kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Ἡ αἰτία τῶν συμφορῶν. (Ὁ βίος τοῦ Ὁσίου Νήφωνος Ἐπισκόπου Κωνσταντιανῆς τῆς κατ’ Ἀλεξάνδρειαν)

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιουλίου, 2015

Εκείνο τόν καιρό ἔπεσε φοβερο θανατικό στή γῆ. Οἱ ἄνθρωποι πέθαιναν ξαφνικά καί μέ φρικτό τρόπο.

Ἕνας φίλος τοῦ ὁσίου, πού λεγόταν Γρηγόριος, ἦρθε στό κελλί του καί τόν ρώτησε:

-Σέ παρακαλῶ, πάτερ, πές μου, πῶς ἔγινε καί μᾶς βρῆκε τοῦτο τό κακό;

-Ἦταν φυσικό, παιδί μου, ἀποκρίθηκε ὁ δίκαιος χωρίς δισταγμό. Πικραίνουμε τόσο πολύ τόν ἀθάνατο Θεό, παραβαίνοντας συνέχεια τό νόμο Του. Γι’ αὐτό μᾶς ἔστειλε τοῦτο τό δρεπάνι, πού μᾶς θερίζει. Εἶναι γραμμένο ὅτι «ἁμαρτία θάνατον κατεργάζεται»159. Νά, χθές εἶδα ἕναν ἄνδρα φοβερό, πού ἀπειλοῦσε τή γῆ καί τῆς ἔλεγε: ‟Ὅλους τούς ἀκόλαστους πού ζοῦνε πάνω σου, ὅλους τούς μέθυσους καί τούς κοιλιόδουλους, ὅλους τούς φιλάργυρους καί τούς τοκογλύφους, ὅλους τούς ψεῦτες καί τούς συκοφάντες, μά προπαντός ὅλους τους σοδομίτες, πού δέν μετανοοῦν, ἐγώ θά τούς ἐξολοθρεύσω!….’’. Ἄν λοιπόν, παιδάκι μου, δέν εἴχαμε παροργίσει τόν Πλάστη καί προστάτη μας, δέν θά παθαίναμε ὅ,τι πάθαμε. Ἀλλά ποῦ ν’ ἀκούσεις καί πόσα ἄλλα χειρότερα εἷπε! Δέν θά τ’ ἀντέξεις…Απείλησε πώς θά μᾶς θερίσει μέ δρεπάνι καί θά μᾶς περάσει ἀπό λεπίδι, γιατί δέν βλέπει νά ἔχουμε καθόλου μετάνοια, οὔτε τήν παραμικρή διόρθωση. Ἡ δοξασμένη Του Μητέρα στεκόταν δίπλα Του περίλυπη καί Τόν ἱκέτευε ν’ ἀναβάλει τήν τιμωρία. Τό ἴδιο κι ἕνας ἱεράρχης –δέν μπόρεσα νά καταλάβω ποιός, μόνο θυμᾶμαι πῶς ἦταν λευκότριχος καί λίγο φαλακρός. Ἀλλά μάταια ‟Μήπως ἐσεῖς εἶστε πιό σπλαχνικοί ἀπό μένα;’’., τοῦς ἔλεγε: ‟Μήπως πονᾶτε περισσότερο;…. Δέν βλέπετε τί κακό γίνεται; Ὅλοι σχεδόν περιφρονοῦν τόν ἅγιο νόμο μου! Κανείς δέν μέ σέβεται!’’….

-Πράγματι, πάτερ, εἶπε ὁ Γρηγόριος, ὁ λαός ἀποδεκατίστηκε. Οἱ πιό πολλοί βασανίζονται στό κρεββάτι τοῦ πόνου… Πές μου ὅμως πιά εἶναι ἡ κύρια αἰτία τοῦ θανατικοῦ αὐτου, ἀλλά καί ὅλων γενικά τῶν ἀσθενειῶν;

-Παιδί μου Γρηγόριε, ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας, γι’ αὐτούς πού ἀρρωσταίνουν βαριά εἶναι γραμμένο τό «κατέβαλες αὐτοὺς ἐν τῷ ἐπαρθῆναι»160, ἐνῶ γιά τούς ὑγιεῖς ἐναρέτους τό «ὁ ἰώμενος τοὺς συντεριμμένους τὴν καρδίαν»161. Ἀκοῦς; «… τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν»!  Τούς ταπεινούς δηλαδή! Σκέψου, λοιπόν: Ἄν ὁ Θεός δέν λυπήθηκε οὔτε τόν ἀπόστολο Παῦλο, τόν μεγάλο φωστήρα, ἀλλά τοῦ ἔδωσε ἀρρώστια ἀγιάτρευτη, «ἄγγελον σατᾶν, ἵνα αὐτὸν κολαφίζῃ»162, κι ἔτσι νά μήν ὑπερηφανεύεται γιά τό πλῆθος τῶν ἀποκαλύψεων πού τοῦ ἔγιναν, πῶς δέν θά δώσει ἐξουσία στόν σατανά νά χτυπήσει μέ τήν ἀρρώστια κι ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς, ὥσπου νά γίνουμε ταπεινοί; Γιατί δέν φτάνει πού εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀλλά τό παίρνουμε καί πάνω μας! Ἀλλά τί λέει ἡ Γραφή; Ὅτι «τό ἐν ἀνθρώποις ὑψηλὸν βδέλυγμα ἐνώπιον του Θεοῦ»163.

Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος

Ὅσιος Νήφων  Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς

 (σελ.248-249) Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004
 http://makkavaios.blogspot.gr/2015/06/blog-post_88.htmmore

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι λεβεντιά είχαν οι Άγιοι (Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης)

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Ιουλίου, 2015

_ψχ`ωχ`φδ22

Γέροντα, σκέφτομαι ότι, αν έβλεπα τόν τροχό της Αγίας Αικατερίνης, θα πέθαινα από τόν φόβο μου! – Άμα πέθαινες, πρίν σε ανεβάσουν στον τροχό, καλά θά ήταν θά ήταν ευλογία άπό τόν Θεό.
Άλλα άν τυχόν ανέβαινες εκεί καί δυσκολευόσουν, εκείνο θά ήταν το βάσανο. Οί Μάρτυρες είχαν καλή διάθεση, βοηθούσε καί ό Χριστός καί άντεχαν στους πόνους.
Τί αγάπη είχαν οί άγιοι Μάρτυρες γιά τόν Χριστό, τί λεβεντιά!
Ή Αγία Σολομονή μέ τά επτά παιδιά της[1], ενας-ενας, μαρτύρησαν όλοι. Ό Άγιος Λογγΐνος[2] έκανε τραπέζι σ’ αυτούς πού πήγαν νά τόν συλλάβουν καί τους φιλοξένησε.
Εκείνοι βιάζονταν νά τους δείξη ποιος είναι ό Λογγϊνος, γιά νά τόν αποκεφαλίσουν καί εκείνος τους έλεγε: «Θά σας τόν δείξω!». Όταν τους είπε ότι είναι ό ίδιος, εκείνοι δίστασαν, άλλα ό Άγιος Λογγϊνος τους παρακάλεσε νά εκτελέσουν την εντολή πού είχαν, καί έτσι τόν αποκεφάλισαν.
Καί ό Άγιος Γεδεών ό Καρακαλληνός[3] τί καρτερία είχε! «Πάρτε το χέρι, είπε στους δήμιους, πάρτε καί το πόδι, πάρτε καί τήν μύτη. Γιά νά μην τά πολυλογώ, πάρτε τα όλα!». Φοβερό!
Άλλα, γιά νά φθάση ό άνθρωπος σ’ αυτό το σημείο, πρέπει νά μην άγαπάη τόν εαυτό του και νά άγαπάη
τόν Θεό. Ή μητέρα μπαίνει μέσα στην φωτιά, γιά νά σώση το παιδί της. Επειδή ή αγάπη της είναι ισχυρότερη από το κάψιμο της φωτιάς, δεν καταλαβαίνει πόνο.
Ή αγάπη γιά το παιδί της σκεπάζει τόν πόνο. Πόσο μάλλον ή αγάπη γιά τόν Χριστό!
Γιά τόν Άγιο πού προχωρεί στο μαρτύριο, ή αγάπη του γιά τόν Χριστό είναι ανώτερη άπό τόν πόνο, γι’ αυτό και τόν εξουδετερώνει. Το μαχαίρι του δημίου το ένιωθαν οι Μάρτυρες γλυκύτερο και άπό τό δοξάρι τοϋ βιολιού.
Όταν φούντωση ή αγάπη γιά τόν Χριστό, τότε τό μαρτύριο είναι πανηγύρι· ή φωτιά ανακουφίζει καλύτερα άπό λουτρό, γιατί τό κάψιμο χάνεται άπό τό κάψιμο της θείας αγάπης. Τό γδάρσιμο είναι χαΐδεμα.
Ό θείος έρωτας παίρνει τήν καρδιά, παίρνει και τό μυαλό, καί τρελλαίνεται ό άνθρωπος. Δεν καταλαβαίνει ούτε πόνο ούτε τίποτε, γιατί ο νους του είναι στον Χριστό καί πλημμυρίζει ή καρδιά του άπό χαρά.
Πόσοι Άγιοι πήγαιναν στό μαρτύριο καί ένιωθαν τέτοια χαρά, λες καί πήγαιναν σέ πανηγύρι! Ό Άγιος Ιγνάτιος[4] έτρεχε στό μαρτύριο και φώναζε: «Αφήστε με νά μαρτυρήσω, αφήστε με νά με φάνε τά θηρία».
Τήν χαρά πού ένιωθε εκείνος δεν τήν αισθάνεται ούτε ένας νεαρός ερωτευμένος πού λέει: «Θέλω αυτήν νά παντρευτώ καί δεν υπολογίζω κανέναν, ούτε μάνα ούτε πατέρα». Άπό τήν τρέλλα τοϋ ερωτευμένου μεγαλύτερη ήταν ή «τρέλλα» τοϋ Αγίου Ιγνατίου.
Όλοι οι Άγιοι αγωνίσθηκαν γιά τήν αγάπη τοϋ Χριστού. Οι άγιοι Μάρτυρες έχυσαν τό αίμα τους, οι Όσιοι Πατέρες έχυσαν ιδρώτες καί δάκρυα, έκαναν πνευματικά πειράματα στον εαυτό τους, σάν καλοί βοτανολόγοι, ταλαιπωρήθηκαν οι ίδιοι άπό αγάπη προς τόν Θεό καί προς τήν εικόνα τοϋ Θεοΰ, τόν άνθρωπο, γιά νά μας αφήσουν τις πνευματικές τους συνταγές.
Έτσι προλαβαίνουμε το κακό ή θεραπεύουμε μια πνευματική αρρώστια μας καί αποκτάμε υγεία καί, εάν φιλοτιμηθούμε να τους μιμηθούμε στους αγώνες, μπορούμε ακόμη καί να αγιάσουμε.
Δεν συγκρίνονται, φυσικά, όλοι οι αγώνες τών Όσίων, οι νηστείες, οι αγρυπνίες κ.λπ., ούτε καί τα βασανιστήρια όλων τών αγίων Μαρτύρων μέ το Πάθος τού Κυρίου μας, διότι όλους τους βοηθούσε ό Χριστός θεϊκά, καί γλυκαίνονταν οι πόνοι τους από τήν μεγάλη Του αγάπη.
Στον εαυτό Του όμως ό Χριστός δεν χρησιμοποίησε καθόλου τήν θεϊκή Του δύναμη καί υπέφερε τον πολύ πόνο στο ευαίσθητο Σώμα Του από τήν πολλή αγάπη προς το πλάσμα Του.
Αυτήν τήν αγάπη τού Χριστού προς τον άνθρωπο εάν αισθανθή κανείς, τότε μόνο θά είναι καί εσωτερικά πραγματικά άνθρωπος.
Αλλιώς θά είναι πιο αναίσθητος καί από τά δημιουργήματα τού Θεού, αφού ό ήλιος αισθάνθηκε το Πάθος τού Κυρίου καί σκοτείνιασε, γιατί δέν άντεχε νά το βλέπη. Ή γη, καί αυτή τρόμαξε, όταν το είδε.
Οι πέτρες, καί αυτές κομματιάσθηκαν. Οι τάφοι, καί αυτοί σείσθηκαν τόσο δυνατά, πού ξύπνησαν πολλούς κεκοιμημένους από χρόνια καί τους έβγαλαν έξω νά διαμαρτυρηθούν γιά τήν αχάριστη αυτή συμπεριφορά τών ανθρώπων προς τον Ευεργέτη καί Λυτρωτή τους Θεό.

1. Ή μνήμη τους εορτάζεται τήν 1η Αύγουστου.
2. Ή μνήμη του εορτάζεται στις 16 Όκτωβρίου.
3. Ή μνήμη του εορτάζεται στις 30 Δεκεμβρίου.
4. Ή μνήμη του εορτάζεται στις 20 Δεκεμβρίου.

Απόσπασμα από τις σελίδες 237 -239 του βιβλίου:

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β΄
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Παΐσιος: Να βάζουμε ερωτηματικά στους λογισμούς υπόνοιας

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Ιουλίου, 2015

ed4ffd490c9f3d1937d952406e59f30a_M

– Γέροντα, τί βοηθάει να διώχνω τους λογισμούς υπόνοιας;

– Όλα είναι πάντα έτσι, όπως τά βλέπεις; Να βάζης πάντα ενα ερωτηματικό σέ κάθε λογισμό σου, μιά πού όλα τά βλέπεις συνήθως αριστερά, καθώς επίσης και άπό κανέναν καλό λογισμό γιά τους άλλους, γιά νά μην άμαρτάνης με τις κρίσεις σου.

Αν βάζης δύο ερωτηματικά, είναι πιο καλά. Αν βάζης τρία, είναι ακόμη καλύτερα. Έτσι κι εσύ ειρηνεύεις και ωφελείσαι, άλλα και τον άλλον ωφελείς. Αλλιώς, μέ τον αριστερό λογισμό νευριάζεις, ταράζεσαι και στενοχωριέσαι, οπότε βλάπτεσαι πνευματικά.

Όταν άντιμετωπίζης ό,τι βλέπεις μέ καλούς λογισμούς, μετά άπό λίγο καιρό θά δής ότι όλα ήταν πράγματι έτσι, όπως τά είδες μέ καλούς λογισμούς. Θά σοϋ πώ ενα περιστατικό, γιά νά δής τί κάνει ό αριστερός λογισμός. Μιά μέρα ήρθε στο Καλύβι ένας μοναχός και μου λέει: Ό Γέρο-Χαράλαμπος είναι μάγος έκανε μαγικά. Τί λές, μωρέ χαμένε; Δεν ντρέπεσαι;, του λέω. Ναι, μου λέει, τόν είδα μια νύχτα με φεγγάρι πού έκανε «μ, μ, μμμ…» και έχυνε μέ μια νταμιτζάνα κάτι μέσα στα κλαδιά.

Πάω μια μέρα και βρίσκω τόν Γέρο-Χαράλαμπο. ¨Τί γίνεται, Γέρο-Χαράλαμπε; του λέω. Πώς τα περνάς; Τί κάνεις; Κάποιος σέ είδε πού ερριχνες εκεί μέσα στα βάτα κάτι μέ μια νταμιτζάνα και έκανες «μ, μ, μμμ…». ¨Ήταν κάτι κρίνα μέσα στά ρουμάνια, μου λέει, και πήγα νά τά ποτίσω. Έλεγα «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε!»-και εριχνα λίγο νερό στο ένα κρίνο «Χαίρε, Νύμφη άνύμφευτε!» και ερριχνα λίγο νερό στο άλλο… Γέμιζα πάλι την νταμιτζάνα, ξαναέρριχνα. Βλέπεις; Και ό άλλος τόν πέρασε γιά μάγο!

Βλέπω, μερικοί κοσμικοί τί καλούς λογισμούς πού έχουν! Ένώ άλλοι, οι καημένοι, πόσο βασανίζονται μέ πράγματα πού ούτε καν υπάρχουν, άλλα ούτε και ό πειρασμός θά μπορούσε νά τά σκεφθή! Μιά φορά, όταν έβρεξε μετά άπό μεγάλη ανομβρία, ένιωσα τέτοια ευγνωμοσύνη στον Θεό, πού καθόμουν μέσα στο Καλύβι και έλεγα συνέχεια: ¨Σ’ευχαριστώ έκατομμύρια-δισεκατομμύρια φορές, Θεέ μου. Έξω, χωρίς νά το ξέρω, ήταν ένας κοσμικός και μέ άκουσε. Όταν μέ είδε μετά, μοϋ είπε: Πάτερ, σκανδαλίσθηκα. Άκουσα νά λές «έκατομμύρια-δισεκατομμύρια» και είπα «τί είναι αυτά πού λέει ό πατήρ Παΐσιος;». Τί νά του έλεγα; Έγώ εννοούσα ευχαριστίες στον Θεό γιά την βροχή, και αυτός νόμιζε ότι μετρούσα χρήματα.

Και αν ήταν κανένας άλλος, θά μπορούσε νά έρθη νά μέ ληστέψη το βράδυ, νά μου δώση και ενα γερό ξύλο, και τελικά δεν θά έβρισκε τίποτε. Μιά άλλη φορά είχε έρθει κάποιος πού είχε άρρωστο παιδί. Τόν πήρα νά τόν δω μέσα στο εκκλησάκι. Όταν άκουσα το πρόβλημα του, τού είπα, γιά νά τόν βοηθήσω: Κάτι πρέπει νά κάνης κι έσύ, γιά νά βοηθηθή το παιδί σου. Μετάνοιες δεν κάνεις, νηστεία δεν κάνεις, χρήματα δέν έχεις, για να κάνης ελεημοσύνες, πές στον Θεό: «Θεέ μου, δέν έχω κανένα καλό να θυσιάσω για την υγεία του παιδιού μου, θά προσπαθήσω τουλάχιστον νά κόψω το τσιγάρο». Ό καημένος συγκινήθηκε και μου υποσχέθηκε πώς θά το κάνη.

Πήγα νά του ανοίξω τήν πόρτα, γιά νά φύγη, και εκείνος άφησε το τσακμάκι και τά τσιγάρα μέσα στο εκκλησάκι, κάτω από τήν εικόνα του Χριστού. Έγώ δέν το πρόσεξα. Μετά από αυτόν μπήκε ένας νεαρός στο εκκλησάκι, κάτι ήθελε νά μου πή, και ύστερα βγήκε έξω και κάπνιζε. Τού λέω: Παλληκάρι, δέν κάνει νά καπνίζης εδώ. Πήγαινε λίγο πιο πέρα. Μέσα στην εκκλησία επιτρέπεται νά καπνίζης;, μου λέει. Αυτός είχε δει το πακέτο μέ το τσακμάκι πού είχε αφήσει ο πατέρας του άρρωστου παιδιού και έβαλε λογισμό ότι καπνίζω. Τον άφησα νά φύγη μέ τον λογισμό του. Καλά, και αν κάπνιζα, και μέσα στην εκκλησία θά κάπνιζα;

Βλέπετε τί είναι ό λογισμός;
– Γέροντα, ή υπόνοια, ή καχυποψία, πόση ζημιά μπορεί νά κάνη στην ψυχή;
– Ανάλογα μέ τήν υπόνοια είναι και ή ζημιά. Ή καχυποψία φέρνει καχεξία.
– Πώς θεραπεύεται;
– Μέ καλούς λογισμούς.

– Γέροντα, άν δη ό άνθρωπος ότι πέφτει εξω μιά φορά, αυτό δέν τον βοηθάει;
– Άν πέση μιά φορά εξω, τέλος πάντων άν πέση όμως δυό φορές, θά σακατευθη. Θέλει προσοχή, γιατί και ένα τοις χιλίοις νά μήν είναι τά πράγματα έτσι όπως τά σκεφθήκαμε, κολαζόμαστε. Όταν ήμουν στο Κοινόβιο, μιά φορά τήν Μεγάλη Σαρακοστή ένα γεροντάκι, ό
Γέρο-Δωρόθεος, τηγάνιζε κολοκυθάκια. Τον είδε ένας αδελφός τήν ώρα πού τά έβαζε στο τηγάνι και έρχεται και μου λέει: Νά δής, ό Γέρο-Δωρόθεος τηγανίζει κάτι μπαρμπούνια τόσο μεγάλα! Μά, του λέω, ό Γέρο-Δωρόθεος, Μεγάλη Σαρακοστή, δεν είναι δυνατόν νά τηγανίζη μπαρμπούνια. Ναι, μου λέει, τά είδα με τά μάτια μου, κάτι μπαρμπούνια τόσα!. Ό Γέρο-Δωρόθεος είχε έρθει δεκαπέντε χρόνων στο Άγιον Όρος και ήταν σάν μάνα. Αν έβλεπε κανένα καλογέρι λίγο φιλάσθενο, έλα εδώ, του έλεγε, έχω ένα μυστικό νά σου πω, καί του έδινε λίγο ταχίνι μέ κοπανισμένα καρύδια ή κάτι άλλο. Καί τά γεροντάκια τά οικονομούσε ανάλογα. Πάω μετά στον Γέρο-Δωρόθεο καί τί νά δω; Κολοκυθάκια τηγάνιζε γιά το νοσοκομείο!

– Καί αν, Γέροντα, ένας λογισμός υπόνοιας γιά κάποιον βγή αληθινός;
– Καί αν μιά φορά βγή αληθινός ένας τέτοιος λογισμός, σημαίνει οτι κάθε φορά θά είναι αληθινοί τέτοιοι λογισμοί; Ύστερα που ξέρεις άν ό Θεός επέτρεψε νά βγή αληθινός εκείνος ό λογισμός, γιά νά δώση πνευματικές εξετάσεις ό άλλος στην ταπείνωση;
Βέβαια χρειάζεται νά προσεχή κανείς νά μή δίνη καί ό ίδιος αφορμές, ώστε ό άλλος νά βγάζη λανθασμένα συμπεράσματα. Γιά νά βάλη λ.χ. κάποιος έναν αριστερό λογισμό γιά σένα, μπορεί ό ίδιος νά έχη εμπάθεια, άλλα κι εσύ μπορεί νά έδωσες αφορμή. Αν, παρόλο πού εσύ πρόσεξες, ό άλλος σκεφθή κάτι εις βάρος σου, τότε νά δοξάσης τον Θεό καί νά εύχηθής γιά εκείνον.

από το βιβλίο: Πνευματικός Αγώνας Γ’
Ι.Μ.Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Σουρωτής

http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θεία Λειτουργία και βαπτίσεις στην Ορθόδοξη Εκκλησία στα νησιά Φίτζι.Divine Liturgy and baptisms in the Orthodox Church in Fiji Islands.

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Ιουλίου, 2015

Κυριακή 19 Ἰουλίου 2015 Κυριακή τῶν 630 Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Δ ! Συνόδου.» Τῶν Ἁγίων Πατέρων ὁ χορός, ἐκ τῶν τῆς οἰκουμένης περάτων συνδραμών, Πατρός καί Υἱοῦ καί Πνεύματος Ἁγίου…………»

Μέ Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία ἐορτάσαμε καί φέτος τήν ἐορτή τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων.

Ἧσαν παρόντες ὅλοι οἱ Ἱερεῖς τῶν Φίτζι,ὁ π. Βαρθολομαῖος, ὁ π. Βαρνάβας, ὁ π. Γεώργιος, ὁ π. Παναγιώτης καί ἀπό τήν Ν.Ζηλανδία ὁ π. Μελέτιος.

Εἰς Πόλλά ἔτη Σεβασμιώτατε καί εἶθε μέ τήν παρουσία σας στά Νησιά τοῦ Εἰρηνικοῦ νά στερεωθεῖ ἡ Ὀρθοδοξία ( αρχαία πρωτοχριστιανική Ορθόδοξη Εκκλησία ) σ’αὐτή τήν ἐσχατιά τῆς Γῆς.

Sunday, the 19th July 2015 Sunday 630 saints and God-bearing Fathers of the Holy Fourth Ecumenical Synod.

«The Holy Fathers dance, of the universe ends assist, Father and Son and Holy Spirit …………»

By Divine Liturgy celebrated and this year the Feast of the Saints and God-bearing Fathers.

Were present all the priests of Fiji, Fr. Bartholomew, Father Barnabas, Fr. George, Fr. Panagiotis and fromNew Zealand Father Meletios.

In many years Reverend And may your presence in the Pacific Islands to secure the Orthodox (ancient early Christian Orthodox Church) in this end of the earth.

Ἀνήμερα τῆς Ἁγίας Εὐφημίας γίνανε 6 νέες βαπτίσεις στην Ορθόδοξη Εκκλησία στα Νησιά Φίτζι.Ἐξι συνολίκά νέοι ἀνθρωποι ἧρθαν στον ορθόδοξο χριστιανισμό, δύο δέ ἀπό αὐτόυς , ὁ Κωνσταντῖνος καί ἡ Ζωή,σύντομα θά τελέσουν καί τό μυστήριο τοῦ γάμου.Οἱ ἀνάδοχοι ἧταν τά μέλη δύο οἰκογενειῶν ἀπό τήν Αὐστραλία πού τίς προΰγούμενες μέρες μας ἔπισκέφθησαν στό Ἱεραποστολικό Κέντρο τῆς Μητροπόλεῶς μας στό Sabeto. Ὁ Πανάγιος Κύριος μακάρι νά δίνει φώτιση στούς νεοβαπτισθέντας ( Κωνστντῖνο, Ζωή, Εἰρήνη, Φιλίμονα, Νεκτάριο, Ἱερεμία.) καθῶς ἐπίσης καί στούς ἀναδόχους καί νά εἶναι πάντα ἄξιοι.

The day of St Euphemia became six new baptisms in the Orthodox Church in the islands Fiji. Six total young people came to the Orthodox Christianity, two of them, Constantine and Zoe, soon will be inaugurated and the sacrament of marriage .The contractors were members of two Family from Australia the prougoumenes nowadays site were the missionary center of the metropolis of us Sabeto. The Holy Lord wished to give enlightenment to new illumenated (Konstantinos, Zoi, Eirene, Filimonas, Nektarios, Jeremiah.) As well as to contractors and to always be worthy.

More Photos, περισσότερες φωτογραφίες :

https://www.facebook.com/FijiGreekOrthodoxChurch?fref=photo

https://ierapostoli.wordpress.com

Κατηγορία ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Καππαδοκία: Η μεγαλύτερη υπόγεια πόλη στον κόσμο

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Ιουλίου, 2015

Την Τρίτη, 23 Ιουνίου, εκπρόσωπος της UNESCO Ashish Kothari, πραγματοποίησε επίσκεψη προκειμένου να επιθεωρήσει  τη μεγαλύτερη υπόγεια πόλη του κόσμου που ανακαλύφθηκε στην Κεντρική Ανατολία, στην  Καππαδοκία, γύρω από το φρούριο Νεβσεχίρ.

Ο εκπρόσωπος της UNESCO συζήτησε για τις συνεχιζόμενες εργασίες καθαρισμού του χώρου με αξιωματούχους του Δήμου Νεβσεχίρ και λάμβανε ταυτόχρονα πολλές φωτογραφίες των ιστορικών θησαυρών, καθώς περιόδευε στην υπόγεια πόλη.

Η Καππαδοκία είναι μια ιστορική περιοχή και δημοφιλής τουριστικός προορισμός στην Τουρκία, δεχόμενη περίπου 3 εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως.

Η περιοχή είναι γνωστή για τους φυσικούς και βραχώδεις σχηματισμούς της, έχει ευρύχωρα σπήλαια, αρχαίες εκκλησίες λαξευμένες στους βράχους και υπόγειες πόλεις.

Η περιήγηση του Ashish Kothari κράτησε περίπου μία ώρα,  και κατά τη διάρκειά της, πληροφορήθηκε από τους εκπροσώπους του δήμου για τα μελλοντικά σχέδια στην περιοχή που βαθμολογείται ως 3η προστατευόμενη αρχαιολογική ζώνη.

Η αρχαία υπόγεια πόλη

Οι επιστήμονες ανακοίνωσαν ότι η νέα υπόγεια πόλη στην Καππαδοκία, που ανακαλύφθηκε πρόσφατα, αποτελείται από ένα δίκτυο από σήραγγες που εκτείνονται σε μια απόσταση 7 χιλιομέτρων και εκεί δημιουργήθηκαν σπίτια, εκκλησίες και μυστικοί τάφοι.

Η υπόγεια πόλη δημιουργήθηκε πριν από 5.000 χρόνια και ανακαλύφθηκε όταν οικοδόμοι της περιοχής  με εκσκαφές έπεσαν, τυχαία,  επάνω σε ένα δίκτυο από στοές.

Ο υπόγειος οικισμός είναι χτισμένος σε διάφορα επίπεδα και περιλαμβάνει υπόγειους κατοικημένους χώρους, κουζίνες, κελάρια κρασιού, παρεκκλήσια και κλίμακες που οδηγούν στην επιφάνεια της γης.

Η υπόγεια αυτή πόλη μοιάζει με άλλη υπόγεια πόλη στο Ντερίνκουγιου, που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση που ανακαλύφθηκε το 1963.

Στο Ντερίνκουγιου ζούσαν μέχρι 20 χιλιάδες κάτοικοι στην υπόγεια πόλη που έχει 11 επίπεδα.

Στο Ντερίνκουγιου και στο Νεβσεχίρ οι υπόγειες πόλεις χτίστηκαν από τους κατοίκους τους για να προστατευθούν από τους εισβολείς.

Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα των επιστημόνων έδειξαν ότι οι υπόγειοι διάδρομοι  στο Νεβσεχίρ φθάνουν σε βάθος 113 μέτρων.

Εκατομμύρια χρόνια πριν,  η ηφαιστειακή δραστηριότητα στην περιοχή της Καππαδοκίας, κάλυψε τα εδάφη με διάφορα στρώματα ηφαιστειακής τέφρας. Η διάβρωση δημιούργησε ένα ασυνήθιστο τοπίο που αποτελείται  από πετρώματα και θεαματικές κορυφές που ονομάζονται «καμινάδες της νεράϊδας».

Οι βράχοι που δημιουργήθηκαν από ‘ηφαιστειακή τέφρα’, είναι πολύ μαλακοί και εύπλαστοι και είναι ένα ιδανικό οικοδομικό υλικό.

Η ιδέα της οικοδόμησης των υπόγειων οικισμών προέρχεται από την προ-βυζαντινή εποχή καθώς οι  ειρηνικοί κάτοικοι προσπάθησαν να βρουν τρόπους  να προστατευθούν από τις επιδρομές των Περσών, των Αράβων και των Σελτζούκων Τούρκων.

 © mikres-ekdoseis- Γιῶργος  Ἐχέδωρος
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μόνον με αναφορά  της ενεργής ηλεκτρονικής διεύθυνσης  του ιστολογίουπαραγωγής- http://www. mikres-ekdoseis.gr

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΟΡΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Ιουλίου, 2015

Μία πιο τις πιο ωραίες εικόνες του Ευαγγελίου είναι και αυτή στην οποία ο Χριστός παρομοιάζει τον χριστιανό άνθρωπο με πόλη που είναι χτισμένη ψηλά στο βουνό και η οποία δεν μπορεί να κρυφτεί. Ο Χριστός αφορμάται από την Ιερουσαλήμ, η οποία είναι χτισμένη επάνω σε λόφους και ξεχωρίζει από όποιο σημείο και να την ατενίσει κάποιος. Έτσι και ο χριστιανός, καλείται να είναι «πόλις επάνω όρους κειμένη, ήτις ου δύναται κρυβήναι» (Ματθ. 5, 14). Δεν έχει όμως μόνο σημασία η έννοια της πόλεως. Βάση της, θεμέλιό της είναι το όρος. Το όρος συμβολίζει τη σταθερότητα. Το ύψος στο οποίο το όρος ανέρχεται συμβολίζει τον ουρανό. Και οι ανάσες τις οποίες ο άνθρωπος παίρνει όταν είναι ψηλά στο βουνό, δείχνουν τη δυνατότητα του ανθρώπου να έχει καθαρή καρδιά, καθαρές αισθήσεις. Αυτά τα στοιχεία τα οποία συνδυάζονται με το όρος καθιστούν την πόλη, τον χριστιανό, αληθινό άνθρωπο του Θεού  και την ίδια στιγμή δείχνουν πάνω σε ποια στοιχεία στηρίζεται η χριστιανική ταυτότητα.

Το όρος δηλώνει τη σταθερότητα. Σταθερότητα για τον χριστιανό είναι η πίστη της Εκκλησίας, η οποία δεν κλονίζεται ούτε από τα επιστημονικά επιτεύγματα ούτε από τον ορθολογισμό ούτε από τις κάθε λογής οθνείες ιδέες, οι οποίες βασανίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη και δεν την ελευθερώνουν. Κι αυτό διότι δεν στηρίζονται στην κοινωνία με το Θεανθρώπινο Πρόσωπο του Χριστού, αλλά αποσκοπούν στο να καταστήσουν τον άνθρωπο φαινομενικά ελεύθερο από δεσμεύσεις και την ίδια στιγμή να τον οδηγήσουν στην αυτοπαράδοση στη δύναμη των αισθήσεων, τη φιλαυτία και τη φιληδονία, στην πεποίθηση ότι μπορεί να περνά καλά χωρίς να έχει κοινωνία με τον Θεό. Η πίστη της Εκκλησίας, εξάλλου, δεν κλονίζεται ούτε από τις κάθε λογής αιρέσεις, οι οποίες αμφισβητούν στην πράξη την πραγματική υπόσταση του Χριστού, όπως επίσης και τις διδασκαλίες της Εκκλησίας για τον Θεό, τον άνθρωπο, τον κόσμο, μόνο και μόνο για να απολυτοποιήσουν μία προσωπική ερμηνεία κάποιου δυνατού μυαλού εις βάρος της σύνολης αλήθειας της πίστης, την οποία ως Σώμα Χριστού η Εκκλησία τόσο δια των Συνόδων, όσο και δια της διακρατήσεως από τον λαό του Θεού στους αιώνες, πρεσβεύει και αποδέχεται. Σταθερή είναι η αγάπη. Είναι η συγχωρητικότητα. Είναι η μετάνοια. Είναι η πίστη ως εμπιστοσύνη. Καμία αλλότρια ιδέα δεν μπορεί να παρακάμψει την αλήθεια τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη και να δώσει άλλες συντεταγμένες.

Το όρος δηλώνει το ύψος, δηλαδή το άνοιγμα και την άνοδο στον ουρανό. Το όρος είναι η υπέρβαση των γήινων φροντίδων, των βιοτικών, της επιβίωσης και του άγχους του θανάτου και η αποδοχή στην καρδιά μας  ότι υπάρχει η πίστη στην πρόνοια του Θεού, που είναι προσωπική για τον καθέναν μας, αλλά και, αν το θελήσουμε, και συλλογική. Είναι η αποδοχή της ελπίδας στην ανάσταση, η οποία καταξιώνει κάθε έργο καλοσύνης, αλλά και λύνει κάθε λύπη για την ματαιότητα αυτού του κόσμου.  Είναι τελικά η ελπίδα μας στον ίδιο τον Θεό, ο Οποίος ανέβασε την φύση μας στον ουρανό και ζητά από εμάς να ανοίξουμε την καρδιά μας προς Εκείνον και να στρέψουμε την πορεία της ύπαρξής μας όχι στην θλιβερή ενίοτε καθημερινότητά μας, στα βάρη και τις αγωνίες τα οποία εξ αυτής συσσωρεύονται, αλλά στην σχέση  μαζί Του, η οποία γεννά στον καθέναν μας δυνατότητες υπέρβασης κάθε μορφής κακού.

Το όρος δηλώνει την ανάσα την οποία μπορεί να πάρει ο άνθρωπος μέσα από τις καθαρές αισθήσεις. Το βουνό έχει οξυγόνο. Και ο άνθρωπος ο οποίος ανεβαίνει σ’ αυτό απαλλάσσεται από τον θόρυβο της ζωής και μπορεί να κοιτάξει τον εαυτό του, να δει τα πάθη και τις αδυναμίες του, να ζητήσει και να αγωνιστεί δια της προσευχής, της μελέτης των εντολών του Θεού και της ασκήσεως για την κάθαρση του λογισμού του. Και οι αισθήσεις καθαίρονται ακόμη δια της αγάπης. Όταν αποφασίσουμε και εργαστούμε στην κατεύθυνση να μη βλέπουμε τους άλλους ως αντικείμενα προς χρήσιν, αλλά ως πρόσωπα, με τα οποία μπορούμε να  μοιραστούμε τις χαρές και τις λύπες μας, τους σταυρούς μας, αλλά και τις ήττες μας, ως ευκαιρίες για να μπορέσουμε να προσφέρουμε από τα χαρίσματά μας μέχρι τον ίδιο μας τον εαυτό. Ανάσα παίρνει η ύπαρξη όταν η καρδιά μπορεί να αναστοχαστεί το νόημα της ζωής, όταν αφήσει τον Χριστό να εισοδεύσει εντός της, όταν η χάρις του Πνεύματος υιοθετήσει τον καθέναν μας με το θέλημά μας.

Αυτά τα στοιχεία του όρους αποτελούν ευκαιρία μετανοίας για τον καθέναν μας. Σήμερα αφήσαμε στην άκρη την προτεραιότητα της χριστιανικής μας ταυτότητας. Δεν είναι ο ουρανός ο προσανατολισμός μας. Απορροφηθήκαμε από την ματαιότητα, το άγχος, το βομβαρδισμό των επιρροών του κόσμου τούτου και βιαζόμαστε να βρούμε ευτυχία ή να χαρακτηρίσουμε τη ζωή μας δυστυχισμένη, ανάλογα με το αν θεωρούμε ότι πετύχαμε  όσα ο πολιτισμός μας μάς υποδεικνύει. Αφήσαμε κατά μέρος τον Χριστό και η ψυχή μας λαχταρά ένα τώρα χωρίς έγνοια για αύριο. Ο λόγος του Χριστού γίνεται «καιρός» αφύπνισης. Να ξαναθυμηθούμε ότι ο καθένας μας έχει κληθεί να είναι «πόλις επάνω όρους κειμένη». Και πόλις σημαίνει κοινωνία την ίδια στιγμή με τους άλλους. Να φωτιστούμε και να φωτίζουμε. Να είμαστε ενταγμένοι στην μεγάλη πόλη, την νέα Ιερουσαλήμ, που είναι η Εκκλησία, για να γνωρίζουμε πού πορευόμαστε σε μία εποχή στην οποία έχουμε ξεχάσει ότι ο χριστιανός είναι υπεύθυνος να δώσει την μαρτυρία του και στον κόσμο, για να μπορεί να είναι με τους άλλους μαζί. Και σ’ αυτό έγκειται η βάση και η αξία της χριστιανικής μας ταυτότητας. Εντός της Εκκλησίας λοιπόν. Με σταθερότητα, ουρανό και ανάσες. Και θα αντέξουμε κάθε δυσκολία, όντας σε κοινωνία με τον Χριστό και τους πλησίον μας.

Κέρκυρα, 19 Ιουλίου 2015

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΚΑΙ Η ΔΟΞΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Ιουλίου, 2015

Ένα από τα πιο συγκλονιστικά μυθιστορήματα που αναφέρονται στην επιλογή ταυτότητας του ανθρώπου μέσα σε ένα θρησκευτικό, αλλά και κοινωνικό σύστημα, είναι Η Δύναμις και η Δόξα του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα Γκράχαμ Γκρήν (1904-1991). Κεντρικός του ήρωας ένας ιερέας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στο Μεξικό, με χρόνο δράσης το 1934. Έχει προηγηθεί ένας επίσημος διωγμός από ένα επαναστατικό καθεστώς εμφορούμενο από μαρξιστικές ιδέες, ένας εμφύλιος πόλεμος και μία κοινωνία στην οποία κυριαρχούν τα χαρακτηριστικά του φόβου, της μισαλλοδοξίας, της βίας. Μια κοινωνία στην οποία το κακό βαφτίζεται καλό επίσημα. Χαρακτηριστικά του διωγμού είναι ο αποσχηματισμός των ιερέων μέσω της επιβολής του υποχρεωτικού γάμου, η εκτέλεση με συνοπτικές διαδικασίες όσων αρνούνται να καταθέσουν το σχήμα τους και να παντρευτούν, αλλά και μία επιφανειακή ελευθερία για τους ταγούς της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, τους επισκόπους, οι οποίοι παραμένουν σχετικά ήσυχοι.

Ο ήρωας του βιβλίου ζει κυνηγημένος. Είναι ένας ιερέας-μέθυσος, χωρίς όνομα. Έχει ένα παιδί με μία κοπέλα ενός χωριού. Άνθρωπος που νιώθει τις αμαρτίες και τα πάθη του και ξέρει ότι όλα του συνέβησαν διότι δεν ήταν ταπεινός. Παρόλα αυτά, δεν θα πάψει, όπου βρεθεί, να εξομολογεί, να κηρύττει και να λειτουργεί, ανταποκρινόμενος στην σιωπηλή δίψα των ανθρώπων να παραμείνουν πιστοί, ακόμη και με κίνδυνο της ζωής του. Δεν έχει όμως την αίσθηση ότι είναι ήρωας. Ότι είναι άγιος. Κάνει αυτό που η αποστολή του τού επιβάλλει, χωρίς όμως να νιώθει ότι  είναι κάποιος σπουδαίος. Ο διωγμός και ο φόβος του θανάτου γίνεται καθρέφτης του εντός του ανθρώπου. Έχει διαλέξει την ταυτότητά του, το ρόλο του, όμως δεν είναι άτρωτος. Προχωρά προς την οδό του μαρτυρίου, την οδό της Βασιλείας, αυτή που δίνει δύναμη και δόξα, την δύναμη του να φτάσει κάποιος μέχρι το τέλος ακόμη και νικημένος πάλιν και πολλάκις από τα πάθη του, αλλά μη αλλάζοντας αυτό που είναι, και την δόξα της ταπείνωσης, που η πίστη και οι περιστάσεις της ζωής φέρνουν. Ο ήρωας, αφού περάσει ένα ανελέητο κυνηγητό, αφού  επιχειρήσει να ξεφύγει από τον θάνατο, δεν θα μπορέσει να αντισταθεί στις κλήσεις και το χρέος της ιερωσύνης. Θα συνοδεύσει μία Ινδιάνα στο κοιμητήριο ενός βουνού για να θάψει το μικρό παιδί της, θα πάει, ενώ ξέρει ότι τον περιμένει η σύλληψη και ο θάνατος, να ακούσει την τελευταία εξομολόγηση ενός επικηρυγμένου δολοφόνου και δεν θα υποκύψει στις πιέσεις του άλλου ήρωα του μυθιστορήματος, ενός σκληρού στην καρδιά και απόλυτου ιδεολόγου αστυνομικού, εκφραστή της κοσμικής εξουσίας.

Αυτός είναι ο δεύτερος ήρωας, εξίσου ανώνυμος, ο οποίος βλέπει την δύναμη και τη δόξα από την πλευρά της εξουσίας των ιδεών. Δύναμη είναι η αποτίναξη της θρησκείας και οποιασδήποτε ιδέας δεν αφήνει τον άνθρωπο να αναλάβει μόνος την ευθύνη για τη ζωή του, που τον τρέφει με αυταπάτες περί αιωνιότητας, όπως εκείνος πιστεύει. Δύναμη είναι η παιδεία, είναι τα όπλα, είναι η επιβολή στον κόσμο. Δόξα είναι η εξόντωση των εχθρών, ακόμη και των ανθρώπων του ιδίου καθεστώτος, οι οποίοι δεν είναι καθαροί, έχουν πάθη, δεν πιστεύουν στην απολυτότητα των ιδεών του. Και ο αστυνομικός θα θριαμβεύσει στο ιστορικό πλαίσιο. Όμως, καθώς θα περνά ο χρόνος, εύκολα φαίνεται ότι είναι πρόσκαιρη η δύναμη και η δόξα των ιδεών. Μόνο η ταπείνωση, η αγάπη, η πίστη, η άφεση των άλλων νικούν αληθινά.

Γύρω από αυτούς τους δύο κεντρικούς ήρωες αναπτύσσονται άλλοι ανθρώπινοι τύποι. Ο ιερέας Χοσέ, δειλός και υποταγμένος στην μοίρα του, να έχει παντρευτεί υποχρεωτικά μία γυναίκα και να έχει ανταλλάξει το τιμαλφές της αιωνιότητας με το ρόλο του συζύγου. Η αποστολή της ιερωσύνης, μολονότι και ο ίδιος το συνειδητοποιεί ότι είναι μοναδική και αναφαίρετη, καθώς ακόμη και επίορκος και αρνητής, εξακολουθεί να δικαιούται να μεταβάλει το ψωμί και το κρασί σε σώμα και αίμα Χριστού, να μπορεί να προσευχηθεί για τον καθένα και να ακούσει τις εξομολογήσεις των ανθρώπων,  δεν μπορεί να νικήσει τη δειλία του. Και έτσι περαιτέρω ταπεινώνεται, αυτός που από την αρχή ήταν ταπεινός, χωρίς να μπορέσει να γυρίσει στην παραδείσια κατάσταση της κοινωνίας με το Θεό και τους ανθρώπους εξωτερικά. Στο βάθος της ύπαρξής του όμως παραμένει μία μικρή ελπίδα, ότι ο Θεός δεν θα του το καταλογίσει και θα φανεί εύσπλαχνος.  Η μικρή Κόραλ, άνθρωπος συμπόνιας, αγάπης, ανθρωπισμού, ο τύπος εκείνος που χωρίς να πιστεύει, ζει χριστιανικά. Ο μιγάς, ένας Ιούδας ο οποίος συντροφεύει τον μέθυσο ιερέα, παλεύοντας μέσα του αν τελικά θα πρέπει να τον προδώσει ή όχι, και κάνοντας την επιλογή να λάβει τα αργύρια, διότι ο εαυτός του είναι πιο σημαντικός από τη ζωή των άλλων. Δύο αδέρφια προτεστάντες, αντίπαλης θρησκείας, που όταν ο παπα-μέθυσος κινδυνεύει, θα τον σώσουν και θα του δώσουν την τελευταία ευκαιρία να νιώσει κανονικός ιερέας. Η ερωμένη του ιερέα και μητέρα του παιδιού του, η οποία στην καρδιά της διασώζει αγάπη γι’ αυτόν που την εγκατέλειψε και είναι έτοιμη να κινδυνεύσει για χάρη του, μολονότι γνωρίζει ότι δεν έχει καμία ελπίδα για μία κανονική ζωή. Η Μπριγκίτα, η κόρη τους, ένα χαμίνι που όμως είναι τελικά ένας από τους λόγους για τους οποίους ο ιερέας στέκεται στα πόδια του. Ζητά από τον Θεό να πληρώσει ο ίδιος για τις αμαρτίες του, όχι όμως το παιδί. Των τοιούτων εστί η Βασιλεία των ουρανών. Η ευσεβής γυναίκα της φυλακής, η οποία δεν κοιτά την δοκό στα μάτι της αλλά το κάρφος στο ερωτευμένο ζευγάρι. Ο οδοντίατρος, ο οποίος παλεύει μεταξύ της ελπίδας για μία διαφορετική ζωή, της ανάγκης για συντροφικότητα και αγάπη και του συμβιβασμού, της παραίτησης μπροστά στην μοίρα. Η μάνα που διδάσκει τα παιδιά της την πίστη και τον ηρωισμό που περνούνε μέσα από το μαρτύριο, αλλά που δεν μπορεί να πείσει το αγόρι της να νικήσει τον ορθολογισμό και τον ρεαλισμό του.

Όλοι αυτοί και άλλες λιγότερο ή περισσότερο σκοτεινές μορφές, κινούνται γύρω από μία συγκλονιστική φράση που ο συγγραφέας βάζει στην σκέψη του κεντρικού του ήρωα:  «Για τούτο τον κόσμο πέθανε ο Χριστός . όσο περισσότερο το κακό που έβλεπες και άκουγες γύρω σου, τόσο μεγαλύτερη λαμπρότητα περιέβαλλε τον θάνατο. Είναι πολύ εύκολο να πεθαίνεις για κάτι καλό ή όμορφο, για το σπίτι σου, για τα παιδιά σου ή για τον πολιτισμό, αλλά θέλει να είσαι Θεός για να πεθάνεις για τους χλιαρούς και τους διεφθαρμένους» (Σελ. 154). Όλο το μυθιστόρημα είναι μία απόδειξη τελικά ότι η πίστη στο Χριστό και η παρουσία του Θεού στον κόσμο συνυπάρχουν στην ήττα από το κακό, στον σταυρό και τον θάνατο, αλλά και την ίδια στιγμή στην ανάσταση της αγάπης, ακόμη κι αν αυτός που πιστεύει φανεί στα μάτια των εξουσιαστών και των αφρόνων του κόσμου «τεθνάναι». Ότι εκεί όπου η αμαρτία επλέονασε, η χάρις του Θεού και το έλεός Του υπερπερισσεύουν και ότι όποιος έχει λίγα δράμια πίστης και ταπείνωσης στην καρδιά του δεν θα μείνει αβοήθητος και αν- ελέητος.

Ποια είναι η ταυτότητα του ανθρώπου σε έναν τέτοιο κόσμο εξουσίας του κακού, μισαλλοδοξίας, φόβου για το αύριο, φτώχειας, διαστροφής της ανθρωπιάς, κυριαρχίας των παθών; Ποια είναι η ταυτότητα ενός χριστιανού σε έναν τέτοιο κόσμο; Ποια είναι η αποστολή της χριστιανικής Εκκλησίας σε μία τέτοια πραγματικότητα; Τα ερωτήματα προφανώς δεν αφορούν μόνο στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αλλά στον χριστιανικό κόσμο εν γένει. Άλλωστε ένα μυθιστόρημα και ένας συγγραφέας γράφει με μία οικουμενική προοπτική, διότι τα ερωτήματα είναι βαθιά υπαρξιακά.

Ο χριστιανός καλείται να επαναβεβαιώνει την ταυτότητά του πρώτα στο εσωτερικό θρησκευτικό σύστημα στο οποίο ανήκει. Ο ευσεβισμός και η καθαρολογία από την μία, η αυτάρκεια και η καλοπέραση από την άλλη αποτελούν τις δύο όψεις του νομίσματος που λέγεται θρησκευτικότητα χωρίς αγάπη και με γνώμονα την ευκολία. Την ίδια στιγμή, η χριστιανική ταυτότητα στηρίζεται στον αγώνα για την μεταμόρφωση των παθών. Κλειδί η ταπείνωση. Και συνεχώς τίθεται το ερώτημα της θέσης των χριστιανών στον κόσμο. Υπάρχουμε για να καλύπτουμε τις υλικές ανάγκες των ανθρώπων, ως επαναστάτες εναντίον της αδικίας, ως προσευχόμενοι για να δώσει λύσεις ο Θεός στις δικές μας αδυναμίες, ως προνομιούχοι μιας κοινωνίας η οποία δεν έχει σχέση με την πίστη  αλλά που την θέλει ως φολκλόρ; Πόσο ο τελικός σκοπός της ζωής μας που είναι η αγιότητα μπορεί να λειτουργήσει στην προοπτική του μέλλοντος και όχι και του παρόντος;  Πόσο μπορούμε να αδιαφορούμε για το ότι  αυτός ο κόσμος, αυτή η εποχή, όπου το όραμα της χρηματικής άνεσης φαίνεται να υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη  για επιβίωση, αλλά δεν αποχωρεί από τις καρδιές μας, πλεονεξία που είναι ειδωλολατρία,εξακολουθούν να απαιτούν, και μάλιστα με κραυγαλέο τρόπο,   από την  Εκκλησία μόνο ύλη αδιαφορώντας  για το Ευαγγέλιο της Βασιλείας; Πόσο μπορούμε να αδιαφορούμε για το γεγονός ότι  αυτός ο κόσμος  στηρίζεται σε  έναν ολοκληρωτισμό με όποια μορφή κι αν αυτός έρχεται, του θρησκευτικού φανατισμού, του πολιτικού, του τηλεοπτικού και μιντιακού, του πολιτισμικού, ως την μόνη οδό για το καλό των πολλών;

Δεν είναι εύκολες και μονοσήμαντες οι απαντήσεις. Εκεί όμως όπου ο καθένας μπορεί να σταθεί, διαβάζοντας το μυθιστόρημα, είναι το γεγονός ότι σε δύσκολες εποχές, κυριαρχίας της κάθε μορφής εξουσίας, από την μία θριαμβεύουν η μνησικακία, η εκδικητικότητα και ο φόβος  και από την άλλη αναδύονται η ανθρωπιά και η αγάπη. Ένα ποτήριο ψυχρού ύδατος στον καύσωνα του εγωκεντρισμού  χρειάζεται ο κόσμος. Μόνο που αυτό δεν πρέπει να το περιμένουμε από τους άλλους, αλλά να το δίνουμε πρώτοι εμείς, όσο και όπως μπορούμε. Διότι μόνο έτσι η Βασιλεία της Δυνάμεως και της δόξας κερδίζεται στην καρδιά του καθενός μας. Κι εδώ μπορούμε να βρούμε την ταυτότητά μας. Ποιοι είμαστε έναντι του Θεού, έναντι των άλλων και του εαυτού μας και πρωτίστως τι σημαίνει να είμαστε μέλη της Εκκλησίας, ταγοί και καθημερινοί.

«Ο Θεός είναι αγάπη. Δεν λέω πως η καρδιά δεν παίρνει κάποια γεύση απ’ αυτή την αγάπη-αλλά τι γεύση. Ένα τόσο δα ποτηράκι αγάπης ανάμεικτο με ένα λίτρο βρωμόνερα. Αυτή η αγάπη έχει γίνει αγνώριστη. Μπορεί μάλιστα να μοιάζει και σαν μίσος. Είναι ό,τι πρέπει για να μας τρομάξει-η αγάπη του Θεού. Έβαλε φωτιά στη βάτο της ερήμου και άνοιξε τάφους και σήκωσε τους νεκρούς και τους έβαλε να περπατούν στα σκοτάδια. Αχ, άνθρωποι σαν εμένα θα έφευγαν τρέχοντας έτσι κι ένιωθαν αυτή την αγάπη κάπου κοντά τους» (σελ. 294)

Τρέχουμε να ξεφύγουμε από την αγάπη του Θεού. Φοβόμαστε μήπως γιατρευτούμε. Φοβόμαστε μήπως βρούμε στην αγιότητα την αληθινή μας ταυτότητα και αποστολή. Και έχουμε υποκαταστήσει τον δρόμο και τον τρόπο της Βασιλείας με την δύναμη του σήμερα, την ανάγκη για νίκη σε βάρος όλων των άλλων, την απόγνωση της ήττας όταν συντρίβονται τα δικαιώματά μας. Μόνο που μέσα στην προοπτική της αγιότητας έρχεται τελικά η ελπίδα. Ακόμη κι αν περνά από τους μικρότερους και μεγαλύτερους θανάτους της ταπείνωσης που γίνεται υψοποιός και δίνει ζωή.

«Ήξερε τώρα πια πως στο τέλος ένα μόνο πράγμα μετρούσε-να είσαι άγιος» (σελ. 309).

Είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο ανοίγει δρόμους κυρίως προσωπικού αλλά και συλλογικού προβληματισμού σε πιστεύοντες και μη. Δυνατή η μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, πολύτιμο τόσο το εισαγωγικό σημείωμα του Τζον Απντάικ και ακόμη περισσότερο το Επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Κυκλοφορείται από τις εκδόσειςΠόλις.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἡ διάκριση τῶν λογισμῶν. Ὁ βίος τοῦ Ὁσίου Νήφωνος Ἐπισκόπου Κωνσταντιανῆς τῆς κατ’ Ἀλεξάνδρειαν

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Ιουλίου, 2015

Όταν συνῆλθε κάπως ἀπό τήν ἔκπληξή του, τόν ξαναρώτησε:

-Σέ παρακαλῶ, γέροντα, μιά καί γνωρίζεις ὅλες τίς σκέψεις μου, πές μου: Ἀπό ποῦ ἦρθε αὐτός ὁ λογισμός; Ἀπό μένα γεννήθηκε ἤ ἦρθε ἀπ’ ἀλλοῦ;

-Ἀπ’ τό διάβολος γεννήθηκε, πού ἤθελε νά διαστρέψει τή σωστή σου ἄποψη καί νά σοῦ δημιουργήσει σύγχυση. Ἀλλά καλά ἔκανες καί τόν φανέρωσες ἀμέσως, γιατί ἀλλιῶς θά χωνόταν βαθιά μέσα στήν καρδιά σου καί δύκολα θά ξερριζωνόταν. Ὁ ἄνθρωπος, βλέπεις, ἔχει τούς φυσικούς του λογισμούς, μέ τούς ὁποίους διακρίνει τί πρέπει νά κάνει καί τί ὄχι. Ἔχει ὅμως καί δυό λογιῶν ἀκόμα λογισμούς, πού τόν διατάζουν: Τούς δαιμονικούς (πονηρούς) καί ἀγγελικούς (ἀγαθούς). Πρέπει λοιπόν νά ἐξετάζει προσεκτικά ὅλους τούς λογισμούς πού μπαινοβγαίνουν στό νοῦ του, νά ξεχωρίζει αὐτούς πού τοῦ βάζει ὁ πονηρός καί νά τούς διώχνει. Αὐτό ὅμως μπορεῖ νά τό κάνει μόνο ὅταν ἔχει νοῦ καθαρό καί ἀμέριμνο. Ὁ νοῦς πού εἶναι θολωμένος ἀπ’ τίς πολλές βιοτικές φροντίδες καί σκοτισμένος ἀπ’ τίς ἀπολαύσεις καί τίς ἡδονές, εὔκολα γλιστράει στό κακό, μή μπορώντας νά ξεχωρίσει τό ψωμί ἀπό τήν πέτρα. Αὐτός ποτέ δέν μπορεῖ νά νιώσει τί λογῆς εἶναι τά ἔργα του, καλά ἤ πονηρά, γιατί ὁ σατανάς εὔκολα τόν ξεγελάει. Τό γλυκό ἀπό τό πικρό δέν μπορεῖ νά τό ξεχωρίσει. Ἀνακατεύεται ἄκριτα τό μέλι μέ τ’ ἀψίνθι…. Καί ποιός μπορεῖ νά φάει τέτοιο παρασκεύασμα;

-Μά τότε……. ποιός μπορεῖ λοιπόν νά σωθεῖ; Ρώτησε μισοαπελπισμένος ὁ ἄρχοντας.

-Ἄκουσε, παιδί μου…. Ναί, εἶναι ἀδύνατο νά σωθοῦμε μόνοι μας. Ἀλλά ὁ Θεός τά πάντα μπορεῖ νά κάνει γιά τή σωτηρία μας166. Βλέπεις ὅτι πολλοί ἄνθρωποι, μολονότι προσφέρουν δῶρα καί ὑπηρεσίες στόν ἐπίγειο βασιλιά, μέ μεγάλη δυσκολία πετυχαίνουν αὐτό πού τοῦ ζητᾶνε. Ἄλλοι πάλι, χωρίς νά τοῦ προσφέρουν τίποτα, κερδίζουν τή συμπάθεια καί τή βοήθειά του. Ἔτσι καί ὁ Θεός· ἄλλους δοξάζει γιά τά ἔργα τους, ἄλλους ἐλεεῖ γιά τή βαθειά τους μετάνοια καί ἄλλους σπλαχνίζεται χάρη στίς πρεσβείες τῶν ἁγίων Του. Πολλούς πάλι τούς χτυπάει καί τούς παιδεύει ἐδῶ, ἐνῶ ἐκεῖ τούς χαρίζει τήν αἰώνια μακαριότητα, φτάνει νά μή γογγύσουν γιά ὅσα ὑποφέρουν.

  152. Ψαλμ. 140:9.

153.Πρβλ. Ψαλμ. 90:12.

154.Πρβλ. Ψαλμ. 90:13.

155.Πρβλ. Ἐφεσ. 5:15.

156. Β΄ Κορ. 5:17. Γαλ. 6: 15.

157.Πρβλ. Παροιμ. 11:31.

158.Ψαλμ. 149:5.

159. Πρβλ. Ρωμ. 7:13.

160.Ψαλμ. 72:18.

161.Ψαλμ. 146:3.

162. Β΄Κορ. 12:7.

163. Λουκ. 16:15.

164.Ματθ. 10:40.

165.Λουκ. 9:47-48.

166.Βλ. Λουκ. 18:27.

Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος, Ὅσιος Νήφων  Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς

  (σελ.255-256) Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου- Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004
http://makkavaios.blogspot.gr/2015/07/blog-post_85.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ιησούς του Ναυή

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Ιουλίου, 2015

naui

Τό ἕκτο κατά σειρά βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι τό ὀνομαζόμενο «Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ». Ἄν θέλουμε νά εἴμαστε ἀκριβολόγοι θά λέγαμε ὅτι ἡ ἔκφραση «τοῦ Ναυῆ» ὡς προσδιορισμός τοῦ πατρώνυμου τοῦ Ἰησοῦ δέν εἶναι σωστός ἐξαιτίας ἀντιγραφικοῦ σφάλματος. Τό σωστό θά ἦταν «Ἰησοῦς τοῦ Νοῦν». Πέραν ὅμως αὐτῆς τῆς παρατήρησης, τό ὄνομα «Ἰησοῦς» μεταφράζεται ὡς «σωτήρας». Ὁ Ἰησοῦς εἶναι μιά σημαντική προσωπικότητα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ ὁποῖος διαδέχθηκε τόν Μωυσῆ στήν ἡγεσία τοῦ Ἰσραήλ. Βρισκόταν μαζί του στά δύσκολα χρόνια τῆς παραμονῆς τῶν Ἰσραηλιτῶν στήν ἔρημο καί ἀξιώθηκε μόνος του (μετά τόν θάνατο τοῦ Μωυσῆ) νά τούς ὁδηγήσει καί στήν συνέχεια νά τούς ἐγκαταστήσει στήν γῆ Χαναάν. Στό βιβλίο γίνεται ἀναφορά στά γεγονότα ἀπό τόν θάνατο τοῦ Μωυσῆ μέχρι τόν θάνατο τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ. Ἐκτός τῆς ἐγκατάστασης στήν Χαναάν τῶν ἰσραηλιτῶν στό βιβλίο περιγράφεται καί ὁ τρόπος διανομῆς τῆς περιοχῆς μεταξύ τῶν φυλῶν.
Χρονικά τά παραπάνω γεγονότα πραγματοποιοῦνται μεταξύ τοῦ 1250-1200 π.Χ.
Τό περιεχόμενο τοῦ βιβλίου ξεδιπλώνεται σέ 24 κεφάλαια καί ὡς πρός τήν δομή τους διαιροῦνται σέ δύο κυρίως μέρη (κεφ.1-12 καί 13-24). Στό πρῶτο μέρος ἀναφέρονται τά σχετικά μέ τήν κατάκτηση τῆς Χαναάν ἐνῶ στό δεύτερο καταγράφεται ἡ διανομή τῆς περιοχῆς σέ κάθε φυλή. Τό βιβλίο κατακλείεται μέ τούς τελευταίους παραινετικούς λόγους τοῦ Ἰησοῦ πρός τό λαό καί μέ τήν ἀνανέωση τῆς διαθήκης τοῦ λαοῦ μέ τόν Θεό του. ( κεφ.23,1-24,33).
Ὡς πρός τήν ἑνότητά του ἔχει ὑπάρξει ἀπό τούς εἰδικούς διχογνωμία. Κάποιοι τοποθέτησαν τό βιβλίο ἑνωποιημένο μέ τήν Πεντάτευχο δημιουργώντας μία «Ἐξάτευχο». Ὅμως ἡ προσπάθεια αὐτή ἔχει πλέον ἐγκαταλειφθεῖ. Κοινός τόπος ὅμως εἶναι ἡ ἀλήθεια ὅτι τό κείμενο τοῦ βιβλίου ἔχει ὑποστεῖ ἐξεργασία ἀπό ἕναν δευτερονομιστή συντάκτη. Συγγραφέας τοῦ κειμένου πιθανόν νά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς, ἄν καί αὐτό ἀμφισβητεῖται ἐξαιτίας τῶν ἀναφορῶν σέ γεγονότα πού ἕπονται τοῦ θανάτου του. Ἔτσι, ἔχει ὑποτεθεῖ ὅτι συντάκτης τοῦ βιβλίου μπορεῖ νά εἶναι ἕνας στενός του συνεργάτης πού ὅμως μέ σιγουριά ἦταν αὐτόπτης καί αὐτήκοος τῶν γεγονότων πού περιγράφονται. Πάντως τό ἴδιο τό βιβλικό κείμενο μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ἔγραφε « τά ρήματα ταῦτα εἰς βιβλίον…». Τό κείμενο γράφτηκε κοντά στά ἔτη πού πραγματοποιοῦνται τά γεγονότα καί ἄρα πρόκειται γιά τά τέλη τοῦ 13ου αἰώνα π.Χ.
Πρίν τήν καταγραφή τῶν θεμάτων πού περιγράφονται στό βιβλίο, πού ἔχουν καί τό μεγαλύτετο ἐνδιαφέρον γιά τούς περισσότερους, κρίνεται ἐπιβεβλημένο νά δοθεῖ μιά ἐξήγηση σέ αὐτούς πού σκανδαλίζονται γιά τίς ἀναφορές στό βιβλίο περί πολέμων, ἐχθροπραξιῶν, βίας κτλ. Πράγματι ὅταν κάποιος διαβάσει τό βιβλίο στό ὁποῖο ἀναφερόμαστε θά μπεῖ στήν φυσική διαδικασία τῆς σκέψης περί τῶν «ἱερῶν» πολέμων καί τῆς βίας πού περιγράφονται. Δέν ὑπάρχει κατά τήν γνώμη μας καλύτερη προσέγγιση ὡς πρός αὐτά, παρά ἐκεῖνα πού ἀναφέρει ὁ καθηγητής Σταύρος Καλαντζάκης στό σπουδαῖο βιβλίο του «Εἰσαγωγή στήν Παλαιά Διαθήκη, τά ὁποῖα καί παραθέτουμε αὐτολεξεί: « Ἐδῶ ὅμως πρόκειται γιά μιά ἱστορία, ὅπου κυριαρχοῦν οἱ πολεμικές ἐπιχειρήσεις γιά τήν κατάκτηση τῆς Χαναάν καί οἱ αἱματηρές συγκρούσεις τῶν ἰσραηλιτῶν μέ τούς χαναναίους, πού τίς διέπει ἕνα πνεῦμα «ἱεροῦ πολέμου». Αὐτό τό πνεῦμα σήμερα τίς εὐαίσθητες συνειδήσεις καί δημιουργεῖ ἠθικά προβλήματα σ᾽αὐτούς πού ἀδυνατοῦν νά το συμβιβάσουν μέ τό εἰρηνικό τῆς Κ.Διαθήκης. Διότι συμβαίνει, πράγματι, τό ἴδιο τό βιβλίο νά δικαιολογεῖ τόν πόλεμο, πού προκαλεῖ κατόπιν θείας ἐντολῆς ὁ ἰσραηλιτικός λαός ἐναντίον τῶν χαναναίων, οἱ ὁποῖοι γίνονται θύματα μιᾶς βίαιης καί ἐνίοτε ἀνελέητης ἐξόντωσης κατά τήν διάρκειά του.
Οἱ διάφορες ἐξηγήσεις πού δίδονται ἐν προκειμένω γιά τήν ἔννοια τοῦ πολέμου, ὡς πράξης πού λαμβάνει χώρα σέ ἀπόμακρη καί σκληρή ἐποχή ἤ πού ὑποκρύπτει ἕναν ἀλληγορισμό κλπ., δέν αἴρουν τίς ἠθικές δυσκολίες. Κάτι τέτοιο μπορεῖ νά συμβεῖ μόνον, ἄν γίνει κατανοητό ὅτι ὁ Γιαχβέ ἀποκαλύπτεται ὄχι μέ ἀφηρημένες καί θεωρητικές ἰδιότητες, ἀλλά μέ τά ἱστορικά γεγονότα, τά ὁποῖα κατ᾽ἀνάγκη ἐμπεριέχουν τή χρήση τῆς βίας καί τῆς αἱματοχυσίας. Γιατί πῶς ἀλλιῶς, μπορεῖ νά ρωτήσει κανείς, ἦταν δυνατό νά κατακτηθεῖ ἡ Χαναάν ἀπό τό λαό τῆς Διαθήκης; Μέ ποιόν ἄλλον τρόπο μποροῦσε νά συγκρουσθεῖ ὁ Γιαχβισμός μέ τό Βααλισμό τῶν χαναναίων καί τίς εἰδωλολατρικές παραφυάδες του;
Ἐξάλλου εἶναι γνωστό ὅτι ὁ Γιαχβέ ἀποκαλύφθηκε στόν Ἰσραήλ καί τόν κατέστησε περιούσιο λαό του πολεμώντας ἐναντίον τῶν αἰγυπτίων καί ἀπελευθερώνοντάς τον ἀπό τήν δουλεία τους. Ὡς πολεμιστή Θεό λοιπόν τόν γνωρίζουν καί σ᾽αὐτή τήν ὄψη τοῦ χαρακτήρα του δίδουν ἰδιαίτερη ἔμφαση οἱ ἰσραηλίτες. Αὐτό σημαίνει ὅτι καί τά γεγονότα τοῦ βιβλίου τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ πρέπει νά ἑρμηνευθοῦν ὑπό τό φῶς τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπό τήν πολεμική ἐμπειρία τοῦ λαοῦ του, ὅπως εἶχε γίνει μέχρι τότε. Συνεπῶς ὁ πόλεμος μέ ὅλα τά ἐπακόλουθά του ἦταν διακαιολογημένος γι᾽αὐτούς, προκειμένου νά ἐπιτύχει ὁ σκοπός τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί γνώριζαν καλῶς ὅτι ἡ Χαναάν ἦταν ἡ γῆ πού τούς ὑποσχέθηκε ὡς δῶρο γιά τήν πιστότητά τους. Ἦταν δική του γῆ καί μόνον αὐτός ἀγωνιζόμενος πρός χάριν τους θά τούς ἐξασφάλιζε τήν ἀπόκτησή της.
Ὁ ἰδιόμορφος αὐτός χαρακτήρας τοῦ βιβλίου πρέπει νά θεωρεῖται σέ σχέση πάντοτε μέ τό ἱστορικό καί πολιτιστικό ἐπίπεδο τῆς ἐποχῆς του καί σέ συνδυασμό μέ τήν σαφή θρησκευτική προκατάληψη πού διέπει τό πνεῦμα της. Ὁ κίνδυνος πού ἀπειλοῦσε τήν Γιαχβική θρησκεία ἀπό τήν ἀπαφή της με´τήν εἰδωλολατρία ἦταν ἄμεσος καί ἔπρεπε ν᾽ἀντιμετωπισθεῖ δυναμικά. Ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου εἶναι πεπεισμένος ὅτι μόνον ἡ ἴδια τακτική, δηλ. τοῦ πολέμου, μποροῦσε νά περισώσει καί νά διαφυλάξει τήν ὑπόσταση τοῦ ἔθνους του». Ἡ ἄρτια αὐτή τοποθέτηση τοῦ καθηγητοῦ τοποθετεῖ τά πράγματα στήν σωστή τους βάση καί ἀπαντᾶ στόν λανθασμένο τρόπο προσέγγισης ὁρισμένων στά βιβλικά γεγονότα. Πράγματι, ἄν ἀναζητήσει κάποιος στό διαδίκτυο τούς πολέμους πού περιγράφονται στό βιβλίο Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ θά ἀντιληφθεῖ τήν στρατηγική ὡς μόνη προσέγγιση ἐπί τῶν γεγονότων. Τήν παρουσίαση τοῦ Ἰησοῦ ὡς ἀδίστακτης, πολεμοχαροῦς, ὑπερφίαλης πολιτικῆς ἤ στρατιωτικῆς προσωπικότητας. Πρόκειται γιά προσέγγιση καθαρά ἱστορική, καί κατά τήν γνώμη μας λανθασμένη, ἀφοῦ μέ βάση αὐτήν ὁ Θεός βρίσκεται ἀδιάφορος γιά τούς ἄνθρώπους καί τήν πορεία τῆς ζωῆς τους.
Στήν συνέχεια μποροῦμε νά καταγράψουμε τά βασικά θέματα πού ἀναπτύσσονται στό βιβλίο.
Α) Ἡ ἔννοια τοῦ «ἱεροῦ πολέμου» στόν Ἰσραήλ.
Ἡ ἔννοια τοῦ πολέμου στόν Ἰσραήλ παρουσιάζεται ὡς ἐπιτακτική ἀνάγκη, ὡς ἀναγκαῖο κακό μέ δύο βάσεις. Ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ ἐνστίκτου τῆς ἀνασφάλειας πού διακατέχει τόν ἰσραηλίτη γιά τήν ἐξασφάλιση μόνιμης κατοικίας καί ὡς ὑπόσχεση ἐκπλήρωσης τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ γιά τήν κληρονομία τῆς γῆς τῆς ἐπαγγελίας. Μέ βάση αὐτά ἐξηγεῖται ἡ σκληρότητα στούς ἀγῶνες τῶν ἰσραηλιτῶν κατά τῶν χαναναίων πού ἐκδηλώνονται μέ πράξεις φανατισμοῦ καί βίας. Μέ τήν ἔννοια αὐτῆ μιλοῦμε περί «ἱεροῦ πολέμου», μιᾶς ἔκφρασης πού στίς μέρες μας ἀκούγεται καί εἶναι ἀποκρουστική. «Πάντως ὁ «ἱερός πόλεμος», ὅπως περιγράφεται στό βιβλίο τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ἀλλά καί σ᾽ἐκεῖνα τῶν Κριτῶν καί τῶν Βασιλειῶν, γιά νά κατανοηθεῖ πρέπει νά ἑρμηνευθεῖ ὑπό τό φῶς τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπό τήν πολεμική ἐμπειρία τοῦ περιούσιου λαοῦ. Αὐτή τήν ἐμπειρία εἶχε ἀποκτήσει μέ τήν δυναμική ἐπέμβαση τοῦ Γιαχβέ κατά τήν ἔξοδό του ἀπό τήν Αἴγυπτο καί μέ αὐτή λογικά ἔπρεπε νά πορευτεῖ κατόπιν ὥς τό τέλος τοῦ προορισμοῦ του. Ἄλλο τρόπο, ἐκτός ἀπό τόν πόλεμο γιά νά γθάσει στή γῆ τῆς ἐπαγγελίας καί νά ἐπιτευχθεῖ τό σωτηριῶδες θεῖο σχέδιο, δέν μποροῦσε νά φαντασθεῖ».
Ἕνα ἀκόμα σημαντικό θέμα στό βιβλίο τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ εἶναι ἡ συνέπεια πού δείχνει ὁ Θεός γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν του. Στό βιβλίο τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ βλέπουμε νά ἐκπληρώνεται αὐτό πού εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός στούς Πατριάρχες. Διαβάζουμε: « καί ἔδωκε Κύριος τῷ Ἰσραήλ πᾶσαν τήν γῆν, ἥν ὤμοσεν δοῦναι τοῖς πατράσιν αὐτῶν καί κατεκληρομόμησαν αὐτήν καί κατώκησαν ἐν αὐτῇ». Ἀπό τήν Αἴγυπτο μέχρι τήν στιγμή αὐτή τῆς καταλήψεως τῆς γῆς τους βρισκόταν πάντα δίπλα τους. Αὐτή ἡ χώρα πού τώρα καταλαμβάνουν ἀποτελεῖ μιά κληρονομιά τους καί ὀνομαζόταν «κληρονομία τοῦ Κυρίου». Παρατηρεῖται λοιπόν πιστή τήρηση τῶν ὅσων εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός ἀλλά δέν βλέπουμε τό ἴδιο νά συμβαίνει ἀπό τήν μεριά τοῦ λαοῦ. Αὐτό ὅμως ζητᾶ στόν λόγο του πρός τούς συμπατριῶτες του ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ στά τελευταῖα κεφάλαια τοῦ βιβλίου του. Τούς προτρέπει τώρα μέ τήν ἐγκατάστασή τους νά μήν προσκολληθοῦν στά εἴδωλα καί παραγκωνίσουν τήν Πίστη τῶν Πατέρων τους. Χρησιμοποιεῖ μιά πολύ παραστατική εἰκόνα γιά τό ζήτημα αὐτό. Λέει ὅτι οἱ ἔχθροί τοῦ ἔθνους τους θά μετατραποῦν σέ καρφιά γιά τίς φτέρνες τους καί ἀγκάθια γιά τά μάτια τους.
Τό ἐπόμενο θέμα πού μπορεῖ νά ἐντοπιστεῖ στό βιβλίο τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ εἶναι ὁ τρόπος πού ἔβλεπαν οἱ ἰσραηλίτες τόν Θεό. Στό βιβλίο αὐτό ἔχουμε μιά διαφορετική προσέγγιση τοῦ συγγραφέα. Βλέπουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι Κύριος ὅλης τῆς γῆς. Εἶναι ἅγιος καί ζηλωτής καί ἰδιαίτερα προσδιορίζεται ὡς Θεός τοῦ Ἰσραήλ. Ἐμφανίζεται ὡς «ἄνθρωπος πολέμου» ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ τόν λαό Του, τοῦ ἀπακαλύπτεται, τόν προφυλάσσει, τόν τοποθετεῖ στήν χώρα πού ρέει μέλι καί γάλα. Ἐμφανίζεται νά σκληραίνει τήν καρδιά τῶν ἐχθρῶν τους χαναναίων, ἐνῶ τούς ἴδιους τούς εὐλογεῖ.
Τό βιβλίο τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ χρησιμοποιεῖται στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή καί στήν Ἐπιστολή τοῦ Ἰακώβου ἐνῶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας βλέπουν τόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ἐξαιτίας τῆς πλήρους ἀφοσιώσεως του, ὡς εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Μέ αὐτήν τήν προσέγγιση ὁ πρῶτος ἡγήθηκε τοῦ παλαιοῦ Ἰσραήλ ἐνῶ ὁ δεύτερος τοῦ Νέου Ἰσραήλ. Στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς μπορεῖ νά ἀναζητήσει κανείς πληροφορίες γιά τόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ. Γι᾽ αὐτόν ἔγραψαν οἱ: Ὠριγένης, Θεοδώρητος Κύρου καί Προκόπιος Γάζης.

τοῦ ἀρχιμ.Ἰακώβου Κανάκη

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (Σύντομος Βίος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουλίου, 2015

Ο Όσιος Γέρων Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Ο Γέροντας είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, ο Γέροντας βαφτίστηκε από τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.

Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά και στη συνέχεια πήγε στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο. Στην Κέρκυρα η οικογένειά του έμεινε ενάμιση χρόνο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα. Εκεί ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετο». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».

Εφηβικά χρόνια και ο στρατός

Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελνόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.

Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμεί στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Απολύθηκε από το στρατό το 1949.

Μοναστικός Βίος

Τα πρώτα χρόνια

Ο πατέρας Παΐσιος πρώτη φορά εισήλθε στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του. έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Η πρώτη μονή στην οποία κατευθύνθηκε και παρέμεινε για ένα βράδυ ήταν Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στις Καρυές. Εν συνεχεία κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί θα γνωρίσει τον πατέρα Κύριλλο που ήταν ηγούμενος στη μονή και θα τον ακολουθήσει πιστά.

Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα και διάβαζε διαρκώς, ιδιαίτερα τον Αββά Ισαάκ.

Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν Ιδιόρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του. Η συνάντησή του όμως με τον Γέροντα Συμεών θα είναι καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο.

Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. Επί 4 έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.

Από εκεί πήγε στο Όρος Σινά στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Ο Γέροντας εργαζόταν ως ξυλουργός και ό,τι κέρδιζε το έδινε σε φιλανθρωπίες στους Βεδουίνους, ιδίως τρόφιμα και φάρμακα.

Επιστροφή στο Άγιο Όρος

Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος, από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ. Η σκήτη η οποία τον φιλοξένησε ήταν η Ιβήρων. Στο διάστημα που παρέμεινε εκεί, και συγκεκριμένα το 1966, ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στην Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπάτου.

Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά από το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα χαρισματικό μοναχό που ονομάζεται Παΐσιος. Το επόμενο έτος μεταφέρεται στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοηθάει σημαντικά σε χειρονακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού. Συχνά μάλιστα βοηθάει ως ψάλτης στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου το Γέροντα Τύχωνα. Οι δύο γέροντες ανέπτυξαν δυνατή φιλία η οποία τερματίσθηκε με την κοίμηση του Γέρωντα Τύχωνα το 1968. Ο Παΐσιος έμεινε στο κελί του Γέροντα Τύχωνα για ένδεκα έτη μετά την κοίμησή του, πράγμα που ήταν επιθυμία του φίλου του λίγο πριν πεθάνει.

Στην Παναγούδα

Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Προδρόμου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν μια σκήτη εγκαταλελειμμένη και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Οι ασθένειες του Γέροντα

Το ιστορικό

Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στο Θεαγένειο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.

Το τέλος της ζωής του

Μετά το 1993 άρχισε να παρουσιάζει αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Παΐσιος βγαίνει για τελευταία φορά από το Όρος και πηγαίνει στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί μένει για λίγες μέρες και ενώ ετοιμάζεται να φύγει ασθενεί και μεταφέρεται στο Θεαγένειο, όπου του γίνεται διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 ο γέροντας χειρουργείται.

Παρότι η ασθένεια δεν σταμάτησε (παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ), ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοινώνουν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) ο γέροντας κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του.

Τελικά την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 (με το νέο ημερολόγιο) και ώρα 11:30 το βράδυ την ησυχία τάραξε μια δυνατή βροντή! Κατόπιν με συνεχείς αστραπές φωτιζόταν όλο το Άγιον Όρος.

Το απόγευμα εγινε γνωστό ότι ο γέροντας είχε περάσει πιά στην αιωνιότητα.

Ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο κοιμήσεως του Γέροντος, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.

 Η μνήμη του τιμάται στις 12 Ιουλίου.

http://imverias.blogspot.gr/2015/07/blog-post_61.html#more

 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Να βάζουμε ερωτηματικά στους λογισμούς υπόνοιας.

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουλίου, 2015

 – Γέροντα, τί βοηθάει να διώχνω τους λογισμούς υπόνοιας;

– Όλα είναι  πάντα  έτσι,  όπως  τά  βλέπεις;  Να  βάζης  πάντα  ενα  ερωτηματικό  σέ  κάθε λογισμό  σου,  μιά πού όλα  τά  βλέπεις συνήθως αριστερά, καθώς επίσης  και άπό κανέναν καλό  λογισμό  γιά  τους  άλλους,  γιά  νά  μην  άμαρτάνης  με  τις  κρίσεις  σου.  Αν  βάζης  δύο ερωτηματικά, είναι πιο καλά. Αν βάζης τρία, είναι ακόμη καλύτερα. Έτσι κι εσύ ειρηνεύεις και
ωφελείσαι,  άλλα  και  τον  άλλον  ωφελείς.  Αλλιώς,  μέ  τον  αριστερό  λογισμό  νευριάζεις, ταράζεσαι  και  στενοχωριέσαι,  οπότε  βλάπτεσαι  πνευματικά.

Όταν άντιμετωπίζης  ό,τι βλέπεις  μέ  καλούς  λογισμούς,  μετά  άπό  λίγο  καιρό  θά  δής  ότι  όλα  ήταν  πράγματι  έτσι, όπως  τά  είδες  μέ  καλούς  λογισμούς.  Θά  σοϋ  πώ  ενα  περιστατικό,  γιά  νά  δής  τί  κάνει  ό
αριστερός  λογισμός.  Μιά  μέρα  ήρθε  στο  Καλύβι  ένας  μοναχός  και  μου  λέει:  Ό  Γέρο-Χαράλαμπος είναι μάγος έκανε μαγικά. Τί λές, μωρέ χαμένε; Δεν ντρέπεσαι;, του λέω. Ναι, μου λέει,  τόν  είδα  μια  νύχτα  με  φεγγάρι  πού έκανε  «μ,  μ,  μμμ…»  και  έχυνε  μέ  μια νταμιτζάνα  κάτι  μέσα  στα  κλαδιά.  Πάω  μια  μέρα  και  βρίσκω  τόν  Γέρο-Χαράλαμπο.  ¨Τί γίνεται, Γέρο-Χαράλαμπε; του λέω. Πώς τα περνάς; Τί κάνεις; Κάποιος σέ είδε πού ερριχνες εκεί μέσα στα βάτα κάτι μέ μια νταμιτζάνα και έκανες «μ, μ, μμμ…». ¨Ήταν κάτι κρίνα μέσα στά  ρουμάνια,  μου  λέει,  και  πήγα  νά  τά  ποτίσω. Έλεγα  «Χαίρε,  Νύμφη  ανύμφευτε!»-και ερριχνα  λίγο  νερό  στο  ένα  κρίνο  «Χαίρε,  Νύμφη  άνύμφευτε!»  και  ερριχνα  λίγο  νερό  στο άλλο…  Γέμιζα  πάλι  την  νταμιτζάνα,  ξαναέρριχνα.  Βλέπεις;  Και  ό  άλλος  τόν  πέρασε  γιά
μάγο!

Βλέπω,  μερικοί  κοσμικοί  τί  καλούς  λογισμούς  πού  έχουν!  Ένώ  άλλοι,  οι  καημένοι, πόσο  βασανίζονται  μέ  πράγματα  πού  ούτε  καν  υπάρχουν,  άλλα  ούτε  και  ό  πειρασμός θά μπορούσε νά τά σκεφθή! Μιά φορά, όταν έβρεξε  μετά  άπό  μεγάλη  ανομβρία,  ένιωσα  τέτοια ευγνωμοσύνη  στον  Θεό,  πού  καθόμουν  μέσα  στο  Καλύβι  και  έλεγα  συνέχεια:  ¨Σ’ευχαριστώ έκατομμύρια-δισεκατομμύρια φορές, Θεέ μου. Έξω, χωρίς νά το ξέρω, ήταν ένας κοσμικός και  μέ  άκουσε.  Όταν  μέ  είδε  μετά,  μοϋ  είπε:  Πάτερ,  σκανδαλίσθηκα.  Άκουσα νά  λές «έκατομμύρια-δισεκατομμύρια» και είπα «τί είναι αυτά πού λέει ό πατήρ Παΐσιος;». Τί νά του  έλεγα;  Έγώ  εννοούσα  ευχαριστίες  στον  Θεό  γιά  την  βροχή,  και  αυτός  νόμιζε  ότι μετρούσα χρήματα. Και αν ήταν κανένας άλλος, θά μπορούσε νά έρθη νά μέ ληστέψη το βράδυ, νά μου δώση και ενα γερό ξύλο, και τελικά δεν θά έβρισκε τίποτε. Μιά άλλη φορά είχε έρθει κάποιος πού είχε άρρωστο παιδί. Τόν πήρα νά τόν δω μέσα στο εκκλησάκι. Όταν άκουσα το
πρόβλημα του, τού είπα, γιά νά τόν βοηθήσω: Κάτι πρέπει νά κάνης κι έσύ, γιά νά βοηθηθή το παιδί  σου.  Μετάνοιες  δεν  κάνεις, νηστεία  δεν  κάνεις,  χρήματα  δέν  έχεις,  για  να  κάνης ελεημοσύνες,  πές  στον  Θεό:  «Θεέ  μου,  δέν  έχω  κανένα  καλό  να  θυσιάσω  για  την  υγεία  του παιδιού  μου, θά προσπαθήσω τουλάχιστον νά κόψω το τσιγάρο». Ό καημένος συγκινήθηκε και
μου  υποσχέθηκε  πώς  θά  το  κάνη.  Πήγα  νά  του  ανοίξω  τήν  πόρτα,  γιά  νά  φύγη,  και  εκείνος άφησε το τσακμάκι και τά τσιγάρα μέσα στο εκκλησάκι, κάτω από τήν εικόνα του Χριστού. Έγώ δέν το πρόσεξα. Μετά από αυτόν μπήκε ένας νεαρός στο εκκλησάκι, κάτι ήθελε  νά  μου πή, και ύστερα βγήκε  έξω  και  κάπνιζε.  Τού  λέω:  Παλληκάρι,  δέν  κάνει  νά  καπνίζης  εδώ.  Πήγαινε  λίγο  πιο πέρα. Μέσα στην εκκλησία επιτρέπεται νά καπνίζης;, μου λέει. Αυτός είχε δει το πακέτο μέ το τσακμάκι πού είχε αφήσει ο πατέρας του άρρωστου παιδιού και έβαλε λογισμό ότι καπνίζω. Τον άφησα νά φύγη μέ τον λογισμό του. Καλά, και αν κάπνιζα, και μέσα στην εκκλησία θά κάπνιζα;
Βλέπετε τί είναι ό λογισμός;

– Γέροντα, ή υπόνοια, ή καχυποψία, πόση ζημιά μπορεί νά κάνη στην ψυχή;

– Ανάλογα μέ τήν υπόνοια είναι και ή ζημιά. Ή καχυποψία φέρνει καχεξία.

– Πώς θεραπεύεται;

– Μέ καλούς λογισμούς.

– Γέροντα, άν δη ό άνθρωπος ότι πέφτει εξω μιά φορά, αυτό δέν τον βοηθάει;

– Άν πέση μιά φορά εξω, τέλος πάντων άν πέση όμως δυό φορές, θά σακατευθη. Θέλει προσοχή,  γιατί  και  ένα τοις  χιλίοις  νά  μήν  είναι  τά  πράγματα  έτσι όπως τά  σκεφθήκαμε, κολαζόμαστε.  Όταν  ήμουν  στο  Κοινόβιο,  μιά  φορά  τήν  Μεγάλη  Σαρακοστή  ένα  γεροντάκι,  ό
Γέρο-Δωρόθεος, τηγάνιζε κολοκυθάκια. Τον είδε ένας αδελφός τήν ώρα πού τά έβαζε στο τηγάνι και έρχεται και μου λέει: Νά δής, ό Γέρο-Δωρόθεος τηγανίζει κάτι μπαρμπούνια τόσο μεγάλα! Μά, του λέω, ό Γέρο-Δωρόθεος, Μεγάλη Σαρακοστή, δεν είναι δυνατόν νά τηγανίζη μπαρμπούνια. Ναι,  μου  λέει,  τά  είδα  με  τά  μάτια  μου,  κάτι  μπαρμπούνια  τόσα!.  Ό  Γέρο-Δωρόθεος  είχε  έρθει  δεκαπέντε  χρόνων  στο  Άγιον  Όρος  και  ήταν  σάν  μάνα.  Αν  έβλεπε
κανένα καλογέρι λίγο φιλάσθενο, έλα εδώ,  του έλεγε, έχω ένα  μυστικό  νά σου πω, καί του  έδινε  λίγο  ταχίνι  μέ  κοπανισμένα  καρύδια  ή  κάτι  άλλο.  Καί  τά  γεροντάκια  τά οικονομούσε ανάλογα. Πάω μετά στον Γέρο-Δωρόθεο καί τί νά δω; Κολοκυθάκια τηγάνιζε γιά το νοσοκομείο!

– Καί αν, Γέροντα, ένας λογισμός υπόνοιας γιά κάποιον βγή αληθινός;

– Καί αν μιά φορά βγή αληθινός ένας τέτοιος λογισμός, σημαίνει οτι κάθε φορά θά είναι αληθινοί  τέτοιοι  λογισμοί;  Ύστερα  που  ξέρεις  άν  ό  Θεός επέτρεψε  νά  βγή αληθινός  εκείνος  ό λογισμός, γιά νά δώση πνευματικές εξετάσεις ό άλλος στην ταπείνωση;

Βέβαια χρειάζεται νά προσεχή κανείς νά μή δίνη καί ό ίδιος αφορμές, ώστε ό άλλος νά βγάζη  λανθασμένα συμπεράσματα.  Γιά  νά  βάλη  λ.χ.  κάποιος  έναν  αριστερό λογισμό  γιά  σένα, μπορεί ό ίδιος νά έχη εμπάθεια, άλλα κι εσύ μπορεί νά έδωσες αφορμή. Αν, παρόλο πού εσύ πρόσεξες, ό άλλος σκεφθή κάτι εις βάρος σου, τότε νά δοξάσης τον Θεό καί νά εύχηθής γιά εκείνον.

από το βιβλίο: Πνευματικός Αγώνας Γ’

Ι.Μ.Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Σουρωτής

http://imverias.blogspot.gr/2015/07/blog-post_13.html

 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα μεταπολεμικά αλφαβητάρια του ελληνικού σχολείου

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουλίου, 2015

Η ανάγκη για τη λειτουργία και οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος μετά τον εμφύλιο πόλεμο ήταν αδήριτη ανάγκη. Τα σχολεία κατά τα χρόνια του εμφυλίου λειτουργούσαν περισσότερο ως οργανισμοί πρόνοιας, παρά ως κέντρα μόρφωσης και παιδείας. Σε αυτό να προστεθεί και η έλλειψη δασκάλων λόγω των διώξεων που ακολούθησαν με τον εμφύλιο σπαραγμό.

alfabitario2

Μέσα σε αυτή την κατάσταση κυκλοφόρησε το αλφαβητάρι τα «Καλά Παιδιά» από τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων για το σχολικό έτος 1949-50. Ήταν μια δουλειά με κείμενα του Επαμεινώνδα Γεραντώνη και εικόνες του χαράκτη Κώστα Γραμματόπουλου.

anagnostika6

Το πιο αναγνωρίσιμο αλφαβητάριο του δημοτικού, ίσως και το πιο επιτυχημένο όλων των εποχών, είναι αυτό του 1955, που παρέμεινε στα σχολεία έως το 1974. Στην ουσία πρόκειται για μια φυσική εξέλιξη του αλφαβηταρίου του 1949. Την επιμέλεια στην εικονογράφηση είχε ο Κώστας Γραμματόπουλος. Η απλότητά του και η αμεσότητα, το έκαναν να ξεχωρίσει από όλα όσα είχαν ως τότε εκδοθεί. Εικόνες πολύ κοντά στο παιδικό μάτι, έξυπνες φράσεις για την χρήση των γραμμάτων, από τους Ι. Κ. Γιαννέλη και Γ. Σακκά. Ο Γραμματόπουλος έκανε επιτυχημένη σχεδίαση και ο Μίμης, η Λόλα, η Έλλη, η Άννα έγιναν οι καλύτεροι ήρωες των μαθητών. Δεν είναι τυχαίο ότι έως το 1979 που αποσύρθηκε πραγματοποίησε 16 απανωτές εκδόσεις. Στο παγκόσμιο Παιδαγωγικό Συμπόσιο μάλιστα που έγινε στο Λαϊκεν του Βελγίου, κατά τη διάρκεια έκθεσης διδακτικών βιβλίων, του απονεμήθηκε το Πρώτο Βραβείο.

alfabitario3

Όλα τα αλφαβητάρια από την εποχή που έκαναν την εμφάνισή τους βρίσκονται σήμερα σε οργανωμένες συλλογές όπως είναι το Ελληνικό  Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ), το Κέντρο Ερευνών για τη Νεοελληνική Εκπαίδευση και στον Οργανισμό Παιδικών και Εφηβικών Βιβλιοθηκών.

alfabitario4

Τα τελευταία χρόνια εντείνονται οι προσπάθειες και παρατηρείται ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον για τα ελληνικά αλφαβητάρια. Το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας διοργάνωσε το 2010 έκθεση με τίτλο: «Καλλιτέχνες και Λογοτέχνες στα Αναγνωστικά 1860-1960». Επανεκδόθηκαν από γνωστή εφημερίδα και έγιναν ανάρπαστα από το αναγνωστικό κοινό. Δεν είναι λίγοι οι γονείς που πέρα από τα σημερινά σχολικά εγχειρίδια προτείνουν στα παιδιά τους τη μελέτη και επαφή με αυτά τα ”παλιοκαιρίτικα” αναγνωστικά. Πέρα από τα ανωτέρω κυκλοφόρησε από τα ΕΛ.ΤΑ αναμνηστική σειρά γραμματοσήμων, μια σειρά από κάρτες με εικόνες από τα αναγνωστικά,  άλμπουμ γραμματοσήμων, φύλλο προσωπικού γραμματοσήμου.

Τα αναγνωστικά αναμφίβολα αποτελούν μια λαμπρή σελίδα της νεοελληνικής εκπαιδευτικής ιστορίας. Οι αναμνηστικές σειρές που εκδόθηκαν έτυχαν θερμής αποδοχής τόσο από συλλέκτες όσο και από άτομα της παλιάς γενιάς που στο αντίκρισμα τους πλημμύρισαν με παιδικές-σχολικές αναμνήσεις.

Βασίλειος Χάδος

http://www.pemptousia.gr/2015/07/ta-metapolemika-alfavitaria-tou-ellinikou-scholiou/

Κατηγορία ΒΙΒΛΙΑ, ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αρχή της Σοφίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουλίου, 2015

«Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου»(Παροιμ. 1, 7)

Αν κάποιος γνώριζε τον αριθμό των άστρων του ουρανού και τα ονόματα των ιχθύων της θαλάσσης και τα ειδή των φυτών, που βλαστάνουν στους αγρούς και τις συνήθειες των ζώων, που ζουν στα δάση, πλην όμως ο άνθρωπος αυτός δεν είχε φόβο Θεού, η γνώση του θα ήταν σαν το νερό μέσα σε σουρωτήρι. Επιπλέον η γνώση του αυτή θα τον έκανε πιο δειλό μπροστά στον θάνατο, απ’ ότι κάποιον άλλον παντελώς άμοιρο γνώσεως.

Αν κάποιος μπορούσε να μαντέψει όλες τις σκέψεις των ανθρώπων και να προφητεύσει το πεπρωμένο της ανθρω­πότητας και να αποκαλύψει κάθε μυστικό, που κρύβει στα σπλάχνα της η γη, εντούτοις όμως αυτός δεν είχε φόβο Θεού, η γνώση του θα ήταν σαν το γάλα, που χύνεται σ’ ένα ακάθαρτο σκεύος, απ’ το οποίο μπορεί να χαλάσει όλο το περιεχόμενο. Ιδίως κατά την ώρα του θανάτου ενός τέτοιου ανθρώπου, η «σοφία» του δεν θα είχε ούτε τη λάμψη ενός πυρακτωμένου κάρβουνου, αλλά θα έκανε ακόμη πιο ζοφερή τη νύχτα του θανάτου του.

Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου. Πώς μπορεί εκείνος, που δεν έχει αρχίσει σωστά, να τελειώσει σωστά; Όποιος πάρει εξ αρχής λάθος δρόμο, πρέπει να γυρίσει πίσω και να ξεκινήσει σωστά, δηλαδή πρέπει να βάλει τα πόδια του στο σωστό δρόμο. Όποιος δεν έχει καθόλου φόβο Θεού, δεν έχει επίσης καθόλου πίστη στον Θεό. Οι μεγαλύτεροι ασκητές, οι οποίοι νέκρωσαν το φρόνημα της σαρκός και έζησαν ασκούμενοι νυχθημερόν επί σαράντα ή πενήντα έτη, αυτοί ήταν έμπλεοι φόβου του Θεού μέχρι τον θάνατό τους· όμως αυτοί, οι πλέον αναμάρτητοι μεταξύ των ανθρώπων, την ώρα του θανάτου τους αναβοούσαν: «Κύριε, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ!».

Ο φόβος του Θεού είναι το άλας της ευσεβείας. Αν δεν υπάρχει τέτοιο αλάτι, όλη η ευσέβειά μας είναι άνοστη και χαλαρή. Ο φόβος του Θεού περιζώνει τις οσφύες, ανασκουμπώνει το στομάχι, κάνει την καρδιά νηφάλια, ελέγχει τον νου και μαστιγώνει το «ίδιον θέλημα» του ανθρώπου. Αλήθεια, πού υπάρχει μετάνοια χωρίς τον φόβο του Θεού; Πού υπάρχει ταπείνωση; Πού συστολή; Πού αγνεία; Πού υπομονή; Πού διακονία και υπακοή;

Ω! αδελφοί μου, ας ενστερνιστούμε αυτήν τη λέξη ως την αγία αλήθεια: Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου. Ω! Κύριε Παντο­δύναμε, εμφύτευσε τον φόβο Σου στις καρδιές μας.

Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, Ιούνιος, εκδ. Άθως, σ.16-17)

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το Αλφαβητάρι της Αρετής

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουλίου, 2015

Ναός+(εσωτερικό)

ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟ ΘΕΟΛΟΓΟ

Ά ρχιζε πάντα απ” το Θεό και πάντα τελείωνε μαζί του

Β ίου το κέρδος είν” αυτό: τη μέρα σου καλά να τελειώνεις
Γ νώριζε όλα τα καλά έργα των δικαίων

Δ εινόν το να πεινάει κανείς, μα φοβερότερος ο πλούτος ο παράνομος

Ε υεργετείς; Μάθε λοιπόν πως το Θεό μιμείσαι.

Ζ ήτα απ” το Θεό να σου είναι σπλαχνικός, σαν όμως εύσπλαχνος είσαι και εσύ

Η
σάρκα η ανθρώπινη να συγκρατείται πρέπει και να δαμάζεται γερά

Θ υμό χαλίνωνε, μη πέσεις έξω από τη λογική

Ί σια ψηλά το βλέμμα σου, στη γλώσσα να ‘χεις μέτρο

Κ λειδί στ” αυτιά να βρίσκεται, το γέλιο σου να ‘ναι σεμνό

Λ υχνάρι να πορεύεται η λογική μπροστά από κάθε σου έργο

Μ η σου γλυστράει κάτω απ” ότι φαίνεται, εκείνο που υπάρχει

Ν α ερευνάς τα πάντα με το νου, όμως να πράττεις όσα επιτρέπονται

Ξ ένος πως είσαι, μάθε το καλά. Γι” αυτό τίμα τους ξένους

Ό ταν στη γαλήνη ταξιδεύεις, τότε να θυμάσαι τη φουρτούνα

Π άντα να δέχεσαι ευχάριστα, όσα από το Θεό προέρχονται

Ρ αβδί να σε χτυπά του δίκαιου καλύτερα, παρά ο κακός να σε τιμά

Σ τις θύρες των σοφών να πηγαινοέρχεσαι, μακρυά απ” τις θύρες των πλουσίων

Τ ο μικρό, μικρό δεν είναι όταν σε κάτι μέγα οδηγεί

Ύ βριν χαλίνωνε, μακρυά απ” την έπαρση μέγας σοφός να γίνεις

Φ υλάξου συ απ” το πέσιμο, σαν όμως άλλος πέσει, μη γελάς

Χ
άρισμα το να σε φθονούν, αίσχος και μέγα, να φθονείς εσύ

Ψ υχή που στο Θεό προσφέρεται, είναι η καλύτερη θυσία

Ω, ποιος θα τα φυλάξει όλα αυτά; Αυτός και θα σωθεί!

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

facebook.com/perivolipanagias.blogspot.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σύναξη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουλίου, 2015

Αρχάγγελος Γαβριήλ

Εορτάζει στις 13 Ιουλίου εκάστου έτους.

Των σων αγαθών ώσπερ οὐκ έχω κόρον,
Ως οὐδ’ εορτών, Γαβριὴλ Άρχων Νόων.
Τη δεκάτη δε τρίτῃ συναγήοχεν ώδε Γαβριήλ.

Βιογραφία
Να, συν τοις άλλοις, πως η Εκκλησία υμνεί τον αρχάγγελο Γαβριήλ σ’ αυτή τη γιορτή του:

«Θρόνω παριστάμενος τῆς τρισηλίου Θεότητας καὶ πλουσίως λαμπόμενος, ταὶς θείαις λαμπρότησι, ταὶς ἐκπεμπομέναις, ἀπαύστως ἐκεῖθεν, τοὺς ἐπὶ γῆς χαρμονικῶς, χοροστατοῦντας καὶ εὐφημούντας σέ, παθῶν ἀχλύος λύτρωσαι, καὶ φωτισμῶ καταλάμπρυνον, Γαβριὴλ Ἀρχιστράτηγε, πρεσβευτὰ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Τῶν ἀσωμάτων λειτουργῶν ὡς πρωτεύων, τὸ πρὸ αἰώνων ὁρισθὲν ὄντως μέγα, σὺ Γαβριὴλ πεπίστευσαι μυστήριον, τόκον τὸν ἀπόρρητον, τῆς ἁγίας Παρθένου, Χαῖρε, προσφωνῶν αὕτη, ἡ κεχαριτωμένη. Χρεωστικῶς σὲ ὅθεν οἱ πιστοί, ἐν εὐφροσύνῃ ἀεὶ μακαρίζαμεν».

Για ποιον λόγο γίνεται μνεία την Συνάξεως του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, δεν γνωρίζουμε. Ίσως να συνδέεται με κάποια ευεργεσία του Αρχαγγέλου που ποίησε αυτή την ημέρα στους Χριστιανούς ή να συνδέετε με το γεγονός ότι η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ήθελε να δείξει με αυτή την εορτή την αφοσίωση της στον Αρχάγγελο Γαβριήλ και αυτό ίσως να έγινε περί τον 9ο μ.Χ. αιώνα.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖος Ἀρχάγγελος, τῶν νοερῶν στρατιῶν, Τριάδος τὴν ἔλλαμψιν, καθυποδέχη λαμπρῶς, Γαβριὴλ Ἀρχιστράτηγε, ὅθεν ἐκ πάσης βλάβης, καὶ παντοίας ἀνάγκης, σῷζε ἀπαρατρώτους, τοὺς πιστῶς σὲ τιμώντας, καὶ πόθω ἀνευφημούντας, τὰ σὰ θαυμάσια.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Τῶν Οὐρανίων στρατιῶν Ἀρχιστράτηγε, δυσωποῦμέν σε ἀεὶ ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι, ἳνα ταῖς σαῖς δεήσεσι τειχίσης ἡμᾶς, σκέπη τῶν πτερύγων τῆς ἀΰλου σου δόξης, φρουρῶν ἡμᾶς προσπίπτοντας, ἐκτενῶς καὶ βοῶντας, Ἐκ τῶν κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ὡς Ταξιάρχης τῶν ἄνω Δυνάμεων.

Πηγή:  saint.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επίκαιροι λόγοι του αγίου Παισίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιουλίου, 2015

Κλειστές τράπεζες λίγα λεφτά και άγχος! Δείγμα κοσμικού ανθρώπου χωρίς εμπιστοσύνη στο Θεό.

Όσο απομακρύνονται οι άνθρωποι από την φυσική ζωή, και προχωρούν στην πολυτέλεια, τόσο αυξάνει και το ανθρώπινο άγχος. Και όσο απομακρύνονται από τον Θεό, επόμενο είναι να μην βρίσκουν πουθενά ανάπαυση. Για αυτό γυρίζουν ανήσυχοι ακόμη και γύρω από το φεγγάρι – σαν το λουρί της μηχανής γύρω από την τρελλή ρόδα – , γιατί ολόκληρος ο πλανήτης μας δεν χωράει την πολλή τους ανησυχία.
Από την κοσμική καλοπέραση, από την κοσμική ευτυχία, βγαίνει το κοσμικό άγχος. Η εξωτερική μόρφωση με το άγχος οδηγεί καθημερινώς εκατοντάδες ανθρώπων (ακόμη και μικρά παιδιά με άγχος) στις ψυχαναλύσεις και στους ψυχιάτρους και κτίζει συνεχώς ψυχιατρεία και μετεκπαιδεύει ψυχιάτρους, ενώ πολλοί ψυχίατροι ούτε Θεό πιστεύουν ούτε ψυχή παραδέχονται. Επομένως, πως είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι να βοηθήσουν ψυχές, αφού και οι ίδιοι είναι γεμάτοι από άγχος; Πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος να παρηγορήση αληθινά, αν δεν πιστέψη στον Θεό και στην αληθινή ζωή, την μετά θάνατον, την αιώνια; όταν συλλάβη ο άνθρωπος το βαθύτερο νόημα της ζωής της αληθινής, τότε φεύγει όλο το άγχος του και έρχεται η θεία παρηγοριά, και θεραπεύεται.
Αν πήγαινε κανείς στο Ψυχιατρείο και διάβαζε στους ασθενείς τον Αββά Ισαάκ, θα γίνονταν καλά όσοι πιστεύουν στον Θεό, γιατί θα γνώριζαν το βαθύτερο νόημα της ζωής. Πάνε να ηρεμήσουν οι άνθρωποι είτε με ηρεμιστικά είτε με θεωρίες γιόγκα, και την πνευματική ηρεμία, που έρχεται, όταν ταπεινωθή ο άνθρωπος, δεν την επιδιώκουν, για να έρθη η θεία παρηγοριά μέσα τους. Και οι διάφοροι τουρίστες, που έρχονται από ξένες χώρες και περπατούν στους δρόμους, μέσα στον ήλιο, στην ζέστη, μέσα στην σκόνη, μέσα σε τόση φασαρία, σκέψου πόσο υποφέρουν ! Τι ζόρισμα, τι σφίξιμο εσωτερικό έχουν, ώστε το σκάσιμο αυτό το εξωτερικό το θεωρούν ανάσα ! Πόσο τους διώχνει ο εαυτός τους, που θεωρούν ανάπαυση όλη αυτήν την ταλαιπωρία !
Όταν δούμε άνθρωπο με μεγάλο άγχος, στεναχώρια και λύπη, ενώ τα έχει όλα – τίποτε δεν του λείπει – πρέπει να γνωρίζουμε ότι του λείπει ο Θεός. Τελικά, οι άνθρωποι βασανίζονται και από τον πλούτο, γιατί τα υλικά αγαθά δεν τους γεμίζουν. Είναι διπλό βάσανο.
Ξέρω ανθρώπους πλούσιους, που τα έχουν όλα, δεν έχουν και παιδιά και βασανίζονται. Βαριούνται που κοιμούνται, βαριούνται να περπατήσουν, βασανίζονται από όλα. « Εντάξει, αφού έχεις ελεύθερο χρόνο, λέω σε κάποιον, κάνε πνευματικά. Διάβασε μια Ώρα, διάβασε λίγο από το Ευαγγέλιο» . « Δεν μπορώ », μου λέει. « Κάνε ένα καλό, πήγαινε σε κανένα νοσοκομείο και δες κανέναν άρρωστο ». « Που να πάω ως εκεί, σου λέει, και τι θα βγή ; ». « Πήγαινε να βοηθήσης κανέναν φτωχό στην γειτονιά σου ». « Όχι, δεν με ευχαριστεί, λέει, ούτε αυτό ». Να έχη ελεύθερο χρόνο, να έχη ένα σωρό σπίτια, να έχη όλα τα καλά, και να βασανίζεται ! Ξέρετε πόσοι τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν; Και βασανίζονται, μέχρι να τους στρίψη το μυαλό. Φοβερό ! Και αν τυχόν δεν δουλεύουν, αλλά μόνον από τις περιουσίες έχουν εισοδήματα, είναι οι πιο βασανισμένοι άνθρωποι. Ενώ, αν έχουν τουλάχιστον μια δουλειά, είναι καλύτερα.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΛΚΥΣΤΙΚΟΣ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιουλίου, 2015

     Ζούμε σε μία εποχή στην οποία οι νέοι άνθρωποι, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκην αρνητικοί έναντι της Εκκλησίας, δεν φαίνεται να είναι πρόθυμοι να ακούσουν τον λόγο της. Η Εκκλησία δεν παράγει γεγονότα για τη ζωή του κόσμου, ούτε για τη νεανική πραγματικότητα, εκτός από κάποιες δραστηριότητες οι οποίες όμως είναι περιστασιακές και χρονικά περιορισμένες (κατηχητικές συνάξεις, κατασκηνώσεις, πολιτιστικές ομάδες). Κάποιος βεβαίως θα μπορούσε να αντιτάξει το ότι η ίδια η Εκκλησία είναι το γεγονός.  «Η Εκκλησία δεν αλλάζει τον κόσμο μ’ αυτό που κάνει, αλλά με αυτό που είναι». Φαίνεται όμως ότι μία τέτοια θέαση της εκκλησιαστικής ζωής δεν είναι αρκετή στην εποχή μας, στην οποία τα πλανηθέντα πρόβατα είναι η πλειοψηφία και το Ευαγγέλιο της Βασιλείας δεν φτάνει ούτε στ’ αυτιά ούτε στις καρδιές των πολλών. Μένει μόνο ο χτύπος της κυριακάτικης καμπάνας, σαν ένα απομεινάρι θύμησης, μόνο που την ώρα που αυτή χτυπά, οι περισσότεροι ενήλικες νέοι γυρίζουν από την διασκέδαση του Σαββατόβραδου.

                Οι νέοι σήμερα έχουν διαμορφωμένη τη ζωή τους σύμφωνα με το κυριαρχούν εκκοσμικευμένο  πρότυπο. Η δύναμη της εικόνας, η μουσική, τα σπορ, το Διαδίκτυο, το φορτωμένο πρόγραμμα, δεν αφήνουν περιθώριο στον εκκλησιαστικό λόγο να ακουστεί. Την ίδια στιγμή αυτός είναι προσαρμοσμένος στις ανάγκες, το γλωσσικό ιδίωμα και τις προσδοκίες των μεγαλυτέρων, ενώ υπάρχει ένα αντιεκκλησιαστικό κλίμα στην κυριαρχούσα  κοινωνική νοοτροπία (ταύτιση της Εκκλησίας με τον κλήρο και αντικληρικαλιστικό πνεύμα, αντίληψη  ότι η  Εκκλησία έρχεται από το παρελθόν, ενώ η  αξία  της επιστήμης υπερτονίζεται), με αποτέλεσμα οι δυσκολίες να αυξάνονται.

                Όμως και η ίδια η Εκκλησία δεν έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την προοπτική τού να δώσει μία άλλη χροιά στο περιεχόμενο του εκκλησιαστικού λόγου. Δεν είναι μόνο το τι προτάσσεται. Είναι και το ότι, ενώ υπάρχουν πολλά θέματα τα οποία θα μπορούσαν να αγγίξουν τους νέους, όπως είναι η ποιότητα των σχέσεων, η ευθύνη του καθενός για την κοινωνική αδικία, η ανάγκη για μοίρασμα και βοήθεια η οποία δεν μπορεί να περιορίζεται στην  υλική  προσφορά, η υπέρβαση της εικονικής πραγματικότητας, η κριτική των ψεύτικων και ανούσιων προτύπων, η Εκκλησία δεν είναι έτοιμη να αναδείξει τον λόγο της, ο οποίος είναι ελκυστικός εκ των πραγμάτων, διότι είναι γνήσιος, καθώς πηγάζει από το πρότυπο της ζωής που αυτή προτείνει, δηλαδή τη σχέση με τον Χριστό.  Υπάρχει όμως φόβος για  διάλογο με την πραγματικότητα, για  πρόσληψη και  κριτική στοιχείων από το σήμερα των νέων  (μουσική, τραγούδι, περιστατικά, τηλεοπτικά γεγονότα).  Ενίοτε λείπουν και πρόσωπα  που με παιδεία και διάθεση θα αφιερωθούν στη νέα γενιά και θα στηριχθούν από την Διοικούσα Εκκλησία, ενώ υπάρχει δισταγμός για την αξιοποίηση των μέσων της τεχνολογίας.

                Όλα αυτά δεν συνεπιφέρουν με βεβαιότητα την ελκυστικότητα του λόγου. Μπορούν όμως να γίνουν αφετηρία για να ακουστεί. Ένα παλιό σύνθημα έλεγε: «τολμήστε να γνωρίσετε και ας απορρίψετε!». Για να γίνει αυτό τα πρόσωπα που εκφέρουν τον λόγο, που καλούν σε γνωριμία μαζί του, χρειάζεται να  ζούνε, να πιστεύουν και να φαίνεται ότι αγαπούνε τόσο τον λόγο, όσο και τον Δωρεοδότη Του. Όπου αυτό γίνεται, τα αποτελέσματα είναι λαμπρά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, φύλλο Ιουλίου 2015)

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μπορεί η κατάθλιψη να αποτελέσει ευκαιρία;

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιουλίου, 2015

Πολλοί από μας ξέρουμε φίλους ή μέλη της οικογένειάς μας που βασανίζονται χρόνια, περιοδικά ή περιστασιακά με την κατάθλιψη. Εμείς οι ίδιοι, μερικές φορές, αγωνιζόμαστε ενάντια σ’ αυτή τη διανοητική δυσλειτουργία. Ας δούμε μερικές ιδέες για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει ως Χριστιανοί να συμπαρασταθούμε σ’ αυτόν τον αγώνα των άλλων.

Όσοι επιδιώκουμε να σχετιστούμε με καταθλιπτικά πρόσωπα συχνά αισθανόμαστε κάτι μεταξύ απογοήτευσης και σύγχυσης. Απογοητευόμαστε που δεν είμαστε σε θέση να αλλάξουμε τίποτα και ανυπομονούμε με τη “μαλθακή” συμπεριφορά τους. Χανόμαστε κάπου μεταξύ της θεωρίας περί βιοχημικής προέλευσης των διανοητικών διαταραχών, ειδικά της κατάθλιψης, και της δημοφιλούς ιδέας ότι “το μόνο που χρειάζεται είναι να πάψει να στεναχωριέται για τον εαυτό του”. Αλλά πόσο μετράει τελικά η θέληση και η πνευματική αύξηση του ατόμου;

Η κατάθλιψη επηρεάζει έναν στους είκοσι ανθρώπους στις ΗΠΑ. Περισσότερο από 50% των Αμερικανών πάσχουν από μια σοβαρή χημική κατάθλιψη κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Επομένως, αν εμείς θέλουμε “να αγαπάμε αλλήλους”, πρέπει να εξετάσουμε την κατάσταση ενδελεχώς, για να μπορέσουμε να βοηθήσουμε. Σαν πνευματικοί αδελφοί, πρέπει να οπλιστούμε με τη γνώση αυτών των καταστάσεων. Πρέπει επίσης να προσευχηθούμε για τη σοφία, την υπομονή, και την αγάπη που χρειάζεται για να αντιμετωπίσουμε τα πρόσωπα που παλεύουν με την κατάθλιψη.

Στο ακόλουθο άρθρο, ο Μιχαήλ Lopukhin αναπτύσσει το θέμα της ταπείνωσης και της πνευματικής αύξησης σε σχέση με την κατάθλιψη. Γιατί, αντί να βλέπουμε την κατάθλιψη απλώς ως ένα ιατρικό πρόβλημα, μπορούμε να τη δούμε ως πνευματικό αγώνα για την ταπείνωση.

Η κατάθλιψη είναι συχνά μια αναπόφευκτη αντίδραση σε περιστατικά, όπως ο θάνατος αγαπημένου μας προσώπου ή μια απόρριψη από κάποιον που αγαπάμε. Είναι επίσης ένα σημαντικό και φυσικό συστατικό στη διαδικασία της αλλαγής. Όλοι έχουμε νοιώσει «καταθλιμμένοι», όταν συνθλίβονται οι ουτοπικές προσδοκίες μας και αναγκαζόμαστε να δούμε τα πράγματα όπως πραγματικά είναι. Οι έφηβοι πέφτουν στην κατάθλιψη, επειδή νοιώθουν ότι δεν είναι τόσο ψηλοί ή τόσο όμορφοι όσο θα ήθελαν. Αργότερα, τέτοιες αντιδράσεις μπορεί να προκληθούν, όταν οι ελπίδες για το σύζυγό μας γίνονται κομμάτια. Κατόπιν, η κατάθλιψη είναι μέρος της διαδικασίας της ρύθμισης και ένας συμβολικός ενταφιασμός των μη ρεαλιστικών στόχων μας ή των επιθυμιών μας που δεν μπορούν να εκπληρωθούν. Αν το αποδεχτούμε αυτό, γινόμαστε ρεαλιστικότεροι και πιο ταπεινοί.

Η κατάθλιψη μπορεί να ειδωθεί ως ευκαιρία να γίνουμε “περισσότερο” άνθρωποι, πληρέστεροι και ολοκληρωμένοι, με μεγαλύτερη σοφία και αυτεπίγνωση – για να γίνουμε καλύτεροι σύζυγοι, καλύτεροι εργοδότες, εργαζόμενοι ή γονείς. Πρέπει να γνωρίσουμε περισσότερα για τη διαδικασία της κατάθλιψης ώστε να το ελέγχουμε καλύτερα.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ

Όπως και άλλοι τύποι εσωτερικών εντάσεων, όπως το άγχος, η ενόχληση και ο φόβος, έτσι και η κατάθλιψη μπορεί να αποφευχθεί, να απομακρυνθεί, να κατασταλεί ή να εκλογικευτεί. Έτσι όμως οι ευκαιρίες να μάθουμε περισσότερα για τον εαυτό μας χάνονται. Φράσεις όπως “περνάω τη φάση μου”, “είναι τεμπελιά”, “θα περιμένω μέχρι αύριο”, “είμαι απλά κουρασμένος και αναστατωμένος” ή “απλά χρειάζομαι έναν καλό ύπνο,” όσο χρήσιμες είναι όταν απεικονίζουν την πραγματικότητα, άλλο τόσο μπορεί να μας παγιδέψουν ώστε να μη συνειδητοποιήσουμε τα ζητήματα που μπορεί να μας οδηγήσουν στην κατάθλιψη.

Τα συμπτώματα της κατάθλιψης (υπερβολική τεμπελιά, πολλά κλάματα, μόνιμη πλήξη, εξάντληση, απόγνωση) είναι σημάδια πως ήρθε η ώρα να εξετάσουμε την ψυχή μας περισσότερο. Ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε μέσα μας για συντετριμμένες παραισθήσεις της ζωής μας, για τα κρυμμένα ανεκπλήρωτα όνειρα, για πράγματα που είμαστε πολύ υπερήφανοι για να αναγνωρίσουμε ότι μας έχουν επηρεάσει. Η κατάθλιψη είναι όπως ένας φελλός σε ένα μπουκάλι φίνου κρασιού που δε μας επιτρέπει να μοιραστούμε και να απολαύσουμε τους καρπούς του εαυτού μας. Η ουσία, η γεύση και η ενέργεια παραμένουν άγνωστες και αχρησιμοποίητες, όταν οι προδικασμένες σκέψεις μας εμποδίζουν την απελευθέρωση της φυσικής μας ενέργειας. Άρνηση, εκλογίκευση, καταστολή – όλα αυτά μπορούν να εξυπηρετήσουν πλήρως την εξέλιξη της κατάθλιψης.

ΠΩΣ ΤΟ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ;

Το πρώτο βήμα στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης είναι να την αναγνωρίσουμε και να δεχτούμε το γεγονός ότι δεν είναι απλά μια “φάση,” και ότι έχουμε ένα πρόβλημα που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Δεύτερον, πρέπει να εξετάσουμε τον εαυτό μας ρεαλιστικά και ειλικρινά για να ανακαλύψουμε τι πραγματικά μας ενοχλεί. Τα ζητήματα που προκαλούν την κατάθλιψη είναι δύσκολο να αναγνωριστούν. Εντούτοις, επιστρέφουν ακάθεκτα για να μας στοιχειώσουν.

Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα για το πώς η κατάθλιψη, όταν επιλυθεί, γίνεται πηγή δημιουργικής ενέργειας, συνέβη και όταν ο τρίχρονος γιος του Ντοστογιέφσκι πέθανε από επιληψία. Όντας επιρρεπής στην κατάθλιψη, ο Ντοστογιέφσκι βρέθηκε σε απόγνωση, επειδή ήταν βέβαιος ότι αυτός είχε μεταδώσει την ασθένεια στο γιο του. Η σύζυγός του ανησύχησε πολύ και με τη βοήθεια ενός φίλου, τον παρότρυνε να πάει στη Λαύρα της Όπτινα, ένα μοναστήρι διάσημο για τους γεροντές του. Ο Ντοστογιέφσκι πέρασε αρκετές ημέρες εκεί και επέστρεψε, αφού είχε ξεπεράσει πλήρως την κατάθλιψή του. Το αποτέλεσμα ήταν το μυθιστόρημά του, οι «Αδελφοί Καραμαζώφ», το τελευταίο και, για τους περισσότερους, καλύτερο έργο του. Η δημιουργική μεγαλοφυΐα του Ντοστογιέφσκι ελευθερώθηκε, όταν έπαψε να εμποδίζεται από την κατάθλιψη.

ΜΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Η Ρωσία των στάρετς του 19ου αιώνα ήταν αρκετά εξοικειωμένη με την κατάθλιψη και είχε τη δική της ιδιαίτερη προσέγγιση στην αντιμετώπισή της. Θεωρείτο σύμπτωμα της υπερηφάνειας, και η θεραπεία του ήταν η ταπείνωση. Ο στάρετς Μακάριος έγραφε σε ένα προφανώς καταθλιπτικό πρόσωπο: “Λές ότι η αδυναμία σου να αντισταθείς στον πειρασμό, η βραδύτητά σου να νικήσεις τα πάθη σου και η γενική ηθική αδυναμία σου σε πιέζει πολύ, πράγμα που απλά αποδεικνύει ότι στηρίζεις τη σωτηρία σου στις δικές σου δυνάμεις… Πώς αλλιώς θα αποκτήσουμε την ταπείνωση, παρά μόνο αν αντικρίζουμε συνεχώς τον εαυτό μας όπως πραγματικά είναι – ο χειρότερος των αμαρτωλών”. Ο Μακάριος είδε ως “φελλό” αυτού του ανθρώπου την άρνησή του να δεχτεί την “κακία” του”, και ήξερε ότι η αποδοχή αυτής της πραγματικότητάς του θα συνέβαλλε στην άρση της κατάθλιψής του.

Όλοι μας γυροφέρνουμε την κατάθλιψη και συνέχεια πέφτουμε στην παγίδα της σκέψης ότι σύντομα θα περάσει από μόνο του και η ζωή θα επιστρέψει στο κανονικό. Εξετάζουμε σοβαρά την κατάστασή μας και ζητάμε βοήθεια μόνο όταν αρχίζει να βλάπτει τις ζωές μας. Ο στάρετς είδε την κατάθλιψη σαν ευκαιρία να γίνεις πιο ταπεινός και μ’ αυτό τον τρόπο να πλησιάσεις το Θεό. Οι σύγχρονοι θεραπευτές το βλέπουν ως άρνηση μιας ασυναίσθητης διαδικασίας που, εάν επιτραπεί να γίνει συνειδητή, όχι μόνο θα ανακουφίσει την κατάθλιψη, αλλά θα μας κάνει επίσης ικανότερους να ζήσουμε μια ικανοποιητική ζωή.

Υπάρχουν πολλές θεωρίες διάγνωσης και θεραπείας της κατάθλιψης. Ο Albert Rossi και ο Michael Lopukhin αντικρίζουν το πρόβλημα από διαφορετικές, αλλά παρόμοιες σκοπιές. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι, ως Χριστιανοί, πρέπει να βλέπουμε το πρόβλημα ενός καταθλιπτικού ως ιατρικό και πνευματικό. Πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με την ίδια σοβαρότητα που αντιμετωπίζουμε τον καρκίνο ή τη χρόνια πάθηση πνευμόνων. Η κατάθλιψη είναι μια κατάσταση που αχρηστεύει το πρόσωπο και επηρεάζει ολόκληρη την οικογένεια. Ως εκ τούτου οι καταθλιπτικοί είναι πράγματι άτομα με ειδικές ανάγκες – ανάγκες που απαιτούν την υπομονή, την αγάπη, και την καθοδήγηση που μπορούν να παρασχεθούν από τους χριστιανούς φίλους τους.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Βίος της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Κυριακής, της θαυματουργού

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιουλίου, 2015

AgiaKiriaki01

Στις 7 Ιουλίου η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη της αγίας μεγαλομάρτυρος Κυριακής.

Η αγία Κυριακή είναι από τα ιερά θύματα των τελευταίων αρχαίων διωγμών της Εκκλησίας. Μαρτύρησε στα χρόνια του Διοκλητιανού, που βασίλεψε από το 284 ως το 305. Οι αρχαίοι διωγμοί είναι από τις ενδοξότερες ημέρες στη ζωή της Εκκλησίας, αλλά και κάθε διωγμός, γιατί είναι αλήθεια ότι η Εκκλησία πάντα διώκεται.

Η αγία Κυριακή ήταν θυγατέρα ευσεβών γονέων. Ο πατέρας της Δωρόθεος κι η μητέρα της Ευσεβία δεν είχαν παιδιά. Προσεύχονταν και παρακαλούσαν το Θεό να τους δώσει ένα παιδί και να του το αφιερώσουν. Ο Θεός άκουσε την προσευχή των ευσεβών γονέων, και μια Κυριακή γεννήθηκε ένα ωραίο κοριτσάκι. Ο Δωρόθεος και η Ευσεβία, πιστοί στην υπόσχεση τους, το ονόμασαν Κυριακή και το ανάθρεψαν με κάθε φροντίδα και επιμέλεια, ως αφιερωμένο στο Θεό. Η ατεκνία πάντα είναι μεγάλη λύπη για τους συζύγους και μάλιστα για τούς Χριστιανούς, αλλά και η χαρά τους πάλι πολύ μεγάλη, όταν αποκτήσουν παιδί.
Γι’ αυτό με κάθε τρόπο, και πρώτα με το όνομα που δίνουν στο παιδί, δείχνουν την ευγνωμοσύνη τους στο Θεό. Στο διωγμό που κήρυξε ο Διοκλητιανός εναντίον των χριστιανών, η Κυριακή θα ήταν μια παιδούλα ούτε ως είκοσι ακόμα ετών. Τότε και οι γονείς και η θυγατέρα κατηγορήθηκαν και πιάστηκαν ως χριστιανοί. Και το πιο σκληρό ήταν ότι χωρίστηκε το κορίτσι από τους γονείς του· το Δωρόθεο και την Ευσεβία τους πήγαν προς την Αρμενία και την Κυριακή την οδήγησαν στη Νικομήδεια. Εκεί ο ηγεμόνας, ανακρίνοντας την παιδούλα και βλέποντας τη σταθερή της πίστη, έδωκε διαταγή να τη μαστιγώσουν σκληρά. Η Κυριακή σε κάθε ερώτηση απαντούσε- «Είμαι χριστιανή». Και σε κάθε απειλή του ηγεμόνα έλεγε· «Μην πλανιέσαι και μη σε ξεγελάει ο λογισμός σου· με βοηθάει ο Θεός και δεν θα με νικήσεις».

Ύστερα από εξαντλητική ανάκριση, οδήγησαν την αγία Κυριακή στο ναό, για να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνη, μπαίνοντας στο ναό, παρακαλούσε μέσα της το Χριστό να τη βοηθήσει. Ένας δυνατός τότε σεισμός κατατρόμαξε τους δημίους και τα αγάλματα του ναού έπεσαν κι έγιναν κομμάτια. Άναψαν ύστερα φωτιά για να την κάψουν ζωντανή, μα όπως τη βάτο του Μωυσή, την κύκλωσαν οι φλόγες, μα δεν την έκαψαν. Την έρριξαν ύστερα στα θηρία, μα κι εκείνα δεν την πείραξαν, παρόμοια όπως το Δανιήλ, όταν τον έρριξαν στο λάκκο των λεόντων. Θα περίμενε κανένας ο ηγεμόνας να ανοίξει τα μάτια του και να δει το θαύμα του Θεού, μα έξαλλος και τυφλωμένος από οργή έδωκε διαταγή να αποκεφαλίσουν το αθώο κι αγνό κορίτσι.

Η αγία Κυριακή, πριν ο δήμιος εκτελέσει τη διαταγή, ζήτησε να την αφήσουνε να προσευχηθεί. Γονάτισε τότε κι άρχισε να προσεύχεται. Κανένας δεν άκουσε τα λόγια της, γιατί σε τέτοιες στιγμές η καρδιά του ανθρώπου, προσεύχεται «στεναγμοίς αλλαλήτοις». Δεν κινούνται τα χείλη, δεν ακούεται φωνή. Κι όμως ο Θεός ακούει, κι είναι σαν και να ρωτά τον προσευχόμενο, σαν και τότε το Μωυσή στην Ερυθρά θάλασσα· «Τι βοάς προς με;». Η αγία Κυριακή προσευχήθηκε για ώρα πολλή κι ύστερα έγειρε στη γη. Όταν ο δήμιος πλησίασε για να εκτέλεσει τη διαταγή, είδε πως η αγία Κυριακή ήταν νεκρή. Η ψυχή της παιδούλας πέταξε σαν μικρό πουλί, και φωτεινός άγγελος την πήρε, για να τη φέρει στο Νυμφίο Χριστό.

Ας μείνομε στο όνομα της αγίας Κυριακής, στο γεγονός δηλαδή ότι οι ευσεβείς γονείς της την ονόμασαν έτσι, επειδή γεννήθηκε σε ημέρα Κυριακή. Το όνομα συνδέεται στενά με το πρόσωπο και τη συνείδηση του άνθρωπου. Ενώ το όνομα είναι έξω από τον άνθρωπο και προστίθεται σ’ αυτόν ύστερα, όμως συνδέεται τόσο μαζί του, που γίνεται ένα μ’ αυτόν. Έτσι καταλαβαίνουμε την καλή συνήθεια των ευσεβών χριστιανών να δίνουν στα παιδιά τους ονόματα Αγίων της πίστης. Με αυτό τον τρόπο και με την ευκαιρία που η Εκκλησία κάθε χρόνο εορτάζει τα ιερά της πρόσωπα, ο κάθε χριστιανός στο όνομά του έχει μια συνεχή υπόμνηση της ευσέβειας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει πως με το όνομα εισάγει «εις την οικίαν έκαστος την εαυτού τον άγιον». Αμήν.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Κυρίων τὸν Κύριον, καὶ Βασιλέα Χριστόν, ἐξ ὅλης ἠγάπησας, Κυριακὴ τῆς ψυχῆς, καὶ χαίρουσα ἤθλησας, ὅθεν Παρθενομάρτυς, παρ’ αὐτοῦ δοξασθεῖσα, βρύεις τοὶς σὲ τιμώσιν, ἰαμάτων τὴν χάριν, τοὶς πάσιν αἰτουμένη, πταισμάτων συγχώρησιν.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η θεραπευτική της γαστριμαργίας: Η εγκράτεια

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιουλίου, 2015

Η θεραπευτική ενέργεια που αποσκοπεί στην ίαση του ανθρώπου από τα πνευματικά νοσήματά του καλείται πρωτί­στως να καταγίνεται με το πάθος της γαστριμαργίας για δύο λόγους: αφενός μεν γιατί το συγκεκριμένο πάθος είναι το πιο αδρό και πρωτόγονο, αφετέρου δε γιατί η νίκη πάνω σ’ αυτό αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση του αγώνα και εναντίον των υπόλοιπων. Γι’ αυτό και ο Αγιος Γρηγόριος Μέγας γράφει ότι κανένα δεν μπορεί ν’ αποκτήσει πλεονέκτημα στον πνευματικό αγώνα, αν έχει κυ­ριαρχήσει πάνω του ο εχθρός με την (τεχνητή) απόκρυψη [Σ.τ.μ.: Δηλαδή το καμουφλάζ] των γαστρονομικών επιθυ­μιών. Είναι απάτη να θέλεις να δώσεις μάχη εναντίον δυνά­μεων που απέχουν πολύ, πτοείσαι και τα χάνεις από αυτές που είναι εντελώς δίπλα σου […]. Ωρισμένοι που αγνοούν ποια τακτική ν’ ακολουθήσουν στον αγώνα τους παραθεωρούν (το) να νικήσουν τη γαστριμαργία τους και ρίχνονται απερίσκεπτα στους πνευματικούς αγώνες: δεν εγκαταλεί­πουν μερικές φορές την πραγμάτωση σημαντικών στόχων που απαιτούν ισχυρό χαρακτήρα, αλλά κυριευμένοι από την κοιλιοδουλία, τα θέλγητρα της σάρκας τούς οδηγούν στην απώλεια κάθε οφέλους που είχαν αποκομίσει με θάρρος και καρτερία (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕΓΑΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ).
1) Μελετώντας το πάθος της γαστριμαργίας, είδαμε ότι συνίσταται κυρίως στην επιθυμία των εδεσμάτων, όχι με στό­χο τη θρέψη αλλά την ηδονή που προσφέρουν και μάλιστα, [ότι] αυτή επιζητείται είτε με το τέχνασμα της ποσότητας είτε με την πρόφαση της ποιότητας. Το γεγονός όμως αυτό και στις δύο περιπτώσεις αποτελεί αληθινή διαστροφή της θρε­πτικής λειτουργίας και μάλιστα μεταστροφή της εντελέχειάς της. Η θεραπευτική της γαστριμαργίας και η απόκτηση της αντίστοιχης αρετής, δηλ. της εγκράτειας (κατανοούμενης στη στενή έννοιά της: Η λέξη «εγκράτεια» χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά με τη στενή έννοια της αρετής που είναι αντίθετη ειδικά στο πάθος της γαστριμαργίας, από ορισμένους συγγραφείς και Πατέρες, ιδιαίτερα τον ΕΥΑΓΡΙΟ και τον Άγιο ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟ), που αντιτίθεται στη γαστριμαργία, σημαί­νουν καταρχήν τη διαδικασία επιστροφής στο συγκεκριμένο τρόπο ζωής: με άλλα λόγια, στη λήψη της τροφής αποκλειστι­κά «δια την χρείαν», δηλαδή με μοναδικό σκοπό την εξασφά­λιση και τη στήριξη της ζωής και τη διατήρηση ή την αποκα­τάσταση της σωματικής υγείας, αποφεύγοντας αφενός μεν κάθε αναζήτηση αισθητής ηδονής αφετέρου δε κάθε υπερβο­λή σε αναφορά με την αυστηρή ανάγκη (Η διδασκαλία όλων των Πατέρων συγκεφαλαιώνεται ουσιαστικά στις συγκεκριμένες αρχές. Βλ. για παράδειγμα: ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, ΕΥΑΓΡΙΟΣ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕΓΑΣ). Έτσι ο Μέγας Βασίλειος γράφει: «[…[δει] φυλάσσειν καί ούτω τόν της εγκρα­τείας σκοπόν: τοις μέν ευτελεστέροις καί αναγκαίοις προς τό ζην μέχρι της χρείας προσδιατρίβοντα, καί εντούτοις τού κό­ρου τό βλαβερόν εκκλίνοντα, των δέ προς ηδονήν καθόλου απεχόμενον». Και στην ερώτηση: «Πώς η εγκράτεια μαραί­νει την επιθυμίαν;» ο Αγιος Μάξιμος απαντά με τον ίδιο τρόπο: «Επειδή απέχεσθαι ποιεί πάντων των μή χρείαν εκπληρούντων, αλλ’ ηδονήν εμποιούντων· καί ουδενός μετέχειν ποιεί, πλην προς τό ζην αναγκαίων· ουδέ τά ηδέα διώκειν αλλά τά ωφέλιμα, καί συμμετρείν δέ τή χρεία τά βρώματα καί τά πόματα» (Βλ. επίσης ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκητικός).

Η θεραπευτική της γαστριμαργίας και η εφαρμογή της εγκράτειας δεν θα έπρεπε λοιπόν να (περι)ορίζονται (σε) ως μία καθαρή και απλή αποχή από την τροφή. Δεν πρόκειται λοιπόν ν’ απέχουμε από την τροφή, – ο Μέγας Βασίλειος υπενθυμίζει ως προς αυτό ότι «παν κτίσμα Θεού καλόν [έστι]» και επομένως δε θα μπορούσε να είναι απόβλητο, αλλά να τη λαμβάνουμε απαθώς (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ). Δεν πρόκειται επίσης να μισήσουμε την τροφή, αλλά μόνο τις εμπαθείς επιθυμίες, τις σχετικές προς αυτή. Ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής γράφει σα­φέστατα: «Πάσας μέν τάς αλόγους επιθυμίας, ούτω δει μισείν τους αγωνιζομένους, ώστε εις έξιν τό προς αυτά μίσος κτήσασθαι. Τήν δέ επί των βρωμάτων εγκράτειαν, ούτως εχρήν διατηρείν, ίνα μή εις βδέλυξίν τινος αυτών έλθη τίς πο­τε. Τούτο γάρ καί επικατάρατόν εστι καί δαιμονιώδες ό­λον».

Ο αγώνας εναντίον τού πάθους επαληθεύεται κυρίως με την απάρνηση της αισθητής ηδονής που το υποκινεί και το τρέφει. Η αποποίηση αυτή πραγματώνεται κατά πρώτο λόγο με την αποφυγή της «συνάντησης» μαζί του σε ειδικές, έκτα­κτες περιπτώσεις και με την άρνηση της επιζήτησης των ευχάριστων εδεσμάτων (ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Η δυσκολία όμως έγκειται στο γεγονός ότι η ηδονή είναι φυσικά συνδεδεμένη με τη θρεπτική λειτουργία. Πρέπει λοιπόν να καταβάλλουμε σκληρή προ­σπάθεια, όπως συμβουλεύει ο Αγιος Γρηγόριος ο Μέγας, ώστε ν’ αποσυνδέσουμε την ηδονή της ανάγκης και να μη την επισυνάψουμε στην πρώτη μορφή (ηδονής). Με το ίδιο νόημα και ο Αγιος Γρηγόριος Νύσσης γράφει: «Ίνα ούν μή τούτο γένηται, κανόνι χρηστέον τούτω προς τόν ίδιον βίον τω σώφρονι, τω μήποτε προσθέσθαι τινί κατά ψυχήν, ω δέλεάρ τι ηδονής παραμέμικται, καί πρό γε πάντων τήν επί της γεύσεως ηδονήν διαφερόντως φυλάττεσθαι […] Ως αν ούν μάλι­στα γαληναίον ημίν διαμένοι τό σώμα, μηδενί τών εκ του κό­ρου παθημάτων επιθολούμενον, προνοητέον της εγκρατε­στέρας διαγωγής μέτρον καί όρον της απολαύσεως ού τήν ηδονήν, αλλά τήν εφ’ εκάστου χρείαν ορίζειν. […] Ει δέ τή χρεία καί τό ηδύ πολλάκις συγκαταμέμικται […] ουκ απωστέον την χρείαν διά τήν επακολουθούσαν απόλαυσιν· ούτε μήν κατά τό προηγούμενον μεταδιωκτέον [Σ.τ.μ.: Ν’ αναζητείται επίμονα], τήν ηδονήν, αλλ’ εκ πάντων εκλεγομένους το χρήσιμον υπεροράν προσήκει τού τάς αισθήσεις ευφραίνοντος». Στο σημείο αυτό είναι προφανές ότι το αληθινά βλα­βερό δεν είναι η ηδονή καθεαυτή αλλά η αναζήτησή της και η προσκόλληση στα στοιχεία που συνιστούν το πάθος. Να για­τί ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός επισημαίνει ότι η απόλαυση που βρίσκουμε με φυσικό τρόπο στην τροφή δεν είναι ουσια­στικό κακό΄ αν δεν συνοδεύεται από την ακράτεια […] ή κά­ποια άλλη κακία, δεν μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί κα­κό. Στην κυριολεξία, λοιπόν, η εγκράτεια συνιστά, περισσό­τερο από την αποχή από την ηδονή, τη μη αναζήτηση και τη μη προσκόλληση σ’ αυτή και βασικότερα την περιφρόνησή [Σ.τ.μ.: Με την έννοια να μην την προσέχουμε] της. Στο πνεύμα αυτό, ο Αββάς Ποιμήν συμβουλεύει: «Τρώγε χωρίς να τρως, πίνε χωρίς να πίνεις» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι, αιθιοπική).

Καθώς η γαστριμαργία δεν αφορά μόνο στην ποιότητα των τροφών, αλλά και στην ποσότητα επίσης, οι Πατέρες συμβουλεύουν ταυτόχρονα ν’ αποφεύγουμε κάθε υπερβολή (ΒΑΣΙΑΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία) και δίνουν ως πρακτική αρχή εφαρμογής, όταν τρώγουμε και πίνουμε (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή), να μη φθάνουμε στον κορεσμό και να παραμένου­με πάντα λίγο πεινασμένοι και διψασμένοι (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΗΣΑΪΑΣ ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ, Ασκητικόν). Ο Αγιος Ιωάν­νης Κασσιανός παρατηρεί σχετικά ότι ο γενικός κανόνας που ακολουθείται σ’ ό,τι αφορά την εγκράτεια είναι να τρώγουμε όσο χρειάζεται για να θρέψουμε το σώμα, όχι αρκετά όμως για να χορτάσουμε. Και αλλού σημειώνει, ότι η γνώμη των Πατέρων είναι επαρκώς τεκμηριωμένη και αποδεδειγμένη από την πείρα: μέτρο της εγκράτειας αποτελεί ο περιορισμός που επιβάλλεται στην ποσότητα της τροφής· και η τελείωση της συγκεκριμένης αρετής, στην οποία πρέπει να τείνουμε είναι η ίδια για όλους: να σταματήσουμε το φαγητό στην πο­σότητα που μας χρειάζεται ώστε να στηρίζουμε το σώμα μας παραμένοντας ακόμη πεινασμένοι. Και ο Αγιος Ιωάννης Γάζης διδάσκει παρόμοια: «Οι Πατέρες λέγουσι περί του μέ­τρου της εγκρατείας, τό είναι παραμικρόν, [Σ.τ.μ. Να είναι λίγο, να είναι μικρή η ποσότητα] είτε από του φαγείν είτε από του πιείν, τούτ’ έστι πεπληρωμένην τήν κοιλίαν μή έχοντα».

Η αποφυγή της βρώσης μέχρι κορεσμού συμβάλλει στον εξοστρακισμό της αισθητής ηδονής, της οποίας η αναζήτηση οδηγεί στην υπέρβαση των ορίων τού αναγκαίου (Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕΓΑΣ)· συντελεί επίσης στην παράκαμψη των ανεπιθύμητων επιπτώσεων στην ψυχική κατάσταση και στην υπερνίκηση των δυσκολιών που προβάλλονται στην πνευματική ζωή από την υπερβολικά άφθονη βρώση και πόση. Το να μη κορέσουμε την πείνα και τη δίψα επιτρέπει αντίστροφα, να επωφεληθούμε από ορι­σμένα θετικά αποτελέσματα της νηστείας, αν και στο σημείο αυτό δεν πρόκειται για τη νηστεία με την αυστηρή της σημα­σία (Πρβλ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκητικός). Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός συνιστά κανείς […] να μη τρώγει για την ικανοποίηση και τον κορεσμό. Πράγματι, δεν είναι μόνο η ποιότητα, αλλά επίσης και η ποσότητα των τροφών που εξασθενεί το σφρίγος της καρδίας, (επι)βαρύνει το νου όσο και το σώμα και υποδαυλίζει την καιομένη εστία των κακιών. Αυτό συμβαίνει, συνεχίζει ο Αγιος Κασσιανός, γιατί ο νους παραφορτωμένος από το φαγητό, αδυνατεί πλέ­ον να τηρήσει τον κανόνα τής διάκρισης […]· το υπερβολικό φαγητό τον κάνει να κλυδωνίζεται και να χάνει τη σταθερό­τητά του.

Εάν ο κανόνας της μη επιδίωξης της ηδονής δεν δημιουρ­γεί κάποιο πρόβλημα, εκείνος που αναφέρεται στον περιορι­σμό στα όρια τού χρήσιμου, στον αυτοπεριορισμό στο ανα­γκαίο, στη διατήρηση του ορθού μέτρου δεν συμβαδίζουν μ’ αυτόν, καθώς οι έννοιες αυτές είναι σχετικές για τον καθένα. Ο Μέγας Βασίλειος παρατηρεί ότι είναι αδύνατο να οριστεί ένα πρότυπο καθολικής ισχύος: «Επί δε των βρωμάτων, ώσπερ αι χρείαι άλλαι άλλων εισί, κατά τε ηλικίας καί επιτηδεύματα, καί προς τήν του σώματος έξιν οικείως διαιρούμεναι, ούτω δή και τό μέτρον της χρήσεως διάφορον, καί ο τρό­πος. Ώστε ενί μέν κανόνι πάντα περιλαμβάνεσθαι τους εν τη γυμνασία τής ευσεβείας αδύνατον […]», και υπενθυμίζει γι’ αυτό το χωρίο των Πράξεων: «Διεδίδοτο εκάστω καθότι αν τις χρείαν είχεν» (Πράξ. 2, 45) (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ). Το ερώτημα αρχίζει από τη στιγμή που θα μάθεις πώς ορίζεται το μέτρο τού χρήσιμου και του αναγκαίου: πού σταματάει το αναγκαίο, πού αρχίζει η υπερβολή; Στις παρούσες συνθήκες επαφίεται στη συνείδη­ση του καθενός η αξιολόγηση περί του πρακτέου για την πε­ρίπτωσή του. Γι’ αυτό και ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός παρατηρεί ότι οφείλουμε ν’ αναζητούμε την τελείωση της εγκράτειας […] καταρχήν μέσα από τη μαρτυρία τής συνείδη­σης· αυτή καλείται να εκδηλώσει τη διάκριση που είναι εντελώς απαραίτητη (Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕΓΑΣ). Στη σημασία αυτής της διάκρισης επι­μένει ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης: «Έκαστος ουν θέλων καθαρισθήναι από των αμαρτιών […], θέλει πρώτον μεν φυλάττειν αυτόν από αδιαφορίας βρωμάτων [Σ.τ.μ.: Αφορά στην έλλει­ψη διάκρισης σχετικά με τις τροφές. Ο άνθρωπος κατανα­λώνει αδιάκριτα κάθε τροφή, θεωρώντας ότι όλες είναι το ίδιο]. Η γαρ αδιαφορία τών βρωμάτων, καθώς λέγουσιν οι Πατέρες, γεννά τω ανθρώπω πάν κακόν». Πράγματι, ανα­φέρεται στον προσδιορισμό, του εάν η τρέχουσα κατάσταση του σώματος ευνοεί την αγιοπνευματική ζωή ή συνιστά εμπό­διο γι’ αυτήν. Τα εμπόδια είναι αφενός μεν μια ισχυρότατη δύναμη του σώματος αφετέρου δε μια εντονότατη αδυναμία, που αποτελούν τα δύο άκρα και πρέπει ν’ αποφευχθούν. Αρμόζει λοιπόν να τρέφεται περισσότερο το σώμα, αν δείχνει άπειρο ν’ ασκεί το ρόλο του στην πνευματική ζωή κι αν, αντί να ενισχύει και να στηρίζει την ψυχή, την εξασθενεί, τη θλίβει και την εξουθενώνει· αν διασπά την προσοχή της, αντί να τη διεγείρει και να την προκαλεί. Αντίστροφα, πρέπει να περιστέλλεται η διατροφή του, αν με την υπέρμετρη δύναμή του, (επι)βαρύνει την ψυχή και ευνοεί την ανάδυση και την ανάπτυξη λογισμών και εμπαθών κινήσεων (Πρβλ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκητικός, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕ­ΓΑΣ). Ο Αγιος Υπάτιος διδάσκει: «Αλλ’ απαγγέλλομεν την κυβέρνησιν τω σώματι προσφέρειν, ίνα μήτε καταβαρυνθή εδέσμασι και την ψυχήν κατασπάση εις αμαρτίας, μήτε πάλιν εκπιεσθή και καταπέση καί εμποδίση εις τά πνευματικά τήν ψυχήν. Οφείλει δε η ψυχή δουλαγωγείν τό σώμα, ίνα όταν ατονήση, μικρόν αυτώ επιδώση [Σ.τ.μ.: Εισφέρει, συνεισφέρει] καί όταν πάλι στρηνιά [Σ.τ.μ.: Ασωτεύει, τρυφά] επισφίγξη» (ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ, Βίος Υπατίου). Στο ίδιο πνεύμα κινούμενος, ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης προσδιορίζει με ακρίβεια: «Το κατά χρείαν φαγείν εστιν, όταν ορίζει τις εαυτώ πόσον λαβείν της ημέρας και βλέπει ει εβάρησεν αυτόν εκείνο ο ώρισε, καί χρήζει επάραι [Σ.τ.μ.: Χρειάζεται ν’ αφαιρέσει κάτι] μικρόν εξ αυτού καί επαίρει, ή ουκ εβάρη­σεν αυτόν, ουκ εστάθη δέ επ’ αυτώ τό σώμα αυτού, καί χρήζει προσθείναι άλλο μικρόν, καί προστιθεί μικρόν. Καί ούτως δοκιμάζει καλώς τήν χρείαν αυτού, καί στοιχεί λοιπόν τω ωρισμένω, ού διά τήν ηδονήν, αλλά σκοπώ του στήσαι τήν δύναμιν του σώματος αυτού».

2) Μελετώντας το πάθος της γαστριμαργίας, είδαμε ότι ο παθολογικός του χαρακτήρας προκύπτει όχι μόνο από το γε­γονός ότι συνιστά διαστροφή και παρά φύση χρήση της θρε­πτικής λειτουργίας, αλλά επίσης και κυρίως από το γεγονός ότι εκτρέπει και απομακρύνει τον άνθρωπο από το Θεό. Είδαμε με ποιο τρόπο συνιστά κατά βάθος ειδωλολατρική στάση: ο άνθρωπος καθίστα τις λειτουργίες της γεύσης και της πέψης κέντρο της ύπαρξής του και την ικανοποίησή τους θέμα ενασχόλησης και μέριμνας. Και ορισμένες φορές μάλι­στα τις ανάγει σ’ ένα από τους βασικούς στόχους της ζωής του, δίνοντας σ’ αυτές τη θέση που φυσικά πηγαίνει στο Θεό.

Η θεραπευτική της γαστριμαργίας δεν είναι δυνατόν να συνίσταται στο σημείο αυτό παρά μόνο στη μεταστροφή και την αλλαγή στη στάση ζωής που επιτρέπει στον άνθρωπο να δώσει και πάλι την πρώτη θέση στην επιθυμία τού Θεού και στην προσοχή του Θεού. Του δίνει τη δυνατότητα ν’ αναγνω­ρίσει ότι ο Θεός αποτελεί γι’ αυτόν το μόνο απόλυτο, τον μο­ναδικό αληθινό σκοπό της ύπαρξής του, Αυτόν στον Οποίο ανήκει «πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις», και ότι τα πνευ­ματικά αγαθά που λαμβάνει από Αυτόν είναι τα μοναδικά που αρμόζουν αληθινά στη φύση του και είναι τέλεια. Να για­τί ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός λέγει ότι με την επιθυμία της τελειότητας ο άνθρωπος αγωνίζεται σκληρά για να μειώσει την ορμή της βρώσης· και συνεχίζει, λέγοντας ότι δεν είναι δυνατόν να ελευθερωθεί από την υποδούλωση στη σάρκα και να νικήσει το πάθος με τη συγκέντρωση του βλέμματός του στα πνευματικά. Και προσδιορίζει ότι πραγματικά, ουδέπο­τε θα μπορέσουμε να περιφρονήσουμε την ηδονή των επίγει­ων βρωμάτων, αν ο νους μας δεν προσκολλάται στη θεία θεω­ρία και δεν βρίσκει την ευτυχία του μάλλον στην αγάπη της αρετής και το κάλλος των θείων βρωμάτων. Και ο Αγιος Βαρσανούφιος παρατηρεί ότι εκείνος που «τα άνω ζητεί, τα άνω φρονεί [και] τα άνω μελετά» «ου δύναται αυτόν λαθείν το πόσον δει εσθίειν», με άλλα λόγια δεν εκδηλώνει καμιά προ­σκόλληση ούτε εστιάζει την προσοχή του στην τροφή.

Με την ευχαριστία του στο Θεό για την τροφή που του πα­ρέχει, ο άνθρωπος εκδηλώνει τις οφειλόμενες, τιμή και λα­τρεία στον ένα Θεό και έχει τη δυνατότητα να θέσει τέρμα στο πάθος. Είδαμε ότι πραγματικά στο πάθος της γαστριμαργίας, απολαμβάνει τις τροφές έξω από το Θεό, τις θεωρεί αυτόνομα και τις θέτει αποκλειστικά στην υπηρεσία της δικής του ηδονής. Επομένως οι τροφές είναι κτίσμα (άμεσο ή έμμεσο) του Θεού και δωρεά Του στους ανθρώπους· γι’ αυτό δεν έχουν αξία όταν αυτονομούνται, αλλά μόνο δια του Θεού και προορίζονται για ευχαριστιακή μετάληψη [Σ.τ.μ.: Να καταναλώνονται μετ’ ευχαριστίας]. Γι’ αυτό το λόγο ο Απόστολος Παύλος διδάσκει ότι «ο Θεός [τα] έκτισεν εις μετάληψιν μετά ευχαριστίας τοις πιστοίς και επεγνωκόσι τήν αλήθειαν» (Α’ Τιμ. 4,3). Ο άνθρωπος θεραπεύεται από το πάθος και ξαναβρίσκει την ενάρετη στάση ζωής με στροφή της διάθεσής του: παύει να θεωρεί την τροφή αυτόνομα και να τη θέτει στην υπηρεσία της δικής του ηδονής· τώρα πλέον τη θεωρεί «εν τω Θεώ», την αναφέρει σ’ Αυτόν και Τον ευχα­ριστεί. Να γιατί, ο Απόστολος Παύλος συμβουλεύει: «Είτε ούν εσθίετε είτε πίνετε είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε» (Α’ Κορ. 10, 31) (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκητικός, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία). Μεταλαμβάνοντας λοιπόν των τροφών ο άνθρωπος, τις αγιάζει (πρβλ. Α’ Τιμ. 4, 5), και δια­μέσου αυτών, όλο τον κτιστό κόσμο που αντιπροσωπεύουν. Ταυτόχρονα και ιδιαίτερα αγιάζεται και ο ίδιος, και όχι μόνο εξαφανίζει το φράγμα που η γαστριμαργία έθετε ανάμεσα σ’ αυτόν και το Θεό, αλλά ενώνεται ακόμη περισσότερο με το Θεό κάθε φορά που Τον ευχαριστεί.

Η γαστριμαργία δεν πηγάζει από τις ανάγκες τού σώμα­τος, αλλά από κάποιες επιθυμίες που προέρχονται από την καρδία, δηλαδή τον έσω άνθρωπο. Συνίσταται σε συγκεκρι­μένη στάση έναντι των τροφών και σε ιδιαίτερο τρόπο θεώ­ρησης της διατροφής. Στην ουσία σημαίνει την αναζήτηση της ηδονής που σχετίζεται με την ποιότητα ή και την ποσότη­τα των τροφών· η επίμονη αυτή προσπάθεια οδηγεί συχνά τον άνθρωπο στην υπερβολική κατανάλωση τροφής, δηλαδή πέρα και από τις ανάγκες του ακόμη. Γι’ αυτό ο αγώνας κατά του πάθους και η θεραπεία του περνούν, όπως είδαμε, από τη διάκριση, καθώς επίσης και από την κυριαρχία επί των λογι­σμών (Σχετικά με το τελευταίο αυτό σημείο, βλ. για παράδειγμα ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή, 161.163) που είναι ισοδύναμη της νήψης (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ).

Από την άλλη πλευρά όμως, η γαστριμαργία είναι αναμ­φίβολα «σωματικό πάθος», δηλαδή έχει άμεση και ουσιαστι­κή σχέση με το σώμα, όχι μόνο γιατί απαιτείται η μεσολάβη­σή του προκειμένου να εκδηλωθεί το πάθος, αλλά και επειδή συμβάλλει στην υποκίνησή του. Επομένως όλα αυτά τα πά­θη, [Σ.τ.μ.: Αυτά που ανήκουν στην ομάδα των σωματικών παθών] σύμφωνα με τον Αγιο Ιωάννη Κασσιανό, θεραπεύο­νται μόνο με διπλή θεραπεία (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ). Με άλλα λόγια, η θεραπευτι­κή στην πράξη στο επίπεδο της ψυχής οφείλει να συμπληρω­θεί με μια θεραπευτική που εφαρμόζεται σ’ αυτό το ίδιο το σώμα. Γράφει σχετικά ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός ότι η γα­στριμαργία και η πορνεία […] πολλές φορές αφυπνίζονται, χωρίς να συμμετέχει η βούληση, αλλά με την υποκίνηση της σάρκας, που διεγείρει τις αισθήσεις· για να πετύχουν το στό­χο τους όμως, χρειάζονται ένα εξωτερικό αντικείμενο και φθάνουν σε αποτέλεσμα με τη βοήθεια κάποιας ενέργειας του σώματος […]. Ακριβώς επειδή ολοκληρώνονται με την αρωγή της σάρκας, τα δύο αυτά κακά (ο συγγραφέας υπενθυμίζει την πορνεία ταυτόχρονα με την γαστριμαργία), απαιτούν ειδικότερα, πέρα από την πνευματική θεραπευτική της ψυχής και την εφαρμογή της εγκράτειας στο σώμα. Αναφερόμαστε δηλα­δή σ’ αυτό που προηγουμένως ονομάσαμε σωματική άσκηση. Να γιατί οι νηστείες, οι αγρυπνίες, η σωματική εργασία (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) μπορούν ανάλογα με τις περιστάσεις και τα συμβάντα να συμβάλλουν στη θεραπεία της γαστριμαργίας.

Η ανάγνωση της Αγίας Γραφής (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ), και η μνήμη του θανά­του (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) αποτελούν πολύτιμα ενισχυτικά της θεραπείας. Και, όπως στην πάλη εναντίον όλων των υπόλοιπων παθών, η κα­τάνυξη της καρδίας διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο, καθώς, βέ­βαια και η προσευχή. Με την κατάνυξη, ο άνθρωπος κλαίει για τις πτώσεις του ενώπιον του Θεού, απεμπλέκεται από το πάθος και εκδηλώνει τη βούληση να το απαρνηθεί (ΙΩ­ΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή, ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Με την προσευχή αιτείται τη βοήθεια του Θεού. Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης, μέσα από μια προσωποποίηση εμφανίζει τη γαστριμαργία ν’ αποκρίνεται: «Ο κτησάμενος Παράκλητον, τούτω εντυγχάνει [Σ.τ.μ.: Ικετεύει, θερμοπαρακαλεί] κατ’ εμού· Κακείνος δυσωπηθείς, εμπαθώς ουκ εά με ενεργείν». Τούτο συμφωνεί με την διαβεβαίωση του Αποστόλου Παύ­λου ότι η εγκράτεια αποτελεί «καρπόν τού [Αγίου] Πνεύμα­τος» (Γαλ. 5, 23).

Μελετώντας το πάθος της γαστριμαργίας, είδαμε, ότι αποτελεί την πηγή πολλών κακών, τόσο για την ψυχή όσο και για το σώμα τού ανθρώπου. Οι Πατέρες τη θεωρούν ως «προστάτην [Σ.τ.μ.: Επικεφαλής και εισαγωγική] των κακών ημών πολεμίων» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) και ως «πάντων των κατ’ αρετήν γεννημά­των αναιρετικόν» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Προς Θαλάσσιον) [Σ.τ.μ.: Καταστροφέας όλων των καρπών της αρετής]. Εναπόκειται σ’ εκείνον, η πρακτική εφαρμογή της αρετής της εγκράτειας ώστε να επιτρέπει την απόκρουση των συγκεκριμένων ασθενειών (ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ, Βίος Υπατίου) και παθών (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ συμβουλεύει: «Γαστήρ μέτρα φέρουσα τάχ’ άν πάθεσιν ανάσση») και αντίστροφα να γίνεται «υγείας πρόξενος» (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος) και αρχή πλήθους αγαθών (ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ, Βίος Υπατίου) και αρετών (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί παρθενίας, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Ασμα ασμάτων-ομιλία).

Παρατηρήσαμε καταρχήν ότι η γαστριμαργία θέτει σειρά εμποδίων στην πνευματική ζωή, καθώς έχει ως αποτέλεσμα να βυθίζει την ψυχή στη χαύνωση, να παχύνει και να βαρύνει το νου, να επιβραδύνει τις κινήσεις του, εμποδίζοντάς τον να κάνει τον αγώνα του όπως πρέπει, μειώνοντας και αλλοιώνοντας την ικανότητα διάκρισης και δυσκολεύοντας την προσευχή. Η εγκράτεια επιτρέπει την άρση των εμποδίων (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΚΑΛΛΙΝΙ­ΚΟΣ, Βίος Υπατίου) και μετά από αυτή καταλήγει εις «την των ψυχικών διακονημάτων ευκολίαν» (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Περί παρθενίας). Ιδιαίτερα αυξάνει τη νήψη και το δυναμι­σμό τού νου, ενισχύει τις ικανότητες διάκρισης και αντίλη­ψης (ΚΑΛΛΙΝΙ­ΚΟΣ, Βίος Υπατίου) και ευνοεί την κατάνυξη και την προσευχή (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ).

Είδαμε επίσης ότι η γαστριμαργία υποκινεί και τρέφει πολλά πάθη, στην πρώτη σειρά των οποίων βρίσκεται η πορ­νεία. Η εγκράτεια οδηγεί στο «τα πάθη τού σώματος δαμάζειν» (ΚΑΛΛΙΝΙ­ΚΟΣ, Βίος Υπατίου) και τελικά επιτρέπει στον άνθρωπο να τα περικόψει (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος), συνεισφέρει επίσης στη μείωση των ψυχικών παθών και ιδι­αίτερα της κενοδοξίας (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), της υπερηφανίας και της φιλαυτίας (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς) και ευνοεί την επαναφορά των αντίθετων αρετών (ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί παρθενίας): της εγκράτειας και της σωφροσύνης (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪ­ΤΗΣ, Κλίμαξ, ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Λόγος ασκητικός) σ’ ό,τι αφορά στην πορ­νεία, και της ταπείνωσης σ’ ό,τι άφορα την υπερηφανία. Ενώ η γαστριμαργία υποκινεί και θρέφει πολλούς εμπαθείς λογισμούς, η εγκράτεια συντελεί στο «απαθή τον νουν διατηρήσαι προς τε τά πράγματα καί προς τά τούτων νοήματα» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς), στην αποκατάσταση της ησυχίας και της σταθερότητας στην ψυχή, στην κάθαρση της καρδίας (Πρβλ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ, Βίος Υπατίου, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατο­ντάς, ΗΣΥΧΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ, Περί νήψεως). Όλα αυτά βοηθούν τον άνθρωπο να επιτύχει την καθαρή προσευχή και να ξαναβρεί την αληθινή γνώση (Πρβλ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ, Βίος Υπατίου, ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Στρωματείς, ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς).

(*) Ο Jean Claude Larchet γεννήθηκε το 1949 στη βορειοανατολική Γαλλία. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας και διδάκτωρ Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, είναι συγγραφέας δεκαπέντε βιβλίων και πολυάριθμων άρθρων που αφορούν τη θεολογία και την πνευματικότητα των Πατέρων της Εκκλησίας, τα οποία μεταφράστηκαν σε δώδεκα γλώσσες. Θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους Ορθόδοξους πατρολόγους και ένας σημαντικός εκφραστής της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη. Ζει και εργάζεται ως καθηγητής στη Γαλλία. Διευθύνει, σε δύο γαλλικούς εκδοτικούς οίκους, μία συλλογή βιβλίων αφιερωμένων σε σύγχρονους πνευματικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο γέροντας Παϊσιος, ο γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, ο γέροντας Χαράλαμπος, ο γέροντας Πορφύριος.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιουλίου, 2015

athonitis

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ γεννήθηκε στην πρωτεύουσα του Πόντου Τραπεζούντα μεταξύ των ετών 927-930. Οι γονείς του ήσαν πλούσιοι και ευγενείς. Το όνομα του ήταν Αβραάμιος. Ο πατέρας καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και η μητέρα από την Κολχίδα του Πόντου. Πριν γεννη­θεί, ο πατέρας απέθανε και λίγο μετά τη γέννηση του, και η μητέρα απήλθε από τον παρόντα κόσμο.

Ο μικρός Αβραάμιος, ορφανός και από τους δύο γονείς, τέθηκε υπό την προστασία συγγενής του μοναχής, η οποία ανέλαβε την φροντίδα και την παιδαγωγία αυτού. Όλη δε η ζωή και η συμπεριφορά της μοναχής επέδρασε θετικά και καταλυτικά στην μετέπειτα εξέλιξη του Αβρααμίου.

Ο μικρός Αβραάμιος, παρ’ ότι ήταν παιδί, η ζωή και η συμπεριφορά του δεν έμοιαζε με εκείνες των άλλων συνομιλήκων του. Ο χαρακτήρας του δεν ήταν απρεπής, απρόσεκτος και αγενής. Κατα­γινόταν με την προσευχή και τις άλλες θρησκευτικές πράξεις. Μετά την κοίμηση της προστάτιδας του μοναχής και αφού έλαβε την εγκύκλια παιδεία, με την βοήθεια ενός αυτο­κρατορικού φορολογικού υπαλλήλου που ήλθε στην Τραπεζούντα για την είσπραξη των δημοσίων φόρων, έρχεται στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκράτορος Ρωμανού Α’ Λεκαπηνού (920-944).

Στην Πόλη φοιτά στη Σχολή του Προέ­δρου των σχολών της Πρωτευούσης, που εκαλείτο Αθανάσιος. Στη σχολή αυτή επιδίδεται με ζήλο και επιμέλεια στην εκμάθηση των γραμμάτων της θύραθεν (κοσμικής) παιδείας. Παράλληλα δεν πα­ρέλειπε τα πνευματικά και θρησκευτικά του καθήκοντα. Στην Κωνσταντινούπολη εγνώρισε τον συγγενή του στρατηγό Ζεφιναζέρ, στο σπίτι του οποίου έκτοτε διέμεινε.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Αβράαμιος κατέστη κάτοχος και διδάσκα­λος πάσης φιλοσοφίας και ρητορικής, ώστε η φήμη του να φτάσει μέχρι και τα βασιλικά ανάκτορα.

Ο ενάρετος και σοβαρός βίος του, το πράον του ήθους, το γλυκύ της ομιλίας, ο πλούτος της γνώσεως, το έντιμον και το χρηστόν του χαρακτήρος του τον έκαναν αγαπητόν σε όλους. Εξαιτίας των χαρι­σμάτων του, οι μαθητές και διδάσκαλοι της Σχολής, «κοινή ψήφω», εζήτησαν από τον αυτοκράτορα να εκλεγεί διδάσκαλος αυτής. Έτσι, με αυτοκρατορική υπόδειξη, τιμάται με το αξίωμα του διδασκάλου.

Ο Αβραάμιος σύντομα απέδειξε τις ικανότητες του. Απέκτησε πολλούς μα­θητές και συγχρόνως τη φήμη του σοφού διδασκάλου. Γι’ αυτό, χρόνο με το χρόνο, ο αριθμός των μαθητών ηύξανε. Αλλ’ ο Αβραάμιος ταυτόχρονα ζούσε συνεπή χριστιανική ζωή. Η επιθυμία του ήταν να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό. Την περίοδο αυτή ο συγγενής του στρατηγός Ζεφιναζέρ αναλαμβάνει την ναυτική διοίκηση στο Αιγαίο και παίρ­νοντας μαζί του τον Αβραάμιο πραγ­ματοποιεί περιοδεία στο Αρχιπέλαγος. Κατέπλευσαν στη νήσο Λήμνο, απ’ όπου διακρινόταν το Άγιον Όρος, όπου έμελλε αργότερα να ιδρύσει τη Λαύρα. Επανερχόμενος στην Πόλη, συναντά­ται με τον όσιο Μιχαήλ Μαλεΐνον, ιδρυτή και ηγούμενο της Λαύρας του Κυμινά. Του εξομολογείται την επιθυμία να ασπα­στεί τον μοναχικό βίο. Στην Πόλη έγινε και η συνάντηση των Οσίου Μιχαήλ, Νικη­φόρου Φωκά, μετέπειτα αυτοκράτορος, και του Αβρααμίου. Έτσι, κρίνεται από τον όσιο Μιχαήλ άξιος να ακολουθήσει βίο πιο ησυχαστικό και ασκητικό, και επιλέγει τόπο ερη­μικό, όπου επιδίδεται σε νέους πνευματι­κούς αγώνες. Βλέποντας ο Όσιος Μιχαήλ την μεγά­λη πνευματική άσκηση του Αθανασίου, πρόβλεψε (προείδε) την μετέπειτα εξέλι­ξη του, ότι δηλαδή θα γίνει διάδοχος του στα πνευματικά χαρίσματα.

ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΤΗ ΛΑΥΡΑ ΤΟΥ ΚΥΜΙΝΑ

Στη συνέχεια ο Αβραάμιος παραιτεί­ται από την Σχολή και μεταβαίνει στην λαύρα του Κυμινά. Γίνεται δεκτός από τον ηγούμενο όσιο Μιχαήλ και κείρεται μοναχός με το όνομα Αθανάσιος. Μετά την κουρά του ο Αθανάσιος, έχοντας έμπειρο και διακριτικό πνευματικό οδη­γό, επιδίδεται στην άσκηση των μοναχι­κών αρετών. Μέσα σε διάστημα τεσσάρων ετών, κατέκτησε «πάσαν ασκητικήν πολιτείαν» και συνέλεξε σε βραχύ χρόνο πλούτο αρετών, ώστε να καθάρει την διάνοιαν, και να δει «θεία θεωρήματα», όπως ση­μειώνει βιογράφος του.

ΣΤΟ ΑΠΟΝ ΟΡΟΣ

Αλλά τον Αθανάσιο για άλλα είχε προ­ορίσει ο Θεός. Ως εκ τούτου, από το όρος Κυμινά αναχωρεί και έρχεται στο Άγιον Όρος. Εδώ, φθάνοντας, περιοδεύει πολλά σκηνώματα της αθωνικής χερσονήσου και γνωρίζει πολλούς και εναρέτους μο­ναχούς και ασκητές. Εντυπωσιάζεται από την σκληρή ασκητική ζωή, τον λιτό βίο, τις πολλές στερήσεις. Αρχικά γίνεται υποτακτικός σε ένα απλό γέροντα, χωρίς να αποκαλύψει ποιος ήταν, κοντά στη Μονή Ζυγού.

Δεν εφανέρωσε το πραγματικό του όνομα, αλλά προσποιήθηκε ότι ονομά­ζεται Βαρνάβας, γιατί ήθελε να είναι απαρατήρητος. Επιθυμία του ήταν να γνωρίσει τους μοναχούς του Όρους και να ακολουθήσει ένα υψηλότερο στάδιο μοναχικού βίου, του ερημίτη. Όπως ο ίδιος αναφέρει στο Τυπικό του, την περίο­δο αυτή οι αρχές του Άθω δεν επέτρεπαν σε κανένα μοναχό να ζήσει ως ερημίτης, εάν δεν είχε παραμείνει στο Όρος δύο ή τρία χρόνια. Με τον τρόπο αυτό υπήρχε ένας έλεγχος δι’ όσους ήθελαν να γίνουν ερημίτες.

Ο Αθανάσιος, έπρεπε, για να μην απο­καλύψει τον εαυτό του να υποταχθεί σε κάποιο αναχωρητή. Έτσι έκρυβε τις γνώ­σεις του και τις πνευματικές του ικανότη­τες από σεβασμό στον γέροντά του, που -ήταν αμόρφωτος.

Υποτάσσεται, λοιπόν, σε σχεδόν αμόρ­φωτο γέροντα, παρά του οποίου, εκτός της μοναχικής ασκήσεως, «διδάσκεται τα ιερά γράμματα».

Ενώ λοιπόν ο Αθανάσιος δοκιμαζό­ταν στον Άθω ως υποψήφιος ασκητής, ο δομέστικος των Σχολών της Ανατολής, Νικηφόρος Φωκάς, τον αναζητούσε. Βέ­βαιον είναι ότι έκανε έρευνες σε διάφορα μοναστικά κέντρα της Μ. Ασίας χωρίς αποτέλεσμα.Τέλος θυμήθηκε, λέει ο βιογράφος του, ότι ο Αθανάσιος του είχε μιλήσει για πιθανή αναχώρηση και των δύο στο Άγιον Όρος. Γράφει λοιπόν στον κριτή-έπαρχο της Θεσσαλονίκης και του ζητά να μεταβεί στον Άθω προς αναζήτηση του Αθανα­σίου, περιγράφοντας τα προσωπικά χα­ρακτηριστικά του.

Ο κριτής μεταβαίνει στο Όρος, συνα­ντάται με τον Πρώτο του Όρους Στέφα­νο (958962) και διαβιβάζει το αίτημα. Ο Πρώτος υπόσχεται να προβεί στην ανεύρεση του, ενώ επλησίαζαν τα Χρι­στούγεννα και η σύναξη των γερόντων του Όρους γινόταν τρεις φορές το χρόνο: Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και στις 15 Αυγούστου, εορτή της κοιμήσεως της Πα­ναγίας. Στις συνάξεις, υπό την προεδρία του Πρώτου, συμμετείχαν οι πατέρες οι οποίοι ασκούνταν στην περιοχή της Λαύ­ρας των Καρυών.

Κατά τα Χριστούγεννα λοιπόν του έτους εκείνου, έγινε από τον Πρώτο Στέ­φανο8 η αναγνώριση του Αθανασίου. Όλοι οι Αθωνίτες ξέρουν πλέον ότι ο Βαρνάβας είναι ένας μορφωμένος μο­ναχός, αλλά δεν γνωρίζουν ποιος είναι στην πραγματικότητα, γιατί ζήτησε από τον Πρώτο να κρατήσει το μυστικό του, διαφορετικά θα έφευγε από τον Άθω. Ο Πρώτος του παραχωρεί ένα αναχωρητικό κελλί κοντά στις Καρυές. Ο Αθα­νάσιος εγκαθίσταται εκεί με ένα μαθητή, ονόματι Λουκίτζη και ασκεί το επάγγελμα του καλλιγράφου. Εκεί ο Αθανάσιος πα­ρέμεινε μέχρι το 959.

Περί το έτος 960 έρχεται στο Όρος ο αδελφός του Νικηφόρου και δομέστικος των Σχολών της Δύσεως Λέων Φωκάς, μετά την νίκη του κατά των Σκυθών, για να ευχαριστήσει από ευγνωμοσύνη τον Θεό. Επιθυμούσε βέβαια να συναντήσει *τον Αθανάσιο, όπερ και έγινε. Τότε λοι­πόν όλοι πληροφορούνται ποιος ήταν πραγματικά ο Βαρνάβας και ποιες οι σχέσεις του με την περιφανή οικογένεια Φωκά. Το ασκητικό περιβάλλον, η όλη προσωπικότητα και η σχέση του με την ένδοξη οικογένεια της αυτοκρατορίας, προκάλεσαν αίσθηση στους Αθωνίτες και πολλοί παρεκινήθησαν να προσέλθουν κοντά του.

Ο Αθανάσιος θέλοντας να αποφύγει την προσέλευση και σύγχυση, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο, που είχε, όταν αφίχθει στο Όρος: να αποσυρθεί στα ενδό­τερα του Όρους, στην ησυχία. Έτσι, με την ευλογία του Πρώτου και της Συνάξεως, αφού έμεινε δυο χρόνια στις Καρυές, έλαβε ένα τόπο εξαιρετικά απρόσιτο και ερημικό, που λεγόταν Μελα­νά, στη θέση όπου έκτισε τη Λαύρα. Εκεί έστησε την ασκητική του καλύβη, σαν άλλο αρετής εργαστήριον, και επι­δόθηκε σε νέους πνευματικούς αγώνες αφοσιωμένος στις κατά Θεόν μελέτες και θείες θεωρίες.

ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

Την ίδια περίοδο ο Νικηφόρος Φωκάς διηύθυνε την εκστρατεία του Βυζαντινού στρατού, περί το 960, για την απελευ­θέρωση της Κρήτης από τους Άραβες. Οι συγκρούσεις ήταν σκληρές και αμφίρροπες. Η βυζαντινή στρατιά υπέφερε από το κρύο και την έλλειψη τροφών, σε αντίθεση με τον στρατό των Αράβων.

Επιθυμώντας να αναπτερώ­σει το ηθικό των στρατιωτών, ο Φωκάς υπενθύμιζε ότι σκοπός της εκστρατείας ήταν η απελευ­θέρωση εδαφών και πληθυσμού χριστιανικού. Άλλωστε, οι Άρα­βες ή Σαρακηνοί, έχοντες ως ορ­μητήριο την Κρήτη, έκαναν επι­δρομές σε όλο το Αιγαίο, ακόμα και το Άγιον Όρος, από το οποίο πέραν των λαφύρων, είχαν αιχμα­λωτίσει και μοναχούς.

Στην προσπάθειά του να ενι­σχύσει το ηθικό του στρατού, απε­φάσισε να αποστείλει γράμματα σε μοναστήρια της Μ. Ασίας και στο Άγιον Όρος, ζητώντας να στεί­λουν μερικούς μοναχούς κοντά στο στρατό. Μεταξύ των μονα­χών, έγραψε και στον Αθανάσιο και στον Πρώτο του Όρους. Οι Αθωνίτες απάντησαν θετι­κά. Με την ευλογία του Πρώτου και των γερόντων του Όρους, αποφασίζει να με­ταβεί στην Κρήτη ο Αθανάσιος συνοδευό­μενος από ένα μοναχό, το Θεόδοτο.

Η συνάντηση των δύο αντρών ήταν συγκινητική. Ο Αθανάσιος έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τον πνευματικό του φίλο Νικηφόρο Φωκά. Η αποστολή και παραμονή του Αθα­νασίου στην Κρήτη στέφθηκε με πλήρη επιτυχία. Επέτυχε να βοηθήσει στην εκ­δίωξη των Αράβων από την Κρήτη, την απελευθέρωση όσων Αθωνιτών είχαν συλληφθεί και διασωθεί, και την επανασύνδεση του φιλικού του δεσμού με τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά.

Εκεί καταστρώθηκε η ιδέα της ιδρύ­σεως ενός μοναστηριού στον Άθω, υπό την ηγουμενία του Αθανασίου, στο οποίο θα εμόναζε και ο Φωκάς. Για τον σκοπό αυτό ο Φωκάς πρότει­νε στον Αθανάσιο να του διαθέσει τα χρήματα που θα απαιτούνταν για την ανέγερση της Μονής. Αφού οι δύο άνδρες έμειναν σύμ­φωνοι περί της Μονής και τα σχετικά με αυτήν, ο μεν Αθανάσιος ανεχώρησε για τον Άθωνα, ο δε Φωκάς επέστρεψε στη Βασιλεύουσα. Επιστρέφοντας ο Αθανάσιος στο Όρος, εσκέπτετο να αρχίσει την ίδρυ­ση της Λαύρας. Στο μεταξύ ο Νικη­φόρος Φωκάς αποστέλλει στον Άθω τον έμπιστο του μοναχό Μεθόδιο, με επιστολή και τα αναγκαία χρήματα για την έναρξη των εργασιών. Ο Μεθόδιος παρέμεινε στο κελλί του Αθανασίου έξι μήνες και δεν ανεχώρησε παρά αφού έπεισε τον Αθανάσιο να αρχίσει την κατασκευή της Λαύρας και αφού είχαν αρχίσει οι οικοδομικές εργασίες.

Πράγματι ο Αθανάσιος άρχισε με την ανέγερση του ησυχαστηρίου, όπου θα εμόναζε ο Νικηφόρος και ναό επ’ ονόμα­τι του Τιμίου Προδρόμου10. Στη συνέχεια προχώρησε στην ανέγερση του καθολι­κού και άλλων κτισμάτων. Ενώ λοιπόν προχωρούσαν οι εργασίες ανεγέρσεως του καθολικού και των κελλίων, έφθασε η είδηση της ανόδου τουΝικηφόρου στον αυτοκρατορικό θρόνο. Η είδηση αυτή επίκρανε τον Αθανάσιο, ο οποίος ανέλαβε την ανοικοδόμηση της Λαύρας μετά από επίμονες παρακλήσεις του Νικηφόρου και την υπόσχεση του να ακολουθήσει το μοναχικό βίο.

Γι’ αυτό απεφάσισε να εγκαταλείψει την ηγουμενία της Λαύρας και να φύγει από το Όρος.

ΑΦΙΞΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Φεύγει λοιπόν και αποβιβάζεται στην Άβυδο της Μικράς Ασίας. Φθάνοντας εκεί, έστειλε πίσω στον Άθωνα το πλοίο της Λαύρας με τους περισσότερους εκ των συνοδών του. Ένα μοναχό απο­στέλλει στη Βασιλεύουσα με σκοπό να επιδώσει στον αυτοκράτορα επιστολή και ο ίδιος με τρεις εμπίστους μοναχούς επιβιβάζεται σε πλοίο με προορισμό την Κύπρο. Με το γράμμα στον αυτοκρά­τορα τον πληροφορεί ότι παραιτείται από την ηγουμενία, αλλά συγχρόνως του υποδεικνύει το μοναχό Ευθύμιο, να αναλάβει το αξίωμα.

Φθάνοντας στην Κύπρο, διαμένει στη Μονή των Ιερέων και αποστέλλει τον μοναχό Θεόδοτο στη Λαύρα, με απο­στολή να παρακολουθεί την εξέλιξη των υποθέσεων της Μονής. Μόλις η πορεία των πραγμάτων της Μονής πήρε αρνητική τροπή, ο Θεόδοτος επιστρέφει στην Κύπρο και ενημερώ­νει τον Αθανάσιο για την κατάσταση. Ο αυτοκράτωρ, διαβάζοντας την επι­στολή του Αθανασίου, λυπείται, καθιστά τον μοναχό Ευθύμιο ηγούμενο της Λαύ­ρας και πάραυτα, αποστέλλει γράμματα προς αναζήτηση του Αθανασίου, ο οποί­ος κρυβόταν στη Μονή των Ιερέων.

Τα γράμματα έφθασαν και στον ηγού­μενο της Μονής των Ιερέων, ο οποίος εκάλεσε τον Αθανάσιο και τον συνοδό του μοναχό Αντώνιο προς εξακρίβωση. Ο Αθανάσιος απέφυγε να αποκαλύψει τον εαυτό του. Αναχωρεί με τον Αντώνιο και φθάνει στην πόλη Αττάλεια της Μ. Ασίας, όπου φθάνει επίσης και ο μονα­χός Θεόδοτος, ο οποίος πληροφορεί τον Αθανάσιο για την θλιβερή κατάσταση της Λαύρας. Έτσι χωρίς χρονοτριβή, αποφα­σίζει να επιστρέψει στη Μονή. Η επάνοδος του στη Λαύρα έδωσε χαρά και ικανοποίηση στους πατέρες, οι οποίοι δοκιμάσθηκαν αρκετά κατά το διάστημα της απουσίας του, κατά την οποία διακινδύνεψε και η ίδια η ύπαρξη της Μονής.

ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ

Αφού ετακτοποίησε καλώς όλα τα πράγματα της Λαύρας, απεφάσισε να με­ταβεί στη Βασιλεύουσα προς συνάντηση του αυτοκράτορος Νικηφόρου Φωκά. Η συνάντηση των δύο ανδρών υπήρ­ξε συγκινητική, και ακόμη περισσότερο, σημαντική και χρήσιμη. Δεν έγινε απλώς η διάλυση των παρεξηγήσεων αλλά υπήρ­ξε σταθμός, όχι μόνον για την ιστορία της Λαύρας, αλλά και του Αγίου Όρους.

Ο Αθανάσιος εγνώριζε πολύ καλά ότι ο Νικηφόρος Φωκάς από τη θέση την οποία πλέον κατείχε θα βοηθούσε αποτελεσματικά τη Λαύρα. Πράγματι, ο αυτοκράτωρ εξέδωσε, χάρη του Αθανασί­ου, υπέρ της Λαύρας τρία χρυσόβουλλα, τα οποία εκτός από τη θεσμική τους διά­σταση, παραχωρούσαν στην νεόδμητη Λαύρα σημαντικές δωρεές. Στο χρυσόβουλλο του, το οποίο είχε χαρακτήρα Τυπικού για τη Λαύρα, ο Φωκάς περιέχει μία ρήτρα μεγάλης σημασίας: κανείς δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στη Λαύρα εκτός από τον αυτοκράτορα. Η Λαύρα η οποία από ιδιωτική κατέστη βασιλική αυτοκρα­τορική, με την ανάρρηση του Φωκά στον αυτοκρατορικό θρόνο καθιερούται ελευθέρα και αυτοδέσποτος από κάθε κοσμική ή εκκλησιαστική αρχή.

Ο Νικηφόρος, κτίτωρ της Μονής, έχει την κυριότητά της σε όλη τη διάρ­κεια της ζωής του, και μετά το θάνατο του περιέρχεται στο Αθανάσιο, ο οποί­ος είναι ισόβιος ηγούμενος. Ο Φωκάς με το χρυσόβουλλο του απαγορεύει την παραχώρηση της Λαύ­ρας σε πρόσωπο ξένο προς αυτήν, κοσμικό ή εκκλησιαστικό ή σε άλλη Μονή. Παράλληλα χορηγεί στη Λαύρα χρηματικές παροχές σε ετήσια βάση, αναγκαίες για τη συντήρηση της. Έτσι, η Λαύρα καθίσταται αυτοκρα­τορικό μοναστήρι, με κοινοβιακό χα­ρακτήρα, με πλούτο και ευμάρεια.

Την ίδια περίοδο, λόγω της φή­μης του Αθανασίου και της εντυπω­σιακής εξελίξεως της Λαύρας, μονα­χοί από πολλές περιοχές προσέρχονται να υποταχθούν. Μεταξύ αυτών έρχο­νται από τη Ρώμη, Καλαβρία, Ιταλία, Ιβηρία, Αρμενία κ.λ.π. Όλοι αυτοί βρί­σκουν καταφύγιο τη Λαύρα, η οποία την περίοδο αυτή (964 972) ήταν το μόνο σημαντικό μοναστικό ίδρυμα, εκτός του Πρωτάτου, στον Άθω.

Αυτή η πρωτόγνωρη άνοδος της Λαύ­ρας δημιούργησε ορισμένες αντιδράσεις από πολλούς Αθωνίτες ασκητές, ερημίτες και ηγουμένους μονυδρίων. Η βασική διαμαρτυρία επικεντρώνονταν στο ότι με τη μεγάλη οικονομική δραστηριότη­τα, τις άφθονες χρηματικές δωρεές κ.λπ. αλλοιώνονταν η μοναχική παράδοση του Όρους και ο χαρακτήρας του αγιορείτι­κου ασκητικού πνεύματος, όπως τότε υπήρχε στον Άθω.

Η δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά, δημιούργησε μία νέα εποχή και τροπή στα αγιορείτικα πράγματα. Όσοι αντι­δρούσαν ή διαφωνούσαν με τον Αθανά­σιο, θεώρησαν κατάλληλη την ευκαιρία να ανακόψουν την πορεία του. Έτσι, έστειλαν αντιπροσωπεία στο νέο αυτοκράτορα στον οποίο διετύπωσαν τις αιτιάσεις τους.

ΤΟ ΤΥΠΙΚΟ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Ο Αθανάσιος, συνέταξε το Τυπικό του, το οποίο διακρίνεται σε τρία μέρη: Το Τυπικό, το οποίο αναφέρεται σε θέματα διοικητικά, όπως η εκλογή ηγουμένου, τα καθήκοντα, οι εξουσίες, οι υποχρεώσεις, η διαδοχή, τα καθήκοντα των προκρίτων αδελφών κ.α. Η Διατύπωση, που αποτελεί σύντο­μο κείμενο αναφερόμενο κυρίως στον τρόπο εκλογής του ηγουμένου, τον διο­ρισμό επιτρόπων κ.α. και Η Υποτύπωση, ένα είδος λειτουρ­γικού τυπικού. Αναφέρεται δηλαδή στην τέλεση των Ι. Ακολουθιών όλου του εκ­κλησιαστικού έτους. Ο Αθανάσιος, ανεγνωρίσθη και καθιερώθη ως ο αναμορφωτής αρχηγέτης και πατριάρχης του αθωνικού μοναχισμού. Η συμβολή του στην καθιέρωση και ανα­γνώριση του μοναχικού καθεστώτος της αθωνικής πολιτείας υπήρξε καταλυτική και πανθομολογούμενη.

Έζησε βίον, πέραν των διοικητικών του ικανοτήτων, οσιακόν. Η αρετή τουανεγνωρίσθη από πολλούς. Διεκρίνετο για την σοφία, την ευγένεια, την πραό­τητα, το φιλάνθρωπον προς όλους, την φιλοξενία, την ασκητικότητα.

Υπήρξε κατά τον βιογράφο του: «Αρ­χή πάντων και τέλος … πάσι τύπος και νόμος ην … πολύτροπος και πολυειδής την κυβέρνησιν … Χριστόν τον εαυτού ποιμένα μιμούμενος». Ο Αθανάσιος εκοιμήθη περί το 1000 μ.Χ. Πάνδημος υπήρξε η εκφορά του ιερού σκηνώματος του, οπού παρέστη η του «Όρους Γερουσία». Ανεγνωρίσθη Όσιος και η μνήμη του εορτάζεται την 5ην Ιουλίου.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Εκείνο όμως το οποίο ιδιαίτερα χαρα­κτήριζε τον Όσιον Αθανάσιο, δεν ήταν τόσο η ίδρυση της Λαύρας, η συμβολή του στην διαμόρφωση του αγιορείτικου καθεστώτος, οι σχέσεις του με τους αυτοκράτορες της εποχής του, αλλά η πνευματική συγκρότηση της προσωπικότητάς του. Ο Όσιος υπήρξε κατ’ εξοχήν ένας γνή­σιος μοναχός, ένας αυθεντικός ασκητής. Κέντρο της ζωής του ήταν η πνευματική του κατάρτιση, η κατάκτηση των δωρεών της χάριτος του Θεού. Η προσωπικότης του συγκρίνεται με τις μεγάλες προσωπικότητες του μοναχι­σμού της Ορθόδοξης Ανατολής, όπως του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου, του Θεόδωρου του Στουδίτου κ.α Εβίωσε το Ευαγγέλιο στην αυθεντική του διασταση, κατεκτησε την αρετή και αξιώθηκε θείων χαρισμάτων και δωρεών και όπως σημειώνει ο εγκωμιαστής του «τοις αγγέλοις εφάμιλλος ώφθη»15. Αξιώθηκε του χα­ρίσματος του θαυματουργείν. Ο βιογράφος του ανα­φέρει μερικά από τα θαύ­ματα τα οποία εν ζωή και μετά θάνατον εποίησε.

Μεταξύ αυτών αναφέ­ρουμε:

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Η παράδοσις της Μονής διασώζει το εξής θαυμαστό περιστατικό.

Ο μοναχός Αθανάσιος, ο αποθηκάριος, στην αρ­χή της μοναχικής του ζω­ής, ευρισκόμενος κάποτε στον Μυλοπόταμο, έπαθε υδρωπικία. Βλέποντας την κατάσταση του, ο Όσιος του υπέδειξε να μεταβεί στη Λαύρα για να θεραπευθεί από τον ιατρό της Μονής. Όταν έφθασε εκεί, οι ιατροί που τον εξέτασαν δεν πί­στευαν ότι θα θεραπευθεί. Τότε ο Πατήρ τον λυπήθηκε, για την κατάσταση του και, αφού άγγιξε με το χέρι του την κοιλιά, είπε «Ύπαγε τέκνον, της χάριτος του Θεού. ουδέν κακόν έχεις». Αμέσως με τον λόγο ο μοναχός έγινε υγιής.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΟΣΙΟ

Κατά το έτος 963, συνέβη λιμός στην του διάσταση, κατάκτησε την αρετή και Αυτοκρατορία, ένεκα του οποίου εδημιουργήθη έλλειψη τροφών και στο Άγιον Όρος. Επειδή είχε αρχίσει η οικοδομή της Λαύρας και να εξαντλούνται τα υλικά και τα τρόφιμα, ο Όσιος απεφάσισεν να μεταβεί στις Κα­ρυές για να συμβουλευθεί τον Πρώτο και τους γέροντες επί του πρακτέου. Ενώ λοιπόν επορεύετο προς τις Καρυές, σε αρκετή απόστα­ση από τη Μονή, συναντά μια σεμνοτάτην και ωραιωτάτην γυναίκα. Από την θέα της εταράχθη. Αλλά πρώτη η γυνή ερώτα τον Αθανάσιον «Πόθεν έρχεσαί, Αθανάσιε, και που πο­ρεύεσαι;».

Έκπληκτος ο Όσιος απάντη­σε «Ποία είσαι εσύ, η οποία μου ομιλείς και γνωρίζεις το όνομά μου;».

«Εγώ είμαι η Μήτηρ του Κυ­ρίου και προστάτις σου» απα­ντά εκείνη, και συνεχίζει «Αλλ’ είπε μοι, διατί εγκατέλιπες την Λαύραν, και που μεταβαίνεις;»

Και ο Όσιος: «Δεν πιστεύω ότι είσαι η Κεχαριτωμένη, εάν δεν ιδώ κάποιο σημείον».

«Δίκαιον έχεις, Αθανάσιε δια να πιστεύσεις, ιδού» απάντησε. «Χτύπησε σταυροειδώς με την ράβδο σου αυτήν την πέτρα επικαλούμενος το όνομα της Παναγίας Τριάδος και θα ιδείς ευθύς να αναβλύζει άφθονον και αστείρευτον ύδωρ».

Πεισθείς ο Όσιος, εκτύπησε την ενώ­πιον του πέτρα και αμέσως ανέβλυσεν ύδωρ, και το σημείον εκείνο έκτοτε ονομάσθηκε ύδωρ του αγιάσματος, έν­θα εκτίσθη ναϋδριον της Ζωοδόχου Πηγής.

Μετά το γεγονός τούτο, προσέπεσε ενώπιον της Παναγίας και εζήτησε συγγνώμη. Τότε η Παναγία υποσχέθηκε στον Όσιο να αναλάβει την τροφοδοσία της Μονής και των άλλων αναγκαίων, και τον προέτρεψε να επιστρέψει στην Λαύρα, και έγινε ευθύς άφαντος.

Ο Αθανάσιος επέστρεψε στη Μονή. Μόλις διέβη την κεντρικήν πύλη και εισήλθεν στην αυλή, βλέπει ενώπιον του και πάλι την Υπεραγίαν θεοτόκον, η οποία τον οδήγησε στην αποθήκη της Μονής, η οποία ήταν πλέον πλήρης τροφίμων. Δεικνύουσα δε η Παναγία την ευλο­γία εκείνη του θεού, λέγει στον Όσιο «θέλω, τέκνον μου Αθανάσιε, εις το εξής να μη ορίσης εσύ και οι διάδοχοί σου Οικονόμον εις την Μονήν, διότι εγώ θα είμαι η Οικονόμισσα της Λαύρας μέχρι της συντέλειας των αιώνων» και έγινε πάλι άφαντος. Πράγματι, ο Όσιος κατόπιν αυτών συνέχισε την ολοκλήρωση της Λαύρας, μέχρι συντελέσεως της οποίας επήρκεσεν η ευλογία εκείνη των τροφίμων. Στο σημείο όπου ενεφανίσθη η Πα­ναγία ανηγέρθη ύστερα, και υπάρχει έως σήμερον το Προσκυνητάριον της Παναγίας της Οικονομίσσης, μετ’ ακοιμήτου κανδήλας.

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Αναφέρεται επίσης ότι: «Κατά την ζώσαν και αδιάκοπον παράδοσιν της Μονής λέγεται ότι, ζων ο Όσιος, είχεν αφήσει εντολήν περί μη εκταφής του, η οποία και ετηρέτο επί αιώνες. Αλλά, κατά την παράδοσιν επίσης, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σίλβεστρος, ότε το 1575 μετέτρεψε την Μονή από ιδιορρύθμου εις κοινόβιον, ηθέλησεν εξ ευλάβειας ν’ ανοίξει τον τάφον. Αφού λοι­πόν έπεισε τους Πατέρας, επεχείρησε μετ’ αυτών το άνοιγμα του τάφου. Όταν εκτύπησαν δια των σχετικών εργαλείων προς διάνοιξιν, εξήλθον εκείθεν φλόγες πυρός, αι οποίαι κατετρόμαξαν τον Πατριάρχην και τους περί αυτόν, ώστε να σταματήσουν πάραυτα το εγχείρημα. Ούτως ο τάφος του Οσίου παραμένει μέχρι σήμερα άθικτος, κατά την εντολήν του Πατρός».

Τα όρια και το μέγεθος της πνευματι­κής συγκροτήσεως και ακτινοβολίας του Οσίου Αθανασίου παριστά το Απολυτίκιο αυτού, το οποίο έχει ως εξής: «Την εν σαρκί ζωήν, σου κατεπλάγησαν, Αγγέλων τάγματα, πως μετά σώματος, προς αοράτους συμπλοκάς εχωρήσας αοίδημε, και κατετραυματίσας των δαιμόνων τας φάλαγ­γας όθεν Αθανάσιε, ο Χριστός σε ημείψατο, πλουσίαις δωρεαίς διό Πάτερ, πρέσβευε σωθήναι τας ψυχάς ημών».

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ ΤΟ ΚΑΚΟ; (ΚΥΡΙΑΚΗ Ε’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιουλίου, 2015

 Είναι εμφανές το κακό στη ζωή μας;  Μπορούμε να το εντοπίσουμε, να το αρνηθούμε, να παλέψουμε εναντίον του, να το νικήσουμε τελικά; Δεν είναι εύκολη η απάντηση. Διότι το κακό άλλοτε φαίνεται καθαρά, καθώς δίνει σημεία της καταστροφικότητας η οποία το συνοδεύει, άλλοτε όμως  βρίσκεται κρυμμένο πίσω από αυτό που ονομάζουμε «δικαίωμα» και καλύπτεται πίσω από την δίψα του ανθρώπου για επιτυχία και ευτυχία με κάθε τρόπο. Ακόμη όμως και να το κατανοήσουμε, η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι δεν είμαστε σε θέση να το αντιμετωπίσουμε. Το κακό μοιάζει κάποτε ακατανίκητο. Άλλοτε πάλι μας παραπλανά. Μας δίνει την εντύπωση ότι αρκεί η επιθυμία μας, η διάθεσή μας και αυτό θα μπει στο περιθώριο. Είναι ο ανθρώπινος εγωκεντρισμός, ο οποίος δεν αποδέχεται ότι στη ζωή υπάρχει και η οδός της ταπεινοσύνης και της υπομονής έναντι του κακού. Αρκεί να γνωρίζουμε ότι αυτό υπάρχει και ποιο είναι.

             Είναι πολύ διδακτική η συνάντηση του Χριστού με δύο δαιμονισμένους ανθρώπους στο νησί των Γεργεσηνών. Ο Χριστός γνωρίζει ότι οι άνθρωποι κατέχονται από το κακό. Είναι εμφανή τα σημάδια. Είναι «χαλεποί λίαν», κατοικούν στα μνήματα και κανείς δεν μπορεί να περάσει από τον δρόμο στον οποίο αυτοί διαφεντεύουν με την παρουσία τους και μόνο (Ματθ.   8,28). Στα πρόσωπά τους αποτυπώνονται τα σημεία του κακού: η χαλεπότητα, δηλαδή η αγριότητα της καρδιάς που σε κάνει να φοβάσαι να τους κοιτάξεις κατά πρόσωπον, η διαρκής παραμονή τους στο θάνατο και τις μορφές του (μοναξιά, ακοινωνησία με τους άλλους ανθρώπους, ομφαλοσκόπηση και εσωστρέφεια) και η εξουσία της βίας και του φόβου που έχουν επιβάλει εκεί όπου βρίσκονται. Αξιοσημείωτο ότι οι άνθρωποι τους αποφεύγουν. Γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να πολεμήσουν εναντίον τους και να υποτάξουν το κακό. Έχουν παραδώσει τη συγκεκριμένη περιοχή σ’ αυτούς. Κατανοούν ότι θα είναι για πάντα μία πληγή. Δεν πηγαίνουν να παλέψουν κατά μέτωπο μαζί τους. Δεν είναι απλώς ότι φοβούνται. Κατά βάθος νιώθουν ανήμποροι να νικήσουν το κακό με τις δικές τους δυνάμεις. Έτσι επιλέγουν μία ηττοπαθή μεν στάση φαινομενικά, σώφρονα όμως στην ουσία.

             Μόνο ο Χριστός μπορεί να αντιμετωπίσει το κακό κατά μέτωπο. Και αυτό οι δαίμονες, οι εκφραστές του, το γνωρίζουν καλά.  Γι’ αυτό και δεν αντιστέκονται στο Χριστό. Δεν μπορούν όμως να νικήσουν την κακία που έγινε φύση τους. Έτσι του ζητούνε να αφήσουν τους ανθρώπους, αλλά να εισέλθουν στο κοπάδι των χοίρων, το οποίο, αντίθετα με τον μωσαϊκό νόμο, δηλαδή τις εντολές του Θεού, εκτρέφουν οι κάτοικοι του τόπου. Και ο Χριστός τους δίνει την άδεια. τους επιτρέπει να κάνουν το θέλημά τους, με αποτέλεσμα οι χοίροι να πνιγούνε. Ο Χριστός δεν υπέκυψε στη δύναμη του κακού. Υπέδειξε με τον τρόπο και την απόφασή Του στους κατοίκους του νησιού ότι κι εκείνοι με τη σειρά τους, παρότι προφύλασσαν φαινομενικά τους εαυτούς τους από το κακό της συνάντησης με τους δαιμονισμένους, στην ουσία ήταν δέσμιοί του. Διότι και αυτοί, στο όνομα του κέρδους, της φιληδονίας και των δικαιωμάτων τους, βίωναν τα σημάδια του κακού.Ήταν χαλεποί πνευματικά, διότι είχαν αποστεί της κοινωνίας με τον Θεό, όπως αυτή εκφράζεται με την υπακοή στο θέλημά Του. Κατοικούσαν στα μνήματα της αισχροκέρδειας, της αδιαφορίας για την κοινωνία με τους υπόλοιπους Ιουδαίους, καθώς είχαν επιλέξει την οδό της ειδωλολατρίας, αφού τους χοίρους τους πουλούσαν στους εθνικούς για να κερδίσουν χρήματα και να ζούνε εν ανέσει, ενώ δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από τα πάθη τους, με αποτέλεσμα να μην θέλουν τον Χριστό να κατοικήσει ανάμεσά τους. Έτσι, Εκείνος, με λύπη, θα φύγει από το νησί τους. Θα δείξει μ’ αυτό τον τρόπο ότι απέναντι στο κακό τελικά δεν είναι πάντοτε λύση η κατά μέτωπον επίθεση, αλλά η αποχώρηση από την κοινωνία μ’ αυτό, εφόσον οι φορείς του παραμένουν αμετανόητοι και εφόσον υπάρχει η δυνατότητα να βρεθούμε κάπου αλλού.

              Αυτοί οι τρεις τρόποι αντιμετώπισης του κακού μάς διδάσκουν πολλά και στην δική μας πραγματικότητα. Από την μία, εφόσον το εντοπίζουμε, καλούμαστε να μετρήσουμε τις δυνάμεις μας έναντί του. Αν δεν επαρκούν, η σωφροσύνη και η υπομονή μάς δίνουν τη δυνατότητα να κερδίσουμε χρόνο, ώστε με την βοήθεια και του Θεού και εκείνων που μας αγαπούνε να μπορέσουμε να το νικήσουμε όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Από την άλλη, η αυτοκριτική και η αυτογνωσία, όταν συνοδεύονται από αληθινή μετάνοια, μάς δίνουν τη δυνατότητα να δούμε αν κι εμείς έχουμε επιλέξει τον τρόπο του κακού. Και τότε η υπακοή στο θέλημα του Θεού, η επιλογή της αγάπης και όχι της πλεονεξίας και της ειδωλολατρικής εμμονής στα υλικά αγαθά, όπως επίσης και η διάθεση για αληθινή κοινωνία με τον πλησίον, με τον οποίο καλούμαστε να συγκατοικούμε, να συνυπάρχουμε, αποτελεί την αφετηρία της νίκης κατά του κακού. Τέλος, η απαλλαγή από την δαιμονική οίηση και αλαζονεία ότι μόνοι μας μπορούμε να τα καταφέρουμε  και η επίκληση της βοήθειας του Θεού, όπως αυτή εκφράζεται με την πίστη, με την βεβαιότητα ότι Εκείνος δεν θα μας εγκαταλείψει, η ταπείνωση να γνωρίζουμε ότι μπορούμε να περιμένουμε το θέλημά Του να εκφραστεί , θα μας βοηθήσει να διαπιστώσουμε ότι το κακό δεν είναι ακαταμάχητο, αλλά νικιέται πρώτα εντός μας, με την ελευθερία της καρδιάς μας.            Η Εκκλησία δεν θα παύει να μας διδάσκει την ανάγκη για σωφροσύνη και υπομονή, για αυτοκριτική και μετάνοια, για ταπεινή πίστη στην πρόνοια του Θεού και την ίδια στιγμή στην βεβαιότητα ότι ο Χριστός νίκησε το κακό στις ποικίλες μορφές του με τον θάνατο και την ανάστασή Του και μαζί Του μπορούμε κι εμείς. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ακόμη κι αν πρόσκαιρα το κακό  φαίνεται ακατανίκητο, εμείς δεν θα χάσουμε την ελπίδα μας. Αλλά και δεν θα προξενήσουμε μεγαλύτερο κακό στον εαυτό μας, προσπαθώντας να νικήσουμε κάτι το οποίο είναι χαλεπό λίαν για να αντιμετωπιστεί  με τις ανεπαρκείς δυνάμεις μας.

Κέρκυρα, 5 Ιουλίου 2015

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »