kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου – «Το μαρτύριο για τον πιστό είναι πανηγύρι».

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 29, 2011

Πρέπει να πέσουν μερικοί, για να σωθή η κατάσταση

– Δύσκολα χρόνια!… θα περάσουμε τράνταγμα. Ξέρετε τί θα πη τράνταγμα; Αν δέν έχετε λίγη κατάσταση πνευματική, δέν θα αντέξετε. Θεός φυλάξοι, θα φθάσουμε να έχουμε ακόμη και άρνηση πίστεως. Κοιτάξτε να αδελφωθητε, να ζήσετε πνευματικά, να γαντζωθήτε στον Χριστό. Άν γαντζωθήτε στον Χριστό, δέν θα φοβάστε ούτε διαβόλους ούτε μαρτύρια. Οι άνθρωποι στον κόσμο έχουν άπό πολλές πλευρές στριμώγματα, φόβους. Αλλά, όταν κανείς είναι κοντά στον Χριστό, τί να φοβηθή; Θυμάστε τον Αγιο Κήρυκο; Τριών χρονών ήταν καί, Όταν πήγε να τον… κατηχήση ο τύραννος, του έδωσε μια κλωτσιά. Διαβάστε Συναξάρια. τα Συναξάρια πολύ βοηθούν, γιατί συνδέεται κανείς με τους Αγίους και φουντώνει μέσα του η ευλάβεια και η διάθεση για θυσία.
Αυτή η ζωή δέν είναι για βόλεμα. θα πεθάνουμε που θα πεθάνουμε, τουλάχιστον να πεθάνουμε σωστά! μια που δέν κάνουμε τίποτε άλλο, άν μας αξιώση ο Θεός για ένα μαρτύριο, καλά δέν θα είναι; μια μέρα ήρθε στο Καλύβι ένας βουρδουνάρης με κλάματα και μου είπε: «Μη μείνης μόνος σου απόψε. Σκέφτονται να σε σκοτώσουν». «Ποιοι;», του λέω. «Είναι πέντε-εξι», μου λέει. Συνόδευε πέντε-εξι άθεους. Ποιος ξέρει τί προγράμματα είχαν για το Αγιον Όρος. Τον πέρασαν για χαζούλη και μιλούσαν μπροστά του. Μόλις τ’ άκουσε εκείνος, ήρθε και μου το είπε. Το βράδυ, όταν ξάπλωσα, άκουσα κουδουνάκι άπό σκυλί. Κοιτάω άπό το παράθυρο και βλέπω τρία παλληκάρια. «Άνοιξε, ρε Παππού», φωνάζουν. «Έ, παλληκάρια, τί θέλετε τέτοια ώρα και γυρίζετε; Δέν έχετε μυαλό; θα σας πάρουν για ύποπτους, τους λέω. Τους άλλους τους έβαλαν φυλακή. Όρεξη για κουβέντες δέν έχω». «Να ‘ρθούμε αύριο; τί ώρα;». «Εσείς ελάτε αύριο ό,τι ώρα θέλετε κι εγώ, άν μπορώ, θα σας δώ». Τους έδιω¬ξα. Βλέπω ότι το φώς του φακού δέν συνέχισε. Είχαν σταματήσει πιο πάνω. Σηκώθηκα, ντύθηκα, έβαλα το σχήμα μου και τους περίμενα• είχα μια ειρήνη μέσα μου! την άλλη μέρα ήρθαν τρεις τριάδες, αλλά δέν ήταν κα¬νείς άπό εκείνους. Φυσικά σε μένα ξέρουν ότι χρήματα δέν θα βρουν να πάρουν, γιατί δέν έχω. Μόνο για πνευ¬ματικά θέματα τα βάζουν μαζί μου.
Μιά άλλη φορά ήρθε ένας στο Καλύβι που ήταν σω¬ματώδης σάν γορίλλας και κάθησε σε μια άκρη. Εκείνη την ώρα έλεγα σε μια παρέα: «Βρέ, μόνο για παρελάσεις είστε, όχι για μάχες. Θυσιάσθηκε ο Χριστός. Έχουμε Ορθοδοξία. Μαρτύρησαν Άγιοι που μας βοηθούν ακόμη. Άν δέν είχαν πέσει αυτοί, ποιος ξέρει τί θα ήμασταν». Όλα αυτά τον είχαν εξοργίσει. Ερχόταν, έφευγε ο κόσμος, αυτός καθόταν εκεί• είχε τον σκοπό του. Ήταν ένα κρύο πράγ¬μα. Τελικά έφυγαν και οι τελευταίοι. «Νύχτωσε, του λέω, άντε, που θα πάς;». «Δέν με απασχολεί το θέμα», μου λέει «Με απασχολεί εμένα, του λέω, άντε να πάς». Ορμάει τότε επάνω μου και με αρπάζει άπό τον λαιμό.«Ε, βρέ σύ, με τους θεούς σου», μου λέει. Όταν άκουσα να μου λέη «τους θεούς σου», ένιωσα σάν να έβρισε τον Θεό. Τί, ειδωλολά¬τρης είμαι εγώ; «Ποιους θεούς, βρέ αθεόφοβε; του λέω. Εγώ έναν Τριαδικό Θεό λατρεύω. Άντε φύγε άπό ‘δώ!» του έδωσα μια σπρωξιά, σωριάστηκε κάτω και μαζεύτη¬κε κουβάρι. Πώς βγήκε έξω άπό την πόρτα και εγώ δέν κατάλαβα. «Άν με κρεμάσουν ανάποδα, σκέφθηκα, για να με βασανίσουν, θα πάη η κήλη στην θέση της»! Αυτός είχε καθήσει στο τέλος, γιατί, φαίνεται, ήθελε να με ξεκάνη, αφού μ’ άρπαξε άπό τον λαιμό να με πνίξη.

Όποιος άποφασίση τον θάνατο δέν φοβάται τίποτε

Σήμερα, για να μπορέση ο άνθρωπος να αντιμετωπίση τις δυσκολίες που συναντά, πρέπει να έχη μέσα του τον Χριστό, άπό τον οποίο θα παίρνη θεία παρηγοριά, για να έχη κάποια αυταπάρνηση. Αλλιώς σε μια δύσκο¬λη στιγμή, τί θα γίνη; Διάβασα κάπου ότι ο Αβδούλ-Πασάς είχε πάρει πεντακόσιους νέους άπό το Άγιον Όρος. Άλλοι άπό αυτούς ήταν δόκιμοι και άλλοι είχαν πάει εκεί, για να κρυφτούν. Τότε φαίνεται με την Επανάσταση κατέφευγαν στο Άγιον Όρος, για να γλυτώσουν, επειδή οι Τούρκοι μάζευαν νέα παιδιά, να τα κάνουν Γε¬νίτσαρους. ο Αβδούλ-Πασάς τους νέους που έπαιρνε, αν δέν αρνιόνταν τον Χριστό, τους κρεμούσε στον Πύρ¬γο, στην Ουρανούπολη. Από τόσους που πήρε άπό το Αγιον Όρος μόνον πέντε μαρτύρησαν, ενώ οι άλλοι αρνήθηκαν τον Χριστό και έγιναν Γενίτσαροι. Χρειάζεται παλληκαριά• δεν είναι παίξε-γέλασε. Αν έχη κανείς κακομοιριά, φιλαυτία, δεν έχει θεϊκή δύναμη μέσα του, και τότε πώς να αντιμετωπίση μια τέτοια δυσκολία;
Μου έκανε εντύπωση αυτό που μου είπε ένας επίσκοπος άπό το Πατριαρχείο. του είχα πει: «Μά τί κατάστα¬ση είναι αυτή; Άπό την μια ο Οικουμενισμός, άπό την άλλη ο Σιωνισμός, ο σατανισμός!… Σε λίγο θα προσκυνούμε τον διάβολο με τα δυο κέρατα αντί για τον δικέφαλο αετό». «Σήμερα, μου λέει, δύσκολα βρίσκεις επισκόπους σάν τον επίσκοπο Καισαρείας Παϊσιο τον Β’». ο Παΐσιος ο Β’ τί έκανε; Πήγαινε στον Σουλτάνο για τα αιτήματα του με ένα σχοινί δεμένο στην μέση, αποφασι¬σμένος δηλαδή να τον κρεμάσουν οι Τούρκοι. Σάν να έλεγε στον Σουλτάνο: «Μήν ψάχνης σχοινί και χασομεράς• άμα θέλης να με κρεμάσης, έτοιμο το έχω το σχοινί». για τα δύσκολα θέματα αυτόν έστελναν στον Σουλτάνο. Πολλές φορές γλύτωσε το Πατριαρχείο σε δύσκολες περιστάσεις. Στα γεράματα του τον έβαζαν επάνω σε ένα άλογο, μέσα σε ένα κοφίνι, έβαζαν και ένα άλλο κοφίνι με βάρος άπό την άλλη μεριά και τον πήγαιναν στην Πόλη. μια φορά οι Τούρκοι είχαν βγάλει ένα φιρμάνι, να επιστρατεύωνται οι Έλληνες στον τουρκικό στρατό. οι Χριστιανοί δυ¬σκολεύονταν να υπηρετούν μαζί με τους Τούρκους, γιατί δέν μπορούσαν να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθή¬κοντα. οι Ρώσοι έν τω μεταξύ είχαν πει τότε στους Τούρκους, να μήν εμποδίζουν τους Έλληνες να τηρούν τα χριστιανικά τους καθήκοντα. Κάλεσε ο Πατριάρχης τον Παϊσιο και τον έστειλε στον Σουλτάνο. Παρουσιάσθηκε τότε εκείνος στον Σουλτάνο πάλι με ένα σχοινί δεμένο στην μέση. Του λέει ο Σουλτάνος: «Οι Έλληνες πρέπει να επιστρατεύωνται, για να υπηρετούν την πατρίδα». Τότε ο Παΐσιος του λέει: «Ναί, κι εγώ συμφωνώ να επιστρατεύωνται οι Έλλη¬νες, γιατί αυτά τα μέρη είναι από παλιά των γκιαούρηδων. Επειδή όμως έχουμε διαφορετική θρησκεία, πρέπει να έχουν ξεχωριστό στρατόπεδο, να είναι χωριστός στρατός και να έχουν δικούς τους αξιωματικούς κ.λπ., για να εκτελούν και τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Δέν μπορούν να κάνουν μαζί μ’ εσάς προσευχή• εσείς να έχετε ραμαζάνι και ‘μεϊς τα Φώτα»! Σκέφθηκε ο Σουλτάνος: «Να οπλισθούν οι Χριστιανοί; Είναι επικίνδυνο». «Όχι, όχι, καλύτερα να μήν επιστρατεύωνται», του απαντάει. μια άλλη φορά οι Αρμένιοι ζήτησαν άπό τον Σουλτάνο να τους δώση το Μπαλουκλή και κατάφεραν να πάρουν την έγκρι¬ση του. Μετά πήγε ο Παϊσιος στον Σουλτάνο να συζητήση αυτό το θέμα. «Το Μπαλουκλή, του λέει ο Σουλτάνος, είναι περιουσία των παππούδων των Αρμενίων και πρέ¬πει να το πάρουν οι Αρμένιοι». «Ναί, του λέει ο Παΐσιος, πρέπει να το πάρουν, γιατί, όταν γνωρίζουμε ότι ένας τό¬πος είναι περιουσία των παππούδων μας, πρέπει να τον παίρνουμε. Δώστε μου ένα έγγραφο να υπογράψω και εγώ για το Μπαλουκλή, γιατί ήρθα ως αντιπρόσωπος του Πατριαρχείου». Υπέγραψε και αυτός. Ύστερα βγάζει ένα φλουρί κωνσταντινάτο και λέει: «Να πάρουν λοιπόν οι Αρμένιοι το Μπαλουκλή, αλλά και εμείς πρέπει να πά¬ρουμε την Αγιά-Σοφιά, γιατί είναι δική μας• είναι των παππούδων μας και πρέπει να μας την δώσετε», και δεί¬χνει το κωνσταντινάτο φλουρί! Είχε πάρει μαζί του και έναν από τους αξιωματούχους Ρώσους που είχαν έρθει τότε στην Πόλη με ένα καράβι, για να έχη και μάρτυρα. Οπότε ο Σουλτάνος βρέθηκε σε δύσκολη θέση και ανα¬κάλεσε την απόφαση για το Μπαλουκλή. «Όχι, όχι, είναι δικό σας το Μπαλουκλή», του είπε ο Σουλτάνος. Γιατί ή έπρεπε να ανακαλέση την απόφαση για το Μπαλουκλή, ή να δώση στους Έλληνες την Άγια-Σοφιά. Βλέπετε πώς τους έφερνε σβούρα; Κι αυτό, γιατί είχε αποφασίσει τον θάνατο. Άν δέν αποφασίση κανείς τον θάνατο, τίποτε δέν γίνεται. Όλα από ‘κεϊ ξεκινούν.

Η άρνηση πίστεως με μαρτύριο εξιλεωνόταν

Σήμερα οι πιο πολλοί θέλουν να βγάζουν οι άλλοι το φίδι άπό την τρύπα. Εντάξει, δέν το βγάζουν αυτοί, αλλά τουλάχιστον ας πουν «προσέξτε• μήπως είναι κανένα φίδι εκεί πέρα;», ώστε να προβληματισθή ο άλλος. Όμως ούτε αυτό το κάνουν. Άν ήμασταν εμείς στα χρόνια των Μαρτύρων, με τον ορθολογισμό που έχουμε, θα λέγαμε: «Τον Θεό Τον αρνούμαι άπ’ έξω – όχι άπό μέσα μου -, γιατί έτσι θα μου δώσουν την τάδε θέση και θα βοηθάω και κανέναν φτωχό». Τότε λιβάνι να έρριχναν στην φω¬τιά των ειδώλων, η Εκκλησία δέν τους κοινωνούσε- ήταν μετά «προσκλαίοντες». Αυτοί που αρνιόνταν τον Χριστό, έπρεπε με μαρτύριο να εξιλεωθούν. Ή, στην εποχή της Εικονομαχίας, τους έλεγαν να κάψουν ή να πετάξουν τις εικόνες, και αυτοί προτιμούσαν να μαρτυρήσουν παρά να τις πετάξουν. Εμείς, αν μας έλεγαν να πετάξουμε μια εικόνα, θα λέγαμε: «Ας την πετάξω αυτή• είναι της Ανα¬γεννήσεως. θα κάνω αργότερα μια βυζαντινή».
– Γέροντα, τους Κρυπτοχριστιανούς πώς τους δέ¬χεται η Εκκλησία; Δεν αρνήθηκαν τον Χριστό;
– Όπου υπάρχουν πραγματικοί Κρυπτοχριστιανοί, αυτοί δεν εξωμότησαν. Άπό τα είκοσι επτά χωριά λ.χ. που άνηκαν στην επαρχία των Φαράσων της Καππαδοκίας, όταν τα έκαψαν οι Τούρκοι, μερικοί έφυγαν και πήγαν σε μακρινά μέρη. Εκεί δεν ήξεραν οι άλλοι ότι είναι Χριστιανοί• νόμιζαν ότι είναι Μουσουλμάνοι. ούτε παρουσιάσθηκε καμμιά περίπτωση να ρωτήσουν κάποιον άπό αυτούς «είσαι Χριστιανός;», για να πή «ναί, είμαι Χριστιανός» ή «όχι, είμαι Μουσουλμάνος». Αυτοί είναι οι Κρυπτοχριστιανοί. Από την στιγμή όμως που θα πιάσουν έναν και του πουν «μάθαμε ότι είσαι Χριστιανός», αυτός θα πή «ναί, είμαι Χριστιανός», δεν θα πή ότι είναι Μουσουλμάνος. Και στους πρώτους χριστιανικούς χρό¬νους υπήρχαν Χριστιανοί που βαπτίζονταν κρυφά και οι άλλοι είχαν την εντύπωση ότι δέν ήταν Χριστιανοί. Όταν όμως χρειαζόταν, ομολογούσαν. ο Άγιος Σεβαστιανός λ.χ. ήταν στρατηγός, είχε βαπτισθή Χριστιανός και νόμιζαν ότι είναι ειδωλολάτρης, ενώ ήταν Χριστια¬νός. Κρυφά βοηθούσε πολύ θετικά τους Χριστιανούς. Όταν όμως κατάλαβαν ότι είναι Χριστιανός, ομολόγη¬σε και μαρτύρησε.
Σε ένα τουρκικό χωριό ήταν πολλοί Κρυπτοχριστιανοί, και ο πρόεδρος ήταν παπάς. Παπα-Γιώργη τον έλεγαν, Χασάν τον φώναζαν. Κάποτε πήγαν και τον ειδοποίησαν ότι στο τάδε μέρος, σε μια κατακόμβη, είναι κρυμμένοι Χριστιανοί. «Θα πάω να δώ, τους είπε- μήν ανησυχήτε». Παίρνει τους ανθρώπους του, πηγαίνει και βρίσκει εκεί τους Χριστιανούς όλους μαζεμένους. Προχωράει στην Ωραία Πύλη, ξεκρεμάει το πετραχήλι, το φοράει και τους έκανε και Εσπερινό! Τους είπε μετά «να λάβετε μέτρα» και στους άλλους είπε: «Δέν ήταν τίποτε• διαδόσεις είναι». Αυτοί δέν είναι εξωμότες. Άπό την στιγμή όμως που υποψιασθούν κάποιον και του πουν «έ, εσένα σε είδαμε ότι έκανες σταυρό, είσαι Χριστιανός» και πή «όχι, είμαι Μουσουλμάνος», τότε αρνείται.

Μαρτύριο και ταπείνωση

Αυτός που θα αξιωθή να μαρτυρήση, πρέπει να έχη πολλή ταπείνωση και να αγαπάη πολύ τον Χριστό. Άν προχωρήση εγωιστικά στο μαρτύριο, θα τον εγκαταλείψη η Χάρις. Θυμάσθε, ο Σαπρίκιος που έφθασε μέχρι το μαρτύριο και όμως αρνήθηκε τον Χριστό; «Γιατί με φέρατε εδώ;», είπε στους δημίους. «Καλά, δέν είσαι Χριστιανός;», του λένε. «Όχι», απαντά. και ήταν ιερέας! μου λέει ο λογισμός ότι πήγαινε να μαρτυρήση εγωιστικά και όχι ταπεινά• δέν πήγαινε στο μαρτύριο για την πίστη του, για την αγάπη του Χριστού, γι’ αυτό τον εγκατέλειψε η Χάρις. Γιατί, όταν κινήται κανείς εγωιστικά, δέν δέχεται την Χάρη του Θεού και επόμενο είναι, με μια δυσκολία να αρνηθή τον Χριστό.
– Γέροντα, πολλές φορές λέμε ότι σε δύσκολες ώρες ο Θεός θα δώση δύναμη.
– ο Θεός θα δώση δύναμη σε έναν ταπεινό άνθρωπο που έχει καθαρή καρδιά, που έχει καλή διάθεση. Άν δη ο Θεός πραγματικά καλή διάθεση, ταπείνωση, θα δώση πολλή δύναμη. Δηλαδή θα εξαρτηθή από την διάθεση του ανθρώπου, για να του δώση δύναμη ο Θεός.
– Γέροντα, είπατε να έχη ταπείνωση και καλή διάθεση ο άνθρωπος. Μπορεί να έχη υπερηφάνεια και καλή διάθεση;
– Όταν λέμε ταπείνωση, εννοούμε τουλάχιστον στο θέμα αυτό του μαρτυρίου, να έχη ταπείνωση. Μπορεί να έχη υπερηφάνεια, αλλά τότε να ταπεινωθή και να πή: «Θεέ μου, είμαι υπερήφανος• τώρα όμως δώσ’ μου λίγη δύναμη να μαρτυρήσω για την αγάπη Σου και να εξοφλήσω τις αμαρτίες μου». Οπότε, αν έχη ταπεινή διάθεση και πηγαίνη στο μαρτύριο με μετάνοια, τότε δίνει πολλή Χάρη ο Θεός. να μήν πάη δηλαδή με υπερήφανη διάθεση, με τον λογισμό ότι θα γίνη μάρτυρας και θα του γράψουν μετά το συναξάρι και ακολουθία, θα του κάνουν εικόνα με φωτοστέφανο. μου είπε κάποιος: «Κάνε προσευχή, Πάτερ, να φθάσω μέχρι πέμπτου ουρανού». «Καλά, του λέω, ο Απόστολος Παύλος έφθασε στον τρίτο ουρανό, εσύ ζητάς να φθάσης στον πέμπτο;». «Γιατί, μου λέει, δέν γράφει να ζητάμε τα «κρείττονα»;». Ακούς εκεί κουβέντα! Πάντως, αν πάη κανείς στο μαρτύριο, για να έχη δόξα στον Παράδεισο, καλύτερα να μή σκεφθή να μαρτυρήση. Ένας γνήσιος, ένας σωστός Χριστιανός, αν ήξερε ότι και στον Παράδεισο που θα πάη θα έχη πάλι βάσανα, θα εχη μαρτύρια, πάλι θα λαχταρούσε να πάη εκεί. Δέν πρέπει να σκεφτώμαστε ότι, αν υποφέρουμε κάτι εδώ στην γη, θα είμαστε καλύτερα εκεί στον Ουρανό. να μήν πάμε έτσι μπακαλίστικα. Εμείς θέλουμε τον Χριστό. Ας υπάρχη μαρτύριο, ας μαρτυρούμε κάθε μέρα, ας μας δέρνουν κάθε μέρα, και δυο και τρεις φορές την ημέρα• δέν μας απασχολεί. το μόνο που μας απα¬σχολεί είναι να είμαστε με τον Χριστό.
– Μπορεί, Γέροντα, ένας να ζή ράθυμα καί, όταν χρειασθή, να ομολογήση θαρρετά;
– για να το κάνη κανείς αυτό, η καρδιά του πρέπει να εχη μέσα καλωσύνη, θυσία. Γι’ αυτό είπα να καλλιεργηθή η αρχοντιά, το πνεύμα της θυσίας. ο ένας να θυσιάζεται για τον άλλο. Βλέπεις τον Άγιο Βονιφάτιο και την -Αγία Αγλαϊδα; Είχαν την ελεεινή εκείνη ζωή στην Ρώμη, αλλά μόλις κάθονταν να φάνε, ο νους τους πήγαινε στους φτωχούς. Έτρεχαν να δώσουν πρώτα φαγητό στους φτωχούς και ύστερα έτρωγαν αυτοί. Παρόλο που ήταν κυριευμέ¬νοι άπό πάθη, είχαν καλωσύνη και πονούσαν τους φτωχούς. Είχαν θυσία, γι’ αυτό ο Θεός τους βοήθησε. και η Αγλαϊδα, αν και ζούσε αμαρτωλή ζωή, αγαπούσε τους αγίους Μάρτυρες και ενδιαφερόταν για τα άγια Λείψανα. Είπε στον Βονιφάτιο να πάη με άλλους υπηρέτες της στην Μικρά Ασία, για να πληρώση και να μαζέψη τα άγια Λείψανα των Μαρτύρων και να τα μεταφέρη στην Ρώμη. Κι εκείνος της είπε χαμογελώντας: «Αν σου φέρουν και το δικό μου λείψανο, θα το δεχθής;». «Μήν αστειεύεσαι μ’ αυτά», του λέει εκείνη. Τελικά, όταν έφθασε στην Ταρσό και πήγε στο αμφιθέατρο, για να αγοράση τα άγια Λείψανα, παρακολούθησε τα μαρτύρια των Χριστιανών και αμέσως συγκλονίσθηκε άπό την καρτερία τους. Έτρεξε, ασπάσθηκε τα δεσμά και τις πληγές τους και τους ζήτησε να προσευχηθούν, για να τον ενισχύση ο Χριστός να ομολογήση δημόσια ότι είναι Χριστιανός. Μαρτύρησε λοιπόν και αυτός στο αμφιθέατρο και οι σύντροφοι του αγόρασαν το Λείψανο του και το μετέφεραν στην Ρώμη, όπου Άγγελος Κυρίου είχε πληροφορήσει την Αγλαϊδα για το γεγονός. Έτσι έγινε εκείνο που χαριτολογώντας είχε προφητεύσει ο Βονιφάτιος, πριν φύγη άπό την Ρώμη. Ύστερα εκείνη, αφού μοίρασε την περιουσία της, έζησε με άσκηση και πτώχεια ακόμη δεκαπέντε χρόνια και άγιασε. Βλέπετε, δεν είχαν βοηθηθή, γι’ αυτό είχαν παρασυρθή στο κακό και είχαν παρεκτραπή. Είχαν όμως πνεύμα θυσίας και ο Θεός δεν τους άφησε.

Από το βιβλίο: «Λόγοι του Γέροντος Παϊσίου, τόμος Β», μέρος Β, Κεφάλαιον τέταρτον.

http://www.orp.gr/?p=1133

Αφήστε μια απάντηση