Ιανουάριος

Με την αρχή του νέου έτους ο αστερισμός του Ωρίωνα είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του νυχτερινού ουρανού καθ’ όλο το χειμώνα, ιδιαίτερα στη διάρκεια των πρώτων μηνών του έτους αφού η Πρωτοχρονιά μας σήμερα γιορτάζεται την 1η Ιανουαρίου.

Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο σε όλες τις χώρες του κόσμου. Πάρτε για παράδειγμα την Κίνα. Παρ’ όλο που επίσημα η χώρα αυτή χρησιμοποιεί το Γρηγοριανό ημερολόγιο, όπως και οι δυτικές χώρες, εντούτοις η Κινεζική Πρωτοχρονιά δεν συμπίπτει την 1η Ιανουαρίου αλλά γιορτάζεται σε διαφορετικές ημερομηνίες κάθε χρόνο, αφού βασίζεται ακόμη και σήμερα στο αρχαίο κινεζικό ημερολόγιο που έχει τις ρίζες του βαθιά στο παρελθόν, όταν, σύμφωνα με την παράδοση, το ημερολόγιο αυτό επινοήθηκε και εγκαθιδρύθηκε από τον Κινέζο αυτοκράτορα Χουανγκντί το 2637 π.Χ.

Όπως και πολλά άλλα ημερολόγια του κόσμου, το κινεζικό είναι κι αυτό ένας συνδυασμός ηλιακού και σεληνιακού ημερολογίου και βασίζεται μερικώς τουλάχιστον στις φάσεις της Σελήνης, ένα μηνιαίο φαινόμενο που είναι εμφανές σε όλους. Στο κινεζικό ημερολόγιο η Πρωτοχρονιά γιορτάζεται σε διαφορετικές ημερομηνίες, που επαναλαμβάνονται σε μια περίοδο 60 ετών. Στην περίπτωση του αραβικού-μουσουλμανικού ημερολογίου, που κι αυτό είναι σεληνιακό με διάρκεια 354 ημερών, δεν προστίθεται ποτέ κάποιος επί πλέον μήνας, με αποτέλεσμα οι διάφορες θρησκευτικές εορτές των μουσουλμάνων να μετακινούνται δια μέσου των εποχών.

Στην Ιαπωνία γιορταζόταν ανέκαθεν η φύση, όπως, για παράδειγμα, η ημερομηνία άνθισης των κερασιών. Το ημερολόγιό τους ήταν παρόμοιο με το κινεζικό, χωριζόταν σε 24 δεκαπενθήμερες περιόδους και ήταν συνδεδεμένο με τις αγροτικές εργασίες. Από το 1873 όμως η Ιαπωνία εισήγαγε το Γρηγοριανό ημερολόγιο, με διαφορετική όμως χρονολόγηση που συνεχίζεται από το 660 π.Χ. Επίσης, πολλοί λαοί της νοτιοανατολικής Ασίας χρησιμοποιούν το σεληνο-ηλιακό βουδιστικό ημερολόγιο 12 μηνών, 29 ή 30 ημερών, με ένα δίσεκτο μήνα 30 ημερών που προστίθεται σε κανονικά διαστήματα. Και σ’ αυτές όμως τις περιπτώσεις αλλάζει κι εδώ η χρονολόγηση.

Για τους Δυτικούς λαούς πάντως το ημερολογιακό έτος αρχίζει με τον Ιανουάριο από την εποχή των Ρωμαίων ακόμη, αφού η ονομασία που είχε δοθεί στο μήνα αυτό προς τιμήν του θεού Ιανού, του θεού κάθε αρχής. Όπως αναφέρει σχετικά και ο Ηλίας Αναγνωστάκης: «… ο Ιανός ήταν θεός δίμορφος, που παριστάνεται πότε με κλειδιά ή με τριακόσιες ψήφους στο δεξί του χέρι και εξήντα πέντε στο αριστερό, όσες οι μέρες του ενιαυτού. Εκκαλείτο δε και “Αιωνάριος” αντί Ιανουάριος, επειδή τον θεωρούσαν του αιώνος πατέρα. Είχαν μάλιστα οριστεί δώδεκα πρυτάνεις να τον υμνούν και υπήρχε δωδεκάβωμον στο ναό του, όσοι και οι μήνες του έτους».

Στον Ιανουάριο ο λαός μας έχει δώσει διάφορες ονομασίες, όπως «Γενάρης» επειδή τότε γεννούν τα γιδοπρόβατα, και «Μεσοχείμωνας» επειδή είναι ο μεσαίος από τους μήνες του χειμώνα, όπως δηλώνει και η παροιμία «ως τ’ Αϊ-Γιαννιού, τρυγόνα, είναι η φούρια του χειμώνα». Είναι επίσης και ο μήνας με το λαμπρότερο φεγγάρι: «Του Γενάρη το φεγγάρι παρά ώρα μέρα μοιάζει». Ονομάζεται και «Γατόμηνας» επειδή στη διάρκειά του ζευγαρώνουν οι γάτες, και «Μεγαλομηνάς» γιατί είναι ο πρώτος μήνας του έτους και σε αντιπαράθεση με τον Φεβρουάριο, που είναι «κουτσός» (Κουτσοφλέβαρος). Οι αλκυονίδες ημέρες του έχουν δώσει και την ονομασία «Γελαστός», αλλά είναι επίσης γνωστός και ως «Κλαδευτής»: «Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μη γυρεύεις». Τέλος, άλλη ονομασία του είναι «Καλαντάρης» από τα κάλαντα της αρχιχρονιάς και τα δώρα των Καλενδών του Ιανουαρίου.

Τα δώρα αυτά είναι το μέχρι πέρσι «δώρο των Χριστουγέννων», ο 13ος μισθός, τον οποίο οι μισθωτοί του Δημοσίου και οι συνταξιούχοι τον αποχαιρέτησαν. Στη βυζαντινή εποχή ήταν πράγματι δώρο και όχι μισθός, και όπως αναφέρει ο Σπύρος Τραϊανός, τα δώρα αυτά είχαν την εξής προέλευση: «Με την αρχή του χρόνου άρχιζε η θητεία των υπάτων, οι οποίοι σε σχετική πομπή στους δρόμους σκορπούσαν νομίσματα, που αρχικώς ήταν χρυσά, αλλά αργότερα, επί Ιουστινιανού, περιορίστηκαν σε αργυρά. Μικρά νομίσματα συνέλεγαν και τα παιδιά, που περιέρχονταν σε σπίτια συγγενών και φίλων για να ευχηθούν. Έτσι γεννήθηκαν τα «Κάλαντα», που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, αλλά αφετηρία τους υπήρξαν οι Καλένδες του Ιανουαρίου, άσχετα αν σταδιακά επεκτάθηκαν από τα παιδιά σε όλες τις εορταστικές ημέρες του Δωδεκαημέρου».

Οι ρίζες άλλωστε πολλών από τα έθιμα του Δωδεκαημέρου ανάγονται στους χρόνους που γιορταζόταν η «χειμερινή τροπή» του Ήλιου που σημάδευε την αρχή της εποχής του χειμώνα. Οι γιορτές αυτές έπαιρναν πανηγυρικό χαρακτήρα και είχαν κατακτήσει ολόκληρο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Άρχιζαν με τα Βρουμάλια από τις 24 Νοεμβρίου έως τις 17 Δεκεμβρίου και ακολουθούσαν τα Σατουρνάλια από τις 18 έως τις 24 Δεκεμβρίου και ήταν η αρχαιότερη γιορτή τω Ρωμαίων, την οποία απέδιδαν στον Ρωμύλο ή στους Πελασγούς. Ξεχώρισε όμως από τις άλλες αγροτικές γιορτές τους το 217 π.Χ. Κατά την κεντρική ημέρα της γιορτής του «αηττήτου Ηλίου», στις 25 Δεκεμβρίου, εορταζόταν το γεγονός της τροπής του Ήλιου, που άρχιζε και πάλι να ανεβαίνει στον ουρανό, να μεγαλώνουν οι ημέρες και μαζί τους οι ζωογόνες ακτίνες του Ήλιου ξανάκαναν τη Γη να καρποφορήσει. Την 1η Ιανουαρίου γιορτάζονταν οι Καλένδες, στις 3 τα Βότα, στις 4 τα Λορεντάλια και στις 7 Ιανουαρίου τελείωνε η περίοδος αυτή των εορτών.

Όπως αναφέρει ο Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης: «Η τοποθέτηση στις μέρες των πανηγυρισμών αυτών, της Γέννησης, της Περιτομής και της Βάπτισης του Χριστού δεν έσβησε αρχέγονες λατρευτικές αναμνήσεις και μακροχρόνιες συνήθειες. Έτσι, στο Δωδεκαήμερο συναντάμε έθιμα χριστιανικά και παγανιστικά να συμπορεύονται αρμονικά σε μια καμπή του χρόνου κρίσιμη για την ευετηρία, την καλοχρονιά, στην ευρύτερη διάσταση της πλούσιας παραγωγής και της καλής υγείας… Χαρακτηριστικό του πνεύματος της Πρωτοχρονιάς είναι το γνωστό ποδαρικό, που σε αρκετά μέρη παίρνει μορφή πραγματικής μαγικοδεισιδαιμονικής τελετουργίας… Άλλο σύμβολο της ημέρας είναι η βασιλόπιτα, που, με πολλές μορφές και διάφορους τρόπους παρασκευής, είναι παρούσα σε όλα τα σπίτια, σε χωριά και πόλεις… Πέρα όμως από κάθε άλλο έθιμο, λιγότερο ή περισσότερο γνωστό, το πνεύμα του Δωδεκαημέρου χαρακτηρίζει το δρώμενο των μεταμφιέσεων… που έδωσαν το ενδόσιμο στη φαντασία του λαού να πλάσει τους καλικαντζάρους… όντα δαιμονικά, για τα οποία υπήρχε τόσο πλούσια παράδοση, όση για κανένα άλλο δημιούργημα της νεοελληνικής μυθοπλασίας».

Εκτός από τα έθιμα, πλούσιο είναι και το εορτολόγιο του Ιανουαρίου αρχίζοντας με τη γιορτή του Αγίου Βασιλείου και της Περιτομής του Χριστού την πρώτη του μήνα και τελειώνοντας με τη γιορτή των Τριών Ιεραρχών στα τέλη του. Ενδιάμεσα έχουμε τη γιορτή των Θεοφανίων (στις 6), του Αϊ-Γιάννη (στις 7), του Αγίου Γρηγορίου (στις 25), αλλά και τις εορτές των δύο μεγάλων αγίων του πρώιμου αιγυπτιακού χριστιανισμού: του Αντωνίου (στις 17) και του Αθανασίου (στις 18). Σύμφωνα με τον Δημήτρη Κυρτάτα: «Ο Αντώνιος γεννήθηκε το 251 στην Αίγυπτο από εύπορους χριστιανούς γονείς, αλλά από την ηλικία των 18 ή 20 ετών αποφάσισε να ξεκόψει από τους περισπασμούς του κόσμου και αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του στην ερημία και την άσκηση. Όπως αποδείχτηκε, ο αργός ασκητικός θάνατος χάρισε στον Αντώνιο μια ζωή περίπου εκατόν πέντε ετών. Μαζί με τη μακροβιότητα απέκτησε αξεπέραστη φήμη και αίγλη… Ο Αθανάσιος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 296 και στράφηκε από νωρίς στον ιερατικό βίο. Όταν πέθανε ο Αντώνιος, βρισκόταν, καθώς φαίνεται, στην τρίτη από τις συνολικώς πέντε εξορίες του, αφού οι αγώνες του εναντίον του αρειανισμού τον έφεραν σε σύγκρουση με τους πρώτους χριστιανούς αυτοκράτορες αλλά και την πλειονότητα των ιεραρχών, που ενδιαφέρονταν πρωτίστως για την ενότητα της εκκλησίας. Έπειτα από όσα μεσολάβησαν, η τελική επικράτηση της παράταξης του Αθανασίου έμοιαζε με ανέλπιστο θαύμα, που οφείλει πολλά σε έναν σχεδόν μοναχικό επίσκοπο, που συγκέντρωσε γύρω του όσους πίστευαν στο “ομοούσιο” του Πατρός και του Υιού».

Πηγή:  Σιμόπουλος, Διονύσης Π. -Οι Μήνες Ιανουάριος και Φεβρουάριος, Γεωτρόπιο Ελευθεροτυπίας, Τεύχος 507 (2 Ιανουαρίου 2010)

Αφήστε μια απάντηση