«

»

Αυγ 21 2011

Έκθεση Α” Λυκείου : Περίληψη Σχολικού Εγχειριδίου

ΕΚΦΡΑΣΗ – ΕΚΘΕΣΗ  Α’ ΛΥΚΕΙΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο : ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ

Ι. ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Οι ειδικοί λένε ότι ο άνθρωπος μαθαίνει τη γλώσσα κατά τα 5 πρώτα χρόνια της ζωής του. Από κει και πέρα οι γλωσσικοί μηχανισμοί του αντιδρούν σε κάθε είδους γλωσσικό ερέθισμα, ακόμη και σε εκείνο που δέχεται για πρώτη φορά. Έτσι καταλαβαίνει και χρησιμοποιεί χιλιάδες από διαφορετικά είδη ομιλίας – χωρίς ποτέ να συνειδητοποιεί την ικανότητά του αυτή – ή μεταβάλλει και προσαρμόζει την ομιλία του στα εκάστοτε νέα δεδομένα.

ΙΙ. ΟΙ ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Η γλώσσα είναι πολύμορφη και πολύπλοκη, όπως και η γλωσσική κοινότητα που τη χρησιμοποιεί. Άλλωστε η γλώσσα είναι κοινωνικό προϊόν. Γι’ αυτό και είναι τόσο πολυκύμαντη, όσο και η κοινωνία από την οποία αναδύεται και την οποία εκφράζει και υπηρετεί. Αυτά σημαίνουν ότι η γλωσσική κοινότητα δε χαρακτηρίζεται από γλωσσική ομοιομορφία/ομοιογένεια, δηλ. δεν αποτελεί ένα σύνολο ομιλητών οι οποίοι χρησιμοποιούν παντού και πάντα τους ίδιους γλωσσικούς τρόπους. Αντίθετα χαρακτηρίζεται από μια πολυμορφία/ετερογένεια γλωσσικής συμπεριφοράς, η οποία όμως δεν τη διασπά ούτε την υποβαθμίζει. Χάρη σ’ αυτήν την ετερογένεια η γλώσσα υπάρχει και λειτουργεί. Επομένως η γλώσσα είναι συνισταμένη πολλών και ποικίλων συνιστωσών.

Έτσι σε μια γλωσσική κοινότητα διαφορετικές ομάδες ομιλητών χρησιμοποιούν διαφορετικές γλωσσικές ποικιλίες/ διαλέκτους, που τα κοινά τους χαρακτηριστικά τις διακρίνουν από άλλες ποικιλίες/ διαλέκτους της ιδίας γλώσσας. Οι ποικιλίες αυτές με κριτήρια τη γεωγραφική καταγωγή του ομιλητή και την κοινωνική/ γλωσσική συμπεριφορά του διακρίνονται αντίστοιχα σε γεωγραφικές ποικιλίες/ διαλέκτους – οριζόντια κατάταξη – και σε κοινωνικές ποικιλίες/ διαλέκτους – κάθετη κατάταξη. Σ’ αυτές τις κοινωνικές ποικιλίες εντάσσονται, εκτός από τα άλλα, τα ποικίλα είδη των κειμένων και οι ειδικές γλώσσες. Όλες μαζί οι ποικιλίες συναποτελούν και τροφοδοτούν την εθνική μας γλώσσα.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ:

Ιδίωμα και διάλεκτο ονομάζουμε συνήθως το ίδιο πράγμα, υποδιαιρέσεις της ίδιας γλώσσας. Συχνά ονομάζουν διάλεκτο ένα ιδίωμα με μεγάλη έκταση ή που διαφέρει σημαντικά από την κοινή γλώσσα. Κάποτε πάλι ονομάζουν μειωτικά το ιδίωμα που έμεινε λογοτεχνικά ακαλλιέργητο και ξέπεσε έτσι στη συνείδηση των ομογλώσσων.

Ιδιωματισμό λέμε τύπο διαλεχτικό άγνωστο στην κοινή (π.χ. σκαρβελώνω αντί σκαρφαλώνω), ενώ ιδιωματισμός είναι έκφραση που λέγεται μόνο στη γλώσσα μας και έχει πάρει ξεχωριστή σημασία (π.χ. μέρα μεσημέρι, η Νίκη πάτησε στα πέντε).

Τα ιδιώματα και τις διαλέκτους τα ονομάζουμε από τις περιοχές στις οποίες συνηθίζονται: α) βόρεια (θρακιώτικα, μακεδονικά, ηπειρώτικα, θεσσαλικά, στερεοελλαδίτικα), και νότια (πελοποννησιακά, κρητικά) και β) ανατολικά (κυπριακά, χιώτικα, ποντιακά, καππαδικικά) και δυτικά (κατωιταλικά, εφτανησιώτικα, κρητοκυκλαδικά). Από αυτά τα ποντιακά, τα καππαδοκικά, τα τσακώνικα και τα κατωιταλικά θεωρούνται από πολλούς διάλεκτοι.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ:

Οι γεωγραφικές ποικιλίες (ιδιώματα και διάλεκτοι) παρουσιάζονται σε περιόδους κατά τις οποίες οι διάφορες ομάδες των ομιλητών μιας γλωσσικής κοινότητας για διάφορους λόγους (γεωγραφικούς, οικονομικούς, πολιτικούς, διοικητικούς κ.τ.λ.) επικοινωνούν όλο και λιγότερο μεταξύ τους. Αυτό όμως δε συμβαίνει σήμερα. Γιατί σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τα μέλη της ελληνικής γλωσσικής κοινότητας επικοινωνούν με όλα τα γνωστά μέσα επικοινωνίας. Γι’ αυτό και σήμερα παρουσιάζεται η τάση οι γεωγραφικές γλωσσικές ποικιλίες να περιορίζονται ή να εξαφανίζονται με την επίδραση της Κοινής Νεοελληνικής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί και διαμορφώνεται στα αστικά κέντρα της χώρας μας και όπως διδάσκεται στα σχολεία.

Δεν παρατηρείται όμως το ίδιο και με τις κοινωνικές γλωσσικές ποικιλίες. Αυτές κάνουν πάντοτε αισθητή την παρουσία τους στη γλωσσική κοινότητα και υφαίνουν τις ποικίλες μορφές της ζωής της που δεν είναι άσχετες με τους παράγοντες που τις δημιουργούν: ηλικία, μόρφωση, κοινωνική τάξη, φύλο, ιδεολογία, επάγγελμα, καταγωγή, περίσταση, πλήθος παράγοντες που συνθέτουν την ποικιλώνυμη κοινοτική ζωή και που ανακλώνται στις διάφορες γλωσσικές χρήσεις των μελών της.

ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΦΥΛΟ: Οι ρόλοι τοις οποίους μοιράζει η κοινωνία και στα δύο φύλα, τους άνδρες και τις γυναίκες, φαίνεται ότι είναι τέτοιοι, ώστε πολλοί κοινωνιογλωσσολόγοι να υποστηρίζουν ότι επηρεάζουν και διαφοροποιούν τη γλώσσα που αυτά χρησιμοποιούν. Πολλοί π.χ. πιστεύουν ότι οι γυναίκες έχουν την τάση να χρησιμοποιούν σε μεγαλύτερο βαθμό από τους άνδρες εκφράσεις με κοινωνικό κύρος. Ο λόγος των γυναικών δηλ. είναι «σωστότερος» κοινωνικά από το λόγο των ανδρών. Αυτό ίσως είναι αποτέλεσμα της πίεσης που δέχεται η γυναίκα να είναι κοινωνικά «σωστότερη» ενώ η τάση της κοινωνίας να επιτρέπει στον άνδρα περισσότερη κοινωνική ελευθερία του παρέχει τη δυνατότητα να αποκλίνει περισσότερο από τους γλωσσικούς κανόνες όπως αυτοί χρησιμοποιούνται από την καλλιεργημένη κοινωνική μερίδα.

ΥΦΟΛΟΓΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ: Η γλώσσα ποικίλλει/ διαφοροποιείται όχι μόνο σε σχέση με τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του ομιλητή αλλά και σε σχέση με τις κοινωνικές περιστάσεις κατά τις οποίες εκφράζεται. Ο ίδιος ομιλητής χρησιμοποιεί διαφορετικές γλωσσικές ποικιλίες σε διαφορετικές καταστάσεις και με διαφορετικές επιδιώξεις. Δηλ. ανάλογα με την περίσταση ο ομιλητής είναι υποχρεωμένος να μιλήσει σε διαφορετικό επίπεδο. Έτσι η γλώσσα λειτουργεί σε πολλά επίπεδα που το καθένα τους παρουσιάζει τα δικά του γνωρίσματα. Έτσι προσδιορίζοντας ο ομιλητής το κατάλληλο επίπεδο λόγου, διαμορφώνει τον ιδιαίτερο κάθε φορά προσωπικό τρόπο, δηλ. το κατάλληλο ύφος. Το ύφος διαμορφώνεται από παράγοντες όπως: ποιος μιλάει, σε ποιον, με ποιο σκοπό, με ποιο θέμα, πού, πότε, γιατί.

ΙΙΙ. ΟΙ ΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Η γλώσσα καλύπτει και αποκαλύπτει τον προσωπικό τόνο με τον οποίο οι άνθρωποι συνηθίζουν να βιώνουν, να εννοούν και να αξιολογούν πράγματα, γεγονότα και καταστάσεις. Α) Οι άνθρωποι ονομάζουν/ χαρακτηρίζουν με διαφορετικές λέξεις τα ίδια πράγματα. Β) Φορτίζουν με διαφορετικές αποχρώσεις της ίδιας έννοιας την ίδια λέξη.

ΙV. Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

ΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ: ΑΝΑΦΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Η γλώσσα με τις λέξεις και τους κανόνες της αποτελεί ένα ενεργό εργαστήριο που παράγει λόγο. Όσο πιο πιστά τηρούνται οι κανόνες, τόσο πιο ομαλή είναι η λειτουργία. Αντίθετα η περιφρόνηση των κανόνων οδηγεί σε απορύθμιση.

Συχνά όμως στη λογοτεχνία, και ιδιαίτερα στην ποίηση, γίνεται τέτοια χρήση της γλώσσας, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι παραβαίνονται οι κανονισμοί. Δηλ. οι ποιητές για να εκφραστούν, πλάθουν μέσα στην ευρύτερη γλώσσα  μια δική τους, η οποία κυβερνιέται από δικούς της νόμους κι έχει τη δική της «Ποιητική Γραμματική»

Στην πρώτη περίπτωση οι γλωσσολόγοι μιλούν για αναφορική λειτουργία της γλώσσας. Εδώ η πράξη επικοινωνίας αναφέρεται κυρίως στον πραγματικό κόσμο ή στην αντίληψη που έχουμε γι’ αυτόν. Δηλ. ο δέκτης του μηνύματος δέχεται κάποια πληροφορία και η γλώσσα παρουσιάζει την πραγματικότητα και την αντίληψη που έχει γι’ αυτήν ο πομπός.

Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε την ποιητική λειτουργία της γλώσσας, στην οποία η πράξη επικοινωνίας αναφέρεται κυρίως στον εαυτό της, στο ίδιο το μήνυμα και μάλιστα στη μορφή του. Εδώ την προσοχή του δέκτη δεν την ελκύει τόσο η πληροφορία που φέρνει το μήνυμα, όσο το ίδιο το μήνυμα για τη μορφή που παίρνει: ήχοι λέξεων, μεταφορική τους χρήση, επαναλήψεις, συνηχήσεις, μέτρο, ρυθμός κτλ. Δηλ. η γλώσσα λειτουργεί κατά τρόπο συγκινησιακό, ενώ στην πρώτη περίπτωση κατά τρόπο λογικό.

V. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

Βοήθεια:   συνώνυμα: ενίσχυση, συνδρομή, αρωγή, επικουρία, συμβολή,

συμπαράσταση, υποστήριξη

αντώνυμα: κατατρεγμός, διωγμός, πόλεμος, αδιαφορία,

εγκατάλειψη

σύνθετα: επιβοήθεια, αλληλοβοήθεια

επίθετα: αδερφική, άμεση, αμοιβαία, αναγκαία, ανεκτίμητη,

ανέλπιστη, ανεπαρκής, ανυστερόβουλη, ανώφελη,

αρκετή, γρήγορη, ηθική, θεϊκή, κατάλληλη, υλική,

ικανοποιητική, κρατική, οικονομική, προσωρινή,

σοβαρή, φιλική

Βοηθώ:   συνώνυμα: ενισχύω, επικουρώ, συντρέχω, εξυπηρετώ, ωφελώ,

παραστέκομαι, υποστηρίζω

αντώνυμα: κατατρέχω, ζημιώνω, καταδιώκω, πολεμώ, βλάπτω,

Αδιαφορώ, εγκαταλείπω

VI. ΕΙΔΙΚΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ

Ανάμεσα στις γλωσσικές ποικιλίες συγκαταλέγονται κι εκείνες που συνδέονται με τον καταμερισμό της κοινωνικής/επαγγελματικής δραστηριότητας. Πρόκειται για ευδιάκριτες γλωσσικές ποικιλίες που δημιουργούνται από τις διάφορες επαγγελματικές ομάδες. Δηλ. μια επαγγελματική ομάδα για να εξυπηρετήσει τους επαγγελματικούς της σκοπούς, διαμορφώνει στο πλαίσιο της εθνικής γλώσσας τη δική της γλωσσική ποικιλία με ιδιότυπους όρους της ειδικότητας της. Μερικοί ονομάζουν αυτές τις γλωσσικές ποικιλίες ειδικές γλώσσες. Έτσι έχουμε τις ειδικές γλώσσες των νομικών, ποδοσφαιριστών, θεολόγων κτλ., οι οποίες χαρακτηρίζονται κυρίως από λεξιλογικές διαφορές, που οφείλονται είτε στη χρήση ειδικών όρων είτε στη χρήση καθημερινών λέξεων που φορτίζονται όμως με ιδιαίτερο σημασιολογικό φορτίο.

VII. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Επιχείρημα είναι μια σειρά από προτάσεις που συνδέονται μεταξύ τους χωρίς χάσματα & απολήγουν σε μα τελική πρόταση, που λέγεται συμπέρασμα. Σκοπός του επιχειρήματος είναι ν αποδείξει την αλήθεια μιας θέσης/απόφανσης. Αυτά σημαίνουν ότι οι προτάσεις που οδηγούν στο συμπέρασμα βρίσκονται σε λογικές σχέσεις μεταξύ τους, δηλ. η επόμενη είναι η λογική ακολουθία της προηγούμενης. Γι’ αυτό και έχουν κάποιους κοινούς όρους, που γίνονται η γέφυρα για τη μετάβαση από τη μια πρόταση στην άλλη.

ΕΙΔΗ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΩΝ

Η διαδικασία με την οποία ο νους καταστρώνει ένα επιχείρημα λέγεται συλλογισμός. Οι συλλογισμοί είναι άμεσοι, έμμεσοι, παραγωγικοί, επαγωγικοί, αναλογικοί.

Στον παραγωγικό συλλογισμό από το όλον συμπεραίνουμε το επιμέρους.

Έμμεσοι είναι οι συλλογισμοί των οποίων το συμπέρασμα προκύπτει από δύο ή περισσότερες προτάσεις-κρίσεις.  (π.χ. Οι πλανήτες είναι ετερόφωτα σώματα. Η γη είναι πλανήτης. Άρα η γη είναι ετερόφωτο σώμα.)

Άμεσοι είναι οι συλλογισμοί των οποίων το συμπέρασμα προκύπτει από μία πρόταση-κρίση.  (π.χ. Τα φυτά είναι οργανισμοί. Η μηλιά είναι φυτό. Άρα η μηλιά είναι οργανισμός.)

Στον επαγωγικό συλλογισμό από το επιμέρους συμπεραίνουμε για το όλον.   (π.χ. Η μηλιά, η αχλαδιά… είναι οργανισμοί. Η μηλιά, η αχλαδιά… είναι φυτά. Άρα τα φυτά είναι οργανισμοί.)

Στον αναλογικό συλλογισμό από το επιμέρους συμπεραίνουμε πάλι για το επιμέρους.   (π.χ. Κάποια καλή μαθήτρια θα βραβευτεί. Η Ελπίδα είναι καλή μαθήτρια. Άρα η Ελπίδα είναι πιθανό να βραβευτεί.)

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΥΡΥΤΕΡΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ (ΕΚΘΕΣΗΣ) ΜΕ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η έκθεση μπορεί να παραλληλιστεί με την παράγραφο, γιατί τα μέρη τους βρίσκονται σε αντιστοιχία: η θεματική περίοδος της παραγράφου αντιστοιχεί συνήθως στον πρόλογο της έκθεσης, τα σχόλια στο κύριο μέρος της και η κατακλείδα στον επίλογό της. Δηλ. χτίζονται και οι δύο με μια κοινή λογική: παρουσιάζουν μια θέση και στη συνέχεια προσπαθούν να τη στηρίξουν αναπτύσσοντας μια επιχειρηματολογία. Άρα και η παράγραφος είναι μια μικρή έκθεση μες το θέμα της, το αποδεικτικό της υλικό και τον επίλογό της. Βέβαια η παράγραφος δεν έχει την αυτοτέλεια της έκθεσης, γιατί εξαρτάται νοηματικά από την προηγούμενη παράγραφο ή προετοιμάζει την επόμενη. Έχει όμως ανάλογη δομή & οργάνωση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο:  Ο ΛΟΓΟΣ

I. ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΣ ΚΑΙ ΓΡΑΠΤΟΣ ΛΟΓΟΣ

Στον προφορικό λόγο, εκτός από το λεκτικό εκφώνημα, έχουν μεγάλη σημασία και κάποια άλλα γνωρίσματα της ομιλίας που το συνοδεύουν, όπως:

Τα παραγλωσσικά γνωρίσματα= επιτονισμός, παύσεις, προφορά, ένταση φωνής   (επιτονισμός= η κύμανση της φωνής που χαρακτηρίζει μια ολόκληρη εκφώνηση. Ο επιτονισμός πληροφορεί σχετικά με τη διάθεση ή τη στάση του ομιλητή –οργή, σκώμμα, ειρωνεία- & σχετικά με το είδος των προτάσεων –ερωτηματική, επιφωνηματική κτλ.)

Τα εξωγλωσσικά γνωρίσματα= χειρονομίες, κινήσεις, έκφραση προσώπου, βλέμμα, διάθεση

Η διατύπωση είναι πιο επιμελημένη στο γραπτό λόγο από ό,τι στον προφορικό. Συγκεκριμένα:

-Στον προφορικό λόγο παρουσιάζονται συχνά ελλειπτικές προτάσεις ή ανολοκλήρωτες φράσεις, ενώ αυτό δε συμβαίνει συνήθως στο γραπτό λόγο

-Στον προφορικό λόγο υπάρχουν πολλά  «γεμίσματα» & παύσεις.

-Στον προφορικό λόγο υπάρχει συνήθως μια προχειρότητα στην έκφραση, παρόλο που ορισμένες φορές φαίνεται καθαρά η προσπάθεια του ομιλητή να αλλάξει ή να βελτιώσει μια φράση που χρησιμοποίησε. Αντίθετα τέτοια προσπάθεια δεν είναι εμφανής στο γραπτό κείμενο, αφού έχουμε μόνο την τελική του μορφή.

-Ο γραπτός λόγος πρέπει να είναι σαφής & ακριβής, γιατί χρειάζεται να προβλέπει τις απορίες του δέκτη που είναι απών. Αντίθετα ο προφορικός λόγος είναι συνήθως λιγότερο ακριβής, δεδομένου ότι ο δέκτης, που είναι παρών, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει διευκρινίσεις. Ο γραπτός λόγος είναι πιο πυκνός από τον προφορικό που είναι συνήθως αναλυτικός.

-γενικά στο γραπτό λόγο το λεξιλόγιο είναι πιο επεξεργασμένο από ό,τι στον προφορικό.

Η σύνταξη είναι πιο φροντισμένη στο γραπτό λόγο από ό,τι στον προφορικό, όπου κάποιες φορές συναντούμε και ασυνταξίες. Στον προφορικό λόγο εξάλλου χρησιμοποιείται συνήθως η παρατακτική σύνταξη και συνηθίζονται οι σχετικά μικρές φράσεις, ενώ στο γραπτό λόγο εμφανίζεται συχνά η υποτακτική σύνδεση και ο μακροπερίοδος λόγος.

Η συνεκτικότητα και η συνοχή είναι πιο επιμελημένη στο γραπτό λόγο, όπου χρησιμοποιείται γενικώς μεγαλύτερος αριθμός και ποικιλία μεταβατικών λέξεων/φράσεων από ό,τι στον προφορικό λόγο. Τέλος η οργάνωση του γραπτού λόγου είναι πιο φροντισμένη από αυτήν του προφορικού. Στο γραπτό λόγο ο πομπός έχει το χρόνο να οργανώσει το κείμενο του, για να παρουσιάσει με λογική σειρά τις ιδέες του, ενώ αυτό δε συμβαίνει στην προφορική επικοινωνία.

Υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις προσχεδιασμένου προφορικού λόγου, π.χ. μια διάλεξη, ένας πολιτικός λόγος κτλ. Στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για ένα μεικτό είδος λόγου, ανάμεσα στον προφορικό & στο γραπτό.

ΦΑΝΕΡΟ ΚΑΙ ΛΑΝΘΑΝΟΝ ΝΟΗΜΑ

Συχνά στη γλώσσα πίσω από το φανερό νόημα μιας φράσης κρύβεται ένα «λανθάνον» νόημα, που εκφράζει την πραγματικά πρόθεση του πομπού. Στις περιπτώσεις αυτές ο δέκτης μπορεί να συλλάβει το λανθάνον νόημα και επομένως την πραγματική πρόθεση του πομπού, αν λάβει υπόψη του τις κοινωνικές συμβάσεις & την κοινή εμπειρία του με τον πομπό.

ΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Στον προφορικό λόγο καθώς εκφωνούμε ορισμένες λέξεις ή φράσεις, πραγματοποιούμε ταυτόχρονα και μια πράξη, π.χ. «ορκίζομαι». Η πράξη που συντελείται μέσω του λόγου ονομάζεται λεκτική πράξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις για να συντελεστεί μια λεκτική πράξη, πρέπει το πρόσωπο που την εκτελεί να είναι αρμόδιο/ εξουσιοδοτημένο να την εκτελέσει (π.χ. ιερέας –«βαφτίζεται», πρόεδρος δικαστηρίου «αθωώνεται»). Ανάλογο φαινόμενο παρουσιάζεται και στο γραπτό λόγο. Ορισμένα κείμενα δε μας γνωστοποιούν απλώς ένα γεγονός, αλλά έχουν & μια πρόσθετη λειτουργία, π.χ. ένα πιστοποιητικό σπουδών, μια βεβαίωση/δήλωση, τα οποία εκτός από τις πληροφορίες που μας δίνουν πιστοποιούν, βεβαιώνουν, δηλώνουν, δηλ. εκτελούν μια «πράξη». Ο λόγος, προφορικός ή γραπτός, μέσω του οποίου συντελείται μια πράξη ονομάζεται τελεστικός λόγος.

II. ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Σύμφωνα με τα λεξικά, η λέξη διάλογος σημαίνει συνομιλία, συζήτηση. Ο διάλογος μπορεί να είναι μια απλή ερωταπόκριση, που αποβλέπει στην τυπική πληροφόρηση, ή μια προσπάθεια για βαθύτερη επικοινωνία με στόχο την αναζήτηση της αλήθειας.

Λέμε ότι ένας διάλογος διεξάγεται με επιτυχία όταν επιτρέπει στο δέκτη να προσλάβει και να κατανοήσει το μήνυμα του πομπού και να ανταποκριθεί ανάλογα. Προϋπόθεση για την επιτυχία του διαλόγου, ακόμη και στην απλούστερη μορφή του, την ερωταπόκριση, είναι να διαθέτει ο λόγος και των δύο ομιλητών τις παρακάτω ιδιότητες:

-να είναι ειλικρινής

-να είναι σαφής

-να είναι σχετικός με το θέμα της συζήτησης

-να δίνει επαρκείς πληροφορίες για το θέμα.

Έτσι ο διάλογος λειτουργεί με τη συνεργασία των δύο ομιλητών. Αν έστω μία από τις παραπάνω ιδιότητες λείπει από το λόγο του ενός ομιλητή, η «συνεργασία» δυσχεραίνεται & η επικοινωνία διαταράσσεται ή διακόπτεται.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποδοθεί απόλυτα ο προφορικός λόγος με ένα γραπτό κείμενο. Ωστόσο στη λογοτεχνία χρησιμοποιείται ο διάλογος και στα αφηγηματικά κείμενα και στα θεατρικά, έτσι ώστε να σχηματίζουμε την εντύπωση ότι ακούμε έναν αυθεντικό προφορικό λόγο, ενώ πρόκειται για αναπαράστασή του.

Η φυσικότητα (δηλ. το να ηχεί ο διάλογος σαν πραγματικός) αποτελεί μια από τις κύριες αρετές του διαλόγου σε γραπτό κείμενο. Για να δώσει ο συγγραφέας φυσικότητα στο λόγο των ηρώων, χρησιμοποιεί στο διάλογό τους κάποια από τα γνωρίσματα του προφορικού λόγου, π.χ. σύντομες ή μισοτελειωμένες φράσεις, παύσεις κτλ. παράλληλα προσέχει ώστε η ιδιόλεκτος κάθε ατόμου να παρουσιάζει συνέπεια με όλα τα άλλα γνωρίσματά του, δηλ. την κοινωνική του προέλευση, το χαρακτήρα κτλ.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ «ΣΤΡΟΓΓΥΛΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ»

Η συζήτηση «στρογγυλής τραπέζης» περιλαμβάνει εισηγήσεις για διάφορες πλευρές ή μέρη ενός κεντρικού θέματος. Ορισμένες φορές μπορεί να περιλαμβάνει εισηγήσεις για το ίδιο αντικείμενο από εισηγητές με διαφορετικές ειδικότητες. Η διαδικασία της συζήτησης είναι συνήθως η εξής:

Α) Ο πρόεδρος ή συντονιστής της συζήτησης:

Εισάγει το θέμα και εκθέτει τους στόχους.

Παρουσιάζει τους εισηγητές-συζητητές

Εκθέτει τους όρους της συζήτησης, το χρονικό πλαίσιο & άλλα

Διαδικαστικά σημεία

Β) Οι εισηγητές παρουσιάζουν το θέμα.

Γ) Το ακροατήριο υποβάλλει ερωτήσεις διασάφησης/επεξήγησης ή κριτικής, διαφωνίας, συμφωνίας, επέκτασης

Δ) Ο πρόεδρος συνοψίζει, διατυπώνει τα αποτελέσματα της συζήτησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο : ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Ι. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Σύμφωνα με τα λεξικά, περιγράφω σημαίνει παριστάνω με λόγο προφορικό ή γραπτό ή και με κινήσεις ένα πρόσωπο/πράγμα/γεγονός/ ενέργεια/κατάσταση πραγματική ή φανταστική. Τα αντικείμενα της περιγραφής είναι άπειρα.

Η περιγραφή, πέρα από το γενικό της στόχο, αποβλέπει κάθε φορά και ε έναν ειδικότερο σκοπό. Άλλοτε, όπως στην περίπτωση της λογοτεχνικής περιγραφής, ξεκινάει από την ανάγκη του συγγραφέα για έκφραση κι επικοινωνία. Άλλοτε βοηθάει τον επιστήμονα στη διατύπωση μιας άποψης με μεγαλύτερη σαφήνεια, π.χ. με την περιγραφή ενός επιστημονικού πειράματος ή με τη δημοσίευση ενός αρχαιολογικού  ευρήματος. Πολύ συχνά επίσης η περιγραφή εξυπηρετεί κοινωνικές και προσωπικές ανάγκες της καθημερινής ζωής. Τέτοια περιγραφικά κείμενα μπορούμε να βρούμε σε: εφημερίδες (μικρές αγγελίες, ανακοινώσεις)

ενημερωτικά φυλλάδια  (οδηγίες)

διαφημιστικά φυλλάδια

έντυπα με οδηγίες για κατασκευή ή χρήση συσκευής

καταλόγους μουσείων

επίσημα έγγραφα, συμβολαιογραφικές πράξεις

Η γλωσσική ποικιλία που χρησιμοποιείται σε μια περιγραφή είναι ανάλογη με το σκοπό και το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η περιγραφή, δηλ. ποικίλει από το πιο απλό & καθημερινό ύφος έως το πιο επίσημο.

Για να περιγράψει κάποιος κάτι, πρέπει να επιλέξει ορισμένα βασικά, κατά τη γνώμη του, γνωρίσματα/λεπτομέρειες. Οι λεπτομέρειες που επιλέγονται ιεραρχούνται και οργανώνονται: άλλες μεγεθύνονται και προβάλλονται, ενώ άλλες υποτονίζονται, ορισμένες αποσιωπούνται τελείως. Άρα κάθε περιγραφή αποτελεί μια επιλογή λεπτομερειών και συγχρόνως μια επιλογή της οργάνωσής τους. Οι επιλογές αυτές ευθυγραμμίζονται πάντα με το σκοπό που επιδιώκει η περιγραφή.

Η περιγραφή προχωράει παραγωγικά, δηλ. από μια γενική εικόνα του αντικειμένου & των ιδιοτήτων του στα επιμέρους στοιχεία/λεπτομέρειες που το απαρτίζουν. Και η παρουσίαση των στοιχείων προχωράει από το γενικότερο στο μερικότερο και μάλιστα από πάνω προς τα κάτω και από μέσα προς τα έξω. Από αυτή την οργάνωση προκύπτει η ανάγκη να συνοδεύονται τα μερικότερα στοιχεία από ολοένα περισσότερους προσδιορισμούς.

Γενικό σχήμα:

Αντικείμενο περιγραφής: Προσδιορισμός του αντικειμένου και σκοπός της περιγραφής του.

1) η θέση του στο χώρο – χρόνο

2) οι ιδιότητές του: σχήμα, διαστάσεις, χρώμα

3) τα συστατικά του στοιχεία/λεπτομέρειες και οι ιδιότητες και οι λεπτομέρειες κάθε στοιχείου ξεχωριστά.

Η ακρίβεια & η σαφήνεια είναι βασικά χαρακτηριστικά της περιγραφής και δεν εξαρτώνται οπωσδήποτε από το πλήθος των λεπτομερειών που παρατίθενται. Οι λεπτομέρειες πάντως πρέπει να είναι επαρκείς για να εξυπηρετούν τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Ειδική ορολογία που διασαφηνίζει την περιγραφή όρων συμβολαίου:

(πλήρης) κυριότητα= το δικαίωμα να χρησιμοποιείς αποκλειστικά, να καρπώνεσαι & να διαθέτεις ένα αντικείμενο

νομή= το δικαίωμα να μεταχειρίζεσαι και να καρπώνεσαι ένα αντικείμενο σου δε σου ανήκει

κατοχή= το δικαίωμα να κατέχεις ένα αντικείμενο, χωρίς να έχεις αναγκαστικά και την κυριότητα του

Χρησιμοποιούμε την ενεργητική σύνταξη, για να προβάλουμε το πρόσωπο/πράγμα που ενεργεί (δηλ. το υποκείμενο), ενώ επιλέγουμε την παθητική σύνταξη για να προβάλουμε το υποκείμενο του ρήματος & να εξάρουμε το παθητικό αίτιο, όταν αναφέρεται.

ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ

Η ακρίβεια και η σαφήνεια της περιγραφή εξυπηρετούνται και από την επιλογή των κατάλληλων κάθε φορά λέξεων/φράσεων που αποδίδουν με τη μεγαλύτερη πιστότητα τα γνωρίσματα του αντικειμένου.

Στην περιγραφή που γίνεται για έναν πρακτικό σκοπό, τα επίθετα χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν τη θέση του αντικειμένου στο χώρο – χρόνο καθώς και τις άλλες του ιδιότητες, χωρίς να εκφράζουν συναισθήματα και κρίσεις του προσώπου που κάνει την περιγραφή. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως, όταν ο σκοπός της περιγραφής το απαιτεί, τα επίθετα χρησιμοποιούνται είτε για να υπερτονίσουν κάποιες ιδιότητες του αντικειμένου είτε για να καλύψουν & να υποβαθμίσουν κάποιες άλλες, οπότε επιλέγονται έτσι, ώστε η περιγραφή να είναι σκόπιμα ασαφής.

Η επιλογή της γλώσσας (κυριολεκτική ή μεταφορική) σε μια περιγραφή καθορίζεται κάθε φορά από το είδος του κειμένου και από τον επιδιωκόμενο σκοπό.

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΚΑΙ Η ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Συχνά η περιγραφή περιέχει ένα σχόλιο/γνώμη που εξυπηρετεί το σκοπό του κειμένου. Πολλές φορές το σχόλιο αυτό δεν είναι εμφανές στο αναγνώστη. Η επιλογή των λεπτομερειών καθορίζεται από το σκοπό & την οπτική γωνία του πομπού, ο οποίος θέλει να προσελκύσει το δέκτη.

Κάθε περιγραφή γίνεται από μια ορισμένη οπτική γωνία, δηλ. κάποιος επιλέγει τις κατάλληλες λεπτομέρειες και περιγράφει το αντικείμενο ανάλογα με τη συναισθηματική φόρτιση που έχει απέναντί του, τον τρόπο που σκέφτεται & το αποτέλεσμα που επιδιώκει. Από την άποψη αυτή κάθε περιγραφή περιέχει ένα έμμεσο σχόλιο.

ΙΙ. ΘΕΜΑΤΑ/ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ

Όταν θέλουμε να περιγράψουμε έναν άνθρωπο, συνήθως αναφέρουμε τα τυπικά (αναλλοίωτα) χαρακτηριστικά του καθώς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του που τον διαφοροποιούν από άλλα άτομα.

Η περιγραφή ενός ατόμου, όπως και οποιαδήποτε περιγραφή, γίνεται από μια ορισμένη οπτική γωνία και επομένως περιέχει και το ανάλογο σχόλιο.

Η περιγραφή μιας ορισμένης διαδικασίας (οδηγίες για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό) μπορεί να αρχίζει με μια συνοπτική παρουσίαση της διαδικασίας ή να ορίζει το σκοπό και τη σημασία της.

IV. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ ΜΕ ΑΝΑΛΟΓΙΑ

Μερικές φορές στην περιγραφή, για να γίνουν πιο κατανοητά ορισμένα  στοιχεία του περιγραφόμενου αντικειμένου, δίνονται κάποια ανάλογα παραδείγματα από άλλους χώρους που είναι πιο οικείοι στον αναγνώστη/δέκτη. Με αυτόν τον τρόπο προβάλλεται μια λανθάνουσα ομοιότητα ανάμεσα σε δύο αντικείμενα, που φαινομενικά είναι εντελώς διαφορετικά.

Στη μέθοδο αυτή που είναι γνωστή με τον όρο αναλογία, υπάρχουν δύο μέρη/σκέλη: Το ένα μέρος αναφέρεται στο περιγραφόμενο αντικείμενο, ενώ το άλλο σε ένα αντικείμενο που παρουσιάζει αναλογίες/ομοιότητες προς αυτό.

Η αναλογία είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους αναπτύσσεται μια παράγραφος.

Στη λογοτεχνία η αναλογία, που αποτελεί μια μορφή αναπτυγμένης παρομοίωσης, άλλοτε είναι φανερή και άλλοτε εύρημα/έμπνευση του συγγραφέα για να διατυπώσει με μεγαλύτερη ενέργεια τη σκέψη του.

Η αλληγορία/παραβολή είναι μια μεταφορική έκφραση, η οποία κρύβει νοήματα διαφορετικά από εκείνα που φανερώνουν οι λέξεις της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο : ΑΦΗΓΗΣΗ

ΟΡΙΣΜΟΣ

Αφήγηση είναι μια πράξη επικοινωνίας με την οποία παρουσιάζεται προφορικά ή γραπτά μια σειρά πραγματικών ή πλασματικών γεγονότων. Άρα κάθε αφήγηση ως πράξη επικοινωνίας προϋποθέτει τουλάχιστον δύο πρόσωπα:πομπό-αφηγητή και αποδέκτη της αφήγησης. Ο αφηγητής φροντίζει να δώσει στον αποδέκτη τις απαραίτητες πληροφορίες για τον τόπο, χρόνο, τα πρόσωπα και τα πιθανά αίτια ενός συμβάντος. Η έκταση της αφήγησης ποικίλλει, μπορεί να είναι πολύ εκτεταμένη ή να περιορίζεται σε μια μόνο φράση

Σε κάθε αφήγηση διακρίνουμε το αφηγηματικό περιεχόμενο (γεγονότα-πράξεις προσώπων που συνιστούν μια ιστορία) και την αφηγηματική πράξη, δηλ. τον τρόπο που παρουσιάζονται τα γεγονότα από τον αφηγητή. Έτσι μπορούμε να έχουμε δύο αφηγήσεις με κοινό αφηγηματικό περιεχόμενο, στις οποίες όμως τα γεγονότα παρουσιάζονται με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Στις αφηγήσεις που καλύπτουν καθημερινές ανάγκες και μάλιστα σ’ αυτές που έχουν επίσημο χαρακτήρα (π.χ. υπηρεσιακή αναφορά), ο συντάκτης κάνει συνήθως μια σύντομη και όσο γίνεται πιο αντικειμενική παρουσίαση των γεγονότων σε χρονολογική σειρά, αποφεύγοντας να εκφράσει τα προσωπικά του αισθήματα.

Υπάρχουν διάφορα είδη αφήγησης που αποβλέπουν το καθένα σε ένα διαφορετικό σκοπό. Η λογοτεχνική και η ιστορική αφήγηση εξυπηρετούν η καθεμιά τους γενικότερους στόχους της λογοτεχνίας και της ιστορίας αντίστοιχα. Υπάρχουν όμως και ορισμένα είδη αφήγησης που καλύπτουν τις καθημερινές ανάγκες της ζωής, π.χ. δημοσιογραφική είδηση, ημερολόγιο, (αυτό)βιογραφικό σημείωμα, υπηρεσιακή αναφορά, μαρτυρική κατάθεση κτλ.

Τα αφηγηματικά είδη μπορούν να ενταχθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: στις αφηγήσεις πραγματικών γεγονότων και στις αφηγήσεις πλασματικών γεγονότων.

Μια αφήγηση μπορεί να έχει στόχο να πληροφορήσει την κοινή γνώμη για κάτι, να μεταδώσει προσωπικές εμπειρίες, να προκαλέσει ορισμένες επιθυμητές αντιδράσεις/ενέργειες.

Εγκύκλιος= διαταγή/οδηγία/αναγγελία που κοινοποιείται συγχρόνως σε πολλές αρχές ή πρόσωπα

Κοινοποίηση= επίδοση δημόσιου εγγράφου ή δικογράφου

Υπόμνημα= έγγραφη έκθεση σχετικά με κάποια υπόθεση. Στη νομική ορολογία είναι το έγγραφο από το οποίο διαπιστώνεται ότι κάποια πράξη έγινε στο παρελθόν.

Διάγγελμα= προκήρυξη που εκδίδεται από τον ανώτατο άρχοντα ή την κυβέρνηση μιας χώρας, καθώς και από τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων ή άλλων οργανώσεων, και απευθύνεται στο σύνολο του λαού και του γνωστοποιεί διαταγές, αποφάσεις κτλ. για ζητήματα μεγάλου ενδιαφέροντος

Ο ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Στις αφηγήσεις πραγματικών γεγονότων συνήθως είναι φανερό ποιος αφηγείται. Στην περίπτωση της λογοτεχνίας όμως τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Ο αφηγητής & ο συγγραφέας είναι δύο διαφορετικά πρόσωπα. Ο συγγραφέας είναι ένα πραγματικό πρόσωπο, ενώ ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο του κειμένου, που υπάρχει μόνο μέσα στο πλαίσιο του πλασματικού λόγου.

Μπορούμε να διακρίνουμε δύο τύπους αφηγητή, ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής του στα γεγονότα που αφηγείται:

Α) ο αφηγητής συμμετέχει στα γεγονότα είτε ως πρωταγωνιστής είτε ως αυτόπτης μάρτυρας, οπότε στο κείμενο επικρατεί το πρώτο ρηματικό πρόσωπο (π.χ. ο αφηγητής σε μια αυτοβιογραφία ή σε απομνημονεύματα)

Β) ο αφηγητής δε μετέχει καθόλου στα γεγονότα, οπότε επικρατεί συνήθως το τρίτο ρηματικό πρόσωπο (π.χ. ο ιστορικός, ο δημοσιογράφος, ο αφηγητής στο ιστορικό μυθιστόρημα)

Η ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΦΗΓΗΣΗ

Σε μια αφήγηση δε μπορούμε να συμπεριλάβουμε όλα τα γεγονότα που συνέβησαν. Αναγκαστικά γίνεται μία επιλογή γεγονότων, όπως στην περιγραφή γίνεται επιλογή λεπτομερειών. Η επιλογή αυτή εξαρτάται από την οπτική γωνία του προσώπου που κάνει την αφήγηση, δηλ. είναι ανάλογη με τη γνώση του για τα γεγονότα (άμεση ή έμμεση), τη συναισθηματική του φόρτιση, τον τρόπο που σκέφτεται, το αποτέλεσμα που επιδιώκει κτλ.

Η οπτική γωνία της αφήγησης στη λογοτεχνία αποτελει μια λογοτεχνική τεχνική. Ο συγγραφέας συνηθως επιλέγει μία από τις δύο δυνατότητες αφηγηματικής σκοπιάς:

Α) αφήγηση με μηδενική εστίαση: πρόκειται για αφήγηση χωρίς συγκεκριμένη οπτική γωνία από έναν παντογνώστη αφηγητή.

Β) αφήγηση με εσωτερική εστίαση: πρόκειται για αφήγηση από την οπτική γωνία ενός προσώπου, με περιορισμένη γνώση στα όριά του

Στην πρώτη περίπτωση ο αφηγητής γνωρίζει τα πάντα για τα πρόσωπα της αφήγησης, ακόμα και τις πιο μύχιες σκέψεις τους. Θα λέγαμε λοιπόν για έναν αφηγητή-Θεό που βλέπει τον κόσμο από παντού, όχι από ένα συγκεκριμένο σημείο, και επομένως η απόλυτη γνώση του ισοδυναμεί με έλλειψη συγκεκριμένης οπτικής γωνίας (εστίαση μηδέν). Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση έχουμε αφήγηση από την οπτική γωνία ενός προσώπου (εσωτερική εστίαση), από έναν «αφηγητή-άνθρωπο», που σε αντίθεση με τον «αφηγητή-Θεό» έχει γνώση περιορισμένη στις ανθρώπινες δυνατότητες.

Πολύ συχνά ο συγγραφέας αξιοποιεί στο ίδιο έργο και τις δύο δυνατότητες αφηγηματικής σκοπιάς, μεταβάλλοντας την οπτική γωνία και τον αφηγητή σε διάφορα μέρη της αφήγησης, ανάλογα με το τι θέλει να μεταδώσει κάθε φορά στον αναγνώστη.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ

Ο συγγραφέας/αφηγητής επιλέγει, ανάλογα με την οπτική του γωνία, τα γεγονότα που θα αποτελέσουν το υλικό της αφήγησής του. Το υλικό αυτό μπορεί να το παρουσιάζει με δυο αφηγηματικούς τρόπους: την αφήγηση και το διάλογο. Στην αφήγηση διηγείται ο ίδιος τα γεγονότα και μεταδίδει με πλάγιο τρόπο τα λεγόμενα των ηρώων του. Στο διάλογο δίνει το λόγο στους ήρωές του, δείχνοντας έτσι τα γεγονότα να συμβαίνουν. Η εναλλαγή και ο συνδυασμός αυτών των δύο αφηγηματικών τρόπων δίνουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κάθε αφήγησης.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Βασικό στοιχείο της αφήγησης είναι ο χρόνος. Με βάση το δεδομένο ότι η αφήγηση είναι μια πράξη επικοινωνίας, στην οποία ο πομπός είναι το πρόσωπο που αφηγείται, μπορούμε να διακρίνουμε τους εξής χρόνους:

- το χρόνο του πομπού (δηλ. την εποχή κατά την οποία ζει ο πομπός και ειδικότερα τη χρονική στιγμή κατά την οποία στέλνει το μήνυμά του),

- το χρόνο του δέκτη (δηλ. την εποχή κατά την οποία ζει ο δέκτης και ιδιαίτερα τη χρονική στιγμή κατά την οποία δέχεται το μήνυμα) και

- το χρόνο των γεγονότων (δηλ. την εποχή/χρονική στιγμή) κατά την οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα της αφήγησης).

Σε μια αφήγηση πραγματικών γεγονότων ο χρόνος του πομπού είναι πάντα μεταγενέστερος από το χρόνο των γεγονότων, δηλ. πρώτα συμβαίνουν τα γεγονότα και μετά κάποιος τα αφηγείται. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μπορεί να επεκτείνεται σε λίγες στιγμές/ώρες, σε μια ολόκληρη ζωή, ακόμη και σε αιώνες.

Σε μια αφήγηση πλαστών γεγονότων ο χρόνος του πομπού μπορεί να είναι και προγενέστερος από το χρόνο των γεγονότων, δηλ. ο πομπός αφηγείται γεγονότα που θα συμβούν στο μέλλον.

Οι παραπάνω χρόνοι μπορούν να θεωρηθούν εξωτερικοί/εξωκειμενικοί σε σχέση με την αφήγηση. Υπάρχουν και δύο εσωτερικοί/εσωκειμενικοί χρόνοι, ο χρόνος της ιστορίας και ο χρόνος της αφήγησης.

Χρόνο της ιστορίας ονομάζουμε το χρόνο μέσα στον οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα που συνιστούν την ιστορία (story) της αφήγησης. Με το χρόνο αυτό εννοούμε τη φυσική διαδοχή των γεγονότων. Ο χρόνος της ιστορίας παρουσιάζεται στην αφήγηση με διάφορους τρόπους και έτσι προκύπτει ο χρόνος της αφήγησης.

Ο χρόνος της αφήγησης γενικά δε συμπίπτει με το χρόνο της ιστορίας. Τα γεγονότα παρουσιάζονται στην αφήγηση με διαφορετική χρονική σειρά, διάρκεια και συχνότητα απ’ ό,τι διαδραματίζονται στην ιστορί

Αν συγκρίνουμε το χρόνο της αφήγησης με το χρόνο της ιστορίας ως προς τη χρονική σειρά, παρατηρούμε ότι, ενώ τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο σε μια χρονική ακολουθία, ο αφηγητής συχνά παραβιάζει τη χρονική σειρά και προκύπτουν οι λεγόμενες αναχρονίες. Δηλ. άλλοτε κάνει αναδρομικές αφηγήσεις, που αναφέρονται σε γεγονότα προγενέστερα από το σημείο της ιστορίας στο οποίο βρισκόμαστε σε μια δεδομένη στιγμή και άλλοτε κάνει πρόδρομες αφηγήσεις, που αφηγούνται εκ των προτέρων γεγονότα που θα διαδραματιστούν αργότερα.

Συγκρίνοντας το χρόνο της αφήγησης με το χρόνο της ιστορίας ως προς τη διάρκεια, μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής περιπτώσεις:

Α) Ο χρόνος της αφήγησης έχει μικρότερη διάρκεια από το χρόνο της ιστορίας, όταν ο αφηγητής συμπυκνώνει το χρόνο και παρουσιάζει συνοπτικά, ακόμα και σε μια φράση, ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Έτσι επιταχύνεται ο ρυθμός της αφήγησης.

Β) Ο χρόνος της αφήγησης έχει μεγαλύτερη διάρκεια από το χρόνο της ιστορίας, όταν ο αφηγητής απλώνει/παρατείνει το χρόνο και παρουσιάζει αναλυτικά, ορισμένες φορές και σε πολλές σελίδες, ένα γεγονός που διαρκεί ελάχιστες στιγμές. Έτσι επιβραδύνεται ο ρυθμός της αφήγησης. Εννοείται ότι η συμπύκνωση και το άπλωμα του χρόνου εξαρτώνται από την ιεράρχηση των γεγονότων και άρα από το σκοπό της αφήγησης. Με την παράταση της χρονικής διάρκειας ο αφηγητής εστιάζει την προσοχή του αναγνώστη σε αυτά που θεωρεί περισσότερο σημαντικά.

Γ) Ο χρόνος της αφήγησης έχει την ίδια διάρκεια με το χρόνο της ιστορίας, όπότε έχουμε τη λεγόμενη «σκηνή», που συχνά είναι διαλογική.

Ο χρόνος της αφήγησης μπορεί να διαφέρει από τον πραγματικό χρόνο ως προς τη συχνότητα. Π.χ. υπάρχει περίπτωση ένα γεγονός που συνέβη μια φορά να παρουσιάζεται στην αφήγηση περισσότερες από μια φορές. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε πανομοιότυπη επανάληψη. Παρουσιάζεται επανειλημμένα το ίδιο γεγονός, αφηγημένο όμως κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο, ύφος, προοπτική.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΦΗΓΗΣΗ

Η περιγραφή απεικονίζει με το λόγο τα βασικά γνωρίσματα ενός αντικειμένου. Το αντικείμενο αυτό παρουσιάζεται στατικά μέσα στο χώρο, ενώ ο χρόνος φαίνεται να έχει παγώσει. Αυτό συμβαίνει ακόμη και στην περίπτωση ενός κινουμένου αντικειμένου, οπότε η περιγραφή απεικονίζει το αντικείμενο που κινείται και όχι την ενέργεια της κίνησης με τα αίτια και τις συνέπειες της. Αντίθετα στην αφήγηση ένα πρόσωπο/πράγμα/ομάδα/θεσμός/ιδέα παρουσιάζεται δυναμικά καθώς ενεργεί, κινείται ή μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο. Άρα η αφήγηση σχετίζεται με την εξέλιξη των γεγονότων και αναφέρεται στις αιτίες και τα αποτελέσματά τους. Συμπερασματικά  η περιγραφή ανήκει στα στατικά στοιχεία ενός κειμένου, ενώ η αφήγηση στα δυναμικά, αφού η πρώτη μας δίνει πληροφορίες σχετικά με το «είναι» και η δεύτερη με το «γίγνεσθαι» των πραγμάτων.

Η διάκριση ανάμεσα στην περιγραφή και στην αφήγηση δεν είναι απόλυτη. Πολλές φορές τα όρια συγχέονται. Π.χ. στην περιγραφή της λειτουργίας μιας μηχανής/διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή μολονότι έχουμε μια σειρά από πράξεις/ενέργειες, μπορούμε να μιλήσουμε για περιγραφή και όχι για αφήγηση, επειδή οι ενέργειες αυτές είναι επαναλαμβανόμενες και επομένως αποτελούν σταθερά γνωρίσματα του αντικειμένου της περιγραφής.

Η περιγραφή μέσα στην αφήγηση:

Η αφήγηση και η περιγραφή συνδέονται στενά. Μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο κείμενο ή ακόμα και στην ίδια περίοδο. Όταν ο συγγραφέας παρεμβάλει μια περιγραφή σε ένα αφηγηματικό κείμενο επιδιώκει ορισμένους στόχους:

Α) να σκιαγραφήσει τα πρόσωπα, να στήσει το σκηνικό της δράσης και γενικά να φωτίσει την αφήγηση με διάφορες άμεσες/έμμεσες πληροφορίες.

Β) να πετύχει τη μετάβαση από το ένα αφηγηματικό μέρος στο άλλο.

Γ) να προκαλέσει αγωνία και αναμονή στον αναγνώστη με την επιβράδυνση της δράσης, αφού με την περιγραφή φαίνεται ότι σταματάει ο αφηγηματικός χρόνος.

Δ) να προσφέρει αισθητική απόλαυση στον αναγνώστη.

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Μια σειρά προτάσεων αποτελούν κείμενο, μόνο όταν υπάρχει συνοχή μέσα στις προτάσεις και ανάμεσα σ΄ αυτές, όταν δηλ. η ερμηνεία/κατανόηση ενός στοιχείου της πρότασης εξαρτάται από την ερμηνεία κάποιου άλλου, στο οποίο αναγκαστικά καταφεύγει κανείς για μια αποτελεσματική ανάγνωση του κειμένου. Στην περίπτωση αυτή υφαίνονται/διαπλέκονται τα νοήματα και οι προτάσεις αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο/κείμενο. Τη συνοχή την πετυχαίνουμε όταν με τους κατάλληλους τρόπους μεταβαίνουμε φυσικά και λογικά από τη μια λέξη στην άλλη, από τη μια πρόταση ή περίοδο ή παράγραφό στην άλλη χωρίς κενά και χάσματα.

Τέτοιοι τρόποι είναι:

Α) η χρήση διαρθρωτικών λέξεων & εκφράσεων, που σηματοδοτούν καθαρά τις σχέσεις συνοχής:

-δηλαδή, με άλλα λόγια κτλ.  (εισάγουν επεξήγηση)

-αν και, εν τούτοις, εξάλλου, άλλωστε, ωστόσο, αντίθετα  (αντιθέτουν)

-και, επίσης, πρώτο, δεύτερο κτλ.   (προσθέτουν)

-επομένως, συνεπώς, λοιπόν κτλ.   (δηλώνουν συμπέρασμα)

-έπειτα, αργότερα, όταν κτλ.  (δηλώνουν χρονικές σχέσεις)

β) η επανάληψη μιας λέξης/φράσης

γ) η παράλειψη μιας λέξης/φράσης  που ήδη αναφέρθηκε

δ) η αντικατάσταση μιας λέξης με αντωνυμία, με επίρρημα, με άλλη συνώνυμη λέξη

ε) η χρήση συνυπώνυμων και υπερώνυμων λέξεων

στ) η χρήση του όλου και των μερών του

ζ) η χρήση γενικότερου όρου

η) η χρήση λέξεων που ανήκουν στον ίδιο χώρο και παρουσιάζουν νοηματική συγγένεια

Σημείωση: τα όρια ανάμεσα στους δ, ε, στ, ζ είναι ελαστικά, δηλ. η χρήση μιας λέξης/φράσης μπορεί να υπαχθεί σε περισσότερους από έναν τρόπους. Π.χ. οι αμοιβή, αποδοχές, αποζημίωση, επίδομα, μισθός, σύνταξη μπορούν να χαρακτηριστούν είτε ως συνώνυμες είτε ως λέξεις από τον ίδιο χώρο με νοηματική συγγένεια

Με τη φράση «αποτέλεσμα ήταν» δηλώνεται η σχέση αιτίου-αποτελέσματος με την οποία συνδέονται τα προηγούμενα με τα επόμενα, ενώ συγχρόνως υποδηλώνεται και η χρονική σχέση των γεγονότων.

Η συνοχή επιτυγχάνεται ακόμη, όταν το ύφος του κειμένου, το οποίο είναι ανάλογο με τον επιδιωκόμενο σκοπό, διατηρείται ενιαίο.

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

Το χρονογράφημα είναι είδος έντεχνου πεζού λόγου με λογοτεχνική συχνά χροιά, δηλ. δημοσιεύεται σε εφημερίδες και περιοδικά, κυρίως σε εφημερίδες, αν και στην Ελλάδα ξεκίνησε από τα περιοδικά. Πρόθεσή του είναι να σχολιάσει την επικαιρότητα της κοινωνικής/πολιτικής ζωής. Κινείται δηλ. σε κάθε κατεύθυνση και αγκαλιάζει κάθε μορφή ζωής που παρουσιάζει ευρύτερο ενδιαφέρον. Κατά πάγια συνήθεια είναι σύντομο κείμενο ευχάριστο και καλύπτει συγκεκριμένη στήλη στην εφημερίδα/περιοδικό. Γράφεται σε τόνο εύθυμο, χαριτωμένο, χιουμοριστικό, κάποτε επικριτικό, δηκτικό, συχνά ειρωνικό, παραινετικό, έμμεσα ή άμεσα διδακτικό & παιδαγωγικό. Αυτά σημαίνουν ότι συστεγάζει αρμονικά τη χάρη και τη σκωπτικότητα, την ευφυολογία και τον κριτικό στοχασμό, την αφηγηματκή ροή και τη διδακτική πρακτική, την ειρωνική διάθεση και τη σοβαρή πρόθεση. Με την ποικιλία των θεμάτων του & των τρόπων με τους οποίους γράφεται εξασφαλίζει όλες τις προϋποθέσεις μιας φιλικής, ευχάριστης και τακτικής επικοινωνίας χρονογράφου-κοινού.

Ο γνωστός χρονογράφος Σπύρος Μελάς ονόμαζε «θεματοπραγματευτές» απλούς ανθρώπους του περιβάλλοντός του, οι οποίοι του υποδείκνυαν θέματα για χρονογραφική πραγμάτευση.

Τα θέματα ο χρονογράφος τα αντλεί από την επικαιρότητα, την οποία και σχολιάζει. Σκοπός του χρονογράφου είναι να ωφελήσει την κοινωνική ομάδα, στην οποία απευθύνεται: να υποδείξει, να συμβουλέψει, να διδάξει/διαπαιδαγωγήσει, να συμβάλει στη διάπλαση της κοινωνίας –και όλα αυτά και άλλα (το χρονογράφημα υπερβαίνει κάθε φραγμό) επιδιώκει να τα πραγματοποιήσει με τρόπο ευχάριστο & καυστικό. Ο Ευάγγελος Παπανούτσος παρατηρεί ότι ο χρονογράφος όπως και κάθε δάσκαλος, βαθύτερο κίνητρο έχει το «φιλάνθρωπον» του Αριστοτέλη.

Το ύφος του παρουσιάζεται με τόσες παραλλαγές όσα και τα χρονογραφήματα. Συνήθως είναι κοφτό, λιτό, ζωντανό. Το ύφος αυτό προτιμά τον μικροπερίοδο λόγο, που σημαίνει: μικρές προτάσεις & περιόδους, παρατακτική σύνδεση ή ασύνδετο σχήμα. Το ύφος είναι πολύ κοντά στον προφορικό λόγο: παραλείπεται το ρήμα ή το όνομα. Οι δομές του προφορικού λόγου αξιοποιούνται με τον καλύτερο τρόπο, η δραματοποίηση έχει κυρίαρχο ρόλο. Πάντως η γλαφυρότητα και η λιτότητα αποτελούν σταθερά γνωρίσματα του χρονογραφήματος.

Το χρονογράφημα είναι είδος έντεχνου πεζού λόγου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και λογοτεχνικό είδος. Κάποτε εισχωρεί στο χώρο της λογοτεχνίας, κάποτε όχι, παραμένοντας στην περιοχή της δημοσιογραφίας. Η σύνθεσή του έχει τα γνωρίσματα του ατημέλητου λόγου που κατασκευάζεται γρήγορα, για να υπηρετήσει εφήμερες ανάγκες του πιο γρήγορου/πρόχειρου, ρευστού εντύπου, δηλ. της εφημερίδας.

Δεν είναι λίγοι οι χρονογράφοι που χτίζουν τα χρονογραφήματά τους με λογοτεχνική χάρη. Ο Νιρβάνας γράφει «είτε είδος λογοτεχνικό είτε παραλογοτεχνικό, το χρονογράφημα έχει το δικαίωμα να παρίσταται στο νάρθηκα τουλάχιστον του ναού της τέχνης».

Ιστορική καταγωγή του χρονογραφήματος:

Με τη σημερινή του μορφή το χρονογράφημα παρουσιάστηκε πρώτη φορά στη Γαλλία πριν αρχίσει η Γαλλική Επανάσταση. Είναι συνδεδεμένο με τη δημοσιογραφική πολεμική, η οποία στρεφόταν κατά της βασιλικής αυλής.

Στην Ελλάδα το χρονογράφημα το εισήγαγε ο Κωνσταντίνος Πωπ, ο οποίος κατά τα μέσα του 19ου αι. κατέγραφε & σχολίαζε στο περιοδικό «Ευτέρπη» τα αξιοσημείωτα γεγονότα κάθε μήνα.

Εκτός από τον Πωπ μνημονεύουμε τον Ειρηναίο Ασώπιο, τον Εμμανουήλ Ροΐδη, τον Ιωάννη Κονδυλάκη. Ο Κονδυλάκης θεωρείται από πολλούς πατέρας & δημιουργός του σημερινού χρονογραφήματος – το φιλολογικό του ψευδώνυμο ήταν «Διαβάτης».

Επίσης ασχολήθηκαν με το χρονογράφημα οι: Παύλος Νιρβάνας, Σπύρος Μελάς (υπέγραφε τα χρονογραφήματα με το ψευδώνυμο «Φορτούνιο»), Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Δημήτρης Ψαθάς, Παύλος Παλαιολόγος, Φρέντυ Γερμανός.

Σχολιάστε