. 24,26   ἐὰν οὖν εἴπωσιν(1) ὑμῖν, ἰδοὺ ἐν τῇ ἐρήμῳ(2) ἐστί, μὴ ἐξέλθητε, ἰδοὺ ἐν τοῖς ταμείοις(3), μὴ πιστεύσητε·
Ματθ. 24,26    Εάν λοιπόν σας πουν• Ιδού εις την έρημον ευρίσκεται ο Χριστός, μη βγήτε• η εάν σας πουν ότι ο Χριστός ευρίσκεται εις τα πλέον απόμερα και ασφαλή δωμάτια, μη πιστεύσετε.
(1)   «Οι προπομποί και υπηρέτες του αντιχρίστου» (Ζ) και γενικά κάθε ψευδόχριστου.
(2)   Ώστε να πορευθείτε αρκετό δρόμο για να τον συναντήσετε (δ). Εφαρμόζεται σε εκείνους, οι οποίοι σύρουν όχλους με θόρυβο πίσω τους (b).
(3)   «Ταμεία να εννοήσεις εδώ τα πιο εσωτερικά δωμάτια των σπιτιών» (Ζ), τους ενδότερους θαλάμους οποιασδήποτε οικίας, όπου κατ’ ιδίαν και εύκολα μπορείτε να τον συναντήσετε (δ). Έρημος-ταμεία, αντίθεση= είτε δημόσια ανακηρύσσεται ο Μεσσίας αυτός είτε κρυφά και κατ’ ιδίαν αποκαλύπτεται (S).

Ματθ. 24,27  ὥσπερ γὰρ(1) ἡ ἀστραπὴ(2) ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν(3), οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία(4) τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου(5)·
Ματθ. 24,27 Διότι όπως η αστραπή βγαίνει από την ανατολή και αμέσως φαίνεται έως την δύσιν, έτσι αμέσως αισθητή εις όλους θα γίνη και η ένδοξος παρουσία του Υιού του ανθρώπου.
(1)   Εξηγεί τον λόγο για τον οποίο δεν πρέπει να βγουν ούτε να πιστέψουν.
«Διότι όχι όπως ακριβώς στην προηγούμενη παρουσία στη Βηθλεέμ φάνηκε και σε μια μικρή γωνία της οικουμένης και χωρίς κανείς να το ξέρει από την αρχή, έτσι και τότε θα γίνει, λέει, αλλά θα έλθει φανερά και με κάθε δόξα και δεν θα χρειαστεί κάποιος να τον εξαγγείλει» (Χ).
(2)   «Πώς λοιπόν φαίνεται η αστραπή; Δεν χρειάζεται κάποιον να την εξαγγείλει, δεν έχει ανάγκη κήρυκα, αλλά και σε αυτούς που κάθονται στα σπίτια, και σε αυτούς που είναι στα δωμάτια, φαίνεται ακαριαία σε ολόκληρη την οικουμένη» (Χ).
(3)   Με τη φράση από ανατολών έως δυσμών δείχνει τα δύο αντίθετα σημεία του ορίζοντα, στο ένα από τα οποία αφού γεννιέται η αστραπή αμέσως και ακαριαία φαίνεται και στο άλλο = με τη μία φωτίζει όλο τον ορίζοντα από τη μία άκρη στην άλλη (δ). Η ιδέα που εκφράζεται με την εικόνα φαίνεται να είναι, ότι η παρουσία του υιού του ανθρώπου δεν θα είναι τοπική, αλλά ορατή παντού (a).
(4)   «Έτσι θα είναι και η παρουσία εκείνου, θα φαίνεται σε όλους ταυτόχρονα λόγω της υπερβολικής λαμπρότητας που έχει, και η ίδια θα εξαγγείλει τον εαυτό της στους ανθρώπους» (Ζ). Ο Μεσσίας δεν θα παραμένει κρυμμένος ώστε να γίνεται σιγά σιγά γνωστός. Η εμφάνισή του με τη μία θα προκαλέσει σε όλους πληροφορία για το ποιος είναι ο Μεσσίας και δεν θα είναι ανάγκη να μάθει κάποιος αυτό από άλλους (p).
(5)   Από το χωρίο αυτό μέχρι το στίχο 44 ειδικά αποκαλείται συχνά υιός του ανθρώπου (b). Η έλευση αυτή αναφέρεται πρώτον μεν στην έλευση για εκδίκηση του ιουδαϊκού έθνους, και έπειτα και με κυριότερη έννοια στην τελική έλευση για να κρίνει τον κόσμο (ο).

Ματθ. 24,28  ὅπου γὰρ ἐὰν ᾖ τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται οἱ ἀετοί(1).
Ματθ. 24,28   Διότι όπου είναι το πτώμα, εκεί θα μαζευτούν αετοί• 
(1)   Παροιμιακός λόγος. Ίσως μία φράση που χρησιμοποιούνταν τότε. Εκφράζει εδώ το αναπόφευκτο (S). Διάφοροι με διάφορους τρόπους ερμήνευσαν.
Ή, παρομοίασε «με πτώμα τον εαυτό του επειδή μαζεύει τους αετούς και επειδή είναι τροφή πνευματική τους και ζωή αιώνια. Ο Λουκάς ονόμασε σώμα το πτώμα» (Ζ), και αετοί είναι «το πλήθος των αγγέλων, των μαρτύρων, των αγίων όλων» (Χ).
Ή, όπως όταν η ζωή εγκαταλείπει το σώμα γίνεται αυτό πτώμα και οι αετοί αμέσως πέφτουν εναντίον του, έτσι όταν ο κόσμος σαπίσει από το κακό, ο Υιός του ανθρώπου θα έλθει μαζί με τους αγγέλους του να επιφέρει την κρίση (a).
Ή, ο παροιμιακός λόγος επιδέχεται διάφορες εφαρμογές, αλλά εδώ φαίνεται να αναφέρεται στους ψευδόχριστους και ψευδοπροφήτες. Καιρός μεγάλης κρίσης ηθικής είναι κατάλληλη ευκαιρία για απατεώνες. Όταν ο φανατισμός αντικαταστήσει τη θρησκεία, θα είναι πάντοτε απατεώνες έτοιμοι να εκμεταλλευτούν για όφελός τους την διαφθορά του αρίστου. Αλλά μπορεί να εφαρμοστεί και στην κρίση του Θεού που έρχεται σε διεφθαρμένη κατάσταση της κοινωνίας και ως ειδικό παράδειγμα επαλήθευσης της αρχής αυτής, εφαρμόζεται στους Ρωμαίους που επέλασαν κατά της ιουδαϊκής συναγωγής και του ιουδαϊκού έθνους (p).
Οι τελευταίες αυτές ερμηνείες είναι πιθανότερες.

4) Προφητεία για τη συντέλεια των αιώνων (κδ 29-31)

Ματθ. 24,29 Εὐθέως(1) δὲ μετὰ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων(2) ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται(3) καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, καὶ οἱ ἀστέρες πεσοῦνται(4) ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν(5) σαλευθήσονται(6).
Ματθ. 24,29  Αμέσως δε, έπειτα από την θλίψιν των ημερών εκείνων ο ήλιος θα σκοτισθή και το φεγγάρι δεν θα δώση το φως του και τα άστρα θα πέσουν από τον ουρανόν και αι ουράνιαι δυνάμεις, αι συγκρατούσαι την αρμονίαν του σύμπαντος, θα σαλευθούν.
(1)   Το ευθέως ή λέγεται κατά το ύφος των αποκαλυπτικών συγγραφέων, οι οποίοι χρησιμοποιούν το ταχύ ή ευθύς ή ιδού αίφνης, για να εκφράσουν τις μεταβολές καθώς εμφανίζονται αυτές στις διαδοχικές εικόνες των οπτασιών τους (L) ή αναφέρεται σε αυτά που ακολουθούν μετά την θλίψη… = «Αμέσως μετά την θλίψη των ημερών εκείνων. Θλίψη λέει των ημερών του αντιχρίστου και των ψευδοπροφητών» (Χ).
Αναφέρεται αυτό στην τέλεια μεγάλη και γενική θλίψη, της οποίας τύπος μόνο ήταν η τότε μερική των Ιεροσολύμων (δ). «Διότι αν ο ιουδαϊκός πόλεμος περιορίστηκε σε χρόνο για τους εκλεκτούς, πολύ περισσότερο αυτός ο πειρασμός θα περιοριστεί για αυτούς τους ίδιους» (Χ), «τους εκλεκτούς που θα υπάρχουν στον τότε καιρό της συντέλειας του κόσμου» (Σχ).
(2)   Δεν αποκλείεται και αυτοί οι Απόστολοι να παρανόησαν τα λόγια του Σωτήρα νομίζοντας, ότι μετά την θλίψη της πολιορκίας και άλωσης των Ιεροσολύμων θα επακολουθούσε αμέσως η δευτέρα παρουσία (δ,a).
(3)   Ή «θα αμαυρωθεί» (Θφ), «δεν θα αφανιστεί αλλά θα νικηθεί από το φως της παρουσίας του Χριστού» (Ζ), ή, πιο σωστά «θα μετασχηματιστεί λοιπόν αυτή η κτίση» (Χ)· θα επέλθει το τέλος του κόσμου με την καταστροφή των στοιχείων και τη μεταβολή του κόσμου αυτού του παλαιού σε καινούργιο (δ).
(4)   «Διότι τι ανάγκη θα υπάρχει για αυτά (τη σελήνη και τα αστέρια), αφού δεν θα υπάρχει νύχτα;» (Χ). Διαταραχή των ουρανίων σωμάτων είναι μόνιμο χαρακτηριστικό των ιουδαϊκών εσχατολογικών περιγραφών για το τέλος των καιρών. Δες Ησ. ιγ 10,κδ 21,23,λδ 4,Ιεζ. λβ 7,Ιωήλ δ 15,Αποκ. στ 12 (S).
(5)   Οι από τον Θεό τοποθετημένες αγγελικές δυνάμεις, με τις οποίες συγκρατείται και διατηρείται ο κόσμος (δ).
(6)   «Και πολύ λογικά· αφού θα δουν να γίνεται τέτοια μεταβολή. Διότι αν όταν έγιναν τα άστρα, τόσο πολύ έφριξαν και θαύμασαν· (διότι, λέει, όταν γεννήθηκαν τα άστρα, με δόξασαν με φωνή μεγάλη όλοι οι άγγελοι)· πολύ περισσότερο όταν θα βλέπουν όλα να μεταρρυθμίζονται και τους συνδούλους τους να απολογούνται και την οικουμένη όλη να στέκεται σε φοβερό δικαστήριο» (Χ).

Ματθ. 24,30 καὶ τότε φανήσεται τὸ σημεῖον(1) τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς(2) καὶ ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ(3) μετὰ δυνάμεως(4) καὶ δόξης πολλῆς(5).
Ματθ. 24,30  Και τότε θα φανή στον ουρανόν το σημείον του υιού του ανθρώπου, και τότε όλαι αι φυλαί της γης, που δεν επίστευσαν, θα οδύρωνται σπαρακτικά, και θα ίδουν τον υιόν του ανθρώπου να έρχεται επάνω εις τας νεφέλας του ουρανού με δύναμιν μεγάλην και δόξαν πολλήν.
(1)   Το σημάδι, με το οποίο δείχνεται, ότι ο Μεσσίας μετά από λίγο ή αμέσως θα έλθει και στα μάτια όλων θα φανερωθεί (g). Το σημάδι φαίνεται να είναι ξεχωριστό από την παρουσία και να προηγείται αυτής (a).
Τι είναι το σημάδι αυτό; Είναι αμφίβολο. Μπορεί η φράση να σημαίνει το σημάδι ότι ο υιός του ανθρώπου πρόκειται να φανεί, οπότε οι λόγοι θα ήταν απάντηση στην ερώτηση των μαθητών. Ποιο είναι το σημάδι της παρουσίας σου;
Ή, είναι δυνατόν αυτός ο ίδιος ο Υιός του ανθρώπου να είναι το σημάδι ότι η συντέλεια των αιώνων ήλθε, οπότε αναφέρεται άμεσα στο Δανιήλ ζ 13: «Και να μαζί με τα σύννεφα του ουρανού ερχόταν ως υιός ανθρώπου» (p). Σημάδι είναι η θριαμβευτική συνοδεία του Υιού του ανθρώπου που έρχεται μέσα στη δόξα του (b).
Ή, «σημάδι του λέει τον σταυρό, που θα λάμπει τότε πολύ πιο λαμπρά από τον ήλιο» (Ζ)· «αφού βεβαίως εκείνος μεν (ο ήλιος) θα σκοτιστεί και θα κρυφτεί, ενώ αυτός θα φαίνεται· δεν θα φαινόταν, εάν δεν ήταν πολύ πιο λαμπερός από τις ακτίνες του ηλίου» (Χ).
(2)   «Θα θρηνήσει όλο το γένος των απίστων· οι μεν επειδή σταύρωσαν το Χριστό, οι δε επειδή τιμώρησαν τους Χριστιανούς, και οι άλλοι επειδή δεν πίστεψαν. Θα είναι όμως ανώφελος σε αυτούς ο τότε θρήνος» (Ζ). Παράλληλο χωρίο το Ζαχαρίου ιβ 12 «και θα θρηνήσει η γη κατά φυλές», μόνο που το πένθος της γης Ιερουσαλήμ θα επεκταθεί τώρα σε όλη τη γη (L).
(3)   «Θα έρθει σε σύννεφο όπως αναλήφθηκε» (Χ), όπως στο Δανιήλ ζ 13 σύμφωνα με τους Ο΄ (L).
(4)   Με μεγάλο σμήνος αγγέλων (S). Η θεία του δύναμη φανερώνεται και με την παρουσία όλων των μύριων μυριάδων αγγέλων που έρχονται μαζί του για την κρίση (δ).
(5)   Η εξωτερική λαμπρότητα και μεγαλειότητα της θείας του φύσης (δ).

Ματθ. 24,31 καὶ ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους(1) αὐτοῦ μετὰ σάλπιγγος φωνῆς μεγάλης(2), καὶ ἐπισυνάξουσι(3) τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων(4) ἀπ᾿ ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων αὐτῶν(5).
Ματθ. 24,31  Και θα στείλη τους αγγέλους του, οι οποίοι με φωνήν μεγάλην, σαν από ισχυράν σάλπιγγα, θα συγκεντρώσουν τους εκλεκτούς του από τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος, από την μίαν άκρην του ουρανού έως την άλλην.
(1)   Εδώ οι άγγελοι στέλνονται για να μαζέψουν τους εκλεκτούς. «Και για ποιο λόγο τους καλεί μέσω αγγέλων, αφού έρχεται ο ίδιος τόσο φανερά; Τιμώντας τους και με αυτόν τον τρόπο» (Χ). Στο Ματθ. ιγ 41 οι άγγελοι εξαποστέλλονται για όλεθρο των κακών, ενώ εδώ για να μαζέψουν τους εκλεκτούς (S).
(2)   Με σάλπιγγα μεγαλόφωνη (δ). Δες Α΄Θεσ. δ 16, Α΄Κορ. ιε 52 και Αποκ. α 10. «Και τι χρειάζονται οι σάλπιγγες και ο ήχος; Για ξεσήκωμα, για ευφροσύνη, για την εμφανή παρουσίαση του εκπληκτικού γεγονότος, για την οδύνη αυτών που θα απομείνουν πίσω» (Χ).
(3)   «Πρόσεξε όμως, ότι η μεν σάλπιγγα θα αναστήσει τους νεκρούς· έπειτα αφού αναστηθούν, θα τους μαζέψουν οι άγγελοι και αφού μαζευτούν, θα τους αρπάξουν τα σύννεφα, όπως είπε ο Παύλος» (Α΄Θεσ. δ 17) (Ζ).
(4)   «Με τους τέσσερεις ανέμους δήλωσε τα τέσσερα πέρατα της οικουμένης, ανατολή δύση βορρά και νότο· διότι από κάθε πέρας πνέει ιδιαίτερος άνεμος και αυτοί οι τέσσερεις είναι οι κυρίως άνεμοι. Με τα πέρατα όμως δήλωσε μαζί και τα ενδιάμεσα» (Ζ).
(5)   «Είναι ερμηνευτικό της φράσης «από τους τέσσερεις ανέμους», και σημαίνει ότι δηλώνουν τα άκρα και άκρα είναι τα πέρατα που αναφέρθηκαν» (Ζ)= από το ένα άκρο του ορίζοντα, όπου ακουμπά ο ουρανός τη γη, δηλαδή από τη μία εσχατιά της γης στην άλλη (δ).

5) Το από τη συκιά μάθημα και το αβέβαιο του χρόνου της παρουσίας (κδ 32-41)

Ματθ. 24,32 Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς(1) μάθετε τὴν παραβολήν(2). ὅταν ἤδη ὁ κλάδος αὐτῆς γένηται ἁπαλὸς καὶ τὰ φύλλα ἐκφύῃ, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος(3)·
Ματθ. 24,32 Από την συκήν δε μάθετε την παρομοίωσιν• όταν πλέον ο κλάδος της γίνη μαλακός και αναβλαστάνη τα φύλλα, γνωρίζετε ότι πλησιάζει το θέρος.
(1)   Ίσως κάποια συκιά ήταν εκεί που και χρησίμευσε αυτή σαν παράδειγμα. Ή, και οποιοδήποτε άλλο δέντρο μπορούσε να δώσει αφορμή για χρήση του παραδείγματος (S).
(2)   Εδώ σημαίνει την σύγκριση, την ομοιότητα του ενός πράγματος με το άλλο (g).
«Παραβολή λέει το παράδειγμα, το οποίο πρόκειται να πει για να αποδείξει ότι δεν είναι μεγάλο το διάστημα μεταξύ του σημαδιού της δευτέρας παρουσίας που δηλώθηκε και αυτής της ίδιας της παρουσίας» (Ζ).
(3)   «Εδώ προφητεύει και κάτι άλλο, καλοκαίρι πνευματικό, και ότι εκείνη την ημέρα από τον χειμώνα του παρόντος θα επικρατήσει γαλήνη χάριν των δικαίων… Δεν ανέφερε όμως την παραβολή της συκιάς μόνο για αυτό, για να φανερώσει το χρόνο… αλλά για να επιβεβαιώσει και με αυτόν τον τρόπο όσα είπε, ότι οπωσδήποτε θα συμβούν. Διότι όπως αυτό είναι αναγκαίο επακόλουθο, έτσι και εκείνο. Γιατί πράγματι όπου τυχόν θέλει να τονίσει ότι αυτό που λέει θα συμβεί οπωσδήποτε, φέρνει στη μέση φυσικές αναγκαιότητες» (Χ).

Ματθ. 24,33  οὕτω καὶ ὑμεῖς ὅταν ἴδητε ταῦτα πάντα(1), γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις(2).
Ματθ. 24,33 Έτσι και σεις, όταν ίδετε όλα αυτά, μάθετε ότι έφθασε ο καιρός της κρίσεως του Θεού, που θα τιμωρήση τους Ιουδαίους με καταστροφήν.
(1)   Όλα αυτά τα σημάδια, τα οποία προανέφερα για την καταστροφή των Ιεροσολύμων (δ).
(2)   Να γνωρίζετε, ότι είναι κοντά η κρίση του Θεού η μερική. Το εγγύς εστίν αναφέρεται άμεσα μεν στην κρίση του Θεού στα Ιεροσόλυμα, εμμέσως δε στην μεγάλη κρίση, το αντίτυπο της μικρής (δ).

Ματθ. 24,34 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη(1) ἕως ἂν πάντα ταῦτα(2) γένηται.
Ματθ. 24,34 Σας διαβεβαιώνω, ότι δεν θα περάση η γενεά αυτή, έως ότου γίνουν όλα όσα σας προείπα δια την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ.
(1)   Η γενεά προς την οποία μιλούσε· αυτό έγινε, διότι και Απόστολοι και πιστοί και Ιουδαίοι είδαν και επέζησαν της καταστροφής των Ιεροσολύμων (δ).
Λιγότερο πιθανή ερμηνεία: «γενεά δεν εννοεί την τότε, αλλά αυτήν των πιστών· διότι συνηθίζει να χαρακτηρίζει την γενιά όχι μόνο από τους χρόνους, αλλά και από το είδος της θρησκείας και του τρόπου ζωής, όπως όταν λέει· «Αυτή η γενιά εκείνων που ζητούν τον Κύριο»»(Χ).
«Για να μην θεωρήσουν δηλαδή οι Απόστολοι, ότι τα αναφερθέντα δεινά θα εξαφανίσουν από τη ρίζα του το κήρυγμα και τους πιστούς, πληροφορεί αυτούς, ότι δεν θα αφανιστεί η θρησκεία των πιστών, μέχρι τη δευτέρα παρουσία, αλλά θα διαμείνει μέχρι τη συντέλεια του κόσμου» (Ζ).
(2)   Κυρίως «όσα προείπε για την άλωση των Ιεροσολύμων» (Ζ). Πολλοί από τους τότε ζωντανούς θα έβλεπαν το βδέλυγμα της ερήμωσης και την καταστροφή των Ιεροσολύμων που θα ακολουθούσε αυτό.

Ματθ. 24,35  (1)ὁ οὐρανὸς(2) καὶ ἡ γῆ(3) παρελεύσονται(4), οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι(5).
Ματθ. 24,35  Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα παρέλθουν, αλλά θα πραγματοποιηθούν εξ ολοκλήρου.
(1)   Η έννοια του όλου στίχου: «αυτά τα στερεοποιημένα και τα ακίνητα ευκολότερα θα αφανιστούν, παρά θα διαψευστεί κάτι από τα λόγια μου» (Χ).
(2)   Του οποίου η κίνηση κανονίζεται από τους πλέον αλάνθαστους νόμους (b).
(3)   Η οποία είναι αμετακίνητα θεμελιωμένη (b). «Τα στοιχεία του κόσμου τα παρενέβαλε στο λόγο, αφ’ ενός για να δηλώσει ότι η Εκκλησία είναι προτιμότερη και του ουρανού και της γης, αφ’ ετέρου για να δείξει και από εδώ ότι είναι δημιουργός του παντός» (Χ).
(4)   Θα εξαφανιστούν, θα καταστραφούν, θα εκλείψουν (δ).
(5)   Θα επαληθευτούν επακριβώς με τα γεγονότα που θα γίνουν. Ο ουρανός και η γη θα αντικατασταθούν από νέο ουρανό και νέα γη, τα οποία περιγράφτηκαν με τα λόγια μου (b).

Ματθ. 24,36 Περὶ δὲ(1) τῆς ἡμέρας ἐκείνης(2) καὶ ὥρας(3) οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν(4), εἰ μὴ ὁ πατήρ μου μόνος(5).
Ματθ. 24,36  Ως προς δε την ημέραν εκείνην και την ώραν της δευτέρας παρουσίας και της μεγάλης κρίσεως κανείς δεν γνωρίζει τόποτε, ούτε οι άγγελοι των ουρανών, ει μη μόνον ο Πατήρ.
(1)   Ο σύνδεσμος «δε» είναι αντιθετικός. Ο Κύριος δείχνει το χρόνο της καταστροφής του ναού και της πόλης των Ιεροσολύμων στους στίχους 32-34, αρνείται όμως στον στίχο αυτό, ότι η ώρα και η ημέρα της συντέλειας του κόσμου είναι γνωστή (b).
(2)   Την γνωστή, την μεγάλη και φοβερή ημέρα της φανέρωσης του Σωτήρα (δ). Μερικοί από εκείνους, οι οποίοι άκουγαν τα λόγια του Σωτήρα θα ζούσαν, για να δουν ένα τρομακτικό παράδειγμα που πείθει για το τι είναι η κρίση του Θεού· αλλά όλοι πρέπει να θυμούνται ότι απομένει κάτι τρομακτικότερο, που αφορά στην όλη ανθρωπότητα, η χρονολογία όμως του οποίου είναι μόνο στο Θεό γνωστή (p).
(3)   Ημέρα είναι το σύνολο, ώρα είναι ένα τμήμα αυτής (b).
(4)   «Εάν οι άγγελοι οι ουράνιοι αγνοούν αυτές, πολύ περισσότερο οι άνθρωποι οι γήινοι δεν πρέπει να γνωρίζουν αυτές» (Ζ).
(5)   Οι κώδικες σιναϊτικός και βατικανός και κάποιοι άλλοι έχουν: ουδέ ο υιός ει μη ο πατήρ μόνος. Οποιαδήποτε και αν είναι η αυθεντική γραφή, εφ’ όσον προστίθεται η λέξη «μόνος», η έννοια του χωρίου παραμένει ούτως ή άλλως η ίδια. = «Ούτε ο υιός δεν ξέρει την ημέρα εκείνη και ώρα ως άνθρωπος· διότι ως Θεός γνωρίζει ακριβώς το ίδιο με τον Πατέρα» (Ζ).
«Διότι όλα όσα έχει ο Πατέρας είναι του Υιού· και την γνώση όμως έχει της ημέρας ο Πατέρας. Και ο Υιός άρα έχει αυτήν» (Θφ).
«Διότι αν γνωρίζει καλά τον Πατέρα (ο Υιός), πώς αγνοεί την έσχατη ημέρα; Διότι κανείς δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά μόνο ο Υιός… Και αν το Πνεύμα το Άγιο γνωρίζει όλα τα του Θεού, πώς ο Υιός αγνοεί την ημέρα την οποία δημιούργησε; Και αν οι αιώνες από αυτόν έγιναν και οι χρόνοι, είναι φανερό ότι και η έσχατη ημέρα βρίσκεται στους αιώνες και τους χρόνους και είναι αδύνατον να την αγνοεί αυτός» (Α).
«Αλλά, αν και ο ίδιος, μολονότι είναι Θεός Λόγος, έγινε και χρημάτισε άνθρωπος, ο οποίος αγνοεί αυτά που θα γίνουν σύμφωνα με τη δική του φύση και το μέτρο της ανθρωπότητας, αλλά δέχεται πολλές φορές τη γνώση με αποκάλυψη του Θεού. Και να μην απορήσεις αν καταδέχεται την μικροπρέπεια της άγνοιας. Γιατί, αν και είναι δεσπότης, ονομάζεται δούλος ως άνθρωπος, και ενώ είναι Κύριος της δόξας, ζητά δόξα από τον Πατέρα σαν να μην έχει δόξα, και ενώ ο ίδιος είναι πραγματικά η ζωή και ζωογονεί τα πάντα, λέγεται ότι αναστήθηκε με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος… τι το παράδοξο αν και αυτό που υπάρχει κατά φύση, δηλαδή το να αγνοήσει κάτι από αυτά που υπάρχουν, θεώρησε άξιο ενδεχομένως να το οικειωθεί και αυτό μαζί με τα άλλα ιδιώματα;… Σκεπτόμενοι λοιπόν σωστά, θα πούμε ότι γνωρίζει ο Υιός κατά το ότι είναι και νοείται Θεός, όσον αφορά όμως την ανθρώπινη φύση του, επειδή έγινε και άνθρωπος, δεν ψεύδεται καθόλου όταν λέει, ότι δεν γνωρίζει, και να μην αποδώσουμε το πράγμα στα ιδιώματα της θεότητας, αλλά στη μορφή του δούλου και στη δική μας πτωχεία. … Διότι δεν ήρθε και εγκαταστάθηκε σε κάποιον άνθρωπο, σύμφωνα με την ανοησία κάποιων, αλλά έγινε ο ίδιος αληθινά άνθρωπος, μαζί με το ότι είναι και από τη φύση του Θεός» (Κ).
Μιλά σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση στην κατάσταση της ταπείνωσης και αποδίδει στη θεία φύση και θεότητα, και κατά συνέπεια στον Πατέρα που έχει την πρωτοβουλία σε κάθε έργο της θεότητας, την εξουσία του να ορίσει την μεγάλη εκείνη ημέρα, όπως και την γνώση αυτής (δ). Προβλήθηκε το χωρίο αυτό για άρνηση του δόγματος της θεότητας του Χριστού. Καμία σημασία όμως δεν έχει αυτό, όταν κάποιος έχει την αληθινή έννοια για τις δύο φύσεις στον Χριστό που ενώθηκαν στον Θεάνθρωπο κατά τρόπο ασύγχυτο. Κατά την ανθρώπινη φύση του ο Κύριος αγνοούσε, αυτό όμως δεν είναι περισσότερο εκπληκτικό από την βεβαίωση, ότι ο Ιησούς αύξανε κατά την σοφία (Λουκ. β 52) ή είχε ψυχή που ταραζόταν και κυριευόταν από αγωνία (Ματθ. κστ 38,Μάρκ. ιδ 34,Ιω. ιβ 27,ιγ 31)(ο).

Ματθ. 24,37 (1)ὥσπερ(2) δὲ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου(3).
Ματθ. 24,37  Όπως δε υπήρξαν αι ημέραι του Νώε, έτσι θα είναι και η παρουσία του υιού του ανθρώπου.
(1)   Με τον στίχο αυτόν «φανερώνει με το παράδειγμα το αιφνίδιο και απροσδόκητο της παρουσίας» (Ζ), «δηλώνοντας ότι θα έλθει αστραπιαία και απροσδόκητα και ενώ οι περισσότεροι θα επιδίδονται σε απολαύσεις» (Χ).
(2)   Οι συνθήκες θα είναι ανάλογες με αυτές προ του κατακλυσμού. Εξηγεί αυτό αμέσως στον επόμενο στίχο.
(3)   Το σημείο που τονίζεται είναι το απροετοίμαστο των ανθρώπων. Η παρουσία εδώ εκλαμβάνεται ότι έρχεται απροειδοποίητα, χωρίς να προηγηθούν σημάδια (S).

Ματθ. 24,38 ὥσπερ γὰρ(1) ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις ταῖς πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ τρώγοντες καὶ πίνοντες(2), γαμοῦντες καὶ ἐκγαμίζοντες(3), ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν,
Ματθ. 24,38 Διότι, όπως κατά τας ημέρας που προηγήθησαν από τον κατακλυσμό οι άνθρωποι έτρωγαν και έπιναν ασυλλόγιστοι, ενυμφεύοντο και υπάνδρευαν τα παιδιά των μέχρι της ημέρας, που μπήκε ο Νώε εις την κιβωτόν,
(1)   «Κάνοντας πιο σαφές το παράδειγμα, δίδαξε, ότι θα έλθει ενώ οι πολλοί θα τρυφούν και θα είναι αμέριμνοι» (Ζ).
(2)   «Αν όμως τότε θα υπάρχει απόλαυση, πώς είπε «μετά την θλίψη των ημερών εκείνων»; Θλίψη μεν θα είναι για τους ευσεβείς και δίκαιους· ενώ απόλαυση για τους πονηρούς και αναίσθητους» (Ζ).
«Με αυτά δείχνει, ότι όταν έλθει ο αντίχριστος, θα αυξηθούν οι ανάρμοστες ηδονές μεταξύ εκείνων οι οποίοι είναι παράνομοι και έχουν χάσει την ελπίδα της σωτηρίας τους. Τότε θα υπάρχει γαστριμαργία, διασκεδάσεις και μεθύσια» (Χ).
(3)   Αυθεντική γραφή γαμίζοντες. «Εκγαμίζω» και γαμίζω «σημαίνει παντρεύω την κόρη με άνδρα» (Ζ). Αυτά που απαριθμούνται εδώ (τρώγοντες, πίνοντες, γαμούντες, εκγαμίζοντες) δεν είναι από μόνα τους κακά. Αλλά οι άνθρωποι της εποχής εκείνης βρισκόμενοι σε αμέριμνη ασφάλεια ζούσαν βίο παχυλής σαρκικότητας και δεν απασχολούνταν με τίποτα πνευματικότερο παρά μόνο πώς να υπηρετήσουν την σάρκα (ο).

Ματθ. 24,39 καὶ οὐκ ἔγνωσαν(1) ἕως ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἦρεν ἅπαντας, οὕτως(2) ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
Ματθ. 24,39 και δεν κατάλαβαν, έως ότου ήλθε ο κατακλυσμός και τους παρέσυρε όλους, έτσι έξαφνα και απροσδόκητα θα γίνη και η παρουσία του υιού του ανθρώπου.
(1)   «Διότι όπως δεν πίστευαν όταν κατασκευαζόταν η κιβωτός, και ενώ βρισκόταν ανάμεσά τους προαναγγέλλοντας τα δεινά που επρόκειτο να συμβούν» (Χ), «και η οποία προμήνυε την εντός ολίγου καταστροφή» (Ζ), «εκείνοι όμως βλέποντας αυτήν, σαν να μην επρόκειτο να συμβεί κανένα κακό, έτσι τρυφούσαν» (Χ), και «δεν αισθάνονταν» (Ζ), δεν κατάλαβαν· «κυριευμένοι από τη μέθη της κακίας δεν καταλάβαιναν τον φόβο όσον θα γίνονταν» (Χ). Η άγνοιά τους ήταν θεληματική (b).
(2)   «Έτσι και αυτοί, ενώ θα βλέπουν τον αντίχριστο να ενεργεί και τα σημάδια της συντέλειας, δεν θα δείχνουν καμία φροντίδα» (Ζ).

Ματθ. 24,40 τότε δύο ἔσονται ἐν τῷ ἀγρῷ(1), ὁ εἷς παραλαμβάνεται(2) καὶ ὁ εἷς ἀφίεται(3)·
Ματθ. 24,40 Τότε δύο θα είναι στον αγρόν, ο ένας, ο δίκαιος, παραλαμβάνεται από τους αγγέλους στον ουρανόν και ο άλλος αφήνεται, δια να τιμωρηθή.
(1)   Επιτελώντας την καθημερινή τους εργασία (ο).
Ή, «με αυτούς μεν που είναι στους αγρούς δηλώνει τους πλούσιους, ενώ με αυτές που θα αλέθουν στο μύλο τους φτωχούς, και διδάσκει ότι και από τους πλούσιους και από τους φτωχούς κάποιοι μεν σώζονται κάποιοι πάλι χάνονται» (Ζ).
Ή, πιο σωστά «για αυτό είπε και δύο στον αγρό, για να δηλώσει αυτό, ότι δηλαδή θα έλθει τόσο απροσδόκητα και ενώ θα είναι αυτοί τόσο αμέριμνοι· και το «δύο που αλέθουν», το οποίο και αυτό είναι δείγμα αμεριμνησίας» (Χ).
(2)   Με ασφάλεια και με προστασία (b). Αναφέρεται στο παραπάνω λεγόμενο «θα μαζέψουν τους εκλεκτούς του» (σ. 31)(δ).
«Θα τους πάρουν για να συναντήσουν τον Κύριο, επειδή είναι γνωστοί σε αυτόν» (Ζ). Όσοι αναφέρουν και τα λόγια αυτά στην άλωση της Ιερουσαλήμ ερμηνεύουν= Ο ένας συλλαμβάνεται και παραδίδεται σε θάνατο ή σε αιχμαλωσία (ο).
(3)   Αφήνεται μέσα στους κινδύνους οσοιδήποτε θα συμβούν (b), «Αφήνονται κάτω ως ανάξιοι περιμένοντας εδώ τον δικαστή» (Ζ).
Ή, σύμφωνα με αυτούς που αναφέρουν τα λόγια στην άλωση των Ιεροσολύμων: διαφεύγει σώος και αβλαβής. Σημαίνεται λοιπόν με αυτά η εξόχως ευεργετική παρέμβαση της θείας πρόνοιας, που λυτρώνει με θαυμαστό τρόπο από τον βέβαιο κίνδυνο αυτούς που προστατεύει (ο).

Ματθ. 24,41 δύο ἀλήθουσαι(1) ἐν τῷ μυλῶνι(2), μία παραλαμβάνεται καὶ μία ἀφίεται.
Ματθ. 24,41  Δυο αλέθουν στον μύλον, η μία παραλαμβάνεται και η άλλη αφίνεται.
(1)   Το άλεσμα του σίτου ήταν έργο των γυναικών (b).
(2)   Ο τόπος, στον οποίο ο μύλος στρέφεται (g). Δες ιη 6, όπου ερμηνεύεται το ρήμα. Το οικοδόμημα στο οποίο είναι ο μύλος, Ιερεμία νβ 11. Όπως δύο άνδρες θα είναι στον αγρό εργαζόμενοι, έτσι και δύο γυναίκες θα αλέθουν (δ).

6) Δύο παρομοιώσεις για την ανάγκη της εγρήγορσης (κδ 42-51)

Ματθ. 24,42  γρηγορεῖτε οὖν(1), ὅτι οὐκ οἴδατε(2) ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται(3).
Ματθ. 24,42 Να είσθε λοιπόν άγρυπνοι και προσεκτικοί και πάντοτε έτοιμοι, διότι δεν γνωρίζετε την ώρα κατά την οποίαν ο υιός του ανθρώπου έρχεται.
(1)   Συμπέρασμα των στίχων 36-41= Επειδή λοιπόν κανείς δεν ξέρει την ημέρα ούτε την ώρα, και η παρουσία θα γίνει  σε ημέρες αφρόντιστης ασφάλειας και ο χωρισμός των πιστών και απίστων, που θα ασχολούνται στα συνηθισμένα τους έργα θα είναι τελείως αιφνίδιος, για αυτό να είστε άγρυπνοι (δ). «Εγρήγορση και αγρυπνία να εννοήσεις, όχι μόνο την εγκράτεια από τον ύπνο, αλλά και την κάθε είδους προσοχή και εξέταση» (Ζ).
(2)   «Δεν είπε δεν ξέρω, αλλά δεν ξέρετε». Ένα πράγμα είναι βέβαιο, ότι δεν γνωρίζουμε το χρόνο της έλευσης του Κυρίου· το μόνο λοιπόν, το οποίο μπορεί να μας ασφαλίσει είναι η διαρκής εγρήγορση. «Διότι θα κατέβει από τον ουρανό και θα είναι σαν ο κόσμος να κοιμάται τη νύχτα κατά κάποιο τρόπο και να ροχαλίζει μέσα σε πολλή αμαρτία» (Κ).
(3)   Μπορεί κάποιος να ρωτήσει, γιατί αυτοί που ζουν τόσο μακριά από την έσχατη ημέρα, προτρέπονται για την έσχατη αυτή ημέρα να είναι άγρυπνοι; Απαντώ. Αυτοί που ζουν σε ένα ορισμένο χρόνο εκπροσωπούν εκείνους, οι οποίοι θα ζουν κατά το τέλος του κόσμου. Τα στοιχεία της θείας κρίσης και της αβεβαιότητας της ώρας του θανάτου μοιάζουν σε κάθε εποχή με την έσχατη ημέρα· και η ώρα του θανάτου ισοδυναμεί με την ώρα της ανάστασης και της κρίσης, σαν να μην παρεμβαλλόταν κάποιος χρόνος. Το συναίσθημα των αγαθών, που βιάζονται να συναντήσουν τον Κύριο, είναι το ίδιο είτε σε μακρά είτε σε σύντομη αναμονή (b).

Ματθ. 24,43 Ἐκεῖνο δὲ γινώσκετε(1) ὅτι εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ φυλακῇ(2) ὁ κλέπτης ἔρχεται(3), ἐγρηγόρησεν ἂν καὶ οὐκ ἂν εἴασε(4) διορυγῆναι(5) τὴν οἰκίαν αὐτοῦ(6).
Ματθ. 24,43  Γνωρίζετε δε από την πείρα σας και τούτο• ότι δηλαδή, εάν ήξερε ο οικοδεσπότης, ποία ώρα έρχεται ο κλέπτης, θα αγρυπνούσε και δεν θα άφινε να διαρρήξουν το σπίτι του.
(1)   Αντιτίθεται στο «δεν ξέρετε» του προηγούμενου στίχου. Για αυτό μάλλον ως οριστική πτώση πρέπει να το πάρουμε.= Τουλάχιστον όμως γνωρίζετε αυτό. Συνήθως όμως αποδίδεται ως προστακτική.
(2)   «Φυλακή είναι το ένα τέταρτο μέρος της νύχτας» (Ζ).
(3)   Υποτίθεται ότι ο οικοδεσπότης έχει ειδοποιηθεί ότι πρόκειται κλέφτης να επιτεθεί στο σπίτι του (b). Ο υιός του ανθρώπου συγκρίνεται με κλέφτη μόνο και μόνο ως προς το απροσδόκητο της έλευσής του. Ποιος από τους μαθητές θα τολμούσε να επινοήσει τέτοια σύγκριση ή να κάνει λόγο για αυτήν, εάν ο ίδιος ο Κύριος δεν χρησιμοποιούσε αυτήν; (L).
(4)   Με το να παραδοθεί στον ύπνο (b).
(5)   Το οποίο θα απαιτούσε κάποιο χρόνο για να συντελεστεί (b).
(6)   Ένας τρόπος λοιπόν απομένει για ασφαλή φρούρηση της οικίας: η συνεχής φύλαξη.
«Εδώ λοιπόν νομίζω ότι μαλώνει τους ράθυμους, διότι δεν δείχνουν τόσο ενδιαφέρον για την ψυχή τους, όσο ενδιαφέρον δείχνουν για τα χρήματά τους εκείνοι που περιμένουν κλέφτη. Διότι εκείνοι μεν όταν περιμένουν κλέφτη αγρυπνούν και δεν αφήνουν τίποτα από όσα υπάρχουν μέσα να αρπαχτεί· ενώ εσείς, αν και γνωρίζετε ότι θα έλθει, και θα έλθει οπωσδήποτε, δεν μένετε άγρυπνοι, λέει, και προετοιμασμένοι, ώστε να μην αρπαχτείτε από εδώ ανέτοιμοι» (Χ).

Ματθ. 24,44  διὰ τοῦτο(1) καὶ ὑμεῖς γίνεσθε ἕτοιμοι(2), ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται(3).
Ματθ. 24,44  Δια τούτο και σεις πρέπει να γίνεσθε πάντοτε έτοιμοι, διότι εις ώραν που δεν φαντάζεσθε έρχεται ο υιός του ανθρώπου.
(1)   «Για ποιό; Για το ότι δεν ξέρετε τον καιρό» (Ζ).
(2)   «Τους λέει να είναι ξάγρυπνοι, για να είναι πάντα έτοιμοι. Για αυτό λέει, όταν δεν το περιμένετε, τότε θα έλθει, επειδή θέλει να βρίσκονται σε διαρκή αγωνία και πάντοτε στην αρετή» (Χ).
(3)   «Στο μεν παγκόσμιο τέλος είναι φανερό, ότι ο Κύριος έρχεται» (Ζ). Για την έλευση του Κυρίου ειδικά για τον καθένα από εμάς «αυτό που λέει σημαίνει το εξής· εάν γνώριζαν οι πολλοί πότε θα πεθάνουν, οπωσδήποτε θα έδειχναν φροντίδα κατά την ημέρα εκείνη» (Χ). Για τον καθένα από εμάς ο Κύριος έρχεται κατά την ώρα, κατά την οποία ο καθένας θα πεθάνει.

Η έσχατη κρίση (κε 31-46)

Δεν πρόκειται κυριολεκτικά για παραβολή, αλλά για εικόνα της κρίσης, η οποία σχηματίζει μεγαλοπρεπή κλίμακα στην τελευταία από τις πέντε μεγάλες εκθέσεις των διδασκαλιών του Κυρίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στο κατά Ματθαίον (S).

Ματθ. 25,31 Ὅταν δὲ(1) ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου(2) ἐν τῇ δόξῃ(3) αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι(4) μετ᾿ αὐτοῦ, τότε(5) καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ(6),
Ματθ. 25,31 Όταν δε έλθη ο υιός του ανθρώπου με όλην την δόξαν αυτού και μαζή με αυτόν όλοι οι άγγελοί του, τότε θα καθίση στον θρόνον του, τον λαμπρόν και ένδοξον.
(1)   «Στη συνέχεια διηγείται και τα σχετικά με την δευτέρα του παρουσία, για φόβο και διόρθωση των ακροατών» (Ζ).
(2)   Όχι με μόνη τη θεία του φύση θα ενεργήσει την τελική κρίση, αλλά ως ο Θεός που φάνηκε με σάρκα, στο πρόσωπο του ταπεινού και άσημου Ιησού του Ναζωραίου (ο). Είναι βάσιμο να δεχτούμε, ότι ένας από τους λόγους, οι οποίοι οδήγησαν τον Κύριο να πάρει τον τίτλο «υιός του ανθρώπου» ήταν και το ότι θεωρούσε τον εαυτό του κατά μοναδικό τρόπο ως αντιπρόσωπο της ανθρωπότητας.
Ό,τι ενεργούσε και έπασχε ενεργούσε και έπασχε ως αρχηγός του ανθρωπίνου γένους και θα μπορούσε να θεωρηθεί σε κάποιο μέτρο ως έργο της ανθρωπότητας. Εδώ έχουμε την άλλη πλευρά της μυστηριώδους ενότητας ανάμεσα στον Μεσσία και την ανθρωπότητα. Ό,τι οι άνθρωποι πράττουν ή παραλείπουν να πράξουν μεταξύ τους, το πράττουν ή το παραλείπουν προς τον Χριστό.
(3)   «Διότι τώρα ήλθε περιφρονημένος και μέσα σε ύβρεις και προσβολές· τότε όμως θα κάτσει πάνω στο θρόνο της δόξας του» (Χ). «Δόξα του λέει αυτήν που του πρέπει πάρα πολύ ως Θεός» (Ζ).
(4)   Δεν πρέπει να υπονοήσουμε από έξω το «έλθουν». Η ονομαστική πρέπει να εκληφθεί απόλυτα σύμφωνα με το εβραϊκό ιδίωμα και πρέπει να ερμηνευτεί= όλοι οι άγιοι άγγελοι συνοδεύοντας αυτόν (b).
«Όλοι οι άγγελοι θα παραβρίσκονται μαζί του και θα μαρτυρούν και αυτοί όσα έκαναν, όταν στέλνονταν από τον Δεσπότη για τη σωτηρία των ανθρώπων» (Χ).
(5)   Τότε, όπως προλέχθηκε. Οι μαθητές νόμισαν ότι αυτό θα γινόταν αμέσως (b).
(6)   «Θρόνος δόξας είναι ο ένδοξος, ο βασιλικός» (Ζ).

Ματθ. 25,32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη(1), καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων(2) ὥσπερ ὁ ποιμὴν(3) ἀφορίζει(4) τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων,
Ματθ. 25,32 Και θα συναχθούν εμπρός του όλα τα έθνη της γης από της δημιουργίας του Αδάμ μέχρι της συντελείας του κόσμου και θα χωρίση αυτούς μεταξύ των με όσην ευκολίαν χωρίζει ο ποιμήν τα πρόβατα από τα ερίφια.
(1)   «Δηλαδή όλη η φύση των ανθρώπων». «Παρουσιάζει όλη την οικουμένη» (Χ). «Όλα τα έθνη, αφού θα έχουν αναστηθεί, εννοείται, από τους νεκρούς» (Ζ).
(2)   «Διότι τώρα μεν δεν είναι χωρισμένοι αλλά ανακατεμένοι όλοι· ο διαχωρισμός όμως τότε θα γίνει με κάθε ακρίβεια» (Χ). «Ο λόγος λοιπόν εδώ είναι για τους Χριστιανούς» (Ζ).
(3)   Ο χωρισμός θα συντελεστεί τόσο εύκολα και με ασφάλεια όπως και στην περίπτωση του ποιμνίου. Τα πρόβατα στην Παλαιστίνη συνήθως θα ήταν λευκά και τα γίδια μαύρα. Δες Άσμα δ 1,στ 5 (S).
(4)   «Διαχωρίζει αυτούς, χωρίς να χρειάζεται μάρτυρες, αλλά ο ίδιος είναι και μάρτυρας και κριτής» (Ζ).

Ματθ. 25,33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα(1) ἐκ δεξιῶν(2) αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια(1) ἐξ εὐωνύμων(2).
Ματθ. 25,33 Και θα θέση τα μεν πρόβατα εις τα δεξιά του τα δε ερίφια εις τα αριστερά.
(1)   «Οι δίκαιοι παρομοιάζονται με πρόβατα, λόγω της πραότητας και της ευταξίας και για το ότι καρποφορούν στις αρετές όπως εκείνα στο γάλα και στο μαλλί» (Ζ).
«Διότι πράγματι τα έσοδα των προβάτων είναι πολλά και από το μαλλί και από το γάλα και από αυτά που γεννούν» (Χ).
«Με τα πρόβατα δηλώνεται το πλήθος όσων ζουν με ευσέβεια, που είναι καταφορτωμένος σαν με κάποιο μαλλί με τον καρπό της δικαιοσύνης» (Κ).
«Με γίδια από την άλλη (παρομοιάζονται) οι αμαρτωλοί, διότι είναι άγριοι και άτακτοι και άκαρποι, θα μπορούσες όμως να πεις και για τη δυσωδία της αμαρτίας και επειδή δεν πορεύονται ευθεία αλλά παρεκκλίνουν και επειδή βαδίζουν στους γκρεμούς» (Ζ).
«Αλλά τα μεν άλογα ζώα από τη φύση τους έχουν την ακαρπία ή την καρποφορία, ενώ εκείνοι από ελεύθερη επιλογή. Για αυτό και εκείνοι μεν τιμωρούνται ενώ αυτοί στεφανώνονται» (Χ).
(2)   Δεξιά και αριστερά ήταν θέσεις τιμής και παραγκωνισμού σύμφωνα με τις αντιλήψεις των αρχαίων (S).

Ματθ. 25,34 τότε(1) ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς(2) τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε(3) οἱ εὐλογημένοι(4) τοῦ πατρός(5) μου, κληρονομήσατε(6) τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου(7).
Ματθ. 25,34 Τότε θα στραφή ο βασιλεύς εις εκείνους που θα ευρίσκωνται εις τα δεξιά του και θα πη• “ελάτε σεις οι ευλογημένοι του Πατρός μου και κληρονομήσατε την βασιλείαν των ουρανών, η οποία έχει ετοιμασθή για σας από τότε που εθεμελιώνετο ο κόσμος.
(1)   «Δεν τους τιμωρεί από την αρχή, μέχρις ότου τους δικάσει. Για αυτό αφού τους τοποθέτησε στη θέση τους, λέει τις κατηγορίες» (Χ).
(2)   Δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό στη μεταβολή από το «ο υιός του ανθρώπου» στο «ο βασιλιάς». Ο υιός του ανθρώπου έρχεται στη δόξα του, καθισμένος πάνω στο θρόνο του και όλα τα έθνη συγκεντρώνονται μπροστά του (p).
(3)   «Εγκωμιάζοντας αυτούς που κατόρθωσαν την αρετή, δείχνει πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του για αυτούς ανέκαθεν. Διότι ελάτε, λέει, οι ευλογημένοι του Πατέρα μου» (Χ).
(4)   «Οι επαινετοί, οι εκλεκτοί» (Ζ). «Με πόσα αγαθά είναι αντάξιος ο χαρακτηρισμός αυτός, το να είναι ευλογημένοι, και από τον πατέρα ευλογημένοι;» (Χ).
(5)   Εκλέχτηκαν εν Χριστώ (b). Και δόθηκαν στο Χριστό από τον Πατέρα του (Ιω. στ 37)(ο).
(6)   «Δεν είπε πάρτε, αλλά κληρονομήστε, ως οικογενειακά, ως πατρικά, ως δικά σας, ως κάτι που σας οφείλεται από παλιά» (Χ).
(7)   «Ετοιμάστηκε για σας από τότε που φτιάχτηκε ο κόσμος» (Ζ). «Διότι πριν ακόμη γεννηθείτε, λέει, εσείς, αυτά είχαν ετοιμαστεί και τακτοποιηθεί για χάρη σας, επειδή γνώριζα ότι θα γίνεται τέτοιοι (δίκαιοι)» (Χ). «Η φράση από καταβολής κόσμου ή προ καταβολής κόσμου, δηλώνει αυτό που έχει καθοριστεί από την πρόγνωση» (Ω).

Ματθ. 25,35  (1)ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με(2), ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με(3),
Ματθ. 25,35  Διότι πείνασα και μου δώσατε να φάγω, δίψασα και με ποτίσατε, ήμουν ξένος που δεν είχα τόπον να μείνω, και με επήρατε στο σπίτι σας.
(1)   Οτιδήποτε που είναι το ευγενέστερο στον χριστιανικό πολιτισμό –η πρόνοια για τον ασθενή και τον δυστυχή, η συμπάθεια σε αυτόν που ατύχησε- απηχείται σε αυτούς τους στίχους (S).
(2)   Στις χώρες της Ανατολής, όπου το νερό συμβαίνει να είναι σπάνιο, ήταν ευεργετική και μερικές φορές ουσιώδης πράξη αγάπης το να δώσει κάποιος ποτήρι δροσερού νερού στον διψασμένο διαβάτη. Δες Ιω. δ 7 (ο).
(3)   Ήμουν ξένος, προερχόμενος από άλλη χώρα, και με οδηγήσατε στο σπίτι σας (ο).
«Μιλά για μόνη τη φιλανθρωπία… όχι επειδή τα υπόλοιπα, των δικαίων μεν κατορθώματα και των αμαρτωλών αμαρτήματα, πρόκειται να τα αφήσει χωρίς εξέταση· διότι σε όλους θα τα εξετάσει όλα… Αλλά τώρα μιλά μόνο για αυτήν, επειδή θέλει να βεβαιώσει ότι αυτήν κατ’ εξοχήν ζητά και αυτήν απαιτεί πριν από όλα, μιας και είναι αναγκαιότατη στους Χριστιανούς. Διότι χαρακτηριστικό κάθε Χριστιανού είναι η αγάπη. Διότι από αυτό, λέει, θα γνωρίσουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, εάν έχετε αγάπη μεταξύ σας… Κατά τρόπο εξαιρετικό λοιπόν ασχολείται με το εξαιρετικό για τους Χριστιανούς κατόρθωμα, εκφοβίζοντας έτσι και πείθοντάς μας, μιας και είμαστε άνθρωποι, να γίνουμε φιλάνθρωποι, αφού τότε θα χρειαστούμε την φιλανθρωπία από αυτόν» (Ζ).

Ματθ. 25,36 γυμνός(1), καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με(2).
Ματθ. 25,36 Ημουν γυμνός και με ενεδύσατε, αρρώστησα και με επισκεφθήκατε, εις την φυλακήν ήμουν και ήλθατε να με ιδήτε”.
(1)   Όχι με την έννοια της πλήρους γυμνότητας, αλλά σημαίνει τον ημίγυμνο ή τον πενιχρά ντυμένο (ο).
(2)   Ήλθατε για να με συντρέξετε στις ανάγκες μου και να με ενισχύσετε με την εκδήλωση της συμπάθειάς σας (ο). «Λέει με τη σειρά διάφορα μέρη της φιλανθρωπίας, ώστε, αν μεν είναι δυνατόν, όλα να τα κατορθώσουμε, αν όμως όχι, έστω αυτά που μπορούμε» (Ζ).

Ματθ. 25,37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες(1)· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν;
Ματθ. 25,37 Τότε θα αποκριθούν προς αυτόν οι δίκαιοι και θα πουν• “Κυριε, πότε σε είδαμε πεινασμένον και σε εθρέψαμε η διψασμένον και σου εδώσαμε νερό;
(1)   Η αλήθεια που διακηρύσσεται στο Ησ. νε 8-9 δηλώνεται φανερά στη σκηνή αυτή:
«Διότι δεν είναι οι βουλές μου όπως είναι οι βουλές σας, ούτε οι δρόμοι μου όπως είναι οι δρόμοι σας, λέει ο Κύριος· αλλά όπως απέχει ο ουρανός από τη γη, έτσι απέχει ο δρόμος μου από τους δρόμους σας και οι σκέψεις σας από την σκέψη μου».
Τόσο οι δίκαιοι, όσο και οι πονηροί βρίσκουν ότι η θεία εκτίμηση της διαγωγής τους είναι διαφορετική από τη δική τους, και εκπλήσσονται μπροστά στην άποψη που μπαίνει μπροστά τους. Οι δίκαιοι δεν θεωρούν ότι οι αγαθοεργίες τους γίνονταν στους αδελφούς του Μεσσία, πολύ δε περισσότερο στον ίδιο τον Μεσσία. Ούτε οι κακοί φαντάζονται, ότι επέδειξαν αμέλεια ή σκληροκαρδία στον Μεσσία (p). Αξιοσημείωτη η ταπεινοφροσύνη των δικαίων, οι οποίοι καμία ιδέα δεν έχουν ότι υποχρέωσαν τον Σωτήρα, παρόλο που τους θλιμμένους τούς βοήθησαν για την αγάπη του (L).

Ματθ. 25,38 πότε(1) δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν;
Ματθ. 25,38 Ποτε δε σε είδαμεν ξένον και σε περιμαζέψαμε η γυμνόν και σε ενεδύσαμεν;
(1)   Επαναλαμβάνουν το πότε τρεις φορές για μεγαλύτερη έμφαση και για να δείξουν την απορία τους για αυτό που άκουσαν (δ).

Ματθ. 25,39       πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ(1), καὶ ἤλθομεν πρός σε;
Ματθ. 25,39       Ποτε δε σε είδαμε ασθενή η φυλακισμένον και ήλθαμε εις επίσκεψίν σου;”
(1)   Ενώνουν οι δίκαιοι τα δύο (ασθενή-σε φυλακή) σε ένα, διότι πρόκειται για έλευση και επίσκεψη και στις δύο περιπτώσεις (δ).

Ματθ. 25,40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς(1) ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον(2) ἐποιήσατε ἑνὶ(3) τούτων(4) τῶν ἀδελφῶν μου(5) τῶν ἐλαχίστων(6), ἐμοὶ(7) ἐποιήσατε.
Ματθ. 25,40 Και θα αποκριθή εις αυτούς ο βασιλεύς• “Αληθινά σας λέγω, κάθε τι που εκάματε, δια να εξυπηρετήσετε ένα από τους αδελφούς μου, που φαίνονται άσημοι και ελάχιστοι μέσα εις την κοινωνίαν, το εκάματε εις εμέ” 
(1)   «Ονόμασε βασιλιά τον εαυτό του, επειδή όλοι είναι υποταγμένοι σε αυτόν» (Ζ).
(2)   «Λέει «εφ’ όσον» αντί να πει «καθ’ όσον(=επειδή)»» (Ζ). Λείπει η φράση «σε τέτοιο βαθμό» (g).
(3)   Τίποτα δεν παραλείπεται αλλά όλα καταλογίζονται με ακρίβεια. Και μια μεμονωμένη περίπτωση συχνά είναι μεγάλης σημασίας (b).
(4)   Δείχνει αυτούς με το δάχτυλο (δ).
(5)   Το ότι ο Χριστός τους φτωχούς και πάσχοντας θεωρεί αδελφούς του είναι τελείως σύμφωνο με τον χαρακτήρα του ως Υιού του ανθρώπου και ως Υιού του Θεού. Ο Θεός είναι πατέρας του και πατέρας τους (p). Ως υιός του ανθρώπου συνδυάζει μαζί με τη δόξα και τον ανθρώπινο χαρακτήρα ως πρόσωπο τρυφερής αγάπης και συμπάθειας προς την ανθρωπότητα στην ασθένειά της (S). «Διότι για αυτό είναι αδελφοί μου, επειδή είναι ταπεινοί, επειδή είναι φτωχοί, επειδή είναι περιφρονημένοι» (Χ).
(6)   Αυτούς που ο κόσμος θεωρεί ελάχιστους (δ). Στην εκτίμηση των ανθρώπων ελαχίστων (g), αυτών που είναι πάρα πολύ ταπεινοί και μέσα σε ανάγκες και περιφρονούνται από τους ομοίους τους (ο).
(7)   «Διότι αυτός που έπαιρνε μέσω των φτωχών ήταν ο Θεός» (Χ). Βρίσκει κανείς στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, καθώς και στους Έλληνες και Λατίνους φιλοσόφους πολλά ρητά, τα οποία εκθειάζουν τις διάφορες εκδηλώσεις της αγαθοεργίας ως αρεστές στους θεούς. Το πρωτότυπο εδώ είναι, ότι οι εκδηλώσεις αυτές παρουσιάζονται ως πράξεις αγάπης προς τον Θεό, προς τον Χριστό που έπαθε και πέθανε υπέρ των ανθρώπων, τον Σωτήρα και Κύριο, έτσι ώστε ο ευεργετούμενος από εμάς δεν είναι μόνο πρόσωπο της συμπάθειάς μας αλλά και του σεβασμού μας (L).

Ματθ. 25,41 τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι(1) εἰς τὸ πῦρ(2) τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ(3) καὶ τοῖς ἀγγέλοις(4) αὐτοῦ.
Ματθ. 25,41 Τότε θα πη και εις εκείνους, που στέκονται εις τα αριστερά του• “φύγετε μακρυά από εμέ σεις οι καταράμενοι και πηγαίνετε στο αιώνιον πυρ, που έχει ετοιμασθή δια τον διάβολον και τους πονηρούς αγγέλους του.
(1)   Δεν λέει καταραμένοι από τον Πατέρα, όπως είπε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου. Δεν καταριέται ο Θεός κανέναν (L).
«Φύγετε από εμένα οι καταραμένοι· δεν λέει πλέον από τον Πατέρα· διότι δεν καταράστηκε αυτός αυτούς, αλλά τα δικά τους έργα» (Χ). Η καταδίκη και η κατάρα των αμαρτωλών προέρχεται από τις κακές τους πράξεις, ενώ η σωτηρία των δικαίων είναι έργο της χάρης, για αυτό και προστίθεται το «του Πατέρα μου» στο ευλογημένοι (ο). Το αντίθετο του ευλογώ. Επικαλούμαι κακά πάνω σε κάποιον (g).
(2)   Αυτό δεν υπονοεί φωτιά υλική, αλλά επειδή η φωτιά είναι η πηγή των πιο δυνατών πόνων των θνητών σωμάτων μας, εκλέχτηκε σαν το σύμβολο των φοβερών δεινών, τα οποία επιφυλάσσονται στους αμαρτωλούς και τα οποία υπερβαίνουν την αντίληψή μας. Από όσα βλέπουμε μερικές φορές στον κόσμο αυτόν και από όσα συμπεραίνουμε από την ίδια τη φύση της αμαρτίας, μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι το σώμα και η ψυχή ενωμένα στην ανάσταση θα έχουν φλογερές επιθυμίες, πάθη και ορέξεις, οι οποίες ουδέποτε θα ικανοποιούνται. Επιπλέον θα έχουν οι αμαρτωλοί κακεντρεχή πόθο να κακοποιούν ο ένας τον άλλον και επιπροσθέτως θα έχουν και την άμεση έλευση της οργής του Θεού (ο).
(3)   «Το ετοιμασμένο όχι για σας, αλλά για τον διάβολο και τους αγγέλους του. Διότι για μεν την βασιλεία όταν έλεγε, Ελάτε οι ευλογημένοι κληρονομήστε τη βασιλεία, πρόσθεσε, την ετοιμασμένη για σας πριν τη δημιουργία του κόσμου· για τη φωτιά όμως δεν λέει πλέον το ίδιο, αλλά λέει την ετοιμασμένη για τον διάβολο. Εγώ δηλαδή την βασιλεία μεν την ετοίμασα για σας, τη φωτιά όμως όχι πλέον για σας, αλλά για τον διάβολο και τους αγγέλους του· επειδή όμως εσείς περιελάβατε και τους εαυτούς σας, υπολογίζετε και τους εαυτούς σας» (Χ).
(4)   Όσοι από τους αγγέλους εξέπεσαν από το αξίωμά τους και παραδόθηκαν στο να αμαρτάνουν και τώρα πείθονται στον διάβολο (g).

Ματθ. 25,42 ἐπείνασα γάρ(1), καὶ οὐκ(2) ἐδώκατέ μοι φαγεῖν(3), ἐδίψησα, καὶ οὐκ(2) ἐποτίσατέ με,
Ματθ. 25,42  Διότι επείνασα και δεν μου εδώσατε να φάγω, εδίψασα και δεν με εποτίσατε.
(1)   «Με τα επόμενα λόγια, σαν κατά κάποιο τρόπο να απολογείται σε αυτούς, αναφέρει και τις αιτίες» (Χ).
(2)   Όλες οι απαριθμούμενες αμαρτίες είναι αμαρτίες από παράλειψη. Είναι ένοχοι διότι δεν έπραξαν το αγαθό. «Διότι δεν κατηγορείται ο άρπαγας εκεί, αλλά ο ακοινώνητος (=δεν κοινωνεί(συμμετέχει) στις ανάγκες των άλλων) κατακρίνεται» (Β). «Όχι επειδή φονεύσατε, λέει, ή πορνεύσατε ή είπατε ψέμματα ή κάποιον αδικήσατε ή πράξατε κάτι άλλο από τα απαγορευμένα, έστω και το πιο μικρό, αλλά τι; Επειδή αμελήσατε τα αγαθά έργα» (Β).
(3)   «Δεν ζητούσε πολυτελή τράπεζα, αλλά την απαραίτητη μόνο και την αναγκαία τροφή» (Χ).

Ματθ. 25,43  ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με(1), ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με(2).
Ματθ. 25,43  Ξένος ήμουν και δεν με επήρατε στο σπίτι σας, γυμνός και δεν με ενεδύσατε, άρρωστος και φυλακισμένος και δεν με επισκεφθήκατε”.
(1)   Δεν είπε ότι δεν με απαλλάξατε από τη φτώχεια και την ασθένεια και την φυλακή, αλλά ότι δεν δείξατε τα αναγκαία, ότι δεν πράξατε τα εύκολα» (Ζ).
(2)   «Και δες πώς διατάζει εύκολα. Δεν είπε ήμουν στη φυλακή και με απαλλάξατε, ήμουν άρρωστος και με σηκώσατε· αλλά με επισκεφτήκατε και ήλθατε σε μένα» (Χ).

Ματθ. 25,44 τότε ἀποκριθήσονται(1) αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι(2);
Ματθ. 25,44 Τότε θα αποκριθούν και αυτοί λέγοντες, “Κυριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο η διψασμένον η ξένον η γυμνόν η ασθενή η φυλακισμένον και δεν σε υπηρετήσαμεν;”
(1)   Είτε όλοι μαζί είτε με έναν που εκπροσωπεί όλους (b).
(2)   Πόσο διαφορετικό είναι το πνεύμα της δικαιολογίας τους από την ταπεινοφροσύνη και την συναίσθηση της αναξιότητας, τα οποία εκδηλώνουν οι δίκαιοι! (ο). Η άγνοια των πονηρών και η προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τους εαυτούς τους θα εξακολουθήσει έως τότε να παραμένει (b).

Ματθ. 25,45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων(1), οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε(2).
Ματθ. 25,45 Τότε θα αποκριθή εις αυτούς και θα είπη• “αλήθεια σας λέγω• εφ’ όσον δεν εκάματε τα καλά αυτά εις ένα από αυτούς, που ο κόσμος θεωρεί πολύ μικρούς, ούτε εις εμέ εκάματε”.
(1)   Ο Κύριός μας δεν προσθέτει «των αδελφών μου», όπως στο στίχο 40. Οι πονηροί αγνοούν τη σχέση, την οποία ο δίκαιος έχει με το Χριστό, και θα εξακολουθήσουν να αγνοούν αυτήν (b).
(2)   Στην κατηγορία ότι παραμέλησαν τον φτωχό και αδιαφόρησαν για κάθε ακόλουθο του Χριστού, τίποτα δεν απαντούν οι αμαρτωλοί. Κάθε στόμα φράχτηκε (Ρωμ. γ 19) και το δίκαιο της απόφασης αναγνωρίστηκε (ο).

Ματθ. 25,46 καὶ ἀπελεύσονται(1) οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον(2), οἱ δὲ δίκαιοι(3) εἰς ζωὴν αἰώνιον(4).
Ματθ. 25,46 Και θα απέλθουν αυτοί μεν εις την αιωνίαν κόλασιν μαζή με τον διάβολον, οι δε δίκαιοι εις την αιωνίαν ζωήν μαζή με τον Θεόν.
(1)   Ο τόπος, όπου θα γίνει η κρίση, διακρίνεται από τους τόπους, στους οποίους οι δύο τάξεις χωριστά θα μεταβούν (b).
(2)   Αιώνιο είναι αυτό που υπερβαίνει τα όρια του πεπερασμένου χρόνου (b). Οτιδήποτε και αν λεχθεί για την λέξη αιώνιον, πρέπει σύμφωνα με όλους τους νόμους της ερμηνευτικής να έχει αυτή την ίδια σημασία, την οποία έχει και στη φράση του ίδιου στίχου «εις ζωήν αιώνιον». Εάν λοιπόν η κόλαση θα έχει τέλος, τότε πρέπει και η ζωή να έχει τέλος. Κανείς όμως δεν αρνείται το ατελείωτο της ουράνιας ζωής των δικαίων. Άρα και η κόλαση θα είναι ατελείωτη (ο).
(3)   Ο βασιλιάς Χριστός θα απευθυνθεί κατ’ αρχάς στους δίκαιους πρώτα, για να ακούσουν οι αμαρτωλοί· αλλά πρώτοι θα φύγουν οι αμαρτωλοί. Έτσι οι κατάδικοι δεν θα δουν τίποτα από την αιώνια ζωή, παρόλο που οι δίκαιοι θα δουν την εκδίκηση, η οποία θα έλθει στους καταδικασμένους (b).
(4)   Η λέξη αιώνιος χρησιμοποιείται 66 φορές στην Καινή Διαθήκη. Από αυτές 51 φορές χρησιμοποιείται για την ευτυχία των δικαίων, 2 φορές για την ύπαρξη του Θεού, 6 φορές για την Εκκλησία και την βασιλεία του Μεσσία και στις υπόλοιπες 7 για την μελλοντική τιμωρία των αμαρτωλών. Εάν στις 7 αυτές περιπτώσεις αποδώσουμε στην λέξη την έννοια της περιορισμένης διάρκειας, τότε και τις υπόλοιπες 55 περιπτώσεις με την ίδια έννοια πρέπει να τις δεχτούμε. Κανείς όμως δεν μπορεί να αρνηθεί ότι στις τελευταίες αυτές βρίσκεται η λέξη με τη σημασία της ατελείωτης διάρκειας (ο).
«Εάν θα υπάρξει κάποτε τέλος της αιώνιας κόλασης, τότε οπωσδήποτε θα έχει τέλος και η αιώνια ζωή. Εάν όμως δεν δεχόμαστε να σκεφτούμε αυτό για την ζωή, ποια λογική έχει το να δώσουμε τέλος στην αιώνια κόλαση; Διότι η προσθήκη της λέξης αιώνιος αναφέρεται εξίσου και στα δύο» (Β όροι κατ’ επιτομήν 267).    sostis.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

“Η προσωπική μας έρημος μέσα στα σπιτικά μας…”

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουνίου, 2018

agia anna kiriako

“…Σε αυτό το σπίτι που δεν ακούγονται προσευχές, που δεν υπάρχει η νηστεία, οι βίοι των Αγίων, ένα πνευματικό πρόγραμμα, μένει το φρόνημα του ”κόσμου”, δεν κατοικούμε εμείς. Να κάνουμε το σπίτι μας ένα μικρό μοναστηράκι…
Άσκηση δεν είναι μόνο το να πάμε στην έρημο, είναι μια προσευχή που θα πεις από αγάπη για τον Χριστό, η υπομονή στο σύζυγό σου, η φροντίδα μέχρι αργά στα παιδιά σου, όλα να γίνονται μέσα στην εν Χριστώ αγάπη… η αγιότητα είναι για όλους.Που είμαστε σήμερα; Από εκεί να ξεκινήσουμε, δεν θα γίνουμε ”ασκητές στο Άγιον Όρος” ξαφνικά αύριο, δεν διαβάζουμε σήμερα βίους Αγίων; Αύριο, βάλε στόχο… Βλέπουμε τηλεόραση; Να βλέπουμε λιγότερο, και αν μπορούμε να την πετάξουμε κιόλας…”

π. Πέτρος Χιρς: Η Εκκοσμίκευση στην Εκκλησία ΠΗΓΗ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἅγιον Πνεῦμα καί Χριστιανική ἑνότης

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαΐου, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για πεντηκοστη αγιο πνευμα

Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

   1. Ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν

Ἕνα εὔκολο –καὶ πρόχειρο– ἐπιχείρημα, γιὰ νὰ ὑποστηριχθεῖ ἡ συγγένεια τῶν Μεγάλων Θρησκειῶν (Θρησκευμάτων ὀρθότερα), εἶναι ἡ ἀναφορὰ σὲ ἕνα Θεό, πού ἀπὸ κοινοῦ ἀποδέχονται. Καὶ βέβαια ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας.

Ὁ ἕνας ὅμως Θεὸς θεωρεῖται ἀπὸ τὰ διάφορα θρησκεύματα μέσα ἀπὸ εἰδικὴ προοπτική, ὥστε τελικὰ νὰ διαφέρει ὁ Θεὸς ἀπὸ θρησκεία σὲ θρησκεία, καὶ τελικὰ νὰ ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἴδιος Θεός, στὸν ὁποῖο ἀναφέρονται, ἀκόμη καὶ οἱ λεγόμενες μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες, ἀλλὰ καὶ οἱ χριστιανικὲς «Ὁμολογίες».
Ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν εἶναι μὲν ἕνας, ἀλλὰ διακρίνεται σὲ Τρία Θεῖα Πρόσωπα, κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ Ὁποῖα ἔχει τὸ πλήρωμα τῆς θεότητας, χωρὶς ὅμως νὰ γίνεται λόγος γιὰ «τρεῖς θεούς», ἀλλὰ γιὰ Ἕνα, ὅπως ὁμολογοῦμε καὶ στὸ «σύμβολο τῆς πίστεως, («Πιστεύω εἰς ΕΝΑ Θεόν…»). Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι «ὁ Θεὸς ποὺ ἀποκαλύπτεται στὴν ἱστορία, δὲν εἶναι μία μοναχικὴ ὕπαρξη, αὐτόνομη Μονάδα ἢ ἀτομικὴ Οὐσία. Εἶναι Τριάδα ὑποστάσεων, τρία Πρόσωπα μὲ ἀπόλυτη ὑπαρκτικὴ ἑτερότητα, ἀλλὰ καὶ κοινότητα Οὐσίας, Θέλησης καὶ Ἐνέργειας»1.

Συνοψίζοντας τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ παράδοση καὶ διδασκαλία γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα ὁ νεώτερος πατέρας τῆς Ὀρθοδοξίας ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης (†1809) καὶ ἐπαναδιατυπώνοντας τὴ μακραίωνη πατερικὴ διδασκαλία, γράφει: «Κοντά εἰς ἡμᾶς τους Ὀρθοδόξους σέβεται καί λατρεύεται εἷς Θεός τρισυπόστατος, ὃστις εἶναι μονάς ἐν ταυτῷ καί τριάς. Μονάς μέν κατά τήν οὐσίαν καί φύσιν, τριάς δέ κατά τάς ὑποστάσεις καί πρόσωπα· μονάς μέν ἀσύγχυτος καί τριάς ἀδιαίρετος· οὒτε διά τήν Μονάδα συγχεόμενος…, οὒτε διά τήν Τριάδα διαιρούμενος…»2.

Ὁ ἕνας Θεός, συνεπῶς, τῆς χριστιανικῆς ὀρθοδόξου πίστεως εἶναι τριαδικός: Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Τὸ Πνεῦμα στὴ Γραφὴ ὀνομάζεται καὶ Παράκλητος (Ἰω. 14,16· 15,26 κ.ἄ), ὁδηγός, παρήγορος. Τὸ ὄνομα, βέβαια, κάθε θείου Προσώπου δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν ἕνα Θεὸ καὶ τὰ τρία θεῖα Πρόσωπα. Ἡ δογματικὴ διδασκαλία δὲν ἀπορρέει ἀπὸ κάποιο φιλοσοφικὸ στοχασμὸ καὶ διανοητικὴ ἀναφορὰ στὸ Θεό. Ἀκόμη καὶ ἡ χρησιμοποιούμενη θεολογικὴ γλώσσα, παρόλο ποὺ ἔχει προέλευση φιλοσοφική, συχνὰ ἀποφορτίζεται καὶ ἀναφορτίζεται ἐννοιολογικά, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ πλησιάσει τὸ θεῖο μυστήριο, χωρὶς βέβαια τὴν κατανόησή (κατάληψη) του3.

Τὰ τρία θεῖα Πρόσωπα τῆς χριστιανικῆς Πίστης εἶναι τρεῖς ἄναρχοι τρόποι ὕπαρξης τῶν ἁγιοτριαδικῶν θείων Προσώπων καὶ τῆς σχέσης μεταξύ τους. Ἑνώνονται ἀδιαίρετα στὴ μία θεία Οὐσία, ἀλλὰ ὄχι ὡς μέρη τῆς μίας θεότητας, ἀφοῦ καὶ τὰ τρία ἔχουν «ὁμοῦ», καὶ τὸ καθένα χωριστά, ὁλόκληρη τὴ μία θεία οὐσία καὶ γι’ αὐτὸ λέγονται «ὁμοούσια» μεταξύ τους. Πάλι θὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὸν ὅσιο Νικόδημο: «Εἷς Θεός ἐστιν ἡ Τριάς, μιᾷ προσκυνήσει καί λατρείᾳ προσκυνούμενος καί λατρευόμενος ὑπό πάσης κτίσεως αἰσθητῆς καί νοουμένης». Ἡ ἁγία Τριάδα εἶναι «ὁμοούσιος και ὁμοφυής καί ταυτενεργής καί παντοδύναμιος καί ἡνωμένη πρός ἑαυτήν»4. Τὰ τρία θεῖα Πρόσωπα «ἒχουσι τάς φυσικάς ἐνεργείας τῆς θεότητος… Μᾶλλον δέ καί ἀκριβέστερον εἰπεῖν μίαν καί τήν αὐτήν ἐνέργειαν ἒχουσι καί τά τρία»5.

Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Σύμφωνα μὲ ὅσα ὁ ἴδιος ὁ Τριαδικὸς Θεὸς ἀποκάλυψε στοὺς Προφῆτες καὶ Ἀποστόλους, μέσα ἀπὸ τὴ θέωση, τὴν ἕνωσή τους μαζί Του, δὲν μποροῦμε νὰ συλλάβουμε ἢ νὰ γνωρίσουμε τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μόνο τὸν τρόπο ὕπαρξής Του καὶ τὶς σχέσεις τῶν ἁγιοτριαδικῶν Προσώπων. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνὸ (†πρὶν ἀπὸ τὸ 754), ὁ Θεὸς μᾶς ἀποκάλυψε «ὃ,τι ἦν δυνατόν ἡμῖν γνῶναι καί ἐδυνάμεθα φέρειν»6. Ἔτσι, γνωρίζουμε μὲν τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὄχι τὴν οὐσία Του (τί δηλαδὴ ΕΙΝΑΙ ὁ Θεός). Τὰ ὀνόματα, συνεπῶς: Πατήρ, Υἱός, Ἅγιο Πνεῦμα δὲν δηλώνουν τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸν τρόπο ὕπαρξής του. Ἡ μία θεία Οὐσία παραμένει ἀδιαίρετη καὶ ἀμέριστη, παρὰ τὴ διάκριση τῶν τριῶν Προσώπων στὴν ἁγία Τριάδα.

Ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ αἰώνια σχέση τῶν τριῶν Προσώπων; Ὁ Πατέρας εἶναι ἀγέννητος καὶ «φύσει καὶ ἀϊδίως» (αἰώνια) γεννᾶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Υἱός, συνεπῶς, γεννᾶται καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ὁ Πατὴρ εἶναι ρίζα καὶ ἀρχὴ-πηγὴ τῶν δύο ἄλλων Προσώπων καὶ ὁ μόνος αἴτιος τῆς ὕπαρξής τους. Γέννηση (τοῦ Υἱοῦ) καὶ Ἐκπόρευση (τοῦ Πνεύματος) διαφέρουν μεταξύ τους. Διαφορετικὰ θὰ χρησιμοποιεῖτο ὁ ἴδιος ὅρος. Ποιὰ εἶναι ὅμως ἡ οὐσία τῆς διαφορᾶς δὲν γνωρίζουμε, διότι ὑπερβαίνει τὴν ἀντιληπτικὴ δύναμη κάθε ἀνθρώπου. Δὲν εἶναι θέμα ἀνθρώπινης σοφίας, ἀλλὰ ἀποκάλυψης τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.

