kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Κυριακή της Απόκρεω – Ευαγγελικό Ανάγνωσμα (Ματθ. 25.31 -46)

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 26, 2011

Πρωτότυπο Κείμενο

Εἶπεν ὁ Κύριος: Ὅταν ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ’ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ· Καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, Καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. Τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· Ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; Πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; Πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ ἤλθομεν πρός σε; Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· ἐπείνασα γὰρ καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. Καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

Μετάφραση

Όταν, λοιπόν, έρθει ο Υιός του Aνθρώπου μέσα στη δόξα του, και μαζί του όλοι οι άγιοι άγγελοί του, τότε θα καθίσει πάνω στον ένδοξο θρόνο του. Kαι θα συναχθούν μπροστά του όλα τα έθνη και θα τους ξεχωρίσει τον έναν από τον άλλο, όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα γίδια. Kαι θα βάλει τα πρόβατα στα δεξιά του, ενώ τα γίδια θα τα βάλει στ’ αριστερά. Έπειτα ο βασιλιάς θα πει σ’ αυτούς που θα είναι στα δεξιά του: Eλάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας από τότε που θεμελιώθηκε ο κόσμος. Γιατί πείνασα, και μου δώσατε να φάω, δίψασα, και μου δώσατε να πιω, ξένος ήμουν, και με περιμαζέψατε, γυμνός ήμουν, και με ντύσατε, αρρώστησα, και με επισκεφτήκατε, στη φυλακή ήμουν, και ήρθατε κοντά μου. Tότε θα αποκριθούν οι δίκαιοι και θα του πούνε: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε ή να διψάς και σου δώσαμε να πιεις; Kαι πότε σε είδαμε ξένο και σε περιμαζέψαμε ή γυμνό και σε ντύσαμε; Kαι πότε σε είδαμε άρρωστο ή στη φυλακή και σε επισκεφτήκαμε; Kαι θ’ αποκριθεί ο βασιλιάς και θα τους πει: Πραγματικά, σας λέω, καθόσον τα κάνατε αυτά σ’ έναν από τους αδελφούς μου αυτούς τους ασήμαντους, σ’ εμένα τα κάνατε. Kατόπιν θα πει και σ’ εκείνους που θα είναι στ’ αριστερά: Φύγετε από μένα εσείς οι καταραμένοι, στη φωτιά την αιώνια, που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους αγγέλους του. Γιατί πείνασα, και δεν μου δώσατε να φαω, δίψασα, και δεν μου δώσατε να πιω, ξένος ήμουν, και δεν με περιμαζέψατε, γυμνός ήμουν, και δεν με ντύσατε, άρρωστος και στη φυλακή, και δεν με επισκεφτήκατε. Tότε θα του αποκριθούν κι αυτοί: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς ή να διψάς ή ξένο ή γυμνό ή άρρωστο ή στη φυλακή, και δεν σε υπηρετήσαμε; Θα τους αποκριθεί τότε εκείνος: Πραγματικά, σας λέω, καθόσον δεν τα κάνατε αυτά σ’  έναν απ’ αυτούς τους ασήμαντους, ούτε σε μένα τα κάνατε. Kαι θ’ αναχωρήσουν αυτοί σε κόλαση αιώνια, και οι δίκαιοι σε ζωή αιώνια».

Σχολιασμός

Η παρούσα ευαγγελική περικοπή  αναφέρεται στην Δευτέρα παρουσία του Χριστού. Ο Χριστός  μας προτρέπει σε έργα αγάπης που θα αποτελέσουν κριτήρια εισδοχής μας στην αιώνια ζωή. Αυτά που θα συμβούν κατά τη Δευτέρα Παρουσία του ο Χριστός τα αποκαλύπτει με τον παραβολικό λόγο του βοσκού που ξεχωρίζει τα πρόβατα από τα ερίφια. Ασύγκριτα λαμπρότερος  από ότι έλαμψε στο όρος της Μεταμορφώσεως  και συνοδευόμενος από όλα τα αγγελικά τάγματα, θα καθίσει ο Χριστός  ως υπέρτατος κριτής στον θρόνο της κρίσεως, θα ξεχωρίσει τους δικαίους από τους αμετανόητους αμαρτωλούς με τόση ευκολία όση έχει ο βοσκός όταν ξεχωρίζει τα αρνιά από τα ερίφια. Ο Θεός της αγάπης θα δωρίσει στους δικαίους τα ασύλληπτα αγαθά της αιώνιας ζωής,  τα οποία όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος «οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α  ητοίμασεν  ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν»  (Α Κορινθίους β 9) . Ένα προς ένα θα απαριθμήσει τα καλά έργα ο Χριστός  ενώπιον του ουράνιου  και επίγειου κόσμου. Θα τα παρουσιάσει σαν να έγιναν σε αυτόν τον ίδιο. «Πείνασα θα πει,   και μου δώσατε να φάγω. Ήμουνα ξένος που δεν είχα  τόπο να μείνω και με πήρατε στο σπίτι σας. Ημίγυμνος και ρακένδυτος  ήμουνα, και εσείς μου δώσατε ρούχα να ενδυθώ. Αρρώστησα και εσείς ήρθατε να με επισκεφθείτε  για να μου κάνετε συντροφιά, να μου δώσετε παρηγοριά αλλά και φάρμακα. Στην φυλακή ήμουνα και ήρθατε να με δείτε. Η αγάπη σας πρέπει να αμειφθεί.»

Αντίθετα  θα  κλείσει  τις πόρτες του παραδείσου, θα στερήσει από την ευλογημένη παρουσία  του Θεού, θα αποπέμψει στην αιώνια κόλαση τους αμετανόητους αμαρτωλούς, τους σκληρυμένους εγωπαθείς, τους ιδιοτελείς  και  φίλαυτους , οι οποίοι έδειξαν σκληρότητα  και αναλγησία προς τους πτωχούς και τους πάσχοντες.  Μπορούσαν να πράξουν το καλό στους πάσχοντες συνανθρώπους τους, όπως οι δίκαιοι, αλλά δυστυχώς απουσίαζε από την καρδία τους η αγάπη. Πως μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να συμπορευθούν με τον Θεό της αγάπης και του ελέους;  Θα κτυπούν τα στήθη τους, θα θρηνούν και θα οδύρονται  οι καταδικασμένοι.

Την Κυριακή της Απόκρεω «μνείαν ποιούμεθα της δευτέρας και αδεκάστου παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Η φράση  αυτή «μνείαν ποιούμεθα»  είναι  παρμένη μέσα από το Συναξάριο της Κυριακής της Απόκρεω δηλαδή μέσα από το βιβλίο του Τριωδίου,  που εδώ ακριβώς τονίζεται  ότι  η Εκκλησία  μέσα από τη λατρευτική της ζωή μας προτρέπει να ζούμε σαν παρόν γεγονός για να είμαστε έτοιμοι προς απολογίαν κατά την εσχατολογική έλευση του Κυρίου.  Στα Ευαγγέλια (Ματθ. κεφ. 25) γίνεται  αναφορά   στην «βασιλεία» και στο «πυρ το αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται την Κυριακή της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), κατάσταση ή αν θέλουμε καλύτερα μπορούμε να πούμε επιλογή  την οποία δεν θέλησε ο Θεός, αλλά  υπαίτιοι είναι αυτοί που δεν δείχνουν ίχνος μετάνοιας. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη»  για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. Η «Βασιλεία»  είναι ο παράδεισος, ενώ το «πυρ» το αιώνιο είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος», στ.46). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός είχε καλέσει τους πρωτόπλαστους στον παράδεισο, δηλαδή στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει το αποτέλεσμα των επί γης επιλογών του, τον παράδεισο ή την κόλαση. Τι σημαίνει αυτό θα το δούμε στη συνέχεια. Σπεύδουμε όμως να πούμε, ότι είναι κεντρικότατο θέμα της αποκαλύψεως του Θεού μέσω του Υιού του Ιησού Χριστού.

Οι αναφορές για τις δύο αυτές λέξεις παράδεισος και κόλαση είναι συχνές μέσα στην Καινή Διαθήκη. Στο Λουκ. 23.43 ο Χριστός λέει στον ληστή: «σήμερον μετ’ εμού έση εν τω  παραδείσω». Στον παράδεισο όμως αναφέρεται και ο ληστής λέγοντας(23.42): «μνήσθητι μου Κύριε […] εν τη βασιλεία σου». Κατά τον Θεοφύλακτο Βουλγαρίας  (P.G.123,1106) «ο γαρ ληστής έστι μεν εν παραδείσω, ήτοι τη βασιλεία». Ο Απ. Παύλος (Β’ Κορ. 12. 3-4) ομολογεί ότι ήδη σ’ αυτόν τον κόσμο, «ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε : «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (2.7) Και ο Αρέθας Καισαρείας ερμηνεύει: «παράδεισον την μακαρίαν και αιωνίζουσαν εκληπτέον ζωήν». (P.G. 106,529). Παράδεισος – αιώνιος ζωή – βασιλεία Θεού ταυτίζονται.

Για την κόλαση: Ματθ. 25.46 («εις κόλασιν αιώνιον»), 25.41 (πυρ αιώνιον), 25.30 «σκότος εξώτερον», 5.22 «γέεννα πυρός». Α΄ Ιω. 4.18 («…ότι ο φόβος κόλασιν έχει»). Με όλους αυτούς τους τρόπους δηλώνεται αυτό που εννοούμε με τον όρο «κόλασις».

Κατ’ αρχάς διαψεύδεται κατηγορηματικά η θεωρία ότι  παράδεισος και κόλαση είναι δύο διαφορετικές τοποθεσίες, η εκδοχή αυτή  έχει ειδωλολατρική προέλευση.  Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), και βιώνονται ως δύο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β’ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω. 5.29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση, γιατί ό Θεός είναι «πυρ καταναλίσκον», Εβρ.12.29. Για άλλους είναι καθαρτήριο πυρ που καθαρίζει από τις αμαρτίες επειδή μετανόησαν, για άλλους όμως είναι κόλαση, δηλαδή τιμωρία επειδή παρέμειναν αμετανόητοι και άσπλαχνοι.

Βλέποντας κανείς στην ορθόδοξη αγιογραφία την εικόνα όπου  από   τον Χριστό  εκπορεύεται ένας ποταμός, φωτεινός ως χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται οι δαίμονες και οι αμετανόητοι, («οι μηδέποτε μετανοήσαντες», όπως λέγει ένα τροπάριο των Αίνων της ημέρας) καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: ότι παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα. Γι’ αυτό στο Λουκ. 2,34 λέγεται περί του Χριστού ότι «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών». Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία της καρδιάς, ανάσταση στην αιώνια ζωή Του και σ’ όλους που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση.

Συνεπώς, παράδεισος και κόλαση δεν είναι απλώς ανταμοιβή και τιμωρία (καταδίκη), αλλά ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε καθένας μας τη θέα του Χριστού, ανάλογα με την κατάσταση της καρδιάς μας. Ο Θεός ουσιαστικά, δεν τιμωρεί, μολονότι για παιδαγωγικούς λόγους και στη Γραφή γίνεται λόγος για τιμωρία. Όσο πνευματικότερος γίνεται κανείς, τόσο ορθότερα κατανοεί τη γλώσσα της Γραφής και της παραδόσεώς μας. Η κατάσταση του ανθρώπου (καθαρός-ακάθαρτος, μετανοημένος-αμετανόητος) συντελεί στο να δεχόμεθα το Φως του ως παράδεισο ή κόλαση.

Το ανθρωπολογικό πρόβλημα στη θεολογία της Εκκλησίας μας είναι, πώς ο άνθρωπος θα βλέπει αιώνια τον Χριστό ως παράδεισο και όχι ως κόλαση. Πώς θα μετέχει, δηλαδή, στην ουράνια και αιώνια «βασιλεία» Του. Εδώ παρατηρείται μια διαφοροποίηση του Χριστιανισμού  από τα άλλα θρησκεύματα, αφού αυτά κατακλύζονται από ευδαιμονιστικά στοιχεία όπου υπόσχονται πολλά μετά θάνατον. Η Εκκλησία είναι ένα ανοικτό νοσοκομείο μέσα στην ιστορία («ιατρείον πνευματικόν» κατά τον Ι. Χρυσόστομο), που προσφέρει τη θεραπεία της καρδίας (κάθαρση) για να προχωρήσει κανείς στον «φωτισμό» της από το Άγιο Πνεύμα και τελικά να φθάσει στη «θέωση», τον μοναδικό προορισμό του ανθρώπου. Αυτή η πορεία, όπως πληρέστατα έχουν περιγράψει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και ο Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος (Βλάχος), είναι η θεραπεία του ανθρώπου, όπως την βιώνουν όλοι οι Άγιοι μας.

Η στάση του ανθρώπου προς τον συνάνθρωπο του δείχνει κατά πόσο διακατέχεται από την αγάπη και τη φιλανθρωπία και γι αυτό αποτελεί κριτήριο της Κρίσεως κατά τη Β’ Παρουσία (Ματθ. Κεφ. 25). Δεν σημαίνει ότι παραθεωρείται η πίστη, η πιστότητα του ανθρώπου στον Χριστό. Αυτή προϋποτίθεται, διότι η στάση απέναντι στον άλλο δείχνει, αν είμαστε ειλικρινείς απέναντι στον Θεό. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρεται με σκληρούς λόγους σε εκείνους που δεν αγαπούν τους συνανθρώπους τους: «Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν˙ ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν ον εώρακε, τον Θεόν ον ουχ εώρακε πως δύναται αγαπάν» (Α’ Ιω. 4.20).  Οι πρώτες Κυριακές του Τριωδίου στρέφονται γύρω από τη στάση μας απέναντι στο συνάνθρωπο μας. Την πρώτη Κυριακή ο Φαρισαίος (φαινομενικά ευσεβής) δικαιώνει (αγιοποιεί) τον εαυτό του και απορρίπτει (εξουθενώνει) τον Τελώνη. Την β’ Κυριακή ο «πρεσβύτερος» αδελφός (επανάληψη του ευσεβοφανούς Φαρισαίου) λυπείται για την επιστροφή (σωτηρία) του αδελφού του. Φαινομενικά ευσεβής και αυτός, είχε νόθη ευσέβεια, που δεν γεννούσε αγάπη. Την γ’ Κυριακή (Απόκρεω) η στάση αυτή φθάνει στο κριτήριο της αιώνιας ζωής μας.

Η εμπειρία του παραδείσου ή της κολάσεως είναι υπέρ λόγον και αίσθησιν. Είναι άκτιστη πραγματικότητα και όχι κτιστή. Οι κολαζόμενοι, όσοι έχουν πώρωση καρδίας, όπως οι Φαρισαίοι (Μαρκ. 3.5: «εν τη πωρώσει της καρδίας αυτών») βλέπουν αιώνια το πυρ ως σωτηρία! Διότι η κατάστασή τους δεν επιδέχεται άλλη μορφή σωτηρίας. «Τελειούνται» και αυτοί, φθάνουν στο «τέλος» της πορείας τους, αλλά μόνο οι δίκαιοι τελειώνονται σωζόμενοι. Εκείνοι τελειώνονται κολαζόμενοι. Σωτηρία γι’ αυτούς είναι η κόλαση, αφού στη ζωή της επεδίωξαν μόνο την ευδαιμονία. Ο πλούσιος της παραβολής «απήλαυσε τα αγαθά του». Ο Λάζαρος υπέμεινε αγόγγυστα «τα κακά». Αυτό εκφράζει ο Απ. Παύλος (Α΄ Κορ. 3.14-15): «Εκάστου το έργον, οποίον εστί το πυρ αυτό δοκιμάσει. Εί τινος το έργον μένει, ο επωκοδόμησεν, μισθόν λήψεται• εί τινος το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός». Δίκαιοι και αμετανόητοι περνούν από το άκτιστο «πυρ» της θείας παρουσίας. Ο ένας όμως περνά κεκαθαρμένος, ο δε άλλος κολάζεται.

Ο Δικαιοκρίτης Κύριος χαρακτήρισε το «πυρ» της κολάσεως αίώνιο. Ο άγιος Ι. Χρυσόστομος, στον Θ’ Λόγο του στην Α’ Κορινθ. Σημειώνει: «αθάνατος η κόλασις…οι αμαρτάνοντες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον. Το δε «κατακαήσεται», τουτ’ έστιν, ουκ οίσει (δεν θα αντέξει) του πυρός την ρώμην». Και συνεχίζει: «Ο δε λέγει (δηλαδή ο Παύλος), τούτο εστιν• ουχί και αυτός ούτως απολείται, ως τα έργα, εις το μηδέν χωρών (=στην ανυπαρξία), αλλά μένει εν τω πυρί. Σωτηρία γουν το πράγμα καλεί… Και γαρ και ημίν έθος λέγειν «εν τω πυρί σώζεται», περί των μη κατακαιομένων ευθέως υλών».

Επίλογος

Ο Ιησούς Χριστός με την περικοπή αυτή της εσχατολογικής κρίσεως όλων των Εθών, μας αποκαλύπτει την αγάπη του Θεού που είναι προσφορά και χάρη προς όλους ανεξαιρέτως, χωρίς διακρίσεις. Από εμάς εξαρτάται κατά πόσο θα γίνουμε δεκτικοί της αγάπης του Θεού για να καταστούμε μέτοχοι της αιώνιας ζωής και «ευλογημένα» τέκνα του Θεού Πατέρα. Γιατί αν υπάρχει μάσα μας «το στέγνωμα της αγάπης», όπως το είπε ο ποιητής, τότε, αντί «ευλογημένοι» θα καταταχθούμε μεταξύ των «κατηραμένων». Η επιλογή και η ευθύνη είναι απόλυτα δική μας. Το αποτέλεσμα είναι συνέπεια της δικής μας ευθύνης και της δικής επιλογής.

Μητρόπολη Κωνσταντίας – Χρίστου Θεοδώρου , Θεολόγου

Αφήστε μια απάντηση