kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η καθοριστική συνάντηση του Ιουστίνου με κάποιον Χριστιανό

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούλιος 5, 2014

Η συνάντηση του αγίου Ιουστίνου του Μάρτυρα με κάποιον χριστιανό, ήταν καθοριστική για την υπόλοιπη πορεία της ζωής του. Κατόπιν αυτής της συνάντησης, ο Ιουστίνος στράφηκε προς τον Χριστό και την Εκκλησία, κάνοντας το πιο καθοριστικό βήμα της ζωής του. Αφού πρώτα περιπλανήθηκε αναζητώντας την αλήθεια στους Στωικούς (από τους οποίους αργότερα έφυγε γιατί δεν του πρόσθεσαν καμία γνώση περί του Θεού), στους Περιπατητικούς (από τους οποίους έφυγε γιατί του ζήτησαν χρήματα), στους Πυθαγόρειους (οι οποίοι τον έδιωξαν καταφρονώντας τον επειδή δεν είχε σπουδάσει μουσική, γεωμετρία, και αστρονομία), κατέληξε στους Πλατωνικούς, από τους οποίους έφυγε όταν γνώρισε την Χριστιανική Πίστη. Ας παρακολουθήσουμε απόσπασμα από τον διάλογο του Ιουστίνου πριν γίνει Χριστιανός, με έναν ήδη έμπειρο Χριστιανό, που συνάντησε σε ένα ήσυχο τόπο. Γίνετε λόγος περί του ότι ο λόγος περί του Θεού (η θεολογία) δεν είναι στοχαστική αλλά εμπειρική. Και μάλιστα, εμπειρία εν Πνεύματι Αγίω. Και αυτή είναι μια από τις βασικές διαφορές της θεολογίας από την φιλοσοφία, και κατ’ επέκταση, του Θεού που αποκαλύπτεται από τον φιλοσοφικό ‘’θεό’’ που ‘’ανακαλύπτεται’’.
«Και ενώ σε αυτήν την διάθεση βρισκόμουν, επειδή κάποτε σκέφτηκα να χορτάσω άφθονη ηρεμία και να αποφύγω τον βόρβορο των ανθρώπων, πήγα σε έναν τόπο όχι μακριά από την θάλασσα. Όταν έφτασα πλησίον του τόπου εκείνου, όπου επρόκειτο να απομονωθώ, ασπρομάλλης πρεσβύτης, όχι ευκαταφρόνητος στην όψη, με πράο και σεμνό ήθος, με ακολουθούσε σε λίγη απόσταση. Μόλις στράφηκα προς αυτόν, στάθηκα και τον ατένισα εντονότερα.
Και αυτός είπε· με γνωρίζεις;
Εγώ είπα, όχι.
Γιατί λοιπόν, είπε,με κοιτάζεις με τόσο ενδιαφέρον;
Θαυμάζω, είπα, διότι έτυχες στο ίδιο μέρος με εμένα· διότι δεν φανταζόμουν να δω εδώ κάποιον άνδρα.
Αυτός μου λέει· Έχω την φροντίδα μερικών συγγενών οι οποίοι είναι απόδημοι· έρχομαι λοιπόν και εγώ για να εξετάσω σχετικά με αυτούς, αν φανούν από κάπου. Εσύ τι ζητείς εδώ; Μου είπε εκείνος.
Μου αρέσουν, είπα, οι διαμονές του είδους αυτού, διότι γίνεται ανεμπόδιστος ο διάλογος προς τον εαυτό μου, αφού δεν ενεργούν περισπασμούς· είναι ωφελιμότατοι για την φιλολογία οι τοιούτοι τόποι.
Φιλόλογος λοιπόν είσαι εσύ, είπε· δεν είσαι καθόλου φίλεργος και φιλαλήθης, ούτε επιχειρείς να είσαι μάλλον πρακτικός παρά σοφιστής;
Τι μεγαλύτερο αγαθό θα μπορούσε να επιτελέσει κανείς, είπα εγώ, από το να δείξει ότι ο λόγος ηγεμονεύει των πάντων και , αφού τον συλλάβει και ιππεύσει σε αυτόν, να παρατηρεί την πλάνη των άλλων και τις ασχολίες εκείνων, ότι δηλαδή δεν πράττουν τίποτε το υγιές ούτε αγαπητό εις τον ΘεόΧωρίς φιλοσοφία και ορθό λόγο δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχει σε κανένα φρόνηση. Δια τούτο πρέπει κάθε άνθρωπος να φιλοσοφεί, και τούτο να θεωρεί μέγιστο και πολυτιμότατο έργο, τα δε λοιπά να θεωρεί δεύτερα και τρίτα, όταν μεν συνάπτονται με την φιλοσοφία ως μέτρια και άξια αποδοχής, όταν δε στερηθούν αυτής και οι χρησιμοποιούντες αυτά δεν διαθέτουν αυτήν, ως φορτικά και βάναυσα.
Η φιλοσοφία λοιπόν φέρει ευδαιμονία; Είπε εκείνος διακόπτοντας.
Βεβαιότατα, είπα εγώ, είναι μάλιστα μόνο αυτή.
Τι είναι όμως φιλοσοφία, λέγει, και ποια είναι η ευδαιμονία της, αν δεν σε εμποδίζει τίποτε να το πεις, πες το.
Φιλοσοφία, είπα εγώ, είναι επιστήμη του όντος και επίγνωση του αληθούς, η δε ευδαιμονία είναι το βραβείο αυτής της επιστήμης και της σοφίας.
Τι καλείς εσύ Θεό; είπε.
Εκείνο το οποίο είναι πάντοτε κατά τα αυτά και ωσαύτως και αίτιο της υπάρξεως σε όλα, αυτό ακριβώς είναι ο Θεός.  Ούτως αποκρίθηκα εγώ σε αυτόν, και τέρπονταν εκείνος να με ακούει. Με ρώτησε πάλι τα εξής.
Επιστήμη δεν είναι κοινό όνομα διάφορων πραγμάτων; Διότι αυτός που ξέρει μερικά πράγματα σε όλες τις τέχνες καλείται επιστήμων, ομοίως και στην στρατηγική και την κυβερνητική και την ιατρική, δεν είναι το ίδιο και εις τα θεία και εις τα ανθρώπινα; Επιστήμη είναι η παρέχουσα την γνώση αυτών των θείων και ανθρώπινων, έπειτα δε την επίγνωση της θειότητος και δικαιοσύνης αυτών;
Βεβαίως, είπα.
Τι λοιπόν; Το ίδιο είναι να γνωρίζουμε άνθρωπο και Θεό, όπως την μουσική και την αριθμητική, την αστρονομία και τα παρόμοια;
Καθόλου, είπα.
Άρα δεν μου αποκρίθηκες ορθώς, είπε εκείνος. Διότι αυτές μεν προσλαμβάνονται από εμάς εκ μαθήσεως ή διδασκαλίας, ενώ εκείνες προσφέρουν την επιστημοσύνη από την θέα. Εάν πράγματι σου λέει κάποιος ότι υπάρχει εις την Ινδία ζώο με διαφορετική από όλα τα άλλα δομή, αλλά τέτοιο ή τέτοιο, πολυειδές και ποικίλο, δεν θα το γνωρίσεις πριν το δεις, αλλά ούτε θα δυνηθείς να πεις τίποτε περί αυτού αν δεν ακούσεις αυτόν ο οποίος το είδε.
Όχι βέβαια, λέω.
Πως λοιπόν, είπε, οι φιλόσοφοι δύνανται να φρονούν περί Θεού ορθώς ή να λέγουν κάτι αληθές, αν δεν έχουν γνώση αυτού μήτε τον είδαν ποτέ ή άκουσαν για αυτόν;
Αλλά, είπα εγώ, το θείον, πάτερ, δεν είναι ορατό με αυτούς τους οφθαλμούς, όπως τα άλλα ζώα, αλλά με τον νουν μόνον καταληπτό, όπως λέει ο Πλάτων και εγώ πείθομαι σε αυτόν.
Υπάρχει λοιπόν, λέει, εις τον νουν μας τέτοια και τόση δύναμη η οποία δεν προσέλαβε το ον με αίσθηση; Ή θα δει ποτέ τον Θεό νους ανθρώπου, αν δεν είναι κοσμημένος με το Άγιο Πνεύμα;».
 (Έργα αγίου Ιουστίνου του Μάρτυρα, ΕΠΕ 1 σελ. 269-275).

Αφήστε μια απάντηση