Ἂς θυμηθοῦμε τὸν παραπάνω λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος συμπληρώνει: «Καί ὃτι μέν ἐστι διαφορά γεννήσεως και ἐκπορεύσεως μεμαθήκαμεν, τίς δέ ὁ τρόπος τῆς διαφορᾶς οὐδαμῶς»7.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ πεῖ στοὺς διανοούμενους τῆς ἐποχῆς του (Εὐνομιανούς), ποὺ ἐκαυχῶντο γιὰ τὴ σοφία τους: «Εἰπέ σύ τήν ἀγεννησίαν τοῦ Πατρός, κἀγώ τήν γέννησιν τοῦ Υἱοῦ φυσιολογήσω, καί τήν ἐκπόρευσιν τοῦ Πνεύματος, καί παραπληκτίσομεν ἂμφω εἰς Θεοῦ μυστήρια παρακύπτοντες» (Λόγος Θεολογικὸς Ε΄,8: «Πές μου ἐσὺ τί εἶναι ἡ ἀγεννησία τοῦ Πατρὸς καὶ ἐγὼ θὰ μιλήσω γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Υἱοῦ καὶ ἡ ἐκπόρευση τοῦ Πνεύματος, καὶ θὰ τρελαθοῦμε καὶ οἱ δύο μὲ τὸ νὰ σκύψουμε στὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ»). Κάθε ἀθέτηση ἢ παραχάραξη ὅσων ὁ Θεὸς ἔχει ἀποκαλύψει εἶναι βλασφημία καὶ ἀπόρριψη τῆς θείας ἀποκάλυψης.

Ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα δὲν διακρίνονται μόνο ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ καὶ μεταξύ τους, διότι ἄλλος εἶναι ὁ τρόπος ὕπαρξης τοῦ Υἱοῦ καὶ ἄλλος ἐκεῖνος τοῦ Πνεύματος. Στὴν Ἁγία Τριάδα ὑπάρχουν «κοινὰ» καὶ «ἀκοινώνητα». Κάποιες «ἰδιότητες» ἀποδίδονται καὶ στὰ τρία Πρόσωπα λόγῳ τῆς κοινῆς οὐσίας τους. Τὰ κοινὰ στὰ τρία Πρόσωπα εἶναι ἡ οὐσία, ἡ ἐνέργεια, ἡ βασιλεία, ἡ θέληση, ἡ δόξα, ἡ θεότης, τὸ ἄκτιστο, τὸ ἀγέννητο, τὸ ἀπερίγραπτο, τὸ ἀνείδεο, τὸ ἀσχημάτιστο, τὸ προνοητικό, τὸ δημιουργικὸ κ.λπ. Τὸ ἀγέννητο τοῦ Πατέρα, τὸ γεννητὸ τοῦ Υἱοῦ καὶ τὸ ἐκπορευτὸ τοῦ Πνεύματος-Παρακλήτου ἀνήκουν στὰ «ἀκοινώνητα»8. Κάθε σύγχυση στὰ ἀκοινώνητα εἶναι, πάλι, βλασφημία κατὰ τῆς ἁγίας Τριάδος. Στὴν Καινὴ Διαθήκη γίνεται σαφὴς διάκριση τοῦ ἔργου τοῦ Υἱοῦ καὶ ἐκείνου τοῦ Πνεύματος. Ὅπως εἶπε ὁ Υἱὸς (Ἰησοῦς Χριστός), ὁ Παράκλητος θὰ μαρτυρήσει γι’ Αὐτὸν (Ἰω. 15, 26), θὰ «διδάξει (τοὺς Μαθητὲς Του) πάντα» (14, 26), θὰ τοὺς ὁδηγήσει «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (16, 23). Δὲν θὰ μιλήσει «ἀφ’ ἑαυτοῦ» (16, 23), ἀλλά, ὅπως λέγει ὁ Χριστός, «ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν» (16, 14). Αὐτὴ εἶναι ἡ σχέση καὶ συμμετοχὴ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας.

2. Ἅγιο Πνεῦμα καὶ Ἐκκλησία

Τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ἀποστολή της στὸν κόσμο. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «σῶμα Χριστοῦ» (Α΄ Κορ., κεφ. 12), ἡ ἕνωση καὶ ἑνότητα τῶν Πιστῶν στὴ «δοξασμένη»-θεωμένη ἀνθρώπινη φύση (ἀνθρωπότητα) τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Χριστὸς καὶ Ἐκκλησία εἶναι ἑνότητα ἀδιάσπαστη καὶ ἀδιαίρετη, κατὰ τὸν ἱ. Χρυσόστομο: «Γένος ἓν Θεοῦ καί ἀνθρώπων»9. Αὐτὴ ἡ σχέση ὅμως πραγματώθηκε «ἐν ἁγίῳ Πνεύματι». Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἡ «δοξασμένη» (κατὰ φύση ἑνωμένη μὲ τὴ θεότητα) ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἐπανέρχεται στὸν κόσμο, μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του, γιὰ νὰ συνεχιστεῖ ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο (βλ. Ματθ. 28, 20: «καί ἰδού ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας, ἓως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»). Μία παρουσία ὅμως μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Αὐτὸ δηλώνει ἡ φράση «ἐν ἁγίῳ Πνεύματι». Ὁ Παράκλητος, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, στέλνεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, γιὰ νὰ γίνει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ πραγματικότητα στὸ σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία, καὶ σὲ κάθε πιστὸ σ’ Αὐτὸν ἄνθρωπο. Ὁ Χριστὸς μίλησε γιὰ ὅλα αὐτὰ στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, δίνοντας στοὺς Μαθητὲς του κάποιες περίεργες φαινομενικὰ ὑποσχέσεις. «Μικρόν καί οὐ θεωρεῖτέ με, καί πάλιν μικρόν καί ὂψεσθέ με» (Ἰω. 16, 16: Γιὰ λίγο χρόνο δὲν θὰ μὲ βλέπετε, ἀλλὰ καὶ πάλι μετὰ ἀπὸ λίγο χρόνο θὰ μὲ δεῖτε). Αὐτὸ πραγματοποιήθηκε μετὰ τὴν ἀνάστασή Του μὲ τὶς ἐμφανίσεις Του. «Πάλιν ἒρχομαι καί παραλήψομαι ὑμᾶς πρός ἐμαυτόν, ἳνα ὃπου εἰμι ἐγώ καί ἡμεῖς ἦτε» (Ἰω. 14, 3: Πάλι θὰ ἔλθω καὶ θὰ σᾶς παραλάβω κοντά μου, διὰ νὰ εἶσθε καὶ σεῖς, ὅπου εἶμαι ἐγώ). Ὁ Χριστός, ἀκόμη, ἀναφέρθηκε στὴν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία οἱ Μαθητὲς θὰ γνωρίσουν ὅτι Αὐτὸς εἶναι «ἐν τῷ Πατρί», οἱ Μαθητὲς στὸν Χριστό, καὶ ὁ Χριστὸς μέσα σ’ αὐτοὺς (Ἰω. 14, 20). Οἱ Μαθητές, συνεπῶς, καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ (οἱ Ἅγιοι), φθάνοντας στὴ θέωση (τὴν Πεντηκοστή), θὰ ἀποκτήσουν τὴν ἐμπειρία τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ μέσα τους, βλέποντας τὸν Χριστὸ μέσα στὸ ἄκτιστο φῶς Του. Ἀκόμη ὁ Χριστὸς ὑποσχέθηκε νὰ ἐμφανιστεῖ σ’ ὅποιον τὸν ἀγαπᾶ καὶ τηρεῖ τὶς ἐντολὲς Του (Ἰω. 14, 21) καὶ θὰ ἔλθει νὰ κατοικήσει μέσα του, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα (14, 23). Ὅλα αὐτὰ πραγματοποιοῦνται ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μὲ τὴν ἔλευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος10. Ὅποιος φθάσει στὴ θέωση, μετέχει στὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ μένει μόνιμα ἀνοικτὸ στὴν ἱστορία. Ἡ ἑνότητα τοῦ σώματός Του, ποὺ ἀναφέρει ὁ Χριστὸς στὴν ἀρχιερατικὴ Προσευχὴ Του («ἳνα ὦσιν ἓν», Ἰω. 17, 11), δὲν εἶναι κάποια συμβατική, κοσμικὴ-πολιτικὴ ἑνότητα, ὅπως ὁ ἴδιος διευκρινίζει: «Πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω, ἳνα ὃπου εἰμί ἐγώ, κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ, ἳνα θεωρῶσι τήν δόξαν τήν ἐμήν» (Ἰω. 17,24). Τότε εἶναι ἑνωμένος ὁ πιστὸς μὲ τὸν Χριστό, ὅταν βλέπει τὴν ἄκτιστη δόξα Του, τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς θεότητάς Του. Ἡ θέωση εἶναι τὸ θεμέλιο τῆς ἑνότητας τῶν Χριστιανῶν, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ προορισμός μας. Ἄλλου εἴδους ἑνότητα δὲν ὑπάρχει, μὲ συμβατικὲς συμφωνίες καὶ φραστικὲς ὑποσχέσεις.

Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς δὲν «ἱδρύεται» ἡ Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι προαιώνια στὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ συνδεδεμένη μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ-Λόγου, τοῦ Υἱοῦ. Κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ «συγκροτεῖται» ἁγιοπνευματικὰ καὶ φανερώνεται στὸν κόσμο («γεννᾶται») ὡς σῶμα Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία, ἡ κοινωνία τῶν πιστῶν Του. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς ἁγιοτριαδικοῦ Προσώπου.

3. Πνευματομαχία

Ἡ προσπάθεια ὅμως λογικῆς κατανόησης τῆς Ἁγίας Τριάδας μὲ τὶς προϋποθέσεις τῆς (ἑλληνικῆς) φιλοσοφίας, ὁδήγησε σὲ αἱρετικὲς (δηλ. αὐθαίρετες) ἐκδοχὲς γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὶς σχέσεις τῶν ἁγιοτριαδικῶν Προσώπων. Ἡ στοχαστικὴ-φιλοσοφικὴ ἀναφορὰ στὸ Θεὸ ὁδηγεῖ στὴν εἰδωλολατρία, τὴν κατασκευὴ δηλαδὴ Θεοῦ φανταστικοῦ. Ὄχι, ὅπως Ἐκεῖνος ἀποκαλύφθηκε στὴν ἱστορία, ἀλλὰ ὅπως τὸν γεννᾶ καὶ τὸν δέχεται ὁ στοχασμός μας. Στὸ χῶρο τοῦ Θεοῦ ὁ στοχασμὸς ἀποδεικνύεται ὄχι μόνο ἀνίσχυρος, ἀλλὰ καὶ διαστροφικός, διότι τὸ μόνο, ποὺ μπορεῖ νὰ κάμει εἶναι ἡ προβολὴ τῶν προλήψεών μας στὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ μιλοῦμε γιὰ εἰδωλολατρία, γιὰ «κατασκευὴ» Θεοῦ ἀνύπαρκτου, ποὺ λαμβάνει ὑπόσταση μόνο στὴ φαντασία μας.

Οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν γιὰ τὸ Πνεῦμα καὶ τὴν ὁμοουσιότητά του μὲ τὸν Πατέρα τὴν ὁρολογία, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, ποὺ χρησιμοποιοῦν καὶ γιὰ τὴ σχέση τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα, ἀποδεικνύοντας ἔτσι τὴν ταυτότητα τῆς φύσεώς τους. Μία στοχαστικὴ καὶ φιλοσοφικὴ ὅμως θεώρηση τῆς σχέσης τῶν θείων ἁγιοτριαδικῶν Προσώπων ὁδήγησε σὲ πλάνες, ὅπως π.χ. τοῦ Σαβελλίου (2ος -3ος αἰ.). Ὁ Θεὸς κατ’ αὐτὸν γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας, παρουσιάστηκε διαδοχικὰ στὸν κόσμο μὲ τρεῖς διάφορους τρόπους ἐνέργειας. Τὰ τρία πρόσωπα εἶναι τρεῖς διαδοχικοὶ τρόποι ἐνέργειας, τρία πρόσωπα (προσωπεῖα), τρεῖς ρόλοι τοῦ ἑνὸς Θεοῦ, ποὺ ἐμφανίστηκε ὡς Πατέρας στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὡς Υἱὸς στὴν Καινὴ καὶ ὡς Πνεῦμα στὴν Ἐκκλησία. Ἀλλὰ καὶ ὁ Παῦλος Σαμοσατέας (3ος αἰ.) κήρυττε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἕνα πρόσωπο, ὁ Υἱὸς δὲ καὶ τὸ Πνεῦμα ἁπλὲς ἀπρόσωπες δυνάμεις11. Οὐσιαστικὴ ὅμως διαστρέβλωση τῆς ταυτότητας τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἔδωσε ἡ μεγάλη αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ (4ος αἰ.)12. Ὁ Ἄρειος καὶ οἱ ὀπαδοὶ του προσέβαλαν πρῶτα τὴ θεότητα τοῦ Υἱοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀποκαλώντας Τον «κτίσμα» (δημιούργημα), «πρὸ πάντων τῶν αἰώνων», μὲ βάση τὴν ἀριστοτελικὴ φιλοσοφία. Ἡ πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (325) ἔδωσε ἀπάντηση στὸ πρόβλημα μὲ τὴν ὁμολογία τῶν ἁγίων Πατέρων, ποὺ διακήρυξαν στὴ Σύνοδο, ὅπως γίνεται σὲ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, τὴν πίστη ὅλων τῶν Ἁγίων, στὴν ἰσότητα καὶ ὁμοουσιότητα τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα. Μετὰ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο διαμορφώθηκαν οἱ ἀκόλουθες ὁμάδες: Οἱ Ὁμοουσιανοὶ (ὀπαδοὶ τοῦ «ὁμοουσίου», δηλαδὴ οἱ Ὀρθόδοξοι), οἱ Ὁμοιουσιανοί, οἱ Ὅμοιοι καὶ οἱ ἀκραῖοι Ἀρειανοί, οἱ Ἀνόμοιοι. Οἱ ὀνομασίες ἔχουν σχέση μὲ τοὺς χαρακτηρισμούς, ποὺ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὸν Χριστὸ (ὁμοιούσιος, ὅμοιος, ἀνόμοιος –πάντα σὲ σχέση μὲ τὸν Πατέρα).

Παράλληλα ὅμως μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας τοῦ Ἀρειανισμοῦ γιὰ τὸν Υἱὸ διατυπώθηκαν ἀνάλογες θέσεις καὶ γιὰ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτοὶ ὀνομάστηκαν Πνευματομάχοι. Βέβαια ὅλοι οἱ Ἀρειανοὶ ἦταν Πνευματομάχοι. Δεχόμενοι τὸν Υἱὸ ὡς κτίσμα, δέχονταν καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα ὡς κτίσμα13. Οἱ ἀκραῖοι Ἀρειανοὶ λ.χ., οἱ ὀνομαζόμενοι Ἀνόμοιοι, ὀνόμαζαν τὸ ἅγιο Πνεῦμα «κτίσμα κτίσματος»14. Κυρίως Πνευματομάχοι ἦταν οἱ Ὁμοιουσιανοί15. Οἱ Πνευματομάχοι16 ὅμως ὀνομάζονταν καὶ Μακεδονιανοὶ ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸ τους Μακεδόνιο, ἐπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Ἦταν μία πτέρυγα τῶν Ὁμοιουσιανῶν. Στὴν Κωνσταντινούπολη οἱ Πνευματομάχοι εἶχαν ἰδιαίτερη καὶ ἰσχυρὴ ὁμάδα. Ἀπάντηση σ’ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀντιπνευματικὲς διδασκαλίες ἔδωσε ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τὸ 381 [17] στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ τὴ συμμετοχὴ μεγάλων Πατέρων ἢ μὲ βάση τὴ διδασκαλία τους, ὅπως λ.χ. τοῦ Μ. Βασιλείου, ποὺ εἶχε «κοιμηθεῖ» τὸ 379. Τὸ Σύμβολο τῆς Συνόδου αὐτῆς, ποὺ ἀπαγγέλλεται στὶς Ἀκολουθίες μας καὶ ἰδιαίτερα στὴ Θεία Λειτουργία («Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν …») εἶναι μία εὐρύτερη ὁμολογία τῆς πίστεως ἀπὸ ἐκείνη τῆς συνόδου τῆς Νικαίας18. Τὶς θέσεις τῶν Πνευματομάχων ἀπέκρουσαν καὶ ἀνέτρεψαν οἱ Καππαδόκες Πατέρες (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης) καὶ ὁ ἐπίσκοπος Κωνσταντίας Κύπρου Ἐπιφάνιος. Ἡ Θεολογία τους βγαλμένη μέσα ἀπὸ τὴν θεοπτικὴ ἐμπειρία τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Ἀποστόλων καὶ τὴ δική τους, ἀπέδειξε τὴν αἱρετικὴ κακοδοξία καὶ τὴν ἀρνητική της ἐπιρροὴ στὴν εὐστάθεια τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ παραπάνω Πατέρες συνέβαλαν θεολογικὰ στὴν τελικὴ διατύπωση τῆς διδασκαλίας γιὰ τὸ ἅγιο Πνεῦμα19 καὶ τὴν ἀναίρεση τῆς διδασκαλίας τῶν Εὐνομιανῶν. Ἡ τριαδολογία τους ἔγινε πανηγυρικὰ δεκτὴ στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση. Ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἔθεσε τέρμα στὶς ἀρειανικὲς ἔριδες.

Τὸ Σύμβολό της προσφέρει «μία εἰδικότερη θεολογικὴ ἀνάπτυξη τῆς πίστεως γιὰ τὴ φυσικὴ θεότητα τοῦ ἁγίου Πνεύματος»20, ἀφοῦ τὸ Σύμβολο τῆς Νικαίας (325) τελειώνει μὲ τὴ φράση: «Καὶ εἰς τὸ ἅγιον Πνεῦμα», χωρὶς περαιτέρω ἀνάπτυξη. Τὰ περὶ ἁγίου Πνεύματος ἦταν, συνεπῶς, ἔργο τῶν Πατέρων τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς, ποὺ προσέθεσαν τὶς φράσεις: «τὸ Κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν Προφητῶν», ποὺ δείχνουν τὴν ὁμοουσιότητα τοῦ Πνεύματος μὲ τὰ ἄλλα δύο Πρόσωπα, μὲ τὰ ὁποῖα «συμπροσκυνεῖται καὶ συνδοξάζεται».

4. «Ζωῆς χορηγὸς»

Ποιὸ ὅμως εἶναι τὸ ἔργο καὶ ἡ σημασία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στὴ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν καὶ τὴ θέση τους στὸν κόσμο; Θὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὴ συναφῆ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου21, ποὺ συνοψίζει τὴ διδασκαλία τῶν ἀρχαιοτέρων Πατέρων. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ πηγὴ (χορηγός) τῆς ζωῆς, κάθε μορφῆς ζωῆς, διότι εἶναι «ζωὴ καὶ αὐτοζωή», ὅπως καὶ ὁ Υἱός. Διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος πραγματοποιήθηκε ἡ «οὐσίωσις τῶν πάντων», ἦλθαν δηλαδὴ τὰ πάντα στὴν ὕπαρξη22. Ὁ Πατέρας δημιούργησε τὰ πάντα «δι’ Υἱοῦ, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι». Γι’ αὐτὸ καὶ χαρακτηρίζονται «βραχίονες» (χέρια) τοῦ Πατρός. Εἶναι χαρακτηριστική, ὅσο καὶ εὔστοχη, ἡ φράση τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου (Ἰωσὴφ Ὑμνογράφος): «δακτύλῳ ἐγγέγραπται Πατρὸς ὁ Λόγος» στὴν ἄχραντη κοιλία τῆς Θεοτόκου. «Δάκτυλος» ἐδῶ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα (πρβλ. Λουκ. 11, 20), ποὺ «ἐπεσκίασε» (σκέπασε προστατευτικά), κατὰ τὸ λόγο τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, τὴν Παναγία (Λουκ. 1, 35).

Τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶναι κυρίως ἡ πηγὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς (ἁγιοπνευματικῆς, ὅπως ὀνομάζεται), διότι εἶναι ἡ ζωὴ ἡ αἰώνια, ποὺ κερδίζει ὁ πιστὸς μὲ τὴ συνέργειά του μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ὡς χορηγός τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὁ Παράκλητος εἶναι «πηγὴ τῶν χαρισμάτων»23.

Τὰ χαρίσματα, ποὺ χορηγεῖ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι «ἄπειρα, καὶ ἀπειράκις ἄπειρα», κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο24, «διαιροῦνται δὲ ἀδιαιρέτως καὶ διὰ τοῦτο γίνονται χωρητὰ εἰς τὴν κτίσιν»25, «διαμοιράζονται δὲ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὸ μέτρον τῆς πίστεως»26, ἀνάλογα δηλαδὴ μὲ τὴ δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου.

Ἐξ ἄλλου, τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁ κύριος συντελεστὴς τῆς ἀληθινῆς θεογνωσίας. Γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ «θεωρία», ἡ «θεοπτία», ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου φωτὸς τῆς Θεότητος, ποὺ φέρεται καὶ μὲ τὰ ὀνόματα «δοξασμὸς» καὶ «θέωση»27. Ἡ γνώση τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ, ὁμολογεῖ ὁ Νικόδημος, εἶναι τὸ «μεγαλύτερον καὶ τελειότερον» ἀπὸ τὰ ἀγαθά, ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Θεός. Χωρὶς αὐτὴ τὴ γνώση «ὅλα τὰ ἄλλα ἀγαθὰ εἶναι οὐδὲν»28. Μένουν δηλαδὴ χωρὶς σημασία. Ἡ γνώση ὅμως τοῦ Θεοῦ (θεογνωσία) τότε εἶναι δυνατή, ὅταν ὁ πιστὸς μὲ τὸν πνευματικό του ἀγώνα (ἄσκηση τῶν ἀρετῶν) ἀναδειχθεῖ σὲ «κατοικητήριον τοῦ ἁγίου Πνεύματος», μιμούμενος τὸν τρόπο ζωῆς τῶν Ἁγίων. Αὐτὸ σημαίνει συνέργεια μὲ τὸν Θεό, ἀρχὴ τῆς ὁποίας εἶναι «ἡ κάθαρση τῆς καρδίας» ἀπὸ πάθη καὶ λογισμούς, ποὺ «ὡσὰν νέφαλα σκοτίζουσι τὸν νοῦν (=τὸν ὀφθαλμὸ τῆς ψυχῆς, ὄχι τὴ διάνοια) καὶ δὲν ἀφήνουν νὰ λάμψη εἰς αὐτὸν ἡ ἀκτὶς τοῦ φωτιστικοῦ Παναγίου Πνεύματος»29. Ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὡς ἀπόλυτη προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας, ἀποκτᾶται «διὰ τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν, καὶ μάλιστα τῆς ἀγάπης»30. Αὐτὴ εἶναι κατὰ τὸν Νικόδημο, ἡ μοναδικὴ σωτηριολογικὴ βάση σύνολης τῆς ὀρθοδοξοπατερικῆς παράδοσης. Ἡ καρδιὰ γίνεται ἔτσι κατοικητήριο («ναός», Α΄ Κορ. 3, 16) τοῦ ἁγίου Πνεύματος, «μὲ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἐν καρδίᾳ ἐπιστροφὴν τοῦ νοὸς καὶ μὲ τὴν «νοεράν προσευχὴν» («Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησόν με»). Ἡ προσευχὴ αὐτή, μὲ τὴν ἄσκηση, γίνεται «ἀδιάλειπτη», μέσα στὴν καρδιὰ (Α΄ Θεσσ. 5,17).

Ἡ διδασκαλία αὐτὴ τοῦ ἁγίου Νικοδήμου εἶναι ὁ ἀκατάλυτος σύνδεσμος πνευματικότητας καὶ σωτηρίας. Χωρὶς τὴν «μυστικὴν ἐνέργειαν καὶ λατρείαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν τῇ καρδίᾳ», μένουν «ἐλλειπεῖς ὅλαι αἱ ἀρεταὶ καὶ τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου»31. Ἡ παρουσία καὶ προσευχητικὴ ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ εἶναι ἡ βεβαίωση τῆς χριστιανικότητάς του. Τότε ὁ χριστιανὸς εἶναι πραγματικὰ «πιστός». Αὐτὴ εἶναι ἡ «τελεία» ἢ «ἐνδιάθετος» πίστη, διότι τὸ «ἐλπιζομένον» (ἡ ἄκτιστη χάρη) ἐνοικεῖ μέσα στὴν καρδιά, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «πίστις ἐστὶν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. 11, 1). Γι’ αὐτὸ συμπληρώνει ὁ Νικόδημος: «Ὅποιος δὲν ἔχει εἰς τὴν καρδίαν του τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐνεργητικῶς καὶ ἐμφανῶς, αὐτὸς δὲν εἶναι μαθητὴς καὶ οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ»32. Ὁ Νικόδημος ἐπαναλαμβάνει ἐδῶ τὸν Παῦλο (Ρωμ. 8, 9): «Εἴ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἒχει, οὗτος οὐκ ἒστιν αὐτοῦ», δὲν ἀνήκει στὸν Χριστό.

