kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Οι συμβολισμοί στα άμφια των Επισκόπων

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Αυγούστου, 2013

Συμβολισμοί, βιβλικές παραπομπές και στιγμές από την ζωή του Ιησού «κρύβονται» στα άμφια των ιερέων. Σε μια θρησκεία που βρίθει συμβολισμών και παραβολικών μηνυμάτων τα άμφια των λειτουργών δεν θα μπορούσαν να αποτελούν εξαίρεση.
Συνήθως το μάτι μας «πέφτει» στα εντυπωσιακά, τα οποία σε αντίθεση με τις λαμπρές μέρες του Βυζαντίου με τους χρυσούς Σταυρούς και τα πολύτιμα πετράδια … απλά γυαλίζουν. 
Τι συμβολίζουν όμως οι στολές των κληρικών;
Η ΜΙΤΡΑ
Μοιάζει με στέμμα βασιλικό. Συνήθως κοσμείται από εικόνες των Αποστόλων ή δεσποτικών εορτών. Λέγεται πως η τελική του μορφή επηρεάστηκε την εποχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Συμβολίζει το αγκάθινο στεφάνι του Ιησού. 
ΤΟ ΩΜΟΦΟΡΙΟ
Οι Επίσκοποι φορούν δύο, το μικρό και το μεγάλο. Τα εναλλάσσουν ανάλογα με την στιγμή της Θ. Λειτουργίας. Το φορούν γύρω από τους ώμους τους και η παράδοση επιβάλλει να είναι πάντα λευκά.
Τα ωμοφόρια συμβολίζουν το χαμένο πρόβατο που έσωσε ο Χριστός. 
Ο ΣΑΚΟΣ
Πρόκειται για άλλη μια «προίκα» από την εποχή του Βυζαντίου. Σχεδόν πανομοιότυπο ένδυμα με αυτό που φορούσε ο αυτοκράτορας, πέρασε στους Επισκόπους που μέχρι τότε φορούσαν φελώνιο. 
Στις άκρες του κρέμονται δώδεκα μεταλλικά κουδούνια που συμβολίζουν το διδακτικό έργο των Επισκόπων.
Το όνομα «σάκος» είναι εξελληνισμός της εβραϊκής λέξης «σακ» που σημαίνει το ένδυμα της μετάνοιας.
Ο Σάκος όπως και τα ωμοφόρια είναι άμφια που φορούν μόνο οι Επίσκοποι.
ΤΟ ΕΠΙΓΟΝΑΤΙΟ
Ο τίτλος του έχει να κάνει με το γεγονός πως πρέπει να φοριέται ακριβώς πάνω από το δεξί γόνατο. Κοινό σε Ιερείς και Αρχιερείς. Στους Ιερείς αυτός ο ρόμβος σημαίνει πως έχει το οφίκιο του πνευματικού, ότι δηλαδή μπορεί να εξομολογεί.
Συμβολίζει τη νίκη της ζωής έναντι του θανάτου μέσω της Αναστάσεως.
ΤΟ ΣΤΙΧΑΡΙΟ
Κοινό ένδυμα για διακόνους, ιερείς και αρχιερείς. Είναι πάντα λευκό.
Συμβολίζει την αγνότητα και το φως.
ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΗ ΡΑΒΔΟΣ
Το σύμβολο της διοικητικής και πνευματικής εξουσίας του Επισκόπου. Καταλήγει σε έναν Σταυρό γύρω από τον οποίο πλέκονται δυο φίδια. 
Αντίστοιχες ράβδους μπορούν να φέρουν και οι Ηγούμενοι εντός των μονών τους.

ΕΓΚΟΛΠΙΟ
Στρογγυλό –συνήθως- εικόνισμα που κρέμεται από τον λαιμό του αρχιερέα. Ένα ακόμη σύμβολο του αξιώματος που κατά την παράδοση είναι η απεικόνιση της αγνής καρδιάς.
ΕΠΙΜΑΝΙΚΑ
Ένα ακόμη κοινό ένδυμα που φορούν σε όλες τις βαθμίδες της ιεροσύνης. 
Συμβολίζουν τις χειροπέδες που είχαν φορέσει στον Ιησού οι σταυρωτές Του αλλά και την δύναμη του Θεού όπως διαχέεται μέσα από τα χέρια των κληρικών.
ΕΠΙΤΡΑΧΗΛΙΟ
Κοινό επίσης σε ιερείς και αρχιερείς. Εξαιτίας του Σάκου φαίνεται ελάχιστα στις αρχιερατικές στολές. Συμβολίζει την χάρη του Αγίου Πνεύματος όπως διαχέεται από τοπν ουρανό προς την γη. 
Στο πετραχήλι, όπως το λέμε όλοι, ακόμη και τα κρόσσια έχουν το δικό τους συμβολισμό. 
Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας αυτά, συμβολίζουν τις ψυχές των ανθρώπων του ποιμνίου τους, για τις οποίες είναι υπεύθυνοι και θα λογοδοτήσουν κατά την ήμερα της κρίσεως. 
Αυτές είναι μόνο οι βασικές εξηγήσεις πίσω από την σημειολογία των αμφίων.

Κείμενο Σταμάτη Αννα

http://www.dogma.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η εξάπλωση του Χριστιανισμού κατά τους τρεις πρώτους αιώνες

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Αυγούστου, 2013

Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΠΡΩΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ
Ο πολέμιος του Χριστιανισμού ο Ρουσσώ, αναγκάστηκε να ονομάσει την ιστορία της ιδρύσεως και εξαπλώσεως του Χριστιανισμού ένα «συνεχές θαύμα». Είναι πολύ χαρακτηριστική η ομολογία του: «μετά τον θάνατο του Ιησού Χριστού, γράφει, δώδεκα πτωχοί ψαράδες και αγράμματοι επιχείρησαν να διδάξουν και να επιστρέψουν τον κόσμο. Απλή ήταν η μέθοδός τους.
Κήρυτταν χωρίς τέχνη, αλλά με καρδιά γεμάτη κατάνυξη. Και το καταπληκτικότερο από όλα τα θαύματα… είναι η αγιότητα της ζωής τους. Οι μαθητές ακολούθησαν το παράδειγμά τους και η επιτυχία υπήρξε θαυμαστή…
Οι φιλόσοφοι, οι οποίοι δεν έβρισκαν το συμφέρον τους στην θρησκεία αυτή που δίδασκε την ταπείνωση, ενώθηκαν με τους ιερείς τους. Οι περίγελοι και οι βρισιές έπεφταν από παντού στη νέα αυτή θρησκεία. Ξεσηκώθηκαν οι διωγμοί και οι διώκτες δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να επιταχύνουν την εξάπλωση της θρησκείας εκείνης, την οποία ήθελαν να καταπνίξουν. όλοι οι Χριστιανοί έτρεχαν στο μαρτύριο και όλοι ζητούσαν το βάπτισμα. Η ιστορία των πρώτων χρόνων είναι ένα διαρκές θαύμα».
………………………
Εμείς οι χριστιανοί που ζούμε στο τέλος του 20ου αιώνα, έχουμε συνηθίσει το θαύμα της ιδρύσεως τήςΕκκλησίας. Δεν μας κάνει ίσως την  εντύπωση που προκάλεσε στον κόσμο των πρώτων χριστιανικών αιώνων.
……………………….
Ας μεταφερθούμε για λίγο στην ιστορικές εκείνες στιγμές της παρουσίας του Κυρίου στη γη μας για να παρακολουθήσυμε το θαύμα της εξαπλώσεως του  Χριστιανισμού.
Όταν ο Κύριος ζούσε τα πλήθη ενθουσιάζονταν μεν από τα θαύματα και τις διδασκαλίες του και έτρεχαν πίσω του για να απολαύσουν τις ευεργεσίες του. Δεν ήταν όμως πολλοί εκείνοι που έμεναν αφοσιωμένοι κοντά του. Λίγοι μόνο μαθητές και λίγες γυναίκες. Και στο τέλος της ζωής του Κυρίου θα έλεγε κανείς ότι τα πράγματα χειροτερεύουν ακόμη. Ο ένας από τους πιο στενούς μαθητές του όχι μόνον τον εγκαταλείπει, αλλά και τον προδίδει και γίνεται αιτία της συλλήψεως και της καταδίκης του. άλλος ένας ακόμη, και μάλιστα ο περισσότερο θερμός και φλογερός, ο Πέτρος, αρνείται με όρκο επανειλημμένως ότι τον γνωρίζει. Και όταν ο Κύριος συλλαμβάνεται από τους εχθρούς του, οι υπόλοιποι δέκα τον εγκαταλείπουν και φεύγουν. έτσι όλο το έργο που επί τρία χρόνια ο Χριστός επιτέλεσε στους μαθητές του φαίνεται να καταρρέει και να καταστρέφεται.
Αλλά και ο ίδιος πως τελεειώνει τη ζωή του;
Προδωμένος, εγκαταλελειμένος ανέρχεται στο θανατικό και πλέον εξευτελιστικό όργανο. Στο σταυρό. Και γεμάτος αγωνία, πληγωμένος, διψασμένος, μέσα σε βρισιές και εξευτελισμούς, πεθαίνει σαν κακούργος.
Ο Κύριος βεβαίως πεθαίνει, αλλά μετά τον θάνατο ακολουθεί η ανάσταση. Το σκηνικό αλλάζει τελείως τώρα. Αλλάζουν τα δεδομένα που υπήρχαν. Αντίθετα με κάθε ανθρώπινη πρόβλεψη.
Δεν έχουμε πλέον φυγή και απογοήτευση μαθητών, αλλά το αίσθημα της νίκης και του θριάμβου. Οι μαθητές συναθροίζονται και διακηρύσσουν ότι ηγέρθη ο Κύριος όντως. Οι ψυχές τους πλημμυρίζουν από χαρά μεγάλη και περνούν τις μέρες τους «αινούντες και ευλογούντες τον Θεόν». Δεν έχουμε λοιπόν απλή μεταβολή ψυχικής διαθέσεως των μαθητών, αλλά ριζική αλλαγή.έχουμε επανάσταση στο εσωτερικό τους, η οποία τους μεταβάλλει τελείως και τους παρουσιάζει καινούργιους ανθρώπους, εντελώς διαφορετικούς απ   ὅτι ήταν προηγουμένως.
Από την ιστορική ημέρα της Πεντηκοστής, τη γενέθλια ημέρα της εκκλησίας, το θαύμα της εξαπλώσεως της χριστιανικής πίστεως έχει πλέον αρχίσει.
Δώδεκα ψαράδες ξεκινούν για την πνευματική κατάκτηση της Οικουμένης. Ποιός τους αποστέλλει;
   Ο Διδάσκαλός τους, που τερμάτισε τη ζωή του πάνω στο σταυρό. Ποιά τα εφόδια των αποστόλων;
«Ιδού εγώ αποστέλω υμάς ως άρνας εν μέσω λύκων» (Λουκ. ι  3)
«μη κτήσησθε χρυσόν μεδέ άργυρον μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας υμών, μη πήραν εις οδόν μηδέ δύο χιτώνας μηδέ υποδήματα, μηδέ ράβδον» (Ματθ. ι 9-10).
Δώδεκα άνθρωποι, χωρίς κανένα υλικό εφόδιο, έπαιρναν την εντολή, το μεγάλο σύνθημα, να κατακτήσουν την οικουμένη, να αιχμαλωτίσουν στην χριστιανική πίστη και αλήθεια τις ψυχές των ανθρώπων, να επεκτείνουν παντού την πνευματική βασιλεία, την εκκλησία του Χριστού.
Οι απόστολοι έπρεπε να κατακτήσουν πνευματικώς την οικουμένη, που την είχε υποτάξει πνευματικώς η Ρώμη με τους λεγεωνάριούς της. Οι άοπλοι και αγράμματοι ψαράδες να αντιμετωπίσουν τον κολοσσό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι αδύνατο να κριθεί με ανθρώπινα κριτήρια το ασύλληπτο σε τόλμη εγχείρημά τους. Οι ψαράδες της Παλαιστίνης να αλλάξουν την θρησκεία της Ρώμης και όλων των λαών της εποχής τους. Αυτό ακριβώς ζητούσαν. Οι εθνικοί έπρεπε να αρνηθούν τους θεούς τους, τους οποίους η μεγαλοφυής φαντασία ενός Ομήρου παρέστησε ως αθανάτους και να δεχθούν ως Θεό τους ένα σταυρωμένο. Μιλούσαν βέβαια οι απόστολοι και για την ανάστασή του. Διέτρεχαν όμως τον κίδνυνο να χλευασθούν, όπως ο Παύλος στο βράχο του Αρείου Πάγου από τους Αθηναίους.
Πως να αντιμετωπίσουν έπειτα οι απόστολοι τους έλληνες φιλοσόφους, στους οποίους το κήρυγμα του Εσταυρωμένου φαινόταν τρέλλα. Και ήταν εύκολο να πείσουν οι κήρυκες του Ευαγγελίου τους ειδωλολάτρες να εγκαταλείψουν θρησκεία, ήθη, έθιμα, νοοτροπία, ολόκληρο το παρελθόν τους, και προ πάντων την ελκυστική ζωή της αμαρτίας, για να πιστεύσουν στον Χριστό, που προέβαλλε δόγματα και θαύματα και ανώτερη ηθική και πειθαρχημένη ζωή, που απαιτεί κόπους, αγώνες, θυσίες και αυτό ακόμη το μαρτύριο σε ορισμένες περιπτώσεις;
Εάν εβλεπαν ανθρώπινο το έργο τους οι απόστολοι, η δεν θα ανελάμβαναν την εξάπλωση του Χριστιανισμού, η θα διαλύονταν με το πρώτο εμπόδιο και θα επέστρεφαν απογοητευμένοι στις βάρκες και τα δίχτυα τους.
Ο Μέγας Ναπολέων έλεγε χαρακτηριστικά:
«Δεν υπάρχουν στον κόσμο παρά μόνο δύο δυνάμεις, το σπαθί και ο λόγος. Καθώς περνά ο χρόνος, ο λόγος νικά το σπαθί». Και δεν είχε καθόλου άδικο. Το βλέπουμε στην ιστορία της επεκτάσεως του Χριστιανισμού. Οι απόστολοι χώρις όπλα και βία, με μοναδικό όπλο τον παντοδύναμο λόγο του εσταυρωμένου, όρμησαν και κατέκτησαν πνευματικώς τον κόσμο.
Οι μεγάλοι σοφοί της εποχής εκείνης μιλούσαν με περιφρόνηση για την προσπάθεια των αποστόλων. Χαρακτήριζαν την εκκλησία του Χριστού παραφυάδα και αίρεση του ιουδαισμού, ανάξια προσοχής. Ο Κέλσος ελεγε ειρωνικώς ότι η θρησκεία αυτή καλούσε μόνο τους ανόητους. Που να φαντασθούν οι σοφοί και ισχυροί του κόσμου, ότι η μικρή και άοπλη ομάδα των αποστόλων του Χριστού, θα αύξανε καταπληκτικά, θα υπέτασσε μια μέρα πνευματικώς την πανίσχυρη Ρώμη και θα ανέτρεπε και τους μεγαλύτερους φιλοσόφους.
«Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά». (Α  Κορ. α  27)
Για την αλματώδη διάδοση του Χριστιανισμού μιλούν όχι μόνο Χριστιανοί, αλλά και ειδωλολάτρες συγγραφείς. ήδη ο απόστολος Παύλος μιλά περί «εκκλησιών εθνών».Η ακτινοβολία του πνευματικού ηλίου, του Χριστού, εισχώρησε παντού, ακόμη και στα ανάκτορα του Καίσαρος: «ασπάζονται υμάς πάντες οι άγιοι, μάλιστα δε οι εκ της Καίσαρος οικίας» (Φιλιπ. δ 22).
Για την θαυμαστή εξάπλωση της εκκλησίας μιλά τον 2ο αιώνα μ.Χ. ο μεγαλόφωνος απολογητής του Χριστιανισμού Τερτυρλλιανός: «Το κράτος, κραυγάζουν (οι ειδωλολάτρες) πολιορκείται. Μέχρι τους αγρούς, τις οχυρωμένες πόλεις, στα νησιά, υπάρχουν Χριστιανοί… άνθρωποι κάθε γένους, κάθε ηλικίας, κάθε οικονομικής καταστάσεως, κάθε μορφώσεως και κάθε κοινωνικής τάξεως είναι οι Χριστιανοί».
Και ο ίδιος σημειώνει «είμαστε μόλις χθεσινοί και όμως γεμίσαμε τη γη και κάθε τι που σας ανήκει: τις πόλεις, τα νησιά, τα φρούρια, τους αυτόνομους τόπους, τους τόπους των συνελεύσεων, αυτά τα στρατόπεδα, τους συλλόγους των πατρικίων, τις δεκαρχίες, το ανάκτορο, την σύγκλητο και την αγορά. Δεν σας αφήσαμε τίποτε άλλο παρά μόνο τους ειδωλολατρικούς ναούς».
ας ακούσουμε όμως και την φωνή των εθνικών συγγραφέων. Μένουν κατάπληκτοι από την ορμή με την οποία εκτείνεται η εκκλησία.
Ο Σουετώνιος (41-54 μ.Χ.) αναφέρει, ότι ο αυτοκράτορας πήρε μέτρα κατά των Χριστιανών, γιατί αυτοί  πληθύνονταν με απίστευτο ρυθμό.
Ο Τάκιτος (64 μ.Χ.) αναγκάζεται να χαρακτηρίσει τους χριστιανούς της Ρώμης «υπερμεγέθες πλήθος».
Ο Πλίνιος, ρωμαίος άρχοντας στην Μ. Ασία. (105 μ.Χ.) γράφει στον αυτοκράτορα Τραϊανό: «Η υπόθεση του χριστιανισμού μου φάνηκε άξια σκέψεως, προ πάντων για τον αριθμό των ατόμων, τα οποία επαπειλεί ο κίνδυνος. Είναι πλήθος ανθρώπων κάθε ηλικίας και τάξεως και φύλου και κάθε μέρα και πολλοί άλλοι θέλουν να ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Ο λοιμός της δεισιδαιμονίας αυτής μόλυνε όχι μόνο τις πόλεις, αλλά και τα χωριά και τις εξοχές».
Δεν διστάζει να ομολογήσει ο Πλίνιος, ότι οι ναοί των ειδώλων από πολύ καιρό είχαν ερημωθεί.
2. Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας
 Ενα διηνεκές θαύμα, κατά τη φράση του Ρουσσώ η ίδρυση και η επέκταση της εκκλησίας. Και το θαύμα γίνεται ακόμη εκπληκτικότερο, αν σκεφθούμε τον άνισο, τον σκληρό και τραχύ αγώνα, που ανέλαβε από την πρώτη στιγμή η Εκκλησία. Δεν βρήκαν ανθόσπαρτο το δρόμο τους οι απόστολοι. Το διωγμό έβλεπαν και περίμεναν στην πορεία τους:
«Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσι» (Ιωάν. ιε 20).
Οι λόγοι του Κυρίου εκπληρώθηκαν μέχρι λεπτομερείας. Η ιστορία δεν αναφέρει διωγμούς εναντίον άλλης θρησκείας. Δέκα διωγμούς αντιμετώπισαν οι Χριστιανοί των τριών πρώτων αιώνων. Δέκα διωγμούς τον ένα φοβερότερο από τον άλλο.
«Τριακόσια χρόνια σατανικών διωγμών. Μιλούμε για διωγμούς αλλά δεν ξέρουμε τι θα πει διωγμός. Είναι πολύ δύσκολο να αναπαραστήσει κανείς στην φαντασία του, τι σήμαινε διωγμός. Και μόνο να επισκεφθεί κανείς σήμερα το μουσείο που φυλάσσονται τα όργανα των βασανιστηρίων εκείνων, καταλαμβάνεται από πρωτοφανή φρίκη». (Β. Πλουμίδης)
Τι ήταν οι διωγμοί;
ο Ηλίας Μηνιάτης το λέει ωραία: «Βλέπω λίγα πρόβατα να πολεμούν με λύκους, μάλιστα με λιοντάρια, με δράκοντες και άλλα θηρία, αναρίθμητα σε πλήθος, ανήμερα σε αγριότητα, θανατηφόρα στο φαρμάκι… Μα τι παράδοξο θέαμα… Βλέπω και… εκείνα τα λίγα πρόβατα νίκησαν, έδιωξαν και διασκόρπισαν και λύκους και λιοντάρια και όλα τα θηρία».
Εκατομμύρια μαρτύρων, εκατομμύρια τάφων στις κατακόμβες, ποταμοί αίματος. Στο Κολοσσαίο της Ρώμης, αν ήταν δυνατόν να γίνει μια χημική ανάλυση του χώματος της παλαίστρας θα έδειχνε αυτή την πραγματικότητα, όχι ως ιστορική πλέον, αλλά ως χημική πραγματικότητα αίματος. Και το Κολοσαίο μας θυμίζει τους αυτοκράτορες, μεταξύ των οποίων εξέχει ο θηριώδης Νέρων.
Και ήταν φυσικό να ξεσπάσουν εναντίον των Χριστιανών οι πιο άγριοι και απάνθρωποι διωγμοί. Γιατί ο Χριστιανισμός κηρύχθηκε από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες «αθέμιτη θρησκεία». Η φυλάκιση, η μαστίγωση, οι αναρτήσεις, το ξέσχισμα των σαρκών με ειδικούς ξυστήρες, το πυρακτωμένο μολύβι, οι στρεβλώσεις των χεριών και των ποδιών, ο διαμελισμός, το σπάσιμο των σκελών, οι ακρωτηριασμοί, η εξόρυξη των ματιών, ο πνιγμός, η αγχόνη, ο αποκεφαλισμός με ξίφος, η σταύρωση, η εξορία, τα καταναγκαστικά έργα, ο λιθοβολισμός, τα δόντια των θηρίων, η πίσσα με την οποία άλλειφαν και έκαιγαν τους μάρτυρες τη νύχτα στους κήπους της Ρώμης, όλα τα τρομερά βασανιστήρια χρησιμοποιήθηκαν από τους διώκτες.
Επιπλέον άλλους τους εριχναν στα τηγάνια, άλλους τους έγδερναν το δέρμα ζωντανούς, άλλους καίγανε τις πληγές τους με αναμμένα κάρβουνα. Με τέτοιο καθεστώς διωγμών  εζησαν οι χριστιανοί των τριών πρώτων αιώνων και οδηγούνταν καθημερινά στο μαρτύριο.
Σήμερα μετά από συστηματική έρευνα γνωρίζουμε ότι κατά τους διωγμούς αυτούς των τριών πρώτων αιώνων του χριστιανισμού έχουμε 11.000.000 γνωστών μαρτύρων. Γιατί εκτός από αυτούς υπάρχουν και άλλοι, πολύ περισσότεροι ίσως, άγνωστοι.
Από το ένα μέρος μαχόταν η πάνοπλη και κραταιά ρωμαϊκή αυτοκρατορία με συμμάχους το μίσος των Ιουδαίων, τους εθνικούς φιλοσόφους και τους αιρετικούς, που υπονόμευαν τα θεμέλια τη εκκλησίας. Το άλλο στρατόπεδο το αποτελούσαν άοπλοι χριστιανοί. Πόλεμος μεταξύ λύκων και προβάτων.
Πόσες φορές οι διώκτες του χριστιανισμού κυριευμένοι από τη μανία τους προφήτευσαν το τέλος της εκκλησίας! «Αύριο δεν θα υπάρχει η εκκλησία» έλεγε ο Διοκλητιανός, που έχυσε ποταμούς χριστιανικού αίματος. Διέταξε μάλιστα μετά το φοβερό διωγμό του και έκοψαν νόμισμα με την επιγραφή «σε ανάμνηση του θανάτου του ονόματος των χριστιανών». Αλλά ο Διοκλητιανός πέθανε γυμνωμένος από την πορφύρα και το στέμμα, ενώ σε λίγο ανέβαινε στο θρόνο ο πιστός αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος. Ποιόν μεγαλύτερο θρίαμβο έχει να αναφέρει η ιστορία από την επικράτηση του Χριστιανισμού, παρ   ὅλους τους εξοντωτικούς διωγμούς;
Ο ιερός Αυγουστίνος έγραφε: «ήδη βλέπουν την εκκλησία και λένε: κινδυνεύει να πεθάνει. Σε λίγο θα χαθεί το όνομά της. Δε λίγο δε θα υπάρχουν πλέον χριστιανοί. Πέρασε πια ο καιρός τους. Κι ενώ λένε αυτά, αυτούς τους βλέπω κάθε μέρα να πεθαίνουν, και την εκκλησία να μένει πάντοτε όρθια, και να αναγγέλει τη δύναμη του Θεού σ   ὅλες τις γενιές.
Την εποχή αυτή του Μεγάλου Κωνσταντίνου ο Χριστιανισμός είχε απλωθεί στην Αραβία, την Παλαιστίνη, την Φοινίκη, την Μεσοποταμία, τη Συρία, την Κύπρο, την Μ. Ασία, την Αρμενία, την ελληνική χερσόνησο και βορείως μέχρι τον Δούναβη, ολόκληρη την Ιταλία, την Γαλλία, την Ισπανία, την Βρεταννία, την Βόρεια Αφρική από την Νουμιδία και την Τριπολίδα μέχρι την Αιγυπτο και τη έδεσσα. Οι ιστορικοί λένε ότι σε ορισμένες περιοχές οι χριστιανοί αποτελούσαν το μισό του πληθυσμού.
Το 100 μ.Χ. οι χριστιανοί ήταν 5.000.000. Το 200 λόγω των διωγμών 2.000.000. Το 300 μ.Χ. έφθασαν πάλι τα 5.000.000. Και το 4000 τα 10.000.000.
Και όλα αυτά μετά από τρεις αιώνες αίματος και διωγμών σκληρότατων. Κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει τη δύναμη της εξαπλώσεώς του.
Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΟ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
 Το χριστιανικό Βυζάντιο υπήρξε ο φωτοδότης του κόσμου. Οι βυζαντινοί ιεραπόστολοι, μεταλαμπάδευαν το φως του ευαγγελίου σ  ὅλο το γνωστό τότε κόσμο, έφθασαν μέχρι τις ερήμους της Σιβηρίας και της Κίνας. Το Βυζάντιο μετέβαλε πολλά ασυγκρότητα και βάρβαρα έθνη σε συγκροτημένα κράτη, όπως τη Ρωσία, την Βουλγαρία, την Σερβία, την Ουγγαρία.Αντίθετα όσοι λαοί βάρβαροι δεν δέχθηκαν την πολιτιστική επιρροή του Βυζαντίου, αυτοί εξαφανίσθηκαν από προσώπου γης, όπως οι Ούννοι οι Πετσενέγοι και άλλοι πολλοί.
Η ΒυζαντινήΕκκλησία, έχοντας συνείδηση της οικουμενικότητας του Χριστιανισμού, διοργάνωσε ένα ευρύ δίκτυο εξωτερικής ιεραποστολής, η οποία κυριολεκτικώς εξημέρωσε απολίτιστους λαούς, ακόμη και ανθρωποφάγους.
ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Στο Βυζάντιο, Χριστιανισμός και Ελληνισμός βρίσκουν τήν ἁρμονικότερη σύνθεση καί εκδήλωση, η οποία διαποτίζει όλες τις πτυχές της ζωής του Βυζαντίου.
Τό κράτος που ίδρυσε ο Μέγας Κωνσταντίνος, και το οποίο ήταν ελληνικό, από την πρώτη ημέρα της ιδρύσεώς του παρουσίαζε εθνογραφική ποικιλία.όμως η Κωνσταντινούπολη για αιώνες υπήρξε ο χωνευτήριος λέβητας στον οποίο ακόμη και οι βάρβαροι με το χριστιανικό βάπτισμα και την ελληνική μόρφωση μεταμορφώθηκαν σε βυζαντινούς έλληνες.Η ορθόδοξη χριστιανική πίστη με τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό υπήρξε ο συνεκτικός δεσμός, που συνένωσε τους πολίτες του βυζαντινού κράτους σε μία οντότητα και σε κοινή εκπολιστιστική και ιεραποστολική προσπάθεια.
 ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Τη στιγμή που η Κωνσταντινούπολη ήταν αληθινή ευρωπαϊκή μεγαλούπολη, η οποία περιέκλειε μέσα στα τείχη της περισσότερα βιβλία και αριστουργήματα τέχνης ἀπό ὅσα εἶχε ολόκληρη η υπόλοιπη οικουμένη, οι μεγάλες σημερινές πρωτεύουσες της Ευρώπης, είτε δεν υπήρχαν, όπως το Βερολίνο, είτε ήταν, όπως το Παρίσι και το Λονδίνο, ελεεινά χωριά
Την περίοδο αυτή στην Ευρώπη οι άνθρωποι ζούσαν ημιβάρβαρη ζωή μέσα σε μια παχυλή αμάθεια και σκοτεινή δεισιδαιμονία. Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, διάφορα βαρβαρικά φύλα, όπως οι Ούνοι, Γότθοι και Βησιγότθοι κατέκλυσαν την Ευρώπη. Οι βάρβαροι αυτοί είχαν εκμηδενίσει την ιδέα του νόμου. Οι αρχαίοι άγγλοι, Γάλλοι και Γερμανοί, βρισκόταν ακομη και μέχρι τον 6ο αιώνα σε κατάσταση βαρβαρότητος. Αλλά και στους Σλαβικούς λαούς το ίδιο συνέβαινε. Σε ορισμένες περιοχές, όπως στο Κίεβο, θυσίαζαν ανθρώπους. Στις αρχές λοιπόν των βυζαντινών χρόνων η ανατολική αλλά και η Βορειοδυτική Ευρώπη ζει μέσα στη βαρβαρότητα.
 Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΑ ΕΘΝΗ
Μέσα σ  αὐτές τι δύσκολες και βάρβαρες συνθήκες το Βυζάντιο αρχίζει το μεγάλο έργο της εξαπλώσεως του Χριστιανισμού σε Ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο. Με μόνο όπλο την πίστη ότι στο έργο αυτό εχει σύμμαχο τον ίδιο τον Θεό, και με εφόδια τη χριστιανική πίστη και τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό.
Φορείς του Ευαγγελίου δεν ήταν μόνο κληρικοί ειδικών απεσταλμένοι, αλλά κάθε χριστιανός, που έφθανε σε ειδωλολατρική χώρα, σαν επισκέπτης, σαν έμπορος, σαν ναυαγός, σαν αιχμάλωτος.Υπάρχουν παμπολλες περιπτώσεις αιχμαλώτων που έγιναν ιεραπόστολοι. Στα 1.000 χρόνια της ζωής της η Βυζαντινή Αυτοκρατοία δεν έπαυσε να ακτινοβολεί προς όλες τις κατευθύνσεις τη χριστιανική αλήθεια.
 ΣΤΟΥΣ ΔΥΤΙΚΟΥΣ ΛΑΟΥΣ
Στην Αγγλία
Στην Αγγλία ο χριστιανισμός μεταδόθηκε από δύο έλληνες μοναχούς, τον Αυγουστίνο και τον Θεόδωρο τον Ταρσέα.Ο Θεόδωρος πάλεψε με υπεράνθρωπα εμπόδια, τα οποία πρόβαλαν τότε οι βάρβαροι γηγενείς. Περιόδευε τη χώρα, κήρυττε, βάπτιζε, χειροτονούσε ιερείς, ίδρυε μοναστήρια, σχολεία και ανώτερες σχολές. Με το ιεραποστολικό του έργο εξημέρωσε τους κατοίκους, έθεσε τα θεμέλια του πολιτισμού, της ενότητος και της εθνικής ανεξαρτησίας των άγγλων.Η αυλή του Μ. Καρόλου ήταν κέντρο ελληνικής παιδείας, γιατί οι έλληνες μοναχοί είχαν ερθει με ελληνικά χειρόγραφα και δίδασκαν την ελληνική παιδεία.
 Στην Γερμανία
Και στη Γερμανία λόγιοιέλληνες μοναχοί τον 10ο αιώνα δίδαξαν τον βυζαντινό πολιτισμό.
Εάν δεν υπήρχε το Βυζάντιο, η Δύση ποτέ δεν θα έφθανε στην Αναγέννησή της.
ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥΣ ΛΑΟΥΣ
Σημαντική υπήρξε η επίδραση του Βυζαντίου στους λαούς της Ανατολής και της Αφρικής.
 Στην Αιθιοπία
Θαυμαστός υπήρξε ο εκπολιτισμός της Αιθιοπίας. Δύο αδελφοί, ο Αιδέσιος και ο Φρουμέντιος, συνελήφθηκαν αιχμάλωτοι από τον ηγεμόνα της Αιθιοπίας. Αλλά οι αιχμάλωτοι ελευθέρσαν τον ηγεμόνα  ἀπό την πλάνη των ειδώλων και της βαρβαρότητας.
Μετά από δύο αιώνες, επί Ιουστινιανού, βρίσκουμε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας σε πλήρη ιεραποστολική ακμή. Οι κάτοικοι της Νουβίας, και οι βάρβαρες φυλές στα βουνά της Αιθιοπίας, οι οποίοι παλαιότερα θυσίαζαν ανθρώπους στον θεό ήλιο, εκπολιτίζονται και αναδεικνύουν χριστιανούς ηγεμόνες. Οι πόλεις γίνονται χριστιανικές και ελληνικά κέντρα, που διατηρούνται για αιώνες.
 Στους Πέρσες
Για τον εκχριστιανισμό της Σκυθίας, της Περσίας και της Φοινίκης έστειλε ιεραποστόλους ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Αυτός και από την εξορία ακόμη οργάνωνε το ιεραποστολικό αυρτό εργο. Πολλά πνευματικά του παιδιά του έστελναν χρήματα, τα οποία τα ξόδευε για την ίδρυση πνευματικών και ιεραποστολικών κέντρων για το φωτισμό των βαρβάρων, και για την οργάνωση έργων προνοίας στα αφιλόξενα μέρη της Αρμενίας.
Επί Ιουστινιανού εκχριστιανίσθηκαν βάρβαρες φυλές, όπως οι Τζάνοι, που ζούσαν με τη ληστεία.
Οι Πέρσες και οι άραβες ηγεμόνες ζητούσαν διαρκώς από το Βυζάντιο μηχανικούς, επιστήμονες, τεχνίτες  και ζωγράφους.Ο πολιτισμός τον οποίο έδωσαν κατόπιν οι άραβες στην Ευρώπη μέσω της Ισπανίας, είναι βυζαντινό δάνειο. Αλλά και το εκπολιτιστικό αυτό έργο είχε ένα μόνιμο υπόβαθρο: το ιεραποστολικό δίκτυο των ορθοδόξων επισκοπών, οι οποίες ιδρύονταν στα μέρη αυτά.
 Στην Κίνα
Το ιεραποστολικό εργο του Βυζαντίου έφθασε μέχρι την Κίνα, όπου το 823 μ.Χ. υπήρχε μοναστηριακό ιεραποστολικό κέντρο, ναοί και αρχιεπισκοπή. Την ίδια εποχή μεταφράστηκαν στην κινεζική γλώσσα χριστιανικά βιβλία και πολλοί Κινέζοι υπέμεναν μαρτυρικό θάνατο για την χριστιανική τους πίστη.
 ΣΤΟΥΣ ΣΛΑΒΟΥΣ
Σημαντικός όμως είναι και ο ρόλος του Βυζαντίου στον εκχριστιανισμό των Σλάβων.
 Στη Σερβία, Κροατία
ήδη επί Ηρακλείου έγιναν οι πρώτες ιεραποστολικές προσπάθειες για τον εκχριστιανισμό των Σέρβων και Κροατών.
 Στη Βουλγαρία
Οι συνέπειες της ιεραποστολής των βυζαντινών ιεραποστόλων φαίνονται καλύτερα ανάμεσα στους Βουλγάρους, οι οποίοι μέσα σε 3 γενιές πήραν θέση ανάμεσα στα πολιτισμένα έθνη. Ο πρώτος αρχιεπίσκοπος Ιωσήφ μετέβη στη Βουλγαρία συνοδευόμενος από τεχνίτες, αρχιτέκτονες, ζωγράφους. Ο γιος του πρώτου χριστιανού βασιλέως ο Συμεών, σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη τη ρητορική του Δημοσθένους και τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, διότι στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως έρχόταν τότε οι φοιτητές όλης της αυτοκρατορίας και οι ξένοι που ερχόταν από τον αραβικό κόσμο και κάποτε και από την Δύση. Ο Συμεών, όταν επέστρεψε στη Βουλγαρία, ανέθεσε σε μορφωμένους τη μετάφραση διαφόρων ελληνικών έργων, θεολογικών και μη. Συγχρόνως οι έλληνες καλλιτέχνες μύησαν τους Βουλγάρους στα μυστικά της βυζαντινής τέχνης και έτσι δημιουργήθηκε μια βουλγαροβυζαντινή τέχνη. Τότε ήταν ο χρυσός αιώνας του σλαβικού πολιτισμού που διαπλάστηκε πάνω σε βυζαντινά πρότυπα.
 Στην Μοραβία
Σημαντικότατη υπήρξε η ιερποστολική δράση των αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου κατά τον 9ο αιώνα. Αυτοί ήταν έλληνες από τη Θεσσαλονίκη. Ο Κύριλλος είχε ανώτερη μόρφωση, ήταν μαθητής του Φωτίου και χαρτοφύλαξ του Πατριαρχείου, καθηγητής Φιλοσοφίας και Θεολογίας στη σχολή της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μεθόδιος είχε πρακτικές ικανότητες και χρημάτισε διοικητής σλαβικής επαρχίας. Αυτοί έγιναν απόστολοι των Σλάβων και ιδαιτέρως στη Μοραβία. Γνώριζαν την σλαβική γλώσσα και εφεύραν την γλαγολιτική γραφή παίρνοντας τα περισσότερα γράμματα από την ελληνική γλώσσα. Μετέφρασαν στη σλαβική γλώσσα ολόκληρη σχεδόν την Αγία Γραφή και πάρα πολλά εκκλησιαστικά βιβλία.
έτσι ένας νέος δρόμος άνοιγε στη νότια και κεντρική Ευρώπη για την ελεύθερη διείσδυση του ελληνοχριστιανικού πνεύματος στη Δυτική Ευρώπη.
 Στην Πολωνία
Από τη Μοραβία ο χριστιανισμός μεταδόθηκε στη Βοημία και στην Πολωνία. Η μετάδοση αυτή έγινε από τους μαθητές του Κυρίλλου και Μεθοδίου. Οι χριστιανοί της Βοημίας έδειξαν θαυμαστή πνευματική πρόοδο. αν και οι Πολωνοί ήταν υποκείμενοι στις επιθέσεις από τον φραγκικό και λατινικό κλήρο, ωστόσο ο χριστιανισμός άνθησε στη Βοημία όλο το 10ο αιώνα. Η αυλή της Πράγας έγινε κέντρο ενός προηγμένου πολιτισμού.
Σ  ὅλους τους βαρβαρικούς λαούς το Βυζάντιο δεν έφερνε μόνο τη θρησκεία. Μαζί μ  αὐτήν έφερνε την ιδέα του κράτους, τις μορφές διοικήσεως, το δίκαιο για να ρυθμίζει τις μεταξύ τους σχέσεις, την εκπαίδευση, μέχρι και το κυρίλλειο αλφάβητο με το οποίο θα γραφεί και θα παγιωθεί η γλώσσα τους. έλληνες δάσκαλοι ερχόταν να διδάξουν στα σχολεία. έλληνες ιερείς λειτουργούν στην καινούργιες εκκλησίες φτιαγμένες στο σχέδιο των βυζαντινών και στολισμένες από βυζαντινούς καλλιτέχνες με λαμπρά μωσαϊκά. Τα κύρια έργα της βυζαντινής φιλολογίας μεταφράζονται μετά το Ευαγγέλιο στα σλαβικά και δίνουν έτσι μοντέλα που προετοιμάζουν σε κάθε χώρα την γέννηση της εθνικής φιλολογίας. έτσι όλα τα βάρβαρα έθνη γίνονται πραγματικοί λαοί. Για όλη την ανατολική Ευρώπη, το Βυζάντιο ήταν αληθινά ο μεγάλος παιδαγωγός.
 Στη Ρωσία
Ο χριστιανισμός διαδόθηκε στους Ρώσους κυρίως μετά τη βάπτιση της συζύγου του Ιγώρ, άννης (954 μ.Χ.) και αργότερα του εγγονού της Βλαδιμήρου (987 μ.Χ.) Σημαντικό ρόλο έπαιξε και ο γάμος του με την βυζαντινή πριγκίπισσα άννα, αδελφή του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου.Η Ρωσία εγινε έτσι ένα είδος βυζαντινής αποικίας. Οι Ρώσοι μητροπολίτες ήταν έλληνες, οι ηγεμόνες νυμφεύονταν Ελληνίδες και επισκεπτόταν τον Βόσπορο. Ο Βλαδίμηρος και ο Ιαροσλάβος ίδρυσαν πολυάριθμα σχολεία τα οποία διευθύνονταν από έλληνες κατά το βυζαντινό πρότυπο. Επίσης ίδρυσαν ναούς και μοναστήρια. Σημαντική επίσης υπήρξε η επίδραση του Βυζαντίου στη Ρωσική τέχνη.
Ο χριστιανισμός της Ρωσίας με τη σειρά του επέδρασε, ως ενδιάμεσος κρίκος στη Δύση. Διότι οι πόλεις της ήταν ορθάνοικτες και πολύ γνωστές στη Γερμανία, Γαλλία και Αγγλία. Οι ηγεμόνες της συγγενεύανε με όλες τις ευρωπαϊκές αυλές και η βυζαντινή επίδραση διείσδυσε μέσω τη Ρωσίας.
 ΤΟ ΘΑΥΜΑ
Ο εκχριστιανισμός όλων αυτών των λαών της Ανατολής και της Δύσεως κατά τους Βυζαντινούς χρόνους είναι ένα αληθινό θαύμα, το οποίο οφείλεται στο ιεραποστολικό έργο του Βυζαντίου. Η Εκκλησία έτσι «παρέλαβε αιμοδιψείς λύκους και τους μεταμόρφωσε σε ήμερα και άκακα αρνία. Στις σελίδες της ιστορίας παρελαύνουν ονόματα γνωστών και μεγάλων ιεραποστόλων, που εκπολίτισαν ολόκληρους άγριους λαούς.Αναρίθμητοι όμως είναι οι άγνωστοί ιεραπόστολοι, που κατασπαράχθηκαν από τους κανίβαλους, όπως τα πρόβατα από τους λύκους…». όπου πάτησαν το πόδι τους οι ιεραπόστολοι, τα θαύματα της εξημέρωσης των αγρίων δεν άργησαν να φανούν. Γι   αὐτό, όπως υποστηρίζουν οι ιστορικοί, το εργο των ιεραποστόλων υπήρξε μια από τις δόξες του Βυζαντίου.
Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ
 Οσα μέχρι τώρα ειπωθηκαν στις 2 προηγούμενες εισηγήσεις, αποδεικνύουν ότι δια του ιεραποστολικού έργου της αρχαίας και της βυζαντινής εκκλησίας «λαοί καθήμενοι εν σκότει είδον φως μέγα και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς».
Αλλά το θαυμάσιο αυτό αποτέλεσμα δεν παρατηρείται μόνο στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η στην βυζαντινή εποχή. Σήμερα το ιεραποστολικό έργο των διαφόρων χριστιανικών δογμάτων κομίζει το φως του Χριστού έως τα πέρατα της οικουμένης.
Ο σημερινός ιεραπόστολος εργάζεται με τούβλα και με ασβέστι, με το φυσερό και το πριόνι τόσο καλά, όσο και με τα κηρύγματα και με την ιατρική πράξη. Ο μοναδικός κοινωνικός εργάτης στις μακρινές χώρες της ιεραποστολής είναι ο ιεραπόστολος. Αυτός διδάσκει στο σχολείο, αυτός χτίζει, νοικοκυρεύει, φωτίζει, εκπολιτίζει. Αυτός συντηρεί σχολεία, ορφανοτροφεία, κατηχητικά σχολεία, κατασκηνώσεις.
1. Από το σύγχρονο ιεραποστολικό έργο των Δυτικών (καθολικών και Προτεσταντών)
 Η ιστορία του σύγχρονου ιεραποστολικού εργου περικλείει αληθινά σελίδες δόξης, αποστολικής αυταπαρνήσεως και ηρωικού μεγαλείου. Νέοι και νέες με ανώτερη μόρφωση και χαρακτήρα δυνατό, προσόντα που θα μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν μια λαμπρή σταδιοδρομία αφήνουν τις πατρίδες τους και πορεύονται σε τροπικές χώρες που μαστίζονται από μεταδοτικές ασθένειες, για να ζήσουν συχνά ανάμέσα σε άγριους ανθρώπους.
Στους καννίβαλους
Στις ένδοξες σελίδες της ιεραποστολής θαυμάζει κανείς όχι μόνο το ψυχικό μεγαλείο των ιεραποστόλων, αλλά γνωρίζει και τους καρπούς της χριστιανικής αναγεννήσεως σε υποδειγματική χριστιανική ζωή των πρώην καννιβάλων και ανθρωποφάγων.
Αναφέρουμε το εξής συγκλονιστικό παράδειγμα:
Σ   ἕνα μέρος της Αφρικής οι καννίβαλοι κτυπούσαν τα κεφάλια των θυμάτων τους σ   ἕνα βράχο. Με τον τρόπο αυτό σκότωναν και καταβρόχθιζαν τους ανθρώπους. Επισκεφθηκαν όμως την περιοχή τους ιεραπόστολοι και κήρυξαν το Ευαγγέλιο. Οι άγριοι οι οποίοι πίστευσαν και βαπτίσθηκαν, λάξευσαν το βράχο του αίματος και κατασκεύασαν κολυμβήθρα, για να βαπτίζουν τα παιδιά τους.
Στους αγρίους της Παταγονίας
ας θυμηθούμε και το παράδειγμα των αγρίων της Παταγωνίας. όταν τους επισκέφθηκε ο Δαρβίνος έχασε κάθε ελπίδα για τον εκπολιτισμό τους. όταν επέστρεψε στην Ευρώπη δήλωσε ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν αποκτηνωθεί ανεπανόρθωτα.Αργότερα ήλθαν στην Παταγωνία ιεραπόστολοι και κήρυξαν το ευαγγέλιο. Οι άγριοι έγιναν ήμεροι και εκπολιτίσθηκαν. Η μεταβολή υπήρξε τόσο καταπληκτική, ώστε ανέπτυξαν ακόμη και ποίηση. Ο Δαρβίνος αφού επισκέφθηκε και πάλι, ομολόγησε το λάθος του, παραδέχθηκε το θαυμαστό γεγονός της μεταβολής τους, της ψυχικής τους μεταμορφώσεως και πρόσφερε χρηματικό ποσό για ενίσχυση του ανακαινιστικού ιεραποστολικού έργου.
Σ  ὅλες τις χώρες των χριστιανικών ιεραποστολών βλέπει κανείς τα τρόπαια της χριστιανικής αγάπης. Μέσα στις ζούγκλες και τις σαβάνες, ιατρικοί σταθμοί και νοσοκομεία. Εκεί που ξεκοκκαλίζονταν τα θύματα των ανθρωποφάγων, δένονται τώρα πληγές και θεραπεύονται ασθενείς.
Ιατρική φροντίδα
Αξιόλογη είναι η ιατρική πρόνοια της ιεραποστολικής κινήσεως των νεωτέρων χρόνων. Οι ιεραποστολές διατηρούν νοσοκομεία, ιατρικούς σταθμούς, ορφανοτροφεία, γηροκομεία. όλα αυτά είναι εστίες φωτός στον ειδωλολατρικό κόσμο, ο οποίος ζει κυριολεκτικά στο σκοτάδι.
Η κατάσταση σε πολλές χώρες ιεραποστολής είναι απελπιστική. Η βρώμα, η ψείρα και τα ζώα είναι οι αχώριστοι σύντροφοι των αρρώστων. Ξαπλωμένοι πάνω σε τομάρια, τυλιγμένοι με κουρέλια, βγάζουν άναρθρες κραυγές. έξι και επτά άρρωστοι σ   ἕνα κρεββάτι δεν είναι σπάνιο πράγμα, όταν φουντώσει η επιδημία. Μέσα σε μια τέτοια κόλαση ερχονται οι ιεραπόστολοι με το ιατρικό τους επιτελείο.
Στο νησί των λεπρών
Συγκινητικός είναι ο ύμνος των λεπρών του νησιού Μολοκάϊ, οι οποίοι αναγεννήθηκαν από τον καθολικό Βέλγο ιεραπόστολο Δαμιανό, ο οποίος προσβλήθηκε κι αυτός από την φοβερή ασθενεια και πέθανε λεπρός. έψαλλαν οι λεπροί: «Να η συντροφιά των καλών αδελφών, εμπνευσμένοι από το πνεύμα του, που σαν τον θείον Λυτρωτή δείχνουν σε μας την αγάπη. έτσι δείχνει ο ουρανός την αγάπη του και γλυκαίνει τους πόνους μας. Από τον πόνο, το ξέρουμε, θα φυτρώσει η αιώνια χαρά».
 Στις επιδημίες
Συγκινητική είναι η δράση των ιεραποστόλων, όταν οι επιδημίες θερίζουν τους ιθαγενείς. Στην Κίνα ο ιεραπόστολος Πωλ Μίλλερ, ξεκινά με το ποδήλατο, για να μεταφέρει τον ορό στις προσβεβλημένες περιοχές του Κανσού. Περιπλανιέται τρεις μέρες σε αφιλοξένα εδάφη νηστικός, τρέχει την ημέρα και τη νύχτα με το φως του φεγγαριού, περνά ποτάμια χωρίς γέφυρες με το ποδήλατο στην πλάτη. Και μόλις φθάνει αποκαμωμένος, αρχίζει αμέσως τον αγώνα. Εμβολιασμοί, μέτρα καθαριότητος και απομονώσεως, καταπολέμηση πανικού, ταφή των νεκρών και στο τέλος πεθαίνει και ο ιατρός. Και είναι τόσα τα παραδείγματα των χριστιανών γιατρών, που πεθαίνουν πάνω στο καθήκον.
Στις θεομηνίες
Σημαντική είναι η δράση των ιεραποστόλων στις μέρες των θεομηνιών. Ο ιεραποστολικός σταθμός γίνεται τότε εστία φιλανθρωπικής ακτινοβολίας. Εκεί μοιράζεται συσσίτιο στους πεινασμένους. Εκεί νοσηλέυονται οι άρρωστοι. Εκεί καταφεύγουν τα ορφανά και οι απροστάτευτοι.Από κει εκπηγάζει κάθε ενέργεια για τη διατροφή, τη στέγαση, τη νοσηλεία των ασθενών, για την ταφή των νεκρών, για την εύρεση εργασίας των ανέργων, για το ντύσιμο των πτωχών, για το περιμάζεμα των ζητιάνων. Και το αποτέλεσμα; Νέο κύμα ιθαγενών κατακλύζει το ιεραποστολικό σταθμό μόλις τελειώσει η θεομηνία. Το ξεχείλισμα της αγάπης των Χριστιανών τους συγκίνησε βαθειά. Θέλουν κι αυτοί να γίνουν μαθητές του Θεού της αγάπης. Είκοσι ολόκληρα χωριά της Κίνας προσεχώρησαν στον Χριστιανισμό σε μια τέτοια περίσταση. Και για να δείξουν έμπρακτα τη μετάνοιά τους, γκρέμισαν τις παγόδες τους, έκαψαν τα είδωλα, έχτισαν εκκλησίες και χριστιανικά σχολεία, και ύψωσαν το σταυρό στις εισόδους των χωριών.
 2. Από το σύγχρονο ιεραποστολικό έργο της Ορθοδόξου Εκκλησίας
Η πτώση του Βυζαντίου συντέλεσε στη διακοπή του Ορθοδόξου ιεραποστολικού του έργου. όμως και κατά τα νεώτερα χρόνια, δεν έλειψαν τα δείγματα της ορθοδόξου ιεραποστολικής δράσεως τώνΟρθοδόξων Εκκλησιών.
Η Ρωσία
Κατ   ἀρχήν, η Ρωσική Εκκλησία, μετά την πτώσι του Βυζαντίου συνέχισε αξιέπαινα την λαμπρή παράδοση της ιεραποστολής. Ρώσοι ιεραπόστολοι εργάσθηκαν στην Φιλανδία, Εσθονία, Λιθουανία, Αλάασκα, Καμτσάκα, Τουρκεστάν, Κίνα, Κορέα, Ιαπωνία, Μαντζουρία, και λίγο στην Νότια Αμερική.
Στην Ιαπωνία
Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ιαπωνίας ιδρύθηκε το 1871 από τον περίφημο ιεραπόστολο   Αρχιμανρίτη Νικόλαο, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Καζάτκιν. Η οργανωμένη ιεραποστολική εργασία του μέσα σε λίγα χρόνια είχε να επιδείξη μία μετάφραση της Καινής Διαθήκης, ένα εκδοτικό οίκο, ειδικό συνεργείο συγγραφέων και μεταφραστών, 265 ναούς, 2 οικοτροφεία, 3 περιοδικά, 30, 166 χριστιανούς, 37 ιθαγενείς ιερείς και 129 άλλους ιεραποστόλους. Η Εκκλησία μετά το 1917 συνάντησε πολλές δυσκολίες, για να γνωρίσει και πάλι περίοδο ακμής μόλις το 1952 με την άφιξη του ιερέως Μπεκίζ.
Στην Κίνα
Στην Κίνα μεταδόθηκε η ορθόδοξη πίστη τον 18ο αιώνα από ρώσους ιεραποστολους. Μετά την κομμουνιστική επικράτηση η ρωσική ιεραποστολή ανεκλήθη και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κίνας αναγνωρίσθηκε αυτόνομος από το Πατριαρχείο της Μόσχας. Αριθμεί περίπου 15.000 με 2 ιθαγενείς επισκόπους στο Πεκίνο και τη Σαγκάη. Επίσης στην Κίνα εκδίδεται ορθόδοξο περιοδικό στην κινεζική γλώσσα.
Στην Αλάσκα
Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλάσκας και των νησιών Αλεουτίνων ιδρύθηκε από ρωσική ιεραποστολή του 18ου αιώνος.Εκεί έδρασε ο περίφημος Ιωάννης Βενιαμίνωφ, μετέπειτα επίσκοπος Ιννοκέντιος και στη συνέχεια Μητροπολίτης Μόσχας, ο οποίος διέσωσε την Ορθοδοξία μεταξύ τωνΑλεουτίνων, Κολοχιανών, και Ινδιάνων ιθαγενών. Η Εκκλησία αυτή αριθμούσε 30.000 πιστούς.Ο πατήρ Κωνσταντίνος Γκέστ είναι ο πρώτος εσκιμώος ιερεύς, ο οποίος εξυπηρετεί δεκάδες ενοριών. Επισκέπτεται τακτικώς τα χωρία με λέμβο από δέρματα κατά το καλοκαίρι και με έλκυθρα συρόμενα από ζώα κατά τους χειμερινούς μήνες και κάποτε με ταχυδρομικό αεροπλάνο.
Στην Αρκτική Αμερική
Στην πολική περιοχή της Καμτσάκας και της Αρκτικής Αμερικής το έργο της ορθοδόξου ιεραποστολής ειναι αξιοθαύμαστο.Ο ταπεινός ορθόδοξος ιεραπόστολος οδοιπορεί σε απόσταση 500-600 λευγών, πάνω σε εύθραυστα μονόξυλα, η σε έλκυθρα με τάρανδες και πολλές φορές περπατώντας πεζός, αναζητώντας ανθρώπους, σκορπισμένους εδώ κι εκεί σ   εὐρύχωρες ερήμους η σε νησάκια κυκλωμένα από παγετούς.
Στην Κορέα
Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κορέας ιδρύθηκε από ρωσική ιεραποστολή στα τέλη του 19ου αιώνος. Στο πόλεμο της Κορέας, η παρουσία Ελλήνων αποτέλεσε σταθμό στο έργο της ιεραποστολής, το οποίο πλέον συνεχίζεται από έλληνα ιεραπόστολο. Ο αριθμός των ορθοδόξων αυξάνεται συνεχώς.
Στην Αφρική
Θαυμαστή είναι και η άνθηση της Ορθοδοξίας στην Αφρική. Ο Θεός ανέδειξε πολλούς εργάτες του Ευαγγελίου, με πρωτεργάτες τον π. Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο στο Κογκό και τον π. Ρουβήμ Μουκάσα στην Ουγκάντα. Στην ιεραποστολική αυτή προσπάθεια συντελεί η πνευματική και υλική ενίσχυση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και των ορθοδόξων μητροπολιτών της Αφρικής, αλλά και των άλλων ορθοδόξων εκκλησιών.
Επίλογος
Με την σύγχρονη ιεραποστολή το φως του Χριστού μεταδίεδετι σ  ὅλα τα έθνη.Απόδειξη της μεγάλης εκτάσεως του σύγχρονου ιεραποστολικού έργου είναι το γεγονός ότι η Αγία Γραφή έχει μεταφρασθεί μέχρι σήμερα σε 2500 περίπου γλώσσες και διαλέκτους. Το φως του Χριστού μεταδίδεται σ  ὅλα τα έθνη. Μέχρι να γνωρίσουν όλοι οι άνθρωποι το φως του Ευαγγελίου, μέχρι να απλωθεί ο χριστιανισμός σ  ὅλη τη γη.
 Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
1. Το νόημα της ιστορίας
Η παρουσία του Χριστού
Η παρέμβαση του Χριστού στην ανθρώπινη ιστορία (γέννηση, θάνατος, ανάσταση) είναι το κεντρικό γεγονός, το οποίο δίχασε την ιστορία, και ι άξωνας, γύρω από τον οποίο η ιστορία στρέφεται. Η ανατολή του αληθινού Φωτός φώτισε την οδό της Ιστορίας σ   ὅλο το βάθος και το πλάτος της. Προς τόνΙησού Χριστό κινούνταν όλο το παρελθόν, και από Αυτόν, ως αφετηρία κινείται το μέλλον.Ο άνθρωπος δεν είναι παιχνίδι που κρέμεται από την τύχη, δεν είναι εξάρτημα της φύσεως και παραδοδική ύπαρξη. Με την απολύτρωση του Χριστού, ο άνθρωπος υψώνεται πάνω από τον χρόνο και στις παροδικές στιγμές της ζωής του εισάγει την αιωνιότητα. έτσι η ύπαρξή του αποκτά νόημα και αξία. Το παρελθόν φωτίζεται δια του μέλλοντος, ενώ το αιώνιο μέλλον συναντάται με το παρελθόν.
Κέντρο ο Χριστός
Στο κέντρο, και πάνω από την ιστορία, στέκεται ο Χριστός, ο οποίος είναι «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας». (Εβρ. ιγ  8).
Ο σταυρός του είναι η τελιότατη αξιοποίηση της ιστορίας, είναι το κορύφωμα και μεγαλύτερη εκδήλωση της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, η ύψιστη εγγύηση ότι «τα διάφορα γεγονότα δεν είναι η σαρκαστική απάντηση της τυφλής τύχης, η των αδυσώπητων και άκαμπτων φυσικών νόμων που σπαράσσουν την ανθρώπινη ψυχή», αλλά τμήμα θείου σχεδίου και έκφραση της προαιωνίου βουλής του Θεού, η οποία δεν αφορά μόνο στην ανθρωπότητα ως ολότητα, αλλά και σε κάθε μία ψυχή ιδιαιτέρως. «Υμών και αι τρίχες της κεφαλής πάσαι ηριθμημέναι εισί».
Ολότητα ιστορίας
Η ιστορία λοιπόν δεν είναι απλώς περιγραφή των εγκλημάτων, της τρέλλας και της δυστυχίας του ανθρωπίνου γένους», όπως έλεγε ο Γίββων. Δεν είναι κάτι στατικό, απολιθωμένο και ακίνητο. Δεν είναι άστοχη και τυχαία κίνηση, κυκεώνας και σύμφυρμα γεγονότων. Η ιστορία είναι οργανική ολότητα, και κινείται μέσα στο πλαίσιο του απολυτρωτικού σχεδίου του Θεού και οδηγείται συνεχώς προς την πρόοδο. Η ιστορία είναι ποτάμι με πηγές, με παραποτάμια, με κοίτη που ολοένα ευρύνεται, με δέλτα εκβολών μεγαλοπρεπές.
Βασιλεία Θεού επί γης
Η βασιλεία του Θεού δεν είναι μόνο υπόθεση του μέλλοντος, αλλά είναι ζωντανή παρούσα πραγματικότητα, μικρά ζύμη που ζυμώνεται αργά και προοδευτικά το φύραμα της ανθρωπότητας.Η ζύμη αυτή δρα αθόρυβα στον οργανισμό της ανθρωπότητας, εμψυχώνοντας και ζωοποιώντας τον. όπως λέγει ο συγγραφέας της προς Διόγνητον επιστολής, «όπως είναι μέσα στο σώμα η ψυχή, έτσι είναι και οι Χριστιανοί μέσα στον κόσμο… η ψυχή συνέχει το σώμα… και οι χριστιανοί συνέχουν τον κόσμο».
Συνάντηση Θεού και ανθρώπου
Δια των ιστορικών γεγονότων μιλά ο Θεός προς τον άνθρωπο, και ο άνθρωπος απαντά, είτε υπακούοντας είτε απειθώντας προ τον Θεό. Δύο λοιπόν είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν στην δημιουργία της Ιστορίας. ο θείος και ο ανθρώπινος. Ο άνθρωπος καλείται, να αποφασίσει ελεύθερα και να γίνει συνεργός Θεού στο έργο της διαδόσεως και επικρατήσεως της Βασιλείας του. Επειδή όμως οι δύο αυτοί παράγοντες, ο θείος και ο ανθρώπινος καθορίζουν την πορεία και εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας, γι   αὐτό (αν και το νόημα και το τέρμα της δεν είναι γνωστά) είναι δύσκολη η διακρίβωση και ο καθορισμός του νοήματος των επί μέρους ιστορικών γεγονότων. Για το λόγο αυτό είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς το χρόνο κατά τον οποίο η ιστορία θα φθάσει στο τέρμα της.
 Το κακό σήμερα
Η ανθρωπότητα με την επίδραση της Βασιλείας του Θεού, έχει σημειώσει τεράστια βήματα πνευματικής και ηθικής προόδου. Βεβαίως και σήμερα οι ανθρώπινες κοινωνίες παρουσιάζουν πολλές κακίες. Και σήμερα υπάρχουν άσπλαγχνοι στην ανθρώπινη δυστυχία και αδυναμία. Και σήμερα υπάρχουν υλιστές, οι οποίοι αρνούνται τις ανώτερες πνευματικές αξίες και έχουν ως κανόνα των πράξεων το «φάγωμεν πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Και ο αιώνας μας γνώρισε φρικτά εγκλήματα ανάξια της ανθρωπίνης φύσεως.
Αλλά όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι το ηθικό αισθητήριο έχει αναπτυχθεί και τα κακά αυτά αποδοκιμάζονται από την κοθολική ανθρώπινη συνείδηση.
Η εξάπλωση του Χριστιανισμού
Επειτα η Εκκλησία εξαπλώνεται όλο και περισσότερο. Οι ιεραποστολές φέρνουν το μήνυμα της βασλείας του Θεού μέχρι των περάτων της γης μεταξύ λευκών κίτρινων και μαύρων και αγρίων λαών. Η Αγία Γραφή έχει μεταφρασθεί σ  ὅλες σχεδόν τις γλώσσες. Οι μεγάλοι επιστήμονες κηρύσσουν ανάγκη επικρατήσεως των χριστιανικών αρχών.
Τα σύγχρονα προβλήματα
Βέβαια αναμφιβόλως η ανθρωπότητα σήμερα είναι διαιρεμένη από απόψεως θρησκευτικής, εκκλησιαστικής, πολιτικής, ιδεολογικής. Αλλά οι Χριστιανοί δεν απελπίζονται. Γνωρίζουν ότι  ὁ Θεός κυβερνά τον ρουν της ιστορίας και την πορεία της Εκκλησίας. Οι πόλεμοι καθιστούν όλο και περισσότερο ζωηρότερο το αίσθημα της παγκοσμίου ειρήνης, η  ὁποία ασφαλώς θα έλθει τελικώς ως καρπός επικρατήσεως των χριστιανικών αληθειών. Και τα διάφορα χριστιανικά δόγματα συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο το λανθασμένο δρόμο που βαδίζουν. Η «Μία,Αγία, Καθολική και Αποστολική» Ορθόδοξος Εκκλησία ποθεί να αγκαλιάσει εν αληθεία όλο τον κόσμο, όλη την οικουμένη.
3. Το μέλλον της ανθρωπότητος
Ο τελικός σκοπός προς τον οποίο τείνει η ανθρωπότητα δεν είναι μόνο η επί γης τελείωση και ευτυχία, αλλά προ πάντων η ευτυχία στην αιώνια και ατελεύτητο ζωή, όπου η «κληρονομία άφθαρτος και αμίαντος και αμιάραντος, τετηρημένη εν ουρανοίς εις ημάς». Η κατάκτηση βέβαια της βασιλείας του Θεού επιτυγχάνεται με αγώνα πνευματικό διαρκή και ακατάπαυστο.
«Το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει». «όθεν απεκδεχόμεθα την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού».
«όταν ο Χριστός φανερωθή», τότε και οι πιστοί «φανερωθήσονται εν δόξη».
Τα αγαθά «α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσι αυτόν», είναι «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη». Ως τέκνα Θεού θα είμαστε «κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού» και θα συμβασιλεύσουμε μαζί Του στους αιώνες.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΑ ‘’ΚΑΛΑ ‘’ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Αυγούστου, 2013

 Το  χρήμα  αγοράζει:

Κρεβάτι  αλλά  όχι  ύπνο.

