Η ευχή του Αγίου
Κάποτε, ο Διοικητής της Καισαρείας είχε αδικήσει χρηματικά μια χήρα. Και εκείνη προσέτρεξε στον Άγιο Αρχιεπίσκοπο, παρακαλώντας τον να γράψει επιστολή στον άρχοντα για να της αποδώσει το δίκιο της. Πράγματι ο Μητροπολίτης έγραψε στο Διοικητή και εκείνος απάντησε: ?δια την αγάπη σου Πάτερ, θέλησα να τη συμπαθήσω, αλλά Δε μπόρεσα, διότι χρωστά πραγματικά χρήματα?. Και ο Μακαριώτατος Βασίλειος ανταπάντησε προφητικά: ?Εάν μεν όπως λέγεις, θέλησες να τη συμπαθήσεις και δε μπόρεσες έχει καλώς. Εάν όμως μπορούσες και δε θέλησες, να φέρει και σένα ο Θεός στην τάξη των δεομένων, ώστε όταν έχεις ανάγκη να σε συμπαθήσουν, να μη μπορέσεις?. Δεν πέρασαν από τότε πολλές ημέρες και τόσο οργίστηκε ο βασιλιάς με εκείνο τον άρχοντα-διοικητή, που έστειλε και τον συνέλαβαν και τον γυρνούσαν σιδηροδέσμιο από πόλη σε πόλη για να πληρώνει τις αδικίες που είχε κάνει. Τότε θυμήθηκε ο άρχοντας την πρόρρηση του Αγίου και τον παρακάλεσε να κάνει δέηση προς τον Θεό, για να τον λυπηθεί ο βασιλιάς. Και ο Άγιος τότε Βασίλειος, γεμάτος καλοσύνη, με μία μονάχα ευχή του προς το Θεό, ημέρωσε την καρδιά του βασιλιά και σε έξι μονάχα ημέρες από τότε, ήρθαν βασιλικά γράμματα που πρόσταζαν να ελευθερωθεί ο άρχοντας από την καταδίκη του!!!
Ταπεινός υπηρέτης
Μια άλλη φορά πάλι έγινε μεγάλη πείνα στην επαρχία του Αγίου και οι πλούσιοι για να κερδίσουν περισσότερα, κρατούσαν το σιτάρι στις αποθήκες και δεν το πουλούσαν στους φτωχούς. Βλέποντας αυτό το απάνθρωπο γεγονός, άρχισε με κάθε τρόπο να τους διδάσκει για την αρετή της ελεημοσύνης, τους νουθετούσε, τους έγραψε λόγους, ώσπου στο τέλος κατάφερε να ανοίξει τις καρδιές και τις αποθήκες τους και να σωθούν οι φτωχοί και να αντιμετωπισθεί η φοβερή πείνα. Και μάλιστα ο ίδιος, ο Δεσπότης Καισαρείας, ο Μέγας Βασίλειος, ως ταπεινός υπηρέτης μόνος διακονούσε στη διανομή του σιταριού, μόνος έβραζε τα όσπρια, μόνος μοίραζε στους φτωχούς το ευλογημένο φαγητό τους, τον άρτο αυτών τον επιούσιον!..
Αναμέτρηση με τον Ιουλιανό
Στα χρόνια που βασίλευε ο Ιουλιανός ο παραβάτης και αποστάτης, που ήθελε να ζωντανέψει την ειδωλολατρία – όπως κάποιοι προσπαθούν να την αναβιώσουν στις ημέρες μας (νεοειδωλολατρία)- και να ξαναχτίσει το Ναό του Σολομώντα (στην προσπάθειά του όμως έβγαιναν φοβερές φλόγες από τον τόπο εκείνο, που κάναν αδύνατο το πλησίασμα!!!), έχοντας σκοπό να τραβήξει για τα μέρη της Περσίας, ήρθε κοντά στην Καισαρεία. Ο Άγιος γνώριζε τον Ιουλιανό από την Αθήνα, όταν σπούδαζαν και οι δύο εκεί, αλλά τι διαφορετικό δρόμο πήρε ο καθένας… Ο Μητροπολίτης της πόλης λοιπόν έβγαινε τώρα να προϋπαντήσει τον βασιλιά και εκείνος ζήτησε ως δώρο τρεις άρτους από εκείνους που έτρωγε ο Άγιος. Βέβαια ο Άγιος έτρωγε κριθαρένιο ψωμί και από εκείνο ακριβώς πρόσφερε στον Ιουλιανό.Ο Ιουλιανός δέχθηκε το δώρημα και διέταξε να γίνει ανταμοιβή και να δώσουν εκείνοι στον Άγιο χόρτο από το λιβάδι!Βλέποντας ο Άγιος την καταφρόνηση αυτή είπε: ?Εμείς ω βασιλιά, από εκείνο που τρώγουμε, καθώς εζήτησες, σου προσφέραμε. Και η βασιλεία σου, όπως αρμόζει, μας αντάμειψε τη δωρεά από εκείνο που τρώγεις?…Μόλις άκουσε αυτά ο βασιλιάς θύμωσε πολύ και λεει απειλητικά στον Άγιο:?Τώρα δέξου τη δωρεά αυτή και όταν επιστρέψω από τη Περσία νικητής, τότε, την μεν πόλη σου θα κατακάψω, τον δε από σένα απατώμενο μωρό λαό θα αιχμαλωτίσω, διότι τους θεούς τους οποίους εγώ προσκυνώ αυτοί ατιμάζουν, εσύ δε θα λάβεις την πρέπουσα αμοιβή?!Και αφού ξεστόμισε αυτές τις φρικτές απειλές ο αυτοκράτορας Ιουλιανός, τράβηξε για την Περσία.Ο δε Άγιος επέστρεψε με τη σειρά του μέσα στην Καισαρεία και κάλεσε όλο τον κόσμο. Αφού τους είπε τις απειλές του βασιλιά για την καταστροφή της πόλης και την αιχμαλωσία, τους συμβούλευσε να μη λυπηθούν τα χρήματά τους, αλλά να φροντίσουν για τη ζωή τους και ό,τι χρήματα έχουν να τα μαζέψουν σε ένα τόπο και όταν μάθουν ότι επιστρέφει ο βασιλιάς, να τα ρίξουν σωρούς στους δρόμους, μην και εκείνος ως φιλοχρήματος βλέποντάς τα ειρηνεύσει και δεν πράξει το κακό που σκέπτεται.Οι Χριστιανοί πράγματι, πήγαν και έφεραν έναν αμέτρητο πλούτο: χρυσάφι, ασήμι, και πολύτιμους λίθους! Ο Άγιος, τα τοποθέτησε όλα στο Σκευοφυλάκιο, γράφοντας το καθενός το όνομα για να φυλαχτούν, μέχρι να μάθουν για την επιστροφή του Ιουλιανού.
Ο Άγιος Μερκούριος
Όταν λοιπόν μαθεύτηκε ότι επιστρέφει, μάζεψε τους Χριστιανούς με τις γυναίκες και τα παιδιά τους και τους είπε να νηστεύσουν τρεις ημέρες. Έπειτα τους πήρε όλους και ανέβηκαν στο βουνό της Καισαρείας που ονομαζόταν Δίδυμο, επειδή είχε δύο κορυφές. Στο βουνό αυτό υπήρχε Ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου όλοι οι Χριστιανοί σαν έφτασαν, άρχισαν με συντετριμμένη καρδιά να παρακαλούν τον εύσπλαχνο Χριστό και την Υπέραγνη Μητέρα Αυτού, όπως μεταλλάξει την απόφαση του ασεβέστατου βασιλιά. Τότε και ενώ συνεχιζόταν η προσευχή, είδε ο Άγιος Βασίλειος πλήθος στρατιάς ουρανίου να κυκλώνει το όρος και ανάμεσά τους μια γυναίκα να κάθεται σε θρόνο με πολλή δόξα, η οποία είπε στους Αγγέλους που βρισκόταν γύρω της: ?Καλέσατέ μου το Μερκούριο, όπως μεταβεί και φονεύσει τον εχθρόν του Υιού μου Ιουλιανό?!Είδε τότε ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας ότι ήλθε ο Μάρτυς Μερκούριος ενδεδυμένος με τα όπλα του και λαβών προσταγή από τη γυναίκα εκείνη η οποία ήταν η Υπεραγία Θεοτόκος, έφυγε αμέσως!Έπειτα, η Βασίλισσα των Αγγέλων, η Παναγία, προσκάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και του παρέδωσε βιβλίο που περιείχε γραμμένη όλη τη δημιουργία της Κτίσεως και κατόπι τον άνθρωπο πλασμένο υπό του Θεού. Και στην αρχή του βιβλίου ήταν επιγραφή που έλεγε ?Ειπέ?, ενώ στο τέλος του βιβλίου όπου και έλεγε για την πλάση του ανθρώπου έγραφε ?Τέλος? (αυτό εσήμαινε ότι επειδή ο Άγιος έγραφε ένα βιβλίο ερμηνευτικό στην Εξαήμερο του Μωυσή σχετικά με τη δημιουργία του Κόσμου, το κεφάλαιο περί της πλάσεως του ανθρώπου από το Θεό δε θα το τελείωνε. Το τελείωσε όμως μετά την κοίμησή του, ο αδελφός του Άγιος Γρηγόριος Νύσσσης).Αυτή την οπτασία αφού είδε ο Άγιος ευθύς εξύπνησε και μαζί με κάποιους Κληρικούς κατέβηκε αμέσως στην πόλη της Καισαρείας, όπου και βρισκόταν Ναός του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, στον οποίο βρισκόταν το λείψανο και τα όπλα του, επειδή ο Άγιος Μερκούριος είχε μαρτυρήσει εκεί προ εκατό ετών. Σ΄ αυτό το Ναό μπήκε λοιπόν ο Αρχιεπίσκοπος Βασίλειος και μη βρίσκοντας το λείψανο και τα όπλα, ρωτούσε τον Σκευοφύλακα της Εκκλησίας τι απέγιναν. Εκείνος βέβαια δε γνώριζε τίποτα. Τότε κατάλαβε ο Μέγας Βασίλειος ότι ήταν αληθινό το όραμα και ότι κατά τη νύχτα εκείνη εφονεύθη ο ασεβέστατος Ιουλιανός!Αμέσως, ο Άγιος Μητροπολίτης ξανανέβηκε στο βουνό και λεει στους Χριστιανούς:?Χαίρετε και αγαλλιάσθε σήμερον, αδελφοί. Εισακούσθηκε η δέησή μας, διότι ο μιαρός βασιλεύς υπέστη την πρέπουσα τιμωρία. Οπότε ευχαριστούντες το Θεό, ας πάμε στην πόλη, για να λάβει ο καθένας τα χρήματα που έδωσε?.Μόλις άκουσαν αυτά οι Χριστιανοί, είπαν όλοι δυνατά με μια φωνή:?Σκεφθήκαμε να τα δώσουμε στον ασεβή βασιλιά για τη ζωή μας. Τώρα να μην τα προσφέρουμε στον Βασιλέα του ουρανού και της γης, ο οποίος μας εχάρισε τη ζωή;?…Ο Άγιος, επαίνεσε τότε την προθυμία τους και όρισε να λάβουν το ένα τρίτο από ό,τι έδωσε ο καθένας και με τα υπόλοιπα να χτίσουν πτωχοτροφεία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, γηροτροφεία και ορφανοτροφεία (σ.σ. όλα αυτά που απετέλεσαν αργότερα το θαυμαστό χριστιανικό, φιλανθρωπικό συγκρότημα της Βασιλειάδας).
Πηγή :http://noiazomai.tripod.com/AgiosBasileiosbios.html
Υποβλήθηκε στις 1 Ιανουαρίου, 2009 στις 6:19 μμ και βρίσκεται κάτω από ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ.
.
Μπορείς να παρακολουθείς τα σχόλια για το άρθρο χρησιμοποιώντας RSS 2.0 τροφοδότης (feed).
Μπορείς να πας στο τέλος και να αφήσεις σχόλιο. Το Pinging προσωρινά δεν επιτρέπεται.
Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.