Τὸ ὑψηλότερο καὶ πλατύτερο ἀπὸ τὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, λέγει ὁ Νικόδημος, εἶναι «τὸ χάρισμα τῆς ἱερᾶς θεολογίας»33, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὴν «θεοπτία». Μόνον ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὴν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του, «αὐτὸς εὐθὺς εἶναι καὶ θεολόγος, καὶ θεολόγος ἀπλανὴς καὶ ἀσφαλέστατος. Ὁ δὲ μὴ ἐνεργηθείς ἐν τῇ καρδίᾳ ὑπὸ τοῦ Πνεύματος, αὐτὸς ὅσα θεολογεῖ εἶναι λόγοι ἔξωθεν ἐρχόμενοι, ἐξ ἀκοῆς καὶ οὐχὶ ἐκ καρδίας ἐνεργουμένης ὑπὸ τοῦ Πνεύματος»34. Θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ παρατηρήσω ἐδῶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς ἀκαδημαϊκοῦ διδασκάλου τῆς Θεολογίας, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ τραγωδία ἐκείνων ποὺ πιστεύουμε, ὅτι τὸ πτυχίο καὶ οἱ τίτλοι τῆς σχολικῆς παιδείας ἀναδεικνύουν κάποιον Θεολόγο καὶ ὄχι ἡ ἁγιοπνευματικὴ Χάρη, ποὺ ἀποκτᾶται μὲ τὴν πνευματικὴ ζωή. Ἐμεῖς, στὴν καλύτερη περίπτωση, εἴμαστε θεολόγοι «ἀπὸ δεύτερο καὶ τρίτο χέρι», μὲ τὸ νὰ ἐπαναλαμβάνουμε καὶ σχολιάζουμε τὶς μαρτυρίες γιὰ τὶς πνευματικὲς ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων, ποὺ ἔχουν κατατεθεῖ στὴν ἁγία Γραφὴ καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ παιδεία καὶ ἡ φιλοσοφία (ἡ σχολικὴ κατάρτιση) δίνουν, στὴν καλύτερη περίπτωση, τὴ δυνατότητα ἔκφρασης καὶ χρήσης τους στὴ γλώσσα τοῦ περιβάλλοντός μας, μὲ ὑπαρκτὸ πάντα τὸν κίνδυνο διολίσθησης σὲ αἵρεση ἢ ἀκόμη καὶ στὴν ἀθεΐα.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει μία βασικὴ προσευχὴ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ εἶναι ὕμνος τῆς Ἀκολουθίας τῆς Πεντηκοστῆς. Εἶναι τὸ γνωστό: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας. Ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός. Ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καί καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος, καί σῶσον, Ἀγαθέ, τάς ψυχάς ἡμῶν». (Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ εἶσαι βασιλιὰς τοῦ οὐρανοῦ, παρηγορητής, πηγὴ καὶ διδάσκαλε τῆς ἀλήθειας. Σὺ ποὺ (ὡς Θεὸς) εἶσαι παντοῦ παρὼν καὶ γεμίζεις μὲ τὴν παρουσία σου τὰ πάντα· σὺ ποὺ εἶσαι ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ χαρίζεις τὴ ζωὴ· ἔλα νὰ κατοικήσεις μέσα στὴν καρδιά μας καὶ καθάρισέ μας ἀπὸ κάθε κηλίδα ἁμαρτίας, καὶ σῶσε, Ἀγαθέ, τὴν ψυχή μας). Μὲ τὴν προσευχὴ αὐτὴ προσεύχεται ὁ Ὀρθόδοξος πιστὸς καὶ ἀρχίζει κάθε λειτουργική του πράξη (Ἀκολουθία).

5. Ἡ κακοδοξία τοῦ “Filioque” καὶ τὸ σχίσμα

Μεγάλη διαμάχη στὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ Χριστιανισμοῦ προκάλεσε ἡ προσθήκη στὸ ἱερὸ Σύμβολο τῆς φράσης “Filioque” (φιλιόκβε=καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ) στὴ Δύση. Μόνο ἐκεῖνος ποὺ ζεῖ τὴν πίστη, ὡς Ὀρθοδοξία, μπορεῖ νὰ κατανοήσει τὴ σημασία τῆς μικρῆς αὐτῆς φράσης καὶ τοῦ θορύβου, ποὺ ἔχει προκαλέσει ἡ προσθήκη της στὴ βασικὴ ὁμολογία τῆς χριστιανικῆς Πίστης, τὸ ἱερὸ Σύμβολο τῆς Β΄ Οἰκου μενικῆς Συνόδου (381). Τὸ ἄρθρο του γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔχει τὴ μορφή: «Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον (…), τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον», σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, στὸ Ἰω. 15, 26: «… τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται». Καμιὰ μεταβολὴ τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ διανοηθεῖ. Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο στὴν Ἀνατολή, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὴ τὴ Δύση τῶν πρώτων αἰώνων, δὲν ἀποτολμήθηκε μία παρόμοια ἐνέργεια.

Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων (4ος αἰ.) λ.χ., ὅπως καὶ οἱ Καππαδόκες Πατέρες στὴν Ἀνατολὴ δὲν ταύτισαν τὸν ὅρο «ἐκπόρευσις» μὲ τὸν ὅρο «γέννησις», ποὺ σχετίζεται μὲ τὸν Υἱό. Οἱ δύο αὐτοὶ ὅροι, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, ἐκφράζουν τὸν αἰώνιο τρόπο ὕπαρξης τῶν δύο ἁγιοτριαδικῶν Προσώπων. Ἡ μόνη ἐξαίρεση στὴ Δύση ὑπῆρξε ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος (†430), λόγω τῶν διαφορετικῶν θεολογικῶν προϋποθέσεών του (φιλοσοφικὴ θεολόγηση).

Ὁ Αὐγουστῖνος, χωρὶς τὴ θέλησή του, ἔγινε ἡ ἀρχὴ καὶ πηγὴ αὐτῆς τῆς πλάνης. Θεωρεῖ τὸ Πνεῦμα «κοινὸ ἔρωτα (amor) Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, διότι εἶναι ἔρως, φιλία καὶ ἀγάπη Πατρὸς καὶ Υἱοῦ. Ὁ Πατὴρ εἶναι ὁ ἀγαπῶν τὸν Υἱόν, ὁ Υἱὸς ὁ ἀγαπώμενος ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀγαπῶν τὸν Πατέρα, καὶ τὸ Πνεῦμα ἡ ἀμοιβαία ἀγάπη, σύνδεσμος, Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, πού ἐκπορεύεται καὶ ἀπὸ τοὺς δύο». Αὐτὸ εἶναι τὸ φιλοσοφικὸ συμπέρασμα τοῦ Αὐγουστίνου, ποὺ προϋποθέτει τὴν (ἀνύπαρκτη) ἀναλογία Θεοῦ καὶ τοῦ ψυχικοῦ κόσμου τοῦ ἀνθρώπου. Σημασία ὅμως ἔχει ὅτι μὲ βάση τὴ δική του διδασκαλία προωθήθηκε τὸ «φιλιόκβε» στὴ Δύση.

Ὁ Αὐγουστῖνος προσπαθοῦσε νὰ ἐξηγήσει, γιατί τὸ Πνεῦμα δὲν εἶναι ἀδελφός τοῦ Λόγου (Υἱοῦ). Βέβαια τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶχε λυθεῖ ἤδη στὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἡ ἄγνοια ὅμως τῆς Ἑλληνικῆς ἐμπόδισε τὸν ἱερὸ Πατέρα νὰ φθάσει σὲ ὀρθὰ συμπεράσματα. Ὑποστήριξε δέ, ὅτι τὸ θέμα θὰ βρεῖ ἀπάντηση στὴν ἄλλη ζωή! Μὴ ἐννοώντας τὴ σημασία τῆς διάκρισης οὐσίας καὶ ὑποστάσεως στὸ Θεὸ καὶ πιστεύοντας ὅτι καὶ μετὰ τὴ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὸ θέμα «περὶ ὑποστατικῆς ἰδιότητος τοῦ Πνεύματος» παρέμενε ἐκκρεμές, πέθανε τὸ 430 μὲ τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν εἶχε δοθεῖ ἀπάντηση, στὸ γιατί τὸ Πνεῦμα δὲν εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Ἀδελφός τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ὅπως ὀρθὰ παρατηρεῖ ὁ π. Ἰω. Ρωμανίδης35: «Ταῦτα πάντα, διότι κατ’ αὐτὸν σκοπὸς τῆς Θεολογίας εἶναι ἡ ἔρευνα περὶ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀνίχνευσις τοῦ τί εἶναι γέννησις καὶ ἐκπόρευσις»36. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶχε ἀπορρίψει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅπως εἴδαμε. Ἂν ὅμως ὁ Αὐγουστῖνος ὑπῆρξε ὁ αἴτιος τοῦ «Filioque», ὁ μεγάλος σχολαστικὸς θεολόγος Θωμᾶς Ἀκινάτης (†1274) ἔγινε ὁ κύριος ὑποστηρικτής του στὴ Δύση.

Στὴ Δύση τὸ Filioque, μὲ βάση τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο, ἐπεκτάθηκε ἀρχικὰ στὴν Ἱσπανία, γιὰ τὴν ἰσχυροποίηση τῆς θέσης τοῦ Υἱοῦ στὴν ἁγία Τριάδα καὶ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἐκεῖ Ἀρειανῶν. Τὸ 547 ἔγινε ἡ προσθήκη στὸ σύμβολο τῆς τοπικῆς συνόδου τοῦ Τολέδο καὶ τὸ 589, ἴσως, καὶ στὸ σύμβολο τῆς Κωνσταντινουπόλεως37. Κατὰ τὶς φραγκικὲς πηγὲς ζήτημα προκλήθηκε ἀπὸ κάποιο Φράγκο μοναχὸ Ἰωάννη στὰ Ἱεροσόλυμα, σὲ φραγκικὸ μοναστήρι στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Τὸ 808, μὲ βάση τὸ «φραγκικὸ ἔθιμο», ἔψαλαν τὸ σύμβολο μὲ τὴν προσθήκη. Οἱ Ρωμαῖοι (ἑλληνορθόδοξοι) μοναχοὶ κατηγόρησαν τοὺς Φράγκους ὡς αἱρετικούς. Τὸ 809 ὅμως ὁ Καρλομάγνος (†814) συνεκάλεσε σύνοδο τῆς φραγκικῆς Ἱεραρχίας στὸ Ἀκυΐσγρανον (Ἄαχεν-Aix la Chapelle) καὶ θέσπισε ὡς δόγμα πίστεως τὴν προσθήκη, ποὺ εἶχε γίνει ἤδη περὶ τὸ 780, ἀφορίζοντας τούς μὴ συμφωνοῦντες. «Παραδόξως τὰ Πρακτικὰ δὲν σώζονται» παρατηρεῖ ὁ π. Ρωμανίδης38.

Κύριο ἐπιχείρημα τῶν Λατίνων ἦταν –καὶ εἶναι– ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι «ἐκ τοῦ Πατρὸς» καὶ ἔχει πάντα τὰ τοῦ Πατρὸς καί, «ὡς ἀρχὴ ἐκ τῆς ἀρχῆς», ἐκπορεύει, «ὡς μία μετὰ τοῦ Πατρὸς οὐσία» καὶ αὐτὸς τὸ ἅγιον Πνεῦμα39. Συγχέεται ὅμως ἔτσι ἡ αἰώνια ἐκπόρευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν «ἐν χρόνῳ» ἀποστολὴ καὶ πέμψη Του ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ (Ἰω. 15, 26). Ἡ φτώχεια, μάλιστα, τῆς λατινικῆς γλώσσας ἔναντι τῆς ἑλληνικῆς, ὅπως θὰ τονίσει ὁ πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος (†1472), ἐπέτρεπε στὴ Δύση διπλὴ χρήση τοῦ ρήματος procedere, καὶ γιὰ τὴν αἰώνια ἐκπόρευση καὶ γιὰ τὴ χρονικὴ πέμψη τοῦ Πνεύματος.

Βέβαια ὁ Καρλομάγνος στὴν ἀποδοχὴ καὶ δογματοποίηση τοῦ «φιλιόκβε» εἶχε καὶ μία σοβαρὴ πολιτικὴ σκοπιμότητα. Τὴ χρήση τῆς προσθήκης ἀπὸ τοὺς Φράγκους ἐναντίον τῶν «Γραικῶν», τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων, καὶ τὴ διευκόλυνση τῆς ἐπεκτατικῆς του πολιτικῆς. Μὴ ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Καρλομάγνος πρῶτος σχεδίασε μία «Ἑνωμένη Εὐρώπη» ὑπὸ τὴν ἡγεσία τῶν Φράγκων. Συνεχιστὴς τοῦ σχεδίου αὐτοῦ θὰ εἶναι ἀργότερα ὁ Ναπολέων. Τὰ ἔργα «contra Graecos» (Κατὰ Γραικῶν), ποὺ ἐμφανίσθηκαν αὐτὴ τὴν περίοδο προωθοῦσαν τὸ σχέδιο τοῦ Καρλομάγνου γιὰ τὴν ἀποστασιοποίηση τῶν Ρωμαίων (Ὀρθοδόξων) τῆς Δύσης ἀπὸ ἐκείνους τῆς Ἀνατολῆς.

Ἡ προσθήκη τοῦ «Φιλιόκβε» στὸ ἱερὸ Σύμβολο τὸ 809 εἶναι αἵρεση καὶ βλασφημία κατὰ τῆς ἁγίας Τριάδος, ὡς καὶ ἀθέτηση τοῦ λόγου τοῦ
ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο οἱ Δυτικοὶ Ρωμαῖοι (Ὀρθόδοξοι) οὐδέποτε δέχθηκαν τὴν προσθήκη. Παράδειγμα κλασικὸ ὁ πάπας Λέων Γ΄(†816), ὁ ὁποῖος, μετὰ τὴν δογματοποίηση τοῦ «Φιλιόκ βε», τοποθέτησε δύο ἀργυρὲς πλάκες στὴ θύρα τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πέτρου τῆς Ρώμης μὲ τὸ Σύμβολο στὸ πρωτότυπο ἑλληνικὸ (Β΄ Οἰκουμενικὴ) καὶ στὴ λατινικὴ μετάφρασή του χωρὶς τὴν προσθήκη, μὲ τὴν ἐπιγραφή: «Ταῦτα Λέων ἒθηκα δι’ ἀγάπην και  φύλαξιν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως»40. Τί ἄλλο ἀποδεικνύει ἡ ἀποδοκιμασία ἀπὸ τὸν Λέοντα Γ΄ τῆς προσθήκης παρὰ τὸ ὅτι ὑπῆρχε ἡ συνείδηση τοῦ τελεσίδικου τοῦ Συμβόλου τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς καὶ τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἀθέτησής του; Ἀλλὰ καὶ ἡ Η΄ (γιὰ τὴν Ἀνατολὴ) Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τοῦ ἔτους 879 ἐπὶ Μ. Φωτίου καταδίκασε πανηγυρικὰ τὴν αἵρεση τοῦ «φιλιόκβε», δηλώνοντας ἔτσι τὴ συνεχιζόμενη ταύτιση καὶ συμφωνία τῶν Ὀρθοδόξων Ἀνατολῆς καὶ Δύσης41. Ὁ ὀρθόδοξος Πάπας Ἰωάννης Η΄(†882) μὲ ἐπιστολή του καὶ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του καταδίκασε τὴν προσθήκη ὡς αἱρετική, σὲ συμφωνία μὲ τὸν Μ. Φώτιο καὶ τὴν Ἀνατολή. Ἐνῶ ὅμως στὴ Δύση ἡ προσθήκη ἐπιβλήθηκε ὡς δόγμα πίστεως, στὴν Ἀνατολὴ οὐδέποτε ἔγινε δεκτὸ τὸ «φιλιόκβε». Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὸν 18ο αἰώνα ὁ ἐπίσκοπος Ἠλίας Μηνιάτης (†1714), ὁ ὁποῖος διερωτᾶται γιὰ τὸν λόγο τῆς προσθήκης: «Ποία ἀνάγκη ἦταν καὶ ἐσάλευσαν τὸ ἅγιον σύμβολον, τὸ ὁποῖον διὰ τόσους αἰῶνας ἐφύλαξεν εὐλαβῶς ἀσάλευτον καὶ ἀπαράλλακτον ἡ Ἐκ κλησία τοῦ Χριστοῦ;»42. Καὶ συμπληρώνει: «Τὸ ἅγιον Σύμβολον εἶναι καὶ κανὼν καὶ γνώμων τῆς πίστεως, ἀλλ’ ὁ κανὼν καὶ γνώμων πρέπει νὰ εἶναι ἀσάλευτος», ἐπαναλαμβάνοντας κατὰ λέξη τὸν Μ. Βασίλειο (Λόγος Κατ’ Εὐνομίου). Μὲ τὰ λόγια του αὐτὰ ὁ μεγαλύτερος ἐκκλησιαστικὸς ρήτορας τῆς περιόδου τῆς δουλείας διατυπώνει τὴ μόνιμη πίστη καὶ θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς.

Τὸ «φιλιόκβε» μαζὶ μὲ τὸ «παπικὸ πρωτεῖο ἐξουσίας» ὑπῆρξαν τὰ κύρια αἴτια τοῦ σχίσματος Ἀνατολῆς καὶ Δύσης (867 καὶ ὁριστικὰ τὸ 1054)43. Ὁ Μ. Φώτιος, ποὺ πρῶτος ἀντιμετώπισε στὴν Ἀνατολὴ τὸ ζήτημα τῆς προσθήκης καὶ διδασκαλίας τοῦ φιλιόκβε στὸ κλασικὸ ἔργο του «Περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μυσταγωγίας»44, τὸ χαρακτηρίζει «ἄθεον γνώμην», «κιβδήλευμα τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου», «καινὴν δυσσέβειαν», «ὑπερβολὴν βλασφημίας» κ.λπ. Ὁ πατριάρχης Φώτιος συνέλαβε τὴ βαρύτητα τῆς βλασφημίας καὶ τῆς πρωτοφανοῦς θρασύτητας στὴν ἀθέτηση τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. 15, 26). Τὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ Μ. Φωτίου παραμένει γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἡ πηγὴ κάθε θεολογικῆς ἀντιμετώπισης τῆς κακοδοξίας αὐτῆς μέχρι σήμερα. Καὶ δὲν ἔλειψαν, βέβαια, οἱ λατινόφρονες (φιλενωτικοὶ) καὶ στὴν Ἀνατολή, ποὺ προσπαθοῦν νὰ ἀμβλύνουν τὴ σημασία τοῦ φραγκικοῦ δόγματος, γιὰ νὰ ὁδηγήσουν, βάσει ἑνὸς δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ, σὲ συμβιβαστικὲς λύσεις. Τὴν ἀπάντηση ὅμως ἔχει δώσει ὁ μεγαλύτερος δογματολόγος μας τοῦ 20οῦ αἰ. π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Τὸ λατινικὸ Filioque –γράφει– εἶναι ὄχι μόνον σοφιστεία, ἀλλὰ καὶ σαφὴς αἵρεσις καὶ ἀνατροπὴ τῆς διδασκαλίας τῆς Α΄ καὶ Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τῶν Πατέρων αὐτῶν»45.

6. Τὸ «φιλιόκβε» καὶ ὁ ἑνωτικὸς Διάλογος

Τὸ «Φιλιόκβε» εἶναι τὸ βασικὸ θέμα, αἰῶνες τώρα, τῶν ἑνωτικῶν Διαλόγων τοῦ φθίνοντος Βυζαντίου, ὅσο καὶ τῶν θεολογικῶν Διαλόγων τῆς ἐποχῆς μας46. Στὶς ἑνωτικὲς συνόδους μετὰ τὸ σχίσμα (11ος-15ος αἰ.) ἡ λατινοφραγκικὴ κακοδοξία εἶχε πάντα ἀπόλυτη προτεραιότητα, συνδεόμενη πάντα μὲ τὸ παπικὸ πρωτεῖο, ποὺ παράγει μόνιμα τὴν αὐθαιρεσία καὶ ἀδιαλλαξία τῆς παπικῆς πλευρᾶς. Καὶ στὴν τελευταία σύνοδο τῆς περιόδου αὐτῆς (1438/39, Φερράρας-Φλωρεντίας) τὸ φιλιόκβε καὶ τὸ πρωτεῖο ἦταν τὰ κύρια θέματα, ἀλλὰ καὶ τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο στὴν πραγματοποίηση τῆς ἑνώσεως.

Τὸ δόγμα τοῦ «φιλιόκβε» μένει, ὅπως εἶναι εὐνόητο, τὸ μεγάλο πρόβλημα, καὶ ἡ ἀπόρριψή του βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐπανένωση τοῦ διαιρεμένου χριστιανικοῦ κόσμου. Εἶναι δὲ περίεργο, ὅτι ἡ Διαμαρτύρηση (Προτεσταντισμός), ἐνῶ ἀπέρριψε τὸ παπικὸ πρωτεῖο, κρατεῖ μέχρι σήμερα τὴν πλάνη τοῦ «φιλιόκβε», ὡς ἕνα εἶδος «προπατορικοῦ ἁμαρτήματος» τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός, ἐξ ἄλλου, ἐπιμένει στὸ δόγμα αὐτό, ἀνυποχώρητα, ἐνῶ ἤδη ὁ ἀείμνηστος οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας τὸ χαρακτήρισε «μὴ κώλυμα» στὴν πορεία τῆς ἑνότητας. Κανεὶς διάλογος ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ ἀναμένει ἐπιτυχῆ ἔκβαση, ἂν δὲν ὑπάρξει ὁμοφωνία, στὴ βάση τῆς ἁγιογραφικῆς καὶ πατερικῆς παραδόσεως, στὸ ζήτημα τοῦ «φιλιόκβε», ποὺ ἀποτελεῖ βλασφημία, ὡς ἀλλοίωση τοῦ ἀπολύτου θεμελίου τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ εἶναι ἡ πίστη στὴν Ἁγία Τριάδα.

Βέβαια, τὸ ἐρώτημα εἶναι: Γιατί ἡ ἐπιμονὴ αὐτὴ ἐκ μέρους τοῦ Παπισμοῦ, ἀφοῦ ὑπάρχει τὸ ἀπαράβατο θεμέλιο τῆς Ἀλήθειας ποὺ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ στὸ Ἰω.15,26: «Τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται»; Στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι σημαντικὴ μία ἐπισήμανση τοῦ Ἠλία Μηνιάτη: «Ἐρωτηθέντες εἰς τὴν ἐν Φλωρεντίᾳ σύνοδον οἱ Δυτικοὶ περὶ τῆς προσθήκης ταύτης, οἰκονομικῶς (=κατ’ οἰκονομίαν) ἀπεκρίθησαν πώς τὴν ἔκαμαν· καὶ οἰκονομικῶς τοὺς ἀνταπεκρίθη ὁ Ἐφέσου ἔπρεπε νὰ τὴν ἐβγάλωσιν, ἐπειδὴ καὶ προξενεῖ τόσον σκάνδαλον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν»47. Ἡ εὐκταία καὶ εὐλογημένη ἕνωση μπορεῖ νὰ καταστεῖ δυνατή, ὅταν ὁ Χριστιανικὸς κόσμος ἐπιστρέψει στὴ βάση, ποὺ ἔθεσε γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα ὁ Ἀπ. Παῦλος: «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν Βάπτισμα» (Ἐφεσ. 4,5). Μόνο οἱ λατινόφρονες τοῦ Βυζαντίου καὶ οἱ φιλενωτικοὶ-λατινίζοντες τῆς ἐποχῆς μας τάσσονται ὑπὲρ τοῦ «φιλιόκβε» ἢ προσπαθοῦν νὰ ἀποδυναμώσουν τὴ σημασία του, γιὰ νὰ διευκολύνουν τὸν Διάλογο.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης προσφυέστατα θεωρεῖ, ὅτι «ὑπάρχει κάτι τὸ δαιμονικὸν εἰς τὴν ψυχοσύνθεσιν τῶν ἀπογόνων τῶν Φραγκολατίνων ἔναντι τῶν Ρωμαίων Ὀρθοδόξων Πατέρων». Χαρακτηρίζει δὲ «παράδοξον» τὸ ὅτι «οἱ σημερινοὶ Δυτικοὶ δέχονται, ὅτι οἱ ἀγράμματοι Φράγκοι ἐγνώριζαν καλύτερα ἀπὸ τοὺς Ἑλληνορωμαίους τοὺς Ρωμαίους Πατέρας, ὡς καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων»48. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι σπουδαῖοι σύγχρονοι ὀρθόδοξοι Θεολόγοι θεωροῦν τὴν προσθήκη κύρια αἰτία τοῦ σχίσματος, ὅπως λ.χ. ὁ σέρβος ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς (†1979), ὁ ρουμάνος καθηγητὴς π. Δημήτριος Στανιλοάε, ὁ ρῶσος πρωτοπρεσβύτερος Καθηγητὴς π. Γεώργιος Φλορόφσκυ (†1977), ὁ Βλαδίμηρος Λόσκυ, ὁ καθηγητὴς Ἰωάννης Καρμίρης κ.π.ἄ. Χωρὶς λοιπὸν τὴν ἀπόρριψη τοῦ «φιλιόκβε» καὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου, ποὺ συμπορεύονται, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει λόγος γιὰ ἀληθινὴ καὶ βιώσιμη ἕνωση.

Βέβαια καὶ σήμερα χρησιμοποιεῖται στὸ Διάλογο ἡ παλαιὰ μέθοδος τῆς σχετικοποίησης τῶν προβλημάτων καὶ τῆς διὰ τεχνασμάτων παράκαμψής τους. Οἱ σημερινοὶ Οἰκουμενιστὲς εἶναι πρόθυμοι, ὅπως δηλώνεται καὶ ἐφαρμόζεται συχνά, νὰ δεχθοῦν καὶ τὰ δύο σύμβολα, σὲ μία συμπληρωματικὴ σχέση μεταξύ τους, γιὰ τὴν ἐξασφάλιση μίας συμβιβαστικῆς λύσης. Ὁ «διάλογος τῆς ἀγάπης» ἄλλωστε, μετὰ τὴ Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο (1962-1965) καὶ τὴν ἀποδοχή του ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ἐπεκτεινόμενος καὶ στὸν Διάλογο τῆς πίστεως, ἐπιτρέπει κάθε εἴδους ὑποχωρήσεις (ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων) γιὰ τὴν διευκόλυνση τῆς ἑνωτικῆς πορείας, κάτι ποὺ κατὰ κόρον ζοῦμε στὶς μέρες μας, στὰ ὅρια τῆς νεοεποχίτικης εἰρηνολογίας. Ἔτσι, δὲν εἶναι περίεργο γιὰ τοὺς Οἰκουμενιστὲς (ἀνατολικοὺς καὶ δυτικοὺς) νὰ ἀπαγγέλλεται τὸ ἱερὸ Σύμβολο ἑλληνικὰ χωρὶς τὴν προσθήκη καὶ λατινικὰ μὲ τὸ «φιλιόκβε». Αὐτὸ σημαίνει κατὰ τὸ λαϊκὸ θέατρο: «Καὶ σὺ ἔχεις δίκιο, καὶ αὐτὸς δὲν ἔχει ἄδικο»!

Ὁ θεολογικὸς διάλογος μὲ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία ἄρχισε ἐπίσημα τὸ 1980. Τὸ 1982 (Μόναχο) βασικὸ θέμα τοῦ διαλόγου ἦταν: «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Εὐχαριστίας ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος».

Κατὰ τὸν καθηγητὴ Ἀντώνιο Παπαδόπουλο: «Ἡ περὶ ἁγίου Πνεύματος διδασκαλία διατυπώθηκε ὀρθοδόξως χωρὶς περαιτέρω ἀνάπτυξη. Ἀφέθηκε γιὰ τὸ μέλλον, μὲ πολλὰ σχόλια ἀπὸ Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ ἀπὸ Ὀρθοδόξους, κυρίως ἀπὸ τοὺς δεύτερους, ἀρνητικὰ»49. Ὁ πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β΄ σὲ λόγο του (29 Ἰουνίου 1995) στὴ Ρώμη, ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου, ζήτησε νὰ ἀποσαφηνισθεῖ ἡ «περὶ τοῦ Filioque πατροπαράδοτος διδασκαλία, ἡ περιεχομένη εἰς τὴν λειτουργικὴν διατύπωσιν τοῦ λατινικοῦ «Πιστεύω», ὥστε νὰ φωτισθεῖ ἐντελῶς ἡ τελεία ἁρμονία πρὸς ὅσα ἡ συνελθοῦσα ἐν Κων/λει τὸ 381 Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὁμολογεῖ εἰς τὸ σύμβολον αὐτῆς…»50. Ὁ πολὺ καλὸς
γνώστης ὅμως τῶν πραγμάτων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, π. Νεῖλος Βατοπαιδινός, καθηγητὴς Πανεπιστημίου (νομικός), διακρίνει μία τάση ὑπέρβασης τῆς ἀρχαίας πολεμικῆς γιὰ τὸ «φιλιόκβε». «Οἱ παπικοὶ δηλώνουν ἐπίσημα, ὅτι ἡ ἀπαγγελία τοῦ Συμβόλου μὲ ἢ χωρὶς τὸ «φιλιόκβε» σημαίνει ὅτι ὁμολογεῖται ἡ ἴδια ὀρθόδοξη πίστη» (!). Εὔστοχα ὅμως ὁ π. Νεῖλος ἐπισημαίνει: «Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ τείνουν νὰ παρακάμψουν τὸ ζήτημα τοῦ Filioque, ἀνατρέχοντας στὴν πιὸ σύντομη ἀναφορὰ στὸ ἀποστολικὸ σύμβολο»51. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω τὸ γνωστὸ «καὶ ἡ πίττα ἀφάγωτη καὶ ὁ σκύλος χορτάτος»!

Ἀνάλογη μεθόδευση γίνεται καὶ στὸ ζήτημα τοῦ παπικοῦ πρωτείου, ποὺ ἀναζητεῖται κατάλληλη «φόρμουλα», γιὰ νὰ γίνει δεκτὸ ἀπὸ τὶς κατὰ τόπους ὀρθόδοξες συνόδους γιὰ τὴν ἐπιβολή του καὶ στὴν Ὀρθοδοξία. Κάθε «ἕνωση» ὅμως, ποὺ θὰ παραθεωρήσει ἢ θὰ ἀποδυναμώσει τὴν Πίστη, θὰ εἶναι ψευδένωση, καταδικασμένη σὲ ἀποτυχία. Καὶ ἐνῶ ἡ ἕνωση στὸ θεμέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων πρέπει νὰ εἶναι τὸ κύριο μέλημα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, μὲ τὴν ἐφαρμοζόμενη σήμερα μεθόδευση γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς νεοεποχίτικης πανθρησκείας, θὰ ἀναγκάζονται παπικοὶ καὶ σύγχρονοι λατινόφρονες νὰ θέτουν τὸ κρίσιμο ἐρώτημα: «Ὁ Μάρκος (Εὐγενικὸς) ὑπέγραψε;». Διότι χωρὶς τοὺς «Μάρκους», τοὺς ἀληθεῖς φορεῖς τῆς Πίστεως, θὰ συνεχίζεται, δυστυχῶς, ἡ φενάκη τῆς Ψευδοσυνόδου Φερράρας – Φλωρεντίας (1438/39).

Παραπομπές:

1. Χρήστου Γανναρᾶ, Ἀλφαβητάρι τῆς Πίστης, Δόμος, Ἀθήνα 1983, σ. 39.

2. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νέα Κλῖμαξ…, Ἐν Βόλῳ 19562, σ. 41 (Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Πνευματολογικὲς Ἐπισημάνσεις, εἰς τὴν «Νέα Κλίμακα» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, στὸ: π. Γ.Δ.Μ. Λόγος ὡς Ἀντίλογος – Θεολογικὰ δοκίμια, Ἁρμός, Ἀθήνα 1992, σ. 61-69).

3. Παρατηρεῖ καὶ ὁ Χρ. Γιανναρᾶς γιὰ τὰ «δόγματα» (διδασκαλία) τῆς Ἐκκλησίας: «Δὲν ἔχουν σχέση μὲ φιλοσοφικὰ προβλήματα, δὲν φιλοδοξοῦν νὰ ἀπαντήσουν σὲ θεωρητικὰ ἐρωτήματα, οὔτε ἀντλοῦν ὅρους καὶ ἔννοιες ἀπὸ τὴ γλώσσα τῆς φιλοσοφίας». Ὅπ. π., σ. 42.

4.Ὅπ. π., σ. 29.

5. Στό ἴδιο, σ. 245.

6. Βλ. Ἰω. Ν. Καρμίρη, Σύνοψις τῆς Δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1957, σ. 15 ἑπ.

7. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως Ι,8 (PG 94.824).

8. Ἰω. Σ. Ρωμανίδου, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Α´, Θεσσαλονίκη 20096, σ. 292.

9. PG 52, 789.

10. Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, ΕΝΟΡΙΑ: Ὁ Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, Ἐκδ.: Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 20113, σ. 13 ἑπ.

11. Ἀρχιμ. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Ἀθήνα 19592, σ. 167 ἑπ.

12. Γιὰ τὸν Ἄρειο καὶ τὸν Ἀρειανισμὸ (4ος αἱ.) βλ. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, ὅπ. π., σ. 172 ἑπ. καὶ Βλασίου Ἰ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τ. Α´, Ἀθήνα 1992, σ. 470 ἑπ.

13. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ὅπ. π., σ. 200.

14. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο, PG 69, 56.

15. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, ὅπ. π., σ. 200.

16. Βλ. Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ αἱ προϋποθέσεις τῆς Πνευματολογίας αὐτοῦ, Ἀθῆναι 1980, σ. 15 ἑπ. , σ. 29 ἑπ. Γιὰ τὴν ἀντιπνευματομαχικὴ γραμματεία βλ. σ. 64 ἑπ .

17. Γιὰ τὴν Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἐκτενῆ ἀναφορὰ βλ. στοῦ Βλασίου Ἰ. Φειδᾶ, ὅπ. π., σ. 518 ἑπ. καὶ γιὰ τὸ Σύμβολὸ της, σ. 532 ἑπ.

18. Βλ. Βλασίου Ἰ. Φειδᾶ, ὅπ.π., σ. 539.

19. Στό ἴδιο, σ. 512 ἑπ.

20. Στὸ ἴδιο, σ. 537.

21. Βλ. παραπάνω, σημ. 2.

22. Νέα κλῖμαξ , σ. 132 ἐπ.

23. Στὸ ἴδιο, σ. 169 ἑπ.

24. Σ. 268.

25. Σ. 171.

26. Σ. 174.

27. Σ. 189.

28. Σ. 183.

29. Σ. 188.

30. Σ. 189.

31. Σ. 136.

32. Στό ἴδιο.

33. Σ. 332, 335.

34. Σ. 335.

35. Ὅπου π., σ. 305, 339 ἑπ.

36. Στὸ ἴδιο. Καὶ ὁ (καὶ) Θεολόγος τοῦ 18ου αἰ. Βικέντιος Δαμοδὸς θεωρεῖ τὸν ἱ. Αὐγουστῖνο πηγὴ τῶν κακοδοξιῶν τοῦ «Φιλιόκβε» καὶ τοῦ «Προορισμοῦ» (praedestinatio), τὸν δικαιολογεῖ ὅμως: «Οὐ διὰ τοῦτο ἦν αἱρετικὸς ὁ Αὐγουστῖνος, διότι οὐκ εἶπεν ἐκεῖνα ἀντιμαχόμενος τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ …» (Χειρόγραφο Βατοπαιδίου, 99, σ. 286β).

37. Βλ. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, σ. 309, 344, 779. Ἡ
λατινικὴ μορφὴ τοῦ Συμβόλου μὲ τὴν προσθήκη εἶναι: “procedit ex Patre filioque”.

38. π. Ἰ. Σ. Ρωμανίδου, ὅπ. π. σ. 317.

39. Στό ἴδιο, σ. 296.

40. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, ὅπ. π., σ. 299.

41. π. Ἰ. Σ. Ρωμανίδου, Ὅπ. π., σ. 314.

42. Ἠλία Μηνιάτη, Πέτρα σκανδάλου, Ἀθῆναι 1969, (Ἐπιμέλεια π. Κ. Γκέλη), σ. 138.

43. Βλ. Ἀρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, Ἡ αἵρεσις τοῦ Filioque, τ. Α´, Ἀθῆναι 1972, σ. 211-215.

44. PG 102, 280 ἑπ. Βλ. Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη, Ἀναφορὰ εἰς τὴν πνευματολογία τοῦ Μ. Φωτίου, στὸ Τόμο: «Ἡ προσωπικότητα καὶ ἡ Θεολογία τοῦ Μ. Φωτίου», ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2011, σ. 125-133.

45. Ὅπ. π., σ. 296.

46. Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Ἑνωτικὲς προσπάθειες μετὰ τὸ Σχίσμα καὶ ὁ σημερινὸς Διάλογος τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν Λατινικὴ Ἐκκλησία, στὸ βιβλίο τοῦ Ἰδίου: Ὁ Ῥωμηὸς καὶ τὸ θαῦμα, Ἁρμός, Ἀθήνα 2011, σ. 57-92.

47. Ὅπ. π. , σ. 141. Καί προσθέτει σὲ ἄλλο σημεῖο (σ. 138): «Ἂς μὴ εἶναι προσθήκη, ἂς εἶναι ἐξήγησις, καθὼς αὐτοὶ λέγουσι».

48. Ὅπ. π., σ. 314.

49. Ἀντωνίου Παπαδοπούλου, Ὁ Διάλογος μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς. Νεώτερες ἐξελίξεις σχετικῶς μὲ τὴν Οὐνία, στὰ Πρακτικὰ Διορθοδόξου Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου: Οἰκουμενισμός. Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, τ. Β´ Διαψεύσεις, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 557-564 (ἐδῶ: σ. 559).

50. Στὸ ἴδιο.

51. Ἱερομονάχου Νείλου Βατοπαιδινοῦ, Παπισμὸς καὶ Οἰκουμενισμός, στὰ προηγούμενα Πρακτικὰ…, σ. 149-156, (ἐδῶ: σ. 153). Τὸ λεγόμενο «Ἀποστολικὸ» εἶναι σύμβολο ἀπὸ τὸν 6ο -7ο αἰ. στὴ Δύση μὲ εὐρεῖα χρήση ἐκεῖ. Βλ. Ἰω. Ν. Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Α´ Ἐκκλησίας , Ἀθῆναι 19602, σ. 35 ἑπ.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί γονατίζουμε τρεῖς φορές στόν Ἐσπερινό τῆς Πεντηκοστῆς (Ἁγίου Πνεύματος); – Οἱ εὐχές τῆς γονυκλισίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαΐου, 2018

«Θεέ μου…Εἶμαι πεσμένος… Σήκωσέ με. Ἀνάστησέ με. Σῶσε με!…»
Κατά την «έσχατη» και «μεγάλη» και «σωτήρια» ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία μας αποκαλύφθηκε και προσκυνούμε και δοξάζουμε το μέγα μυστήριο της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου και Ασυγχύτου Τριάδας, του Ενός και Μοναδικού Θεού. του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμέσως μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, τελούμε τον «Εσπερινό της Γονυκλισίας», κατά τον οποίο ψάλλουμε ύμνους αφιερωμένους κατ’ εξοχήν στο Πανάγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Τρισηλίου Θεότητας, που είναι «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά.

Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα, Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».
Αμέσως μετά την «Είσοδο» του Εσπερινού, κι αφού ψαλεί το «Φως ιλαρόν» και το πανηγυρικό Μέγα Προκείμενο «Τίς Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος!» σε ήχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, αντάξιο του νοήματος και του μηνύματός του, ο Διάκονος μας καλεί, κλήρο και λαό, να γονατίσουμε και ν’ απευθύνουμε στο Θεό γονυπετείς λόγο ικεσίας: «Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Από τη λαμπροχαρμόσυνη αγία ημέρα του Πάσχα μέχρι και σήμερα, η γονυκλισία ήταν απαγορευμένη. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, και για να υπογραμμίζεται το χαρούμενο και σωτήριο μήνυμα των αναστάσιμων βιωμάτων της Εκκλησίας, η προσευχή των Ορθοδόξων γίνεται«ορθοστάδην». Σε όρθια δηλαδή στάση, και όχι με γονυκλισία. Όμως την ώρα τούτη το «ορθοστάδην» παραμερίζεται, όχι μόνο για να χαιρετίσουμε θεοπρεπώς το Πανάγιο Πνεύμα, «δι’ ου Πατήρ γνωρίζεται και Υιός δοξάζεται, και παρά πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τής Αγίας Τριάδος», μα και για να πούμε κατά πως ταιριάζει σε παραστρατημένους, όπως είμαστε όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, το «ημάρτομεν!», και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού, την άφεση, την κάθαρση, τη συγγνώμη.
Τη γονυκλισία την ονομάζει ο λαός μας και «μετάνοια». Γιατί η στάση του μετανοούντος είναι το «κλίνειν τα γόνατα». Κάτω τα γόνατα, κάτω και το πρόσωπο.
σημαίνει απλούστατα: «Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Είμαι πεσμένος. Έχω καταντήσει “γη και σποδός”. Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…». Έτσι, σήμερα που ήρθε στον κόσμο ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας το «καθαίρον(που καθαρίζει)  τα πταίσματα», καλούμαστε να πάρουμε στάση (όχι μόνο σώματος, μα και ζωής!) μετανοούντος:
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Στην Κρήτη λένε οι παλαιότεροι: «Και στην κορυφή του βουνού να βρεθείς τούτη την ημέρα ολομόναχος, θα πρέπει να γονατίσεις και να κάμεις το σταυρό σου». Και κρύβουν τα λόγια τούτα την αίσθηση της πραγματικής μετοχής στη ζωή του Ενός Σώματος της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από εξωτερικές συνθήκες. Την αίσθηση της εν Θεώ τω εν Τριάδι οργανικής ενότητας των πιστών, όπου κι αν οι συγκυρίες της ζωής τους θέλουν να βρίσκονται… Και γονατίζει ο πιστός όπου κι αν είναι: Στην εκκλησιά του· στο σπίτι του ή στο νοσοκομείο, αν είναι άρρωστος·· στο πλοίο του, αν θαλασσοπορεί· στο βουνό στον κάμπο· στη στάνη· στο δάσος· στην ξενιτιά· στο κάτεργο· στη φυλακή… Όπου βρίσκεται!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Η πρώτη Ευχή της Γονυκλισίας απευθύνεται στον «Άχραντο, αμίαντο, άναρχο, αόρατο, ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, αναλλοίωτο, ανυπέρβλητο, αμέτρητο, ανεξίκακο Κύριο», τον «Πατέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» και Τον παρακαλεί, με μόνο συνήγορό μας τη δική Του «συμπάθεια», να μας δεχθεί καθώς προσπέφτουμε ενώπιον Του μετανοημένοι και φωνάζοντας το «ημάρτομεν!». Του θυμίζει πως από τη μήτρα της μητέρας μας ήδη, Αυτόν μονάχα είχαμε για Θεό μας, αλλά, επειδή τη ζωή μας τη χαραμίσαμε στη ματαιότητα, μείναμε γυμνοί από τη βοήθειά Του και δεν έχουμε λόγια για ν’ απολογηθούμε. Όμως παίρνουμε Θάρρος από τους οικτιρμούς Του και κράζουμε: «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής, και εκ των κρυφίων ημών καθάρισον ημάς».(Μη θυμηθείς τις αμαρτίες που κάναμε στα νιάτα μας, όταν είχαμε άγνοια των εντολών Σου, και από τα κρυφά και ανομολόγητα κρίματα της καρδιάς μας καθάρισέ μας).  Του ζητά, πριν βρεθούμε πίσω στο χώμα, σ’ Αυτόν να μας αξιώσει να επιστρέψουμε! Να ζυγομετρήσει τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Του και ν’ αντιπαραθέσει την άβυσσο των οικτιρμών και του ελέους Του στο πλήθος των πλημμελημάτων μας! Να μας ρύσει, να μας γλυτώσει από την αβάσταχτη τυραννία του διαβόλου! Ν’ ασφαλίσει τη ζωή μας μέσα στους άγιους και ιερούς Του νόμους και να μας συνάξει όλους στη Βασιλεία Του. Και καταλήγει ικετευτικά: «Δος συγγνώμη σε όσους ελπίζουν σε Σένα… καθάρισέ μας με την ενέργεια του Αγίου Σου Πνεύματος».
Πρόκειται για προσευχή «αντρίκια»! Εξομολογητική, χωρίς προσπάθειες άσκοπης δικαιολογίας ή αποποιήσεως ευθυνών. «Ημάρτομεν!» «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής!» «Εκ των κρύφιων ημών καθάρισον ημάς!» «Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε!» Δεν είναι λόγια αυτά! Είναι βέλη που σαϊτεύουν την πατρική καρδιά του Ανεξίκακου και Πολυέλεου και Φιλάνθρωπου Θεού!…
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Η δεύτερη Ευχή απευθύνεται στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το «απαύγασμα του Πατρός»( που πηγάζει από τον πατέρα), τον «της ουσίας και της φύσεως Αυτού απαράλλακτον και αμετακίνητον χαρακτήρα», την «πηγή της σωτηρίας και της χάριτος» και Του ζητά να μας ανοίξει Αυτός, ο «διδούς ευχήν τω εύχομένω»(αυτός που δίνει προσευχή στον προσευχόμενο), τα αμαρτωλά μας χείλη και να μας διδάξει «πώς δει και υπέρ ων χρή προσεύχεσθαι» – ρεαλιστική παραδοχή πως χωρίς Αυτόν, ούτε να Τον ζητήσουμε μπορούμε, ούτε να Του ζητήσουμε τα συμφέροντα ξέρουμε. Κι αφού Του δηλώσει με ταπείνωση πως περιμένουμε η ευσπλαχνία Του να νικήσει το άμετρο πλήθος των αμαρτιών μας. Του λέει πως με φόβο θείο στεκόμαστε μπροστά Του, έχοντας ρίξει την απελπισία της ψυχής μας μέσα στου ελέους Του το πέλαγος, και Του ζητάει για λογαριασμό μας: «Κυβέρνησε μου την ζωήν… και γνώρισέ μου το δρόμο που θα  πορευτώ». «Το Πνεύμα της Σοφίας Σου, χάρισε στη σκέψη μου. Πνεύμα συνέσεως δώρισε στην «αφροσύνη» μου. Τα έργα μου ας τα κατευθύνει πνεύμα θεοφοβίας. Πνεύμα ευθές και ηγεμονικό μη μου στερήσεις, για ν’ αξιωθώ, με του Αγίου Πνεύματος την καθοδήγηση, να εργάζομαι τις εντολές Σου και πάντοτε να νιώθω την παρουσία Σου». Και κορυφώνει: «Την Σην ικετεύω αγα­θότητα. Όσα ηυξάμην απόδος μοι εις σωτηρίαν»(την καλοσύνη Σου ικετεύω: Όσα σχετικά με τη σωτηρία μου Σου ζήτησα προσευχόμενος, χάρισέ μου), για να Του υπογραμμίσει πιο κάτω πως Αυτός είναι η μοναδική μας ελπίδα, παρά τις αμαρτίες μας: «Σε Σένα μόνο αμαρτάνουμε, αλλά και Σένα μόνο λατρεύουμε. Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε άλλο  Θεό, ούτε να υψώνουμε ικετευτικά τα χέρια μας σε κάποιο άλλο Θεό ». Κι αυτός ο τονισμός ότι Αυτός είναι ο μοναδικός μας Θεός, το μοναδικό μας, δηλαδή, και έσχατο καταφύγιο, θέλει -αν μπορούμε να το πούμε έτσι (χωρίς, πάντως, άσεβη διάθεση)- να κινήσει το φιλότιμο του Θεανθρώπου να μας δώσει χέρι βοηθείας, να μας χαρίσει την άφεση και τα προς σωτηρία αιτήματα, δεχόμενος τη γονυκλισία και την προσευχή μας, «ως θυμίαμα δεκτό, αναλαμβανόμενο ενώπιον της υπεράγαθης Βασιλείας Του».
Είναι και τούτη η ευχή μια προσευχή τολμηρή. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν». Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε ξένο θεό, ούτε να υψώνουμε χέρια ικετευτικά σ’ άλλο θεό έξω από Σένα! Ομολογία πτώσεως, φθοράς, εξαχρειώσεως, έσχατου κινδύνου! Αλλά ταυτόχρονα και ομολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανής ελπίδας σ’ Αυτόν που είναι «η ελπίς πάντων των περά­των της γης» (Ψαλμ. 64: 6), και αγάπης λατρευτικής γι’ Αυτόν που «πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ίωάν. 4: 19). Προσευχή δίχως φαρισαϊσμούς και υποκρισίες. Σωστό ξέσπασμα αληθινά ορθόδοξης καρδιάς!…
«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Ακολουθεί η τρίτη Ευχή, που απευθύνεται κι αύτη στο δεύτερο Πρόσωπο της Υπερουσίου Τριάδος, που είναι «η πηγή που πάντοτε και ασταμάτητα αναβλύζει ζωή και φως, η δημιουργική Δύναμη που είναι αιώνια όπως ο Πατέρας, Εσύ που εκπλήρωσες κατά τον καλύτερο τρόπο, πανέμορφα, ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων», Ιησούς Χριστός, που έλυσε τους άλυτους δεσμούς του θανάτου και έσπασε του άδη τα κλειδιά και καταπάτησε τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, και πρόσφερε τον Εαυτό Του για χατίρι μας «άμωμον ιερείον»(αψεγάδιαστη θυσία) και θυσία άχραντη, και με θεόσοφο δόλωμα αγκίστρωσε τον «αρχέκακο και βύθιο δράκοντα» και τον δέσμευσε για πάντα, και τον κατέστησε αδύναμο κι ανίσχυρο, να περιμένει το «πυρ το άσβεστο» (Μάρκ. 9: 45) και το «σκότος το εξώτερο» (Ματθ. 25: 30). Απευθύνεται στον Υιό που είναι «η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός», «αΐδιον φως εξ αϊδίου φωτός. Ήλιος δικαιοσύνης» και Τον καθικετεύει:. Συ που μας αξίωσες να φτάσουμε σ’ αυτή τη μεγάλη ήμερα της Πεντηκοστής, δέξου ακόμα μια ικεσία μας. Όχι για μας τους ίδιους τούτη τη φορά, μα γι’ αυτούς που έφυγαν πριν από μας. Για τους κεκοιμημένους συγγενείς μας κατά σάρκα και όλους τους «οικείους της πίστεως». Συ που και κατ’ αυτή τήν «παντέλεια» και «σωτηριώδη» εορτή μας αξίωσες να δέχεσαι «ιλασμούς ικεσίους» γι’ αυτούς που βρίσκονται στον Αδη, δίνοντας μας μεγάλες ελπίδες, άκουσε τη φωνή μας που αξιοσυμπάθητα Σου απευθύνουμε: «Ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου των προκεκοιμημένων», εκεί που υπάρχει, το φως κ’ η δροσιά κ’ η αναψυχή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός. Ανάπαυσε τα πνεύματά τους με τους δικαίους, γιατί αυτοί που βρίσκονται στον Άδη δεν μπορούν να Σου ζητήσουν συγγνώμη, αλλά μονάχα εμείς που ζούμε Σε ευλογούμε και Σε ικετεύουμε και τις εξιλαστήριες ευχές και ιερουργίες Σου προσφέρουμε για τις ψυχές τους!
Κι επισυνάπτεται σ’ αυτή και δεύτερη Ευχή υπέρ των τεθνεώτων, των νεκρών, απευθυνόμενη σ’ Αυτόν που είναι «της αναστάσεως ημών Αρχηγός και των βεβιωμένων(όσων πράξαμε) αδέκαστος και φιλάνθρωπος Κριτής και της μισθαποδοσίας Δεσπότης και Κύριος», ικετεύοντας Τον: «Ανάπαυσον πάντας, τους πατέρας εκάστου και μητέρας και αδελφούς και αδελφάς και τέκνα, και ει τι άλλον ομογενές και ομόφυλον, και πάσας τας προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου, και κατάταξον τα πνεύματα αυτών και τα ονόματα εν βίβλω ζωής», στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στη Χώρα των Ζώντων, στη Βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο. Και ανάστησε και τα σώματα όλων μας κατά την αγία ήμερα της επαγγελίας Σου. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει θάνατος για τους δούλους του Θεού, μα φεύγουν απ’ το σώμα κι έρχονται σε Σένα, τον Κύριο. Φεύγουν από τα λυπηρά κι έρχονται «στα καλύτερα και τα πιο ευχάριστα», σε Σένα, που είσαι η ανάπαυση και η χαρά!
Ζητά γι’ άλλη μια φορά συγχώρηση αμαρτημάτων για όλους, ζώντες και κεκοιμημένους, από τον μόνο Αναμάρτητο: «Δος μας συγγνώμη, άφεση και συγχώρηση για τα παραπτώματά μας, τα θεληματικά και τα αθέλητα, αυτά που κάναμε ξέροντας πως είναι κρίματα, και αυτά που κάναμε έχοντας άγνοια, τα φανερά, τα κρυφά, όσα διαπράξαμε με έργα, με το λογισμό μας και με λόγια, κάθε συναναστροφή και σε κάθε κίνησή μας… » και καταλήγει: «Και στους μεν αποβιώσαντες δώρισε  ελευθερία και άνεση δώρισε, και εμάς που είμαστε εδώ ευλόγησε, χαρίζοντας μας  το τέλος της ζωής μας  καλό και ειρηνικό».
Λέει κάποιος Άγιος πως τίποτε δεν συγκινεί τόσο το Θεό, όσο η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων. Επειδή «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια», οι προαπελθόντες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Έτσι, μοναδική φωνή γι’ αυτούς είναι η φωνή μας! Μοναδική ικεσία τους η δική μας ικεσία! Μοναδική προσευχή τους η προσευχή μας! Για το λόγο αυτό , αυτή η τρίτη Ευχή της Γονυκλισίας έχει ξεχωριστή βαρύτητα και σημασία! Είναι προσευχή αγάπης και ελεημοσύνης και φιλαδελφίας και ευγνωμοσύνης, για πρόσωπα που βρίσκονται πια στα χέρια του Θεού!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα…»
Τί να προσθέσει κανείς στην τριπλή αυτή γονυκλινή ευχή της Εκκλησίας; Τί επί πλέον να ζητήσει από το Θεό; Μονάχα έναν ύμνο εκκλησιαστικό που είναι ιερή υπόσχεση με την  ευκαιρία της Πεντηκοστής, ύμνο του Εσπερινού της παραμονής, διαλέγω σαν επίλογο καί επιστέγασμα των ταπεινών τούτων γραμμών:
«Εν ταις αυλαίς Σου υμνήσω Σε τον Σωτήρα του κόσμου, και κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου την αήττητον δύναμιν, έν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, και εν παντί καιρώ ευλογήσω Σε, Κύριε»! Που θέλει να πει: «Στις εκκλησίες Σου μέσα θα Σε υμνήσω, τον Σωτήρα του κόσμου, και θα γονατίσω να προσκυνήσω την αήττητη δύναμή Σου, και βράδυ, και πρωί, και μεσημέρι, και κάθε ώρα και στιγμή θα Σε ευλογήσω, Κύριε».
(Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ, «Οσμή ζωής», εκδ. Άθως)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εἰς τήν Πεντηκοστήν. (Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαΐου, 2018

Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κατερέλος, Η Πεντηκοστή

Α´. Μεταβολήν τοῦ νοῦ.
Β´. Μεταβολήν τῆς καρδίας.
Γ´. Μεταβολήν τῆς γλώσσης.
Συλλογίσου ἀγαπητέ, πῶς τό Πανάγιον Πνεῦμα ὅταν κατέβη εἰς τό ὑπερῷον ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν, ὡσάν ἕνας σφοδρότατος ἄνεμος καί βροντή, ἐγέμισεν ὅλον τόν οἶκον, εἰς τόν ὁποῖον ἦσαν καθήμενοι οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι καί ἐπροσηύχοντο· «καί ἐπλήρωσε τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι» (Πραξ. β´. 2)· καί τόν ἔκαμεν ὡσάν μίαν κολυμβήθραν, ὡς λέγει ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος, διά νά βαπτίσῃ τούς Ἀποστόλους μέ τήν θείαν χάριν του, περί τοῦ ὁποίου τούτου βαπτίσματος προεῖπεν εἰς αὐτούς ὁ Κύριος· «ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετά πολλάς ταύτας ἡμέρας (Πράξ. α´ 5).
Ἐπλήρωσε δέ τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι, κολυμβήθραν αὐτόν ἀπεργαζομένη πνευματικήν, καί πληροῦσα τήν τοῦ Σωτῆρος ἐπαγγελίαν, ἥν καί αὐτήν ἀναλαμβανόμενος πρός αὐτούς ἔλεγεν, ὅτι Ἰωάννης μέν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ…ἀλλά καί τήν κλῆσιν ἥν αὐτοῖς ἐπέθηκεν, ἐπαληθεύουσαν ἔδειξε· διά γάρ τοῦ ἐξ οὐρανοῦ τούτου ἤχου, ὄντως υἱοί βροντῆς γεγόνασιν οἱ Ἀπόστολοι» (Λόγος εἰς τήν Πεντηκ.)
Τότε δή τότε αὐτό τό Πανάγιον Πνεῦμα ἐνήργησεν εἰς τούς Ἀποστόλους τρεῖς μεταβολάς (καί αὐταί αἱ μεταβολαί εἶναι κυρίως ὁ καρπός καί τῶν παρόντων πνευματικῶν γυμνασμάτων).

Ἡ α´ μεταβολή ἦτο τοῦ νοός τῶν Ἀποστόλων, ἡ ὁποία μετέβαλεν εἰς αὐτούς ἐκείνας τάς πρώτας ἰδέας ὅπου εἶχον περί τῶν πράγματων τοῦ κόσμου τούτου καί τούς ἔκαμε νά γνωρίσουν καθαρά τό ταπεινόν καί μάταιον τῶν παρόντων ἀγαθῶν, καί ἐξεναντίας νά γνωρίσουν τό μεγαλεῖον καί αἰώνιον τῶν μελλόντων, ὥστε ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι ὅπου ὀλίγον προτήτερα φιλονικοῦσαν ἀναμεταξύ τους ποῖος ἀπό αὐτούς νά ἦτο ὁ πρῶτος καί μεγαλύτερος· «ἐγένετο δέ καί φιλονικία ἐν αὐτοῖς τό τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων» (Λουκ. κβ´ 24). Ὕστερα ἀφ᾿ οὗ ἔλαβαν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἐμετροῦσαν διά μεγάλην εὐτυχίαν, τό νά εἶναι μικρότεροι ἀπό ὅλους· τό νά καταφρονοῦνται ἀπό ὅλους διά τόν Χριστόν καί τό νά λογίζωνται ἀσθενεῖς, μωροί, ἄτιμοι, ὄνειδος, σκύβαλα καί σκουπίδια τοῦ κόσμου καί τῶν ἀνθρώπων· «ἡμεῖς μωροί διά Χριστόν, ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ἡμεῖς ἄτιμοι, ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγεννήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι» (Α´ Κορ. δ´ 10).

Τώρα ἀδελφέ στοχάσου ἀνίσως ἔγινε καί εἰς ἐσέ αὐτή ἡ μεταβολή τοῦ νοός διά μέσου τούτων τῶν πνευματικῶν γυμνασμάτων ὅπου ἀνάγνωσες καί ἕως εἰς ποῖον βαθμόν ἔφθασες, διότι ἀνίσως καί ἕως τώρα ἐνόμισες ἕνα μεγάλον καλόν, τό νά σέ τιμοῦν καί νά σέ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι εἰς ὑπόληψιν, τό νά ζῇς εἰς τήν καρδίαν πάντων, ἤγουν τό νά σέ ἀγαποῦν ὅλοι, τό νά γυρεύης πάντοτε καινούργιαις ἡδοναῖς καί νά ἐξοδεύης εἰς αὐταῖς τόν καιρόν ὅπου σοῦ ἐδόθη διά νά κερδίσης τά αἰώνια ἀγαθά καί τό νά ζῇς μέ τέλη καί ἀντιρρήσεις κοσμικάς, φανερόν εἶναι ὅτι ὁ νοῦς σου ὡδηγεῖτο ἕως τώρα ἀπό τό πνεῦμα τοῦ κόσμου καί ὄχι ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί πρέπει διά τοῦτο νά λυπῆσαι καί νά μετανοῇς διότι ἀπέθανεν ὁ Χριστός καί ἀνέστη καί ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς, ὄχι διά νά σοῦ δώσῃ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου.’Aλλά διά νά σοῦ δώσῃ τό Πνεῦμα τό ἰδικόν του καί ἐσύ μέ τήν κακήν ζωήν ὅπου ἔζησες δέν ἔγινες δεκτικός τοῦ θείου του Πνεύματος· «ἡμεῖς δέ οὐ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλά τό πνεῦμα τό ἐκ τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. β´ 12).

Πρέπει ὅμως ἀπό τώρα καί ὕστερα νά εἶσαι ἀποφασισμένος νά κάμνης ὅλα τά ἐναντία, ἤγουν νά ὁδηγῆσαι μέ τάς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί νά μή λογιάζῃς ἄλλην τιμήν, παρά ἐκείνην ὅπου σέ μεγαλύνει ἐμπρός εἰς τόν Θεόν καί νά μή ψηφᾷς ἄλλο καλόν, παρά ἐκεῖνο ὅπου σοῦ προξενεῖ τήν ἀπόλαυσιν τοῦ Παραδείσου.

Εἶναι καλόν σημάδι πῶς ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἄρχισε νά φωτίζῃ τόν νοῦν σου καί θέλει νά σέ μεταβάλῃ ἀπό ἐκεῖνον ὅπου ἤσουν εἰς ἄνδρα ἄλλον, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σαούλ· «καί ἐφαλεῖται ἐπί σέ Πνεῦμα Κυρίου, καί στραφήσῃ εἰς ἄνδρα ἄλλον» (Α´. Βασιλ. ι´. 6) καί πρέπει διά τοῦτο νά χαίρῃς καί νά εὐχαριστῇς τόν Κύριον ὅπου σέ ἐφώτισε μέ τό Ἅγιόν του Πνεῦμα, διά νά μή περιπατῇς πλέον ὡσάν νήπιος, ἀλλά ὡσάν ἄνδρας τέλειος· «ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐφρόνουν ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δέ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τά τοῦ νηπίου» (Α´. Κορ. ιγ´ 11)· καί διά νά μή ἀκολουθῇς πλέον τό φρόνημα τῆς σαρκός ὅπου εἶναι θάνατος ἀλλά τό φρόνημα τοῦ Πνεύματος ὅπου εἶναι ζωή· «τό γάρ φρόνημα τῆς σαρκός θάνατος· τό δέ φρόνημα τοῦ Πνεύματος, ζωή καί εἰρήνη» (Ρωμ. η´. 6).

Αἰσχύνθητι λοιπόν διά τήν περασμένην ζωήν ὅπου ἔζησες ὄχι ὡσάν οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ὡσάν ξένος καί ἀλλότριος, μέ τό νά μή εἶχες τό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή κατά τόν Ἀπόστολον· «εἴ τις Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ οὐκ ἔχει οὗτος, οὐκ ἔστιν αὐτοῦ» (Ρωμ. η´ 9). Καί παρακάλεσαι ταπεινῶς τό Ἅγιον Πνεῦμα νά μεταβάλη τελείως τόν νοῦν σου εἰς τό θεῖον του θέλημα, φωτίζωντάς τον μέ τήν χάριν του. Ὄχι κατά τήν ἐπιφάνειαν ἀλλά κατά βάθος διά νά μή ὑστερηθῇς καί ἐσύ τόν φωτισμόν καί τήν χάριν του καί νά λέγῃς μέ τόν Δαβίδ· «καί τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καί αὐτό οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ» (Ψαλμ. λζ´ 10)· ἀλλά μᾶλλον νά λαμβάνης ἐπάνω εἰς τόν ἁμυδρότερον φωτισμόν, ἄλλον καθαρώτερον καί λαμπρότερον φωτισμόν καί νά λέγῃς· «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμ. λε´ 10).

Πῶς δέ νά συγκρατῇς τόν φωτισμόν τοῦτον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τόν νοῦν σου καί πῶς νά μή τόν ἀφήσῃς νά σβύσῃ; Ἄκουσον τί σοῦ λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος· καθώς τό φῶς τοῦ λύχνου μέ τό λάδι ἀνάπτει καί συγκρατεῖται, καί ὅταν σωθῇ τό λάδι τότε σβύνει καί αὐτό, ἔτσι καί ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνάπτει καί μᾶς φωτίζει, ὅταν ἔχωμεν καλά ἔργα, καί ἐλεημοσύνην εἰς τήν ψυχήν μας. Ὅταν δέ τά καλά ἔργα λείψουν καί ἡ ἐλεημοσύνη, ἀναχωρεῖ ἀπό ἡμᾶς καί τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· «καθάπερ γάρ τό λυχνιαῖον φῶς ἐλαίῳ κατέχεται καί ἀναλωθέντος τούτου, κᾀκεῖνο σβέννυται, οὕτω δή καί ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις, παρόντων μέν ἡμῖν ἔργων ἀγαθῶν, καί ἐλεημοσύνης πολλῆς ἐπιχεομένης τῇ ψυχῇ, μένει καθάπερ ἐλαίῳ κατεχομένη ἡ φλόξ· ταύτης δέ οὐκ οὔσης, ἄπεισι καί ἀναχωρεῖ» (Τόμ. Θ´ λόγος 55). Καθώς καί τό Πνεῦμα Κυρίου ὅπου ἐδόθη εἰς τόν Σαούλ, ἀνεχώρησεν ἀπό λόγου του μέ τό νά μή εἶχε γνώμην ὀρθήν καί ἔργα θεάρεστα· «Πνεῦμα Κυρίου ἀπέστη ἀπό Σαούλ» (Α´. Βασιλ. ις´ 14· διά τοῦτο καί ὁ Παῦλος παραγγέλει γράφων· «τό Πνεῦμα μή σβέννυτε» (Α´. Θεσσ. ε´ 19).

Λέγει γάρ ὁ μέγας Βασίλειος καί καθώς ἄλλη μέν θερμότης εὑρίσκεται εἰς τά σώματα καθ᾿ ἕξιν πολυχρόνιος, ἄλλη δέ κατά διάθεσιν ὀλιγοχρόνιος, ἔτσι καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, εἰς ἄλλους μέν παραμένει καθ᾿ ἕξιν διά τήν στρεότητα τῆς καλῆς των γνώμης, ὡς ἠκολούθησεν εἰς τόν Ἐλδάδ καί Μωδάδ, περί τῶν ὁποίων γράφουσιν οἱ ἀριθμοί, ὅτι ἐπροφήτευον πάντοτε· εἰς ἄλλους δέ μόνον εὑρίσκεται ὡς διάθεσις, καί γρήγορα ἀναχωρεῖ διά τό ἀστερέωτον τῆς γνώμης των, ὡς ἠκολούθησεν εἰς τόν Σαούλ καί εἰς τούς ἑβδομήκοντα πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι μίαν φοράν μόνον ἐπροφήτευσαν, καί ὕστερον ἔχασαν τῆς προφητείας τό χάρισμα. Ὡς ἐν σώμασιν ὑγίεια, ἤ θερμότης, ἤ ὅλως εὐκίνητοι διαθέσεις, οὕτω καί ἐν ψυχῇ πολλάκις ὑπάρχει τό πνεῦμα, τοῖς διά τό τῆς γνώμης ἀνίδρυτον εὐκόλως ἥν ἐδέξατο χάριν ἀπωθουμένοις οἷος ὁ Σαούλ καί οἱ πρεσβύτεροι οἱ ἑβδομήκοντα τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, πλήν τοῦ Ἐλδάδ καί Μωδάδ· «τούτοις γάρ μόνοις ἐκ πάντων φαίνεται παραμεῖναν τό Πνεῦμα· καί ὅλως εἴ τις τούτοις τήν προαίρεσιν παραπλήσιος» (Κεφ. κς´. Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος).

Συλλογίσου ἀγαπητέ τήν β´. μεταβολήν ὅπου ἔκαμε τό Πανάγιον Πνεῦμα εἰς τήν καρδίαν τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι εἰς τήν ἀρχήν ἦσαν τόσον φιλόζωοι, τόσον φιλόσαρκοι, τόσον δειλοί, ὅπου διά νά φυλάξουν τήν ζωήν τους, ὁ ἕνας ἄφησε τόν διδάσκαλόν του εἰς τό πάθος καί ἔφυγε γυμνός· «καί εἷς τις νεανίσκος ἠκολούθει αὐτῷ περιβεβλημένος σινδόνα ἐπί γυμνοῦ… ὁ δέ καταλιπών τήν συνδόνα γυμνός ἔφυγεν ἀπ᾿ αὐτῶν» (Μαρκ. Ιδ´ 51. (Οὗτος ἦτο ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος, ὅστις ἐφόρει ἕνα μόνον ἱμάτιον εἰς ὅλην του τήν ζωήν, ὡς λέγει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος), ὁ ἄλλος τόν ἠρνήθη καί ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀνεχώρησαν· «καί ἀφέντες αὐτόν πάντες ἔφυγον». (Μαρκ. ιδ´. 51). Καί τόσον ἦσαν τρομαγμένοι ὡσάν λαγωοί ὅπου ἔστεκαν κεκλεισμένοι ἀπό τόν φόβον τους μέσα εἰς τό ὑπερῶον καί δέν ἐτόλμων νά εὔγουν ἔξω σχεδόν εἰς ὅλον τό διάστημα τῶν πεντήκοντα ἡμερῶν ὅπου ἐπέρασαν μετά τήν Ἀνάστασιν ἀλλ᾿ ἀφ᾿ οὗ κατέβη εἰς αὐτούς τό Ἅγιον Πνεῦμα, μετέβαλε τήν ἀσθένειαν τῆς καρδίας των εἰς ἀνδρείαν καί γενναιότητα.

Ὅθεν εὐγῆκαν ἔξω ὡσάν τόσοι ἄφοβοι λέοντες καί ἐκήρυττον τόν ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν ἐμπρός εἰς ὅλον τό πλῆθος τοῦ λαοῦ μέ μέτωπον ἀνοικτόν, μέ στῆθος ἀνδρειωμένον καί μέ τόλμην καί παρρησίαν χωρίς νά δειλιάσουν οὔτε ἀπό φοβερισμούς, οὔτε ἀπό δαρμούς, οὔτε ἀπό βάσανα καί μαρτύρια, οὔτε ἀπό τόν ἴδιον θάνατον· ἀλλ᾿ ἐπεθύμουν ταῦτα πάντα ὡς τρυφάς καί ξεφαντώματα καί ἔχαιρον ὑπερβολικά ὅταν τά ἐλάμβανον· «οἱ μέν οὖν ἐπορεύοντο χαίροντες ἀπό προσώπου τοῦ συνεδρίου, ὅτι ὑπέρ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ κατηξιώθησαν ἀτιμασθῆναι» (Πραξ. ε´. 41).

Τότε ἤθελες ἰδεῖ ἐκεῖνον τόν δειλότατον καί φιλόζωον Πέτρον, ὅπου πρότερον δέν ἠδυνήθη νά ἀκούσῃ χωρίς φόβον οὔτε ἕνα ψιλόν λόγον ἑνός δυστυχισμένου κορασίου, πῶς ἐστάθη μέ τόσην ἀφοβίαν καί τόλμην καί ἐδημηγόρησε μεγαλοφώνως ἔμπροσθεν εἰς ἕνα μυριάριθμον πλῆθος ἀνθρώπων, χωρίς νά στοχάζεται πῶς εἶναι ὁλότελα ἄνθρωποι ἀλλά πῶς εἶναι κνώδαλα καί φυτά ἤ λίθοι, καί μέ τήν δημηγορίαν του εἵλκυσεν εἰς τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ τρεῖς χιλιάδας λαοῦ· «σταθείς δέ Πέτρος σύν τοῖς ἕνδεκα ἐπῆρε τήν φωνήν αὐτοῦ, καί ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς» (Πράξ. β´. 14).

Τότε ἤθελες ἰδῇ ἐκείνους τούς ἁλιεῖς καί ἀγραμμάτους πλουτισμένους ἀπό τόσην σοφίαν καί σύνεσιν, ὥστε νά κάμνουν τούς σοφούς καί γραμματισμένους νά ἐξίστανται καί νά ἀποροῦν· «καί καταλαβόμενοι, ὅτι ἄνθρωποι ἀγράμματοί εἰσι καί ἰδιῶται ἐθαύμαζον». (Πράξ. δ´ 13). Καί τοῦτο διατί; διότι ἔδωκεν εἰς τήν καρδίαν αὐτῶν χῦμα γνώσεως τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σολομῶντος· «καί ἔδωκε Κύριος φρόνησιν τῷ Σολομών καί χῦμα καρδίας» (Γ´ Βασιλ. δ´ 29)· καί διότι ” ἥψατο Κύριος καρδίας αὐτῶν ὡς γέγραπται» (Α´ Βασιλ. ι´ 26).

Ὤ χάρις! ὤ ἐνέργεια! ὤ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖον ὅταν μίαν φοράν ἀνάψῃ τήν καρδίαν, τούς λαγῳούς κάμνει λέοντας, τούς ἀδυνάτους δυνατούς, τούς ἀσόφους σοφούς, τούς πηλίνους κατασκευάζει πυρίνους καί τούς πρῴην ἀνδριάντας μεταβάλλει εἰς ἄνδρας τελείους. Καί τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο ὅπου ὁ Θεός ὑπεσχέθη νά δώσῃ διά τοῦ Προφήτου Μιχαίου λέγων· «οὐκ ἔσται ὁ ἐπακούων αὐτῶν, ἐάν μή ἐγώ ἐμπλήσω ἰσχύν ἐκ Πνεύματος Κυρίου» (Μιχ. γ´ 8).

Τώρα καί ἐσύ ἀδελφέ ὅπου ἀναγινώκεις ταῦτα, στοχάσου, ἐάν ἔλαβες αὐτήν τήν γενναιότητα καί θέρμην εἰς τήν καρδίαν σου διά νά μή φοβῆσαι σάρκα, κόσμον καί κοσμοκράτορα, τοῦτο εἶναι σημεῖον πῶς μετεβλήθης ἀπό τό Πνεῦμα Κυρίου, καθώς εἶναι γεγραμμένον· «τότε μεταβαλεῖ τό Πνεῦμα καί διελεύσεται, καί ἐξιλάσεται· αὕτη ἡ ἰσχύς τῷ Θεῷ μου» (Ἀββακ. α´ 11).

Στοχάσου, καί ἐάν ἐσύ προτήτερα ἐγύρευες μέ ὅλην τήν ὁρμήν τῶν ἐπιθυμιῶν σου τά ἀγαθά τοῦ κόσμου, τά πλούτη, τάς δόξας, τάς ἡδονάς καί ἐλόγιαζες ὅτι ἦτο μακαριώτερος ὅποιος εἶχεν ἀπό αὐτά τά ἀγαθά περισσότερα, ἤξευρε ὅτι ἕως τώρα ἦτο ἡ καρδία σου πεπαλαιωμένη, ἀναίσθητος καί πεπωρωμένη ὡσάν πέτρα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ κόσμου καί τῆς σαρκός. Καί λυπήσου διά τοῦτο καί μετανόησον, πώς εἰς τόσους χρόνους τῆς ζωῆς σου, δέν ἔγινες ἄξιος νά λάβῃς διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μίαν καινούργιαν καρδίαν αἰσθητικήν τοῦ συμφέροντός σου, τήν ὁποίαν ὑπεσχέθη νά σοῦ δώσῃ ὁ Θεός· «καί δώσω ὑμῖν καρδίαν καινήν καί πνεῦμα καινόν δώσω ὑμῖν· καί ἀφελῶ τήν καρδίαν τήν λιθίνην ἐκ τῆς σαρκός ὑμῶν καί δώσω ὑμῖν καρδίαν σαρκίνην καί τό πνεῦμά μου δώσω ἐν ὑμῖν» (Ἰεζεκ. λς´. 26).

Ἐάν δέ τώρα γυρεύῃς ὅλα τά ἐναντία καί ἀντί νά ὑπερηφανεύεσαι διά τά πλούτη, ἐσύ περισσότερον ταπεινώνεσαι καί χαίρεις εἰς τήν πτωχείαν· ἀντί νά θέλῃς τάς τρυφάς καί τά ξεφαντώματα, ἐσύ ἀγαπᾷς τήν ὀλιγάρκειαν καί ἐγκράτειαν, ἤξευρε, ὅτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἄρχισε νά μεταβάλῃ τήν καρδίαν σου εἰς ἄλλην καρδίαν, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σαούλ. «Καί ἐγενήθη ὥστε ἐπιστραφῆναι τῷ ὤμῳ αὐτοῦ ἀπελθεῖν ἀπό Σαμουήλ, μετέστρεψεν αὐτῷ ὁ Θεός καρδίαν ἄλλην». (Α´. Βασίλ. ι´. 9)

Ὅθεν εὐφράνθητι καί εὐχαρίστησαι τόν Κύριον, ὅπου διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὄχι μόνο σοῦ ἐκαθάρισε τόν νοῦν, ἀλλά καί σοῦ ἐθέρμανε τήν καρδίαν καί θέλει νά σέ μεταβάλῃ ἀπό σαρκικόν εἰς πνευματικόν· ἀπό νήπιον μωρόν, εἰς ἄνδρα σοφόν· καί ἀπό κοσμικόν καί ἐθνικόν, εἰς ἀληθινόν χριστιανόν. Τοιαύτας γάρ θεοπρεπεῖς καί παραδόξους μεταβολάς συνειθίζει νά ἐνεργῇ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, καθώς θεολογεῖ περί αὐτοῦ ὁ Μέγας Θεολόγος Γρηγόριος· «τοῦτο τό Πνεῦμα (σοφώτατον γάρ καί φιλανθρωπότατον) ἄν ποιμένα λάβῃ, ψάλτην ποιεῖ πνευμάτων πονηρῶν κατεπᾴδοντα καί βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ ἀναδείκνυσιν· ἐάν αἰπόλον συκάμινα κνίζοντα, προφήτην ἐργάζεται· τόν Δαβίδ καί τόν Ἀμώς ἐνθυμήθητι· ἐάν μειράκιον εὐφυές λάβῃ πρεσβυτέρων ποιεῖ κριτήν καί παρ᾿ ἡλικίαν· μαρτυρεῖ Δανιήλ ὁ νικήσας ἐν λάκκῳ λέοντας· ἐάν ἁλιέας εὕρῃ, σαγηνεύει Χριστῷ, κόσμον ὅλον τῇ τοῦ λόγου πλοκῇ συλλαμβάνοντας. Πέτρον λάβε μοι καί Ἀνδρέαν καί τούς τῆς βροντῆς υἱούς τά πνευματικά βροντήσαντας· ἐάν τελώνας, εἰς μαθητείαν κερδαίνει καί ψυχῶν ἐμπόρους δημιουργεῖ· φησί Ματθαῖος, ὁ χθές τελώνης, καί σήμερον εὐαγγελιστής· ἐάν διώκτας θερμούς, τόν ζῆλον μετατίθησι, καί ποιεῖ Παύλους ἀντί Σαύλων καί τοσοῦτον εἰς εὐσέβειαν, ὅσον εἰς κακίαν κατέλαβε». (λογ. Εἰς τήν Πεντηκοστήν).

Ἐντράπου λοιπόν ἀδελφέ, διότι ἕως τώρα ἤσουν μακράν ἀπό τέτοιους συλλογισμούς, πορευόμενος ἐν τοῖς κακοῖς θελήμασι τῆς καρδίας σου καί μή δίδωντας τόπον εἰς αὐτήν, διά νά κατοικήσῃ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον· καί συντόμως εἰπεῖν, διότι ἔζησες ὡσάν ἕνας ψυχικός μόνον ἄνθρωπος, ὅς οὐ δέχεται τά τοῦ Πνεύματος· «μωρία γάρ αὐτῷ ἐστι καί οὐ δύναται γνῶναι» (Α´. Κορ. β´ 14). Κάμε ἀπόφασιν εἰς τό ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς σου, νά μή λυπήσης πλέον τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μέ καμμίαν ἄτακτον καί κακήν ὄρεξιν τῆς καρδίας σου, κατά τήν παραγγελίαν ὅπου σοῦ δίδει ὁ Ἀπόστολος· «καί μή λυπῆτε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. δ´. 30)· μηδέ νά ἐναντιωθῇς ὡς σκληροκάρδιος εἰς τό Ἅγιον αὐτοῦ θέλημα, κατά τούς σκληροκαρδίους ἐκείνους Ἑβραίους, πρός τούς ὁποίους εἶπεν ὁ Στέφανος· «σκληροτράχηλοι καί ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καί τοῖς ὠσίν· ὑμεῖς ᾀεί τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ ἀντιπίπτετε» (Πράξ. ζ´. 51)· ἀλλά νά δώσῃς ὅλην τήν καρδίαν σου εἰς αὐτό μέ ὅλας της τάς ἐπιθυμίας διά νά ἐνοικήσῃ καθώς αὐτό τό ἴδιον πνεῦμα σέ προστάζει λέγον· «υἱέ δός μοι τήν καρδίαν» (Παροιμ. κγ´. 26).

Θέλεις δέ δώσει τήν καρδίαν σου εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἐάν μελετᾷς πάντοτε εἰς αὐτήν τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μέ μίαν ἀδιάλειπτον προσευχήν. Ἐπειδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μολονότι καί ἐκπορεύεται ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, ὅμως εἶναι καί λέγεται καί Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ διά τήν ὁμοουσιότητα καί ἐν τῷ Υἱῷ ἀναπαύεται καί χαίρει ὅταν αὐτός ὀνομάζεται· «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ ἐν ταῖς καρδίαις, κράζον ἀββᾶ ὁ Πατήρ»· (Γαλ. δ´. 6)·” ἵνα διά τῆς τοιαύτης νοερᾶς καί πνευματικῆς προσευχῆς , ἐν μέν τῷ Πνεύματι θεωρῇς τόν Υἱόν, ἐν δέ τῷ Υἱῳ θεωρῇς τόν Πατέρα”, ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος· καί ἵνα καταξιωθῇς διά τῆς τοιαύτης νοερᾶς ἐργασίας, νά εὕρῃς καί νά ἰδῇς νοερῶς τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ὁποίαν ἔλαβες μέν διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, τήν ἔχωσες δέ ὡσάν σπινθῆρα μέσα εἰς τά πάθη καί ἁμαρτίας.

Καί τέλος πάντων, ἐπειδή καί τό Πανάγιον Πνεῦμα· ὁ ἄλλος παράκλητος, τό συμπληρωτικόν πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος· ὁ χορηγός πάντων τῶν χαρισμάτων ἡ ζωή τῶν ζώντων· ἡ κίνησις τῶν κινουμένων· καί ἡ τελειότης ἁπάντων τῶν ὄντων, ἠθέλησεν ἐκ μόνης τῆς φιλανθρωπίας του νά εἰδοποιήσῃ εἰς τήν καρδίαν σου τάς πρώτας γραμμάς καί τό πρῶτον σχέδιον τῆς χάριτός του, παρακάλεσαί τον νά μή σέ ἀφήσῃ ἀτελῆ ἀλλά νά φέρῃ εἰς τελειότητα αὐτήν τήν εἰδοποίησιν καί τό ἔργον ὅπου ἄρχισεν εἰς ἐσέ, χαρίζωντάς σου τό χάρισμα τῆς διαμονῆς καί τῆς μέχρι τέλους ὑπομονῆς ἐν τῇ αὐτοῦ χάριτι, τό ὁποῖον χάρισμα εἶναι τό μεγαλύτερον ἀπό ὅλα τά χαρίσματα καί αὐτό μόνον συνιστᾷ καί ἐπισφραγίζει τόν ἑκάστου προορισμόν κατά τούς θεολόγους καί διά τοῦ χαρίσματος τούτου νά σέ ἀξιώσῃ ἀπό ἐδῶ ἀκόμη, νά γίνῃς ὅλος πνευματικός, ὅλος ἀγγελοειδής, ὅλος ἅγιος καί υἱός Θεοῦ, καί Θεός κατά χάριν, ἀπ᾿ ἐκεῖ ὅπου εἶσαι τώρα γῆ καί σποδός· καθώς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος· «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελθόν εἰς ψυχήν ἀνθρώπου, ἔδωκε μέν ζωήν, ἔδωκε δέ ἀθανασίαν· ἤγειρε κείμενον· τό δέ κινηθέν κίνησιν ἀΐδιον ὑπό Πνεύματος Ἁγίον, ζῶον ἅγιου ἐγένετο· ἔσχε δέ ἄνθρωπος ἀξίαν πνεύματος εἰσοικισθέντος ἐν αὐτῷ προφήτου, ἀποστόλου, ἀγγέλου Θεοῦ, ὤν πρό τοῦ, γῆ καί σποδός»· (ὁμιλ. Περί τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου, ἧς ἡ ἀρχή, ἐνθυμηθῶμεν πᾶσα ψυχή).

Συλλογίσου ἀγαπητέ τήν γ´. μεταβολήν ὅπου ἐνήργησε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἰς τήν γλῶσσαν τῶν Ἀποστόλων· διότι ἐκεῖνοι ὅπου προτήτερα δέν ἐλαλοῦσαν ἄλλο παρά γήϊνα καί χαμερπῆ διά δόξας καί τιμάς προσωρινάς καί ματαίας· «δός ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καί εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου» (Μάρκ. ι´. 37)· ἐκεῖνοι ὅπου ἐλάλουν περί τοῦ Χριστοῦ ταπεινά καί εὐτελῆ· «ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὦδε εἶναι καί ποιήσωμεν σκηνάς τρεῖς, μίαν σοί καί Μωσεῖ μίαν καί μίαν Ἠλίᾳ» (Λουκ. θ´. 33).

Ἐκεῖνοι ὅπου πρότερον ἔφθασαν ἕως καί νά συμφωνήσουν μέ τόν Ἰούδαν καί νά κατηγορήσουν τήν εὐλογημένην ἐκείνην Μαρίαν καί νά θυμωθοῦν καταπάνω της, διότι ἄλειψε τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ μέ τόσον πολυέξοδον μῦρον, λέγοντες μέ ἀγανάκτησιν· «εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη τοῦ μύρου γέγονεν; ἠδύνατο γάρ τοῦτο πραθῆναι ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων καί δοθῆναι πτωχοῖς καί ἐνεβριμῶντο αὐτῇ» (Μάρκ. ιδ´. 4) Αὐτοί λέγω οἱ ἴδιοι, ὕστερα ἀπό τόν ἐρχομόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν ἐλαλοῦσαν πλέον δι᾿ ἄλλο, παρά διά τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, διά ὑψηλά καί μεγάλα πράγματα διά τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, διά τήν θεολογίαν τῆς Ἁγίας Τριάδος, διά τό ἀκατανόητον μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας· διότι εἶναι Θεός ἀληθινός ὁ Χριστός· μέ ρητορικήν ἀνήκουστον, μέ ἐλευθεροστομίαν ἀσύγκριτον καί μέ γλῶσσας διαφόρους· «ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ”. (Πράξ. β´ 11).

Τώρα στοχάσου ἐσύ ἀγαπητέ τά λόγια ὅπου ὡμιλοῦσες προτήτερα ἀπό τά παρόντα γυμνάσματα, καί τά λόγια ὅπου πρέπει τώρα νά λαλῇς, διά νά λάβῃς καί ἐσύ τήν μεταβολήν αὐτήν τῆς γλώσσης ἀπό τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· τήν γλῶσσαν σοῦ τήν ἔδωκεν ὁ Θεός ἀδελφέ ὄργανον διά νά λαλῇς ὅλα τά καλά ὄχι τά κακά. Ὅθεν πρέπει νά τήν μεταχειρίζεσαι καί ἐσύ κατά τόν σκοπόν ὅπου ὁ Θεός σοῦ τήν ἔδωκεν· ἤγουν εἰς τό νά δοξολογῇς καί νά αἰνῇς μέ αὐτήν πάντοτε τόν Θεόν, καί νά μελετᾷς τά θεῖα του λόγια καθώς γέγραπται· «πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλιπ. β´ 11).

Καί πάλιν «καί ἡ γλῶσσά μου μελετήσει τήν δικαιοσύνην σου, ὅλην τήν ἡμέραν τόν ἔπαινόν σου»· (Ψαλμ. λδ´. 32)· καί ὄχι εἰς τό νά λαλῇς λόγια ἀνευλαβῆ κατά τοῦ Θεοῦ καί εἰς τό νά ὀνομάζῃς τό θεῖον του ὄνομα εἰς πράγματα μάταια· «οὐ λήψῃ γάρ φησι τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ» (Ἐξοδ. κ´. 7) εἰς τό νά κατηγορῇς καί νά μέμφεσαι τόν ἑαυτόν σου καί ὄχι εἰς τό νά τόν ἐπαινῇς μόνος σου «ἐγκωμιαζέτω σε ὁ πέλας καί μή τό σόν στόμα· ἀλλότριος, καί μή τά σά χείλη» (Παροιμ. κζ´. 2).

Εἰς τό νά συμβουλεύῃς τόν ἀδελφόν σου ὅλα ἐκεῖνα ὅπου εἶναι συμφέροντα εἰς τήν σωτηρίαν του καί νά στερεώνῃς εἰς τό καλόν καί τήν ἀρετήν, καί ὄχι εἰς τό νά ἀκονᾷς ὡς μάχαιραν τήν γλῶσσάν σου κατ᾿ αὐτοῦ περιπαίζωντάς τον, κατηγορῶντάς τον καί ὑβρίζωντάς τον καταφρονητικῶς μέ θυμόν· «ἠκόνησαν ὡς ραμφαίαν τήν γλῶσσαν αὐτῶν» (Ψαλμ. ξγ´. 30) ἤ καί δίδωντάς του κακάς συμβουλάς μέ λόγια ἁπαλά μέν καί φιλικά, ἐπίβουλα δέ καί ἐχθρικά, διά νά τόν κακοποιήσῃς καί νά τόν βλάψῃς· «ἡπαλύνθησαν οἱ λόγοι αὐτῶν ὑπέρ ἔλαιον καί αὐτοί εἰσι βολίδες» (Ψαλμ. νδ´. 24).

Καί διά νά εἰπῶ μέ ἕνα λόγον, εἰς τήν γλῶσσάν σου πρέπει νά ἔχῃς τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, τά λόγια τῆς παλαιᾶς καί νέας Γραφῆς· τά περί τῆς θείας προνοίας· τά περί τῆς κρίσεως· καί τά περί τῆς ἀγαθότητός του· καί ὅλαι αἱ συνομιλίαι σου νά ᾖναι περί πνευματικῶν καί θείων πραγμάτων καί περί ὠφελείας ψυχικῆς. Ἐάν περί τοιούτων μεταχειρίζεσαι τήν γλῶσσάν σου, ἤξευρε, ὅτι ὁ Κύριος ἔπλασε νοερῶς τήν ἰδικήν σου γλῶσσαν, καθώς ἔπλασε ποτέ καί τοῦ κωφοῦ καί μογιλάλου· «καί πτύσας ἥψατο τῆς γλώσσης αὐτοῦ… καί ἐλύθη ὁ δεσμός τῆς γλώσσης αὐτοῦ». (Μάρκ. ζ´ 33). Καί εἶναι καλόν σημάδι, ὅτι ἄρχισε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον νά μεταβάλῃ καί τήν ἰδικήν σου γλῶσσαν, καί νά λαλῇ αὐτό δι᾿ αὐτῆς, ὡς ποτέ ἐλάλει καί διά τῶν Ἀποστόλων καί διά τοῦ Δαβίδ «Πνεῦμα Κυρίου ἐλάλησεν ἐν ἐμοί καί ὁ λόγος αὐτοῦ ἐπί γλώσσης μου» (Β´. Βασιλ. κγ´. 2).

Ἐντράπου λοιπόν ἀδελφέ, πῶς ἕως τώρα ἐλάλεις ὡσάν ἕνας σαρκικός καί νήπιος καί ὄχι ὡσάν πνευματικός καί τέλειος ἄνδρας· «ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν» (Α´. Κορ. ιγ´ 11) καί ἡ γλῶσσά σου ἐμελέτα τήν ἀδικίαν, καθώς λέγει ὁ Ἡσαΐας· «ἡ γλῶσσα ἡμῶν ἀδικίαν μελετᾷ» (νθ´. 3).

Ἀποφάσισαι εἰς τό ἑξῆς νά μή ἀφήνῃς νά εὔγουν ἀπό τό στόμα σου λόγια σαπρά, λόγια γελοιώδη καί μάταια, ἀλλά ὠφέλιμα καί σωτηριώδη πρός οἰκοδομήν τῶν ἀκουόντων, καθώς σοῦ παραγγέλει ὁ Ἀπόστολος· «πᾶς λόγος σαπρός ἐκ τοῦ στόματος ἡμῶν μή ἐκπορευέσθω, ἀλλ᾿ εἴτις ἀγαθός πρός οἰκοδομήν ἵνα δῷ χάριν τοῖς ἀκούουσιν» (Ἐφέσ. δ´ 29)· διότι ὁ λόγος εἶναι σκιά τοῦ ἔργου, καθώς εἶπεν ἕνας σοφός (Οὗτος ἐστίν ὁ Δημόκριτος εἰπών· «λόγος ἔργου σκιή»)· καί οἱ λόγοι οἱ κακοί προξενοῦν καί τά ἔργα τά κακά, καθώς καί ἐκ τοῦ ἐναντίου οἱ λόγοι οἱ καλοί προξενοῦν καί τά ἔργα τά καλά. Διά τοῦτο εἶπε καί ὁ Σολομῶν, ὅτι εἰς τό χέρι τῆς γλώσσης στέκεται ἡ ζωή καί ὁ θάνατος· «θάνατος καί ζωή ἐν χειρί γλώσσης» (Παροιμ. ιη´. 21). Καί καθώς ὅποιος βαστᾷ μυρωδικά καί τόν ἑαυτόν του εὐωδιάζει καί τούς ἄλλους ὁμοίως καί ὅποιος βαστᾷ βρωμερά καί τόν ἑαυτόν βρωμίζει καί τούς ἄλλους· τοιουτοτρόπως καί ὅποιος λαλεῖ τά καλά λόγια, ἤ τά κακά καί τόν ἑαυτόν του ὠφελεῖ, ἤ βλάπτει καί τούς ἀκούοντάς του.

Καί τέλος πάντων, παρακάλεσαι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον νά δυναμώσῃ τοῦτο ὅπου ἄρχισε νά ἐνεργῇ εἰς ἐσέ· «δυνάμωσον ὁ Θεός τοῦτο, ὅ κατειργάσω ἐν ἡμῖν» (Ψαλμ. ξζ´. 31)· καί νά δείξῃς μίαν τελείαν μεταβολήν εἰς τήν γλῶσσάν σου διά τῆς χάριτός του, ὥστε νά μή σέ ἀφήσῃ νά σφάλῃς πλέον μέ αὐτήν εἰς κανένα λόγον ἄπρεπον· «εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ (Ἰακώβ. γ´. 2)· ἀλλά νά μεταχειρισθῇ τήν γλῶσσάν σου ὡσάν ἕνα κονδύλι, διά νά τήν κινῇ μέ τήν δεξιάν του εἰς τό νά λαλῇς ἐκεῖνα μόνον ὅπου αὐτό θέλει καί βούλεται· ὥστε ὅπου, σύ μέν νά λέγῃς· «ἡ γλῶσσά μου κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου» (Ψαλμ. μδ´ 2)· ἐκεῖνοι δέ ὅπου σέ βλέπουν καί σοῦ ἀκούουν, νά λέγουν· «αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ ὑψίστου». (Ψαλμ. ος´ 10).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΟΓΓΥΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαΐου, 2018

agios loukas

Την προηγούμενη Κυριακή προσπάθησα να αποκαλύψω το μεγαλείο και το βάθος του λόγου του αποστόλου Παύλου που τον εαυτό του ονομάζει σπονδή στη Θυσία. Σας έλεγα για τις αμέτρητες συμφορές και τα βάσανα που υπόφερε σ’ όλη τη ζωή του για τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο οποίος προσφέρθηκε Θυσία για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Συμπληρώνοντας αυτά που σας έλεγα τότε, για τα παθήματα του μεγάλου αυτού αποστόλου, θα σας πω τώρα και τι υπέφερε σε μία πόλη της Μακεδονίας, στους Φιλίππους, για το κήρυγμά του. Με την καταγγελία κάποιων, που δεν τους άρεσε το κήρυγμά του, οι άρχοντες της πόλης έδωσαν διαταγή να τον ραβδίσουν και μετά τον έριξαν στη φυλακή και έσφιξαν τα πόδια του στο τιμωρητικό ξύλο. Έχασε τότε το θάρρος του ο απόστολος; Άρχισε να κλαίει; Ασφαλώς όχι. Κατά τα μεσάνυχτα ο Παύλος μαζί με το συνεργάτη του, το Σίλα, έψαλαν ψαλμούς, δοξολογώντας το Θεό. Θα μπορούσε ο Παύλος με μία μόνο λέξη να αποφύγει τους ραβδισμούς, να βγει από τη φυλακή και ακόμα και να τρομάξει τους άρχοντες, αρκεί να τους έλεγε ότι είναι Ρωμαίος πολίτης. Όμως δεν το έκανε. Προτίμησε τον εξευτελισμό για το όνομα του Χριστού και χαιρόταν με όλη την καρδιά του για τις μαστιγώσεις και τις πληγές, διότι αυτά συνέβαλαν στην επιστροφή του δεσμοφύλακα και της οικογένειάς του στην πίστη στο Χριστό. Να θυμόμαστε πάντα πόσο εμείς φοβόμαστε τις μαστιγώσεις και τις πληγές ενώ, αντίθετα, πόσο ο μεγάλος αυτός διάκονος του Θεού χαιρόταν γι’ αυτά. Χαιρόταν κάθε φορά που μπορούσε να γίνει σπονδή στη Θυσία.

Και στη σημερινή αποστολική περικοπή διαβάζουμε ακόμα πιο παράξενο λόγο του αποστόλου Παύλου από την επιστολή του Προς Κολοσσαείς; «Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ υμών και ανταναπληρώ τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ του σώματος αυτού, ο έστιν η εκκλησία» (Κολ. 1, 24).

Ακούτε πώς χτυπά ή καρδιά του μεγάλου αποστόλου; Ακούτε πώς αυτός θεωρεί ότι υστερεί σε παθήματα που υπομένει για την Εκκλησία του Χριστού, που είναι το Σώμα Του. Όχι μόνο χωρίς καθόλου να γογγύζει, υπομένει όλα τα αμέτρητα παθήματα αλλά διψά και για περισσότερα. Ω, Κύριε! Και εμείς, οι αδύνατοι χριστιανοί, πόσο φοβόμαστε τους ονειδισμούς, τις θλίψεις και τα παθήματα! Είναι δυνατόν να βρεθεί έστω και ένας μεταξύ μας που θα ζητούσε να πληθυνθούν αυτά; Εκείνος, όμως, διψούσε γι’ αυτά τα παθήματα, για να μορφωθεί ο Χριστός στις καρδιές των εθνικών, στους οποίους κήρυττε ακούραστα το Ευαγγέλιο.

Ας θυμηθούμε και έναν άλλο λόγο του μεγάλου Παύλου: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (Α’ Κορ. 11, 1). Να μιμηθούν τον απόστολο Παύλο στη δίψα του για τα παθήματα του Χριστού μπορούν, βέβαια, πολύ λίγοι άνθρωποι, αυτοί που έλαβαν τα πλούσια χαρίσματα του αγίου Πνεύματος. Οι απλοί όμως χριστιανοί μπορούν να ευαρεστήσουν και αυτοί το Θεό και να έχουν μισθό απ’ Αυτόν αλλά μόνο με την αγόγγυστη υπομονή των θλίψεων που τους στέλνονται από το Θεό. Να θυμόμαστε όλοι μας τα λόγια του μεγάλου αποστόλου Παύλου από την επιστολή του προς Εβραίους: «Υιέ μου, μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδέ εκλύου υπ΄ αυτού ελεγχόμενος, ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται, ει παιδείαν υπομένετε, ως υιοίς υμίν προσφέρεται ο Θεός· τις γαρ εστίν υιός ον ου παιδεύει πατήρ; ει δε χωρίς εστε παιδείας, ης μέτοχοι γεγόνασι πάντες, άρα νόθοι εστέ και ουχ υιοί.» (Έβρ. 12, 5-8).

Συχνά ρωτούν οι άνθρωποι γιατί, για ποιο λόγο, Κύριος ο Θεός τους στέλνει θλίψεις και πολλές φορές και πολύ σοβαρές δοκιμασίες; Είναι πολύ σημαντικό για τον κάθε χριστιανό να καταλάβει ότι οι θλίψεις μάς αποστέλλονται κατά το θέλημα του Θεού, το πάντοτε αγαθό και σωτήριο. Τις περισσότερες φορές μάλιστα στέλνονται όχι σαν τιμωρίες, για τις αμαρτίες μας, αλλά για να επαναπροσδιορίσουμε τους δρόμους μας και τις καρδιές μας ή σαν απάντηση στα αιτήματα που απευθύνουμε στο Θεό. Οι άνθρωποι πολλές φορές περιμένουν από το Θεό να πραγματοποιήσει αυτά που ζητούν στις προσευχές τους με ένα τρόπο που οι ίδιοι θεωρούν ότι είναι ο καλύτερος. Ο Θεός, όμως, συχνά άπαντα στις δεήσεις τους με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο και όχι μ’ αυτόν που θα ήθελαν ή θα φαντάζονταν.

Αν ζητάνε, για παράδειγμα, να τους χαρίσει ο Θεός ταπείνωση, φαντάζονται ότι σιγά-σιγά μέρα με τη μέρα η ταπείνωση υπό την ευεργετική επίδραση του Θεού θα μεγαλώνει στις καρδιές τους. Ο Κύριος όμως συχνά το κάνει με έναν διαφορετικό τρόπο• τους στέλνει ένα απροσδόκητο σκληρό χτύπημα το οποίο πληγώνει την υπερηφάνεια και τον εγωισμό τους και τους ταπεινώνει. Συχνά ο Θεός μάς στέλνει κάποια ασθένεια και εμείς παραπονιόμαστε και καθόλου δεν σκεφτόμαστε ότι τις περισσότερες φορές αυτή είναι μια μεγάλη ευεργεσία του Θεού, είναι ίσως η απάντηση του Θεού στις προσευχές μας, με τις οποίες τον παρακαλούμε να δυναμώσει την πίστη μας.

Δεν γνωρίζετε ότι πολλές φορές ο Κύριος μάς στέλνει φοβερές σωματικές ασθένειες και πληγώνει το σώμα μας για να μας δυναμώσει πνευματικά; Αυτό έγινε και με τον όσιο Ποιμένα τον Πολύαθλο, ο οποίος ασκήτευε στη μονή των Σπηλαίων και όλη τη ζωή του βρισκόταν στο κρεββάτι του πόνου υποφέροντας από μία αθεράπευτη ασθένεια και μ’ αυτό τον τρόπο έφτασε στην αγιότητα. Άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δίνουν μεγάλη σημασία στα γήινα αγαθά, ζητάνε από τον Κύριο να αυξηθούν τα πλούτη τους. Και ο Κύριος τους απαντά με την καταστροφή των κτημάτων τους ή με πυρκαγιές και μ’ αυτόν τον τρόπο τους αποστρέφει από την προσκόλληση στα γήινα και από τη φιλαργυρία και έτσι διορθώνει τις αποκλίσεις τους από τη σωστή οδό, την οποία μας διδάσκουν οι μακαρισμοί.

Ο Θεός φέρεται σε μας σαν σε πραγματικούς υιούς Του, τους οποίους τιμωρεί για το καλό τους. Τις θλίψεις που μας στέλνει ο Κύριος εμείς πρέπει να τις υποδεχόμαστε έτσι όπως μας το λέει ο άγιος απόστολος Πέτρος: «Ταπεινώθητε ουν υπό την κραταιάν χείρα του Θεού, ίνα υμάς υψώση εν καιρώ.» (Α’ Πετρ. 5, 6). Αν δεν μπορούμε, παρ’ όλες τις προσπάθειές μας, να κατανοήσουμε για ποιο λόγο μάς στέλνονται από το Θεό οι θλίψεις, τότε ας ταπεινωθούμε κάτω από το δυνατό χέρι του Θεού και θα μας ανυψώσει στον κατάλληλο καιρό, για να καταλάβουμε τους δρόμους Του με τους οποίους μας οδηγεί σ’ αυτόν το σκοπό. Πρέπει με πολλή ταπείνωση και χωρίς τον παραμικρό γογγυσμό να δεχόμαστε όλες τις δοκιμασίες και τις θλίψεις, που μας στέλνονται από το Θεό, έχοντας την ταπεινή πεποίθηση ότι μ’ αυτά ο Θεός μας κατευθύνει και όχι ότι ξεσπά επάνω μας την οργή Του. Διότι ο ίδιος διά του στόματος του προφήτη Ησαΐα είπε: «Δεν είμαι πια μ’ αυτό οργισμένος» (Ήσ. 27, 4). Ενώ εμείς, συνήθως, νομίζουμε ότι ο Κύριος είναι οργισμένος μαζί μας και γι’ αυτό μας στέλνει τις θλίψεις. Όχι. Πάντοτε να θυμάστε ότι στο Θεό δεν υπάρχει οργή. «Ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ίω. 4, 8). Και η τέλεια αγάπη είναι ξένη προς την οποιαδήποτε αδικία.

Αλλά πολλές φορές, όταν ο Θεός μάς δίνει ένα σοβαρό χτύπημα, διά του οποίου μάς ταπεινώνει για να μάς υψώσει αργότερα, εμείς γογγύζουμε κατά του Θεού. Καταλαβαίνετε, όμως, πόσο βαριά αμαρτία είναι ο γογγυσμός κατά του Θεού; Όταν γογγύζουμε κατά του Θεού, αυτό σημαίνει ότι Τον θεωρούμε άδικο, θεωρούμε ότι Αυτός δεν μάς φέρεται σωστά και θα έπρεπε να μάς φερθεί κατά έναν διαφορετικό τρόπο. Όμως δεν είναι βαριά αμαρτία να κατηγορούμε το Θεό για αδικία και να Τον συκοφαντούμε; Βλέπετε, λοιπόν, πόσο βαριά αμαρτία είναι ο γογγυσμός κατά του Θεού. Γι’ αυτό «εν φόβω τον της παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε» (Α’ Πέτρ. 1, 17). Πρέπει να προσέχουμε πολύ τα λάθη και τα εμπόδια στην πορεία μας προς τη Βασιλεία των Ουρανών. Αλλά περισσότερο απ’ όλα τα άλλα πρέπει να φοβόμαστε να μην παραβαίνουμε τη μεγάλη εντολή του Χριστού: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» (Μτ. 7, 1). Και γογγυσμός κατά του Θεού δεν είναι μόνο κρίση του Θεού αλλά και κατάκρισή Του.

Ας αφήσουμε την κρίση αυτή σ’ εκείνους τους δυστυχείς ανθρώπους που εκούσια καταστρέφουν τον εαυτό τους. Τους οποίους ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός δεν τους διορθώνει ούτε τους τιμωρεί, επειδή είναι αδιόρθωτοι και αθεράπευτοι. Εμείς μόνο να ζητάμε την βοήθειά Του για το δρόμο της σωτηρίας μας, να Τον δοξολογούμε και να Τον τιμούμε πάντοτε μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Άγιο Πνεύμα. Αμήν.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »