kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Αρχεία για 'ΘΕΟΤΟΚΟΣ'

Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Δεκεμβρίου 2018

Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, άρθρο Στυλιανού Παπαδοπούλου, τόμος Α, σελ. 464-472, Αθήνα 1962).

Αειπαρθενία της Θεοτόκου. Το αφηρημένον ουσιαστικόν «αειπαρθενία» δηλοί την κατάστασιν ανδρός ή γυναικός, κατά την οποίαν ούτοι ουδέποτε εγνώρισαν γαμιαίας σχέσεις και διετήρησαν ούτω την παρθενίαν των ες αεί.
Η λέξις Αειπαρθενία και Αειπάρθενος απεδόθη από των πρώτων ήδη αιώνων εις την Παναγίαν Μητέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μαζί με πολλάς άλλας λέξεις, ακτινοβολούσας τον μέγαν σεβασμόν των πιστών προς την Κυρίαν Θεοτόκον.
Αντίστοιχος λέξις εις την λατινικήν και τας ευρωπαϊκάς γλώσσας δεν υπάρχει και δια τον λόγον τούτον δεν απαντά μονολεκτικός τύπος δια την δήλωσιν του «αειπάρθενου» της Θεοτόκου εις τους Λατίνους Πατέρας και εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Η πίστις εις την αλήθειαν της Αειπαρθενίας της Θεοτόκου ήτο κοινή συνείδησις των αποστολικών χρόνων και διήκει δι’ όλης της χριστιανικής παραδόσεως μέχρι σήμερον, δια τους ορθοδόξους καί τους ρωμαιοκαθολικούς χριστιανούς.
Ας ίδωμεν, όμως, συστηματικώς διατυπουμένην την περί Αειπαρθενίας της Θεοτόκου διδασκαλίαν: α) εις τήν Αγίαν Γραφήν, β) τους αποστολικούς Πατέρας, γ) τους μετέπειτα Πατέρας, δ) την Ορθόδοξον Υμνολογίαν και ε) τας αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.
1. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου κατά τας Γραφάς.
α) Π. Διαθήκη. Η εκ παρθένου γέννησις του Σωτήρος εξαγγέλλεται καί προφητεύεται σαφώς εις την Π. Διαθήκην. Κλασσική κατέστη η προφητεία του Ησαΐου (ζ 14), την οποίαν αναφέρει και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (α 23): «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει καί τέξεται υιόν καί καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ». Η παρθένος θα τέξη, κατά τον προφήτην, υιόν (η παρθένος… τέξεται). Κατά την έκφρασιν ταύτην του Ησαΐου, επομένως, η τίκτουσα, θα είναι παρθένος καί κατά την στιγμήν, την οποίαν θα τίκτη. Εάν η γεννώσα κατά τον τόκον δεν θα ήτο παρθένος, δεν θα έλεγεν ο Ησαΐας: «ή παρθένος τέξεται», αλλ’ η γυνή τέξεται, διότι μόνον η γυνή τίκτει φυσιολογικώς και ουδέποτε η παρθένος. Ούτω, συμφώνως προς τον Ησαΐαν, η Μαρία θα παραμείνη παρθένος κατά τον τόκον. Με την ερμηνείαν αυτήν της προφητείας συμφωνούν οι αποστολικοί καί μετέπειτα Πατέρες. (Πρβλ. Ιουστίνου, PG 673 και 676. Πλείονα διά την υπό το πνεύμα τούτο ερμηνείαν της προφητείας, όρα Μ. Schmans, Katholische Dogmatik. V, (Mariologie). Munchen 1955, σ. 122- 123.
Πλην της σαφούς ταύτης προφητείας περί της διαφυλάξεως της παρθενίας της Θεοτόκου κατά τον τόκον υπάρχουν καί άλλα χωρία της Π. Διαθήκης εκληφθέντα καί ερμηνευθέντα υπό τών Πατέρων, ως αφορώντα εις τήν διατήρησιν τής παρθενίας τής Θεοτόκου κατά καί μετά τόκον. Τοιαύτα είναι:
Το Ησ. «καί εξελεύσεται ράβδος εκ τής ρίζης Ιεσσαί καί άνθος εκ τής ρίζης αναβήσεται καί αναπαύσεται επ’ αυτόν Πνεύμα Θεού…» (ια 1 – 2).

Το Ιεζεκ. «καί η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται, ουκ ανοιχθήσεται, καί ουδείς μη διέλθη δι’ αυτής. Ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι’ αυτής καί έσται κεκλεισμένη». (Υπό την φράσιν «πύλη κεκλεισμένη» νοείται η Παρθένος Μαρία). Το Εξ. γ 2 κ. εξ. περί τής φλεγομένης καί μή καιομένης βάτου. Το Γέν. κη 12-13, περί τής κλίμακος τού Ιακώβ. Το Εξ. ιστ’ 33. Το Κριτ. στ’ 37 κ. εξ. Το Ψαλμ. οε’ 3 και το πστ 5. Το Αριθ. ιζ’ 8 κ.ά.
β) Κ. Διαθήκη.
Ουδείς των ιερών Ευαγγελιστών ασχολείται ειδικώς περί τό αειπάρθενον της Θεοτόκου. Ούτοι, αρκούνται να δηλώσουν την δια Πνεύματος Αγίου σύλληψιν του Υιού του Θεού (Λουκ. α’ 35, Ματθ. α’ 18) καί την εκ παρθένου γέννησιν αυτού (Ματθ. α’ 23, Λουκ. α’ 26, 27 καί 31).

Πρώτον, λοιπόν, βεβαιούται η διά Πνεύματος Αγίου σύλληψις υπό του Ματθαίου. «Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ήν. Μνηστευθείσης γάρ τής μητρός αυτού Μαρίας τώ Ιωσήφ, πριν ή συνελθείν αυτούς, ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου.α’ 18). και υπό του Λουκά: «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ού γινώσκω; Καί αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή· Πνεύμα Αγιον επελεύσεται επί σέ καί δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι» (Λουκ. α 35). Η Παρθένος δεν θα χρειασθή να πληρώση τον φυσικόν νόμον της αναπαραγωγής· μένει ξένη πρός ό,τι συμβαίνει με τούς λοιπούς ανθρώπους καί μάλιστα απορούσα πώς, παρθένος αύτη ούσα, θα γεννήση υιόν, λαμβάνει την απάντησιν, ότι δι’ υπερφυσικού τρόπου καταλύοντος κατ’ ανάγκην τόν φυσικόν νόμον, θα πραγματοποιηθή η γέννησις: «διά Πνεύματος Αγίου».
Δεύτερον, δείκνυται ότι η τίκτουσα, κατά τόν τόκον θα είναι παρθένος. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρων την προφητείαν τού Ησαΐου (ζ 14), λέγει «η Παρθένος… έξει καί τέξεται υιόν» (α 23)· ό Λουκάς απηχών καί ούτος τήν προφητείαν τού Ησαΐου, λέγει· «καί ιδού συλλήψη εν γαστρί καί τέξη υιόν» (α 31). Ποία «συλλήψει καί τέξη»; Η παρθένος, η μεμνηστευμένη ανδρί (Λουκ. α 27′). Κατά τα χωρία ταύτα, η Παρθένος εκ Πνεύματος Αγίου θα συλλάβη καί η ίδια Παρθένος θα τέξη, χωρίς να μεταβληθή τι ως προς τήν παρθενίαν αυτής. Η παράταξις των ρημάτων «έξει καί τέξεται» καί συλλήψη καί τέξη», χωρίς διάκρισιν του τρόπου πραγματοποιήσεώς των, σημαίνει ακριβώς τον ταυτόσημον τρόπον πραγματοποιήσεως του «συλλήψη» καί του «τέξη», δηλ. «διά Πνεύματος Αγίου» γίνεται καί η σύλληψις καί ο τοκετός. Όπως επομένως είς τήν πρώτην περίπτωσιν, της συλλήψεως δηλαδή, η Μαρία παραμένει παρθένος, ούτω και εις τήν δευτέραν, τήν γέννησιν ή τόν τοκετόν, διατηρεί τήν παρθενίαν της, αφού υπερφυσικώς τίκτει.

Διά το πώς συμβαίνει τούτο, απαντά θαυμασίως ό Ζιγαβηνός, λέγων «Τούτο γάρ ούτε ο Ευαγγελιστής εδίδαξεν, ούτε πρό αυτού ο άγγελος, ο ευαγγελισάμενος τη Θεοτόκω τήν σύλληψιν. Ηγνόησαν γάρ τούτο καί αυτοί, διά τό είναι πάσιν ακατάληπτον, καί μόνη τη μακαρία Τριάδι γνωστόν. Τούτο δέ γίνωσκε μόνον, ότι σεσάρκωται ο Υιός ευδοκία του Πατρός, καί συνεργία τού Αγίου Πνεύματος» (Ερμηνεία είς τό Ματθ. α 18, έκδοσις Θ. Φαρμακίδου, Αθήναι 1942, Α’, σ. 14- 15).
Δια το παράδοξον της διατηρήσεως της παρθενίας καί κατά τόκον ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει: «ως ούτε του τόκου την παρθενίαν λύσαντος, ούτε της παρθενίας τη τοιαύτη κυοφορία εμποδών γενομένης. Όπου γάρ πνεύμα σωτηρίας γεννάται… άχρηστα πάντως της σαρκός θελήματα» (PG 46, 396). Πλήν των ανωτέρω, όμως, χωρίων τα οποία εξητάσαμεν καί είδομεν, ότι μας πληροφορούν —χωρίς να το λέγουν απ’ ευθείας, διότι δεν το αντιμετωπίζουν ως πρόβλημα— δια την διατήρησιν της παρθενίας της Θεοτόκου πρό καί κατά τόκον, υπάρχουν και άλλα, πρό παντός δέ φράσεις καί λέξεις μεμονωμέναι, τά οποία χρησιμοποιούν οι εκάστοτε αιρετικοί διά να προσβάλλουν τήν αλήθειαν τού Αειπαρθένου της Θεοτόκου. Τα χωρία καί αι λέξεις, αι σκανδαλίζουσαι τους αιρετικούς είναι τα έξής:
1)  «Καί ουκ εγίνωσκεν αυτήν (ο Ιωσήφ) έως ου (έως ότου) έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον» (Ματθ. α’ 25). Βάσει τού «έως ού» λέγουν, ότι ο Ιωσήφ δεν εγνώριζε την Παρθένον μόνον μέχρι της γεννήσεως του Ιησού.
2)  Εις το αυτό χωρίον και εις Λουκ. β 7 υπάρχει η λέξις «πρωτότοκος» και υποστηρίζουν ότι ο Ιησούς υπήρξεν απλώς ό πρώτος γεννηθείς και εν συνεχεία ηκολούθησαν άλλοι υιοί ή τέκνα γενικώς.
3) Ενίοτε το θεόπνευστον κείμενον αποκαλεί τον Ιωσήφ «άνδρα της Μαρίας» (Ματθ. α 16) καί την Παρθένον «γυναίκα τού Ιωσήφ» (Ματθ. α’ 20 καί 24). Το «άνδρα» και «γυναίκα» σημαίνει κατ ά τούς αιρετικούς, ότι η Μαρία, μετά την γέννησιν του Ιησού, εγέννησε καί άλλα τέκνα μετά του Ιωσήφ, ως ανδρός αυτής.

4) υπάρχει το περίφημον πρόβλημα των αδελφών του Κυρίου.

Ας εξετάσωμεν, όμως, κατά σειράν τα προαναφερθέντα χωρία και τας φράσεις ή τας λέξεις.

1. Πράγματι ο Ματθαίος (α 25) λέγει· «καί ούκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκεν…». Με το «έως ου» ο ευαγγελιστής θέλει απλώς να δηλώση το γεγονός της παρθενίας της Θεοτόκου έως την στιγμήν της γεννήσεως. Δεν ενδιαφέρεται διά τον περαιτέρω χρόνον. Η έκφρασις αύτη «ορίζει μόνον το χρονικόν όριον, μέχρι του οποίου ενδιαφέρεται να τονίση ο εξιστορών ότι συνέβη ή δέν συνέβη τι, χωρίς να δηλοί κατ’ ανάγκην την μετά το όριον τούτο αλλαγήν της καταστάσεως, ούσα ούτως ειπείν σχήμα τονισμού της πραγματικότητος καί της διάρκειας του πρό του ορίου, προ του «έως ου» συμβαίνοντος· ούτω το «έως ου» καταλήγει εις την σημασίαν του διηνεκώς, λέγει ο Ι. Καλογήρου (Μαρία η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την ορθόδοξον πίστιν, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 19, σημ. 1), αναλύων τα περί τού θέματος λεγόμενα του ιερού Χρυσοστόμου (PG 78, 102).

Την αποστομωτικήν απάντησιν εις τους ισχυριζομένους, ότι μόνον έως την γέννησιν του Ιησού η Θεοτόκος ήτο παρθένος συμφώνως πρός το «έως ου» δίδει η ιδία η Αγία Γραφή. Όντως, εις αυτήν εύρηνται πολλά παράλληλα προς το Ματθ. α’ 25 χωρία, βοηθούντα ημάς να κατανοήσωμεν ορθώς το «έως ου»… Πρώτος ο Ιερώνυμος συνεκέντρωσε τοιαύτα παράλληλα χωρία εκ της Γραφής και είτα ο Ι. Χρυσόστομος τον συνεπλήρωσε (PG 57, 58). Ο Ιερώνυμος τα χωρία ταύτα εχρησιμοποίησεν είς τον αγώνα του κατά του αιρετικού Ελβιδίου, γράψας κατ’ αυτού ολόκληρον έργον (Adv. Helv.. PL 23). Ο Ελβίδιος (Δ’ αιών), σημειωθήτω, υπήρξεν εκ των πρώτων αρνητών της αειπαρθενίας της Θεοτόκου. Ιδού, λοιπόν, μερικά παράλληλα χωρία:
«Από του αιώνος καί έως του αιώνος Σύ εί, Κύριε» (Ψαλμ. πθ’ 2). Εάν το «έως ου» του Ματθ. (α’ 25) εσήμαινεν ότι μετά την γέννησιν του Ιησού ο Ιωσήφ εγνώρισε την Παρθένον, τότε καί κατά το προκείμενον χωρίον δεν θα υπάρχη ο Κύριος πέραν του αιώνος, όπερ αντιβαίνει εις την διδασκαλίαν των Γραφών.
Το Πράξ. β’ 34 «Είπεν ο Κύριος τώ Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου, έως αν θώ τούς εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου». Εάν οι εχθροί τεθούν υποπόδιον των ποδών του Κυρίου, θα παύση ούτος να κάθηται εις τα δεξιά του Πατρός; Βεβαίως δεν θα παύση να κάθηται εις τα δεξιά, αλλ’ εδώ ο συγγραφεύς ενδιαφέρεται μόνον διά τόν συγκεκριμένον χρόνον, καθ’ όν θα ηττηθούν οι εχθροί.
Το Γέν. η 1 «Ούχ υπέστρεψεν ο κόραξ έως ου εξηράνθη η γή». Ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί: «Καίτοι γε ουδέ μετά ταύτα υπέστρεψε» (PG 57, 58).
Επίσης το Β’ Βασιλ. στ’ 23 «Τη δε Μελχάλ ουκ εγίνετο παιδίον έως τής ημέρας του αποθανείν αυτήν». Κατά τους αρνητάς της αειπαρθενίας της Θεοτόκου, δια την έκφρασιν «έως ου» η Μελχάλ θα έπρεπε να έκαμε παιδίον μετά τον θάνατον αυτής.

Αλλά και αυτός ούτος ο Κύριος εχρησιμοποίησε παράλληλον έκφρασιν υπό την έννοιαν, καθ’ ήν και η Ορθόδοξος Εκκλησία εννοεί το «έως ου», λέγων προς τους μαθητάς του· «’Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. κη’ 20). Μετά την συντέλειαν του αιώνος, δεν θα ευρίσκεται ο Κύριος μετά των μαθητών του; Το «έως ου» λοιπόν, ως φαίνεται μετά την παράθεσιν των ανωτέρω χωρίων καθαρότατα, «είρηκεν ούχ ίνα υποπτεύσης ότι μετά ταύτα αυτήν έγνω, αλλ’ ίνα μάθης ότι πρό των ωδίνων πάντως ανέπαφος ήν η Παρθένος» (Χρυσ. PG 57, 58). Και ο Ζιγαβηνός προσθέτει «Το έως τίθεμεν… επεί εκ πορνείας γεγεννήσθαι τον Χριστόν εφλυάρουν Ιουδαίοι» (Ερμην. Ματθ. α 25, έκδ. Θ. Φαρμακίδου, Άθήναι 1842, Α’, σ. 20).
2. Η λέξις «πρωτότοκος» των χωρίων Ματθ. α 25 και Λουκ. β’ 7 ηρμηνεύθη, ως εάν είχον ακολουθήση καί άλλα τέκνα, του Ιησού όντος πρωτοτόκου κατά σειράν γεννήσεως. Τούτο, όμως, δέν είναι ορθόν, διότι η λέξις εις την Γραφήν δηλώνει:
α) τον πρώτον τεχθέντα μεταξύ αδελφών (Γέν. λε’ 23),
β) τον μονογενή, τον μη ακολουθούμενον υπ’ άλλου αδελφού (ως χρησιμοποιείται ενταύθα, Ματθ. α’ 25 καί Λουκ. β’ 7)·
γ) τον εξαίρετον καί τίμιον υπέρ πάντας τους άλλους (Έβρ. ιβ’ 23)·
δ) και τον «πρωτότοκον πάσης κτίσεως» (Κολοσ. α’ 15). Πρβλ. καί Ζιγαβηνού, έκδ. Φαρμακίδου, Α, σ. 20-21.
Άπασα η παράδοσις ερμηνεύει τον «πρωτότοκον» όχι ως πρώτον μεταξύ πολλών, αλλ’ως τον μόνον, τον Μονογενή, ο οποίος εξήλθεν εκ της κοιλίας της Θεοτόκου (Μ. Βασιλείου, PG 31, 1468). Ο δε Θεοφύλακτος λέγει, ότι «πρωτότοκος λέγεται ο πρώτος τεχθείς κάν μη δεύτερος ετέχθη» (PG 123, 721). Πρβλ. καί Μ. Σιώτου, Το πρόβλημα των αδελφών του Ιησού, Αθήναι 1950, σ. 78. Την αυτήν ερμηνείαν δίδει καί ο Δίδυμος ο Τυφλός εις το «πρωτότοκος» (Περί Τριάδος, GP 39, 832c).
Πρέπει να παρατηρηθή προσέτι, ότι η Κ. Διαθήκη ουδαμού ονομάζει τέκνα Μαρίας, δια να δεχθώμεν, ότι ο Ιησούς ήτο πρωτότοκος μεταξύ πολλών τέκνων της Μαρίας.
3. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος ονομάζει τον δίκαιον Ιωσήφ άνδρα της Μαρίας,«Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ τον άνδρα Μαρίας» (α 16) και «Ιωσήφ δέ ο ανήρ αυτής» (α 19). Την δε Παρθένον ο αυτός ευαγγελιστής ονομάζει γυναίκα του Ιωσήφ, «μή φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου» (α 20) καί «καί παρέλαβε τήν γυναίκα αυτού» (α 24). Δια να ίδωμεν ακριβέστερον υπό ποίαν έννοιαν χρησιμοποιούνται εδώ το «ανήρ» καί «γυνή», θα παραθέσωμεν δύο παράλληλα χωρία εκ της Κ. Διαθήκης: «ητοιμασμένην ως νύμφην κεκοσμημένην τω ανδρί αυτής» (Αποκ. κα’ 2) και «απογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτω γυναικί, ούση εγκύω» (Λουκ. β’ 5).
Εις την πρώτην περίπτωσιν, ονομάζεται «ανήρ αυτής» ο μη εισέτι νυμφευθείς, ο μη γνωρίζων ακόμη συνάφειαν. Εις την δευτέραν περίπτωσιν, η Μαριάμ ονομάζεται γυνή του Ιωσήφ παρά την δήλωσιν, ότι αύτη είναι μόνον «μεμνηστευμένη αυτω». Χρησιμοποιούνται κατά ταύτα εις την Κ. Διαθήκην το ανήρ και γυνή και δια τον χρόνον της μνηστείας.Όρα και Ζιγαβηνόν «Άνδρα δε αυτής είπε τόν Ιωσήφ ως μνηστήρα. Καί γάρ καί γυναίκα ταύτην αυτού καλεί προϊών, ως μνηστήν. Ούτω γάρ ήν έθος καλείσθαι καί πρό τής συναφείας» (Έργ. μν., Α’, σ. 13).
4. Οι ευαγγελισταί Ματθαίος (ιβ’ 46-49), Λουκάς (η’ 19-20) καί Μάρκος (γ- 32-34) κατονομάζουν «αδελφούς Κυρίου» ορισμένα πρόσωπα σχέσιν έχοντα με τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Εάν δεχθώμεν, ότι πρόκειται περί πραγματικών αδελφών του Κυρίου, τότε καταρρίπτεται το αειπάρθενον της Θεοτόκου. Αλλ’ ερωτώμεν μετά του Επιφανίου (PG 42, 715, 716), εάν η Παρθένος είχε και άλλα τέκνα, διατί να εμπιστευθή ο επί του σταυρού αποθνήσκων Ιησούς την μητέρα του εις τον Ιωάννην; (Ίω. ιθ’ 26, 27).
«Ει δε είχεν άνδρα, ει είχεν οίκον, ει είχε τέκνα, είς τα ίδια ανεχώρει, ού πρός τον αλλότριον». Ουδαμού παρατηρείται το φαινόμενον να εγκαταλείπη η μήτηρ τον οίκον της και τα τέκνα της, όταν συμβαίνη να αποθάνη ο πρωτότοκος υιός της. Και κατά την προκειμένην περίπτωσιν, «έλαβεν ο μαθητής (ο Ιωάννης) αυτήν (την Θεοτόκον) είς τα ίδια» (Ίω. ιθ’ 27), δια τον απλούστατον λόγον, ότι η Θεοτόκος δεν είχεν υιούς, διότι ο Ιησούς δεν είχεν αδελφούς.
Τας πρώτας ορθάς ειδήσεις περί των λεγομένων «αδελφών του Κυρίου» ευρίσκομεν εις τα απόκρυφα Ευαγγέλια του Πέτρου καί του Ιακώβου, το δεύτερον των οποίων μάλιστα ονομάζεται καί «πρωτευαγγέλιον». Το πρώτον εγράφη ίσως πρό του 150 είς την Συρίαν και το δεύτερον οπωσδήποτε πρό του 200 (Β. Altaner, Patrologie, Freiburg 1958, σ. 56).
Πρώτος δε εκ των εκκλησιαστικών ανδρών, ο οποίος έθεσεν ορθώς το πρόβλημα των αδελφών του Κυρίου, ίσως κατ’ επίδρασιν των προαναφερθέντων αποκρύφων εαγγελίων και μάλιστα του Ιακώβου, είναι ο Ωριγένης (253/4). Δεν πρέπει δε να σκανδαλίζη το γεγονός, ότι εκκλησιαστικοί άνδρες ως ο Ωριγένης και ο Επιφάνιος αργότερον εδέχθησαν επίδρασιν εκ των αποκρύφων ευαγγελίων, διότι τούτο δεν θα συνέβαινεν, εάν αι παραληφθείσαι ιδέαι δεν ήσαν κοινώς παραδεδεγμέναι υπό της συνειδήσεως της Εκκλησίας. (Πρβλ. Ι. Καλογήρου, μν. έργ., σ. 17-18). Σημειωθήτω δε, ότι ο πυρήν του πρωτευαγγελίου είναι ιστορικός και διασώζει την παράδοσιν και ως εκ τούτου έχει σχέσιν με τα κανονικά Ευαγγέλια (Μ. Σιώτη, μν. έργ., σ. 12, σημ. I).

Οι λεγόμενοι «αδελφοί του Κυρίου» είναι υιοί του Ιωσήφ εκ της γυναικός του, της αποθανούσης ήδη προ της μνηστείας του μετά της Παρθένου Μαρίας. Επειδή δε η Παρθένος ήτο νόμω γυνή τού Ιωσήφ, καλούνται αδελφοί Κυρίου οι νόμω υιοί τής μητρός του Κυρίου. Πρβλ. Ωριγένη:

«Ζητείται παρά πολλοίς περί των αδελφών Ιησού… αδελφούς μεν ουκ είχε φύσει, ούτε της Παρθένου τεκούσης ύστερον… νόμω τοιγαρούν εχρημάτισαν αυτού αδελφοί, υιοί Ιωσήφ όντες εκ προτεθνηκυίας γυναικός και επεί καθ’ ομολογίαν γυνή αυτού η Μαρία εχρημάτισεν… Ακολούθως τη τοιαύτη διατάξει (αναφέρει διάταξιν του Μωσαϊκού νόμου) αδελφοί του Ιησού είρηνται οι εκ του Ιωσήφ, ει καί αυτός εξ’ αυτού μή τυγχάνει» (Ε. Preuschen, Origenes Werke, IV, 6, 506 κ.έξ.). Όρα επίσης καί Ί. Καλογήρου, μν. έργ., σ. 22. Κ. Δρατσέλλα, Η Θεοτόκος και ο Ακάθιστος Ύμνος, Τρίκαλα 1957, σ. 41, 42 και την μνημονευθείσαν σπουδαιοτάτην μονογραφίαν του Μ. Σιώτη, σ. 59 κ. αλλαχού.

Την γραμμήν του Ωριγένους ακολουθεί όλη η μετέπειτα εκκλησιαστική γραμματεία, πλήν εξαιρέσεων, ως του Ιερωνύμου λ.χ., αντεπεξερχομένου κατά του αιρετικού Ελβιδίου (De perpelua virginitatae Mariae, Adversus Helvidium, Liber unus, PL 23, 194-215). Μάλιστα ο Επιφάνιος Κύπρου, εξ αφορμής εν Αραβία κυκλοφορουσών κακοδοξιών σχετικών προς το πρόσωπον της Παρθένου γενικώς, έγραψεν, εκθέτων την ορθόδοξον διδασκαλίαν επί του θέματος των «αδελφών του Κυρίου» και της Αειπαρθενίας της Θεοτόκου, εις το έργον του Πανάριον ή κατά Αιρέσεων (PG 42, 699-740).

Κατά τα ανωτέρω, λοιπόν, οι «αδελφοί τού Κυρίου» καταχρηστικώς ονομάζονται ούτω, όντες υιοί τού Ιωσήφ, καί δεν πρέπει η έκφρασις αύτη τών Ευαγγελίων να χρησιμοποιήται υπό των εκάστοτε αιρετικών ως όπλον κατά τής Αειπαρθενίας τής Θεοτόκου. Μέχρι τούδε εξητάσαμεν το Αειπάρθενον τής Θεοτόκου κατά την Π. καί τήν Κ. Διαθήκην. Έκ τής εξετάσεως ταύτης προκύπτει, ότι :
α) η Παρθένος Μαρία συνέλαβεν εκ Πνεύματος Αγίου, καταργήσασα επομένως τόν φυσικόν νόμον
β) κατά τόν τόκον της παρέμεινε παρθένος, όπως παρθένος παρέμεινε καί μετά τήν σύλληψιν, αφού καί η σύλληψις καί ο τόκος κατά συνέπειαν έγιναν κατά τρόπον υπερφυσικόν καί
γ) ωρισμέναι φράσεις ή χωρία τής Κ. Διαθήκης, χρησιμοποιούμενα κατά της Αειπαρθενίας τής Θεοτόκου, ορθώς εξηγούμενα δέν προσβάλλουν το Αειπάρθενον τής Θεοτόκου. Πρέπει να είπωμεν, ότι είς τήν Κ. Διαθήκην δεν ευρίσκομεν μαρτυρίαν άμεσον περί τής μετά τόν τόκον παρθενίας της Θεοτόκου, περί τού Αειπαρθένου δηλαδή. Η παντελής, όμως, έλλειψις μαρτυριών διά το αντίθετον αποκλείει πάσαν συνάφειαν τής Παρθένου μετά τού Ιωσήφ μετά τήν γέννησιν τού Ιησού. Η δημιουργουμένη αύτη συνείδησις καί η βέβαια γνώσις των πραγμάτων διά της παραδόσεως ωδήγησε τους αποστολικούς Πατέρας καί είτα τούς Πατέρας και εκκλησιαστικούς συγγραφείς να εκφρασθούν ποικιλοτρόπως υπέρ τής Αειπαρθενίας τής Θεοτόκου, ως θα ίδωμεν εν τοις εξής.
2. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου κατά τους αποστολικούς Πατέρας καί τους απολογητάς.
α)  Είς τα έργα Ιγνατίου του Θεοφόρου (+110) ευρίσκομεν μαρτυρίας διά την πρό καί την κατά τόκον παρθενίαν τής Θεοτόκου. Εις τήν προς Σμυρν. I, 1 (ΒΕΠ Β’, σ. 280) απαντά περί του Ιησού η έκφρασις «γεγενημένον αληθώς εκ Παρθένου» και εις τήν πρός Εφεσ. XVII αναγιγνώσκομεν «ο γάρ τού Θεού υιός… εκυοφορήθη εκ Μαρίας κατ’ οικονομίαν Θεού, εκ σπέρματος μέν Δαβίδ, διά Πνεύματος δέ αγίου» (σ. 291). Πρβλ.Ι. Καλογήρου, μν. έργ., σ. 10-11. Αλλά και εις την πρός Εφεσίους XIX διακηρύττεται η παρθενία της Μαρίας καί ο υπεφυσικός της τόκος (ΒΕΠ Β’ σ. 291)· «καί έλαθε τόν άρχοντα τού αιώνος τούτου η παρθενία Μαρίας, καί ο τοκετός αυτής».
β)  Εις τον Ιουστίνον, ευρίσκομεν σαφείς μαρτυρίας περί τής παρθενικής καί άρα υπερφυσικής γεννήσεως τού Κυρίου, χωρίς να μας ομιλή ο ιερός Πατήρ διά την μετά τήν γέννησιν κατάστασιν, αφου οι σύγχρονοί του χριστιανοί και μή θα εγνώριζον προφανώς καί εξ’ ιδίας ακόμη αντιλήψεως —ο Ιουστίνος απέθανε περί το 160— ότι η Παρθένος δέν ήλθεν εις πραγματικήν κοινωνίαν γάμου μετά τού Ιωσήφ, διατηρήσασα ούτω τήν παρθενίαν της ες αεί. Αναφερόμενος εις τήν γέννησιν τού Κυρίου, γράφει ο Ιουστίνος· «τουτέστι διά παρθενικής μήτρας τον πρωτότοκον των πάντων ποιημάτων σαρκοποιηθέντα αληθώς παιδίον γενέσθαι, προλαβών αυτό δια τού προφητικού Πνεύματος» (PG 6. 673β). Πρβλ. επίσης καί πολλούς διαλόγους του ως τους 43, 45, 48, 54, 71, 100 κ.ά. Εκ των ανωτέρω φαίνεται, ότι οι αποστολικοί Πατέρες δεν εκφράζονται διά τήν διατήρησιν τής παρθενίας τής Θεοτόκου μετά τόκον, αλλ’ ούτε καί διά το αντίθετον γίνεται η παραμικρά νύξις, ενώ εκ τού τρόπου του εκφράζεσθαι περί τής Θεοτόκου εις τα έργα των μάς αφήνουν να πιστεύσωμεν, ότι υπό το επίθετον «Παρθένος», όπως αποκαλούν τήν Θεοτόκον, νοείται το «Αειπάρθενος». Πρβλ. καί Μ. Σιώτη. μν. έργ., σ. 95.
3. Η Αειπαρθενία τής Θεοτόκου κατά τους Πατέρας και τους έκκλησιαστικούς συγγραφείς,
α)  Πρώτος ο Ωριγένης (+253/54) σαφώς και απεριφράστως εκφράζεται και διά την μετά τον τόκον διατήρησιν τής παρθενίας τής Θεοτόκου, αν και δεν χρησιμοποιεί τον όρον «Αειπάρθενος». Εξηγών, διατί οι λεγόμενοι «αδελφοί τού Κυρίου» δεν είναι πραγματικοί του αδελφοί, γράφει·

«Ζητείται παρά πολλοίς περί τών αδελφών Ιησού, πώς είχε τούτους, της Μαρίας μέχρι τελευτής παρθένου διαμεινάσης» (Ε. Preuschen, Origenes Werke, IV, σ. 506, 90 κ.έξ.). Καί αλλαχού· «το αξίωμα της Μαρίας εν παρθενία τηρείν μέχρι τέλους βούλονται…»(ένθ. αν., X, σ. 21). Καί εις άλλο σημείον ο κριτικώτατος ούτος εκκλησιαστικός συγγραφεύς γράφει, ότι δεν δύνανται (οι πολέμιοι της Αειπαρθενίας της Θεοτόκου) να αποδείξουν, «ότι συνουσία εχρήσατο μετά την απότευξιν του Σωτήρος». Κέκτηται δε η μαρτυρία αύτη ιδιαιτέραν σημασίαν, καθότι ο Ωριγένης γράφει κατά το α’ ήμισυ του Γ’ αιώνος, οπότε —εάν πράγματι η Θεοτόκος δεν διετήρησε τήν παρθενίαν της μέχρι τέλους της ζωής της— τα γεγονότα καί η παράδοσις ήσαν πολύ πρόσφατα, ώστε να δύνανται ευχερώς να αποδείξουν τον ισχυρισμόν των οι εχθροί του «Αειπαρθένου». Εν τούτοις όμως δεν ηδυνήθησαν να το πράξουν.
β)  Γρηγόριος ο Θαυματουργός (+270), μαθητής του Ωριγένους, εις την εν αρμενική μεταφράσει διασωθείσαν ομιλίαν του «εις την Γέννησιν» υποστηρίζει, ότι η Θεοτόκος υπήρξε παρθένος πρό, κατά καί μετά τόκον (Pitra, Analecta Sancta, Paris 1883, IV, σ. 383 κ.έξ. καί 392).
γ)  Δια πρώτην φοράν απαντώμεν τον όρον «Αειπάρθενος» εις τον β’ Λόγον του Μ. Αθανασίου (+373) κατά Αρειανών.

«Ουκούν οι αρνούμενοι εκ τού Πατρός είναι φύσει καί ίδιον αυτού τής ουσίας τόν Υιόν αρνείσθωσαν καί αληθινήν σάρκα ανθρωπίνην αυτόν ειληφέναι εκ Μαρίας της αειπαρθένου» (PG 26, 296β). Καί αλλαχού «καί αύτη δε η Κυριότοκος Μαρία και αειπάρθενος» (PG 27, 1393C). Ο όρος απαντά ακόμη μίαν φοράν εις τήν ερμηνείαν του συμβόλου τής πίστεως· «ενανθρωπήσαντα, τουτέστιν γεννηθέντα τελείως εκ Μαρίας της Αειπαρθένου δια Πνεύματος Αγίου» (PG 26, 1232 Α). Ο Μ. Αθανάσιος, λοιπόν, εισήγαγε τον όρον «Αειπάρθενος» εις την γραμματείαν της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας και έκτοτε χρησιμοποιείται ούτος συχνάκις υπό των Πατέρων καί δη των μεταγενεστέρων αιώνων, αν καί κατά το πλείστον ούτοι χρησιμοποιούν τον όρον «Παρθένος», εκφράζοντες διά τούτου το Αειπάρθενο της Θεοτόκου,
δ)  Καί Δίδυμος ο Τυφλός (+398) ρητώς διδάσκει το «Αειπάρθενον», λέγων «ότιπερ ο εκ του αρρήτου φωτός αχρόνως εκλάμψας, από της Αειπαρθένου εν υστέροις καιροίς δια φιλανθρωπίαν αφράστως ετέχθη» (PG 39, 404C). Την ιδίαν δε διδασκαλίαν εκθέτει και εις άλλα σημεία (αυτόθι, 832C.
ε)  Ο ιερός Χρυσόστομος (+407) καταρρίπτων τα επιχειρήματα των αιρετικών κατά του αφράστου μυστήριου της εκ Παρθένου γεννήσεως του Ιησού, διδάσκει το «Αειπάρθενον» εις πολλά σημεία. (Πρβλ. λ.χ. τα PG 78, 102. 57,58 καί 56, 387-388).
στ)  Επιφάνιος ο Σαλαμίνος (+404) αντεπεξήλθε μετά πολλής θεολογικής εμβριθείας εις τας περί το πρόσωπον της Αειπαρθένου Μαρίας αιρετικάς δοξασίας, τας επιπολαζούσας εν Αραβία και αλλαχού. Πολεμών τάς αιρέσεις ταύτας, εξέφρασε σαφώς τήν πίστιν του εις το «Αειπάρθενον» (PG 42, 737ΑΒ). Συχνότερον δε παντός άλλου ο Επιφάνιος αποδίδει τον όρον Αειπάρθενος εις την Θεοτόκον· «εις την υπέρ της αυτής Αγίας Αειπαρθένου υπόθεσιν… ως εις το όνομα της Αειπαρθένου κολλυρίδα τινά επιτελείν…» (αυτόθι, 736). Εκ του ανωτέρω φαίνεται, ότι ο Επιφάνιος καταφέρεται εναντίον ομάδων γυναικών, των Κολλυριανίδων, διότι «ετέλουν ιερουργίας εις το όνομα της Θεοτόκου ως εiς θεάν» (Ί. Καλογήρου, μν. εργ., σ. 118. Περί της αιρέσεως ταύτης πρβλ. F. J. Dolger, Die eigenartige Marienehrung der Philomarianiten oder Kollyridianer in Arabien, είς Antike und Christentum I, 2, σ. 107-142).
ζ)  Κύριλλος ο Αλεξανδρείας (+444) είναι καί ούτος κατηγορηματικώς εκπεφρασμένος υπέρ του «Αειπαρθένου» καί μάλιστα λέγει· «Σοί γαρ καί ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός επί τού Σταυρού αναλαμβανόμενος την Θεοτόκον καί αειπάρθενον, ώς παρθένω παρέδωκεν… σκεύος αμίαντον» (Ομιλίαι Διάφοροι XI, PG 77, 1632C).
η)  Επειδή είναι αδύνατον διά τόν ολίγον χώρον να αναφέρωμεν εδώ αναλυτικώς όλους τούς Πατέρας και εκκλησιαστικούς Συγγραφείς, πρβλ. διά τήν πίστιν εις το «Αειπάρθενον» και Νείλου (+430) (PG 79, I89CD καί 189C), Πρόκλου Κωνσταντιπουπόλεως (+446) (PG 65, 700C). Πηλουσιώτου Ισιδώρου (+435) (PG 78, Ι93Β), Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως (+740) (PG 98, 304CD),Ιωάννου Δαμασκηνού (+754) (PG 79, 18ICD καί 713BC).
4. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου εις την Υμνολογίαν.
Εις την Υμνολογίαν ευρίσκομεν πλήθος λέξεων ή και φράσεων, δηλουσών τήν βαθείαν πίστιν τών υμνογράφων εις τήν αειπαρθενίαν τής Θεοτόκου. Οι περίφημοι χαρακτηρισμοί τής Θεομήτορος ως «Απειρογάμου» (Ωρολόγιον. εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1952, σ. 488), ως «άνθους τής αφθαρσίας» καί «στέφους της εγκρατείας» (αύτόθι, 496). ως καί η θαυμασία προσφώνησις· «χαίρε, νύμφη ανύμφευτε» δηλώνουν τήν απόλυτον πίστιν της Εκκλησίας εις το «Αειπάρθενον». Αλλά καί ο ίδιος ο όρος συναντάται συχνάκις· «Η περιστερά η τον ελεήμονα αποκυήσασα, χαίρε Αειπάρθενε» (αυτόθι, σ. 507) διακηρύττει το τέταρτον τροπάριον της εννάτης ωδής της ακολουθίας του Ακαθίστου Ύμνου. Εις το τέταρτον τροπάριον της τέταρτης ωδής του κανόνος «είς την Υπεραγίαν Θεοτόκον», ποιηθέντος υπό του Θεοδώρου Στουδίτου, αναγινώσκομεν «ως φιλάνθρωπος βοήθησον, Θεοτόκε μόνη Αειπάρθενε».

Πρβλ. επίσης καί τον Ειρμόν της όγδοης ωδής το Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος, την Ευχήν μεταλήψεως, αποδιδομένην εις τον Ι. Χρυσόστομον, το τροπάριον της ακολουθίας της Τραπέζης (μετά το μεταλαβείν), το Απόδειπνον το Μέγα κ. ά., όπου υπάρχει ο όρος «Αειπάρθενος». Εκ τής μικράς ταύτης σταχυολογήσεως φαίνεται, ότι οι υμνογράφοι, όπως καί οι Πατέρες, χρησιμοποιούν ευρύτερον το «Παρθένος», εννοούντες πάντοτε το «Αειπάρθενος». Τούτο βεβαίως δεν δεικνύει καθόλου αμφιβολίαν ή δισταγμόν περί τήν αλήθειαν του «Αειπαρθένου», αφού, μάλιστα, ως θα ίδωμεν κατωτέρω, η αλήθεια αύτη διεκηρύχθη και υπό οικουμενικών συνόδων, αλλ’ απλώς ο όρος «Αειπάρθενος» χρησιμοποιείται κυρίως δι’ απολογητικούς σκοπούς και τούτου ένεκεν είναι σπανιώτερος του «Παρθένος».
5. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου κατά τας αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τας ορθοδόξους ομολογίας.
α)  Από της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου, συγκληθείσης είς Κωνσταντινούπολιν το 553, η πίστις εις την Αειπαρθενίαν της Θεοτόκου προσλαμβάνει δογματικόν χαρακτήρα και επικυρούται. Εις τον έκτον αναθεματισμόν της Συνόδου κατα των «Τριών κεφαλαίων» ευρίσκομεν τον όρον «Αειπάρθενος»·
«ει τις καταχρηστικώς, αλλ’ ουκ αληθώς Θεοτόκον λέγει την αγίαν ενδοξον αειπάρθενον Μαρίαν, ή κατά αναφοράν, ως ανθρώπου ψιλού γεννηθέντος, αλλ’ ουχί του Θεού Λόγου σαρκωθέντος εξ αυτής… ο τοιούτος ανάθεμα έστω» (Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Α’, Αθήναι 1952, σ. 175).
β)  Και εις τον Α’ Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, συγκληθείσης υπό Ιουστινιανού του Β’ κατά το 692 εις Κωνσταντινούπολιν, αναφέρεται ο όρος «αειπάρθενος», αποδιδόμενος εις τήν Θεοτόκον. Έχει δε το σχετικόν χωρίον ως εξής:
«Και την αυτόν ασπόρως τεκούσαν άχραντον αειπάρθενον, κυρίως καί κατά αλήθειαν Θεοτόκον δοξάζοντες» (αυτόθι, σ. 191).
γ)  Το «Αειπάρθενον» ευρίσκομεν διδασκόμενον καί εις νεωτέρας σχετικώς ομολογίας ως του Γρηγορίου του Παλαμά «μορφήν την καθ’ ημάς λαβών, και εκ της αειπαρθένου Μαρίας ευδοκία του Πατρός και συνεργία του αγίου Πνεύματος κυηθείς» (αυτόθι, σ. 343) και του Δοσιθέου, πατριάρχου Ιεροσολύμων· «πιστεύομεν τον υιόν του Θεού… εν γαστρί της αειπαρθένου Μαρίας συλληφθέντα» (Μν. έργ., Β’, Άθήναι 1953, σ. 750).
Η προηγηθείσα μικρά αναδρομή εις τα κείμενα τών Γραφών καί των εκκλησιαστικών συγγραφέων δεικνύει σαφώς την πεποίθησιν συμπάσης της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας εις το «Αειπάρθενον» της Θεοτόκου. Δια τους αρνουμένους το μέγα τούτο ιδίωμα της Θεομήτορος, έχομεν να είπωμεν, ότι δια να αποδεχθή κανείς πράγματα υπερβαίνοντα τον φυσικόν νόμον, πρέπει να ασκηθή εις την καθαρώς θρησκευτικήν και υπερφυσικήν υπέρβασιν του ιδίου του εαυτού του, «ταις πρεσβείαις της Υπεραγίας καί Αειπαρθένου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου».

ΒΙΒΛΙΟΓΡ. Ι. Κ α λ ο γ ή ρ ο υ, Μαρία η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την Ορθόδοξον Πίστιν, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 10-30 κ. αλλαχού. Μ. Σιώτη, Το πρόβλημα των αδελφών του Ιησού, Αθήναι 1951. Του αυτού, Η εμφάνισις της λατρείας της Θεοτόκου και η επί τής έορτής τής Κοιμήσεως εκκλησιαστική παράδοσις, είς Γρηγόριος Παλαμάς, ΛΓ’ (1950), σ. 177-192. Μ. S c h m a u s. Katholische Dogmatik, V (Mariologie), Miinchen 1955. σ. 106-144. Δ. N. Μ ω ρ αΐ τ ο υ, άρθρον είς ΘΧΕ, Γ’ (1937) 1009-1010. Κ. Δ ρ α τ σ έ λ λ α, Ή Θεοτόκος καί ό Ακάθιστος Ύμνος, Τρίκαλα 1957, σ. 31-42. Ί. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεία τής ’Ορθοδόξου Καθολικής ’Εκκλησίας, Α*. Άθήναι 1952 καί Β’, Άθήναι 1953. Ε Dublanchy, άρθρον είς DTC, X (1926). σ. 2369 – 2384. L. Kdstcrs, άρθρον είς LTK, IV (1932), σ. 887-889.
ΣΤΥΛ. Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Οκτωβρίου 2018

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου

† ΜΟΝΑΧΟΥ  ΜΑΡΚΕΛΛΟΥ  ΚΑΡΑΚΑΛΛΗΝΟΥ

«Νεφέλη γαρ Κυρίου ην επί της Σκηνής ημέρας,
 και πυρ ην επ’ αυτοίς νυκτός εναντίον παντός Ισραήλ».
(Έξοδος κεφ. μ’ 36)

Δέσποινα Θεοτόκε, το κειμήλιον των αρετών, η σκέπη και η καταφυγή πάντων των Χριστιανών, πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου και λύτρωσαι ημάς εκ των ορατών και αοράτων εχθρών.Θεοτόκε Παρθένε, η των ουρανών Πλατυτέρα, εσύ είσαι η κλίμαξ ην ο Ιακώβ εθεάσατο. Δια των ιδικών σου πρεσβειών ανερχόμενοι οι Άγγελοι αναφέρουν εις τον Άγιον Θεόν τας προσευχάς των Χριστιανών. κατερχόμενοι δε μεταφέρουν εις αυτούς την χάριν και τας δωρεάς Αυτού.
Νεφέλη οδηγούσε και εσκέπαζε τους Ισραηλίτας όταν εβάδιζον εις την έρημον και νεφέλη εκάλυπτεν την Σκηνήν του Μαρτυρίου. Όλα αυτά όμως ήσαν τύπος και σκιά της χάριτος του Θεού2.

Όταν όμως ο ήλιος της δικαιοσύνης, ο Ιησούς Χριστός εσκήνωσεν εν σοι, δια της ενσάρκου οικονομίας αυτού, τότε εσύ Θεοτόκε έγινες η φωτεινή Σκηνή του Αγίου Πνεύματος, φωτίζουσα, σκέπουσα, περιθάλπουσα και οδηγούσα τον νέον Ισραήλ εις τον Παράδεισον, εις την Βασιλείαν των ουρανών.

Πώς να μη σε ευχαριστήσωμεν Πάναγνε διότι με την αστραπόμορφον Σκέπην σου πλημμυρίζεις τας ψυχάς των ευσεβών Χριστιανών με θεία νοήματα; Εσύ Παναγία μας, ως φιλόστοργος Μήτηρ στολίζεις τις ψυχές μας δια των πολλών σου χαρίτων και τας καθιστάς ευαρέστους ενώπιον του Αγίου Θεού.

Η αισχύνη της ψυχικής γυμνότητος δια των πολλών σου χαρίτων καλύπτεται. δια του ιερού σου Μαφορίου3 σκεπάζεις τις ψυχές μας αι οποίαι στερούνται ενδύματος γάμου και δεν ημπορούν να εισέλθουν εις την Βασιλείαν των Ουρανών.

Πολυύμνητε Κόρη, το ταμείον των θείων δωρεών μη παρίδης τας δεήσεις των πτωχών δούλων σου. Κάθε ψυχή στερουμένη έργων αγαθών προς Σε ανατρέχει. επιποθούσα δε της θείας Χάριτος προς Σε καταφεύγει. Εσύ είσαι η σκέπη και η ευπρέπεια πάντων των εις Σε προστρεχόντων.

Η ευσπλαχνία σου Θεοτόκε, ωσάν θάλασσα ανεξάντλητος επικαλύπτει πάντας τους αμαρτωλούς και επιχέει προς τους δεομένους ιάματα των ψυχών και των σωμάτων.

Κάθε ψυχή, εφ’ όσον επικαλείται την βοήθειάν σου Δέσποινα, όσον άμορφη κι αν έχη κατασθή ένεκα της αμαρτίας δεν θα παραμείνη εις την ακοσμίαν αυτής, αλλά αι πρεσβείαι σου θα ελκύσουν επ’ αυτήν την χάριν του Αγίου Πνεύματος.

Άνευ των ιδικών σου πρεσβειών και της ιδικής σου προστασίας και Σκέπης ουδείς λυτρούται εκ των ακαθάρτων λογισμών και ουδείς αναβαίνει άνευ των θερμών δεήσεών σου προς τον Θεόν και Πατέρα ημών.

Ω θαυμαστή πρεσβεία πάντων των Ορθοδόξων Χριστιανών! Των προφητών εκπλήρωμα, Αποστόλων δόξα, Μαρτύρων εγκαλλώπισμα, της Παρθενίας το καύχημα και παντός του κόσμου πανθαύμαστος Σκέπη!

Ως όρνις σκέπασον υπό τας αγίας πτέρυγάς σου και περιφρούρησον τα πιστά τέκνα σου, Θεοτόκε Παρθένε.

Καθ’ ημέραν πράττομεν τα πονηρά και παροργίζομεν τον δίκαιον Θεόν. Ένεκα των πολλών αμαρτιών μας, υποπίπτομεν εις πολλούς πειρασμούς και θλίψεις. «Πολλαί αι θλίψεις του αμαρτωλού» (Ψαλ. λα’ 10).

Πρόφθασον Δέσποινα και δώρησαι μετάνοιαν εις την πατρίδα μας και περίσκεπε αυτήν εκ των επαπειλούντων αυτήν εχθρών. «Εκύκλωσαν με κύνες πολλοί συναγωγή πονηρευομένων περιέσχον με» (Ψαλ. κα’ 17).

Δεν θα υπήρχωμεν επί της γης Θεοτόκε, εάν δεν προέφθανον αι πρεσβείαι σου να εξευμενίσουν τον Άγιον Θεόν, προς τον οποίον καθ’ ημέραν αμαρτάνομεν.

Παναγία μας, η παραμυθία πάντων των ευσεβών Χριστιανών, λύτρωσαί μας εκ της επικειμένης ημίν δικαίας του Θεού παιδεύσεως.

Σκέπε πάντοτε εκ πάσης απειλής ημάς Δέσποινα, ότι μετά Θεόν τας ελπίδας σοι αναθέμεθα.

Ταις της Πανυπερευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου πρεσβείαις, της ακαταμαχήτου ημών προστασίας, σώσον την κληρονομίαν σου Κύριε, ίνα απροσκόπτως και ελευθέρως δοξάζομεν το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομά Σου, εις το οποίον πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.

μ.μ.
1-10-94

Απολυτίκιον
ήχος α’. Του λίθου σφραγισθέντος

Της Σκέπης σου την χάριν, ανυμνούμεν Παρθένε. ην εν τω πανσέπτω ναώ σου εφήπλωσας τοις πάσι. το θαύμα εκπλήττει πάντα νουν, πώς θείον σου μαφόριον σεμνή, εφηπλούτο πανταχόθεν τοις πιστοίς, τη αίγλη αστραπηφόρον. Χάρις τη αντιλήψει σου Αγνή, χάρις τη θεία Σκέπη σου. Χάρις τη προμηθεία σου, μόνη Πανάχραντε.1.    Η εορτή της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου μας υπενθυμίζει την ένδοξον αυτής φανέρωσιν εν Βλαχέρναις, την οραθείσαν υπό του Αγίου Ανδρέου και του μαθητού αυτού Επιφανίου. Η Υπεραγία Θεοτόκος δορυφορουμένη υπό των Αγίων Αγγέλων, χειροκρατουμένη δε υπό του Τιμίου Προδρόμου και Ιωάννου του Θεολόγου εισήλθε εις το μέσον του Ναού και κλίνασα το γόνυ αυτής προσηύξατο επί πολλήν ώραν, ραίνουσα με δάκρυα το Θεοειδές αυτής πρόσωπον, υπέρ των πιστών τον Μονογενή αυτής Υιόν δυσωπούσα. Εγερθείσα έπειτα η Θεοτόκος εισήλθεν εις το Άγιον Βήμα και λαβούσα εκ της Αγίας Σορού το Μαφόριον αυτής ήλθε προ του Βήματος και σεμνοπρεπώς δια των αχράντων αυτής χειρών εφήπλωσεν επάνω του περιεστώτος λαού και εσκέπασεν αυτούς. Όταν δε η Κυρία Θεοτόκος ανέβαινεν εις τους ουρανούς η θεία Σκέπη ολίγον κατ’ ολίγον επήρθη, η οποία ήταν η Χάρις αυτής, εκδηλουμένη δια του ιερού αυτής Μαφορίου, φυλαττομένου εις τον Ναόν των Βλαχερνών.

Δια της εορτής αυτής ευχαριστούμεν την Παναγίαν μας, την Προστάτιδα ημών, δια την φανερωθείσαν προς το Χριστιανικόν γένος ευσπλαχνίαν αυτής και δεόμεθα προς αυτήν εκτενώς, ίνα πάντοτε ευσπλάχνως σκέπη ημάς τους αιτούντας την Σκέπην αυτής.

Ως Θεομητορική εορτή η Αγία Σκέπη καθιερώνεται τον Ι’ αιώνα επί Λέοντος του Σοφού.
Εις τον νεώτερον όμως Ελληνισμόν η προστασία της Αγίας Σκέπης εκδηλώθηκε ιδιαίτερα εις το έπος του 1940. Γίνεται νεφέλη δια να κρύψη τον στρατό μας εις τα βουνά της Βορείου Ηπείρου και απλώνει το «Μαφόρι» της αγάπης και σκεπάζει τους αγωνιστάς της τιμής και του δικαίου.

2.    «Η νεφέλη γαρ εγένετο σκιάζουσα επ’ αυτοίς ημέρας, εν τω εξαίρειν αυτούς εκ της παρεμβολής» (Αριθμοί κεφ. α’ 34).

3. Μαφόριον ή ωμοφόριον: Η Δέσπονα Θεοτόκος με το Μαφόριον εκάλυπτεν την ιεράν αυτής κεφαλήν και τους ώμους. Ήτο δε χρώματος κοκκίνου προς ένδειξιν της ακηράτου αυτής παρθενίας. Δια τούτο και οι ζωγράφοι ιστορούν τας παρθένους αγίας Μάρτυρας με κόκκινον Μαφόριον, τας υπάνδρους με λευκόν και τας μοναζούσας με μαύρον. (Βλέπε και Βασιλειών β’ κεφ. ιγ’. σχετικήν ιστορίαν με την Θάμαρ, θυγατέρα του Δαβίδ….)

«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΘΟΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Εκκλησιαστική Παράδοση για την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιουλίου 2018

Του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Δανιήλ

Κατά τόν 4ο καί 5ο αἰῶνα μ.Χ. ἔχουν διαμορφωθεῖ δύο παραδόσεις περί τοῦ τόπου τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου, ἡ ἱεροσολυμιτική (Dormitio hierosolymitiana) καί ἡ ἐφεσιανὴ (Dormitio ephesiana). Ἡ ἱεροσολυμιτική εἶναι ἡ ἀρχαιοτέρα καί ἡ ἱστορική παράδοση.

Ἡ ἐφεσιανή προέκυψε ἀπό τά ἀπόκρυφα πού μόνον αὐτὰ διϊσχυρίζονται, ὅτι ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὅταν μετέβη στήν Ἔφεσο ἔφερε μαζί του καί τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Κατά τήν ἱεροσολυμιτική παράδοση ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης μετέβη στήν Ἔφεσο μετά τόν θάνατο τῆς Θεοτόκου.

Κατά τήν ἱεροσολυμιτική παράδοση «ταύτην γάρ (δηλ. τήν Σιών) εἶχεν ἡ Θεομήτωρ ἐπί γῆς ἐνδιαίτημα» (Ἀνδρέου ἐπίσκοπου Κρήτης, Λόγος εἰς τήν Κοίμησιν Migne Ε.Π. 97, 1064).

Μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ Θεοτόκος ἔζησε ἀκόμη μερικά ἔτη πάντοτε στόν κύκλο τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ καί ὑπό τήν ἰδιαίτερη φροντίδα καί προστασία τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. Πόσα ἀκριβῶς ἔτη ἔζησε μετά τήν Ἀνάληψη, δέν δύναται νά λεχθεῖ.

Κατά τινα τῶν ἀποκρύφων ἔζησε μόνον δύο ἔτη. Κατ’ ἄλλα πάλι 22. Ὁ χρονογράφος Ἱππόλυτος ὁ Θηβαῖος (7ος αἰώνας μ.Χ.) λέγει, ὅτι ἡ Θεοτόκος ἔζησε ἀκόμη 11 ἔτη καί ὅτι ἀπέθανε σέ ἡλικία 59 ἐτῶν. (Τεμάχια ἐκ τοῦ χρονολογικοῦ συντάγματος Ἰππολύτου τοῦ Θηβαίου περὶ τοῦ

Χριστοῦ, τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἀποστόλων κ.τ.λ. Migne Ε.Π. 117, 1029 καὶ ἑξῆς). Ἐξ ὅσων πάλι σχετικῶς λέγει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης, ὅτι «πρός ἔσχατον καταντήσασαν γήρας, μεταστῆναι τῶν τῆδε» φαίνεται ὡς μᾶλλον ὀρθότερη ἡ γνώμη τοῦ Ἱππολύτου τοῦ Θηβαίου.

Κατά πληροφορία ἀπό τό Ἐγκώμιο στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου (Migne Ε.Π. 99, 742Β΄) τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (826 μ.Χ.), πού προέρχεται ἀπὸ τήν ἴδια ὡς ἄνω παραδόση, ἡ Θεοτόκος προαισθάνθηκε τήν ὥρα τοῦ θανάτου Της καί προσευχήθηκε στόν Υἱό Της Ἰησοῦ καί παρακάλεσε Αὐτόν, νά παρευρεθοῦν κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου Της οἱ στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου διασκορπισμένοι Μαθητές τοῦ Ἰησοῦ, «οἱ λειτουργήσοντες τά ἐντάφια» Αὐτῆς.

Δέν εἶχε τελειώσει ἀκόμη ἡ προσευχή καί ἰδού καταφθάνουν ὅλοι «οἱ θεμέλιοι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἄρχοντες τῆς οἰκουμένης, οἱ θαυμαστοί ὑπηρέται, τῆς ἐμῆς κηδείας ἐπιβαίνοντες νεφέλης».

Πρός τούς ἐκπλησσομένους γιά αὐτὰ λέγει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης «καί θαυμαστόν οὐδέν, εἰ τό ἐξᾶραν Ἠλίαν πνεῦμα ποτέ καί διφρηλάτην οὐρανοῦ πυρφόρον ἀναλαβόν ἄρτι, τότε κἀκείνους ἐξαπίνης συνήγαγε διά νεφέλης ἐν πνεύματι. Ράστα γάρ τά πάντα τῷ Θεῷ καθώς ἐν τῷ Ἀββακούμ καί τῷ Δανιήλ ἔγνωμεν».

Κατά τόν ἴδιο Πατέρα ἅγιο Ἀνδρέα τόν Κρήτης «παρῆν ἅπας σχεδόν τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων ὁ θίασος», «τῶν θεοφόρων ὁ στόλος» καί ὡς ἀλλαχοῦ ὅτι, ἦτο μεταξύ αὐτῶν «…καί αὐτός ὁ Παῦλος σύν Τιμοθέῳ καί Ἱεροθέῳ».

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρει στίς τρεῖς ὁμιλίες του στήν Κοίμηση, ὅτι συμπαρέστησαν καί οἱ Πατριάρχαι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀκόμη δέ καί αὐτοί οἱ Πρωτόπλαστοι Ἀδάμ καί Εὔα.

Σ’ αὐτές ἐκθέτει τήν ἀρχαιοτέρα παράδοση τῆς Ἐκκλησίας σέ πληρέστατη μορφή (Migne Ε.Π. 96 700 καί ἑξῆς καί Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ», ἔκδοσις Εὐαγοῦς Ἱδρύματος «Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος», Ἀθῆναι 1970).

Τά κατά τόν θάνατο τῆς Θεοτόκου θαυμαστά συμβάντα εἶναι κατά τόν πρύτανι τῶν θεολόγων Πατέρων τά ἑξῆς : «Ἡ ἐπί τῶν νεφελῶν συνέλευση τῶν ἀποστόλων, ἡ ἐξύμνηση τῆς θνησκούσης, οἱ ἀποχαιρετιστήριοι λόγοι της, ἡ ὑποδοχή τῆς ψυχῆς Της ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ἐνταφιασμός τοῦ σώματος ἀπό τούς Ἀποστόλους, τό ἐπεισόδειο μετά τοῦ ἀσεβοῦς Ἰουδαίου πού ἐπιχείρησε νά ἀνατρέψει τό ἱερό σκῆνος, ἡ ἀπαγωγή τοῦ σώματος ἀπό τούς Ἀγγέλους μετά τήν τριήμερη παραμονή στόν τάφο, ἡ ὑποδοχή τοῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πού ἐμφανίζεται ἀνάμεσα σέ νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ».

Ἡ Θεοτόκος, συνεχίζει ἡ παράδοση, ἑτοιμασθεῖσα καθ’ ὅλα «καί σχηματισθεῖσα ἐπί τῆς κλίνης παρέθετο τήν Ἁγίαν Αὐτῆς ψυχήν».

Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης περιγράφει μέ τά ἑξῆς τήν στιγμή τοῦ θανάτου τῆς Θεοτόκου· «προύκειτο γοῦν ἐν μέσῳ τό τρίπηχυ καί φωτοειδές ἐκεῖνο τῆς Θεοτόκου σῶμα, λάμπον εἰς κάλλος καί ὡραιότητα κύκλωθεν δέ ἅπας ὁ τῶν Ἀποστόλων χορός».

Ὁ συγγραφέας τῶν Ἀρεοπαγητικῶν ἔργων συνεχίζει τήν περιγραφή τῆς κηδείας τῆς Θεοτόκου (Περί τῶν θείων ὀνομάτων κεφ. 3 Migne E.Π. 3, 681) λέγοντας ὅτι «…Εἶτα ἐδόκει μετά τήν θέαν τοῦ ζωαρχικοῦ καί θεοδόχου σώματος ὑμνῆσαι τούς ἱεράρχας ἅπαντας ὡς ἱκανός ἦν ἕκαστος, τήν ἀπειροδύναμον ἀγαθότητα τῆς θεαρχικῆς ἀσθενείας» («τήν ἑκούσιον δηλονότι τοῦ Θεοῦ ἄχρι σαρκός χωρίς ἁμαρτίας συγκατάβασιν», ἑρμηνεύει ὁ Παχυμέρης).

Κατά τήν ὑμνωδία διεκρίθη ὁ «Μέγας Ἱερόθεος», ὅστις «ὤν ὥσπερ ἔκδημος ἐκ τοῦ σώματος, ὅλως ἐξιστάμενος ἑαυτοῦ ἐν τοῖς ὕμνοις, καί πάσχων τήν πρός τά ὑμνούμενα κοινωνίαν, παρά πάντων καί τῶν γνωρίμων καί τῶν μή γνωρίμων θεόληπτος ἐκρίνετο».

Ἐνῶ ἀκόμη ὁ χορός τῶν Ἀποστόλων ἔψαλε καί ὑμνοῦσε τήν Θεοτόκο «ἰδού παρεγένετο καί ὁ Κύριος μετά δόξης ἰσχύος αὐτοῦ καί πάσης στρατιᾶς οὐρανοῦ», λέγει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης (Migne Ε.Π. 99, 728 Β΄), καί παραλαμβάνει τήν ψυχή τῆς Θεοτόκου, τήν ὁποία καί παραδίδει στόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ.

Μέ τή παράδοση αὐτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου συνδέεται στενότατα καί ἀπό τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς της καί ἡ περί μεταστάσεως τοῦ σώματος τῆς Θεοτόκου ἄλλη παράδοση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ταφή τοῦ παναχράντου σώματος τῆς Θεοτόκου ἔγινε τήν ἑπομένη τοῦ θανάτου Της.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γνωρίζει τήν παράδοσι ἐκείνη, κατά τήν ὁποία τήν ὥρα τῆς ἐκφορᾶς ἕνας Ἰουδαῖος ἐπεχείρησε νά ἐπιτεθεῖ κατά τῆς σοροῦ, ἀλλ’ εὐθύς κόπηκαν καί τά δύο χέρια του.

Ἡ πληροφορία αὐτή ἴσως νά ἔχει καί μόνον συμβολικό χαρακτῆρα, θέλουσα νά δηλώσει τήν ἔναντι τοῦ χριστιανισμοῦ ἀσέβεια καί ἐχθρική στάση τῶν Ἰουδαίων καί τήν τιμωρία τους γι’ αὐτά. Τό πανάχραντο σῶμα τῆς Θεομήτορος, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἔμεινε ἐπί τριήμερο στόν τάφο, ἐκεῖ κατῆλθε καί τό παρέλαβε ὁ Ἰησοῦς ἐπί νεφέλης καί τό ἀνεβίβασε στούς οὐρανούς, γιά νά ἑνωθεῖ τοῦτο μέ τήν ψυχή τῆς Παρθένου Μαρίας.

Περί τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου γίνεται κατά τήν 5η μ.Χ. ἑκατονταετηρίδα εὐρύτατος λόγος στήν Παλαιστίνη καί στήν Συρία. Ἀπό ἐπιστολή ἀποδιδομένη στόν ἅγιο Ἱερώνυμο εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι κατά τόν 5ο αἰῶνα μ.Χ. ὁ τάφος αὐτός εἶχε γίνει ἀντικείμενο Προσκυνήματος ἀπό τούς Χριστιανούς.

Τά αὐτά μᾶς πληροφορεῖ καί ὁ ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων Μόδεστος σέ λόγο του.

Ἡ θέση τοῦ τάφου εὑρίσκεται στὴν Γεθσημανή ἐπάνω στόν ὁποῖο ἀνεγέρθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Μαυρίκιο (582 μ.Χ.) ὁ σωζόμενος μέχρι σήμερα ναός.

Ὁ ἴδιος αὐτοκράτορας μέ διάταγμα ἐπέβαλε σ’ ὁλόκληρη τήν αὐτοκρατορία τόν ὑποχρεωτικό ἑορτασμό τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τήν 15η Αὐγούστου (Νικηφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ΙΗ’ 28).

Ἡ ἀνωτέρω περί τοῦ θανάτου τῆς Θεοτόκου ἱεροσολυμιτικὴ παράδοση πρέπει νά εἶναι ἀρχαιοτάτη· ἡ πρώτη διασωζόμενη γραπτή ἐμφάνιση της ἀναφέρεται ἀπό τόν ἅγιο Ἀνδρέα τόν Κρήτης (πού γεννήθηκε στήν Δαμασκό τό 660 μ. Χ.) στόν λόγο του στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου (Migne Ε.Π. 95, 805-1043).

Ἡ ἀρχαιοτάτη αὐτή ἐκκλησιαστική παράδοση ἐπηρέασε καί τούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας καί διασώθηκε κυρίως στό ὀνομαζόμενο «Ἑλληνικόν Μηνολόγιον» τῆς 15ης Αὐγούστου, Βασιλείου τοῦ Πορφυρογέννητου, (976-1025μ.Χ.) τό ὁποῖο καί ἀξίζει νά παρατεθεῖ.

«Ὅτε ὁ Κύριος ἡμῶν καί Θεός προλαβεῖν εὐδόκησε τήν ἑαυτοῦ Μητέρα, δι’ ἀγγέλου αὐτῇ τήν αὐτῆς μετάστασιν κατεμήνυσεν. Ἡ δέ ἀκούσασα ἐχάρη καί ἀνελθοῦσα εἰς τό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, καί προσευξαμένη, ὑπέστρεψεν εἰς τόν οἶκον αὐτῆς. Καί εὐτρεπίσασα τά πρός τήν ταφήν ἅπαντα, ἐξεδέχετο τόν Υἱόν αὐτῆς. Καί γενομένης βροντῆς μεγάλης, παρεγένοντο οἱ Ἀπόστολοι πάντες ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς διά νεφελῶν πρός τό κηδεῦσαι τό ἄχραντον αὐτῆς σῶμα.

Καί σχηματισθεῖσα ἐπί τῆς κλίνης, παρέθετο τήν ἁγίαν αὐτῆς ψυχήν εἰς χεῖρας τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ αὐτῆς. Τό δέ πανάχραντον αὐτῆς λείψανον ταφέν ὑπό τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, μετά τρίτην ἡμέραν οὐχ εὑρέθη.

Ἀνοίξας γάρ ὁ Θωμᾶς τόν τάφον πρός τό προσκυνῆσαι τό λείψανον (ὕστερον γάρ ἦλθεν), οὐχ’ εὗρεν αὐτό. Μετέθηκε γάρ αὐτό ὁ Θεός ἐν τόπῳ, ᾧ οἶδεν αὐτός.

Εὑρέθησαν δέ μόναι αἱ σινδόνες». (Menologium Graecorum) 15 Αὐγούστου Ἡ κοίμησις τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου· (Migne Ε.Π. 117, 585).

Ἡ σκέψη καί ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν μετάσταση δύναται νά διατυπωθεῖ μέ συντομία ὡς ἑξῆς.

Τό πανάχραντο σῶμα τῆς Θεοτόκου, τό ὁποῖο ἐπί ἐννέα μῆνας ἀξιώθηκε νά κρατήσει τόν δημιουργό τοῦ παντός, χωρίς νά ὑποστεῖ οὐδεμία φθορά καί τό ὁποῖο ἔμεινε σέ παρθενία καί τελεία ἁγνότητα, δέν ἦταν δυνατόν νά ὑποστεῖ οὔτε τήν φθορά τοῦ χρόνου.

Ὁ Δημιουργός τοῦ παντός καί Υἱός τῆς Παρθένου παρέλαβε τοῦτο στούς οὐρανούς.

Ἐάν στήν Π.Δ. ἔχουμε τήν μετάσταση τοῦ Ἐνώχ καί τοῦ Ἠλιοῦ, τοῦ Μωϋσέως καί πιθανῶς τοῦ Ἡσαΐου καί τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, κατά μείζονα λόγο ἦταν δυνατή καί ἐπιβεβλημένη ἡ μετάσταση τοῦ παναχράντου καί πανάγνου σώματος τῆς Θεομήτορος.

Ἐξ ἄλλου ὁ ὅρος αὐτός «μετάστασις» χρησιμοποιεῖται γιά νά δηλωθεῖ καί ὁ φυσικός θάνατος κάθε ἀνθρώπου, ὅπως ἀναφέρεται στήν 5η εὐχὴ τῆς γονυκλισίας τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς «ζωῆς τε καὶ τελευτῆς, τῆς ἐνταῦθα διαγωγῆς καὶ τῆς ἐκεῖθεν μεταστάσεως….» καί στήν 6η εὐχή τῆς ἴδιας Ἱερᾶς Ἀκολουθίας « οὐκ ἔστι……. τοῖς δούλοις σου θάνατος ἐκδημούντων ἡμῶν ἀπὸ τοῦ σώματος καὶ πρὸς σὲ τὸν Θεὸν ἐνδημούντων, ἀλλὰ μετάστασις….».

Οἱ τύποι τῆς μετοχῆς «μεταστάς» χρησιμοποιοῦνται στούς ὕμνους καί στίς εὐχές τῶν Ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τούς κεκοιμημένους.

Συνηθίζεται ὁ κεκοιμημένος νά ἀποκαλεῖται «ὁ μεταστάς» ἐκφράζοντας τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας στήν μετά θάνατο ζωή.

Μερικοί μάλιστα τῶν Πατέρων ἐζήτησαν νά στηρίξουν τήν ἐνσώματη μετάσταση τῆς Θεοτόκου καί γραφικῶς στά χωρία τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννου (κεφάλαιο 12, στίχοι 6 καί 14).

Ἀλλ’ ὡς ὀρθότατα δεικνύεται καί ἀπό τόν ἀοίδιμο καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Παναγιώτη Μπρατσιώτη στό ἐκδοθέν ὑπόμνημά του στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, ὅτι διά τῆς ἀναφερομένης στούς ὡς ἄνω στίχους γυναικός νοεῖται ἡ Ἐκκλησία καθόλου.

Ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος διδάσκει, ὅτι μέ τήν Ἀνάληψη τοῦ Ἰησοῦ καί τήν Μετάσταση τῆς Θεοτόκου εἰσῆλθαν πάλιν στόν παράδεισο τά σώματα δύο ἀνθρώπων σε ἀντικατάσταση τῶν Πρωτοπλάστων, Ἀδάμ καί Εὔας πού ἐκδιώχθηκαν ἀπό ἐκεῖ.

Ὅλη αὐτή τήν διδασκαλία περικλείει ἀριστοτεχνικώτατα τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

« Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας,
ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε.
Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν,
Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς,
καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη,
ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν»

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι θα πει ότι η Παναγία είναι αειπάρθενος;

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιουλίου 2018

008

Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει για τη μητέρα του Μεσσία και λέγει ότι θα είναι Παρθένος: «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί…» (7, 14). Στον προφήτη Ιεζεκιήλ (44, 1-2) προφητεύεται η αειπαρθενία της Παναγίας με την εικόνα της «κεκλεισμένης πύλης», από την οποία διέρχεται μόνον ο Κύριος, χωρίς αυτή να ανοιχθεί.
Για το αειπάρθενο της Παναγίας στις αγιογραφίες της οι ζωγράφοι ζωγραφίζουν τρία αστέρια. Στο μέτωπο και στις δύο πλάτες. Τα τρία αστέρια συμβολίζουν την αειπαρθενία της Μαριάμ πριν, κατά και μετά τη γέννηση του Χριστού.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει ότι η Παρθένος Μαριάμ είναι αειπάρθενος. Ήταν δηλαδή παρθένος πριν, κατά και μετά τη γέννηση του Μεσσία. Το Χριστό Τον γέννησε παρθένος γυναίκα, για να φανερωθεί ότι ο Χριστός δε θα είναι συνηθισμένος άνθρωπος, γεννημένος από ανθρώπινη θέληση, αλλά γεννημένος από το θέλημα του Θεού. Στη γέννησή Του ο Χριστός γεννήθηκε με υπερφυσικό τρόπο, γιατί η Μαριάμ δεν πόνεσε, όπως η κάθε γυναίκα. Ο πόνος του τοκετού δεν υπήρχε στην Παναγία, γιατί η γέννηση του Χριστού ήταν εκτός της τιμωρίας των Πρωτοπλάστων. Μετά τη γέννηση του Χριστού η Παναγία αφιερώθηκε στο έργο της περίθαλψης του Χριστού και της προσευχής. Όλο το είναι της το κατέλαβε η αγάπη στον Υιό και Θεό της.
Από το βιβλίο «Νεανικές Αναζητήσεις – Α’ Τόμος: Ζητήματα πίστεως» (σελ.92), Αρχ. Μαξίμου Παναγιώτου, Ιερά Μονή Παναγίας Παραμυθίας Ρόδου

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θεομητορικά προσωνύμια τῶν Παρακλητικῶν Κανόνων καί ἡ θεολογική τους ἑρμηνεία: Α-Ω

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιουλίου 2018

Το όνομα της αειπαρθένου Μαρίας, του ιεροτέρου ανθρωπίνου προσώπου της Ορθοδοξίας, συνοδεύεται από ένα μεγάλο αριθμό προσωνυμιών που της έχουν αποδοθεί.
Η Θεοτόκος κυρίως όμως αποκαλείται Παναγία.Επίσης στον Μικρό και Μεγάλο Παρακλητικό κανόνα υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός θεοτοκωνυμίων, όπως φαίνεται στην αλφαβητική καταγραφή που δημοσιεύουμε:

Α.
Αγαθή
Αγαλλίαμα
Αγνή
Αειμακάριστος
Αειπάρθενος
Αντίληψις θερμή
Αντίληψις καταπονουμένων
Αντίληψις ταχεινή
Αντίληψις οξεία
Αντίληψις θλιβομένων
Απαλλαγή ασθενούντων
Αποτεκούσα Σωτήρα Χριστόν
Άσπιλος
Άχραντος.

B.
Βακτηρία τυφλών
Βοήθεια ταχινή
Βοηθός ορφανών
Βοηθός εν ταις θλίψεσι
Βοηθός των προστρεχόντων εκ πίστεως
Γ.
Γαλήνη χειμαζομένων
Γεννήσασα ευφροσύνης τον Αίτιον
Γεννήσσασα φώς
Γλυκασμός των Αγγέλων

Δ.
Δεξαμένη της χαράς το πλήρωμα
Δέσποινα του κόσμου
Διαλύουσα όχλον πειρασμών
Διώκτης της ζάλης του βίου
Δόξα των Παρθένων
Δοχείον φωτός καθαρόν και άμωμον
Δύναμις αβοηθήτων
Ε.
Ειρήνη πολεμουμένων
Ελαύνουσα επήρειαν δαιμόνων
Ελπίς απηλπισμένων
Ελπίς των πιστών.
Ενδοξοτέρα των Σεραφείμ
Εξαφανίσασα αμαρτίας την λύπην
Επίσκεψις ασθενούντων
Ευφροσύνη εν ταις λύπαις.
Θ.
Θαύμα ακατανόητον
Θεογεννήτρια
Θεομακάριστος
Θεομήτωρ
Θεονύμφευτος
Θεόνυμφος
Θεοτόκος
Θησαυρός σωτηρίας
Θησαυρός αδαπάνητος.
Θρόνος ηλιοστάλακτος
Θύρα μετανοίας.

Ι.
Ιατρός νόσων
Κ.
Καθαρωτέρα λαμπηδόνων ηλιακών
Καθέδρα Βασιλέως
Καταφυγή
Καταφύγιο κόσμου
Καταφύγιο Χριστιανών
Καύχημα
Κεχαριτωμένη
Κλέος μητέρων
Κόρη
Κυήσασα (Χριστόν, Θεόν, Σωτήρα, Λυτήρα νόσων, εύσπλαχνον και Σωτήρα)

Λ.
Λαμπάς άσβεστος
Λιμήν εν ταις ζάλαις
Λοχεύτρια
Λυτρωσαμένη εκ της κατάρας
Λυχνία χρυσή.

Μ.
Μεσιτεία αμετάθετος
Μεσίτρια
Μεταβολή θλιβομένων
Μήτηρ (Δεσπότου Θεού,Θεού,Λόγου,Λυτρωτού,Θεού Υψίστου,Κυρίου)
Μητροπάρθενος.

O.
Οδηγήτρια
Όπλο σωτηρίας

Π.
Πάναγνος
Παναγία
Παναμώμητος
Πανάμωμος
Πανάχραντος
Πανύμνητος
Παράκλησις ξένων
Παράκλησις εν ταις Θλίψεσι
Παραμυθία
Παρθένος
Πηγή αφθαρσίας
Πηγή ελέους
Πλατυσμός εν ταις θλίψεσιν
Πόλις δωδεκάτειχος
Ποταμός ζωής
Πρεσβεία θερμή
Προστασία (ακαταίσχυντος, ανθρωπίνη, θερμή, πιστών, χριστιανών)
Προστατεύουσα (αεί, ταχέως)
Προστάτις (Χριστιανών, ζωής αδικουμένων, εν τοις πειρατηρίοις)
Πύργος χρυσοπλοκώτατος
Ποταμός ζωής
Πύλη Ευσπλαχνίας.
Ρ.
Ρύστις εν τοις κινδύνοις
Σ.
Σεμνή
Σκέπη κραταιά
Σκέπη θεία
Στάμνος (θεία και μανναδόχος)
Στήριγμα
Συντριμμός του θανάτου
Συμμαχία ασθενών
Σωτηρία ψυχών
Σωτηρία των προστρεχόντων εκ πίστεως.

Τ.
Τείχος (απροσμάχητον, ακράδαντον, απόρθητον, καταφυγής)
Τεκούσα (αδιαφθόρως, την αιωνίαν λύτρωσιν, την ειρήνην την πάντα νούν υπερέχουσα, το φώς, τον Κυβερνήτην)
Τετοκυία Φώς
Τιμιωτέρα Χερουβείμ
Τροφή πενομένων
Υ.
Υπεραγία
Υψηλοτέρα ουρανών

Φ.
Φρουρά ασφαλεστάτη
Φυσίζωος.
Χ.
Χαρά θλιβομένων
Χαρά εν ταις λύπαις
Ω.
Ωράϊσμα μητέρων
Θεολογική Ερμηνεία των Θεοτοκονυμίων
IVERON Theotokos, Athos
ΑΓΑΘΗ:
Ο ιερός υμνογράφος αποδίδει το θεοπρεπές αυτό κατηγόρημα στο Πρόσωπο της Θεοτόκου, σαν την κατά χάρη αγαθή,μετά τον κατά φύση αγαθό Θεό. Η Παναγία είναι κατά τους Αγίους της Εκκλησίας το τελειότερο δημιούργημα του Θεού, γι’αυτό και μπόρεσε να δανείσει σάρκα στον «Παντεχνήμονα Λόγο» του Θεού και Υιό της .
AΓΝΗ:
Αγνή σημαίνει καθαρή, άσπιλη, αμόλυντη. Ετυμολογικά η λέξη αγνός παράγεται από την λέξη άγος, με το οποίο χαρακτηρίζεται ό,τι αφιερώνεται στο θείο και επί προσώπων σημαίνει τον ηθικά καθαρό και άξιο του Θεού, εφ’όσον η λέξη χρησιμοποιείται για περιπτώσεις θείας τάξεως. Η Παναγία είναι η «Αγνή» και για την απόλυτη καθαρότητά της και για την ολοκληρωτική της αφιέρωση στο Θεό.
ΑΕΙΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ:
Σύνθετη λέξη από το επίρρημα «αεί» που σημαίνει «πάντοτε, αιώνια, δια παντός» και το επίθετο «μακαριστός», που παράγεται από το ρήμα μακαρίζω. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης διευκρινίζει ότι «μακαριότης εστί, περίληψις παντός αγαθού». Επομένως κατά κυριολεξία μακάριος είναι ο Θεός αλλά και κάθε ένας που κοινωνεί με το θείο. Η μέθεξη της μακαριότητας του Θεού πραγματοποιείται κατά το μέτρο της προσωπικής αγιότητας του ανθρώπου.
Η Θεοτόκος σαν «Αγία αγών μείζων» μετέχει της θείας μακαριότητας στον μεγαλύτερο βαθμό, επειδή δέχτηκε μέσα Της «πάν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς».
ΑΣΠΙΛΟΣ:
Σύνθετη λέξη: α+σπίλος (=κηλίδα).  Σημαίνει αυτή που είναι χωρίς σπίλο,η καθαρή, η ακηλίδωτη, η αμόλυντος Παρθένος Μαρία.
ΑΧΡΑΝΤΟΣ:
Σύνθετη λέξη: α+χραίνω (=μιαίνω). Άχραντος είναι η αμίαντος, η καθαρή Θεοτόκος.
ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ:
Η λέξη γλυκασμός παράγεται από το ρήμα γλυκάζω και σημαίνει γλυκύτητα. Τη λέξη αυτή χρησιμοποιούν οι Προφήτες Αμώς (Aμ..θ,13) και Ιωήλ (Ιωήλ δ,18) για να περιγράψουν την γλυκύτητα που θα ρέει και θα ευφραίνει κάθε κτιστή ύπαρξη κατά την ημέρα Κυρίου, δηλαδή κατά τον καιρό και τον χρόνο που ο Θεός θα συντρίψει ολοσχερώς το κακό. Η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται ως «γλυκασμός των αγγέλων», διότι με την σάρκωση του Θεού-Λόγου στη θεοδόχο γαστέρα Της, κατά κοινή και σύμφωνη γνώμη των Αγίων και αυτή η αόρατη κτίση δηλ.τα αγγελικά τάγματα απέλαβαν την ύψιστη δωρεά και χάρη από τον Θεό. Ενώ μέχρι τότε ήταν δύστρεπτα αλλά όχι και άτεπτα προς το κακό, κατέστησαν πλέον ακίνητα προς αυτό. Έγινε λοιπόν η Αειπάρθενος και για τους Αγίους Αγγέλους η αιτία ανείπωτης γλυκύτητας για την δωρεά του Θεού προς αυτούς, πού έρρευσε από τα παρθενικά Της σπλάχνα.( Ιγνάτιος Θεοφόρος –Ιωάννης Δαμασκηνός P.G.94,872)
ΔΕΣΠΟΙΝΑ:
Σημαίνει την Κυρία, την Ηγεμονίδα, την Βασίλισσα. Και τούτο επειδή:
-αναδείχθηκε Νύμφη Ανύμφευτη του Παντάνακτος Θεού. Νύμφη «εφ΄όσον συνέλαβε και εγέννησε ,πράγμα που προυποθέτει «γάμο» και Ανύμφευτος, εφ’ όσον η σύλληψις του Υιού Της έγινε όχι φυσικώς αλλά εκ Πνεύματος Αγίου»
-αξιώθηκε να καταστεί Μητέρα του Παμβασιλέως Χριστού.
-υψώθηκε στην ύψιστη αξία και τιμή από κάθε άλλο κτίσμα της ορατής και της αόρατης κτίσης, γιατί υποτάχθηκε απόλυτα στη βουλή του Θεού και μετείχε κατά μοναδικό τρόπο στο μαρτύριο της απόλυτης ταπείνωσης του Υιού Της για την σωτηρία του κόσμου.
ΕΝΔΟΞΟΤΕΡΑ ΤΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ:
Τα Σεραφείμ είναι το τάγμα των αγγελικών Δυνάμεων ,που ο Προφήτης Ησαίας είδε γύρω από το θρόνο του Θεού να ψάλλει «μετά φόβου και τρόμου τον Τρισάγιο ύμνο «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ…». Σύμφωνα με τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τα Σεραφείμ είναι ιεραρχικά ο πρώτος αγγελικός χορός. Το όνομά τους σημαίνει «τα φλογερά,τα πύρινα» (Ησ. στ, 1-3)
Η Θεοτόκος είναι ενδοξοτέρα των Σεραφείμ και κατά την φήμη («από του νύν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί») και κατά την μετοχή της στη θεία δόξα,όπως παρατηρεί ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. «Είδες διαφορά της στάσεως. Μάθε από αυτήν και τη διαφορά της θέσεως.Πραγματικά γύρω από το Θεό είναι τα Σεραφείμ, πλησίον δε δίπλα σ΄αυτόν τον ίδιο μόνη η παμβασιλίς, η οποία θαυμάζεται και εγκωμιάζεται από τον ίδιο το Θεό, που είναι σαν να την ανακηρύττει προς τις γύρω του δυνάμεις και να λέγει σύμφωνα με το γραμμένο στο Άσμα Ασμάτων, «πόση καλή είναι η πλησίον μου»;  Είναι φαιδρότερη από το φώς, περισσότερο ανθισμένη από τον Παράδεισο, καλλίτερα στολισμένη από όλο τον κόσμο, ορατό και αόρατο.» (Ομιλία ΝΕ,34-ΕΠΕ)
ΛΟΧΕΥΤΡΙΑ:
Λοχεύτρια είναι η λεχώ,η γυναίκα μετά τον τοκετό, η μητέρα.
Η Παναγία επονομάζεται ως «Θεού λοχεύτρια», επειδή είναι αληθινά Θεοτόκος, Θεομήτωρ. Με το επώνύμιο αυτό τονίζεται ότι πραγματικά ο Θεός «σάρξ εγένετο» εκ της Αειπαρθένου Μαρίας, πέρα από κάθε φαντασία. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατ’αναλογία προς την άσπορο σύλληψη του Κυρίου στην θεοδόχο μήτρα της Παρθένου και την άφθορη κύηση, εφ’όσον ετηρήθησαν «σώα τα σήμαντρα» της παρθενίας Της, και η λοχεία της Θεοτόκου υπήρξε αλόχευτος (οθ΄Κανόνας της ΣΤ Οικ. Συνόδου).
panagiaspros2
ΘΕΟΝΥΜΦΟΣ – ΘΕΟΝΥΜΦΕΥΤΟΣ:
Η Θεοτόκος είναι νύμφη του Θεού αλλά και αυτή που νυμφεύθηκε τον Θεό. Ο Θεός αποκαλύπτεται στην Αγία Γραφή σαν Νυμφίος, που ζητά από την νύμφη (δηλ.τον λαό του) πιστότητα και αποκλειστικότητα.
Η Θεοτόκος ,σαν αειπάρθενος, κατακύρωσε την πλήρη αφιέρωσή της στον Θεό και πραγματοποίησε στον ύψιστο βαθμό τον σκοπό της ορατής και αόρατης δημιουργίας, που είναι η θέωση.
ΘΡΟΝΟΣ ΠΥΡΙΜΟΡΦΟΣ:
Η φωτιά χρησιμοποιείται πολύ συχνά στην Παλαιά Διαθήκη σαν έκφραση της αγιότητας του Θεού και της δόξας Του. Στο βιβλίο του Δανιήλ ο Προφήτης βλέπει τον Άναρχο Θεό («Παλαιός των Ημερών») να κλάθεται θρόνο και «ο θρόνος ωσεί φλόξ πυρός». Αυτή το θαυμαστό όραμα έχει στον νούν του ο υμνογράφος, όταν αποκαλεί την Θεοτόκο «θρόνο πυρίμορφο», διότι πραγματικά υπήρξε ο έμψχος και αληθινός θρόνος του Θεού, εφ’ όσον μέσα Της σαρκώθηκε ο Υιός και Λόγος του Θεού, στον οποίο κατοικεί σωματικά όλο το πλήρωμα της Αγίας Τριάδος. (Κολ. β,9)
ΘΡΟΝΟΣ ΗΛΙΟΣΤΑΛΑΚΤΟΣ:
Πρόκειται για επωνύμιο της Θεοτόκου, στο οποίο δεν κυριαρχεί η φωτιά αλλά το φώς. Οι βιβλικές ρίζες του χαρακτηρισμού αυτού βρίσκονται στην θαυμαστή όραση του Προφήτη Ησαία, όπου είδε τον Θεό να κάθεται σε θρόνο «εκπάλγου δόξης», καθώς και στον ψαλμό πη στιχ.37, που αναφέρεται στην Βασιλεία του Δαβίδ η οποία διαιωνίζεται με τον Ιησού Χριστό. «Και ο θρόνος αυτού ως ο ήλιος». Η Θεοτόκος είναι θρόνος ηλιοστάλακτος του Θεού, γιατί αναπαύεται πλήρως πάνω Της η Θεότητα. Έτσι το πλήθος των θείων χαρισμάτων της σαν ηλιακές ακτίνες λαμπρύνουν υπερκοσμίως την πάνσεπτη μορφή Της και μέσω Αυτής διαχέονται στην ορατή και στην αόρατη κτίση.
Καθέδρα σημαίνει θρόνος. Η Παναγία είναι η καθέδρα πάνω στην οποία «κάθησε η Θεότητα», με την Ενσάρκωση του Χριστού και επιτέλεσε το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου. «Όπου δε κάθηται ο βασιλεύς ,εκεί ο θρόνος ίσταται» (Άγ.Γρηγόριος Παλαμάς, Ομιλία ΝΓ 24, ΕΠΕ)
ΛΑΜΠΑΣ:
Η λαμπάδα σαν σύμβολο είναι συνώνυμη με την έννοια του φωτός. Οι βιβλικές ρίζες του επωνυμίου πρέπει να αναζητηθούν στα προφητικά λόγια του Ησαία. «Για την Σιών πλέον δεν θα σιωπήσω και για την Ιερουσαλήμ δεν θα κρατηθώ, έως ότου η δικαιοσύνη μου λάμψει σαν φώς και η σωτηρία που θα της παράσχω θα ανάψει και θα φωτίσει σαν λαμπάδα.» (ξβ 1).»
Ο χαρακτηρισμός αυτός αποδιδόμενος στην Υπεραγία Θεοτόκο ερμηνεύεται ως εξής.
-Η Θεοτόκος υπήρξε λαμπάδα πάνω στην οποία με την σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού άναψε το άυλο και ανέσπερο φώς της θεότητας, «το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον»
-Η Θεοτόκος με την παναγία ζωή Της, σαν το πλέον εξαίρετο «τέκνο φωτός» σ΄ολόκληρη την λογική δημιουργία αποτελεί το απόλυτο το απόλυτο παράδειγμα της κατά Θεόν ζωής. Είναι το φως που δείχνει το δρόμο της σωτηρίας στον άνθρωπο, για να τον αναδείξει κάτοικο της Νέας Ιερουσαλήμ, της Βασιλείας του Θεού.
ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΘΕΡΜΗ:
Πρέσβυς είναι αυτός που αποστέλλεται για να διαμεσολαβήσει μεταξύ δύο πλευρών και να εξασφαλίσει τα άριστα.Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει πως η Θεοτόκος «έλαβε την σοφία από τον Υιόν, ως Μήτηρ αυτού,δια να ηξεύρη να φιλιώνη τον ουρανόν με την γήν και τον Θεόν με τον άνθρωπο».Η έννοια της πρεσβείας είναι συνώνυμη με αυτή της μεσιτείας ,με την παρατήρηση ότι η δεύτερη είναι θεολογικά ισχυρότερη.
Στο κάθισμα εξαίρεται το μεσιτικό έργο της Δέσποινας του κόσμου και ιδιαίτερα η βοηθητική παρέμβασή της στη ζωή των πιστών τέκνων της ,που μαστίζουν η θλίψη και η κακοπάθεια της ζωής.
Η Θεοτόκος τιμάται σαν θερμή προσευχή προς τον Υιό της για την σωτηρία των μελών της Αγίας Εκκλησίας του. Είναι τείχος προστατευτικό των πνευματικών τέκνων της, που δεν μπορούν να διαλύσουν οι επιθέσεις των δαιμονικών δυνάμεων και των εχθρών της πίστεως. Είναι πηγή, από την οποία αναβλύζει αγάπη και έλεος για τους πιστούς. Είναι το καταφύγιο του κόσμου, όπου προστρέχουν οι πιστοί, για να βρούν αναψυχή και σωτηρία στον δύσκλο αγώνα κατά της αμαρτίας. Είναι τέλος η ταχέως προστατεύουσα, η γοργοεπήκοος, πουακούει γρήγορα τις προσευχές που της απευθύνονται και άμεσα σπεύδει να προστατέψει τους πιστούς από κάθε κίνδυνο που τους περιβάλλει και απειλεί να τους καταστρέψει.
ΠΑΝΑΓΝΟΣ:
Σύνθετη λέξη από τα επίθετα πάν + αγνός. Χαρακτηρίζεται έτσι με ιδιαίτερη έμφαση η απόλυτη καθαρότητα της Θεοτόκου και η ολοκληρωτική αφιέρωσή της στον Θεό.
ΤΙΜΙΩΤΕΡΑ ΤΩΝ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ:
Η λέξη Χερουβείμ ερμηνεύεται σαν «ο ευλογών, ο μεσάζων, ο προσευχόμενος». Τα Χερουβείμ, είναι ένα από τα εννέα αγγελικά τάγματα. Μνημονεύονται στην Αγία Γραφή σαν παραστάτες Θεού και διάκονοι του θελήματός Του. Ο Θεός μνημονεύεται ως «ο καθήμενος επί των Χερουβείμ». Την ασύλληπτη αυτή αξία και τιμή των Χερουβείμ ,μόνη η Θεοτόκος έχει ξεπεράσει, εφ΄όσον ο Θεός δανείστηκε σάρκα από τα αγνά αίματά της για να σκηνώσε σωματικά «πάν πλήρωμα της θεότητας».
ΥΨΗΛΟΤΕΡΑ ΟΥΡΑΝΩΝ:
Με την λέξη ουρανοί στους ύμνους των Παρακλητικών Κανόνων χαρακτηρίζεται η ορατή και η αόρατη κτίση. Η Θεοτόκος, επειδή βρίσκεται στο σύνορο της κτιστής και της ακτίστου φύσεως, είναι υψηλοτέρα των ουρανών, δηλ. ανθρώπων και αγγέλων και ευθύς μετά τον Θεό.
ΦΥΣΙΖΩΟΣ:
Πρόκειται για σύνθετη λέξη: φύω+ζωή. Φυσίζωος είναι αυτός που παράγει και δωρίζει τη ζωή.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΣΩΣΤΟ ΝΑ ΛΕΜΕ «ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ»;

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Αυγούστου 2017

           Μερικοὶ ὀρθόδοξοι πιστοὶ ἀποφεύγουν τὴν ἐπίκληση τῆς Θεοτόκου μὲ τὴν προστακτικὴ «σῶσον ἡμᾶς», ἀποκαθιστῶντες αὐτὴ μὲ τὴν προστακτικὴ «πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν».
.               Μέχρις ἑνὸς ὁρίου βέβαια ἡ εὐαισθησία αὐτὴ εἶναι δικαιολογημένη. Ὑπάρχει φόβος μήπως ἡ σωτηρία, ποὺ εἶναι ἔργο μόνον τοῦ Θεοῦ, ἀποδοθεῖ στὴν Θεομήτορα. Γενικὰ ὅμως ἡ τοποθέτηση αὐτὴ δὲν εἶναι σωστή. Λέγοντας στὴν Θεοτόκο «σῶσον ἠμᾶς», δὲν τὴν θεωροῦμε ὡς πρωταρχικὴ αἰτία τῆς σωτηρίας μας. Ἁπλῶς ἀπευθυνόμαστε σὲ αὐτὴν καὶ τὴν παρακαλοῦμε μὲ τὴν πρεσβεία καὶ τὶς δεήσεις της πρὸς τὸν Υἱό της νὰ μᾶς σώσει Ατς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πολλὰ κακὰ ποὺ μᾶς συνέχουν. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ μεσίτρια τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Υἱό της, χωρὶς βέβαια ἡ μεσιτεία αὐτὴ νὰ προσκρούει ἢ νὰ ἐπισκιάζει τὴν πρώτη καὶ κύρια μεγάλη μεσιτεία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πίστεώς μας πρὸς τὸν Θεὸ ὑπὲρ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρώπων, διότι ἡ μεσιτεία τῆς Παναγίας γίνεται πάντοτε ἐν ὀνόματι τῆς μεγάλης μεσιτείας τοῦ Χριστοῦ καὶ λαμβάνει τὴν δυναμή της ἀπὸ αὐτὸν καὶ πρὸς δόξαν τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε ἡ μεσιτεία τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ δὲν παύει νὰ εἶναι προσευχή, δέηση πρὸς τὸν Θεό, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ δραστικὴ ἐνώπιον τοῦ ἀπειράνδρου Τόκου της· «πολὺ ἰσχύει δέησις μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου».
.               Καμιὰ λοιπὸν ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πίστη δὲν περιλαμβάνεται στὴν δέηση αὐτή, ἀρκεῖ βέβαια νὰ διαφωτίζεται ἐπαρκῶς τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἀνδρέου Θεοδώρου «Ἀπαντήσεις σὲ ἐρωτήματα δογματικὰ»
ἔκδ. «Ἀποστολικὴ Διακονία», ἔκδ. γ´, Ἀθῆναι 2006, σελ. 122-123 ἠλεκτρ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογραφία»

https://christianvivliografia.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Δέχεται η Ορθόδοξος Εκκλησία τον πραγματικό και αληθινό σωματικό θάνατο της Θεοτόκου;Υμνογραφική διερεύνηση.

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Αυγούστου 2017

i-koimisi-tis-theotokou-tha-taksidepsei-apo-ti-suro-sto-toledo

Επειδή είναι γενικά αναγνωρισμένο  και αποδεκτό, ότι η διδασκαλία και το δόγμα εμπεριέχονται στην Λα­τρεία και, επομένως, στην Υμνογραφία της Εκκλησίας μας, θα παραθέσουμε όσον το δυ­νατόν συστηματικώς κατανεμημένα αποσπά­σματα από την Υμνολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, για να δούμε ποια είναι η επίσημη θέση της για το θέμα»Δέχεται η Ορθόδοξος Εκκλησία τον πραγματικό  και αληθινόν σωματικό θάνατο της Θεοτόκου, δηλαδή τον χωρισμό  της αγίας ψυχής της από το πανάχραντο σώμα της, πριν απ’ την Μετάσταση στους Ουρανούς:

Πρώτον.

Η ορθόδοξος Υμνολογία, για να δηλώ­σει την αποδημίαν της Θεοτόκου, χρησιμοποιεί τους όρους: Κοίμησις, Θάνατος, Νέκρωσις: π.χ. Κοίμησις

– «Και ύμνησε θεοπρεπώς, σου την θείαν Πανάμωμε Κοίμησιν» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή στ’,).

– «τους υμνητάς της φαιδράς σου Κοιμήσεως» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή θ’, σελ. 80).

– «οι Δίκαιοι, εν τη Κοιμήσει σου, Κόρη, υμνολογούντες σε» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή θ’).

– «Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε» (Απολυτίκιον ιε’ Αυγ.).

Επομένως, η γιορτή της ιε’ Αυγούστου δεν είναι μόνον η Μετάσταση, αλλά και η Κοί­μηση. Το Συναξάριον της ιε’ Αυγούστου λέ­γει μεν: «Τη ΙΕ’ του αυτού μηνός, Μνήμη της σεβάσμιας Μεταστάσεως…», αλλά αμέ­σως κατόπιν οι στίχοι λέγουν: «Ου θαύμα θνήσκειν κοσμοσώτειραν Κόρην, Του κοσμοπλάστου σαρκικώς τεθνηκότος Ζη αεί Θεομήτωρ, καν δεκάτη θάνε πέ­μπτη».

Το δε περιεχόμενο της Κοιμήσεως αναλυ­τικά έχει ως εξής:

«Την ζωήν η κυήσασα, προς ζωήν μεταβέβηκας, τη σεπτή Κοιμήσει σου την αθάνατον, δορυφορούντων Αγγέλων σοι, Αρχών και Δυνάμεων, Αποστόλων, Προ­φητών, και απάσης της κτίσεως, δεχόμενου τε, ακηράτοις παλάμαις του Υιού σου, την αμώμητον ψυχήν σου, Παρθενομήτορ Θεόνυμφε» (Στιχηρόν προσόμοιον Αίνων ιε’ Αυγ.).

Νέκρωσις:

«Εν τη Κοιμήσει σου, νέκρωσις άφθορος» (Κάθισμα ιε’ Αυγ.) «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν» (Κοντάκιον ιε’ Αυγ.), αυτό σημαίνει ότι ετάφη, και ενεκρώθη, μεν, αλλά, τελικά, διεξέφυγεν αυτών των καταστάσεων.

– «Νέκρωσιν πως υπέστης, η τον νεκρωτήν του Άδου κυήσασα;» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή α’,).

– «Ω θαύματος καινού! ω τεραστίου ξένου! πως νέκρωσιν υπέστη, η ζωηφόρος κόρη» (Στιχηρόν προσόμοιον εσπερ. ιδ’ Αυγ.).

Θάνατος – η Παναγία θνητή: «Γυναίκα σε θνητήν, άλλ’ υπερφυές και Μητέρα Θεού είδότες…» (Κανών Ίωάν. Δαμασκ. Ωδή γ’).

– «Δια θανάτου γαρ προς την ζωήν μεταβέ­βηκας» (Κανών Ίωάν. Δαμ. Ωδή ζ’, σελ. 86).

– «Πως ουν το άχραντον, ζωαρχικόν τε σου σκήνωμα, της του θανάτου πείρας, γέγονεν μέτοχον,» (Κανών Ίωάν. Δαμασκ. Ωδή ζ’).

– «όμως μιμούμενη δε, τον ποιητήν σου και Υίόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσε­ως νόμοις» (Κανών Α’, Ωδή α’, ιε’ Αυγ. ).

– «Νόμους της φύσεως λαθούσα, τη κυήσει σου, τω ανθρωπίνω νόμω θνήσκεις μόνη Αγνή» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή ζ’).

Δεύτερον:

Στην ορθόδοξη Υμνολογία υπογραμμί­ζεται, ότι η ψυχή της Θεοτόκου χωρίσθηκε του νεκρού σώματός της. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο ορθόδοξος ορι­σμός του θανάτου. Αναφέρεται, λοιπόν, ότι η Παναγία παρέδωσε την ψυχή της «εις χείρας του Κυρίου και Υιού της». Ψυχή χωρίζεται σώματος – παραδίδεται:

– «Εν ταίς του Υιού χερσί, σήμερον την Παναγίαν παρατίθεται ψυχήν» (Δοξαστικόν αποστίχων Εσπερινού ιδ’ Αυγ., σελ. 76). -«Εξίσταντο Αγγέλων αι δυνάμεις, εν τη Σιών σκοπούμεναι, τον οικείον Δεσπότην, γυναικείαν ψυχήν χειριζόμενον» (Κανών Ιω­άν. Δαμ.,).

Προηγήθηκε ο θάνατός της ως αρραβών, δηλα­δή, προϋπόσχεση ζωής. Άρα πέρασε απ’ την φάση του θανάτου: «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι, εν σοί, Παρθένε άχραντε…, και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος… και μετά θάνατον ζώσα» (Κανών Ιωάν. Δαμασκ., σελ. 88).

– «Και συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το Πνεύμα» (Εξαποστειλάριον, σελ. 89). Σώμα άψυχον – λείψανον Παναγίας:

– «Ηλάλαζεν Αποστόλων ο δήμος, και δα­κρύων επληρώθη ηνίκα, σου την ψυχήν την αγίαν λιπούσαν, το θεοδόχον τεθέαται σκη νωμα) (Ωδή στ’).

– «Όθεν ανταπέδωκεν, τοις ανόμοις ο Κύ­ριος, δόλον γαρ ειργάσαντο τω τιμίω Λειψάνω σου» (κάθισμα Θεοτόκου του Όρθρου της ιδ’ Αυγ.).

– «Οι θεοφόροι Απόστολοι…, καταλαβόντες το πανάχραντον και ζωαρχικόν σου σκήνος, εξόχως ησπάζοντο» (Δοξαστικόν Μεγ. Ε­σπερινού ιε’ Αυγ.).

Τρίτον.

Τελείται η κηδεία της Παναγίας: – «Ήθροισται ο χορός, Μαθητών πα­ραδόξως… κηδεύσαι σου το σώμα, το θείον» (Απόστ. μικρ. Εσπερ. ιε’ Αυγ.).

– «Εκ περάτων συνέδραμον, Αποστόλων οι πρόκριτοι, θεαρχίω νεύματι του κηδεύσαι σε» (Στιχηρόν προσόμοιον των Αίνων ιε’ Αυγ.).

– «Δήμος των μαθητών αθροίζεται κηδεύσαι, Μητέρα Θεοτόκον» (Απόστιχον μικρού Εσπερ. ιε’ Αυγ.).

– «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε κηδεύσατέ μου το σώμα» (Εξαποστ.,).

– «νεφέλαι τους Αποστόλους, αιθέριους διήρπαζον και κοσμικώς διεσπαρμένους, ομοχώρους παρέστησαν, τω αχράντω σου σώματι, οι και κηδεύσαντες σεπτώς…» (Δοξαστ. Αίνων ιε’ Αυγ.).

Ακολουθεί ταφή.

Γίνεται λόγος για «τάφον» της Παναγίας: – «Ο τάφος σου κηρύττει, Πανάμωμε, την ταφήν σου» (Προεόρτ. Καν. Ωδή ε’ σελ. 77). Ενδιαφέρον τούτο. Φαίνεται ότι την εποχήν του υμνογράφου κάποιοι ηρνούντο ότι η Παναγία απέθανεν και ετάφη. Γι’ αυτό ο ποιητής επιχειρηματολογεί, ότι: η ύπαρξη του τάφου σου, ω Παρθένε, μαρτυρεί ότι έγινε και ο ενταφιασμός σου σ’ αυτόν. Απάντησις σε αρνητές της ταφής της Πα­ναγίας.

– «Ω του παραδόξου θαύματος! η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται» (Στιχηρά Προσόμοια μεγ. Εσπερ. ιε’ Αυγ.). Και εδώ ύυποδηλούται μάλλον άρνηση εκ μέρους τινών του γεγονότος του ενταφιασμού της Θεοτόκου. Ο ποιητής απορρίπτει κάθε τέ­τοια άρνηση, ακόμη και εκ μέρους της ιδίας της Θεοτόκου!

– «Ει ο ακατάληπτος ταύτης καρπός, δι’ ον ουρανός εχρημάτισεν, ταφήν υπέστη, εκου­σίως ως θνητός, πως την ταφήν αρνήσεται, η απειρογάμως κυήσασα;» (Κανών Ιωάν. Δα­μασκ., Ωδή δ’).

– «Ω των υπέρ έννοιαν θαυμάτων, της αειπαρθένου τε και θεομήτορος! τάφον γαρ οικήσασα, έδειξε Παράδεισον» (Κανών Ιωάν. Δαμ. Ωδή θ’).

– «Ήρθη το σώμα μεν του τάφου» (Ωδή ζ’).

– «Μένει κενός ο θείος τάφος, σου του σώ­ματος, της χάριτος δε πλήρης» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή ζ’).

– «Πως… η ζωηφόρος κόρη,… τάφω νυν κα­λύπτεται;» (Στιχ. προσόμ. Εσπερ. ιδ’ Αυγ.).

Είναι ποτέ δυνατόν, μετά την ανίχνευση και διακρίβωση αυτή να υποστηρίξει κά­ποιος, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Υμνογραφίαν της, και, επομένως, στην διδασκαλίαν της δεν ομολογεί την θεοτόκον ως: «και θανούσαν και ταφείσαν»;

Επιμέλεια άρθρου.πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.

https://fdathanasiou.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΡΕΜΒΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Αυγούστου 2017

Τις ημέρες του Δεκαπενταυγούστου οι ναοί μας γεμίζουν από κόσμο. Το παρήγορο των τελευταίων χρόνων είναι ότι οικογένειες και νέοι εκκλησιάζονται, εξομολογούνται, κοινωνούν. Δίνεται έτσι μία μαρτυρία πίστης, η οποία αποτελεί σημάδι αντίστασης στην παρακμή των καιρών μας. Μπορεί να υπάρχει κόπωση και αδιαφορία από την πορεία των πραγμάτων, η αισιοδοξία να μη χαρακτηρίζει την κοινωνία μας, ωστόσο δεν έχει χαθεί η παρηγοριά, η παράκληση την οποία αναζητούμε στην πίστη. Ιδίως το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου παραμένει σημείο αναφοράς. Νεώτεροι και μεγαλύτεροι δε λησμονούμε ότι είναι η Μητέρα όλων των ανθρώπων. Αυτή η οποία όχι απλώς κυοφόρησε τον Θεό, αλλά συνεχίζει να πρεσβεύει με την προσευχή της και την αγάπη της να μη λυγίσουμε από «τα πάθια και τους καημούς» μας.

       Σε έναν από τους πιο όμορφους ύμνους της γιορτής της ψάλλουμε το «πεποικιλμένη τη θεία δόξη».  Την περιγράφουμε ως στολισμένη με το λαμπρό στολίδι της δόξας του Θεού, το οποίο της δίνει ξεχωριστή ομορφιά. Δεν την αφήνει στη συνήθεια και την μονοτονία, ούτε η δόξα της περνά, αλλά παραμένει αδιάπτωτη. Και καθώς φεύγει από τον κόσμο αυτό, δεν παραμένει στον τάφο, όπως όλοι οι άνθρωποι, αλλά σώμα και ψυχή ενώνονται και πάλι και βρίσκεται ως ακέραιος άνθρωπος δίπλα στο Υιό και Θεό της. Εμείς όταν φεύγουμε από αυτή τη ζωή, προγευόμαστε την Βασιλεία του Θεού διά των ψυχών μας. Προσδοκούμε την ανάσταση των νεκρών, για να ζήσει και το σώμα μας την ακεραιότητα και την πληρότητα της κοινωνίας με τον Χριστό. Η Παναγία όμως ζει ήδη αυτό τον τρόπο και είναι έτσι στολισμένη με την θεία δόξα.

      Οι νέοι ιδίως επιζητούν την δόξα. Στους καιρούς μας μάλιστα αυτή εύκολα αποκτιέται. Μετριέται με τα like στο Facebook ή τις καρδούλες στο Instagram. Με τον αριθμό των φίλων. Με το πόσοι ασχολούνται μ’ αυτούς, ασχέτως αν είναι για καλό ή για κακό. Με τις επιτυχίες. Με το να είναι κάποιος επίκεντρο της παρέας. Με τις ερωτικές κατακτήσεις. Με τα υλικά αγαθά. Το «έχειν» και το «φαίνεσθαι» εξασφαλίζουν την δόξα των ανθρώπων. Και οι νέοι των καιρών μας είναι αποφασισμένοι να φέροντα politically correct προκειμένου να γίνονται αποδεκτοί από τους πολλούς. Να κάνουν αυτό που η κοινωνία προσδοκά από αυτούς, για να τους ανταμείψει με την εύφημο μνεία, κυρίως της εικόνας.

       Η δόξα αυτή όμως είναι εφήμερη. Δεν είναι μόνο ότι δε νικά τον θάνατο. Είναι ότι δεν εξασφαλίζει πληρότητα στην ύπαρξη. Ότι καλλιεργεί τον εγωκεντρισμό, με αποτέλεσμα αυτός που τη βιώνει, να αισθάνεται ότι είναι το κέντρο του κόσμου και ότι όλα περιστρέφονται γύρω από αυτόν. Η εντυπωσιοθηρία όμως, όπως και το κυνήγι της προβολής, όση απόλαυση κι αν δίνουν, εντάσσουν τον άνθρωπο στη λογική του ανταγωνισμού. Και τότε έρχεται κάποιος ισχυρότερος. Αντίθετα, η δόξα της Παναγίας είναι αιώνια, γιατί πηγάζει από την αγάπη προς τον Θεό και προς τους ανθρώπους, την αρετή που έρχεται ως υπακοή στις θεϊκές εντολές, την εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν που δημιούργησε και ανέστησε τον κόσμο από το κακό. Είναι η δόξα της αγιότητας, η οποία δε νικιέται από τη φθορά και τον θάνατο.

          Αυτή τη δόξα ας ζητήσουμε, με τις πρεσβείες της, νεώτεροι και μεγαλύτεροι!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύεται στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Πέμπτης 17 Αυγούστου  2017

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΝ Η ΕΣΚΗΝΩΣΕ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΥΣΗΣ ΖΩΗΣ Η ΑΠΟΛΑΥΣΙΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Αυγούστου 2017

          Οι άνθρωποι ποθούμε την ευτυχία που θα κρατήσει για πάντα. Την ταυτίζουμε με πρόσωπα, με καταστάσεις, με αγαθά. Την ταυτίζουμε με την ευχαρίστηση που προέρχεται όταν ικανοποιούμε το θέλημά μας. Όταν αισθανόμαστε ότι υπάρχει κάτι που μας καθιστά κέντρο του κόσμου, χωρίς να μας ενδιαφέρει αν πραγματικά είμαστε. Αρκεί εμείς να αισθανόμαστε τη πληρότητα ότι δεν μας λείπει κάτι, έστω και πρόσκαιρα. Γι’ αυτό και αδυνατούμε να κατανοήσουμε γεγονότα όπως η φθορά, η ήττα, η αρρώστια, η δοκιμασία, ο θάνατος. Δεν μπορούμε να δώσουμε νόημα σε ό,τι μας ταλαιπωρεί, σε ό,τι μας στερεί τη δυνατότητα να είμαστε χαρούμενοι. Βιαζόμαστε λοιπόν να ζήσουμε. Κατά βάθος θέλουμε να ξεγελάσουμε τον χρόνο, ο οποίος λειτουργεί ως εχθρός. Κριτήριό μας είναι το νυν, το σήμερα, το τώρα. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε το αύριο, γιατί δεν είναι απτό. Φοβόμαστε ό,τι δεν είναι στα δικά μας χέρια. Φοβόμαστε την μεταβολή. Ό,τι όλοι όσοι έχουν προηγηθεί μας περιγράφουν ως αναπόφευκτο. Έτσι, δεν μπορούμε να διανοηθούμε ότι υπάρχει ένας δρόμος στον οποίο τα πάντα είναι γιορτή. Ακόμη και τα   πιο δύσκολα.

          Στην ακμή του θέρους η Εκκλησία μας γιορτάζει την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Την αποκαλεί «Πάσχα του καλοκαιριού». Γιορτάζει έναν θάνατο, μα τίποτα σ’ αυτή τη γιορτή δεν έχει πένθος. Ο θάνατος είναι πραγματικό γεγονός. Έχει όλες τις συνέπειες, τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, τον αποχωρισμό από τα οικεία πρόσωπα, το ανεπίστρεπτο, το ξόδι, την ταφή. Δε θα επανέλθει το πρόσωπο στη ζωή. Όλοι θα πρέπει να μάθουν να ζούνε χωρίς αυτό.  Κι όμως, ενώ αυτά είναι τα δεδομένα, ο θάνατος αυτός έχει τον χαρακτήρα ενός θριάμβου και μάλιστα αιώνιου. Το πρόσωπο που έφυγε, ξεπέρασε τον χρόνο. Και όχι μόνο. Όλες οι συνέπειες του θανάτου αίρονται. Το σώμα δεν παραμένει στον τάφο της Γεθσημανή, αλλά με έναν τρόπο που ξεπερνά τους όρους της φύσης μας θα ενωθεί με την ψυχή και ο θάνατος θα γίνει μετάσταση στον ουρανό.  Ο αποχωρισμός από τα οικεία πρόσωπα δεν θα κρατήσει. Αυτή που έφυγε θα είναι παρούσα όχι μόνο στην μνήμη όσων την αγάπησαν και θα την αγαπήσουν, αλλά και στις καρδιές τους. Θα παίρνει τις λύπες τους, τους φόβους, τη δική τους φθορά και θα τα αντικαθιστά με την χαρά της κοινωνίας με τον Θεό. Το ανεπίστρεπτο θα αντικατασταθεί με το συνεχές παρόν. Το ξόδι θα γίνει πάνδημο τραγούδι, μόνο που δε θα κρατά για εκείνη τη στιγμή, αλλά συνεχώς οι άνθρωποι θα υμνούν την κοίμηση με ύμνους έκπαγλης ομορφιάς. Και κανείς δε θα χρειαστεί να μάθει να ζει χωρίς αυτήν, διότι θα δίνει η ίδια σημεία της παρουσίας της με τα θαύματα, με την ψυχική ενίσχυση διά της προσευχής, με την ελπίδα και την παρηγοριά που το πρόσωπό της και μόνο θα φέρνει στον κόσμο και τους ανθρώπους. Όχι μόνο σε έναν λαό ή σε μία κοινότητα, αλλά σε όσους την επικαλούνται απανταχού της γης.

          Είναι γιορτή η κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, διότι, όπως αναφέρεται σε έναν από τους πιο ωραίους ύμνους της εορτής αυτή είναι η γυναίκα «εν η εσκήνωσε της μελλούσης ζωής η απόλαυσις», «στην οποία εγκαταστάθηκε καταλαμβάνοντάς την οντολογικά η απόλαυση της μελλούσης ζωής» (Ιδιόμελο του Όρθρου της εορτής). Και αυτή η απόλαυση δεν είναι άλλη από το Πρόσωπο του Υιού και Θεού της, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Εκείνος είναι  που ανατρέπει όλες τις συνέπειες του θανάτου. Εκείνος είναι που δίνει διάρκεια στην ευτυχία, διότι είναι η Ευτυχία. Μέσα από την κοινωνία μαζί Του τα πάντα νοηματοδοτούνται αλλιώς. Και δεν μπορούμε να χωρίσουμε, όσο κι αν το συναίσθημα κάποτε μας κάνει να το βλέπουμε έτσι, την Υπεραγία Θεοτόκο, την γυναίκα, την μητέρα, την Παναγία, από τον Υιό και Θεό της. Δε χωρίζεται ο άνθρωπος από τον Θεό, διότι τα πάντα εντός της είναι ο Χριστός. Ζει δε ουκέτι αυτή, αλλ΄ εν εαυτή ζει Χριστός. Και γίνεται πρότυπο για όλους μας, στην πορεία της ζωής μας, στην αναζήτηση της δικής μας  προσωπικής ευτυχίας, ο δρόμος και ο τρόπος  της, για να κατανοήσουμε και να ζήσουμε το εφικτό της ευτυχίας που διαρκεί και νικά και τον θάνατο!

      «Εσκήνωσε». Η σκηνή προϋποθέτει άνθρωπο πάροικο. Όχι παραδομένο στην ασφάλεια της μόνιμης κατοικίας, του βολέματος στη ζωή, αλλά έτοιμο να φύγει και να πάει όπου θέλει ο Θεός.  Έτοιμο για το αναπάντεχο. Έτοιμο να αποδεχθεί το ανατρεπτικό. Την αγάπη, αλλά και το μίσος των ανθρώπων. Τη χαρά, αλλά και τη λύπη που ο κόσμος παρέχει. Να μην ταραχθεί από την ρομφαία των λόγων και των έργων που η ζωή, οι πειρασμοί, ο χρόνος, οι άλλοι φέρνουν στην καρδιά. Στις σκηνές ζούσαν οι Ισραηλίτες στην έρημο του Σινά, μέχρι να φτάσουν στη γη της επαγγελίας. Η μόνη βεβαιότητα που είχαν ήταν ότι ο Θεός τους αγαπά. Και αυτή είναι η μέγιστη αλήθεια που έζησε η Υπεραγία Θεοτόκος και που την κράτησε όρθια σε κάθε περίσταση της ζωής της.  Ότι ο Θεός την αγαπά. Και αυτό ζητά ο Χριστός για να σκηνώσει στην καρδιά του καθενός ανθρώπου. Να αποδεχθεί ότι τον αγαπά ο Θεός. Πέρα από κάθε βεβαιότητα. Ιδίως στις δυσκολίες και στους σταυρούς. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται πίστη βαθιά και καρδιακή. Και τότε κάθε τι φωτίζεται διαφορετικά. Ακόμη και ο θάνατος.

      «Της μελλούσης ζωής». Δεν αρνούμαστε το σήμερα, το νυν, το τώρα. Δεν παραπλανιόμαστε όμως από την δύναμή τους. Η Παναγία, στη βεβαιότητα της αγάπης του Χριστού, ήξερε καλά ότι τα πάντα είναι ανάσταση και αιωνιότητα. Ότι ο χρόνος δεν είναι πανδαμάτωρ, γιατί μπορούμε να τον υπερβούμε μέσα από την κοινωνία με Εκείνον που μας δίνει την μέλλουσα ζωή. Και αυτή δεν είναι απλώς ένας παράδεισος στον οποίο δεν υπάρχει πόνος, λύπη, στεναγμός, ούτε μία αιώνια ανάπαυση από τα βάρη της ζωής, αλλά κοινωνία προσώπων. Η χαρά της συνάντησης και της συνύπαρξης πέρα από κάθε αμαρτία και κακό. Πέρα από κάθε εγωκεντρισμό. Στην μέλλουσα ζωή δε θα είμαστε το κέντρο του κόσμου, δε θα είμαστε ο ήλιος, αλλά μέσα από τις ακτίνες του Ήλιου της Δικαιοσύνης, από τις λαμπηδόνες που θα προέρχονται από Αυτόν θα φωτίζεται η ύπαρξή μας, αρχικά η ψυχή και μετά την ανάσταση και το σώμα, ώστε να κρατούμε αιώνια τη χαρά του να συνυπάρχουμε με την όντως ζωή. Στον τρόπο αυτό μπροστά θα είναι η Υπεραγία Θεοτόκος και μαζί της οι άγιοι, αλλά και όλοι εμείς που θα ζούμε το «αεί». Αιώνια ζωή είναι να παίρνεις ζωή από την Ζωή. Και γι’ αυτό μεσιτεύει η Υπεραγία Θεοτόκος. Για να μην ξεχνούμε τον προορισμό μας.

        «Η απόλαυσις». Στην παρούσα ζωή απόλαυση δίνουν τα επιτεύγματα. Οι ηδονές. Η δόξα μας. Η αναγνώριση της αξίας μας. Το δίκιο μας. Η αίσθηση ότι τα χαρίσματά μας είναι μοναδικά και ότι οι άλλοι υπάρχουν για μας. Όμως στην σχέση με τον Χριστό η απόλαυση είναι το Πρόσωπό Του. Γιατί σ’ αυτό ενυπάρχει η Αγάπη. Και τα ελάχιστα ψήγματα αυτής της αγάπης  που μπορούμε να κατανοήσουμε και να ζήσουμε στην παρούσα ζωή  μάς κάνουν να  προγευτούμε τι τελικά μας κάνει αυθεντικά και διαρκώς ευτυχισμένους: η Αγάπη! Αυτήν που έζησε η Υπεραγία Θεοτόκος. Αυτήν που δείχνει στον καθέναν μας, όταν την επικαλείται, όχι ιδιοτελώς, αλλά με γνώμονα την κοινωνία με τον Υιό της. Ο Χριστός είναι η απόλαυση της αγάπης που κρατά για πάντα. Και μας κάνει να νικούμε κάθε θάνατο, σωματικό, πνευματικό, της απώλειας, της ήττας, του σταυρού, της περιθωριοποίησης. Γιατί ακόμη και στην πιο δύσκολη περίσταση, η αγάπη νοηματοδοτεί, κατανοεί, συγχωρεί, δίνει αντοχή και ανοχή.

       Να γιατί η ένδοξος κοίμηση γίνεται γιορτή. Γίνεται Πάσχα για εκείνην και την ίδια στιγμή  πρόσκληση συμπόρευσης για  τον καθέναν μας στον τρόπο και τον δρόμο της Εκκλησίας!

Κέρκυρα, 15 Αυγούστου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

 http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αρχιμ. Καλλίστρατου Ν. Λυράκη: Η ενδοξοτέρα θνήσκει

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Αυγούστου 2017

H ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ, η αειπάρθενος Μαριάμ, αξιώθηκε να ζήσει την τιμιότερη ζωή, που έζησε ποτέ άνθρωπος! Γιατί μόνη Αυτή «εν γυναιξί» εξελέγη για να προσφέρει στον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού τις μητρικές Της υπηρεσίες!
Απέβη έτσι το Πρόσωπο της ευδοκίας αυτής της Αγίας Τριάδος! Κατέστη όντως το πιο κοντινό και στενό Πρόσωπο που συνεδέθη ποτέ με τον Κύριο του παντός!

Πρώτη Αυτή πληροφορήθηκε από τον αρχάγγελο Γαβριήλ για τη θεία υπόσταση του μέλλοντος να γεννηθεί εξ αυτής υπερφυώς, ότι δηλαδή θα είναι ο Υιός του Θεού. Και πρώτη Αυτή άκουσε από το αρχαγγελικό στόμα το όνομα, το όποιο θα είχε ως άνθρωπος: «Καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» ( Λουκ. α’, 31).

Για εννέα μήνες Τον έφερε στα σπλάγχνα Της! Και όταν « ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι καί ἔτεκεν τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον» ( Λουκ. β’, 7), με πόση στοργή θα έσκυβε επάνω Του και θα ατένιζε το θείο Βρέφος! Με πόση ευλάβεια θα Το κρατούσε στην αγκάλη Της και θα Το γαλουχούσε ως νήπιο!

Και ανέθρεψε ως παιδί το δεύτερο Πρόσωπο της Παναγίας Τριάδος η άσημη Κόρη της Ναζαρέτ! Παρακολούθησε κατόπιν όλη Του την άγια ζωή και δράση στον κόσμο. Έζησε την οδύνη του θείου Πάθους και του σταυρικού Του θανάτου ως ρομφαία, που διαπέρασε τα μητρικά Της σπλάγχνα! Αλλά και γεύτηκε η Παναγία μας την ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση της Ανάστασης του Υιού Της! Παραβρέθηκε στο θαύμα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος και της ίδρυσης της Εκκλησίας στο υπερώο της Ιερουσαλήμ! Είδε και πληροφορήθηκε το θρίαμβο του Υιού Της με τη θαυμαστή εξάπλωση της Εκκλησίας στον κόσμο!

Τι απέμενε άραγε γι’ Αυτήν πλέον; Πως μπορούσε να παραμένει ακόμα στη γη, η περισσότερο από όλους τους αγίους αγιασμένη, η Κεχαριτωμένη Μαρία; Γι’ αυτό, όταν ήλθε η ώρα που ο Θεός ορίζει για κάθε άνθρωπο, το σώμα Της έμεινε χωρίς πνοή στο νεκρικό κρεβάτι! Και η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας παρέδωσε το πνεύμα Της στα χέρια του Υιού Της!

Ναι. Και την Παναγία την επισκέφτηκε ο θάνατος!

Ο θάνατος! Ο κοινός κλήρος όλων εκείνων που φέρουν την ανθρώπινη φύση. Δεν κάνει εξαίρεση ούτε και σ’ αυτούς τους άγιους του Θεού. Πως ήταν δυνατό, επομένως να εξαιρεθεί και η Θεοτόκος, καίτοι υπήρξε των αγίων αγιωτέρα και ενδοξότερα των ουρανίων δυνάμεων και τιμιωτέρα των Χερουβίμ;

Ο ιερός Δαμασκηνός -στο σχετικό λόγο για την Παναγία- μας παρουσιάζει τη Θεοτόκο όχι μόνο να αποδέχεται το θάνατο, αλλά και να επείγεται να συναντήσει το Μονογενή Της γι’ αυτό και Τον παρακαλεί να δεχθεί στα θεϊκά Του χέρια την « φίλην » σ’ Αυτόν ψυχή Της. Γράφει ο άγιος Πατήρ: «Στα χέρια Σου το πνεύμα μου, τέκνο μου, παραδίδω. Δέξου μου τη δική σου φίλη ψυχή, που άμεμπτη κράτησες. Σε Σένα και όχι στη γη το σώμα μου αφήνω. Φύλαξε το σώο εκείνο, το όποιο έκανες κατοικία, το οποίο διατήρησες παρθενικό και όταν γεννήθηκες. Πλησίον Σου πάρε με, για να κατοικήσω με Σένα και εγώ, με Σένα που είσαι των σπλάγχνων μου η φύτρα. Προς Σένα βιάζομαι να έλθω. Προς Σένα, ο Όποιος ήλθες και με επισκέφθηκες, χωρίς να χωρισθείς από τον Πατέρα Σου»(1).

Πόσο εκπληκτικό! Η Μητέρα της ζωής, το σκήνωμα της δόξης του Θεού, η μεγαλώνυμη Θεοτόκος, δέχεται νέκρωση!

Αλλά, γιατί η Κοίμηση της Θεοτόκου να είναι άξια και αφορμή απορίας; Ε άν ο Κύριος Ιησούς, που έγινε άνθρωπος, γεύθηκε το ποτήριο του θανάτου, πως να μη το γευθεί η Κόρη της Ναζαρέτ, που υπήρξε γυναίκα θνητή; Υπάρχει κανείς άνθρωπος, ο όποιος θα ζήσει επάνω στη γη και δεν θα πεθάνει;»(2) αναρωτιέται ο Προφήτης. Και ο απόστολος Παύλος μας βεβαιώνει: «Επιφυλάσσεται σε κάθε άνθρωπο να πεθάνει μια φορά»(3).

Εξαιτίας των παραπάνω λόγων και η Παναγία γεύθηκε τον πικρό θάνατο. Διότι, όπως σημειώνει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης: «Εάν δεν υπάρχει, κατά το λόγιο, άνθρωπος, ο οποίος έζησε και δεν δοκίμασε θάνατο-άνθρωπος δε, και του ανθρώπου πέρα, και η υμνουμένη τώρα Παναγία, έχει δειχθεί βεβαίως τρανώς ό τι και Αυτή ξεπλήρωσε το ίδιο με μας νόμο της φύσεως, εάν όχι ίσα με μας, αλλά πάνω από μας»(4).

Αναντίρρητα, ο θάνατος είναι σκληρός. Αλλά από τη στιγμή που ο Χριστός νίκησε το θάνατο και ανέστη εκ νεκρών, ο θάνατος έπαυσε να προκαλεί τη φρίκη και την απόγνωση στους ανθρώπους. Πολύ περισσότερο ο θάνατος των αγίων δεν είναι γεγονός θλιβερό. Είναι χαρά και αγαλλίαση, διότι καταργήθηκε πλέον το κράτος του θανάτου και η ανθρώπινη φύση ντύθηκε την αθανασία. «Εγώ ο άνθρωπος θεώθηκα», γράφει ο ιερός Δαμασκηνός, «απαθανατίσθηκα εγώ ο θνητός… διότι ξεντύθηκα το ένδυμα της φθοράς και φόρεσα την αφθαρσία καθώς τυλίχθηκα την αλουργίδα της Θεότητας»(5).

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό γιατί θ άνατος της « ζωαρχικής Μητέρας» του Κυρίου υπερβαίνει την έννοια του θανάτου, ώστε να μην ονομάζεται κάματος, αλλά «κοίμηση» και «θεία μετάσταση» και «εκδημία» ή «ενδημία» προς τον Κύριο. Και εάν ακόμη λεχθή «θάνατος», όμως είναι θάνατος ζωηφόρος και «αρχή δευτέρας υπάρξεως», της αιωνίου, κατά τον ιερό Δαμασκηνό(6).

Πότε κοιμήθηκε η Θεομήτωρ; Δεν γνωρίζομε. Η Καινή Διαθήκη δεν μας δίνει πληροφορίες για το πότε γεννήθηκε η κόρη της Ναζαρέτ, αλλ’ ούτε και για το πότε απέθανε. Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου έγραφε τα εξής σχετικά:

«Οι Γραφές δεν μας δίνουν καμιά πληροφορία για το τέλος της Θεοτόκου, ούτε εάν απέθανε, ούτε εάν δεν απέθανε ούτε εάν τάφηκε, ούτε εάν δεν τάφηκε» (7). Και προσθέτει χαρακτηριστικά ο αυτός πατήρ: «Αν απέθανε η αγία Παρθένος και τάφηκε, με τιμή η κοίμηση Της και με αγνεία η τελευτή και με παρθενία το στεφάνι. Αν δέχθηκε θάνατο μαρτυρικό, καθώς έχει γραφεί «την καρδιά σου θα διαπεράσει μεγάλο και οδυνηρό μαχαίρι» και τότε μεταξύ των μαρτύρων η δόξα Της και το άγιο Της σώμα με μακαριότητα αναπαύθηκε»(8).

Οπωσδήποτε ο θάνατος της Μητροπάρθενης Κόρης δεν υπήρξε ένα άδοξο γι’ Αυτή γεγονός. Αυτός ο ίδιος ο Υιός Της και Σωτήρας, κατά την ώρα της Κοίμησης της Μητέρας Του ήλθε « πρός τήν οἰκείαν λοχεύτριαν»· και «υπηρετεί με δεσποτικές παλάμες την παναγία και θεϊκωτάτη Μητέρα και υποδέχεται την ιερή ψυχή»(9). Συνοδευόμενος δε από όλους τους αγγέλους και τους άγιους την αναφέρει όχι απλώς στον ουρανό, αλλ’ έως αυτού του βασιλικού θρόνου Του, στα επουράνια ‘για των Αγίων.

Ο ιερός Δαμασκηνός περιγράφει με πολύ στοργικό και τρυφερό τρόπο αυτήν την υποδοχή της ψυχής της Παναγίας μας εκ μέρους του Υιού Της. Μας παρουσιάζει τον Κύριο Ιησού να προσκαλεί να έλθει κοντά Του η πάναγνη Μητέρα Του, της Όποιας η αρετή υπερβαίνει σε θελκτικότητα όλα τα αρώματα. Λέει , λοιπόν, ο Νυμφίος Χριστός στην Αειπάρθενο:

«Έλα, ευλογημένη μου Μητέρα, να ξεκουρασθείς. Σήκω, έλα κοντά Μου, η ενάρετη μεταξύ των γυναικών, διότι ο χειμώνας αφού παρήλθε, ήλθε η ώρα για να κόψουμε κλαδιά. Η ωραία κοντά Μου, και μώμος δεν υπάρχει σε Σένα. Η ευωδία των μύρων Σου ξεπερνά όλα τα αρώματα » (10) .

Και γεμάτος θαυμασμό για τη μετάσταση Της απορεί και γράφει: «Ω πως ο ουρανός υποδέχθηκε Αυτή, που υπήρξε πλατύτερη από τους ουρανούς! Πως δέχθηκε ο τάφος Αυτήν, η οποία δέχθηκε τον Θεό! Ναι, Τη δέχθηκε, και Τη χώρεσε, διότι δεν έγινε πλατύτερη από τον ουρανό με το σωματικό Της όγκο- διότι πως ένα σώμα τριών πήχεων, που όλο και φυραίνει, θα μπορούσε να ξεπεράσει το πλάτος και το μάκρος του ουρανού; Με τη θεία χάρη όμως ξεπέρασε κάθε ύψος και πλάτος, διότι το θεϊκό είναι πέραν από κάθε σύγκριση. Ω, το ιερό και θαυμαστό και σεβάσμιο και αξιοπροσκύνητο μνήμα»(11).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν παρευρέθηκαν στην εκδημία της Παναγίας μας βασιλείς και αυτοκράτορες. Δεν συνόδευσαν την πομπή οι πρίγκιπες και οι ηγεμόνες των κοσμικών βασιλείων. Παρίσταντο όμως «οι αυτόπται του Λόγου θεράποντες», οι άγιοι Απόστολοι! Το εκφράζει ο υμνωδός, όταν ψάλλει εκ μέρους της Θεοτόκου: « Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανή τῷ χωρίω, κηδεύσατέ μου τό σῶμα. Καί σύ Υἱέ καί Θεέ μον, παράλαβέ μου τό πνεῦμα » (12).

Αλλά και στους αίνους ομολογούμε: « Ἐκ περάτων, συνέδραμον, Ἀποστόλων οἱ πρόκριτοι, θεαρχίῳ νεύματι τοῦ κηδεύσαί Σε· καί ἀπό γῆς αἰρομένην Σέ πρός ὕψος θεώμενοι, τήν φωνήν τοῦ Γαβριήλ ἐν χαρά ἀνεβόων Σου, χαῖρε ὄχημα τῆς Θεότητος ὅλης, Χαῖρε, μόνη τά επίγεια τοῖς ἄνω τῷ τοκετῷ Σον συνάψασα» (13) .

Και ήταν φυσική αυτή η σύναξη -«εκ περάτων» της γης- των Αγίων Αποστόλων, με σκοπό να αποδώσουν την αρμόζουσα τιμή στην Πάναγνη Μητέρα του θείου Διδασκάλου τους. Και τούτο, διότι ο ενταφιασμός της Θεοτόκου μόνο των άξιων Αποστόλων ήταν καθήκον.

Έπρεπε να προπέμψουν οι οικείοι και οι μαθητές τη Μητέρα του Διδασκάλου. Αυτοί ενετύλιξαν το σεπτό σώμα Της με τη σινδόνα και το ενταφίασαν.

Αυτή η πράξη των αγίων Αποστόλων υπήρξε απόλυτα σύμφωνη και με την προτύπωση της Θεοτόκου με την Κιβωτό της Π. Διαθήκης και την ερμηνεία της. Γι’ αυτό και ο ιερός Δαμασκηνός, υπενθυμίζοντας την προτύπωση, γράφει:

«Εσένα, την αληθινή Κιβωτό του Κυρίου και Θεού, σήκωσαν στους ώμους η σύναξη των Αποστόλων, καθώς κάποτε οι ιερείς την Κιβωτό, που ήταν η προτύπωσή Σου, Σένα ακούμπησαν στον τάφο και Σένα έστειλαν με αυτόν, σαν να ήταν κάποιος Ιορδάνης, στην αληθινή γη της επαγγελίας, ναι, την «άνω Ιερουσαλήμ», τη μητέρα όλων των πιστών, αυτήν «που τεχνούργησε και έπλασε ο Θεός» (14).

Κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας -την οποία αναφέρει ο αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων Γιουβενάλιος, όταν βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη για την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451

μ.Χ.)- κατέφθασε στη βασίλισσα Πουλχερία, μετά την ταφή της Αειπαρθένου Μαρίας, ένας από τους αγίους Αποστόλους, που δεν κατόρθωσε να είναι παρών την ήμερα της ταφής Της, και ζήτησε να προσκυνήσει το « θεοδόχον σώμα» Της. Τότε « ἤνοιξαν τήν σορόν », αλλά « τό μέν σῶμα Αὐτῆς τό πανύμνητον οὐδαμῶς εὑρεῖν ἠδυνήθησαν »· βρήκαν μόνο « τά ἐντάφια Αυτῆς ». Και αφού δοκίμασαν « ἄφατον εὐωδίαν ἠσφαλίσαντο τήν σορόν ». Γεμάτοι έκπληξη από « τό τοῦ μυστηρίου θαῦμα » σκέπτονταν αυτό μόνο: » Ὅπως ὁ Θεός Λόγος καί Κύριος τῆς δόξης εὐδόκησε «κατ’ ἰδίαν ὑπόστασιν » να σαρκωθεί και να γίνει άνθρωπος « ἐξ Αὐτῆς » και να γεννηθεί με σάρκα, και όπως «μετά τόν τόκον » διαφύλαξε άφθορη την παρθενία Της, έτσι πάλι ο Ίδιος « εὐδόκησε καί μετά τήν ἐντεῦθεν ἀποβίωσιν » της Θεοτόκου να τιμήσει « τό ἄχραντον καί ἀ μίαντον σῶμα Της» με την αφθαρσία και την μετάθεση του στη αιωνιότητα «προ της κοινής και καθολικής αναστάσεως» (15).

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης ομιλεί όμως περί αναστάσεως της Θεοτόκου την τρίτη ημέρα μετά την Κοίμηση Της. Λέγει το εξής:

«Το να αναστηθεί από των νεκρών η Παναγία και να αναληφθεί με το σώμα και να είναι ήδη ζωντανή στους ουρανούς το δεχόμαστε, διότι αυτό είναι « ἀσυγκρίτως θεομητροπρεπέστερον τοῦ νεκράν αὐτήν εἶναι », δηλαδή από του να μένει « τό ἄχραντο σῶμα Της νεκρόν » στην γη, « ὡς χωρισμένον τῆς ζωοποιούσης αὐτό ἁγιωτάτης ψυχῆς » (16).

Σεβόμενοι βέβαια την άποψη του αγίου Νικόδημου, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία μας δεν δίδαξε ότι η Θεοτόκος ανελήφθη με το πανάσπιλο σώμα Της στον ουρανό και ότι μετέστη με αυτό στην αΐδιο δόξα και μακαριότητα. Διότι ούτε η Αγία Γραφή, ούτε η Αποστολική Παράδοση αναφέρουν το γεγονός αυτό. Για το γεγονός αυτό δίνουν διάφορες λεπτομέρειες μόνο τα Απόκρυφα, και αυτά τον τέταρτο αιώνα.

Στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία «πρώτη μνεία» περί της Μεταστάσεως της Θεοτόκου γίνεται σε κάποιο λόγο, ο όποιος αποδίδεται «ψευδώς εις το Μόδιστον των Ιεροσολύμων (700)» (17).

Η γιορτή της κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ορθόδοξη Εκκλησία άρχισε να γιορτάζεται από τον έκτο αιώνα. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι οι τρεις λόγοι του ιερού Δαμασκηνού δεν αναφέρονται στη Μετάσταση, αλλά « εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Πανυμνήτου καί ὑπερενδόξου εὐλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας» (18).

Και ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου -μένοντας πιστός στη σιωπή των Γραφών ως προς το τέλος της Θεοτόκου- αφήνει μετέωρη τη σκέψη μας ως προς το θέμα αυτό, ενώ παράλληλα εξηγεί τον πιθανό λόγο για τον όποιο ο Θεός θέλησε να ταφεί στην σιωπή το μυστήριο του θανάτου της Παναγίας μας. Σημειώνει, λοιπόν, ο άγιος Επιφάνιος :

«Πέθανε η αγία Παρθένος και έχει θαφτεί, με τιμή αυτής η κοίμηση (…) με μαρτυρία η δόξα Της, και με μακαρισμούς το άγιο Της σώμα (…). Το τέλος Της κανείς δεν γνωρίζει. Αλλά και εάν νομίζουν μερικοί ότι κάνουν λάθος, να ζητήσουν μαρτυρίες από την Αγία Γραφή, και θα βρουν ότι δεν αναφέρεται ο θάνατος της Μαρίας. Ούτε εάν πέθανε, ούτε εάν δεν έχει πεθάνει· ούτε εάν έχει θαφτεί·(…) απλώς σιώπησε η Γραφή για το υπερβολικό του θαύματος, για να μην οδηγήσει σε έκπληξη τη διάνοια των ανθρώπων. Διότι εγώ δεν τολμώ να πω, αλλά σκεπτόμενος να ασκώ σιωπή(…) δεν λέω ότι έμεινε αθάνατη- αλλά δεν πείθομαι, εάν έχει πεθάνει. Διότι υπερέβαλε η Γραφή τη διάνοια την ανθρώπινη, και την άφησε μετέωρη για το σκεύος το τίμιο και εξοχότατο· για να μην υποπτευθεί κάποιος περί Αυτής σαρκικά πράγματα» (19).

Επιπλέον η Ορθόδοξη αγιογραφία εικονογραφεί την « Κοίμησιν της Θεοτόκου» και όχι την « ανάληψίν » Της. «Η Θεομήτορ ιστορείται νεκρά, εξαπλωμένη επί φερέτρου » (20).

* * *

«Τίμιος ὁ θάνατος τῶν ὁσίων ἐνώπιον τοῦ Κυρίου» ( Ψαλμ. ριε’, 6). Ομολογουμένως τιμιότατος υπήρξε ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου. Το διαλαλεί η Παράδοση, η οποία παρουσιάζει την Παναγία μας να μεταβαίνει προς την πραγματική Ζωή με τη σεπτή Της Κοίμηση· και ενώ κυκλώνεται από το νέφος των ουρανίων Δυνάμεων και των αγίων Αποστόλων, παραδίδει την αγία και ακηλίδωτη ψυχή Της στον Υιό και Θεό Της. Κι οι εμπνευσμένοι υμνωδοί της Εκκλησίας μας ψάλλουν:

«Την Ζωήν ἡ κυήσασα, πρός τήν Ζωήν μεταβέβηκας, τῇ σεπτῇ Κοιμήσει Σον, τήν ἀθάνατον, δορυφορούντων ἀγγέλων Σοι, Ἀρχῶν καί Δυνάμεων, Ἀποστόλων, Προφητῶν, καί ἁπάσης τῆς κτίσεως δεχόμενου τε ἀκηράτοις παλάμαις τοῦ Υἱοῦ Σον τήν ἀμώμητον ψυχήν Σον, Παρθενομῆτορ Θεόνυμφε » (21). .

Και τα αναρίθμητα πλήθη των πιστών, που κατακλύζουν τους ιερούς Ναούς κατά την ένδοξη γιορτή της Κοιμήσεως Της, διακηρύττουν την εγκόσμιο και υπερκόσμιο δόξα της Θεοτόκου:

« Τῇ ἐνδόξω Κοιμήσει Σου οὐρανοί ἐπαγάλλονται, καί ἀγγέλων γέγηθε τά στρατεύματα· πᾶσα ἡ γῆ δέ εὐφραίνεται, ὠδήν Σοι ἐξόδιον προσφωνοῦσα τῇ Μητρί, Τοῦ τῶν ὅλων δεσπόζοντος, ἀπειρόγαμε Παναγία Παρθένε, ἡ τό γένος τῶν ἀνθρώπων ρυσαμένη προγονικῆς ἀποφάσεως » (22) .

Με πάλλουσα δε από συγκίνηση καρδιά κάθε ευσεβής πιστός μυστικά δέεται προς τη Μητέρα όλων των ανθρώπων: « Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σε ἀνατίθημι…».

—————————————–

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) « Εἰς χεῖρας σου, τέκνον, τό πνεῦμα μου παρατίθημί · δέξαι μου τήν σήν φίλην ψυχήν, ἥν ἐτήρησας ἄ μεμπτον σοι τόν ἐ μόν σῶμα καί οὐ τῇ γῇ παραδίδω· φύλαξον σῶον, ὅ κατοικῆσαι ηὐδόκησας καί γεννηθείς παρθένον ἐτήρησας · πρός σέ μέ μετάστησον , ἵ ν ‘ ὅπου εἶ σύ, τῶν ἐμῶν σπλάγχνων τό κύημα, ἔσομαι κἀγώ σοι συνέστιος · πρός σέ γάρ ἐπείγομαι τόν πρός ἐμέ ἀδιαστάτως τοῦ Πατρός καταφοιτήσαντα » (Ρ. G. 96, 736).

(2). « Τίς ἐστιν ἄνθρωπος, ὅς ζήσεται καί οὔκ ὄ ψεται θάνατον;» ( Ψαλμ. πη’, 49).

(3). « Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν » (Εβρ. θ΄, 27).

(4). « Εἰ γάρ οὐκ ἐστί, κατά τό λόγιον, ἄνθρωπος ὅς ζήσεται καί οὐκ ὄψεται θάνατον ἄνθρωπος δε καί ἀνθρώπου ἐ πέκεινα καί ἡ νῦν ὑμνούμένη (η Παναγία), δέδεκται δήπου τρανῶς ὡς καί αὕτη τόν ἡμῖν ἐκπεπλήρωκε νόμον τῆς φύσεως εἰ καί μή καθ’ ἡμᾶς ἴσως, ἀλλ ‘ ὑπέρ ἡμᾶς » (Ρ G. 97, 1053).

(5). « Τεθέωμαι ὁ ἄνθρωπος, ὁ θνητός ἠ θανάτισμαι, την φθοράν ἀπημφίεσμαι, τήν ἀ φθαρσίαν περίκειμαι τῇ περιβολῇ τῆς Θεότητος » (Ρ G . 96, 725).

(6). Ρ G 96, 716 ΑΒ C.

(7). « Ζητήσωσι τά ἴχνη τῶν Γραφῶν καί εὕρωσιν οὔτε θάνατον Μαρίας, οὔτε εἰ τέθνηκεν, οὔτε εἰ μή τέθνηκεν οὔτε εἰ τέθαπται, οὔτε εἰ μή τέθαπται » (Ρ G 42, 716).

(8). « Ἤτοι ἄν ἀπέθανεν ἡ ἁγία Παρθένος, καί τέθαπται, ἐν τιμῇ αὐτῆς ἡ κοίμησις, καί ἐν ἀγνεία ἡ τελευτή καί ἐν παρθενίᾳ ὁ στέφανος· ἤτοι ἄν ἀνηρέθη, καθώς γέγραπται » καί τήν ψυχήν αὐτῆς διελεύσεται ρομφαῖα » ἐν μάρτυσιν αὐτῆς τό κλέος, καί ἐν μακαριστῷ τό ἅγιον αὐτῆς σῶμα » (Ρ G 43, 737).

(9). « Δεσποτικαῖς παλάμαις τῇ παναγίᾳ ταύτῃ καί θειοτάτη οἵα μητρί λειτουργῶν τήν ἱεράν ψυχήν ὑποδέχεται » (Ρ G 96, 705).

(10). « Δεῦρο, εὐλογημένη μου Μήτηρ, εἰς τήν ἀνάπαυσίν μου ἀκούσασα. Ἀνάστα, ἐλθέ, ἡ πλησίον μου, ἡ καλή μου, ἡ καλή ἐν γυναιξίν, ὅτι ἰδού ὁ χειμών παρῆλθεν, ὁ καιρός τῆς τομῆς ἔφθασε. Καλή ἡ πλησίον μου, καί μῶμος οὐκ ἐστίν ἐν σοι. Ὀσμή μύ ρων σου ὑπέρ πάντα τά ἀρώματα » (Ρ G 96, 736).

(11). «Ὤ, πῶς οὐρανός ὑπεδέξατο τήν πλατυτέρα οὐρανῶν χρηματίσασαν·πῶς δέ τάφος τό τοῦ θεοῦ δοχεῖον ἐχώρησε · καί ἐδέξατο, καί κεχώρησεν. Οὐ γάρ σω ματικοῖς ὄγκοις οὐρανοῦ πλατύτερον χωρίον ἐγένετο · πῶς γάρ τό τρίπηχον τό ἀεί λεπτυνόμενον σῶμα, εὕρεσί τε καί μήκεσιν οὐρανοῦ παραβληθῆναι δυνήσεται ; Τῇ δέ χάριτι μᾶλλον διά ὕψους καί πλάτους τό μέτρον ὑ περηκόντισε » τό γάρ θεῖον ἀσύγκριτον. «Ὤ, ἱεροῦ καί θαυμαστοῦ καί σεβασμίου καί προσκυνητοῦ μνήματος» (Ρ G 96, 720).

(12). « Oἱ Ἀπόστολοι, ἀφοῦ συναθροισθήκατε ἐδῶ στό χωρίο Γεσθημανῆ, κηδεύσατέ μου τό σῶμα. Καί σύ Υἱέ καί Θεέ μου, παράλαβε μου τήν ψυχή».

(13). «Από τα πέρατα του κόσμου έτρεξαν οι πρόκριτοι Απόστολοι, με το νεύμα του Θεού για να Σε κηδεύσουν και από τη γη υψωμένη προς τα άνω, ενώ Την έβλεπαν, με την προσφώνηση του Γαβριήλ με χαρά Σε εφώναζαν Χαίρε όχημα όλης της Θεότητας» Χαίρε, μόνη που με τον τοκετό Σου σύναψες τα επίγεια με τα ουράνια».

(14). « Σέ τῶν Ἀποστόλων ὁ δῆμος τήν ἀληθῆ κιβωτόν Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἐπί τῶν ὤμων ἀράμενος, ὡς πάλαι ποτέ οἱ ἱερεῖς τήν τυπικήν κιβωτόν, καί ἐν τάφῳ θέμενοι δι’ αὐτοῦ ὡς δι’ Ἰορδανοῦ τινός ἐπί τήν ἀληθῆ τῆς ἐπαγγελίας παρέπεμπον γῆν, τήν ἄνω φημί Ἱερουσαλήμ, τήν πάντων τῶν πιστῶν μητέρα, ἧς τεχνίτης καί δημιουργός ὁ Θεός» (Ρ G 96, 717-720).

(15). Ρ G 96, 741 Β, 728 C .

(16). Νικόδημου Αγιορείτου : « Ἑρτοδρόμιον », σελ. 653.

(17). Π. Ν. Τρεμπέλα: Δογματική τῆς Ὀ ρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος Β’ σελ. 215-216.

(18). Ρ G 96, 700, 721, 753.

(19). « Ἀπέθανεν ἡ ἁγία Παρθένος καί τέθαπται, ἐν τιμῇ αὐτῆς ἡ κοίμησις (…) ἐν μάρτυσιν αὐτῆς τό κλέος, καί ἐν μακαρισμοῖς τό ἅγιον αὐτῆς σῶμα (,..). Τό τέλος Αὐτῆς οὐδείς ἔγνω. Ἀλλά καί εἰ δοκοῦσί τίνες ἐσφάλθαι, ζητήσωσι τά ἴχνη τῶν Γραφῶν, καί εὕρωσιν ἄν οὔτε θάνατον Μαρίας, οὔτε εἰ τέθνηκεν, οὔτε εἰ μή τέθνηκεν οὔτε εἰ τέθαπται· (…) ἁπλῶς ἐσιώπησεν ἡ Γραφή, διά τό ὑπερβάλλον τοῦ θαύματος, ἵνα μή εἰς ἔκπληξιν ἀγάγῃ τήν διάνοιαν τῶν ἀνθρώπων. Ἐγώ γάρ οὐ τολμῷ λέγειν, ἀλλά διανοούμενος σιωπήν ἀσκῶ (…) οὐ λέγω ὅτι ἀθάνατος ἔμεινεν ἀλλ’ οὔτε διαβεβαιοῦμαι ὅτι τέθνηκεν. Ὑπερέβαλε γάρ ἡ Γραφή τόν νοῦν τόν ἀνθρώπινον, καί ἐν μετεώρῳ εἴασε διά τό σκεῦος τό τίμιον καί ἐξοχώτατον · ἵνα μή τίς ἐν ὑπονοίᾳ γένηται περί αὐτῆς σαρκικῶν πραγμάτων» (Ρ G 42, 737 Α, 716 Β C ).

(20). Κ. Καλοκύρη : «Μαρία» (εικονογραφία) Θ.Η.Ε. τόμος 8ος, σελ. 700.

(21). «Συ η οποία γέννησες τη Ζωή (τον Χριστό), προς τη Ζωή έχεις μεταβεί, με τη σεπτή Σου Κοίμηση, την αθάνατη, ενώ δορυφορείσαι από αγγέλους. Αρχές και Δυνάμεις, Αποστόλους, Προφήτες, και όλη την κτίση που γίνεται δεκτή από τα καθαρά χέρια του Υιού σου η άμωμη ψυχή Σου, Παρθενομήτορ Θεόνυμφε ».

(22). «Με την ένδοξη Κοίμηση Σου οι ουρανοί χαίρονται, και των αγγέλων τα στρατεύματα πανηγυρίζουν και όλη η γη ευφραίνεται, με εξόδιο ύμνο στη Μητέρα Εκείνου, που δεσπόζει όλων των ανθρώπων Συ που είσαι άπειρη από γάμο, Παναγία Παρθένε, εκείνη που λυτρώνεις το ανθρώπινο γένος από την προγονική απόφαση».

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κοίμηση της Θεοτόκου Μαρίας (Απόσπασμα ομιλίας του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά)

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Αυγούστου 2017

001

Αν <<ο θάνατος των οσίων είναι τίμιος και η μνήμη δικαίου συνοδεύεται από εγκώμια>>, πόσο μάλλον τη μνήμη της αγίας των αγίων, δια της οποίας επέρχεται όλη η αγιότης στους αγίους, δηλαδή τη μνήμη της αειπάρθενης και Θεομήτορος, πρέπει να την επιτελούμε με τις μεγαλύτερες ευφημίες. Αυτό πράττουμε εορτάζοντας την επέτειο της αγίας κοιμήσεως ή μεταστάσεώς της, που αν και με αυτή είναι λίγο κατώτερη από τους αγγέλους, όμως ξεπέρασε σε ασύγκριτο βαθμό και τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις δια της εγγύτητός της προς τον Θεό και δια των από παλαιά γραμμένων και πραγματοποιημένων σ’ αυτή θαυμασίων.
Ο θάνατός της είναι ζωηφόρος, μεταβαίνοντας σε ουράνια και αθάνατο ζωή, και η μνήμη τούτου είναι χαρμόσυνη εορτή και παγκόσμια πανήγυρις, που όχι μόνο ανανεώνει τη μνήμη των θαυμασίων της Θεομήτορος, αλλά και προσθέτει τη κοινή και παράδοξη συνάθροιση των ιερών Αποστόλων από κάθε μέρος της γης για την πανίερη κηδεία της, με θεολήπτους ύμνους, με τις αγγελικές επιστασίες και χοροστασίες και λειτουργίες γι΄ αυτήν.
Οι Απόστολοι προπέμπουν, ακολουθούν, συμπράττουν, αποκρούουν, αμύνονται και συνεργούν με όλη τη δύναμη μαζί με εκείνους που εγκωμιάζουν το ζωαρχικό και θεοδόχο εκείνο σώμα, το σωστικό φάρμακο του γένους μας, το σεμνολόγημα όλης της κτίσεως.
Ενώ ο ίδιος ο Κύριος Σαβαώθ και Υιός αυτής της αειπάρθενης, είναι αοράτως παρών και αποδίδει στη μητέρα την εξόδιο τιμή. Σε αυτού τα χέρια εναπέθεσε και το θεοφόρο πνεύμα, δια του οποίου έπειτα από λίγο μεταθέτει και το συζυγικό προς εκείνο σώμα σε χώρο αείζωο και ουράνιο. Διότι μόνο αυτή, ευρισκομένη ανάμεσα στο Θεό και σ’ ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, τον μεν Θεό κατέστησε υιόν ανθρώπου, τους δε ανθρώπους έκανε υιούς Θεού, ουρανώσασα τη γη και θεώσασα το γένος. Και μόνο αυτή από όλες τις γυναίκες αναδείχθηκε μητέρα του Θεού εκ φύσεως πάνω από κάθε φύση. Υπήρξε βασίλισσα κάθε εγκοσμίου και υπερκοσμίου κτίσματος.
Τώρα έχοντας και τον ουρανό κατάλληλο κατοικητήριο, ως ταιριαστό της βασίλειο, στον οποίο μετατέθηκε σήμερα από τη γη, στάθηκε και στα δεξιά του παμβασιλέως με διάχρυσο ιματισμό ντυμένη και στολισμένη, όπως λέγει ο προφήτης. (Ψαλμ. 44,11). Διάχρυσο ιματισμό, που σημαίνει στολισμένη με τις παντοειδείς αρετές. Διότι μόνο αυτή κατέχει τώρα μαζί με το θεοδόξαστο σώμα και με τον Υιό, τον ουράνιο χώρο. Δεν μπορούσε πραγματικά γη και τάφος και θάνατος να κρατεί έως το τέλος το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της και αγαπητό ενδιαίτημα ουρανού και του ουρανού των ουρανών.
Αποδεικτικό για τους μαθητές στοιχείο περί της αναστάσεώς της από τους νεκρούς γίνονται τα σινδόνια και τα εντάφια, που μόνα απέμειναν στο τάφο και βρέθηκαν από εκείνους που ήλθαν να την ζητήσουν, όπως συνέβηκε προηγούμενα με τον Υιό και δεσπότη. Δεν χρειάσθηκε να μείνει και αυτή επίσης για λίγο πάνω στη γη, όπως ο Υιός της και Θεός, γι’ αυτό αναλήφθηκε αμέσως προς τον υπερουράνιο χώρο από τον τάφο.
Με την ανάληψή της η Θεομήτορ συνήψε τα κάτω με τα άνω και περιέλαβε το πάν με τα γύρω της θαυμάσια, ώστε και το ότι είναι ελαττωμένη πολύ λίγο από τους αγγέλους, γευόμενη το θάνατο, αυξάνει τη υπεροχή της σε όλα . Και έτσι είναι η μόνη από όλους τους αιώνες και από όλους τους αρίστους που διαιτάται με το σώμα στον ουρανό μαζί με τον Υιό και Θεό.
Η Θεομήτωρ είναι ο τόπος όλων των χαρίτων και πλήρωμα κάθε καλοκαγαθίας και εικόνα κάθε αγαθού και κάθε χρηστότητος, αφού είναι η μόνη που αξιώθηκε όλα μαζί τα χαρίσματα του Πνεύματος και μάλιστα η μόνη που έλαβε παράδοξα στα σπλάχνα της εκείνον στον οποίο βρίσκονται οι θησαυροί όλων των χαρισμάτων. Τώρα δε με το θάνατό της προχώρησε από εδώ προς την αθανασία και δίκαια μετέστη και είναι συγκάτοικος με τον Υιό στα υπερουράνια σκηνώματα και από εκεί επιστατεί με τις ακοίμητες προς αυτόν πρεσβείες εξιλεώνοντας αυτόν προς όλους μας.
Είναι τόσο πολύ πλησιέστερη από τους πλησιάζοντας το Θεό, όχι μόνο από τους ανθρώπους, αλλά και από αυτές τις αγγελικές ιεραρχίες. <<Τα Σεραφίμ στέκονταν γύρω του>> (Ησαϊας 6,2) και ο Δαβίδ λέγει: <<παρέστη η βασίλισσα στα δεξιά σου>>. Βλέπετε τη διαφορά της στάσεως; Από αυτή μπορείτε να καταλάβετε και τη διαφορά της, κατά την αξία της τάξεως. Διότι τα Σεραφίμ ήταν γύρω από το Θεό, πλησίον δε στον ίδιο μόνο η βασίλισσα και μάλιστα στα δεξιά του. Όπου κάθισε ο Χριστός στον ουρανό, δηλαδή στα δεξιά της μεγαλωσύνης, εκεί στέκεται και αυτή τώρα που ανέβηκε από τη γη στον ουρανό.
Ποιός δεν γνωρίζει ότι η Παρθενομήτωρ είναι εκείνη η βάτος που ήταν αναμμένη αλλά δεν καταφλεγόταν. (Ψαλμ.44,19) Και αυτή η λαβίδα, που πήρε το Σεραφίμ, τον άνθρακα από το θυσιαστήριο, που συνέλαβε δηλαδή απυρπολήτως το θείο πυρ και κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να έλθει προς το Θεό. Επομένως μόνη αυτή είναι μεθόριο της κτιστής και της άκτιστης φύσεως.
Ποιός θα αγαπούσε το Υιό και Θεό περισσότερο από τη μητέρα, η οποία όχι μόνο μονογενή τον γέννησε, αλλά και μόνη της αυτή χωρίς ανδρική ένωση, ώστε να είναι το φίλτρο διπλάσιο.
Όπως λοιπόν, αφού μόνο δι’ αυτής επεδήμησε προς εμάς, φανερώθηκε και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους, ενώ πρίν ήταν αθέατος, έτσι και στον μελλοντικό ατελεύτητο αιώνα κάθε πρόοδος και αποκάλυψη μυστηρίων χωρίς αυτήν θα είναι αδύνατος.
Δια μέσου της Θεομήτορος θα υμνούν το Θεό γιατί αυτή είναι η αιτία, η προστάτης και πρόξενος των αιωνίων. Αυτή είναι θέμα των προφητών, αρχή των Αποστόλων, εδραίωμα των μαρτύρων, κρηπίς των διδασκάλων, η ρίζα των απορρήτων αγαθών, η κορυφή και τελείωση κάθε αγίου.
Ω Παρθένε θεία και τώρα ουρανία, πως να περιγράψω όλα σου τα προσόντα; Πως να σε δοξάσω, το θησαυρό της δόξας; Εσένα και η μνήμη μόνο αγιάζει αυτόν που την χρησιμοποιεί.
Μετάδωσε πλούσια λοιπόν τα χαρίσματά σου στο λαό σου, Δέσποινα, δώσε τη λύση των δεινών μας, μετάτρεψε όλα προς το καλύτερο με τη δύναμή σου, δίδοντας τη χάρη σου για να δοξάζουμε το προαιώνιο Λόγο που σαρκώθηκε από σένα γα μας μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατελευτήτους αιώνες. Γένοιτο.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ιστορία των παρακλήσεων στην Υπεραγία Θεοτόκο

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου 2017

Η αγάπη, ο σεβασμός και η τιμή των πιστών για το πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας εκδηλώθηκαν από πολύ νωρίς, από την αρχή της σωτηρίου οικονομίας, όπως λέγουν οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και είναι τόσο μεγάλη, ώστε αδυνατεί ο ανθρώπινος λόγος να περιγράψει τα αισθήματα αυτά επαρκώς.
Από αυτήν την αγάπη, την τιμή και την ελπίδα στην μεσιτεία της προς τον μέγα και Μόνο Μεσίτη Χριστό και Υιό της, κατά το ανθρώπινον η Εκκλησία καθιέρωσε να τελείτε κατά την περίοδο της νηστείας του Δεκαπενταυγούστου, η ιερή Ακολουθία του Μικρού και του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος εναλλάξ, εκτός των εορτών της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Έτσι επ’ ευκαιρίας του γεγονότος αυτού καλόν είναι να δούμε και να γνωρίσουμε μερικά πράγματα για το τι είναι κανόνας, και ποιος συνέθεσε τον Μικρό και τον Μεγάλο Παρακλητικό κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Κανόνας στην εκκλησιαστική υμνογραφία είναι ύμνοι μακροσκελής, αποτελούμενοι από μικρότερες ενότητες, που ονομάζονται Ωδές. Η κάθε ωδή αποτελείτε από τον ειρμό, που είναι η πρώτη στροφή κάθε Ωδής και χρησιμεύει σαν υπόδειγμα στα τροπάρια, που τρέπονται σύμφωνα με τον ήχο του ειρμού και τέλος το εφύμνιο όπου επαναλαμβάνεται σε κάθε τροπάριο «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς».

H Μεγάλη και Μικρή Παράκληση στην Ύπεραγία Θεοτόκο, είναι από τις πιο λαοφιλείς ακολουθίες της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι υμνολογικά ποιήματα του δεκάτου τρίτου αιώνα, κληρονομιές της Αυτοκρατορίας της Νικαίας και της επανασυγκροτηθείσης Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως αντίστοιχα.
Ελάχιστη έρευνα έχει γίνει πάνω στις ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στην ποίηση όσο και στην τελική μορφολογία των δύο κανόνων.
Το σίγουρο γεγονός της Ιστορίας των δύο Παρακλήσεων είναι ότι ο Κανών της Μεγάλης Παρακλήσεως είναι ποίημα του Αυτοκράτορα της Νικαίας Θεοδώρου Β’ Δούκα του Λασκάρεως.
Ο τίτλος του δούκα μάς δείχνει ότι συνέθεσε τον Κανόνα πριν την άνοδό του στον θρόνο της Νικαίας τον Νοέμβριο 1254.
Ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις ήταν προικισμένος υμνογράφος και υπήρξε συνθέτης πολλών Κανόνων και άλλων ύμνων, όμως δοκιμαζόταν από κάποια ασθένεια, η οποία τον ανάγκασε να παραιτηθεί από τον θρόνο της Νικαίας και να αποσυρθεί στην Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, όπου και εκάρη μοναχός λίγο πριν τον θάνατο του.
Ο Θεόδωρος συνέθεσε τον Κανόνα της Μεγάλης Παρακλήσεως, ενώ ακόμα ήταν δούκας, μάλλον σε κάποια ύφεση της ασθενείας του που διήρκεσε περισσότερο του συνήθους, γεγονός που αποδόθηκε σε θαύμα της Θεοτόκου προς αυτόν.
Ο Κανών γρήγορα διαδόθηκε στις Μονές της Νικαίας και κατά πάσα πιθανότητα διαμορφώθηκε σε ακολουθία από τους μοναχούς των Σωσάνδρων ή των πέριξ Μονών.
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θεοδώρου ο Κανών χρησιμοποιείται ήδη με την σημερινή του μορφή ως Παράκλησις σαν Βασιλική Ακολουθία και διαδίδεται σε όλη την Αυτοκρατορία της Νικαίας.
Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου η Μεγάλη Παράκλησις ετελείτο καθημερινώς προς ίασή του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της Κοιμήσεως τού Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και κατέστη συνήθεια έκτοτε να ψάλλεται η ακολουθία κάθε Αύγουστο εις μνήμην τού ποιητού της.
Βεβαίως το όνομα της ακολουθίας δεν ήτο ίδιο με το σημερινό της Μεγάλης Παρακλήσεως, αφού δεν υπήρχε ακόμα Μικρή Παράκλησις.
Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ονομαστή ευθύς εξ αρχής «Παρακλητικός Κανών», αφού αποτελούσε επίκληση προς βοήθεια και παρηγοριά άνωθεν.
Στις 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη για λογαριασμό του Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων τού 1204.
Η αναίμακτη ανάκτηση της Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως ως θαυματουργή παρέμβαση της Θεοτόκου. Ο Αυτοκράτωρ για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις τού δεκαπενταύγουστου.
Μεταξύ της 25ης Ιουλίου και 15 Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες ακολουθίες γινόντουσαν στην Κωνσταντινούπολη και μεταξύ αυτών ήταν και ο προσφάτως εισαχθείς Παρακλητικός Κανών τού Θεοδώρου Λασκάρεως.
Η νέα Βασιλική Αυλή του Μιχαήλ,, ευρέθη προ διλήμματος. Οι δύο βασιλικές δυναστείες τού Θεοδώρου Λασκάρεως και Μιχαήλ Παλαιολόγου ευρίσκοντο σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ο Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιο τού Θεοδώρου, Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί η Βασιλική Αυλή ακολουθίες που θύμιζαν την δυναστεία τού Θεοδώρου.
Ο άγνωστος μέχρι τότε μοναχός Θεοστήρικτος έδωσε την λύση. Χρησιμοποιώντας τον ήδη γνωστό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο τού Θεοφάνους Γραπτού και άλλα λειτουργικά στοιχεία, όπως βιβλικά αναγνώσματα, ευαγγέλιο, έφτιαξε την Ακολουθία τού Μικρού Παρακλητικού Κανόνος.
Ο Κανών τού Θεοφάνους Γραπτού είχε ήδη εισαχθεί ως πρώτος κανών τού όρθρου στις εορτές μεγάλων αγίων.
Ο Θεοφάνης με την σειρά του είχε χρησιμοποιήσει, προϋπάρχοντα στοιχεία από τον Κανόνα τού Ιωάννου Δαμάσκηνου στην έγερση τού Λαζάρου. Συγκεκριμένα είχε δανειστή τους ειρμούς της α’, γ’, ζ και η’ ωδής, ενώ τους υπολοίπους ή τους συνέθεσε μόνος του ή τους δανείσθηκε από προγενέστερο λειτουργικό υλικό.
Έτσι ο Μικρός Παρακλητικός Κανών πήρε ανάλογη μορφή και σχήμα με τον ήδη υπάρχοντα Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα.
Ο τελευταίος παρέμεινε εις χρήση μόνο κατά την νηστεία του δεκαπενταύγουστου αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος με την μνήμη τού Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε να εναλλάσσεται με τον Μικρό, ο όποιος διεδόθη εξ ίσου ευρέως και χρησιμοποιείτο πλέον καθ’ όλη την διάρκεια τού χρόνου (εις πάσαν περίστασιν). Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθη η εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά το δεκαπενταύγουστο.
Είναι φυσικό να υποθέσουμε πως αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο τον Μιχαήλ και την λησμόνηση των διαφορών των δύο δυναστειών καθιερώθηκε η εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά το δεκαπενταύγουστο ως εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.
Έτσι σήμερα αποδίδουμε τιμή στην πρώτη πρέσβειρα και μεσίτρια, μετά τον Θεάνθρωπο Χριστόν, η Παναγία μας είναι εκείνη, που μπορεί και θέλει να μεταφέρει τις ικεσίες και τις δεήσεις μας στα πόδια του Παμβασιλέως Θεού.
Ας καταφύγουμε λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, με πίστη, με αληθινή ταπείνωση και με αγάπη στην φυσική μας μητέρα και ας την παρακαλούμε καθημερινά, ειλικρινά για τα προβλήματά μας, και εκείνη Πολυεύσπλαχνη, θα μας συμπαραστέκεται στις δύσκολες ώρες και θα μας ελεεί με τη μεγάλη χάρη της. Αμήν..

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Κοίμηση και η Μετάσταση της Παναγίας. Γιατί Μετάσταση και όχι Ανάσταση;

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου 2017

Πολλές είναι οι γιορτές της Παναγίας μέσα στον χρόνο. Όλες ονομάζονται Θεομητορικές. Όμως η πιο λαμπρή από όλες είναι το λεγόμενο «Πάσχα του καλοκαιριού», αφού έρχεται μετά από νηστεία 15 ημερών.

Η 15η Αυγούστου είναι η ημέρα που γιορτάζεται η Κοίμηση της Θεοτόκου. Όπως αναφέρει η χριστιανική παράδοση, η ψυχή της, «επτά φορές λαμπρότερη από τον ήλιο», εντυπωσίασε τους Αποστόλους καθώς εξήλθε από το σώμα της. Γιατί όλοι ήταν παρόντες στον θάνατό της, αφού μεταφέρθηκαν δίπλα της με θαυμαστό τρόπο από τα πέρατα της Γης. Ο δε τάφος της, μετά από 3 ημέρες, βρέθηκε άδειος, γι΄ αυτό και μιλάμε για Μετάσταση της Παναγίας.

Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι η ημερομηνία Κοίμησης της Παναγίας ήταν η 15η Αυγούστου. Πάντως, η συγκεκριμένη ημερομηνία καθιερώθηκε από τον 5ο μ.Χ αιώνα μάλλον με το σκεπτικό να βρίσκεται κοντά, όμως να έπεται του εορτασμού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος (6/8). Και πιθανόν για να είναι κοινή η νηστεία για τις δύο γιορτές.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τιμώντας σωστὰ καὶ ἐπάξια τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁμολογεῖ Θεοτόκο καὶ Ἀπειπάρθενο, τὴν κηρύττει «τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ» καὶ τὴν ἐπικαλεῖται σὰν μεσίτρια ἀκοίμητη καὶ μετὰ τὸ Θεό, Θεὸ (2). Μὲ τὴν τιμὴ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, συνδέονται δυὸ σημαντικὰ γεγονότα τῆς ζωῆς της: Ἡ Κοίμηση καὶ ἡ ἔνσωμη Μετάστασή της στοὺς οὐρανούς.

Η Μητέρα του Χριστού τρεις ημέρες μετά την Κοίμηση και την Ταφή της από τους Μαθητές και τους πρώτους Αποστολικούς Πατέρες, “μετέστη” στους ουρανούς. Η “μετάσταση” της Θεοτόκου είναι ταυτόχρονα ανάσταση και ανάληψη. Δηλαδή, το νεκρό της σώμα συνδέθηκε πάλι με την ψυχή της και “ανελήφθη” από τον Υιό της στον ουρανό. Δεν ήταν δυνατόν αυτή που γέννησε τον νικητή του θανάτου να κατέχεται από τον θάνατο.

Χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς συνέβη στο σώμα της Παναγίας πέραν της μεταστάσεώς του στον ουρανό και της αφθαρτοποιήσεώς του, προτιμούμε να μείνουμε χωρίς προσθήκες και επεξηγήσεις στον όρο «μετάσταση» που μας παρέδωσαν οι άγιοι Πατέρες, με δεδομένα τα λόγια της Αγίας Γραφής στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή 15,22-23: «Ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτω και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται. Έκαστος δε εν τω ιδίω τάγματι· απαρχή Χριστός, έπειτα οι Χριστού εν τη παρουσία αυτού». Και μια και η ζωοποίηση των σωμάτων ακόμα δεν έχει συμβεί πέραν του Χριστού, εφ” όσον δεν έχει συμβεί ακόμα η Δευτέρα Παρουσία, δεν μπορούμε να μιλάμε για «ανάσταση», αλλά απλώς για «μετάσταση». Άλλωστε κατά τον λόγο της Αγίας Γραφής, οι ψυχές των αγίων, ακόμα και χωρίς το σώμα τους, δεν κατέχονται εκ του θανάτου: «Λέγει αυτώ Μάρθα· οίδα ότι αναστήσεται εν τη αναστάσει εν τη εσχάτη ημέρα. Είπεν αυτη ο Ιησούς· εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα.» (Ιωάννης 11,21). Άλλο πράγμα λοιπόν είναι η μετάσταση και η διαφύλαξη του σώματος της Παναγίας από τη φθορά, και άλλο η ανάσταση. Και ακόμα και αν χρησιμοποιήσουμε τη λέξη «συνανίσταται» για το σώμα της Παναγίας όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (PG 151,465), είναι προφανές ότι δεν πρόκειται ακριβώς για τη γενική ανάσταση που θα συμβεί κατά τη Δευτέρα Παρουσία, αλλά για κάτι που μοιάζει με αυτήν.

Η Κοίμηση της Θεοτόκου υπήρξε ένδοξος και ήταν ανάλογη με την ζωή της. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μιλώντας για την Κοίμηση της Θεοτόκου, όχι μόνον την ονομάζει ένδοξη, αλλά συγχρόνως την ονομάζει μεταβίωση.

Αυτή η λεγομένη μεταβίωση είναι η ανάσταση και ανάληψη του σώματος της Παναγίας. Κατά την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως και άλλων αγίων, δεν εορτάζουμε μόνον την άνοδο της ψυχής της Θεοτόκου στον ουρανό, αλλά και του σώματος. Γράφει ότι η Θεοτόκος μετέστη στον ουρανό και παρέστη εκ δεξιών του παμβασιλέως. Έτσι, με το σώμα της ανέβηκε στον Ουρανό. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, αυτοί που αναλήφθηκαν με το σώμα τους στον ουρανό, είναι η Παναγία μαζί με τον Υιό της, καθώς ο Προφήτης Ηλίας και ο Ενώχ.

Αυτή όμως η “μετάσταση” δεν χώρισε την Θεοτόκο από τον κόσμο. Περισσότερο από όλους τους Αγίους, η Θεοτόκος, παρά την “κοίμησή” της, συνεχίζει να είναι παρούσα μέσα στο κόσμο με την άμαχη προστασία της. Αυτό μαρτυρούν τα αμέτρητα θαύματά της.

Ἡ ἀνάσταση τῆς Παρθένου καὶ ἡ Μετάστασή της στοὺς οὐρανούς, ποὺ ἀκολουθεῖ τὴ ζωηφόρο ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ τῆς ἀφθαρσίας καὶ θεώσεως τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ποὺ καθιδρύθηκε διὰ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, καὶ τὸ προοίμιο τῆς γενικῆς ἀναστάσεως στὸ τέλος τῶν αἰώνων.

Ότι συνέβη με τον Χριστό, ο οποίος πέθανε και αναστήθηκε, το ίδιο θα συμβεί και με κάθε άνθρωπο. Προς το παρόν, βέβαια, γευόμαστε μόνο το θάνατο. Βλέπουμε την κυριαρχία του πάνω σε όλη την δημιουργία. Αυτό που προσδοκούμε είναι η κοινή ανάσταση, η ζωοποίηση των νεκρών σωμάτων και η ένδυση των φθαρτών με αφθαρσία. Αυτό που αναμένουμε εμείς να συμβεί, όταν θα έλθει ο Χριστός κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας μας, συνέβη ήδη στην Θεοτόκο.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Ἐν τὴ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τὴ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε, Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταὶς πρεσβείαις ταὶς σαὶς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. β’. Αὐτόμελον.
Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον, καὶ προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα, τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν, ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον.

Έρευνα, συγκέντρωση, επεξεργασία και παράθεση Χώρα Του Αχωρήτου

Πηγές:

https://bimag.gr/pws-egine-h-koimish-kai-h-metastash-ths-theotokou/

http://users.sch.gr/aiasgr/Theotokos_Maria/Theotokologia/H_metastash_ths_Theotokou.htm

http://www.agiazoni.gr/article.php?id=98197850470911866722

http://www.saint.gr/857/saint.aspx

http://choratouaxoritou.gr/?p=53248

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής και ορισμένες παρερμηνείες στην Παράδοση της Εκκλησίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουνίου 2017

 Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα, το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής. Για την ιστορία και μόνο ας γνωρίζουμε ότι η καθιέρωση του Σαββάτου προ των Απόκρεω ως Ψυχοσαββάτου, έγινε μαλλον και αυτό κατ᾿ απομίμησιν του Σαββάτου προ της Πεντηκοστής, που ήταν και το μόνο που υπήρχε αρχικά.

Αυτές τις μέρες η Ορθόδοξη Εκκλησία τελεί την από κοινού µνηµόνευση όλων των απ’ αιώνος κεκοιµηµένων. Το Σάββατο πρό της Πεντηκοστής όμως έχει µία ειδική σηµασία για τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, µε τον αναµνηστικό της χαρακτήρα, επειδή ειναι σε στενό δεσµό µε την εορτή της καθόδου του Αγίου Πνεύµατος, αφού και οι κεκοιµηµένοι αισθάνονται την ανάγκη της κοινωνίας µε το Χριστό και µε ολόκληρη την Εκκλησία. Αυτό βέβαια µπορεί να πραγµατοποιηθεί µε τη βοήθεια του Αγίου Πνεύµατος, που κάνει το Χριστό παρόντα στην Εκκλησία.
Το Σάββατο επιλέχτηκε ως εβδοµαδιαία ηµέρα της µνηµόνευσης των κεκοιµηµένων ακόµη από την χριστιανική αρχαιότητα. Αυτή την ηµέρα η Εκκλησία ενθυµείται και τιµά τους µάρτυρες, τους οµολογητές, µνηµονευοντας «τους αγίους, ενδόξους και πανευφήµους αποστόλους, τους αγίους, ενδόξους και καλλινίκους µάρτυρες, τους οσίους και θεοφόρους πατέρες ηµων», αλλά και τους «εν ορθή τη πίστη κεκοιµηµένους».

Αργότερα µε το ίδιο σκεπτικό, δηλαδή ως σηµείο σεβασµού προς την ηµέρα της ανάπαυσης και γνωστό όντως ότι οι κεκοιµηµένοι αναπαύονται σε σχέση µε όλα τα επίγεια πράγµατα, οι Άγιοι Πατέρες όρισαν το Σάββατο ως ηµέρα µνηµόνευσης αυτών που ολοκλήρωσαν την επίγεια ζωή τους:
«Ἐν Σαββάτῳ δὲ ἀεὶ τὴν των ψυχών µνείαν ποιούµεθα, ὅτι τὸ Σάββατον, κατάπαυσιν σηµαίνει Ἑβραϊστί καὶ των τεθνεώτων τοίνυν ως των βιωτικων καὶ των λοιπών ἁπάντων καταπαυσαµένων κἂν τῇ καταπαυσίµῳ των ἡµερών, τὰς υπὲρ αυτών δεήσεις ποιούµεθα, ὃ δὴ καὶ ἐπὶ πᾶν κεκράτηται γίνεσθαι Σάββατον». (Συναξάριο Ψυχοσαββάτου Απόκρεω)
Παρότι κάθε Σάββατο τελούνται ακολουθίες για τους κεκοιµηµένους, η Εκκλησία κανόνισε ειδικές μέρες του εκκλησιαστικού έτους στις οποίες τελείται ειδικά η µνηµόνευση των απ’ αιώνος κεκοιµηµένων και τις τοποθέτησε στο πλαίσιο του κινητού λειτουργικού κύκλου. Αυτές οι ηµέρες είναι το Ψυχοσάββατο της Απόκρεω, την περίοδο του Τριωδίου, και το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής, την περίοδο του Πεντηκοσταρίου, έχοντας τα δύο Σάββατα ένα στενό δεσµό µεταξύ τους.
Σχετικά µε το Ψυχοσάββατο της Απόκρεω, ο χριστιανός «προτού να ταυτιστεί µε τον Αδάµ, ώστε να παρασύρει στην κίνηση της µεταπτώσεως του ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, πρέπει να προενεργεί αυτή τη διάβαση από την υπόσταση στη φύση διά«της λειτουργικής µνήµης», συνοψίζοντας, σε µίαµέρα, το αµέτρητο πλήθος των πιστών που µε την ύπαρξή τους έχουν σηµαδέψει την πορεία του χρόνου».(Μακάριος Σιμωνοπετρίτης-Triodul explicat. Mistagogia timpului liturgic)
Όσον αφορά το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής, τοποθετηµένο πριν την κάθοδο του Αγίου Πνεύµατος, µας κάνει να συνειδητοποιήσουµε ότι όλοι “είµαστε σεσωσµένοι διά της θυσίας του Χριστού.
Και τούτο γιατί γεννηθήκαµε εν Χριστώ µέσω του Βαπτίσµατος και ενδυναµωθήκαµε στην εν Χριστώ ζωή διά των άλλων Ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας.
Όλοι µαζί, λοιπόν, ζώντες και κεκοιµηµένοι είµαστε µέλη της Εκκλησίας, διά της κοινωνίας µε το Θεό, και όλοι δικαιούµαστε να λάβουµε την Πεντηκοστή το περίσσευµα των δώρων του Αγίου Πνεύµατος. Συνεχίζοντας τη σκέψη µας πάνω σ’ αυτή την ιδέα λέµε ότι αυτή η ηµέρα θυµίζει σε µας που ζούµε ακόµα στη γη και την υποχρέωση που έχουµε, να προσευχόµαστε ο ένας για τον άλλον, όπως συµβουλεύει και ο Απόστολος Ιάκωβος και είναι σαφές ότι µε τον όρο «άλλον» εννοούµε τόσο τους ζωντανούς όσο τους κεκοιµηµένους, επειδή και αυτοί είναι οι«εν Χριστώ» αδελφοί µας.
Μένοντας στη σηµασία της ίδιας εορτής, παραθέταµε τη σχετική αναφορά στο Πεντηκοστάριο, όπου, ευθύς εξ’ αρχής, πριν να καταγραφούν όπως συνήθως οι τυπικές διατάξεις, αναφέρεται: «Μνήµην ἐπιτελούµεν πάντων των ἀπ’ αἰώνος κοιµηθέντων ευσεβείς, ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου».
Η αναγκαιότητα των προσευχών της Εκκλησίας για τους κεκοιµηµένους, συνδεδεµένεςµε αυτή την ηµέρα της ευσεβούς ανάµνησης, αιτιολογείται από τους Αγίους Πατέρες µε ένα τρόπο εντυπωσιακό:
«Ἐπειδή τινες ἄωρον πολλάκις ἐπὶ ξένης επέστησαν θάνατον ἐν θαλάσσῃ τε, καὶ ἀβάτοις ὄρεσι, κρηµνοῖς τε καὶ χάσµασι, καὶ λοιµοῖς, καὶ λιµοῖς, καὶ πολέµοις, καὶ ἐµπρησµοῖς, καὶ κρηµοῖς, καὶ ἄλλους παντοίους θανάτους Ѐποµεµενηκότες ἴσως δέ, καὶ πένητες ὄντες καὶ ἄποροι, καὶ των νενοµισµένων ψαλµῳδιών, καὶµνηµοσύνων ουκ ἔτυχον φιλανθρώπως οἱ θεῖοι Πατέρες κινούµενοι, κοινώς µνείαν τούτων ἁπάντων τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν ποιεῖσθαι ἐθέσπισαν, ἀπὸ των ἱερών Ἀποστόλων διαδεξάµενοι, ἵνα καὶ οἱµὴ των νενοµισµένων ἀνὰµέρος, διά τινος συµβάµατος τετυχηκότες, τῇ νІν κοινῇµνείᾳ κἀκεῖνοι περιλαµβάνοιντο δεικνύντες, ως καὶ τὰ υπὲρ αυτών γινόµενα,µεγάλην αυτοῖς προξενεῖ τὴν ωφέλειαν».(Συναξάρι του Σαββάτου της Απόκρεω. Τριώδιον)

Αν αναρωτηθούμε γιατί επιλέχτηκε αυτό το Σάββατο, και όχι άλλο, για τη µνηµόνευση των απ’ αιώνος κεκοιµηµένων, η απάντηση είναι η εξής.
Το εν λόγω Σάββατο προηγείται την κάθοδο του Αγίου Πνεύµατος. Η µνηµόνευσή τους τελείται σε συνδυασµό µε την εορτή της ηµέρας προκειµένου να απολαµβάνουν και οι κεκοιµηµένοι τα δώρα του Αγίου Πνεύµατος. Το Άγιο Πνεύµα είναι Αυτό που συνεχίζει το σωτηριολογικό έργο του Χριστού και το έργο του Αγίου Πνεύµατος δεν περιορίζεται µονάχα στους ζωντανούς, αλλά έκχέεται και στους κεκοιµηµένους, καθόσον και αυτοί είναι µέλη της Εκκλησίας του Χριστού.
Παρερμηνείες στην Παράδοση της Εκκλησίας.
Θα πρέπει, τέλος, να εξηγήσουμε ότι πολλά λάθη από την άγνοια του παρελθόντος έχουν φτάσει ως τις μέρες μας, και θα πρέπει άμεσα να διορθωθούν.
■ Τα μνημόσυνα θα πρέπει να γίνονται την ημέρα που πρέπει, αν αυτό είναι εφικτό, αλλιώς κατ’ οικονομία και μόνο ο ιερέας θα επιτρέψει την τέλεση του νωρίτερα ή αργότερα.
■ Το σπάσιμο γυάλινων αντικειμένων ή άλλων τοιούτων, το σκέπασμα των καθρεφτών και των τηλεοράσεων για άγνωστο λόγο και η απαίτηση των συγγενών από τον ιερέα να κάνει αγιασμό στο σπίτι του αποθανόντος για να φύγει το κακό, είναι άκρως ειδωλολατρικές συνήθειες και είναι καιρός με την καθοδήγηση των ιερέων μας, να εξαληφθούν από την παράδοση της Εκκλησίας μας.
■ Στα μνημόσυνα παραθέτουμε και ευλογούνται μόνο καλώς βρασμένα κόλλυβα (σιτάρι) ως ενδεικτικά της Αναστάσεως καὶ ὄχι ἀλλα ὑποκατάστατα (κουλουράκια – ψωμάκια – γλυκά κ.τ.λ.). Τα κόλλυβα συμβολίζουν τις αμαρτίες του αποθανόντος κι εμείς όταν τα τρώμε λέμε “ο Θεός να τον συγχωρέσει”.
■ Τὸ πρῶτο Σάββατο τῆς Τεσσαρακοστῆς δὲν εἶναι «Ψυχοσάββατο», ἀλλὰ ἑορτάζουμε τὸ «διὰ κολλύβων» θαῦμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.
■ Στὰ Ψυχοσάββατα μποροῦμε νὰ παραθέτουμε κόλλυβα εἴτε στην Εκκλησία, στον Ἑσπερινὸ τῆς Παρασκευῆς και στὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Σαββάτου, εἴτε στα κοιμητήρια, κατόπιν συννενοήσεως με τους ιερείς, το Σαββάτο μετά την Θεία Λειτουργία, είτε καὶ στὰ δύο. Πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας ἀξίας, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἀκολουθία διαβάζεται.
■ Τὰ εὐλογηθέντα κόλλυβα δεν τὰ πετάμε ποτέ στὰ σκουπίδια, παρά μόνο τα μοιράζουμε σε γνωστούς και φίλους εις μνημόσυνο και συγχώρεση του αποθανόντα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΚΑΙ Ο ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΚΥΚΛΟΣ (ΙΣΤΟΡΙΚΟΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ)- Călin-RareşRa-Α.Π.Θ
2.ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟ.ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ.ΑΘΗΝΑ 2004
3.ΤΡΙΩΔΙΟ .ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ.ΑΘΗΝΑ 2004
4.ΙΕΡΑΤΙΚΟ. έκδ. «Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος», Αθήνα 2004
5. Makarios Simonopetritul, Triodul explicat. Mistagogia timpului liturgic
6.ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΜΗΝΥΜΑΤΩΝ

Eπιμέλεια:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

πηγή

https://proskynitis.blogspot.gr/2017/06/blog-post_82.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΧΑΙΡΕ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟ ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ, ΧΑΙΡΕ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΥ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Απριλίου 2017

Οι άνθρωποι στην ζωή μας αισθανόμαστε την ανάγκη του θαύματος, του σημείου δηλαδή εκείνου που υπερβαίνει την φύση, τις δυνατότητές μας, ανα-νοηματοδοτεί τον χρόνο μας, κάνει δυνατό το ακατόρθωτο. Το θαύμα  έχει μεταφυσική διάσταση. Προέρχεται από τον Θεό ή από τους φίλους του Θεού, που είναι οι Άγιοι και είναι η παρουσία στην ζωή μία δύναμης που μόνο η πίστη μπορεί να ερμηνεύσει.  Οι ορθολογιστές χλευάζουν τα θαύματα. Πιστεύουν ότι μπορούν να τα ερμηνεύσουν είτε ως απάτες είτε ως έκτακτες δυνατότητες που έχουν κάποιοι ανθρώπινοι οργανισμοί να αναπτύσσουν δυνάμεις υπέρβασης μπροστά στον θάνατο, δυνάμεις επιβίωσης τις οποίες αποδίδουν σε έναν μηχανισμό φαντασιακής πίστης, ωστόσο προερχόμενης από αξίες με τις οποίες έχουν μεγαλώσει και φαίνεται ότι δεν μπορούν να διαγραφούν, ιδίως σε δύσκολες στιγμές. Για τους ορθολογιστές υπάρχει μία κυνική θεώρηση της ζωής. Μόνος του ο άνθρωπος νικά τις δυσκολίες του. Κάποτε μπορεί να τον βοηθήσουν τα επιτεύγματά του, όπως η επιστήμη, ιδίως της ιατρικής. Όμως όταν έρχεται ο θάνατος, ο άνθρωπος πρέπει να πάρει απόφαση τον αναπόδραστο μηδενισμό.

                Το θαύμα όμως είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την πίστη στον Θεό. Πώς μπορούν όσοι δεν πιστεύουν να καταλάβουν τι συμβαίνει; Πόσο είναι ηθικό να κρίνουν κάτι που γίνεται με κριτήρια αλλιώτικα των πεποιθήσεών τους; Όταν οι ίδιοι δεν έχουν σχέση με τον Θεό, από πού αντλούν το δικαίωμα να κατακρίνουν  τον τρόπο, την ελπίδα, την λογική των άλλων ανθρώπων που έχουν σχέση; Είναι δεδομένο ότι ο εγωισμός, ένα αίσθημα υπερηφάνειας, αλλά και μία βαθιά ανασφάλεια η οποία οδηγεί στο να θέλει ο άνθρωπος να αποδείξει τις απόψεις του και να τις επιβάλλει, είτε με επιχειρήματα είτε με ειρωνείες εις βάρος των άλλων που πιστεύουν διαφορετικά είτε με εμμονή που δεν θέλει να αποδεχτεί κι άλλες πραγματικότητες, να αποτελούν την βάση για την άρνηση των θαυμάτων. Όσοι όμως πιστεύουμε στον Θεό, γνωρίζουμε, εμπιστευόμαστε, αφηνόμαστε στο έλεός Του είτε τα θαύματα γίνουν είτε όχι. Διότι Εκείνος γνωρίζει τι είναι καλό για μας, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Κι από την άλλη, Εκείνος έχει αφήσει σε μας πρότυπα τα οποία μας δείχνουν την οδό της πίστης που τελικά είναι το ίδιο το θαύμα!

                Η Εκκλησία μας, κάθε Παρασκευή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, δεν παύει να φέρνει ενώπιόν μας το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. «Το προοίμιον των θαυμάτων του Χριστού, το κεφάλαιον των δογμάτων Του». Είναι η απαρχή των θαυμάτων του Κυρίου μας η Παναγία διότι γεφυρώνει την γη με τον ουρανό. Δίδει δηλαδή στην ανθρωπότητα την ευκαιρία να φτάσει στον Θεό, αλλά όχι μόνη της. Κατεβαίνει ο Θεός, σαρκώνεται διά της Παναγίας και ανεβαίνει ο άνθρωπος στο Πρόσωπο του Κυρίου μας στον θρόνο του Θεού. Η Θεοτόκος είναι το πρώτο θαύμα, διότι αυτό που ζει είναι αδιανόητο για τον κτιστό άνθρωπο. Γίνεται η χώρα του Αχωρήτου. Υπερβαίνει δηλαδή την λογική μας. Ελκύει την χάρη του Θεού. Και πλαταίνει η ύπαρξή της τόσο, ώστε να προσλαμβάνεται εντός της ο Θεός και να προσλαμβάνει ο Θεός την σάρκα από εκείνη. Μυστήριο απερίγραπτο. Και την ίδια στιγμή η βάση για όλα τα δόγματα της χριστιανικής πίστης. Διότι χωρίς την ενσάρκωση διά της Θεοτόκου θα είχαμε έναν Θεό Απρόσιτο. Έναν Θεό που δεν θα προσλάμβανε ούτε θα θεράπευε την νικημένη από τον θάνατο φύση μας. Έναν Θεό που θα βοηθούσε, αλλά δεν θα λύτρωνε τους ανθρώπους. Θα ήταν παρών στην ζωή μας, αλλά δεν θα μπορούσαμε οι άνθρωποι να Τον αναγνωρίσουμε και να κοινωνήσουμε μαζί Του μετά τον θάνατό μας, διότι Εκείνος είναι πνεύμα  και αμέθεκτος ως προς τη ουσία Του κι εμείς δεν θα είχαμε το κλειδί της ενανθρώπησης για να Τον συναντήσουμε.  Έτσι η παναγία η ίδια γίνεται η βάση των δογμάτων. Διατυπώνουμε με λέξεις την εμπειρία της Εκκλησίας. Την πίστη της Εκκλησίας. Την ελπίδα μας.

                Γι’  αυτό και αναφωνούμε, μαζί με τον ιερό υμνογράφο του Ακαθίστου Ύμνου, το «Χαίρε». Εκφράζουμε και την δική μας χαρά διότι τα θαύματα πλέον είναι οικεία. Όπως η Παναγία έφερε τον Χριστό στον κόσμο, έτσι κι εμείς, ακολουθώντας τον τρόπο της Παναγίας, μπορούμε να φέρουμε τον Χριστό στην ζωή μας. Εκείνη δόθηκε υπαρξιακά στον Θεό. Κατοίκησε στον ναό του. Τράφηκε με την τροφή του ουρανού από τον Άγγελο. Αγωνίστηκε να έχει την χάρη του Θεού και την χάρη της αρετής. Σίγησε εν ταπεινώσει στις λύπες της πορείας της. Υπάκουσε χωρίς υπερηφάνεια στο θέλημα του Υιού της. Τον ακολούθησε μέχρι σταυρού, θανάτου και Ανάστασης. Τον είδε να αναλαμβάνεται και να στέλνει το Άγιο Πνεύμα στους μαθητές. Και πάντοτε προσευχόταν να τον ξανασυναντήσει στην αιωνιότητα. Κι εμείς μπορούμε να ζήσουμε αυτά τα μικρά και μεγαλύτερα θαύματα. Να δοθούμε υπαρξιακά στον Θεό γνωρίζοντας πως ό,τι κι αν κάνουμε, Εκείνος είναι ο λόγος και το νόημα της ύπαρξής μας. Να κατοικούμε στον ναό Του. Να τρεφόμαστε με την Θεία Ευχαριστία, τον Ίδιο δηλαδή. Να αγωνιζόμαστε να έχουμε την χάρη της αρετής και να παλεύουμε εναντίον των παθών μας. Να σιωπούμε εν ταπεινώσει σε ό,τι δεν γνωρίζουμε και να υπακούμε στο θέλημα του Θεού, ακόμη κι αν δεν μας ευχαριστεί. Να Τον ακολουθούμε σε όλα τα γεγονότα της ζωής, νοερά και με αγάπη.   Και να αποφασίσουμε να είναι για μας γιορτή η κάθε συνάντηση μαζί Του στην Εκκλησία. Στο πρόσωπο του πλησίον, ακόμη κι αυτού που μας δυσκολεύει, διότι μείζων η Αγάπη και Εκείνος Αγάπη εστί.

                Τα θαύματα βιώνονται και εξηγούνται στην Εκκλησία. Εδώ υπάρχει το κλειδί της ερμηνείας τους. Όποιος δεν το κατέχει, δεν μπορεί να απαντήσει το «γιατί;» γίνονται. Και κατοχή σημαίνει  πίστη. Και σε δόγματα και σε θαύματα. Η Υπεραγία Θεοτόκος, το θαύμα των θαυμάτων, η Κεχαριτωμένη, αποτελεί οδοδείκτη για μας. Ας πιστεύουμε στον Υιό της με τον τρόπο της Εκκλησίας και ας Τον εμπιστευόμαστε για κάθε μικρότερο ή μεγαλύτερο θαύμα που χρειαζόμαστε. Και Εκείνη θα μεσιτεύει για μας, ώστε η χαρά που ζει, να μεταφέρεται στον καθέναν μας. Η χαρά της πίστης! Της ζωής του Χριστού! Της ελπίδας μας!

Κέρκυρα, 31 Μαρτίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΕ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Απριλίου 2017

Στην ζωή των μεγαλυτέρων η Παναγία είναι παρούσα. Στις δυσκολίες, στα αιτήματα, στις αγωνίες την επικαλούμαστε, συχνά αυθόρμητα. Οι περισσότεροι νέοι όμως δεν έχουν αυτόν τον σύνδεσμο. Ίσως γιατί δεν μπορούν να κατανοήσουν πόσο σημαντικό είναι να έχουμε ως πρότυπο μία γυναίκα η οποία από την παιδική της ηλικία αγάπησε τον Θεό και προχώρησε στην πιο ηρωική πράξη που θα μπορούσε να κάνει ο άνθρωπος: να δεχτεί στην ύπαρξή του τον Θεό ακέραιο και να του δανείσει την σάρκα, ώστε να προσλάβει την ανθρώπινη φύση.

             Η κίνηση αυτή της Παναγίας είναι καρπός απόλυτης αγάπης. Οι νέοι σήμερα δεν μπορούν να αγαπήσουν τον Θεό κατά προτεραιότητα. Ακόμα κι όσοι συμμετέχουν στην Εκκλησία αισθάνονται τον Θεό ως ένα τμήμα, όχι ως την ίδια τους την ζωή. Γι’  αυτό και δεν μπορούν να καταλάβουν την απόφαση της Θεοτόκου να εμπιστευθεί τον Θεό θέτοντας σε κίνδυνο την ζωή, την αξιοπρέπεια, την σχέση της με τον κόσμο. Διότι ο ιουδαϊκός νόμος ήταν σαφής. Παραδειγματική τιμωρία την περίμενε αν ο Ιωσήφ, ο μνήστοράς της, δεν την κάλυπτε για την απρόσμενη εγκυμοσύνη. Η Παναγία δεν επιτρέπει ενδοιασμούς στον εαυτό της. Η αγάπη είναι παράδοση στο θέλημα του Θεού.

       Οι νέοι σήμερα δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πώς μία γυναίκα αποφασίζει να αφιερώσει την ζωή της στο μεγάλωμα ενός παιδιού, γνωρίζοντας ότι αυτό θα ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα. Δεν θα δει από αυτό την χαρά της οικογένειας, της επαγγελματικής επιτυχίας, της φροντίδας. Δεν θα μπορεί να έχει ούτε καν φιλοδοξίες γι’ αυτό, να προσδοκά. Γνώριζε εξ αρχής ότι θα ήταν «σημείον αντιλεγόμενον». Ότι θα βίωνε κοντά Του οξύ τον πόνο της δίστομης ρομφαίας στην καρδιά της. Σε μία εποχή ιδιοτέλειας και κτητικότητας, μία τέτοια πρόγνωση είναι απόλυτα αποτρεπτική.

       Οι νέοι σήμερα δυσκολεύονται να κατανοήσουν τι σημαίνει πνευματική χαρά, αυτήν δηλαδή που βίωνε η Παναγία όντας κοντά στον Υιό της. Ότι δεν είναι οι υλικές απολαύσεις, η σταθερότητα και η ασφάλεια το κλειδί για να είναι χαρούμενος ο άνθρωπος, αλλά το να έχει τον Θεό στην καρδιά του, να Τον κοινωνεί στα πρόσωπα όσων Τον αποδέχονται και να προσεύχεται για όλους όσους Τον απορρίπτουν. Ότι χαρά σημαίνει καθαρή καρδιά. Σημαίνει να νοιάζεται κάποιος για να μπορούν οι άνθρωποι να έχουν νόημα ζωής. Να επιλέγει την οδό της ταπείνωσης και όχι της έπαρσης. Να σηκώνει τον σταυρό που του αναλογεί όχι με μίσος και απέχθεια, αλλά με ελπίδα.  Ότι χαρά είναι τελικά η αγάπη.

         Ο πολιτισμός μας κάνει τους νέους να αναζητούν αλλού πρότυπα. Στον εκκοσμικευμένο τρόπο ζωής η εικόνα του εαυτού δεσπόζει, στα κινητά, στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, στον καθρέφτη του σπιτιού. Στις εικόνες της η Παναγία είναι πάντοτε μαζί με τον Υιό της. Εκείνον κοιτά. Εκείνον δείχνει. Αλλά και όταν είναι μόνη της έχει τα χέρια της στραμμένα προς τον ουρανό, προσευχόμενη για τον καθέναν μας. Άφησε τον εαυτό της κατά μέρος. Και δείχνει σε όλους, ιδιαίτερα στους νέους, ότι η αληθινή καταξίωση δεν είναι η έγνοια για το «εγώ», αλλά το μοίρασμα, η σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ο τρόπος τελικά της Εκκλησίας. Ας είναι λοιπόν η Παναγία το πρότυπο που θα υιοθετήσουμε!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 29 Μαρτίου 2017

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΧΑΙΡΕ ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΟΝΤΙΣΑΣΑ ΦΑΡΑΩ ΤΟΝ ΝΟΗΤΟΝ, ΧΑΙΡΕ ΠΕΤΡΑ Η ΠΟΤΙΣΑΣΑ ΤΟΥΣ ΔΙΨΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΖΩΗΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαρτίου 2017

 

Συχνά παραβάλλουμε την ζωή μας με την θάλασσα. Άλλοτε η απεραντοσύνη της, η ομορφιά της γαλήνης της, τα χρώματά της, η τροφή την οποία λαμβάνουμε, η δροσιά που μας δίνει, ένα αίσθημα ελευθερίας που έχουμε όταν μπαίνουμε στα νερά της, και άλλοτε η τρικυμία, η αναστάτωση, ο φόβος, το αίσθημα ότι κινδυνεύουμε μάς θυμίζουν την δική μας ζωή. Γι’  αυτό και ο ιερός υμνογράφος αναφωνεί: «την βίου την θάλασσαν υψουμένην καθορών, των πειρασμών τω κλύδωνι, τω ευδίω λιμένι σου προσδραμών. βοώ σοι. Εκ φθοράς την ζωήν μου ανάγαγε» (καταβασία σε ήχο πλ. β’). Όλοι μας ευχόμαστε η θάλασσα του βίου μας να μην έχει διακυμάνσεις. Να είναι ήρεμη. Όταν έχει τρικυμίες, πειρασμούς, δοκιμασίες, κινδύνους, όταν πρέπει να κωπηλατήσουμε για να φτάσουμε σε ήρεμο λιμάνι, φόβος μας κατέχει. Λύπη. Ένα αίσθημα ότι βρισκόμαστε σε ένα μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Μεταξύ νίκης και συντριβής. Και ο άνθρωπος δεν θέλει εύκολα το ρίσκο, ούτε τον μεγάλο κόπο να κερδίσει την ελευθερία του, να επιβιώσει, να αντέξει. Νιώθει ότι θα καταποντιστεί είτε γιατί οι δυνάμεις του δεν επαρκούν είτε γιατί του φαίνεται ότι ο κόπος του δεν θα είναι αρκετός. Καταφεύγει έτσι σε κάθε δυνατή βοήθεια που μπορεί να βρει. Από τον ουρανό μέχρι τους ανθρώπους. Και παρακαλεί για γαλήνη.

                Στην ακολουθία των Χαιρετισμών της Υπεραγίας Θεοτόκου ο ιερός υμνογράφος χρησιμοποιεί μία ξεχωριστή εικόνα από την Παλαιά Διαθήκη. Υπενθυμίζει την Έξοδο των Ιουδαίων από την Αίγυπτο και δύο από τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπισαν. Και οι δύο έχουν να κάνουν με το νερό, τόσο της θάλασσας όσο και της ξηράς. Παραβάλλει το πέρασμα της Ερυθράς Θαλάσσης και την βύθιση του Φαραώ και του στρατού του με την Υπεραγία Θεοτόκο. «Χαίρε θάλασσα ποντίσασα Φαραώ τον νοητόν», της λέει. «Χαίρε εσύ που είσαι η θάλασσα που βύθισε όχι τον άνθρωπο Φαραώ, αλλά τον νοητό Φαραώ, τον κοσμοκράτορα του κόσμου τούτου, τον διάβολο και το πνεύμα του που κυνηγά τους ανθρώπους για να τους επαναφέρει στην δουλεία του κακού και του θανάτου».

Όπως οι Εβραίοι, με το άνοιγμα της Ερυθράς θαλάσσης πέρασαν στην έρημο του Σινά, για να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την γη της Επαγγελίας, και με το κλείσιμο της θάλασσας βυθίστηκε ο στρατός του Φαραώ της Αιγύπτου που με περισσή θρασύτητα θέλησε να οικειοποιηθεί ένα θαύμα που δεν ήταν γι’  αυτόν, για να κάνει κακό, έτσι και οι άνθρωποι, χρειάζεται να θυμηθούμε το δικό μας πέρασμα εκ του θανάτου στην ζωή.  Είναι ο δρόμος που άνοιξε για μας ο Χριστός, στην θάλασσα της ζωής μας. Μέσα από τον δρόμο του Σταυρού και της Ανάστασης εμείς ελευθερωθήκαμε οριστικά από την δουλεία στον θάνατο της Αιγύπτου. Από μία ζωή που ήταν επιβίωση, αλλά δεν ήταν ζωή που οδηγούσε στην αιωνιότητα. Μπορεί να είχε τροφή και κάποια αγαθά, αλλά δεν είχε αθανασία. Κυρίως, ήταν ζωή υποταγμένη στον τρόπο του νοητού Φαραώ. Δεν μπορούσαμε να ανήκουμε στον Θεό όσο τα πάντα οδηγούσαν στον θάνατο. Όσο η αμαρτία δεν επέτρεπε στα νοητά μάτια της ψυχής μας να αναγνωρίσουν τον Θεό. Όσο ο θάνατος συνοδευόταν από την απελπισία.   Και ήταν η Αίγυπτος σύμβολο του τρόπου ζωής του κόσμου και του πολιτισμού, ο οποίος μπορεί να μας οδηγεί στην αφθονία, από τα αγαθά μέχρι τους λογισμούς, αλλά δεν μας αφήνει περιθώρια αληθινής ελευθερίας. Μας καταπιέζουν τα πάθη, οι επιθυμίες και οι ορέξεις μας. Μας καταπιέζει ο νοητός Φαραώ, με τις παγίδες των λογισμών που μας στήνει. Με την απιστία και την αθεΐα που μας περιτριγυρίζει. Και όταν παίρνουμε την απόφαση να ελευθερωθούμε, κάνουμε τον αγώνα μας, μας κυνηγά για να μας κάνει να επιστρέψουμε με ποικίλους πειρασμούς στην δική του δουλεία.

Από αυτήν μας ελευθέρωσε δια της Υπεραγίας Θεοτόκου ο Χριστός. Αυτή έγινε η θάλασσα μέσα από την οποία η ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο του Θεανθρώπου ελευθερώθηκε από τον νοητό Φαραώ.  Και έκλεισε οριστικά, με το πρόσταγμα του Κυρίου, τον Σταυρό, την Ταφή και την Ανάσταση τους λογαριασμούς με τον θάνατο, καταποντίζοντάς τον στην άβυσσο του ελέους, της μακροθυμίας και της αγάπης του Θεού για μας, αλλά και στην άβυσσο της ίδιας  της κακίας του διαβόλου, ο οποίος μέσα από την υπερηφάνειά του δεν μπορεί να δει ποιος  είναι η Αλήθεια και με ποιον τρόπο βιώνεται. Καταποντίζεται ο διάβολος σε μιαν άλλη θάλασσα, αυτήν του εγώ του, η οποία τον κρατά για πάντα νεκρό, όσο δυνατή κι αν φαίνεται. Γι’  αυτό και ο πολιτισμός μας, όπως και τόσοι άλλοι, όταν δεν έχει Θεό, θα παρέλθει.

Η Παναγία όμως έγινε και η πέτρα η οποία πότισε όσους διψούσαν για ζωή. Όπως στην έρημο ο Μωυσής έκανε να αναβλύσει νερό από μία πέτρα, έτσι και η Παναγία έγινε η πέτρα, το σημάδι δηλαδή του παλαιού κόσμου, από το οποίο ανέβλυσε το ύδωρ το ζων, ο Κύριός μας, για να ξεδιψάσει όσους θέλουν την όντως ζωή, την αγάπη, την ελευθερία, την αθανασία και την αιωνιότητα. Όσους δεν αμφιβάλλουν για την δύναμη της πίστης. Όσους τελικά βρίσκουν στον Λόγο και  στην σχέση μαζί Του την αληθινή χαρά να μην ξεδιψούν πρόσκαιρα, αλλά αιώνια. Διότι η σχέση με τον Θεό δίνει πληρότητα νοήματος στον καθέναν που την επιλέγει και την αναζητεί. Και η Παναγία είναι η πέτρα η οποία με την στερεότητα της δείχνει ακριβώς την δύναμη της πίστης, αλλά και αφήνει νε ξεπηδήσει το νερό που σώζει.

Στην τρικυμισμένη θάλασσα του βίου ας παλέψουμε με την πίστη ως την κατάρτιση που βοηθά στο να μην καταποντιστούμε. Που δίνει δύναμη και πεποίθηση στον καθέναν μας ότι η ζωή είναι κοντά στον Θεό και ατελείωτη. Ότι η δύναμη του νοητού Φαραώ δεν μπορεί να μας αιχμαλωτίσει αν προχωρούμε μπροστά. Γιατί οι Ισραηλίτες έφυγαν από την Αίγυπτο, πέρασαν την Ερυθρά θάλασσα, αλλά έζησαν τον αγώνα της ερήμου. Την δίψα που δεν σταμάτησε. Η νοητή θάλασσα έγινε έρημος. Ο κόσμος που κείται εν τω πονηρώ είναι μία συνεχής πρόκληση και το θαύμα της σωτηρίας είναι δωρεά και στάση. Ξεκινώντας από αυτό, καλούμαστε να παλεύουμε στην ζωή μας, για να ξεδιψάσουμε αληθινά. Η Υπεραγία Θεοτόκος όμως είναι δίπλα μας, έτοιμη να μας υπενθυμίσει ότι στην πίστη βρίσκεται η Αλήθεια. Το ξεδίψασμα που γίνεται αιώνια νίκη, αν το οικειωθούμε, και τότε κάθε φόβος για τους  πειρασμούς της ζωής δεν μπορεί να μας κλυδωνίσει.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 10 Μαρτίου 2017

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΧΑΙΡΕ ΔΕΚΤΟΝ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ ΘΥΜΙΑΜΑ, ΧΑΙΡΕ ΠΑΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΕΞΙΛΑΣΜΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαρτίου 2017

 

Ο άνθρωπος στη ζωή του αντιμετωπίζει δυσκολίες. Σηκώνει σταυρούς τόσο εξαιτίας του εαυτού του και του χαρακτήρα του, της ιδιορρυθμίας και νοοτροπίας του, όσο και εξαιτίας των άλλων. Κάποτε σταυρός είναι να θέλει να πετύχει αυτό που τα χαρίσματά του τον ωθούν να πετύχει και να βλέπει ότι τα όνειρά του για την ζωή δεν μπορούν να υλοποιηθούν εξαιτίας των περιστάσεων ή της αδυναμίας του πλησίον του να κατανοήσει τι ο ίδιος ζητά.  Άλλοτε πάλι η δική του πορεία εξαρτάται αποκλειστικά από την εκάστοτε επικρατούσα αντίληψη, νοοτροπία, εξουσία. Και τότε ο άνθρωπος επιλέγει να μεταφέρει τα αιτήματά του στην εξουσία που διαχειρίζεται τις περιστάσεις της ζωής του, προκειμένου αυτή να αποφασίσει αν θα εκπληρωθούν ή όχι.

                Είναι δύσκολη η κατάσταση να είμαστε εξαρτημένοι από τους άλλους. Μας κάνει να αισθανόμαστε αδύναμοι, αλλά και ταπεινωμένοι. Μας βάζει στα όριά μας, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι μας ευχαριστεί ένα τέτοιο δεδομένο. Ο άνθρωπος θέλει να νικά. Να υπερβαίνει. Να βρίσκει λύσεις. Να ελπίζει στη αυτοδιάθεσή του. Να βλέπει τους άλλους ότι δεν είναι τα εμπόδια, αλλά συνασπίζονται μαζί του, εκπληρώνουν τα θελήματά του, γίνονται οχήματα για να πάρει ο ίδιος τις ευκαιρίες που δικαιούται ή που νομίζει ότι δικαιούται από την ζωή. Το εγώ μας δεν ανέχεται εξαρτήσεις. Δεν ανέχεται αποδοκιμασίες. Να αισθάνεται ότι κανείς δεν μπορεί να συμμεριστεί τις ιδέες και τους οραματισμούς του. Και γι’  αυτό το αίσθημα της ταπείνωσης κάνει τον άνθρωπο να θυμώνει. Όχι να αισθάνεται τα πραγματικά του όρια. Ότι δεν είναι θεός που μπορεί να πετύχει τα πάντα. Διότι αυτό πραγματικά θα θέλαμε, να μπορούμε να είμαστε θεοί που πετυχαίνουμε ό,τι ζητούμε. Σ’  αυτό στηρίζεται, εξάλλου, ο πολιτισμός των καιρών μας. Στην ψευδαίσθηση ότι τα πάντα υπάρχουν – «συνωμοτούν»- ,  για να πετύχουμε τους σκοπούς μας. Ακόμη κι αν δεν έχουμε την πραγματική δυνατότητα για κάτι τέτοιο. «Η ζωή ευνοεί τους τολμηρούς».

                Αν στην περιπέτεια των ανθρώπινων σχέσεων η τόλμη, το θάρρος, η απαίτηση συνασπίζονται για την επιτυχία μας και η ήττα, η αδυναμία θεωρούνται καταστροφικές καταστάσεις, λόγω της ταπείνωσης που μας προκαλούν, στην σχέση του ανθρώπου με τον Θεό ισχύουν άλλα κριτήρια. Ο άνθρωπος έναντι του Θεού δεν μπορεί να είναι εξουσιαστής. Δεν μπορεί να έχει παρρησία, διότι τα μεγέθη είναι δυσανάλογα από κάθε άποψη. Παρότι ο άνθρωπος αναλαμβάνει την θέση θεού για τον εαυτό του, απαιτώντας «ενώπιος ενωπίω»  και «ως ίσος προς ίσον» να συνομιλεί και να ζητεί από τον Θεό, εντούτοις είναι ολοφάνερο ότι μία τέτοια συμπεριφορά δεν μπορεί να έχει νόημα. Ο άνθρωπος είναι δημιούργημα. Έχει πλαστεί για να έχει αρχή και τέλος. Τα όριά του είναι πεπερασμένα, παρότι προοδεύει τόσο νοητικά όσο και τεχνικά. Παρότι βρίσκει τρόπους και μέσα για να μπορεί να πετύχει ό,τι ζητά, εντούτοις πάντοτε θα υστερεί. Θα αισθάνεται ανίσχυρος τόσο μπροστά στην αδικία της ζωής, στην αδυναμία του πλησίον να τον κατανοήσει, στα δικά του λάθη, όσο και μπροστά στο μεγάλο υπαρξιακό ερώτημα του θανάτου. Της οριστικής ήττας και της αποτυχίας. Κι αν ακόμη για τον εαυτό του μπορεί να αδιαφορήσει, πληγώνεται στην ήττα των οικείων του, όσων αγαπά και νοιάζεται γι’  αυτούς. Και αισθάνεται την ανάγκη, εκτός από την απ’  ευθείας αναφορά,  να ζητήσει να στείλει πρεσβεία στον Θεό, για να εκφράσει τα αιτήματά του.

                Για την Εκκλησία μας η κορυφαία πρέσβειρα του ανθρωπίνου γένους και του καθενός ανθρώπου προσωπικά ήταν, είναι και θα είναι η Υπεραγία Θεοτόκος. Η Παναγία έλαβε το δικαίωμα και την ευλογία της πρεσβείας επειδή στην ζωή της απέκτησε το θυμίαμα που ανεβάζει κάθε αίτημα στον ουρανό. Είναι η προσευχή, όχι όμως μία τυπική και από συνήθεια κίνηση, αλλά το δόσιμο του νου και της καρδιάς στον Θεό τόσο για τον εαυτό της όσο και για τον κάθε άνθρωπο. Είναι η προσευχή που αποτυπώνει την ταπείνωση και την αγάπη. Την επίγνωση των ορίων της και την αγάπη για όλη την ανθρωπότητα. Γι’  αυτό και είναι αυθεντικό το θυμίαμα που ανεβαίνει ψηλά στον Θεό. Διότι δεν προέρχεται από μία καρδιά απαιτητική. Από παρρησία και θράσος, αλλά από ελπίδα στο έλεος του Θεού και αγάπη για τον πλησίον. Γι’ αυτό και όλοι όσοι θέλουμε να αισθανόμαστε έτσι, δηλαδή ότι από μόνοι μας δεν επαρκούμε, όσο κι αν παλέψουμε στην ζωή μας, στην καθημερινότητα του κόσμου, πνευματικά, στις σχέσεις μας με τους άλλους, στην ζωή και στον θάνατο, αλλά είμαστε αποφασισμένοι να εμπιστευτούμε τα πάντα, τα  αιτήματα, τις αμαρτίες μας, τους σταυρούς, τις χαρές μας, στον Υιό και Θεό της, χωρίς να απαιτούμε τίποτα, της αναθέτουμε να πρεσβεύσει για μας. Και την ίδια στιγμή, αισθανόμαστε ότι δεν είμαστε μόνο εμείς που έχουν σημασία τα αιτήματά μας, αλλά και όλων των ανθρώπων. Γι’  αυτό και στην προσευχή μας προς αυτήν, δεσπόζει το «ημάς» και όχι το «εμέ». Αποδεχόμαστε την αγάπη της και την κάνουμε και δική μας στάση ζωής.

                Εκτός από την πρεσβεία της προσευχής που η Παναγία μεταφέρει μαζί με την δική της αγάπη στον Υιό και Θεό της, για κάθε αίτημά μας, ακόμη και για το κρασί που λείπει από την χαρά μας, όπως στον γάμο στην Κανά, η Παναγία ζητά από τον Υιό της «τον εξιλασμό παντός κόσμου». Ζητά την συγχώρεση του Θεού για όλους. Για το θράσος και την αρνητικότητά μας έναντι Του. Για την υπερβολή της υπερηφάνειας που μας οδηγεί σε αυτοθέωση. Για την αμαρτία που μας καθιστά ψεύτικους. Για την έλλειψη ή το πάγωμα της αγάπης.  Για ό,τι μας χωρίζει από τον πλησίον. Και γίνεται πρώτη από όλους ο εξιλασμός. Στο πρόσωπό της, στο δικό της μεγάλο ΝΑΙ στον ουρανό, ο Θεός συγχωρεί όλη την ανθρωπότητα στέλνοντας τον Υιό Του. Και συνεχίζει να συγχωρεί χάρις στις πρεσβείες της τους πάντες για την μόνιμη εκτροπή μας στην ανταρσία εναντίον Του, όπως κι αν αυτή εκφράζεται.

                Η  πρεσβεία της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι πρεσβεία προσευχής απαρτιζόμενης από την ταπείνωση και την αγάπη. Πρεσβεία συγχώρεσης και λύτρωσης. Και είναι πρεσβεία που δεν σταματά, όσος χρόνος κι αν περάσει, ό,τι κι αν κάνουμε που μας χωρίζει από την κοινωνία με τον Θεό. Είναι παρούσα η Παναγία στην ζωή μας. Είναι ένα συνεχές σημείο το οποίο εξ ουρανού μας δείχνει ότι η οδός της επιτυχίας δεν περιορίζεται ούτε εξαρτάται από τους στόχους της ζωής, αλλά από τον μεγάλο στόχο:  αυτόν της συνάντησης με τον Θεό. Της κοινωνίας μαζί Του. Αυτόν ο οποίος επιτυγχάνεται στην Εκκλησία. Εκεί όπου η Υπεραγία Θεοτόκος και οι άγιοι κάθε εποχής έχουν σκηνώσει. Και πρεσβεύουν όλοι μαζί στον Θεό για μας, είτε το ζητούμε είτε όχι, διότι το παν σ’  αυτούς είναι η αγάπη. Αν ενώσουμε και την δική μας φωνή, αν επικαλεστούμε τις πρεσβείες τους, τότε εναπομένει σε μας η χαρά ότι υπάρχει ο τρόπος κάθε τι, ακόμη και η ήττα, ο σταυρός και ο θάνατος, να νοηματοδοτηθεί μέσα από την σχέση με τον Θεό. Και τότε και εμείς μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τα μέτρα μας, όχι για να παραιτηθούμε από ό,τι μπορούμε να πράξουμε, αλλά για να γνωρίζουμε ότι τα πάντα ανήκουν στον Θεό, όπως και εμείς!

Κέρκυρα, 3 Μαρτίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θεοτόκος: μεταξύ ουρανού και γης

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου 2016

Θεοτόκος: μεταξύ ουρανού και γης 

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

          Υπάρχουν γεγονότα αλλά και πρόσωπα που η γνώση τους υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική και βρίσκεται στη σφαίρα του μυστηρίου. Ένα τέτοιο γεγονός και πρόσωπο είναι η Κοίμηση και το πρόσωπο της Θεοτόκου.

          Πεθαίνει και ενταφιάζεται όπως όλος ο κόσμος,  αλλά το σώμα της άφθορο ανασταίνεται και αφθορτοποιείται. Γεύτηκε την κοινή ανάσταση πριν τη Δευτέρα Παρουσία, ως να προπορεύεται και ακολουθούμε εμείς. «Μετέστη προς την Ζωήν Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής» και μας βεβαιώνει πως ο θάνατος, όσο αφύσικος και ανεπιθύμητος κι αν είναι, χάνει τη δύναμη και την εξουσία του επάνω μας με το να γίνει, στο πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας, μετάβαση από το νυν αιώνα, το φθαρτό και δύσκολο, στον αιώνιο, με τη χαρά του Παραδείσου.

          Η ίδια, με τη γέννηση της, «χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη», ώστε να γίνει η «παγκόσμιος χαρά». Ωστόσο η λύπη, ο πόνος, δεν είναι ξένα στη ζωή της. Η μοναδικότητα του προσώπου της, ως παρθένος και μητέρα, ως η κυοφορήσασα τον Υιόν του Θεού, κι ακόμα ως Μάνα του Εσταυρωμένου Θεανθρώπου, την καθιστούν γνώστη της χαράς και της λύπης, όπως κάθε άνθρωπο που ζει τη ζωή του με πληρότητα.

          Η Θεοτόκος, με την όλη ζωή Της και την Κοίμησή Της, γίνεται το «Ακατάληπτο Μυστήριο» αλλά συγχρόνως και οικεία σε μας, καθώς είναι για πάντα «των θλιβομένων η Χαρά», «χριστιανών η προστάτης», «η σκέπη του κόσμου».

          Η δόξα Της, μοναδική στους ανθρώπους και στους αιώνες, δεν εμποδίζει κανένα να την πλησιάσει, να την ικετεύσει, να τη νιώσει δική του. Η αγάπη της καλύπτει τις αδυναμίες μας και η αγιότητα της μας οδηγεί σε φιλότιμο, ώστε να ζήσουμε κατά το θέλημα του Υιού της που είναι η όντως Αγάπη.

Η παρουσία της, μυστική κι ευγενική, σέβεται την ελευθερία μας· γι’ αυτό δεν μας συντρίβει, όπως δεν μας συντρίβει η παρουσία του Υιού Της.

          Αν ο σημερινός άνθρωπος έχει ποικίλα προβλήματα και δυσκολίες, έχει όμως και σημαντική συμπαράσταση από το Θεό και τους αγίους Του. Κυρίως από την Παναγία που «εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπε», αλλά γίνεται, για όσους την επικαλούνται, η παρηγοριά, η δύναμη, η συνοδοιπόρος. Αλλά και για όσους την αγνοούν μένει η μυστική παρουσία.

          «Υπεραγία Θεοτόκε, δόξα των αγγέλων, μάνα του κόσμου, των θλιβομένων η χαρά, έλα στην καρδιά μας και παρηγόρησε μας, στήριξε και καθοδήγησέ μας. Εσύ ξέρεις από τον πόνο, τη μοναξιά, την αδικία, την προσφυγιά και τη δίωξη από τους ανθρώπους. Όπως ξέρεις κι από τη χαρά, την ανάπαυση, τη χάρη και τις ευλογίες του Μεγάλου Θεού μας. Ευρισκόμενη «μεταξύ ουρανού και γης» μπορείς να μας συμπαρασταθείς στο δικό μας πόνο που προκαλούν οι δοκιμασίες της ζωής, αλλά και να μας μεταγγίσεις την απόλαυση του ουρανού. Τότε θα μπορούμε να προχωρούμε την «τεθλιμμένην του βίου οδόν» με προοπτική την αιώνια μέρα όπου δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός, αλλά «συν πάσι τοις αγίοις» και μαζί σου θα χαιρόμαστε την χαρά του Κυρίου μας. Αμήν!»

http://www.isagiastriados.com/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σχετικά με την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου 2016

1.Εἰσαγωγικὴ ἀναφορὰ στὸ θέμα τῶν πηγῶν

.               (α) […] Μὲ δεδομένη τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν περὶ τῶν γεγονότων τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο ἀναζητεῖται σὲ ἐξωβιβλικὲς πηγές. Ἀναφερόμεθα, οὐσιαστικῶς, σὲ ἕνα ἀπόκρυφο κείμενο τὸ ὁποῖο φέρει τὸν τίτλο «De Transitu beatae Mariae virginis» (περὶ Μεταστάσεως τῆς μακαρίας Παρθένου Μαρίας), χρονολογεῖται περὶ τὸν 5ο αἰ. καὶ εἶναι λατινικὴ μετάφραση παλαιοτέρου ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου.[…]
.               Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις περὶ τῶν σχετικῶν μὲ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου γεγονότων δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζονται μόνο στὸ ἐν λόγω κείμενο, ἐφ᾽ ὅσον ἡ Κοίμησις δὲν ἀποτελεῖ γεγονὸς ἐλάσσονος σημασίας γιὰ τὴν χριστιανικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Φαίνεται, ἐν προκειμένω, ὅτι ἰσχύει ἡ θέση τοῦ P. Voulet, ἐκδότου τῶν θεομητορικῶν Ὁμιλιῶν τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε ὅτι τὸ «Transitus Mariae» ἀποτελεῖ σύνοψη τοῦ συνόλου τῶν περὶ τῆς Κοιμήσεως ἀπόκρυφων διηγήσεων, μὴ διασωθεισῶν στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἐφ᾽ ὅσον εἶχαν ἐνσωματωθεῖ στὸ ἐν λόγῳ κείμενο. […] Ἡ μελέτη τοῦ περιεχομένου του, ἄλλωστε, ἐνισχύει τὴ διαίσθηση ὅτι στὸ ἐν λόγῳ κείμενο περιέχονται πρωτοχριστιανικὲς διηγήσεις περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

.               (β) Τὸ κείμενο τῆς «Transitus Mariae» ὑπῆρξε πηγὴ τῆς περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου παραδόσεως, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς «Εὐθυμιακὴ ἱστορία» καὶ ἡ ὁποία διασώθηκε στὸν Β´ Λόγο τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ στὴν Κοίμηση. Ἡ ἀπόκρυφη αὐτὴ διήγηση ἔχει δανειστεῖ, μέν, στοιχεῖα ἐκ τῆς «Transitus», περιέχει ὅμως καὶ ἄλλα ἑξαιρετικῶς ἄτοπα καὶ ἐλεγχόμενα (ὅπως τὸ αἴτημα τῆς Πουλχερίας -5ος αἰ.- περὶ μεταφορᾶς στὴν Κωνσταντινούπολη τοῦ λειψάνου τῆς Θεοτόκου!), τὰ ὁποῖα τὴν καθιστοῦν «διπλὰ ἀπόκρυφη». Ἡ ἐπιβίωση τῆς «Εὐθυμιακῆς ἱστορίας» ἕως τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰω. Δαμασκηνοῦ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐπισήμανση τῆς προηγουμένης παραγράφου ὅτι, τ γεγονς τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου εχε μεγάλη σημασία γι τν κκλησιαστικπαράδοση, μ ποτέλεσμα τν πεξεργασία του σ διάφορες πόκρυφες παραδόσεις.

2.Ἡ παράδοση περὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου

.                 Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις παρέχουν μὲν στοιχεῖα τοῦ ἐορτολογικοῦ περιεχομένου (τῶν γεγονότων τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως), δὲν σχετίζονται ὅμως μὲ τὴ διαδικασία ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς. Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς περὶ τοῦ θέματος τῆς ἐμφανίσεως μελέτης πρέπει νὰ ἐπικεντρωθεῖ στὴν παράδοση περὶ τοῦ τόπου τῆς Κοιμήσεως καὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι εὔλογο οἱ τοποθεσίες αὐτὲς νὰ ἀπετέλεσαν τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς.
.               Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν ἐν Ἱεροσολύμοις οἰκία της καὶ ταφῆς της στὴν ἴδια πόλη ἀναφαίνεται περὶ τὸν 5ο αἰ. (περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. ὁ Ἐπιφάνιος Σαλαμίνος οὐδεμία παρόμοια παράδοση γνωρίζει) καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ μαρτυρίες «Ὁδοιπορικῶν» του 6ου αἰ., τόσο τοῦ προσκυνητοῦ Θεοδοσίου (530) περὶ ὑπάρξεως ναοῦ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ, ὅσο καὶ τοῦ Ἀντωνίου τῆς Πλακεντίας (570), ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ὅτι ἐντός τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ὑπῆρχε καὶ ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου. Μνεία τοῦ τάφου αὐτοῦ γίνεται τὸν 7ο αἰ. στὴν Ἀνακρεόντειο ποίηση τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύμων (+638), ὁ ὁποῖος τιμᾶ τὴ Θεοτόκο στὴ συγκεκριμένη τοποθεσία. Ἡ παράδοση τῆς «Dormitio hierosolymitana» (Κοιμήσεως ἐν Ἱεροσολύμοις), ὅπως ἀναφέρεται στὸ «Brevarius de Hierosolyma» τοῦ 6ου αἰ., φαίνεται νὰ κατέχει τὴν αἴγλη τῆς ἱστορικότητας, πρὸς αὐτὴν δὲ προσανατολίζονται σημαντικὲς ἔρευνες περὶ τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου.
.               Κατὰ συγκυρίαν περισσότερο «μυστικιστικὴ» καὶ ὀλιγότερο ἐρευνητικὴ ἀνεφάνη ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως καὶ ταφῆς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἀναφερόμεθα στὴν περὶ τοῦ θέματος «δραματικὴ ἀποκάλυψη», τὴν ὁποία διετείνετο ὅτι εἶχε ἡ Anna Catherine Emmerich, αὐγουστινιανὴ μοναχή τοῦ ἀββαείου Agnetenberg τῆς Βεστφαλίας (+1824). Οἱ «ἀποκαλύψεις» τῆς Emmerich σχετίζονται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία (Κοίμηση) τοποθετοῦν στὴν Ἔφεσο καί, μάλιστα, στὴν οἰκία τὴν ὁποία εἶχε οἰκοδομήσει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἡ περιοχὴ τῆς Ἐφέσου «Παναγία-Καπούλη» (πόρτες τῆς Παναγίας) ἐθεωρήθη ὡς ἡ τοποθεσία Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Οἱ ἀπόψεις αὐτὲς δὲν εἶχαν μὲν τὴν ἀπαιτούμενη τεκμηρίωση, συνεκίνησαν ὅμως τοὺς διατεινομένους ὅτι ἡ Θεοτόκος δὲν ἐτάφη στὴ Γεθσημανή. Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο, ἄλλωστε, συντηρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀπόκρυφη γραμματεία, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸ γεγονὸς συγκλήσεως τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ ναὸ τῆς «ἁγίας Μαρίας» στὴν Ἔφεσο, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχει βεβαιότητα περὶ ἀφιερώσεως τοῦ ναοῦ αὐτοῦ στὴν παρθένο Μαρία ἢ σὲ ὁμώνυμη ἁγία.
.               Ἡ «παράδοση τῆς Ἐφέσου» ἀποτελεῖ μᾶλλον παρένθεση στὸ ὅλο θέμα τοῦ τόπου Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ μετακίνηση τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη στὴν Ἔφεσο πραγματοποιεῖται σὲ χρονικὴ στιγμὴ μεταγενέστερη τοῦ ἡμίσεως τοῦ 1ου αἰ., γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀποδυναμώνει ἐξαιρετικὰ τὴν περίπτωση μεταφορᾶς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἡ περὶ Θεοτόκου παράδοση στὴν πόλη αὐτὴ δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ σχετίζεται μὲ τὴν αὐτοπρόσωπη παρουσία τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ προφανῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση εὑρίσκετο στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὴ Θεοτόκο. Ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, ἄλλωστε, κατέχει μεγαλύτερες «περγαμηνὲς» -σὲ σχέση μὲ τὴν Ἔφεσο- ὥστε νὰ θεωρεῖται ὡς τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως.

3. Ἡ πρώτη ἑορτὴ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στἹεροσόλυμα

.               Οἱ ἑορτὲς γεννῶνται σ’ ἕνα τόπο διὰ τῆς ἰσχύος τῶν τοπικῶν παραδόσεων καὶ ἀναμνήσεων. Δὲν ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερη ἱκανότητα ἔρευνας τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὥστε νὰ συμπεράνουμε ὅτι τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖο κυριαρχοῦσε στὶς συνειδήσεις σχετικῶς μὲ τὴ Θεοτόκο ἦταν ἡ θεϊκὴ μητρότητα. Ἡ ὑπὸ τῆς Θεοτόκου Γέννηση τοῦ Κυρίου εἶναι εὔλογο νὰ ἀποτελοῦσε τὸ ἐορτολογικὸ περιεχόμενο τῆς ὅποιας πρωτογενοῦς θεομητορικῆς ἑορτῆς. Ἂς μὴν παραθεωρεῖται μία σημαντικὴ παράμετρος τῆς ἱστορίας τῶν ἑορτῶν, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποία ἡ ἐμφάνιση κάποιας ἑορτῆς σὲ συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο δὲν συμπίπτει μὲ τὴ γένεση τοῦ ἐορτολογικοῦ της περιεχομένου. Τὸ γεγονός, δηλαδή, ὅτι ὑπῆρχε ἀντικείμενο τιμῆς τῆς Θεοτόκου (ἐν προκειμένῳ ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου) εἶναι προγενέστερο ἀπὸ τὴν ἡμερολογιακὴ διαμόρφωση ἀντίστοιχης ἑορτῆς. Τὰ δύο δεδομένα ὄχι μόνο δὲν ταυτίζονται, ἀλλὰ χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἐπαγωγικὴ σχέση ἐφ᾽ ὅσον τὸ πρῶτο (ἡ πρωτοχριστιανικὴ τιμὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο) προετοίμασε τὴν ἐμφάνιση τοῦ δευτέρου (τὸν ἡμερολογιακὸ καθορισμὸ ἀντίστοιχης ἑορτῆς).
.               Ἡ ἐκτίμηση περὶ ὑπάρξεως ἑνὸς «πρωτογενοῦς Θεομητορικοῦ ἑορτολογικοῦ ὑλικοῦ» συνδέεται μὲ μία τοποθεσία τρία μίλια μετὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καθ᾽ ὁδὸν πρὸς Βηθλεέμ, ἡ ὁποία ἐπονομάζεται «Κάθισμα». Ἡ ἐν λόγῳ τοποθεσία ἐκίνησε τὸ εὐρύτερο ἀρχαιολογικὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἐρευνητῶν, εἰδικότερον ὅμως ὡς πρὸς τὴν Θεοτόκο ἀπετέλεσε τόπο ἱερό, ἐφ᾽ ὅσον κατὰ τὴν ἀπόκρυφη παράδοση τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου (17, 2-3) ἡ Θεοτόκος, καθ᾽ ὁδὸν πρὸς τὴ Βηθλεὲμ καὶ εὑρισκομένη ὀλίγον πρὸ τῆς κυήσεως, ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ νὰ κατέλθει ἐκ τῆς ὄνου γιὰ νὰ ξεκουρασθεῖ. Τὴν παράδοση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει τὸ 530 ὁ προσκυνητὴς Θεοδόσιος, φαίνεται δὲ ὅτι ἦταν ἡ κυρίαρχη σὲ σχέση μὲ ἄλλη, περὶ παραμονῆς ἐπ᾽ ὀλίγον τῆς Θεοτόκου στὸ συγκεκριμένο τόπο κατὰ τὴ φυγὴ πρὸς τὴν Αἴγυπτο.
.               Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία Κυρίλλου τοῦ Σκυθοπολίτου, στὸ «Κάθισμα» ἀνοικοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ μία Ρωμαία, εὐγενοῦς καταγωγῆς καὶ μεγάλης πίστεως προσκυνήτρια, τὴν Ἰκελία (ἢ Ἰκηλία), κατὰ τοὺς χρόνους πατριαρχείας τοῦ Ἰουβεναλίου Ἱεροσολύμων (417-458). Ὁ ναὸς αὐτὸς δὲν φαίνεται νὰ ἀντικατέστησε κάποιον παλαιότερο, ἐφ᾽ ὅσον ἀποκαλεῖται ὡς «Κάθισμα παλαιὸν» ἀπὸ τὸ Θεόδωρο Πέτρας, τὸ βιογράφο Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, ὁ ὁποῖος βεβαιώνει καὶ περὶ ἀνεγέρσεως ναοῦ ὑπὸ τῆς Ἰκελίας. Ὡς ἐκ τούτου, τ ν λόγῳ «Κάθισμα» πρέπει ν πετέλεσε τν πρτο συγκεκριμένο τόπο τιμς πρς τ Θεοτόκο στς ρχς το 5ου αἰ. καί, ἑπομένως, τὸν πρῶτο τόπο ἐπιτελέσεως μίας ἑορτῆς, τὴν ὁποία ὁ προαναφερθεὶς Θεόδωρος Πέτρας ἀποκαλεῖ «μνήμην Θεοτόκου» καὶ ἐπισημαίνει ὅτι τελεῖται «ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ».

.             Ποιά ἦταν ὅμως, ἡ ἀκριβὴς ἡμερομηνία τῆς μίας αὐτῆς ἑορτῆς κατ᾽ ἔτος καὶ ποιό ἦταν τὸ ἐορτολογικό της περιεχόμενο; Ὁ Baumstark διατείνεται ὅτι συγκεκριμένη ἡμερομηνία ἦταν αὐτὴ τῆς 13-15 Αὐγούστου (τὴν περὶ 13ης Αὐγούστου ἄποψη υἱοθετεῖ καὶ ὁ καθ. Ἰω. Φουντούλης), ἀλλὰ περιπλέκει τὸ ὅλο θέμα ὑποστηρίζων ὅτι τὸ περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς εἶχε σχέση μὲ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Ἰκελίας κατὰ τὴ συγκεκριμένη ἡμερομηνία. Εἶναι πιθανὸν οἱ ἐκτιμήσεις τοῦ Baumstark περὶ τοῦ ἑορτολογικοῦ περιεχομένου νὰ πηγάζουν ἀπὸ τὸ γενικότερο κανόνα ὅτι, πρὸ τῆς διαμορφώσεως μίας ἑορτῆς, προηγεῖται ἡ ἀνάμνηση ἐγκαινίων ἑνὸς ἀντιστοίχου ναοῦ. Θεωροῦμε, ὅμως, ὅτι ἡ ἄποψη αὐτὴ τοῦ μεγάλου Γερμανοῦ λειτουργιολόγου στερεῖται συγκεκριμένης ἱστορικῆς κατοχυρώσεως περὶ πιθανοῦ ἐγκαινιασμοῦ τοῦ ναοῦ τῆς Ἰκελίας στὶς 13 Αὐγούστου κάποιου ἔτους, ἀλλὰ καὶ παρακάμπτει τὴ συνάφεια τοῦ «Καθίσματος» μὲ τὴν τιμὴ τῆς Θεοτόκου ὡς Μητέρας τοῦ Κυρίου.

4. Ἡ ἐορτολογικὴ ἐξέλιξη πρὸς τὴν 15η Αὐγούστου

.           Τὰ παραπάνω στοιχεῖα πιστοποιοῦν ὅτι, ορτ το «Καθίσματος» τς Θεοτόκου προετοιμάζει μν μερολογιακς τν ορτ τς Κοιμήσεως, λλ τορτολογικ περιεχόμενό της εναι παντελς διαφορετικ π τ γεγονς τς Κοιμήσεως. Ἐὰν λάβουμε ὑπ᾽ ὄψη τὸ «ἀρμενικὸ λεκτσιονάριο» ἢ «ἐκλογάδιο», τὸ ὁποῖο ἐξέδωσε σὲ παράρτημα ὁ Conybeare καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἐκδότης ἰσχυρίζεται ὅτι καταγράφει τὴ λειτουργικὴ πράξη τῶν Ἱεροσολύμων κατὰ τὸν 6ο αἰ., συμπεραίνουμε ὅτι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἰσχύει ἀκόμα ἡ ἑορτὴ μὲ τὸ γενικὸ θεομητορικὸ περιεχόμενο (ἡ ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος»). Στὸ χρονικὸ αὐτὸ σημεῖο φαίνεται ὅτι ἐπαληθεύεται ἡ ἄποψη τοῦ Cabrol περὶ δημιουργίας τς ορτς τς Κοιμήσεως π τ βάρος το κύρους, τ ποο κτινοβολοσε τάφος τς Θεοτόκου στ Γεθσημανή.
.               Ο ορτολογικς ξελίξεις μφανίζονται καταιγιστικς π τ μέσα το5ου αἰ., ταν ατοκράτορας Μαρκιανς (450-457) κτισε να πρς τιμ τς Θεοτόκου στ Γεθσημανή. Τρία τη μετ τ θάνατο το ατοκράτορα, τ 460,μφανίζεται γι πρώτη φορ ορτασμς τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου στς 15 Αγούστου κα στν συγκεκριμένο ναό, ἐκτοπιζομένης τοιουτοτρόπως τῆς παλαιᾶς θεομητορικῆς ἑορτῆς τοῦ «Καθίσματος». Στὸ σημεῖο αὐτὸ πολύτιμη ἐμφανίζεται ἡ μαρτυρία τοῦ «Γεωργιανοῦ Κανοναρίου», ἑνὸς κειμένου τὸ ὁποῖο ἀντικατοπτρίζει τὴν ἱεροσολυμιτικὴ λατρεία μεταξὺ 450 καὶ 750, τὸ ὁποῖο φαίνεται ὅτι γνωρίζει ὁ Μόδεστος Ἱεροσολύμων (645-646) καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ γεωργιανὴ μετάφραση ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου ἦταν ἄγνωστη ἕως τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ.
.                 Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ «Κανοναρίου», στὶς 15 Αὐγούστου «τιμᾶται ἡ μνήμη τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ στὸ ναὸ τοῦ αὐτοκράτορα Μαρκιανοῦ («Μαυρικίου» κατὰ γεωργιανὴ παραλλαγὴ). Ἡ ἐπιβεβαίωση τῶν ἐξελίξεων εἶναι σαφής: ἡ παλαιὰ θεομητορικὴ ἑορτὴ τοῦ ναοῦ τῆς Ἰκελίας ἔχει ἐκτοπισθεῖ (οἱ δύο ἐκδότες τοῦ «Κανοναρίου» ἀναφέρουν ὅτι ἡ ἑορτὴ αὐτὴ μετατοπίσθηκε στὶς 13 Αὐγούστου καὶ ἐξαφανίσθηκε σταδιακῶς, στὴ θέση της δὲ κατὰ τὶς 15 Αὐγούστου τοποθετήθηκε ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως. Οὐδείς, βεβαίως, δύναται νὰ συμπεράνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἐπανέφερε στὴν ἱστορική της μνήμη τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τὸ 460. Ἡ ἑορτολογικὴ ἔρευνα θὰ πρέπει νὰ διακρίνει μεταξύ τς τιμς νς θεομητορικογεγονότος στ συνείδηση τς κκλησίας (ατ τιμ εναι πρωτοχριστιανικ)κα το μερολογιακο καθορισμο ορτασμο τουτς καθορισμςπισυμβαίνει πάντοτε κατόπιν μακρν χρονικν ξελίξεων).
.               Εὐνόητο εἶναι ὅτι ἡ περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἐορτολογικὴ ἐξέλιξη δὲν μπορεῖ νὰ ἐννοηθεῖ ἀνεξαρτήτως τῆς διατυπώσεως το ρθοδόξου Μαριολογικο δόγματος κατ τν Γ´ Οκουμενικ Σύνοδο. Ἡ ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰ. ἐορτολογικὴ παράδοση περὶ τῆς Κοιμήσεως συμπορεύεται μὲ τὴν ἑδραίωση τοῦ περὶ τῆς Θεοτόκου ὀρθοδόξου δόγματος, γεγονὸς τὸ ὁποῖο εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἑδραίωση, διάδοση καὶ καθολικὴ ἐπισημοποίηση τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως. Ἡ ἐπισημοποίηση αὐτὴ ἐπισυμβαίνει περὶ τὰ τέλη τοῦ 6ου αἰ., ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Μαυρίκιος (582-602), σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία Νικηφόρου τοῦ Καλλίστου, καθορίζει δι διατάγματος τν πιτέλεση τς ορτς στς 15 Αγούστου.
.            Πρόκειται περ ποκρυσταλλώσεως μίας μακραίωνης θεομητορικς παραδόσεως, ἐν ὅσῳ ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως περιβάλλεται πλέον μὲ νομικὴ ἰσχύ. Εἶναι σαφὲς ὅτι μὲ τὸ διάταγμα τοῦ Μαυρικίου δὲν ἐπιτελεῖται σύσταση νέας ἑορτῆς, ἐφ᾽ ὅσον ἀναφέρεται ὅτι ἡ σύστασή της ἔχει συντελεσθεῖ κατὰ τὸ παρελθόν. Μαυρίκιος υοθέτησε πισήμως κα καθολικς τν εροσολυμιτικμερομηνία περ τς «Μνήμης τς Θεοτόκου», συνειδητοποιήσας προφανς τν καθολικ ελάβεια πρς τ μνμα τς Θεοτόκου στ Γεθσημαν κα π τν αξουσα κτινοβολία το ν λόγῳ προσκυνήματος, που συνέρρεε πλθος προσκυνητν. Δὲν φαίνεται, ὅμως, ὅτι ἡ κατὰ τὸν 6ο αἰ. ἀποκρυσταλλωθεῖσα ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως ἐπεβλήθη αὐτομάτως σὲ ὅλο τὸ εὖρος τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Ὅπως τονίζει τὸν 7ο αἰ. ὁ Ἰωάννης Θεσσαλονίκης, «ὑπῆρχαν κάποιοι τόποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἑόρταζαν ἀκόμα τὴν ἐτήσια μνήμη τῆς Κοιμήσεως», μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὁ Ἰωάννης συγκαταλέγει καὶ τὴ Θεσσαλονίκη.

5. Περαιτέρω ἐξέλιξη τῆς ἑορτῆς στὸν ὑπόλοιπο χριστιανικὸ κόσμο

.                 Στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰ. ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως υἱοθετεῖται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Συρίας. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ποίηση περὶ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία κατέλειπε ὁ Ἰάκωβος τοῦ Sarug (Σύρος ἐπίσκοπος περὶ τὸ 518). Στὴν ποίηση αὐτὴ εἶναι σαφὴς ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι σαφὴς ἡ ἡμερομηνία. Ἡ ἀσάφεια τῆς ἡμερομηνίας ἔγκειται στὴν παράδοση τῆς Συριακῆς Ἐκκλησίας νὰ υἱοθετήσει μὲν τὴν ἱεροσολυμιτικὴ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως, ἀλλὰ νὰ τὴν τοποθετήσει στὶς 26 Δεκεμβρίου, σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόκρυφη παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τὴν ἴδια ἡμέρα Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, μετατεθείσης τῆς ἑορτῆς κατὰ μία ἡμέρα, ὥστε νὰ μὴ συμπέσουν οἱ δύο ἑορτές.
.               Ἀπὸ τὴ Συρία ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως μεταλαμπαδεύτηκε στὴ Ρώμη. Διαρκοῦντος, ἤδη, τοῦ 6ου αἰ., ὁ Γρηγόριος Τουρώνης (573-593) ἀναφέρεται σὲ ἑορτὴ ὑπὸ τὸν γενικὸ τίτλο «Festivitas S. Mariae». Στὴ συγκεκριμένη μαρτυρία οὐδεμία ἀναφορὰ γίνεται στὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως, συμπεραίνουμε δὲ ὅτι πρόκειται προφανῶς περὶ κάποιας θεομητορικῆς ἑορτῆς γενικοῦ χαρακτῆρος. Ὁ πάπας Θεόδωρος Α´ (647-649) εἶναι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἐπεχείρησε εἰσαγωγὴ τῆς ἑορτῆς στὴ Ρώμη, φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ προσπάθειά του δὲν στέφθηκε ἀπὸ ἐπιτυχία. Ἡ παραπάνω ἐπισήμανση, ὅτι ἡ Συρία ἐπέδρασε ἐπὶ τῆς Ρώμης στὴν υἱοθέτηση τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ἀφορᾶ στὴν ἑδραίωση τῆς ἑορτῆς στὴ Ρώμη ἀπὸ τὸ Σύρο πάπα Σέργιο Α´ (687-701), ὁ ὁποῖος μετέφερε στὴ Ρώμη τὴν τελετουργικὴ λαμπρότητα τῆς Συρίας κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Κοιμήσεως. Ἡ ὁρολογία τῆς ἑορτῆς φαίνεται ὅτι ἀποκρυσταλλώθηκε σταδιακῶς: τὸ «εὐαγγελιστάριο» τοῦ 740 ἀναγγέλλει τὴν ἑορτὴ ὡς «Sollemnitas de pausatione sanctae Mariae», ἐνῶ τὸ «Ἀνδριανὸ εὐχολόγιο» (περὶ τὸ 770) καταχωρίζει ἀκολουθία ἑορτῆς τῆς «Μεταστάσεως» (Transitus). Γνωρίζουμε ὅτι o πάπας Ἀδριανὸς ἐγκαινίασε τὴν ἑορτὴ στὸ ναὸ τῆς «Ἁγίας Μαρίας τῆς Μείζονος» στὴ Ρώμη.
.             Στὴν αἰγυπτιακὴ Ἐκκλησία φαίνεται ὅτι κατὰ τὸν 5ο αἰ. ἐμφανίζεται ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως ἐξ ἐπιδράσεως τῶν Ἱεροσολύμων. […]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν: «Οἱ Θεομητορικές Ἑορτές στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας», ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2002, σελ. 119-134

christianvivliografia.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΚΕΝΩΣΕΝ ΕΑΥΤΗΝ, ΕΚΕΝΩΣΑΝ ΕΑΥΤΟΥΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου 2016

  Μυστήριο μέγα ο θάνατος. Αδιανόητο και ακατανόητο. Ακόμη κι αν ξέρουμε ότι θα μας συμβεί, καθώς ο χρόνος πορεύεται αδυσώπητος, εντούτοις μέσα μας πάντοτε υπάρχει η ελπίδα της ζωής. Πάντως μοιάζουν ο θάνατος και η ζωή σε ένα χαρακτηριστικό που δεν το προσέχουμε: την κένωση, το άδειασμα, την έξοδο. Η ζωή δεν έχει να κάνει μόνο με τον μηχανισμό της επιβίωσης. Θα ήμασταν όντα κλεισμένα στον εαυτό μας τότε, χωρίς επίγνωση της διαφορετικότητάς μας, χωρίς συνείδηση του ποιοι είμαστε. Γιατί η ζωή έχει νόημα μόνο εν σχέσει:  με τον άλλο, με τον κόσμο, με τον Θεό.Και για να υπάρξει σχέσει προϋποτίθεται η έξοδος από το εγώ. Το μοίρασμα. Το άνοιγμα της ύπαρξης. Και όσο αδειάζουμε από το εγώ μας, τόσο η ζωή έχει περισσότερο νόημα. Είναι όπως ο καλλιτέχνης. Όταν δημιουργεί, εξέρχεται. Παίρνει την ιδέα του, το νόημά της, της δίνει υπόσταση, την κάνει ενέργεια. Το αποτέλεσμα της ενέργειας είναι δικό του, αλλά και γίνεται κτήμα των άλλων, που σημαίνει ότι έχει σχέση μαζί τους. Το βλέπουν. Το ακούνε. Το αφήνουν να μιλήσει στην καρδιά τους. Το αποδέχονται ή το απορρίπτουν ή αδιαφορούν γι’  αυτό. Πάντως υπάρχει κοινωνία και μ’  αυτό και με τον δημιουργό. Ακόμη κι αν εκείνος ως ύπαρξη παραμένει άγνωστος στις λεπτομέρειες της ζωής, εντούτοις το έργο του, το ενέργημά του τον καθιστά, έστω και κατ’  ολίγον, γνωστό.  Το παράδοξο και το ωραίο συνάμα είναι ότι κάποτε η αρχική ιδέα που έγινε ενέργεια, δια της κενώσεως, αποκτά νέο περιεχόμενο, ίσως και διαφορετικό από αυτό που ήθελε να πει ή να παρουσιάσει ο δημιουργός, ο ενεργών. Είναι η ομορφιά της σχέσης. Ό,τι δίνεις σε ξεπερνά. Αλλά και ο δημιουργός αλλάζει μέσα από τη σχέση. Γιατί λαμβάνει υπόψιν του τι ζητά το κοινό του, όπως επίσης και το τι θέλει ο ίδιος να περάσει. Εξελίσσεται. Δε μένει στατικός. Χαίρεται ή απογοητεύεται. Διορθώνει, τροποποιεί ή συνεχίζει. Αλλά δεν παύει να εκφράζεται.

         Και ο θάνατος είναι κένωση. Μόνο που είναι οριστική. Μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα ο άνθρωπος παύει να ενεργεί. Ο νους σταματά να λειτουργεί. Οι αισθήσεις νεκρώνουν. Τα πάντα σταματούν οριστικά.  Και η κένωση είναι οριστική τουλάχιστον από τον χρόνο και τον τρόπο που γνωρίζουμε. Όπου φτάσαμε. Όσα ζήσαμε. Τα πάντα γίνονται παρελθόν. Το πρόσωπο είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο, αλλά επιστρέφει στο «μη είναι». Γι’  αυτό και οι άνθρωποι θρηνούμε τον θάνατο. Διότι μας στερεί την δυνατότητα της κοινωνίας με αυτούς που αγαπούμε. Και φοβόμαστε και τη δική μας κένωση. Φοβόμαστε το μηδέν. Φοβόμαστε την απουσία σχέσης. Την ανυπαρξία.

        Η πίστη έρχεται να μας δώσει μία άλλη θέαση του θανάτου. Αυτήν της ζωηφόρου κενώσεως. Δεν είναι το τέρμα της ζωής ο θάνατος, αλλά το πέρασμα σε μιαν άλλη. Το Πάσχα στην αιωνιότητα. Και σ’  αυτήν η κένωση συνεχίζεται. Αυτό σπουδάζουμε στα πρόσωπα της Παναγίας και των Αγίων μας. Φεύγουν από αυτόν τον κόσμο, αλλά δε παύουν να αγαπούνε αυτόν τον κόσμο. Μεσιτεύουν για μας στον Θεό. Θαυματουργούν για χάρη μας, που σημαίνει ότι και κρατούν ακέραιη τη σχέση μαζί μας και συνεχίζουν δια της αγάπης να ενεργούν τόσο προς τον Θεό όσο και προς τον κόσμο. Κύρια αποστολή τους εξακολουθεί να είναι και από το επέκεινα το να λυτρώσουν εκ θανάτου τας ψυχάς ημών. Μας αγαπούνε και παρακαλούν. Εμφανίζονται, διορθώνουν, διδάσκουν, θεραπεύουν,  καθιστώντας τον θάνατο ζωή. Δε χρειάζεται να εξελιχθούν οι ίδιοι ως δημιουργοί και ενεργούντα πρόσωπα. Έχουν τελειωθεί στο φως και την αγάπη του Θεού. Όμως αφήνουν αποτυπώματα της αγάπης τους προς όλους εμάς. Εν Αγίω Πνεύματι, χωρίς να παύουν να ζούνε την μακαριότητα της κοινωνίας με τον Θεό, κάνουν ταυτόχρονα, μέγα το μυστήριο,  έξοδο από αυτήν για να μας δείξουν ότι μπορούμε κι εμείς. Αρκεί να πιστεύουμε. Να εμπιστευόμαστε δηλαδή, όπως η Υπεραγία Θεοτόκος και όλοι τους, τον Θεό ως Πρόσωπο. Το θέλημά Του. να μην απογοητευόμαστε από τους σταυρούς της ζωής. Από τα πάθη και τα λάθη μας. Από την εγκατάλειψη των ανθρώπων. Από την αίσθηση της ματαιότητας. Και όντας μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας και της ζωής της, να τους συναντούμε στην θεία λειτουργία, στην τήρηση των εντολών, στην αγάπη, την ταπείνωση, όχι ηθικολογικά ή χαρακτηρολογικά, αλλά ως εμφανή απεικάσματα της παράδοσής μας σ’ Αυτόν που πρώτος «εκένωσεν εαυτόν μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2, 7-8). «Τα απαρνήθηκε όλα, αδειάζοντας από τον εαυτό του, έγινε δούλος, προσέλαβε το σχήμα του ανθρώπου και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού».

          Γι’  αυτό και εορτάζουμε στην Εκκλησία όχι τόσο ή όχι μόνο τη γέννηση της Παναγίας και των Αγίων, αλλά, κυρίως, την κοίμησή τους.  Γιατί είναι η απόδειξη ότι ακόμη κι αν το σώμα νεκρούται, η ψυχή εξοδιάζει, ο άνθρωπος δεν παύει να υφίσταται. Τίποτε δεν είναι παρελθόν, αλλά τα πάντα γίνονται παρόν και αιωνιότητα. Η ύπαρξή μας είναι δώρο του Θεού. Εκείνος μας έφερε «εκ του μη όντος εις το είναι». Και μας δώρισε το «αεί είναι» ως σημείο της αγάπης και της κλήσης ελεύθερα να την αποδεχθούμε. Αν πούμε ελεύθερα το ΝΑΙ, όπως η Υπεραγία Θεοτόκος και οι άγιοι, τότε η κένωση από την αυτονομία, από τον εγωκεντρισμό του αυτόφωτου, από την αίσθηση ότι μπορούμε χωρίς έξοδο, χωρίς αληθινή σχέση, η νοοτροπία δηλαδή της πτώσης,   φέρνει ως δωρεά την αιωνιότητα κοντά στον Θεό. Η ζωηφόρος κένωση του θανάτου τότε γίνεται Πάσχα. Ανάσταση. Και η αγάπη θα συνεχίζει να υφίσταται.

        Μπορούμε να αγαπούμε έναν δημιουργό και το έργο του για πάντα. Ό,τι δίδεται, ό,τι κενούται γεννά σχέση. Ο δημιουργός όμως ως αυτόνομη ύπαρξη, μετά τον θάνατό του δεν μπορεί να μας αγαπά. Αν όμως ζούμε στο φως της σχέσης με τον Θεό, τότε η αγάπη συνεχίζει την πορεία της. Η Παναγία και οι άγιοι δεν είναι μόνο αντικείμενα της αγάπης μας. Εξακολουθούν να είναι δρώντα υποκείμενα της αγάπης του Θεού που έγινε δική τους από αυτή τη ζωή και την μεταδίδουν και μετά θάνατον. Σημεία οι εικόνες τους, τα λείψανά τους, οι ναοί τους. Και τον δρόμο τους μπορούμε να ακολουθήσουμε όλοι, καθώς είμαστε κεκλημένοι από τον Θεό σ’  αυτόν. Να γιατί τελικά μέσα από το μυστήριο της πίστης, μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας η αληθινή αγάπη ουδέποτε εκπίπτει!

Κέρκυρα, Δεκαπενταύγουστος 2016             

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Παρακλήσεις και επικλήσεις προς την Παναγία Μητέρα μας!

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου 2016

Οι Παρακλήσεις στην Παναγία, ιδιαίτερα την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου, αποτελούν την φωνή, την δέηση και ικεσία, του κάθε πιστού, και πονεμένου ανθρώπου που βρίσκεται εν κινδύνοις και εν ανάγκες.

Εν υμνωδία πολλή η Εκκλησία βοά προς την Παναγία, να ακούσει, να σταθεί δίπλα μας. Η συνεχής αυτή δέηση υπενθυμίζει στην Παναγία την υπομονή της. Οι παρακλήσεις προς αυτήν μας οδηγούν σε μια ειλικρινή μετάνοια, συντριβή και ανάταση.

Η επίκλησης του ονόματός της, που τόσο συχνά και καθημερινά επικαλούμαστε, φανερώνει την δίψα για συγχώρεση των αμαρτιών, για μεσιτεία και σωτηρία προς τον Υιόν της. Συγχρόνως η επίκληση αυτή είναι παράκληση, δηλαδή ζητούμε την βοήθειά της στα προβλήματά μας. Περισσότερο δε, ανορθώνει τις πεσμένες ψυχές μας, την αμαρτωλή ζωή μας, από τα δεινά και τις θλίψεις: «Και πο λοιπόν λλην ερήσω ντίληψιν; πο προσφύγω; ποδε καί σωθήσομαι; τίνα θερμήν ξω βοηθόν;… Ες σέ μόνην λπίζω, και θαρρκαι καυχμαι καί προστρέχω τσκέπ σου· σσόν με».

Και ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός επισημαίνει για το πρόσωπο της Παναγίας:«Θεοτόκον κυρίως καὶ ἀληθς τν γίαν Παρθένον κηρύττομεν· ς γρ Θεςληθς ὁ ἐξ ατς γεννηθείς, ληθς Θεοτόκος τν ληθινόν Θεν ξ ατς σεσαρκωμένον γεννήσασα». Δεν υπάρχει γλώσσα ανθρώπου, ούτε ακόμη και οι Άγγελοι να εξυμνήσουν, τα μεγαλεία της θεομήτορος. Η Παναγία έχει το μεγάλο γνώρισμά της μοναδικό στην ιστορία της ανθρωπότητας, να είναι συγχρόνως Μήτηρ και Παρθένος, δηλαδή Αειπάρθενος.

Αυτή η ιδιότητα της Παναγίας δεν είναι απλά μια εξύμνηση και μόνον, αλλά είναι ένα έργο, είναι εργαστήρι, είναι πρεσβεία, που τρέχει στο κάθε πρόβλημά μας. Αμέσως να βοηθήσει, αμέσως να συνδράμει. Κατανοεί και τον άγαμο, αλλά και τον έγγαμο. Η Παναγία, κρύβει με τα χέρια της και με το Μαφόριό της τα αδύναμα μας σημεία, την αμαρτωλότητά μας. Δείχνει σε όλους μας πάλι και πάλι την προσπάθεια, την συνέχεια.

Αυτή η μητρότητά της είναι μεγαλύτερη από την ανθρώπινη, είναι θεία, για την ακρίβεια είναι και θεία και ανθρώπινη, δηλαδή θεανθρώπινη. Ακούει τον κάθε πικραμένο, δεν διώχνει κανέναν, ούτε αρνείται σε κανέναν το παραμικρό, διότι ακριβώς ως μάνα λυπάται για τις λύπες μας και χαίρεται με τις χαρές μας.

Συγχρόνως τα αιτήματα μας και οι δεήσεις είναι για την απαλλαγή των θλίψεων, των πειρασμών. Πειρασμός, κίνδυνος, πάθη είναι από τα επαναλαμβανόμενα στις παρακλήσεις που ψάλουμε.

Οι πειρασμοί είναι πολλοί, μας παρασύρουν προς την αμαρτία, ηδονή, κακία, έχθρα, περιφρόνηση, ειδικά αυτές τις ημέρες που οι κάθε είδους ανάγκη, οικονομική, υλική, πνευματική, η αγωνία μας να έχουμε κάποια πράγματα, κάποια χρήματα, μας οδηγούν στην έχθρα απέναντι προς τον πλησίον. Δεν βλέπουμε ότι η οικονομική αυτή κατάσταση αναφέρεται σε όλους μας, δεν εξαιρεί κανέναν. Μεγάλος πειρασμός, που κάνει τον άνθρωπο σκληρό και ανάλγητο.

Οι κίνδυνοι στην καθημερινή ζωή είναι πολλοί, είναι αναπάντεχοι, δεν γνωρίζεις από πού θα σε έρθει κάτι. Οι κίνδυνοι, μας φέρνουν μια απελπισία, μας φέρνουν μια ενδεχόμενη συμφορά, κάτι που μπορεί να μας στερήσει, την υγεία μας, την τροφή μας, ακόμα και την ίδια μας την ζωή. Οι κίνδυνοι, δηλαδή, ατυχήματα, επαγγελματικές δυσκολίες, ακαταστασία και μπόρες στην οικογένεια, στέκονται καθημερινώς απειλητικά μπροστά μας.

Οι παρακλήσεις της Παναγίας, μας βοηθούν, μας ενισχύουν, να ανταπεξέλθουμε στις κακουχίες του βίου μας. Μέσα στις ταλαιπωρίες «εν ταις ζάλαις», πολλές σκέψεις, πολλές αναζητήσεις για λύσεις, η Παναγία  «επιβλέπει εν ευμενεία», ερχόμενη για να σβήσει τα αδιέξοδα όλων μας.

Μέσα σε αυτά περισσότερο η θεία παρηγοριά βρίσκει ανταπόκριση στην μάνα, σε αυτήν που ξέρει τι θα πει πόνος, φτώχεια. Ξέρει τι θα πει λύπη, ξέρει επίσης τι σημαίνει για μια μάνα να χάνει το παιδί της στην άσφαλτο.

Ο πόνος της Παναγίας, είναι θεραπευτικός για όλους εμάς τους πιστούς. Εκείνη πόνεσε πολύ, γι’ αυτό και νιώθει τα αιτήματά μας, γιατί είμαστε και δικά της παιδιά.

Ο πόνος, τα αδιέξοδα και τα πολλά ανεπιθύμητα θεραπεύονται μέσα στην παρηγοριά, την μυστική στοργή της Παναγίας Μάνας. Ο πόνος της στεναχώριας και της λύπης είναι τις περισσότερες φορές μεγαλύτερος, από τον σωματικό. Η αμηχανία μπορεί να μας οδηγήσει στη απομόνωση, στη συκοφαντία, στο μίσος, προς τον άλλον. Η Παναγία όμως μας προτρέπει σε μια αληθινή μετάνοια, μια παρακλητική και παραμυθητική υπόμνηση.

Ευχόμεθα κάθε φορά που την επικαλούμαστε να λαμβάνουμε την βοήθεια καιπροστασία της. Ας είναι κάθε φορά όχι μόνο δεκτή, αλλά και φανερή η ευεργεσία της. Ομολογώντας μαζί με τον υμνογράφο λέγοντας:

«πολαύοντες Πάναγνε,

 τν Σν δωρημάτων εχαριστήριον,

ναμέλπομεν φύμνιον,

οἱ γινώσκοντές σε Θεομήτορα».Αμήν.

του  Αρχιμ.   Γρηγορίου  Κωνσταντίνου    Δρ.  Θ.

http://antiairetikos.blogspot.gr/2016/08/blog-post_14.html

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »