kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΔΥΤΙΚΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις Μάιος 29, 2016

Απεικόνιση του Χριστού, στην Ορθόδοξη και Δυτική αγιογραφία

Σύμφωνα με το έργο του Ψευδο – Διονυσίου του Αρεοπαγίτη (5ος αιώνας μ.Χ.)“Περί Ουρανίου Ιεραρχίας”, η εν κόσμω Εκκλησία που αποκαλείται και “στρατευομένη”, θεωρείται τύπος και εικόνα τής ουράνιας Εκκλησίας. Τα πάντα λοιπόν σ’ αυτήν επειδή ανακαλούν τον ουράνιο κόσμο πρέπει να τον εκφράζουν, ιδιαίτερα δε η ζωγραφική τέχνη οφείλει να αναπαριστά, όχι με μορφές τής καθημερινής ζωής, αλλά εκφράζοντας αυτόν τον ουράνιο και υπεραισθητό κόσμο. Και ακριβώς αυτό έγινε η θεμελιώδης αρχή τής χριστιανικής τέχνης, ήδη από τους πρώτους αιώνες, όταν ξεκινούσαν δειλά – δειλά στις κατακόμβες τα πρώτα δημιουργήματά της.

Σύμμαχό της μάλιστα, βρήκε την ελληνική φιλοσοφία και ιδιαίτερα την νεοπλατωνική, η οποία βοήθησε τα μέγιστα στην κατανόηση αυτού του χριστιανικού ιδεώδους. Λόγου χάρη ο μεγάλος νεοπλατωνικός φιλόσοφος τού 3ου αιώνα μ.Χ. Πλωτίνος στο έργο του “Εννεάδες”, μιλάει για την ενόραση του κόσμου “με τους εσωτερικούς οφθαλμούς”, με τους οποίους γίνεται κατανοητή η βαθύτερη ουσία των όντων και κατορθώνεται μέσα στον καθένα “η λάμψη της θεοειδούς αρετής”, πράγμα που δεν μπορεί να συμβεί με τις απλές εξωτερικές εντυπώσεις, τις οποίες προσφέρουν οι σωματικοί οφθαλμοί. Η αληθινή γνώση κατ’ αυτόν δεν πρέπει να είναι αναλυτική και μερική, αλλά ολοκληρωτική και άμεση, και αυτό επιτυγχάνεται με την θεωρία του αληθινού πυρήνα των πραγμάτων. Αλλά ο πυρήνας αυτός ο οποίος καθορίζει την δυναμική που διαμορφώνει τα όντα, την ούτως ειπείν αριστοτελική “εντελέχεια”, δεν είναι δυνατόν, όπως είναι φυσικό, να έχει καμιά σχέση με το εφήμερο και παροδικό, δηλαδή προς την φυσική πραγματικότητα που μας περιβάλλει και υποπίπτει στις αισθήσεις μας.

Γι’ αυτό λοιπόν, σύμφωνα με τα παραπάνω, απέφυγε η Ορθόδοξη αγιογραφία την απεικόνιση των ιερών μορφών τής Εκκλησίας κατά τη φυσική πραγματικότητα και αναζήτησε – διά της μεθόδου τής αφαιρέσεως επί των παριστανομένων μορφών – να εκφράσει την πνευματική πραγματικότητα, η οποία αποτελεί γι’ αυτήν την υψηλότερη αλήθεια. Λόγου αυτού του γεγονότος, όταν άρχισε να δημιουργεί, δεν έλαβε υπόψη της συγκεκριμένα υποδείγματα (modeles) ανθρώπων, τα οποία θα αντέγραφε συστηματικά για να απεικονίσει τα ιερά της πρόσωπα. Αυτή άλλωστε είναι και η βασικότερη ποιοτική διαφορά, μεταξύ Ορθοδόξου και Δυτικής τέχνης. Ας δούμε λοιπόν αναλυτικά αυτή τη διαφορά, στα δύο κυριότερα πρόσωπα τής εικονογραφίας, τον Χριστό και τηνΘεοτόκο.

Ο Χριστός, ο οποίος στα αριστουργηματικά “Εγκώμια” τής Εκκλησίας μας την Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, εξυμνείται ως “ο ωραιότερος στην ομορφιά (πνευματική) υπεράνω όλων των ανθρώπων”, ως έχων “την θεία και ανείπωτη ομορφιά” κ.λ.π. και η Θεοτόκος, η οποία τιμάται στους “Χαιρετισμούς” ως“αυτή που την περιβάλλει η θεία χάρη, που είναι για τα μάτια λάμψη αγιότητας και … όλη καλή”, ως “αγία, μεγαλύτερη όλων των αγίων” και ως “η μόνη αναμάρτητη μεταξύ των γυναικών και καλή”, για “την ωραιότητα τής παρθενία της και το υπέρλαμπρο της αγνείας της” από την οποία μένει κατάπληκτος στον Ευαγγελισμό της ο αρχάγγελος Γαβριήλ, θα ήταν ταυτόχρονα ασέβεια και “έγκλημα” αν τους απεικονίζαμε κατά το φυσικό κάλλος ορισμένων ανθρώπων που θα χρησίμευαν ως “μοντέλα”.

Γι’ αυτό “σοφά ποιώντας” η Ορθόδοξη τέχνη και για τα δύο αυτά πρόσωπα, έπλασε τους ιδεαλιστικούς εκείνους τύπους, εις τους οποίους ο τονισμός και η έξαρση των χαρακτηριστικών τους, απομακρύνουν από τις φυσιογνωμίες τής καθημερινής μας ζωής και υποβάλουν την ιδέα τής υπερβατικής πραγματικότητας, στην οποία πράγματι ανήκουν. Έτσι κανένα πρότυπο (μοντέλο), κανένα υπόδειγμα ανθρώπου υπάρχει, το οποίο να αποτελεί την βάση έμπνευσης στον ορθόδοξο καλλιτέχνη όσον αφορά τις ιερές μορφές του Σωτήρα μας και της μητέρας Αυτού.

Βέβαια, και πρέπει να ειπωθεί και αυτό, οι μη γνωρίζοντες το ιδεαλιστικό αυτό πρότυπο τής Ορθοδοξίας για την απεικόνιση των ιερών μορφών, δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί οι ιερές αυτές μορφές αποδίδονται από τον Ορθόδοξο καλλιτέχνη μ’ αυτό τον τρόπο, έχοντας δηλαδή υπερφυσικά τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, όπως τεράστια μάτια, τεράστια μύτη ή τα υπερβολικά επιμήκη δάχτυλα ή τα σκελετωμένα χέρια.

Αλλά όσοι αντιλαμβάνονται βαθύτερα το Ορθόδοξο αυτό καλλιτεχνικό ιδεώδες καθίστανται ικανοί να εκτιμήσουν την προσπάθεια του Ορθόδοξου αγιογράφου, ο οποίος δια της “υπερβολής”, της “υπερβάσεως” και αυτής ακόμη της “παραμορφώσεως” επιχειρεί να εκφράσει το “υπέρ φύσει, υπέρ λόγο και υπέρ έννοια” στοιχείο των θείων προσώπων.

Σε αντίθεση με τη γραμμή αυτή τής Ορθοδοξίας η Εκκλησιαστική τέχνη τής Δύσης, η οποία ενδιαφέρεται όχι τόσο για το βάθος αλλά για την επιφάνεια, διαμόρφωσε τύπους των ιερών προσώπων βάσει συγκεκριμένων φυσικών προτύπων (modeles) ανθρώπων. Έτσι “ωραίοι” και ονειροπόλοι νεαροί της Δύσης έγιναν τα μοντέλα για να απεικονιστεί ο Χριστός και ορισμένες γυναίκες, ευνοούμενες ή ερωμένες των ζωγράφων τής Δύσης, έγιναν υποδείγματα για την μορφή τής Θεοτόκου. Με άλλα λόγια, αυτή ή εκείνη, η αισθησιακά ωραία γυναίκα, δάνεισε τη μορφή της, σε πολλούς ζωγράφους για την απεικόνιση τής αχράντου και Υπεραγίας Θεοτόκου.

Λόγου χάρη ο Φλωρεντιανός Ιταλός ζωγράφοςFilippo Lippi (Φιλίππο Λίππι 1406 – 1469) υπόδειγμα (μοντέλο) για τις Παναγίες του χρησιμοποίησε την ερωμένη του και μετέπειτα σύζυγό του Lucrezia Buti. Την απεικόνιση αυτής λοιπόν ως Θεομήτορα, έχουμε σε ικανό αριθμό εικόνων, όπως αυτές που βρίσκονται στο περίφημο μουσείο τής Φλωρεντίας Uficci: “η Παρθένος και το Παιδίον”, “η Παρθένος γονυκλινής προ του Παιδίου”, “η Παρθένος λατρεύουσα το Παιδίον”, “η Γέννηση του Ιησού Χριστού”, “η στέψη τής Παρθένου” και στο ανάκτορο Pitti της ίδιας πόλης, το οποίο έχει μετατραπεί σε μουσείο, βρίσκουμε την“βρεφοκρατούσα Παρθένο”.

Αλλά και ο περίφημος Ιταλός ζωγράφος και αρχιτέκτονας τής ΑναγέννησηςΡαφαήλ ή Ραφαέλο Σάντσιο (1483 – 1520), ως πρότυπο των περισσοτέρων εικόνων του για την Παναγία είχε την ανθοπώλη τής Φλωρεντίας, την οποία αγαπούσε σφοδρά. Την μορφή αυτής αναγνωρίζουμε μεταξύ άλλων και στο αναφερθέν ανάκτορο Pitti, στην εικόνα που ονομάζεται “η Παναγία του μεγάλου Δούκα”, σε αυτή που βρίσκεται στο περίφημο μουσείοΛούβρο των Παρισίων και φέρει την επωνυμία “αγία οικογένεια” ή Φραγκίσκου του 1ου, στην αποκαλούμενη εικόνα “η ωραία κηπουρός” που βρίσκεται στο ίδιο μουσείο κ.ά. Επίσης αυτή που εξυμνήθηκε ακόμα και με ποιήματα από τον Ραφαήλ, Fornarina, την μορφή τής οποίας βρίσκουμε εικονιζομένη στο ανάκτορο Pitti, σε πίνακα που ονομάζεταιla dame au voile δηλ. “η κυρία με το βέλο”είναι ακριβώς η ίδια που απεικονίζεται ως“βρεφοκρατούσα Παναγία” στη Δρέσδη της Γερμανίας και η οποία είναι γνωστή ως “Παναγία του αγίου Σίξτου”.

Ο Ολλανδός ζωγράφος Ρούμπενς (1577 – 1640), χρησιμοποίησε ως μοντέλο για τις Παναγίες του την ερωμένη του και κατόπιν δεύτερη σύζυγό τουΕλένη Fourment, την οποία βρίσκουμε να εικονίζεται στο εν Haus der Kunst του Μονάχου μεγάλο πίνακα τής “Γέννησης του Χριστού”, στην “αγία οικογένεια” στο ανάκτορο Pitti, κ.ά. Χαρακτηριστική μάλιστα είναι η εικόνα του “αγίου Γεωργίου”, η οποία βρίσκεται στο παρεκκλήσι τού τάφου τού ζωγράφου, στην οποία ο Ρούμπενς έχει παραστήσει ιερά πρόσωπα, τα οποία βασίζονται στις μορφές των μελών τής οικογένειάς του, ο δε εικονιζόμενος άγιος Γεώργιος είναι αυτός ο ίδιος!

Τέλος ο Ιταλός ζωγράφος τής Αναγέννησης Τιτσιάνο Βετσέλλιο γνωστότερος ωςΤισιανός (1477 – 1576) δεν δίστασε να παραστήσει την δούκισσα ΕλεονώραGonzaga η οποία φημίζονταν για την ομορφιά της ως ολόγυμνη “αναπαυόμενη Αφροδίτη” σε πίνακα που σήμερα βρίσκεται στο μουσείο τής Δρέσδης τής Γερμανίας και έπειτα χρησιμοποιώντας την ίδια ως μοντέλο ως “Θεοτόκο μετά του παιδίου Ιησού”, εικόνα που συναντούμε στο μουσείο Uficci τής Φλωρεντίας.

Αξίζει τώρα να επισημάνουμε στο σημείο αυτό και την επίδραση που άσκησε στην Ορθόδοξη αγιογραφία απεικόνισης των ιερών μορφών του Χριστού και τής μητέρας του Παναγίας, η Δυτική τέχνη που βασίζονταν σε ανθρώπινα πρότυπα (μοντέλα). Πολλές λοιπόν από τις Παναγίες αυτές των Δυτικών ζωγράφων και άλλες παρόμοιες χαλκογραφίες που είχαν δημιουργηθεί από αυτούς εξαπλώθηκαν ευρύτατα, από την Τουρκοκρατία και μετέπειτα στον Ορθόδοξο κόσμο, και κατόπιν από γινόμενες λιθογραφίες κατά τον 19ο αιώνα, προήλθαν αντίγραφα διά ελαιογραφίες, τα οποία κατέκλυσαν αρκετούς Ορθόδοξους ναούς. Αλλά και στην περίπτωση εκείνη, όταν τα δυτικά αυτά υποδείγματα αγιογραφίας δεν αντιγράφτηκαν αυτούσια, επέδρασαν όμως σημαντικότατα δια των “γλυκερών” μορφών τους στην Ορθόδοξη αγιογραφία.

Έτσι “πολιτογραφούμενες” οι εικόνες αυτές και από εμάς θεωρήθηκαν “ορθόδοξες”, αγνοώντας έτσι πως κάθε άλλο παρά ορθόδοξες είναι, αφού εξιδανικεύουν πολλές φορές το ερωτικό πάθος των δημιουργών τους και διαιωνίζουν εκείνη την αισθηματική συγκίνηση, η οποία βέβαια είναι παντελώς άσχετη με την ιερά συγκίνηση την οποία απαιτεί από την εικόνα η παράδοση της αυστηρής Ορθοδοξίας. Εικόνες της Θεομήτορος που ανακαλούν στη μνήμη, λόγου χάρη την ερωμένη Lucrezia Buti τού Filippo Lippi, νομίζουμε πως είναι απαράδεκτες για την Ορθοδοξία.

Βέβαια δεν πρέπει να νομίσει κάποιος πως η Ορθόδοξη αγιογραφία, αγνόησε καθ’ όλη την μακραίωνη πορεία της, την φυσική πραγματικότητα, δηλαδή το λεγόμενο ρεαλιστικό στοιχείο και ιδιαίτερα από την εποχή των Παλαιολόγων και μετέπειτα. Αλλά ως τέχνη κατ’ εξοχή πνευματική, όλους αυτούς τους αιώνες που διαμορφώνονταν, ενδιαφέρθηκε να αναδείξει τον αληθινό χαρακτήρα της που ήταν πνευματικός. Όμως το ρεαλιστικό στοιχείο το χρησιμοποίησε η Ορθόδοξη τέχνη, όχι όπως η Δυτική και όπως ίσως εννοούμε εμείς σήμερα διδαχθέντες από την Αναγέννηση, δηλαδή χρησιμοποιώντας και τρεις διαστάσεις, αλλά δισδιάστατα για να αναδείξει το πνευματικό του στοιχείο.

Με άλλα λόγια ενώ στη Δυτική τέχνη το ρεαλιστικό στοιχείο αποτελεί αυτοσκοπό, αντίθετα στην Ορθόδοξη τέχνη η παρουσία του ρεαλιστικού στοιχείου γίνεται, για να καταδείξει την υποταγή τού υλικού μας στοιχείου στο πνευματικό, της κατώτερης φύσης μας στην ανώτερη. Η υποταγή αυτή του υλικού στο πνευματικό που απεικονίζεται στις εικόνες εμφανίζει και την ομορφιά που αποκτά το πρώτο από το δεύτερο, όπως ακριβώς ο Χριστός γινόμενος άνθρωπος θέωσε την ανθρώπινη σάρκα. Την θέωση αυτή τής ανθρώπινης σάρκας, αισθητοποιούν θαυμάσια οι τέτοιου είδους Ορθόδοξες αγιογραφίες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Κωνσταντίνος Καλοκύρης: Εισαγωγή στη Χριστιανική και Βυζαντινή Αρχαιολογία (Η Τέχνη Ανατολής & Δύσεως)

2. Ελληνική και Ξένη Βικιπαίδεια (Wikipedia)

http://antiairetikos.blogspot.gr

Αφήστε μια απάντηση