kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Ανοιχτή επιστολή της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων(ΠΕΘ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαΐου, 2016

Ανοιχτή επιστολή

Θέμα: Η μείωση των ωρών διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών

 Προς

  • Τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, Πρόεδρο και άπαντες τους Ιεράρχες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος,

  • Τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Προκόπιο Παυλόπουλο,

  • Τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος κ. Αλέξιο Τσίπρα,

  • Τον Πρόεδρο του συγκυβερνώντος κόμματος των Ανεξάρτητων Ελλήνων κ. Πάνο Καμμένο,

  • Τους κ. Βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου,

  • Τον Ελληνικό λαό.

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων καταγγέλλει δημόσια την απαράδεκτη απόφαση του Υπουργού Παιδείας κ. Νικόλαου Φίλη η οποία, εντελώς προκλητικά, μειώνει τις ώρες διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών από 2 σε 1 στην Ε’ και ΣΤ’ τάξη του Δημοτικού Σχολείου και ουσιαστικά καταργεί τη διδασκαλία του μαθήματος.

Η απόφαση αυτή είναι προάγγελος και των σχεδιαζόμενων και ήδη δρομολογημένων αλλαγών  από το Υπουργείο Παιδείας, για το μάθημα των Θρησκευτικών στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο με τη μεθοδευόμενη μετατροπή του μαθήματος σε θρησκειολογία, στην πραγματικότητα όμως, σ΄ ένα πολυθρησκειακό ή πολυθεϊστικό μόρφωμα που, κατ ΄ ουσίαν, οδηγεί τα παιδιά στην πανθρησκειακή σύγχυση και, τελικά, στην ατομική θρησκεία, στον θρησκευτικό μηδενισμό ή στην αθεΐα.

Οφείλουμε να τονίσουμε ότι η απόφαση αυτή του Υπουργού Παιδείας, που εξεδόθη είναι:

   1) Αντισυνταγματική και συνεπώς παράνομη, διότι παραβαίνει κάθε συνταγματική επιταγή και κάθε δικαστική απόφαση, που αφορά στο μάθημα των Θρησκευτικών.

  2) Προσβλητική εναντίον του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και των Επισκόπων της Εκκλησίας της Ελλάδος, διότι περιφρονεί τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, τις σχετικές με το μάθημα των Θρησκευτικών, ενώ, ταυτόχρονα, αθετεί τις υποσχέσεις του Υπουργού Παιδείας προς τον Αρχιεπίσκοπο για διάλογο και για μη μονομερείς ενέργειες σε ό, τι αφορά στη χριστιανική αγωγή των νέων.

  3) Μειωτική του κύρους του Προέδρου της Κυβέρνησης κ. Αλέξη Τσίπρα, διότι αναιρεί τη διακηρυγμένη δέσμευσή του, την οποία εξέφρασε κατά τις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησής του λέγοντας: «Είμαστε σάρκα από τη σάρκα αυτού του λαού, είμαστε κάθε λέξη από το Σύνταγμα αυτής της χώρας και αυτό θα υπηρετήσουμε μέχρι τέλους», καθώς  και του Προέδρου του συγκυβερνώντος κόμματος των Ανεξάρτητων Ελλήνων κ. Πάνου Καμμένου, ο οποίος έχει δηλώσει ότι: «Οδεύουμε στην οδό της Ορθοδοξίας».

  4) Αντιπαιδαγωγική, αφού ο περιορισμός της διδασκαλίας το μαθήματος στη μία ώρα καταργεί στην ουσία τον χρόνο που απαιτείται για την επαρκή διδασκαλία και τη συνολική κάλυψη του περιεχομένου της ύλης. Επιπλέον, υποβιβάζει την αξία ενός μαθήματος το οποίο στη συνείδηση των γονέων της μαθητιώσας νεολαίας είναι το βασικότερο για την απόκτηση αληθινής και ουσιαστικής Ελληνορθόδοξης Παιδείας.

  5) Περιφρονητική προς τη συνείδηση της πλειονοψηφίας του Ελληνικού λαού, ο οποίος, σε κάθε ευκαιρία, δείχνει τη θέλησή του να πορεύεται στο πλαίσιο της Ορθόδοξης χριστιανικής κληρονομιάς του.

Ως εκ τούτων καλούμε :

  1) Τον Υπουργό Παιδείας κ. Νίκο Φίλη, να αναθεωρήσει την ολέθρια για μείωση των ωρών διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό, απόφασή του.

  2) Τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και άπαντες τους Ιεράρχες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Προκόπιο Παυλόπουλο, τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος κ. Αλέξη Τσίπρα, τον Πρόεδρο του συγκυβερνώντος κόμματος των Ανεξάρτητων Ελλήνων κ. Πάνο Καμμένο, τους κ. Βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου, να παρέμβουν για να αποτρέψουν τις αποδομητικές για το μάθημα των Θρησκευτικών αλλαγές που προωθεί το Υπουργείο Παιδείας.

  3) Τους πνευματικούς ανθρώπους και τα σωματεία, που στηρίζουν αγωνιστικά τις παραδόσεις που συνιστούν τις πνευματικές δομές του Ελληνισμού, να αντισταθούν, ΕΛΛΗΝΙΚΑ, στη σχεδιαζόμενη -έμπρακτη πλέον- πολιτισμική αλλοίωση της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των νέων της Ελλάδος από το Υπουργείο Παιδείας. Η φθορά ή η κατάργηση των πνευματικών μας διαφορών και ιδιαιτεροτήτων,  ως λαού και ως έθνους, που κρατήθηκαν διαχρονικά έως τώρα, μέσω τόσων και ποικίλων αντιξοοτήτων και αγώνων αλλά και μέσα από την παιδεία του γένους, θα έχει ως συνέπεια την μελλοντική υποταγή μας σε ένα πολτοποιημένο, πολιτισμικά και θρησκευτικά, παγκοσμιοποιημένο μόρφωμα. Τα πνευματικά σύνορα της χώρας μας θεωρούνταν πάντοτε και θεωρούνται και σήμερα ισότιμα με τα εδαφικά και τα θαλάσσια και, επομένως, η ορθή διαπαιδαγώγηση της νεότητας, μαζί με τη λαϊκή άμυνα, αντίσταση και επαγρύπνηση, θεωρούνται αναγκαίοι παράγοντες, προκειμένου να μην επέλθει η πνευματική άλωση της χώρας μας με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την ανεξαρτησία και την ελευθερία της.

  4) Τον Ελληνικό λαό να αντιδράσει δυναμικά και με κάθε νόμιμο τρόπο απέναντι στην ιδεοληπτική επίθεση που απροκάλυπτα και ανενδοίαστα, πλέον, υφίσταται, από τον Υπουργό Παιδείας, η πνευματική, ιστορική και πολιτισμική κληρονομιά της χώρας μας.

 Με τιμή

Για το ΔΣ της ΠΕΘ

        Ο Πρόεδρος                                                       Ο Γενικός Γραμματέας

Κωνσταντίνος Σπαλιώρας                                     Παναγιώτης Τσαγκάρης

Δρ Θεολογίας                                                           Mr Θεολογίας

Ανοιxτή επιστολή της ΠΕΘ.pdf (201k)

http://www.petheol.gr/nea/anoichteepistoletespanelleniasenosestheologonpeth

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΛΥΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΝΔΟΥΙΣΜΟ

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Μαΐου, 2016

Ο συνεχής και αέναος τροχός των μετενσαρκώσεων από τον οποίο επιθυμεί να λυτρωθεί ο πιστός τού Ινδουισμού

Ο Ινδουισμός είναι η πατροπαράδοτη θρησκεία των Ινδιών, γι’ αυτό άλλωστε δεν αναφέρεται και ιδρυτής, που αποτελείται από ένα συνονθύλευμα θρησκευτικών και φιλοσοφικών συστημάτων τα οποία ξεκινούν από ένα αφελή ανιμισμό (τα πάντα έχουν ζωή), συνεχίζουν σε ένα πολυδαίδαλο πολυθεϊσμό με εκατοντάδες χιλιάδες Θεούς και Θεές και καταλήγουν όχι μόνο σ’ ένα άκρατο μονοθεϊσμό, αλλά πολλές φορές και σε αθεϊσμό!

Κοινός τόπος όλων αυτών των θρησκευτικών και φιλοσοφικών συστημάτων τού Ινδουισμού είναι η ιδέα της μετενσάρκωσης, σύμφωνα με την οποία η ψυχή τού ανθρώπου μετενσαρκώνεται με νέα μορφή σαν φυτό, ζώο ή άνθρωπος μετά τον θάνατό του. Το «κάρμα» δηλαδή η ανταμοιβή για τις πράξεις τού ανθρώπου στην προηγούμενη ζωή του, καθορίζει αν η ψυχή μετενσαρκωθεί ευνοϊκά ή όχι. Ο συνεχής και αέναος αυτός κύκλος των μετενσαρκώσεων τού ανθρώπου ονομάζεται «σαμσάρα» (samsara). Η λύτρωση από την «σαμσάρα»  τήν αλυσίδα δηλαδή των συνεχών μετεμψυχώσεων, αποκαλείται «μόξα» (moksa) και θεωρείται η ύψιστη θρησκευτική επιδίωξη.

Συνεπώς, βασικό θέμα τής ινδικής θρησκευτικής αναζήτησης υπήρξε ο προσδιορισμός τής οδού για την λύτρωση. Η ανάπτυξη και η θεμελίωση τών τρόπων και των μέσων για την επίτευξη τής λύτρωσης («μόξα») αυτής, ήταν το επίκεντρο των διαφόρων θρησκευτικών και φιλοσοφικών σχολών τού Ινδουισμού. Το πρόβλημα αυτό συνδέθηκε με πλήθος άλλων ζητημάτων, στα οποία οι συζητήσεις και απαντήσεις κατά την μακραίωνη εξέλιξη τού Ινδουισμού υπήρξαν πολυσύνθετες. Οι τρεις δρόμοι πορείας προς τη λύτρωση, τους οποίους καθόρισε η ινδική σκέψη, είναι: Η «κάρμα – μάργκα», οδός τών έργων, η «τζνάνα – μάργκα», η οδός τής γνώσεως και η «μπάκτι – μάργκα», η οδός τής αφοσιώσεως. Ή «κάρμα – γιόγκα», «τζνάνα – γιόγκα», «μπάκτι – γιόγκα». Γιόγκα σημαίνει άσκηση, γυμνασία, ζεύξη. Εκτός βέβαια των παραπάνω, επειδή η Ινδουιστική θρησκεία είναι πολυδαίδαλη, όπως έχουμε επισημάνει, υπάρχουν και διάφορες άλλες παραλλαγές και συνδυαστικές μορφές τής Ινδουιστικής λαϊκής ευσέβειας, αλλά επίσης και πολλά φιλοσοφικά συστήματα, τα οποία καθορίζουν την «λυτρωτική» γνώση. Έξη από αυτά θεωρούνται ως σπουδαιότερα.

Σύμφωνα με τον πρώτο δρόμο, όπως χαράχτηκε από τα δυο κυρίαρχα ρεύματα  τού Ινδουισμού, τον Βεδισμό και τον Βραχμανισμό, η σωτηρία επιτυγχάνεται δια των έργων. Μεταξύ των έργων αυτών, και κέντρο τής θρησκευτικής ζωής που οδηγεί στην λύτρωση συνιστούν οι θυσίες προς τους θεούς, η μελέτη των ιερών κειμένων (Βέδες), τα τελετουργικά έργα, η προσφορά τροφής στα πνεύματα των προγόνων, η φιλοξενία προς τους συνανθρώπους και η ενασχόληση με την«γιόγκα», ένα είδος πρακτικής ασκητισμού. Η «γιόγκα» επιτρέπει με διάφορους μεθόδους αναπνοής και ασκήσεων, να βρεθεί κανείς σε μια έκσταση, όπου παύει να υπάρχει η δυαδικότητα υποκειμένου και αντικειμένου και έτσι γίνεσαι ένα με το θείον. Προϋπόθεση δε, για την αποδοχή εκ μέρους των θεών τών αιτημάτων τού ανθρώπου αποτελεί η ακριβής τήρηση τού τυπικού, που καθορίζεται λεπτομερώς στον Κώδικα του Manu. Πάντως σύμφωνα με την«κάρμα – μάργκα», η θυσία προς τους θεούς προσφέρει και παράγει το παν. Αργότερα αναζητήθηκε βαθύτερη θεολογική ερμηνεία τού νοήματος τών τελετουργικών αυτών τύπων.

Η δεύτερη λυτρωτική κατεύθυνση, που επισημαίνουν κυρίως οι Ουπανισάδες(ιερά επεξηγηματικά κείμενα τών ιερών βιβλίων τού Ινδουισμού Βέδες), τονίζει ότι στο σύμπαν υπάρχει ένα μόνον Άτμαν (παγκόσμια ψυχή). Τα άλλα, τα επί μέρους άτμαν (ψυχές), αποτελούν διαφοροποιήσεις τού ενός. Η ινδική σκέψη ταυτίζει τελικά το ένα και μοναδικό Άτμαν με το Μπράχμαν (το Θείον). ΟιΟυπανισάδες, αναφερόμενες στην σωτηρία, τη «μόξα» (moksa), τονίζουν πως τελικός σκοπός, το οποίον πρέπει να επιδιώξει ο άνθρωπος, είναι η λύτρωση από την αδιάκοπη ροή της αναγέννησης (σαμσάρα). Και αυτό το κατορθώνει, όταν συνειδητοποιήσει την ταύτιση Άτμαν και Μπράχμαν. Ο άνθρωπος, αποτελώντας μια σπίθα τής παγκόσμιας ψυχής, του Άτμαν, δεν αποχωρίζεται από αυτή την ενότητα με ανυπακοή ηθικής τάξεως. Η υπέρτατη αρχή τού σύμπαντος, το Μπράχμαν, εφόσον είναι απρόσωπη, δεν μπορεί να προσβληθεί. Για την ινδική σκέψη λοιπόν, αμαρτία κυρίως είναι η άγνοια της ενότητας αυτής, δηλαδή του εγώ και του Μπράχμαν, η αποκαλούμενη «Avidya». Και η «Avidya»αυτή, πρέπει να υπερνικηθεί με τη γνώση και την εμπειρία, για να φθάσει κανείς στην έλλαμψη. Η θέληση επιστρατεύεται όχι για τη μεταμόρφωση τού κόσμου, αλλά για την απομάκρυνση τού ατόμου από αυτό τον κόσμο τής απάτης. Η ιδεώδης πορεία προς την σωτηρία σύμφωνα με τη «τζνάνα – μάργκα», διέρχεται δια τεσσάρων σταθμών: του σπουδαστή της θρησκείας, του έγγαμου οικογενειάρχη, του ερημίτη ασκητή και τέλος τού αγίου, ο οποίος πετυχαίνοντας με την αυτοσυγκέντρωση την ύψιστη γνώση, εκφεύγει οριστικώς τού «κάρμα» και του κύκλου τών μετενσαρκώσεων και απορροφάται από το απόλυτο Μπράχμαν, περιπίπτει δηλαδή στην τελική κατάσταση που ονομάζεταιSamadhi.

Η Μπαγκαβάτ – γκιτά, ένα από τα ιερότερα και από τα πιο αγαπημένα κείμενα τού Ινδουισμού, περιγράφει τον τρίτο δρόμο για την σωτηρία τού ανθρώπου την«μπάκτι – μάργκα». Ως  τρόπο σωτηρίας λοιπόν, απλούστερο και αμεσότερο, θεωρεί την αφοσίωση και την πλήρη εγκατάλειψη στην αγάπη κάποιας προσωπικής θεότητας, από τις εκατοντάδες χιλιάδες Θεούς και Θεές που διαθέτει ο Ινδουισμός και την λατρεία αυτής. Μάλιστα ο επιφανέστερος θεολόγος που τόνιζε την αφοσίωση και αγαπητική προσκόλληση σε μια ορισμένη θεότητα υπήρξε ο μεγάλος θεολόγος και ποιητής Ραμανούτζα (11ος – 12ος αιώνας μ.Χ.). Ο ίδιος είχε δώσει την θερμή του αγάπη στον θεό Βισνού και ιδιαίτερα σε μια ενσάρκωση αυτού στον κόσμο, τον Κρίσνα.

Πάντως και οι τρεις δρόμοι για την λύτρωση των πιστών τού Ινδουισμού, περιέχονται στον Κώδικα του Manu που γράφτηκε περίπου το 200 π. Χ., η δεΜπαγκαβάτ – γκιτά επιχειρεί τον συνδυασμό των τριών αυτών δρόμων σε ένα, θέτοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ολόψυχο αφοσίωση προς τον θεό Κρίσνα, ο οποίος αποτελεί και τον κεντρικό ήρωα αυτής.

Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την Μπαγκαβάτ – γκιτά το οποίο περιγράφει πως ο θεός Κρίσνα διδάσκει τους τρόπους ένωσης με αυτόν:

«Σ’ εκείνους που … αφιερώνοντας όλες τις πράξεις τους σ’ εμένα και θεωρώντας με ως τον ύψιστο σκοπό με λατρεύουν, διαλογιζόμενοι πάνω σ’ εμένα με αποκλειστική αφοσίωση, που έχουν το νου τους προσηλωμένο σ’ εμένα, εγώ, χωρίς καθυστέρηση, έρχομαι να τους λυτρώσω απ’ τον ωκεανό αυτού του κόσμου τού θανάτου. Τοποθέτησε το νου σου μόνο σ’ εμένα προσήλωσε την κατανόησή σου σ’ εμένα. Σ’ εμένα τότε θα κατοικείς από κει και πέρα χωρίς αμφιβολία. Αλλά αν δεν μπορείς να προσηλώσεις το νου σου σταθερά σ’ εμένα, τότε … ας είναι οι πράξεις εξευμενισμού μου ο υψηλότερος σκοπός σου. Ακόμη και με το να κάνεις πράξεις για να με εξευμενίσεις θα φτάσεις στην τελειότητα. Αν δεν μπορείς να κάνεις ακόμη κι αυτό, τότε κατάφυγε στην αφοσίωση σ’ εμένα και, με αυτοσυγκράτηση, εγκατάλειψε όλους τους καρπούς τών πράξεών σου … Εκείνος ο πιστός μου που είναι αδιάφορος, καθαρός, αμερόληπτος, ελεύθερος από θλίψη, που εγκαταλείπει όλες τις πράξεις [που έχουν σκοπό την απόκτηση των καρπών], μου είναι πολύ αγαπητός … Εκείνος που είναι ίδιος προς το φίλο του και προς τον εχθρό, ίδιος προς την τιμή και την ατιμία, προς το κρύο και τη ζέστη, προς την ευχαρίστηση και τον πόνο, που είναι ελεύθερος από προσκολλήσεις, εκείνος για τον οποίον ο έπαινος και ο ψόγος είναι το ίδιο, που είναι σιωπηλός, ευχαριστημένος με οτιδήποτε, ανέστιος, με σταθερό νου και γεμάτος αφοσίωση, εκείνος μου είναι πολύ αγαπητός». Μπαγκαβάτ – γκιτά, ΧΙΙ

Παρόλο που η αναζήτηση τής «μόξα» (moksa) δεν υπήρξε ποτέ το ιδεώδες παρά μόνο για μια μικρή μειοψηφία πιστών τού Ινδουισμού, η απελευθέρωση ήταν πάντα για όλους ένας θρησκευτικός κανόνας που επηρέαζε τη ζωή τους. Και αυτό συνέβαινε επειδή η «μόξα» (moksa) καθόριζε όχι μόνο τις ιεραρχικές αξίες των κοινωνικών θεσμών, των θρησκευτικών δογμάτων και λατρευτικών εθίμων των Ινδών, αλλά και τον τρόπο λειτουργίας τής ινδικής φιλοσοφίας, η οποία οφείλει να εξετάζει τι πρέπει να κάνει ο άνθρωπος για να κατακτήσει την αληθινή ευτυχία και τι πρέπει να κατανοήσει, μέσα από την άμεση πείρα, για να διαφύγει από τη σαμσάρα (τη δουλεία) και να αποκτήσει πνευματική ελευθερία. Ενώ όσοι δεν έχουν εμβαθύνει στη βραχμανική σκέψη έχουν αόριστη μόνο ιδέα για τα δόγματα τού «κάρμα» και τής «μόξα», στα ημιλαϊκά στρώματα των Ινδών, τα δόγματα αυτά αποτέλεσαν κίνητρα στοχασμού σε μεγάλη έκταση.

Για τον κοινό ινδουιστή, ο κύριος σκοπός τής εγκόσμιας ζωής είναι η συμμόρφωση στις κοινωνικές υποχρεώσεις και τα λατρευτικά καθήκοντα και στους πατροπαράδοτους κανόνες συμπεριφοράς της κάστας του, δηλαδή στην κοινωνική θέση που ανήκει υποχρεωτικά εκ γενετής βάσει της θρησκείας τού Ινδουισμού, τής οικογένειάς του και του επαγγέλματός του. Στα καθήκοντα αυτά και στις υποχρεώσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται ένα προσωπικό, ατομικό«ντάρμα» (κανόνας και καθήκοντα), δηλαδή η σταθερότητα, ο νόμος, η τάξη και η θεμελιώδης ισορροπία στο σύμπαν, στη φύση και στην κοινωνία, που δεν πρέπει να παραβιάζονται από τον φόβο ανεπιθύμητων αποτελεσμάτων. Το«σανατάνα (πατροπαράδοτο) ντάρμα» – όρος που  χρησιμοποιεί ο κάθε ινδουιστής για τη δική του θρησκεία – είναι έννοια παρόμοια με τη «θρησκευτική πρακτική» της Δυτικής σκέψης. Έτσι, η θρησκεία για τον ινδουιστή είναι παράδοση και κληρονομιά, ένας τρόπος ζωής και ένας τρόπος σκέψης. Στην πράξη, είναι η ορθή εφαρμογή μεθόδων που του εξασφαλίζουν ευημερία στη ζωή και μια καλή κατάσταση στον «άλλο κόσμο».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Αρχιεπισκόπου Τιράνων Αναστασίου Γιαννουλάτου: «Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού»

  2. Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος – Larousse – Britannica»

  3. Εγκυκλοπαίδεια «Επιστήμη και Ζωή»

  4. «Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια»

  5. «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (Θ.Η.Ε)»

6. Σχολικό Εγχειρίδιο Θρησκευτικών «Χριστιανισμός και Θρησκεύματα» Β΄Γενικού Λυκείου, 2009

http://antiairetikos.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Μαΐου, 2016

Διαβάζοντας κάποιος το Ευαγγέλιο διαπιστώνει πως ο Χριστός είχε σχεδόν σε καθημερινή βάση διαλόγους για τη Βασιλεία του Θεού, τον ερχομό του Μεσσία, τη στάση του πιστού Ισραηλίτη απέναντι στο Θεό και τους συνανθρώπους του, αλλά και για άλλα θρησκευτικά θέματα με διάφορες θρησκευτικές ομάδες του Ισραήλ όπως λ.χ. τους Φαρισαίους, Σαδδουκαίους κ.λ.π.

Γι’ αυτό λοιπόν είναι καιρός να γνωρίσουμε πιο καλά αυτές τις ομάδες και να δούμε το θρησκευτικό πιστεύω τους, την αποδοχή που είχαν από τον κόσμο, τη σχέση τους με τους κατακτητές Ρωμαίους και άλλα θέλουμε να πιστεύουμε ενδιαφέροντα πράγματα γι’ αυτούς. Πάντως, ότι γνωρίζουμε γι’ αυτούς, εκτός βέβαια της Καινής Διαθήκης, μας τα κάνει γνωστά ο σπουδαίος και μοναδικός Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος 37 – 100 μ.Χ.

Ξεκινάμε με την πιο γνωστή θρησκευτική ομάδα, με την οποία ο Χριστός είχε την μεγαλύτερη αντιπαράθεση, και εκτόξευσε εναντίον της, λίγο πριν τον μαρτυρικό του θάνατο τα περίφημα «ουαί». Και αυτή η ομάδα δεν είναι άλλη από τους περίφημους Φαρισαίους.

Φαρισαίοι: Για τους Φαρισαίους σχεδόν όλοι οι πιστοί – λόγω της διήγησης των Ευαγγελίων – έχουν συγκεχυμένες έως λάθος εντυπώσεις. Πιστεύουν λ.χ. ότι ήταν όλοι υποκριτές, πως ήταν μισητοί από τον κόσμο και εξαιτίας των εικόνων που βλέπουν ή των ταινιών που αναφέρονται σ’ αυτούς έτσι που τους βλέπουν να φορούν τα φαρδιά ρούχα της εποχής εκείνης που θυμίζουν τα ράσα των κληρικών, νομίζουν πως ήταν ιερείς. Όπως θα δούμε όμως, όλα αυτά είναι λάθος. Η λέξη «Φαρισαίος» προέρχεται από την εβραϊκή «περουσίμ» και σημαίνει «αποκομμένος», «αποχωρισμένος», «ξεχωρισμένος», αφιερωμένος δηλαδή στο Θεό και τηρητής όλων των κανόνων τελετουργικής αγνότητας. Πρωτοεμφανίστηκαν στα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. Ήθελαν να ξεχωρίζουν από τους άλλους τους πολλούς και ιδιαίτερα τον απλό λαό, που τους θεωρούσαν αμαρτωλούς, επειδή αγνοούσαν τις διατάξεις του Μωσαϊκού νόμου. Ήταν κίνημα λαϊκό, όχι ιερατικό, από την τάξη των επαγγελματιών, που αποχωρίστηκε από τους παλαιότερους ευσεβείς ζηλωτές του νόμου, είχαν όμως μεγάλη επιρροή στις Συναγωγές. Δεν ήταν ιδιαίτερα πλούσιοι και οι περισσότεροι ήταν γεωργοί, τεχνίτες και έμποροι. Στις τάξεις τους ανήκαν και πολλοί Γραμματείς, ερμηνευτές δηλαδή του Νόμου. Πίστευαν πως τηρώντας τον Μωσαϊκό Νόμο κατά γράμμα, δηλαδή με κάθε λεπτομέρεια και σχολαστικότητα εξασφάλιζαν την σωτηρία τους. Αυτό τους έκανε να αισθάνονται υπερήφανοι για τον εαυτό τους και να υποτιμούν όλους τους άλλους, τους οποίους θεωρούσαν αμαρτωλούς. Πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών, την ύπαρξη των αγγελικών δυνάμεων και τη θεία πρόνοια. Πίστευαν ακόμη στην κρίση και στην ανταπόδοση στον καθένα ανάλογα με τα έργα του. Περίμεναν τον Μεσσία όχι ως πνευματικό ηγέτη που θα σώσει τους ανθρώπους από το κακό και την αμαρτία αλλά ως κοσμικό εθνικό ηγέτη που θα ελευθερώσει τους Ιουδαίους από τους Ρωμαίους κατακτητές και θα εγκαθιδρύσει παγκόσμια κυριαρχία.

Οι Φαρισαίοι έδειχναν την ευσέβειά τους με επιδεικτικό τρόπο. Τηρούσαν σχολαστικά τα Σάββατα, τις γιορτές, τις νηστείες και τους καθαρμούς. Προσεύχονταν δημόσια, φορούσαν μεγάλα «φυλακτήρια»και φάρδαιναν τις άκρες από τα πανωφόρια τους για να ξεχωρίζουν από τους άλλους. Είχαν την πεποίθηση ότι η χάρη και η βοήθεια του Θεού ανήκαν δικαιωματικά μόνο σ’ αυτούς, αφού αυτοί γνώριζαν και εφάρμοζαν πιστά τις εντολές του. Θεωρούσαν τις διατάξεις των Γραμματέων, που στηρίζονταν στις παραδόσεις των πατέρων, ισάξιες με το Νόμο του Θεού και ζώντας υποκριτικά όχι μόνο δεν βοηθούσαν το λαό να διορθωθεί, αλλά του έδειχναν ένα λαθεμένο δρόμο. Παρ’ όλα αυτά είχαν κατορθώσει να κερδίσουν την εκτίμησή του και ήταν πολλοί αγαπητοί στο λαό. Η στάση τους απέναντι στους Ρωμαίους κατακτητές ήταν άλλοτε επιφυλακτική κι άλλοτε αρνητική. Άξιο μνείας είναι και το γεγονός πως και ο Απόστολος Παύλος, πριν γίνει Χριστιανός ανήκε στους Φαρισαίους.

Υπήρχαν και αξιόλογοι Φαρισαίοι, πράγμα που αναγνωρίζεται και από το Χριστό, αφού όπως περιγράφουν τα Ευαγγέλια (Λουκάς 7:36 – 50) δέχτηκε την πρόσκληση του Φαρισαίου Σίμωνα και συνέφαγε μαζί του. Σύμφωνα με τον Ιουδαίο ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο στα χρόνια του Χριστού οι Φαρισαίοι ήταν περίπου 6.000.

Σαδδουκαίοι: Ιδιαίτερη ομάδα της Ιουδαϊκής κοινωνίας, αποτελούσαν οι Σαδδουκαίοι. Υπήρχαν από παλιά, αλλά δραστηριοποιήθηκαν μετά τη Μακκαβαϊκή επανάσταση (165 π.Χ.). Ήταν πλούσιοι και μορφωμένοι – είχαν μάλιστα επηρεαστεί από τον ελληνιστικό τρόπο ζωής – και, αν και λίγοι αριθμητικά, ασκούσαν μεγάλη επιρροή στα θρησκευτικά και πολιτικά πράγματα της χώρας. Ανήκαν στην ανώτερη κοινωνία και είχαν στενούς δεσμούς με το ιερατείο των Ιεροσολύμων. Την ονομασία τους την οφείλουν στον πρώτο αρχιερέα του Ναού, τον Σαδδώκ, που ιεράτευσε στα χρόνια του βασιλιά Δαβίδ. Από το 6 – 70 μ.Χ. όλοι σχεδόν οι αρχιερείς προέρχονταν από αυτούς. Οι Σαδδουκαίοι, όπως και οι Φαρισαίοι, ήταν μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου του ανώτατου δηλαδή διοικητικού, δικαστικού και θρησκευτικού οργάνου των Ιουδαίων, και είχαν για κύριο έργο τους την αντιμετώπιση των θεμάτων του Ναού. Ασχολούνταν με τις υποθέσεις του Ναού και την διαχείριση της περιουσίας του (ήταν οι θησαυροφύλακες) και φρόντιζαν με κάθε επιμέλεια και σχολαστικότητα για τις ιεροτελεστίες.

Αντίθετα από τους Φαρισαίους οι Σαδδουκαίοι απέρριπταν τις παραδόσεις των πατέρων και δέχονταν μόνο το γραπτό νόμο, δηλαδή όσα έγραφαν τα πέντε πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης (Γένεσις, Έξοδος, Λευιτικό, Αριθμοί, Δευτερονόμιο), και έδιναν βαρύτητα στις θυσίες και τις τελετές του Ναού. Δεν πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών και την ύπαρξη των αγγέλων ή πνευμάτων, ούτε δέχονταν πως ο Θεός ελέγχει τις πράξεις των ανθρώπων και κάνει κρίση των πράξεων αυτών. Ονομαστός είναι ο διάλογος που διεξήγε ο Χριστός με τους Σαδδουκαίους για την ανάσταση των νεκρών (Λουκάς 20:27 – 40), όταν θέλοντας να τον παγιδέψουν και να τον εξευτελίσουν, τον ρώτησαν σε ποιον από τους επτά αδελφούς θα ανήκε η γυναίκα όταν θα γίνει η ανάσταση των νεκρών, η οποία λόγω του ανδραδελφικού νόμου που ίσχυε στο Ισραήλ είχε παντρευτεί διαδοχικά και τα επτά αδέλφια, με τον Χριστό να τους αποστομώνει λέγοντας: «… Κατά την ανάσταση εκ νεκρών, ούτε νυμφεύονται ούτε παντρεύονται, ούτε είναι δυνατόν να πεθάνουν πλέον, διότι είναι ίσοι προς τους αγγέλους και είναι υιοί του Θεού». Με τους Ρωμαίους κατακτητές διατηρούσαν καλές σχέσεις, επειδή αυτό εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους, γεγονός που τους έκανε μισητούς στο λαό.

Ζηλωτές: Ήταν μια μικρή, φανατική και δυναμική ομάδα, η οποία αποσχίστηκε από τους Φαρισαίους, μετά την κατάκτηση της Παλαιστίνης από τους Ρωμαίους. Ιδρυτής του θεωρείται ο Ιούδας ο Γαυλωνίτης, γιος του Εζεκία. Ονομάστηκαν έτσι επειδή γνώρισμά τους ήταν ο υπερβολικός ζήλος για την τύχη του έθνους τους. Το όνομά τους προέρχεται από την εβραϊκή λέξη «Κανά». Κατά μία άλλη εκδοχή, πιστεύεται πως το όνομά τους προήλθε από τη λέξη «ζήλη», που ήταν ένα μικρό εγχειρίδιο, το οποίο έκρυβαν επιμελώς στα φαρδιά ρούχα της εποχής εκείνης και με το οποίο φόνευαν τους Ρωμαίους στρατιώτες ή τους συνεργάτες των Ρωμαίων. Πίστευαν ότι ο εκλεκτός λαός του Θεού δεν ήταν δίκαιο να είναι σκλαβωμένος στους Ρωμαίους. Γι’ αυτό αρνούνταν να πληρώνουν φόρο στους κατακτητές. Οι Ζηλωτές δηλαδή, στήριξαν τον εθνικοθρησκευτικό τους ενθουσιασμό στη σκέψη ότι, αφού ο Θεός είναι ο μόνος κύριος και κυβερνήτης του λαού του, δεν επιτρέπεται στους Ιουδαίους να αναγνωρίζουν την κυριαρχία του Καίσαρα της Ρώμης και να πληρώνουν φόρο υποτέλειας. Κατά καιρούς οργάνωναν μικροεπαναστάσεις, τις οποίες οι Ρωμαίοι κατέπνιγαν στο αίμα, και όσους Ζηλωτές συλλαμβάνανε τους καταδίκαζαν σε θάνατο δια του σταυρού. Πίστευαν ότι με τα όπλα και την αντίσταση και όχι με την πιστή τήρηση του Νόμου και την υπομονή θα πετύχαιναν την εθνική τους ανεξαρτησία και θα βοηθούσαν στον ερχομό της Βασιλείας του Θεού. Πολλοί από αυτούς συνεπαρμένοι από το όραμα αυτό αυτοανακηρύσσονταν Μεσσίες, οργάνωναν απελευθερωτικά κινήματα και υποκινούσαν εξεγέρσεις, με αποτέλεσμα όπως είπαμε να καταπνίγονται στο αίμα και ο λαός να γνωρίζει σκληρότερη καταπίεση. Πιστεύεται πως ο Σίμων ο Κανανίτης, πριν γίνει μαθητής του Χριστού, πρέπει να ήταν ένας από αυτούς και πολύ πιθανόν και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης.  

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Σχολικό εγχειρίδιο Θρησκευτικών, Α΄ Γυμνασίου, 1997

Σχολικό εγχειρίδιο Θρησκευτικών, Β΄ Γυμνασίου, 2001

http://antiairetikos.blogspot.gr/2016/05/blog-post.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΩΡΑΚΑΜΕΝ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΟΥΜΕΝ ΚΑΙ ΑΠΑΓΓΕΛΟΜΕΝ ΥΜΙΝ ΖΩΗΝ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαΐου, 2016

 

Αγαθή συγκυρία έκανε να συμπίπτει η Κυριακή του Θωμά με την μνήμη του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Από την μία ο μαθητής ο οποίος αμφισβήτησε την ανάσταση του Χριστού και κλήθηκε να ψηλαφήσει  τον Αναστημένο Κύριο, για να ομολογήσει «ο Κύριός μου και ο Θεός μου», και από την άλλη, ο ευαγγελιστής της αγάπης, ο οποίος ξεκινά την πρώτη από τις τρεις καθολικές επιστολές του με την περίφημη φράση:  «ό ην απ’ αρχής, ό ακηκόκαμεν, ό εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ό εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του λόγου της ζωής και η ζωή εφανερώθη, και εωράκαμεν και μαρτυρούμεν και απαγγέλομεν υμίν την ζωήν την αιώνιον, ήτις ην προς τον πατέρα και εφανερώθη ημίν» (Α’  Ιωάν. 1, 1-2), δηλαδή «σας γράφουμε για τον Ζωοποιό Λόγο, που υπήρχε εξαρχής. Εμείς τον έχουμε ακούσει και τον έχουμε δει με τα ίδια μας τα μάτια. Μάλιστα τον είδαμε από κοντά, και τα χέρια μας τον ψηλάφησαν. Όταν η ζωή φανερώθηκε, την είδαμε με τα μάτια μας. Καταθέτουμε λοιπόν τη μαρτυρία μας και σας μιλάμε για την αιώνια ζωή που ήταν με τον Πατέρα, φανερώθηκε όμως σ’  εμάς».

        Λόγια συγκλονιστικά, τα οποία όμως εκφέρονται από πρόσωπα τα οποία υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες και κοινωνοί της σχέσης με τον Αναστημένο Χριστό. Δεν είναι πεποιθήσεις περί Χριστού. Δεν είναι ιδέες και φιλοσοφίες. Είναι η προσωπική εμπειρία. Γι’  αυτό δεν χωρά συζήτηση περί της αυθεντικότητας της. Η όποια συζήτηση μπορεί να γίνει στο πεδίο της πίστης. Κατά πόσον η εμπειρία είναι αληθινή. Και η εμπειρία αυτή έχει να κάνει με το γεγονός της Αναστάσεως, όχι με την ζωή που οι μαθητές έζησαν κοντά στον Χριστό. Η ιστορικότητα του προσώπου του Κυρίου δεν αμφισβητείται. Η πίστη ότι είναι ο Αναστημένος Θεός έχει να κάνει με τον καθένα μας. Και οι δύο απόστολοι τολμούν και δίδουν τη δική τους αυθεντική μαρτυρία, όπως την έδωσαν και οι υπόλοιποι που Τον είδαν, συνομίλησαν, συνέφαγαν, Τον άκουσαν να διδάσκει και πάλι τη πλήρη αλήθεια και αποκάλυψη για το πρόσωπό Του, είδαν τα σημάδια από τα καρδιά και τη λόγχη να είναι χαραγμένα στο σώμα Του και μ’  αυτά να ανεβαίνει στον ουρανό. Είναι η μαρτυρία της πρώτης Εκκλησίας, η οποία δε στηρίχτηκε μόνο στις εμπειρίες των αποστόλων, αλλά και σε εκείνους και εκείνες που έζησαν με τον Χριστό τόσο στο έργο Του εν τω κόσμω, όσο και μετά την Ανάστασή Του και αποτέλεσαν επιπλέον μάρτυρες της αλήθειας. Αλλά και σύμπασα η Εκκλησία, δια των Αγίων της, μαρτυρεί στους αιώνες το μήνυμα της αναστάσιμης χαράς.

       «Εωράκαμεν», λέει ο Ιωάννης. Στην Ανάσταση συμμετέχουν οι ανθρώπινες αισθήσεις. Την Ανάσταση την προσλαμβάνουμε και με το σώμα μας και όχι μόνο με το πνεύμα μας. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός μας καλεί σε μία νέα σχέση τόσο με τον εαυτό μας όσο και με τον συνάνθρωπο και τον κόσμο. Το σώμα μας δεν είναι αμαρτωλό, δεν είναι περιφρονητέο, δεν είναι υποδεέστερο του πνεύματος. Αφού ο Χριστός ζητά και αφήνεται να Τον δούμε με τα σωματικά μάτια, να Τον ακούσουμε με τα αυτιά μας, να Τον ψηλαφήσουμε με την αφή μας, αυτό σημαίνει ότι το σώμα έχει ευλογία από τον Θεό. Και το δικό μας σώμα λοιπόν καλείται να γίνει μάρτυρας της Ανάστασης.

Αυτό επιτυγχάνεται πρωτίστως με την μετοχή μας στο ποτήριο της Ευχαριστίας, στο οποίο κοινωνούμε το Σώμα του Χριστού, γευόμενοι της πηγής της αθανασίας. Ο άρτος και ο οίνος δε λειτουργούν ως υλικά στοιχεία, αλλά έχουν μεταβληθεί με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος σε σώμα και αίμα του Αναστημένου Χριστού. Επιτυγχάνεται ακόμη με τη θέα του φωτός και του κάλλους με το οποίο ο Θεός έχει προικίσει τον κόσμο. Το φως είναι υλικό. Όμως εικονίζει και το πνευματικό φως, τη χαρά και την αισιοδοξία δια της οποίας ο Θεός μας βεβαιώνει ότι ο θάνατος νικήθηκε. Βλέποντας τα μεγαλεία της δημιουργίας, τις συνεχόμενες αναστάσεις της φύσης και την ανακαίνιση της ζωής, δεν μπορεί παρά κάποιος να δοξάσει τον Θεό για το σχέδιό Του και να αισθανθεί ότι αν για τον κόσμο ο Θεός έχει δώσει τέτοια ευλογία, πόσο μάλλον για τον άνθρωπο. Αλλά το δικό μας σώμα γεύεται τον τρόπο της ανάστασης δια της τιμής των λειψάνων των Αγίων. Ο ασπασμός και η προσκύνησή τους είναι σημείο της τιμής και της μετοχής στην ανάσταση. Διότι δεν είναι οστά νεκρών, αλλά ζώντων. Θαυματουργούν. Ελεούν. Προσεύχονται για μας. Μένουν ζώντες στις καρδιές και τη μνήμη μας. Δίνουν τα ονόματά τους στους ανθρώπους.  Με τη ζωή και το θάνατό τους δείχνουν ότι υπάρχει ελπίδα και νόημα. Αναστάσιμο.

«Μαρτυρούμεν», λέει ο Ιωάννης. Δεν αρκεί απλώς η μετοχή των αισθήσεων. Η μαρτυρία της Αναστάσεως δίνεται από τον άνθρωπο ο οποίος προσπαθεί στη ζωή του να αγωνιστεί, ώστε να νικηθεί το κακό και ο θάνατος, όπως κι αν αυτός εκφράζεται. Να νικηθεί ο θάνατος της αμαρτίας, ως χωρισμού από τον Θεό. Ο θάνατος του μίσους ή της αδυναμίας της αγάπης να κυβερνήσει την ύπαρξη. Ο θάνατος που γεννιέται από τον φόβο. Ο θάνατος ως αίσθηση ανυπαρξίας. Ο θάνατος ως απελπισία για τα όσα ο κόσμος υπόσχεται και δεν μπορεί να πραγματοποιήσει. Ο θάνατος των σταυρών που αποκρύπτουν ότι το μνήμα σε λίγο θα είναι κενό. Ο θάνατος της αδυναμίας για συγχώρεση και της επιλογής για εκδίκηση. Αυτή η μαρτυρία δίνεται από όποιον θέλει να είναι χριστιανός στο ήθος και τον τρόπο της Εκκλησίας. Στα μυστήρια, αλλά και στη συνάντηση με τον πλησίον, που γίνεται αφόρμηση ανάστασης για κάθε σχέση.

«Απαγγέλομεν υμίν ζωήν την αιώνιον», λέει ο Ιωάννης. Αν σε κάτι ξεχωρίζουμε οι χριστιανοί από τις άλλες θρησκείες, είναι η αναγγελία και η υπόσχεση και η βίωση της αιωνιότητας. Οι θρησκείες μιλούν άλλες για απολαύσεις της ψυχής, άλλες για μετενσαρκώσεις για να καθαριστεί η ψυχή από το κακό προσλαμβάνοντας άλλο σώμα, άλλες για παρουσία πνευμάτων ανάμεσά μας, όμως καμία δεν δίδει την απαγγελία της αιωνιότητας με τον Θεό. Οι θεότητες των άλλων θρησκειών δίδουν στους πιστούς τους χαρές, αλλά δεν είναι μαζί τους. Δεν κοινωνούν το φως και τη χαρά και την αγάπη πρόσωπο προς πρόσωπο, όπως γίνεται στη δική μας πίστη. Δια του Προσώπου του Αναστημένου Θεανθρώπου σωζόμαστε και ως πρόσωπα βιώνουμε την αιωνιότητα όντας σε κοινωνία με τον Χριστό. Δεν είναι ένας Θεός που μας αφήνει μόνους ή έστω με τα αγαθά μας ή με τους σταυρούς μας, αλλά ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής ο Οποίος είναι πάντοτε παρών μαζί μας πάσας τας ημέρας.

Αυτή είναι η εμπειρία της Εκκλησίας την οποία καλούμαστε να ψηλαφήσουμε, να ζήσουμε, να χαρούμε στο φως της Ανάστασης, μαζί με τους μαθητές και τους αγίους μας!

Χριστός Ανέστη!

Κέρκυρα, 8 Μαΐου 2016 – π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα μηνύματα της Ανάστασης και οι νέοι.

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαΐου, 2016

Τρία είναι τα μηνύματα που ο Αναστημένος Χριστός απηύθυνε στους μαθητές και στις μυροφόρες γυναίκες, συναντώντας τους. Η χαρά, η ειρήνη και η συγχώρεση είναι οι τρεις κατευθυντήριοι άξονες στον τρόπο που η Εκκλησία βιώνει την Ανάσταση. Χαρά διότι ο θάνατος νικήθηκε, όχι μόνο ως προς την βιολογική του πλευρά, αλλά και σε κάθε μορφή του. Όποιος πιστεύει στον Αναστημένο Χριστό παίρνει δύναμη να νικήσει το μίσος, τη διάσπαση, τον εγωκεντρισμό, που αποτελούν τρόπους πνευματικού θανάτου στη ζωή μας. Ειρήνη, διότι η καρδιά μας παύει να έχει άγχος όταν εμπιστεύεται τον Κύριο, ο Οποίος μας δίνει την βεβαιότητα της ύπαρξης πρόνοιας για τον καθέναν μας. Αλλά και συγχώρεση για ό,τι μας χωρίζει από τον Θεό, όπως επίσης και ως έμπρακτη απόδειξη ότι μπορούμε να συνυπάρξουμε με την εικόνα Του, που είναι ο κάθε άνθρωπος, πέρα από τις όποιες διαφορές, από το ό,τι ούτε εκείνος ούτε εμείς είμαστε όπως θέλει ο ένας τον άλλο.

Αυτά τα τρία μηνύματα αποτυπώνουν τον νεανικό χαρακτήρα της χριστιανικής πίστης.  Ο νέος θέλει ζωή. Δεν του ταιριάζει ο θάνατος. Θέλει χαρά, διότι νιώθει ότι ο χρόνος είναι μπροστά του και θέλει να τον γεμίσει με τη δημιουργικότητά του, όπως επίσης και να μπορέσει να ζήσει την ομορφιά της κοινωνικότητας και της αγάπης μέσω των ανθρώπινων σχέσεων. Και είναι αυθόρμητος ο νέος στις σχέσεις του, διότι η καρδιά του είναι ειρηνική. Θεωρεί ακατανόητο κάποιος να μην τον αποδέχεται και ο ίδιος, ακόμη κι αν κάποτε γκρινιάζει, χαίρεται αποδεχόμενος όλους. Παράλληλα, εύκολα μπορεί να συγχωρέσει. Ένα χαμόγελο, η υπόσχεση για καινούργια αρχή στις σχέσεις με τους άλλους, οι δεύτερες ευκαιρίες είναι ο τρόπος των νέων.

Σ’ αυτά τα μηνύματα η εποχή μας άλλαξε προσανατολισμό, ώστε να μην είναι προϋπόθεση για τη βίωσή τους η σχέση με τον Αναστημένο Χριστό. Η χαρά θεωρήθηκε ότι μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τον εγκλωβισμό στο εγώ. Μετατράπηκε σε ευχαρίστηση με εντυπωσιασμό από το ανούσιο, την εικονική πραγματικότητα, τις επιφανειακές σχέσεις στις οποίες προϋπόθεση είναι η επιθυμία για απόλαυση και όχι το μοίρασμα και η ευθύνη. Η ειρήνη έγινε δικαίωμα να κάνω παρέα με όποιον μου λέει ευχάριστα, με κολακεύει, μου κρύβει την αλήθεια, μόνο και μόνο για να αισθανθώ σημαντικός. Η συγχώρεση πάλι υποβαθμίστηκε σε σχέση με την μοναδικότητά μου, με την ανάγκη οι άλλοι να προσαρμοστούν σ’  αυτό που εγώ θέλω: «Σ’  όποιον αρέσουμε»!

Η στάση του πολιτισμού δεν πέτυχε τον στόχο της, να είναι ο νέος ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Συνήθως τον μετατρέπει σε ένα εγωιστικό, ιδιότροπο, απορροφημένο από τον εαυτό του άτομο και τον κάνει να παραιτείται από την αυθεντική κοινωνικότητα, η οποία περνά τόσο από το «ανήκειν», όσο και από τον κόπο της αγάπης. Τον ταύτισε με τους μεγαλυτέρους και του στέρησε την αυθεντική χαρά να ονειρεύεται, να ελπίζει, να παλεύει.

 Είναι αδιέξοδος αυτός ο δρόμος. Η Εκκλησία συνεχίζοντας να δείχνει τον Αναστημένο Χριστό επιμένει ότι ο δρόμος της χαράς, της ειρήνης, της συγχώρεσης, ακόμη κι αν απαιτεί υπέρβαση του εαυτού, δίνει ζωή και αλήθεια. Διότι τελικά μόνο η Ανάσταση είναι η αυθεντική απάντηση στην αγωνία όλων και ιδιαιτέρως των νέων για περίσσεια ζωής, ελπίδα και νίκη της καρδιάς!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα  «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 4 Μαΐου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος – Εις την Καινὴν Κυριακὴν και εις τον Ἀπόστολο Θωμά

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαΐου, 2016

Η ΨΗΛΑΦΗΣΙΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ_3

Ἔρχομαι νὰ καταβάλλω χωρὶς ἄλλο τὴν ὀφειλή μου. Γιατὶ κι ἂν εἶμαι φτωχὸς ὅμως θέλω νὰ ἀποσπάσω βίαια τὴν εὐγνωμοσύνη σας. Ἔδωσα τὴν ὑπόσχεση νὰ σᾶς φανερώσω τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ καὶ τώρα ἔρχομαι νὰ τὴν ἐκπληρώσω. Τὶς πρῶτες ὀφειλὲς πρῶτα βιάζομαι νὰ ἐξοφλῶ, γιὰ νὰ μὴ μὲ πνίξουν οἱ τόκοι ποὺ μαζεύονται. Συνεργαστῆτε καὶ σεῖς στὴν καταβολὴ τοῦ χρέους μου καὶ ἱκετέψετε τὸ Θωμᾶ, νὰ βάλῃ στὰ χείλη μου τὸ ἅγιο χέρι του, ποὺ ἄγγιξε τὴν πλευρὰ τοῦ Κυρίου, νὰ νευρώσῃ τὴ γλῶσσα μου, γιὰ νὰ σὰς ἐξηγήσῃ ὅσα ποθῆτε. Κι ἐγὼ παίρνοντας θάρρος ἀπὸ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἀποστόλου καὶ μάρτυρα Θωμᾶ διαλαλῶ τὴν πρώτη του ἀπιστία καὶ τὴν ὕστερη ὁμολογία, ποὺ εἶναι τῆς Ἐκκλησίας κρηπίδα καὶ θεμέλιο…
Ὅταν μπῆκε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάς του, ἐνῷ οἱ πόρτες ἦσαν κλεισμένες καὶ βγῆκε πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὁ Θωμᾶς ἔλειπε μονάχα. Ἦταν κι αὐτὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας. Ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ μαθητοῦ νὰ προξενήσῃ περισσότερη ἀσφάλεια καὶ βεβαιότητα. Γιατὶ ἂν ἦταν μαζὶ ὁ Θωμᾶς, δὲ θὰ εἶχε βέβαια ἀμφιβολία· κι ἂν δὲν εἶχε ἀμφιβολία, δὲν θὰ ζητοῦσε μ᾿ ἐπιμονή· καὶ ἂν δὲν ζητοῦσε, δὲ θὰ ψηλαφοῦσε· ἂν ὅμως δὲν ψηλαφοῦσε, δὲ θὰ ὡμολογοῦσε τὸν Κύριο καὶ Θεὸ κι ἂν δὲν ὡμολογοῦσε Κύριο καὶ Θεό, τὸ Χριστό, δὲ θὰ εἴχαμε ἐμεῖς διδαχθῆ νὰ τὸν δοξολογοῦμε μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ὥστε μὲ τὴν ἀπιστία του ὁ Θωμᾶς μᾶς ποδηγέτησε πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ ὅταν ἦρθε ὕστερα σταθεροποίησε τὴν πίστη μας.

Έλεγαν λοιπὸν οἱ μαθηταὶ στὸ Θωμᾶ ὅταν ἦρθε. Ἔχομε δεῖ τὸν Κύριο, ἔχομε δεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπε· ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ἔχομε δεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπε ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀλήθεια· καὶ βρήκαμε τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων νὰ λάμπῃ μέσα στὰ πράγματα. Ἔχομε δεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπε· σὲ τρεῖς ἡμέρες σηκώνομαι, κι ἀφοῦ εἴδαμε μὲ τὰ μάτια μας τὴν ἀνάσταση προσκυνήσαμε αὐτὸν ποὺ ἀναστήθηκε. Τὸν ἀκούσαμε νὰ μᾶς λέῃ «εἰρήνη σ᾿ ἐσᾶς», κι ἀλλάξαμε τὸ σκοτισμὸ τῆς λύπης σὲ γαλήνια χαρά. Εἴδαμε τὰ χέρια του ποὺ δέχτηκαν τὶς αἰχμὲς τῶν καρφιῶν, εἴδαμε τὰ χέρια ποὺ κατηγοροῦν τὴ λύσσα τῶν θεομάχων σκυλιῶν, εἴδαμε τὰ χέρια ποὺ ὕφαναν τὴν ἀφθαρσία μας. Εἴδαμε καὶ τὴν πλευρὰ ποὺ κραυγάζει καθαρώτερα ἀπὸ κάθε κήρυκα τὴν καλωσύνη τοῦ πληγωμένου. Εἴδαμε τὴν ἴδια τὴν πλευρά, ποὺ οἱ ἄγγελοι ὑμνοῦν καὶ οἱ πιστοὶ σέβονται καὶ οἱ δαίμονες τρέμουν. Δεχτήκαμε καὶ τὴ θεϊκὴ πνοὴ ἀπὸ τὸ θεϊκὸ στόμα του, φύσημα πνευματικό, φύσημα ποὺ σκορπίζει κάθε χάρη. Ὁ ἐξουσιαστὴς ἔδωσε καὶ σ᾿ ἐμᾶς ἐξουσία νὰ συγχωροῦμε τὰ σφάλματα. Ἀποκτήσαμε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμε τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε τέτοια ἐντολή. Ἂν ἀφήσετε τὶς ἁμαρτίες μερικῶν, ἀφήνονται· ἂν μερικῶν τὶς κρατήσετε, κρατοῦνται. Τέτοια βαθειὰ χαρὰ πήραμε ἀπ᾿ τὸ Σωτῆρα, τέτοια δῶρα ἀπολαύσαμε. Ἀδύνατο νὰ μὴν πλουτίσωμε, ἀφοῦ μας ἔτυχε τέτοιος Κύριος. Ἔμεινε φτωχὸς μόνο αὐτὸς ποὺ δὲ βρέθηκε μαζί μας. Κι ὁ Θωμᾶς τί τοὺς εἶπε. Ἔχετε δεῖ τὸν Κύριο; Καλά. Αὐτὸν ποὺ εἴδατε λοιπὸν νὰ τὸν σέβεστε πιὸ πολύ. Αὐτὸν ποὺ παρατηρήσατε, νὰ τὸν κηρύττετε ἀδιάκοπα. Ἐγὼ ὅμως, ἂν δὲ δῶ μέσα στὶς παλάμες του τὰ ἴχνη τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ δάχτυλό μου στὸ σημάδι ἀπ᾿ τὰ καρφιὰ καὶ δὲ βάλω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά του, δὲ θὰ πιστέψω. Κι ἐσεῖς δὲ θὰ πιστεύατε, ἂν δὲν βλέπατε πρῶτα· ἔτσι κι ἐγὼ ἂν δὲν ἰδῶ δὲ θὰ πιστέψω». Μεῖνε, Θωμᾶ, σταθερὸς στὸν πόθο σου αὐτόν, μεῖνε σταθερός με ἐπιμονή, γιὰ νὰ δῇς ἐσὺ καὶ νὰ βεβαιωθῇ ἡ ψυχή μου. Μεῖνε σταθερός, ζητώντας αὐτὸν ποὺ εἶπε, «Ζητᾶτε καὶ θὰ βρῆτε». Μὴν προσπεράσης ἁπλῶς, ἐρευνώντας, ἂν δὲν εὕρῃς τὸ θησαυρὸ ποὺ ζητᾷς, χτύπα μ᾿ ἐπιμονὴ τὴν πόρτα τῆς ἀναντίρρητης γνώσης, ὥσπου νὰ σοῦ τὴν ἀνοίξῃ αὐτὸς ποὺ εἶπε «χτυπᾶτε καὶ θὰ σᾶς ἀνοίξω». Ἀγαπῶ τὸ διχασμὸ τῶν λογισμῶν σου, γιατί κόβει κάθε διχασμό. Ἀγαπῶ τὴ φιλομάθειά σου, γιατί κόβει σύρριζα κάθε φιλονεικία. Μὲ χαρὰ ἀκούω πολλὲς φορὲς τὰ λόγια σου· ἂν δὲ δῶ στὰ χέρια του τὸ σημάδι ἀπ᾿ τὰ καρφιά, δὲ θὰ πιστέψω. Γιατί σὺ ἀπιστεῖς κι ἐγὼ μαθαίνω νὰ πιστεύω. Ἐσὺ σκάβεις μὲ τὸ δικέλλι τῆς γλώσσας τὸ θεῖο σῶμα, κι ἐγὼ θερίζω ἄκοπα τὸν καρπὸ καὶ τὸν μαζεύω γιὰ μένα. Ἂν δὲν ἰδῶ μ᾿ αὐτά μου τὰ μάτια μέσα στ᾿ ἅγια του χέρια, τ᾿ αὐλάκια ποὺ σὰν μὲ ἀλέτρι χάραξαν οἱ ἀσεβεῖς, μὲ κανένα τρόπο δὲ θὰ συμφωνήσω μὲ τὰ λόγιά σας. Ἂν δὲ βάλω αὐτό μου τὸ δάχτυλο στὶς λακκοῦβες τῶν καρφιῶν, δὲ θὰ δεχτῶ τὸ καλὸ μήνυμά σας. Ἂν δὲν κρατήσω μ᾿ αὐτό μου τὸ χέρι τὴν πλευρὰ ἐκείνη, ποὺ ἀνύποπτη μαρτυρεῖ τὴν ἀνάσταση, δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω τὴ γνώμη σας. Γιατί κάθε λόγος εἶναι ἰσχυρὸς καὶ βέβαιος, ἂν δεχτῇ τὴ συνηγορία ὅλων τῶν πραγμάτων· καὶ κάθε λόγος ποὺ δὲν ἔχει τὴ μαρτυρία τῶν ἔργων εἶναι χωρὶς σημασία καὶ ἀπὸ τὸ στόμα στὸν ἀέρα χάνεται. Θὰ κηρύξω στοὺς ἀνθρώπους τὰ θαύματα τοῦ Δασκάλου. Πῶς λοιπὸν μὲ τὰ λόγια νὰ πῶ αὐτὰ ποὺ δὲν ἀντιλήφθηκα μὲ τὰ μάτια μου; Πῶς θὰ κάνω τοὺς ἄπιστους νὰ πιστέψουν, αὐτὰ ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν τἄχω παρακολουθήσει; Νὰ πῶ στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Ἕλληνες ὅτι ἔχω δεῖ τὸν Κύριό μου νὰ τὸν σταυρώνουν. Δὲν τὸν εἶδα ὅμως νὰ ἔχει ἀναστηθῇ ἀλλὰ μόνο ἄκουσα. Καὶ ποιὸς δὲν θὰ περιπαίξῃ τὰ λόγια μου; Ποιὸς δὲ θὰ δείξη περιφρόνηση στὸ κήρυγμά μου; Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ν᾿ ἀκούσῃς κάτι καὶ ἄλλο νὰ τὸ δῇς, ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀφήγηση λόγων κι ἄλλο ἡ θέα καὶ ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων. Ἔτσι ἐπειδὴ ὁ Θωμᾶς εἶχε ἀμφίβολη γνώση, σὲ ὀχτὼ μέρες ὁ Δεσπότης ξαναῆρθε πάλι στοὺς μαθητάς του ποὺ ἦταν συγκεντρωμένοι ὅλοι μαζί. Ἄφησε πρῶτα νὰ κατηχηθῆ ὁ Θωμᾶς ἀπὸ τοὺς συμμαθητάς του στὶς ἐνδιάμεσες μέρες. Παραχώρησε νὰ φλογιστῇ ἀπὸ τὴ δίψα νὰ τὸν ἀντικρύσῃ. Κι ὅταν ἡ ψυχή του ἄναψε ἀπὸ τὸν σφοδρὸ πόθο τῆς θέας του, τότε στὴν ὥρα πάνω ὁ ποθητὸς βρῆκε αὐτόν, ποὺ τὸν ποθοῦσε. Ὅμοια, ὅπως καὶ πρῶτα, μὲ κλεισμένες τὶς πόρτες τὸ ἔκανε αὐτὸ καὶ ξανά, ὅπως καὶ πρῶτα, τοὺς εἶπε· «εἰρήνη σ᾿ ἐσᾶς», γιὰ νὰ ταυτιστῇ τὸ πρᾶγμα μὲ τὸ θαῦμα καὶ γιὰ νὰ βεβαιώσῃ τὸ λόγο τῶν ἀποστόλων καὶ γιὰ νὰ παραστήσῃ τὴν ἀκρίβεια τοῦ δεύτερου ἐρχομοῦ του. Ἔπειτα εἶπε στὸ Θωμᾶ. Βάλε τὸ δάχτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου. Τί ὕψος ἀπέραντης φιλανθρωπίας! Τί πέλαγος ἀμέτρητης συγκαταβάσεως! Δὲν περίμενε τὴν προσέλευση τοῦ μαθητοῦ, δὲν περίμενε νὰ πλησιάσῃ αὐτὸς ποὺ εἶχε ἀνάγκη, νὰ παρακαλέσῃ καὶ νὰ ἐπιτύχῃ ὅτι ἤθελε. Μήτε γιὰ λίγο δὲν τὸν στέρησε ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ ἀγαπημένος αὐτὸν ποὺ τὸν ἀγαποῦσε μὲ τὴ βία τραβοῦσε κοντά του, ὁ ἴδιος ἔσυρε στὴν πληγὴ τὸ δάχτυλο ἐκείνου ποὺ εἶχε τὸν πόθο, ὁ ἴδιος με τὴ δεσποτικὴ γλῶσσα του, τράβηξε τὸ δουλικὸ χέρι λέγοντας σ᾿ αὐτόν. Βάλε τὸ δάχτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου.

Ἄκουσα, Θωμᾶ, ἀπὼν σὰν ἄνθρωπος ἀλλὰ παρὼν σὰν Θεός, ὅ,τι εἶπες στοὺς ἀδελφούς σου. Ἤμουν κοντά σας μὲ τὴ θεϊκότητά μου καὶ χώρια σας μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύση μου. Θέλεις νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὰ λόγια ποὺ εἶπες προηγουμένως; Δὲν εἶπες, ἂν δὲ δῶ μέσα στὰ χέρια τοῦ τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ δάχτυλό μου στὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά του, δὲ θὰ πιστέψω; Δὲ βγῆκαν ἀπὸ τὰ χείλη σου τὰ λόγια αὐτά; Τὰ λόγια αὐτὰ δὲ ἀνταποκρίνονται στοὺς λογισμούς σου; Γι᾿ αὐτὸ ξαναῆλθα· γιὰ νὰ μὴν ἀμφιβάλλῃς. Γι᾿ αὐτὸ εἶμαι κοντὰ σας δεύτερη φορά, γι᾿ αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμεῖς ἔχω φτάσει καὶ τώρα ἦρθα γιὰ σένα, τὸν ἕνα, ἐγὼ ποὺ γιὰ τὸ χαμένο πρόβατο κατέβηκα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς χωρὶς ἐν τούτοις νὰ τοὺς ἀφήσω. Μὴ διστάσῃς λοιπὸν νὰ μάθῃς ὅ,τι ποθεῖς, μὴν ντρέπεσαι νὰ κοιτάξῃς καλὰ ὅ,τι θέλεις. Μὴν ἀποφύγῃς νὰ βάλῃς τὸ δάχτυλό σου στὰ ἴδια τὰ χέρια μου. Ἀνέχομαι καὶ τὰ περίεργα δάχτυλα, ὅπως ἀνέχτηκα τὰ καρφιά. Ὑπομένω τὴν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπόμεινα τὴν κακία τῶν ἐχθρῶν. Μὲ σταύρωσαν οἱ ἐχθροί μου καὶ δὲν ἀγανάκτησα καὶ δὲ θὰ ὑποφέρω τὴν δική σου ἐξέταση; Βάλε τὸ δάχτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου, ποὺ τραυματίστηκαν γιὰ σᾶς, γιὰ νὰ θεραπεύουν τὰ χτυπήματα τῶν δικῶν σὰς ψυχῶν. Ἰδὲς τὰ χέρια μου καὶ συλλογίσου ἂν εἶμαι ἐκεῖνος ποὺ θεληματικὰ σταυρώθηκε ἡ κάποιος ἄλλος. Ἰδὲς τὰ χέρια μου, ποὺ ἄφησα νὰ διατηροῦν τὰ σύμβολα τῆς Ἑβραϊκῆς μανίας κι ὅταν μὲ τὴ συνηθισμένη ἀναίδειά τούς μοῦ ποῦν οἱ Ἑβραῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως ὅτι ἐμεῖς Κύριε, δὲ σὲ σταυρώσαμε, τότε θὰ δείξω σ᾿ αὐτοὺς ποὺ μὲ πολέμησαν, τὰ χέρια μου μ᾿ αὐτὴ τὴ μορφὴ καὶ θὰ ντροπιάσω τοὺς Ἑβραίους μόλις τ᾿ ἀντικρύσουν. Ἰδὲς τὰ χέρια μου, καὶ τὸ ἀληθινὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεώς μου μὴ νομίσῃς πῶς εἶναι μία φαντασία. Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ὁμήρους γιὰ τὸν ξαναγεννημό σας. Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ἐνέχυρα γιὰ τὴν ἀνάστασή σας μέσα ἀπὸ τὸν τάφο. Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ἄγκυρα ποὺ ἔπεσε στὸ βυθὸ τοῦ Ἅδη. Καμμιὰ χειμωνιὰ τῆς ζωῆς μὴ φοβηθῇς, καμμιὰ ζάλη τοῦ κόσμου ἂς μὴ σὲ ζαλίσῃ. Μὴ φοβηθῇς τὸ φύσημα τῶν ἀντιθέτων ἀνέμων, ἂς μὴ σὲ ἀνησυχήσουν οἱ καταιγίδες κι οἱ σκόπελοι τῆς θάλασσας τῶν ἐχθρῶν. Πέρνα μὲ θάρρος τὸ πέλαγος τῆς ζωῆς, ταξίδευε κρατώντας τὴν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος, ταξίδευε ἔχοντας μπροστά σου σὰν λιμάνι τὸν οὐρανό. Ταξίδευε καὶ νὰ φοβᾶσαι μόνο τῆς ἀρνήσεώς μου τὸ ναυάγιο. Περιγέλα τὸ θάνατο σὰ νεκρό, περίπαιζε τὴ φθορὰ σὰν ἀνίσχυρη. Ἀποδέχου γιὰ χάρη μου τὸ τέλος τῆς ζωῆς σὰν ἀρχὴ μιᾶς πιὸ ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Ἄντλησε μὲ τὸ χέρι σου ἀπὸ τὴ βρύση αὐτὴ τῆς ζωῆς τὸ νᾶμα ποὺ ποθεῖς, τὴ δίψα σου ἀνακούφισε. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Βάλε τὸ χέρι στὸ ἰατρεῖο τῆς πλάσης καὶ βγάλε τὸ φάρμακο τῆς ἐπιθυμίας σου. Δέχομαι ἄγγιγμα χεριοῦ ποὺ μ᾿ ἀγαπᾷ ἐγὼ ποὺ δέχτηκα τὴν πληγὴ τῆς λόγχης. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου, γιὰ νὰ μπορεῖς ν᾿ ἀγωνίζεσαι γι᾿ αὐτήν, γιὰ νὰ μπορεῖς ν᾿ ἀποκριθῇς σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πολεμοῦν τὴν ἀλήθεια, ὅτι μὲ εἶδες μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ μ᾿ ἀναγνώρισες καὶ μὲ ψηλάφησες προσεκτικά. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Γιὰ σένα τὴν ἄφησα ἔτσι ἐγὼ ποὺ θεράπευσα τὰ σώματα καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων. Πρόβλεψα σὰν Θεὸς ὅτι θὰ θελήσῃς νὰ τὴ δῇς ἔτσι καὶ βλέποντας τ᾿ ἀχνάρια τοῦ πάθους στὴν σάρκα μου θέλησα νὰ θεραπεύσῃς τὸ πάθος τῆς ψυχῆς σου. Φέρε τὸ χέρι σου, καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου ποὺ τὴ φύλαξα ἔτσι μὲ κάποιο σκοπό. Ὅταν γυρίσω πάλι ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθίσω σὲ θρόνο κριτὴς ζωντανῶν καὶ νεκρῶν νὰ ἰδοῦν οἱ Ἑβραῖοι κατάματα τὰ ἔργα τῆς κακίας τους καὶ μόνοι τους ν᾿ αὐτοδικαστοῦν – καὶ μὴ φανῇς ἄπιστος ἀλλὰ πιστός. Κακὸ ἡ ἀπιστία, κάνει τὸν νοῦ νὰ βουλιάξῃ. Ἢ πίστη τὸν ἀναρπάζει στὸν οὐρανό. Ἡ ἀπιστία τυφλώνει τὴν ψυχή. Ἡ πίστη σκορπᾷ τὸ φῶς της στοὺς λογισμούς. ἡ πίστη καὶ τὰ ἀόρατα κατακάθαρα βλέπει, ὁ ἄπιστος εἶναι σ᾿ ἄγνοια ὁλοκληρωτική. Μὴ γίνῃς ἄπιστος ἀλλὰ πιστός. Παραμέρισε τὸ νέφος τῆς ἀπιστίας καὶ κοίταξε τὶς καθαρὲς ἀκτῖνες τῆς πίστης. Γίνου μέσα σὲ ὅλους ἄξιος ἀπόστολος τῆς θεότητάς μου. Γίνου τέτοιος ὅπως πρέπει νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ συνάντησε καὶ εἶδε τέτοια ὅπως ἐσύ. Ὅμοια μὲ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους σὲ κάλεσα, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς σὲ τίμησα, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς ὁπλίσου. Ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς εἶδες ὅ,τι εἶδαν, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς σὲ ἐμπιστεύθηκα σὰ φίλο, ὅλο μου τὸ μυστήριο, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς κήρυξε τὴ δύναμή μου. Μὴν πῶς πάλι, ἀφοῦ μὲ εἶδες μία φορά. Ἂν δὲ δῶ πάλι στὰ χέρια του τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν δὲ θὰ πιστέψω. Ὅσο εἶμαι μαζί σας ἄφησε ἐλεύθερη, ὅπως θέλεις, τὴν περιέργειά σου. Ὅσο ἔχεις δίπλα σου τὸ οὐράνιο κλῆμα ὅλα τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ σταφύλια τοῦ ἐρεύνησε. Θ᾿ ἀνεβῶ στοὺς οὐρανούς, ἀπ᾿ ὅπου ἦρθα στὴ γῆ, θ᾿ ἀνεβῶ, ὅπου εἶμαι. Θ᾿ ἀνεβῶ μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύση μου ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου γιὰ χάρη σὰς κατέβηκα μὲ τὴ θεία μου φύση. Θ᾿ ἀνεβῶ μ᾿ αὐτό μου τὸ σῶμα, ἂν καὶ χωρὶς αὐτὸ ἦρθα ἀπὸ κεῖ κι ἔμεινα ἐκεῖ πέρα. Θ᾿ ἀνεβῶ στοὺς κόλπους τοὺς πατρικοὺς μὲ τὴ δική σας φύση, ἂν καὶ εἶμαι στοὺς κόλπους τοῦ πατέρα. Τελείωσα τὸ ἔργο μου γιὰ χάρη τοῦ ἔκανα αὐτὴ τὴν πορεία.

Ἀφοῦ ἄγγιξε λοιπὸν ὁ Θωμᾶς τὰ χέρια τοῦ Κυρίου καὶ τὴ θεία πλευρὰ γέμισε ἀπὸ δειλία καὶ ἀπὸ χαρὰ μαζὶ βλέποντας αὐτὰ ποὺ ἐπιθύμησε καὶ ἀμέσως ξεσπᾷ σὲ ὕμνο τοῦ Κυρίου κραυγάζοντας. Κύριέ μου καὶ Θεέ μου. Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος καὶ ὁ Θεός. Σὺ εἶσαι ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ φιλάνθρωπος. Σὺ εἶσαι ξενόφερτος καὶ παράξενος γιατρὸς τῆς πλάσης. Δὲν κόβεις μὲ τὸ νυστέρι τ᾿ ἄρρωστα μέλῃ, δὲν καῖς μὲ τὴ φωτὰ τὶς πληγές, δὲν μαζεύεις ἀπ᾿ τὰ βοτάνια τὴν δύναμη τῶν φαρμάκων σου, δὲ δένεις μὲ ὁρατοὺς ἐπιδέσμους τὶς πληγὲς ποὺ μᾶς ἀφανίζουν. Διαθέτεις ἀόρατους ἐπιδέσμους ἀγάπης, ποὺ ἀόρατα τονώνουν τὰ καταπονημένα μέλη. Ἔχεις λόγο ποὺ εἶναι πιὸ κοφτερὸς ἀπὸ τὸ μαχαῖρι. Ἔχεις λόγο πιὸ δυνατὸ ἀπ᾿ τὴ φωτιά. Ἔχεις βλέμμα ἀπ᾿ τὸ φάρμακο πιὸ ἁπαλό. Σὰν δημιουργὸς ἁγιάζεις χωρὶς κόπο τὸ δημιούργημά σου, σὰν πλάστης χωρὶς νὰ κουραστῇς μεταπλάθεις τὰ πλάσματά σου. Σὺ κατὰ τὸ θέλημά σου τοὺς λεπροὺς καθάρισες, τοὺς κουτσούς τους ἔκανες νὰ τρέχουν, τοὺς παράλυτους νὰ σηκώνουν τὰ κρεβάτια τους, τοὺς γεννημένους τυφλοὺς τοὺς προστάζεις νὰ πετάξουν μὲ νίψιμο τὸ σκοτάδι. Ἐξώρισες τοὺς δαίμονες ἀπ᾿ τὰ δημιουργήματά σου, μὲ θέλημά σου πιάστηκες ἀπ᾿ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀπ᾿ τοὺς Ἑβραίους, τὰ πάντα δέχτηκες γιὰ μένα στὸ σῶμα σου. Ὦ Κύριε καὶ Θεέ μου.

Ἀναγνώρισα τὸν Κύριό μου, ἀναγνώρισα τὸν ἁλιέα καὶ φύλακά μου, ἀναγνώρισα τὸ βασιλιὰ καὶ Κύριό μου. Ὦ Κύριέ μου καὶ Θεέ μου. Πιστεύω Κύριε στὴν οἰκονομία σου, πιστεύω στὴν συγκατάβασή σου, πιστεύω στὴν ἀνάληψη ἀπὸ μέρους σου τῆς φροντίδας μου, πιστεύω στὸν προσκυνητό σου σταυρό, πιστεύω στὰ παθήματα τῆς σάρκας σου, πιστεύω στὸν τριήμερο θάνατό σου, πιστεύω στὴν ἀνάστασή σου. Λοιπὸν δὲν ἔχω πιὰ περιέργεια. Πιστεύω, δὲν κάνω πιὰ ἔλεγχο. Πιστεύω, δὲν στήνω πιὰ τὴ ζυγαριὰ τοῦ νοῦ. Πιστεύω, δὲν ἔχω πιὰ περιέργεια. Πιστεύω στὰ μάτια μου καὶ στὰ χέρια μου. Μὲ δίδαξαν αὐτὰ ποὺ εἶδα νὰ μὴν κάνω ἔλεγχο. Ψηλάφησα κι ἔμαθα νὰ προσκυνῶ ὄχι νὰ φιλονικῶ. Ἕνα Κύριο καὶ Θεὸ γνωρίζω, τὸν Κύριό μου Χριστό. Ἂς εἶναι δεδοξασμένος καὶ δυνατὸς στοὺς αἰῶνες.

http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/paterikon/iwanns_xrysostomos_omilia_eis_thn_kainhn_kyriakhn.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πως ονομάζονται και ποιοι είναι οι ύμνοι που ψάλλονται στην Εκκλησία;

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαΐου, 2016

Πολλοί και διάφοροι οι ύμνοι της Εκκλησίας. Ποιοι είναι, όμως, και πώς ονομάζονται;
Οι ύμνοι της εκκλησίας είναι:
1. Tα Λειτουργικά: Σύστημα ύμνων, που ψάλλονται λίγο πριν και κατά την τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Οι γνωστοί ύμνοι «Πατέρα Υιόν», «Έλεον ειρήνης», «Άγιος Άγιος Κύριος, Σαβαώθ (ο Επινίκιος Ύμνος), «Αμήν», «Σε Υμνούμεν». Είναι μελοποιημένα σε όλους τους ήχους και με διάφορους τρόπους από τους νεώτερους κυρίως μελοποιούς.
2. Τα Ευλογητάρια: Oι τόσο γνωστοί ύμνοι στους οποίους προτάσσεται ο στίχος «Ευλογητός ει Κύριε». ΄Έχουμε δύο ειδών ευλογητάρια: Τα αναστάσιμα, που ψάλλονται τις Κυριακές στον Όρθρο, το Σάββατο του Λαζάρου και το Μ. Σάββατο, και τα νεκρώσιμα που ψάλλονται όταν τελείται κηδεία αλλά και στα μνημόσυνα.
3. Καθίσματα: Ύμνοι που ψάλλονται στον Όρθρο για να δοθεί η ευκαιρία στους πιστούς να κάθονται για λίγο.
4. Στιχηρά: Τροπάρια μπροστά από τα οποία εκφωνούνται εμμελώς στίχοι: π.χ.στον Όρθρο ψάλλονται τα στιχηρά των Αίνων (Ψαλμοί 148, 149, 150). Στον Εσπερινό επίσης σε κάθε ένα από τα τροπάρια προηγείται ψαλμικός στίχος (οι δύο τελευταίοι στίχοι του 141ου Ψαλμού και οι στίχοι του 129ου Ψαλμού). Γι΄αυτό και ονομάζονται Στιχηρά του Εσπερινού. Τα στιχηρά μπορεί να είναι αυτόμελα, προσόμοια και ιδιόμελα. Έχουμε επίσης τα στιχηρά ιδιόμελα της λιτής, που ψάλλονται χωρίς στίχο.
5. Απόστιχα: Ομάδες τροπαρίων, που ψάλλονται κατά τον εσπερινό μετά τα στιχηρά και κατά τον Όρθρο μετά από τους Αίνους. Ονομάζονται έτσι γιατί οι προτασσόμενοι στίχοι παίρνονται κατ’ εκλογήν από διάφορους ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης, συνήθως προφητικού χαρακτήρος, σε αντίθεση προς τα στιχηρά, όπου οι προτασσόμενοι στίχοι λαμβάνονται από έναν και μόνο ψαλμό, μολονότι αυτό δεν είναι πάντοτε ακριβές. Ονομάζονται και Αποστιχίς.
6. Κεκραγάρια: Eίναι οι γνωστοί ύμνοι του Εσπερινού «Κύριε, εκέκραξα προς Σε» και «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου» από τον 140ο Ψαλμό. Σήμερα με το όνομα Κεκραγάρια ονομάζουμε και τα τροπάρια που ακολουθούν τους πιο πάνω στίχους.
7. Κοινωνικά: Με το όνομα αυτό είναι γνωστοί σύντομοι ύμνοι κυρίως από ψαλμούς της Π. Διαθήκης, που ψάλλονται στη Θεία Λειτουργία, την ώρα της Μετάληψης των Αχράντων Μυστηρίων. Πρώτα κοινωνεί το ιερατείον εντός του Αγίου Βήματος. Oι πιστοί προσέρχονται για να μεταλάβουν μετά το «Αλληλούια» και την εκφώνηση «Μετά φόβου Θεού πίστεως….». Είναι ύμνοι, που ψάλλονται σε αργό μέλος γι΄αυτό και ανήκουν στο Παπαδικό είδος. ΄Έχουμε τριών ειδών κοινωνικά: α) Των Κυριακών, με το γνωστό κείμενο «Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών, αλληλούια», β) Της εβδομάδος, με κείμενο διαφορετικό για την κάθε μέρα, και γ) Τα κοινωνικά ολοκλήρου του χρόνου: Tων Δεσποτικών, των Θεομητορικών εορτών και των εορταζομένων αγίων με ανάλογο κείμενο για την κάθε περίπτωση.
8. Χερουβικά: Ο Χερουβικός ύμνος ψάλλεται κατά τη Μεγάλη Είσοδο της Θείας Λειτουργίας και αρχίζει με τη φράση «Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες». Ψάλλεται σε αργό μέλος (ανάλογα με τις λειτουργικές ανάγκες που καλύπτει), γι΄αυτό και ανήκει στο Παπαδικό είδος. Μελωδίες των Χερουβικών έχουν διασωθεί τόσο στην παλαιά όσο και στη νέα σημειογραφία. Όλοι οι μεγάλοι υμνογράφοι και μελοποιοί γενικά έχουν γράψει Χερουβικούς Ύμνους. Ανάλογα με τη διάρκειά τους μπορούμε να κατατάξουμε τα Χερουβικά σε σύντομα, αργοσύντομα και αργά. Τη Μ. Πέμπτη, αντί του Χερουβικού, ψάλλεται «Του Δείπνου σου του Μυστικού» και το Μ. Σάββατο ο αρχαιότατος ύμνος «Σιγησάτω πάσα σάρξ βροτεία». Στις Λειτουργίες των Προηγιασμένων ψάλλεται το «Νυν αι δυνάμεις των ουρανών».
9. Αντίφωνα: Eίναι ύμνοι που ψάλλονται και από τους δύο χορούς διαδοχικά π.χ τα σύντομα τροπάρια της Θείας Λειτουργίας: «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου..» και «Σώσον ημάς Υιέ Θεού..». Πολύ αγαπητά είναι αυτά των ομάδων των Αναστάσιμων Αναβαθμών του ΄Ορθρου και τα 15 Αντίφωνα της Μεγάλης Παρασκευής, που ψάλλονται πριν από τον Κανόνα.
10. Αναβαθμοί: Πρόκειται για 75 μικρά τροπάρια, που ψάλλονται στον Όρθρο κάθε Κυριακής «κατ΄αντιφωνίαν» (εναλλάξ από τους δύο χορούς των ψαλτών) σύμφωνα με τον ήχο της Εβδομάδας, μετά την Υπακοή. Αποδίδονται στον Θεόδωρο τον Στουδίτη. Κάθε αντίφωνο έχει τρεις αναβαθμούς. Κάθε ήχος έχει τρία αντίφωνα –κατά συνέπεια εννέα αναβαθμούς- εκτός από τον Πλάγιο Δ΄ήχο που έχει τέσσερα αντίφωνα και δώδεκα αναβαθμούς. Την ονομασία τους οφείλουν στους 15 αναβαθμούς του 18ου καθίσματος του Ψαλτηρίου (Ψαλμοί 119-133, ωδές των Αναβαθμών), που τους αντικατέστησαν.
11. Υπακοή: Σήμερα Υπακοή λέγεται το τροπάριο που διαβάζεται μετα την Γ΄Ωδή του Κανόνος του Όρθρου. Ωστόσο, παλαιότερα ο τρόπος του να ψάλλει κανείς «καθ΄υπακοήν» είχε άλλη έννοια.
φωτογραφία: Χρήστος Μπόνης
Άρθρο: Λυγία Κωνσταντινίδου, Ιεροψάλτης-Διπλωματούχος Βυζαντινής Μουσικής – εφημερίδα “Σημερινή”

http://www.dogma.gr/diafora/pos-onomazontai-kai-poioi-einai-oi-ymnoi-pou-psallontai-stin-ekklisia/27935/

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα (Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαΐου, 2016

Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς προσφέρει μιὰ μεγαλειώδη ἀπόδειξη τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Μιὰ ἀπόδειξη πού πιστοποιεῖται μὲ τὴν πίστη τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ, ἀλλά καὶ μὲ τὴν πίστη χιλιάδων ἄλλων χριστιανῶν ἀπὸ τὴν ἀρχή τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας ἴσαμε σήμερα.
«Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν ᾿Ιουδαίων, ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. (Ἰωάν. κ’19).
Ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας εἶναι ἡ ἑπόμενη τοῦ Σαββάτου. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὸ κατὰ Μάρκον εὐαγγέλιο, ὅπου ἀναφέρεται:

«Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου… λίαν πρωΐ τῆς μίας σαββάτων» (Μάρκ. ιστ’ 1-2). Ἡ ἡμέρα αὐτὴ εἶναι ἡ Κυριακή, τότε πού ἀναστήθηκε ὁ Κύριος νωρὶς τὸ πρωί. Ἀργά τὸ βράδυ τῆς ἴδιας ἡμέρας λοιπόν, οἱ μαθητὲς εἶχαν μαζευτεῖ σ’ ἕνα σπίτι στὰ Ἱεροσόλυμα ὅλοι μαζί, ἐκτός ἀπὸ τὸν Θωμά.
Ὅλα εἶχαν γίνει σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία: «πατάξω τὸν ποιμένα καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα» (Μάρκ. ιδ’ 27). Οἱ ἀπόστολοι ὅμως δὲν ἦταν ἄλογα ζῶα, γιὰ νὰ διασκορπιστοῦν στοὺς πέντε ἀνέμους.
Συγκεντρώθηκαν ὅλοι μαζὶ σ’ ἕνα σπίτι γιὰ νὰ περιμένουν τὶς ἐξελίξεις καὶ νὰ στηρίξουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἐπειδὴ φοβοῦνταν τοὺς Ἰουδαίους εἶχαν κλειδώσει τὴν πόρτα. Ἀναμφίβολα ὅλοι τους εἶχαν ζωντανὴ στὴ μνήμη τὴν προφητεία τοῦ Διδασκάλου τους, ὅταν τοὺς προειδοποιοῦσε πώς θὰ τοὺς παραδώσουν σὲ συνέδρια καὶ θὰ τοὺς μαστιγώσουν στὶς συναγωγὲς (βλ. Ματθ. ι 17). Δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ξεχάσουν τὰ φοβερὰ λόγια Του: «ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῶ» (Ἰωάν. ιστ’ 2).
Ὁ φόβος τῶν ἀποστόλων αὐτὲς τὶς μέρες, ὅταν μπροστὰ στὰ μάτια τους συντελέστηκαν τόσα παράλογα ἐγκλήματα ἐναντίον τοῦ Διδασκάλου τους, ἦταν κάτι περισσότερο ἀπὸ κατανοητός. Ἀδύναμοι ἄνθρωποι ἦταν. Τί ἄλλο θὰ περίμεναν ἀπό τούς αἱμοδιψεῖς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων, ἀφοῦ γνώριζαν ἤδη πόσο ἀδίστακτοι ἦταν στὴ δίκη τοῦ ἀναμάρτητου καὶ παντοδύναμου Χριστοῦ, τοῦ θαυματουργοῦ; Ὁ Χριστὸς ὅμως, ἀκόμα καὶ μέσα στὸν τάφο τοὺς εἶχε στὸ νοῦ Του, γιὰ νὰ μὴ πάθουν κανένα κακό. Θὰ τοὺς ἐνίσχυε νὰ μὴν προδώσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ νὰ μὴ σκορπιστοῦν στὶς τέσσερις γωνιὲς τῆς γῆς προτοῦ τὸν δοῦν ζωντανὸ καὶ δοξασμένο.
Καὶ νὰ πού τώρα, τὸ τέταρτο βράδυ ἀπὸ τότε πού οἱ μαθητὲς χωρίστηκαν ἀπὸ τὸν Κύριό τους – ἀπὸ τότε πού τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν σὲ δίκη – καὶ τὴν πρώτη μέρα μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μπροστά τους ζωντανὸς καὶ δοξασμένος. Ἦρθε κοντά τους καὶ κάθησε στὴ μέση, ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν κλειδωμένες. Ὅπως ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἦταν πολὺ προσεχτικὰ ὑπολογισμένα γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸν ἄνθρωπο, ἒτσι γινόταν καὶ τώρα. Ὁ Εὐαγγελιστὴς δὲν ἀφήνει κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας ὅτι ὁ Κύριος μπῆκε στὸ κλειδωμένο σπίτι θαυματουργικά. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μπροστά τους μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, πρῶτα γιὰ νὰ μὴ τοὺς τρομάξει χτυπώντας τὴν πόρτα. Εἶχαν τρομοκρατηθεῖ ἀρκετὰ ἀπό τούς Ἰουδαίους κι ὁ Κύριος δὲν ἤθελε νὰ τοὺς τρομάξει περισσότερο, οὔτε γιὰ μιὰ στιγμή. Κι ἕνας δεύτερος λόγος, πού εἶναι καὶ πιὸ σπουδαῖος, ἦταν γιὰ νὰ τοὺς δείξει πώς εἶχε ἀνακτήσει τὴν παντοδυναμία Του, ἀφοῦ φαινομενικὰ ἦταν ἀβοήθητος καὶ νικημένος τὶς τελευταῖες τρεῖς μέρες. Κι αὐτὸ τὸ διατύπωσε πολὺ γρήγορα μετά: «Ἐδόθη μοι πάσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη’ 18).
Χωρὶς τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα, πῶς θὰ μποροῦσε ν’ ἀποκαταστήσει τὴν κλονισμένη πίστη τῶν μαθητῶν Του ὁ Χριστός; Πῶς ὁ κατακτημένος θὰ ‘δειχνε πώς εἶναι Νικητής; Πῶς θὰ μποροῦσε ὁ περιφρονημένος, ὁ ἐμπαιγμένος, ὁ βασανισμένος, ὁ σταυρωμένος καὶ θαμμένος, νὰ δείξει μὲ ἄλλον τρόπο πώς εἶναι δοξασμένος; Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ πείσει μὲ ἄλλον τρόπο τοὺς φίλους Του πώς τὸ πάθος κι ὁ θάνατος δὲν εἶχαν ἀφαιρέσει τίποτα ἀπὸ τὴ δύναμή Του, ἀλλ’ ἀντίθετα, ὡς ἄνθρωπος εἶχε πολὺ μεγαλύτερη δύναμη; Καὶ κάτι τελευταῖο: ποιὸ πλάσμα θὰ μποροῦσε ν’ ἀντισταθεῖ στὸ θέλημα τοῦ Πανάγιου καὶ Πάναγνου Θεοῦ;
Ἡ φύση ὁλόκληρη ὑποτάσσεται στὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἁγνότητα. Ὅταν ὁ Χριστὸς ἦταν ἀκόμα ντυμένος μὲ θνητὸ σῶμα, ἡ θέλησή Του μποροῦσε νὰ ὑποτάξει τὴ θάλασσα καὶ τοὺς ἀνέμους. Πῶς θὰ μποροῦσαν λοιπὸν ἡ ξύλινη πόρτα καὶ οἱ πέτρινοι τοῖχοι νὰ τοῦ ἀντισταθοῦν, τώρα πού εἶχε δοξασμένο σῶμα; Ὅταν τὸ ἐπιθυμεῖ -κι αὐτὸ τὸ κάνει ὅταν πρέπει, ὅπως σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση- ἡ κτίση ὁλόκληρη εἶναι σὰ νὰ μὴν ὑπάρχει. Τὸ διάστημα κι ὁ χρόνος, ἡ πυκνότητα ἢ ἡ ρευστότητα κάποιου πράγματος, τὸ ὕψος ἤ τὸ βάθος, ὅλα γίνονται ἀδύναμα, ἀνοιχτά, ὑποταγμένα καὶ ἀνίκανα νὰ προβάλουν ὁποιαδήποτε ἀντίσταση.
Εἰρήνη ὑμῖν! Ὁ Νικητὴς τοῦ θανάτου χαιρετᾶ τὸ μικρὸ στρατό Του μὲ τὰ λόγια αὐτά. «Κύριος εὐλογήσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ» (Ψάλμ. κὴ’ 10). Ἀπὸ τὸ βάθος τῶν αἰώνων ὁ προφήτης Δαβὶβ προεῖδε τὴ χαρμόσυνη αὐτὴ στιγμή.
Εἰρήνη ὑμῖν! Αὐτὸς ἦταν ἕνας συνηθισμένος χαιρετισμὸς στὴν Ἀνατολή. Στὰ χείλη τοῦ Χριστοῦ τώρα ὅμως ἀποκτοῦσε ἕνα ἰδιαίτερο περιεχόμενο κι ἕνα εἰδικὸ νόημα. Νωρίτερα, τὴν ὥρα πού ἀποχωριζόταν τοὺς μαθητές Του, ὁ Κύριος εἶχε πεῖ: «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία» (Ἰωάν. ιδ’ 27). Ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ αἷμα Του μέσα στὸ ἄδειο δοχεῖο τοῦ κόσμου. Στὸν κοινὸ καὶ συνηθισμένο χαιρετισμὸ ἔδωσε οὐράνια γλυκύτητα. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι χάνουν τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη τους κι οἱ ἐπίγειες μέριμνες τοὺς γονατὶζουν, λένε εἰρήνη ὑμῖν, ἀλλὰ προσφέρουν κάτι πού οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουν. Ὁ χαιρετισμὸς αὐτὸς οὔτε τὴ δική τους εἰρήνη μπορεῖ ν’ αὐξήσει οὔτε τὴν εἰρήνη ἐκείνων στοὺς ὁποίους ἀπευθύνονται. Τὸ λένε αὐτὸ ἀπὸ συνήθεια, ἀπὸ εὐγένεια, ἀπερίσκεπτα, χωρὶς νόημα. Τὸ ἴδιο πράγμα λένε ὅταν μαζεύονται γιὰ νὰ διασκεδάσουν ἢ νὰ μηνὺσουν καὶ ν’ ἀπατήσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.
Ὁ χαιρετισμὸς τοῦ Χριστοῦ ὅμως εἶναι διαφορετικός. Ἐκεῖνος δίνει αὐτὸ πού πραγματικὰ ἔχει. Ἡ δικὴ Του εἰρήνη εἶναι ἡ εἰρήνη τοῦ Νικητῆ, πού ἡ νίκη Του εἶναι πλήρης, ὁλοκληρωτική. Ἡ εἰρήνη Του ἑπομένως εἶναι χαρά, θάρρος, ὑγεία, εἰρήνη καὶ δύναμη. Δὲν δίνει τὴν εἰρήνη Του ὅπως κάνει ὁ κόσμος. Δὲν τὴ δίνει ἁπλὰ μὲ τὰ χείλη Του, ἀλλά μὲ τὴν ἴδια τὴν ψυχή Του, μὲ ὅλη Του τὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ, ὅπως ἡ ἀγάπη δίνεται στὴν ἀγάπη. Χαρίζοντάς τους τὴν εἰρήνη Του, τοὺς μεταγγίζει μ’ ἕνα μυστηριώδη τρόπο τὴν ὕπαρξή Του. Αὐτὴ εἶναι «ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἢ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φιλιπ. δ’ 7). Τέτοια εἰρήνη σηματοδοτεῖ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Τέτοια εἰρήνη ἦταν τὸ μεσουράνημα, ὁ καρπὸς καὶ τὸ στεφάνι τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πρώτων χριστιανῶν.
Μὲ τὸν χαιρετισμὸ τῶν μαθητῶν Του ὁ Κύριος θὲλησε νὰ τοὺς πείσει πώς δὲν ἦταν πνεῦμα, ὅπως θὰ μποροῦσαν νὰ σκεφτοῦν κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς ἐκείνη τὴ στιγμὴ (Λουκ. κδ’ 37), ἀλλά πώς ἦταν ὁ ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς Κύριος καὶ Διδάσκαλός Τους.
«Καὶ τοῦτο εἰπών ἔδειξε αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον» (Ἰωάν. κ’ 20). Γιατί ὁ Κύριος τούς ἔδειξε τὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του; Προφανῶς ἐπειδὴ αὐτὰ εἶχαν δεχτεῖ στὸ σταυρὸ τὶς πληγὲς ἀπὸ τὰ καρφιὰ καὶ τὴ λόγχη. Μὲ τὸ νὰ τοὺς δείξει τὶς πληγὲς Του ὁ Κύριος θὲλησε νὰ τοὺς θυμίσει τί ἔγινε στὸ σταυρὸ καὶ νὰ τοὺς πείσει πώς ἦταν ζωντανός. Νὰ τοὺς πείσει πώς ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ποιὸς ἄλλος θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει τὶς πληγὲς αὐτὲς στὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του; Νὰ τοὺς θυμίσει πώς θὰ ‘φερνε τὰ σημάδια τῶν πληγῶν ἀκόμα καὶ τώρα πού εἶχε μεταβεῖ στὴν ἀθάνατη δόξα, ὡς αἰώνια μαρτυρία τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ πάθους Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Τότε λοιπόν, ἀφοῦ οἱ μαθητὲς εἶδαν κι ἀναγνώρισαν τὸν Κύριό τους, χάρηκαν πολύ. Μὲ τὴν προνοητικότητά Του ὁ Σωτήρας μας τοὺς εἶχε προφητέψει νωρίτερα ἀκόμα κι αὐτὴ τὴ στιγμὴ τῆς χαρᾶς, ὅταν θὰ γύριζε γιὰ νὰ συναντήσει τοὺς μαθητές Του. Αὐτὸ εἶχε γίνει λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του, ὅταν οἱ μαθητὲς ἦταν περίλυποι. Ἐκεῖνος, πού ὡς ἄνθρωπος τὴν παραμονὴ τοῦ πάθους Του εἶχε μεγάλη ἀνάγκη ἀπὸ παρηγοριά, ξέχασε τὸν ἑαυτό Του κι ἀγωνιζόταν νὰ παρηγορήσει τοὺς λυπημένους μαθητές Του: «Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία» (Ἰωάν. ιστ’ 22). Τώρα, μπροστά τους, ἐπαληθεύκε ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ προφητεία. Οἱ θλιμμένες καρδιὲς τους γέμισαν ξαφνικὰ μὲ χαρὰ ἀνεκλάλητη.
«Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς» (Ἰωάν. κ’ 21). Γιατί ὁ Κύριος λέει γιὰ δεύτερη φορὰ εἰρήνη ὑμῖν; Ἐπειδὴ θέλει νὰ τοὺς ὁπλίσει μὲ διπλὴ εἰρήνη γιὰ τὴ μάχη πού τοὺς περιμένει, ἐκεῖ πού τοὺς στέλνει ὁ ἴδιος. Τοὺς δίνει πρῶτα εἰρήνη ἐσωτερικὴ κι ἔπειτα εἰρήνη ἐξωτερική. Μὲ ἄλλα λόγια: εἰρήνη μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ εἰρήνη μὲ τὸν κόσμο. Ὅταν λέει εἰρήνη ὑμῖν γιά πρώτη φορά, τοὺς δείχνει πώς Ἐκεῖνος, ὁ Κύριός Τους, ἦταν μαζί τους σωματικὰ καὶ ψυχικά. Ἤθελε μ’ αὐτὸ νὰ τοὺς πεῖ: «Ὅταν ἔχετε πόλεμο ἐσωτερικὸ μὲ τὰ πάθη, τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐγκόσμιες ἐπιθυμίες σας κι ἐγώ βρίσκομαι ἀνάμεσά σας -δηλαδὴ μέσα στὶς καρδιές σας- μὴ φοβᾶστε τίποτα. Ἐγώ εἶμαι ἡ εἰρήνη, ὁ Δημιουργὸς τῆς εἰρήνης στὶς καρδιές σας». Τώρα πού τοὺς στέλνει στὸν κόσμο -σὲ πόλεμο ἐξωτερικό, μὲ τὸν κόσμο- τοὺς χαιρετᾶ ξανὰ καὶ τοὺς συνοδεύει μὲ εἰρήνη, ὥστε νὰ μὴν φοβηθοῦν τὸν κόσμο, ἀλλά νὰ εἶναι καρτερικοὶ στὴν πάλη καὶ νὰ σπέρνουν τὴν εἰρήνη στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Τοὺς χαρίζει εἰρήνη ὑπεράφθονη, γιατί δὲν εἶναι μόνο γιὰ τὴ δική τους ἀνάγκη. Πρέπει νὰ τὴ μεταφέρουν καὶ σὲ ἄλλους, ὅπως τοὺς εἶχε προφητέψει νωρίτερα: «εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν ἀσπάσασθε αὐτὴν λέγοντες· εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ. ἐὰν μὲν ᾖ ἡ οἰκία ἀξία, ἐλθέτω ἡ εἰρήνη ὑμῶν ἐπ’ αὐτήν· ἐὰν δὲ μὴ ᾖ ἀξία, ἡ εἰρήνη ὑμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐπιστραφήτω. (Ματθ. ι’ 12-13).
Ἡ διπλὴ εἰρήνη μπορεῖ νὰ ἑρμηνευτεῖ καὶ ὡς δόσιμο τῆς εἰρήνης στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ὅπως ὑποστηρίζουν κάποιοι ἀπὸ τοὺς ἅγιους Πατέρες. Ὅμως ἡ εἰρήνη τοῦ σώματος καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἴδια εἰρήνη, ἀφοῦ τί ἄλλο εἶναι ὁ κόσμος, παρὰ «ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν» (Α΄ Ἰωάν. β’ 16);
Ἀφοῦ τούς ὅπλισε μὲ πλούσια τὴ διπλὴ αὐτὴ εἰρήνη, ὁ Κύριος τούς στέλνει στὸν κόσμο. Μὲ ποιὸ τρόπο τοὺς στέλνει; «Καθὼς ἀπέσταλκε μὲ ὁ πατήρ, κἀγώ πέμπω ὑμᾶς» (Ἰωάν. κ’ 21). Ὁ Θεὸς ἔστειλε τὸν Υἱό Του ἀπὸ ἀγάπη πρὸς ἐκείνους πού τὸν ἔστειλε. «ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἱλασμὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (Α’ Ἰωάν. δ’ 10). Ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος τώρα, ὁ Κύριος Ἴησοῦς στέλνει τοὺς μαθητές Του. Ὁ Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱό Του στὸν κόσμο μὲ δύναμη κι ἐξουσία. «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιστ’ 15), εἶπε ὁ Ἴδιος. Κι ἀλλοῦ πάλι: «Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου» (Ματθ. ια’ 27).
Ὁ ἀναστημένος Κύριος δίνει στοὺς μαθητὲς Του δὺναμη κι ἐξουσία νὰ λύνουν καὶ νὰ δένουν, ὅπως ἀποδείχτηκε λίγο ἀργότερα. Εἶπε ἀκόμα ὁ Κύριος πώς τὸν ἔστειλε ὁ Πατέρας ὄχι γιὰ νὰ κάνει τὸ δικό Του θέλημα, ἀλλά τὸ θέλημα τοῦ Πατρός. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁΥἱὸς τώρα στέλνει τοὺς μαθητὲς Του ὄχι γιὰ νὰ κάνουν τὸ δικό τους θέλημα, ἀλλά τὸ δικό Του. Ὁ Υἱός στάλθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα στὴ γῆ, ὅμως οὔτε γιὰ μιὰ στιγμή δέν χωρίστηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα. «Ὅτι μόνος οὐκ εἰμί, ἀλλ’ ἐγὼ καὶ ὁ πέμψας με πατὴρ» (Ἰωάν. η’ 16). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τώρα ὁ Υἱός στέλνει τοὺς μαθητές Του στὸν κόσμο ἀλλά τούς ὑπόσχεται πώς θὰ εἶναι μαζί τους «ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων» (Ματθ. κη’ 20). Καὶ γιὰ νὰ διδάξει τὴν ταπείνωση στοὺς ὑπερήφανους κι ἀπερίσκεπτους ἀνθρώπους, ὁ Υἱός ἀποδίδει ὅλα τὰ ἒργα Του (βλ. Ψ. ε’ 19) καὶ τὴ διδασκαλία Του (βλ. Ἰωάν. ζ’ 16) στὸν Πατέρα Του. Στοὺς μαθητὲς Του διδάσκει τὴν ταπείνωση, λέγοντας: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰωάν. ιε’ 5). Τοὺς στέλνει ὅμως καὶ ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων, ὅπως στάλθηκε κι ὁ ἴδιος. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητὲς ἦταν μάρτυρες γιὰ τὸν τρόπο πού οἱ ἁμαρτωλοὶ οὔρλιαζαν σὰν λύκοι τὶς τελευταῖες μέρες Του, γιὰ τὴ λυσσώδη κι αἱμοδιψή ἐπιθυμία τους νὰ τὸν βασανίσουν ἕως θανάτου. Τώρα ὅμως εἶναι μπροστά τους, ζωντανὴ μαρτυρία πώς, ὅταν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἴτε αὐτοχειριάζονται εἴτε σκοτώνουν κάποιον ἄλλον, πάντα τὸν ἑαυτὸ τους σκοτώνουν, ὄχι τὸν ἄλλον. Ἡ νίκη Του εἶναι βεβαίωση τῆς δικῆς τους μελλοντικῆς νίκης.
«Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ἰωάν. κ’ 22-23). Εἴδαμε πώς ὁ Κύριος πρῶτα ὅπλισε τοὺς μαθητές Του μὲ εἰρήνη καὶ μετὰ στερέωσε τὴν πίστη τους. Παραλλήλισε τὴν ἀποστολή τους μὲ τὴ δική Του καὶ τοὺς ἔστειλε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πού εἶχε στείλει καὶ τὸν ἴδιο ὁ Πατέρας. Τώρα βλέπουμε πώς τοὺς ὁπλίζει μὲ δύναμη κι ἐξουσία. Τοὺς ἔδωσε δύναμη μὲ τὴν πνοή Του καὶ ἐξουσία μὲ τὰ λόγια πού τοὺς εἶπε. Ἐκεῖνος πού ἀνακαίνισε τὸν κόσμο, ἦταν καὶ ὁΔημιουργός του. Ὅταν ὁ Θεὸς ἔφτιαξε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν πηλὸ τῆς γῆς, «ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς, καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γέν. β’ 7). Ὁ ἀνακαινιστής τοῦ κόσμου ἐνεργεῖ τώρα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ἔδωσε πνοὴ ζωῆς στοὺς ἀνθρώπους πού ἡ ἁμαρτία τοὺς εἶχε κάνει ἀδύναμους. Μὲ τὴ ζωοποιὸ πνοὴ Του ἀναγεννᾶ, ἀνακαινίζει καὶ ἀνασταίνει ἐκ νεκρῶν τὶς ἀναὶσθητες ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων πού εἶναι δεμένες στὴ γῆ. Ὁ Κύριος ἐνεφύσησε στοὺς ἀποστόλους καὶ εἶπε: Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον.
Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη χορηγία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ δεύτερη θὰ γίνει τὴν πεντηκοστὴ μέρα ἀπὸ τὴν ἐπιβλητικὴ αὐτὴ βραδυά. Ἡ πρώτη ἔγινε γιὰ νὰ ἀναζωογονήσει καὶ νὰ ἐνισχύσει τοὺς ἴδιους τούς μαθητές. Ἡ δεύτερη ἀφοροῦσε τὴν ἀποστολικὴ διακονία τους στὸν κόσμο, γιὰ νὰ μεταδώσουν στοὺς ἀνθρώπους τὴ νέα ζωή. Τοὺς ἔδωσε δύναμη μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, μαζὶ μὲ ἐξουσία νὰ συγχωροῦν ἢ νὰ δεσμεύουν ἁμαρτίες.
Ἀλήθεια, πόσο ὑποφέρει ὁ κόσμος ἀπό τούς ἀνθρώπους πού σφετερίζονται τὴν ἐξουσία χωρὶς νὰ ’χουν μέσα τους τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ‘χουν λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα! Ὅταν ὁ ἀδύνατος ἄνθρωπος ἁρπάζει τὴν ἐξουσία πού ἀνήκει στοὺς δικαστὲς καὶ τοὺς πρεσβύτερους, εἶναι μάστιγα γιὰ τὸν κόσμο. Εἶναι ἕνα πτῶμα δεμένο στὸ σαμάρι ἑνὸς ἀχαλίνωτου ἀλόγου. Τὸ ἴδιο γίνεται μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες, πού τὴν ἐξουσία τὴν ἁρπάζουν. Αὐτὸ ὅμως δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀνάμεσα σὲ χριστιανούς, ὅπου ὁ Θεὸς δίνει ἐξουσία σὲ κείνους πού πρωτύτερα δέχτηκαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Βλέπετε πώς ὅλα σχεδιάζονται καὶ τακτοποιοῦνται ὄμορφα στὴ βασιλεία πού ἱδρύει ὁ Χριστός.
Τὴν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν, τοῦ νὰ συγχωρεῖ κανεὶς ἁμαρτίες ἢ ὄχι, ὁ Κύριος τὴν εἶχε ὑποσχεθεῖ καὶ νωρίτερα στὸν ἀπόστολο Πέτρο (βλ. Ματθ. ιστ’ 19) κι ἀργότερα στοὺς ἄλλους ἀποστόλους (βλ. Μάρκ. ιη’ 18). Ὁ Κύριος ἐπαναβεβαιώνει τώρα τὴν ὑπόσχεσή Του, τὴν ἴδια μέρα τῆς πανένδοξης Ἀνάστασής Του. Αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν ξεχωρίζει τὸν Πέτρο ἀπό τούς ἄλλους, ἀλλά δίνει δύναμη κι ἐξουσία σ’ ὅλους ἐξίσου, χωρὶς διάκριση. Ποτὲ δὲν ἒδωσε στὸν Πέτρο ὁ Κύριος εἰδικὴ δύναμη κι ἐξουσία. Μόνο τὴν ὑπόσχεσή Του ἒδωσε ἰδιαίτερα στὸν Πέτρο, κι αὐτὸ τότε πού ὁ ἀπόστολος ἐμπνεύστηκε κι ἒδωσε τὴν ὁμολογία πώς ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ υἱόςτοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. ιστ’ 16). Σὰν ἔνδειξη ἐπιδοκιμασίας τῆς ὁμολογίας Του, ἀλλά καὶ γιὰ νὰ στερεώσει τοὺς ἄλλους μαθητὲς στὴν πίστη καὶ ὁμολογία αὐτή, ὁ Κύριος ἒδωσε στὸν Πέτρο τὴν ὑπόσχεση τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν τὶς ἁμαρτίες, πού ἀργότερα ἒδωσε σ’ ὅλους τούς μαθητές Του. Ἔτσι, τὴν ἴδια τὴ μέρα τῆς πανένδοξης Ἀνάστασής Του, ὁ Κύριος ἐξισώνει ὅλους τούς ἀποστόλους. Ἐκεῖνοι ἀργότερα μετέδωσαν τὴ δὺ-ναμη καὶ τὴν ἐξουσία αὐτὴ στοὺς διαδόχους τους, τοὺς ἐπισκόπους κι οἱ ἐπίσκοποι στοὺς ἱερεῖς. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ ἐξουσία αὐτὴ εἶναι ἐνεργὴ μέχρι σήμερα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
«Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω» (Ἰωάν. κ’ 24-25). Ἂν δὲν δῶ τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ καρφιὰ στὰ χέρια Του, εἶπε ὁ Θωμᾶς, ἂν δὲ βάλω ὁ ἴδιος τὸ δάχτυλό μου στὰ σημάδια αὐτὰ κι ἂν δὲν ἀκουμπήσω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά Του, γιὰ νὰ δῶ τὸ σημάδι τῆς λόγχης, δὲν θὰ πιστέψω.
«Δίδυμος» δὲν ἦταν τὸ παρατσούκλι τοῦ Θωμᾶ. Αὐτὸ ἦταν τὸ ἑλληνικό του ὄνομα. Ἴσως τὸ ὄνομα αὐτὸ νὰ τοῦ δόθηκε ἀπὸ κάποια μυστικὴ κι ἀνεξερεύνητη πρόνοια, γιὰ νὰ δείξει τὶς δυὸ ὄψεις τῆς ψυχῆς του, τὴν ἀμφιβολία καὶ τὴν πίστη. Σ’ ὅλο τὸ διάστημα πού ἀκολουθοῦσε τὸν Χριστό, δὲν βλέπουμε νὰ δίνεται ἰδιαίτερη ἔμφαση οὔτε στὴν ἀμφιβολία οὔτε στὴν πίστη του. Μόνο σὲ μιὰ περίπτωση ἀναφέρεται τὸ προσωπικό του θάρρος κι ἡ ἀφοσίωσή του στὸν Κύριο, ἂν κι αὐτὸ φαίνεται νὰ προκύπτει ἀπὸ ἒλλειψη κατανόησης. Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἔγινε ὅταν ἒμαθαν τὴν εἴδηση γιὰ τὸ θάνατο τοῦ Λαζὰρου κι ὁ Κύριος εἶπε στοὺς μαθητές Του: «ἀλλ’ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν». Ὁ Θωμᾶς νόμισε πώς ὁ Κύριος τούς καλοῦσε ν’ ἀποδεχτοῦν τὸ δικό τους θάνατο. Δὲν καταλάβαινε τότε πώς γιὰ τὸν Ζῶντα Κύριο δὲν ὑπάρχουν νεκροί. Δὲν μποροῦσε νὰ διαβλέψει βέβαια τὴν πρόθεση τοῦ Κυρίου ν’ ἀναστήσει τὸν Λάζαρο. Γράφει ὁ εὐαγγελιστής: «εἶπεν οὖν Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταῖς· ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. ια’ 16).
Ἂν καὶ τὰ λόγια αὐτὰ δὲν εἰπώθηκαν μὲ ἐπίγνωση, ἦταν χαρακτηριστικὰ γενναίας κι ἀφοσιωμένης καρδιᾶς. Ὁ Θωμᾶς ἦταν μάρτυρας τῆς ἀνάστασης τοῦ Λαζάρου, ὅπως καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση τῆς ἀνάστασης τοῦ γιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν. Στὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου δὲν ἦταν μπροστά, μέσα στὸ δωμάτιο τῆς νεκρῆς κοπέλας. Ἐκεῖ ὁ Κύριος πῆρε μαζί Του μόνο τοὺς τρεῖς κορυφαίους μαθητές Του. Δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ ὅμως πώς διατύπωσε κάποια ἀμφιβολία γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου. Καὶ βέβαια ἦταν μάρτυρας σ’ ὅλα τὰ μεγάλα θαύματα πού ἔκανε ὁ Κύριος τὰ χρόνια πού ἦταν μαζί Του. Εἶχε ἀκούσει τὴν προφητεία τοῦ Χριστοῦ πώς θ’ ἀναστηθεῖ τὴν τρίτη μέρα. Τώρα ἀκούει τοὺς δέκα φίλους του νὰ λένε πώς ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μπροστά τους ζωντανός, πώς τοὺς ἔδειξε τὶς πληγές Του. Εἶχε ἀκούσει πώς ὁ Πέτρος κι ὁ Ἰωάννης βρῆκαν τὸν τάφο Του ἄδειο, ἴσως νὰ τὸ ‘χε ἀκούσει αὐτὸ κι ἀπὸ τὶς μυροφόρες γυναῖκες. Εἶχε ἀκούσει πώς τὸν Κύριο τὸν εἶδε κι ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ κι ὅτι συνομίλησε μαζί Του. Εἶχε ἀκούσει ἐπίσης πώς δυὸ μαθητὲς πήγαιναν πρὸς τοὺς Ἐμμαοὺς καὶ συνταξίδευαν μὲ τὸν ἀναστημένο Κύριο.
Ὅλ’ αὐτὰ τὰ γνώριζε ὁ Θωμᾶς, μὰ φαίνεται πώς ἡ πίστη του δὲν ἦταν σταθερή, δυσπιστοῦσε. Δὲν τὰ πίστευε ἐπειδὴ δὲν εἶχε δεῖ ἀναστημένον τὸν Κύριο. Καὶ τὸ ξεκαθάρισε πώς δὲν τοῦ ἔφτανε νὰ δεῖ τὸν Κύριο, ἤθελε ν’ ἀκουμπήσει καὶ τὶς πληγὲς στὰ χέρια Του. Ἂν τὸ δεῖ αὐτὸ κανεὶς ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη πλευρά, αὐτὴ εἶναι μιὰ σπάνια κι ἀκατανόητη ἐπιμονὴ κι ἰσχυρογνωμοσύνη στὴν ἀπιστία. Μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ ὅμως ἂν τὸ δεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Θείας Πρόνοιας. Ἡ σταθερότητα τῆς πίστης ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ποιός μπορεῖ νὰ ἐμβαθύνει καὶ νὰ κατανοήσει τὰ δυσθεώρητα βάθη τῆς Θείας Πρόνοιας; Ποιὸς μπορεῖ νὰ βεβαιώσει πώς ὁΘεός, μὲ τὴν πρόνοιά Του, δὲν ἤθελε νὰ χρησιμοποιήσει τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, γιὰ χάρη τῆς πίστης τῶν πολλῶν; Σὲ κάθε περίπτωση δύο πράγματα ἔχουν ἀποσαφηνιστεῖ ἐδῶ: ἡ φοβερὴ ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ὅπως ἀποκαλύπτεται στὴν πεισματικὴ ἀπιστία ἑνὸς ἀπό τούς ἀποστόλους (πού εἶχε ἀμέτρητους λόγους νὰ πιστεύσεῖ) , καθὼς κι ἡ ἄπειρη σοφία κι ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἁγιότητά Του ὁ Θεὸς δὲν χρησιμοποιεῖ τὸ κακὸ γιὰ νὰ βγάλει καλὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν χρησιμοποιεῖ κακὰ μέσα γιὰ νὰ πετύχει καλοὺς στόχους. Μὲ τὴ σοφία καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος διορθώνει τοὺς κακούς μας τρόπους καὶ τοὺς μεταποιεῖ σὲ καλούς.
Ὁ Θωμᾶς διαβεβαιώνει τοὺς συμμαθητές Του πώς δὲν θὰ πιστέψει στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Του ἂν δὲν βάλει τὸ δάχτυλό του στὰ σημάδια τῶν χεριῶν Του, «εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων». Σίγουρα τὸ λέει αὐτὸ ἐπειδὴ οἱ φίλοι του εἶπαν πώς ὁ ἴδιος ὁ Κύριός τους ἔδειξε τὶς πληγὲς στὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του. Ἂς δοῦμε τώρα πῶς πείθει ὁ Κύριος τὸν ἄπιστο Θωμά:
«Καὶ μεθ’ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ’ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ ᾿Ιησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάν. κ’ 26). Ὀκτώ μέρες ἀργότερα, Κυριακὴ πάλι, οἱ μαθητὲς ἦταν συναγμένοι. Μαζί τους ἦταν καὶ ὁ Θωμᾶς. Τότε, κι ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν πάλι κλεισμένες, ὁ Ἰησοῦς μπῆκε μέσα, στάθηκε ἀνάμεσά τους καὶ εἶπε: εἰρήνη ὑμῖν. Ὅλα ἔγιναν ὅπως καὶ τὴν πρώτη φορὰ πού ἐμφανίστηκε μπροστά τους. Ὅλα, μόνο ποὺ τώρα ἦταν κι ὁ Θωμᾶς μαζί τους. Φαίνεται πώς ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ἐμφανιστεῖ στὸν Θωμὰ ἀκριβῶς ὅπως καὶ στοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει στὸ δύσπιστο μαθητὴ ὅλα ἐκεῖνα πού τοῦ διηγήθηκαν οἱ ἄλλοι δέκα.
Γιατί περίμενε ὁ Κύριος νὰ περάσουν ὀκτὼ μέρες; Γιατί δὲν ἐμφανίστηκε νωρίτερα; Πρῶτο, γιὰ νὰ εἶναι ὅλες οἱ συνθῆκες κι οἱ περιστάσεις ἀκριβῶς ἴδιες. Ὅπως τὴν πρώτη φορὰ πού ἐμφανίστηκε ἦταν Κυριακή, ἔτσι ἔπρεπε νὰ ἐμφανιστεῖ καὶ τώρα Κυριακή. Δεύτερο, ὥστε μὲ τὴν ἀναμονὴ νὰ γίνει μεγαλύτερη ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ. Τρίτο, γιὰ νὰ μάθει στοὺς μαθητὲς Του τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν καρτερία στὴν προσευχή, προκειμένου νὰ μεταδώσουν στὸ φίλο τους τὴ δική τους πίστη, γιατί οἱ μαθητὲς σίγουρα θὰ προσεύχονταν νὰ ἐμφανιστεῖ ξανὰ ὁ Κύριος γιὰ χάρη τοῦ Θωμᾶ. Τέταρτο, γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν οἱ μαθητὲς τὴν ἀδυναμία τους νὰ πιστοποιήσουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου χωρὶς τὴ δική Του βοήθεια. Καὶ τελευταῖο, ἴσως ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς ὀκτὼ ὑποδηλώνει τὶς ἔσχατες μέρες, τὴν παραμονὴ τῆς δεύτερης ἔλευσης τοῦ Χριστοῦ, τότε πού ἄνθρωποι σὰν τὸν Θωμὰ θὰ εἶναι πολὺ ἀδύναμοι καὶ χλιαροὶ στὴν πίστη, θὰ καθοδηγοῦνται μὲ βάση τὶς αἰσθήσεις τους καὶ θὰ πιστεύουν μόνο ἐκεῖνα πού ἀντιλαμβάνονται μ’ αὐτὲς (τὶς αἰσθήσεις τους). Τότε οἱ ἄνθρωποι θὰ λένε, ὅπως κι ὁ Θωμᾶς : Ἂν δὲν ἰδῶ, δὲ θὰ πιστέψω. «Καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς καὶ ὄψονται τὸν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Μάτθ. κδ’ 30).
«Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός» (Ἰωάν. κ’ 27). Κι ὁ Θωμᾶς τοῦ ἀπάντησε: Ὁ Κύριός μου καὶ ὁΘεός μου!
Τὴ δεύτερη φορὰ πού ἐμφανίστηκε στοὺς ἀποστόλους ὁ Κύριος τὸ ἔκανε μόνο γιὰ τὸ Θωμά. Γιὰ χάρη ἑνὸς ἀνθρώπου, ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ. Ἐκεῖνος πού περιβάλλεται ἀπὸ ἀγγελικοὺς χοροὺς πού τὸν ὑμνοῦν ἀγαλλόμενοι, ὡς Νικητὴ τοῦ θανάτου, ἀφήνει τὰ οὐράνια τάγματα καὶ σπεύδει νὰ σώσει τὸ ἕνα πρόβατο, τὸ ἀπολωλός. Ἂς τὸ δοῦν αὐτὸ ὅλοι οἱ ἔνδοξοι κι οἱ δυνατοὶ αὐτοῦ τοῦ κόσμου πού ξεχνοῦν τοὺς ἀδύνατους καὶ ταπεινοὺς φίλους τους, πού τοὺς ἀποφεύγουν μὲ ντροπὴ καὶ περιφρόνηση. Ἂς τὸ δοῦν αὐτὸ κι ἂς ντραποῦν ἀπὸ τὸ παράδειγμά Του. Μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ὁ Κύριος δὲν ἔνιωσε οὔτε ντροπὴ οὔτε ταπείνωση. Μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος Ἐκεῖνος, ὁ δοξασμένος καὶ παντοδύναμος, κατέβηκε γιὰ δεύτερη φορὰ σ’  ἕνα ταπεινὸ δωμάτιο στὰ Ἱεροσόλυμα. Πόσο εὐλογημένο εἶναι τὸ δωμάτιο αὐτό, ἀπ’ ὅπου προέκυψαν γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα περισσότερες εὐλογίες, ἀπ’ ὅσες θὰ μποροῦσαν νὰ προκύψουν ἀπ’ ὅλα τὰ παλάτια τῶν αὐτοκρατόρων!
Μόλις ὁ Κύριος παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν Θωμά, ἐκεῖνος ἀναφώνησε μὲ χαρά: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!» Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Θωμᾶς ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ ὡς Ἄνθρωπο καὶ ὡς Θεό, ὡς ἕνα ζωντανὸ πρόσωπο. Μόνο ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸν ἀναστημένο Κύριο ἦταν ἀρκετὴ νὰ δώσει στὸν Θωμὰ τὴν εὐλογία τοῦ Πνεύματος, τὴν ἀναγέννηση τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν τὶς ἁμαρτίες, κάτι πού ὀκτὼ μέρες νωρίτερα εἶχε δώσει στοὺς ἄλλους μαθητὲς μὲ τὸ λόγο καὶ τὴν πνοή Του. Ὅταν ὁ Κύριος βρισκόταν ἀκόμα στὸ θνητὸ σῶμα Του, προτοῦ ἀναστηθεῖ, μποροῦσε νὰ θεραπεύσει τὴν αἱμορρούσα γυναίκα μόνο μὲ τὸ νὰ τῆς ἐπιτρέψει ν’ ἀγγίξει τὸ ἱμάτιό Του. Πολὺ περισσότερο τώρα, μὲ τὸ δοξασμένο κι ἀναστημένο σῶμα Του, μποροῦσε νὰ δώσει μόνο μὲ τὴν ἐπαφὴ στὸν Θωμὰ τὴν ἐξουσία πού εἶχε δώσει μὲ διαφορετικὸ τρόπο στοὺς ἄλλους ἀποστόλους. Δὲν ἦταν ἀδύνατο βέβαια νὰ δώσει ὁ Κύριος καὶ στὸ Θωμὰ δύναμη κι ἐξουσία μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πού τὴν ἔδωσε στοὺς ἄλλους ἀποστόλους, ἂν κι αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται στὰ εὐαγγέλια. Ἀλλά εἶναι γνωστὸ πώς δὲν καταγράφηκαν ὅλα ὅσα εἶπε κι ἔκανε ὁΚύριος μετὰ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του, ὅπως διαβεβαιώνει ὁ εὐαγγελιστὴς λίγο ἀργότερα. Τὸ ἀξιοσημείωτο εἶναι πώς ὁ Θωμᾶς, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, ἔλαβε τὴν ἴδια δύναμη κι ἐξουσία, ὅπως κι οἱ ἄλλοι μαθητές. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὴν ἀποστολική Του διακονία, ἀπὸ τὰ θαύματά του καὶ τὸ μαρτυρικό του θάνατο. (Ἀπὸ τὸ βίο τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ μαθαίνουμε πώς καταδικάστηκε σὲ θάνατο ἐπειδὴ ὁμολόγησε μὲ θάρρος καὶ παρρησία πώς ὁΧριστὸς ἀναστήθηκε. Πέντε στρατιῶτες ὅρμησαν τότε ἐναντίον τοῦ γενναίου στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν σκότωσαν μὲ τὶς λόγχες τους).
Γιὰ ν’ ἀποκαταστήσει καὶ νὰ ἑδραιώσει τὴν πίστη τοῦ Θωμᾶ, ὁ Κύριος τὸν ἐπέπληξε εὐγενικά: «λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες» (Ἰωάν. κ’ 29). Ἐσύ, Θωμᾶ, τοῦ εἶπε, μὲ πίστεψες περισσότερο μὲ τὶς αἰσθήσεις σου παρὰ μὲ τὸ πνεῦμα σου. Ἤθελες μὲ τὰ αἰσθητήριά σου νὰ πειστεῖς, γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ σοῦ ἔδωσα τὴν εὐκαιρία νὰ τὸ κάνεις αὐτό. Κι ἐσύ πείστηκες μὲ τὸ νὰ μὲ δεῖς καὶ νὰ μὲ ἀγγίξεις. Ὅμως, μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. Μακάριοι κι εὐλογημένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού δὲν εἶδαν μὲ τὰ μάτια τους, ἀλλά μὲ τὸ πνεῦμα τους καὶ πίστεψαν μὲ τὴν καρδιά τους. Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι πού πιστεύουν στὸν Χριστὸ καὶ τὸ εὐαγγέλιό Του χωρὶς νὰ τὸν δοῦν μὲ τὰ σωματικά τους μάτια, δίχως νὰ τὸν ἀγγίξουν μὲ τὰ χέρια τους. Μακάριο εἶναι τὸ παιδὶ πού πιστεύει ὅλα ὅσα τοῦ λέει ἡ μητέρα του, χωρὶς νὰ τὰ ἀμφισβητήσει καὶ νὰ θελήσει νὰ τὰ ἐπιβεβαιώσει μὲ τὰ μάτια ἢ μὲ τὰ χέρια του. «Ἔστω δὲ ὁλόγος ὑμῶν ναί ναί, οὔ οὔ» (Ματθ. ε’ 37).
Ὁ Κύριος τὸ εἶχε πεῖ πολλὲς φορὲς νωρίτερα πώς θ’ ἀναστηθεῖ κι ἔπρεπε νὰ τὸν πιστέψουν. Γιὰ νὰ πειστοῦν οἱ ἄπιστοι ὅμως καὶ νὰ ἑδραιωθοῦν στὴν πίστη οἱ ὀλι-γόπιστοι, ὁ Κύριος δὲν περιορίστηκε μόνο σὲ ὅσα προεῖπε γιὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασή Του, ἀλλά ἔκανε καὶ πολλὲς ἐμφανίσεις μετὰ ἀπ’ αὐτήν. Ἦταν πολὺ σπουδαῖο γιὰ Ἐκεῖνον ὥστε οἱ ἀπόστολοι κι ἀπ’ αὐτοὺς οἱ πιστοί, ν’ ἀποκτήσουν δυνατὴ πίστη στὴν Ἀνάστασή Του. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάση τῆς πίστης κι ἡ εὐφροσύνη τοῦ χριστιανοῦ. Γι’ αὐτὸ κι ὁ πάνσοφος Κύριος ἔκανε τὰ πάντα γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὸ πνεῦμα ἀλλά καὶ τὶς αἰσθήσεις τῶν ἀποστόλων, ὥστε κανενὸς ἡ πίστη νὰ μὴν κλο- νιστεῖ, νὰ μὴν ἀμφιβάλει πώς ὁ Κύριος εἶναι ἀναστημένος καὶ ζωντανός. Ἂν καὶ «τὸ πνεῦμά ἐστι τὸ ζωοποιοῦν, ἡ σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν» (Ἰωάν. στ’ 63) καὶ μ’ ὅλο πού οἱ αἰσθήσεις μποροῦν νὰ ἐξαπατήσουν τὸν ἄνθρωπο πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸ πνεῦμα, ὁ γλυκὺς Κύριος συγκατένευσε στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ ἔκανε ὅ,τι ἦταν δυνατὸ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει καὶ τὴν αἰσθητὴ ἀντίληψη καὶ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ κι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ παραμένει ὡς σήμερα τὸ πλέον ἀναμφισβήτητο γεγονὸς στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ποιὸ ἄλλο γεγονός, ξεκινώντας ἀπὸ τὸ ἀπώτατο παρελθόν, παραμένει τόσο φανερὰ καὶ προσεχτικὰ τεκμηριωμένο ὅσο αὐτό;
«Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰωάν. κ’ 30-31). Εἶναι φανερὸ πώς ἐδῶ ὁ εὐαγγελιστὴς πρέπει νὰ μιλάει γιὰ θαύματα πού ἔκανε ὁΧριστὸς μετὰ τὴν Ἀνάσταση. Αὐτὸ προκύπτει πρῶτα ἀπὸ τὴν ἀφήγηση πού προηγήθηκε, γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἀναστημένου Κυρίου. Φαίνεται ἐπίσης ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὅπου ἀναφέρεται πώς ὁ Κύριος «παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι’ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. α’ 3).
Ποῦ ἔχουν καταγραφεῖ ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἀψευδή γεγονότα πού ἔκανε τὶς σαράντα αὐτὲς μέρες; Πουθενά. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης ὁμολογεῖ πώς δὲν ἔχουν γραφεῖ ὅλα σ’ αὐτὸ τὸ βιβλίο – τὸ εὐαγγέλιό του (βλ. Ἰωάν. κα’ 25). Τέλος, τὸ ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς ἐδῶ δὲν μιλάει μόνο γιὰ τὰ θαύματα πού ἔκανε μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ γιὰ ὅσα ἔκανε στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, φαίνεται ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ εὐαγγελιστῆ, μὲ τὰ ὁποῖα κλείνει καὶ τὸ εὐαγγέλιό του: «ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν» (Ἰωάν. κα’ 25). Οὔτε ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν θὰ χωροῦσε τὰ βιβλία πού θὰ χρειάζονταν γιὰ νὰ καταχωρηθοῦν ὅλα ὅσα εἶπε καὶ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς.
Τὰ λόγια αὐτὰ ἀναφέρονται σὲ ὅλα τὰ θαύματα πού ἔκανε ὁ Χριστὸς στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, τόσο πρὶν ὅσο καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του. Τὰ λόγια τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ὅμως δὲν πρέπει νὰ ’χουν τὸ ἴδιο νόημα μ’ αὐτὰ πού τελειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τὸ εὐαγγέλιο. Ὑπῆρχε κάποιος λόγος νὰ τὰ ἐπαναλάβει;
Ὅλα ὅσα γράφτηκαν στὸ εὐαγγέλιο ἔχουν ἕνα μοναδικὸ σκοπό: «ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Αὐτὸ σημαίνει: Μὴν περιμένετε ἄλλον Μεσσία καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου. Αὐτὸς πού ἦταν νὰ ἔρθει, ἦρθε. Αὐτὸς πού προφήτεψαν οἱ προφῆτες τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ κι οἱ Σίβυλλες τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου, ἐμφανίστηκε στ’ ἀλήθεια. Ὅλα ὅσα γράφτηκαν, ἦταν ἐπίσης ὥστε καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἒχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Μὲ τὴν πίστη αὐτή, πού ὁ Θωμᾶς τὴν ἐπιβεβαίωσε μὲ τὶς αἰσθήσεις του, θὰ ἔχετε ζωὴ αἰώνια. Ἀπ’ αὐτὸ φαίνεται πώς τὰ καταληκτικὰ αὐτὰ λόγια τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου συνδέονται μὲ τὸ περιστατικὸ ποὺ προηγήθηκε, μὲ τὸν Θωμὰ καὶ τὴν ἀπιστία του. Ὁ Κὺριος ἐμφανίστηκε στὸν Θωμὰ μόνο γιὰ δική του χάρη, ἀλλὰ γιὰ τὴ χάρη ὅλων ἐκείνων πού ἀναζητοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ ζωή. Μὲ τὴν ἐμφάνισή Του στὸν Θωμὰ ὁ Κύριος βοήθησε ὅλους ἐμᾶς νὰ τὸν πιστέψουμε πιὸ εὔκολα, ἀναστημένο καὶ ζωντανό. Καὶ μὲ τὴν πίστη αὐτὴ νὰ συμμετάσχουμε στὴν αἰώνια ἀλήθεια καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, προσθέτει ὁ εὐαγγελιστής. Γιατί ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ; Ἐπειδὴ «καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ’ 12). Γιατί «πᾶς γὰρ ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» (Ρωμ. ι’ 13). Μόνο ἡ ζωὴ πού ἀναζητεῖται καὶ ἀποκτᾶται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ εἶναι ἀληθινὴ ζωή. Κάθε ἄλλη εἶναι θάνατος καὶ φθορά. Στὴν ἄνυδρη ἐρημιὰ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ὁ ἀναστημένος Χριστὸς εἶναι ἡ μόνη σίγουρη πηγὴ νεροῦ πού ξεδιψάει καὶ ἀναζωογονεῖ. Ὁτιδήποτε ἄλλο θὰ φαίνεται σὰν πηγὴ νεροῦ στὸν ταλαιπωρημένο καὶ διψασμένο ταξιδιώτη, πού δὲν θὰ εἶναι πηγὴ ἀλλὰ τὸ λαμπύρισμα τῆς καυτῆς ἄμμου, μιὰ διαβολικὴ αὐταπάτη.

***

Τό βαθύτερο νόημα τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ἒχει σχέση μὲ τὸ ἐσωτερικὸ δράμα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅποιος θέλει νὰ ἐμφανιστεῖ ὁ ἀναστημένος Κύριος μέσα του, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρέπει νὰ κλειδαμπαρώσει τὴν πὸρτα τῆς ψυχῆς του, νὰ τὴν προστατέψει ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Θεόληπτος στὴ Φιλοκαλία: «Ἀποκτῆστε σοφία ἀπὸ τὶς μέλισσες. Μὲ τὸ πού θὰ δοῦν σμῆνος ἀπὸ σφῆκες νὰ πετοῦν γύρω τους, μένουν μέσα στὴν κυψέλη κι ἒτσι διαφεύγουν τὸν κίνδυνο ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τους». Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο οἱ ἀπόστολοι προστατεύτηκαν ἀπὸ τοὺς αἱμοδιψεῖς καὶ ὑλιστές Ἰουδαίους.
Οἱ Ἰουδαῖοι ἀντιπροσωπεύουν κατὰ κάποιο τρόπο τὸν ὑλισμὸ καὶ τὸν αἰσθησιασμό. Σὲ ψυχὴ ὅμως πού διαφυλάσσεται μὲ ζῆλο καὶ κλειδαμπαρώνεται, ὁ Κύριος θὰ ἐμφανιστεῖ ἐν δόξῃ. Ὁ δοξασμένος Νυμφίος θ’ ἀποκαλυφτεῖ τότε στὴ συνετὴ νύμφη. Ὅταν ἐμφανίζεται ὁ Κύριος, ὁ φόβος τοῦ κόσμου ἐξαφανίζεται κι ἡ ψυχὴ εἰρηνεύει. Κι ὄχι μόνο εἰρηνεύει. Ὁ Κύριος φέρνει πάντα μαζί Του πολλὰ καὶ διάφορα δῶρα, ὅπως χαρά, δύναμη καὶ θάρρος. Ἑδραιώνει τὴν πίστη, ἐνισχύει τὴ ζωή.
Ὅταν ὁ Κύριος ἐμφανίζεται καὶ μᾶς παρέχει ὅλ’ αὐτὰ τὰ πολύτιμα δῶρα, κάποια ἀμφιβολία ἐξακολουθεῖ ἀκόμα νὰ κρύβεται σὲ κάποια γωνιὰ τῆς ψυχῆς μας. Ἡ γωνιὰ αὐτὴ ἀντιπροσωπεύει τὸ δύσπιστο Θωμά. Γιὰ νὰ φωτιστεῖ καὶ νὰ θερμανθεῖ κι ἡ γωνιὰ αὐτὴ μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ ἐπιμείνουμε στὴν προσευχὴ καὶ νὰ περιμένουμε μὲ μεγάλη ὑπομονή. Πρέπει νὰ μένουμε κλειδαμπαρωμένοι, προστατευμένοι ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο, ἀπὸ τὶς σωματικὲς ἐπιθυμίες καὶ ὁρμές. Τότε ὁ Κύριος πού ἀγαπᾶ τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ μᾶς συμπονέσει καὶ θὰ εἰσακούσει τὶς προσευχές μας. Θὰ ἐμφανιστεῖ ξανά καὶ μὲ τὴ φιλεύσπλαχνη παρουσία Του θὰ φωτίσει καὶ τήν τελευταία σκοτεινὴ γωνιὰ τῆς ψυχῆς μας. Τότε καὶ μόνο τότε θὰ μπορέσουμε νὰ ποῦμε πώς εἴμαστε ζωντανὲς ψυχὲς καὶ υἱοὶ Θεοῦ κατὰ χάρη. Κι ὅλ’ αὐτὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο πρέπει ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Ἀπό το βιβλίο: «Ἀναστάσεως Ἡμέρα» Ἐκδόσεις, Πέτρου Μπότση)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το Άγιο Όρος για το μάθημα των θρησκευτικών

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2016

 

ΚΑΡΥΑΙ  ΤΗ  22.3/4.4.2016

ΑΡ. ΠΡΩΤ. Φ.2/7/670

Εξοχώτατον

Υπουργόν Παιδείας, Έρευνας και

Θρησκευμάτων

κύριον Νικόλαον Φίλην

Εις Αθήνας

Εξοχώτατε κύριε  Υπουργέ,

  Δια του παρόντος ιεροκοινοσφραγίστου γράμματος η καθ΄ημάς Ιερά Κοινότης του Αγίου Όρους, αφουγκραζομένη την ανησυχίαν των ενταύθα πολυπληθών προσκυνητών, προερχοµένων εκ πάσης κοινωνικής τάξεως, ιδεολογίας και µορφωτικής καταστάσεως, επιθυμεί να εκφράση τας απόψεις της δια τας μελετωμένας αλλαγάς εις την διδασκαλίαν του μαθήματος των θρησκευτικών.

  Μετά βαθυτάτης θλίψεως επληροφορήθημεν προσφάτους δηλώσεις Υμών περί «αναμορφώσεως» του περιεχομένου του μαθήματος των θρησκευτικών εις θρησκειολογικόν, ως απαραιτήτου προϋποθέσεως δια την υποχρεωτικήν διδασκαλίαν του μαθήματος.

  Εις εποχήν κρίσεως οικονομικής και πρωτίστως πνευματικής δια την πατρίδα μας, η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών εις τα πλαίσια της Ορθοδόξου ημών Παραδόσεως αποτελεί φωτεινήν ελπίδα δια την μετάδοσιν ουσιαστικών γνώσεων και βιωμάτων εις τους έλληνας µαθητάς, αντλουμένας εκ της Ορθοδόξου Πίστεώς μας εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Η μετατροπή του μαθήματος των θρησκευτικών εις θρησκειολογικόν, με το πρόσχημα της αποφυγής του «δογματικού» η του «κατηχητικού» χαρακτήρος του, θα αποτελέση σοβαρόν πλήγμα εις τον ευαίσθητον χώρον της Παιδείας και μας ευρίσκει απολύτως αντιθέτους. Μία τοιαύτη ενέργεια δύναται να ερμηνευθή μόνον ως συμβολή εις την προσπάθειαν απομακρύνσεως του λαού μας από τας ρίζας του εντός της συγχρόνου πολυπολιτισμικής κοινωνίας, την οποίαν βεβαίως απευχόμεθα.

  Παρακαλούμε θερμώς όπως η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας επανεξετάση τας απόψεις της αναφορικώς με τον τρόπον της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών και αφουγκρασθεί προς τούτο τας προτάσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, αι οποίαι δίδουν μίαν εμπεριστατωμένην απάντησιν εις το ανωτέρω θέμα. Ιδιαιτέρως παρακαλούμε όπως προσεχθεί και η υποχρεωτική διδασκαλία του μαθήματος, ως αναγκαίου δια την ολοκληρωμένην αγωγήν των μαθητών, κατά τας επιταγάς του Συντάγματος της Ελλάδος.

  Έχοντες την βεβαιότητα ότι η παράκλησις ημών θα τύχη της δεούσης προσοχής και αποδοχής εκ μέρους της εντίμου Ελληνικής Κυβερνήσεως, ευχόμεθα την σκέπην, ευλογίαν και τον άνωθεν φωτισμόν της Εφόρου του Ιερού ημών Τόπου Υπεραγίας Θεοτόκου, και διατελούμεν μετ’ εξαιρέτου τιμής

Άπαντες οι εν τη κοινή Συνάξει Αντιπρόσωποι και Προϊστάμενοι

των είκοσιν Ιερών Μονών του  Αγίου Όρους  Άθω.

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2016

 

  Αν κάτι εντυπωσιάζει όσους ασχολούνται τα τελευταία χρόνια με τη νέα γενιά είναι η μετοχή στην Μεγάλη Εβδομάδα. Νηστεία και θεία Κοινωνία, σεβασμός και προσοχή στις λατρευτικές ακολουθίες, τήρηση εθίμων αλλά και αίσθηση του διαφορετικού. Και όλα αυτά χωρίς πίεση από την οικογένεια. Επιλογές ολοένα και περισσότερο συνειδητές.

         Θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι οι νέοι έγιναν συνειδητά μέλη της Εκκλησίας. Είναι όμως και μία απάντηση σε όσους, ελαφρά τη καρδία, ενορχηστρώνουν έναν θρησκευτικό αποχρωματισμό. Το πώς η Εκκλησία θα αξιοποιήσει αυτό το νεανικό ενδιαφέρον, είναι ζητούμενο. Η διαπίστωση όμως είναι παρήγορη.

           Η Μεγάλη Εβδομάδα έχει τρεις ξεχωριστούς τρόπους, με τους οποίους η Εκκλησία μπορεί να μιλήσει στη νεανική καρδιά. Ο πρώτος είναι το πρόσωπο του Χριστού. Δεν είναι μόνο θέμα προτύπου. Είναι και το ότι σε μία εποχή, στην οποία η θυσία θεωρείται αδιανόητη επιλογή, η Εκκλησία δείχνει τον Θεό που γίνεται άνθρωπος και πεθαίνει για να ζήσει ο άνθρωπος. Τον Θεό που συγχωρεί, ακόμη και τον πυθμένα της ανθρώπινης κακίας. Που σιωπά στο ψέμα. Που νοιάζεται για όσους αγαπά μέχρι το τέλος. Που εμπιστεύεται ακόμη και στην απόλυτη εγκατάλειψη. Που νικά τον θάνατο δια του θανάτου Του. Τον Θεό που είναι και δίνει χαρά, ειρήνη και αγάπη.

             Ο δεύτερος είναι η ποίηση της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, σε συνδυασμό με την μουσική. Είναι ένα ξύπνημα αισθήσεων, που ακόμη κι αν η γλώσσα δε γίνεται απολύτως αντιληπτή, εντούτοις αντανακλά όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα:  τη λύπη, την αγωνία, την κατάνυξη, τον θυμό για την προδοσία και την κακία, αλλά και την χαρά και την ελπίδα. Δεν είναι στείρος συναισθηματισμός. Είναι βίωμα, το οποίο προσφέρει διάρκεια. Δεν είναι εύκολο να λησμονηθεί. Είναι μία γλώσσα αλλιώτικης ποιότητας, που σε συνδυασμό με τον λιτό φωτισμό, την χρωματική εναλλαγή των λειτουργικών αμφίων, αλλά και την ευωδία των ανοιξιάτικων λουλουδιών κάνουν τον νέο να σκέφτεται ότι ο Θεός αγιάζει κάθε τι του κόσμου, εντός και εκτός ανθρώπου, για να το ανακαινίσει φωτίζοντάς το στην προοπτική της Ανάστασης.

            Ο τρίτος είναι η συνάντηση στο σώμα του Χριστού. Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι μία από τις πιο δυνατές εμπειρίες του ανήκειν. Οι νέοι που εισέρχονται στον ναό διαπιστώνουν ότι όλες οι ηλικίες έχουν μία κοινή συνισταμένη έκφρασης και ενότητας:  την παράδοση. Αυτή που εκφράζεται μέσα στον συγκεκριμένο χώρο, αλλά και νοηματοδοτεί διαφορετικά τον χρόνο. Δεν είναι ένα αγχώδες άναμμα κεριού ή μία προσευχή της ανάγκης η Εκκλησία. Είναι η συνάντηση προσώπων, γνωστών και αγνώστων, που έχουν ως πυρήνα της καρδιάς τους το παρελθόν και την ιστορία, το παρόν που είναι ο Χριστός και οι άλλοι, και το μέλλον, που είναι οι μορφές των Αγίων. Είναι η μετοχή στο κοινό ποτήριο, η αίσθηση ότι υπάρχει ένα άλλο νόημα στη ζωή μας. Είναι ακόμη και το υλικό στοιχείο, η λιτότητα της νηστείας και η αφθονία του πασχαλινού τραπεζιού. Πρωτίστως όμως το φως που η Ανάσταση προσφέρει, τα φιλιά της αγάπης, ο λόγος του ποιητή μας «γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα».

           Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η πιο νεανική πρόταση που έγινε και ισχύει για πάντα στην ιστορία του κόσμου!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Μεγάλης Τετάρτης 27 Απριλίου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς αποδεικνύεται η Ανάσταση του Χριστού (Μακαριστού Μητροπολίτου Πρεβέζης Μελετίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2016

Μακροσκελέστατο κείμενο που όμως αξίζει να διαβαστεί από όλους, πιστούς και απίστους:
α. Ο απόστολος Παύλος γράφει:
Η ανάσταση είναι το ουσιαστικώτερο σημείο της πίστης μας. Αυτό σημαίνει: Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε,
• η πίστη μας είναι στο σύνολό της μάταιη∙
• και εμείς οι απόστολοι είμαστε ένα συνάφι βλάσφημοι και παλιάνθρωποι, αφού εκηρύξαμε – για λογαριασμό του Θεού! – ένα ψέμα: ότι ανάστησε τον Χριστό∙ χωρίς να τον έχη πράγματι αναστήσει (Α’ Κορ. 15,15-16)!
β. Και ο άγιος Αυγουστίνος γράφει:
«Δεν είναι καθόλου για μας μεγάλο, αν πιστεύωμε ότι ο Χριστός απέθανε. Αυτό το πιστεύουν και οι ειδωλολάτρες. Και οι Ιουδαίοι. Και όλοι οι παλιάνθρωποι. Όλοι το πιστεύουν, ότι απέθανε. Η πίστη των χριστιανών είναι η Ανάσταση του Χριστού. Αυτό είναι για μας το μεγάλο: Πιστεύομε, ότι ο Χριστός αναστήθηκε[1]».
γ. Και ο περίφημος R. Strauss (Ρίχαρντ Στράους) στα γηράματά του ωμολόγησε:
Αφού δεν πιστεύω στην Ανάσταση του Χριστού, δεν είμαι χριστιανός[2].

2. Να λοιπόν το ερώτημα: Αναστήθηκε ο Χριστός; ή ΝΑΙ, ή ΟΧΙ! Άλλη λύση δεν χωρεί!
* Αν αναστήθηκε, τότε είναι αυτό που μας έλεγε. Είναι Θεός. Και όλα όσα έλεγε, είναι όλα αληθινά.
* Αν δεν αναστήθηκε, τότε οι απόστολοι μας λένε ψέματα! Και
• ή είναι αυτουργοί απάτης∙
• ή είναι θύματα απάτης.
Ένα από τα δύο: ή απατούν∙ ή απατήθηκαν[3]»!

3. Ας εξετάσωμε προσεκτικά τις δύο αυτές εκδοχές:

Α’ ΜΗΠΩΣ ΜΑΣ ΑΠΑΤΗΣΑΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ;
α. Έκλεψαν το σώμα
1. Ο Ιησούς εσταυρώθη. Απέθανε στο Σταυρό. Και ετάφη από τους «ευσχήμονες» (=εβραίους αξιωματούχους) μαθητές Του Ιωσήφ και Νικόδημο.
Ετάφη εσπευσμένα. Γιατί εκοιμήθη, λίγο πριν δύση ο ήλιος. Και από την δύση του ηλίου άρχιζε ο εορτασμός του Πάσχα. Έτσι ο Ιωσήφ, αφού Τον άλειψε με αρώματα και σμυρναλόη και Τον ετύλιξε με ένα σινδόνι, Τον έβαλε στον τάφο που ετοίμαζε για τον εαυτό του. Ένα τάφο λελατομημένο (= σκαλισμένο) επάνω σε ένα βράχο. Και έκλεισε στο στόμιο του τάφου με μια μεγάλη πλάκα, που δύσκολα την μετακινούσαν δύο άνδρες (Ματθ. 27,60).
2. Την επομένη, παρ’ ότι εόρταζαν το Πάσχα οι αρχιερείς των Εβραίων, αδιαφορώντας για εορτή και διατάξεις περί καθαρότητος (βλ. Ιω. 18,28), επήγαν στο πραιτώριο. Και είπαν στον Πιλάτο:
– Κύριε, εμνήσθημεν, ότι εκείνος ο πλάνος είπεν έτι ζων: Μετά τρεις ημέρας εγείρομαι! Κέλευσον ουν ασφαλισθήναι τον τάφον έως της τρίτης ημέρας∙ μήποτε ελθόντες οι μαθηταί Αυτού νυκτός κλέψωσιν Αυτόν και είπωσι, ότι: Ηγέρθη από των νεκρών. Και έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης (Ματθ. 27,63-64). Δηλαδή: Εξοχώτατε, θυμηθήκαμε, ότι εκείνος ο πλάνος είχε ειπεί: Μετά τρεις ημέρες θα αναστηθώ. Σε παρακαλούμε, διάταξε να φρουρηθή ο τάφος, μέχρι που να συμπληρωθή και η τρίτη ημέρα. Γιατί φοβούμεθα, πως θα πάμε οι μαθητές Του και θα Τον κλέψουν. Και θα λένε: Αναστήθηκε. Και η πλάνη αυτή θα είναι η χειρότερη που μπορεί κανείς να φαντασθή!
Ο Πιλάτος τους έδειξε κατανόηση!
• Τους έδωσε μια ολόκληρη κουστωδία.
• Εσφράγισε τον λίθο του τάφου με την σφραγίδα του.
• Έθεσε την κουστωδία υπό την άμεση εποπτεία του Καϊάφα∙ στις διαταγές του Καϊάφα.
Η ρύθμιση αυτή ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να περιμένη ο Καϊάφας. Τον εξασφάλιζε σε απόλυτο βαθμό. Μα παράλληλα ήταν και ένα μοναδικό στον κόσμο γεγονός. Ούτε ξανάγινε. Ούτε θα ξαναγίνη ποτέ, όσο υπάρχει κόσμος. Φρουρούσαν τον τάφο, να μη χαθή ο νεκρός!
3. Μα την άλλη ημέρα το πρωΐ, τρίτη ημερολογιακή ημέρα από την στιγμή του θανάτου του Ιησού, ο τάφος ευρέθη κενός. Έλειπε ο νεκρός!
Ο κενός τάφος υπήρξε γεγονός ιστορικό, που κανείς δεν το αμφισβήτησε.
• Οι μαθητές έδωσαν την εξήγηση: Ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών. Τον είδαμε. Τον εγνωρίσαμε. Τον εψηλαφήσαμε. Μας μίλησε. Κουβεντιάσαμε. Εφάγαμε και ήπιαμε μαζί
• Οι Εβραίοι έδωσαν την δική τους εξήγηση: Το σώμα του Ιησού το έκλεψαν οι μαθητές. Κάποια στιγμή, που οι φρουροί είχαν όλοι αποκοιμηθή. Το έκλεψαν επίτηδες. Για να φτιάξουν το «παραμύθι», ότι ο Χριστός αναστήθηκε!
4. Έχομε δύο εκδοχές διαμετρικά αντίθετες. Και οι δύο δεν μπορεί να είναι σωστές!… Ποιά είναι η σωστή;
Πώς θα ερευνηθή η αλήθεια μιας πληροφορίας;
Μόνο με την ιστορικο-δικαστική μέθοδο (βλ. κεφ. Γ § δ’). Με άλλα λόγια πρέπει
α. να ερευνηθούν όλες οι υπάρχουσες μαρτυρίες∙ και
β. παράλληλα να ερευνηθούν με ευαισθησία δικαστικού ανακριτή τα κίνητρα, που ώθησαν τα συγκεκριμένα πρόσωπα να δώσουν την κάθε μαρτυρία. Πρέπει σαν δικαστές-ανακριτές να ιδούμε, τι κρύβεται γύρω από την κάθε δήλωση, ομολογία ή κατάθεση. Στην έρευνα γύρω από τα κίνητρα οι δικαστικοί ανακριτές είναι επιστήμονες. Ακούουν ολίγα και βγάζουν συμπεράσματα:
• Αυτός δεν είναι δυνατόν να είναι αθώος.
• Αυτός δεν μπορεί να είναι ένοχος.
• Πίσω από τα λόγια αυτά κρύβεται κάτι το ύποπτο.
Δεν επιτρέπεται να επιστρατεύσωμε όλη μας την δυνατή κακοπιστία σε ό,τι έχει σχέση με την μαρτυρία των αποστόλων∙ και να δεχώμεθα καλόπιστα τις θέσεις των Εβραίων, από φόβο μη μας χαρακτηρίσουν «αντισημιτιστές»! Αυτό δεν είναι αντικειμενικότητα!
β. Η μαρτυρία των Εβραίων
Όπως είπαμε και πιο επάνω, οι Εβραίοι, όταν έμαθαν ότι ο τάφος του Ιησού ευρέθη κενός, έδωσαν την εξήγηση: Το σώμα του Ιησού το έκλεψαν οι μαθητές του, για να διαδώσουν τον μύθο, ότι αναστήθηκε.
Αν είμαστε δικαστές-ανακριτές, τί θα διερωτώμεθα;
Στέκει η μαρτυρία τους; Στέκει νομικά και λογικά η εξήγηση, που μας δίνουν; Πείθει;
Ας ακούσωμε μερικές παρατηρήσεις, που την εξήγηση αυτή των Εβραίων «την τινάζουν στον αέρα!».
1. Ακούσατε ποτέ τέτοιο πράγμα;
«Τίς είδε; Τίς ήκουσε, νεκρόν κλαπέντα ποτέ; Μάλιστα εσμυρνισμένον και γυμνόν, καταλιπόντα εν τω τάφω, τα εντάφια αυτού»[4];
Περιπτώσεις, που έκλεψαν τα ρούχα και τα κοσμήματα των νεκρών και αφήκαν τους νεκρούς, έχομε πολλές! Μα περίπτωση, που να έκλεψαν τον πεθαμένο, δεν υπάρχει στην παγκόσμια ιστορία! Καμμία! Πώς να δεχθώ τέτοια εξήγηση;
Πειράζει, που τα λόγια αυτά τα λέει τροπάριο; Χάνουν την αξία τους για αυτό;
2. Να Τον μισούν έπρεπε.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κάνει τις εξής παρατηρήσεις:
Τον έκλεψαν; Να Τον κάμουν τί; Για ποιό λόγο; Γιατί; Λένε οι Εβραίοι: Τον έκλεψαν οι μαθητές Του… Επειδή Τον αγαπούσαν!…
Γιατί να τον αγαπούσαν; Να τον μισούν έπρεπε τότε! Γιατί τους είχε εξαπατήσει! Γιατί τους είχε εκμεταλλευθή απαίσια! Γιατί τους είχε ξεσηκώσει, με χίλιες δύο ψεύτικες ελπίδες! Τους είχε βάλει να αφήσουν τα σπίτια τους∙ τους γονείς τους∙ τις οικογένειές τους∙ τα αγαθά τους∙ την ζωή τους! Εξ αιτίας Του ολόκληρο το έθνος τους είχε στραφή εναντίον τους και τους εθεωρούσε προδότες και εχθρούς του! Γιατί όλα αυτά; Γιατί τους είχε φουσκώσει ψέματα! Να την είχε και ο ίδιος (σαν άνθρωπος) «πατήσει», θα μπορούσαν να εξακολουθούν και να Τον αγαπούν και να Τον συγχωρούν! Μα είναι φως-φανάρι, ότι όλα αυτά είχαν γίνει επίτηδες! Πώς να Τον συγχωρήσουν;
Τί είχε κάμει;
Τους είχε ειπεί, ότι είναι ο αθάνατος και παντοδύναμος Θεός! Τους είχε υποσχεθή ολόκληρο τον ουρανό και αποδείχθηκε απλός άνθρωπος! Κανονικά λοιπόν, μετά από μια τέτοια εμπειρία, φυσικό ήταν για τους αποστόλους όχι να πάνε να Τον κλέψουν (για ποιό σκοπό; να Τον κάμουν τί;), αλλά να έβγαιναν στους δρόμους και να εφώναζαν: Μας γέλασε! Μας απάτησε! Μας φούσκωσε στα ψέματα! Μας επήρε στον λαιμό του!
Και ήταν σίγουρο, ότι τότε οι Εβραίοι και θα τους συγχωρούσαν και θα τους τιμούσαν[5].
Δεν έχει δίκιο ο άγιος Ιωάννης;
3. Μπορούσαν και να ήθελαν;
Ο ίδιος μεγάλος άγιος λέγει:
1. Το ψέμα παντού και πάντοτε πέφτει σε ένα σωρό αντιφάσεις. Ενώ, αντίθετα η αλήθεια όλο και λάμπει.
Έπρεπε να βρεθή τρόπος να πιστεύση ο κόσμος, ότι ο Χριστός απέθανε και ετάφη και ανέστη. Μα να, σ’ αυτό μας βοηθούν οι εχθροί μας!
Και να πως: Εσφραγίσθη ο τάφος και ετέθη υπό φρουρήση! Μπορεί με τέτοιες συνθήκες να γίνη λοβιτούρα; Και να, με τέτοιες συνθήκες ευρίσκουν τον τάφο κενό! Δεν γίνεται – μόνο από αυτό – ολοφάνερο, ότι αναστήθηκε; Τί άλλη εξήγηση μπορείς να βρης, κάτω από τέτοιες συνθήκες; Το βλέπεις, πώς με τον δικό τους τρόπο βοηθούν οι εχθροί μας να λάμψη η αλήθεια;
2. Τον έκλεψαν! Λένε.
Πότε τον έκλεψαν; Το Σάββατο, που δεν τους επέτρεπαν ούτε να βγουν από το σπίτι τους; Και έστω τον νόμο του Θεού τον έγραψαν στα παλιά τους τα παπούτσια; Πώς ετόλμησαν να το σκεφθούν, να πάνε να κλέψουν εκείνο που φρουρούσε μια ολόκληρη κουστωδία; Και μάλιστα άνθρωποι τόσο δειλοί; Αλλά έστω και αυτό το έκαμαν! Για ποιό λόγο; Για να ειπούν, πώς αναστήθηκε; Φθάνει να ειπή κανείς ένα τέτοιο πράγμα; Με τί έπειθαν τον κόσμο, ότι πράγματι αναστήθηκε; Τί θα του έλεγαν; Με τί θα το απεδείκνυαν; Με τί μούτρα θα έστεκαν και θα μιλούσαν για ένα πεθαμένο; Με τί καρδιά; Με τί ελπίδα; Τί θα επερίμεναν; Ποιά ανταμοιβή; Την ευλογία του Θεού, που θα είχε οργισθή εναντίον τους;
3. Και με τί όπλα θα ξεκινούσαν για τέτοιο εγχείρημα;
• την σοφία και την ευγλωττία τους;
Ήσαν οι πιο αμόρφωτοι στον κόσμο!
• τον πλούτο τους;
Ήσαν ξυπόλυτοι!
• την ευγενική καταγωγή τους;
Ήσαν άνθρωποι απλοί, χωριάτες!
• τον αριθμό τους;
Ένδεκα ήσαν! Και κατατρομαγμένοι. Και ο αρχηγός τους έτρεμε μπροστά σε μια υπηρέτρια[6]!
4. Η κουστωδία
1. Για εκείνους που δεν ξέρουν, σημειώνομε ότι η κουστωδία ήταν ένα σώμα 16 τουλάχιστον λεγεωναρίων (= πεπειραμένων στρατιωτών), που είχαν συλλογικά την υποχρέωση να φυλάττουν ό,τι τους ανέθεταν. Για την εκτέλεση της υπηρεσίας τους εχωρίζοντο σε τέσσερες ομάδες, από τις οποίες εκοιμάτο η μία∙ και οι άλλες τρεις αγρυπνούσαν στο καθήκον τους. Αυτό το ώριζε μια παγία Ρωμαϊκή νομοθεσία, που προέβλεπε αυστηρότατες κυρώσεις για κάθε πλημμελή εκτέλεση του καθήκοντος, χωρίς να εξετάζη, αν είχε επέλθει βλάβη εξ αντικειμένου (= απώλεια του φρουρουμένου) ή όχι.
2. Η εκδοχή, ότι το σώμα του Ιησού το έκλεψαν από τον τάφο οι μαθητές Του, είναι η επίσημη εκδοχή των Εβραίων. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται εύλογη. Μα δεν είναι. Για τους εξής λόγους:
• ο τάφος του Ιησού εφρουρείτο από κουστωδία∙
• ο τάφος είχε σφραγισθή∙
• η σφραγίδα κατεστράφη∙ και ο τάφος ανοίχθηκε∙
• ο νόμος ώριζε: ο στρατιώτης, που εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά του, έπρεπε να εκτελεσθή∙
• τα παραπτώματα ήσαν δέκα οκτώ∙
• μια περίπτωση ήταν, αν είχε για λίγο αποκοιμηθή∙
• μια άλλη, αν είχε για λίγο απομακρυνθή από τον τόπο του καθήκοντος.
• Για όλες τις παραβάσεις η ποινή ήταν: σταύρωση[7].
3. Με τέτοια νομοθεσία, και τέτοιες συνθήκες είναι ποτέ δυνατόν να αδιαφόρησαν και οι δέκα έξι στρατιώτες και να το έρριξαν στον ύπνο; Αυτό λογικά-δικαστικά δεν στέκει. Δημιουργεί πιο πολλά ερωτήματα από όσα λύνει. Φωνάζει, ότι πίσω από την εξήγηση αυτή κρύβεται κάποια σκοπιμότητα.
5. Για να φτιάξουν θρησκεία!
1. Έτσι λένε οι Εβραίοι; Τον έκλεψαν, για να ειπούν ότι αναστήθηκε∙ και να φτιάξουν θρησκεία!
Αλλά ας ιδούμε, πώς φτιάχνονται οι θρησκείες!
2. Το 1792 μέσα στην παραζάλη της Γαλλικής Επαναστάσεως, που κατάργησε με διάταγμα το Θεό και τον Χριστό, και αποφάσισε να φτιάξη δική της θρησκεία, ένας La Reveillere Lepeaux (Λα Ρεβεγιέρ Λεπώ) έφτιαξε μια δικής του έμπνευσης θρησκεία: την θρησκεία των θεοφιλανθρώπων.
Είχε από πίσω του όλον τον παντοδύναμον μηχανισμό της Γαλλικής Επανάστασης. Και άριστες συνθήκες, αφού ο λαός ήταν αγανακτισμένος κατά της φράγκικης φεουδαρχικής ιεραρχίας της Καθολικής Εκκλησίας και το έδαφος ήταν προετοιμασμένο από το έργο των Διαφωτιστών! Και ποιό το αποτέλεσμα; Παρ’ ότι η θρησκεία που επινοήθηκε ήταν λογοκρατική, γελούσαν οι πάντες με τα καμώματα του Λα Ρεβεγιέρ Λεπώ! Ακόμη και οι ηγέτες της Γαλλικής Επανάστασης!
Και εκείνος διαμαρτυρόταν!
– Δεν με βοηθείτε, όσο πρέπει! Το θέμα δεν πάει μπροστά! Μα γιατί ο Χριστός τα κατάφερε και εμείς δεν κάνομε τίποτε;
Τότε ένας ηγέτης της Γαλλικής Επανάστασης του είπε:
– Είναι πολύ απλό. Αν και συ θέλεις να επιτύχη το έργο σου, διάλεξε μια Παρασκευή. Και σταυρώσου. Και πέθανε στον σταυρό. Και μεις θα σε θάψωμε. Μόνο πρόσεξε, να αναστηθής την Κυριακή! Τότε, όλα θα πάνε καλά[8]!…
Μετά από λίγο οι εμπνεύσεις του Λα Ρεβεγιέρ Λεπώ διαλύθηκαν. Και το θυμόμαστε, μόνο για να γελάμε! Και όμως είχε άριστες προϋποθέσεις για να φτιάξη θρησκεία!
3. Δεν φτιάχνονται τόσο εύκολα οι θρησκείες. Και προ παντός δεν φτιάχνονται θρησκείες με συνεχείς διωγμούς.
Με διωγμούς και κυνηγήματα, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ούτε τοίχο με πέτρες και λάσπη δεν μπορούμε να χτίσωμε! Μα οι απόστολοι με τέτοιους διωγμούς και με συνεχείς εξοντώσεις οικοδόμησαν Εκκλησίες και σε ολόκληρη την οικουμένη! Δεν μιλάω για Εκκλησίες-κτίρια!… Οικοδόμησαν Εκκλησίες από ανθρώπους με ψυχή και με φρόνημα ακατάβλητο∙ πράγμα πολύ δύσκολο!
Πώς με τέτοιες συνθήκες, έγινε τέτοιο πράγμα; Πώς επήρε τέτοια λαμπρή έκβαση το έργο τους; Δεν σου λέει τίποτε η έκβαση αυτή; Δεν το καταλαβαίνεις, ότι δεν θα εγίνετο τίποτε, αν δεν ήταν έργο της θείας δύναμης[9];
6. Υπάρχει πιο ανόητο επιχείρημα;
1. Μόλις ο τάφος ευρέθη κενός, ο Καϊάφας έδωκε την εξήγηση.
– Αυτό είναι έργο των μαθητών Του. Αυτοί επήγαν και έκλεψαν το σώμα του Ιησού. Κάποια στιγμή που είχαν αποκοιμηθή οι φρουροί.
2. Στο επιχείρημα αυτό απαντά ο άγιος Αυγουστίνος:
Τί λες, βρε ανόητε! Δεν βρήκες τίποτε καλλίτερο, να «τα μπαλώσης»;
Τόσο πολύ σου έφυγε το τσερβέλο; Τόσο πολύ βούλιαξες στον πάτο της κουτοπονηρίας; Ανθρώπους αποκοιμισμένους έχεις μάρτυρες; Ασφαλώς εσύ κοιμάσαι πιο πολύ! Αν εξάντλησες όλη την φαιά ουσία σου, και βρήκες τέτοια επιχειρήματα, συ πρέπει να κοιμάσαι ολόρθος! Αν οι στρατιώτες είχαν αποκοιμηθή, τί είδαν; Αν τους είδαν, πώς δεν τους έπιασαν; Και αν δεν είδαν, τί σόϊ μάρτυρες είναι[10];
7. Συμπέρασμα
1. Από όλα αυτά γίνεται φανερό ακόμη και στον πιο απλό άνθρωπο, ότι η εκδοχή των Εβραίων∙
• Δεν στηρίζεται σε καμμιά μαρτυρία.
• Είναι μια αυθαίρετη επινόηση.
Είναι ποτέ δυνατό να την δεχθή έντιμος και ευσυνείδητος δικαστικός ανακριτής;
Όλα γύρω από αυτήν οδηγούν στην υποψία, ότι πίσω από την εκδοχή αυτή κρύβεται κάποια πονηρή σκοπιμότητα.
2. Ο A.M. Ramsay, που θεωρείται ως ο μέγιστος αρχαιολόγος-ερευνητής του Α’ αιώνος μ.Χ. στον κόσμο, γράφει:
«Ο κενός τάφος είναι τόσο μεγάλο γεγονός, που δεν επιτρέπεται να το προσπεράσης έτσι «απλά» και «εύκολα».
Εγώ πιστεύω στην ανάσταση του Χριστού. Για πολλούς λόγους. Μα, σαν ιστορικός, κυρίως εξ αιτίας του κενού τάφου.
Και πιστεύω, γιατί είναι αδύνατο να εξηγήση κανείς με κάποιο διαφορετικό τρόπο, που θα πείθη λογικά, πώς ευρέθη ο τάφος του Ιησού κενός[11].
γ. Η μαρτυρία των αποστόλων
1. Κάθε άνθρωπος, όταν του μιλάνε για ανάσταση νεκρών, όσο και αν είναι εύπιστος, δυσκολεύεται να δεχθή τέτοιες ιδέες.
Μα, αν συμβή και να του επιστήσουν την προσοχή, πως κινδυνεύει να πέση και θύμα απάτης, τότε σταυροκουμπώνεται! Και όσο κι αν είναι εύπιστος, γίνεται πιο δύσπιστος. Θυμηθήτε και τον άπιστο Θωμά! Και διερωτάται:
• Μήπως δεν αναστήθηκε ο Χριστός;
• Μήπως μας απατούν οι απόστολοι;
2. Πόσο εύκολο να οδηγηθή κανείς στις σκέψεις αυτές! Αλλά και τι τραγικό, να μην ξέρη να τις ξεδιαλύνη! Αφού
α. το ζήτημα, αν πιστεύω στην ανάσταση, είναι το πιο βασικό στην ζωή μας (βλ. εισαγωγή παρ. 3-4), και
β. ανάσταση νεκρού μπορεί να γίνη μόνο με την δύναμη του Θεού.
Για να βοηθηθούμε να τις ξεδιαλύνωμε, ας θυμηθούμε, ότι οι άνθρωποι συνήθως απατούν∙
• ή για χρήματα (= υλικά αγαθά),
• ή για ηδονές και απολαύσεις,
• ή για δόξες και τιμές.
3. Μπορούμε να υπαγάγωμε τους αποστόλους σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες απατεώνων;
Λαχτάρησαν για χρήματα, για απολαύσεις, για τιμές; Πώς έζησαν; Πώς απέθαναν;
Αυτά μιλάνε πιο εύγλωττα και πιο πειστικά από τις εξυπνάδες των στοχαστών.
1. Η ειλικρίνειά τους
1. Όποιος ψάχνει για δόξες και τιμές, κρύβει τα ελαττώματά του, παρουσιάζει τις αρετές του και βρίζει τους άλλους. Έτσι εξυψώνεται.
Οι απόστολοι παρουσιάζουν όλα τους τα ελαττώματα. Μιλούν ήρεμα για τους εχθρούς τους με λόγια τιμητικά∙ δεν βρίζουν. Δεν κακολογούν κανένα!
2. Ο Πέτρος ήταν ο έξαρχος των αποστόλων. Πρωτοκορυφαίος. Μα δεν ευρίσκομε πουθενά στις άγιες Γραφές καμμιά εξιδανίκευση της προσωπικότητός του. Δεν πλάθεται για αυτόν κανένας φωτοστέφανος δόξης και αγιότητος. Αντίθετα, οι ελλείψεις του, οι αμαρτίες του, τα λάθη του, τα ελαττώματά του, όλα «στη φόρα» όλα στο χαρτί! για πάντα!
• Δεν κατάλαβε κάποτε μερικά λόγια του Χριστού. Ο Χριστός τον ωνόμασε «χοντροκέφαλο» (βλ. Ματθ.15,16)!
• Προσπάθησε να εμποδίση τον Ιησού, να μην πάη να σταυρωθή. Ο Χριστός τον απεκάλεσε «Σατανά» (Ματθ. 16,23)!
• Αρνήθηκε τον Χριστό από δειλία. Τον βλασφήμησε. Και τον «αναθεμάτισε» (Μάρκου 14,71, Ματθ. 26,74).
Όλα του τα μελανά σημεία – όντως μελανά – στο χαρτί!
3. Και αντίθετα, των εχθρών τους παρουσιάζουν όλα τα φωτεινά σημεία!
Περιγράφουν λεπτομερώς όλους τους ηθικούς προβληματισμούς του Ηρώδη (Μαρκ. 6,26, Λουκ. 18,23) του Πιλάτου (Ματθ. 27,15-26, Λουκ. 23,20, Ιωάν. 18,28-19,16), του Καϊάφα (Ιω. 11,50). Όποιος διαβάζει το Ευαγγέλιο αισθάνεται συμπάθεια για τους δυστυχείς αυτούς ηγέτες, που έχοντας καλή διάθεση δεν μπόρεσαν να ξεκαθαρίσουν μέσα τους ένα απλό πράγμα: ότι οι ηθικοί προβληματισμοί δεν αρκούν.
Οι απόστολοι δεν βρίζουν κανένα! Ούτε τον αχάριστο λαό∙ ούτε τους αρχιερείς∙ ούτε τους άρχοντες[12].
4. Κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Δεν έχουν αγωνία να εξιδανικεύσουν το κέντρο του κηρύγματός τους, τον Ιησού Χριστό. Περιγράφουν με ρεαλισμό την αγωνία του Χριστού μπροστά στον θάνατο (Λουκ. 22,44). Με τον ίδιο όμως ρεαλισμό περιγράφουν και την όντως μεγαλειώδη γαλήνη και ηρεμία του αγίου Στεφάνου, την ώρα που τον ελιθοβολούσαν (Πραξ. 7,54-60). Ο Στέφανος φαίνεται πιο μεγαλειώδης από τον Χριστό! Αυτό δείχνει ότι:
• Γράφουν με οδηγό την ιστορία, όχι την καρδιά τους!
• Γράφουν αυτά που είδαν, όχι εκείνα που εμείς φανταζόμαστε ότι ποθούσαν!
Πόση ειλικρίνεια! Τι εκπληκτικά μοναδικό παράδειγμα! Μέσα σε ένα ατέρμονα ωκεανό περιπτώσεων, πού:
• οι φίλοι βλέπουν μόνο φωτεινά σημεία∙ και λιβανίζουν!
• οι εχθροί βλέπουν μόνο σκιερά σημεία∙ και υβρίζουν!
Τα σημεία αυτά είναι πολύ θετικά για τους αποστόλους. Δείχνουν ειλικρίνεια, που εμπνέει εμπιστοσύνη.
2. Τι εκέρδισαν• τι απόλαυσαν.
1. Οι άνθρωποι απατούν για κέρδη, οφέλη, απόλαυση, ηδονή, δόξα, τιμή, καλή και άνετη ζωή.
Τι από αυτά απόκτησαν οι απόστολοι στην ζωή τους;
Η απάντηση είναι: Φτώχεια. Πείνα. Ξύλο. Διωγμούς. Φυλακίσεις. Πίκρες. Βάσανα. Και επονείδιστο θάνατο.
2. Ο Απόστολος Παύλος γράφει:
«Ο Θεός εμάς τους αποστόλους μας έβαλε, σε όλη μας την ζωή να μοιάζουμε με καταδίκους σε θάνατο, που περιμένουν την εκτέλεση• σαν να είμαστε οι χειρότεροι άνθρωποι του κόσμου! Μέχρι την στιγμή αυτή δεν έχομε όχι να διασκεδάσωμε, αλλά ούτε να φάμε. ούτε να πιούμε, ούτε να ντυθούμε! Έχομε καταντήσει καρπαζοεισπράκτορες. Τρέχομε από τόπο σε τόπο. Και ζούμε με τον ιδρώτα μας. Με τον κόπο των χειρών μας. Μας βρίζουν. Μας κατατρέχουν. Μας βλασφημούν. Καταντήσαμε τα σκουπίδια του κόσμου. Ζούμε με την κοινή καταφρόνηση όλων. Σαν να είμαστε καθάρματα» (Α’ Κορινθ. 4,9-13)!
Κάπως έτσι έζησαν οι απόστολοι, που επήγαν να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στα πολιτισμένα μέρη του ελληνορωμαϊκού κόσμου!
Εκείνοι που επήγαν στην Σκυθία, στην Αιθιοπία και στις Ινδίες, πόσο χειρότερο θα υπέφεραν!
Δεν είναι υπερβολή να ειπούμε: Έζησαν σαν σκυλιά!
3. Και πώς απέθαναν; Σαν κακούργοι!
Όλοι με οικτρό θάνατο. Και όλοι προτίμησαν τον θάνατο, παρά να αρνηθούν την πίστη τους: Ότι ο Χριστός είναι ο Θεός. Ότι σταυρώθηκε για μας. Ότι ετάφη. Ότι ανέστη εκ νεκρών. Ότι κάθεται εκ δεξιών του Πατρός . Ότι θα έλθη πάλι, να κρίνη ζώντας και νεκρούς.
Αρκούσε να αρνηθούν αυτήν την πίστη, όχι μόνο για να γλυτώσουν τον θάνατο, αλλά και να ζήσουν ζωή ανέσεως και χαράς. Μα όλοι προτίμησαν τον θάνατο. Όλοι!
Και τι θάνατο;
• Τον Πέτρο• τον εσταύρωσαν!
• Τον Ανδρέα• τον εσταύρωσαν.
• Τον Ματθαίο• τον έκαυσαν ζωντανό σε ένα καμίνι.
• Τον Ιάκωβο• τον έσφαξαν με μαχαίρι.
• Τον Σίμωνα• τον Ζηλωτή τον εσταύρωσαν.
• Τον Φίλιππο• τον εκρέμασαν ανάποδα.
• Τον Ιάκωβο τον του Ζεβεδαίου• τον έσφαξαν.
• Τον Βαρθολομαίο• τον εσταύρωσαν.
• Τον Ιούδα τον Θαδδαίο• τον εσκότωσαν με τόξα.
• Τον Θωμά• τον εσκότωσαν στο σημάδι με τόξα.
• Τον Ματθία• απέθανε από βασανιστήρια.
Ο μόνος που πέθανε φυσικό θάνατο είναι ο ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος.
Και απέθαναν όλοι ήρεμα.
• Χωρίς να ζητούν εκδίκηση.
• Χωρίς να υψώνουν τις γροθιές τους, εναντίον των βασανιστών τους.
• Χωρίς να καταρώνται.
Αντίθετα.
Συγχωρούσαν ολοψύχως τους εκτελεστές τους.
Και προσεύχονται για αυτούς, γεμάτοι αγάπη.

Γράφει ο μεγάλος Γάλλος Χριστιανός Φιλόσοφος Βλ. Πασκάλ:
Je crois volontiers les histoires, dont les témoins se font égorgés! Δηλ. αποδέχομαι άνετα τα γεγονότα εκείνα, για τα οποία, εκείνοι που τα είδαν, δέχθηκαν να πεθάνουν με μαρτυρικό θάνατο.
4. Και γιατί επροτίμησαν να πεθάνουν;
Για να μην προδώσουν την αλήθεια, που τους εφανέρωσε ο Χριστός. Για να φτάσουν στο βραβείο της «άνω κλήσεως», δηλ. στην αιώνια ζωή στην βασιλεία του Θεού.
Με επίγεια κριτήρια κοντά στο Χριστό οι απόστολοι εκέρδισαν:
• ατιμία και καταφρόνηση•
• κατατρεγμούς και ξυλοδαρμούς•
• ταλαιπωρίες και στερήσεις•
• επώδυνο και επονείδιστο θάνατο!
Αν δεν εμπιστευθούμε στους αποστόλους, σε ποιόν θα εμπιστευθούμε;
Άραγε θα εύρωμε, όσο και να ψάξωμε, άλλον άνθρωπο με τόση ειλικρίνεια και φιλαλήθεια, όσο οι άγιοι απόστολοι;
3. Τι κρύβεται από πίσω.
1. Ναι, θα ειπή κανείς, είναι βέβαιο, οι απόστολοι έζησαν σαν σκυλιά. Και πέθαναν σαν κακούργοι.
Μα συμφώνησαν! Και τα έγραψαν, όπως συμφώνησαν! Για – ποιος ξέρει τι συμφέροντα και υπολογισμούς!
Αντί για κάθε άλλη απάντηση, ας ιδούμε τι λέγει ο περίφημος Γάλλος μαθηματικός και φιλόσοφος Βλ. Πασκάλ:
«Η άποψη, ότι οι απόστολοι με αυτά που γράφουν στα ευαγγέλια μας απατούν, είναι πολύ ανόητη».
Ας προσπαθήσωμε να ιδούμε, που οδηγεί η σκέψη ότι οι δώδεκα απόστολοι, όταν ο Χριστός σταυρώθηκε και ετάφη, συσκέφθηκαν και αποφάσισαν να λένε ότι ο Χριστός αναστήθηκε!
2. Ένα τέτοιο πράγμα πρώτα από όλα θα εσήμαινε, ότι επήραν την απόφαση να τινάξουν στον αέρα όλες τις θεμελιώδεις κοσμικές και θρησκευτικές αρχές του παλαιού κόσμου!
Μα η ψυχή του ανθρώπου είναι σε φοβερό βαθμό ασταθής. Ταλαντεύεται. Δυσπιστεί. Αμφιβάλλει για όλα. Είναι εύκολο – μας λέει η πείρα – να κλονίση κανείς ακόμη και τον πιο σταθερό άνθρωπο. Αρκούν δύο υποσχέσεις. Αρκούν δύο υψηλής περιωπής δώρα.
Και μην ξεχνάμε, πως στην περίπτωση αυτή, έστω ένας και αν υπέκυπτε σ’ αυτούς τους τόσο δυνατούς πειρασμούς, έστω ένας μόνο αν δεν άντεχε στα ακόμη πιο ισχυρά επιχειρήματα των αντιπάλων τους (δηλ. στην απειλή για βασανιστήρια, φυλακή και θάνατο!), ολόκληρο το οικοδόμημά τους κατέρρεε.
Μα κανείς δεν εκάμφθη. Γιατί δεν εκήρυτταν ιδέες, αλλά γεγονότα, με προεκτάσεις για όλη την αιωνιότητα.
3. Σε συμφωνίες για κέρδη, μπορεί να βρεθούν άνθρωποι που να εμμένουν! Μα σε συμφωνίες, που οδηγούν σε καταστροφή, δεν εμμένει κανείς!… Το μαρτύριο είναι πολύ πικρό! Οι μάρτυρες δεν ήσαν μόνο δώδεκα, αλλά εκατομμύρια!
Και μαρτυρία της πείρας του παρελθόντος (χιλιάδες χρόνια!…) είναι αδυσώπητη. Και μας λέει:
Μέχρι σήμερα δεν ευρέθησαν πουθενά δυο άνθρωποι, που να συμφώνησαν να πεθάνουν για ένα ψέμα, χωρίς μετά από λίγο να αλλάξουν γνώμη.
Πικρός ο θάνατος, ο χωρίς ελπίδα.
Γράφει ο διάσημος αμερικανός νομικός Simon Greenleaf (Σίμων Γκρήνληφ), καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Χάρβαντ, που η ειδικότητά του ήταν: πώς πρέπει να συγκεντρώνουν οι δικαστικοί μαρτυρίες και ενδείξεις, και πώς να τις αξιολογούν, αν είναι σωστές ή όχι:
«Σε καμμιά διήγηση ηρωϊκών πολεμικών κατορθωμάτων της παγκόσμιας ιστορίας δεν θα μπορέση κανείς να βρη παραδείγματα τέτοιας ηρωϊκής εμμονής σε αρχές, τέτοια υπομονή, και τέτοιον ανδρισμό.
Στους αποστόλους εδόθησαν χίλιες δυο αφορμές και ευκαιρίες «να πιαστούν» και να αναθεωρήσουν τις βασικές αρχές του «πιστεύω» τους. Μα δεν έκαμαν ποτέ[13].
4. Μετά από όλα αυτά είναι δυνατό ποτέ να ειπούμε, ότι οι απόστολοι είναι αυτουργοί απάτης;
Λογικά και ιστορικο-δικαστικά τέτοια εκδοχή δεν στέκει!
Μήπως όμως είναι θύματα απάτης;
Β’ ΜΗΠΩΣ ΑΠΑΤΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ;
Πότε και σε τι απατώμεθα
1. Οι άνθρωποι μπορεί εύκολα να απατηθούν, σε ό,τι σχέση με τον νου και την καρδιά, δηλαδή:
• σε ιδέες φιλοσοφικές ή πολιτικοκοινωνικές•
• σε ιδέες και απόψεις γύρω από την θρησκεία.
Μα πολύ δύσκολα μπορεί να απατηθούν σε ό,τι έχει σχέση με τις εμπειρίες των αισθήσεων. Γιατί και όταν ακόμη υπάρξη κάποια ανάμιξη εμπειρίας και συναισθημάτων που οδηγεί σε παραίσθηση ή ψευδαίσθηση (δηλ. σε λανθασμένη αντίληψη για την εμπειρία κάποιας αίσθησης), το πράγμα ελέγχεται και ξεδιαλύνεται με σταθερούς κανόνες και επιστημονικές αρχές.
2. Ας ειπούμε, λοιπόν, ότι οι μαθητές του Χριστού έπεσαν θύματα• ότι απατήθηκαν!
Γεννάται το ερώτημα: Από ποιόν; Από τι;
Στα ερωτήματα αυτά δίδονται οι εξής απαντήσεις:
α. από τον Χριστό που είχε πάθει νεκροφάνεια•
β. από δικές τους παραισθήσεις-ψευδαισθήσεις•
γ. από ένα τυχαίο λάθος τους!
Ας ασχοληθούμε λοιπόν με τις τρεις αυτές θεωρίες να ιδούμε: Στέκουν; Αντέχουν στο φως;
Α’ Η Θεωρία της νεκροφάνειας
α. Θεωρία.
1. Η θεωρία αυτή αποτελεί επινόηση του Γερμανού πάστορα (Καρόλου Ερρίκου Γεωργίου Βεντουρίνι). Ο Venturini εξέδωκε μεταξύ 1800-1802 μια τρίτομη μυθιστορηματική βιογραφία του Ιησού υπό τον τίτλο Natürliche Geschichte des grossen Propheten von Nazareth (η αληθινή ιστορία του μεγάλου προφήτη της Ναζαρέτ) [14].
2. Ο Βεντουρίνι γράφει ότι:
Ο Χριστός στον Σταυρό δεν είχε πράγματι πεθάνει. Απλώς είχε χάσει τις αισθήσεις του. Είχε πάθει νεκροφάνεια. Από εξάντληση. Και από απώλεια αίματος. Όμως όλοι γύρω του επίστευσαν ότι απέθανε και τον εκήδευσαν. Μα στον τάφο ο Ιησούς συνήλθε. Χάρις στην αγαθή επίδραση της δροσιάς του τάφου και της … σμυρναλόης. Εκύλισε τον λίθο. Εβγήκε από τον τάφο. Εβάδισε. Επήγε και ευρήκε τους μαθητές Του. Και … «τους έκαμε», πώς αναστήθηκε! Εκείνοι Τον επίστευσαν. Ο Χριστός, όταν είδε πως είχε κάμει καλά την δουλειά Του, εξαφανίστηκε. Επήγε και εκρύβη στο μοναστήρι των Εσσαίων στο Κουμράν! Και άφησε τους μαθητάς Του να δέρνωνται με την ιδέα, πώς είχε αναστηθή και αναληφθή στον ουρανό!
β. Λογική θεώρηση της θεωρίας
1. Πολύ «έξυπνη» η θεωρία αυτή! Και μάλιστα για την εποχή του ρομαντισμού, που έκανε τους ανθρώπους να ζουν με νοσηρές φαντασιώσεις! Είναι φανερό, πώς είναι επινόηση ανθρώπου, που επίστευε ότι όλοι γύρω του ήταν βλάκες. Γιατί ακόμη και τότε (1800-1802) σημασία της έδωκαν μόνο ανεγκέφαλοι (= βλάκες).
Αυτό φαίνεται και από το παράδειγμα του Δ.Φ. Στράους. Ο Φιλόσοφος αυτός, παρ’ ότι σκεπτικιστής, σεβόμενος τον εαυτό του απέρριψε την θεωρία του Βεντουρίνι σαν παράλογη, σαν αντίθετη στον ορθό λόγο.
Παρ’ ότι ο Δ.Φ.Στράους (1808-1874) ΔΕΝ επίστευε για την θεωρία του Βεντουρίνι γράφει:
«Είναι αδύνατο άνθρωπος μισοπεθαμένος να βγη από τον τάφο! Πώς να το κατόρθωνε, αφού μόλις θα έστεκε στα πόδια του;
Μα έστω, ότι ο Χριστός είχε πράγματι πάθει νεκροφάνεια, και ότι συνήλθε στον τάφο! Μόνο για να σταθή στα πόδια του, μετά από όσα είχε πάθει, χρειαζόταν ένα σωρό φάρμακα δυναμωτικά, επιδέσμους, ιατρική περίθαλψη! είναι ποτέ δυνατό μετά από τόσα πάθη και τόση εξάντληση να μπόρεσε να αποκυλίση τον λίθο; Ένα λίθο που δυο νέες γυναίκες δεν είχαν την δύναμη να τον μετακινήσουν!
Μα έστω! Ας το παραδεχθούμε, ότι και με τέτοιες συνθήκες το κατάφερε να συρθή μέχρι το σπίτι, όπου ήσαν οι μαθητές συνηγμένοι δια τον φόβο των ιουδαίων. Πώς αντί για οίκτο προκάλεσε τόσο θαυμασμό, ώστε να πιστεύσουν ότι είχε νικήσει τον θάνατο;
Μια τέτοια εμφάνιση, το φυσικό ήταν ότι θα έσβηνε κάθε καλή εντύπωση, που τυχόν θα διατηρούσαν από την επικοινωνία μαζί Του κατά το διάστημα της ζωής Του.
Μια τέτοια επικοινωνία το πολύ-πολύ θα τους ωδηγούσε σ’ ένα βαθύ αίσθημα οίκτου και συμπόνιας. Μα τότε και επ’ ουδενί λόγω δεν θα τους έκανε να νοιώσουν την ανάγκη να Τον προσκυνήσουν σαν Θεό, σαν Κύριο της ζωής και του θανάτου»[15].
2. Με άλλα λόγια, ο Στράους διεκήρυξε, ότι ο άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του σαν ον λογικό, δεν μπορεί να αποδεχθή μια τέτοια ανόητη θεωρία. Γιατί δεν στέκει λογικά.
Και όμως το βιβλίο του Βεντουρίνι διαβάστηκε πολύ! Γιατί; Γιατί πολλοί άνθρωποι ψάχνουν για μαλακό μαξιλαράκι. Να κοιμίζουν την συνείδηση τους, να μην τους ελέγχει για τα έργα τους.
γ. Ιατρική θεώρηση της θεωρίας.
Σήμερα τα πράγματα είναι πιο πολύ ξεκαθαρισμένα από ό,τι εφαντάζετο ο Στράους. Γιατί έχει αποδειχθή ιατρικά, ότι περίπτωση νεκροφάνειας ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ.
Ας ιδούμε λοιπόν:
• Πώς εσταυρώθη ο Χριστός.
• Πώς απέθανε ο Χριστός στον Σταυρό.
• Πώς επιστοποιήθη, ότι ο Χριστός είχε πράγματι πεθάνει στον Σταυρό.
1. Πώς εσταυρώθη ο Χριστός.
1. Ο Χριστός δεν «έπαθε νεκροφάνεια , ενώ εκοιμάτο ήσυχος στο «κρεβατάκι» Του. Οι τελευταίες Του ημέρες ήσαν ημέρες αφορήτου ψυχικού και σωματικού πόνου. Και τρομερά εξαντλητικές. Ακόμη και για τον πιο ρωμαλέο οργανισμό.
2. Τις δυο τελευταίες ημέρες ο Ιησούς δεν αναπαύθηκε καθόλου, ούτε για μια στιγμή. Και ψυχολογικά καταπονήθηκε τόσο, ώστε Του παρουσιάσθη το σπανιώτατο φαινόμενο της αιμαθιδρωσίας. Ενώ προσευχόταν στο Όρος των Ελαιών «εγένετο εν αγωνία» και εγένετο ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην» (Λουκ. 22,44). Το φαινόμενο είναι ιατρικά τεκμηριωμένο, προϋποθέτει ασύλληπτο στην διάνοια εσωτερικό πόνο και επιφέρει ολοσχερή εξάντληση.
3. Ακολούθησε ένα απίθανης βιαιότητας και μοχθηρίας διήμερο μαρτύριο (εμπτυσμοί, ραπίσματα, κολαφίσματα, γρονθοκοπήματα, κ.ά.), από ανθρώπους που μ’ αυτά ενόμιζαν «λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ» (Ιωάν. 16,2). Με κορύφωση το φραγγέλιο.
4. Το φραγγέλιο ήταν ένα σατανικής επινόησης μαστίγιο. Αποτελείτο από πολλά λουρίδια πέτσινα στα άκρα των οποίων είχαν προσδεθή αιχμηρά σιδερένια αγγίστρια, που σε κάθε χτύπημα κυριολεκτικά εξέσχιζαν τις σάρκες του τιμωρουμένου, σε βαθμό που να φαίνωνται τα κόκκαλά του! Η φραγγέλωση εγίνετο με τρόπο που να «πιάνη» όλη την έκταση του σώματος από τους ώμους μέχρι τα γόνατα.
5. Με το φραγγέλιο δεν προσεφέρετο καμμιά απολύτως ιατρική βοήθεια. Έτσι οι συνέπειες της φραγγελώσεως, όχι μόνο παρέμεναν, αλλά και επολλαπλασιάζοντο. Γι’ αυτό στάθηκε αδύνατο στον Χριστό να βαστάση τον σταυρό Του. Και ηγγάρευσαν τον Σίμωνα τον Κυρηναίον, ίνα άρη αυτόν (Ματθ. 27,32).
6. Επακολούθησε η σταύρωση του Ιησού Χριστού κατά το ρωμαϊκό σύστημα• δηλ. τον εκάρφωσαν σε σταυρό σχήματος + (Οι σταυροί των ρωμαίων ήσαν συνήθως σχήματος Τα ή + ή Χ). Οι Πέρσες εκρεμούσαν τους καταδίκους δεμένους από τα χέρια σε ένα σταυρό, που ήταν ένας απλός στύλος. Έχει σήμερα διαπιστωθή ότι τα καρφιά στα χέρια του καταδίκου ενεπηγνύοντο στον καρπό και όχι στην παλάμη, ώστε άντεχαν να βαστάζουν το βάρος του εσταυρωμένου, χωρίς να σπάζουν τα κόκκαλά του.
2.Πώς απέθανε ο Χριστός στον Σταυρό
1. Παίρνομε για οδηγό τον καθηγητή Σπ. Μακρή[16]. Γράφει:
«Το αν ο Χριστός απέθανε απάνω στο σταυρό είναι θέμα που έχει απόλυτη συνάφεια με την επιστήμη της ιατρικής. Γιατί αυτή μελετάει την φύση και τις συνέπειες όλων των σωματικών κακώσεων που επιφέρουν την βαθμιαία κατάρρευση των ζωτικών λειτουργιών του σώματος, και αυτή διαπιστώνει, αν έχη επέλθει ο θάνατος.
Αξίζει, λοιπόν, πρώτα από όλα να επισημανθή το ότι: για πρώτη φορά στην ιστορία αμφισβητήθηκε, αν ο Χριστός είχε πεθάνει επάνω στον Σταυρό κατά τον 17ο αιώνα. Και αυτό γιατί τότε, τουλάχιστον στην Ευρώπη, δεν υπήρχαν πια άνθρωποι, που να είχαν κατά κάποιο τρόπο αποκτήσει κάποια – έστω και ελάχιστη – εμπειρία για το πώς πέθαινε ο κατάδικος στον Σταυρό. Έτσι φαντάστηκαν, ότι ο θάνατος επήρχετο από αιμορραγία, από απώλεια αίματος και δυνάμεων.
Μα σήμερα είναι πια γνωστό και τεκμηριωμένο ιατρικά, ότι ο θάνατος στον Σταυρό επήρχετο από ασφυξία».
2. Αυτό ετεκμηριώθη ως εξής:
α. Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου (1914-1918) οι Γερμανοί έκαμαν χρήση μιας πειθαρχικής ποινής, που την ωνόμαζαν Aufbinden (= ανάρτηση). Έδεναν και εκρεμούσαν τον κατάδικο σε ένα στύλο από τα χέρια, ώστε να μην πατούν τα πόδια του στην γη.
β. Στη θέση αυτή, το βάρος του σώματος τραβούσε ολόκληρο τον άνθρωπο προς τα κάτω. Εσφίγγετο τόσο πολύ το στήθος, ώστε να διακόπτεται η λειτουργία της αναπνοής. Για να αποκαταστήση την αναπνοή του ο κατάδικος έπρεπε – εντείνοντας όλες τις δυνάμεις των βραχιόνων – να ανυψωθή τόσο, ώστε να ελευθερωθή τουλάχιστον η λειτουργία των πνευμόνων. Στην προσπάθεια του να κρατηθή όσο το δυνατόν μακρότερο χρονικό διάστημα ανυψωμένος, κατέβαλλε τόση προσπάθεια, ώστε από την εξάντληση έρρεε ποταμηδόν από όλο του το σώμα ιδρώτας. Κάτω από τα πόδια των «αναρτημένων» εδημιουργείτο μια κατά κυριολεξία λίμνη από ιδρώτα!
γ. Η μελέτη των περιστατικών και συμπτωμάτων, κάτω από τα οποία απέθνησκαν οι «αναρτημένοι», ωδήγησε τους ιατρούς στα εξής συμπεράσματα:
• Ακόμη και στην περίπτωση που ο «αναρτημένος» είχε υπεράνθρωπη δύναμη και είχε επιδείξει ανάλογες αθλητικές επιδόσεις, οι δυνάμεις του εξαντλούντο πολύ γρήγορα.
• Οι κινήσεις που χρειάζονται για να ανυψωθή το κορμί του σταυρωμένου για να μπορέση να αναπνεύση απέβαιναν όλο και πιο εξαντλητικές και επώδυνες.
• Τελικά ο κατάδικος δεν κατώρθωνε να ανυψωθή, όσο απαιτείτο για την αναπνοή, και έτσι μετά 3-6 λεπτά επήρχετο θάνατος από ασφυξία.
• Το κάρφωμα στο σταυρό έκανε το μαρτύριο ολίγο πιο οδυνηρό στην αρχή• αλλά επέφερε σε πιο σύντομο χρόνο την πλήρη εξάντληση και άρα τον θάνατο. Από αυτό συμπεραίνομε, ότι το κάρφωμα στον σταυρό (που εφάρμοζαν οι Ρωμαίοι) ήταν φιλανθρωπότερη μορφή σταυρώσεως από την πρόσδεση στον σταυρό (που εφάρμοζαν οι Πέρσες και οι Γερμανοί).
δ. Οι Ρωμαίο εθεωρούσαν την σταύρωση σαν το πιο απάνθρωπο και φρικώδες μέσο εκτελέσεως (Deterrimum et crudelissimum supplicium).
3. Ο Χριστός εξ αιτίας της εξάντλησής Του, που είχε προηγηθή, έμεινε στον σταυρό μόνο τρεις ώρες. Το χρονικό αυτό διάστημα ήταν ασυνήθιστα μικρό. Και έκαμε τον ηγεμόνα Πόντιο Πιλάτο να απορή, πώς ο Χριστός είχε τόσο γρήγορα πεθάνει (Μαρκ. 15,44)! Αυτή είναι η εξήγηση που μας δίνει η ιατρική επιστήμη. Ο Ιησούς απέθανε από ασφυξία. Μα επειδή ο Ίδιος το ηθέλησε.
• Σήμερα δεν υπάρχει πια ιατρικά καμμιά αμφιβολία, ότι οι κατάδικοι στον σταυρό απέθνησκαν από ασφυξία.
• Έχει τεκμηριωθή ιατρικά, ότι και μετά από εξάντληση και λιποθυμία, ο από ασφυξία θάνατος δεν ανακόπτεται.
• Οι σταυρωμένοι πέθαιναν από ασφυξία. Σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις.
3. Πώς επιστοποιήθη ότι ο Χριστός είχε πράγματι πεθάνει στον Σταυρό.
Ο θάνατος του Χριστού στον Σταυρό επιστοποιήθη. Και μάλιστα με ιατρικά έγκυρο τρόπο. Ιδού πως:

  1. Οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι (= στρατιώτες), επαγγελματίες σκληρών τιμωριών, ήξεραν πότε ένας τιμωρημένος είναι λιποθυμισμένος και πότε πραγματικά πεθαμένος. Παρακολουθούσαν άγρυπνα την καλή εκτέλεση των ποινών. Γιατί ο νόμος ώριζε σαφώς, ότι αν ο αρμόδιος στρατιώτης επιστοποιούσε θάνατο που δεν είχε επέλθει πράγματι, καταδικαζόταν σε σταύρωση, λόγω κακής εκτελέσεως του καθήκοντός του.
  2. Όταν οι στρατιώτες είχαν κάποιο λόγο να τελειώνουν γρήγορα με τις εκτελέσεις αυτές, χτυπούσαν τα σκέλη των καταδικασμένων με ένα σιδερένιο λοστό και τους ετσάκιζαν τα οστά των μηρών και των κνημών. Μετά από αυτό ο σταυρωμένος παρέλυε εντελώς και ο από ασφυξία θάνατος επακολουθούσε σε ελάχιστα λεπτά. Η μέθοδος αυτή (επισπεύσεως του θανάτου!) εφαρμόσθηκε στους δύο ληστές, που είχαν σταυρωθή μαζί με τον Κύριο.
  3. Προκειμένου περί του Ιησού, ο αρμόδιος στρατιώτης θέλοντας να πεισθή, ότι είχε πράγματι πεθάνει, «λόγχη την πλευράν αυτού ένυξε• και ευθέως εξήλθε αίμα ύδωρ». Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης που έτυχε να είναι τότε κοντά στον Σταυρό, μας πληροφορεί ότι αυτό το είδε με τα μάτια του. «Και ο εωρακώς μεμαρτύρηκε και αληθινή εστίν η μαρτυρία αυτού» (Ιωάν. 19,35).

Σήμερα είναι ιατρικά βέβαιο ότι:
• το Αίμα και το Ύδωρ είναι ένα υγρό που δημιουργείται στον χώρο του άνω διαφράγματος λίγη ώρα μετά τον βιολογικό θάνατο του ανθρώπου. Συνεπώς η εκροή υγρού αυτού μαρτυρεί ότι ο βιολογικός θάνατος του Ιησού είχε επέλθει.
• από την πληγή αυτή εμπήκε στον χώρο του άνω διαφράγματος ατμοσφαιρικός αέρας, που, όταν περάση εκεί επιφέρει ακαριαία τον θάνατο (πνευμονοθώρακας).
δ. Συμπέρασμα
Μετά από αυτά, κάθε κουβέντα για νεκροφάνεια του Ιησού δεν είναι παρά αντιεπιστημονικές φλυαρίες.
Όμως το βιβλίο αυτό του Βεντουρίνι επραγματοποίησε πολλές εκδόσεις! Το εδιάβασαν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι! Και τους διέλυσε πνευματικά!
Β’ Η θεωρία των ψευδαισθήσεων
α. Η θεωρία
1. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, οι μυροφόρες γυναίκες έπεσαν θύματα παραίσθησης ή ψευδαίσθησης. Από την συγκινησιακή τους φόρτιση κατάντησαν σε φαντασιώσεις και αυταπάτες. Νόμισαν πως κάτι είδαν, χωρίς να ιδούν.
Έτσι έπλασαν τον μύθο της αναστάσεως. Επηρέασαν τους μαθητές με τα λόγια τους. Και άρχισαν να έχουν και εκείνοι τις ίδιες ψευδαισθήσεις!
Να λοιπόν το ερώτημα:
Απατήθηκαν οι μαθητές;
Έπεσαν θύματα παραίσθησης ή ψευδαίσθησης;
2. Αλλά τί είναι οι παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις;
Οι ψευδαισθήσεις, οι παραισθήσεις και οι φαντασιώσεις είναι ένα θέμα που σήμερα η ιατρική επιστήμη το έχει μελετήσει εξαντλητικά, χρόνια πολλά, και σε πολλές χιλιάδες περιπτώσεις.
Ας ιδούμε τα πορίσματά της:
α. ψευδαισθήσεις μπορεί να έχουν άνθρωποι μιας ωρισμένης κατηγορίας που έχουν προδιάθεση για αυτές.
β. οι ψευδαισθήσεις τους αποτελούν προέκταση διαθέσεων και επιθυμιών τους των οποίων επιθυμούν πολύ την πραγματοποίηση.
γ. όταν πολλά άτομα επιρρεπή σε ψευδαισθήσεις έχουν μια ταυτόχρονη ψευδαίσθηση, η ψευδαίσθηση τους έχει στον καθένα διαφορετικό περιεχόμενο.
δ. οι ψευδαισθήσεις επέρχονται κάτω από συνθήκες (τόπο, χρόνο, περιστάσεις) που δημιουργούν προδιάθεση και υποβάλλουν τον άνθρωπο.
ε. όταν επαναλαμβάνονται, παρουσιάζονται μετά από πολύ χρονικό διάστημα.
β. Έπεσαν οι μαθητές θύματα ψευδαισθήσεων;
Ας ιδούμε τώρα, αν μπορεί να εφαρμοσθούν αυτά στους μαθητές, για να μπορέσωμε να συμπεράνωμε, αν είναι δυνατόν να είναι η πίστη, στην ανάσταση του Χριστού καρπός ψευδαισθήσεων.
1. Οι μαθητές δεν είχαν καμμιά σχετική προδιάθεση. Πριν ιδούν οι ίδιοι τον Χριστό, τους είχαν ειπεί άλλοι ότι Τον είδαν, και εκείνοι δεν τους επίστευαν. Γι’ αυτό και ο Κύριος τους ήλεγξε την απιστία αυτών και σκληροκαρδία, ότι τοις θεασαμένοις αυτόν εγηγερμένον ουκ επίστευσαν (Μαρκ. 16,14)! Άρα οι μαθητές όχι μόνο δεν είχαν σχετική προδιάθεση, αλλά ήσαν και αρνητικά προδιατεθειμένοι!
2. Ψυχολογική ανάλυση των μαθητών δείχνει ότι δεν ήσαν καθόλου επιρρεπείς σε ψευδαισθήσεις. Ούτε ο Ματθαίος ο τελώνης, ούτε ο Θωμάς, που έδειξε τόση δυσπιστία και πόσο σκεπτικισμό. Ούτε ο Πέτρος, που ήταν πάντοτε τόσο τρομερά ρεαλιστής, ώστε να βλέπη την μεταμόρφωση και η πρώτη του αντίδραση να ήταν ότι, για να μείνη κανείς στο Θαβώρ με οποιεσδήποτε συνθήκες, χρειάζεται κατάλυμα, σκηνές!
3. Οι εντυπώσεις των μαθητών του Χριστού από της εμφανίσεως του Χριστού ήσαν πάντοτε οι ίδιες σε όλους, παρ’ ότι έγιναν πολλές φορές και ήσαν πολλά πρόσωπα την κάθε φορά παρόντα (2,11,100 και 500 πρόσωπα ταυτόχρονα!). Είναι ποτέ δυνατόν και οι 11 μαθητές και οι 500 να ανήκαν στον ίδιο τύπο ανθρώπου που έχει προδιάθεση για ψευδαισθήσεις, ώστε να ιδούν απολύτως τα ίδια πράγματα; Και θυμηθήτε ότι
• ιατρικά είναι βέβαιο, ότι οι ψευδαισθήσεις είναι διαφορετικές σε κάθε άνθρωπο με διαφορετικό χαρακτήρα∙
• σήμερα είναι ιατρικά βέβαιο, ότι οι μαθητές είχαν πολύ διαφορετικό ψυχολογικό χαρακτήρα ο καθένας! Οι χαρακτήρες των μαθητών του Χριστού αποτελούν ένα φάσμα, που καλύπτει όλους τους ψυχολογικούς τύπους των ανθρώπων.
Και όμως όλοι οι μαθητές είχαν τις ίδιες πάντοτε εντυπώσεις από τις εμφανίσεις του Χριστού, πράγμα που ιατρικά-επιστημονικά δεν επιτρέπει να λέμε ότι είναι δυνατόν οι εμπειρίες τους αυτές να ήσαν ψευδαισθήσεις.
4. Ως προς τις συνθήκες (χώρο, χρόνο, περιστάσεις) πρέπει να μη λησμονούμε ποτέ, ότι οι εμφανίσεις του Χριστού γίνονται σε τόπους που δεν ευνοούν καθόλου ψευδαισθήσεις:
• στον δρόμο προς Εμμαούς,
• σε ένα κήπο,
• σε ένα χωράφι,
• στην λίμνη Γεννησαρέτ,
• μεσημέρι,
• απόγευμα,
• ενώ εκείνοι περιπατούν συνομιλώντας,
• ενώ ψαρεύουν αμέριμνοι,
• τους αναλύει επί ώρες την αγία Γραφή,
• τους ψήνει ψάρια στα κάρβουνα,
• τρώει μπροστά τους ψάρι και κερήθρα με μέλι,
• τους ελέγχει,
• τους επιτιμά,
• τους κάνει ψυχρολουσία,
• τους κάνει να αισθάνωνται άσχημα!
5. Οι ψευδαισθήσεις
• ή επαναλαμβάνονται σε όλο και αραιότερα διαστήματα, μέχρι που σβήνουν∙
• ή γίνονται όλο και συχνότερες, μέχρι που να καταλήξουν σε νευρική κρίση.
Μα αντίθετα στους μαθητές οι εμπειρίες της αναστάσεως επαναλαμβάνονται επί 40 ημέρες στον ίδιο ρυθμό. Τις βλέπουν πάντοτε πολλοί μαζί και διαρκούν ώρες. Δημιουργούν πάντοτε γαλήνη, χαρά και ακλόνητη πεποίθηση, ότι ο Χριστός ζη και βασιλεύει εις τους αιώνας.
Όλα αυτά είναι αδύνατο να συμβιβασθούν με όσα δέχεται η ιατρική επιστήμη για τις ψευδαισθήσεις σήμερα[17].
γ. Εμπειρία των αισθήσεων
1. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έβλεπαν οι μαθητές τον Κύριο, τους έπεισαν (και πείθουν και μας), ότι η επικοινωνία τους με τον αναστάντα Ιησού ήταν μια ολοκάθαρη εμπειρία αισθήσεων.
Εμπειρία αισθήσεων είχαν∙
για εμπειρία αισθήσεων μιλάνε.
Λόγια σαφή. Ξεκάθαρα. Που αντέχουν σε κάθε έλεγχο λογικό και ψυχολογικό.
2. Ας ιδούμε τί λένε οι ίδιοι:
α. Ο Πέτρος.
Τον είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια. Δεν σας λέμε φιλοσοφίες και συλλογισμούς. Μιλάμε για γεγονότα, που έγιναν μπροστά μας! (Β’ Πέτρου 1,16).
β. Ο Ιωάννης.
Μιλάμε για πράγματα, που τα είδαμε με τα μάτια μας. Τα ακούσαμε με τα αυτιά μας. Τα ψηλαφήσαμε με τα χέρια μας. Δεν μιλάμε για ιδέες, αλλά για χειροπιαστή πραγματικότητα (Α’ Ιωάν. 1,1-3).
Μπροστά μας ο Χριστός έκαμε πολλά θαύματα. Όχι μόνο αυτά που γράφομε. Γράφομε λίγα. Μόνο όσα ενομίσαμε πως αρκούν, να Σας βοηθήσουν να καταλάβετε, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, για να αποκτήσετε στο Όνομά Του την αληθινή ζωή (Ιω. 20,30).
γ. Ο Λουκάς.
Αυτά που κηρύττομε, μας τα παρέδωκαν εκείνοι που υπήρξαν σε όλα τα επεισόδια της ζωής Του αυτόπτες μάρτυρες. Αυτοί είναι οι κήρυκες της πίστης μας (Λουκ. 1,1-3).
Ο Χριστός, αφού εσταυρώθη και ετάφη, μετά παρουσιάστηκε πολλές φορές στους μαθητές Του. Τους έδειξε με τρόπο αδιαμφισβήτητο, πώς είναι ζωντανός. Τους το έδειξε με πολλές και πολλών ειδών ενέργειές Του σε διάστημα όχι μιας ή δύο, αλλά σαράντα ολοκλήρων ημερών (Πραξ. 1,3).
3. Θα μπορούσαμε να αναφέρωμε πολλά ακόμη λόγια από τα άγια Ευαγγέλια, που μαρτυρούν ολοκάθαρα, ότι οι μαθητές Του είδαν τον Χριστό μετά την ανάστασή Του.
Περιοριζόμαστε να συνοψίσωμε τις μαρτυρίες τους επισημαίνοντας ότι:
• Είδαν τον Κύριο πολλές φορές. 40 ημέρες τους εφανερωνόταν συνεχώς (Πραξ. 1,3).
• Όχι ένας ή δύο την κάθε φορά, αλλά δώδεκα και περισσότεροι, και κάποια φορά επάνω από 500 άτομα.
• Τον είδαν με τα ίδια τους τα μάτια.
• Τον άκουσαν με τα ίδια τους τα αυτιά.
• Τον άκουσαν να τους μιλάη για πράγματα εντελώς συγκεκριμένα και να τους ερμηνεύη τις άγιες Γραφές.
• Τον εψηλάφησαν πολλές φορές με τα ίδια τους τα χέρια.
• Μίλησαν μαζί Του.
• Περπάτησαν μαζί Του.
• Και, ακόμα, τον άκουσαν:
• να τους εξουσιοδοτή να συγχωρούν αμαρτίες,
• να τους δίνη εξουσία να πατούν επάνω όψεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού, χωρίς τίποτε να μπορή να τους βλάψη!…
• να τους δίνη δύναμη να κάνουν θαύματα, και να ανασταίνουν νεκρούς.
• Πώς να αμφιβάλλουν για την ανάστασή Του;
• Πώς να μην είναι έτοιμοι και να πεθάνουν ακόμη για την πίστη τους σ’ Αυτόν;
Γ. Η θεωρία του λάθους
1. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, όταν οι μαθητές του Χριστού την μίαν Σαββάτων ηθέλησαν να επισκεφθούν τον τάφον του Διδασκάλου τους, έκαμαν λάθος… στον τάφο! Έτσι εμπήκαν σε ξένο τάφο, που τον βρήκαν κενό, και έτσι εσχημάτισαν την γνώμη ότι ο Χριστός είχε αναστηθή.
2. Στην θεωρία αυτή δεν έδωσε ποτέ κανείς καμμιά σημασία. Και μαρτυρεί μόνο, ότι ο Kirshop Lake που την επινόησε, το είχε ρίξει στο σορολόπ.
Δ. Τολεδώθ Γιεσούα
1. Όπως είδαμε στο Κεφ. Ε’. ο Χριστός εδίδασκε, ότι είναι ανώτερος από τον Μωυσή και τον Νόμο του. Αυτό οι Εβραίοι δεν το άντεξαν. Και Τον εμίσησαν. Και Τον αρνήθηκαν. Και κάνοντας συμβιβασμούς στην συνείδησή τους. Τον εσταύρωσαν.
Από τότε ο λαός του Ισραήλ δεν έπαυσε να αντιμάχεται την δόξα του Υιού του Θεού.
Η πρώτη αντίδραση στην ανάσταση του Κυρίου ήταν η κατασυκοφάντησή της: ότι τάχα οι μαθητές έκλεψαν το σώμα του Ιησού από τον τάφο! και ότι τάχα το έκαμαν επίτηδες, για να φτιάξουν τον «μύθο», ότι αναστήθηκε!
2. Μα αργότερα κατάλαβαν, ότι η εξήγησή τους αυτή δεν έλεγε τίποτε. Και έγραψαν ένα ειδικό βιβλίο, που φέρει το όνομα Τολεδώθ Γιεσούα.
Σύμφωνα με επίσημα, καθαρά εβραϊκά στοιχεία, που τα ευρίσκομε στην Εβραϊκή Εγκυκλοπαίδεια (Jewish Encyclopedia, Vol 7, New York 1906, σελ. 170-173) το Τολεδώθ Γιεσούα εγράφη τον Μεσαίωνα, δηλ. γύρω στα 1000 χρόνια αργότερα! Και έχει ένα και μοναδικό σκοπό: να μειώση όσο πιο πολύ μπορεί τον Ιησού Χριστό, για να σβήση κάθε δυνατότητα επίδρασης χριστιανικής στους Εβραίους.
3. Το Τολεδώθ Γιεσούα επιχειρεί μια γενική θεώρηση του βίου του Ιησού.
• Βλασφημεί την εκ Παρθένου Γέννηση του Ιησού.
• Παραδέχεται, ότι ο Χριστός έκαμε πολλά και μεγάλα θαύματα (θεραπείες χωλών, τυφλών, παραλύτων, δαιμονισμένων)∙ ότι έθρεψε πολλούς με λίγη τροφή∙ ότι περιπάτησε επί των υδάτων∙ ότι ανάστησε νεκρούς. Μα όλα αυτά – λέγει το Τολεδώθ Γιεσούα – τα έκαμε με δύναμη μαγική!…
• Κατηγορεί τον Χριστό, ότι εδίδασκε την κατάργηση του Νόμου του Μωυσή, ενώ ο Ιησούς έλεγε: Δεν ήλθα να καταργήσω τον Νόμο αλλά να τον τηρήσω και να τον συμπληρώσω∙ γιατί από όσα γράφει ιώτα εν η κεραία μία ου μη πεσείται, έως αν πάντα γένηται.
• Μαρτυρεί: Ότι εσταυρώθη την παραμονή του Πάσχα. Ότι το σώμα Του το εκήδευσαν οι «αποστάτες» μαθητές Του με θρήνους και κοπετούς. Ότι την επομένη του Πάσχα επήγαν στον τάφο, μα δεν ευρήκαν το σώμα του Ιησού εκεί… Και τότε οι μαθητές Του έτρεξαν στην αυτοκράτειρα Ελένη, που βρισκόταν τότε στην Ιερουσαλήμ, της το ανέφεραν και – μαζί με την Ελένη – έπλασαν την ιστορία της αναστάσεως! Τί όμως είχε συμβή; το σώμα του Ιησού το είχε πάρει ένας κηπουρός∙ που όταν το έμαθε, ότι είχαν εκμεταλλευθή την ενέργειά του, το ξαναπαρουσίασε. Και έτσι, οι μαθητές, η αγία Ελένη και μαζί τους … όλοι οι χριστιανοί (!…) εξευτελίσθηκαν[18]!…
4. Από την μνεία της Αγίας Ελένης, που εγεννήθη 250 χρόνια αργότερα, και επήγε στην Ιερουσαλήμ το 327 μ.Χ., δηλ. 300 χρόνια αργότερα και δεν ήταν χρονικά δυνατό να έχη καμμιά επικοινωνία με τους αποστόλους, αφού είχαν όλοι πεθάνει τουλάχιστον εκατόν πενήντα χρόνια, πριν εκείνη γεννηθή, καταλαβαίνει κανείς το επίπεδο του βιβλίου αυτού!
Είναι φανερό, ότι οι Ραββίνοι του μεσαίωνα – αδιαφορώντας για την αλήθεια! – έγραψαν το βιβλίο αυτό με ένα και μόνο σκοπό∙ να διεγείρουν στους απλούς Εβραίους άσχημα αισθήματα εις βάρος του χριστιανισμού.
Τα επιχειρήματά τους, με τα οποία προσπαθούν να μειώσουν την χριστιανική πίστη,
• από άποψη ψυχολογική είναι έξυπνα, αφού πατούν γερά επάνω στην ψυχολογία και τα συναισθήματα των ανθρώπων που μισούν τον Χριστό∙
• μα από άποψη επιστημονική είναι κατά κυριολεξία γελοία!…
Στο ταλμουδικό βιβλίο Τολεδώθ Γιεσούα στηρίζονται στο σύνολό τους τα βιβλία του Αμπελαίν. Είναι τόσο αντιεπιστημονικά και τόσο αισχρά, που δεν είναι δυνατό να ασχοληθή κανείς μαζί τους.
Λύσεις τραμπουκίστικες
1. Αυτές είναι οι θέσεις των αρνητών του Χριστού. Είναι όλες φτηνές. Αποδεδειγμένα φτηνές, όπως είδαμε . Ακατάλληλες ακόμη και για ανθρώπους, που το έχουν 100% σίγουρο, ότι δεν υπάρχει Θεός!
Εξετάζοντας τις θεωρίες αυτές καταλαβαίνει ακόμη και ο πιο απλός άνθρωπος, ότι δεν αρκεί να λέη κανείς, πως δεν πιστεύει στον Θεό και στην δύναμη Του.
Αν θέλη να είναι λογικός και οι γνώμες του σεβαστές, πρέπει να λέη πράγματα, που να στέκουν λογικά. Πρέπει στα προβλήματα να δίνη λύση επιστημονική, λύση αναντίρρητη.
2. Συνήθως όμως οι άθεοι εφαρμόζουν την μέθοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην λύση του Γόρδιου Δεσμού. Μα η λύση αυτή δεν ήταν
• καθόλου επιστημονική∙
• καθόλου πειστική∙
• καθόλου θετικιστική∙
ήταν (απλά και ξεκάθαρα λόγια!) τραμπουκίστικη!
Υπενθυμίζομε σ’ εκείνους που δεν θυμούνται το ιστορικό γεγονός, ότι ο Γόρδιος Δεσμός, ήταν ένας παράξενος κόμπος, που δεν μπορούσε να τον λύση κανείς. Ο Μ. Αλέξανδρος, μη μπορώντας να τον λύση με την δύναμη του μυαλού του, τον έκοψε με την δύναμη του σπαθιού του.
Τί άλλο ήταν η ενέργειά του, αν όχι τραμπουκισμός;
Με την ενέργειά του αυτή ωμολόγησε, ότι δεν είχε μυαλό να εύρη λύση!
3. Μα αλλοίμονο σ’ εκείνους, που λύνουν τα πνευματικά ζητήματα με τρόπο τραμπουκίστικο και καμαρώνουν ότι κάτι έκαμαν! Γιατί πιστοποιούν ότι δεν έχουν μυαλό να μπορέσουν να εύρουν λύση.
• Δεν είναι αστείο να ασχολήται κανείς με τέτοιες θεωρίες;
• Δεν υποτιμά την νοημοσύνη του, όταν τις παίρνη στα σοβαρά;
4. Η ιστορία μας δίνει μόνο δύο εκδοχές.
α. Της Εκκλησίας.
Σύμφωνα με την οποία ο Χριστός σαν Θεός αθάνατος και αεί ζων αναστήθηκε. Και βασιλεύει εις τους αιώνας. Και της Βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος.
β. Των Εβραίων.
Σύμφωνα με την οποία το σώμα του Ιησού το έκλεψαν από τον τάφο οι μαθητές του σε ώρα που ευρήκαν τους φρουρούς να κοιμώνται. Και έπλασαν την ιστορία της Αναστάσεως!
5. Οι δύο αυτές εκδοχές είναι οι μόνες γνωστές στον κόσμο μέχρι:
• Μεταξύ των Εβραίων το 1000 μ.Χ., που άρχισε να κυκλοφορή το βιβλίο Τολεδώθ Γιεσούα.
• Μεταξύ των Χριστιανών το 1730 μ.Χ., που άρχισαν να γράφονται βιβλία με άλλες εκδοχές, που τις επινοούσαν οι συγγραφείς τους.
Ο Paul Meyer γράφει για τις δύο αυτές εκδοχές:
«Αν προσπαθήσωμε να ζυγίσωμε με προσοχή και χωρίς προκατάληψη τις δύο αυτές μαρτυρίες με βάση τους κανόνες της ιστορικής έρευνας, θα οδηγηθούμε στα εξής συμπεράσματα:
• ο τάφος, στον οποίο ετάφη το σώμα του Ιησού, ευρέθη το πρωΐ της Μιας Σαββάτων ΚΕΝΟΣ,
• μέχρι σήμερα δεν ευρέθη πουθενά ούτε η ελάχιστη ένδειξη, που να μας επιτρέπη να ασχοληθούμε και με μια τρίτη εκδοχή.
Και λέγοντας ΠΟΥΘΕΝΑ, εννοούμε:
• Ούτε στα λογοτεχνικά έργα.
• Ούτε στα αρχαιολογικά ευρήματα.
• Ούτε στις επιγραφές.
• Ποτέ. Τίποτε. Πουθενά»[19].
Με άλλα λόγια ο P.Meyer μας λέγει:
Η επιστημονική δεοντολογία επιβάλλει να ασχοληθούμε με αυτές τις δύο εκδοχές, που είναι οι μόνες ιστορικά μαρτυρημένες επί 1700 χρόνια. Τί αξία μπορούν να έχουν οι απόψεις που διατυπώθηκαν με καθυστέρηση 2000 χρόνια;
6. Απόψεις, στοχαστικές συλλήψεις, που επινοήθηκαν μετά από 10 ή 16 αιώνες και περισσότερο! Δεν αξίζουν να τους δίνη κανείς προσοχή. Υπηρέτησαν ένα πρόσκαιρο ψεύτικο εντυπωσιασμό. Και έσβησαν.
Μα και η άποψη των Εβραίων είναι, όπως είδαμε, διάτρητη. Δεν αντέχει στο φως. Είναι μια πονηρή απόπειρα συγκάλυψης της αλήθειας.
7. Μετά από όλα αυτά ξαναρωτάμε:
Μπορεί, έστω σε ποσοστό ένα τοις χιλίοις, να έχουν δίκιο οι Εβραίοι; Μπορεί να μας απατούν οι απόστολοι;
Απαντάμε: Δεν υπάρχει.
Μα υπάρχει και μια περίπτωση, που ΜΠΟΡΕΙ. Και αυτή είναι, όταν ο άνθρωπος «το έχει» χίλια τοις εκατό σίγουρο:
• ότι ΔΕΝ υπάρχει Θεός,
• ότι ΔΕΝ μπορεί να γίνη ανάσταση,
• ότι ΔΕΝ μπορεί να λένε ψέματα οι Εβραίοι.
Τότε η λύση, που δίνει στο θέμα μας, είναι από πλευράς του χίλια τοις εκατό σωστή.
Μόνο που την αλήθεια την βρίσκει εφαρμόζοντας την «επιστημονική» μέθοδο του Μεγαλέξανδρου!
Γ’ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
α. Ο κενός τάφος
1. Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (κεφ. 28,11-15) μας πληροφορεί, ότι επιφωσκούσης της μιας Σαββάτων (Κυριακής), 25 Μαρτίου 29 μ.Χ. δύο γυναίκες, η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία (= η Παναγία) επήγαν «θεωρήσαι τον τάφον» του Ιησού. Μα ενώ ήσαν απέναντί του και «εθεώρουν» αυτόν, ξαφνικά έγινε σεισμός μεγάλος. Και ένας άγγελος κατέβη από τον ουρανό και απεκύλισε τον λίθον, που έφραζε το στόμιο του τάφου∙ και εκάθισε επάνω σ’ αυτόν. Η όψη του αγγέλου ήταν ολόφωτη∙ σαν αστραπή∙ και τα ιμάτιά του λευκά σαν το χιόνι. Οι φρουροί (= οι της κουστωδίας) τον είδαν. Και εφοβήθησαν πολύ. Άρχισαν να τρέμουν. Έγιναν από τον φόβο τους σαν νεκροί!
2. Οι δύο γυναίκες είδαν τον άγγελο να αποκυλίη τον λίθο (= την ταφόπετρα). Μα δεν είδαν τον Ιησού. Ούτε μέσα. Ούτε να βγαίνη. Είδαν μόνο μέσα τα νεκρικά σάβανα. Και μάλιστα τυλιγμένα!
Και τί εκατάλαβαν;
Παρ’ ότι είδαν τον άγγελο και τον σεισμό, το συμπέρασμά τους ήταν, ότι το σώμα του Ιησού είχε μεταφερθή αλλού
Και ο άγγελος τους είπε:
– Μη φοβείσθε. Ξέρω, ποιόν ψάχνετε να βρήτε. Τον Ιησούν. Μα δεν θα τον βρήτε. Γιατί αναστήθηκε. Ελάτε, να ιδήτε με τα ίδια σας τα μάτια τον τόπο που τον είχαν βάλει! Και τρέξατε να το αναγγείλετε στους μαθητές Του.
Οι γυναίκες έφυγαν αμέσως. Επήγαιναν τρέχοντας να αναγγείλουν το θαύμα της ανάστασης του Ιησού στους μαθητές Του. Μα στον δρόμο εμφανίσθηκε ενώπιόν τους ο Χριστός. Και τους είπε:
– Χαίρετε!
Τον επλησίασαν. Και έπεσαν να Τον προσκυνήσουν. Και ο Χριστός τους είπε:
– Μη φοβείσθε! Πηγαίνετε, να μεταφέρετε στους μαθητές μου την εντολή μου να πάνε στην Γαλιλαία (= λόφος έξω από την Ιερουσαλήμ). Εκεί θα με ιδούν.
3. Είναι φανερό από την διήγηση αυτή, ότι όταν ο άγγελος απεκύλισε τον λίθο, ο Ιησούς δεν ήταν πια στον τάφο. Είχε αναστηθή και είχε φύγει από τον τάφο!
Πώς;
Μας το λέγει το τροπάριο:
Κύριε, ούτως εξήλθες; εσφραγισμένου του τάφου∙ καθώς εισήλθες και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς Σου.
Μετά την ανάσταση το Σώμα του Ιησού είχε γίνει πνευματικό (Α’ Κορινθ. 15,44). Η οποιαδήποτε μορφή ύλης δεν παρεμπόδιζε πια τις κινήσεις Του.
β. Η αντίδραση των Εβραίων.
1. Το άγιο Ευαγγέλιο (Ματθ. 28, 11-15) μας πληροφορεί:
Αμέσως μόλις έγιναν τα πιο πάνω, κάποιοι από τους στρατιώτες της κουστωδίας ξέροντας, τι τους επερίμενε, έτρεξαν στον Καϊάφα, τον άμεσο για την υπόθεση αυτή προϊστάμενό τους (Ματθ. 27,65). Και του ανέφεραν λεπτομερώς, τι είχε γίνει. «Απήγγειλαν τοις αρχιερεύσιν άπαντα τα γενόμενα» (Ματθ. 28,11).
Ο Καϊάφας ενέργησε αστραπιαία. Συνεκάλεσε αμέσως το Συνέδριο (Σανχεντρίν). Και ενώπιον όλων των αρχιερέων και αρχόντων οι της κουστωδίας επανέλαβαν, τι είχε και είχαν ιδεί.
2. Και το Συνέδριο, έκαμε την σκέψη: Αν τραβήξωμε τα άκρα ζητώντας την τιμωρία των στρατιωτών, το θέμα θα φθάση στον Πιλάτο. Και εκεί, ενώπιόν του, οι στρατιώτες θα υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Και θα αγωνισθούν πάση θυσία για την ζωή τους! Θα τα ειπούν όλα. Και περισσότερα! Και ο Πιλάτος αφορμή θέλει να στραφή εναντίον μας! Αυτός με το ζόρι συμφώνησε στην καταδίκη του Ιησού! Τί θα γίνη, αν μάθη τέτοια πράγματα;
3. Και το Συνέδριο κατέληξε στην απόφαση:
• να μην δεχθή τις μαρτυρίες των στρατιωτών∙
• και να μην αφήση να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
Για την υλοποίηση της αποφάσεώς τους, αυτής, προχώρησαν στις εξής ενέργειες:
• έδωσαν χρήματα πολλά στους στρατιώτες με την δέσμευση να λένε, ότι το Σώμα του Ιησού το έκλεψαν οι μαθητές Του, ενώ αυτοί εκοιμώντο.
• ανέλαβαν την ευθύνη ενώπιον του Πιλάτου∙
• διέσπειραν στον κόσμο την είδηση, ότι το Σώμα του Ιησού το έκλεψαν οι μαθητές Του∙
• έκαμαν την εκδοχή αυτή επίσημη θέση των Εβραίων επάνω στο θέμα της Αναστάσεως του Κυρίου.
Είναι φανερό, ότι:
• ο Πιλάτος δεν ενδιαφέρθη να τιμωρήση τους Ρωμαίους στρατιώτες για «γελοίες υποθέσεις» των Εβραίων∙ και ότι
• τα μυστικά «διέρρευσαν» και από τους στρατιώτες και από το Συνέδριο.
Πόσο λογική είναι η εξήγηση που δίνουν τα άγια Ευαγγέλια για το πως δημιουργήθηκε η εκδοχή των Εβραίων στο θέμα της Αναστάσεως!
γ. Απόλυτα βέβαιοι
1. Οι δύο γυναίκες έτρεξαν στους μαθητές του Ιησού. Τους μετέφεραν την παραγγελία Του. Και αμέσως έτρεξαν ο Πέτρος και ο Ιωάννης να ιδούν τον κενό τάφο. Έφθασαν. Εμπήκαν μέσα. Και είδαν τα νεκρικά σάβανα εκεί. Και το σουδάριο (= μανδήλιο), με το οποίο είχαν σκεπάσει το πρόσωπο του Ιησού προσεκτικά τυλιγμένο.
Είδαν και επίστευσαν (Ιω. 20,8). Στην συνέχεια η επικοινωνία με τον αναστάντα Ιησούν ετόνωσε την πίστη τους. Την έκαμε γρανίτη. Βεβαιότητα ακράδαντη.
2. Ιδού, πως περιγράφει ο απόστολος Παύλος τα αισθήματά του για τον Χριστό και την ανάστασή Του:
«Αξιώθηκα και είδα τον Χριστό. Τον είδα μέσα στο φως της θείας δόξας Του. Και ο Χριστός μου μίλησε. Εμένα του αμαρτωλού∙ του χειρότερου από όλους! Και δεν ετόλμησα να παρακούσω σε μια τέτοια ουράνια οπτασία και εντολή. Και από τότε γυρίζω όλον τον κόσμο και κηρύττω. Και είμαι πρόθυμος (= ετοίμως έχω) όχι μόνο να ιδώ τον εαυτό μου στα σίδερα της φυλακής (= ου μόνον δεθήναι), αλλά και να με εκτελέσουν σαν κακούργο υπέρ του Ονόματος του Κυρίου Ιησού» (Πραξ. 21,24).
3. Με άλλα λόγια ο απόστολος Παύλος μας λέγει:
• Είδαμε τον Χριστό μετά την θανάτωση Του ζωντανό.
• Και καταλάβαμε τι είναι.
• Για μας τα πράγματα είναι ξεκάθαρα.
• Πορεία και τέρμα για μας είναι προαποφασισμένα.
• Δεν ψάχνομε ούτε για δόξα∙ ούτε για αγαθά.
• Ένα μόνο ποθούμε: να μείνωμε πιστοί στον Χριστό∙ να τηρήσωμε την εντολή Του.
δ. Πώς έγινε η ανάσταση
1. Ο Ιησούς δεν ήταν μόνο άνθρωπος. Ήταν και ο Θεός. Απέθανε σαν άνθρωπος. Και ετάφη σαν άνθρωπος. Μα σαν Θεός ήταν και έμεινε αθάνατος και ζωοποιός. Με τον θάνατό Του εχωρίσθη η ψυχή Του από το Σώμα Του. Η θεότητά Του έμεινε ενωμένη και με την ψυχή Του και με το Σώμα Του.
Έτσι όταν ήρθε η ώρα, η παντοδύναμη θεότητα ξαναένωσε τα διεστώτα, ψυχή και σώμα, και ο Ιησούς ανέστη. Με την ανάσταση το σώμα του Ιησού εθεώθη∙ δηλαδή έγινε από φθαρτό άφθαρτο∙ και από χοϊκό έγινε πνευματικό.
2. Αφού αναστήθηκε ο Ιησούς, πρώτα απέβαλε ήρεμα τα σουδάρια και την σινδόνα, με τα οποία τον είχαν ενταφιάσει∙ τα ετύλιξε με προσοχή και νοικοκυρωσύνη∙ και μετά, εξήλθεν εσφραγισμένου του τάφου, καθώς εισήλθε και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς Του. Και «ουκ, ήσθοντο, πότε ανέστη, οι φυλάσσοντες Αυτόν στρατιώται». Γιατί, ό,τι και να κάνουν οι άνθρωποι, δεν μπορούν να τον βάλουν τον Θεόν στο χέρι! Είναι και πιο έξυπνος! Και πιο εύστροφος! και πιο δυνατός!
3. Και μια ακόμη θεολογική παρατήρηση. Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι ένας Θεός. Και ονομάζονται και τα τρία πρόσωπα «Ο Ων» (= ο υπάρχων), εβραϊκά Ιεχωβά ή Ιαχβέ. Τα τρία πρόσωπα (Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα) έχουν μία θέληση και μία ενέργεια.
Γι’ αυτό και η Γραφή:
• άλλοτε μας λέγει, ότι τον Ιησού τον ανέστησε ο Θεός Πατήρ (Πραξ. 3,15, Ρωμ. 6,4, Κολ. 2,12).
• άλλοτε, ότι αναστήθηκε μόνος Του «αυτεξουσίως» (Ιω. 10,18)
• άλλοτε, ότι τον ανέστησε το Άγιο Πνεύμα (Ρωμ. 8,11).
ε. Εν τω Ονόματί Μου…
1. Οι απόστολοι δεν εβγήκαν στο κήρυγμα με μόνο όπλο τους μια ιδεολογία (= την πίστη στον Χριστό). Ο Χριστός δεν τους άφησε άοπλους και γυμνούς. Τους έδωκε ένα μεγάλο όπλο: την δύναμή Του.
Τους είπε:
• Όποιος πιστεύει σ’ Εμένα θα κάμη όχι μόνο τα έργα που κάνω εγώ, αλλά και άλλα ακόμη μεγαλύτερα (Ιω. 14,12).
• Εκείνοι που πιστεύουν σ’ Εμένα, θα κάμουν μεγάλα θαύματα: Θα βγάλουν στο όνομά Μου δαιμόνια∙ θα μιλούν γλώσσες, που δεν τις ξέρουν∙ θα πιάνουν φίδια, και το δηλητήριό τους δεν θα τους βλάπτη∙ θα πίνουν δηλητήρια, χωρίς να πάθουν τίποτε∙ θα θεραπεύουν αρρώστους (Μαρκ. 16, 17-19).
• Θα σας στείλω αυτό, που υποσχέθη ο Πατέρας Μου (= το Άγιο Πνεύμα). Μείνατε στην Ιερουσαλήμ, μέχρι που να ενδυθήτε την εξ ύψους δύναμιν (Λουκ. 24,49).
• Σας δίνω την δύναμη και την εξουσία να θεραπεύετε ασθενείς∙ να ανασταίνετε νεκρούς∙ να καθαρίζετε λεπρούς∙ να βγάζετε δαιμόνια (Ματθ. 10,8).
2. Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο μέσα στην απέραντη απλότητά του μας δίνει την εξής υπέροχη μαρτυρία:
Ο μεν Κύριος Ιησούς Χριστός μετά από αυτά ανελήφθη στον ουρανό και εκάθισεν εκ δεξιών του Πατρός.
Εκείνοι δε (οι απόστολοι) εξελθόντες, εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον τους βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων. Δηλαδή:
Παντού μαζύ τους ήταν ο Κύριος. Τους εβοηθούσε. Τους ενίσχυε.
Και επεκύρωνε τα λόγια τους με θαύματα, που ποτέ δεν έπαυσαν να γίνωνται (Μάρ. 16, 19-20).
Ένα παράδειγμα:
Είπε ο Πέτρος στον παράλυτο ζητιάνο:
– Αργύριον και χρυσίον ουχ υπάρχει μοι∙ ο δε έχω τούτο σοι δίδωμι: Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού έγειρε και περιπάτει.
Και ο παράλυτος έγινε σαν παλληκάρι… (Πράξ. 3, 6-7).
Και τα θαύματα συνεχίζονται:
• Πόσα θαύματα!
• Και τι θαύματα!
• Από τότε… μέχρι και σήμερα.
• Ούτε σταμάτησαν. Ούτε θα σταματήσουν ποτέ.
• Τα χαρίσματα του Χριστού στους μαθητές Του, εξακολουθούν να ενεργούν και σήμερα.
• Μέσω των ιερέων Του∙
• Μέσω των αγίων Του∙
• Μέσω του Τιμίου Σταυρού∙
• Μέσω των αγίων εικόνων∙
• Μέσω του νερού του Αγιασμού∙
• Μέσω των λειψάνων των αγίων∙
• Μέσω του κάθε τι που Εκείνος αγίασε.
Οι Πράξεις των Αποστόλων και η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτες από θαύματα των αποστόλων και των αγίων. Μέχρι σήμερα.
3. Ο άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ λέγει:
Τα σημεία εγίνοντο, για να βοηθούν τους ανθρώπους να δεχθούν τον λόγο του Θεού. Το κύριο ήταν ο λόγος. Τα σημεία απλώς μαρτυρούσαν για την δύναμη και την αξία του λόγου…
Ο λόγος ενεργεί στον νου και στην καρδία άμεσα. Τα σημεία ενεργούν στον νου και στην καρδία μέσω των σωματικών αισθήσεων…
Τα θαύματα προορίζονται κατά κύριο λόγο να πείσουν ανθρώπους αφοσιωμένους στις μέριμνες του κόσμου∙ και να τους οδηγήσουν στην πίστη. Γιατί οι προσηλωμένοι στην γη και στις δουλειές τους δεν έχουν την δύναμη να εκτιμήσουν την αξία του λόγου. Γι’ αυτό ο εύσπλαχνος Λόγος του Θεού τους προσελκύει κοντά Του μέσω των ορατών θαυμάτων, που αποτελούν μια υλική, προσιτή στις αισθήσεις μας, απόδειξη∙ και οδηγούν την αδύνατη ψυχή στον παντοδύναμο Σωτήρα Θεόν Λόγο…
Τα θαύματα έκλειναν μέσα τους την απόλυτη αλήθεια. Και ήσαν τόσο σαφή και πασιφανή, ώστε οι εχθροί του Κυρίου, παρ’ όλες τους τις προσπάθειες να τα συγκαλύψουν, δεν είχαν παρά να το ομολογούν, ότι ήσαν αληθινά[20].
4. Στο βίο του Στάρετς Αντωνίου της Όπτινα (υπό έκδοσιν) διαβάζομε τα εξής:
Τον περασμένο αιώνα ένας σοφός κληρικός, ο Βλ. Μπάρσκι, περιώδευσε στις χώρες της Μέσης Ανατολής. Στο βιβλίο που έγραψε, όταν ξαναγύρισε στην Ρωσσία, περιγράφει και το άγιο Φως, που βγαίνει μόνο του στον Πανάγιο Τάφο την ώρα της Αναστάσεως.
Μα ένας λόγιος, αυτό δεν ήθελε να το πιστεύση.
Τον ερώτησε ο π. Αντώνιος:
– Εάν το εβλέπατε με τα μάτια σας, θα το επιστεύατε;
– Θα το επίστευα!
– Ποιόν να πιστεύσωμε τώρα εμείς; Εσένα, που δεν το είδες, ή τον Μπάρσκι που το είδε, το επίστευσε και το έγραψε[21];
Κάτι το ανάλογο ισχύει για όλα τα θέματα.
στ. Το σημείον
Μετά από όλα αυτά, υπενθυμίζομε στους αναγνώστες μας δύο λόγια της αγίας Γραφής:
1. Όταν οι Εβραίοι του ζητούσαν «σημείο», που να αποδείκνυε την ιδιότητά Του, σαν μεσσία και Θεού, ο Ιησούς τους απάντησε:
Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον ζητεί! Και σημείον ου δοθήσεται αυτή, ειμή το σημείον Ιωνά του προφήτου∙ όπως δηλαδή ο Ιωνάς έμεινε τρεις ημέρες στην κοιλιά του κήτους και μετά εβγήκε ζωντανός, υγιής, δυνατός, έτσι και ο Υιός του Ανθρώπου θα μείνη στην κοιλιά της γης (= στον τάφο) τρεις ημέρες και μετά θα αναστηθή (Ματθ. 12, 38-40, Λουκ. 11, 29-30).
Η ανάσταση του Χριστού είναι το σημείο που εδόθη στην πονηρά και μοιχαλίδα γενεά, που τα βλέπει όλα με την ξηρά λογική του παλαιού ανθρώπου. Άρα η ανάσταση του Χριστού είναι θέμα, που όταν το ψάξη κανείς, βρίσκει!
2. Είπε ο απόστολος Παύλος στους Αθηναίους΅
Ο Θεός έστειλε στον κόσμο Σωτήρα και Κριτή (σαν άνθρωπο) τον Υιό Του. Μα αυτό δεν είναι ένα αυθαίρετο συμπέρασμα. Μας έδωκε σε όλους μας την δυνατότητα να το ελέγξωμε και να το διαπιστώσωμε μόνοι μας, αρκεί να μελετήσωμε την Ανάστασή Του (= πίστιν παρασχών πάσιν[22] τήσας Αυτόν εκ νεκρών) (Πράξ. 17,31).
Η έρευνα αυτή πρέπει να γίνεται με ειλικρίνεια απέναντι του εαυτού μας.
Δ’ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ
Δεν μπορούμε να μελετήσωμε όλοι όλα τα θέματα των διαφόρων επιστημών σε βάθος. Περιοριζόμαστε λοιπόν να προσπαθούμε να σχηματίσωμε σωστές αντιλήψεις. Το επιτυγχάνομε, όταν στηριζώμεθα σε λόγια-καταστάλαγμα έρευνας και μελέτης των εγγυημένα μεγάλων και σοφών ειδικών ερευνητών-επιστημόνων.
Ας αναπληρώσωμε λοιπόν και εμείς τα υστερήματα μας με την σοφία και την πείρα αρμοδίων ειδικών ερευνητών.
α. Το πιο αξιόπιστο γεγονός.
1. Ο Thomas Arnold (Τόμας Άρνολντ), καθηγητής της Ρωμαϊκής Ιστορίας, συγγραφέας μιας υπέροχης τρίτομης Ιστορίας του Ρωμαϊκού Κόσμου (έργο κλασσικό), γράφει:
«Χρόνια εμελετούσα την αρχαία ιστορία. Ερευνούσα τις πηγές. Και «εζύγιζα» τις απόψεις των νεωτέρων συγγραφέων, που ασχολήθηκαν με την εποχή αυτή. Σαν κατασταλάγματα των μελετών μου λέγω τούτο: Δεν ξέρω να υπάρχη στην ιστορία ολόκληρης της ανθρωπότητος άλλο γεγονός, που να θεμελιώνεται – για τον απροκατάληπτο ερευνητή – σε πιο πειστικές και αξιόπιστες μαρτυρίες και σε πιο εξαντλητική έρευνα από το σημείο (εννοώ τον κενό τάφο) που μας έδωκε ο Θεός, για να δείξη, ότι ο Χριστός απέθανε μεν, αλλά και αναστήθηκε εκ νεκρών»[23]
Ο διάσημος ιστορικός A. Fr. Gfrörer, (Α. Γραίρερ), που από άθεος μετά βαθειά μελέτη των πηγών επίστευσε στον Χριστό, λέγει:
Η ανάσταση του Χριστού είναι το πιο έγκυρο και το πιο μαρτυρημένο γεγονός της αρχαίας ιστορίας.
Αν αφήσω τον εαυτό μου να μην παίρνη στα σοβαρά τις μαρτυρίες για την ανάσταση του Χριστού, μόνο και μόνο επειδή προέρχονται από χριστιανούς (από τους αποστόλους), δεν έχω πια δικαίωμα να θεωρώ κανένα γεγονός της αρχαίας ιστορίας έγκυρο και αξιόπιστο[24]
2. Ο Dr Simon Greenleaf (Σίμων Γκρήνληφ), ένας από τους πιο μεγάλους αμερικανούς νομικούς (θεωρείται η πιο μεγάλη νομική αυθεντία των Η.Π.Α.) έγραψε ένα βιβλίο αφιερωμένο στο θέμα: Έχουν νομική αξία οι μαρτυρίες των αποστόλων για την ανάσταση του Χριστού; Τα συμπεράσματα του είναι:
• Αποκλείεται (σαν από νομικής πλευράς απίθανη) η υπόθεση ότι θα μπορούσαν οι απόστολοι να μείνουν για πάντα σταθεροί στην άποψη ότι ο Χριστός αναστήθηκε, αν αυτό δεν ήταν όχι απλώς γεγονός, αλλά γεγονός αδιαμφισβήτητο και ένδοξο.
• Η ανάσταση ήταν για τους απόστολους γεγονός τόσο γνωστό και σαφές, όσο τα πιο σοβαρά γεγονότα της ζωής τους, για τα οποία δεν έχουν καμμιά αμφιβολία ότι έγιναν.
• Η ανάσταση του Χριστού – από πλευράς των αποδείξεων που εξετάζουν και λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τα σημερινά δικαστήρια – είναι το πιο αδιαμφισβήτητο γεγονός της παγκοσμίου ιστορίας[25]
β. Ιστορία Χριστού χωρίς ανάσταση δεν γίνεται!
1. Όμως ένας άλλος διαπρεπής νομικός, ο Frank Morisson έβαλε στόχο του να διαμφισβητήση τις μαρτυρίες που έχομε για την ανάσταση του Χριστού. Ο Μόρισον
• Παραδεχόταν ότι ο Χριστός υπήρξε∙ ότι ήταν πρότυπο αρετής και υπέροχος διδάσκαλος∙
• δεν παραδεχόταν μόνο την ανάστασή του.
• έλεγε πως η ανάσταση ήταν μια μυθοποιημένη ωραιοποίηση της ιστορίας του Χριστού.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο των ιδεών του ο Μόρισον αποφάσισε να γράψη την ιστορία των τελευταίων ημερών του Ιησού, χωρίς να κάμη καμμιά αναφορά στην ανάστασή του. Του είχε μπει η ιδέα, ότι αν έγραφε τέτοιο τεκμηριωμένο βιβλίο, θα έκανε να … ξεχασθή η ανάσταση του Χριστού!
2. Άρχισε λοιπόν να έρχεται σε επαφή με τα γεγονότα και με τα προβλήματα που τα ακολουθούν. Και τότε η δικαστική του ευσυνειδησία τον έκαμε να αλλάξη γνώμη και τοποθέτηση.
Ασχολήθηκε λοιπόν με το θέμα αυτό στα σοβαρά . Μελέτησε, όσο πιο καλά μπορούσε, όλα τα στοιχεία που είχε στην διάθεσή του. Και κατάλαβε, ότι ακόμα και αν το ήθελε, ήταν αδύνατο να γράψη το βιβλίο, που είχε σχεδιάσει και όπως το είχε σχεδιάσει. Και κατέληξε να γράψη ένα βιβλίο εντελώς διαφορετικό από εκείνο που είχε προγραμματίσει. Ο τίτλος του βιβλίου αυτού είναι: «Ποιός απεκύλησε τον λίθο»; Στο πρώτο κεφάλαιο ο Μόρισον δηλώνει: «Ποτέ μου δεν το είχα φαντασθή ότι θα κατέληγα να γράψω ένα τέτοιο βιβλίο»[26]!
3. Το βιβλίο του Μόρισον είναι μια συνεχής διακήρυξη, ότι η ανάσταση του Χριστού είναι γεγονός.
Κυκλοφόρησε σε εκατομμύρια αντίτυπα και αποτελεί αληθινό μνημείο μιας λογικής εργασίας, που κυριολεκτικά ξετινάζει όλα τα επιχειρήματα εκείνων που προσπάθησαν να αμφισβητήσουν την ανάσταση του Χριστού.
γ. 700 ώρες εργαστηριακής έρευνας
1. Ο Josh Mc Dowell[27] διαπρεπής αμερικανός επιστήμων, ξεκίνησε άθεος. Επάλεψε να παραμερίση από το φάσμα της ζωής του την πίστη στον Χριστό (βλ. κεφ. 10ο ). Μα δεν τα κατάφερε.
Ας ακούσωμε την διακήρυξη που έκαμε, για την πίστη του στην ανάσταση του Χριστού:
2. Κάποτε ένας φίλος μου με ρώτησε:
– Τί είναι εκείνο, που σε κάνει να μένης δεμένος με τον Χριστιανισμό;
Του απάντησα:
– Ένα. Ένας και μόνο λόγος. Έψαχνα για χρόνια να βρω μια εξήγηση για την ανάσταση του Χριστού. Έψαχνα χρόνια να ιδώ: μπορεί να δοθή στην ανάσταση του Χριστού εξήγηση διαφορετική από αυτήν που δίνουν οι απόστολοι στα ευαγγέλια και στις επιστολές τους; Συγκεκριμένα «έφαγα» εφτακόσιες (ναι, εφτακόσιες!) ώρες εργαστηριακής έρευνας επάνω στο θέμα αυτό! Ερεύνησα όλες τις πηγές. Και εξέτασα όλες τις δυνατές εκδοχές.
Ξεκίνησα από την σκέψη, ότι η ανάσταση του Χριστού πρέπει να είναι:
• ή η πιο μεγάλη απάτη και πονηρία στον κόσμο,
• ή το πιο μεγάλο γεγονός της παγκόσμιας ιστορίας.
Στην συνέχεια όμως η έρευνά μου με υποχρέωσε να παραδεχθώ, ότι
• Η ανάσταση του Χριστού είναι γεγονός.
• Γεγονός, που έγινε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.
• Γεγονός, που έχει μάρτυρες και αποδεικτικά στοιχεία (πειστήρια).
Η έρευνα μου με έκαμε να καταλάβω, ότι η χριστιανική πίστη∙
• Δεν είναι στοχασμός.
• Δεν είναι φιλοσοφία.
• Δεν είναι μια πλαστή ιστοριούλα.
• Είναι η πιο αληθινή ιστορία στον κόσμο.
3. Με άλλα λόγια, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και τόσο απλοϊκά, όσο φαντάζονται μερικοί με την απλοϊκότητα και απλότητά τους.
δ. Γι αυτό ξεσηκώνονται με τόση μανία.
Γράφει ο καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Σπυρ. Μακρής:
Αυτά που γράφω είναι όλα προσωπικά μου βιώματα. Είναι πράγματα που παίδεψαν την ψυχή μου∙ που αποτελούν το τέρμα της πνευματικής μου πορείας∙ που μπορώ να τα βεβαιώσω με την σφραγίδα της απόλυτης εσωτερικής μου πληροφορίας, από την βίωση και την παρατήρηση αρκετών δεκαετιών από τον καιρό που επέστρεψα στον Κύριο μας Ιησούν Χριστόν.
Η σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού είναι το επίκεντρο, είναι ο πυρήνας της κατάφασης του Χριστιανισμού. Γιατί, αν η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού είναι αλήθεια, τότε όλα εκείνα που πιστεύομε και ακολουθούμε (και είναι ξένα και αντίθετα στον Χριστό και στο ευαγγέλιό Του) πρέπει να γκρεμιστούν∙ γιατί είναι είδωλα και ψέματα.
Γι’ αυτό ξεσηκώνονται με τόση μανία και τόσο πείσμα να μας πείσουν με ένα σωρό επιχειρήματα παραπλανητικά, ότι η Ανάσταση του Χριστού δεν έγινε. Επειδή:
Αν η Ανάσταση του Χριστού έγινε, τότε ο Χριστός είναι Θεός∙ και όλα όσα μας λέει είναι αλήθεια. Και συνεπώς θα πρέπει να πεθάνωμε γι το κάθε τι, που είναι αντίθετο στο λόγο του Χριστού. Και να ζήσωμε μια ζωή σύμφωνη με αυτά που είπε ο Χριστός και πρεσβεύει η Εκκλησία Του[28].
ε. Συμπέρασμα
1. Γράφει ο διαπρεπής αμερικανός νομικός George Eldon Ladd[29](Τζώρτζ Έλντον Λάντ)
• Σήμερα ο πιστός χριστιανός μπορεί να είναι 100% σίγουρος ότι ο Χριστός αναστήθηκε.
• Η πίστη μας δεν στηρίζεται σε μύθους. Ούτε σε φιλοσοφικές στοχαστικές συλλήψεις.
• Στηρίζεται σε ιστορικά γεγονότα
o με αδιάσειστη βάση∙ και
o με αναντίρρητες αποδείξεις.
2. Ένας άλλος διαπρεπής νομικός ο αρχιδικαστής της Αγγλίας (Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, θα ελέγαμε εμείς), λόρδος Darling (Λόρδος Ντάρλινγκ) μετά μια νομική έρευνα επάνω σε όλες τις μαρτυρίες που έχουν σχέση με την ανάσταση του Χριστού, γράφει:
Για την ανάσταση του Χριστού έχομε πάρα πολλές μαρτυρίες. Και θετικές. Και αρνητικές. Που όλες, η κάθε μία με τον τρόπο της μας δίνουν τόσες πολλές ενδείξεις, ότι η Ανάσταση του Χριστού είναι μια ζωντανή πραγματικότητα, ώστε κανένα σώμα από μελετημένους δικαστικούς (από όποιο μέρους του κόσμου κι αν είναι!) δεν θα μπορούσε να βγάλη – με βάση τα στοιχεία που μας δίνουν οι μαρτυρίες αυτές – απόφαση διαφορετική από ότι:
• η Ανάσταση του Χριστού είναι γεγονός∙
• ο Χριστός ανέστη.
Ε’ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΓΙΟΥ
Οι ερευνητές ξεκινούν διανοητικά-εγκεφαλικά. Και καταλήγουν στην αγάπη του Χριστού.
Οι άγιοι ξεκινούν από την αγάπη τους προς τον Χριστό. Και προχωρούν με αυτήν.
Ο δρόμος των αγίων είναι καλλίτερος. Εκφράζει πιο σωστά τον άνθρωπο. Εκφράζει την σωστή πορεία του ανθρώπου προς τον Θεό, που είναι η με υπακοή αναζήτηση του Θεού.
Ας ιδούμε λοιπόν, τί λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
1. Πάντοτε γινόταν λόγος για πράγματα αξιοθαύμαστα. Μα τα δικά μας είναι ακόμη πιο αξιοθαύμαστα!
Μα τα τωρινά είναι ακόμη πιο αξιοθαύμαστα.
Κηρύττεται ο Σταυρός και τρέχει όλος ο κόσμος.
Τί σημαίνει «κηρύττεται Σταυρός»;
Κηρύττεται ένας επονείδιστος θάνατος!
Και γιατί τρέχουν; Για να ιδούν; Δεν εσταυρώθηκαν μυριάδες; Δεν υπήρξαν χιλιάδες σοφοί; Δεν υπήρξαν πολλοί ισχυροί; Δεν υπήρξαν περίδοξοι βασιλείς;
Υπάρχει άλλος, που να κέρδισε έτσι τον κόσμο;
Και μη μου φέρεις σαν επιχείρημα εναντίον του Χριστού τις αιρέσεις!
• Όλοι τον Χριστό κηρύττουν∙ έστω και αν σφάλλουν σε κάτι!
Όλοι Εκείνον προσκυνούν! Εκείνον που σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου στην Παλαιστίνη!
2. Κανείς στον κόσμο δεν κατάφερε ό,τι κατάφερε Αυτός. Και μάλιστα παρά τα τόσα εμπόδια. Μην ξεχνάτε:
• πόσοι βασιλείς. Τον επολέμησαν!
• πόσοι τύραννοι Τον εθεώρησαν σαν τον μοναδικό τους αντίπαλο!
• Πώς ο κόσμος όλος σε όλες τις πόλεις είχαν ξεσηκωθή εναντίον Του!
Και όμως! Ποτέ δεν επήγε προς τα πίσω ο Χριστιανισμός. Χρόνο το χρόνο όλο και πιο μπροστά πηγαίνει!
3. Σε τί οφείλεται αυτή η ισχύς;
• Ήταν μάγος! σου λένε.
Μπα; ο μοναδικός στον κόσμο μάγος ήταν; δεν έχετε ακούσει, τί μάγους είχαν στην Περσία και στις Ινδίες; Και πόσους έχουν ακόμη! Θυμάσθε κανενός το όνομα;
• Να εκείνος ο Απολλώνιος ο Τυανεύς, ήταν και μάγος και απατεώνας. Και έλαμψε!
Πού και πότε!
Σε μια μικρή πόλη! Και για λίγο! Και έσβησε! Και δεν άφησε ούτε Εκκλησία∙ ούτε πιστούς∙ ούτε τίποτε!
• Και γιατί χάνω τα λόγια μου, μιλώντας για μάγους, που έσβησαν;
4. Η ειδωλολατρεία, πώς έπαυσε;
Πού είναι ο Δωδωναίος; Πού είναι ο Κλάριος; Πού είναι εκείνα τα εργαστήρια της πονηρίας και απάτης (τα μαντεία); Σιωπούν! Το εβούλωσαν!
• Τί είναι εκείνο που κάνει τα δαιμόνια να τρέμουν;
Γιατί τα πιάνει φρίκη και τρόμος, όταν ακούνε κάτι για τον Εσταυρωμένο, ή για λείψανα ανθρώπων που εσφάγηκαν για χάρη του;
Γιατί ακούνε Σταυρό και το βάζουν στα πόδια;
Να γελάνε έπρεπε! Είναι τίποτα το σπουδαίο ο Σταυρός;
Κάθε άλλο! Σιχαμερό και επονείδιστο! Εκτελεστικό όργανο είναι. Και μάλιστα το χειρότερο από όλα. Για τους Εβραίους καταραμένο. Για τους Έλληνες σιχαμερό. Σε τί οφείλεται και τον τρέμουν οι δαίμονες; Όχι στην δύναμη του Σταυρωμένου;
Αν εφοβούντο τον Σταυρό σαν σταυρό (άφησε που αυτό (= να φοβούνται!) είναι εξευτελιστικό για «Θεούς»!), θα έπρεπε ν α τρέμουν και κάθε σταυρωμένο∙ και ασφαλώς και τους ληστές.
Ε λοιπόν. Σε ερωτώ: Αν κάποιος ειπή: «Στο όνομα του σταυρωθέντος» (και εννοεί κάποιον ληστή), θα φύγη ο διάβολος;
Αμ δε…
Όχι μόνο δεν θα φύγη, αλλά και θα γελάση με την καρδιά του!
Μα αν εννοεί «τον Ναζωραίο», φεύγουν σαν να είναι το όνομα αυτό φωτιά!
5. Έλα τώρα∙ και ειπέ μου:
Πώς εξαπλώθηκε η πίστη στον Χριστό; Σε τί οφείλεται αυτό; Σε ικανοποιεί η εξήγηση;
• ότι τάχα ήταν απατεώνας;
• ότι τάχα ήταν σοφός;
• ότι ήταν μάγος;
Όχι. Γιατί κανένας απατεώνας, μάγος Και σοφός δεν απόκτησε ποτέ τέτοια δύναμη. Κανένας. Ποτέ. Ούτε από μακριά. Ούτε στο ελάχιστο.
6. Από αυτά γίνεται φανερό ότι:
Ο Χριστός επεκράτησε, όχι γιατί ήταν μάγος, όχι γιατί ήταν απατεώνας, αλλά επειδή ήρθε να μας απαλλάξη από τους μάγους και τους απατεώνες∙ επειδή είναι η ακαταμάχητη θεία δύναμη[30].
Ο Απόστολο Παύλος εξομολογείται:
Όλα μου τα επίγειας μορφής κέρδη και πλεονεκτήματα τα εθεώρησα ζημία και τα άφησα, για τον Χριστό.
Ναι, όλα μου ανεξαιρέτως τα επίγεια κέρδη όχι απλώς τα αφήνω, αλλά και τα θεωρώ ζημία! Τόσο ανώτερο είναι, να καταλάβη κανείς ότι ο Ιησού είναι ο Χριστός (= ο μοναδικός Σωτήρας)∙ και να Τον κάμη Κύριο της ζωής!
Εγώ τα άφησα όλα για τον Χριστό! Ναι, όλα τα θεωρώ σκουπίδια και τα πετάω, προκειμένου να κερδίσω τον Χριστό και να πάω κοντά Του!
Και δεν επιδιώκω να πάω κοντά Του με την αμαρτωλή και αυτάρεσκη συναίσθηση, ότι ετήρησα τον Νόμο και θα δικαιωθώ σαν τηρητής του Νόμου.
Πιστεύω, ότι ο Θεός θα με ελεήση, επειδή πιστεύω στον Χριστό και Τον επικαλούμαι.
Και επιθυμώ να είμαι πάντοτε κοντά Του, για να μπορέσω να καταλάβω καλά
• τι είναι ο Χριστός
• τί σημασία έχει για μας η ανάσταση
• και γιατί πρέπει, αν θέλω στην κοινή ανάσταση να αναστηθώ για αιώνια ζωή και δόξα, να γίνω εδώ κοινωνός στα Πάθη Του, δηλ. να νεκρώνω και εγώ τα πάθη μου (Φιλ. 3,7-11).
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] S. Augustini, Enarratio in Psalmum 120,6.
[2] Παγκόσμιο Λεξικό των Έργων, τομ. Ε’, Αθήναι (Spiritus Mundi) 1966, σελ. 2404-2405.
[3] Pascal, Bl. Pensées, art. XI.
[4] Παρακλητική, Ηχ. Πλ. Α’ Κυριακή, Αίνοι.
[5] Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις την Α’ προς Κορινθίους Επιστολήν Ομιλία Ε, γ’ P.G. τομ. 61,43.
[6] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις το κατά Ματθαίον Ομιλία ΠΘ’ (89), α’ P.G. τομ. 58, σελ. 781-783.
[7] Blinzler, Joseph, Der Prozess Jesu, Regesburg 1960³, s. 87-174.
[8] Koch, Anton. Hom. Handbuch, Bd I, Freiburg 1952⁴, σελ. 445.
[9] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Προς Ιουδαίους και Έλληνας απόδειξις ότι ο Θεός ο Χριστός § ιδ’ (P.G. τομ. 48, σελ. 832-833).
[10] S. Augustini, Enarratio in Psalmum, 62,15.
[11] Ramsay, A.M. God, Christ and the World, London (S.C.M. Press)1969, p. 78-80.
[12] Γιαννακοπούλου, Ιωήλ (αρχιμ.) Χριστιανισμός-Λογική, Καλαμάτα 1953, σελ. 66-67.
[13] Greenleaf, simon, An Examination of the Testimony of the Four Evangelists by the Rules of Evidence Administrated in the Courts of Justice. Grand Rapids 1965, p. 29.
[14] Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τομ. 7ος, σελ. 56.
[15] Strauss, D. Fr. The Life of Jesus for People, Vol. I, London, 1879, p. 412.
[16] Σπυρ. Μακρή, καθηγητού Αναισθησιολογίας, Ιατρική Σχολή Πανεπ. Θεσσαλονίκης: Η Επιστήμη μπροστά στην Σταύρωση και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού, Θεσσαλονίκη 1981. Άλλες σχετικές μελέτες:
-D.Edwards, M.D.Q W.J. Grabel, M. Div.: F.E. Hosmer, M.S.AMI, On the physical death of Jesus Christ, JAMA vol. 255,11; 1988, March 21.
-S.M. Tenney, On death by crucifiction, Annotations 286, vol 68,2 (August 1964).
-N.P. De Pasquale, M.D.: G.E. Burch, M.D. On the death by crucifiction, Annotations 435, vol 66,3 (Sept 1962).
[17] Μακρή, Σπυρ. ε.ά. σελ. 14-17.
[18] Krauss, Jesus from Nazareth, In Jewish Leyend. (Jewish Encyclopedia, vol. 7, New York 1906, p. 170-173.
[19] Meyer, P.L. First Easter. The true and unfamiliar Story, New York (Harper and Row) 1973, p. 122.
[20] Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, Θαύματα και Σημεία, Πρέβεζα 1988², σελ. 40, 42, 45.
[21] Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Στάρετς Αντώνιος, Πρέβεζα 1989, σελ. 81.
[22] Βλ. Schneider, G. Die Apostelgeschichte, 2 Teil, Herders Theol. Kommentar zum N.T., Freiburg 1982, s. 243.
[23] Arnold, Th. Christian Life, Its Hopes, its Fears and its Glory, London 1859⁶, p. 324.
[24] Koch, Anton. Hom. Handbuch, Band 1, Freiburg 1952, σελ. 443.
[25] Greenleaf, Simon, An Examination of the Testimony of the Fourth Evangelist by the Rules of Evidence Administrated in the Courts of Justice, New York. Grand Rapids 1965, p. 29.
[26] Morisson, Frank, Who Moved the Stone. London (Faber and Faber) 1930.
[27] Mc Dowell, Josh. More than a Carpener. Eastbourne, 1989, p. 86.
[28] Μακρής, Σπυρ. ε.ά. σελ. 1-2.
[29] Ladd, George Eldon, I Believe in the Resurrection of Jesus, Grand Rapids 1975, p. 141.
[30] Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις τον άγιον Απόστολον Παύλον Ομιλία Δ’ P.G. τόμ. 50,490.
(Απόσπασμα απο το βιβλίο -ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ)

https://fdathanasiou.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πόντιος Πιλάτος: ο « νίψας τας χείρας ».

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2016

Επί αυτοκρατορίας του Τιβερίου, σε μια μακρινή και ταραγμένη επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ένας κρατικός λειτουργός δεύτερης κατηγορίας, καταδικάζει σε θάνατο έναν παράξενο ταραχοποιό. Σκηνή συνηθισμένη της καθημερινής ζωής, στη ρωμαϊκή επαρχία. Μόνο, που ο κατάδικος ονομάζεται Ιησούς. Και ξαφνικά, ο ασήμαντος διοικητικός υπάλληλος κερδίζει απροσδόκητη φήμη. Το όνομά του, Πόντιος Πιλάτος. Κανένας δε γνωρίζει με ακρίβεια κάτι σχετικό με τη γέννησή του, το θάνατό του, τις σκέψεις ή τις αγάπες του, την ίδια την ιστορία της υπάρξεώς του ως ατόμου.

Το 26 μετά Χριστόν, ο αυτοκράτορας Τιβέριος αναθέτει τη διοίκηση της Ιουδαίας στον Πόντιο Πιλάτο. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον άνθρωπο αυτό, πριν από τη χρονολογία αυτή. Από μια φράση του Ευαγγελιστή Ματθαίου συμπεραίνουμε, ότι ήταν παντρεμένος. Από ένα μεταγενέστερο κείμενο πληροφορούμαστε ότι το όνομα της συζύγου του ήταν Κλαυδία Πρόκουλα. Πιστεύεται, ότι ανήκε σε πολύ μεγάλη οικογένεια και ότι σ’ αυτήν οφείλεται η κοινωνική άνοδος του συζύγου της. Είναι λογικό να πιστεύουμε, ότι ο Πιλάτος ανήκε στην « τάξη των ιππέων », δηλαδή στη ρωμαϊκή αριστοκρατία.

Ο Πιλάτος, διοικεί την Ιουδαία με τη διπλή ιδιότητα επάρχου, δηλαδή διοικητικού υπαλλήλου που ασχολείται κυρίως με οικονομικά θέματα, και του νομάρχη, πολιτικού και στρατιωτικού υπευθύνου. Ήταν υποχρεωμένος, να σέβεται τα προνόμια των βασιλίσκων των γειτονικών χωρών που είχαν διοριστεί από τη Ρώμη, ενώ έπρεπε επίσης να υπολογίζει τον ισχυρό του γείτονα, τον επίτροπο της Συρίας, που μπορούσε να ασκήσει επάνω του, αν όχι συγκεκριμένη πολιτική εξουσία, τουλάχιστον κάποιον έλεγχο.

Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του ο Πιλάτος, άρχισε να ασκεί την εξουσία με τόση έλλειψη πολιτικού αισθητηρίου, ώστε όπως συμβαίνει και με ολόκληρη τη θητεία του στην Ιουδαία, η δράση του να θεωρηθεί εντελώς αποκλίνουσα από τη γραμμή της Ρώμης. Διάφορες υποθέσεις, δημιουργούσαν ανάλογα προβλήματα. Η Ιερουσαλήμ, χρειαζόταν νερό και ο Πιλάτος δίνει εντολή, να κατασκευαστεί ένα υδραγωγείο. Επειδή χρειαζόταν χρήματα, χρησιμοποιεί το θησαυρό του Ναού του Σολομώντα, που είχε συγκεντρωθεί με τη συνεισφορά όλων των Ιουδαίων, ακόμη κι εκείνων της διασποράς και προοριζόταν κυρίως για να χρησιμοποιηθεί για τις δημόσιες θυσίες και την κάλυψη διαφόρων αναγκών της Ιερουσαλήμ. Ο επίτροπος, με τη σύμφωνη απόφαση των ιερέων που είχαν τη φύλαξη και τη διαχείριση του ναού δέχθηκα. Την οργή όμως του λαού προκάλεσε το γεγονός ότι ο Πιλάτος εξάντλησε ολόκληρο τον ιερό θησαυρό. Καθώς ο επίτροπος βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ, οι Εβραίοι περικύκλωσαν το βήμα στο οποίο στεκόταν με εχθρικές κραυγές Ο Πιλάτος όμως  τα είχε προβλέψει όλα. Είχε ανακατέψει μέσα στο πλήθος στρατιώτες με πολιτικά, που κρατούσαν στα χέρια τους ράβδους. Με ένα σύνθημα, επιτίθενται στο πλήθος. Τα θύματα ήταν πολλά, όπως μαρτυρεί ο Φλάβιος Ιώσηπος.

Σε μια ακόμη περίπτωση, αποδεικνύονται η σκληρότητα και η πανουργία του Πιλάτου. Και κυρίως, η επιμονή ενός κρατικού λειτουργού, που γνωρίζει καλά τα δικαιώματά του. Συμπεριφορά ανθρώπου με πρακτικές ιδέες, αλλά και έλλειψη διπλωματικότητας.

Αυτή τη βαναυσότητα τη συναντάμε και πάλι σ’ ένα περιστατικό που αναφέρεται μόνο στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Ο Πιλάτος, έβαλε να σφάξουν τους Γαλιλαίους που έκαναν θυσία στο Ναό και να ανακατέψουν το αίμα τους με το αίμα των θυσιαζομένων ζώων. Ίσως αυτό να ήταν και η αιτία της εχθρότητας ανάμεσα στον Πιλάτο και τον Ηρώδη Αντύπα, που αναφέρει μόνο ο Ευαγγελιστής Λουκάς: « Εκείνη την ημέρα, τη μέρα που ο Πιλάτος στέλνει τον Ιησού στον Ηρώδη, ο Ηρώδης και ο Πιλάτος έγιναν φίλοι, αυτοί που προηγουμένως ήταν εχθροί. » Το πιο γνωστό περιστατικό της σταδιοδρομίας του Πιλάτου, είναι η σύλληψη και η δίκη του Χριστού. Μια φράση του Τάκιτου, η μόνη μαρτυρία προερχόταν από ειδωλολάτρη συγγραφέα, μας λέει ότι: « ο Χριστός παραδόθηκε στο μαρτύριο επί αυτοκρατορίας Τιβερίου, από τον έπαρχο Πιλάτο. » Ποια είναι λοιπόν η χρονολογική σειρά των γεγονότων, σύμφωνα με τις ρήσεις του Ευαγγελίου; Αρχικά ο Ιησούς, οδηγείται στον Πιλάτο, που προφανώς κατοικεί στο παλιό ανάκτορο του Ηρώδη του Μεγάλου, στον ανατολικό λόφο της Ιερουσαλήμ. Διεξάγεται ένας διάλογος ανάμεσα στο διοικητή και στους Εβραίους, κατά τα λεγάμενα του Λουκά και του Ιωάννη. « Και ξεσηκωμένο όλο το πλήθος, πήγαν Αυτόν στον Πιλάτο, και άρχισαν να Τον κατηγορούν, λέγοντας: Τον βρήκαμε να διαφθείρει το έθνος και να δυσκολεύει να δίνονται οι φόροι στον καίσαρα, λέγοντας ότι αυτός είναι ο Χριστός, ο βασιλιάς.»

Ο διοικητής, πρέπει να ανακρίνει ο ίδιος τον υπόδικο και να βγάλει το πόρισμά του. Από την ανάκριση όμως, δεν προκύπτουν στοιχεία που να επιβάλλουν την καταδίκη Του. Γι’ αυτό, ο Πιλάτος βρίσκεται σε αμηχανία. Βρίσκει όμως έναν τρόπο για να ξεφύγει από το δίλημμα. Επειδή περισσότερο η διδασκαλία του Ιησού έγινε στη Γαλιλαία, Τον στέλνει να δικαστεί από τον Ηρώδη Αντύπα. Ο Ηρώδης όμως, έτυχε να βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ. Όταν όμως ο Ιησούς οδηγείται μπροστά του, ο τετράρχης, που περίμενε να βρεθεί μπροστά σ’ ένα μάγο, ειρωνεύεται τον ισχυρισμό του Ιησού ότι είναι βασιλεύς των Ιουδαίων, και για να Τον γελιοποιήσει, Τον ξαναστέλνει στον Πιλάτο ντυμένο με λαμπρό ιμάτιο. Τι απόφαση λοιπόν μπορεί να πάρει ο Πιλάτος; Μπορεί ν’ αφήσει ελεύθερο τον κρατούμενο ή απλά να Τον τιμωρήσει ή ακόμη να διατάξει και την εκτέλεσή Του; Προτίμησε τη δεύτερη λύση, αυτή που του επιτρέπει να ασκήσει την εξουσία που του παρέχει η Ρώμη, χωρία να διαπράξει παρατυπία. Επιπλέον, του δίνεται η ευκαιρία για φθηνή πολιτική δημαγωγία, όταν ρίχνει την ευθύνη της απόφασής του στο λαό. Πράγματι, τα πλήθη ζητούν από τον επίτροπο την απελευθέρωση ενός φυλακισμένου με την ευκαιρία του εβραϊκού Πάσχα, σύμφωνα με τη συνήθεια. Ο Πιλάτος όμως, δεν έχει καταλήξει ακόμη σε απόφαση, και μπορεί, κατά το Ρωμαϊκό Δίκαιο να ελευθερώσει τον υπόδικο. Το προτείνει στα πλήθη. Έτυχε όμως, ταυτόχρονα με τον Ιησού να υπάρχει και άλλος φυλακισμένος, που δεν έχει ακόμη δικαστεί. Κατηγορείται ότι υποκίνησε το λαό σε εξέγερση, στη διάρκεια της οποίας διαπράχθηκε φόνος. Ο κατάδικος αυτός, ονομάζεται Βαραββάς. Και το μικρό του όνομα, που οι Ευαγγελιστές ξεχνούν συχνά να αναφέρουν, είναι επίσης Ιησούς.

Ας δούμε τα κείμενα: «Το πλήθος φωνάζει: Θανάτωσέ Τον και ελευθέρωσε το Βαραββά. » Και πάλι ο Πιλάτος απευθύνεται στο λαό με την πρόθεση να αφήσει ελεύθερο τον Ιησού. Αλλά αυτοί κραυγάζουν: « Σταύρωσον, σταύρωσον Αυτόν. » Για τρίτη φορά τους λέει: « Τι κακό έχει κάνει λοιπόν αυτός ο άνθρωπος; Δεν βρίσκω τίποτα που να του αξίζει να τιμωρηθεί με θάνατο. Θα του επιβάλλω μια τιμωρία και θα Τον αφήσω ελεύθερο. Εκείνοι όμως επιμένουν και κραυγάζουν να σταυρωθεί, και οι κραυγές συνεχώς δυναμώνουν. »

Και το περιστατικό αυτό σχολιάστηκε με πολλούς τρόπους. Προξενεί κατάπληξη το γεγονός, ότι ο Πιλάτος, ένας Ρωμαίος που είχε συμπεριφερθεί με τέτοιο τρόπο από τη στιγμή της αφίξεώς του στην Ιουδαία, συμβουλεύεται τα πλήθη πριν καταλήξει σε απόφαση. Μήπως αυτό άραγε αποκαλύπτει πολιτική σύνεση; Διδαγμένος από τις προηγούμενες ατυχείς πράξεις του, ο Πιλάτος αποφάσισε να φερθεί συνετότερα. Τίποτα δεν αποδεικνύει, ότι είχε παραιτηθεί από τα δικαιώματά του ως άρχοντα. Την απόφαση την πήρε ο Πιλάτος και μόνον αυτός, κατ’ απαίτηση του παρευρισκόμενου πλήθους.

Κατά τις ρωμαϊκές συνήθειες, ο κατάδικος μαστιγώθηκε πριν σταυρωθεί. Πολλοί, θέλησαν να δουν σ’ αυτή τη λεπτομέρεια μια τελευταία προσπάθεια του Πιλάτου να σώσει τη ζωή του Χριστού, αν πρέπει να του αποδώσουμε βέβαια αυτή την ενέργεια, πράγμα που όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο. Πράγματι, εμφανίζει τον Ιησού μετά τη μαστίγωσή Του στους κατηγόρους Του: « Ίδε ο άνθρωπος ». Μπροστά στις διαμαρτυρίες και τις υπονοούμενες απειλές, αν τον ελευθερώσεις δεν είσαι φίΛος του Καίσαρα, ο επίτροπος ενδίδει. Άραγε, παρά τη θέλησή του; Η πρώτη εντύπωση είναι, ότι πρόκειται για άνδρα που σέβεται απόλυτα τους ρωμαϊκούς νόμους και ασκεί τα δικαστικά του καθήκοντα με ευθικρισία και ικανότητα. Αυτή η εντύπωση όμως, σκιάζεται κάπως από το γεγονός, ότι δεν θέλει υπ’ ουδενί λόγο να διακινδυνεύσει τη θέση του προκαλώντας εξέγερση, δηλαδή ρήξη με τους ανθρώπους του Ναού, την αριστοκρατία του τόπου με λίγα λόγια, στην οποία, όπως γνωρίζει πολύ καλά,  βρισκονται οι πιο ενθερμοι υποστηρικτες της κώμης. Τι τον ενοιαφερει στο κάτω -κάτω, ο θάνατος ενός ασήμαντου ταραξία; Πάντως, ότι έχει σχέση με τα ιερά, τον ενοχλεί, τον κάνει να μην αισθάνεται άνετα. « Τι είναι η αλήθεια; » ρωτάει τον Ιησού τελειώνοντας την ανάκρισή του. Μπορεί βέβαια να διστάζει, αλλά έχει επηρεαστεί πολύ από ένα όνειρο της γυναίκας του: « Την ώρα που ο Πιλάτος καθόταν στο θρόνο πάνω στο βήμα, η γυναίκα του έστειλε να του πουν: Μην ανακατεύεσαι με την υπόθεση αυτού του δίκαιου, γιατί σήμερα είδα ένα κακό όνειρο γι’ Αυτόν. »

Τότε γίνεται γνωστό το περιστατικό που αναφέρει ο Ματθαίος, όπως και το προηγούμενο: « Βλέποντας ότι οι προσπάθειές του να σώσει τον Ιησού δεν έφερναν αποτέλεσμα αλλά, αντίθετα, προκαλούσαν αναταραχή, ο Πιλάτος πήρε νερό κι έπλυνε τα χέρια του μπροστά στο πλήθος, λέγοντας: Είμαι αθώος, από το αίμα του δικαίου τούτου. Το κρίμα δικό σας. » Και το πλήθος απάντησε: « Το αίμα Του επάνω μας κι επάνω στα παιδιά μας. »

Ο Πιλάτος, παρά την περιφρόνησή του για το λαό που διοικούσε, γνώριζε καλά τις εβραϊκές συνήθειες. Έπρεπε να γνωρίζει λόγου χάρη, ότι όταν γινόταν ένα έγκλημα στην πόλη, οι κάτοικοι για να εξιλεωθούν, έπλεναν τα χέρια τους από ένα σφαγμένο δαμάλι. Ήξερε επίσης, γιατί ήταν κάτι συνηθισμένο στον αρχαίο κόσμο, ότι ο κάθε ρύπος απαιτούσε κάθαρση. Τα λόγια άλλωστε του πλήθους, «Το αίμα Του επάνω μας κι επάνω στα παιδιά μας », ήταν φράση συνηθισμένη, όχι μόνο για το λαό του Ισραήλ αλλά και στους γειτονικούς λαούς.

Γεγονός όμως είναι, ότι στην καθημερινή γλώσσα η φράση « νίπτω τας χείρας μου », έχει αποκτήσει ηθική σημασία, έχει περιληφθεί στο συμβολισμό που βλέπει στη δίκη του Ιησού την αντιπαράθεση του Καλού με το Κακό ενώπιον μιας προσωρινής εξουσίας, που αδιαφορεί από δειλία ή εθελοτυφλία.

Η Σταύρωση του Ιησού, έγινε το έτος 30 ή πιθανότερα το 33. Ο Πιλάτος, φεύγει από την Ιουδαία στα τέλη του έτους 36. φθάνει στη Ρώμη, μετά το θάνατο του Τιβέριου, στις 17 Μαρτίου του 37. Τι έγινε τότε; Άγνωστο. Ένα όμως είναι βέβαιο: την άνοιξη του 37, ο Πιλάτος βγαίνει από την ιστορία και μπαίνει στο θρύλο.

Ένας αιώνας ήταν αρκετός, για να διαμορφωθεί αυτός ο θρύλος. Από τις πρώτες εκδηλώσεις της απολογητικής δραστηριότητας του Χριστιανισμού, δηλαδή γύρω στα μέσα του 2ου αιώνα, γίνεται αναφορά στον Πιλάτο.

Η πιο εκπληκτική ενσάρκωση του Πιλάτου βρίσκεται στην κοπτική παράδοση. Στην Αιθιοπική Εκκλησία, ο Πιλάτος είναι ένας άγιος πολύ δημοφιλής, ήδη από τον 5° αιώνα. Το Ευαγγέλιο του Γαμαλιήλ, « απόκρυφο » του 6ου – 7ου αιώνα, εξαιρεί το μαρτύριό του. Η Ελληνορθόδοξη μάλιστα Εκκλησία έχει ανακηρύξει οσία τη σύζυγό του, Πρόκουλα, που η μνήμη γης εορτάζεται στις 27 Οκτωβρίου. Αλλού πάλι, σε ένα συνδυασμό των παραδόσεων, πιστεύεται ότι ο Πιλάτος με το θάνατό του απέκτησε την ιδιότητα του αγίου. Σ’ ένα από τα μεταγενέστερα « απόκρυφα » κείμενα, με τον τίτλο « Παράδοσις », ο Πιλάτος καταδικάζεται σε αποκεφαλισμό, αλλά μόλις παραδίδει την ψυχή του, την υποδέχεται ένας άγγελος. Φθάνοντας στον 3° αιώνα, βρίσκοντας το έργο του Ευσέβιου, επισκόπου Καισαρείας, αναφέρεται ότι μεταξύ των ετών 39 και 40, ο Πιλάτος αυτοκτονεί, μη μπορώντας να αντέξει τις συμφορές που τον βάραιναν.

Από τότε, υπάρχει η τάση να προστίθενται διάφορα στοιχεία στο θέμα της τιμωρίας του Πιλάτου. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ασπάζεται τον Χριστιανισμό τον 4° αιώνα και πρέπει να δείξει ότι το έγκλημα του Πιλάτου δεν έμεινε ατιμώρητο. Για τους μεν, ο Πιλάτος βασανίστηκε από τον Καλιγούλα και μη μπορώντας ν’ αντέξει, αυτοκτονεί. Άλλοι τον θέλουν να πεθαίνει στη Βιέννη της Γαλατίας, όπου εξορίστηκε.

Η αβεβαιότητα που περιβάλλει τη φυσιογνωμία του Πιλάτου, βοήθησε αναμφισβήτητα στη δημιουργία μιας χριστιανικής παράδοσης στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα γράφτηκαν πολλά μυθιστορήματα και γυρίστηκαν άπειρες ταινίες σχετικά με την προσωπικότητα του Πιλάτου και της συζύγου του, με διάσημους σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Πρέπει να παραδεχτούμε, ότι ο Πιλάτος, όπως μας τον περιγράφουν οι ιστορικές μαρτυρίες, είναι πολύ λιγότερο ενδιαφέρον άνθρωπος από τον Πιλάτο των απολογητών και των συγγραφέων. Αξιωματούχος της αυτοκρατορίας, με συνείδηση της σπουδαιότητας της αποστολής του, υποταγμένος στην ανώτερη ηγεσία, είναι ένας από τους πολλούς Ρωμαίους λειτουργούς, που η αυτοκρατορία είχε σκορπίσει παντού.

Λιγότερο άπληστος από όλους αυτούς, είχε την ατυχία να τοποθετηθεί σε μία από τις πιο δύσκολες επαρχίες της αυτοκρατορίας. Η ανικανότητά του ή η έλλειψη διαθέσεως να καταλάβει το λαό που διοικούσε, ήταν το αδύνατο σημείο του. Πανούργος, βίαιος, πεισματάρης, δεν ήταν καθόλου συμπαθητικό άτομο. Είναι φανερό, ότι φρόντιζε πολύ να εξασφαλίσει τη θέση του, φθάνοντας στο σημείο να διαπράττει πολιτικές αδεξιότητες. Πρέπει όμως να του αναγνωρίσουμε τη μέριμνα για την τήρηση του νόμου. Τόσο, ώστε να υπάρξει ο πιο γνωστός μάρτυρας της αδιαμφισβήτητης ρήξεως ανάμεσα στους Ρωμαίους και τους Εβραίους, ανάμεσα στον Καίσαρα και στο Θεό.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΑ ΦΡΙΚΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΚΟΠΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2016

Ακόμα μια αποστομωτική απάντηση σε διάφορους «περίεργους» τύπους, που παριστάνουν τους άθεους αλλά αναμασούν πρόθυμα τις υβριστικές συκοφαντίες των Ταλμουδιστών Εβραίων, για να αμφισβητήσουν την Σταύρωση και την Ανάσταση του Κυρίου μας.

Επίσης, το ακόλουθο άρθρο δίνει μία ακριβή εικόνα του τι υπέστη ο Χριστός από τους βασανιστές του. Αυτά, για όσους μιλάνε για «υπερβολές».
Διαβάστε και φρίξτε:
Ο Φίλιππος Κουτσάφτης περιγράφει βήμα βήμα τις επιπτώσεις των Παθών (με έξι ανακρίσεις και τέσσερις βασανισμούς) και εξηγεί πώς προήλθε ο θάνατος του Χριστού στον Σταυρό

του Δημήτρη Ριζούλη

Ο Φίλιππος Κουτσάφτης είναι ο προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών και ίσως ο πιο διάσημος ιατροδικαστής των τελευταίων δεκαετιών.
Εχει κληθεί να μελετήσει και να αποφανθεί για τα μεγαλύτερα σύγχρονα εγκλήματα και οι εκθέσεις του προσέφεραν πολύτιμα στοιχεία στις Αρχές. Αυτή τη φορά όμως εκλήθη να κάνει μια διαφορετική «νεκροψία» και «έκθεση» για το μαρτύριο και τον θάνατο του Ιησού.
Ο κ. Κουτσάφτης έχει κάνει μια βαθιά μελέτη (συστηματικά εδώ και καιρό) για το θέμα, εξετάζοντας όλες τις πηγές και αναλύοντας τα Πάθη και τον θάνατο του Ιησού με επιστημονικό τρόπο. Σήμερα αναλύει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» τα αίτια θανάτου του Ιησού, την επίπτωση κάθε βασανιστηρίου αλλά και την ψυχοσωματική κατάσταση του Χριστού. Τέλος, απαντά γιατί καταρρίπτονται όλες οι θεωρίες που αμφισβητούν ότι ο Χριστός πέθανε πάνω στον Σταυρό, με τελικό σκοπό να αμφισβητηθεί η Ανάστασή Του.

Κύριε Κουτσάφτη, τα στοιχεία που έχουμε στα χέρια μας από τις Γραφές, την παράδοση της Εκκλησίας και τις ιστορικές πηγές μάς δίνουν μια πλήρη εικόνα για τα μαρτύρια του Χριστού;

Βεβαιότατα. Ξέρουμε πάρα πολλά στοιχεία και θα έλεγε κανείς ότι μπορούμε να βγάλουμε ένα πόρισμα. Ελπίζω να μην ακούγεται ασεβές αυτό το τόλμημα σε ορισμένους, γιατί τόλμημα είναι. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το θείο πάθος είναι εκούσιο. Ο Κύριος με τη δική Του θέληση δέχτηκε τα πάντα, γι’ αυτό ακόμα και την ώρα που τα καρφιά έσκιζαν τις σάρκες του και τρυπούσαν τα οστά Του αυτός προσευχόταν για τους σταυρωτές Του, πράγμα πρωτοφανές.

Ποια ήταν λοιπόν η επίπτωση των Παθών;

Αυτό που πρέπει όλοι να γνωρίζουν είναι ότι τα Πάθη είναι ψυχοσωματικά. Ο Χριστός, όταν φεύγει από τον Μυστικό Δείπνο και πορεύεται για να προσευχηθεί, αφήνοντας λίγο πιο μακριά τους τρεις μαθητές (Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη), εμφανίζεται με βάση τις Γραφές εκστατικός σαν κάτι δυσάρεστο να περιμένει. Στο τέλος (ενώ οι μαθητές δεν έχουν αντιληφθεί τι συμβαίνει) ο Ιησούς προσεύχεται για τρίτη φορά και τρέχει από το μέτωπό του ιδρώτας και αίμα. Αυτό το σημείο της διήγησης περί «αιματηρού ιδρώτα» αμφισβητήθηκε πολύ έντονα για αιώνες. Ο Ευαγγελιστής όμως γράφει κάτι που ήταν αδιανόητο και πρωτοφανές χωρίς να τον νοιάζει αν θα τον αμφισβητήσουν ή αν θα πουν ότι γράφει φανταστικά πράγματα. Πράγματι, λοιπόν, το Ευαγγέλιο 2000 χρόνια μετά δικαιώθηκε, καθώς η Ιατρική πρόσφατα αποφάνθηκε ότι υπάρχει ένα σπάνιο συνοδό σύμπτωμα του οργανισμού με αυτά τα χαρακτηριστικά όταν κάποιος βρεθεί σε μεγάλη ψυχοσωματική ένταση. Ξέρουμε πλέον από τη σύγχρονη επιστήμη ότι οι ιδρωτοποιοί αδένες είναι διάσπαρτοι στο σώμα, αλλά οι πολυπληθέστεροι βρίσκονται στις παλάμες, στα πέλματα, στον αυχένα, στις παρειές και στο μέτωπο. Οταν ο άνθρωπος βρεθεί σε μεγάλη ένταση, είναι δυνατόν να γίνει αυτόματη ρήξη μεγάλου αριθμού τριχοειδών αγγείων στο πίραμα ;;; των αδένων.Το αίμα που απελευθερώνεται αναμειγνύεται με τον ιδρώτα, τον βάφει κόκκινο και στη συνέχεια το παραχθέν μείγμα αναβλύζει στο δέρμα. Δηλαδή ο Ευαγγελιστής Λουκάς έγραψε την αλήθεια. Καταλαβαίνει, όμως, κανείς σε πόσο μεγάλο βαθμό έντασης βρισκόταν ο Ιησούς πριν ακόμα από τη σύλληψή Του. Την άλλη μέρα ήξερε ότι θα αναλάβει την ανθρώπινη αμαρτία ως αντικαταστάτης του πεσόντος ανθρώπου και θα αντιμετωπίσει πάνω στον Σταυρό τη θεία δικαιοσύνη. Δεν ήθελε να χάσει το βλέμμα του πατέρα Του που ήταν στραμμένο πάνω Του. Δεν ήταν η αγωνία Του ούτε για τη μαστίγωση ούτε για τα καρφιά.

Τα μαρτύρια πριν από τη Σταύρωση ποια ήταν και ποια επίπτωση είχαν;

Μετά τη σύλληψη ο Ιησούς πέρασε από έξι εξαντλητικές και κακόπιστες ανακρίσεις. Από τον Αννα, τον Καϊάφα, το Συνέδριο, τον Πιλάτο, τον Ηρώδη και ξανά από τον Πιλάτο. Στα μεσοδιαστήματα κακοποιήθηκε με τέσσερις πολύωρους και βάρβαρους βασανισμούς. Μεταξύ των ανακρίσεων και των βασανισμών σύρθηκε αλυσοδεμένος και δερόμενος έξι φορές. Η απόσταση που διήνυσε με τις αλυσίδες ήταν περίπου έξι χιλιόμετρα. Και όλα αυτά νηστικός, διψασμένος και άυπνος.

Οι πιέσεις τι ρόλο έπαιξαν;

Του ασκήθηκε έντονη ψυχοσωματική βια, τον έγδυσαν τρεις φορές, τον έντυσαν άλλες τόσες, τον μαστίγωσαν, του φόρεσαν το ακάνθινο στεφάνι και του φόρτωσαν τον βαρύ Σταυρό. Στις ανακρίσεις τον διέσυραν και τον εξευτέλισαν. Ηθελαν με κάθε τρόπο να τον κάνουν να λυγίσει.

Μεταξύ άλλων, μαστιγώθηκε.

Ναι. Η μαστίγωση γινόταν με φραγγέλιο, που είχε λουριά με απολήξεις σφαιρίδια και άκρες από κόκαλα. Κάθε φορά που έπεφτε στο σώμα το μαστίγιο αυτά τα αντικείμενα έμπαιναν μέσα στις σάρκες και όταν το τραβούσε ο βασανιστής για να ξαναχτυπήσει έσκιζαν το δέρμα. Οι πληγές που προκάλεσαν ήταν φοβερές σε όλη την οπίσθια επιφάνεια και την πλάγια κοιλιακή και θωρακική χώρα, που πρέπει να ήταν καταματωμένη. Πρέπει να έχασε πολύ μεγάλη ποσότητα αίματος ο Χριστός μόνο από αυτό.

Ως προς τον Σταυρό που κουβάλησε;

Οταν ο Κύριος φορτώθηκε τον Σταυρό έπρεπε να κουβαλήσει ένα ξύλο που δεν ήταν πλανισμένο (όπως το βλέπουμε στις αγιογραφίες). Ηταν δυο κορμοί γεμάτοι σκληρό φλοιό και ρόζους και καταλαβαίνετε τι έγινε όταν πέταξαν πάνω στην πλάτη του το οριζόντιο τμήμα. Την ήδη καταματωμένη πλάτη από τη μαστίγωση. Αυτός ο βαρύς κορμός μπήκε μέσα στις πληγές προκαλώντας αφόρητο πόνο.

Στη συνέχεια ο Ιησούς κυριολεκτικά σέρνει τα βήματά Του και υποφέρει. Πλέον δεν έχει ανάσες και αρκετό οξυγόνο. Το αίμα Του λιγοστεύει και κάποια στιγμή λυγίζουν τα γόνατά Του και είναι αδύνατον να προχωρήσει.

Περιγράφετε μια κατάσταση που σχεδόν δεν αντέχεται με βάση τα ανθρώπινα μέτρα.

Ναι. Πιστεύω αν δεν ήταν ο συγκεκριμένος εκεί θα είχε πεθάνει. Κανονικά, με βάση τη λογική, εκεί (στην πορεία προς τον Γολγοθά) θα έπρεπε να είναι το τέλος.

Ωστόσο, ο Χριστός φτάνει τελικά μέχρι τη Σταύρωση. Εκεί τι ακριβώς γίνεται;

Εκεί οι σταυρωτές ξαπλώνουν τον Ιησού πάνω στον Σταυρό και του καρφώνουν τα χέρια και τα πόδια. Για το ακριβές σημείο του καρφώματος υπάρχουν δύο εκδοχές: το εσωτερικό της παλάμης, που φαίνεται και σε πολλές εικόνες, ή το κέντρο της έσω επιφανείας των καρπών. Η πρώτη εκδοχή είναι για μένα η πιο προσιτή. Η παλάμη έχει μικρό πάχος, μεγάλη επιφάνεια και λόγω των τενόντων και των περιτονιών δεν σκίζεται το δέρμα. Υπάρχουν και τα μετακάρπια οστά, που μπορούν να συγκρατήσουν το βάρος.

Αν, πάντως, το καρφί μπήκε ανάμεσα στα δύο κόκαλα, κερκίδα και ωλένη, έχουμε τραγικό πόνο γιατί τραυματίστηκε το μέσο νεύρο. Σκεφτείτε ότι αν ακουμπήσουμε ελάχιστα το νεύρο του αγκώνα νιώθουμε έντονο πόνο. Φανταστείτε να περάσει καρφί από αυτό το νεύρο. Ως προς το κάρφωμα των ποδιών οι δύο εκδοχές είναι ότι σταύρωναν τα πόδια και το καρφί περνούσε από το ένα πόδι στο άλλο ή ότι καρφώθηκαν παράλληλα. Ευρήματα του 1968 σε τάφους στην Ανατολική Ιερουσαλήμ μάς δείχνουν ότι υπήρχαν και άλλοι που σταυρώθηκαν στα πόδια με τον πρώτο τρόπο.

Ο θάνατος τελικά από τι επήλθε; Γνωρίζουμε;

Μπορούμε να πούμε ότι ήταν ένας θάνατος αργός και λίαν βασανιστικός. Με την ανύψωση του Σταυρού ο Χριστός αντιμετωπίζει μια σειρά από δυσμενείς παράγοντες:
– Υποχρεωτική ορθοστασία, που του δημιουργεί ορθοστατική υπόταση.
– Υποχρεωτική ακινησία, που δεν δίνει τη δυνατότητα το φλεβικό αίμα να επιστρέψει στην καρδιά.
– Ειδική στάση του θώρακα, με το βάρος του σώματος να είναι σε μόνιμη έκπτυξη και να δυσκολεύει φοβερά την αναπνοή. Δεν μπορεί να κάνει εκπνοή παρά μόνο εισπνοή. Αυτό συντόμευσε τον θάνατό Του.
Επιπλέον αντιμετωπίζει επιπλοκές τραυμάτων, αιμορραγία, αφυδάτωση, πείνα, δίψα και εξάντληση.

Το τελικό «πόρισμα»;
Επρόκειτο για πολυπαραγοντικό θάνατο. Πολλά πράγματα έδρασαν για την κατάληξη, με τελικό αίτιο την ασφυξία μαζί με την κυκλοφορική ανεπάρκεια. Μια σημαντική λεπτομέρεια είναι και η επιδρομή των σαρκοφάγων εντόμων. Το αίμα φέρνει από πολύ μακριά έντομα που κόβουν κομμάτια από τις πληγές ενός ακίνητου ανθρώπου! Οι πιο φοβερές στιγμές για τον Κύριο ήταν μετά το κάρφωμα στον Σταυρό.

Πώς εξηγείτε την αντοχή που έδειξε;

Ο Χριστός δεν πέθανε πριν από τη Σταύρωση γιατί υπήρχε λόγος. Υπερέβη τα ανθρώπινα μέτρα και για μένα το ότι άντεξε και ανέβηκε στον Σταυρό είναι ακόμα ένα δείγμα της θεότητάς Του.

Μπορείτε να μας περιγράψετε τι αισθανόταν ο Ιησούς φορώντας το ακάνθινο στεφάνι;

Πρώτα πρώτα, να σας πω ότι είναι πρωτοφανής τρόπος αντιμετώπισης. Ποτέ πριν δεν είχε γίνει κάτι τέτοιο και ποτέ ξανά δεν επαναλήφθηκε. Επρόκειτο για φρίκη! Το κατασκεύασαν από μια τζιτζιφιά, ευλύγιστο φυτό που ευδοκιμεί στην περιοχή, με πολύ μεγάλα και σκληρά αγκάθια. Μέχρι τότε τα στεφάνια των καταδίκων ήταν σιδερένια και προσαρμόζονταν με βάση τη διάμετρο του κρανίου. Εδώ ήταν βασανιστήριο. Το τριχωτό της κεφαλής είναι αγγειοβριθέστατο. Εχει πολύ καλή αιμάτωση και ειδική νεύρωση. Η αιμορραγία, λοιπόν, ήταν μεγάλη και αφόρητος ο πόνος από τα αγκάθια στα νεύρα.

Κατά καιρούς έχουν ακουστεί θεωρίες ότι ο Χριστός δεν είχε πεθάνει στον Σταυρό και ότι έτσι δικαιολογείται (λογικά) η Ανάστασή του. Κατά τη γνώμη σας, αυτό μπορεί να στέκει;

Τυχαία έγινε, νομίζετε, ο λογχισμός της πλευράς; Καθόλου τυχαία. Αυτό το γεγονός είναι το πιστοποιητικό του θανάτου. Η λόγχη τρύπησε την πλευρά και βγήκε «αίμα και ύδωρ». Από όποια πλευρά και να έγινε ο λογχισμός, με αυτό το βαρύ όπλο των δυόμισι μέτρων, δεν υπάρχει περίπτωση ο οποιοσδήποτε να μείνει ζωντανός. Με τίποτα!

Αρα καταρρίπτονται όλα;
Φυσικά. Οι αρνητές βέβαια λένε ό,τι θέλουν, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί ασχολούνται με τον Χριστό αφού γι’ αυτούς δεν υπάρχει.

πηγη

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μνήσθητί μου Κύριε

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2016

Μεγάλη προσοχή θα πρέπει να δέιξουν οι χριστιανοί των ημερών μας, σε πολλά σημεία της διδασκαλίας και της επιγείου ζωής, του Χριστού μας, τα οποία παρερμηνεύονται είτε εκουσίως είτε ακουσίως. Κατα τη διάρκεια της Μ.Εβδομάδος και συγκεκριμένα τη στιγμή που θα ακούσουμε τη περικοπή του Ευαγγελίου που ο ληστής λέει το περίφημο ”ΜΝΗΣΘΗΤΙ ΜΟΥ ΚΥΡΙΕ” δεν είναι και λίγοι εκείνοι που σκέπτονται πως τελικά, δεν είναι και τόσο δύσκολο πράγμα η σωτηρία, αρκεί να μετανοήσω έστω και την τελευταία στιγμή! Ένα ”ήμαρτον” αν πω, ένα ”μνήσθητί μου” θα σωθω. Μεγάλο λάθος και παγίδα του διαβόλου. Πρώτον δε σώζεται ο άνθρωπος με την πονηρή μετάνοια της τελευταίας στιγμής. Αλλά και έτσι να ήταν ας πάρουμε τα πράγματα απο την αρχή.

Λέμε λοιπόν ότι θα μετανοήσουμε ”έστω και την ενδεκάτην” Πως όμως είμαστε τόσο σίγουροι ότι θα μπορούμε να το κάνουμε και να πούμε αυτό το ”ήμαρτον;” Ποιος μας επιβεβαιώνει ότι δε θα πάθει κάποιος ένα εγκεφαλικό και δε θα πάει το σαγόνι του εκεί πίσω και θα χρειάζεται 40 καθρέφτες για να το δει;! Πώς θα πει το ήμαρτον τότε, που λέξη δε θα μπορεί να εκστομίσει; Ποιος μας επιβεβαιώνει ότι δε θα μας πατήσει ένα αυτοκίνητο σε λίγο; Ποιος μας επιβεβαιώνει ότι όταν κοιμηθούμε το βράδυ, δε θα μας πάρουν 4 το πρωί;  Πως είμαστε τόσο σίγουροι ότι θα έρθει η ώρα που θα μπορούμε να μετανοήσουμε;

Όμως και σε θέση να πούμε το ”μνήσθητι” να είμαστε, 1000 φορές να το πούμε, δε σωνόμαστε. Ας μην ξεχνάμε πως το ”μνήσθητι” ανήκει στην Παλαιά Διαθήκη!!! Ο Χριστός την ώρα που ο ληστής ζητάει να τον θυμηθεί όταν έρθει στη Βασιλεία Του, δεν έχει πει ακόμα το ”Τετέλεσται” και επομένως οι ώρες αυτές διαδραματίζονται επί Παλαιάς Διαθήκης ακόμα! Μετά το ”Τετέλεσται”, ο Χριστός έδωσε να ισχύουν άλλες εντολές σωτηρίας, όπως η ειλικρινής μετάνοια, ο συνεχής αγώνας, η αγάπη προς τον πλησίον, η ελεημοσύνη, η συγχωρητικότητα, η νηστεία, η Θεία Κοινωνία, κ.α.

Ας μη μας ξεγελάει ο διάβολος λοιπόν, πως κάνοντας άσωτη ζωή, με ένα ”Μνήσθητι” στο τέλος θα σωθούμε.

Ο Χριστός σαφώς και λαμβάνει πολύ σοβαρά την ειλικρινή μετάνοια και μπορεί να συγχωρέσει έστω και την τελευταία στιγμή κάποιον, αλλά λόγω των όσων είπαμε πιο πάνω, το πιο πιθανό είναι να μην έρθει ποτέ η ειλικρινής μετάνοια της τελευταίας στιγμης. Είτε λόγω ασθενειών που προλαβαίνουν την μετάνοια, είτε της πονηρής διάθεσης, που ο διάβολος δεν αφήνει να βγει σε καλό.

Ο ληστής ο δεύτερος ακόμα και στο τέλος και με το Σωτήρα δίπλα του, δεν είχε τη δύναμη να μετανοήσει και χάθηκε οριστικά!

Εγρήγορση λοιπόν αγαπητοί μου αδελφοί και αγώνας μέχρι τέλους.

Απόσπασμα ομιλίας του Μακαριστού Δ. Παναγόπουλου

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΗΜΕΡΟΝ ΕΑΡ ΜΥΡΙΖΕΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2016

inviere_large

Αυτές τις πασχαλινές ημέρες όλοι μας λέμε πως το Πάσχα είναι ο ήλιος της Ορθοδοξίας, ο πολικός αστέρας, το δυνατότερο πνευματικό φως, που καταυγάζει τους ορθόδοξους χριστιανούς.

Μέσα στο φως αυτό της Αναστάσεως, βλέπουμε τον Αναστημένο Χριστό με πληγωμένα τ’ άχραντα χέρια Του, ν’ αγκαλιάζει και να τραβάει προς τη Βασιλεία Του τους χριστιανούς, «ίνα το κατάκριμα λύσας, τους πάντας εξαγοράσει» (αββάς Θαλάσσιος).

Αυτό το πράγμα είναι τόσο μεγάλο, που είναι δυσκολοπίστευτο. Γι’ αυτό και ο Απ. Παύλος έλεγε, πως χωρίς την Ανάσταση ακόμα και η πίστη μας θα ήταν μάταιη. Μα αυτό που φαίνεται στους πιστούς ή στους χλιαρούς ολιγόπιστους δυσκολοπίστευτο, ή εντελώς απίστευτο, για τον πιστό είναι κάτι το βέβαιο, γιατί η Ανάσταση των ανθρώπων εξαρτάται από τα χέρια του Θεού.

Με την ανάσταση του Χριστού βεβαιώνεται η μελλοντική πραγματοποίηση ενός από τους βαθύτερους πόθους του ανθρώπου: η αθανασία του, η προέκταση της μεταφυσικής ζωής του εις τον αιώνα. Γιατί όπως μετά το θάνατο της ψυχής, διά της αμαρτίας, ακολούθησε και ο θάνατος του σώματος έτσι και με την ανάσταση της ψυχής, που είναι η επιστροφή της ψυχής στο Θεό, με την τήρηση των θείων εντολών του, θα ακολουθήσει και η ανάσταση του σώματος που θα ενωθεί πάλι με την ψυχή. Και ύστερα απ’ αυτήν την ανάσταση θ’ ακολουθήσει «η όντως αφθαρσία και το διαιωνίζειν τους ηξιωμένους τω Θεώ πνευματικούς γενομένους αντί σαρκικών, και ως αγγέλους Θεού διαιτωμένους εν τω Ουρανώ» (Φιλοκαλία). Οπότε έχουμε λόγους φυσικά να πιστεύουμε ευκολότερα την αποστολική έκφραση: «και ούτω πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα» (Α΄ Θεσσ. δ΄17).

Όμως για να έρθει η ανάσταση πρέπει να προηγηθεί η νέκρωση, η σταύρωση. Πρέπει να σταυρώσουμε μέσα μας κάθε βίωμα απάτης, επιθυμίας, αμαρτίας, φθοράς. Να βγάλουμε από πάνω μας, σαν ένα παλιό φιδίσιο πουκάμισο, τον παλιό μας εαυτό, κι έτσι να φορέσουμε το φωτεινό ένδυμα το αναστάσιμο, που μας χαρίζει το Πάσχα. Αυτή την έννοια πρέπει να δώσουμε στο αναστάσιμο τροπάρι που λέγει: Χθες συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον αναστάντι σοι, συνεσταυρούμην σοι χθες. Αυτός με συνδόξασον Σωτήρ, εν τη βασιλεία σου.

Αυτή, βέβαια, η σταύρωση του παλιού μας εαυτού, προϋποθέτει και μίαν αλλαγή βίου. Χωρίς να ξεφτίσουμε το κήρυγμα της Αναστάσεως σε φθηνές συμβουλές μικρόχαρης ηθικής, με ατελείς και αφελείς μικροθυσίες, πρέπει να τονίσουμε, πως δεν μπορούν να είναι υιοί της Αναστάσεως άνθρωποι χωρίς το φως της αναστάσεως και χωρίς την ειρήνη που ανέτειλε για όλον τον κόσμο από το Ζωηφόρο Τάφο του Κυρίου. Δεν μπορεί να λέγεσαι χριστιανός, «υιός της αναστάσεως», και τα έργα σου τα καθημερινά να είναι μέσα στο σκοτάδι εργασμένα. Τα έργα που γίνονται μέσα στο σκοτάδι είναι έργα του σατανά, του πατέρα του σκότους. Ούτε μπορείς να είσαι χριστιανός της αναστάσεως, όταν βρίσκεσαι μέσα στην αδικία. Ούτε όταν κολυμπάς μέσα στο χρήμα και στο χρυσάφι, και ο διπλανός σου στερείται και το ψωμί ακόμα και στρώνει πασχαλινό τραπέζι σ’ ερειπωμένο σπίτι, χωρίς μια άσπρη λαμπάδα, χωρίς ένα κόκκινο αυγό, χωρίς ένα κομμάτι κρέας……

Είναι σκληρή η πίστη στην ανάσταση, αλλά άμα την πιστέψει κανείς και την αποδεχθεί εσωτερικά, πρέπει να διαμορφώσει και την ζωή του ανάλογα. « Ώσπερ απιστουμένη, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος για την Ανάσταση, την ζωήν ανατρέπει την ημετέραν και μυρίων κακών εμπίπλησι και άνω κάτω ποιεί, ούτω πιστευομένη τους περί της προνοίας ημίν παρεισάγει λόγους και πολλήν αρετής παρασκευάζει ποιείσθαι την επιμέλειαν, και μετά πολλής σπουδής την κακίαν φεύγειν και γαλήνης άπαντα και ειρήνης ποιεί». Αυτό θα πει πως η εξωτερική ανάσταση που γιορτάζουμε σήμερα, με τα αρνιά τα ψητά, τα ολονύκτια γλέντια, τα επικίνδυνα από πολλές απόψεις ταξίδια, μακριά από το οικογενειακό περιβάλλον, με το ακατάπαυστο σκόρπισμα του εαυτού μας μέχρι διαλύσεως, δεν είναι ο κατάλληλος τρόπος εορτασμού.

Αν δεν γίνει εσωτερική υπόθεση μας και συνεχής υπόμνηση, για μια δίκαιη, ειρηνική, φωτεινή, ενάρετη, αγία ζωή, η ανάσταση θα περνάει σαν ένα γεγονός δίχως πνευματική σημασία για μας, θα είναι μια εξωτερική ανάσταση. Και παρ’ όλες τις γραφικές και τουριστικές πασχαλινές διαχύσεις και τους λογοτεχνικούς πανηγυρισμούς των επικαίρων μεγάλων χριστιανών της λογοτεχνίας, το νόημα της Αναστάσεως θα μας ξεφεύγει. Αν δεν φέρουμε το φως της Αναστάσεως μέσα μας, τα πάντα θα είναι σκοτεινά και μάταια. Μόνο με την αληθινή βίωση του φωτός της Αναστάσεως, θα περπατήσουμε τον υπόλοιπο δρόμο μας, «εν καινότητι ζωής» και θα αξιωθούμε να γίνουμε πραγματικά τέκνα της Αναστάσεως.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Τον νυμφώνα Σου βλέπω»

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2016

ME03

«Τόν νυμφῶνά Σου βλέπω Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καί ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ· λάμπρυνόν μου τήν στολήν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα καί σῶσόν με», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας.
Ἡ ψυχή τοῦ χριστιανοῦ, ἡ μετανοημένη ψυχή, αὐτή πού ἔχει συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητος καί τῆς εὐθύνης, στρέφει τά μάτια της πρός τόν Νυμφίον τῆς Ἐκκλησίας καί γοερῶς ἀναφωνεῖ: «Σωτήρα μου, Εὐεργέτα μου, Σύ πού σταυρώθηκες γιά μένα τήν ἁμαρτωλή ψυχή· δέν ἔχω χιτῶνα καθαρό, χιτῶνα λελαμπρυσμένο ἀπό τά δάκρυα καί τήν μετάνοια· ἔνδυμα δέν ἔχω ἁγνό. Πῶς θά παρουσιασθῶ ἐνώπιόν Σου, Οὐράνιε Νυμφίε κάθε μετανοημένης καί καθαρᾶς ψυχῆς! Ὁ νυμφώνας Σου εἶναι κεκοσμημένος, εἶναι θαυμάσια στολισμένος καί ὄμορφος. Ἐγώ ὅμως δέν ἔχω ἔνδυμα, ἵνα εἰσέλθω καί κατοικήσω αἰωνίως ἐν αὐτῷ. Σέ παρακαλῶ, Σέ ἱκετεύω, Οὐράνιε Νυμφίε τῆς ψυχῆς μου, λάμπρυνόν με· καθάρισε τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μου, δῶσε μου τά ἀπαιτούμενα μέσα καθάρσεως γιά νά λαμπρυνθῆ τό ἔνδυμα αὐτό καί νά ἀξιωθῶ νά γίνω μέτοχος, νά γίνω ἄξιος νά κατοικήσω μέσα σ᾿ αὐτόν τόν οὐράνιο καί αἰώνιο νυμφῶνά Σου».

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὁ οὐράνιος κόσμος, ὁ αἰώνιος καί ἀναλλοίωτος εἶναι ὁ νυμφώνας τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ πού κατοικεῖ ὁ Θεός ἐν φωτί, ἐκεῖ πού οἱ ἄγγελοι ψάλλουν ἀκαταπαύστως τό: «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν». Σ᾿ ἐκεῖνον τόν οὐράνιο κόσμο βρίσκεται ἡ μακαριότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐτυχία, τό κάλλος καί ἡ ὀμορφιά.
Ψυχές κεκαθαρμένες καί μέ τά δάκρυα ἁγνισμένες, αἰσθάνονται αὐτόν τόν οὐράνιο νυμφῶνα· ἀπό τώρα τόν γεύονται· τόν βλέπουν μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς· τόν ὀρέγονται, τόν ποθοῦν καί νοσταλγοῦν τήν ἡμέρα καί τήν ὥρα πού θά ἀπέλθουν διά νά κατοικήσουν εἰς αὐτόν.
Ἡμεῖς ὅμως οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι δέν ἔχουμε τήν πληροφόρησι τῆς συνειδήσεως, γιατί ἡ ψυχή μας δέν εἶναι καθαρή, μήτε τό σῶμα μας. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς καί δέν εἶναι ἀνοιγμένα τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, νά δοῦμε τόν οὐράνιο αὐτό κόσμο, αὐτήν τήν ὀμορφιά, τήν ὁποία εἶδε γιά λίγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ἀνεφώνησε ἀπό ἔκπληξι καί θάμβος καί εἶπε: «Ὦ βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώσεως Θεοῦ! Ὡς ἀνεξερεύνητα τά κρίματα αὐτοῦ καί ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοί αὐτοῦ!… » (Ρωμ. 11: 33), καί ἀλλοῦ πάλιν· «Ἅι ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α΄ Κορ. β΄: 9).
Σ᾿ αὐτόν τόν νυμφῶνα τόν οὐράνιο καλούμεθα νά γίνουμε οἰκήτορες, νά κατοικήσουμε, νά συναυλιζώμεθα μετά τῶν Ἀγγέλων, μετά τῶν Ἁγίων, σέ οὐράνια παστάδα, στήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, στό κάλλος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, στό φῶς τό ἀπρόσιτον, στόν ὑπέρφωτον γνόφον τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ καθάρουμε τόν χιτῶνα τῆς ψυχῆς μας.

Σ᾿ αὐτήν τήν κάθαρσι τοῦ χιτῶνος, πού καλούμεθα νά ἐπιτύχουμε, μᾶς βοηθεῖ πάρα πολύ ἡ Ἐκκλησία μας. Γι᾿ αὐτό, τόν χρόνο αὐτό, πού ἀνοίχθηκε μπροστά μας καί φέτος, αὐτές τίς ἅγιες ἡμέρες –μέ τήν γενική ἄποψι τῆς νηστείας, ὄχι μόνον ἀπό τροφές, ἀλλά κυρίως ἀπό ἐγκράτεια κακῶν ἐπιθυμιῶν– πρέπει ὁ κάθε χριστιανός πού ποθεῖ νά σωθεῖ, νά ἀνασυγκροτήση τίς σκέψεις καί τίς ἀποφάσεις του καί νά ἀγωνισθῆ νά ζήση πιό σεμνά, πιό ἀπέριττα, πιό ἁπλᾶ, σταματῶντας τήν ἐξωτερική προσπάθεια τῆς καλλωπίσεως καί στρεφόμενος στόν ἐσωτερικό καλλωπισμό του. Τό ἐξωτερικό σκεῦος καταστρέφεται, διαλύεται, γίνεται βορά καί τροφή τῶν σκωλήκων καί τῆς φθορᾶς. Τήν ὀμορφιά ὅμως τῆς ψυχῆς, ὄχι μόνο κανένα πρᾶγμα δέν τή φθείρει, ἀλλά μᾶλλον τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τήν ἐξωραΐζει πρός τό εὐγενέστερον.
Ὁ χρόνος ὁλοένα καί συντέμνεται, ὅλο καί λιγοστεύει. Κάθε ἡμέρα πού περνᾶ, εἶναι καί ἕνα βῆμα πρός τόν θάνατο. Νά ξέρετε, ὅτι καί ἕνα μόνο δάκρυ ἰσοδυναμεῖ μέ τό λουτρό. Ὅπως τό λουτρό ἀνακουφίζει τό σῶμα καί τό πλύσιμο καθαρίζει τό ἔνδυμα, οὕτω πως καί τά δάκρυα τῆς μετανοημένης ψυχῆς ἁγνίζουν τήν καρδιά, ἁγνίζουν τό νοῦ, ἁγνίζουν τό σῶμα, ἁγνίζουν τήν ζωή, ἁγνίζουν τόν λόγο, ἁγνίζουν ἀκόμα καί τήν κάθε ἔκφρασι τοῦ ἀνθρώπου.
Νά γονατίζουμε καί νά προσευχώμεθα μέ πολλή ταπείνωσι. Σέ κάθε μετανοημένη ψυχή δίδεται λόγος, τῆς δίδεται φωτισμένη προσευχή. Αὐτό τό βλέπουμε στήν πόρνη τοῦ Εὐαγγελίου κατά τήν Μεγάλη Τρίτη. Ποῦ ἤξερε αὐτή, μιά γυναίκα τοῦ δρόμου νά κάνη προσευχή; Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ὅμως ἀπεφάσισε νά μετανοήση καί ἄρχισε νά κλίνη πρός τό φῶς καί πρός τήν ἀλήθεια, τῆς δόθηκε πνεῦμα προσευχῆς. Πόσο ὡραῖα εἶναι τά λόγια της μπροστά στόν Σωτῆρα! Γονάτισε μπροστά Του καί ἀσφαλῶς ἔκανε ἕναν ἐσωτερικό διάλογο μαζί Του! Ἐξέφρασε μέ ὅλη τήν καρδιά της τήν μετάνοιά της, διότι τῆς ἀπεκαλύφθη ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ μόνος Σωτήρας της καί ὅλοι οἱ ἄλλοι τήν ἐξηπάτησαν. Εἶδε ὅτι μόνον ὁ Ἰησοῦς, ὁ Χριστός, εἶναι Αὐτός πού θά τῆς δώση τό φῶς, τήν ἀνακούφισι, τήν χαρά καί τήν ἄφεσι τῶν πολλῶν της ἐγκλημάτων.
«Δέξαι με –εἶπε– τήν ἁμαρτωλή, δέξαι μου τό πέλαγος τῆς ἁμαρτίας!». Καί εἴδατε ὅτι τά δάκρυά της ἦταν τόσα πολλά, πού ἔβρεξαν τά ἄχραντα πόδια τοῦ Χριστοῦ καί ἀναγκάσθηκε νά τά σκουπίση μέ τήν πλούσια κόμη της. Δέν χρειαζόταν ἄλλο μύρο γιά τόν Χριστό μας. Τό πολυτιμότερο μύρο ἦταν τά δάκρυά της, πού ἄξιζαν μεγάλο πλοῦτο. Ἦταν σέ θέσι νά ἐξαλείψουν ὅλο τό χρέος πού εἶχε ἀπέναντι στόν Θεό. Καί ἐνῷ ἦταν καταβουρκωμένη, καταπνιγμένη στή βρωμιά καί στή δυσωδία, τά πολύτιμα ἐκεῖνα δάκρυα τήν βοήθησαν νά λαμπρύνη τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς της καί νά γίνη ἀποδεκτή ἀπό τόν Σωτῆρα μας. Ἐμεῖς, ἄραγε, πότε θά λαμπρύνουμε τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας;
Ἔτσι καί κάθε ἁμαρτωλή ψυχή πού κλαίει, πού βρέχει νοερῶς τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μας, δέχεται τήν αὐτήν ἀνταπόκρισιν, τήν ὁποία δέχηκε καί ἡ πόρνη γυναίκα. Δέν εἶναι μόνον τό ὅτι σώθηκε, ἀλλά καί ἔγινε φωτεινό παράδειγμα γιά κάθε ψυχή παραστρατημένη, γιατί τῆς δείχνει τόν τρόπο, τόν δρόμο καί τό φῶς γιά ἐπιστροφή. Ἄν μποροῦσε κανείς νά ἐμβαθύνη στήν ψυχή αὐτῆς τῆς γυναίκας, καθ᾿ ἥν στιγμήν ὠλοφύρετο καί ἔκλαιγε καί ἔβρεχε τούς ἀχράντους πόδας τοῦ Ἰησοῦ, θά ἔβλεπε ὁποία ἡ ἀνακούφισις, ὁποῖον βάρος τῆς ἔφυγε καί ὁποίαν ἀνάπαυσιν ἔλαβε ἡ συνείδησίς της. Ὁ Χριστός γι᾿ αὐτά τά δάκρυά της τῆς ἔδωσε πλήρη τήν ἄφεσι ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν της.
Ἔτσι καί σέ κάθε ἄνθρωπο, πού ἐπιστρέφει κοντά Του, τοῦ δίνει πλούσια τήν συγγνώμη, ἀρκεῖ νά μετανοήση εἰλικρινά. Οὐδέν πρόβλημα μετά τήν μετάνοια. «Οὐ θελήσει θέλω τόν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τό ἐπιστρέψαι καί ζῆν αὐτόν», λέγει ὁ Κύριος. Ὁρκίζεται στόν ἑαυτόν Του ὁ Θεός καί λέγει: «Δέν θέλω κανένας ἄνθρωπος, καμμία ψυχή νά χαθῆ καί νά κολασθῆ, ἀλλά θά τήν περιμένω. Θά ἐξαντλήσω κάθε περιθώριο χρόνου καί κάθε προσμονή γιά τήν ἐπιστροφή της».
Ἄς ἀκολουθήσουμε τόν φωτεινό δρόμο τῆς μετανοίας· ἐάν μετανοήσουμε εἰλικρινά, τότε ὁ Θεός δέχεται τήν μετάνοιά μας καί δημιουργεῖ νέα σχέσι μαζί μας. Πολλές φορές ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, ἔρχεται στό σημεῖο νά λέγη: «Μά, δύναται ὁ Θεός νά μοῦ συγχωρέση αὐτά πού ἔκανα;». Ἀπό τή μιά πλευρά ἔχει δίκηο. Νοιώθει τό βάρος κι ἀναρωτιέται, ἄν τόσο βάρος μπορεῖ νά τό σηκώση ὁ Θεός! Γιά ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Δέν μπορεῖ ὁ Θεός, ὁ Χριστός, τό πέλαγος τῆς εὐσπλαχνίας καί τῶν οἰκτιρμῶν, νά σηκώση τό βάρος μιᾶς ψυχῆς ἁμαρτωλῆς; Μιά χούφτα ἄμμος ὅταν ριφθῆ, μέσα στούς ὠκεανούς, ἔχει καμμία ὑόστασι; Καμμία ὑπόστασι, χάνεται. Φαίνεται τίποτε στήν ἐπιφάνεια; Μηδαμῶς. Ἀκριβῶς ἔτσι εἶναι καί ὅλα τά ἁμαρτήματα τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶναι ἕνα μηδέν ἐμπρός στήν ἄβυσσο τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ. Πολλῷ μᾶλλον τά ἁμαρτήματα μιᾶς καί μόνον ψυχῆς!

Ἔρχεται ὅμως ἀπό τά δεξιά, ὁ ἀλλότριος τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ δαίμων καί συμβουλεύει τήν ψυχή: «Δέν συγχωρεῖσαι μέ τίποτε!» τήν σπρώχνει, τήν πιέζει καί τήν «πρεσσάρει» γιά νά τήν ἐξωθήση στό ἔγκλημα τῆς αὐτοκτονίας. Γι᾿ αὐτόν τόν λόγο, ἡμεῖς ποτέ νά μή πιστέψωμε κάτι τέτοιο, ἀκόμη καί ἄν κάθε μέρα ἐγκληματοῦμε. Ποτέ νά μή χάσουμε τήν ἐλπίδα, ὅσα κι ἄν πράττουμε, ὅσο κι ἄν πίπτουμε, ὅσο κι ἄν τραυματιζώμεθα καί χτυπᾶμε· μηδαμῶς ἀπελισία καί ἀπόγνωσις.
Μά, θά πῆ ὁ λογισμός: «Ἕως πότε θά μέ περιμένη ὁ Θεός;» Ἐφ᾿ ὅσον ὁ Θεός σοῦ χαρίζει ζωή, αὐτό εἶναι μία ἐγγύησις τοῦ Θεοῦ ὅτι σέ περιμένει. Δέν μπορεῖς ἐσύ νά ἀποκλείσης τό δικαίωμα τῆς προσμονῆς τοῦ Θεοῦ. Μ᾿ αὐτήν τήν ἐλπίδα, μ᾿ αὐτό τό θάρρος νά προσερχώμεθα στόν Θρόνο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Ἔχουμε ἀναρίθμητα φωτεινά παραδείγματα μετανοίας ἀνθρώπων, μακράν τοῦ Θεοῦ εὑρισκομένων, οἱ ὁποίοι ἐπέστρεψαν καί ὄχι ἁπλῶς σώθηκαν, ἀλλά ἄγγιξαν μεγάλα μέτρα ἁγιότητος.
Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία τί ἦτο; Πόσοι καί πόσες σάν τήν Ὁσία Μαρία, δέν ὑπῆρξαν ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι, πού ἔγιναν ἅγιοι κατόπιν! Γι᾿ αὐτό κανείς νά μήν ἀπελπίζεται, ἀλλά νά προσέρχεται μέ μετάνοια στόν πνευματικό, πού δύναται μέ τόν λόγο του νά οἰκειώση τόν ἁμαρτωλό μετά τοῦ Θεοῦ, νά τόν δικαιώση αὐτοστιγμεί. «Ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα καί ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἔχει σε συγκεχωρημένον καί λελυμένον καί ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καί ἐν τῷ μέλλοντι». Αὐτομάτως τό «κομπιοῦτερ» τοῦ Θεοῦ χτυπάει μηδέν ἁμάρτημα καί συγχρόνως ἀνοίγεται ἡ πύλη τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὁ νυμφώνας τοῦ Χριστοῦ δέχεται τόν ἄνθρωπο, τόν προηγουμένως μή ἔχοντα «λελαμπρυσμένον» τόν χιτῶνα τῆς ψυχῆς.
Γι᾿ αὐτήν τήν μεγάλη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἄς Τόν εὐχαριστήσουμε, ἄς Τόν προσκυνήσουμε μέ ὅλη τήν εὐγνωμοσύνη τῆς ψυχῆς μας. Ἐάν ὁ Θεός δέν ἦτο τόσον ἀπείρως εὔσπλαχνος, οὐδείς ὁ σωζόμενος. Κανείς δέν θά ἐσώζετο, διότι οὐδείς εὑρίσκεται καί ὑπῆρξεν ἐπί τῆς γῆς ἄμεμπτος καί χωρίς σφάλμα καί κηλίδα. Οὐδείς ἠμπορεῖ νά καυχηθῆ ὅτι ἐτήρησε τήν καρδίαν του ἄμεμπτη καί καθαρή. Ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ ὅμως εἶναι τόσο δραστική, τό φάρμακο αὐτό εἶναι τόσο φοβερό καί τρομερό, πού ἐξαλείφει τά πάντα. Κάνει τρομερές ἐπεμβάσεις, ἀπίθανες ἐγχειρήσεις καί σώζει τόν ἄνθρωπο ἀπό βέβαιο ψυχικό θάνατο.
Ἐδῶ βλέπουμε ψυχές, πού ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή ἀμετανόητες καί «θείᾳ ἐπεμβάσει καί θείᾳ προνοίᾳ» διά πρεσβειῶν ἁγίων ἀνθρώπων, ἐπεστράφησαν πίσω καί ἔλαβαν τήν συγγνώμη. «Μετά θάνατον οὐκ ἔστι μετάνοια» ἀπό τήν ἴδια τήν κολασμένη ψυχή. Γιά νά μετανοήση ἡ ἴδια, πρέπει νά ἐπιστρέψη στήν ζωή. Ἀκόμη καί τέτοια θαύματα ἔκανε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο.
Ὁ νυμφώνας «ἠνέωκται», ὁ Χριστός μᾶς περιμένει· δέν πρέπει νά βραδύνουμε. Τό στάδιον τῆς νηστείας καί τῆς καθάρσεως τό βαδίζουμε τώρα, τό λουτρό τῆς μετανοίας μᾶς περιμένει. Ἄς ἀξιοποιήσουμε τόν χρόνο τώρα, πού ὅλα συμβάλλουν στήν μετάνοια. Τά λόγια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλα κατανυκτικά, ἀρκεῖ νά προσέξουμε τήν ἔννοιά των. Ἄς γονατίζουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα καί ἄς ἐπικαλούμεθα πνεῦμα κατανύξεως καί δακρύων νά μᾶς χαρίζη ὁ Θεός.
Κι ὅταν ἀγγίξη ὁ Θεός τά μάτια μας, νά Τόν εὐχαριστήσουμε, νά ταπεινωθοῦμε καί νά Τοῦ ἐκφράσουμε τήν ἀδυναμία μας, κι ὅτι μέ τήν εὐσπλαχνία Του καί μόνον μετανοοῦμε καί ὄχι ὅτι εἴμεθα ἱκανοί καί ἄξιοι γιά μετάνοια. Καί τό ὅτι πιστεύουμε στόν Θεό καί τό ὅτι ἀναγνωρίζουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας εἶναι Χάρις Θεοῦ, εἶναι εὐσπλαχνία. Ἐάν ἡ Χάρις δέν ἐπισκιάση, ὁ ἄνθρωπος δέν ἀλλάζει. Ἐάν σκεπτώμεθα ἐπιστροφή, ἐάν μετανοοῦμε, ἐάν ἀλλάζουμε, αὐτό εἶναι Χάρις Θεοῦ. Γιά νά ἔλθη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, εἴμεθα δεκτοί ἀπό τήν Χάρι.
Ἄς μετανοήσουμε ὅσο εἶναι στήν διάθεσί μας ὁ χρόνος, ὅσο ἔχουμε τόν καιρό μπροστά μας. Ὁ Θεός εἶναι τόσο καλός, ὁ Οὐράνιος Πατέρας ἔχει τέτοια καρδιά πού ὅλοι χωρᾶμε μέσα Του, ἀρκεῖ νά προσέλθουμε ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει. Ἰδιαίτερα τώρα νά προσερχώμεθα στίς Προηγιασμένες Λειτουργίες, διότι εἶναι γεμᾶτες κατάνυξι καί χάρι. Τί ὡραῖο τό Χερουβικό τῆς Προηγιασμένης Λειτουργίας! Μά, κι ἐκεῖνο τό Χερουβικό τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, τί δογματική καί θεολογία περιέχει!
Ἄς βιάσουμε τούς ἑαυτούς μας, γιά νά βρεθοῦμε γρηγοροῦντες καί νήφοντες καί νά καταπολεμήσουμε τήν ἀμέλεια καί τή ραθυμία, γιατί αὐτά ἐμποδίζουν τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Ἔρχεται ὁ δαίμων καί μᾶς φέρνει κόπωσι, κομάρες καί μᾶς ψιθυρίζει: «Μή κάνης τίς μετάνοιες, μή σηκώνεσαι τώρα γιά προσευχή, εἶσαι κουρασμένος, κοιμήσου λίγο παραπάνω, θά πᾶς γιά δουλειά καί τόσα ἄλλα». Ἄς μή τόν ἀκούσουμε, ἄς βιασθοῦμε, διότι δέν ξέρουμε μετά ἀπό λίγες στιγμές τί μπορεῖ νά συμβῆ. «Ὅπου εὕρω σε, ἐκεῖ καί κρινῶ σε». Ἄν μᾶς βρῆ ἐπάνω στή βία, θά μᾶς κατατάξη μετά τῶν βιαστῶν. Ἄν μᾶς βρῆ στήν ἀμέλεια καί στή ραθυμία, θά μᾶς κατατάξη μετά τῶν ραθύμων καί τῶν ἀποτυχημένων.
Νά βοηθήσουμε καί τούς συνανθρώπους μας· νά τούς μιλήσουμε γιά τόν Θεό, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Οὐρανίου Πατρός· νά τούς δώσουμε θάρρος κι ἐλπίδα. Μία ψυχή νά βοηθήσουμε, εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἐλεημοσύνη. Ὅπως κι ἐμᾶς μᾶς βοήθησαν ἄλλοι ἄνθρωποι, ὀφείλουμε κι ἐμεῖς νά κάνουμε τό ἴδιο.
Ἄς βιασθοῦμε λοιπόν σέ ὅλα, γιά νά εἰσέλθουμε στόν νυμφῶνα τοῦ Χριστοῦ· διότι «τῶν βιαστῶν εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ἀμήν.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!
Ἀπό τό βιβλίο: “ Ἡ τέχνη τῆς σωτηρίας” Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο βασανιστικός θάνατος του ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2016

Ο Φίλιππος Κουτσάφτης περιγράφει βήμα βήμα τις επιπτώσεις των Παθών (με έξι ανακρίσεις και τέσσερις βασανισμούς) και εξηγεί πώς προήλθε ο θάνατος του Χριστού στον Σταυρό.
Ο Φίλιππος Κουτσάφτης είναι ο προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών και ίσως ο πιο διάσημος ιατροδικαστής των τελευταίων δεκαετιών.
Έχει κληθεί να μελετήσει και να αποφανθεί για τα μεγαλύτερα … σύγχρονα εγκλήματα και οι εκθέσεις του προσέφεραν πολύτιμα στοιχεία στις Αρχές. Αυτή τη φορά όμως εκλήθη να κάνει μια διαφορετική «νεκροψία» και «έκθεση», για το μαρτύριο και τον θάνατο Του Ιησού Χριστού.
Ο κ. Κουτσάφτης έχει κάνει μια βαθιά μελέτη (συστηματικά εδώ και καιρό) για το θέμα, εξετάζοντας όλες τις πηγές και αναλύοντας τα Πάθη και τον θάνατο Του Ιησού Χριστού με επιστημονικό τρόπο. Σήμερα αναλύει στην «Κυριακάτικη Δημοκρατία» τα αίτια θανάτου Του Ιησού, την επίπτωση κάθε βασανιστηρίου αλλά και την ψυχοσωματική κατάσταση του Χριστού.
Τέλος, απαντά γιατί καταρρίπτονται όλες οι θεωρίες που αμφισβητούν ότι Ο Χριστός πέθανε πάνω στον Σταυρό, με τελικό σκοπό να αμφισβητηθεί η Ανάστασή Του.

E: Κύριε Κουτσάφτη, τα στοιχεία που έχουμε στα χέρια μας από τις Γραφές, την παράδοση της Εκκλησίας και τις ιστορικές πηγές μάς δίνουν μια πλήρη εικόνα για τα μαρτύρια Του Χριστού; -Βεβαιότατα. Ξέρουμε πάρα πολλά στοιχεία και θα έλεγε κανείς ότι μπορούμε να βγάλουμε ένα πόρισμα. Ελπίζω να μην ακούγεται ασεβές αυτό το τόλμημα σε ορισμένους, γιατί τόλμημα είναι. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το θείο πάθος είναι εκούσιο. Ο Κύριος με τη δική Του θέληση δέχτηκε τα πάντα, γι’ αυτό ακόμα και την ώρα που τα καρφιά έσκιζαν τις σάρκες του και τρυπούσαν τα οστά Του Αυτός προσευχόταν για τους σταυρωτές Του, πράγμα πρωτοφανές.
E: Ποια ήταν λοιπόν η επίπτωση των Παθών; -Αυτό που πρέπει όλοι να γνωρίζουν είναι ότι τα Πάθη είναι ψυχοσωματικά. Ο Χριστός, όταν φεύγει από τον Μυστικό Δείπνο και πορεύεται για να προσευχηθεί, αφήνοντας λίγο πιο μακριά τους τρεις μαθητές (Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη), εμφανίζεται με βάση τις Γραφές εκστατικός σαν κάτι δυσάρεστο να περιμένει.
Στο τέλος (ενώ οι μαθητές δεν έχουν αντιληφθεί τι συμβαίνει) Ο Ιησούς προσεύχεται για τρίτη φορά και τρέχει από το μέτωπό του ιδρώτας και αίμα. Αυτό το σημείο της διήγησης περί «αιματηρού ιδρώτα» αμφισβητήθηκε πολύ έντονα για αιώνες. Ο Ευαγγελιστής όμως γράφει κάτι που ήταν αδιανόητο και πρωτοφανές, χωρίς να τον νοιάζει αν θα τον αμφισβητήσουν ή αν θα πουν ότι γράφει φανταστικά πράγματα. Πράγματι, λοιπόν, το Ευαγγέλιο 2000 χρόνια μετά δικαιώθηκε, καθώς η Ιατρική πρόσφατα αποφάνθηκε ότι υπάρχει ένα σπάνιο συνοδό σύμπτωμα του οργανισμού με αυτά τα χαρακτηριστικά όταν κάποιος βρεθεί σε μεγάλη ψυχοσωματική ένταση. Ξέρουμε πλέον από τη σύγχρονη επιστήμη ότι οι ιδρωτοποιοί αδένες είναι διάσπαρτοι στο σώμα, αλλά οι πολυπληθέστεροι βρίσκονται στις παλάμες, στα πέλματα, στον αυχένα, στις παρειές και στο μέτωπο. Οταν ο άνθρωπος βρεθεί σε μεγάλη ένταση, είναι δυνατόν να γίνει αυτόματη ρήξη μεγάλου αριθμού τριχοειδών αγγείων στο σπείραμα των αδένων. Το αίμα που απελευθερώνεται αναμειγνύεται με τον ιδρώτα, τον βάφει κόκκινο και στη συνέχεια το παραχθέν μείγμα αναβλύζει στο δέρμα.
Δηλαδή ο Ευαγγελιστής Λουκάς έγραψε την αλήθεια. Καταλαβαίνει, όμως, κανείς σε πόσο μεγάλο βαθμό έντασης βρισκόταν Ο Ιησούς πριν ακόμα από τη σύλληψή Του. Την άλλη μέρα ήξερε ότι θα αναλάβει την ανθρώπινη αμαρτία ως αντικαταστάτης του πεσόντος ανθρώπου και θα αντιμετωπίσει πάνω στον Σταυρό τη θεία δικαιοσύνη. Δεν ήθελε να χάσει το βλέμμα του πατέρα Του που ήταν στραμμένο πάνω Του. Δεν ήταν η αγωνία Του ούτε για τη μαστίγωση ούτε για τα καρφιά.
E: Τα μαρτύρια πριν από τη Σταύρωση ποια ήταν και ποια επίπτωση είχαν; -Μετά τη σύλληψη Ο Ιησούς πέρασε από έξι εξαντλητικές και κακόπιστες ανακρίσεις. Από τον Αννα, τον Καϊάφα, το Συνέδριο, τον Πιλάτο, τον Ηρώδη και ξανά από τον Πιλάτο. Στα μεσοδιαστήματα κακοποιήθηκε με τέσσερις πολύωρους και βάρβαρους βασανισμούς. Μεταξύ των ανακρίσεων και των βασανισμών σύρθηκε αλυσοδεμένος και δερόμενος έξι φορές. Η απόσταση που διήνυσε με τις αλυσίδες ήταν περίπου έξι χιλιόμετρα. Και όλα αυτά νηστικός, διψασμένος και άυπνος.
E: Οι πιέσεις τι ρόλο έπαιξαν; -Του ασκήθηκε έντονη ψυχοσωματική βία, Τον έγδυσαν τρεις φορές, Τον έντυσαν άλλες τόσες, Τον μαστίγωσαν, Του φόρεσαν το ακάνθινο στεφάνι και Του φόρτωσαν τον βαρύ Σταυρό. Στις ανακρίσεις Τον διέσυραν και Τον εξευτέλισαν. Ήθελαν με κάθε τρόπο να Τον κάνουν να λυγίσει.
E: Μεταξύ άλλων, μαστιγώθηκε. -Ναι. Η μαστίγωση γινόταν με φραγγέλιο, που είχε λουριά με απολήξεις σφαιρίδια και άκρες από κόκαλα. Κάθε φορά που έπεφτε στο σώμα το μαστίγιο αυτά τα αντικείμενα έμπαιναν μέσα στις σάρκες και όταν το τραβούσε ο βασανιστής για να ξαναχτυπήσει έσκιζαν το δέρμα. Οι πληγές που προκάλεσαν ήταν φοβερές σε όλη την οπίσθια επιφάνεια και την πλάγια κοιλιακή και θωρακική χώρα, που πρέπει να ήταν καταματωμένη. Πρέπει να έχασε πολύ μεγάλη ποσότητα αίματος Ο Χριστός μόνο από αυτό.
E: Ως προς τον Σταυρό που κουβάλησε; -Οταν Ο Κύριος φορτώθηκε τον Σταυρό έπρεπε να κουβαλήσει ένα ξύλο που δεν ήταν πλανισμένο (όπως το βλέπουμε στις αγιογραφίες). Ηταν δυο κορμοί γεμάτοι σκληρό φλοιό και ρόζους και καταλαβαίνετε τι έγινε όταν πέταξαν πάνω στην πλάτη Του το οριζόντιο τμήμα. Την ήδη καταματωμένη πλάτη από τη μαστίγωση. Αυτός ο βαρύς κορμός μπήκε μέσα στις πληγές προκαλώντας αφόρητο πόνο. Στη συνέχεια Ο Ιησούς κυριολεκτικά σέρνει τα βήματά Του και υποφέρει. Πλέον δεν έχει ανάσες και αρκετό οξυγόνο. Το αίμα Του λιγοστεύει και κάποια στιγμή λυγίζουν τα γόνατά Του και είναι αδύνατον να προχωρήσει.
E: Περιγράφετε μια κατάσταση που σχεδόν δεν αντέχεται με βάση τα ανθρώπινα μέτρα. -Ναι. Πιστεύω αν δεν ήταν Ο συγκεκριμένος εκεί θα είχε πεθάνει. Κανονικά, με βάση τη λογική, εκεί (στην πορεία προς τον Γολγοθά) θα έπρεπε να είναι το τέλος.
E: Ωστόσο, Ο Χριστός φτάνει τελικά μέχρι τη Σταύρωση. Εκεί τι ακριβώς γίνεται; -Εκεί οι σταυρωτές ξαπλώνουν Τον Ιησού πάνω στον Σταυρό και Του καρφώνουν τα χέρια και τα πόδια. Για το ακριβές σημείο του καρφώματος υπάρχουν δύο εκδοχές: το εσωτερικό της παλάμης, που φαίνεται και σε πολλές εικόνες, ή το κέντρο της έσω επιφανείας των καρπών. Η πρώτη εκδοχή είναι για μένα η πιο προσιτή. Η παλάμη έχει μικρό πάχος, μεγάλη επιφάνεια και λόγω των τενόντων και των περιτονιών δεν σκίζεται το δέρμα. Υπάρχουν και τα μετακάρπια οστά, που μπορούν να συγκρατήσουν το βάρος.
Αν, πάντως, το καρφί μπήκε ανάμεσα στα δύο κόκαλα, κερκίδα και ωλένη, έχουμε τραγικό πόνο γιατί τραυματίστηκε το μέσο νεύρο. Σκεφτείτε ότι αν ακουμπήσουμε ελάχιστα το νεύρο του αγκώνα νιώθουμε έντονο πόνο. Φανταστείτε να περάσει καρφί από αυτό το νεύρο. Ως προς το κάρφωμα των ποδιών οι δύο εκδοχές είναι ότι σταύρωναν τα πόδια και το καρφί περνούσε από το ένα πόδι στο άλλο ή ότι καρφώθηκαν παράλληλα. Ευρήματα του 1968 σε τάφους στην Ανατολική Ιερουσαλήμ μάς δείχνουν ότι υπήρχαν και άλλοι που σταυρώθηκαν στα πόδια με τον πρώτο τρόπο.
E: Ο θάνατος τελικά από τι επήλθε; Γνωρίζουμε; -Μπορούμε να πούμε ότι ήταν ένας θάνατος αργός και λίαν βασανιστικός. Με την ανύψωση του Σταυρού
Ο Χριστός αντιμετωπίζει μια σειρά από δυσμενείς παράγοντες:
– Υποχρεωτική ορθοστασία, που Του δημιουργεί ορθοστατική υπόταση.
– Υποχρεωτική ακινησία, που δεν δίνει τη δυνατότητα στο φλεβικό αίμα να επιστρέψει στην καρδιά.
– Ειδική στάση του θώρακα, με το βάρος του σώματος να είναι σε μόνιμη έκπτυξη και να δυσκολεύει φοβερά την αναπνοή. Δεν μπορεί να κάνει εκπνοή παρά μόνο εισπνοή. Αυτό συντόμευσε τον θάνατό Του.
Επιπλέον αντιμετωπίζει επιπλοκές τραυμάτων, αιμορραγία, αφυδάτωση, πείνα, δίψα και εξάντληση.
E: Το τελικό «πόρισμα»; -Επρόκειτο για πολυπαραγοντικό θάνατο. Πολλά πράγματα έδρασαν για την κατάληξη, με τελικό αίτιο την ασφυξία μαζί με την κυκλοφορική ανεπάρκεια. Μια σημαντική λεπτομέρεια είναι και η επιδρομή των σαρκοφάγων εντόμων. Το αίμα φέρνει από πολύ μακριά έντομα που κόβουν κομμάτια από τις πληγές ενός ακίνητου ανθρώπου! Οι πιο φοβερές στιγμές για Τον Κύριο ήταν μετά το κάρφωμα στον Σταυρό.
E: Πώς εξηγείτε την αντοχή που έδειξε; -Ο Χριστός δεν πέθανε πριν από τη Σταύρωση γιατί υπήρχε λόγος. Υπερέβη τα ανθρώπινα μέτρα και για μένα το ότι άντεξε και ανέβηκε στον Σταυρό είναι ακόμα ένα δείγμα της θεότητάς Του.
E: Μπορείτε να μας περιγράψετε τι αισθανόταν Ο Ιησούς φορώντας το ακάνθινο στεφάνι; -Πρώτα πρώτα, να σας πω ότι είναι πρωτοφανής τρόπος αντιμετώπισης. Ποτέ πριν δεν είχε γίνει κάτι τέτοιο και ποτέ ξανά δεν επαναλήφθηκε. Επρόκειτο για φρίκη! Το κατασκεύασαν από μια τζιτζιφιά, ευλύγιστο φυτό που ευδοκιμεί στην περιοχή, με πολύ μεγάλα και σκληρά αγκάθια. Μέχρι τότε τα στεφάνια των καταδίκων ήταν σιδερένια και προσαρμόζονταν με βάση τη διάμετρο του κρανίου. Εδώ ήταν βασανιστήριο. Το τριχωτό της κεφαλής είναι αγγειοβριθέστατο. Έχει πολύ καλή αιμάτωση και ειδική νεύρωση. Η αιμορραγία, λοιπόν, ήταν μεγάλη και αφόρητος ο πόνος από τα αγκάθια στα νεύρα.
E: Κατά καιρούς έχουν ακουστεί θεωρίες ότι Ο Χριστός δεν είχε πεθάνει στον Σταυρό και ότι έτσι δικαιολογείται (λογικά) η Ανάστασή του. Κατά τη γνώμη σας, αυτό μπορεί να στέκει; -Τυχαία έγινε, νομίζετε, ο λογχισμός της πλευράς; Καθόλου τυχαία. Αυτό το γεγονός είναι το πιστοποιητικό του θανάτου. Η λόγχη τρύπησε την πλευρά και βγήκε «αίμα και ύδωρ». Από όποια πλευρά και να έγινε ο λογχισμός, με αυτό το βαρύ όπλο των δυόμισι μέτρων, δεν υπάρχει περίπτωση ο οποιοσδήποτε να μείνει ζωντανός. Με τίποτα!
Ε: Αρα καταρρίπτονται όλα; -Φυσικά. Οι αρνητές βέβαια λένε ό,τι θέλουν, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί ασχολούνται με Τον Χριστό αφού γι’ αυτούς δεν υπάρχει.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ιστορία του αποτρόπαιου μαρτυρίου της σταύρωσης.

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2016

vinerea mare

Πιστεύεται ότι επινοήθηκε από τους Πέρσες τον 6ο αιώνα π.Χ. Οι Ρωμαίοι μαστίγωναν με το φραγγέλιο τους κατάδικους πριν από την καθήλωση. Ο θάνατος ερχόταν από ασφυξία
γράφει ο Θοδωρής Ρουμπάνης
Ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρωνας, γνωστός και απλά ως Κικέρων, θεωρείται δικαίως ένας από τους μεγαλύτερους διανοητές, ρήτορες και συγγραφείς στη λατινική γλώσσα. Εζησε μεταξύ 106 π.Χ. και 43 π.Χ., δηλαδή στο τέλος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας.
Μία από τις φοβερότερες εμπειρίες της ζωής του ήταν η παρουσία σε εκτέλεση καταδίκου με τη μέθοδο της σταύρωσης. «Είναι το πλέον φρικτό βασανιστήριο που έχω παρακολουθήσει», είπε.
Γενικά οι Ρωμαίοι ευγενείς απέφευγαν ακόμα και να αναφέρουν τις λέξεις σταύρωση ή σταυρός. Τις θεωρούσαν αποτρόπαιες, όπως αποτρόπαιο και ασύλληπτης αγριότητας ήταν το μαρτύριο που δήλωναν.
Οι ιστορικοί πιστεύουν ότι η σταύρωση ως θανατική ποινή άρχισε να εφαρμόζεται από τον 6ο π.Χ. αιώνα στην αυτοκρατορία του Δαρείου. Θεωρούν ότι οι Πέρσες την εφηύραν. Καταργήθηκε το 337 μ.Χ. σε ολόκληρη την επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, από σεβασμό στο σταυρικό μαρτύριο του Ιησού Χριστού.
Είναι ίσως ο φρικτότερος τρόπος θανάτωσης που έχει εφεύρει ο ανθρώπινος νους.
Μια διαδεδομένη αντίληψη είναι ότι ο θάνατος πάνω στον σταυρό προέρχεται από την αιμορραγία και τον πόνο που προκαλούν τα καρφιά, τα οποία έχουν διαπεράσει τα χέρια του εσταυρωμένου.
Κανείς δεν αντιλέγει ότι αυτό πράγματι αποτελεί ένα μαρτύριο δυσβάστακτο. Όμως δεν είναι εκείνο που κατά κύριο λόγο προξενεί τον θάνατο.
Ο θάνατος πάνω στον σταυρό έχει μια σειρά προδιαθετικά αίτια. Ξεκινά από το άγριο φραγγέλωμα, το κάρφωμα των χεριών και των ποδιών, την καθήλωση στον σταυρό και στην αδυναμία αναπνοής από τον καταδικασμένο. Ο θάνατος από τη σταύρωση οφείλεται κυρίως στην ασφυξία.
Το Ευαγγέλιο περιγράφει με ενάργεια πώς οι Ρωμαίοι στρατιώτες «εράπιζον εκολάφιζον, έτυπτον, έδερον» τον Χριστό. Και το έκαναν με όλη την τραχύτητα με την οποία ήταν συνηθισμένοι να φέρουν εις πέρας το έργο τους, για να κάνουν ακόμα πιο επίπονη τη θέση του δυστυχούς, που είχε πέσει στα χέρια τους.
Το φοβερό εργαλείο που χρησιμοποιούσαν κατά τον αγριότερο τρόπο ήταν το φραγγέλιο. «Φραγγελώσας παρέδωσεν αυτόν…», αναφέρει για τον Πιλάτο ο ευαγγελιστής Μάρκος.
Το φραγγέλιο δεν ήταν μια απλή μαστίγωση. Ο δήμιος που εκτελούσε τη φραγγέλωση έπαιρνε ένα χοντρό μαστίγιο με πολλές λουρίδες στην άκρη. Πάνω τους ήταν δεμένες σφαίρες από μολύβι ή μικρά κόκαλα ζώων ή και κότσια από πρόβατο.
Το θύμα βρισκόταν δεμένο σε μια κολόνα ή έναν πάσαλο. Ο βασανιστής χτυπούσε με δύναμη αυτό το φονικό εργαλείο πάνω στη ράχη του δεμένου ανθρώπου.
Από τα πρώτα κιόλας χτυπήματα το δέρμα του θύματος αυλακωνόταν. Υστερα από μερικά χτυπήματα έφευγαν οι σάρκες του και απογυμνώνονταν τα κόκαλα. Αναφέρονται πολλές περιπτώσεις καταδίκων που βρήκαν τον θάνατο στη διάρκεια της φραγγέλωσης.
Στην κατασχισμένη από το φραγγέλιο πλάτη του πήρε ο Ιησούς τον βαρύ ξύλινο σταυρό για να τον μεταφέρει στον λόφο του Γολγοθά. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να σηκώσει αυτό το βάρος. Ετσι και ο Χριστός λύγισε κάτω από το βάρος του σταυρού, ήδη εξαντλημένος και με αιμορραγία, που του στοίχιζε σε δυνάμεις.
Οι Ρωμαίοι στρατιώτες (όχι από καλοσύνη τους, αλλά) για να μην πεθάνει πριν φτάσει στον Γολγοθά, ανέθεσαν σε έναν περαστικό, τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, να κουβαλήσει για το υπόλοιπο διάστημα τον σταυρό. Αιμορραγία ακατάσχετη προκαλούσαν στο τριχωτό της κεφαλής τα αγκάθια, που είχε ο στέφανος, τον οποίο του είχαν φορέσει στο πραιτόριο.
Αυτό το έξαιμο και καταπονημένο σώμα κάρφωσαν στον σταυρό.
Τα καρφιά δεν τα έμπηξαν οι δήμιοι στις παλάμες των χεριών, παρά τις διαφορετικές απεικονίσεις, που παρουσιάζουν συνήθως οι ζωγράφοι και οι αγιογράφοι.
Ενας Γάλλος χειρουργός, ο Μπαρμπέτ, απέδειξε με πειράματα που έκανε σε πτώματα ότι είναι αδύνατο το ανθρώπινο σώμα να κρατηθεί από δύο καρφιά, που διαπερνούν τις παλάμες του κατάδικου, ακόμη κι αν υπάρχουν άλλα καρφιά στα πόδια.
Κάτω από το βάρος του σώματος, εάν περνούσαν από εκεί τα καρφιά, θα σκιζόταν πέρα για πέρα το δέρμα ανάμεσα στα δάχτυλα και ο εσταυρωμένος θα έπεφτε με το πρόσωπο κάτω. Θα τον συγκρατούσαν μόνο τα καρφιά των ποδιών του.
Ο ίδιος επιστήμονας απέδειξε ότι το μόνο σημείο των χεριών από το οποίο μπορεί να συγκρατηθεί το σώμα στον σταυρό είναι ο καρπός.
Σε όποιο σημείο του καρπού τοποθετηθεί το καρφί, οδηγούμενο από τα οστά και τους συνδέσμους που βρίσκονται στο σημείο αυτό, θα περάσει από έναν ανατομικό χώρο, που οι γιατροί ονομάζουν destot. Με άλλα λόγια θα περάσει ανάμεσα από τα δύο οστάρια του καρπού.
Από δώδεκα πειράματα που έκανε ο Μπαμπέτ βγήκε το ίδιο συμπέρασμα. Κανένα κόκαλο δεν τραυματίστηκε ή δεν έσπασε από το κάρφωμα του χεριού στο ύψος του καρπού. Παρατήρησε, επίσης, ότι στον χώρο αυτόν το καρφί έρχεται σε αδιάκοπη επαφή και τριβή με ένα μεγάλο νεύρο, το λεγόμενο μέσο νεύρο.
Ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί τους φοβερούς πόνους που προκαλεί στον εσταυρωμένο αυτός ο τραυματισμός του νεύρου. Εδώ ένα μικρό χτύπημα στον αγκώνα προκαλεί ένα αφόρητο αίσθημα ηλεκτρικής εκκένωσης. Ενα πολλαπλάσιο ερέθισμα πόνου συνόδευε το μαρτύριο της σταύρωσης. Οσο για το καρφί των ποδιών διαπιστώθηκε ότι θα πρέπει να περνούσε ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο μετατάρσιο.
ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Ο σταυρός χρησιμοποιήθηκε σε αρκετούς λαούς
Η σταύρωση, ο φρικτότερος τρόπος θανάτωσης που επινόησε το ανθρώπινο μυαλό, πρωτοεμφανίστηκε τον 6ο π.Χ. αιώνα. Μέχρι το 337 μ.Χ. που καταργήθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο χρησιμοποιήθηκε σε αρκετούς λαούς, Πέρσες, Ιουδαίους, Καρχηδόνιους, Ρωμαίους.
Οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τη σταύρωση ήταν οι Πέρσες. Αυτοί ίσως και την επινόησαν. Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως ο Δαρείος ο Α’, βασιλιάς των Περσών, σταύρωσε 3.000 πολιτικούς αντιπάλους του στη Βαβυλώνα. Αυτό τοποθετείται χρονικά στο 519 π.Χ.
Αλλες αρχαίες πηγές αναφέρουν τη χρήση της σταύρωσης από τους Ινδούς, τους Σκύθες, τους Θράκες, τους Γερμανούς και τους Νουμίδες. Κατά τον Πολύβιο τη σταύρωση εφάρμοσαν και οι Καρχηδόνιοι από τους οποίους την πήραν και οι Ρωμαίοι.
Στον ελληνικό κόσμο οι εγκληματίες συχνά τοποθετούνταν πάνω σε ένα επίμηκες ξύλο, πάνω στο οποίο διαπομπεύονταν, βασανίζονταν και θανατώνονταν.
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος Α’ σταύρωσε Ελληνες μισθοφόρους που είχαν προσληφθεί από τους Καρχηδονίους.
Τη σταύρωση χρησιμοποίησε και ο Μέγας Αλέξανδρος. Μετά την άλωση της Τύρου διέταξε τη σταύρωση 2.000 υπερασπιστών της φοινικικής αυτής πόλης, που επέζησαν της σκληρής και πολύχρονης πολιορκίας.
Ο Αρριανός αναφέρει ότι ο Μακεδόνας στρατηλάτης, μετά τον θάνατο του Ηφαιστίωνα, πρόσταξε τη σταύρωση του Γλαυκία, που ήταν γιατρός του επιστήθιου φίλου του.
Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής το 303 π.Χ., όταν κατέλαβε τη Συκιώνα, σταύρωσε 80 άνδρες από το αντίπαλο στρατόπεδο.
Ο Αντίοχος Δ ο Επιφαλής, που διοικούσε την Ιουδαία, θέλησε να εξαλείψει τον ιουδαϊσμό και γι αυτό παρήγγειλε να σταυρώνονται όσοι παραμένουν πιστοί στη θρησκεία του Μωυσή.
Το 88 π.Χ. ο αρχιερέας και βασιλιάς των Ιουδαίων Αλέξανδρος Ιανναίος διέταξε τη σταύρωση 800 Φαρισαίων αντιπάλων του.

Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ
Οι Γερμανοί «παράλλαξαν» το βασανιστήριο στους δύο πολέμους
Αναλύοντας τον μηχανισμό του σταυρικού θανάτου ο καθηγητής Σπυρίδων Γ. Μακρής ξεκινά από τις εικόνες, που παρουσιάζουν τους δύο ληστές, «τους συσταυρωθέντας» με τον Χριστό. Αυτούς δεν τους είχαν καρφώσει πάνω στον σταυρό, αλλά τους είχαν δέσει τα χέρια με σχοινί.
Πράγματι για να εκπνεύσει κανείς «επί ξύλου κρεμάμενος» δεν απαιτείται να καρφωθούν τα χέρια και τα πόδια του πάνω στα δύο τεμνόμενα δοκάρια. Αρκεί και το δέσιμό τους.
Ο Σπ. Γ. Μακρής φέρνει δύο σύγχρονα ιστορικά παραδείγματα:
* Στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στον Γερμανικό Στρατό εφαρμοζόταν ως πειθαρχική ποινή το δέσιμο των χεριών του τιμωρημένου από τα χέρια ψηλά σε έναν πάσσαλο με τέτοιο τρόπο, ώστε τα πόδια του να μην ακουμπούν στο έδαφος. Σύντομα το άτομο αυτό παρουσίαζε συμπτώματα ασφυξίας. Οι αναπνευστικές του κινήσεις γίνονταν όλο και πιο δύσκολες. Το αίμα συγκεντρωνόταν με μεγάλη πίεση στο κεφάλι. Οι αρτηρίες πρήζονταν. Το κεφάλι γινόταν υπεραιμικό. Ο άνθρωπος λιποθυμούσε. Και αν δεν προλάβαιναν να κόψουν το σχοινί, θα πέθαινε.
* Αυτό το μαρτύριο θυμήθηκαν οι ναζί και στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Στο χρονικό του Νταχάου αναφέρεται ότι κρατούμενοι θανατώνονταν με αυτόν τον τρόπο. Αυτόπτες μάρτυρες μίλησαν με αποτροπιασμό για όσα είδαν τα μάτια τους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το πρόσωπο του ανθρώπου παραμορφώνεται σαν του απαγχονισμένου. Ο θώρακας διατείνεται σε αφάνταστο βαθμό. Το κοιλιακό τοίχωμα δημιουργεί μια βαθιά κοιλότητα. Ο κρεμασμένος περιβρέχεται από ιδρώτα, τόσο που κάτω από τα πόδια του δημιουργείται μια μικρή λίμνη.
Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι ο σταυρός φέρνει τον άνθρωπο σε μια μεγάλη έλξη, που οφείλεται στο βάρος του σώματος. Το βάρος τραβά το κορμί προς τα κάτω από τα χέρια με μια μεγάλη έλξη των χεριών, των βραχιόνων, των ώμων και του θώρακα. Αυτή η έλξη βαστά τον θώρακα σε μια συνεχή αναγκαστική θέση εισπνοής, αν και ο άνθρωπος δεν μπορεί να εκτελέσει κινήσεις εκπνοής.
Στον κάθε άνθρωπο οι κινήσεις εκπνοής γίνονται παθητικά από τον οργανισμό χωρίς να απαιτείται καμιά προσπάθεια. Πρόκειται για μια αυτόματη επάνοδο του μεταμορφωμένου από την εισπνοή θώρακα. Με αυτόν τον τρόπο ανανεώνεται ο αέρας στις κυψελίδες των πνευμόνων, οξυγονώνεται το αίμα και εξασφαλίζεται η επιβίωση.
Στην κατάσταση της σταύρωσης ο άνθρωπος βρίσκεται σε πολύ μεγάλο περιορισμό της αναπνοής του. Είναι κάτι σαν να τον έχουν δέσει σφιχτά από τον θώρακα ή σαν να έχουν τοποθετήσει επάνω του ένα μεγάλο βάρος. Οι πνεύμονες δεν μπορούν να γεμίσουν αέρα. Ο θάνατος από τη σταύρωση οφείλεται κυρίως σε ασφυξία.
Η μεγάλη πίεση στον θώρακα εμποδίζει το αίμα να κατέβει από το κεφάλι στην καρδιά. Η μεγάλη συμφόρηση αίματος στο κεφάλι των ανθρώπων αυτών, των εσταυρωμένων, θα μπορούσε να προκαλέσει τον θάνατο πολύ σύντομα. Ομως ο δυστυχής κατάδικος ενστικτωδώς βρίσκει διέξοδο για να παρατείνει τη ζωή του. Ομως ταυτόχρονα το μαρτύριό του γίνεται σκληρότερο.
Η διέξοδος που βρίσκει είναι να στηρίξει το κορμί του πιέζοντας τα πόδια του πάνω στα καρφιά στα οποία είναι προσηλωμένα. Ετσι, μέσα σε ανυπόφορους πόνους, ανυψώνεται λίγο ο θώρακας, σταματά η εξάρτηση του σωματικού βάρους από τα χέρια και τους ώμους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να ανακουφιστεί ο θώρακας, να μπορέσει ο άνθρωπος να αναπνεύσει και να κατέβει το αίμα από το κεφάλι στην καρδιά.
Ο πόνος και η κούραση δεν επιτρέπουν να συνεχιστεί επί πολύ αυτή η επίπονη μυϊκή προσπάθεια. Εξαντλημένος ο άνθρωπος ξαναπέφτει στην πρώτη θέση για να επιχειρήσει ξανά να ανασηκωθεί. Οι κινήσεις αυτές επαναλαμβάνονται μέχρι την τελική εξάντληση του ανθρώπου και τον θάνατό του από ασφυξία.
Επειδή ήταν τόσο φρικτός αυτός ο θάνατος, η ρωμαϊκή νομοθεσία τον επέτρεπε μονάχα για δούλους ή για προδότες.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΦΡΟΥΡΗΣΕΙ ΤΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΗΜΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Απριλίου, 2016

Οι μέρες των μεγάλων εορτών της πίστης μας έχουν μέσα τους συναισθήματα και σκέψεις. Ο πολιτισμός μας έχει προσανατολιστεί καταναλωτικά, με αποτέλεσμα η ζωή μας να ρυθμίζεται από την εργασία μας, αλλά και από τον σχεδιασμό του πώς θα ακολουθήσουμε τα έθιμα των ημερών. Πώς θα αγοράσουμε. Πώς θα ετοιμάσουμε την τροφή μας. Ποιους θα συναντήσουμε. Στον όλο χρόνο μας απομένει κι ένα μικρότερο μέρος, το οποίο αφιερώνουμε στην εκκλησιαστική ζωή. Είναι το καλό του χρόνου, που οι πολλοί αισθάνονται ότι πρέπει να έχει θέση στη ζωή μας. Όμως κάθε χρονική περίοδος, η οποία σημαδεύεται από μεγάλες γιορτές, θα έπρεπε να ξεκινά αντίστροφα αναφορικά με τον προσανατολισμό μας. Προηγείται η εκκλησιαστική ζωή, η οποία δεν έχει μόνο δρώμενα, αλλά και νοήματα. Αυτά προκαλούν αυτοκριτική και είναι εφαλτήρια αυτογνωσίας. Την ίδια στιγμή αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον χρόνο της ζωής μας. Δεν είναι η ταχύτητα, η παραγωγικότητα, η πληροφορία που μας ενδιαφέρουν πρωτίστως, αλλά η ηρεμία, η προσευχή και η ανάγκη για κοινωνία με τον Θεό, που μας αλλάζουν. Αν λοιπόν η καρδιά μας δεν έχει ειρήνη και τα νοήματά μας δεν μπορούμε να τα δούμε ειρηνικά, τότε οι μεγάλες γιορτές αφήνουν το εξωτερικό, το υλικό κομμάτι τους ως παρακαταθήκη, είναι γιορτές για τον κόσμο και τη ζωή, δεν είναι όμως γιορτές που μεταμορφώνουν την ύπαρξή μας σε οικεία του Θεού.

         Ο απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στους Φιλιππησίους, τους προτρέπει:  «η ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νουν φρουρήσει τας καρδίας υμών και τα νοήματα υμών εν Χριστώ Ιησού» (Φιλιπ. 4,7). Η ειρήνη του Θεού, που είναι ασύλληπτη στο ανθρώπινο μυαλό, θα διαφυλάξει τις καρδιές και τις σκέψεις σας κοντά στον Ιησού Χριστό. Η Εκκλησία ορίζει αυτό το απόσπασμα να είναι ο λόγος της Κυριακής των Βαΐων, ημέρα πανηγύρεως και χαράς. Είναι ένα μήνυμα αντίθετο προς τη φορά των γεγονότων και του κλίματος. Δοξολογία στον Χριστό από την μία, συμβολικό κράτημα των κλαδιών των βαΐων στα χέρια, η θεία λειτουργία που έχει πανηγυρικό χαρακτήρα, το Ωσαννά, ένα πλήθος που παραληρεί μπροστά στον Μεσσία, όπου το στόμα των νηπίων και των θηλαζόντων καταρτίζει αίνον. Και πρωτίστως ένα ξεχείλισμα ζωής και αισιοδοξίας, μέσα στην ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα. Πάντως όχι ειρήνης. Ο ενθουσιασμός φέρνει ξεσηκωμό. Κι όμως η Εκκλησία ζητά το μέτρο που φέρνει η ειρήνη του Θεού στις καρδιές μας.

          Ο Χριστός εισέρχεται στην αγία Πόλη για να ειρηνεύσει τις ανθρώπινες καρδιές. Να τις ενώσει με τον Θεό, αλλά και να δώσει την ενότητα του ανθρώπου με τον πλησίον του, όπως και με τον εαυτό του, την ενότητα της ψυχής και του σώματος, την ενότητα του θελήματος που οδηγεί στον ουρανό, ελκύοντας όμως τη γη, τη ζωή μας. Ενότητα αγιασμού, η οποία, για να έρθει, προϋποθέτει ειρηνική καρδιά. Και ειρηνεύει ο άνθρωπος που συγχωρεί και αγαπά. Που αφήνει κατά μέρος τα κρατούμενα που έχει στον αδελφό του. Ακόμη κι αν διαφωνεί μ’  αυτόν. Ακόμη κι αν αισθάνεται απογοητευμένος και αποκαρδιωμένος εξαιτίας του. ΟΙ άνθρωποι δοξάζουν τον Χριστό όχι γιατί πιστεύουν ότι θα τους δώσει ειρήνη, αλλά γιατί είναι βέβαιοι ότι θα εκπληρώσει τις βαθύτερες επιθυμίες και τα συμφέροντά τους.  Θα τους απελευθερώσει από την τυραννία των εξωτερικών εχθρών, θα τους δώσει δύναμη και δόξα, θα τους δώσει ελπίδα για να γίνει η ζωή τους κοντά Του όπως την θέλουν. Όχι όμως όσον αφορά στην καρδιά και στην πνευματική τους κατάσταση, αλλά σε ό,τι αφορά στην εξουσία τους έναντι του υπόλοιπου κόσμου. Και γι’  αυτό σύντομα θα αλλάξουν άποψη γι’  Αυτόν και θα Τον θανατώσουν. Γιατί είδαν ότι η δική Του ειρήνη δεν ήταν αυτό που επιζητούσαν.

Ο Χριστός εισέρχεται στην αγία Πόλη για να ειρηνεύσει τον άνθρωπο από το άγχος του θανάτου, από το άγχος της ταχύτητας ότι δε θα προλάβει να ζήσει όπως και όσο θέλει για να είναι ευτυχισμένος, ότι θα έχει ανεκπλήρωτα όνειρα και επιθυμίες, ότι οι άλλοι δεν ανταποκρίνονται στα όσα ζητά. Έρχεται ο Χριστός για να ειρηνεύσει τον άνθρωπο για όσα δε θα προλάβει να κάνει, αλλά και για να τον απαλλάξει από το άγχος ότι πρέπει οπωσδήποτε να είναι χρήσιμος, με τον τρόπο που μετρά τη χρησιμότητα ο κόσμος. Και οι άνθρωποι θα Τον αρνηθούν, διότι θεωρούν ότι η πίστη σ’  Αυτόν τους εισάγει σε έναν τρόπο ζωής που δεν είναι ευχάριστος, διότι υπόσχεται ταπείνωση, ήττα από τις εξουσίες, και ζητά παράδοση του ανθρώπου στο θέλημα του Θεού και όχι αγωνιώδη εμπιστοσύνη μόνο στον εαυτό του. Η ειρήνη του Χριστού είναι ειρήνη ταπείνωσης και  εμπιστοσύνης στον Θεό. Για να βγει ο άνθρωπος από το άγχος πρέπει να πάψει να είναι αυτοαναφορικός. Να σκέφτεται δηλαδή τα πάντα με κέντρο τον εαυτό του και να ανοιχτεί στον Θεό και την αγάπη.

Ο Χριστός εισέρχεται στην αγία Πόλη για να ειρηνεύσει τον άνθρωπο από τα «πρέπει»  του κόσμου, που κάποτε γίνονται και «πρέπει» της θρησκείας. Μας είναι εύκολο να διακρίνουμε τα κοσμικά «πρέπει». Συνήθως τα ταυτίζουμε με την άρνηση του Θεού και έτσι τρεφόμαστε από την ψευδαίσθηση ότι τα έχουμε ξεπεράσει ακολουθώντας την πίστη. Υπάρχουν όμως και μερικά θρησκευτικά «πρέπει», τα οποία αποτέλεσαν και τη βάση για να οδηγηθεί ο Χριστός στον Σταυρό. Είναι ό,τι χρησιμοποιείται ως βάση για να δικαιολογηθεί ο θρίαμβος του εγώ και της ατομικότητας και να επιτευχθεί η αυτοδικαίωση. Το «πρέπει» της αυτάρκειας, ότι τηρώντας τον νόμο δεν μου χρειάζεται κάτι άλλο και ο Θεός μου οφείλει. Το «πρέπει» της τυπολατρίας, ότι δεν έχει σημασία η αγάπη, αλλά μόνο η εξωτερική τήρηση των τύπων. Το «πρέπει» του σεβασμού στις αυθεντίες, μόνο που αυτές δεν αισθάνονται την ανάγκη να αγαπήσουν, αλλά να εξουσιάσουν, κραδαίνοντας το δικαίωμα της μίας και μοναδικής ερμηνείας. Το «πρέπει»  του φαίνεσθαι και η αδιαφορία για το «είναι», δηλαδή για την επίγνωση της αμαρτωλότητας και της αδυναμίας να είμαστε χαρούμενοι γιατί ο Θεός μας λύτρωσε. Το «πρέπει» του σταυρού χωρίς ανάσταση, του άδικου σταυρού γιατί οι άλλοι δεν μπορούν να καταλάβουν την αξία μας και μας βασανίζουν, ενώ δήθεν εμείς είμαστε άψογοι. Αυτά τα θρησκευτικά «πρέπει» ο Χριστός με τη είσοδό Του στα Ιεροσόλυμα, αλλά και στις δικές μας καρδιές, τα αφήνει κατά μέρος ή μας οδηγεί στο να ειρηνεύουμε μαζί τους. Τα φωτίζει μέσα από τη σχέση μαζί Του και τότε όλα όσα χρειάζονται γίνονται στην προοπτική της αγάπης και προς τον Χριστό και προς τον συνάνθρωπο και όχι με κριτήριο την τυπολατρία.

Ας προσανατολιστούμε πνευματικά, ώστε στη ζωή της Εκκλησίας να συναντήσουμε αληθινά τον Χριστό και ιδίως κατ’  αυτές τις μέρες να βρούμε την πνευματική προτεραιότητα και την ειρήνη τόσο στην καρδιά όσο και στα νοήματά μας, για να γιορτάσουμε αληθινά το Πάσχα! Τίποτε δεν περιφρονούμε στην Εκκλησία, ούτε το υλικό ούτε το κοσμικό, αλλά όλα τα αφήνουμε να αγιαστούν μέσα από την προτεραιότητα της σχέσης με τον Χριστό!

Κέρκυρα, Κυριακή των Βαΐων, 

24 Απριλίου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Απριλίου, 2016

 

 Ένα μυστήριο, την αξία του οποίου πολλοί δεν κατανοούν, είναι αυτό της μετανοίας και εξομολογήσεως. Πολλοί το συγχέουν με την κοσμική ψυχοθεραπεία. Ακόμη κι αν αισθάνονται ότι ο ιερέας δεν είναι ψυχολόγος, εντούτοις, οι περισσότεροι που μετέχουν στο μυστήριο τον θεωρούν υποψήφιο ακροατή των προβλημάτων και των παθημάτων τους, και όχι ως τον πνευματικό πατέρα, ο οποίος ακούει την εξαγόρευση των αμαρτιών, βοηθά στην πνευματική αναγέννηση του εξομολογουμένου και την ίδια στιγμή προσπαθεί να τον βοηθήσει να σηκώσει τους σταυρούς του εντός του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας.

          Έτσι και οι νέοι. Όσοι εξομολογούνται, συνήθως έχουν επίγνωση της ανάγκης για κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη εφόσον έχουν μεγαλώσει σε περιβάλλον που έχει επαφή με την Εκκλησία. Πολλοί νέοι επισκέπτονται τον πνευματικό όταν αντιμετωπίζουν προβλήματα, ιδιαιτέρως στις σχέσεις τους ή στην οικογένειά τους, και αναζητούν μία συμβουλή. Άλλοι αναζητούν απαντήσεις σε αγωνίες που ανακύπτουν μέσα από διάφορες δοκιμασίες, όπως η αρρώστια ή ο θάνατος. Άλλοι προσελκύονται από το πρόσωπο του πνευματικού, ιδίως όταν αυτός μπορεί να επικοινωνήσει μαζί τους. Άλλοι πάλι επηρεάζονται από κάποιους φίλους τους, όταν συμβεί να συμμετέχουν στην ενοριακή ζωή.

             Είναι κρίσιμη η εξέταση αυτών των λόγων, διότι το κυριότερο ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσον ο Θεός μιλά στις καρδιές των νέων που προσέρχονται στο μυστήριο. Η απάντηση φαντάζει αυτονόητα καταφατική. Δεν είναι όμως πάντοτε έτσι. Κάποιοι νέοι μπορεί να απογοητευτούν είτε από την αδιάκριτη αυστηρότητα είτε από την στενά θρησκευτική αντιμετώπιση των προβληματισμών τους. Ο πνευματικός καλείται να συζητά  με τους νεώτερους περισσότερο, διότι αυτοί θα χτίσουν σχέση με τον Θεό και την Εκκλησία διά του μυστηρίου. Ο Θεός δίνει την χάρη της αφέσεως. Το πρόσωπο όμως του πνευματικού είναι σημαντικό.

            Σε βάθος χρόνου βεβαίως ο Θεός, ο οποίος βλέπει την προαίρεση των νέων που προστρέχουν στη εξομολόγηση, θα μιλήσει σ’ αυτούς. Όμως η εξομολόγηση είναι σπουδαία δωρεά, ιδίως αν το όλο μυστήριο έχει εκκλησιοκεντρικό χαρακτήρα. Αν ο νέος κατανοήσει, με τη βοήθεια του πνευματικού, ότι η μετοχή του δεν έχει σκοπό ούτε την αυτοδικαίωσή του ούτε την καταδίκη του, αλλά την αποκατάσταση της σχέσης του με το σώμα του Χριστού. Η αμαρτία μάς χωρίζει από τον Θεό και τον συνάνθρωπο και διχοτομεί τον εαυτό μας σε παλαιό και νέο άνθρωπο. Γι’  αυτό και το μυστήριο αποκαθιστά την τραυματισμένη ενότητα. Διότι κάνει τον άνθρωπο να συνειδητοποιεί την έλλειψη της αγάπης και την επικράτηση ενός ψεύτικου εαυτού, τον βοηθά να διακρίνει την αλήθεια για τη ζωή και να δει πού υποκύπτει στον πονηρό. Ακόμη κι αν ο πολιτισμός δεν επιτρέπει την στόχευση σε ιδιαίτερες εναλλακτικές, εντούτοις η αντίσταση στο κακό και η πρόταξη της αγάπης αποτελούν σημεία-κλειδιά για την ένταξη στην εκκλησιαστική ζωή.

              Γι’  αυτό και τελικά οι νέοι χρειάζονται την εξομολόγηση. Χρειάζονται ένα σταθερό σημείο πνευματικής αναφοράς που είναι ο εξομολόγος-πνευματικός, αλλά και το σώμα του Χριστού στο οποίο να ανήκουν. Χρειάζονται όμως και αυτό που η ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να δώσει: την άφεση των αμαρτιών, την απάλειψη των ενοχών και την ελευθερία που η σχέση με τον Χριστό προσφέρει. Τα υπόλοιπα είναι του Θεού!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 20 Απριλίου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΝΩΜΕΝΟΥΣ ΑΓΙΑΖΕΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Απριλίου, 2016

 

Μία από τις βασικές διαστάσεις της πνευματικής ζωής του ανθρώπου είναι και αυτή του αγιασμού, της κάθαρσης δηλαδή της καρδιάς από τα πάθη και της χορήγησης της χάριτος του Θεού, η οποία καθιστά τον καθένα που τη λαμβάνει φωτισμένο, αγιασμένο, χωρίς να υπάρχει ψεγάδι στη σχέση με τον Θεό. Διότι εκεί βρίσκεται το κλειδί. Να μπορεί ο άνθρωπος να έχει σχέση με τον Θεό. Και για να γίνει αυτό προϋποτίθεται ότι πρέπει να μην είναι ο άνθρωπος ανάξιος αυτής της σχέσης. Αναφωνούμε: «άγιος ο Θεός». Και θέλουμε και ζητούμε ο άγιος Θεός να στρέψει το ίλεον όμμα Του προς εμάς και να μας καθαρίσει από τον ρύπο της ψυχής μας. Δηλαδή να μας ελκύσει προς Αυτόν και να μας κάνει να μην κυριαρχούμαστε από ό,τι μας χωρίζει: το ίδιον θέλημα, την αμαρτία ως πράξη, την αίσθηση ότι μπορούμε και μόνοι μας.

                Οι θρησκείες, από τη στιγμή που ο άνθρωπος ερχόταν σε επίγνωση και κατανοούσε ότι απέναντι στον Θεό είχε φταίξιμο, αμαρτία, αποτυχία, με συνοδευτικό την ενοχή, είχαν καθιερώσει μία σειρά καθαρμών, εξιλαστήριων τελετών, με κύριο γνώρισμά τους τη θυσία ζώων. Ήταν μέσα στη λογική και πρακτική τους δεδομένο ότι  το αίμα των ζώων, αντί για το ανθρώπινο, έκανε τον θεό λιγότερο εξοργισμένο. Ήταν μια σχέση δούναι και λαβείν. Ο θεός ευχαριστιόταν διότι ο άνθρωπος είχε κάτι να δώσει σ’  αυτόν ως αντάλλαγμα για ό,τι εκείνος του είχε προσφέρει, και μάλιστα αντί για τις αμαρτίες του, που προσβάλλουν τον θεό. Αλλά και ο άνθρωπος ηρεμούσε, διότι με αυτόν τον τρόπο ένιωθε ότι οι αμαρτίες του δε θα ήταν εμπόδιο στο να έχει την εύνοια του Θεού, πόσο μάλλον να μην κινδυνεύσει με κάποια αιώνια καταδίκη από τη στιγμή που θα έφευγε από αυτή τη ζωή.

                Η πνευματική παράδοση της πίστης μας άλλαξε αυτή την αντίληψη. Κατήργησε τις θυσίες, διότι είναι ο Υιός του Θεού τώρα ο Οποίος προσφέρει άπαξ το Αίμα Του για να σωθεί ο άνθρωπος. Μάλιστα, ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Εβραίους, επισημαίνει χαρακτηριστικά:  «Ει γαρ το αίμα ταύρων και τράγων και σποδός δαμάλεως ραντίζουσα τους κεκοινωμένους αγιάζει προς την της σαρκός καθαρότητα, πόσο μάλλον το αίμα του Χριστού»  (Εβρ. 9, 13-14). «Αν το αίμα των ταύρων και των τράγων και το ράντισμα με τη στάχτη του δαμαλιού εξαγνίζουν τους θρησκευτικά ακάθαρτους, καθαρίζοντάς τους εξωτερικά, πόσο μάλλον το αίμα του Χριστού».  Ο Χριστός έδωσε το Αίμα Του στον Σταυρό για όλους τους ανθρώπους, όχι μόνο για τους τότε αλλά και για όσους θα ζούνε μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Γι’  αυτό και δε χρειάζεται στο εξής να γίνεται οποιαδήποτε θυσία. Μάλιστα, σε κάθε θεία λειτουργία έχουμε ανάμνηση της θυσίας του Κυρίου στον Γολγοθά και ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται, δια της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, σε σώμα και αίμα Χριστού.  Όποιος κοινωνεί τον εσταυρωμένο και αναστάντα Κύριο λαμβάνει άφεση αμαρτιών και ζωή αιώνιο και δεν χρειάζεται να θυσιάσει κάτι από αυτόν τον υλικό κόσμο, για να λάβει τον εξιλασμό.

                Μας αγιάζει το σώμα και το αίμα του Χριστού. Και υπερβαίνει τη λογική του δούναι και λαβείν στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Δε χρειάζεται ο Θεός κάτι από τον άνθρωπο. Ποτέ άλλωστε δε χρειαζόταν. Αν ήταν έτσι, δε θα ήταν πλήρης και τέλειος. Ο άνθρωπος χρειάζεται τις προϋποθέσεις για να μπορεί να οικειωθεί τη χάρη του Θεού, να βιώσει με όλη του την ύπαρξη την παρουσία του Ζώντος Θεού και να αγιασθεί. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος καλείται να εναποθέσει τις αμαρτίες του, τα λάθη του, την επίγνωση για τα πάθη, τον εγωισμό του, την αυτοθέωσή του στην Εκκλησία, να μετανοήσει και να αγωνιστεί να ξεκινήσει μία καινούργια ζωή, για να αφήσει χώρο στην ύπαρξή του για τον Θεό. Να γίνει δεκτική η ύπαρξή του στη χάρη του Θεού η οποία συνεχώς δίδεται σε όσους έχουν βαπτιστεί, αλλά η καρδιά μας δεν είναι ανοιχτή και έτοιμη να την καταστήσει ενεργή. Εμείς έχουμε ανάγκη τον Θεό.

                Αυτό συνεπάγεται ότι καίτοι κεκοινωμένοι, αγιαζόμαστε. Και τότε η ζωή μας μεταμορφώνεται. Καλούμαστε σε κάθε πτυχή της να ζήσουμε τον αγιασμό. Από την υλική καθημερινότητά μας, τα βιοτικά μας, την οικογένειά μας, τις σχέσεις με τους συνανθρώπους μας, τον τρόπο που διαχειριζόμαστε τις κρίσεις μας νόημα στη ζωή δίνει ο αγιασμός δια του Αίματος του Χριστού. Δεν είναι δια του ανθρωπίνου λόγου ο αγιασμός, αλλά δια της κοινωνίας με όλη μας την ύπαρξη του Προσφέροντος και Προσφερομένου Χριστού. Η λειτουργική ζωή είναι η αφετηρία για μία άλλη ποιότητα ζωής. Αν η λειτουργία γίνεται τήρηση θρησκευτικού καθήκοντος, συνήθεια ή παράδοση και όχι ζωή, αν δεν αισθανόμαστε κάθε φορά που μετέχουμε στην ευχαριστιακή σύναξη ότι παίρνουμε δύναμη, κουράγιο και χάρη να αλλάξουμε όλη μας τη ζωή ή να αγωνιστούμε γι’  αυτό, τότε επιστρέφουμε ουσιαστικά στην περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης. Η σχέση μας με τον Θεό είναι σχέση δούναι και λαβείν και δεν μπορούμε να σωθούμε διότι δεν έχουμε ουσιαστική κοινωνία με τον Χριστό. Δεν είναι πεποίθηση η πίστη. Είναι μετοχή στο ποτήριο της ζωής. Δεν είναι συνέχεια της απολυμένης βρώσης, αλλά κοινωνία του Άρτου της Ζωής που κατέβηκε από τον ουρανό και άλλαξε τον τρόπο που ζούμε τα πάντα.

Και η μετοχή στην ευχαριστιακή σύναξη γίνεται αφορμή θέασης και βίωσης του τρόπου της αγάπης. Αγάπη δε σημαίνει κατάφαση στα πάντα. Σημαίνει διάκριση. Όπως και η κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού δεν μπορεί να γίνει αδιάκριτα, αλλά με επίγνωση ότι λαμβάνουμε ζωή και αγώνα η ύπαρξή μας να είναι δεκτική της ζωής. Άξιοι δε θα γίνουμε ποτέ, όσο αγώνα κι αν κάνουμε. Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού άλλωστε δίδονται για να μπορούμε να αισθανόμαστε έτι περισσότερο την αναξιότητά μας και με δάκρυα να δοξάζουμε και να ευχαριστούμε τον Θεό διότι ο Χριστός υπέρ ημών απέθανε καίτοι αμαρτωλών. Γι’  αυτό και λέμε αληθινά ΝΑΙ στον Χριστό όταν δεν ξεκινάμε από εμάς, αλλά από την αγάπη. Και όταν επικαλούμαστε το όνομά Του αφού έχουμε αγωνιστεί να αγαπήσουμε.

Καθώς πλησιάζουμε προς  το Πάσχα ας θυμόμαστε ότι η σχέση μας με τον Θεό πλέον δεν είναι σχέση δούναι και λαβείν, αλλά βήματα οικειότητας από εμάς προς τον Θεό, ο Οποίος μας απέδειξε ότι μας θεωρεί οικείους Του νικώντας τον θάνατο για λογαριασμό μας στο Πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού. Ας θυμόμαστε ότι δεν μας σώζουν τα λόγια και οι καλές πράξεις, αλλά η μετοχή μας στο ποτήριο της ζωής, η κοινωνία του σώματος και του αίματος του Χριστού. Προϋπόθεση η άσκηση και η διάκριση. Και ας ξεκινούμε να εορτάσουμε το Πάσχα έχοντας πάρει την απόφαση μέσα από την μετοχή μας στη λειτουργία να βλέπουμε τα πάντα και τους πάντες στη ζωή μας με άλλη ματιά. Και όλα αυτά στην Εκκλησία, η οποία δεν είναι ένα θρησκευτικό κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά ο χώρος και ο τρόπος της θυσίας του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Κέρκυρα, 17 Απριλίου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ανάσταση του Λαζάρου

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Απριλίου, 2016

Η Ανάσταση του Λαζάρου

Ο τάφος του Λάζαρου
Το εσωτερικό του τάφου. Δεξιά η σκάλα που κατεβαίνει είναι ο νεκρικός θάλαμος.
Το Σάββατο του Λαζάρου κατέχει ξεχωριστή θέση στο λειτουργικό ημερολόγιο. Δεν ανήκει στις σαράντα ημέρες της μετάνοιας της Μ. Τεσσαρακοστής ούτε και στις οδυνηρές ημέρες της Μ. Εβδομάδας, αυτές που αρχίζουν από τη Μ. Δευτέρα και τελειώνουν τη Μ. Παρασκευή.
Μαζί με την Κυριακή των Βαΐων συνθέτουν ένα σύντομο χαρούμενο πρελούδιο των γεμάτων πόνο ημερών που ακολουθούν.
Δύο σημαντικά περιστατικά συνδέονται με τη Βηθανία:
εκεί ανέστησε τον Λάζαρο και από εκεί ξεκίνησε ο Ιησούς την πορεία και άνοδο Του προς τα Ιεροσόλυμα.

Η ανάσταση του Λαζάρου είναι ένα γεγονός που, όπως θα δούμε, έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Συνδέεται μυστηριωδώς με την Ανάσταση του Κυρίου μας και παίζει, ως προς αυτή, το ρόλο μιας έμπρακτης προφητείας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Λάζαρος μας παρουσιάζεται στο κατώφλι της Μ. Εβδομάδας αναστημένος, ως προάγγελος της νίκης του Χριστού επί του θανάτου, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, παραμονές των Θεοφανείων, προανήγγειλε τον Επιφανέντα Χριστό. Πέρα όμως από τον πρωταρχικό αυτό χαρακτήρα της, η ανάσταση του Λαζάρου έχει και κάποιες δευτερεύουσες πτυχές τις οποίες είναι χρήσιμο να εξετάσουμε:
Η ανάσταση του Λαζάρου αναγγέλλει την ανάσταση των νεκρών η οποία έρχεται ως συνέπεια της Αναστάσεως του Κυρίου:
« Λάζαρον τεθνεώτα τετραήμερον ανέστησας εξ Άδου, Χριστέ, προ του σου θανάτου διασείσας του θανάτου το κράτος και δι’ ενός προσφιλούς την πάντων ανθρώπων προμηνύων εκ φθοράς ελευθερίαν». Το Σάββατο του Λαζάρου είναι, κατά κάποιο τρόπο, η εορτή όλων των νεκρών. Μας δίνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε και να συγκεκριμενοποιήσουμε την πίστη μας στην Ανάσταση. Ο Κύριός μας, τονώνοντας το ηθικό της Μάρθας, μας δίνει σχετικά με τους κεκοιμημένους μας μια πολύτιμη διδασκαλία.
Είπε στη Μάρθα: « Αναστήσεται ο αδελφός σου».
Η Μάρθα απάντησε: « Γνωρίζω ότι ο αδελφός μου θα αναστηθεί κατά τη γενική ανάσταση της εσχάτης ημέρας».
Και ο Ιησούς ανταπάντησε: « Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή».
Η πίστη της Μάρθας ήταν ανεπαρκής σε δύο σημεία.
Προέβαλε στο μέλλον, και μόνο στο μέλλον, την ανάσταση του αδελφού της και, δεύτερον, δεν αντιλαμβανόταν αυτή την ανάσταση παρά μόνο σε σχέση με ένα γενικό νόμο.
Ο Ιησούς όμως της δείχνει ότι η ανάσταση είναι ένα γεγονός ήδη παρόν, επειδή Αυτός δεν προξενεί απλώς, αλλά είναι η ανάσταση και η ζωή.
Οι κεκοιμημένοι μας ζουν διά και εν Χριστώ.
Η ζωή τους συνδέεται με την προσωπική παρουσία του Χριστού και εκδηλώνεται εν αυτή. Εάν θελήσουμε να ενωθούμε πνευματικά με ένα κεκοιμημένο αδελφό μας που αγαπούσαμε πολύ, δεν θα προσπαθήσουμε να τον ζωντανέψουμε στη φαντασία μας, αλλά θα έρθουμε σε επικοινωνία με τον Ιησού και εν Αυτώ θα τον βρούμε.
Η ανάσταση του Λαζάρου είναι μια θαυμάσια επεξήγηση του χριστολογικού δόγματος. Μας δείχνει πώς, στο πρόσωπο του Ιησού, η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώνονται χωρίς να συγχέονται:
«Ανάστασις και ζωή των ανθρώπων υπάρχων, Χριστέ, εν τω μνήματι Λαζάρου επέστης, πιστούμενος ημίν τας δύο ουσίας σου».
Αφενός, στον Ιησού ο άνθρωπος μπορεί να λυγίσει μπροστά στη συγκίνηση και να θλιβεί για την απώλεια ενός φίλου:
« Εδάκρυσεν ο Ιησούς. Έλεγον δε οι Ιουδαίοι, ίδε πως εφίλει αυτόν».
Αφετέρου, ο Θεός, εν Χριστώ, μπορεί να διατάξει τον θάνατο ως έχων εξουσία: « Φωνή μεγάλη εκραύγασε· Λάζαρε, δεύρο έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς…».
Τέλος, η ανάσταση του Λαζάρου παρακινεί τον αμαρτωλό να ελπίζει ότι, ακόμη και αν είναι πνευματικά νεκρός, μπορεί να ξαναζήσει: « Καμέ, φιλάνθρωπε, νεκρόν τοις πάθεσιν, ως συμπαθής εξανάστησον, δέομαι». Είναι κάποιες φορές που μια τέτοια πνευματική ανάσταση φαίνεται εξίσου αδύνατη όπως και η ανάσταση του Λαζάρου:
« Κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ εστί». Όλα όμως είναι δυνατά για τον Ιησού, από το να μεταστρέψει τον πιο σκληρόκαρδο αμαρτωλό μέχρι να αναστήσει ένα νεκρό: « Λέγει ο Ιησούς, άρατε τον λίθον…».

Να λιοπόν τι θα μάθουμε, αν πάμε το Σάββατο αυτό στη Βηθανία, στον τάφο του Λαζάρου. Εμείς όμως δεν θέλουμε να συναντήσουμε τον Λάζαρο. Θέλουμε να συναντήσουμε στη Βηθανία τον Ιησού και να ξενινήσουμε μαζί Του τη φετινή Μ. Εβδομάδα. Μας προσκαλεί ο ίδιος και μας περιμένει. Η Μάρθα ήρθε κρυφά να πει στην αδελφή της: « Ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σοι».
Και η Μαρία « ως ήκουσεν, εγείρεται ταχύ και έρχεται προς Αυτόν». Ο Κύριος με καλεί. Θέλει κατά τις ημέρες του Πάθους Του να μην τον εγκαταλείψω. Θέλει, αυτές ακριβώς τις μέρες να αποκαλυφθεί σε μένα – που μπορεί ήδη να «όζω» – με ένα τρόπο καινούριο και υπέροχο.
Κύριε, έρχομαι.

( Lev Gillet,(ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας) Πασχαλινή κατάνυξη,
Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ ( Φεβρουάριος 2009) σ. 51- 55).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »