kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Αρχεία για 'ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ'

Τα άγια Θεοφάνεια. Ερμηνεία του Ευαγγελίου από τον ιερό Χρυσόστομο!

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου 2019

(Ιωάννου Χρυσοστόμου (350-407 μ.Χ) ΟΜΙΛΙΑ ΙΒ΄ εις το κατά Ματθαίον,   απόδοση στα νέα ελληνικά!)

Ματθαίος 3, 13-17

«Τότε έρχεται ο Ιησούς από την Γαλιλαία στον Ιορδάνη προς τον Ιωάννη για να βαπτιστεί από αυτόν»

1. Ερχεται ο Δεσπότης μαζί με τους δούλους, ο δικαστής μαζί με τους υπόδικους, για να βαπτιστεί. Μην ταραχτείς όμως. Μεταξύ των ταπεινών αυτών διαλάμπει το υψηλό μεγαλείο του. Καταδέχτηκε να κυοφορηθεί σε παρθενικά σπλάχνα επί τόσο χρόνο και να γεννηθεί από αυτά μαζί με τη δική μας ανθρώπινη φύση, να ραπιστεί, να σταυρωθεί, να πάθει όλα όσα έπαθε. Γιατί θαυμάζεις λοιπόν, επειδή καταδέχτηκε και να βαπτιστεί και να έλθει μαζί με τους άλλους προς τον δούλο του;

Το εκπληκτικό ήταν εκείνο, να θελήσει να γίνει άνθρωπος, ενώ είναι Θεός. Τα άλλα όλα ακολουθούν κατά λογική ακολουθία.

Για αυτό ακριβώς και ο Ιωάννης από την αρχή έλεγε εκείνα που είπε, ότι δεν είναι άξιος να λύσει τον ιμάντα του υποδήματος και όλα τα άλλα, ότι είναι, λόγου χάριν, κριτής και αποδίδει στον καθένα κατά την αξία του, και ότι θα δώσει πλούσια το Πνεύμα σε όλους. Αυτά, ώστε, όταν τον δεις να έρχεται στο βάπτισμα, να μην σου περάσει καμία ταπεινή υποψία. Για αυτό και όταν ήταν κοντά, του προβάλλει εμπόδια με τα λόγια:

«Εγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από σένα και εσύ έρχεσαι σε μένα;». Επειδή επρόκειτο για βάπτισμα μετανοίας και προέτρεπε στο να κατηγορήσουν τις αμαρτίες τους, για να μη νομίσει κανείς ότι και αυτός έρχεται στον Ιορδάνη με αυτήν την διάθεση, κάνει σε αυτό μια διόρθωση εκ των προτέρων με τον να τον αποκαλέσει Αμνό και λυτρωτή από όλη την αμαρτία της γης.

Διότι βεβαίως αυτός που είναι σε θέση να σηκώσει τα αμαρτήματα όλου του ανθρώπινου γένους, είναι πολύ περισσότερο αναμάρτητος αυτός ο ίδιος. Για αυτό δεν είπε: Να ο αναμάρτητος, αλλά το πολύ περισσότερο «αυτός που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου»(Ιω. 1,29). Έτσι μαζί με αυτό να δεχτείς και εκείνο σε όλο το πλήρες νόημά του και αφού το δεχτείς να διαπιστώσεις ότι έρχεται στο βάπτισμα, για να φέρει σε πέρας κάποια άλλη οικονομία. Για αυτό και όταν ήλθε του έλεγε: «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από σένα και συ έρχεσαι σε μένα;». Τού είπε αυτό και δεν τού είπε, και συ ζητάς να βαπτιστείς από μένα; Και αυτό δηλαδή φοβήθηκε να το πει. Και τι λέει; Και συ έρχεσαι σε μένα;

Και τι έκανε ο Χριστός; Ό,τι έκανε αργότερα στον Πέτρο, αυτό έκανε και τότε. Και εκείνος, θέλω να πω, τον εμπόδιζε να του πλύνει τα πόδια. Όταν όμως άκουσε «αυτό που κάνω τώρα, εσύ δεν το γνωρίζεις, θα το καταλάβεις όμως μετά από αυτά» (Ιω. 13,7) και ακόμη «δεν έχεις μέρος μαζί μου»(Ιω 13,8), άφησε αμέσως την αντίσταση και μεταστράφηκε στο αντίθετο.

Και ο Ιωάννης πάλι όταν άκουσε, «άφησε τώρα, διότι έτσι είναι πρέπον σε εμάς να εκπληρώσουμε όλη τη δικαιοσύνη (=νόμο)», υπάκουσε αμέσως. Διότι δεν ήταν απεριόριστα φιλόνεικοι αλλά έδειχναν και αγάπη και υπακοή και φρόντιζαν να υπακούουν σε όλα στο Δεσπότη.

Πρόσεξε όμως πώς τον προτρέπει, από το σημείο εκείνο της ενέργειας που υποπτευόταν. Δεν είπε: έτσι είναι δίκαιο, αλλά «έτσι αρμόζει». Επειδή θεωρούσε ότι αυτό ήταν εντελώς ανάξιό του, να βαπτιστεί δηλαδή από τον δούλο του, ακριβώς αυτό αντιδιαστέλλει προς εκείνο, σαν να έλεγε: Δεν το αποφεύγεις τούτο και δεν το εμποδίζεις ως ανάρμοστο; Για αυτό ακριβώς, άφησέ το, διότι αρμόζει με το παραπάνω. Και δεν είπε μόνο άφησέ το. Πρόσθεσε και τη λέξη «άρτι»(τώρα).

Διότι αυτό δεν θα διαρκέσει αιωνίως, λέει, αλλά θα με δεις στην κατάσταση που επιθυμείς. Τώρα όμως να δεχτείς αυτό.

Έπειτα αποδεικνύει και πώς είναι αυτό πρέπον. Γιατί πρέπει λοιπόν; Διότι εκπληρώνουμε το νόμο στο σύνολό του. Αυτό το φανέρωνε με τα λόγια «πάσαν δικαιοσύνην».

Δικαιοσύνη είναι η εκπλήρωση των εντολών. Επειδή λοιπόν εκπληρώσαμε όλα τις άλλες εντολές, λέει, και απομένει αυτό μόνο, πρέπει να προστεθεί και αυτή. Διότι ήλθα για να διαλύσω την κατάρα που σας βαρύνει για την παράβαση του νόμου. Είναι ανάγκη λοιπόν εγώ πρώτος να εκπληρώσω αυτόν σε όλα και αφού σας απαλλάξω από την καταδίκη, να τον ικανοποιήσω με αυτόν τον τρόπο. Πρέπει λοιπόν να εκπληρώσω το νόμο στο σύνολό του, επειδή πρέπει να διαλύσω και την κατάρα που έχει γραφτεί εναντίον σας στο νόμο. Διότι έλαβα την σάρκα σας και ήλθα.

«Τότε τον αφήνει. Και αφού βαπτίστηκε ο Ιησούς αμέσως ανέβηκε από το νερό και να, άνοιξαν σε αυτόν οι ουρανοί και είδε το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει σαν περιστέρι και να έρχεται σε αυτόν».

2. Πολλοί θεωρούσαν τον Ιωάννη ανώτερό του, επειδή είχε ζήσει όλη τη ζωή του στην έρημο, ήταν γιος αρχιερέα, ήταν ντυμένος με τέτοια αμφίεση, καλούσε όλους στο βάπτισμα, και είχε γεννηθεί και από στείρα. Ενώ τον Ιησού, επειδή καταγόταν από άσημη κόρη -δεν ήταν ακόμη γνωστός σε όλους ο παρθενικός τοκετός της- είχε ανατραφεί στο σπίτι, συναναστρεφόταν με όλους, φορούσε και την κοινή αυτή ενδυμασία, τον υποπτεύονταν ότι ήταν κατώτερός του.

Δεν γνώριζαν ακόμη τίποτα από εκείνα τα απόρρητα. Συνέβη επιπλέον και να βαπτιστεί από τον Ιωάννη, πράγμα το οποίο επιβεβαίωνε την υποψία, μολονότι κανένα από τα προηγούμενα δεν ήταν αλήθεια. Σκέπτονταν ότι αυτός ήταν ένας από τους πολλούς, διότι αν δεν ήταν ένας από τους πολλούς, δεν θα ερχόταν μαζί με τους πολλούς στο βάπτισμα. Ενώ εκείνος (ο Ιωάννης) ήταν μεγαλύτερος από αυτόν και πολύ περισσότερο θαυμαστός.

Για να μην επικρατήσει λοιπόν η γνώμη αυτή στο πλήθος, για αυτό και οι ουρανοί άνοιξαν, όταν βαπτίστηκε, και το Πνεύμα κατεβαίνει και μαζί με το Πνεύμα ακούγεται φωνή, που διακηρύττει την αξία του Μονογενούς. Επειδή δηλαδή η φωνή που έλεγε:

«Αυτός είναι ο γιος μου ο αγαπητός», φαινόταν στο πλήθος ότι περισσότερο άρμοζε στον Ιωάννη -διότι δεν πρόσθεσε (η φωνή), αυτός που βαπτίζεται, αλλά είπε μόνο «αυτός»- και επειδή καθένας από τους ακροατές σχημάτισε την ιδέα ότι για τον βαπτιστή μάλλον παρά για τον βαπτιζόμενο είχε λεχθεί και για το αξίωμα του βαπτιστή και για όλα αυτά που είπαμε παραπάνω, για αυτό ήλθε το Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού. Άφησε φωνή πάνω από τον Ιησού και έκανε φανερό σε όλους ότι το «αυτός» δεν είχε λεχθεί για τον Ιωάννη που βάπτιζε αλλά για τον Ιησού που βαπτιζόταν.

Και πώς, θα πει κάποιος, δεν πίστεψαν έπειτα από αυτά;

Διότι και στην εποχή του Μωϋσή έγιναν πολλά θαύματα, αν και όχι τέτοιου είδους. Και έπειτα από όλα αυτά, τις φωνές, τις σάλπιγγες, τις αστραπές, και το χάλκινο μοσχάρι έστησαν και στον Βεελφεγώρ θυσίασαν.

Και πάλι οι ίδιοι που ήταν παρόντες τότε (στον Ιορδάνη) και είδαν τον Λάζαρο αναστημένο, τόσο μακριά κρατήθηκαν από το να πιστέψουν σε αυτόν που τα έπραξε αυτά, ώστε και τον ίδιο επιχείρησαν συχνά να θανατώσουν.

Αν λοιπόν βλέποντας μπροστά στα μάτια τους την ανάσταση νεκρών ήταν τόσο πονηροί, γιατί απορείς διότι δεν δέχτηκαν την φωνή που ακουγόταν από τον ουρανό; Όταν είναι η ψυχή αχάριστη και διεστραμμένη και κατέχεται από την ασθένεια του φθόνου σε τίποτα από αυτά δεν υποχωρεί. Όπως πάλι όταν είναι ευγνώμων, τα δέχεται όλα με πίστη και δεν έχει μεγάλη ανάγκη από αυτά.

Μη φέρεις λοιπόν την ένσταση αυτή, ότι δεν πίστεψαν. Αλλά να ζητάς εκείνο, αν δηλαδή δεν έγιναν όλα, όσα απαιτούνταν για να πιστέψουν. Διότι για όλα όσα αφορούν σε αυτόν, ο Θεός αυτήν την απολογία συνθέτει μέσω του προφήτη. Επειδή οι Ιουδαίοι επρόκειτο να χαθούν και να παραδοθούν στην εσχάτη τιμωρία, για να μην συκοφαντήσει κάποιος την πρόνοιά του από την πονηρία εκείνων, λέει: «Τι έπρεπε να κάνω εγώ στον αμπελώνα αυτόν και δεν το έκανα;» (Ησ. 5,4).

Το ίδιο ακριβώς να προσέξεις και εδώ. Τι έπρεπε να γίνει και δεν έγινε; Και αν ποτέ δημιουργηθεί ζήτημα για την πρόνοια του Θεού χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο υπεράσπισης εναντίον εκείνων, που επιχειρούν να την συκοφαντήσουν ορμώμενοι από την κακία των πολλών.

Πρόσεξε λοιπόν τα παράδοξα που συμβαίνουν, ως πρόλογος των μελλοντικών. Δεν ανοίγει παράδεισος αλλά ουρανός.

Ο λόγος προς του Ιουδαίους ας μετατεθεί σε άλλη ευκαιρία.

Τώρα με τη βοήθεια του Θεού ας οδηγήσουμε το λόγο σε αυτά που σχολιάζουμε.

«Και αφού βαπτίστηκε ο Ιησούς, ανέβηκε αμέσως από το νερό και νά άνοιξαν σε αυτόν οι ουρανοί».

Για ποιό λόγο άνοιξαν οι ουρανοί;

Για να μάθεις ότι και όταν βαπτίζεσαι εσύ γίνεται το ίδιο. Σε καλεί ο Θεός στην ουράνια πατρίδα και θέλει να σε πείσει να μην έχεις κανένα κοινό με τη γη. Αν δεν βλέπεις αυτό (το άνοιγμα), μην απιστήσεις. Διότι πάντοτε ως προοίμιο  παράδοξων και πνευματικών πραγμάτων γίνονται αισθητές εμφανίσεις και παρόμοια σημεία για όσους είναι κατώτεροι διανοητικά, και έχουν ανάγκη από αισθητές εμφανίσεις, χωρίς να μπορούν να σχηματίσουν καμία έννοια για την ασώματη φύση, αλλά επιθυμούν πάρα πολύ μόνο τα ορατά. Αυτό, ώστε, και αν ακόμη δεν έχουμε τέτοια σημεία (θαύματα, σημάδια) έπειτα, να δεχτείς με πίστη όσα δηλώθηκαν με τα σημεία αυτά όπως από την αρχή.

Και στην περίπτωση των αποστόλων έγινε ήχος σφοδρού ανέμου και παρουσιάστηκαν πύρινες γλώσσες. Αυτό όμως δεν έγινε για τους αποστόλους αλλά για τους παρευρισκομένους Ιουδαίους. Αλλά όμως και αν δεν υπάρχουν αισθητά σημεία αποδεχόμαστε ό,τι αυτά έχουν μία φορά δηλώσει.

Διότι και το περιστέρι για αυτό παρουσιάστηκε τότε, για να δείξει στους παρόντες και στον Ιωάννη, όπως ο δείκτης του χεριού τον Υιό του Θεού. Και όχι βέβαια για αυτό μόνο αλλά για να μάθεις και συ ότι και πάνω σε σένα έρχεται το Πνεύμα κατά την ώρα της βάπτισης.

3. Κατά συνέπεια εμείς δεν έχουμε ανάγκη από ορατά σημεία, φτάνει για να τα αντικαταστήσει όλα η πίστη. Τα σημεία προορίζονται όχι για τους πιστούς αλλά για τους άπιστους.

Και γιατί, παρακαλώ, ήλθε το Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού; Επειδή το ζώο αυτό είναι ήμερο και καθαρό. Επειδή λοιπόν και το Πνεύμα είναι Πνεύμα πραότητας, για αυτό εμφανίζεται σε αυτήν την μορφή. Εξάλλου μας υπενθυμίζει και μία παλαιά ιστορία.

Όταν δηλαδή η οικουμένη ολόκληρη αντιμετώπισε κοινό ναυάγιο (εννοεί τον κατακλυσμό του Νώε) και το γένος μας κινδύνευσε να αφανιστεί, εμφανίστηκε το πτηνό αυτό και έκανε φανερή τη λήξη της θεομηνίας. Κρατώντας στο ράμφος κλαδί ελιάς έφερε το χαρμόσυνο άγγελμα της κοινής γαλήνης της οικουμένης. Αυτά όλα αποτελούσαν προτύπωση των μελλοντικών. Τότε οι άνθρωποι ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση και ήταν άξιοι πολύ μεγαλύτερης τιμωρίας. Για να μην φτάσεις λοιπόν σε απόγνωση, σου υπενθυμίζει την ιστορία εκείνη. Διότι και τότε ενώ δεν υπήρχε ελπίδα για την κατάσταση, βρέθηκε λύση και επανόρθωση, τότε όμως με το μέσο της τιμωρίας, ενώ τώρα με την χάρη και την ανείπωτη δωρεά.

Για αυτό εμφανίζεται και το περιστέρι. Δεν κρατά κλαδί ελιάς αλλά μας δείχνει τον ελευθερωτή από όλα τα δεινά και μας ξεδιπλώνει αγαθές τις ελπίδες. Διότι δεν βγάζει από την κιβωτό έναν άνθρωπο αλλά με την εμφάνισή του οδηγεί ολόκληρη την οικουμένη στον ουρανό και όλους μαζί τους ανθρώπους.

Αφού αντιλήφθηκες λοιπόν το μέγεθος της δωρεάς, μη νομίσεις τώρα ότι μειώνεται η αξία του, επειδή εμφανίστηκε με τέτοια μορφή (το Πνεύμα). Διότι ακούω μερικούς (=τους αιρετικούς Πνευματομάχους) να λένε ότι όση απόσταση υπάρχει μεταξύ ανθρώπου και περιστεριού, άλλη τόση χωρίζει τον Χριστό από το Πνεύμα, επειδή ο μεν Χριστός φανερώθηκε με τη δική μας φύση, ενώ το Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού.

Τι έχουμε λοιπόν να απαντήσουμε σε αυτά;

Ότι ο Υιός του Θεού πήρε του ανθρώπου τη φύση, ενώ το Πνεύμα δεν πήρε τη φύση του περιστεριού. Για αυτό και ο ευαγγελιστής δεν είπε «με τη φύση του περιστεριού» αλλά «με τη μορφή του περιστεριού». Ούτε έπειτα από το γεγονός αυτό εμφανίστηκε με αυτήν τη μορφή, αλλά μόνο τότε. Εάν νομίζεις ότι για τον λόγο αυτό είναι μικρότερης αξίας, θα βρεθούν κατά τη λογική αυτή και τα Χερουβίμ πολύ ανώτερά του, όσο ο αετός από το περιστέρι, επειδή και αυτά έλαβαν την μορφή αυτή. Αλλά και οι άγγελοι πάλι πολύ ανώτεροι, διότι συχνά φάνηκαν με μορφή ανθρώπων. Αλλά αυτά βεβαίως δεν είναι σωστά, δεν είναι. Η αλήθεια είναι διαφορετικό πράγμα από την οικονομία και η συγκατάβαση από μία πρόσκαιρη εμφάνιση.

Μη γίνεις λοιπόν αχάριστος προς τον ευεργέτη και μην αποδίδεις τα αντίθετα από ό,τι πρέπει σε εκείνον που σου χάρισε την πηγή της μακαριότητας. Όπου υπάρχει η τιμή της υιοθεσίας, εκεί γίνεται η εξάλειψη του κακού και η προσφορά όλων των αγαθών.

Για αυτό ακριβώς παύει να τελείται το ιουδαϊκό βάπτισμα και λαμβάνει αρχή το δικό μας. Και συμβαίνει στο βάπτισμα ό,τι συνέβη και στο Πάσχα. Σε αυτό δηλαδή, αφού εκπλήρωσε και τα δύο, έπαυσε το ένα και εγκαινίασε το άλλο. Και εδώ αφού εκπλήρωσε το ιουδαϊκό βάπτισμα, ανοίγει συγχρόνως και τις πόρτες του βαπτίσματος της εκκλησίας, όπως σε ένα τραπέζι τότε, έτσι τώρα σε ένα ποτάμι.

Υπογράμμισε και τη σκιά αλλά πρόσθεσε και την αλήθεια. Διότι την χάρη του Πνεύματος την έχει τούτο μόνο το βάπτισμα, ενώ το βάπτισμα του Ιωάννου ήταν άμοιρο αυτής της δωρεάς. Και για αυτό στους άλλους βαπτιζομένους δεν συνέβη τίποτα παρόμοιο αλλά σε αυτόν μόνο, ο οποίος επρόκειτο να το παραδώσει (το νέο βάπτισμα).

Κοντά στα άλλα που είπαμε μάθε και τούτο: δεν είναι η καθαρότητα του βαπτίσματος που πέτυχε αυτό αλλά η δύναμη εκείνου που βαπτιζόταν. Τότε λοιπόν άνοιξαν οι ουρανοί και το Πνεύμα στάθηκε πάνω του.

Από τον παλαιό λοιπόν τρόπο ζωής μάς βγάζει στο νέο, ανοίγοντας για χάρη μας και τις πύλες του ουρανού και στέλνοντας από εκεί το Πνεύμα, που μας καλεί στην πατρίδα μας εκεί. Και δεν μας καλεί απλώς αλλά με την μεγαλύτερη τιμή. Διότι δεν μας έκανε αγγέλους και αρχαγγέλους αλλά μας ανέδειξε υιούς Θεού και αγαπητούς του και έτσι μας ελκύει προς την κληρονομία εκείνη.

Στοχάσου τα λοιπόν όλα αυτά και παρουσίασε ζωή αντάξια της ζωής στους ουρανούς και της τιμής που σου δόθηκε. Αφού σταυρωθείς για τον κόσμο και αφού σταυρώσεις τον εαυτό σου χάριν σού του ιδίου, ζήσε με κάθε ακρίβεια τη ζωή των ουρανών. Και μη νομίσεις επειδή το σώμα σου  δεν μεταφέρθηκε προς τους ουρανούς, ότι έχεις κάτι κοινό με τη γη. Διότι η κεφαλή σου (=ο Χριστός) είναι τοποθετημένη ψηλά. …..

(εκδόσεις ΕΠΕ, Χρυσοστόμου τόμος 9, σελ. 383-397,η μετάφραση στηρίχτηκε σε αυτήν των εκδόσεων ΕΠΕ ελαφρώς παραλλαγμένη)

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Βάπτιση του Χριστού. Ερμηνεία των Ευαγγελίων Θεολογική & Πατερική

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιανουαρίου 2019

Αποτέλεσμα εικόνας για βαπτιση χριστου
(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Α.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ  γ 13-17
(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 63-66 μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
ΣΤΙΧΟΣ 13.
Τότε(1) παραγίνεται ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην πρὸς τὸν Ἰωάννην τοῦ(2) βαπτισθῆναι(3) ὑπ᾿ αὐτοῦ.
(Τότε ήλθε ο Ιησούς από την Γαλιλαία στον Ιορδάνη προς τον Ιωάννη για να βαπτιστεί από αυτόν)
(1) Τότε.  Με έννοια πολύ αόριστη όπως στο στίχο 5 (M.J Lagrange Paris 1923).= Την ώρα που ο Βαπτιστής κήρυττε και βάπτιζε (Alf. Plummer London 1911).
(2) τοῦ  Το «του» μαζί με απαρέμφατο δηλώνει τον σκοπό (W. Allen,1922).
(3) βαπτισθῆναι  «έρχεται ο Δεσπότης μαζί με τους δούλους, ο δικαστής μαζί με τους υπόδικους, για να βαπτιστεί… Διότι αυτός που καταδέχτηκε να κυοφορηθεί σε παρθενικά σπλάχνα επί τόσο χρόνο και να γεννηθεί από αυτά μαζί με τη δική μας ανθρώπινη φύση, να ραπιστεί, να σταυρωθεί, να πάθει όλα όσα έπαθε. Γιατί θαυμάζεις λοιπόν, επειδή καταδέχτηκε και να βαπτιστεί και να έλθει μαζί με τους άλλους προς τον δούλο του; Το εκπληκτικό ήταν εκείνο, να θελήσει να γίνει άνθρωπος, ενώ είναι Θεός. Τα άλλα όλα ακολουθούν κατά λογική ακολουθία» (Χρυσόστομος). Αν και είναι αναμάρτητος και δεν έχει ανάγκη το βάπτισμα που συμβολίζει την προσωπική διόρθωση και κάθαρση, όμως εφ’ όσον πήρε τη φύση μας και έγινε αμαρτία για μας, συγκατέβη να τηρήσει όλες τις τελετές και τους τύπους, που επιβάλλονταν από το νόμο σε εκείνους τους οποίους ήλθε να σώσει (I. Owen,NewYork 1864).
ΣΤΙΧΟΣ 14.
ὁ δὲ Ἰωάννης(1) διεκώλυεν(2) αὐτὸν λέγων· ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι(3), καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με(4);
(Ο Ιωάννης όμως τον εμπόδιζε ζωηρά και έλεγε. Εγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από εσένα τον αναμάρτητο, και συ έρχεσαι προς εμένα για να βαπτισθείς;)
(1) ὁ δὲ Ἰωάννης  Αυθεντική γραφή «ο δε διεκώλυεν». Ο Ιωάννης δεν βάπτιζε κανέναν, χωρίς προηγουμένως να συζητήσει μαζί του, και η συζήτηση αυτή στρεφόταν γύρω από την εξομολόγηση αυτού που βαπτιζόταν, η οποία ήταν δείγμα μετάνοιας. Αλλά η συζήτηση με τον συγγενή του από τη Ναζαρέτ έπεισε τον Ιωάννη, ότι βρισκόταν μπροστά σε έναν αναμάρτητο, ο οποίος για αυτό ήταν ηθικά ασύγκριτα πιο ανώτερος από αυτόν (Alf. Plummer London 1911). Ο Βαπτιστής άλλωστε, ο οποίος περίμενε τον Μεσσία κάθε μέρα προσηλώνοντας εξεταστικά τα βλέμματά του σε όλους όσους πλησίαζαν να βαπτιστούν, αμέσως μόλις είδε τον Σωτήρα προαισθάνθηκε με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος ότι αυτός ήταν εκείνος που του προανήγγειλε ο Θεός (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892). «Κατάλαβε ποιός ήταν με τη βοήθεια του θείου Πνεύματος που κατοικούσε μέσα του» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος).
(2) διεκώλυεν  Η λέξη αυτή λέγεται μοναδική φορά στην Καινή Διαθήκη. Η πρόθεση «δια» επιτείνει την έννοια= ζωηρά τον εμπόδιζε (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(3) βαπτισθῆναι «Εγώ ο υπεύθυνος για αμαρτίες από (σένα) τον αναμάρτητο, εγώ που βαπτίζω με απλό νερό από σένα που βαπτίζεις με Πνεύμα άγιο και φωτιά» (Ζιγαβηνός). «Επειδή δηλαδή καταγόταν από τον Αδάμ (ο Πρόδρομος) και αυτός κουβαλούσε τη μόλυνση από την παρακοή. Ο Χριστός όμως αφού σαρκώθηκε, τους καθάρισε όλους» (Θεοφύλακτος).
(4) πρός με  Δηλαδή ζητώντας να βαπτιστείς (J.A. Bengel). «Δεν είπε: Και συ βαπτίζεσαι από εμένα; Διότι και αυτό φοβήθηκε να το πει. Αλλά τι είπε; Και συ έρχεσαι σε μένα;» (Χρυσόστομος). Οι στίχοι 14-15 είναι χαρακτηριστικοί στον Ματθαίο και μπαίνουν στη διήγηση για να εξηγήσουν πώς ο Ιησούς, ο οποίος ήταν αναμάρτητος, ήταν δυνατόν να έλθει στον Ιωάννη για να βαπτιστεί. Η ερώτηση μπορεί να αποδοθεί διαφορετικά ως εξής: Πώς είναι δυνατόν αυτός που συλλήφθηκε από το Αγιο Πνεύμα και είναι προορισμένος ως Μεσσίας να βαπτίζει με Πνεύμα άγιο και φωτιά, να έχει ανάγκη να βαπτιστεί; Η απάντηση δίνεται στο στίχο 15 (Prof W.F. Slater, Edirburgh 1922).
ΣΤΙΧΟΣ 15.
ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· ἄφες(1) ἄρτι(2)· οὕτω(3) γὰρ πρέπον(4) ἐστὶν ἡμῖν(5) πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην(6)· τότε ἀφίησιν(7) αὐτόν·
(Αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτόν. Αφησε τώρα τις αντιρρήσεις και μη φέρνεις δυσκολίες να βαπτιστώ. Διότι με αυτόν τον τρόπο της ταπεινώσεως πρέπει να εκπληρώσω κάθε εντολή του Θεού, ο οποίος σου ανέθεσε ως καθήκον να βαπτίζεις. Τότε ο Ιωάννης άφησε αυτόν να βαπτιστεί)
(1) ἄφες «Υποχώρησε για την ώρα, χωρίς να προβάλλεις για άρνηση τα σχετικά με την αναμαρτησία και τη θεότητά μου. Διότι τώρα δεν είναι καιρός για αυτά, αλλά από συγκατάβαση βαπτίζομαι από εσένα» (Ζιγαβηνός). Το «άφησε» είναι ελλειπτικό του «να βαπτιστώ» και σημαίνει μη με εμποδίζεις να βαπτιστώ (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(2) ἄρτι «Δεν είπε απλώς «άφησε», αλλά πρόσθεσε το «τώρα». Διότι αυτό δεν θα διαρκέσει για πάντα, λέει, αλλά θα με δεις στην κατάσταση που επιθυμείς. Τώρα όμως να δεχτείς αυτό» (Χρυσόστομος).
(3) οὕτω = Με αυτόν τον τρόπο, τον οποίο εσύ θαυμάζεις της άκρας ταπείνωσης και κένωσης (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(4) πρέπον ό,τι δεν φαινόταν πρέπον στον Ιωάννη, στην πραγματικότητα ήταν τέτοιο, γιατί ήταν δίκαιο (J.A. Bengel).
(5) ἡμῖν «έτσι αρμόζει σε μένα, να εκπληρώσω κάθε εντολή του Θεού» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος). Το «σε μας» εδώ για τον εαυτό του μόνο το λέει ο Σωτήρας (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(6) πᾶσαν δικαιοσύνην «Έπειτα δείχνει πώς είναι αυτό πρέπον. Πώς λοιπόν είναι πρέπον; Διότι εκπληρώνουμε όλο το νόμο» (Χρυσόστομος). «Διότι δικαιοσύνη τώρα λέει την εντολή του Θεού. Όλες τις εντολές, λέει, τις εκπλήρωσα, όσες ο νόμος διατάζει και αυτή μόνη έμεινε, η εντολή για να βαπτιστώ… Και ήταν εντολή Θεού και το βάπτισμα του Ιωάννη. Διότι είπε αυτός (ο Ιωάννης), ότι «αυτός που με έστειλε να βαπτίζω… και τα υπόλοιπα» (Ζιγαβηνός). Ήταν του Θεού θέλημα ο Ισραήλ να βαπτιστεί και να μπει στη βασιλεία των ουρανών. Και ο Υιός του Θεού λοιπόν, ο οποίος δεν είχε την αξίωση να εξαιρεθεί από το φόρο για το Ναό (Ματθ. ιζ 25,26), δεν ζητά να εξαιρεθεί και σε αυτήν την περίπτωση. Στο τέλος της δημόσιας δράσης του, επρόκειτο να βαπτιστεί το βάπτισμα του παθήματος (Λουκά. ιβ 50,Μάρκος. ι 38) και να βαστάσει τις αμαρτίες των άλλων ως αναμάρτητο θύμα πάνω στο ξύλο (Α Πέτρου. β 24). Δεν έπρεπε λοιπόν στην αρχή της δημόσιας δράσης του να εκφράσει τη συμπάθειά του προς εκείνους, οι οποίοι στέναζαν κάτω από την αμαρτία, αν και αυτός δεν είχε κάποια αμαρτία, με το να υποβληθεί, όπως εκείνοι, στο βάπτισμα του Ιωάννου;
(7) ἀφίησιν Ανταποκρίνεται στο «άφησε» που είναι στην αρχή του στίχου (J.A. Bengel). «Αμέσως υπάκουσε» (Χρυσόστομος). Το αφίησιν είναι ιστορικός ενεστώτας, όπως φαίνεται από το «τότε».
ΣΤΙΧΟΣ 16.
καὶ βαπτισθεὶς ὁ Ἰησοῦς ἀνέβη εὐθὺς(1) ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδοὺ(2) ἀνεῴχθησαν(3) αὐτῷ(4) οἱ οὐρανοί, καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ(5) περιστερὰν(6) καὶ ἐρχόμενον ἐπ᾿ αὐτόν(7)·
(Και όταν βαπτίστηκε ο Ιησούς ανέβηκε από το νερό του Ιορδάνη αμέσως. Και ιδού άνοιξαν σε αυτόν οι ουρανοί και είδε το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει και να έρχεται επάνω του)
(1) εὐθὺς Αναμφίβολα κάποιοι παρέτειναν το βάπτισμα, για να εξομολογηθούν κατά τη διάρκειά του τις αμαρτίες τους (M.J. Lagrange Paris 1923). «Ο Χριστός όμως επειδή δεν είχε αμαρτία, δεν άργησε μέσα στο νερό» (Ζιγαβηνός).
(2) ἰδοὺ Κάτι νέο και μεγάλο συνέβη (J.A. Bengel).
(3) ἀνεῴχθησαν Ο Μάρκος με πιο ζωηρό τρόπο χρησιμοποιεί το ρήμα «σχιζομένους» (Prof W.F. Slater, Edirburgh 1922). Ο Ματθαίος και ο Λουκάς χρησιμοποιούν το ανοίγω, λέξη πολύ φυσική στην περίπτωση αυτή. Δες Ιωάννου. α 52, Πράξεις. ι 11, Αποκάλυψη. ιθ 11 (M.J Lagrange Paris 1923). Το άνοιγμα των ουρανών δεν πρέπει να θεωρηθεί με υλική και πραγματική σημασία, αλλά με πνευματική υπερφυσικού ανοίγματος του εσωτερικού καλύμματος το οποίο αποκλείει τη θέαση των πνευματικών πραγμάτων, όπως ο υλικός εξωτερικός ουρανός, το στερέωμα, φαίνεται να μας εμποδίζει από τη θέαση των πιο πέρα από αυτόν (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(4) αὐτῷ Η λέξη δεν μαρτυρείται από όλους τους κώδικες. Αναφέρεται προφανώς στο Σωτήρα (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892). Ο Ιησούς είδε τους ουρανούς ανοιγμένους, όχι όμως αναγκαστικά και οι άλλοι (Prof W.F. Slater, Edirburgh 1922). Αλλά όταν το Πνεύμα κατέβαινε σαν περιστέρι, πήρε αυτό μορφή αισθητή, ορατή και στους άλλους (M.J Lagrange Paris 1923). Έτσι ο Ιωάννης το είδε (το Πνεύμα).
(5) ὡσεὶ «Το Πνεύμα δεν πήρε τη φύση περιστεριού. Για αυτό και ο ευαγγελιστής δεν είπε «με τη φύση περιστεριού» αλλά «με τη μορφή περιστεριού». Ούτε έπειτα από το γεγονός αυτό εμφανίστηκε με αυτήν τη μορφή, αλλά μόνο τότε» (Χρυσόστομος). Η μορφή η εξωτερική, το σωματικό είδος, το οποίο το Αγιο Πνεύμα διάλεξε, για να εμφανιστεί κατά τη βάπτιση, ήταν  ό μ ο ι ο  με αυτό του περιστεριού. Διότι αυτό δηλώνει ο ομοιωματικός σύνδεσμος ωσεί (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(6) περιστερὰν «Είναι ήμερο το ζώο και καθαρό. Επειδή λοιπόν και το Πνεύμα είναι πραότητας πνεύμα, για αυτό φαίνεται με αυτή τη μορφή» (Χρυσόστομος). «Το ζώο αυτό αγαπά τους ανθρώπους από τη φύση του και είναι ανεξίκακο. Διότι όταν του στερήσουν τα μικρά του (πουλάκια) το υπομένει και πλησιάζει με τον ίδιο τρόπο αυτούς που του τα στέρησαν. Και είναι πάρα πολύ καθαρό» (Ζιγαβηνός). Και ο Μεσσίας είναι πράος και ταπεινός στην καρδιά (Ματθαίου. ια 29,κα 5) και την πραότητα συνιστά στους διακόνους του (Ματθαίος. ι 16) και για τους πράους επιφυλάσσει ως κληρονομία τη γη (Ματθ. ε 5) (Alf. Plummer London 1911). Ή  το πολύ κοντινό παράλληλο με την εδώ χρήση των ευαγγελίων του είδους του περιστεριού βρίσκεται στον Φίλωνα, ο οποίος δέχεται το περιστέρι ως σύμβολο της θείας σοφίας. Είναι επίσης πιθανόν ότι ο συνδυασμός του περιστεριού με τη θεία Σοφία ήταν οικείος στη γενιά του Φίλωνα (Prof W.F. Slater, Edirburgh 1922). Αξιόλογη και η αλληγορία «ταυτόχρονα, αυτού του περιστεριού ήταν τύπος εκείνο που ευαγγελίστηκε στο Νώε το τέλος του κατακλυσμού. Διότι όπως ακριβώς τότε έγινε κατακλυσμός από νερό, έτσι και τώρα από την αμαρτία. Και όπως ακριβώς εκείνο το περιστέρι ευαγγελίστηκε την κατάπαυση εκείνου του κατακλυσμού, έτσι και αυτό (το Πνεύμα) του τωρινού» (Ζιγαβηνός). Ο αναμάρτητος Υιός του ανθρώπου είναι ο τόπος, όπου το περιστέρι μπορεί να βρει ανάπαυση (Γένεση η 9) και να μείνει σε αυτόν (Ησαϊα μβ 1).
(7) ἐπ᾿ αὐτόν « Επειδή δηλαδή η φωνή που έλεγε «αυτός είναι ο γιος μου ο αγαπητός» φαινόταν στο πλήθος ότι περισσότερο άρμοζε στον Ιωάννη  και επειδή καθένας από τους ακροατές σχημάτισε την ιδέα ότι για τον βαπτιστή μάλλον παρά για τον βαπτιζόμενο… ήλθε το Πνεύμα… ελκύοντας τη φωνή πάνω από τον Ιησού και έκανε φανερό σε όλους ότι το «αυτός» δεν είχε λεχθεί για τον Ιωάννη που βάπτιζε αλλά για τον Ιησού που βαπτιζόταν» (Χρυσόστομος). Το «ερχόμενον» αποτελεί νέα ένδειξη ότι η εμφάνιση ήταν αισθητή (M.J Lagrange Paris 1923). Δεν πρέπει για κανένα λόγο να θεωρήσουμε, ότι αυτός συλλήφθηκε από το Αγιο Πνεύμα στερούνταν το Πνεύμα μέχρι τη βάπτισή του. Ούτε ότι το χάρισμα του Πνεύματος, που δόθηκε με το βάπτισμα, επέφερε κάποια μεταβολή στη φύση του. Για αυτόν το Πνεύμα σημείωσε την αρχή της δημόσιας δράσης του ως Μεσσία, ως χρισμένου βασιλιά (Alf. Plummer London 1911). Η θεία χάρη, που υπήρχε από την αρχή στο Σωτήρα ως άνθρωπο, μετέδιδε σε αυτόν εσωτερικά τα πλούσια δώρα του Πνεύματος ανάλογα με την δύναμη που κάθε φορά χωρούσε η ανθρώπινη φύση (Λουκά. β 40). Η κάθοδος λοιπόν του αγίου Πνεύματος πάνω σε αυτόν δεν ήταν μετάδοση ξένης δωρεάς από τα έξω, όπως αυτή που δόθηκε στους αποστόλους κατά την Πεντηκοστή, αλλά φανέρωση στον Ιωάννη και στο λαό της συντελεσμένης ήδη εσωτερικής χρίσης και εξωτερική χρίση, δηλαδή ανάδειξη αυτού ως Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
ΣΤΙΧΟΣ 17.
καὶ ἰδοὺ(1) φωνὴ(2) ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα· οὗτός(3) ἐστιν ὁ υἱός μου(4) ὁ ἀγαπητός(5), ἐν ᾧ εὐδόκησα(6).
(Και ιδού φωνή ακούστηκε από τους ουρανούς που έλεγε. Αυτός είναι ο υιός μου, ο αγαπημένος, στον οποίο ευαρεστήθηκα. Τον εγέννησα αϊδίως και είναι ως Θεός μονάκριβός μου Υιός, ως άνθρωπος δε απολύτως αναμάρτητος πάντοτε έκανε το αρεστό ενώπιόν μου)
(1) καὶ ἰδοὺ Επαναλαμβάνει το δεικτικό επίρρημα, για να ελκύσει την προσοχή του αναγνώστη στο δεύτερο γεγονός της ανακήρυξης (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(2) φωνὴ έγινε ή ακούστηκε (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(3) οὗτός Στον Μάρκο φαίνεται ότι η φωνή ακούστηκε από μόνο τον Ιησού («Εσύ είσαι ο υιός μου…»). Ο Ματθαίος μεταβάλλει το Εσύ είσαι σε Αυτός είναι, για να κάνει φανερό, ότι η διακήρυξη υπήρξε δημόσια (W. Allen,1922), και ακούστηκε και από τους άλλους, «ώστε σε εκείνους περισσότερο, οι οποίοι άκουγαν, να δειχτεί ότι ήταν υιός του Θεού… Δεν δηλωνόταν λοιπόν στο Χριστό ό,τι γνώριζε, αλλά για εκείνους που παρόντες άκουγαν, έγινε αυτή η φωνή» (Αυγουστίνος De cons,ev.ΙΙ 14).
(4) ὁ υἱός μου Το όλο χωρίο παρουσιάζεται να συμφωνεί με το Ησαϊου μβ 1 όπως παρατίθεται από τον Ματθαίο (ιβ 18-21): Να, το παιδί μου, το οποίο διάλεξα. Ο αγαπητός μου, στον οποίο ευαρεστήθηκε η ψυχή μου. Θα βάλω το Πνεύμα μου πάνω του (W. Allen,1922).
(5) ἀγαπητός Ο «αγαπητός» δεν είναι προσδιορισμός του «ο υιός μου» αλλά ανεξάρτητος τίτλος = ο αγαπημένος = ο Μεσσίας (W. Allen,1922).
(6) εὐδόκησα «Στον οποίο αναπαύομαι, στον οποίο αρέσκομαι» (Θεοφύλακτος). Στον οποίο ευαρεστήθηκα. Και δείχνει εδώ την ευαρέσκεια, την οποία από την αρχή προ των αιώνων έχει ο Πατέρας στην απαράλλακτή του εικόνα. Και για αυτό μπαίνει ο αόριστος χρόνος για να δηλώσει το από την αρχή, το πριν τους αιώνες (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892). Άλλη ερμηνεία λιγότερο πιθανή: «ευδοκία είναι η αγαθή θέληση. Και αγαθή θέληση ήταν, το να σωθούν οι άνθρωποι. Τώρα είπε, ότι αυτός είναι, αυτός για τον οποίο θέλησα τα αγαθά, δηλαδή από τον οποίο θα έλθει η σωτηρία των ανθρώπων» (Ζιγαβηνός). «Ευαρεστήθηκε δηλαδή ο Θεός και Πατέρας να αναμορφώσει τα πάντα και τα ξαναφέρει στην κατάσταση που ήταν από την αρχή» (Κύριλλος Αλεξανδρείας)
Β.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ  α  9-11
(Υπόμνημα στο κατά Μάρκον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 30-32 μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλωσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους.
ΣΤΙΧΟΣ 9
Καὶ(1) ἐγένετο(2) ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις(3) ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας(4) καὶ ἐβαπτίσθη(5) ὑπὸ Ἰωάννου εἰς τὸν Ἰορδάνην.
Και κατά τας ημέρας εκείνας ήλθε ο Ιησούς από την Ναζαρέτ της Γαλιλαίας και εβαπτίσθη από τον Ιωάννην στον Ιορδάνην.
(1) Καὶ Δες Ματθαίου. γ 13. Παρά τη συντομία της, η αφήγηση του Μάρκου για το βάπτισμα είναι ζωηρή και λεπτομερής (S.D.F. Salmond,Edinburgh 1922).
(2) ἐγένετο «Η φράση «και συνέβη» είναι συνηθισμένη φράση στους Εβραίους. Έπειτα αρχίζει να λέει τι συνέβη» (Ζιγαβηνός).
(3) ἐκείναις ταῖς ἡμέραις «Ημέρες λέει τώρα, αυτές στις οποίες κήρυττε το βάπτισμα της μετανοίας ο Ιωάννης» (Ζιγαβηνός). Αξιοσημείωτη και η επόμενη ερμηνεία: Σε εκείνες τις ημέρες, στο χρόνο που προκαθορίστηκε από τον Πατέρα, ώστε σε αυτόν να γίνει η αρχή του ευαγγελίου. Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, όπως πολλές φορές σημαίνεται στην Π.Δ. με τη φράση «Στις ημέρες εκείνες». Ήδη οι έσχατες του Δανιήλ εβδομάδες άρχισαν ή μάλλον το τελευταίο μισό της έσχατης εβδομάδας, όταν «θα συνάψει και θα καταστήσει ισχυρή μια διαθήκη σε πολλούς» ο Μεσσίας (Δανιήλ θ 27).
(4) Γαλιλαίας «Ο Ματθαίος μεν είπε απλώς από τη Γαλιλαία, ενώ ο Μάρκος πρόσθεσε ειδικότερα και την πόλη στην οποία έμενε» (Ζιγαβηνός). Αυτό αποτελεί ένδειξη, ότι το ευαγγέλιο γράφτηκε για αναγνώστες εθνικούς που αγνοούσαν την Παλαιστίνη (Ezra P. Gould, Edinburgh 1921).
(5) ἐβαπτίσθη Δες πόσο ταπεινά υποτάσσεται στο Θεό ερχόμενος να βαπτιστεί από τον Ιωάννη. Έτσι πήρε πάνω του το ομοίωμα της αμαρτωλής σάρκας, ώστε, αν και αυτός ήταν καθαρός και άμεμπτος, δέχεται βάπτισμα μετανοίας σαν να ήταν μολυσμένος. Εξίσου όμως αληθινή και η επόμενη ερμηνεία: «Δεν βαπτίστηκε για αμαρτίες (του). Διότι αυτός ήταν αυτός που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου, ο οποίος δεν έκανε αμαρτία ούτε βρέθηκε δόλος και τα υπόλοιπα που λέει το χωρίο. Ούτε (βαπτίστηκε) επειδή είχε ανάγκη να χορηγηθεί σε αυτόν το Πνεύμα. Διότι εκείνο το βάπτισμα (του Ιωάννη) ήταν έρημο και από τα δύο αυτά… Αλλά βαπτίστηκε (ο Κύριος) για να γίνει γνωστός στους πολλούς και να πιστέψουν… Και για αυτό λοιπόν γίνεται τότε η κάθοδος του Πνεύματος, όχι επειδή για πρώτη φορά τότε επιφοίτησε σε αυτόν (διότι δεν ήταν έρημος αυτού) αλλά για να δείξει αυτόν που ανακηρυσσόταν, κάνοντάς τον με το πέταγμά του γνωστό σε όλους σαν ακριβώς με κάποιο δάκτυλο. Και για να εκπληρώσει κάθε δικαιοσύνη βαπτίζεται, η οποία είναι η εκπλήρωση των εντολών. Και είναι εντολή και το να υπακούσει κανείς σε προφήτη που βαπτίζει… Αν όμως πεις ότι βαπτίστηκε και για να αγιάσει σε μας τα νερά, και αυτό να πεις δεν κάνεις λάθος» (Βίκτωρ Αντιοχείας)
ΣΤΙΧΟΙ  10,11
καὶ(1) εὐθέως(2) ἀναβαίνων ἀπὸ τοῦ ὕδατος εἶδε σχιζομένους(3) τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ Πνεῦμα ὡς περιστερὰν(4) καταβαῖνον(5) ἐπ᾿ αὐτόν·
Και αμέσως όταν εβγήκε από το νερό, είδε να σχίζωνται οι ουρανοί και το Πνεύμα του Θεού, ωσάν περιστερά, να κατεβαίνη εις αυτόν.
καὶ φωνὴ(6) ἐγένετο ἐκ τῶν οὐρανῶν· σὺ εἶ ὁ υἱός μου(7) ὁ ἀγαπητός, ἐν σοὶ ηὐδόκησα(8).
(1) καὶ Δες Ματθαίου. γ 16.
(2) εὐθέως Δηλώνει το ταυτόχρονο της οπτασίας= αμέσως μόλις ανέβαινε είδε (Ν.Δαμαλά Αθήνα 1892).
(3) σχιζομένους «Ο Ματθαίος μεν και ο Λουκάς λένε ότι άνοιξαν οι ουρανοί, ενώ αυτός λέει σχίστηκαν» (Ζυγαβηνός Ευθύμιος). Πιο έντονο το σχίστηκαν. Το σχίζεται λέγεται για εκείνο, το οποίο στο παρελθόν δεν είχε ανοιχτεί. Ο Χριστός πρώτος άνοιξε τον ουρανό (J.A. Bengel).
(4) ὡς περιστερὰν Η όμοια με περιστέρι μορφή, που συμβολίζει εδώ το άγιο Πνεύμα, συνδέεται άριστα με το περιστέρι που επέστρεψε στο Νώε με μήνυμα ειρήνης και ελπίδας για τη νέα τάξη, που αναδυόταν από τα νερά, στα οποία είχε ταφεί ο παλαιός κόσμος με όλες τις πονηρές του πράξεις (S.D.F. Salmond,Edinburgh 1922). «Για αυτό έμοιασε με περιστέρι το άγιο Πνεύμα, για να δειχτεί, ότι ένας είναι ο Θεός της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και για να υπενθυμίσει τον κατακλυσμό του Νώε. Διότι τότε την λήξη του κατακλυσμού περιστέρι την ανήγγειλε, που κουβαλούσε στο στόμα κλαδί ελιάς. Και εδώ πάλι, εμφανιζόμενο με μορφή περιστεριού το άγιο Πνεύμα δηλώνει την απαλλαγή από τα αμαρτήματα» (Θεοφύλακτος). «Και τώρα με μορφή περιστεριού, όχι με σώμα έρχεται το Πνεύμα, αναγγέλλοντας στην οικουμένη το έλεος του Θεού, και δηλώνοντας ταυτόχρονα, ότι ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να είναι απονήρευτος και πράος, απλός και άδολος» (Βίκτωρ Αντιοχείας). Δεν κατεβαίνει με μορφή αετού, ο οποίος, αν και είναι βασιλιάς τω πτηνών, είναι όμως πτηνό σαρκοφάγο, αλλά με μορφή περιστεριού, του οποίου κανένα άλλο πτηνό δεν είναι περισσότερο άκακο και αβλαβές. Το περιστέρι ήταν το μόνο από τα πτηνά, που προσφερόταν ως θυσία (Λευϊτικό α 14) και ο Χριστός μέσω του Πνεύματος, του αιωνίου Πνεύματος, πρόσφερε τον εαυτό του θυσία άμεμπτη στο Θεό. Οι ειδήσεις για την κατάπαυση του κατακλυσμού με περιστέρι μεταφέρθηκαν στο Νώε. Πολύ κατάλληλα λοιπόν και οι χαρμόσυνες ειδήσεις της ειρήνευσής μας με το Θεό μεταφέρονται σε εμάς τώρα από το Πνεύμα με μορφή περιστεριού. Μιλά αυτό για την ευαρέσκεια του Θεού προς τους ανθρώπους. Το ότι ο Θεός είναι μέσα στο Χριστό συμφιλιώνοντας τον κόσμο με τον εαυτό του, είναι χαρμόσυνο μήνυμα, που μεταφέρεται σε εμάς πάνω σε φτερά, πάνω στα φτερά περιστεριού. Περιστεριού «που είναι άδολο, πραότατο, και γεννά πολλά παιδιά» (Γρηγόριος Νύσσης). Το περιστέρι ήταν το έμβλημα της καθαρότητας. Και η εμφάνισή του εδώ συμφωνεί με την γλυκύτητα και το ειρηνικό της βασιλείας του Χριστού (Ezra P. Gould, Edinburgh 1921).
(5) καταβαῖνον Η κατάβαση του Πνεύματος ήταν πραγματικό γεγονός. Δεν ήταν απλό σύμβολο, που μαρτυρούσε, ότι το πρόσωπο του Κυρίου είχε μέσα του το άγιο Πνεύμα. Χωρίς να αποκλείεται, ότι ο Κύριος είχε μέσα στον εαυτό του και προηγουμένως το Πνεύμα, παρεχόταν τώρα σε Αυτόν κατά την ανθρώπινη φύση του και ειδική ενίσχυση που ετοίμαζε αυτόν στο μεσσιακό του έργο, το οποίο επρόκειτο ήδη να αρχίσει. Παράλληλη με την κάθοδο αυτή είναι η κάθοδος του αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή, η οποία ετοίμασε τους μαθητές για το νέο τους αποστολικό έργο, στο οποίο επρόκειτο να επιδοθούν. Επιπλέον η κάθοδος αυτή ήταν ενδεικτική της σημασίας και της σπουδαιότητας του βαπτίσματος, το οποίο ο Κύριος θα έδινε σε εμάς (Ezra P. Gould, Edinburgh 1921).
(6) φωνὴ «Διατύπωσε ο Θεός φωνή στο σώμα του αέρα για να την καταλάβουν αυτοί που άκουγαν και αυτή η φωνή έγινε σύμφωνα με την επικρατούσα συνήθεια αυτών που μιλάνε. Έτσι ο Θεός, ο οποίος θέλει όλοι να σωθούν και να έλθουν σε επίγνωση της αλήθειας, για τον σκοπό της σωτηρίας των ανθρώπων άρθρωσε τον λόγο στον αέρα, όπως λέει και προς του Ιουδαίους ο Κύριος που νόμιζαν ότι έγινε βροντή, επειδή ο ήχος δημιουργήθηκε στον αέρα, ότι «δεν έγινε για μένα αυτή η φωνή, αλλά για εσάς» (Γρηγόριος Νύσσης).
(7) σὺ εἶ ὁ υἱός μου «Αν ο Χριστός είναι άλλος μέσα σε άλλον, σύμφωνα με τα λόγια του Νεστορίου (αιρετικού), θα έπρεπε να πει: Μέσα σε σένα είναι ο γιος μου ο αγαπητός» (Βίκτωρ Αντιοχείας).
(8) ἐν σοὶ ηὐδόκησα «Στο κατά Ματθαίον μεν έχει γραφτεί: αυτός είναι ο υιός μου. Ο Μάρκος όμως και ο Λουκάς γράφουν Εσύ είσαι ο υιός μου. Τι λοιπόν θα πούμε για αυτό;… Οι ευαγγελιστές άλλοτε μεν απομνημονεύουν ακέραια αυτά τα ρητά. Άλλοτε όμως την μεν έννοια του ρητού την διασώζουν ολόκληρη, αλλά κάποιες λέξεις τις αλλάζουν ελαφρώς χωρίς να γίνεται αισθητό, όταν αυτό δεν πρόκειται να βλάψει καθόλου τον λόγο, αφού η λέξη που αντικατέστησε την άλλη σημαίνει ακριβώς το ίδιο» (Ζιγαβηνός). Έως τότε ο Κύριος περνούσε τη ζωή του με αφάνεια ως τέκτων στη Ναζαρέτ. Τώρα δημόσια ανακηρύσσεται από τον Πατέρα ως Υιός του αγαπητός. Πόσες αξίες είναι κρυμμένες κάτω από τη σκιά της ασημότητας, της αφάνειας ή και της περιφρόνησης του κόσμου και δεν είναι δυνατόν να γίνουν γνωστές ή και δεν θέλουν να γίνουν γνωστές καλυπτόμενες από το πέπλο της ταπεινοφροσύνης τους! Αλλά γρήγορα ή αργά θα καταστούν γνωστές, όπως και ο Χριστός έγινε γνωστός αφού μαρτυρήθηκε από τον Πατέρα στον κατάλληλο χρόνο. Δες ποιά είναι η σχέση του Κυρίου Ιησού με το Θεό. Εσύ είσαι ο Υιός μου. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού από προαιώνια γέννηση, που γεννήθηκε ως πρωτότοκος από τον Πατέρα πριν από κάθε κτίση (Κολασσαείς α 15, Εβραίους α 3). Αλλά είναι υιός του Θεού και ως άνθρωπος αφού γεννήθηκε με υπερφυσική σύλληψη από το άγιο Πνεύμα (Λουκά α 35) και επιπλέον προορίστηκε με ειδική απόφαση και ανάδειξη από τον πατέρα στο έργο και το αξίωμα του Λυτρωτή του κόσμου. Αυτόν ο Πατέρας σφράγισε και αγίασε ο Θεός. Ο αγαπητός Υιός μου. Είναι ο υιός της αγάπης του Πατέρα (Κολασσαείς α 13), ο οποίος είναι μέσα στους κόλπους του πατέρα αιωνίως (Ιωάννου α 18), η ευφροσύνη του Πατέρα πάντοτε μεν, ιδιαίτερα όμως στο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, ως μεσίτης ανάμεσα σε μας και τον Πατέρα. Για αυτό ο Πατέρας αυτόν «αγαπά, επειδή αυτός θυσιάζει την ζωή του, για να την πάρει πάλι» (Ιωάννου ι 17). Δείτε και θαυμάστε, ποια αγάπη έδειξε σε εμάς ο Θεός, αφού παρέδωσε τον Υιό της αγάπης του να πάθει και να πεθάνει για εκείνους, που ήταν γενεά οργής. Σε σένα ευαρεστήθηκα. Ευαρεστείται με αυτόν, αλλά και με κάθετί που είναι σε αυτόν. Και με όλους λοιπόν που είναι ενωμένοι με αυτόν. Μέσω αυτού οι πνευματικές μας θυσίες γίνονται ευπρόσδεκτες στο Θεό (Α Πέτρου β 5). Έξω από τον Χριστό ο Θεός είναι φωτιά που κατακαίει. Αλλά με το Χριστό είναι Πατέρας συμφιλιωμένος με εμάς. Αποτελεί η φωνή αυτή του Πατέρα περίληψη του όλου ευαγγελίου. Είναι λόγος αξιόπιστος και κάθε αποδοχής άξιος, ότι ο Θεός διακήρυξε τον Ιησού Χριστό αγαπητό του Υιό, στον οποίο ευαρεστήθηκε και μαζί με αυτήν τη φωνή του Πατέρα πρέπει να εναρμονιστούν και οι δικές μας φωνές, διαλαλώντας με πίστη, ότι αυτός είναι ο αγαπητός Σωτήρας μας, μέσω του οποίου ευαρεστούμε και εμείς στον Πατέρα.
Γ.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ  γ  21-22
(Υπόμνημα στο κατά Λουκάν, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 63-66 μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
ΣΤΙΧΟΣ 21
Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ βαπτισθῆναι(1) ἅπαντα(2) τὸν λαὸν καὶ Ἰησοῦ βαπτισθέντος καὶ προσευχομένου(3) ἀνεῳχθῆναι τὸν οὐρανὸν(4)
Πριν όμως φυλακισθή ο Ιωάννης και αφού εβαπτίσθη όλος ο λαός, που είχεν έλθει στον Ιορδάνην, και όταν ο Ιησούς εβαπτίσθη και προσηύχετο, ηνοίχθη ο ουρανός
(1) ἐν τῷ βαπτισθῆναι = την ώρα που όλος ο λαός βαπτίστηκε. Ο αόριστος
λέγεται αντί για υπερσυντέλικο = είχε βαπτιστεί (Ν.Δαμαλά.1892). Εάν ο Λουκάς είχε γράψει «την ώρα που βαπτιζόταν», τότε θα υπονοούσε ότι ήταν παρόντες πολλοί την ώρα που ο Κύριος βαπτίστηκε και ακολούθησαν τα σημεία, τα οποία ο Λουκάς αφηγείται στη συνέχεια. Μάλλον φαίνεται πιθανό ότι ο Ιησούς περίμενε μέχρις ότου θα ήταν μόνος με τον Ιωάννη (A. Plummer,1928, F. Godet,1888). Ο πολύς λαός ήταν ήδη βαπτισμένος και ο Σωτήρας ήλθε στο τέλος (Ν.Δαμαλά.1892).
(2) ἅπαντα Λαϊκή υπερβολική έκφραση αντί να πει, πλήθος λαού (Ν.Δαμαλά.1892). Η΄, ο λαός που παρευρισκόταν εκείνη την ώρα εκεί. Ο Ιησούς περίμενε να βαπτιστούν πρώτα όλοι οι άλλοι και τελευταίος από όλους αυτός. Έτσι ταπείνωσε τον εαυτό του και απέφυγε κάθε διαφήμιση για τον εαυτό του, εμφανιζόμενος προς τον Ιωάννη σαν ένας από τους τελευταίους, σαν ο έσχατος των εσχάτων.
(3) προσευχομένου «Αφού βαπτίστηκε προσευχόταν διδάσκοντας ότι πρέπει αυτοί που βαπτίστηκαν να προσεύχονται» (Ζιγαβηνός). Ο Λουκάς συχνά αναφέρει τις προσευχές του Ιησού, και μάλιστα κατά τα πιο σπουδαία γεγονότα της ζωής του. Δες Λουκά στ 12, θ 18,29, κβ 32,41, κγ 46 (J.A. Bengel). Ο Λουκάς στο ευαγγέλιό του τονίζει το καθήκον της προσευχής (A. Plummer,1928). Εδώ η προσευχή του Ιησού παρουσιάζεται ιδιαιτέρως αποτελεσματική. Οι ουρανοί κατά τη διάρκειά της ανοίγουν (M.J. Lagrange,1921). Δεν εξομολογείται αμαρτίες, όπως όταν βαπτίζονταν εξομολογούνταν οι άλλοι. Διότι αυτός ήταν αναμάρτητος. Προσεύχεται μόνο. Προσεύχεται όπως οι άλλοι, διότι η προσευχή είναι μέσο με το οποίο διατηρεί κάποιος κοινωνία και σχέση με τον Πατέρα. Έτσι τίμησε ο Κύριος την προσευχή, μας συνέδεσε με αυτήν και μας ενθάρρυνε προς αυτήν.
(4) ἀνεῳχθῆναι τὸν οὐρανὸν «Είπε ο ευαγγελιστής ότι άνοιξε ο ουρανός γιατί ήταν από παλιά κλεισμένος… Επειδή δηλαδή τώρα φανερώθηκε μία ποίμνη και η πάνω (ουράνια) και η κάτω (επίγεια), και αναδείχτηκε ένας για όλους αρχιποιμένας, άνοιξε μεν ο ουρανός, και ενώθηκε μαζί με τους αγίους αγγέλους ο επίγειος άνθρωπος. Και επιφοίτησε και το Πνεύμα πάλι, σαν σε δεύτερη απαρχή του γένους μας. Και σαν σε πρώτο τον Χριστό, ο οποίος το δέχεται κατά συγκατάβαση όχι τόσο για τον εαυτό του, αλλά για μας. Διότι σε όλα με αυτόν και μέσω αυτού πλουτίσαμε. Με πάρα πολλή συγκατάβαση λοιπόν υπομένει μαζί μας τα ανθρώπινα» (Κύριλλος Αλεξανδρείας). Άλλοτε με την προσευχή διαχωρίστηκαν τα νερά, για να διανοιχτεί μέσω αυτών οδός προς την Χαναάν. Τώρα απομακρύνθηκε ο αέρας, άλλο ρευστό στοιχείο, για να διανοιχτεί επικοινωνία με την ουράνια Χαναάν. Έτσι ανοίχτηκε τότε στο Χριστό και μέσω αυτού ήδη και σε εμάς οδός νέα, πρόσφατη και ζωντανή που μας εισάγει στα αληθινά άγια. Η αμαρτία είχε κλείσει τον ουρανό. Αλλά η προσευχή του Χριστού άνοιξε και πάλι αυτόν. Η προσευχή είναι θεσμός που ανοίγει τους ουρανούς. Χτυπάτε και θα σας ανοιχτεί.
ΣΤΙΧΟΣ 22
καὶ(1) καταβῆναι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σωματικῷ εἴδει(2) ὡσεὶ(3) περιστερὰν(4) ἐπ᾿ αὐτόν(5), καὶ φωνὴν ἐξ οὐρανοῦ γενέσθαι λέγουσαν· σὺ(6) εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν σοὶ εὐδόκησα.
και κατέβηκε το Πνεύμα το Αγιον με μορφήν εξωτερικήν και σωματικήν που εμοιαζε προς περιστεράν και ήλθε φωνή από τον ουρανόν, που έλεγε· “συ είσαι ο υιός μου ο αγαπητός, εις σε έχω ευαρεστηθή, διότι και ως άνθρωπος ετήρησες όλα όσα είναι αρεστά εις εμέ”.
(1) καὶ Και συνέβη να κατέβει.
(2) σωματικῷ εἴδει Δηλαδή με μορφή, με σχήμα σωματικό, πήρε δηλαδή μόνο το εξωτερικό σχήμα και τη μορφή του σώματος, όχι όμως σώμα πραγματικό (Ν.Δαμαλά.1892). «Με σωματική μορφή κατέβηκε, για να γίνει ορατό από τα σωματικά μάτια των ανθρώπων» (Ζιγαβηνός). Εάν ο Λουκάς επέμεινε περισσότερο από τον Μάρκο στη σωματική μορφή, έπραξε αυτό αναμφίβολα, για να τονίσει την πραγματικότητα της εμφάνισης, ίσως δε και για να τονίσει την ιδιαίτερη υπόσταση και προσωπικότητα του Πνεύματος (M.J. Lagrange,1921). Το Πνεύμα κατεβαίνει με σωματική μορφή, για να αποκαλυφθεί έτσι ότι είναι προσωπική υπόσταση και όχι απλώς ενέργεια της θεότητας. Έτσι λοιπόν έγινε πλήρης, εμφανής και αισθητή φανέρωση της Τριάδας σε αυτήν την αρχή του ευαγγελίου. Και πάρα πολύ κατάλληλα έγινε αυτή κατά το βάπτισμα του Χριστού, ο οποίος επρόκειτο να καταστήσει το μυστήριο του βαπτίσματος διακριτικό γνώρισμα της ομολογίας της πίστης στο δόγμα της Τριάδας, του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, στο όνομα της οποίας και τελειώνεται το βάπτισμα.
(3) ὡσεὶ Επεξήγηση του «με σωματική μορφή» που δείχνει σε τι συνίστατο αυτή η μορφή (Ν.Δαμαλά.1892). Το ωσεί υποδηλώνει ότι επρόκειτο για απλή ομοιότητα.
(4) περιστερὰν Ζήτησαν οι διάφοροι ερμηνευτές την αναλογία και ομοιότητα του συμβόλου του περιστεριού με το άγιο Πνεύμα είτε στο χαρακτήρα του περιστεριού, είτε στον τρόπο που πετάει. Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή αναφέρονται στα λόγια του Κυρίου στο Ματθαίου ι 16 και προβάλλουν ότι το περιστέρι είναι «το ζώο της απλότητας και της αθωότητας» Τερτυλλιανός (F. Godet,1888). Εμφανίστηκε το Πνεύμα με μορφή περιστεριού «επειδή είναι πράο και ακέραιο, ώστε και εμείς να μιμηθούμε το πράο και ακέραιο του περιστεριού» (Ωριγένης) «για να μάθουμε ότι πρέπει να είμαστε πράοι και καθαροί» (Θεοφύλακτος). Το περιστέρι διακρίνεται για την ειρηνική του απλότητα, την απαλλαγμένη από κάθε κακία (Hofmann) και είναι το έμβλημα της γλυκύτητας και της αγνότητας (Keil). Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή τονίζεται ο γλυκύς χαρακτήρας των κινήσεών του και αντιθέτουν το πέταγμα του περιστεριού με αυτό του αετού ή με τη ταχύτητα της αστραπής ή τη βία της θύελλας (F. Godet,1888). Αξιοσημείωτη και η επόμενη που συνδυάζει περισσότερες από μία εκδοχές. «Το Πνεύμα κατεβαίνει με μορφή περιστεριού. Διότι όπου υπάρχει συμφιλίωση Θεού, εκεί είναι και περιστέρι. Διότι και στην κιβωτό του Νώε φέρνοντας κλαδί ελιάς ήλθε το περιστέρι, σύμβολο της φιλανθρωπίας του Θεού και της απαλλαγής από την κακοκαιρία. Και τώρα με μορφή περιστεριού, όχι με σώμα, έρχεται το Πνεύμα, αναγγέλλοντας στην οικουμένη το έλεος του Θεού, και φανερώνοντας ταυτόχρονα, ότι πρέπει ο πνευματικός άνδρας να είναι απονήρευτος και απλός και άκακος» (Χρυσόστομος). Ο,τιδήποτε και αν είναι, το ουσιώδες χαρακτηριστικό εδώ είναι η οργανική μορφή, με την οποία εμφανίζεται το Πνεύμα. Με τη μορφή αυτή παρουσιάζεται ως αδιαίρετη ολότητα. Κατά την Πεντηκοστή φάνηκαν διαμοιραζόμενες γλώσσες, σύμβολο των διαφόρων χαρισμάτων που κατανέμονται μεταξύ των πιστών. Στον Ιησού όμως κατεβαίνει ως ολότητα (F. Godet,1888).
(5) ἐπ᾿ αὐτόν «Δεν αγιάζεται ως Θεός που είναι, παίρνοντας το Πνεύμα. Διότι αυτός είναι που αγιάζει. Αλλά (αγιάζεται) ως άνθρωπος που έγινε» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).
(6) σὺ Απάντηση στην προσευχή του Ιησού (J.A. Bengel). Ο Μάρκος επίσης έχει σε δεύτερο πρόσωπο την φωνή του Πατέρα. Ο Ματθαίος σαν να λεγόταν για το Χριστό σε ένα τρίτο πρόσωπο. «Η ποικιλία των εκφράσεων μέχρι τώρα είναι ωφέλιμη, έτσι ώστε να μην γίνεται λιγότερο κατανοητό αυτό που εκφράζεται με ένα τρόπο» (Αυγουστίνος). Η εκφορά σε δεύτερο πρόσωπο εκφράζει την πληροφορία που δόθηκε από τη φωνή του Πατέρα στη συνείδηση του Κυρίου. Ενώ η εκφορά σε τρίτο πρόσωπο εκφράζει την βεβαίωση που δόθηκε στον Βαπτιστή.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Χριστός κοντά στα άλλα που έπαθε για τον Άνθρωπο, ΕΠΑΘΕ και ΑΠΟΓΡΑΦΗ. Ενα «ξεχασμένο» σωτηριολογικό γεγονός, με βαθιά θεολογική προέκταση.

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιανουαρίου 2019

xristougenna2

Γράφει ο μακαριστός  καθηγητής του Α.Π.Θ. Στέργιος Σάκκος
«Οι Ρωμαίοι, όταν αποτελούσαν κράτος μόνοι τους, έκαναν απογραφή κάθε πέντε χρόνια. Όταν κατέκτησαν λαούς πολλούς και έγιναν μία αχανής αυτοκρατορία, επειδή ήταν δύσκολο να διοργανώνουν απογραφή κάθε πενταετία, τριπλασίασαν το διάστημα και το έκαναν δεκαπενταετία.

Η απογραφή άρχιζε κάθε φορά με ένα διάταγμα του αυτοκράτορα. Ο ευαγγελιστής Λουκάς το διάταγμα αυτό το λέει στα ελληνικά «δόγμα». Οι πρώτες παγκόσμιες απογραφές άρχισαν επί του δευτέρου Ρωμαίου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, ο οποίος μετά από πολλούς εξωτερικούς και εμφυλίους πολέμους επικράτησε ως μονάρχης όλου του γνωστού τότε κόσμου.

Η πρώτη απογραφή στους Εβραίους συνέπεσε με τη γέννηση του Χριστού. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία τότε περιλάμβανε πολλά έθνη. Ορισμένα από τα έθνη αυτά είχαν δικούς τους βασιλιάδες. Αλλά όλοι οι βασιλιάδες εκείνοι ήταν δούλοι του αυτοκράτορα της Ρώμης, ο οποίος ήταν βασιλιάς των βασιλιάδων και διόριζε ή απέλυε τους βασιλιάδες σαν ιδιωτικούς υπαλλήλους. Κατά τους χρόνους που γεννήθηκε ο Χριστός, είναι γνωστό σε όλους ότι αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο Αύγουστος και βασιλιάς υποτελής των Εβραίων ο Ηρώδης.

Όπως κάθε δεκαπενταετία έτσι και τη φορά εκείνη, που η απογραφή εφαρμόσθηκε στον Ισραήλ για πρώτη φορά, ο Αύγουστος εξέδωσε διάταγμα να απογραφεί όλος σχεδόν ο γνωστός τότε κόσμος. «Εγένετο δε», γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς, που είναι ένας καταπληκτικός ιστορικός, «εν ταις ημέραις εκείναις εξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην. Αύτη η απογρα­φή πρώτη εγένετο ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου». Κυρήνιος λεγόταν ο τότε Ρωμαίος γενικός διοικητής της Συρίας. Το Ρωμαϊκό κράτος χωριζόταν σε μεγάλα γεωγραφικά διαμερίσματα, όπως είναι σήμερα στη χώρα μας η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Θεσσαλία κλπ. Η Συρία ήταν ένα τέτοιο διαμέρισμα. Τα διαμερίσματα αυτά χωρίζονταν σε άλλα μικρότερα, όπως περίπου είναι σήμερα οι νομοί. Η Παλαιστίνη ήταν νομός της Συρίας. Ο Ηρώδης ήταν υφιστάμενος του Κυρηνίου. Οι αρχαίοι, όταν ήθελαν να σημειώσουν τη χρονολογία, έγραφαν το όνομα του ηγεμόνα στις μέρες του οποίου συνέβαινε ένα γεγονός.

Γι’ αυτό και ο Λουκάς σημειώνει· «ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου».
Στο διάταγμα του βασιλιά των βασιλιάδων Αυγούστου υπάκουαν όλοι. Έφευγαν από τις πόλεις, όπου κατοικούσαν, και πήγαιναν στην πόλη από την οποία κατάγονταν, για να απογραφούν όπως κάνουμε και μεις σήμερα, όταν ψηφίζουμε. «Και επορεύοντο πάντες απογράφεσθαι, έκαστος εις την ιδίαν πόλιν. Ανέβη δε και Ιωσήφ από της Γαλιλαίας εκ πόλεως Ναζαρέτ εις την Ιουδαίαν εις πόλιν Δαυίδ, ήτις καλείται Βηθλεέμ, διά το είναι αυτόν εξ οίκου και πατριάς Δαυίδ, απογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί ούση εγκύω» (Λκ 2,3-5). Οι διαταγές ήταν αυστηρές, οι Ρωμαίοι αξιωματικοί επίσης αυστηροί. Κάθε καθυστέρηση ή απουσία τιμωρούνταν παραδειγματικά. Δεν γινόταν καμία εξαίρεση. Κόσμος πολύς κατέφθανε απ’ όλες τις περιοχές στα κέντρα απογραφής. Κανείς δεν υπολόγιζε τις ταλαιπωρίες· έβαζε την οικογένεια του σε μία άμαξα ή, αν ήταν φτωχός, έβαζε τα άρρωστα και ανήλικα μέλη σε ένα – δύο άλογα και οι υπόλοιποι πεζοί πήγαιναν στην πατρική πόλη. Οι δρόμοι γεμάτοι από πλήθη. Τα πανδοχεία, τα ξενοδοχεία της εποχής εκείνης, δεν είχαν χώρο ούτε στη σκάλα ούτε στην αυλή. Εννοείται ότι τα αρχαία ξενοδοχεία δεν είχαν κρεβάτια ούτε στρώματα ούτε καν δωμάτια ατομικά. Ανάμεσα στο πλήθος ήταν και ο φτωχός Βηθλεεμίτης Ιωσήφ, που κατοικούσε χρόνια τώρα στη Ναζαρέτ. Πήγαινε να απογραφεί στη πατρίδα του· μαζί του ταλαιπωρούνταν και η απλοϊκή κόρη Μαριάμ, η έγκυος παρθένος, που βρισκόταν στις τελευταίες ήμερες της εγκυμοσύνης. Και αυτοί και ο Χριστός, που ήταν ακόμη στα σπλάγχνα της μητέρας του, πήγαιναν να απογραφούν σαν αντικείμενα της περιουσίας του Αυγούστου!

Μετά από τη ταλαιπωρία του ταξιδιού έφθασαν στη Βηθλεέμ και, όπως όλοι οι ταξιδιώτες, κατέλυσαν σε κάποιο πανδοχείο. Τα πανδοχεία διέθεταν μεγάλους χώρους όπου συνωστίζονταν οι πελάτες και κατακλίνονταν, αν μπορούσαν να κατακλιθούν, ο ένας δίπλα στον άλλο. Κοντά σε κάθε πανδοχείο υπήρχε απαραίτητα ο στάβλος – όπως σήμερα κοντά στο ξενοδοχείο υπάρχει το πάρκιγκ – για να βρίσκουν εκεί τροφή και ανάπαυση τα μεταφορικά μέσα της εποχής, τα υποζύγια. Το βράδυ που έφθασε η αγία οικογένεια στη Βηθλεέμ, ιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, συμπληρώθηκαν οι μέρες να γεννήσει η Μαρία και γέννησε τον υιό της τον πρωτότοκο και τον σπαργάνωσε μέσα στο παχνί (του στάβλου), διότι «ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι» (Λκ 2,7). Δεν υπήρχε στο πανδοχείο ιδιαίτερος τόπος για το έκτακτο γεγονός της γέννας και φυσικά δεν ήταν δυνατόν να γεννήσει η Παρθένος μπροστά σ’ όλους τους ενοίκους του πανδοχείου. Έτσι το πρώτο κρεβατάκι στο όποιο ακούμπησαν το νεογέννητο Χριστό ήταν η φάτνη, το παχνί όπου ρίχνουν το άχυρο των ζώων, διότι δεν υπήρχε καθαρότερο μέρος. Την άλλη μέρα, ή τις άλλες, πήραν σειρά να απογραφούν. Και ο μεν Ιωσήφ δήλωσε ένα μέλος περισσότερο, ο δε Αύγουστος απέγραψε ένα δούλο περισσότερο.

 Ο ενανθρωπήσας Θεός γεννήθηκε δούλος, την ώρα που αγεληδόν γινόταν η καταμέτρηση των δούλων, και η πρώτη υποχρέωση της ζωής του ήταν να εξαγοράσει τον εαυτό του για ένα χρόνο.
Τί ταπείνωση! Και ενώ αυτός ήταν ο βασιλιάς των βασιλιάδων της οικουμένης, άλλος κρατούσε φαινομενικά τη θέση του βασιλιά των βασιλιάδων, ο Αύγουστος· κι αυτός γεννήθηκε σαν κτήμα και μέρος της περιουσίας εκείνου. Ενώ ο Ιησούς ήταν ο βασιλιάς του Ισραήλ, ως υιός του Δαυίδ, και η γνησιότητα της καταγωγής του από τον Δαυίδ φαινόταν από τα έγγραφα της απογραφής, τα οποία τον υποχρέωσαν να απογραφεί στη πόλη του Δαυίδ Βηθλεέμ, εν τούτοις άλλος καθόταν ως τύραννος στο τράχηλο του Ισραήλ, ο Ιδουμαίος Ηρώδης, που όχι υιός του Δαυίδ δεν ήταν, αλλά ούτε Ισραηλίτης. Όταν γεννήθηκε ο αληθινός βασιλιάς του κόσμου, ο ένας βασιλιάς, ο Αύγουστος, τον απέγραφε ως κτήμα του και ο άλλος βασιλιάς, ο Ηρώδης, τον κυνηγούσε ως θύμα του, ήθελε να τον σφάξει.

Οι ποιητές της Εκκλησίας κάτω από το γεγονός της απογραφής βλέπουν μία άλλη απογραφή, πνευματική.

Μονάρχησε ο Αύγουστος στη γη για να παύσει η πολυαρχία· ενανθρώπησε ο Χριστός, για να παύσει η πολυθεΐα.

Απογράφηκαν οι λαοί με το διάταγμα του Καίσαρα Αυγούστου· επιγραφήκαμε οι πιστοί με το όνομα του Χριστού, πήραμε το όνομά του, για δικό μας, ονομαστήκαμε Χριστιανοί.

Απογράφηκε ο Θεός ως δούλος του Αυγούστου, για να μας ελευθερώσει από τη δουλεία της αμαρτίας.

Απογράφηκε ο Ιησούς στα φορολογικά βιβλία του Αυγούστου, για να πληρώνει χρηματικό φόρο· απογραφήκαμε και μείς στο βιβλίο της ζωής και προσφέρουμε «υπέρ την χρηματικήν φορολογίαν πλουτισμόν ορθοδό­ξου θεολογίας». Ακούμε τα υψηλά αυτά μελωδήματα στη γιορτή των Χριστουγέννων.
Άθλιοι όσοι απογράφονταν ως δούλοι του Καίσαρα Αυγούστου. Μακάριοι όσοι απογραφόμαστε ως δούλοι του παμβασιλέα Χριστού. Τρισάθλιοι όσοι πλήρωναν φόρο σώματος στο μονάρχη Αύγουστο. Τρισευτυχισμένοι όσοι λυτρωθήκαμε ψυχικά και σωματικά με το αίμα του αιωνίου μονάρχη Ιησού και πληρώνουμε σ’ αυτόν φόρο πίστεως. Απολαμβάνουμε την ευλογία αυτή, διότι ο Ιησούς υπέφερε την αθλιότητα εκείνη

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΗΔΕΝΙ ΕΙΠΗΤΕ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΕΩΣ ΟΥ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΝΑΣΤΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου 2017

       Ένα από τα κορυφαία γεγονότα στην επίγεια ζωή του Χριστού είναι η Μεταμόρφωσή Του στο όρος Θαβώρ, ενώπιον των τριών μαθητών Του, του Πέτρου, του Ιακώβου και του Ιωάννη, αλλά και η συνομιλία Του με τους δύο προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωυσή και τον Ηλία. Κατά την Μεταμόρφωση οι μαθητές είδαν το πρόσωπο του Χριστού να λάμπει όπως ο ήλιος και τα ενδύματά Του να γίνονται άσπρα σαν το φως (Ματθ. 17, 2). Ο Χριστός φανέρωσε την δόξα Του στους μαθητές Του, κατά το μέτρο που εκείνοι μπορούσαν να την αντιληφθούν, να την κατανοήσουν, να την βιώσουν. Και έγιναν μάρτυρες και της Θεοφάνειας, της παρουσίας δηλαδή της Αγίας Τριάδος. Είδαν νεφέλη φωτεινή και άκουσαν τη φωνή του Θεού Πατρός να λέει: «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα. Αυτού ακούετε» (Ματθ. 17, 5). Προγεύτηκαν τη δόξα του Παραδείσου. Πήραν το μήνυμα πως τα πάθη, ο Σταυρός, ο θάνατος, η Ταφή, όσα δηλαδή θα απογύμνωναν τον Χριστό από τη δόξα των θαυμάτων, από το βάθος της διδασκαλίας, από την ελπίδα της ζωής που έδινε στους ανθρώπους  θα ήταν πρόσκαιρα φαινόμενα. Γι’  αυτό και ο Χριστός τους επισημαίνει:  «μηδενί είπητε το όραμα έως ου ο υιός του ανθρώπου εκ νεκρών αναστή» (Ματθ. 17, 9). «Μην πείτε σε κανέναν αυτό που είδατε, ώσπου να αναστηθεί ο Υιός του Ανθρώπου από τους νεκρούς».

       Στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό συνήθως τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Οι άνθρωποι ζητούμε σημεία. Θέλουμε αποδείξεις ότι ο Θεός υπάρχει. Ακόμη κι αν είμαστε κοντά Του, ακόμη κι αν ζούμε με τον τρόπο της Εκκλησίας, μέσα μας υπάρχει αυτό το «καθώς ηδύναντο»  των μαθητών. Προσευχόμαστε και περιμένουμε από τον Θεό να ακούσει την προσευχή μας. Ζητάμε ζωή και ελπίδα και περιμένουμε με κάποιον τρόπο ο Θεός γρήγορα να μας τα προσφέρει. Θέλουμε ενίσχυση να αντέξουμε τον κόπο και τη φθορά των ανθρώπινων σχέσεων και αγωνιούμε όταν οι άλλοι δεν είναι όπως τους θέλουμε και ο Θεός δε φαίνεται να ακούει τη φωνή μας και να τους οδηγεί διά του φωτισμού του στη συμπεριφορά που εμείς έχουμε επιλέξει να είναι η καλύτερη. Ζητούμε ουσιαστικά από τον Θεό να δεσμεύσει την ελευθερία των ανθρώπων και να γίνουν όπως εμείς τους θέλουμε. Θέλουμε έναν Θεό Δυνατό, Ισχυρό, Εξουσιαστή, που δε θα νικιέται από τα πάθη και την ισχύ των ανθρώπων. Γι’  αυτό και μας φαίνεται ακατανόητη η ταπείνωση του Θεού. Περιμένουμε την δόξα του και σ’  αυτή στηριζόμαστε, για να αισθανόμαστε κι εμείς δοξασμένοι, όντας πιστοί Του.

          «Μηδενί είπητε το όραμα έως ου ο υιός του ανθρώπου αναστή εκ νεκρών». Στον λόγο του Χριστού αποτυπώνεται αυτό που ο Θεός μας προσφέρει. Χαραμάδες δόξας, όχι όμως την υπερηφάνεια ότι είμαστε ικανοί να μετέχουμε από μόνοι μας σ’  αυτήν. Όχι καύχηση γι’  αυτό που βλέπουμε και πιστεύουμε, αλλά επίγνωση ότι η πνευματική ζωή κρύβει τις δυσκολίες του σταυρού και εκείνος είναι το καύχημά μας. Πιστεύουμε και περιμένουμε. Αφήνουμε τον Θεό να καθορίσει τον χρόνο που θα μας ωφελήσει να λάβουμε τα στοιχεία της παρουσίας Του. Εργαζόμαστε πνευματικά και ασκητικά, ανεβαίνοντας στο όρος Θαβώρ, δηλαδή απομακρυνόμενοι από τον θόρυβο του κόσμου και της εξωστρέφειας, και όντας έτοιμοι να χαρούμε τη βεβαιότητα της ανάστασης, ακόμη και μέσα στην προσδοκία της υπομονής. Προσευχόμαστε, μελετούμε, ησυχάζουμε, αφήνουμε κατά μέρος τις επιθέσεις του θελήματος, τόσο του δικού μας, όσο και των άλλων, και διαλέγουμε την αγάπη.

          «Μηδενί είπητε το όραμα έως ου ο υιός του ανθρώπου αναστή εκ νεκρών». Στον λόγο του Χριστού αποτυπώνεται ο πειρασμός που οι χριστιανοί αντιμετωπίζουμε. Οι άλλοι δεν είναι σε θέση να καταλάβουν το όραμα που ο Χριστός μας δίνει. Συχνά «μηδείς». Αυτό δεν πρέπει να μας απογοητεύει. Αντίθετα, χρειάζεται να τονώνει μέσα το αίσθημα ότι η πίστη είναι δρόμος πρωτίστως μοναχικός. Έχει να κάνει με την απόφασή μας να αναζητήσουμε τον Θεό «κατά μόνας». Να βρούμε τη χριστιανική μας ταυτότητα ψάχνοντας για απαντήσεις στα υπαρξιακά, αλλά και στα άλλα ερωτήματα της ζωής. Να κατανοήσουμε ότι το όραμα της πίστης είναι η μεταμόρφωση της καρδιάς, αλλά και του προσώπου μας, η εμπειρία της αγιότητας, η δύναμη της αγάπης, που δεν μπορεί να ερμηνεύσει την κακία του κόσμου, αλλά μπορεί να την απαλύνει. Και μεταμορφωμένη καρδιά σημαίνει αυτή που εμπιστεύεται τον Χριστό. Διότι Εκείνος είναι ο παντοτινός μας ακόλουθος. Αυτός που μεταμορφώνει τα βήματά μας από το «φαίνεσθαι» στο «είναι». Και μας δίνει το κουράγιο, ώστε αυτό που κρύβεται στην ψυχή μας, να μας γεμίζει χαρά και να αντανακλάται σε όποιον μπορεί να το προσεγγίσει, χωρίς να μας αποκαρδιώνουν η αδιαφορία, η άρνηση, η απόρριψη.

        «Μηδενί είπητε το όραμα έως ου ο υιός του ανθρώπου αναστή εκ νεκρών». Η πνευματική ζωή είναι στηριγμένη στη δύναμη της λαλούσης σιωπής. Οι άνθρωποι μιλούμε πολύ. Φωνάζουμε. Απαιτούμε την επικοινωνία. Χρησιμοποιούμε κάθε μέσο προκειμένου να καταστήσουμε το πρόσωπό μας επίκεντρο του κόσμου μας.  Όταν δεν μπορούμε να μιλήσουμε, αισθανόμαστε δυστυχείς. Μοναχικοί. Μελαγχολικοί. Η πνευματική ζωή όμως μιλά και διά της σιωπής. Αυτή γνωρίζει να μας κάνει να βλέπουμε τα πάθη μας και τα λάθη μας. Να προσευχόμαστε εξ όλης της καρδίας μας προς Αυτόν που μας ανεβάζει εκ γης προς ουρανόν. Να σκεφτόμαστε και να κάνουμε την αυτοκριτική μας.  Η πνευματική ζωή είναι η οδός της αυτογνωσίας, που δεν μπορεί όμως να έρθει στον θόρυβο και την κενότητα του λόγου. Στην απάντηση που θα μας αυτοδικαιώσει. Δεν είναι μόνο καιρός του λαλείν. Είναι και καιρός του σιγάν. Και αν δεν έρθει το δεύτερο, το πρώτο συχνά οδηγείται στη ρηχότητα της κατάκρισης, της φιλαυτίας, της αυτοθέωσης.

         Η εορτή της Μεταμόρφωσης μας δείχνει ότι στη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο τα πράγματα δεν είναι μόνο όπως φαίνονται. Ότι υπάρχει η δόξα της αλλαγής, που ξεκινά από τον εαυτό μας και γι’  αυτό είμαστε υπεύθυνοι. Να προχωρήσουμε σύμφωνα με την οδό του σταυρού, της ταπείνωσης, της εμπιστοσύνης στον χρόνο που ο Θεός καθορίζει να λάβουμε εκείνο που ο Ίδιος γνωρίζει ότι μας χρειάζεται πραγματικά. Να καταλάβουμε ότι σημασία έχει η αλήθεια, ακόμη κι αν μηδείς την αντιλαμβάνεται και να μη φοβηθούμε τη μοναχικότητά μας. Να ζήσουμε και την οδό της σιωπής, η οποία προετοιμάζει για τον αυθεντικό λόγο της αγάπης, της ελπίδας, της παρηγορίας, τον λόγο της πίστης που χωρίς να αρνείται τη χαρά του κόσμου και της ζωής, μεταμορφώνει το πρόσκαιρο σε αιώνιο. Διότι αρνείται την αμαρτία του αυτοθεωμένου και επιλέγει την κοινωνία του προσφερόμενου «εγώ», δηλαδή την εμπιστοσύνη σ’  Αυτόν που βλέπει και παρέχει την ανάσταση!

                Χρειαζόμαστε την Εκκλησία που πορεύεται μεταμορφωτικά και διδάσκει την Θεοφάνεια σε έναν κόσμο που απαιτεί αποδείξεις και σημεία. Που δεν μπορεί να κατανοήσει τι σημαίνει Θαβώρ. Που δεν αντέχει τον άλλο, όταν δεν είναι υπηρέτης του δικού μας θελήματος. Που φωνάζει, γιατί φοβάται να αντικρίσει τον αληθινό του εαυτό. Χρειαζόμαστε την Εκκλησία που διά της αγιότητας, της άλλοτε λαλούσης και της άλλοτε σιωπώσης, θα υπερβεί την νοοτροπία της υλικότητας και θα οδηγήσει στην οδό της πνευματικότητας. Αυτής που οδηγεί τον άνθρωπο από το «φαίνεσθαι»  στο «είναι», στην μετοχή στις θείες ενέργειες. Στη δόξα που νικά τον θάνατο!

Κέρκυρα, 6 Αυγούστου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ζωντανό Μυστήριο

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Ιουλίου 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για παντοκρατωρ ΓΕΝΝΗΣΗ

Ζωντανό Μυστήριο

– Στέργιου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Ο ερχομός του Μεσσία, όπως αναμένεται από το λαό του Θεού και προφητεύεται στην Παλαιά Διαθήκη, συνδέεται χαρακτηριστικά με δύο μεγάλα πνευματικά μεγέθη· το ένα αναφέρεται στην προσφορά του Θεού, το άλλο στην ανταπόκριση του ανθρώπου: Είναι το έλεος αφ΄ ενός και η αγαλλίαση αφ΄ ετέρου. Ο Κύριος ελεεί και σώζει, ο άνθρωπος σώζεται και αγαλλιάται. Ψάλλει ο ψαλμωδός όλος πίστη και ευγνωμοσύνη· «Εγώ δε επί τω ελέει σου ήλπισα, αγαλλιάσεται η καρδία μου επί τω σωτηρίω σου» (Ψαλ. 12: 6). Ελπίδα μόνη, που μπορεί να στερεώσει την καρδιά μας στη βαθιά ανησυχία της, για την ακεραιότητα της υπάρξεώς μας, η οποία απειλείται συνεχώς από ποικίλους κινδύνους, είναι η αγάπη του Θεού.

Μία αγάπη, η οποία προσφέρεται δωρεάν, χωρίς ανταλλάγματα, άφθονα, χωρίς κρατούμενα και προ πάντων μεγαλόψυχα, χωρίς συνερισμούς «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε» (Ρωμ. 5: 8). Μέσα σε μία τέτοια αγκαλιά μπορεί η ψυχή μας να απαλλαγεί από τους υποχθόνιους φόβους της και να γεμίσει ουράνια ειρήνη. Είναι η αγκαλιά, που άνοιξαν τα χέρια του Χριστού πάνω στο ξύλο του σταυρού δίνοντας τις άπειρες διαστάσεις της αγάπης του Θεού. Από εκεί έσταξε πάνω μας το Αίμα και το Ύδωρ, που μας κάνει καινούργιους, από εκεί σταλάζει στη ζωή μας το έλεος που μας σώζει. Δεν είναι λοιπόν, λάθος να πούμε ότι στον Μεσσία Χριστό, που περίμενε ο κόσμος και ήλθε ως Θεάνθρωπος, ενσαρκώθηκε με τον πληρέστερο τρόπο το έλεος του Κυρίου προς την ανθρωπότητα. Όσοι δέχονται αυτό το έλεος με την πίστη ότι το προσφέρει ο Θεός για την σωτηρία τους, ένα μόνο αίσθημα μπορούν να δοκιμάζουν· αγαλλίαση, χαρά, ευφροσύνη και τέρψη πνευματική από ανακούφιση και ασφάλεια. Διότι εκείνο, που συνθλίβει τη χαρά μας είναι ο φόρτος των απειλών στη ζωή μας, η αβεβαιότητα της επιβιώσεώς μας ως όντων με ψυχή και με σώμα· είναι το άγχος της υπάρξεώς μας να μη χαθεί, αλλά να ζήσει αιώνια. Εκείνοι που ζούσαν προ Χριστού, που περίμεναν τον Μεσσία, αλλά δεν είχαν γνωρίσει το σταυρό του, ένιωθαν το έλεος ως σωτηρία από τους εχθρούς του Θεού, από τους ανθρώπους του πονηρού και του κακού και αναγάλλιαζαν προσδοκώντας την ολοκληρωμένη νίκη και δόξα του Μεσσία.

Αυτοί δε που μετά Χριστόν απολαμβάνουμε το έλεος του σταυρού του, αναγαλλιάζουμε «χαρά ανεκλαλήτω και δεδοξασμένη» (Α΄ Πέτρ. 1: 8) δοξολογώντας τον αρχηγό της σωτηρίας μας, τον Κύριο Ιησού. Κορυφαία στο χορό των λυτρωμένων η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας, που υπηρέτησε το σχέδιο της θείας οικονομίας, ψάλλει· «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρί μου» (Λουκ. 1: 46-47). Δεν είναι, λοιπόν, άστοχο να πούμε ότι ο Χριστός, που μας λυτρώνει, γίνεται η ίδια η αγαλλίασή μας, καθώς είναι η αιτία της χαράς μας και το περιεχόμενο της ευφροσύνης μας. Αυτός ο Θεός μας, που ενανθρώπησε, όχι μόνο πραγματώνει τέλεια στο πρόσωπό του το έλεος του Θεού και την αγαλλίαση του ανθρώπου, αλλά συνιστά επίσης αυτό τούτο το γεγονός της σωτηρίας μας. Δεν είναι απλώς ο Σωτήρας μας, αλλά είναι συγχρόνως αυτός και η σωτηρία μας. Πράγματι, ο Ιησούς Χριστός εργάσθηκε, για την σωτηρία μας, όπως όλοι οι δίκαιοι και οι άγιοι, με τη ζωή του, με το λόγο του, με τη θυσία του ακόμη, καταγγέλλοντας την αλήθεια που σώζει. Αλλά η προσφορά του ξεπερνά το έργο ενός απλού δούλου του Θεού· δεν ήταν απλώς μία υπηρεσία. Ο Χριστός κατέστησε τον ίδιο τον εαυτόν του, τη σάρκα του και το αίμά του, συστατικό της σωτηρίας μας, ώστε η λύτρωση να μη νοείται χωρίς τον Λυτρωτή. «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς», είπε ο ίδιος (Ιω. 6: 53).

Η πραγματικότητα αυτή εκφράζεται, μπορούμε να πούμε, λεκτικά αρκετές φορές στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά και στους πατέρες της Εκκλησίας, με το ουσιαστικό «σωτήριον», που ως χαρακτηρισμός αναφέρεται στον Χριστό και περιέχει μέσα του ως ουδέτερο και την έννοια της σωτηρίας και την έννοια του σωτήρος. Είναι, λοιπόν, το σωτήριόν μας ο Θεάνθρωπος Ιησούς, ο οποίος επίσης είναι και το έλεος και η αγαλλίαση. Αυτός η πηγή, αυτός το νερό, αυτός η αναψυχή. Στο πρόσωπό του ανακεφαλαιώνονται όλα τα θαυμάσια και κατανοούνται όλα τα μυστήρια. Είναι το ζωντανό μυστήριο της σωτηρίας. Στο θείο Βρέφος, που γιορτάζουμε κι αυτά τα Χριστούγεννα, μπορούμε να δούμε καλλίτερα από οπουδήποτε αλλού πως μας ελέησε ο Θεός με την πολλή του αγάπη και ενανθρώπησε· πως μας έσωσε με το πολύ του έλεος και μας χάρισε τη ζωή του· πως μας ευαγγελίσθηκε χαρά μεγάλη με τη σωτηρία, που μας έφερε και μας έκανε μέλη της Εκκλησίας του. Μέσα στην Εκκλησία του τώρα αναδεύουμε στην καρδιά μας τα νοήματα των αποστόλων «Ευλογητός ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο κατά το πολύ αυτού έλεος αναγεννήσας ημάς… εις σωτηρίαν ετοίμην αποκαλυφθήναι εν καιρώ εσχάτω· εν ω αγαλλιάσθε» (Α΄ Πέτρ. 1: 3-6). «Ευλογητός ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού… προορίσας ημάς εις υιοθεσίαν δια Ιησού Χριστού εις αυτόν…» (Εφ. 1: 3-5). Παίρνουμε στα χείλη μας τα λόγια των προφητών του· «Εγώ δε επί τω ελέει σου ήλπισα, αγαλλιάσεται η καρδία μου επί τω σωτηρίω σου· άσω τω Κυρίω τω ευεργετήσαντί με και ψαλώ τω ονόματι Κυρίου του Υψίστου» (Ψαλμ. 12: 6). Και κάνουμε τραγούδι λυτρωμού την ευγνωμοσύνη μας σ΄ Αυτόν, που είναι για μας Έλεος και Σωτήριον και Αγαλλίαση.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η άλλη διάστασις

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Ιουνίου 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Η άλλη διάστασις

– Στέργιου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

 Από την αρχή του Χριστιανισμού, όπως το δείχνει η Καινή Διαθήκη και μάλιστα οι επιστολές του αποστόλου Παύλου, η θεολογία αποτελεί τη ρίζα και το θεμέλιο της πράξεως. Διαφορετικά, η θεολογία εκφυλίζεται σ΄ ένα στεγνό και άχρηστο σύστημα ιδεών, ενώ η πράξη χάνει το βάθος και την ουσία της, καταντά τύπος και, όχι σπάνια, αιρετικός ακτιβισμός. Μ΄ αυτή την προοπτική είναι χρήσιμο και αναγκαίο τις μέρες αυτές, που γιορτάζουμε την Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να σκύψουμε στη θεολογία αυτής της κατεξοχήν θεολογικής γιορτής. Το «θαυμαστόν και μέγα» τούτο γεγονός σηματοδοτεί το τέλος της επίγειας δράσεως του Ιησού και συγχρόνως συνοψίζει τη θεολογία όλων των γεγονότων της θείας οικονομίας.

Επιβεβαιώνει τον Ευαγγελισμό και την ενανθρώπηση του Κυρίου: Το ανθρώπινο σώμα, το οποίο τότε ενωμένο με τη θεία φύση συνελήφθη εν Πνεύματι αγίω στη μήτρα της Παναγίας μας και γεννήθηκε στη φάτνη της Βηθλεέμ, αυτό το ίδιο αναλαμβάνεται τώρα στους ουρανούς.

Διευρύνει τη Μεταμόρφωση: Τη θεϊκή δόξα του Θεανθρώπου, που αξιώθηκαν να δουν οι τρεις μαθητές στο όρος της Μεταμορφώσεως, την ατενίζουν στο όρος των Ελαιών όλοι οι μαθητές.  Μπαίνουν στη διάσταση της πνευματικής συχνότητας και βλέπουν τον Θεό με τα μάτια τους!

 Επιμαρτυρεί την Ανάσταση: Είναι μια επίσημη – η τελευταία στη διάρκεια των σαράντα ημερών – εμφάνιση του αναστημένου Ιησού.

Προετοιμάζει την Πεντηκοστή: Ανεβαίνοντας στα ουράνια, το σώμα του Κυρίου εγκαινιάζει τη γέφυρα μεταξύ γης και ουρανού, ώστε να κατεβεί στη γη ο Παράκλητος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.

 Προαναγγέλλει τη Δευτέρα Παρουσία: Οι άγγελοι διαμηνύουν στους μαθητές την παρήγορη υπόσχεση· «ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ΄ υμών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται, ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν» (Πραξ. 1: 11). Ο Θεός δεν περιορίζεται από τον δικό μας χωροχρόνο. Έτσι, την ώρα που απομακρύνεται από τα μάτια των μαθητών του ο Κύριος είναι επίσης «ο ερχόμενος» (Β΄ Ιω 7). Κι αυτή η προσμονή του γλυκαίνει την έμπονη πορεία των δικών του σ΄ αυτή τη γη. Δίνει άλλη διάσταση στη ζωή τους.

Η θεολογία της Αναλήψεως, όπως διδάσκεται στα κείμενα της αγίας Γραφής, υπερβαίνει, υπερβαίνει την εμπειρία των αισθήσεων και εισάγει στον απρόσιτο χώρο του μυστηρίου. Γι΄ αυτό και τον σίγουρο τρόπο προσεγγίσεως της Αναλήψεως προσφέρουν τα μυστήρια της Εκκλησίας, που επενδύονται και νοηματοδοτούνται απ΄ αυτό το γεγονός. Ενδεικτικά θα αναφερθώ σε δύο μυστήρια.

Το μυστήριο του Βαπτίσματος, η αφετηρία της πνευματικής μας αναγεννήσεως, αντλεί την αναγεννητική του δύναμη από τη λυτρωτική θυσία του Κυρίου, της οποίας η έκπαγλη δόξα καταδεικνύεται στο γεγονός της θείας Αναλήψεως. Με τις πληγές του μαρτυρίου του στο ανθρώπινο σώμα αλλά και με τη θεϊκή του λαμπρότητα ο Κύριος ανελήφθη, ανοίγοντας για μας το δρόμο που η πτώση είχε καταστήσει απροσπέλαστο. Κανείς άλλος δεν είχε αυτή τη δύναμη, διότι «ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιός του ανθρώπου» (Ιω 3: 13).

 Η σταθερότητα και η αύξηση των πιστών στη βασιλεία του Θεού εξασφαλίζεται με τη μετοχή τους στο σώμα και το αίμα του Κυρίου στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Το σώμα Χριστού που κοινωνούμε μας προετοιμάζει για τη δική μας άνοδο στον ουρανό. Μ΄ αυτή τη βεβαιότητα δέεται ο άγιος Συμεών ο Μεταφραστής: «Ο τη ενδόξω σου Αναλήψει της σαρκός θεώσας το πρόσλημμα και τούτο τη δεξιά καθέδρα τιμήσας του Πατρός, αξίωσόν με, δια της των αγίων σου μυστηρίων μεταλήψεως της δεξιάς μερίδος των σωζομένων τυχείν».

Το αναλημμένο σώμα του Ιησού κατατέθηκε στον ουρανό ως αδαπάνητο συνάλλαγμα, εγγύηση και θησαυρός της Εκκλησίας, που περπατά ακόμα στη γη, αλλά φέρεται με μία δυναμική φορά προς τα άνω, στο θρίαμβο του ουρανού. Αναγεννημένο και ενωμένο με τον Κύριο το ανθρώπινο γένος «συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις» (Εφ. 2, 6) μαζί με το Χριστό, γράφει στους χριστιανούς της Εφέσου ο απόστολος Παύλος. Θεωρεί ως γεγονός συντελεσμένο την εγκατάσταση των πιστών στον ουρανό και το συνδοξασμό τους με τον Ιησού. Και είναι!  Όταν από ένα χαρμάνι παίρνουμε ένα δείγμα, ενυπάρχουν σ΄ αυτό τα στοιχεία όλου του υλικού από το οποίο προέρχεται το δείγμα. Έτσι, στο ένδοξο σώμα του θεανθρώπου Κυρίου, που ήδη βρίσκεται στη δόξα του ουρανού, ενυπάρχει όλο το ανθρώπινο φύραμα, η ανθρώπινη φύση. Οι ιδιότητες του αναληφθέντος Χριστού κι η θεϊκή του δόξα αντανακλούν σ΄ όλους τους ανθρώπους, τώρα σκιωδώς και δια της πίστεως, κατά τη Δευτέρα Παρουσία του ολοκληρωτικά και «δι΄ είδους», πραγματικά.

   «Σήμερον (δηλ. κατά την Ανάληψη) καταλλαγαί (=συμφιλίωση) τω Θεώ προς το των ανθρώπων γεγόνασι γένος… Οι της γης ανάξιοι φανέντες (δηλ. οι άνθρωποι) εις τον ουρανόν ανήχθημεν (=ανυψωθήκαμε)». Μ΄ αυτές τις σύντομες αλλά τόσο μεστές φράσεις προσδιορίζει ο άγιος Χρυσόστομος την πρακτική διάσταση της Αναλήψεως του Κυρίου, την προσφορά της στο ανθρώπινο γένος.

Σε μια εποχή υλοκρατίας και υλοφροσύνης, σε έναν κόσμο που ασφυκτιά αυτοπεριοριζόμενος στον στενό ορίζοντα των ενδογήινων επιδιώξεών του, ο σημερινός άνθρωπος αισθάνεται τραγικός δεσμώτης, ανασφαλής και αβέβαιος ακόμη και μες στον χρυσό πύργο του ευδαιμονισμού του. Πνίγεται μέσα στα ίδια τα αγαθά, τα οποία ζητά να κατακτήσει. Αναγκαιότητα ανυπέρθετη για τη συνέχεια της ζωής του η επιστροφή «εις το όρος των Ελαιών». Εκεί απλώνεται φωτεινός ορίζοντας και παρακλητική βεβαιότητα εγγίζει την κουρασμένη ψυχή. Εκεί διανοίγεται το αδιέξοδο, προσφέρεται η κατακόρυφη διέξοδος, η άλλη διάσταση, που τείνει προς την πραγματική πατρίδα μας, τον ουρανό. Το πανάγιο χέρι τού αναστημένου Ιησού, καθώς αναλαμβάνεται στους ουρανούς, ευλογεί αυτούς που αφήνει στη γη, υπογράφει το συμβόλαιο της ειρήνης προς τον Πατέρα, τη διαθήκη της αιώνιας αγάπης προς τους αδελφούς του. Κι είναι σαν να τους γνέφει ότι εκεί, στους ουρανούς, τους περιμένει κι αυτούς.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η διήγηση της βάπτισης του Ιησού και η πρόσληψή της από τη λατρεία της Εκκλησίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιανουαρίου 2017

the-baptism-of-christ-1

Μόσχος Γκουτζιούδης (Επίκ. Καθ. Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ)

Οι διαφορετικές εκδοχές

Το περιστατικό της βάπτισης του Ιησού σε όλες τις εκδοχές του (Μτ. 3:13-17//Μκ. 1:9-11//Λκ. 3:21-22//Ιω. 1:29-34) έχει προσαρμοστεί στις χριστολογικές ιδέες του κάθε ευαγγελιστή. Στο κατά Μάρκον ο Ιησούς εισάγεται για πρώτη φορά στο προσκήνιο στο 1:9 καθώς έρχεται να βαπτιστεί από τον Ιωάννη στον ποταμό Ιορδάνη. Η διήγηση είναι σύντομη και απλή χωρίς λεπτομέρειες. Είναι πράγματι παράξενο πως ένα τόσο σημαντικό γεγονός περιορίζεται μόνο σε τρεις στίχους στο κατά Μάρκον. Ο Ιησούς εδώ παρουσιάζεται χωρίς κάποιον χριστολογικό τίτλο με τον τόπο καταγωγής του μόνο να δηλώνεται στο κείμενο (ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας). Λίγο παρακάτω όμως, στο 1:11 ο Ιησούς φανερώνεται με θαυματουργικό τρόπο ως Υιός του Θεού. Τώρα λοιπόν οι αναγνώστες του ευαγγελίου πληροφορούνται ποιος πραγματικά είναι αυτός για τον οποίο ο Μάρκος θα αφηγηθεί διάφορα περιστατικά στη συνέχεια. Στο κατά Μάρκον η βάπτιση του Ιησού περιγράφεται ως μια προσωπική εμπειρία του ίδιου, ένα περιστατικό μιας ιδιωτικής στιγμής χωρίς να γίνεται λόγος για παρουσία άλλων προσώπων εκτός από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Ακόμη, στην εκδοχή του Μάρκου ο Ιησούς είναι ο μόνος που υπάρχει για να δει το άνοιγμα του ουρανού και την κάθοδο του πνεύματος σε αυτόν. Συνεπώς είναι επίσης και ο μόνος που ακούει την φωνή από τον ουρανό. Στα υπόλοιπα ευαγγέλια η σκηνή έχει δημόσιο χαρακτήρα. Ίσως αυτή η αλλαγή να οφείλεται σε απολογητικούς λόγους που ήθελαν να τονίσουν την αλήθεια των τριών υπερφυσικών γεγονότων[1] που έλαβαν χώρα κατά τη βάπτιση του Ιησού. Νομίζουμε πως η ιδιωτική ατμόσφαιρα της μάρκειας εκδοχής έχει σχέση με το μεσσιανικό μυστικό που ο ευαγγελιστής διατηρεί ως ιδιαίτερο θεολογικό χαρακτηριστικό στο ευαγγέλιό του. Συνεπώς η ιδιωτική ατμόσφαιρα της βάπτισης του Ιησού να αποτελεί δική του επεξεργασία. Οι ερευνητές σημειώνουν συχνά ότι η ιδέα του Ιησού από τη Ναζαρέτ ως Υιού του Θεού δεσπόζει στο ευαγγέλιο του Μάρκου, δικαιολογεί την εξουσία που ο ίδιος έχει σε διάφορα σημεία του ευαγγελίου και κορυφώνεται στην ομολογία του εκατόνταρχου τη στιγμή του θανάτου του Ιησού στο σταυρό (Μκ. 15:39).

Στους άλλους δύο συνοπτικούς οι αναγνώστες έχουν πληροφορηθεί τη γέννηση του Ιησού και δεν ακούν γι’ αυτόν, αλλά ούτε για θεϊκή παρέμβαση που συνδέεται με τη ζωή του πρώτη φορά. Ο Ματθαίος πριν το περιστατικό της βάπτισης διασώζει μόνο αυτός έναν διάλογο μεταξύ του Ιησού και του Ιωάννη του Βαπτιστή σύμφωνα με τον οποίο ο δεύτερος αρνείται να βαπτίσει τον πρώτο λόγω κατωτερότητας τους ίδιου (3:14-15)[2]. Προφανώς ο Ματθαίος θέλει να δικαιολογήσει γιατί ο Ιησούς ως ανώτερος δέχτηκε το βάπτισμα του Ιωάννη και έτσι φανερώνει την εύλογη απορία που εκφραζόταν στην κοινότητά του. Ο λόγος είναι για να εκπληρωθεί το σχέδιο του Θεού (Μτ. 3:15). Μετά από αυτή τη διαβεβαίωση ο Ιωάννης δέχεται να βαπτίσει τον Ιησού. Εξάλλου συχνά στο κατά Ματθαίον, όπου ο Ιησούς παρουσιάζεται ως Υιός του Θεού, εκτελεί το θέλημα του Πατέρα. Στην εκδοχή της βάπτισης του Ιησού στο κατά Ματθαίον (3:13-17) η φωνή που ακούγεται από τον ουρανό (3:17) απευθύνεται σε τρίτο πρόσωπο[3] «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός» και όχι σε δεύτερο «σὺ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός», όπως στο Μάρκο και τον Λουκά (στο Ιω. 1:34 έχουμε πάλι τρίτο πρόσωπο αλλά εκεί παρουσιάζεται να μιλά ο Βαπτιστής για το περιστατικό που έλαβε χώρα). Φαίνεται πως η φωνή απευθύνεται πρωτίστως στον Ιωάννη τον Βαπτιστή και ίσως στο πλήθος των παρευρισκόμενων. Ο Ματθαίος καινοτομεί έναντι του Μάρκου. Ενώ στο κατά Μάρκον το βάρος της διήγησης ρίχνεται στα γεγονότα που ακολουθούν της βάπτισης του Ιησού, στο κατά Ματθαίον θεωρείται δεδομένο ότι ο Ιησούς είναι Υιός του Θεού και επιχειρείται να εξηγηθεί γιατί χρειαζόταν αυτός να βαπτιστεί.

Στα δύο πρώτα κεφάλαια του ευαγγελίου του Λουκά οι διηγήσεις τις παιδικής ηλικίας του Ιωάννη του Βαπτιστή και του Ιησού διαδέχονται η μία την άλλη. Ο Ιησούς έχει ήδη στο Λκ. 1:32 ονομαστεί «υἱὸς ὑψίστου» και παρουσιαστεί ως μεσσίας και επομένως οι αναγνώστες του δεν εκπλήσσονται με την ανακοίνωση ότι είναι ο αγαπητός γιος του Θεού κατά τη βάπτισή του. Στο τέλος του γενεαλογικού καταλόγου που ακολουθεί μετά τη βάπτιση στο κατά Λουκάν ο Ιησούς είναι γιος του Θεού (Λκ. 3:38). Μετά τη βάπτιση ο Ιωάννης εξαφανίζεται από το προσκήνιο και ο Ιησούς είναι πλέον το κεντρικό πρόσωπο του ευαγγελίου. Ο Λουκάς διατηρεί μια καινοτομία. Στο 3:20 μας πληροφορεί ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής έχει συλληφθεί και αμέσως μετά ακολουθεί η αφήγηση της βάπτισης του Ιησού. Ίσως η πληροφορία αυτή λειτουργεί προς όφελος των μελών της Εκκλησίας του Λουκά, αφού ο ευαγγελιστής περνά γρήγορα το γεγονός της βάπτισης του Ιησού χωρίς ν’ αναφέρει το όνομα του Βαπτιστή. Ιωάννης και Ιησούς δεν συναντώνται ποτέ στο κατά Λουκάν, αν και η συνάντησή τους έγινε κατά τη βάπτιση του δεύτερου, όπως προκύπτει από το κείμενο. Προκειμένου να φανεί το φαινομενικά παράδοξο αυτό γεγονός, ας σημειωθεί εδώ ότι ο τρίτος ευαγγελιστής είναι εκείνος που τονίζει περισσότερο από τους υπόλοιπους το ρόλο του Ιωάννη ως προδρόμου του Ιησού. Επίσης ο Λουκάς είναι ο μόνος από τους συνοπτικούς που δεν σημειώνει ότι ο Ιησούς έρχεται από τη Γαλιλαία.

Ο Λουκάς δεν δίνει βαρύτητα στην ίδια την πράξη της βάπτισης αλλά στην κάθοδο του πνεύματος και στην ουράνια διακήρυξη. Αν ήθελε ο ευαγγελιστής να συνδέσει το βάπτισμα με την κάθοδο του πνεύματος, σωστά παρατηρεί ο Dunn, θα είχε στο κείμενο βαπτιζομένου και όχι βαπτισθέντος. Ο Λουκάς μας παρέχει ακόμη μια πληροφορία. Η κάθοδος του πνεύματος γίνεται καθώς ο Ιησούς προσεύχεται[4] αμέσως μετά τη βάπτισή του (Λκ. 3:21). Κανένας άλλος ευαγγελιστής δεν κάνει αναφορά σε προσευχή του Ιησού και επιπλέον ο Λουκάς διευκρινίζει στο 3:22 ότι το πνεύμα εμφανίστηκε με τη σωματική μορφή ενός περιστεριού. Η κάθοδος του πνεύματος στο κατά Λουκάν συνδέεται επομένως με την προσευχή του Ιησού και όχι με τη βάπτισή του. Η προσθήκη της φράσης «σωματικῷ εἴδει» δεν υπάρχει σε καμία από τις υπόλοιπες εκδοχές της διήγησης. Στην εκδοχή του Λουκά η βάπτιση γίνεται μπροστά σε αρκετούς παρευρισκόμενους (3:21) που είχαν νωρίτερα βαπτιστεί. Ασφαλώς η έκφραση «ἅπαντα τὸν λαὸν» είναι υπερβολή, αφού στο Λκ. 7:30 λέγεται πως δεν ανταποκρίνονταν όλοι οι Ιουδαίοι στο βάπτισμα του Ιωάννη. Η αναφορά στην κάθοδο του πνεύματος επίσης είναι πιο συγκεκριμένη (3:22) από ότι στους άλλους δύο συνοπτικούς και επιπλέον η φωνή που ακούγεται παραθέτει μεγαλύτερο μέρος του Ψλ. 2:7. Στο κατά Λουκάν ο Ιησούς βαπτίζεται στον Ιορδάνη επειδή ο Θεός το ήθελε. Η ιδέα είναι πολύ κοντά στην αντίστοιχη εξήγηση του Ματθαίου. Η αλλαγή όμως σε τρίτο ενικό (οὗτός ἐστιν) στο κατά Ματθαίον χαλαρώνει τη σύνδεση με το Ψλ. 2:7. Ο Λουκάς περιέχει επίσης στο Πραξ. 10:38 μια σύντομη αναφορά στη βάπτιση του Ιησού σε μια ομιλία του Πέτρου και εκεί όμως τονίζει ξεκάθαρα την χρίση του πνεύματος και όχι την ίδια τη βάπτιση. Αναγνωρίζει ωστόσο τη μεγάλη σημασία του συγκεκριμένου γεγονότος.

Στο κατά Ιωάννην από την άλλη, δεν λέγεται ρητά ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή αλλά κάτι τέτοιο υπονοείται στο 1:32-34. Ο τέταρτος ευαγγελιστής δεν περιγράφει το γεγονός της βάπτισης του Ιησού. Ο Βαπτιστής λειτουργεί εδώ ως μάρτυρας της καθόδου του πνεύματος στον Ιησού κατά την βάπτισή του. Ο Ιωάννης βρήκε τον εξυπνότερο τρόπο να αποφύγει τυχόν παρανοήσεις σχετικά με τα πρόσωπα και το ρόλο των δύο πρωταγωνιστών της βάπτισης. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο τέταρτος ευαγγελιστής δεν θα έπρεπε να δώσει αφορμή σε μαθητές του Ιωάννη που υπήρχαν κατά την εποχή του να προκαλέσουν ζήτημα ανωτερότητας του Βαπτιστή και πιθανώς της δικής τους θρησκευτικής ομάδας. Αποκρύπτει έτσι την ίδια τη βάπτιση του Ιησού, ενώ όμως διατηρεί τη θεοφάνεια που συνέβη αμέσως μετά. Οι ομοιότητες με τη συνοπτική παράδοση είναι προφανείς, αλλά εδώ ο δημόσιος χαρακτήρας του γεγονότος είναι πιο έκδηλος. Ο τέταρτος ευαγγελιστής επιθυμεί να δείξει ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ήταν υποδεέστερος του Ιησού. Για το λόγο αυτό, όπως σημειώνει ο Βασιλειάδης, αποσύρει όσο είναι δυνατό από το προσκήνιο τη βαπτιστική ιδιότητα του Ιωάννη. Στο τέταρτο ευαγγέλιο επίσης, ο Ιωάννης δεν αποκαλείται πουθενά Βαπτιστής. O ευαγγελιστής Ιωάννης έχει ακόμη δύο καινοτομίες. Σε αντίθεση με το Μάρκο παρουσιάζει τη θεοφάνεια στο 1:33-34 να είχε αποδέκτη τον Βαπτιστή και όχι τον Ιησού. Επιπλέον, ο τέταρτος ευαγγελιστής δεν καταγράφει τα λόγια της φωνής αλλά ξεκαθαρίζει ότι ο Βαπτιστής είδε το πνεύμα να κατεβαίνει στον Ιησού σαν περιστέρι (1:32-33).

Οι πηγές

Σε αντίθεση με τις διηγήσεις της παιδικής ηλικίας, εδώ έχουμε ένα περιστατικό από το βίο του ιστορικού Ιησού που δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε. Αυτό σηματοδοτεί την έναρξη της δημόσιας δράσης του Ιησού και η ιστορικότητά του επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι δύσκολα θα είχε επινοηθεί από την πρώτη εκκλησία[5]. Ο λόγος είναι πως οι πρώτοι χριστιανοί δεν θα παρουσίαζαν ποτέ τον αρχηγό της πίστης τους να βαπτίζεται από τον Ιωάννη, ο οποίος επιτελούσε «βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Mκ. 1:4). Μια τέτοια ενέργεια θα φαινόταν αδικαιολόγητη, καθώς ο ανώτερος δεν θα είχε κανένα λόγο να βαπτιστεί από κάποιον κατώτερο.

Από την άλλη, δεν λείπουν και σε αυτήν την περίπτωση φωνές που αμφισβητούν την ιστορικότητα του περιστατικού. Ως προς το φιλολογικό είδος η διήγησή μας μοιάζει με βιογραφικό μύθο, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο αν έχουμε να κάνουμε με μία επιφάνεια ή θεοφάνεια, με μια αποκαλυπτική σκηνή, μια μορφή ανακήρυξης ή ένα όραμα κλήσης[6].

To Mκ. 1:9-11 προέρχεται από την προφορική παράδοση της κοινότητας του Μάρκου και δεν αποτελεί δική του σύνθεση. Ωστόσο σε κάποια σημεία της περικοπής, όπως στο 1:9, διακρίνεται το συντακτικό χέρι του ευαγγελιστή. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν το Μκ. 1:9-11 συνδεόταν με το Μκ. 1:1-8 πριν τη σύνταξη του ευαγγελίου ή αν ο Μάρκος συνένωσε δύο διαφορετικές παραδόσεις. Οι διαφορετικές εκδοχές στους άλλους δύο συνοπτικούς οφείλονται στην προσωπική τους επεξεργασία και δεν αντλούν τη διήγηση από την Πηγή των Λογίων (Q) στην οποία η βάπτιση του Ιησού απουσιάζει. Η Πηγή των Λογίων, αν και περιέχει το κήρυγμα του Ιωάννη του Βαπτιστή, δεν πρέπει να περιείχε τη βάπτιση του Ιησού στον Ιορδάνη. Η συμφωνία μεταξύ Ματθαίου και Λουκά είναι πολύ μικρή για να υποθέσουμε κάποια άλλη πηγή εκτός του κατά Μάρκον. Ο Ιωάννης αντίθετα, κάνει τη δική του επιλογή χωρίς να γνωρίζουμε την πηγή του, εφόσον παραλείπει τη σκηνή της βάπτισης και καταγράφει μόνο την κάθοδο του πνεύματος στον Ιησού. Είναι επίσης από τα ελάχιστα περιστατικά του βίου του Ιησού που ο τέταρτος ευαγγελιστής έχει σε συμφωνία με τους συνοπτικούς.

Η συνάφεια των κειμένων

Ο Μάρκος αρχίζει το ευαγγέλιό του με το κήρυγμα του Ιωάννη του Βαπτιστή (1:1-8) και αμέσως μετά αφηγείται τη βάπτιση του Ιησού (1:9-11). Στην πρώτη ενότητα οι αναγνώστες πληροφορούνται την προφητεία ότι αναμένεται κάποιος σημαντικότερος από τον Βαπτιστή που θα βαπτίζει ἐν πνεύματι ἁγίῳ. Η σκηνή της βάπτισης του Ιησού στον Ιορδάνη περιγράφεται λακωνικότατα. Στην ουσία μόνο το Μκ. 1:9 αναφέρεται στο γεγονός της βάπτισης και τα Μκ. 1:10-11 σε όσα ακολούθησαν αυτής. Σε αυτό το επίσης σύντομο δεύτερο μέρος δίνεται μεγαλύτερη θεολογική σημασία. Περίεργη φαίνεται η επιλογή του Λουκά να τοποθετήσει αμέσως μετά τη βάπτιση του Ιησού, το γενεαλογικό του κατάλογο (3:23-38) και όχι, όπως οι άλλοι δύο συνοπτικοί, τη διήγηση των πειρασμών. Σίγουρα η επιλογή δεν είναι τυχαία.

Ιστορία της πρόσληψης και της επιδράσεως του κειμένου

Στη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας καθορίστηκε η περικοπή Μτ. 3:13-17 να αποτελεί το ευαγγελικό ανάγνωσμα της γιορτής των Θεοφανείων και το Ιω 1:29-34 της 7ηςΙανουαρίου. Η ίδια η γιορτή τοποθετήθηκε στο χριστιανικό εορτολόγιο ως ανάμνηση της βάπτισης του Χριστού και την αμέσως επομένη καθιερώθηκε να γιορτάζεται η μνήμη του Ιωάννη του Πρόδρομου. Για πρώτη φορά μαθαίνουμε από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα πως οι Γνωστικοί του Βασιλείδη γιόρταζαν τη βάπτιση του Ιησού στην Αλεξάνδρεια στις 6 Ιανουαρίου[7]. Πριν προχωρήσουμε θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε πως η μοναδικότητα του βαπτίσματος του Ιησού στον Ιορδάνη είναι τέτοια ώστε πουθενά στην Κ.Δ. δεν απαντά μια παραίνεση για μίμησή του από τους χριστιανούς. Εισερχόμενοι τώρα στα λατρευτικά δρώμενα της Εκκλησίας η θεολογία του απ. Παύλου είναι εκείνη που συνέβαλε στη θεολογική κατοχύρωση του βαπτίσματος των πιστών.  Ο Παύλος είναι ο πρώτος που κατανοεί το βάπτισμα ως μία τελετή στην οποία ενεργοποιούνταν τελετουργικά ο θάνατος και η ανάσταση του Χριστού (Ρωμ. 6:3-11). Η παλιά ζωή του πιστού συνδεόταν με το θάνατο και η νέα με την ανάσταση. Το βάπτισμα πρόσφερε έτσι μια νέα γέννηση (Ιω. 3:5.Tιτ. 3:5. Ιουστίνου, Α΄ Aπολογία 61.3. Πράξεις Θωμά 132) και τη δωρεά του Πνεύματος. Η χριστιανική κοινότητα θεωρούσε ότι το βάπτισμα συστήθηκε από τον Ιησού λίγο πριν τη ανάληψή του (Μκ. 16:16//Μτ. 28:19), με την εντολή να γίνεται στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Οι λειτουργιολόγοι επίσης θεωρούν ότι ακριβώς στο παραπάνω περιστατικό θεμελιώνεται το μυστήριο του βαπτίσματος[8]. Η διήγηση της βάπτισης του Ιησού στον Ιορδάνη έχει τη δική της συμβολή στο βάπτισμα των χριστιανών και δεν περιορίστηκε μόνο σε αυτό, καθώς σε αυτή θεμελιώνονται και οι ακολουθίες του μικρού και του μεγάλου αγιασμού και φυσικά η γιορτή των Θεοφανείων.

Η βάπτιση του Ιησού και το βάπτισμα των χριστιανών

Στη βάπτιση του Ιησού φανερώνονται τρία βασικά θεολογικά στοιχεία. Η ίδια η πράξη του βαπτίσματος, δηλαδή η κατάδυση στο νερό, η δωρεά του πνεύματος και η διακήρυξη της υιότητας. Πολύ νωρίς οι πρώτοι χριστιανοί, όπως μαρτυρούν οι επιστολές του απ. Παύλου που κάνουν λόγο για το βάπτισμα των πιστών (Γαλ. 4:4-7 και Ρωμ. 8:3-4, 14-17) αλλά και οι Πράξεις (2:38) δείχνουν ότι κατά την τελετουργία των βαπτιζομένων η ιδέα της υιότητας των πιστών συνδεόταν με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Όλα τα παραπάνω δεδομένα οδήγησαν αρκετούς ερευνητές να θεωρήσουν ότι στο Μκ. 1:9-11 ίσως απηχείται το τελετουργικό της βάπτισης των χριστιανών. Μάλιστα ο Bultmann θεώρησε πως η διήγηση της βάπτισης του Ιησού είναι μυθική και επινοήθηκε από την Εκκλησία για να αποτελέσει κατόπιν πρότυπο για το βάπτισμα των μελών της[9]. Το παράδοξο είναι ότι αν και η θέση του Bultmann δεν ακολουθήθηκε από τη σύγχρονη έρευνα, στην ιστορία της Εκκλησίας η θεώρηση της βάπτισης του Ιησού ως αιτία της θεολογικής θεμελίωσης του χριστιανικού βαπτίσματος επικρατεί μέχρι σήμερα χωρίς καμία αμφιβολία.

Στην Κ.Δ. δεν έχουμε καμία ένδειξη ότι η βάπτιση του Ιησού αποτέλεσε το πρότυπο για το βάπτισμα των χριστιανών. Η βάπτιση του Ιησού είναι μοναδική σε όλα της. Οι συγγραφείς των βιβλίων της Κ.Δ δεν αναφέρουν, ούτε υπαινίσσονται πουθενά ότι η βάπτιση των χριστιανών είναι όπως ακριβώς η δική του. Ακόμη και η δωρεά του πνεύματος δεν κατανοείται με τον ίδιο τρόπο. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η βάπτιση του Ιησού συνέβαλλε στην καθιέρωση της βάπτισης των πρώτων μελών της Εκκλησίας αλλά δεν αποτελούσε κατά τα πρώτα χρόνια το πρότυπο της βασικής αυτής λατρευτικής πράξης.

Η σύνδεση με τον θάνατο του Ιησού

231Η σημασία της βάπτισης του Ιησού για τον αρχέγονο χριστιανισμό ήταν θεμελιώδης και για το βάπτισμα των χριστιανών. Κάποια στιγμή αυτή αποτέλεσε το πρότυπο του δεύτερου. Βασική ιδέα σε αυτήν την εξέλιξη αποτέλεσε η σύνδεση που ήθελε τη βάπτιση του Ιησού στον Ιορδάνη να αποτελεί προτύπωση του θανάτου και της ανάστασής του. Σύμφωνα με τη βαπτισματική θεολογία το βάπτισμα των χριστιανών σημαίνει συμμετοχή στον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Άλλωστε η τριπλή κατάδυση των βαπτιζομένων συνδέεται και με την τριήμερη παραμονή του Ιησού στον τάφο. Έτσι συχνά σε όλες τις εποχές της ιστορίας της Εκκλησίας έγινε μια σύνδεση της παύλειας βαπτισματικής θεολογίας με τη βάπτιση του Ιησού. Ακόμη και η φωνή που ακούγεται από τον ουρανό θεωρήθηκε ότι αποτελεί προάγγελο της ανάστασης[10].

Η ανατολική Εκκλησία, όπως σωστά παρατηρεί ο πρώην Πάπας Βενέδικτος στο βιβλίο του: Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, εξέφρασε αυτή την κατανόηση της βάπτισης του Ιησού μέσα από τις ακολουθίες της εορτής των θεοφανείων αλλά και τη θεολογία της εικόνας της βάπτισης[11]. Μετά την Κυριακή του Πάσχα στην Ανατολή, η ημέρα των θεοφανείων ήταν η μέρα που συνήθιζαν να βαπτίζονται τα νέα μέλη της Εκκλησίας. Όπως σημειώνει ο Σκαλτσής στην παννυχίδα της συγκεκριμένης γιορτής, αμέσως μετά την ακολουθία του όρθρου προσέρχονταν ομαδικά στο βάπτισμα οι κατηχούμενοι[12]. Τα λόγια του Ιησού στο Μτ. 3:15 συνδέθηκαν με εκείνα που ειπώθηκαν στη Γεθσημανή σύμφωνα με το Μτ. 26:39. Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαβλέπει μια συνάρτηση μεταξύ του περιεχομένου της εορτής των Θεοφανείων και του Πάσχα. Επιπλέον, τα λειτουργικά άσματα από την 3η-5ηΙανουαρίου αντιστοιχούν σε εκείνα του χρονικού διαστήματος από τη Μεγάλη Τετάρτη μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Το ίδιο συμβαίνει και με την τέχνη. Νωρίς οι καλλιτέχνες άρχισαν να παριστάνουν το νερό του ποταμού ως υγρό τάφο του Ιησού και την κατάδυσή του ως την κάθοδό του στον Άδη. Οι ερμηνείες του Κυρίλλου Ιεροσολύμων[13] και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου[14] συνέβαλλαν και σε αυτήν την πτυχή της λατρευτικής έκφρασης της Εκκλησίας. Ξεχωριστοί χώροι για βαπτισμούς, τα γνωστά Βαπτιστήρια εμφανίστηκαν κατά τον 4ο αι. Νωρίτερα το βάπτισμα τελούνταν σε οποιοδήποτε χώρο, όπως μας πληροφορεί ο Ιουστίνος, αρκεί να υπήρχε νερό[15]. Κατά την τελετουργία του βαπτίσματος στα Βαπτιστήρια οι φωτιζόμενοι προσέρχονταν στη σταυρόσχημη ή κυκλική δεξαμενή, η οποία πλημμύριζε με τρεχούμενο νερό μέσω ενός υπόγειου σωλήνα. Η επίδραση του Ιορδάνη ποταμού είναι προφανής. Μάλιστα ο Κύριλλος παρομοιάζει την παραπάνω στιγμή του βαπτίσματος των πιστών με την εναπόθεση του σώματος του Χριστού στο μνήμα[16]. Αρκετά Βαπτιστήρια είναι επίσης οκταγωνικά. Το σχήμα τους μπορεί να προέρχεται από τις ρωμαϊκές θέρμες αλλά στο χριστιανισμό αποκτούν μια συμβολική σημασία. Ο αριθμός οκτώ συμβολίζει την όγδοη ημέρα, την ανάσταση[17]. Με αυτόν τον τρόπο η βάπτιση του Ιησού εντός της λατρείας παρουσιάζεται ως συμπύκνωση ολόκληρης της ιστορίας της Θείας Οικονομίας.

Προτείνω εδώ να δούμε τη θεολογική σύνδεση της βάπτισης και του θανάτου του Ιησού, όπως διακηρύσσεται στη λατρεία μέσα από μια εικόνα. Σε κάποιες σκηνές της ανάστασης ο Χριστός αντί για λάβαρο κρατά ένα χειρόγραφο που δεν είναι άλλο από το χρεόγραφο του Κολ. 2:14. Έτσι οι καλλιτέχνες δήλωναν την αρπαγή αυτού του χρεόγραφου κατά τη στιγμή που ο Κύριος εγείρεται από το βασίλειο των νεκρών. Σε ένα γεωργιανό εικονογραφημένο χειρόγραφο απεικονίζεται μια ιδιαίτερη σκηνή της βάπτισης του Ιησού στον Ιορδάνη. Ο Βαπτιστής, ενώ βρίσκεται μέσα στο νερό, πατά ένα οφιόμορφο τέρας, που πιθανότατα είναι ο διάβολος, το οποίο κρατά στο στόμα του αυτό το χρεόγραφο. Με τον τρόπο αυτό δεν μας δίνεται μόνο μια γεύση για όσα θα ακολουθήσουν αλλά η επίδραση της λατρευτικής πρακτικής της Εκκλησίας είναι εμφανέστατη. Ο Κύριλλος Ιεροσολύμων σε μία από τις κατηχήσεις του κάνει λόγο για κάθοδο του Ιησού με τη βάπτισή του στα νερά του θανάτου όπου κατοικεί ο δράκος της θάλασσας και τη συντριβή του[18]. Κατά την ακολουθία του βαπτίσματος ο ιερέας διαβάζει στην ευχή του καθαγιασμού του ύδατος, η οποία περιέχεται και στην ακολουθία του μεγάλου αγιασμού την εξής φράση «Σὺ καὶ τὰ Ἰορδάνια ῥεῖθρα ἡγίασας, οὐρανόθεν καταπέμψας τὸ Πανάγιον σοῦ Πνεῦμα, καὶ τάς κεφαλὰς τῶν ἐκεῖσε ἐμφωλευόντων συνέτριψας δρακόντων…». Σύμφωνα με τους λειτουργιολόγους[19] ο ιερέας εκείνη τη στιγμή μιμείται τον Χριστό που συνέτριψε με τη βάπτισή του τα κεφάλια των δρακόντων στα νερά του Ιορδάνη.

Η σημασία του ποταμού Ιορδάνη για τον χριστιανικό κόσμο

Πολύ νωρίς ο ποταμός Ιορδάνης άρχισε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ευσέβεια των χριστιανών. Ήταν ο ποταμός που βαπτίστηκε ο Κύριος. Αφού είχε ήδη συνδεθεί το βάπτισμα των πιστών με εκείνο του Χριστού, τα υπόλοιπα εξελίχθηκαν ως φυσικό επακόλουθο. Ενώ λοιπόν στα ευαγγέλια η ακριβής τοποθεσία του Βαπτιστή δεν προσδιορίζεται παρά μόνο γενικά στο Ιω. 1:28 με τη φράση «ἐν Βηθανίᾳ ἐγένετο πέραν τοῦ Ἰορδάνου», ακόμη γενικότερα στο 10:40 και διαφορετικά στο 3:23 «ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ Σαλείμ», οι χριστιανοί κατά τα βυζαντινά χρόνια συνήθιζαν να επισκέπτονται μια περιοχή λίγα χιλιόμετρα βορείως της Νεκράς Θάλασσας στην ανατολική όχθη του Ιορδάνη. Εξαιτίας της αδυναμίας εντοπισμού της Βηθανίας ο Ευσέβιος ακολουθώντας το υπόμνημα του Ωριγένη στο κατά Ιωάννην προσδιόρισε την περιοχή στη δυτική όχθη[20], θεωρώντας πως πρόκειται για τη Βηθαβαρά[21], όπου στις μέρες του βαπτίζονταν πιστοί. Στο ψηφιδωτό χάρτη της Μάδαβα που ανάγεται στον 6ο αι. μ.Χ. η Βηθαβαρά σημειώνεται εσφαλμένα στη δυτική όχθη του Ιορδάνη[22]. Ο Ιησούς ερχόμενος από τη Γαλιλαία, όπως διευκρινίζεται στις εκδοχές του Μάρκου και του Ματθαίου, για να αποφύγει τη Σαμάρεια θα διέσχισε πιθανόν τον Ιορδάνη και θα βρέθηκε στην ανατολική του όχθη.

Ο Ευσέβιος αναφέρει ακόμη πως η μητέρα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, η αγία Ελένη, επισκέφτηκε ένα σπήλαιο όπου πιστευόταν ότι έζησε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και έκτισε ένα ναό προς τιμήν του. Αργότερα οι προσκυνητές επιβεβαιώνουν την παρουσία ενός ναού στην περιοχή αυτή. Η χριστιανική παράδοση συνέδεσε επίσης τη βάπτιση του Ιησού με μια άλλη αποφασιστική στιγμή της ιστορίας του Ισραήλ, τη διάβαση του Ιορδάνη από τον Ιησού του Ναυή και τους Ισραηλίτες. Ο συμβολισμός είναι ξεκάθαρος και αξιοποιήθηκε στη λατρεία. Εκτός από το ίδιο όνομα του λυτρωτή μετά την έξοδο από τα νερά του ποταμού αρχίζει η σωτηρία. Η συγκεκριμένη περιοχή στη λαϊκή ευσέβεια ταυτίστηκε επίσης με την τοποθεσία όπου ο προφήτης Ηλίας αναλήφθηκε στον ουρανό. Κάποια σύνδεση του Βαπτιστή με τον Ηλία θα έπαιξε σίγουρα ρόλο. Η υπερβολή δεν σταμάτησε εδώ, αφού μία παράδοση θέλει τον χώρο όπου οικοδομήθηκε ο εν λόγω ναός να αποτελεί το σημείο, όπου ο Ιησούς άφησε τα ρούχα του για να βαπτιστεί. Σε όλους αυτούς τους χώρους οι πιστοί κατά το προσκυνηματικό τους ταξίδι στους Αγίους Τόπους συνέρρεαν σε μεγάλους αριθμούς και μάλιστα για να βαπτιστούν και οι ίδιοι. Οι προσκυνητές επίσης συνήθιζαν να μεταφέρουν πίσω στις οικίες τους φλασκιά (ampullae) με νερό από τον Ιορδάνη ως ευλογία. Όλα τα παραπάνω φανερώνουν τη σημασία που αυτός απέκτησε στη χριστιανική ευσέβεια.

Κατά τον 20ο αι. άρχισαν ανασκαφές στην περιοχή και ανακαλύφθηκαν ερείπια από τη ρωμαϊκή περίοδο και ένα βυζαντινό μοναστήρι (Tell el-Kharrar). Από την εποχή του Ιησού ανακαλύφθηκαν λίθινες υδρίες, οι χαρακτηριστικές ιουδαϊκές που χρησιμοποιούνταν κυρίως για καθαρμούς μέχρι το 70 μ.Χ. Δεξαμενές με σκαλιά (τύπου κολυμβήθρων και όχι μικβότ) ήρθαν επίσης στο φως, γεγονός που αποδεικνύει τη χρήση τους για τελετουργικούς βαπτισμούς. Κάτω από το ναό της αγίας Ελένης υπήρχε ένα διάδρομος με 22 σκαλοπάτια που οδηγούσε κάτω από το επίπεδο του ποταμού. Αυτό έκανε τους ειδικούς να προτείνουν πως οι πιστοί έρχονταν και βαπτίζονταν σε αυτόν τον χώρο που πλημμύριζε από τα νερά του Ιορδάνη. Ασφαλώς το βάπτισμα στα νερά του ποταμού που βαπτίστηκε ο Κύριος ήταν σίγουρα κατ’ αυτούς πολύ διαφορετικό με την πνευματική φυσικά έννοια από οποιοδήποτε άλλο βάπτισμα.

bsba310304011lΤο 2004 εμφανίστηκε στο προσκήνιο ακόμη μία πρόταση που συνέδεσε μια αρχαιολογική ανακάλυψη με τον Βαπτιστή και το έργο του. Ένα σπήλαιο που είχε ανακαλυφθεί το 1999 στη Σούμπα, δυτικά της Ιερουσαλήμ και πολύ κοντά στην περιοχή της καταγωγής του Ιωάννη του Βαπτιστή που θεωρούνταν η Βηθαβαρά[23], είχε στο εσωτερικό του ειδικά διαμορφωμένο χώρο για να λειτουργεί ως τελετουργικό λουτρό (μικβέ). Το σπήλαιο βρίσκεται κοντά στην πρώτη περιοχή στην οποία αναφερθήκαμε νωρίτερα. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι η χρήση του πρέπει να άρχισε τον 6ο αι. π.Χ. για κάποιους τελετουργικούς σκοπούς[24]. Ένας ειδικά διαμορφωμένος βράχος μαρτυρεί μια άγνωστη τελετουργία που αφορούσε χρίση με έλαιο του δεξιού ποδιού[25] και μάλιστα κατά τα τέλη του 1ου αι. π.Χ. μέχρι τις αρχές του 1ου αι. μ.Χ. Η κεραμική που ανακαλύφθηκε όμως εντός του, δείχνει εκτεταμένη χρήση κατά τους χριστιανικούς χρόνους. Ιδιαίτερη σημασία έχουν βραχογραφίες που ανακαλύφθηκαν στα τοιχώματα του σπηλαίου πάνω από τη δεξαμενή. Σε αυτές παριστάνονται χριστιανικοί σταυροί και μια μορφή που εξαιτίας της αμφίεσης προτάθηκε ότι είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής[26]. Πιθανότατα αυτές χαράχθηκαν από μοναχούς της βυζαντινής περιόδου οι οποίοι διατηρούσαν κάποια παράδοση ότι εδώ βάπτιζε ο Ιωάννης ή οι μαθητές του κάποιους που αργότερα έγιναν μέλη της Εκκλησίας. Ασφαλώς πρόκειται για υπόθεση, η οποία δείχνει όμως κάτι που έχει ενδιαφέρον. Κάποιοι μοναχοί διατηρούσαν στη μνήμη τους ένα συγκεκριμένο σπήλαιο σε σύνδεση με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και επέλεξαν να συνεχίσουν τη συγκεκριμένη παράδοση στην περιοχή της Βηθαβαρά.

Σήμερα υπάρχουν διάφορα παρεκκλήσια και στις δύο όχθες του Ιορδάνη που σηματοδοτούν πιθανές περιοχές όπου πιστεύεται ότι μπορεί να έδρασε ο Ιωάννης. Με το πέρασμα του χρόνου η ροή του ποταμού άλλαζε πορεία αναγκάζοντας τους πιστούς να ακολουθούν την κατεύθυνση του Ιορδάνη και να οικοδομούν ναούς ή μονές σε σύνδεση με τον Βαπτιστή[27] και το βίο του, αφού το νερό του ποταμού είχε καθιερωθεί πολύτιμο για τη θρησκευτική τους ευσέβεια.
45da423dfa4454c5c0be5adb67a54c02

Η βάπτιση του Ιησού στην χριστιανική τέχνη των πρώτων αιώνων  

Οι αρχαιολόγοι συχνά υποστηρίζουν ότι κατά τη διάρκεια του 3ου και του 4ου αι. μ.Χ. μία από τις πλέον δημοφιλείς βιβλικές σκηνές ήταν η βάπτιση του Ιησού[28]. Στην κατακόμβη του Αγίου Καλλίστου μάλιστα απαντά το αρχαιότερο δείγμα της σκηνής της βάπτισης του Ιησού. Στη συγκεκριμένη κατακόμβη έχουμε τρία δείγματα[29]. Παρόμοια δείγματα υπάρχουν επίσης στις κατακόμβες της Δομιτίλλας και του Πέτρου και Μαρκελλίνου[30]. Σε όλες αυτές τις σκηνές εικονίζονται ο Ιησούς και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και σε αρκετές υπάρχει και το περιστέρι. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι ο Ιησούς εικονίζεται μικρότερος σε μέγεθος από τον Ιωάννη και φυσικά σε νεαρότερη ηλικία. Με εξαίρεση μία σκηνή από την κατακόμβη του Αγίου Καλλίστου, όπου ο Ιησούς είναι ντυμένος, στις άλλες είναι εντελώς γυμνός. Οι αρχαιολόγοι βεβαιώνουν πως πρόκειται για τη βάπτιση του Ιησού και όχι για σκηνή βάπτισης κάποιου πιστού. Αυτή η σκηνή επαναλαμβάνεται αργότερα πολύ συχνά και η δημοτικότητά της δεν οφείλεται σε κάποια προηγούμενη εκδοχή της σκηνής από τους εθνικούς, όπως για παράδειγμα η μορφή του Ορφέα που αργότερα εκχριστιανίστηκε και τα στοιχεία της αποδόθηκαν στον Χριστό. Η γυμνότητα του Ιησού ακόμη και η διαφορά στο σωματικό μέγεθος των δύο αντρών θα μπορούσε να φανερώνει τη σύνδεση με το χριστιανικό βάπτισμα. H παιδική εμφάνιση του Ιησού έρχεται σε αντίθεση με τις ευαγγελικές διηγήσεις σύμφωνα με τις οποίες ο Ιησούς ήταν ενήλικος όταν βαπτίστηκε. Μάλιστα το Λκ. 3:1-2 αναφέρεται στο χρονικό διάστημα 28-30 μ.Χ. και επομένως ο Ιησούς ήταν πάνω από 30 ετών[31]. Αυτό αποτέλεσε αφορμή να υποστηρίξουν ορισμένοι πως η συγκεκριμένη απεικόνιση του Ιησού στη σκηνή της βάπτισης αντανακλά την πρακτική του νηπιοβαπτισμού[32]. Σίγουρα και η επίθεση των χεριών του Βαπτιστή στο κεφάλι του Ιησού ενισχύει μια τέτοια υπόθεση και ειδικά εφόσον γνωρίζουμε ότι στην αρχαία εκκλησία με την ενέργεια αυτή χορηγούνταν η δωρεά του πνεύματος. Κατά τον Τερτυλλιανό ο βαπτίζων τοποθετούσε τα χέρια του πάνω στον βαπτιζόμενο και αυτή ήταν η μετά το βάπτισμα χρίση[33].

Επειδή η πρώτη εκκλησία ήταν μία κατεξοχήν ιεραποστολική κοινότητα, ο νηπιοβαπτισμός κατά τα πρώτα χρόνια επισκιάζεται από το βάπτισμα των ενηλίκων, κάτι που στους επόμενους αιώνες άλλαξε ριζικά. Κατά τους αποστολικούς χρόνους δεν γίνεται λόγος για νηπιοβαπτισμό αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν βαπτίζονταν μικρά παιδιά. Υπάρχουν άμεσες και έμμεσες αναφορές από το 2ο αι. και εξής στους Ιουστίνο, Ειρηναίο, Τερτυλλιανό, Κυπριανό, Κλήμη Αλεξανδρέα και Ωριγένη. Στη διάρκεια του 3ου αι. το βάπτισμα των μικρών παιδιών ήταν κοινή συνήθεια[34].

Οι αρχαιολόγοι και οι ιστορικοί της τέχνης ισχυρίζονται ότι οι χριστιανοί χρησιμοποίησαν στοιχεία από τη διήγηση της βάπτισης του Ιησού στις σκηνές αυτές, αλλά ο συμβολισμός των στοιχείων δεν προκύπτει από την ερμηνεία του ευαγγελικού κειμένου. Έτσι οι καλλιτέχνες την περίοδο αυτή χρησιμοποιούν πολύ συχνά συμβολισμούς της ειρήνης και της εχθρότητας. Έτσι το περιστέρι αντί να συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα οι ερευνητές δέχονται πως συμβολίζει την ειρήνη[35]. Ο Ιησούς ελευθερώνει από το εχθρικό περιβάλλον, το οποίο στις σκηνές που μας ενδιαφέρουν συμβολίζεται με το νερό. Συνεπώς ο Ιησούς παρουσιάζεται και ως θαυματοποιός που εξαγνίζει τις καταστροφικές δυνάμεις του νερού. Το νερό πάλι συνδέεται με τον εθνικό κόσμο που απειλεί την Εκκλησία. O Ιγνάτιος θα γράψει σε μία από τις επιστολές του «καὶ ἐβαπτίσθη ἵνα τῷ πάθει τὸ ὕδωρ καθαρίσῃ»[36] και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός ομοίως «᾿Εβαπτίσθη μὲν ὡς ἄνθρωπος, ἀλλ” ἁμαρτίας ἔλυσεν ὡς θεός· οὐ καθαρσίων αὐτὸς δεόμενος, ἀλλ” ἵνα ἁγιάσῃ τὰ ὕδατα»[37]. Έτσι ο Ιγνάτιος θα συμβάλει στο να θεωρηθεί η βάπτιση του Ιησού το πρότυπο του χριστιανικού βαπτίσματος αλλά και θα προσθέσει και μία νέα ιδέα, εκείνη του αγιασμού του ύδατος. Οι Αποστολικές Διαταγές το αναφέρουν ως μέρος της τελετουργίας του βαπτίσματος όπου διαβάζουμε «Αὐτὸν οὖν καὶ νῦν παρακαλείτω ὁ ἱερεὺς πρὸς τῷ βαπτίσματι καὶ λεγέτω, ὅτι· Κάτιδε ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἁγίασον τὸ ὕδωρ τοῦτο…»[38]. Σύμφωνα με το ευχολόγιο στην ακολουθία του μεγάλου αγιασμού ψάλλεται «Σήμερον τῶν ὑδάτων, ἁγιάζεται ἡ φύσις…». Το νέο αυτό στοιχείο χρησιμοποιήθηκε στις ακολουθίες του μικρού και του μεγάλου αγιασμού.

%ce%b5%ce%b9%ce%ba%cf%8c%ce%bd%ce%b11

Με την κατάδυση του σταυρού αγιάζεται τελετουργικά το νερό. Η σύνδεση με το πάθος και την ανάσταση του Χριστού φαίνεται από την τελετουργική ενέργεια του ιερέα «Είτα, λαβών τον τίμιον Σταυρόν, ευλογεί τα ύδατα εκ τρίτου, κατάγων και ανάγων αυτόν όρθιον, και ψάλλων:  Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου, και εύλόγησον την κληρονομίαν σου …» κατά την ακολουθία του μικρού αγιασμού. Ο ιερέας καταδύει και αναδύει το σταυρό του Κυρίου σε όρθια θέση και το ίδιο κάνει και στην ακολουθία του μεγάλου αγιασμού. Μάλιστα κατά τη δεύτερη σημειώνεται στο ευχολόγιο: «Καὶ εὐθύς, εὐλογῶν τὰ ὕδατα σταυροειδῶς, βαπτίζει τὸν τίμιον Σταυρόν, ὄρθιον αὐτὸν κατάγων ἐν τῷ ὕδατι καὶ ἀνάγων, ψάλλων καὶ τὸ παρὸν:  Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις…». Κατά την εορτή των θεοφανείων αγιάζονται όλα τα ύδατα, και αγιάζονται επειδή ακριβώς καταδύεται ο σταυρός του Χριστού. Η ακολουθία του μεγάλου αγιασμού τελείται δύο φορές το χρόνο στις 5 και 6 Ιανουαρίου. Κατά την παραμονή, το αγιασμένο ύδωρ μεταφέρεται στα σπίτια των πιστών και φυλάσσεται για διάφορους λόγους. Ο μέγας αγιασμός φυλάσσεται επίσης στους ναούς σε όλη τη διάρκεια του έτους σε ειδικό σκεύος. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να σταχυολογήσουμε μερικές φράσεις από το ποίημα του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Σωφρονίου που εμπεριέχεται στην ακολουθία του μεγάλου αγιασμού.

«Σήμερον τὰ τοῦ Ἰορδάνου νάματα εἰς ἰάματα μεταποιεῖται τῇ τοῦ Κυρίου παρουσίᾳ. Σήμερον ῥείθροις μυστικοῖς πᾶσα ἡ κτίσις ἀρδεύεται. Σήμερον τὰ τῶν ἀνθρώπων πταίσματα τοῖς ὕδασι τοῦ Ἰορδάνου ἀπαλείφονται. Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, θεωρῶν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον».

Στο Πασχάλιο Χρονικό μπορεί επίσης να εντοπιστεί μία άλλη καινοτομία. Ο συγγραφέας του υπολογίζει ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε στον Ιορδάνη την πέμπτη ημέρα της εβδομάδας και τη συνδέει με το Γεν. 1:20 κατά το οποίο γέμισαν τα νερά με ζωντανές υπάρξεις[39]. Ο Χριστός λοιπόν και σύμφωνα με το κείμενο αυτό αγίασε το νερό κατά τη βάπτισή του.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι από τον 5ο αι. μ.Χ. προστέθηκε στη σκηνή της βάπτισης του Ιησού και ένα ακόμη στοιχείο, το οποίο εξακολουθεί να παρουσιάζεται μέχρι σήμερα και συνδέεται με το νερό. Μια ανδρική φιγούρα που εκπροσωπεί τη θεότητα του ποταμού, άλλοτε παρακολουθεί από την όχθη τη βάπτιση του Ιησού και άλλοτε βρίσκεται και αυτή μέσα στο νερό. Ορισμένες φορές κρατά μια υδροχόο που συμβολίζει την πηγή του νερού. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν αναφέρει καμία ευαγγελική εκδοχή της βάπτισης του Ιησού και μάλιστα χρονικά η εμφάνιση μιας τέτοιας φιγούρας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Τα χαρακτηριστικότερα δείγματα βρίσκονται στα δύο Bαπτιστήρια (Αρειανών και Ορθοδόξων) στη Ραβέννα. Ας σημειωθεί εδώ ότι στη θόλο τω Βαπτιστηρίων πέρα από τα διακοσμητικά και συμβολικά στοιχεία στα υπόλοιπα μέρη του οικοδομήματος, επικράτησε να απεικονίζεται η σκηνή της βάπτισης του Ιησού. Αυτό φανερώνει ασφαλώς τη λατρευτική σύνδεση του χριστιανικού βαπτίσματος με τη βάπτιση του Ιησού. Αρκετοί ιστορικοί της τέχνης προτιμούν να ερμηνεύσουν αυτήν την φιγούρα σαν προσωποποίηση του Ιορδάνη ή ένα αρχαιότερο μοντέλο το οποίο αργότερα χρησιμοποιήθηκε για να απεικονιστούν στοιχεία της φύσης όπως η γη, το νερό και άλλα παρόμοια. Μάλιστα η απεικόνιση της φιγούρας αυτής μαρτυρείται σε δύο τύπους που εμφανίστηκαν ταυτόχρονα. Ο ανατολικός τύπος έχει προσδώσει στη φιγούρα του Ιορδάνη περισσότερο δαιμονικά στοιχεία. Η επιλογή αυτή οφείλεται στην ιδέα του αγιασμού του νερού του ποταμού κατά τη βάπτιση του Ιησού που εκφράστηκε σε κάποια πατερικά έργα και κυρίως στα λειτουργικά στοιχεία της τελετουργίας του βαπτίσματος[40]. Οι εξορκισμοί και η χρίση με έλαιο των βαπτιζομένων που γίνονται κατά την ακολουθία του βαπτίσματος, απηχούν μια τέτοια ιδέα και την αντίληψη για το νερό ως χώρο κατοικίας δαιμονικών στοιχείων.

Σε όσες σκηνές εικονίζονται και μορφές που συνδέονται με θεότητες του ποταμού, ο παραπάνω συμβολισμός ενισχύεται. Σίγουρα το βάπτισμα των πιστών και η θεολογία του (π.χ. Ρωμ. 6:3 εξ.) και κυρίως η μεταγενέστερη σύνδεση με τη βάπτιση του Ιησού άρχισε κάποια στιγμή να έχει σημαντική επίδραση στη χριστιανική ζωγραφική. Η παρουσία της σκηνής της βάπτισης στις κατακόμβες και σε σαρκοφάγους αποτελεί ένδειξη αυτής της σύνδεσης. Το ίδιο ίσως και η γυμνότητα του βαπτιζόμενου Ιησού και όχι μόνο σε σύνδεση με τον θάνατο αλλά και την ανάσταση. Επιπλέον, έχουμε και δείγμα χριστιανικής τέχνης που φανερώνει τη σύνδεση της βάπτισης του Ιησού με τον σταυρικό του θάνατο. Σε μία σαρκοφάγο από τη βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου in Classe στη Ραβέννα που προέρχεται από την περίοδο 460-470 μ.Χ. (επαναχρησιμοποιήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Θεόδωρο) εμφανίζεται ένα περιστέρι να κατεβαίνει κάθετα σε ένα σταυρό. Δεν είναι σίγουρα τυχαίο το γεγονός ότι μετά την επικράτηση του χριστιανισμού στη σκηνή της βάπτισης ο Ιησούς δεν εικονιζόταν πλέον σε παιδική ηλικία και η προσωποποίηση του ποταμού ή οι θεότητες του νερού κάνουν πολύ πιο αισθητή την παρουσία τους.

mp-jesus-baptismΣυνοψίζουμε τώρα όλα τα παραπάνω με τη σκηνή της βάπτισης του Ιησού σε ένα ευαγγελιστάριο από τη Μονή του Αγίου Παντελεήμωνος του Αγίου Όρους (φ. 212β, κωδ. 2, χρονολογείται στο διάστημα 1120-1170). Η σκηνή ακολουθεί τις ευαγγελικές διηγήσεις αλλά περιέχει λεπτομέρειες που προέρχονται από τη λειτουργία των Θεοφανείων[41]. Το Άγιο Πνεύμα ως περιστέρι κρατά κλάδο ελιάς. Ο Χριστός όρθιος καλυμμένος μέχρι τους ώμους από τα νερά του Ιορδάνη τα ευλογεί με το δεξί του χέρι για να αγιαστούν. Κάτω αριστερά υπάρχει μια φιγούρα που αποτελεί προσωποποίηση του Ιορδάνη και την οποία το τροπάριο της γιορτής κατανοεί συμβολικά. Ο Βαπτιστής απλώνει το χέρι του πάνω στο κεφάλι του βαπτιζόμενου Ιησού με τελετουργικό τρόπο. Τέλος, τα αγγελικά όντα στη δεξιά πλευρά της όχθης συμβολίζουν τη φράση του Γαλ. 3:27 «ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε)».

Ύστερα απ’ όσα αναφέρθηκαν γίνεται αντιληπτό ότι ένα τέτοιο θέμα δεν μπορεί να εξαντληθεί, παρά μόνο να παρουσιαστούν μερικές από τις πτυχές τις λατρευτικής ζωής των πιστών στις οποίες μία τόσο σπουδαία ευαγγελική διήγηση έχει σίγουρα ασκήσει πολλές και ποικίλες επιδράσεις.

18-200_28

[1] Αυτά τα τρία στην ιουδαϊκή παράδοση σηματοδοτούν την εγκαθίδρυση της εσχατολογικής βασιλείας του Θεού. Βλ. J. R. Edwards, The Gospel according to Mark, PNTC, Eerdmans, Michigan 2001, 34.

[2] Οι δύο αυτοί στίχοι φανερώνουν το συντακτικό χέρι του Ματθαίου.

[3] Σύμφωνα με τον R. A. Guelich, Mark 1-8:26, WBC 34A, Word Books, Dallas 1989, 35 αυτό αποτελεί ένδειξη της χρήσης της διήγησης στην παράδοση της Εκκλησίας των πρώτων χρόνων.

[4] Η πληροφορία αυτή αποτελεί λουκάνεια επιλογή, αφού ο ευαγγελιστής παρουσιάζει στο σύνολο του ευαγγελίου τον Ιησού να προσεύχεται σε σημαντικά γεγονότα της δράσης του.

[5] Aκόμη και το κριτήριο της πολλαπλής μαρτυρίας του γεγονότος, επιβεβαιώνεται, αν κανείς δει με προσοχή τις εκδοχές του Ματθαίου και του Λουκά αλλά και του Ιωάννη.

[6] Ορισμένοι ερευνητές αποφεύγουν να αποκαλούν το περιστατικό θεοφάνεια ή επιφάνεια, καθώς ο Θεός δεν εμφανίζεται αλλά πρόκειται για αποκαλυπτικό γεγονός.

[7] Στρωματείς, 1, 21, 146, 1-3. Βλ. σχετικά J. Finegan, Handbook of Biblical Chronology: Principles of Time Reckoning in the Ancient World and Problems of Chronology in the Bible, Princeton University Press, Princeton 1998, 325.

[8] Π. Σκαλτσή, «Οι Συμβολισμοί στην Ακολουθία του Βαπτίσματος», στο Λειτουργικές Μελέτες Ι, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, 55.

[9] R. Bultmann, The History of the Synoptic Tradition, (μτφρ. J. Marsh), Basil Blackwell, Oxford 1963, 247-248. Παρόμοια γνώμη είχε και ο M. Dibelius. Τα παράλληλα από τις βιογραφίες του Αισώπου και του ποιητή Αρχίλοχου δεν είναι πειστικά κατά τη γνώμη μας και διαφέρουν από τη διήγηση της βάπτισης του Ιησού στα ευαγγέλια.

[10] Βλ. Γ. Ράτσιγκερ (Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄), Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ. Α΄ Μέρος: Από τη Βάπτιση στον Ιορδάνη έως τη Μεταμόρφωση, (μτφρ. Σ. Δεσπότης), τ. 1, Ψυχογιός, Αθήνα 2007, 39.

[11] Γ. Ράτσιγκερ (Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄), στο ίδιο, 39-40.

[12] Βλ. Π. Σκαλτσή, «Η Προβαπτισματική Νηστεία», στο Λειτουργικές Μελέτες Ι, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, 93.

[13] «῞Ωσπερ γὰρ ᾿Ιησοῦς τὰς οἰκουμενικὰς ἁμαρτίας ἀναλαβὼν ἀπέθανεν, ἵνα θανατώσας τὴν ἁμαρτίαν ἀναστῇ ἐν δικαιοσύνῃ· οὕτω καὶ σὺ καταβὰς εἰς τὸ ὕδωρ, καὶ τρόπον τινὰ ἐν τοῖς ὕδασιν ἐνταφεὶς, ὥσπερ ἐκεῖνος ἐν τῇ πέτρᾳ, ἐγείρῃ πάλιν ἐν καινότητι ζωῆς περιπατῶν», Κατήχησις Γ΄ Φωτιζομένων, 3, 12, 6-10.

[14] Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστὴν, PG 57, 185, 45-50.

[15] C. I. K. Story, «Justin’s Apology I. 62-64: Its Importance for the Author’s Treatment of Christian Baptism», VC 16 (1962) 172-173.

[16] «Μετὰ ταῦτα ἐπὶ τὴν ἁγίαν τοῦ θείου βαπτίσματος ἐχειραγωγεῖσθε κολυμβήθραν, ὡς Χριστὸς ἀπὸ τοῦ σταυροῦ ἐπὶ τὸ προκείμενον μνῆμα», Κατήχησις Μυσταγωγική Β΄ Περί Βαπτίσματος, 2, 4, 1-3.

[17] Βλ. J. Daniélou, Αγία Γραφή και Λειτουργία. Η Βιβλική Θεολογία των Μυστηρίων και των Εορτών κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, Αθήνα 1981, 44.

[18] Κατήχησις Γ΄ Φωτιζομένων,  3, 11, 11-15.

[19] Βλ. σχετικά Ι. Κογκούλη-Χ. Οικονόμου-Π. Σκαλτσή, Το Βάπτισμα, Θεία Λατρεία και Παιδεία 2, Θεσσαλονίκη 1992 182.

[20] Η περιοχή ανήκει σήμερα στην Ιορδανία.

[21] Στο έργο του Περὶ τῶν τοπικῶν ὀνομάτων τῶν ἐν τῇ θείᾳ γραφῇ, γνωστό ως Ονομαστικόν, σημειώνει «Βηθααβαρά (Ιω. 1, 28). «ὅπου ἦν ᾿Ιωάννης βαπτίζων», «πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου». καὶ δείκνυται ὁ τόπος, ἐν ᾧ καὶ πλείους τῶν ἀδελφῶν εἰς ἔτι νῦν τὸ λουτρὸν φιλοτιμοῦνται λαμβάνειν».

[22] Βλ. αναλυτικά R. Khouri, «Where John Baptized», BAR 31 (2005) 34-39.

[23] Στο Λκ. 1:39 προσδιορίζεται ως «πόλιν Ἰούδα». Σε αυτή την περιοχή επίσης σύμφωνα με τον Ωριγένη βάπτιζε ο Ιωάννης.

[24] Βλ. σχετικά S. Gibson-J. D. Tabor, «John the Baptist’s Cave», BAR 31 (2005) 36-41 όπου και σχετικό φωτογραφικό υλικό.

[25] Βλ. σκίτσο αναπαράστασης της τελετουργίας και επιπλέον πληροφορίες στο S. Gibson, Οι Τελευταίες Ημέρες του Ιησού με βάση τα Αρχαιολογικά Ευρήματα, (μτφρ. Σ. Δεσπότη), Αθήνα 2010, 71-74.

[26] Ο H. Shanks, «John the Baptist’s Cave???», BAR 30 (2004) 18-19 διαφωνεί με μια τέτοια πρόταση.

[27] J. Murphy-O’Connor, The Holy Land: An Oxford Archaeological Guide from Earliest Times to 1700, Oxford Archaeological Guides, Oxford University Press, Oxford 52008, 328.

[28] Βλ. G. F. Snyder, Ante Pacem: Archaeological Evidence of Church Life before Constantine, Macon, Mercer University Press, 2003, 111.

[29] Βλ. φωτογραφίες στη μελέτη της R. M. Jensen, Living Water: Images, Symbols, and Settings of Early Christian Baptism, Supplements to Vigiliae Christianae. Texts and Studies of Early Christian Life and Language 105, Brill, Leiden 2011, 14 και 16.

[30] Φωτογραφίες στο R. M. Jensen, στο ίδιο, 18 και 20, 23-25.

[31] C. J. Humphreys, Η Ημέρα που Σταυρώθηκε ο Ιησούς. Ανασυνθέτοντας τις Τελευταίες Ημέρες του Πάθους, (μτφρ. Α. Κλήμη-επιστ. επιμ. Μ. Γκουτζιούδης), Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2015, 142-143.

[32] R. M. Jensen, Understanding Early Christian Art, Routledge, New York 2000, 176.

[33] De Baptismo, 7-8.

[34] Η σύνοδος της Καρθαγένης (253 μ.X.) αποφάσισε τη βάπτιση των νηπίων σε πολύ μικρή ηλικία χωρίς καθυστέρηση.

[35] Βλ. G. F. Snyder, στο ίδιο, 112.

[36] Προς Εφεσίους, 18, 2.

[37] Λόγος (29) Θεολογικὸς Τρίτος. Περὶ Υἱοῦ, 20, 1-2. Στην ίδια γραμμή θα κινηθεί και ο Εφραίμ ο Σύρος.

[38] Βλ. 7, 43, 22-24. Η ιδέα αυτή παγιώθηκε θεολογικά και ακολουθήθηκε από τους: Τερτυλλιανό, Κλήμη Αλεξανδρέα, Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, Εφραίμ Σύρο, Μεθόδιο Ολύμπου και άλλους.

[39] «῎Εγνωμεν οὖν ὡς ἐν πέμπτῃ τῆς ἑβδομάδος ἡμέρᾳ ἐβαπτίσθη ὁ Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ποταμῷ, καθ” ἣν πέμπτην ἡμέραν ἐν ἀρχῇ τῆς τοῦ κόσμου γενέσεως αὐτὸς ὁ τῶν ἁπάντων δεσπότης καὶ δημιουργὸς προσέταξεν ἐξαγαγεῖν τὰ ὕδατα, ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν, αὐτὸς ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων, ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ ἐβαπτίσθη ἐν ὕδατι καὶ ἡγίασεν τὸ ὕδωρ καὶ σωτήριον αὐτὸ καὶ ζωοποιὸν ἡμῖν ἀπειργάσατο», 394, 21-395, 6.

[40] R. M. Jensen, «What are Pagan River Gods Doing in Scenes of Jesus’ Baptism?», BR 9 (1993) 40-41.

[41] Βλ. Γ. Γαλάβαρη, Ελληνική Τέχνη: Ζωγραφική Βυζαντινών Χειρογράφων, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1995, 133 και 241.

http://blogs.auth.gr/moschosg/2017/01/05

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιανουαρίου 2017

Ένα από τα μεγάλα προβλήματα των καιρών μας είναι η οικολογική κρίση. Παρά την μονομερή ενασχόλησή μας με την οικονομία, τα οικολογικά κινήματα, κυρίως μέσω του Διαδικτύου, καλούν τους νέους να δραστηριοποιηθούν. Να συγκεντρώσουν υπογραφές παλεύοντας εναντίον της καταστροφής της ατμόσφαιρας, της χλωρίδας και της πανίδας η οποία συμβαίνει χάριν του άμετρου κέρδους ισχυρών κρατών και μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών. Να προστατεύουν το περιβάλλον με δενδροφυτεύσεις, με ανακύκλωση, με  μάζεμα των σκουπιδιών από τα πεζοδρόμια και τις ακτές.

       Τα οικολογικά κινήματα σήμερα διακατέχονται συχνά από μία νεοπαγανιστική διάθεση έναντι της φύσης. Λατρεύουν την κτίση, προσωποποιώντας την. Θεοποιούν τη φύση  ως τον μεγάλο δάσκαλο του ανθρώπου. Όμως αυτός ο δρόμος δεν επιτρέπει να δούμε την Κτίση εν σχέσει με τον Κτίσαντα, διότι η φύση δεν είναι αυθύπαρκτη, ούτε άχρονη. Είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον Δημιουργό και Κτίστη της, τον Τριαδικό Θεό. Επομένως η περιφρόνηση της κτίσης έχει να κάνει με την απιστία και την ασέβεια έναντι του Θεού και αποτελεί για την Εκκλησία αμαρτία, αποτυχία δηλαδή να βρούμε τον αληθινό προορισμό μας, ο οποίος έγκειται στο να εργαζόμαστε στον κόσμο με σεβασμό σ’  αυτόν και να τον προφυλάσσουμε από τη φθορά, για να συναντήσουμε και μέσω αυτής της οδού τον Θεό.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας αναφέρουν ότι μέσα από τα κτίσματα, τη φύση, μπορούμε να έχουμε μία μερική γνώση, μία φυσική θεωρία του Θεού. Ο άνθρωπος, βλέποντας την αρμονία και το κάλλος του κόσμου, καλείται να αναλογιστεί για ποιον λόγο ο Θεός «τα πάντα εν σοφία εποίησε» και ότι το αληθινό νόημα της ζωής έγκειται στη γνώση και την κοινωνία με Αυτόν, όπως φανερώθηκε σε μας στο Πρόσωπο του Χριστού.

Ο Χριστός αγίασε την κτίση και όταν βαπτίστηκε στον Ιορδάνη ποταμό και όταν πήρε στα χέρια Του και ευλόγησε το ψωμί και το κρασί, παραδίδοντας το μυστήριο της Ευχαριστίας. Αυτό συνεχίζει να πράττει η Εκκλησία εν Αγίω Πνεύματι στους αιώνες. Να αγιάζει τα ύδατα, για να δείξει ότι τα πάντα προσλαμβάνουν την χάρη του Θεού, αλλά και να χρησιμοποιεί το υλικό στοιχείο, το οποίο είναι κτιστό, για τον δικό μας αγιασμό. Στην Θεία Λειτουργία το υλικό μεταβάλλεται σε Σώμα και Αίμα Χριστού, για να λάβουμε «άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον».  Δεν είναι η φύση θεός. Αγιάζεται με την παρουσία και την ευλογία του Θεού, με σκοπό Εκείνον να ζήσουμε και να συναντήσουμε.

Για την Εκκλησία τα οικολογικά κινήματα, παρότι χρήσιμα, δεν απαντούν στο ερώτημα «πώς σώζεται ο άνθρωπος;». Όσο δεν ξεκινούμε από την προτεραιότητα της σχέσης μας με τον Χριστό, τόσο η αλλαγή στάσης ζωής έναντι της φύσης θα μένει στο επίπεδο του κτιστού. Η μετάνοια είναι η αφετηρία για να δούμε την κτίση στην αυθεντική της αποστολή. Και γι’  αυτό στους νέους χρειάζεται να δείξουμε την αυθεντικότητα της χριστιανικής ζωής και έναντι του περιβάλλοντος. Αυτήν των αγίων.

Ο αγιασμός και των υδάτων γίνεται δια του σημείου του Σταυρού. Η σχέση μας με τον άνθρωπο, όπως και με τον κόσμο προϋποθέτει την ανάληψη του Σταυρού να παραιτηθούμε από την θεραπεία του εγώ μας και να αγαπήσουμε. Για να είναι και η οικολογική έμπνευση αυθεντική.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 4 Ιανουαρίου 2017

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα Άγια Θεοφάνεια: Υπόθεση παιδείας στον ελληνικό πολιτισμό

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιανουαρίου 2017

volvi_25

Αθανάσιος Στογιαννίδης (Επίκ. Καθ. Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ)

Ο εορτασμός των Αγίων Θεοφανείων κατέχει αναμφισβήτητα μία σπουδαία θέση στη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Και τούτο διότι στο λατρευτικό τυπικό της εορτής αποτυπώνονται με πολύ εκφραστικό τρόπο οι προοπτικές και οι ορίζοντες που εγκαινιάζονται για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο: «Σήμερον τὰ ἄνω τοῖς κάτω συνεορτάζει, καὶ τὰ κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ […]Σήμερον ὁ Δεσπότης πρὸς τὸ βάπτισμα ἐπείγεται, ἵνα ἀναβιβάσῃ πρὸς ὕψος τὸ ἀνθρώπινον».[1] Πρόκειται κατ’ ουσίαν για τη δυνατότητα να γευτεί κάθε άνθρωπος τη χάρη και τη δόξα του Θεού· τη δυνατότητα να γεμίσει ο άνθρωπος τη ζωή του με τη ζωή του Θεού,

Κατά τη Βάπτιση του Χριστού αποκαλύπτεται η Αγία Τριάδα: ο Υιός ο οποίος έχει λάβει πλήρως την ανθρώπινη φύση, ο Πατήρ από τον οποίον ακούμε μονάχα τη φωνή του, και το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού. Αυτό τελικά που αποκαλύπτεται δεν είναι μόνο το «ποιος είναι ο Θεός», αλλά κυρίως το «τι πράττει ο Θεός για χάρη του ανθρώπου». Και αυτό το οποίο πράττει είναι να γίνει άνθρωπος, έτσι ώστε ο άνθρωπος να γίνει Θεός.[2] Αυτό έχει απίστευτα μεγάλη σημασία για όλη την ανθρωπότητα: ο άνθρωπος δεν είναι πλέον μόνος (άλλωστε το όνομα «Εμμανουήλ» που αποδίδεται στον Χριστό σημαίνει «ο Θεός είναι μαζί μας»). Ο άνθρωπος έχει τον Θεό μαζί του.

Η θρησκευτική εμπειρία στον χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν είναι μία σχέση, βάσει της οποίας ο άνθρωπος επιδιώκει να εξασφαλίσει είτε μία θέση στην παραδείσια μεταθανάτια ζωή είτε απλώς να καθησυχάσει τη συνείδησή του σε θέματα ηθικής. Η θρησκευτική εμπειρία δεν είναι απλώς αναφορά σ’ ένα υπερφυσικό ον, απέναντι στο οποίο η ανθρωπότητα οφείλει να πιστεύει επειδή μόνο και μόνο υπερβαίνει τις δικές δυνάμεις. Το θρησκευτικό γεγονός στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν συνίσταται μόνο στη σύναψη σχέσεων με μία υπερφυσική δύναμη, προκειμένου να απαντηθούν ερωτήματα αναπάντητα· μήτε και μόνο στην οικοδόμηση μίας δεξαμενής νοήματος για την ανθρώπινη ζωή· είναι κάτι πολύ περισσότερο· το θρησκευτικό γεγονός δημιουργεί στον άνθρωπο νέες προοπτικές ύπαρξης και συνάντησης. Για τον λόγο αυτό επισημαίνουν ορισμένοι ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά εκκλησία.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η θρησκευτική εμπειρία βιώνεται ως εκκλησιαστικό γεγονός· είναι σχέση, και μάλιστα σχέση ζωής· είναι κοινωνία, και μάλιστα κοινωνία προσώπων μοναδικών και ανεπανάληπτων· στο πλαίσιο αυτό ο Θεός δεν προσεγγίζεται ως ένα υπερφυσικό ον, αλλά ως πρόσωπο που προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να υπερνικήσει ο,τιδήποτε τον υπερβαίνει, ο,τιδήποτε τον καθιστά αδύναμο, ο,τιδήποτε τον υποτάσσει στη φθορά και τον θάνατο. Η ενανθρώπηση του Θεού γίνεται για χάρη του ανθρώπου· για να μην μείνει ο άνθρωπος σε κάθε τι που είναι υποταγμένο στη φθορά· δηλ. σε κάθε τι που έχει ημερομηνία λήξεως! Οι υποταγμένες στην εγωπάθεια σχέσεις έχουν ημερομηνία λήξεως, δεν ζουν, φυτοζωούν ή μάλλον παρασιτούν.

Ο Θεός είναι δύναμη που εμπλουτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη, για να μπορέσει αυτή να σωθεί, δηλ. να διατηρηθεί σώα, ολοκληρωμένη και άρτια. Δεχόμενος ο άνθρωπος τη θεία χάρη, ουσιαστικά ευεργετείται, απολαμβάνοντας έναν νέο τρόπο ζωής, στον οποίον υπερβαίνεται κάθε εμπόδιο που τον αλλοτριώνει, κάθε μορφή εγωισμού που τον χωρίζει από τον συνάνθρωπό του, κάθε που τον απομακρύνει και τον αποσυνδέει υπαρξιακά από τον Δημιουργό του.

Το καινούριο στοιχείο που εμφανίζεται με την έλευση του Χριστού είναι η δυνατότητα να εγγίζεις και να γεύεσαι τον άκτιστο Θεό στην παραμικρή λεπτομέρεια του κτιστού κόσμου! Αυτός είναι και ο λόγος που αγιάζονται τα ύδατα· δεν είναι απλώς μία ευλογία, αλλά η είσοδος της παρουσίας του Θεού στα ανθρώπινα πράγματα, σ’ αυτά που είθισται να αποκαλούμε με ευσεβιστική διάθεση ως «υλικά» και «μάταια». Γι’ αυτά όλα τα μάταια ήρθε ο Χριστός στον κόσμο, για να μην είναι πλέον μάταια, αλλά αθάνατα.

Η φωτοχυσία του Τριαδικού Θεού σε κάθε διάσταση της κτίσης και η δυνατότητα του ανθρώπου να παλέψει για την ίδια του τη ζωή όχι μόνος αλλά μαζί με τον Χριστό, είναι αυτό που αποτυπώνεται τελικά στον αγιασμό των υδάτων. Τα ύδατα δεν αποτελούν μία συμβολική έκφραση, ούτε και ο Αγιασμός των υδάτων παραπέμπει σε απλώς και μόνο σε κάποια αλληγορία. Ο Μ. Αθανάσιος επισημαίνει ότι πίσω από τα σύμβολα, κρύβονται τα πράγματα. «Ὧν εἶδες τὰ σύμβολα τούτων ἀποδέχου τα πράγματα».[3] Αυτό που βλέπουμε και βιώνουμε στην ορθόδοξη Θεία Λατρεία είναι πράγματα, τα οποία μάς δίδονται συμβολικώς. Τι σημαίνει αυτό; Ας εξετάσουμε κάπως ενδελεχέστερα την έννοια του συμβόλου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημασία του αγιασμού των υδάτων.

Πολύ συχνά, όταν στις καθημερινές μας συνομιλίες χρησιμοποιούμε τις λέξεις «σύμβολο», «συμβολικό», «συμβολικώς» για να δηλώσουμε ότι ένα αντικείμενο, μία φράση οδηγεί τον νου μας, με τρόπο αναγωγικό, σε ένα πράγμα, σε μία σκέψη, σ’ ένα γεγονός κτλ. Π.χ. το δώρο που προσφέρουμε στον οικοδεσπότη, όταν μας καλεί για δείπνο, είναι σύμβολο της φιλίας μας, της ευγνωμοσύνης μας, της συμπάθειάς μας κτλ. Αυτός ο τρόπος σκέψης καλλιεργήθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα στον χώρο της δυτικής Χριστιανοσύνης.  Ειρήσθω εν παρόδω, ότι η αναφορά αυτή δεν γίνεται για να εκφράσουμε κάποιο πνεύμα αντιπαράθεσης με τη δυτική Χριστιανοσύνη, αλλά για να αντιληφθούμε πληρέστερα το περιεχόμενο που αποδίδεται στα λατρευτικά σύμβολα μέσα στο πλαίσιο της Ορθόδοξης θείας Λατρείας.

Η φιλοσοφική και θεολογική σκέψη στη Δύση χρησιμοποίησε τους όρους «ρεαλισμός» (Realismus) και «πραγματικότητα» (Realität), προκειμένου να δηλωθούν ιδιότητες που ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στον αισθητό-νοητό κόσμο (das Dingliche).[4] Μοναδική ενδοκοσμική πραγματικότητα θεωρήθηκε ο ορατός κόσμος που γίνεται αντιληπτός διά μέσου των αισθήσεων. Για τη δυτική σχολαστική θεολογική σκέψη η αποκάλυψη του Θεού ως φανέρωση της θείας χάρης στον κόσμο, είναι ένα γεγονός που υπερβαίνει τις ιδιότητες και τις δυνατότητες του ορατού κόσμου. Έτσι γίνεται λόγος για μία υπερφυσική αποκάλυψη.[5] Εάν όμως η πραγματικότητα του κόσμου περιορίζεται μόνο στα αισθητά, τότε θα πρέπει να επινοηθεί μία άλλη έννοια η οποία να μπορεί να εκφράζει την πραγματικότητα του Θεού όπως επίσης και τη θρησκευτική εμπειρία. Αυτός ο προβληματισμός οδήγησε στην καλλιέργεια της έννοιας «Μεταφυσική» για να εκφράσει το περιεχόμενο μίας μετα-πραγματικότητας που θα μπορεί να κινείται πέρα από τα όρια του κόσμου των ορατών και αισθητών αντικειμένων.[6] Ως συνέπεια αυτού του διαχωρισμού επήλθε και κάτι ακόμη: η θρησκευτική εμπειρία απομονώθηκε στο επίπεδο του ανθρώπινου πνεύματος, ενώ η εμπειρία των αισθήσεων αφορούσε μόνο στα αντικείμενα του ορατού κόσμου. Με τη θρησκεία θα ασχολείται μόνο το πνεύμα, διότι η θρησκεία κινείται στον χώρο της Μεταφυσικής. Για τη θρησκευτική εμπειρία οι αισθήσεις δεν μπορούν να έχουν κανένα απολύτως λόγο, εφόσον αυτές είναι αρμόδιες για τα ορατά – μη θρησκευτικά, μη πνευματικά – πράγματα του κόσμου. Έτσι η θρησκευτική εμπειρία στη δυτική Χριστιανοσύνη καλλιεργούνταν με τον διαλογισμό (Meditation), και η εμπειρία των ορατών αντικειμένων του κόσμου με την εκγύμναση της αισθητηριακής αντιληπτικής ικανότητας του ανθρώπου (sinnliche Wahrnehmung).[7]

Οι παραπάνω διακρίσεις ανάγονται, κατά τον Αναστάσιο Γιαννουλάτο, στον διχοτομικό τρόπο σκέψης που καθιέρωσε στους κόλπους της δυτικής θεολογίας ο ιερός Αυγουστίνος.[8] Η πραγματικότητα διαχωρίζεται σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα: φυσικό και υπερφυσικό, πραγματικότητα του ορατού-αισθητού κόσμου και θεία πραγματικότητα, φυσική και μεταφυσική, θρησκεία και αποκάλυψη, ύλη και πνεύμα, αισθήσεις και διαλογισμός. Η δυτική θεολογική σκέψη θέτει πάντοτε ως σημείο αφετηρίας τις παραπάνω διχοτομίες, για να προσπαθήσει στη συνέχεια να διαμορφώσει σημεία σύγκλισης.[9]

Οι σκέψεις αυτές πιστοποιούν το γεγονός ότι η έννοια «πραγματικότητα» περιλαμβάνει μόνο τα απτά αντικείμενα του ορατού κόσμου. Έτσι π.χ στη γερμανική γλώσσα η λέξη Realität (=πραγματικότητα) σημασιολογείται ως dingliche Realität (=πραγματικότητα των ορατών αντικειμένων)· αντίστοιχα ο Realismus, δηλ. εκείνος ο φιλοσοφικός τρόπος σκέψης που ξεκινάει όχι από ιδέες του νου αλλά από τα δεδομένα που προσφέρει η πραγματικότητα, κατανοείται από τους Γερμανούς ως dinglicher Realismus, δηλ. ως ρεαλισμός που οικοδομείται αποκλειστικά και μόνο στα συγκεκριμένα ορατά αντικείμενα που εμπίπτουν άμεσα στις αισθήσεις μας.[10] Αν επεκτείνουμε τον παραπάνω συλλογισμό στο επίπεδο των σχέσεων Θεού και ανθρώπου, τότε καταλήγουμε σε μια θεολογία η οποία αρνείται κατηγορηματικά τη δυνατότητα μετοχής της θείας χάρης μέσα από ορατά και απτά αντικείμενα. Και τούτο διότι η ενασχόληση με τη θεία πραγματικότητα είναι ένα αποκλειστικό έργο του ανθρώπινου πνεύματος και όχι του σώματος. Αυτός είναι και ο ουσιαστικός λόγος για τον οποίο στη Δύση οι εικόνες δεν θεωρήθηκαν ιερά πράγματα μήτε και έγιναν αντικείμενα τιμητικής προσκύνησης.[11]

Η λογική της συνύφανσης των αντιθέτων κληροδοτείται και στην ορθόδοξη παράδοση. Τόσο ο φιλόσοφος της κλασσικής αρχαιότητας όσο και ο Πατέρας της Εκκλησίας, θέτει πάντοτε ως σημείο εκκίνησης στον στοχασμό του, ότι το πνεύμα και η ύλη, η πνευματικότητα και λογική, ο μύθος και ο λόγος συνθέτουν ένα λειτουργικό όλον.[12] Αλλά και ο Θεός βρίσκεται σε μία αρμονική σχέση με την κτίση και όχι σε μία αντιπαράθεση.[13] Ας αναφέρουμε ένα απλό παράδειγμα: μέσα από την ενότητα μεταξύ θρησκευτικής εμπειρίας και λογικής σκέψης αναζητούνται τα όρια τους. Πνευματικότητα και λογική συλλειτουργούν για χάρη του ανθρώπου. Ωστόσο έχουν και οι δύο τον χώρο δράσης τους. Δεν χρειάζεται να διασπάσεις την άρρηκτη σχέση ανάμεσα στην αγιοπνευματική εμπειρία και στον επιστημονικό στοχασμό προκειμένου να προσδιορίσεις τις ιδιότητές τους. Με δεδομένη τη λειτουργική αυτή ενότητα ο Ορθόδοξος Χριστιανός βιώνει την πραγματικότητα ως ένα συμπαντικό όλον εξασκώντας ταυτόχρονα τον αιχμηρό του λόγο για να διαχωρίσει και να διερευνήσει τα επιμέρους. Στην ορθόδοξη σκέψη και ζωή μέσα από την ενότητα ενός συμπαντικού όλου εκφράζονται τα επιμέρους διαφοροποιημένα στοιχεία. Στη Δύση ακολουθείται διαφορετική οδός:  ο άνθρωπος παίρνει ως δεδομένο τον διαχωρισμό και τη διαφοροποίηση και αγωνίζεται να εφεύρει τρόπους συνένωσής τους. Αυτές τις δύο αντίθετες πορείες σκέψεις και ζωής περιγράφει με πολύ εύστοχο τρόπο ο Νίκος Ματσούκας υποστηρίζοντας ότι στην Ανατολή επικρατεί η λογική του Ηράκλειτου, η «παλίντροπος ἁρμονίη», δηλ. η αρμονική συνύπαρξη των αντιθέτων. Στη Δύση απεναντίας κυριαρχεί η λογική του Hegels σύμφωνα με την οποία η θέση και η αντίθεσή της μάς δίδουν μια καινούρια σύνθεση καταργώντας οποιαδήποτε δυνατότητα συνύπαρξης των αντιθέτων.[14]

Στον εορτασμό των Αγίων Θεοφανείων εμφανίζεται αυτή ακριβώς η σύνθεση ανάμεσα σε πράγματα τα οποία για την κοινή λογική είναι ασυμβίβαστα: από τη μια ο άκτιστος Θεός και από την άλλη η κτιστή δημιουργία· από τη μια η θρησκευτική εμπειρία και από την άλλη η καθημερινότητα.  Δεν είναι μόνο ο αγιασμός των υδάτων αυτό το οποίο εξυμνεί η θεία Λατρεία, αλλά ο αγιασμός ολάκερης της φύσης. Είναι ένα πραγματικό πανηγύρι στο οποίο εορτάζουμε την είσοδο της αγιαστικής χάρης του Θεού σε κάθε διάσταση της ζωής μας.

Στην εποχή μας η αναζήτηση του Θεού δεν είναι και τόσο σπάνιο φαινόμενο. Και η θρησκεία δεν προσεγγίζεται ως μια υπόθεση ιδιωτική, αλλά ως ένας παράγοντας που έχει θέση στη δημόσια συζήτηση. Και αυτό ίσως μπορεί να σημαίνει, ότι πολλοί σήμερα προσπαθούν να βρουν κάτι για να νοηματοδοτήσουν τη ζωή τους, τον πόνο τους, την ευτυχία ή τη δυστυχία τους, κάτι που να προσδίδει νόημα και περιεχόμενο σε κάθε διάσταση του ανθρώπινου βίου. Το κατεξοχήν θρησκευτικό ερώτημα του σύγχρονου ανθρώπου μάλλον δεν είναι το «αν υπάρχει ο Θεός», αλλά κυρίως «το πώς συνδέεται ο Θεός με τον άνθρωπο και ο άνθρωπος με τον Θεό». Μέσα από τον εορτασμό των Θεοφανείων βιώνουμε μία συγκεκριμένη πρόταση για τη σύνδεση αυτή: Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός κατά χάρη, για να γεμίσει ο άνθρωπος τη ζωή του με Θεό. Συνεπώς, στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο Θεός δεν είναι μία προωθητική δύναμη που απλώς εμπνέει τον άνθρωπο στις σκέψεις και τις πράξεις του, αλλά κάτι πολύ περισσότερο, μιας και ενώνεται με τον άνθρωπο, προκειμένου ο άνθρωπος να υπερβεί κάθε τι που τον καθιστά δέσμιο στη φθαρτότητα και τον θάνατο.

Τα Άγια Θεοφάνεια είναι ένα πανηγύρι· πανηγύρι χαρμολύπης που έχει εμπνεύσει συνειδητά ή ασύνειδα τη ζωή του σύγχρονου Έλληνα· έχει γίνει σήμα κατατεθέν του πολιτισμού μας. Με ποια έννοια; Την απάντηση μάς τη δίδει ο Ερατοσθένης Καψωμένος, ο οποίος σε σχετική του μελέτη[15] υποστηρίζει ότι ένα από τα χαρακτηριστικά του νεοελληνικού πολιτισμού, όπως αυτός αποκαλύπτεται μέσα από τα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, είναι «η μυστηριακή διάσταση της φύσης – που στον Σεφέρη και τον Ελύτη ιδιαίτερα είναι ένας μυστικισμός του φωτός (όχι του σκοταδιού) – και που συνδέεται με την παρουσία του Θεού μέσα στη φύση. […] η φύση είναι η περιοχή του μυστηρίου και του θαύματος, όπου πραγματοποιείται «Θεία Επιφάνεια» (Θεοφάνεια), δηλ. η εμφάνιση του Θεού μέσα στη φύση. […] Με την εμφάνιση του Θεού μέσα στη φύση πραγματοποιείται μια εγκοσμίωση των μεταφυσικών αξιών και αποκαθίσταται η σύζευξη υλικού και πνευματικού κόσμου».

Οι παρατηρήσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ανάδειξη της σχέσης μεταξύ Ορθόδοξης Εκκλησίας και ελληνικού πολιτισμού. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς, ότι αυτή ακριβώς η σύνδεση φύσης (δηλ. κτίσης) και Θεού αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό συστατικό στοιχείο της ορθόδοξης παράδοσης και ζωής. Και ότι ακριβώς αυτό εκφράζουν τα όσα λέγονται στην ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού: «Σήμερον ὁ ἄδυτος Ἥλιος ἀνέτειλε, καὶ ὁ κόσμος τῷ φωτὶ Κυρίου καταυγάζεται. […] Σήμερον ρείθροις μυστικοῖς πᾶσα ἡ κτίσις άρδεύεται. […] Σήμερον τὰ ἄνω τοῖς κάτω συνεορτάζει, καὶ τὰ κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ».[16] Τούτο όμως σημαίνει, εν κατακλείδι, ότι η εορτή των Θεοφανείων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα γεγονός απέναντι στο οποίο ο πιστός καλείται να επιδείξει ένα ενδιαφέρον, ενώ εκείνος που δεν πιστεύει δικαιούται να είναι αδιάφορος. Δεν πρόκειται περί αυτού· δεν είναι μόνο ένα εξέχον εκκλησιαστικό γεγονός, αλλά ταυτόχρονα μία συμβολική απεικόνιση και βιοτή ενός τρόπου ζωής, ενός ολόκληρου πολιτισμού, στον οποίον συμπέπλεκται το ορατό και το αόρατο, το πνευματικό και το αισθητό, το λογικό και το υπερβατικό, το επιστημονικό και το θρησκευτικό, το κτιστό και το άκτιστο. Αυτό το βασικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί το κατεξοχήν μορφωτικό περιεχόμενο στον χώρο της εκπαίδευσης και ιδιαιτέρως του Μαθήματος των Θρησκευτικών. Ο εορτασμός των Αγίων Θεοφανείων είναι υπόθεση παιδείας!

dsc_0015

[1] Ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων από την Ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού.

[2] Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Περὶ Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, PG 25, 192 B: «Οὗτος γὰρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».

[3] Ἀθανασίου του Μεγάλου, Λόγος εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, PG 28, 1080 C. Βλ. επίσης: Παναγιώτη Σκαλτσή, Η των συμβόλων αλήθεια. (Φαινομενολογική και θεολογική προσέγγιση). Στον συλλογικό τόμο: Σύμβολα και συμβολισμοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας. (Εισηγήσεις – Πορίσματα ιερατικού Συνεδρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας έτους 1991), Δράμα 1991, σελ. 45.

[4] Anastasios Kallis, Orthodoxie. Was ist das?, Mainz 1978, σελ. 48.

[5] Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική θεολογία Α’. Εισαγωγή στη θεολογική γνωσιολογία, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 197 κ.ε.

[6] Athanassios Stogiannidis, Leben und Denken. Bildungstheorien zwischen Theosis und Rechtfertigung. Eine Untersuchung zum Verhältnis von Evangelischer und Orthodoxer Religionspädagogik, Münster 2003, σελ. 280.

[7] Athanassios Stogiannidis, Leben und Denken, ό.π., σελ. 280.

[8] Αναστασίου Γιαννουλάτου, Αρχιεπισκόπου Αλβανίας, Σχέσεις της Ορθοδοξίας με τις άλλες θρησκείες, στον τόμο: Andrew Walker / Κώστας Καρράς, Ζωντανή Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο, (Μετάφραση από τα αγγλικά: Ιωσήφ Ροηλίδης), Αθήνα 2001, σελ. 50.

[9] Αναστασίου Γιαννουλάτου, Σχέσεις της Ορθοδοξίας με τις άλλες θρησκείες, ό.π., σελ. 50.

[10] Anastasios Kallis, Orthodoxie. Was ist das?, ό.π., σελ. 48.

[11] Δημητρίου Τσελεγγίδη, Η θεολογία της εικόνας και η ανθρωπολογική σημασία της, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 162 κ.ε.

[12] Αθανασίου Στογιαννίδη, Φιλοσοφία της Παιδείας και Χριστιανισμός. Μια στοχαστική περιδιάβαση στα ανθρωπολογικά μονοπάτια της ορθόδοξης και της προτεσταντικής θρησκευτικής παιδαγωγικής, Θεσσαλονίκη 2013, σσ. 200-245. Βλ. επίσης: Νίκου Ματσούκα, Λόγος και μύθος. Με βάση την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, Θεσσαλονίκη31997,  σελ. 145-151.

[13] Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’. Έκθεση της ορθόδοξης πίστης σε αντιπαράθεση  με τη δυτική χριστιανοσύνη, Θεσσαλονίκη 2 1996, σελ. 164.

[14] Nikos Matsoukas, Orthodoxe Theologie im Kontext einer kulturellen Vielfalt, στον τόμο: Bischof Evmenios von Lefka, A. Basdekis, N. Thon im Auftrag der Griechisch-Orthodoxen Metropolie und der Kommission der Orthodoxen Kirchen in Deutschland (Hrsg.), Die Orthodoxe Kirche. Eine Standortsbestimmung an der Jahrtausendwende. Festgabe für Prof. Dr. Dr. Anastasios Kallis, Frankfurt a.M. 2 2000, σελ. 144.

[15] Ερατοσθένη Καψωμένου, Τυπολογικά κριτήρια για Σημειωτική της Ελληνικής Κουλτούρας. Στο: Γρηγόρη Πασχαλίδη – Ελένης Χοντολίδου (Επιμέλεια), Σημειωτική και Πολιτισμός. Τόμος 1. Κουλτούρα – Λογοτεχνία – Επικοινωνία, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 43-63.

[16] Ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων από την Ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού.

http://blogs.auth.gr/moschosg/2017/01/05/%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BA-%CE%BA%CE%B1%CE%B8-%CF%84%CE%BC%CE%AE%CE%BC/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Βάπτιση του Χριστού

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου 2016

Στις 6 Ιανουαρίου η Εκκλησία μας πανηγυρίζει τη δεσποτική γιορτή της Βάπτισης του Κυρίου μας, του Ιησού Χριστού.

Baptisi_pic_Athos_mesa

Στην ορθόδοξη εικονογραφία το γεγονός αυτό απεικονίζεται με την εικόνα που βλέπεις παραπάνω. Όπως κάθε βυζαντινή εικόνα, έτσι κι αυτή «κρύβει» – δηλώνει ιδιαίτερους συμβολισμούς.

Baptisi_11) Η κατάδυση του Χριστού στα νερά του ποταμού Ιορδάνη συμβολίζει τον θάνατο και την Ανάστασή Του.

Ο Χριστός μας ταπεινώνεται, βαπτίζεται χωρίς ρούχα, για να ντύσει τους ανθρώπους με παραδεισένια στολή. Στέκεται όρθιος πάνω στα νερά ως νικητής των σκοτεινών δυνάμεων. Με το δεξί Του χέρι ευλογεί το νερό.

Baptisi_32) Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος με δέος ακουμπά το δεξί του χέρι στο κεφάλι του Χριστού.

Baptisi_43) Οι άγγελοι προσκυνούν. Τα χέρια τους είναι σκεπασμένα σε ένδειξη σεβασμού και μας θυμίζουν τον ύμνο που ψέλνουμε στο μυστήριο του βαπτίσματος: «όσοι βαπτισθήκατε στον Χριστό, να ντυθείτε τον Χριστό».

Baptisi_54) Οι μορφές κάτω από τα πόδια του Χριστού συμβολίζουν τη θάλασσα και τον Ιορδάνη ποταμό. Όταν τα νερά είδαν τον Δημιουργό τους να ταπεινώνεται τόσο, στράφηκαν από την άλλη πλευρά.

Ακόμα και σήμερα την ημέρα των Θεοφανείων, όταν γίνεται ο αγιασμός στον Ιορδάνη ποταμό και πέφτει ο Σταυρός στο νερό, τα νερά του αλλάζουν φορά. Αυτό συμβολίζει τη μεταστροφή και τον αγιασμό όλης της φύσης.

http://www.pemptousia.gr/2016/01/i-vaptisi-tou-christou/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΓΩ ΗΛΘΟΝ ΙΝΑ ΖΩΗΝ ΕΧΩΣΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΝ ΕΧΩΣΙΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου 2016

Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα της χριστιανικής παράδοσης είναι το «γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος;». Η απάντηση μοιάζει αυτονόητη. Για τους χριστιανούς έγινε άνθρωπος «για να μας σώσει». Για τους πολλούς, οι οποίοι ακολουθούν εθιμικά την χριστιανική ζωή, τις γιορτές της, την μεταφυσική της διδασκαλία, η απάντηση δεν χρειάζεται να δοθεί, διότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε έναν Θεό και να έχει μία θρησκεία. Οι επικεφαλής της θρησκείας, οι υπεύθυνοι πρέπει να ασχολούνται με τις λεπτομέρειες, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν. «Είναι έτσι, γιατί έτσι είναι». Για το ποσοστό των ανθρώπων, πάλι, οι οποίοι είναι και άθρησκοι και παντελώς αδιάφοροι η ιστορία του Χριστού είναι ένας ακόμη μεγάλος θρησκευτικός «μύθος». Αρκούνται στο να αντλούν πλεονεκτήματα από τον τρόπο εορτασμού των πολλών σε λεπτομέρειες της ζωής, όπως η ανάπαυλα, τα ταξίδια, η μουσική, ο στολισμός, η κατανάλωση, το φαγητό. Ο υπαρξιακός προβληματισμός γι’ αυτούς έχει να κάνει μόνο με το «εγώ», το οποίο είναι το κέντρο και το μοναδικό νόημα της ζωής τους.

Για όσους όμως θέλουμε οι γιορτές της πίστης μας να έχουν ένα άλλο νόημα, το οποίο να μην περιορίζεται στην εκκοσμικευμένη διάσταση της θρησκείας, παρότι και ο κοσμικός τρόπος είναι αναπόφευκτος, κάποτε και απαραίτητος, διότι δεν ζούμε σε μία ερημική κατάσταση, αλλά καλούμαστε να κοινωνήσουμε το μήνυμα του Ευαγγελίου, το μήνυμα της χαράς «ότι ετέχθη ημίν σήμερον σωτήρ, ός εστί Χριστός Κύριος εν πόλει Δαυίδ» (Λουκ. 2, 11)με τους συνανθρώπους μας, όπως κι αν είναι αυτοί, όπως κι αν είμαστε εμείς, , η απάντηση πηγάζει από την πίστη στο πρόσωπο, τον λόγο και τη ζωή του ίδιου του Γεννηθέντος Θεανθρώπου. Και είναι τελικά ξεκάθαρη:

«Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσι» (Ιωάν. 10,10) μας δηλώνει ο Κύριός μας.

«Ήλθον». Ο Χριστός δεν είναι προφήτης. Δεν είναι καν ένας ξεχωριστός άνθρωπος. Δεν κλήθηκε από τον Θεό να επιτελέσει μία αποστολή. Είναι ο Ίδιος Θεός. Είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το οποίο ελεύθερα έρχεται στον κόσμο. Και έλευση σημαίνει ενανθρώπιση. Σημαίνει πρόσληψη του κτιστού από το άκτιστο, όχι επιφανειακά, δοκητικά. Το άκτιστο δεν μεταμορφώνεται εξωτερικά σε κτιστό, για να επιτελέσει μία αποστολή και να ξαναγίνει αυτό που ήταν πριν. «Ό γαρ ην διέμεινε, Θεός ων αληθινός, και ό ουκ ην προσέλαβεν, άνθρωπος γενόμενος δια φιλανθρωπίαν» (Από τα στιχηρά του Εσπερινού της εορτής). Η έλευση συνεπάγεται την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης χωρίς την στέρηση ή την αλλοίωση της θείας.

 Έλευση σημαίνει κίνηση με αιτία και σκοπό. Αιτία είναι η αγάπη. Είναι η έγνοια του Θεού ο κατ’  εικόνα Του πλασθείς άνθρωπος να μη μείνει παραδομένος στον θάνατο. Να μην νικιέται η ύπαρξη από την φθορά και την ίδια στιγμή να μη χάνεται για πάντα ο ένας τρόπος φανέρωσης στον άνθρωπο της εικόνας του Θεού που είναι το σώμα, αλλά και να μην υφίσταται ο άλλος τρόπος φανέρωσης στον άνθρωπο της εικόνας του Θεού που είναι η ψυχή, τις συνέπειες «του μεσότοιχου  του φραγμού» ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, δηλαδή την κόλαση. Η στάση στο αιώνιο σκοτάδι, στην αδυναμία κοινωνίας με τον Θεό, όπως συνέβαινε μέχρι την ενανθρώπιση, μέχρι τον σταυρό, μέχρι την ανάσταση.

Μπορεί οι άνθρωποι να διψούσαν να δούνε τον Θεό «για πάντα». Να είναι μαζί με τον Θεό «για πάντα». Στην περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης υπήρξαν εκείνοι οι«μαρτυρηθέντες δια της πίστεως» οι οποίοι όμως «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν του Θεού περί ημών κρείττον τι προβλεψαμένου, ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσι» (Εβρ. 11, 39-40). «Όλοι όσοι, παρά την καλή μαρτυρία της πίστης τους, δεν πήραν ό,τι τους υποσχέθηκε ο Θεός. Αυτός είχε προβλέψει κάτι καλύτερο για μας, έτσι ώστε να μη φτάσουν εκείνοι στην τελειότητα χωρίς εμάς». Η υπόσχεση του Θεού στον Αβραάμ, τον Μωυσή, τον Δαβίδ, τους προφήτες δεν είχε εκπληρωθεί. Κανείς δεν μπορούσε να γευτεί την κοινωνία με τον Θεό μετά θάνατον. Και όχι μόνο αυτοί, αλλά και όλοι όσοι στους διάφορους λαούς αναζητούσαν τον τρόπο της αλήθειας που θα τους έδινε αυτό το «για πάντα» με τον Θεό. Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, με τον σπερματικό λόγο. Οι κουρασμένοι από την διαφθορά, την χυδαιότητα και την εμπάθεια Ρωμαίοι ποιητές. Οι Μάγοι εκ της Περσίδος, άνθρωποι που αναζητούσαν στην επιστήμη ελπίδα. Ακόμη και οι λαοί που δημιούργησαν μεγάλους πολιτισμούς ήθελαν λύτρωση. Στα μεγάλα έργα τους αποτυπώνεται η προσδοκία ότι η θρησκεία είναι έκφραση της υπαρξιακής αγωνίας για το αιώνιο.

Και δεν εκπληρώνει ο Θεός την υπόσχεσή Του σε κανέναν από τους λαούς, ούτε καν στον περιούσιο. Όχι γιατί αποστρεφόταν τους ανθρώπους για την αμαρτία τους. Αλλά γιατί έπρεπε, εφόσον ο Θεός είναι δίκαιος και «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. 2, 4) να είμαστε όλοι μαζί σ’ αυτή την πορεία. Έπρεπε Κάποιον να ακολουθήσουμε. Να δοθεί η ευκαιρία όχι μόνο στον περιούσιο λαό, αλλά σε όλη την ανθρωπότητα να υπερβεί τον φραγμό. Γιατί ο φραγμός δεν προέρχεται μόνο από την αμαρτία του καθενός, δηλαδή την επιλογή μας να ζούμε θεοποιώντας τον εαυτό μας, το μερικό, το ατομικό, αυτό που μας φαίνεται σωστό. Ή να αποθεώνουμε το δικό μας συλλογικό, ό,τι μας ανήκει και όπου ανήκουμε και μόνο αυτά. Ο Θεός, με την ενανθρώπισή Του, έδειξε ότι δεν είναι ευλογία για έναν λαό μόνο ή για έναν άνθρωπο μόνο, αλλά για όλους τους λαούς και για όλους τους ανθρώπους. Ο περιούσιος λαός της Παλαιάς Διαθήκης ανέλαβε την ευθύνη να προετοιμάσει την ανθρώπινη φύση μέσα από την υπακοή στο θέλημα του αποκαλυφθέντος Θεού.  Να δείξει στον κόσμο ότι «έστι Θεός» (Δανιήλ, 3,17). Να χτίσει τις γέφυρες με τους άλλους λαούς. Με όλες τις παραδόσεις στις οποίες υπάρχει η αναζήτηση της αιωνιότητας. Διότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να αποδεχτεί τον θάνατο, μολονότι γνωρίζει ότι είναι αναπόφευκτος.

«Ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός» (Γαλ. 4, 4). Η αποστολή είναι εκούσια. Η αποστολή επιλέχτηκε με ταύτιση του θελήματος του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.  Και ο Χριστός ήλθε ως Θεάνθρωπος. Ενοίκησε σε ό,τι ωραιότερο είχε να του προσφέρει η ανθρωπότητα.«Τι σοί προσενέγκωμεν Χριστέ; … Μητέρα Παρθένον» (από τα στιχηρά του Εσπερινού της εορτής). Η Παναγία είναι αυτή που αποτυπώνει το μέγιστο των δυνατοτήτων της ανθρώπινης φύσης. Στο πρόσωπό της βλέπουμε την χάρη, την σωματική και ψυχική ομορφιά. Την καθαρότητα, σωματική και ψυχική. Την αγάπη, τόσο προς τον Θεό όσο και προς τους ανθρώπους. Την δύναμη του λογικού που είναι τόσο ευφυές ώστε να την καθιστά ταπεινή, όσο κι αν αυτό ηχεί παράδοξα στην σκέψη μας, να έχει δηλαδήεπίγνωση των ορίων, τόσο έναντι του Θεού όσο και έναντι της ανθρώπινης φύσης και του ανθρώπινου νόμου. Την εμπιστοσύνη στον λόγο του Θεού αλλά και στις παραδόσεις των ανθρώπων που την εισοδεύουν στον ναό και την οδηγούν στο σπίτι του Ιωσήφ. Την ελευθερία που την κάνει να είναι αυτή που θα πει το μεγάλο ΝΑΙ στην πρόσκληση του Θεού. Παρόλα αυτά όμως δεν μπορεί ούτε κι αυτή να νικήσει τον θάνατο. Γι’  αυτό έρχεται δι’  αυτής και γι’  αυτήν ο Χριστός. Για να την αγιάσει και να της προσδώσει την κατά χάριν αιωνιότητα.

«Ίνα ζωήν έχωσι». Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να προσθέσει και να αφαιρέσει. Προσθέτει στην φύση μας με την χάρη Του την ενεργοποίηση του «καθ’  ομοίωσιν». Προσλαμβάνοντας το ανθρώπινο, το καθιστά κατά χάριν αθάνατο. «Απαθανατίζει το πρόσλημμα» (Κανόνας του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου). Την ίδια στιγμή μας δίνει τη δύναμη τα χαρίσματα της «αρχέγονης δικαιοσύνης», του κατ’  εικόνα Θεού το οποίο λάβαμε κατά την δημιουργία μας, να βρούνε τον αυθεντικό προσανατολισμό τους. Αυτόν για τον οποίο πλάστηκαν, που δεν είναι άλλος από την κοινωνία με τον Θεό, την κατά χάριν θέωση. Για να γίνει αυτό, χρειαζόμαστε την σχέση με τον Θεό η οποία μας μεταμορφώνει σε θεούμενες υπάρξεις, αλλά και τη δική μας άσκηση, τον δικό μας αγώνα ως σημείο ελεύθερης αποδοχής στην κλήση του Θεού. Χωρίς την ενανθρώπιση το μεσότοιχον του θανάτου θα παρέμενε ακατάλυτο και η επαγγελία ανεκπλήρωτη, διότι από μόνοι μας δεν μπορούμε να είμαστε αθάνατοι, καθότι είναι νόμος της φύσης και της ζωής η αρχή και το τέλος. Η φθορά και ο θάνατος.

 Τα χαρίσματα της αρχέγονης δικαιοσύνης αποκτούν μέσα από τη σχέση με τον ενανθρωπήσαντα Λόγο τον αληθινό τους προορισμό.

Το «λογικόν» δεν γίνεται παρά-λογο, αλλά καθαίρεται δια της κοινωνίας με το υπέρ-λογο. Ο άνθρωπος δεν χρησιμοποιεί τον νου για να θεοποιήσει τον εαυτό του. Παύει να πιστεύει ότι η δύναμή του εκτείνεται πέραν του θανάτου. Παύει να καταστρέφει με τις εμπνεύσεις του τον πλησίον και την κτίση. Ο Χριστός μάς κάνει να βλέπουμε τον νου με κριτήριο την καρδιά. Να μη μένουμε στην μερική θέαση του κόσμου, την υποκειμενική, την πεπερασμένη την οποία μας δίνει ο νους μας. Γιατί έτσι δεν μπορούμε να δούμε τη ζωή στην προοπτική της αιωνιότητας, στην προοπτική της τήρησης των εντολών του Θεού, αλλά τη βλέπουμε στη λογική του τι είναι ευχάριστο για μας, σε μια λογική που μένει στο τώρα. Ο Χριστός μας κάνει να ζούμε και να σκεφτόμαστε καρδιακά, δηλαδή με το φως του Θεού το οποίο οδηγεί ώστε η ζωή μας συνολικά να έχει ως πρότυπο τον Θεό. Ότι κάθε τι που μας συμβαίνει, όταν δεν έχει να κάνει με τις δικές μας επιλογές και τα πάθη μας, ο Θεός επιτρέπει να μας συμβεί, για να δούμε τη ζωή μας και τον κόσμο στην προοπτική της σχέσης μαζί Του. Δεν σωζόμαστε και δεν υπάρχουμε μόνο για μας, αλλά για όλους. Καλούμαστε λοιπόν να αναζητούμε την αγάπη και να λειτουργούμε προς όφελος του άλλου. Να μοιραζόμαστε τις εμπνεύσεις μας. Να χαιρόμαστε όχι γιατί δοξαζόμαστε με τις ικανότητές μας, αλλά γιατί κοντά μας οι άλλοι μπορούν να ζήσουν την ειρήνη, «την πάντα νουν υπερέχουσαν» (Φιλιπ. 4,7), αντλώντας πίστη, ελπίδα, σταθερότητα. Να μην είναι ο νους αλαζών, αλλά ταπεινός. Να έχει επίγνωση ότι το φως από αλλού έρχεται και όχι από το εγώ.

Το «αυτεξούσιον» γίνεται η ελεύθερη αποδοχή του θελήματος του Θεού από την συνείδησή μας. Η συνείδηση, «ο θερμός και φωτεινός λογισμός, ο οποίος λειτουργεί ως η σπίθα, για να φωτίζει τον νου και να του δείχνει πώς να ξεχωρίζει το καλό από το κακό, παραχωμένος και καταπατημένος από τους ανθρώπους με την προοδευτική εξάπλωση της αμαρτίας, ανακαινίζεται, έρχεται ξανά στο φως με την ενανθρώπιση του Δεσπότη μας Ιησού Χριστού, ξαναπαίρνει ζωή, γνωρίζει και πάλι ποιες είναι οι εντολές του Θεού και πώς μπορεί να τις τηρήσει ο άνθρωπος» (αββάς Δωρόθεος). Και ο άνθρωπος ξαναστρέφει την ελευθερία του προς τον Δημιουργό του. Διψά για να γνωρίσει και να συναντήσει τον Ίδιο τον Θεό. Διψά για να μην αφήσει την αμαρτία να τον κυριεύσει, να τον καθιστά ανίκανο να χαρεί τη ζωή στην προοπτική της αιωνιότητας και να μένει προσκολλημένος στον χρόνο της ζωής. Γιατί αυτός είναι ο πειρασμός της ελευθερίας χωρίς Θεό. Να θεωρήσει ο άνθρωπος τον χρόνο της παρούσας ζωής ως τον μοναδικό που υπάρχει, να απορρίψει την αιωνιότητα. Να βάλει έτσι το εγώ του πιο πάνω από τον Θεό. Διαστρέφει λοιπόν την ελευθερία για να απολαύσει τα αγαθά του χρόνου και του κόσμου. Καθιστά τον εαυτό του σάρκα. Ζει κατά πώς νομίζει ότι δικαιούται. Δεν βλέπει ότι το μοναδικό αλλά ταυτόχρονα πληρωτικό της ύπαρξης δικαίωμα το οποίο λάβαμε είναι η εξουσία«τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιωάν. 1, 12), αρκεί να δεχόμαστε και να  πιστεύουμε στον Λόγο ο οποίο «σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν. 1, 14). Παραδίδοντας την ελευθερία μας ενσυνείδητα σ’  Αυτόν και στη ζωή της Εκκλησίας, την χάνουμε για να την κερδίσουμε αιώνια. Διότι η συνείδησή μας πλέον μας πληροφορεί. Μας δείχνει Ποιος και πώς μας ελευθερώνει από τον χρόνο, τα πάθη, την αμαρτία και πώς έχουμε ζωή.

Το «αρχικόν» δε γίνεται ανταγωνισμός εξουσίας. Επιβολή του εγωκεντρικού θελήματος στους άλλους. Δεν υπάρχω μόνο για μένα. Υπάρχω και για τους άλλους. Νόημα στη ζωή μου δεν δίνουν η αυτάρκεια, η καλοπέραση, η φιληδονία, η φιλαυτία, διότι όλες αυτές οι καταστάσεις απαιτούν οι άλλοι να υποτάσσονται σε μένα και να εκπληρώνουν το θέλημά μου, για να είμαι ευχαριστημένος. Νόημα στη ζωή μου δίνει η έξοδος από το «εγώ» μου. Δίνει η αγάπη. Όχι μόνο ως κίνηση φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης, όπως απαιτεί ο κόσμος, αλλά ως κίνηση μέριμνας για τη σωτηρία του άλλου. Για την επιστροφή του στην κοινωνία με τον Θεό. Είναι ακατανόητη για τους πολλούς η προσευχή ως σημείο της αγάπης. Τροφή και ηδονή θέλει ο άνθρωπος, φωνάζουν. Την τροφή πρέπει να την εξασφαλίσουν ο Χριστός και η Εκκλησία. Αλλιώς δεν έχει νόημα η πίστη. Την ηδονή το θέλημά μας. Τα πάντα στη λογική της χρησιμότητας. Όχι όμως για να παραιτηθούμε από την εξουσία μας εις βάρος του άλλου, αλλά για να αποδείξουμε ότι επειδή τον εξουσιάζουμε, μπορούμε και να τον βοηθήσουμε. Ακόμη και η φιλανθρωπία είναι ένδειξη της φιλαυτίας μας, αλλά και της οιωνεί ανωτερότητάς μας. Το «αρχικόν» όμως για το οποίο πλάστηκε ο άνθρωπος είναι η αγάπη ως κίνηση παραίτησης από την κυριαρχία του εγώ μας. Γι’  αυτό και η προσευχή για τον πλησίον είναι η κατεξοχήν έκφραση αγάπης. Διότι αναγνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε, παρότι κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας. Γνωρίζουμε τα όριά μας. Και επιλέγουμε να εμπιστευτούμε τον άλλο που αγαπούμε και τον κόσμο ολόκληρο σε Εκείνον που μπορεί. Να φωτίσει και να αγιάσει.

Γι’  αυτό και η ταπείνωση ως σημείο της αγάπης είναι και πάλι κατάσταση ακατανόητη για τους πολλούς. Αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του, μιμείται την κένωση του Θεού, που έγινε άνθρωπος. Γιατί με την ενανθρώπιση ο Χριστός παραιτήθηκε από την κατάσταση και την εξουσία να είναι πλήρης ως Θεός και έκανε έξοδο ώστε να ενωθεί με την ανθρώπινη φύση. Για να θεραπεύσει από τον εγωκεντρισμό της εξουσιαστικότητας αυτό που προσλαμβάνει. Εμάς. Αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του διαλέγει την καλοσύνη και την συγχώρηση. Όχι το κλείσιμο στο εγώ, την ισότητα στο κακό, την εκδίκηση. Αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του έχει βρει εντός του την βασιλεία του Θεού, που είναι η συνύπαρξη με τους άλλους, και την δικαιοσύνη, που είναι η αγάπη. Αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του τελικά γίνεται παιδί. Και όπως λέγει ένας σπουδαίος αρχαίος φιλόσοφος, «παιδός η βασιληίη»! (Ηράκλειτος)

«Και περισσόν έχωσι». Γενναιόδωρος ο Θεός. Άρχοντας αληθινός. Δεν ήρθε μόνο για να μας αποκαταστήσει ως τους ασώτους υιούς Του δίδοντάς μας «την πρώτην στολήν», αλλά θυσιάζει «τον μόσχον τον σιτευτόν» (Λουκ. 15, 22-23), τον Υιό Του για μας. Το τρίτο δώρο των Μάγων είναι η σμύρνα. Ο Κύριος ήρθε στον κόσμο όχι για να δοξαστεί από τους ανθρώπους. Όχι για να γευτεί την ευγνωμοσύνη μας. Ήρθε για να ζήσει στην σάρκα Του την νέκρωση. Να μην έχει τόπο στο πανδοχείο του κόσμου. Να ζήσει τις συνέπειες από την ανασφάλεια της κοσμικής εξουσίας, η οποία «εταράχθη πάσα» (Ματθ.2, 3). Να γίνει πρόσφυγας στη Αίγυπτο. Να μεγαλώσει σε μία ταπεινή πόλη. Να εργαστεί ως χειρώναξ. Να βαπτιστεί ως απλός άνθρωπος. Να διδάξει τους απλούς και ταπεινούς στην καρδιά, αλλά και τους μεγάλους της εποχής βιώνοντας την οργή, την υπονόμευση, την απόρριψη. Και να συλληφθεί, να καταδικαστεί, να σταυρωθεί, να πεθάνει από όλη την κακία του κόσμου και του διαβόλου, για να φέρει στην ύπαρξη Του τα στίγματα του μαρτυρίου της νέκρωσης «δι’  ημάς». Διότι με το σώμα Του, το οποίο φέρει τις πληγές, για μας υπάρχει. Αυτό κοινωνούμε και τώρα και για πάντα. Στην Βασιλεία Του.

 Και είναι περίσσεια η ζωή που μας χαρίζει. Διότι δεν μας έδωσε μόνο κάτι που είχε. Μας δόθηκε ο Ίδιος. Έγινε «ο προσφέρων και προσφερόμενος» (Θεία Λειτουργία αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου). Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η μοναδικότητα του γεγονότος της ενανθρώπισης. Ότι μας καλεί να γιορτάσουμε αυτή την περίσσεια κοινωνώντας Τον. Συμμετέχοντας στην συμφωνία και τον χορό της Θείας Λειτουργίας. Εκεί όπου Τον κοινωνούμε ως βρέφος, ως τέλειο άνδρα, ως σταυρωμένο, ως αναστάντα. Ως «τον πρωτότοκον της κτίσεως και δημιουργόν πάντων των γεγονότων» (Κάθισμα του Όρθρου του γ’  ήχου) και ως «τον πρωτότοκον των νεκρών» (Απολυτίκιο γ’  ήχου). Όχι για να θυμηθούμε απλώς τον ερχομό Του στον κόσμο, αλλά για να Τον καταστήσουμε παρόντα στη ζωή μας. Για να ενωθούμε μαζί Του και μαζί με τον κάθε άνθρωπο, αυτούς που υπήρξαν, αυτούς που υπάρχουν και αυτούς που θα υπάρξουν. Για να δηλώσουμε την χαρά της εκπλήρωσης της προσδοκίας των εθνών. Την χαρά της υπέρβασης του θανάτου και της αιωνιότητας. Την χαρά της συνάντησης και της οικείωσης με το Φως. Την χαρά της επανεύρεσης της οδού για την ομοίωση μαζί Του δια των χαρισμάτων τού κατ’  εικόνα που μας έδωσε. Την χαρά της αποδοχής της αγάπης Του και της σχέσης μ’  Αυτόν.

Σε μία πραγματικότητα η οποία βαφτίζει ζωή την επιβίωση, τον άρτο, τα αγαθά, την οικονομία, την επιστήμη, την δύναμη και την εξουσία, η οποία βαφτίζει περίσσεια ζωής την ηδονή της σαρκός χωρίς ευθύνη και αγάπη, την εκπλήρωση των επιθυμιών του «εγώ» μας, το «να περνούμε καλά», η οποία βαφτίζει γιορτή μόνο το «χρόνια πολλά», το υλικό τραπέζι, την διασκέδαση, την προσκόλληση στον χρόνο, εμείς επιμένουμε: Ζωή είναι ο ελθών Κύριος. Περίσσεια ζωής είναι η κοινωνία μαζί Του στο μυστήριο της Εκκλησίας. Ζωή είναι η συνάντηση με τον πλησίον, την εικόνα του Θεού, όποιος κι αν είναι αυτός, δικός μας και ξένος, φίλος και εχθρός, σπουδαίος και ασήμαντος, δίκαιος και αμαρτωλός, μικρός και μεγάλος. Περίσσεια ζωής είναι η προσευχή μας γι’  αυτόν τον πλησίον, είναι η επιθυμία μας να βρει και αυτός και εμείς την συνοδοιπορία προς το σπήλαιο της Βηθλεέμ, όπως αυτό συνεχίζει να υφίσταται στην Εκκλησία. Ζωή είναι η μίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, των χαρισμάτων και της αγάπης προς τον Θεό, δηλαδή το να φτάσουμε όσο πιο μακριά μπορούμε με τις δυνάμεις της ύπαρξής μας. Περίσσεια ζωής είναι ο αγιασμός που έρχεται με το μεγάλο ΝΑΙ στην πρόσκληση του Θεού να Τον δεχτούμε εντός μας, να Τον αφήσουμε να μεταμορφώσει την καρδιά μας, να Του επιτρέψουμε να την κάνει τόπο και να μας αφήσει να ζήσουμε τον τρόπο της σχέσης μαζί Του, δηλαδή την αγάπη!

Ο τρόπος που θα απαντήσουμε στο «εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσι» του Κυρίου μας, ας γίνει ευχή και αγώνας να είναι το «ήλθον σπεύσαντες» των ποιμένων, και όπως εκείνοι «ανεύρον την τε Μαριάμ και τον Ιωσήφ και το βρέφος κείμενον εν τη φάτνη» (Λουκ. 2,16), έτσι κι εμείς, «σπεύσαντες», να οδηγηθούμε και να βρούμε την καλοσύνη, τη συγχώρεση, την Αγάπη!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου 2016

Οι γιορτές συνοδεύονται από προσδοκίες. Ξεκούραση και κατανάλωση. Προσθήκη υλικών αγαθών. Επανάληψη συνηθειών της παράδοσης που μας θυμίζουν την παιδικότητά μας. Ευχές που γεννούν ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει. Ακόμη και η αίσθηση ότι θα βρούμε περισσότερο χρόνο για αγαπημένα πρόσωπα. Πάντως είναι έξοδος από τη ρουτίνα. Οι τηλεοπτικές εκπομπές, οι ταινίες, οι προτάσεις διασκέδασης το μαρτυρούν.

         Ιδίως τα Χριστούγεννα, γιορτή παγκόσμια, στην οποία Δύση και Ανατολή τα τελευταία χρόνια έχουν διαμορφώσει κοινούς τρόπους εορτασμού, είναι μία ευκαιρία αλλαγής ρυθμού μέσα στο χειμώνα. Όπως και να επιλέξει κάποιος να τα γιορτάσει, με τα παραδοσιακά κάλαντα και τους στολισμούς, τη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Ντίκενς ή τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, με τις αγγλικές και γερμανικές μελωδίες, με τη βόλτα στα μαγαζιά, δεν παύουν να είναι μία ευκαιρία  η ζωή να βρει στάση, πανδοχείο. Οι πολλοί βεβαίως δεν προβληματίζονται για το ότι και τα Χριστούγεννα έχουν παραδοθεί στην παγκοσμιοποίηση. Δεν αισθάνονται την ανάγκη να τα ζήσουν ελληνικά, διότι περιορίζουν τον ελληνικό τρόπο στα κάλαντα, τα γλυκά και τον εκκλησιασμό.

       Τα τελευταία χρόνια έχει  εισαχθεί ο θεσμός του ρεβεγιόν, του Christmas Eve και στα καθ’ ημάς. Δυτικοποιείται η κοινωνία μας μάλλον ανεπιστρεπτί. Η προετοιμασία για τα Χριστούγεννα για τους πολλούς ελάχιστα περιλαμβάνει νηστεία, εξομολόγηση, επίγνωση της σημασίας του γεγονότος. Η ουσία της γιορτής αφήνεται στην άκρη. Μπορεί οι ναοί να γεμίζουν στη χριστουγεννιάτικη θεία λειτουργία. Υπάρχουν όμως και πολλοί που απουσιάζουν, ιδίως νέοι. Διαλέγουν νυχτερινά κέντρα ή κλαμπ, όπου διασκεδάζουν μέχρι πρωίας. Άλλοι θα περάσουν από τον ναό να ανάψουν ένα κερί. Άλλοι θα γυρίσουν στο σπίτι τους για να ξυπνήσουν νωρίς το απόγευμα, με τα απομεινάρια του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού.  Κι ενώ θα χτυπούν οι καμπάνες και θα ψάλλεται το «Η Παρθένος σήμερον», αυτό το «δι’  ημάς γαρ εγενήθη» θα μένει απροσπέλαστο.

   Επαναπαυόμαστε ως Εκκλησία στο πλήθος που έρχεται. Δε θέλουμε να βλέπουμε την πλειονοψηφία που απουσιάζει. Που μένει αλειτούργητη αυτή τη μέρα. Αλλά και όσοι βρίσκονται στον ναό πόσο μεταφέρουν στο υπόλοιπο του καιρού το μήνυμα των Χριστουγέννων; Αυτό που εμπερικλείεται στα δώρα των Μάγων, το χρυσάφι στον βασιλιά, το λιβάνι στον Θεό, την σμύρνα στον νεκρό. Πόσοι θέλουμε το «παιδίον νέον» να ανακαινίσει την ύπαρξή μας;  Να μας δώσει κάτι από την διακονία της αγάπης και την αρχοντιά της συγχώρησης που χαρακτηρίζει τον αυθεντικό βασιλιά; Την πίστη στον Θεό που θέλει να μας σώσει από τα άγχη και τις απελπισίες μας και να γίνει οικείος στη ζωή μας;  Την επιλογή να μη νικιόμαστε από τα πάθη και τα λάθη μας, από το κοσμικό πνεύμα, από τη ζωή που δεν αφήνει περιθώριο ταπείνωσης, δηλαδή την απόφαση να νεκρώσουμε το εγώ μας που μας χωρίζει από τον πλησίον και τον Θεό;

     Αυτή η προετοιμασία έρχεται μέσα από τα ελληνικά, τα ορθόδοξα Χριστούγεννα. Αυτά που χωρίς να μας στερούν τις χαρές της παράδοσης, μας καλούν να ξαναδούμε την πορεία της ζωής μας. Και να αντισταθούμε στην αποψίλωση της γιορτής από τον αληθινό πρωταγωνιστή της: «τον προ αιώνων Θεό».

Ας ακολουθήσουμε στις καρδιές μας αυτή την πορεία, καθώς ήγγικεν η ώρα.      π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 21 Δεκεμβρίου 2016

βλ. και οπτικοποιημένο στο  https://www.youtube.com/watch?v=wy0SvwFWQO8

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα Χριστούγεννα και οι Πατέρες της Εκκλησίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα και οι Πατέρες της Εκκλησίας

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Χριστούγεννα πάλι. Σε μία εποχή σύγχυσης και αποπροσανατολισμού, όπου οι άνθρωποι έχουν μείνει στο παρελθόν της ευμάρειας, θρηνούν για τους χαμένους παραδείσους της άνεσης, της κατανάλωσης, της απληστίας,

της ψεύτικης ισχύος, χωρίς να βλέπουν ότι όλα αυτά χάθηκαν γιατί απωλέσαμε το μέτρο, απωλέσαμε την πίστη, απωλέσαμε την διάθεση για κόπο συλλογικό. Σε μια εποχή όπου η αμαρτία θεωρείται δικαίωμα, όπου το χαμόγελο είναι προσποιητό και μένουμε κολλημένοι στις μικρότητές μας. Σε μία εποχή όπου η παιδεία δεν νοιάζεται για την καλλιέργεια χαρακτήρων, αλλά μόνο για γνώσεις, στείρες απομνημονεύσεις, όπου το όραμα είναι οι επαναστάτες χωρίς αιτία ή τα πειθήνια όργανα ενός συστήματος που δεν αγαπά.

Χριστούγεννα πάλι. Και θέλουμε ελπίδα. Θέλουμε νόημα. Θέλουμε κάτι για να ξυπνήσει τις καρδιές μας. Κάτι ή Κάποιον;

Χριστούγεννα πάλι. Θα στολίσουμε τα δέντρα μας, θα ανταλλάξουμε τα δώρα μας, θα πούμε τα κάλαντά μας, θα κάνουμε την ελεημοσύνη μας, θα ψωνίσουμε για να τονωθεί η αγορά, θα παρακολουθήσουμε τις εορταστικές εκδηλώσεις, θα ζητήσουμε από τα παιδιά να δώσουν ένα ίχνος χαράς στη ζωή μας. Μπορεί και το πρωί της μεγάλης μέρας, ακούγοντας την καμπάνα να χτυπά χαρούμενα, να νιώσουμε την ανάγκη να περάσουμε από το ναό της γειτονιάς μας, να ανάψουμε ένα κερί και να φάμε το χριστουγεννιάτικο τραπέζι σαν μία ξεχωριστή μέρα της ζωής μας.

Χριστούγεννα πάλι. Ναι, θέλουμε Κάποιον να μας δώσει ελπίδα. Ή να γίνει ο Ίδιος η ελπίδα.

Ο λόγος των Πατέρων της Εκκλησίας σήμερα είναι περισσότερο επίκαιρος από ποτέ. Μηνύματα που μαρτυρούν ένα πέρασμα από τη ζωή την δική μας, την καθημερινή, την ανθρώπινη, αυτή των επιθυμιών και των λογισμών, των ανεκπλήρωτων και των εκπληρούμενων, από τη ζωή της ανάγκης και της στόχευσης στον εαυτό μας, στη ζωή που βγαίνει από το εγώ και συναντά το εμείς, τον άλλο, αυτόν που καλούμαστε να βάλουμε στην καρδιά μας και να μπούμε στη δική του καρδιά, μα πρωτίστως την συνάντηση με Εκείνον τον Κάποιο που προσέλαβε τη ζωή μας για να γίνει η Ζωή μας.
Το ταπεινό νήπιο της Βηθλεέμ, το οποίο μπήκε στο χρόνο μας για να γίνει ο Χρόνος της αιωνιότητας για μας. Που μπήκε στον κόσμο από αγάπη και φανερώθηκε ως η Αγάπη. «Που έγινε άνθρωπος, για να λάβουμε από Εκείνον το δώρο να γίνουμε θεοί κατά χάριν»(Μέγας Αθανάσιος).

«Ο Θεός δεν εγκατέλειψε το δημιούργημά Του, το γένος των ανθρώπων, όταν αυτό βάδιζε στη φθορά. Αλλά με την προσφορά του δικού του σώματος εξαφάνισε τον επερχόμενο θάνατο. Διόρθωσε με την διδασκαλία του την αμέλεια των ανθρώπων και κατάφερε με τη δύναμή Του να επιτελέσει όλα τα ανθρώπινα» (Μέγας Αθανάσιος).

«Οι άνθρωποι νικημένοι από τις πρόσκαιρες ηδονές και τις δαιμονικές φαντασιώσεις και πλεκτάνες, δεν παραδέχτηκαν την αλήθεια. Γέμισαν την ψυχή τους με χίλιες δυο κακίες και αμαρτίες, ώστε από τη συμπεριφορά τους να μη θεωρούνται πλέον λογικοί αλλά ανόητοι. Τι έπρεπε λοιπόν να κάνει ο Θεός; Τι άλλο παρά ν’ ανανεώσει το κατ’ εικόνα, ώστε μέσω αυτού να μπορέσουν να τον γνωρίσουν και πάλι οι άνθρωποι;
Και πώς θα γινόταν αυτό, εκτός αν ερχόταν σε μας η εικόνα του Θεού, δηλαδή ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός; Διότι όλοι οι άνθρωποι είχαν πληγωθεί και αναστατωθεί ψυχικά από τις δαιμονικές απάτες και τη ματαιότητα των ειδώλων. Πώς λοιπόν θα έπειθαν την ψυχή και το νου των συνανθρώπων τους για θέματα που ούτε οι ίδιοι μπορούν να δουν; Αυτό που δεν βλέπει κανείς, πώς θα το διδάξει και σ’ άλλους;
Ποιόν χρειαζόμασταν, λοιπόν, παρά το Λόγο του Θεού που βλέπει τη ψυχή και το νου μας, που κινεί όλη την κτίση και μέσω αυτών μας καθιστά γνωστό τον Πατέρα; Και το πιο παράδοξο είναι ότι ο Λόγος του Θεού, ενώ δίδαξε με πιο φτωχές λέξεις, επισκίασε τους μεγάλους σοφιστές· κατάργησε τις διδασκαλίες τους, όλους τους τράβηξε προς τον εαυτό του και γέμισε τις εκκλησίες του. Και το ακόμη πιο θαυμαστό είναι ότι με την κάθοδό του σαν άνθρωπος στον άδη κατάργησε τα μεγάλα λόγια των σοφών για τα είδωλα…
Αλλά για την έρευνα των Γραφών και την αληθινή γνώση τους χρειάζεται έντιμος βίος, καθαρή ψυχή και χριστιανική αρετή» (Μέγας Αθανάσιος).

Αυτά τα τελευταία λόγια μας δείχνουν ότι για να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα με Χριστό, χρειάζεται να ξαναβρούμε Ποιος είναι η Αλήθεια και τι είναι αληθινό στη ζωή μας. Να μη μείνουμε σε ό,τι μας ευχαριστεί, αλλά να αφήσουμε στην άκρη είδωλα, ψεύτικες ιδέες ευτυχίας, ψεύτικα πρότυπα, μεγάλα λόγια και να ξαναγίνουμε παιδιά του Θεού. Στις εκκλησιές μας, στο μυστήριο της Ευχαριστίας, στην ευγνωμοσύνη για Εκείνον που μας αγαπά τόσο ώστε να γίνει Ένας από μας. Να ξαναβρούμε τις αξίες της εντιμότητας στη ζωή, της καθαρής ψυχής και της χριστιανικής αρετής. Αυτές που η εποχή μας λησμόνησε.
Αυτές που ο Χριστός μας τις δίνει ως τον τρόπο της δωρεάς που μας οδηγεί στην Βασιλεία Του. Και να μεταμορφώσουμε κάθε έργο μας, την παιδεία μας, τις σχέσεις μας με τους άλλους, τον τρόπο της πολιτικής και της κοινωνίας, τον τρόπο του πολιτισμού ο καθένας με τον αγώνα του Εκείνος να είναι το νόημά μας.

Χριστούγεννα πάλι. Θα μείνουμε στον τρόπο της αμαρτίας, της αποτυχίας, θα μείνουμε στην όψη της γιορτής, ή θα ζήσουμε Εκείνον που έδωσε και έγινε η Ζωή μας;

Η απάντηση περνά από την Εκκλησία!

http://agiameteora.net/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΛΥΧΝΟΣ ΦΑΙΝΩΝ ΕΝ ΑΥΧΜΗΡΩ ΤΟΠΩ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Αυγούστου 2016

  Το φως είναι ζωτικό στοιχείο για την ύπαρξή μας. Μολονότι την παρουσία του τη θεωρούμε αυτονόητη, αν σταθούμε σ’  αυτήν, θα καταλάβουμε πόσα οφείλουμε στο φως. Τη δυνατότητα να είμαστε δημιουργικοί με την εργασία μας. Να είμαστε κοινωνικοί συναντώντας τους άλλους ανθρώπους και βλέποντας τα πρόσωπά τους. Να εντάσσουμε τον εαυτό μας στον κόσμο, βλέποντας την ομορφιά της φύσης.  Την ευεξία και τη σωματική ανάπτυξη, καθώς ο ανθρώπινος οργανισμός χρειάζεται το φως για να μεγαλώσει και να ωριμάσει. Όποιος ζει στο σκοτάδι, γίνεται καχεκτικός. Το φως όμως γίνεται και πηγή χαράς και ζωής εντός μας. Στο φως υπάρχει η ελευθερία.  Στο φως αισθανόμαστε ότι έχει νόημα το να ζεις, καθώς η ομορφιά του ανανεώνει τα βάθη της ψυχής μας.  Και είναι το φως η βάση για να δούμε τον εαυτό μας. Μας κάνει διάφανους και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ό,τι είμαστε. Τον χαρακτήρα μας. Τις προτεραιότητές μας. Το τι πιστεύομε. Τα πάθη και τα λάθη μας. «Πάντα πεπλήρωται φωτός», αν είμαστε τέκνα φωτός.

             Σήμερα οι άνθρωποι εμπορευόμαστε τα πάντα. Έτσι εμπορευόμαστε και το φως. Το έχουμε μετατρέψει σε προϊόν. Το έχουμε αποστερήσει όμως από το πνευματικό του περιεχόμενο. Διότι το φως είναι δωρεά του Θεού στον κόσμο. Δεν είναι αυτοδημιούργητο, αλλά έργο του Δημιουργού. Μόνο Εκείνος είναι αυτόφωτος. Όλα τα άλλα και οι άνθρωποι είμαστε ετερόφωτοι. Και έχει πλήρη αξία το φως όταν μπορούμε να αναγνωρίζουμε την πηγή του. Και να έχουμε σχέση μαζί της. Η αυτονόμηση του φωτός από τον Δημιουργό και Παροχέα του το εγκλωβίζει στην υλική του διάσταση. Στη χρησιμότητά του. Στην ευκαιρία να το αξιοποιήσουμε για να επιβιώσουμε και να πλουτίσουμε. Όμως δεν μας αφήνει να το δούμε συνολικά. Στην προοπτική της κοινωνίας με τον Θεό που είναι Φως και μας το προσέφερε.

            Εκτός από το υλικό φως υπάρχει και το νοητό. Το αιώνιο. Αυτό που μας αγιάζει. Αυτό που, χωρίς να αρνείται τη χρησιμότητα της υλικότητας, την μεταμορφώνει σε πνευματική πορεία και ζωή. Αγιάζει τα πρόσωπά μας. Τα έργα μας. Τα νοηματοδοτεί διαφορετικά. Και τα απελευθερώνει από τον εγκλωβισμό τους στον χρόνο. Στη στιγμή. Δεν την περιφρονεί τη στιγμή. Την λεπταίνει, απαλλάσσοντάς την από τα φορτία της και της δίδει αληθινό μέλλον. Της μεταδίδει αγάπη και την κάνει αγάπη. Και καθιστά τη ζωή μας όχι άθροισμα στιγμών, χωρίς συνολικό νόημα και περιεχόμενο, αλλά εκκίνηση από το νόημα και μεταφορά του σε κάθε στιγμή μας. Με συγκατάβαση στη αδυναμία μας. Στην πτώση μας να σκοτώνουμε τον χρόνο μας. Να αργολογούμε, αλλά και να τον μετατρέπουμε σε θέαμα, ακρόαμα, τέρψη στιγμής μόνο και μόνο για να ξεχάσουμε τη ροή του. Για να ικανοποιήσουμε το υλικό και το αισθητό μας. Την επιθυμία μας να συσχηματιζόμαστε με το παρόν, χωρίς να το αφήνουμε να μεταμορφωθεί.

             Στην ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας, αλλά και στα μαρτύρια των αγίων, όπως και στην αυθεντική  χριστιανική ζωή είτε εν κόσμω είτε εν ερήμω στόχος του ανθρώπου του Θεού είναι η έξοδος προς το φως. Συνειδητοποιεί ότι οι μέριμνες είναι βάρος. Η επιθυμία της δόξας, της ηδονής, της εγωκεντρική καταξίωσης, παρότι φαίνεται δικαιολογημένη και θεμιτή, δεν εξασφαλίζει τη διάρκεια. Γίνεται μάταιη επένδυση. Αναπόφευκτη για τους πολλούς και για τον κόσμο που ζει χωρίς τον Θεό, αναπόφευκτη ακόμη και για τους χριστιανούς, διότι κι αυτοί εν τω κόσμω ζούνε, όμως χωρίς μέλλον και ουσιαστική αξία, καθώς ο θάνατος καταπίνει τα πάντα αδυσώπητα. Έτσι επιλέγουν τον αγώνα της κάθαρσης, της απαλλαγής της καρδιάς και του νου από τα πολλά, είτε αυτά ονομάζονται κοσμικό φρόνημα είτε αμαρτίες και πάθη είτε άγχος και αγωνία για το αύριο. Προτάσσουν την επιθυμία για Φως. Για Θεό. Και επιλέγουν την οδό της αγάπης, είτε αυτή εκφράζεται δια της αδιαλείπτου προσευχής είτε δια της έμπρακτης συγχώρεσης είτε δια του αγώνα να μη νικηθούν από την χωρίς νόημα ζωή είτε δια πάντων αυτών με έμφαση στην απόφαση να παραμείνουν στην αγάπη του Θεού, ακόμη κι αν ο κόσμος τους καταδικάσει στον θάνατο, τον σωματικό, της περιφρόνησης, της ειρωνείας, της εκμηδένισης. Και είτε αναχωρούν από την οθόνη του κόσμου αποσυρόμενοι εν ερήμω είτε παλεύουν στην καθημερινότητα της ζωής, το πρόσωπό τους αντανακλά τη δίψα της κοινωνίας με τον Θεό ως Φως αλλά και τη χαρά η ζωή να έχει νόημα που προεκτείνεται στην αιωνιότητα.

Αυτός είναι ο δρόμος της μεταμόρφωσης. Αυτόν τον οποίο έζησαν οι μαθητές του Κυρίου στο όρος Θαβώρ. Όταν είδαν τον Κύριο, για τον Οποίο προφήτευσαν στο λόγο τους οι προφήτες και κατενόησαν ότι ο προφητικός λόγος ήταν η αφετηρία για να δούνε τον ίδιο τον Υιό και Λόγο του Θεού  «προσέχοντες ως λύχνω φαίνοντι εν αυχμηρώ τόπω» (Β’  Πέτρου, 1, 19). «Σαν φως που φέγγει στο σκοτάδι». Αυτός είναι ο μεταμορφωθείς Κύριος. Το Φως που φέγγει στο σκοτάδι. Αυτός είναι και ο χριστιανός στον κόσμο. Φως που φέγγει στο σκοτάδι, λαμβάνοντας φως εντός της εκκλησιαστικής ζωής από την κοινωνία με τον Χριστό. Και στην μείωση και απουσία του φωτός ή στην μετατροπή του σε αυτόνομο προϊόν, που χαρακτηρίζει ιδίως τον πολιτισμό και τον τρόπο ζωής του σήμερα, στον οποίο ο επιλέξας την απουσία του φωτός διάβολος επενδύει ολοκληρωτικά,  ο χριστιανός αντιτάσσει όχι μόνο την πίστη αλλά και την κοινωνία με το Φως, που γίνεται αγάπη και δίνει διάρκεια, καθώς και ο Παράδεισος κοινωνία με το Φως θα είναι. Τον Χριστό και τους Αγίους και η μετοχή στο Φως θα είναι αιώνια χαρά. Αυτή είναι η αποστολή μας. Ο τελικός σκοπός μας. Και τα πάντα νοηματοδοτούνται σ’  αυτήν την προοπτική.

Η εορτή της Μεταμορφώσεως, εν πολλοίς αδιάφορη και άγνωστη στο σύγχρονο άνθρωπο, είναι μία υπόμνηση του νοήματος του Φωτός στη ζωή μας. Φως ο Πατήρ. Φως ο Λόγος. Φως και το Άγιον Πνεύμα. Αυτή είναι η πίστη και το βίωμά μας. Και ξεκινώντας από την προσωπική μας πορεία, από τις σχέσεις μας τους άλλους, από το πώς βλέπουμε το νόημα της ύπαρξής μας, μπορούμε να αγιαστούμε και να αγιάσουμε. Να μοιραστούμε τη χαρά που η η εν τω Φωτί ελευθερία προσφέρει. Την δύναμη της πίστης και της αγάπης που νικά κάθε άγχος και την αξία της αλήθειας που είναι ο Θεός που ενώνει κάνει τις στιγμές μας να μην χάνονται στην ισοπεδωτική μέγγενη του χρόνου. Και μας γεμίζει η βίωση της εορτής και η απόφαση να αφεθούμε στην μεταμορφωτική κοινωνία με τον Θεό με αισιοδοξία. Όχι γιατί ο κόσμος θα πάψει να έχει προβλήματα. Αλλά γιατί η ημέρα θα έχει ήδη «διαυγάσει» και «φωσφόρος» θα έχει ανατείλει εν ταις καρδίαις ημών» ο Δωρεοδότης της.

Κέρκυρα, 6 Αυγούστου 2016

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Υπαπαντή του Κυρίου. π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου 2016

Η Υπαπαντή του Κυρίου

Στην ευαγγελική περικοπή της σημερινής εορτής (Λουκ. 2:22-40), η οποία θεωρείται και δεσποτική και θεομητορική εορτή, θα ήθελα να προσέξουμε δύο σημεία.

* * *

Το πρώτο είναι ότι μέσα στην όλη περικοπή τέσσερις φορές αναφέρεται η λέξη νόμος. «Κατά τον νόμον Μωυσέως», «εν νόμω Κυρίου», «εν νόμω Κυρίου», «κατά το ειθισμένον του νόμου». Ο Κύριος ως άνθρωπος τηρεί τον νόμο του Θεού και μας καλεί και με τον τρόπο αυτό όλους μας να τηρούμε τον νόμο του Θεού.

Στο μεγάλο αυτό θέμα της τηρήσεως του νόμου του Θεού, την ώρα αυτή να τονίσουμε ότι ο νόμος του Θεού εκδηλώνεται και εφαρμόζεται δια μέσου της Εκκλησίας. Όποιος θα διαλέξει και θα κρίνει μόνος του ποιο είναι νόμος του Θεού και ποιο δεν είναι, οπωσδήποτε κάνει λάθος και οπωσδήποτε είναι έξω από το θέλημα του Θεού. Διότι, αν θέλετε, και η ύπαρξη της Εκκλησίας, και κατά αόρατο και κατά ορατό τρόπο, είναι νόμος του Θεού. Και δεν μπορεί κανείς να παραβλέπει, να παραμερίζει και να μη λογαριάζει την Εκκλησία. Πολλά πράγματα μέσα στην Εκκλησία, όταν απλώς τα κρίνουμε με τη λογική, βρίσκουμε ίσως ότι δεν είναι για μας ή ότι δεν χρειάζονται. Δεν είναι καθόλου έτσι. Δεν μας πέφτει λόγος να κρίνουμε εμείς και να αποφασίζουμε εμείς ποιος είναι ο νόμος του Θεού και πώς η Εκκλησία ερμηνεύει και τηρεί αυτόν τον νόμο. Ο καθένας οφείλει μέσα στην Εκκλησία ταπεινά και απλά να τηρεί τον νόμο του Θεού.

* * *

Το δεύτερο σημείο που θα μπορούσαμε να προσέξουμε είναι αυτό που λέγεται τρεις φορές για τον άγιο Συμεών: «Πνεύμα ην Άγιον επ’ αυτόν». Είχε Πνεύμα Άγιο. «Ην αυτώ κεχρηματισμένον υπό του Πνεύματος τού Αγίου» ότι δεν θα δει θάνατο, εωσότου δει τον Κύριο. Και λέει πάλι «ήλθεν εν τω Πνεύματι εις το ιερόν», την ημέρα εκείνη, που πήγαν τον Κύριο η Παναγία με τον Ιωσήφ, σαράντα ημέρες μετά τη γέννησή του.

Αυτό είναι κάτι που το βρίσκουμε πάντοτε μέσα στην Αγία Γραφή και μέσα στην Εκκλησία. Οι άνθρωποι του Θεού, οι άγιοι του Θεού, πάντοτε κινούνται και εμπνέονται από το Άγιο Πνεύμα, αλλά και πάντοτε έχουν το Άγιο Πνεύμα. Εμείς δεν είναι απλώς ότι δεν έχουμε το Άγιο Πνεύμα, αλλά ούτε πηγαίνει το μυαλό μας ότι δεν μπορεί να είναι κανείς άνθρωπος του Θεού, χριστιανός, χωρίς να έχει Άγιο Πνεύμα. Να πούμε και κάτι περισσότερο· φοβούμαι ότι όλοι οι χριστιανοί που είναι έτσι, που σκέφτονται έτσι, δεν θα ήθελαν να έχουν το Άγιο Πνεύμα.

Οι άνθρωποι αρέσκονται, αναπαύονται και βολεύονται με το να ζουν απλώς ως άνθρωποι, να σκέπτονται ως άνθρωποι, να σπουδάζουν, να μορφώνονται, να μαθαίνουν από δω κι από κει, να οξύνουν και να ακονίζουν το μυαλό τους, και πάντοτε –παίρνουμε την καλή περίπτωση– καλά βέβαια σκέπτονται, καλά, ας πούμε έτσι, προσπαθούν να ενεργούν, αλλ’ όμως πάντοτε με βάση τη λογική τους, τις γνώσεις τους, με βάση την όποια πείρα έχουν στη ζωή, με βάση το τι σκέπτονται οι άλλοι, τι θα πουν οι άλλοι.

Είναι πολύ σπάνιο κάποιος χριστιανός να ζει εν Πνεύματι Αγίω. Πολύ σπάνιο να θέλει, να το έχει καημό και να προσπαθεί να ζήσει εν Πνεύματι Αγίω. Αν θέλετε, αποφεύγει κανείς να έχει το Πνεύμα του Θεού. Διότι όταν κανείς το έχει, άγεται και οδηγείται από το Πνεύμα του Θεού και περιπατεί κατά το Πνεύμα του Θεού. Τελικά, δεν ορίζει κανείς τον εαυτό του, αλλά τον ορίζει ο Θεός, τον κυβερνά ο Θεός, τον οδηγεί ο Θεός και περιπατεί όπως θέλει το Πνεύμα του Θεού.

* * *

Όμως, παρακαλώ, να μην ξεγελιόμαστε. Όπως και να έχει το πράγμα, μέσα από τον νόμο του Θεού θα περάσουμε. Δεν μπορούμε να είμαστε έξω από τον νόμο του Θεού. Και όπως και να έχει το πράγμα, αν θέλουμε να είμαστε χριστιανοί, αν θέλουμε να μπούμε στη Βασιλεία του Θεού και τώρα και αιώνια, θα πρέπει να έχουμε το Πνεύμα του Θεού, θα πρέπει να γίνουμε κοινωνοί του Αγίου Πνεύματος. Αν θέλετε, να το πούμε και αλλιώς: Να συνηθίσουμε να ζούμε εν Πνεύματι Αγίω, γιατί στην άνω ζωή, αιώνια, αν μας αξιώσει ο Θεός και μπούμε στη Βασιλεία του και σωθούμε, θα ζούμε εν Πνεύματι Αγίω. Δεν πρέπει, αν θέλετε, να το πάρουμε και έτσι, δηλαδή να συνηθίσουμε από δω να ζούμε εν Πνεύματι Αγίω;

Ο άγιος Συμεών είχε Πνεύμα Άγιο. Και το Άγιο Πνεύμα του είπε, τον φώτισε, του έδωσε να καταλάβει, να εννοήσει, ότι δεν θα πεθάνει, εωσότου δει τον Χριστό. Και περίμενε πολλά χρόνια. Το Άγιο Πνεύμα τον οδηγούσε σ’ όλη του τη ζωή και ειδικότερα σε ορισμένες πολύ ειδικές περιπτώσεις, όπως είναι αυτή εδώ. Την ημέρα εκείνη που η Παναγία με τον Ιωσήφ θα πήγαιναν τον Χριστό στον ναό να τον αφιερώσουν στον Θεό, ο άγιος Συμεών, χωρίς να ξέρει ο ίδιος, φωτίστηκε από το Πνεύμα του Θεού που τα ξέρει όλα, και πήγε στον ναό και αξιώθηκε να δεχθεί στις αγκάλες του τον Χριστό. Αυτός, άνθρωπος της Παλαιάς Διαθήκης, άνθρωπος που θα είχε πεθάνει πριν από χρόνια, αν ο Θεός δεν είχε αποφασίσει να τον αφήσει στη ζωή εωσότου δει τον Χριστό, αξιώνεται να κρατήσει στις αγκάλες του τον Χριστό. Και δεν λέει τίποτε άλλο, παρά: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα…» Θα μπορούσαμε να πούμε, δεν ήθελε τίποτε άλλο στη ζωή του και δεν είχε καημό για τίποτε άλλο, παρά να ζει εν Θεώ, να άγεται και να φέρεται από το Πνεύμα του Θεού, να τον οδηγεί το Πνεύμα του Θεού.

* * *

Επομένως, το Πνεύμα του Θεού δεν είναι ένα είδος πολυτελείας που δίνεται σε ορισμένους. Το Πνεύμα του Θεού σε όλους θέλει να δοθεί, σε όλους θέλει να έλθει. Δεν μπορείς να είσαι χριστιανός χωρίς αυτό. Εκείνο που φαίνεται πως λείπει από μας είναι ότι δεν τα εννοήσαμε έτσι τα πράγματα, δεν τα πιστεύσαμε έτσι, και η ψυχή μας δεν ποθεί, δεν διψά, δεν επιθυμεί, το Πνεύμα του Θεού, τη Χάρι του Αγίου Πνεύματος.

Να μην έχουμε λοιπόν καμιά αμφιβολία ότι, αν το Άγιο Πνεύμα δεν αναπαύεται μέσα μας, είναι γιατί δεν το δεχόμαστε, άσχετα τι λέμε με τα λόγια μας, άσχετα τι λέμε, όταν θεολογούμε. Η καρδιά μας άλλα ζητάει και φυσικά αυτά τα άλλα που ζητάει, τα έχει. Αμαρτίες ζητάει, αυτές έχει· εγκόσμια πράγματα, έστω καλά αλλά ανθρώπινα και του κόσμου τούτου ζητάει, αυτά έχει.

Αν πραγματικά η καρδιά μας ζητήσει το Πνεύμα του Θεού, θελήσει το Πνεύμα του Θεού, το ποθήσει, το Άγιο Πνεύμα, το οποίο αυτό περιμένει, θα έλθει, και θα ζούμε εν Πνεύματι Αγίω, θα περιπατούμε εν Πνεύματι Αγίω, θα οδηγούμαστε από το Πνεύμα το Άγιο. Και έτσι γινόμαστε πνευματικοί άνθρωποι, πνευματέμφοροι και θα αγιαζόμαστε. Και θα τελειώσει η ζωή μας εν αγιασμώ και θα περάσουμε στην άλλη ζωή εν Πνεύματι Αγίω, για να ζούμε αιώνια εν Πνεύματι Αγίω.

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «Θέλεις να αγιάσεις;», Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 288-292.

http://www.koinoniaorthodoxias.org/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Φεβρουαρίου 2016

img03.jpg

Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή παράδοση, η μητέρα που θα έφερνε στον κόσμο αγόρι ήταν ακάθαρτη για 40 ημέρες από την γέννησή του (80 εάν το παιδί είναι κορίτσι). Μετά την συμπλήρωση των ημερών του καθαρισμού, προσερχόταν στον Ναό, όπου προσέφερε «αμνόν ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα και νεοσσόν περιστεράς η τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου προς τον ιερέα».
Η οικονομικά αδύνατη γυναίκα θα μπορούσε να προσφέρει αντ’ αυτών «δύο τρυγόνας η δύο νεοσσούς περιστερών, μίαν εις ολοκαύτωμα και μίαν περί αμαρτίας, και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερέας και καθαρισθήσεται». Έτσι λοιπόν και η Θεοτόκος, ακολουθώντας τον Μωσαϊκό νόμο, «ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού» πήγε στο Ναό «του δούναι θυσίαν κατά το ειρημένον εν τω νόμω κυρίου, ζεύγος τρυγόνων η δύο νοσσούς περιστερών». Η έμφαση όμως που δίνει ο Ευαγγελιστής είναι στο γεγονός της συνάντησης, της «απάντησης» του Συμεώνος και της προφήτιδος Αννας με τον Ιησού Χριστό, έμφαση η οποία αντικατοπτρίζεται και στο περιεχόμενο, αλλά και στον (τελικό) τίτλο της εορτής.
Η αρχική έμφαση της εορτής ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο καθαρισμός της Θεοτόκου. Ο πρωιμότερος τίτλος της εορτής που απαντάται είναι «εορτή καθαρσίων», όπως αναφέρεται στον πρώτο λόγο του Ησυχίου, πρεσβυτέρου Ιεροσολύμων στην Υπαπαντή. Πολύ σύντομα όμως η έμφαση μετατέθηκε στην συνάντηση, η «απάντηση» του Ιησού στο Ναό με τον Συμεών και την προφήτιδα Άννα, έμφαση η οποία αντικατοπτρίζεται και στην ομιλιτική αλλά και στην λειτουργική και υμνολογική παράδοση της εορτής, καλώντας μας σε μια «απάντηση» δική μας με τον Χριστό, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το τρίτο στιχηρό του Μεγάλου Εσπερινού της Υπαπαντής:
Δεύτε και ημείς, άσμασι ενθέοις, Χριστώ συναντηθώμεν, και δεξώμεθα αυτόν, ου το σωτήριον, ο Συμεών εώρακεν. Ούτός εστιν, ον ο Δαυΐδ καταγγέλει· ούτός εστιν, ο εν Προφήταις λαλήσας· ο σαρκωθείς δι’ ημάς, και νόμω φθεγγόμενος. Αυτόν προσκυνήσωμεν.
Η αρχική όμως έμφαση της εορτής συνετέλεσε στο να χαρακτηρισθεί η εορτή από τους Βυζαντινούς ως Θεομητορική. O Γεώργιος Μοναχός αναφέρει χαρακτηριστικά στο Χρονικό του ότι η εορτή της Υπαπαντής «ουκ εστιν εναριθμούμενη ταις δεσποτικαίς εορταίς».
Η αρχαιότερη πηγή πληροφοριών για την εορτή της Υπαπαντής είναι το οδοιπορικό της Εθερίας. Σύμφωνα λοιπόν με αυτό, η εορτή εορταζόταν 40 ημέρες μετά τα Επιφάνεια, δηλαδή στις 14 Φεβρουαρίου, χωρίς όμως να μας αναφέρει το όνομα της εορτής. Μας πληροφορεί ότι η σύναξη ελάμβανε χώρα στη ροτόντα της Αναστάσεως, και συγκρίνει την επισημότητα της εορτής με αυτή του Πάσχα. Της κάνει εντύπωση το γεγονός ότι κήρυτταν όλοι οι πρεσβύτεροι και τελευταίος ο επίσκοπος, όλοι ερμηνεύοντας την σχετική Ευαγγελική περικοπή. Επειδή αναφέρει τα γεγονότα και τα πρόσωπα της Ευαγγελικής περικοπής, είναι σαφές ότι το χωρίο στο οποίο αναφέρεται είναι το Λουκά 2:22-40. Μετά ακολουθούσε η Θεία Ευχαριστία.

Το Αρμενικό Λεξιονάριο (αρχές 5ου αιώνα), πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την λειτουργική πράξη των Ιεροσολύμων, αναφέρει ότι «14 Φεβρουαρίου, τεσσαρακοστή ημέρα από της Γεννήσεως του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού» η σύναξη ελάμβανε χώρα στη Βασιλική του Μ. Κων/νου, και τα αναγνώσματα της ημέρας ήταν: Ψαλμός 97:3, Αποστολικό Ανάγνωσμα προς Γαλάτας 3:24-29, Αλληλούια Ψαλμός 95:2, Ευαγγέλιον κατά Λουκά 2:22-40. Από την ίδια εποχή σώζονται και τρεις ομιλίες στην Υπαπαντή του Ησυχίου, πρεσβυτέρου στην εκκλησία των Ιεροσολύμων (†μετά το 451). Οι τρεις αυτές ομιλίες όχι μόνο επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της εορτής στα Ιεροσόλυμα, αλλά είναι και τα πρώτα αδιάσειστα ομιλητικά παραδείγματα σχετικά με την εορτή που μας έχουν σωθεί.
Στο Γεωργιανό Λεξιονάριο (5ος-8ος αιώνας) μας δίδονται τα αναγνώσματα της ημέρας, τα οποία συμπεριλαμβάνουν και αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης, που ακόμη διαβάζονταν εντός της Θείας Λειτουργίας:
Ψαλμός 97:3, στίχος 2
Παροιμίες 23:11-18
Σοφία Σολωμόντος 4:8-12
Ησαΐας 19:1-4
Προς Γαλάτας 3:24
Αλληλούια, Ψαλμός 44:11-12
Ευαγγέλιον κατά Λουκάν 2:22:40.
Βλέπουμε λοιπόν ότι οι πρωιμότερες περιγραφές της εορτής της Υπαπαντής προέρχονται από τα Ιεροσόλυμα, υποδεικνύοντας τα Ιεροσόλυμα ως τόπο συστάσεως της εορτής. Ο Σεβήρος, επίσκοπος Αντιοχείας από το 513 έως το 518, το επιβεβαιώνει. Στην ομιλία 125, η οποία εκφωνήθηκε το έτος 518, αναφέρει ότι η Υπαπαντή εορτάζεται όχι μόνο στα Ιεροσόλυμα, αλλά και σε όλη την Παλαιστίνη, ότι ως εορτή δεν είναι αρχαία αλλά συστάθηκε σχετικά πρόσφατα στα Ιεροσόλυμα, και ότι η εορτή αυτή ήταν άγνωστη στην Αντιόχεια και εισήχθη πρόσφατα από τα Ιεροσόλυμα. Προσπάθεια να εισαχθεί η εορτή της Υπαπαντής στην Αντιόχεια είχε γίνει και πιο παλιά, όταν ήταν εκεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αλλά φαίνεται ότι αυτή η προσπάθεια ήταν ανεπιτυχής. Σώζεται ομιλία στην Υπαπαντή που αποδίδεται στον Γρηγόριο τον Νύσσης, η οποία εάν είναι αυθεντική, τότε έχουμε μαρτυρία ότι η Υπαπαντή εορταζόταν στην Καππαδοκία στο τέλος του 4ου αιώνος.
Πρώτες ενδείξεις για τον εορτασμό της Υπαπαντής στην Κωνσταντινούπολη έχουμε από τον 6ο αιώνα, και όλες συνδέουν την εξάπλωσή της με τον Ιουστινιανό. Σύμφωνα με την Χρονογραφία του Θεοφάνη, το έτος 534, επί βασιλείας Ιουστινιανού, «η Υπαπαντή του Κυρίου έλαβεν αρχήν επιτελείσθαι εν τω Βυζαντίω τη δευτέρα του Φεβρουαρίου μηνός»,62 δηλαδή η εορτή της Υπαπαντής ορίσθηκε επί Ιουστινιανού να εορτάζεται στην Κωνσταντινούλοπη στις 2 Φεβρουαρίου. Δεν σημαίνει όμως αυτό ότι τότε εισήχθη η εορτή. Σύμφωνα με το Χρονικό του Γεωργίου Μοναχού, κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού «και η Υπαπαντή μετηνέχθη και έλαβεν αρχήν εορτάζεσθαι Φεβρουαρίω μηνί εις την β’, γενομένην πρότερον τη ιδ’ του αυτού μηνός, ήτις ουκ εστιν εναριθμούμενη ταις δεσποτικαίς εορταίς».
Η εορτή λοιπόν προϋπήρχε, και η αναφορά αυτή δεν αντικατοπτρίζει την εισαγωγή της εορτής της Υπαπαντής στην Κων/πολη, αλλά την μεταφορά του εορτασμού της την χρονιά εκείνη, κατ’ εντολήν του Ιουστινιανού, από τις 14 Φεβρουαρίου στις 2 του ιδίου μήνα, εναρμονίζοντας ημερολογιακά την εορτή της Υπαπαντής με την νέα εορτή της Γεννήσεως του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου.
Είναι βεβαίως πιθανό ο Ιουστινιανός να συνέβαλε και στην περαιτέρω εξάπλωση της εορτής. Σώζεται μάλιστα σε γεωργιανή μετάφραση ένα γράμμα του Ιουστινιανού προς τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ του έτους 560, όπου υποστηρίζει την αλλαγή της ημερομηνίας της Υπαπαντής από τις 14 στις 2 Φεβρουαρίου.
Η μεταφορά αυτή της εορτής της Υπαπαντής στις 2 Φεβρουαρίου πιθανότατα συνδέεται και με την συγγραφή του κοντακίου της Υπαπαντής από τον Ρωμανό το Μελωδό. Λείψανα του κοντακίου αυτού είναι ακόμη εν χρήσει στην σημερινή λειτουργική πράξη:
Το πρώτο προοίμιο του κοντακίου του Ρωμάνου στην Υπαπαντή, «Χορός αγγελικός, εκπληττέσθω το θαύμα…», είναι το πρώτο κάθισμα του όρθρου της εορτής και το τρίτο προοίμιο του κοντακίου του Ρωμανού στην Υπαπαντή, «Ο μήτραν παρθενικήν αγιάσας …», είναι το χρησιμοποιούμενο σήμερα ως κοντάκιο της εορτής. Φαίνεται όμως ότι η νέα ημερομηνία της εορτής στις 2 Φεβρουαρίου άργησε να γίνει αποδεκτή από τον λαό, και έτσι η εορτή συνέχισε για μερικά χρόνια να τελείται στις 14 Φεβρουαρίου, τουλάχιστον ως και το έτος 602, όπου έχουμε σχετική μαρτυρία. Αναλύoντας και εξετάζοντας χρονολογικά τα γεγονότα της επανάστασης εναντίον του αυτοκράτορος Μαυρικίου το έτος 602, o M. Higgins υποστηρίζει ότι εκείνο το έτος η εορτή της Υπαπαντής εορταζόταν ακόμα στις 14 Φεβρουαρίου, και ως εκ τούτου υποθέτει ότι η εορτή της Γέννησης του Χριστού ήταν στις 6 Ιανουαρίου.
Στην Κωνσταντινούπολη η εορτή της Υπαπαντής τελούνταν με μεγαλοπρέπεια και με την παρουσία του αυτοκράτορος. Την παραμονή ο εσπερινός γινόταν στο ναό της Παναγίας «εν τοις Χαλκοπρατείοις», όπου γινόταν και ο όρθρος ανήμερα της εορτής. Από εκεί με λιτανεία κατευθύνονταν κλήρος και λαός, μέσω του Φόρου, στον ναό της Παναγίας «εν Βλαχερναίς» όπου ελάμβανε χώρα η Θ. Λειτουργία παρουσία του αυτοκράτορος. Το γεγονός ότι η Θ. Λειτουργία ανήμερα της Υπαπαντής γινόταν στην Παναγία «εν Βλαχερναίς» δηλώνει ότι παρ’ όλο που η εορτή έχει Δεσποτικό χαρακτήρα, λογιζόταν ως Θεομητορική από τους Βυζαντινούς, αφού όλες οι εορτής της Παναγίας εορτάζονταν είτε στο ναό της Παναγίας «εν τοις Χαλκοπρατείοις»73 είτε στο ναό «εν Βλαχερναίς».
Τα αναγνώσματα της εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία. Στο ασματικό τυπικό βλέπουμε διαφοροποίηση όχι μόνο από τα Ιεροσόλυμα σε σχέση με την επιλογή των αναγνωσμάτων, αλλά και διαφοροποίηση μεταξύ του Προφητολογίου και του Τυπικού της Μεγάλης Εκκλησίας, όπως και μεταξύ των Στουδιτικών και Σαββαϊτικών λειτουργικών παραδόσεων.
Στη σημερινή χρήση επικράτησαν τα αναγνώσματα Εξ. 12:51, Ησ. 6:1, και Ησ. 19:1 στον εσπερινό, προκείμενο: Λουκ. 1:46-47, στιχ. 1:48 Εβρ. 7:7, αλληλούια: Λουκ 2:29-30, στ. 2:31-32 και Λουκά 2:22 στην Λειτουργία.
Η «μνήμη του αγίου και δικαίου Συμεών του δεξαμένου εν αγκάλαις τον Κύριον, και Άννης της προφήτιδος» στις 3 Φεβρουαρίου αναφέρεται για πρώτη φορά στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας, και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αυτή η εορτή ως «σύναξις», ακολουθώντας το πρότυπο παρομοίων εορτών «προς τιμήν και εορτασμόν ιερών προσώπων, τα οποία κατά την μεγάλην εορτήν της προηγουμένης υπούργησαν, δηλ. έλαβαν ενεργόν μέρος εις το θείον γεγονός, το οποίον εωρτάσθη κατ’ αυτήν.
Στα Στουδιτικά τυπικά παραλείπεται η μνεία στην προφήτιδα Άννα, αλλά εμφανίζεται απόδοση της εορτής. Στο Τυπικό της Ευεργέτιδος έχουμε αναφορά ότι η εορτή «ει μεν τύχη έξω της εβδομάδος της τυροφάγου … εορτάζεται μετά των αγίων ημέρας ε » ενώ στο Τυπικό της Μονής του Σωτήρος, η εορτή αποκτά οκτάβα και η απόδοση είναι στις 9 Φεβρουαρίου: «Εν ταύτη ουν τη ημέρα αποδιδούμεν την εορτήν. … Και ούτως μεν τελείται το οκταήμερον της εορτής». Ο αριθμός των μεθέορτων ημερών βέβαια εξαρτάται και από την ημερομηνία έναρξης της Μ. Τεσσαρακοστής.
Επίσης, αντίφωνα εμφανίζονται στα Στουδιτικά τυπικά, αλλά με εφύμνιο «Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς» καταδεικνύοντας την στενή σχέση της εορτής της Υπαπαντής με τα Χριστούγεννα.
Αντίφωνα:
1. Αγαθόν το εξομολογείσθαι κτλ.
Ταις πρεσβείαις…
2. Ο Κύριος εβασίλευσεν κτλ.
Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς…
3. Δεύτε αγαλλιασώμεθα κτλ.
Χαίρε Κεχαριτωμένη…
Στο τυπικό της Μονής του Αγίου Σάββα ορίζονται τυπικά, αλλά αντίφωνα εμφανίζονται πάλι στα τυπικά του Κωνσταντίνου και Βιολάκη, όμως με τους εν χρήσει σήμερα στίχους και εφύμνιο:
Παρατηρούμε επίσης ότι τα τυπικά του Κωνσταντίνου και Βιολάκη ορίζουν στο Εξαιρέτως το «Θεοτόκε η ελπίς…». Αυτό γιατί στον όρθρο στην θ’ ωδή ορίζουν να ψάλλονται τα μεγαλυνάρια («Ακατάλητόν εστι…»), τα οποία και παρέχονται. Τα μεγαλυνάρια όμως αυτά είναι μια πολύ πρόσφατη προσθήκη, αφού στο τυπικό του Αγίου Σάββα, στα απορρούμενα, ορίζεται ότι «εν τη εννάτη στιχολογείται η τιμιωτέρα».
Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του λειτουργικού εορτασμού της Υπαπαντής είναι η απαντώμενη στις πηγές χρήση κεριών. Για παράδειγμα, στον βίο του Αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου (†529) αναφέρεται ότι η Ικελία, κάτω από την οποία μαθήτευσε, εισήγαγε την χρήση κεριών στην εορτή της Υπαπαντής: «Η μακαρία Ικελία πάσαν ευσεβείας οδόν εξασκήσασα κατέδειξεν εν πρώτοις μετά κηρίων γίνεσθαι την υπαπάντησιν του σωτήρος ημών Θεού.» Δεν είναι όμως αυτή η μοναδική μαρτυρία. Από την περιοχή των Ιεροσολύμων και πάλι σώζεται ομιλία στην Υπαπαντή η οποία αποδίδεται στον Κύριλλο Ιεροσολύμων. Στο τέλος της ομιλίας προτρέπει ο Άγιος Κύριλλος τους πιστούς: «Ούτως σήμερον φαιδροί φαιδρώς τας λαμπάδας κοσμήσωμεν· ούτως, ως υιοί φωτός, τους κηρούς τω φωτί τω αληθινώ Χριστώ προσάγωμεν».

Αλλη σχετική μαρτυρία, αγνώστου όμως προελεύσεως και εποχής, είναι η εισαγωγή της ομιλιτικής διασκευής του σχετικού τμήματος του υπομνήματος του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Εκεί, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «…και επειδή πάντες προθύμως συνήλθετε, της φαιδρότητος της Δεσποτικής εορτής εις τούτο συναθροισάσης μετά φαιδρών των λαμπάδων, φαιδρώς πανηγυρίσωμεν…». Το στοιχείο αυτό, δηλαδή οι αναφορές στην χρήση κεριών, μαζί και με άλλα στοιχεία, οδήγησαν τον Μ. Connell να εξετάσει την σοβαρή πιθανότητα να ήταν η εορτή της Υπαπαντής ημέρα βαπτισματική. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το αρχαίο όνομα της εορτής στην Γεωργιανή λειτουργική παράδοση ήταν «lamproba» δηλαδή εορτή των φανών, και ότι στα Σαββαϊτικά τυπικά υπάρχει μνεία χρήσης κεριών στην εορτή: «εις δε την εννάτην, δίδονται κηρία τοις αδελφοίς».
Του Πρεσβυτέρου Στεφάνου Αλεξόπουλου

http://agiameteora.net

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ομιλία αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στην Υπαπαντή του Κυρίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Φεβρουαρίου 2016

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΟΜΙΛΙΑ 5 ΣΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ 

Όπου γίνεται λόγος και περί σωφροσύνης και της αντίθετης με αυτήν κακίας.

Εκείνη την προγονική κατάρα και καταδίκη προ Χριστού την είχαμε όλοι κοινή και ίδια, εκχυμένη σε όλους από έναν προπάτορα, σαν να αναπτυσσόταν από τη ρίζα του γένους και να ήταν συνημμένη με τη φύσι. Ο καθένας επέσυρε από τον Θεό στην υπόστασί του με όσα έπραττε προσωπικώς ή την μομφή ή τον έπαινο, ενώ δεν μπορούσε να κάμη τίποτε απέναντι σ’ εκείνη την κοινή κατάρα και καταδίκη και απέναντι στον πονηρό κλήρο που κατεβαίνει από επάνω σ’ αυτόν και δι’ αυτού στους απογόνους του.
Άλλ’ ήλθε ο Χριστός ελευθερωτής της φύσεως, που μετέβαλε την κοινή κατάρα σε κοινή ευλογία˙ αφού ανέλαβε την ένοχη φύσι μας από την ακήρατη Παρθένο και την ήνωσε στην υπόστασί του, νέαν, χωρίς να έχη μετάσχει σε παλαιό σπέρμα, την κατέστησε αθώα και δικαιωμένη, ώστε και οι γεννώμενοι από αυτόν έπειτα κατά πνεύμα να μένουν όλοι έξω από την προγονική εκείνη κατάρα και καταδίκη. Τί λοιπόν;
Δεν μεταδίδει τη χάρι του σε καθεμιά από τις υποστάσεις μας και δεν λαμβάνει ο καθένας μας άφεσι των πλημμελημάτων του από αυτόν, επειδή αυτός δεν ανέλαβε υπόστασι από εμάς, αλλά την φύσι μας, την οποία ανανέωσε ενωθείς με αυτήν κατά την ιδιαίτερη υπόστασί του; Πώς όμως θα ενεργούσε έτσι, αυτός που θέλει να σωθούν όλοι τελείως και κατήλθε κλίνοντας τους ουρανούς για χάρι όλων και, αφού δι΄ έργων και λόγων και παθημάτων του υπέδειξε κάθε δρόμο σωτηρίας, επανήλθε στους ουρανούς, ελκύοντας προς τα εκεί τους πιστούς τους; Επομένως για να παράσχη τελεία απολύτρωσι όχι μόνο στη φύσι την οποία έλαβε ο ίδιος από εμάς σε αδιάσπαστη ένωση, αλλά και στον καθένα από τους πιστεύοντας σ’ αυτόν; Τούτο λοιπόν έπραξε και δεν έπαυσε να πράττη, συνδιαλλάσσοντας τον καθένα μας δι’ εαυτού προς τον Πατέρα και επαναφέροντας τον καθένα στην υπακοή και θεραπεύοντας κάθε παρακοή.

Γι’ αυτό λοιπόν καθώρισε και θείο βάπτισμα κι’ έθεσε σωτηρίους νόμους, εκήρυξε μετάνοια σε όλους και μετέδωσε δεν μεταδίδει τη χάρι του σε καθεμιά από τις υποστάσεις μας από το σώμα και αίμα του. Διότι δεν είναι γενικώς η φύσις αλλά η υπόστασις του καθενός από τους πιστεύοντας που δέχεται το βάπτισμα και πολιτεύεται κατά τις θείες εντολές και γίνεται μέτοχος του θεουργού άρτου και του ποτηρίου. Δια των μέσων τούτων βέβαια ο Χριστός μας εδικαίωσε υποστατικώς και μας επανέφερε στην υπακοή του ουρανίου Πατρός˙ την ίδια δε τη φύσι που προσέλαβε από εμάς και ανανέωσε, την έδειξε αγιασμένη και διαιωμένη και σε όλα υπήκοο στον Πατέρα, δι’ εκείνων που έπραξε και έπαθε αυτός κατ’ αυτήν ενωμένος με αυτήν υποστατικώς. Ανάμεσα σε αυτά είναι και η εορταζομένη σήμερα από εμάς ανάβασις ή αναβίβασίς του στον παλαιό εκείνο ναό προς καθαρισμό, η προϋπάντησις από τον θεόληπτο Συμεών και η ευχαριστία της Άννας, η οποία παρέμενε στον ναό όλη τη ζωή της.1

Πραγματικά μετά την γέννησι του Σωτήρος από την Παρθένο και την κατά τον μωσαϊκό νόμο περιτομή την ογδόη ημέρα, όπως λέγει ο ευαγγελιστής Λουκάς, «όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού αυτών κατά τον νόμο του Μωϋσέως, τον ανέβασαν στα Ιεροσόλυμα για να τον παρουσιάσουν στον Κύριο». Περιτέμνεται κατά τον νόμο, ανεβάζεται κατά το γεγραμμένο, προσφέρεται θυσία κατά τα λεγόμενα στον νόμο Κυρίου. Βλέπετε ότι ο ποιητής και δεσπότης του νόμου γίνεται καθ’ όλα υπήκοος στον νόμο; Επιτελώντας τί με αυτά; Καθιστώντας καθ’ όλα υπήκοο την φύσι μας στον Πατέρα και θεραπεύοντας την κατ’ αυτήν παρακοή μας και μετατρέποντας την γι’ αυτήν κατάρα σ’ ευλογία. Όπως δηλαδή όλη η φύσις μας ήταν στον Αδάμ, έτσι και στον Χριστό˙ και όπως δια του από την γη Αδάμ όλοι όσοι ελάβαμε από εκείνον την ύπαρξι εστραφήκαμε προς την γη και καταρριφθήκαμε, φεύ, στον Άδη, έτσι δια του από τον ουρανό Αδάμ, κατά τον απόστολο, όλοι ανακληθήκαμε στον ουρανό και αξιωθήκαμε την εκεί δόξα και χάρι. Τώρα όμως αξιωθήκαμε μυστικώς, διότι, λέγει «η ζωή σας μαζί με τον Χριστό είναι στον Θεό όταν δε ο Χριστός φανερωθή κατά την δευτέρα επιφάνεια και παρουσία, τότε και σεις όλοι θα φανερωθήτε σε δόξα».2 Ποιοί «όλοι»; Όσοι υιοποιήθηκαν κατά τον Χριστό δια του Πνεύματος αποδείχθηκαν και δια των έργων πνευματικά τέκνα τούτου.

Όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού αυτών, τον ανέβασαν στα Ιεροσόλυμα για να τον παρουσιάσουν στον Κύριο. Ποιών «αυτών»; Ο λόγος του νόμου είναι περί των γεννητόρων, καθώς επίσης και των γεννωμένων από την ένωσί τους, που έχουν ανάγκη καθάρσεως. Διότι και ο ψαλμωδός λέγει «συνελήφθηκα σε ανομίες και η μητέρα μου μ’ εκυοφόρησε σε αμαρτίες».3 Εδώ δε που δεν υπάρχουν γεννήτορες, αλλά ήταν μόνο μητέρα, και αυτή Παρθένος, που υπάρχει επίσης γέννησις παιδιού συλληφθέντος ασπόρως, οπωσδήποτε δεν υπήρχε χρεία καθαρισμού, άλλ’ ήταν έργο υπακοής και τούτο, που επανέφερε την παρακούσασα φύσι και απήλειφε την ευθύνη εξ αιτίας της παρακοής. Όταν λοιπόν συμπληρώθηκαν οι ημερες του καθαρισμού των, τον ανέβασαν για να τον παρουσιάσουν στον Κύριο, να τον αφιερώσουν, να καταστήσουν φανερό ότι είναι πρωτότοκος, όπως έχει γραφή στον νόμο του Κυρίου, ότι «κάθε αρσενικό παιδί που διανοίγει την μήτρα, θα αποκληθή αφιερωμένο στον Κύριο».4

Και όμως αυτός είναι ο μόνος που διάνοιξε μήτρα, αφού εκυοφορήθηκε χωρίς γεννετήσια ένωσι με μόνο το προσφώνημα και το μήνυμα του Θεού, που εδέχθηκε στις ακοές της η Παρθένος δι’ αγγέλου˙ πώς λοιπόν ο νόμος λέγει «κάθε αρσενικό παιδί που διανοίγει μήτρα»; Όπως πολλοί λέγονται προφήτες και πολλοί χρισμένοι, καθώς λέγει ο Θεός δια του ψαλμωδού, «μη εγγίζετε τους χρισμένους μου και μη κακοποιήτε τους προφήτες μου»,5 ενώ ένας είναι ο Χριστός και ένας μόνο ο Προφήτης αυτός, έτσι λέγεται ότι και κάθε πρωτότοκο διανοίγει μήτρα, άλλ’ ο αληθώς διανοίξας είναι αυτός ο μόνος άγιος του Ισραήλ. Λέγει δε ότι τον ανέβασαν για να δώσουν θυσία κατά το λεγόμενο στον νόμο του Κυρίου, ένα ζεύγος τρυγονιών ή δύο νεοσσούς περιστεριών». Το μεν ζεύγος των τρυγονιών λοιπών, δηλώνοντας την σωφροσύνη των γονέων, είχε κάποια σχέσι προς τους συνεζευγμένους κατά τον νόμο του γάμου, προεδήλωναν σαφώς την Παρθένο και τον γεννηθέντα από την Παρθένο αυτή που είναι έως το τέλος Παρθένος. Και πρόσεξε την ακρίβεια του νόμου. Πραγματικά για τα τρυγόνια είπε ζεύγος διότι υπαινίσσονται τους συνεζευγμένους σε γάμο, ενώ για τα περιστεράκια το απέφυγε τούτο˙ διότι άπειροι γάμου ήσαν και η μητέρα και ο υιός. Αλλά ο μεν νόμος, προμηνύοντας από παλαιά την παρθενική γέννησι, τέτοια χρησμοδοτεί και με τέτοια την προτυπώνει˙ τώρα δε που ωδηγήθηκε στον ναό ο ίδιος ο παραδόξως γεννηθείς, το άγιο Πνεύμα ετοίμασε άλλα τρυγόνια και άλλους νεοσσούς περιστεριών περισσότερο ταιριαστούς. Ποιούς λοιπόν; Τον Συμεών και την Άννα, τους οποίους είτε νεοσσούς περιστεριών τους ειπή κανείς, λόγω της τελείως νηπιακής διαθέσεως προς την κακία, είτε τρυγόνια για το άκρο ύψος της σωφροσύνης, σωστά αθ ειπή.

Αλλά ο μεν Συμεών, για να διέλθωμε σύντομα τα ευαγγελικά λόγια, δίκαιος και ευλαβής και προεμπνευσμένος από άγιο Πνεύμα, ήλθε στον ναό κινημένος και τώρα από αυτό, προϋπάντησε και ασπάσθηκε τούτο το ουράνιο και επίγειο βρέφος, προφέροντας σ’ αυτό ως Θεόν τον ύμνο και την ικεσία, παρακαλώντας ν’ απαλλαγή ειρηνικά από το σώμα και διακηρύσσοντας σε όλους ότι αυτό είναι το σωτήριο φως, ισχυριζόμενος δε ότι τούτο έχει τεθή σε πτώσι των απιστούντων και σε ανάστασι των πιστευόντων σ’ αυτό.

Έπειτα συνωμίλησε με την Παρθένο και Μητέρα του βρέφους, δεικνύοντας από την οδύνη για τον μελλοντικό σταυρό του παιδιού ότι θα φανερωθή κατά φύσι μητέρα του τώρα θεανθρώπου βρέφους και ό,τι αφού αποκαλύψη τους αμφιβόλους γι’ αυτό λογισμούς θα τους απαλείψη από τις καρδιές˙ διότι και ο Συμεών την γνησία μητέρα του αμφιβόλου παιδιού 6 προσδιώρισε από την σχετική με το πάθος οδύνη και από την γι’ αυτό το πάθος σφοδρά λύπη και συμπάθεια.

Η δε προφήτις Άννα, χήρα του Φανουήλ ηλικίας ογδόντα τεσσάρων ετών, επιδιδομένη σε νηστείες και δεήσεις και μη απομακρυνομένη καθόλου από τον ναό, καταληφθείσα τότε περισσότερο από θείο Πνεύμα ευχαρίστησε τον Θεό και ευαγγελίσθηκε ότι θα έλθη η λύτρωσις σ’ όσους την προσδέχονται, δεικνύοντας ότι αυτή είναι το βρέφος τούτο. Τέτοια λογικά τρυγόνια προέπεμψε το άγιο Πνεύμα προς προϋπάντησι του Χριστού, καθώς ανέβαινε στον ναό και μας έδειξε οποίοι πρέπει να είναι οι δεχόμενοι μέσα τους τον Χριστό, και οποίοι και οποίες πρέπει να είναι αυτές που έχασαν τους άνδρες των και αυτοί που έχασαν τις συζύγους των. Διότι η Άννα αυτή ήταν χήρα του Φανουήλ αλλά και προφήτις. Πώς; Διότι, αφού άφησε τις κοσμικές και βιωτικές φροντίδες, δεν εγκατέλειψε τον ναό˙ διότι είχε άμωμο τον βίο διημερεύοντας και διανυκτερεύοντας με νηστείες και αγρυπνίες, με προσευχές και ψαλμωδίες. Γι’ αυτό και η γυναίκα αυτή τον Κύριο, που ελάτρευε με έργα, ευλόγως τον ανεγνώρισε όταν ήλθε, όπως λέγει προς αυτόν ο ψαλμωδός προφήτης, «θα ψάλω και θα προσέξω στην τελεία οδό, πότε θα έλθης προς εμένα».7

Τέτοιες και τέτοιοι πρέπει να είναι όσοι από τον γάμο δια της έντιμης χηρείας αποφασίζουν να προσέλθουν προς τον παρθενικό βίο ή στην συμβίωσι. Εάν λοιπόν καταφρονήσης τελείως την δευτέρα συζυγία ως χαμερπή, κράτησε σταθερά την πρόθεσί σου, βάδιζε στα ίχνη των από την αρχή έως το τέλος αγάμων. Κάποτε είχε και ο Πέτρος πεθερά, αλλά δεν υστέρησε του παρθένου Ιωάννου, όταν έτρεξε προς το ζωαρχικό μνήμα˙ σε μερικά σημεία μάλιστα και υπερτέρησε, γι’ αυτό και από τον κοινό δεσπότη κατέστη κορυφαίος των κορυφαίων. Προς τόσο ύψος αναβιβάζει ο πόθος που μεταφέρεται από την σάρκα προς το πνεύμα.

Εσύ δε πρόσεχε, μη τυχόν από μεν την συζυγία απόσχης ως πάνδημη, την δε αγαμία δεν επιτύχης ως δυσέφικτη, οπότε θα εκτραπής και χωρίς να το καταλάβης θα καταπέσης, διότι θ’ ακολουθής όχι τα κατά νόμο ούτε τα υπέρ νόμο, αλλά τα παρά νόμο. Αν εμείς τους ευρισκομένους σε χηρεία, εφ’ όσον δεν σωφρονούν, τους θεωρούμε κατακρίτους, ενώ, και αν συνέλθουν νομίμως σε δεύτερο γάμο, δεν τους θεωρούμε εντελώς αμέμπτους (ο Παύλος έλεγε ότι αθέτησαν την πρώτη πίστι), πόσο μεγαλυτέρας καταδίκης άξιοι είναι εκείνοι που, ενώ συζούν με γυναίκες, δεν απέχουν της πορνείας; Πορνεία, η οποία επέφερε τον παγκόσμιο εκείνο κατακλυσμό σε αυτούς που ωνομάσθηκαν αρχικώς υιοί Θεού και προεκάλεσε τον από τον ουρανό εμπρησμό στους Σοδομίτες και έφερε στους Ισραηλίτες την ήττα από τους Μωαβίτες και τον πολυάνθρωπο εκείνο φόνο, τώρα δε, νομίζω, φέρει σ’ εμάς τις από τα αλλόφυλα έθνη ήττες και τις πολυειδείς από μέσα και έξω κακώσεις και συμφορές; Υιούς δε Θεού εκάλεσε η Γραφή πρώτους τους απογόνους του Ενώς, ο οποίος πρώτος ήλπισε ότι θα καλήται με το όνομα του Κυρίου.8 Ήταν δε αυτός υιός του Σήθ, του οποίου το γένος ήταν διαφορετικό από το καταραμένο γένος του Κάϊν και εζούσε σωφρόνως. Εξ αιτίας αυτών εστεκόταν ακόμη τότε ο κόσμος, έως ότου κατά το γεγραμμένο είδαν ότι οι θυγατέρες των ανθρώπων, δηλαδή οι κόρες από την γενεά του Κάϊν, ήσαν ωραίες και γοητευμένοι από την πορνική ομορφιά τους επήραν όσες εδιάλεξαν από όλες αυτές και έμαθαν τα έργα τους. Τότε αυξήθηκε η κακία επάνω στη γη, ήλθε ο κατακλυσμός και τους εξαφάνισε όλους˙ και αν τότε δεν ευρίσκονταν επάνω στη γη σώφρονες, ο Νώε και οι υιοί του Νώε (τούτο δε φανερώνεται από το γεγονός ότι ο καθένας ήταν σύζυγος μιας γυναικός με την οποία εισήλθε στην κιβωτό), δεν θα υπολειπόταν καμμιά ρίζα και αρχή για τη γένεσι δευτέρου κόσμου.

Βλέπετε ότι εξ αιτίας των πορνευόντων θα καταστρεφόταν παλαιά ο κόσμος αυτός, αν δεν διατηρείτο από τους σωφρονούντας; Αυτοί δε που δεν είναι άξιοι ούτε του παρόντος κόσμου, αφού τον μεταβάλλουν σε ακοσμία, πώς δεν θα εξωσθούν και από τον μέλλοντα αιώνα, παραδιδόμενοι στο πυρ της γεέννης, διότι δεν άνθεξαν στο πύρ των σαρκικών ηδονών, αν δεν σπεύσουν τώρα να το αποσβέσουν δια της μετανοίας και να ξεπλύνουν με τα δάκρυα τούς από αυτό γενομένους ήδη μολυσμούς; Ας μη αγνοούν δε και τούτο, ότι αν δεν σπεύσουν ν’ αντισταθούν στο πάθος δια της μετανοίας, με τον καιρό θα παραδοθούν σε χειρότερα παρά φύσι πάθη, τα οποία είναι γεννήματα πορνικής επιθυμίας, ελκύει δε εδώ το πυρ της γεέννης, για να συναρπάση από εδώ τους ακολάστους σ’ αιώνια κόλασι.

Ποιός δεν γνωρίζει τους Σοδομίτες και την παρανομωτέρα από πορνεία έξαψί τους και την παραδοξοτέρα βροχή του πυρός επάνω σ’ αυτούς και την απώλεια; Πολλές φορές μάλιστα ολόκληρη πόλις υπέστη τις συνέπειες της διαγωγής ενός μόνο ασελγούς ανδρός, όπως συνέβηκε στην πόλι των Σικίμων, οι οποίοι αφανίσθηκαν τελείως από τα παιδιά του Ιακώβ, επειδή ο Συχέμ άρπαξε την θυγατέρα του Ιακώβ Δείνα.9 Αλλά για ν’ αφήσωμε τώρα τους προ του νόμου, ο ίδιος ο μωσαϊκός νόμος δεν παραγγέλλει να λιθοβολήται η νύφη, αν δεν ευρεθή παρθένος, η δε πορνευομένη κόρη ιερέως να καίεται στο πύρ; Δεν απαγορεύει δε να προσφέρεται στον ναό του Κυρίου ο μισθός πόρνης; Όταν δε οι Ισραηλίτες συνήλθαν πορνικώς με τις Μωαβίτιδες, έπεσαν με μάχαιρα σε μια ημέρα είκοσι τρεις χιλιάδες άνδρες. Γι’ αυτό και ο μέγας Παύλος μας λέγει˙ «μη πορνεύετε, όπως επόρνευσαν μερικοί από αυτούς και έπεσαν σε μια ημέρα είκοσι τρεις χιλιάδες».10 Τέτοια είναι τα επιτίμια της πορνείας και προ του μωσαϊκού νόμου και στο νόμο και δια του νόμου. Τί πρέπει λοιπόν ν αισθανώμαστε εμείς που, ενώ έχομε διαταχθή να σταυρώσωμε τη σάρκα μαζί με τις επιθυμίες, περιπίπτομε πάλι στα ίδια, εξ αιτίας των οποίων έρχεται η οργή του Θεού προς τους υιούς της απειθείας; Που, ενώ διαταχθήκαμε να νεκρώσωμε τα μέλη τα επί της γης, πορνεία, ακαθαρσία, πάθος κακό και την επιθυμία, δεν εφαρμόζομε την παραίνεσι;11 δεν θα φοβηθούμε λοιπόν κάποτε, αν όχι τίποτε άλλο, τουλάχιστο τις θεομηνίες, τις από κάτω, τις από επάνω, τις περασμένες, τις μελλοντικές εκείνες και αιώνιες που μας απειλούν; Δεν θα σεβασθούμε την κατά σάρκα επιφάνεια του ηλίου της δικαιοσύνης Χριστού, ώστε να περιπατήσωμε προσεκτικά σαν σε ημέρα; Δεν θα φρίξωμε τις αποστολικές προειδοποιήσεις και αποφάσεις και παραινέσεις, που λέγουν, «δεν γνωρίζετε ότι είσθε ναοί Θεού και μέσα σας κατοικεί το Πνεύμα του Θεού; Όποιος φθείρει το ναό του Θεού, θα τον φθείρη ο Θεός»12 ˙ και πάλι, «φανερά είναι τα έργα της σαρκός, που είναι πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια και τα όμοια, για τα οποία προλέγω, όπως και ήδη προείπα, ότι όσοι πράττουν τέτοια δεν θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού»13˙ και πάλι, «τούτο να γνωρίζετε, ότι κάθε πόρνος ή ακάθαρτος ή πλεονέκτης, δηλαδή ειδωλολάτρης, δεν έχει κληρονομία στη βασιλεία του Χριστού και Θεού»14˙ και πάλι, «τούτο είναι το θέλημα του Θεού, ο αγιασμός μας, η αποχή από την πορνεία˙ διότι δεν μας εκάλεσε ο Θεός για ακαθαρσία, αλλά για αγιασμό˙ επομένως όποιος το αθετεί, δεν αθετεί άνθρωπο, αλλά τον Θεό που δίδει το άγιο Πνεύμα του σ’ εμάς».15

Ποιός θα μπορούσε να συλλέξη όλες τις παραγγελίες των Αποστόλων και των προφητών για το θέμα τούτο; Σ’ αυτούς ακριβώς που σωφρονούν και γι΄ αυτό ευρίσκονται ανάμεσα στα μέλη του Χριστού, τί παραγγέλλει ο απόστολος; «Σας έγραψα στην επιστολή, μη συναναστρέφεσθε πόρνους».16 Πραγματικά επειδή εκείνοι δεν εντρέπονται οι ίδιοι, συμβουλεύει τους άλλους να τους αποφεύγουν και να τους εντροπιάζουν, λέγοντας προς αυτούς, «εάν κάποιος κατ’ όνομα αδελφός είναι πόρνος, με αυτόν˙ ούτε να συντρώγετε».17 Βλέπεις ότι όποιος κυλίεται στην πορνεία είναι κοινό μόλυσμα της Εκκλησίας, και γι’ αυτό πρέπει όλοι να τον αποφεύγουν και να τον απομακρύνουν; Ο ίδιος δε ο Παύλος παρέδωσε στον Σατανά τον πορνεύοντα στην Κόρινθο και δεν συνέστησε προς αυτόν αγάπη ούτε τον προσέλαβε, έως ότου επέδειξε την μετάνοια ικανοποιητικώς.

Σώζε οπωσδήποτε την ψυχή σου από τα τόσα κακά, ώ άνθρωπε, των παρόντων και των μελλόντων, των τελευταίων διττών μάλιστα, και στον μέλλοντα και στον παρόντα αιώνα. Το γένος του Ησαύ ήταν απόβλητο, διότι εκείνος ήταν πόρνος και βέβηλος, και ο Ροβοάμ έχασε το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας, επειδή ο πατέρας του Σολομών, γυναικομανής περισσότερο από κάθε άλλον, επέθανε χωρίς να πάθη τούτο ο ίδιος λόγω του Δαβίδ, ο οποίος το προσαφθέν κάποτε σε βάρος του άγος εκαθάρισε με ροές δακρύων και με τα άλλα έργα της μετανοίας. Αποφεύγετε την πορνεία, αδελφοί, παραγγέλλει πάλι ο απόστολος.18 Αν την απέφευγε ο Σαμψών, δεν θα έπιπτε στα χέρια της Δαλιδάς, ώστε μαζί με τα μαλλιά του να χάση και την δύναμί του, δεν θα ετυφλωνόταν, δεν θα έχανε αδόξως τη ζωή του μαζί με τους αλλοφύλους. Αν την απέφευγαν οι οδηγούμενοι από τον Μωϋσή ως στρατηγό και νομοθέτη Ιουδαίοι δεν θα εθυσίαζαν στον Βεελφεγώρ, δεν θα έτρωγαν θυσίες, δεν θα έπιπταν όσο έπεσαν. Αν την απέφευγε ο Σολομών, δεν θ’ απομακρυνόταν από τον Θεό που τον κατέστησε βασιλέα και σοφό ούτε θα ανήγειρε ναούς και είδωλα.

Βλέπετε ότι το πάθος της πορνείας ωθεί τον άνθρωπο και προς ασέβεια; Ούτε το κάλλος της Σωσάννης, που εξαπάτησε στη Βαβυλώνα τους πρεσβυτέρους, θα εθριάμβευε έπειτα και θα συνεκάλυπτε τον λιθοβολισμό, αν αυτοί απέφευγαν από την αρχή το βδέλυγμα και δεν την παρατηρούσαν κάθε μέρα ακολάστως πρωτύτερα. Ούτε ο Ολοφέρνης θα εκοιτόταν με κομμένον τον λαιμό ο άθλιος, αν προηγουμένως, όπως έχει γραφή, δεν είλκυε τον οφθαλμό του το σανδάλιο της Ιουδίθ και δεν αιχμαλώτιζε την ψυχή του η ομορφιά της. Γι’ αυτό λέγει ο Ιώβ˙ «έβαλα κανόνα στους οφθαλμούς μου, και δεν θα προσέξω παρθένο»,19 πόσο μάλλον άσεμνο γύναιο, άγαμο ή έγγαμο.

Ή αγαμία θεοφιλή να τηρής, αγαπητέ, ή συζυγία θεόδοτη. Πίνε ύδατα απ΄οτα πηγάδια σου, κι αυτό με σωφροσύνη, άπεχε δε τελείως από νοθευμένο ποτό, διότι είναι ύδωρ Στυγός, ρεύμα του ποταμού Αχέροντος, είναι γεμάτο θανατηφόρο ιό, έχει τη δύναμι δηλητηρίου˙ διότι έχει την ιδιότητα να ρίπτη τους μυχούς του Άδη. Απόφευγε το μέλι από πορνικά χείλη, διότι έχουν την ιδιότητα να επαλείφουν πορνικό θάνατο, που είναι ο χωρισμός από το Θεό. Προς αυτόν λέγει ο Δαβίδ, «εξωλόθρευσε όλους όσοι πορνεύουν».20 Είναι λοιπόν ανάγκη να καθαρεύη ή να καθαίρεται κι έτσι να μένη διαρκώς αμίαντος αρκούμενος στις επιτρεπτόμενες ηδονές, αυτός του οποίου το σώμα έγινε ναός του Θεού δια του Πνεύματος και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί σ’ αυτό, να σπεύδη προς απόκτησι αγνείας και σωφροσύνης και προς αποφυγή πορνείας και κάθε ακαθαρσίας, για να παραμείνωμε αιωνίως ευφραινόμενοι μαζί με τον άφθαρτο νυμφίο στις αγνές παστάδες, με τις πρεσβείες της αειπαρθένου και παναμώμου και υπερδοξασμένης Μητέρας που τον εγέννησε παρθενικώς για την σωτηρία μας˙ τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Λουκά 2, 22 – 38.

2. Κολ. 3, 3.

3. Ψαλμ. 50, 7.

4. Έξ. 13, 2. 12.15. Λουκά 2.23.

5. Ψαλμ. 104, 15.

6. Αμφίβολο παιδί είναι ο Χριστός λόγω της διπλής ιδιότητός του, θείας και ανθρωπίνης.

7. Ψαλμ. 100,1.

8. Γεν. 4, 26.

9. Γεν. 34, 1 έ έ.

10. Α’ Κορ. 10, 8.

11. Κολ. 3, 5.

12. Α’ Κορ. 3, 16.

13. Γαλ. 5, 19.

14. Εφ. 5, 5.

15. Α’ Θεσσ. 4, 3.

16. Α’ Κορ. 5, 9.

17. Α’ Κορ. 5, 11.

18. Α’ Κορ. 6, 18.

19. Ιώβ 31, 1.

20. Ψαλμ. 72, 27,

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Πηγή: http://www.orp.gr/?p=1743#more-1743

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΡΟΣΔΕΧΟΜΕΝΟΙ ΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΝ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου 2016

    Όταν εορτάζουμε τα μεγάλα γεγονότα της πίστης μας συνήθως βλέπουμε το νόημά τους στο παρελθόν. Τι έγινε, ποιοι ήταν οι  πρωταγωνιστές, ποιο είναι το νόημα της γιορτής, τι έχει να πει στον καθένα μας σήμερα. Όμως οι μεγάλες γιορτές έχουν και ένα περιεχόμενο προσδοκίας. Αποτυπώνουν αυτό που η Εκκλησία μας αποκαλεί «εσχατολογικό χρόνο», «χρόνο της αιωνιότητας». Αν έμεναν μόνο στο παρελθόν ή περιορίζονταν στο παρόν της ζωής μας, τότε δε θα μας έδιναν την προοπτική της Βασιλείας του Θεού, την οποία χρειαζόμαστε και η βίωση της οποίας αποτελεί τον τελικό σκοπό της ύπαρξής μας. Κάθε γιορτή είναι προσδοκία της τελικής δόξας του Θεού εν τω προσώπω του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Είναι πρόγευση της χαράς την οποία θα ζήσουμε στην Δευτέρα Παρουσία. Είναι σημείο της οριστικής νίκης κατά του θανάτου. Είναι μία υπόδειξη ότι ο παρών χρόνο και κόσμος δεν είναι απλώς μία δοκιμασία που θα μας βγάλει στην αιωνιότητα έτοιμους, αλλά είναι και εμπειρία της αιωνιότητας.

         Τι προσδοκούμε οι άνθρωποι στη ζωή μας;  Τίποτε λιγότερο από την ευτυχία, την οποία πιστεύουμε ότι δικαιούμαστε και μας αναλογεί. Και η ευτυχία άλλοτε έχει να κάνει με την επίτευξη των στόχων και των ονείρων μας, την πληρότητα και την καταξίωση ενώπιον των ανθρώπων και του εαυτού μας, με τη δημιουργία, την αγάπη, τη γέννηση και την ανατροφή παιδιών, την επαγγελματική αποκατάσταση, ενώ για τον πολιτισμό μας έχει να κάνει με την ικανοποίηση των επιθυμιών μας. Με τις τελευταίες μάλιστα ταυτιζόμαστε! Εξάλλου, ενώ όλα τα ιδεολογικά, οικονομικά και πολιτικά συστήματα του κόσμου υπόσχονται, έστω και μακροπρόθεσμα, την αλλαγή του κόσμου σε μία πραγματικότητα στην οποία όλοι θα έχουν και δικαιώματα, αλλά και μετοχή στα αγαθά που δίνουν την ευτυχία, από την εξουσία μέχρι τα υλικά πράγματα, και όλα τα συστήματα ζητούν από εμάς να κατανοήσουμε ότι λειτουργούν «για το καλό μας», για να κάνουμε υπομονή στις δυσκολίες στις οποίες μας υποβάλλουν, στην ουσία η θεώρησή τους έχει να κάνει με τον παρόντα κόσμο. Ό,τι θα ζήσουμε, έχει να κάνει με το εδώ. Ο θάνατος είναι το κλείσιμο της ευκαιρίας μας για ευτυχία ή ο τερματισμός της, εφόσον τα συστήματα δεν ασχολούνται με την αιωνιότητα. Συνήθως δεν πιστεύουν σ’  αυτήν.

         Για την πίστη μας όμως, επειδή είναι ζωντανή η παρουσία του Θεού εν τω προσώπω του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, όλα του παρόντος ορώνται στην προοπτική της προσδοκίας της αιωνιότητας. Και μάλιστα, μάς καλεί η πίστη μας να ζούμε «προσδεχόμενοι την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» (Τίτ. 2, 13), «περιμένοντας τη μακαριότητα που ελπίζουμε, δηλαδή την εμφάνιση της δόξας του μεγάλου Θεού και σωτήρα μας, του Ιησού Χριστού». Αυτή η εμφάνιση έγινε στον χρόνο που ο Χριστός ήταν επί γης και συνεχίζεται κάθε φορά που γιορτάζουμε τα γεγονότα της ζωής Του, κάθε φορά που κοινωνούμε το σώμα και το αίμα Του, κάθε φορά δηλαδή που ζούμε το μυστήριο της Εκκλησίας, αλλά και θα τελειωθεί πρώτα μετά την έξοδό μας από τον κοσμικό χρόνο, και στη συνέχεια οριστικά και στην απόλυτη πληρότητά της με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, την προσδοκία της ανάστασης των νεκρών και της ζωής του μέλλοντος αιώνος.

Τύπος της προσδοκίας η γιορτή. Και μία τέτοια η μεγάλη εορτή των Θεοφανείων. Στοιχεία της προσδοκίας πρώτα η φανέρωση της Αγίας Τριάδος. Η βάπτιση του Υιού που αγιάζει τα πάντα, τον κόσμο και τους ανθρώπους. Αν τον αποδεχτούμε, τότε ο αγιασμός καθίσταται ενεργός και για τον καθέναν μας προσωπικά.  Η φωνή του Πατρός που επιμαρτυρεί την ταυτότητα του Υιού, την αγάπη που τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος βιώνουν αλληλοπεριχωρούμενα και την οποία καλούμαστε να βιώσουμε προς τον Θεό και προς τον πλησίον μας από τον παρόντα αιώνα και στην πληρότητά της στην αιωνιότητα. Το Πνεύμα με τη μορφή περιστεράς, για να μας δείξει ότι δεν είμαστε μόνοι μας στον αγώνα μας. Υπάρχει η Εκκλησία στην οποία Αυτό αναπαύεται, την οποία συγκροτεί και δια της οποίας μάς προσφέρει τη δυνατότητα να αφήσουμε την αιωνιότητα να αγκαλιάσει κάθε έργο μας, τις καθημερινές μας σχέσεις, τη συλλογική μας προοπτική και, κυρίως, τον εαυτό μας, να βρούμε τον σύνδεσμο της ειρήνης και της ενότητας εντός και εκτός μας, να μη νικιόμαστε από τους λογισμούς του διαχωρισμού και της υπερηφανείας, ούτε από την πείνα για προνόμια, αλλά να διαλέγουμε τη ζωή της προσφοράς και της αυταπάρνησης.

Ταυτόχρονα, υπάρχει και ο Πρόδρομος. Αυτός που μας υποδεικνύει ότι ακόμη κι αν η ζωή μας είναι όπως τη θέλει ο Θεός, ασκητική, προφητική, ανακαινιστική και αφυπνιστική, δεν αρκεί χωρίς την παρουσία του Ερχόμενου και Ισχυρότερου, του οποίου ουδείς είναι ικανός ούτε τους ιμάντες των υποδημάτων Του να λύσει. Ότι για να εκπληρωθεί η ένταξή μας στην κοινωνία της αιωνιότητας δεν αρκούν τα έργα ή η προσωπικότητά μας, αλλά χρειάζεται η προσδοκία της παρουσίας Του. Η νοσταλγία Του και την ίδια στιγμή η προετοιμασία του εαυτού μας με ένταξή του στα αληθινά του όρια.  Συνήθως προσδοκούμε τη δική μας δόξα. Ο Πρόδρομος προσδοκά τη δόξα του Θεού δια της παρουσίας του Χριστού. Και είναι έτοιμος να υπακούσει στο θέλημα Αυτού που προσδοκά, δείχνοντάς μας την οδό όχι μόνο της τήρησης των εντολών του Θεού στην πράξη, αλλά και την οδό της κοινωνίας με το Πρόσωπο του Θεανθρώπου, όπως ζούμε στην Εκκλησία.

Υπάρχει, τέλος, και ο κόσμος όπως αποτυπώνεται στον Ιορδάνη. Πορεύεται στην κανονική, τη φυσική ροή του. Δημιουργημένος από τον Θεό, ακολουθώντας τους νόμους που εξασφαλίζουν τη σταθερότητά του, αλλά και υπάρχοντας χωρίς να δείχνει την ανάγκη για Θεό. Μόνος του. Αυτάρκης. Με εμπιστοσύνη στα ρεύματά του. Χωρίς να προσδοκά τίποτε άλλο παρά μόνο τη συνέχειά του. Και εισερχόμενος ο Κύριος στα ύδατά του «εστράφη εις τα οπίσω», μη μπορώντας να αντέξει το πυρ της θεότητος. Τη δύναμη του Θεού. Ανατρέπεται ο ρους του, για να φανεί ότι η παρουσία του Χριστού αλλάζει την ιστορία. Αλλάζει τις ζωές μας. Αλλάζει και τον ίδιο τον κόσμο. Αναταράζει τα πάντα, για να μας αφυπνίσει και να μας δείξει ότι με τον Χριστό όλα ξεκινούν από την αρχή. Ακόμη και οι αμαρτίες μας καθαρίζονται, ενώ η χαρά την οποία λαμβάνουμε μας δίνει την ευκαιρία να ζήσουμε τον τρόπο της Βασιλείας όχι μόνο τη στιγμή της εισόδου μας στην Εκκλησία, αλλά συνεχώς. Και ο αγιασμός, αν το θελήσουμε, γίνεται διαρκής, όπως η αντιστροφή στο ρεύμα του ποταμού.

Αυτά τα στοιχεία βιώνουμε στην Εκκλησία. Αυτός θα είναι και ο τρόπος της αιωνιότητας.  Κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό στο πρόσωπο του Χριστού και  μεταξύ μας. Αγιασμός  αιώνιος. Για να γίνει αυτό  χρειάζεται η πρόγευση του παρόντος, με ευθύνη του καθενός μας να παλέψουμε για ειρήνη και ενότητα, με ταπεινό φρόνημα και επίγνωση των ορίων μας, υπακοή στο θέλημα του Θεού δια των εντολών του, ανατροπή του πνεύματος της αυτάρκειας. Και την ίδια στιγμή δίψα για κοινωνία με το Πρόσωπο του Χριστού που μας καθαίρει και μας αγιάζει. Αν αυτός είναι ο τρόπος που  γιορτάζουμε, η προσδοκία της αιωνιότητας γίνεται ήδη παρόν. Και ο χρόνος, από εσχατολογικός, γίνεται παροντικός. Στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Στη χαρά της συνάντησης των προσώπων. Στην ομορφιά των παραδόσεων. Πρωτίστως στην μετοχή στο Ποτήριο της Ζωής. Όπου κοινωνούμε τον Επιφανέντα μεγάλο Θεό και σωτήρα μας Ιησού Χριστού, γευόμενοι το ζητούμενο: την ευτυχία της Βασιλείας, η οποία είναι η μόνη οριστική και διαρκής απάντηση και εκπλήρωση του πόθου μας να ευτυχήσουμε!

Κέρκυρα, 6 Ιανουαρίου 2016  

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα Θεοφάνεια… – Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου 2016

Σήμερον ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἑορτάζει τὴν μεγάλην ἑορτὴν τῶν Θεοφανείων, καὶ ποιεῖται μνείαν τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ Ἰορδάνῃ.

Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καὶ Βαπτιστής, ὅστις ἔμβρυον ἐν τῇ μήτρᾳ εἶχεν ἀναγνωρίσει τὸν Λυτρωτὴν καὶ ἐσκίρτησεν, ἀνὴρ γενόμενος ὑπῆρξε καὶ ὁ πρῶτος πιστεύσας, ὑποδείξας καὶ κηρύξας τὸν Χριστόν.

«Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», εἶπεν ὅτε εἶδε τὸν Ἰησοῦν περιπατοῦντα.
«Ἔρχεται ἄλλος ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς λύσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ», ἔλεγε πρὸς τοὺς μαθητᾶς του. Τινὲς δὲ τῶν μαθητῶν τούτων, ἐγκαταλιπόντες αὐτόν, ἠκολούθησαν τὸν Ἰησοῦν, ὅθεν ὁ Ἰωάννης ἐγκαρτερῶν καὶ ὑποτασσόμενος ἔλεγεν, «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι».

Ἐκ τῶν μαθητῶν τούτων τοῦ Ἰωάννου λέγεται ὅτι ἦσαν ὁ Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Σίμων Πέτρος, ὅστις καὶ πρῶτος ἐκ τῶν ἄλλων ἀποστόλων ὠμολόγησε τὸν Χριστόν, «Ραββί, σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἰ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Πρὸς τοῦτον λοιπὸν τὸν Ἰωάννην, τὸν κηρύττοντα καὶ βαπτίζοντα βάπτισμα μετανοίας, προσῆλθεν ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος καὶ ἐβαπτίσθη θέλων νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα.

Ἐπειδὴ περὶ βαπτίσματος ὁ λόγος, καλὸν νομίζω ἐνταύθα νὰ ὑποβάλω πρακτικάς τινας παρατηρήσεις περὶ τοῦ τρόπου καθ᾿ ὃν τελεῖται παρ᾿ ἡμῖν τὸ Βάπτισμα.
Οἱ παλαιοὶ πρακτικώτατοι καὶ μεμορφωμένοι ἱερεῖς, καίτοι ἀγράμματοι λεγόμενοι, εἴξευρον νὰ ἐκτελῶσι κανονικώτατα τὰς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, κρατοῦντες τὸν βαπτιζόμενον ὄρθιον πρὸς ἀνατολὰς βλέποντα, ἐφαρμόζοντες τὴν δεξιὰν ἐπὶ τῆς μασχάλης τοῦ βρέφους ἀβρῶς ἅμα καὶ ἀσφαλῶς, φράττοντες δὲ διὰ τῆς ἀριστερᾶς τὸ στόμα αὐτοῦ.
Ἐφρόντιζον περὶ τῆς θερμοκρασίας τοῦ ὕδατος καὶ ἑκάστη κατάδυσις ἐγίνετο ἀκαριαία, τὸ δὲ διάλειμμα μεταξὺ τῶν καταδύσεων ἐγίνετο ἀρκετόν, ὥστε ν᾿ ἀναπνεύση τὸ βρέφος.
Τοιούτῳ τρόπῳ οὐδεὶς βαπτιζόμενος ἔπαθε ποτέ τι ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ.
Τὸ σημερινὸν ὅμως σμῆνος τῶν ἱερέων, τοὺς ὁποίους ἡ διεφθαρμένη πολιτικὴ ἐπιβάλλει πολλάκις ἀξέστους καὶ ἀκαλλιεργήτους εἰς τοὺς Σ. Σ. ἱεράρχας νὰ τοὺς χειροτονῶσιν, ἀφοῦ κακῶς ἐκτελεῖ, ἢ μᾶλλον κακῶς παραλείπει τοσούτους ἄλλους τύπους, ὀφείλει τουλάχιστον νὰ σεβασθῇ αὐτὸ τὸ θεμέλιον τῆς πίστεως ἡμῶν, τὸ ἅγιον βάπτισμα.
Γράφομεν ταῦτα, διότι ἔχομεν λόγους νὰ πιστεύωμεν ὅτι πολλοὶ τῶν ἱερέων, χαριζόμενοι εἰς τὴν τυφλὴν καὶ μωρὰν πολλάκις φιλοστοργίαν ἀμαθῶν καὶ προληπτικῶν γονέων, οἵτινες νομίζουν, ὅτι κάτι θὰ πάθη τὸ χαϊδευμένον νεογνόν των ἐν τῇ ἱερᾷ κολυμβήθρᾳ, ἐκτελοῦσι σχεδὸν ράντισμα, καὶ ὄχι βάπτισμα.
Οἱ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας εἶναι συγγνωστοί, διότι ἠγνόησαν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑλληνικοῦ ρήματος βαπτίζω, baptizo, ὅτι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτῶ, οἱ Ἕλληνες ὅμως δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τὴν ἁγνοήσωσιν.
Εἶναι καιρὸς νὰ φυλαχθῆ ὁ ἱερὸς οὖτος τύπος, διότι ἂν ἐξακολουθήση ἡ ἀμάθεια τοῦ κλήρου, καὶ πληθυνθῆ ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀσέβεια, μετὰ μίαν γενεάν, ὅτε θὰ εἴμεθα μισοβαφτισμένοι ὅλοι, θὰ δεήση νὰ διαταχθῆ γενικὸς ἀναβαπτισμὸς ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀρρένων καὶ θηλέων.
Διότι πρέπει νὰ εἴμεθα συνεπεῖς. Ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία εἰς μὲν τοὺς προσερχόμενους ἐκ τῶν Δυτικῶν εἰς τοὺς κόλπους της ἐπιβάλλει τὸν ἀναβαπτισμόν, τοὺς δὲ Ἀρμενίους τοὺς μυρώνει μόνον, καὶ τοῦτο διότι οὖτοι μὲν εἶναι κανονικῶς βεβαπτισμένοι διὰ τριῶν ἀναδύσεων καὶ καταδύσεων, ἐκεῖνοι δὲ ἀτελῶς μόνον διὰ ραντισμοῦ.
«Συντηρώμεθα χάριτι, πιστοί, καὶ σφραγίδι, ὡς γὰρ ὄλεθρον ἐφυγον, Ἑβραῖοι, φλιᾶς πάλαι αἱμαχθείσης, οὕτω καὶ ἡμῖν ἐξόδιον τὸ θεῖον τοῦτο, τῆς παλιγγενεσίας λουτήριον ἔσται, ἕνεκεν καὶ τῆς Τριάδος, ὀψόμεθα φῶς τὸ ἄδυτον».

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Την Αγία ημέρα των Φώτων (Αγίου Γρηγορίου Παλαμά)

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου 2016

Ὅπου περιλαμβάνεται καὶ παρουσίασις τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ.

Χθὲς συνεκκλησιάζοντας καὶ συνεορτάζοντας μὲ σᾶς ποὺ προεωρτάζατε τὴν ἡμέρα τῶν Φώτων σᾶς ἀνέπτυξα τὰ ἀπαραίτητα λέγοντας πρὸς τὴν ἀγάπη σας τὰ σχετικὰ μὲ τὸ βάπτισμα κατὰ Χριστόν, τὸ ὁποῖο ἀξιωθήκαμε ἐμεῖς· ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπόσχεσις πρὸς τὸν Θεό· πίστις μὲν καὶ ἐπίγνωσις τῆς ἐν Θεῷ ἀλήθειας, συμφωνία δὲ καὶ ὑπόσχεσις ἔργων καὶ λόγων καὶ τρόπων ἀρεστῶν στὸν Θεὸ ποὺ τελοῦνται διὰ τῶν ἱερῶν συμβόλων. Ἀλλά διδάσκοντας προσθέσαμε καὶ τοῦτο, ὅτι ἂν δὲν μετατρέψωμε σὲ ἔργο τὶς ὑποσχέσεις ἐκεῖνες, τὰ ἱερὰ ἐκεῖνα σύμβολα καὶ οἱ δι’ αὐτῶν καὶ μαζὶ μὲ αὐτά διὰ λόγου ὑποσχέσεις πρὸς τὸν Θεό, ὄχι μόνο δὲν ὠφελοῦν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καί δικαίως τὸν ὑποβάλλουν σὲ καταδίκη.

Ἔπειτα ἐξηγήσαμε τὴν πρὸς τοὺς ὄχλους διδασκαλία Ἰωάννη τοῦ Προφήτη καὶ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ, ἡ ὁποία διαλαμβάνει καί αὐτή περὶ τοῦ ἰδίου βαπτίσματος· διότι τό μὲν βάπτισμα εἶναι ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἴπαμε, ὁ δὲ πρόδρομος καὶ βαπτιστὴς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καί Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς ὁδηγεῖ διὰ τῆς διδασκαλίας του στὴν ἐπίγνωσι αὐτοῦ, ἀποδεικνύοντας τὸν προαιώνιο καὶ δεσπότη τοῦ παντός, κριτὴ ζωντανῶν καὶ νεκρῶν, ποὺ κατὰ τὴν ἐξουσία του τοὺς μὲν ἄξιους εἰσάγει στὶς ἀΐδιες μονές, τοὺς δὲ κατακρίτους ρίπτει στὴ γέεννα τοῦ πυρός· ἐνῶ μαρτυρεῖ ὅτι αὐτός εἶναι κύριος καί τῶν ἀγγέλων, τὸν ἑαυτό του τὸν συντάσσει στοὺς ἔσχατους δούλους.

Ἐπειδὴ δὲ τὸ βάπτισμα ὄχι μόνο ἐπίγνωσις τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἀλλὰ καὶ ὑπόσχεσις ἐπιστροφῆς καί θεαρέστων ἔργων, γι’ αὐτό ὁ πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ καί βαπτιστής, ὄχι μόνο ὁδηγοῦσε στὴν ἐπίγνωσι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκήρυττε μετάνοια κι’ ἐπιζητοῦσε καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας, τὴν δικαιοσύνη, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴν μετριοφροσύνη, τὴν ἀγὰπη, τὴν ἀλήθεια. Δεικνύοντας δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι χωρὶς ἔργα δὲν ὠφελεῖ καθόλου ἡ πρὸς τὸν Θεὸ ὑπόσχεσις, ἀλλὰ καὶ καταδικάζει τὸν ἄνθρωπο, ἐπέσειε ἀξίνα κι’ ἐπεδείκνυε πυρκαϊά ἄσβεστη κι’ ἔλεγε ὅτι «κάθε δένδρο ποὺ δὲν κάμει καλὸ καρπὸ ἀποκόπτεται καί ρίπτεται στὴ φωτιὰ» .

Ἐκτός ἀπὸ αὐτά ἐξηγήσαμε πρὸς τὴν ἀγάπη σας καὶ τοὺς πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Κύριο ποὺ ἦλθε νὰ βαπτισθῆ λόγους τοῦ Βαπτιστοῦ, ποὺ ἐδίσταζε καί ὑποχωροῦσε καὶ παραιτεῖτο ἀπὸ τὸ ἔργο, κι’ ζητοῦσε μᾶλλον αὐτός νὰ λάβη ἀπὸ ἐκεῖνον τὸ βάπτισμα. Ἀλλ’ ἐπίσης ἐξηγήσαμε καὶ τοῦ Κυρίου τοὺς λόγους πρὸς ἐκεῖνον, ὡς δεσπότη ποὺ προστάσσει δοῦλον, συγχρόνως δὲ καὶ φανερώνει τὸ μυστήριο σὰν σὲ φίλο καὶ συγγενῆ κατὰ σάρκα καὶ προβάλλει τὶς εὔλογες δικαιολογίες. Καὶ φθάσαμε τότε ὁμιλώντας πρὸς σᾶς ἕως τὸ σημεῖο ὅπου ὁ Ἰωάννης πεισθείς ἄφησε τὸν Κύριο νὰ βαπτισθῆ. Ἀπέμεινε δὲ ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο αὐτό ποὺ ἀναγνώσθηκε τώρα, ὅτι, «ἀφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀνέβηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὕδωρ· καὶ ἰδοὺ τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί καὶ εἶδε ὁ Ἰωάννης τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ κατεβαίνη σὰν περιστερὰ καὶ νὰ ἔρχεται ἐπάνω του. Καὶ ἀμέσως ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό ποὺ ἔλεγε, τοῦτος εἶναι ὁ ἀγαπητὸς Υἱός μου, ποὺ τὸν ἐξέλεξα».

Μέγα καὶ ὑψηλό, ἀδελφοί, εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ συμπεριλαμβάνεται στὰ λίγα τοῦτα λόγια, δυσθεώρητο καὶ δυσερμήνευτο καὶ ὄχι λιγώτερο δυσκατάληπτο· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἐξαιρετικὰ σωτήριο, γι’ αὐτό, ἀφοῦ πεισθοῦμε καὶ ἐλπίσωμε σ’ αὐτόν ποὺ προέτρεψε νὰ ἐρευνοῦμε τὶς Γραφές, ἂς ἀνιχνεύσωμε ὅσο εἶναι ἐφικτό τὴ δύναμι τοῦ μυστηρίου. Ὅπως λοιπὸν κατὰ τὴ ἀρχὴ μετὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, «ἂς κατασκευάσωμε ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσί μας», ἀφοῦ ἐπλάσθηκε ἡ φύσιςμας στὸν Ἀδάμ, τὸ ζωαρχικό Πνεῦμα, ἀφοῦ φανερώθηκε κι’ ἐδόθηκε μὲ τὸ ἐμφύσημα πρὸς αὐτόν, συνεφανέρωσε καὶ τὸ τριαδικὸ τῶν ὑποστάσεων τῆς δημιουργοῦ θεότητος ἐπάνω στὰ ἀλλὰ κτίσματα, τὰ ὁποῖα παράγονταν μὲ μόνο τὸ ρῆμα τοῦ Λόγου καὶ τοῦ λέγοντος Πατρός· ἔτσι τώρα, ποὺ ἀναπλασσόταν στὸν Χριστὸ ἡ φύσις μας, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, φανερωθὲν διὰ τῆς πρὸς αὐτόν καθόδου ἀπὸ τὰ ὑπερουράνια, καθὼς βαπτιζόταν στὸν Ἰορδάνη, φανέρωσε τὸ μυστήριο τῆς ὕψιστης καὶ παντουργοῦ Τριάδος, τὸ σωστικὸ γιὰ τὰ λογικὰ κτίσματα.

Γιὰ ποιὸ λόγο φανερώνεται τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅταν πλάσσεται καὶ ἀναπλάσσετα ὁ ἄνθρωπος; Ὄχι μόνο διότι εἶναι μόνος ἐπίγειος μύστης καὶ προσκυνητής της, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ὁ μόνος κατὰ τὴν εἰκόνα της. Πραγματικὰ τὰ μὲν αἰσθητικὰ καὶ ἄλογα ζῶα ἔχουν μόνο πνεῦμα ζωϊκό, ἀλλὰ κι’ αὐτό μὴ δυνάμενο νὰ ὑφίσταται καθ’ ἑαυτό, στεροῦνται ὅμως τελείως νοῦ καὶ λόγου· τὰ δὲ ἐντελῶς ὑπὲρ τὴν αἴσθησι, ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι, ὡς νοεροί καὶ λογικοί, ἔχουν νοῦ καὶ λόγο, ἀλλὰ ὄχι καὶ πνεῦμα ζωοποιό, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν οὔτε σῶμα ποὺ νὰ ζωοποιῆται ἀπὸ αὐτό. Ὁ δὲ ἄνθρωπος εἶναι ὁ μόνος ποὺ κατ’ εἰκόνα τῆς τρισυπόστατης φύσεως ἔχει νοῦ καὶ λόγο καὶ πνεῦμα ζωοποιὸ τοῦ σώματος, ἐπειδὴ ἔχει καὶ τὸ ζωοποιούμενο σώμα.

Ὅπως λοιπόν, ἀφοῦ φανερώθηκε ἡ ὕψιστη καὶ παντουργὸς Τριὰς τὴ στιγμὴ ποὺ ἀναπλασσόταν ἡ φύσις μας στὸν Ἰορδάνη, σὰν εἶδος ἀρχετύπου τῆς κατὰ τὴν ψυχὴ μας εἰκόνος, οἱ μὲν βαπτίζοντες κατὰ Χριστὸν μετὰ τὸν Χριστὸ βαπτίζουν μὲ τρεῖς καταδύσεις, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης βάπτιζε μὲ μία κατάδυσι. Κι’ αὐτό ἐπισημαίνοντας ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει «ἀφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀνέβηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὕδωρ.

«Καὶ ἰδού», λέγει, δηλαδὴ χωρὶς νὰ βγῆ ἀπὸ τὸ ὕδωρ ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ ἀναδυθῆ μόνο, «τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί». Συγκεντρώσατε λοιπὸν τὴ διάνοιά σας, παρακαλῶ ἀδελφοί, καὶ προσέχετε μὲ ἀκρίβεια τοῦ νοῦ, ὥστε νὰ κατανοήσετε τήν δύναμι τοῦ μυστηρίου τοῦ κατὰ Χριστὸν βαπτίσματος. Διότι ἡ κατάδυσις τοῦ Χριστοῦ στὸ ὕδωρ καί ἡ κάτω ἀπὸ αὐτό τοποθέτησίς του, ὅταν βαπτιζόταν, προϋπεδείκνυε τὴν κατὰβασί του στὸν ἅδη.

Εὐλόγως καὶ συνεπῶς λοιπόν, ὅταν ἀνέβηκε ἀπὸ τὸ ὕδωρ, ἀμέσως τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί· ἐπειδὴ καὶ κατὰ τὴν κάθοδο στὸν ἅδη, ὅπου ἔγινε γιὰ χάρι μας ὑπόγειος, καθὼς ἐπανερχόταν ἀπὸ ἐκεῖ, ἄνοιξε ἀπὸ ἐκεῖ τὰ πάντα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὄχι μόνο τὰ ἔγγεια καὶ τὰ περίγεια, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἀνώτατο οὐρανό, στὸν ὁποῖο ἔπειτα, ὅταν ἀναλήφθηκε σωματικῶς, «εἰσῆλθε πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν». Ὅπως δηλαδὴ διὰ τοῦ μυστικοῦ ἄρτου καὶ τοῦ ποτηρίου προϋπέδειξε τὸ σωτήριο πάθος του καὶ ἔπειτα παρέδωκε τὸ μυστήριο τοῦτο στοὺς πιστοὺς νὰ τὸ τελοῦν γιὰ τὴ σωτηρία, ἔτσι προϋπέδειξε καὶ τὴν κάθοδό του στὸν ἅδη καὶ τὴν ἀνὰβασί του ἀπὸ ἐκεῖ μυστικῶς διὰ τοῦ βαπτίσματός του τούτου, καὶ ἔπειτα τὸ παρέδωσε στοὺς πιστοὺς νὰ τὸ τελοῦν γιὰ τὴ σωτηρία. Στὸν ἑαυτὸ του μὲν παρεῖχε ἔτσι τὰ ἐπώδυνα καὶ δύσκολα, σ’ ἐμᾶς δὲ ἐχάριζε τὴν κοινωνία τῶν παθημάτων του εὐθὺς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ διὰ τῶν ἀνώδυνων τούτων μέσων καὶ μᾶς καθιστοῦσε κατὰ τὸν ἀπόστολο συμφύτους μὲ τὸ ὁμοίωμα τοῦ θανάτου του, ὥστε στὸν καιρὸ νὰ μᾶς καταξιώση καὶ τῆς ὑπεσχημένης ἀναστάσεως .

Ἔχοντας δηλαδὴ σὰν ἐμᾶς ψυχὴ καὶ σῶμα, ποὺ ἀνέλαβε ἀπὸ ἐμᾶς γιὰ χάρι μας, διὰ μὲν τοῦ σώματος ὑπέστη τὸ θάνατο καὶ τὴν ταφὴ ὑπὲρ ἡμῶν, κι’ ἀνέδειξε τὴν ἔγερσι ἀπὸ τὸν τάφο σὰν δύναμι ἀθανασίας καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος, καὶ μᾶς παρέδωσε νὰ τελοῦμε τὴν ἀναίμακτη θυσία σὲ ἀνάμνησι τούτων καὶ δι’ αὐτῆς νὰ καρπωνώμαστε τὴ σωτηρία· διὰ δὲ τῆς ψυχῆς κατῆλθε στὸν ἅδη καὶ ἐπανῆλθε ἀπὸ αὐτόν, μεταδίδοντας σὲ ὅλους φῶς ἀΐδιο καὶ ζωὴ καὶ γιὰ δεῖγμα τούτου μᾶς παρέδωσε νὰ τελοῦμε τὸ θεῖο βάπτισμα καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ νὰ καρπωνώμαστε τὴ σωτηρία· καὶ μάλιστα νὰ τὴν καρπωνώμαστε μὲ τὸ καθένα ἀπὸ τὰ δύο μυστήρια καὶ μὲ τὰ δύο στοιχεῖα, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, μυούμενα καὶ δεχόμενα σπέρματα ἀκήρατης ζωῆς. Πραγματικὰ ἀπὸ τὰ δύο αὐτά ἐξαρτᾶται ὅλη ἡ σωτηρία μας, ἀφοῦ ὅλη ἡ θεανδρικὴ οἰκονομία στὰ δύο αὐτά συγκεφαλαιώνεται.

«Τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί». Δὲν εἶπε ὁ οὐρανός, ἀλλὰ «τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί», δηλαδὴ ὅλοι, ὅλα τὰ ἐπάνω, γιὰ νὰ μὴ νομίσης, βλέποντας τὰ ἄνω κι’ ἐπάνω ἀπὸ ἐμᾶς ἐπικείμενα, ὅτι ὑπάρχει κάτι ποὺ εἶναι ὑπερκείμενο καὶ ἀνώτερο. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐννοήσης καὶ ἐπιγνώσης ὅτι ὑπάρχει μία μόνο φύσις καὶ δεσποτεία ποὺ ἀπὸ τὴν ὑπὲρ τὸν οὐρανό γύρω ἀπειρία φθάνει μέχρι καὶ τῶν μέσων τοῦ σύμπαντος καὶ τῶν ἰδικῶν μας ὁρίων, δηλαδὴ γεμίζει τὰ πάντα καὶ δὲν ἀφήνει τίποτε ἔξω ἀπὸ ἑαυτὴν καὶ συγκρατεῖ καὶ περιέχει τὰ πάντα σωτηρίως καὶ ὑπερεκτείνεται πέρα ἀπὸ τὰ πάντα, ἀναγνωρίζεται ὅμως ἀπορρήτως σὲ τρεῖς συναφεῖς χαρακτῆρες.

«Τοῦ ἀνοίχθηκαν λοιπὸν οἱ οὐρανοί», γιὰ νὰ δειχθῆ φανερώτατα ὅτι αὐτός εἶναι ποὺ καὶ πρὸ τῶν οὐρανῶν ὑπάρχει, μᾶλλον δὲ ποὺ εἶναι καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα τὰ ὄντα καὶ εἶναι πρὸς τὸν Θεὸ καὶ εἶναι Θεὸς καὶ εἶναι Θεοῦ Λόγος καὶ Υἱός καὶ οὔτε τὸν Πατέρα ἔχει προγενέστερό του καὶ ἔχει μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα ὄνομα τὸ ἐπάνω ἀπὸ κάθε ὄνομα καὶ ἀπὸ κάθε λόγο. Διότι, ὅταν ὅλα τὰ φαινόμενα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Πατρὸς στὸν οὐρανό, ἐγκόσμια καὶ ὑπερκόσμια, ἐσχίσθηκαν καὶ ἦσαν πεταμένα τὰ πρῶτα δίπλα στὰ ἄλλα, μόνο αὐτός παρουσιαζόταν συνημμένος μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα, ἀφοῦ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ σύστασι τῶν ὄντων ὑπῆρχε μαζὶ μὲ αὐτούς.

«Τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί», ὅπως δὲ λέγει ὁ Μάρκος, ἐσχίσθηκαν. Διότι λέγει, «ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὸ ὕδωρ, εἶδε τοὺς οὐρανούς νά σχίζωνται». Πῶς λοιπόν ὁ μὲν ἕνας εἶπε, ἀνοίχθηκαν, ὁ δὲ ἄλλος, ἐσχίσθηκαν; Γιὰ νὰ μὴ διαφύγη τὴν προσοχὴ τῶν συνετῶν ἀκροατῶν ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ μυστηρίου εἶναι διπλή. Πραγματικὰ μὲ τὴν ἔκφρασι ὅτι ἀνοίχθηκαν μᾶς ἔδειξε ὅτι οἱ οὐρανοί ἦσαν κλειστοὶ προηγουμένως λόγω τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς παρακοῆς μας πρὸς τὸ Θεό. Διότι ἔχει γραφῆ ὅτι ὁ οὐρανός ἀποκλείσθηκε γιὰ τὸν Ἀδάμ, ὅταν παρήκουσε στὸ Θεὸ καὶ ἄκουσε ἀπὸ αὐτόν ὅτι «γῆ εἶσαι καὶ στὴ γῆ θὰ μεταβῆς». Εὐλόγως λοιπὸν ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί στὸν Χριστό, ποὺ παρουσιάσθηκε σὲ ὅλα ὑπήκοος καί, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε στὸν Ἴωαννη, ἐξεπλήρωσε ὅλη τὴ δικαιοσύνη καὶ προσφάτως διὰ τοῦ βαπτίσματος. Ἐπειδή δέ, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ πρόδρομος τοῦ Κυρίου, «δὲν δίδει μὲ μέτρο τὸ Πνεῦμα ὁ Θεός, ἀλλὰ ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ τὸν Υἱό καὶ δίδει τὰ πάντα στὸ χέρι του, φαίνεται ὅτι ὁ Χριστὸς κατὰ σάρκα ἔλαβε ὅλη τὴν ἀμέτρητη καὶ ἄπειρη δὺ-ναμι καὶ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος. Οἱ οὐρανοί ἔδειξαν ἐμπρά κτως ὅτι ὅλη αὐτή ἡ δύναμις καὶ ἐνέργεια τοῦ θείου Πνεύματος εἶναι ἀχώρητος σὲ ὅλα τὰ κτιστά.

Γι’ αὐτό καὶ ὅταν τούτη ἡ δύναμις φαινόταν καὶ ἦταν σὰν νὰ διάβαινε πρὸς τὴν θεοϋπόστατη ἐκείνη σάρκα, αὐτοί μὴ χωρώντας ἐσχίσθηκαν. Καλῶς λοιπὸν διεκήρυξε αὐτός ποὺ εἶπε πρὸς τὸν Θεό, «οὔτε ὁ οὐρανός δὲν εἶναι καθαρὸς ἐνώπιόν σου», ὡς οὐρανὸ ἐννoώντας τούς ἀγγέλους, τοὺς ἀρχαγγέλους, τὰ πολυόμματα Χερουβίμ, τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ, ὅλη τὴν ἄλλη ὑπερκόσμια φύσι. Εὐλόγως λοιπὸν οὔτε οἱ οὐρανοί, δηλαδὴ οἱ ἄγγελοι σ’ αὐτόν, εἶναι καθαροὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τῶν οὐρανῶν, ἐπειδή, ἂν καὶ φωτίζεται διαπαντὸς ἀπὸ τὴν ὑψίστη καὶ δεσποτικὴ ἱεραρχία, ὑστεροῦν ὡς πρὸς τὴν ὑπερτέλεια καθαρότητα αὐτῆς. Μόνη δὲ ἡ δική μας ἐν Χριστῷ φύσις ὡς θεοϋπόστατη καὶ ὁμόθεη διαθέτει καθαρότητα ὑπερτελεία καὶ εἶναι, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, χωρητική κάθε λαμπρότητος καὶ ἀγλαΐας καὶ δυνάμεως καὶ ἐνέργειας τοῦ Θείου Πνεύματος. Ἑπομένως ὄχι μόνο οἱ οὐρανοί ἀνοίχθηκαν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἄγγελοι ὑποχώρησαν ἐμπρὸς στὴν τοιαύτη κάθοδο τοῦ Θείου Πνεύματος σ’ αὐτόν.

«Ἄφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀνέβηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸ ὕδωρ· καὶ ἰδού, τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί»· ὁ δὲ Λουκᾶς λέγει ὅτι εἶχε ἀνοιχθῆ ὁ οὐρανός, ὅταν ἀκόμη προσευχόταν ὁ Χριστός· διότι, λέγει, «ὅταν βαπτίσθηκε καὶ προσευχόταν ὁ Ἰησοῦς, ἀνοίχθηκε ὁ οὐρανός». Πραγματικὰ καὶ βαπτιζόμενος καὶ κατεβαίνοντας καὶ ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὸ ὕδωρ προσευχόταν, διδάσκοντας ἐμπράκτως ὅτι, ὄχι μόνο ὁ ἱερεὺς καὶ λειτουργός τῶν μυστηρίων πρέπει νὰ προσεύχεται, ἀλλὰ καὶ αὐτός πού δέχεται τό μυστήριο πρέπει νὰ κάμη τοῦτο σὲ κάθε θεία τελετὴ· καὶ ἂν μὲν ὁ λειτουργός εἶναι τελειότερος κατὰ τὴν ἀρετὴ καὶ ἀναπέμπει ἐκτενέστερη εὐχή, δι’ αὐτοῦ ἀνεβαίνει ἡ χάρις πρὸς τὸν ἀποδέκτη τοῦ Μυστηρίου, ἂν δὲ ὁ ἀποδέκτης εἶναι ἀξιώτερος καὶ προσεύχεται ἐκτενέστερα, ὁ θελητής τοῦ ἐλέους (τί ἄφατη χρηστότης κι’ αὐτή!) δὲν ἀρνεῖται νὰ μεταδώση δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τὴ χάρι καὶ στὸν λειτουργό· ὅπως καὶ τώρα ἔγινε φανερὰ στὴν περίπτωσι τοῦ Ἰωάννη, πράγμα ποὺ καὶ αὐτός μαρτυρεῖ ὕστερα δημόσια, λέγοντας, «ὅλοι ἐμεῖς ἐλάβαμε ἀπὸ τὸ πλήρωμά του».

Γιατί ὅμως μόνο στὸν Ἰησοῦ ἀνοίχθηκε ὁ οὐρανός, ὅταν προσευχόταν, σὲ κανένα δὲ ἀπό τούς πρὸ αὐτοῦ; Τί λέγεις; αὐτός ποὺ ἀντιλήφθηκε τή θεανδρικὴ οἰκονομία τοῦ ἐνυποστάτου Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη ἔμβρυο, καὶ ὄχι μόνο ἐπήδησε μαζί του μὲ ἀγαλλίασι θείου Πνεύματος ἀπὸ τὴν μητρικὴ κοιλιά, ἀλλὰ μετέδιδε χάρι καὶ στὴν κυοφοροῦσα μητέρα του, αὐτός ποὺ μόλις λύθηκε ἀπὸ ἐκεῖ ἔλυσε τὸ πατρικὸ στόμα ποὺ εἶχε δεθῆ γι’ αὐτόν μὲ ἀφωνία κατόπιν προσταγῆς τοῦ ἀγγέλου, τὸ θρέμμα τῆς ἐρήμου, ὁ ὑψηλότερος ἀνάμεσα στὰ γεννήματα τῶν γυναικῶν καὶ ἀξιώτερος τῶν ἀπὸ ἀνέκαθεν προφητῶν, δὲν εἶναι ἱκανός νὰ λύση τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος (ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτός ὁ ἱμάς), καὶ θὰ ἦταν ἱκανός ν’ ἀνοίξη τὸν οὐρανό, μᾶλλον δὲ τὰ ὑπερουράνια, κάποιος ἀπό τούς ὑστεροῦντας ἀπέναντι στὴν ἀξία του;

Γιὰ νὰ κατανοήσης δὲ τὸ ὕψος τῆς ὑπεροχῆς τοῦ τώρα βαπτιζομένου κατὰ σάρκα ἀπέναντι σὲ ὅλους, πρόσεξε κι’ ἐκεῖνο· ὅτι «τοῦ ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί», ἔχει γραφῆ, δείχθηκε δὲ σ’ ἐμᾶς μὲ ἔργα ὅτι ὄχι μόνο οἱ οὐρανοί, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ κόλπος τοῦ Ὑψίστου Πατρὸς τοῦ ἀνοίχθηκε· διότι ἀπὸ ἐκεῖ ἦλθε τὸ Πνεῦμα καὶ ἡ φωνὴ ποὺ μαρτυροῦσε τὴν γνησιότητα τῆς υἱότητος . Οἱ δὲ οὐρανοί εἶναι κήρυκες τούτου, ἀφοῦ ἀνοίχθηκαν σὰν παγκόσμια στόματα, καὶ διατρανώνοντας ὄχι μόνο πρὸς τοὺς ἀγγέλους τῶν οὐρανῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἐπάνω στὴ γῆ ἀνθρώπους τὴν ὁμοτιμία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα καὶ πρὸς τὸ ἀπὸ αὐτόν προελθόν ἐκπορευτῶς Πνεῦμα, κατὰ τὴν οὐσία καὶ δύναμι καὶ δεσποτεία πρὸς τὸ σύμπαν.

Εὐλόγως λοιπὸν μόνο γι’ αὐτόν ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί ὅταν προσευχόταν ἐπειδὴ καὶ τὸ σφραγισμένο βιβλίο, τὸ ὁποῖο πιθανῶς ὑπαινίσσεται τὸν κλεισμένο προηγουμένως γιὰ μᾶς οὐρανό τοῦτον, κατὰ τὴν Ἀποκάλυψι τοῦ Ἰωάννη, κανένας καὶ κάτω ἀπὸ τὴ γῆ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἀνοίξη καὶ νὰ τὸ διαβάση· «κατώρθωσε δέ, λέγει, νὰ τὸ ἀνοίξη καὶ νὰ τὸ διαβάση μόνο ὁ Λέων ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα». Ποιὸς δὲ εἶναι ὁ Λέων ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα μᾶς τὸ ἐδίδαξε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, ποὺ λέγει, «ἀνέβηκες ἀπὸ τὴ φυλή, υἱέ μου, σκύμνος τοῦ λέοντος Ἰούδα· ἀφοῦ ἐξάπλωσες, κοιμήθηκες σὰν λέων καὶ σὰν σκύμνος. Ποιὸς θὰ τὸν ξυπνήση; Δὲν θὰ λείψη ἄρχοντας ἀπὸ τὸν Ἰούδα καί ἡγεμὼν ἀπό τοὺς μηρούς του, ἕως ὅτου ἔλθη αὐτός στὸν ὁποῖο ἀπόκειται ἡ ἀποστολή· καὶ αὐτός θὰ εἶναι προσδοκία τῶν ἐθνῶν», δηλαδὴ αὐτός ποὺ τώρα ἄνοιξε φανερὰ καὶ ὅλα τὰ ὑπερουράνια, ποὺ μόνος ἀνέγνωσε τούς ἀπό τούς αἰῶνες καὶ στοὺς αἰῶνες λόγους τῆς προνοίας, τοὺς ἀπόκρυφους στὸν πατρικὸ κόλπο θησαυροὺς τῆς σοφίας, τὰ ἀνεξερεύνητα βάθη καὶ τὰ μυστήρια τοῦ Πνεύματος.

«Ἀφοῦ βαπτίσθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἀμέσως ἀνέβηκε ἀπὸ τὸ ὕδωρ καὶ ἰδοὺ ἀνοίχθηκαν γι’ αὐτόν οἱ οὐρανοί». Βλέπετε ὅτι τὸ ἅγιο βάπτισμα εἶναι πύλη τῶν οὐρανῶν πού εἰσάγει ἐκεῖ τούς βαπτιζομένους; Διότι δὲν εἶπε ἁπλῶς «ἀνοίχθηκαν», ἀλλὰ «ἀνοίχθηκαν γι’ αὐτόν οἱ οὐρανοί»· ὅλα δὲ ὅσα ἔγιναν σ’ αὐτόν, γιὰ μᾶς ἔγιναν. Γιὰ μᾶς λοιπὸν ἀνοίχθηκαν δι’ αὐτοῦ οἱ οὐρανοί, ποὺ ἔχοντας ἀνοικτὲς τὶς πύλες προσμένουν τὴν εἴσοδό μας. Καὶ πρὶν ἀπό τούς ἄλλους μαρτυρεῖ τοῦτο ὁ πρωταγωνιστὴς ἀνάμεσα στοὺς μάρτυρες Στέφανος. Ἀφοῦ γονάτισε, προσευχόταν καί ἀτενίζοντας εἶδε ὅ,τι κανεὶς δὲν εἶδε πρὶν ἀπὸ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ· «διότι ἀτενίζοντας εἶδε τοὺς οὐρανούς ἀνοιγμένους καὶ τὸν Ἰησοῦ στὴ δόξα τοῦ Πατρός», εἶδε ὄχι μόνο ἄρρητη δόξα καὶ τόπο ὑπερουράνιο, ἀλλὰ κι’ αὐτόν τόν ποθούμενο μέσα στὴ δόξα τοῦ Πατρός, διὰ τῆς ὁποίας πρῶτος αὐτός ἀπό τούς μετὰ Χριστὸν εἶδε μακαρίως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶδε κανεὶς ἀπό τούς πρὸ Χριστοῦ, στὰ ὁποῖα κι’ αὐτά ἀκόμη τὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων φοβοῦνται νὰ παρακύψουν. Διότι τὸν εἵλκυσε ὁ ποθούμενος Ἰησοῦς ποθώντας νὰ εἶναι τοῦτος πρῶτος διάκονος στοὺς οὐρανούς καὶ πολὺ προτιμότερος ἀπὸ τὰ λειτουργικὰ πνεύματα, καθὼς καὶ πρῶτος μάρτυρας τῆς ἀθλήσεως. Γιὰ μᾶς λοιπὸν ἀνοίχθηκαν δι’ αὐτοῦ οἱ οὐρανοί κι’ ἐμᾶς καθάρισε διὰ τοῦ Ἑαυτοῦ του διότι δὲν χρειαζόταν ὁ ἴδιος κάθαρσι ἡ ἄνοιγμα.

Καὶ εἶδε ὁ Ἰωάννης, γιὰ νὰ μπορῆ νὰ λέγη ὕστερα πρὸς τοὺς ἐρωτῶντες, «κι’ ἐγώ εἶδα κι’ ἐμαρτύρησα, ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ»· εἶδε λοιπὸν ὁ Ἰωάννης τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ κατεβαίνη σὰν περιστερὰ καί νά ἔρχεται σ’ αὐτόν . Μαρτυρεῖ δὲ καὶ τῆς περιστερᾶς τὸ εἶδος τὴν καθαρότητα αὐτοῦ πρὸς τὸν ὁποῖο κατέβηκε· διότι τοῦτο τὸ ζῶο δὲν πετᾶ ἐπάνω ἀπὸ ἀκαθάρτους καὶ δυσώδεις τόπους· συνεπιβεβαιώνει δὲ καὶ μὲ τὴ φωνὴ τοῦ Πατρὸς ἀπὸ ἄνω· «καὶ ἰδού», λέγει, δηλαδὴ μαζί μὲ τὸ εἶδος τῆς περιστερᾶς, καὶ «φωνὴ ἀκούεται ἀπό τούς οὐρανούς ποὺ λέγει, τοῦτος εἶναι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, τὸν ὁποῖο ἐξέλεξα» , τοῦτος ποὺ τώρα δεικνύει τὸ Πνεῦμα μου ποὺ κατῆλθε καὶ μένει ἐπάνω του σὰν στὸν συναΐδιον Υἱό μου. Πραγματικὰ ὁ Πατήρ, χρησιμοποιώντας σὰν δάκτυλο τὸ συναΐδιο καὶ ὁμοούσιο καὶ ὑπερουράνιο Πνεῦμα του, φωνάζοντας καὶ δακτυλοδεικτώντας μαζί, ἀπέδειξε δημόσια καὶ ἐκήρυξε σὲ ὅλους ὅτι ὁ βαπτιζόμενος τότε ἀπὸ τὸν Ἰωάννη στὸν Ἰορδάνη εἶναι ὁ ἀγαπητὸς του Υἱός.

Τὸ Πνεῦμα δὲν ἐφάνηκε μόνο σὰν πατρικὸς δάκτυλος μὲ τὸν ὁποῖο δακτυλοδεικτοῦσε, ἀλλὰ κατέβηκε καὶ ἕως αὐτόν τὸν δεικνυόμενο μὲ τὸν πατρικὸ δάκτυλο σὰν γιὰ νὰ τὸν ψεύση, καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ διέμεινε ἐπάνω σ’ αὐτὸν διότι, λέγει, «ἐμαρτύρησε ὁ Ἰωάννης ὅτι, εἶδα τὸ Πνεῦμα νὰ κατεβαίνη σὰν περιστερὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό καὶ ἔμεινε ἐπάνω σ’ αὐτόν». Καὶ δὲν ἔμεινε μόνο ἐπάνω σ’ αὐτόν (καὶ μάρτυς εἶναι πάλι ὁ ἴδιος ποὺ λέγει, «ἀπὸ τὸ πλήρωμά του ἐλάβαμε ὅλοι ἐμεῖς»), ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ φανερὰ κάθοδο ἦταν μέσα σ’ αὐτόν ἀφανῶς· τοῦτο ἄλλωστε μαρτυρεῖται καὶ ἀπό τούς ἀσώματους καὶ οὐράνιους ἀγγέλους, ἀπό τούς ὁποίους ὁ μὲν ἕνας λέγει πρὸς τὴν γυναῖκα ποὺ τὸν συνελάμβανε μὲ παρθενία «ὅτι τὸ ἅγιο Πνεῦμα θὰ ἐπέλθη σὲ σένα», ὁ δὲ ἄλλος πρὸς τὸν Ἰωσήφ γι’ αὐτήν, «ὅτι τὸ παιδὶ ποὺ ἔχει γεννηθῆ μέσα της προέρχεται ἀπὸ ἅγιο Πνεῦμα».

Ἐπειδὴ λοιπὸν αὐτά δὲν κηρύττονται ὡς ἁπλῆ συνάφεια, ἀλλὰ εἶναι καὶ κάποια ἀλληλουχία ὑπερφυὴς καὶ διηνεκὴς συγχρόνως, τελεία καὶ ἀσύγχυτη, ἔτσι καὶ αὐτός ἀναδεικνύεται γιὰ μᾶς ἕνας Θεὸς μὲ τρισυπόστατη καὶ παντοδύναμη θεότητα, ποὺ φανερώνεται ὅποτε καὶ ὅπως εὐδόκησε μόνος του, Πατὴρ ὑπερουράνιος, Υἱός ὁμοούσιος, Πνεῦμα ἅγιο ἐκπορευόμενο ἀπὸ τὸν Πατέρα καί ἀναπαυόμενο στὸν Υἱό, ποὺ καὶ τὴν ἕνωσι ἔχει ἀσύγχυτη καὶ τὴ διαίρεσι ἀμέριστη. Διότι δύο εἶναι αὐτοί ποὺ μαρτυροῦν, ὁ δὲ μαρτυρούμενος ἕνας· μαρτυροῦν δὲ καὶ τὴν θεότητά τους καὶ τὴν συμφυΐα μεταξύ τους καὶ τὴ διακρισι· τὴν μὲν θεότητα ἀπὸ τὴν ὑπερβατικὴ δεσποτεία, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐσχίσθηκαν ὅλοι οἱ οὐρανοί συγχρόνως, τὴν δὲ συμφυΐα ἀπὸ τὴν ἄκρα καὶ διηνεκῆ συνάφεια καὶ τὴν συμφωνία, τὴν δὲ διάκρισι διὰ τῆς διαφοροποιήσεως καὶ τῆς σχέσεως τῶν ὑποστατικῶν ὀνομάτων.

Ἀνεβάζεται μάλιστα καὶ τὸ ἀπό μᾶς πρόσλημμα πρὸς ἐκεῖνο τὸ ἀξίωμα, ἀφοῦ ὑπάρχει ἀχωρίστως μαζὶ μὲ τὸν Υἱό τοῦ Θεοῦ, ὥστε καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησί του οἱ προσκυνητὲς καὶ φωτιστικὲς ὑποστάσεις νὰ εἶναι τρεῖς, στὶς ὁποῖες ἐμεῖς πιστεύουμε καὶ βαπτιζόμαστε, τὸν μὲν παλαιὸ ἄνθρωπο ἐκδυόμενοι μὲ τὸ θεῖο βάπτισμα, ἐνδυόμενοι δὲ τὸν Χριστό, τὸν νέο Ἀδάμ, ὁ Ὁποῖος κατέστησε νέα τὴν ἔνοχη φύσι μας, ἀφοῦ τὴν παρέλαβε ἀπὸ παρθενικὰ αἵματα ὅπως εὐδόκησε, καὶ τὴν ἐδικαίωσε δι’ Ἑαυτοῦ καὶ ἔπειτα ὅλους ὅσοι προῆλθαν κατὰ πνεῦμα ἀπὸ αὐτόν τούς ἐλευθέρωσε ἀπὸ ἐκείνη τὴν προγονικὴ κατάρα καὶ καταδίκη.

Τί λοιπόν; Ἐπειδὴ βέβαια ὁ μονογενὴς Υἱός τοῦ Θεοῦ δὲν ἔλαβε ἀπὸ ἐμᾶς ὑπόστασι, ἀλλὰ τὴν φύσι μας τὴν ὁποία ἀνεκαίνισε, ἀφοῦ ἑνώθηκε μὲ αὐτήν κατὰ τὴν ἰδικὴ του ὑπόστασι, δὲν μεταδίδει ἀπὸ τὴ χάρι του καὶ στὴν καθεμία ἀπό τίς ὑποστάσεις μας καὶ δὲν λαμβάνει ἀπὸ αὐτόν ὁ καθένας τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτημάτων του; Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ κάμη ἀλλοιῶς αὐτός ποὺ «θέλει νὰ σωθοῦμε ὅλοι», αὐτός ποὺ «ἀφοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανούς κατῆλθε» ὑπὲρ ὅλων, καὶ πού, ἀφοῦ μὲ ἔργα καὶ λόγια καὶ παθήματα μᾶς ὑπέδειξε ὁδό σωτηρίας, ἀνῆλθε στοὺς οὐρανούς ἀπὸ ὅπου ἕλκει τοὺς πιστούς του; Ἀλλὰ τὴν μὲν φύσι, ποὺ τὴν ἀνακαίνισε ἀφοῦ τὴν προσέλαβε γιὰ μᾶς ἀπό μᾶς, τὴν ἔδειξε ἁγιασμένη καὶ δικαιωμένη, καὶ ὑπήκοο καθ’ ὅλα στὸν Πατέρα, μὲ ὅσα αὐτός ἔπραξε κι’ ἔπαθε κατὰ τὸ θέλημά του ἑνωμένος πρὸς αὐτήν κατὰ τὴν ὑπόστασι· ἀνακαίνισε δὲ τοῦ καθενὸς ἀπό μᾶς ποὺ πιστεύουμε σ’Αὐτόν, ὄχι μόνο τὴ φύσι, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπόστασι, καὶ μᾶς ἐχάρισε τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτημάτων διὰ τοῦ θείου βαπτίσματος, διὰ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν του, διὰ τῆς μετανοίας ποὺ ἐχάρισε στοὺς πταῖστες, καὶ διὰ τῆς μεταδόσεως τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματός του.

Μὲ τὸ νὰ εἴπη δὲ ὁ Πατὴρ ἀπὸ ἄνω περὶ τοῦ βαπτισθὲντος κατὰ σάρκα «αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο εὐαρεστοῦμαι», ἔδειξε ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀλλὰ ποὺ ἐλέχθηκαν πρωτύτερα διὰ τῶν προφητῶν, οἱ νομοθεσίες, οἱ ἐπαγγελίες, οἱ υἱοθεσίες, ἦσαν ἀτελῆ καὶ δὲν ἐλέχθηκαν οὔτε ἐτελέσθηκαν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τούτου, ἀλλὰ ἀπέβλεπαν πρὸς τὸν τωρινὸ σκοπὸ καὶ διὰ τοῦ τελεσθέντος τώρα ἐτελειώθηκαν κι’ ἐκεῖνα. Καὶ τί περιορίζομαι στὶς διὰ τῶν προφητῶν νομοθεσίες, τὶς ἐπαγγελίες, τὶς υἱοθεσίες; Διότι καὶ ἡ κατὰ τὴν ἀρχὴ θεμελίωσις τοῦ κόσμου πρὸς τοῦτον ἔβλεπε, τὸν κάτω μὲν βαπτιζόμενο ὡς υἱό ἀνθρώπου, ἀπὸ ἐπάνω δὲ μαρτυρούμενο ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς μόνο ἀγαπητὸ Υἱό, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγιναν τὰ πάντα καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος.

Ἑπομένως καὶ ἡ ἐξ ἀρχῆς δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου γι’ αὐτόν ἔγινε, ἀφοῦ ἐπλάσθηκε κατὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέση κάποτε νὰ χωρέση τὸ ἀρχέτυπο· καὶ ὁ νόμος στὸν παράδεισο γι’ αὐτόν ἐδόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ· διότι δὲν θά τὸν ἔθετε ὁ νομοθέτης, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μείνη ἀπραγματοποίητος διαπαντός. Καὶ τὰ ἔπειτα ἀπὸ αὐτόν λεχθέντα καὶ τελεσθέντα ὅλα σχεδὸν γι’ αὐτόν ἔγιναν, ἂν δὲν εἴπη κανεὶς καλῶς ὅτι καὶ ὅλα τὰ ὑπερκόσμια, οἱ ἀγγελικὲς φύσεις καὶ τάξεις δηλαδὴ καὶ οἱ ἐκεῖ θεσμοθεσίες, πρὸς τοῦτον τὸ σκοπὸ τείνουν ἀπὸ τὴν ἀρχή, δηλαδὴ πρὸς τὴν θεανδρική οἰκονομία, τὴν ὁποία καὶ ὑπηρέτησαν, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος. Διότι εὐδοκία εἶναι τὸ κυριαρχικὸ καὶ ἀγαθὸ καὶ τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ· αὐτός δὲ εἶναι ὁ μόνος, στὸν ὁποῖο εὐδοκεῖ καὶ ἐπαναπαύεται καὶ ἀρέσκεται τελείως ὁ Πατήρ, «ὁ θαυμαστός του σύμβουλος, ὁ ἄγγελος τῆς μεγάλης βουλῆς του», αὐτός ποὺ ἀκούει καὶ ὁμιλεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα του καὶ παρέχει στοὺς εὐπειθεῖς ζωὴ αἰώνια.

Αὐτήν εἴθε νὰ ἐπιτύχωμε ὅλοι ἐμεῖς μέσα σ’ αὐτόν τὸν βασιλέα τῶν αἰώνων Χριστό, στὸν Ὁποῖο πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις μαζί μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΝΤΛΗΣΩΜΕΝ ΥΔΩΡ ΜΕΤ’ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ. ΟΥ ΓΑΡ ΕΣΤΙ ΤΟ ΚΑΚΟΝ ΑΘΑΝΑΤΟΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου 2016

theophany20.jpg

Ο αγιασμός του κόσμου και των ανθρωπίνων υπάρξεων που έγινε στον Ιορδάνη ποταμό την στιγμή που βαπτίστηκε ο Χριστός, αποτελεί για μας μία ακόμη πνευματική ευκαιρία να θυμηθούμε το νόημα και τον σκοπό της ζωής μας. Άλλωστε, όλες οι εορτές της πίστης μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η υπενθύμιση και η προτροπή για βίωση του κόσμου του Τριαδικού Θεού, όπως αυτός φανερώθηκε χάρις στο Χριστό. Και αυτός ο κόσμος δεν μένει μόνο στο παρελθόν. Γίνεται παρόν και μέλλον την ίδια στιγμή στη λειτουργική παράδοση της πίστης μας. Κάθε φορά που τελούμε την θεία λειτουργία, με την ευκαιρία της οποιασδήποτε εορτής, κάθε φορά που τελούμε τις ιερές ακολουθίες, βλέπουμε και βιώνουμε αυτή την ταυτόχρονη χρονικά παρουσία του Χριστού: εκείνον που είναι «ο ων, ο ην και ο ερχόμενος».

Η Εκκλησία μας καλεί να ευχαριστήσουμε και να δοξολογήσουμε «το μέγεθος της περί ημάς οικονομίας του Θεού» (Ιδιόμελο εις την προσκύνησιν του Μεγάλου Αγιασμού της εορτής των Θεοφανείων). Σε όλη μας τη ζωή καλούμαστε να παλέψουμε με το κακό. Η ελευθερία μας μάς οδηγεί στη δυνατότητα της ζωής με το Θεό και της ζωής μακριά από το Θεό. Το κακό φαντάζει πανίσχυρο, διότι χτυπά με τη δύναμη της επιθυμίας για εξουσία, για ηδονή, για αυτορρύθμιση της ζωής. Φαντάζει πανίσχυρο διότι έχει την δυνατότητα να πείθει τον άνθρωπο ότι δεν υπάρχει προσωποποιημένο, αλλά έχει επιβληθεί από το θέλημα ενός αόρατου και ανύπαρκτου Θεού, ότι είναι κατασκευασμένο από τις θρησκείες, οι οποίες δεν στηρίζονται στην λογική, την επιστήμη, τις αισθήσεις, αλλά στο ανορθολογικό της μεταφυσικής, που δεν μπορεί να αποδειχθεί με τη γνώση και τα βήματα της ανθρώπινης λογικής. Φαντάζει πανίσχυρο διότι έχει απο-ενοχοποιηθεί μέσα στις συνθήκες θρησκευτικού αποχρωματισμού της κοινωνίας και του κόσμου, ενώ η πάλη εναντίον του έχει πάψει να θεωρείται προτεραιότητα στη ζωή μας, διότι κοινωνικά ορίζεται από τους νόμους (ασχέτως αν αυτοί δεν τηρούνται), ενώ ψυχολογικά η έννοια της αμαρτίας, που συνοδεύει το κακό, δεν υφίσταται, αλλά έχει υποκατασταθεί από το δικαίωμα του ανθρώπου να χαρεί τη ζωή του.
Ποια είναι λοιπόν η επικαιρότητα του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας τόσο για τους εαυτούς μας όσο και για τον κόσμο μας;
Όσο και να θέλουμε να υπερβούμε το ερώτημα του κακού, αυτό δεν παύει να μας τυραννά. Είτε με την μορφή του θανάτου, είτε με την μορφή της αδικίας, είτε με την μορφή της θλίψης και της δοκιμασίας, είτε με την ύπαρξη κοινωνικών και άλλων προβλημάτων, το κακό φανερώνει την δύναμή του και επηρεάζει τις ζωές μας. Μπορεί ο κόσμος να πιστεύει ότι δεν εξαρτάται από τον καθένα μας η αντιμετώπισή του, διότι είμαστε μικροί ως προς τη δύναμη, ωστόσο τις συνέπειές του τις ζούμε. Εξάλλου, παρά το συλλογικό όραμα ότι οι κοινωνίες, εάν πορευθούν με ορθολογική συνέπεια και με βάση το μακροπρόθεσμο συμφέρον τους και στηριχθούν στους νόμους, τότε θα μπορέσουν να ανακουφιστούν από τις επιδράσεις του, το πρόβλημα έχει διαστάσεις που δεν αντιμετωπίζονται με απλουστεύσεις. Παράλληλα, μπορεί η επιστήμη να βοήθησε και να βοηθά ώστε ο χρόνος και η ποιότητα της ζωής μας να μην δυναστεύονται ολοκληρωτικά από τις δοκιμασίες, ωστόσο όλα λειτουργούν ανασταλτικά, χωρίς να διαγράφουν το κακό από τη ζωή μας.
«Ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται». Η πατερική θέση για το θάνατο αποτελεί μία, ίσως, την μοναδική, ρεαλιστική πρόταση που δεν ερμηνεύει απλώς, αλλά ανακουφίζει από τις συνέπειες του κακού. Η αθανασία του, μαζί με τον άνθρωπο, δεν θα επέτρεπε ουσιαστικά την πρόοδό μας, ούτε την υλική ούτε την πνευματική, καθότι ο άνθρωπος θα ήταν συνεχώς δέσμιος των επιλογών που το κακό θα τον οδηγούσε και θα συγκρούονταν και με τους άλλους που θα ήταν εξίσου δέσμιοι τέτοιων επιλογών. Όμως το μυστήριο της θείας οικονομίας δίνει και την ανατροπή, τον τρόπο της νίκης κατά του κακού. Ο Χριστός «γενόμενος άνθρωπος την ημών κάθαρσιν καθαίρεται εν Ιορδάνη, ο μόνος καθαρός και ακήρατος, αγιάζων εμέ και τα ύδατα, και τας κεφαλάς των δρακόντων, συντρίβων επί του ύδατος». Είναι καθαρός και ακήρατος ο Χριστός. Γι’ αυτό και μπορεί να μας αγιάσει, να μας δώσει δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να συντρίψουμε μαζί του τις κεφαλές των δρακόντων, των αμαρτιών, του προσωποποιημένου στον διάβολο και τους δαίμονες κακού, αλλά και σ’ αυτό που τυραννά τις υπάρξεις μας.
Ο αγιασμός έρχεται με το βάπτισμά μας, δηλαδή με την μετοχή μας στο σταυρό, την ταφή και την ανάσταση του Χριστού, όταν δηλαδή εισερχόμεθα στην Εκκλησία, συνειδητοποιώντας ότι έχουμε συνεχώς έναν παλαιό άνθρωπο τον οποίο καλούμαστε να απεκδυθούμε και να ενδυθούμε ταυτόχρονα τον νέο, τόσο οντολογικά, όσο και ηθικά. Με την πίστη στο Χριστό, την εμπιστοσύνη στη σχέση μαζί Του, την αγάπη προς Αυτόν που νοηματοδοτεί την ύπαρξή μας, αλλά και την προσπάθεια για βίωση του ήθους της πίστης και της αιωνιότητας, την σταύρωση των παθών μας, δηλαδή την συναίσθηση ότι δεν είναι αυτά που έχουν αξία και προτεραιότητα στη ζωή μας, ότι δε μας δίνουν αληθινή ευτυχία, παρά μόνο μας κάνουν να δικαιολογούμαστε για την άρνησή μας να δούμε το κακό, την επίδρασή του επάνω μας και την αδυναμία μας να παλέψουμε εναντίον του. Ο πνευματικός αγώνας αποτελεί μία συνεχή πάλη εναντίον της πτώσης, μία ανανέωση της απόφασής μας να σταυρώσουμε τον παλαιό άνθρωπο, να καθαριστούμε και να αναστηθούμε, «συνταφέντες δια του βαπτίσματος». Και αυτή η απόφαση βρίσκει αρωγό το Χριστό και τους αδελφούς μας στη ζωή και στα μυστήρια της Εκκλησίας, όπου συνεχώς αναβαπτιζόμαστε και βιώνουμε τον Χριστό ως Αυτόν που είναι «ο ων, ο ην και ο ερχόμενος».
Καθαριζόμαστε, γιατί το κακό είναι ανίσχυρο μπροστά στον Θεάνθρωπο, αλλά και σε όσους επιζητούν την κοινωνία μαζί Του. Και είναι το νερό του Ιορδάνη, της κολυμβήθρας, αλλά και του αγιασμού το απτό εκείνο σημείο που μας δείχνει τη δύναμη της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, η οποία μας επιδίδεται αοράτως, μας γεμίζει χαρά, φως, ζωή και μας κάνει να αισθανόμαστε ότι το κακό, με όποια μορφή και αν παρακάθεται στον κόσμο και στη δική μας πραγματικότητα δεν μπορεί να μας νικήσει.
Είμαστε μικροί και αδύναμοι, για τον κόσμο αριθμοί και όχι πρόσωπα. Άλλοι κυβερνούν τις ζωές μας και μας υπαγορεύουν πώς θα πορευθούμε, προσθέτουν και αφαιρούν από χρήματα έως αξιοπρέπεια και παράλληλα διδάσκουν και με τα λόγια και με τα έργα τους ότι το νόημα της ζωής είναι στο εδώ. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει αμαρτία, αλλά παρανομία, κρίση, πρόσκαιρο. Μόνο αυτοί και όσοι τους υπηρετούν ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν πώς μπορούμε να ζήσουμε. Και έχουν στα χέρια τους έναν τεράστιο σε μέγεθος μηχανισμό με τον οποίο μας υποβάλουν σε μία καθημερινή πλύση εγκεφάλου ότι υπηρετούν την αλήθεια. Η εορτή των Θεοφανείων όμως πρέπει να μας κάνει χαρούμενους που έχουμε τον τρόπο να μην υποταχτούμε στο εφήμερο και στο κακό που απειλεί να μας συντρίψει όχι μόνο νυν αλλά και αεί. Είναι ο δρόμος του αγιασμού μέσα από τη σχέση με το Χριστό, δια της οποίας φανερώνεται ο Τριαδικός Θεός. Είναι η ζωή της Εκκλησίας που μας κάνει ανοιχτούς τόσο στην προσωπική μας κάθαρση, αλλά και στη συνάντηση με τους άλλους που δεν μπορούμε παρά να αγαπούμε και να επιθυμούμε τον συν-αγιασμό τους. Είναι η βεβαιότητα ότι δεν είμαστε μόνοι μας. Το κακό συνετρίβη. Απομένει στον καθέναν μας να οικειοποιηθεί Αυτόν που το συνέτριψε.
Τη στιγμή λοιπόν που θα αντλήσουμε το ύδωρ του αγιασμού, ας το κάνουμε μετ’ ευφροσύνης, γνωρίζοντας ότι κάνουμε την ίδια κίνηση χαράς, εμπιστοσύνης, αποδοχής, κάθαρσης που έκαναν πριν από εμάς οι άγιοι της Εκκλησίας, αλλά και αυτή που θα κάνουν όσοι έρθουν μετά από εμάς. Και ο μόνος καθαρός και ακήρατος είναι δίπλα μας. Δεν θα μας αφήσει έρμαια του κακού, αρκεί εμείς να μην το φοβόμαστε. Δεν είναι άλλωστε αθάνατο. Εμείς είμαστε κοντά στο Χριστό.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι χρειαζόμαστε τον Χριστό όταν δεν μας λείπει τίποτα;

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ SUPER DEAL ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια τα Χριστούγεννα μας θυμίζουν ένα μεγάλο παζάρι, συμφωνία, ανταλλαγή. Ανταλλάσσουμε το Χριστό με εικόνες, αγαθά, δώρα, ρεβεγιόν, διακοπές, ξεκούραση, ταξίδια, βόλτες, ταινίες, τραγούδια και ό,τι άλλο το καταναλωτικό μυαλό μας σκέφτεται. Η Εκκλησία μπορεί να φωνάζει ότι Χριστούγεννα χωρίς Χριστό δεν έχουν νόημα, ωστόσο περισσότερο βλέπουμε το Χριστό της φάτνης ή τραγουδάμε το Χριστό της Άγιας Νύχτας και ελάχιστα ζούμε το Χριστό της πίστης, το Χριστό ως Σωτήρα μας.
Αναρωτιέμαι τι σημαίνει Χριστός – Σωτήρας. Δεν ξέρω αν είμαστε πολλοί αυτοί που το ψάχνουμε. Για να υπάρξει Σωτήρας, χρειάζεται να θέλουμε να σωθούμε από κάτι και να διαλέξουμε Κάποιον που να μας σώσει. Η Εκκλησία λέει ότι έχουμε ανάγκη να σωθούμε από το θάνατο, το κακό, την αμαρτία. Τίποτε από αυτά δεν βλέπω να αγγίζει τη ζωή μας.
Ο θάνατος για μας τους νέους είναι πολύ μακριά ή έτσι θέλουμε να πιστεύουμε. Άλλωστε, έχουμε όνειρα, θέλουμε να χαρούμε τη ζωή μας, μας φτάνουν τα βάσανα του σχολείου, του Πανεπιστημίου, των σχέσεων που έχουμε και μας ταλαιπωρούν διότι δε μας δίνουν και κανένα ουσιαστικό νόημα ή αυτών που θα θέλαμε να έχουμε, αλλά κανείς δε μας δίνει σημασία.
Το κακό είναι σχετικό. Ξέρουμε ότι το έχουν οι μεγάλοι, όταν καταστρέφουν το περιβάλλον, όταν κάνουν πολέμους, όταν λένε ψέματα, όταν δε ρωτάνε τη γνώμη μας, όταν είναι υποκριτές. Εμείς, άλλωστε, ικανοποιούμε τις επιθυμίες μας και όλοι όσοι μιλούν για μας, η τηλεόραση, η διαφήμιση, οι φίλοι μας, θεωρούν ότι είναι δικαίωμά μας και καλά κάνουμε. Όσο για τους γονείς μας, αυτοί μας δίνουν χρήματα για να μη μας λείψει τίποτα και μας αγοράζουν ό,τι η καταναλωτική μας κοινωνία προσφέρει, για να μη αισθανόμαστε μειονεκτικά.
Η αμαρτία είναι παλιομοδίτικη αντίληψη περί ηθικής. Άλλωστε, το βλέπουμε στην τηλεόραση και το ακούμε από κάποιους καθηγητές μας ότι αυτοί που μιλούν για ηθική, δηλαδή οι παπάδες, είναι χειρότεροι υποκριτές από όλους. Ας αφήσουν τα πλούσια άμφιά τους και ας δώσουν χρήματα στους φτωχούς πρώτα και μετά ας έρθουν να μας μιλήσουν για αμαρτία. Άλλωστε, «ουδείς αναμάρτητος» και έχουμε χρόνο γι’ αυτά, αν έχουν κάποια αξία.
Από τι να σωθούμε λοιπόν, που δεν μας λείπει τίποτα;
Σωτήρες υπάρχουν σήμερα πολλοί. Είναι οι ωραίες ιδέες, είναι οι ήρωες των περιπετειών στον κινηματογράφο, είναι ο φίλος που θα με βοηθήσει να αντιγράψω στο μάθημα που δεν ξέρω, είναι εκείνος που θα μ’ ακούσει στο καρδιοχτύπι μου ή όταν γευτώ το πούλημα από τον «δικό» μου ή τον «κολλητό» μου, αυτός που θα δώσει κέφι στη ζωή μου με το τραγούδι του, την ομορφιά του, που θα με κάνει μέλος στο fan club του, είναι ο πρόεδρος που θα κάνει τη μεγάλη μεταγραφή και η ομαδάρα θα πατήσει τους εχθρούς.
Άρα, γιατί να επιλέξω να με σώσει ο Χριστός;
Μ’ αρέσουν τα χριστουγεννιάτικα έθιμα, όπως και οι γιορτές γενικά. Με κάνουν να αισθάνομαι πιο πολλή αγάπη, να θέλω να βοηθήσω ένα φτωχό, με φέρνουν πιο κοντά στους γονείς, τ’ αδέρφια, τους φίλους μου, μοιράζομαι δώρα, καταναλώνω. Ξεχνώ το μέσα μου κενό. Ξεχνώ όλα εκείνα τα μικρά ή μεγάλα που με κάνουν να μελαγχολώ ή να φοβάμαι. Έστω και για λίγο. Μπορώ να επιδείξω τα ρούχα μου, τα αρώματά μου, την διάθεσή μου, τη μάσκα που κρύβει το αληθινό μου πρόσωπο. Γι’ αυτό και λυπάμαι όταν ξαναγυρίζω στο πρόγραμμα, στη ρουτίνα, όταν το δέντρο ξεστολίζεται κι όταν οι μάσκες ξαναμπαίνουν στο κουτί μαζί με τα φώτα και τα στολίδια.
Τελικά, μάλλον κάτι μου λείπει.
Άμα το ψάξεις, θα δεις ότι από το Super Deal των Χριστουγέννων λείπει η πραγματική αγάπη. Λείπει το νόημα που θα με κάνει να νιώθω ότι αξίζει η ζωή μου κάτι παραπάνω από μια επιθυμία, ένα αγαθό, ένα δώρο. Λείπει η δύναμη που χρειάζεται για να δω τον εαυτό μου όπως στ’ αλήθεια είναι και όχι σε σύγκριση με τους άλλους. Λείπει η χαρά που θα κρατήσει παραπάνω από μια γιορτή. Λείπει εκείνη η σχέση που δεν θα είναι για μια νύχτα ή ένα μήνα, αλλά θα με ανεχτεί για μια ζωή, θα μ’ αγαπήσει και θα μου απλώσει το χέρι ώστε να μην πέσουν τίτλοι τέλους. Λείπει εκείνη η παρέα που δεν θα την ενώνει το πρόσκαιρο του σχολείου, του Πανεπιστημίου, του έρωτα, της διασκέδασης, αλλά θα μένει ζωντανή όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Η Εκκλησία μου λέει ότι ο Χριστός είναι Εκείνος που μου τα δίνει όλα αυτά. Ο Χριστός που κοινωνώ στη λειτουργία των Χριστουγέννων αλλά και κάθε Κυριακή. Ο Χριστός που με συγχωρεί για όλες τις αμαρτίες μου, για όλα τα ελαττώματά μου, για όλες μου τις αποτυχίες. Ο Χριστός που μου μαθαίνει να συγχωρώ φίλους κι εχθρούς. Ο Χριστός που με συναντά στη λύπη και τη χαρά. Ο Χριστός που με σώζει από το να υπάρχω μόνο για να καταναλώνω και με κάνει να υπάρχω για να αγαπώ.
Ο Χριστός φανερώνει το αληθινό μου πρόσωπο. Είναι το Φως που φωτίζει το μέσα μου. Είναι το νόημα που ομορφαίνει τη ζωή μου. Είναι η πίστη που με βοηθά να συνεχίσω. Είναι το Παιδί που με κρατά παιδί. Είναι Αυτός που γεννήθηκε για μένα.
Το Χριστό της Εκκλησίας θα ΄θελα να συναντήσω. Όχι όμως μόνος μου. Γιατί ξέρω ότι λίγο πολύ, όλοι θα θέλαμε να Τον βρούμε. Ας Τον ψάξουμε λοιπόν στη ζωή της Εκκλησίας. Ας τολμήσουμε να Τον γνωρίσουμε. Κι ας είναι η Γέννα Του μια καινούρια αρχή στη ζωή μας. Μαζί και μαζί Του!

Πηγή: περιοδικό ΒΗΜΑΤΑ της Ιεράς Μητροπόλεώς Κερκύρας (τεύχος 4 )

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »