kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Δεκεμβρίου, 2008

Οι συναντήσεις μου με το Γέροντα

Μια πρώτη φορά συνάντησα τον Γέροντα Παΐσιο την 23.7.1987 στο κελί Παναγούδα. Ή συνάντηση αυτή ήταν για μένα μία αποκάλυψη. Είχα ακούσει πολλά για τον Γέροντα αυτόν καί επιθυμούσα να τον γνωρίσω Τον θαύμαζα καί τον σεβόμουνα, πριν ακόμα τον γνωρίσω προσωπικά. Έτσι, μετά τη συνάντηση μας, είχα πλέον όχι τη φανταστική εικόνα του αλλά την πραγματική. Έκτοτε, τον έβλεπα σχεδόν κάθε καλοκαίρι στο υπαίθριο αρχονταρίκι του. Ποτέ, όμως, δεν μπήκα στο κελί του, αν καί το επιθυμούσα πολύ. Φυσικά, δεν μπορούσα να το ζητήσω. Ή υπακοή στο πρόγραμμα του ήταν κανόνας. Όχι μόνο εγώ, αλλά καί κάθε επισκέπτης του δεν μπορούσε να έχει αντίρρηση σ’ οσα έλεγε ή πρότεινε ό Γέροντας Παΐσιος. Οί επισκέπτες , του διψασμένοι καί κουρασμένοι οδοιπόροι, κάθιζαν δίπλα του, σε πρόχειρα καθίσματα από κορμούς δένδρων, ή έμεναν όρθιοι, αν δεν υπήρχαν θέσεις, καί παρέμειναν άκούοντες από το στόμα του λόγους χάριτος καί συμβουλές παρηγοριάς. Όλοι ζητούσαν κάποια απάντηση σε προσωπικά ερωτήματα καί προβλήματα από ένα
ολιγογράμματο κατά κόσμον Γέροντα, αλλά σοφό κατά Θεό. Ότι τους έλεγε περνούσε στις ψυχές τους ως λόγος Θεού καί κανόνας ζωής. Κι αυτό, γιατί πίστευαν ότι ό Γέροντας ήταν «θείω καί επουρανίω έρωτι πυρωθείς». Ήταν ό «κατά Θεόν διανύσας όδόν», ό «λανθάνων τα πλείστα των κατορθωμάτων» του λόγω ταπεινοφροσύνης καί αγιότητας. Ωστόσο, δεν απέφευγε να διδάσκει καί να νουθετεί «άπλω τίνι καί άκατασκευάστω λόγω», αποβλέπων «προς το ώφελήσαι τους πολλούς», οι όποιοι συνέρεαν στο κελί του καθημερινά. Κι αυτοί όλοι του χαλούσαν την ησυχία καί τον απομάκρυναν από το πρόγραμμα της μοναχικής του ζωής. Κι έλεγε ό Γέροντας: «Δεν έγινα παπάς, για να αφοσιωθώ στο μοναχισμό” καί τώρα δεν ησυχάζω. “Από το πρωί μέχρι το βράδυ δεν κάνω τίποτε άλλο από το να ξεμπερδεύω τα μπερδεμένα σχοινιά των ανθρώπων». Σαν στοργικός πατέρας συμβούλευε καί καθοδηγούσε μικρούς καί μεγάλους. Κι ό λόγος του, ώριμος καρπός βιωμάτων, γινόταν αποδεκτός καί σεβαστός.

Κι εγώ ένας άπ’ αυτούς, μονάδα στο ανώνυμο πλήθος, καθισμένος δίπλα του ως ένας μικρός μαθητής, όχι μόνο έβλεπα καί άκουα, αλλά κρατούσα καί σημειώσεις, θεωρώντας όσα έλεγε ό Γέροντας ως σκέψεις καί διδαχές του πιο ειδικού πατρολόγου, εκείνου πού χωρίς να έχει τα τυπικά καί επίκτητα θεολογικά προσόντα είχε αναδειχθεί σε διάκονο του θείου λόγου, όπως έλεγε για τον εαυτό του ένας άλλος μεγάλος αγιορείτης Γέροντας. Κάποτε μάλιστα με παρατήρησε με την οξεία φράση: «Δημοσιογράφος είσαι; Τι γράφεις; Έτσι κάνετε καί δημοσιεύετε έπειτα πράγματα πού εγώ δεν είπα ποτέ». Άλλοτε πάλι με παρατήρησε έντονα, επειδή του υπενθύμισα κάτι πού μας είχε πει κάποια άλλη φορά για τους Τούρκους. Εγώ, όμως, όλες τίς παρατηρήσεις του τίς θεωρούσα συμβουλές καί εκφράσεις αγάπης πατέρα προς υιό. Άλλωστε, μπροστά του δεν μπορούσες παρά να κάνεις υπακοή, να δείχνεις σεβασμό καί αγάπη στο πρόσωπο του καί να αποδέχεσαι οσα έλεγε, τα όποια εκ προοιμίου θωρούσες ως παραινέσεις αγίου για προκοπή καί τελειότητα. Μένοντας δίπλα του άκουες διαρκώς στα αυτιά σου τον πατερικό λόγο: «Σιώπα καί μη μέτρει σεαυτόν», δηλαδή να σιωπάς καί να μη λογαριάζεις τον εαυτό σου.

Όσα έγραφα στο χαρτί ή αμέσως στη μνήμη μου τα μελετούσα αργότερα καί προσπαθούσα να εμβαθύνω το νόημα τους, για να διδάξω πρώτα τον εαυτό μου καί έπειτα τους άλλους. Κι ήταν πολλοί οι άλλοι, εκείνοι πού διψούσαν να ακούσουν για τον Γέροντα καί να ωφεληθούν από το λόγο του, πού ήταν λόγος πείρας καί αληθείας, λόγος βεβαιωμένος από τη ζωή του. Τη δίψα αυτή την είχαν καί οι φοιτητές μου στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, οϊ όποιοι εκδήλωναν πάντα την επιθυμία να μάθουν κάτι το διαφορετικό, το ζωντανό, το θερμό, κάτι πέρα από τα ψυχρά διδάγματα της επιστήμης, πού κηδεμονεύει πάντα ό ορθός λόγος. Ό θαυμασμός καί ή απορία, πού εξέφραζαν σ’ αυτά πού άκουαν, δήλωναν ρητά ότι ό ορθός λόγος λαχανιάζει μπροστά στο υπέρλογο, στην εξ αποκαλύψεως αλήθεια, ή οποία είναι «αγνή, ειρηνική, επιεικής, ευπειθής, μεστή ελέους καί καρπών αγαθών, αδιάκριτος καί ανυπόκριτος» (Ίακ. γ’ 17). Καί ό Γέροντας πάντοτε την αλήθεια αυτή μας μετέδιδε. Ή σοφία του δεν ήταν επίγειος αλλά «άνωθεν κατερχόμενη» ως λόγος Θεού.

Οί σύντομες συναντήσεις πού είχα με τον Γέροντα με βοήθησαν να ζήσω το ασκητικό του πνεύμα, να θαυμάσω την αγάπη του, την ανιδιοτέλειά του, την ακτημοσύνη του καί την ταπεινοφροσύνη του. Ζώντας έστω καί για λίγο κοντά του κατανόησα ότι ή άσκηση είναι ό δρόμος πού οδηγεί στον Θεό. Κατάλαβα το νόημα εκείνου πού διάβαζα παλαιότερα: «Το μέτρον της ασκήσεως δίδει καί το μέτρον της εμπειρίας του Θεού». Πείσθηκα ότι ή άσκηση δεν είναι έργο μόνο των μοναχών, αλλά καί κάθε γνήσιου χριστιανού. Οί μοναχοί ανοίγουν το δρόμο της άσκησης, είναι οι οδηγοί, κι ακολουθούν όλοι οί άλλοι. Αυτοί, με τους πνευματικούς τους αγώνες, μας διδάσκουν ότι ή ορθόδοξη χριστιανική άσκηση δεν είναι μία στείρα καθηκοντολογία, αλλά ένας διαρκής αγώνας νηστείας, αγρυπνίας, προσευχής, μετάνοιας, μυστηριακής ζωής και έμπρακτης αγάπης προς τον Θεό καί τον πλησίον. Ό άνθρωπος της άσκησης είναι άνθρωπος του Θεού. Τέτοιος άνθρωπος ήταν καί ό Γέροντας Παΐσιος. Ήταν ασκητικός, ταπεινός, νεκρός από τα πάθη, με ένα διακαή πόθο, τη σωτηρία. Παρά την επισφαλή υγεία του, δεν γνώριζε ανάπαυση, καλοφαγία, ευζωία, καλοπέραση. Ή αγάπη πού του έδειχνε ό κόσμος ήταν μία μορφή αναγνώρισης της ασκητικής ζωής του. Πίσω από τους αγώνες του έβλεπαν όσοι τον γνώριζαν την ευλογία του Θεού καί της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Ό Γέροντας βίωνε την αυταπάρνηση. Μακριά από την «έρημία των πόλεων», ζούσε διαρκώς την «κοινωνία της ερήμου». Ό φυσικός χωρισμός του από τον κόσμο δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως ασθένεια η ως μίσος προς τους ανθρώπους, αλλά ως αρχή μίας νέας ζωής, γυμνής από τα εγκόσμια καί ενδεδυμένης με τη χάρη του Ουρανού. Ή ιερή αυτή μοναξιά ρίχνει τα προσωπεία της κοινωνικής ζωής καί οδηγεί κατ’ ευθείαν προς τον Θεόν. Ό μοναχός των ορέων, σιωπηλός, άγρυπνος καί διαρκώς προσευχόμενος, ζει την κοινωνία της ερήμου. Ομιλεί με τον Θεό. Ζει την πιο μακαριά συντροφιά, τη μεγαλύτερη πηγή των αρετών. Βιώνει τη σιωπή καί χαίρεται τη σιωπή. Ομιλεί μόνο όταν πρέπει καί όσο πρέπει. Ανοίγει το στόμα του μόνο όταν με αυτά πού θα πει θα ωφελήσει αυτούς πού θα τον ακούσουν. Αυτό συνέβαινε καί με τον Γέροντα Παΐσιο. Εμείς τον προκαλούσαμε να μας ομιλήσει, να μας ειπεί λόγους ικανούς να μας στηρίξουν. Αυτό ήταν το διακόνημά του. Ήταν καί αυτός ένας καρπός καί μία ευλογία της κοινωνίας της ερήμου. Φυσικά, ή επικοινωνία του μαζί μας διαρκούσε λίγο. Άλλωστε, δεν ερχόταν εκείνος σ’ εμάς, αλλά εμείς πηγαίναμε σ’ αυτόν, τον πλησιάζαμε καί του ζητούσαμε να μας ξεμπερδεύσει τα μπερδεμένα μας σχοινιά. Ό ίδιος γνώριζε ότι από εμάς τους κοσμικούς δεν είχε να κερδίσει τίποτε. Κέρδος είχε μόνο από τον Θεό, με τον όποιο συνομιλούσε νύκτα καί ήμερα, κατά το γνωμικό: «Δια Τι μοναχός; Ότι προς τον Θεόν νύκτα καί ήμέραν Ομιλεί… Εάν τις αγαπά τον κόσμον, ουκ εστίν ή αγάπη του Θεού εν αύτώ… Μοναχός συντυγχάνων ομιλίες κοσμικάς, ό τοιούτος εύχάς χρήζει πολλάς αγίων πατέρων».

Όλα αυτά όχι μόνο τα γνώριζε, αλλά καί τα βίωνε ό Γέροντας Παΐσιος. ζούσε μακριά από τον κόσμο, σ’ ένα ετοιμόρροπο καί ερημικό κελί, αλλά καί μέσα στον κόσμο πού ερχόταν καθημερινά κοντά του. Ό δρόμος πού οδηγούσε στο κελί του ήταν ό πλέον πατημένος δρόμος του Αγίου Όρους. Κανένας άλλος μοναχός της Αγιώνυμης Πολιτείας δεν δεχόταν καθημερινά τόσους επισκέπτες όσους ό Γέροντας Παΐσιος, πού δήλωνε σ’ όλους κατηγορηματικά: «Δεν είμαι άγιος. Μπροστά στον άγιο Παΐσιο δεν είμαι παρά ένας ντενεκές». Έλεγε ακόμα: «Μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω για σας να προσευχηθώ στο Θεό για το πρόβλημα πού σας απασχολεί». Κι όμως έκανε πολλά για όλους. Βοηθούσε, συμβούλευε, αγίαζε, έλυνε προσωπικά, οικογενειακά καί επαγγελματικά προβλήματα Ήταν ένας άριστος παιδαγωγός μικρών καί μεγάλων.

 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΡΑΣΑΝΑΚΗΣ Καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης 

  Πηγή:http://www.rel.gr/index.php?rpage=paisios&rpage2=showkeimeno.php&link_id=5 

Αφήστε μια απάντηση