Βιβλία  αλλά  όχι  μυαλό.

Γιατρικά  αλλά  όχι  υγεία.

Διασκέδαση,αλλά  όχι  ευτυχία.

Θρησκεία , αλλά  όχι  αρετή.

Διαβατήριο,για  παντού  εκτός  από την  Ευτυχία.

(Από  το  άγγελμα  της  ημέρας  του  Κ.Κούρκουλα  στις  5-8-2013)

.romnios.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος,Ας μην αφήνουμε την λύπη, πάντως, να μας κυριεύει τόσο.

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Αυγούστου, 2013


Αξιολύπητοι, βλέπεις, είναι οι αμαρτωλοί, έστω κι αν κανένας δεν τους κατηγορεί. Αξιοζήλευτοι, απεναντίας, είναι οι ενάρετοι, έστω κι αν ο κόσμος όλος τους κατατρέχει. 

Γιατί, όταν η συνείδηση ενός ανθρώπου είναι ήσυχη, όσες τρικυμίες κι αν ξεσηκώνονται εναντίον του, αυτός θα βρίσκεται πάντα σε λιμάνι γαλήνιο. 

Όταν, όμως, η συνείδησή του είναι ταραγμένη, ακόμη κι αν όλα του έρχονται ευνοϊκά, θα βασανίζεται, σαν τον ναυαγό στη φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Αλλά και με την πέψη των τροφών, τί συμβαίνει; Όταν το στομάχι μας είναι γερό, όσο δύσπεπτο φαγητό κι αν τρώμε, το χωνεύουμε ομαλά, δίχως να ταλαιπωρούμαστε από βαρυστομαχιά, ξυνίλες ή καούρες. 

Όταν, όμως, το στομάχι μας έχει κάποια βλάβη, και την πιο εύπεπτη τροφή αν του προσφέρουμε, τη δέχεται με δυσκολία, σαν να είναι η πιο βαριά.

Τί εννοώ με όλα αυτά; Ότι η ψυχή που υποφέρει από λύπη και αθυμία, δεν μπορεί ούτε απ’ όσα της λες να ωφεληθεί ούτε κάτι ωφέλιμο να πει. Όπως ένα πυκνό σύννεφο, που σκεπάζει τον ήλιο, εμποδίζει τις ακτίνες του να φθάσουν στη γη, έτσι και η λύπη, που σαν άλλο σύννεφο σκεπάζει την ψυχή, δεν αφήνει τις ακτίνες της λογικής να την φωτίσουν. 

Γι’ αυτό ο υπερβολικά λυπημένος άνθρωπος συνήθως είτε παραλογίζεται είτε βυθίζεται σε σιωπή. Μα και οι άλλοι, που τον βλέπουν, προτιμούν κι αυτοί να σωπάσουν. Θυμάστε τους τρεις φίλους του Ιώβ; Όταν τον αντίκρισαν γεμάτο πληγές και καθισμένο πάνω στην κοπριά, ξέσπασαν σε κλάματα και ξέσκισαν τα ρούχα τους. 

Έπειτα έμειναν μαζί του εφτά μερόνυχτα, αλλά, βλέποντας πόσο μεγάλος ήταν ο πόνος του, κανένας τους δεν άνοιξε το στόμα του για να μιλήσει. Γνώριζαν καλά, βλέπεις, ότι, γι’ αυτούς που υποφέρουν, τίποτα δεν υπάρχει καλύτερο από την ησυχία και την σιωπή (Ιώβ 2:11-13).

Ας μην αφήνουμε την λύπη, πάντως, να μας κυριεύει τόσο, ώστε να μας οδηγεί σε παράλογες ενέργειες είτε σε αδιάκριτη εσωστρέφεια. Μας βρήκε ένας πειρασμός, μια δοκιμασία, μια συμφορά; 

Ο Θεός, που παραχώρησε τον πειρασμό, γνωρίζει και πότε πρέπει να λήξει. Αυτός, ως παντοδύναμος, μπορεί να μας απαλλάξει από κάθε κακό, όταν έρθει η κατάλληλη ώρα, προπαντός όταν μετανοήσουμε για τις αμαρτίες μας και επιστρέψουμε κοντά Του.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

http://1myblog.pblogs.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Παναγία στη βυζαντινή τέχνη

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Αυγούστου, 2013

glikofilo;ysa

Ο σεβασμός προς την Παναγία όχι μόνον έδωσε σ’ Αυτήν ένα πλήθος ονομάτων, αλλά και καθόρισε την εικονογραφία Της. Ο κύριος εικονογραφικός τύπος της Παναγίας προήλθε από τον Πανάρχαιο τύπο της μητέρας με το νεογέννητο βρέφος στην αγκαλιά. Στη χριστιανική τέχνη ο τύπος αυτός, πού συμβόλιζε την αιώνια αναγέννηση και συνέχεια της ζωής, τη νίκη κατά τού θανάτου, παίρνει συγκεκριμένο θεολογικό περιεχόμενο.

Ιδιαίτερα μετά τη Σύνοδο της Εφέσου (431). Ή Παναγία με τον Χριστό στη μητρική καθέδρα, στην αγκαλιά της, ένθρονη ή όρθια, δείχνοντας τον Χριστό (‘Οδηγήτρια), με το μάγουλο κολλημένο στο πρόσωπο τού αγαπημένου Υιού (Γλυκοφιλούσα), στον τύπο Παναγίας τού Πάθους, δεομένη τέλος με τον Χριστό σε μετάλλιο (Βλαχερνίτισσα) αποτελεί απτή και ζωντανή παρουσία και αιώνια μαρτυρία της Σάρκωσης τού Λόγου.

Γι’ αυτό ή Παναγία με τον Χριστό στην αγκαλιά εικονίζεται στον κατεξοχήν χώρο της εκκλησίας, στο τεταρτοσφαίριο της αψίδας τού ιερού, και με όλους τούς εικονογραφικούς τύπους της, εκτός την Γλυκοφιλούσα και την Παναγία του Πάθους. Στον αιώνα κυρίως συναντούμε την Παναγία δεομένη χωρίς τον Χριστό στις αψίδες μερικών σπουδαίων εκκλησιών, αλλά και άλλου, σ’ έναν ζωγραφικό τύπο, πού κατάγεται πιθανώς από παραστάσεις μαρτύρων δεομένων.

Ο τύπος συμβολίζει τη διηνεκή δέηση για τούς ανθρώπους, την βυζαντινή αυτοκρατορία και τη σωτηρία των από τούς εχθρούς, τούς κινδύνους και τις συμφορές. Παράλληλα συμβολίζει την εκκλησία όπως και όλοι οι τύποι της Πλατυτέρας. Όλοι οι εικονογραφικοί τύποι της Παναγίας είναι παραλλαγές της Πλατυτέρας και της Οδηγήτριας και όποιες άγιες εικόνες Της δημιούργησε ή ευσέβεια και ή πίστη, όποια ονόματα κι αν έδωσε σ’ Αυτήν, όπως κι αν εικονίζεται, ιερατική αυστηρή, απόμακρη ή ανθρώπινη με πρόσωπο, πού αποπνέει άχραντη νιότη, με ευγενικά χαρακτηριστικά, πανσέβαστη δέσποινα, κοσμική κυρία ή με χωριάτικα χαρακτηριστικά σαν την μάνα μερικών από μας, ή Παναγία είναι ή Μητέρα τού Θεού (ΜΡ ΘΥ).

Σταύρου Ν. Μαδεράκη, Δρ. Ιστορίας Τέχνης και Αρχαιολογίας 

(Η παρούσα ανάρτηση είναι περίληψη του άρθρου που δημοσιεύτηκε στην έκδοση «Ο γλυκασμός των Αγγέλων» με τίτλο: Η Παναγία στη Βυζαντινή τέχνη και δημοσιεύτηκε εδώ εις ένδειξη σεβασμού στη μνήμη του Σταύρου Μαδεράκη)

pemptousia

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Φωτογραφικά στιγμιότυπα από όλον τον κόσμο με πρωταγωνιστές παιδιά

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Αυγούστου, 2013

Σε μια εποχή, όπου ο κύκλος ειδήσεων λειτουργεί σε δευτερόλεπτα και μια κατάσταση θα ξεχαστεί τόσο γρήγορα όσο και θα αναρτηθεί, είναι εύκολο ξεχαστεί το παρελθόν.  
Όμως, αγνοώντας την ιστορία, η ικανότητά  μας να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και πώς να αποφύγουμε τα λάθη του παρελθόντος ολοένα και μειώνεται.

Άπορη μητέρα κρύβει το πρόσωπό της από ντροπή 
μετά την τοποθέτηση των παιδιών της, 
προς πώληση, Σικάγο, 1948

Winnie the Pooh και Κρίστοφερ Ρόμπιν, 1927.

Χριστουγεννιάτικο δείπνο με λάχανα και κρεμμύδια 
κατά την περίοδο του μεγάλου κραχ.

Αυστριακό αγοράκι λαμβάνει καινούργιο ζευγάρι 
παπούτσια, περίοδος Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Κοριτσάκι καθησυχάζει την κούκλα του στα ερείπια 
του βομβαρδισμένου σπιτιού της, Λονδίνο, 1940.

Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ο γιος του, 
απομακρύνοντας καμένο σταυρό 
από την μπροστινή αυλή τους, 1960.

 πηγή: antikleidi

http://hamomilaki.blogspot.gr/

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ναός και ο θρύλος της Παναγίας της Κανακαριάς στο κατεχόμενο χωριό Λυθράγκωμη

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Αυγούστου, 2013

Λίγα χιλιόμετρα πριν φτάσουμε στη μεγάλη κωμόπολη Γιαλούσα (Αιγιαλούσα), σε απλόχωρο κάμπο βρίσκουμε το χωριό Λυθράγκωμη (Ερυθρά Κώμη) με τ’ αρχαιοχτισμένα του αργροτικά σπιτάκια και τα πράσινα λιβάδια του. Σ’ ένα περίγυρο από κελλιά ερειπωμένα παλιού μοναστηριού και μερικά χαμόσπιτα κατοικημένα από γεωργούς φαντάζει όμορφα, με την καλλίγραμμη κορμοστασιά της, μια από τις ωραιότερες εκκλησίες της Κύπρου, η Παναγία η Κανακαριά ή Κανακαρκά, τρίκλιτη βασιλική με τρούλλο και με νάρθηκα τρουλλωτό, χρονολογούμενη από την εποχή των Εικονομάχων.
Ένα μυστικόπαθο αχνόφωτο τυλίγει στη διάφανη αχλή του το εσωτερικό της εκκλησίας όπου ξεχωρίζουν λίγες ξεφτισμένες τοιχογραφίες του Ιζ αιώνα μαζί με υπολείμματα από μαρμάρινες κολόνες και κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού εντοιχισμένα στον δυτικό νάρθηκα.  Απ΄αυτές τις περίφημες άλλοτε νωπογραφίες λίγα ίχνη σώζονται από τη Γέννηση του Χριστού, όπου βλέπουμε την Παναγία γερμένη στο σπήλαιο ύστερα απ΄τον τοκετό, με το θεϊκό της βρέφος, φασκιωμένο μέσα στο λίκνο του, να το φωτίζει το άστρο της Βηθλεέμ, ενώ δύο μάγοι, καβάλα σε άσπρα άλογα, παραστέκουν εκεί κοντά. Θαυμαστές ακόμη θα ήταν – καθώς διαφαίνεται μέσα απ΄τα ξεφτίδια του τοίχου – οι τοιχογραφίες στον μικρό τρούλλο του Ιερού.
 
 Όμως αυτό που θεωρείται σαν το πολυτιμότερο στολίδι μέσα στο χαριτωμένο τούτο παιλαιοβυζαντινό μνημείο είναι το εξαίσιο μωσαϊκό στην αψίδα του Ιερού με την Πλατυτέρα σε τύπο «Ένθρονου Οδηγητρίας». Η Παναγία κρατεί τον μικρόν Ιησού λευκοφορεμένον στην αγκαλιά της, έχοντας τους δύο αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ δεξιά και αριστερά, δυστυχώς σκεπασμένους, όπως και ένα μέρος της Παναγίας, από πλατιές επιφάνειες ασβεστοκονίαμα, γιατί το περισσότερο μέρος του εξαίσιου αυτού σε χρυσοποίκιλτες αποχρώσεις μωσαϊκού, με την κεντρική του σύνθεση και τα διακοσμητικά κυκλικά «σταθάρια» (médaillons) που πλαισιώνουν τις προτομές των Δώδεκα Αποστόλων στη μεγάλη του αψίδα, είναι μισοκαταστραμμένο. Με υψομένο το βλέμμα προς το λαμπρό αυτό υπόλειμμα της παλαιοβυζαντινής ψηφιδωτής τέχνης νιώθουμε ν’ ανεβαίνει στα χείλη μας το θλιβερό επιφώνημα: «Κρίμα! Τί κρίμα να μην έχει περισωθεί από τη φθορά του χρόνου και από την αδιαφορία των ανθρώπων το μωσαϊκό της Κανακαριάς που, καθώς ειπώθηκε, θυμίζει στην χρωματιστή εναρμόνιση των τόνων του και στην τεχνοτροπία της εργασίας του τα φημισμένα ψηφιδωτά του Καχριέ Τζαμί της Πόλης, άλλοτε ελληνικής εκκλησίας. Αλλ’ ας ακούσουμε και τη γνώμη των ειδικών σχετικά με την αρχιτεκτονική του ναού και με το εικονιζόμενο στην αψίδα του ψηφιδοτό.
Ότι  απέμεινε από την τοιχογραφία μετά την καταστροφή των Τούρκων το 1974
Ο ακαδημαϊκός βυζαντινολόγος κ. Γ. Σωτηρίου στα «Βυζαντινά Μνημεία της Κύπρου» (έκδ. Ακαδημίας Αθηνών, σ. 31 και πιν. 32 και 33) μας λέει: «Ο αρχικός ναός ήτο μία μονόκλιτος βασιλική η οποία αργότερον έγινε τρίκλιτος μετά τρούλλου». Όσο για το ψηφιδωτό της κόγχης του Ιερού ο κ. Σωτηρίου δημοσίευσε μόνο την εικόνα του στο παραπάνω αναφερόμενο βιβλίο του (πιν. 61 β). Γι’ αυτό το ψηφιδωτό πρώτος εδημοσίευσε ο Wulff, διάσημος γερμανός βυζαντινολόγος, στην «Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Τέχνη» του (εικ. 369, σελ. 432), συνοδεύοντάς το με την ακόλουθη περιγραφή: «Η Θεοτόκος εικονίζεται έχοντας προς στο στήθος της καθιστό το παιδίον Ιησούν, που κρατεί με τα δυό του χέρια «ειλητόν κύλινδρον» (τυλιγμένο χαρτί). Παρ’ όλη τη μεγάλη καταστροφή του ψηφιδωτού, που εφείσθηκε μόνο το παιδί, μπορεί κανείς καθαρά να διακρίνει ότι η Μαρία, που φορεί το κόκκινο «μαφόριον» (κάλυμμα από κεφαλής), είχε τοποθετήσει και τα δυό χέρια της στα γόνατα του παιδιού, και προπάντων ότι ο θρόνος της στέκει πάνω στη σφαίρα του κόσμου περιβαλλόμενος από κυανή ελλειψοειδή «δόξαν» (Mandoria) που έχει τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Ένας τόσο ισχυρός τονισμός του θεϊκού της αξιώματος δεν παρουσιάζεται σε άλλα παρόμοια δείγματα. Και εδώ επίσης η Παναγία συνοδεύεται από δυό αγγέλους από τους οποίους μόνον ένας διατηρήθηκε κατά το ήμισυ, ντυμένος με γαλάζιο ιμάτιο πάνω από λευκό χιτώνα. Αυτός ο άγγελος κρατούσε σκήπτρο στο κατεστραμμένο αριστερό του χέρι. Με τη μετωπική του στάση υποτάσσεται στην τέλεια «εικονική» αντίληψη της όλης συνθέσεως, που μας κάνει να διαβλέψουμε σ’ αυτήν ένα έργο της μεταγενέστερης συριακής ζωγραφικής δηλ. της επηρεασμένης κιόλας από τη βυζαντινή τεχνοτροπία του ζ’ αν όχι των αρχών του Ζ’ μ.Χ. αιώνα. Τη Συρία άλλωστε μαρτυρά και ο ανατολικός χαρακτήρας της κεφαλής του παιδιού…»
Από τον τρούλλο του ναού, καθώς μου διηγούνται οι χωρικοί, κρεμόταν άλλοτε ένας βαρύτιμος χάλκινος πολυέλαιος χρονολογούμενος από εξακόσια χρόνια, σε σχήμα αετού που κρατούσε σφαίρα με διάφορες ανάγλυφες παραστάσεις και που συμβόλιζαν την «επτάφωτον λυχνίαν της ιουδαϊκής λατρείας». Το θαυμάσιο αυτό κειμήλιο, δώρο ίσως στην εκκλησία κάποιου ευλαβικού βυζαντινού άρχοντα, αρπάχτηκε μαζί με άλλα πολύτιμα σκεύη του ναού πάνω στις βαρβαρικές επιδρομές που πλάκωσαν το μεγαλονήσι και το λεηλάτησαν.
 

Ο Θρύλος της Κανακαριάς

 Για την επονομασία της Κανακαριάς λένε πως ίσως να προέρχεται από κανένα βυζαντινό πατρίκιο ή δούκα λεγόμενον Κανακάρη, που ήταν ο πρώτος κτίτορας του ναού της. Όμως η κυριότερη παράδοση που έχει επικρατήσει στον κυπριακό λαό είναι η ακόλουθη, όπως μου τη διηγήθηκε ο ογδοντάχρονος Παπανικόλας Λιασής, ιερέας του ναού πριν από πενήντα χρόνια: Όταν τον παλιό καιρό περνούσε από κει ένας οθωμανός Αράπης και είδε την εικόνα της Παναγίας, εντοιχισμένη στο εξωτερικό ανώφλι της εκκλησίας, αγρίεψε και είπε φουρκισμένος: «Για δες τους γκιαούριδες που προσκυνούν τες ζωγραφκιές!» Κι αμέσως βγάζει το βέλος του και σημαδεύει την αγία εικόνα. Ζεστό αίμα ξεπήδησε ξαφνικά από την πληγή της Θεομάνας κ’ εχύθηκε, φλόγινο αυλάκι, πάνω στον βέβηλο, βάφοντας κατακόκκινα όχι μόνο το βέλος και τα χέρια του αλλά και ολόκληρο το σώμα και το πρόσωπό του. Σαν τρελός άρχισε να τρέχει προς την πηγή με το αγίασμα, για να πλυθεί, φωνάζοντας «κάν, καν!», που σημαίνει στην τουρκική γλώσσα «αίματα! αίματα!», κι απ’ το φόβο του ξεψύχησε σ’ αυτή τη θέση. Η λαϊκή παράδοση, που στηρίζεται σ’ αυτό τα θαύμα της Παναγίας και που εξηγεί ότι από το «καν» του Αράπη έλαβε η εκκλησία την προσωνυμία Κανακαρία, πιστεύει πως το φάντασμά του παρουσιάζεται από καιρό σε καιρό στους χωρικούς εκεί όπου ο βέβηλος βρήκε το θάνατο τιμωρημένος από τη Μεγαλόχαρη για το ανοσιούργημά του, που έμεινε αλησμόνητο στη μνήμη του λαού.
Καθώς αργότερα εδιάβασα κάπου, το θαύμα της Κανακαριάς αναφέρεται από τον Δαμασκηνό, τον θεσσαλονικέα οσιοδιάκονο και στουδίτη που έζησε τον Ιζ’ αιώνα, σε σύγγραμμά του («Θησαυρός», ΚΕ’ Λόγοι, σελ. 406.) και με τον τίτλο «Διήγησις κοινή γλώσση περί αγίων εικόνων, διαλαμβάνουσα πόθεν ήρξατο ο διωγμός αυτών και τίνες οι διώκται…» κτλ. με αυτά τα λόγια «Και εις την Νήσον Κύπρον ήτον ποτέ Ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου·  έξω δε του ναού επάνωθεν της πόρτας ήτον μία εικών της αυτής Παναγίας ζωγραφισμένη με ψηφίδας, είχε δε σχήμα ότι η μεν Παναγία, εκάθετο εις θρόνον και εκράτει τον Χριστόν ως βρέφος εις τα γόνατά της· δύο Άγγελοι εστέκοντο  από τα δύο μέρη της μετά φόβου πολλού. Μίαν γουν των ημερών επέρασεν απ΄εκεί Αράπης πηγαινάμενος εις το σπίτι του και, ως είχεν τον Διάβολον μέσα του, του αφάνη καλόν και ετόξευσεν την Παναγίαν εις το δεξιόν γόνατον και παρευθύς, ώ του θάυματος! Δια να δείξη η Παναγία την ενέργειάν της εικόνος, αίμα εχύθη περισσόν από την πληγήν και έσταξεν εις την γην. Ο δε Αράπης, ως είδε το θαύμα, τρέμοντας και φεύγοντας δια να υπάγει εις το σπίτι του εξεψύχησεν εις την στράταν.»
Πηγή: Από το βιβλίο της Αθηνάς Ταρσούλη «ΚΥΠΡΟΣ», τόμος Β’, 1963
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΚΥΠΡΙΑΚΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γέρων Θεόφιλος Λαυριώτης (1885-1978)

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Αυγούστου, 2013

 
Εγεννήθη το έτος 1885 στο Κανιάνι Λαμίας και στη βάπτιση έλαβε το όνομα Θωμάς (Καψής). Ήρθε για να μονάσει στη Λαύρα στις 14 Ιουλίου 1910 και μετά από ένα χρόνο δοκιμή στις 15-8-1911 έγινε μοναχός λαμβάνοντας στην κουρά το όνομα Θεόφιλος.
……Ο π. Θεόφιλος, αν και έζησε σε ιδιόρρυθμο Μοναστήρι, ήταν πολύ αγωνιστής, πολύ ασκητικός, άνθρωπος της προσευχής και της μοναχικής ακρίβειας. Δεν έχανε ακολουθία. Έμπαινε στο στασίδι του, στεκόταν πάντα όρθιος και δεν έβγαινε από κει, αν δεν τελείωνε η ακολουθία.
……Ήθελε να τηρούνται τα τυπικά στην ακολουθία, και όταν έβλεπε παραβάσεις επενέβαινε και διόρθωνε. Κάποτε ένα νέο καλογέρι σε μία αγρυπνία άρχισε να ψάλλει τον πολυέλεο με ύφος και στόμφο. Στον πρώτο στίχο πήγε ο γερω-Θεόφιλος και του είπε: “Δε σ’ ακούει ούτε ο Θεός ούτε οι άνθρωποι. Τα δαιμόνια χορεύουν. Ταπεινά, ταπεινά να ψάλλουμε, να μας ακούει ο Θεός και να μας χαίρεται σαν παιδιά Του”.
……Στο κελί του για άσκηση ποτέ δεν άναβε φωτιά το χειμώνα και ποτέ του δε φορούσε τσουράπια.
……Νήστευε πάρα πολύ και οι Προϊστάμενοι του έβαλαν κανόνα να μετριάσει τη νηστεία του για να μην πεθάνει. Δεν έτρωγε πριν από την ώρα της καθορισμένης από αυτόν τραπέζης γιατί το θεωρούσε λαθροφαγία. Μάζευε τα φρούτα, τα έβαζε στο μαντήλι του και δεν έτρωγε ούτε ένα εκτός τραπέζης. Την ώρα της τραπέζης έκανε προσευχή και τα έτρωγε. Δεν έφαγε κρέας ποτέ, καίτοι ζούσε στο Ιδιόρρυθμο.
……Τα λίγα χρήματα που έδινε η Λαύρα σ’ όλους τους πατέρες, ο γερω-Θεόφιλος δεν τα χρησιμοποίησε για τις ανάγκες του, αλλά τα διέθεσε για την επισκευή του φούρνου της Μονής. Ο ίδιος ζούσε τόσο φτωχικά και απλά, που δεν είχε ανάγκες και έξοδα.
……Είχε το διακόνημα του Εκκλησιαστικού και τελευταία του Δοχειάρη. Στις 15-1-35 εξελέγη Προϊστάμενος, αλλά σύντομα παραιτήθηκε, γιατί δεν ταίριαζαν στο χαρακτήρα του και στον ασκητικό του τρόπο ζωής η διοίκηση, η επικοινωνία με επισήμους και όλες οι μέριμνες του Προϊσταμένου.
……Όταν ήταν Δοχειάρης, κάποια ημέρα έχασε τα κλειδιά. Επειδή δεν έβλεπε καλά, κάλεσε τον παπα-Βασίλη και πήγαν ως τον κήπο ψάχνοντας να τα βρουν, αλλά δεν τα βρήκαν. Είπε ο γερω-Θεόφιλος: “Εμείς κάναμε το ανθρώπινο. Τώρα θα κάνω κομποσχοίνι να τα βρει ο άγιος Μηνάς”. Πήγε στο κελί του, άναψε ένα κερί και άρχισε να προσεύχεται. Πριν προλάβει να τελειώσει το πρώτο κομποσχοίνι, έπεσαν τα κλειδιά μπροστά του.
……Κάποια χρονιά στη Διακαινήσιμο πήγαν με τον παπα-Βασίλη στις Καρυές να επισκεφθούν δύο πατέρες, τον π. Αρέθα και τον π. Κοσμά. Άνοιξαν οι πατέρες και δεν μίλησαν καθόλου. Πρώτα έψαλαν το Χριστός Ανέστη και άλλα, ύστερα τους καλωσόρισαν και συνομίλησαν, όπως έκαναν οι παλαιοί πατέρες.
……Το γερο-Θεόφιλο όλοι τον σέβονταν στη Λαύρα για την αρετή του, ενώ πολλοί νέοι που ήρθαν να γίνουν μοναχοί, τον είχαν Γέροντά τους.
……Ήταν αγαπητός σε όλους, γιατί ήταν ειρηνικός και ενάρετος. Μια φορά άκουσε δύο Λαυριώτες να φιλονικούν. Αμέσως πήγε και τους είπε: “Και οι δυο σας φταίτε. Να βάλετε μετάνοια μεταξύ σας και να συγχωρεθείτε”. Τον άκουσαν, έκαναν ό, τι τους είπε και ειρήνευσαν.
……Κάποτε προσευχόμενος ήρθε σε θεωρία και είδε ένα όραμα. Ύστερα είπε στον παπα-Βασίλη: “Με αυτά που είδα τρόμαξα αλλά δεν μπορώ να τα πω”.
……Το καλοκαίρι του 1964 μετά τις εορτές τις Χιλιετηρίδος δέχτηκε η Λαύρα να πλησιάσει ένα πλοίο με γυναίκες για να μεταφέρουν οι ιερείς το Τίμιο Ξύλο και άγια Λείψανα στο πλοίο για να προσκυνήσει. Όταν το έμαθε ο γερω-Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, γιατί το θεωρούσε αταίριαστο και νεωτεριστικό. Προσπάθησε με επιχειρήματα προς τη Σύναξη της Μονής να ματαιωθεί η προσέγγιση του πλοίου και, όταν δεν το κατόρθωσε, παρακίνησε τους πατέρες που τον συμβουλεύονταν, να κάνουν κομποσχοίνι όλη τη νύχτα. 
……Ενώ το πλοίο είχε έρθει, γιατί η θάλασσα ήταν λάδι, και την άλλη μέρα θα γινόταν η προσκύνηση των ιερών Λειψάνων, τη νύχτα τα κομποσχοίνια του γερω-Θεόφιλου και των άλλων πατέρων μετέβαλαν τον καιρό, σηκώθηκε τρικυμία και το πλοίο έφυγε για να βρει λιμάνι.
……Ο γερο-Θεόφιλος αρρώστησε και ο παπα-Βασίλης τον πήγε στο Νοσοκομείο. Τον παρακαλούσαν να καταλύσει τώρα που ήταν άρρωστος, αλλά δεν δέχθηκε λέγοντας: “Τόσα χρόνια στο Άγιον Όρος δε φάγαμε κρέας, τώρα θα φάμε;”. Ούτε και γιαούρτι κατέλυσε σε ημέρες νηστείας. Ύστερα τον έφερε πάλι στη Λαύρα με καροτσάκι. Έμενε κατάκοιτος στο κελί του και πήγαν έξι ιερείς να του κάνουν Ευχέλαιο το πρωί. Κατά το μεσημέρι είχε σηκωθεί. Παραξενεύτηκαν οι πατέρες που τόσο γρήγορα σηκώθηκε. Ο γερο-Θεόφιλος απάντησε στον παπα-Βασίλη με φυσικότητα: “Γιατί το κάνατε το Ευχέλαιο; Δεν το κάνατε για να γίνω καλά; Να έχεις ευλάβεια και πίστη στα Μυστήρια”.
……Έκτοτε έζησε άλλα δέκα χρόνια υγιής. Το έτος 1978, τη Μεγάλη Δευτέρα, γύρισε όλα τα κελιά και ζήτησε συγχώρηση από τους πατέρες. Τη Μεγάλη Τρίτη δεν κατέβηκε στην ακολουθία. Τη Μεγάλη Τετάρτη κάλεσε τον παπα-Βασίλη, πριν ξημερώσει, και του ζήτησε να τον κοινωνήσει, γιατί σε δύο ώρες θα φύγει. Πράγματι τον κοινώνησε και σε δύο ώρες ειρηνικά παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στον Κύριο που λάτρευσε και υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή.
……Εκοιμήθη και ετάφη τη Μεγάλη Τετάρτη, στις 18 Απριλίου 1978, σε ηλικία 93 ετών.
……Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΑ ΩΣ ΑΠΑΡΧΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Αυγούστου, 2013

Τα πρώτα δείγματα της Χριστιανικής Τέχνης ανευρίσκονται στα Χριστιανικά κοιμητήρια, τα οποία είναι είτε ιδιωτικά είτε ομαδικά. Οι Χριστιανοί χρησιμοποιούν τάφους σε αντίθεση με τους Εθνικούς (ειδωλολάτρες) οι οποίοι συνήθως μετέβαλαν τους νεκρούς σε τέφρα, και η κατάθεση του νεκρού σε τάφο καθιστά τρόπο τινά τον τόπο αυτό σε ιερό. Χρησιμοποιούμε τον όρο κοιμητήρια και όχι όπως είναι γνωστά στο ευρύ κοινό ως τάφοι, διότι οι Χριστιανοί από την πρώτη στιγμή πίστευαν όχι μόνο στην αθανασία, αλλά και στην ανάσταση (από το ρήμα «ανίσταμαι» που σημαίνει σηκώνομαι όρθιος) των σωμάτων, τα οποία προσωρινά «κοιμόνται» και θα εγερθούν όπως ηγέρθηκε ο Χριστός, ο οποίος σύμφωνα με την Γραφή «εγένετο η απαρχή των κεκοιμημένων» 1 Κορινθίους 15:21. Γιατί ο Ιησούς αναστήθηκε με το ίδιο του το σώμα – που όμως δεν περιορίζονταν πλέον από το χρόνο και το χώρο – όπως ο ίδιος βεβαιώνει τους έκπληκτους μαθητές του οι οποίοι βλέποντάς τον «πίστευαν πως έβλεπαν φάντασμα» γι’ αυτό και τους προτρέπει «ψηλαφίστε με και ιδέτε, ένα φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε να έχω εγώ» Λουκάς 24:40 και για να τους πείσει περισσότερο ζητάει να φάει κάτι και αυτοί του δίνουν «ένα κομμάτι από ψητό ψάρι και κηρήθρα από μέλι» Λουκάς 24:42. Μόνο οι αιρετικοί οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δέχονται πως δεν αναστήθηκε το πραγματικό σώμα του Κυρίου, αλλά πως αναστήθηκε ως πνεύμα και τον παρουσιάζουν σαν έναν κοινό απατεώνα να υλοποιείται για να πείσει τους μαθητές του. Επειδή λοιπόν η πίστη μας βασίζεται στην ανάσταση των σωμάτων, γι’ αυτό και οι τάφοι στις Χριστιανικές κατακόμβες επιγράφονται «κοιμητήρια έως Αναστάσεως». Σε μια επιγραφή της Βασιλικής Πανόρμου διαβάζουμε: «εδώ κείται ο Θεόδωρος ο Ψάλτης περιμένοντας τις αψευδείς επαγγελίες του Χριστού» δηλαδή την επαγγελία της Αναστάσεως…
Οι αρχαιότεροι Χριστιανικοί τάφοι είναι ιδιωτικοί οι οποίοι ευρίσκονταν στους δρόμους εκτός των πόλεων ή σε κτήματα ιδιωτικά. Κατόπιν όμως, εξαιτίας των διωγμών και των πολλών μαρτύρων που προέκυψαν από αυτούς και της ιδέας της εν Χριστώ αδελφότητας και κοινοκτημοσύνης, σχηματίσθηκαν ομαδικά κοινοτικά κοιμητήρια (νεκροταφεία), οι γνωστές σε όλους κατακόμβες. Ανάλογη θέση έχουν και οι τάφοι των μαρτύρων, τα λεγόμενα Μαρτύρια. Οι τάφοι ήταν τριών τύπων από άποψης μορφής: 1. Οι Επιφανειακοί 2. Οι υπέργειοι 3. Οι υπόγειοι.
1. Επιφανειακοί
Αυτοί ήταν κιβωτιοειδείς, ορθογώνιοι, τοποθετημένοι μέσα στο έδαφος. Καλύπτονταν από πλάκες. Πάνω από τον τάφο τοποθετούνταν ένα σήμα το λεγόμενο cippus, το οποίο ανέφερε την ηλικία, το όνομα του αποθανόντος κ.λ.π.
2. Οι υπέργειοι
Αυτοί ήταν τα Μαυσωλεία, δηλαδή τάφοι που έχουν μνημειώδη κατασκευή και αποτελούν λαμπρά συγκροτήματα. Πήραν το όνομά τους από τον Μαύσωλο, ηγεμόνα της Καρίας, ο οποίος όταν πέθανε το 353 π.Χ. η σύζυγός του Αρτεμισία για τον τιμήσει ανήγειρε μνημειώδη τάφο τον οποίο εφιλοτέχνησε ο περίφημος Παριανός γλύπτης και αρχιτέκτονας Σκόπας. Οι υπέργειοι τάφοι συνήθως ήταν πολλών μορφών:
Ι. Τα teguria τα οποία είχαν μορφή τάφου ο οποίος εσκεπάζετο με στέγαστρο υποβασταζόμενο από τέσσερις κίονες που είχε σχήμα κιβωτίου.
II. Άλλοι τάφοι είχαν μορφή διώροφου κτιρίου. Κλασικό παράδειγμα τέτοιου τάφου είναι ο τάφος του Γότθου βασιλιά Θεοδώριχου στη Ραβέννα.
ΙΙΙ. Οι Ναϊδιόσχημοι. Όπως δηλώνει και η λέξη, οι τάφοι αυτοί είχαν μορφή μικρού ναΐσκου είτε σε σχήμα τρίκογχο είτε σε σχήμα μικρής βασιλικής. Τάφος σε μορφή Ναϊδιόσχημο είναι της Galla Placidia, κόρης του Βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄ που πέθανε το 450 π.Χ. και τάφηκε στην Ραβέννα. Ένας ακόμη τάφος Ναϊδιόσχημος είναι της Αγίας Κωνσταντίας κόρης του Μ. Κωνσταντίνου και της δεύτερης γυναίκας του Φαύστας η οποία πηγαίνοντας για την Βιθυνία πέθανε στο δρόμο και τάφηκε στην οδό Νομεντάνα της Ρώμης.       
3. Οι υπόγειοι
Οι τάφοι αυτοί λαξεύονταν επί των πετρωμάτων. Τους τάφους αυτούς χρησιμοποιούσαν ως επί το πλείστον οι Χριστιανοί, τους οποίους είχαν παραλάβει ως συνήθεια από τους Ιουδαίους και τους Ρωμαίους, οι οποίοι όμως τους είχαν παραλάβει και αυτοί από τους αρχαίους Έλληνες. Ήταν  ορθογώνιοι επιμήκεις κοιλότητες που ανοίγονταν στις πλευρές κλιτύων ή υπόγειων θαλάμων, αποκαλούνταν δε θήκες ή θηκία. Αποκαλούνταν επίσης τόποι (locus, loculus,loculi). Επικράτησε ο τύπος του loculus, ιδιαίτερα στη περιοχή της Ρώμης.
Στην Παλαιστίνη συνηθίζονταν οι λαξευτοί σε βράχους τάφοι, οι οποίοι λέγονταν κλιβανοειδείς και είχαν την εξής μορφή. Υπογείως ανοίγονταν τετράγωνος ή ορθογώνιος θάλαμος σε μορφή δωματίου στον οποίο μπορούσε να κατέβει κάποιος με σκάλα αποτελουμένη από μερικά σκαλιά. Μέσα σ’ αυτό λοιπόν τον θάλαμο κατασκευάζονταν ένα κρεβάτι για τον νεκρό κάτι όμως που συνέβαινε σπάνια και δεν ήταν πολύ συνηθισμένο. Γιατί το συνηθισμένο ήταν, στις τρεις πλευρές του θαλάμου να ανοίγονται κοιλότητες σε σχήμα ορθογώνιο (δηλαδή θήκες) για τα σώματα των αποθανόντων. Στην τέταρτη πλευρά του θαλάμου υπήρχε η είσοδος στην οποία οδηγούσε η σκάλα η οποία είχε κατασκευαστεί γι’ αυτό το σκοπό. Την πόρτα του τάφου έκλεινε ή μπορούσε να είναι η ίδια η πόρτα μια πλάκα, την οποία στήριζε ένας μεγάλος λίθος. Πιθανόν τέτοιου είδους να ήταν ο τάφος του Χριστού , ο οποίος όμως δεν είχε πολλές θήκες αλλά ένα μόνο κρεβάτι. Αυτόν δε τον λίθο οι μυροφόρες απορημένες έλεγαν που θα βρεθεί«κάποιος να τον μετακινήσει από την πόρτα του μνημείου» Μάρκος 16:3
Άλλος είδος τάφος αποτελούσαν και τα λεγόμενα αρκοσόλια. Η λέξη αρκοσόλιο είναι σύνθετη προερχομένη εκ της Λατινικής γλώσσας και παράγεται από το arcus= τόξο, καμπύλη και το solium = έδαφος που καλύπτεται από μία arca. Το αρκοσόλιο σχηματίζονταν ως εξής: Λαξεύονταν επάνω σε βράχο ο τάφος σε σχήμα παραλληλεπιπέδου και έπαιρνε την μορφή μιας κιβωτιοειδούς λάρνακας και αυτό που σχηματίζονταν επί του βράχου ήταν το solium = το έδαφος, ο τάφος του νεκρού. Πάνω από αυτό ανοίγονταν ένα τυφλό κυλινδρικό τόξο που ήταν ίσο στις διαστάσεις με αυτές του τάφου. Το τόξο δηλαδή που κατασκευάζονταν είχε τρόπον τινά την «καλλιτεχνική αποστολή» να εξάρει και να τονίσει την πλαστικότητα του τάφου. Κάποιες φορές ο τάφος δεν ήταν απλός, αλλά συνεχίζονταν εις βάθος, όπως εις βάθος συνεχίζονταν και η άρκα. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε τα αρκοσόλια αποκαλούνταν μονόσωμα, δίσωμα και πολύσωμα.
Σε αντίθεση με τους τάφους της Παλαιστίνης που ήταν κλιβανοειδείς, όπως λόγου χάρη ο τάφος του Χριστού, οι Ελληνικές περιοχές χρησιμοποιούσαν τα αρκοσόλια, τα οποία ανευρίσκουμε σήμερα στην Δήλο, την Κρήτη, την Στερεά Ελλάδα, την Μήλο και αλλού. Στην Ρώμη χρησιμοποιούσαν ως επί το πλείστον τάφους που είχαν το σχήμα θηκών. Εκτός από τα αρκοσόλια που είχαν κυλινδρική στέγαση υπάρχουν και άλλοι τάφοι, οι οποίοι όμως καλύπτονται από τεταρτοσφαίρια, σε περιοχές όπως η Κυρήνη και η Συρία.     
4. Τάφοι των Μαρτύρων της πίστης (Μαρτύρια)
Ιδιαίτερη θέση στην Χριστιανική Τέχνη κατέχουν οι Τάφοι των μαρτύρων της πίστης μας οι οποίοι ονομάζονται Μαρτύρια. Η ονομασία αυτή είναι παλιά σχεδόν από τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού. Ο ιστορικός Σωκράτης στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του αναφέρει για το ευρισκόμενο στην Έδεσσα της Συρίας«Θωμά του Αποστόλου Μαρτύριον το οποίο είναι λαμπρό και περιφανές». Τα Μαρτύρια ήταν:
Ι. Τάφοι των Μαρτύρων της πίστης μέσα στις κατακόμβες.
II. Μικρά Μαυσωλεία που περιέκλειαν τον τάφο του Μάρτυρα. Δεν ήταν μόνο τρίκογχα αλλά είχαν μορφή δίκλιτης βασιλικής. Ένα τέτοιο είναι και εκείνο, το οποίο έχει διασωθεί ζωγραφισμένο πάνω σε ύφασμα από την Αίγυπτο που παριστάνει διώροφους μονόκλιτους ναΐσκους. Φυλάσσεται στο «Μουσείο Κοσμητικών Τεχνών» στο Βερολίνο. Φέρει δε τις επιγραφές «Μαρτύριο του αγίου Μιχαήρος» ή «Μαρτύριο του αγίου Στεφάνου».  
ΙΙΙ. Μαρτύρια ήταν ακόμη μεγάλοι ναοί οι οποίοι είχαν κτιστεί πάνω από τον τάφο του Μάρτυρα. Όμως, αυτού του είδους ναοί, πρέπει να αναζητηθούν μετά τον 4οαιώνα μ.Χ. όταν είχε θριαμβεύσει ο Χριστιανισμός και δεν υπήρχε πλέον ο φόβος των διωγμών. Το σχήμα των ναών αυτών ήταν ανάλογο με το σχήμα του τάφου το οποίο υπήρχε κάτω από αυτούς. Λόγου χάρη ο ναός του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Έφεσο ήταν σταυρικός επειδή σταυρικός   ήταν και ο τάφος δηλαδή το «μαρτύριο» του αγίου. Επαναλάμβανε δηλαδή το αρχαίο Μαρτύριο.
IV. Μαρτύρια ήταν επίσης ναοί μεγάλοι οι οποίοι είχαν κτιστεί παράπλευρα από τον τάφο του Μάρτυρα, όπως λόγου χάρη αυτό του Λεωνίδη, το οποίο είναι προσαρτημένο στη Βασιλική του Ιλισσού (στο αριστερό κλίτος) στην πόλη της Αθήνας.
V. Μαρτύρια τέλος ονομάζονται και ναοί που κτίσθηκαν προς τιμή των Μαρτύρων και περιέχουν λείψανα κάτω από την αγία Τράπεζα. Το γεγονός αυτό όμως, λαμβάνει χώρα, μετά τον 4ο αιώνα μ.Χ. όταν αρχίζει η μετακομιδή των λειψάνων στους ναούς των πόλεων. Η συνήθεια εκ του γεγονότος αυτού, να καθαγιάζονται οι ναοί με λείψανα αγίων γενικεύεται πιθανότατα τον 8ο αιώνα μ.Χ., όπως μαρτυρεί και ο 7ος κανόνας της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου: «…Όσοι λοιπόν σεπτοί ναοί καθιερώθηκαν χωρίς τα άγια λείψανα Μαρτύρων, ορίζομε να γίνεται σ’ αυτούς κατάθεση των λειψάνων με την συνηθισμένη ευχή, αυτός δε (σ.σ. εννοεί τον Επίσκοπο) που καθιερώνει ναό χωρίς άγια λείψανα, να καθαιρείται, ως παραβάτης των εκκλησιαστικών παραδόσεων.» Βέβαια για τις Εκκλησίες αυτές εγείρονται αμφιβολίες – και ιδιαίτερα από τους αρχαιολόγους – κατά πόσον αυτές είναι στην ουσία Μαρτύρια.
Στα παλαιοχριστιανικά Μαρτύρια συγκεντρώνονταν οι πιστοί κατά την επέτειο ημέρα της μνήμης του Μάρτυρα και τελούσαν την Θεία Ευχαριστία χρησιμοποιώντας τον τάφο του Μάρτυρα σαν θυσιαστήριο ή κάποιες φορές και ξύλινη κινητή τράπεζα. Η μνήμη του Μάρτυρα γιορτάζονταν κατά την επέτειο του θανάτου αυτού και ονομάζονταν «γενέθλιος ημέρα», συνήθεια που πήρε ο Χριστιανισμός από τους Εθνικούς, που όμως της δόθηκε χριστιανική ερμηνεία δηλαδή επέτειος της αναγεννήσεως αυτού στους «ουρανούς». Γι’ αυτό και οι Χριστιανοί τιμούσαν τα λείψανα των μαρτύρων και επικαλούνταν την μεσιτεία τους προς τον Θεό. Στις κατακόμβες είναι χαραγμένες στους τοίχους ευχές και δεήσεις, οι οποίες σώζονται μέχρι σήμερα, προς τους εκεί ενταφιασμένους μάρτυρες.
Δεν πρέπει επίσης να ξεφύγει της προσοχής μας, πως κάθε πιστός διακαώς επιθυμούσε, το νεκρό σώμα του να ταφεί πλησίον τάφου κάποιου μάρτυρα που είχε μαρτυρήσει για την πίστη του Χριστού. Το προνόμιο αυτό όμως απέκτησαν μόνο εξέχοντα πρόσωπα κυρίως αυτοκράτορες και βασιλείς και αργότερα ανώτατοι αξιωματούχοι και κτήτορες μονών. Έτσι ο Μ. Κωνσταντίνος, ο Θεοδόσιος και ο Ονώριος ενταφιάστηκαν στο Μαρτύριο των Αγίων Αποστόλων της Κωνσταντινούπολης. Η θυγατέρα του Μ. Κωνσταντίνου, Κωνσταντία, τάφηκε στη Ρώμη κοντά στα λείψανα της Αγίας Αγνής στον ναό τον οποίο έκτισε ο ίδιος ο πατέρας της και στον οποίο αργότερα μεταφέρθηκαν και τα οστά των δύο άλλων θυγατέρων του Μ. Κωνσταντίνου, της Ελένης συζύγου του Ιουλιανού του γνωστού με την επωνυμία «Παραβάτης» και της Κωνσταντίνης συζύγου του Γάλλου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Κωνσταντίνου Καλοκύρη: Εισαγωγή στη Χριστιανική και Βυζαντινή Αρχαιολογία (Η Τέχνη Ανατολής & Δύσεως)
2. Θ.Η.Ε.
3. Βασίλης Στεφανίδης: Εκκλησιαστική Ιστορία
4. Νικόδημος Αγιορείτης: Πηδάλιο

http://antiairetikos.blogspot.gr/2013/07/blog-post_21.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ «ΑΛΑΘΗΤΟ» ΤΟΥ ΠΑΠΑ: ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΘΕΣΠΙΣΤΗΚΕ

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Αυγούστου, 2013

Ο πάπας Πίος ο Θ΄ που θέσπισε το αλάθητο
Ο επίσκοπος Ρώμης, γνωστός σήμερα ως πάπας = πατέρας, έχαιρε πάντα ιδιαίτερης εκτίμησης στην Εκκλησία και διότι ήταν επίσκοπος της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά και επειδή σύμφωνα με την παράδοση εκεί είχαν μαρτυρήσει οι δύο κορυφαίοι απόστολοι Πέτρος και Παύλος. Έμελλε μάλιστα να αποκτήσει μεγάλη σπουδαιότητα και αξία, αφού υπήρξε το μοναδικό στήριγμα των κατοίκων της Δύσης, όταν τα βαρβαρικά φύλα των Βανδάλων κατέλυαν το 476 μ.Χ. το δυτικό Ρωμαϊκό κράτος σπέρνοντας τον τρόμο και τον πανικό…
Λόγω λοιπόν αυτών των συνθηκών, από πολύ νωρίς άρχισε να καλλιεργείται στους κόλπους της εκκλησίας της Ρώμης η ιδέα περί του πρωτείου του επισκόπου αυτής εφ’ όλης της Εκκλησίας. Την ιδέα αυτή επέτεινε η θεωρία για την ιδιαίτερη σχέση του πάπα προς τον απόστολο Πέτρο, αλλά και περί μιας εξαιρετικής αυθεντίας του Πέτρου στο κύκλο των αποστόλων που αποκαλείταιofficium Petri. Καλλιεργήθηκε μάλιστα και μεταγενέστερα τον 4ο αιώνα μ.Χ. η γνώμη, πως ο Πέτρος ίδρυσε την εκκλησία της Ρώμης και πως υπήρξε πρώτος επίσκοπός της, γεγονός που είναι παντελώς αναληθές. Διότι πρώτος επίσκοπος αυτής υπήρξε ο Λίνος (67 – 79 μ.Χ.), όπως μαρτυρεί αρχαίος κατάλογος που συντάχθηκε από τον επίσκοπο Ρώμης Σωτήρα (166 – 174 μ.Χ.) και αναφέρεται από τον Ειρηναίο (2ος αιώνας μ.Χ.) στο «Κατά αιρέσεων» 3,3,3 και τον Ευσέβιο Καισαρείας: «Της δε εκκλησίας των Ρωμαίων, μετά το μαρτύριο του Πέτρου και Παύλου, πρώτος διορίζεται στην επισκοπή ο Λίνος» Εκκλησιαστική Ιστορία 3,2.
Με την διεκδίκηση του πρωτείου εξουσίας του πάπα επάνω σε ολόκληρη την Εκκλησία, άρχισε να καλλιεργείται και η ιδέα περί του αλάθητου αυτού που αφορά ζητήματα πίστης και που μόνο αυτός μπορεί να αποφαίνεται για την ορθότητα ή μη αυτών.
Γράφει λοιπόν ο Βασ. Στεφανίδης στην «Εκκλησιαστική Ιστορία», σελίδα 289:«Από την ε΄  εκατονταετηρίδα παρουσιάσθηκαν τα πρώτα ίχνη του παπικού αλάθητου, συνδυασμένα, όπως ήταν επόμενο, με τις αξιώσεις του πάπα ως ανωτάτης εκκλησιαστικής αρχής. Ο Ιννοκέντιος ο Α΄ (401 – 407 μ.Χ.) αξίωσε, ότι ο αποστολικός θρόνος αυτού μπορεί να λάβει αυθεντικές αποφάσεις για τα ζητήματα πίστης όλης της Εκκλησίας. Ο θρόνος αυτός ήταν, κατ’ αυτόν, η πηγή της καθαρής διδασκαλίας για τις χώρες όλου του κόσμου (πατρολογία Migne, λατινική σειρά, 20, 582. Πρβλ. και τον λίβελλον του Ρώμης Ορμίσδα του έτους 516, Migne, 63, 393). Ο Ρώμης Ζώσιμος (417 – 418 μ.Χ.) πρώτος απεφάνθη, ότι οι παπικές αποφάσεις είναι ανεπίδεκτες εφέσεως (πατρολογία Migne, 20, 676. Πρβλ. και τους λόγους του Ρώμης Γελασίου του Α΄ 492 – 496 μ.Χ., Migne, 59, 66 C, και τους ευρυτέρας σημασίας λόγους:”prima sedes a nemine iudicatur”, οι οποίοι αρχικώς βρίσκονται στα νόθα έγγραφα του Ρώμης Συμμάχου 498 – 514 μ.Χ. και της μερίδας αυτού και οι οποίοι εισήλθαν στο παπικό δίκαιο, Codex iuris canonici,can. 1556). Παρουσιάσθηκε η φράση, ότι ο πάπας είναι “κεφαλή” της Εκκλησίας. Ο Βονιφάτιος ο Α΄ (418 – 422 μ.Χ.) χαρακτήρισε ως κεφαλή όλης της Εκκλησίας την ρωμαϊκή Εκκλησία (πατρολογία Migne, 200, 777 και εξ.), ο δε αντιπρόσωπος του Ρώμης Καιλεστίνου του Α΄ στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο πρεσβύτερος Φίλιππος χαρακτήρισε ως κεφαλή της Εκκλησίας τον επίσκοπο Ρώμης. Ότι, δηλαδή, μετά την ανάγνωση της παπικής επιστολής, οι παρόντες επίσκοποι, επιδοκιμάσαντες αυτή, ενώθηκαν ως άγια μέλη μετά της αγίας κεφαλής (Mansi, 4, 1289 και εξ.). Ο Αγκύρας Θεόδωρος αντέταξε την παρατήρηση, ότι η Σύνοδος ήδη πριν από την άφιξη των παπικών απεσταλμένων είχε λάβει αποφάσεις. Αλλά την άλλη μέρα ο Φίλιππος επανέλαβε τον χαρακτηρισμό και δικαιολόγησε αυτόν με τα επόμενα: “Πέτρος, ο έξαρχος και κεφαλή των αποστόλων … ο θεμέλιος της καθολικής εκκλησίας … έως του νυν και αεί εν τοις αυτού διαδόχοις και ζει και δικάζει” (Mansi, 4, 1295 και εξ.). Fr. Heiler, Altkirchliche Autonomie und papstlicherZentralismus, 1941, σελ. 187 – 228.»      
Στη θέσπιση του αλάθητου του πάπα πρώτα στις συνειδήσεις των πιστών της Δυτικής Εκκλησίας και μετά ως κανόνα πίστης από την Α΄ Σύνοδο του Βατικανού το 1870, συνέβαλε και η διοργάνωση της Εκκλησίας αυτής η οποία έλαβε καθαρά παπική μορφή. Ο πάπας κατέστη η ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία ως διοικητικός, νομοθετικός και δικαστικός άρχων αυτής. Αναμιγνύονταν στις εκλογές των μητροπολιτών και επισκόπων. Οι μητροπολίτες όφειλαν να λάβουν το ωμοφόριο (pallium) από τον πάπα. Ενώ στην Ανατολή όλοι οι επίσκοποι έφεραν ωμοφόριο, στη Δύση στην αρχή ωμοφόριο έφερε μόνο ο πάπας, συνήθεια που είχε παραλάβει από την Ανατολή. Έτσι όταν ο Ρώμης Σύμμαχος, κατά τον έκτο αιώνα,  ήθελε να καταστήσει τον Αρελάτης Καισάριο αντιπρόσωπό του στη Γαλλία, του έδωσε το δικαίωμα να φέρει ωμοφόριο, μάλιστα δε του απέστειλε ένα ωμοφόριο για τον σκοπό αυτό. Από τα μισά της Θ΄ εκατονταετηρίδας κατέστη υποχρεωτικό για όλους τους μητροπολίτες, οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι να στείλουν στη Ρώμη απεσταλμένο με ομολογία πίστεως για να λάβουν το ωμοφόριο. Επειδή όμως μέχρι τον ΙΓ΄ αιώνα ίσχυε ο καισαροπαπισμός, δηλαδή οι μητροπολίτες ήταν υποταγμένοι στο βασιλιά τους, με την ΙΒ΄ Οικουμενική Σύνοδο του Λατερανού (1215) ο Ιννοκέντιος ο Γ΄ κατέστησε ως αναγκαία προϋπόθεση του μητροπολιτικού αξιώματος την αποδοχή του ωμοφορίου από τα χέρια του πάπα. Έδιναν μάλιστα και όρκο υποτελείας σ’ αυτόν, η οποία ενώ μέχρι τότε ίσχυε ως συνήθεια, αργότερα θεσπίστηκε επί Γρηγορίου του Θ΄ (1227 – 1241) με νόμο. Μάλιστα επί Μαρτίνου του Ε΄ (1417), μεταβλήθηκαν σε υπαλλήλους και ο όρκος υποτελείας μεταβλήθηκε σε όρκο υπηρεσίας. Ο πάπας επενέβαινε στην δικαιοδοσία των μητροπολιτών και επισκόπων αρχικά με έκτακτους απεσταλμένους (legati) και έπειτα με τακτικούς και μόνιμους απεσταλμένους (nuntii).
Προϊόντος του χρόνου ο πάπας κατέστη ο ανώτατος νομοθέτης της Εκκλησίας. Οι αποφάσεις των παπών είχαν την ισχύ εκκλησιαστικών κανόνων, ώστε δεν χρειάζονταν να επικυρωθούν από σύνοδο. Με την ιδιότητα του πάπα ως ανώτατου νομοθέτη προέκυψε το δικαίωμα αυτού, να αναστέλλει την εφαρμογή εκκλησιαστικού κανόνα, ο δε Ιννοκέντιος ο Γ΄ το δικαιολόγησε αυτό, λέγοντας πως ο πάπας έχει ολόκληρη την εξουσία (pletitudo potestatis).
Αλλά και σε δικαστικά ζητήματα ο πάπας κατέστη ο ανώτατος δικαστής της Εκκλησίας. Από κάθε εκκλησιαστικό δικαστήριο δέχονταν εφέσεις και μόνο αυτός είχε το δικαίωμα να κατατάξει κάποιον στην χορεία των αγίων, γεγονός που επισυνέβη επί Αλεξάνδρου του Γ΄ (1181). Η υπαγωγή της αγιοποίησης στην δικαστική εξουσία του πάπα εξηγείται, διότι στη Δύση η αγιοποίηση παίρνει την μορφή ενός είδους δίκης. Υπάρχει δηλαδή στο «δικαστήριο» αυτό, κάποιος που εκτελεί χρέη δημόσιου κατήγορου ο αποκαλούμενος και «δικηγόρος του διαβόλου», ο οποίος αναφέρει τις ελλείψεις του υποψήφιου προς αγιοποίηση προσπαθώντας να την ματαιώσει. Αν παρόλα αυτά, οι συνήγοροι κατορθώσουν να αποδείξουν πως ο υποψήφιος είναι άξιος τότε τελείται η αγιοποίηση του.
Φυσικό επακόλουθο όλων των ανωτέρω ήταν να προκύψει το αλάθητο του πάπα, αφού ως ανώτατη εκκλησιαστική αρχή περιεβλήθη με το αλάθητο των Οικουμενικών Συνόδων. Όσο για τη θεολογική του κατοχύρωση δεν υπήρξε και κανένα μεγάλο πρόβλημα ή κάποιο μεγάλο εμπόδιο. Γιατί, ως γνωστόν, η Αγία Γραφή βρίθει χωρίων, τα οποία μπορεί ο οιοσδήποτε απομονώνοντας τα από το γενικότερο πλαίσιο, να τα χρησιμοποιήσει όπως αυτός επιθυμεί. Η ύπαρξη και μόνο στο Χριστιανισμό χιλιάδων αιρέσεων μαρτυρεί για την αλήθεια αυτή. Πρώτος ο μεγάλος θεολόγος της Δύσης Θωμάς Ακινάτης (1274) διατύπωσε την σχετική θεωρία στο έργο του Summa Theologiae, II, 2, 1 art 10. Κατ’ αυτόν ο πάπας  αποφασίζει μετά από συνοδική απόφαση, η οποία με την επικύρωσή του λαμβάνει κύρος και ισχύ. Την γνώμη του αυτή την στήριξε στα λόγια που είπε ο Χριστός προς τον Απόστολο Πέτρο: «Εγώ όμως προσευχήθηκα για σένα να μην σε εγκαταλείψει η πίστη σου, και συ, όταν ποτέ επιστρέψεις στήριξε του αδελφούς σου» Λουκάς 22:23 και στην προτροπή προς Κορινθίους του Αποστόλου Παύλου: «Να λέγετε όλοι το ίδιο και να μην υπάρχουν διαιρέσεις μεταξύ σας» 1 Κορινθίους 1:10.
Έτσι λοιπόν ο πάπας ονομάσθηκε «αντιπρόσωπος του Χριστού» (vicariusChristi) και κατέστη όχι μόνο η ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία, αλλά και η εν γένει ανώτατη εξουσία στο κόσμο, με αποτέλεσμα όλα τα παρακάτω να έρθουν ως φυσικό επακόλουθο. Η πολιτική εξουσία εξαρτήθηκε από αυτόν. Τα κράτη εθεωρούντο παπικά τιμάρια (φέουδα), οι βασιλείς εθεωρούντο υποτελείς εις τον πάπα ηγεμόνες, οι οποίοι έπρεπε να πληρώνουν φόρο, όπως και πράγματι έκαναν κάποιοι από αυτούς όπως π.χ. της Ουγγαρίας, Αγγλίας, Πορτογαλίας, Λεώνης και Αραγονίας. Ισχυρά όπλα στα χέρια του εκάστοτε πάπα απέναντι των βασιλέων ήταν ο αφορισμός, η λύση του όρκου των υπηκόων απέναντι στο βασιλιά τους, η εκθρόνιση και η «απαγόρευση» (interdictum). Όπου κηρύσσονταν «απαγόρευση», έπαυε στην ουσία η εκκλησιαστική ζωή και κάποιες εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής, αφού οι καμπάνες δεν χτυπούσαν πλέον, η θεία λατρεία τελούνταν σιγανά και με κλειστές τις πόρτες, η εξομολόγηση και η θεία ευχαριστία δίνονταν μόνο στους ετοιμοθάνατους, εκκλησιαστικά θάπτονταν μόνο οι ιερείς, τα παιδιά κάτω από δύο ετών, οι ζητιάνοι και οι ξένοι και δεν γίνονταν κανένας γάμος ή βάπτιση. Η «απαγόρευση» μετά του προσωπικού αφορισμού παρουσιάσθηκε τον Ι΄ αιώνα, αλλά ως αυτοτελής τιμωρία εμφανίζεται τον ΙΑ΄ αιώνα. Μεγάλη χρήση αυτής έγινε τον ΙΒ΄ και ΙΓ΄ αιώνα.
Οι βασιλιάδες και οι αυτοκράτορες όφειλαν να φιλούν το πόδι του πάπα και σε ορισμένες επίσημες στιγμές να εκτελούν καθήκοντα ιπποκόμου αυτού. Κρατούσαν το άλογο του από τα χαλινάρια και το οδηγούσαν σε απόσταση κάποιων μέτρων. Την υποχρέωση αυτή, την στήριζαν οι πάπες σε ένα πλαστό έγγραφο που είχε κατασκευαστεί στο δεύτερο μισό του Η΄ αιώνα το οποίο αναφέρονταν στην δήθεν δωρεά που έκανε ο Μ. Κωνσταντίνος στον τότε πάπα, τη γνωστή ως «Ψευδοκωνσταντίνειος δωρεά». Στο έγγραφο λοιπόν αυτό υποστηρίζεται πως ο Μ. Κωνσταντίνος έκανε τον ιπποκόμο στον επίσκοπο Ρώμης Σίλβεστρο οδηγώντας το άλογο του. Την απόλυτη εξουσία του πάπα δεικνύει και το κάλυμμα που φοράει στο κεφάλι στις επίσημες τελετές, το ονομαζόμενο «τιάρα». Η τιάρα είναι τριπλό στέμμα που συμβολίζει την εξουσία του στα επίγεια (αφορισμοί), ουράνια (αγιοποίηση) και καταχθόνια (καθαρτήριο πυρ, αφέσεις).
Και ενώ φαινόταν πως τίποτα δεν μπορούσε να διαταράξει την απόλυτη αυτή εξουσία του πάπα, ήρθε ο 16ος αιώνας με τον Λούθηρο και την Διαμαρτύρηση όχι μόνο να αμφισβητήσει και σχετικοποιήσει την εξουσία αυτή αλλά και να την εξαλείψει παντελώς από τις συνειδήσεις εκατομμυρίων πιστών. Μπαίνοντας μάλιστα ο 18ος αιώνας με την επικράτηση της ελεύθερης σκέψης και γενικά με την θρησκευτική αδιαφορία υπέθαλψαν τάσεις και μέσα στην ίδια την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία προς περιορισμό των εξουσιών και της δικαιοδοσίας του πάπα. Στην Αυστρία ο αυτοκράτορας Ιωσήφ ο Β΄ προέβη σε μεταρρυθμίσεις, οι οποίες είχαν παρασκευασθεί από το έργο του Febronius, με τις οποίες περιορίζονταν οι εξουσίες του πάπα σε ένα απλό πρωτείο, το οποίο δεν ήταν τίποτα άλλο από την δυνατότητα να παρέχει στους άλλους επισκόπους μόνον συμβουλές και προτροπές. Παρόμοιες τάσεις εκδηλώθηκαν και αλλού. Έτσι οι Γερμανοί καθολικοί επίσκοποι σε σύνοδο στην πόλη Ems το 1786 πρότειναν τον περιορισμό σε μεγάλο βαθμό των εξουσιών του πάπα, όπως το ίδιο συνέβη και στη Γαλλία, που όμως διακόπηκαν προσωρινά λόγω της Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεόντειων πολέμων, για να επανέλθουν όμως πάλι έντονα με την επικράτηση της ειρήνης.
Τέτοιες λοιπόν ήταν οι συνθήκες, όταν ανέβαινε στον παπικό θρόνο ο Πίος ο Θ΄, ο οποίος στην αρχή έδειξε μια τάση εύνοιας προς τις εκδηλωθείσες φιλελεύθερες απόψεις. Απόψεις όμως οι οποίες μεταλλάχθηκαν άρδην, όταν αναγκάστηκε να απομακρυνθεί από την Ρώμη και να καταφύγει στην Γαέτα. Βλέποντας λοιπόν τις δυσμενείς εξελίξεις για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αποφασίζει να απαντήσει δυναμικά στις δραματικές πολιτικές εξελίξεις, συγκαλώντας την περιώνυμη πρώτη σύνοδο του Βατικανού – εικοστή οικουμενική για τους Ρωμαιοκαθολικούς – μετά την επιστροφή του στη Ρώμη, με την βοήθεια των Γαλλικών λογχών, και να θεσπίσει το περίφημο «Αλάθητο».

Ο πάπας Πίος ο Θ΄ εισέρχεται στη σύνοδο του Βατικανού
Η σύνοδος αρχίζει τις εργασίες της στις 8 Δεκεμβρίου 1869 με την συμμετοχή 719 μελών, τα οποία είχαν συγκληθεί με την Εγκύκλιο της 29ης Ιουνίου 1868 η οποία καθόριζε ως σκοπό της την καταπολέμηση των σύγχρονων πλανών, κατ’ αναλογία με την σύνοδο στο Τριδέντο (1545 – 1563) που είχε καταπολεμήσει τις πλάνες του Προτεσταντισμού. Ήδη όμως ο πάπας είχε προδιακηρύξει με την υποστήριξη κάποιων επισκόπων – οπαδών του αλάθητου – πως ασφαλές μέσον για την επίτευξη του σκοπού αυτού ήταν ο καθορισμός ως δόγμα πίστης πλέον του παπικού αλάθητου. Εκτός όμως από το παπικό αλάθητο η σύνοδος καλούνταν να αποφανθεί και για το ζήτημα που είχε εισάγει ο Πίος ο Θ΄ για την «άσπιλο σύλληψη της Παρθένου» δηλαδή πως η Παναγία δεν έφερε όπως οι λοιποί άνθρωποι το προπατορικό αμάρτημα. Ο πάπας από την νεανική του ηλικία ήταν ενθουσιώδης λάτρης της Παρθένου Μαρίας στην οποία απέδιδε την διάσωσή του από πολλούς κινδύνους. Γι’ αυτό όταν διέμενε στην Γαέτα εξέδωσε Εγκύκλιο το 1849 προς τους επισκόπους καλώντας τους να πάρουν θέση επ’ αυτού του ζητήματος. Τα δύο τρίτα αυτών απάντησαν σύμφωνα με την επιθυμία του πάπα με τους Γερμανούς και Γάλλους επισκόπους όμως να απαντούν αρνητικά. Οπότε ο Πίος ο Θ΄ θεώρησε καλό να συζητηθεί στη σύνοδο και το ζήτημα αυτό.
Όταν λοιπόν ξεκίνησαν οι εργασίες της συνόδου και μπήκε το ζήτημα του αλάθητου του πάπα προκλήθηκε εξέγερση των φιλελεύθερων καθολικών όπως του Ignatius Dollinger, Friedrich και Huber του Πανεπιστημίου του Μονάχου καθώς και του επισκόπου Ketteler της Mayence, και του Maretκοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής των Παρισίων αλλά και πλήθος άλλων. Μάλιστα όταν υποστήριξαν πως για το παπικό αλάθητο δεν υπάρχει ασφαλής παράδοση της Εκκλησίας, ο πάπας απάντησε στα Ιταλικά «η παράδοση είμαι εγώ» (La traditio sono io).
Παρά τις διαμαρτυρίες τους η σύνοδος καθόρισε ως δόγμα πλέον, πως ο πάπας, όταν αποφαίνεται επίσημα και ex cathedra δηλαδή «ως ποιμένας και διδάσκαλος όλων των Χριστιανών» είναι αλάθητος. Έτσι η σύνοδος του Βατικανού, «οιονεί αυτοκτονούσα» όπως σημειώνει πολύ εύστοχα ο μακαριστός δάσκαλος Παναγιώτης Τρεμπέλας, κατέλυσε το κύρος και την εξουσία των επισκόπων όταν αποφαίνονται σε σύνοδο. Πλέον οι αποφάσεις αυτής δεν είχαν ως προοίμιο αυτό που ίσχυε στη σύνοδο του Τριδέντου: «Η ιερά και αγία, οικουμενική και γενική σύνοδος διδάσκει και αποφαίνεται …»αλλά «εμείς ο Πίος ο Θ΄ της ιεράς συνόδου επιδοκιμαζούσης, διδάσκουμε και αποφαινόμεθα …». Η έννοια λοιπόν του νέου δόγματος ήταν πως ο πάπας προσωπικά και ιδιωτικά ενεργώντας ή διδάσκοντας δεν είναι αλάθητος, αλλά μόνον όταν επίσημα και εκ καθέδρας αποφαίνεται για ζητήματα που αφορούν το δόγμα και την ηθική, ασκώντας την δικαιοδοσία του ως νομοθέτης και διδάσκαλος, είναι αλάθητος. Στις 18 Ιουλίου 1870 το «Αλάθητο» του πάπα είναι πλέον γεγονός.
Επιπλέον η σύνοδος του Βατικανού παρά τις αντιδράσεις πολλών επισκόπων επικυρώνει και το δόγμα για την «άσπιλο σύλληψη της Παρθένου» το οποίο με την εγκύκλιο «ineffabilis Deus» της 10ης Δεκεμβρίου 1854 είχε διακηρύξει ο Πίος ο Θ΄ ότι «η Παρθένος Μαρία από την πρώτη στιγμή της σύλληψής της διά μοναδικής του παντοδύναμου Θεού χάριτος και προνομίου, και δια προλήψεως (intuitu) των αξιομισθιών του Ιησού Χριστού του Σωτήρα του ανθρώπινου γένους, διατηρήθηκε αμέτοχος παντός σπίλου της προπατορικής ενοχής».
Κατά την διάρκεια των συζητήσεων για το αλάθητο του πάπα, ξεχώρισε η μορφή του Γερμανού καθηγητή Ignatius Dollinger, ο οποίος υποστήριξε πως οποιοδήποτε άρθρο της πίστης δεν πρέπει μόνο να επιδοκιμάζεται από τους επισκόπους που είναι συνενωμένοι με τον πάπα, αλλά η οικουμενικότητα αυτού να επικυρώνεται από όλη την εκκλησία. Μαζί με τον Friedrich και με άλλους σαράντα δύο καθηγητές του Μονάχου διαμαρτυρήθηκαν εναντίον του ψηφίσματος για το αλάθητο του πάπα. Έτσι ξεκίνησε το κίνημα των Παλαιοκαθολικών της Δυτικής Εκκλησίας το οποίο διαδόθηκε στην Ελβετία και αλλού. Οι Παλαιοκαθολικοί στους οποίους μετά τον αφορισμό του από τον  πάπα μπήκε επικεφαλής ο Dollinger εκτός από την μη αποδοχή του αλάθητου εισήγαγαν και άλλες μεταρρυθμίσεις στις κοινότητές τους, όπως η παροχή του ποτηρίου της Θείας Μετάληψης και στους λαϊκούς, η κατάλυση της αγαμίας του κλήρου και η χρήση της λαλούμενης γλώσσας και όχι της Λατινικής που ίσχυε μέχρι τότε στην λατρεία.
Το αλάθητο του πάπα ως δόγμα πίστης, ως δόγμα δηλαδή αναγκαίο για την σωτηρία των πιστών αποδοκιμάστηκε έντονα όχι μόνο από την Ορθόδοξη Εκκλησία αλλά και τις διάφορες Προτεσταντικές ομολογίες, ενώ αμφισβητείται ευρύτατα και στους κόλπους της ίδιας της Ρωμαιοκαθολικής θεολογίας.
Άξιον μνείας είναι και το γεγονός πως η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού 1962 – 1965 αναθεώρησε τις σχέσεις του πάπα και του σώματος των επισκόπων με την ενθάρρυνση μιας μορφής επισκοπικών συνελεύσεων για την αντιμετώπιση καθαρώς ποιμαντικών ζητημάτων.
Η κριτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας εναντίον του δόγματος του παπικού αλάθητου θεμελιώθηκε στην πατερική παράδοση, κατά την οποία το αλάθητο συνδέεται μόνο με τη μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία και όχι με συγκεκριμένα πρόσωπα, ενώ εκφράζεται μόνο με την αυθεντία της Οικουμενικής Συνόδου.
Την στάση των Ορθοδόξων απέναντι στον Πάπα την εκφράζει με θαυμάσιο τρόπο ο συγγραφέας του 12ου αιώνα Νικήτας, αρχιεπίσκοπος Νικομηδείας:
«Αγαπητέ μου αδελφέ, δεν αρνούμαστε στη Ρωμαϊκή εκκλησία το πρωτείο μεταξύ των πέντε αδελφών Πατριαρχείων· και της αναγνωρίζουμε το δικαίωμα για την πιο τιμητική θέση στην Οικουμενική Σύνοδο. Αλλά η Εκκλησία αυτή αποσπάστηκε από εμάς με τα ίδια της τα έργα, όταν με υπεροψία ανέλαβε την μοναρχία που δεν αρμόζει στο αξίωμά της … Πως μπορούμε να δεχτούμε τις εγκυκλίους της, όταν δεν μας έχει καθόλου συμβουλευτεί ούτε καν ξέρουμε τίποτε; Αν ο Ρωμαίος Ποντίφηκας, καθισμένος στον υψηλό θρόνο της δόξας του, επιθυμεί να μας κατακεραυνώνει, και κατά κάποιο τρόπο να μας εκτοξεύει τις διαταγές του “αφ’ υψηλού”, κι αν επιθυμεί να μας κρίνει και να διοικεί εμάς και τις Εκκλησίες μας, χωρίς να μας συμβουλεύεται, αλλά μόνο για δική του αυθαίρετη ευχαρίστηση, τι είδους αδελφότητα είναι αυτή ή μάλλον τι είδους πατρότητα; Θα είμαστε τότε σκλάβοι, και όχι τα τέκνα μιας τέτοιας Εκκλησίας, και η Ρωμαϊκή έδρα δεν θα είναι η ευσεβής μητέρα των τέκνων, αλλά η σκληρή και αγέρωχη κυρία των σκλάβων».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Βασίλης Στεφανίδης: Εκκλησιαστική Ιστορία
2. Παναγιώτης Τρεμπέλας: Εγκυκλοπαίδεια της Θεολογίας

3. Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς», λήμμα «Πάπας»

4. Ιωάννης Αναστασίου: Εκκλησιαστική Ιστορία

5. Κάλλιστος Γουέαρ: Η Ορθόδοξη Εκκλησία
6. Νίκος Ματσούκας: «Σχόλιο», Περιοδικό «Καθ’ Οδόν», τεύχος 2, 1992

7. Ευσέβιος Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, Τόμος 1

http://antiairetikos.blogspot.gr/2013/07/blog-post.html#more

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άρνηση στην αιχμαλωσία των παθών

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Αυγούστου, 2013


Απόσπασμα από ομιλία του π. Αθανασίου (Μ. Λεμεσού) που έγινε στον Ι. Ν. Αποστόλου Βαρνάβα στις 3/6/98 (2.99)

Αναφορά σε καθημερινά πάθη που μας αιχμαλωτίζουν.
Τα πάθη του ανθρώπου είναι φοβερό πράγμα. Αιχμαλωτίζουν τον άνθρωπο σε απλά πράγματα που νομίζουμε ότι δεν είναι τίποτε. Και όμως είμαστε αιχμάλωτοι. Και αυτή η αιχμαλωσία είναι πολύ χειρότερη. Το να μας πιάσουν σωματικά, εντάξει μας πιάσαν, πόσα χρόνια θα είμαστε αιχμάλωτοι; Τριάντα, σαράντα, πενήντα εξήντα; 
Θα έρθει η ώρα που θα μας ελευθερώσει o Χριστός, θα φύγουμε από αυτό τον κόσμο, και μπορούμε να αξιοποιήσουμε ακόμη και την αιχμαλωσία μας, τη σωματική δουλεία , για την αιώνια ελευθερία μας, για την αιώνια βασιλεία του Θεού, εάν αξιοποιήσουμε την προσωρινή δουλεία. Εάν όμως υποδουλωθούμε και αιχμαλωτιστούμε στα πάθη μας,τότε τα πάθη μας θα τα πάρουμε μαζί μας, και τα πάθη μας θα είναι αιώνια αιχμαλωσία.
Γι αυτό πολλές φορές ρωτάει κάποιος, είναι αμαρτία το τσιγάρο;
Θα πει κανείς πού γράφει στη γραφή ότι είναι αμαρτία το τσιγάρο; Δεν υπήρχε τότε ίσως. Αλλά δεν σημαίνει ότι η Αγία Γραφή είναι ένας κατάλογος όλων των αμαρτιών. Αφού είναι πάθος, είναι αιχμαλωσία. Βλέπεις ότι σου στερεί την ελευθερία σου, βλέπεις ότι είσαι αιχμάλωτος σε αυτό το πράγμα, δεν μπορείς να ξεφύγεις, πέρα από τη βλάβη της υγείας, πέρα από τα άσκοπα έξοδα, τα οποία δεν δικαιούσαι να κάνεις άσκοπα έξοδα, γιατί δεν είναι δικά σου τα χρήματα. Αν έχεις χρήματα περίσσευμα δώσε τα ελεημοσύνη. Δεν δικαιούσαι να τα ξοδεύεις χωρίς λόγο. Εσύ είσαι διαχειριστής, δεν είσαι Κύριος. Κύριος των πάντων είναι ο Θεός. Το τσιγάρο, το ποτό, οτιδήποτε αιχμαλωτίζει τον άνθρωπο αυτό του στερεί την ελευθερία του. 
Εφόσον η ελευθερία είναι δώρο Θεού και εφόσον η ελευθερία χαρακτηρίζει την κατ’ εικόνα Θεού δημιουργηθείς ύπαρξη μας, άρα η στέρηση της ελευθερίας της προσωπικότητας μας είναι μια βλασφημία εις την δημιουργία του Θεού. Δεν μπορεί ο άνθρωπος ο οποίος είναι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού, και ο ίδιος ο Θεός σέβεται την ελευθερία του, και του έδωσε την ελευθερία, δεν μπορεί να υποτάξει τον εαυτό του σε αιχμαλωσία πάθους. Αυτό είναι ύβρις στην εικόνα του Θεού, είναι ύβρις προς τον ίδιο το Θεό που εμείς είμαστε εικόνες του. Άρα υπό αυτή την έννοια, πράγματι το τσιγάρο είναι αμαρτία. Και το ποτό είναι αμαρτία όταν αιχμαλωτίζει, και οτιδήποτε άλλο πράγμα μας αιχμαλωτίζει αυτό είναι αμαρτία. Οτιδήποτε αιχμαλωτίζει το νού μας, αυτό είναι κάτι που μας τραβάει κάτω. 
Αναφορά στους ανθρώπους που έχουν αιχμαλωτιστεί από το πάθος των ναρκωτικών. Αναφορά στα σαρκικά πάθη.
Είναι φοβερό πράγμα το τι δυναστεία ασκεί ο σατανάς δια των παθών πάνω στον άνθρωπο. Δηλαδή σαν να είναι το σώμα μας πηγαίνει από μόνο του. Δηλαδή να φωνάζει ο νούς «σταμάτα τι πας να κάνεις τώρα; Κλείσε την τηλεόραση, Φύγε από αυτό το σπίτι. Μην μιλάς αυτού του ανθρώπου. Μην βγεις έξω να συναντήσεις αυτό το πρόσωπο.» Και ενώ ο νους διαμαρτύρεται και σου λέει θα τα καταστρέψεις όλα, πάμε από μόνοι μας, σαν τους υπνωτισμένους. Σαν κάποιος να κάθισε στο τιμόνι και οδηγά όπου θέλει εκείνος.
Και ακόμη κάτι άλλο, μέχρι που μας ξυπνούν τα πάθη μας. Τώρα με αυτή την εφεύρεση την σατανική των έργων ας πούμε, ακούω και εγώ από τις εξομολογήσεις. Ξέρουν ότι μία παρά τέταρτο έχει αυτά τα παλιόεργα. Ξυπνάει μία παρά τέταρτο. Δεν στριφογιρίζει στο κρεβάτι, τίποτε, ξυπνάει και πάει εκεί, να ανοίξει την τηλεόραση. Μέχρι που μπορεί να την βγάζει το απόγευμα πάνω στο σέντε και να την κατεβάζει εκείνη την ώρα κάτω, να το δεί. 
Να φοβάστε τα πάθη, όχι δηλαδή να τα φοβόμαστε ψυχολογικά, αλλά να τα υπολογίζουμε, διότι από εκεί που δεν ξέρουμε, ο διάβολος είναι παμπόνηρος, θα βρει κάποια στιγμή να μας ρίξει κάτω. Είναι μεγάλη τέχνη ο άνθρωπος να προσέχει. Η προσοχή είναι μεγάλη υπόθεση. Είναι επιπολαιότητα, είναι πνευματική επιπολαιότητα να εκθέτουμε τον εαυτό μας εις τα πάθη…

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στην Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά (Τραπεζούντος, 15 Αυγ. 2013)

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Αυγούστου, 2013

Ο Μ Ι Λ Ι Α
ΤΗΣ Α.Θ.ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ.κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΕΝ ΤΗι ΙΕΡΑι ΜΟΝΗι ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΟΥΜΕΛΑ
(Τραπεζοῦς, 15 Αὐγούστου 2013)
Πατέρες, ἀδελφοί καί εὐλογημένα τέκνα ἐν Κυρίῳ,
Ἠγαπημένοι ὅπου γῆς Πόντιοι,
          «Ξυπνᾶ κι᾿ ὁ γερο γούμενος, τόν ὄρθρο του σημαίνει
          καί μουρμουρίζοντας σιγά, στήν ἐκκλησιά πηγαίνει,
          τήν ἅγια Εἰκόνα τῆς Κυρᾶς σκυφτά νά προσκυνήσει.
          Κι᾿ ἐκεῖ πού ἐτέντων ὁ παπᾶς τά χείλη νά φιλήσει
          τοῦ κάστηκε πώς ἔλειπε –παράδοξη ἱστορία-
          ἀπ᾿ τό θρονί της τό χρυσό ἡ Δέσποινα Μαρία…
          Ἐτρομαξ΄ὁ καλόγερος… Στήν πλάκα γονατίζει,
          χτυπᾶ τό μέτωπο στή γῆ, παρακαλεῖ, δακρύζει…
          Μέ μιᾶς ἀστράφτ᾿ ἡ ἐκκλησιά κι᾿ αἰσθάνετ᾽ ἕνα χέρι
          ὅπου τόν ἀνασήκωνε…Μοσχοβολάει τ᾿ ἀγέρι…
          Τά μάτια του ἄνοιξ᾿ ὁ παπᾶς…Στό κάτασπρό του γένι
          τό δάκρυ του ἔσταζε βροχή. Κοιτάζει…καθισμένη
          στό Θρόνο βλέπει τήν Κυρά, πού τοῦ χαμογελοῦσε
          καί τό Παιδί πού ἐχαίρετο καί πού τόν εὐλογοῦσε.
          -Σέ ποιό καλύβι ἀγνώριστο, σέ ποιά καρδιά θλιμμένη
          νά πέρασες τή νύχτα Σου, Κυρά Φανερωμένη;»,
θά ἐτραγουδοῦσε καί θά ὑμνοῦσε μαζί μέ ὅλους μας σήμερα ἐδῶ, σήν Σουμελᾶν τήν Παναΐαν, ὁ Λευκαδίτης ποιητής Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης.
Μεγαλύνει, λοιπόν, ἡ ψυχή μας τόν Κύριον μέ πολλήν εὐγνωμοσύνην, διότι διά τετάρτην φοράν μᾶς ἀξιώνει νά συναχθῶμεν πανταχόθεν τῆς οἰκουμένης, ὅπως τότε ἐκ τῶν τῆς οἰκουμένης περάτων, ἐν νεφέλαις, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, διά νά ἀποδώσωμεν τήν ὀφειλετικήν τιμήν εἰς τήν πάναγνον Μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ, εἰς τόν ἡγιασμένον τοῦτον τόπον τῆς περιπύστου Ἱερᾶς Αὐτοκρατορικῆς Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς τοῦ Ὄρους Μελᾶ, τοῦ συμβόλου τῆς βαθείας πίστεως τῶν ὀρθοδόξων Ποντίων.
«Φῶς σ᾿ ὀμμάτια μας», λοιπόν!
Ὅμως, τί τό ἰδιαίτερον ἔχει ὁ τόπος αὐτός, ἀφοῦ τοῦ Κυρίου πᾶσα ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς, καί μάλιστα μετά ἀπό μίαν ἑκατονταετίαν περίπου σιωπῆς;
Τό ἰδιαίτερον εἶναι ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἔχει ἁγιάσει τόν χῶρον τοῦτον διά τῆς ἀσκήσεως καί τῆς χαρισματικῆς ἀκτινοβολίας τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν καί ἐλάτρευσαν εἰς αὐτόν τόν Κύριον καί τήν Θεοτόκον ἀπό τῶν ἡμερῶν τῶν ἐνθέων Σωφρονίου καί Βαρνάβα τῶν ἱδρυτῶν μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1923, ὁπότε καί ἠναγκάσθησαν νά ἐγκαταλείψουν τόν ἱερόν βράχον οἱ τελευταῖοι Σουμελιῶται μοναχοί.
Τό ὄρος τοῦτο τοῦ Σουμελᾶ, τό ὁποῖον ἐπί αἰῶνας ἐφιλοξένησε τό μέχρι σήμερον διασωθέν ἱερόν καί θαυματουργόν Εἰκόνισμα τῆς Παναγίας μας, καί ἡγιάσθη καί ἐχαριτώθη ἀπό αὐτήν, ἀποτελεῖ, διά σύμπασαν τήν Ἐκκλησίαν καί τό Γένος τῶν Ρωμαίων, διαχρονικόν σύμβολον καί προσκύνημα, εἰς τό ὁποῖον ἀμέτρητα πλήθη μακαρίων προγόνων μας κατέθεσαν τά δάκρυα, τούς στεναγμούς, τά προβλήματα, τάς εὐχαριστίας καί τούς μυχιαιτάτους πόθους των.
Βεβαίως δέν ἔχομεν σήμερον, ὅπως θά εὐχόμασταν, συνεχῆ τήν ἐδῶ ἀνθρωπίνην παρουσίαν, μίαν ζωντανήν δηλαδή μοναστικήν ἀδελφότητα, ὅπως πρίν ἀπό ἕνα αἰῶνα. Ζοῦν ὅμως ἐν χερσί Κυρίου αἱ ψυχαί τῶν πολυπληθῶν Σουμελιωτῶν Ἁγίων πατέρων, αἱ ὁποῖαι ἀοράτως συνεχίζουν, μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, τήν ἀέναον λατρευτικήν δοξολογίαν των μετά τῶν ἀγγελικῶν χορῶν, καί τοῦ πλήθους τῶν Ἁγίων καί τῶν Μαρτύρων τοῦ Πόντου καί ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, καί μετά πάντων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι σήμερα λατρεύουμε ἐδῶ τόν Θεόν τῶν πατέρων μας ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ.
Ὑπέρ πάντα, ὅμως, ζῇ καί ἐνεργεῖ ἐδῶ ἡ Κυρία τοῦ Τόπου τούτου, ἡ ὑπέραγνος καί κεχαριτωμένη Θεομήτωρ, ἡ ὁποία ἐπέλεξεν ὡς κατοικητήριόν της αὐτόν τόν  πελώριον κατακόρυφον βράχον, τό εὐλογημένον τοῦτο Ὄρος, καί τό κατέστησε μυστικόν κῆπον καί θαυμαστόν περίβολόν της, ὅπως καί τό Ἅγιον Ὄρος τοῦ κλεινοῦ Ἄθωνος.
Ἡ Δέσποινα Παναγία, «θρονιασμένη εἰς τήν καρδιάν μας»,  πηγάζει πολυτρόπως, ἀοράτως καί μυστικῶς, ἀλλ᾿ ὅμως καί πραγματικῶς, τάς χάριτάς της καί ἐνεργεῖ τάς θαυματουργίας της εἰς τούς πρός αὐτήν καταφεύγοντας ἐν πίστει.
 
Ἀδελφοί καί Πατέρες καί φίλτατα τέκνα ἁπανταχοῦ τῆς δεσποτείας Κυρίου Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί,
«Πάσχα ἱερόν ἡμῖν σήμερον ἀναδέδεικται». Αὐτό τό καλοκαιρινό Πάσχα, ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου. Καί εἶναι ὄντως πάσχα.   Εἶναι ἀνάστασις. Μετέστη πρός τήν Ζωήν, ἡ Μήτηρ τῆς Ζωῆς, ἡ κατά σάρκα Μήτηρ τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου. Καί ἀντί λύπης διά τήν κοίμησίν της, τά πάντα πεπλήρωται χαρᾶς καί φωτός καί ἀναστάσεως.
Διαχρονικῶς ἀσπαζόμεθα ἀλλήλους εἰς τάς συναναστροφάς μας μέ τόν χαροποιόν χαιρετισμόν «Χαίρετε». Τόν ἴδιον χαιρετισμόν ἀπηύθυνε καί ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ ὅταν ἀπεκάλυψεν εἰς τήν Ἁγνήν Παρθένον τό εὐαγγέλιον τῆς χαρᾶς λέγων πρός αὐτήν «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη». Καί ὁ Υἱός της, ὁ Ἀναστάς Κύριος, ἐμφανισθείς εἰς τάς Μυροφόρους μετά τήν Ἀνάστασίν Του, ἀπηύθυνε πρός αὐτάς καί τόν κόσμον μίαν λέξιν, ἕναβίωμα, τό «Χαίρετε» καί τό «Εἰρήνη». Εἰρήνη ὑπάρχει ἐφ᾿ ὅσον ὑπάρχει χαρά. Καί χαράν ἔχομεν ὅταν εἴμεθα ἱκανοποιημένοι μέ τά «δῶρα» τοῦ Θεοῦ, καί δέν ζητοῦμε συνεχῶς. Χαρά καί εἰρήνη, εἰρήνη καί χαρά, βιώματα καί καταστάσεις ἀλληλένδετοι καί ἀλληλοσυμπληρούμεναι καί ἀλληλοπεριχωρούμεναι.
Εἶναι, λοιπόν, ὅλα τά γεγονότα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ζωῆς πρόξενα μόνον χαρᾶς. Κάθε ἄνθρωπος εἶναι κεκλημένος νά μετάσχῃ εἰς τήν χ α ρ ά ν αὐτήν, γινόμενος μέλος τῆς οὐρανίου βασιλείας. Θάνατος οὐκέτι κυριεύει.
Εἰς τήν εἰκόνα  τῆς σημερινῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως εἰκονίζεται ἡ Παναγία, περιστοιχιζομένη ὑπό τῶν θείων Ἀποστόλων, καί τοῦ Υἱοῦ της παραλαμβάνοντος τήν ψυχήν της. «Σήν κορφήν κάθεται ὁ Χριστός, ἡ Παναγιά σή᾽ ρίζαν, σ᾽ ἄκρας κάθουν οἱ Ἄγγελοι, σά φύλλα οἱ Προφητάδες». Καί ὅπως ἡ φυσική μητέρα μας προσπαθεῖ νά ἐκπληρώσῃ κάθε ἐπιθυμίαν τοῦ παιδιού της, ἔτσι καί ἡ Παναγία ἀπό ἐκεῖ, ἀπό τούς οὐρανούς, ἐκπληρώνει πᾶσαν καλήν ἐπιθυμίαν μας.
Ἰδιαιτέρως ὅταν αὐτή ἡ ἐπιθυμία μας καί αὐτή ἡ προσευχή μας τῆς ἀπευθύνεται ὅπως σήμερα ἀπό τόν ἀγαπημένον της αὐτόν τόπον, ἀπό ἐδῶ πού εὑρισκόμεθα μεταξύ ούρανοῦ καί γῆς, ἀπό τά βοσκοτόπια τῆς Μονῆς Σουμελᾶ, μέσα ἀπό τά δάση τῆς μαυροπεύκης καί τῆς ἀζαλέας τῆς ποντικῆς, τίς κρανιές καί τά ροδόδενδρα καί τά χλοερά λιβάδια τοῦ Πόντου πού περιγράφει τόσο ὄμορφα ἡ Μαριάννα Κορομηλᾶ: ὅταν ἀναπέμπωνται οἱ προσευχές μας μέσα εἰς τό θρόϊσμα τῶν φύλλων καί τόν παφλασμόν τῶν ὑδάτων πού ρέουν νύκτα καί ἡμέραν, χειμῶνα-καλοκαίρι, ἐδῶ εἰς τάς παρυφάς τοῦ Ὄρους Μελᾶ, εἰς τόν Πυξίτην, τό ποτάμι τῆς Παναγίας, τό Χρυσοπόταμο, τό Altındere.        
Ἡ «ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητος Θεοτόκος καί ἐν προστασίαις ἀμετάθετος ἐλπίς» μας, ἡ Σουμελιώτισσα, ἡ κοιμηθεῖσα καί μεταστᾶσα εἰς τήν Ζωήν Παναΐα, εὐχόμεθα νά δίδῃ εἰς ὅλους τούς φυλάσσονταςθερμάς  πύλας, αὐτήν τήν χαράν  καί τήν εἰρήνην τοῦ Υἱοῦ της.
Ἡ Παναγία μετέστη πρός τήν Ζωήν!
Καί πρεσβεύει καί μεσιτεύει καί ἱκετεύει καί παρακαλεῖ τόν Υἱόν Της ὑπέρ ἡμῶν!
Καί ᾄδεται παντοῦ καί πάντοτε ὁ νικητήριος παιάν  τῆς Σοφίας, τῆς Δυνάμεως καί τῆς Εἰρήνης τοῦ Θεοῦ, τό  Χριστός Ἀνέστη!
Καί εἰς τό ὄρος Μελᾶ, οἱ «προσδοκῶντες ἀνάστασιν» κεκοιμημένοι τῆς ἱερᾶς αὐτῆς γῆς, ἀνώνυμοι καί ἐπώνυμοι, γνωστοί καί ἄγνωστοι, καί μαζί τους τά σύμπαντα, ἀντηχοῦν καί ἀπαντοῦν: Ἀληθῶς Ἀνέστη!  
Ἡ Μήτηρ τῆς Ζωῆς πρεσβεύει καί νικᾷ διά τῆς μητρικῆς ἀγάπης καί στοργῆς της!
 Ἄς μιμηθοῦμε κατά τό ἀνθρωπίνως δυνατόν τό παράδειγμά της καί τήν Εἰκόνα της, παραδιδούσης τό πνεῦμα εἰς τόν Κύριον καί Θεόν της, διά νά εὕρωμεν χάριν καί ἔλεος ὅταν θά συναντηθοῦμε εἰς τήν οὐράνιον Γαλιλαίαν καί θά ἰδοῦμε τό Πρόσωπον τοῦ ἀπροσωπολήπτου Κυρίου, «καθώς ἐστι» δίκαιος καί ἀληθινός καί κρίνων καί ἀγαπῶν καί σώζων.
Εἴθε ὅλοι νά ἀξιωθῶμεν αὐτῆς τῆς μοναδικῆς χαρᾶς  «ἐν τῇ Χώρᾳ τῶν ζώντων».
Μέχρι τότε, ἀπευθύνουμε εἰς τήν Παναγίαν, σήμερα καί πάντοτε, μέ ἕνα στόμα καί μία καρδιά, τήν «Μυστική Παράκλησι» τοῦ Μεσολογγίτου ποιητοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ:
«Δέσποινα,
κανένα φόρεμα τή γύμνια μου
δέ φθάνει νά σκεπάσει,
Πρόστρεξε, Μυροφόρα,
μονάχα ἐσένα πίστεψα,
καί λάτρεψα μονάχα ἐσένα,
ἀπό τά πρωτινά γλυκοχαράματα
κι᾿ ὥς τώρα στά αἱματοστάλαχτα
μιᾶς ὠργισμένης δύσης.
Δέσποινα, στήριξέ με ἐσύ
καί μή μ᾽ ἀφήσεις…….». Ἀμήν.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι καλοί φίλοι

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Αυγούστου, 2013

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Άγγελοι στην εικονογραφία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Αυγούστου, 2013

monixoras

Οι Άγγελοι στην Αγία Γραφή, την Πατερική παράδοση, και την Υμνογραφία της Εκκλησίας έχουν διαφόρους ρόλους, είναι πανταχού παρόντες και λειτουργούν τα μυστήρια του Θεού. Η απεικόνιση των Αγγέλων είναι προνόμιο της Χριστιανικής Τέχνης η οποία μετά την εικονομαχία τους απεικόνισε με συγκεκριμένους ρόλους. Από τον 4ο αι. εικονίζονται άπτεροι και από την εποχή του Ιουστινιανού με τα αυτοκρατορικά διάσημα.

Ειδικότερα ο ρόλος των Αγγέλων στην υμνογραφία και εικονογραφία της εορτής της Κοιμήσεως είναι δοξαστικός. Είναι η τιμητική φρουρά του Χριστού και εικονίζονται μέσα στη φωτεινή δόξα που τον περιβάλλει. Εικονίζονται ως ψυχοπομποί, είτε πετώντας προς τον Χριστό με καλυμμένα χέρια για να παραλάβουν από τα χέρια του Χριστού την τιμία ψυχή της Παναγίας και να τη μεταφέρουν στους ουρανούς, είτε στεκόμενοι δίπλα Του, διάκονοι με λαμπάδες. Άλλοτε δε εικονίζονται ως τιμωροί του ασεβούς Ιεφωνίου και άλλοτε ανοίγοντας τις πύλες του ουρανού, για να εισέλθει η Παναγία. Επίσης εικονίζονται ως συνοδεία και οδηγοί των Αποστόλων που έρχονται με τα ουράνια οχήματά τους, τα σύννεφα, από τα πέρατα της οικουμένης, για να κηδεύσουν την Παναγία.

Στην ιστορία της εικονογράφησης της Κοιμήσεως η πιο παλιά σύνθεση είναι αυτή της Μονής Δαφνίου, του Οσίου Λουκά και της Μονής της Xώρας η οποία διακρίνεται για το ιδιαίτερα κλασικό της ύφος. Αργότερα μετά τον 13ο αι. στη λιτή απεικόνιση της Κοιμήσεως εμφανίζεται πλήθος Αγγέλων που ανεβοκατεβαίνει από τις ανοικτές θύρες του ουρανού ή συνοδεύει την Παναγία στην ουράνια κατοικία Της.

KoimisiTheotokou2

Η υμνογραφία της εορτής ενέπνευσε την εικονογράφηση του πλήθους των Αγγέλων να ανοίγει τις ουράνιες πύλες και να προτρέπει μυστικώς: «ύπερθεν αι Πανάγίαι και Πρεσβύταται των Αγγέλων Δυνάμεις, το θαύμα εκπληττόμεναι κεκυφιυίαι αλλήλαις έλεγον, Άρατε υμών τας πύλας και υποδέξασθαι την τεκούσαν του ουρανού και γής ποιητήν…» (Δοξαστικό Αποστίχων Εσπερινού).

Συνοπτικώς μπορούμε να πούμε ο,τι ο ρόλος των Άγγέλων στην εικονογραφία πολλαπλασιάζεται χρόνο με το χρόνο. Είναι αγγελιοφόροι και διάκονοι του θείου θελήματος, τιμητική φρουρά του Χριστού, ψυχοπομποί, τιμωροί του ασεβούς Ιεφωνία, τιμητική φρουρά και συνοδός της Παναγίας που υποδέχεται και επευφημεί όπως ο λαός υποδέχεται τον τροπαιούχο αυτοκράτορα κατά την ώρα της θριαμβευτικής εισόδου του στην Πόλη.

Σε όλες τις παραστάσεις των αγγέλων δίπλα στην Παναγία, κυριαρχεί η αυτοκρατορική εικονογραφία και ο ρόλος τους είναι η τιμητική φρούρηση και προσκύνηση της Μόνης Αυγούστας και του καθημένου στη μητρική καθέδρα σαρκωμένου Λόγου

Κλεοπάτρα Χατζηλία, Ιστορικός Πολιτισμού 

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ – “ΑΝΑΒΛΕΨΑΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟΝ ΕΥΛΟΓΗΣΕ ΚΑΙ ΕΔΩΚΕ”: ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΥ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΧΘΥΩΝ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Αυγούστου, 2013

               
              Σε μία από τις πιο ανθρώπινες στιγμές της επιγείου δράσης Του ο Χριστός ευσπλαχνίσθηκε το λαό που Τον άκουε να κηρύττει σε έναν έρημο τόπο  και είχε κουραστεί και πεινάσει, καθώς είχε περάσει όλη την ημέρα κοντά Του. Έτσι, ο Κύριος, παρότι η τροφή ήταν ελάχιστη και δεν έφτανε ίσως ούτε για τον Ίδιο και τον κύκλο των μαθητών Του, θα πάρει στα χέρια Του τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας και «αναβλέψας εις τον ουρανόν» (Ματθ. 14, 19) θα τα ευλογήσει, για να πολλαπλασιαστούν, να θρέψουν πέντε χιλιάδες άνδρες, καθώς και τις γυναίκες και τα παιδιά και θα αφήσει να περισσέψουν δώδεκα μεγάλα καλάθια από την τροφή που προέκυψε, για να αρνηθεί στη συνέχεια να γίνει βασιλιάς, όπως οι Ιουδαίοι επεχείρησαν να Τον ανακηρύξουν, ενθουσιασμένοι από το θαύμα και επειδή πίστεψαν ότι είχε βρεθεί η λύση στο βιοτικό τους πρόβλημα.
                Εντύπωση μας κάνει το γεγονός ότι ο Χριστός, πριν κάνει το θαύμα κι ενώ κρατούσε στα χέρια Του την ανθρώπινη τροφή, σήκωσε τα μάτια Του στον ουρανό και ευλόγησε την ύλη. Μ’ αυτή την κίνηση ο Κύριος μάς δείχνει πως τα πάντα ανάγονται στο Θεό. Εκείνος είναι που δημιούργησε τον κόσμο. Εκείνος είναι μας δίνει τα αγαθά για την επιβίωσή μας. Εκείνος είναι που μεριμνά για τις ανάγκες μας. Εκείνος είναι που μας δίδει τον Λόγο του, για να χορτάσουμε την πνευματική μας πείνα για νόημα, ελπίδα, σκοπό. Ακόμη κι αν ο άνθρωπος φαίνεται ότι από μόνος του ρυθμίζει τα της ζωής, όποιος πιστεύει, ζητά από τον Θεό και «ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται» (Ματθ. 7,8).
                Μυστήριο είναι η σχέση ουρανού και γης. Έχει μία ιερότητα μοναδική. Η πηγή της ζωής και ο Δοτήρ των Αγαθών, Εκείνος που δεν έχει καμία ανάγκη και όχι μόνο υλική, αφού είναι ο Ίδιος η πληρότητα των πάντων, δια των ακτίστων ενεργειών Του, δημιούργησε και ασχολείται με το κτιστό. Το αναδημιουργεί και το ανιστά από τον θάνατο κάθε μορφής. Και του δείχνει συνεχώς την ζωοποιό αγάπη, που είναι χαρακτηριστικό του Παναγίου Θεού, όχι μόνο με πνευματικό ή σωτηριολογικό τρόπο, αλλά ακόμη και με υλικό. Η κίνηση του Χριστού να στραφεί προς τον Ουρανό ακριβώς αυτό υποδηλώνει. Να δείξει στον άνθρωπο ότι για κάθε αγαθό αυτής ή της αιώνιας ζωής ο άνθρωπος καλείται να στραφεί προς το Θεό ως τον Πατέρα Του και να αφεθεί στο μυστήριο της ανταπόκρισης που πηγάζει από την αγάπη.
                Αυτό δεν συνεπάγεται την ανθρώπινη απραξία. Το θαύμα έγινε άπαξ. Το μυστήριο όμως, στις ουσιαστικές του διαστάσεις, βιώνεται συνεχώς, μέσα από την ευχαριστιακή σχέση ανθρώπου και Θεού. Ο άνθρωπος καλείται να αναβλέπει προς τον ουρανό κάθε στιγμή της ζωής του. Να δοξάζει και να ευχαριστεί το Θεό για κάθε τι που του δίδει, ακόμη κι αν αυτό φαίνεται σταυρός και δοκιμασία. Να εμπιστεύεται το Θεό ως Πατέρα. Και να απολαμβάνει ό,τι έχει λάβει, ακόμη κι αν φαίνεται μικρό, με πνεύμα δοξολογίας και ευγνωμοσύνης. «Από Θεού άρξασαθαι». Είναι μία οδός που, χωρίς να απαξιώνει τον ανθρώπινο κόπο, αφήνει στον καθέναν μας να κατανοήσει ότι κόπος και εμπιστοσύνη γεννούν το μυστήριο. Αλλά και ότι «ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. 4,4).
              Η ευλογία που παρείχε ο Χριστός στους άρτους και τους ιχθύες είναι το δεύτερο σημείο, στο οποίο αξίζει να σταθούμε. Είναι το ορατό σημείο του θαύματος. Ευλογώ σημαίνει λέω καλώ λόγο. Σημαίνει ζητώ από το Θεό την αφθονία σε ό,τι ξεκινώ ή σε ό,τι κρατώ. Μία αφθονία που γνώμονα έχει όχι την προσωπική μου αυτάρκεια, αλλά την προσφορά στους άλλους. Γιατί αυτός ήταν ο λόγος που ο Χριστός ευλόγησε τα υλικά αγαθά. Όχι για να καταστήσει τους ανθρώπους πλούσιους από αυτά, αλλά για να τους στηρίξει, να τους δώσει την χαρά να ζήσουν στην πληρότητα όχι μόνο της ψυχής εκ του λόγου Του, αλλά και του σώματος, εκ της τροφής. Γι’ αυτό και η Εκκλησία ευλογεί κάθε ανθρώπινο έργο. Όχι για να το καταστήσει αυτοσκοπό. Αλλά για να δώσει στον άνθρωπο να καταλάβει ότι το μυστήριο της σχέσης του με το Θεό αγιάζει την πορεία του, όχι όμως για να καταστεί ο ίδιος αυτάρκης, εγωκεντρικός και να αφεθεί στην απόλαυση των αγαθών για τον εαυτό του. Κάθε έργο μας είναι ευλογημένο όταν στοχεύει και στην προσφορά στους άλλους. Αλλιώς υπολείπεται και μπορεί να μετατραπεί σε παγίδα, που θα μας καταπιεί.
               Τέλος, ο Χριστός  θα δώσει στους μαθητές Του τα υλικά αγαθά για να τα προσφέρουν με τη σειρά τους στο λαό. Κάθε κίνηση, κάθε έργο, πνευματικό και υλικό, χρειάζεται τους διακόνους του. Δεν μοίρασε την τροφή ο ίδιος ο Χριστός, όχι μόνο για πρακτικούς λόγους, αλλά και γιατί ήθελε να δείξει στους μαθητές Του ότι κάθε έργο δεν μπορεί να είναι ατομικό. Χρειάζεται μία δράση συλλογική. Που να περιλαμβάνει και άλλους, οι οποίοι θα ενστερνίζονται το μυστήριο, την ευλογία, την αγάπη. Συνήθως οι άνθρωποι περιμένουμε έτοιμη την τροφή μας, υλική και πνευματική. Αξίζει όμως να συμβάλουμε αν όχι στην παρασκευή της, τουλάχιστον στην προσφορά και στην διάδοσή της.
              Το τελευταίο υποδηλώνει την ανάγκη για αλλαγή νοοτροπίας στη ζωή μας. Συνήθως οι εμπερίστατοι παγιδεύονται στη λογική ότι ο κόσμος και η κοινωνία έχουν καθήκον να τους θρέψουν, να τους βοηθήσουν, να τους ενισχύσουν, χωρίς οι ίδιοι να χρειάζεται να κάνουν κάτι. Δικαιούνται  την αγάπη, αλλά χωρίς κόπο δικό τους. Ο Χριστός όμως δεν έκανε το θαύμα για ανθρώπους που συνάντησε τυχαία, αλλά για εκείνους που κοπίασαν ακούγοντάς Τον ολόκληρη την ημέρα. Και έστειλε τους μαθητές Του, για να δείξει στους ανθρώπους ότι δεν είναι μόνος Του, όπως επίσης και ότι ο καθένας μπορεί να συμβάλει στο οποιοδήποτε έργο. Γιατί είναι βέβαιο ότι τους μαθητές στην συγκέντρωση των κλασμάτων τους βοήθησαν και κάποιοι από τους ανθρώπους που έφαγαν και χόρτασαν. Ας μη μένουμε λοιπόν σε μία παθητική φιλανθρωπία από την μία και από την άλλη ας προτρέπουμε όσους έχουν ανάγκη να καταβάλουν τον δικό τους κόπο, ώστε να δείχνουν και να αισθάνονται ότι παλεύουν για αυτό που τους χαρίζεται ως δωρεά και ευλογία.
            Η ευχαριστιακή σχέση, η ευλογία που γίνεται προσφορά και όχι αυτάρκεια και η συμμετοχή μας σε κάθε έργο, υλικό και πνευματικό αποτελούν στοιχεία του μυστηρίου που χαρακτηρίζει τη σχέση Θεού και ανθρώπου. Και η Εκκλησία πάνω στο μυστήριο πορεύεται, για να υποδεικνύει στον καθέναν το χρέος του που δεν είναι μόνο πνευματικό, αλλά έχει να κάνει και με την θεραπεία των ανθρώπινων αναγκών στο μέτρο του εφικτού, μέσα όμως από το πρίσμα της συνάντησης του ουρανού και της γης. Αυτός ο δρόμος της Εκκλησίας αποτελεί μία ευκαιρία θέασης του κόσμου και της ζωής που αλλάζει τα δεδομένα και τις προκαταλήψεις της εποχής μας έναντι της πίστης. Καιρός λοιπόν για αυτοσυνειδησία και επανεύρεση του αληθινού νοήματος της σχέσης μας με το Χριστό και την Αλήθεια του Ευαγγελίου και βίωση αυτού του νοήματος στη ζωή μας
 Κέρκυρα, 18 Αυγούστου 2013
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΠΑΡΙΟΣ (1721-1813) Ένας μεγάλος διδάσκαλος του Γένους και ένας φλογερός ζηλωτής της ορθοδόξου παραδόσεως

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Αυγούστου, 2013

Μέσα στη χορεία των μεγάλων πνευματικών αναστημάτων της Ορθοδοξίας εξέχουσα θέση κατέχει ο εν Χίῳ οσιακώς κοιμηθείς στις 24 Ιουνίου 1813 Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο οποίος αναδείχθηκε διαπρεπής θεολόγος, φωτεινός διδάσκαλος του Γένους, ακαταπόνητος εθναπόστολος, στερρός υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, απαρέγκλιτος φρουρός και θεματοφύλακας της ορθοδόξου παραδόσεως, πολυγραφότατος συγγραφέας, ηγετικό στέλεχος του φιλοκαλικού κινήματος, ιδρυτής και σχολάρχης της περιωνύμου Μεγάλης Σχολής της Χίου. 
Ο γενναίος και ακαταπόνητος αυτός αγωνιστής και ακοίμητος φρουρός των ορθοδόξων δογμάτων της αμωμήτου πίστεώς μας γεννήθηκε το 1721 στο χωριό Κώστος (ή Κόστος) της Πάρου, γεγονός που δικαιολογεί την επωνυμία « Πάριος», με την οποία έμεινε γνωστός στην Εκκλησιαστική Ιστορία, αφού το πραγματικό του επώνυμο ήταν Τούλιος. Είχε άλλα τρία αδέλφια, αλλά ο Αθανάσιος ήταν ο πρωτότοκος γιος του εκ Σίφνου καταγομένου πατρός του, ο οποίος ονομαζόταν Απόστολος Τούλιος, η δε μητέρα του ήταν από την Πάρο. Τα πρώτα του γράμματα διδάχθηκε στη γενέτειρα του, την Πάρο, ενώ σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες φοίτησε στη Σχολή του Παναγίου Τάφου στη Σίφνο, αλλά και στη Σχολή του Γένους στην Άνδρο με δαπάνες της Μονής του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου της Πάρου. Η επιθυμία του για περαιτέρω μόρφωση τον οδήγησε το 1745 στη Σμύρνη, όπου φοίτησε στην ιδρυθείσα το 1733 περιώνυμη Ευαγγελική Σχολή, στην οποία δίδασκαν ο ιδρυτής της, μοναχός Ιερόθεος Δενδρινός και ο Χρύσανθος Καραβίας που κατάγονταν και οι δύο από την Ιθάκη. Μετά από την εξαετή του φοίτηση αναχωρεί το 1751 για το Άγιο Όρος, όπου φοιτά στην περίφημη Αθωνιάδα Σχολή, την οποία διηύθυνε ο μοναχός Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, ενώ το 1753 ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής ο εκ Κερκύρας ιεροδιάκονος Ευγένιος Βούλγαρης, ο οποίος ονομάσθηκε «ο νέος Αριστοτέλης της Ελλάδος». Από τον Ευγένιο Βούλγαρη ο Αθανάσιος διδάχθηκε τη φιλοσοφία και τις ξένες γλώσσες για να έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί και να μεταφράζει τα ξένα συγγράμματα. Παράλληλα η μεγάλη του δίψα για ολοένα και περισσότερες γνώσεις τον οδήγησε στη βιβλιοθήκη της Σχολής, αλλά και σε άλλες αγιορείτικες βιβλιοθήκες, όπου μελετούσε ακατάπαυστα την ελληνική ιστορία, την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι άριστες επιδόσεις του στην Αθωνιάδα Σχολή εντυπωσίασαν τον Ευγένιο Βούλγαρη σε τέτοιο βαθμό, ώστε με την προτροπή του χειροτονήθηκε ο Αθανάσιος διάκονος, ενώ διετέλεσε και καθηγητής της Σχολής. Η πνευματική κατάρτιση του Αθανασίου του Παρίου και η φήμη που απέκτησε, παρακίνησε τους Θεσσαλονικείς να του ζητήσουν να αναλάβει τη διεύθυνση του «Ελληνομουσείου» της Θεσσαλονίκης, το οποίο ήταν η Σχολή του Γένους για την πόλη. Ο Αθανάσιος αρχικά αρνήθηκε την πρόταση, αλλά ύστερα από την επιμονή του Ευγένιου Βούλγαρη και των Θεσσαλονικέων ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής για δύο έτη (1758 -1760), όπου εργάσθηκε ως άριστος διδάσκαλος με καλλίκαρπη δράση. Παράλληλα διηκόνησε με ιδιαίτερο ζήλο το Ιερό Θυσιαστήριο, κηρύττοντας ανελλιπώς τον Θείο Λόγο και καθοδηγώντας πνευματικά το υπόδουλο Γένος. 
 
Όμως το 1760 ο Αθανάσιος αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και τη Σχολή και να καταφύγει στην Κέρκυρα, αφού η επιδημία πανώλης που ενέσκυψε στην πόλη, οδήγησε και στο κλείσιμο της Σχολής. Η ευρυμάθεια και η πνευματική πολυπραγμοσύνη του φημισμένου θεολόγου, φιλοσόφου και φυσικομαθηματικού Νικηφόρου Θεοτόκη (1731 -1800) προσέλκυσε τον Αθανάσιο που διψούσε για διεύρυνση του πνευματικού του επιπέδου, στο να παρακολουθήσει στην Κέρκυρα κοντά στον επιφανή διδάσκαλο μαθήματα φιλοσοφίας, φυσικής και ρητορικής κατά τα έτη 1760-1764. Το 1764 προσκλήθηκε από τον συμμαθητή του στην Αθωνιάδα Σχολή, Παναγιώτη Παλαμά (1722 -1803), για να διδάξει στην Παλαμαία Σχολή του Μεσολογγίου, η οποία ιδρύθηκε το 1760 από τον φίλο και συμμαθητή του, ο οποίος είχε εκτιμήσει ιδιαίτερα τις ικανότητες και το ήθος του Αθανασίου του Παρίου. Έτσι ο Αθανάσιος εγκατέλειψε τις σπουδές του στην Κέρκυρα και έφτασε στο Μεσολόγγι, όπου δίδαξε μέχρι το 1767, ενώ παράλληλα εξήσκησε με επιτυχία και τα καθήκοντα του ιεροκήρυκος, αφού με τα φλογερά του κηρύγματα αναπτέρωνε το εθνικοθρησκευτικό συναίσθημα του λαού. Το 1767 μετέβη στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέλαβε για τέσσερα έτη (1767 -1771) τη διεύθυνση του «Ελληνομουσείου». Έτσι για δεύτερη φορά αναλαμβάνει ο Αθανάσιος τη σχολαρχία της περίφημης Σχολής του Γένους της Θεσσαλονίκης.
Όμως το 1771 και μετά το ξέσπασμα των Ορλωφικών προσκαλείται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αναλάβει τη σχολαρχία της Αθωνιάδος Σχολής στο Άγιο Όρος. Ο Αθανάσιος αναλαμβάνει Σχολάρχης και παραμένει στη θέση αυτή επί έξι έτη (1771 -1777). Κατά την παραμονή του στο Άγιο Όρος και συγκεκριμένα το 1775 χειροτονήθηκε ιερέας από τον ευρισκόμενο στο Αγιώνυμο Όρος Άγιο Μακάριο τον Νοταρά Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου (1731 -1805). Την εποχή όμως αυτή το Άγιο Όρος συνταράσσεται από την κολλυβαδική έριδα και ο Αθανάσιος αναδεικνύεται ένθερμος υπερασπιστής του κολλυβαδικού κινήματος, της περίφημης Φιλοκαλικής Αναγέννησης, μαζί με τους στενούς συνεργάτες του, Μακάριο Νοταρά Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου και Νικόδημο Αγιορείτη. Σκοπός του πνευματικού κινήματος των Κολλυβάδων ήταν η επιστροφή στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση με ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της Κυριακής ως ημέρας της Αναστάσεως του Κυρίου μας και στη συχνή Θεία Μετάληψη. Η κολλυβαδική έριδα συνεκλόνισε το Άγιο Όρος στα μέσα του 18ου αιώνα σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο Αθανάσιος συκοφαντήθηκε και διώχθηκε από τους αντιπάλους του ως αιρετικός, γεγονός που οδήγησε το 1776 στην καθαίρεσή του. Όμως το 1781 αποκαταστάθηκε και πάλι στην κανονική του θέση, αφού οι κατηγορίες εναντίον του αποδείχθηκαν ανυπόστατες. 
 
  
Μετά την αναχώρησή του από το Άγιο Όρος αναλαμβάνει για τρίτη φορά τη σχολαρχία του «Ελληνομουσείου» της Θεσσαλονίκης κατόπιν επίμονης πρόσκλησης των Θεσσαλονικέων. Κατά την περίοδο αυτή το «Ελληνομουσείο» γνώρισε μεγάλη ακμή και φήμη, γεγονός που παρακίνησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο να προσκαλέσει τον Αθανάσιο για να αναλάβει τη σχολαρχία της περίφημης Πατριαρχικής Σχολής της Κωνσταντινουπόλεως, αφού σύμφωνα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν ο πλέον κατάλληλος και καταξιωμένος διδάσκαλος. Μάλιστα η επιθυμία του Πατριαρχείου στο να αναλάβει ο Αθανάσιος τη σχολαρχία της Πατριαρχικής Σχολής ήταν τόσο μεγάλη και επίμονη, ώστε του προτάθηκε να καθορίσει ο ίδιος το ποσό της αμοιβής του, αλλά και να επιλέξει την περιοχή, στην οποία επιθυμεί να χειροτονηθεί Μητροπολίτης. Ο επιφανής όμως διδάσκαλος και ακαταπόνητος αγωνιστής της ορθοδόξου παραδόσεως αρνήθηκε τη δελεαστική αυτή πρόταση, λέγοντας χαρακτηριστικά «τάς μέν ἀρχιερατείας τιμῶ καί προσκυνῶ, ἀλλά ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος ……. διά τοῦτο ἄφετέ με, παρακαλῶ, ἐδῶ εἰς τά πέριξ νά ὠφελῶ ὅσον δύναμαι τούς ἀδελφούς μου καί τό Γένος». 
 
Έτσι το 1786 και σε ηλικία εξήντα πέντε ετών ο Αθανάσιος αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και να μεταβεί στην πατρίδα του, την Πάρο, για να επιδοθεί στην άσκηση και τη συγγραφή, έχοντας αποκτήσει ήδη πολλές γνώσεις, αλλά και πολυτιμότατη πνευματική εμπειρία. Μάλιστα η επιθυμία του ήταν να εγκατασταθεί στη Μονή του Αγίου Μηνά, όπου υπήρχαν και τα πατρικά κτήματα. Ο Αθανάσιος επιβιβάσθηκε σε πλοίο στη Θεσσαλονίκη με προορισμό την Πάρο, αλλά το πλοίο προσάραξε στη μυροβόλο και αγιοτόκο νήσο Χίο, όπου έγινε δεκτός με πολλή χαρά από τους άρχοντες του νησιού. Ενδεικτικό είναι ότι μετά την άφιξή του, του παραχωρήθηκε από τους Δημογέροντες της Χίου ως κατοικία το μονύδριο της Αγίας Τριάδος στο Παλαιόκαστρο που αποτέλεσε το κάθισμά του και στο οποίο επιδόθηκε με ιδιαίτερη επιμέλεια στην προσευχή και το συγγραφικό του έργο. Την εποχή όμως αυτή οι φιλοπρόοδοι και φιλομαθείς Χίοι επιθυμούσαν να ιδρυθεί στο νησί τους μία σχολή που θα ήταν ανώτερη των ενοριακών – συνοικιακών σχολείων και εφάμιλλη των περιώνυμων σχολών της εποχής, όπως της Ευαγγελικής και της Αθωνιάδος Σχολής. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού θεωρούσαν ιδιαίτερα ευεργετική την παρουσία του Αθανασίου, ο οποίος ήταν ένας φωτισμένος διδάσκαλος με μεγάλη εμπειρία και πανελλήνια φήμη. Έτσι άρχισαν να προσπαθούν να πείσουν τον Αθανάσιο να παραμείνει στη Χίο και να αναλάβει τη διδασκαλία στην υπό ίδρυση σχολή. Ο Αθανάσιος δέχθηκε τελικά να παραμείνει προσωρινά στη Χίο και να διδάξει στη σχολή μέχρι να τελειώσει ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787 -1792), ο οποίος είχε ήδη ξεσπάσει. Όμως η παραμονή του Αθανασίου στη Χίο παρατάθηκε, αφού αφενός μεν ο πόλεμος δεν είχε σταματήσει, αφετέρου δε οι Χίοι άρχισαν να ασκούν πιέσεις στον Αθανάσιο να παραμείνει στο νησί και να αναλάβει τη σχολαρχία και το διδακτικό έργο της Σχολής της Χίου. Μάλιστα για την επίτευξη του σκοπού αυτού ζητήθηκε η βοήθεια και η μεσολάβηση του φίλου και ομόφρονός του, Αγίου Μακαρίου του Νοταρά Αρχιεπισκόπου Κορίνθου, ο οποίος την εποχή αυτή εγκαταβιώνει στη Χίο, καθώς και του Οσίου Νήφωνος του Κοινοβιάρχου. Έτσι κατά τη διάρκεια της προσωρινής ήδη παραμονής του Αθανασίου στη Χίο άρχισε η λειτουργία της Σχολής της Χίου, η οποία επισήμως λειτούργησε το 1792. Σχολάρχης ανέλαβε ο ίδιος ο Αθανάσιος ο Πάριος, ο οποίος διατήρησε τη θέση αυτή μέχρι το 1811. Η περίφημη Σχολή της Χίου απέκτησε πανελλήνια φήμη και ακτινοβολία, αφού με τη φωτισμένη πνευματική καθοδήγηση του Διδασκάλου και Σχολάρχου της, Αθανασίου του Παρίου, κατέστη η πνευματική κυψέλη, στην οποία καλλιεργήθηκαν τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και η ανάγκη διατήρησης της ελληνορθοδόξου παραδόσεως ως ασπίδας προστασίας απέναντι στο ευρωπαϊκό πνεύμα του Διαφωτισμού, το οποίο ωθούσε προς τον ορθολογισμό και την αθεΐα. Ενδεικτικό είναι ότι στη Σχολή της Χίου φοίτησαν μαθητές από την Πελοπόννησο, την Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου, τη Σμύρνη, τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Παρόλο όμως που η Σχολή της Χίου είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη και είχε διαγράψει μία ανοδική πορεία και άνθηση χάρη στον σοφό, πολυμαθή, εργατικό και καταξιωμένο διδάσκαλό της, Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, ο οποίος διακρινόταν για τις σπάνιες αρετές και τον ανεπίληπτο βίο του, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τη Σχολή το 1811, κατηγορούμενος από τους ιδεολογικούς αντιπάλους του ως συντηρητικός και ως φλογερός ζηλωτής της ορθοδόξου παραδόσεως. 
 
Μετά από την παραίτησή του αποσύρθηκε στο μονύδριο του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά, το οποίο βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλεως της Χίου και ιδρύθηκε το 1770 από τον Χίο μοναχό Νείλο τον Καλόγνωμο που υπήρξε συμμοναστής του Αγίου Μακαρίου του Νοταρά Αρχιεπισκόπου Κορίνθου. Στο γαλήνιο και καταπράσινο περιβάλλον του μονυδρίου του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά εγκαταβίωσε έχοντας ως συνοδεία του τον ιερομόναχο Όσιο Νικηφόρο τον Χίο (1750 – 1821) και τον ιερομόναχο Ιωσήφ τον εκ Φουρνά της Ευρυτανίας. Εκεί επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στην προσευχή, τη νηστεία και τις αγρυπνίες, αλλά και στο πολυσχιδές συγγραφικό του έργο. Σε ηλικία ενενήντα δύο ετών και συγκεκριμένα στις 24 Ιουνίου του έτους 1813 παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον δικαιοκρίτη και στεφανοδότη Κύριο, τον Οποίο σε όλη του την επίγεια πορεία υπηρέτησε και υπερασπίσθηκε με ξεχωριστό σθένος. Ενταφιάσθηκε στη νότια πλευρά του καθολικού και μάλιστα στον ίδιο χώρο, όπου παλαιότερα είχε ενταφιασθεί ο ιδρυτής του μονυδρίου, Νείλος ο Καλόγνωμος. 
 
Ο λαμπρός και επιφανής αυτός διδάσκαλος με την ανεκτίμητη πνευματική προσφορά στο ελληνορθόδοξο Γένος μας, κατετάγη επίσημα στο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας με απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α΄ στις 9 Ιανουαρίου 1995, η δε μνήμη του καθιερώθηκε να τιμάται στις 24 Ιουνίου, την ημέρα δηλαδή της οσιακής κοιμήσεώς του στη μυροβόλο και αγιοτόκο νήσο Χίο. Δέκα έτη μετά από την επίσημη κατάταξή του στο ορθόδοξο αγιολόγιο και συγκεκριμένα στις 25 Ιουνίου 2005 τελέσθηκαν με την πρέπουσα εκκλησιαστική λαμπρότητα από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Παροναξίας κυρό Αμβρόσιο Στάμενα (… 25 Μαρτίου 2008) τα εγκαίνια του ανεγερθέντος στο χωριό Κώστος Πάρου περικαλλούς Ιερού Ναού επ’ ονόματι του Αγίου Αθανασίου του Παρίου. Η μνήμη του τιμάται επίσης στον Ιερό Ναό της Αγίας Μαρίνης Αντιπάρου, αλλά και στον Ιερό Ενοριακό Ναό της Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων πόλεως Χίου, όπου το αριστερό του κλίτος (παράβημα) τιμάται από τις 24 Ιουνίου 2001 στον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι το μονύδριο του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά, όπου ο Άγιος αποσύρθηκε από το 1811 μέχρι την οσιακή του κοίμηση στις 24 Ιουνίου 1813, περιήλθε το 1998 στην ενορία Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων, της οποίας έκτοτε αποτελεί μετόχιο. Λείψανα του Αγίου φυλάσσονται στους Ιερούς Ναούς Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων Χίου (τμήμα της τιμίας κάρας), Αγίου Αθανασίου Παρίου Κώστου Πάρου, Παναγίας Εκατονταπυλιανής Πάρου και Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Χώρας Νάξου, ενώ την ασματική του ακολουθία εποίησε ο Μοναχός Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης. Αξιολογότατο είναι και το συγγραφικό έργο του Αγίου Αθανασίου του Παρίου, αφού χάρη στην πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα αναδείχθηκε με τη διδασκαλία και τις συγγραφές του ως ένας από τους μεγαλύτερους και πολυγραφότερους θεολόγους και διδασκάλους στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Τα φερόμενα έργα του υπολογίζονται σε 85 και κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: Αντιρρητικά – Πολεμικά, Δογματικοκανονικά, Λειτουργικά, Διδακτικά, Αγιογραφικά – Υμνολογικά, Ομιλίες – Λόγοι και Επιστολές. 
 
Η πνευματική προσφορά του λαμπρού διδασκάλου του Γένους και ακαταπόνητου αγωνιστού των δογμάτων της πίστεώς μας και της ορθοδόξου παραδόσεως, Αγίου Αθανασίου του Παρίου, υπήρξε ανεκτίμητη και πολυτιμότατη για τη διατήρηση του ορθοδόξου φρονήματος του Γένους μας. Ο «ἄκρος ζηλωτής τῶν πατρῴων τῆς εὐσεβείας δογμάτων» Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται από τον βιογράφο του, Ανδρέα Ζ. Μάμουκα, υπήρξε βαθύτατα πατερικός και ησυχαστικός και αναδείχθηκε ηγετικό και δυναμικό στέλεχος του κολλυβαδικού κινήματος, αγωνιζόμενος με σθένος για τη διατήρηση της σχέσεως του ελληνορθοδόξου Γένους μας με την παράδοση, δηλαδή με την ομαλή και απρόσκοπτη συνέχεια της εν Χριστῴ ζωής. Παράλληλα αγωνίσθηκε και για την ύπαρξη μιας παιδείας, η οποία θα πρέπει να στηρίζεται στην παράδοση του Γένους, να μην θεοποιεί τη γνώση και να αποκαθαίρει την ψυχή του ανθρώπου από τα πάθη, καθιστώντάς τον ηθικό και ενάρετο. Ο ευρυμαθής και σοφός Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος υπήρξε βαθύτατα ευσεβής και εξαιρετικά φιλακόλουθος, θεωρώντας την ορθόδοξη πίστη ως καθολικό τρόπο ύπαρξης και τη λατρεία ως χώρο μέσα στον οποίο διασώζεται η παράδοση ή από τον οποίο ξεκινά η αλλοτρίωσή της με το πρόσχημα της «ανανεώσεως». Γι’ αυτό και έδινε ιδιαίτερη σημασία στην τιμή των Αγίων, οι οποίοι θεωρούνται ως οι κύριοι συντελεστές για την πνευματική ακμή της Εκκλησίας. Ιδιαίτερη πνευματική βαρύτητα είχε για τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο η τιμή των νεομαρτύρων, αφού πρότεινε «νά τιμῶνται, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας ἤ νά τιμῶνται ὡς ἅγιοι οἱ νεομάρτυρες καί πρίν ἀπό τήν ἔγκριση τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας», διότι με την τιμή τους αναπτερώνεται το εθνικοθρησκευτικό συναίσθημα του υπόδουλου λαού και ενδυναμώνεται η πίστη στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αξιομνημόνευτη ήταν η φιλανθρωπία και η αφιλαργυρία του, δεδομένου ότι απεβίωσε πάμπτωχος με μοναδική περιουσία μία ενδυμασία, έναν λύχνο και ένα μελανοδοχείο. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος συνέχισε την παράδοση των ανυπέρβλητων μαχητικών ιεραρχών, Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1357) και Αγίου Μάρκου του Ευγενικού (1444) και άσκησε έντονη κριτική στην Ευρώπη και τη Δύση που γι’ αυτόν ήταν έννοιες ταυτόσημες. Έτσι δικαιολογείται και ο σθεναρός του αγώνας εναντίον της «αθεΐας» και του πνεύματος του Διαφωτισμού. Με τον όρο «αθεΐα» και «άθεος» δεν εννοούσε μόνο την απόρριψη του Θεού στη ζωή του ανθρώπου, αλλά και την απομάκρυνση από τον Θεό των Πατέρων ημών που είναι η Ορθοδοξία. Παράλληλα αντιμαχόταν την αποχριστιανοποίηση των ιδεολογικών συνθημάτων της Γαλλικής Επανάστασης, η οποία έκανε λόγο για ελευθερία, ισότητα και αδελφοσύνη, ενώ ήταν εναντίον και όλων αυτών που καταφεύγουν να σπουδάσουν στις ακαδημίες της Ευρώπης, διότι προσπαθούσαν να υποκαταστήσουν την ελληνορθόδοξη παράδοση με ιδεολογίες ξένες προς την πίστη μας, τις οποίες χαρακτήριζε «νεωτερισμούς». Οι θέσεις του για την Ευρώπη και την παιδεία της έγιναν αντικείμενο τέτοιας αρνητικής κριτικής από τους υπέρμαχους της ευρωπαϊκής σκέψεως και τους επιφανείς λογίους της εποχής του, όπως ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής, ώστε τον θεωρούσαν «συντηρητικό» διδάσκαλο, άνθρωπο «περιορισμένου πνευματικού ορίζοντος», σύμβολο του «σκοταδισμού» και εκφραστή της «αντίδρασης». Όμως ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος μιμούμενος τους αρχαίους απολογητές της Εκκλησίας ανέλαβε να αποκρούσει τις κατηγορίες εναντίον του χριστιανισμού και ιδιαίτερα τις αμφισβητήσεις της θεότητος του Ιησού Χριστού και τα επιχειρήματα των αθέων οπαδών του Βολταίρου, αφού σύμφωνα με την άποψή του ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός συνδεδεμένος με την αθεΐα και υιοθετηθείς με τη Γαλλική Επανάσταση από το γαλλικό έθνος, ήταν πολύ πιο επικίνδυνος από τις αρχαίες αιρέσεις. Επικριτική ήταν και η θέση του για τον Παπισμό, ο οποίος εκμεταλλευόμενος την αμάθεια και τη φτώχεια του υπόδουλου ελληνικού λαού, επεδίωξε να τον αποσπάσει από την Ορθόδοξη Εκκλησία και να τον προσδέσει στον Παπισμό που εισήγαγε τον σχολαστικισμό και τη φιλοσοφία στη Θεολογία και κατήργησε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. 
Η κατά το έτος 2013 επετειακή συμπλήρωση διακοσίων ετών από την οσιακή κοίμηση του Αγίου Αθανασίου του Παρίου, δίνει την ευκαιρία να επανεκτιμήσουμε στους σημερινούς χαλεπούς καιρούς μας τη βαρυσήμαντη πνευματική αξία της ελληνορθοδόξου παραδόσεως, της οποίας ανυποχώρητος υπερασπιστής υπήρξε ο οσιακώς κοιμηθείς στην ευλογημένη γη της μυροβόλου και αγιοτόκου νήσου Χίου στις 24 Ιουνίου 1813, Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο μεγάλος αυτός διδάσκαλος του Γένους, ο πολυγραφότατος συγγραφέας, ο θαρραλέος ομολογητής της πίστεώς μας, ο γνήσιος εκφραστής της πατερικής παραδόσεως, ο σθεναρός υπέρμαχος της ελληνοχριστιανικής παιδείας.
Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Εκπαιδευτικός
 
Βιβλιογραφία
· Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (1721 -1813), Πρακτικά Πνευματικού Συμποσίου, Έκδοση Χιακής Αδελφότητος Αττικοβοιωτίας «Ο Κοραής», Αθήναι 2004.
· Χαλκιά –Στεφάνου Πόπης, Οι Άγιοι της Χίου, Β΄ Έκδοσις, Εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήναι 2008.
· Χαροκόπου Αντωνίου Ν., Η περιώνυμη Μεγάλη Σχολή της Χίου –Το ιστορικό «Γυμνάσιο Χίου», Εκδοτικός Οίκος Αφών Κυριακίδη Α.Ε., Θεσσαλονίκη 2006.
Εικόνες
[1] Φορητή εικόνα του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου του Ρεστά Χίου. Ο ναός αποτελεί το καθολικό της ομωνύμου Ιεράς Μονής, όπου ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος εκοιμήθη στις 24 Ιουνίου 1813.
[2] Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος γεννήθηκε το 1721 στο χωριό Κώστος Πάρου και εκοιμήθη το 1813 στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου του Ρεστά Χίου.
[3] Οι Άγιοι Κολλυβάδες Πατέρες, Άγιος Μακάριος ο Νοταράς Αρχιεπίσκοπος Κορίνθου (1731 – 1805), Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749 – 1809) και Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (1721 – 1813). Τοιχογραφία δια χειρός Βλασίου Τσοτσώνη στον Ιερό Ναό Αγίου Μακαρίου Ξυλοκάστρου Κορινθίας.
[4] Φορητή εικόνα του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στον Ιερό Ναό Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου Καρυών Αγίου Όρους.
[5] Φορητή εικόνα του Αγίου Αθανασίου του Παρίου. Ιστορήθηκε το 2013 με δαπάνη του εν Αθήναις Συλλόγου Κωστιανών Πάρου και αφιερώθηκε στον ομώνυμο Ιερό Ναό Κώστου Πάρου.
[6] Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος συναριθμείται στη χορεία των τοπικών αγίων της Ιεράς Μητροπόλεως Παροναξίας.
[7] Φορητή εικόνα του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στον Ιερό Ναό Παναγίας Εκατονταπυλιανής Πάρου. Ιστορήθηκε από τον Κωνσταντίνο Τριαντάφυλλο και αποτελεί δωρεά του αοιδίμου Μητροπολίτου Παροναξίας κυρού Αμβροσίου Β’. 
[8] Φορητή εικόνα του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στο τέμπλο του ομωνύμου Ιερού Ναού στο χωριό Κώστος Πάρου.
[9] Στον θεμελιωθέντα στις 23 Απριλίου 1909 και εγκαινιασθέντα στις 26 Οκτωβρίου 1912 Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων πόλεως Χίου φυλάσσεται λειψανοθήκη με τεμάχιο της τιμίας κάρας και τμήμα ιερού λειψάνου του Αγίου Αθανασίου του Παρίου.
[10] Ο εγκαινιασθείς στις 25 Ιουνίου 2005 περικαλλής Ιερός Ναός του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στο χωριό Κώστος Πάρου.
[11] Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος τιμάται κατ’ έτος πανηγυρικά στον Ιερό Ναό Αγίας Μαρίνης Αντιπάρου.
[12] Άποψη από το καθολικό της διαλελυμένης Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου του Ρεστά Χίου, όπου το 1811 αποσύρθηκε ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος.
[13]  Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά Χίου, καθολικό της ιδρυθείσης το 1770 ομωνύμου Ιεράς Μονής, αποτέλεσε το πνευματικό καταφύγιο του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στο τέλος της επίγειας θεοφιλούς βιοτής του. [http://xristoslivadionxiou.blogspot.gr]
[14] Ο τάφος του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στον αύλειο χώρο του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου του Ρεστά Χίου. [http://xristoslivadionxiou.blogspot.gr]
[15] Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος αναδείχθηκε ακαταπόνητος αγωνιστής της ορθοδόξου παραδόσεως και πολυγραφότατος συγγραφέας. [http://ahdoni.blogspot.gr]
——————————————————–

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ταξινόμηση των Αγίων

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Αυγούστου, 2013

Στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους (Μωσαϊκός Νόμος) επικρατούσε η άποψη ότι Άγιος είναι μόνο Ένας, ο Θεός.
Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους ο Απόστολος Παύλος αποκαλεί Αγίους όλους τους βαπτισμένους Χριστιανούς, που ζουν σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, που αγωνίζονται για  την σωτηρία της ψυχής τους και που επιδιώκουν να κατακτήσουν την Βασιλεία του Θεού (Ρωμ. α’,7 – Α’ Κορ. α’,1-2 – Εβρ. ς’,10).
Στον 4ο αιώνα ο τίτλος «Άγιος» αρχίζει να αποδίδεται μόνο σε λίγους εκλεκτούς «φίλους του Θεού», που ξεχωρίζουν για το μαρτύριο τους, για την ζωή τους και για τα θαύματά  τους. Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας όμως τονίζει: «Άγιος είναι εκείνος που είναι καθαρός από κακία και αμαρτήματα».
Πρώτη από όλους τον τίτλο της «Υπέρ Αγίας» έλαβε η Παρθένος Μαρία. Ακολούθησαν οι Απόστολοι του Κυρίου. Οι Άγγελοι καθώς και πολλά από τα «Δίκαια» πρόσωπα της  Παλαιάς Διαθήκης δεν θα μπορούσαν να μην πάρουν τον τίτλο αυτόν, όπως φυσικά Άγιος δεν θα μπορούσε να μην ονομαστεί και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο Βαπτιστής. 
Σιγά-σιγά άρχισε να διαμορφώνεται μία ιεράρχηση στην ταξινόμηση των Αγίων.
Οι ομάδες (χοροί) των Αγίων έχουν ως εξής: 

Δίκαιοι. Είναι όλοι οι «Δίκαιοι» που έζησαν προ Χριστού έχοντας πίστη στον Έναν και Μοναδικό Θεό και ήλπιζαν ή προφήτευσαν τον ερχομό του Μεσσία – Χριστού.
Απόστολοι και Αποστολικοί Πατέρες. Τον τίτλο αυτό πήραν οι μαθητές του Κυρίου και οι μαθητές αυτών.
Μάρτυρες. Ονομάζονται όλοι όσοι μαρτύρησαν για την πίστη τους, βασανίσθηκαν και θανατώθηκαν ιδιαίτερα κατά τους πρώτους μεγάλους διωγμούς. οι Μάρτυρες είναι χιλιάδες: Γυναίκες, άντρες, νέοι, γέροι και παιδιά, και φυσικά δεν είναι όλοι γνωστοί.
Μεγαλομάρτυρες. Όσοι από τους Μάρτυρες υπέστησαν μεγάλα βασανιστήρια και θανατώθηκαν με φρικτό – βάρβαρο τρόπο, έχουν πάρει από την Εκκλησία αυτόν τον τίτλο. 
Ιερομάρτυρες. Ονομάζονται όσοι από τους Μάρτυρες ήταν Ιερωμένοι.
Οσιομάρτυρες. Οι μοναχοί, οι ασκητές και οι ερημίτες έλαβαν αυτόν τον τίτλο.
Νεομάρτυρες. Έτσι ονομάζονται οι Άγιοι που μαρτύρησαν επί Τουρκοκρατίας.
Ομολογητές. Ονομάζονται οι Άγιοι που διώχθηκαν και βασανίσθηκαν, που ομολόγησαν την πίστη τους, αλλά που τελικά δεν θανατώθηκαν. 
Όσιοι. Οι Άγιοι (ερημίτες, αναχωρητές, ασκητές…) που εγκατέλειψαν τον κόσμο και αφιερώθηκαν εξ ολοκλήρου στον Θεό. Τον λάτρεψαν σε ερήμους και σε κακοτοπιές με
πίστη και εγκαρτέρηση για όλη τους την ζωή και τελικά «κοιμήθηκαν εν ειρήνη», ονομάσθηκαν Όσιοι.
Οσιοπαρθενομάρτυρες. Έτσι ονομάζονται οι γυναίκες μοναχές, μάρτυρες της πίστης που θανατώθηκαν με μαρτυρικό τρόπο.
Ισαπόστολοι. Όλοι όσοι έκαναν αποστολικό έργο ισάξιο των Αποστόλων ονομάσθηκαν έτσι.
Πατέρες της Εκκλησίας. Οι μοναχοί, οι κληρικοί και ιδιαίτερα οι Επίσκοποι που διακρίθηκαν για το έργο τους δικαίως κατέχουν αυτόν τον τίτλο.
Απολογητές. Όλοι όσοι ανέλαβαν να υπερασπιστούν τον Χριστιανισμό απέναντι σε φιλοσόφους, ηγεμόνες, βασιλείς και αυτοκράτορες, θεωρητικά ή γραπτά, με επιστολές ή 
με τον λόγο τους αναγορεύτηκαν σε «Απολογητές» της πίστης μας.
Θεολόγοι. Φυσικά τρεις μόνο κατέχουν αυτόν τον τίτλο. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ιωάννης ο Θεολόγος και ο Συμεών ο νέος Θεολόγος. 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η εικόνα της Μεγαλόχαρης στην Τήνο όπως είναι πίσω από τα τάματα…

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Αυγούστου, 2013

Πρόκειται για ένα από τα ιερότερα σύμβολα του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Η Ιερή Εικόνα της Παναγίας που φυλάσσεται στην Τήνο, έχει συνδεθεί άμεσα με την πίστη του Έλληνα για την Παναγία αλλά και με τους απελευθερωτικούς αγώνες του λαού μας τους προηγούμενους δυο αιώνες.

Κάτι που αρκετοί μπερδεύουν, εξαιτίας της κεντρικής πανηγύρεως του Ναού της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο, είναι η απεικόνιση της Παναγίας στην συγκεκριμένη εικόνα.

Η Εικόνα της Παναγίας της Τήνου δεν απεικονίζει την Κοίμηση της Θεοτόκου αλλά τον Ευαγγελισμό. Πρόκειται για μια εικόνα με ιδιαίτερη τεχνοτροπία η οποία σύμφωνα με κάποιους μελετητές αποδίδεται στον Απόστολο Λουκά. 

Πως είναι όμως η εικόνα της Παναγίας πίσω από τα τάματα των πιστών; 

Αυτή είναι μια από τις σπανιότερες απεικονίσεις της εικόνας της Παναγίας της Τήνου, χωρίς το χρυσό «πουκάμισο» που την κοσμεί και τα αφιερώματα των πιστών που βρίσκονται πάνω από αυτό. 

Πρόκειται για την εικόνα του Ευαγγελισμού στην οποία απεικονίζονται, δεξιά η Παναγία και αριστερά ο Αρχάγγελος Γαβριήλ κρατώντας τον κρίνο. 

Πάνω από τα δυο πρόσωπα εικονίζεται το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού. 

Η εικόνα της Παναγίας βρέθηκε στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα ο Ναός Της ύστερα από όραμα της Αγίας Πελαγίας στις 30 Ιανουαρίου 1823.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Κοίμησις, η Ταφή, η Ανάσταση και η Μετάσταση της Παναγίας.

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Αυγούστου, 2013

Απομαγνωτοφωνημένη ομιλία του αρχιμ Αθανασίου Μυτιληναίου η οποία εκφωνήθη στις 14/08/1980 σε αγρυπνία της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Η θέσις, αγαπητοί μου, της Υπεραγίας Θεοτόκου, μέσα εις την ιστορία της σωτηρίας μας, είναι σημαντικοτάτη. Και τούτο διότι εστάθη το όργανον της σωτηρίας μας. Είναι εκείνη η οποία έδωσε τον εαυτόν της, να γίνει κλίμακα για να κατέλθει ο Θεός στη γη, και ταυτοχρόνως γίνεται κλίμακα για να ανέλθει ολόκληρη η ανθρωπότητα στον ουρανό.
Έτσι ο Θεός δια της Θεοτόκου, γίνεται άνθρωπος και οι άνθρωποι δια της Θεοτόκου γίνονται θεοί. Να λοιπόν ότι η θέσις της υπεραγίας Θεοτόκου, είναι σημαντικοτάτη εις την ιστορία της σωτηρίας. Εις εκείνο το θαυμαστό όραμα του Ιακώβ με την κλίμακα που εστηρίζετο ο Θεός εις την κορυφήν, η κλίμακα αυτή δεν προϋποθέτει μόνον, την κάθοδον του Θεού, αλλά και την άνοδο του Ιακώβ, δηλαδή την άνοδο των ανθρώπων.
Έτσι αγαπητοί μου, η Θεοτόκος κατέχει κεντρικοτάτη θέση μέσα στην σωτηρίαν μας και συνεπως και στην λατρεία μας. Ολόκληρος ο Άυγουστος είναι αφιερωμένος εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Σημειώσατε ότι δεν έχουμε λίγες Θεομητορικές εορτές μέσα εις τον λειτουργικόν χρόνον.
Αλλά την κορυφή των Θεομητορικών εορτών την κατέχει εορτή της Κοίμησις της Θεοτόκου, αυτή που εορτάζουμε στις 15 Αυγούστου. Είναι μια εορτή κατά την οποία εορτάζουμε την Κοίμηση, την ταφή, την Ανάσταση και την Μετάσταση της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά στοιχεία. Όταν ρίξουμε μια ματιά στην ορθόδοξο εικονογραφία μας, θα δούμε κατά έναν θαυμαστό τρόπο να ιστορούνται αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά. Βεβαίως αφότου άρχισαν οι αιρέσεις, πότε να στρέφονται εναντίον του προσώπου του Κυρίου μας Ιησού, πότε εναντίον της Θεοτόκου, η Εκκλησίας μας επαγίωσε πλέον μέσα στις εικόνες, που μας προσφέρει για να διδαχθούμε το δόγμα όσο και για να τιμήσουμε τα πρόσωπα αυτά, τον Κύριον Ιησούν και την Υπεραγία Θεοτόκο, οι εικόνες εφεξής έχουν πλέον όχι μόνον ιστορικόν χαρακτήρα, ιστορική διάσταση αλλά και δογματική διάσταση.
Έτσι βλέποντας την εικόνα της Κοιμήσεως, βλέπουμε τα εξής: Την Υπεραγίαν Θεοτόκον νεκράν επάνω εις ένα κρεβάτι. Γύρω της είναι οι Απόστολοι. Σε μια θεία δόξα που δεν ανήκει στον παρόντα κόσμο, γι’ αυτό και οι αγιογράφοι, αγιογραφούν αυτό το σημείον κατά έναν τρόπο που να δίδεται η εντύπωσις ότι πρόκειται για κάτι το εξωκοσμικόν, βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός. Κρατάει στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του, της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία οι αγιογράφοι πάρουσιάζουν ως ένα νήπιο.
Με αυτό το νήπιο θέλουν να δείξουν την ψυχή της Παναγίας. Άγγελοι δορυφορούν τον Χριστόν μέσα στην θεία Του δόξα, που κρατά στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του. Αυτό αποτελεί τον ουρανόν.
Κάτω εις την γην οι Απόστολοι, κλαίουν, αλλά το κλάμα τους είναι συγκρατημένο. Είναι ένα κλάμα λύπης, γιατί έχασαν την μητέρα του Κυρίου τους, αλλά και χαράς διότι είναι ο πρώτος άνθρωπος, αληθινά άνθρωπος, όχι θεάνθρωπος ο οποίος ανέρχεται δεδοξασμένος στον ουρανό.
Αυτά βλέπουμε αγαπητοί μου την εικονογραφία της Κοιμήσεως. Αλλά πώς έχουν τα πράγματα έτσι, και πως βρέθηκαν οι Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, αφού κατά την παράδοση η Θεοτόκος εκεί εκοιμήθη.
Έλαβε ειδοποίησιν από τον Υιόν της, ότι θα απέλθει μέσα εις τρεις ημέρες. Σημειώσατε ότι αυτά που σας λέγω, δεν τα αναφέρει η Αγία Γραφή, αλλά τα αναφέρουν Πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Μόδεστος Ιεροσολύμων, ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο άγιος Γερμανός αρχιεπίσκοπος Κων/πολεως, και άλλοι οι οποίοι όχι απλώς τα σημείωνουν αλλά πλέκουν και το εγκώμιον εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον.
Εγκώμια αγαπητοί, τα οποία είναι με βάθος μεγάλο θεολογικό. Εκοιμήθη η Θεοτόκος την τρίτη ημέραν και τότε το Πνεύμα του Θεού ήρπασε τους Αποστόλους, που ευρίσκοντο στα διάφορα σημεία της οικουμένης κηρύσσοντες τον λόγο του Θεού και ευρέθησαν όλοι εις τα Ιεροσόλυμα.
Μέσα εις την παράκλησιν τι λέμε; Ειδικά εις εκείνο το εξαποστειλάριο το οποίο ψάλλουμε ειδικά τον δεκαπενταύγουστο: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε», δηλαδή, ω! Απόστολοι που ήρθατε από τα πέρατα της οικουμένης και ήρθατε εδώ εις τα Ιεροσόλυμα, «κηδεύσατέ μου το σώμα, εν χωρίω Γεθσημανή», δηλαδή, εις τον τόπον της Γεθσημανής, κηδεύσατέ μου το σώμα. Πλην του Θωμά.
Ο Θεός οικονομησε ο Θωμάς να μην είναι παρών, ο οποίος έφτασε τρεις ημέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου. Αλλά όταν ο Θωμάς έφτασε, ελυπήθη πάρα πολύ, διότι δεν ήταν παρών δια να ίδει δια τελευταία φορά την μητέρα του Κυρίου Του και διδασκάλου Του. Γι’ αυτό επήγαν εις τον τάφον, να τον ανοίξουν και να Την προσκυνήσει.
Αλλά τότε παρατηρήθη το εξής: ο μεν τάφος δεν είχε το σώμα αλλά είχε μόνο τα άμφια, τον ιματισμόν δηλαδή της Θεοτόκου και επίσης ήταν γεμάτος από ευωδία καταπληκτική. Τότε κατενόησαν οι απόστολοι ότι η Υπεραγία Θεοτόκος ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν.
Πράγματι έχουμε την Κοίμησιν, την Ταφήν, την Ανάστασιν και την Μετάστασιν δηλ. την Ανάληψιν εις τους ουρανούς. Αυτό έχει πάρα πολύ σημασία και θεολογική αξία διότι η Υπεραγία Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος, όπως λέγει σε ένα εγκώμιό του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος μετά του σώματος θεούται και ανέρχεται στην βασιλεία του Θεού, προ της τελικής κρίσεως.
Διότι ουδείς έχει εισέλθει ακόμη εις την βασιλεία του Θεού παρά μόνο ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού. Κανένας άνθρωπος δεν υπάρχει εις την βασιλεία του Θεού. Ούτε ο ληστής. Ο ληστής βρίσκεται στον παράδεισον. Και ο παράδεισος είναι ο τόπος των ψυχών που αναμένουν την ανάστασιν των νεκρών.
Δεν είναι λοιπόν ούτε ο ληστής, δεν είναι ούτε ο απόστολος Πέτρος, ούτε ο απόστολος Παύλος, ούτε ο προφήτης Ηλίας, ο οποίος δεν εδοκίμασε θάνατον και θα επανέλθει εις την γην. Κανείς δεν έχει εισέλθει εις την βασιλείαν του Θεού, πλην της Θεοτόκου. Και εισήλθε με το σώμα της, όπως ακριβώς εισήλθε και ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός της.
Ήταν δυνατό ποτέ η Μητέρα της Ζωής να ίδει φθοράν, να ίδει διαφθοράν; Όπως ο Ιησούς Χριστός, ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού απέθανεν και ετάφη αλλά δεν είδε διαφθοράν, δηλ. δεν έλιωσε μέσα εις τον τάφον, αλλά ανεστήθη, έτσι έδωσε και την ανάσταση εις την μητέρα Του, από την οποία εδανείσθη την ανθρωπίνη φύση, όλη την ανθρωπίνη φύση, και το σώμα και την ψυχήν, και αυτά τα εθέωσε και τα ανέβασε εις αυτήν την Βασιλεία του Θεού. Αυτό για μας λέει πολλά πράγματα.
Η Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος που ανέρχεται εις την βασιλεία του Θεού και συνεπώς αποτελεί το πιο χαρούμενο γεγονός μετά από το Πάσχα. Και γι’ αυτό θεωρείται δεύτερο Πάσχα,κατά το οποίος εορτάζουμε, όχι απλώς την Κοίμηση, όπως θα εορτάζαμε την επέτειο του θανάτου ενός προσώπου, αφαλώς όχι με χαρά, αλλά το προβάδισμα ενός ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού.
Και γι’ αυτό, για μας είναι ένα Πάσχα, όχι κενόν περιεχομένου, αλλά ένα Πάσχα που έρχεται να μας δώσει την εγγύησιν, ότι πέρασε ένας άνθρωπος εκείνον τον χώρον που δεν θα μπορούσε ποτέ ανθρωπίνη φύσις να τον περάσει.
Γιατί Πάσχα σημαίνει διάβασις, κι όταν οι Εβραίοι πέρασαν την Ερυθρά θάλασσα, γιόρταζαν τυπικώς το αληθές Πάσχα, το οποίο είναι εκ του θανάτου εις την ζωήν, εκ του φθαρτού κόσμου εις την αφθαρσίαν και εκ του κτιστού κόσμου εις την βασιλείαν του Θεού. Ποιος θα μπορούσε να περάσει;
Βεβαίως ο Χριστός. Αλλά από πίσω του έρχεται ο πρώτος άνθρωπος. Έτσι, δεν είναι υπερβολή να πούμε, ό,τι θα λέγαμε για τον Ιησούν Χριστόν το ίδιο θα λέγαμε και για την Υπεραγίαν Θεοτόκον.
Αγαπητοί μου για μας είναι μεγάλη ελπίδα η Υπεραγία Θεοτόκος. Είναι πολύ μεγάλη ελπίδα. Γι’ αυτό ο λαός μας την αγαπά πολύ. Βλέπετε ότι δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει την εικόνα της Παναγίας.
Δεν υπάρχει χωριό, πόλη που να μην έχει έστω ένα εκκλησάκι ή παρεκκλησι αφιερωμένο στην Υπεραγία Θεοτόκο. Αν θα ‘πρεπε να καταγράψομε πόσες εκκλησιές της Παναγίας υπάρχουν σ’ όλη την Ελλάδα, για να μιλήσουμε μόνο για τον ελληνικόν χώρον και όχι για όλον τον ορθόδοξον χώρον, θα βλέπαμε ότι οι εκκλησίες που υπάρχουν προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι πάρα πολλές.
Σε μια ανάγκη μας, την Παναγία φωνάζουμε. Είναι δε τόσο ζυμωμένο αυτό με την ύπαρξή μας, με το κύτταρο μας, έτσι ώστε όπως λέμε «μάνα μου» σ’ έναν κίνδυνο, έτσι φωνάζουμε αυθορμήτως, χωρίς να δουλέψει το μυαλό μας, θα έλεγα από μέσα από τα έγκατά μας, φωνάζουμε «Παναγιά μου». Μέσα μας, μέσα στα βιώματά μας, υπάρχει το πρόσωπό της.
Κι αυτό δείχνει ότι ο ορθόδοξος κόσμος αγαπά και τιμά, την Υπεραγία Θεοτόκο. Την θεωρούμε ότι είναι το εργαστήριο της σωτηρίας μας. Την θεωρούμε ότι είναι η πόλις του μεγάλου βασιλέως. Δεν είναι απλώς η επίγειος Ιερουσαλήμ αλλά είναι η αιωνία Ιερουσαλήμ.
Είναι η δωδεκάτειχος πόλις που έχει τα δώδεκα τείχη, που είναι οι Απόστολοι, και αυτή είναι η πόλις που έχει κάτοικό της τον Υιόν της, τον Ιησούν Χριστόν. Ο πρώτος πολίτης, αλλά και εμείς αγαπητοί, καλούμεθα να γίνουμε πολίτες αυτής της πόλης.
Αλλά κατοικώ την πόλιν, κατοικώ την Θεοτόκον. Μπαίνω μέσα εις την ζωήν της Θεοτόκου και αυτό μέσα εις ένα εγκώμιόν του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει τα εξής: Ελάτε όλοι νοερά να συνεκδημήσουμε μ’ εκείνη η οποία έχει συνεκδημήσει. Ελάτε όλοι να φύγουμε μαζί μ’ εκείνη η οποία έφυγε από τον κόσμον αυτόν.
Όπως λέμε εις τους Χαιρετισμούς: «Ξένον τόκον ιδόντες ξενωθώμεν του κόσμου», δηλαδή, αφού είδαμε έναν παράξενον τόκον, τον Ιησούν Χριστόν, που Τον εγέννησε η Θεοτόκος, ότι δηλαδή είναι ο Εμμανουήλ, ο «μαζί μας ο Θεός», ας αποξενωθούμε από τον κόσμο, από τον αμαρτωλόν κόσμον, από την αμαρτίαν. Για να μπορέσουμε να βρεθούμε με τον τόκον της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Ήρθε, υπηρέτησε το έργο του Θεού, το μέγα σχέδιο του Θεού, υπηρέτησε το «σεσιγημένον μυστήριον χρόνοις αιωνίοις» κατά έναν θαυμαστόν τρόπον, και έγινεν η Κυρία των Ουρανών. Μαζί της λοιπόν, ας ανέβουμε νοερά. Ακόμα η ώρα μας δεν έχει έλθει να φύγουμε. Θα φύγωμε όμως.
Επειδή όταν θα φύγουμε θα ζητούν οι δαίμονες την ψυχήν μας, γι’ αυτός ας φύγωμε από τώρα, νοερώς. Κι εκείνος ο οποίος θα φύγει νοερώς μαζί της, όταν θα έρθει η ώρα της οριστικής αναχωρήσεως, τότε η Υπεραγία Θεοτόκος θα τον αναμένει στον ουρανόν και θα ίδει το πρόσωπό της.
Εκείνο το πρόσωπο το οποίο ευλαβούνται τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και υποκλίνονται μπροστά στης. Είναι εκείνη η οποία φοράει τον ήλιο, οπως μας αποκαλύπτει το βιβλίο της Αποκαλύψεως, και έχει κάτω από τα πόδια της την Σελήνη.
Που σημαίνει ότι φοράει την μονιμότητα, γιατί ο δίσκος του ηλίου είναι πάντοτε στρογγυλός, και έχει κάτω από τα πόδια της την διαρκώς αλλοιουμένη με τις φάσεις της σελήνη, σύμβολο του κόσμου που περνά, που ρέει, του κόσμου του μεταβαλλομένου.
Έτσι κι εμείς αγαπητοί, ας βάλουμε κάτω από τα πόδια μας την σελήνη του κόσμου τούτου, τον μεταβαλλόμενον κόσμον και ας μένουμε μέσα εις την μονιμότητα του θείου φωτός, της θείας δόξης, μέσα εις την οποία εισήλθε η Υπεραγία Θεοτόκος και μας αναμένει.
πηγή:εδώ

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΔΙΟΜΗΔΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Αυγούστου, 2013

 
«Ο άγιος καταγόταν από την Ταρσό της Κιλικίας (την πόλη που γέννησε και ανάθρεψε τον Σαύλο, τον μετέπειτα απόστολο Παύλο), και ανήκε σε επίσημο και αγαθό γένος. Με αγαθότερο όμως τρόπο, ασκούσε την ιατρική τέχνη, θεραπεύοντας όσους έρχονταν σε αυτόν, δηλαδή και τις ψυχές τους με τη θεοσέβειά του, και τα σώματά τους με την τέχνη του. Κατά τους χρόνους του βασιλιά Διοκλητιανού, άφησε την Ταρσό και πήγε στη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου με την ευσέβειά του και την ιατρική του μέθοδο ευεργετούσε όλους τους προσερχομένους με ποικίλους τρόπους, οπότε και κατηγορήθηκε στον βασιλιά. Όταν οι απεσταλμένοι του βασιλιά πήγαν να τον συλλάβουν, τον βρήκαν να έχει ήδη μετατεθεί προς τον Κύριο. Παρ’  όλα αυτά, του έκοψαν την κεφαλή και την πήγαν στον βασιλιά, ο οποίος, αφού την είδε, διέταξε να την πάνε αμέσως πάλι πίσω και να την προσθέσουν στο σώμα του. Πράγματι, οι στρατιώτες την πήγαν και την συνάρμοσαν στο σώμα του, ενώ, λέγεται ότι την ίδια στιγμή ξαναβρήκαν αυτοί τη δύναμη των οφθαλμών τους, που την είχαν χάσει, όταν έκοψαν την κεφαλή του αγίου».
Ο άγιος ανήκει σ’  ένα από τα πολλά ζευγάρια των αγίων Αναργύρων, που  η Εκκλησία μας εορτάζει. Συχνά ακούμε να μνημονεύονται τα ονόματά τους: «πρεσβείαις των αγίων ενδόξων και ιαματικών Αναργύρων, Κοσμά και Δαμιανού, Κύρου και Ιωάννου, Παντελεήμονος και Ερμολάου, Σαμψών και Διομήδους…ικετεύομέν Σε, Κύριε», που σημαίνει ότι και ο Διομήδης χαρακτηρίζεται εξόχως από το βασικό γνώρισμα των αγίων Αναργύρων, την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, που εκφραζόταν ως ιαματική ενέργεια και της ψυχής και του σώματος των ανθρώπων. Όπως ακριβώς μάλιστα το σημειώνει και το συναξάρι του «αγαθώτερος τους τρόπους γενόμενος, μετήρχετο την ιατρικήν τέχνην». Είναι περιττό βεβαίως και να θυμήσουμε ότι την αγαθή αυτή διάθεση της ψυχής του την απέκτησε όχι μόνον κατά κληρονομικό τρόπο από τους γονείς του, αλλά και από τη δική του έμπονη προσπάθεια να τηρεί τις άγιες εντολές του Κυρίου, με αποτέλεσμα να καθαρίσει, όσο δυνατόν σ’  αυτόν, την καρδιά του και να βρει δίοδο εγκατοίκησης η χάρη του Θεού, που φανερώνεται πάντοτε ως αγάπη. Κατά τον υμνογράφο μάλιστα «παθών ανεπίδεκτον τον λογισμόν εργασάμενος, δοχείον, αοίδιμε, ώφθης του Πνεύματος». Προσπάθησες να κρατήσεις τον λογισμό σου μακριά από τα πάθη, κι έγινες έτσι, αοίδιμε, δοχείο του Πνεύματος.

Εκείνο που προκαλεί όμως ιερό δέος από το συναξάρι του αγίου είναι το γεγονός ότι οι στρατιώτες έχασαν την ενέργεια των οφθαλμών τους, το φως τους δηλαδή, όταν έκοψαν την τιμία του κεφαλή. Γιατί επέτρεψε κάτι τέτοιο η Πρόνοια του Θεού; Σε πολλούς αγίους έχει συμβεί κάτι παρόμοιο, χωρίς να υπάρξει όμως τόσο φοβερό αποτέλεσμα. Το συναξάρι μάς αφήνει περιθώριο ερμηνείας, έστω κι αν κανείς δεν γνωρίζει τις βουλές του Θεού στις όποιες ενέργειές Του: οι στρατιώτες είχαν εντολή να συλλάβουν τον άγιο και όχι να τον σκοτώσουν. Η αποτομή της κεφαλής του, όταν μάλιστα είχε επέλθει ο θάνατος, εντάσσεται στα όρια της ιεροσυλίας, κάτι που συνιστά «ύβριν», με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, ενέργεια δηλαδή που αποτελεί υπέρβαση των ορίων της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια, στους στρατιώτες αυτούς διαπιστώνει κανείς μία δαιμονική συμπεριφορά, που δεν γίνεται αποδεκτή όχι μόνον από τη χριστιανική πίστη, αλλά και παγκόσμια, πανθρησκειακά. Σε όλον τον κόσμο και σε όλες τις θρησκείες, ο νεκρός, ο κεκοιμημένος, απολαμβάνει κάποιου ιδιαίτερου σεβασμού. Όπου δεν υφίσταται τέτοιος σεβασμός, εκεί λειτουργεί η «νέμεσις», η θεία δίκη. Ας θυμηθούμε ότι πάνω σ’  αυτόν τον σεβασμό προς τους νεκρούς έχουν γραφεί υπέροχα έργα στην παγκόσμια λογοτεχνία, όπως για παράδειγμα η τραγωδία του Σοφοκλή «Αντιγόνη». Στην ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας μάλιστα, πολύ συχνά αναφέρονται περιστατικά σύλησης τάφων και νεκρών, όπως στο «Λειμωνάριον» του Ιωάννη Μόσχου, όπου ο ίδιος ο κεκοιμημένος, με την ενέργεια του Θεού, ανασηκώνεται, για να αντιδράσει στους διαφόρους τυμβωρύχους, και μάλιστα εκείνους που καταλύουν με ασέβεια την ιερή ησυχία του σκηνώματός του.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση της ασέβειας των στρατιωτών έναντι του ιερού σκηνώματος του αγίου Διομήδη, επισημαίνουμε όμως και το πιο σημαντικό: ναι μεν τιμωρούνται οι στρατιώτες γι’  αυτό που έκαναν, αλλά και δέχονται τη γεμάτη αγάπη ενέργεια του αγίου. Διότι αμέσως με την επιστροφή της κεφαλής του τους αποκαθιστά και τους θεραπεύει. Κι αυτό σημαίνει: στη χριστιανική πίστη, η όποια «νέμεσις», η όποια απόδοση της δικαιοσύνης, λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της αγάπης. Ο Θεός, και μαζί Του βεβαίως οι άγιοι, δεν θέλει απλώς τον κολασμό του ανθρώπου που αμαρτάνει, αλλά κυρίως τη σωτηρία του. Κι αυτό επιτυγχάνεται μόνον με την παροχή της αγάπης. Η δικαιοσύνη, δηλαδή, χριστιανικά, είναι δικαιοσύνη, όταν έχει ως περιεχόμενο την αγάπη. Συνεπώς, ο όποιος κολασμός αποτελεί παιδαγωγία του Θεού, για πρόκληση μετανοίας. «Ταις πρεσβείαις του αγίου Διομήδους, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς».

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Αυγούστου, 2013

Μεμέρισται ὁ Χριστός; Μή Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπέρ ὑμῶν; ῎Η εἰς τό ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;᾽ (Α´ Κορ. 1, 13)
α. ῎Αν ὁ ἀπόστολος τῆς προηγουμένης Κυριακῆς ἦταν μία δυνατή φωνή τοῦ ἁγίου Παύλου γιά ὁμοφροσύνη καί ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν προκειμένου νά δοξολογοῦν ὀρθά καί ἀληθινά τό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὁ σημερινός ἀποτελεῖ τήν ἀκόμη πιό ἔντονη κραυγή του γιά τήν ἴδια ἀλήθεια, καθώς ἀπευθύνεται μάλιστα στούς πιστούς τῆς Κορίνθου, στήν ᾽Εκκλησία τῶν ὁποίων εἶχαν παρουσιασθεῖ σημάδια διάσπασης καί σχίσματος. Εἶχαν ὁμαδοποιηθεῖ κατά κάποιον τρόπο οἱ ἐκεῖ πιστοί προβάλλοντας ἡ κάθε ὁμάδα εἴτε τόν Πέτρο εἴτε τόν Παῦλο εἴτε τόν ᾽Απολλώ, σπουδαίους ἀποστόλους ὄντως καί μεγάλες προσωπικότητες, χωρίς νά κατανοοῦν ὅμως ὅτι ἡ ὑπέρ τό δέον προβολή κάποιου, ἔστω καί ἀποστόλου καί μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ, στήν πραγματικότητα ἀκυρώνει τήν πίστη στόν ἴδιο τόν Κύριο, τόν Σωτήρα τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ἀντίδρασή του εἶναι ἔντονη: ῾Διαμοιράστηκε ὁ Χριστός; Μήπως ὁ Παῦλος σταυρώθηκε γιά χάρη σας; ῎Η στό ὄνομα τοῦ Παύλου βαπτισθήκατε;᾽ ῾Ο μερισμός καί τό σχίσμα γιά τόν ἀπόστολο ἦταν ὅ,τι χειρότερο μποροῦσε νά τούς συμβεῖ. Διαγραφόταν ἡ ἴδια ἡ σωτηρία πού ἔφερε ὁ Χριστός.
β. 1. Καί βεβαίως θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ ὅτι ἴσως ἡ ἀντίδρασή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἦταν ὑπερβολική, δεδομένου ὅτι οἱ πιστοί δέν ἔφευγαν ἀπό τήν ᾽Εκκλησία καί τήν πίστη. Στούς ἀποστόλους ῾ἐκολλῶντο᾽, στούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ, σ᾽ ἐκείνους δηλαδή πού κήρυσσαν τό Εὐαγγέλιο καί ἔδειχναν διαρκῶς πρός τόν Χριστό. Δέν ἦταν σημάδι χριστιανικῆς πίστεως ἡ συγκεκριμένη ἀναφορά τους σ᾽ αὐτούς; ῾Ο ἴδιος ὁ ἀπόστολος ᾽Ιωάννης δέν γράφει ἤδη στήν ἀρχή τῆς Α´ Καθολικῆς ἐπιστολῆς του ὅτι προϋπόθεση τῆς κοινωνίας μέ τόν Χριστό εἶναι ἡ κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους; ῾῞Ινα καί ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾽ ἡμῶν· καί ἡ κοινωνία δέ ἡ ἡμετέρα μετά τοῦ πατρός καί μετά τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. Ἡ ᾽Εκκλησία μας ἀργότερα ὁριοθετώντας τήν πίστη της μέ τό Σύμβολο τῆς πίστεως δέν λέει ὅτι ἡ πίστη αὐτή γιά νά εἶναι ἀληθινή πρέπει ἐκτός ἀπό μία, ἁγία καί καθολική νά εἶναι καί ἀποστολική; Πῶς λοιπόν μέ τόσο ἀπόλυτο τρόπο ὁ ἅγιος Παῦλος καταδικάζει καί δαιμονοποιεῖ τήν προσκόλληση σέ κάποιον ἀπόστολο, ἀκόμη καί τόν ἴδιο;
2. Προφανῶς ὁ ἀπόστολος εἶχε δίκιο. Διότι ἀπό ὅ,τι περιγράφει ἡ κατάσταση στήν Κόρινθο δέν βρισκόταν μέσα στά πλαίσια τῆς ὀρθῆς ἀποστολικότητας. Οἱ πιστοί δέν ἦταν προσκολλημένοι στούς ἀποστόλους, ὥστε νά εἶναι προσανατολισμένοι στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό γιά ἕνωση μαζί Του, ἀλλά ἔπαιρναν ὡς ἀφορμή τήν προσκόλλησή τους αὐτή γιά νά προβάλουν τόν ἐγωϊσμό τους καί τήν κυριαρχία τους ἐπί τῶν ἄλλων. Τά πάθη τους ἔβγαζαν καί τήν ἀντιπαλότητα ἀπέναντι στούς συνανθρώπους τους ἀποκάλυπταν, ὑπό τό πρόσχημα ὅμως τῆς θρησκευτικῆς ἀναφορᾶς τους. Αὐτό πού ὁ Κύριος ἦλθε νά καταργήσει: τόν ἐγωϊσμό ὡς πυρήνα τῆς ἁμαρτίας, αὐτό ἔβρισκε ἄλλους δρόμους γιά νά ξεγελᾶ τούς ἀνθρώπους καλυπτόμενο κάτω ἀπό τήν μάσκα τῆς ῾θρησκευτικῆς᾽ πίστεως. ῾Η μορφή δηλαδή τῆς εὐσέβειας: ῾εἶμαι τοῦ Παύλου ἤ τοῦ Πέτρου᾽,  ἔριχνε κυριολεκτικά στάχτη στά μάτια γιά νά ἐξαφανίζεται ἡ ὅποια οὐσία τῆς ἀληθινῆς εὐσέβειας, ἡ ζωντανή σχέση μέ τόν Χριστό. ῞Ο,τι ὁ ἀπόστολος θά γράψει κάπου ἀλλοῦ γιά ῾τούς ἔχοντας τήν μόρφωσιν τῆς εὐσεβείας, ἀλλά ἠρνημένους τήν δύναμιν αὐτῆς᾽, φαινόταν ἀνάγλυφο στούς πιστούς τῆς Κορίνθου. Κι αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη τραγικότητα: νά δηλώνεις χριστιανός, νά νομίζεις ὅτι εἶσαι πιστός ᾽Εκείνου καί νά εἶσαι ἕρμαιο τῶν παθῶν σου καί ὑποχείριο τοῦ διαβόλου. Γιατί ἀσφαλῶς μόνον ὡς παγίδα τοῦ παμπόνηρου διαβόλου μπορεῖ κανείς νά θεωρήσει τήν παραπάνω πραγματικότητα. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε περιγράψει κάτι ἀνάλογο: θά σκοτώνουν τούς μαθητές Του, πιστεύοντας ὅτι προσφέρουν λατρεία στόν Θεό. ῾Καί πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ᾽.
3. Δυστυχῶς ἡ τραγικότητα τοῦ μερισμοῦ καί τοῦ σχίσματος τῶν πιστῶν τῆς Κορίνθου δέν σταμάτησε μόνο σ᾽ αὐτούς μέ τήν ἐπέμβαση τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Συνεχίστηκε καί στά μετέπειτα χρόνια καί συνεχίζεται μέχρι καί σήμερα, ὅπου ὑπάρχουν πιστοί καί ᾽Εκκλησίες. ῾Η διάσπαση ὡς ἔκφραση ἐγωϊσμοῦ ὑπάρχει ὡς μόνιμος πειρασμός σέ κάθε ἐποχή κι εἶναι δύσκολο νά διαπιστωθεῖ ἀμέσως, γιατί ἀκριβῶς παίρνει μορφή ῾ἐκκλησιαστική᾽. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι χρειάζεται διαρκής ἐπαγρύπνηση γιά τήν ἀποφυγή τέτοιων ὕπουλων χτυπημάτων τῆς ἑνότητας τῆς ᾽Εκκλησίας. Φαινόμενα κατά τά ὁποῖα ὁμάδες πιστῶν ῾γκετοποιοῦνται᾽ μέ κέντρο καί ἀναφορά ἕναν Γέροντα, ἕναν κληρικό, ἕνα μοναστήρι ἴσως, μπορεῖ νά μήν εἶναι τόσο ἀθῶα ὅσο φαίνονται. Κι ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερη εὐαισθητοποίηση καί ἀπό πλευρᾶς τῶν ῾κέντρων᾽ αὐτῶν, ὥστε νά μήν ἀφήνουν νά γίνονται ἀντικείμενα λατρείας. Γιατί ἡ πίστη μας καί ἡ σωτηρία μας βρίσκεται σέ ἕνα καί μοναδικό πρόσωπο: τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Αὐτός ἐστιν ὁ ἀληθινός Θεός καί ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου᾽, Αὐτός εἶναι τό νόημα καί ἡ βάση τοῦ παντός, δεδομένου ὅτι μέ τήν Σταυρική Του θυσία καταργήθηκε τό κεντρικό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου: ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος πού εἶναι τό ἀποτέλεσμά της. Χωρίς τόν Χριστό τί νά τόν κάνεις τόν ἀπόστολο, τί νά τόν κάνεις τόν Γέροντα, τί νά τόν κάνεις τόν ὅποιο κληρικό; ᾽Ακόμη κι ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου, ὅπως κι ὅλοι οἱ ἅγιοι, τί νόημα θά εἶχαν χωρίς ᾽Εκεῖνον; ῎Αν ὁ ὁποιοσδήποτε ἔχει κάποια ἀξία στόν κόσμο αὐτόν, εἶναι λόγω τῆς σχέσης Του μέ τόν Κύριο. ῾Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν᾽, ὅπως μᾶς ἀποκάλυψε ὁ ῎Ιδιος.
4. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος καταθέτει μέ ἀπόλυτο τρόπο τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ᾽Εκκλησίας: ῾Μή Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπέρ ὑμῶν; ῎Η εἰς τό ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;᾽ Ὁ Χριστός μᾶς σώζει, γιατί σ᾽  Αὐτόν καί μόνο βρίσκουμε τήν  ἑνότητά μας. ῾Ο Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τοῦ σώματος καί ὅλοι οἱ ἄλλοι εἴμαστε μέλη αὐτοῦ τοῦ σώματος. Κάθε ἄλλη θεώρηση τῆς ᾽Εκκλησίας λειτουργεῖ ἀποπροσανατολιστικά, δηλαδή λειτουργεῖ δαιμονικά καί εἰς βάρος τοῦ ἀνθρώπου. ῎Ετσι λειτουργεῖ τό σχίμα, ἔτσι λειτουργεῖ πολλῷ μᾶλλον ἡ αἵρεση, γι᾽ αὐτό καί δέν ὑπάρχουν χειρότερες καταστάσεις ὅπως εἴπαμε ἀπό αὐτές. Κι ἐκεῖ πού ὁ ἀπόστολος μᾶς δίνει διαχρονικά τήν ὀρθή ἱεράρχηση τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία γινόμενη ἀποδεκτή κυριολεκτικά σώζει τόν ἄνθρωπο κάνοντάς τον νά ῾περιπολεῖ ὡς Θεός ἐν τῷ κόσμῳ᾽ μέ τίς δυνάμεις τοῦ ῎Ιδιου τοῦ Θεοῦ, εἶναι στό τέλος τοῦ τρίτου κεφαλαίου τῆς ἴδιας ἐπιστολῆς του στούς Κορινθίους. Στό ὀξύ πρόβλημα τῶν σχισματικῶν καταστάσεων τῆς Κορίνθου καταλήγει: ῾Τά πάντα (εἴτε Παῦλος εἴτε Κηφᾶς εἴτε ᾽Απολλώς) ὑμῶν ἐστι, ὑμεῖς δέ Χριστοῦ, Χριστός δέ Θεοῦ᾽. ῞Ολα σ᾽ αὐτήν τήν ζωή, ἄνθρωποι καί πράγματα, σᾶς ἀνήκουν, εἶναι κάτω ἀπό ἐσᾶς, γιατί ἐσεῖς τελικά ἀνήκετε μόνο στόν Χριστό, ὅπως κι Αὐτός ἀνήκει στόν Θεό.
γ. Μπορεῖ ὁ ἀπόστολος νά μή θέλει νά δεχτεῖ ὅτι κύριο ἔργο του εἶναι νά βαπτίζει τούς ἀνθρώπους, γιατί εἶχε κληθεῖ πρωτίστως πρός εὐαγγελισμό αὐτῶν, ὅμως αὐτά πού κηρύσσει καταλήγουν στό βάπτισμα καί τό τί ὁ ἄνθρωπος γίνεται μέ αὐτό: μέλος Χριστοῦ, φανέρωση ᾽Εκείνου στόν κόσμο. ῾῞Οσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽. ῾Η συνειδητοποίηση ὅτι ὡς χριστιανοί εἴμαστε ἕνα πιά μέ τόν Χριστό, γεγονός πού ἐνεργοποιεῖται καί αὐξάνει στόν βαθμό πού ζεῖ κανείς τήν ἐκκλησιαστική ζωή, εἶναι καί ἡ μόνη λύση στό κάθε σχίσμα πού πάει νά ἀναφανεῖ καί πού ὁδηγεῖ τελικῶς στήν αἵρεση καί τήν καταστροφή. 
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Αυγούστου, 2013

«Δότε αυτοίς υμείς φαγείν»
Στο γνωστό περιστατικό του πολλαπλασιασμού των άρτων από τον Κύριο, το οποίο επανελήφθη και άλλη φορά, μας μεταφέρει το ευαγγελικό ανάγνωσμα. Ο Κύριος, μόλις είχε ολοκληρώσει τη διδασκαλία Του στα πλήθη που Τον ακολουθούσαν και είχε θεραπεύσει όλους τους αρρώστους τους, και η ώρα ήταν περασμένη. Οι μαθητές του Κυρίου άρχισαν να αντιμετωπίζουν με αγωνία το πρόβλημα της σίτισης  τόσων ανθρώπων – πέντε χιλιάδες άνδρες χωρίς τα γυναικόπαιδα: «Απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας, αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα». Μα, ο Κύριος έχει τον σκοπό Του: είναι η ευκαιρία να φανερώσει για μία ακόμη φορά τη θεϊκή Του δόξα, καλύπτοντας με θαυματουργικό τρόπο την ανάγκη του φαγητού των ανθρώπων και προσανατολίζοντας τους μαθητές Του σε κάτι βαθύτερο: στην ανάγκη τροφής τους από τον αληθινό άρτο, που είναι ο ίδιος Του ο εαυτός. Η εντολή όμως που τους δίνει στο αδιέξοδο που διαφαινόταν, ήταν πέρα από τα δεδομένα της σκέψης τους: «δότε αυτοίς υμείς φαγείν». Δώστε τους εσείς να φάνε.
1. Ο Κύριος, πράγματι, φαίνεται να προκαλεί τη λογική των μαθητών Του: πώς να ταΐσουν τόσους ανθρώπους με ελάχιστα εφόδια – πέντε ψωμιά και δύο ψάρια; Η αντίδρασή τους είναι η ευγενική αντίδραση κάθε λογικού ανθρώπου: κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Οι μαθητές δηλαδή είναι εγκλωβισμένοι στα δεδομένα της ανθρώπινης εμπειρίας, που κινείται στα πλαίσια του πεσμένου στην αμαρτία κόσμου: 1+1=2. Την ίδια στιγμή βεβαίως αποκαλύπτουν την απιστία τους απέναντι στον Χριστό. Διότι Τον αντιμετωπίζουν κι Εκείνον ως έναν από αυτούς, δηλαδή ως άνθρωπο που τα περιορισμένα πλαίσια της ζωής κανονίζουν τις ενέργειές του. Και δεν πρέπει τούτο να μας παραξενεύει. Οι μαθητές του Κυρίου, καλοπροαίρετοι άνθρωποι και με γνήσια αναζήτηση της αλήθειας – γι’  αυτό άλλωστε και κλήθηκαν από Εκείνον – ακολούθησαν τον Χριστό, απλώς υποψιαζόμενοι την ιδιαίτερη σχέση Του με τον Θεόν Πατέρα. Αδυνατούσαν όμως να φτάσουν στο χαρισματικό σημείο να Τον δουν ως τον Υιό του Θεού, τον ίδιο τον ενανθρωπήσαντα Θεό. Κι αυτή η αδυναμία τους διαπιστώνεται και στην Παναγία Μητέρα Του. Ακόμη κι Εκείνη ήταν επιφυλακτική, τουλάχιστον στην αρχή της δράσεώς Του, στις «προκλητικές» ενέργειες του Υιού της, ως μάρτυρα της θεϊκής παρουσίας.
 
2. Πότε έφτασαν στο σημείο αληθινής όρασής Του, ως τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου; Πέρα από συγκεκριμένες ελάχιστες περιπτώσεις, που με φώτιση Θεού αναγνωρίζουν τη θεϊκή Του προέλευση – για παράδειγμα στην ομολογία της θεότητάς Του από τον απόστολο Πέτρο: «συ ει ο Χριστός, ο υιός του Θεού του ζώντος», ή στο γεγονός της Μεταμορφώσεώς Του – η πίστη τους ότι ο διδάσκαλός τους είναι ο Υιός του Θεού αποκτάται την ημέρα της Πεντηκοστής, τότε που το Πνεύμα το Άγιον κατήλθε εν είδει πυρίνων γλωσσών στις κεφαλές τους, οπότε και διανοίχθηκαν τα μάτια τους, για να δουν τον Χριστό, «καθώς εστι». Με άλλα λόγια, τον Χριστό μπορεί κανείς να Τον δει ορθά, όπως είναι, μόνο με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος: «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν, ει μη εν Πνεύματι αγίω». Χωρίς το Πνεύμα αυτό του Θεού, ο Χριστός παραμένει για τους πολλούς ένας σπουδαίος ίσως άνθρωπος, ένας κοινωνικός επαναστάτης, ένας μεγάλος Δάσκαλος, όχι όμως Θεός. Δικαιολογημένα λοιπόν οι μαθητές του Κυρίου εκφράζουν την απορία τους στην εντολή Του να ταΐσουν αυτοί τον κόσμο. Ήταν πολύ νωρίς για να έχουν νιώσει ποιον είχαν δίπλα τους.
3. Παρ’ όλα αυτά όμως! Κάνουν υπακοή στον λόγο του Κυρίου και γίνονται μέτοχοι του θαυμαστού γεγονότος: τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια πολλαπλασιάζονται και καλύπτουν τις ανάγκες τροφής των χιλιάδων ανθρώπων, κι ακόμη περισσότερο: περισσεύουν και πάρα πολλά, για τα οποία τους δίνεται η εντολή να τα μαζέψουν. Έτσι ο Κύριος τούς δίνει ώθηση να προχωρήσουν πέρα από αυτό που επισημαίνουν οι αισθήσεις τους: στην παντοδύναμη ενέργεια του λόγου και της παρουσίας Του. Θα περάσει ακόμη κάποιος καιρός, είπαμε, μέχρι την Πεντηκοστή, αλλά, έστω και προσωρινά, συνειδητοποιούν – με πολύ εύθραυστο τρόπο είναι αλήθεια: τα γεγονότα του Πάθους θα το αποδείξουν – ότι η λογική υπερβαίνεται όπου υπάρχει Εκείνος. Τα δεδομένα από τις αισθήσεις δεν είναι ικανά να περιορίσουν τη χάρη της προσφοράς Του και την έκχυση της αγάπης Του. Έκτοτε η Εκκλησία μας, ζώντας μέσα στον πλούτο της χάριτος του Κυρίου, θα ψάλλει διαρκώς: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον, ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού». Η λύση στα θεωρούμενα αδιέξοδα είναι πάντοτε ο Κύριος: «όπου γαρ βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις».
4. Όμως ο Κύριος, ενώ καλύπτει τις συγκεκριμένες υλικές ανάγκες των ανθρώπων, δεν μένει σ’  αυτό. Δεν ήρθε για να γίνει η διέξοδος απλώς των υλικών προβλημάτων του ανθρώπου, σαν να πρότεινε τη λύση ενός κοινωνικού χαρακτήρα πολιτικού σχήματος. Μία τέτοια πρόταση την δέχτηκε ως πειρασμό από τον Πονηρό, στους γνωστούς τρεις πειρασμούς Του στην έρημο, και την απέρριψε. Ο Κύριος έρχεται να δώσει στον άνθρωπο, αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη: τον ίδιο τον Θεό, να είναι μέτοχος της αιώνιας ύπαρξής Του. Διότι γι’  αυτό δημιουργήθηκε. Θα αποκαλύψει λοιπόν στους μαθητές Του την απογοήτευσή Του από τον κόσμο που τράφηκε θαυματουργικά – «Με ακολουθούν όχι για τη διδασκαλία Μου, αλλά γιατί τους έθρεψα» – και θα τους προσανατολίσει ακριβώς στο βαθύτερο νόημα της ενέργειάς Του: στην αληθινή τροφή των ανθρώπων που είναι το σώμα Του και το αίμα Του. «Εγώ ειμι ο  άρτος ο αληθινός, ο καταβάς εκ του ουρανού. Εάν μη φάγητε τον άρτον τούτον, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς». Σ’  αυτήν την προσφορά Του η Εκκλησία μας είδε έκτοτε το κέντρο και τον πυρήνα της ζωής της. Στη Θεία Ευχαριστία δηλαδή, στην οποία προσφέρεται ο Κύριος, υπό τα είδη του άρτου και του οίνου, εκεί βιώνεται και το αληθινό νόημα του πολλαπλασιασμού των άρτων, με την προϋπόθεση βεβαίως πάντοτε ότι ο άνθρωπος θέλει κι αυτός την προσφορά αυτή. Κι η θέλησή του αυτή φανερώνεται με την τήρηση των αγίων Του εντολών, οι οποίες δημιουργούν το πλαίσιο, ώστε το σώμα και το αίμα του Κυρίου να λειτουργούν  με «συμβατό» τρόπο στον άνθρωπο, δηλαδή να μη γίνονται «εις κρίμα ή εις κατάκριμά» του, αλλά «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον».
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »