ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2009
Ο ΑΒΒΑΣ ΗΣΑΙΑΣ, ο Πρεσβύτερος του Πηλουσίου, μάλωνε τους αδελφούς, όταν συνωμιλούσαν στην τράπεζα.
– Μη μιλάτε, παιδιά μου, τους έλεγε. Η τράπεζα του μοναχού πρέπει να είναι δεύτερη Εκκλησία. Είδα κάποτε ένα φτωχό που ενώ έτρωγε εδώ μαζί με όλους, η προσευχή του σαν φωτεινή στήλη άγγιζε τον ουρανό.
***
ΠΕΡΑΣΑΝ κάποτε από το κελλί του Αββά Λουκίου οι λεγόμενοι Ευχίται Μοναχοί.
Ο Γέροντας τους κράτησε και συνωμίλησε μαζί τους.
– Όταν κοιμάσθε, ποιός προσεύχεται για σας;
– …
Όταν αρχίζωμε το πρωί τη δουλειά μας, λέγει ο καθένας μας: « ελέησον με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεος σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημα μου». Δεν είναι τούτο προσευχή;
Όταν με το νου προσεύχωμαι, τα χέρια μου πλέκουν. Από την εργασία μου αυτή κερδίζω δεκαέξι νομίσματα. Ξοδεύω ελάχιστα για το καθημερινό μου ψωμί και τα υπόλοιπα τα δίνω ελεημοσύνη στους πτωχούς και αρρώστους αδελφούς μου, που δεν μπορούν να εργασθούν. Το ίδιο κάνουν και οι άλλοι αδελφοί. Όταν λοιπόν εμείς τρώμε ή κοιμώμεθα, οι πτωχοί προσεύχονται για μας και η καρδιά μας μας πληροφορεί πως έτσι εφαρμόζομε τη σύστασι του Αποστόλου.
Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.