kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Αρχεία για 'ΘΕΟΤΟΚΟΣ'

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας: Λόγος εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου 2016

Τον καθένα από μας τον βασανίζει το ερώτημα: τι θα γίνει με μας και τι μας περιμένει μετά το θάνατο; Μία σαφή απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα μόνοι μας δεν μπορούμε να την βρούμε. Αλλά η Αγία Γραφή και πρώτα απ’ όλα ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας αποκαλύπτουν αυτό το μυστικό.
Μας το αποκαλύπτουν επίσης το απολυτίκιο και το κοντάκιο της μεγάλης αυτής γιορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι που ψάλλονται σ’ αυτή τη γιορτή.

Θέλω όλοι σας να καταλάβετε, γιατί ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Παρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμησή της. Ο μέγας απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος στο 20ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως μιλάει για τον πρώτο και το δεύτερο θάνατο. Ο πρώτος μόνο θάνατος, ο οποίος είναι αναπόφευκτος για όλους τους ανθρώπους, περιμένει και τους αγίους και τους δικαίους. Αλλά ο δεύτερος, ο φοβερός και αιώνιος θάνατος, περιμένει τους μεγάλους και αμετανόητους αμαρτωλούς, οι οποίοι αρνήθηκαν την αγάπη και την δικαιοσύνη του Θεού και είναι καταδικασμένοι να βρίσκονται αιωνίως σε κοινωνία με το διάβολο και τους αγγέλους του.

Στο Ευαγγέλιο του ίδιου μεγάλου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου διαβάζουμε τα λόγια του Χριστού, τα οποία είναι πολύ στενά συνδεδεμένα με όσα γράφει η Αποκάλυψη: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24).

Το ακούτε, το καταλαβαίνετε; Νομίζω ότι ακόμα και θα πρέπει να σας κινήσει την περιέργεια το γεγονός ότι όλοι όσοι υπακούουν στο λόγο του Χριστού και πιστεύουν στον Ουράνιο Πατέρα του, ο οποίος τον έστειλε, αμέσως μετά το θάνατο τους θα περάσουν στην αιώνια ζωή. Δεν υπάρχει λόγος να δικαστούν αυτοί που έχουν ζωντανή πίστη στο Θεό και υπακούουν στις εντολές του.

Και στους μεγάλους δώδεκα αποστόλους είπε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός: «αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Ματθ. 19, 28).

Δικαστές και κατήγοροι θα είναι κατά την Φοβερά Κρίση του Θεού οι Απόστολοι του Χριστού και, βεβαίως, είναι τελείως αδύνατο να φανταστούμε να δικάζονται η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, ο Βαπτιστής του Κυρίου Ιωάννης, οι μεγάλοι προφήτες του Θεού, ο Ηλίας και ο Ενώχ τους οποίους ζωντανούς τους πήρε ο Θεός στον Ουρανό, όλο το αμέτρητο πλήθος των μαρτύρων του Χριστού, οι δοξασμένοι από τον Θεό άγιοι αρχιερείς και θαυματουργοί με επί κεφαλής τον άγιο Νικόλαο, αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας.

Είναι αδύνατον ακόμα και να περάσει από το μυαλό μας η σκέψη πως θα δικαστούν αυτοί, οι όποιοι άκουσαν από το στόμα του Χριστού: «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν» (Λκ. 17, 21). Σ’ αυτούς τους μεγάλους αγωνιστές του Χριστού, σαν σε πολύτιμους ναούς κατοικούσε το Άγιο Πνεύμα. Ακόμα και ζώντας στη γη, αυτοί βρισκόταν στην άμεση κοινωνία με τον Θεό, επειδή έτσι είπε ο Κύ¬ριος μας Ιησούς Χριστός: «Εάν τις αγαπήση με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυ¬τόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν» (Ίωάν. 14, 23).

Η Υπεραγία Παρθένος Μαρία υπήρξε άχραντος ναός του Σωτήρος και σ’ αυτήν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και από την αγιότατη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατέβηκε από τους Ουρανούς. Γι’ αυτό ο σωματικός της θάνατος δεν ήταν θάνατος αλλά Κοίμηση, δηλαδή ένα άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού εντός της στη Βασιλεία των Ουρανών και την αιώνια ζωή.

Μού ήρθε τώρα στο μυαλό και κάτι καινούριο. Σ’ ένα από τα προηγούμενα κηρύγματα μου σάς έλεγα, ότι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου με τη δύναμη του Θεού έγινε άφθαρτο και ανελήφθη στους ουρανούς. Αυτό μάς λέει και το κοντάκιο της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον, και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα, τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γαρ ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».

Προσέξτε: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν». Σκεπτόμενοι αυτό, ας θυμηθούμε και τι γράφει η Αγία Γραφή για το θάνατο του μεγαλυτέρου προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης, του Μωυσή στο 34ο κεφάλαιο του βιβλίου του Δευτερονομίου, ότι πέθανε σύμφωνα με το λόγο του Θεού στο όρος Νεβώ και τάφηκε στη γη Μωάβ. Ο τάφος του μεγάλου αυτού προφήτη έπρεπε να είναι για πάντα τόπος προσκυνήματος για όλο το λαό του Ισραήλ. Όμως στη Βίβλο διαβάζουμε, ότι: «ουκ οίδεν ουδείς την ταφήν αυτού έως της ημέρας ταύτης» (Δευτ. 34, 6). Όμως κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ εμφανίστηκε ο Μωυσής στον Κύριο και Δεσπότη του τον Ιησού μαζί με τον προφήτη Ηλία, ο οποίος αρπάχτηκε ζωντανός στους ουρανούς.

Νομίζω ότι δεν θα είναι αμαρτία αν θα πούμε, ότι το σώμα του μεγάλου Μωυσή, όπως και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, με τη δύναμη του Θεού, έμεινε άφθαρτο. Γι’ αυτό και ο τάφος του είναι άγνωστος.

Να σκεφτόμαστε, αδελφοί και αδελφές μου, την μακάρια Κοίμηση της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας και να θυμόμαστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24). Να μας αξιώσει ο Θεός να γευθούμε και εμείς οι αμαρτωλοί τη μεγάλη αυτή χαρά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ω η δόξα και το κράτος συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Αυτού Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.
——————————————–
πηγή: Άγιος Λουκάς Κριμαίας, Λόγοι και ομιλίες, τόμος Γ΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης: Περί της Θεομήτορος

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου 2016

Όταν η ψυχή κατέχηται εκ της αγάπης του Θεού, ώ, πώς τότε τα πάντα είναι ευχάριστα, ηγαπημένα και ευφρόσυνα! Η αγάπη όμως αύτη συνεπάγεται οδύνην, και όσον βαθυτέρα είναι η αγάπη, τοσούτον μεγαλυτέρα είναι η οδύνη.

Η Θεομήτωρ ουδέποτε ημάρτησεν, ουδέ δια λογισμού, και ουδέποτε απώλεσε την χάριν, αλλά και Αυτή είχε μεγάλας θλίψεις. Ότε ίστατο παρά τον Σταυρόν, τότε ως ωκεανός απέραντος ήτο η θλίψις Αυτής, και οι πόνοι της ψυχής Αυτής ήσαν ασυγκρίτως μεγαλύτεροι του αδαμιαίου πόνου μετά την έξωσιν εκ του Παραδείσου, διότι και η αγάπη Αυτής ήτο ασυγκρίτως μεγαλυτέρα της αγάπης του Αδάμ εν τω Παραδείσω.

Και εάν επέζησεν, επέζησε μόνον θεία δυνάμει, δια της ενισχύσεως του Κυρίου, διότι η ευδοκία Αυτού ήτο όπως ίδη την Ανάστασιν, και ύστερον, μετά την Ανάληψιν Αυτού, παραμείνη ως παράκλησις και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.

Ημείς δεν φθάνομεν εις το πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και δια τούτο δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν πλήρως το βάθος της θλίψεως Αυτής. Η Αγάπη Αυτής ήτο τελεία. Ηγάπα απείρως τον Θεόν και Υιόν Αυτής, αλλ’ ηγάπα και τον λαόν αγάπη μεγάλη. Και τί ησθάνετο άρα γε, ότε εκείνοι, τους οποίους Αύτη τοσούτον ηγάπα και των οποίων την σωτηρίαν επόθει έως τέλους, εσταύρουν τον ηγαπημένον Υιόν Αυτής;

Δεν δυνάμεθα αν συλλάβωμεν τούτο, διότι ολίγη είναι η αγάπη ημών δια τον Θεόν και τους ανθρώπους.

Καθώς άπειρος και ακατάληπτος υπήρξεν η αγάπη της Παναγίας, ούτως άπειρος ήτο και ο πόνος Αυτής, και ακατάληπτος μένει δι’ ημάς.

Ώ Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, ειπέ εις ημάς, τα τέκνα Σου, πώς, ότε έζης επί της γης, ηγάπας τον Υιόν Σου και Θεόν; Πώς ηγάλλετο το πνεύμα Σου επί τω Θεώ τω Σωτήρι Σου; Πώς προσέβλεπες εις το κάλλος του προσώπου Αυτού; Πώς εσκέπτεσο ότι Αυτός είναι Εκείνος, τον Οποίον διακονούν μετά φόβου και αγάπης πάσαι αι δυνάμεις των ουρανών;

Ειπέ εις ημάς τί ησθάνετο η ψυχή Σου, ότε εβάσταζες εις τας χείρας Σου το Θαυμαστόν Νήπιον; Πώς ανέτρεφες Αυτό; Πώς επόνει η ψυχή Σου, ότε μετά του Ιωσήφ επί τρεις ημέρας εζήτεις Αυτόν εν τη Ιερουσαλήμ; Οποίαν έζης αγωνίαν, ότε ο Κύριος παρεδόθη εις σταύρωσιν και απέθανεν επί του Σταυρού;

Ειπέ εις ημάς: Οποία χαρά εγένετο εις Σε δια την Ανάστασιν ή πώς επλήττετο η ψυχή Σου εκ του πόθου του Κυρίου μετά την Ανάληψιν;

Αι ψυχαί ημών έλκονται, ίνα γνωρίσουν περί της ζωής Σου μετά του Κυρίου επί της γης, Συ δε δεν ηυδόκησας να παραδώσης πάντα ταύτα τη Γραφή, αλλ’ εκάλυψας δια της σιγής το μυστήριον Σου.

Πολλά θαύματα και ελέη είδον από του Κυρίου και της Θεοτόκου, αλλά τελείως αδυνατώ να ανταποδώσω πως την αγάπην αυτήν.

Τί να ανταποδώσω εγώ εις την Υπεραγίαν Δέσποιναν, Ήτις δεν απεστράφη εμέ τον πεπτωκότα εν τη αμαρτία, αλλ’ εν ελέει επεσκέφθη εμέ και εσυνέτισεν; Εγώ δεν είδον Αυτήν, αλλά το Άγιον Πνεύμα έδωκεν εις εμέ να αναγνωρίσω Αυτήν εκ των πλήρους χάριτος λόγων Αυτής, και ευφραίνεται το πνεύμα μου, και η ψυχή μου ούτως έλκεται προς Αυτήν δια της αγάπης, ώστε και μόνον η επίκλησις του ονόματος Αυτής γλυκαίνει την καρδίαν μου.

Ότε ήμην νεαρός υποτακτικός, προσηυχόμην ποτέ ενώπιον της εικόνος της Θεομήτορος, και η προσευχή του Ιησού εισήλθεν εις την καρδίαν μου και ήρχισεν αφ’ εαυτής να προφέρηται εκεί. Άλλοτε εν τω ναώ ήκουον την ανάγνωσιν των προφητειών του Ησαΐου και εις τας λέξεις «Λούσασθε, και καθαροί γίνεσθε» (Ησ. α’ 16), εσκέφθην: «Μήπως η Παναγία ήμαρτε ποτε, έστω και δια του λογισμού»; Και ώ του θαύματος! Εντός της καρδίας μου φωνή τις, ηνωμένη μετά της προσευχής, προέφερε ρητώς: «Η Θεομήτωρ ουδέποτε ήμαρτεν, ουδέ δια σκέψεως». Ούτως το Άγιον Πνεύμα εμαρτύρει εν τη καρδία μου την αγνότητα Αυτής. Εν τούτοις, κατά τον επίγειον βίον Αυτής, δεν ευρίσκετο εισέτι εν τω πληρώματι της γνώσεως και υπέπεσεν εις αδιάβλητα τινα σφάλματα ατελείας. Τούτο είναι φανερόν εκ του Ευαγγελίου, ότε, επιστρέφουσα από της Ιερουσαλήμ, δεν εγνώριζε πού είναι ο Υιός Αυτής, και επί τρεις ημέρας μετά του Ιωσήφ εζήτει Αυτόν (Λουκ. β’ 44-46).

Η ψυχή μου συνέχεται υπό φόβου και τρόμου, όταν αναλογίζωμαι την δόξαν της Θεομήτορος.

Ενδεής είναι ο νους μου και πτωχή και αδύνατος η καρδία μου, αλλ’ η ψυχή μου χαίρει, και έλκομαι, ίνα γράφω έστω και ολίγους λόγους δι’ Αυτήν.

Η ψυχή μου φοβείται να τολμήση, αλλ’ η αγάπη με πιέζει να μη αποκρύψω τας ευεργεσίας της ευσπλαγχνίας Αυτής.

Η Θεοτόκος δεν παρέδωκε τη Γραφή ούτε τας σκέψεις, ούτε την αγάπην Αυτής προς τον Θεόν και Υιόν Αυτής, ούτε τας οδύνας της ψυχής Αυτής κατά τον καιρόν της σταυρώσεως, διότι και τότε πάλιν δεν θα ηδυνάμεθα να συλλάβωμεν ταύτα. Η αγάπη Αυτής προς τον Θεόν ήτο ισχυροτέρα και φλογερωτέρα της αγάπης των Σεραφίμ και των Χερουβίμ, και πάσαι αι δυνάμεις των αγγέλων και αρχαγγέλων εκπλήττονται δι’ Αυτήν.

Καίτοι η ζωή της Θεομήτορος καλύπτεται υπό αγίας σιγής, ο Κύριος έδωκεν εις την Ορθόδοξον ημών Εκκλησίαν ίνα γνωρίζη ότι δια της αγάπης Αυτής περιπτύσσεται τον κόσμον όλον και εν Πνεύματι Αγίω βλέπει πάντας τους λαούς της γης και, ως ο Υιός Αυτής, πάντας σπλαγχνίζεται και πάντας ελεεί.

Ώ, εάν εγνωρίζομεν ποτε πόσον αγαπά η Παναγία πάντας τους φυλάσσοντας τας εντολάς του Χριστού, και πόσον λυπείται και θλίβεται δια τους μη μετανοούντας! Εγνώρισα τούτο εκ πείρας. Δεν ψεύδομαι, λέγω την αλήθειαν ενώπιον του Θεού, ότι εν πνεύματι γνωρίζω την Άχραντον Παρθένον. Δεν είδον Αυτήν, αλλά το Πνεύμα το Άγιον έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπην Αυτής δι’ ημάς. Άνευ της ευσπλαγχνίας Αυτής η ψυχή μου θα απώλλυτο προ πολλού.

Εκείνη όμως ηυδόκησε να επισκεφθή και νουθετήση εμέ, όπως μη αμαρτάνω. Είπεν εις εμέ: «Δεν είναι αρεστόν εις εμέ να βλέπω τα έργα σου». Οι λόγοι Αυτής ήσαν ευχάριστοι, ήρεμοι, πράοι και συνεκίνησαν την ψυχήν. Παρήλθον υπέρ τα τεσσαράκοντα έτη, αλλ’ η ψυχή μου δεν δύναται να επιλησθή εκείνης της γλυκείας φωνής, και δεν γνωρίζω πώς να ευχαριστήσω την αγαθήν ελεούσαν Μητέρα του Θεού.

Εν αληθεία, Αυτή είναι η Αντίληψις ημών ενώπιον του Θεού, και μόνον το όνομα Αυτής χαροποιεί την ψυχήν. Αλλά και ο ουρανός όλος και όλη η γη χαίρουν δια την αγάπην Αυτής.

Αξιοθαύμαστον και ακατάληπτον πράγμα! Ζη εν τοις ουρανοίς και αδιαλείπτως θεωρεί την δόξαν του Θεού, αλλά δεν επιλανθάνεται και ημών των πενήτων, και δια της ευσπλαγχνίας Αυτής περιβάλλει όλην την γην και πάντας τους λαούς.

Και αυτήν την Άχραντον Μητέρα Αυτού ο Κύριος έδωκεν εις ημάς. Αύτη είναι η χαρά και η ελπίς ημών. Αύτη είναι η κατά πνεύμα Μήτηρ ημών, και είναι πλησίον εις ημάς κατά φύσιν ως άνθρωπος, και εκάστη χριστιανική ψυχή έλκεται προς Αυτήν εν αγάπη.
————————————————————————
πηγή: αρχιμ. Σοφρωνίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1995

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κοίμησις, Ταφή, Ανάστασις, Ανάληψις της Θεοτόκου.

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου 2016

Απομαγνωτοφωνημένη ομιλία του αρχιμ Αθανασίου Μυτιληναίου η οποία εκφωνήθη στις 14/08/1980 σε αγρυπνία της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Η θέσις, αγαπητοί μου, της Υπεραγίας Θεοτόκου, μέσα εις την ιστορία της σωτηρίας μας, είναι σημαντικοτάτη. Και τούτο διότι εστάθη το όργανον της σωτηρίας μας. Είναι εκείνη η οποία έδωσε τον εαυτόν της, να γίνει κλίμακα για να κατέλθει ο Θεός στη γη, και ταυτοχρόνως γίνεται κλίμακα για να ανέλθει ολόκληρη η ανθρωπότητα στον ουρανό.

Έτσι ο Θεός δια της Θεοτόκου, γίνεται άνθρωπος και οι άνθρωποι δια της Θεοτόκου γίνονται θεοί. Να λοιπόν ότι η θέσις της υπεραγίας Θεοτόκου, είναι σημαντικοτάτη εις την ιστορία της σωτηρίας. Εις εκείνο το θαυμαστό όραμα του Ιακώβ με την κλίμακα που εστηρίζετο ο Θεός εις την κορυφήν, η κλίμακα αυτή δεν προϋποθέτει μόνον, την κάθοδον του Θεού, αλλά και την άνοδο του Ιακώβ, δηλαδή την άνοδο των ανθρώπων.

Έτσι αγαπητοί μου, η Θεοτόκος κατέχει κεντρικοτάτη θέση μέσα στην σωτηρίαν μας και συνεπως και στην λατρεία μας. Ολόκληρος ο Άυγουστος είναι αφιερωμένος εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Σημειώσατε ότι δεν έχουμε λίγες Θεομητορικές εορτές μέσα εις τον λειτουργικόν χρόνον.

Αλλά την κορυφή των Θεομητορικών εορτών την κατέχει εορτή της Κοίμησις της Θεοτόκου, αυτή που εορτάζουμε στις 15 Αυγούστου. Είναι μια εορτή κατά την οποία εορτάζουμε την Κοίμηση, την ταφή, την Ανάσταση και την Μετάσταση της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά στοιχεία. Όταν ρίξουμε μια ματιά στην ορθόδοξο εικονογραφία μας, θα δούμε κατά έναν θαυμαστό τρόπο να ιστορούνται αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά. Βεβαίως αφότου άρχισαν οι αιρέσεις, πότε να στρέφονται εναντίον του προσώπου του Κυρίου μας Ιησού, πότε εναντίον της Θεοτόκου, η Εκκλησίας μας επαγίωσε πλέον μέσα στις εικόνες, που μας προσφέρει για να διδαχθούμε το δόγμα όσο και για να τιμήσουμε τα πρόσωπα αυτά, τον Κύριον Ιησούν και την Υπεραγία Θεοτόκο, οι εικόνες εφεξής έχουν πλέον όχι μόνον ιστορικόν χαρακτήρα, ιστορική διάσταση αλλά και δογματική διάσταση.

Έτσι βλέποντας την εικόνα της Κοιμήσεως, βλέπουμε τα εξής: Την Υπεραγίαν Θεοτόκον νεκράν επάνω εις ένα κρεβάτι. Γύρω της είναι οι Απόστολοι. Σε μια θεία δόξα που δεν ανήκει στον παρόντα κόσμο, γι’ αυτό και οι αγιογράφοι, αγιογραφούν αυτό το σημείον κατά έναν τρόπο που να δίδεται η εντύπωσις ότι πρόκειται για κάτι το εξωκοσμικόν, βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός. Κρατάει στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του, της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία οι αγιογράφοι πάρουσιάζουν ως ένα νήπιο.

Με αυτό το νήπιο θέλουν να δείξουν την ψυχή της Παναγίας. Άγγελοι δορυφορούν τον Χριστόν μέσα στην θεία Του δόξα, που κρατά στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του. Αυτό αποτελεί τον ουρανόν.

Κάτω εις την γην οι Απόστολοι, κλαίουν, αλλά το κλάμα τους είναι συγκρατημένο. Είναι ένα κλάμα λύπης, γιατί έχασαν την μητέρα του Κυρίου τους, αλλά και χαράς διότι είναι ο πρώτος άνθρωπος, αληθινά άνθρωπος, όχι θεάνθρωπος ο οποίος ανέρχεται δεδοξασμένος στον ουρανό.

Αυτά βλέπουμε αγαπητοί μου την εικονογραφία της Κοιμήσεως. Αλλά πώς έχουν τα πράγματα έτσι, και πως βρέθηκαν οι Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, αφού κατά την παράδοση η Θεοτόκος εκεί εκοιμήθη.

Έλαβε ειδοποίησιν από τον Υιόν της, ότι θα απέλθει μέσα εις τρεις ημέρες. Σημειώσατε ότι αυτά που σας λέγω, δεν τα αναφέρει η Αγία Γραφή, αλλά τα αναφέρουν Πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Μόδεστος Ιεροσολύμων, ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο άγιος Γερμανός αρχιεπίσκοπος Κων/πολεως, και άλλοι οι οποίοι όχι απλώς τα σημείωνουν αλλά πλέκουν και το εγκώμιον εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον.

Εγκώμια αγαπητοί, τα οποία είναι με βάθος μεγάλο θεολογικό. Εκοιμήθη η Θεοτόκος την τρίτη ημέραν και τότε το Πνεύμα του Θεού ήρπασε τους Αποστόλους, που ευρίσκοντο στα διάφορα σημεία της οικουμένης κηρύσσοντες τον λόγο του Θεού και ευρέθησαν όλοι εις τα Ιεροσόλυμα.

Μέσα εις την παράκλησιν τι λέμε; Ειδικά εις εκείνο το εξαποστειλάριο το οποίο ψάλλουμε ειδικά τον δεκαπενταύγουστο: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε», δηλαδή, ω! Απόστολοι που ήρθατε από τα πέρατα της οικουμένης και ήρθατε εδώ εις τα Ιεροσόλυμα, «κηδεύσατέ μου το σώμα, εν χωρίω Γεθσημανή», δηλαδή, εις τον τόπον της Γεθσημανής, κηδεύσατέ μου το σώμα. Πλην του Θωμά.

Ο Θεός οικονομησε ο Θωμάς να μην είναι παρών, ο οποίος έφτασε τρεις ημέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου. Αλλά όταν ο Θωμάς έφτασε, ελυπήθη πάρα πολύ, διότι δεν ήταν παρών δια να ίδει δια τελευταία φορά την μητέρα του Κυρίου Του και διδασκάλου Του. Γι’ αυτό επήγαν εις τον τάφον, να τον ανοίξουν και να Την προσκυνήσει.

Αλλά τότε παρατηρήθη το εξής: ο μεν τάφος δεν είχε το σώμα αλλά είχε μόνο τα άμφια, τον ιματισμόν δηλαδή της Θεοτόκου και επίσης ήταν γεμάτος από ευωδία καταπληκτική. Τότε κατενόησαν οι απόστολοι ότι η Υπεραγία Θεοτόκος ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν.

Πράγματι έχουμε την Κοίμησιν, την Ταφήν, την Ανάστασιν και την Μετάστασιν δηλ. την Ανάληψιν εις τους ουρανούς. Αυτό έχει πάρα πολύ σημασία και θεολογική αξία διότι η Υπεραγία Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος, όπως λέγει σε ένα εγκώμιό του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος μετά του σώματος θεούται και ανέρχεται στην βασιλεία του Θεού, προ της τελικής κρίσεως.

Διότι ουδείς έχει εισέλθει ακόμη εις την βασιλεία του Θεού παρά μόνο ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού. Κανένας άνθρωπος δεν υπάρχει εις την βασιλεία του Θεού. Ούτε ο ληστής. Ο ληστής βρίσκεται στον παράδεισον. Και ο παράδεισος είναι ο τόπος των ψυχών που αναμένουν την ανάστασιν των νεκρών.

Δεν είναι λοιπόν ούτε ο ληστής, δεν είναι ούτε ο απόστολος Πέτρος, ούτε ο απόστολος Παύλος, ούτε ο προφήτης Ηλίας, ο οποίος δεν εδοκίμασε θάνατον και θα επανέλθει εις την γην. Κανείς δεν έχει εισέλθει εις την βασιλείαν του Θεού, πλην της Θεοτόκου. Και εισήλθε με το σώμα της, όπως ακριβώς εισήλθε και ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός της.

Ήταν δυνατό ποτέ η Μητέρα της Ζωής να ίδει φθοράν, να ίδει διαφθοράν; Όπως ο Ιησούς Χριστός, ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού απέθανεν και ετάφη αλλά δεν είδε διαφθοράν, δηλ. δεν έλιωσε μέσα εις τον τάφον, αλλά ανεστήθη, έτσι έδωσε και την ανάσταση εις την μητέρα Του, από την οποία εδανείσθη την ανθρωπίνη φύση, όλη την ανθρωπίνη φύση, και το σώμα και την ψυχήν, και αυτά τα εθέωσε και τα ανέβασε εις αυτήν την Βασιλεία του Θεού. Αυτό για μας λέει πολλά πράγματα.

Η Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος που ανέρχεται εις την βασιλεία του Θεού και συνεπώς αποτελεί το πιο χαρούμενο γεγονός μετά από το Πάσχα. Και γι’ αυτό θεωρείται δεύτερο Πάσχα,κατά το οποίος εορτάζουμε, όχι απλώς την Κοίμηση, όπως θα εορτάζαμε την επέτειο του θανάτου ενός προσώπου, αφαλώς όχι με χαρά, αλλά το προβάδισμα ενός ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού.

Και γι’ αυτό, για μας είναι ένα Πάσχα, όχι κενόν περιεχομένου, αλλά ένα Πάσχα που έρχεται να μας δώσει την εγγύησιν, ότι πέρασε ένας άνθρωπος εκείνον τον χώρον που δεν θα μπορούσε ποτέ ανθρωπίνη φύσις να τον περάσει.

Γιατί Πάσχα σημαίνει διάβασις, κι όταν οι Εβραίοι πέρασαν την Ερυθρά θάλασσα, γιόρταζαν τυπικώς το αληθές Πάσχα, το οποίο είναι εκ του θανάτου εις την ζωήν, εκ του φθαρτού κόσμου εις την αφθαρσίαν και εκ του κτιστού κόσμου εις την βασιλείαν του Θεού. Ποιος θα μπορούσε να περάσει;

Βεβαίως ο Χριστός. Αλλά από πίσω του έρχεται ο πρώτος άνθρωπος. Έτσι, δεν είναι υπερβολή να πούμε, ό,τι θα λέγαμε για τον Ιησούν Χριστόν το ίδιο θα λέγαμε και για την Υπεραγίαν Θεοτόκον.
Αγαπητοί μου για μας είναι μεγάλη ελπίδα η Υπεραγία Θεοτόκος. Είναι πολύ μεγάλη ελπίδα. Γι’ αυτό ο λαός μας την αγαπά πολύ. Βλέπετε ότι δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει την εικόνα της Παναγίας.

Δεν υπάρχει χωριό, πόλη που να μην έχει έστω ένα εκκλησάκι ή παρεκκλησι αφιερωμένο στην Υπεραγία Θεοτόκο. Αν θα ‘πρεπε να καταγράψομε πόσες εκκλησιές της Παναγίας υπάρχουν σ’ όλη την Ελλάδα, για να μιλήσουμε μόνο για τον ελληνικόν χώρον και όχι για όλον τον ορθόδοξον χώρον, θα βλέπαμε ότι οι εκκλησίες που υπάρχουν προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι πάρα πολλές.
Σε μια ανάγκη μας, την Παναγία φωνάζουμε. Είναι δε τόσο ζυμωμένο αυτό με την ύπαρξή μας, με το κύτταρο μας, έτσι ώστε όπως λέμε «μάνα μου» σ’ έναν κίνδυνο, έτσι φωνάζουμε αυθορμήτως, χωρίς να δουλέψει το μυαλό μας, θα έλεγα από μέσα από τα έγκατά μας, φωνάζουμε «Παναγιά μου». Μέσα μας, μέσα στα βιώματά μας, υπάρχει το πρόσωπό της.

Κι αυτό δείχνει ότι ο ορθόδοξος κόσμος αγαπά και τιμά, την Υπεραγία Θεοτόκο. Την θεωρούμε ότι είναι το εργαστήριο της σωτηρίας μας. Την θεωρούμε ότι είναι η πόλις του μεγάλου βασιλέως. Δεν είναι απλώς η επίγειος Ιερουσαλήμ αλλά είναι η αιωνία Ιερουσαλήμ.

Είναι η δωδεκάτειχος πόλις που έχει τα δώδεκα τείχη, που είναι οι Απόστολοι, και αυτή είναι η πόλις που έχει κάτοικό της τον Υιόν της, τον Ιησούν Χριστόν. Ο πρώτος πολίτης, αλλά και εμείς αγαπητοί, καλούμεθα να γίνουμε πολίτες αυτής της πόλης.

Αλλά κατοικώ την πόλιν, κατοικώ την Θεοτόκον. Μπαίνω μέσα εις την ζωήν της Θεοτόκου και αυτό μέσα εις ένα εγκώμιόν του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει τα εξής: Ελάτε όλοι νοερά να συνεκδημήσουμε μ’ εκείνη η οποία έχει συνεκδημήσει. Ελάτε όλοι να φύγουμε μαζί μ’ εκείνη η οποία έφυγε από τον κόσμον αυτόν.

Όπως λέμε εις τους Χαιρετισμούς: «Ξένον τόκον ιδόντες ξενωθώμεν του κόσμου», δηλαδή, αφού είδαμε έναν παράξενον τόκον, τον Ιησούν Χριστόν, που Τον εγέννησε η Θεοτόκος, ότι δηλαδή είναι ο Εμμανουήλ, ο «μαζί μας ο Θεός», ας αποξενωθούμε από τον κόσμο, από τον αμαρτωλόν κόσμον, από την αμαρτίαν. Για να μπορέσουμε να βρεθούμε με τον τόκον της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Ήρθε, υπηρέτησε το έργο του Θεού, το μέγα σχέδιο του Θεού, υπηρέτησε το «σεσιγημένον μυστήριον χρόνοις αιωνίοις» κατά έναν θαυμαστόν τρόπον, και έγινεν η Κυρία των Ουρανών. Μαζί της λοιπόν, ας ανέβουμε νοερά. Ακόμα η ώρα μας δεν έχει έλθει να φύγουμε. Θα φύγωμε όμως.

Επειδή όταν θα φύγουμε θα ζητούν οι δαίμονες την ψυχήν μας, γι’ αυτός ας φύγωμε από τώρα, νοερώς. Κι εκείνος ο οποίος θα φύγει νοερώς μαζί της, όταν θα έρθει η ώρα της οριστικής αναχωρήσεως, τότε η Υπεραγία Θεοτόκος θα τον αναμένει στον ουρανόν και θα ίδει το πρόσωπό της.

Εκείνο το πρόσωπο το οποίο ευλαβούνται τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και υποκλίνονται μπροστά στης. Είναι εκείνη η οποία φοράει τον ήλιο, οπως μας αποκαλύπτει το βιβλίο της Αποκαλύψεως, και έχει κάτω από τα πόδια της την Σελήνη.

Που σημαίνει ότι φοράει την μονιμότητα, γιατί ο δίσκος του ηλίου είναι πάντοτε στρογγυλός, και έχει κάτω από τα πόδια της την διαρκώς αλλοιουμένη με τις φάσεις της σελήνη, σύμβολο του κόσμου που περνά, που ρέει, του κόσμου του μεταβαλλομένου.

Έτσι κι εμείς αγαπητοί, ας βάλουμε κάτω από τα πόδια μας την σελήνη του κόσμου τούτου, τον μεταβαλλόμενον κόσμον και ας μένουμε μέσα εις την μονιμότητα του θείου φωτός, της θείας δόξης, μέσα εις την οποία εισήλθε η Υπεραγία Θεοτόκος και μας αναμένει.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι θα πει ότι η Παναγία είναι αειπάρθενος;

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου 2016

Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει για τη μητέρα του Μεσσία και λέγει ότι θα είναι Παρθένος: «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί…» (7, 14). Στον προφήτη Ιεζεκιήλ (44, 1-2) προφητεύεται η αειπαρθενία της Παναγίας με την εικόνα της «κεκλεισμένης πύλης», από την οποία διέρχεται μόνον ο Κύριος, χωρίς αυτή να ανοιχθεί.
Για το αειπάρθενο της Παναγίας στις αγιογραφίες της οι ζωγράφοι ζωγραφίζουν τρία αστέρια. Στο μέτωπο και στις δύο πλάτες. Τα τρία αστέρια συμβολίζουν την αειπαρθενία της Μαριάμ πριν, κατά και μετά τη γέννηση του Χριστού.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει ότι η Παρθένος Μαριάμ είναι αειπάρθενος. Ήταν δηλαδή παρθένος πριν, κατά και μετά τη γέννηση του Μεσσία. Το Χριστό Τον γέννησε παρθένος γυναίκα, για να φανερωθεί ότι ο Χριστός δε θα είναι συνηθισμένος άνθρωπος, γεννημένος από ανθρώπινη θέληση, αλλά γεννημένος από το θέλημα του Θεού. Στη γέννησή Του ο Χριστός γεννήθηκε με υπερφυσικό τρόπο, γιατί η Μαριάμ δεν πόνεσε, όπως η κάθε γυναίκα. Ο πόνος του τοκετού δεν υπήρχε στην Παναγία, γιατί η γέννηση του Χριστού ήταν εκτός της τιμωρίας των Πρωτοπλάστων. Μετά τη γέννηση του Χριστού η Παναγία αφιερώθηκε στο έργο της περίθαλψης του Χριστού και της προσευχής. Όλο το είναι της το κατέλαβε η αγάπη στον Υιό και Θεό της.
Από το βιβλίο «Νεανικές Αναζητήσεις – Α’ Τόμος: Ζητήματα πίστεως» (σελ.92), Αρχ. Μαξίμου Παναγιώτου, Ιερά Μονή Παναγίας Παραμυθίας Ρόδου

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θεομητορικά προσωνύμια των Παρακλητικών Κανόνων και η θεολογική τους ερμηνεία: Α-Ω

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου 2016

Το όνομα της αειπαρθένου Μαρίας, του ιεροτέρου ανθρωπίνου προσώπου της Ορθοδοξίας, συνοδεύεται από ένα μεγάλο αριθμό προσωνυμιών που της έχουν αποδοθεί.
Η Θεοτόκος κυρίως όμως αποκαλείται Παναγία.
Επίσης στον Μικρό και Μεγάλο Παρακλητικό κανόνα υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός θεοτοκωνυμίων, όπως φαίνεται στην αλφαβητική καταγραφή που δημοσιεύουμε:
Α.
Αγαθή
Αγαλλίαμα
Αγνή
Αειμακάριστος
Αειπάρθενος
Αντίληψις θερμή
Αντίληψις καταπονουμένων
Αντίληψις ταχεινή
Αντίληψις οξεία
Αντίληψις θλιβομένων
Απαλλαγή ασθενούντων
Αποτεκούσα Σωτήρα Χριστόν
Άσπιλος
Άχραντος.

B.
Βακτηρία τυφλών
Βοήθεια ταχινή
Βοηθός ορφανών
Βοηθός εν ταις θλίψεσι
Βοηθός των προστρεχόντων εκ πίστεως
Γ.
Γαλήνη χειμαζομένων
Γεννήσασα ευφροσύνης τον Αίτιον
Γεννήσσασα φώς
Γλυκασμός των Αγγέλων

Δ.
Δεξαμένη της χαράς το πλήρωμα
Δέσποινα του κόσμου
Διαλύουσα όχλον πειρασμών
Διώκτης της ζάλης του βίου
Δόξα των Παρθένων
Δοχείον φωτός καθαρόν και άμωμον
Δύναμις αβοηθήτων
Ε.
Ειρήνη πολεμουμένων
Ελαύνουσα επήρειαν δαιμόνων
Ελπίς απηλπισμένων
Ελπίς των πιστών.
Ενδοξοτέρα των Σεραφείμ
Εξαφανίσασα αμαρτίας την λύπην
Επίσκεψις ασθενούντων
Ευφροσύνη εν ταις λύπαις.
Θ.
Θαύμα ακατανόητον
Θεογεννήτρια
Θεομακάριστος
Θεομήτωρ
Θεονύμφευτος
Θεόνυμφος
Θεοτόκος
Θησαυρός σωτηρίας
Θησαυρός αδαπάνητος.
Θρόνος ηλιοστάλακτος
Θύρα μετανοίας.

Ι.
Ιατρός νόσων
Κ.
Καθαρωτέρα λαμπηδόνων ηλιακών
Καθέδρα Βασιλέως
Καταφυγή
Καταφύγιο κόσμου
Καταφύγιο Χριστιανών
Καύχημα
Κεχαριτωμένη
Κλέος μητέρων
Κόρη
Κυήσασα (Χριστόν, Θεόν, Σωτήρα, Λυτήρα νόσων, εύσπλαχνον και Σωτήρα)

Λ.
Λαμπάς άσβεστος
Λιμήν εν ταις ζάλαις
Λοχεύτρια
Λυτρωσαμένη εκ της κατάρας
Λυχνία χρυσή.

Μ.
Μεσιτεία αμετάθετος
Μεσίτρια
Μεταβολή θλιβομένων
Μήτηρ (Δεσπότου Θεού,Θεού,Λόγου,Λυτρωτού,Θεού Υψίστου,Κυρίου)
Μητροπάρθενος.

O.
Οδηγήτρια
Όπλο σωτηρίας

Π.
Πάναγνος
Παναγία
Παναμώμητος
Πανάμωμος
Πανάχραντος
Πανύμνητος
Παράκλησις ξένων
Παράκλησις εν ταις Θλίψεσι
Παραμυθία
Παρθένος
Πηγή αφθαρσίας
Πηγή ελέους
Πλατυσμός εν ταις θλίψεσιν
Πόλις δωδεκάτειχος
Ποταμός ζωής
Πρεσβεία θερμή
Προστασία (ακαταίσχυντος, ανθρωπίνη, θερμή, πιστών, χριστιανών)
Προστατεύουσα (αεί, ταχέως)
Προστάτις (Χριστιανών, ζωής αδικουμένων, εν τοις πειρατηρίοις)
Πύργος χρυσοπλοκώτατος
Ποταμός ζωής
Πύλη Ευσπλαχνίας.
Ρ.
Ρύστις εν τοις κινδύνοις
Σ.
Σεμνή
Σκέπη κραταιά
Σκέπη θεία
Στάμνος (θεία και μανναδόχος)
Στήριγμα
Συντριμμός του θανάτου
Συμμαχία ασθενών
Σωτηρία ψυχών
Σωτηρία των προστρεχόντων εκ πίστεως.

Τ.
Τείχος (απροσμάχητον, ακράδαντον, απόρθητον, καταφυγής)
Τεκούσα (αδιαφθόρως, την αιωνίαν λύτρωσιν, την ειρήνην την πάντα νούν υπερέχουσα, το φώς, τον Κυβερνήτην)
Τετοκυία Φώς
Τιμιωτέρα Χερουβείμ
Τροφή πενομένων
Υ.
Υπεραγία
Υψηλοτέρα ουρανών

Φ.
Φρουρά ασφαλεστάτη
Φυσίζωος.
Χ.
Χαρά θλιβομένων
Χαρά εν ταις λύπαις
Ω.
Ωράϊσμα μητέρων
Θεολογική Ερμηνεία των Θεοτοκονυμίων
IVERON Theotokos, Athos
ΑΓΑΘΗ:
Ο ιερός υμνογράφος αποδίδει το θεοπρεπές αυτό κατηγόρημα στο Πρόσωπο της Θεοτόκου, σαν την κατά χάρη αγαθή,μετά τον κατά φύση αγαθό Θεό. Η Παναγία είναι κατά τους Αγίους της Εκκλησίας το τελειότερο δημιούργημα του Θεού, γι’αυτό και μπόρεσε να δανείσει σάρκα στον «Παντεχνήμονα Λόγο» του Θεού και Υιό της .
AΓΝΗ:
Αγνή σημαίνει καθαρή, άσπιλη, αμόλυντη. Ετυμολογικά η λέξη αγνός παράγεται από την λέξη άγος, με το οποίο χαρακτηρίζεται ό,τι αφιερώνεται στο θείο και επί προσώπων σημαίνει τον ηθικά καθαρό και άξιο του Θεού, εφ’όσον η λέξη χρησιμοποιείται για περιπτώσεις θείας τάξεως. Η Παναγία είναι η «Αγνή» και για την απόλυτη καθαρότητά της και για την ολοκληρωτική της αφιέρωση στο Θεό.
ΑΕΙΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ:
Σύνθετη λέξη από το επίρρημα «αεί» που σημαίνει «πάντοτε, αιώνια, δια παντός» και το επίθετο «μακαριστός», που παράγεται από το ρήμα μακαρίζω. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης διευκρινίζει ότι «μακαριότης εστί, περίληψις παντός αγαθού». Επομένως κατά κυριολεξία μακάριος είναι ο Θεός αλλά και κάθε ένας που κοινωνεί με το θείο. Η μέθεξη της μακαριότητας του Θεού πραγματοποιείται κατά το μέτρο της προσωπικής αγιότητας του ανθρώπου.
Η Θεοτόκος σαν «Αγία αγών μείζων» μετέχει της θείας μακαριότητας στον μεγαλύτερο βαθμό, επειδή δέχτηκε μέσα Της «πάν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς».
ΑΣΠΙΛΟΣ:
Σύνθετη λέξη: α+σπίλος (=κηλίδα).  Σημαίνει αυτή που είναι χωρίς σπίλο,η καθαρή, η ακηλίδωτη, η αμόλυντος Παρθένος Μαρία.
ΑΧΡΑΝΤΟΣ:
Σύνθετη λέξη: α+χραίνω (=μιαίνω). Άχραντος είναι η αμίαντος, η καθαρή Θεοτόκος.
ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ:
Η λέξη γλυκασμός παράγεται από το ρήμα γλυκάζω και σημαίνει γλυκύτητα. Τη λέξη αυτή χρησιμοποιούν οι Προφήτες Αμώς (Aμ..θ,13) και Ιωήλ (Ιωήλ δ,18) για να περιγράψουν την γλυκύτητα που θα ρέει και θα ευφραίνει κάθε κτιστή ύπαρξη κατά την ημέρα Κυρίου, δηλαδή κατά τον καιρό και τον χρόνο που ο Θεός θα συντρίψει ολοσχερώς το κακό. Η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται ως «γλυκασμός των αγγέλων», διότι με την σάρκωση του Θεού-Λόγου στη θεοδόχο γαστέρα Της, κατά κοινή και σύμφωνη γνώμη των Αγίων και αυτή η αόρατη κτίση δηλ.τα αγγελικά τάγματα απέλαβαν την ύψιστη δωρεά και χάρη από τον Θεό. Ενώ μέχρι τότε ήταν δύστρεπτα αλλά όχι και άτεπτα προς το κακό, κατέστησαν πλέον ακίνητα προς αυτό. Έγινε λοιπόν η Αειπάρθενος και για τους Αγίους Αγγέλους η αιτία ανείπωτης γλυκύτητας για την δωρεά του Θεού προς αυτούς, πού έρρευσε από τα παρθενικά Της σπλάχνα.( Ιγνάτιος Θεοφόρος –Ιωάννης Δαμασκηνός P.G.94,872)
ΔΕΣΠΟΙΝΑ:
Σημαίνει την Κυρία, την Ηγεμονίδα, την Βασίλισσα. Και τούτο επειδή:
-αναδείχθηκε Νύμφη Ανύμφευτη του Παντάνακτος Θεού. Νύμφη «εφ΄όσον συνέλαβε και εγέννησε ,πράγμα που προυποθέτει «γάμο» και Ανύμφευτος, εφ’ όσον η σύλληψις του Υιού Της έγινε όχι φυσικώς αλλά εκ Πνεύματος Αγίου»
-αξιώθηκε να καταστεί Μητέρα του Παμβασιλέως Χριστού.
-υψώθηκε στην ύψιστη αξία και τιμή από κάθε άλλο κτίσμα της ορατής και της αόρατης κτίσης, γιατί υποτάχθηκε απόλυτα στη βουλή του Θεού και μετείχε κατά μοναδικό τρόπο στο μαρτύριο της απόλυτης ταπείνωσης του Υιού Της για την σωτηρία του κόσμου.
ΕΝΔΟΞΟΤΕΡΑ ΤΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ:
Τα Σεραφείμ είναι το τάγμα των αγγελικών Δυνάμεων ,που ο Προφήτης Ησαίας είδε γύρω από το θρόνο του Θεού να ψάλλει «μετά φόβου και τρόμου τον Τρισάγιο ύμνο «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ…». Σύμφωνα με τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τα Σεραφείμ είναι ιεραρχικά ο πρώτος αγγελικός χορός. Το όνομά τους σημαίνει «τα φλογερά,τα πύρινα» (Ησ. στ, 1-3)
Η Θεοτόκος είναι ενδοξοτέρα των Σεραφείμ και κατά την φήμη («από του νύν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί») και κατά την μετοχή της στη θεία δόξα,όπως παρατηρεί ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. «Είδες διαφορά της στάσεως. Μάθε από αυτήν και τη διαφορά της θέσεως.Πραγματικά γύρω από το Θεό είναι τα Σεραφείμ, πλησίον δε δίπλα σ΄αυτόν τον ίδιο μόνη η παμβασιλίς, η οποία θαυμάζεται και εγκωμιάζεται από τον ίδιο το Θεό, που είναι σαν να την ανακηρύττει προς τις γύρω του δυνάμεις και να λέγει σύμφωνα με το γραμμένο στο Άσμα Ασμάτων, «πόση καλή είναι η πλησίον μου»;  Είναι φαιδρότερη από το φώς, περισσότερο ανθισμένη από τον Παράδεισο, καλλίτερα στολισμένη από όλο τον κόσμο, ορατό και αόρατο.» (Ομιλία ΝΕ,34-ΕΠΕ)
ΛΟΧΕΥΤΡΙΑ:
Λοχεύτρια είναι η λεχώ,η γυναίκα μετά τον τοκετό, η μητέρα.
Η Παναγία επονομάζεται ως «Θεού λοχεύτρια», επειδή είναι αληθινά Θεοτόκος, Θεομήτωρ. Με το επώνύμιο αυτό τονίζεται ότι πραγματικά ο Θεός «σάρξ εγένετο» εκ της Αειπαρθένου Μαρίας, πέρα από κάθε φαντασία. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατ’αναλογία προς την άσπορο σύλληψη του Κυρίου στην θεοδόχο μήτρα της Παρθένου και την άφθορη κύηση, εφ’όσον ετηρήθησαν «σώα τα σήμαντρα» της παρθενίας Της, και η λοχεία της Θεοτόκου υπήρξε αλόχευτος (οθ΄Κανόνας της ΣΤ Οικ. Συνόδου).
panagiaspros2
ΘΕΟΝΥΜΦΟΣ – ΘΕΟΝΥΜΦΕΥΤΟΣ:
Η Θεοτόκος είναι νύμφη του Θεού αλλά και αυτή που νυμφεύθηκε τον Θεό. Ο Θεός αποκαλύπτεται στην Αγία Γραφή σαν Νυμφίος, που ζητά από την νύμφη (δηλ.τον λαό του) πιστότητα και αποκλειστικότητα.
Η Θεοτόκος ,σαν αειπάρθενος, κατακύρωσε την πλήρη αφιέρωσή της στον Θεό και πραγματοποίησε στον ύψιστο βαθμό τον σκοπό της ορατής και αόρατης δημιουργίας, που είναι η θέωση.
ΘΡΟΝΟΣ ΠΥΡΙΜΟΡΦΟΣ:
Η φωτιά χρησιμοποιείται πολύ συχνά στην Παλαιά Διαθήκη σαν έκφραση της αγιότητας του Θεού και της δόξας Του. Στο βιβλίο του Δανιήλ ο Προφήτης βλέπει τον Άναρχο Θεό («Παλαιός των Ημερών») να κλάθεται θρόνο και «ο θρόνος ωσεί φλόξ πυρός». Αυτή το θαυμαστό όραμα έχει στον νούν του ο υμνογράφος, όταν αποκαλεί την Θεοτόκο «θρόνο πυρίμορφο», διότι πραγματικά υπήρξε ο έμψχος και αληθινός θρόνος του Θεού, εφ’ όσον μέσα Της σαρκώθηκε ο Υιός και Λόγος του Θεού, στον οποίο κατοικεί σωματικά όλο το πλήρωμα της Αγίας Τριάδος. (Κολ. β,9)
ΘΡΟΝΟΣ ΗΛΙΟΣΤΑΛΑΚΤΟΣ:
Πρόκειται για επωνύμιο της Θεοτόκου, στο οποίο δεν κυριαρχεί η φωτιά αλλά το φώς. Οι βιβλικές ρίζες του χαρακτηρισμού αυτού βρίσκονται στην θαυμαστή όραση του Προφήτη Ησαία, όπου είδε τον Θεό να κάθεται σε θρόνο «εκπάλγου δόξης», καθώς και στον ψαλμό πη στιχ.37, που αναφέρεται στην Βασιλεία του Δαβίδ η οποία διαιωνίζεται με τον Ιησού Χριστό. «Και ο θρόνος αυτού ως ο ήλιος». Η Θεοτόκος είναι θρόνος ηλιοστάλακτος του Θεού, γιατί αναπαύεται πλήρως πάνω Της η Θεότητα. Έτσι το πλήθος των θείων χαρισμάτων της σαν ηλιακές ακτίνες λαμπρύνουν υπερκοσμίως την πάνσεπτη μορφή Της και μέσω Αυτής διαχέονται στην ορατή και στην αόρατη κτίση.
Καθέδρα σημαίνει θρόνος. Η Παναγία είναι η καθέδρα πάνω στην οποία «κάθησε η Θεότητα», με την Ενσάρκωση του Χριστού και επιτέλεσε το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου. «Όπου δε κάθηται ο βασιλεύς ,εκεί ο θρόνος ίσταται» (Άγ.Γρηγόριος Παλαμάς, Ομιλία ΝΓ 24, ΕΠΕ)
ΛΑΜΠΑΣ:
Η λαμπάδα σαν σύμβολο είναι συνώνυμη με την έννοια του φωτός. Οι βιβλικές ρίζες του επωνυμίου πρέπει να αναζητηθούν στα προφητικά λόγια του Ησαία. «Για την Σιών πλέον δεν θα σιωπήσω και για την Ιερουσαλήμ δεν θα κρατηθώ, έως ότου η δικαιοσύνη μου λάμψει σαν φώς και η σωτηρία που θα της παράσχω θα ανάψει και θα φωτίσει σαν λαμπάδα.» (ξβ 1).»
Ο χαρακτηρισμός αυτός αποδιδόμενος στην Υπεραγία Θεοτόκο ερμηνεύεται ως εξής.
-Η Θεοτόκος υπήρξε λαμπάδα πάνω στην οποία με την σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού άναψε το άυλο και ανέσπερο φώς της θεότητας, «το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον»
-Η Θεοτόκος με την παναγία ζωή Της, σαν το πλέον εξαίρετο «τέκνο φωτός» σ΄ολόκληρη την λογική δημιουργία αποτελεί το απόλυτο το απόλυτο παράδειγμα της κατά Θεόν ζωής. Είναι το φως που δείχνει το δρόμο της σωτηρίας στον άνθρωπο, για να τον αναδείξει κάτοικο της Νέας Ιερουσαλήμ, της Βασιλείας του Θεού.
ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΘΕΡΜΗ:
Πρέσβυς είναι αυτός που αποστέλλεται για να διαμεσολαβήσει μεταξύ δύο πλευρών και να εξασφαλίσει τα άριστα.Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει πως η Θεοτόκος «έλαβε την σοφία από τον Υιόν, ως Μήτηρ αυτού,δια να ηξεύρη να φιλιώνη τον ουρανόν με την γήν και τον Θεόν με τον άνθρωπο».Η έννοια της πρεσβείας είναι συνώνυμη με αυτή της μεσιτείας ,με την παρατήρηση ότι η δεύτερη είναι θεολογικά ισχυρότερη.
Στο κάθισμα εξαίρεται το μεσιτικό έργο της Δέσποινας του κόσμου και ιδιαίτερα η βοηθητική παρέμβασή της στη ζωή των πιστών τέκνων της ,που μαστίζουν η θλίψη και η κακοπάθεια της ζωής.
Η Θεοτόκος τιμάται σαν θερμή προσευχή προς τον Υιό της για την σωτηρία των μελών της Αγίας Εκκλησίας του. Είναι τείχος προστατευτικό των πνευματικών τέκνων της, που δεν μπορούν να διαλύσουν οι επιθέσεις των δαιμονικών δυνάμεων και των εχθρών της πίστεως. Είναι πηγή, από την οποία αναβλύζει αγάπη και έλεος για τους πιστούς. Είναι το καταφύγιο του κόσμου, όπου προστρέχουν οι πιστοί, για να βρούν αναψυχή και σωτηρία στον δύσκλο αγώνα κατά της αμαρτίας. Είναι τέλος η ταχέως προστατεύουσα, η γοργοεπήκοος, πουακούει γρήγορα τις προσευχές που της απευθύνονται και άμεσα σπεύδει να προστατέψει τους πιστούς από κάθε κίνδυνο που τους περιβάλλει και απειλεί να τους καταστρέψει.
ΠΑΝΑΓΝΟΣ:
Σύνθετη λέξη από τα επίθετα πάν + αγνός. Χαρακτηρίζεται έτσι με ιδιαίτερη έμφαση η απόλυτη καθαρότητα της Θεοτόκου και η ολοκληρωτική αφιέρωσή της στον Θεό.
ΤΙΜΙΩΤΕΡΑ ΤΩΝ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ:
Η λέξη Χερουβείμ ερμηνεύεται σαν «ο ευλογών, ο μεσάζων, ο προσευχόμενος». Τα Χερουβείμ, είναι ένα από τα εννέα αγγελικά τάγματα. Μνημονεύονται στην Αγία Γραφή σαν παραστάτες Θεού και διάκονοι του θελήματός Του. Ο Θεός μνημονεύεται ως «ο καθήμενος επί των Χερουβείμ». Την ασύλληπτη αυτή αξία και τιμή των Χερουβείμ ,μόνη η Θεοτόκος έχει ξεπεράσει, εφ΄όσον ο Θεός δανείστηκε σάρκα από τα αγνά αίματά της για να σκηνώσε σωματικά «πάν πλήρωμα της θεότητας».
ΥΨΗΛΟΤΕΡΑ ΟΥΡΑΝΩΝ:
Με την λέξη ουρανοί στους ύμνους των Παρακλητικών Κανόνων χαρακτηρίζεται η ορατή και η αόρατη κτίση. Η Θεοτόκος, επειδή βρίσκεται στο σύνορο της κτιστής και της ακτίστου φύσεως, είναι υψηλοτέρα των ουρανών, δηλ. ανθρώπων και αγγέλων και ευθύς μετά τον Θεό.
ΦΥΣΙΖΩΟΣ:
Πρόκειται για σύνθετη λέξη: φύω+ζωή. Φυσίζωος είναι αυτός που παράγει και δωρίζει τη ζωή.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Εκκλησιαστική Παράδοση για την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου 2016

Του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Δανιήλ

Κατά τόν 4ο καί 5ο αἰῶνα μ.Χ. ἔχουν διαμορφωθεῖ δύο παραδόσεις περί τοῦ τόπου τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου, ἡ ἱεροσολυμιτική (Dormitio hierosolymitiana) καί ἡ ἐφεσιανὴ (Dormitio ephesiana). Ἡ ἱεροσολυμιτική εἶναι ἡ ἀρχαιοτέρα καί ἡ ἱστορική παράδοση.

Ἡ ἐφεσιανή προέκυψε ἀπό τά ἀπόκρυφα πού μόνον αὐτὰ διϊσχυρίζονται, ὅτι ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὅταν μετέβη στήν Ἔφεσο ἔφερε μαζί του καί τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Κατά τήν ἱεροσολυμιτική παράδοση ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης μετέβη στήν Ἔφεσο μετά τόν θάνατο τῆς Θεοτόκου.

Κατά τήν ἱεροσολυμιτική παράδοση «ταύτην γάρ (δηλ. τήν Σιών) εἶχεν ἡ Θεομήτωρ ἐπί γῆς ἐνδιαίτημα» (Ἀνδρέου ἐπίσκοπου Κρήτης, Λόγος εἰς τήν Κοίμησιν Migne Ε.Π. 97, 1064).

Μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ Θεοτόκος ἔζησε ἀκόμη μερικά ἔτη πάντοτε στόν κύκλο τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ καί ὑπό τήν ἰδιαίτερη φροντίδα καί προστασία τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. Πόσα ἀκριβῶς ἔτη ἔζησε μετά τήν Ἀνάληψη, δέν δύναται νά λεχθεῖ.

Κατά τινα τῶν ἀποκρύφων ἔζησε μόνον δύο ἔτη. Κατ’ ἄλλα πάλι 22. Ὁ χρονογράφος Ἱππόλυτος ὁ Θηβαῖος (7ος αἰώνας μ.Χ.) λέγει, ὅτι ἡ Θεοτόκος ἔζησε ἀκόμη 11 ἔτη καί ὅτι ἀπέθανε σέ ἡλικία 59 ἐτῶν. (Τεμάχια ἐκ τοῦ χρονολογικοῦ συντάγματος Ἰππολύτου τοῦ Θηβαίου περὶ τοῦ

Χριστοῦ, τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἀποστόλων κ.τ.λ. Migne Ε.Π. 117, 1029 καὶ ἑξῆς). Ἐξ ὅσων πάλι σχετικῶς λέγει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης, ὅτι «πρός ἔσχατον καταντήσασαν γήρας, μεταστῆναι τῶν τῆδε» φαίνεται ὡς μᾶλλον ὀρθότερη ἡ γνώμη τοῦ Ἱππολύτου τοῦ Θηβαίου.

Κατά πληροφορία ἀπό τό Ἐγκώμιο στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου (Migne Ε.Π. 99, 742Β΄) τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (826 μ.Χ.), πού προέρχεται ἀπὸ τήν ἴδια ὡς ἄνω παραδόση, ἡ Θεοτόκος προαισθάνθηκε τήν ὥρα τοῦ θανάτου Της καί προσευχήθηκε στόν Υἱό Της Ἰησοῦ καί παρακάλεσε Αὐτόν, νά παρευρεθοῦν κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου Της οἱ στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου διασκορπισμένοι Μαθητές τοῦ Ἰησοῦ, «οἱ λειτουργήσοντες τά ἐντάφια» Αὐτῆς.

Δέν εἶχε τελειώσει ἀκόμη ἡ προσευχή καί ἰδού καταφθάνουν ὅλοι «οἱ θεμέλιοι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἄρχοντες τῆς οἰκουμένης, οἱ θαυμαστοί ὑπηρέται, τῆς ἐμῆς κηδείας ἐπιβαίνοντες νεφέλης».

Πρός τούς ἐκπλησσομένους γιά αὐτὰ λέγει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης «καί θαυμαστόν οὐδέν, εἰ τό ἐξᾶραν Ἠλίαν πνεῦμα ποτέ καί διφρηλάτην οὐρανοῦ πυρφόρον ἀναλαβόν ἄρτι, τότε κἀκείνους ἐξαπίνης συνήγαγε διά νεφέλης ἐν πνεύματι. Ράστα γάρ τά πάντα τῷ Θεῷ καθώς ἐν τῷ Ἀββακούμ καί τῷ Δανιήλ ἔγνωμεν».

Κατά τόν ἴδιο Πατέρα ἅγιο Ἀνδρέα τόν Κρήτης «παρῆν ἅπας σχεδόν τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων ὁ θίασος», «τῶν θεοφόρων ὁ στόλος» καί ὡς ἀλλαχοῦ ὅτι, ἦτο μεταξύ αὐτῶν «…καί αὐτός ὁ Παῦλος σύν Τιμοθέῳ καί Ἱεροθέῳ».

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρει στίς τρεῖς ὁμιλίες του στήν Κοίμηση, ὅτι συμπαρέστησαν καί οἱ Πατριάρχαι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀκόμη δέ καί αὐτοί οἱ Πρωτόπλαστοι Ἀδάμ καί Εὔα.

Σ’ αὐτές ἐκθέτει τήν ἀρχαιοτέρα παράδοση τῆς Ἐκκλησίας σέ πληρέστατη μορφή (Migne Ε.Π. 96 700 καί ἑξῆς καί Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ», ἔκδοσις Εὐαγοῦς Ἱδρύματος «Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος», Ἀθῆναι 1970).

Τά κατά τόν θάνατο τῆς Θεοτόκου θαυμαστά συμβάντα εἶναι κατά τόν πρύτανι τῶν θεολόγων Πατέρων τά ἑξῆς : «Ἡ ἐπί τῶν νεφελῶν συνέλευση τῶν ἀποστόλων, ἡ ἐξύμνηση τῆς θνησκούσης, οἱ ἀποχαιρετιστήριοι λόγοι της, ἡ ὑποδοχή τῆς ψυχῆς Της ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ἐνταφιασμός τοῦ σώματος ἀπό τούς Ἀποστόλους, τό ἐπεισόδειο μετά τοῦ ἀσεβοῦς Ἰουδαίου πού ἐπιχείρησε νά ἀνατρέψει τό ἱερό σκῆνος, ἡ ἀπαγωγή τοῦ σώματος ἀπό τούς Ἀγγέλους μετά τήν τριήμερη παραμονή στόν τάφο, ἡ ὑποδοχή τοῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πού ἐμφανίζεται ἀνάμεσα σέ νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ».

Ἡ Θεοτόκος, συνεχίζει ἡ παράδοση, ἑτοιμασθεῖσα καθ’ ὅλα «καί σχηματισθεῖσα ἐπί τῆς κλίνης παρέθετο τήν Ἁγίαν Αὐτῆς ψυχήν».

Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης περιγράφει μέ τά ἑξῆς τήν στιγμή τοῦ θανάτου τῆς Θεοτόκου· «προύκειτο γοῦν ἐν μέσῳ τό τρίπηχυ καί φωτοειδές ἐκεῖνο τῆς Θεοτόκου σῶμα, λάμπον εἰς κάλλος καί ὡραιότητα κύκλωθεν δέ ἅπας ὁ τῶν Ἀποστόλων χορός».

Ὁ συγγραφέας τῶν Ἀρεοπαγητικῶν ἔργων συνεχίζει τήν περιγραφή τῆς κηδείας τῆς Θεοτόκου (Περί τῶν θείων ὀνομάτων κεφ. 3 Migne E.Π. 3, 681) λέγοντας ὅτι «…Εἶτα ἐδόκει μετά τήν θέαν τοῦ ζωαρχικοῦ καί θεοδόχου σώματος ὑμνῆσαι τούς ἱεράρχας ἅπαντας ὡς ἱκανός ἦν ἕκαστος, τήν ἀπειροδύναμον ἀγαθότητα τῆς θεαρχικῆς ἀσθενείας» («τήν ἑκούσιον δηλονότι τοῦ Θεοῦ ἄχρι σαρκός χωρίς ἁμαρτίας συγκατάβασιν», ἑρμηνεύει ὁ Παχυμέρης).

Κατά τήν ὑμνωδία διεκρίθη ὁ «Μέγας Ἱερόθεος», ὅστις «ὤν ὥσπερ ἔκδημος ἐκ τοῦ σώματος, ὅλως ἐξιστάμενος ἑαυτοῦ ἐν τοῖς ὕμνοις, καί πάσχων τήν πρός τά ὑμνούμενα κοινωνίαν, παρά πάντων καί τῶν γνωρίμων καί τῶν μή γνωρίμων θεόληπτος ἐκρίνετο».

Ἐνῶ ἀκόμη ὁ χορός τῶν Ἀποστόλων ἔψαλε καί ὑμνοῦσε τήν Θεοτόκο «ἰδού παρεγένετο καί ὁ Κύριος μετά δόξης ἰσχύος αὐτοῦ καί πάσης στρατιᾶς οὐρανοῦ», λέγει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης (Migne Ε.Π. 99, 728 Β΄), καί παραλαμβάνει τήν ψυχή τῆς Θεοτόκου, τήν ὁποία καί παραδίδει στόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ.

Μέ τή παράδοση αὐτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου συνδέεται στενότατα καί ἀπό τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς της καί ἡ περί μεταστάσεως τοῦ σώματος τῆς Θεοτόκου ἄλλη παράδοση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ταφή τοῦ παναχράντου σώματος τῆς Θεοτόκου ἔγινε τήν ἑπομένη τοῦ θανάτου Της.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γνωρίζει τήν παράδοσι ἐκείνη, κατά τήν ὁποία τήν ὥρα τῆς ἐκφορᾶς ἕνας Ἰουδαῖος ἐπεχείρησε νά ἐπιτεθεῖ κατά τῆς σοροῦ, ἀλλ’ εὐθύς κόπηκαν καί τά δύο χέρια του.

Ἡ πληροφορία αὐτή ἴσως νά ἔχει καί μόνον συμβολικό χαρακτῆρα, θέλουσα νά δηλώσει τήν ἔναντι τοῦ χριστιανισμοῦ ἀσέβεια καί ἐχθρική στάση τῶν Ἰουδαίων καί τήν τιμωρία τους γι’ αὐτά. Τό πανάχραντο σῶμα τῆς Θεομήτορος, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἔμεινε ἐπί τριήμερο στόν τάφο, ἐκεῖ κατῆλθε καί τό παρέλαβε ὁ Ἰησοῦς ἐπί νεφέλης καί τό ἀνεβίβασε στούς οὐρανούς, γιά νά ἑνωθεῖ τοῦτο μέ τήν ψυχή τῆς Παρθένου Μαρίας.

Περί τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου γίνεται κατά τήν 5η μ.Χ. ἑκατονταετηρίδα εὐρύτατος λόγος στήν Παλαιστίνη καί στήν Συρία. Ἀπό ἐπιστολή ἀποδιδομένη στόν ἅγιο Ἱερώνυμο εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι κατά τόν 5ο αἰῶνα μ.Χ. ὁ τάφος αὐτός εἶχε γίνει ἀντικείμενο Προσκυνήματος ἀπό τούς Χριστιανούς.

Τά αὐτά μᾶς πληροφορεῖ καί ὁ ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων Μόδεστος σέ λόγο του.

Ἡ θέση τοῦ τάφου εὑρίσκεται στὴν Γεθσημανή ἐπάνω στόν ὁποῖο ἀνεγέρθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Μαυρίκιο (582 μ.Χ.) ὁ σωζόμενος μέχρι σήμερα ναός.

Ὁ ἴδιος αὐτοκράτορας μέ διάταγμα ἐπέβαλε σ’ ὁλόκληρη τήν αὐτοκρατορία τόν ὑποχρεωτικό ἑορτασμό τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τήν 15η Αὐγούστου (Νικηφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ΙΗ’ 28).

Ἡ ἀνωτέρω περί τοῦ θανάτου τῆς Θεοτόκου ἱεροσολυμιτικὴ παράδοση πρέπει νά εἶναι ἀρχαιοτάτη· ἡ πρώτη διασωζόμενη γραπτή ἐμφάνιση της ἀναφέρεται ἀπό τόν ἅγιο Ἀνδρέα τόν Κρήτης (πού γεννήθηκε στήν Δαμασκό τό 660 μ. Χ.) στόν λόγο του στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου (Migne Ε.Π. 95, 805-1043).

Ἡ ἀρχαιοτάτη αὐτή ἐκκλησιαστική παράδοση ἐπηρέασε καί τούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας καί διασώθηκε κυρίως στό ὀνομαζόμενο «Ἑλληνικόν Μηνολόγιον» τῆς 15ης Αὐγούστου, Βασιλείου τοῦ Πορφυρογέννητου, (976-1025μ.Χ.) τό ὁποῖο καί ἀξίζει νά παρατεθεῖ.

«Ὅτε ὁ Κύριος ἡμῶν καί Θεός προλαβεῖν εὐδόκησε τήν ἑαυτοῦ Μητέρα, δι’ ἀγγέλου αὐτῇ τήν αὐτῆς μετάστασιν κατεμήνυσεν. Ἡ δέ ἀκούσασα ἐχάρη καί ἀνελθοῦσα εἰς τό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, καί προσευξαμένη, ὑπέστρεψεν εἰς τόν οἶκον αὐτῆς. Καί εὐτρεπίσασα τά πρός τήν ταφήν ἅπαντα, ἐξεδέχετο τόν Υἱόν αὐτῆς. Καί γενομένης βροντῆς μεγάλης, παρεγένοντο οἱ Ἀπόστολοι πάντες ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς διά νεφελῶν πρός τό κηδεῦσαι τό ἄχραντον αὐτῆς σῶμα.

Καί σχηματισθεῖσα ἐπί τῆς κλίνης, παρέθετο τήν ἁγίαν αὐτῆς ψυχήν εἰς χεῖρας τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ αὐτῆς. Τό δέ πανάχραντον αὐτῆς λείψανον ταφέν ὑπό τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, μετά τρίτην ἡμέραν οὐχ εὑρέθη.

Ἀνοίξας γάρ ὁ Θωμᾶς τόν τάφον πρός τό προσκυνῆσαι τό λείψανον (ὕστερον γάρ ἦλθεν), οὐχ’ εὗρεν αὐτό. Μετέθηκε γάρ αὐτό ὁ Θεός ἐν τόπῳ, ᾧ οἶδεν αὐτός.

Εὑρέθησαν δέ μόναι αἱ σινδόνες». (Menologium Graecorum) 15 Αὐγούστου Ἡ κοίμησις τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου· (Migne Ε.Π. 117, 585).

Ἡ σκέψη καί ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν μετάσταση δύναται νά διατυπωθεῖ μέ συντομία ὡς ἑξῆς.

Τό πανάχραντο σῶμα τῆς Θεοτόκου, τό ὁποῖο ἐπί ἐννέα μῆνας ἀξιώθηκε νά κρατήσει τόν δημιουργό τοῦ παντός, χωρίς νά ὑποστεῖ οὐδεμία φθορά καί τό ὁποῖο ἔμεινε σέ παρθενία καί τελεία ἁγνότητα, δέν ἦταν δυνατόν νά ὑποστεῖ οὔτε τήν φθορά τοῦ χρόνου.

Ὁ Δημιουργός τοῦ παντός καί Υἱός τῆς Παρθένου παρέλαβε τοῦτο στούς οὐρανούς.

Ἐάν στήν Π.Δ. ἔχουμε τήν μετάσταση τοῦ Ἐνώχ καί τοῦ Ἠλιοῦ, τοῦ Μωϋσέως καί πιθανῶς τοῦ Ἡσαΐου καί τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, κατά μείζονα λόγο ἦταν δυνατή καί ἐπιβεβλημένη ἡ μετάσταση τοῦ παναχράντου καί πανάγνου σώματος τῆς Θεομήτορος.

Ἐξ ἄλλου ὁ ὅρος αὐτός «μετάστασις» χρησιμοποιεῖται γιά νά δηλωθεῖ καί ὁ φυσικός θάνατος κάθε ἀνθρώπου, ὅπως ἀναφέρεται στήν 5η εὐχὴ τῆς γονυκλισίας τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς «ζωῆς τε καὶ τελευτῆς, τῆς ἐνταῦθα διαγωγῆς καὶ τῆς ἐκεῖθεν μεταστάσεως….» καί στήν 6η εὐχή τῆς ἴδιας Ἱερᾶς Ἀκολουθίας « οὐκ ἔστι……. τοῖς δούλοις σου θάνατος ἐκδημούντων ἡμῶν ἀπὸ τοῦ σώματος καὶ πρὸς σὲ τὸν Θεὸν ἐνδημούντων, ἀλλὰ μετάστασις….».

Οἱ τύποι τῆς μετοχῆς «μεταστάς» χρησιμοποιοῦνται στούς ὕμνους καί στίς εὐχές τῶν Ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τούς κεκοιμημένους.

Συνηθίζεται ὁ κεκοιμημένος νά ἀποκαλεῖται «ὁ μεταστάς» ἐκφράζοντας τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας στήν μετά θάνατο ζωή.

Μερικοί μάλιστα τῶν Πατέρων ἐζήτησαν νά στηρίξουν τήν ἐνσώματη μετάσταση τῆς Θεοτόκου καί γραφικῶς στά χωρία τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννου (κεφάλαιο 12, στίχοι 6 καί 14).

Ἀλλ’ ὡς ὀρθότατα δεικνύεται καί ἀπό τόν ἀοίδιμο καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Παναγιώτη Μπρατσιώτη στό ἐκδοθέν ὑπόμνημά του στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, ὅτι διά τῆς ἀναφερομένης στούς ὡς ἄνω στίχους γυναικός νοεῖται ἡ Ἐκκλησία καθόλου.

Ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος διδάσκει, ὅτι μέ τήν Ἀνάληψη τοῦ Ἰησοῦ καί τήν Μετάσταση τῆς Θεοτόκου εἰσῆλθαν πάλιν στόν παράδεισο τά σώματα δύο ἀνθρώπων σε ἀντικατάσταση τῶν Πρωτοπλάστων, Ἀδάμ καί Εὔας πού ἐκδιώχθηκαν ἀπό ἐκεῖ.

Ὅλη αὐτή τήν διδασκαλία περικλείει ἀριστοτεχνικώτατα τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

« Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας,
ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε.
Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν,
Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς,
καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη,
ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν»

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ιστορία των παρακλήσεων στην Υπεραγία Θεοτόκο

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Ιουλίου 2016

004

Η αγάπη, ο σεβασμός και η τιμή των πιστών για το πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας εκδηλώθηκαν από πολύ νωρίς, από την αρχή της σωτηρίου οικονομίας, όπως λέγουν οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και είναι τόσο μεγάλη, ώστε αδυνατεί ο ανθρώπινος λόγος να περιγράψει τα αισθήματα αυτά επαρκώς.
Από αυτήν την αγάπη, την τιμή και την ελπίδα στην μεσιτεία της προς τον μέγα και Μόνο Μεσίτη Χριστό και Υιό της, κατά το ανθρώπινον η Εκκλησία καθιέρωσε να τελείτε κατά την περίοδο της νηστείας του Δεκαπενταυγούστου, η ιερή Ακολουθία του Μικρού και του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος εναλλάξ, εκτός των εορτών της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Έτσι επ’ ευκαιρίας του γεγονότος αυτού καλόν είναι να δούμε και να γνωρίσουμε μερικά πράγματα για το τι είναι κανόνας, και ποιος συνέθεσε τον Μικρό και τον Μεγάλο Παρακλητικό κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Κανόνας στην εκκλησιαστική υμνογραφία είναι ύμνοι μακροσκελής, αποτελούμενοι από μικρότερες ενότητες, που ονομάζονται Ωδές. Η κάθε ωδή αποτελείτε από τον ειρμό, που είναι η πρώτη στροφή κάθε Ωδής και χρησιμεύει σαν υπόδειγμα στα τροπάρια, που τρέπονται σύμφωνα με τον ήχο του ειρμού και τέλος το εφύμνιο όπου επαναλαμβάνεται σε κάθε τροπάριο «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς».

H Μεγάλη και Μικρή Παράκληση στην Ύπεραγία Θεοτόκο, είναι από τις πιο λαοφιλείς ακολουθίες της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι υμνολογικά ποιήματα του δεκάτου τρίτου αιώνα, κληρονομιές της Αυτοκρατορίας της Νικαίας και της επανασυγκροτηθείσης Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως αντίστοιχα.
Ελάχιστη έρευνα έχει γίνει πάνω στις ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στην ποίηση όσο και στην τελική μορφολογία των δύο κανόνων.
Το σίγουρο γεγονός της Ιστορίας των δύο Παρακλήσεων είναι ότι ο Κανών της Μεγάλης Παρακλήσεως είναι ποίημα του Αυτοκράτορα της Νικαίας Θεοδώρου Β’ Δούκα του Λασκάρεως.
Ο τίτλος του δούκα μάς δείχνει ότι συνέθεσε τον Κανόνα πριν την άνοδό του στον θρόνο της Νικαίας τον Νοέμβριο 1254.
Ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις ήταν προικισμένος υμνογράφος και υπήρξε συνθέτης πολλών Κανόνων και άλλων ύμνων, όμως δοκιμαζόταν από κάποια ασθένεια, η οποία τον ανάγκασε να παραιτηθεί από τον θρόνο της Νικαίας και να αποσυρθεί στην Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, όπου και εκάρη μοναχός λίγο πριν τον θάνατο του.
Ο Θεόδωρος συνέθεσε τον Κανόνα της Μεγάλης Παρακλήσεως, ενώ ακόμα ήταν δούκας, μάλλον σε κάποια ύφεση της ασθενείας του που διήρκεσε περισσότερο του συνήθους, γεγονός που αποδόθηκε σε θαύμα της Θεοτόκου προς αυτόν.
Ο Κανών γρήγορα διαδόθηκε στις Μονές της Νικαίας και κατά πάσα πιθανότητα διαμορφώθηκε σε ακολουθία από τους μοναχούς των Σωσάνδρων ή των πέριξ Μονών.
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θεοδώρου ο Κανών χρησιμοποιείται ήδη με την σημερινή του μορφή ως Παράκλησις σαν Βασιλική Ακολουθία και διαδίδεται σε όλη την Αυτοκρατορία της Νικαίας.
Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου η Μεγάλη Παράκλησις ετελείτο καθημερινώς προς ίασή του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της Κοιμήσεως τού Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και κατέστη συνήθεια έκτοτε να ψάλλεται η ακολουθία κάθε Αύγουστο εις μνήμην τού ποιητού της.
Βεβαίως το όνομα της ακολουθίας δεν ήτο ίδιο με το σημερινό της Μεγάλης Παρακλήσεως, αφού δεν υπήρχε ακόμα Μικρή Παράκλησις.
Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ονομαστή ευθύς εξ αρχής «Παρακλητικός Κανών», αφού αποτελούσε επίκληση προς βοήθεια και παρηγοριά άνωθεν.
Στις 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη για λογαριασμό του Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων τού 1204.
Η αναίμακτη ανάκτηση της Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως ως θαυματουργή παρέμβαση της Θεοτόκου. Ο Αυτοκράτωρ για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις τού δεκαπενταύγουστου.
Μεταξύ της 25ης Ιουλίου και 15 Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες ακολουθίες γινόντουσαν στην Κωνσταντινούπολη και μεταξύ αυτών ήταν και ο προσφάτως εισαχθείς Παρακλητικός Κανών τού Θεοδώρου Λασκάρεως.
Η νέα Βασιλική Αυλή του Μιχαήλ,, ευρέθη προ διλήμματος. Οι δύο βασιλικές δυναστείες τού Θεοδώρου Λασκάρεως και Μιχαήλ Παλαιολόγου ευρίσκοντο σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ο Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιο τού Θεοδώρου, Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί η Βασιλική Αυλή ακολουθίες που θύμιζαν την δυναστεία τού Θεοδώρου.
Ο άγνωστος μέχρι τότε μοναχός Θεοστήρικτος έδωσε την λύση. Χρησιμοποιώντας τον ήδη γνωστό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο τού Θεοφάνους Γραπτού και άλλα λειτουργικά στοιχεία, όπως βιβλικά αναγνώσματα, ευαγγέλιο, έφτιαξε την Ακολουθία τού Μικρού Παρακλητικού Κανόνος.
Ο Κανών τού Θεοφάνους Γραπτού είχε ήδη εισαχθεί ως πρώτος κανών τού όρθρου στις εορτές μεγάλων αγίων.
Ο Θεοφάνης με την σειρά του είχε χρησιμοποιήσει, προϋπάρχοντα στοιχεία από τον Κανόνα τού Ιωάννου Δαμάσκηνου στην έγερση τού Λαζάρου. Συγκεκριμένα είχε δανειστή τους ειρμούς της α’, γ’, ζ και η’ ωδής, ενώ τους υπολοίπους ή τους συνέθεσε μόνος του ή τους δανείσθηκε από προγενέστερο λειτουργικό υλικό.
Έτσι ο Μικρός Παρακλητικός Κανών πήρε ανάλογη μορφή και σχήμα με τον ήδη υπάρχοντα Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα.
Ο τελευταίος παρέμεινε εις χρήση μόνο κατά την νηστεία του δεκαπενταύγουστου αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος με την μνήμη τού Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε να εναλλάσσεται με τον Μικρό, ο όποιος διεδόθη εξ ίσου ευρέως και χρησιμοποιείτο πλέον καθ’ όλη την διάρκεια τού χρόνου (εις πάσαν περίστασιν). Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθη η εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά το δεκαπενταύγουστο.
Είναι φυσικό να υποθέσουμε πως αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο τον Μιχαήλ και την λησμόνηση των διαφορών των δύο δυναστειών καθιερώθηκε η εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά το δεκαπενταύγουστο ως εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.
Έτσι σήμερα αποδίδουμε τιμή στην πρώτη πρέσβειρα και μεσίτρια, μετά τον Θεάνθρωπο Χριστόν, η Παναγία μας είναι εκείνη, που μπορεί και θέλει να μεταφέρει τις ικεσίες και τις δεήσεις μας στα πόδια του Παμβασιλέως Θεού.
Ας καταφύγουμε λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, με πίστη, με αληθινή ταπείνωση και με αγάπη στην φυσική μας μητέρα και ας την παρακαλούμε καθημερινά, ειλικρινά για τα προβλήματά μας, και εκείνη Πολυεύσπλαχνη, θα μας συμπαραστέκεται στις δύσκολες ώρες και θα μας ελεεί με τη μεγάλη χάρη της. Αμήν..

http://agiameteora.net/index.php

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ανύπαρκτος κρίνος της Παναγίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιουλίου 2016

O Ευαγγελισμός της Θεοτόκου.

Έργο του Δομήνικου Θεοτοκὀπουλου (1541-1614) 

Πολλοί πιστεύουν ότι ο αρχάγγελος Γαβριήλ βαστούσε, κατά τον Ευαγγελισμό της Παρθένου Μαρίας, έναν κρίνο, τον οποίο και προσέφερε στην Παναγία. Αυτή η λαθεμένη άποψη, η οποία δεν έχει έρεισμα ούτε στην Καινή Διαθήκη ούτε στη χριστιανική γραμματεία, έχει καταστεί προ πολλού αστικός μύθος, ο οποίος αναπαράγεται, δυστυχώς, ακόμα και στα σχολεία από δασκάλους και – χειρότερα – από θεολόγους. Η πλάνη αυτή προέρχεται από την ανάγνωση, με ανατολικά κριτήρια, της μετά την Αναγέννηση δυτικής ζωγραφικής τέχνης.

  Στο κείμενο που ακολουθεί εξηγούνται οι λόγοι αυτής της παρανόησης, με θεολογικά, ιστορικά και καλλιτεχνικά κριτήρια. Για να το δείτε σε πλήρη οθόνη, να το κατεβάσετε ή να το εκτυπώσετε, πατήστε στον ακόλουθο σύνδεσμο:

https://drive.google.com/file/d/0Bzyx-Q58fSg9UFJaZkpqZVpBbU0/view

Πηγή: Απλά και Ορθόδοξα: http://xerouveim.blogspot.gr/2016/03/blog-post.html#more

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΖΗΣΕ ΜΟΝΑΧΑ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΑΣΕ ΤΟ ΜΕΤΑ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουλίου 2016

      Τα συναξάρια της Εκκλησίας είναι γεμάτα από αγίους και αγίες νέους στην ηλικία, κυρίως μάρτυρες, οι οποίοι περιφρόνησαν τόσο τη δύναμη της κοσμικής εξουσίας, όσο και την ευκολία που αυτή υποσχόταν, προκειμένου να κάμψει το φρόνημά τους και να τους κάνει να αρνηθούν τον Χριστό. Με αγωνιστικότητα έφταναν στο σημείο να αρνούνται και την ίδια τη ζωή, προτιμώντας το μαρτύριο για την αγάπη και την πίστη στον Χριστό. Άλλοι πάλι διάλεξαν από τη νεαρή ηλικία τους να αφιερωθούν στην πίστη και να ζήσουν ασκητικά, αφήνοντας κατά μέρος τον συνηθισμένο τρόπο πορείας που οι πολλοί ακολουθούν. Διαβάζοντας τους βίους αυτούς αναρωτιόμαστε:  δεν ήθελαν να χαρούνε τη ζωή που τους δόθηκε; Πόσο εύκολο ήταν να αφήσουν κατά μέρος την απτή χαρά και να διαλέξουν να ζήσουν και να πεθάνουν κατά τον ορισμό της πίστης: «σιγουριά γι’ αυτά που ελπίζουμε και βεβαιότητα γι’  αυτά που δε βλέπουμε»;

          Οι νέοι σήμερα ζούνε στον κόσμο του «εδώ και τώρα». Ο πολιτισμός μας υπόσχεται άμεση ικανοποίηση, ακόμη και εικονικά. «Ζήσε μονάχα τη στιγμή και άσε το μετά», λέει ένα σύγχρονο τραγούδι. Πώς να καταλάβουν ότι υπήρξαν καιροί στους οποίους νέοι άνθρωποι ζούσαν τη στιγμή με κριτήριο το μετά; Παραιτούνταν από την πρόσκαιρη χαρά, φαίνονταν νικημένοι και όμως εξακολουθούν να ζούνε στις καρδιές των ανθρώπων και, όντας άγιοι, στη ζωή με τον Θεό. Τους ωθούσε η αγάπη προς τον Θεό, προς το Απόλυτο, προς την Αλήθεια. Δεν συμβιβάζονταν με κάτι λιγότερο, αυτό που ο κόσμος υποσχόταν, ακόμη κι αν φαίνεται δελεαστικό. Πρωτίστως τους συνάρπαζε η αγωνιστικότητα. Η αντίθεση σ’ αυτό που φάνταζε ακατανίκητο. Και η πρόταξη της αγάπης. Του έρωτα για τον Απόλυτο, που δεν τους άφηνε μόνους τους σε κάθε μορφής μαρτύριο. Και ήταν αυτός ο έρωτας  η πηγή της χαράς και της αντοχής.

        Παραπονιόμαστε σήμερα ότι ζούμε σε έναν ανέραστο κόσμο. Ταυτίσαμε τον έρωτα με τον πόθο για το σώμα, με την ανάγκη για ηδονή. Έτσι αντικαταστήσαμε το «σ’  αγαπώ» με το «σε θέλω». Αποφεύγουμε να δενόμαστε με ανθρώπους και εύκολα αλλάζουμε και παρέες και συνήθειες. Ιδίως οι νεώτεροι. Ζώντας στην πραγματικότητα της κοινωνικής δικτύωσης, όπου οι γνωριμίες στήνονται με ευκολία, δεν νιώθουμε πόσο αξίζει να αγωνίζεσαι για ό,τι και για όποιον αγαπάς. Και αγωνίζομαι σημαίνει ότι παραιτούμαι από το «εδώ και τώρα», παραιτούμαι από το «εγώ είμαι το κέντρο του κόσμου», από το «ζω για τη στιγμή». Αγωνίζομαι σημαίνει ότι ξεκινώντας από τον Απόλυτο, βλέπω στο πρόσωπο τού κάθε ανθρώπου με τον οποίο θέλω να σχετιστώ την εικόνα Του. Βλέπω ότι κάθε τι με το οποίο ασχολούμαι  έχει ψυχή. Και αγαπώντας μπορώ να παραιτηθώ από όλα. Ακόμη και από το ένστικτο της επιβίωσης.

        H Εκκλησία μάς μιλά για τον Χριστό που μας αγαπά απόλυτα, μέχρι θανάτου. Και μας προβάλλει τους αγίους και τις αγίες της ως πρόσωπα που αγάπησαν εξίσου απόλυτα. Όχι κάνοντας κακό στους άλλους. Αλλά εμπιστευόμενοι τον Θεό, ακόμη κι όταν υφίσταντο κακό. Η αγάπη θέλει αγώνα. Και οι νέοι σήμερα μπορούν να βρούνε τέτοια πρότυπα που θα αλλάξουν την πορεία τους στη ζωή της Εκκλησίας. Ας τα αναζητήσουμε.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 6 Ιουλίου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουλίου 2016

Ο Άντολφ φον Χάρνακ (1851 – 1930) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους Γερμανούς Εκκλησιαστικούς ιστορικούς του Προτεσταντισμού. Επηρεασμένος από τον δάσκαλό του Α. Ρίτσλ παραμέρισε παντελώς την εκκλησιαστική δογματική και υποστήριξε πως τα εκκλησιαστικά δόγματα, αλλοίωσαν και συσκότισαν την πραγματική ουσία του Χριστιανισμού, αφού σχηματίσθηκαν εξ επιδράσεως τής αντίληψης περί Μεσσία τής Παλαιάς Διαθήκης, αλλά κυρίως της ελληνικής φιλοσοφίας.

Στην πραγματικότητα δηλαδή ο Χάρνακ φρονεί, πως εξαιτίας της ελληνικής φιλοσοφίας έχουμε ένα εξελληνισμό του Χριστιανισμού, αφού ο Χριστιανισμός αλλοτριώθηκε υποτασσόμενος σε ελληνικές φιλοσοφικές και θρησκευτικές κατηγορίες σκέψης και πράξης, χάνοντας έτσι την γνησιότητά του. Ισχυρίζονταν μάλιστα επί λέξει στις περίφημες παραδόσεις του περί της “ ουσίας του Χριστιανισμού”, πως το χριστιανικό δόγμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά “έργο του ελληνικού πνεύματος σε ευαγγελικό έδαφος”.

Βέβαια η συλλογιστική αυτή του Χάρνακ και όλης της προτεσταντικής θεολογίας είναι δικαιολογημένη και ευνόητη, αφού βασίζεται στον “χρυσό κανόνα” του Προτεσταντισμού “sola scriptura (μόνο η Γραφή)”, με τον οποίο η Αγία Γραφή απολυτοποιείται και γίνεται το αποκλειστικό κριτήριο τής παράδοσης και της ζωής τής Εκκλησίας και την οποία μπορεί ο κάθε πιστός να ερμηνεύει όπως αυτός επιθυμεί. Συνεπώς, σύμφωνα με τον Χάρνακ αλλά και των οπαδών του προτεσταντικού φιλελευθερισμού ο Χριστιανισμός έστω και τώρα οφείλει να απαλλαγεί από τις επιδράσεις της ελληνικής φιλοσοφίας, να απαλύνει τον δογματισμό της χριστιανικής παράδοσης και να ανακαλύψει το “απλό Ευαγγέλιο” και τον ηθικό πυρήνα του, που κήρυξε και αποκάλυψε ο Ιησούς Χριστός.

Όμως η Ορθόδοξη Θεολογία υποστηρίζει, σε αντίθεση με τον Χάρνακ και τον προτεσταντικό φιλελευθερισμό, πως το δόγμα τής Εκκλησίας κάθε άλλο παρά αποτελεί καρπό του ελληνικού πνεύματος, γιατί ήδη βρίσκεται σπερματικά διατυπωμένο, δηλαδή σε διάφορα σημεία, μέσα στην Αγία Γραφή. Απλώς η ελληνική φιλοσοφία το βοηθάει να αναπτυχτεί σε επίπεδο μορφής και έκφρασης, αφού κατά το περιεχόμενο του παρέμεινε πάντα το ίδιο, είτε στο ξεκίνημά του ως σπερματική βιβλική διατύπωση μέχρι και την πιο αναπτυγμένη εκκλησιαστική μορφή του. Έτσι όταν οι Πατέρες τής Εκκλησίας χρησιμοποιούν την ελληνική φιλοσοφία στη διατύπωση και διαμόρφωση του δόγματος δεν αλλοιώνουν και δεν παραχαράσσουν το βιβλικό του περιεχόμενο, επειδή η διατύπωση αυτή περιορίζεται αυστηρά και μόνο σε επίπεδο μορφολογικό, δηλαδή σε επίπεδο ορολογίας.

Άλλωστε, κάτι ανάλογο, παρατηρείται ήδη μέσα στην Αγία Γραφή, όπως λόγου χάρη στο βιβλίο 2 Μακκαβαίων 7:28, όπου γίνεται λόγος για τη δημιουργία του κόσμου “εξ ουκ όντων (εκ του μηδενός)”: “αξιώ σε, τέκνον, αναβλέψαντα εις τον ουρανόν και την γην και τα εν αυτοίς πάντα ιδόντα, γνώναι ότι εξ ουκ όντωνεποίησεν αυτά ο Θεός και το των ανθρώπων γένος ούτως γεγένηται”. Αυτό είναι δάνειο από την ελληνική φιλοσοφία. Συγκεκριμένα ο Αριστοτέλης μιλώντας για τις θεωρίες που διατύπωσαν ο Ησίοδος και οι άλλοι φιλόσοφοι για τη δημιουργία του κόσμου γράφει: “Πολλοί δε και έτεροι είναι μεν ουδέν φασίν, γίγνεσθαι δε πάντα, λέγοντες εξ ουκ όντων γίνεσθαι τα γενόμενα. Ώστε τούτο μεν δήλον, ότι ενίοις γε δοκεί και εξ ουκ όντων αν γενέσθαι.” Αριστοτέλης “Περί Ξενοφάνους” 1.1.14”

Αλλά και ο ευαγγελιστής Ιωάννης στο ευαγγέλιο του 1:1 “Εν αρχή ήν ο Λόγος, και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν, και Θεός ήν ο Λόγος”, αποκαλεί τον Υιό του Θεού “Λόγο”, ορολογία δανεισμένη από την ελληνική φιλοσοφία. Πρώτος που χρησιμοποίησε την λέξη «Λόγος», ήταν ο προσωκρατικός Έλληνας φιλόσοφος Ηράκλειτος (535 – 475 π.Χ.). Κατ’ αυτόν «Λόγος» σημαίνει την ομιλία (προφορικός λόγος), αλλά και την ρυθμιστική αρχή που διέπει το σύνολο τής πραγματικότητας και συνδέει με σχέσεις αναλογίας τα πάντα. Μετέπειτα οι οπαδοί της «Στοάς» (στωικοί), αποκαλούν «Λόγο» τον Θεό τους, τον οποίο θεωρούν ως μια απρόσωπη δύναμη που συνέχει το σύμπαν και είναι πανταχού παρούσα. Οι πλατωνιστές των Ελληνιστικών χρόνων όπως ο Αντίοχος ο Ασκαλωνίτης, ο Πλούταρχος κ.λ.π. χρησιμοποιούν την ονομασία «Λόγος» για να χαρακτηρίσουν εκείνες τις θείες δυνάμεις που γεφυρώνουν το οντολογικό χάσμα μεταξύ του υπερβατικού Θεού και του παχυλού υλικού κόσμου. Τέλος ο Ιουδαίος εκλεκτικός φιλόσοφος Φίλωνας υιοθέτησε τον όρο στην εβραϊκή φιλοσοφία. Κατ’ αυτόν «Λόγος» είναι η ανώτερη από όλες εκείνες τις θείες δυνάμεις, με τις οποίες ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δημιουργεί τον κόσμο και επικοινωνεί με αυτόν.

Άλλωστε δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας, πως δεν ήταν οι Πατέρες εκείνοι, οι οποίοι χρησιμοποίησαν πρώτοι την ελληνική φιλοσοφία στην διδασκαλία τους αλλά οι αιρετικοί. Οπότε έπρεπε και αυτοί να απαντήσουν με τα ίδια όπλα, στην προσπάθειά τους να διαφυλάξουν άθικτες και αναλλοίωτες τις αλήθειες του Ευαγγελίου από τις αιρετικές παραχαράξεις και να παρουσιάσουν – όπως και οι αιρετικοί –με τα ίδια μορφολογικά φιλοσοφικά στοιχεία, την Ορθόδοξη διδασκαλία.

Αν, επί παραδείγματι, αναγκάστηκαν για να διασώσουν την Θεότητα του Υιού – Λόγου (Χριστού), να τον χαρακτηρίσουν “ομοούσιο με τον Πατέρα”, χρησιμοποιώντας έτσι ένα μη βιβλικό αλλά φιλοσοφικό όρο για τη σχέση Πατέρα και Υιού, αυτό το έκαναν γιατί πρώτος ο Άρειος χαρακτήρισε τον Υιό“αλλότριο … και ανόμοιο κατά πάντα τής του Πατρός ουσίας”, παραχαράσσοντας έτσι τη διδασκαλία τής Αγίας Γραφής για το πρόσωπο του Υιού – Λόγου (Χριστού).

Ουσιαστικά λοιπόν το Ορθόδοξο δόγμα καθ’ όλες τις φάσεις της ανάπτυξης και διαμόρφωσης του, διατυπώθηκε από τους Πατέρες τής Εκκλησίας ως απάντηση στην πρόκληση των αιρέσεων με αποκλειστικό σκοπό την διασφάλιση του αποκεκαλυμμένου βιβλικού μηνύματος. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αν δεν εμφανίζονταν οι διάφορες αιρέσεις που απείλησαν την πίστη τής Εκκλησίας, όπως αυτή ήταν διατυπωμένη αρχικά μέσα στη Βίβλο, οπωσδήποτε δεν θα υπήρχε μια τόσο αναπτυγμένη μορφή στη διατύπωση του Ορθόδοξου δόγματος. Τότε πράγματι πολύ δύσκολα το δόγμα τής Εκκλησίας θα μπορούσε να διακριθεί από τη διδασκαλία τής Αγίας Γραφής.

Συνεπώς είναι λάθος λόγω των μορφολογικών κριτηρίων και της χρήσης τής φιλοσοφικής ορολογίας και έκφρασης να υποστηρίξουμε πως η Αγία Γραφή αυτονομείται και αποστασιοποιείται από το Ορθόδοξο δόγμα και τη δογματική θεολογία. Γιατί αν δεχόμασταν κάτι τέτοιο, τότε και η θεολογική ενότητα που παρατηρείται στα βιβλία τής Αγίας Γραφής θα τινάζονταν στον αέρα. Επειδή η θεολογική ενότητα τής Γραφής, δεν στηρίζεται στην εξωτερική μορφή των βιβλίων της, αλλά στο αποκεκαλυμμένο μήνυμα στην ιστορία της Θείας Οικονομίας. Παρόμοιο λοιπόν κριτήριο ενότητας πρέπει να αναζητήσουμε μεταξύ Αγίας Γραφής και Ορθόδοξου δόγματος, που δεν είναι βέβαια η εξωτερική μορφή τους, αλλά αν το θείο μήνυμα διασώζεται ανόθευτο μέσα στην Εκκλησία.

Άλλωστε – σύμφωνα με την Ορθόδοξη θεολογία – η ίδια θεοπνευστία που διακρίνει τα βιβλία τής Αγίας Γραφής, χαρακτηρίζει και τα συγγράμματα των Πατέρων τής Εκκλησίας. Διότι η θεοπνευστία αυτή δεν ήταν μια έκτακτη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος που έγινε μόνο στους συγγραφείς τής Αγίας Γραφής, αλλά είναι μια διαρκής παρουσία και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία, έτσι ώστε να καθοδηγεί αδιακρίτως τόσο τους αποστόλους όσο και τους Πατέρες, δηλαδή ολόκληρη την Εκκλησία, “εις πάσαν την αλήθειαν”. Ιωάννης 16:13

Το ότι Ορθόδοξο δόγμα έτσι όπως είναι διατυπωμένο στα συγγράμματα των Πατέρων ή στα σύμβολα και στους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων, στηρίζεται εξ’ ολοκλήρου στην Αγία Γραφή, όχι μόνο στην Καινή αλλά και την Παλαιά Διαθήκη, είναι πέραν πάσης αμφιβολίας. Γιατί, για να αντιμετωπίσουν οι Πατέρες τις διάφορες αιρέσεις, οι οποίες στήριζαν τις διάφορες κακοδοξίες τους στην Γραφή, έπρεπε και αυτοί να απαντήσουν με τα ίδια όπλα. Και αυτό έπραξαν. Κατέφυγαν στην Βίβλο.

Ανάλογα λοιπόν με ποια αίρεση αντιμετώπιζαν κάθε φορά, κατάρτιζαν ολόκληρες λίστες με χωρία (κομμάτια) τής Αγίας Γραφής, πάνω στα οποία θεμελίωναν την Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως στηρίζονταν σε μεμονωμένα και ασυνάρτητα βιβλικά χωρία. Γιατί για τους Πατέρες όχι τα χωρία καθεαυτά αλλά το όλο πνεύμα και η θεολογία της Γραφής, αποτελούν το υπόβαθρο της δογματικής διδασκαλίας τους.

Αν λόγου χάρη αναζητήσει κάποιος την πηγή και το υπόβαθρο της δογματικής διδασκαλίας των Πατέρων, ότι ο Λόγος (Χριστός) είναι το πρόσωπο των διαφόρων παλαιοδιαθηκικών θεοφανειών και το κλειδί της ορθής κατανόησης τής Παλαιάς Διαθήκης, θα διαπιστώσει την καθοριστική σημασία που είχε για τη δογματική αυτή διδασκαλία των Πατέρων, η Ιωάννεια και η Παύλεια συσχέτιση του προσώπου του Χριστού με ιστορικά γεγονότα τής Παλαιάς Διαθήκης. Παραθέτουμε τα χωρία για να γίνουμε κατανοητοί. Αναφερόμενος ο Ιωάννης πως στο όραμα που είδε τον Θεό ο προφήτης Ησαΐας, το πρόσωπο αυτό ήταν ο Χριστός, γράφει: “αυτά είπε ο Ησαΐας, όταν είδε την δόξα του και μίλησε γι’ αυτόν” Ιωάννης 12:41. Ομοίως και ο Παύλος θέλοντας να δείξει πως ο Χριστός ήταν αυτός που βοηθούσε παντοιοτρόπως τους Ισραηλίτες κατά την έξοδό τους από την Αίγυπτο αναφέρει: “διότι έπιναν από πνευματική πέτρα που τους ακολουθούσε, η δε πέτρα ήταν ο Χριστός” 1 Κορινθίους 10:4.

Επίσης αν διαβάσει κανείς τα δογματικά έργα του Μεγάλου Αθανασίου ή του Μεγάλου Βασιλείου, διαπιστώνει πως οι Πατέρες αυτοί στην προσπάθειά τους να αποδείξουν έναντι των Αρειανών και των Πνευματομάχων το άκτιστο (αδημιούργητο) της φύσης του Υιού και του Πνεύματος χρησιμοποιούν μια θεολογική μέθοδο την οποία θεμελιώνουν εξ ολοκλήρου πάνω στην Αγία Γραφή. Ποια είναι αυτή; Η εξής: Επιστρατεύουν όλα εκείνα τα χωρία τής Αγίας Γραφής, όπου γίνεται λόγος είτε για τις κοινές ενέργειες είτε για τα κοινά ονόματα των προσώπων της Αγίας Τριάδας (όπως λ.χ. η λέξη Πνεύμα που είναι κοινή και στα τρία πρόσωπα) και υποστηρίζουν πως, αφού ο Υιός και το Πνεύμα έχουν κοινές ενέργειες και κοινά ονόματα με τον Πατέρα, δεν είναι δυνατό παρά να έχουν και κοινή με αυτόν φύση, δηλαδή άκτιστη (αδημιούργητη). Έτσι ολόκληρη η δογματική διδασκαλία τους θεμελιώνεται πάνω σ’ ένα ακλόνητο βιβλικό υπόβαθρο.

Αυτή λοιπόν την ενότητα τής βιβλικής, πατερικής και δογματικής θεολογίας διακηρύσσει με εμφατικό και πανηγυρικό τρόπο το Συνοδικό της Ορθοδοξίαςπου διαβάζεται στους Ναούς την Α΄Κυριακή των Νηστειών: “Οι Προφήτες ως είδον, οι Απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι Διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν … ο Χριστός ως εβράβευσεν˙ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν …”

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Γεώργιος Μαρτζέλλος: Ορθόδοξο Δόγμα και Θεολογικός Προβληματισμός

  2. Εγκυκλοπαίδεια των Θρησκειών

3. Ελληνική Βικιπαίδεια (Wikipedia)

http://antiairetikos.blogspot.gr

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΝΩΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΕΡΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΚΑΙ ΓΑΜΟΣ ΤΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουλίου 2016

Στα μέσα τού Β΄αιώνα μ.Χ., όταν άρχισαν να υποχωρούν οι ενθουσιαστικές τάσεις στις χριστιανικές κοινότητες που εκφράζονταν κατά κύριο λόγο από διάφορους χαρισματούχους (προφήτες, γλωσσολαλούντες κ.λ.π.), η εσωτερική οργάνωση τής εκκλησίας εξελίσσεται και λαμβάνει διαφορετική μορφή. Από τις ιστορικές και εκκλησιαστικές μαρτυρίες που έχουμε προκύπτει, ότι οι τρεις βαθμοί τής ιεροσύνης – επίσκοπος, πρεσβύτερος και διάκονος – σταθεροποιούνται πλέον. Προϊόντος τού χρόνου εξαφανίζονται παντελώς τα αξιώματα που συνδυάζονταν με τις ενθουσιαστικές τάσεις και αναπτύσσονται στην εκκλησία νέες υπηρεσίες τις οποίες αναλαμβάνουν ορισμένοι πιστοί…

Σημαντική θέση αρχίζουν να καταλαμβάνουν πλέον στις χριστιανικές κοινότητες οι διάκονοι ένεκα της υπηρεσίας που πρόσφεραν στο μυστήριο τής Θείας Ευχαριστίας καθώς επίσης επειδή είχαν αναλάβει την φροντίδα για τους πτωχούς και τοιουτοτρόπως αποτελούσαν τον σύνδεσμο μεταξύ των επισκόπων και του ποιμνίου. Πολλές φορές μάλιστα παρά τον πρεσβύτερο βρίσκονταν και διάκονος, γι’ αυτό και όταν ελλείπει ο επίσκοπος, διευθύνουν αυτοί την εκκλησία. Επικράτησε και η συνήθεια να υπάρχουν στις πόλεις  7 διάκονοι σύμφωνα με την ιστορία των Πράξεων των Αποστόλων: «Διάκονοι επτά οφείλουσιν είναι κατά τον Κανόνα, καν πάνυ μεγάλη η, η πόλις. Πεισθείση δε από της βίβλου των Πράξεων» Κανόνας ΙΕ΄(15), της Νεοκαισαρείας τοπικής συνόδου. Καθιερώθηκε και ο θεσμός των υποδιακόνων, επτά πάλι στον αριθμό όσους είχε και ο Ρώμης Φαβιανός (236 – 250 μ.Χ.). Καθένας από αυτούς βοηθούσε ένα διάκονο στο έργο του και είχαν και αυτοί σαν βοηθό τους, τούς ακόλουθους.

Εκ της λατρείας προκύπτει το λειτούργημα του εξορκιστή, ο οποίος στο βάπτισμα και στους ασθενείς διάβαζε τις εξορκιστικές ευχές, τις οποίες έπρεπε να διαβάζουν οι κληρικοί. Εφορκιστές και εξοριστές ονομάζονταν οι κατηχητές τών εις την χριστιανική πίστη προσερχομένων απίστων ή αιρετικών, επειδή κατηχούντες αυτούς, εξόρκιζαν τα εις αυτούς κατοικούντα πονηρά πνεύματα, εις το όνομα τού Κυρίου, για να φύγουν από αυτούς. Σύμφωνα δε με το βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών κεφάλαιο ΚΣ΄(26), οι εξορκιστές είχαν το χάρισμα των ιαμάτων, όχι από χειροτονία αλλά από αποκάλυψη που φανερώνονταν από το Θεό για το ποιοι θα είναι.

Η ανάγνωση τών Γραφών στην εκκλησία δημιούργησε το αξίωμα τούαναγνώστη, γιατί έπρεπε να είναι κανείς εξασκημένος για να μπορεί να διαβάζει τους κώδικες. Ο τίτλος του αναγνώστη παρελήφθη από την χριστιανική Εκκλησία, από τον ιδιωτικό βίο των Ρωμαίων. Σ’ αυτούς οι αναγνώστες (lectores) ήταν εγγράμματοι δούλοι, τους οποίους τα αφεντικά τους είχαν γι’ αυτό ακριβώς τον σκοπό, δηλαδή να τους διαβάζουν είτε όταν έτρωγαν στο τραπέζι είτε όταν ξεκουράζονταν. Ο Αύγουστος είχε αναγνώστη, ο οποίος του διάβαζε όταν είχε αϋπνίες. Αναγνώστες είχαν επίσης και άλλοι σπουδαίοι Ρωμαίοι όπως ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, ο Αττικός και άλλοι.

Όχι σπάνια ανατίθετο σ’ αυτούς και η ερμηνεία αυτών που διάβαζαν. Ο αναγνώστης κατείχε επίσημη θέση στον εκκλησιαστικό οργανισμό, γι’ αυτό και υπάρχουν αρκετοί κανόνες που αναφέρονται στην κατάσταση αυτών και τάξη όπως λ.χ. ο ΙΘ΄(19) κανόνας τής εν Καρθαγένη τοπικής συνόδου που ορίζει πως οι αναγνώστες όταν φθάσουν στην ηλικία των 14 ετών να αναγκάζονται ή να παντρεύονται ή να υπόσχονται ότι επιθυμούν να φυλάξουν παρθενία και αγαμία: «ήρεσεν, ώστε τους Αναγνώστας, εις τον καιρόν τής ήβης ερχομένους, αναγκάζεσθαι, ή συμβίους αγάγεσθαι, ή εγκράτειαν ομολογείν». Πάντως για τον συγκεκριμένο κανόνα ο Ιωάννης Ζωναράς (περίπου 12ος αιώνας μ.Χ.), έχει την άποψη πως επικρατούσε στην Αφρική και όχι σε άλλους τόπους. Τα οφίκια μάλιστα της 7ης, 8ης, και 9ης πεντάδας θεωρούνται ως οφίκια του αναγνώστη. Τους αναγνώστες αναφέρει ήδη ο απολογητής και μάρτυρας Ιουστίνος ο φιλόσοφος περί το 165 μ.Χ.

Οι Οστιάριοι ήταν οι θυρωροί ή και γενικώτερα επιμελητές στις συνάξεις τών πιστών. Το εκκλησιαστικό αυτό αξίωμα δίδονταν στους ψάλτες ή τους αναγνώστες, μερικές δε φορές και στους διακόνους, αλλά και στους πρεσβύτερους. Τα καθήκοντά τους ήταν τα εξής: α) Να στέκονται μπροστά από τις πόρτες τού ναού και να εμποδίζουν την είσοδο σ’ αυτόν στους ασεβείς καθώς και την έξοδο τών πιστών πριν από το τέλος τής θείας λατρείας, η οποία γίνονταν κατά τους χρόνους των διωγμών, οπότε καθίσταντο οστιάριοι από τον επίσκοπο αυτοί οι οποίοι ειδοποιούσαν κρυφά τούς πιστούς για τον τόπο και τον χρόνο τής τέλεσης τής θείας λατρείας. Επιπλέον ξεχώριζαν τους πιστούς από τους κατηχούμενους, έβγαζαν έξω από το ναό τους άπιστους και έκλειναν τις πόρτες του, μετά το τέλος τής λειτουργίας των πιστών και των κατηχούμενων. β)Να κρατούν την ράβδο του αρχιερέα γ) Να στέκονται στην πόρτα του ναού κατά την εκλογή τού επισκόπου και την προχείρισή του. Οι οστιάριοι οι οποίοι ήταν δύο ή τρεις μπορούσαν να τιμηθούν και με άλλο εκκλησιαστικό αξίωμα, όπως αυτό του εξάρχου.

Όλες αυτές οι εκκλησιαστικές «υπηρεσίες» (λειτουργήματα) ήταν προβαθμίδες για την είσοδο κάποιου πιστού στον κλήρο ή το πρεσβυτέριο. Στην Ανατολή δεν υπήρχε το λειτούργημα του ακόλουθου, αναφέρονται όμως οι ψάλτες. Επίσης υπήρχε ιδίως στην Αίγυπτο το λειτούργημα τών διδασκάλων, οι οποίοι θεωρήθηκαν γνωστικοί και πνευματικοί, επειδή ζούσαν βίο ασκητικό και ασχολούνταν με πνευματικές μελέτες. Αυτοί δίδασκαν και τους κατηχουμένους (την πρωτοχριστιανική τάξη των δόκιμων πιστών που δεν είχαν βαπτιστεί ακόμα), και επειδή ανήκαν στον κλήρο και εξομολογούσαν τους πιστούς, το όνομα πνευματικός έμεινε για να σημαίνει εφεξής στην εκκλησία τούς εξομολογητές.

Το τέλος τού Β΄αιώνα μ.Χ. βρήκε και την ανύψωση τού μορφωτικού επιπέδου των κληρικών, αφού πλέον διδάσκονταν στις κατηχητικές σχολές που είχαν δημιουργηθεί, ενώ πρώτα ήταν αυτοδίδακτοι. Συντηρούνταν από την εργασία τους, όταν δε τα καθήκοντά τους αυξήθηκαν και δεν μπορούσαν να εργάζονται άρχισαν να δέχονται εισφορές από τους πιστούς. Έγινε και προσπάθεια να επιβληθεί στους πιστούς η δεκάτη, κατά το πρότυπο του Ιουδαϊκού λαού που απέδιδε το 10% από τις σοδειές του στους Ιερείς, αλλά απέτυχε γι’ αυτό και πολλοί κληρικοί εξακολουθούσαν να ασκούν το επάγγελμά τους. Για τους επισκόπους δεν θεωρήθηκε σωστό να ασκούν το επάγγελμα τού έμπορα, γιατί όπως λέει ο Κυπριανός ταξίδευαν σε ξένες επαρχίες και εργάζονταν σαν έμποροι. Η σύνοδος τής Ελβίρας τής Ισπανίας επέτρεψε στους κληρικούς να εμπορεύονται εκτός της επαρχίας τους μόνο. Και η σύνοδος τής Καρχηδόνος (398 μ.Χ.) επιτρέπει στους κληρικούς να ασκούν χειρωνακτική εργασία.

Γάμος κληρικών     

Σύμφωνα με την πρώτη επιστολή προς Τιμόθεο 3:2 του Αποστόλου Παύλου δεν χειροτονούνταν επίσκοπος κάποιος που είχε νυμφευθεί δύο φορές: «ο επίσκοπος πρέπει να είναι άμεμπτος, σύζυγος μιας γυναίκας, νηφάλιος, σώφρων …». Αυτό ίσχυε στην Ρώμη στις αρχές τού Γ΄αιώνα μ.Χ., γι’ αυτό και ο Ιππόλυτος κατηγόρησε τον Κάλλιστο πως μετέβαλε την συνήθεια αυτή. Ομοίως ο Ιππόλυτος θεωρούσε σαν καθιερωμένη συνήθεια, πως όσοι είχαν χειροτονηθεί και ήταν άγαμοι δεν επιτρέπονταν να νυμφεύονται. Οι σύνοδοι τής Αγκύρας (314 μ.Χ.) και της Νεοκαισαρείας απειλούν με αφορισμό όσους το κάνουν αυτό. Μόνο στους διακόνους επιτρέπονταν να νυμφεύονται μετά την χειροτονία, αφού όμως το είχαν δηλώσει προηγουμένως: «Διάκονοι όσοι καθίστανται παρ’ αυτήν την κατάστασιν, ει εμαρτύραντο και έφασαν χρήναι γαμήσαι, μη δυνάμενοι ούτω μένειν˙ούτοι μετά ταύτα γαμήσαντες, έστωσαν εν τη υπηρεσία, δια το επιτραπήναι αυτούς υπό του Επισκόπου. Τούτο δε, εί τινές σιωπήσαντες, και καταδεξάμενοι εν τη χειροτονία μένειν ούτω, μετά ταύτα ήλθον επί γάμον, πεπαύσθαι αυτούς της Διακονίας»  Κανόνας Ι΄(10), της Αγκύρας τοπικής συνόδου. Πότε καθιερώθηκε η απαγόρευση αυτή μας είναι άγνωστο. Ήταν γενικά αποδεκτό ότι οι νυμφευόμενοι χειροτονούνταν και επίσκοποι, είχαν όλα τα δικαιώματα με τους άγαμους επισκόπους, και μπορούσαν να αποκτήσουν τέκνα.

Όμως περί το τέλος τού Γ΄αιώνα μ.Χ., σημειώθηκε μεταβολή. Και ο λόγος ήταν ο εξής. Επικρατούσε στον ελληνορωμαϊκό κόσμο η ιδέα πως οι λειτουργικές πράξεις τών ιερέων είναι αποτελεσματικές, όταν αυτοί συγκρατούνται και απέχουν από τις σεξουαλικές σχέσεις. Η ιδέα αυτή επέδρασε και επί της εκκλησίας. Στην Ανατολή οι κληρικοί έπρεπε να απέχουν από τις σεξουαλικές σχέσεις προτού να τελέσουν την Θεία Λειτουργία κατά τις ορισμένες μέρες. Στη Δύση όμως επειδή τελούνταν καθημερινά η Θεία Λειτουργία, επιβλήθηκε η πλήρης αποχή και εγκράτεια στην σύνοδο τής Ελβίρας τής Ισπανίας δια του 33ου κανόνος, με τον οποίο ορίζονταν να απέχουν από τις συζύγους και να μη γεννούν τέκνα. Η γνώμη ήταν πως η υπηρεσία τού μυστηρίου είναι ασυμβίβαστη προς τις φυσικές σχέσεις τού γάμου. Ο επίσκοπος  Όσιος Κορδούης θέλησε να επιβάλλει τις γνώμες αυτές και στην Ανατολή κατά την διάρκεια της Α΄Οικουμενικής Συνόδου, συνάντησε όμως την αντίδραση του ασκητή Παφνούτιου, ο οποίος αντέδρασε κατά της ιδέας τής αγαμίας τών κληρικών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ιωάννη Ε. Αναστασίου: Εκκλησιαστική Ιστορία, Τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη 1975

  2. Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη

3. Νικόδημου Αγιορείτη: Πηδάλιο, Εκδόσεις Βασ. Ρηγόπουλου

http://antiairetikos.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Κατάθεση της τιμίας Εσθήτος της Θεοτόκου, (Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Ιουλίου 2016

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοί ἀδελφοί, τελεῖ τήν ἀνάμνηση τῆς καταθέσεως τῆς τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας στίς Βλαχέρνες. Πρόκειται γιά μία ἑορτή ἑνός γεγονότος πού ἀναφέρεται στήν Παναγία μας καί ἀφορᾶ ἕνα ἔνδυμά της πού εἶναι τό «ἐπανωφόριόν» της.

Σύμφωνα μέ τόν Συναξαριστή τῆς ἡμέρας, δύο Πατρίκιοι, ὁ Γάλβιος καί ὁ Κάνδιδος, ἐπί τῆς ἐποχῆς τοῦ Βασιλέως Λέοντος τοῦ Μεγάλου, στήν πορεία τους πρός τά Ἱεροσόλυμα γιά νά προσκυνήσουν τούς Ἁγίους Τόπους, ὅταν ἔφθασαν στήν Γαλατία, βρῆκαν μία εὐσεβεστάτη Ἑβραία, πού εἶχε μέσα στήν οἰκία της τήν ἁγία Ἐσθήτα, τό ἐπανωφόριον τῆς Παναγίας. Ἡ γυναίκα αὐτή προσευχόταν μέρα καί νύκτα μιμούμενη τήν προφήτιδα Ἄννα πού βρισκόταν στόν Ναό καί ἀξιώθηκε νά δῆ τόν Χριστό, ὅταν Τόν πῆγε ἐκεῖ ἡ Παναγία τεσσαράκοντα ἡμερῶν.
Οἱ δύο Πατρίκιοι, μετά ἀπό ἕνα τέχνασμα, κατόρθωσαν νά λάβουν τόν πολύτιμον αὐτό θησαυρό καί νά τόν φέρουν στήν Κωνσταντινούπολη, τόν ἐτοποθέτησαν στό κτῆμα τους, πού ὀνομαζόταν Βλαχέρναι, καί ἐκεῖ ἔκτισαν Ναό τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Μάρκου. Ἀργότερα ὁ Βασιλεύς Λέων ὁ Μέγας, ὅταν πληροφορήθηκε αὐτό τό γεγονός, ἔκτισε Ναό τῆς Κυρίας Θεοτόκου, στόν ὁποῖο τοποθέτησε τήν θήκη ὅπου ἦταν ἀποθησαυρισμένη ἡ τιμία Ἐσθήτα, τήν ὁποία προσκυνοῦσαν οἱ Χριστιανοί καί ἔβλεπαν διάφορα θαύματα. Ὁ ἱερός ὑμνογράφος ὀνομάζει τήν ἁγίαν Ἐσθήτα «ἱεράν περιβολήν, φυλακτήριον ἄσυλον (τῆς Κωνσταντινουπόλεως), δῶρον τίμιον, ἀναφαίρετον πλοῦτον ἰαμάτων, ποταμόν πεπληρωμένον τῶν χαρισμάτων τοῦ πνεύματος».
Μέ τήν εὐκαιρία τοῦ γεγονότος τῆς καταθέσεως τῆς τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Παναγίας, ἡ Ἐκκλησία μας ὑπενθυμίζει τό μεγάλο πρόσωπο τῆς Παναγίας, πού ἔγινε ἡ χαρά τῆς οἰκουμένης, γιατί ἦταν ἐκεῖνο τό πρόσωπο διά τοῦ ὁποίου εἰσῆλθε στόν κόσμο ὁ Χριστός πού ἐλευθέρωσε τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν ἁμαρτία, τόν διάβολο καί τόν θάνατο. Ὅλα τά τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας, ξεκινώντας ἀπό τήν τιμία Ἐσθήτα, ὑμνοῦν τό πρόσωπο τῆς Παναγίας.
Τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς ἀναφέρεται στήν Παναγία καί μεταξύ τῶν ἄλλων γράφει: «Ἐπί σοὶ γάρ καί φύσις καινοτομεῖται καί χρόνος», δηλαδή στήν Παναγία γίνεται κανούργια καί ἡ φύση καί ὁ χρόνος. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ φύση καί ὁ χρόνος, πού πολλές φορές βασανίζουν τόν ἄνθρωπο, ἀποκτοῦν ἄλλο νόημα, ὑπερβαίνονται ἐν Χάριτι Θεοῦ. Στήν Παναγία, μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, διατηρήθηκε ἡ παρθενία της, ἔγινε μητέρα χωρίς νά χάση τήν παρθενία της, καί παραμένει ζωντανή στούς αἰώνας, ἀφοῦ κατά τήν παράδοση καί αὐτό τό σῶμα της μετέστη πρός τόν οὐρανό.
Ἀλλά στήν σημερινή ἑορτή βλέπουμε ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἁγίασε τό σῶμα τῆς Παναγίας πέρασε καί στά ροῦχα πού φοροῦσε. Πράγματι, κατά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ἡ θεία Χάρη διά τῆς ψυχῆς διαπορθμεύεται στό σῶμα καί ἀπό ἐκεῖ προχέεται καί στά ροῦχα καί γενικά στήν ἄλογη φύση. Μέ αὐτόν τόν τρόπο δέν εἴμαστε εἰδωλολάτρες καί κτισματολάτρες, ἀλλά τιμοῦμε τήν ὕλη πού ἔχει τήν ἁγιοποιό ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι οἱ πιστοί, κατά τόν ἱερόν ὑμνογράφο, κατασπάζονται μέ πίστη τήν ἁγία Ἐσθήτα τῆς Παναγίας καί λαμβάνουν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἐνοικεῖ σέ αὐτήν.
Μέ τήν εὐκαιρία τῆς σημερινῆς ἑορτῆς θά πρέπη νά προσευχηθοῦμε νά μᾶς βάλη ἡ Παναγία μας κάτω ἀπό τήν ἁγία της Ἐσθήτα, τό ἁγιασμένο ἐπανωφόριό της, καί νά μᾶς προστατεύη ἀπό κάθε κακό.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΧΑΙΡΕ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΤΟ ΑΣΙΓΗΤΟΝ ΣΤΟΜΑ, ΧΑΙΡΕ ΤΩΝ ΑΘΛΟΦΟΡΩΝ ΤΟ ΑΝΙΚΗΤΟΝ ΘΑΡΣΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Απριλίου 2016

Ο άνθρωπος ο οποίος αναζητά νόημα στη ζωή του το βρίσκει όταν αισθάνεται ότι έχει μία αποστολή. Και τα δύο λειτουργούν αλληλένδετα. Η αποστολή εμπεριέχει το νόημα και το νόημα την αποστολή. Χωρίς αποστολή η ζωή δεν έχει περιεχόμενο. Ο άνθρωπος άγεται και φέρεται από τον χρόνο, τις επιλογές τω άλλων, τις επιθυμίες του. Ζει εική και ως έτυχε. Άνευ νοήματος ζωής, οποιαδήποτε αποστολή είναι αυτόνομη και περιστασιακή. Μπορεί φαινομενικά να προσφέρει περιεχόμενο στον άνθρωπο. Στην πράξη όμως γίνεται μία κίνηση, μία πορεία χωρίς νόημα. Δεν υπάρχει τελικός στόχος. Δεν μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να αισθανθεί πληρότητα. Διότι η αποστολή είναι η υπέρβαση αυτού που ονομάζουμε «μερικότητα» στη ζωή και η θέση της μέσα από μία συνολική προοπτική.

         Στο κείμενο των Χαιρετισμών της Παναγίας διαβάζουμε τον εξής λόγο: «χαίρε των  Αποστόλων το ασίγητον στόμα, χαίρε των αθλοφόρων το ανίκητον θάρσος». Η Παναγία γίνεται το ασίγητο στόμα των Αποστόλων του Χριστού και την ίδια στιγμή το ανίκητο θάρρος όλων εκείνων που ως αθλοφόροι δίδουν  την μαρτυρία της όντως ζωής στον κόσμο. Απόστολοι και Μάρτυρες γνωρίζουν γιατί ζούνε και κυρίως για Ποιον ζούνε. Διακηρύττουν την Αλήθεια που είναι ο Εσταυρωμένος και Αναστάς Θεάνθρωπος σε όλο τον κόσμο. Οι μεν δια του λόγου, οι δε δια του θάρρους που οδηγεί στο μαρτύριο. Και είναι η Παναγία που τους ωθεί σ’  αυτή την πορεία. Η Παναγία καθιστά το στόμα των Αποστόλων ασίγητο και το θάρρος των Αθλοφόρων ανίκητο. Διότι πρώτη αυτή μίλησε για τον Χριστό και πρώτη αυτή πορεύτηκε με θάρρος στη ζωή της.

              Είναι ασίγητον στόμα η Υπεραγία Θεοτόκος διότι βοά τα μεγαλεία του Θεού. Ότι ο Θεός αγαπά τόσο τον άνθρωπο, ώστε να γίνεται άνθρωπος και να δείχνει στον άνθρωπο την οδό για να γίνει Θεός. Βοά ακόμη ότι ο Θεός βλέπει τους ταπεινούς ανθρώπους, αυτούς που δε έχουν οίηση, υπερηφάνεια, αυτούς που εμπιστεύονται το θέλημά Του  και τους καθιστά άξιους μακαρισμού, τους δίνει πνευματική δόξα και αναγνώριση εις τους αιώνας. Στο πρόσωπό της αποτυπώνεται το έλεος του Θεού, αλλά και η αγιότητα, η τελειότητά Του. Ότι ο Θεός αγαπά και ευσπλαχνίζεται, αλλά και είναι αψεγάδιαστος. καθώς φανερώνει στον κόσμο το σχέδιό Του για την σωτηρία του ανθρώπου.

 Και την ίδια στιγμή καθαιρεί αυτούς που δυναστεύουν τους άλλους, αυτούς που εξουσιάζουν χωρίς να αγαπούνε, υψώνει τους ταπεινούς, αυτούς που πεινάνε και διψάνε για δικαιοσύνη, ανθρωπιά, αγάπη δεν τους αφήνει ούτε ως προς τα υλικά και αφήνει στον κόσμο αυτούς που έχουν πλουτίσει από υλικά αγαθά, αλλά δεν αγαπούνε Θεό και πλησίον, κενούς, άδειους, χωρίς σκοπό στη ζωή τους. Με το ασίγητον στόμα της η Παναγία ζητά από όλους μας  να θυμόμαστε το έλεος του Θεού, το ότι είναι βοηθός μας, ότι μιλά στη ζωή μας εφόσον Τον εμπιστευτούμε.

           Είναι ανίκητον θάρσος η Υπεραγία Θεοτόκος διότι δείχνει ότι όποιος πιστεύει στον Θεό και του εμπιστεύεται τον εαυτό του, αλλά και τα πάντα, μπορεί να πορεύεται συνήθως προς τον σταυρό του, αλλά δεν τον σηκώνει μόνος του. Είναι ο Ίδιος ο Χριστός που παρηγορεί και φροντίζει τον κουρασμένο και ταλαιπωρημένο άνθρωπο και τον αναπαύει. Και την ίδια στιγμή του δίνει δύναμη να υπερασπίζεται αυτό που είναι, δηλαδή χριστιανός, έναντι των ισχυρών του κόσμου, των αμφισβητούντων την αλήθεια, όλων εκείνων που καγχάζουν ότι κατέχουν την αλήθεια, την πρόοδο, ότι ξέρουν να ζούνε και να απολαμβάνουν, ενώ στην ουσία αποτυπώνουν το πνευματικό και υπαρξιακό τους κενό. Του δίνει δύναμη να αντέχει και εναντίον των αμφιβόλων λογισμών, που χαρακτηρίζουν κάθε άνθρωπο ο οποίος σκέπτεται και αγωνίζεται εναντίον του πονηρού, αλλά και εναντίον του κοσμικού πνεύματος.

Το ανίκητον θάρσος όμως διαφαίνεται όχι μόνο έναντι της ζωής, αλλά και έναντι του θανάτου, τόσο του προσωπικού όσο και των αγαπημένων προσώπων. Και η Υπεραγία Θεοτόκος, παρά τον πόνο της μάνας, συνόδευσε τον Υιό της μέχρι το τέλος του Σταυρού, αλλά και δεν απογοητεύτηκε, καθώς ως μυροφόρα προσδοκούσε την Ανάσταση. Και φωτίζει και ενισχύει όλους όσους θέλουν να είναι χριστιανοί να μη λυγίζουν μπροστά στους σταυρούς και τις απώλειες και να πορεύονται με θάρρος στον αγώνα να βρίσκουν νόημα σε κάθε πρόκληση της ζωής αντλημένο από τη χαρά της πίστης.

           Όποιος πιστεύει και αγαπά τον Θεό, όποιος βλέπει στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου την αποστολή που δε σταματά μέχρι το τέλος, όπως επίσης και τη δύναμη της ψυχής που γίνεται ακατανίκητη μπροστά σε κάθε πρόκληση και αμφισβήτηση είτε από τον πονηρό είτε από τους άλλους είτε από τους μάταιους κάποια στιγμή λογισμούς μας. Και βάζει τη ζωή του σε μία συνολική προοπτική. Αυτή της αποστολής να είναι και να φαίνεται χριστιανός σε κάθε περίσταση, να ξέρει τον εαυτό του ότι υπάρχει εκ του Θεού και πορεύεται προς τον Θεό και δια του Θεού, αλλά και ότι δεν είναι μόνος του. Θα αντέξει και σε κάθε περίσταση της ζωής θα βλέπει την αγάπη του Θεού, η οποία με πατρική τρυφερότητα θα τον βοηθά να διορθώνει τα μικρότερα ή μεγαλύτερα λάθη του, να ζητά την μεταμόρφωση των παθών του, να γίνεται φάρος που προσφέρει ελπίδα στους πάντες. Και έτσι ζωή και θάνατος θα έχουν άλλο νόημα. Αυτό της φωτισμένης από τον Θεό ύπαρξης που Τον αναζητεί στην αγάπη και χαίρεται διότι ο Θεός είναι παρών και αγιάζει τη ζωή!

Κέρκυρα, 15 Απριλίου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Απριλίου 2016

 

Οι Χαιρετισμοί στην Υπεραγία Θεοτόκο αποτελούν μία ξεχωριστή ακολουθία στη ζωή της Εκκλησίας. Κάθε Παρασκευή στους ορθόδοξους ναούς οι χριστιανοί, συχνά κρατώντας ένα βιβλιαράκι στο χέρι, παρακολουθούν με κατάνυξη τα «Χαίρε»  του υμνογράφου και συμμετέχουν με τη δική τους προσευχή στην Μητέρα του Θεού. Αγωνίες, προσδοκίες, αιτήματα από την μία, η ομορφιά της εκκλησιαστικής ποίησης και μουσικής που γεννά ξεχωριστά συναισθήματα από την άλλη. Μία παράδοση που υπενθυμίζει στον Ελληνισμό την ιστορία της πολιορκίας του από ισχυρούς εχθρούς, αλλά και τη ελευθερία χάρη στην Υπέρμαχο Στρατηγό.

              Τι έχουν να πούνε στους νέους ανθρώπους οι Χαιρετισμοί;

 Γραμμένοι σε μια γλώσσα που, παρά την ομορφιά της, δε γίνεται εύκολα κατανοητή, ψαλλόμενοι σε ένα μέλος που είναι μακριά από τα δικά τους ακούσματα οι νεώτεροι καλούνται να καταβάλουν μεγάλη προσπάθεια, όχι μόνο για να εντάξουν την ακολουθία στο φορτωμένο πρόγραμμά τους, αλλά και να αφεθούν στο να συμμετάσχουν στην πνευματική πανδαισία. Είναι αρκετή μία μετάφραση του Ακαθίστου Ύμνου ή μία μικρή ανάλυσή του σε μία εποχή κατά την οποία το απρόσληπτο αυξάνεται και επομένως η θεραπεία δυσκολεύει; Αρκεί η παρότρυνση ή η τέλεση δεύτερων χαιρετισμών για νέους και για εργαζομένους, όπως πολύ καλώς σε πολλές Μητροπόλεις και ενορίες γίνεται;

           Η εποχή μας έχει περιθωριοποιήσει την έννοια του συλλογικού βιώματος, το ανήκειν το οποίο στηρίζεται σε εμπειρίες και όχι μόνο σε παραδόσεις. Ο ατομοκεντρισμός έχει κάνει τον άνθρωπο να αυτονομείται από το αίσθημα που γεννά η μετοχή στο κοινωνικό σώμα. Και έτσι, ακόμη και οι εκκλησιαστικές ακολουθίες συνοδεύονται από το ερώτημα της ατομικής κατανόησης και δεν επιτρέπουν σε όσους συμμετέχουν να αισθανθούν την αξία της συνάντησης, της λειτουργικής προσευχής, της ενότητας γύρω από ένα Πρόσωπο. Στους Χαιρετισμούς είναι η Παναγία που μας συγκεντρώνει. Είναι η Μητέρα του Χριστού που μας δείχνει ότι δεν είμαστε μόνο άτομα, αλλά μέλη μίας κοινότητας η οποία έχει πρεσβευτή στον ουρανό και πρότυπο επί της γης. Και ο καθένας μας καλείται να προσανατολιστεί  προς μία ύπαρξη η οποία δεν πρεσβεύει μόνο για να σωθούμε ατομικά αλλά ανοίγει τον δρόμο και τον τρόπο της Εκκλησίας, δηλαδή του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος που μας δίνουν το ανήκειν, τον άλλο, τη συνέχεια και τη χαρά να μπορούμε να δούμε τους εαυτούς μας όχι μόνο σε σχέση με το εγώ, αλλά και σε σχέση με το Εμείς. Αυτό εκφράζεται και ποιητικά. Και μουσικά. Δια των αισθήσεων, γεννώντας ένα βίωμα πληρότητας και χάριτος.

            Πώς να διδαχθεί αυτό στους νεώτερους;

Η οικογένεια είναι η βάση. Αλλά και το σχολείο, στο οποίο αξίζει να γίνεται μία αναφορά σε ένα από τα ωραιότερα ποιητικά κείμενα της παγκόσμιας παράδοσης, κυρίως όμως στην ανάγκη του ανθρώπου να βρει οικειότητα, τόσο προς τον ουρανό όσο και προς τη γη, τον συνάνθρωπο. Δεν είναι χάσιμο χρόνου η συνάντηση. Πρωτίστως όμως η ενορία μπορεί να δώσει την ευκαιρία στους νέους, μέσω της κατήχησης, αλλά και με άλλους ευφυείς τρόπους να νιώσουν ότι η πίστη γεννά συγκίνηση, αφύπνιση και δίνει ζωή. Διαφορετικότητα που είναι πηγή χαράς. Το χρειάζονται και οι νέοι και όλοι μας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της 13ης Απριλίου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Ακάθιστος ΄Ύμνος

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Απριλίου 2016

Από: Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τ. α’-ιστ’, εκδ. Γαλαξίας, Αθήνα 1969-72.

AkathistosYmnos

[…] Tοιαύτη υπήρξεν η έκβασις της πρώτης πολιορκίας ήν υπέστη η μεγάλη του μεσαιωνικού ελληνισμού πρωτεύουσα· έκβασις αείμνηστος, διότι αν η Kωνσταντινούπολις υπέκυπτεν εις τους Πέρσας, επειδή μετ’ ου πολύ οι Πέρσαι εφάνησαν ανίκανοι ν’ αντισταθώσιν εις τους μωαμεθανούς, μετά των Περσών ήθελε και ο ελληνισμός υποκύψει έκτοτε εις τους νέους τούτους πολεμίους, και πιθανώτατα εξαφανισθή από του προσώπου της γης, όπως εξηλείφθη τόντι από των χωρών όσαι κατελήφθησαν έκτοτε υπό των Aράβων ήτοι από της Συρίας, από της Aιγύπτου, από της Mεσοποταμίας. Eνώ λυτρωθείσης ήδη της Kωνσταντινουπόλεως, οι μεν Πέρσαι εδουλώθησαν μετ’ ολίγον υπό των μωαμεθανών, αλλ’ ο ελληνισμός αντέσχεν έτι εις αυτούς επί 800 και επέκεινα ενιαυτούς.

Kαι απέβαλε μεν επί τέλους την πολιτικήν ανεξαρτησίαν, διά του τουρκικού μωαμεθανισμού, αλλά διέσωσε την εθνικήν ύπαρξιν, διότι ο τουρκικός μωαμεθανισμός απέβη πολύ ολιγώτερον του αραβικού καταστρεπτικός των εθνοτήτων. Όθεν εάν σήμερον υπάρχει ελληνισμός, τούτο οφείλεται κατά πρώτον λόγον εις την ματαίωσιν της πρώτης ταύτης υπό των βαρβάρων πολιορκίας της Kωσταντινουπόλεως. Tο δε γεγονός τούτο συνδέεται και άλλως μετά του παρόντος ημών βίου. Eίπομεν ήδη ότι τότε αντήχησε κατά πρώτον η λέξις παληκάρια, ήτις έμελλε ν’ αποβή τοσούτον ένδοξος επί του νεωτέρου ελληνισμού. Πλην τούτου, τότε ωσαύτως ο βασιλεύς Hράκλειος, επί τη προτάσει του πατριάρχου Σεργίου, αναλογιζόμενος μεν τον έσχατον κίνδυνον εκ του οποίου απηλλάγη το έθνος, ανταποκρινόμενος δε εις τα αισθήματα του λαού και του στρατού, οίτινες δεν ηγωνίσθησαν τοσούτον γενναίως ειμή πεποιθότες εις την προστασίαν της πολιούχου Παναγίας Θεοτόκου, ενέκρινεν εις δήλωσιν αϊδίου προς αυτήν ευγνωμοσύνης, την καθιέρωσιν της Aκολουθίας του Aκαθίστου Ύμνου, ήτις μέχρι της σήμερον τελείται παρ’ ημών την Παρασκευήν της E’ εβδομάδος της μεγάλης τεσσαρακοστής, και εις την οποίαν προσετέθη βραδύτερον η μνήμη των δύο πολιορκιών, καθ’ ας οι Άραβες τοσούτον γενναίως απεκρούσθησαν εκ της πρωτεούσης εκείνης. Tις Έλλην δεν γνωρίζει τον ύμνον τον κατά την Aκολουθίαν ταύτην ψαλλόμενον εκ διαλειμμάτων εις τιμήν της ιδιαζούσης προστάτιδος του χριστεπωνύμου πληρώματος;

Tή υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια!

Ως λυτρωθείσα των δεινών, ευχαριστήρια

Aναγράφω Σοι, η πόλις Σου, Θεοτόκε,

Aλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον

Eκ παντοίων με κινδύνων, ελευθέρωσον,

Ίνα κράζω Σοι χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Tις Έλλην δεν ακούει κατ’ έτος μετά κατανύξεως βαθείας τους χαιρετισμούς εκείνους, εν οις η ζωηροτέρα φαντασία και η ευλαβεστέρα αγάπη επεσώρευσαν όλας τας δυνατάς διαδηλώσεις της αφοσιώσεως προς την σώτειραν του έθνους ημών, και της βασιλείας, και της εκκλησίας;

Xαίρε, της Eκκλησίας ο ασάλευτος πύργος·

Xαίρε, της βασιλείας το απόρθητον τείχος·

Xαίρε, δι’ ης εγείρονται τρόπαια·

Xαίρε, δι’ ης εχθροί καταπίπτουσιν.

Ίσως τινές εξ εκείνων όσοι αξιούσι να καθυποβάλλωσι τα πάντα εις την στάθμην της λεγομένης αυστηράς λογικής παρατηρήσωσιν, αφορώντες μάλιστα εις τα παρ’ άλλοις έθνεσι συμβαίνοντα, ότι αι δοξολογίαι εκείναι και δεήσεις, ήτο ευλογώτερον ν’ απευθύνωνται προς το υπέρτατον Όν, προς τον Παντοδύναμον Θεόν μάλλον ή προς εν των κτισμάτων Aυτού, έστω το κτίσμα τούτο και αυτή η μήτηρ του Σωτήρος Hμών Iησού Xριστού. Oι σοφοί ούτοι άνθρωποι ειμπορούν να ειξεύρωσι πολλά πράγματα, αλλ’ αγνοούσιν ότι ολίγοι τνές λόγιοι δεν αποτελούσιν έθνος, αγνοούσιν ότι όλα τα έθνη δεν επλάσθησαν ομοιοειδή το ήθος, προ πάντων δε αγνοούσι τα μυστήρια της ευπαθούς των μεσημβρινών εθνών καρδίας, υφ’ ων καθοδηγουμένη η θρησκεία ημών έθετο την γέφυραν την μετάγουσαν τους εκ γης προς ουρανόν. Kαι εκκαλώ λοιπόν την κρίσιν της ξηράς αυτών λογικής εις τας καρδίας όλων όσοι αναγινώσκουσι την παρούσαν ιστορίαν, ανδρών και γυναικών, πρεσβυτέρων και νεωτέρων. Tις εξ υμών, εν ημέραις θλίψεων, εν στιγμαίς οδύνης, δεν εστέναξεν επικαλούμενος το άγιον της μητρός αυτού όνομα; Tης μητρός, και ουχί ετέρου τινός των φιλτάτων· διότι ηγαπήθητε βεβαίως εν τω κόσμω τούτω υπό του πατρός· ηγαπήθητε υπό των αδελφών, των συζύγων, των τέκνων, των φίλων· και ίσως υπήρξατε το αντικείμενον της λατρείας εκείνης ήτις είναι το τρικυμιωδέστεον άμα και το μάλλον εφήμερον των ανθρωπίνων αισθημάτων. Ποτέ όμως δεν ηγαπήθητε ουδέ θέλετε αγαπηθή όσον υπό της μητρός υμών. Όλαι αι μελωδίαι των διαφόρων της αγάπης ειδών συναρμολογούνται εις μίαν ουρανίωνα αρμονίαν εντός της καρδίας της μητρικής· και αν υπάρχη επί της γης ταύτης η αγάπη περί ης ο απόστολος Παύλος είπεν ότι είναι μείζων της γνώσεως, μείζων της ελπίδος, μείζων της πίστεως, είναι η αγάπη η μητρική. Eκ τούτου η κραυγή της συνειδήσεως ημών η επικαλουμένη την αρωγήν εκείνην και την ευλογίαν επί πάσης υπερβαλλούσης της ψυχής ή του σώματος αλγηδόνος. Aλλ’ η δέσποινα η τον Σωτήρα της ανθρωπότητος τέξασα, η μήτηρ της ζωής, όπως ονομάζει αυτήν η Eκκλησία, τί άλλο είναι ή η πνευματική όλου του χριστεπωνύμου πληρώματος μήτηρ; Tι δε συμφωνότερον προς τας ορμάς της ανθρωπίνης καρδίας ή το να προσφεύγωμεν εις την μεσιτείαν, την προστασίαν, τας πρεσβείας της μητρός εκείνης ίνα είτε δηλώσωμεν την ευγνωμοσύνην ημών εις το Yπέρτατον Oν, είτε εξειτηθώμεν την παντοδύναμον αυτού αντίληψιν. Oι άνθρωποι του βορρά, οι έχοντες την λογικήν δύναμιν κρείττονα της φανταστικής, και ολιγώτερον υποκείμενοι όντες εις την επίδρασιν του περί αυτούς αισθητού κόσμου, ουδενός τωόντι δέονται του μεσάζοντος ίνα έλθωσιν εις σχέσιν προς τον Θεόν. Aλλ’ οι κάτοικοι της μεσημβρίας, των οποίων ζωηροτέρα μεν είναι η φαντασία, η δε καρδία ευπαθεστέρα, ούτω πως επλάσθησαν ώστε να έχωσι χρείαν οικείων τινών αισθημάτων, ίνα δι’ αυτών και ως διά κλίμακος, αναβιβασθώσι μέχρι του Yπερτάτου Όντος. Mη επιχειρώμεν λοιπόν ν’ ανατρέψωμεν, διά της μικράς ημών σοφίας, τους μεγάλους της φύσεως νόμους· μη επιβάλλωμεν χείρα ιερόσυλον επί τας πατρίους παραδόσεις, οι νήπιοι ημείς, οι χθες και πρώην ψηφίσαντες ποικίλας τελετάς και δοξολογίας, αίτινες ήνθησαν και απήνθησαν ως ο χόρτος του αγρού, ο σήμερον ων και αύριον εις κλίβανον βαλλόμενος, ενώ τα ιδρύματα των αοιδίμων ημών βασιλέων κατίσχυσαν τοσούτων αιώνων και τοσούτων πολιτικών μεταβολών! Tωόντι, αφ’ ης ημέρας ο Hράκλειος καθιέρωσε την ακολουθίαν του Aκαθίστου Ύμνου, παρήλθον υπέρ τα 1200 έτη· το ανατολικόν κράτος ηκρωτηριάσθη, διεμελίσθη, κατέπεσεν, ανωρθώθη, πάλιν κατέπεσεν· εις δε τους καθ’ ημάς χρόνους πάλιν τμήμα τι αυτού ανέκτησε την πολιτικήν ανεξαρτησίαν· αλλά και τοι επήλθον έκτοτε τοσαύται μεταβολαί, και τοι παρήλθον έκτοτε τοσούτοι αιώνες, μέχρι της σήμερον, εις πάσαν ελληνικήν χώραν, εις Aθήνας και εις Kωνσταντινούπολιν, εις Θεσαλονίκην και εις Σμύρνην, εις Kρήτην και εις Xίον, το εσπέρας της Παρασκευής της E’ εβδομάδος της μεγάλης τεσσαρακοστής, η Aκολουθία του Aκαθίστου Ύμνου δεν παύει αναπέμπουσα προς τον Ύψιστον αίνους ευγνωμοσύνης επί τη σωτηρία του ελληνισμού, δεν παύει ενούσα πνευματικώς ό,τι διέσπασεν η βία, δεν παύει πληρούσα τας καρδίας ημών ελπίδων περί αισιωτέρου μέλλοντος.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Απριλίου 2016

Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια,
Ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια,
Αναγράφω σοι η Πόλις σου, Θεοτόκε.
Αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον,
Εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον.
Ίνα κράζω σοι, Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε.

Κοντάκιο ή ττροϊμιο.

Σε σένα Θεοτόκε, που είσαι η υπέρμαχος στρατηγός αποδίδω με ευγνωμοσύνη την ένδοξη νίκη, εγώ η Πόλη Σου, επειδή με τη δική σου βοήθεια, γλίτωσα από τις φοβερές συμφορές, που έρχονταν εναντίον μου. Εσύ δε που η δύναμή Σου είναι ακατανίκητη, ελευθέρωσέ με από κάθε είδους κινδύνους, ώστε να φωνάζω πάντα, χαίρε νύμφη ανύμφευτε.

Η εικόνα της Παναγίας « Ο Ακάθιστος ύμνος».

Η ονομασία της εικόνας αυτής αναφέρεται στον Ακάθιστο ύμνο και στο μοναστήρι του Χελανδαρίου, στο Άγιον όρος με μοναχούς κυρίως Σέρβους.

Η εικόνα αυτή βρίσκεται στο εικονοστάσιο της κεντρικής εκκλησίας του μοναστηριού Χελανδαρίου. Το 1837, κατά τη διάρκεια πυρκαγϊάς σ’ αυτή την εκκλησία, ψαλλόταν εκεί κοντά ο Ακάθιστος ύμνος και η εικόνα προς μεγάλη χαρά των μοναχών, παρέμεινε άθικτη. Η εικόνα γιορτάζει στις 12 Ιανουάριου.

Η μορφή της Παναγίας.

Η Κυρία Θεοτόκος, όσον αφορά τον κατά κόσμο χαρακτήρα και σώμα της, ήταν σεμνή και αξιοσέβαστη σε όλα, και μιλούσε λίγο, λέγοντας μόνο τα απαραίτητα. Ήταν υπάκουη και ευπροσήγορη. Όλους τους τιμούσε και τους προσκυνούσε. Το μέγεθος του σώματός της ήταν κανονικό και συμμετρικό ή όπως λένε άλλοι, ήταν ψηλότερη από τη μέση και πάνω.

Δεν παρουσιαζόταν στον κάθε άνθρωπο. Ήταν μακριά από κάθε ταραχή και θυμό. Το χρώμα του Θεοδόχου Της Σώματος, ήταν ίδιο με το χρώμα του σιταριού. Είχε ξανθά μαλλιά στο κεφάλι. Είχε όμορφα μάτια, χρωματισμένα με θεία σεμνότητα, ωραϊσμένα με οξείες κόρες, ίδιες με την ελιά που σκεπάζονταν με φαιδροπρεπείς βλεφαρίδες. Τα φρύδια Της ήταν μαύρα, σχηματισμένα κυκλικά. Η μύτη της ήταν ομαλή και ίσια. Τα πανάμωμα χείλια της, ήταν ανθηρά, λάμποντα με κόκκινο χρώμα, και γεμάτα από τη γλυκύτητα των λόγων της.

Πρόσωπο είχε ιεροπρεπές, όχι στρογγυλό, αλλά λίγο μακρύ. Τα θεοδόχα χέρια της, ήταν μακριά. Το ίδιο, και τα δάχτυλα των χεριών της ήταν μακριά και λαξευμένα με λεπτότητα.

Ήταν ανθυπερήφανη και ανεπίδεικτη. Ταπείνωση είχε υπερβάλλουσα. Αγαπούσε να φοράει ρούχα με φυσικό τρόπο χρωματισμένα, καθώς φαίνεται από το άγιο και ιερό της Μαφόριο.

Γενικά, η Κυρία Θεοτόκος ήταν όσον αφορά τα εξωτερικά μέλη του σώματός Της, γεμάτη από Θεία χάρη και σεβασμιότητα, τέτοια, που όποιος την έβλεπε, λάμβανε στην ψυχή του ένα κάποιο φόβο με ευλάβεια, μαζί με μία εσωτερική χαρά, και χωρίς να την γνωρίζει από πριν, γνώριζε και μόνο από τον εξωτερικό της χαρακτήρα, ότι αυτή ήταν αληθινά, η Μητέρα του Θεού.

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΧΑΙΡΕ ΑΣΤΡΑΠΗ ΤΑΣ ΨΥΧΑΣ ΚΑΤΑΛΑΜΠΟΥΣΑ, ΧΑΙΡΕ ΩΣ ΒΡΟΝΤΗ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΚΑΤΑΠΛΗΤΤΟΥΣΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Απριλίου 2016

Μία ξεχωριστή παρομοίωση την οποία ο ιερός υμνογράφος αποδίδει στην Υπεραγία Θεοτόκο είναι και αυτή της αστραπής. Ένα φυσικό φαινόμενο αποκτά πνευματικές αναλογίες. Η αστραπή, η οποία σκίζει τον ουρανό και φωτίζει για μία στιγμή τον κόσμο, παρομοιάζεται με την Παναγία, μόνο που η δική της αστραπή είναι πνευματική. Αποτέλεσμα της συσσώρευσης φορτίων σε έναν βαρύ ουρανό η φυσική αστραπή. Αποτέλεσμα της συσσώρευσης της ανάγκης για απόθεση των φορτίων της αμαρτίας, του θανάτου, του κακού, της απόγνωσης η Παναγία ήρθε όχι για να φωτίσει για μία στιγμή τις ψυχές των ανθρώπων, αλλά για να δώσει μόνιμο φως σ’ αυτούς που ζούνε εν σκότει, να κάνει τους πάντες να λάμψουν, να δούνε δηλαδή και την παραμικρότερη πτυχή του εαυτού τους στη χαρά και τη διάρκεια που το φως του Θεού προσφέρει.

Και δεν ήταν φορτισμένος ο κόσμος μόνο τότε που έζησε η Υπεραγία Θεοτόκος, όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να έρθει ο Χριστός στον κόσμο. Είναι και σήμερα και σε κάθε εποχή. Διότι ο άνθρωπος έχει να παλέψει με την προαίρεσή του, η οποία τον απομακρύνει από την προτεραιότητα της σχέσης με τον Θεό και τον κάνει να εγκλωβίζεται στα προσωπικά του φορτία. Στις έγνοιες και βιοτικές μέριμνες, στην επιδίωξη της φιληδονίας, στον εγωκεντρισμό που μας κάνει να νομίζουμε ότι υπάρχουμε μόνοι μας στη ζωή και μόνο για μας, στα ποικίλα προβλήματα, προσωπικά και συλλογικά,  σε έναν κόσμο που δε λύνει, αλλά ξέρει να φορτώνει τις ευθύνες του πάντα σε κάποιους άλλους.

Και έρχεται η Παναγία να γίνει φως αστραπής. Να είναι ευδιάκριτη από παντού. Να φωτίσει τον κόσμο και τις ανθρώπινες καρδιές. Και είναι φως διότι τη δική της προαίρεση είδε ο Θεός και προσέθεσε την ένταση και τη διάρκεια του φωτός Του. Όποιος ατενίζει την Παναγία γνωρίζει για  πάντα για ποιο λόγο ζει:  για να αγαπά και να δοξάζει τον Θεό και να μοιράζεται τη χαρά της πίστης με όλους όσους συναντά και τον συναντούν. Γνωρίζει πώς να διαχειρίζεται τη ζωή και τις κρίσεις της. Διότι έχει ως γνώμονά του την αρετή, όχι ως συμπεριφορά μόνο, αλλά κυρίως ως ένδειξη και σημείο της εμπιστοσύνης του στον Θεό, που τον καθιστά αληθινό. Διότι η Παναγία δεν ήταν εξωτερικά ενάρετη, αλλά οντολογικά, η ύπαρξή της στολίστηκε από την πίστη, την χάρη, την αγάπη, τη ειρήνη, την μακροθυμία, την πραότητα, την προσευχή. Και αυτοί οι τρόποι που έγιναν χαρίσματα, ευλογήθηκαν από τον Θεό γιατί πήγαζαν από τη δίψα γι’  Αυτόν. Και έγινε φως η Υπεραγία Θεοτόκος, που φωτίζει όλους να ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο, δια του οποίου κάθε ανθρώπινη κρίση φωτίζεται υπό την προοπτική της ολοφώτεινης αστραπής που αλλάζει τον τρόπο θέασης των πάντων. Όποιος ατενίζει την Παναγία βλέπει και τα δικά του σφάλματα, τα λάθη και τα πάθη του, όχι για να απογοητευτεί περισσότερο, αλλά για να ξεκινήσει να παλεύει για να διορθωθούν. Καθώς δεν υπάρχουν μυστικά από τον Θεό, γίνεται αληθινός. Και η αλήθεια ελευθερώνει.  Αλλά, ακόμη κι αν τα πάθη και τα λάθη μας φέρνουν απογοήτευση, αν το πνεύμα του κόσμου τούτου φαίνεται πανίσχυρο, η Παναγία εξαίφνης φανερώνει το φως. Και είναι υπέρβαση των προσδοκιών μας το φως. Έρχεται εκεί όπου είμαστε ένα βήμα πριν τη απογοήτευση. Ένα βήμα πριν από την αίσθηση της μοναξιάς. Σε έναν άδη, στον οποίο το κακό και ο εγωκεντρισμός μας ρίχνουν, αλλά και ο κοσμοκράτωρ του αιώνος τούτου, ο οποίος νομίζει ότι με το σκοτάδι στο οποίο ζει θα μας υποτάξει. Και είναι λάμψη, μεγαλείο και σημάδι ελπίδας η παρουσία της Παναγίας. Διότι μας δείχνει ότι ο Θεός δεν μας λησμονεί. Και θα μας κρατήσει όρθιους.

Και γίνεται τελικά και βροντή η Παναγία. Καταπλήττει τους εχθρούς της αλήθειας. Κάνει θόρυβο. Δείχνει μεγαλοπρέπεια. Αποπνέει δύναμη, η οποία μαρτυρεί την ύπαρξη και την αξία της. Μόνο που αυτή η δύναμη δεν είναι για να συντρίψει, αλλά για να ελευθερώσει. Για να αποδείξει σε όσους εχθρεύονται το φως ότι είναι μάταιη η διαφύλαξη του θανάτου με όλες τις μορφές του, την οποία προσπαθούν να πετύχουν. Ότι όσο κι αν θέλουν να κρατήσουν τις ανθρώπινες καρδιές στο σκοτάδι της άγνοιας για το ποιος είναι ο Θεός, στο σκοτάδι του εγκλωβισμού στο εγώ,  στο σκοτάδι της αμαρτωλότητας η οποία έχει να κάνει με την πρόσληψη των πλευρών της ζωής που δεν μας λυτρώνουν, αλλά μας κάνουν να σκοτώνουμε τον χρόνο μας, η ματαιότητα δε θα νικήσει. Ο Θεός είναι παρών και μας αγαπά. Και θα μπει στις καρδιές και θα τις φωτίσει όταν οι άνθρωποι θέλουν σωτηρία. Θα μας κάνει να βγούμε από την αυτάρκεια δια της αγάπης. Στην αίσθηση ότι ο τρόπος του κόσμου και του πολιτισμού είναι ο μοναδικός, διότι δήθεν μόνο αυτός είναι συναρπαστικός και μοντέρνος. Γιατί η πίστη εμπεριέχει το στοιχείο της έκπληξης. Είναι ένας έρωτας μοναδικός, ο οποίος σε κάνει να διψάς για Θεό, να διψάς για αγάπη, να ανανεώνεις την πορεία σου, για να μπορείς να χαρείς αληθινά. Με την προσευχή, τη συγκατάβαση, την αγάπη. Με τους ανθρώπους που συναντάς ή σε συναντούν.

Έχουμε ανάγκη τη φώτιση και τον φωτισμό που λαμβάνουμε από την παρουσία της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αρκεί να είμαστε ευδιάκριτοι από παντού ότι θέλουμε να εκπέμπουμε το φως του Θεού, τηρώντας τις εντολές Του. Αρκεί να είμαστε έτοιμοι να ανανεώσουμε την πορεία μας, εκπλήσσοντας και τον εαυτό μας και τον κόσμο με τη διάθεση να μην παραιτηθούμε από την μεταμόρφωση της ζωής. Αρκεί να πορευόμαστε εν μετανοία για τα λάθη μας και αποφασισμένοι να διαλέξουμε την αρετή.  Να μην υποταχθούμε στο πνεύμα του συσχηματισμού που ο κόσμος αυτός προβάλλει ως μοναδικό. Και ο Θεός δια πρεσβειών της Παναγίας μας, της οποίας η αστραπή εξακολουθεί να φωτίζει, θα μας δώσει τα εχέγγυα του πνευματικού τρόπου, διά του οποίου τα πάντα θα γίνονται καινούργια, συναρπαστικά, αληθινά!

Κέρκυρα, 8 Απριλίου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΧΑΙΡΕ ΟΧΗΜΑ ΠΑΝΑΓΙΟΝ ΤΟΥ ΕΠΙ ΤΩΝ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ, ΧΑΙΡΕ ΟΙΚΗΜΑ ΠΑΝΑΡΙΣΤΟΝ ΤΟΥ ΕΠΙ ΤΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Απριλίου 2016

Δύο από τους ωραιότερους χαρακτηρισμούς που ο υμνογράφος του Ακαθίστου Ύμνου αποδίδει στην Υπεραγία Θεοτόκο είναι αυτοί που την ονομάζουν «όχημα» και «οίκημα». Το όχημα δεν είναι απλώς ένα μεταφορικό μέσο. Έχει να κάνει και με το πρόσωπο το οποίο είναι εποχούμενο, είτε αυτό είναι οδηγός είτε επιβάτης. Το όχημα δεν έχει «εγώ». Υπάρχει για να διακονεί. Και η διακονία του φτάνει μέχρι το τέλος του χρόνου, μέχρι να νικηθεί από την φθορά. Το όχημα είναι πάντοτε όχημα. Το οίκημα πάλι είναι και ο χώρος στον οποίο κάποιος κατοικεί, αλλά έχει να κάνει και με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία κατοικούν στο οίκημα. Και αυτό υπάρχει όχι για το «εγώ»  του, αλλά για να μπορούν όσοι κατοικούν εν αυτώ να αισθάνονται ασφαλείς, να μπορούν να χαίρονται και να δημιουργούν, να ξεκουράζονται, να ετοιμάζονται για την πορεία της ζωής τους, να αναπτύσσουν σχέσεις. Και το οίκημα υπάρχει για να διακονεί. Μέχρι το τέλος χρόνου, μέχρι να νικηθεί κι αυτό από την φθορά.

         Η Παναγία ως όχημα και ως οίκημα συνδέεται με τον Χριστό. Μάλιστα, ο υμνογράφος αναφέρει, επισημαίνοντας το θαυμαστό,  ότι είναι όχημα Εκείνου που εποχείται στα Χερουβείμ, στον ουράνιο κόσμο. Δείχνει με τον τρόπο αυτό ότι ο Κύριος κατοίκησε στην μήτρα της, ενώ είχε τις ουράνιες Δυνάμεις ως όχημά Του. Παραιτήθηκε δηλαδή από την αποκλειστικότητα της θεϊκής Του φύσης και προσέλαβε και την ανθρώπινη. Και διάλεξε την Υπεραγία Θεοτόκο ως όχημά Του, καθιστώντας την εκπρόσωπο όλου του ανθρώπινου γένους σε μία νέα συμφωνία, καινή διαθήκη, την οποία βιώνουμε στην Εκκλησία. Ότι δηλαδή οι άνθρωποι μπορούμε να γίνουμε κι εμείς οχήματα του Θεού. Να μεταφέρουμε τον λόγο Του. Να μεταφέρουμε την αγάπη Του. Να μεταφέρουμε το μήνυμα της άφεσης των αμαρτιών και της ελπίδας σε όλο τον κόσμο. Να μεταφέρουμε την αλήθεια και τη χαρά της αιωνιότητας. Να μεταφέρουμε την υπέρβαση της μοναξιάς. Να μεταφέρουμε τόσο τον εαυτό μας όσο και τους συνανθρώπους μας με τους οποίους αναστρεφόμαστε στην οδό της ανάστασης. Αλλά και ως οίκημα η Παναγία έγινε κατοικητήριο και μάλιστα το πλέον άριστο που θα μπορούσε να γίνει Αυτού που κατοικεί στα Σεραφείμ, αναπαύεται στις ουράνιες Δυνάμεις. Έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη. Τον ξεκούρασε η Παναγία τον Θεό. Του έδειξε την αγάπη και τη στοργή. Τον μεγάλωσε και του έδωσε την αναγκαία ανθρώπινη ασφάλεια, διότι ό Χριστός ήταν τέλειος άνθρωπος κατά πάντα, δίχα αμαρτίας. Το ίδιο κι εμείς. Μπορούμε να γίνουμε κατοικητήριο του Θεού, μετέχοντας στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και αφήνοντας τον εαυτό μας να αγιαστεί από Εκείνον, για να βοηθήσουμε και τους άλλους να αγιαστούν με τη σειρά τους. Να γίνουμε κατοικητήριο φωτός, να φωτιστούμε και να φωτίσουμε. Να έχουμε επίγνωση ότι  δεν αρκεί ο εαυτός μας, αλλά κληθήκαμε να αγαπάμε και να μοιραζόμαστε την Αλήθεια που κατοικεί εντός μας από τη στιγμή που βαπτιστήκαμε και εισήλθαμε στην Εκκλησία. να μην κλείνουμε την πόρτα της καρδιάς μας σ’  Αυτόν που κατοικεί εντός της εκδιώκοντάς Τον με την κακή χρήση της προαιρέσεως, με την ανταρσία των βιοτικών μεριμνών, με την κάθε είδους αμαρτία, αλλά κυρίως με τον φόβο ότι θα χάσουμε τη χαρά της εγκοσμίου πραγματικότητας αν αφήσουμε χώρο στον Θεό να κατοικεί εντός μας.

           Ο πολιτισμός μας ζητά ανθρώπους οι οποίοι να είναι φερέφωνα ενός τρόπου ζωής χωρίς Θεό. Εκκοσμικευμένα άτομα, τα οποία δεν θα μεταφέρουν αγάπη, χαρά, ελπίδα, ανάσταση, αλλά έγνοια για τον εαυτό τους, φιληδονία, προσποίηση ότι δεν υπάρχει θάνατος και ότι όλα πρέπει να είναι μία ατέρμονη διασκέδαση, το «να περνάς καλά», ότι η ζωή είναι ο χρόνος που έχουμε σ’ αυτόν τον κόσμο. Ο πολιτισμός μας ζητά ιδιοκτήτες και όχι φιλοξενούντες. Ιδιοκτήτες των αγαθών και χρήστες τους αποκλειστικά για τον εαυτό μας και όχι φιλοξενούντες, έτοιμους να μοιραστούν κάθε τι που ο Θεός επέτρεψε να έχουν με τον πλησίον τους. Ιδιοκτήτες του εγώ, των συναισθημάτων, των σκέψεων, των επιθυμιών, ανθρώπους προσανατολισμένους στα υλικά, στην τεχνολογία, στα μηχανήματα παντός είδους και όχι  διαχειριστές και προσφερόμενους στις σκέψεις, στα συναισθήματα, στα αγαθά να επιτρέψουμε να χωρούν οι άλλοι. να χαιρόμαστε να μοιραζόμαστε. Γιατί όταν κάποιος μοιράζεται δίνει ασφάλεια και δυνατότητα κοινωνίας με τους πλησίον του. Παύει να είναι μόνος του και δίνει την ευκαιρία και στους άλλους να μην είναι μόνοι. Αναπαύει και δίνει χαρά.

         Η Παναγία παρέμεινε όχημα και οίκημα μέχρι το τέλος της επιγείου ζωής της. Αλλά παραμένει και σήμερα δικό μας όχημα και δικό μας οίκημα εφόσον πιστεύουμε στον Υιό και Θεό της, εφόσον είμαστε έτοιμοι να  παραιτηθούμε από τη νοοτροπία του πολιτισμού μας να  λειτουργούμε εκκοσμικευμένα και όχι Θεανθρωποκεντρικά, εφόσον κατανοήσουμε ότι το νόημα δε βρίσκεται στην ιδιοκτησία, αλλά στο μοίρασμα, την φιλόξενη καρδιά, την ετοιμότητα της αγάπης που ανοίγεται και νοηματοδοτεί  αυτό που έχουμε ανάγκη: τη σχέση με τον Θεό και τους ανθρώπους που μας κάνει αληθινά χρήσιμους τόσο για τον εαυτό μας όσο και για τον κόσμο.  Ας την παρακαλούμε στη ζωή της Εκκλησίας κι ας γίνεται και για μας το όχημα και το οίκημα, διδάσκοντάς μας τον τρόπο της δικής της ζωής.

Κέρκυρα, 1 Απριλίου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΧΑΙΡΕ Η ΓΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΑΣ, ΧΑΙΡΕ ΕΞ ΗΣ ΡΕΕΙ ΜΕΛΙ ΚΑΙ ΓΑΛΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Μαρτίου 2016

        Στη ζωή μας επιζητούμε την αφθονία. Θέλουμε να μην μας λείπει τίποτε και ιδιαιτέρως για τους νεώτερους, για τα παιδιά μας. Και είμαστε πρόθυμοι να ακολουθήσουμε όποιους μας υπόσχονται αυτή την αφθονία. Άλλοτε πάλι αγωνιζόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις, εργαζόμενοι γι’  αυτόν τον σκοπό. Και αισθανόμαστε φτωχή τη ζωή μας όταν τα υλικά μας λείπουν στο βαθμό που το καταναλωτικό πρότυπο της ζωής μας μάς προβάλλει ως το ενδεδειγμένο. Στην εποχή μας η αφθονία έχει περάσει, εκτός από τα αγαθά, στην ανάγκη για ικανοποίηση των επιθυμιών μας. Στην αφθονία των ηδονών. Των θεαμάτων. Των ακροαμάτων. Της μετοχής στα επιτεύγματα του πολιτισμού. Δεν θέλουμε να είναι μόνο το τραπέζι μας γεμάτο, αλλά και η ζωή μας από ευκαιρίες. Τόσο, που κάποτε φτάνουμε στην απληστία.

                Στη ζωή της Εκκλησίας μας βλέπουμε ότι ο Θεός καταφάσκει στην ανάγκη του ανθρώπου για αφθονία. Μόνο που ο σκοπός της δεν μπορεί να είναι ο εγωτικός εγκλωβισμός στην αυτάρκειά της, αλλά η γενναιοδωρία στο δίδειν και προσφέρειν. Δεν ευλογεί ο Θεός την αφθονία, για να παραβιάζεται το θέλημά Του, αλλά για να γεύεται ο άνθρωπος τη χαρά της κοινωνίας μαζί Του, τη χαρά της αγάπης με τον άλλο. Γι’  αυτό και η αφθονία είναι αφορμή και ευκαιρία ελεημοσύνης. Εξόδου δηλαδή από τον εαυτό και το εγώ μας και μεταδόσεως της αγάπης με κάθε τρόπο. Ιδίως η αφθονία της καρδιάς, όπως κι αν αυτή εκφράζεται. Με τα συναισθήματα. Την ευαισθησία. Τη δημιουργικότητα. Τον πλούτο της γνώσης. Την πνευματική πρόοδο. Αυτή η αφθονία δίδεται από τον Θεό ως επευλόγηση  του ανθρώπινου κόπου, όπως και της ταπείνωσης που ο απλός, ευγνώμων και με επίγνωση του σκοπού και του νοήματος της ζωής άνθρωπος μπορεί να έχει. Δεν αρνείται ο Θεός την αφθονία. Δεν την περιορίζει όμως στα υλικά. Ούτε θέλει να έχουμε άγχος γι’  αυτήν. Είναι εκείνο το παλιό, μα τόσο σοφό ρητό:  «πλούσιος εστί ο εν ολίγω αναπαυόμενος». Κι αυτός που μπορεί να γαληνέψει και να αρκεστεί στα λίγα, λαμβάνει από τον Θεό τα πολλά. Την αφθονία της χάριτος. Γιατί μπορεί να δοξολογήσει και να αποδώσει την ευεργεσία σ’ Αυτόν που τον αγαπά. Τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο.

               Η Εκκλησία μας, ψάλλοντας τους χαιρετισμούς στην Υπεραγία Θεοτόκο, αναφωνεί:  «χαίρε η γη της επαγγελίας, χαίρε εξ ης ρέει μέλι και γάλα». Μας υπενθυμίζει την υπόσχεση, την επαγγελία που ο Θεός έδωσε στους Εβραίους να τους βγάλει από την Αίγυπτο, τη γη της δουλείας, και να τους οδηγήσει στην Χαναάν, τη γη της επαγγελίας. Εκεί το χαρακτηριστικό της ήταν η αφθονία. Το μέλι και το γάλα. Το μέλι ως σημάδι της γλυκύτητας της ζωής, αλλά και της δημιουργικότητας και της εκλεκτικότητας των μελισσών. Και το γάλα, ως σημείο της ζωής, της μητρικής προστασίας που γαλουχεί, ανατρέφει υλικά αλλά και αξιακά το παιδί της. Μόνο που το μέλι και το γάλα δεν το δίνει η γη καθαυτή, αλλά ο Θεός που επιτρέπει την αφθονία της δωρεάς για εκείνους που Τον πιστεύουν, που εξέρχονται από τον εαυτό τους και από την καθημερινή δουλεία της Αιγύπτου και αγωνίζονται δια της ερήμου να φτάσουν στη γη Χαναάν.

                Αυτό έκανε η Παναγία. Στο πρόσωπό της εκπληρώθηκε η υπόσχεση του Θεού στην πρώτη Εύα ότι ο απόγονός της θα συντρίψει την κεφαλή του διαβόλου και θα ξαναφέρει όλους τους άλλους απογόνους της στον παράδεισο, δηλαδή στην κοινωνία με τον Θεό που σώζει δια της αναστάσεως. Στο πρόσωπό της τρεφόμαστε με μέλι και γάλα, διότι αυτή γίνεται η γεννήτρια του Μέλιτος του Ουρανού που είναι ο Χριστός, ο Οποίος διαλύει την πίκρα του θανάτου και της αμαρτίας και μας γεμίζει με την γλυκύτητα της αγάπης και της χαράς. Όπως δίνει το γάλα που ανατρέφει τον Χριστό, έτσι μας δίδει το γάλα των αξιών, των πνευματικών ναμάτων, το οποίο μας ανατρέφει δια της αρετής. Μας διδάσκει την υπακοή. Την παρθενία των λογισμών. Την ακτημοσύνη του θελήματος. Την αφοσίωση μέχρι θανάτου. Την αυταπάρνηση. Την πίστη ως εμπιστοσύνη.  Την ταπεινή αγάπη. Ό,τι δηλαδή λείπει από το προσκήνιο της καθημερινότητας. Ό,τι, ιδίως στην εποχή μας, αντιμετωπίζουμε ως φτώχεια οι άνθρωποι.

                Ακολουθώντας την Υπεραγία Θεοτόκο και παρακαλώντας την, μπορούμε λοιπόν κι εμείς να στοχεύσουμε σε μιαν άλλη αφθονία. Αυτήν της κοινωνίας με τον Χριστό. Μόνο που αυτή προϋποθέτει έξοδο από την εγωτική μας αυτάρκεια. Έγνοια για τον άλλο, τον πλησίον, είτε αυτός είναι οικείος μας, είτε ξένος. Γιατί μόνο η αγάπη στον Θεό κάνει τους πάντες οικείους. Και τότε κι εμείς, ο καθένας με τον τρόπο του, μπορεί να αποκτήσει την ελεήμονα και γενναιόδωρη καρδιά, μην περιμένοντας ανταπόδοση εκ των ανθρώπων, αλλά τον φωτισμό και την δωρεά του Θεού που θα θεραπεύει τα ασθενή μας και θα αναπληρώνει τα ελλείποντά μας.  Προϋποθέτει τον εκλεκτικισμό των μελισσών, στον τρόπο που θα βλέπουμε τον κόσμο. Χωρίς να είμαστε αρνητικοί και κινδυνολόγοι, να έχουμε τα κριτήρια που θα μας κάνουν το καλό να κατέχουμε, ό,τι δηλαδή δεν μας χωρίζει από το θέλημα του Θεού. Προϋποθέτει τη δημιουργικότητα των μελισσών, την εργασία, το σχέδιο, την επίγνωση των χαρισμάτων και της αποστολής μας, που είναι να συναντούμε τελικά τον Θεό και όχι να εξασφαλίζουμε την καλοπέραση της ζωής. Να είναι δηλαδή η χαρά γνήσια, διότι θα προέρχεται από την ήρεμη συνείδηση, από την προσφέρουσα καρδιά. Από την γενναιόδωρη διάθεση για αγάπη και συγχωρητικότητα, ό,τι κι αν συναντούμε στη ζωή μας.

              Αυτός ο δρόμος χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας. Χρειάζεται υιοθέτηση του παλιού ρητού «πλούσιος εστί ο εν ολίγω αναπαυόμενος» για τα υλικά και συμπλήρωσή του με το «ο τον Θεόν εμπιστευόμενος εις τα πάντα»! Ας φωνάζει και ας επιμένει καταναλωτικά ο πολιτισμός μας. Η αλήθεια και το νόημα βρίσκονται στην καρδιά!

Κέρκυρα, 25 Μαρτίου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου 2016

Η σύλληψη του Ιησού από την Παρθένο Μαρία

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Ιεροθέου

Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι Δεσποτικοθεομητορική εορτή. Αυτό σημαίνει ότι είναι Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία.

Η Θεοτόκος Μαρία έχει μεγάλη αξία και σπουδαία θέση στην Εκκλησία, ακριβώς γιατί ήταν το πρόσωπο εκείνο που περίμεναν όλες οι γενεές, και αυτή έδωσε στον Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση. Έτσι, το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το Πρόσωπο του Χριστού. Και η αξία της Παναγίας δεν οφείλεται μόνον στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Γι’ αυτό, η Θεοτοκολογία συνδέεται στενώτατα με την Χριστολογία. Όταν κάνουμε λόγο για τον Χριστό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν που του έδωσε σάρκα, και όταν κάνουμε λόγο για την Παναγία, αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στον Χριστό, γιατί από Αυτόν αντλεί Χάρη και αξία. Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε εν συνδυασμώ με το ότι είναι μητέρα του Χριστού: «Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα».

Αυτός ο σύνδεσμος Χριστολογίας και Θεοτοκολογίας φαίνεται και στην ζωή των αγίων. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, είναι ότι αγαπούν την Παναγία. Είναι αδύνατον να υπάρχη άγιος ο οποίος δεν την αγαπά.

α’

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: «σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις…». Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α’, 26-56).

Η λέξη «ευαγγελισμός» αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ’, 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.

Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, το ευαγγέλιο του Θεού είναι πρεσβεία του Θεού και παράκληση στους ανθρώπους δια του σαρκωθέντος Υιού Του. Παράλληλα είναι και η καταλλαγή των ανθρώπων με τον Πατέρα, ο Οποίος δίνει ως μισθό την αγέννητη θέωση σε αυτούς που υπακούουν στον Χριστό. Η θέωση λέγεται αγέννητη γιατί δεν γεννάται, αλλά φανερώνεται στους αξίους. Επομένως, η θέωση που προσφέρεται δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού δεν είναι γέννηση, αλλά φανέρωση δια της ενυποστάτου ελλάμψεως σε αυτούς που είναι άξιοι αυτής της αποκαλύψεως.

Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ. Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία (Ιωσήφ Βρυένιος). Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.

β’

Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία «κεχαριτωμένη». Της είπε: «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν» (Λουκ. α’, 28-29). Η Παναγία αποκαλείται «κεχαριτωμένη» και χαρακτηρίζεται «ευλογημένη», αφού ο Θεός είναι μαζί της.

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι’ αυτούς που έφθασαν στην θέωση.

Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθή την επίσκεψη του αρχαγγέλου. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάση στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νού. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νού. Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. Και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού, να δώση την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού.

Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της. Γι’ αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη.

Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος, εκ του πληρώματος των Χαρίτων του Υιού της, προ της συλλήψεως, κατά την σύλληψη και μετά την σύλληψη. Πρό της συλλήψεως το πλήρωμα της Χάριτος ήταν τέλειο, κατά την σύλληψη ήταν τελειότερο, και μετά την σύλληψη ήταν τελειότατο (άγ. Νικόδημος αγιορείτης). Με αυτόν τον τρόπο η Παναγία ήταν παρθένος κατά το σώμα και παρθένος κατά την ψυχή. Και αυτή η σωματική της παρθενία είναι ανώτερη και τελειότερη από την ψυχική παρθενία των αγίων, που επιτυγχάνεται με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος.

γ’

Κανείς άνθρωπος δεν γεννάται απηλλαγμένος από το προπατορικό αμάρτημα. Η πτώση του Αδάμ και της Εύας και οι συνέπειες αυτής της πτώσεως κληρονομήθηκαν σε όλο το ανθρώπινο γένος. Φυσικό ήταν και η Παναγία να μην είναι απηλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι σαφής: «πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ. γ’, 23). Στο αποστολικό αυτό χωρίο φαίνεται ότι το αμάρτημα νοείται ως στέρηση της δόξης του Θεού, και ακόμη ότι κανείς δεν είναι απηλλαγμένος από αυτό. Έτσι, λοιπόν, και η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα. Πότε όμως απαλλάχτηκε από αυτό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να ελευθερωθή από σχολαστικές αντιλήψεις.

Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι το προπατορικό αμάρτημα ήταν η στέρηση της δόξης του Θεού, η αλλοτρίωση από τον Θεό, η απώλεια της Θεοκοινωνίας. Αυτό όμως είχε και σωματικές συνέπειες, γιατί στο σώμα του Αδάμ και της Εύας εισήλθε η φθορά και ο θάνατος. Όταν στην Ορθόδοξη Παράδοση γίνεται λόγος για κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος, δεν εννοείται η κληρονόμηση της ενοχής της προπατορικής αμαρτίας, αλλά κυρίως οι συνέπειές της, που είναι η φθορά και ο θάνατος. Όπως όταν αρρωσταίνη η ρίζα του φυτού, αρρωσταίνουν και τα κλαδιά και τα φύλλα, το ίδιο έγινε με την πτώση του Αδάμ. Ασθένησε όλο το ανθρώπινο γένος. Η φθορά και ο θάνατος που κληρονομεί ο άνθρωπος είναι το εύκρατο κλίμα της καλλιέργειας των παθών, και με αυτόν τον τρόπο σκοτίζεται ο νούς του ανθρώπου.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η πρόσληψη από τον Χριστό, με την ενανθρώπησή Του, αυτού του θνητού και παθητού σώματος, χωρίς την αμαρτία, συνετέλεσε στο να διορθωθούν οι συνέπειες του αμαρτήματος του Αδάμ. Θέωση υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη, όπως και φωτισμός του νού, αλλά δεν είχε καταργηθή ο θάνατος, γι’ αυτό και οι θεόπτες Προφήτες πήγαιναν στον Άδη. Με την ενανθρώπηση του Χριστού και την Ανάστασή Του, θεώθηκε η ανθρώπινη φύση και έτσι δόθηκε η δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να θεωθή. Επειδή με το άγιο Βάπτισμα γινόμαστε μέλη του θεωθέντος και αναστημένου Σώματος του Χριστού, γι’ αυτό και λέμε ότι δια του αγίου Βαπτίσματος απαλλάσσεται ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα.

Όταν προσαρμόσουμε αυτά στην περίπτωση της Παναγίας, μπορούμε να καταλάβουμε την σχέση της με το προπατορικό αμάρτημα και την ελευθέρωσή της από αυτό. Η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα, είχε όλες τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου στο σώμα της. Με την είσοδό της στα άγια των αγίων έφθασε στην θέωση. Αυτή όμως η θέωση δεν ήταν αρκετή για την απαλλαγή από τις συνέπειές του, που είναι η φθορά και ο θάνατος, ακριβώς γιατί δεν είχε ενωθή η θεία με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου. Έτσι, την στιγμή που με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση, στην γαστέρα της Παναγίας, η Παναγία πρώτη γεύεται την ελευθέρωσή της από το λεγόμενο προπατορικό αμάρτημα και τις συνέπειές του. Άλλωστε, την στιγμή εκείνη έγινε αυτό που απέτυχε να κάνη ο Αδάμ και η Εύα με τον ελεύθερο προσωπικό τους αγώνα. Γι’ αυτό, η Παναγία την στιγμή του Ευαγγελισμού έφθασε σε μεγαλύτερη κατάσταση από εκείνην στην οποία βρισκόταν ο Αδάμ και η Εύα πριν την πτώση. Αξιώθηκε να γευθή το τέλος του σκοπού της δημιουργίας, όπως θα δούμε σ’ άλλες αναλύσεις.

Γι’ αυτό, για την Παναγία δεν χρειάστηκε να γίνη Πεντηκοστή, δεν χρειάστηκε να βαπτισθή. Αυτό που βίωσαν οι Απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής, που έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού δια του Αγίου Πνεύματος, και αυτό που έγινε σε όλους εμάς κατά το μυστήριο του Βαπτίσματος, έγινε για την Παναγία την ημέρα του Ευαγγελισμού. Τότε απαλλάχθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, όχι με την έννοια ότι απαλλάχθηκε από την ενοχή, αλλά ότι απέκτησε την θέωση στην ψυχή και το σώμα, λόγω της ενώσεώς της με τον Χριστό.

Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να ερμηνευθή και ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ότι την ημέρα του Ευαγγελισμού η Παναγία έλαβε το Άγιον Πνεύμα, το Οποίο την καθάρισε και της έδωσε δύναμη δεκτική της θεότητος του Λόγου, συγχρόνως δε και γεννητική. Δηλαδή, η Παναγία έλαβε από το Άγιο Πνεύμα καθαρτική χάρη, αλλά και δεκτική και γεννητική του Λόγου του Θεού, ως ανθρώπου.

δ’

Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου» (Λουκ. α’, 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού.

Μερικοί ισχυρίζονται ότι κατά την στιγμή εκείνη όλοι οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και όλη η ανθρωπότητα περίμεναν με αγωνία να ακούσουν την απάντηση της Παναγίας, έχοντας φόβο μήπως αρνηθή και δεν υπακούση στο θέλημα του Θεού. Ισχυρίζονται ότι επειδή κάθε φορά που ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέτοιο δίλημμα, ακριβώς επειδή έχει ελευθερία, μπορεί να πη το ναι ή το όχι, όπως άλλωστε έγινε στην περίπτωση του Αδάμ και της Εύας, το ίδιο μπορούσε να συμβή και στην Παναγία. Αλλά όμως η Παναγία δεν ήταν δυνατόν να αρνηθή, όχι γιατί δεν είχε ελευθερία, αλλά γιατί είχε την πραγματική ελευθερία.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κάνει διάκριση μεταξύ φυσικού και γνωμικού θελήματος. Γνωμικό θέλημα έχει κανείς όταν διακρίνεται για την άγνοια ενός πράγματος, για την αμφιβολία και τελικά για την αδυναμία επιλογής. Πρόκειται για μια αμφιταλάντευση περί του πρακτέου. Φυσικό θέλημα έχει κανείς όταν οδηγήται κατά τρόπο φυσικό, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, χωρίς άγνοια, στην πραγματοποίηση της αλήθειας.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι το φυσικό θέλημα συνδέεται με το «θέλειν», ενώ το γνωμικό θέλημα με το «πώς θέλειν», και μάλιστα όταν γίνεται με αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις. Επόμενο είναι ότι το φυσικό θέλημα συνιστά την τελειότητα της φύσεως, ενώ το γνωμικό θέλημα συνιστά την ατέλεια της φύσεως, αφού προϋποθέτει άνθρωπο που δεν έχει γνώση της αλήθειας, δεν είναι βέβαιος γι’ αυτό που πρέπει να αποφασίση.

Ο Χριστός καίτοι είχε δύο θελήματα, λόγω των δύο φύσεων, ανθρωπίνης και θείας, εν τούτοις είχε φυσικό θέλημα, από την άποψη που μελετάμε εδώ καί, βέβαια, δεν είχε γνωμικό θέλημα. Ως Θεός ήξερε πάντοτε το θέλημα του Θεού Πατρός και δεν υπήρχε ποτέ αμφιβολία μέσα Του ούτε αμφιταλάντευση. Αυτό κατά χάριν βιώνεται και από τους αγίους, ιδιαιτέρως από την Παναγία. Επειδή η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση, γι’ αυτό ήταν αδύνατο να αρνηθή το θέλημα του Θεού και να μη συγκατατεθή για την ενανθρώπηση. Είχε την τέλεια ελευθερία, και γι’ αυτό η ελευθερία της ενεργούσε πάντοτε κατά φύσιν και όχι παρά φύσιν. Εμείς επειδή δεν έχουμε φθάσει στην θέωση έχουμε ατελή ελευθερία, το λεγόμενο γνωμικό θέλημα, γι’ αυτό και αμφιταλαντευόμαστε για το πρακτέο. Η ερώτησή της «πώς εσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω» (Λουκ. α’, 34), δείχνει ταπείνωση, αδυναμία της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά και το παράδοξο του πράγματος, επειδή υπήρχαν θαυματουργικές συλλήψεις στην Παλαιά Διαθήκη, όχι όμως ασπόρως.

ε’

Κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού έχουμε άμεση σύλληψη του Χριστού με την δύναμη και ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Σ’ ένα θεοτοκίο ψάλλουμε: «Του Γαβριήλ φθεγξαμένου σοι παρθένε το χαίρε σύν τη φωνή εσαρκούτο ο των όλων Δεσπότης». Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθησαν μερικές ώρες και ημέρες για να γίνη η σύλληψη, αλλά έγινε ακριβώς εκείνη την στιγμή.

Ο αρχάγγελος Γαβριήλ είπε στον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου. «Μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου, το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου» (Ματθ. α’, 20). Η Παναγία γέννησε κατά άνθρωπο τον Χριστό, αλλά η σύλληψη έγινε εκ Πνεύματος Αγίου.

Ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας αυτήν την φράση, και κυρίως το «γεννηθέν εκ Πνεύματος αγίου», λέγει ότι κάθε πράγμα που προέρχεται από κάτι άλλο, δηλώνεται με τρεις λέξεις. Η μία είναι το «δημιουργικώς», όπως ολόκληρη η κτίση δημιουργήθηκε από τον Θεό με την ενέργειά Του. Η άλλη είναι το «γεννητώς», όπως ο Υιός γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα. Η τρίτη είναι το «φυσικώς», όπως η ενέργεια βγαίνει από κάθε φύση, ήτοι η λαμπρότητα από τον ήλιο, και γενικότερα η ενέργεια από τον ενεργούντα. Για την σύλληψη του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι η αληθινή έκφραση είναι ότι ο Χριστός συνελήφθη με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος «δημιουργικώς», και όχι γεννητώς και φυσικώς.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού συνέπηξε για τον Εαυτό του, με τα αγνά και καθαρώτατα αίματα της Θεοτόκου, σάρκα που είναι εμψυχωμένη από λογική και νοερά ψυχή, όχι σπερματικώς, αλλά δημιουργικώς δια του Αγίου Πνεύματος.

Βέβαια, όταν κάνουμε λόγο για σύλληψη του Χριστού στην γαστέρα της Θεοτόκου με την δύναμη και δημιουργική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, δεν πρέπει να απομονώνουμε το Άγιον Πνεύμα από την Αγία Τριάδα. Είναι γνωστόν από την πατερική διδασκαλία ότι κοινή είναι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Η δημιουργία του κόσμου και η αναδημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου έγινε και γίνεται με την κοινή ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Επομένως, όχι μόνον το Άγιον Πνεύμα εδημιούργησε το δεσποτικό σώμα του Χριστού, αλλά και αυτός ο ίδιος ο Πατήρ και ο Υιός, δηλαδή ολόκληρη η Αγία Τριάδα. Η διατύπωση αυτής της αλήθειας είναι ότι ο Πατήρ ευδόκησε την σάρκωση του Υιού Του, ο Υιός και Λόγος του Θεού αυτούργησε την σάρκωσή Του και το Άγιον Πνεύμα την ετελεσιούργησε.

Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε με ησυχία και κρυφιότητα και όχι με κρότο και ταραχή. Κανείς, ούτε από τους αγγέλους ούτε από τους ανθρώπους, μπόρεσε να καταλάβη εκείνη την στιγμή αυτά τα μεγάλα που επετελέσθησαν. Ο Προφητάναξ Δαυίδ προφήτευσε αυτό το γεγονός λέγοντας: «Καταβήσεται ως υετός επί πόκον, ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γήν» (Ψαλμ. οα’, 6). Όπως η βροχή που πέφτει επάνω σ’ ένα ποκάρι από μαλλί δεν προκαλεί θόρυβο, ούτε και καμμιά φθορά, το ίδιο έγινε και κατά τον ευαγγελισμό και την σύλληψη. Ο Χριστός με την σύλληψή Του δεν προκάλεσε θόρυβο ούτε και καμμιά φθορά στην παρθενία της Παναγίας. Γι’ αυτό και η Παναγία ήταν και έμεινε Παρθένος προ του τόκου, κατά τον τόκο και μετά τον τόκο. Είναι τα τρία αστέρια τα οποία ο αγιογράφος σχηματίζει πάντοτε στο μέτωπο και στους δύο ώμους της Παναγίας.

στ’

Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, συνιστά την άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, από την πρώτη στιγμή που ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση υπάρχει θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: «άμα σάρξ, άμα Θεού Λόγου σάρξ». Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθη ένα διάστημα μετά από την σύλληψη για να θεωθή το ανθρώπινο πρόσλημμα, αλλά αυτό έγινε αμέσως κατά την ώρα της συλλήψεως.

Συνέπεια και συνέχεια αυτού του γεγονότος είναι ότι η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, αφού αυτή γέννησε πραγματικά τον Θεό, τον Οποίο κυοφόρησε εννέα μήνες στην κοιλία της, και όχι έναν άνθρωπο που είχε την Χάρη του Θεού. Γι’ αυτό η Παναγία λέγεται Θεοτόκος και όχι Χριστοτόκος. Το χριστολογικό δόγμα έχει συνέπεια και στο θεοτοκολογικό. Η Παναγία είναι Θεοτόκος, ακριβώς γιατί συνέλαβε εν Αγίω Πνεύματι τον Χριστό.

Αυτό πρέπει να τονισθή, γιατί παλαιά έγινε μεγάλη θεολογική συζήτηση για το αν η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, λόγω υπάρξεως αιρετικών διδασκαλιών, η δε τελική κατοχύρωση της διδασκαλίας ότι η Παναγία εγέννησε Θεό, και ότι αμέσως με την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως υπάρχει θέωσή της, έγινε στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο. Ο αιρετικός Νεστόριος, χρησιμοποιώντας φιλοσοφικούς όρους και ανθρώπινο στοχασμό, υποστήριζε ότι η Παναγία ήταν άνθρωπος και γι’ αυτόν τον λόγο ήταν αδύνατο να γεννήση τον Θεό. Το βρέφος που υπήρχε μέσα της δεν ήταν Θεός, αλλά άνθρωπος. Απλώς ο Θεός «παρήλθεν» ή «συμπαρήλθεν» δια της Θεοτόκου. Βέβαια, υπήρχε πρόβλημα στην θεολογία του για τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύσεων στον Χριστό. Ο Νεστόριος πίστευε ότι η σάρκα του Χριστού ήταν απλώς συνημμένη με την φύση της θεότητος. Ο Λόγος ήταν Θεός, αλλά ήταν συνημμένος με τον άνθρωπο και κατοικούσε μέσα του. Με τέτοιες προϋποθέσεις ονόμαζε την Παναγία Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο.

Όμως, ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και η κάθε φύση ενεργούσε «μετά της θατέρου κοινωνίας» στην υπόσταση του Λόγου. Το θέμα αυτό θα το δούμε όταν θα κάνουμε λόγο για την γέννηση του Χριστού. Εδώ όμως πρέπει να υπογραμμισθή ότι η ανθρώπινη φύση θεώθηκε αμέσως με την ένωσή της με την θεία φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου. Γι’ αυτό η Παναγία είναι και λέγεται Θεοτόκος, αφού γέννησε κατά άνθρωπον τον Θεό.

ζ’

Η άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως από την θεία φύση του Λόγου δεν σημαίνει ότι καταργούνται τα ιδιώματα της ανθρωπίνης φύσεως. Αυτό δείχνει ότι η σύλληψη και κυοφορία, αλλά και η γέννηση του Χριστού έγινε κατά φύσιν και υπέρ φύσιν. Υπέρ φύσιν, γιατί έγινε δημιουργικώς από το Πανάγιο Πνεύμα και όχι σπερματικώς. Κατά φύσιν, γιατί η κυοφορία έγινε κατά τον τρόπο που κυοφορείται το βρέφος.

Υπάρχει όμως ένα σημείο που πρέπει να υπογραμμισθή. Σε κάθε βρέφος υπάρχουν μερικά στάδια, έως ότου έλθη η ώρα να γεννηθή. Κατ’ αρχάς γίνεται η σύλληψη, στην συνέχεια μετά από ένα χρονικό διάστημα ο εξεικονισμός των μελών του σώματός του, έπειτα αναπτύσσεται ολίγον κατ’ ολίγον, και κατά τον βαθμό της αναπτύξεώς του ακολουθεί η κίνηση, και τέλος, όταν ολοκληρωθή, εξέρχεται από την κοιλία της μητέρας του.

Ενώ στο θείο βρέφος έχουμε ολίγον κατ’ ολίγον αύξηση, εν τούτοις δεν παρενεβλήθη διάστημα μεταξύ συλλήψεως και εξεικονισμού των μελών. Ο Μ. Βασίλειος λέγει ρητώς: «ευθύς γαρ τέλειον ήν τη σαρκί το κυοφορούμενον, ου ταις κατά μικρόν διαπλάσεσι μορφωθέν». Αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι εξεικονίσθησαν τα μέλη του σώματός Του αμέσως, δημιουργήθηκε τέλειος άνθρωπος, αλλά όμως δεν βρέθηκε αμέσως στην διάπλαση των εννέα μηνών. Αναπτυσσόταν ολίγον κατ’ ολίγον, ενώ είχε απαρτισθή το σώμα Του από την αρχή.

η’

Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε από το Πανάγιο Πνεύμα δημιουργικώς και όχι σπερματικώς, γιατί έπρεπε να αναλάβη ο Χριστός την καθαρά φύση που είχε ο Αδάμ προ της παραβάσεως. Βέβαια, ο Χριστός προσέλαβε σάρκα παθητή και θνητή, όπως αυτή έγινε μετά την παράβαση του Αδάμ, για να νικήση την φθορά και τον θάνατο, αλλ’ όμως ήταν άκρως καθαρά και αμίαντος, όπως ήταν προ της παραβάσεως. Έτσι, η σάρκα του Χριστού από απόψεως καθαρότητος ήταν όπως το προ της παραβάσεως σώμα του Αδάμ, από απόψεως δε θνητότητος και φθαρτότητος ήταν το μετά την παράβαση σώμα του Αδάμ.

Επομένως, η σύλληψη έγινε δια του Αγίου Πνεύματος, γιατί ο τρόπος με τον οποίο γεννάται σήμερα ο άνθρωπος (διά του σπέρματος) είναι μετά την παράβαση. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η κίνηση της σαρκός προς γέννηση δεν είναι απηλλαγμένη τελείως της αμαρτίας, γιατί, ενώ ο νούς έχει ταχθή από τον Θεό να ηγεμονεύη τον άνθρωπο, συμπεριφέρεται «ανυποτάκτως» κατά την διάρκεια της κινήσεως της σαρκός. Έτσι, η καθαρά φύση του Χριστού έχει σχέση με την δημιουργική και όχι σπερματική σύλληψη.

Ακριβώς αυτό το γεγονός συνδέεται στενώτατα με το ότι η σύλληψη, κυοφορία και γέννηση του Χριστού από την Παναγία ήταν ανήδονος, άκοπος και ανώδινος. Ο Χριστός, λοιπόν, συνελήφθη, κυοφορήθηκε ως βρέφος και γεννήθηκε ανηδόνως, ακόπως, ανωδίνως. Συνελήφθη ασπόρως για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, για να αναλάβη την καθαρά ανθρώπινη φύση, και δεύτερον, για να γεννηθή αφθόρως και ανωδίνως.

Η Παναγία όπως συνέλαβε τον Χριστό ανηδόνως, χωρίς ηδονή, το ίδιο και τον κράτησε εννέα μήνες στην κοιλία της ακόπως και αβάρως. Δεν αισθανόταν βάρος, παρά το ότι το θείο βρέφος αναπτυσσόταν φυσιολογικά και είχε το βάρος ενός αναπτυσσομένου εμβρύου. Εφαρμόσθηκε έτσι η προφητεία του Προφήτου Ησαΐου: «Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης» (Ησ. ιθ’, 1). Με τον όρο «νεφέλη κούφη» εννοείται η ανθρώπινη σάρκα, που ήταν τόσο πολύ ελαφρά, ώστε δεν προξένησε κανένα βάρος και κόπο στην Παναγία, κατά το διάστημα της εννεαμήνου κυοφορίας.

Η άσπορη και ανήδονη σύλληψη της Παναγίας και η άκοπη κυοφορία συνδέεται στενά με την άφθορη και ανώδινη γέννηση του Χριστού. Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης υπάρχει στενή σχέση μεταξύ ηδονής και οδύνης, αφού κάθε ηδονή έχει συνημμένο και τον πόνο. Ο Αδάμ αισθάνθηκε ηδονή και ακολούθησε ο πόνος σε όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι και τώρα δια της ελευθερώσεως από την ηδονή προέρχεται χαρά στο ανθρώπινο γένος. Η γέννηση του Χριστού δεν έφθειρε την παρθενία της Θεοτόκου, όπως ακριβώς η σύλληψη δεν έγινε με ηδονή, και η κυοφορία με βάρος και κόπο. Εκεί που ενεργεί το Πανάγιο Πνεύμα «νικάται φύσεως τάξις».

θ’

Η διάρκεια της κυοφορίας της Παναγίας είναι προτύπωση της αδιαλείπτου κοινωνίας που θα έχουν οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού.

Είναι γνωστό και δεδομένο ότι η μητέρα που έχει κυοφορούμενο βρέφος έχει στενή και οργανική σχέση μαζί του. Σύγχρονοι επιστήμονες έχουν αποδείξει ότι το βρέφος επηρεάζεται πάρα πολύ όχι μόνο από την σωματική κατάσταση της μητέρας του, αλλά και από την ψυχολογική της συγκρότηση. Και επειδή το θείο βρέφος συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου, αλλά μεγάλωσε κατά τον φυσικό τρόπο, δηλαδή είχε κοινωνία με το σώμα της Παναγίας, γι’ αυτό και υπάρχει στενή σχέση μεταξύ του Χριστού και της Θεοτόκου. Φυσικά, αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι η Παναγία δίνει το αίμα της στον Χριστό, αλλά και ο Χριστός την Χάρη και ευλογία Του σε αυτήν. Κυοφορούμενος ο Χριστός δεν έπαυσε να βρίσκεται ταυτόχρονα στον θρόνο του Θεού ενωμένος με τον Πατέρα Του και το Άγιον Πνεύμα.

Η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με την θεία φύση ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως, αμέσως από την στιγμή της συλλήψεως. Αυτό σημαίνει ότι πρώτη η Παναγία γεύθηκε τα αγαθά της θείας ενανθρωπήσεως, την θέωση. Αυτό που οι Μαθηταί του Χριστού γεύθηκαν κατά την Πεντηκοστή, και εμείς μετά το Βάπτισμα, κατά την διάρκεια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, όταν κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, και αυτό που θα ζουν οι άγιοι στην Βασιλεία των Ουρανών, το ζούσε η Παναγία από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως και κυοφορίας.

Επομένως, ο Χριστός εννέα ολόκληρους μήνες, μέρα και νύχτα, έτρεφε με το αγιασμένο αίμα Του την Παναγία. Αυτό είναι προτύπωση της αδιαλείπτου θείας Κοινωνίας και της αδιαλείπτου σχέσεως και κοινωνίας των αγίων με τον Χριστό που θα γίνη κυρίως στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό και η Παναγία είναι προτύπωση του μέλλοντος αιώνος. Από αυτό το πρίσμα είναι Παράδεισος.

ι’

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, μιλώντας για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, προχωρεί και σε μια προσωπική και υπαρξιακή προσέγγιση του γεγονότος αυτού. Γιατί, δεν αρκεί μόνο να εορτάζουμε εξωτερικά τα γεγονότα της θείας ενανθρωπήσεως, αλλά να τα πλησιάζουμε υπαρξιακά και πνευματικά. Γι’ αυτόν τον λόγο συνέλεξε πολλά χωρία αγίων στα οποία γίνεται λόγος γι’ αυτήν την υπαρξιακή προσέγγιση.

Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Προφήτου Ησαΐου: «Δια τον φόβον σου, Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν και ετέκομεν, πνεύμα σωτηρίας σου εποιήσαμεν επί της γής» (Ησ. κστ’, 18). Κατά την ερμηνεία των αγίων Πατέρων σπόρος είναι ο λόγος του Θεού και μήτρα είναι ο νούς και η καρδία του ανθρώπου. Δια της πίστεως ο λόγος του Θεού σπείρεται στην καρδιά του ανθρώπου και την καθιστά έγκυο από τον φόβο του Θεού. Πρόκειται για τον φόβο να μη μείνη ο άνθρωπος μακρυά από τον Θεό. Δια του φόβου αυτού αρχίζει ο αγώνας για την κάθαρση της καρδιάς και την απόκτηση των αρετών, που ομοιάζει με πόνο, ωδίνες τοκετού. Με αυτόν τον τρόπο γεννιέται το πνεύμα της σωτηρίας, που είναι η θέωση και ο αγιασμός.

Η μόρφωση του Χριστού μέσα μας γίνεται με πνευματικές ωδίνες. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «τεκνία μου, ούς πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν» (Γαλ. δ’, 19). Ωδίνες είναι ο ασκητικός αγώνας, και μόρφωση είναι η θέωση και ο αγιασμός.

Κατά τους αγίους Πατέρας (άγιο Γρηγόριο Νύσσης, άγιο Μάξιμο Ομολογητή, άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο, όσιο Νικήτα τον Στηθάτο κλπ.), αυτό που συνέβη σωματικά στην Παναγία, αυτό γίνεται πνευματικά σε κάθε έναν του οποίου η ψυχή παρθενεύει, δηλαδή καθαρίζεται από τα πάθη. Ο Χριστός, που μια φορά γεννήθηκε κατά σάρκα, θέλει να γεννάται πάντα κατά πνεύμα, από αυτούς που θέλουν, και έτσι γίνεται βρέφος, διαπλάττοντας τον εαυτό του μέσα σ’ εκείνους δια των αρετών.

Η πνευματική σύλληψη και γέννηση γίνεται αντιληπτή από το ότι σταματά η ρύση του αίματος, δηλαδή παύουν να υπάρχουν επιθυμίες για την διάπραξη της αμαρτίας, δεν ενεργούν τα πάθη στον άνθρωπο, μισεί ο άνθρωπος την αμαρτία και θέλει διαρκώς να πράττη το θέλημα του Θεού. Αυτή δε η σύλληψη και γέννηση αποκτάται με την εφαρμογή των θείων εντολών, κυρίως με την επιστροφή του νοός στην καρδιά και με την αδιάλειπτη μονολόγιστη προσευχή. Τότε ο άνθρωπος γίνεται ναός του Παναγίου Πνεύματος.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι ευαγγελισμός του ανθρωπίνου γένους, πληροφορία ότι ενηνθρώπησε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Αυτή η παγκόσμια εορτή πρέπει να συντελέση στην προσωπική εορτή, στον προσωπικό ευαγγελισμό. Πρέπει να δεχθούμε τα προοίμια της σωτηρίας μας, που είναι η μεγαλύτερη είδηση στην ζωή μας.

Σεπτέμβριος 1994.

Από το βιβλίο του «Οι Δεσποτικές εορτές», Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου(Πελαγία) 1995

 http://www.pelagia.org/htm/b26.e.i_despotikes_eortes.01.htm

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (25 Μαρτίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου 2016

Η Εκκλησία μας εορτάζει στις 25 Μαρτίου τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Για τους Έλληνες είναι διπλή γιορτή, αφού την μέρα αυτή άρχισε η ελληνική επανάσταση του 1821. Εμείς θα σταθούμε μόνο στη θρησκευτική εορτή, του Ευαγγελισμού.  Ο Ευαγγελισμός είναι το χαρμόσυνο μήνυμα της θείας  ενσάρκωσης, πού με τόσο σαφή τρόπο μας το παρουσιάζει ο ευαγγελιστής Λουκάς στο Ευαγγέλιο του (κεφ. Α’ στίχ. 26-38). Την ήμερα αυτή, ο θεόσταλτος αρχάγγελος Γαβριήλ παρουσιάζεται στην Παρθένο Μαριάμ και της αναγγέλλει ότι θα γεννήσει υιό,  τον Ιησού, το Σωτήρα και Λυτρωτή του κόσμου. Η σύλληψη στα σπλάγχνα της Θεοτόκου του Λόγου του Θεού θα γίνει, όπως εξηγεί ο Αρχάγγελος του Θεού, με τρόπο υπερφυσικό, με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Η Παναγία υπακούει στη θεϊκή εντολή και δίνει τη συγκατάθεσή της: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου».

Να σημειώσουμε ότι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου έγινε κατά την Παράδοση τέσσερις μήνες μετά που η Θεοτόκος έφυγε από τον Ναό των Ιεροσολύμων, όπου διέμεινε για δώδεκα έτη. Οι ιερείς του Ναού, πρίν φύγει από το Ναό, την αρραβώνιασαν με τον δίκαιο και σώφρονα Ιωσήφ για σκοπούς προστασίας, ο οποίος ήταν τότε μεγάλης ηλικίας. Αυτός την παρέλαβε και έμεναν στη Ναζαρέτ στο σπίτι του, όπου έλαβε χώρα και ο Ευαγγελισμός.

Το σχέδιο της Θείας Οικονομίας, δηλαδή το σχέδιο του Θεού για σωτηρία του ανθρώπου, εισέρχεται πλέον θα λέγαμε στην τελική του φάση. Η Παρθένος Μαριάμ, η Παναγία μας είναι σκεύος εκλογής του Θεού, για να ενσαρκώσει στα σπλάγχνα της τον Υιό και Λόγο του Θεού. Και τούτο διότι είναι καθαρότατη και μετατρέπεται έτσι σε Ναό του Σωτήρος, κατά την υμνωδία της Εκκλησίας μας. Ο Λόγος του Θεού, ο Δημιουργός και Κύριος πάντων, ο «αχώρητος παντί», χωρείτε στα αγνά σπλάγχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου για να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από τη φθορά και το θάνατο. Η Παναγία δίνει τη συγκατάθεση της, χωρίς την οποία δεν ήταν δυνατόν να γίνει οτιδήποτε. Υπακούει πλήρως στην εντολή του Θεού.

Οι αρχές της εορτής του Ευαγγελισμού δεν είναι επακριβώς γνωστές. Το γεγονός ότι η Αγία Ελένη έκτισε στη Ναζαρέτ Βασιλική, στην οποία περιλαμβανόταν κατά παράδοση ο οίκος της Θεοτόκου, όπου αυτή δέχθηκε τον Ευαγγελισμό, επέδρασε ίσως στη σύσταση τοπικής εορτής. Οι πρώτες μαρτυρίες περί αυτής βρίσκονται στον Άγιο Πρόκλο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, το 430 μ.Χ. και στο Πασχάλιον Χρονικόν (624 μ.Χ.), όπου χαρακτηρίζεται η εορτή του Ευαγγελισμού ως συσταθείσα στις 25 Μαρτίου από τους θεοφόρους Δασκάλους και Πατέρες. Η μεγαλοπρεπής πανήγυρη του Ευαγγελισμού ετελείτο από τους Βυζαντινούς στο ναό των Χαλκοπρατείων, όπου παρίσταντο και οι αυτοκράτορες.

Ως γνωστό η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, λόγω του ότι πάντοτε εμπίπτει εντός της Μ. Τεσσαρακοστής, στερείται προερτίων και μεθεόρτων. Και τούτο διότι η Μ. Τεσσαρακοστή είναι πένθιμη περίοδος και τις καθημερινές δεν τελείται Θ. Λειτουργία. Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει η Ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου ή των Χαιρετισμών προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Ο Ακάθιστος Ύμνος ψάλλεται τμηματικά τις πρώτες τέσσερις Παρασκευές της Μ. Τεσσαρακοστής και ολόκληρος την πέμπτη Παρασκευή της Μ. Τεσσαρακοστής.

Είναι λοιπόν η εορτή του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου μια μεγάλη θεομητορική εορτή. Το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για συντριβή του όφεως, δηλαδή του διαβόλου (βλέπε «πρωτευαγγέλιο»), εισέρχεται πλέον στην τελική του φάση. Ο Υιός και Λόγος του Θεού, με την ελεύθερη συγκατάθεση της Παρθένου, ενσαρκώνεται στα σπλάγχνα της. Ο Θεός λαμβάνει δούλου μορφή για να μας ελευθερώσει από τη δουλεία και τυρρανία του εχθρού.

Ρένος Κωνσταντίνου, Θεολόγος

http://www.imconstantias.org.cy/2050.html

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου 2016

1. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Εὐαγγελισμὸς σημαίνει χαρμόσυνος ἀγγελία. Μία τέτοια χαρμόσυνη ἀγγελία ἔφερε εἰς τὴν Παρθένον Μαριὰμ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν πόλιν τῆς Γαλιλαίας Ναζαρὲτ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, δηλαδὴ τὴν Κυριακήν, μόλις ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, ἀπουσιάζοντος τοῦ Ἰωσὴφ ἐκ τῆς οἰκίας. Ὁ Ἀρχάγγελος εἰσερχόμενος εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ μνηστῆρος Ἰωσὴφ καὶ βλέπων τὴν γεμάτην με ὅλας τὰς πνευματικὰς χάριτας καὶ παρθενικὴν ἁγνότητα Μαριὰμ κατεπλάγη, διὰ τοῦτο καὶ ἀπεκάλεσεν αὐτὴν μὲ τὴν ἁρμόζουσαν λέξιν Κεχαριτωμένην. «Χαῖρε Κεχαριτωμένη» (Λουκ. α´ 28).

Ὁ Εὐαγγελισμὸς πρὸς τὴν Παρθένον Μαρίαν ἔγινεν ὕστερα ἀπὸ τέσσερεις μῆνες ἀπὸ τῆς μνηστείας της μὲ τὸν Ἰωσήφ, ἕξι δὲ μῆνες ἀπὸ τῆς συλλήψεως τῆς στείρας γυναίκας τοῦ ἱερέως Ζαχαρίου Ἐλισάβετ, ὅπως ἀκριβῶς μᾶς γνωρίζει ὁ θεῖος Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς:

«Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυίδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ. Καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· Χαῖρε Κεχαριτωμένη· Ὁ Κύριος μετὰ
σοῦ. Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί. Ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. Καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· μὴ φοβοῦ Μαριάμ· εὖρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. Καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρί, καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσης τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. Εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ. Καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὖτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρα· Ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα. Εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου. Καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος» (Λουκ. α´ 26-38).

Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου εἶναι καὶ εὐαγγελισμὸς τῆς ἰδικῆς μας σωτηρίας, διότι ἀπὸ τὴν ἡμέραν αὐτὴν ἀρχίζει ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Θεοτόκου τὴν 25ην Μαρτίου. Τότε ψάλλεται καὶ τὸ ἑξῆς ἀπολυτίκιον:
Ἦχος δ´.

«Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον, καὶ τοῦ ἀπ᾿ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις· ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, υἱὸς τῆς Παρθένου γίνεται, καὶ Γαβριὴλ τὴν χάριν εὐαγγελίζεται· διὸ σὺν αὐτῷ τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν· χαῖρε κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ».

Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἡ Κεχαριτωμένη κόρη τῆς Ναζαρὲτ Μαριὰμ μένει μόνη. Ἡ ψυχή της μετὰ ἀπὸ τὴν ζωηροτάτην ἐντύπωσιν τοῦ οὐρανίου γεγονότος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, δονεῖται κυριολεκτικά. Τὸ πρωτάκουστον καὶ ἐξαίρετον ἀγγελικὸν μήνυμα ἔχει αἰχμαλωτίσει τὴν καρδίαν της, ἀπασχολεῖ ἡμέραν καὶ νύκτα τὴν σκέψιν της.

Εἰς τὸν Ἰωσὴφ δὲν λέει τίποτε, δι᾿ ὅσα τῆς εἶπε ὁ Ἀρχάγγελος, διότι ἡ παρθενικὴ συστολὴ τῆς ἔκλειε τὸ στόμα καὶ τὰ ἄφησε ὅλα εἰς τὴν πρόνοιαν καὶ μέριμναν τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, ὅπως συμβαίνει εἰς κάθε ἄνθρωπον εἰς παρομοίας περιστάσεις, ἡ Πάναγνος αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην μὲ κάποιον νὰ ὁμιλήση ἐλεύθερα καὶ χωρὶς κανέναν δισταγμόν, νὰ ἐμπιστευθῆ τὰ ἅγια συναισθήματα καὶ τὰ ὑψηλὰ καὶ θεῖα νοήματα ποὺ τὴν διακατέχουν. Ἀλλὰ εἰς ποῖον ὅμως νὰ ἀποκάλυψη τὸ ἱερὸν μυστικόν, τὸ μέγα μυστήριον ποὺ τῆς ἐνεπιστεύθη ὁ οὐρανός;

Ἡ σκέψις της ἐστράφη πρὸς τὴν συγγενῆ της Ἐλισάβετ. Αὐτὴ μόνο θὰ τὴν ἐννοοῦσε καὶ κανεὶς ἄλλος ἀπὸ τὸ περιβάλλον της εἰς τὴν Ναζαρέτ. Ἄλλως τε, ἡ Ἐλισάβετ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν, ὅπως τῆς εἶχε ἀποκαλύψει ὁ Ἄγγελος.

α. Ἡ Θεομήτωρ ἐπισκέπτεται τὴν Ἐλισάβετ

Ἔτσι, λοιπόν, ἡ ἁγία Κόρη τῆς Ναζαρὲτ παίρνοντας τὴν ἄδεια τοῦ Ἰωσὴφ ἀφήνει τὴν Ναζαρὲτ καὶ πορεύεται εἰς τὴν ὀρεινὴν χώραν τῆς Ἰουδαίας. «Ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς (=γρήγορα)» (Λουκ. α´ 39). Ἐκεῖ, μέσα εἰς τὴν οἰκογενειακὴν θαλπωρὴν τοῦ Ζαχαρίου καὶ τῆς Ἐλισάβετ, τῶν συγγενῶν της, μέσα εἰς τὴν μικρὴν προφητικὴν Ἐκκλησίαν τῆς πίστεως, ἐλπίδος καὶ ἀγάπης, ποὺ ἦτο τὸ σπίτι τους, θὰ εὕρη τὴν εὐκαιρίαν ἡ πάναγνος Κόρη νὰ ἀνοίξη τὴν καρδιάν της καὶ νὰ συγχαρῆ τὴν συγγενῆ της διὰ τὴν σύλληψιν υἱοῦ στὰ βαθιὰ γηρατειά της.

Τὸ ταξίδι της ἦτο κοπιαστικὸν καὶ διήρκεσε τρεῖς ἡμέρας περίπου· ἡ Πανάμωμος, ὅμως, ἐβάδισε τὸν δρόμον αὐτὸν μὲ χαρὰν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Θεόν. Καὶ νά τώρα εὑρίσκεται κοντὰ εἰς τὴν συγγενῆ της Ἐλισάβετ. Ἀσπάζεται τὴν συγγενῆ της καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἡ Ἐλισάβετ αἰσθάνεται νὰ σκιρτᾶ τὸ βρέφος εἰς τὴν κοιλιάν της καὶ φωτισμένη ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον μὲ δυνατὴν φωνὴν λέγει πρὸς τὴν Μαριάμ:

«Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;». Διὰ νὰ δικαιολόγηση δὲ τοῦτο, δηλαδὴ διατί ἀπεκάλεσε τὴν Μαριὰμ μητέρα τοῦ Κυρίου λέγει εἰς αὐτήν: «ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησεν ἐν ἀγαλλιάσει τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ μου» (Λουκ. α´ 44). Καὶ συνεχίζει νὰ μακαρίζη τὴν Μαριὰμ λέγουσα: «μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου». Συνεχίζοντας ἡ Ἐλισάβετ λέγει ὅτι ὅλαι αἱ γενεαὶ ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ μακαρίζουν τὴν Μαριάμ, ποὺ ἔγινε πρόξενος τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, διότι διὰ τοῦ ἐξ αὐτῆς γεννηθέντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ θὰ σωθῆ τὸ ἀνθρώπινον γένος ἀπὸ τὴν αἰώνιον φθορὰν τοῦ θανάτου.

Γεμάτη θαυμασμὸν ἡ Παρθενομήτωρ βλέπει ὅτι ἡ Ελισάβετ γνωρίζει τὸ οὐράνιον μυστικόν της. Τὴν βλέπει νὰ ὑποκλίνεται μὲ μεγάλην ταπείνωσιν ἐνώπιόν της, νὰ τὴν ἀναγνωρίζη ὡς μέλλουσα θεομήτορα, νὰ τὴν ἀποκαλῆ «εὐλογημένη ἐν γυναιξὶ» καὶ νὰ ὀνομάζη «εὐλογημένον τὸν καρπὸν τῆς κοιλίας της». Ἀκόμη, νὰ τὴν προσφωνῆ «μητέρα τοῦ Κυρίου της» καὶ μὲ ἀγαλλίασιν ψυχῆς νὰ τὴν χαρακτηρίζη «μακαρία», διότι πρόκειται νὰ γέννηση τὸν Σωτῆρα Χριστόν.

Εἶχε πάρει καὶ ἡ Ἐλισάβετ εὐλογίαν μεγάλην ἀπὸ τὸν πανάγαθον Θεὸν τὴν εὐλογίαν νὰ φέρη εἰς τὸν κόσμον τὸν μέγιστον τῶν προφητῶν. Ἡ εὐλογία ὅμως ποὺ πῆρε ἡ Θεοτόκος νὰ γέννηση τὸν Θεὸν καὶ Σωτῆρα, ὑπῆρξε μοναδική, ἀνεπανάληπτος, ἀληθινὰ οὐράνιος.

Μία ἦτο εἰς τὸν κόσμον «ἡ θεία κύησις» καὶ μία εἶναι εἰς τὴν ἱστορίαν ἡ Θεοτόκος. Πῶς λοιπὸν ἡ Ἐλισάβετ νὰ μὴν φωνάξη μὲ φωνὴν μεγάλην καὶ νὰ μὴ χαιρετίση μὲ χαρὰν καὶ ἔκπληξιν, μὲ θαυμασμὸν καὶ σεβασμόν, τὴν Θεομήτορα;

Αὐτὴν τὴν τιμὴν ἀπολαμβάνει κοντὰ εἰς τὴν Ἐλισάβετ ἡ ἁγία Παρθένος καὶ αὐτὰ τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἀκούει μὲ ἔκπληξιν μεγάλην, προτοῦ προλάβει αὐτὴ νὰ ἀνακοίνωση τίποτε εἰς τὴν συγγενῆ της. Καὶ σκιρτᾶ ἡ ψυχή της καὶ γεμίζει ἡ καρδιά της ἀπὸ θαυμασμὸν καὶ ἀγάπην πρὸς τὸν Σωτῆρα καὶ Θεόν της, ὁ ὁποῖος τόσα μεγαλεῖα ἔκανε εἰς αὐτήν.

Πλημμυρισμένη ἀπὸ θαυμασμὸν καὶ εὐγνωμοσύνην ἡ Παρθένος Μαριὰμ ἀνταπαντᾶ μὲ ἕναν ὕμνον ὑπέροχον πρὸς τὸν Ὕψιστον, τὸν ὁποῖον μᾶς διέσωσε τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ θείου Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ. Ὁ ὕμνος αὐτὸς εἶναι ἡ ἐνάτη ᾠδὴ τῆς χριστιανικῆς Ὑμνολογίας:

«Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρι μου, ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσι με πᾶσαι αἱ γενεαί· ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ δυνατὸς καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ, καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεᾶς γενεῶν τοῖς φοβούμενους αὐτόν.

Ἐποίησε κράτος ἐν βραχίονι αὐτοῦ· διεσκόρπισεν ὑπερήφανους διανοίᾳ καρδίας αὐτῶν· καθεῖλε δυνάστας ἀπὸ θρόνων καὶ ὕψωσε ταπεινούς, πεινώντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν καὶ πλουτοῦντας ἐξαπέστειλε κενούς, ἀντελάβετο Ἰσραὴλ παιδὸς αὐτοῦ μνησθῆναι ἐλέους, καθὼς ἐλάλησε πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν, τῷ Ἀβραὰμ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα».

Ὁ ὕμνος αὐτὸς τὸν ὁποῖον ἡ Θεομήτωρ ἀνέπεμψεν, ἀποτελεῖται μὲν ἀπὸ ὀλίγας λέξεις, περιλαμβάνει ὅμως ὅλον τὸ τῆς Οἰκονομίας μυστήριον. Ἀποτελεῖ τὴν ἐπισφράγισιν τῶν παλμῶν καὶ τῶν ἐλπίδων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Παρουσιάζει μὲ ὀλίγας γραμμὰς τὸ ἔργον Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη διὰ νὰ σώση τὸ ἀνθρώπινον γένος. Κάθε λέξις τοῦ ὕμνου κι ὅλες μαζὶ ἔχουν ἔξοχα νοήματα, ὑψηλά, θεῖα καὶ οὐράνια.

Εἰς τὴν ᾠδὴν αὐτὴν τῆς Θεομήτορος δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ἐπιτηδευμένον, τὸ προσποιητόν, τὸ τεχνητόν. Ἡ ἁγνή, ἁγία καὶ ταπεινὴ κόρη τῆς Ναζαρέτ, ἡ Παναγία Παρθένος συνθέτει ἐδῶ θεῖον ποίημα. Τεχνική της εἶναι ἡ θερμὴ εὐσέβειά της, ἡ φωτισμένη πίστις, ἡ βαθύτατη ταπείνωσις, ὁ ὅλος ψυχικός της κόσμος, ὁ τόσον πλούσιος καὶ οὐράνιος· ἐμπνευστής της εἶναι ἡ θεία Σοφία, ἡ πηγὴ καὶ αἰτία κάθε ὑψηλῆς ὑπεργείου ἐμπνεύσεως. Οἱ λέξεις καὶ τὰ νοήματα τῆς Ὠδῆς τῆς Θεοτόκου εἶναι ξεχείλισμα τῶν ἁγνῶν συναισθημάτων, τὰ ὁποῖα διακατέχουν τὴν ψυχήν της καὶ βγαίνουν φυσικά, αὐθόρμητα ἀπὸ μίαν καρδίαν, ἡ ὁποία ἐζυμώθη μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Γραφῆς, μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.

Ἂς μελετοῦμε καὶ ἂς ψάλλωμεν κι ἐμεῖς τὸν θεῖον αὐτὸν ὕμνον μὲ εὐλάβειαν, διὰ νὰ νοιώθουμε τὴν ὀμορφιάν του, τὴν ἤρεμον μεγαλοπρέπειάν του, μὲ τὰς θαυμαστὰς ἀντιθέσεις του, μὲ τὰς ὡραίας εἰκόνας του, μὲ τὸν ἔξοχον λυρισμόν του.

β. Ἐπιστροφὴ τῆς Θεομήτορος εἰς Ναζαρέτ. Ἐπίσκεψις Ἀγγέλου εἰς Ἰωσήφ.

Ἡ Μαριὰμ ἔμεινε εἰς τὸ σπίτι τῆς ἐξαδέλφης της Ἐλισάβετ τρεῖς μῆνες περίπου καὶ ἐπέστρεψε εἰς τὸ ἰδικόν της εἰς τὴν Ναζαρέτ. Ἡ παράδοσις λέγει ὅτι «ἡμέρᾳ δὲ καὶ ἡμέρᾳ ἡ γαστὴρ αὐτῆς ὠγκοῦτο. Καὶ φοβηθεῖσα ἡ Μαρία ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς, καὶ ἔκρυβεν ἑαυτὴν ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ. Ἦν δὲ ἐτῶν δέκα ἕξ, ὅτε ταῦτα ἐγένετο τὰ μυστήρια». (Πρωτευαγ. ιβ´ 3).

Ὁ μνηστὴρ Ἰωσήφ, ὅταν εἶδε τὴν Μαριὰμ μὲ «τὴν κοιλίαν της ἐξογκωμένην», ἐταράχθη «καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι*, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολύσαι αὐτήν» (Ματθ. α´ 19). Δὲν θέλησε λοιπὸν ὁ Ἰωσήφ, ὡς δίκαιος ποὺ ἦτο, νὰ στιγματίση κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν Μαριὰμ -διότι ὁ νόμος ἦτο αὐστηρός- καὶ ἐσκέφθη νὰ τὴν ἀπολύση κρυφά. Τὴν σκέψιν του αὐτὴν τὴν ματαίωσε ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Ἀγγέλου εἰς τὸν ὕπνον του.

«Ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσήφ, υἱὸς Δαυίδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴ γυναῖκά σου· τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου. Τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν(…). Διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτοτόκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. α´ 20-25).

Ἔτσι, συνεχίζεται τὸ σχέδιον τοῦ Θεοῦ καὶ φθάνουμε εἰς τὴν μεγάλην στιγμὴν τῆς γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.

* Παραδειγματισμὸς = θάνατος διὰ λιθοβολισμοῦ εἰς τοὺς μοιχοὺς καὶ μοιχαλίδας (Δευτερ. κβ´ 20).

2. Η ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἡ Παρθένος Μαριὰμ εὑρίσκετο εἰς τὸν ἔνατον μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ὅταν ὁ Ρωμαῖος Αὐτοκράτωρ Καίσαρ Αὔγουστος ἐξέδωσε διάταγμα ἀπογραφῆς τῶν κατοίκων τῆς αὐτοκρατορίας του. Ἔτσι, ἡ Παρθένος Μαριὰμ ἦτο ὑποχρεωμένη, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, νὰ ὑπάγη κι αὐτὴ εἰς τὸν τόπον καταγωγῆς της, τὴν Ἰουδαίαν, διὰ νὰ ἀπογραφῆ.

Παραλαμβάνει δὲ αὐτὴν ὁ προστάτης της Ἰωσὴφ καὶ μὲ ὑποζύγιον ποὺ ἦτο τότε τὸ μόνον μέσον μετακινήσεως, τὴν μεταφέρει εἰς τὴν Ἰουδαίαν. Φθάσαντες εἰς τὴν Βηθλεὲμ ἐνύκτωσε καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἀνεζήτησε τόπον, διὰ νὰ περάσουν τὴν βραδιά τους· ὅμως, τόπος δὲν εὑρέθη καὶ κατέληξαν εἰς ἐρημικὴν σπηλιάν, τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποιοῦσαν οἱ κάτοικοι τῆς Βηθλεὲμ ὡς σταῦλον ζώων.

Ἂς παρακολουθήσουμε πῶς ἀκριβῶς ἐξιστορεῖ τὰ γεγονότα ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, λέει, ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πάσαν τὴν οἰκουμένην. Αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου. Καὶ ἐπορεύοντο πάντες ἀπογράφεσθαι, ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. Ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυὶδ(…) ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικί, οὔσῃ ἐγκύῳ. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον(…) καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι…» (Λουκ. β´ 1-7).

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ὀνομάζει τὸν τόπον τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἁπλῶς ὡς «κατάλυμα», δηλαδὴ πανδοχεῖον ποὺ εἶχε καὶ φάτνη ἀλόγων ζώων (Λουκ. β´ 7). Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ὀνομάζει τὸν τόπον αὐτὸν «οἰκίαν» (Ματθ. β´ 11). Τὸ Πρωτευαγγέλιον προσθέτει τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ Γέννησις τοῦ Χριστοῦ συνέβη εἰς ἐρημικὸν μέρος μέσα εἰς ἕνα σπήλαιον κοντὰ εἰς τὴν Βηθλεέμ. Τὴν πληροφορίαν αὐτὴν τοῦ Πρωτευαγγελίου ἐπαναλαμβάνει ὡς παράδοσιν ὁ φιλόσοφος ἀπολογητὴς καὶ μάρτυς Ἰουστῖνος, ὁ ὁποῖος ἐμαρτύρησε τὸ ἔτος 165 μ.Χ.

Ἐκεῖ, λοιπόν, εἰς τὴν Βηθλεέμ, εἰς τὸν σταῦλον τῶν ζώων, λαμβάνει χώραν τὸ μεγαλύτερον ἱστορικὸν γεγονὸς ποὺ κατέπληξε τὴν οἰκουμένην καὶ ποὺ ἀποτελεῖ ἀφετηρίαν λυτρώσεως τῶν ἀνθρώπων. Ἕνας Θεὸς γεννιέται ἀθόρυβα μέσα εἰς μίαν φάτνην ἀλόγων. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει θρόνον τὸν οὐρανὸν καὶ ὑποπόδιον τὴν γῆν. Μέσα εἰς τὸ σκοτάδι ἐκείνης τῆς νύκτας γεννιέται ὁ ὁλόλαμπρος ἥλιος, γιὰ νὰ φωτίση τοὺς ἐσκοτισμένους. Μέσα εἰς τὴν παγερὰν ἐκείνην νύκτα γεννιέται Ἐκεῖνος ποὺ θὰ ζεστάνη τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων καὶ θὰ χάραξη τὸν δρόμον διὰ τὴν σωτηρίαν. Κι ὅμως, διὰ τὸν βασιλέα τῶν βασιλέων δὲν ἐβρεθηκε μιὰ ζεστὴ γωνιά. Καὶ κανείς, δὲν ἐγνώριζε ποῖον θεῖον καὶ οὐράνιον γεγονὸς ἐλάμβανε χώραν εἰς τὴν παγερὰν ἐκείνην νύκτα τοῦ χειμῶνος εἰς τὴν Βηθλεέμ.

Μόνον ὁ οὐρανὸς γνωρίζει. Οἱ Ἄγγελοι καὶ Ἀρχάγγελοι οἱ ὁποῖοι ἀνεβοκατεβαίνουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν εἰς τὴν γῆν ψάλλοντες καὶ μεταφέροντες μηνύματα χαρᾶς. Ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχαν νὰ ἐκπληρώσουν περισσότερον χαρμόσυνον ἔργον ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ κάμνουν τώρα. Καὶ ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχε ἀκουσθῆ τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β´ 14).

Τὸ χαρμόσυνον αὐτὸ γεγονὸς μεταφέρει ἄγγελος Κυρίου εἰς τους εὐσεβεῖς ποιμένας τῆς Βηθλεέμ: «Ἰδοὺ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην… ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ». Ἰδοὺ ἔρχομαι νὰ σᾶς μεταδώσω εὐαγγέλιον μοναδικῆς χαρᾶς… Σήμερον ἐγεννήθηκε γιὰ σᾶς σωτήρ.

Οἱ μόνοι μάρτυρες τοῦ μεγαλυτέρου αὐτοῦ γεγονότος εἰς τὴν ἀνθρωπίνην Ἱστορίαν ἦσαν, εἰς μὲν τὸν οὐρανὸν οἱ ἄγγελοι, εἰς δὲ τὴν γῆν οἱ εὐσεβεῖς ποιμένες τῆς Βηθλεέμ, ἡ Θεοτόκος καὶ ὁ Ἰωσήφ.

«Τὸ ἀπ᾿ αἰῶνος ἀπόκρυφον καὶ ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον…», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας. Τὴν Γέννησιν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν 25 Δεκεμβρίου. Τότε ψάλλομεν τὸ ἀπολυτίκιον:
Ἦχος δ´.

«Ἡ γέννησίς σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ, τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως· ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ σὲ γινώσκειν ἐξ ὕψους ἀνατολήν. Κύριε δόξα σοι».
Καὶ τὸ Κοντάκιον:
Ἦχος γ´.

«Ἡ παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι μετὰ ποιμένων δοξολογοῦσι, μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι· δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός».

3. ΤΟ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Παρθένου Μαριὰμ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ εἶπεν εἰς αὐτὴν ὅτι θὰ συλλάβη εἰς τὴν κοιλίαν της καὶ θὰ γέννηση Υἱόν. Ἡ ἀπάντησις τῆς Μαριὰμ ἦτο: «Πῶς ἔσται τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;» (Λουκ. α´ 34). Πῶς εἶναι δυνατόν, λέγει, νὰ γίνη τέτοιο πράγμα, ἀφοῦ ἄνδρα δὲν γνωρίζω; Καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ Ἀγγέλου: «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ» (Λουκ. α´ 35).

Δηλαδή: Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ποὺ θὰ σὲ καθαρίση ἀπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα καὶ θὰ σὲ ἐξαγιαση, θὰ ἔλθη εἰς σέ, καὶ δύναμις τοῦ Ὑψίστου θὰ ρίψη τὴν δημιουργικὴν καὶ προστατευτικὴν σκέπην καὶ σκιάν της ἐπὶ σοῦ. Δι᾿ αὐτὸ δὲ καὶ τὸ ἀπολύτως ἀναμάρτητον καὶ ἅγιον βρέφος ποὺ κατὰ τὸν ὑπερφυσικὸν αὐτὸν τρόπον θὰ γεννηθῆ, θὰ ἀναγνωρισθῆ ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει: «Καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν (δηλαδὴ ὁ Ἰωσήφ) ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον» (Ματθ. α´ 25). Τὸ «ἕως οὗ» δὲν εἶναι προσδιορισμὸς χρόνου. Τὸ ἀεὶ σημαίνει ὅτι ὁ Ἰωσὴφ οὔτε πρὸ τοῦ τόκου, οὔτε μετὰ τὸν τόκον ἐγνώριζε τὴν Μαριάμ, ἀλλὰ αὐτὴ ἦτο πάντοτε παρθένος, ἀμίαντος καὶ ἄμωμος.

Ἡ Παρθένος Μαριὰμ ἀφοῦ συνέλαβε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἐγέννησε αὐτὸν μετὰ ἐννέα μῆνας χωρὶς παρθενικὴν φθοράν, διότι ὅπως ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ συνελήφθη ἀσπόρως καὶ χωρὶς νὰ γίνη καταληπτόν, ἔτσι καὶ χωρὶς φθορὰν ἐγεννήθη. Καὶ ὅπως ἡ Μαριὰμ ἦτο πρὸ τοῦ τόκου παρθένος, ἔτσι καὶ κατὰ τὸν τόκον καὶ μετὰ τὸν τόκον παρέμεινε παρθένος.

Τὸ ὅτι ἡ Θεοτόκος Μαριὰμ ὡς Παρθένος θὰ ἐγεννοῦσε τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τοῦτο ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τὸ ἐδήλωσε διὰ τοῦ ἀγγέλου εἰς τὸν πατέρα τῆς Μαριὰμ Ἰωακείμ, ὅταν διέμενεν εἰς τὸ ὄρος προσευχόμενος, διὰ νὰ ἀπόκτηση τέκνον, εἰπὼν εἰς αὐτὸν «ὅτι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ὅτι ἡ γυνή σου θὰ γέννηση θυγατέρα, ἡ ὁποία ἐνῶ θὰ εἶναι παρθένος, θὰ γέννηση τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου».

Τὸ ὅτι ἡ Μαριὰμ ἦτο καὶ μετὰ τόκον, δηλαδὴ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ἰησοῦ, παρθένος τὸ ἐδήλωσεν εἰς τους Ἰουδαίους καὶ εἰς ὅλους ποὺ ἤθελαν νὰ μάθουν, ὁ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Χριστοῦ ἱερέας καὶ προφήτης Ζαχαρίας, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ θεῖον Πνεῦμα. Καὶ μάλιστα ὁ Προφήτης Ζαχαρίας, μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, ἔδωκε θέσιν ἐντὸς τοῦ Ναοῦ εἰς τὴν Μαριὰμ εἰς τὰς θέσεις τῶν παρθένων, ὅπως γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος εἰς τὸν λόγον του διὰ τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ (Migne τόμ. 31).

Ὁ Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος εἰς τὸν τρίτον λόγον του διὰ τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Θεοτόκου γράφει σχετικὰ μὲ τὸ ἀειπάρθενον τῆς Μαριάμ, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι ἡ Μαριὰμ συνέλαβε Υἱὸν, ἐκυοφόρησε καὶ ἐγέννησε χωρὶς νὰ ἀποβάλλη τὴν παρθενίαν της. Ὑπῆρξε παρθένος πρὸ τῆς συλλήψεως, παρθένος ἐν τῇ συλλήψει καὶ παρθένος ἐν τῇ γεννήσει. Καὶ ὅπως ἡ Εὔα ἐγεννήθη ἐκ τῆς πλευρᾶς τοῦ Ἀδὰμ καὶ πάλιν ὁ Ἀδὰμ σῶος ἐφυλάχθη, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη ἐκ τῆς Παρθένου Μαριάμ, ἡ ὁποία καὶ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Υἱοῦ αὐτῆς παρθένος παρέμεινε.

Τὸ ὅτι ἡ Θεοτόκος ἦτο καὶ μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Ἰησοῦ παρθένος, τὸ πληροφορούμεθα ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ἰδίαν. Εἰς τὴν πρὸ τῆς Κοιμήσεώς της προσευχὴν πρὸς τὸν Υἱὸν καὶ Θεόν της, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, λέγει καὶ τὰ ἑξῆς: «Καὶ γεννηθεὶς παρθένον ἐτήρησας». Τὴν ἀειπαρθενίαν τῆς Μαριὰμ μαρτυρεῖ καὶ ἡ ἐνάτη ᾠδή, ἡ ὁποία ψάλλεται σὲ κάθε ἱερουργία, «Τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν». Ἡ ᾠδὴ αὐτὴ ψαλλομένη, ὡς γνωρίζομεν, εὐχαριστεῖ περισσότερον τῶν ἄλλων ὡδῶν τὴν πανάμωμον Δέσποιναν καὶ Ἀειπάρθενον Μαριάμ. Ἐφ᾿ ὅσον, λοιπόν, ἡ Παρθενομήτωρ ὁμολογεῖ περὶ τῆς ἀειπαρθενίας αὐτῆς, πᾶσα ἄλλη μαρτυρία περιττεύει.

Τὸ ἀειπάρθενον τῆς Θεοτόκου θαυμάσια ἐξεικονίζουν καὶ τὰ διάφορα τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως ἡ συσχέτισις αὐτῆς μὲ τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν καὶ μὲ τὴν Βάτον τὴν φλεγομένην, ἀλλὰ μὴ καιομένην, ὡς καὶ μὲ τὴν κάμινον τῶν Τριῶν Παίδων τῆς Βαβυλῶνος. Ἕνα τροπάριον λέγει:

«Ἡ θάλασσα μετὰ τὴν πάροδον τοῦ Ἰσραὴλ ἔμεινεν ἄβατος· ἡ ἄμεμπτος μετὰ τὴν κύησιν τοῦ Ἐμμανουὴλ ἔμεινεν ἄφθορος». Καὶ τὸ ἄλλο λέγει:

«Μωσῆς κατενόησεν ἐν βάτῳ τὸ μέγα μυστήριον τοῦ τόκου σου, παῖδες προεικόνισαν τοῦτο ἐμφανέστατα, μέσον πυρὸς ἱστάμενοι καὶ μὴ φλεγόμενοι, ἀκήρατε, ἁγία Παρθένε. Ὅθεν σὲ ὑμνοῦμεν εἰς πάντας τους αἰῶνας». (Ἀκάθιστος Ὕμνος)

Ἐδῶ, λοιπόν, οἱ φυσικοὶ νόμοι ἀλλάσσουν. Ἐδῶ, ὁ δρόμος τῆς παιδοποιΐας εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου διάφορος. Τὰ παμπάλαια ἤθη τῆς γεννήσεως καταβάλλονται διὰ μίαν μόνην φοράν. Τὰ ἀδύνατα ἐδῶ γίνονται δυνατά. Τὰ ἄλυτα εὑρίσκουν λύσιν. Ἡ χάρις νικᾶ τὴν φύσιν. Καὶ ἡ φύσις δουλεύει εἰς τὴν χάριν. Ὁ ἄσαρκος Υἱὸς σαρκοῦται καὶ ἡ Παρθένος γίνεται μήτηρ καὶ παραμένει παρθένος.

4. Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ

Συνηθίζομε νὰ λέμε ὅτι ὁ χαρακτήρας τοῦ ἀνθρώπου γνωρίζεται ἀπὸ τὰ λόγια του, ἀπὸ τὸ βλέμμα του, ἀπὸ τὸ γέλιο, ἀπὸ τὸ βάδισμά του, ἀπὸ τὴν ἐνδυμασίαν του καὶ γενικῶς τὸ ἐξωτερικὸν τοῦ ἀνθρώπου φανερώνει καὶ τὸ ἐσωτερικὸν αὐτοῦ.

Ὁ ἅγιος καὶ πανάμωμος καὶ πανακήρατος χαρακτήρας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας ἐκδηλώνεται δι᾿ ὅλου τοῦ σώματός της· διότι ἔβλεπε κανεὶς εἰς αὐτὴν τὸ σεμνόν, τὸ τερπνόν, τὸ εὐχάριστον καὶ γενικῶς ὅ,τι προξενεῖ τὸν θαυμασμὸν καὶ τὸν σεβασμὸν διότι καὶ τὰ λόγια ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ ἅγιον στόμα της ἦσαν οἰκοδομητικὰ καὶ γεμάτα σύνεσιν. Τὸ γέλιο εἰς τὴν θεόπαιδα κόρην καὶ μητέρα ἦτο σπάνιο. Ἐπὶ τοῦ σιτοχρώμου προσώπου τῆς Παναμώμου Μαριὰμ ὑπῆρχε ἡ ἀφέλεια, ἡ εὐθύτης καὶ γενικὰ ὅ,τι χαρακτηρίζει τὸν σεμνὸν καὶ σεβάσμιον αὐτῆς χαρακτήρα. Οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς της ἦσαν ξανθές, ἡ κεφαλὴ καλλωπισμένη σεμνοπρεπῶς. Τὰ μάτια της εἶχαν θαυμάσιον καὶ σεμνὸν χρωματισμὸν οἱ κόρες τῶν ματιῶν της ἦσαν μελανές· οἱ βλεφαρίδες σεμνές· τὰ φρύδια μελανὰ καὶ τοξοειδῆ· ἡ μύτη εὐθεία καὶ ὁμαλή, τὰ ἄμωμα χείλη της ἐρυθρὰ καὶ ἀνθηρά, καὶ μάλιστα σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε ἐφαίνοντο πάνω σ᾿ αὐτὰ ἡ κοσμιότης καὶ ἡ σεμνότης. (Βλέπε τὸ βιβλίο τοῦ Γ. Φαμελιάρη: «Τῆς Παναγίας τοῦ Κυρίου Μητρός», 1927).

Ὅταν μάλιστα ἡ περικαλὴς καὶ σεμνὴ καὶ πάγκαλος αὐτὴ μητέρα καὶ παρθένος ὠμιλοῦσε, ἡ γλυκύτης ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὰ χείλη της, εὐχαριστοῦσε ἐκείνους ποὺ τὴν ἄκουγαν καὶ ἐκινοῦσε τὸν θαυμασμόν τους. Τὸ στρογγυλὸν καὶ ὠοειδὲς αὐτῆς πρόσωπον ἔδειχνε τὴν πράγματι ἱεροπρεπῆ καὶ θείαν της ἀποστολήν. Τὰ θεοδόχα χέρια τῆς Παρθένου Μαριὰμ καὶ τὰ δάκτυλά της ἦσαν μακρυὰ καὶ ἄφθαστου καλλονῆς, τὰ ὁποῖα οὔτε καὶ αὐτοὶ οἱ φημισμένοι καλλιτέχνες εἶχαν τὴν δυνατότητα νὰ ζωγραφίσουν. Ἡ θεία μητέρα καὶ παρθένος Μαριὰμ ὑπερεῖχεν εἰς τὰ σωματικὰ χαρίσματα ὅλων τῶν πρὸ αὐτῆς παρθένων καὶ μητέρων γυναικῶν.

Διὰ τοῦτο καὶ δὲν εὑρίσκομεν εἰκόνες σεμνότητος ἀφ᾿ ἑνὸς καὶ καλλονῆς ἀφ᾿ ἑτέρου, θυγατέρων ἢ μητέρων, διὰ νὰ συγκρίνωμεν αὐτὰς πρὸς τὴν Θεομήτορα.

Ὅποιος ἔβλεπε τὸ ἄμεμπτον τῆς καλλονῆς καὶ τό σεμνὸν τῆς ἐνδυμασίας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, κατελαμβάνετο ἀπὸ σεβασμὸν καὶ φόβον καὶ μὲ πεποίθησιν μεγάλην ὡμολογοῦσεν ὅτι πράγματι εἶναι ἡ μητέρα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.

Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν Διονύσιος ὁ Αρεοπαγίτης, ὁ ὁποῖος κατέβη εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ εἶδε τὴν Θεομήτορα, ἐθαύμασε καὶ εἶπεν ὅτι χωρὶς νὰ γνωρίζη κανεὶς τὴν Θεοτόκον, μόνο ἀπὸ τὴν σωματικήν της θεωρίαν φανερώνεται ὅτι πραγματικὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ.

5. ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΟΥΝ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΣΤΕΡΕΣ ΠΟΥ ΦΕΡΟΥΝ ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ

Πολλὰ καὶ θαυμαστὰ μεγαλεῖα ἔκαμεν ὁ δυνατὸς Κύριος εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, τὰ ὁποῖα οὔτε ὑπῆρξαν οὔτε ὑπάρχουν εἰς καμίαν ἄλλην γυναίκα. Καὶ τὰ μεγαλεῖα αὐτὰ καὶ χαρίσματα, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ὁ παντοδύναμος Θεὸς εἰς τὴν Θεοτόκον, εἶναι ἡ πρὸ τοῦ τόκου, ἐν τῷ τόκῳ καὶ μετὰ τὸν τόκον παρθενία τῆς Θεομήτορος.

Τὰ τρία αὐτὰ χαρίσματα εἰκονίζονται σὲ πολλὲς εἰκόνες τῆς Θεομήτορος μὲ τρεῖς ἀστέρες. Ἕναν ἐπὶ τοῦ μετώπου, ἕναν ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ ὤμου καὶ ἕναν ἐπὶ τοῦ ἀριστεροῦ ὤμου.

Τὰ τρία αὐτὰ ἀστέρια δηλώνουν ὅτι ἡ Θεοτόκος ἦτο^ παρθένος πρὸ τοῦ τόκου, κατὰ τὸν τόκον καὶ μετὰ τὸν τόκον.

6. Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

«Ἀνήγαγον αὐτὸν (τὸν Ἰησοῦν) εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ», σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (β´ 22). Τεσσαράκοντα ἡμέρας ἀπὸ της γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ ἡ Πανάμωμος πηγαίνει εἰς τὸν Ναὸν τῶν Ἱεροσολύμων, διὰ νὰ ἐκπλήρωση τὸν νόμον περὶ καθαρισμοῦ – παρ᾿ ὅτι δὲν εἶχε ἀνάγκη καθαρισμοῦ, ἐφ᾿ ὅσον ἐγέννησεν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου – καὶ συγχρόνως νὰ παρουσίαση καὶ νὰ ἀφιέρωση τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν Θεόν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ Κυρίου, ἡ Θεοτόκος προσέφερε θυσίαν «ἕνα ζεῦγος τρυγόνων ἢ δυὸ νεοσσοὺς περιστερῶν».

Ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὸν Ναὸν ἡ Θεοτόκος μὲ τὸν Ἰησοῦν εἰς τὴν ἀγκάλην της, τοὺς ὑπεδέχθη ὁ δίκαιος καὶ εὐλαβὴς Συμεών, ὁ ὁποῖος ἐπῆρεν εἰς τὴν ἀγκαλιάν του τὸν Ἰησοῦν, εὐχαρίστησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε: «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ» (Λουκ. β´ 29-31).

Ἐν συνεχείᾳ, ὁ δίκαιος Συμεὼν προφήτευσε ὅτι «τὴν καρδίαν τῆς Θεοτόκου θὰ τὴν τρυπήση ρομφαία», δηλαδὴ μία μεγάλη λύπη. Ἡ συνάντησις αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ μετὰ τοῦ δικαίου Συμεὼν εἰς τὸν Ναὸν ὀνομάζεται Ὑπαπαντὴ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὴν 2αν Φεβρουαρίου. Τότε ψάλλεται τὸ Ἀπολυτίκιον:
Ἦχος α´.

«Χαῖρε κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει· εὐφραίνου καὶ σὺ πρεσβῦτα δίκαιε, δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις τὸν ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν ἡμῶν, χαριζόμενον ἡμῖν καὶ τὴν Ἀνάστασιν».

7. Η ΥΠΟ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

Μάγοι ὀνομάζοντο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἄνδρες ποὺ ἠσχολοῦντο μὲ τὰς φυσικὰς καὶ ἀστρονομικὰς ἐπιστήμας. Τρεῖς ἀπ᾿ αὐτούς, κατὰ τὴν παράδοσιν, ἦσαν οἱ Γάσπαρ, Μελχιὼρ καὶ Βαλτάσαρ, οἱ ὁποῖοι ἐξεκίνησαν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἀσίας ἔχοντες ὑπ᾿ ὄψιν τους τὴν προφητείαν τοῦ Πέρσου μάντη Βαλαάμ, ὁ ὁποῖος ἔζησε τὸν δέκατον πέμπτον αἰῶνα π.Χ. Ἡ προφητεία αὐτὴ ἔλεγε: «Ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακώβ, καὶ ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραὴλ καὶ θραύσει τοὺς ἀρχηγοὺς Μωὰβ καὶ προνομεύσει πάντας τοὺς υἱοὺς Σήθ». (Ἀριθμοὶ κδ´ 17)*.

Βλέποντες οἱ Μάγοι εἰς τὸν οὐρανὸν τὸν προαναγγελθέντα ἀστέρα ἐβεβαιώθησαν διὰ τὴν γέννησιν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ὁ ἀστέρας αὐτὸς ἦτο πολὺ διαφορετικὸς ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀστέρας. Δὲν ἀκολουθοῦσε τὴν τάξιν τῶν ἄλλων ἀστέρων, καθ᾿ ὅτι ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ἦτο πολὺ χαμηλὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀστέρας, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲν ἐκινεῖτο ἀπὸ ἀνατολὰς πρὸς δυσμάς, ὅπως ὅλοι οἱ ἀστέρες, ἀλλὰ ἀπὸ βορρᾶ πρὸς νότον καὶ ἀπ᾿ αὐτὸ ἐβεβαιώθησαν διὰ τὴν γέννησιν τοῦ προφητευθέντος μεγάλου Βασιλέως.

Ἀκολούθησαν, λοιπόν, οἱ Μάγοι τὸν ἀστέρα αὐτὸν καὶ ἦλθαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. Τὸν ἐρχομὸν τῶν Μάγων εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸν σκοπὸν τῆς ἐπισκέψεώς τους ἔμαθε ὁ Ἡρώδης. Ἠθέλησε, τότε, νὰ μάθη ἀπὸ τοὺς Μάγους ποῦ ἐγεννήθη ὁ νέος Βασιλέας. Οἱ Μάγοι τὸν πληροφοροῦν ὅτι ἐγεννήθη εἰς Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας. Ἀναστατωμένος ὁ Ἡρώδης ἐζήτησε ἀπὸ τοὺς Μάγους νὰ τὸν ἐνημερώσουν κατὰ τὴν ἐπιστροφήν τους, διὰ νὰ ὑπάγη κι᾿ αὐτὸς νὰ προσκύνηση τὸν νέον βασιλέα.

Οἱ Μάγοι ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ μὲ ὁδηγὸν τὸ φωτεινὸ ἀστέρι ἔφθασαν εἰς τὴν Βηθλεέμ, ὅπου ἀνεκάλυψαν τὴν οἰκίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔμενεν ἡ Παρθένος Μαριὰμ μετὰ τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ. «Καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν καὶ χρηματισθέντες κατ᾿ ὄναρ (=καὶ ἀφοῦ καθωδηγήθησαν μὲ ὄνειρο ἀπὸ τὸν Θεόν) μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρώδην, δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν» (Ματθ. β´ 11-12).

Τὰ πολύτιμα καὶ βασιλικὰ αὐτὰ δῶρα ποὺ προσέφεραν οἱ Μάγοι εἰς τὸν νεογέννητον Ἰησοῦν εἶχαν καὶ συμβολικὸν νόημα. Ὁ χρυσὸς ὡς σύμβολον τῆς βασιλείας τοῦ Κυρίου, ὁ λίβανος σύμβολον τῆς θεότητος τοῦ Κυρίου καὶ ἡ σμύρνα ἐδήλωνε ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος ἔμελλε νὰ ἀποθάνη διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ κόσμου.

Τὸ ἐκπληκτικὸν αὐτὸ γεγονὸς τοῦ ἐρχομοῦ τῶν Μάγων ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἀσίας, διὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν προφητευθέντα Βασιλέα τοῦ κόσμου, τὸν Χριστόν, καθὼς καὶ τὰ ἄλλα θαυμαστὰ γεγονότα ποὺ προηγήθησαν, δηλαδὴ ὁ Εὐαγγελισμός, ἡ γέννησις τοῦ Ἰησοῦ, ἡ συνάντησις μετὰ τοῦ δικαίου Συμεὼν εἰς τὸν Ναόν, ὅλα αὐτὰ δημιουργοῦσαν εἰς τὴν καρδιὰν τῆς Θεομήτορος καὶ Παρθένου Μαριὰμ θαυμασμὸν καὶ ἀγαλλίασιν. «Ἡ δὲ Μαριὰμ (σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστής) πάντα συνετήρει τὰ ρήματα ταῦτα (= τὰ ἐκρατοῦσε ὅλα εἰς τὸν νοῦν της) συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (=καὶ τὰ ἐσκέπτετο) (Λουκ. β´ 19).

* Δηλαδή: «Ἀργότερα θὰ ἀνατείλη ἄστρον ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ, θὰ ἀναδειχθῆ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν καὶ θὰ συντρίψει τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Μωαβιτῶν καὶ θὰ λαφυραγωγήση ὅλους τοὺς ἀπογόνους τοῦ Σήθ» (Ἑρμηνεία Ι.Θ. Κολιτσάρα).

8. Η ΦΥΓΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΤΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟΝ

Οἱ Μάγοι ἀφοῦ προσκύνησαν τὸν νεογεννηθέντα Βασιλέα τοῦ κόσμου Χριστὸν καὶ προσέφεραν τὰ βασιλικὰ δῶρα, ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Βηθλεὲμ διὰ μέσου ἄλλης ὁδοῦ ποὺ δὲν ἐπερνοῦσε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν πατρίδα τους.

Ὁ Ἡρώδης ὅταν εἶδε ὅτι οἱ Μάγοι τὸν ἐνεπαίξαν ἐθύμωσε πολὺ καὶ ἐσκέφθη νὰ θανάτωση ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῆς γύρω περιοχῆς ἀπὸ δυὸ ἐτῶν καὶ κάτω. Πράγμα ποὺ ἔπραξε. Ὅπως μᾶς λέγει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής, ἐθανάτωσεν ὅλα τὰ παιδιὰ «ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν Μάγων» (Ματθ. β´ 16).

Τὰ ἀποκεφαλισθέντα νήπια, κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν, ἔφθανον τὰς δέκα τέσσερις χιλιάδας. Ἡ μνήμη τους ἑορτάζεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μας τὴν 29ην Δεκεμβρίου. Ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς τῶν κρανίων τῶν νηπίων εὑρίσκεται εἰς ὀστεοφυλάκιον τῆς Ἰερουσαλήμ.

Ἀλλὰ πρὶν ὁ Ἡρώδης ἀποφασίση νὰ φονεύση τὰ νήπια, ὁ παντογνώστης Θεὸς στέλνει ἄγγελον εἰς τὸν Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε «ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον» (Ματθ. β´ 13). Σήκω, τοῦ λέγει, πάρε τὸ παιδὶ καὶ τὴν Μητέρα του καὶ φύγε διὰ τὴν Αἴγυπτον καὶ θὰ παραμείνης ἐκεῖ ἕως ὅτου σοῦ εἰπῶ, διότι ὁ Ἡρώδης σκοπεύει νὰ φονεύση τὸ παιδί.

Ὁ Ἰωσὴφ μόλις ἐξύπνησε, παρέλαβε νύκτα τὸ παιδὶ καὶ τὴν μητέρα του καὶ ἀνεχώρησε εἰς τὴν Αἴγυπτον. Παρέμεινε δὲ ἐκεῖ μέχρι ποὺ ἀπέθανεν ὁ Ἡρώδης. Ἔτσι ἐπαληθεύθη «τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου» (Ματθ. β´ 15).

Τὴν εἰς Αἴγυπτον φυγὴν τοῦ Ἰησοῦ προφήτευσεν ὁ προφήτης Ἡσαΐας λέγων: «Ἰδοὺ Κύριος κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης καὶ ἤξει εἰς Αἴγυπτον». Ὁ θεῖος προφήτης «νεφέλην κούφην» ἐννοεῖ τὴν Παρθένον Μαριὰμ ἐπὶ τῆς ὁποίας καθισμένος καὶ εἰς τὴν ἀγκαλιάν της βασταζόμενος ὁ Υἱὸς καὶ Κύριός της ἔφυγεν εἰς Αἴγυπτον, διὰ νὰ ἀποφύγη τὸ παιδοκτόνον ξίφος τοῦ βρεφοκτόνου Ἡρώδου.

Ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἰσῆλθεν εἰς τὴν εἰδωλολατρικὴν πὸλιν τῶν Αἰγυπτίων, τὰ χειροποίητα ἀγάλματα τὰ εὑρισκόμενα μέσα εἰς τους ναοὺς τῶν Αἰγυπτίων κατεκριμνήσθησαν ἀπὸ ἀόρατον δύναμιν καὶ φόβος καὶ τρόμος κατέλαβε τὰ δαιμόνια ποὺ κατοικοῦσαν ἐντὸς τῶν ναῶν. Οἱ Αἰγύπτιοι μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξηγήσουν τὸ φαινόμενον αὐτὸ τῆς πτώσεως τῶν εἰδώλων κατέφυγον εἰς τοὺς μάντεις, διὰ νὰ ἐρωτήσουν τοὺς θεούς τους καὶ τοὺς ἐγγαστρίμυθους, ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὰ δαιμόνια νὰ εἰποῦν εἰς τοὺς Αἰγυπτίους ποία ἡ αἰτία τῆς πτώσεως τῶν χειροποίητων ἀγαλμάτων καὶ ἔτσι τὸ παιδίον Ἰησοῦς καὶ ἡ μητέρα του Μαριὰμ διέμειναν ἀβλαβεῖς εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Τὸν σεισμὸν καὶ τὴν πτῶσιν τῶν χειροποίητων εἰδώλων τῆς Αἰγύπτου ἀναγράφει ὁ ἐκκλησιαστικὸς ὑμνογράφος εἰς τὸν ἑνδέκατον οἶκον τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου: «Λάμψας ἐν Αἰγύπτῳ φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας τοῦ ψεύδους τὸ σκότος· τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης, Σωτήρ, μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκε».

Δηλαδή: Ἀφοῦ ἔκανες, Χριστέ, εἰς τὴν Αἴγυπτον νὰ λάμψη τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, ἔδιωξες τὸ σκοτάδι τοῦ ψεύδους (τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας)· γιατὶ τὰ εἴδωλά της, Σωτῆρα, ἐπειδὴ δὲν ὑπέφεραν τὴν δύναμι τῆς παρουσίας σου, ἔχουν πέσει.

Ἐκεῖ, εἰς τὴν Αἴγυπτον ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ μένει διαρκῶς κοντά του ὡς φύλαξ ἄγγελος καὶ μὲ πολλὴν ἀγάπην καὶ ἱερὰν φλόγα τὸν προσέχει, τὸν περιποιεῖται, τὸν μεγαλώνει.

9. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΕΞ ΑΙΓΥΠΤΟΥ

Μετὰ ἀπὸ παραμονὴν τριῶν περίπου ἐτῶν εἰς Αἴγυπτον τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ, τῆς Μητρός του καὶ τοῦ Ἰωσήφ, ὅπως διηγεῖται ὁ Θηβαῖος Ἱππόλυτος, καὶ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἡρώδου, Ἄγγελος Κυρίου διέταξε τὸν Ἰωσὴφ νὰ πάρη τὸ παιδίον καὶ τὴν Μητέρα αὐτοῦ καὶ νὰ ὑπάγη εἰς γῆν Ἰσραήλ, εἰπὼν εἰς αὐτὸν ὅτι «τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδιοῦ», δηλαδὴ ἀπέθανον ὁ Ἡρώδης καὶ πάντες οἱ συνεργασθέντες μαζί του διὰ τὴν δολοφονίαν τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ. Ὁ Ἰωσὴφ ἀμέσως παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴ Μητέρα του καὶ ἦλθε εἰς γῆν Ἰσραήλ.

Ὅταν ἤκουσεν ὁ Ἰωσὴφ ὅτι εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἀντὶ τοῦ Ἡρώδου βασιλεύει ὁ Ἀρχέλαος, ἐφοβήθη νὰ ὑπάγη ἐκεῖ· «χρηματισθεῖς δὲ κατ᾿ ὄναρ (= μὲ ὄνειρο καθωδηγήθηκε ἀπὸ τὸν Θεόν) ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῆ τὸ ρηθὲν (= διὰ νὰ ἐπαλήθευση ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἐλέχθη) διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται» (Ματθ. β´ 23).

Κατῴκησεν, λοιπόν, ἡ Ἁγία οἰκογένεια εἰς τὴν Ναζαρέτ. «Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτό» (Λουκ. β´ 40). Ὁ μικρὸς Ἰησοῦς ἀνεπτύσσετο καὶ ἐμεγάλωνε κάτω ἀπὸ τὸ ἀκούραστο καὶ προσεκτικὸ βλέμμα τῆς Θεοτόκου καὶ ἔχαιρε ἡ ἁγία μητέρα, ὅταν ἔβλεπε τὸν Ἰησοῦν της ν᾿ αὐξάνη καὶ νὰ κραταιοῦται πνεύματι «πληρούμενος σοφίας», κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Εὐαγγελιστοῦ.

Πῶς νὰ μὴ ἀφιέρωση ἡ Ἀειπάρθενος τὴν μητρικήν της καρδίαν εἰς τὴν περίθαλψιν καὶ τὴν ἐπιμελῆ φύλαξιν τοῦ ἀνεκτίμητου αὐτοῦ θησαυροῦ ποὺ τῆς ἐνεπιστεύθη ὁ Θεός; Πῶς νὰ μὴ δώση τὸ πᾶν εἰς τὸν Ἰησοῦν της; Ἤξευρε, ὅτι ὁ Υἱός της δὲν ἦτο ὅπως τὰ πολλὰ παιδιά, ὅσον κι ἂν ἐξωτερικῶς ἦτο ὅμοιός τους. Τὸ ἤξευρε αὐτὸ καλὰ ἡ Θεοτόκος. Ἐγνώριζεν ὅτι τὸ «παιδίον Ἰησοῦς» ἦτο ἡ ἔνσαρκος Σοφία, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ πλέον χαριτωμένον καὶ λατρευτὸν παιδίον ποὺ ἐγνώρισεν ὁ κόσμος. Ἠμποροῦσε νὰ λησμονήση ποτὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου ὅτι «οὗτος (ὁ Χριστός) ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται» καὶ «βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τους αἰῶνας καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος»; (Λουκ. α´ 32-34).

Πολὺ παραστατικὰ περιγράφει τὴν στάσιν τῆς Θεομήτορος πρὸς τὸν Μονογενῆ της Υἱὸν ὁ κατὰ τὸν 5ο αἰῶνα ἐπίσκοπος Σελευκείας Βασίλειος: «Ὅταν εἶδε ἐκεῖνο τὸ βρέφος, γεμάτη ἀπὸ φόβους καὶ πόθους, ἔλεγε πρὸς τὸν υἱόν της: ποίαν ὀνομασίαν κατάλληλον ἠμπορῶ νὰ εὕρω διὰ σέ, παιδίον; Ἀνθρώπου; Ἀλλ᾿ ἔχεις θεϊκὴν τὴν σύλληψιν. Θεοῦ; Ἀλλ᾿ ἔλαβες σάρκα ἀνθρωπίνην. Τί λοιπὸν θὰ κάμω διὰ σέ; Θὰ σὲ θρέψω μὲ γάλα ἢ θὰ σὲ δοξολογήσω; Θὰ σὲ ὑπηρετήσω ὡς μητέρα ἢ θὰ σὲ προσκυνήσω ὡς δούλη; Θὰ σὲ περιπτυχθῶ ὡς υἱὸν ἢ θὰ προσευχηθῶ ὡς εἰς Θεόν; Θὰ σοῦ δώσω γάλα ἢ θὰ σοῦ προσφέρω θυμίαμα; Τί εἶναι τὸ ἄρρητον αὐτὸ θαῦμα, τὸ μέγιστον; ὁ οὐρανὸς εἶναι ἰδικός σου θρόνος καὶ συγχρόνως ὁ ἰδικός μου κόλπος σὲ βαστάζει. Ἦλθες ὁλόκληρος εἰς τὰ κάτω, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθῆς καθόλου ἀπὸ τὰ ἄνω… Ὑμνῶ τὴν φιλανθρωπίαν σου, δὲν ἐρευνῶ τὴν οἰκονομίαν σου».

Ὑπῆρξε, λοιπόν, ἡ Παναγία καὶ ὡς πρὸς αὐτό, παράδειγμα αἰώνιον ἀληθινῆς μητρικῆς στοργῆς, ὑπόδειγμα ἀγάπης καὶ ἀφοσιώσεως δι᾿ ὅλας τὰς μητέρας.
10. Ο ΔΩΔΕΚΑΕΤΗΣ ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΣ ΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

«Ὅτε ἐγένετο ἐτῶν δώδεκα, ἀναβάντων αὐτῶν εἰς Ἱεροσόλυμα κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἑορτῆς» (Λουκ. β´ 42). Ὁ Ἰησοῦς διὰ πρώτην φορὰν ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὴν μητέρα του Μαριὰμ εἰς Ἱεροσόλυμα, διὰ νὰ ἑορτάση τὸ Πάσχα. Τὸ Πάσχα ἐτελεῖτο ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων κάθε χρόνο εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἀπελευθερώσεώς τους ἀπὸ τὸν βασιλέα Φαραὼ τῆς Αἰγύπτου.

Ή ἑορτὴ τοῦ Πάσχα ἤρχιζεν ἀπὸ τὸ ἑσπέρας τῆς ΙΔ´ ἡμέρας τοῦ πρώτου μηνός, τοῦ καλουμένου Νισάν, καὶ διαρκοῦσε ἑπτὰ ἡμέρας. Εἰς τὴν ἑορτὴν αὐτὴν τοῦ Πάσχα ποὺ ἐγένετο εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐπήγαιναν κάθε χρόνο ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ Μαριάμ. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἔφθασε εἰς ἠλικίαν δώδεκα ἐτῶν, τὸν ἐπῆραν μαζί τους εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, διὰ νὰ ἑορτάσουν τὸ Πάσχα. Μετὰ τὸ τέλος τῆς ἑορτῆς ἀνεχώρησαν μὲ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς γνωστοὺς διὰ τὴν Ναζαρέτ· ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς διέφυγε τῆς προσοχῆς τῆς μητέρας του Μαρίας, τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῶν γνωστῶν τους καὶ παρέμεινε εἰς Ἱεροσόλυμα. Μετὰ ἀπὸ ὁδοιπορίαν μιᾶς ἡμέρας ἀνεζήτησεν ἡ Παρθένος Μαρία τὸν Ἰησοῦν μεταξὺ τῶν συγγενῶν καὶ γνωστῶν καὶ μὴ εὑροῦσα αὐτὸν ἐπέστρεψε μὲ τὸν Ἰωσὴφ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.

Μετὰ τρεῖς ἡμέρας εὑρίσκουν τὸν Ἰησοῦν νὰ κάθεται ἐντὸς τοῦ Ναοῦ ἀνάμεσα εἰς τοὺς διδασκάλους, ν᾿ ἀκούη καὶ νὰ ἐπερωτᾶ αὐτούς. Οἱ διδάσκαλοι τοῦ Ἰσραὴλ ἀποροῦσαν διὰ τὰς σοφὰς καὶ συνετὰς ἀποκρίσεις τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ, ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «ἐξίσταντο ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν αὐτοῦ» (Λουκ. β´ 47).

Ὅταν εὑρῆκαν τὸν Ἰησοῦν, ἡ Ἁγία Μητέρα του τοῦ λέγει: «τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως;». Διατί μᾶς ἔβαλες σὲ τόση ἀνησυχίαν; Ὁ Ἰησοῦς ἀπεκρίθηκε καὶ εἶπε: «τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με; καὶ αὐτοὶ οὐ συνῆκαν (= δὲν κατάλαβαν) τὸ ρῆμα ὃ ἐλάλησεν αὐτοῖς» (Λουκ. β´ 49-50). Διατί μὲ ἐζητούσατε; τοὺς λέγει. Δὲν ἐγνωρίζατε ὅτι πρέπει νὰ εἶμαι εἰς τὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου; Ἡ ἀπάντησις αὐτὴ τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ ἔκαμε βαθυτάτην ἐντύπωσιν εἰς τὴν Παναγίαν. Καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς συνεχίζων λέγει: «Καὶ κατέβη μετ᾿ αὐτῶν καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, καὶ ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς (…) καὶ Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις». Ἡ δὲ Μητέρα του «διετήρει πάντα τὰ ρήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. β´ 40-52).

Ὅσα συνέβησαν πρὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ καὶ μετὰ ἡ Θεομήτωρ τὰ ἔφερεν εἰς τὸν νοῦν της καὶ μέσα εἰς αὐτὰ εὕρισκε ψυχικὴν τέρψιν καὶ εὐχαρίστησιν ἀνέκφραστον, ἀληθινὴν ἀγαλλίασιν. Γεγονότα ποὺ ἔβλεπε, λόγια ποὺ ἄκουε, τὰ συγκεντρώνει εἰς τὴν μνήμην της, τὰ διατηρεῖ ἐκεῖ, τὰ συγκρίνει, τὰ συνδέει μεταξύ τους καὶ τὰ ἐπαναφέρει διαρκῶς εἰς τὸν νοῦν της. Τὸ μυστήριον τὴν διακατέχει ὁλόκληρην καὶ τὴν ἀπορροφᾶ κυριολεκτικά. Τίποτε δὲν τῆς διαφεύγει. Καὶ ἀπὸ τὰς ὑπέροχους αὐτὰς ἀναμνήσεις, σχηματίζει ἕναν πλούσιον καὶ ἀνεκτίμητον θησαυρόν, τὸν ὁποῖον θὰ μετέδιδε ἀργότερα εἰς τοὺς Ἀποστόλους καὶ διὰ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ θὰ τὸν ἄφηνε αἰώνια κληρονομιὰ εἰς τοὺς πιστούς.

Τί ὑπέροχον, τί ὡραῖον εἶναι νὰ γεμίζουν τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου θεῖα πράγματα, μεγάλαι καὶ εὐσεβεῖς σκέψεις καὶ ἐντυπώσεις! Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος γίνεται οὐράνιος. Ὑψώνεται ἀπὸ τὰ χαμηλὰ καὶ κατώτερα καὶ ἁμαρτωλὰ εἰς τὰ ἀνώτερα καὶ οὐράνια. Αὐτὰ τὰ ἀνώτερα καὶ οὐράνια ἀγάπησε ἡ Παναγία Μητέρα καὶ αὐτὰ ἐφύλασσεν εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς της καὶ δι᾿ αὐτὸ ἔγινε μακαρία καὶ ἔμεινε αἰωνία.

11. Η ΘΕΟΜΗΤΩΡ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΟΙΚΟΚΥΡΑΣ

Τὰ τόσον θαυμαστὰ καὶ ἐξαίσια θεῖα μεγαλεῖα ποὺ συνέβησαν εἰς τὴν Θεομήτορα οὐδὲ στιγμὴν ἔκαμαν αὐτὴν νὰ μεγαλαυχήση καὶ νὰ ὑπερηφανευθῆ. Τοὐναντίον, ἐζοῦσε καὶ συμπεριεφέρετο μὲ ταπεινοφροσύνην· μὲ ἐπιμέλειαν πολλὴν καὶ δεξιότητα ἐκτελοῦσε τὰς ἐργασίας τοῦ σπιτιοῦ της. Ἡ Παναγία μας ἡ ὁποία ἦτο τύπος καὶ ὑπογραμμὸς εἰς ὅλα, ὑπῆρξεν ἄριστον ὑπόδειγμα καὶ εἰς τὴν νοικοκυρωσύνην.

Πόσον καθαρὸν καὶ εὐπρεπὲς θὰ ἐκρατοῦσε τὸ σπίτι της! Μὲ τὰ χέρια της ἡ ἁγία οἰκοδέσποινα θὰ ἐτακτοποιοῦσε, θὰ διόρθωνε, θὰ ἐκανόνιζε τὸ πᾶν. Ἡ ἴδια θὰ ἔκαμνε ὅλας τὰς ἐργασίας τοῦ σπιτιοῦ. Μὲ τὰ χέρια της τὰ ἁγιασμένα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐσπαργάνωσε τὸν Χριστόν, τὸν ἐβάστασε νήπιον καὶ τὸν ἐχάιδευε, μὲ αὐτὰ εἰργάζετο καὶ ὑπηρετοῦσε τοὺς πάντας εἰς τὴν οἰκογένειάν της. Ἀλήθεια, πόσο διδακτικὸν εἶναι τὸ γεγονὸς αὐτό!

Ἡ Παναγία Μητέρα ἐργάζεται ὅπως καὶ αἱ πλέον πτωχαὶ μητέρες! Καθαρίζει, μαγειρεύει, ράβει, ὅλα περνοῦν ἀπὸ αὐτήν. Ἔτσι εἶχε μάθει ἀπὸ μικρή. Λέγεται ὅτι ὁ Ἀρχάγγελος τὴν εὑρῆκε, κατὰ τὸν Εὐαγγελισμόν, νὰ γνέθη. Γνωρίζομε ἐκ παραδόσεως ὅτι ἡ Θεοτόκος τὰ ἐνδύματά της ὅπως καὶ αὐτὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ της τὰ ἔκοπτε καὶ ἔραβε μόνη της. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ὡραῖος ἄρραφος χιτὼν ποὺ ἐφοροῦσε ὁ Σωτήρ, ὅταν ὡδηγεῖτο εἰς τὸν Σταυρὸν καὶ διὰ τὸν ὁποῖον οἱ στρατιῶται ἔβαλλον κλήρους, ἦτο ἔργον τῶν χειρῶν τῆς Θεοτόκου.

Ἡ Παρθένος Μαρία, λοιπόν, ὑπῆρξε ἀσφαλῶς ἡ κατ᾿ ἐξοχὴν «οἰκουρὸς»* καὶ φέρει κατὰ τρόπον ὑποδειγματικὸν τὸν τίτλον αὐτόν. Ὑπῆρξε καὶ ὡς νοικοκυρὰ πράγματι ὑπογραμμός. Ὅπως εἰς τὴν ἁγνότητα, τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν ἁγιότητα στέκει ὑπόδειγμα ἐξαίρετον, ἔτσι καὶ εἰς τὴν νοικοκυρωσύνην καὶ τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν σπιτικὴν ζωήν. Νοικοκυρὰ καλή, προσεκτικὴ καὶ πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὡς κόρη καὶ μετὰ ὡς μητέρα καὶ εἰς ὅλην τὴν ζωήν της. Καὶ ἔκαμε τὸ σπίτι της σπίτι «σύμβολον» τὸ ὁποῖον θὰ μένη εἰς τοὺς αἰῶνας ὑπόδειγμα ἱερὸν καὶ διδακτικόν.

Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἀξία πάσης τιμῆς, διότι, ὡς γνωρίζομεν, πολλὲς γυναῖκες, ὅταν λάβουν κάποιον ἀξίωμα ἀμέσως ἐγκαταλείπουν τὰς ἐργασίας τοῦ σπιτιοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας, ἐπειδὴ τὰς θεωροῦν μικροπρεπεῖς διὰ τὸ ἀξίωμά τους. Ὅμως, ἡ ἀληθὴς βασιλομήτωρ Μαριάμ, ἔχουσα τελείαν γνῶσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἀνθρώπου, ἐκτελοῦσε τὶς σπιτικὲς ἐργασίες της μὲ μεγάλην ἐπιμέλειαν, διότι εἶχε ὑπ᾿ ὄψιν της ὅτι καμία ἐργασία δὲν εἶναι ντροπὴ εἰς τὸν ἐργαζόμενον, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν ἔπαυσε νὰ ἐργάζεται πρὸς συντήρησιν τοῦ κόσμου, καθὼς ὁ Κύριος εἶπεν: «Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι» (Ἰωάν. ε´ 17).

Ἡ Παρθένος Μαριάμ, λοιπόν, ὑπῆρξεν τὸ σύμβολον τῆς καλῆς νοικοκυρᾶς, τὸ σύμβολον τῆς καλῆς οἰκογενείας, τὸ σύμβολον τοῦ εὐλογημένου σπιτιοῦ, τὸ παράδειγμα γιὰ ὅλες τὶς κόρες καὶ παρθένες, γιὰ ὅλες τὶς μητέρες τοῦ κόσμου.
* Οἰκουρὸς λέγεται αὐτὸς ἢ αὐτὴ ποὺ φυλάει τὸ σπίτι.

12. Ο ΙΗΣΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΜΟΣΩΤΗΡΙΟΝ ΕΡΓΟΝ ΤΟΥ

Ὅπως εἴδαμε, ἡ Θεοτόκος ὑπῆρξε τὸ σύμβολον τῆς καλῆς νοικοκυρᾶς καὶ τῆς καλῆς οἰκογενείας. Μετὰ μεγάλης στοργῆς καὶ ἀγάπης ἀνέθρεψε τὸν Υἱόν της καὶ Θεόν της μικρὸν Ἰησοῦν. Ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστής, «τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτό». (Λουκ. β´ 40).

Ὁ Ἰησοῦς ἐμεγάλωσε πλέον καὶ ἐπλησίαζε ὁ καιρὸς διὰ νὰ ἀρχίση τὸ κοσμοσωτήριον ἔργον του. Ὁ Ἰωσὴφ εἶχεν ἤδη ἀποθάνει. Ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ ἐξέλεξε τοὺς πρώτους μαθητάς του, ἐγκαταλείπει τὴν Ναζαρὲτ καὶ ἔρχεται εἰς τὴν Καπερναούμ, τὴν πρωτεύουσαν τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐγκαθίσταται ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὴν Μητέρα του. Τὸ κοσμοσωτήριον ἔργον τοῦ Κυρίου ἀρχίζει.

Ἡ Παναγία Μητέρα του μὲ συγκίνησιν καὶ ἐνθουσιασμὸν παρακολουθεῖ τὸν Υἱόν της, ποὺ διδάσκει καὶ σαγηνεύει τὰ πλήθη. Κόσμος διψασμένος ἀκούει τὴν νέαν διδασκαλίαν καὶ ὅλοι κρέμονται ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος διδάσκει «ὡς ἐξουσίαν ἔχων» καὶ ὄχι καθὼς οἱ Γραμματεῖς χλιαρὰ καὶ τυπικά. Ὅλοι ὁμολογοῦν ὅτι «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. ζ´ 46). Ἡ χαρὰ τῆς Θεοτόκου μεγαλώνει βλέπουσα τὸν Υἱόν της νὰ κηρύσση διδασκαλίαν μοναδικήν, νὰ παρουσιάζη «τέρατα καὶ σημεῖα πολλὰ ἐν τῷ λαῷ» καὶ νὰ τὸν παρακολουθοῦν μὲ ἀκράτητον ἐνθουσιασμὸν μυριάδες λαοῦ!

Εὐφραίνεται ἡ ψυχή της καὶ αἰσθάνεται τὴν κατὰ Θεὸν καύχησιν, ὅταν ἀκούει μία γυναίκα νὰ λέγη ἀνάμεσα εἰς τὸ πλῆθος, τὴν ὥραν ποὺ ὁ Κύριος ἐδίδασκε: «Μακάρια ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας» (Λουκ. ια´ 27). Καὶ ὁ Κύριος ἀπαντᾶ: «Ναί, μακάριοι μᾶλλον εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκούουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσουν αὐτόν» (Λουκ. ια´ 28).

Ὅπως δηλ. τὸν ἄκουσε καὶ τὸν ἐφύλαξε ἡ Ὑπεραγία Μητέρα του, ἡ ὁποία διὰ τοῦτο εἶναι πράγματι μακαρία. Καὶ ὅσον ἔβλεπε τὸν Σωτῆρα νὰ κατακτᾶ τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ θεραπεύη κάθε νόσον καὶ νὰ ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ λαοῦ τόσον καὶ ἡ χαρά της ἐμεγάλωνε.

α. Τὸ Θαῦμα ἐν Κανᾶ

Ὁ Ἰησοῦς εὑρέθη μὲ τὴν Μητέρα του καὶ τοὺς Μαθητάς του εἰς τὴν ἀρχαίαν πόλιν Κανά, ἡ ὁποία εἶναι πλησίον τῆς Γαλιλαίας. Ἕνας μελλόνυμφος, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν παράδοσιν, ἦτο μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Σίμων ὁ Κανανίτης, προσκαλεῖ τὸν διδάσκαλόν του καὶ τὴν συνοδείαν του νὰ παρευρεθῆ εἰς τὸν γάμον. Ὁ Ἰησοῦς δέχεται τὴν πρόσκλησιν καὶ τιμᾶ διὰ τῆς παρουσίας του τὸν γάμον. Ἔπραξε τοῦτο, διὰ νὰ γνωρίση εἰς ὅλους μας ὅτι ὁ Θεὸς παρευρίσκεται ἀοράτως εἰς κάθε γάμον, ποὺ νόμιμα τελεῖται καὶ εὐλογεῖ τοὺς προσερχόμενους εἰς αὐτόν.

Πολλοὶ γάμοι ἐγένοντο εἰς τὰς πόλεις τῆς Γαλιλαίας καὶ εἰς τὰς ἄλλας περιοχὰς κατὰ τὴν ἐκεῖ παρουσίαν τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς εἰς κανένα δὲν παρευρέθη παρὰ μόνον εἰς τὸν γάμον τῆς Κανά. Ὁ Εὐαγγελιστὴς χαρακτηριστικὰ γράφει: «Καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ γάμος ἐγένετο ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας… καὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ» (Ἰωάν. β´ 1-11).

Ἡ Θεομήτωρ γνωρίζει ὅτι διὰ τὸν Υἱόν της πάντα εἶναι δυνατά. Διὰ τοῦτο, μόλις εἶδε τὴν ἔλλειψιν τοῦ οἴνου, λέγει εἰς τὸν Ἰησοῦν «οἶνον οὐκ ἔχουσι». Ἡ ἐπέμβασις τῆς Θεομήτορος πρὸς τὸν Υἱόν της ἦτο συγχρόνως καὶ ἀνάμιξις εἰς τὸ λυτρωτικὸν ἔργον του· διὰ τοῦτο ὁ Ἰησοῦς ἀπαντώντας λέγει εἰς τὴν Μητέρα του: «Τί ἐμοὶ καὶ σοί, γῦναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου» (Ἰωάν. β´ 4). Τί κοινὸν ὑπάρχει, τῆς λέγει, μεταξὺ ἐμοῦ ποὺ τώρα ὡς Μεσσίας διαχειρίζομαι τὴν θείαν δύναμιν τοῦ πατρός μου καὶ σοῦ ποὺ μὲ ἐγέννησες ὡς ἄνθρωπον;

Μὲ τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ἤθελε ὁ Ἰησοῦς νὰ τονίση ὅτι ὑπεράνω ὅλων στέκει τὸ ἔργον καὶ τὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός. Ὁ διάλογος αὐτὸς μεταξὺ τῆς Θεομήτορος καὶ τοῦ Υἱοῦ της ἐγένετο μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀγάπην, ἔπρεπε ὅμως νὰ τονισθῆ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐξηρτᾶτο πλέον ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρὸς εἰς τὸ κοσμοσωτήριον ἔργον ποὺ ἄρχισε καὶ οὐδεμία ἄλλη ἐπέμβασις εἶχε θέσιν. Ὅμως, ὡς Υἱὸς Θεοῦ καὶ ὡς ἔχων ἐξουσίαν, ἱκανοποιεῖ τὸ αἴτημα τῆς Πανάγνου Μητέρας του καὶ καλύπτει τὴν ἀνάγκην τοῦ οἴνου μεταβαλλὼν θαυματουργικῶς τὸ ὕδωρ εἰς οἶνον μέσα εἰς τὰς ἕξι ὑδρίας*.

Τὸ θαυμαστὸν αὐτὸ γεγονὸς μετεδόθη εἰς ὅλην τὴν Γαλιλαίαν καὶ τὰ περίχωρα. Βλέποντας ἡ Θεομήτωρ τὸ θαῦμα αὐτὸ τοῦ Υἱοῦ της ἡ χαρά της ἐμεγάλωνε. Ποία ὅμως θλῖψις καὶ ποίος πόνος ἐγέμισε τὴν ψυχήν της, σχεδὸν ἀμέσως, ἀπὸ τὴν πώρωσιν τῶν Ἰουδαίων ἀρχόντων, τὴν μοχθηρίαν, τὸ μίσος, τὴν ζηλοτυπίαν καὶ τὰς δολοπλοκίας τους. Ἦτο δυνατὸν νὰ μὴν πονέση, ὅταν ἄκουε τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Υἱοῦ της νὰ λέγουν ὅτι εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Βεελζεβοὺλ κάμνει τὰ θαυμαστὰ ἔργα;

Ὅπως μᾶς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, ὁ Ἰησοῦς ἐδίδασκε εἰς μίαν οἰκίαν καὶ οἱ ἐχθροί του Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, βλέποντες τὸν ὑπέρμετρον ζῆλον του ὑπὲρ τοῦ Θείου νόμου καὶ τὴν προσπάθειάν του νὰ πείση τοὺς ἀκροατάς του ἵνα πιστεύσουν εἰς τὸν Θεὸν διὰ τὴν σωτηρίαν τους, διέδωσαν εἰς τὴν πόλιν ὅτι ὁ Ἰησοῦς παρεφρόνησε!..

Ἡ Παναγία Μητέρα του ἀπουσίαζε ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν διδασκαλίαν καὶ ὅταν ἔμαθε τὰς συκοφαντίας αὐτὰς κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλυπήθη πολὺ καὶ παίρνοντας μαζί της κι ἄλλους συγγενεῖς της ἐπῆγαν πρὸς συνάντησιν τοῦ Ἰησοῦ. Ὅταν ἔφθασαν ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, ὅπου ἐδίδασκεν ὁ Ἰησοῦς, τὸν ἐφώναξαν. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ὡς Θεὸς γνωρίζων πάντα τὰ συμβαίνοντα, ὅταν τοῦ εἶπαν ὅτι ἡ Μητέρα του καὶ οἱ ἀδελφοί του (δηλ. συγγενεῖς του) τὸν ζητοῦν, τοὺς λέγει, ὅτι Μητέρα του καὶ ἀδελφοί του εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐφαρμόζουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ διεκήρυσσεν ὁ Ἰησοῦς μίαν ἄλλην ἀλήθειαν, τὴν ὑπεροχὴν τῆς πνευματικῆς συγγενείας ἀπέναντι τῆς σαρκικῆς, χωρὶς βεβαίως νὰ περιφρονῆ, νὰ μειώνη καὶ νὰ ἀπορρίπτη τὴν τελευταίαν, ἀλλὰ ἐξαίρει τὴν ἐπικοινωνίαν τῶν ψυχῶν, ἡ ὁποία ἑνώνει ἀληθινὰ καὶ αἰώνια.

* Αἱ ἕξι ὑδρίαι (στάμνες) ἦσαν λίθιναι, δυὸ ἐξ αὐτῶν ὑπάρχουν μέχρι σήμερα εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν τῆς Κανά. (Ἐπίσκεψις τοῦ γράφοντος εἰς τὸν Ναὸν τὸ ἔτος 1981). http://agiameteora.net/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »