ΕΝΤΡΑΠΗΣΟΝΤΑΙ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΜΟΥ
Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2015
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΤΗΡΗΣΟΝ ΤΑΣ ΕΝΤΟΛΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2015
Ένα από τα πιο δύσκολα και την ίδια στιγμή πιο όμορφα παραγγέλματα του Χριστού στους ανθρώπους είναι και αυτό που ο Κύριος απευθύνει προς έναν πλούσιο νέο που θέλει να αποκτήσει την αιώνια ζωή. « Τήρησον τας εντολάς» (Ματθ. 19, 17). Τήρησε τις εντολές. Είναι μία προτροπή, η οποία έχει τον χαρακτήρα της εντολής. Και βεβαίως, είναι μία πρόταση ελευθερίας. « Ει θέλεις εισελθείν εις την ζωήν». Αν θέλεις να μπεις στη ζωή την αιώνια, τήρησε τις εντολές. Αυτή η παραίνεση ελευθερίας κάνει τον λόγο του Χριστού να διαφέρει από τα ανθρώπινα παραγγέλματα, από τους ανθρώπινους νόμους και κανόνες. Οι άνθρωποι δεν αφήνουν περιθώριο ελευθερίας στην τήρηση των δικών τους νόμων. Είναι υποχρεωτικό να τηρηθούν, διότι αλλιώς δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία. Χωρίς νόμους και κανόνες ο καθένας θα κάνει ό,τι θέλει και η σύγκρουση θα επέλθει μοιραία. Οι νόμοι διαφυλάσσουν, έστω και με τεχνητό τρόπο, μία σχετική ενότητα στην κοινωνία, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο στο οποίο ο καθένας μπορεί να κινηθεί και κάνουν όλους να γνωρίζουν τι τους περιμένει εφόσον δεν τηρήσουν τα όσα ορίζονται, ακόμη κι αν αυτά δεν φαίνονται δίκαια. Όμως οι εντολές του Χριστού απευθύνονται σε ελεύθερους ανθρώπους. Μιλούν στην προαίρεση της καρδιάς και ο στόχος τους δεν είναι εγκόσμιος, αλλά η είσοδος στη ζωή την αιώνιο, στη βασιλεία των ουρανών.
Αυτό δε σημαίνει ότι η παραίνεση του Χριστού, εάν δεν τηρηθεί, δεν θα έχει και συνέπειες. Μόνο που αυτές θα έρθουν μετά την έξοδο του ανθρώπου από αυτόν τον κόσμο, διότι, όσο ζει ο άνθρωπος, έχει το περιθώριο της μετανοίας, της επιστροφής δηλαδή στη σχέση με το Θεό και το θέλημά Του. Διότι αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της θεϊκής προτροπής.Αυτός που τηρεί τις εντολές, δείχνει στον Θεό ότι θέλει να έχει σχέση μαζί Του. Και οι εντολές δεν έχουν τον χαρακτήρα της βελτίωσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά της λύτρωσης της καρδιάς. Διότι οι εντολές στηρίζονται στην αγάπη και στην απεξάρτηση του ανθρώπου από ό,τι τον χωρίζει από τον Θεό. Και αυτό συνήθως είναι τα αγαθά. Το αίσθημα του «κατέχειν», το οποίο γεννά στον άνθρωπο εμπιστοσύνη στον εαυτό του και τον κάνει να μην στοχεύει στην αγάπη του Θεού, αλλά στη δική του αυτοθέωση. Τα αγαθά και τα συμπαρομαρτούντα τους, χαρίσματα, γνώσεις, θέση, δόξα, στόχοι, οικογένεια, χρήματα, πλούτος, δεν αφήνουν τον άνθρωπο να σκεφθεί και να συνειδητοποιήσει ότι όλα είναι παραχώρηση του Θεού, ενίοτε και για τον κόπο του ανθρώπου, αλλά είναι σίγουρα ευμετάβολα και όχι σταθερά. Διότι το μόνο σταθερό στη ζωή μας είναι η αγάπη του Θεού. Όσο ζει λοιπόν ο άνθρωπος, έχει την ευκαιρία, ακόμη και αν έχει εξαρτηθεί από τα κάθε λογής αγαθά, να επιστρέψει στην προτεραιότητα της σχέσης, της κοινωνίας με τον Θεό, να μετανοήσει. Αλλιώς, όταν θα έρθει η ώρα της κρίσης, τότε ο ίδιος ο άνθρωπος θα έχει επιλέξει την περαιτέρω ζωή χωρίς τον Θεό. Θα έχει παγιωθεί εντός του η ελεύθερη προτίμηση της δικής του αυτοθέωσης, με αποτέλεσμα στην αιωνιότητα να μην αναγνωρίζει τον Θεό, αλλά να εξακολουθεί να ζητά ως προορισμό του τις εξαρτήσεις του, τα αγαθά του και όλα τα συμπαρομαρτούντα τους, μόνο που ο θάνατος δεν θα του επιτρέπει να τα έχει, διότι αυτός διαρρηγνύει κάθε σχέση με το εδώ.
«Τήρησον τας εντολάς». Ποιες είναι αυτές; Έχουν να κάνουν με τον πλησίον. Ο Χριστός δεν θέλει από τον άνθρωπο να σκοτώνει, να αφαιρεί τη ζωή του άλλου, διότι η ζωή είναι το υπέρτατο αγαθό. Δεν σκοτώνουμε μόνο με τα όπλα και τη βία. Σκοτώνουμε και με το πνεύμα της εξουσίας εις βάρος του άλλου, όταν τον εξουθενώνουμε, όταν καταρρακώνουμε την αξιοπρέπειά του, όταν δεν σεβόμαστε ψυχή και σώμα, τα συναισθήματά του, την προσωπικότητά του, την ακεραιότητά του, όταν τον υποδουλώνουμε στις δικές μας επιθυμίες, όταν τον χρησιμοποιούμε προς ίδιον όφελος. Σκοτώνουμε όταν διαλύουμε εντός του το ήθος της ελπίδας έναντι του Θεού και των άλλων. Όταν διακηρύττουμε την αυτοθεοποίησή μας ή όταν χρησιμοποιούμε τις γνώσεις μας, τη θέση μας, τη δύναμή μας για να διακηρύξουμε με θράσος τον θάνατο του Θεού. Εντολή είναι το να μη μοιχεύουμε. Δηλαδή να σεβόμαστε την οικογένεια του άλλου και να μην προσβάλλουμε την τιμή και την αξιοπρέπεια, την ενότητα δύο άλλων ανθρώπων στο όνομα των δικών μας επιθυμιών, της δικής μας στήριξης, της δικής μας φιληδονίας. Εντολή είναι να μην κλέβουμε, να μην δηλαδή υφαρπάζουμε ό,τι ανήκει στους άλλους, όχι γιατί υπάρχει κάτι που ανήκει πραγματικά στον καθέναν, αλλά διότι και οι ανθρώπινες σχέσεις δεν μπορούν να ιδωθούν χωρίς σεβασμό στα όρια του άλλου. Ας αρκούμαστε στον κόπο μας και στις δυνατότητες και ευκαιρίες που ο Θεός επιτρέπει να έχουμε και ας μην στερούμε με την πλεονεξία μας από εκείνον αυτό που θα μπορούσε να έχει, για να επιβιώσει. Δεν είναι το κέρδος το παν, αλλά το μέτρο. Εντολή είναι να μην ψευδομαρτυρούμε, να μην χρησιμοποιούμε αθέμιτους τρόπους και λόγους προκειμένου να επικρατήσουμε του άλλου, να κερδίσουμε εις βάρος του, να υπερηφανευτούμε ταπεινώνοντάς τον, να μην αποκρύπτουμε δηλαδή την αλήθεια για τη ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις, στο όνομα του ιδίου συμφέροντος. Εντολή είναι η τιμή προς τους γονείς, διότι αυτοί είναι που μας έφεραν στη ζωή, λειτουργώντας ως συνεχιστές του έργου του Θεού, αυτοί είναι που με περισσότερη ή λιγότερη αγάπη μας έδωσαν την ευκαιρία να υπάρχουμε και, επομένως, να μπορούμε να γίνουμε μέλη της βασιλείας των ουρανών, ασχέτως των αποφάσεων της ζωής του, ασχέτως των όποιων συναισθημάτων τρέφουμε έναντί τους, ασχέτως του αν ήταν αυτοί που θέλαμε να είναι απέναντί μας. Εντολή είναι τελικά η αγάπη του πλησίον όπως προς τον εαυτό μας. Η απόφασή μας να μην υπάρχουμε μόνο για μας, αλλά και για τους άλλους. Να είναι σημαντικοί για μας μας και να είμαστε σημαντικοί γι’ αυτούς. Η αγάπη βρίσκει τον τρόπο.
«Τήρησον τας εντολάς». Οι εντολές οδηγούν στη ζωή της Εκκλησίας και την περιγράφουν. Δεν έχουν ατομοκεντρικό περιεχόμενο. Δεν δίδονται για να τα έχει καλά ο άνθρωπος με τον Θεό, για να σωθεί μόνος του. Δίδονται για να μπορεί ο καθένας μας να συναντά τον πλησίον του. Για να μπορεί να συμπορεύεται μ’ αυτόν και να συγκροτούν το σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία. Οι ανθρώπινοι νόμοι τότε είναι περιττοί, για όσους ακολουθούν τον τρόπο της Εκκλησίας. Έχουν ήδη εφαρμόσει το μείζον, το οποίο εξασφαλίζει την συνύπαρξη και τη δικαιοσύνη στη ζωή αυτή και την ίδια στιγμή είναι το εφαλτήριο για την αιωνιότητα. Όπου υπάρχει η αγάπη, αλλάζει και ο εδώ κόσμος. Και σ’ αυτόν τον δρόμο χωρούνε όλοι. Είναι ο στόχος της πίστης, όλοι να σωθούν και να έλθουν σε επίγνωση της αλήθειας. Όλοι κλήθηκαν στην αιώνια ζωή. Οι εντολές είναι το κλειδί της ενότητας, της συλλογικότητας, της κοινής σωτηρίας.
«Τήρησον τας εντολάς». Ο πολιτισμός μας θεωρεί τις εντολές του Χριστού οπισθοδρομικές. Η αγάπη άλλωστε δεν έχει τόση σημασία μπροστά στα αγαθά. ΟΙ εντολές απαιτούνε αίσθηση του συλλογικού, παραίτηση ενίοτε και από τα δικαιώματά μας, συνείδηση της παρουσίας του Θεού και υπακοή στη φωνή Του και, την ίδια στιγμή, πειθαρχία και υπομονή, ακόμη και επίγνωση ότι θα απορριφθούμε από τους πολλούς. Ο πολιτισμός μας θεωρεί τις εντολές ηθικολογικές και δεν θέλει να υπάρχει ηθική και δέον γενέσθαι, μόνο απρόσωποι νόμοι ή εξυπηρέτηση του ιδίου συμφέροντος. Δεν ενδιαφέρεται για την μετοχή του ανθρώπου στη ζωή της Εκκλησίας. Και γι’ αυτό η τήρηση των εντολών αφορά σε ολοένα και λιγότερους. Όμως η υπόσχεση του Χριστού και ο δρόμος της αγιότητας εξακολουθούν να δείχνουν ότι, εφόσον πιστεύουμε στην ύπαρξη αιώνιας ζωής, ένας δρόμος υπάρχει γι’ αυτήν: η τήρηση των εντολών του Χριστού. Και εκεί που αυτό φαίνεται δύσκολο, έως ακατόρθωτο, η φωνή Του ηχεί παρηγορητικά: « παρά Θεώ πάντα δυνατά εστί» (Ματθ. 19, 26).
Κέρκυρα, 23 Αυγούστου 2015
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η λέξη ανάθεμα και η σημασία της (Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς Αρχιεπισκόπου του Σαν Φρανσίσκο)
Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Αυγούστου, 2015

Η ελληνική λέξη ανάθεμα, αποτελείται από δύο λέξεις: την ανά, που είναι μία πρόθεση η οποία δεικνύει κίνηση προς τα άνω, και το θέμα, που σημαίνει ένα ξεχωριστό τμήμα από κάτι.
Στη στρατιωτική ορολογία θέμα σήμαινε ένα απόσπασμα· στην πολιτική διακυβέρνηση, θέμα σήμαινε μία επαρχία.
Τώρα χρησιμοποιούμε τη λέξη «theme», που προέρχεται από το θέμα, για να σημάνουμε μία συγκεκριμένη ενασχόληση [topic] μιάς γραπτής και διανοητικής εργασίας.
Κυριολεκτικώς το ανάθεμα σημαίνει την ανύψωση κάποιου ξεχωριστού πράγματος. Στην Παλαιά Διαθήκη αυτή η έκφραση εχρησιμοποιείτο εξ ίσου σε αναφορά προς αυτό που ήταν αποξενωμένο εξαιτίας αμαρτωλότητος, αλλά παρομοίως και προς αυτό που ήταν αφιερωμένο στο Θεό. Στην Καινή Διαθήκη, στα κείμενα του Αποστόλου Παύλου χρησιμοποιείται άπαξ σε συνδυασμό με το μαράν αθά, που σημαίνει την έλευση του Κυρίου. Ο συνδυασμός αυτών των λέξεων σημαίνει χωρισμό μέχρι την έλευση του Κυρίου· με άλλες λέξεις – το να παραδοθεί κάποιος [ως υπόλογος] σε Αυτόν (Α΄ Κορ. 16, 22).
Ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί το ανάθεμα σε άλλο μέρος χωρίς την προσθήκη του μαράν αθά (Γαλ. 1, 8-9). Εδώ το ανάθεμα εκφωνείται εναντίον της διαστρεβλώσεως του Ευαγγελίου του Χριστού όπως αυτό κηρυσσόταν από τον Απόστολο, ανεξαρτήτως από ποιόν θα μπορούσε αυτή [η διαστρέβλωση] να διαπράττεται, είτε από τον ίδιο τον Απόστολο είτε από Άγγελο εξ ουρανού. Σε αυτήν την ίδια έκφραση επίσης υπονοείται: «Ας κατακρίνει ο ίδιος ο Κύριος», διότι ποιός άλλος μπορεί να κατακρίνει τους Αγγέλους;
Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Αποκάλυψη (22, 3) λέγει ότι στη Νέα Ιερουσαλήμ δεν θα υπάρχει ανάθεμα· αυτό μπορεί να κατανοηθεί με δύο τρόπους, δίνοντας στη λέξη ανάθεμα και τα δύο νοήματα: 1) δεν θα υπάρχει καμμία ανύψωση στην κρίση του Θεού, διότι αυτή η κρίση έχει ήδη έλθει εις πέρας· 2) δεν θα υπάρχει καμμία ιδιαίτερη αφιέρωση στον Θεό, διότι όλα τα πράγματα θα είναι τα ιερά πράγματα του Θεού, ακριβώς όπως το φως του Θεού φωτίζει τους πάντες (Απ. 21, 23).
Στα πρακτικά των Συνόδων και την περαιτέρω πορεία της του Χριστού Εκκλησίας της Καινής Διαθήκης, η λέξη ανάθεμα κατέληξε να σημαίνει τέλειο διαχωρισμό από την Εκκλησία. «Η Καθολική και Αποστολική Εκκλησία αναθεματίζει», «ανάθεμα ούτος έστω», ή «ανάθεμα τούτο έστω», σημαίνει τελεία απόσχιση από την Εκκλησία.Αντιθέτως, σε περιπτώσεις «διαχωρισμού από την κοινωνία της Εκκλησίας» και άλλων επιτιμίων ή κανόνων μετανοίας εφαρμοσμένων σε ένα πρόσωπο, το ίδιο το πρόσωπο παρέμενε μέλος της Εκκλησίας, αν και ήταν περιορισμένη η συμμετοχή του στην πλήρη χάριτος ζωή Της. Παρά ταύτα, αυτοί που παρεδίδοντο σε ανάθεμα απεσχίζονταν τελείως από Αυτήν, μέχρι τη μετάνοιά τους. Η επί γης Εκκλησία συνειδητοποιώντας, εν όψει της ισχυρογνωμοσύνης και σκληροκαρδίας τους, ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε για τη σωτηρία τους, τους ανυψώνει στην κρίση του Θεού. Αυτή η κρίση είναι ελεήμων πάνω στους μετανοούντες αμαρτωλούς, αλλά φοβερή προς τους πείσμονες εχθρούς του Θεού. «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος … και γαρ ο Θεός ημών πυρ καταναλίσκον» (Εβρ. 10, 31. 12, 29).
Το ανάθεμα δεν είναι τελεία καταδίκη: μέχρι τον θάνατο είναι δυνατή η μετάνοια. Το ανάθεμα δεν είναι φοβερό επειδή η Εκκλησία εύχεται συμφορές για οποιονδήποτε ή επειδή ο Θεός επιδιώκει την καταδίκη του. Επιθυμούν [ο Θεός και η Εκκλησία] να σωθούν όλοι. Αλλά είναι φοβερό να ίσταται κάποιος έμπροσθεν της παρουσίας του Θεού σε κατάσταση αποσκληρυμμμένου κακού: τίποτε δεν είναι κρυφό από Αυτόν.
«Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος· ούτος Κριτής εστιν ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας· μηδείς εισέλθη πειράζων την πίστιν την αμώμητον, αλλ” εν πραότητι και φόβω Χριστώ προσέλθωμεν, ίνα λάβωμεν έλεον και χάριν εύρωμεν εις εύκαιρον βοήθειαν» (Στιχηρά των Αποστίχων, Εσπερινός της Κυριακής των Βαίων).
[Οι λέξεις στις αγκύλες, όχι στις παρενθέσεις, είναι προσθήκη της μεταφράσεως]
Πηγή(στα αγγλικά): Περιοδικό Orthodox Life, 1977, No. 2, σελ. 18
impantokratoros.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Αποτομή της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου
Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Αυγούστου, 2015
Στις 29 Αυγούστου, η Εκκλησία μας τιμά την ανάμνηση του γεγονότος της Αποτομής της Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου .
Ποια είναι αυτή η ανάμνηση ας δούμε πιο κάτω :
Αρχικά θα ήθελα να σας αναφέρω κάποια βασικά στοιχεία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου… Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος γεννήθηκε από τον ιερέα Ζαχαρία και την Ελισάβετ. Μέχρι τα 30 του χρόνια έζησε ζωή ασκητική στην έρημο, η οποία ήταν αφιερωμένη στην προσευχή και την πνευματική ολοκλήρωση, ενώ την τροφή του αποτελούσαν βλαστάρια χόρτων και άγριο μέλι.
Με την άσκηση και την αρετή απέκτησε όλα τα προσόντα του επιβλητικού κήρυκα του Θείου Λόγου. Η διδασκαλία του, που συνοψίζεται στη γνωστή φράση ΄΄Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών΄΄, ήταν ουσιαστικά η προετοιμασία της έλευσης του Ιησού Χριστού.
Αξιώθηκε μάλιστα να βαπτίσει τον Χριστό, τον Υιό του Θεού.
Τώρα, θα σας αναφέρω το γεγονός της Αποτομής της Τίμιας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου:
“Ουκ εξεστί σοι έχειν, την γυναίκα του αδελφού σου”. Αυτά λοιπόν τα λόγια ήταν η αφορμή για να αρχίσει να μετρά αντίστροφα η επίγεια ζωή του Αγίου Ιωάννη, και η αρχή της εξαγρίωσης του βασιλιά Ηρώδη Αντίπα εναντίον του!
Όταν ο βασιλιάς Ηρώδης είχε τα γενέθλιά του, είχε καλεσμένους στο βασίλειό του πολλούς τοπικούς άρχοντες της Γαλιλαίας, καθώς επίσης και διάφορα σημαντικά για αυτόν πρόσωπα. Ο βασιλιάς Ηρώδης είχε παντρευτεί παράνομα την γυναίκα του αδερφού του Φιλίππου, την Ηρωδιάδα, όπου είχε και μια κόρη την Σαλώμη. Ο Ιωάννης έκκρινε και κατέκρινε αυτόν τον παράνομο γάμο, όπου του έλεγε: «Δεν σου επιτρέπεται να έχεις την γυναίκα του εν ζωή αδελφού σου» .
Η Ηρωδιάδα έτρεφε μνησικακία εναντίον του Αγίου Ιωάννη και ήθελε να τον σκοτώσει, αλλά δεν μπορούσε γιατί ο Ηρώδης φοβόταν τον Άγιο, επειδή ήξερε ότι ήταν άνδρας Δίκαιος και Άγιος. Ο Άγιος Ιωάννης όσα κι αν του έλεγε τον έφερναν σε μεγάλη απορία, διότι συνειδητά και υποσυνείδητα γνώριζε ότι αυτά που λέει είναι σωστά.
Η Κατάλληλη ευκαιρία παρουσιάστηκε!!! Όταν ο βασιλιάς Ηρώδης ζήτησε να χορέψει κι άλλο προς τιμήν του αλλά και της εορτής των γενεθλίων του η κόρη της Ηρωδιάδος, η Σαλώμη, που λόγω του ιδιαίτερου κάλλους της ο Ηρώδης ήταν γοητευμένος, της είπε ότι αν συνεχίσει να χορεύει θα της χαρίσει ότι κι αν του ζητήσει, της είπε μάλιστα ότι είναι διατεθειμένος να της χαρίσει ακόμη και το μισό του βασίλειο. Η Σαλώμη τότε ρώτησε τη μητέρα της «Τι να ζητήσω;» και αυτή της είπε να ζητήσει το κεφάλι του Ιωάννη διότι τον μισούσε. Η Σαλώμη λοιπόν είπε στον Ηρώδη «Θέλω αμέσως να μου δώσεις σ’ ένα πιάτο το κεφάλι του Ιωάννου του Βαπτιστού». Τότε ο βασιλιάς λυπήθηκε, αλλά εξ αίτιας των όρκων που της έδωσε και των καλεσμένων δεν ήθελε να της αρνηθεί για να μη φανεί επίορκος. Αμέσως ο βασιλιάς έστειλε δήμιο και διέταξε να φέρει το κεφάλι του Αγίου. Ο δήμιος πήγε και τον αποκεφάλισε στη φυλακή και έφερε το κεφάλι του σ’ ένα πιάτο και το έδωσε στη Σαλώμη, όπου στη συνέχεια το έδωσε στη μητέρα της.
Το Άγιο σώμα του ενταφιάστηκε με τιμές από τους μαθητές του.
Έτσι μαρτυρικά ο Πρόδρομος του Κυρίου μας, παρέδωσε την ψυχή του σε Αυτόν που τόσο αγάπησε.
Οι γιορτές του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου σε ολόκληρο το έτος είναι:
1. Σύλληψις του Τιμίου Προδρόμου – 23 Σεπτεμβρίου
2. Σύναξις του Τιμίου Προδρόμου – 7 Ιανουαρίου
3. Α΄ και Β΄ εύρεσις της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου – 24 Φεβρουαρίου
4. Γ΄ σχέσις Τιμίας κεφαλής του Προδρόμου – 25 Μαΐου
5. Το Γενέσιον του Τιμίου Προδρόμου – 24 Ιουνίου
6. Αποτομή της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου – 29 Αυγούστου
Απολυτίκιο:
Ἦχος β’.
Μνήμη δικαίου μετ᾽ ἐγκωμίων· σοὶ δὲ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου Πρόδρομε· ἀνεδείχθης γὰρ ὄντως καὶ Προφητῶν σεβασμιώτερος, ὅτι καὶ ἐν ῥείθροις βαπτίσαι κατηξιώθης τὸν κηρυττόμενον· ὅθεν τῆς ἀληθείας ὑπεραθλήσας, χαίρων εὐηγγελίσω καὶ τοῖς ἐν ᾅδῃ, Θεὸν φανερωθέντα ἐν σαρκί, τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ παρέχοντα ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και η αποτομή της κεφαλής του
Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Αυγούστου, 2015
Πληροφορίες γιά τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο ἔχουμε ἀπ τήν Καινή Διαθήκη καί τόν Ἑβραῖο ἱστορικό Ἰώσηπο (Ἀρχαιολ. XVIII, 5, 2). Σ′ αὐτόν ἐπίσης ἀναφέρονται σάν μία μεσσιανική μορφή καί τά λεγόμενα Μανδαϊκά Κείμενα. Ὁ Ἰωάννης παρουσιάζεται ὡς προφήτης τῆς ἀναμενόμενης ἡμέρας τῆς κρίσης τοῦ Κυρίου καί τῆς ἐγκαθίδρυσης μίας νέας τάξης πραγμάτων κηρύττοντας στήν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας «μετανοεῖτε• ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 3, 2). Ἑρμηνεύει τό ἔργο του σάν μία προετοιμασία γιά τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία, κατά τήν πρόρρηση τοῦ Ἠσαΐα: «ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου». Γι′ αὐτό κι ὀνομάστηκε Πρόδρομος. Καταγόταν ἀπό ἱερατική οἰκογένεια (οἱ γονεῖς του ἀναφέρονται ὡς Ζαχαρίας καί Ἐλισάβετ), καί φαίνεται νά μή συμπαθοῦσε ἰδιαίτερα τό πολιτικό ἀλλά καί θρησκευτικό κατεστημένο τῆς ἐποχῆς του. Ἡ ζωή καί ἡ ἐμφάνισή του ἐπίσης δείχνουν τήν ἀντιθεσή του πρός τήν πολιτιστική διαφθορά τῆς κοινωνίας του.
Ἐκτός ἀπό τήν προφητική του παρουσία ὁ Ἰωάννης βάπτιζε, καί γι′ αὐτό ἔχει μείνει γνωστός στήν ἱστορία ὡς Βαπιστής. Σύμφωνα μέ τόν Ἰώσηπο, τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη εἶχε τήν ἠθική σημασία τῶν καθαρμῶν, ὅπως γινόταν καί ἀπό ὁρισμένα ἐθνικά θρησκευτικά κινήματα τῆς ἐποχῆς του (νεοπυθαγόριοι). Στήν Καινή Διαθήκη ὅμως τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη εἶχε καί μεσσιανικό ἡ ἐσχατολογικό χαρακτήρα καί δέν ἦταν μόνο ἀποκαθαρτικό τῶν ἁμαρτιῶν: «βάπτισμα μετανοίας τῷ λαῷ λέγων εἰς τόν ἐρχόμενον μετ′ αὐτόν ἵνα πιστεύσωσι» (ΙΙράξ. 19, 4). Μέ τό βάπτισμά του προετοίμαζε τό λαό γιά νά δεχθεῖ τόν Μεσσία.
Ἡ σημασία τοῦ ἔργου τοῦ Βαπτιστή Ἰωάννη βρίσκεται στό γεγονός ὅτι ἀπό τή διδασκαλία του προῆλθε τό χριστιανικό κίνημα. Στό Εὐαγγέλιο τοῦ Εὐαγγελιστή Ἰωάννη (1:6 κ.ἑξ.) διαφαίνεται ὅτι οἱ πρῶτοι μαθητές τοῦ Ἰησοῦ βγῆκαν ἀπό τή διδασκαλία τοῦ Βαπτιστή. Πράγματι τήν ἐποχή αὐτή ἀλλά καί τήν περίοδο μετά τή ζωή καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε στήν Παλαιστίνη κάποια κίνηση παράλληλη πρός τή χριστιανική μέ κεντρική τή μορφή τοῦ Ἰωάννη. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός ἀξιολογεῖ τή μορφή τοῦ Ἰωάννη μέ τά λόγια: «Ἀμήν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἐγήγερται ἐν γενντοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ…» (Ματθ. 11:11 κ.ἑξ.).
Στά Μανδαϊκά κείμενα ὁ Ἰωάννης ἐμφανίζεται σάν θεία μεσσιανική μορφή μέ στόχους σωτηριολογικούς, κάτι δηλ. σάν τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅμως ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης ἀναγνωρίζει τήν ἀνωτερότητα τοῦ Χριστοῦ: «Οὗτος (ὁ Ἰωάννης) ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περί τοῦ φωτός» (Ἰωάν. 1:8).
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιαστική συνείδηση παρουσίασε τόν Τίμιο Πρόδρομο σάν τό συνδετικό κρίκο τῶν δύο κόσμων, τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, γιατί στό πρόσωπό του συγκεντρώνονται ὅλα τά χαρακτηριστικά, τόσο τῶν προφητῶν καί τῶν δικαίων, ὅσο καί τῶν μαρτύρων καί ἀποστόλων τῆς περιόδου τῆς Καινῆς Διαθήκης. Εἶναι ὁ μοναδικός Προφήτης πού προφητεύτηκε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη (Μαλαχ. 3:1), καί μάλιστα «περισσότερον προφήτου» (Λουκ. 7:26), ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς τόν ἀποκάλεσε. Φώτισε τούς «καθημένους ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου» ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ὥστε νά μπορέσουν νά ἀναγνωρίσουν στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τόν ἀναμενόμενο Μεσσία καί νά πιστεύσουν σ′ Αὐτόν. «Δείκνυσι παρόντα, ὅν πόρρωθεν προμελετᾶ ὁ νόμος καί οἱ προφῆται, τόν ἕνα καί μόνον Θεόν», ὅπως λέγει ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξάνδρεας. Ἔγινε γιά τούς δικαίους «ὁ ἐπίγειος ἄγγελος», γιά τούς ἀποστόλους ὁ πρῶτος κήρυκας τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, γιά τούς μοναχούς ὁ υἱός τῆς ἐρήμου, γιά τούς μάρτυρες ἐκεῖνος πού σφράγισε μέ τό αἷμα του τήν ἀπόλυτη πίστη του στόν Χριστό.
Ὁ θάνατος τοῦ Ἰωάννη περιγράφεται στά τρία πρῶτα Εὐαγγέλια, καί ἰδίως ἀπό τόν Μάρκο, μέ ἰδιαίτερη δραματικότητα. Οἱ Εὐαγγελιστές παρουσιάζουν τόν Ἰωάννη νά ἐλέγχει τήν ἀνήθικη συμπεριφορά τοῦ βασιλιᾶ Ἡρώδη Ἀντίπα, ἰδιαίτερα τοῦ γάμου του μέ τήν Ἡρωδιάδα, πού τή χώρισε ἀπό τόν ἀδερφό του Φίλιππο καί τήν παντρεύτηκε ὁ ἴδιος. Ὁ ἱστορικός Ἰώσηπος λέει πώς ὁ Ἡρώδης φοβήθηκε ὅτι θά ξεσπάσει πολιτική ἐπανάσταση ἀπό τό κίνημα τοῦ Βαπτιστῆ κι ἔκρινε φρόνιμο νά ἀποφύγει κάτι τέτοιο μέ τό νά συλλάβει καί νά φυλακίσει τόν Ἰωάννη στά μπουντρούμια τοῦ παλατιοῦ του στή Μαχαιρούντα, στό νοτιότερο σημεῖο τῆς Νεκρᾶς Θάλασσας.
Ὅπως κι ἄν ἔχει τό πράγμα, οἱ Εὐαγγελιστές βασίζονται στήν παράδοση θέλοντας νά ἀποδώσουν τήν πραγματικότητα, καί παρουσιάζουν τήν εἰκόνα τῆς θανάτωσης τοῦ Ἰωάννη ὡς ἑξῆς: Ὁ Ἡρώδης γιόρταζε τά γενέθλιά του δίνοντας ἕνα μεγάλο γεῦμα στούς ἄρχοντες τῆς Ἰουδαίας. Πρός τιμή τῶν καλεσμένων χόρεψε ἡ Σαλώμη, καί μόλις ἡ κοπέλα τελείωσε τό χορό της, ὁ Ἡρώδης συγκινημένος τή ρώτησε μέ ποιό τρόπο θά ἤθελε νά τήν ἀνταμείψει. Αὐτή σέ συννενόηση μέ τή μητέρα της ζήτησε τό κεφάλι τοῦ Ἰωάννη «ἐπί πίνακι». Στό ἐπάνω μέρος τοῦ παλατιοῦ συνεχίζεται τό γλέντι καί ὁ χορός, καί μέσα σ′ αὐτήν τήν ἀτμόσφαιρα ὅλης τῆς ἀφρόκρεμας τῶν διεφθαρμένων τῆς Γαλιλαίας λαμβάνεται ἀπόφαση γιά τήν τύχη τοῦ πιό ἀξιόλογου μετά τόν Ἰησοῦ Χριστό ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς.
Ἡ σύλληψη καί μαρτυρική ἐκτέλεση τοῦ Ἰωάννη δημιούργησε πραγματικό πνευματικό σάλο. Ὡστόσο τό κήρυγμά του εἶχε ριζώσει καί ὁ δρόμος γιά τόν Σωτήρα εἶχε ἀνοιχθεῖ. Οἱ Συνοπτικοί Εὐαγγελιστές θεωροῦν τό γεγονός τῆς θανάτωσης τοῦ Βαπτιστῆ ὡς μήνυμα πρός τόν Ἰησοῦ γιά νά ἀρχίσει τή δική του δράση. Γι′ αὐτό καί οἱ τρεῖς γράφουν περίπου τά ἑξῆς: «Μετά δέ τό παραδοθῆναι Ἰωάννην ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τήν Γαλιλαίαν κηρύσσων τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί λέγων ὅτι πεπλήρωται ὁ καιρός καί ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ…» (Μάρκ. 1:14 καί πρλλ).
Ἡ σύνθεση τῆς εἰκόνας εἰκονογραφεῖ τό κείμενο ἀπό τό Εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου: «Καί εὐθέως ἀποστείλας ὁ βασιλεύς σπεκουλάτωρα ἐπέταξεν ἐνεχθῆναι τήν κεφαλήν αὐτοῦ. Ὁ δέ ἀπελθών ἀπεκεφάλισεν αὐτόν ἐν τῇ φυλακῇ, καί ἤνεγκε τήν κεφαλήν αὐτοῦ ἐπί πίνακι καί ἔδωκεν αὐτήν τῷ κορασίῳ, καί τό κοράσιον ἔδωκεν αὐτήν τῇ μητρί αὐτῆς». Μέσα στό κτίριο πού παριστάνει τό παλάτι τοῦ Ἡρώδη μέ ἐνσωματωμένη φυλακή στά ὑπόγειά του λαμβάνει χώρα τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου. Ὁ στρατιώτης πού ἔχει σύρει τό ξίφος ἀπ τή θήκη του ἔχει καταφέρει τό χτύπημα πάνω στό λαιμό τοῦ Προδρόμου καί ἑτοιμάζεται νά ἀποτελειώσει μέ δεύτερη προσπάθεια τό ἔργο του. Ὁ Ἅγιος μέ τά χέρια δεμένα, γονατιστός καί σκυμμένος πάνω ἀπό τό δίσκο δέχεται μέ πρόσωπο πού φανερώνει ἐσωτερική γαλήνη καί ταπεινοφροσύνη καρτερικά τό μαρτύριό του. Φοράει σκουροπράσινο χιτώνα καί ἀπό κάτω μηλωτή, ὅπως βρίσκουμε στό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο (3:4): «Εἶχε τό ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπό τριχῶν καμήλου καί ζώνην δερματίνην περί τήν ὀσφύν αὐτοῦ». Τά μακριά μαλλιά καί γένια του εἶναι ἀτημέλητα, καί τά γυμνά μέρη τοῦ σώματός του ἐξαιρετικά ἀδύνατα: ἕνας ἀληθινός ἀθλητής τῆς ἐρήμου πού τρεφόταν μέ χόρτα καί μέλι ἀπό ἀγριομελίσσια ἐκεῖ ὅπου ζοῦσε.
Μπροστά ἀπό τόν Βαπτιστή ἡ βασιλοπούλα Σαλώμη κρατεῖ στά χέρια ἀσημένιο δίσκο καί εἶναι ἕτοιμη νά παραλάβει τήν Τίμια Κεφαλή. «Καί ἠνέχθη ἡ κεφαλή αὐτοῦ ἐπί πίνακι» (Ματθ. 14:11). Αὐτός ὁ δίσκος εἶναι χαρακτηριστικός καί στήν εἰκονογράφηση τῆς σκηνῆς ὅπου παριστάνεται ἡ «εὕρεση τῆς Τίμιας Κεφαλῆς». Οἱ εἰκόνες πού δείχνουν τή Σαλώμη νά μεταφέρει τό κεφάλι τοῦ Βαπτιστῆ «ἐπί πίνακι» μᾶς θυμίζουν ἀντίστοιχες ἀπό τό βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «Ἰουδήθ», ὅπου ἡ ὁμώνυμη ἡρωίδα τῶν Ἑβραίων κρατεῖ στά χέρια τό κομμένο κεφάλι τοῦ στρατηγοῦ Ὀλοφέρνη. Οἱ δύο μορφές ἀντικριστά ἐπιστέφονται μέ στέμμα: ὁ μέν Ἰωάννης μέ θεϊκό ὁλόχρυσο φωτοστέφανο, σημάδι τῆς οὐράνιας παρουσίας του, ἡ δέ Σαλώμη μέ βασιλική κορῶνα, ἔνδειξη τῆς ἐπίγειας κυριαρχίας της.
Ὁ Ρωμαῖος στρατιώτης μέ τά πόδια σέ διασκελισμό —πράγμα πού δηλώνει δράση— φοράει πλουμιστή στολή, καθώς προέρχεται ἀπό τό Αὐλικό περιβάλλον τοῦ βασιλιᾶ, καί στό κεφάλι ἔχει στρατιωτικό κράνος, περικεφαλαία. Τόσο αὐτός ὅσο καί ἡ Σαλώμη περιβάλλονται ἀπό τά κόκκινα βασιλικά χρώματα σέ ἀντίθεση μέ τόν Πρόδρομο πού τά σκοῦρα χρώματά του ἐκφράζουν στέρηση καί ταπεινότητα. Μέ τίς διαφορετικές χρωματικές ἀποδώσεις δηλώνονται ἔτσι καί οἱ διαφορετικοί κόσμοι στούς ὁποίους ἀνήκουν οἱ πρωταγωνιστές…
Τό οἰκοδόμημα σέ προοπτική στό φόντο τῆς σκηνῆς εἶναι ὁ χῶρος μέσα στόν ὁποῖο λαμβάνει χώρα τό μαρτύριο. Ἔχει φρουριακή μορφή μέ πολεμίστρες στήν κορυφή, ἐνῶ στήν κάτοψή του ἀνοίγεται τοξοειδής εἴσοδος μέ ξύλινη πόρτα πού φέρει σιδερένιους μοχλούς καί κλειδωνιές. ΙΙιό πάνω στόν ἴδιο τοῖχο ἡ πρόσοψη στολίζεται μέ πλούσια διακόσμηση. Στή δεξιά πλευρά τοῦ κτιρίου δεσπόζει τό παράθυρο τῆς φυλακῆς μέ τίς σιδερένιες ἀμπάρες του, καί πιό ψηλά εἰκονίζονται δύο μικρά τοξοειδῆ ἀνοίγματα. Τέλος, ἀριστερά στήν εἰκόνα πίσω ἀπ′ τό στρατιώτη παριστάνεται βραχῶδες ἔξαρμα.
Ἐκτιμώντας τή σύνθετη πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι αὐτό πού ἐπιδιώκεται νά τονισθεῖ δέν εἶναι τόσο τό μαρτύριο καθαυτό οὔτε καί ὁ τρόπος τῆς ἐκτέλεσής του, ἀλλά ἡ ἑτοιμότητα τοῦ Προδρόμου μπροστά στή Θυσία. Ὁ Ἰωάννης προετοίμασε τό δρόμο τοῦ Χριστοῦ καί ὑπέστη μαρτύριο πρίν ἀπ’ αὐτόν.
Από τό βιβλίο: Οἱ εἰκόνες τοῦ Δωδεκαόρτου, Ἀθαν. Διαλεκτόπουλου
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η πιο πολύτιμη εικόνα του Αγίου Όρους και η ιστορία της. Παναγία η Πορταΐτισσα των Ιβήρων
Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Αυγούστου, 2015
Πρόκειται για το πιο σημαντικό κειμήλιο του Αγίου Όρους μαζί με την εικόνα του «Άξιον Εστίν». Η Παναγία η Πορταΐτισσα των Ιβήρων και η ιστορία της έχει κάνει πολλούς να δακρύσουν αλλά και να πιστέψουν.
Αυτήν την μοναδική εικόνα προσκύνησε και ο Πατριάρχης της Ρωσίας κ. Κύριλλος, αποδίδοντας φόρο τιμής στην Κυρά του Άθωνα.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
Σύμφωνα με την παράδοση αλλά και μαρτυρίες, η
εικόνα ανήκε σε μια οικογένεια που ζούσε στη Νίκαια της Μικράς Ασίας τον 8ο αιώνα. Το 829 μεσούσης της «εικονομαχίας» η γυναίκα πουν την είχε αναγκάστηκε να την ρίξει στην θάλασσα για να μην καταστραφεί από τους εικονομάχους.
Επί 170 χρόνια η εικόνα ήταν χαμένη. Μέχρι το 1004. Τότε καλόγεροι της Μονής Ιβήρων είδαν στην θάλασσα ένα φως. Το φως αυτό ήταν ορατό κι από άλλες Μονές.
Περίεργοι να δουν τι συμβαίνει στη θάλασσα πολλοί μοναχοί μπήκαν στις βάρκες και πήγαν προς το φως, όπου διέκριναν μια εικόνα. Όσο πλησίαζαν όμως η εικόνα απομακρυνόταν. Αδυνατώντας να την πλησιάσουν, επέστρεψαν στη Μονή Ιβήρων όπου προσευχήθηκαν.
Η απάντηση του Θεού δόθηκε μέσω ενός ασκητή, του Γαβριήλ ο οποίος λένε πως άκουσε τη φωνή της Παναγίας να του δίνει συγκεκριμένες εντολές.
«Πήγαινε στο Μοναστήρι σου και πες στον ηγούμενο ότι ήρθα για να τους δώσω την εικόνα μου. Μετά, βάδισε στη θάλασσα, για να γνωρίσουν όλοι την αγάπη και πρόνοια που έχω στο Μοναστήρι σας.» Έτσι κι έγινε.
Ο Γαβριήλ πήγε στη θάλασσα και η εικόνα τον πλησίασε. Επί τρία μερόνυχτα οι Μοναχοί έψαλλαν δοξολογίες προς την Παναγία για το Θαύμα, το οποίο όμως δεν είχε ολοκληρωθεί.
Η εικόνα μεταφέρθηκε στο καθολικό της Μονής Ιβήρων. Παραδόξως όμως χανόταν και εμφανιζόταν στην πόρτα της Μονής.
Οι μοναχοί την επέστρεφαν στο καθολικό και η ιστορία επαναλαμβανόταν.
Μέχρι που ο Γαβριήλ άκουσε ξανά τη φωνή της Παναγίας «Πες στον ηγούμενο να παύσετε να με πειράζετε, διότι δεν ήρθα στο Μοναστήρι για να με φυλάτε σεις, αλλά ήρθα για να γίνω εγώ φύλακας και φρουρός σας και σ’ αυτήν και στην μέλλουσα ζωή. Και όσοι θα ζήσουν με ευλάβεια και φόβο Θεού και δεν αμελούν στην απόκτηση των αρετών, και τελειώσουν την πρόσκαιρη ζωή τους σ’ αυτόν τον τόπο, ας έχουν θάρρος και να μη φοβούνται την κόλαση διότι αυτή τη χάρη ζήτησα από τον Θεό και Υιό μου και την πήρα. Ως επιβεβαίωση των λόγων μου σας δίνω αυτό το σημείο: Όσο βλέπετε την εικόνα μου στο Μοναστήρι σας, δεν θα λείψη απ’ το Όρος τούτο η χάρις και το έλεος του Υιού μου και Θεού» (ε’ 143).
Με εντολή του τότε Ηγουμένου, κτίστηκε ειδικό παρεκκλήσιο έξω από την πόρτα της Μονής και εκεί απέθεσαν την ιερή εικόνα.
ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ
Από το 1004 που βρέθηκε μέχρι σήμερα η εικόνα της Παναγίας δεν έχει βγεί ποτέ από το Άγιον Όρος. Ο θρύλος λέει πως όσο η εικόνα παραμένει στη θέση της το Άγιον Όρος θα είναι άτρωτο.
Άλλος θρύλος λέει πως όταν η εικόνα χαθεί θα είναι σημάδι ότι πλησιάζει η Δευτέρα Παρουσία.
Μάρτυρες των θαυμάτων της Παναγίας είναι τα δεκάδες πολύτιμα αφιερώματα. εγκόλπια αρχιερέων, μετάλλια πρωταθλητών και ολυμπιονικών αλλά και παράσημα ηρώων, κοσμούν το εικόνισμα Της.
Για τους Αγιορείτες και ειδικότερα για τους Ιβηρίτες η Παναγία η Πορταΐτισσα είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό εκκλησιαστικό κειμήλιο είναι η ζωντανή παρουσία της Θεοτόκου ανάμεσά τους.
Ο ΑΓΙΟΣ… ΒΑΡΒΑΡΟΣ
Όπως λένε οι Μοναχοί, την εποχή που στη Μεσόγειο δρούσαν πειρατικοί στόλοι, η Μονή των Ιβήρων έγινε στόχος του Άραβα πειρατή Ραχάι. Η παράδοση λέει πως όταν οι πειρατές πλησίασαν τη Μονή για να την λεηλατήσουν δεν τα κατάφεραν.
Επιστρέφοντας στο πλοίο είπαν στον Ραχάι πως μια γυναίκα τους είχε εμποδίσει. Ο ίδιος δοκίμασε να δείξει στους άνδρες του πως όλα ήταν της φαντασίας τους. Φθάνοντας στη Μονή, είδε μπροστά του την εικόνα της Παναγίας. Τότε έβγαλε το ξίφος του και τη χτύπησε στο πρόσωπο. Παραδόξως το εικόνισμα άρχισε να αιμορραγεί στο σημείο που χτυπήθηκε.
Το σημάδι στο εικόνισμα όπως και το αίμα που έχει ξεραθεί με τα χρόνια, φαίνονται
Τότε ο πειρατής, κατάλαβε πως δεν είχε να κάνει με κάτι άψυχο. Οι αγιορείτικες παραδόσεις τον θέλουν να μένει στη Μονή των Ιβήρων, όπου βαπτίστηκε Χριστιανός και έγινε μοναχός.
Του έδωσαν το όνομα Δαμασκηνός, αλλά εκείνος θέλοντας να ταπεινωθεί ζητούσε από τους ανθρώπους να τον φωνάζουν Βάρβαρο. Έζησε όλη του τη ζωή μπροστά από την εικόνα της Παναγίας.
Η Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο, όχι όμως με το βαπτιστικό του όνομα αλλά ως «Άγιο Βάρβαρο». Γιορτάζει στις 15 Μαΐου
http://www.dogma.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής»
Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Αυγούστου, 2015
Κανείς δεν μπορεί να φτάσει σ’ αυτά τα μέτρα της αγάπης, ΑΝ δε ζήσει κρυφά, μέσα του, την ελπίδα του Θεού. Και δεν μπορούν να αγαπήσουν αληθινά τους ανθρώπους όσοι δίνουν την καρδιά τους σ’ αυτό τον εφήμερο κόσμο. Όταν ένας άνθρωπος αποκτήσει την αληθινή αγάπη, τον ίδιο το Θεό ντύνεται μαζί με αυτήν. Είναι ανάγκη λοιπόν αυτός πού απέκτησε το Θεό να πεισθεί ότι δεν μπορεί ν’ αποκτήσει, μαζί με το Θεό, τίποτε πού να μην είναι αναγκαίο, αλλά να αποδυθεί και το ίδιο το σώμα του, δηλαδή και αυτές τις μη αναγκαίες σωματικές αναπαύσεις. Ένας άνθρωπος, πού είναι ντυμένος, στο σώμα και στην ψυχή, με την κοσμική ματαιοδοξία και πού ποθεί να απολαύσει τα αγαθά του κόσμου, δεν μπορεί να φορέσει το Θεό -να γίνει θεοφόρος- μέχρι να τα αφήσει. Γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε ότι «οποίος δεν εγκαταλείψει όλα τα κοσμικά και δε μισήσει την κοσμική ζωή του, δεν μπορεί να γίνει μαθητής μου» (Λουκ. 14, 26). Όχι μόνο να τα αφήσει, αλλά και να τα μισήσει. Αν λοιπόν δεν μπορεί να γίνει μαθητής του, πώς ο Κύριος θα κατοικήσει μέσα του; Δε θα αμελήσω να αναφέρω τι έκαμε ο άγιος Μακάριος ο Μεγάλος, για να ελέγξει εκείνους πού καταφρονούν τους αδελφούς τους. Βγήκε λοιπόν κάποτε να επισκεφθεί έναν άρρωστο αδελφό και ρώτησε τον άρρωστο αν ήθελε τίποτε. Εκείνος αποκρίθηκε πώς θα ‘θελε λίγο φρέσκο ψωμί. Και επειδή όλοι οι μοναχοί εκείνο τον καιρό όλη τη χρονιά συνήθιζαν και έφτιαχναν το ψωμί παξιμάδια, σηκώθηκε αμέσως εκείνος ο αξιομακάριστος άνθρωπος και, μ’ όλα τα ενενήντα του χρόνια, βάδισε από τη σκήτη του στην Αλεξάνδρεια και αντάλλαξε τα ξερά ψωμιά, πού πήρε από το κελί του με φρέσκα και τα πήγε στον αδελφό.
Αλλά και ο αββάς Αγαθών, που ήταν σαν αυτόν το Μεγάλο Μακάριο πού ανέφερα, έκαμε κάτι ακόμη πιο σπουδαίο. Αυτός ο αββάς ήταν ο πιο έμπειρος στα πνευματικά από όλους τους μοναχούς του καιρού του και τιμούσε τη σιωπή και την ησυχία περισσότερο απ’ όλους. Αυτός λοιπόν ο θαυμαστός άνθρωπος, όταν είχε πανηγύρι στην πόλη, πήγε να πουλήσει το εργόχειρο του οπότε βρήκε στην αγορά έναν ξένο άρρωστο και παραπεταμένο σε μιαν άκρη. Τι έκανε τότε; Νοίκιασε ένα σπιτάκι και έμενε κοντά του ασκώντας χειρωνακτική εργασία. Ότι έβγαζε το ξόδευε για τον άρρωστο και τον υπηρετούσε συνέχεια έξι μήνες, μέχρι πού ο άρρωστος έγινε καλά.
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Για την πολυλογία
Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Αυγούστου, 2015
Η πολυλογία είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα πολλών ανθρώπων. Η γλώσσα τους είναι αχαλίνωτη, αλλά κι ενοχλητική στους άλλους. Ο άγιος Νικόδημος λέει γι’ αυτό το πάθος: «Ο κάθε άνθρωπος αφήνει τη γλώσσα του να μιλάει για πράγματα που δίνουν ηδονή στις αισθήσεις. Η πολυλογία τις περισσότερες φορές , προέρχεται απ’ την υπερηφάνεια πως τάχα ξέρουμε πολλά και γι’ αυτό βιαζόμαστε με πολλές επαναλήψεις να εντυπώσουμε τη γνώμη μας στις καρδιές των άλλων, για να φανούμε σ’ αυτούς διδάσκαλοι, λες κι έχουν ανάγκη να μάθουν από μας. Την υπερηφάνεια αυτή τη δείχνουμε , όταν διδάσκουμε χωρίς να μας το έχουν ζητήσει».
Χρήσιμες συμβουλές του αγίου Νικοδήμου για την καταπολέμηση του πάθους της πολυλογίας:
α’ . Μην ανοίξεις μακρά συνομιλία μ’ εκείνον που σε ακούει με κακή όρεξη , για να μην του προκαλέσεις αηδία και τον κάνεις να σε σιχαθεί».
β’ . «Απόφευγε να μιλάς αυστηρώς και μεγαλοφώνως, γιατί δίνεις την υποψία ότι είσαι μάταιος κι έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου».
γ’ . «Ποτέ να μη μιλάς για τον εαυτό σου, τις υποθέσεις σου και τους συγγενείς σου. Εκτός και ΑΝ είναι ανάγκη, οπότε μπορείς να μιλήσεις όσο γίνεται με περισσότερη συντομία».
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Eμπόδια για την επίσκεψη της Θείας Χάριτος στον άνθρωπο
Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Αυγούστου, 2015
Κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο
Κάθε αμαρτία ως επανάσταση εναντίον του Θεού αντιστρατεύεται το έργο της Θείας Χάριτος. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος επισημαίνει πως υπάρχουν και μερικές αδυναμίες που αποτελούν φράγματα και παρεμποδίζουν την έλευση της Θ. Χάριτος.
Και αυτά είναι:
– Η ΑΜΕΛΕΙΑ για την μετάνοιά μας. Θα καταδικαστούμε όχι γιατί αμαρτήσαμε, αλλά γιατί δεν μετανοήσαμε, δεν ζητήσαμε το έλεος του Θεού για να λυτρωθούμε από την ψυχική μας ασθένεια.
– Η ΡΑΘΥΜΙΑ που παραλύει τις ψυχικές μας δυνάμεις και τις ακινητοποιεί. Χωρίς σκληρούς αγώνες δεν ενεργοποιείται η Χάρη του Θεού. Όχι γιατί ο Θεός χρειάζεται τους κόπους του μετανοούντος ανθρώπου, αλλά για να μην λάβει ο άνθρωπος τη Χάρη του Θεού χωρίς κόπο και την καταφρονήσει όπως παλαιότερα.
– Η ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ. Αν δέχθηκες, λέγει, ο ιερός πατέρας τη Χάρη του Αγ. Πνεύματος και φωτίσθηκες, πρόσεξε μην νομίσεις πως είναι δικός φωτισμός, γιατί αν το νομίσεις αυτό, τότε θα αναχωρήσει και θα πάθεις χειρότερα από πρώτα.
– Η ΑΣΠΛΑΧΝΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟ. Αυτή σβήνει τον φωτισμό της ψυχής. Γιατί εκείνος που θα βρει τη σωτηρία του με την ευσπλαχνία του προς τους αδελφούς του, πάλι με το δικό του έλεος προς τους αδελφούς του θα μπορέσει να φανεί άξιος της χάριτος του Θεού και να πετύχει τη σωτηρία του.
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«Λιγότερη στεναχώρια, περισσότερη πίστη» (Αγίου Νικολάου Αχρίδος)
Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Αυγούστου, 2015
Στις δύσκολες μέρες που περνούμε, πού αλλού να στραφούμε για να λάβουμε δύναμη, πού αλλού να στηρίξουμε τις ελπίδες μας;….
Όσο λιγότερη πίστη έχουμε, τόσο περισσότερη είναι η στεναχώρια μας. Μία από τις σπουδαιότερες ωφέλειες της πίστης είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από τις πολλές στεναχώριες.
Όσο το παιδί γνωρίζει πως υπάρχει ο πατέρας, που φροντίζει για το σπίτι και για όλες τις δουλειές του σπιτιού, κάθε στεναχώρια του τελειώνει γρήγορα με τραγούδι. Μόλις όμως χαθεί αυτή η αίσθηση, σωπαίνει το τραγούδι! Τότε το παιδί αισθάνεται ορφανό και μόνο, περιτριγυρισμένο από στεναχώριες, αισθάνεται περιτριγυρισμένο από ένα σμήνος σφίγγες.
Όσο περισσότερο ο άνθρωπος προσπαθεί μόνος του, με τις δικές του δυνάμεις να «ξεφορτώσει» τις στεναχώριες του, τόσο περισσότερο μπερδεύεται στα δίχτυα τους.
Η χαρά σβήνει, τα μαλλιά ασπρίζουν, το σώμα «εξατμίζεται», ο θυμός μαζεύεται, μέχρι που ο άνθρωπος καταλήγει σαν μία τσάντα ξηρού δέρματος γεμάτη θυμό, σκυμμένη πάνω από τον τάφο.
Για ποιο λόγο έχετε τόσες στεναχώριες;
Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει ο Σωτήρας στην ανθρωπότητα που είναι ταραγμένη και διαμελισμένη σε κομμάτια από τις πολλές στεναχώριες.
–Ποιος από σας μπορεί με τό άγχος του να προσθέσει έναν πήχη στο ανάστημα του; (Ματθ. 6, 27).
–Για ποιο λόγο έχετε τόσες στεναχώριες; Ενδέχεται αύριο το πρωί ο ήλιος να μην ανατείλει;
Εκείνος που φροντίζει να ανατείλει αύριο το πρωί ο ήλιος στη συγκεκριμένη ώρα και στο συγκεκριμένο δευτερόλεπτο, θα φροντίσει όλες τις δικές σας μικρές στεναχώριες.
από το βιβλίο: “Για την μετάνοια και την εμπιστοσύνη στο Θεό” αγίου Νικολάου Αχρίδος
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
H λύπη στην ευρύτερη σκέψη των Πατέρων της Εκκλησίας
Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Αυγούστου, 2015
Η φύση της λύπης
H λύπη, κατά τους αγίους Πατέρες, είναι δύναμη της ψυχής, η οποία ενυπάρχει στη φύση του ανθρώπου. O άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει χαρακτηριστικά ότι τη λύπη την έβαλε ο Θεός στην ψυχή του ανθρώπου, ώστε, χρησιμοποιώντας την κανείς σωστά, να λάβει μεγάλο κέρδος.
Σε ένα άλλο επίσης σημείο ο ίδιος Πατέρας συμπληρώνει, λέγοντας ότι ο άνθρωπος χρειάζεται να επιδείξει πολλή ανδρεία, ώστε να αντιμετωπίσει αυτή τη δύναμη της ψυχής με γενναιότητα και να καρπωθεί το χρήσιμο στοιχείο που αυτό ενέχει, απορρίπτοντας ό,τι περιττό. Ως χρήσιμο θεωρεί το να λυπάται κανείς όταν ο ίδιος ή κάποιος άλλος άνθρωπος έχει πέσει σε αμαρτίες· ενώ ως άχρηστο θεωρεί το να διακατέχεται η ψυχή από το πάθος της λύπης, εξαιτίας διαφόρων αντίξοων καταστάσεων και πειρασμών της παρούσας ζωής.
Στο ίδιο ακριβώς επίπεδο σκέψεως κινούνται όλοι οι νηπτικοί Πατέρες επισημαίνοντας ότι δεν επιτρέπεται να λυπάται κανείς για τα πράγματα αυτού του κόσμου, αλλά μόνο για εκείνα που γίνονται αντίθετα προς το θέλημα του Θεού.
Τα είδη της λύπης
Η φυσική όμως αυτή δύναμη της ψυχής, μετά την πτώση του Προπάτορα, διαστράφηκε. Η λύπη από δύναμη της ψυχής έγινε «τυραννίς», πάθος δριμύ που συνακολούθησε τον εκπεσόντα σε όλες τις φάσεις της μετέπειτα ζωής αυτού του ίδιου, αλλά και των απογόνων του.
Η λύπη, ως δύναμη της ψυχής, δεν είναι, ασφαλώς, διαφορετικής φύσεως από την εκφυλισμένη μορφή της, δηλαδή από τη λύπη-πάθος, όπως αυτή βιώνεται από τον μεταπτωτικό άνθρωπο. Αλλά τα δύο αυτά είδη διαφέρουν, κατά τους Πατέρες, ως προς το στόχο, στον οποίο επικεντρώνονται και ως προς το σκοπό, τον οποίο εξυπηρετούν.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διακρίνει τη λύπη σε δύο είδη:
α) Αυτή που αφορά στις αισθήσεις, της οποίας αιτία είναι η στέρηση των ηδονών και,
β) Αυτή που έχει επιπτώσεις στο νου, της οποίας γεννήτορας και τροφός είναι η στέρηση των πνευματικών αγαθών.
Ο άγιος Πατέρας σημειώνει με ιδιαίτερη έμφαση, λέγοντας ότι τα θλιβερά συμβάντα της ζωής του ανθρώπου είναι ανάλογα των λογισμών και την εν γένει πολιτεία του. Και, αν αυτά αξιοποιηθούν σύμφωνα με τις Ευαγγελικές εντολές, με μετάνοια δηλαδή και προσευχή, αυτά λειτουργούν θεραπευτικά και ελευθερώνουν από τα πάθη την ψυχή του. Αν πάλι δεν δεχθεί ο άνθρωπος τις διάφορες θλίψεις ως φάρμακα πνευματικά και αδιαφορήσει -πολύ περισσότερο, αν θεωρήσει ως αίτιους των κακών τους συνανθρώπους του ή και τον ίδιο τον Θεό και παραμείνει ανεπηρέαστος και αθεράπευτος από το καυστικό και ιαματικό φάρμακο των θλίψεων- τότε δίκαια χάνει τη Χάρη του Θεού και παραδίδεται στη σύγχυση των παθών και ενδίδει στη δαιμονική επιρροή. Γι’ αυτό οι Πατέρες μας συστήνουν την υπομονή και την προσευχή, ως τον επιτυχέστερο τρόπο και ως τη μόνη θεάρεστη οδό για την αντιμετώπιση των εκάστοτε πειρασμών και των θλίψεων.
Ο αββάς Κασσιανός, καταγράφοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε μορφής λύπης, λέει ότι η λύπη-πάθος είναι οξεία, ανυπόμονη, δύσκολη στην αντιμετώπιση, γεμάτη μνησικακία, πικρία, και συχνά, απελπισία. Αυτή παραλύει τη δύναμη του ανθρώπου για ζωή και δράση και του κρύβει την ελπίδα. Κι αυτό γιατί αυτή του εμπνέει την εγωκεντρική αντίδραση και εν πολλοίς τον παραλογισμό. Αντίθετα, «η κατά Θεόν» λύπη, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο απόστολος Παύλος, «φέρνει τον άνθρωπο σε μετάνοια και του εξασφαλίζει την αιώνια σωτηρία» (Β’ Κορ. 7, 10).
Η σωτήρια αυτή λύπη είναι επιπλέον υπάκουη, ευγενική, ταπεινή, πραεία και υπομονετική. Κι αυτό, γιατί η κατά Θεόν λύπη πηγάζει από την αγάπη του Θεού και είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος.
Η «κατά Θεόν» λύπη, είναι ευλογημένη επιδίωξη κάθε πιστού και εργαλείο πρόσφορο για την άσκηση και την πνευματική προκοπή του. Παρόλα αυτά, αυτή η μορφή της λύπης πρέπει να λειτουργεί ως πένθος, όχι για συγκεκριμένα αμαρτήματα, αλλά ως αίσθηση της διακοπής της κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό, πράγμα που τον καθιστά «κατάχρεων» ενώπιον Του.
Οι Πατέρες μάλιστα θεωρούν ότι, εκτός από την «κατά Θεόν», ευλογημένη λύπη και την άλλη, τη διεστραμμένη και εμπαθή μορφή της, υπάρχει και ένα τρίτο είδος λύπης, την οποία χαρακτηρίζουν ως αναιτιολόγητη ή καλύτερα ως ανοημάτιστη σπατάλη δυνάμεων της ψυχής. Αυτό το είδος της λύπης το ανάγουν στο επίπεδο της ζηλόφθονης δαιμονικής παρέμβασης στο έργο της οικονομίας του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Η αναιτιολόγητη λύπη συχνά υποθάλπει, κατά τη γνώμη των Πατέρων, δαιμονική παρέμβαση ή ακόμα και κυριαρχία. Ο δαίμονας δηλαδή έχει -όχι βέβαια πάντα, αλλά τουλάχιστον περιπτωσιακά και εν μέρει- την ευθύνη της ύπαρξης και της λειτουργίας του πάθους της λύπης. Θεωρούν μάλιστα την ύπαρξη της λύπης, σε όλες τις μορφές και τις εκφάνσεις της, ως απόδειξη της άμεσης ή έμμεσης δαιμονικής ενέργειας.
Το πάθος της λύπης, εν τέλει, είναι από τα βασικότερα όπλα του δαίμονα εναντίον του ανθρώπου και συχνά η ύπαρξή της είναι ενδεικτικό στοιχείο της δικής του ενέργειας, η οποία συντελεί τόσο στη γέννηση, όσο και στην ανάπτυξη και τη μόνιμη εγκατάστασή της στην ψυχή.
Δεν είναι όμως απολύτως υπεύθυνος ο πονηρός για τις επιπτώσεις που θα έχουν στον άνθρωπο τα βέλη που εξαπολύει εναντίον του. Αλλά, συχνά, συμβαίνει να προϋπάρχει, της δαιμονικής επέμβασης στην ψυχή, η λύπη. Αυτό λοιπόν που κάνει τότε ο δαίμονας είναι να εκμεταλλεύεται την υπάρχουσα ανειρήνευτη κατάσταση της ψυχής, και μάλιστα με τέτοιο δόλιο τρόπο, ώστε η επέμβασή του να είναι δύσκολα αντιληπτή και έτσι να συντελεί στην ανάπτυξη του πάθους και την εγκατάστασή του, κυριαρχικά πλέον, στην ψυχή του ανθρώπου.
Η λύπη, σε γενικές γραμμές, είναι απεγνωσμένη προσπάθεια έκφρασης του αισθήματος της αποτυχίας, της μειωμένης αυτοεκτίμησης και της αδυναμίας του ανθρώπου για αυτοπραγμάτωση.
Η Πατερική σκέψη και σοφία επιμένει στο ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πηγή της λύπης κάποιο εξωτερικό συμβάν. Η απώλεια πολύτιμων αγαθών ή η ανεκπλήρωτη επιθυμία δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη γέννηση και κυρίως την εμμονή της στην ψυχή του ανθρώπου και μάλιστα του πιστού.
Όλα αυτά ασφαλώς είναι οι αφορμές, οι οποίες, πράγματι, επιδρούν ποικιλότροπα και επηρεάζουν, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τον άνθρωπο και τη ζωή του. Μπορούν όμως, οπωσδήποτε, να αναχαιτισθούν επιτυχώς από αυτόν και να παραμείνουν μόνο μέχρι το στάδιο της προσβολής του λογισμού.
Αλλά ο άνθρωπος, μη όντας σε κατάσταση νήψης και προσευχής, δεν αντιδρά πάντα έγκαιρα και κατάλληλα. Έτσι παραδίδεται αμαχητί στο δαίμονα της λύπης, ο οποίος, στη συνέχεια, φροντίζει να αποκρύψει ύπουλα, από τα πνευματικά αισθητήρια του θύματος του, την αλήθεια. Παρουσιάζει λοιπόν έντεχνα, ως απολύτως δικαιολογημένη την κατάσταση της αθυμίας και της λύπης του, υποβάλλοντάς του το λογισμό ότι δήθεν αιτία όλων των κακών που του συμβαίνουν είναι ένα συγκεκριμμένο συμβάν ή κάποιες ατυχείς συγκυρίες.
Επιπλέον ο πονηρός, όταν επιτύχει και καταλάβει το λογισμό του ανθρώπου, τότε εμφανίζει ως υπεύθυνο για όλα, όχι ασφαλώς τον ίδιο τον άνθρωπο και την αδυναμία του, αλλά τις αντίξοες περιστάσεις της ζωής, τις άστοχες και κακόβουλες ενέργειες των συνανθρώπων του, τις στερήσεις και τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του ή ακόμα και τον Ίδιο τον Θεό, τον Οποίο μάλιστα χαρακτηρίζει ως άδικο και ανελεήμονα.
Συνεπώς, για την αναιτιολόγητη λύπη δεν ευθύνεται αποκλειστικά ο διάβολος. Δεν τη γεννά δηλαδή ο Πονηρός «εκ του μη όντος». Αλλά το στοιχείο αυτό του πάθους ενυπάρχει ως δύναμη στη φύση του ανθρώπου και το εκμεταλλεύεται ο πονηρός, προκειμένου να οδηγήσει τον άνθρωπο, που έχει πέσει στα δίχτυα της λύπης, στην απόγνωση και την καταστροφή.
Ως αίτια της εμπαθούς λύπης οι Πατέρες καταγράφουν ενδεικτικά:
α) Τη ματαίωση επιθυμίας ηδονής ή την απώλεια κάποιου αγαθού.
β) Την κενοδοξία
γ) Το θυμό, την οργή και τη μνησικακία
α) Η ματαίωση επιθυμίας ηδονής ή η απώλεια κάποιου αγαθού
Οι επιδιώξεις και οι επιθυμίες του μεταπτωτικού ανθρώπου είναι συνήθως αντίστοιχες της εμπάθειας που τον διακατέχει. Γι’ αυτό συχνά προσπαθεί κανείς να στηριχθεί σε επίγεια και φθαρτά πράγματα, οικοδομώντας τα όνειρα και τις ελπίδες του «στην άμμο». Έτσι, όταν έρχεται η θύελλα των πειρασμών, οι καταιγίδες της «κατά κόσμον» αποτυχίας του, η στέρηση της τρυφής και της ανάπαυσης, ταράζεται και θλίβεται, ανάλογα με τον βαθμό που είναι κανείς στηριγμένος σ’ αυτά.
Συνιστούν λοιπόν οι άγιοι Πατέρες μας να μη στηρίζεται ο άνθρωπος σε τίποτα φθαρτό και εφήμερο, ούτε να ψάχνει τη χαρά και την ειρήνη της ψυχής του στις ηδονές και τις επιθυμίες της απόλαυσης του κόσμου τούτου. Γιατί οι επιθυμίες της σαρκός μόνο φθορά μπορούν να προσπορίσουν στον άνθρωπο, αφού κατά το Ευαγγελικό είναι απατηλές και μάταιες.
β) Η κενοδοξία
Η αναζήτηση αναγνώρισης, τιμής και δόξας και η αποτυχία της προσπάθειας για την απόκτησή τους είναι, κατά τους Πατέρες, τα βασικότερα αίτια της εμπαθούς λύπης, που συντελούν στο να παραμένει ανοιχτή και ανικανοποίητη η άβυσσος της ανθρώπινης ψυχής. Κι αυτό, γιατί αυτά παράγουν άφθονη τροφή στους ανέλπιδους και θλιβερούς λογισμούς του φιλόυλου και κενόδοξου ανθρώπου.
Η επίδειξη των χαρισμάτων, «η αλαζονεία του βίου», η επίδειξη των αγαθών ή και των αρετών, καθώς και οι ποικίλες άλλες εμπαθείς επινοήσεις του ανθρώπου για την ανάδειξή του, είναι μερικοί από τους πλέον συνήθεις τρόπους του εγώ, ώστε να επιπλεύσει και να επιδειχθεί. Γιατί όλα αυτά προσπορίζουν στον άνθρωπο τον αντίστοιχο θαυμασμό και την αναγνώριση του εκ μέρους του στενού και του ευρύτερου περιβάλλοντός του.
Οι βαθιές και θεμελειώδεις αναζητήσεις και τα υπαρξιακά ερωτηματικά ξεπροβάλλουν τότε εντονότερα και η στιγμή της αποτυχίας είναι για τον κενόδοξο άνθρωπο βαριά και καταλυτική. Γιατί ο μη αναγεννημένος άνθρωπος δεν είναι σε θέση, -έχοντας ως βάση τη λογική «του αιώνος τούτου»- να αποκρυπτογραφήσει το μήνυμα της αδοξίας που ενέχει ο σταυρός της αποτυχίας, τον οποίο καλείται στο εξής να σηκώσει. Η αυτοεκτίμησή του εξαντλείται, το αυτοείδωλό του πέφτει και αν δεν βρεθεί στο δρόμο του άνθρωπος «Κυρηναίος», βοηθός διακριτικός και φιλάδελφος, για να τον συνδράμει και να τον καθοδηγήσει στην «οδό του Μαρτυρίου» του, τότε αποδομείται ή και, πολλές φορές, συντρίβεται ανεπανόρθωτα.
Επιπλέον, η κενοδοξία είναι περιεκτική κακία, ρίζα και μητέρα πολλών άλλων παθών, όπως για παράδειγμα της φιλαρχίας και της φιλαργυρίας. Ο άγιος Κασσιανός παρομοιάζει πολύ εύστοχα την κενοδοξία με το κρεμμύδι. «Όταν βγάζουμε», λέει, «από το κρεμμύδι μια φλούδα, βρίσκουμε αμέσως από κάτω μια άλλη. Και όσο βγάζουμε φλούδες, τόσο βρίσκουμε άλλες από κάτω».
Σε κάθε περίπτωση, ο άνθρωπος, ο οποίος βρίσκεται υπό το κράτος της λύπης, εμφανίζεται να έχει πληγωμένο ή μειονεκτικό «εγώ» και υπερβολική φιλαυτία.
Η λύπη, λοιπόν, είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του πάθους της κενοδοξίας και των ποικίλων εκφάνσεών της και προδίδει ανειρήνευτη εσωτερική κατάσταση και ανέλπιδο βίο.
γ) Ο θυμός, η οργή και η μνησικακία
Η υποδούλωση του ανθρώπου στα πάθη γενικά, αλλά και ειδικότερα στα πάθη του θυμού, της οργής και της μνησικακίας, είναι πηγή λύπης. Επιπλέον, αυτά είναι ενδεικτικά της ματαίωσης κάποιας επιθυμίας ηδονής ή της απώλειας υλικών αγαθών ή ακόμη και μείωσης της εκτίμησης και αμαύρωση της ιδέας που ο ίδιος ο άνθρωπος τρέφει για τον εαυτό του.
Στις περιπτώσεις αυτές, η οργή καταλαμβάνει τον άνθρωπο και γεμίζει την ψυχή του λύπη και αθυμία, εξαιτίας της αδυναμίας του να απολαύσει το αντικείμενο της επιθυμίας του. Κι αυτό γιατί, καθώς λέει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, βαθιά μέσα στην επιθυμία της ηδονιστικής απόλαυσης κρύβεται ο πόνος και η οδύνη.
Λυπάται επίσης ο άνθρωπος και θρηνεί, όταν αντιληφθεί ότι κάποιος τον προσέβαλε και σπίλωσε την τιμή και την αξιοπρέπειά του. Αυτή τη λύπη οι Πατέρες τη θεωρούν ως σύμπτωμα της νόσου τής υπερηφάνειας, στην οποία το πάθος στηρίζεται, από την οποία ζωοποιείται, τρέφεται και μεγαλώνει τόσο, ώστε να φθάνει να παραμένει ισχυρό, κυρίαρχο, και συχνά, αθεράπευτο.
Η οργή στρέφεται, συχνά, ευθέως κατά του ανθρώπου που, δια της προσβολής, επέφερε το κτύπημα και είναι ενδεχόμενο να εκφρασθεί ακόμα και με βίαιες εξωτερικές εκδηλώσεις. Ο άλλος τότε γίνεται αποδέκτης σκληρών λόγων ή ακόμη και χειροδικίας, εφόσον, στη συνείδηση του οργισμένου, αυτός έχει χάσει πλέον τη θέση του αδελφού.
Αυτή ακριβώς είναι και η ερμηνεία που δίνει ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο οποίος στην Καθολική Επιστολή του αναφέρεται σ’ αυτό το θέμα, λέγοντας ότι όλοι οι πόλεμοι και οι αντιδικίες μεταξύ των ανθρώπων προέρχονται από τη στέρηση της επιθυμίας των ηδονών, οι οποίες ασφαλώς είναι ταυτόχρονα πολέμιοι και φονείς των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο έχει λάβει ο πιστός και που συνοδεύουν τη ζωή του σε όλη την επίγεια πορεία του.
Στην ίδια βάση κινείται και η σκέψη όλων γενικά των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θεωρεί μάλιστα, ότι το φιλόυλο και φιλήδονο πνεύμα που κυβερνά τον άνθρωπο, τον εξαγριώνει, του στερεί την αγάπη του αδελφού και τον κάνει σκληρό, δύσθυμο και συχνά, αδελφοκτόνο. Αλλά, καθώς λέει ο Μέγας Βασίλειος, τα άπρεπα ή προσβλητικά, ενδεχομένως, λόγια κάποιου συνανθρώπου, δεν είναι ασφαλώς, ο πραγματικός λόγος και η αιτία της οργής του θιγμένου. Η αλήθεια είναι ότι αυτά απευθύνθηκαν σε άνθρωπο που η οργή του τον πρόδωσε και τον αποκάλυψε ως υπερόπτη και λάτρη της ιδεατής εικόνας του.
Η οργή, και κυρίως, η μνησικακία, φωλιάζουν και χρονίζουν στην ψυχή, γιατί οδηγούν τον άνθρωπο στο να μηρυκάζει τα λόγια και τα γεγονότα που τον έχουν προσβάλει και να επανακαθορίζει τη στάση του εναντίον του συνανθρώπου του· και μάλιστα, με περισσότερο μένος και συγχυσμένη διάνοια. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης θεωρεί την κατάσταση αυτή ως σκουλήκι που κατατρώει το νου και την ψυχή του ανθρώπου με μάταιη και αδικαιολόγητη λύπη (Κλίμαξ).
Ως απόδειξη του ότι το σκουλήκι της οργής και της μνησικακίας είναι αυτό που κατατρώει το νου και γεμίζει την ψυχή με αφόρητη θλίψη, φέρεται το γεγονός ότι, αυτός που πάσχει εξαιτίας τους, φέρνει στο νου του τον αδελφό του με απέχθεια και τον θεωρεί ως πηγή πειρασμών και λύπης.
Το πάθος της οργής φθείρει το «κατ’ εικόνα» του ανθρώπου και του στερεί τη δωρεά των καρπών του Αγίου Πνεύματος, οι οποίοι είναι η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η χρηστότητα, η αγαθωσύνη, η πίστη, η πραότητα και η εγκράτεια, καταστάσεις που είναι ακριβώς αντίθετες της λύπης και της αθυμίας. Όταν, λοιπόν, λείψουν από τον άνθρωπο αυτές οι αρετές και επικρατήσει στην ψυχή η οργή και η μνησικακία, τότε ο άνθρωπος ερημώνεται, φτωχαίνει και καταλαμβάνεται από το δαιμονικό πνεύμα διχοστασίας, σύγχυσης, φόβου και λύπης. Ενδέχεται μάλιστα αυτός να οδηγηθεί μέχρι μίσους του συνανθρώπου του· οπότε, είτε το πάθος της οργής εκδηλωθεί έμπρακτα, είτε παραμείνει φωλιασμένο και ανενέργητο στα ενδότερα της ψυχής, κατατάσσει τον πάσχοντα από αυτό, στο επίπεδο του μισάδελφου και αδελφοκτόνου.
Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες συστήνουν στον άνθρωπο, που κατατρώγεται από το πάθος της οργής και της μνησικακίας εναντίον του συνανθρώπου του, να αποδιώκει τη λύπη που αισθάνεται από την προσβολή που του έχει γίνει, με προσευχή και με ειλικρινή και αμέριστη φιλανθρωπία. Έτσι, και ο ίδιος θα λυτρωθεί από το σκουλήκι της λύπης και της αθυμίας που τον κατατρώει, αλλά και τον συνάνθρωπό του θα ελεήσει. Γιατί, με την ελεήμονα, διαλλακτική, φιλάδελφη και φιλήσυχη στάση του, θα συντελέσει στη μετάνοια και τη σωτηρία του.
Η αντιμετώπιση της εμπαθούς λύπης: Προϋποθέσεις και τρόποι
Καταστάσεις αιτιολογημένης ή αναιτιολόγητης λύπης αντιμετωπίζει συχνά ο μεταπτωτικός και «υπό αναγέννησιν» άνθρωπος. Η πείρα των αγίων Πατέρων μας ανοίγει και εδώ δρόμους, υποδεικνύοντάς μας ορισμένα κομβικά σημεία-στόχους, προς τους οποίους θα πρέπει να επικεντρώσουμε ιδιαίτερα την προσοχή μας και να δώσουμε την πνευματική μάχη κατά του τροφοδότη και δημιουργού της ανέλπιδης και φθοροποιού αυτής κατάστασης.
Ως βασική προϋπόθεση για την αντιμετώπιση της εμπαθούς λύπης, θεωρείται:
α) Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας και η εξ αυτής γόνιμη αυτομεμψία
Το Ψαλμικό «Την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί διαπαντός» (Ψαλμ. 50, 5), είναι ακριβώς, το ορμητήριο και το επιθυμητό βίωμα, το οποίο μπορεί να αποτελέσει τη βάση εκκινήσεως για τη μεταποίηση της εμπαθούς λύπης σε ειλικρινή μετάνοια και στον εξ αυτής καρπό, το «χαροποιόν πένθος».
Το να μεμφόμαστε τον εαυτό μας και να αναθέτουμε τα πάντα στον Θεό, είναι, κατά τον όσιο Ησύχιο, πηγή ανακούφισης, χαράς και αφανισμού των «αλόγων» λογισμών, οι οποίοι πολεμούν σκληρά τον άνθρωπο.
Ο άγιος Μάρκος ο ερημίτης, επίσης, λέει ότι η άγνοια του θελήματος του Θεού και η λήθη της αμαρτίας, είναι εκείνα που βαρύνουν το νου και κάνουν την ψυχή του ανθρώπου να σκεπάζεται και να τυραννιέται κάτω από το νέφος της αθυμίας. Αυτός λοιπόν, λέει ο όσιος, που γνώρισε την αλήθεια δεν αντιδρά αρνητικά και δύσθυμα στις εμπαθείς επιθέσεις και τις ποικίλες θλίψεις που τον βρίσκουν. Κι αυτό γιατί γνωρίζει καλά ότι οι πειρασμοί και οι θλίψεις, αν αντιμετωπισθούν «εν Χριστώ», οδηγούν τον άνθρωπο στο φόβο του Θεού. Συστήνει, επίσης, ο Όσιος σ’ αυτόν που έχει επίγνωση της αδυναμίας του, να μην επαναφέρει στο νου του τις συγκεκριμένες αμαρτίες του. Γιατί η μνήμη τους, και μάλιστα χωρίς την απαιτούμενη μετάνοια και τον πόνο, μπορεί να αφαιρέσουν από την ψυχή του την ελπίδα· και πολύ περισσότερο, να τον οδηγήσουν στην επανάληψη του παλαιού μολυσμού.
Θεωρεί, επιπλέον, ο όσιος Πατέρας ότι είναι προϋπόθεση το να γνωρίσει ο πιστός, όχι μόνο δογματικά αλλά και έμπρακτα την αλήθεια, ώστε να εξομολογείται στον Θεό, όχι με το να φέρει στο νου του μια-μια τις συγκεκριμένες αμαρτίες του, αλλά με το να δείχνει υπομονή και καρτερία στις ακούσιες θλίψεις και τους πειρασμούς που τον βρίσκουν.
Αν λοιπόν αντιμετωπίζει κανείς τις θλίψεις, προσδοκώντας τα μέλλοντα αγαθά, έχει ήδη βρει την επίγνωση της Αλήθειας και θα απαλλαγεί γρήγορα από την οργή και τη λύπη. Έτσι, έχοντας συναίσθηση της αδυναμίας του, θα λειτουργεί πλέον τη γόνιμη και ψυχωφελή αυτομεμψία, καθώς και την καθαρτική εξομολόγηση.
β) Νήψη και η προσευχή
Η πνευματική εγρήγορση και η προσευχή είναι το ασφαλές φυλακτήριο των λογισμών του πάθους της αθυμίας και της λύπης. Ο δαίμονας που σχετίζεται με αυτά τα πάθη, λένε οι άγιοι Πατέρες, καιροφυλακτεί για να βρει τον άνθρωπο αφύλακτο, σε πνευματική νωθρότητα και ραθυμία, ώστε να τον παρασύρει δια της φαντασίας και να καταλάβει ανενόχλητος το λογισμό και την καρδιά του. Μας συμβουλεύουν, λοιπόν, να ελέγχουμε τη φαντασία μας, ώστε να σταματήσουμε, ει δυνατόν, την έφοδο του πάθους στο στάδιο της προσβολής. Γιατί, χωρίς το πέρασμα από την κερκόπορτα της φαντασίας, ο διάβολος δεν μπορεί να καταλάβει την ψυχή του ανθρώπου. Η προσευχή βέβαια, πρέπει να είναι διαρκής και καθαρή, και μάλιστα τον καιρό της αθυμίας και της λύπης, εντονότερη, πιο επίμονη και απαλλαγμένη από λογισμούς μνησικακίας. Διαφορετικά θα μοιάζει κανείς με άνθρωπο που προσπαθεί να βγάλει νερό από το πηγάδι, κρατώντας τρύπιο κουβά.
Ο σωστός τρόπος και οι προϋποθέσεις για να προσευχηθεί κανείς είναι το να έχει φόβο Θεού, να καταβάλει κόπο, να έχει ειρηνική και νηφάλια σκέψη και να τηρεί τους λογισμούς άγρυπνα, μήπως, δια της φαντασίας, χάσει τον καρπό της προσευχής του.
Να, λοιπόν, λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ο ουρανός βρίσκεται μέσα σου. Κι αν έχεις καθαρή καρδιά, θα δεις εκεί τους φωτεινούς Αγγέλους.
γ) Η πνευματική μελέτη
Ως πνευματικό λειμώνα και πηγή γνήσιας χαράς χαρακτηρίζουν οι άγιοι Πατέρες τις θείες Γραφές. Τις συγκρίνουν, συχνά, με τα αγαθά του Παραδείσου και μάλιστα τις βρίσκουν ακόμα πιο ευφρόσυνες και καρποφόρες.
Πράγματι η πνευματική μελέτη παρηγορεί την ψυχή και συνεργεί στο έργο και την καρποφορία της προσευχής. Γιατί, μελετώντας κανείς το λόγο του Θεού, ξεφεύγει από την τυραννία της εφήμερης ανάπαυσης και διατηρεί την ελπίδα για τα μέλλοντα και αιώνια.
Ο λόγος του Θεού, είναι ζωντανός, δραστικός και πιο κοφτερός από δίκοπο μαχαίρι, λέει ο Απόστολος, και μπαίνει βαθιά μέχρι το μεδούλι του ανθρώπου (Πρβλ. Εβρ. 4, 12). Έτσι, λειτουργεί θεραπευτικά για την ψυχή. Κι αυτό, γιατί ο λόγος του Θεού έχει αναγεννητική δύναμη και Χάρη. Γι’ αυτό μπορεί να επαναφέρει τον σκοτισμένο λογισμό και να τον απαλλάξει από τα βέλη των δαιμονικών προσβολών και της άκαιρης φαντασίας. Τότε, επανέρχεται η δύναμη της ψυχής και η θέληση γίνεται αποφασιστικότερη στην αντίστασή της κατά του πάθους της λύπης και της αθυμίας. Έτσι ο άνθρωπος προσπαθεί να ανορθωθεί και να κερδίσει πάλι ό,τι έχει ήδη χάσει, όντας κάτω από την κυριαρχία της λύπης.
Με το λόγο του Θεού πληροφορείται επίσης ο άνθρωπος εναργέστερα για την αιτία της πτώσεώς του, ώστε να μπορεί πλέον να επιλέγει την καλύτερη και ασφαλέστερη οδό για την επιστροφή του στον «οίκο του Πατρός» (Πρβλ. Λουκ. 15, 11 εξ.). Γι’ αυτό μας παροτρύνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος να συγκεντρώνουμε βιβλία πνευματικά. Γιατί, όπου βρίσκονται τέτοια βιβλία, από εκεί φεύγει κάθε δαιμονική ενέργεια και ο άνθρωπος βρίσκει ειρήνη και παρηγοριά.
δ) Η μνήμη του Θεού, του θανάτου και της μέλλουσας Κρίσης
Η μνήμη του Θεού είναι η σωτηριώδης αυτή κατάσταση που αναγεννά την ψυχή και την ζωογονεί, γιατί βγάζει από το σκοτάδι της λήθης στη χαρά της αγάπης και της ελευθερίας «των τέκνων του Θεού» (Πρβλ. Ιωάν. 1, 13).
Ο όσιος Νείλος παροτρύνει τον πιστό να διατηρεί δια της ευχής, και της πνευματικής γενικά άσκησης, τη μνήμη του Θεού. Όπως, λέει ο Όσιος, αναπνέουμε αδιάκοπα, έτσι πρέπει να κρατούμε τη μνήμη του Θεού και να μελετούμε την ώρα του θανάτου μας και της παράστασης μας ενώπιόν Του, κατά την οποία θα αποδώσουμε λόγο, ως οικονόμοι και διαχειριστές των χαρισμάτων και των δωρεών Του προς εμάς.
Η μελέτη του θανάτου μπορεί, ενδεχομένως να φέρνει λύπη στην ψυχή, λέει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, αλλά αυτή η λύπη είναι θεόσδοτη και σωτηριώδης για τον άνθρωπο. Η μνήμη του Θεού, εξάλλου, πάντα συνοδεύει τη μνήμη του θανάτου και γι’ αυτό η λύπη αυτή είναι «λύπη θεοφιλής», «χαροποιός» και γεμάτη πνευματική ευφροσύνη.
ε) Η «κατά Θεόν πτωχεία», η σιωπή και η ησυχία
Η κατά Θεόν πτωχεία είναι η εκούσια αποποίηση των υλικών αγαθών και όλων γενικά των κτήσεων, των δικαιωμάτων και των σχέσεων του ανθρώπου με αυτά. Κι αυτό γιατί, όταν ο άνθρωπος απορρίψει κάθε σχέση με τα υλικά αγαθά και με το κοσμικό, γενικά, φρόνημα, «το φρόνημα της σαρκός» (Ρωμ. 8, 6), όπως το αποκαλεί χαρακτηριστικά ο Απόστολος, τότε ελαχιστοποιούνται ή και, συχνά, μηδενίζονται τα αίτια της λύπης.
Ο Μέγας Βασίλειος λέει ξεκάθαρα ότι η σιωπή, η «κατά Θεόν πτωχεία» και η ησυχία είναι παράγοντες δημιουργίας της «πτωχείας του πνεύματος» (Ματθ. 5, 3). Γιατί ο άνθρωπος, σβήνοντας κάθε σχέση του με τα αγαθά και το φρόνημα του κόσμου τούτου, ελαφρύνεται και καθαρίζεται από τα πάθη και μοιάζει με άγραφη πλάκα που είναι καλυμμένη με κέρινη επιφάνεια. Σ’ αυτή λοιπόν, λέει, την ισόπεδη πλάκα υπάρχει δυνατότητα να εγγραφούν καθαρά και να παραμείνουν ανόθευτα τα Θεία δόγματα, απαλλαγμένα από τις εμπαθείς επιρροές και τις διαστρεβλωμένες αμαρτωλές προσμίξεις τους.
Παρομοιάζει μάλιστα ο άγιος Ιεράρχης τη λύπη και τα άλλα πάθη με άγρια θηρία. Και όπως, λέει, τα θηρία, όταν παγώσουν, αδυνατούν πλέον να έχουν την επιθετική δύναμή τους ενεργή, έτσι και η λύπη χάνει τη σφοδρότητα και την καυστικότητά της, όταν αυτή δεν συντηρηθεί με το αίσθημα ασφάλειας που πηγάζει από την κτήση των αγαθών. Έτσι, μπορεί κανείς να την υπερβεί πιο εύκολα, γιατί αυτή χάνει τη βαρύτητα και τη σημασία της και γίνεται πλέον «ευκαταγώνιστη».
Οι άγιοι Πατέρες σημειώνουν ιδιαίτερα το θέμα της «κατά Θεόν» σιωπής και ησυχίας, ως παράγοντα ισχυρό και ως προϋπόθεση για την απόκτηση της πνευματικής ελευθερίας του ανθρώπου από τα πάθη, καθώς και για την ετοιμασία της ψυχής να δεχθεί το μήνυμα της Ευαγγελικής ειρήνης και της χαράς.
Η πτωχεία και η ακτημοσύνη είναι επίσης οδοί που διευκολύνουν τη μετάνοια της ψυχής και την ελευθερία της από την «προσπάθεια» [Η λέξη προσπάθεια εδώ χρησιμοποιείται με την ειδική σημασία του όρου, που στη γλώσσα των ασκητών Πατέρων σημαίνει την πέραν του φυσικού αγάπη και την εμπαθή προσκόλληση σε κάποιο πρόσωπο ή κτίσμα.] που έχει προς την κτίση και τα εφήμερα αγαθά της. Κι αυτό, γιατί δεν είναι όλοι οι άνθρωποι σε θέση να διαχειρίζονται τα αγαθά, τις σχέσεις και τα χαρίσματά τους απαθώς, πράγμα που σημαίνει ότι η στέρησή τους αποτελεί πηγή και τροφοδότιδα της λύπης και της αθυμίας.
Η αντίδραση που επέδειξε ο πλούσιος νέος του Ευαγγελίου στην υπόδειξη που του έγινε από τον Ιησού Χριστό, επιβεβαιώνει την αλήθεια του πράγματος. Ο νέος αυτός είχε ελκυσθεί από το Πρόσωπο του Κυρίου και το κήρυγμά Του για τη Βασιλεία του Θεού, ώστε επιθύμησε να αποκτήσει την τελειότητα των «τέκνων του Θεού» (Ιωάν. 1, 13). Όταν όμως άκουσε ότι, η αποποίηση των αγαθών του ήταν προϋπόθεση της αποκτήσεως της ελευθερίας του, ώστε να μπορέσει απρόσκοπτα να ακολουθήσει τον Χριστό, «έφυγε σκυθρωπός». Και ερμηνεύοντας ο ιερός Ευαγγελιστής την περίεργη αυτή στάση του νέου, λέει: Συμπεριφέρθηκε έτσι, «γιατί είχε κτήματα πολλά» (Μάρκ. 10, 22).
ζ) Η εξαγόρευση των λογισμών
Ο πόλεμος με τους λογισμούς είναι αφανής και επώδυνη μορφή του πνευματικού αγώνα, αλλά και η πλέον σημαντική και αποφασιστική κίνηση για την απαλλαγή του ανθρώπου από τα πάθη και την αποφυγή της αμαρτίας.
Το πεδίο μάχης με τους λογισμούς, αλλά και το έδαφος στο οποίο αυτοί γεννιούνται και αναπτύσσονται, είναι η καρδιά του ανθρώπου. Οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν ότι οι επιθέσεις των λογισμών μπορούν εύκολα να αναχαιτισθούν, παραμένοντας μόνο στο στάδιο της προσβολής, αν ο αγωνιστής του πνεύματος δεν τους δεχθεί και, πολύ περισσότερο, αν, με σθένος, τους αντικρούσει.
Αυτό όμως απαιτεί μεγάλη πείρα και ισχυρή θέληση. Αλλά, επειδή η αντίδραση εκ μέρους εκείνου που πλήττεται από αυτούς, δεν είναι σθεναρή και έγκαιρη, οι λογισμοί εισέρχονται στην ψυχή, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος και εκλεκτούς συνεργούς, τα πάθη τού άνθρωπου και μάλιστα, την υπερηφάνεια. Έτσι ο άνθρωπος στερείται τη Χάρη του Θεού, βυθίζεται στο σκοτάδι της λύπης και συχνά, καταλαμβάνεται και από τον βρόγχο της απελπισίας. Γιατί, καθώς λέει ο άγιος Σιλουανός, μπορεί κανείς να χάσει τη Χάρη και από έναν κακό λογισμό. Γιατί με τον κακό λογισμό εισέρχεται στην ψυχή μια εχθρική δύναμη και τότε ο νους σκοτίζεται και βασανίζεται από κακές σκέψεις. Γι’ αυτό μάθε, λέει, να σταματάς αμέσως τους λογισμούς. Αν όμως ξεχάσεις και δεν τους διώξεις αμέσως, τότε πρόσφερε μετάνοια.
Οι λογισμοί μπορεί να είναι πονηροί, βλάσφημοι και να υποκινούν τον άνθρωπο σε απιστία προς τον Θεό και ιδιαίτερα, προς το Πρόσωπο του Σαρκωθέντος Θεού-Λόγου, του Ιησού Χριστού. Από αυτούς, συνεχίζει ο άγιος Σιλουανός, οι πονηροί, κυρίως, λογισμοί γεννιούνται από την υπερηφάνεια της ψυχής και πλήττουν ιδιαίτερα αυτόν, ο οποίος ασχολείται με τη ζωή του άλλου.
Ο άνθρωπος όμως, ενώ, πολλές φορές, δεν φαίνεται να ενοχλείται από τους κακούς λογισμούς, να αδιαφορεί -αντίθετα, συλλαμβάνεται συχνά να ανοίγει διάλογο άνισο και επιζήμιο μαζί τους- εντούτοις, αισθάνεται μεγάλη δυσκολία να τους αποκαλύψει και να τους εκθέσει σε κάποιον μεγαλύτερο και εμπειρότερο στον πνευματικό αγώνα, άνθρωπο.
Αλλά κάνοντας έτσι, παραμένοντας δηλαδή κανείς ανενεργός, σε ράθυμη και αναποφάσιστη κατάσταση, χάνει τη δύναμη και, κατά συνέπεια, τη δυνατότητα να τους αντικρούσει εύστοχα, ώστε να απαλλαγεί από τη θανατηφόρα επίδραση και φορτικότητά τους.
Η εμπειρία των αγίων Πατέρων όμως, και μάλιστα των Νηπτικών, μας υπογραμμίζει ότι η αποκάλυψη «των κρυφίων» του ανθρώπου είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ελευθερίας του, και μάλιστα για τον εύχαρη και ειρηνικό βίο και την άσκηση της προσευχής.
Ο αββάς Ησαΐας επιμένει ότι πρέπει κανείς να αναφέρει στους εμπειρότερους περί τα πνευματικά, όχι μόνο τους κακούς, αλλά και τους καλούς λογισμούς. Κι αυτό, γιατί πολλές φορές, οι καλοί λογισμοί είναι «προβατόσχημοι». Κρύβουν δηλαδή μέσα τους υπερήφανα βιώματα, καλλιεργούν «υπερόπτη νου» και τελικά οδηγούν τον άνθρωπο σε πλήθος αδιεξόδων και άβυσσο απελπισίας.
Ο άνθρωπος, βέβαια, μπροστά στη δυσκολία του να αποκαλύψει τους λογισμούς του, προφασίζεται, συχνά, ότι ο ίδιος έχει τη δύναμη και την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία, ώστε να τους αντιμετωπίσει μόνος του, χωρίς άλλη βοήθεια και συμπαράσταση. Άλλοτε πάλι ισχυρίζεται ότι δεν έχει συναντήσει κάποιον εμπειρότερο και παλαίμαχο στον πνευματικό αγώνα, κατά των πονηρών λογισμών, άνθρωπο, ώστε να τον εμπιστευθεί και να ακολουθήσει με σιγουριά τις συμβουλές του.
Ο αββάς Δωρόθεος, συμβουλεύοντας τα πνευματικά του παιδιά σχετικά με αυτό το θέμα, λέει χαρακτηριστικά ότι δεν πρέπει κανείς να βασίζεται ποτέ στο λογισμό του ούτε να διστάζει, σε περίπτωση πραγματικής έλλειψης οδηγού, να συμβουλεύεται, ακόμα και ένα μικρό παιδί. Γιατί ο Πανάγαθος Θεός, βλέποντας την ταπείνωσή του, θα φωτίσει ακόμα και ένα μικρό παιδί, ώστε να του απαντήσει θεοδίδακτα και να τον κατευθύνει με γεροντική σωφροσύνη.
η) Η αποδοχή των ακουσίων θλίψεων ως παιδείας του Κυρίου και η μεταποίησή τους σε εκούσιες
Ο κύριος παράγοντας που προκαλεί στον άνθρωπο τη λύπη είναι τα διάφορα εξωτερικά συμβάντα που συντελούνται χωρίς τη δική του θέληση -και ενδεχομένως τη συμμετοχή- και τα οποία έχουν δυσάρεστες επιπτώσεις σ’ αυτόν και στο περιβάλλον του.
Γενεσιουργός αιτία της λύπης είναι επίσης και όσα πλήττουν τον άνθρωπο ως πρόσωπο, είτε αυτά αναφέρονται στη σωματική του υπόσταση και ακεραιότητα (ασθένειες, πτωχεία κτλ.), είτε αυτά θίγουν την εικόνα και την ιδέα που ο ίδιος τρέφει για τον εαυτό του.
Όταν λοιπόν βρεθεί κανείς στο μάτι του κυκλώνα της λύπης, τότε συνήθως κατευθύνει τα βέλη των αντιδράσεών του προς τους εκτός του εαυτού του συντελεστές της δημιουργίας των αδόκητων πειρασμών του. Οι άγιοι Πατέρες μας όμως, οι οποίοι γνώρισαν, με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, τα ενδότερα του ανθρώπινου είναι και των κινήσεών του, μας βοηθούν, με την εμπειρία και το θεοφώτιστο λόγο τους, να αλλάξουμε οπτική γωνία. Μας συνιστούν δηλαδή να στρέψουμε τον προβολέα μας προς τον «έσω άνθρωπο», ο οποίος, όντας δέσμιος των παθών του, δεν υποψιάζεται ότι πάσχει. «Πάσχει», καθώς λέει ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, «έως ότου αυτός ταπεινωθεί» [«Ο υπερήφανος εγκαταλείπεται από τη Χάρη, για να βασανισθεί από την αδυναμία του, μέχρι να ταπεινωθεί. Και όταν ταπεινωθεί η ψυχή, τότε έχουν πια νικηθεί οι εχθροί, και η ψυχή βρίσκει μεγάλη ανάπαυση εν τω Θεώ» («Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», Έκδοση 10η, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2003, σελ. 520)].
Ο άγιος Μάρκος ο ερημίτης, μιλώντας πάνω στο ίδιο θέμα, είναι ακριβέστερος και αποκαλυπτικότερος: «Οι διάφορες θλίψεις, λέει, που βρίσκουν τον άνθρωπο είναι γεννήματα της κακίας που ο ίδιος έχει μέσα του».
Γι’ αυτό μας συνιστά, όταν βρισκόμαστε κάτω από λυπηρές και δυσάρεστες καταστάσεις, να μη θεωρούμε τους συνανθρώπους μας ως αίτιους των συμφορών μας, αλλά να υπομένουμε. Γιατί αυτός ο τρόπος της αντιμετώπισης φανερώνει γνωστικό άνθρωπο και γίνεται αιτία καθαρισμού του από την αμαρτία. Έτσι, επίσης, επαναφέρει κανείς τη «μνήμη του Θεού» στην καρδιά του. Κι αυτό, γιατί καθετί δυσάρεστο θλίβει την ψυχή «κατά αναλογίαν» της λήθης του Θεού, της διάσπασης του νου και του διασκορπισμού του εις «χώραν μακράν» (Πρβλ. Λουκ. 15).
Είναι μοναδικής σημασίας ο λόγος του αγίου Μάρκου, ο οποίος, ως έμπειρος και γνωστικός πνευματικός οδηγός, αποφθέγγεται λέγοντας ότι κάθε ακούσια θλίψη έχει την αιτία της σε κάποια άλλη εκούσια πτώση. Γιατί, σύμφωνα με το λόγο της Αγίας Γραφής, συνεχίζει ο Όσιος, κανένας δεν είναι εχθρός του ανθρώπου, όπως είναι αυτός ο ίδιος για τον εαυτό του.
Ως εκούσιο θεωρεί η Αγία Γραφή το λογισμό και ως ακούσιο το δυσάρεστο γεγονός που επακολούθησε. Γιατί ο Θεός επιτρέπει ώστε να πλήξουν τον άνθρωπο οι ακούσιες θλίψεις, με τη μορφή ακούσιων συμβάντων. Κι αυτό του συμβαίνει εξαιτίας της παράβασης των εντολών του Θεού, τις οποίες ο άνθρωπος εκουσίως καταπάτησε.
Αυτός, συμπληρώνει ο Όσιος, είναι ο πνευματικός νόμος. Ανάλογα με το βαθμό της εκούσιας κακίας είναι και το μέγεθος της ακούσιας καρποφορίας. Αυτή, βέβαια, την οδυνηρή συνέπεια δεν μπορεί κανένας να την αποφύγει, παρά μονάχα με τη βοήθεια της προσευχής και της μετάνοιας.
Αν αντικρούσει ο άνθρωπος τα θλιβερά και τους πειρασμούς που τον βρίσκουν, εκτός προσευχής και υπομονής, τότε όχι μόνο αυτά δεν υποχωρούν, αλλά επιτίθενται σφοδρότερα και οδυνηρότερα. Ο πιστός, λοιπόν, κάνοντας τον πνευματικό αγώνα του, θα πρέπει πάντα να θυμάται ότι μέσα στις ακούσιες θλίψεις που δέχεται, βρίσκεται κρυμμένο, με τρόπο άδηλο και θαυμαστό, το έλεος του Θεού. Αυτό οδηγεί τον άνθρωπο σε μετάνοια και «εις νομάς αιωνίους».
Μεταξύ ακουσίων και εκουσίων θλίψεων, δεν υπάρχει ασφαλώς καμιά σύνδεση και αλληλουχία, ως προς το είδος και το χρόνο που αυτές συντελέσθηκαν, αλλά συμβαίνουν σύμφωνα με τη φιλάνθρωπη λειτουργία του νόμου της δικαιοσύνης του Θεού.
Αν λοιπόν με αυτά τα δεδομένα σκέπτεται και λειτουργεί ο άνθρωπος, δεν θα τρέφει βιώματα αναξιοπαθούντα, ούτε θα πέφτει στους βρόγχους της λύπης, αλλά θα αξιοποιεί προσευχητικά τα ακούσια θλιβερά γεγονότα της ζωής του κατά τρόπο θετικό, δηλαδή με ταπείνωση, αυτογνωσία και υπομονή.
Ενεργώντας έτσι, δεν θα εκτεθεί στον κίνδυνο της κατάρρευσης, αλλά θα αποδέχεται καθετί ευχαριστιακά. Και αυτό σημαίνει ότι καθετί λυπηρό θα γίνεται σ’ αυτόν δάσκαλος Θεογνωσίας και έναυσμα για την προσπάθεια της κάθαρσης του από τις «εν επιγνώσει» ή «εν αγνοία» αμαρτίες του.
Οι ακούσιες θλίψεις, τελικά, δεν παράγουν το δηλητήριο της λύπης και της αθυμίας, αλλά είναι ευεργέτιδες και διάκονοι στην εργασία του ανθρώπου για την κάθαρση της ψυχής από τα τερατώδη πάθη. Γιατί η οδός που υποδεικνύουν οι ακούσιες θλίψεις διασώζει, δια της συνεχούς μετανοίας, τη σωστή σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και τον αδελφό, τον οποίο δεν δακτυλοδεικτούν ως υπεύθυνο των συμφορών του, αλλά τον αποδέχονται ως καθρέπτη της αμαρτωλότητας και της δικής του εμπάθειας.
Τότε μόνο δεν θα δεχόμαστε τους κεραυνούς της ακούσιας λύπης, όταν με τη ζωή και τα βιώματά μας δεν θλίβουμε κανένα, δηλαδή όταν δεν λυπούμε το Πνεύμα το Αγιο, με το Οποίο έχουμε σφραγισθεί, για να οδηγηθούμε στη σωτηρία (Πρβλ. Εφεσ. 4, 30).
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Άγιος Νικολάος Βελιμίροβιτς: Ποιά είναι η τελευταία μας προσδοκία;
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Αυγούστου, 2015
Ποιά είναι η τελευταία μας προσδοκία; Τη νύχτα προσδοκούμε την ημέρα και την ημέρα προσδοκούμε τη νύχτα· και πάλι την ημέρα και πάλι τη νύχτα. Αλλά η προσδοκία αυτή δεν είναι η τελευταία. Ποιά είναι η τελευταία μας προσδοκία, αδελφοί; Σε καιρούς χαράς τρέμουμε περιμένοντας λύπες και σε καιρούς λύπης προσδοκούμε με ελπίδα τη χαρά· και ξανά λύπη και ξανά χαρά. Αλλά καμιά απ’ αυτές τις προσδοκίες δεν είναι η τελευταία μας.
Αδελφοί, η τελευταία μας προσδοκία είναι η προσδοκία της Κρίσεως του Θεού. Όταν έλθει η Κρίση του Θεού – η Φοβερά Ημέρα Κυρίου, που έρχεται καιομένη ως κλίβανος (Μαλαχίας 4,1) – όλοι τότε θα λάβουμε αυτό που μας αξίζει: για κάποιους θα είναι η ημέρα η ανέσπερος, που δεν τη διαδέχεται νύχτα, ενώ για άλλους θα είναι νύχτα που δεν τη διαδέχεται ημέρα· χαρά που δεν μεταβάλλεται σε λύπη, για κάποιους· για άλλους λύπη που δεν μεταβάλλεται σε χαρά. Αδελφοί, αυτή είναι η τελευταία προσδοκία για την ανθρωπότητα – είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, είτε το σκεπτόμαστε είτε όχι.
Όμως, εσείς οι πιστοί πρέπει να το γνωρίζετε αυτό και πρέπει να το σκέπτεστε. Ας είναι αυτή η γνώση το ζενίθ όλων των γνώσεών σας και ας είναι αυτή η σκέψη οδηγός για όλες τις άλλες σκέψεις σας. Στη γνώση και την περισυλλογή όλων αυτών, προσθέστε ακόμη κάτι πολύ σημαντικό: τη σπουδή σας, ώστε άσπιλοι και αμώμητοι αυτώ ευρεθήναι εν ειρήνη.
Σπουδάσατε φιλοπόνως και με ζήλο, να έχετε καθαρό νου και καρδιά, να είσαστε αμώμητοι, για να μην σας τύπτει η συνείδησή σας και να ειρηνεύετε με τον Θεό. Μόνον τότε η τελευταία προσδοκία δεν θα σας τρομάξει με την απροσδόκητη έλευσή της· ούτε θα σας εκσφενδονίσει αίφνης μέσα στη ζοφώδη νύχτα χωρίς ημέρα, ή στη λύπη χωρίς χαρά.
Όπως και καθετί άλλο στη ζωή του Κυρίου Ιησού Χριστού ήταν απροσδόκητο για τον άνθρωπο, έτσι απροσδόκητη επίσης θα είναι και η Δεύτερη Έλευσή Του – εν δόξη και δυνάμει πολλή. Απροσδόκητη ήταν η κατά σάρκα Γέννησή Του από την Παρθένο Παναγία· απροσδόκητη ήταν η πτωχεία Του· απροσδόκητη ήταν η θαυματουργία Του και η κάθε λέξη Του, η άκρα ταπείνωσή Του και ο εκούσιος θάνατός Του. Απροσδόκητη θα είναι επίσης η Δευτέρα Παρουσία Του – ένας συγκλονισμός που θα προκαλεί μεγαλύτερο δέος από κάθε άλλον!
Ω Κύριε, Δικαιοκρίτα, πώς θα σε συναντήσουμε εμείς, οι οποίοι δεν είμαστε περιβεβλημένοι με την αγνότητα, το ένδυμα το άσπιλο και αμώμητο ή με την ειρήνη; Βοήθησέ μας, Κύριε -ώστε να προετοιμαστούμε όσο καλύτερα γίνεται για τη φοβερή συνάντηση με Εσένα.
Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, Ιούλιος, εκδ. Άθως, σ. 310-312)
diakonima.gr
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Εξομολόγηση και νηστεία
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Αυγούστου, 2015
Οι περισσότεροι χριστιανοί πιστεύουν πως δεν μπορεί να κοινωνήσει κανείς αν δεν εξομολογηθεί πρώτα και δεν νηστέψει αρκετές μέρες. Αυτό είναι τραγικό λάθος. Οι παλαιοί χριστιανοί, όπως λέει ο Μ. Βασίλειος κοινωνούσαν τουλάχιστον 4 φορές την εβδομάδα! Δεν ήταν δυνατό ούτε να εξομολογούνται, ούτε να νηστεύουν κάθε μέρα. Το ίδιο και μείς. Αν θελήσουμε να μεταλαμβάνουμε συχνά, δεν είναι απαραίτητη η εξομολόγηση. Στον πνευματικό μας θα προστρέξουμε όταν υπάρχει κάτι σοβαρό. Όπως και στον γιατρό δεν θα πάμε για τα μικροτραύματά μας.
Το θέμα της νηστείας είναι για τους περισσότερους το μεγαλύτερο εμπόδιο ή πρόφαση. «Εγώ δεν κοινωνώ αν δεν νηστέψω μία εβδομάδα, 15 μέρες ή 40 ημέρες!» Οφείλουμε, όμως, να τονίσουμε με έμφαση, ότι πουθενά δεν αναφέρεται νηστεία πριν την θεία κοινωνία. Εμείς βάζουμε τη νηστεία πάνω από τη θεία κοινωνία. Έτσι, το μέσο το κάναμε σκοπό και βρήκαμε άλλοθι για να δικαιολογήσουμε την αμέλειά μας και την αδιαφορία μας για τη συχνή συμμετοχή μας στη θεία ευχαριστία.
Βεβαίως και υπάρχουν εμπόδια για την θεία κοινωνία, τα οποία τα ξεχνούμε. Ο Χριστός επιμένει ιδιαίτερα στην έχθρα, στη μνησικακία. Και ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει:
«Κανένας, μα κανένας, δεν ατιμάζει τόσο την ιερή αυτή πανήγυρι, όσο εκείνος πού την γιορτάζει ενώ έχει μέσα του μνησικακία. Ακόμη περισσότερο, ούτε κάν να την γιορτάσει μπορεί, έστω κι αν μείνει δέκα μέρες τελείως νηστικός… Σας το λέω, λοιπόν, προκαταβολικά και διαμαρτύρομαι και το φωνάζω δυνατά. Κανένας απ’ αυτούς που έχουν εχθρό ας μην πλησιάζει στην ιερή τράπεζα και ας μή δέχεται το Σώμα του Κυρίου. Όποιος πλησιάζει να μην έχει εχθρό. Έχεις εχθρό; Να μην προσέλθεις. Θέλεις να προσέλθεις; Συμφιλιώσου και τότε να προσέλθεις».
Πηγή: Λίγα λόγια για τη Θεία Ευχαριστία, Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος, Ναύπλιο.
diakonima.gr
Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Εξαντλείται η χωρητικότητα του διαδικτύου…
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Αυγούστου, 2015
Εξαντλείται η χωρητικότητα του διαδικτύου; Η ερώτηση αυτή μπορεί να ακούγεται άκρως περίεργη, ωστόσο Βρετανοί ερευνητές προειδοποιούν ότι το ενδεχόμενο αυτό ίσως αποτελεί πραγματικότητα.
Κατά τη διάρκεια συνάντησης που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Royal Society του Λονδίνου, ερευνητές διεξήγαγαν συζητήσεις σχετικά με το πρόβλημα χωρητικότητας που ενδεχομένως προκύψει και τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Η συνάντηση αποτέλεσε θέμα των πρωτοσέλιδων των βρετανικών εφημερίδων, οι οποίες έκαναν λόγο για ένα διαδίκτυο το οποίο έχει φτάσει «στα όριά του» και την ενδεχόμενη ανάγκη για μεγαλύτερη χωρητικότητα. Το γεγονός αυτό αποτελεί πραγματικότητα, καθώς η ταχεία ανάπτυξη της κατανάλωσης από τα διαδικτυακά μέσα, όπως το YouTube, δημιουργεί όλο και μεγαλύτερες απαιτήσεις.
Οι ανησυχίες για έλλειψη χωρητικότητας πηγάζουν από μια σκληρή φυσική αλήθεια – υπάρχει ένα όριο στον όγκο των πληροφοριών που μπορούν να «χωρέσουν» σε οποιοδήποτε επικοινωνιακό κανάλι, οπτική ίνα ή καλώδιο χαλκού, αναφέρει σε άρθρο του το περιοδικό New Scientist.
Ο χωρητικότητα των πληροφοριών που μπορούν να μεταφέρουν οι οπτικές ίνες είναι δυνατό να διευρυνθεί με την αύξηση της ισχύς του φωτός που εκπέμπεται μέσω αυτών. Η διαδικασία αυτή μπορεί να ενισχύσει το σήμα κωδικοποίησης, καθιστώντας ευκολότερη την ανάγνωσή του από το άλλο άκρο.
Ερευνητές έχουν αφιερώσει δεκαετίες προσπαθώντας να βρουν τρόπους για την ενίσχυση των σημάτων αυξάνοντας την χωρητικότητα των ήδη τοποθετημένων οπτικών ινών, ώστε να συμβαδίζουν με την αυξανόμενη κυκλοφορία στο διαδίκτυο.
Ωστόσο, το εγχείρημα αυτό έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Εάν αυξηθεί η ισχύς πέραν ενός ορισμένου ορίου, οι ίνες «εμποτίζονται» με φως με αποτέλεσμα το σήμα να υποβαθμίζεται. Το όριο αυτό σημαίνει ότι οι ίνες, όπως τις χρησιμοποιούμε στην παρούσα φάση, πλησιάζουν στο έσχατο των δυνατοτήτων τους.
«Δεν είναι δυνατό να υπάρχει απεριόριστη χωρητικότητα στις ίνες», δήλωσε ο ‘Αντριου Έλις του βρετανικού Πανεπιστημίου ‘Αστον του Μπέρμινγκχαμ, ο οποίος οργάνωσε και τη συνάντηση των ερευνητών.
Επιστήμονες διεξάγουν έρευνες σε νέα είδη οπτικών ινών, οι οποίες περιέχουν πολλαπλούς πυρήνες για τη μεταφορά των δεδομένων. Η κατασκευή των οπτικών αυτών ινών είναι δυσκολότερη σε σχέση με τις συμβατικές, επειδή οι πυρήνες είναι ιδιαίτερα μικροί σε μέγεθος και πρέπει να διατηρούν το σχήμα τους καθ’ όλο το μήκος του καλωδίου. Ωστόσο, παρέχουν τη δυνατότητα μεταφοράς μεγαλύτερου όγκου δεδομένων.
Μέθοδοι όπως αυτή θα αποτελέσουν το κλειδί για την επίλυση του ζητήματος.
«Δεν βλέπω μια κρίση του Ίντερνετ», δήλωσε στο περιοδικό ο ‘Αντριου Λορντ, της βρετανικής εταιρείας τηλεπικοινωνιών BT. «Έχω μεγάλη πίστη στην εφευρετικότητα των ανθρώπων για την παράδοση των αγαθών», πρόσθεσε ο ίδιος.
skai.gr
Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Από «ψηφιακή αμνησία» πάσχουν οι χρήστες smartphone
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Αυγούστου, 2015
Το «Google Effect», η επίδραση δηλαδή που έχει στη μνήμη μας η δυνατότητα να βρίσκουμε πληροφορίες στο Διαδίκτυο, έχει επεκταθεί και φτάνει πλέον και στις σημαντικές πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και στις φορητές συσκευές, σύμφωνα με νέα έρευνα της Kaspersky Lab.
Όπως αναφέρει το in.gr, η μελέτη αποκαλύπτει ότι οι περισσότεροι «διασυνδεδεμένοι καταναλωτές» στην Ευρώπη δεν μπορούν να ανακαλέσουν στη μνήμη τους σημαντικούς τηλεφωνικών αριθμών, όπως εκείνοι των παιδιών τους (53%), των σχολείων των παιδιών τους (90%) και του χώρου εργασίας τους (51%). Επιπλέον, περίπου το ένα τρίτο δεν μπορούσε να θυμηθεί τον αριθμό του/της συντρόφου του, ενώ τέσσερις στους δέκα δήλωσαν ότι είχαν ξεχάσει τον τηλεφωνικό αριθμό του σπιτιού τους κατά την ηλικία των 10-15 ετών.
Σχεδόν οι μισοί (43%) από τους νεότερους καταναλωτές που συμμετείχαν στην έρευνα (16-24 ετών) δηλώνουν ότι στο smartphone τους βρίσκονται αποθηκευμένα σχεδόν όλα όσα χρειάζεται να ξέρουν ή να θυμηθούν.
Η Kaspersky Lab αποκαλεί αυτό το φαινόμενο ως «Ψηφιακή Αμνησία», ώστε να περιγράψει το γεγονός ότι κάποιος ξεχνά πληροφορίες γιατί εμπιστεύεται μια ψηφιακή συσκευή για να τις αποθηκεύει και να τις θυμάται για λογαριασμό του. Δεν τις προστατεύει όμως επαρκώς, επιμένει η εταιρεία που αναπτύσσει σχετικό λογισμικό.
thestival.gr
Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Περί των οκτώ πειρασμών των μοναχών και των λαϊκών χριστιανών
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Αυγούστου, 2015
Ο μοναχός και ο αγωνιστής χριστιανός είναι πνευματικοί μαχητές σε κάθε στιγμή της ζωής τους από την γέννηση μέχρι τον θάνατό τους. Είναι όμως ανάγκη να γνωρίζουμε την τέχνη αυτού του αοράτου πολέμου και από ποία μέρη έρχεται εναντίον μας ο νοητός εχθρός. Ο άγιος Μελέτιος ο Ομολογητής μας λέγει ότι ο πειρασμός έρχεται από έξι σημεία εναντίον μας, ενώ ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει από οκτώ, δηλ. από επάνω και από κάτω, από δεξιά και αριστερά, από εμπρός και πίσω και από μέσα και έξω. Στην συνέχεια θα ομιλήσουμε εκτενέστερα για τον πολυμερή αυτόν πόλεμο του διαβόλου με την βοήθεια του Πανάγαθου Θεού. 1. Ο από επάνω πειρασμός: Είναι δύο ειδών: Το πρώτο συμβαίνει όταν αρχίζουμε να κάνουμε μία αδιάκριτη και απερίσκεπτη άσκηση που υπερβαίνει τις δυνάμεις μας, όπως επί παραδείγματι: υπερβολική νηστεία, συνεχή αγρυπνία, πολλές μετάνοιες, και άλλες υπερβολικές ασκήσεις. Αυτή η άσκηση έχει ως αποτέλεσμα να αδυνατίζει το σώμα μας και να αδυνατούμε να εργασθούμε τις αρετές του Χριστού. Συγχρόνως ταράζεται ο νους μας γιατί δεν αναπαύεται σ’ αυτού του είδους τις ασκήσεις. Το δεύτερο είδος πειρασμού συμβαίνει όταν ερευνούμε την Αγία Γραφή χωρίς να διαθέτουμε την ανάλογη πνευματική ηλικία και κατάσταση με αποτέλεσμα, εάν κάποιος δεν ευρεθεί να μας χαλιναγωγήσει, θα φθάσουμε στην τρέλλα, την αίρεση και την βλασφημία του Θεού. Η Αγία Γραφή είναι η απύθμενη θάλασσα της σοφίας του Θεού και απ’ αυτό το νερό εμείς πρέπει να βγάλουμε όσο είναι δυνατόν και απαραίτητο για να ανακουφισθούμε από την πνευματική μας δίψα. Απ’ αυτό το νερό ο άνθρωπος βγάζει με τον κουβά και απ’ αυτόν στην κανάτα και από εκεί παίρνει με ένα ποτήρι να δροσισθεί και δεν προσπαθεί με μία φορά να βγάλει το νερό της σοφίας του Θεού έξω, διότι δεν έχει τα κατάλληλα εργαλεία και υπάρχει βεβαίως ο φόβος να πνιγεί. Έτσι πνίγηκαν πολλοί ερευνητές των Γραφών λόγω της υπερηφάνειάς των και έγιναν αρχηγοί αιρέσεων και οδήγησαν μαζί με τους εαυτούς των χιλιάδες ψυχές στον Άδη. 2. Ο από κάτω πειρασμός: Από κάτω έρχεται ο πειρασμός και μας πειράζει με την ακηδία και οκνηρία για την επιτέλεση των έργων της αρετής και των εντολών του Θεού. Ένα παράδειγμα: Όταν κάποιος είναι δυνατός και υγιής στο σώμα και εκ προθέσεως αποφεύγει τις δουλειές ή τα διακονήματα της Μονής, τα οποία είναι ανάλογα των δυνάμεων του ή ένας λαϊκός, ο οποίος δεν θέλει να κοπιάσει για τα έργα των αρετών, την νηστεία, την αγρυπνία, την υπηρεσία και βοήθεια του πλησίον, την προσευχή κ.λ.π. Με την αδιαφορία ή οκνηρία μας αυτή στερούμε από την ψυχή μας τον μισθό των πνευματικών έργων, επειδή δεν κοπιάζουμε στην εφαρμογή των θείων εντολών. Καθένας από εμάς λοιπόν, έχουμε καθήκον να ανεβαίνουμε τις πνευματικές βαθμίδες των αρετών, γνωρίζοντας ότι η μέση και διακριτική οδός είναι η βασιλική, διότι τα άκρα είναι του διαβόλου. 3. Ο εκ δεξιών πειρασμός: Αυτός ο πειρασμός πάλι είναι δύο ειδών: Το πρώτο είδος είναι, όταν εργασθούμε τα καλά έργα με κακό σκοπό, ενώ το δεύτερο είναι, εάν δεχθούμε την εμφάνιση των δαιμόνων με την μορφή αγγέλων και αγίων, ή με την μορφή του Χριστού, της Θεοτόκου και άλλων ουρανίων μορφών. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέγει ότι «οι δαίμονες της κενοδοξίας και υπερηφάνειας εμφανίζονται στους αδυνάτους στον νου ως προφήται». Ενώ ο Απόστολος Παύλος μας δείχνει στην Β’ προς Κορινθίους (11,14) ότι: «ό σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός». 4. Ο εξ αριστερών πειρασμός: Από τα αριστερά μας πειράζει ο διάβολος όταν γνωρίζουμε την αμαρτία, αλλά με την θέληση μας αποφασίζουμε να την εκτελέσουμε. Ένα παράδειγμα: Κάποιος γνωρίζει ότι είναι αμαρτία να κλέπτει, να πορνεύει, να μεθά, να βλασφημεί τα Θεία, να εκδικείται τον πλησίον του ή να κάνει οποιοδήποτε άλλο κακό έργο. Παρ’ όλα όμως αυτά αφήνει τον εαυτό του να νικηθεί από την αμαρτία με την θέλησή του και εις γνώσιν του. Οπότε, όταν εμείς γνωρίζουμε την αμαρτία και όμως την επιτελούμε είτε με τον νου, τον λόγο, το αίσθημα ή την πράξη, τότε πειραζόμεθα εξ αριστερών. 5. Ο εκ των έμπροσθεν πειρασμός: Μας πειράζει από εμπρός ο διάβολος όταν μας παρουσιάζει σκέψεις και φαντασίες για έργα τα όποια δήθεν θα μας συμβούν στο μέλλον. Ένα παράδειγμα: Όταν θορυβούμεθα ότι θα έλθει εναντίον μας κάποιος κίνδυνος, κάποια παγίδα ή ασθένεια, ότι θα ξεσπάσει κάποιος πόλεμος, ότι θα δυσφημισθούμε από τους άλλους, θα γίνουμε πτωχοί, μας ταράζει κάποιος ότι δεν θα επιτύχουμε στις εξετάσεις ή σε κάποιο άλλο έργο. Όλα αυτά μας τα φέρνει ο νοητός εχθρός στον νου μας με σκοπό να μας ταράξει και να μας κλονίσει με αυτά που νομίζουμε ότι θα έλθουν εναντίον μας. Γι’ αυτούς τους λογισμούς ας προσέχουμε τα λόγια του Σωτήρος που λέγει: «Μη ουν μεριμνήσητε εις την αύριον, η γάρ αύριον μεριμνήσει τα έαυτής, αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής» δηλ. μη μερμνάτε ….φτάνει η στεναχώρια της ημέρας. (Ματθ. 6,34). Δεν δόθηκε σ’ εμάς από τον Θεό να γνωρίζουμε ούτε μία ώρα πέραν της παρούσης ώρας τι θα γίνει. Οπότε σε τέτοιου είδους πειρασμό να λέγομε: «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου». 6. Ο εκ των όπισθεν πειρασμός: Πειραζόμεθα εκ των όπισθεν όταν οι δαίμονες μας ενοχλούν στον νου μας με αυτά τα έργα που κάναμε στο παρελθόν, όταν είμασταν παιδιά ή νέοι και με τις αμαρτίες που κάναμε. Η μνήμη μας πολύ συχνά βοηθεί την φαντασία μας στα κακά που κάναμε, προπαντός όταν περάσαμε την ζωή μας χωρίς προσπάθεια για την φρούρηση και κάθαρση του νου με την νοερά προσευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Οι Πατέρες λέγουν ότι τόσο ανόητη είναι η φαντασία, ώστε εάν ένας άνθρωπος αντίκρισε στην νεότητα του μία ωραία γυναίκα με εμπάθεια και έλθει ο καιρός να πεθάνει αυτή και ίδει την νεκροκεφαλή της, εν τούτοις η φαντασία του, του υπενθυμίζει το ωραίο πρόσωπο της, όταν ζούσε. Γι’ αυτό ονόμασαν οι Πατέρες την φαντασία «γέφυρα του διαβόλου», επειδή καμιά αμαρτία δεν περνά από τον νου και την αίσθηση παρά μόνο από την γέφυρα της φαντασίας. Οπότε, Πατέρες και αδελφοί, για να νικήσουμε στον πόλεμο αυτό, έχουμε μεγάλη ανάγκη από την νοερά εγρήγορση και προσοχή, την μνήμη του θανάτου, των βασάνων της κολάσεως και της ακαταπαύστου νοερής προσευχής. 7. Ο εκ των έσω πειρασμός: Πειραζόμεθα από μέσα μας με τον ερεθισμό των παθών, τα οποία εξέρχονται από την καρδιά μας, κατά τον λόγο του Σωτήρος, που λέγει: «εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. 15,19). Η Αγία Γραφή μας λέγει ότι «βαθεία είναι η καρδία παρά πάντα» (Ίερεμ. 17,9), επειδή απ’ αυτή πηγάζουν όλες οι κακίες στον άνθρωπο, που δεν την φυλάγει με την προσευχή και την μετάνοια, αλλά και απ’ αυτή πηγάζουν πάλι, όλες οι αρετές σ’ αυτόν που την καθαρίζει με τα δάκρυα της μετανοίας και την συντριβή. Οπότε απαλλασσόμεθα από τα πάθη της καρδίας μας με την ακατάπαυστη προσευχή και τα δάκρυα της μετανοίας. 8. Ο εκ των έξω πειρασμός: Προέρχεται από τα πάθη, τα οποία εισέρχονται στην ψυχή μας από τις πέντε αισθήσεις ή όπως ονομάζονται τα παράθυρα της ψυχής, για τις οποίες ο προφήτης Ιερεμίας λέγει: «ανέβη θάνατος διά των θυρίδων υμών» (9,21). Αυτές οι πέντε αισθήσεις είναι τα πέντε ζεύγη βοών με τα οποία ζούμε στην κακία και εμπάθεια και δεν θέλουμε να πάμε στο Δείπνο που μας καλεί ο Μέγας Βασιλεύς (Λουκ. 14,19). Οπότε η απόκρουση απ’ αυτά τα πάθη γίνεται με την πολυχρόνια νήψη του νου, την ακατάπαυστη προσευχή, την συντριβή της καρδίας και με το να ζητάμε με πόνο και μετάνοια την βοήθεια του Κυρίου. Εν κατακλείδι, παρακαλώ με ταπείνωση, Πατέρες και αδελφοί, να βοηθήσετε και εμένα τον αμαρτωλό και αδιάφορο για την σωτηρία μου, με την προσευχή σας, ώστε να αισθανθώ τουλάχιστο εντροπή για τα ανωτέρω λόγια πού σας είπα και έτσι να ξυπνήσω και εγώ από την αναισθησία μου και να καλώ το Όνομα του Κυρίου μας για βοήθεια μου. Αμήν.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τήρηση του νου. (Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή)
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Αυγούστου, 2015
Το πάν στον μοναχό είναι η τήρησι του νου. Από εκεί γίνονται όλα. Γι’ αυτό και επιβάλλεται ο μοναχός να έχη αυστηρή προσήλωσι, τήρησι και στροφή προς τον νου του. Να τον ελέγχη, γιατί από εκεί ξεκινούν όλα τα καλά και από εκεί μπαίνει φραγμός όλων των κακών. Η χρήσι και παράχρησι των νοημάτων, γεννά όλα τα υπόλοιπα. Εάν κάποιος κάνη καλή κρίσι των νοημάτων, οπωσδήποτε θα κάνη και καλή χρήσι των πραγμάτων αλλοιώς θα συμβαίνη το αντίθετο. Γι’ αυτό να στρέψετε όλο σας το ενδιαφέρο στην προσοχή του νου. Ένας άριστος τρόπος τηρήσεως του νου είναι η συνεχής μνήμη του Θεού. Εάν η προσοχή στραφή εις αυτόν τον στόχο, τότε ο άνθρωπος αμέσως ευρισκόμενος στην μνήμη του Θεού, δεν αμαρτάνει. Ο άνθρωπος «κατ’ εικόνα και ομοίωσι Θεού» πλασμένος, σπανίως γίνεται κακοήθης εκ προθέσεως. Και αυτοί ακόμα οι απολύτως διεφθαρμένοι, πού δεν ημπορούν να αντισταθούν στα πάθη τους και συνεχώς παρασύρονται και αμαρτάνουν ημπορούμε να πούμε ότι δεν αμαρτάνουν πάντοτε εκ προθέσεως, αλλά πολλές φορές εξ αδυναμίας. Εκ προθέσεως ο υγιής άνθρωπος δεν γίνεται κακοήθης• και το ότι παρασύρεται, οφείλεται στο ότι σιγά-σιγά έφυγε ο νους από τον στόχο και έγινε θύμα της πονηρίας του σατανά και της εμπαθούς καταστάσεως του παλαιού ανθρώπου. Μη δυνάμενος λοιπόν να έχη σωστή σκέψι, σωστή όρασι για να διακρίνη τα πράγματα, αποπλανάται από ακατονόμαστες προφάσεις και προτιμά τα κακά αντί των αγαθών. Όταν όμως ο νους ευρίσκεται στην θέσι του και γνωρίζη καλά την αποστολή του και συναισθάνεται την παρουσία του Θεού – γιατί «εκ δεξιών ημών εστίν, ίνα μη σαλευθώμεν» – δεν κινείται προς το κακό» αλλά το αποστρέφεται. Ιδίως εμείς οι μοναχοί, οι όποιοι έχομε ιδιαιτέραν κλήσι και εγκατελείψαμε τον κόσμο και είμεθα αυτοεξόριστοι, εάν αυτό έχωμε υπ’ όψι μας, ήδη πρέπει να είμεθα πεπεισμένοι για την επιτυχία μας. Αν ο νους ευρίσκεται στην θέσι του, δεν θα πλανηθή ποτέ. Γιατί η αμαρτία είναι άλογος, δεν ημπορεί να πείση, μόνο απατά. Είναι δυνατό να απατήση ανθρώπους πού η γνώσι τους έχει αμβλυνθή και η έξι τους έχει παρασυρθή από το περιβάλλο τους. Δεν ημπορεί όμως τόσο εύκολα να αποπλανά τους μοναχούς, οι όποιοι έχουν συναίσθησι της ιδιαιτέρας προνοίας του Θεού και της καθημερινής ενεργείας της Χάριτός Του. Ένας μοναχός ο οποίος φοβάται να χορτάση, φοβάται να ξεκουραστή, φοβάται να μιλήση, πώς είναι δυνατό να γίνη κακοήθης; Όταν γίνεται, είναι σημείο ότι ξέχασε τον στόχο του και ο νους του έφυγε από την βάσι. Ο φύλακας έφυγε. Ο φρουρός δεν είναι εκεί, και εφ’ όσον δεν έχει ο στρατός φρουρό, έρχονται οι αντίθετοι και τον περικυκλώνουν. Εάν ήταν ο φρουρός στην θέσι του και εκοίταζε μακρυά, θα έδινε το σύνθημα και τότε ήταν αδύνατο να πλησίαση ο εχθρός. Τόση μεγάλη σημασία έχει η τήρησι του νου. Το ξέρετε και από τους Πατέρες μας. Ο Μ. Αντώνιος, ερωτώμενος να διευκρινίση τι σημαίνει μοναχός, είπε: «Μοναχός εστί ο νουν τηρών». Και εκεί η ανθρώπινη γνώσι εσήκωσε ψηλά τα χέρια και είπε: «Εμείς δεν ημπορούμε να το κάνωμε αυτό». Βέβαια αυτή η εργασία χωρίς την θεία Χάρι, είναι αδύνατο να επιτευχθή. Εμείς όμως έχοντες μαζί μας την Χάρι, είναι το μόνο εύκολο πού ημπορούμε να επιτύχωμε, διότι είναι και το κέντρο του στόχου μας. Αυτός είναι και ο λόγος πού οι Πατέρες μας εφώναζαν ο καθένας με τον τρόπο του• ο Μ. Αρσένιος εφώναζε ονομαστικά: «Αρσένιε, δι’ ο εξήλθες». Άλλος έδενε την μέση του με σχοινιά, άλλος με αλυσίδες, άλλος έθετε στα ρούχα του σύμβολα, άλλος έγραφε στους τοίχους, άλλος στο εργόχειρό του. Όλα αυτά ακριβώς αυτό το νόημα είχαν. Οι Πατέρες είχαν αξιολογήσει την σημασία του νου και επινοούσαν τεχνητά μέσα για να τους ενισχύσουν προς την επιτυχία. Και σεις, καθένας με τον τρόπο του να επιδιώξετε αυτό το πράγμα. Και αν τούτο το επιτύχετε, πού οπωσδήποτε πρέπει, τότε ασφαλώς βαδίζετε απρόσκοπτα την Πατερική γραμμή και η επιτυχία είναι βεβαία• διαφορετικά, εάν δεν το επιδιώξετε, θα δεινοπαθήσετε, διότι θα γίνετε εύκολη λεία στην ποικιλόμορφη προφασιολογία της αμαρτίας και θα παρασύρεστε από το ένα ολίσθημα στο άλλο. Τότε θα ενεργή μέσα σας ο παλαιός άνθρωπος, τον όποιο έχετε αντίπαλο και εχθρό. Και τούτο θα γίνεται, γιατί ο νους έχει ξεφύγει από την αποστολή του. Πολύ συντελεί στην τήρησι του νου ο θείος ζήλος. Τον θειο ζήλο τον κρατεί η ακρίβεια της συνειδήσεως, η ακρίβεια της συνειδήσεως στέκεται στην επιμονή, στο πρόγραμμα και στο τυπικό μας. «Άνω σχώμεν, λοιπόν, τας καρδίας». «Άνω» στα δεξιά του Πατρός, εκεί πού είναι το απαύγασμα της δόξης, εκεί πού είναι το κέντρο της αγάπης, ο Ιησούς μας, ο όποιος μας αναμένει. Πότε θα ξυπνήσωμε από την αναισθησία μας και θα επικαλεσθούμε με πόνο, με ταπείνωσι την αγαθότητα Του, να συγκαταβή να μας ελευθέρωση από τον παλαιό άνθρωπο; ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ – ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ. Ερωτ.: Γέροντα, τι γνώμη έχετε για τις τεχνικές πού χρησιμοποιούνται από τους μοναχούς για την συγκέντρωσι του νου; Ποια σχέσι έχουν με τον αγιασμό του ανθρώπου; Απ.: Το θέμα δεν είναι σύγχρονο. Υπήρχε και επί της εποχής του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, θέλοντας να κτυπήσουν οι κακοήθεις εχθροί το θέμα της ησυχίας και εσωστρέφειας, πού ο Άθωνας τότε επλουτούσε, απομόνωσαν μερικές κινήσεις της πρακτικής μας ζωής και έλεγαν κοροϊδευτικά ότι είμεθα «Ομφαλοσκόποι» και αλλά πολλά πού αναφέρονται στον βίο του Αγίου. Και ο Άγιος ανέσυρε το ανάστημα του και είπε: «Ναι, μεταχειρίζονται οι νηπτικοί Πατέρες διάφορους πρακτικούς τρόπους πού συντελούν στο να έχωμε περισσότερη ευχέρεια στην συγκράτησι του νου, αλλά αυτούς δεν τους δογματίζομε». Εις αυτούς τους τρόπους ή τις τεχνικές, όπως είπατε, δεν στεκόμεθα. Εκείνο το όποιο μας απασχολεί, είναι η ακριβής τήρησι των Εντολών του Θεού, η ολοκληρωτική προς Αυτόν αγάπη μας, καθώς και προς τον πλησίο μας, μέσω των οποίων δεχόμεθα την επίσκεψι της Χάριτος. Σήμερα ακούομε παντού να γίνεται λόγος περί νοερας προσευχής και Εσωστρέφειας μέσα στον κόσμο και πολλά άλλα συναφή. Αν και εμάς τους μοναχούς μας απασχολούν αυτοί οι τρόποι, εν τούτοις δεν δίνομε εις αυτούς κανένα κέντρο βάρους. Το κέντρο βάρους είναι η ακρίβεια της συνειδήσεως μας στο να φυλάξωμε το θέλημα του Θεού, να τηρήσωμε πάσας τάς εντολάς Του και μέσω αυτού τού τρόπου να δεχθούμε την επίδρασι της Χάριτος. Δεν αποβλέπαμε στους τρόπους πού χρησιμοποιούμε για συγκράτησι του νου, διότι η εργασία μας δεν είναι μαγική, ούτως ώστε με εξωτερικά σχήματα να προσδοκώμε την έλευσι της Χάριτος. Έχοντες υιικές σχέσεις με τον Πατέρα Θεό, αποδεικνύουμε την προς Αυτόν στροφή μας με την απόλυτη πίστι και αγάπη και άρα αφοσίωσι. Και έτσι ευρίσκομε ανταπόκρισι. «Εν ω μέτρω» μετρούμε, αντιμετρείται σε μας. Καθώς αγαπούμε τον Θεό και εξ ολοκλήρου επεκτεινόμεθα προς Αυτόν, τηρούντες το θέλημά Του, κατά την δική του ρήσι – «ο μη αγαπών με, ου τηρεί τους λόγους μου» – έρχεται προς ημάς. Και η κοινωνία γίνεται οργανική, και η συνάντησι προσωπική. Ακόμη και αν η τήρησι του θελήματος θα στοιχίση και αυτή μας την ζωή προθυμότατα το κάνομε. Και τότε γίνεται το «ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω, και έσομαι αυτών Θεός και αυτοί έσονται μοι λαός». Αυτό τον τρόπο διασάφησε ο Μέγας Φωστήρ της Εκκλησίας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όταν εθόλωσαν τα νερά οι δυτικοί ορθολογισταί, για να εύρουν πρόφασι να κατηγορήσουν τους ορθοδόξους. Και πάντοτε είναι επίκαιρα αυτά, ιδίως στον σημερινό κυκεώνα της αρνήσεως των πάντων και του περιεκτικού ορθολογισμού. Και είμεθα έτοιμοι να δώσωμε λόγο «πάντι τω αιτούντι, περί της εν ημίν ελπίδος». Αυτή είναι η στροφή μας. Αγαπούμε τον Θεό, στον οποιο απολύτως πιστεύομε και αφιερώναμε ολόκληρο το είναι μας. Όλη η θέλησι, η πρόθεσι, η ενέργειά μας επεκτείνεται στην τήρησι των αγίων Του εντολών. Και δεν το κάνομε αυτό, διότι προσδοκούμε να μας χαρίση δωρεάς. Όχι! Πιστεύομε στον Θεό διότι μόνο εις Αυτόν αξίζει να πιστεύωμε. Τον αγαπούμε, διότι είναι η απόλυτη αυτοαγάπη, διότι πλέον εξ ολοκλήρου ανήκομε εις Αυτόν. Για μας είναι διπλούς Κύριος και Δεσπότης, διότι και εκ του μηδενός μας εδημιούργησε και μετά την πτώσι μάς ανέπλασε και ανακατεσκεύασε δια της προσωπικής Του θυσίας. «Και ουκέτι πλέον, εσμέν εαυτοίς» αλλά «τω υπέρ ημών αποθανόντι και αναστάντι» κατά τον Παύλο. Και όπως ο Ίδιος ομολογεί «όστις τηρεί τας εντολάς μου αγαπηθήσεται υπό του Πατρός μου και εγώ και ο Πατήρ μου ελευσόμεθα και μονήν παρ’ ούτω ποιήσομεν». Αυτός είναι ο τρόπος πού μας οδηγεί στον αγιασμό.
Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«Ψεύδος εστίν αγάπης αφανισμός»
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Αυγούστου, 2015
Το ψεύδος λένε οι Πατέρες είναι γέννημα της πολυλογίας και της ευτραπελίας. «Ψεύδος εστίν αγάπης αφανισμός», γράφει ο Ιωάννης της Κλίμακος. Είναι ένα άστατο πάθος που οδηγεί τους ανθρώπους σε πολλά κακά και διαιρεί την ψυχή. Η αλήθεια δυναμώνει την ψυχή, ενώ αντίθετα το ψεύδος της φέρνει καχεξία. Το ψέμα είναι συνδεδεμένο με την πλάνη, με τη συκοφαντία και την υποκρισία. Ο λόγος του Θεού μας λέγει πως «απολεί δε Κύριος πάντας τους λαλούντας το ψεύδος» (Ψαλμ, 5, 7). Υπάρχουν τρεις γενικοί τρόποι για να λέμε ψέματα και να είμαστε ψευδόμενοι, γράφει ο αββάς Δωρόθεος.
Ο πρώτος τρόπος είναι να ψεύδεται κανείς κατά διάνοια. Χαρακτηριστικό αυτής της κατάστασης είναι η υπόνοια και η καχυποψία. Αυτός που έχει καχυποψίες, εάν δει κάποιον να μιλάει σε άλλον, υποπτεύεται πως μιλούν γι’αυτόν. Η καχυποψία που είναι μια μορφή ψεύδους, κάνει τον άνθρωπο να μη λέγει τίποτε το αληθινό, αλλά να κατασκευάζει όλο υποθέσεις. Τα αποτελέσματα της περιπτώσεως αυτής είναι περιέργειες, καταλαλιές, κρυφακούσματα, το μάλωμα και η κατάκριση.
Ο δεύτερος τρόπος είναι να ψευδόμαστε με το λόγο. Ένας που είναι ψεύτης στα λόγια, προσπαθεί να διακιολογήσει τις αμαρτίες του, τα πάθη του ή προσπαθεί να πετύχει το σκοπό του με ψέματα. Τροποποιεί τις κατηγορίες εις βάρος του με ψέματα. Λέγει ψέματα, για να εκπληρωθούν οι επιθυμίες του. Ψεύδεται για να εντυπωσιάσει, να αποφύγει πολλές καταστάσεις ή για να κερδίσει χρήματα και αγαθά. Αυτός που λέγει ψέματα στα λόγια του, φτάνει στο σημείο, να μην τον πιστεύουν οι άλλοι, έστω κι αν λέγει αλήθεια.
Ο τρίτος τρόπος σχετίζεται μ’αυτόν που ψεύδεται με το βίο του. Η πραγματική ζωή που κάνει είναι άλλη κι άλλη φαίνεται. Είναι άσωτος, αλλά εμφανίζεται εγκρατής. Είναι πλεονέκτης και εμφανίζεται ελεήμονας και μιλά με θέρμη για την ελεημοσύνη. Είναι υπερήφανος και θαυμάζει την ταπεινοφροσύνη. Προβάλλει την αρετή είτε για να σκεπάσει τον εαυτό του είτε για να τον θαυμάσουν οι άλλοι. «Ούτος ουκ εστίν απλούς άνθρωπος, αλλά διπλούς». Είναι διπρόσωπος. Η κατάσταση της υποκρισίας συνδέεται στενά με το ψεύδος και μάλιστα μερικές φορές η υποκρισία και το ψεύδος ταυτίζονται.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΕΝΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Αυγούστου, 2015
Έχει γνώμη η Εκκλησία για την ανάγκη του ανθρώπου και ιδίως του νέου να ξεκουραστεί, να αλλάξει παραστάσεις κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού; Η απάντηση στο ερώτημα θα πρέπει να συνοδευτεί από έναν προβληματισμό. Έχει καταφέρει η Εκκλησία να δείξει στους νέους τον τρόπο ζωής που η ίδια προτείνει και να τους βοηθήσει να καταλάβουν ότι με γνώμονα αυτόν μπορούν όλες οι περίοδοι της ζωής να έχουν κατεύθυνση και νόημα;
Βλέποντας την πορεία του κόσμου και της ζωής μας οι συντεταγμένες της απάντησης δύσκολα μπορούν να είναι αισιόδοξες. Οι πολλοί ακολουθούμε τον τρόπο ζωής, τον πολιτισμό ο οποίος προτείνει για το καλοκαίρι ό,τι και για το υπόλοιπο διάστημα του χρόνου: φυγή από την καθημερινότητα, διασκέδαση, καταχρήσεις, πρόσκαιρες σχέσεις. Ακόμη και τα ταξίδια περιλαμβάνουν ελάχιστα από την επαφή με τον τρόπο σκέψης, ζωής, πολιτισμού των άλλων τόπων και ανθρώπων. Αν παρακολουθήσουμε ένα πρόγραμμα ξενάγησης σε έναν αρχαιολογικό χώρο, θα το διαπιστώσουμε πολύ εύκολα. Δεσπόζει η ιστορική πλευρά, οι λεπτομέρειες των κτισμάτων ή της τέχνης τους, όχι όμως η γνωριμία με το ήθος των ανθρώπων που δημιούργησαν με τον τρόπο ζωής τους και το γιατί του.
Κι όμως, μπορούμε να δούμε τη ζωή διαφορετικά και το καλοκαίρι προσφέρεται, ιδίως στην πατρίδα μας. Μία βόλτα στα εκκλησάκια των νησιών. Η μετοχή μας στην Παράκληση του Δεκαπενταυγούστου. Ένα βιβλίο που να προβληματίζει. Η δυνατότητα παρέας και επικοινωνίας με τους δικούς μας. Το κλείσιμο της τηλεόρασης και του υπολογιστή και η άρνηση του συνεχούς check in στο Facebook, για να κρατούμε κάτι μόνο για μας, να γεμίσουμε από βιώματα τα οποία θα μας βοηθήσουν να έχουμε να δώσουμε το χειμώνα. Η ξεκούραση που αυξάνει τα χαμόγελα και μειώνει την ένταση. Κυρίως όμως η εξάσκηση του νου και της καρδιάς ώστε να μπορούμε να υποψιαστούμε σε όποιον τόπο και να βρεθούμε τι κάνει την ιστορία του, το χτες του και το τώρα του διαφορετικό.
Η Εκκλησία συνεχώς προτείνει τον τρόπο της αγάπης. Και η αγάπη δεν στρέφεται μόνο προς τους ανθρώπους ως πρόσωπα, αλλά και προς τις εκφάνσεις της δημιουργικότητάς τους, όπως και προς τη φύση, το τοπίο, τη ζωή. Αγάπη σημαίνει ευθύνη να αφήνουμε τους τόπους στους οποίους πηγαίνουμε καθαρούς και από σκουπίδια και από αμαρτίες. Σημαίνει δημιουργικότητα και άνοιγμα της καρδιάς. Σημαίνει συνάντηση με τον άλλο, δίψα για να μάθουμε ποιος είναι, ποια είναι η ταυτότητά του.
Αυτός ο τρόπος μπορεί να δώσει άλλο νόημα στο καλοκαίρι. Το life- style σύστημα προβάλλει για μίμηση και για είδηση τα πάρτυ των διάσημων, ένα καταναλωτικό ξόδεμα ποτών, μουσικής, χρημάτων, χρόνου, το άπλωμα των σωμάτων στις ακτές μόνο και μόνο για να τονιστεί το εξωτερικό κάλλος. Το ελληνικό καλοκαίρι όμως είναι μία καταπληκτική ευκαιρία να δούμε το εσωτερικό κάλλος του τοπίου, των ψυχών, της παράδοσης, της φύσης, αυτό το «ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε» μέσα από το οποίο έρχεται η αναψυχή ολόκληρης της ύπαρξης. Ας δείξει η Εκκλησία σε νεώτερους και μεγαλύτερους με τον λόγο, τους ναούς της, τις κοινότητές της, την παράδοσή της ότι η περιήγηση και η αλλαγή τόπου δεν είναι τουρισμός, αλλά προσκύνημα στην ανάγκη για αλλαγή της καρδιάς!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
(δημοσιεύθηκε στο φύλλο Αυγούστου της εφημερίδας Ορθόδοξη Αλήθεια)
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Η’ ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑ; (ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Αυγούστου, 2015
Οι άνθρωποι στη σχέση μας με το Θεό και με τη θρησκεία ζητούμε κάτι το οποίο πιστεύαμε ότι λείπει από τη ζωή μας. Είναι η δικαιοσύνη. Είναι η επιθυμία μας να ανταμειφθούμε για τα έργα μας, για τους κόπους, τα χαρίσματά μας, αλλά και να δούμε να θεραπεύεται κάθε αδικία στη ζωή. Να δούμε δηλαδή όλους εκείνους οι οποίοι δεν προόδευσαν με τρόπο που να αρμόζει στις πραγματικές τους δυνατότητες, ενίοτε μάλιστα κατάφεραν να πάνε μπροστά ερχόμενοι σε αντίθεση με τις εντολές του Θεού, να πληρώνουν για τις ανομίες τους. Να δούμε όλους εκείνους οι οποίοι είτε μας αδικούν άμεσα, κάνοντάς μας κακό, είτε έμμεσα, λαμβάνοντας αυτό που θα έπρεπε ή θα θέλαμε να λάβουμε εμείς, να πληρώσουν τα χρέη τους. Λησμονούμε βεβαίως ότι έναντι του Θεού είμαστε όλοι οφειλέτες κατά κάποιον τρόπο. Είτε είμαστε καλύτεροι από τους άλλους, είτε έχουμε αξιοποιήσει με δίκαιο τρόπο τα χαρίσματά μας (δηλαδή με κόπο και τιμιότητα), εντούτοις τίποτε από όσα διεκδικούμε δεν μπορεί να άρει τις δικές μας αμαρτίες, τις δικές μας οφειλές έναντι του Θεού. Κανείς από εμάς δεν είναι αναμάρτητος. Και όντως θα έρθει η στιγμή που θα δώσουμε όλοι λόγο για τις πράξεις μας, όπως επίσης και τις παραλείψεις μας. Κι αυτή η ώρα θα είναι πρώτα κατά τη στιγμή του θανάτου μας και οριστικά κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, οπότε το κριτήριο της δικαιοσύνης το οποίο απαιτούμε για τους άλλους θα ισχύσει πρωτίστως και για εμάς.
Μία τέτοια λογοδοσία περιγράφει ο Κύριός μας απαντώντας στο ερώτημα του αποστόλου Πέτρου πόσες φορές οφείλει να συγχωρέσει τον αδελφό του. Ο Χριστός απαντά στον Πέτρο ότι η συγχώρεση δεν έχει όριο και τον καλεί εβδομηκοντάκις επτά να συγχωρήσει αυτόν που σφάλλει έναντί του, ξεπερνώντας το όριο του νόμου, που ήταν επτά φορές. Και για να βοηθήσει τόσο εκείνον, όσο και όλους μας να κατανοήσουμε την αξία αυτού που η πίστη μας αποκαλεί «μακροθυμία», διηγείται την παραβολή της βασιλείας των ουρανών με έναν βασιλιά, ο οποίος έρχεται «συνάραι λόγον», ζητά να κάνει λογαριασμό με τους δούλους του, για να δει τις οφειλές τους. Και του παρουσιάζουν τον οφειλέτη ενός τεράστιου χρηματικού ποσού. Η απόφαση είναι αναπόφευκτη. Ζητά, σύμφωνα με το δίκαιο, να πουληθεί ο ίδιος ως δούλος, η γυναίκα, τα παιδιά και τα υπάρχοντά του, για να ξωφλήσει το χρέος του. Ό,τι νομίζει πως του ανήκει, την οικογένειά του, τα αγαθά του, την ίδια του την ελευθερία θα στερηθεί αυτός που διαπιστώνει ότι έναντι του κυρίου του οφείλει. Θα απογυμνωθεί δηλαδή και από τα προσωπικά του χαρίσματα και από ό,τι θεωρεί σπουδαίο στη ζωή του, διότι το χρέος είναι δυσβάσταχτο. Ο δούλος όμως παρακαλεί τον βασιλιά να επιδείξει έλεος και μακροθυμία. Η μακροθυμία είναι ενδεικτικό στοιχείο του ισχυρού, αυτού που έχει τη δύναμη να χαρίσει, να συγχωρήσει ή να καταδικάσει. Η καταδίκη και η δικαιοσύνη δια της τηρήσεως του νόμου είναι το εύκολο, το λογικό, το αποδεκτό. Η μακροθυμία είναι υπέρβαση και απόδειξη αγάπης. Θέλει μεγαλύτερη εσωτερική δύναμη, γενναιοδωρία καρδιάς για να δειχθεί.
Ο βασιλιάς τον λυπάται. Διατάζει να του χαρίσουν το χρέος και να τον αφήσουν ελεύθερο. Τότε ο ευεργετηθείς δούλος βρίσκει έναν σύνδουλό του, ο οποίος του οφείλει ένα μικρό χρηματικό ποσό. Στην αδυναμία του να το εξοφλήσει, ο ευεργετηθείς δούλος αποπειράται να τον πνίξει και τον ρίχνει στη φυλακή, προκειμένου να πάρει πίσω τα χρήματα τα οποία του οφείλονται. Το χρέος του ευεργετηθέντος έναντι του Ισχυρού ήταν τεράστιο. Το χρέος του συνδούλου του έναντί του τώρα ήταν ασήμαντο. Και όμως ο εκζητήσας την μακροθυμία γίνεται στυγνός, δυνάστης, απάνθρωπος. Έχει τη δυνατότητα να δείξει με τη σειρά του μακροθυμία. Και όμως γίνεται σκληρός και απαιτητικός. Και ασκεί σ’ αυτόν που είναι στην ίδια κατάσταση, σύνδουλος δηλαδή, τη δικαιοσύνη που δεν άσκησε ο πραγματικά Ισχυρός.
Οι άλλοι δούλοι ενημερώνουν τον βασιλιά για την συμπεριφορά του ευεργετηθέντος και εκείνος, με τη σειρά του, τον καλεί και του λέει ξεκάθαρα: «Δούλε πονηρέ, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκα σοι, επεί παρεκάλεσάς με . ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ώς και εγώ σε ελέησα;» (Ματθ. 18, 32-33). Κακέ δούλε, σου χάρισα όλο εκείνο το χρέος επειδή με παρεκάλεσες . δεν έπρεπε κι εσύ να σπλαχνιστείς το σύνδουλό σου, όπως κι εγώ σπλαχνίστηκα εσένα; Ο Ισχυρός υποδεικνύει πλέον με αυστηρότητα και σαφήνεια τι έχει προσφέρει στον ευεργετηθέντα, μακροθυμία δηλαδή και όχι δικαιοσύνη, και του δείχνει ποιο θα ήταν τώρα το νέο χρέος εκείνου, εντελώς διαφορετικό σε σχέση με το προηγούμενο. Δεν είναι υλικό, ηθικό, νομικό έναντι του Ισχυρού, αλλά χρέος μακροθυμίας προς τον εξίσου αδύνατο. Και επειδή ο ευεργετηθείς δεν θέλει να κατανοήσει τι του συνέβη, αλλά οικειοποιείται το ρόλο του ισχυρού και εφαρμοστή της δικαιοσύνης που δεν του ανήκει, ο πραγματικά Ισχυρός αυτή τη φορά αποδίδει πλήρη δικαιοσύνη. Τον παραδίδει στα βασανιστήρια, όχι πλέον στη δουλεία, αλλά στην σωματική τιμωρία, προκειμένου να αποδώσει το χρέος του.
Μέσα από αυτή τη διδακτική παραβολή, διαπιστώνουμε ότι ο αληθινά δίκαιος είναι Θεός. Μόνο που η δικαιοσύνη του έχει δύο όψεις. Η μία είναι η μακροθυμία. Η άλλη είναι η ακρίβεια στην τήρηση των νόμων και των εντολών Του και η πληρωμή με βάση αυτή για τα έργα μας. Επαφίεται στον καθέναν μας τι θα διαλέξει. Επαφίεται στον καθέναν μας σε Ποιον Θεό πιστεύει: αυτόν της μακροθυμίας ή αυτόν της δικαιοσύνης. Ο Θεός της δικαιοσύνης βλέπει τα πάντα με ακρίβεια και εφαρμόζει τους νόμους και τις εντολές χωρίς περιθώρια παρέκκλισης. Ο Θεός της μακροθυμίας δείχνει ευσπλαχνία και αγάπη. Η επιλογή διαφαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο φερόμαστε στους σύνδουλούς μας. Από την συγχωρητικότητα την οποία επιδεικνύουμε στη ζωή μας.
Για να συγχωρήσουμε, οφείλουμε να νικήσουμε το αίσθημα του κατέχειν. Ότι έχουμε εξουσία, διότι έχουμε χαρίσματα, αγαθά, θέση, αποδοχή, ανθρώπους που μας ακούνε και μας υπακούνε, ότι είμαστε σπουδαίοι και ξεχωριστοί επειδή έχουμε εξουσία. Απέναντι στο Θεό όμως όλοι οφείλουμε. Τίποτε δεν μας ανήκει και καμία εντολή του Θεού δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι την τηρήσαμε, ούτε καν κατά προσέγγιση. Την ίδια στιγμή χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε ότι για να ζητήσουμε την μακροθυμία, τη συγχώρεση από τον Θεό για ό,τι Του οφείλουμε, δεν δικαιούμαστε να κρατήσουμε κάτι έναντι όσων μας οφείλουν. Η δική μας γενναιοδωρία είναι η αφετηρία για να μπορέσουμε να ζητήσουμε την γενναιοδωρία της μακροθυμίας του Θεού. Είμαστε ισχυροί τελικά όταν συγχωρούμε και όχι όταν επιβάλλουμε το θέλημά μας, όταν απαιτούμε και επιβάλλουμε το όποιο δίκιο μας. Εκεί βρίσκεται η αληθινή υπέρβαση. Να αναγνωρίσουμε ότι ο Θεός μας συγχωρεί κάθε οφειλή και να μιμηθούμε αυτή την κίνηση έναντι των άλλων.
Ο πολιτισμός μας είναι ο πολιτισμός της δικαιολογίας για τις αμαρτίες μας, όχι όμως της συγχώρησης των αμαρτιών των άλλων. Είναι ο πολιτισμός που αναλύει τα ανθρώπινα σφάλματα, δεν έχει όμως εύκολα την δύναμη να τα συγχωρέσει. Απαιτεί δικαιοσύνη γι’ αυτά, δεν μπορεί όμως να τα υπερβεί. Αυτό ζητούμε και από τον Θεό. Να συγχωρέσει τα δικά μας αμαρτήματα, χωρίς όμως να είμαστε πρόθυμοι να μακροθυμήσουμε έναντι των άλλων. Ας αγωνιστούμε να δείξουμε μακροθυμία. Να συγχωρήσουμε για να συγχωρηθούμε. Και να μπορέσουμε έτσι να εκζητήσουμε το έλεος του Θεού και όχι τη δικαιοσύνη. Η μακροθυμία λυτρώνει, ακόμη κι αν πονά. Αυτός είναι ο δρόμος της βασιλείας των ουρανών, ο δρόμος της Εκκλησίας.
Κέρκυρα, 16 Αυγούστου 2015
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ΜΗΤΡΟΘΕΟΣ ΝΕΚΡΟΦΟΡΟΣ ΜΥΡΙΖΟΥΣΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Αυγούστου, 2015
Η πίστη είναι στηριγμένη στο παράδοξο. Υπερβαίνει τα όρια, τα μέτρα της λογικής. Μας οδηγεί στην υπέρβαση των φυσικών όρων, αυτών που ο ανθρώπινος νους μπορεί να συλλάβει και να αποδεχθεί. Γι’ αυτό και ονομάζεται πίστη το παράδοξο.Παρότι έχει τη δική του λογική, για όσους επιμένουν να βλέπουν τον κόσμο και τη ζωή μόνο με τον λόγο, απαιτείται ένα άλμα για να το αποδεχθεί κάποιος. Είναι όπως η τέχνη. Μπορεί κάποιος να εξηγήσει την ακολουθία των μουσικών φθόγγων που συνθέτουν ένα μουσικό αριστούργημα, δεν μπορεί όμως να εξηγήσει γιατί αυτή ακολουθία συγκινεί, γαληνεύει, ομορφαίνει, ενίοτε και νοηματοδοτεί τη ζωή. Η πίστη, όπως και η τέχνη, είναι τα δώρα του Θεού στον άνθρωπο για να μην νικηθεί από τον ορθολογισμό. Να συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει μία πραγματικότητα καμωμένη και από υλικά του παρόντος κόσμου, τα οποία όμως συναντιούνται με τον Άχρονο, ο Οποίος είναι την ίδια στιγμή ο Δημιουργός και Ανακαινίζων τα πάντα και τους πάντες και μας υποδέχεται σε έναν τρόπο που δεν θα έχει τέλος, φθορά, θάνατο. Όπου οι απορίες του νου θα απαντηθούν όχι με λογικές και φιλοσοφικές κατηγορίες, αλλά δια της αγάπης. Όπου η ζωή θα γίνει μόνο χαρά και τα πάντα θα είναι πεπληρωμένα φωτός.
Πριν φτάσουμε όμως εκεί, ο καθένας μας καλείται να οικειωθεί το παράδοξο. Να το αποδεχθεί με εμπιστοσύνη. Να το μοιραστεί στη ζωή της Εκκλησίας. Να το γιορτάσει. Να το αφήσει να μιλήσει στην ύπαρξή του. Να μην επιτρέψει στο ορθολογιστικό να κλείσει τις πόρτες στο αιώνιο. Να ακολουθήσει δηλαδή την οδό που ακολούθησε το πιο ξεχωριστό πρόσωπο στην ανθρώπινη ιστορία: η Υπεραγία Θεοτόκος.
Όλη η ζωή της Παναγίας υπήρξε η βίωση του παράδοξου: η πίστη να συναντά το ανθρώπινο και να το ξεπερνά μέσα από την παράδοση του προσώπου της στο θέλημα του Θεού, συνειδητά και ασυνείδητα. Όπως αναφέρει ένας από τους ωραιότερους ύμνους της εορτής της Κοιμήσεώς της: «πώς γαρ η απείρανδρος βρεφοτρόφος αγνεύουσα; πώς δε η μητρόθεος νεκροφόρος μυρίζουσα;» (Κάθισμα του Όρθρου). Πώς αυτή που δεν δοκίμασε σχέση με άνδρα βρέθηκε να ανατρέφει βρέφος (τον Χριστό) και την ίδια στιγμή να παραμένει αγνή και παρθένος; Πώς αυτή που έγινε μητέρα του Θεού, δοκιμάζει τα μύρα των νεκρών φέρουσα την νέκρωση του σώματός της; Η Παναγία βιώνει την μητρότητα άνευ ανδρός. Παραμένει Παρθένος και την ίδια στιγμή ανατρέφει το παιδί της. Ζει δηλαδή το παράδοξο να γεννά χωρίς ο φυσικός νόμος της μείξης να ισχύει γι’ αυτήν. Και ενώ γεννά παραμένει παρθένος. Άφθορος ο τόκος. Ζει ό,τι είναι η φυσική αποστολή και κατάσταση της γυναίκας και την ίδια στιγμή την υπερβαίνει. Το ίδιο συμβαίνει και με τον θάνατό της. Ζει την νέκρωση, το σώμα της βιώνει τα ανθρώπινα έθιμα, ακολουθεί δηλαδή την φύση του καθενός ανθρώπου η οποία συνδέεται με τον θάνατο, και την ίδια στιγμή το σώμα της θα μεταστεί στον ουρανό, με τρόπο παράδοξο, ακατανόητο και άγνωστο για όλους μας. Μυστήριο η μητρότητα και η παρθενία. Μυστήριο η αφθαρσία του σώματος και η μετάστασή του στον ουρανό. Και στις δύο περιπτώσεις είναι η χάρις του Αγίου Πνεύματος και η δύναμη του Θεού που καθιστούν το μυστήριο πραγματικότητα που μόνο η πίστη μπορεί να παρουσιάσει και να ερμηνεύσει. Στη μεν γέννηση του Υιού της συμμετέχει συνειδητά η ίδια. Στην κοίμησή της δεν είναι αυτή που μπορεί να επιλέξει την μετάσταση και την άφθορο νέκρωση, αλλά ο Υιός και Θεός της που την τιμά.
Αυτό το παράδοξο στην Υπεραγία Θεοτόκο δεν είναι μυστήριο που αφορά μόνο στην ίδια. Στο πρόσωπό της γίνεται η πρόσκληση από τον Θεό σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, στον καθένα μας, να ακολουθήσει το παράδοξο. Να εμπιστευθεί Αυτόν που δημιούργησε τους φυσικούς νόμους και Αυτόν που μας ανακαινίζει χορηγώντας μας ζωή μέσα από την υπέρβασή τους. Και γι’ αυτό η Υπεραγία Θεοτόκος γίνεται η μετά θάνατον ζώσα, από την οποία ευχόμαστε να σωθούμε κι εμείς ως κληρονομία της. Αρκεί να εμπιστευθούμε Αυτόν που μας δίνει τη δυνατότητα να βιώσουμε το παράδοξο. Να Του επιτρέψουμε να γεννηθεί στις καρδιές μας αφήνοντάς Του χώρο όπως η Παναγία, δηλαδή προφέροντας το ΝΑΙ σ’ Αυτόν με απόλυτα ελεύθερη επιλογή, νικώντας κάθε λογισμό αμφιβολίας, έτοιμοι για κάθε θυσία, λέγοντας ΝΑΙ στην δεδομένη για μας Αγάπη Του, η οποία δεν φαίνεται πάντοτε καθαρά, αλλά χρειάζεται κύηση, χρόνο να αναπτυχθεί στη ζωή μας και να της ξαναδώσει την χαμένη παρθενία της καρδιάς. Να γίνει υπέρβαση της αμαρτίας, η οποία μας κάνει να πιστεύουμε ότι το δικό μας θέλημα, ο δικός μας νους, τα δικά μας χαρίσματα είναι πιο πάνω από Εκείνον. Και την ίδια στιγμή, καθώς ο καθένας μας βαδίζει άλλοτε πιο αργά και άλλοτε πιο γρήγορα προς τον προσωπικό του θάνατο, δηλαδή στην στιγμή κατά την οποία τίποτε δε θα λειτουργεί επάνω μας, αλλά θα είμαστε απόλυτα παραδομένοι στο έλεός Του, να μην απελπιζόμαστε, να μην νικιόμαστε από τη βεβαιότητα της φθοράς, ούτε να προσπαθούμε να ξεγελάσουμε τον εαυτό μας με τους τρόπους εκείνους που ξορκίζουν τον χρόνο, όπως είναι τα πάθη, οι απολαύσεις, η άνευ νοήματος διασκέδαση, η παράδοση στις άνευ αγάπης επιθυμίες μας. Όπως η Παναγία, να Τον εμπιστευόμαστε κάθε στιγμή της ζωής μας και να φέρουμε μέσα μας την ελπίδα της Ανάστασης, συνοδευμένη από τη βεβαιότητα της αιωνιότητας. Η Παναγία τη ζει και ψυχικά και σωματικά. Εμείς θα την ζήσουμε αρχικά ψυχικά και πνευματικά και μετά την ανάσταση των νεκρών ως πλήρεις υπάρξεις. Αρκεί τα πάντα εντός μας να γίνουν αγάπη προς Εκείνον, προσευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο και κανείς φόβος και καμία λύπη δε θα μας εμποδίσουν να κοινωνήσουμε τον Αιώνιο.
Εορτάζουμε το Πάσχα του καλοκαιριού. Εορτάζουμε την δύναμη του παράδοξου, που ονομάζεται πίστη. Βιώνουμε τα θαύματα της Υπεραγίας Θεοτόκου ποικιλοτρόπως. Κυρίως όμως την ζούμε μέσα από πρόσωπο εκείνο που άνοιξε το δρόμο, ώστε τίποτε να μην εμποδίζει τον άνθρωπο να κάνει την υπέρβαση, να πιστέψει και να νικήσει μαζί της, στη ζωή της Εκκλησίας και στην κοινωνία με τον Υιό και Θεό της, τη φθορά και τον θάνατο. Και είναι η πίστη απόφαση και δώρο. Μόνο που δεν είμαστε μόνοι μας. Εκείνη μεσιτεύει για τον καθέναν μας. Και η μεσιτεία της λυτρώνει, αρκεί να είμαστε έτοιμοι, στην άκρη του μυαλού και της καρδιάς μας, να αφεθούμε στο μυστήριο. Της Αγάπης και της Ανάστασης που γίνονται αιωνιότητα και προσωπική μας.
Κέρκυρα, 15 Αυγούστου 2015
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου
Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Αυγούστου, 2015

Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ανάμεσα εις συντρίμματα και ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων, εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, είς έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, προς μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν της νήσου, όπου την νύκτα επόμενον ήτο να βγαίνουν και πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τον ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγας εις την ερημίαν, θρηνούσαι το πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εις τον επάνω κόσμον-εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Δεν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δεν υπήρχε στέγη και άσυλον εις όλον το οροπέδιον εκείνο, παρά την απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε και εις το προαύλιον του ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ.Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών την ξυλείαν, όσην ηδυνήθη να εύρη, καί τινας λίθους από τα τόσα τριγύρω ερείπια, διά να στεγάζεται προχείρως εκεί και καπνίζη ακατακρίτως το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν, έξω του ναού, ο φιλέρημος γέρων.
Ο ναΐσκος ήτο ιδιόκτητος· πράγμα σπάνιον εις τον τόπον, λείψανον παλαιού θεσμού· ήτον κτήμα αυτού του γέροντος Φραγκούλα. Ο αξιότιμος πρεσβύτης, φέρων όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα προεστού, ωραίον φέσι του Τουνεζίου, επανωβράκι τσόχινον, με ζώνην πλατείαν κεντητήν, μακράν τσιμπούκαν με ηλέκτρινον μαμόν, και κρατών με την αριστεράν ηλέκτρινον μακρόν κομβολόγιον, δεν ήτο και πολύ γέρων, ως πενήντα πέντε χρόνων άνθρωπος. Κατήγετο από την αρχαιοτέραν και πλέον γνησίως αυτόχθονα οικογένειαν του τόπου. Ήτον εκ νεαράς ηλικίας ευσταλής, υψηλός, λεπτός την μέσην, μελαγχροινός, με αδρούς χαρακτήρας του προσώπου, δασείας οφρύς, οφθαλμούς μεγάλους, ογκώδη ρίνα, χονδρά χείλη προέχοντα. Ηγάπα πολύ τα μουσικά τα τε εκκλησιαστικά και τα εξωτερικά, υπήρξε δε με την χονδρήν, αλλά παθητικήν φωνήν του, ψάλτης και τραγουδιστής εις τον καιρόν του μέχρι γήρατος.
Την Σινιώραν, ωραίαν νέαν, λεπτοφυή, λευκοτάτην, την είχε νυμφευθή από έρωτα. Ήδη είχε συζήσει μαζί της υπέρ τα είκοσι πέντε έτη, και είχεν αποκτήσει τέσσαρας υιούς και τρεις θυγατέρας. Αλλά τώρα, εις τον ουδόν του γήρατος, δεν συνέζη πλέον μαζί της.
Είχε χωρίσει άπαξ ήδη, αφού εγεννήθησαν τα τέσσαρα πρώτα παιδία, δύο υιοί και δύο θυγατέρες· ο πρώτος ούτος χωρισμός διήρκεσεν επί τινας μήνας. Είτα επήλθε συνδιαλλαγή και συμβίωσις πάλιν. Τότε εγεννήθησαν άλλα δύο τέκνα, υιός και θυγάτριον. Είτα επήλθε δεύτερος χωρισμός , υπέρ το έτος διαρκέσας. Μετά τον χωρισμόν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε εγεννήθη ο τελευταίος υιός. Ακολούθως επήλθε μακρός χωρισμός μεταξύ των συζύγων. Ο τελευταίος ούτος χωρισμός, μετά πολλάς αγόνους αποπείρας συνδιαλλαγής, διήρκει από τριών ετών και ημίσεος. Δεν ήτο πλέον φόβος να γεννηθούν άλλα τέκνα. Η Σινιώρα ήτο υπερτεσσαρακοντούτις ήδη.
Την εσπέραν εκείνην, της 13 Αυγούστου του έτους 186… εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω του ναΐσκου, εις το προαύλιον, έμπροσθεν της καλύβης την οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε το τσιμπούκι του κ’ ερρέμβαζεν. Ο καπνός από τον λουλάν ανέθρωσκε και ανέβαινεν εις κυανούς κύκλους εις το κενόν, και οι λογισμοί του ανθρώπου εφαίνοντο να παρακολουθούν τους κύκλους του καπνού και να χάνωνται μετ’ αυτών εις το αχανές, το άπειρον. Τι εσκέπτετο;
Βεβαίως την σύζυγόν του, με την οποίαν ήσαν εις διάστασιν, και τα τέκνα του, τα οποία σπανίως έβλεπεν. Εσχάτως του είχον παρουσιασθή πρώτην φοράν εις την ζωήν του, και οικονομικαί στενοχωρίαι. Ο Φραγκούλας ήτο μεγαλοκτηματίας. Είχε παμπόλλους ελαιώνας, αμπέλια αρκετά, και χωράφια αμέτρητα. Μόνον από τον αντίσπορον των χωραφιών ημπορούσε να μην αγοράζη ψωμί δι’ όλου του έτους αυτός και η οικογένειά του. Οι δε ελαιώνες, όταν εκαρποφόρουν έδιδον αρκετόν εισόδημα. Αλλ’ επειδή δεν ειργάζετο ποτέ μόνος του, τά έξοδα «τον έτρωγαν!» Είτα, αυξανομένης της οικογενείας, συνηυξάνοντο και αι ανάγκαι. Και όσον ηύξανον τα έξοδα, τόσον τα έσοδα ηλαττούντο. Ήλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», αφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Είτα, διά πρώτην φοράν, έλαβεν ανάγκην μικρών δανείων. Δεν εφαντάζετο ποτέ ότι μία μικρή κάμπη αρκεί διά να καταστρέψη ολόκληρον φυτείαν. Απηυθύνθη εις ένα τοκογλύφον του τόπου.
Οι τοιούτοι ήσαν άνθρωποι «φερτοί», απ’ έξω, και όταν κατέφυγον εις τον τόπον, εν ώρα συμφοράς και ανεμοζάλης, κατά την Μεγάλην Επανάστασιν, ή κατά τα άλλα κινήματα τα προ αυτής, αρχομένης της εκατονταετηρίδος, κανείς δεν έδωκεν προσοχήν και σημασλιαν εις αυτούς.
Αλλ’ επειδή οι εντόπιοι είχον αποκλειστικήν προσήλωσιν εις τα κτήματα, ούτοι, οι επήλυδες, ως πράττουσιν όλοι οι φύσει και θέσει Εβραίοι, έδωκαν όλην την σημασίαν και την προσοχήν των εις τα χρήματα. Ήνοιξαν εργαστήρια, μαγαζεία, κ’ εμπορεύοντο κ’ εχρηματίζοντο. Είτα ήλθεν η ώρα, όπως και τώρα και πάντοτε συμβαίνει, οι εντόπιοι έλαβον ανάγκην των χρημάτων, και τότε ήρχισαν να υποθηκεύουν τα κτήματα. Εωσότου παρήλθε μία γενεά, ή μία και ημισεία, και τα χρήματα επέστρεψαν εις τους δανειστάς συμπαραλαβόντα μεθ’ εαυτών και τα κτήματα.
Έως τότε δεν είχε συλλογισθή τοιαύτα πράγματα ο Φραγκούλης Φραγκούλας, ούτε τον έμελε ποτέ του περί χρημάτων. Αλλ’ επ’ εσχάτων είχε λάβει ανάγκην και δευτέρου και τρίτου δανείου, και οι δανεισταί προθύμως του έδιδαν, αλλ’ απήτουν να τους καθιστά υπέγγυα τα καλλίτερα κτήματα, εκ των οποίων έκαστον είχε κατ’ αυτόν εκτιμητήν, δεκαπλασίαν αξίαν του ποσού του δανειζομένου… Πλην φευ! αυτός δεν ήτο μόνος καϋμός του.
Ο Φραγκούλης Φραγκούλας δεν εφόρει πλέον το ωραίον του μαύρον φέσι, το τουνεζιάνικον· έφερεν οικιακόν μαύρον σκούφον επί της κεφαλής. Αλλ’ ευρίσκετο σήμερον εις την εξοχήν. Εάν τον συνηντώμεν την προτεραίαν εις την αγοράν, κάτω εις την πολίχνην, θα εβλέπομεν ότι είχε βάψει μαύρον το φέσι του… Είχε πρόσφατον πένθος.
-Α! Τώχασα το καϋμένο μ’, το ευάγωγο, τώχασα.
Ο γέρο-Φραγκούλης εστέναζε, και είχε δίκαιον να στενάζη. Το καλλίτερον κοράσιόν του, το τρίτον, το μικρότερον, δεκατετραετές μόλις την ηλικίαν –το οποίον είχε γεννηθή κατά τι διάλειμμα έρωτος, μεταξύ δύο χωρισμών- του είχεν αποθάνει προ ολίγων μηνών…
Και αυτός ήλθεν εις την Παναγίαν διά να κλαύση και να πη τον πόνο του. Ήτον κτήμα του ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Το εκκλησίδιον ήτο ευπρεπέστατον, ωραία στολισμένον, και είχε καλάς εικόνας –και μάλιστα την φερώνυμον, την γλυκείαν Παναγίαν την Πρέκλαν- σκαλιστόν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον και μανουάλια ορειχάλκινα, κανδήλια αργυρά. Έφερε πάντοτε ο ιδιοκτήτης μαζί του την βαρείαν υπερμεγέθη κλείδα της δρύΐνης θύρας της στερεάς, και δεν έλειπε συχνά να επισκέπτεται την Παναγίαν. Την ημέραν εκείνην θα ετελείτο πανήγυρις εις τον ναΐσκον, τιμώμενον επ’ ονόματι της Κοιμήσεως. Θα ήρχοντο από τον τόπον πολλαί οικογένειαι και άτομα, δωδεκάδες τινές προσκυνητών και πανηγυριστών και ο Παππανικόλας ο συμπέθερός του. Εις τον Παππανικόλαν έδιδεν ο Φραγκούλης διά τον κόπον του εν τάλληρον, περιπλέον δε εισέπραττεν ο παππάς διά λογαριασμόν του τας δεκάρας, όσας έδιδον αι γυναίκες «διά να γράψουν τα ονόματα» ή τα «ψυχοχάρτια». Όλα τ’ άλλα, προσφοράς, αρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων κ.τ.λ. τα εισάπραττεν ο Φραγκούλης ως εισόδημα ιδικόν του…
Και τώρα τους επερίμενε να έλθουν πάλιν… και ανελογίζετο πώς άλλοτε, όταν ήτο νέος ακόμη, μετά τον πρώτον χωρισμόν από τη γυναίκα του, η πανήγυρις αύτη της Παναγίας της Κοιμήσεως έγινεν αφορμή διά να επέλθη συνδιαλλαγή μετά της γυναικός του. Κατόπιν της συνδιαλλαγής εκείνης εγεννήθη ο τρίτος υιός, και το Κουμπώ, το θυγάτριον το οποίον εθρήνει τώρα ο γερο-Φραγκούλης.
-Τώχασα, το καυμένο μου, το ευάγωγο, τώχασα!…
Ω, δεν ελυπείτο τώρα τόσον πολύ τον από της γυναικός του χωρισμόν –την οποίαν άλλως τε τρυφερώς ηγάπα-, όσον εθρήνει την σκληράν απώλειαν εκείνη της κορασίδος, την οποίαν εις τον άλλον κόσμον ήλπιζε μόνον να επανεύρη… Και κατενύσσετο πολύ η καρδία του και εθλίβετο… Και ανελογίσθη ότι το πάλαι εδώ οι χριστιανοί, όσοι ήσαν ως αυτός τεθλιμμένοι, εις τον ναΐσκον αυτόν της Παναγίας της Πρέκλας ήρχοντο τας ημέρας αυτάς, να εύρωσι διά της εγκρατείας και της προσευχής και του ιερού άσματος αναψυχήν και παραμυθίαν… Τον παλαιόν καιρόν, προ του εικοσιένα, όταν το σήμερον έρημον και κατηρειπωμένον χωρίον εκατοικείτο ακόμη, όλοι οι κάτοικοι, και των δύο ενοριών, ήρχοντο εις τον ναόν της Πρέκλας, όστις ήτο απλούν παρεκκλήσιον, ν’ ακούσωσι τας ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ’ όλον τον Δεκαπενταύγουστον…
Άφησεν εις την άκρην το τσιμπούκι, το οποίον είχε σβύσει ήδη ανεπαισθήτως, εν μέσω της αλλοφροσύνης των ρεμβασμών του καπνιστού, και ακουσίως ήρχισε να υποψάλλη.
Έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα και τον εις την Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου εις βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς, όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει «νέφη».
Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους,ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το αθάνατον εκείνο:
«Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε
Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα,
Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα»,
…Και είτα προσέτι, παρεκάλει διά του άσματος την Παναγίαν, να είναι μεσίτρια προς τον Θεόν, «μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των Αγγέλων…» Ω, αυτό είχε την δύναμιν και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι τον παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως…
Ο γέρο-Φραγκούλης επίστευε και έκλαιεν… Ω, ναι, ήτον άνθρωπος ασθενής· ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει… Ηγάπα την θρησκείαν, ηγάπα την σύζυγον και τα τέκνα του, επόθει ακόμη τον συζυγικόν βίον, επόθει και τον βίον τον μοναχικόν. Τον καιρόν εκείνον είχε αγαπήσει εξ όλης καρδίας την Σινιωρίτσα του… και την ηγάπα ακόμη. Αλλ’ όσον τρυφερός ήτον εις τον έρωτα, τόσον ευεπίφορος εις το πείσμα, και τόσον γοργός εις την οργήν. Ω, ατέλειαι των ανθρώπων!
Τώρα εις τους τελευταίους χρόνους, είχε γνωρίσει ακόμη και την οικονομικήν στενοχωρίαν, το παράπονον της ξεπεσμένης αρχοντιάς, τας πιέσεις και τας απειλάς των τοκογλύφων. «Το διάφορο κεφάλι! το διάφορο κεφάλι! το διάφορο κεφάλι!» Επί τέσσαρας ενιαυτούς ήτον αφορία, αι ελαίαι δεν εκαρποφόρησαν· ο καρπός είχε προσβληθή από άγνωστον ασθένειαν, διά τας αμαρτίας των ιδιοκτητών. Είχαν κιτρινίσει και μαυρίσει αι ελαίαι, και ήσαν γεμάται από βούλες και είχαν πέσει άκαιρα. Τόσα «υποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιος», αγύριστα κτήματα, σχεδόν τσιφλίκια, ηπειλούντο να περιέλθωσιν εις χείρας των τοκογλύφων. Εγέννα ή όχι η γη, εκαρποφόρουν ή όχι τα δένδρα, ο τόκος δεν έπαυε. Τα κεφάλαια «έτικτον». Έπαυσε να τίκτη η γόνιμος (όπως λέγει ο Άγιος Βασίλειος), αφού τα άγονα ήρχισαν κ’ εξηκολούθουν να τίκτουν…
Ανελογίζεταο αυτά, κ’ έκλαιεν η ψυχή του. Δεν ήλπιζε πλέον, ούτε ηύχετο σχεδόν, να ήρχετο η Σινιωρίτσα αύριον εις την πανήγυριν, όπως ήρχετο τακτικά κάθε χρόνον άλλοτε, όταν ήσαν «μονιασμένοι», -όπως είχεν έλθει και άπαξ, εις καιρόν οπού ευρίσκοντο χωρισμένοι προ δεκαπέντε ετών… Τώρα μόνον η ψυχή της Κούμπως, της αθώας μικράς παρθένου, είθε να παρίστατο αοράτως εις την πανήγυριν αγαλλομένη.
Ω! άλλοτε, προ δεκαπέντε ετών, πριν γεννηθή ακόμη η Κούμπω ναι, η Παναγία είχε δωρήσει το αβρόν εκείνο άνθος εις τον Φραγκούλην και την Σινιώραν, και η Παναγία πάλιν το είχε δρέψει και το είχεν αναλάβει πλησίον της. πριν μολυνθή εκ της επαφής των ματαίων του κόσμου. Τον καιρόν εκείνον, είχε συμβή ο πρώτος χωρισμός, το πρώτον πείσμα, το πρώτον κάκιωμα μεταξύ των συζύγων. και ο Φραγκούλης, θυμώδης, οξύχολος, δριμύς, είχεν αναβή όπως τώρα, από την πολίχνην την κατοικημένην εις το παλαιόν χωρίον το έρημον, του οποίου εσώζοντο τότε ακόμη ολίγισται οικίαι και δεν ήτο ερείπιον όλον, όπως σήμερον. Και καθώς τώρα, είχεν έλθει δύο ή τρεις ημέρας προ της εορτής εις το παρεκκλήσιον της Πρέκλας, εκάθητο δε εις τα πρόθυρα του ναΐσκου κι’ εκάπνιζε το μακρόν τσιμπούκι με το ηλέκτρινον επιστόμιον. Πλην τότε το φέσι του ήτο κατακόκκινον, και τώρα εφόρει μαύρον σκούφον… Και τότε ο Φραγκούλης ήτο σαράντα χρόνων και τώρα ήτο πενηνταπέντε. Τότε έτρεφε πείσμα και χολήν, αλλ’ είχε πολύ περισσότερον και βαθύτερον συζυγικόν έρωτα, και μόνον νύξιν ήθελεν· ήτον έτοιμος να συγχωρήση και ν’ αγαπήση… Αλλά τώρα δεν είχε πλέον ούτε πείσμα σχεδόν ούτε οργήν, ηγάπα την Σινιώραν, την επόνει, αλλ’ έκλαιε πολύ περισσότερον διά το θυγάτριόν του, το Κουμπώ. «Το καϋμένο το ευάγωγο!».
Εκείνην την φοράν, ο παππά-Νικόλας, άμα έφθασε την παραμονήν, ακολουθούμενος από πλήθος προσκυνητών διά την πανήγυριν, εστάθη πλησίον της θύρας του ναού, παρά την γωνίαν, και του είπε μυστηριωδώς:
-Θάχης μουσαφιρλίκια, θαρρώ.
-Τι τρέχει, παππά; ηρώτησε μειδιών ο Φραγκούλης, όστις εμάντευσε πάραυτα.
-Θα σου έλθει τ’ ασκέρι… Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρίς πείσματα.
Ο Παππάς, ασκέρι λέγων, εννοούσε προφανώς την οικογένειαν του Φραγκούλα· αλλά τάχα μόνον τα παιδία, τα δύο μεγαλείτερα εκ των τεσσάρων; -καθόσον τα άλλα δύο τα μικρά, δεν θα ηδύναντο να κουβαληθούν εις διάστημα τριών ωρών οδοιπορίας χωρίς την μητέρα των. Ο Φραγκούλης ηθέλησε να βεβαιωθή.
-Θάρθη μαζί κι’ η μάνα τους;
-Βέβαια… πιστεύω, είπεν ο παππάς.
Τω όντι, όταν εβράδυασε καλά και άρχισε να σκοτεινιάζη, η κυρά Σινιώρα ήλθε, μαζύ με την γραίαν μητέρα της και με τα τέσσερα παιδιά της, εν συνοδεία και άλλων προσκυνητριών, γειτονισσών ή συγγενών της. Από πολλών μηνών δεν είχεν ιδεί τον συζυγόν της, όστις είχε κατοικήσει χωριστά –εις ευτελές δωμάτιον, χάρις ταπεινώσεως, το οποίον ονόμαζε «το κελλί του», και έζη από μηνών ως καλόγηρος. Επλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ο Φραγκούλης ίστατο εκεί παραπέρα από την θύραν της εκκλησίας, κ’ έκαμνε πως έβλεπεν αλλού και πως επρόσεχεν είς τινα ομιλίαν περί αγροτικών υποθέσεων μεταξύ δύο ή τριών χωρικών.
Η Σινιώρα εισήλθεν εις τον Ναΐσκον, επροσκύνησεν, εκόλλησε κηρία και ησπάσθη τας εικόνας. Είτα μετά τινα ώραν εξήλθεν. Επλησίασε συνεσταλμένη κ’ εχαιρέτησε τον σύζυγόν της. Ούτος έτεινε προς αυτήν την χείρα και ησπάσθη φιλοστόργως τα τέκνα του.
Ήδη ενύκτωνε και εψάλη ο Μικρός Εσπερινός. Ακολούθως μετά το λιτόν σαρακοστιανόν, το οποίον έφαγον καθ’ ομάδας καθίσαντες οι διάφοροι προσκυνηταί εδώ κι’ εκεί επί των χόρτων και των ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατά μίμησιν εκείνων τα οποία συνηθίζονται εις τα μοναστήρια, και φέρων τρεις γύρους περί τον ναόν, το έκρουσε μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν: «τον Αδάμ,Αδάμ,Αδάμ!» είτα εις ιαμβικόν: «το τάλαντον, το τάλαντον!»
Ευθύς τότε τα δύο παιδία του Φραγκούλα και πέντε ή εξ άλλοι μικροί μοσχομάγκαι ανερριχήθησαν επάνω εις την στέγην του ναού, άνωθεν της θύρας, και ήρχισαν να βαρούν τρελλά, αλύπητα, αχόρταστα, τον μικρόν μισορραγισμένον κώδωνα, τον κρεμάμενον από δύο διχαλών ξύλων, εκεί επάνω. Ύστερον από πολλάς φωνάς, μαλώματα και επιπλήξεις του Φραγκούλα, του μπάρμπα-Δημητρού, του ψάλτου και του Παναγιώτου της Αντωνίτσας (ενός καλού χωρικού, όστις δεν εκουράζετο να τρέχη εις όλα τα εξωκκλήσια και να κάμνη «κουμάντο», έως ου επί τέλους η Δημαρχία ηναγκάσθη να τον αναγνωρίση ως ισόβιον επίτροπον όλων των εξοχικών ναών), τα παιδία μόλις έπαυσαν οψέποτε να κρούουν τον κώδωνα, κ’ εξεκόλλησαν τέλος από την στέγην του ναΐσκου. Ο παππά-Νικόλας έβαλεν ευλογητόν, και ήρχισεν η Ακολουθία της Αγρυπνίας.
Ο Φραγκούλης ήτο τόσον ευδιάθετος εκείνην την εσπέραν, ώστε από του «Ελέησόν με ο Θεός», της αρχής του Αποδείπνου μέχρι του «Είη το όνομα», εις το τέλος της λειτουργίας, όπου η παννυχίς διήρκεσεν οκτώ ώρας άνευ διαλείμματος –όλα τα έψαλλε και τα απήγγειλε μόνος του, από του δεξιού χορού, μόλις επιτρέπων εις τον κυρ – Δημητρόν τον κάτοχον του αριστερού χορού να λέγει κι’ αυτός από κανένα τροπαράκι, διά να ξενυστάξη. Έψαλε το «Θεαρχίω νεύματι» και εις τους οκτώ ήχους μοναχός του, προφάσει ότι ο κυρ – Δημητρός, «δεν εύρισκεν εύκολα τον ήχον». Εις το τέλος του Εσπερινού, μοναχός του εδιάβασε το Συναξάρι, και, χωρίς να πάρη ανασασμόν, μοναχός του πάλιν άρχισε τον εξάψαλμον. Έψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Αναβαθμούς και Προκείμενα, είτα όλον το «Πεποικιλμένη» έως το «Συνέστειλε χορός», και όλον το «Ανοίξω το στόμα μου», έως το «Δέχου παρ’ ημών». Είτα έψαλε Αίνους, Δοξολογίαν, εδιάβασεν Ώρας και Μετάληψιν, προς χάριν όλων των ητοιμασμένων διά την θείαν Κοινωνίαν, και εις την λειτουργίαν πάλιν όλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, το Χερουβικόν, το «Αι γενεαί πάσαι», το Κοθινωνικόν κ.τ.λ.
Όλα αυτά τα ενθυμείτο ακόμη, ως να ήταν χθες, ο γερο-Φραγκούλας, και είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη έκτοτε. Ακόμη και μικρά τινα φαιδρά επεισόδια, τα οποία συνέβησαν εις την Λιτήν, μικρόν προ του μεσονυκτίου, κατά την έξοδον της ιεράς εικόνος εις την ύπαιθρον. Επειδή αι γυναίκες είχον κολλήσει πολλά και χονδρά; κηρία, τα πλείστα έργα αυτών των ιδίων χειρομάλακτα, τα δε κηρία συμπλεκόμενα εις δέσμας και περικοκλάδας από τον Παναγιώτην της Αντωνίτσας, τον πρόθυμον εις την υπηρεσίαν της ιεράς πανηγύρεως, είχον λαμπαδιάσει, εις μίαν στιγμήν ολίγον έλειψε να πάρη φωτιά το φελόνι του παππά, είτα και το γένειόν του. Τότε ο Παναγιώτης της Αντωνίτσας, μη ευρίσκων άλλο προχειρότερον μέσον, ήρπαζε τας ογκώδεις δέσμας των φλεγόντων κηρίων, τας έφερε κάτω εις το έδαφος κ’ επάτει δυνατά με τα τσαρούχια του, διά να τα σβύση. Αι γυναίκες δυσφορούσαι εγόγγυζον να μη πατή τα κηρία, γιατί είναι κρίμα.
Τότε εις των παρεστώτων υιός πλουσίου του τόπου, από εκείνους οίτινες είς το ύστερον κατέστησαν δανεισταί του Φραγκούλα –και όστις ελέγετο ότι εις τας εκλογάς εμελέτα να βάλη κάλπην ως υποψήφιος δήμαρχος-, ηκούσθη να λέγη
ότι πρέπει να μάθουν να κάμνουν «οικονομία, οικονομία στα κηρία!… η νύχτα μεγαλώνει… ισημερία τώρα κοντεύει… έχει νύκτα…»
Αλλ’ αι γυναίκες, ενώ είξευραν καλλίτερα από εκείνον όλας τας οικονομίας του κόσμου, δεν εννιούσαν τι θα πη «οικονομία στα κηρία» αφού άπαξ είναι αγορασμένα και πληρωμένα και είναι μελετημένα και ταμένα εξ άπαντος να καούν διά την χάριν της Παναγίας. Μία απ’αυτάς, γερόντισσα, ανεπόλησε κάτι τι δι’ εν θαύμα, το οποίον είχεν ακούσει από το συναξάρι του Αγίου Δημητρίου, όπου ο Άγιος, εις την Σαλονίκην, επέπληξεν αυστηρώς τον νεωκόρον, έχοντα την μανίαν να σβύνη μισοκαμμένα τα κηρία –και η γερόντισσα ήρχισε να το διηγήται χθαμαλή τη φωνή εις την πλησίον της: «Αδελφέ Ονήσιμε, άφες να καούν τα κηρία όσα προσφέρουν οι Χριστιανοί και μη αμαρτάνης…»
Την ίδίαν ώραν συνέβη και τούτο. Ενώ ο παππάς απήγγελε τας μακράς αιτήσεις της Λιτής, επισυνάπτων και τα ονόματα όλα ζωντανά και πεθαμένα, όσα του είχον υπαγορεύσει αφ’ εσπέρας αι ευλαβείς προσκυνήτριαι, ο Φραγκούλης έψαλλε μεγαλοφώνως το τριπλούν «Κύριε Ελέησον» με την χονδρήν φωνήν του, και με όλον το πάθος της ψαλτικής του. Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις εφαίνετο να είχε πειραχθή ολίγον, ίσως διότι ο Φραγκούλας εν τη ψαλτομανία του δεν επέτρεπε να πη κ’ εκείνος ένα τροπαράκι σωστό (διότι, άμα ήρχιζεν ο Δημητρός το δικό του, ο Φραγκούλας με την γερήν κεφαλικήν φωνήν του, εκθύμως συνέψαλλε, του ήρπαζε την πρωτοφωνίαν, και υπέτασσε κ’ εκάλυπτε την ασθενή και τερετίζουσαν φωνήν εκείνου) έλαβε το θάρρος να κάμη παρατήρησιν.
– Πειο σιγά, πειο ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα να λες το «Κύριε ελέησον», γιατί δεν ακούονται τα ονόματα, και θέλουν αι γυναίκες να τ’ ακούνε.
Είχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αι γυναίκες απήτουν να λέγωνται εκφώνως τα ονόματα, όσα είχαν ειπεί εις τον παππάν να γράψη. Εννοούσαν να τ’ ακούη κι’ ο Θεός, κι’ η Παναγία, κι όλος ο κόσμος. Η καθεμία ήθελε ν’ ακούση «τα δικά της τα ονόματα», και να τ’ αναγνωρίση, καθώς απηγγέλοντο αραδιαστά. Άλλως θα είχαν παράπονα κατα του παππά, κι’ ο παππάς αν ήθελε να φάη κι’ άλλοτε, εις το μέλλον, προσφορές, ώφειλε να τα έχη καλά με τις ενορίτισσαις.
Τότε η Αργυρή, η πρωτότοκος του Φραγκούλα, ούσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθώς έστεκε πλησίον εις τον πατέρα της, εψήλωσεν ολίγον διά να φθάση εις το ους του, και του λέγει κρυφά:
– Πατέρα, άφησε και τον μπαρμπα – Δημητρό να ψάλλη «Κύριε ελέησον!!»
Τούτο ήτο ως έμπνευσις και βοήθημα διά τον Φραγκούλην. Επειδή ούτος δεν ήθελε φανερά να υπακούση εις την σχεδόν αυθάδη παραίνεσιν του Δημητρού, και πάλιν δεν ήθελε να δείξη ότι εθύμωσεν, εστράφη προς τον καλόν γέροντα και του λέγη:
– Πε, Δημητρό, σαράντα φορές το «Κύριε ελέησον».
Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις αν και είχε γηράσει, δεν είχε μάθει ακόμη καλά τα τυπικά, και δεν είξευρεν ακριβώς πότε κατά την Λιτήν το Κύριε ελέησον λέγεται τρις και… πότε τεσσαρακοντάκις, ήρχισε πράγματι να το ψάλλη σαράντα φορές, ώστε ο παππάς εβιάσθη ν’ απαγγείλη ραγδαίως και αθρόα τα τελευταία ονόματα, και διά να είναι σύμφωνος με τον ψάλτην, ήρχισε προ της ώρας να λέγη: «… υπέρ του διαφυλαχθήναι, από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας» και τα εξής.
Τέλος μετά την λειτουργίαν ο παππάς, ο Φραγκούλας και η οικογένειά του και ολίγοι φίλοι εκάθισαν κ’ έφαγαν ομού και ηυφράνθησαν, και την εσπέραν ο Φραγκούλας επανήρχετο ειρηνικώς και με αγάπην, μετά της συζύγου και των τέκνων του υπό την οικιακήν στέγην.
Πριν παρέλθη έτος εγεννήθη η Κούμπω. Η κόρη αύτη, πλάσμα χαριτωμένον και συμπαθές, ανετρέφετο και ηλικιούτο, εγένετο το χάρμα και η παρηγορία του πατρός της. Δεν είχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, αλλά κάτι άλλο παράδοξον γνώρισμα, οιονεί χαρακτήρα φρονίμου γυναικός εις ηλικίαν παιδίσκης. Ύστερον, μετά χρόνους, όταν επήλθεν ο δεύτερος χωρισμός, η Κούμπω, οκταέτις τότε, έτρεχε πλησίον του πατρός της, εις το «κελλί του», όπου κατώκει εις την ανωφερή εσχατιάν της πολίχνης, και την εγέμιζε περιποιήσεις και τρυφερότητας.
Αυτή μόνον εδέχετο προθύμως τους πατρικούς χαλινούς, ενώ τα άλλα τέκνα δεν ήρχοντο ποτέ πλησίον του πατρός των, και διά τούτο εκείνος την ωνόμαζε «το ευάγωγο». Καθημερινώς έτρεχε να τον εύρη, και δεν έπαυε να τον παρακαλή.
– Έλα, πατέρα, στο σπίτι· μη μας αφήσης, λεγ’ η μητέρα, ζωνταρφανά.
Μίαν των ημερών έτρεξε δρομαία, φαιδρά, και πνευστιώσα του είπε:
– Τάμαθες, πατέρα; … Θα παντρέψουμε τ’ Αργυρώ μας … Έλα στο σπίτι, γιατί δεν είναι πρέπον, λέγει η μητέρα, να είσθε χωρισμένοι εσείς, που θα παντρευτή τ’ Αργυρώ μας … για να μην κακιώση ο γαμπρος! …
Τω όντι ο Φραγκούλας επείσθη κ’ εφιλιώθη με την σύζυγόν του. Ηρραβώνισαν
την Αργυρώ, είτα μετ’ ολίγους μήνας την εστεφάνωσαν … Είτα πάλιν επήλθε τρίτος χωρισμός μεταξύ του παλαιού ανδρογύνου και μ’ ένα γεροντόπαιδον μαζί, το οποίον ήλθεν εις τον κόσμον σχεδόν συγχρόνως με τον γάμο της πρωτοτόκου.
Τότε η Κούμπω, ήτις είχε γίνει δεκατριών ετών, δεν έπαυε να τρέχη πλησίον του πατρός της, και να τον παρακινή ν’ αγαπήση με την μητέρα.
Μίαν ημέραν θλιβερά του είπεν:
– Δεν θα μπορώ πλέον νάρχωμαι, ούτε στο κελλί σου, πατέρα … Είναι κάτι κακές γυναίκες εκεί στον μαχαλά στο δρόμο που περνώ, και τις άκουσα που λέγανε καθώς περνούσα: Να, το κορίτσι της Φραγκούλαινας, που την έχει απαρατήσει ο άνδρας της». Δεν το βαστώ πλέον, πατέρα.
Τω όντι, παρήλθον τρεις ημέραι, και η Κούμπω δεν εφάνη εις το κελλί του πατρός της. Την τετάρτην ημέραν ήλθε πολύ ωχρά και μαραμένη· εφαίνετο να πάσχη.
-Τι έχεις κορίτσι μου; της είπεν ο πατήρ της.
-Αν δεν έλθης, πατέρα, του απήντησεν αποτόμως αίφνης, με παράπονον και με πνιγμένα δάκρυα, να ξεύρης, θα πεθάνω απ’ τον καϋμό μου!
-Έρχομαι, κορίτσι μου, είπεν ο Φραγκούλης.
Τω όντι,, την άλλην ημέραν επήγεν εις την οικίαν. Αλλ’ η νεαρά κόρη έπεσε πράγματι ασθενής και είχεν δεινόν πυρετόν. Όταν ο πατέρας ήλθεν παρά την κλίνην της και της ανήγγειλεν ότι έκαμε αγάπην με την μητέρα της διά να χαρή, ήτο αργά πλέον. Η τρυφερή παιδίσκη εμαράνθη εξ αγνώστου νόσου, και ούτε φάρμακον ούτε νοσηλεία ίσχυσε να την ανακαλέση εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν και πόνον, εξέπνευσεν ως πουλί, με τη λαλιάν εις το στόμα.
-Πατέρα! Πατέρα! στην Παναγία να κάμετε μια λειτουργία … με την μητέρα μαζί!…
Είπε και απέθανε!
Ο Φραγκούλης έκλαυσεν απαρηγόρητα· έκλαυσεν αχόρταστα ομού με την σύζυγόν του … Κατόπιν απεσύρθη, κ’ εξηκολούθησε να κλαίη μόνος του εις την ερημίαν …
Ο τελευταίος ούτος χωρισμός ήτο μάλλον φιλικός και με την συναίνεσιν της Σινιώρας, ήτις έβλεπεν ότι ο γέρων σύζυγός της επεθύμει μάλλον να γείνη μοναχός. Ο Φραγκούλης ενθυμείτο μίαν τελευταίαν σύστασιν της Κούμπως: «με την μητέρα μαζί». Μόνον εν παροδικόν πείσμα του είχεν έλθει. Του εφάνη ότι αι ίδιαι αδελφαί της, η ύπανδρος, και η άλλη η δευτερότοκος, δεν την ελυπήθησαν όσον έπρεπε, δεν την επένθησαν, όσον της ήξιζε, την ατυχή μικράν, την Κούμπω. Έκτοτε εξηκολούθει να ζη ολομόναχος πάλιν, τώρα «επί γήρατος ουδώ». Και ενθυμείτο τον στίχον του Ψαλτηρίου: «Μη απώση με εις καιρόν γήρως … και έως γήρως και πρεσβείου, μη εγκαταλίπης με».
Και την ημέραν αυτήν, την παραμονήν της Κοιμήσεως πάλιν, τον ευρίσκομεν να κάθηται εις το προαύλιον του ναΐσκου, και να καπνίζη μελαγχολικώς το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν… αναλογιζόμενος τόσα άλλα και τους οχληρούς δανειστάς του, οι οποίοι του είχαν πάρει εν τω μεταξύ το καλλίτερον κτήμα –ένα ολόκληρον βουνόν, ελαιώνα, άμπελον, αγρόν με οπωροφόρα δένδρα, με βρύσιν, με ρέμα, με νερόμυλον –και να εκχύνη τα παράπονά του εις θρηνώδεις μελωδίας προς την Παναγίαν.
«Εκύκλωσαν αι του βίου μου ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε…»
Και επόθει ολοψύχως τον μοναχικόν βίον, ολίγον αργά, και επεκαλείτο μεγάλη τη φων ή τον «Γλυκασμόν των Αγγέλων, των θλιβομένων την χαράν», όπως έλθη εις αυτόν βοηθός και σώτειρα:
«Αντιλαβού μου και ρύσαι των αιωνίων βασάνων…»
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
















