Ο Θεός δεν είναι πάντοτε εύκολος για τον άνθρωπο…
Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Φεβρουαρίου, 2009
Kανένας και τίποτε δεν μπορεί να αναχαιτίσει εντελώς την εκδήλωση του κακού. Η προσευχή της αγάπης, όμως, έχει τη δύναμη να μεταβάλλει σε μεγάλο βαθμό τη ροή των κοσμικών γεγονότων και να περιορίσει για πολύ τήν έκταση του κακού.
«Και η ζωή ήν τό φως των ανθρώπων. Και το φώς έν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ού κατέλαβεν» (Ιωάν. α΄4-5). Η σκοτία της μη-υπάρξεως δεν μπορεί να καταπιεί το φως της ζωής. Κάθε αγαθό που εκπορεύεται από τον Θεό και επιστρέφει στον Θεό είναι ακατάλυτο.
Η προσευχή είναι μια από τις υψηλότερες μορφές της αγαθής υπάρξεως, του ακατάλυτου, του αιώνιου. Είναι εκείνη «η αγαθή μερίς, ήτις ούκ αφαιρεθήσεται» (Λουκ. Ι΄ 42) στον αιώνα.
Στην αναζήτηση της σωτηρίας του εαυτού του και του πλησίον ο ασκητής, συγκεντρωμένος στον έσω άνθρωπο, διαπιστώνει μέσα του τη δύναμη του «νόμου της αμαρτίας» (Ρωμ. ζ΄23). Βλέποντας πώς η αμαρτία τον «αποκτείνει» (Ρωμ. ζ΄11) παρόλη τήν έφεσή του για το αγαθό, οδηγείται σε απελπισία και στην καταθλιπτική αυτή κατάσταση προσεύχεται.
Θυμούμαστε αξιόλογη επίσκεψη κάποιου ερημίτη μοναχού, προχωρημένης ηλικίας. Ζούσε σε μια χαράδρα κάποιου απομακρυσμένου δασώδους τόπου, κοντά σ΄ ένα χείμαρρο. Είχε πρόσωπο βασανισμένο, άπλυτο από καιρό, ρυτιδιασμένο, χλωμό, γκρίζο. Ήταν ατημέλητος, με λευκά μαλλιά και γένεια, βαθουλωμένα γκριζογάλανα μάτια. Κουβεντιάσαμε πολύ. Μου διηγήθηκε για τον εαυτό του το εξής:
«Πολλά χρόνια πονούσε η ψυχή μου από το λογισμό, πώς να, εμείς οι μοναχοί απαρνηθήκαμε τον κόσμο, αφήσαμε και συγγενείς και πατρίδα, εγκαταλείψαμε το πάν, όσα συνήθως αποτελούν τη ζωή των ανθρώπων? δώσαμε υποσχέσεις ενώπιον Θεού και αγίων αγγέλων και ανθρώπων να ζούμε σύμφωνα με το νόμο του Χριστού? απαρνηθήκαμε το θέλημά μας και περνάμε ουσιαστικά μαρτυρική ζωή και παρόλα αυτά δεν ευδοκιμούμε στο καλό. Άραγε είναι πολλοί από μας πού σώζονται; Εγώ πρώτος χάνομαι. Παρατηρώ και τους άλλους, τους κατέχουν τα πάθη. Όταν, όμως, συναντώ τους κοσμικούς, βλέπω ότι αυτοί ζουν σε μεγάλη άγνοια και αμέλεια και δεν μετανοούν. Και να που σιγά-σιγά, χωρίς να καταλάβω πώς, έμαθα να προσεύχομαι για τον κόσμο. Έχυσα πολλά δάκρυα με τη σκέψη ότι, αν εμείς οι μοναχοί που απαρνηθήκαμε τον κόσμο δεν σωζόμαστε, τότε τι γίνεται γενικότερα στον κόσμο; Έτσι βαθμηδόν μεγάλωνε η θλίψη μου και άρχισα να χύνω δάκρυα απογνώσεως. Και να, πέρυσι ενώ βρισκόμουν στην απελπισία αυτή, εξαντλημένος από το κλάμα, ξαπλωμένος καταγής, εμφανίσθηκε ο Κύριος και με ρώτησε:
«Γιατί θρηνείς έτσι?»;
Εγώ σιώπησα μην μπορώντας να ατενίσω Τον εμφανισθέντα?
«Δεν γνωρίζεις ότι Εγώ θα κρίνω τον κόσμο»;?
Εγώ πάλι σιώπησα παραμένοντας πρηνής? Ο Κύριος μου λέει:
«Θα ελεήσω κάθε άνθρωπο πού επικαλέσθηκε τον Θεό έστω και μια φορά στη ζωή του?».
Μου ήρθε τότε η σκέψη:
«Τότε, γιατί εμείς πάσχουμε έτσι καθημερινά»;
Ο Κύριος στην κίνηση αυτή της σκέψεώς μου απήντησε:
«Εκείνοι που πάσχουν για τήν εντολή Μου, στη Βασιλεία των Ουρανών θα είναι φίλοι Μου, ενώ τους άλλους μόνο θα τους ελεήσω».
Και ο Κύριος έφυγε».
Αυτό συνέβη, ενώ ο ασκητής βρισκόταν σε εγρήγορση. Διηγήθηκε και δυο άλλες οράσεις που είχε, ενώ κοιμόταν ελαφρά μετά από περίλυπη προσευχή για τον κόσμο.
Δεν αναφέρουμε το όνομα του μοναχού αυτού, γιατί ζει ακόμη και αποφεύγουμε τήν αξιολόγηση των οράσεων. Τον ακούσαμε χωρίς τήν παραμικρή εκδήλωση της στάσεώς μας σχετικά με όσα ανέφερε, ακολουθώντας τήν αυστηρή υπόδειξη των πατέρων του Άθω πώς πρέπει να δείχνουμε ιδιαίτερη προσοχή, όταν πρόκειται για οράσεις. Μπορεί, όμως, η αυστηρή μας στάση ή κάτι άλλο αδέξιο από μέρους μας να λύπησε τον γέροντα-μοναχό. Πάντως από τότε δεν ξαναήρθε.
Κατά το χρόνο της επικοινωνίας μας με τους πατέρες του Αγίου Όρους συναντήσαμε εννιά ανθρώπους, πού αγαπούσαν να προσεύχονται για τον κόσμο και προσεύχονταν με δάκρυα αγάπης. Κάποτε ακούσαμε τήν εξής συνομιλία δύο μοναχών. Ο ένας από αυτούς έλεγε:
– Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο Κύριος δεν δίνει τήν ειρήνη στον κόσμο, αν έστω κι ένας άνθρωπος Τον εκλιπαρεί γι΄ αυτό;
Ο άλλος απήντησε:
– Και πώς είναι δυνατή η απόλυτη ειρήνη στη γη, αν μένει έστω και ένας μόνο άνθρωπος με πονηρή θέληση;
Επανερχόμαστε όμως στο κύριο θέμα μας.
* * *
Ο Θεός δεν είναι πάντοτε εύκολος για τον άνθρωπο.
Το επαναλαμβάνουμε, αλλά η φύση του θέματός μας απαιτεί τήν επανάληψη. Δεν είναι πλούσιος ούτε ποικιλόμορφος ο κύκλος των σκέψεων του ασκητή, αλλά οι σκέψεις αυτές ανήκουν στην ύπαρξη εκείνη που δύσκολα αφομοιώνεται. Αιώνες περνούν και στη μακρά ροή τους η ίδια πείρα επαναλαμβάνεται σχεδόν απαράλλακτα. Και, όμως, λίγοι γνωρίζουν τήν ακολουθία της χριστιανικής ασκήσεως, ενώ οι περισσότεροι χάνονται σε αυτόν το δρόμο. Ο Κύριος είπε: «Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις τήν ζωήν, και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. ζ΄14).
Θέλουμε να ξαναμιλήσουμε για το θέμα που ήταν το αντικείμενο των μακρών συνομιλιών του Γέροντα με τον πατέρα Στρατόνικο. Η οδός του χριστιανού σε γενικές γραμμές είναι η εξής:
Στην αρχή ο άνθρωπος ελκύεται προς τον Θεό με τη δωρεά της χάριτος και, όταν προσελκυσθεί, αρχίζει η μακρά περίοδος της δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη του στον Θεό και δοκιμάζεται «σκληρά». Στην αρχή οι προς τον Θεό αιτήσεις, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις που μόλις εκφράζονται, συνήθως εκπληρώνονται με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από τον Θεό. Όταν, όμως, έλθει η περίοδος της δοκιμασίας, τότε όλα αλλάζουν και ο ουρανός φαίνεται σαν να κλείνεται και να γίνεται κωφός σε όλες τις δεήσεις. Στον θερμό χριστιανό όλα στη ζωή του γίνονται δύσκολα. Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντί του χειροτερεύει? παύουν να τον εκτιμούν? αυτό που ανέχονται στους άλλους σε αυτόν δεν συγχωρείται? η εργασία του αμείβεται σχεδόν πάντοτε κάτω από το νόμιμο? το σώμα εύκολα προσβάλλεται από ασθένειες. Η φύση, οι περιστάσεις, οι άνθρωποι, όλα στρέφονται εναντίον του. Παρά τα φυσικά του χαρίσματα ?όχι μικρότερα των άλλων- δεν βρίσκει ευνοϊκούς όρους να τα χρησιμοποιήσει. Επί πλέον υπομένει πολλές επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις? και το αποκορύφωμα, η ανυπόφορη οδύνη από τη θεία εγκατάλειψη. Τότε κορυφώνεται το πάθος του, γιατί πλήττεται ο όλος άνθρωπος σε όλα τα επίπεδα της υπάρξεώς του.
Εγκαταλείπει ο Θεός τον άνθρωπο;? Είναι άραγε αυτό δυνατόν;?
Και εν τούτοις, στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πώς Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους και όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αναπάντητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος. Η ψυχή εσωτερικά εντείνει τήν κραυγή της προς Αυτόν, αλλά δεν «βλέπει» ούτε βοήθεια ούτε και προσοχή. Όλα τότε γίνονται φορτικά.
Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογο κόπο. Η ζωή γεμίζει από μόχθους και αναφύεται μέσα στον άνθρωπο το αίσθημα πώς βαραίνει επάνω του η κατάρα και η οργή του Θεού. Όταν, όμως, περάσουν αυτές οι δοκιμασίες, τότε θα δει ότι η θαυμαστή πρόνοια του Θεού τον φύλαγε προσεκτικά σε όλες τις πτυχές της ζωής του.
Πείρα χιλιόχρονη πού παραδίδεται από γενεά σε γενεά μαρτυρεί πώς, όταν ο Θεός βλέπει τήν πίστη της ψυχής του αγωνιστή προς Αυτόν, όπως είδε τήν πίστη του Ιώβ, τότε θα τον οδηγήσει σε απρόσιτες αβύσσους και ύψη δυσανάβατα σε άλλους. Όσο πληρέστερη και ισχυρότερη είναι η πίστη και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στον Θεό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το μέτρο των δοκιμασιών και το πλήρωμα της πείρας, που μπορεί να φθάσει σε μεγάλο βαθμό. Τότε γίνεται ολοφάνερο πώς έφτασε στα όρια, πέρα από τα οποία ο άνθρωπος αδυνατεί να προχωρήσει.
* * *
Όσο ο άνθρωπος κατέχεται από τήν υπερηφάνεια, είναι έκθετος στις επιθυμίες της ιδιαίτερα οδυνηρής απελπισίας, πού παραμορφώνει όλες τις παραστάσεις σχετικά με τον Θεό και τήν πρόνοιά Του. Η υπερήφανη ψυχή, ριγμένη στα ερέβη του άδη, θεωρεί υπεύθυνο για τα βάσανά της τον Θεό και Τον αντιλαμβάνεται σαν πολύ σκληρό. Στερημένη από τήν πραγματική εν Θεώ ύπαρξη, ερμηνεύει τα πάντα με τη δική της θλιβερή κατάσταση και αρχίζει να μισεί και τη ζωή της και γενικά όλη τήν ύπαρξη του κόσμου. Επειδή μένει έξω από το Θείο φως, η απόγνωσή της τήν κάνει να φθάσει σε τέτοιο σημείο, πού και η ύπαρξη του Ίδιου του Θεού αρχίζει να της φαίνεται ως παραλογισμός χωρίς ελπίδα, γι΄ αυτό και η απώθηση του Θεού και το μίσος για κάθε ύπαρξη συνεχώς αυξάνουν.
Οι άνθρωποι της πίστεως αποφεύγουν αυτή τήν απόγνωση και το μίσος, γιατί με τήν πίστη σώζεται ο άνθρωπος? με τήν πίστη στο λόγο του Θεού, με τήν παράδοση στην αγάπη και τήν ευσπλαγχνία Του, με τήν εμπιστοσύνη στη μαρτυρία των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι περισσότεροι από τους ευσεβείς χριστιανούς ίσως δεν έζησαν στην καθημερινή ζωή τήν ανάσταση της ψυχής, αλλά η πίστη σε αυτήν τους φυλάγει. Για τήν πίστη αυτή μιλούσε πολλές φορές ο Γέροντας παραπέμποντας στα λόγια του Κυρίου: «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιωάν. κ΄29). Έρχεται ώρα πού η πίστη αυτή θα εξάγει τον άνθρωπο από το σκοτάδι και τήν καταπιεστική δουλεία και θα τον οδηγήσει στην ελευθερία της αληθινής άφθαρτης ζωής, πού το μεγαλείο της είναι τελείως ιδιαίτερο, ανόμοιο με τη συνηθισμένη ανθρώπινη αντίληψη για το μεγάλο και το ωραίο.
* * *
Αλλιώς ενεργεί ο εχθρός διάβολος με όσους τον δέχονται και αλλιώς με όσους του αντιστέκονται. Άλλη η οδύνη της υπερήφανης απόγνωσης και άλλη η θλίψη της ευσεβούς ψυχής, όταν ο Θεός παραχωρήσει στο διάβολο να τήν πολεμήσει. Αυτός ο τελευταίος πειρασμός είναι εξαιρετικά βαρύς και σπάνια παραχωρείται
_____________________________
Από το βιβλίο “Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης”, Αρχιμ.Σωφρόνιου (Σαχάρωφ), σ.253-259
Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.