kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαρτίου, 2009

Προπαρασκευή της Αγίας Αναφοράς,

 

1. Οι ευχές των Πιστών.

 

Με τις ευχές των πιστών, «όσοι πιστοί έτι και έτι εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν …», αρχίζει το 3ο τμήμα της Θ. Λειτουργίας, η Λειτουργία των Πιστών. Όλα όσα έχουν προηγηθεί ετοιμάζουν την ώρα αυτή. Ο πιστός με το μυστήριο του Βαπτίσματος έχει αναγεννηθεί πνευματικά, έχει γίνει «κάτι εντελώς διαφορετικό». Ανήκει στην οικογένεια του Θεού. Και γι΄ αυτό έχει το δικαίωμα – παρά τις αμαρτίες του – να παρίσταται στην Θ. Λειτουργία, να παρακολουθεί το Μυστήριο και να κοινωνά το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Πόσο μεγάλη τιμή για τον πιστό το προνόμιο αυτό! Στην συνείδηση όμως πολλών το πράγματα έχουν δυστυχώς ξεθωριάσει. Το προνόμιο έγινε καθήκον, όχι πάντοτε ευχάριστο. Νομίζουμε ότι υποχρεώνουμε τον Θεό, όταν πηγαίνουμε στην Εκκλησία.

 

Οι ευχές των πιστών στις ήμερες μας λέγονται από πολλούς ιερείς «μυστικώς» μέσα στο ιερό. Έτσι στην πράξη μετά το Ευαγγέλιο ακούμε τον Χερουβικό ύμνο.

 

2. Ο Χερουβικός Ύμνος.

 Οι τα Χερουβίμ μυστικώς εικονίζοντεςκαι τη ζωοποιώ Τριάδιτον τρισάγιον ύμνον προσάδοντες (= ψάλλοντες)πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμνανως τον βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι,ταις αγγελικαίς αοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν.

Αλληλούια».

 

Η ώρα, κατά την οποία ψάλλεται ο Χερουβικός Ύμνος, είναι ώρα ιερή. Όλοι οι πιστοί εικονίζουμε τα Χερουβίμ και ψάλλουμε μαζί τους τον αγγελικό ύμνο. Και ναι μεν εμείς οι άνθρωποι ούτε άσαρκοι και ασώματοι είμαστε, όπως οι άγγελοι, ούτε ακούραστα και ανύστακτα πνεύματα, όπως είναι τα Χερουβίμ. Όμως παρ΄ όλα αυτά με την χάρη του Θεού πρέπει να έχουμε, στα μέτρα του δυνατού, την ίδια διάθεση, πρέπει να κατεχόμαστε από τον ίδιο φόβο και να δείχνουμε την ίδια αφοσίωση, προσοχή και προσήλωση, τουλάχιστο κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας. Ιδίως την στιγμή αυτή που σε λίγο πρόκειται να γίνει η μεταφορά των Τιμίων Δώρων στην Αγία Τράπεζα. Αυτά που υπάρχουν στο ʼγιο Δισκάριο και Ποτήριο δεν είναι πλέον απλός άρτος και οίνος-είναι τα Αντίτυπα» του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου . Γι΄ αυτό ας Αποθέσουμε» κάθε βιοτική μέριμνα και ας ανυψωθούμε στην τάξη των αγγέλων, ώστε άξια να υποδεχθούμε «τον βασιλέα των όλων», που έρχεται ακολουθούμενος από τις στρατιές των αγγέλων. Η πραγματικότητα αυτή γίνεται πιο αισθητή στον συγκλονιστικό και κατανυκτικότατο Χερουβικό Ύμνο που ψάλλεται το Μ. Σάββατο:

«Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία (= ανθρώπινη)και στήτω μετά φόβου και τρόμου,και μηδέν γήινον εν εαυτή λογιζέσθωΌ γαρ Βασιλεύς των βασιλευόντωνκαι Κύριος των κυριευόντωνπροσέρχεται σφαγιασθείναικαι δοθήναι εις βρώσιν τοις πιστοίς.Προηγούνται δε τούτου οι χοροί των αγγέλωνμετά πάσης αρχής και εξουσίας,τα πολυόμματα Χερουβίμκαι τα εξαπτέρυγα Σεραφίμτας όψεις καλύπτοντα και βοώντα τον ύμνον,

Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια».

 

 Βασιλική πράγματι προετοιμασία για την Μεγάλη Είσοδο.

 

Και ενώ οι ψάλτες ψάλλουν τους συγκλονιστικούς αυτούς ύμνους έξω, ο ιερέας στο Αγ. Βήμα με κατάνυξη και συντριβή «κλινόμενος μεγάλως την κεφαλήν» αναπέμπει στον Κύριο την ευχή του Χερουβικού Ύμνου, στην οποία με θερμά λόγια, γεμάτα ταπείνωση και συναίσθηση της αμαρτωλότητός του, παρακαλεί τον Κύριο να καθαρίσει την ψυχή του και την καρδιά του από κάθε πονηρία και να τον αξίωση να «ιερουργήσει το άγιον και άχραντον Σώμά του και το τίμιον Αίμα».

Η ευχή του Χερουβικού αρχίζει ως έξης:

 

Όυδείς άξιος των συνδεδεμένων ταίς σαρκικαίς έπιθυμίαις και ηδοναίς προσέρχεσθαι ή προσεγγίζειν ή λειτουργείν σοι, Βασιλεύ της δόξης. Το γαρ διακονείν σοι μέγα και φοβερόν και αύταίς ταις επουρανίοις δυνάμεσιν …».

 

Έκτος των άλλων η ευχή έχει σαν χαρακτηριστικό και τούτο, ότι απευθύνεται στο πρόσωπο του Ιησού Χρίστου, ενώ οι άλλες απευθύνονται στον Θεό-Πατέρα. Μετά το τέλος της ευχής και μετά την σχετική προετοιμασία του ιερέα στο ιερό, γίνεται η Μενάλη Είσοδος.

 

3. Η Μεγάλη Είσοδος.

 

Κατά την Μεγάλη Είσοδο ο Ιερέας με κάθε επισημότητα μεταφέρει τα Τίμια Δώρα από την Προσκομιδή στην Αγία Τράπεζα και τα αποθέτει στο κέντρο αυτής. Η Μεγάλη Είσοδος συμβολίζει την πορεία του Κυρίου προς το Πάθος και τον θάνατο. Ενώ περιφέρει τα Τίμια Δώρα, που ο λαός τα παρακολουθεί – χωρίς να τα ατενίζει με τα μάτια – με πολλή ευλάβεια και κατάνυξη, ο ιερέας αργά και καθαρά απαγγέλλει την εξής δέηση:

 

«Πάντων ημών, μνησθείη Κύριος ο Θεός εν τη βασιλεία αυτού πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν» .

 

Η μνημόνευση αυτή όλων κατά την ιερή αυτή ώρα, είναι μία πράξη αγάπης. Αγάπης του Θεού που μας θυμάται, αλλά και αγάπης της Εκκλησίας που θυμάται τον κόσμο όλο.

Στην εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Μεγάλη Είσοδος γίνονταν με πολλή επισημότητα και μεγαλοπρέπεια. ο ίδιος ο αυτοκράτωρ ασκεπής και χωρίς ξίφος πήγαινε στην Βόρεια Πύλη και ακολουθούσε ταπεινά πίσω από τον ιερέα μέχρι την Ωραία Πύλη, συνοδευόμενος απ’ όλη την αυτοκρατορική ακολουθία του.

 

Μόλις ο ιερέας φθάσει στην Ωραία Πύλη εισέρχεται στο Ιερό, ενώ οι ψάλτες συμπληρώνουν τον Χερουβικό Ύμνο: «ταις αγγελικαίς …»

 

4. Τα Πληρωτικά.

 

Όταν ο ψάλτης τελειώσει το Χερουβικό, ο ιερέας λέγει μία σειρά από αιτήσεις που λέγονται «Πληρωτικά», γιατί αρχίζουν με τις λέξεις: «Πληρώσωμεν (=Ας συμπληρώσουμε) την δέησιν ημών τω Κυρίω…». Τα τελευταία έξι αιτήματα, που τελειώνουν όλα με την φράση «…παρά του Κυρίου αιτησώμεθα» και στα οποία οι ψάλτες απαντούν με το «Παράσχου, Κύριε» (= δώσε μας, χάρισε μας. Κύριε) είναι πολύ αξιόλογα αιτήματα, καθένα οπό τα οποία έχει το πνεύμα του Χριστού και τον φωτισμό του Αγ. Πνεύματος, είναι δε τα έξης:

 

— «Την ημέραν πάσαν τελείαν, αγίαν, ειρηνικήν και αναμάρτητον, παρά του Κυρίου αιτησώμεθα».

 

— «ʼγγελον ειρήνης, πιστόν οδηγόν, φύλακα των ψυχών και των σωμάτων ημών, παρά του Κυρίου αιτησώμεθα».

 

— «Συγγνώμην και άφεσιν των αμαρτιών και των πλημμελημάτων ημών, παρά του Κυρίου αιτησώμεθα».

 

— «Τα καλά και συμφέροντα ταις ψυχαίς ημών, και ειρήνην τω κόσμω, παρά του Κυρίου αιτησώμεθα».

 

— «Τον ύπόλοιπον χρόνον της ζωής ημών, εν ειρήνη και μετανοία έκτελέσαι, παρά του Κυρίου αιτησώμεθα».

 

— «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν την έπί του φοβερού βήματος του Χριστού αιτησώμεθα».

 

Καθένα από τα σύντομα αυτά αιτήματα κρύβει μέσα του πλούτο εννοιών και εκφράζει βαθύτατους πόθους της ψυχής μας, η δε ανάλυση τους μπορεί ν΄ αποτελέσει πραγματεία ολόκληρη. Τίποτε απ΄ ό,τι χρειάζεται ο άνθρωπος δεν λείπει από τα αιτήματα αυτά. Η ειρήνη (δεν λείπει από κανένα αίτημα, γιατί είναι το πιο σπουδαίο αγαθό), η τελειότητα, η αγιότητα, η αποφυγή της αμαρτίας, η προστασία του Θεού, η υγεία, το έλεος και η συγγνώμη, κάθε τι που είναι συμφέρον και καλό στην ψυχή μας, η μετάνοια που δεν πρέπει να λείψει ποτέ, όλα αυτά συνωστίζονται τόσο απλά και τόσο όμορφα, ώστε γεμίζουν με αληθινή χαρά και ειρήνη τις ψυχές μας. Σταματούμε ιδιαίτερα στο τελευταίο αίτημα: «Χριστιανά (= χριστιανικά) τα τέλη της ζωής ημών …» Τί περισσότερο και τί σπουδαιότερο θα μπορούσε να ζήτηση ο άνθρωπος στην ζωή του; Με πολλή συγκίνηση ακούμε κάθε φορά το αίτημα αυτό, ενώ το χέρι μας αυτόματα χαράσσει το σημείο του Σταυρού, για να εκφράσει την ανάγκη της ψυχής μας καθώς και την θερμότητα, με την οποία ζητούμε οπό τον Θεό να εκπλήρωση το αίτημα αυτό: Να είναι χριστιανικά τα τέλη μας, χωρίς πόνο και οδύνη· χωρίς αισχύνη και ντροπή, με το μέτωπο ψηλά, με την συνείδηση ήσυχη ότι αγωνιστήκαμε τον αγώνα τον καλό. Και όταν βρεθούμε μπροστά στο βήμα του Μεγάλου Κριτού να έχουμε καλή απολογία. Κάθε λέξη του αιτήματος αυτού είναι γεμάτη σοφία, δύναμη, έμπνευση. Η ψυχή του χριστιανού γαληνεύει πραγματικά.

 

Την ώρα που ο διάκονος απαγγέλλει τα αιτήματα αυτά ο ιερέας λέγει μυστικά την ευχή της Προσκομιδής «Κύριε ο Θεός ο Παντοκράτωρ, ο δεχόμενος θυσίαν αινέσεως …» που είναι προπαρασκευαστική του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων. Η ευχή κλείνει με την εκφώνηση: «Δια των οικτιρμών του Μονογενούς σου Υιού…» και ακολουθεί ο ασπασμός της αγάπης.

 

5. Ο ασπασμός της αγάπης

 Με μία έξαρση ψυχική ο ιερέας εύχεται σε όλους τους πιστούς την ειρήνη και μας καλεί όλους να αγαπηθούμε μεταξύ μας:«Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν».

Και ο λαός: «Πατέρα, Υίόν και ʼγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον»32.

 

Χωρίς την αγάπη δεν γίνεται τίποτε. Μόνον αυτή δημιουργεί και μεταμορφώνει. Με την αγάπη ο άνθρωπος κατορθώνει τα πάντα. Μ αυτή οδηγείται στον Ιησού, που είναι η Αγάπη και γίνεται κοινωνός του Ποτηριού της Ζωής. Η Εκκλησία, αν θέλει να είναι Εκκλησία, πρέπει κάθε μέρα να φανερώνει την αγάπη την δική της, που είναι η εικόνα της μεγάλης αγάπης του Θεού, ο οποίος Αγάπη εστί». ο ασπασμός δε αυτός της αγάπης δεν είναι μία απλή προτροπή και τυπική εκφώνηση του ιερέα, δεν είναι μία «Ιερολογία», αλλά μία «ιερουργία». Όλα στην Θεία Λειτουργία είναι πράξη, έργα. Τίποτε δεν είναι λόγια. ο ασπασμός της αγάπης λοιπόν δεν πρέπει να είναι υποκριτικός, αλλά έκφραση μιας δυναμικής, πραγματικής αγάπης.

 

Κατά την Παράδοση στο σημείο αυτό ήταν συνήθεια να δίνεται το φίλημα της αγάπης: «… οι του κλήρου ασπάζονται τον επίσκοπον οι λαϊκοί άνδρες τους λαϊκούς, αι γυναίκες τας γυναίκας· τα δε παιδία, επιβλεπόμενα παρά των διακόνων, όπως μη ατακτώσιν, ίστανται προς τω βήματι».

Σήμερα για λόγους πρακτικούς ο ασπασμός έχει περιορισθεί μεταξύ των ιερέων μέσα στο Ιερό.

 

6. Το Σύμβολο της Πίστεως.

 Μετά τον ασπασμό της αγάπης ο ιερέας εκφωνεί:

«Τας θύρας, τας θύρας εν σοφία, πρόσχωμεν».

 

Έχει φθάσει πλέον η στιγμή, κατά την οποία όλοι οι πιστοί μαζί θα ομολογήσουν την απόλυτη πίστη τους στον Θεό και ο ιερέας με δυνατή φωνή εφιστά την προσοχή των χριστιανών σε δύο σημεία:

α) Να κλείσουν οι πόρτες του Ναού για να μη μπει πλέον κανείς άπιστος. Όσοι είχαν την φροντίδα αυτή, έπρεπε να προσέξουν πολύ. Σήμερα δεν υπάρχει η ανάγκη αυτή και γίνεται στο σημείο αυτό κάποια παρανόηση. Πολλοί κλείνουν την ώρα αυτή την Ωραία Πύλη, χωρίς κανένα λόγο. Ίσως να συμβαίνει αυτό, γιατί δεν μπορούν να εξηγήσουν την φράση «τάς θύρας …» και

 β) Επειδή το «Σύμβολον της Πίστεως» είναι η πιο βασική και σπουδαία ομολογία πίστεως, πρέπει όλοι οι χριστιανοί μαζί να το απαγγείλουν με πολλή προσοχή και συναίσθηση.

 

Ύστερα από αυτά όλοι οι πιστοί μαζί απαγγέλλουν το «Σύμβολο της Πίστεως», δηλαδή το «Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα…», με το οποίο ομολογούμε επίσημα και ανεπιφύλακτα την πίστη μας στην δογματική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως την διετύπωσαν οι Πατέρες στις Οικουμενικές Συνόδους. Υπάρχουν και αλλά Σύμβολα Πίστεως , αλλά κανένα δεν είναι πλήρες, ακριβές καί τόσο οικουμενικό, όσο είναι το Σύμβολο της Νικαίας, που συνέταξαν στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (και συμπλήρωσαν στη Β΄ όλοι οι Πατέρες οπό την Ανατολή και την Δύση.

 

Με την απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως κλείνει το τμήμα της προπαρασκευής. Αρχίζει πλέον η Αγία Αναφορά. Τα Τίμια Δώρα είναι έτοιμα στην Αγία Τράπεζα. οι πόρτες είναι κλειστές. οι παρόντες είναι μεταξύ τους συμφιλιωμένοι και αγαπημένοι. Όλοι έχουν ομολογήσει ανεπιφύλακτα την ορθή πίστη. Ο ιερέας στρέφεται προς τον λαό και αρχίζει ένας συγκινητικός διάλογος.

 

Πηγή :http://paroutsas.jmc.gr

Αφήστε μια απάντηση